ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2011.157.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 157

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

54ό έτος
15 Ιουνίου 2011


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

543/2011/ΕΕ

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2011 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών

1

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

15.6.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 157/1


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 543/2011 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Ιουνίου 2011

για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1), και ιδίως το άρθρο 3 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 103η, το άρθρο 121 στοιχείο α), το άρθρο 127, το άρθρο 134, το άρθρο 143 στοιχείο β), το άρθρο 148, το άρθρο 179, το άρθρο 192 παράγραφος 2, το άρθρο 194 και το άρθρο 203α παράγραφος 8, σε συνδυασμό με το άρθρο 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 θεσπίζει κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών στην οποία περιλαμβάνονται οι τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών.

(2)

Οι κανόνες εφαρμογής που καλύπτουν τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2). Ο κανονισμός αυτός έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές. Για λόγους σαφήνειας, είναι σκόπιμο να ενσωματωθούν σε έναν νέο κανονισμό όλοι οι κανόνες εφαρμογής, καθώς και οι αναγκαίες τροποποιήσεις με βάση τη σχετική πείρα, και να καταργηθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007.

(3)

Θα πρέπει να καθοριστούν περίοδοι εμπορίας για τα προϊόντα των τομέων των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πλέον καθεστώτα ενίσχυσης στους τομείς αυτούς που να ακολουθούν τον κύκλο συγκομιδής των σχετικών προϊόντων, όλες οι περίοδοι εμπορίας μπορούν να εναρμονιστούν με βάση το ημερολογιακό έτος.

(4)

Το άρθρο 113 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 επιτρέπει στην Επιτροπή να θεσπίσει προδιαγραφές εμπορίας για τα οπωροκηπευτικά και τα μεταποιημένα οπωροκηπευτικά, αντίστοιχα. Βάσει του άρθρου 113α παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά τα προϊόντα του τομέα των οπωροκηπευτικών τα οποία προορίζονται να πωληθούν νωπά στον καταναλωτή μόνον εάν είναι υγιή, ανόθευτα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και εφόσον αναφέρεται η χώρα καταγωγής. Για να εναρμονιστεί η εφαρμογή αυτής της διάταξης, είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι σχετικές λεπτομέρειες και να θεσπιστούν γενικές προδιαγραφές εμπορίας για όλα τα νωπά οπωροκηπευτικά.

(5)

Θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές προδιαγραφές εμπορίας για τα προϊόντα για τα οποία κρίνεται απαραίτητο να θεσπιστούν προδιαγραφές με βάση την αξιολόγηση της σημασίας τους, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ποια προϊόντα έχουν τη μεγαλύτερη εμπορευσιμότητα σε όρους αξίας, με βάση τα στοιχεία της βάσης δεδομένων αναφοράς Comext της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το διεθνές εμπόριο.

(6)

Για να αποφευχθούν οι περιττοί εμπορικοί φραγμοί, κατά τη θέσπιση ειδικών προδιαγραφών εμπορίας των επιμέρους προϊόντων, οι προδιαγραφές αυτές θα πρέπει να συμπίπτουν με τις προδιαγραφές που έχουν εγκριθεί από την Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (UNECE). Εάν δεν έχουν θεσπιστεί ειδικές προδιαγραφές εμπορίας σε επίπεδο Ένωσης, τα προϊόντα αυτά θα πρέπει να θεωρείται ότι συμμορφώνονται με τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας, όταν ο κάτοχος είναι σε θέση να αποδείξει ότι τα προϊόντα συμμορφώνονται προς τις ισχύουσες προδιαγραφές της UNECE.

(7)

Εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις από την εφαρμογή των προδιαγραφών εμπορίας θα πρέπει να προβλεφθούν για ορισμένες εργασίες, οι οποίες είτε είναι πολύ περιθωριακές και/ή ειδικές είτε πραγματοποιούνται στην αρχή της αλυσίδας διανομής ή αφορούν αποξηραμένα φρούτα και λαχανικά και προϊόντα προς μεταποίηση. Λόγω της φυσικής ανάπτυξης ορισμένων προϊόντων και της τάσης αλλοίωσής τους, θα πρέπει να επιτραπεί να παρουσιάζουν ελαφρά μείωση της νωπότητας και της σπαργής, υπό τον όρο ότι δεν υπάγονται στην κατηγορία «Έξτρα». Ορισμένα προϊόντα τα οποία δεν είναι συνήθως ακέραια όταν πωλούνται θα πρέπει να εξαιρούνται από τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας, οι οποίες υπό διαφορετικές συνθήκες θα ήταν υποχρεωτικές.

(8)

Οι ενδείξεις που απαιτούνται από τις προδιαγραφές εμπορίας πρέπει να είναι ευδιάκριτες στη συσκευασία και/ή στην ετικέτα. Για την αποτροπή του κινδύνου απάτης και παραπλάνησης των καταναλωτών, οι πληροφορίες που απαιτούνται από τις προδιαγραφές πρέπει να παρουσιάζονται στους καταναλωτές πριν αγοράσουν το προϊόν, ιδίως στην περίπτωση των εξ αποστάσεως πωλήσεων, όπου η πείρα έχει δείξει ότι υπάρχουν κίνδυνοι απάτης και έλλειψη της παρεχόμενης με τις προδιαγραφές προστασίας των καταναλωτών.

(9)

Στην αγορά εμφανίζονται όλο και συχνότερα συσκευασίες που περιέχουν διάφορα είδη οπωροκηπευτικών σε ανταπόκριση στη ζήτηση ορισμένων καταναλωτών. Το ανόθευτο εμπόριο απαιτεί τα οπωροκηπευτικά που πωλούνται στην ίδια συσκευασία να είναι ομοιογενούς ποιότητας. Για τα προϊόντα που δεν διέπονται από ενωσιακές προδιαγραφές, αυτή η ομοιογένεια μπορεί να εξασφαλιστεί με την προσφυγή σε γενικές διατάξεις. Θα πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις επισήμανσης σε περίπτωση που στην ίδια συσκευασία υπάρχουν μείγματα διαφορετικών ειδών οπωροκηπευτικών. Οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρές από εκείνες των προδιαγραφών εμπορίας, ειδικά για να ληφθεί υπόψη ο διαθέσιμος χώρος στην ετικέτα.

(10)

Για να διασφαλιστεί η ορθή και αποτελεσματική διενέργεια των ελέγχων, τα τιμολόγια και τα συνοδευτικά έγγραφα, εκτός από εκείνα που προορίζονται για τους καταναλωτές, θα πρέπει να περιέχουν ορισμένες βασικές πληροφορίες οι οποίες περιλαμβάνονται στις προδιαγραφές εμπορίας.

(11)

Για τους σκοπούς των επιλεκτικών ελέγχων, με βάση ανάλυση κινδύνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 113α παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 είναι αναγκαίο να καθοριστούν λεπτομερείς κανόνες για τους εν λόγω ελέγχους. Ειδικότερα, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ο ρόλος της εκτίμησης επικινδυνότητας κατά την επιλογή προϊόντων για τους ελέγχους.

(12)

Κάθε κράτος μέλος ορίζει τους οργανισμούς ελέγχου που είναι αρμόδιοι για τη διενέργεια των ελέγχων συμμόρφωσης σε κάθε στάδιο εμπορίας. Είναι σκόπιμο να ανατεθούν σε έναν από τους ανωτέρω οργανισμούς οι επαφές με όλους τους άλλους οργανισμούς που έχουν οριστεί και ο συντονισμός μεταξύ τους.

(13)

Δεδομένου ότι η γνώση των εμπόρων και των βασικών τους χαρακτηριστικών στοιχείων αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την ανάλυση των κρατών μελών, καθίσταται αναγκαία η δημιουργία σε κάθε κράτος μέλος βάσης δεδομένων των εμπόρων στον τομέα των οπωροκηπευτικών. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι καλύπτονται όλοι οι φορείς της αλυσίδας εμπορίας και για λόγους ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να θεσπιστεί λεπτομερής ορισμός του «εμπόρου».

(14)

Οι έλεγχοι συμμόρφωσης πρέπει να πραγματοποιούνται με δειγματοληψίες και να επικεντρώνονται στους εμπόρους, για τους οποίους ο κίνδυνος να διαθέτουν εμπορεύματα που δεν πληρούν τις προδιαγραφές ενδέχεται να είναι μεγάλος. Λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών των εθνικών τους αγορών, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίζουν τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κατευθύνουν κατά προτεραιότητα τους ελέγχους προς τον άλφα ή βήτα τύπο εμπόρου. Για λόγους διαφάνειας, είναι σκόπιμο οι κανόνες αυτοί να κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

(15)

Τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι οι εξαγωγές οπωροκηπευτικών προς τρίτες χώρες είναι σύμφωνες με τις προδιαγραφές εμπορίας και να πιστοποιούν τη συμμόρφωση αυτή σύμφωνα με το πρωτόκολλο της Γενεύης σχετικά με την τυποποίηση των νωπών οπωροκηπευτικών και των ξηρών και αποξηραμένων καρπών, που έχει συναφθεί στο πλαίσιο της UNECE, καθώς και με το καθεστώς του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για την εφαρμογή των διεθνών προδιαγραφών για τα οπωροκηπευτικά.

(16)

Οι εισαγωγές οπωροκηπευτικών προέλευσης τρίτων χωρών πρέπει να είναι σύμφωνες με τις προδιαγραφές εμπορίας ή με ισοδύναμες προδιαγραφές. Οι έλεγχοι συμμόρφωσης θα πρέπει κατά συνέπεια να πραγματοποιούνται πριν από την εισαγωγή των εμπορευμάτων αυτών στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, πλην των παρτίδων μικρού μεγέθους, για τις οποίες οι οργανισμοί ελέγχου κρίνουν ότι υφίσταται ελάχιστος κίνδυνος. Σε ορισμένες τρίτες χώρες οι οποίες παρέχουν ικανοποιητικές εγγυήσεις συμμόρφωσης, οι έλεγχοι πριν από την εξαγωγή μπορούν να εκτελούνται από τους οργανισμούς ελέγχου των εν λόγω τρίτων χωρών. Όταν γίνεται χρήση της δυνατότητας αυτής, θα πρέπει τα κράτη μέλη να ελέγχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα των προ της εξαγωγής ελέγχων που πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς ελέγχου των τρίτων χωρών.

(17)

Είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι τα οπωροκηπευτικά που προορίζονται για μεταποίηση, τα οποία δεν οφείλουν να ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές εμπορίας, δεν διατίθενται στην αγορά νωπών προϊόντων. Τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να επισημαίνονται κατάλληλα.

(18)

Τα οπωροκηπευτικά που υπόκεινται στον έλεγχο συμμόρφωσης προς τις προδιαγραφές εμπορίας θα πρέπει να υπόκεινται στον ίδιο τύπο ελέγχου σε όλα τα στάδια της εμπορίας. Είναι σκόπιμο, για τον σκοπό αυτό, να εφαρμοστούν οι οδηγίες ελέγχου που συνιστώνται από την UNECE, οι οποίες έχουν ευθυγραμμιστεί με τις σχετικές συστάσεις του ΟΟΣΑ. Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να προβλεφθούν ειδικές ρυθμίσεις όσον αφορά τους ελέγχους στο στάδιο της λιανικής πώλησης.

(19)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν διατάξεις για την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία υποβάλλουν αίτηση. Όταν η αίτηση αναγνώρισης αφορά προϊόντα τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για μεταποίηση, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι τα προϊόντα παραδίδονται πράγματι για μεταποίηση.

(20)

Για να υπάρξει συμβολή στην επίτευξη των στόχων του καθεστώτος για τα οπωροκηπευτικά και να εξασφαλίζεται ότι οι οργανώσεις παραγωγών λειτουργούν κατά τρόπο βιώσιμο και αποτελεσματικό, είναι αναγκαίο να υπάρχει, στο πλαίσιο της οργάνωσης παραγωγών, η βέλτιστη σταθερότητα. Είναι, συνεπώς, σκόπιμο να προβλεφθεί ελάχιστο χρονικό διάστημα συμμετοχής για τους παραγωγούς-μέλη οργάνωσης παραγωγών. Θα πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη η ευχέρεια καθορισμού των προθεσμιών προειδοποίησης και των ημερομηνιών έναρξης ισχύος της παραίτησης από την ιδιότητα του μέλους.

(21)

Οι κύριες και ουσιώδεις δραστηριότητες μιας οργάνωσης παραγωγών θα πρέπει να συνδέονται με τη συγκέντρωση της προσφοράς και την εμπορία. Ωστόσο, θα πρέπει να επιτρέπονται και άλλες δραστηριότητες της οργάνωσης παραγωγών, εμπορικής ή άλλης φύσεως.

(22)

Είναι ιδίως σκόπιμο να ευνοείται η συνεργασία μεταξύ οργανώσεων παραγωγών, επιτρέποντας να μη λαμβάνεται υπόψη η εμπορία οπωροκηπευτικών που αγοράζονται αποκλειστικά από μια άλλη αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών, ούτε στον υπολογισμό της κύριας δραστηριότητας ούτε στις λοιπές δραστηριότητες. Όταν οργάνωση παραγωγών είναι αναγνωρισμένη για προϊόν για το οποίο απαιτείται η παροχή τεχνικών μέσων, θα πρέπει να επιτρέπεται η παροχή των εν λόγω μέσων μέσω των μελών της, μέσω θυγατρικών ή με εξωτερική ανάθεση.

(23)

Οι οργανώσεις παραγωγών δύνανται να κατέχουν συμμετοχές σε θυγατρικές, οι οποίες συμβάλλουν στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας της παραγωγής των μελών τους. Πρέπει να καθοριστούν κανόνες για τον υπολογισμό της αξίας της συγκεκριμένης παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο. Οι κύριες δραστηριότητες των θυγατρικών αυτών πρέπει να είναι ίδιες με εκείνες της οργάνωσης παραγωγών, μετά από μια μεταβατική περίοδο προσαρμογής.

(24)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά την αναγνώριση και τη λειτουργία των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, των διεθνικών οργανώσεων παραγωγών και των διεθνικών ενώσεων οργανώσεων παραγωγών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. Για λόγους συνοχής, οι κανόνες θα πρέπει να αντανακλούν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για τις οργανώσεις παραγωγών.

(25)

Προκειμένου να διευκολύνεται η συγκέντρωση της προσφοράς, είναι σκόπιμο να ενθαρρύνεται η συγχώνευση των υφιστάμενων οργανώσεων παραγωγών, με τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη συγχώνευση επιχειρησιακών προγραμμάτων των συγχωνευόμενων οργανώσεων.

(26)

Είναι σκόπιμο, ενώ θα τηρούνται οι αρχές σύμφωνα με τις οποίες μια οργάνωση παραγωγών ιδρύεται κατόπιν πρωτοβουλίας των παραγωγών και ελέγχεται από τους ίδιους, να παρέχεται η ευχέρεια στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τους όρους υπό τους οποίους άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα γίνονται δεκτά ως μέλη οργάνωσης παραγωγών και/ή ένωσης οργανώσεων παραγωγών.

(27)

Για να διασφαλίζεται ότι οι οργανώσεις παραγωγών αντιπροσωπεύουν πράγματι έναν ελάχιστο αριθμό παραγωγών, κρίνεται αναγκαίο τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο μια μειοψηφία μελών τα οποία ίσως διαθέτουν το μεγαλύτερο μερίδιο του όγκου παραγωγής της σχετικής οργάνωσης παραγωγών, να δεσπόζουν καταχρηστικά στη διαχείριση και στη λειτουργία της οργάνωσης.

(28)

Είναι σκόπιμο, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη διαφορετικές καταστάσεις παραγωγής και εμπορίας στην Ένωση, να θεσπίζουν τα κράτη μέλη τους όρους χορήγησης της προαναγνώρισης στις ομάδες παραγωγών που υποβάλλουν σχετικό σχέδιο.

(29)

Για να ευνοείται η δημιουργία σταθερών οργανώσεων παραγωγών, ικανών να συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων του καθεστώτος για τα οπωροκηπευτικά κατά τρόπο διαρκή, είναι σκόπιμο να χορηγείται προαναγνώριση μόνο στις ομάδες παραγωγών που είναι σε θέση να αποδεικνύουν την ικανότητά τους να πληρούν όλες τις απαιτήσεις για αναγνώριση εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.

(30)

Θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις για τα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναγνώρισης που υποβάλλουν οι ομάδες παραγωγών. Για να μπορούν οι ομάδες παραγωγών να πληρούν καλύτερα τους όρους αναγνώρισης, είναι σκόπιμο να επιτρέπονται τροποποιήσεις του σχεδίου αναγνώρισης. Προς τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις που να επιτρέπουν στο κράτος μέλος να ζητεί από τις ομάδες παραγωγών τη λήψη διορθωτικών μέτρων για να διασφαλιστεί η υλοποίηση του σχεδίου τους.

(31)

Η ομάδα παραγωγών δύναται να πληροί τους όρους αναγνώρισης πριν από την ολοκλήρωση του σχεδίου αναγνώρισης. Είναι σκόπιμο να προβλεφθούν διατάξεις που να επιτρέπουν στις εν λόγω ομάδες να υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης μαζί με σχέδιο επιχειρησιακού προγράμματος. Για λόγους συνοχής, η χορήγηση τέτοιας αναγνώρισης στην ομάδα παραγωγών πρέπει να συνεπάγεται και το τέλος του σχεδίου της για αναγνώριση καθώς και τη διακοπή της χορηγούμενης για τον σκοπό αυτό ενίσχυσης. Ωστόσο, για να ληφθεί υπόψη ο πολυετής χαρακτήρας της χρηματοδότησης των επενδύσεων, οι επενδύσεις που είναι επιλέξιμες για χορήγηση ενίσχυσης είναι σκόπιμο να μπορούν να μεταφερθούν στα επιχειρησιακά προγράμματα.

(32)

Για να διευκολυνθεί η ορθή εφαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης που αποβλέπει στην κάλυψη των δαπανών σύστασης και διοικητικής λειτουργίας των ομάδων παραγωγών, είναι σκόπιμο η ενίσχυση αυτή να χορηγείται με τη μορφή κατ’ αποκοπή ενίσχυσης. Για να τηρούνται οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, η κατ’ αποκοπή ενίσχυση πρέπει να υπόκειται σε ανώτατο όριο. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών χρηματοδοτικών αναγκών των ομάδων παραγωγών διαφορετικού μεγέθους, θα πρέπει να προσαρμοστεί το ανώτατο αυτό όριο βάσει της αξίας της εμπορεύσιμης παραγωγής των ομάδων παραγωγών.

(33)

Για λόγους συνοχής και για να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση προς το καθεστώς της αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών, θα πρέπει οι ομάδες παραγωγών να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες όσον αφορά τις κύριες δραστηριότητες των οργανώσεων παραγωγών και την αξία της παραγωγής τους που διατίθεται στο εμπόριο.

(34)

Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι χρηματοδοτικές ανάγκες των νέων ομάδων παραγωγών και να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης σε περίπτωση συγχωνεύσεων, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης της ενίσχυσης στις ομάδες παραγωγών που προκύπτουν από τη συγχώνευση.

(35)

Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης στα επιχειρησιακά προγράμματα, θα πρέπει να ορίζεται σαφώς η παραγωγή των οργανώσεων παραγωγών που διατίθεται στο εμπόριο και να προσδιορίζεται ποια προϊόντα μπορούν να ληφθούν υπόψη και το στάδιο εμπορίας στο οποίο πρέπει να υπολογίζεται η αξία της παραγωγής. Για λόγους ελέγχου και απλοποίησης, ενδείκνυται η χρήση κατ’ αποκοπή τιμής για τον υπολογισμό της αξίας των οπωροκηπευτικών που προορίζονται για μεταποίηση, η οποία αντιπροσωπεύει την αξία του βασικού προϊόντος, δηλαδή των οπωροκηπευτικών που προορίζονται για μεταποίηση, και τις δραστηριότητες οι οποίες δεν ισοδυναμούν με πραγματικές δραστηριότητες μεταποίησης. Δεδομένου ότι οι ποσότητες οπωροκηπευτικών που απαιτούνται για την παραγωγή μεταποιημένων οπωροκηπευτικών διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από τη μία ομάδα προϊόντων στην άλλη, οι διαφορές αυτές θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στις εφαρμοζόμενες κατ’ αποκοπή τιμές. Στην περίπτωση των οπωροκηπευτικών που προορίζονται για μεταποίηση, τα οποία μετατρέπονται σε μεταποιημένα αρωματικά φυτά και σκόνη πάπρικας, ενδείκνυται επίσης ο καθορισμός μιας κατ’ αποκοπή τιμής για τον υπολογισμό της αξίας των οπωροκηπευτικών που προορίζονται για μεταποίηση, η οποία αντιπροσωπεύει μόνο την αξία του βασικού προϊόντος. Θα μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται πρόσθετες μέθοδοι υπολογισμού της εμπορεύσιμης παραγωγής στην περίπτωση ετησίων διακυμάνσεων ή ανεπαρκών στοιχείων. Για να αποφευχθεί η κατάχρηση του καθεστώτος, δεν θα πρέπει σε γενικές γραμμές να επιτρέπεται στις οργανώσεις παραγωγών η αλλαγή μεθοδολογίας για τον καθορισμό των περιόδων αναφοράς κατά τη διάρκεια του προγράμματος.

(36)

Για να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση στο νέο σύστημα υπολογισμού της αξίας των οπωροκηπευτικών που διατίθενται στο εμπόριο και προορίζονται για μεταποίηση, τα επιχειρησιακά προγράμματα που εγκρίθηκαν έως τις 20 Ιανουαρίου 2010 δεν θα πρέπει να επηρεαστούν από τη νέα μέθοδο υπολογισμού, με την επιφύλαξη της δυνατότητας τροποποίησης των εν λόγω επιχειρησιακών προγραμμάτων σύμφωνα με τα άρθρα 65 και 66 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007. Για τον ίδιο λόγο, η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για την περίοδο αναφοράς των επιχειρησιακών προγραμμάτων που εγκρίθηκαν μετά την ως άνω ημερομηνία θα πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με τους νέους κανόνες.

(37)

Για να εξασφαλιστεί η ορθή χρήση της ενίσχυσης, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τη διαχείριση των επιχειρησιακών ταμείων και των χρηματικών εισφορών των μελών, που να επιτρέπουν τη μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία, με την προϋπόθεση ότι όλοι οι παραγωγοί δύνανται να επωφεληθούν από το επιχειρησιακό ταμείο και να συμμετάσχουν δημοκρατικά στη λήψη αποφάσεων για τη χρήση του.

(38)

Θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις που να προσδιορίζουν το πεδίο εφαρμογής και τη δομή της εθνικής στρατηγικής για βιώσιμα επιχειρησιακά προγράμματα και το εθνικό πλαίσιο για περιβαλλοντικές δράσεις. Στόχος είναι η βελτιστοποίηση της κατανομής των χρηματοδοτικών πόρων και η βελτίωση της στρατηγικής.

(39)

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η κατάλληλη αξιολόγηση των πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές, και προκειμένου να συμπεριληφθούν ή να εξαιρεθούν τα μέτρα και οι δραστηριότητες από τα προγράμματα, θα πρέπει να καθοριστούν διαδικασίες για την υποβολή και την έγκριση των επιχειρησιακών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών. Δεδομένου ότι η διαχείριση των προγραμμάτων πραγματοποιείται σε ετήσια βάση, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι τα προγράμματα που δεν έχουν εγκριθεί πριν από μια συγκεκριμένη ημερομηνία αναβάλλονται για ένα έτος.

(40)

Ενδείκνυται να προβλεφθεί διαδικασία για την ετήσια τροποποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων για το επόμενο έτος, κατά τρόπο ώστε να μπορούν να προσαρμοστούν, λαμβανομένων υπόψη των νέων συνθηκών οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά την αρχική τους υποβολή. Επιπλέον, πρέπει να είναι δυνατή η τροποποίηση των μέτρων και των ποσών του επιχειρησιακού ταμείου κατά τη διάρκεια κάθε έτους εκτέλεσης ενός προγράμματος. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα εγκεκριμένα προγράμματα διατηρούν τους γενικούς τους στόχους, όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε όρια και σε όρους, που πρέπει να καθοριστούν από τα κράτη μέλη, καθώς και σε υποχρεωτική κοινοποίηση των τροποποιήσεων στις αρμόδιες αρχές.

(41)

Για λόγους δημοσιονομικής ασφάλειας και ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να καταρτιστεί κατάλογος των ενεργειών και των δαπανών οι οποίες δεν επιτρέπεται να καλύπτονται από τα επιχειρησιακά προγράμματα.

(42)

Στην περίπτωση επενδύσεων μεμονωμένων εκμεταλλεύσεων, και προκειμένου να προληφθεί ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ιδιωτών που διέκοψαν τους δεσμούς τους με τις οργανώσεις κατά τη χρήσιμη περίοδο της επένδυσης, θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις που να επιτρέπουν στην οργάνωση να ανακτήσει την απομένουσα αξία της επένδυσης, ανεξάρτητα του κατά πόσον η επένδυση αυτή αποτελεί ιδιοκτησία μέλους ή της οργάνωσης.

(43)

Για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης, είναι σκόπιμο να καθοριστούν τα στοιχεία που πρέπει να εμφαίνονται στις αιτήσεις ενίσχυσης, καθώς και οι διαδικασίες για την καταβολή της ενίσχυσης. Προκειμένου να αποφευχθούν δυσχέρειες ταμειακής ροής, θα πρέπει να προβλεφθεί για τις οργανώσεις παραγωγών σύστημα προκαταβολών που θα συνοδεύεται από τις κατάλληλες εγγυήσεις. Για παρόμοιους λόγους, θα πρέπει να προβλεφθεί εναλλακτικό σύστημα για την επιστροφή των δαπανών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.

(44)

Η παραγωγή οπωροκηπευτικών είναι απρόβλεπτη και τα προϊόντα ευαλλοίωτα. Η παρουσία πλεονασμάτων, ακόμη και αν δεν είναι υπερβολικά, είναι δυνατόν να διαταράξει σοβαρά την αγορά. Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την εφαρμογή των μέτρων διαχείρισης και πρόληψης κρίσεων σχετικά με τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. Στο μέτρο του δυνατού, οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να είναι ευέλικτοι και ταχείας εφαρμογής σε περίπτωση κρίσης και, επομένως, η λήψη αποφάσεων να εναπόκειται στα κράτη μέλη και στις οργανώσεις παραγωγών. Εντούτοις, οι κανόνες θα πρέπει να εξασφαλίζουν την αποφυγή των καταχρήσεων και να προβλέπουν όρια όσον αφορά τη χρήση ορισμένων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών πτυχών. Είναι επίσης σκόπιμο να εξασφαλίζουν την πλήρη τήρηση των φυτοϋγειονομικών και περιβαλλοντικών απαιτήσεων.

(45)

Όσον αφορά τις αποσύρσεις από την αγορά, θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες, λαμβανομένης υπόψη της δυνητικής σημασίας του μέτρου αυτού. Ιδιαίτερα, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες όσον αφορά το σύστημα της αυξημένης στήριξης για τα οπωροκηπευτικά που αποσύρονται από την αγορά και διανέμονται δωρεάν ως ανθρωπιστική βοήθεια από φιλανθρωπικές οργανώσεις και ορισμένα άλλα ιδρύματα. Για να διευκολυνθεί η δωρεάν διανομή, ενδείκνυται να προβλεφθεί η δυνατότητα να επιτρέπεται σε φιλανθρωπικές οργανώσεις και ιδρύματα να ζητούν μια συμβολική συνεισφορά από τους τελικούς αποδέκτες αποσυρθέντων προϊόντων, στην περίπτωση που τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί μεταποίηση. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να καθοριστούν ανώτατα επίπεδα στήριξης για τις αποσύρσεις από την αγορά, ώστε να μην αποτελέσουν για τα σχετικά προϊόντα μόνιμο εναλλακτικό τρόπο διοχέτευσης σε σύγκριση με τη διάθεση στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία καθορίστηκαν ανώτατα επίπεδα ενωσιακής αποζημίωσης απόσυρσης στο παράρτημα V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών (3), είναι σκόπιμο να συνεχιστεί η εφαρμογή των εν λόγω επιπέδων, τα οποία θα υπόκεινται σε ορισμένο βαθμό αύξησης, ώστε να αντανακλάται το γεγονός ότι οι αποσύρσεις αυτές αποτελούν πλέον αντικείμενο συγχρηματοδότησης. Όσον αφορά άλλα προϊόντα, για τα οποία η πείρα δεν έχει δείξει ακόμη την ύπαρξη κινδύνου υπερβολικών αποσύρσεων, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να καθορίσουν ανώτατα επίπεδα στήριξης. Ωστόσο, για παρόμοιους λόγους, είναι σκόπιμο να καθοριστεί σε κάθε περίπτωση ποσοτικό όριο για τις αποσύρσεις ανά προϊόν και ανά οργάνωση παραγωγών.

(46)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά την εθνική χρηματοδοτική συνδρομή την οποία τα κράτη μέλη δύνανται να χορηγήσουν σε περιφέρειες της Ένωσης στις οποίες ο βαθμός οργάνωσης των παραγωγών είναι ιδιαίτερα χαμηλός, συμπεριλαμβανομένου του ορισμού του χαμηλού αυτού βαθμού οργάνωσης. Θα πρέπει να καθοριστούν διαδικασίες για την έγκριση της εθνικής ενίσχυσης, την έγκριση της επιστροφής της ενίσχυσης από την Ένωση και του ποσού αυτής, καθώς και για το ποσοστό της επιστροφής. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να αντανακλούν τις διαδικασίες που εφαρμόζονται επί του παρόντος.

(47)

Θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες, και ιδίως διαδικαστικές διατάξεις, όσον αφορά τους όρους υπό τους οποίους οι κανόνες που εκδίδονται από οργανώσεις παραγωγών ή ενώσεις των οργανώσεων αυτών στον τομέα των οπωροκηπευτικών μπορούν να επεκταθούν σε όλους τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι σε μια συγκεκριμένη οικονομική περιοχή. Σε περίπτωση πωλήσεως των προϊόντων επί του δένδρου, θα πρέπει να καθοριστούν επακριβώς ποιοι κανόνες είναι δυνατόν να επεκταθούν στον παραγωγό ή στον αγοραστή, αντίστοιχα.

(48)

Προκειμένου να παρακολουθούνται οι εισαγωγές μήλων και να εξασφαλίζεται ότι δεν περνά απαρατήρητη σημαντική αύξηση των εισαγωγών μήλων μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, το σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής για τα μήλα του κωδικού 0808 10 80 της συνδυασμένης ονοματολογίας (κωδικός ΣΟ) θεσπίστηκε το 2006 ως μεταβατικό σύστημα. Στο μεταξύ, αναπτύχθηκαν νέα και ακριβή μέσα παρακολούθησης των εισαγωγών μήλων, τα οποία είναι λιγότερο επαχθή για τους εμπόρους από το ισχύον σύστημα πιστοποιητικών. Κατά συνέπεια, η υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικών εισαγωγής για τα μήλα του κωδικού ΣΟ 0808 10 80 θα πρέπει να παύσει να ισχύει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

(49)

Θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά το σύστημα της τιμής εισόδου για τα οπωροκηπευτικά. Δεδομένου ότι για την πλειονότητα των σχετικών αλλοιώσιμων οπωροκηπευτικών ο εφοδιασμός πραγματοποιείται επί παρακαταθήκη, συνεπάγεται ιδιαίτερες δυσκολίες ο προσδιορισμός της αξίας τους. Θα πρέπει να καθοριστούν οι πιθανές μέθοδοι υπολογισμού της τιμής εισόδου βάσει της οποίας κατατάσσονται τα εισαγόμενα προϊόντα στο κοινό δασμολόγιο. Ειδικότερα, θα πρέπει να καθοριστούν οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή με βάση τον σταθμισμένο μέσο όρο των μέσων τιμών των προϊόντων και να προβλεφθεί ειδική διάταξη για τις περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχουν τιμές για τα προϊόντα δεδομένης καταγωγής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να προβλεφθεί διάταξη για τη σύσταση εγγύησης, ώστε να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του συστήματος.

(50)

Θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τον πρόσθετο εισαγωγικό δασμό που μπορεί να επιβληθεί σε ορισμένα προϊόντα επιπλέον του προβλεπόμενου στο κοινό δασμολόγιο. Ο πρόσθετος δασμός μπορεί να επιβληθεί εφόσον ο όγκος των εισαγωγών των σχετικών προϊόντων υπερβαίνει τα επίπεδα ενεργοποίησης που καθορίστηκαν για το προϊόν και την περίοδο εφαρμογής. Τα προϊόντα τα οποία ήδη έχουν αρχίσει να μεταφέρονται προς την Ένωση εξαιρούνται από την εφαρμογή του πρόσθετου δασμού και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις για τα εν λόγω προϊόντα.

(51)

Είναι σκόπιμο να καθοριστούν διατάξεις για την κατάλληλη παρακολούθηση και αξιολόγηση των τρεχόντων προγραμμάτων και καθεστώτων με σκοπό την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητάς τους, τόσο από τις οργανώσεις παραγωγών όσο και από τα κράτη μέλη.

(52)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν διατάξεις όσον αφορά το είδος, τη μορφή και τον τρόπο των αναγκαίων κοινοποιήσεων για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις κοινοποιήσεις από τους παραγωγούς και τις οργανώσεις παραγωγών προς τα κράτη μέλη και από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή, καθώς και τις επιπτώσεις σε περίπτωση εκπρόθεσμης ή ανακριβούς κοινοποίησης.

(53)

Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθούν μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους που είναι αναγκαίοι για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, καθώς και οι κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις εάν διαπιστωθούν παρατυπίες. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να περιλαμβάνουν τόσο τους ειδικούς ελέγχους όσο και τις κυρώσεις που καθορίζονται σε ενωσιακό επίπεδο, καθώς και τους πρόσθετους ελέγχους και κυρώσεις σε εθνικό επίπεδο. Οι έλεγχοι και οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτρεπτικοί, αποτελεσματικοί και αναλογικοί. Θα πρέπει να προβλεφθούν κανόνες για την επίλυση των περιπτώσεων πρόδηλου σφάλματος, ανωτέρας βίας και άλλων έκτακτων περιστάσεων για να εξασφαλιστεί η δίκαιη μεταχείριση των παραγωγών. Θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν κανόνες για την τεχνητή δημιουργία προϋποθέσεων, οι οποίοι να καθιστούν αδύνατη την αποκόμιση οφέλους από αυτή.

(54)

Θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις για να συνεχιστεί η ομαλή μετάβαση από το προηγούμενο σύστημα που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2200/96, στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά (4), και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2202/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, περί καθεστώτος ενίσχυσης των παραγωγών ορισμένων εσπεριδοειδών (5) προς το νέο σύστημα που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση ειδικών κανόνων όσον αφορά τον τομέα των οπωροκηπευτικών, για την τροποποίηση των οδηγιών 2001/112/ΕΚ και 2001/113/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 827/68, (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96, (ΕΚ) αριθ. 2826/2000, (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και (ΕΚ) αριθ. 318/2006 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2202/96 (6) και, ακολούθως, στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 και, τέλος, στον παρόντα κανονισμό, και η εφαρμογή των μεταβατικών κανόνων που καθορίζονται στο άρθρο 203α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

(55)

Προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις της κατάργησης του συστήματος πιστοποιητικών εισαγωγής μήλων στη ροή του εμπορίου, το άρθρο 134 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται έως τις 31 Αυγούστου 2011.

(56)

H διαχειριστική επιτροπή για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών δεν διατύπωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που όρισε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής και χρήση όρων

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών.

Ωστόσο, οι τίτλοι II και III του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται μόνο στα προϊόντα του τομέα των οπωροκηπευτικών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και στα προϊόντα που προορίζονται αποκλειστικά για μεταποίηση.

2.   Οι όροι που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 έχουν την ίδια έννοια όταν χρησιμοποιούνται στον παρόντα κανονισμό, εκτός αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Περίοδοι εμπορίας

Οι περίοδοι εμπορίας για τα οπωροκηπευτικά και τα μεταποιημένα οπωροκηπευτικά διαρκούν από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικοί κανόνες

Άρθρο 3

Προδιαγραφές εμπορίας· κάτοχοι

1.   Οι απαιτήσεις του άρθρου 113α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 αποτελούν τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας. Λεπτομερή στοιχεία των γενικών προδιαγραφών εμπορίας περιέχονται στο παράρτημα Ι μέρος Α του παρόντος κανονισμού.

Τα οπωροκηπευτικά που δεν καλύπτονται από ειδικές προδιαγραφές εμπορίας πρέπει να πληρούν τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας. Ωστόσο, όταν ο κάτοχος είναι σε θέση να αποδείξει ότι τα προϊόντα πληρούν τις ισχύουσες προδιαγραφές που έχουν εγκριθεί από την Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (UNECE), τότε τα προϊόντα θεωρείται ότι πληρούν και τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας.

2.   Οι ειδικές προδιαγραφές εμπορίας που προβλέπονται στο άρθρο 113 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι μέρος Β του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τα ακόλουθα προϊόντα:

α)

μήλα,

β)

εσπεριδοειδή,

γ)

ακτινίδια,

δ)

μαρούλια, κατσαρά αντίδια και πλατύφυλλα αντίδια,

ε)

ροδάκινα και νεκταρίνια,

στ)

αχλάδια,

ζ)

φράουλες,

η)

γλυκοπιπεριές,

θ)

επιτραπέζια σταφύλια,

ι)

ντομάτες.

3.   Για τους σκοπούς του άρθρου 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ως «κάτοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στη φυσική κατοχή του τα σχετικά προϊόντα.

Άρθρο 4

Εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις από την εφαρμογή των προδιαγραφών εμπορίας

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κατωτέρω προϊόντα δεν υπόκεινται στην απαίτηση συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας:

α)

υπό τον όρο ότι φέρουν σαφώς την ένδειξη «προορίζονται για μεταποίηση» ή «για ζωοτροφές» ή κάποια άλλη ισοδύναμη διατύπωση, προϊόντα τα οποία προορίζονται:

i)

για βιομηχανική χρήση, ή

ii)

για ζωοτροφές ή για άλλη χρήση εκτός από τρόφιμα·

β)

τα προϊόντα που διατίθενται από τον παραγωγό στους καταναλωτές, για την προσωπική τους χρήση, στην εκμετάλλευση του παραγωγού·

γ)

προϊόντα που αναγνωρίζονται με απόφαση της Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται μετά από αίτηση κράτους μέλους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 195 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, ως προϊόντα συγκεκριμένης περιοχής που πωλούνται λιανικώς στην περιοχή αυτή για να χρησιμοποιηθούν σε γενικώς γνωστή παραδοσιακή τοπική κατανάλωση·

δ)

προϊόντα που έχουν υποστεί κοπή ή τεμαχισμό που τα καθιστούν «έτοιμα για βρώση» ή «έτοιμα για χρήση»·

ε)

προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο ως βρώσιμα φύτρα μετά τη βλάστηση σπόρων φυτών που κατατάσσονται ως οπωροκηπευτικά βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο θ) και του παραρτήματος Ι μέρος IX του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κατωτέρω προϊόντα δεν υπόκεινται στην απαίτηση συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας εντός συγκεκριμένης περιοχής παραγωγής:

α)

τα προϊόντα που πωλούνται ή παραδίδονται από τον παραγωγό σε σταθμούς προετοιμασίας και συσκευασίας ή σε σταθμούς αποθήκευσης ή που διοχετεύονται από την εκμετάλλευση του παραγωγού προς τους σταθμούς αυτούς· και

β)

τα προϊόντα που διοχετεύονται από τους σταθμούς αποθήκευσης προς τους σταθμούς προετοιμασίας και συσκευασίας.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από τις ειδικές προδιαγραφές εμπορίας προϊόντα τα οποία προσφέρονται για λιανική πώληση στους καταναλωτές για την προσωπική τους χρήση και με τη σήμανση «προϊόντα που προορίζονται για μεταποίηση» ή με οποιαδήποτε άλλη ισοδύναμη διατύπωση και προορίζονται για μεταποίηση διαφορετική από αυτή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημείο i) του παρόντος άρθρου.

4.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από τις ειδικές προδιαγραφές εμπορίας προϊόντα τα οποία πωλούνται απευθείας από τον παραγωγό στον τελικό καταναλωτή για την προσωπική του χρήση σε αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται μόνον οι παραγωγοί εντός συγκεκριμένης περιοχής παραγωγής που οριοθετείται από τα κράτη μέλη.

5.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, όσον αφορά τις ειδικές προδιαγραφές εμπορίας, τα οπωροκηπευτικά εκτός από εκείνα που υπάγονται στην κατηγορία «Έξτρα», κατά τα στάδια μετά την αποστολή, μπορεί να παρουσιάζουν ελαφρά μείωση της νωπότητας και της σπαργής και ελαφρά υποβάθμιση λόγω της ανάπτυξης και της τάσης τους για αλλοίωση.

6.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κατωτέρω προϊόντα δεν υπόκεινται στην απαίτηση συμμόρφωσης με τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας:

α)

μη καλλιεργούμενα μανιτάρια του κωδικού ΣΟ 0709 59,

β)

κάπαρη του κωδικού ΣΟ 0709 90 40,

γ)

πικρά αμύγδαλα του κωδικού ΣΟ 0802 11 10,

δ)

αμύγδαλα με κέλυφος του κωδικού ΣΟ 0802 12,

ε)

φουντούκια με κέλυφος του κωδικού ΣΟ 0802 22,

στ)

καρύδια με κέλυφος του κωδικού ΣΟ 0802 32,

ζ)

καρποί γλυκοκουκουναριών του κωδικού ΣΟ 0802 90 50,

η)

φιστίκια του κωδικού ΣΟ 0802 50 00,

θ)

καρύδια Αυστραλίας (καρποί της μακαδαμίας της τριφύλλου) του κωδικού ΣΟ 0802 60 00,

ι)

καρύδια pecan του κωδικού ΣΟ ex 0802 90 20,

ια)

άλλοι καρποί με κέλυφος του κωδικού ΣΟ 0802 90 85,

ιβ)

ξερές μπανάνες του είδους των Αντιλλών του κωδικού ΣΟ 0803 00 90,

ιγ)

ξερά εσπεριδοειδή του κωδικού ΣΟ 0805,

ιδ)

μείγματα τροπικών καρπών του κωδικού ΣΟ 0813 50 31,

ιε)

μείγματα άλλων καρπών με κέλυφος του κωδικού ΣΟ 0813 50 39,

ιστ)

κρόκος (ζαφορά) του κωδικού ΣΟ 0910 20.

7.   Προσκομίζεται η απόδειξη στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και στην παράγραφο 2 ανταποκρίνονται στις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ιδίως όσον αφορά τον προορισμό τους.

Άρθρο 5

Ενδείξεις επισήμανσης

1.   Οι απαιτούμενες ενδείξεις βάσει του παρόντος κεφαλαίου πρέπει να αναγράφονται με ευανάγνωστα και εμφανή στοιχεία στη μία από τις πλευρές της συσκευασίας, είτε με απευθείας ανεξίτηλη εκτύπωση είτε με ετικέτα ενσωματωμένη ή στερεωμένη πάνω στη συσκευασία.

2.   Για τα εμπορεύματα που αποστέλλονται χύμα, φορτωμένα απευθείας σε μεταφορικό μέσο, οι ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναγράφονται στο έγγραφο που συνοδεύει το εμπόρευμα ή σε δελτίο το οποίο τοποθετείται ευκρινώς στο εσωτερικό του μεταφορικού μέσου.

3.   Στην περίπτωση των συμβάσεων εξ αποστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), για τη συμμόρφωση με τις προδιαγραφές εμπορίας οι ενδείξεις πρέπει να είναι διαθέσιμες πριν από τη σύναψη της σύμβασης αγοράς.

4.   Τα τιμολόγια και συνοδευτικά έγγραφα, εξαιρουμένων των αποδείξεων για τον καταναλωτή, αναφέρουν την ονομασία της χώρας καταγωγής των προϊόντων και, κατά περίπτωση, την κατηγορία, την ποικιλία ή τον εμπορικό τύπο, εάν αυτό απαιτείται από ειδικές προδιαγραφές εμπορίας, ή ότι τα προϊόντα προορίζονται για μεταποίηση.

Άρθρο 6

Ενδείξεις επισήμανσης στο στάδιο της λιανικής πώλησης

1.   Στο στάδιο της λιανικής πώλησης οι απαιτούμενες από το παρόν κεφάλαιο ενδείξεις επισήμανσης πρέπει να είναι ευανάγνωστες και εμφανείς. Τα προϊόντα μπορούν να διατίθενται για πώληση υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση λιανικής πώλησης αναγράφει σε εμφανές σημείο δίπλα στο προϊόν και ευανάγνωστα τις ενδείξεις που αφορούν τη χώρα καταγωγής και, κατά περίπτωση, την κατηγορία και την ποικιλία ή τον εμπορικό τύπο κατά τρόπο που να μην παραπλανάται ο καταναλωτής.

2.   Για τα προϊόντα που είναι προσυσκευασμένα κατά την έννοια της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), αναφέρεται το καθαρό βάρος, πέραν όλων των ενδείξεων που προβλέπονται στις προδιαγραφές εμπορίας. Ωστόσο, για τα προϊόντα που πωλούνται συνήθως με το τεμάχιο, δεν ισχύει η υποχρέωση αναγραφής του καθαρού βάρους, όταν ο αριθμός των τεμαχίων είναι προφανής και μπορεί να υπολογιστεί με ευκολία χωρίς να ανοιχθεί η συσκευασία ή όταν ο αριθμός αυτός αναγράφεται στην ετικέτα.

Άρθρο 7

Μείγματα προϊόντων

1.   Επιτρέπεται η διάθεση στην αγορά συσκευασιών καθαρού βάρους 5 kg ή μικρότερου που περιέχουν μείγματα διαφορετικών ειδών οπωροκηπευτικών, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

τα προϊόντα είναι της ίδιας ποιότητας και κάθε προϊόν συμμορφώνεται προς τις ειδικές προδιαγραφές εμπορίας του είδους ή, εάν δεν υφίστανται ειδικές προδιαγραφές εμπορίας για ένα συγκεκριμένο προϊόν, με τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας,

β)

η συσκευασία φέρει την απαραίτητη σήμανση, σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, και

γ)

η φύση του μείγματος δεν είναι τέτοια ώστε να υπάρχει κίνδυνος να παραπλανηθεί ο αγοραστής.

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 στοιχείο α) δεν εφαρμόζονται για τα προϊόντα που περιέχονται σε μείγμα αλλά δεν είναι προϊόντα του τομέα των οπωροκηπευτικών τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

3.   Εάν τα οπωροκηπευτικά που περιέχονται σε μείγμα είναι καταγωγής περισσότερων του ενός κρατών μελών ή τρίτων χωρών, οι πλήρεις ονομασίες των χωρών καταγωγής μπορούν να αντικατασταθούν με μία από τις κατωτέρω ενδείξεις, κατά περίπτωση:

α)

«μείγμα οπωροκηπευτικών από χώρες ΕΕ»,

β)

«μείγμα οπωροκηπευτικών από χώρες εκτός ΕΕ»,

γ)

«μείγμα οπωροκηπευτικών από χώρες ΕΕ και από χώρες εκτός ΕΕ».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Έλεγχοι συμμόρφωσης προς τις προδιαγραφές εμπορίας

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 8

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο ορίζει τους κανόνες για τους ελέγχους συμμόρφωσης οι οποίοι διενεργούνται στα οπωροκηπευτικά σε όλα τα στάδια εμπορίας, για να επαληθευτεί ότι τα προϊόντα αυτά είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές εμπορίας και τις άλλες διατάξεις του παρόντος τίτλου και των άρθρων 113 και 113α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Άρθρο 9

Αρχές συντονισμού και οργανισμοί ελέγχου

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει:

α)

μία μόνη αρχή που είναι υπεύθυνη για τον συντονισμό και τις επαφές σε θέματα που εμπίπτουν στο παρόν κεφάλαιο, η οποία καλείται στο εξής «η αρχή συντονισμού»· και

β)

έναν οργανισμό ή οργανισμούς ελέγχου για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου, οι οποίοι καλούνται στο εξής «οι οργανισμοί ελέγχου».

Οι αρχές συντονισμού και οι οργανισμοί ελέγχου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί. Εντούτοις, την ευθύνη και στις δύο περιπτώσεις την έχουν τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α)

την ονομασία και την ταχυδρομική και ηλεκτρονική διεύθυνση της αρχής συντονισμού που έχουν ορίσει σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α)·

β)

την ονομασία και την ταχυδρομική και ηλεκτρονική διεύθυνση των οργανισμών ελέγχου που έχουν ορίσει σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β)· και

γ)

τον ακριβή ορισμό του πεδίου αρμοδιότητας των οργανισμών ελέγχου που έχουν ορίσει.

3.   Χρέη αρχής συντονισμού μπορούν να εκτελούν ο οργανισμός ή οι οργανισμοί ελέγχου ή κάθε άλλος οργανισμός που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

4.   Η Επιτροπή φροντίζει για τη δημοσιοποίηση του καταλόγου των αρχών συντονισμού που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη με τον τρόπο που κρίνει ενδεδειγμένο.

Άρθρο 10

Βάση δεδομένων των εμπόρων

1.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν μια βάση δεδομένων των εμπόρων στον τομέα των οπωροκηπευτικών, η οποία συγκεντρώνει, υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, τους εμπόρους οι οποίοι συμμετέχουν στην εμπορία οπωροκηπευτικών, για τα οποία έχουν καθοριστεί προδιαγραφές δυνάμει του άρθρου 113 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν κάθε άλλη βάση ή βάσεις δεδομένων που έχουν ήδη δημιουργήσει για άλλους σκοπούς.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «έμπορος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που:

α)

κατέχει οπωροκηπευτικά που υπόκεινται σε προδιαγραφές εμπορίας με σκοπό:

i)

να τα παρουσιάσει ή να τα διαθέσει για πώληση,

ii)

να τα πωλήσει, ή

iii)

να τα διαθέσει στην αγορά με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ή

β)

ασκεί πράγματι οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες οι οποίες αναφέρονται στο στοιχείο α) και αφορούν οπωροκηπευτικά που υπόκεινται σε προδιαγραφές εμπορίας.

Οι δραστηριότητες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

την εξ αποστάσεως πώληση είτε μέσω του διαδικτύου είτε με άλλον τρόπο,

β)

δραστηριότητες οι οποίες ασκούνται από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, και

γ)

δραστηριότητες που ασκούνται στην Ένωση και/ή με εξαγωγές σε τρίτες χώρες και/ή εισαγωγές από τρίτες χώρες.

3.   Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τους όρους υπό τους οποίους οι ακόλουθοι έμποροι περιλαμβάνονται ή όχι στη βάση δεδομένων:

α)

οι έμποροι, των οποίων η δραστηριότητα είναι τέτοια ώστε να τους απαλλάσσει, δυνάμει του άρθρου 4, από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις προδιαγραφές εμπορίας· και

β)

τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα οι δραστηριότητες των οποίων στον τομέα των οπωροκηπευτικών περιορίζονται στη μεταφορά των εμπορευμάτων ή στην πώληση στο στάδιο της λιανικής διάθεσης.

4.   Όταν η βάση δεδομένων των εμπόρων απαρτίζεται από περισσότερα ξεχωριστά στοιχεία, η αρχή συντονισμού εξασφαλίζει την ομοιογένεια της βάσης και των διαφόρων στοιχείων της, καθώς και της ενημέρωσής τους. Η ενημέρωση της βάσης δεδομένων πραγματοποιείται ιδίως με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται κατά τους ελέγχους συμμόρφωσης.

5.   Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει για κάθε έμπορο:

α)

τον αριθμό εμπορικού μητρώου, την επωνυμία και τη διεύθυνση·

β)

τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατάταξή του σε μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 11 παράγραφος 2 κατηγορίες κινδύνου, και ιδίως τη θέση που κατέχει στο δίκτυο εμπορίας, πληροφορίες αναφορικά με το μέγεθος της επιχείρησης·

γ)

πληροφορίες όσον αφορά πορίσματα προηγούμενων ελέγχων για κάθε έμπορο·

δ)

κάθε άλλη πληροφορία που κρίνεται απαραίτητη για τους ελέγχους, όπως πληροφορίες που αφορούν την ύπαρξη συστήματος διασφάλισης της ποιότητας ή συστήματος αυτοελέγχου σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τις προδιαγραφές εμπορίας.

Η ενημέρωση της βάσης δεδομένων πραγματοποιείται κυρίως με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται κατά τους ελέγχους συμμόρφωσης.

6.   Οι έμποροι παρέχουν τις πληροφορίες που κρίνονται απαραίτητες από τα κράτη μέλη για την κατάρτιση και την ενημέρωση της βάσης δεδομένων. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους οι έμποροι που δεν είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους, αλλά ασκούν δραστηριότητα σ’ αυτό, περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων τους.

Τμήμα 2

Έλεγχοι συμμόρφωσης που διενεργούνται από τα κράτη μέλη

Άρθρο 11

Έλεγχοι συμμόρφωσης

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι έλεγχοι συμμόρφωσης πραγματοποιούνται επιλεκτικά, βάσει ανάλυσης κινδύνου, με την απαραίτητη συχνότητα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις προδιαγραφές εμπορίας και με τις άλλες διατάξεις του παρόντος τίτλου και των άρθρων 113 και 113α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Τα κριτήρια αξιολόγησης κινδύνου περιλαμβάνουν την ύπαρξη του αναφερόμενου στο άρθρο 14 πιστοποιητικού συμμόρφωσης που εκδίδει η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας στην οποία οι έλεγχοι συμμόρφωσης έχουν εγκριθεί βάσει του άρθρου 15. Η ύπαρξη αυτού του πιστοποιητικού θεωρείται παράγοντας μείωσης του κινδύνου μη συμμόρφωσης.

Τα κριτήρια αξιολόγησης του κινδύνου μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν:

α)

τη φύση του προϊόντος, την περίοδο παραγωγής, την τιμή του προϊόντος, τις καιρικές συνθήκες, τις εργασίες συσκευασίας και εν γένει χειρισμού, τους όρους αποθήκευσης, τη χώρα καταγωγής, τα μέσα μεταφοράς ή την ποσότητα της παρτίδας·

β)

το μέγεθος των επιχειρήσεων εμπορίας, τη θέση που κατέχουν στο δίκτυο εμπορίας, τον όγκο ή την αξία των προϊόντων που εμπορεύονται, το φάσμα των προϊόντων τους, την περιοχή παραδόσεων των προϊόντων ή τον τύπο των δραστηριοτήτων που ασκούν, όπως η αποθήκευση, η διαλογή, η συσκευασία ή η πώληση·

γ)

πορίσματα από προηγούμενους ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και του τύπου των ελαττωμάτων που διαπιστώθηκαν, τη συνήθη ποιότητα των προϊόντων που διαθέτουν στην αγορά, το επίπεδο του χρησιμοποιούμενου τεχνικού εξοπλισμού·

δ)

την αξιοπιστία των συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας των εμπόρων ή των συστημάτων αυτοελέγχου σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τις προδιαγραφές εμπορίας·

ε)

τον τόπο διενέργειας του ελέγχου, ιδίως εάν αυτός είναι το σημείο πρώτης εισόδου στην Ένωση, ή τον τόπο συσκευασίας ή φόρτωσης των προϊόντων·

στ)

κάθε άλλη πληροφορία που θα μπορούσε να δηλώνει κίνδυνο μη συμμόρφωσης.

2.   Η ανάλυση κινδύνου βασίζεται στις πληροφορίες που περιέχονται στην αναφερόμενη στο άρθρο 10 βάση δεδομένων των εμπόρων και κατατάσσει τους εμπόρους σε κατηγορίες κινδύνου.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν εκ των προτέρων:

α)

τα κριτήρια αξιολόγησης του κινδύνου μη συμμόρφωσης παρτίδων·

β)

βάσει ανάλυσης κινδύνου για κάθε κατηγορία κινδύνου, τα ελάχιστα ποσοστά επιχειρήσεων ή παρτίδων και/ή ποσοτήτων που πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο συμμόρφωσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μη διενεργούν επιλεκτικούς ελέγχους σε προϊόντα τα οποία δεν υπόκεινται σε ειδικές προδιαγραφές εμπορίας βάσει ανάλυσης κινδύνου.

3.   Όταν από τους ελέγχους αποκαλύπτονται σημαντικές παρατυπίες, τα κράτη μέλη αυξάνουν τη συχνότητα των ελέγχων σε σχέση με τους εμπόρους, τα προϊόντα, την καταγωγή των προϊόντων ή άλλες παραμέτρους.

4.   Οι έμποροι διαβιβάζουν στους οργανισμούς ελέγχου όλες τις πληροφορίες που οι εν λόγω οργανισμοί κρίνουν απαραίτητες για την οργάνωση και διενέργεια των ελέγχων συμμόρφωσης.

Άρθρο 12

Εγκεκριμένοι έμποροι

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε εμπόρους οι οποίοι έχουν καταταγεί στην κατηγορία του χαμηλότερου κινδύνου και παρέχουν ειδικές εγγυήσεις συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας να χρησιμοποιούν το υπόδειγμα του παραρτήματος ΙΙ στη σήμανση της κάθε συσκευασίας κατά το στάδιο της αποστολής και/ή να υπογράφουν το πιστοποιητικό συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 14.

2.   Η άδεια χορηγείται για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους.

3.   Οι έμποροι που ευνοούνται από αυτή τη δυνατότητα οφείλουν:

α)

να διαθέτουν προσωπικό για τη διενέργεια ελέγχου που έχει λάβει αναγνωρισμένη κατάρτιση από τα κράτη μέλη·

β)

να διαθέτουν εξοπλισμό κατάλληλο για την επεξεργασία και τη συσκευασία των προϊόντων·

γ)

να αναλαμβάνουν τη δέσμευση να διενεργούν έλεγχο συμμόρφωσης στα προϊόντα που αποστέλλουν και να τηρούν μητρώα που καταγράφουν όλους τους διενεργούμενους ελέγχους.

4.   Όταν ένας εγκεκριμένος έμπορος δεν τηρεί πλέον τις απαιτήσεις της έγκρισης, το κράτος μέλος ανακαλεί την άδειά του.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι εγκεκριμένοι έμποροι επιτρέπεται να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν μέχρι την εξάντληση των αποθεμάτων τα υποδείγματα τα οποία ήταν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 στις 30 Ιουνίου 2009.

Οι άδειες που χορηγήθηκαν σε εμπόρους πριν από την 1η Ιουλίου 2009 εξακολουθούν να ισχύουν για την περίοδο για την οποία έχουν εκδοθεί.

Άρθρο 13

Αποδοχή των δηλώσεων από τα τελωνεία

1.   Τα τελωνεία αποδέχονται μόνο δηλώσεις εξαγωγής και/ή διασαφήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικές προδιαγραφές εμπορίας, εάν:

α)

τα προϊόντα συνοδεύονται από πιστοποιητικό συμμόρφωσης, ή

β)

ο αρμόδιος οργανισμός ελέγχου έχει ενημερώσει την τελωνειακή αρχή ότι οι υπό εξέταση παρτίδες έχουν λάβει πιστοποιητικό συμμόρφωσης, ή

γ)

ο αρμόδιος οργανισμός ελέγχου έχει ενημερώσει την τελωνειακή αρχή ότι δεν έχει εκδώσει πιστοποιητικό συμμόρφωσης για τις εν λόγω παρτίδες, διότι δεν ήταν απαραίτητο να ελεγχθούν με βάση την αναφερόμενη στο άρθρο 11 παράγραφος 1 ανάλυση κινδύνου.

Οι παρούσες διατάξεις εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των ελέγχων συμμόρφωσης που διενεργούν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 11.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης στα προϊόντα που υπόκεινται στις οριζόμενες στο παράρτημα Ι μέρος Α γενικές προδιαγραφές εμπορίας και στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α), εάν το οικείο κράτος μέλος το κρίνει απαραίτητο με βάση την αναφερόμενη στο άρθρο 11 παράγραφος 1 ανάλυση κινδύνου.

Άρθρο 14

Πιστοποιητικό συμμόρφωσης

1.   Τα πιστοποιητικά συμμόρφωσης μπορεί να εκδίδονται από αρμόδια αρχή που επιβεβαιώνει ότι τα προϊόντα πληρούν τις σχετικές προδιαγραφές εμπορίας (εφεξής «πιστοποιητικό»). Στο παράρτημα ΙΙΙ παρουσιάζεται το υπόδειγμα του πιστοποιητικού που χρησιμοποιούν οι αρμόδιες αρχές στην Ένωση.

Αντί για τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές της Ένωσης, οι αναφερόμενες στο άρθρο 15 παράγραφος 4 τρίτες χώρες μπορούν να χρησιμοποιούν τα δικά τους πιστοποιητικά, υπό τον όρο ότι περιέχουν τουλάχιστον ισοδύναμες πληροφορίες με το ενωσιακό πιστοποιητικό. Η Επιτροπή γνωστοποιεί, με τα μέσα που η ίδια θεωρεί κατάλληλα, υποδείγματα πιστοποιητικών τρίτων χωρών.

2.   Τα πιστοποιητικά μπορεί να εκδίδονται είτε σε έντυπη μορφή με αυθεντική υπογραφή ή σε ελεγμένη ηλεκτρονική μορφή με ηλεκτρονική υπογραφή.

3.   Κάθε πιστοποιητικό φέρει σφραγίδα της αρμόδιας αρχής και υπογράφεται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχουν εξουσιοδοτηθεί γι’ αυτόν τον σκοπό.

4.   Το πιστοποιητικό εκδίδεται σε τουλάχιστον μία από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

5.   Κάθε πιστοποιητικό φέρει αύξοντα αριθμό με τον οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί. Η αρμόδια αρχή διατηρεί αντίγραφο κάθε εκδιδόμενου πιστοποιητικού.

6.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν μέχρι την εξάντληση των αποθεμάτων πιστοποιητικά τα οποία ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 στις 30 Ιουνίου 2009.

Τμήμα 3

Έλεγχοι συμμόρφωσης που διενεργούνται από τρίτες χώρες

Άρθρο 15

Έγκριση των ελέγχων συμμόρφωσης που διενεργούνται από τρίτες χώρες πριν από την εισαγωγή στην Ένωση

1.   Μετά από αίτηση τρίτης χώρας, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 195 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 διαδικασία, να εγκρίνει τους διενεργούμενους από την εν λόγω τρίτη χώρα ελέγχους συμμόρφωσης με τις ειδικές προδιαγραφές εμπορίας πριν από την εισαγωγή στην Ένωση.

2.   Η έγκριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παρασχεθεί για τις τρίτες χώρες στις οποίες τηρούνται οι ενωσιακές προδιαγραφές εμπορίας ή τουλάχιστον ισοδύναμες προδιαγραφές για τα προϊόντα που εξάγονται προς την Ένωση.

Στην έγκριση ορίζεται η επίσημη αρχή στην τρίτη χώρα, υπ’ ευθύνη της οποίας πραγματοποιούνται οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η εν λόγω επίσημη αρχή είναι υπεύθυνη για τις επαφές με την Ένωση. Στην έγκριση ορίζονται επίσης οι οργανισμοί ελέγχου που είναι επιφορτισμένοι με τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων.

Η έγκριση μπορεί να αφορά μόνο προϊόντα καταγωγής της σχετικής τρίτης χώρας και μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένα προϊόντα.

3.   Οι οργανισμοί ελέγχου τρίτης χώρας είναι επίσημοι οργανισμοί ή οργανισμοί οι οποίοι έχουν επισήμως αναγνωριστεί από την αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και οι οποίοι παρέχουν επαρκή εχέγγυα και διαθέτουν το προσωπικό, τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων, σύμφωνα με τις μεθόδους που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 ή με ισοδύναμες μεθόδους.

4.   Στο παράρτημα IV παρατίθενται οι τρίτες χώρες στις οποίες οι έλεγχοι συμμόρφωσης έχουν εγκριθεί βάσει του παρόντος άρθρου και τα σχετικά προϊόντα.

Η Επιτροπή γνωστοποιεί, με τα μέσα που θεωρεί κατάλληλα, τα στοιχεία των επίσημων αρχών και οργανισμών ελέγχου.

Άρθρο 16

Αναστολή της έγκρισης των ελέγχων συμμόρφωσης

Η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει την έγκριση των ελέγχων συμμόρφωσης, εάν διαπιστωθεί ότι, για σημαντικό αριθμό παρτίδων και/ή για μεγάλες ποσότητες, τα εμπορεύματα δεν αντιστοιχούν στις πληροφορίες που αναφέρονται στα πιστοποιητικά συμμόρφωσης τα οποία εκδόθηκαν από τους οργανισμούς ελέγχου της τρίτης χώρας.

Τμήμα 4

Μέθοδοι ελέγχου

Άρθρο 17

Μέθοδοι ελέγχου

1.   Οι έλεγχοι συμμόρφωσης που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, με εξαίρεση εκείνων που πραγματοποιούνται στο στάδιο της λιανικής πώλησης στον τελικό καταναλωτή, διενεργούνται σύμφωνα με τις μεθόδους ελέγχου που καθορίζονται στο παράρτημα V, πλην αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ειδικές λεπτομέρειες του ελέγχου συμμόρφωσης στο στάδιο της λιανικής πώλησης στον καταναλωτή.

2.   Σε περίπτωση που από έναν έλεγχο προκύπτει η συμμόρφωση των εμπορευμάτων προς τις προδιαγραφές εμπορίας, ο οργανισμός ελέγχου μπορεί να εκδώσει το πιστοποιητικό συμμόρφωσης που προβλέπεται στο παράρτημα III.

3.   Σε περίπτωση μη τήρησης των προδιαγραφών, ο οργανισμός ελέγχου ανακοινώνει τη μη συμμόρφωση στον έμπορο ή σε αντιπρόσωπό του. Τα εμπορεύματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπίστωσης μη συμμόρφωσης δεν μπορούν να μετακινηθούν χωρίς την έγκριση του οργανισμού ελέγχου, που έχει κάνει τη διαπίστωση αυτή. Η έγκριση αυτή μπορεί να εξαρτηθεί από την τήρηση των όρων τους οποίους καθορίζει ο οργανισμός ελέγχου.

Οι έμποροι μπορούν να αποφασίσουν να αποκαταστήσουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη συμμόρφωση των εμπορευμάτων. Τα εμπορεύματα, των οποίων αποκαθίσταται η συμμόρφωση, δεν μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο εάν δεν διαπιστωθεί προηγουμένως από τον αρμόδιο οργανισμό ελέγχου, με τα ενδεδειγμένα μέσα, ότι έχει πραγματοποιηθεί η αποκατάσταση της συμμόρφωσης. Ο αρμόδιος οργανισμός ελέγχου εκδίδει, ενδεχομένως, το πιστοποιητικό συμμόρφωσης που προβλέπεται στο παράρτημα III, για την παρτίδα ή για μέρος της παρτίδας, μόνον αφού έχει πραγματοποιηθεί η αποκατάσταση της συμμόρφωσης των εμπορευμάτων.

Εάν ένας οργανισμός ελέγχου δεχθεί την επιθυμία του εμπόρου να λάβει μέτρα για τη συμμόρφωση των εμπορευμάτων σε ένα κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο διενεργήθηκε ο έλεγχος κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση των εμπορευμάτων, ο έμπορος κοινοποιεί στον αρμόδιο οργανισμό ελέγχου του κράτους μέλους προορισμού τα στοιχεία της μη συμμορφούμενης παρτίδας. Το κράτος μέλος που διαπίστωσε τη μη συμμόρφωση διαβιβάζει αντίγραφο αυτού του πορίσματος στα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένου του κράτους μέλους προορισμού της μη συμμορφούμενης παρτίδας.

Όταν δεν μπορεί να αποκατασταθεί η συμμόρφωση των εμπορευμάτων ούτε είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για τη διατροφή των ζώων ούτε για βιομηχανική μεταποίηση, ούτε για οποιαδήποτε άλλη χρήση εκτός της διατροφής, ο οργανισμός ελέγχου δύναται, εφόσον είναι αναγκαίο, να ζητήσει από τους εμπόρους να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι τα σχετικά προϊόντα δεν θα διατεθούν στο εμπόριο.

Οι έμποροι διαβιβάζουν όλες τις πληροφορίες τις οποίες τα κράτη μέλη κρίνουν αναγκαίες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Τμήμα 5

Κοινοποιήσεις

Άρθρο 18

Κοινοποιήσεις

1.   Ένα κράτος μέλος στο οποίο έχει διαπιστωθεί ότι μια αποστολή από άλλο κράτος μέλος δεν είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές εμπορίας λόγω ελαττωμάτων ή υποβάθμισης του προϊόντος που θα μπορούσαν να είχαν ανιχνευθεί κατά τη συσκευασία, προβαίνει πάραυτα σε κοινοποίηση στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τα οποία είναι πιθανό να αφορά το γεγονός.

2.   Ένα κράτος μέλος στο οποίο απορρίφθηκε η ελεύθερη κυκλοφορία μιας παρτίδας προϊόντων από τρίτη χώρα εξαιτίας μη συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας, προβαίνει πάραυτα σε κοινοποίηση στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη τα οποία είναι πιθανό να αφορά το γεγονός και στη σχετική τρίτη χώρα που αναγράφεται στο παράρτημα IV.

3.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις διατάξεις τους για τα συστήματα ελέγχου και ανάλυσης κινδύνου τους. Ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση στα εν λόγω συστήματα.

4.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσμάτων των ελέγχων που διενεργούνται σε όλα τα στάδια εμπορίας κατά τη διάρκεια ενός δεδομένου έτους μέχρι τις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους.

5.   Οι κοινοποιήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 πραγματοποιούνται με τους τρόπους που ορίζει η Επιτροπή.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Απαιτήσεις και αναγνώριση

Τμήμα 1

Ορισμοί

Άρθρο 19

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου νοούνται ως:

α)   «παραγωγός»: ο γεωργός που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007·

β)   «παραγωγός-μέλος»: ο παραγωγός ή ο συνεταιρισμός παραγωγών, που είναι μέλος οργάνωσης παραγωγών ή ένωσης οργανώσεων παραγωγών·

γ)   «θυγατρική»: επιχείρηση στην οποία κατέχουν μερίδια μία ή περισσότερες οργανώσεις παραγωγών ή ενώσεις τους, και η οποία συμβάλλει στους στόχους της οργάνωσης παραγωγών ή της ένωσης οργανώσεων παραγωγών·

δ)   «διεθνική οργάνωση παραγωγών»: κάθε οργάνωση στην οποία μία τουλάχιστον εκμετάλλευση των παραγωγών βρίσκεται σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένη η έδρα της οργάνωσης παραγωγών·

ε)   «διεθνική ένωση οργανώσεων παραγωγών»: κάθε ένωση οργανώσεων παραγωγών στην οποία μία τουλάχιστον από τις οργανώσεις-μέλη έχει την έδρα της σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένη η έδρα της ένωσης·

στ)   «στόχος σύγκλισης»: ο στόχος της δράσης για τα λιγότερο ανεπτυγμένα κράτη μέλη και περιφέρειες σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία που διέπει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2007 έως 31 Δεκεμβρίου 2013·

ζ)   «μέτρο»: ένα από τα εξής:

η)   «δράση»: ειδική δραστηριότητα ή ειδικό μέσο για την επίτευξη ενός ιδιαίτερου επιχειρησιακού στόχου που συμβάλλει σε έναν ή περισσότερους από τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 103γ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007·

θ)   «υποπροϊόν»: προϊόν το οποίο λαμβάνεται από την παρασκευή προϊόντος του τομέα των οπωροκηπευτικών, το οποίο έχει οικονομική αξία αλλά δεν αποτελεί τον βασικό στόχο·

ι)   «προετοιμασία»: προπαρασκευαστικές εργασίες, όπως καθαρισμός, κοπή, αποφλοίωση, αφαίρεση άχρηστων τμημάτων και αποξήρανση οπωροκηπευτικών, χωρίς να τα μετατρέπουν σε μεταποιημένα οπωοκηπευτικά·

ια)   «επίπεδο διεπαγγελματικής οργάνωσης»: όπως αναφέρεται στο άρθρο 103δ παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 123 παράγραφος 3 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, που έχουν εγκριθεί από το κράτος μέλος και αποτελούν αντικείμενο από κοινού διαχείρισης από οργάνωση παραγωγών ή ένωση οργανώσεων παραγωγών και τουλάχιστον έναν άλλο φορέα του τομέα της μεταποίησης των ειδών διατροφής και/ή της αλυσίδας διανομής·

ιβ)   «δείκτης εκκίνησης»: οποιοσδήποτε δείκτης αντικατοπτρίζει μια κατάσταση ή τάση η οποία υπάρχει στην αρχή περιόδου προγραμματισμού και η οποία μπορεί να παράσχει χρήσιμες πληροφορίες:

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τις ενδιαφερόμενες νομικές οντότητες στην επικράτειά τους οι οποίες οφείλουν να τηρούν το άρθρο 125β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, σύμφωνα με τις εθνικές τους νομικές και διοικητικές δομές. Μπορούν να θεσπίζουν συμπληρωματικούς κανόνες για την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών και, κατά περίπτωση, καθορίζουν επίσης διατάξεις για σαφώς οριζόμενα τμήματα νομικών οντοτήτων για την εφαρμογή του άρθρου 125β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Τμήμα 2

Απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις οργανώσεις παραγωγών

Άρθρο 20

Καλυπτόμενα προϊόντα

1.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν οργανώσεις παραγωγών δυνάμει του άρθρου 125β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 όσον αφορά το προϊόν ή την ομάδα προϊόντων που περιλαμβάνονται στην αίτηση αναγνώρισης, με την επιφύλαξη τυχόν απόφασης που λαμβάνεται δυνάμει του άρθρου 125β παράγραφος 1 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού.

2.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν μόνον τις οργανώσεις παραγωγών όσον αφορά το προϊόν ή την ομάδα προϊόντων που προορίζονται αποκλειστικά για μεταποίηση όταν οι οργανώσεις παραγωγών είναι σε θέση να διασφαλίσουν ότι τα προϊόντα αυτά παραδίδονται πράγματι για μεταποίηση, είτε μέσω συστήματος συμβάσεων προμηθειών είτε με άλλον τρόπο.

Άρθρο 21

Ελάχιστος αριθμός μελών

Κατά τον καθορισμό του ελάχιστου αριθμού μελών οργάνωσης παραγωγών δυνάμει του άρθρου 125β παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι στην περίπτωση που ο αιτών αναγνώριση αποτελείται, στο σύνολό του ή εν μέρει, από μέλη τα οποία, με τη σειρά τους, είναι νομικές οντότητες ή σαφώς οριζόμενα μέρη νομικών οντοτήτων αποτελούμενων από παραγωγούς, ο ελάχιστος αριθμός παραγωγών μπορεί να υπολογιστεί με βάση τον αριθμό παραγωγών που συνδέονται με καθεμία από τις νομικές οντότητες ή καθένα από τα σαφώς οριζόμενα μέρη νομικών οντοτήτων.

Άρθρο 22

Ελάχιστη διάρκεια συμμετοχής με την ιδιότητα του μέλους

1.   Η ελάχιστη διάρκεια συμμετοχής ενός παραγωγού ως μέλους δεν δύναται να είναι κατώτερη του ενός έτους.

2.   Η αποποίηση της ιδιότητας του μέλους κοινοποιείται γραπτώς στην οργάνωση παραγωγών. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις προθεσμίες ειδοποίησης, ανώτατης διάρκειας έξι μηνών, και τις ημερομηνίες στις οποίες παράγει αποτελέσματα η παραίτηση από την ιδιότητα του μέλους.

Άρθρο 23

Διαρθρώσεις και δραστηριότητες της οργάνωσης παραγωγών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι οργανώσεις παραγωγών διαθέτουν το προσωπικό, την υποδομή και τον εξοπλισμό που είναι αναγκαία για την τήρηση των απαιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 122 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) και στο άρθρο 125β παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και για τη διασφάλιση των ουσιωδών καθηκόντων τους, ιδίως όσον αφορά:

α)

την εκ μέρους τους γνώση της παραγωγής των μελών τους·

β)

τη συλλογή, τη διαλογή, την αποθήκευση και τη συσκευασία της παραγωγής των μελών τους·

γ)

την εμπορική διαχείριση και τη διαχείριση του προϋπολογισμού τους· και

δ)

το κεντρικό λογιστικό τους σύστημα και σύστημα τιμολόγησης.

Άρθρο 24

Αξία ή όγκος της εμπορεύσιμης παραγωγής

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 125β παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, η αξία ή ο όγκος της εμπορεύσιμης παραγωγής υπολογίζεται επί της ίδιας βάσης όπως η αξία της παραγωγής που έχει διατεθεί στο εμπόριο η οποία αναφέρεται στα άρθρα 50 και 51 του παρόντος κανονισμού.

2.   Στην περίπτωση που ένα ή περισσότερα μέλη οργάνωσης παραγωγών διαθέτουν ανεπαρκή χρονολογικά στοιχεία σχετικά με την παραγωγή που έχει διατεθεί στο εμπόριο για την εφαρμογή της παραγράφου 1, η αξία της εμπορεύσιμης παραγωγής τους μπορεί να υπολογίζεται ως η μέση αξία της εμπορεύσιμης παραγωγής τους κατά τη διάρκεια τριετούς περιόδου που προηγείται του έτους υποβολής της αίτησης αναγνώρισης και κατά το οποίο παρήγαγαν πράγματι τα μέλη της σχετικής οργάνωσης παραγωγών.

Άρθρο 25

Παροχή τεχνικών μέσων

Για τους σκοπούς του άρθρου 125β παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, θεωρείται ότι μια οργάνωση παραγωγών που είναι αναγνωρισμένη για προϊόν για το οποίο είναι αναγκαία η παροχή τεχνικών μέσων πληροί τις υποχρεώσεις της εφόσον παρέχει τεχνικά μέσα κατάλληλου επιπέδου, είτε η ίδια ή μέσω των μελών της είτε μέσω θυγατρικών ή με εξωτερική ανάθεση.

Άρθρο 26

Κύριες δραστηριότητες των οργανώσεων παραγωγών

1.   Η κύρια δραστηριότητα οργάνωσης παραγωγών αφορά τη συγκέντρωση της προσφοράς και τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων των μελών της, για τα οποία έχει αναγνωριστεί.

2.   Μια οργάνωση παραγωγών μπορεί να πωλεί προϊόντα παραγωγών οι οποίοι δεν είναι μέλη της οργάνωσης παραγωγών ούτε ένωσης οργανώσεων παραγωγών, εφόσον είναι αναγνωρισμένη για τα εν λόγω προϊόντα και υπό τον όρο ότι η οικονομική αξία της δραστηριότητας αυτής είναι χαμηλότερη από την αξία της παραγωγής της που διατίθεται στο εμπόριο όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 50.

3.   Η εμπορία οπωροκηπευτικών τα οποία αγοράζονται απευθείας από άλλη οργάνωση παραγωγών και προϊόντων για τα οποία δεν είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών δεν θεωρείται ότι αποτελεί μέρος των δραστηριοτήτων της οργάνωσης παραγωγών.

4.   Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 50 παράγραφος 9, οι διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στις σχετικές θυγατρικές από την 1η Ιανουαρίου 2012.

Άρθρο 27

Εξωτερική ανάθεση

1.   Στις δραστηριότητες για τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να επιτρέπει την εξωτερική ανάθεση, σύμφωνα με το άρθρο 125δ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, μπορεί να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η συλλογή, η αποθήκευση, η συσκευασία και η εμπορία των προϊόντων των μελών της οργάνωσης παραγωγών.

2.   Η εξωτερική ανάθεση δραστηριότητας από μια οργάνωση παραγωγών συνεπάγεται τη σύναψη από την οργάνωση παραγωγών εμπορικής συμφωνίας με άλλη οντότητα, μεταξύ άλλων με ένα ή περισσότερα μέλη της ή με θυγατρική, για την εκτέλεση της σχετικής δραστηριότητας. Η οργάνωση παραγωγών παραμένει ωστόσο υπεύθυνη για την εξασφάλιση της εκτέλεσης της δραστηριότητας αυτής, καθώς και για τη γενική διαχείριση, τον έλεγχο και την εποπτεία της εμπορικής συμφωνίας για την εκτέλεση της συγκεκριμένης δραστηριότητας.

Άρθρο 28

Διεθνική οργάνωση παραγωγών

1.   Η έδρα της διεθνικής οργάνωσης παραγωγών ορίζεται στο κράτος μέλος στο οποίο η οργάνωση διαθέτει σημαντικές εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης ή διαθέτει σημαντικό αριθμό μελών και/ή στο οποίο πραγματοποιείται σημαντικό μέρος της διάθεσης της παραγωγής της στο εμπόριο.

2.   Το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η διεθνική οργάνωση παραγωγών είναι αρμόδιο για:

α)

την αναγνώριση της διεθνικής οργάνωσης παραγωγών·

β)

την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος της διεθνικής οργάνωσης παραγωγών·

γ)

την καθιέρωση της αναγκαίας διοικητικής συνεργασίας με τα άλλα κράτη μέλη, στα οποία βρίσκονται τα μέλη, όσον αφορά την τήρηση των όρων αναγνώρισης, όπως και το σύστημα ελέγχων και κυρώσεων. Τα εν λόγω άλλα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν όλη την αναγκαία συνδρομή στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα· και

δ)

την παροχή, κατόπιν αιτήματος άλλων κρατών μελών, όλων των σχετικών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένης της τυχόν ισχύουσας νομοθεσίας, στα άλλα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα τα μέλη, μεταφρασμένη σε μια επίσημη γλώσσα των κρατών μελών που τα ζητούν.

Άρθρο 29

Συγχωνεύσεις οργανώσεων παραγωγών

1.   Σε περίπτωση συγχώνευσης οργανώσεων παραγωγών, η οργάνωση παραγωγών που προκύπτει από τη συγχώνευση αντικαθιστά τις συγχωνευόμενες οργανώσεις παραγωγών. Η νέα οντότητα επωμίζεται τα δικαιώματα και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις των συγχωνευόμενων οργανώσεων παραγωγών.

Η νέα οντότητα που προκύπτει από τη συγχώνευση εφαρμόζει τα προγράμματα παράλληλα και χωριστά έως την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της συγχώνευσης ή συγχωνεύει τα επιχειρησιακά προγράμματα από τη στιγμή της συγχώνευσης. Η συγχώνευση των επιχειρησιακών προγραμμάτων πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 66 και 67.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στις οργανώσεις παραγωγών που το ζητούν, για δεόντως αιτιολογημένους λόγους, τη συνέχιση της παράλληλης εφαρμογής χωριστών επιχειρησιακών προγραμμάτων έως την ολοκλήρωσή τους.

Άρθρο 30

Μέλη μη παραγωγοί

1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν κατά πόσον και υπό ποιες προϋποθέσεις ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν είναι παραγωγός μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μέλος μιας οργάνωσης παραγωγών.

2.   Κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 122 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) σημείο iii) και του άρθρου 125α παράγραφος 3 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

3.   Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

δεν λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση των κριτηρίων αναγνώρισης·

β)

δεν αποτελούν τον άμεσο αποδέκτη μέτρων χρηματοδοτούμενων από την Ένωση.

Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν ή να απαγορεύουν το δικαίωμα ψήφου των φυσικών ή νομικών προσώπων για τη λήψη αποφάσεων αναφερομένων σε επιχειρησιακά ταμεία, τηρουμένων των όρων που θεσπίζονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 31

Δημοκρατικός έλεγχος των οργανώσεων παραγωγών

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα μέτρα τα οποία θεωρούν αναγκαία προκειμένου να αποφεύγεται κάθε κατάχρηση εξουσίας ή επιρροής ενός ή περισσοτέρων μελών όσον αφορά τη διαχείριση και τη λειτουργία της οργάνωσης παραγωγών, τα οποία περιλαμβάνουν τα δικαιώματα ψήφου.

2.   Όταν μια οργάνωση παραγωγών είναι σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν μέτρα περιοριστικού ή απαγορευτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα δικαιώματα μιας νομικής οντότητας να τροποποιεί, να εγκρίνει ή να απορρίπτει αποφάσεις της οργάνωσης παραγωγών.

Τμήμα 3

Ενώσεις οργανώσεων παραγωγών

Άρθρο 32

Κανόνες για τις οργανώσεις παραγωγών που εφαρμόζονται στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών

Στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 22, του άρθρου 26 παράγραφος 3, του άρθρου 27 και του άρθρου 31. Όταν η δραστηριότητα πώλησης ασκείται από την ένωση οργανώσεων παραγωγών, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφος 2.

Άρθρο 33

Αναγνώριση ενώσεων οργανώσεων παραγωγών

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν μόνο να αναγνωρίζουν τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών δυνάμει του άρθρου 125γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 όσον αφορά τη δραστηριότητα ή τις δραστηριότητες σχετικά με το προϊόν ή την ομάδα προϊόντων που περιλαμβάνονται στην αίτηση αναγνώρισης.

2.   Μια ένωση οργανώσεων παραγωγών μπορεί να αναγνωριστεί δυνάμει του άρθρου 125γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και να ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες μιας οργάνωσης παραγωγών, ακόμη και όταν η εμπορία των σχετικών προϊόντων εξακολουθεί να εξασφαλίζεται από τα μέλη της.

Άρθρο 34

Μέλη ενώσεων οργανώσεων παραγωγών που δεν είναι οργανώσεις παραγωγών

1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν κατά πόσον και υπό ποιες προϋποθέσεις ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν είναι αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μέλος μιας ένωσης οργανώσεων παραγωγών.

2.   Τα μέλη μιας αναγνωρισμένης ένωσης οργανώσεων παραγωγών τα οποία δεν είναι αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών:

α)

δεν λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση των κριτηρίων αναγνώρισης·

β)

δεν αποτελούν τον άμεσο αποδέκτη μέτρων χρηματοδοτούμενων από την Ένωση.

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν, να περιορίζουν ή να απαγορεύουν το δικαίωμα ψήφου των εν λόγω μελών για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα επιχειρησιακά προγράμματα.

Άρθρο 35

Διεθνική ένωση οργανώσεων παραγωγών

1.   Η έδρα της διεθνικής ένωσης οργανώσεων παραγωγών ορίζεται σε ένα κράτος μέλος στο οποίο η ένωση αυτή διαθέτει σημαντικό αριθμό οργανώσεων-μελών και/ή στο οποίο πραγματοποιείται σημαντικό μέρος της διάθεσης στο εμπόριο της παραγωγής των οργανώσεων-μελών.

2.   Το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η διεθνική ένωση οργανώσεων παραγωγών είναι αρμόδιο για:

α)

την αναγνώριση της ένωσης·

β)

την έγκριση, όταν χρειάζεται, του επιχειρησιακού προγράμματος της ένωσης·

γ)

την καθιέρωση της αναγκαίας διοικητικής συνεργασίας με τα άλλα κράτη μέλη, στα οποία βρίσκονται οι συνδεδεμένες οργανώσεις, όσον αφορά την τήρηση των όρων αναγνώρισης, όπως και το καθεστώς των ελέγχων και κυρώσεων. Τα εν λόγω άλλα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν όλη την αναγκαία συνδρομή στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα· και

δ)

την παροχή, κατόπιν αιτήματος άλλων κρατών μελών, όλων των σχετικών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένης της τυχόν ισχύουσας νομοθεσίας στα άλλα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα τα μέλη, μεταφρασμένη σε μια επίσημη γλώσσα των κρατών μελών που τα ζητούν.

Τμήμα 4

Ομάδες παραγωγών

Άρθρο 36

Υποβολή του σχεδίου αναγνώρισης

1.   Μια νομική οντότητα ή ένα σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας υποβάλλει το σχέδιο αναγνώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 125ε παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα της.

2.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν:

α)

τα ελάχιστα κριτήρια τα οποία η νομική οντότητα ή το σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας οφείλει να πληροί για να είναι σε θέση να υποβάλει σχέδιο αναγνώρισης·

β)

τους κανόνες για την επεξεργασία, το περιεχόμενο και την εφαρμογή των σχεδίων αναγνώρισης·

γ)

την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας απαγορεύεται σε πρώην μέλος οργάνωσης παραγωγών να εισέλθει σε οργάνωση παραγωγών σε περίπτωση αποχώρησής του από την οργάνωση παραγωγών όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία η οργάνωση παραγωγής ήταν αναγνωρισμένη· και

δ)

τις διοικητικές διαδικασίες για την έγκριση, την παρακολούθηση και την υλοποίηση των σχεδίων αναγνώρισης.

Άρθρο 37

Περιεχόμενο του σχεδίου αναγνώρισης

Το προσχέδιο αναγνώρισης περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

περιγραφή της αρχικής κατάστασης, όσον αφορά ιδίως τον αριθμό των παραγωγών-μελών, με πλήρες αρχείο των μελών, την παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο, την εμπορία και την υποδομή στη διάθεση της ομάδας παραγωγών, συμπεριλαμβανομένης της υποδομής που περιλαμβάνεται στην κυριότητα μεμονωμένων μελών της ομάδας παραγωγών·

β)

την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του σχεδίου και τη διάρκειά του, η οποία δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη· και

γ)

τις δραστηριότητες και τις επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν για την επίτευξη της αναγνώρισης.

Άρθρο 38

Έγκριση του σχεδίου αναγνώρισης

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αποφασίζει σχετικά με το προσχέδιο αναγνώρισης εντός των τριών μηνών που έπονται της παραλαβής του σχεδίου και όλων των δικαιολογητικών. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν συντομότερη προθεσμία.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίσουν πρόσθετους κανόνες όσον αφορά την επιλεξιμότητα των ενεργειών και των δαπανών στο πλαίσιο των σχεδίων αναγνώρισης, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για την επιλεξιμότητα των επενδύσεων, με σκοπό την επίτευξη της τήρησης από τις ομάδες παραγωγών των κριτηρίων αναγνώρισης των οργανώσεων παραγωγών που προβλέπονται στο άρθρο 125β παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

3.   Μετά τους ελέγχους συμμόρφωσης που αναφέρονται στο άρθρο 111, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, αναλόγως της περίπτωσης:

α)

εγκρίνει το σχέδιο και χορηγεί την προαναγνώριση·

β)

ζητεί να επέλθουν τροποποιήσεις στο σχέδιο·

γ)

απορρίπτει το σχέδιο.

Η έγκριση δύναται, κατά περίπτωση, να χορηγηθεί μόνο για σχέδιο στο οποίο ενσωματώνονται οι τροποποιήσεις που ζητήθηκαν βάσει του ανωτέρω στοιχείου β).

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κοινοποιεί την απόφασή της στη νομική οντότητα ή στο σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας.

Άρθρο 39

Εφαρμογή του σχεδίου αναγνώρισης

1.   Το σχέδιο αναγνώρισης τίθεται σε εφαρμογή ανά ετήσιες περιόδους, από την 1η Ιανουαρίου. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις ομάδες παραγωγών να διαιρέσουν τις ετήσιες περιόδους σε εξαμηνιαίες περιόδους.

Για το πρώτο έτος εφαρμογής σύμφωνα με την προτεινόμενη ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 37 στοιχείο β), το σχέδιο αναγνώρισης αρχίζει:

α)

την 1η Ιανουαρίου που έπεται της ημερομηνίας έγκρισής του από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους· ή

β)

την πρώτη ημερολογιακή ημέρα που έπεται της ημερομηνίας έγκρισής του.

Το πρώτο έτος εφαρμογής του σχεδίου αναγνώρισης λήγει οπωσδήποτε στις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

2.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι ομάδες παραγωγών μπορούν να ζητήσουν τροποποιήσεις στα σχέδια κατά τη διάρκεια της εφαρμογής τους. Οι αιτήσεις αυτές συνοδεύονται από όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα σχέδια αναγνώρισης μπορούν να τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια ετήσιας ή εξαμηνιαίας περιόδου χωρίς προγενέστερη έγκριση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους. Οι τροποποιήσεις αυτές είναι επιλέξιμες για ενίσχυση μόνον εφόσον κοινοποιούνται χωρίς καθυστέρηση από την ομάδα παραγωγών στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους.

3.   Για κάθε τροποποίηση του σχεδίου, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους λαμβάνει απόφαση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης τροποποίησης, κατόπιν εξέτασης των κατατεθέντων δικαιολογητικών. Κάθε αίτηση τροποποίησης για την οποία δεν έχει ληφθεί απόφαση εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας θεωρείται απορριφθείσα. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν συντομότερη προθεσμία.

Άρθρο 40

Αίτηση αναγνώρισης ως οργάνωση παραγωγών

1.   Οι ομάδες παραγωγών που θέτουν σε εφαρμογή σχέδιο αναγνώρισης μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να υποβάλουν αίτηση για αναγνώριση δυνάμει του άρθρου 125β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται οπωσδήποτε πριν από το τέλος της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 125ε παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

2.   Από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης αυτής, η ομάδα παραγωγών μπορεί να υποβάλει σχέδιο επιχειρησιακού προγράμματος δυνάμει του άρθρου 63.

Άρθρο 41

Κύριες δραστηριότητες των ομάδων παραγωγών

1.   Η κύρια δραστηριότητα ομάδας παραγωγών αφορά τη συγκέντρωση της προσφοράς και τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων των μελών της, για τα οποία έχει προαναγνωριστεί.

2.   Μια ομάδα παραγωγών δύναται να πωλεί προϊόντα παραγωγών οι οποίοι δεν είναι μέλη ομάδας παραγωγών, εφόσον είναι αναγνωρισμένη για τα εν λόγω προϊόντα και υπό τον όρο ότι η οικονομική αξία της δραστηριότητας αυτής είναι χαμηλότερη από την αξία της διατεθείσας στο εμπόριο παραγωγής των μελών της ομάδας παραγωγών και των μελών άλλων ομάδων παραγωγών.

Άρθρο 42

Αξία παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο

1.   Στις ομάδες παραγωγών εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, το άρθρο 50 παράγραφοι 1 έως 4 και 7 και η παράγραφος 6 πρώτη φράση του άρθρου αυτού.

2.   Σε περίπτωση που προκύπτει μείωση της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο κατά τουλάχιστον 35 %, για λόγους που είναι επαρκώς αιτιολογημένοι για το κράτος μέλος και που δεν εμπίπτουν στην ευθύνη και στον έλεγχο της ομάδας παραγωγών, η συνολική αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει το 65 % της συνολικής αξίας που δηλώθηκε στην προηγούμενη αίτηση ή στις προηγούμενες αιτήσεις ενίσχυσης σχετικά με την πλέον πρόσφατη ετήσια περίοδο, όπως έχει επαληθευτεί από το κράτος μέλος, και ελλείψει τέτοιων αιτήσεων, της αξίας που δηλώθηκε αρχικά στο εγκεκριμένο σχέδιο αναγνώρισης.

3.   Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, όσον αφορά την περίοδο για την οποία ζητείται η ενίσχυση.

Άρθρο 43

Χρηματοδότηση των σχεδίων αναγνώρισης

1.   Τα ποσοστά ενίσχυσης που αναφέρονται στο άρθρο 103α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 μειώνονται κατά το ήμισυ όσον αφορά την παραγωγή που διατίθεται στο εμπόριο αξίας άνω του 1 000 000 ευρώ.

2.   Η ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 υπόκειται για κάθε ομάδα παραγωγών σε ετήσιο ανώτατο όριο 100 000 ευρώ.

3.   Η ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 καταβάλλεται:

α)

σε ετήσιες ή εξαμηνιαίες δόσεις στο τέλος κάθε ετήσιας ή εξαμηνιαίας περιόδου για την εφαρμογή του σχεδίου αναγνώρισης· ή

β)

σε δόσεις που καλύπτουν μέρος της ετήσιας περιόδου εάν το σχέδιο αρχίζει κατά τη διάρκεια ετήσιας περιόδου ή εάν η αναγνώριση χορηγείται δυνάμει του άρθρου 125β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 πριν από το τέλος ετήσιας περιόδου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μειώνεται αναλογικά.

Για τον υπολογισμό των δόσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως βάση την παραγωγή που διατίθεται στο εμπόριο η οποία αφορά μια ετήσια περίοδο διαφορετική από την περίοδο για την οποία καταβάλλεται η ετήσια δόση και τούτο για λόγους ελέγχου. Η διαφορά μεταξύ των περιόδων είναι μικρότερη από την πραγματική σχετική περίοδο.

4.   Η συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζεται στα ποσά που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι η τελευταία ισοτιμία που έχει δημοσιευτεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν από την πρώτη ημέρα της περιόδου στο πλαίσιο της οποίας χορηγείται η σχετική ενίσχυση.

Άρθρο 44

Ενισχύσεις στις επενδύσεις που είναι αναγκαίες για την αναγνώριση

Οι επενδύσεις που συνδέονται με την εφαρμογή σχεδίων αναγνώρισης που αναφέρονται στο άρθρο 37 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού για τις οποίες προβλέπονται ενισχύσεις δυνάμει του άρθρου 103α παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 χρηματοδοτούνται ανάλογα με το πόσο χρησιμοποιούνται για τα προϊόντα των μελών ομάδας παραγωγών που αφορά η προαναγνώριση.

Αποκλείονται από την ενωσιακή ενίσχυση οι επενδύσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν στρέβλωση του ανταγωνισμού όσον αφορά άλλες οικονομικές δραστηριότητες της ομάδας παραγωγών.

Άρθρο 45

Αίτηση ενίσχυσης

1.   Η ομάδα παραγωγών υποβάλλει μία και μόνο αίτηση για τη χορήγηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε ετήσιας ή εξαμηνιαίας περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού. Η αίτηση ενίσχυσης περιλαμβάνει δήλωση της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για την περίοδο για την οποία ζητείται η ενίσχυση.

2.   Οι αιτήσεις ενίσχυσης που καλύπτουν εξαμηνιαίες περιόδους μπορούν να υποβληθούν μόνον εάν το σχέδιο αναγνώρισης υποδιαιρείται σε εξαμηνιαίες περιόδους σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 1. Κάθε αίτηση ενίσχυσης συνοδεύεται από γραπτή δήλωση της ομάδας παραγωγών ότι:

α)

συμμορφώνεται και θα εξακολουθήσει να συμμορφώνεται προς τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και προς τον παρόντα κανονισμό· και

β)

δεν έχει λάβει, δεν λαμβάνει και δεν θα λάβει άμεσα ή έμμεσα ενωσιακή ή εθνική χρηματοδότηση για δράσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του σχεδίου αναγνώρισής της για τις οποίες χορηγείται ενωσιακή χρηματοδότηση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Τα κράτη μέλη ορίζουν την προθεσμία για την καταβολή της ενίσχυσης, η οποία δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τους έξι μήνες από την παραλαβή της αίτησης.

Άρθρο 46

Επιλεξιμότητα

Τα κράτη μέλη αξιολογούν την επιλεξιμότητα των ομάδων παραγωγών για την ενίσχυση που προβλέπει ο παρών κανονισμός, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι δικαιολογημένη η χορήγησή της, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους και την ημερομηνία κατά την οποία είχε χορηγηθεί οποιαδήποτε προηγούμενη δημόσια ενίσχυση στις οργανώσεις ή ομάδες παραγωγών από τις οποίες προέρχονται τα μέλη των εν λόγω ομάδων παραγωγών, καθώς και τις μετακινήσεις των μελών ανάμεσα στις οργανώσεις παραγωγών και τις ομάδες παραγωγών.

Άρθρο 47

Ενωσιακή συνδρομή

1.   Η ενωσιακή συνδρομή με τη μορφή ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ανέρχεται:

α)

σε 75 % στις επιλέξιμες περιφέρειες για τον στόχο σύγκλισης· και

β)

σε 50 % στις λοιπές περιφέρειες.

Το υπόλοιπο της ενίσχυσης πρέπει να καταβάλλεται ως κατ’ αποκοπή ενίσχυση από το κράτος μέλος. Δεν απαιτείται να συνοδεύονται οι αιτήσεις ενίσχυσης από δικαιολογητικά σχετικά με τη χρησιμοποίηση της ενίσχυσης.

2.   Η ενωσιακή συνδρομή με τη μορφή ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, που εκφράζεται ως επιδότηση κεφαλαίου ή ισοδύναμο επιδότησης κεφαλαίου δεν υπερβαίνει, ως ποσοστό των επιλέξιμων επενδυτικών δαπανών:

α)

50 % στις επιλέξιμες περιφέρειες για τον στόχο σύγκλισης· και

β)

30 % στις λοιπές περιφέρειες.

Τα οικεία κράτη μέλη συνεισφέρουν τουλάχιστον το 5 % των επιλέξιμων επενδυτικών δαπανών.

Οι δικαιούχοι της ενίσχυσης για τις επιλέξιμες επενδυτικές δαπάνες συμμετέχουν τουλάχιστον:

α)

κατά 25 % στις επιλέξιμες περιφέρειες για τον στόχο σύγκλισης· και

β)

κατά 45 % στις λοιπές περιφέρειες.

Άρθρο 48

Συγχωνεύσεις

1.   Η ενίσχυση που προβλέπεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 μπορεί να χορηγείται ή να εξακολουθήσει να χορηγείται στις ομάδες παραγωγών που έχουν προαναγνωριστεί και έχουν προκύψει από τη συγχώνευση δύο ή περισσότερων προαναγνωρισμένων ομάδων παραγωγών.

2.   Για τον υπολογισμό του ποσού της ενίσχυσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η ομάδα παραγωγών που προκύπτει από συγχώνευση αντικαθιστά τις συγχωνευόμενες ομάδες.

3.   Όταν δύο ή περισσότερες ομάδες παραγωγών συγχωνεύονται, η νέα οντότητα επωμίζεται τα δικαιώματα και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις της ομάδας παραγωγών η οποία προαναγνωρίστηκε πρώτη.

4.   Όταν προαναγνωρισμένη ομάδα παραγωγών συγχωνεύεται με αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών, η προκύπτουσα οντότητα δεν είναι πλέον επιλέξιμη για προαναγνώριση ως ομάδα παραγωγών, ούτε για την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. Η προκύπτουσα οντότητα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ίδιας μεταχείρισης με την αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών, υπό τον όρο ότι πληροί όλες τις ισχύουσες απαιτήσεις. Εάν χρειάζεται, η οργάνωση παραγωγών ζητεί τροποποίηση του επιχειρησιακού προγράμματός της και, προς τον σκοπό αυτό, εφαρμόζεται το άρθρο 29 τηρουμένων των αναλογιών.

Ωστόσο, οι δράσεις που υλοποιήθηκαν από τις ομάδες παραγωγών πριν από τη συγχώνευση εξακολουθούν να είναι επιλέξιμες υπό τους όρους που προβλέπονται στο σχέδιο αναγνώρισης.

Άρθρο 49

Συνέπειες της αναγνώρισης

1.   Με την αναγνώριση διακόπτεται η χορήγηση της ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

2.   Σε περίπτωση υποβολής επιχειρησιακού προγράμματος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, το οικείο κράτος μέλος φροντίζει να μη γίνεται διπλή χρηματοδότηση των μέτρων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναγνώρισης.

3.   Οι επενδύσεις για τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση ή οι δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 μπορούν να μεταφερθούν στα επιχειρησιακά προγράμματα υπό τον όρο ότι συνάδουν με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

4.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν την περίοδο, η οποία αρχίζει μετά την εφαρμογή του σχεδίου αναγνώρισης, εντός της οποίας η ομάδα παραγωγών πρέπει να αναγνωριστεί ως οργάνωση παραγωγών. Η περίοδος αυτή δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Επιχειρησιακά ταμεία και επιχειρησιακά προγράμματα

Τμήμα 1

Αξία παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο

Άρθρο 50

Βάση υπολογισμού

1.   Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για μια οργάνωση παραγωγών υπολογίζεται με βάση την παραγωγή της ίδιας της οργάνωσης παραγωγών και των παραγωγών-μελών της, και περιλαμβάνει μόνον την παραγωγή των οπωροκηπευτικών για τα οποία είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών. Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο μπορεί να περιλαμβάνει οπωροκηπευτικά τα οποία δεν υπόκεινται στην απαίτηση συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας, όταν οι εν λόγω προδιαγραφές δεν εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 4.

2.   Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο περιλαμβάνει και την παραγωγή των μελών που αποχώρησαν ή εισήλθαν στην οργάνωση παραγωγών. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους για την αποφυγή της διπλής καταμέτρησης.

3.   Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο δεν περιλαμβάνει την αξία των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ή οποιουδήποτε άλλου προϊόντος το οποίο δεν είναι προϊόν του τομέα των οπωροκηπευτικών.

Ωστόσο, η αξία των οπωροκηπευτικών που διατίθενται στο εμπόριο και προορίζονται για μεταποίηση και μετατρέπονται σε ένα από τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά που απαριθμούνται στο παράρτημα I μέρος X του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ή σε οποιοδήποτε άλλο μεταποιημένο προϊόν που αναφέρεται στο παρόν άρθρο και περιγράφεται περαιτέρω στο παράρτημα VΙ του παρόντος κανονισμού, από οργάνωση παραγωγών, ένωση οργανώσεων παραγωγών ή παραγωγούς-μέλη τους, ή θυγατρικές που αναφέρονται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου, είτε από τους ίδιους είτε μέσω εξωτερικής ανάθεσης, υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό της τιμολογηθείσας αξίας των εν λόγω μεταποιημένων προϊόντων επί έναν κατ’ αποκοπή συντελεστή %. Ο συντελεστής αυτός καθορίζεται ως εξής:

α)

53 % για χυμούς φρούτων·

β)

73 % για συμπυκνωμένους χυμούς·

γ)

77 % για συμπυκνωμένο χυμό ντομάτας·

δ)

62 % για κατεψυγμένα οπωροκηπευτικά·

ε)

48 % για κονσερβοποιημένα οπωροκηπευτικά·

στ)

70 % για κονσερβοποιημένα μανιτάρια του γένους Agaricus·

ζ)

81 % για φρούτα που διατηρούνται προσωρινά σε άλμη·

η)

81 % για αποξηραμένα φρούτα·

θ)

27 % για άλλα μεταποιημένα οπωροκηπευτικά·

ι)

12 % για μεταποιημένα αρωματικά φυτά·

ια)

41 % για σκόνη πάπρικας.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις οργανώσεις παραγωγών να συμπεριλάβουν την αξία των υποπροϊόντων στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο.

5.   Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο περιλαμβάνει και την αξία των αποσύρσεων από την αγορά που διατίθενται όπως προβλέπεται στο άρθρο 103δ παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, η οποία εκτιμάται στη μέση τιμή των προϊόντων που διέθεσε στο εμπόριο η οργάνωση παραγωγών την προηγούμενη περίοδο αναφοράς.

6.   Μόνον η παραγωγή της οργάνωσης παραγωγών και/ή των παραγωγών-μελών της που διατίθεται στο εμπόριο από την ίδια την οργάνωση παραγωγών συνυπολογίζεται στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο. Η παραγωγή των παραγωγών-μελών της οργάνωσης παραγωγών που διατίθεται στο εμπόριο από άλλη οργάνωση παραγωγών, η οποία έχει οριστεί από την οργάνωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 125α παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, συνυπολογίζεται στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο από τη δεύτερη οργάνωση παραγωγών.

7.   Η παραγωγή οπωροκηπευτικών που διατίθεται στο εμπόριο τιμολογείται στο στάδιο της «εξόδου από την οργάνωση παραγωγών» κατά περίπτωση, ως προϊόν που απαριθμείται στο παράρτημα I μέρος IX του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 το οποίο είναι προπαρασκευασμένο και συσκευασμένο, εκτός:

α)

ΦΠΑ·

β)

από το κόστος εσωτερικής μεταφοράς, στην περίπτωση που η απόσταση μεταξύ των κέντρων συλλογής ή συσκευασίας της οργάνωσης παραγωγών και του σημείου διανομής της οργάνωσης παραγωγών είναι σημαντική. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις μειώσεις που εφαρμόζονται για την τιμολογημένη αξία των προϊόντων όσον αφορά τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο τιμολογίου στα διάφορα στάδια παράδοσης ή μεταφοράς και αιτιολογούν δεόντως στην εθνική τους στρατηγική ποια απόσταση θεωρείται σημαντική.

8.   Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο μπορεί επίσης να υπολογιστεί στο στάδιο της «εξόδου από την ένωση οργανώσεων παραγωγών» επί της ίδιας βάσης, όπως αυτή που προβλέπεται στην παράγραφο 7.

9.   Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο μπορεί επίσης να υπολογιστεί στο στάδιο της «εξόδου από τη θυγατρική», επί της ίδιας βάσης, όπως αυτή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, με την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 90 % του κεφαλαίου της θυγατρικής κατέχεται:

α)

από μία ή περισσότερες οργανώσεις παραγωγών ή από ενώσεις οργανώσεων παραγωγών· και/ή

β)

με την επιφύλαξη της έγκρισης του κράτους μέλους, από παραγωγούς-μέλη των οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, εάν το γεγονός αυτό συμβάλλει στους στόχους που απαριθμούνται στο άρθρο 122 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) και στο άρθρο 125β παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

10.   Σε περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης, η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο υπολογίζεται στο στάδιο της «εξόδου από την οργάνωση παραγωγών» και περιλαμβάνει την προστιθέμενη οικονομική αξία της δραστηριότητας που αποτέλεσε αντικείμενο εξωτερικής ανάθεσης από την οργάνωση παραγωγών στα μέλη της, σε τρίτα μέρη ή σε θυγατρική άλλη από εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 9.

11.   Σε περίπτωση μείωσης της παραγωγής που προκαλείται από κλιματικά φαινόμενα, ασθένειες ζώων ή φυτών, ή προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς, η αποζημίωση από ασφάλεια που λαμβάνεται για τις αιτίες αυτές στο πλαίσιο των μέτρων ασφάλισης συγκομιδής που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ τμήμα 6, ή ισοδύναμων μέτρων τα οποία διαχειρίζεται η οργάνωση παραγωγών, μπορεί να συμπεριληφθεί στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο.

Άρθρο 51

Περίοδος αναφοράς

1.   Το ετήσιο ανώτατο όριο της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 103δ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 υπολογίζεται κάθε έτος βάσει της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο κατά τη διάρκεια δωδεκάμηνης περιόδου αναφοράς, η οποία καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Η περίοδος αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη για κάθε οργάνωση παραγωγών ως:

α)

δωδεκάμηνη περίοδος, η οποία αρχίζει μετά την 1η Ιανουαρίου τρία έτη πριν από το έτος για το οποίο ζητείται η ενίσχυση και λήγει πριν από την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους για το οποίο ζητείται η ενίσχυση· ή

β)

η μέση αξία τριών διαδοχικών δωδεκάμηνων περιόδων, η οποία αρχίζει μετά την 1η Ιανουαρίου πέντε έτη πριν από το έτος για το οποίο ζητείται η ενίσχυση και λήγει πριν από την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους για το οποίο ζητείται η ενίσχυση.

3.   Η δωδεκάμηνη περίοδος αποτελεί τη λογιστική περίοδο της σχετικής οργάνωσης παραγωγών.

Η μεθοδολογία για τον καθορισμό της περιόδου αναφοράς δεν ποικίλλει κατά τη διάρκεια του επιχειρησιακού προγράμματος, πλην δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων.

4.   Σε περίπτωση που προκύπτει μείωση της αξίας ενός προϊόντος κατά τουλάχιστον 35 %, για λόγους που δεν εμπίπτουν στην ευθύνη και στον έλεγχο της οργάνωσης παραγωγών, η αξία της παραγωγής του σχετικού προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει το 65 % της αξίας της κατά την προηγούμενη περίοδο αναφοράς.

Η οργάνωση παραγωγών δικαιολογεί στην αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τους λόγους που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

5.   Στην περίπτωση που πρόσφατα αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών διαθέτουν ανεπαρκή ιστορικά δεδομένα σχετικά με την παραγωγή που διατίθεται στο εμπόριο για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 2, η αξία της εν λόγω παραγωγής μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η αξία της εμπορεύσιμης παραγωγής που αναφέρεται από την οργάνωση παραγωγών για τον σκοπό της αναγνώρισης.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στα νέα μέλη οργάνωσης παραγωγών τα οποία εισέρχονται σε οργάνωση παραγωγών για πρώτη φορά.

6.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συγκεντρώσουν πληροφορίες σχετικά με την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο, από οργανώσεις παραγωγών οι οποίες δεν έχουν υποβάλει επιχειρησιακά προγράμματα.

7.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 6, η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για την περίοδο αναφοράς υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς.

Ωστόσο, για τα επιχειρησιακά προγράμματα που εγκρίθηκαν έως την 20ή Ιανουαρίου 2010, η αξία της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο για τα έτη έως το 2007 υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά την περίοδο αναφοράς, ενώ η αξία της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο για τα έτη μετά το 2008 υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας το 2008.

Για τα επιχειρησιακά προγράμματα που εγκρίθηκαν μετά την 20 ή Ιανουαρίου 2010, η αξία της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο για τα έτη μετά το 2008 υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά τον χρόνο έγκρισης του επιχειρησιακού προγράμματος.

Τμήμα 2

Επιχειρησιακά ταμεία

Άρθρο 52

Διαχείριση

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση των επιχειρησιακών ταμείων πραγματοποιείται κατά τρόπο ώστε οι δαπάνες και το εισόδημά τους να είναι δυνατόν να προσδιοριστούν, να ελεγχθούν και να πιστοποιηθούν σε ετήσια βάση από εξωτερικούς ελεγκτές.

Άρθρο 53

Χρηματοδότηση των επιχειρησιακών ταμείων

1.   Οι χρηματικές εισφορές στο επιχειρησιακό ταμείο που αναφέρονται στο άρθρο 103β παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 καθορίζονται από την οργάνωση παραγωγών.

2.   Όλοι οι παραγωγοί έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται από το επιχειρησιακό ταμείο και να συμμετέχουν δημοκρατικά στις αποφάσεις σχετικά με τη χρήση του επιχειρησιακού ταμείου της οργάνωσης παραγωγών και των χρηματικών εισφορών στο επιχειρησιακό ταμείο.

Άρθρο 54

Κοινοποίηση εκτιμώμενου ποσού

1.   Οι οργανώσεις παραγωγών κοινοποιούν στο κράτος μέλος τους, το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου, τα εκτιμώμενα ποσά της ενωσιακής συνδρομής, καθώς και της εισφοράς των μελών τους και των ίδιων των οργανώσεων παραγωγών στα επιχειρησιακά ταμεία για το επόμενο έτος, συνοδευόμενα από τα επιχειρησιακά προγράμματα ή τις αιτήσεις για έγκριση των τροποποιήσεών τους.

Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ημερομηνία μεταγενέστερη της 15ης Σεπτεμβρίου.

2.   Ο υπολογισμός του εκτιμώμενου ποσού των επιχειρησιακών ταμείων πραγματοποιείται με βάση τα επιχειρησιακά προγράμματα και την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο. Ο υπολογισμός κατανέμεται μεταξύ των δαπανών για τα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων και των δαπανών για τα λοιπά μέτρα.

Τμήμα 3

Επιχειρησιακά προγράμματα

Άρθρο 55

Εθνική στρατηγική

1.   Η γενική δομή και το περιεχόμενο της εθνικής στρατηγικής που αναφέρεται στο άρθρο 103στ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 καθορίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που παρατίθενται στο παράρτημα VII. Η στρατηγική μπορεί να αποτελείται από περιφερειακά στοιχεία.

Στην εθνική στρατηγική ενσωματώνονται όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται και οι διατάξεις που εγκρίνονται από το κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του μέρους ΙΙ τίτλος ΙΙ κεφάλαιο ΙΙ τμήματα Ι και Ια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και του παρόντος τίτλου.

2.   Η εθνική στρατηγική, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσης του εθνικού πλαισίου που αναφέρεται στο άρθρο 103στ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, θεσπίζεται πριν από την υποβολή των σχεδίων επιχειρησιακών προγραμμάτων για κάθε δεδομένο έτος. Το εθνικό πλαίσιο ενσωματώνεται μετά την υποβολή του στην Επιτροπή και, ενδεχομένως, την τροποποίησή του, σύμφωνα με το άρθρο 103στ παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

3.   Η ανάλυση της αρχικής κατάστασης αποτελεί μέρος της διαδικασίας εκπόνησης της εθνικής στρατηγικής και διενεργείται υπό την ευθύνη του κράτους μέλους. Η ανάλυση αυτή προσδιορίζει και εκτιμά τις ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν, κατατάσσει τις ανάγκες κατά σειρά προτεραιότητας, ορίζει τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν μέσω των επιχειρησιακών προγραμμάτων για την ικανοποίηση των εν λόγω αναγκών προτεραιότητας, τα αναμενόμενα αποτελέσματα και τους ποσοτικοποιημένους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν σε σχέση με την αρχική κατάσταση, και καθορίζει τα πλέον ενδεδειγμένα μέσα και τις δράσεις για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της εθνικής στρατηγικής καθώς και την εφαρμογή της μέσω των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Η εθνική στρατηγική μπορεί να τροποποιηθεί, ιδίως με βάση την παρακολούθηση και την αξιολόγηση. Οι τροποποιήσεις αυτές επέρχονται πριν από την υποβολή των σχεδίων επιχειρησιακών προγραμμάτων για κάθε δεδομένο έτος.

5.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν στο πλαίσιο της εθνικής στρατηγικής τα ανώτατα ποσοστά του ταμείου τα οποία μπορούν να δαπανηθούν για κάθε επιμέρους μέτρο και/ή είδος δράσης και/ή δαπάνη, προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων μέτρων.

Άρθρο 56

Εθνικό πλαίσιο για τις περιβαλλοντικές δράσεις

1.   Επιπλέον της υποβολής του προτεινόμενου πλαισίου που αναφέρεται στο άρθρο 103στ παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη κοινοποιούν επίσης στην Επιτροπή τυχόν τροποποιήσεις του εθνικού πλαισίου, οι οποίες υπόκεινται στη διαδικασία που περιγράφεται στο εν λόγω εδάφιο. Η Επιτροπή θέτει το εθνικό πλαίσιο στη διάθεση των άλλων κρατών μελών με τον τρόπο που θεωρεί ενδεδειγμένο.

2.   Το εθνικό πλαίσιο αναφέρει σε χωριστό τμήμα τις γενικές απαιτήσεις σχετικά με τη συμπληρωματικότητα, τη συνέπεια και τη συμμόρφωση, τις οποίες πληρούν οι περιβαλλοντικές δράσεις που επιλέγονται στο πλαίσιο επιχειρησιακού προγράμματος, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 103στ παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο δεύτερη φράση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. H Επιτροπή παρέχει υπόδειγμα του τμήματος αυτού στα κράτη μέλη.

Το εθνικό πλαίσιο περιλαμβάνει επίσης μη εξαντλητικό κατάλογο των περιβαλλοντικών δράσεων και των συναφών όρων που έχουν εφαρμογή στο κράτος μέλος για τους σκοπούς του άρθρου 103γ παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. Για κάθε περιβαλλοντική δράση, το εθνικό πλαίσιο αναφέρει:

α)

την αιτιολόγηση της δράσης, βάσει του περιβαλλοντικού της αντίκτυπου· και

β)

την ειδική δέσμευση ή τις ειδικές δεσμεύσεις που συνεπάγεται.

3.   Οι περιβαλλοντικές δράσεις που είναι παρεμφερείς με γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις οι οποίες λαμβάνουν ενίσχυση στο πλαίσιο προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης έχουν την ίδια διάρκεια με τις εν λόγω δεσμεύσεις. Συνεχίζονται σε ένα επόμενο επιχειρησιακό πρόγραμμα, όταν η διάρκεια των παρεμφερών γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων υπερβαίνει τη διάρκεια του αρχικού επιχειρησιακού προγράμματος. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέψουν συντομότερες διάρκειες για τις περιβαλλοντικές δράσεις ή ακόμη και τη διακοπή τους σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, και ιδίως βάσει των αποτελεσμάτων της ενδιάμεσης αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 126 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

Το εθνικό πλαίσιο αναφέρει τη διάρκεια των δράσεων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο και, ενδεχομένως, την υποχρέωση συνέχισης της δράσης σε ένα επόμενο επιχειρησιακό πρόγραμμα.

Άρθρο 57

Συμπληρωματικοί κανόνες του κράτους μέλους

Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίσουν κανόνες για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την επιλεξιμότητα των μέτρων, των δράσεων ή των δαπανών στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Άρθρο 58

Σχέση με τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, δεν χορηγείται στήριξη στο πλαίσιο του ή των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης του κράτους μέλους, που έχει ή έχουν εγκριθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (9), για δράσεις που καλύπτονται από μέτρα τα οποία προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

2.   Σε περίπτωση που, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005, η στήριξη έχει χορηγηθεί κατ’ εξαίρεση για μέτρα δυνητικά επιλέξιμα στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι μπορούν να λάβουν στήριξη για μια δεδομένη δράση στο πλαίσιο ενός μόνο καθεστώτος.

Προς τον σκοπό αυτό, όταν τα κράτη μέλη ενσωματώνουν μέτρα που περιέχουν τέτοιες εξαιρέσεις στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης, διασφαλίζουν ότι η εθνική στρατηγική που αναφέρεται στο άρθρο 55 του παρόντος κανονισμού αναφέρει τα κριτήρια και τους διοικητικούς κανόνες που θα εφαρμοστούν στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.

3.   Ενδεχομένως, και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 103α παράγραφος 3, του άρθρου 103δ παράγραφοι 1 και 3 και του άρθρου 103ε του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, καθώς και του άρθρου 47 του παρόντος κανονισμού, το ύψος της στήριξης για τα μέτρα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό δεν υπερβαίνει το εφαρμοστέο ύψος για τα μέτρα που υπάγονται στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης.

4.   Η στήριξη για περιβαλλοντικές δράσεις, εκτός από την απόκτηση πάγιων στοιχείων ενεργητικού, περιορίζεται στα μέγιστα ποσά που καθορίζονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 για τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις. Τα ποσά αυτά μπορούν να αυξηθούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λαμβανομένων υπόψη ειδικών περιστάσεων που πρέπει να αιτιολογούνται στην εθνική στρατηγική η οποία αναφέρεται στο άρθρο 55 του παρόντος κανονισμού και στα επιχειρησιακά προγράμματα των οργανώσεων παραγωγών. Τα ποσά για περιβαλλοντικές δράσεις μπορούν επίσης να αυξηθούν με σκοπό τη στήριξη ενεργειών που σχετίζονται με τις προτεραιότητες οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 16α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005.

5.   Η παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται σε περιβαλλοντικές δράσεις οι οποίες δεν σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με ένα συγκεκριμένο αγροτεμάχιο.

Άρθρο 59

Περιεχόμενο των επιχειρησιακών προγραμμάτων

Τα επιχειρησιακά προγράμματα περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

περιγραφή της αρχικής κατάστασης, με βάση, ενδεχομένως, τους κοινούς δείκτες εκκίνησης που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙΙ·

β)

τους στόχους του προγράμματος, λαμβανομένων υπόψη των προοπτικών παραγωγής και των δυνατοτήτων διάθεσης, καθώς και εξήγηση του τρόπου με τον οποίο το πρόγραμμα συμβάλλει στην εθνική στρατηγική και επιβεβαίωση της συνέπειάς του με την εθνική στρατηγική, μεταξύ άλλων ως προς την ισορροπία μεταξύ των δραστηριοτήτων. Η περιγραφή των στόχων αφορά εκείνους που ορίζονται στην εθνική στρατηγική και αναφέρει μετρήσιμους στόχους, με σκοπό τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της προόδου που συντελείται σταδιακά ως προς την υλοποίηση του προγράμματος·

γ)

λεπτομερή περιγραφή των μέτρων, μεταξύ των οποίων τα μέτρα για την πρόληψη και τη διαχείριση κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δράσεων που πρέπει να αναληφθούν και των μέσων που απαιτούνται για την επίτευξη των εν λόγω στόχων για κάθε έτος εφαρμογής του προγράμματος. Η περιγραφή αναφέρει τον βαθμό στον οποίο τα διάφορα προτεινόμενα μέτρα:

i)

συμπληρώνουν άλλα μέτρα και συνάδουν με αυτά, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που χρηματοδοτούνται ή είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση από άλλα ταμεία της Ένωσης, και ιδίως τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει ειδική αναφορά, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε μέτρα τα οποία υλοποιούνται στο πλαίσιο προηγούμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων·

ii)

δεν συνεπάγονται κίνδυνο διπλής χρηματοδότησης από ταμεία της Ένωσης·

δ)

τη διάρκεια του προγράμματος· και

ε)

τις χρηματοδοτικές πτυχές, και συγκεκριμένα:

i)

τη μέθοδο υπολογισμού και το επίπεδο των χρηματικών εισφορών·

ii)

τη διαδικασία για τη χρηματοδότηση του επιχειρησιακού ταμείου·

iii)

τις πληροφορίες που απαιτούνται για να δικαιολογηθεί το διαφοροποιημένο ύψος των εισφορών· και

iv)

τον προϋπολογισμό και το χρονοδιάγραμμα για την ανάληψη δράσεων για κάθε έτος εφαρμογής του προγράμματος.

Άρθρο 60

Επιλεξιμότητα των δράσεων στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.   Τα επιχειρησιακά προγράμματα δεν περιλαμβάνουν τις δράσεις ή τις δαπάνες που αναφέρονται στον κατάλογο που παρατίθεται στο παράρτημα IX.

2.   Οι επιλέξιμες για τη χορήγηση ενίσχυσης δαπάνες στο πλαίσιο επιχειρησιακών προγραμμάτων περιορίζονται στις πραγματικές δαπάνες. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να προκαθορίσουν τυπικές κατ’ αποκοπή τιμές με δεόντως αιτιολογημένο τρόπο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν οι κατ’ αποκοπή τιμές αναφέρονται στο παράρτημα ΙΧ·

β)

για τα πρόσθετα ανά χιλιόμετρο έξοδα εξωτερικής μεταφοράς, σε σύγκριση με τα έξοδα συγκρίσιμης οδικής μεταφοράς, όταν επιλέγεται η σιδηροδρομική και/ή θαλάσσια μεταφορά στο πλαίσιο ενός μέτρου προστασίας του περιβάλλοντος· και

γ)

για τα πρόσθετα έξοδα και το διαφυγόν εισόδημα που προκύπτουν από περιβαλλοντικές δράσεις, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1974/2006 της Επιτροπής (10).

Τα κράτη μέλη αναθεωρούν τις εν λόγω τιμές τουλάχιστον ανά πενταετία.

3.   Για να είναι επιλέξιμη μια δράση, πάνω από το 50 % της αξίας των προϊόντων τα οποία αφορά αντιστοιχεί στα προϊόντα για τα οποία είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών. Για να συνυπολογίζονται στο 50 %, τα προϊόντα πρέπει να προέρχονται από μέλη της οργάνωσης παραγωγών ή από παραγωγούς-μέλη άλλης οργάνωσης παραγωγών ή ένωσης οργανώσεων παραγωγών. Το άρθρο 50 εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών για τον υπολογισμό της αξίας.

4.   Στις περιβαλλοντικές δράσεις εφαρμόζονται οι εξής κανόνες:

α)

διάφορες περιβαλλοντικές δράσεις μπορούν να συνδυαστούν, υπό τον όρο ότι είναι συμπληρωματικές και συμβατές. Σε περίπτωση συνδυασμού περιβαλλοντικών δράσεων, το επίπεδο της στήριξης λαμβάνει υπόψη το συγκεκριμένο διαφυγόν εισόδημα και τα πρόσθετα έξοδα που προκύπτουν από τον συνδυασμό αυτό·

β)

οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται για τον περιορισμό της χρήσης λιπασμάτων, φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή άλλων εισροών γίνονται αποδεκτές μόνον εφόσον οι εν λόγω περιορισμοί μπορούν να αξιολογηθούν κατά τρόπο που να παρέχει εύλογες εγγυήσεις ως προς την τήρηση των εν λόγω δεσμεύσεων·

γ)

οι δράσεις που σχετίζονται με την περιβαλλοντική διαχείριση των συσκευασιών είναι δεόντως αιτιολογημένες και υπερβαίνουν τις απαιτήσεις που καθορίζει το κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11).

Τα κράτη μέλη καθορίζουν, στις εθνικές στρατηγικές που αναφέρονται στο άρθρο 55 του παρόντος κανονισμού, το μέγιστο ποσοστό των ετήσιων δαπανών στο πλαίσιο ενός επιχειρησιακού προγράμματος το οποίο μπορεί να δαπανηθεί για δράσεις που σχετίζονται με την περιβαλλοντική διαχείριση των συσκευασιών. Το ποσοστό αυτό δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 20 %, εκτός για να ληφθούν υπόψη ειδικές εθνικές/περιφερειακές περιστάσεις που πρέπει να αιτιολογούνται στην εθνική στρατηγική.

5.   Οι επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων στο πλαίσιο συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, των οποίων η διάρκεια απόσβεσης ξεπερνά τη διάρκεια του επιχειρησιακού προγράμματος, μπορούν να μεταφερθούν σε ένα μετέπειτα επιχειρησιακό πρόγραμμα για οικονομικούς λόγους δεόντως αιτιολογημένους, και ιδίως στις περιπτώσεις στις οποίες η περίοδος φορολογικής απόσβεσης υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Σε περίπτωση αντικατάστασης επενδύσεων, η απομένουσα αξία των επενδύσεων που αντικαθίστανται:

α)

προστίθεται στο επιχειρησιακό ταμείο της οργάνωσης παραγωγών· ή

β)

αφαιρείται από το κόστος της αντικατάστασης.

6.   Οι επενδύσεις ή οι δράσεις μπορούν να εφαρμοστούν σε επιμέρους εκμεταλλεύσεις και/ή εγκαταστάσεις παραγωγών-μελών της οργάνωσης παραγωγών ή ένωσης οργανώσεων παραγωγών, ακόμη και σε περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης των δράσεων σε μέλη οργάνωσης παραγωγών ή ένωσης οργανώσεων παραγωγών, υπό τον όρο ότι συμβάλλουν στους στόχους του επιχειρησιακού προγράμματος. Σε περίπτωση αποχώρησης του παραγωγού-μέλους από την οργάνωση παραγωγών, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την ανάκτηση της επένδυσης ή της απομένουσας αξίας της. Εντούτοις, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι δεν απαιτείται από την οργάνωση παραγωγών να ανακτήσει την επένδυση ή την απομένουσα αξία της.

7.   Οι επενδύσεις και οι δράσεις που σχετίζονται με τη μετατροπή οπωροκηπευτικών σε μεταποιημένα οπωροκηπευτικά μπορεί να είναι επιλέξιμες για στήριξη όταν οι εν λόγω επενδύσεις και δράσεις επιδιώκουν τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 103γ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 122 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού, και με την προϋπόθεση ότι προσδιορίζονται στην εθνική στρατηγική που αναφέρεται στο άρθρο 103στ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Άρθρο 61

Έγγραφα που πρέπει να υποβάλλονται

Τα επιχειρησιακά προγράμματα συνοδεύονται ιδίως από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

στοιχεία που αποδεικνύουν τη δημιουργία του επιχειρησιακού ταμείου·

β)

γραπτή δήλωση της οργάνωσης παραγωγών περί συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και τον παρόντα κανονισμό· και

γ)

γραπτή δήλωση της οργάνωσης παραγωγών ότι δεν έχει λάβει ή δεν θα λάβει, άμεσα ή έμμεσα, οποιαδήποτε άλλη ενωσιακή ή εθνική χρηματοδότηση σχετικά με δράσεις επιλέξιμες για ενίσχυση δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 62

Επιχειρησιακά προγράμματα ενώσεων οργανώσεων παραγωγών

1.   Ένα κράτος μέλος δύναται να επιτρέψει σε μια ένωση οργανώσεων παραγωγών να υποβάλει πλήρες ή μερικό επιχειρησιακό πρόγραμμα, αποτελούμενο από δράσεις που προσδιορίζονται αλλά δεν υλοποιούνται από δύο ή περισσότερες οργανώσεις παραγωγών-μέλη στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων τους.

2.   Τα επιχειρησιακά προγράμματα ενώσεων οργανώσεων παραγωγών εξετάζονται από κοινού με τα επιχειρησιακά προγράμματα των οργανώσεων παραγωγών-μελών, μεταξύ άλλων όσον αφορά την επίτευξη των στόχων και την τήρηση των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 103γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:

α)

οι δράσεις χρηματοδοτούνται πλήρως από εισφορές των οργανώσεων παραγωγών που είναι μέλη των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, οι οποίες καταβάλλονται από το επιχειρησιακό ταμείο των εν λόγω οργανώσεων παραγωγών. Ωστόσο, οι δράσεις μπορούν να χρηματοδοτούνται με ποσό ανάλογο με την εισφορά των οργανώσεων παραγωγών που είναι μέλη, από παραγωγούς-μέλη των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών που δεν είναι οργανώσεις παραγωγών δυνάμει του άρθρου 34·

β)

οι δράσεις και η αντίστοιχη χρηματοδοτική συμμετοχή που συνεπάγονται, αναφέρονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα κάθε συμμετέχουσας οργάνωσης παραγωγών·

γ)

αποκλείεται κάθε κίνδυνος διπλής ενίσχυσης.

4.   Τα άρθρα 58, 59 και 60, το άρθρο 61 στοιχεία β) και γ) και τα άρθρα 63 έως 67 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών στα επιχειρησιακά προγράμματα των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών. Ωστόσο, δεν απαιτείται ισορροπία μεταξύ των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 59 στοιχείο β) όσον αφορά τα μερικά επιχειρησιακά προγράμματα ενώσεων οργανώσεων παραγωγών.

Άρθρο 63

Προθεσμία υποβολής

1.   Τα επιχειρησιακά προγράμματα υποβάλλονται για έγκριση από την οργάνωση παραγωγών στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η οργάνωση παραγωγών, το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου του έτους που προηγείται εκείνου της υλοποίησης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να μεταθέσουν την ημερομηνία αυτή αργότερα.

2.   Σε περίπτωση που μια νομική οντότητα ή ένα σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας, συμπεριλαμβανομένης ομάδας παραγωγών, υποβάλλει αίτηση για αναγνώριση ως οργάνωση παραγωγών, μπορεί συγχρόνως να υποβάλει για έγκριση το επιχειρησιακό πρόγραμμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος υπόκειται στη χορήγηση της αναγνώρισης το αργότερο μέχρι την τελική ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 64 παράγραφος 2.

Άρθρο 64

Απόφαση

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, ανάλογα με την περίπτωση:

α)

εγκρίνει τα ποσά των επιχειρησιακών ταμείων και τα επιχειρησιακά προγράμματα που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και του παρόντος κεφαλαίου·

β)

εγκρίνει τα επιχειρησιακά προγράμματα, υπό τον όρο της αποδοχής από την οργάνωση παραγωγών ορισμένων τροποποιήσεων· ή

γ)

απορρίπτει τα επιχειρησιακά προγράμματα ή μέρη αυτών.

2.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αποφασίζει, όσον αφορά τα επιχειρησιακά προγράμματα και τα επιχειρησιακά ταμεία, το αργότερο μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η υποβολή.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στις οργανώσεις παραγωγών τις αποφάσεις αυτές μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου.

Ωστόσο, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, για λόγους δεόντως αιτιολογημένους, δύναται να λάβει απόφαση όσον αφορά τα επιχειρησιακά προγράμματα και τα επιχειρησιακά ταμεία μέχρι τις 20 Ιανουαρίου μετά την ημερομηνία υποβολής. Στην απόφαση έγκρισης μπορεί να διευκρινίζεται ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της υποβολής.

Άρθρο 65

Τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων για τα επόμενα έτη

1.   Οι οργανώσεις παραγωγών δύνανται να ζητήσουν τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς τους, που προβλέπεται να ισχύσουν από 1ης Ιανουαρίου του επόμενου έτους, το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να μεταθέσουν την ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων.

2.   Οι αιτήσεις τροποποίησης συνοδεύονται από δικαιολογητικά τα οποία αναφέρουν τον λόγο, τη φύση και τις επιπτώσεις των αλλαγών.

3.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αποφασίζει όσον αφορά τις αιτήσεις τροποποίησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων το αργότερο μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου του έτους υποβολής.

Ωστόσο, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, για λόγους δεόντως αιτιολογημένους, δύναται να λάβει απόφαση όσον αφορά τις τροποποιήσεις επιχειρησιακών προγραμμάτων μέχρι τις 20 Ιανουαρίου μετά το έτος υποβολής. Στην απόφαση έγκρισης μπορεί να διευκρινίζεται ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες από την 1η Ιανουαρίου που έπεται του έτους αίτησης.

Άρθρο 66

Τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων κατά τη διάρκεια του έτους

1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εγκρίνουν τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων κατά τη διάρκεια του έτους, υπό όρους που καθορίζουν τα ίδια.

2.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αποφασίζει, όσον αφορά τις τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων που ζητούνται δυνάμει της παραγράφου 1, μέχρι τις 20 Ιανουαρίου του έτους που έπεται του έτους για το οποίο έχουν ζητηθεί τροποποιήσεις.

3.   Κατά τη διάρκεια του έτους, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους μπορεί να επιτρέψει στις οργανώσεις παραγωγών:

α)

να υλοποιήσουν εν μέρει μόνο τα επιχειρησιακά τους προγράμματα·

β)

να αλλάξουν το περιεχόμενο του επιχειρησιακού προγράμματος·

γ)

να αυξήσουν το ποσό του επιχειρησιακού ταμείου κατά το πολύ 25 % του ποσού που είχε εγκριθεί αρχικά και να το μειώσουν κατά ποσοστό που καθορίζεται από τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι διατηρούνται οι γενικοί στόχοι του επιχειρησιακού προγρμματος. Τα κράτη μέλη δύνανται να αυξήσουν το ποσοστό αυτό σε περίπτωση συγχώνευσης οργανώσεων παραγωγών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 1·

δ)

να προσθέσουν εθνική χρηματοδοτική συνδρομή στο επιχειρησιακό ταμείο σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 93.

4.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατόν να τροποποιηθούν τα επιχειρησιακά προγράμματα κατά τη διάρκεια του έτους χωρίς προγενέστερη έγκριση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους. Οι τροποποιήσεις αυτές είναι επιλέξιμες για ενίσχυση μόνον εφόσον κοινοποιούνται χωρίς καθυστέρηση από την οργάνωση παραγωγών στην αρμόδια αρχή.

Άρθρο 67

Μορφή των επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.   Τα επιχειρησιακά προγράμματα εφαρμόζονται σε ετήσιες περιόδους που εκτείνονται από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου.

2.   Τα επιχειρησιακά προγράμματα που έχουν εγκριθεί το αργότερο μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου, υλοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Η εφαρμογή των προγραμμάτων, για τα οποία έχει ληφθεί απόφαση έγκρισης μετά τις 15 Δεκεμβρίου, μετατίθεται κατά ένα χρόνο.

Κατά παρέκκλιση από την παρούσα παράγραφο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 64 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο ή το άρθρο 65 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, η εφαρμογή των επιχειρησιακών προγραμμάτων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές αρχίζει το αργότερο την 31η Ιανουαρίου που ακολουθεί την έγκρισή τους.

Τμήμα 4

Ενίσχυση

Άρθρο 68

Εγκεκριμένο ποσό ενίσχυσης

1.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών το εγκεκριμένο ποσό της ενίσχυσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 103ζ παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, το αργότερο μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται εκείνου για το οποίο ζητείται ενίσχυση.

2.   Σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 64 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο ή το άρθρο 65 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη κοινοποιούν το εγκεκριμένο ποσό της ενίσχυσης μέχρι τις 20 Ιανουαρίου του έτους για το οποίο ζητείται ενίσχυση.

Άρθρο 69

Αιτήσεις ενίσχυσης

1.   Οι οργανώσεις παραγωγών υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αίτηση ενίσχυσης ή εξόφλησης υπολοίπου για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα για το οποίο ζητείται ενίσχυση, μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του έτους που έπεται εκείνου για το οποίο ζητείται η ενίσχυση.

2.   Οι αιτήσεις ενίσχυσης συνοδεύονται από δικαιολογητικά στα οποία εμφαίνονται:

α)

η αιτούμενη ενίσχυση·

β)

η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο·

γ)

οι χρηματοδοτικές εισφορές των μελών, αφενός, και της οργάνωσης παραγωγών, αφετέρου·

δ)

οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος·

ε)

οι δαπάνες που αφορούν την πρόληψη και διαχείριση κρίσεων με κατανομή ανά δράση·

στ)

η αναλογία του επιχειρησιακού ταμείου που δαπανήθηκε για την πρόληψη και διαχείριση κρίσεων με κατανομή ανά δράση·

ζ)

η συμμόρφωση με το άρθρο 103γ παράγραφος 2, το άρθρο 103γ παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και το άρθρο 103δ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007·

η)

γραπτή δήλωση ότι δεν έχει χορηγηθεί διπλή ενωσιακή ή εθνική χρηματοδότηση σχετικά με μέτρα και/ή ενέργειες επιλέξιμα για ενίσχυση στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού· και

θ)

σε περίπτωση αίτησης ενίσχυσης με βάση κατ’ αποκοπή τιμή, που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 2, απόδειξη της υλοποίησης της σχετικής δράσης.

3.   Οι αιτήσεις ενίσχυσης μπορούν να καλύπτουν τις δαπάνες που έχουν προγραμματιστεί αλλά δεν έχουν πραγματοποιηθεί, εφόσον αποδειχθούν τα ακόλουθα:

α)

οι σχετικές ενέργειες δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του έτους υλοποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος για λόγους πέρα από τον έλεγχο της σχετικής οργάνωσης παραγωγών·

β)

οι ενέργειες αυτές είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν μέχρι τις 30 Απριλίου του έτους για το οποίο ζητείται ενίσχυση· και

γ)

ισοδύναμη εισφορά της οργάνωσης παραγωγών παραμένει στο επιχειρησιακό ταμείο.

Η ενίσχυση καταβάλλεται και η εγγύηση που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 3 αποδεσμεύεται, μόνον αφού προσκομιστούν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι προγραμματισμένες δαπάνες οι οποίες αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) έχουν πραγματοποιηθεί, βάσει αποδεδειγμένων δικαιωμάτων για ενίσχυση, το αργότερο μέχρι τις 30 Απριλίου του έτους που έπεται εκείνου για το οποίο έχουν προγραμματιστεί οι σχετικές δαπάνες.

4.   Εάν οι αιτήσεις υποβληθούν μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ενίσχυση μειώνεται κατά 1 % για κάθε ημέρα καθυστέρησης.

Σε εξαιρετικές και δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους μπορεί να δεχτεί αιτήσεις μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εφόσον πραγματοποιηθούν οι αναγκαίοι έλεγχοι και εφόσον έχει τηρηθεί το χρονικό όριο γα την πληρωμή που αναφέρεται στο άρθρο 70.

5.   Οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών μπορούν να υποβάλουν αίτηση ενίσχυσης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξ ονόματος και για λογαριασμό των μελών τους, εφόσον τα εν λόγω μέλη είναι οργανώσεις παραγωγών και με την προϋπόθεση ότι τα δικαιολογητικά που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 2 υποβάλλονται για κάθε μέλος. Οι οργανώσεις παραγωγών είναι οι τελικοί δικαιούχοι της ενίσχυσης.

Άρθρο 70

Καταβολή των ενισχύσεων

Τα κράτη μέλη καταβάλλουν την ενίσχυση μέχρι τις 15 Οκτωβρίου του έτους που έπεται του έτους υλοποίησης του προγράμματος.

Άρθρο 71

Προκαταβολές

1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέψουν στις οργανώσεις παραγωγών να υποβάλουν αίτηση για προκαταβολή του τμήματος της ενίσχυσης που αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη δαπάνη η οποία προκύπτει από το επιχειρησιακό πρόγραμμα κατά την τρίμηνη ή τετράμηνη περίοδο που αρχίζει τον μήνα κατά τον οποίο υπεβλήθη η αίτηση για προκαταβολή.

2.   Οι αιτήσεις για προκαταβολή υποβάλλονται όπως ορίζει το κράτος μέλος, είτε ανά τρίμηνο τον Ιανουάριο, τον Απρίλιο, τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο είτε ανά τετράμηνο τον Ιανουάριο, τον Μάιο και τον Σεπτέμβριο.

Το συνολικό ποσό των προκαταβολών για ένα συγκεκριμένο οικονομικό έτος δεν μπορεί να υπερβεί το 80 % του ποσού που έχει εγκριθεί αρχικά για την ενίσχυση του επιχειρησιακού προγράμματος.

3.   Οι προκαταβολές καταβάλλονται υπό τον όρο σύστασης εγγύησης ίσης με το 110 % του ποσού με βάση τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2220/85 της Επιτροπής (12).

Τα κράτη μέλη καθορίζουν όρους προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι έχουν καταβληθεί οι χρηματικές εισφορές στο επιχειρησιακό ταμείο σύμφωνα με τα άρθρα 52 και 53 του παρόντος κανονισμού και ότι οι προηγούμενες προκαταβολές και η αντίστοιχη εισφορά της οργάνωσης παραγωγών έχουν πράγματι δαπανηθεί.

4.   Οι αιτήσεις αποδέσμευσης των εγγυήσεων μπορούν να υποβληθούν κατά τη διάρκεια του έτους του υπό εξέλιξη προγράμματος, συνοδευόμενες από τα σχετικά δικαιολογητικά, όπως τιμολόγια και έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η πληρωμή.

Οι εγγυήσεις αποδεσμεύονται έως το 80 % του ποσού των προκαταβολών.

5.   Η βασική απαίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2220/85 καλύπτει την εκτέλεση των ενεργειών που περιέχονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, τηρουμένων των δεσμεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 61 στοιχεία β) και γ) του παρόντος κανονισμού.

Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της κύριας απαίτησης ή σε περίπτωση σοβαρής αθέτησης όσον αφορά τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 61 στοιχεία β) και γ), η εγγύηση καταπίπτει, με την επιφύλαξη επιβολής άλλων κυρώσεων και ποινών σύμφωνα με το κεφάλαιο V τμήμα 3.

Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης άλλων απαιτήσεων, η εγγύηση καταπίπτει κατ’ αναλογία της σοβαρότητας της διαπραχθείσας παρατυπίας.

6.   Τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν ένα ελάχιστο ποσό και τις ισχύουσες προθεσμίες όσον αφορά τις προκαταβολές.

Άρθρο 72

Μερικές πληρωμές

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέψουν στις οργανώσεις παραγωγών να υποβάλουν αίτηση για καταβολή μέρους της ενίσχυσης που αντιστοιχεί στα ποσά τα οποία έχουν ήδη δαπανηθεί στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος.

Οι αιτήσεις είναι δυνατόν να υποβληθούν ανά πάσα στιγμή, αλλά τρεις φορές κατ’ ανώτατο όριο εντός ενός δεδομένου έτους. Συνοδεύονται από δικαιολογητικά, όπως τιμολόγια και έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η πληρωμή.

Οι πληρωμές βάσει των αιτήσεων για την καταβολή μέρους της ενίσχυσης δεν μπορεί να υπερβούν το 80 % του μέρους της ενίσχυσης που αντιστοιχεί στα ποσά τα οποία έχουν ήδη δαπανηθεί στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος για τη σχετική περίοδο. Τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν το ελάχιστο ποσό για τις μερικές πληρωμές και τις προθεσμίες για τις σχετικές αιτήσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 73

Επιλογή μέτρων πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο άρθρο 103γ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 δεν εφαρμόζονται στην επικράτειά τους.

Άρθρο 74

Δάνεια για τη χρηματοδότηση των μέτρων πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων

Δάνεια που συνάπτονται για τη χρηματοδότηση των μέτρων πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων σύμφωνα με το άρθρο 103γ παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, των οποίων η διάρκεια αποπληρωμής υπερβαίνει τη διάρκεια του επιχειρησιακού προγράμματος, μπορούν, για οικονομικούς λόγους δεόντως αιτιολογημένους, να μετατεθούν σε ένα επόμενο επιχειρησιακό πρόγραμμα.

Τμήμα 2

Αποσύρσεις από την αγορά

Άρθρο 75

Ορισμοί

Το παρόν τμήμα θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις αποσύρσεις από την αγορά, που αναφέρονται στο άρθρο 103γ παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως «προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά», «αποσυρθέντα προϊόντα» και «προϊόντα που δεν τίθενται προς πώληση» νοούνται τα προϊόντα τα οποία αποτελούν αντικείμενο απόσυρσης από την αγορά.

Άρθρο 76

Προδιαγραφές εμπορίας

1.   Σε περίπτωση που για ένα συγκεκριμένο προϊόν έχουν καθοριστεί προδιαγραφές εμπορίας, σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ, το προϊόν αυτό που αποσύρεται από την αγορά πληροί τις εν λόγω προδιαγραφές, με εξαίρεση τις διατάξεις σχετικά με την παρουσίαση και την επισήμανση των προϊόντων. Τα προϊόντα μπορούν να αποσύρονται χύμα και να έχουν διαφορετικά μεγέθη, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι απαιτήσεις της κατηγορίας II, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα και το μέγεθος.

Ωστόσο, τα νανόκαρπα προϊόντα, όπως ορίζονται από τις σχετικές προδιαγραφές, πρέπει να είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές εμπορίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων σχετικά με την παρουσίαση και την επισήμανση των προϊόντων.

2.   Αν δεν έχουν καθοριστεί προδιαγραφές εμπορίας για ένα δεδομένο προϊόν, πρέπει να πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο παράρτημα X για τα προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν συμπληρωματικούς κανόνες σχετικά με τις ελάχιστες αυτές απαιτήσεις.

Άρθρο 77

Μέσος όρος τριετούς περιόδου για τις αποσύρσεις από την αγορά για δωρεάν διανομή

1.   Το όριο του 5 % του όγκου της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο που αναφέρεται στο άρθρο 103δ παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 υπολογίζεται με βάση τον αριθμητικό μέσο όρο του συνολικού όγκου προϊόντων για τα οποία είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών και τα οποία έχουν διατεθεί στο εμπόριο από την οργάνωση παραγωγών κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τριών ετών.

2.   Για τις πρόσφατα αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών, τα στοιχεία για τις περιόδους εμπορίας πριν από την αναγνώριση είναι τα ακόλουθα:

α)

σε περίπτωση που η οργάνωση ήταν ομάδα παραγωγών, τα ισοδύναμα στοιχεία για την εν λόγω ομάδα παραγωγών, κατά περίπτωση· ή

β)

η ποσότητα που λαμβάνεται υπόψη για την αίτηση αναγνώρισης.

Άρθρο 78

Προηγούμενη κοινοποίηση των ενεργειών απόσυρσης

1.   Οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών κοινοποιούν προηγουμένως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, με γραπτή τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονικό μήνυμα, κάθε ενέργεια απόσυρσης στην οποία προτίθενται να προβούν.

Η κοινοποίηση αυτή περιλαμβάνει, ιδίως, κατάλογο των προϊόντων που βρίσκονται στην παρέμβαση και τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους όσον αφορά τις σχετικές προδιαγραφές εμπορίας, την εκτίμηση της ποσότητας για κάθε σχετικό προϊόν, τον προβλεπόμενο προορισμό καθώς και τον τόπο στον οποίο τα αποσυρθέντα προϊόντα μπορούν να υποβληθούν στους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 108.

Η κοινοποίηση περιλαμβάνει επίσης πιστοποιητικό συμμόρφωσης των αποσυρθέντων προϊόντων με τις ισχύουσες προδιαγραφές ή με τις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 76.

2.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν λεπτομερείς κανόνες για τις οργανώσεις παραγωγών σχετικά με τις κοινοποιήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ιδίως όσον αφορά τις προθεσμίες.

3.   Εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, το κράτος μέλος:

α)

είτε προβαίνει στη διενέργεια του ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 108 παράγραφος 1, μετά το πέρας του οποίου, αν δεν διαπιστωθεί καμία παρατυπία, επιτρέπει την απόσυρση όπως έχει διαπιστωθεί μετά τη διενέργεια του ελέγχου· ή

β)

στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 108 παράγραφος 3, δεν προβαίνει στον έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 108 παράγραφος 1, οπότε ενημερώνει την οργάνωση παραγωγών με γραπτή τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονικό μήνυμα και επιτρέπει την απόσυρση, όπως έχει κοινοποιηθεί.

Άρθρο 79

Στήριξη

1.   Η στήριξη, που αποτελείται από την ενωσιακή συνδρομή και από την εισφορά της οργάνωσης παραγωγών, δεν υπερβαίνει, για τις αποσύρσεις από την αγορά, τα ποσά που καθορίζονται στο παράρτημα ΧΙ όσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στο εν λόγω παράρτημα. Για τα λοιπά προϊόντα, τα κράτη μέλη καθορίζουν ανώτατα ποσά στήριξης.

Σε περίπτωση που η οργάνωση παραγωγών έχει λάβει αποζημίωση από τρίτα μέρη για τα αποσυρθέντα προϊόντα, η στήριξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μειώνεται κατά τα καθαρά έσοδα που πραγματοποιούν οι οργανώσεις παραγωγών ή μέσω των προϊόντων που αποσύρονται από την αγορά. Για να είναι επιλέξιμα για ενίσχυση, τα σχετικά προϊόντα αποσύρονται από την εμπορική αγορά οπωροκηπευτικών.

2.   Οι αποσύρσεις από την αγορά δεν υπερβαίνουν το 5 % του όγκου της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για κάθε δεδομένο προϊόν από κάθε δεδομένη οργάνωση παραγωγών. Ωστόσο, στο ποσοστό αυτό δεν λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες που διατίθενται με έναν από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 103δ παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο που έχει εγκριθεί από τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 80 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Ο όγκος της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο υπολογίζεται ως ο μέσος όρος της ποσότητας της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο κατά τα προηγούμενα τρία έτη. Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι διαθέσιμα, χρησιμοποιείται η ποσότητα της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για την οποία είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών.

Τα ποσοστά που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αποτελούν ετήσιους μέσους όρους βάσει τριετούς περιόδου, με 5 % ετήσιο περιθώριο υπέρβασης.

3.   Σε περίπτωση αποσύρσεων οπωροκηπευτικών από την αγορά τα οποία διατέθηκαν με δωρεάν διανομή σε φιλανθρωπικές οργανώσεις και ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 103δ παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, η ενωσιακή χρηματοδοτική συνδρομή καλύπτει μόνον την πληρωμή των προϊόντων τα οποία διατέθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 και στο άρθρο 82 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 80

Προορισμοί των προϊόντων που αποσύρονται

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τους επιτρεπόμενους προορισμούς για τα προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά. Θεσπίζουν διατάξεις ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα προκύψουν αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον ούτε αρνητικές φυτοϋγειονομικές συνέπειες από την απόσυρση ή τον προορισμό τους. Οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από την οργάνωση παραγωγών για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις αυτές είναι επιλέξιμες ως μέρος της στήριξης για τις αποσύρσεις από την αγορά στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος.

2.   Στους προορισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνεται η δωρεάν διανομή, κατά την έννοια του άρθρου 103δ παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, και κάθε άλλος προορισμός ισοδύναμου χαρακτήρα που εγκρίνεται από τα κράτη μέλη.

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στις φιλανθρωπικές οργανώσεις και στα ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 103δ παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 να ζητούν συμβολική συνεισφορά από τους τελικούς αποδέκτες προϊόντων που αποσύρονται από την αγορά, στην περίπτωση που τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί μεταποίηση.

Η πληρωμή σε είδος από τους δικαιούχους δωρεάν διανομής στους μεταποιητές οπωροκηπευτικών μπορεί να επιτραπεί, όταν η λόγω πληρωμή αντισταθμίζει μόνο το κόστος μεταποίησης και όταν το κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιείται η πληρωμή έχει θεσπίσει κανόνες ώστε να διασφαλίζεται ότι τα μεταποιημένα προϊόντα προορίζονται πράγματι για κατανάλωση από τους τελικούς αποδέκτες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διευκολυνθούν οι επαφές και η συνεργασία μεταξύ των οργανώσεων παραγωγών και των φιλανθρωπικών οργανώσεων και των ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 103δ παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και τους οποίους έχουν εγκρίνει.

3.   Η παραχώρηση προϊόντων στη μεταποιητική βιομηχανία είναι δυνατή. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για να διασφαλιστεί ότι δεν προκαλείται στρέβλωση του ανταγωνισμού για τους σχετικούς κλάδους στην Ένωση ή για τα εισαγόμενα προϊόντα και ότι τα αποσυρθέντα προϊόντα δεν εισέρχονται εκ νέου στην εμπορική αγορά. Η αλκοόλη που παράγεται από την απόσταξη χρησιμοποιείται αποκλειστικά για βιομηχανικούς ή ενεργειακούς σκοπούς.

Άρθρο 81

Έξοδα μεταφοράς

1.   Τα έξοδα μεταφοράς για τη δωρεάν διανομή όλων των προϊόντων που αποσύρονται από την αγορά είναι επιλέξιμα στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος με βάση τα κατ’ αποκοπή ποσά που προκύπτουν ανάλογα με την απόσταση μεταξύ του σημείου απόσυρσης και του τόπου παράδοσης που προβλέπονται στο παράρτημα XII.

Σε περίπτωση θαλάσσιας μεταφοράς, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν την απόσταση μεταξύ του σημείου απόσυρσης και του τόπου παράδοσης. Η αντιστάθμιση που καθορίζεται με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να υπερβεί τις δαπάνες που θα προέκυπταν από τη χερσαία μεταφορά από τη συντομότερη διαδρομή μεταξύ του τόπου φόρτωσης και του θεωρητικού σημείου εξόδου όταν υπάρχει δυνατότητα χερσαίας μεταφοράς. Διορθωτικός συντελεστής 0,6 εφαρμόζεται στα ποσά που παρατίθενται στο παράρτημα XII.

2.   Τα έξοδα μεταφοράς καταβάλλονται στο μέρος που αναλαμβάνει πράγματι το οικονομικό βάρος της σχετικής μεταφοράς.

Η πληρωμή αυτή υπόκειται στην υποβολή δικαιολογητικών, τα οποία πιστοποιούν ιδίως:

α)

την ονομασία των δικαιούχων οργανώσεων·

β)

την ποσότητα των σχετικών προϊόντων·

γ)

την παραλαβή από τις δικαιούχους οργανώσεις και τα χρησιμοποιηθέντα μέσα μεταφοράς· και

δ)

την απόσταση μεταξύ του τόπου απόσυρσης και του τόπου παράδοσης.

Άρθρο 82

Έξοδα διαλογής και συσκευασίας

1.   Τα έξοδα διαλογής και συσκευασίας των οπωροκηπευτικών που αποσύρονται από την αγορά για δωρεάν διανομή είναι επιλέξιμα μέχρι το ύψος των κατ’ αποκοπή ποσών που απαριθμούνται στο παράρτημα XIII μέρος Α στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων, όσον αφορά τα προϊόντα που διατίθενται σε συσκευασίες μικρότερες των 25 χιλιόγραμμων καθαρού βάρους.

2.   Οι συσκευασίες των προϊόντων που προορίζονται για δωρεάν διανομή φέρουν το ευρωπαϊκό έμβλημα με μία ή περισσότερες από τις ενδείξεις που παρατίθενται στο παράρτημα XIII μέρος Β.

3.   Οι δαπάνες διαλογής και συσκευασίας καταβάλλονται στην οργάνωση παραγωγών η οποία πραγματοποίησε τις εργασίες αυτές.

Η πληρωμή αυτή υπόκειται στην υποβολή δικαιολογητικών, τα οποία πιστοποιούν ιδίως:

α)

την ονομασία των δικαιούχων οργανώσεων·

β)

την ποσότητα των σχετικών προϊόντων· και

γ)

την παραλαβή από τις δικαιούχους οργανώσεις, διευκρινίζοντας τον τρόπο παρουσίασης.

Άρθρο 83

Όροι για τους αποδέκτες των αποσυρθέντων προϊόντων

1.   Οι αποδέκτες των αποσυρθέντων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 103δ παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 αναλαμβάνουν τη δέσμευση:

α)

να τηρούν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β)

να τηρούν χωριστά λογιστικά βιβλία αποθήκης και λογιστικά χρηματοοικονομικά βιβλία για τις σχετικές εργασίες·

γ)

να υπόκεινται στους ελέγχους που προβλέπονται από την ενωσιακή νομοθεσία· και

δ)

να υποβάλουν τα δικαιολογητικά έγγραφα για τον τελικό προορισμό για κάθε ένα από τα σχετικά προϊόντα, τα οποία συνίστανται σε πιστοποιητικό παραλαβής (ή ισοδύναμο έγγραφο) των αποσυρθέντων προϊόντων από τρίτους, με σκοπό τη δωρεάν διανομή τους.

Τα κράτη μέλη, εφόσον θεωρούν ότι υπάρχει χαμηλός κίνδυνος, μπορούν να αποφασίσουν ότι οι αποδέκτες δεν υποχρεούνται να τηρούν τα διάφορα βιβλία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) εάν λαμβάνουν μόνο μικρές ποσότητες. Η απόφαση αυτή και η αιτιολογία της καταγράφονται.

2.   Οι αποδέκτες αποσυρθέντων προϊόντων για άλλους προορισμούς αναλαμβάνουν τη δέσμευση:

α)

να τηρούν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β)

να τηρούν χωριστά λογιστικά βιβλία αποθήκης και λογιστικά χρηματοοικονομικά βιβλία για τις εν λόγω εργασίες, εφόσον κρίνεται σκόπιμο από τα κράτη μέλη παρά το γεγονός ότι το προϊόν έχει μετουσιωθεί πριν από την παράδοση·

γ)

να υπόκεινται στους ελέγχους που προβλέπονται από την ενωσιακή νομοθεσία· και

δ)

να μη ζητήσουν συμπληρωματική ενίσχυση για την αλκοόλη που παράγεται από τα εν λόγω προϊόντα στην περίπτωση αποσυρθέντων προϊόντων που προορίζονται για απόσταξη.

Τμήμα 3

Πρώιμη συγκομιδή και μη συγκομιδή

Άρθρο 84

Ορισμοί της πρώιμης συγκομιδής και της μη συγκομιδής

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

Ως «πρώιμη συγκομιδή» νοείται η πλήρης συγκομιδή μη εμπορεύσιμων προϊόντων σε μια δεδομένη περιοχή, η οποία πραγματοποιείται πριν από την έναρξη της κανονικής συγκομιδής. Τα σχετικά προϊόντα δεν θα έχουν υποστεί ζημιές πριν από την πρώιμη συγκομιδή, είτε λόγω των καιρικών συνθηκών είτε λόγω ασθένειας ή άλλης αιτίας.

β)

Ως «μη συγκομιδή» νοείται η απουσία λήψης εμπορικής παραγωγής από τη συγκεκριμένη περιοχή κατά τον συνήθη κύκλο παραγωγής. Ωστόσο, η καταστροφή των προϊόντων που προκαλείται από τις καιρικές συνθήκες ή ασθένεια δεν θεωρείται ως μη συγκομιδή.

2.   Η πρώιμη συγκομιδή και η μη συγκομιδή είναι συμπληρωματικές προς τις συνήθεις καλλιεργητικές πρακτικές και διαφέρουν από αυτές.

Άρθρο 85

Όροι για την εφαρμογή της πρώιμης συγκομιδής και της μη συγκομιδής

1.   Όσον αφορά την πρώιμη συγκομιδή και τη μη συγκομιδή, τα κράτη μέλη:

α)

θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή των μέτρων, ιδίως όσον αφορά την προηγούμενη κοινοποίηση των ενεργειών μη συγκομιδής και πρώιμης συγκομιδής, το περιεχόμενο της κοινοποίησης και τις προθεσμίες, το ποσό της αποζημίωσης προς καταβολή και την εφαρμογή των μέτρων, καθώς και τον κατάλογο των προϊόντων που είναι επιλέξιμα στο πλαίσιο των μέτρων·

β)

θεσπίζουν διατάξεις ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα προκύψουν αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον ούτε αρνητικές φυτοϋγειονομικές συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων·

γ)

ελέγχουν την ορθή εκτέλεση των μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) και, σε αντίθετη περίπτωση, δεν εγκρίνουν την εφαρμογή των μέτρων.

2.   Οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών κοινοποιούν προηγουμένως στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, με γραπτή τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονικό μήνυμα, κάθε ενέργεια πρώιμης συγκομιδής και μη συγκομιδής στην οποία προτίθενται να προβούν.

Στην πρώτη κοινοποίηση κάθε δεδομένου έτους και για ένα δεδομένο προϊόν περιλαμβάνεται ανάλυση με βάση την προσδοκώμενη κατάσταση στην αγορά, η οποία αιτιολογεί την πρώιμη συγκομιδή ως μέτρο πρόληψης κρίσης.

3.   Η πρώιμη συγκομιδή και η μη συγκομιδή δεν εφαρμόζονται συγχρόνως για το ίδιο προϊόν και την ίδια συγκεκριμένη περιοχή για ένα δεδομένο έτος, ή για δύο διαδοχικά έτη.

4.   Για την πρώιμη συγκομιδή και τη μη συγκομιδή, τα ποσά αποζημιώσεων, που αποτελούνται από την ενωσιακή συνδρομή και την εισφορά της οργάνωσης παραγωγών, καταβάλλονται ως στρεμματικές ενισχύσεις που καθορίζονται από το κράτος μέλος δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο α):

α)

σε επίπεδο το οποίο καλύπτει μόνο τις πρόσθετες δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή του μέτρου, λαμβανομένης υπόψη της αναγκαίας περιβαλλοντικής και φυτοϋγειονομικής διαχείρισης για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις που θεσπίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β)· ή

β)

σε επίπεδο το οποίο καλύπτει το πολύ το 90 % του ανώτατου επιπέδου στήριξης για τις αποσύρσεις από την αγορά που αναφέρεται στο άρθρο 79.

Τμήμα 4

Προώθηση και επικοινωνία

Άρθρο 86

Εφαρμογή των μέτρων προώθησης και επικοινωνίας

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή των μέτρων προώθησης και επικοινωνίας. Οι εν λόγω διατάξεις επιτρέπουν την ταχεία εφαρμογή των μέτρων όταν απαιτείται.

2.   Οι δράσεις στο πλαίσιο των μέτρων προώθησης και επικοινωνίας είναι συμπληρωματικές προς τυχόν τρέχουσες δράσεις προώθησης και επικοινωνίας που εφαρμόζονται από την ενδιαφερόμενη οργάνωση παραγωγών και δεν αφορούν την πρόληψη και τη διαχείριση κρίσεων.

Τμήμα 5

Κατάρτιση

Άρθρο 87

Υλοποίηση δράσεων κατάρτισης

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την υλοποίηση δράσεων κατάρτισης.

Τμήμα 6

Ασφάλιση συγκομιδής

Άρθρο 88

Στόχος των δράσεων ασφάλισης της συγκομιδής

Οι δράσεις ασφάλισης της συγκομιδής αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από την οργάνωση παραγωγών· συμβάλλουν στην προστασία των εισοδημάτων των παραγωγών και στην κάλυψη των απωλειών αγοράς που υπέστη η οργάνωση παραγωγών και/ή τα μέλη της σε περίπτωση που πλήττονται από θεομηνίες, κλιματικά φαινόμενα και, ενδεχομένως, ασθένειες ή προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς.

Άρθρο 89

Υλοποίηση των δράσεων ασφάλισης της συγκομιδής

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την υλοποίηση των δράσεων ασφάλισης της συγκομιδής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι αναγκαίες για να διασφαλιστεί ότι οι δράσεις ασφάλισης της συγκομιδής δεν προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά ασφάλισης.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν πρόσθετη εθνική χρηματοδότηση για τη στήριξη των δράσεων ασφάλισης της συγκομιδής για τις οποίες χορηγείται ενίσχυση από το επιχειρησιακό ταμείο. Ωστόσο, η συνολική δημόσια στήριξη για την ασφάλιση της συγκομιδής δεν μπορεί να υπερβαίνει:

α)

το 80 % του κόστους των ασφαλίστρων, που καταβάλλουν οι παραγωγοί για ασφάλιση έναντι των απωλειών που προκαλούνται από δυσμενή κλιματικά φαινόμενα τα οποία μπορούν να εξομοιωθούν με θεομηνίες·

β)

το 50 % του κόστους των ασφαλίστρων που καταβάλλουν οι παραγωγοί για ασφάλιση έναντι:

i)

απωλειών που αναφέρονται στο στοιχείο α) και άλλων απωλειών που προκαλούνται από δυσμενή κλιματικά φαινόμενα· και

ii)

απωλειών που προκαλούνται από ασθένειες ζώων ή φυτών ή προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς.

Το όριο που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) εφαρμόζεται ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες το επιχειρησιακό ταμείο είναι επιλέξιμο μέχρι ποσοστό 60 % της ενωσιακής χρηματοδοτικής συνδρομής δυνάμει του άρθρου 103δ παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

3.   Οι δράσεις ασφάλισης της συγκομιδής δεν καλύπτουν τις αποζημιώσεις από ασφάλεια που καταβάλλονται στους παραγωγούς για περισσότερο από το 100 % της απώλειας εισοδήματος, λαμβανομένων υπόψη τυχόν αποζημιώσεων που λαμβάνουν οι παραγωγοί από άλλα καθεστώτα ενίσχυσης σε σχέση με τους ασφαλιζόμενους κινδύνους.

4.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το «δυσμενές καιρικό φαινόμενο που μπορεί να εξομοιωθεί με θεομηνία» έχει το νόημα που του αποδίδεται στο άρθρο 2 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006 της Επιτροπής (13).

Τμήμα 7

Στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας

Άρθρο 90

Όροι που αφορούν τη στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά τη στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας.

2.   Η στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας απαρτίζεται από τη συνδρομή της Ένωσης και την εισφορά της οργάνωσης παραγωγών. Το συνολικό ποσό στήριξης για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας δεν υπερβαίνει το ακόλουθο ποσοστό της εισφοράς της οργάνωσης παραγωγών στο ταμείο αλληλοβοήθειας κατά το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο έτος λειτουργίας:

α)

10 %, 8 % και 4 % αντίστοιχα στα κράτη μέλη τα οποία προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 ή αργότερα·

β)

5 %, 4 % και 2 % αντίστοιχα στα λοιπά κράτη μέλη.

3.   Μια οργάνωση παραγωγών μπορεί να λάβει τη στήριξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μόνο μία φορά κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ετών λειτουργίας του ταμείου. Σε περίπτωση που η οργάνωση παραγωγών ζητεί στήριξη μόνο κατά το δεύτερο ή το τρίτο έτος λειτουργίας του ταμείου, η στήριξη ανέρχεται στο:

α)

8 % και 4 % αντίστοιχα στα κράτη μέλη τα οποία προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 ή αργότερα·

β)

4 % και 2 % αντίστοιχα στα λοιπά κράτη μέλη.

4.   Τα κράτη μέλη ορίζουν ανώτατα όρια όσον αφορά τα ποσά τα οποία είναι δυνατόν να λάβει μια οργάνωση παραγωγών ως στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Εθνική χρηματοδοτική συνδρομή

Άρθρο 91

Βαθμός οργάνωσης των παραγωγών

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 103ε παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, ο βαθμός οργάνωσης των παραγωγών σε μια περιφέρεια κράτους μέλους υπολογίζεται ως η αξία της παραγωγής οπωροκηπευτικών της εν λόγω περιφέρειας η οποία έχει διατεθεί στο εμπόριο από τις οργανώσεις παραγωγών, τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών και τις ομάδες παραγωγών διαιρούμενη διά της συνολικής αξίας της παραγωγής οπωροκηπευτικών της εν λόγω περιφέρειας.

2.   Ο βαθμός οργάνωσης των παραγωγών σε μια περιφέρεια κράτους μέλους θεωρείται ιδιαίτερα χαμηλός όταν ο μέσος όρος των βαθμών, που υπολογίζεται όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 κατά τα τρία τελευταία έτη για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία είναι κάτω από 20 %.

Μόνο για την παραγωγή οπωροκηπευτικών της περιφέρειας που αναφέρεται στο παρόν άρθρο μπορεί να χορηγηθεί εθνική χρηματοδοτική συνδρομή. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως περιφέρεια θεωρείται διακριτό μέρος της επικράτειας ενός κράτους μέλους, λόγω των διοικητικών, γεωγραφικών ή οικονομικών χαρακτηριστικών της.

Άρθρο 92

Έγκριση της καταβολής εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής

1.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν αίτηση στην Επιτροπή για την έγκριση της καταβολής εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής, σύμφωνα με το άρθρο 103ε παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, για τα επιχειρησιακά προγράμματα που θα εφαρμοστούν σε οποιοδήποτε ημερολογιακό έτος, έως τις 31 Ιανουαρίου του εν λόγω έτους.

Η αίτηση συνοδεύεται από δικαιολογητικά τα οποία αποδεικνύουν ότι ο βαθμός οργάνωσης των παραγωγών στη συγκεκριμένη περιφέρεια είναι ιδιαίτερα χαμηλός, όπως ορίζεται στο άρθρο 91 του παρόντος κανονισμού, και ότι μόνο για προϊόντα του οπωροκηπευτικού τομέα τα οποία παράγονται στην εν λόγω περιφέρεια χορηγείται χρηματοδοτική συνδρομή, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις παραγωγών, το ποσό της σχετικής συνδρομής και το ποσοστό των χρηματοδοτικών συνδρομών που καταβάλλονται δυνάμει του άρθρου 103β παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

2.   Η Επιτροπή εγκρίνει ή απορρίπτει την αίτηση εντός προθεσμίας τριών μηνών από την υποβολή της. Εάν η Επιτροπή δεν αντιδράσει εντός αυτής της προθεσμίας, θεωρείται ότι η αίτηση έχει εγκριθεί.

Εάν η αίτηση είναι ελλιπής, η τρίμηνη περίοδος αναστέλλεται και το κράτος μέλος ενημερώνεται για την περίπτωση μη συμμόρφωσης που διαπιστώθηκε. Η αναστολή παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία ενημέρωσης του κράτους μέλους για την αναστολή και ισχύει μέχρι την παραλαβή πλήρους αίτησης.

Άρθρο 93

Τροποποιήσεις του επιχειρησιακού προγράμματος

Η οργάνωση παραγωγών η οποία επιθυμεί να υποβάλει αίτηση για εθνική χρηματοδοτική συνδρομή τροποποιεί, εφόσον είναι αναγκαίο, το επιχειρησιακό της πρόγραμμα σύμφωνα με τα άρθρα 65 ή 66.

Άρθρο 94

Αίτηση και καταβολή της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής

1.   Οι οργανώσεις παραγωγών υποβάλλουν αίτηση για εθνική χρηματοδοτική συνδρομή και τα κράτη μέλη καταβάλλουν την ενίσχυση σύμφωνα με τα άρθρα 69 και 70.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίσουν πρόσθετους κανόνες όσον αφορά την καταβολή της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προκαταβολής και μερικών πληρωμών.

Άρθρο 95

Επιστροφή από την Ένωση της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής

1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να υποβάλουν αίτηση για την επιστροφή από την Ένωση της εγκεκριμένης εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής που καταβλήθηκε πράγματι στις οργανώσεις παραγωγών πριν από την 1η Ιανουαρίου του δεύτερου έτους που έπεται του έτους εφαρμογής του προγράμματος.

Η αίτηση συνοδεύεται από δικαιολογητικά τα οποία αποδεικνύουν ότι οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 103ε παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 έχουν τηρηθεί κατά τα τρία από τα προηγούμενα τέσσερα έτη, καθώς και από τα στοιχεία των ενδιαφερόμενων οργανώσεων παραγωγών, το ποσό της συνδρομής που καταβλήθηκε και μια περιγραφή του επιχειρησιακού ταμείου η οποία περιλαμβάνει το συνολικό ποσό, τις συνεισφορές της Ένωσης, τις συνεισφορές του κράτους μέλους (εθνική χρηματοδοτική συνδρομή) και τις συνεισφορές των οργανώσεων παραγωγών και των μελών.

2.   Η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σχετικά με την έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται εάν οι κανόνες σχετικά με την έγκριση και την επιστροφή της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής δεν έχουν τηρηθεί ή εάν οι κανόνες σχετικά με τις οργανώσεις παραγωγών, το επιχειρησιακό ταμείο και τα επιχειρησιακά προγράμματα που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 δεν έχουν τηρηθεί από το αιτούν κράτος μέλος.

3.   Σε περίπτωση που εγκρίνεται η επιστροφή από την Ένωση της συνδρομής, οι επιλέξιμες δαπάνες δηλώνονται στην Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2006 της Επιτροπής (14).

4.   Το ποσοστό της επιστροφής από την Ένωση της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής δεν υπερβαίνει το 60 % της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε στην οργάνωση παραγωγών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Γενικές διατάξεις

Τμήμα 1

Εκθέσεις και κοινοποιήσεις

Άρθρο 96

Εκθέσεις ομάδων παραγωγών και οργανώσεων παραγωγών

1.   Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, οι ομάδες παραγωγών και οι οργανώσεις παραγωγών διαβιβάζουν κάθε σχετική πληροφορία η οποία είναι αναγκαία για την εκπόνηση της ετήσιας έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 97 στοιχείο β).

2.   Οι οργανώσεις παραγωγών υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις, οι οποίες συνοδεύουν τις αιτήσεις ενίσχυσης, σχετικά με την εφαρμογή των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Οι εκθέσεις αυτές αφορούν τα ακόλουθα θέματα:

α)

τα επιχειρησιακά προγράμματα που τέθηκαν σε εφαρμογή κατά το προηγούμενο έτος·

β)

τις κύριες τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων· και

γ)

τις αποκλίσεις μεταξύ της προβλεπόμενης ενίσχυσης και της ενίσχυσης για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση.

3.   Για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα που έχει τεθεί σε εφαρμογή, η ετήσια έκθεση αναφέρει:

α)

τα επιτεύγματα και τα αποτελέσματα των επιχειρησιακών προγραμμάτων, με βάση, κατά περίπτωση, τους κοινούς δείκτες επιδόσεων και αποτελεσμάτων που παρατίθενται στο παράρτημα VIII και, ενδεχομένως, πρόσθετους δείκτες επιδόσεων και αποτελεσμάτων που ορίζονται στην εθνική στρατηγική· και

β)

περίληψη των κυριότερων προβλημάτων που προέκυψαν για τη διαχείριση του προγράμματος και τυχόν μέτρα που ελήφθησαν για να διασφαλιστεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του προγράμματος.

Ενδεχομένως, η ετήσια έκθεση διευκρινίζει ποια αποτελεσματικά μέτρα έχουν ληφθεί, σύμφωνα με την εθνική στρατηγική και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 103γ παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, για τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος από πιθανές αυξημένες πιέσεις που απορρέουν από επενδύσεις οι οποίες αποτελούν αντικείμενο στήριξης στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος.

4.   Για το τελευταίο έτος εφαρμογής του επιχειρησιακού προγράμματος, η ετήσια έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αντικαθίσταται από τελική έκθεση.

Οι τελικές εκθέσεις καταδεικνύουν σε ποιον βαθμό επιτεύχθηκαν οι επιδιωκόμενοι στόχοι των προγραμμάτων. Εξηγούν τις τροποποιήσεις στις δράσεις και/ή τις μεθόδους και προσδιορίζουν τους παράγοντες που συνέβαλαν στην επιτυχία ή την αποτυχία της εφαρμογής του προγράμματος, οι οποίοι εξετάστηκαν ή θα εξεταστούν για την κατάρτιση των επόμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων ή την τροποποίηση υφιστάμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων.

5.   Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, όταν μια ομάδα παραγωγών ή οργάνωση παραγωγών δεν προβαίνει στην κοινοποίηση προς το κράτος μέλος, η οποία απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό ή από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, ή εάν η κοινοποίηση εμφανίζεται εσφαλμένη με βάση τα αντικειμενικά στοιχεία που διαθέτει το κράτος μέλος, το κράτος μέλος αναστέλλει την προαναγνώριση της ομάδας παραγωγών ή την αναγνώριση της οργάνωσης παραγωγών μέχρις ότου διαβιβαστεί η σωστή κοινοποίηση.

Το κράτος μέλος περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεσή του που αναφέρεται στο άρθρο 97 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού λεπτομέρειες σχετικά με τις εν λόγω περιπτώσεις.

Άρθρο 97

Κοινοποιήσεις των κρατών μελών σχετικά με τις οργανώσεις παραγωγών, τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών και τις ομάδες παραγωγών

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ακόλουθα στοιχεία και έγγραφα:

α)

μέχρι τις 31 Ιανουαρίου κάθε δεδομένου έτους, το συνολικό ποσό των επιχειρησιακών ταμείων που εγκρίθηκε όσον αφορά το σχετικό έτος για όλα τα επιχειρησιακά προγράμματα. Στην κοινοποίηση αυτή αναφέρεται σαφώς το συνολικό ποσό των επιχειρησιακών ταμείων καθώς και το συνολικό ποσό της ενωσιακής ενίσχυσης που χορηγήθηκε στα εν λόγω ταμεία. Τα αριθμητικά αυτά στοιχεία κατανέμονται στη συνέχεια μεταξύ ποσών για τα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων και ποσών για τα λοιπά μέτρα·

β)

μέχρι τις 15 Νοεμβρίου κάθε δεδομένου έτους, ετήσια έκθεση σχετικά με τις οργανώσεις παραγωγών, τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, τις ομάδες παραγωγών και τα επιχειρησιακά ταμεία, τα επιχειρησιακά προγράμματα και τα σχέδια αναγνώρισης που τέθηκαν σε εφαρμογή κατά το προηγούμενο έτος. Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει ιδίως τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα XIV·

γ)

μέχρι τις 31 Ιανουαρίου κάθε δεδομένου έτους, το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην ετήσια υλοποίηση των σχεδίων αναγνώρισης που τίθενται σε εφαρμογή κατά το έτος αυτό. Διαβιβάζονται εγκεκριμένα ή εκτιμώμενα ποσά. Στην κοινοποίηση περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία για κάθε ομάδα παραγωγών:

i)

το συνολικό ποσό της ετήσιας περιόδου υλοποίησης του σχεδίου αναγνώρισης, οι συνεισφορές της Ένωσης, των κρατών μελών και των ομάδων παραγωγών και/ή των μελών των ομάδων παραγωγών·

ii)

η κατανομή μεταξύ της ενίσχυσης που αναφέρεται, αντίστοιχα, στο άρθρο 103α παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Άρθρο 98

Κοινοποιήσεις των κρατών μελών σχετικά με τις τιμές παραγωγού των οπωροκηπευτικών στην εσωτερική αγορά

1.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κοινοποιούν στην Επιτροπή, κάθε Τετάρτη, μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι (ώρα Βρυξελλών), για κάθε ημέρα της αγοράς, τις μέσες τιμές που διαπιστώθηκαν για τα οπωροκηπευτικά που αποτέλεσαν αντικείμενο συναλλαγών στις αντιπροσωπευτικές αγορές οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα XV μέρος Α.

Για τα οπωροκηπευτικά που καλύπτονται από τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας, κοινοποιούνται μόνον οι τιμές των προϊόντων τα οποία πληρούν τις εν λόγω προδιαγραφές, ενώ οι τιμές των προϊόντων που καλύπτονται από ειδικές προδιαγραφές εμπορίας αφορούν μόνον προϊόντα της κατηγορίας Ι.

Οι κοινοποιούμενες τιμές είναι οι τιμές στον σταθμό συσκευασίας, προϊόντων τα οποία έχουν υποστεί διαλογή, έχουν συσκευαστεί και, ενδεχομένως, έχουν τοποθετηθεί σε παλέτες, εκφρασμένες σε ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους.

Όταν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις τιμές που αντιστοιχούν στους τύπους και στις ποικιλίες των προϊόντων, στα μεγέθη και/ή στις παρουσιάσεις που εμφαίνονται στο παράρτημα XV μέρος Α. Όταν οι διαπιστούμενες τιμές αφορούν άλλους τύπους, ποικιλίες, μεγέθη και/ή παρουσιάσεις από εκείνα που εμφαίνονται στο παράρτημα XV μέρος Α, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κοινοποιούν στην Επιτροπή τους τύπους, τις ποικιλίες, τα μεγέθη και/ή τις παρουσιάσεις των προϊόντων στα ποία αντιστοιχούν οι τιμές.

2.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις αντιπροσωπευτικές αγορές της περιοχής παραγωγής των σχετικών οπωροκηπευτικών με βάση είτε τις πραγματοποιηθείσες συναλλαγές στις φυσικά ταυτοποιούμενες αγορές, όπως αγορές χονδρικής, αγορές με ρολόι και άλλους τόπους στους οποίους υπάρχει φυσική συνάντηση της προσφοράς με τη ζήτηση, είτε απευθείας συναλλαγές μεταξύ παραγωγών και μεμονωμένων αγοραστών, όπως χονδρέμποροι, έμποροι, κέντρα διανομής και άλλοι επιχειρηματίες. Οι αντιπροσωπευτικές αγορές μπορούν επίσης να καθοριστούν με βάση συνδυασμό των πραγματοποιηθεισών συναλλαγών στις φυσικά ταυτοποιούμενες αγορές και απευθείας συναλλαγών.

3.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δύνανται να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή τις τιμές παραγωγού των οπωροκηπευτικών και άλλων προϊόντων που παρατίθενται στο παράρτημα XV μέρος Β σε εθελοντική βάση.

4.   Οι κοινοποιήσεις των τιμών βάσει της παραγράφου 3 πραγματοποιούνται σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες πρόκειται να θεσπίσει η Επιτροπή και δημοσιοποιούνται από την Επιτροπή με τον τρόπο που κρίνει ενδεδειγμένο.

Τμήμα 2

Έλεγχοι

Άρθρο 99

Ενιαίο σύστημα ταυτοποίησης

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι εφαρμόζεται ένα ενιαίο σύστημα ταυτοποίησης όσον αφορά όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης που υποβλήθηκαν από την ίδια οργάνωση παραγωγών ή ομάδα παραγωγών. Η ταυτοποίηση είναι συμβατή με το σύστημα καταγραφής της ταυτότητας που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου (15).

Άρθρο 100

Διαδικασίες υποβολής

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατάλληλες διαδικασίες για την υποβολή των αιτήσεων ενίσχυσης, για τις αιτήσεις αναγνώρισης ή έγκρισης επιχειρησιακών προγραμμάτων, καθώς και για τις αιτήσεις πληρωμής.

Άρθρο 101

Δειγματοληψίες

Όταν κρίνεται σκόπιμο να διενεργηθούν έλεγχοι με δειγματοληψία, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, μέσω της φύσης και της συχνότητάς τους και βάσει ανάλυσης κινδύνου, ότι οι έλεγχοι είναι ενδεδειγμένοι για το σχετικό μέτρο.

Άρθρο 102

Διοικητικοί έλεγχοι

Διοικητικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται σχετικά με όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης ή πληρωμής και καλύπτουν όλα τα πιθανά και ενδεδειγμένα στοιχεία. Οι διαδικασίες προβλέπουν την καταγραφή των πραγματοποιούμενων ελεγκτικών εργασιών, των αποτελεσμάτων των επαληθεύσεων και των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των αποκλίσεων.

Άρθρο 103

Επιτόπιοι έλεγχοι

1.   Για κάθε επιτόπιο έλεγχο συντάσσεται έκθεση παρακολούθησης, ώστε να καθίσταται δυνατή η εξέταση των στοιχείων των ελέγχων που διενεργούνται. Η έκθεση αναφέρει ιδίως:

α)

τα καθεστώτα ενίσχυσης και τις αιτήσεις που έχουν ελεγχθεί·

β)

τα πρόσωπα που ήταν παρόντα·

γ)

τις δράσεις, τα μέτρα και τα έγγραφα που έχουν ελεγχθεί· και

δ)

τα αποτελέσματα των ελέγχων.

2.   Στον δικαιούχο μπορεί να δίνεται η ευκαιρία να υπογράψει την έκθεση, για να βεβαιώσει την παρουσία του στον έλεγχο και να προσθέσει παρατηρήσεις. Σε περίπτωση που έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες, ο δικαιούχος λαμβάνει αντίγραφο της έκθεσης παρακολούθησης.

3.   Είναι δυνατόν να γνωστοποιηθεί εκ των προτέρων η πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο ο στόχος του ελέγχου. Η προηγούμενη γνωστοποίηση περιορίζεται στον απαραίτητο ελάχιστο χρόνο.

4.   Εάν είναι δυνατόν, οι επιτόπιοι έλεγχοι βάσει του παρόντος κανονισμού και οι λοιποί έλεγχοι που προβλέπονται από το ενωσιακό δίκαιο σχετικά με τις γεωργικές επιδοτήσεις πραγματοποιούνται ταυτόχρονα.

Άρθρο 104

Χορήγηση αναγνώρισης και έγκριση των επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.   Πριν από τη χορήγηση αναγνώρισης σε οργάνωση παραγωγών δυνάμει του άρθρου 125β παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπια επίσκεψη στην οργάνωση παραγωγών, προκειμένου να ελέγξουν την τήρηση των όρων αναγνώρισης.

2.   Πριν από την έγκριση επιχειρησιακού προγράμματος δυνάμει του άρθρου 64, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους επαληθεύει με κάθε ενδεδειγμένο τρόπο, συμπεριλαμβανομένων και των επιτόπιων ελέγχων, το επιχειρησιακό πρόγραμμα που υποβλήθηκε για έγκριση και, ενδεχομένως, τις αιτήσεις τροποποιήσεων. Οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν κυρίως τα ακόλουθα θέματα:

α)

την ακρίβεια των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 59 στοιχεία α), β) και ε), τα οποία περιλαμβάνονται στο σχέδιο επιχειρησιακού προγράμματος·

β)

τη συμμόρφωση των προγραμμάτων με τις διατάξεις του άρθρου 103γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, καθώς και με το εθνικό πλαίσιο και την εθνική στρατηγική·

γ)

την επιλεξιμότητα των δράσεων και την επιλεξιμότητα των προτεινόμενων δαπανών·

δ)

τη συνέπεια και την τεχνική ποιότητα των προγραμμάτων, την εγκυρότητα των εκτιμήσεων και του σχεδίου ενίσχυσης, καθώς και του προγραμματισμού της υλοποίησής του. Με τους ελέγχους επαληθεύεται κατά πόσο έχουν καθοριστεί μετρήσιμοι στόχοι, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση της επίτευξής τους, και κατά πόσο οι στόχοι που καθορίστηκαν είναι επιτεύξιμοι μέσω της εφαρμογής των προτεινόμενων δράσεων· και

ε)

τη συμμόρφωση των ενεργειών για τις οποίες ζητείται ενίσχυση με το ισχύον εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, ιδίως όπου απαιτείται στους τομείς των δημόσιων προμηθειών, των κρατικών ενισχύσεων και άλλων ενδεικνυόμενων υποχρεωτικών προτύπων που έχουν θεσπιστεί από την εθνική νομοθεσία ή που προβλέπονται στο εθνικό πλαίσιο ή στην εθνική στρατηγική.

Άρθρο 105

Διοικητικοί έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης για επιχειρησιακά προγράμματα

1.   Τα κράτη μέλη, πριν χορηγήσουν την ενίσχυση, διενεργούν διοικητικούς ελέγχους όλων των αιτήσεων ενίσχυσης, οι οποίοι συμπληρώνονται από ελέγχους σε δειγματοληπτική βάση όπως προβλέπεται στο άρθρο 106.

2.   Οι διοικητικοί έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης περιλαμβάνουν ιδίως, και στο μέτρο που ενδείκνυται για την υποβληθείσα αίτηση, την επαλήθευση των εξής:

α)

της ετήσιας έκθεσης ή, ενδεχομένως, της τελικής έκθεσης που διαβιβάζεται μαζί με την αίτηση για την εκτέλεση του επιχειρησιακού προγράμματος·

β)

της αξίας της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο, των εισφορών στο επιχειρησιακό ταμείο και των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν·

γ)

της παράδοσης των προϊόντων και υπηρεσιών και της γνησιότητας της δηλούμενης δαπάνης·

δ)

της συμφωνίας των δράσεων που εκτελέστηκαν προς εκείνες που περιλαμβάνονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα όπως εγκρίθηκε·

ε)

της τήρησης των οικονομικών και λοιπών ορίων και ανωτάτων ορίων που επιβάλλονται.

3.   Για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος προσκομίζονται τιμολόγια και δικαιολογητικά, όπως αποσπάσματα κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών, με τα οποία αποδεικνύεται η πληρωμή. Εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, οι πληρωμές συνοδεύονται από δικαιολογητικά ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος. Τα χρησιμοποιηθέντα τιμολόγια εκδίδονται επ’ ονόματι της οργάνωσης παραγωγών, της ένωσης οργανώσεων παραγωγών ή της θυγατρικής στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 9 ή, με την επιφύλαξη της έγκρισης του κράτους μέλους, επ’ ονόματι ενός ή περισσότερων των παραγωγών-μελών της. Ωστόσο, ανάλογα με την περίπτωση, τα τιμολόγια για τα έξοδα προσωπικού που αναφέρονται στο παράρτημα IX παράγραφος 2 στοιχείο β) εκδίδονται επ’ ονόματι της οργάνωσης παραγωγών, της ένωσης οργανώσεων παραγωγών ή της θυγατρικής στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 9.

Άρθρο 106

Επιτόπιοι έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης για επιχειρησιακά προγράμματα

1.   Στο πλαίσιο της επαλήθευσης της αίτησης ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 69 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις των οργανώσεων παραγωγών, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τους όρους χορήγησης ενίσχυσης ή του υπολοίπου της για το συγκεκριμένο έτος.

Οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν κυρίως τα ακόλουθα θέματα:

α)

τη συμμόρφωση με τα κριτήρια αναγνώρισης για το συγκεκριμένο έτος·

β)

τη χρήση του επιχειρησιακού ταμείου κατά το συγκεκριμένο έτος, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που δηλώθηκαν σε αιτήσεις για προκαταβολές ή για μερικές πληρωμές, της αξίας της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο, των εισφορών στο επιχειρησιακό ταμείο και των δαπανών που δηλώθηκαν συνοδευόμενων από δικαιολογητικά ή άλλα έγγραφα·

γ)

τους δευτεροβάθμιους ελέγχους όσον αφορά τα έξοδα για τις αποσύρσεις από την αγορά, καθώς και την πρώιμη συγκομιδή και τη μη συγκομιδή.

2.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αφορούν σημαντικό δείγμα αιτήσεων ετησίως. Το δείγμα αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % της συνολικής ενίσχυσης για την οποία υποβλήθηκε αίτηση, στα κράτη μέλη στα οποία υπάρχουν άνω των 10 αναγνωρισμένων οργανώσεων παραγωγών. Στις άλλες περιπτώσεις, πραγματοποιείται τουλάχιστον μία επίσκεψη ανά τριετία σε κάθε οργάνωση παραγωγών.

Ένας τουλάχιστον έλεγχος πραγματοποιείται σε κάθε οργάνωση παραγωγών πριν από την καταβολή της ενίσχυσης ή του υπολοίπου της κατά το τελικό έτος του επιχειρησιακού της προγράμματος.

3.   Τα αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων αξιολογούνται για να προσδιοριστεί κατά πόσο τα προβλήματα που τυχόν εντοπίστηκαν είναι συστημικού χαρακτήρα και συνεπάγονται κινδύνους για άλλες παρόμοιες δράσεις, άλλους δικαιούχους ή άλλους οργανισμούς. Η αξιολόγηση προσδιορίζει επίσης τις αιτίες αυτών των καταστάσεων, την περαιτέρω εξέταση που ενδεχομένως απαιτείται, καθώς και τα αναγκαία διορθωτικά και προληπτικά μέτρα.

Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθούν κατά τους ελέγχους σημαντικές παρατυπίες σε περιφέρεια, μέρος περιφέρειας ή συγκεκριμένη οργάνωση παραγωγών, το κράτος μέλος διενεργεί συμπληρωματικούς ελέγχους εντός του συγκεκριμένου έτους και αυξάνει το ποσοστό των αντίστοιχων αιτήσεων που πρέπει να ελεγχθούν το επόμενο έτος.

4.   Το κράτος μέλος προσδιορίζει ποιες οργανώσεις παραγωγών πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου βάσει ανάλυσης κινδύνου.

Για την ανάλυση κινδύνου λαμβάνονται υπόψη ιδίως:

α)

τα ποσά των ενισχύσεων·

β)

οι διαπιστώσεις που προέκυψαν από τους ελέγχους στη διάρκεια των προηγούμενων ετών·

γ)

ένα τυχαίο στοιχείο· και

δ)

άλλες παράμετροι, οι οποίες θα καθοριστούν από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 107

Επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με μέτρα επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.   Με τους επιτόπιους ελέγχους όσον αφορά τα μέτρα επιχειρησιακών προγραμμάτων, τα κράτη μέλη επαληθεύουν ειδικότερα τα εξής:

α)

την εφαρμογή των δράσεων που περιέχονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα·

β)

τη συνέπεια της εφαρμογής ή της προβλεπόμενης εφαρμογής της δράσης με τη χρήση που περιγράφεται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα όπως εγκρίθηκε·

γ)

για έναν ικανό αριθμό θέσεων δαπανών, τη συμμόρφωση της φύσης και του χρονοδιαγράμματος της δαπάνης προς το ενωσιακό δίκαιο και την αντιστοιχία με τις εγκεκριμένες προδιαγραφές·

δ)

την πιστοποίηση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν με δικαιολογητικά ή άλλα έγγραφα· και

ε)

την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο.

2.   Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο επαληθεύεται με βάση τα δεδομένα του δημοσιονομικού λογιστικού συστήματος που ελέγχεται και πιστοποιείται βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η δήλωση της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο πιστοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο με τα δεδομένα του δημοσιονομικού λογιστικού συστήματος.

Ο έλεγχος της δήλωσης της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο είναι δυνατόν να διενεργηθεί πριν από τη διαβίβαση της σχετικής αίτησης ενίσχυσης. Διενεργείται το αργότερο πριν από την καταβολή της ενίσχυσης.

3.   Εκτός από εξαιρετικές περιστάσεις, ο επιτόπιος έλεγχος περιλαμβάνει επίσκεψη στον τόπο εκτέλεσης της δράσης ή, όταν η δράση είναι άυλη, στον ανάδοχο της δράσης. Ειδικότερα, οι δράσεις σε επιμέρους εκμεταλλεύσεις που καλύπτονται από το δείγμα που αναφέρεται στο άρθρο 106 παράγραφος 2 αποτελούν αντικείμενο μίας τουλάχιστον επίσκεψης για την επαλήθευση της εκτέλεσής τους.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην πραγματοποιήσουν τέτοιες επισκέψεις για μικρότερες δράσεις ή σε περιπτώσεις στις οποίες θεωρούν ότι υπάρχει χαμηλός κίνδυνος να μην έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις χορήγησης της ενίσχυσης ή να μην έχει πραγματοποιηθεί η ενέργεια. Η απόφαση αυτή και η αιτιολογία της καταγράφονται.

4.   Οι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν όλες τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τις δεσμεύσεις της οργάνωσης παραγωγών ή των μελών της που μπορούν να ελεγχθούν τη στιγμή της επίσκεψης.

5.   Για τη συμπλήρωση του ποσοστού ελέγχων που ορίζεται στο άρθρο 106 παράγραφος 2 μπορούν να προσμετρηθούν μόνον οι έλεγχοι που πληρούν όλες τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 108

Πρωτοβάθμιοι έλεγχοι των ενεργειών απόσυρσης

1.   Τα κράτη μέλη διενεργούν πρωτοβάθμιους ελέγχους των ενεργειών απόσυρσης στις οποίες προβαίνει κάθε οργάνωση παραγωγών, που συνίστανται σε έλεγχο των εγγράφων και της ταυτότητας, καθώς και σε φυσικό έλεγχο, με δειγματοληψία εφόσον απαιτείται, του βάρους των προϊόντων που αποσύρονται από την αγορά καθώς και σε έλεγχο συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 76, σύμφωνα με τις διαδικασίες που θεσπίζονται στον τίτλο II κεφάλαιο II. Ο έλεγχος διενεργείται μετά την παραλαβή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 78 παράγραφος 1, εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 78 παράγραφος 2.

2.   Οι πρωτοβάθμιοι έλεγχοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αφορούν το 100 % της ποσότητας των προϊόντων που αποσύρθηκαν από την αγορά. Μετά τον έλεγχο, παρουσία των αρμόδιων αρχών, τα αποσυρθέντα προϊόντα πλην εκείνων που προορίζονται για δωρεάν διανομή μετουσιώνονται ή διατίθενται στη μεταποιητική βιομηχανία, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 80.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, όταν τα προϊόντα προορίζονται για δωρεάν διανομή, τα κράτη μέλη μπορούν να ελέγξουν ποσοστό μικρότερο από το προβλεπόμενο στην εν λόγω παράγραφο, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι μικρότερο από το 10 % των σχετικών ποσοτήτων κατά την περίοδο εμπορίας για κάθε δεδομένη οργάνωση παραγωγών. Ο έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί στις εγκαταστάσεις της οργάνωσης παραγωγών και/ή στις εγκαταστάσεις των αποδεκτών των αποσυρθέντων προϊόντων. Σε περίπτωση που κατά τους ελέγχους διαπιστώνονται ουσιαστικές παρατυπίες, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους διενεργούν συμπληρωματικούς ελέγχους.

Άρθρο 109

Δευτεροβάθμιοι έλεγχοι των ενεργειών απόσυρσης

1.   Στο πλαίσιο των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 106, τα κράτη μέλη διενεργούν δευτεροβάθμιους ελέγχους των ενεργειών απόσυρσης.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν κριτήρια για την ανάλυση και την αξιολόγηση του κινδύνου που παρουσιάζει μια συγκεκριμένη οργάνωση παραγωγών να προβεί σε αποσύρσεις που δεν είναι σύμφωνες προς τις κανονιστικές ρυθμίσεις. Τα κριτήρια αυτά αφορούν, μεταξύ άλλων, τις διαπιστώσεις κατά τους προηγούμενους πρωτοβάθμιους και δευτεροβάθμιους ελέγχους, καθώς και την ύπαρξη ή όχι διαδικασίας διασφάλισης της ποιότητας εκ μέρους της οργάνωσης παραγωγών. Βάσει των εν λόγω κριτηρίων, τα κράτη μέλη καθορίζουν για κάθε οργάνωση παραγωγών, την ελάχιστη συχνότητα με την οποία θα πρέπει να διενεργείται δευτεροβάθμιος έλεγχος.

2.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνίστανται σε επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις των οργανώσεων παραγωγών και των αποδεκτών των αποσυρθέντων προϊόντων, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των προϋποθέσεων για την πληρωμή της ενωσιακής ενίσχυσης. Οι εν λόγω έλεγχοι περιλαμβάνουν:

α)

έλεγχο των λογιστικών βιβλίων αποθήκης και των λογιστικών χρηματοοικονομικών βιβλίων που πρέπει να τηρεί κάθε οργάνωση παραγωγών που προβαίνει σε μία ή περισσότερες ενέργειες απόσυρσης κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου εμπορίας·

β)

επαλήθευση των ποσοτήτων που διατίθενται στο εμπόριο οι οποίες έχουν δηλωθεί στις αιτήσεις ενίσχυσης, ελέγχοντας ιδίως τα λογιστικά βιβλία αποθήκης και τα λογιστικά χρηματοοικονομικά βιβλία, τα τιμολόγια και, ενδεχομένως, την ακρίβειά τους, καθώς και τη συμφωνία των δηλώσεων αυτών με τα λογιστικά και/ή τα φορολογικά στοιχεία των οικείων οργανώσεων παραγωγών·

γ)

έλεγχο της ορθής λογιστικής διαχείρισης, εξακριβώνοντας ιδίως την ακρίβεια των καθαρών εσόδων των οργανώσεων παραγωγών που έχουν δηλωθεί στις αιτήσεις πληρωμής, την αναλογικότητα των ποσών που έχουν ενδεχομένως εισπραχθεί για δαπάνες απόσυρσης, καθώς και την ακρίβεια των εν λόγω ποσών· και

δ)

έλεγχο του προορισμού των αποσυρθέντων προϊόντων όπως έχει δηλωθεί στις αιτήσεις πληρωμής και έλεγχο της καταλληλότητας της μετουσίωσης για να διασφαλιστεί η τήρηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού από τις οργανώσεις παραγωγών και τους αποδέκτες.

3.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 διενεργούνται στις εγκαταστάσεις των οικείων οργανώσεων παραγωγών και των συνδεδεμένων με τις οργανώσεις αυτές αποδεκτών. Κάθε έλεγχος αφορά δείγμα που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 5 % των ποσοτήτων που έχουν αποσυρθεί από την οργάνωση παραγωγών στη διάρκεια της περιόδου εμπορίας.

4.   Τα λογιστικά βιβλία αποθήκης και τα λογιστικά χρηματοοικονομικά βιβλία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) διακρίνουν, για κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο απόσυρσης, τις κινούμενες ποσότητες, εκφρασμένες σε όγκο, όσον αφορά:

α)

την παραγωγή που παραδίδουν τα μέλη της οργάνωσης παραγωγών και τα μέλη άλλων οργανώσεων παραγωγών σύμφωνα με το άρθρο 125α παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007·

β)

τις πωλήσεις της οργάνωσης παραγωγών, κάνοντας διάκριση μεταξύ των προϊόντων που ετοιμάζονται για την αγορά νωπών προϊόντων και των υπολοίπων ειδών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης ύλης που προορίζεται για μεταποίηση· και

γ)

τα προϊόντα που αποσύρθηκαν από την αγορά.

5.   Οι έλεγχοι προορισμού των προϊόντων, που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ) περιλαμβάνουν ιδίως:

α)

δειγματοληπτικό έλεγχο των ειδικών λογιστικών βιβλίων που πρέπει να τηρούν οι αποδέκτες και, ενδεχομένως τη συμφωνία τους με τα λογιστικά βιβλία που επιβάλλει η εθνική νομοθεσία· και

β)

έλεγχο της συμμόρφωσης με τις ισχύουσες περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

6.   Εάν κατά τους δευτεροβάθμιους ελέγχους διαπιστωθούν ουσιαστικές παρατυπίες, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους διενεργούν διεξοδικότερους δευτεροβάθμιους ελέγχους για την υπό εξέταση περίοδο εμπορίας και αυξάνουν τη συχνότητα των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων ελέγχων στις εγκαταστάσεις των οικείων οργανώσεων παραγωγών ή των ενώσεών τους κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου εμπορίας.

Άρθρο 110

Πρώιμη συγκομιδή και μη συγκομιδή

1.   Πριν από την πραγματοποίηση των εργασιών πρώιμης συγκομιδής, τα κράτη μέλη επαληθεύουν με επιτόπιο έλεγχο ότι τα σχετικά προϊόντα δεν έχουν υποστεί ζημιές και ότι η συγκεκριμένη περιοχή έχει διατηρηθεί σε καλή κατάσταση. Μετά την πρώιμη συγκομιδή, τα κράτη μέλη επαληθεύουν ότι πραγματοποιήθηκε πλήρης συγκομιδή της σχετικής περιοχής και ότι το συγκομιζόμενο προϊόν έχει μετουσιωθεί.

Στο τέλος της περιόδου συγκομιδής, τα κράτη μέλη επαληθεύουν την αξιοπιστία της ανάλυσης με βάση την προσδοκώμενη κατάσταση στην αγορά που αναφέρεται στο άρθρο 85 παράγραφος 2. Επίσης αναλύουν τις ενδεχόμενες αποκλίσεις μεταξύ της προσδοκώμενης κατάστασης στην αγορά και της πραγματικής κατάστασης στην αγορά.

2.   Πριν από την πραγματοποίηση των εργασιών μη συγκομιδής, τα κράτη μέλη επαληθεύουν με επιτόπιο έλεγχο ότι η συγκεκριμένη περιοχή έχει διατηρηθεί σε καλή κατάσταση, ότι δεν έχει ήδη πραγματοποιηθεί μερική συγκομιδή και ότι το προϊόν έχει αναπτυχθεί επαρκώς και ότι είναι γενικά υγιούς, ανόθευτης και εμπορεύσιμης ποιότητας.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η παραγωγή μετουσιώνεται. Εάν τούτο δεν είναι δυνατόν, διασφαλίζουν, με επιτόπια επίσκεψη ή επιτόπιες επισκέψεις κατά την περίοδο συγκομιδής, ότι δεν πραγματοποιείται συγκομιδή.

3.   Το άρθρο 109 παράγραφοι 1, 2, 3 και 6 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Άρθρο 111

Έλεγχοι πριν από την έγκριση των σχεδίων αναγνώρισης ομάδων παραγωγών

1.   Πριν από την έγκριση ενός σχεδίου αναγνώρισης ομάδας παραγωγών δυνάμει του άρθρου 125ε παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπιο έλεγχο στη νομική οντότητα ή στο σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας.

2.   Το κράτος μέλος εξακριβώνει με κάθε ενδεδειγμένο μέσο, συμπεριλαμβανομένου του επιτόπιου ελέγχου:

α)

την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχει το σχέδιο αναγνώρισης·

β)

την οικονομική συνέπεια και την τεχνική ποιότητα του σχεδίου, την εγκυρότητα των εκτιμήσεων και τον προγραμματισμό της υλοποίησής του·

γ)

την επιλεξιμότητα των δράσεων, καθώς και την επιλεξιμότητα και τον εύλογο χαρακτήρα των προτεινόμενων δαπανών· και

δ)

τη συμμόρφωση των ενεργειών για τις οποίες ζητείται ενίσχυση με το ισχύον εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, και ιδίως με τις διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες, τις κρατικές ενισχύσεις και άλλα ενδεικνυόμενα υποχρεωτικά πρότυπα που έχουν θεσπιστεί από την εθνική νομοθεσία ή που προβλέπονται στο εθνικό πλαίσιο ή στην εθνική στρατηγική.

Άρθρο 112

Έλεγχοι αιτήσεων ενίσχυσης ομάδων παραγωγών

1.   Τα κράτη μέλη, πριν χορηγήσουν την πληρωμή, διενεργούν διοικητικούς ελέγχους όλων των αιτήσεων ενίσχυσης που υποβάλλονται από ομάδες παραγωγών, καθώς και επιτόπιους ελέγχους σε δειγματοληπτική βάση.

2.   Μετά την υποβολή της αίτησης ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 45, τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπιους ελέγχους στις ομάδες παραγωγών, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τους όρους χορήγησης ενίσχυσης για το συγκεκριμένο έτος.

Οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν κυρίως τα ακόλουθα θέματα:

α)

τη συμμόρφωση με τα κριτήρια αναγνώρισης για το συγκεκριμένο έτος· και

β)

την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο, καθώς και την εφαρμογή των μέτρων που περιέχονται στο σχέδιο αναγνώρισης και τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν.

3.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 αφορούν σημαντικό δείγμα αιτήσεων ετησίως. Το δείγμα αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % του συνολικού ποσού της ενίσχυσης.

Κάθε ομάδα παραγωγών ελέγχεται τουλάχιστον μία φορά ανά πενταετία.

4.   Τα άρθρα 105 και 107 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Άρθρο 113

Διεθνικές οργανώσεις παραγωγών και διεθνικές ενώσεις οργανώσεων παραγωγών

1.   Το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα διεθνικής οργάνωσης παραγωγών ή διεθνικής ένωσης οργανώσεων παραγωγών φέρει τη συνολική ευθύνη για την οργάνωση των ελέγχων στη συγκεκριμένη οργάνωση ή ένωση όσον αφορά ιδίως το επιχειρησιακό πρόγραμμα και το επιχειρησιακό ταμείο και επιβάλλει κυρώσεις εφόσον απαιτείται.

2.   Τα λοιπά κράτη μέλη τα οποία οφείλουν να παρέχουν τη διοικητική συνεργασία που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 2 στοιχείο γ) και στο άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχείο γ) διενεργούν τους διοικητικούς αυτούς ελέγχους και τους επιτόπιους ελέγχους που απαιτούνται από το κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και του διαβιβάζουν τα σχετικά αποτελέσματα. Τηρούν όλες τις προθεσμίες που ορίζει το κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Οι κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 ισχύουν για την οργάνωση παραγωγών, το επιχειρησιακό πρόγραμμα και το επιχειρησιακό ταμείο. Ωστόσο, όσον αφορά τα περιβαλλοντικά και φυτοϋγειονομικά θέματα, και σε σχέση με τη διάθεση των αποσυρθέντων προϊόντων, ισχύει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η παραγωγή.

Τμήμα 3

Κυρώσεις

Άρθρο 114

Μη τήρηση των κριτηρίων αναγνώρισης

1.   Τα κράτη μέλη ανακαλούν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγής σε περίπτωση ουσιαστικής μη τήρησης των κριτηρίων αναγνώρισης, από πρόθεση ή από σοβαρή αμέλεια της οργάνωσης παραγωγών.

Ειδικότερα, τα κράτη μέλη ανακαλούν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών εάν η μη τήρηση των κριτηρίων αναγνώρισης αφορά:

α)

παραβίαση των απαιτήσεων του άρθρου 21, του άρθρου 23, του άρθρου 26 παράγραφοι 1 και 2, ή του άρθρου 31· ή

β)

κατάσταση στην οποία η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο είναι κατώτερη, για δύο διαδοχικά έτη, από το ελάχιστο όριο που καθόρισε το κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 125β παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Η ανάκληση της αναγνώρισης δυνάμει της παρούσας παραγράφου παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία δεν πληρούνται οι όροι της αναγνώρισης, με την επιφύλαξη τυχόν οριζόντιας νομοθεσίας εφαρμοστέας σε εθνικό επίπεδο περί παραγραφής.

2.   Όταν δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 1, τα κράτη μέλη αναστέλλουν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών σε περίπτωση ουσιαστικής, πλην όμως προσωρινής, μη τήρησης των κριτηρίων αναγνώρισης.

Κατά τη διάρκεια της αναστολής, δεν καταβάλλεται καμία ενίσχυση. Η αναστολή παράγει αποτελέσματα από την ημέρα διενέργειας του ελέγχου και λήγει την ημέρα του ελέγχου που αποδεικνύει ότι τα σχετικά κριτήρια πληρούνται.

Η περίοδος αναστολής δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες. Εάν τα σχετικά κριτήρια εξακολουθούν να μην πληρούνται μετά από 12 μήνες, ανακαλείται η αναγνώριση.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβούν σε πληρωμές μετά την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 70 εφόσον είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Ωστόσο, αυτές οι καθυστερημένες πληρωμές δεν είναι δυνατόν σε καμιά περίπτωση να καταβάλλονται μετά τις 15 Οκτωβρίου του δεύτερου έτους που έπεται του έτους εφαρμογής του προγράμματος.

3.   Σε άλλες περιπτώσεις μη τήρησης των κριτηρίων αναγνώρισης, στις οποίες δεν εφαρμόζονται η παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη αποστέλλουν προειδοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρονται τα διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθυστερήσουν την καταβολή της ενίσχυσης μέχρι τη λήψη των διορθωτικών μέτρων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβούν σε πληρωμές μετά την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 70 εφόσον είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Ωστόσο, αυτές οι καθυστερημένες πληρωμές δεν είναι δυνατόν σε καμιά περίπτωση να καταβάλλονται μετά τις 15 Οκτωβρίου του δεύτερου έτους που έπεται του έτους εφαρμογής του προγράμματος.

Η παράλειψη λήψης των διορθωτικών μέτρων εντός περιόδου 12 μηνών θεωρείται ουσιαστική αθέτηση των κριτηρίων και, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται η παράγραφος 2.

Άρθρο 115

Απάτη

1.   Με την επιφύλαξη τυχόν άλλων κυρώσεων και ποινών δυνάμει της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας, εάν διαπιστωθεί ότι οργάνωση παραγωγών, ένωση οργανώσεων παραγωγών ή ομάδα παραγωγών έχει διαπράξει απάτη όσον αφορά ενίσχυση στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη:

α)

ανακαλούν την αναγνώριση της οργάνωσης παραγωγών, ένωσης οργανώσεων παραγωγών ή ομάδας παραγωγών

β)

αποκλείουν τις σχετικές δράσεις ή ενέργειες από τη στήριξη στο πλαίσιο του συγκεκριμένου επιχειρησιακού προγράμματος ή σχεδίου αναγνώρισης και ανακτούν την ενίσχυση που ενδεχομένως έχει καταβληθεί για την εν λόγω ενέργεια· και

γ)

αποκλείουν την οργάνωση παραγωγών, την ένωση παραγωγών ή την ομάδα παραγωγών από τη στήριξη στο πλαίσιο του σχετικού επιχειρησιακού προγράμματος ή σχεδίου αναγνώρισης κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αναστείλουν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών, ένωσης οργανώσεων παραγωγών ή ομάδας παραγωγών, ή να αναστείλουν τις πληρωμές προς τον συγκεκριμένο φορέα, εάν υπάρχει υποψία για τη διάπραξη απάτης όσον αφορά την ενίσχυση που καλύπτεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Άρθρο 116

Ομάδες παραγωγών

1.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν, τηρουμένων των αναλογιών, τις κυρώσεις και ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 114 και/ή στο άρθρο 117 όσον αφορά τα σχέδια αναγνώρισης.

2.   Επιπλέον της παραγράφου 1, εάν, μετά τη λήξη της περιόδου που καθόρισε το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 49 παράγραφος 4, η ομάδα παραγωγών δεν έχει αναγνωριστεί ως οργάνωση παραγωγών, το κράτος μέλος ανακτά:

α)

το 100 % της ενίσχυσης που καταβλήθηκε στην ομάδα παραγωγών εάν για τη μη επίτευξη της αναγνώρισης ευθύνεται η ομάδα παραγωγών από πρόθεση ή σοβαρή αμέλεια· ή

β)

το 50 % της ενίσχυσης που καταβλήθηκε στην ομάδα παραγωγών σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

Άρθρο 117

Επιχειρησιακό πρόγραμμα

1.   Οι πληρωμές υπολογίζονται με βάση τις δαπάνες που κρίνονται επιλέξιμες.

2.   Τα κράτη μέλη εξετάζουν την υποβληθείσα αίτηση ενίσχυσης του δικαιούχου και καθορίζουν τα ποσά που είναι επιλέξιμα για ενίσχυση. Καθορίζονται τα εξής:

α)

το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον δικαιούχο με βάση μόνον την αίτηση·

β)

το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον δικαιούχο αφού εξεταστεί η επιλεξιμότητα της αίτησης.

3.   Εάν το ποσό που καθορίζεται βάσει της παραγράφου 2 στοιχείο α) υπερβαίνει το ποσό που καθορίζεται βάσει της παραγράφου 2 στοιχείο β) κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 3 %, επιβάλλεται ποινή. Το ποσό της ποινής προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των ποσών που υπολογίστηκαν στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και β).

Εντούτοις, δεν εφαρμόζεται ποινή εάν η οργάνωση παραγωγών ή η ομάδα παραγωγών είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για την ένταξη του μη επιλέξιμου ποσού.

4.   Οι παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών στις μη επιλέξιμες δαπάνες που εντοπίζονται κατά τους επιτόπιους ελέγχους ή τους μεταγενέστερους ελέγχους.

5.   Εάν η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο δηλώνεται και ελέγχεται πριν από την αίτηση ενίσχυσης, για τον καθορισμό των ποσών σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχεία α) και β) αντίστοιχα χρησιμοποιούνται οι αξίες που δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν.

Άρθρο 118

Κυρώσεις όσον αφορά ενέργειες απόσυρσης κατόπιν πρωτοβάθμιων ελέγχων

Εάν, έπειτα από τον έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 108, διαπιστώνονται παρατυπίες όσον αφορά τις προδιαγραφές εμπορίας ή τις ελάχιστες απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 76, ο δικαιούχος υποχρεούται:

α)

να πληρώσει ποινή ποσού ίσου με την ενωσιακή συνδρομή, που υπολογίζεται με βάση τις ποσότητες των αποσυρθέντων προϊόντων τα οποία δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές εμπορίας ή τις ελάχιστες απαιτήσεις, εάν οι εν λόγω ποσότητες είναι μικρότερες του 10 % των ποσοτήτων που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 78 όσον αφορά τη συγκεκριμένη ενέργεια απόσυρσης·

β)

να πληρώσει ποινή ποσού διπλάσιου της ενωσιακής συνδρομής, εάν οι εν λόγω ποσότητες κυμαίνονται μεταξύ 10 % και 25 % των ποσοτήτων που κοινοποιήθηκαν· ή

γ)

να πληρώσει ποινή ποσού ίσου με την ενωσιακή συνδρομή για το σύνολο της ποσότητας που κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 78, όταν οι εν λόγω ποσότητες υπερβαίνουν το 25 % των ποσοτήτων που κοινοποιήθηκαν.

Άρθρο 119

Άλλες κυρώσεις που επιβάλλονται σε οργανώσεις παραγωγών όσον αφορά ενέργειες απόσυρσης

1.   Οι ποινές που αναφέρονται στο άρθρο 117 καλύπτουν την ενίσχυση για την οποία υποβλήθηκε αίτηση όσον αφορά τις ενέργειες απόσυρσης που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των δαπανών του επιχειρησιακού προγράμματος.

2.   Οι δαπάνες της ενέργειας απόσυρσης θεωρούνται μη επιλέξιμες εάν τα προϊόντα που δεν τίθενται προς πώληση δεν έχουν διατεθεί όπως προβλέπεται από το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 80 παράγραφος 1 ή εάν η απόσυρση ή ο προορισμός της είχε αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον ή αρνητικές φυτοϋγειονομικές συνέπειες κατά παράβαση των διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει του άρθρου 80 παράγραφος 1.

Άρθρο 120

Κυρώσεις που επιβάλλονται στους αποδέκτες αποσυρθέντων προϊόντων

Όταν κατά τους ελέγχους που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 108 και 109, διαπιστώνονται παρατυπίες οι οποίες είναι καταλογιστέες στους αποδέκτες αποσυρθέντων προϊόντων, εφαρμόζονται οι ακόλουθες κυρώσεις:

α)

οι αποδέκτες παύουν να είναι επιλέξιμοι για την αποδοχή αποσύρσεων· και

β)

οι αποδέκτες των αποσυρθέντων από την αγορά προϊόντων υποχρεούνται να επιστρέψουν την αξία των προϊόντων που έλαβαν, προσαυξημένη κατά τα έξοδα διαλογής, συσκευασίας και μεταφοράς σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη.

Η κύρωση που προβλέπεται στο στοιχείο α) παράγει αποτελέσματα αμέσως και διαρκεί μία τουλάχιστον περίοδο εμπορίας. Μπορεί να παραταθεί ανάλογα με τη σοβαρότητα της παρατυπίας.

Άρθρο 121

Πρώιμη συγκομιδή και μη συγκομιδή

1.   Όσον αφορά την πρώιμη συγκομιδή, εάν διαπιστωθεί ότι η οργάνωση παραγωγών δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, της επιβάλλεται ποινή ποσού ίσου με την αποζημίωση σχετικά με τις εκτάσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η υποχρέωση. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων περιλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες:

α)

το κράτος μέλος διαπιστώνει, κατά την επαλήθευση που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, ότι το μέτρο πρώιμης συγκομιδής δεν ήταν αιτιολογημένο με βάση την ανάλυση για την προσδοκώμενη κατάσταση στην αγορά την εποχή εκείνη·

β)

η έκταση που κοινοποιήθηκε για πρώιμη συγκομιδή δεν είναι επιλέξιμη για πρώιμη συγκομιδή· ή

γ)

δεν πραγματοποιήθηκε πλήρης συγκομιδή της έκτασης ή η παραγωγή δεν έχει μετουσιωθεί.

2.   Όσον αφορά τη μη συγκομιδή, εάν διαπιστωθεί ότι η οργάνωση παραγωγών δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, της επιβάλλεται ποινή ποσού ίσου με την αποζημίωση σχετικά με τις εκτάσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η υποχρέωση. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων περιλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες:

α)

η έκταση που κοινοποιήθηκε για μη συγκομιδή δεν είναι επιλέξιμη για μη συγκομιδή·

β)

πραγματοποιήθηκε όμως συγκομιδή ή μερική συγκομιδή· ή

γ)

προέκυψαν αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον ή αρνητικές φυτοϋγειονομικές συνέπειες για τις οποίες ευθύνεται η οργάνωση παραγωγών.

3.   Οι ποινές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 εφαρμόζονται επιπλέον της ενδεχόμενης ποινής που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 117.

Άρθρο 122

Παρεμπόδιση της διενέργειας επιτόπιου ελέγχου

Αίτηση για ενίσχυση απορρίπτεται όσον αφορά το μέρος των σχετικών δαπανών εάν η οργάνωση παραγωγών, μέλος αυτής ή ο αρμόδιος αντιπρόσωπος παρεμποδίζει τη διενέργεια επιτόπιου έλεγχου.

Άρθρο 123

Καταβολή των ανακτηθεισών ενισχύσεων και των ποινών

1.   Οι οργανώσεις παραγωγών, οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, οι ομάδες παραγωγών ή άλλες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επιστρέφουν την αχρεωστήτως καταβληθείσα ενίσχυση προσαυξημένη με τόκους και καταβάλλουν τις ποινές που προβλέπονται στο παρόν τμήμα.

Οι τόκοι υπολογίζονται:

α)

με βάση την περίοδο μεταξύ της πληρωμής και της επιστροφής από τον δικαιούχο·

β)

με το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κυριότερες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, το οποίο ίσχυε κατά την ημερομηνία της αχρεώστητης πληρωμής, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

2.   Οι ανακτηθείσες ενισχύσεις, οι τόκοι και οι επιβληθείσες ποινές καταβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων.

Άρθρο 124

Κοινοποίηση παρατυπιών

Η επιβολή διοικητικών κυρώσεων και ποινών και η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, που προβλέπονται στο παρόν τμήμα, πραγματοποιούνται με την επιφύλαξη της κοινοποίησης των παρατυπιών στην Επιτροπή δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1848/2006 της Επιτροπής (16).

Τμήμα 4

Παρακολούθηση και αξιολόγηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων και των εθνικών στρατηγικών

Άρθρο 125

Κοινοί δείκτες απόδοσης

1.   Τόσο οι εθνικές στρατηγικές όσο και τα επιχειρησιακά προγράμματα αποτελούν αντικείμενο παρακολούθησης και αξιολόγησης με σκοπό την εκτίμηση της συντελούμενης προόδου προς την επίτευξη των στόχων που έχουν καθοριστεί για τα επιχειρησιακά προγράμματα, καθώς και της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας σε σχέση με τους εν λόγω στόχους.

2.   Η πρόοδος, η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα εκτιμώνται με τη βοήθεια κοινών δεικτών απόδοσης, που παρατίθενται στο παράρτημα VIII, αναφορικά με την κατάσταση εκκίνησης καθώς και τη δημοσιονομική εκτέλεση, τις επιδόσεις, τα αποτελέσματα και τον αντίκτυπο των επιχειρησιακών προγραμμάτων που υλοποιούνται.

3.   Όταν κρίνεται σκόπιμο από τα κράτη μέλη, η εθνική στρατηγική καθορίζει περιορισμένη δέσμη πρόσθετων δεικτών ειδικά για τη στρατηγική αυτή, που να αντικατοπτρίζουν τις εθνικές και/ή περιφερειακές ανάγκες, τους ιδιαίτερους όρους και στόχους των επιχειρησιακών προγραμμάτων που υλοποιούνται από οργανώσεις παραγωγών. Όταν υπάρχουν, συμπεριλαμβάνονται πρόσθετοι δείκτες σχετικά με τους περιβαλλοντικούς στόχους που δεν καλύπτονται από τους κοινούς δείκτες απόδοσης.

Άρθρο 126

Διαδικασίες παρακολούθησης και αξιολόγησης σχετικά με τα επιχειρησιακά προγράμματα

1.   Οι οργανώσεις παραγωγών εξασφαλίζουν την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων τους, χρησιμοποιώντας τους κατάλληλους δείκτες από τους κοινούς δείκτες απόδοσης του άρθρου 125 και, ενδεχομένως, τους πρόσθετους δείκτες που καθορίζονται στην εθνική στρατηγική.

Προς τον σκοπό αυτό, θεσπίζουν σύστημα για τη συλλογή, την καταγραφή και τη διατήρηση πληροφοριών χρήσιμων για την κατάρτιση των εν λόγω δεικτών.

2.   Η παρακολούθηση αποσκοπεί στην εκτίμηση της προόδου που συντελείται προς την επίτευξη των ειδικών στόχων που έχουν καθοριστεί για το επιχειρησιακό πρόγραμμα. Η παρακολούθηση ασκείται με τη χρήση οικονομικών δεικτών, καθώς και δεικτών επιδόσεων και αποτελεσμάτων. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής προορίζονται να χρησιμεύσουν για τους εξής σκοπούς:

α)

την επαλήθευση της ποιότητας της υλοποίησης του προγράμματος·

β)

τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ανάγκης αναπροσαρμογής ή αναθεώρησης του επιχειρησιακού προγράμματος με σκοπό την επίτευξη των στόχων που καθορίστηκαν για το πρόγραμμα ή τη βελτίωση της διαχείρισης του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής διαχείρισης·

γ)

τη συμβολή στην τήρηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος.

Οι πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων παρακολούθησης περιλαμβάνονται σε κάθε ετήσια έκθεση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 96 παράγραφος 1, την οποία η οργάνωση παραγωγών οφείλει να διαβιβάσει στην εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη διαχείριση της εθνικής στρατηγικής.

3.   Η αξιολόγηση λαμβάνει τη μορφή ξεχωριστής ενδιάμεσης έκθεσης.

Η ενδιάμεση αξιολόγηση, που μπορεί να διενεργηθεί με τη βοήθεια ειδικευμένου γραφείου παροχής συμβουλών, αποσκοπεί στην εξέταση του βαθμού χρησιμοποίησης των χρηματοδοτικών πόρων, της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας του επιχειρησιακού προγράμματος, καθώς και στην εκτίμηση της προόδου που συντελέστηκε σχετικά με τους γενικούς στόχους του προγράμματος. Προς τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται κοινοί δείκτες απόδοσης σχετικά με την κατάσταση εκκίνησης, τα αποτελέσματα και, ενδεχομένως, τις συνέπειες.

Ενδεχομένως, η ενδιάμεση αξιολόγηση περιλαμβάνει ποιοτική εκτίμηση των αποτελεσμάτων και του αντίκτυπου των περιβαλλοντικών δράσεων με στόχο:

α)

την πρόληψη της διάβρωσης του εδάφους·

β)

τη μείωση της χρήσης και/ή την καλύτερη διαχείριση των προϊόντων φυτοπροστασίας·

γ)

την προστασία των ενδιαιτημάτων και της βιοποικιλότητας· ή

δ)

τη διατήρηση του τοπίου.

Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής χρησιμοποιούνται για τους εξής σκοπούς:

α)

τη βελτίωση της ποιότητας των επιχειρησιακών προγραμμάτων τα οποία διαχειρίζεται η οργάνωση παραγωγών·

β)

τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ανάγκης ουσιαστικής τροποποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος·

γ)

τη συμβολή στην τήρηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με την υλοποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων· και

δ)

την άντληση διδαγμάτων χρήσιμων για τη βελτίωση της ποιότητας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των μελλοντικών επιχειρησιακών προγραμμάτων υπό τη διαχείριση της οργάνωσης παραγωγών.

Η ενδιάμεση αξιολόγηση διενεργείται κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος, εγκαίρως ώστε η εξέταση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης να συμβάλει στην κατάρτιση του επόμενου επιχειρησιακού προγράμματος.

Η έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης προσαρτάται στην αντίστοιχη ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 96 παράγραφος 1.

Άρθρο 127

Διαδικασίες παρακολούθησης και αξιολόγησης σχετικά με την εθνική στρατηγική

1.   Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της εθνικής στρατηγικής πραγματοποιούνται με τη χρήση κατάλληλων δεικτών από τους κοινούς δείκτες απόδοσης του άρθρου 125 και, ενδεχομένως, των πρόσθετων δεικτών που καθορίζονται στην εθνική στρατηγική.

2.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν σύστημα για τη συλλογή, την καταγραφή και τη διατήρηση πληροφοριών σε ηλεκτρονική μορφή, οι οποίες είναι κατάλληλες για την κατάρτιση των δεικτών που αναφέρονται στο άρθρο 125. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη βασίζονται στις πληροφορίες που διαβιβάζει η οργάνωση παραγωγών στο πλαίσιο της παρακολούθησης και της αξιολόγησης των επιχειρησιακών της προγραμμάτων.

3.   Η παρακολούθηση είναι συνεχής και αποσκοπεί στην εκτίμηση της προόδου που συντελείται προς την επίτευξη των γενικών και ειδικών στόχων που έχουν καθοριστεί για τα επιχειρησιακά προγράμματα. Η παρακολούθηση ασκείται με τη χρήση οικονομικών δεικτών, καθώς και δεικτών επιδόσεων και αποτελεσμάτων. Προς τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται οι πληροφορίες που περιέχονται στις ετήσιες εκθέσεις προόδου τις οποίες διαβιβάζει η οργάνωση παραγωγών σχετικά με την παρακολούθηση των επιχειρησιακών της προγραμμάτων. Τα αποτελέσματα της παρακολούθησης χρησιμοποιούνται για τους εξής σκοπούς:

α)

την επαλήθευση της ποιότητας της υλοποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος·

β)

τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ανάγκης αναπροσαρμογής ή αναθεώρησης της εθνικής στρατηγικής με σκοπό την επίτευξη των στόχων που καθορίστηκαν για τη στρατηγική ή τη βελτίωση της διαχείρισης της εφαρμογής της στρατηγικής, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής διαχείρισης των επιχειρησιακών προγραμμάτων· και

γ)

τη συμβολή στην τήρηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής.

4.   Η αξιολόγηση αποσκοπεί στην εκτίμηση της προόδου που συντελέστηκε προς την επίτευξη των γενικών στόχων της στρατηγικής. Η αξιολόγηση διενεργείται με τη χρήση δεικτών σχετικά με την κατάσταση εκκίνησης, τα αποτελέσματα και, ενδεχομένως, τις συνέπειες. Προς τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται τα αποτελέσματα της παρακολούθησης και της ενδιάμεσης αξιολόγησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων, όπως αναφέρεται στις ετήσιες εκθέσεις προόδου και στις τελικές εκθέσεις που διαβιβάζουν οι οργανώσεις παραγωγών. Τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων αυτών χρησιμοποιούνται για τους εξής σκοπούς:

α)

τη βελτίωση της ποιότητας της στρατηγικής·

β)

τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ανάγκης ουσιαστικής τροποποίησης της στρατηγικής· και

γ)

τη συμβολή στην τήρηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής.

Η αξιολόγηση περιλαμβάνει τη διενέργεια αξιολόγησης το 2012, που πραγματοποιείται εγκαίρως ώστε να είναι δυνατή η συμπερίληψη των αποτελεσμάτων της σε χωριστή έκθεση αξιολόγησης η οποία πρέπει να προσαρτηθεί, για το ίδιο έτος, στην ετήσια εθνική έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 97 στοιχείο β). Η έκθεση εξετάζει τον βαθμό χρησιμοποίησης των χρηματοδοτικών πόρων, την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των υλοποιούμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων και αξιολογεί τα αποτελέσματα και τις συνέπειες των εν λόγω προγραμμάτων, σε σχέση με τους γενικούς και ειδικούς όρους που καθόρισε η στρατηγική και, ενδεχομένως, άλλους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 103γ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. Η έκθεση αποβλέπει στην άντληση χρήσιμων διδαγμάτων για τη βελτίωση της ποιότητας των μελλοντικών εθνικών στρατηγικών, και ιδίως στον προσδιορισμό πιθανών ελλείψεων όσον αφορά τον καθορισμό των επιλέξιμων για στήριξη γενικών στόχων, ειδικών στόχων ή μέτρων, ή στον εντοπισμό των αναγκών καθορισμού νέων μέσων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Επέκταση των κανόνων στους παραγωγούς μιας οικονομικής περιφέρειας

Άρθρο 128

Κοινοποίηση του καταλόγου οικονομικών περιφερειών

Η κοινοποίηση του καταλόγου των οικονομικών περιφερειών που αναφέρεται στο άρθρο 125στ παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμηθεί κατά πόσο πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 125στ παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 129

Κοινοποίηση δεσμευτικών κανόνων· αντιπροσωπευτικότητα

1.   Όταν κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 125ζ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, κοινοποιεί τους κανόνες που έχει καταστήσει δεσμευτικούς για ένα συγκεκριμένο προϊόν και μια συγκεκριμένη οικονομική περιφέρεια, ενημερώνει συγχρόνως στην Επιτροπή σχετικά με:

α)

την οργάνωση παραγωγών ή την ένωση οργανώσεων παραγωγών που ζήτησε την επέκταση των κανόνων·

β)

τον αριθμό των παραγωγών που είναι μέλη αυτής της οργάνωσης παραγωγών ή ένωσης οργανώσεων παραγωγών και τον συνολικό αριθμό των παραγωγών της εν λόγω οικονομικής περιφέρειας· τα στοιχεία δε αυτά πρέπει να αφορούν την κατάσταση που υφίσταται κατά τη στιγμή της αίτησης επέκτασης·

γ)

τον συνολικό όγκο της παραγωγής στην οικονομική περιφέρεια καθώς και τον όγκο της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο από την οργάνωση παραγωγών ή την ένωση οργανώσεων παραγωγών, κατά την τελευταία περίοδο εμπορίας για την οποία υπάρχουν αριθμητικά στοιχεία·

δ)

την ημερομηνία από την οποία οι κανόνες που πρέπει να επεκταθούν εφαρμόστηκαν από την εν λόγω οργάνωση παραγωγών ή ένωση οργανώσεων παραγωγών· και

ε)

την ημερομηνία έναρξης ισχύος της επέκτασης και τη διάρκεια εφαρμογής της επέκτασης αυτής.

2.   Για τον καθορισμό της αντιπροσωπευτικότητας κατά την έννοια του άρθρου 125στ παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες με τους οποίους αποκλείονται:

α)

οι παραγωγοί των οποίων η παραγωγή προορίζεται κυρίως για απευθείας πώληση στον καταναλωτή στην εκμετάλλευσή τους ή στην περιοχή παραγωγής·

β)

οι απευθείας πωλήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ)

τα προϊόντα τα οποία παραδίδονται προς μεταποίηση, που αναφέρονται στο άρθρο 125στ παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, εκτός από την περίπτωση στην οποία οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται στο σύνολό τους ή εν μέρει στα προϊόντα αυτά.

Άρθρο 130

Χρηματικές εισφορές

Όταν κράτος μέλος αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 125θ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη οργάνωσης οφείλουν χρηματικές εισφορές, διαβιβάζει στην Επιτροπή τα απαραίτητα στοιχεία για να εκτιμηθεί η τήρηση των όρων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο.

Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν ιδίως τη βάση υπολογισμού της εισφοράς, το μοναδιαίο ποσό αυτής, τον ή τους δικαιούχους και τη φύση των διαφόρων εξόδων που αναφέρονται στο άρθρο 125θ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Άρθρο 131

Επεκτάσεις πέρα από μία εμπορική περίοδο

Όταν η επέκταση αποφασίζεται για περίοδο που υπερβαίνει μία περίοδο εμπορίας, τα κράτη μέλη ελέγχουν, για κάθε περίοδο εμπορίας, ότι οι όροι αντιπροσωπευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 125στ παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, εξακολουθούν να πληρούνται καθόλη τη διάρκεια εφαρμογής της εν λόγω επέκτασης.

Τα κράτη μέλη καταργούν την επέκταση αυτή μόλις διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται πλέον οι σχετικοί όροι, με ισχύ από την έναρξη της επομένης περιόδου εμπορίας.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή για οποιαδήποτε κατάργηση, η οποία δημοσιοποιείται με τον τρόπο που κρίνει ενδεδειγμένο η Επιτροπή.

Άρθρο 132

Πώληση προϊόντων επί του δένδρου· αγοραστές

1.   Σε περίπτωση πώλησης των προϊόντων επί του δένδρου από παραγωγό ο οποίος δεν είναι μέλος οργάνωσης παραγωγών, ο αγοραστής θεωρείται ως παραγωγός των εν λόγω προϊόντων για την τήρηση των κανόνων που αναφέρονται στο παράρτημα XVΙα σημείο 1 στοιχεία ε) και στ) και σημείο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

2.   Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι οι κανόνες που αναφέρονται στο παράρτημα XVΙα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορούν να καταστούν δεσμευτικοί για τον αγοραστή όταν είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση της εν λόγω παραγωγής.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΜΠΟΡΙΟ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Εισαγωγικοί δασμοί και σύστημα τιμής εισόδου

Τμήμα 1

Σύστημα τιμής εισόδου

Άρθρο 133

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.   Στο παρόν τμήμα θεσπίζονται οι κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου 140α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, νοούνται ως:

α)   «παρτίδα»: το εμπόρευμα που παρουσιάζεται υπό την κάλυψη μιας διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, η οποία καλύπτει μόνον εμπορεύματα της ίδιας καταγωγής τα οποία υπάγονται σε έναν μόνον κωδικό ΣΟ· και

β)   «εισαγωγέας»: ο διασαφιστής κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου (17).

Άρθρο 134

Κοινοποίηση των τιμών και των ποσοτήτων εισαγόμενων προϊόντων

1.   Για κάθε προϊόν και για τις περιόδους που καθορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος Α, για κάθε ημέρα της αγοράς και κάθε καταγωγή, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι (ώρα Βρυξελλών) την επόμενη εργάσιμη ημέρα:

α)

τις μέσες αντιπροσωπευτικές τιμές των εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες τα οποία πωλούνται στις αντιπροσωπευτικές εισαγωγικές αγορές που αναφέρονται στο άρθρο 135 και τις σημαντικές τιμές που διαπιστώθηκαν σε άλλες αγορές για μεγάλες ποσότητες εισαγόμενων προϊόντων, ή, όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες τιμές για τις αντιπροσωπευτικές αγορές, τις σημαντικές τιμές για εισαγόμενα προϊόντα που διαπιστώθηκαν σε άλλες αγορές· και

β)

τις συνολικές ποσότητες σχετικά με τις τιμές που αναφέρονται στο στοιχείο α).

Σε περίπτωση που οι συνολικές ποσότητες οι οποίες αναφέρονται στο στοιχείο β) είναι κάτω του ενός τόνου, οι αντίστοιχες τιμές δεν κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

2.   Οι τιμές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) καταγράφονται:

α)

για κάθε προϊόν που περιλαμβάνεται στο παράρτημα XVI μέρος Α·

β)

για όλες τις διαθέσιμες ποικιλίες και όλα τα διαθέσιμα μεγέθη· και

γ)

στο στάδιο του εισαγωγέα/χονδρεμπόρου ή στο στάδιο του χονδρεμπόρου/εμπόρου λιανικής σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμες οι τιμές στο στάδιο του εισαγωγέα/χονδρεμπόρου.

Οι τιμές αυτές μειώνονται κατά τα ακόλουθα ποσά:

α)

ένα εμπορικό περιθώριο που ανέρχεται σε 15 % για τα κέντρα εμπορίας του Λονδίνου, Μιλάνου και Rungis και σε 8 % για τα άλλα κέντρα εμπορίας· και

β)

τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης στο εσωτερικό του ενωσιακού τελωνειακού εδάφους.

Για τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης που πρέπει να αφαιρεθούν σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν κατ’ αποκοπή ποσά. Αυτά τα πάγια ποσά και οι μέθοδοι υπολογισμού κοινοποιούνται αμελλητί στην Επιτροπή.

3.   Οι τιμές που καταγράφονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 και εφόσον καθορίζονται στο στάδιο του χονδρεμπόρου/εμπόρου λιανικής, μειώνονται αρχικά κατά ποσό ίσο με 9 % ώστε να ληφθεί υπόψη το περιθώριο κέρδους του χονδρεμπόρου, και τότε κατά ποσό ίσο με 0,7245 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα ώστε να ληφθούν υπόψη τα έξοδα φορτοεκφόρτωσης, οι φόροι και τα τέλη αγοράς.

4.   Για τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα XVI μέρος Α τα οποία καλύπτονται από ειδικές προδιαγραφές εμπορίας, αντιπροσωπευτικές τιμές θεωρούνται οι ακόλουθες:

α)

οι τιμές των προϊόντων κατηγορίας I, με την προϋπόθεση ότι οι ποσότητες της κατηγορίας αυτής αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 50 % των συνολικών ποσοτήτων που διατίθενται στην αγορά·

β)

οι τιμές των προϊόντων της κατηγορίας Ι στις οποίες προστίθενται, όταν τα προϊόντα της κατηγορίας αυτής αντιπροσωπεύουν μερίδιο κατώτερο του 50 % των συνολικών ποσοτήτων, οι τιμές που καθορίστηκαν για τα προϊόντα της κατηγορίας II όσον αφορά ποσότητες που καθιστούν δυνατή την κάλυψη του 50 % των συνολικών ποσοτήτων που διατίθενται στο εμπόριο·

γ)

οι τιμές που καθορίστηκαν για τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙ, όταν δεν είναι διαθέσιμα προϊόντα της κατηγορίας Ι, εκτός εάν αποφασιστεί η εφαρμογή συντελεστή προσαρμογής εάν, ως αποτέλεσμα των συνθηκών παραγωγής για τα προϊόντα της συγκεκριμένης καταγωγής, τα εν λόγω προϊόντα κατά συνήθεια και κατά παράδοση δεν διατίθενται στο εμπόριο ως προϊόντα της κατηγορίας Ι λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους.

Ο συντελεστής προσαρμογής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) εφαρμόζεται στις τιμές μετά την αφαίρεση των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Για τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα XVI μέρος Α τα οποία δεν καλύπτονται από ειδικές προδιαγραφές εμπορίας, αντιπροσωπευτικές θεωρούνται οι τιμές των προϊόντων που συμμορφώνονται προς τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας.

Άρθρο 135

Αντιπροσωπευτικές αγορές

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις συνήθεις ημέρες αγοράς όσον αφορά τις αγορές που απαριθμούνται στο παράρτημα XVII, οι οποίες θεωρούνται αντιπροσωπευτικές αγορές.

Άρθρο 136

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή

1.   Για κάθε προϊόν και για τις περιόδους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XVI μέρος Α, η Επιτροπή καθορίζει, κάθε εργάσιμη ημέρα και για κάθε καταγωγή, μια κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή ίση με τον σταθμισμένο μέσο όρο των αντιπροσωπευτικών τιμών που αναφέρονται στο άρθρο 134, από την οποία αφαιρούνται ένα κατ’ αποκοπή ποσό 5 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα και οι δασμοί κατ’ αξία.

2.   Όταν καθορίζεται κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή για τα προϊόντα και τις περιόδους εφαρμογής που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XVI μέρος Α, σύμφωνα με το παρόν τμήμα, η τιμή μονάδας που αναφέρεται στο άρθρο 152 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής (18), δεν εφαρμόζεται. Αντικαθίσταται από την κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Όταν δεν υπάρχει ισχύουσα κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή για ένα προϊόν συγκεκριμένης καταγωγής, εφαρμόζεται ο μέσος όρος των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για το εν λόγω προϊόν.

4.   Κατά τις περιόδους εφαρμογής που ορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος Α, οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι να τροποποιηθούν. Παύουν να εφαρμόζονται, ωστόσο, όταν δεν κοινοποιείται στην Επιτροπή μέση αντιπροσωπευτική τιμή κατά επτά διαδοχικές ημέρες αγοράς.

Όταν, δυνάμει του πρώτου εδαφίου, δεν εφαρμόζεται κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή σε ένα συγκεκριμένο προϊόν, η εφαρμοστέα για το εν λόγω προϊόν κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή ισούται με την τελευταία μέση κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν δεν κατέστη δυνατόν να υπολογιστεί κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή, δεν εφαρμόζεται κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή από την πρώτη ημέρα των περιόδων εφαρμογής που ορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος A.

6.   Οι αντιπροσωπευτικές τιμές σε ευρώ μετατρέπονται, χρησιμοποιώντας την αντιπροσωπευτική ισοτιμία της αγοράς που υπολογίστηκε για τη συγκεκριμένη ημέρα.

7.   Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τις κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή εκφραζόμενες σε ευρώ με τον τρόπο που κρίνει ενδεδειγμένο.

Άρθρο 137

Βάση της τιμής εισόδου

1.   Η τιμή εισόδου με βάση την οποία τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XVI μέρος Α κατατάσσονται στο κοινό δασμολόγιο ισούται, ανάλογα με την επιλογή του εισαγωγέα:

α)

με την τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής τους, προσαυξημένη κατά τα έξοδα ασφάλισης και μεταφοράς μέχρι τα σύνορα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, όταν η τιμή αυτή και τα εν λόγω έξοδα είναι γνωστά κατά τη στιγμή κατάρτισης της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία του προϊόντος. Στην περίπτωση που οι εν λόγω τιμές είναι υψηλότερες κατά περισσότερο από 8 % από την κατ’ αποκοπή τιμή που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο προϊόν κατά τη στιγμή κατάρτισης της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, ο εισαγωγέας οφείλει να συστήσει την εγγύηση που αναφέρεται στο άρθρο 248 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93. Προς τον σκοπό αυτό, το ποσό του εισαγωγικού δασμού το οποίο ενδέχεται τελικά να ισχύει για τα προϊόντα είναι το ποσό του δασμού το οποίο θα είχε καταβληθεί εάν το συγκεκριμένο προϊόν είχε καταταχθεί με βάση τη σχετική κατ’ αποκοπή τιμή· ή

β)

με τη δασμολογητέα αξία που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92, η οποία εφαρμόζεται μόνο στα συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή η μείωση των δασμών πραγματοποιείται υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, ο εισαγωγέας προβαίνει σε σύσταση της εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 248 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, η οποία είναι ίση με το ποσό του δασμού τον οποίο θα πλήρωνε εάν η κατάταξη των προϊόντων είχε πραγματοποιηθεί με βάση την κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη παρτίδα· ή

γ)

με την κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή που υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 136 του παρόντος κανονισμού.

2.   Η τιμή εισόδου με βάση την οποία τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XVI μέρος Β κατατάσσονται στο κοινό δασμολόγιο ισούται, ανάλογα με την επιλογή του εισαγωγέα:

α)

με την τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής τους, προσαυξημένη κατά τα έξοδα ασφάλισης και μεταφοράς μέχρι τα σύνορα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, όταν η τιμή αυτή και τα εν λόγω έξοδα είναι γνωστά κατά τη στιγμή κατάρτισης της τελωνειακής διασάφησης. Εάν οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι απαιτείται εγγύηση σύμφωνα με το άρθρο 248 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, ο εισαγωγέας οφείλει να συστήσει εγγύηση ίση με το ανώτατο ποσό του δασμού που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο προϊόν· ή

β)

με τη δασμολογητέα αξία που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92, η οποία εφαρμόζεται μόνο στα συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή η μείωση των δασμών πραγματοποιείται υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, ο εισαγωγέας οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 248 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, να συστήσει εγγύηση ίση με το ανώτατο ποσό του δασμού που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο προϊόν.

3.   Όταν η τιμή εισόδου υπολογίζεται με βάση την τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής, η δασμολογητέα αξία υπολογίζεται με βάση τη σχετική πώληση στην τιμή αυτή.

Όταν η τιμή εισόδου υπολογίζεται σύμφωνα με μία από τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) ή γ) ή στην παράγραφο 2 στοιχείο β), η δασμολογητέα αξία υπολογίζεται επί της ίδιας βάσης όπως και η τιμή εισόδου.

4.   Ο εισαγωγέας οφείλει εντός ενός μηνός από την πώληση των εν λόγω προϊόντων, και το πολύ εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία έγκρισης της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, να αποδείξει ότι η παρτίδα διατέθηκε υπό τις συνθήκες που επιβεβαιώνουν την ορθότητα των τιμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) ή στην παράγραφο 2 στοιχείο α), ή να προσδιορίσει τη δασμολογητέα αξία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) και στην παράγραφο 2 στοιχείο β). Η μη τήρηση μίας από τις ανωτέρω προθεσμίες έχει ως συνέπεια την απώλεια της συσταθείσας εγγύησης, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 5.

Η συσταθείσα εγγύηση αποδεσμεύεται στον βαθμό που προσκομίζονται αποδείξεις σχετικά με τους όρους διάθεσης, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές.

Διαφορετικά, η εγγύηση καταπίπτει, για να πληρωθούν οι εισαγωγικοί δασμοί.

5.   Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών που αναφέρεται στην παράγραφο 4 δύναται να παραταθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, κατά τρεις μήνες το πολύ, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αίτησης του εισαγωγέα.

6.   Εάν με την ευκαιρία ελέγχου, οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ότι οι όροι του παρόντος άρθρου δεν έχουν τηρηθεί, προβαίνουν στην είσπραξη των οφειλομένων δασμών σύμφωνα με το άρθρο 220 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92. Για τον καθορισμό του ποσού των προς είσπραξη δασμών ή του προς είσπραξη υπολοίπου, λαμβάνεται υπόψη το τρέχον επιτόκιο αρχής γενομένης από την ημερομηνία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία του εμπορεύματος έως εκείνη της είσπραξης. Το εφαρμοζόμενο επιτόκιο είναι εκείνο το οποίο ισχύει κατά τις συναλλαγές ανάκτησης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Τμήμα 2

Πρόσθετοι εισαγωγικοί δασμοί

Άρθρο 138

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.   Πρόσθετος εισαγωγικός δασμός, που αναφέρεται στο άρθρο 141 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, εφεξής «πρόσθετος δασμός», μπορεί να επιβληθεί στα προϊόντα και κατά τις περιόδους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XVIII, υπό τους όρους που ορίζονται στο παρόν τμήμα.

2.   Τα επίπεδα ενεργοποίησης των πρόσθετων δασμών απαριθμούνται στο παράρτημα XVIII.

Άρθρο 139

Κοινοποίηση των ποσοτήτων

1.   Για καθένα από τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XVIII και κατά τις περιόδους που ορίζονται, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή λεπτομερή στοιχεία για τις ποσότητες που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με τη μέθοδο επιτήρησης των προτιμησιακών εισαγωγών που ορίζεται στο άρθρο 308δ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93.

Οι κοινοποιήσεις αυτές πραγματοποιούνται το αργότερο στις 12.00 το μεσημέρι, ώρα Βρυξελλών, κάθε Τετάρτη, όσον αφορά τις ποσότητες που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία την προηγούμενη εβδομάδα.

2.   Οι διασαφήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν τμήμα, τις οποίες οι τελωνειακές αρχές δύνανται να αποδεχθούν, μετά από αίτηση του διασαφιστή, χωρίς να αναγράφονται σ’ αυτές ορισμένα από τα στοιχεία που προβλέπονται στο παράρτημα 37 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, περιλαμβάνουν, πέραν από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 254 του ως άνω κανονισμού, και την αναγραφή της καθαρής μάζας (σε kg) των εν λόγω προϊόντων.

Εφόσον χρησιμοποιείται η διαδικασία απλουστευμένης διασάφησης, που αναφέρεται στο άρθρο 260 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν τμήμα, οι απλουστευμένες διασαφήσεις πρέπει να περιλαμβάνουν, πέραν από τα άλλα στοιχεία που απαιτούνται, και την αναγραφή της καθαρής μάζας (σε kg) των εν λόγω προϊόντων.

Εφόσον χρησιμοποιείται η διαδικασία εκτελωνισμού στον προσδιοριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο, που αναφέρεται στο άρθρο 263 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν τμήμα, η κοινοποίηση στις τελωνειακές αρχές που αναφέρεται στο άρθρο 266 παράγραφος 1 του ως άνω κανονισμού περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των εμπορευμάτων, καθώς και την αναγραφή της καθαρής μάζας (σε kg) των εν λόγω προϊόντων.

Το άρθρο 266 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές των προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν τμήμα.

Άρθρο 140

Επιβολή πρόσθετου δασμού

1.   Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι, για προϊόν και περίοδο που αναφέρονται στο παράρτημα XVIII, η ποσότητα που τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία υπερβαίνει το αντίστοιχο επίπεδο ενεργοποίησης, η Επιτροπή επιβάλλει πρόσθετο δασμό, εκτός εάν οι εισαγωγές δεν ενδέχεται να διαταράξουν την ενωσιακή αγορά ή εάν οι επιπτώσεις θα ήταν δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο στόχο.

2.   Ο πρόσθετος δασμός επιβάλλεται για τις ποσότητες οι οποίες τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά την ημερομηνία εφαρμογής του δασμού αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

η δασμολογική τους κατάταξη που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 137 συνεπάγεται την εφαρμογή των μέγιστων ειδικών δασμών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται στις εισαγωγές της σχετικής καταγωγής·

β)

η εισαγωγή πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής του πρόσθετου δασμού.

Άρθρο 141

Ποσό του πρόσθετου δασμού

Ο πρόσθετος δασμός που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 140 ισούται με το ένα τρίτο του δασμού που εφαρμόζεται για το δεδομένο προϊόν σύμφωνα με το κοινό δασμολόγιο.

Ωστόσο, για τις εισαγωγές που τυγχάνουν δασμολογικών προτιμήσεων σχετικά με τον δασμό κατ’ αξία, ο πρόσθετος δασμός ισούται προς το ένα τρίτο του ειδικού δασμού ο οποίος εφαρμόζεται στο σχετικό προϊόν, στο μέτρο που εφαρμόζεται το άρθρο 140 παράγραφος 2.

Άρθρο 142

Εξαιρέσεις από τον πρόσθετο δασμό

1.   Εξαιρούνται από την εφαρμογή του πρόσθετου δασμού τα ακόλουθα εμπορεύματα:

α)

τα εμπορεύματα τα οποία εισάγονται στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου (19) (εφεξής «συνδυασμένη ονοματολογία»)·

β)

τα εμπορεύματα που έχουν ήδη αρχίσει να μεταφέρονται προς την Ένωση, κατά την έννοια της παραγράφου 2.

2.   Θεωρούνται ότι ήδη έχουν αρχίσει να μεταφέρονται προς την Ένωση τα εμπορεύματα εφόσον:

α)

έχουν αποχωρήσει από τη χώρα καταγωγής πριν από τη λήψη της απόφασης της επιβολής του πρόσθετου δασμού· και

β)

μεταφέρονται βάσει ενός μεταφορικού εγγράφου το οποίο ισχύει από τον τόπο φόρτωσης στη χώρα καταγωγής μέχρι τον τόπο εκφόρτωσης στην Ένωση, έγγραφο το οποίο έχει εκδοθεί πριν από την επιβολή του εν λόγω πρόσθετου δασμού.

3.   Οι ενδιαφερόμενοι προσκομίζουν τα στοιχεία τα οποία τους ζητούνται από τις τελωνειακές αρχές και με τα οποία αποδεικνύεται ότι πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 2.

Εντούτοις, οι τελωνειακές αρχές δύνανται να θεωρήσουν ότι τα σχετικά εμπορεύματα έχουν αποχωρήσει από τη χώρα καταγωγής πριν από την ημερομηνία επιβολής του πρόσθετου δασμού, όταν προσκομίζεται ένα από τα ακόλουθα έγγραφα:

α)

σε περίπτωση θαλάσσιας μεταφοράς, η φορτωτική, από την οποία προκύπτει ότι η φόρτωση είχε λάβει χώρα πριν από την εν λόγω ημερομηνία·

β)

σε περίπτωση σιδηροδρομικής μεταφοράς, η φορτωτική την οποία έχουν αποδεχθεί οι σιδηροδρομικές υπηρεσίες της χώρας καταγωγής πριν από την εν λόγω ημερομηνία·

γ)

σε περίπτωση οδικής μεταφοράς, η σύμβαση οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων (CMR) ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο διαμετακόμισης το οποίο έχει εκδοθεί στη χώρα καταγωγής πριν από την εν λόγω ημερομηνία, εάν πληρούνται οι όροι που καθορίζονται από διμερείς ή πολυμερείς ρυθμίσεις που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της ενωσιακής ή κοινής διαμετακόμισης·

δ)

σε περίπτωση εναέριας μεταφοράς, η αεροπορική φορτωτική, από την οποία προκύπτει ότι η αεροπορική εταιρεία είχε παραλάβει τα εμπορεύματα πριν από την εν λόγω ημερομηνία.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΓΕΝΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 143

Έλεγχοι

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού ή της λοιπής ενωσιακής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν ελέγχους και μέτρα στον βαθμό που αυτό απαιτείται για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και του παρόντος κανονισμού. Πρέπει να εξασφαλίζουν αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

Συγκεκριμένα, εξασφαλίζουν ότι:

α)

όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας που έχουν θεσπιστεί από την ενωσιακή ή την εθνική νομοθεσία, ή το εθνικό πλαίσιο ή την εθνική στρατηγική μπορούν να ελεγχθούν·

β)

οι αρμόδιες για τη διενέργεια ελέγχων αρχές του κράτους μέλους διαθέτουν επαρκές σε αριθμό προσωπικό, με κατάλληλα προσόντα και πείρα, για την αποτελεσματική διενέργεια των ελέγχων· και

γ)

προβλέπονται διατάξεις για την αποφυγή παράτυπης διπλής χρηματοδότησης μέτρων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού και άλλων ενωσιακών ή εθνικών καθεστώτων.

Άρθρο 144

Εθνικές κυρώσεις

Με την επιφύλαξη τυχόν κυρώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την επιβολή κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά τις παρατυπίες που διαπιστώνονται σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων που προβλέπει ο παρών κανονισμός ή ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, οι οποίες εξασφαλίζουν αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

Άρθρο 145

Τεχνητή δημιουργία προϋποθέσεων

Με την επιφύλαξη ειδικών μέτρων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, δεν πραγματοποιούνται πληρωμές σε δικαιούχους για τους οποίους έχει αποδειχθεί ότι δημιούργησαν τεχνητά τους όρους που απαιτούνται για την καταβολή των ενισχύσεων, προκειμένου να αποκομίσουν οφέλη αντίθετα με τους στόχους του σχετικού καθεστώτος στήριξης.

Άρθρο 146

Κοινοποιήσεις

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν μία μόνο αρμόδια αρχή ή έναν μόνο φορέα ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις υποχρεώσεις κοινοποίησης όσον αφορά καθένα από τα ακόλουθα θέματα:

α)

τις οργανώσεις παραγωγών, τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών και τις ομάδες παραγωγών, που προβλέπονται στο άρθρο 97 του παρόντος κανονισμού·

β)

τις τιμές παραγωγού των οπωροκηπευτικών στην εσωτερική αγορά, που προβλέπονται στο άρθρο 98 του παρόντος κανονισμού·

γ)

τις τιμές και τις ποσότητες των εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες τα οποία πωλούνται στις αντιπροσωπευτικές εισαγωγικές αγορές, που προβλέπονται στο άρθρο 134 του παρόντος κανονισμού·

δ)

τις ποσότητες των εισαγωγών που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία, που προβλέπονται στο άρθρο 139 του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τον ορισμό της εν λόγω αρχής ή του εν λόγω φορέα και τα λεπτομερή στοιχεία επικοινωνίας, καθώς και κάθε μεταβολή που επέρχεται στα ανωτέρω στοιχεία.

Στον κατάλογο των οριζόμενων αρχών ή οργανισμών που περιλαμβάνει τις ονομασίες και τις διευθύνσεις τους έχουν πρόσβαση τα κράτη μέλη και το ευρύ κοινό με κάθε κατάλληλο μέσο, μέσω των πληροφορικών συστημάτων που έχει εγκαταστήσει η Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένης της δημοσίευσης στο διαδίκτυο.

3.   Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, όλες οι κοινοποιήσεις των κρατών μελών προς την Επιτροπή στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού πραγματοποιούνται με τα ηλεκτρονικά μέσα του πληροφορικού συστήματος που τίθεται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών ή φορέων των κρατών μελών από την Επιτροπή και με τη μορφή που ορίζει η Επιτροπή.

Οι κοινοποιήσεις που δεν πραγματοποιούνται με τα μέσα και τη μορφή που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να θεωρηθούν ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5.

4.   Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι σε θέση να τηρούν τις προθεσμίες που καθορίζονται για τις κοινοποιήσεις στον παρόντα κανονισμό.

5.   Εάν κράτος μέλος παραλείψει να προβεί σε κοινοποίηση η οποία προβλέπεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ή εάν η κοινοποίηση εμφανίζεται εσφαλμένη με βάση τα αντικειμενικά στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή, η Επιτροπή δύναται να αναστείλει μέρος ή το σύνολο των μηνιαίων πληρωμών που αναφέρονται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου (20), για τον τομέα των οπωροκηπευτικών μέχρι την ορθή πραγματοποίηση της κοινοποίησης.

Άρθρο 147

Πρόδηλα σφάλματα

Οποιαδήποτε κοινοποίηση, αξίωση ή αίτημα υποβάλλεται σε κράτος μέλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, συμπεριλαμβανομένης αίτησης ενίσχυσης, μπορεί να αναπροσαρμοστεί ανά πάσα στιγμή μετά την υποβολή σε περίπτωση πρόδηλων σφαλμάτων τα οποία έχει αναγνωρίσει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους.

Άρθρο 148

Ανωτέρα βία και εξαιρετικές περιστάσεις

Όταν, δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, πρέπει να υποβληθεί κύρωση ή ποινή ή να ανακληθεί όφελος ή αναγνώριση, η κύρωση ή ποινή δεν επιβάλλεται ή η ανάκληση δεν πραγματοποιείται στις περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων κατά την έννοια του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Ωστόσο, οι περιπτώσεις ανωτέρας βίας με τις σχετικές αποδείξεις που κρίνονται ικανοποιητικές από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, κοινοποιούνται στην εν λόγω αρχή εντός 10 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να το πράξει.

Άρθρο 149

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καταργείται.

Ωστόσο, το άρθρο 134 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 εξακολουθεί να εφαρμόζεται έως τις 31 Αυγούστου 2011.

Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα XIX.

Άρθρο 150

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Τα επιχειρησιακά προγράμματα που καλύπτονται από το άρθρο 203α παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, μπορούν να εξακολουθούν να εφαρμόζονται έως τη λήξη τους, υπό τον όρο ότι πληρούν τους κανόνες που εφαρμόζονταν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2008.

2.   Για τους σκοπούς του άρθρου 203α παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, και πέραν τυχόν σχετικών προδιαγραφών εμπορίας που αναφέρονται στον τίτλο ΙΙ του παρόντος κανονισμού, οι κανόνες σχετικά με τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά των πρώτων υλών που παραδίδονται για μεταποίηση και τις στοιχειώδεις ποιοτικές απαιτήσεις για τα τελικά προϊόντα που εξακολουθούν να ισχύουν για τις πρώτες ύλες που συγκομίζονται στην επικράτεια των κρατών μελών τα οποία χρησιμοποιούν τη μεταβατική ρύθμιση της εν λόγω παραγράφου είναι εκείνοι που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς της Επιτροπής και απαριθμούνται στο παράρτημα XX.

3.   Τα σχέδια αναγνώρισης που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 και τα οποία εξακολουθούν να επωφελούνται από την έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 203α παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, για τις ομάδες παραγωγών που δεν βρίσκονται σε κράτη μέλη τα οποία προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 ή μετά την ημερομηνία αυτή, ούτε στις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της Ένωσης που προβλέπονται στο άρθρο 349 της Συνθήκης, ή στα μικρά νησιά του Αιγαίου Πελάγους όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1405/2006 του Συμβουλίου (21), χρηματοδοτούνται βάσει των ποσοστών που καθορίζονται στο άρθρο 103α παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Τα σχέδια αναγνώρισης που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 και έχουν επωφεληθεί από τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 7 του εν λόγω κανονισμού και τα οποία εξακολουθούν να επωφελούνται από την έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 203α παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, χρηματοδοτούνται βάσει των ποσοστών που καθορίζονται στο άρθρο 103α παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

4.   Τα κράτη μέλη τροποποιούν την εθνική τους στρατηγική το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 2011, εφόσον είναι αναγκαίο, προκειμένου:

α)

να αιτιολογήσουν δεόντως την απόσταση η οποία θεωρείται σημαντική σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 7 στοιχείο β)·

β)

να καθορίσουν το μέγιστο ποσοστό των ετήσιων δαπανών στο πλαίσιο ενός επιχειρησιακού προγράμματος το οποίο μπορεί να δαπανηθεί για δράσεις που σχετίζονται με την περιβαλλοντική διαχείριση των συσκευασιών η οποία αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο.

5.   Τα επιχειρησιακά προγράμματα που εγκρίθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού μπορούν να εξακολουθούν να εφαρμόζονται έως τη λήξη τους χωρίς να πληρούν το μέγιστο ποσοστό που προβλέπεται στο άρθρο 60 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο.

Άρθρο 151

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 7 Ιουνίου 2011.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 297 της 21.11.1996, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 297 της 21.11.1996, σ. 29.

(5)  ΕΕ L 297 της 21.11.1996, σ. 46.

(6)  ΕΕ L 273 της 17.10.2007, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 144 της 4.6.1997, σ. 19.

(8)  ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 33.

(9)  ΕΕ L 277 της 21.10.2005, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 368 της 23.12.2006, σ. 15.

(11)  ΕΕ L 365 της 31.12.1994, σ. 10.

(12)  ΕΕ L 205 της 3.8.1985, σ. 5.

(13)  ΕΕ L 358 της 16.12.2006, σ. 3.

(14)  ΕΕ L 171 της 23.6.2006, σ. 1.

(15)  ΕΕ L 30 της 31.1.2009, σ. 16.

(16)  ΕΕ L 355 της 15.12.2006, σ. 56.

(17)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.

(18)  ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1.

(19)  ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1.

(20)  ΕΕ L 209 της 11.8.2005, σ. 1.

(21)  ΕΕ L 265 της 26.9.2006, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3

ΜΕΡΟΣ Α

Γενικές προδιαγραφές εμπορίας

1.   Ελάχιστεσ απαιτήσεισ ποιότητασ

Με την επιφύλαξη των επιτρεπόμενων ορίων ανοχής, τα προϊόντα πρέπει να είναι:

ακέραια,

υγιή· αποκλείονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση,

καθαρά, ουσιαστικά απαλλαγμένα από κάθε ορατή ξένη ύλη,

ουσιαστικά απαλλαγμένα από επιβλαβείς οργανισμούς,

ουσιαστικά απαλλαγμένα από φθορές οι οποίες προκαλούνται από επιβλαβείς οργανισμούς που προσβάλλουν τη σάρκα,

απαλλαγμένα από μη φυσιολογική εξωτερική υγρασία,

απαλλαγμένα από ξένη οσμή και/ή ξένη γεύση.

Τα προϊόντα πρέπει να βρίσκονται σε κατάσταση τέτοια ώστε να τους επιτρέπει:

να αντέχουν τη μεταφορά και τον εν γένει χειρισμό,

να φθάνουν σε ικανοποιητική κατάσταση στον τόπο προορισμού.

2.   Ελάχιστεσ απαιτήσεισ ωρίμασησ

Τα προϊόντα πρέπει να είναι επαρκώς αναπτυγμένα, αλλά όχι υπερβολικά, και οι καρποί να βρίσκονται σε ικανοποιητικό στάδιο ωρίμασης και να μην είναι υπερώριμοι.

Η ανάπτυξη και το στάδιο ωρίμασης των προϊόντων πρέπει να επιτρέπουν τη συνέχιση της διαδικασίας ωρίμανσής τους, ώστε να φθάσουν σε ικανοποιητικό βαθμό ωρίμασης.

3.   Όρια ανοχήσ

Επιτρέπεται σε κάθε παρτίδα όριο ανοχής 10 % κατ’ αριθμό ή κατά βάρος προϊόντος που δεν ανταποκρίνεται στις ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας. Εντός του εν λόγω ορίου ανοχής, το συνολικό ποσοστό των προϊόντων που έχουν υποστεί φθορά δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 2 τοις εκατό.

4.   Σήμανση τησ καταγωγήσ των προϊόντων

Πλήρης ονομασία της χώρας καταγωγής (1). Για προϊόντα καταγωγής κράτους μέλους, η σήμανση γίνεται στη γλώσσα της χώρας καταγωγής ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα κατανοητή από τους καταναλωτές της χώρας προορισμού. Για άλλα προϊόντα, η ένδειξη αυτή είναι σε οποιαδήποτε γλώσσα κατανοούν οι καταναλωτές της χώρας προορισμού.

ΜΈΡΟΣ B

Ειδικές προδιαγραφές εμπορίας

ΜΕΡΟΣ 1:   ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΗΛΑ

I.   ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Οι παρούσες προδιαγραφές αφορούν τα μήλα των καλλιεργούμενων ποικιλιών που προέρχονται από το Malus domestica Borkh. και προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή, ενώ εξαιρούνται τα μήλα που προορίζονται για βιομηχανική χρήση.

II.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Οι παρούσες προδιαγραφές αποσκοπούν στον καθορισμό των ποιοτικών απαιτήσεων για τα μήλα, μετά την προετοιμασία και τη συσκευασία.

A.   Ελάχιστες απαιτήσεις

Σε όλες τις κατηγορίες, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την κάθε κατηγορία και των επιτρεπόμενων ορίων ανοχής, τα μήλα πρέπει να είναι:

ακέραια,

υγιή· αποκλείονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση,

καθαρά, ουσιαστικά απαλλαγμένα από κάθε ορατή ξένη ύλη,

ουσιαστικά απαλλαγμένα από επιβλαβείς οργανισμούς,

απαλλαγμένα από φθορές οι οποίες προκαλούνται από επιβλαβείς οργανισμούς που προσβάλλουν τη σάρκα,

απαλλαγμένα από σοβαρή υάλωση, με εξαίρεση την ποικιλία Fuji και τις μεταλλάξεις της,

απαλλαγμένα από μη φυσιολογική εξωτερική υγρασία,

απαλλαγμένα από ξένη οσμή και/ή ξένη γεύση.

Τα μήλα πρέπει να εμφανίζουν τέτοια ανάπτυξη και να βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση ώστε:

να αντέχουν τη μεταφορά και τον εν γένει χειρισμό, και

να φθάνουν σε ικανοποιητική κατάσταση στον τόπο προορισμού.

B.   Απαιτήσεις ωρίμασης

Τα μήλα πρέπει να είναι επαρκώς αναπτυγμένα και σε ικανοποιητικό στάδιο ωρίμασης.

Η ανάπτυξη και το στάδιο ωρίμασης των μήλων πρέπει να επιτρέπουν τη συνέχιση της διαδικασίας ωρίμανσής τους, ώστε να φθάνουν στον κατάλληλο βαθμό ωρίμασης σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας.

Για να επαληθευτούν οι ελάχιστες απαιτήσεις ωρίμασης μπορούν να εξεταστούν διάφορες παράμετροι (π.χ. μορφολογική όψη, γεύση, πυκνότητα και δείκτης διάθλασης).

Γ.   Ταξινόμηση

Τα μήλα ταξινομούνται στις κατωτέρω τρεις κατηγορίες:

i)   Κατηγορία «Έξτρα»

Τα μήλα που ταξινομούνται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι ανώτερης ποιότητας. Πρέπει να παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας (2) και να φέρουν ακέραιο ποδίσκο.

Τα μήλα πρέπει να παρουσιάζουν την ακόλουθη συνολική επιφάνεια χρωματισμού χαρακτηριστικού της ποικιλίας:

3/4 της συνολικής επιφάνειας ερυθρού χρωματισμού στην περίπτωση της χρωματικής ομάδας A,

1/2 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού στην περίπτωση της χρωματικής ομάδας B,

1/3 της συνολικής επιφάνειας ελαφρώς ερυθρωπού ή ραβδωτού χρωματισμού στην περίπτωση της χρωματικής ομάδας C.

Η σάρκα δεν πρέπει να έχει υποστεί φθορά.

Δεν πρέπει να παρουσιάζουν ελαττώματα, εκτός από πολύ ελαφρές επιφανειακές αλλοιώσεις, με την προϋπόθεση ότι αυτές δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση του προϊόντος, την ποιότητά του, τη διατηρησιμότητά του και την παρουσίασή του στη συσκευασία:

πολύ ελαφρά ελαττώματα του φλοιού,

πολύ ελαφρά σκωριόχρωση (3) όπως:

καστανόχρωμες κηλίδες που δεν δύνανται να υπερβαίνουν την κοιλότητα του ποδίσκου και να είναι τραχιές και/ή

ελαφρά μεμονωμένα ίχνη σκωριόχρωσης.

ii)   Κατηγορία Ι

Τα μήλα που ταξινομούνται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι καλής ποιότητας. Πρέπει να παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας (4).

Τα μήλα πρέπει να παρουσιάζουν την ακόλουθη συνολική επιφάνεια χρωματισμού χαρακτηριστικού της ποικιλίας:

1/2 της συνολικής επιφάνειας ερυθρού χρωματισμού στην περίπτωση της χρωματικής ομάδας A,

1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού στην περίπτωση της χρωματικής ομάδας B,

1/10 της συνολικής επιφάνειας ελαφρώς ερυθρωπού ή ραβδωτού χρωματισμού στην περίπτωση της χρωματικής ομάδας C.

Η σάρκα δεν πρέπει να έχει υποστεί φθορά.

Μπορούν ωστόσο να φέρουν ελαφρά ελαττώματα, υπό τον όρο ότι αυτά δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση του προϊόντος, την ποιότητά του, τη διατηρησιμότητά του και την παρουσίασή του στη συσκευασία:

ελαφρό ελάττωμα σχήματος,

ελαφρό ελάττωμα ανάπτυξης,

ελαφρό ελάττωμα χρωματισμού,

ελαφρούς μώλωπες που δεν υπερβαίνουν το 1 cm2 της συνολικής επιφάνειας και οι οποίοι δεν είναι αποχρωματισμένοι,

ελαφρά ελαττώματα του φλοιού που δεν πρέπει να υπερβαίνουν:

τα 2 cm μήκους για τα ελαττώματα επιμήκους σχήματος,

το 1 cm2 της συνολικής επιφάνειας για τα άλλα ελαττώματα, με εξαίρεση την κηλίδα του φουζικλαδίου (Venturia inaequalis) της οποίας η συνολική επιφάνεια δεν πρέπει να υπερβαίνει το 0,25 cm2,

πολύ ελαφρά σκωριόχρωση (5) όπως:

καστανόχρωμες κηλίδες που δύνανται να υπερβαίνουν ελαφρώς την κοιλότητα του ποδίσκου ή την περιοχή γύρω από την κορυφή του καρπού αλλά δεν δύνανται να είναι τραχιές και/ή

λεπτή δικτυωτή σκωριόχρωση που δεν υπερβαίνει το 1/5 της συνολικής επιφάνειας του καρπού και δεν έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τον γενικό χρωματισμό του καρπού και/ή

έντονη σκωριόχρωση που δεν υπερβαίνει το 1/20 της συνολικής επιφάνειας του καρπού, ενώ η λεπτή δικτυωτή σκωριόχρωση και η έντονη σκωριόχρωση μαζί δεν δύνανται να υπερβαίνουν το 1/5 κατ’ ανώτατο όριο της συνολικής επιφάνειας του καρπού.

Ο ποδίσκος μπορεί να λείπει, με την προϋπόθεση ότι ο αποχωρισμός είναι καθαρός και δεν έχει υποστεί φθορά ο προσκείμενος φλοιός.

iii)   Κατηγορία ΙΙ

Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει τα μήλα που δεν μπορούν να ταξινομηθούν στις ανώτερες κατηγορίες, αλλά ικανοποιούν τις προκαθορισθείσες ελάχιστες απαιτήσεις.

Η σάρκα δεν πρέπει να παρουσιάζει σημαντικά ελαττώματα.

Τα μήλα αυτά μπορούν να έχουν τα εξής ελαττώματα, υπό τον όρο ότι διατηρούν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ποιότητας, διατηρησιμότητας και εμφάνισης:

ελαττώματα σχήματος,

ελαττώματα ανάπτυξης,

ελαττώματα χρωματισμού,

ελαφρούς μώλωπες που δεν υπερβαίνουν το 1,5 cm2 της συνολικής επιφάνειας και οι οποίοι μπορεί να είναι ελαφρά αποχρωματισμένοι,

ελαττώματα του φλοιού που δεν πρέπει να υπερβαίνουν σε έκταση:

τα 4 cm μήκους για τα ελαττώματα επιμήκους σχήματος,

τα 2,5 cm2 της συνολικής επιφάνειας για τα άλλα ελαττώματα, με εξαίρεση την κηλίδα του φουζικλαδίου (Venturia inaequalis) η συνολική επιφάνεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 cm2,

ελαφρά σκωριόχρωση (6) όπως

καστανόχρωμες κηλίδες που δύνανται να υπερβαίνουν ελαφρώς την κοιλότητα του ποδίσκου ή την περιοχή γύρω από την κορυφή του καρπού και δύνανται να είναι ελαφρώς τραχιές και/ή

λεπτή δικτυωτή σκωριόχρωση που δεν υπερβαίνει το 1/2 της συνολικής επιφάνειας του καρπού και δεν έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τον γενικό χρωματισμό του καρπού και/ή

έντονη σκωριόχρωση που δεν υπερβαίνει το 1/3 της συνολικής επιφάνειας του καρπού, ενώ

η λεπτή δικτυωτή σκωριόχρωση και η έντονη σκωριόχρωση μαζί δεν δύνανται να υπερβαίνουν το 1/2 κατ’ ανώτατο όριο της συνολικής επιφάνειας του καρπού.

III.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΜΕΓΕΘΟΣ

Το μέγεθος καθορίζεται με βάση τη μέγιστη διάμετρο της ισημερινής τομής ή το βάρος.

Το ελάχιστο μέγεθος είναι 60 mm, όταν το μέγεθος καθορίζεται με βάση τη διάμετρο, ή 90 g, όταν το μέγεθος καθορίζεται με βάση το βάρος. Οι καρποί μικρότερου μεγέθους μπορούν να γίνουν αποδεκτοί, εάν η τιμή Brix του προϊόντος είναι ίση με 10,5° Brix ή μεγαλύτερη και το μέγεθος δεν είναι μικρότερο από 50 mm ή 70 g.

Για να εξασφαλιστεί η ομοιογένεια ως προς το μέγεθος, το εύρος μεγέθους μεταξύ προϊόντων στην ίδια συσκευασία δεν υπερβαίνει:

α)

για τους καρπούς που ταξινομούνται κατά μέγεθος βάσει διαμέτρου:

5 mm για τους καρπούς της κατηγορίας «Έξτρα» και τους καρπούς των κατηγοριών Ι και ΙΙ που συσκευάζονται σε σειρές και στρώματα. Ωστόσο, για τα μήλα των ποικιλιών Βramley's Seedling (Bramley, Triomphe de Kiel) και Horneburger, η διαφορά διαμέτρου μπορεί να ανέρχεται σε 10 mm, και

10 mm για τους καρπούς της κατηγορίας Ι που παρουσιάζονται χύμα στη συσκευασία ή στη συσκευασία πώλησης. Ωστόσο, για τα μήλα των ποικιλιών Bramley's Seedling (Bramley, Triomphe de Kiel) και Horneburger, η διαφορά διαμέτρου μπορεί να ανέρχεται σε 20 mm, ή

β)

για τους καρπούς που ταξινομούνται κατά μέγεθος βάσει βάρους:

Για τα μήλα της κατηγορίας «Έξτρα» και των κατηγοριών Ι και ΙΙ που είναι συσκευασμένα σε σειρές και στρώσεις:

Εύρος (g)

Διαφορά βάρους (g)

70-90

15 g

91-135

20 g

136-200

30 g

201-300

40 g

> 300

50 g

Για τους καρπούς της κατηγορίας I που παρουσιάζονται χύμα σε συσκευασία ή σε συσκευασία πώλησης:

Εύρος (g)

Ομοιογένεια (g)

70-135

35

136-300

70

> 300

100

Δεν υφίσταται απαίτηση ομοιογένειας ως προς το μέγεθος για τους καρπούς της κατηγορίας ΙΙ που παρουσιάζονται χωρίς διάταξη σε συσκευασία ή σε συσκευασία πώλησης.

IV.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΑ ΟΡΙΑ ΑΝΟΧΗΣ

Σε όλα τα στάδια εμπορίας, επιτρέπονται όρια ανοχής όσον αφορά την ποιότητα και το μέγεθος σε κάθε παρτίδα, για τα προϊόντα που δεν πληρούν τις απαιτήσεις της αναφερόμενης κατηγορίας.

Α.   Όρια ανοχής ως προς την ποιότητα

i)   Κατηγορία «Έξτρα»

Επιτρέπεται όριο ανοχής 5 τοις εκατό κατ’ αριθμό ή κατά βάρος, για τα μήλα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κατηγορίας αλλά είναι σύμφωνα με εκείνες της κατηγορίας Ι. Εντός του εν λόγω ορίου ανοχής, το συνολικό ποσοστό των προϊόντων που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κατηγορίας ΙΙ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 0,5 τοις εκατό.

ii)   Κατηγορία Ι

Επιτρέπεται όριο ανοχής 10 τοις εκατό κατ’ αριθμό ή κατά βάρος, για τα μήλα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κατηγορίας αλλά είναι σύμφωνα με εκείνες της κατηγορίας ΙΙ. Εντός του εν λόγω ορίου ανοχής, το συνολικό ποσοστό των τεμαχίων που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κατηγορίας ΙΙ ούτε στις ελάχιστες απαιτήσεις ή των προϊόντων που έχουν υποστεί φθορά δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 1 τοις εκατό.

iii)   Κατηγορία ΙΙ

Επιτρέπεται όριο ανοχής 10 τοις εκατό κατ’ αριθμό ή κατά βάρος, για τα μήλα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κατηγορίας ούτε στις ελάχιστες απαιτήσεις. Εντός του εν λόγω ορίου ανοχής, το συνολικό ποσοστό των προϊόντων που έχουν υποστεί φθορά δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 2 τοις εκατό.

Β.   Όρια ανοχής ως προς το μέγεθος

Για όλες τις κατηγορίες: επιτρέπεται όριο ανοχής 10 τοις εκατό κατ’ αριθμό ή κατά βάρος μήλων που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις όσον αφορά το μέγεθος. Αυτό το όριο ανοχής δεν μπορεί να περιλαμβάνει προϊόντα μεγέθους:

μικρότερα κατά 5 mm και άνω από την ελάχιστη διάμετρο,

μικρότερα κατά 10 g και άνω από το ελάχιστο βάρος.

V.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Α.   Ομοιογένεια

Το περιεχόμενο κάθε συσκευασίας πρέπει να είναι ομοιογενές και να περιλαμβάνει μόνο μήλα της ίδιας καταγωγής, ποικιλίας, ποιότητας και μεγέθους (εάν ισχύουν απαιτήσεις ως προς το μέγεθος) και του ίδιου σταδίου ωρίμασης.

Επιπλέον, τα μήλα της κατηγορίας «Έξτρα» πρέπει να έχουν ομοιογενές χρώμα.

Ωστόσο, τα μείγματα μήλων σαφώς διαφορετικών ποικιλιών μπορούν να συσκευαστούν μαζί, σε μία συσκευασία πώλησης, με την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα είναι ομοιογενή ως προς την ποιότητα, και, για κάθε ποικιλία, ως προς την καταγωγή.

Το ορατό τμήμα του περιεχομένου της συσκευασίας πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου της.

Β.   Συσκευασία

Η συσκευασία των μήλων πρέπει να εξασφαλίζει την κατάλληλη προστασία του προϊόντος. Ειδικότερα, οι συσκευασίες πώλησης καθαρού βάρους ανωτέρου των 3 kg πρέπει να είναι επαρκώς στερεές για να προστατεύουν ικανοποιητικά το προϊόν.

Τα υλικά που χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό της συσκευασίας πρέπει να είναι καθαρά και από ύλη που να μην προκαλεί στα προϊόντα εξωτερικές ή εσωτερικές αλλοιώσεις. Η χρησιμοποίηση υλικών, και ιδίως χαρτιών ή σημάτων που περιέχουν εμπορικές ενδείξεις επιτρέπεται, με την προϋπόθεση ότι η εκτύπωση ή η τοποθέτηση της ετικέτας έχει γίνει με μελάνι ή κόλλα που να μην είναι τοξικά.

Οι αυτοκόλλητες ετικέτες επάνω σε κάθε προϊόν δεν πρέπει, όταν αφαιρούνται, να αφήνουν εμφανή ίχνη κόλλας ούτε να προκαλούν ελαττώματα στην εξωτερική επιφάνεια.

Τα υλικά συσκευασίας πρέπει να είναι απαλλαγμένα από κάθε ξένη ύλη.

VI.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΣΗΜΑΝΣΗ

Κάθε συσκευασία πρέπει να φέρει εξωτερικά συγκεντρωμένες στην ίδια πλευρά με ευανάγνωστους, ανεξίτηλους και ευδιάκριτους χαρακτήρες τις ακόλουθες ενδείξεις.

Α.   Ταυτοποίηση

Όνομα και διεύθυνση του συσκευαστή και/ή του αποστολέα.

Η ένδειξη αυτή μπορεί να αντικαθίσταται:

για όλες τις συσκευασίες εκτός από τις προσυσκευασίες, από τον κωδικό του συσκευαστή και/ή του αποστολέα που έχει εκδοθεί ή αναγνωριστεί από επίσημη υπηρεσία, συνοδευόμενο από την ένδειξη «συσκευαστής και/ή αποστολέας» (ή ισοδύναμη συντομογραφία)·

για τις προσυσκευασίες και μόνο, από το όνομα και τη διεύθυνση του πωλητή που είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της Ένωσης, συνοδευόμενα από την ένδειξη «συσκευασμένο για:» ή ισοδύναμη ένδειξη. Στην περίπτωση αυτή, η ετικέτα πρέπει να περιέχει και έναν κωδικό που αντιστοιχεί στον συσκευαστή και/ή στον αποστολέα. Ο πωλητής παρέχει στις υπηρεσίες ελέγχου όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τη σημασία του κωδικού αυτού.

Β.   Φύση του προϊόντος

«Μήλα» αν το περιεχόμενο δεν είναι ορατό εξωτερικά.

Ονομασία της ποικιλίας. Στην περίπτωση μείγματος μήλων σαφώς διαφορετικών ποικιλιών, ονομασίες των διαφόρων ποικιλιών.

Η ονομασία της ποικιλίας μπορεί να αντικατασταθεί με συνώνυμο. Η ονομασία της μετάλλαξης ή η εμπορική ονομασία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον επιπλέον της ποικιλίας ή του συνώνυμου.

Γ.   Καταγωγή του προϊόντος

Χώρα καταγωγής (7) και, προαιρετικά, ζώνη παραγωγής, ή εθνική, περιφερειακή ή τοπική ονομασία.

Στην περίπτωση μείγματος μήλων σαφώς διαφορετικών ποικιλιών, η ένδειξη της κάθε χώρας καταγωγής αναγράφεται αμέσως μετά την ονομασία της σχετικής ποικιλίας.

Δ.   Εμπορικά χαρακτηριστικά

Κατηγορία

Μέγεθος ή, για καρπούς συσκευασμένους σε σειρές και στρώσεις, αριθμός τεμαχίων.

Εάν η ταυτοποίηση γίνεται με την ταξινόμηση κατά μέγεθος, αυτό πρέπει να αναγράφεται:

α)

για τους καρπούς που υπόκεινται στους κανόνες ομοιογένειας, με την ελάχιστη και μέγιστη διάμετρο, ή το μέγιστο και ελάχιστο βάρος·

β)

για τους καρπούς που δεν υπόκεινται στους κανόνες ομοιογένειας, με τη διάμετρο ή το βάρος του μικρότερου καρπού της συσκευασίας ακολουθούμενα από την έκφραση «και άνω» ή ισοδύναμη ένδειξη ή, ενδεχομένως, από τη διάμετρο ή το βάρος του μεγαλύτερου καρπού της συσκευασίας.

Ε.   Σήμα επισήμου ελέγχου (προαιρετικά)

Δεν είναι απαραίτητο να αναγράφονται στα μέσα συσκευασίας οι προβλεπόμενες στο πρώτο εδάφιο ενδείξεις, όταν αυτά περιέχουν συσκευασίες πώλησης, ορατές εξωτερικά και η καθεμία από αυτές φέρει τις εν λόγω ενδείξεις. Οι συσκευασίες αυτές δεν πρέπει να φέρουν καμία παραπλανητική ένδειξη. Όταν οι συσκευασίες παρουσιάζονται σε παλέτα, οι ενδείξεις πρέπει να αναγράφονται σε ευδιάκριτο σημείο σε δύο τουλάχιστον πλευρές της παλέτας.

Προσάρτημα

Μη εξαντλητικός κατάλογος των ποικιλιών μήλων

Τα φρούτα των ποικιλιών που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο πρέπει να ταξινομούνται ανάλογα με τα ποικιλιακά χαρακτηριστικά τους.

Ποικιλίες

Μετάλλαξη

Συνώνυμα

Χρωματική ομάδα

Σκωριόχρωση

African Red

 

 

B

 

Akane

 

Tohoku 3

B

 

Alborz Seedling

 

 

C

 

Aldas

 

 

B

 

Alice

 

 

B

 

Alkmene

 

Early Windsor

C

 

Alro

 

 

B

 

Alwa

 

 

B

 

Amasya

 

 

B

 

Angold

 

 

C

 

Antej

 

Antei

B

 

Apollo

 

Beauty of Blackmoor

C

 

Arkcharm

 

Arkansas No 18, A 18

C

 

Arlet

 

 

B

R

Aroma

 

 

C

 

Μεταλλάξεις της Aroma π.χ.

 

C

 

Amorosa

 

C

 

Auksis

 

 

B

 

Beacon

 

 

A

 

Belfort

 

Pella

B

 

Belle de Boskoop

 

 

 

R

Μεταλλάξεις της Belle de Boskoop π.χ.

 

 

R

Boskoop rouge

Red Boskoop

Roter

Boskoop

 

R

Belle fleur double

 

 

 

 

Belorrusskoje

Maļinovoje

 

Belorusskoe Malinovoe, Byelorusskoe Malinovoe

B

 

Berlepsch

 

Freiherr von Berlepsch

C

 

Μεταλλάξεις της Berlepsch π.χ.

 

C

 

Berlepsch rouge

Red Berlepsch, Roter Berlepsch

C

 

Blushed Golden

 

 

 

 

Bogatir

 

Bogatyr

 

 

Bohemia

 

 

B

 

Braeburn

 

 

B

 

Μεταλλάξεις της Braeburn π.χ.

 

B

 

Hidala

 

B

 

Joburn

 

B

 

Lochbuie Red Braeburn

 

B

 

Mahana Red

 

B

 

Mariri Red

 

B

 

Redfield

 

B

 

Royal Braeburn

 

B

 

Bramley's Seedling

 

Bramley, Triomphe de Kiel

 

 

Brettacher Sämling

 

 

 

 

Calville Groupe des

 

 

 

 

Cardinal

 

 

B

 

Carola

 

Kalco

C

 

Caudle

 

 

B

 

Charden

 

 

 

 

Charles Ross

 

 

 

 

Civni

 

 

B

 

Coromandel Red

 

Corodel

A

 

Cortland

 

 

B

 

Cox's Orange Pippin

 

Cox orange

C

R

Μεταλλάξεις της Cox's Orange Pippin π.χ.

 

C

R

Cherry Cox

 

C

R

Crimson Bramley

 

 

 

 

Cripps Pink

 

 

C

 

Μεταλλάξεις της Cripps Pink π.χ.

 

C

 

Pink Rose

 

C

 

Rosy Glow

 

C

 

Ruby Pink

 

C

 

Cripps Red

 

 

C* (8)

 

Dalinbel

 

 

B

R

Delblush

 

 

 

 

Delcorf

 

 

C

 

Μεταλλάξεις της Delcorf π.χ.

 

C

 

Dalili

 

C

 

Monidel

 

C

 

Delgollune

 

 

B

 

Delicious ordinaire

 

Ordinary Delicious

B

 

Deljeni

 

 

 

 

Delikates

 

 

B

 

Delor

 

 

C

 

Discovery

 

 

C

 

Doč Melbi

 

Doch Melbi

C

 

Dunn's Seedling

 

 

 

R

Dykmanns Zoet

 

 

C

 

Egremont Russet

 

 

 

R

Elan

 

 

 

 

Elise

 

Red Delight

A

 

Ellison's orange

 

Ellison

C

 

Elstar

 

 

C

 

Μεταλλάξεις της Elstar π.χ.

 

 

 

Bel-El

 

C

 

Daliest

 

C

 

Daliter

 

C

 

Elshof

 

C

 

Elstar Armhold

 

C

 

Elstar Reinhardt

 

C

 

Bel-El

 

C

 

Daliest

 

C

 

Goedhof

 

C

 

Red Elstar

 

C

 

Valstar

 

C

 

Empire

 

 

A

 

Falstaff

 

 

C

 

Fiesta

 

Red Pippin

C

 

Florina

 

 

B

 

Forele

 

 

B

 

Fortune

 

 

 

R

Fuji

 

 

B

 

Μεταλλάξεις της Fuji π.χ.

 

B

 

Kiku

 

B

 

Gala

 

 

C

 

Μεταλλάξεις της Gala π.χ.

 

C

 

Annaglo

 

C

 

Baigent

 

C

 

Galaxy

 

C

 

Mitchgala

 

C

 

Obrogala

 

C

 

Regala

 

C

 

Regal Prince

 

C

 

Tenroy

 

C

 

Garcia

 

 

 

 

Ginger Gold

 

 

 

 

Gloster

 

 

B

 

Goldbohemia

 

 

 

 

Golden Delicious

 

 

 

 

Μεταλλάξεις της Golden Delicious π.χ.

 

 

 

Golden Russet

 

 

 

R

Golden Supreme

 

Gradigold, Golden Extreme

 

 

Goldrush

 

Coop 38

 

 

Goldstar

 

 

 

 

Granny Smith

 

 

 

 

Gravensteiner

 

Gravenstein

 

 

Μεταλλάξεις της Gravensteiner π.χ.

 

 

 

Gravenstein rouge

Red Gravenstein, Roter Gravensteiner

 

 

Greensleeves

 

 

 

 

Holsteiner Cox

 

Holstein

 

R

Μεταλλάξεις της Holsteiner Cox π.χ.

 

 

R

Holstein rouge

Red Holstein, Roter Holsteiner Cox

 

R

Honeycrisp

 

 

C

 

Honey gold

 

 

 

 

Horneburger

 

 

 

 

Howgate Wonder

 

Manga

 

 

Idared

 

 

B

 

Iedzēnu

 

 

B

 

Ilga

 

 

B

 

Ingrid Marie

 

 

B

R

Iron

 

 

C

 

Isbranica

 

 

C

 

Jacob Fisher

 

 

 

 

Jacques Lebel

 

 

 

 

Jamba

 

 

C

 

James Grieve

 

 

 

 

Μεταλλάξεις της James Grieve π.χ.

 

 

 

James Grieve rouge

Red James Grieve

 

 

Jarka

 

 

C

 

Jerseymac

 

 

B

 

Jester

 

 

 

 

Jonagold (9)

 

 

C

 

Μεταλλάξεις της Jonagold π.χ.

 

C

 

Crowngold

 

C

 

Daligo

 

C

 

Daliguy

Jonasty

C

 

Dalijean

Jonamel

C

 

Decosta

 

C

 

Jomar

 

C

 

Jomured

Van de Poel

C

 

Jonabel

 

C

 

Jonabres

 

C

 

Jonagold Boerekamp

 

C

 

Jonagold 2000

Excel

C

 

Jonagored Supra

 

C

 

Jonaveld

 

C

 

King Jonagold

 

C

 

New Jonagold

Fukushima

C

 

Novajo

Veulemanns

C

 

Primo

 

C

 

Red Jonaprince

 

C

 

Romagold

Surkijn

C

 

Rubinstar

 

C

 

Schneica

Jonica

C

 

Wilmuta

 

C

 

Jonalord

 

 

C

 

Jonathan

 

 

B

 

Julia

 

 

B

 

Jupiter

 

 

 

 

Karmijn de Sonnaville

 

 

C

 

Katja

 

Katy

B

 

Kent

 

 

 

R

Kidd's orange red

 

 

C

R

Kim

 

 

B

 

Koit

 

 

C

 

Koričnoje

Novoje

 

Korichnoe Novoe, Korichnevoe Novoe

C

 

Kovaļenkovskoje

 

Kovalenkovskoe

B

 

Krameri Tuvioun

 

 

B

 

Kulikovskoje

 

 

B

 

Lady Williams

 

 

B

 

Lane's Prince Albert

 

 

 

 

Laxton's Superb

 

 

C

R

Ligol

 

 

B

 

Lobo

 

 

B

 

Lodel

 

 

A

 

Lord Lambourne

 

 

C

 

Maigold

 

 

B

 

McIntosh

 

 

B

 

Meelis

 

 

B

 

Melba

 

 

C

 

Melodie

 

 

B

 

Melrose

 

 

C

 

Meridian

 

 

C

 

Moonglo

 

 

C

 

Morgenduft

 

Imperatore

B

 

Mutsu

 

 

 

 

Noris

 

 

B

 

Normanda

 

 

C

 

Nueva Europa

 

 

C

 

Nueva Orleans

 

 

B

 

Odin

 

 

B

 

Ontario

 

 

B

 

Orlik

 

 

B

 

Orlovskoje Polosatoje

 

 

C

 

Ozark Gold

 

 

 

 

Paula Red

 

 

B

 

Pero de Cirio

 

 

 

 

Piglos

 

 

B

 

Pikant

 

 

B

 

Pikkolo

 

 

C

 

Pilot

 

 

C

 

Pimona

 

 

C

 

Pinova

 

 

C

 

Pirella

 

 

B

 

Piros

 

 

C

 

Prima

 

 

B

 

Rafzubex

 

 

A

 

Rafzubin

 

 

C

 

Rajka

 

 

B

 

Rambour d'hiver

 

 

 

 

Rambour Franc

 

 

B

 

Reanda

 

 

B

 

Rebella

 

 

C

 

Red Delicious

 

 

A

 

Μεταλλάξεις της Red Delicious π.χ.

 

A

 

Erovan

Early Red

One

A

 

Fortuna Delicious

 

A

 

Oregon

Oregon Spur Delicious

A

 

Otago

 

A

 

Red Chief

 

A

 

Red King

 

A

 

Red Spur

 

A

 

Red York

 

A

 

Richared

 

A

 

Royal Red

 

A

 

Shotwell Delicious

 

A

 

Stark Delicious

 

A

 

Starking

 

A

 

Starkrimson

 

A

 

Starkspur

 

A

 

Topred

 

A

 

Well Spur

 

A

 

Red Dougherty

 

 

A

 

Redkroft

 

 

A

 

Regal

 

 

A

 

Regina

 

 

B

 

Reglindis

 

 

C

 

Reine des Reinettes

 

Gold Parmoné, Goldparmäne

C

 

Reineta Encarnada

 

 

B

 

Reinette Rouge du Canada

 

 

B

 

Reinette d'Orléans

 

 

 

 

Reinette Blanche du Canada

 

Reinette du Canada, Canada Blanc, Kanadarenette, Renetta del Canada

 

R

Reinette de France

 

 

 

 

Reinette de Landsberg

 

 

 

 

Reinette grise du Canada

 

Graue Kanadarenette

 

R

Relinda

 

 

C

 

Remo

 

 

B

 

Renora

 

 

B

 

Resi

 

 

B

 

Resista

 

 

 

 

Retina

 

 

B

 

Rewena

 

 

B

 

Roja de Benejama

 

Verruga, Roja del Valle, Clavelina

A

 

Rome Beauty

 

Belle de Rome, Rome

B

 

Μεταλλάξεις της Rome Beauty π.χ.

 

B

 

Red Rome

 

B

 

Rosana

 

 

B

 

Royal Beauty

 

 

A

 

Rubin (Τσέχικη καλλιεργούμενη ποικιλία)

 

 

C

 

Rubin (Καζακστανική καλλιεργούμενη ποικιλία)

 

 

B

 

Rubinola

 

 

B

 

Rudens Svītrainais

 

Osennee Polosatoe, Rudeninis Dryzuotasis, Rudens Svītrotais, Streifling, Streifling Herbst,Sügisjoonik, Syysjuovikas και πολλά άλλα

C

 

Saltanat

 

 

B

 

Sciearly

 

 

A

 

Scifresh

 

 

B

 

Sciglo

 

 

A

 

Sciray

 

GS48

A

 

Scired

 

 

A

R

Sciros

 

 

A

 

Selena

 

 

B

 

Shampion

 

 

B

 

Sidrunkollane Talioun

 

 

 

 

Sinap Orlovskij

 

 

 

 

Snygold

 

Earlygold

 

 

Sommerregent

 

 

C

 

Spartan

 

 

A

 

Splendour

 

 

A

 

St. Edmunds Pippin

 

 

 

R

Stark's Earliest

 

 

C

 

Štaris

 

Staris

A

 

Sturmer Pippin

 

 

 

R

Summerred

 

 

B

 

Sügisdessert

 

 

C

 

Sunrise

 

 

A

 

Sunset

 

 

 

R

Suntan

 

 

 

R

Sweet Caroline

 

 

C

 

Talvenauding

 

 

B

R

Tellisaare

 

 

B

 

Tiina

 

Tina

C

 

Topaz

 

 

B

 

Tydeman's Early Worcester

 

Tydeman's Early

B

 

Veteran

 

 

B

 

Vista Bella

 

Bellavista

B

 

Wealthy

 

 

B

 

Worcester Pearmain

 

 

B

 

York

 

 

B

 

Zarja Alatau

 

Zarya Alatau

 

 

Zailijskoje

 

Zailiyskoe

B

 

Žigulovskoje

 

Zhigulovskoe

C

 

ΜΕΡΟΣ 2:   ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΗ

I.   ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Οι παρούσες προδιαγραφές εφαρμόζονται στις κατωτέρω καλλιεργούμενες ποικιλίες καρπών που κατατάσσονται στο είδος των «εσπεριδοειδών» και προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή, με εξαίρεση τα εσπεριδοειδή που προορίζονται για βιομηχανική χρήση:

λεμόνια του είδους Citrus limon (L.) Burm. f.,

μανταρίνια (Citrus reticulata Blanco), συμπεριλαμβανομένων των σατσουμά (Citrus unshiu Marcow), κλημεντινών (Citrus clementina hort. ex Tanaka), κοινών μανταρινιών (Citrus deliciosa Ten.) και μανταρινιών του είδους tangerines (Citrus tangerina Tan.) που προέρχονται από αυτά τα είδη και τα υβρίδιά τους,

πορτοκάλια του είδους Citrus sinensis (L.) Osbeck.

II.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Οι παρούσες προδιαγραφές αποσκοπούν στον καθορισμό των ποιοτικών απαιτήσεων που πρέπει να ικανοποιούν τα εσπεριδοειδή, μετά την προετοιμασία και τη συσκευασία.

Α.   Ελάχιστες απαιτήσεις

Σε όλες τις κατηγορίες εάν ληφθούν υπόψη οι ειδικές διατάξεις που προβλέπονται για κάθε κατηγορία και τα αποδεκτά όρια ανοχής, τα εσπεριδοειδή όλων των κατηγοριών πρέπει να είναι:

ακέραια,

απαλλαγμένα από μώλωπες και/ή εκτεταμένους τραυματισμούς που έχουν επουλωθεί,

υγιή· αποκλείονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση,

καθαρά, ουσιαστικά απαλλαγμένα από κάθε ορατή ξένη ύλη,

ουσιαστικά απαλλαγμένα από επιβλαβείς οργανισμούς,

απαλλαγμένα από φθορές οι οποίες προκαλούνται από επιβλαβείς οργανισμούς που προσβάλλουν τη σάρκα,

απαλλαγμένα από σημάδια ξήρανσης και αφυδάτωσης,

απαλλαγμένα από φθορές που προκαλούνται από χαμηλές θερμοκρασίες ή παγετό,

απαλλαγμένα από μη φυσιολογική εξωτερική υγρασία,

απαλλαγμένα από ξένη οσμή και/ή ξένη γεύση.

Τα εσπεριδοειδή πρέπει να εμφανίζουν τέτοια ανάπτυξη και να βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση ώστε:

να αντέχουν τη μεταφορά και τον εν γένει χειρισμό, και

να φθάνουν σε ικανοποιητική κατάσταση στον τόπο προορισμού.

Β.   Απαιτήσεις ωρίμασης

Τα εσπεριδοειδή πρέπει να έχουν φθάσει σε κατάλληλο στάδιο ανάπτυξης και βαθμό ωρίμασης, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων όσον αφορά την ποικιλία, την περίοδο συλλογής και τη ζώνη παραγωγής.

Το στάδιο ωρίμασης των εσπεριδοειδών ορίζεται από τις ακόλουθες παραμέτρους που αναφέρονται για κάθε κατωτέρω είδος:

ελάχιστη περιεκτικότητα σε χυμό,

ελάχιστη συνολική περιεκτικότητα σε διαλυτά στερεά, δηλ. ελάχιστη περιεκτικότητα σε σάκχαρο,

ελάχιστη αναλογία σακχάρων προς οξέα (10),

χρωματισμό.

Ο χρωματισμός πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε κατά το πέρας της κανονικής ανάπτυξής τους τα εσπεριδοειδή να αποκτήσουν, στον τόπο προορισμού, τον κανονικό χρωματισμό της ποικιλίας.

 

Ελάχιστη περιεκτικότητα σε χυμό

(τοις εκατό)

Ελάχιστη περιεκτικότητα σε σάκχαρο

(°Brix)

Ελάχιστη αναλογία σακχάρων προς οξέα

Χρωματισμός

Λεμόνια

20

 

 

Πρέπει να είναι ο τυπικός της ποικιλίας. Επιτρέπονται καρποί με πράσινο χρώμα (εάν δεν είναι σκούρο), υπό τον όρο ότι πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την περιεκτικότητα σε χυμό.

Σατσουμά, κλημεντίνες, άλλες ποικιλίες μανταρινιών και τα υβρίδιά τους

Σατσουμά

33

 

6,5:1

Πρέπει να είναι ο τυπικός της ποικιλίας κατά το ένα τρίτο τουλάχιστον της επιφάνειας του καρπού.

Κλημεντίνες

40

 

7,0:1

Άλλες ποικιλίες μανταρινιών και τα υβρίδιά τους

33

 

7,5:1

 

Πορτοκάλια

Πορτοκάλια σαγκουίνια

30

 

6,5:1

Πρέπει να είναι ο τυπικός της ποικιλίας. Ωστόσο, επιτρέπονται καρποί με ανοιχτοπράσινο χρώμα, υπό τον όρο ότι ο χρωματισμός αυτός δεν υπερβαίνει το ένα πέμπτο της συνολικής επιφάνειας του καρπού και ότι πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις ως προς την περιεκτικότητα σε χυμό.

Επιτρέπονται τα πορτοκάλια που παράγονται σε περιοχές με υψηλές θερμοκρασίες και υψηλή σχετική υγρασία κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του καρπού και έχουν πράσινο χρώμα που υπερβαίνει το ένα πέμπτο της συνολικής επιφάνειας του καρπού, υπό τον όρο ότι πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις ως προς την περιεκτικότητα σε χυμό.

Ομάδα των ναβελίνων

33

 

6,5:1

Λοιπές ποικιλίες

35

 

6,5:1

Mosambi, Sathgudi και Pacitan με πράσινο χρώμα που υπερβαίνει το ένα πέμπτο

33

 

 

Άλλες ποικιλίες με πράσινο χρώμα που υπερβαίνει το ένα πέμπτο

45

 

 

Τα εσπεριδοειδή που πληρούν αυτές τις απαιτήσεις ωρίμασης μπορούν να υποβάλλονται σε «αποπρασινισμό». Η επεξεργασία αυτή επιτρέπεται μόνον εφόσον δεν αλλοιώνονται τα άλλα φυσικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.

Γ.   Ταξινόμηση

Τα εσπεριδοειδή ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες που καθορίζονται κατωτέρω:

i)   Κατηγορία «Έξτρα»

Τα εσπεριδοειδή που ταξινομούνται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι ανώτερης ποιότητας. Πρέπει να παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας και/ή του εμπορικού τύπου.

Πρέπει να είναι απαλλαγμένα από ελαττώματα, εκτός από πολύ ελαφρές επιφανειακές αλλοιώσεις, με την προϋπόθεση ότι αυτές δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση του προϊόντος, την ποιότητά του, τη διατηρησιμότητά του και την παρουσίασή του στη συσκευασία.

ii)   Κατηγορία Ι

Τα εσπεριδοειδή που ταξινομούνται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι καλής ποιότητας. Πρέπει να παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας και/ή του εμπορικού τύπου.

Οι καρποί μπορούν, ωστόσο, να παρουσιάζουν τα ακόλουθα ελαφρά ελαττώματα, με την προϋπόθεση ότι δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση, την ποιότητα, τη διατηρησιμότητα και την παρουσίαση στη συσκευασία:

ελαφρό ελάττωμα σχήματος,

ελαφρά ελαττώματα χρώματος, συμπεριλαμβανομένων ελαφρών ηλιακών εγκαυμάτων,

ελαφρά εξελισσόμενα ελαττώματα του φλοιού, υπό τον όρο ότι δεν επηρεάζουν τη σάρκα,

ελαφρά ελαττώματα του φλοιού που εμφανίζονται κατά τον σχηματισμό του καρπού, όπως αργυρόχροες επιστρώσεις, σκωριόχρωμες κηλίδες ή φθορές από επιβλαβείς οργανισμούς,

ελαφρά τραύματα που έχουν επουλωθεί και οφείλονται σε μηχανικά αίτια, όπως προσβολή από χαλάζι, τριβή ή κτυπήματα από τον εν γένει χειρισμό τους,

ελαφρά και μερική αποκόλληση του φλοιού (ή της εξωτερικής επιδερμίδας) για όλους τους καρπούς της ομάδας των μανταρινιών.

iii)   Κατηγορία ΙΙ

Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τα εσπεριδοειδή τα οποία δεν μπορούν να ταξινομηθούν στις ανώτερες κατηγορίες, αλλά ανταποκρίνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται ανωτέρω.

Μπορούν, εντούτοις, να παρουσιάζουν τα ακόλουθα ελαττώματα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι διατηρούν τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά ποιότητας, διατηρησιμότητας και παρουσίασης:

ελαττώματα σχήματος,

ελαττώματα χρώματος, συμπεριλαμβανομένων ηλιακών εγκαυμάτων,

εξελισσόμενα ελαττώματα του φλοιού, υπό τον όρο ότι δεν επηρεάζουν τη σάρκα,

ελαττώματα του φλοιού που εμφανίζονται κατά τον σχηματισμό του καρπού, όπως αργυρόχροες επιστρώσεις, σκωριόχρωμες κηλίδες ή φθορές από επιβλαβείς οργανισμούς,

τραύματα που έχουν επουλωθεί και οφείλονται σε μηχανικά αίτια, όπως προσβολή από χαλάζι, τριβή, κτυπήματα από τον εν γένει χειρισμό τους,

επιφανειακές αλλοιώσεις του φλοιού που έχουν επουλωθεί,

τραχύς φλοιός,

ελαφρά και μερική αποκόλληση του φλοιού (ή της εξωτερικής επιδερμίδας) για τα πορτοκάλια και ελαφρά και μερική αποκόλληση του φλοιού (ή της εξωτερικής επιδερμίδας) για όλους τους καρπούς της ομάδας των μανταρινιών.

III.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΜΕΓΕΘΟΣ

Το μέγεθος καθορίζεται με βάση τη μέγιστη διάμετρο της ισημερινής τομής ή βάσει αριθμού.

Α.   Ελάχιστο μέγεθος

Εφαρμόζονται τα ακόλουθα ελάχιστα μεγέθη:

Καρπός

Διάμετρος (mm)

Λεμόνια

45

Σατσουμά, άλλες ποικιλίες μανταρινιών και υβρίδια

45

Κλημεντίνες

35

Πορτοκάλια

53

Β.   Ομοιογένεια

Τα εσπεριδοειδή μπορούν να ταξινομηθούν κατά μέγεθος σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες επιλογές:

α)

Για να εξασφαλιστεί η ομοιογένεια ως προς το μέγεθος, το εύρος μεγέθους μεταξύ προϊόντων στην ίδια συσκευασία δεν υπερβαίνει:

10 mm, εάν η διάμετρος του μικρότερου καρπού (όπως αναγράφεται στη συσκευασία) είναι < 60 mm,

15 mm, εάν η διάμετρος του μικρότερου καρπού (όπως αναγράφεται στη συσκευασία) είναι ≥ 60 mm αλλά < 80 mm,

20 mm, εάν η διάμετρος του μικρότερου καρπού (όπως αναγράφεται στη συσκευασία) είναι ≥ 80 mm αλλά < 110 mm,

δεν υπάρχει περιορισμός ως προς τη διαφορά των διαμέτρων για τους καρπούς με διάμετρο ≥ 110 mm.

β)

Σε περίπτωση εφαρμογής κωδικών μεγεθών, εφαρμόζονται οι κωδικοί και τα μεγέθη του ακόλουθου πίνακα:

 

Κωδικός μεγέθους

Διάμετρος (mm)

Λεμόνια

0

79 - 90

1

72 - 83

2

68 - 78

3

63 - 72

4

58 - 67