|
ISSN 1725-2547 doi:10.3000/17252547.L_2010.327.ell |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Νομοθεσία |
53ό έτος |
|
|
|
IV Πράξεις θεσπισθείσες πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2009, δυνάμει της συνθήκης ΕΚ, της συνθήκης ΕΕ και της συνθήκης Ευρατόμ |
|
|
|
|
2010/768/ΕΚ |
|
|
|
* |
Απόφαση της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 2006, σχετικά με το καθεστώς κρατικής ενίσχυσης C 39/03 (πρώην NN 119/02) το οποίο έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα υπέρ των αερομεταφορέων λόγω των ζημιών που υπέστησαν από τις 11 έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2001 [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 1580] ( 1 ) |
|
|
|
Διορθωτικά |
|
|
|
* |
|
|
|
|
|
(1) Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ |
|
EL |
Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος. Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο. |
I Νομοθετικές πράξεις
ΟΔΗΓΙΕΣ
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/1 |
ΟΔΗΓΙΑ 2010/73/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 24ης Νοεμβρίου 2010
για τροποποίηση των οδηγιών 2003/71/ΕΚ σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και 2004/109/ΕΚ για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 50 και 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε, στη σύνοδο της 8ης και 9ης Μαρτίου 2007, ότι ο διοικητικός φόρτος των εταιρειών θα πρέπει να μειωθεί κατά 25 % έως το έτος 2012, προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των εταιρειών στην Ένωση. |
|
(2) |
Ορισμένες από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, (4) έχουν αναγνωρισθεί από την Επιτροπή ως εξαιρετικά επαχθείς για τις εταιρείες. |
|
(3) |
Οι εν λόγω υποχρεώσεις χρειάζεται να αναθεωρηθούν, προκειμένου να μειωθεί ο φόρτος που βαρύνει τις επιχειρήσεις στην Ένωση στον ελάχιστον αναγκαίο, χωρίς παράλληλα να διακυβεύεται η προστασία των επενδυτών και η ορθή λειτουργία των αγορών κινητών αξιών στην Ένωση. |
|
(4) |
Με την οδηγία 2003/71/ΕΚ, απαιτείται από την Επιτροπή να αξιολογήσει την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της και να υποβάλει, ενδεχομένως, προτάσεις για την αναθεώρησή της. Από την εν λόγω αξιολόγηση προέκυψε ότι ορισμένα στοιχεία της οδηγίας 2003/71/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθούν, προκειμένου να απλουστευθεί και να βελτιωθεί η εφαρμογή της, να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά της και να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της Ένωσης, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση του διοικητικού φόρτου. |
|
(5) |
Σε συνέχεια των συμπερασμάτων της έκθεσης που εκπόνησε η ομάδα υψηλού επιπέδου για την εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα στην ΕΕ («έκθεση de Larosière»), η Επιτροπή υπέβαλε συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, το οποίο περιλαμβάνει δίκτυο εθνικών οικονομικών εποπτών που εργάζονται παράλληλα με τις νέες ευρωπαϊκές αρχές εποπτείας. Μία από αυτές τις νέες αρχές, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), πρόκειται να αντικαταστήσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών. |
|
(6) |
Ο τρόπος υπολογισμού των μέγιστων ποσών των προσφορών στην οδηγία 2003/71/ΕΚ θα πρέπει να διευκρινισθεί για λόγους ασφαλείας δικαίου και αποτελεσματικότητας. Ορισμένες συνολικές ανταλλακτικές αξίες που αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία θα πρέπει να υπολογίζονται σε επίπεδο Ένωσης. |
|
(7) |
Για τους σκοπούς των ιδιωτικών τοποθετήσεων κινητών αξιών, οι επενδυτικές εταιρείες και τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να δικαιούνται να θεωρούν ως ειδικούς επενδυτές τα πρόσωπα ή τις οντότητες που περιγράφονται στο παράρτημα II τμήμα 1 σημεία 1 έως 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (5) και άλλα πρόσωπα ή οντότητες που αντιμετωπίζονται ως επαγγελματίες πελάτες ή που είναι αναγνωρισμένοι ως αποδεκτοί αντισυμβαλλόμενοι σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ. Οι εταιρείες επενδύσεων οι οποίες έχουν λάβει άδεια να συνεχίσουν να θεωρούν τους υφισταμένους επαγγελματίες πελάτες ως επαγγελματίες πελάτες σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 6 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ θα πρέπει να έχουν την άδεια να αντιμετωπίζουν αυτούς τους πελάτες ως ειδικούς επενδυτές δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Η εναρμόνιση των σχετικών διατάξεων των οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2004/39/ΕΚ ενδέχεται να μειώσει την πολυπλοκότητα και το κόστος για τις επενδυτικές εταιρείες στην περίπτωση ιδιωτικών τοποθετήσεων, επειδή οι εταιρείες θα μπορούσαν να ορίζουν τα πρόσωπα ή τις οντότητες στις οποίες απευθύνεται η τοποθέτηση με βάση τον δικό τους κατάλογο επαγγελματιών πελατών και αποδεκτών αντισυμβαλλομένων. Ο εκδότης θα πρέπει να μπορεί να στηρίζεται στον κατάλογο επαγγελματιών πελατών και αποδεκτών αντισυμβαλλομένων που έχει καταρτισθεί σύμφωνα με το παράρτημα II της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να διευρυνθεί ο ορισμός των ειδικών επενδυτών στην οδηγία 2003/71/ΕΚ για να συμπεριλάβει τα ανωτέρω πρόσωπα ή οντότητες και δεν θα πρέπει να διατηρείται πλέον χωριστό καθεστώς για μητρώα. |
|
(8) |
Η εξασφάλιση της ορθής και πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αναμένεται ότι η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) θα συμβάλει στην υλοποίηση αυτού του στόχου με την έκδοση ενιαίου εγχειριδίου και την προώθηση μιας περισσότερο συγκλίνουσα προσέγγιση όσον αφορά τον έλεγχο και την έγκριση ενημερωτικών δελτίων. Η Επιτροπή θα πρέπει να επιχειρήσει ανασκόπηση του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) σημείο ii) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ σε σχέση με τον περιορισμό του καθορισμού του κράτους μέλους καταγωγής για εκδόσεις μη μετοχικών κινητών αξιών με ονομαστική αξία κάτω των 1 000 ευρώ. Μετά την ανασκόπηση αυτή, θα πρέπει να εξετάσει εάν η διάταξη αυτή θα πρέπει να παραμείνει ή να ανακληθεί. |
|
(9) |
Το όριο των 50 000 ευρώ στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ δεν αντικατοπτρίζει πλέον τη διάκριση μεταξύ μικροεπενδυτών και επαγγελματιών επενδυτών από την άποψη της επενδυτικής ικανότητας, δεδομένου ότι απ’ ό,τι φαίνεται ακόμη και οι μικροεπενδυτές έχουν πραγματοποιήσει επενδύσεις άνω των 50 000 ευρώ σε μια και μόνη συναλλαγή. Για τον λόγο αυτό, είναι σκόπιμο να αυξηθεί το προαναφερθέν όριο και να τροποποιηθούν αναλόγως και οι άλλες διατάξεις οι οποίες παραπέμπουν στο όριο αυτό. Αντίστοιχες προσαρμογές θα πρέπει να διενεργηθούν στην οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). Μετά τις προσαρμογές αυτές και λαμβάνοντας υπόψη την οφειλόμενη περίοδο χρεωστικών τίτλων, θα πρέπει να υπάρξει διάταξη προστασίας των κεκτημένων σε σχέση με το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 18 παράγραφος 3 και το άρθρο 20 παράγραφος 6 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων των οποίων η ανά μονάδα ονομαστική αξία είναι τουλάχιστον 50 000 ευρώ, οι οποίοι είχαν ήδη εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά στην Ένωση πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. |
|
(10) |
Ένα έγκυρο ενημερωτικό δελτίο, το οποίο καταρτίζεται από τον εκδότη ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου και διατίθεται στο κοινό, κατά την τελική τοποθέτηση κινητών αξιών μέσω χρηματοπιστωτικών μεσολαβητών ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταπώληση κινητών αξιών, παρέχει επαρκή πληροφόρηση στους επενδυτές προκειμένου οι τελευταίοι να προβαίνουν σε επενδυτικές αποφάσεις εν επιγνώσει. Συνεπώς, οι χρηματοπιστωτικοί μεσολαβητές που τοποθετούν ή στη συνέχεια μεταπωλούν τις κινητές αξίες θα πρέπει να δικαιούνται να βασίζονται στο αρχικό ενημερωτικό δελτίο το οποίο έχει δημοσιευθεί από τον εκδότη ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου, ενόσω το εν λόγω δελτίο είναι έγκυρο και δεόντως συμπληρωμένο σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 16 της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, ο δε εκδότης ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την κατάρτιση του εν λόγω δελτίου συναινεί στη χρήση του. Ο εκδότης ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα συναίνεσης υπό όρους. Η συναίνεση, συμπεριλαμβανομένων των όρων από τους οποίους εξαρτάται, θα πρέπει να παρέχεται υπό μορφή γραπτής συμφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων μερών δίνοντας τη δυνατότητα στα σχετικά μέρη να αξιολογούν κατά πόσο η μεταπώληση ή η τελική τοποθέτηση κινητών αξιών συμμορφώνεται προς τη συμφωνία. Στην περίπτωση που έχει δοθεί συναίνεση για τη χρήση του δελτίου, ο εκδότης ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του αρχικού ενημερωτικού δελτίου θα πρέπει να φέρει και την ευθύνη για τις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτό και, σε περίπτωση βασικού ενημερωτικού δελτίου, για την παροχή και υποβολή των τελικών όρων και δεν θα πρέπει να απαιτείται κανένα άλλο ενημερωτικό δελτίο. Ωστόσο, σε περίπτωση που ο εκδότης ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την κατάρτιση του εν λόγω αρχικού δελτίου δεν συναινεί στη χρήση του, θα πρέπει να απαιτείται από τον χρηματοπιστωτικό μεσολαβητή να δημοσιεύσει νέο ενημερωτικό δελτίο. Στην περίπτωση αυτή, ο χρηματοπιστωτικός μεσολαβητής θα πρέπει να φέρει την ευθύνη για τις πληροφορίες στο ενημερωτικό δελτίο, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών που ενσωματώνονται μέσω παραπομπής και, στην περίπτωση βασικού ενημερωτικού δελτίου, των τελικών όρων. |
|
(11) |
Για να καταστεί δυνατή η ουσιαστική εφαρμογή της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) (7), της οδηγίας 2003/71/ΕΚ και της οδηγίας 2004/109/ΕΚ και να αποσαφηνισθούν τα υποκείμενα προβλήματα της διαφοροποίησης και των επικαλύψεων, η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει ορισμό καθενός από τους όρους «πρωτογενής αγορά» της «δευτερογενής αγορά» και «δημόσια προσφορά». |
|
(12) |
Τα καθεστώτα ευθύνης στα κράτη μέλη παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές, δεδομένου ότι το αστικό δίκαιο εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Προκειμένου να γίνονται γνωστές και να παρακολουθούνται οι ρυθμίσεις που ισχύουν στα κράτη μέλη, η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίζει συγκριτικό πίνακα με τα καθεστώτα των κρατών μελών. |
|
(13) |
Το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ ορίζει ότι η υποχρέωση δημοσίευσης ενημερωτικού δελτίου δεν ισχύει για μετοχές που προσφέρονται, διανέμονται ή πρόκειται να διανεμηθούν δωρεάν στους υφιστάμενους μετόχους. Δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της εν λόγω οδηγίας, προσφορά με συνολική ανταλλακτική αξία μικρότερη από 100 000 ευρώ εξαιρείται από την απαίτηση δημοσίευσης ενημερωτικού δελτίου. Κατά συνέπεια, η εξαίρεση στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο δ)καθίσταται περιττή, δεδομένου ότι μια δωρεάν προσφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο ε). |
|
(14) |
Οι ισχύουσες εξαιρέσεις για κινητές αξίες που προσφέρονται, διανέμονται ή πρόκειται να διανεμηθούν σε υπάρχοντες ή πρώην υπαλλήλους ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι υπερβολικά περιοριστικές για να είναι χρήσιμες σε σημαντικό αριθμό εργοδοτών που εφαρμόζουν καθεστώτα χορήγησης μετοχών στους εργαζομένους στην Ένωση. Η συμμετοχή των εργαζομένων στην Ένωση είναι ιδιαίτερα σημαντική για μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) στις οποίες μεμονωμένοι εργαζόμενοι είναι πιθανόν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της επιχείρησης. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να υπάρχει απαίτηση κατάρτισης ενημερωτικού δελτίου για προσφορές που γίνονται στο πλαίσιο ενός προγράμματος μετοχών εργαζομένων από οιαδήποτε εταιρεία της Ένωσης. Στην περίπτωση κατά την οποία οι κινητές αξίες δεν είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση, ο εκδότης δεν υπόκειται στις κατάλληλες απαιτήσεις συνεχούς γνωστοποίησης και σε κανόνες σχετικά με την κατάχρηση αγοράς. Συνεπώς, οι εργοδότες ή οι θυγατρικές εταιρείες τους θα πρέπει να επικαιροποιούν το έγγραφο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, όπου απαιτείται, με σκοπό τη δέουσα εκτίμηση των κινητών αξιών. Η εξαίρεση θα πρέπει επίσης να επεκτείνεται σε δημόσιες προσφορές και εισαγωγές προς διαπραγμάτευση εταιρειών με έδρα εκτός της Ένωσης οι κινητές αξίες των οποίων είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση είτε σε ρυθμιζόμενη αγορά είτε σε αγορά τρίτης χώρας. Στην τελευταία περίπτωση, η Επιτροπή πρέπει να έχει λάβει θετική απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία του νομοθετικού και εποπτικού πλαισίου των αντίστοιχων ρυθμίσεων αγορών στην τρίτη χώρα προκειμένου να ισχύσει η εξαίρεση. Τούτο θα πρέπει να παράσχει τη δυνατότητα στους εργαζόμενους της Ένωσης να έχουν πρόσβαση σε συνεχή ενημέρωση σχετικά με την εταιρεία. |
|
(15) |
Το περιληπτικό σημείωμα του ενημερωτικού δελτίου θα πρέπει να είναι μια βασική πηγή πληροφόρησης για το ευρύ επενδυτικό κοινό. Θα πρέπει να είναι σύντομο, απλό, σαφές και κατανοητό από τους επενδυτές στους οποίους απευθύνεται. Θα πρέπει να εστιάζεται στις βασικές πληροφορίες τις οποίες χρειάζονται οι επενδυτές ώστε να είναι σε θέση να αποφασίζουν ποιες προσφορές και εισαγωγές προς διαπραγμάτευση κινητών αξιών να εξετάσουν περαιτέρω. Αυτές οι βασικές πληροφορίες θα πρέπει να αποδίδουν τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του εκδότη, οιουδήποτε εγγυητή και των κινητών αξιών που αποτελούν το αντικείμενο της προσφοράς ή εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, καθώς και τους κινδύνους που συνδέονται με τα ανωτέρω. Θα πρέπει επίσης να παρέχουν τους γενικούς όρους της προσφοράς, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμώμενων δαπανών που χρεώνονται στον επενδυτή από τον εκδότη ή τον προσφέροντα και να αναφέρουν τις συνολικές εκτιμώμενες δαπάνες, δεδομένου ότι αυτές θα μπορούσαν να είναι ουσιαστικές. Θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν τον επενδυτή για τυχόν δικαιώματα συνδεδεμένα με τις κινητές αξίες και για τους σχετικούς κινδύνους της επένδυσης στη συγκεκριμένη κινητή αξία. Η μορφή του περιληπτικού σημειώματος θα πρέπει να καθορίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπεται η σύγκριση των περιληπτικών σημειωμάτων παρόμοιων προϊόντων, εξασφαλίζοντας ότι ισοδύναμες πληροφορίες εμφανίζονται πάντα στην ίδια θέση του περιληπτικού σημειώματος. |
|
(16) |
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι καμία αστική ευθύνη δεν αποδίδεται σε οιοδήποτε πρόσωπο μόνον βάσει του περιληπτικού σημειώματος συμπεριλαμβανομένης οιασδήποτε μετάφρασής του, εκτός αν αυτό είναι παραπλανητικό, ανακριβές ή ασυνεπές προς τα σχετικά μέρη του ενημερωτικού δελτίου. Το περιληπτικό σημείωμα θα πρέπει να περιέχει σαφή προειδοποίηση προς τον σκοπό αυτόν. |
|
(17) |
Είναι σκόπιμο να αποσαφηνισθεί ότι οι τελικοί όροι σε βασικό ενημερωτικό δελτίο θα πρέπει να περιέχουν μόνον πληροφορίες για το σημείωμα εκδιδόμενου τίτλου που αφορούν ειδικά την έκδοση και οι οποίες μπορούν να καθορίζονται μόνον κατά τη συγκεκριμένη έκδοση. Αυτές οι πληροφορίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν παραδείγματος χάριν τον διεθνή αριθμό αναγνώρισης χρεογράφων, τιμή έκδοσης, διάρκεια, απόκομμα πληρωμής, ημερομηνία άσκησης δικαιώματος, τιμή άσκησης δικαιώματος και τιμής εξόφλησης καθώς και άλλους όρους που δεν είναι γνωστοί κατά τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου. Περαιτέρω νέες πληροφορίες ικανές να επηρεάσουν την εκτίμηση για τον εκδότη και τις κινητές αξίες θα πρέπει εν γένει να περιλαμβάνονται σε συμπλήρωμα του ενημερωτικού δελτίου. Πέραν αυτών, για να τηρείται η υποχρέωση παροχής βασικών πληροφοριών και στο πλαίσιο του βασικού ενημερωτικού δελτίου, οι εκδότες θα πρέπει να συνδυάζουν το περιληπτικό σημείωμα με τα σχετικά μέρη των τελικών όρων κατά τρόπο ευκόλως προσβάσιμο στους επενδυτές. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν θα πρέπει να απαιτείται χωριστή έγκριση. |
|
(18) |
Προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των προκαταβολικών εκδόσεων μετοχικών κινητών αξιών και να ληφθεί επαρκώς υπόψη το μέγεθος των εκδοτών, με την επιφύλαξη της προστασίας των επενδυτών, θα πρέπει να εισαχθεί ανάλογο καθεστώς γνωστοποίησης για προσφορές μετοχών σε υφιστάμενους μετόχους που μπορούν είτε να αναλαμβάνουν αυτές τις μετοχές είτε να πωλούν το δικαίωμα αναλήψεως των μετοχών, για προσφορές από ΜΜΕ, και εκδότες με μειωμένη χρηματιστηριακή αξία (δηλαδή μικρές εταιρείες οι μετοχές των οποίων εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά) και για προσφορές μη μετοχικών κινητών αξιών οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ι) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, οι οποίες εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα. Εάν αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα εκδίδουν μεν κινητές αξίες κάτω του ορίου που καθορίζεται στο εν λόγω άρθρο, επιλέγουν όμως να ενταχθούν στο καθεστώς της παρούσας οδηγίας και, κατά συνέπεια, συντάσσουν ενημερωτικό δελτίο, θα πρέπει να δικαιούνται να επωφεληθούν του οικείου καθεστώτος γνωστοποίησης. Το ανάλογο καθεστώς γνωστοποίησης για προκαταβολικές εκδόσεις θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν οι προσφερόμενες μετοχές είναι της ιδίας κατηγορίας με τις μετοχές του εκδότη που είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 15 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ στον βαθμό που ο μηχανισμός υπόκειται στις κατάλληλες απαιτήσεις συνεχούς γνωστοποίησης και σε κανόνες σχετικά με την κατάχρηση αγοράς. Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) θα πρέπει να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά αυτούς τους όρους με σκοπό να εξασφαλισθεί συνεπής προσέγγιση από τις αρμόδιες αρχές. |
|
(19) |
Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν πλήθος πληροφοριών σχετικά με τη δημοσιονομική τους κατάσταση, οι οποίες είναι γενικά διαθέσιμες στο κοινό. Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος εγγυάται μια προσφορά κινητών αξιών, ο εκδότης δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί στο ενημερωτικό δελτίο πληροφορίες για το εν λόγω κράτος μέλος, ως εγγυητή. |
|
(20) |
Προκειμένου να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου, το ενημερωτικό δελτίο θα πρέπει να αρχίζει να ισχύει με την έγκρισή του, χρονική στιγμή που είναι εύκολο να επαληθευθεί από την αρμόδια αρχή. Πέραν αυτού, για να ενισχυθεί η ευελιξία των εκδοτών, θα πρέπει οι εκδότες να έχουν επίσης τη δυνατότητα να επιλέγουν να επικαιροποιούν το έγγραφο αναφοράς σύμφωνα με τη διαδικασία συμπλήρωσης ενημερωτικών δελτίων. |
|
(21) |
Ως αποτέλεσμα της έναρξης ισχύος της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, η υποχρέωση του εκδότη, σύμφωνα με την οδηγία 2003/71/ΕΚ, να δημοσιεύει ετησίως έγγραφο το οποίο περιέχει ή παραπέμπει σε όλες τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν κατά τους δώδεκα μήνες που προηγούνται της έκδοσης του ενημερωτικού δελτίου έχει εξελιχθεί σε διπλή υποχρέωση, και θα πρέπει, επομένως, να καταργηθεί. Κατά συνέπεια, το έγγραφο αναφοράς, αντί να ενημερώνεται σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, θα πρέπει να επικαιροποιείται μέσω συμπληρώματος ή του σημειώματος εκδιδόμενου τίτλου. |
|
(22) |
Το Διαδίκτυο εξασφαλίζει εύκολη πρόσβαση στην ενημέρωση. Προκειμένου να εξασφαλίζεται καλύτερη δυνατότητα πρόσβασης στους επενδυτές, το ενημερωτικό δελτίο θα πρέπει πάντα να δημοσιεύεται σε ηλεκτρονική μορφή στην οικεία ιστοσελίδα. Όταν πρόσωπο διαφορετικό από τον εκδότη είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου, θα πρέπει να αρκεί η δημοσίευση του ενημερωτικού δελτίου στην ιστοσελίδα του προσώπου αυτού. |
|
(23) |
Προκειμένου να βελτιωθεί η ασφάλεια δικαίου, θα πρέπει να διευκρινίζεται πότε λήγουν η απαίτηση δημοσίευσης συμπληρώματος ενημερωτικού δελτίου και το δικαίωμα απόσυρσης. Αυτές οι διατάξεις θα πρέπει να εξετάζονται χωριστά. Η υποχρέωση συμπλήρωσης ενός ενημερωτικού δελτίου θα πρέπει να λήγει με την οριστική λήξη της περιόδου προσφοράς ή με την έναρξη της διαπραγμάτευσης των εν λόγω κινητών αξιών σε ρυθμιζόμενη αγορά, όποια από τις δύο περιπτώσεις είναι μεταγενέστερη. Εξάλλου, το δικαίωμα απόσυρσης της αποδοχής θα πρέπει να ασκείται μόνον εάν το ενημερωτικό δελτίο έχει σχέση με δημόσια προσφορά κινητών αξιών και το νέο στοιχείο, σφάλμα ή ανακρίβεια προέκυψε πριν από την οριστική λήξη της δημόσιας προσφοράς και την παράδοση των κινητών αξιών. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα απόσυρσης συνδέεται με τη χρονική στιγμή της εμφάνισης του νέου στοιχείου, του σφάλματος ή της ανακρίβειας που δικαιολογεί συμπλήρωμα και προϋποθέτει ότι αυτό το γενεσιουργό αίτιο εμφανίζεται ενώ η προσφορά είναι ακόμη ανοιχτή και πριν από την παράδοση των κινητών αξιών. |
|
(24) |
Όταν συμπληρώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο, η εναρμόνιση σε επίπεδο Ένωσης του χρονικού πλαισίου για την άσκηση από τους επενδυτές του δικαιώματος απόσυρσης της προηγούμενης αποδοχής τους παρέχει αξιοπιστία στους εκδότες που πραγματοποιούν διασυνοριακές προσφορές κινητών αξιών. Προκειμένου οι εκδότες από κράτη μέλη με μεγαλύτερο κατά παράδοση χρονικό πλαίσιο να έχουν μεγαλύτερη ευελιξία σε αυτό το θέμα, ο εκδότης ή ο προσφέρων θα πρέπει να είναι σε θέση να παρατείνει οικειοθελώς την περίοδο άσκησης του εν λόγω δικαιώματος. Για να βελτιωθεί η ασφάλεια δικαίου, θα πρέπει στο συμπλήρωμα του ενημερωτικού δελτίου να προσδιορίζεται πότε παύει να ισχύει το δικαίωμα απόσυρσης. |
|
(25) |
Η υπεύθυνη αρχή για την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου θα πρέπει επίσης να διαβιβάζει στον εκδότη ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου, το πιστοποιητικό έγκρισης του ενημερωτικού δελτίου, το οποίο απευθύνεται στις αρχές των κρατών μελών υποδοχής σύμφωνα με την οδηγία 2003/71/ΕΚ, προκειμένου να παρέχεται στον εκδότη ή στο πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου η βεβαιότητα σχετικά με το κατά πόσον και πότε πραγματοποιείται η κοινοποίηση. |
|
(26) |
Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν με εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 291 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παραλαμβάνει σχέδια μέτρων και σχέδια εκτελεστικών πράξεων καθώς και οιεσδήποτε άλλες σχετικές πληροφορίες πριν η Επιτροπή να λάβει απόφαση επί της ισοδυναμίας των καταρτιζόμενων σε συγκεκριμένη τρίτη χώρα ενημερωτικών δελτίων. |
|
(27) |
Προκειμένου να τηρούνται οι αρχές που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 41 της οδηγίας 2003/71/ΕΚ και να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και να καθίστανται σαφείς οι απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2003/71/ΕΚ, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, οι πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση μπορούν να είναι απαραίτητες όσον αφορά την επικαιροποίηση των ορίων και των ορισμών και των κατώτατων ορίων για μειωμένη χρηματιστηριακή αξία και ΜΜΕ που καθιερώνονται στην παρούσα οδηγία και στην οδηγία 2003/71/ΕΚ, και για τον προσδιορισμό του λεπτομερούς περιεχομένου και της ειδικής μορφής του περιληπτικού σημειώματος, σύμφωνα με την έκβαση της συζήτησης που ξεκίνησε με αφορμή την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, για τις δέσμες επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές, ευθυγραμμίζοντας, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, το περιεχόμενο και τη μορφή του περιληπτικού σημειώματος για κινητές αξίες με την έκβαση αυτή, προλαμβάνοντας την αλληλοεπικάλυψη των εγγράφων και την πιθανή σύγχυση των επενδυτών καθώς και ελαχιστοποιώντας το κόστος. |
|
(28) |
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους διάστημα τριών μηνών από την ημέρα κοινοποίησης για να διατυπώσουν αντιρρήσεις σε πράξη κατ’ εξουσιοδότηση. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, το διάστημα αυτό θα πρέπει να δύναται να παραταθεί κατά τρεις μήνες σε τομείς που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει επίσης να δύνανται να ενημερώνουν τα άλλα θεσμικά όργανα για την πρόθεσή τους να μη διατυπώσουν αντιρρήσεις. Αυτή η έγκαιρη έγκριση των πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση ενδείκνυται ιδιαίτερα όταν πρέπει να τηρηθούν προθεσμίες, παραδείγματος χάριν για να τηρηθούν χρονοδιαγράμματα που ορίζονται στη βασική πράξη δυνάμει της οποίας η Επιτροπή εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση. |
|
(29) |
Στη δήλωση 39 για το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ, που προσαρτάται στην Τελική Πράξη της διακυβερνητικής διάσκεψης, η οποία εξέδωσε τη συνθήκη της Λισαβόνας, που υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου 2007, η διάσκεψη έλαβε υπό σημείωση την πρόθεση της Επιτροπής να συνεχίσει να διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες που ορίζονται από τα κράτη μέλη κατά την προετοιμασία των σχεδίων πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της. |
|
(30) |
Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η μείωση του διοικητικού φόρτου που αφορά τη δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου στην περίπτωση δημόσιων προσφορών κινητών αξιών και εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενες αγορές στην Ένωση, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται, συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με τις αρχή της επικουρικότητας, που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού. |
|
(31) |
Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 2003/71/ΕΚ και 2004/109/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2003/71/ΕΚ
Η οδηγία 2003/71/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:
|
1. |
Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
2. |
Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:
|
|
3. |
Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:
|
|
4. |
Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:
|
|
5. |
Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:
|
|
6. |
Στο άρθρο 6 παράγραφος 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Ωστόσο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι καμία αστική ευθύνη δεν αποδίδεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο αποκλειστικά και μόνο βάσει του περιληπτικού σημειώματος, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε μετάφρασής του, εκτός και αν το εν λόγω σημείωμα είναι παραπλανητικό, ανακριβές ή ασυνεπές, όταν αναγιγνώσκεται μαζί με τα άλλα μέρη του ενημερωτικού δελτίου, ή εάν δεν παρέχει, όταν αναγιγνώσκεται μαζί με τα άλλα μέρη του ενημερωτικού δελτίου, βασικές πληροφορίες για να βοηθούνται οι επενδυτές όταν εξετάζουν εάν θα επενδύσουν σε αυτές τις κινητές αξίες. Το περιληπτικό σημείωμα περιέχει σαφή προειδοποίηση προς τον σκοπό αυτόν.». |
|
7. |
Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:
|
|
8. |
Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:
|
|
9. |
Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:
|
|
10. |
Το άρθρο 10 διαγράφεται. |
|
11. |
Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:
|
|
12. |
Στο άρθρο 12, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «2. Στην περίπτωση αυτή, το σημείωμα εκδιδόμενου τίτλου παρέχει πληροφορίες που θα έπρεπε κανονικά να περιλαμβάνονται στο έγγραφο αναφοράς, εφόσον έχει σημειωθεί σημαντική αλλαγή ή πρόσφατη εξέλιξη από την έγκριση της τελευταίας επικαιροποίησης του εν λόγω εγγράφου, η οποία είναι δυνατόν να επηρεάσει τις εκτιμήσεις των επενδυτών, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές παρέχονται σε συμπλήρωμα σύμφωνα με το άρθρο 16. Το σημείωμα εκδιδόμενου τίτλου και το περιληπτικό σημείωμα υποβάλλονται για έγκριση χωριστά.». |
|
13. |
Στο άρθρο 13, η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «7. Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και να καθίστανται σαφείς οι απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο, η Επιτροπή θεσπίζει, με πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 24α και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 24β και 24γ, μέτρα σχετικά με τους όρους σύμφωνα με τους οποίους μπορούν να προσαρμόζονται οι προθεσμίες.». |
|
14. |
Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:
|
|
15. |
Στο άρθρο 15, η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «7. Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και να καθίστανται σαφείς οι απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο, η Επιτροπή θεσπίζει, με πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 24α και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 24β και 24γ, μέτρα σχετικά με τις διαφημιστικές καταχωρήσεις που αναγγέλλουν την πρόθεση δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών ή την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, ιδίως πριν από τη θέση του ενημερωτικού δελτίου στη διάθεση του κοινού ή πριν από την έναρξη των εγγραφών, καθώς και σχετικά με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.». |
|
16. |
Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 16 Συμπληρώματα του ενημερωτικού δελτίου 1. Κάθε σημαντικό νέο στοιχείο ή τεχνικό σφάλμα ή ανακρίβεια στις πληροφορίες που περιέχει το ενημερωτικό δελτίο, το οποίο είναι ικανό να επηρεάσει την εκτίμηση για τις κινητές αξίες και το οποίο ανακύπτει ή διαπιστώνεται μεταξύ του χρόνου που μεσολαβεί από την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου έως την οριστική λήξη της δημόσιας προσφοράς ή, ανάλογα με την περίπτωση, την έναρξη της διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά, όποια από τις δύο περιπτώσεις είναι μεταγενέστερη, αναφέρεται σε συμπλήρωμα του ενημερωτικού δελτίου. Το συμπλήρωμα αυτό εγκρίνεται με τον ίδιο τρόπο εντός επτά εργάσιμων ημερών κατ’ ανώτατο όριο, και δημοσιεύεται σύμφωνα με τουλάχιστον τις ίδιες ρυθμίσεις με εκείνες που εφαρμόσθηκαν όταν δημοσιεύθηκε το αρχικό ενημερωτικό δελτίο. Το περιληπτικό σημείωμα και οι ενδεχόμενες μεταφράσεις του πρέπει επίσης να συμπληρώνονται, εάν τούτο απαιτείται, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι νέες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο συμπλήρωμα. 2. Εάν το ενημερωτικό δελτίο σχετίζεται με δημόσια προσφορά κινητών αξιών, επενδυτές οι οποίοι έχουν ήδη συμφωνήσει να αγοράσουν τις κινητές αξίες ή να εγγραφούν πριν από τη δημοσίευση του συμπληρώματος, έχουν το δικαίωμα, το οποίο πρέπει να ασκηθεί εντός δύο εργάσιμων ημερών από τη δημοσίευση του συμπληρώματος, να αποσύρουν την αποδοχή τους, εφόσον το νέο στοιχείο, σφάλμα ή ανακρίβεια, στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 1, προέκυψε πριν από την οριστική λήξη της δημόσιας προσφοράς και την παράδοση των κινητών αξιών. Η περίοδος αυτή μπορεί να παρατείνεται από τον εκδότη ή τον προσφέροντα. Η τελική ημερομηνία για το δικαίωμα απόσυρσης πρέπει να αναφέρεται στο συμπλήρωμα.». |
|
17. |
Στο άρθρο 18, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, κατόπιν αιτήσεως του εκδότη ή του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την κατάρτιση του ενημερωτικού δελτίου, διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, εντός τριών εργάσιμων ημερών από την εν λόγω αίτηση, ή εάν η αίτηση υποβάλλεται από κοινού με το σχέδιο ενημερωτικού δελτίου, εντός μιας εργάσιμης ημέρας μετά την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου, πιστοποιητικό έγκρισης στο οποίο πιστοποιείται ότι το ενημερωτικό δελτίο καταρτίσθηκε σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, καθώς και αντίγραφο του εν λόγω ενημερωτικού δελτίου. Η κοινοποίηση αυτή συνοδεύεται, ενδεχομένως, από τη μετάφραση του περιληπτικού σημειώματος που συντάχθηκε υπό την ευθύνη του εκδότη ή του προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και για οποιοδήποτε συμπλήρωμα του ενημερωτικού δελτίου. Ταυτόχρονα με την κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, το πιστοποιητικό έγκρισης κοινοποιείται επίσης στον εκδότη ή στο πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου.». |
|
18. |
Στο άρθρο 19, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «4. Όταν επιδιώκεται εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, μη μετοχικών κινητών αξιών με ανά μονάδα ονομαστική αξία τουλάχιστον 100 000 ευρώ, το ενημερωτικό δελτίο συντάσσεται είτε σε γλώσσα αποδεκτή από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής είτε σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στο διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα, κατ’ επιλογή του εκδότη, του προσφέροντος ή του προσώπου που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση, ανάλογα με την περίπτωση. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να περιλαμβάνεται στην εθνική τους νομοθεσία η απαίτηση κατάρτισης περιληπτικού σημειώματος στην ή στις επίσημες γλώσσες τους.». |
|
19. |
Στο άρθρο 20 παράγραφος 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Η Επιτροπή θεσπίζει, με πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 24α και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 24β και 24γ, μέτρα με στόχο τη θέσπιση γενικών κριτηρίων ισοδυναμίας, βάσει των απαιτήσεων των άρθρων 5 και 7.». |
|
20. |
Στο άρθρο 21 παράγραφος 4 στοιχείο δ), ο όρος «τα εκτελεστικά μέτρα του» αντικαθίσταται από τον όρο «οι πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση που αναφέρονται σε αυτόν». |
|
21. |
Παρεμβάλλονται τα κάτωθι άρθρα: «Άρθρο 24α Άσκηση της ανάθεσης 1. Η εξουσία έκδοσης πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4, άρθρο 2 παράγραφος 4, άρθρο 3 παράγραφος 4, άρθρο 4 παράγραφος 1 πέμπτο εδάφιο, άρθρο 5 παράγραφος 5, άρθρο 7 παράγραφος 1, άρθρο 8 παράγραφος 4, άρθρο 11 παράγραφος 3, άρθρο 13 παράγραφος 7, άρθρο 14 παράγραφος 8, άρθρο 15 παράγραφος 7 και άρθρο 20 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο τεσσάρων ετών από τις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις ανατεθείσες εξουσίες το αργότερο έξι μήνες πριν από το τέλος αυτής της τετραετούς περιόδου. Η ανάθεση εξουσιών ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους της αυτής διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο την ανακαλέσουν σύμφωνα με το άρθρο 24β. 2. Η Επιτροπή, μόλις θεσπίσει πράξη κατ’ εξουσιοδότηση, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. 3. Οι εξουσίες για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθενται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στα άρθρα 24β και 24γ. Άρθρο 24β Ανάκληση της ανάθεσης 1. Η ανάθεση εξουσιών κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4, άρθρου 2 παράγραφος 4, άρθρου 3 παράγραφος 4, άρθρου 4 παράγραφος 1 πέμπτο εδάφιο, άρθρου 5 παράγραφος 5, άρθρου 7 παράγραφος 1, άρθρου 8 παράγραφος 4, άρθρου 11 παράγραφος 3, άρθρου 13 παράγραφος 7, άρθρου 14 παράγραφος 8, άρθρου 15 παράγραφος 7 ή του άρθρου 20 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο μπορεί να ανακαλείται ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. 2. Το θεσμικό όργανο που έχει ξεκινήσει εσωτερική διαδικασία για να αποφασισθεί εάν θα ανακληθεί η ανάθεση εξουσιών, προσπαθεί να ενημερώσει το άλλο θεσμικό όργανο και την Επιτροπή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, αναφέροντας τις ανατεθείσες εξουσίες οι οποίες θα μπορούσαν να ανακληθούν. 3. Η απόφαση ανάκλησης θέτει τέλος στην ανάθεση εξουσιών που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται αμέσως σε ισχύ ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 24γ Ενστάσεις σχετικά με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις 1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να αντιτάσσονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης. Κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά τρεις μήνες. 2. Αν, κατά τη λήξη της προθεσμίας της παραγράφου 1, ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο έχει προβάλει ένσταση κατά της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τίθεται σε ισχύ πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, εάν αμφότερα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έχουν αλληλοενημερωθεί και ενημερώσουν και την Επιτροπή για την πρόθεσή τους να μην προβάλλουν αντιρρήσεις. 3. Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις για την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δεν τίθεται σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 296 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το θεσμικό όργανο που αντιτάχθηκε στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, αναφέρει τους λόγους των αντιρρήσεών του.». |
|
22. |
Στο τμήμα I σημείο Γ, στα τμήματα III και IV του παραρτήματος I, στο τμήμα II του παραρτήματος II, στα τμήματα II και III του παραρτήματος III και στην τρίτη περίπτωση του παραρτήματος IV, ο όρος «βασικές πληροφορίες» αντικαθίσταται από τον όρο «ουσιώδεις πληροφορίες». |
Άρθρο 2
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2004/109/ΕΚ
Η οδηγία 2004/109/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:
|
1. |
Στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο θ), το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
2. |
Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:
|
|
3. |
Στο άρθρο 18, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Εάν πρόκειται να προσκληθούν σε συνέλευση μόνο κάτοχοι χρεωστικών τίτλων των οποίων η ονομαστική αξία ανά μονάδα είναι τουλάχιστον 100 000 ευρώ ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο, εκτός από το ευρώ, νόμισμα, του οποίου η αντίστοιχη ανά μονάδα ονομαστική αξία την ημερομηνία της έκδοσης είναι ισοδύναμη με 100 000 ευρώ τουλάχιστον, ο εκδότης μπορεί να επιλέγει ως τόπο της συνέλευσης οποιοδήποτε κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμες στο εν λόγω κράτος μέλος όλες οι διευκολύνσεις και οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να καταστεί δυνατή η άσκηση των δικαιωμάτων των κατόχων. Η επιλογή που εμφαίνεται στο πρώτο εδάφιο ισχύει επίσης όσον αφορά τους κατόχους χρεωστικών τίτλων των οποίων η ονομαστική αξία ανά μονάδα είναι τουλάχιστον 50 000 ευρώ ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο, εκτός από το ευρώ, νόμισμα, του οποίου η αντίστοιχη ανά μονάδα ονομαστική αξία την ημερομηνία της έκδοσης είναι ισοδύναμη με 100 000 ευρώ τουλάχιστον, οι οποίοι έχουν ήδη εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά στην Ένωση πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2010, για όσο χρονικό διάστημα οι χρεωστικοί κύκοι είναι σε κυκλοφορία, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι διευκολύνσεις και οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να καταστεί δυνατή η άσκηση των δικαιωμάτων των κατόχων είναι διαθέσιμες στο κράτος μέλος που επιλέγει ο εκδότης.». |
|
4. |
Στο άρθρο 20, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «6. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 4, όταν έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά κινητές αξίες των οποίων η ονομαστική αξία ανά μονάδα ανέρχεται σε τουλάχιστον 100 000 ευρώ ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο, εκτός από το ευρώ, νόμισμα, του οποίου η αντίστοιχη ονομαστική αξία την ημερομηνία της έκδοσης είναι ισοδύναμη με 100 000 ευρώ τουλάχιστον, οι ρυθμιζόμενες πληροφορίες αποκαλύπτονται στο κοινό είτε σε γλώσσα αποδεκτή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους υποδοχής, είτε σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στο διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα, ανάλογα με την επιλογή του εκδότη ή του προσώπου το οποίο ζήτησε αυτή την εισαγωγή χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη. Η παρέκκλιση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε εκδότες που εκδίδουν αποκλειστικά χρεωστικούς τίτλους των οποίων η ανά μονάδα ονομαστική αξία είναι τουλάχιστον 50 000 ευρώ ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο, εκτός ευρώ, νόμισμα, εφόσον η αντίστοιχη ανά μονάδα ονομαστική αξία, την ημερομηνία της έκδοσης, είναι ισοδύναμη με 50 000 ευρώ τουλάχιστον, οι οποίοι έχουν ήδη εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά στην Ένωση πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2010, για όσο χρονικό διάστημα οι χρεωστικοί κύκλοι είναι σε κυκλοφορία.». |
Άρθρο 3
Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως την 1η Ιουλίου 2012. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων, καθώς και τον πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.
Οι εν λόγω διατάξεις, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών μέτρων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 4
Επανεξέταση
Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, όπως έχει τροποποιηθεί με την παρούσα οδηγία, ιδιαίτερα όσον αφορά την εφαρμογή και τις επιπτώσεις των κανόνων, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης, όσον αφορά το περιληπτικό σημείωμα με τις βασικές πληροφορίες, τον αντίκτυπο της εξαίρεσης που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε) για την προστασία των εργαζομένων και το ανάλογο καθεστώς γνωστοποίησης που εμφαίνεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχεία ε) και ζ), καθώς και την ηλεκτρονική δημοσίευση των ενημερωτικών δελτίων σύμφωνα με το άρθρο 14, και επανεξετάζει το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) σημείο ii) σε σχέση με τον περιορισμό του καθορισμού του κράτους μέλους καταγωγής για εκδόσεις μη μετοχικών κινητών αξιών με ονομαστική αξία κάτω των 1 000 ευρώ με σκοπό να εξετάσει εάν αυτή η διάταξη θα πρέπει να διατηρηθεί ή να ανακληθεί. Επιπλέον, η Επιτροπή εκτιμά την ανάγκη να αναθεωρήσει τον ορισμό του όρου «δημόσια προσφορά» και την ανάγκη να προσδιορίσει τους όρους «πρωτογενής αγορά» και «δευτερογενής αγορά», και στο πλαίσιο αυτό, αποσαφηνίζει πλήρως τη σχέση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ με τις οδηγίες 2003/6/ΕΚκαι 2004/109/ΕΚ. Μετά την αξιολόγηση αυτή, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, όπου τούτο είναι σκόπιμο, από προτάσεις τροποποίησης της οδηγίας 2003/71/ΕΚ.
Άρθρο 5
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 6
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Στρασβούργο, 24 Νοεμβρίου 2010.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
J. BUZEK
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
O. CHASTEL
(1) Γνώμη της 18ης Φεβρουαρίου 2010 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).
(2) ΕΕ C 19 της 26.1.2010, σ. 1.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Ιουνίου 2010 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 11ης Οκτωβρίου 2010.
(4) ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 64.
(5) ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1.
II Μη νομοθετικές πράξεις
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/13 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1169/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 10ης Δεκεμβρίου 2010
περί κοινής μεθόδου ασφάλειας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις απόκτησης έγκρισης σιδηροδρομικής ασφάλειας
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων, η οποία τροποποιεί την οδηγία 95/18/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, και την οδηγία 2001/14/ΕΚ σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής, καθώς και με την πιστοποίηση ασφάλειας (οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων) (1), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη τη σύσταση ERA/REC/SAF/09-2009 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων, που παραδόθηκε στην Επιτροπή στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με κοινή μέθοδο ασφάλειας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης.
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Σκοπός της εν λόγω κοινής μεθόδου ασφάλειας (ΚΜΑ) είναι η διαμόρφωση πλαισίου για τις εθνικές αρχές ασφάλειας όσον αφορά την εναρμόνιση των κριτηρίων λήψης των αποφάσεών τους ανά την Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ. Η μέθοδος αυτή επιτρέπει σε όλες τις εθνικές αρχές ασφάλειας να αξιολογούν με τον ίδιο τρόπο τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις. |
|
(2) |
Η ΚΜΑ πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις εναρμονισμένες απαιτήσεις και μεθόδους αξιολόγησης, προκειμένου οι εθνικές αρχές ασφάλειας να είναι σε θέση να χορηγούν στους διαχειριστές υποδομής έγκριση ασφάλειας, η οποία να καλύπτει την επάρκεια του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας γενικά, καθώς και κάθε έγκριση για συγκεκριμένο δίκτυο. Επιπλέον, είναι πιθανόν οι διαχειριστές υποδομής να υποβάλουν αίτηση χορήγησης του τμήματος της έγκρισης που αφορά το συγκεκριμένο δίκτυο ταυτόχρονα με την αίτηση χορήγησης γενικής έγκρισης με βάση το οικείο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας. |
|
(3) |
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας αξιολογούν την ικανότητα ενός διαχειριστή υποδομής να συμμορφώνεται προς όλες τις απαιτήσεις που προβλέπονται για την εν γένει λειτουργία και τη λειτουργία στο συγκεκριμένο δίκτυο για το οποίο ζητεί την χορήγηση έγκρισης, αξιολογώντας το οικείο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας σε συνολικό επίπεδο. |
|
(4) |
Κάθε εθνική αρχή ασφάλειας χρειάζεται να θεσπίσει ρυθμίσεις για να εξετάζει αν τα αποτελέσματα που περιγράφονται στην αίτηση χορήγησης έγκρισης ασφάλειας παράγονται κατά τη εκμετάλλευση μετά την χορήγηση της έγκρισης και αν τηρούνται σε συνεχή βάση όλες οι απαραίτητες απαιτήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 στοιχείο στ) και το άρθρο 17 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ. Κατά συνέπεια, αυτό απαιτεί την θέσπιση καθεστώτος επιτήρησης μετά την χορήγηση, βάσει θεμελιωδών αρχών ζωτικής σημασίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί εναρμονισμένη προσέγγιση των εθνικών αρχών ασφάλειας σε κάθε κράτος μέλος. |
|
(5) |
Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που μνημονεύεται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Αντικείμενο
Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζεται κοινή μέθοδος ασφάλειας (ΚΜΑ) για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις όσον αφορά την απόκτηση άδειας (έγκρισης) ασφάλειας όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
Η ΚΜΑ περιλαμβάνει:
|
α) |
διαδικασία και κριτήρια αξιολόγησης των αιτήσεων των διαχειριστών υποδομής για τις εγκρίσεις ασφάλειας βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα παραρτήματα Ι και ΙΙ του παρόντος κανονισμού, |
|
β) |
αρχές για την επιτήρηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2004/49/ΕΚ μετά την χορήγηση της έγκρισης από την εθνική αρχή ασφάλειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παράρτημα III του παρόντος κανονισμού. |
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύει ο ακόλουθος ορισμός:
«εποπτεία»: οι ρυθμίσεις που θεσπίζει η εθνική αρχή ασφάλειας για να παρακολουθεί τις επιδόσεις ασφάλειας μετά την χορήγηση έγκρισης ασφάλειας.
Άρθρο 3
Διαδικασίες αξιολόγησης των αιτήσεων
1. Κατά την εξέταση των αιτήσεων για εγκρίσεις ασφάλειας, οι οποίες υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, οι εθνικές αρχές ασφάλειας εφαρμόζουν την διαδικασία που καθορίζεται στο παράρτημα Ι τους παρόντος κανονισμού για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης τους προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2004/49/ΕΚ. Οι εθνικές αρχές ασφάλειας χρησιμοποιούν επίσης τα κριτήρια αξιολόγησης που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού.
2. Κατά την αξιολόγηση, οι εθνικές αρχές ασφάλειας είναι δυνατόν να αποδεχτούν δεσμεύσεις από τους αιτούντες ότι θα διαχειριστούν τους κινδύνους μέσω συμβάσεων με τρίτους. Στις συμβάσεις καθορίζονται επίσης οι ανταλλαγές πληροφοριών που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί η ασφαλής λειτουργία των οχημάτων, ιδίως στους τομείς που σχετίζονται με την διαχείριση της συντήρησης.
3. Επιπλέον, τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που παρέχονται στους διαχειριστές υποδομής από εργολήπτες ή προμηθευτές θεωρείται ότι ικανοποιούν τις απαιτήσεις ασφάλειας εάν οι εργολήπτες, οι προμηθευτές ή τα προϊόντα έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με τα συναφή συστήματα πιστοποίησης που έχουν θεσπιστεί βάσει νομοθεσίας της Ένωσης για την προμήθεια των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών.
Άρθρο 4
Εποπτεία
Μετά την χορήγηση της έγκρισης ασφάλειας, οι εθνικές αρχές ασφάλειας, εποπτεύουν τη συνεχή εφαρμογή του οικείου συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας από τους διαχειριστές υποδομής και εφαρμόζουν τις αρχές εποπτείας του παραρτήματος ΙΙΙ.
Άρθρο 5
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή
O Πρόεδρος
José Manuel BARROSO
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
Διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις χορήγησης εγκρίσεων ασφάλειας που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ
1. Οι διαδικασίες που θεσπίζουν οι εθνικές αρχές ασφάλειας για την παραλαβή και αξιολόγηση των αιτήσεων και την χορήγηση εγκρίσεων ασφάλειας στηρίζονται στις ακόλουθες αρχές πλαίσιο.
α) Θέσπιση και αναθεώρηση της διαδικασίας αξιολόγησης
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας θεσπίζουν δομημένες και δυνάμενες να ελεγχθούν διαδικασίες που εφαρμόζονται από πρόσωπα με τα κατάλληλα προσόντα. Εξετάζουν τις αιτήσεις βάσει των κριτηρίων αξιολόγησης των συστημάτων διαχείρισης της ασφάλειας του παραρτήματος ΙΙ. Καταχωρίζουν και αιτιολογούν όλες τις αποφάσεις. Το σύνολο της διαδικασίας αξιολόγησης της εθνικής αρχής ασφάλειας αναθεωρείται περιοδικά σε εσωτερικό επίπεδο και βελτιώνεται συνεχώς για να εξασφαλιστεί η συνεχής απόδοση και αποτελεσματικότητά του.
β) Ποιότητα της διαδικασίας αξιολόγησης
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας παρακολουθούν την ποιότητα των επιδόσεων τους σε στάδια ζωτικής σημασίας κατά την επεξεργασία των αιτήσεων χορήγησης εγκρίσεων ασφάλειας.
γ) Έκταση της αξιολόγησης
Η αξιολόγηση διεξάγεται σε επίπεδο συστήματος διαχείρισης και ακολουθεί προσέγγιση βασισμένη σε διεργασίες (process-driven). Αν από την εξέταση προκύψουν ελλείψεις, η εθνική αρχή ασφάλειας, κατά την διακριτική της ευχέρεια, και ανάλογα με τη φύση και την σοβαρότητα της περίπτωσης μη συμμόρφωσης, περιγράφει τα σημεία που απαιτείται να ενισχυθούν. Σε τελικό στάδιο, η εθνική αρχή ασφάλειας ασκεί το δικαίωμά της να απορρίψει την αίτηση.
Η αξιολόγηση:
|
— |
αντιστοιχεί στους κινδύνους, το χαρακτήρα και την έκταση των δραστηριοτήτων του αιτούντος· |
|
— |
στηρίζεται σε ανάλυση της συνολικής ικανότητας του διαχειριστή υποδομής να λειτουργεί με ασφάλεια σύμφωνα με τα περιγραφόμενα στο οικείο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας (SMS). |
δ) Χρόνος της αξιολόγησης
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας ολοκληρώνουν την αξιολόγηση εντός του χρόνου που προβλέπεται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα επαρκή εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλει ο αιτών. Η εθνική αρχή ασφάλειας ενημερώνει τους διαχειριστές υποδομής περί ζητημάτων μείζονος σημασίας το ταχύτερο δυνατόν κατά τη διάρκεια της φάσης αξιολόγησης.
ε) Διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά την αξιολόγηση
Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης μιας αίτησης χορήγησης έγκρισης ασφάλειας στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών και στο κατά πόσον αποδείχτηκε ή όχι η συμμόρφωσή του προς τις σχετικές απαιτήσεις.
2. Η εθνική αρχή ασφάλειας αξιολογεί αν η επισυναπτόμενη περίληψη του εγχειριδίου του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας επιτρέπει αρχική ανάλυση της ποιότητας και της καταλληλότητας του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας και αποφασίζει για ποιους τομείς απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες. Η εθνική αρχή ασφάλειας δύναται ως μέρος του αιτήματος για περαιτέρω πληροφορίες να ζητήσει όσες λεπτομερείς πληροφορίες κρίνει εύλογα απαραίτητες για να στηρίξει την αξιολόγηση της αίτησης.
3. Κατά την χορήγηση έγκρισης ασφάλειας, η συμμόρφωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας του αιτούντος τεκμηριώνεται σε σχέση με κάθε κριτήριο αξιολόγησης.
4. Όταν θέτει ερώτημα ή προσδιορίζει πιθανή περίπτωση μη συμμόρφωσης, η εθνική αρχή ασφάλειας είναι σαφής και βοηθά τον αιτούντα να κατανοήσει το επίπεδο της λεπτομέρειας που απαιτείται στην απάντησή του. Προς επίτευξη των παραπάνω, η εθνική αρχή ασφάλειας:
|
α) |
αναφέρεται επακριβώς στα σχετικά κριτήρια και εξασφαλίζει ότι ο αιτών έχει κατανοήσει σαφώς τους εντοπισθέντες τομείς μη συμμόρφωσης· |
|
β) |
προσδιορίζει το συναφές μέρος κανονισμών, κανόνων και προτύπων· |
|
γ) |
δηλώνει γιατί δεν πληρούται το κριτήριο αξιολόγησης· |
|
δ) |
συμφωνεί επί περαιτέρω δεσμεύσεων, πληροφοριών και δικαιολογητικών που πρέπει να υποβληθούν, ανάλογα με τις απαιτήσεις του επιπέδου λεπτομέρειας του κριτηρίου και προσδιορίζει, αφενός, τα μέτρα που απαιτείται να λάβει ο αιτών για να επανορθώσει την έλλειψη και, αφετέρου, το χρονικό πλαίσιο για την συμμόρφωση· |
|
ε) |
προσδιορίζει τους τομείς για τους οποίους ενδεχομένως θα απαιτηθεί περαιτέρω εξέταση μέσω της εποπτείας μετά την χορήγηση της έγκρισης. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
Διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις χορήγησης εγκρίσεων ασφάλειας που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ
Α. ΜΕΤΡΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΥΠΟΔΟΜΗΣ (1)
|
A.1 |
Υφίστανται διαδικασίες που έχουν θεσπιστεί για τον εντοπισμό των κινδύνων που συνδέονται με τις σιδηροδρομικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν άμεσα από τις εργασίες, το σχεδιασμό της εργασίας ή το φόρτο και από τις δραστηριότητες άλλων οργανισμών/προσώπων. |
|
A.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για την θέσπιση και εφαρμογή μέτρων ελέγχου της επικινδυνότητας. |
|
A.3 |
Υφίστανται διαδικασίες για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των ρυθμίσεων ελέγχου της επικινδυνότητας και για την εφαρμογή των αλλαγών, όταν απαιτείται. |
|
A.4 |
Υφίστανται διαδικασίες για την αναγνώριση της ανάγκης συνεργασίας με άλλες οντότητες (όπως σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, κατασκευαστές, προμηθευτές συντήρησης, οντότητες επιφορτισμένες με τη συντήρηση, κατόχους σιδηροδρομικών οχημάτων, παρόχους υπηρεσιών και οντότητες προμηθειών), όπου απαιτείται, σχετικά με ζητήματα για τα οποία υπάρχουν κοινές διεπαφές που ενδέχεται να επηρεάσουν την θέσπιση επαρκών μέτρων ελέγχου της επικινδυνότητας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ. |
|
A.5 |
Υφίστανται διαδικασίες για συμφωνημένη τεκμηρίωση και επικοινωνία με τις συναφείς οντότητες, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των ρόλων και των αρμοδιοτήτων κάθε συμμετέχοντος οργανισμού και των προδιαγραφών των ανταλλαγών πληροφοριών. |
|
A.6 |
Υφίστανται διαδικασίες για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των εν λόγω ρυθμίσεων και για την εφαρμογή των αλλαγών, όταν απαιτείται. |
B. ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΥΛΙΚΟΥ (2)
|
B.1 |
Υφίστανται διαδικασίες για την εξαγωγή των απαιτήσεων/προτύπων/διεργασιών συντήρησης από τα δεδομένα ασφάλειας. |
|
B.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για την προσαρμογή των περιόδων συντήρησης ανάλογα με τον τύπο και την έκταση της εκτελούμενης σιδηροδρομικής μεταφοράς. |
|
B.3 |
Υφίστανται διαδικασίες που εξασφαλίζουν σαφή καθορισμό της αρμοδιότητας όσον αφορά τη συντήρηση, τον προσδιορισμό των δεξιοτήτων που απαιτούνται για τις θέσεις συντήρησης και την διαμόρφωση κατάλληλων επιπέδων αρμοδιότητας. |
|
B.4 |
Υφίστανται διαδικασίες συλλογής πληροφοριών για τις δυσλειτουργίες και τα ελαττώματα που προκύπτουν από τις καθημερινές δραστηριότητες, και αναφοράς τους στους αρμόδιους για την συντήρηση. |
|
B.5 |
Υφίστανται διαδικασίες για τον προσδιορισμό και την αναφορά στα ενδιαφερόμενα μέρη κινδύνων λόγω ελαττωμάτων και κατασκευαστικών παρατυπιών ή δυσλειτουργιών καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής. |
|
B.6 |
Υφίστανται διαδικασίες για την επαλήθευση και τον έλεγχο των επιδόσεων και των αποτελεσμάτων της συντήρησης για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους προς τα εταιρικά πρότυπα. |
Γ. ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩΝ (3)
|
Γ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες για την επαλήθευση της επαγγελματικής επάρκειας των εργοληπτών (συμπεριλαμβανομένων των υπεργολάβων) και των προμηθευτών. |
|
Γ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για την επαλήθευση και τον έλεγχο των επιδόσεων ασφάλειας και των αποτελεσμάτων όλων των ανατεθειμένων με σύμβαση υπηρεσιών και των προμηθευμένων προϊόντων από τον εργολήπτη ή από τον προμηθευτή για να εξασφαλιστεί ότι όλα πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στη σύμβαση. |
|
Γ.3 |
Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που αφορούν την ασφάλεια των σιδηροδρόμων ορίζονται σαφώς, είναι γνωστά και κατανέμονται στους συμβαλλόμενους εταίρους και μεταξύ όλων των άλλων ενδιαφερόμενων μερών. |
|
Γ.4 |
Υφίστανται διαδικασίες που εξασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα των σχετιζόμενων με τη ασφάλεια εγγράφων και συμβάσεων. |
|
Γ.5 |
Υφίστανται διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι τα καθήκοντα ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών που αφορούν την ασφάλεια, εκτελούνται από τους εργολήπτες ή τον προμηθευτή σύμφωνα με τις σχετικές απαιτήσεις που καθορίζονται στη σύμβαση. |
Δ. ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΛΛΩΝ ΜΕΡΩΝ ΕΚΤΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ (4)
|
Δ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες για τον προσδιορισμό δυνητικών κινδύνων από μέρη εκτός σιδηροδρομικού συστήματος, όπου απαιτείται και είναι εύλογο. |
|
Δ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για την θέσπιση μέτρων ελέγχου άμβλυνσης των επιπτώσεων από κινδύνους που έχουν εντοπιστεί στο πλαίσιο του σημείου Δ.1. όσον αφορά τις αρμοδιότητες του αιτούντος. |
|
Δ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο του σημείου Δ.2 και για την εφαρμογή των αλλαγών, όπου απαιτείται. |
E. ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
|
E.1 |
Υφίσταται περιγραφή της δραστηριότητας με αποσαφήνιση του τύπου, της έκτασης και του κινδύνου της λειτουργίας. |
|
E.2 |
Υφίσταται περιγραφή της δομής του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής των ρόλων και των αρμοδιοτήτων. |
|
E.3 |
Υφίσταται περιγραφή των διαδικασιών του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας που προβλέπεται στο άρθρο 9 και στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 2009/49/ΕΚ, η οποία συνάδει με τον τύπο και την έκταση των εκτελούμενων σιδηροδρομικών μεταφορών. |
|
E.4 |
Αναγράφονται και περιγράφονται με συντομία οι διεργασίες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τον τύπο της δραστηριότητας/σιδηροδρομικής μεταφοράς και είναι κρίσιμα από πλευράς ασφάλειας. |
ΣΤ. ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ (5)
|
ΣΤ.1 |
Υφίσταται περιγραφή του τρόπου εξασφάλισης του συντονισμού των δραστηριοτήτων του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας ανά τον οργανισμό, βάσει αποδεδειγμένης γνώσης και ηγετικής αρμοδιότητας σε επίπεδο διοίκησης. |
|
ΣΤ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό στο οποίο έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες στο πλαίσιο του οργανισμού έχει την εξουσία, τα προσόντα και τους κατάλληλους πόρους για να εκπληρώνει την αποστολή του. |
|
ΣΤ.3 |
Ορίζονται σαφώς οι τομείς αρμοδιότητας που σχετίζονται με την ασφάλεια και η κατανομή των αρμοδιοτήτων στα συγκεκριμένα καθήκοντα που συνδέονται με αυτούς, καθώς και οι μεταξύ τους διασυνδέσεις. |
|
ΣΤ.4 |
Υφίσταται διαδικασία εξασφάλισης του σαφούς καθορισμού των καθηκόντων ασφάλειας και ανάθεσής τους στο προσωπικό με τα κατάλληλα προσόντα. |
Ζ. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΠΙΠΕΔΑ (6)
|
Ζ.1 |
Υφίσταται περιγραφή του τρόπου κατανομής των αρμοδιοτήτων σε κάθε διεργασία που σχετίζεται με την ασφάλεια ανά τον οργανισμό. |
|
Ζ.2 |
Υφίσταται διαδικασία τακτικής παρακολούθησης της εκτέλεσης των καθηκόντων από τα διοικητικά στελέχη της ιεραρχίας που πρέπει να επεμβαίνουν εφόσον τα καθήκοντα δεν εκτελούνται σωστά. |
|
Ζ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες εντοπισμού και διαχείρισης των επιπτώσεων άλλων διαχειριστικών δραστηριοτήτων στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας. |
|
Ζ.4 |
Υφίστανται διαδικασίες βάσει των οποίων όσοι διαδραματίζουν ρόλο στην διαχείριση της ασφάλειας καθίστανται υπόλογοι για τις επιδόσεις τους. |
|
Ζ.5 |
Υφίστανται διαδικασίες κατανομής των πόρων για την εκτέλεση των καθηκόντων στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας. |
Η. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ (7)
|
H.1 |
Υφίστανται διαδικασίες που εξασφαλίζουν την επαρκή εκπροσώπηση και διαβούλευση με το προσωπικό και τους εκπροσώπους του κατά τον καθορισμό, την πρόταση, την αναθεώρηση και την ανάπτυξη των πτυχών ασφάλειας των επιχειρησιακών διαδικασιών, στις οποίες ενδεχομένως εμπλέκεται το προσωπικό. |
|
H.2 |
Οι ρυθμίσεις όσον αφορά τη συμμετοχή και τη διαβούλευση με το προσωπικό τεκμηριώνονται. |
Θ. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ (8)
Υφίστανται διαδικασίες με τις οποίες εξασφαλίζεται, όπου είναι ευλόγως δυνατόν, η συνεχής βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας· σε αυτές περιλαμβάνονται:
|
α) |
διαδικασίες περιοδικής ανασκόπησης του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, εφόσον κρίνονται αναγκαίες· |
|
β) |
διαδικασίες περιγραφής ρυθμίσεων παρακολούθησης και ανάλυσης σχετικών δεδομένων ασφάλειας· |
|
γ) |
διαδικασίες περιγραφής του τρόπου διόρθωσης των εντοπιζόμενων ελλείψεων· |
|
δ) |
διαδικασίες περιγραφής της εφαρμογής νέων κανόνων διαχείρισης της ασφάλειας βάσει των εξελίξεων και των διδαγμάτων· |
|
ε) |
διαδικασίες περιγραφής του τρόπου με τον οποίο αξιοποιούνται τα ευρήματα του εσωτερικού ελέγχου για τη βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας. |
Ι. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΕΓΚΡΙΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΕΥΘΥΝΟΝΤΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ (9)
Υφίσταται έγγραφο στο οποίο περιγράφεται η πολιτική ασφάλειας του οργανισμού και το οποίο:
|
α) |
έχει κοινοποιηθεί και διατεθεί σε όλο το προσωπικό π.χ. μέσω του ενδοδικτύου του οργανισμού· |
|
β) |
αντιστοιχεί στον τύπο και την έκταση των σιδηροδρομικών μεταφορών· |
|
γ) |
έχει εγκριθεί από τον διευθύνοντα σύμβουλο του οργανισμού. |
ΙΑ. ΠΟΙΟΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΤΩΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΣΤΟΧΩΝ (10)
|
ΙΑ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες για τον καθορισμό σχετικών στόχων ασφάλειας βάσει του νομικού πλαισίου και υφίσταται έγγραφο στο οποίο αναφέρονται οι εν λόγω στόχοι. |
|
ΙΑ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για τον καθορισμό συναφών στόχων ασφάλειας που συνάδουν με τον τύπο και την έκταση των καλυπτόμενων σιδηροδρομικών δραστηριοτήτων και των συναφών κινδύνων. |
|
ΙΑ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες τακτικής αξιολόγησης των συνολικών επιδόσεων ασφάλειας ως προς τους στόχους ασφάλειας του οργανισμού και εκείνους που θεσπίζονται σε επίπεδο κράτους μέλους. |
|
ΙΑ.4 |
Υφίστανται διαδικασίες για την τακτική παρακολούθηση και αναθεώρηση των επιχειρησιακών ρυθμίσεων μέσω:
|
|
ΙΑ.5 |
Υφίστανται διαδικασίες του διαχειριστή υποδομής για την κατάρτιση σχεδίων και διαδικασιών με σκοπό για την επίτευξη των στόχων. |
ΙΒ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΡΟΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ, ΝΕΑ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ Ή ΑΛΛΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ (11)
|
ΙΒ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες όσον αφορά απαιτήσεις που σχετίζονται με τον τύπο και την έκταση των δραστηριοτήτων για τα εξής:
|
|
ΙΒ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες που εξασφαλίζουν τη χρήση για τον επιδιωκόμενο σκοπό, κατάλληλου προσωπικού, ορθών διαδικασιών, συγκεκριμένων εγγράφων, εξοπλισμού και τροχαίου υλικού. |
|
ΙΒ.3 |
Το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας περιλαμβάνει διαδικασίες που εξασφαλίζουν τη διεξαγωγή της συντήρησης σύμφωνα με τις συναφείς απαιτήσεις. |
ΙΓ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΜΕΤΡΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ, ΛΟΓΩ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ Ή ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΝΕΟΥ ΥΛΙΚΟΥ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ ΝΕΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΜΗ Ή ΤΙΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ (12)·
|
ΙΓ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες διαχείρισης για αλλαγές του εξοπλισμού, των διαδικασιών, της οργάνωσης, της στελέχωσης ή των διασυνδέσεων. |
|
ΙΓ.2 |
Υφίστανται, όταν απαιτούνται, διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων για την διαχείριση αλλαγών και την εφαρμογή κοινών μεθόδων ασφάλειας όσον αφορά την αξιολόγηση και την εκτίμηση των κινδύνων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 352/2009 της Επιτροπής (13). |
|
ΙΓ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες με τις οποίες τα αποτελέσματα της εκτίμησης κινδύνου τροφοδοτούν άλλες διεργασίες εντός του οργανισμού και για τα οποία ενημερώνεται το εμπλεκόμενο προσωπικό. |
ΙΔ. ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ Η ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΟΤΙ ΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΑΝΑΛΟΓΩΣ (14)
|
ΙΔ.1 |
Υφίσταται σύστημα διαχείρισης επάρκειας προσόντων το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον:
|
|
ΙΔ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης προσόντων που εξασφαλίζουν:
|
ΙΕ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΕΠΑΡΚΟΥΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ, ΟΠΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ, ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΠΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΥΠΟΔΟΜΗ (15)
|
ΙΕ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες για να εξασφαλίζεται ότι:
|
|
ΙΕ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για να εξασφαλίζεται ότι:
|
|
ΙΕ.3 |
Υφίστανται ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του διαχειριστή υποδομής και άλλων σιδηροδρομικών επιχειρήσεων. |
ΙΣΤ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΟΡΦΟΤΥΠΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΤΩΝ ΖΩΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (16)
|
ΙΣΤ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες για να εξασφαλίζεται ότι όλες οι συναφείς πληροφορίες ασφάλειας είναι ακριβείς, πλήρεις, αναλυτικές, ευνόητες, κατάλληλα επικαιροποιημένες και δεόντως τεκμηριωμένες. |
|
ΙΣΤ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για:
|
|
ΙΣΤ.3 |
Υφίσταται διαδικασία για τον έλεγχο της μορφής ζωτικών πληροφοριών ασφάλειας. |
ΙΖ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ, ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ, ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ, ΑΠΟΣΟΒΗΘΕΝΤΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ (17)
|
ΙΖ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες με τις οποίες εξασφαλίζεται ότι ατυχήματα, περιστατικά, αποσοβηθέντα ατυχήματα και άλλα επικίνδυνα συμβάντα:
|
|
ΙΖ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για να εξασφαλίζεται ότι:
|
|
ΙΖ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες προκειμένου οι πληροφορίες σχετικά με τις έρευνες και τις αιτίες ατυχημάτων, περιστατικών, αποσοβηθέντων ατυχημάτων και άλλων επικίνδυνων συμβάντων να χρησιμοποιούνται για εκπαίδευση και, όπου απαιτείται, για τη λήψη προληπτικών μέτρων. |
ΙΗ. ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΣΧΕΔΙΩΝ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΧΟΥΝ ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΑΡΧΕΣ (18)
|
ΙΗ.1 |
Σε έγγραφο προσδιορίζονται όλοι οι τύποι έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της υποβαθμισμένης λειτουργίας, και υφίστανται διαδικασίες προσδιορισμού νέων τύπων. |
|
ΙΗ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για να εξασφαλίζεται ότι για κάθε προσδιορισμένο τύπο έκτακτης ανάγκης:
|
|
ΙΗ.3 |
Προσδιορίζονται και περιγράφονται σε έγγραφο οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες όλων των μερών. |
|
ΙΗ.4 |
Υφίστανται σχέδια δράσης, σχέδια συναγερμού, πληροφορίες και περιλαμβάνουν:
|
|
ΙΗ.5 |
Υφίσταται έγγραφο που περιγράφει τον τρόπο κατανομής πόρων και μέσων και πώς έχουν προσδιοριστεί οι απαιτήσεις κατάρτισης. |
|
ΙΗ.6 |
Υφίστανται διαδικασίες για την αποκατάσταση συνθηκών κανονικής λειτουργίας το ταχύτερο δυνατόν. |
|
ΙΗ.7 |
Υφίστανται διαδικασίες για την δοκιμή των σχεδίων έκτακτης ανάγκης σε συνεργασία με άλλα μέρη προς εκπαίδευση του προσωπικού, δοκιμή των διαδικασιών, εντοπισμό αδύνατων σημείων και επαλήθευση του τρόπου διαχείρισης των δυνητικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. |
|
ΙΗ.8 |
Υφίστανται διαδικασίες για το συντονισμό των σχεδίων έκτακτης ανάγκης με σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται την υποδομή του οργανισμού και κάθε άλλη υποδομή με την οποία υπάρχει διασύνδεση. |
|
ΙΗ.9 |
Υφίστανται διαδικασίες άμεσης διακοπής της λειτουργίας και της κυκλοφορίας των σιδηροδρόμων, εάν απαιτηθεί, και ενημέρωσης όλων των ενδιαφερόμενων για τα μέτρα που ελήφθησαν. |
ΙΘ. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (19)
|
ΙΘ. |
Υφίσταται εσωτερικό σύστημα ελέγχου, ανεξάρτητο και αμερόληπτο, το οποίο λειτουργεί με διαφανή τρόπο. |
|
ΙΘ.2 |
Υφίσταται χρονοδιάγραμμα προγραμματισμένων εσωτερικών ελέγχων, το οποίο είναι δυνατόν να αναθεωρείται ανάλογα με τα αποτελέσματα προηγούμενων ελέγχων και την παρακολούθηση των επιδόσεων. |
|
ΙΘ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες για τον εντοπισμό και την επιλογή κατάλληλων έμπειρων ελεγκτών. |
|
ΙΘ.4 |
Υφίστανται διαδικασίες για
|
|
ΙΘ.5 |
Υφίστανται διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι τα ανώτερα κλιμάκια της διοικητικής ιεραρχίας έχουν επίγνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων και αναλαμβάνουν την συνολική ευθύνη της εφαρμογής των αλλαγών στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας. |
|
ΙΘ.6 |
Υφίσταται έγγραφο που δείχνει τον τρόπο προγραμματισμού των ελέγχων με βάση τις ρυθμίσεις συστηματικής παρακολούθησης προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τις εσωτερικές διαδικασίες και πρότυπα. |
Κ. ΑΣΦΑΛΗΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ (20)
|
Κ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες για την εξασφάλιση ασφαλούς σχεδιασμού της υποδομής κατά τη διάρκεια ολόκληρου του κύκλου ζωής της υποδομής, ο οποίος καλύπτει τη μελέτη και την εγκατάσταση. |
|
Κ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις τεχνικές αλλαγές της υποδομής και τη διαχείριση των εν λόγω αλλαγών. |
|
Κ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες από τις οποίες προκύπτει ότι έχουν εντοπιστεί οι συναφείς κανόνες που καλύπτουν το σχεδιασμό της υποδομής και οι ενδεχόμενες εθνικές μέθοδοι ασφάλειας και ότι ο αιτών είναι σε θέση να συμμορφωθεί προς αυτούς. |
ΚΑ. ΑΣΦΑΛΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ (21)
|
ΚΑ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες με τις οποίες διασφαλίζεται η ασφαλής διαχείριση και λειτουργία της υποδομής, λαμβανομένων υπόψη του αριθμού, του τύπου και της έκτασης των φορέων εκμετάλλευσης που εκτελούν δρομολόγια στο δίκτυο, συμπεριλαμβανομένων όλων των αναγκαίων αλληλεπιδράσεων ανάλογα με την πολυπλοκότητα της λειτουργίας. |
|
ΚΑ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες από τις οποίες προκύπτει ο τρόπος διαχείρισης της ασφάλειας στα φυσικά ή/και τα λειτουργικά σύνορα της υποδομής. |
|
ΚΑ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες από τις οποίες προκύπτει ο τρόπος διαχείρισης της αποτελεσματικής συνεργασίας και συντονισμού, σε κανονικές καταστάσεις και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. |
|
ΚΑ.4 |
Υφίστανται διαδικασίες από τις οποίες προκύπτει ότι έχουν εντοπιστεί οι κανόνες που καλύπτουν την ασφαλή λειτουργία και διαχείριση της υποδομής/των διασυνδέσεων οχημάτων και ότι ο αιτών είναι σε θέση να συμμορφωθεί προς αυτούς. |
ΚΒ. ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ (22)
|
ΚΒ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες με τις οποίες εξασφαλίζεται η ασφαλής διεξαγωγή της συντήρησης της υποδομής, συμπεριλαμβανομένου του σαφούς διαχειριστικού ελέγχου και του τεκμηριωμένου ελέγχου και επιθεώρησης. |
|
ΚΒ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες με τις οποίες εξασφαλίζεται ότι η συντήρηση της υποδομής ικανοποιεί τις ειδικές ανάγκες του δικτύου. |
|
ΚΒ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες από τις οποίες προκύπτει ότι έχουν εντοπιστεί οι κανόνες που καλύπτουν την παροχή της συντήρησης και υλικού και ότι ο αιτών είναι σε θέση να συμμορφωθεί προς αυτούς. |
ΚΓ. ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ (23)
|
ΚΓ.1 |
Υφίστανται διαδικασίες με τις οποίες εξασφαλίζεται η λειτουργία και η συντήρηση του συστήματος ελέγχου κυκλοφορίας και σηματοδότησης, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία του σιδηροδρόμου. |
|
ΚΓ.2 |
Υφίστανται διαδικασίες για τη συμμόρφωση με νέα και τροποποιημένα τεχνικά και λειτουργικά πρότυπα. |
|
ΚΓ.3 |
Υφίστανται διαδικασίες με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος διαχείρισης της ασφάλειας ή/και λειτουργικά όρια του συστήματος ελέγχου της κυκλοφορίας και της σηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου διαχείρισης της συνεργασίας, εάν απαιτείται. |
|
ΚΓ.4 |
Υφίστανται διαδικασίες από τις οποίες προκύπτει ότι έχουν εντοπιστεί οι κανόνες που καλύπτουν την ασφαλή λειτουργία και διαχείριση του συστήματος ελέγχου κυκλοφορίας και σηματοδότησης και ότι ο αιτών είναι σε θέση να συμμορφωθεί προς αυτούς. |
(1) Άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
(2) Άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
(3) Άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
(4) Άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
(5) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 1.
(6) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 1.
(7) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 1.
(8) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 1.
(9) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο α).
(10) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο β).
(11) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο γ).
(12) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο δ).
(13) ΕΕ L 108 της 29.4.2009, σ. 4
(14) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο ε).
(15) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο στ).
(16) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο ζ).
(17) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο η).
(18) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο θ).
(19) Παράρτημα III της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, σημείο 2 στοιχείο ι).
(20) Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
(21) Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
(22) Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
(23) Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
Αρχές για την εποπτεία μετά την χορήγηση της έγκρισης
|
1. |
Η προσέγγιση των εθνικών αρχών ασφάλειας για την εποπτεία της συμμόρφωση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 16 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ στηρίζεται στις κάτωθι αρχές. Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων εποπτείας συνολικά και στις μεμονωμένες περιπτώσεις εντός του εν λόγω πλαισίου. |
|
2. |
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ επιβολής και κινδύνου. Τα μέτρα που λαμβάνει μια εθνική αρχή ασφάλειας για την επίτευξη της συμμόρφωσης ή προκειμένου να λογοδοτήσουν διαχειριστές υποδομής για μη τήρηση των υποχρεώσεων τους βάσει του νόμου είναι ανάλογα των ενδεχόμενων κινδύνων για την ασφάλεια ή της πιθανής σοβαρότητας της ενδεχόμενης μη συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης και της πραγματικής ή της δυνητικής βλάβης. |
|
3. |
Ο εθνικές αρχές ασφάλειας εφαρμόζουν την αρχή της συνεπούς προσέγγισης για να εξασφαλίζουν ότι η εκάστοτε εθνική αρχή ασφάλειας υιοθετεί παρόμοια προσέγγιση υπό παρόμοιες συνθήκες για την επίτευξη παρόμοιων αποτελεσμάτων. |
|
4. |
Οι δραστηριότητες εποπτείας των εθνικών αρχών ασφάλειας επικεντρώνονται κυρίως στις δραστηριότητες εκείνες τις οποίες η εθνική αρχή ασφάλειας θεωρεί ότι ενέχουν τους σοβαρότερους κινδύνους ή στις περιπτώσεις που οι απειλές ελέγχονται λιγότερο. Προς το σκοπό αυτό, η εθνική αρχή ασφάλειας διαθέτει μεθόδους και εξουσία αξιολόγησης των καθημερινών επιδόσεων του διαχειριστή υποδομής. |
|
5. |
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας αποφασίζουν επί των προτεραιοτήτων για την αποτελεσματική χρησιμοποίηση των πόρων που διαθέτουν αλλά η απόφαση για τον βέλτιστο τρόπος επίτευξης των παραπάνω ανήκει σε κάθε μεμονωμένη εθνική αρχή ασφάλειας. Τα μέτρα πρέπει να εστιάζονται σε όσους ευθύνονται για τον κίνδυνο και σε εκείνους που έχουν την καλύτερη δυνατότητα αντιμετώπισής του. |
|
6. |
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας εφαρμόζουν την αρχή της διαφάνειας για να βοηθούν τους διαχειριστές υποδομής να κατανοούν τι αναμένεται από αυτούς (συμπεριλαμβανομένου του τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν) και τι πρέπει αυτοί να αναμένουν από τις εθνικές αρχές ασφάλειας. |
|
7. |
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας είναι υπόλογες για τις αποφάσεις τους βάσει του άρθρου 17 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ. Κατά συνέπεια, οι εθνικές αρχές ασφάλειας διαθέτουν πολιτικές και αρχές βάσει των οποίων είναι δυνατόν να αξιολογηθούν. Επιπλέον, οι εθνικές αρχές ασφάλειας διαθέτουν διαδικασία καταγγελιών. |
|
8. |
Οι εθνικές αρχές ασφάλειας προχωρούν σε διευθετήσεις αμοιβαίας συνεργασίας προκειμένου να αλληλοενημερώνονται και να συντονίζουν τη δράση τους σχετικά με παραβάσεις που αφορούν στην ασφάλεια. Επιπλέον, οι εθνικές αρχές ασφάλειας προχωρούν σε ρυθμίσεις συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές για την αμοιβαία ενημέρωση και ανάπτυξη ενοποιημένων προσεγγίσεων για ζητήματα που επηρεάζουν την ασφάλεια των σιδηροδρόμων. |
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/26 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1170/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 10ης Δεκεμβρίου 2010
για την έγκριση μη ήσσονος σημασίας τροποποιήσεων των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Pancetta Piacentina (ΠΟΠ)]
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, η Επιτροπή εξέτασε την αίτηση της Ιταλίας για την έγκριση των τροποποιήσεων των προδιαγραφών της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης «Pancetta Piacentina», η οποία καταχωρίσθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/96 της Επιτροπής (2) όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1263/96 της Επιτροπής (3). |
|
(2) |
Δεδομένου ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν είναι ήσσονος σημασίας κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, η Επιτροπή δημοσίευσε την αίτηση τροποποιήσεων, κατ’εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (4). Δεδομένου ότι δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία δήλωση ένστασης, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, οι τροποποιήσεις πρέπει να εγκριθούν, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Εγκρίνονται οι τροποποιήσεις των προδιαγραφών οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν την ονομασία που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
José Manuel BARROSO
(1) ΕΕ L 93 της 31.3.2006, σ. 12.
(2) ΕΕ L 148 της 21.6.1996, σ.1.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Γεωργικά προϊόντα προοριζόμενα για ανθρώπινη κατανάλωση τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης:
Κλάση 1.2. Προϊόντα κρέατος (μαγειρευτά, παστά, καπνιστά κ.λπ.)
ΙΤΑΛΙΑ
Pancetta Piacentina (ΠΟΠ)
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/28 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1171/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 10ης Δεκεμβρίου 2010
για την καταχώριση ονομασίας στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Melón de La Mancha (ΠΓΕ)]
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (1) και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006 και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, η αίτηση που υπέβαλε η Ισπανία για την καταχώριση της ονομασίας «Melón de La Mancha» δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2). |
|
(2) |
Δεδομένου ότι δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία δήλωση ένστασης, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, η εν λόγω ονομασία πρέπει να καταχωριστεί, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Καταχωρίζεται η ονομασία που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
José Manuel BARROSO
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Γεωργικά προϊόντα προοριζόμενα για ανθρώπινη κατανάλωση τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης:
Κλάση 1.6. Φρούτα, λαχανικά και σιτηρά νωπά ή μεταποιημένα
ΙΣΠΑΝΙΑ
Melón de La Mancha (ΠΓΕ)
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/30 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1172/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 6ης Δεκεμβρίου 2010
περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας γάδου στη ζώνη VΙα, στα ύδατα της ΕΕ και στα διεθνή ύδατα της Vb ανατολικώς των 12° 00′Δ από σκάφη που φέρουν σημαία Γαλλίας
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής (1) και ιδίως το άρθρο 36 παράγραφος 2,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 53/2010 του Συμβουλίου, της 14ης Ιανουαρίου 2010, περί καθορισμού, για το 2010, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της ΕΕ και, για τα σκάφη της ΕΕ, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (2), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2010. |
|
(2) |
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2010. |
|
(3) |
Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση των αλιευτικών δραστηριοτήτων για το εν λόγω απόθεμα, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Εξάντληση ποσόστωσης
Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2010, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.
Άρθρο 2
Απαγορεύσεις
Οι αλιευτικές δραστηριότητες για το απόθεμα που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται σε αυτό απαγορεύονται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απογορεύεται ειδικότερα η διατήρηση επί του σκάφους, η μετατόπιση, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση ψαριών από το υπόψη απόθεμα τα οποία έχουν αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.
Άρθρο 3
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 6 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,
Lowri EVANS
Γενικός Διευθυντής Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
|
Αριθ. |
21/T&Q |
|
Κράτος μέλος |
Γαλλία |
|
Απόθεμα |
COD/5B6A-C |
|
Είδη |
Γάδος (Gadus morhua) |
|
Ζώνη |
VIa· ύδατα ΕΕ και διεθνή ύδατα της Vb ανατολικώς των 12° 00′Δ |
|
Ημερομηνία |
18.6.2010 |
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/32 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1173/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 6ης Δεκεμβρίου 2010
περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας μπρόσμιου στα ύδατα της ΕΕ και στα διεθνή ύδατα των ζωνών V, VI και VII από σκάφη που φέρουν σημαία Γαλλίας
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 36 παράγραφος 2,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 53/2010 του Συμβουλίου, της 14ης Ιανουαρίου 2010, περί καθορισμού, για το 2010, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ύδατα της ΕΕ και, για τα σκάφη της ΕΕ, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (2), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2010. |
|
(2) |
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2010. |
|
(3) |
Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση των αλιευτικών δραστηριοτήτων για το εν λόγω απόθεμα, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Εξάντληση ποσόστωσης
Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2010, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.
Άρθρο 2
Απαγορεύσεις
Οι αλιευτικές δραστηριότητες για το απόθεμα που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται σε αυτό απαγορεύονται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται ειδικότερα η διατήρηση επί του σκάφους, η μετατόπιση, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση ψαριών από το υπόψη απόθεμα τα οποία έχουν αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.
Άρθρο 3
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 6 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,
Lowri EVANS
Γενικός Διευθυντής Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
|
Αριθ. |
20/T&Q |
|
Κράτος μέλος |
Γαλλία |
|
Απόθεμα |
USK/567EI. |
|
Είδη |
Μπρόσμιος (Brosme brosme) |
|
Ζώνη |
Ύδατα ΕΕ και διεθνή ύδατα των ζωνών V, VI και VII |
|
Ημερομηνία |
18.6.2010 |
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/34 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1174/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 10ης Δεκεμβρίου 2010
σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει oτις 11 Δεκεμβρίου 2010.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,
Jean-Luc DEMARTY
Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών
|
(EUR/100 kg) |
||
|
Κωδικός ΣΟ |
Κωδικός των τρίτων χωρών (1) |
Κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή |
|
0702 00 00 |
AL |
64,0 |
|
MA |
73,3 |
|
|
TR |
100,3 |
|
|
ZZ |
79,2 |
|
|
0707 00 05 |
EG |
150,8 |
|
TR |
78,4 |
|
|
ZZ |
114,6 |
|
|
0709 90 70 |
MA |
97,0 |
|
TR |
105,1 |
|
|
ZZ |
101,1 |
|
|
0805 10 20 |
AR |
43,0 |
|
BR |
50,0 |
|
|
CL |
87,6 |
|
|
MA |
63,6 |
|
|
PE |
58,9 |
|
|
SZ |
46,6 |
|
|
TR |
48,9 |
|
|
ZA |
43,5 |
|
|
ZW |
48,4 |
|
|
ZZ |
54,5 |
|
|
0805 20 10 |
MA |
71,4 |
|
TR |
57,6 |
|
|
ZZ |
64,5 |
|
|
0805 20 30 , 0805 20 50 , 0805 20 70 , 0805 20 90 |
IL |
72,6 |
|
TR |
70,1 |
|
|
ZZ |
71,4 |
|
|
0805 50 10 |
TR |
54,4 |
|
ZZ |
54,4 |
|
|
0808 10 80 |
AR |
74,9 |
|
AU |
187,9 |
|
|
CA |
105,7 |
|
|
CL |
84,2 |
|
|
CN |
95,3 |
|
|
MK |
26,7 |
|
|
NZ |
98,3 |
|
|
US |
106,2 |
|
|
ZA |
121,6 |
|
|
ZZ |
100,1 |
|
|
0808 20 50 |
CN |
65,0 |
|
US |
112,9 |
|
|
ZA |
141,4 |
|
|
ZZ |
106,4 |
|
(1) Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός « ZZ » αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/36 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1175/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 10ης Δεκεμβρίου 2010
σχετικά με τις τιμές πώλησης των σιτηρών για τους δεύτερους επιμέρους διαγωνισμούς στο πλαίσιο των διαγωνισμών που προκηρύχθηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1017/2010
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1), και ιδίως το άρθρο 43 στοιχείο στ), σε συνδυασμό με το άρθρο 4,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1017/2010 της Επιτροπής (2) προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πώληση σιτηρών σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1272/2009 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2009, για τη θέσπιση κοινών λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την αγορά και την πώληση γεωργικών προϊόντων από τη δημόσια παρέμβαση (3). |
|
(2) |
Σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1272/2009 και το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1017/2010 και λαμβανομένων υπόψη των προσφορών που παραλήφθηκαν στο πλαίσιο των επιμέρους διαγωνισμών, η Επιτροπή πρέπει να καθορίσει για κάθε σιτηρό και ανά κράτος μέλος ελάχιστη τιμή πώλησης ή να αποφασίσει να μην καθορίσει ελάχιστη τιμή πώλησης. |
|
(3) |
Λαμβανομένων υπόψη των προσφορών που παραλήφθηκαν για τους δεύτερους επιμέρους διαγωνισμούς, αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να καθοριστεί ελάχιστη τιμή πώλησης για ορισμένα σιτηρά και ορισμένα κράτη μέλη και ότι δεν θα πρέπει να καθοριστεί ελάχιστη τιμή πώλησης για άλλα σιτηρά και άλλα κράτη μέλη. |
|
(4) |
Για να δοθεί ένα γρήγορο σήμα στην αγορά και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση του μέτρου, ο παρών κανονισμός πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
(5) |
Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Όσον αφορά τους δεύτερους επιμέρους διαγωνισμούς για την πώληση σιτηρών στο πλαίσιο των διαγωνισμών που προκηρύχθηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1017/2010, για τους οποίους η προθεσμία υποβολής προσφορών έληξε στις 8 Δεκεμβρίου 2010, οι αποφάσεις για την τιμή πώλησης ανά είδος σιτηρών και ανά κράτος μέλος καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,
Jean-Luc DEMARTY
Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης
(1) ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Αποφάσεις για τις πωλήσεις
|
(EUR/τόνο) |
|||||||||||
|
Κράτος μέλος |
Ελάχιστη τιμή πώλησης |
||||||||||
|
Μαλακός σίτος |
Κριθάρι |
Καλαμπόκι |
|||||||||
|
Κωδικός ΣΟ 1001 90 |
Κωδικός ΣΟ 1003 00 |
Κωδικός ΣΟ 1005 90 00 |
|||||||||
|
Belgique/België |
X |
X |
X |
||||||||
|
България |
X |
X |
X |
||||||||
|
Česká republika |
214 |
175,01 |
X |
||||||||
|
Danmark |
X |
191,01 |
X |
||||||||
|
Deutschland |
X |
185 |
X |
||||||||
|
Eesti |
X |
175 |
X |
||||||||
|
Eire/Ireland |
X |
X |
X |
||||||||
|
Ελλάδα |
X |
X |
X |
||||||||
|
España |
X |
X |
X |
||||||||
|
France |
X |
— |
X |
||||||||
|
Italia |
X |
X |
X |
||||||||
|
Κύπρος |
X |
X |
X |
||||||||
|
Latvija |
X |
X |
X |
||||||||
|
Lietuva |
X |
176,2 |
X |
||||||||
|
Luxembourg |
X |
X |
X |
||||||||
|
Magyarország |
X |
174 |
X |
||||||||
|
Malta |
X |
X |
X |
||||||||
|
Nederland |
X |
X |
X |
||||||||
|
Österreich |
X |
184,65 |
X |
||||||||
|
Polska |
X |
X |
X |
||||||||
|
Portugal |
X |
X |
X |
||||||||
|
România |
X |
X |
X |
||||||||
|
Slovenija |
X |
X |
X |
||||||||
|
Slovensko |
X |
175,1 |
X |
||||||||
|
Suomi/Finland |
194,57 |
174,5 |
X |
||||||||
|
Sverige |
X |
— |
X |
||||||||
|
United Kingdom |
X |
199,08 |
X |
||||||||
|
|||||||||||
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/38 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1176/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 10ης Δεκεμβρίου 2010
για τον καθορισμό του βαθμού στον οποίο δύνανται να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν τον Νοεμβρίου του 2010 για ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα στο πλαίσιο ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίχθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2535/2001
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1),
τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τον τρόπο διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής γεωργικών προϊόντων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται με σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής (2), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 2,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν από την 20ή έως τις 30ή Νοεμβρίου 2010 για ορισμένες δασμολογικές ποσοστώσεις που αναφέρονται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2535/2001 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά το καθεστώς εισαγωγής γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και το άνοιγμα δασμολογικών ποσοστώσεων (3), αφορούν ποσότητες μεγαλύτερες από τις διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό εκδίδονται πιστοποιητικά εισαγωγής, με τον καθορισμό των συντελεστών κατανομής που πρέπει να εφαρμόζονται στις αιτούμενες ποσότητες,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Για τις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής προϊόντων στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στο παράρτημα I μέρη I.Α, I.ΣΤ, I.Η, I.Θ και I.Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2535/2001, οι οποίες υποβλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από την 20ή έως τις 30ή Νοεμβρίου 2010, εκδίδονται πιστοποιητικά εισαγωγής για τις αιτούμενες ποσότητες στις οποίες εφαρμόζονται οι συντελεστές κατανομής που καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 11 Δεκεμβρίου 2010.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,
Jean-Luc DEMARTY
Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης
(1) ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
I.A
|
Αριθμός δασμολογικής ποσόστωσης |
Συντελεστής κατανομής |
|
09.4590 |
— |
|
09.4599 |
— |
|
09.4591 |
— |
|
09.4592 |
— |
|
09.4593 |
— |
|
09.4594 |
— |
|
09.4595 |
100 % |
|
09.4596 |
100 % |
|
«—»: Δεν διαβιβάστηκε στην Επιτροπή καμία αίτηση πιστοποιητικού. |
|
I.ΣΤ
Προϊόντα καταγωγής Ελβετίας
|
Αριθμός δασμολογικής ποσόστωσης |
Συντελεστής κατανομής |
|
09.4155 |
50,00 % |
I.Η
Προϊόντα καταγωγής Νορβηγίας
|
Αριθμός δασμολογικής ποσόστωσης |
Συντελεστής κατανομής |
|
09.4179 |
100 % |
I.Θ
Προϊόντα καταγωγής Ισλανδίας
|
Αριθμός δασμολογικής ποσόστωσης |
Συντελεστής κατανομής |
|
09.4205 |
100 % |
|
09.4206 |
100 % |
I.Ι
Προϊόντα καταγωγής Δημοκρατίας της Μολδαβίας
|
Αριθμός δασμολογικής ποσόστωσης |
Συντελεστής κατανομής |
|
09.4210 |
— |
|
«—»: Δεν διαβιβάστηκε στην Επιτροπή καμία αίτηση πιστοποιητικού. |
|
ΟΔΗΓΙΕΣ
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/40 |
ΟΔΗΓΙΑ 2010/91/ΕΕ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 10ης Δεκεμβρίου 2010
για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/EOK του Συμβουλίου, ώστε να καταχωριστεί η ουσία metosulam ως δραστική ουσία και για την τροποποίηση της απόφασης 2008/934/ΕΚ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη την οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (1), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 451/2000 (2) και αριθ. 1490/2002 (3) της Επιτροπής καθορίζουν λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της τρίτης φάσης του προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ και θεσπίζουν κατάλογο δραστικών ουσιών που πρέπει να αξιολογηθούν με σκοπό την ενδεχόμενη καταχώρισή τους στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ. Ο εν λόγω κατάλογος περιλαμβάνει την ουσία metosulam. |
|
(2) |
Σύμφωνα με το άρθρο 11ε του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1490/2002 ο αιτών απέσυρε την υποστήριξή του για την καταχώριση της δραστικής αυτής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ μέσα σε δύο μήνες από την παραλαβή του σχεδίου της έκθεσης αξιολόγησης. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η απόφαση 2008/934/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τη μη καταχώριση ορισμένων δραστικών ουσιών στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την ανάκληση των εγκρίσεων φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν αυτές τις ουσίες (4), για τη μη καταχώριση της ουσίας metosulam. |
|
(3) |
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, ο αρχικός κοινοποιών (στο εξής «ο αιτών») υπέβαλε νέα αίτηση ζητώντας την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 14 έως 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 33/2008 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 2008, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την καθιέρωση συνήθους και ταχείας διαδικασίας αξιολόγησης των δραστικών ουσιών που συμπεριλαμβάνονταν στο πρόγραμμα εργασίας το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, αλλά δεν έχουν περιληφθεί στο παράρτημα I (5). |
|
(4) |
Η αίτηση υποβλήθηκε στη Γαλλία, που είχε οριστεί κράτος μέλος-εισηγητής με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ.451/2000. Τηρήθηκε ο χρονικός περιορισμός για την ταχεία διαδικασία. Οι προδιαγραφές της δραστικής ουσίας και οι προβλεπόμενες χρήσεις της είναι ίδιες με εκείνες που περιέχονται στην απόφαση 2008/934/ΕΚ. Η εν λόγω αίτηση συμφωνεί επίσης με τις υπόλοιπες ουσιώδεις και διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 33/2008. |
|
(5) |
Η Γαλλία αξιολόγησε τα πρόσθετα στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών και συνέταξε πρόσθετη έκθεση, την οποία κοινοποίησε στην Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια Τροφίμων (στο εξής «η Αρχή») και στην Επιτροπή στις 7 Αυγούστου 2009. Η Αρχή γνωστοποίησε την πρόσθετη έκθεση στα άλλα κράτη μέλη και στον αιτούντα για την υποβολή σχολίων και διαβίβασε τα σχόλια που έλαβε στην Επιτροπή. Σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 33/2008 και κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, η Αρχή παρουσίασε τα συμπεράσματά της για την ουσία metosulam στην Επιτροπή στις 23 Απριλίου 2010 (6). Το σχέδιο της έκθεσης αξιολόγησης, η πρόσθετη έκθεση και τα συμπεράσματα της Αρχής επανεξετάστηκαν από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή στο πλαίσιο της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων και οριστικοποιήθηκαν στις 28 Οκτωβρίου 2010 με τη μορφή έκθεσης ανασκόπησης της Επιτροπής για την ουσία metosulam. |
|
(6) |
Από τις διάφορες εξετάσεις προέκυψε ότι τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν metosulam ενδέχεται να πληρούν, γενικά, τις απαιτήσεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, ιδίως όσον αφορά τις χρήσεις που εξετάστηκαν και αναφέρθηκαν λεπτομερώς στην έκθεση ανασκόπησης της Επιτροπής. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να καταχωριστεί η ουσία metosulam στο παράρτημα I, ώστε να εξασφαλιστεί ότι σε όλα τα κράτη μέλη οι εγκρίσεις προϊόντων φυτοπροστασίας που περιέχουν την εν λόγω δραστική ουσία μπορούν να χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. |
|
(7) |
Με την επιφύλαξη αυτού του συμπεράσματος, κρίνεται σκόπιμο να συγκεντρωθούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με ορισμένα σημεία. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ η καταχώριση μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα I ενδέχεται να υπόκειται σε προϋποθέσεις. Επομένως, είναι σκόπιμο να ζητηθεί από τον αιτούντα να υποβάλει περαιτέρω πληροφορίες για να επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα της εκτίμησης κινδύνου βάσει των πιο πρόσφατων επιστημονικών γνώσεων όσον αφορά την ενδεχόμενη εξάρτηση του pH από την απορρόφηση από το έδαφος, τη διαπότιση των υπόγειων υδάτων και την έκθεση των επιφανειακών υδάτων στους μεταβολίτες M01 και M02, την ενδεχόμενη γονιδιοτοξικότητα μιας πρόσμειξης και βάσει των τεχνικών προδιαγραφών της δραστικής ουσίας. |
|
(8) |
Πριν από την καταχώριση μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι πρέπει να μεσολαβεί εύλογο χρονικό διάστημα που θα επιτρέπει στα κράτη μέλη και στα ενδιαφερόμενα μέρη να προετοιμαστούν για να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις που θα προκύψουν από την καταχώριση. |
|
(9) |
Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που ορίζονται στην οδηγία 91/414/ΕΟΚ σε συνέχεια της καταχώρισης μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα I, πρέπει να παραχωρηθεί στα κράτη μέλη περίοδος έξι μηνών για να επανεξετάσουν τις υφιστάμενες εγκρίσεις φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν την ουσία metosulam, ώστε να εξασφαλιστεί ότι ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που θεσπίζονται στην οδηγία 91/414/ΕΟΚ, ιδίως στο άρθρο 13, καθώς και οι συναφείς όροι που καθορίζονται στο παράρτημα I. Τα κράτη μέλη πρέπει να τροποποιήσουν, να αντικαταστήσουν ή να ανακαλέσουν, κατά περίπτωση, τις υπάρχουσες εγκρίσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ. Κατά παρέκκλιση από την ανωτέρω προθεσμία, πρέπει να προβλεφθεί μεγαλύτερη προθεσμία για την υποβολή και την αξιολόγηση του αναφερόμενου στο παράρτημα III πλήρους φακέλου κάθε φυτοπροστατευτικού προϊόντος για κάθε προβλεπόμενη χρήση, σύμφωνα με τις ενιαίες αρχές που ορίζονται στην οδηγία 91/414/ΕΟΚ. |
|
(10) |
Η εμπειρία που αποκτήθηκε από προηγούμενες καταχωρίσεις δραστικών ουσιών στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, οι οποίες αξιολογήθηκαν στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3600/92 της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 1992 σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της πρώτης φάσης του προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά, έχει δείξει ότι μπορεί να προκύψουν δυσκολίες κατά την ερμηνεία των καθηκόντων που έχουν οι κάτοχοι υφιστάμενων εγκρίσεων όσον αφορά την πρόσβαση σε στοιχεία. Συνεπώς, για να αποφευχθούν περαιτέρω δυσκολίες, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστούν τα καθήκοντα των κρατών μελών, και ιδίως το καθήκον τους να επαληθεύουν ότι ο κάτοχος μιας έγκρισης αποδεικνύει την πρόσβαση σε φάκελο που ικανοποιεί τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙ της εν λόγω οδηγίας. Εντούτοις, η εν λόγω διασαφήνιση δεν επιβάλλει νέες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη ή στους κατόχους των αδειών, σε σχέση με τις οδηγίες που έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής για την τροποποίηση του παραρτήματος I. |
|
(11) |
Επομένως, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί αναλόγως η οδηγία 91/414/ΕΟΚ. |
|
(12) |
Η απόφαση 2008/934/ΕΚ προβλέπει τη μη καταχώριση της ουσίας metosulam και την ανάκληση της έγκρισης φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν την ουσία αυτή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Η εγγραφή που αφορά την ουσία metosulam στο παράρτημα της εν λόγω απόφασης πρέπει να διαγραφεί. |
|
(13) |
Επομένως, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί αναλόγως η απόφαση 2008/934/ΕΚ. |
|
(14) |
Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1
Το παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 2
Η εγγραφή που αφορά την ουσία metosulam στο παράρτημα της οδηγίας 2008/934/ΕΚ διαγράφεται.
Άρθρο 3
Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου 2011 τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.
Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την 1η Νοεμβρίου 2011.
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
Άρθρο 4
1. Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οδηγία 91/414/ΕΟΚ, τροποποιούν ή ανακαλούν, εφόσον είναι απαραίτητο, τις ισχύουσες εγκρίσεις φυτοπροστατευτικών προϊόντων, τα οποία περιέχουν την ουσία metosulam ως δραστική ουσία έως την 1η Νοεμβρίου 2011. Έως την ημερομηνία αυτή εξακριβώνουν, ιδίως, ότι πληρούνται οι όροι του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας σχετικά με την ουσία metosulam, με εξαίρεση τους όρους του μέρους Β της καταχώρισης που αφορά την εν λόγω δραστική ουσία, και ότι ο κάτοχος της έγκρισης διαθέτει ή έχει πρόσβαση σε φάκελο που πληροί τις απαιτήσεις που παραρτήματος ΙΙ της εν λόγω οδηγίας, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 13 της εν λόγω οδηγίας.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, για κάθε εγκεκριμένο φυτοπροστατευτικό προϊόν που περιέχει metosulam, είτε ως μόνη δραστική ουσία είτε μαζί με άλλες δραστικές ουσίες που έχουν περιληφθεί στο σύνολό τους στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ έως τις 30 Απριλίου 2011 το αργότερο, τα κράτη μέλη επαναξιολογούν το προϊόν σύμφωνα με τις ενιαίες αρχές που προβλέπονται στο παράρτημα VI της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, με βάση φάκελο που ικανοποιεί τις απαιτήσεις του παραρτήματος III της εν λόγω οδηγίας και λαμβάνοντας υπόψη το μέρος B της καταχώρισης στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας σχετικά με την ουσία metosulam. Με βάση την αξιολόγηση αυτή, προσδιορίζουν κατά πόσον το προϊόν πληροί τους όρους του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ), δ) και ε) της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ.
Ύστερα από τη διαπίστωση αυτή τα κράτη μέλη:
|
α) |
σε περίπτωση που ένα προϊόν περιέχει metosulam ως τη μόνη δραστική ουσία, κατά περίπτωση, τροποποιούν ή ανακαλούν την έγκριση έως τις 30 Απριλίου 2015 το αργότερο· ή |
|
β) |
σε περίπτωση που ένα προϊόν περιέχει metosulam ως μία από πολλές δραστικές ουσίες, κατά περίπτωση, τροποποιούν ή ανακαλούν την έγκριση έως τις 30 Απριλίου 2015 ή έως την ημερομηνία που έχει οριστεί για μια τέτοια τροποποίηση ή ανάκληση στην αντίστοιχη οδηγία ή οδηγίες με τις οποίες καταχωρίστηκε η σχετική ουσία ή ουσίες στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, εφόσον η τελευταία είναι μεταγενέστερη. |
Άρθρο 5
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την 1η Μαΐου 2011.
Άρθρο 6
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
José Manuel BARROSO
(1) ΕΕ L 230 της 19.8.1991, σ. 1.
(2) ΕΕ L 55 της 29.2.2000, σ. 25.
(3) ΕΕ L 224 της 21.8.2002, σ. 23.
(4) ΕΕ L 333 της 11.12.2008, σ. 11.
(5) ΕΕ L 15 της 18.1.2008, σ. 5.
(6) Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων· Συμπεράσματα σχετικά με την επιστημονική επανεξέταση της αξιολόγησης του κινδύνου από φυτοπροστατευτικά προϊόντα όσον αφορά τη δραστική ουσία metosulam. EFSA Journal 2010· 8(5):1592. [67 pp.]. d+oi:10.2903/j.efsa.2010.1592. Διατίθεται διαδικτυακά: www.efsa.europa.eu
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Στο τέλος του πίνακα του παραρτήματος I της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ προστίθεται η ακόλουθη εγγραφή:
|
Αριθ. |
Κοινή ονομασία, Αριθμοί αναγνώρισης |
Ονομασία IUPAC |
Καθαρότητα (1) |
Έναρξη ισχύος |
Λήξη της καταχώρισης |
Ειδικές διατάξεις |
||||||||||
|
«317 |
Metosulam Αριθ. CAS: 139528-85-1 Αριθ. CIPAC: 707 |
2′,6′-διχλωρο-5,7-διμεθοξυ-3′-μεθυλο[1,2,4]τριαζολο [1,5-a]πυριμιδινο-2-σουλφανιλίδιο |
≥ 980 g/kg |
1η Μαΐου 2011 |
30 Απριλίου 2021 |
ΜΕΡΟΣ Α Επιτρέπεται να χρησιμοποιείται μόνον ως ζιζανιοκτόνο. ΤΜΗΜΑ B Για την εφαρμογή των ενιαίων αρχών του παραρτήματος VI πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμπεράσματα της έκθεσης ανασκόπησης για την ουσία metosulam, και ιδίως τα προσαρτήματα I και II αυτής, όπως οριστικοποιήθηκαν από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων στις 28 Οκτωβρίου 2010. Κατά τη συνολική αυτή αξιολόγηση τα κράτη μέλη πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στα εξής:
Οι όροι χρήσης περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, μέτρα μετριασμού του κινδύνου. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο αιτών υποβάλλει στην Επιτροπή, μέχρι τις 30 Οκτωβρίου 2011, περαιτέρω πληροφορίες για τις τεχνικές προδιαγραφές της δραστικής ουσίας. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο αιτών υποβάλλει στην Επιτροπή, μέχρι τις 30 Απριλίου 2013 επιβεβαιωτικές πληροφορίες όσον αφορά:
|
(1) Περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με την ταυτότητα και τις προδιαγραφές της δραστικής ουσίας δίνονται στην έκθεση ανασκόπησης.
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/44 |
ΑΠΟΦΑΣΗ 2010/765/ΚΕΠΠΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 2ας Δεκεμβρίου 2010
σχετικά με δράση της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης φορητών όπλων και ελαφρού οπλισμού (SALW) διά αέρος
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 2,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Στις 13 Δεκεμβρίου 2003, το Συμβούλιο θέσπισε ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας που προσδιορίζει πέντε καίριες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπισθούν από την Ένωση, και συγκεκριμένα την τρομοκρατία, τη διάδοση όπλων μαζικής καταστροφής, τις περιφερειακές συγκρούσεις, την αποσάθρωση κρατών και το οργανωμένο έγκλημα. Οι συνέπειες της παράνομης παραγωγής, μεταφοράς και κυκλοφορίας φορητών όπλων και ελαφρού οπλισμού (SALW) και η υπερβολική τους συσσώρευση καθώς και η ανεξέλεγκτη διάδοσή τους είναι ιδιαίτερης σημασίας για τις τέσσερις από τις εν λόγω πέντε προκλήσεις. |
|
(2) |
Στις 15-16 Δεκεμβρίου 2005, το Συμβούλιο θέσπισε τη στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης συσσώρευσης και διακίνησης SALW και των πυρομαχικών τους (Στρατηγική SALW της ΕΕ). Η Στρατηγική SALW της ΕΕ προωθεί την ανάπτυξη πολιτικής για την ενεργή καταπολέμηση δικτύων παράνομης διακίνησης SALW (παράνομοι διαμεσολαβητές και μεταφορείς) που χρησιμοποιούν τον εναέριο, το θαλάσσιο και το χερσαίο χώρο της Ένωσης, μέσω της επινόησης μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης και συνεργασίας. |
|
(3) |
Το σχέδιο δράσης της Στρατηγικής SALW της ΕΕ υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη βελτίωσης του αντικτύπου των αποστολών διαχείρισης κρίσεων μέσω της ενσωμάτωσης στην εντολή τους μέτρων με στόχο την καθιέρωση συνοριακών ελέγχων (ή ελέγχου του εναέριου, του θαλάσσιου και του χερσαίου χώρου στη ζώνη συγκρούσεων) καθώς και τον αφοπλισμό. |
|
(4) |
Η Ομάδα «Γενικός Αφοπλισμός και Έλεγχος των Εξοπλισμών» (CODUN) του Συμβουλίου της ΕΕ καθώς και το Κέντρο Διαχείρισης Κρίσεων της ΕΕ (SitCen) από το 2007 και μετά ανέπτυξαν ενωσιακή πρωτοβουλία για την παρεμπόδιση της παράνομης διακίνησης SALW διά αέρος, μέσω της ενίσχυσης της ανταλλαγής μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ σχετικών πληροφοριών για ύποπτους αερομεταφορείς. Κατά τη θέσπιση αυτού του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, η CODUN και το SitCen συνεργάσθηκαν με το Διεθνές Ινστιτούτο Ειρήνης και Έρευνας (SIPRI) της Στοκχόλμης και το σχέδιο Εκτίμησης του Μηχανισμού για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης (CIT-MAP). Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής, η CODUN συμφώνησε πρόσφατα να εξετάσει τρόπους με τους οποίους θα καταστεί η εν λόγω ενωσιακή πρωτοβουλία πιο επιχειρησιακή και αποτελεσματική, με την εξασφάλιση έγκαιρης επικαιροποίησης και επεξεργασίας των σχετικών πληροφοριών. |
|
(5) |
Ο κίνδυνος για τη διεθνή ασφάλεια, τον οποίο αντιπροσωπεύει η παράνομη διακίνηση SALW διά αέρος, αναγνωρίσθηκε και από άλλες διεθνείς και περιφερειακές οργανώσεις. Το φόρουμ για την ασφάλεια και τη συνεργασία του ΟΑΣΕ πραγματοποίησε ειδική σύνοδο το 2007 που ήταν αφιερωμένη στο θέμα αυτό και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΟΑΣΕ εξέδωσε, το 2008, ψήφισμα για την ολοκλήρωση, την έγκριση και την εφαρμογή του Οδηγού Βέλτιστων Πρακτικών του ΟΑΣΕ σχετικά με την παράνομη αεροπορική μεταφορά SALW. Τα κράτη που συμμετέχουν στο Διακανονισμό Wassenaar επίσης ενέκριναν το 2007 «Βέλτιστες πρακτικές για την πρόληψη αποσταθεροποιητικών αεροπορικών μεταφορών SALW». Επί πλέον, πολλές εκθέσεις της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής Κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τη Δυτική Αφρική και σχετικά με την περιοχή των Μεγάλων Λιμνών έχουν επανειλημμένα τεκμηριώσει τον καίριο ρόλο που διαδραματίζουν οι εταιρείες αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών που εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση SALW. |
|
(6) |
Η δράση που προβλέπεται από την παρούσα απόφαση δεν επιδιώκει κανέναν από τους στόχους που σχετίζονται με τη βελτίωση της ασφάλειας των αεροπορικών μεταφορών, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
1. Για την εφαρμογή της Στρατηγικής της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης συσσώρευσης και διακίνησης SALW και των πυρομαχικών τους (Στρατηγική SALW της ΕΕ), η Ένωση επιδιώκει τους ακόλουθους στόχους:
|
α) |
βελτίωση των μέσων και των τεχνικών, στη διάθεση των σχετικών αποστολών διαχείρισης κρίσεων, των διεθνών αρχών και των εθνικών αρχών των τρίτων χωρών και των κρατών μελών, για τον αποτελεσματικό έλεγχο και στόχευση ύποπτων αεροσκαφών αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών που είναι πιθανόν να εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση SALW διά αέρος, εντός, από ή προς τρίτα κράτη, |
|
β) |
μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και τεχνική εμπειρογνωμοσύνη από μέρους του αρμοδίου διεθνούς και εθνικού προσωπικού, όσον αφορά τις «βέλτιστες πρακτικές» στους τομείς της παρακολούθησης, της ανίχνευσης και της ανάλυσης διαχείρισης κινδύνου έναντι των εκτελούντων εναέριες εμπορευματικές μεταφορές για τους οποίους υπάρχουν υποψίες ότι διακινούν SALW διά αέρος εντός, από ή προς τρίτα κράτη. |
2. Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της παραγράφου 1, η Ένωση λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα:
|
α) |
ανάπτυξη και πρακτική δοκιμή πιλοτικού ειδικού λογισμικού για τη διαχείριση κινδύνου της εναέριας διακίνησης για τις σχετικές αποστολές διαχείρισης κρίσεων, τις διεθνείς και εθνικές αρχές, καθώς και τακτικά επικαιροποιούμενης βάσης δεδομένων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, αεροπορικές εταιρείες, αεροσκάφη, αριθμούς καταχώρησης και διαδρομές, |
|
β) |
ανάπτυξη και πρακτική δοκιμή ασφαλούς πιλοτικού συστήματος διαχείρισης κινδύνου και διάδοσης πληροφοριών, |
|
γ) |
κατάρτιση και δημοσίευση εγχειριδίου, που θα συνοδεύεται από εκπαιδευτικό υλικό, και παροχή τεχνικής συνδρομής για τη διευκόλυνση της χρήσης και της προσαρμογής του πιλοτικού λογισμικού και του ασφαλούς συστήματος διαχείρισης κινδύνου και πληροφοριών, μεταξύ άλλων μέσω της διοργάνωσης περιφερειακών σεμιναρίων για την εκπαίδευση αποστολών διαχείρισης κρίσεων, διεθνών και εθνικών αρχών. |
Λεπτομερής περιγραφή του σχεδίου παρατίθεται στο παράρτημα.
Άρθρο 2
1. Η Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΥΕ) είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.
2. Η τεχνική υλοποίηση των σχεδίων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1 παράγραφος 2 εκτελείται από το SIPRI.
3. Το SIPRI εκτελεί τα καθήκοντά του υπό την ευθύνη της ΥΕ. Προς τούτο, η ΥΕ προβαίνει στα απαιτούμενες ρυθμίσεις με το SIPRI.
Άρθρο 3
1. Το ποσό δημοσιονομικής αναφοράς για την υλοποίηση του σχεδίου που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ανέρχεται σε 900 000 EUR.
2. Η διαχείριση των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το ποσό της παραγράφου 1 γίνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες και τους κανόνες που εφαρμόζονται στο γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης.
3. Η Επιτροπή εποπτεύει την ορθή διαχείριση των δαπανών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Προς τούτο, συνάπτει χρηματοδοτική συμφωνία με το SIPRI. Η συμφωνία ορίζει ότι το SIPRI οφείλει να μεριμνά για την προβολή της συνεισφοράς της ΕΕ, η οποία θα πρέπει να είναι ανάλογη με το μέγεθός της.
4. Η Επιτροπή επιδιώκει να συνάψει τη χρηματοδοτική συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 3 το συντομότερο δυνατόν μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης. Ενημερώνει το Συμβούλιο όσον αφορά τυχόν δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει το εγχείρημα αυτό καθώς και όσον αφορά την ημερομηνία σύναψης της χρηματοδοτικής συμφωνίας.
Άρθρο 4
Η ΥΕ υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης με βάση τακτικές διμηνιαίες εκθέσεις τις οποίες καταρτίζει το SIPRI. Οι εκθέσεις αυτές αποτελούν τη βάση για την αξιολόγηση στην οποία προβαίνει το Συμβούλιο. Η Επιτροπή παρέχει πληροφορίες όσον αφορά τις χρηματοδοτικές πτυχές της υλοποίησης του σχεδίου που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.
Άρθρο 5
1. Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία της έκδοσής της.
2. Η παρούσα απόφαση λήγει 24 μήνες μετά την ημερομηνία σύναψης της χρηματοδοτικής συμφωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 ή έξι μήνες μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης, σε περίπτωση που η χρηματοδοτική συμφωνία δεν έχει συναφθεί μέχρι τότε.
Άρθρο 6
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 2 Δεκεμβρίου 2010.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
M. WATHELET
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
1. Γενικό πλαίσιο
Η παρούσα απόφαση βασίζεται στην πρωτοβουλία της CODUN για την αντιμετώπιση των απειλών που θέτει η παράνομη διακίνηση SALW καθώς και άλλων αποσταθεροποιητικών αγαθών διά αέρος. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας της CODUN, η παρούσα απόφαση αποτελεί συνέχεια σχεδίων τα οποία ανέλαβε το Συμβούλιο σε συνεργασία με το SitCen, τη Λέσχη της Βουδαπέστης και το SIPRI. Η παρούσα απόφαση προβλέπει λογισμικό, πιλοτικά συστήματα εφαρμογής, προγράμματα εκπαίδευσης και προβολής, για συναφείς αποστολές διαχείρισης κρίσεων, διεθνείς και εθνικές αρχές, για την καλύτερη παρακολούθηση, επικαιροποίηση και διάδοση πληροφοριών όσον αφορά ύποπτους φορείς αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών που δραστηριοποιούνται στην Αφρική και από άλλες περιοχές. Κατά την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, θα πρέπει να εξασφαλίζεται καλός συντονισμός με άλλα συναφή σχέδια, που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο κοινοτικών προγραμμάτων και άλλων αποφάσεων του Συμβουλίου, προκειμένου να αυξηθεί ο αντίκτυπος της δράσης της Ένωσης στον τομέα της πρόληψης της παράνομης διακίνησης SALW.
2. Στόχοι
Τα σχέδια που περιγράφονται παρακάτω θα καλύψουν τρεις τομείς τους οποίους προσδιόρισαν η CODUN και άλλοι ενδιαφερόμενοι που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης SALW διά αέρος:
|
α) |
την ανάγκη ανάπτυξης ασφαλούς συστήματος για τη διενέργεια επικαιροποιήσεων όσον αφορά εταιρείες και αεροσκάφη που, συστηματικά, επανακαταχωρούν περιουσιακά στοιχεία και μετεγκαθιστούν επιχειρήσεις στις προσπάθειές τους να αποφύγουν τον εντοπισμό· |
|
β) |
την παροχή λογισμικού και εκπαίδευσης στον τομέα της διαχείρισης κινδύνων ούτως ώστε να παρασχεθεί στις σχετικές αποστολές διαχείρισης κρίσεων, στις διεθνείς και τις εθνικές αρχές, η δυνατότητα να παρακολουθούν αποτελεσματικότερα και να ελέγχουν αυξανόμενο αριθμό φορέων αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών για τους οποίους υπάρχουν υποψίες ότι εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση SALW ή στη διακίνηση άλλων ροών αποσταθεροποιητικών αγαθών διά αέρος· |
|
γ) |
την ανάγκη παροχής εκπαίδευσης, τεχνικής στήριξης και ευαισθητοποίησης σε πολυμερείς οργανώσεις, αποστολές, περιφερειακούς φορείς και κράτη στην Αφρική και σε άλλες περιοχές ούτως ώστε να ενισχυθεί η ικανότητά τους να παρακολουθούν και να ανιχνεύουν παράγοντες που εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση SALW ή άλλων αποσταθεροποιητικών αγαθών διά αέρος. |
3. Περιγραφή σχεδίου
3.1. Σχέδιο 1: Δημιουργία δέσμης λογισμικού και υλοποίηση πιλοτικού σχεδίου για την παρακολούθηση, την επικαιροποίηση και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με παράγοντες αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών για τους οποίους υπάρχουν υποψίες ότι προβαίνουν σε παράνομη διακίνηση SALW.
3.1.1.
Το σχέδιο αποσκοπεί στη βελτίωση των μέσων και των τεχνικών, που διατίθενται στις σχετικές αποστολές διαχείρισης κρίσεων, στις διεθνείς αρχές και στις εθνικές αρχές τρίτων χωρών, και στα κράτη μέλη, για τον αποτελεσματικό έλεγχο και στόχευση υπόπτων αεροσκαφών εμπορευματικών μεταφορών που είναι πιθανόν να εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση SALW διά αέρος, εντός, από ή προς τρίτα κράτη.
3.1.2.
Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού, θα αναληφθούν οι ακόλουθες δραστηριότητες:
|
α) |
ανάπτυξη δέσμης λογισμικού για τη διαχείριση κινδύνου εναέριου λαθρεμπορίου για πολυμερείς οργανώσεις, αποστολές και επίλεκτες τρίτες χώρες· |
|
β) |
ανάπτυξη ασφαλούς δέσμης συστήματος πιλοτικής διαχείρισης κινδύνου και διάδοσης πληροφοριών· |
|
γ) |
πρακτική δοκιμή της δέσμης λογισμικού σε διαβούλευση με την ΥΕ και με σχετικούς φορείς του Συμβουλίου· |
|
δ) |
πρακτική δοκιμή της δέσμης συστήματος διάδοσης πληροφοριών σε διαβούλευση με την ΥΕ και με σχετικούς φορείς του Συμβουλίου· |
|
ε) |
εκπόνηση εγχειριδίου και συνοδευτικού εκπαιδευτικού υλικού για τη διευκόλυνση της χρήσης και της θέσπισης των συστημάτων που περιγράφονται στα στοιχεία α) και β) από σχετικές αποστολές διαχείρισης κρίσεων, διεθνείς αρχές και εθνικές αρχές τρίτων χωρών, και κράτη μέλη· |
|
στ) |
παρουσίαση του τελικού λογισμικού και του σχετικού εγχειριδίου και εκπαιδευτικού υλικού σε τελικό εργαστήριο όπου θα κληθούν να συμμετάσχουν οι ενδιαφερόμενοι αρμόδιοι (μέχρι 80 άτομα). |
Το σχέδιο θα εφαρμοσθεί εντός του κατάλληλου χρονικού διαστήματος που θα λαμβάνει υπόψη την ανάγκη διεξαγωγής διαβούλευσης και συντονισμού με τους διάφορους ενδιαφερόμενους, υπό τον έλεγχο της ΥΕ. Το σχέδιο θα υλοποιηθεί σε 6 φάσεις.
Φάση προετοιμασίας
Το SIPRI, σε διαβούλευση με τις αρμόδιες ομάδες και επιτροπές του Συμβουλίου, και υπό τον έλεγχο της ΥΕ, θα καταρτίσει δέσμη λογισμικού, μέσα διαχείρισης κινδύνου, δέσμη συστήματος για τη διάδοση πληροφοριών και αναλυτικών δεδομένων, αξιοποιώντας τις σχετικές δυνατότητες της τεχνολογίας των πληροφοριών (ΤΠ).
Φάση εισαγωγής δεδομένων
Χρησιμοποιώντας μόνον ελεύθερα προσβάσιμες πληροφορίες, το σχέδιο θα εισάγει δεδομένα από τις συναφείς πηγές για τη δημιουργία γενικών βάσεων δεδομένων, ικανών να παρέχουν επαρκείς πληροφορίες για τη στήριξη μέσων ακριβείας στους τομείς της διαχείρισης κινδύνου, της ανίχνευσης και ανάλυσης προφίλ.
Φάση εκτίμησης
Το SIPRI, σε διαβούλευση με τις αρμόδιες ομάδες και επιτροπές του Συμβουλίου και υπό τον έλεγχο της ΥΕ, θα αναλάβει τη διενέργεια εκτίμησης ποικίλων τοποθεσιών, περιοχών οργανώσεων και αποστολών όπου η πιλοτική δέσμη που χρησιμοποιεί ελεύθερα προσβάσιμα δεδομένα μπορεί να δοκιμασθεί πρακτικά υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.
Φάση πρακτικής δοκιμής
Το SIPRI, σε διαβούλευση με τις αρμόδιες ομάδες και επιτροπές του Συμβουλίου και υπό τον έλεγχο της ΥΕ, θα αναλάβει την υλοποίηση φάσης πρακτικής δοκιμής σε συνεργασία με εταίρους που θα έχουν προσδιορισθεί κατά τη φάση εκτίμησης.
Φάση αξιολόγησης και προσαρμογής
Μετά την πρακτική δοκιμή, το SIPRI θα αξιολογήσει και θα προσαρμόσει το λογισμικό προκειμένου να ληφθούν υπόψη η πείρα και τα αντληθέντα διδάγματα από τη φάση πρακτικής δοκιμής, πράγμα που θα οδηγήσει σε ένα τελικό προϊόν το οποίο θα καταστεί διαθέσιμο με τη συμφωνία των διαφόρων ενδιαφερομένων.
Φάση παρουσίασης
Η τελική μορφή του λογισμικού και του εκπαιδευτικού υλικού θα παρουσιασθούν σε ειδικά οργανωμένη εκδήλωση στους ενδιαφερόμενους αρμοδίους (μέχρι 80 άτομα) οι οποίοι έλαβαν μέρος στην ανάπτυξή του και προσδιορίσθηκαν ως τελικοί χρήστες του λογισμικού.
3.1.3.
Το σχέδιο:
|
α) |
θα ενισχύσει την ικανότητα των σχετικών αποστολών διαχείρισης κρίσεων, των διεθνών αρχών και των εθνικών αρχών τρίτων χωρών, και των κρατών μελών, να παρακολουθούν τις δραστηριότητες των φορέων αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών για τους οποίους υπάρχουν υποψίες ότι προβαίνουν σε παράνομη διακίνηση SALW διά αέρος· |
|
β) |
θα παράσχει τα μέσα και τα πιλοτικά συστήματα που απαιτούνται για να αυξηθεί ο αριθμός των απαγορεύσεων αποστολών SALW για τις οποίες υπάρχουν υποψίες ότι είναι παράνομες, και οι οποίες γίνονται διά αέρος από πολυμερείς οργανώσεις, αποστολές και κράτη στην Αφρική και σε άλλες περιοχές· |
|
γ) |
θα αυξήσει την ικανότητα των κρατών μελών να ανταλλάσσουν ασφαλώς πληροφορίες σχετικά με φορείς αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών μέσω τεχνικών αναλυτικών δεδομένων και άλλων μηχανισμών ανάλυσης προφίλ. |
3.1.4.
Δικαιούχοι του σχεδίου θα είναι το αρμόδιο προσωπικό των αποστολών διαχείρισης κρίσεων και εθνικές και διεθνείς αρχές. Η επιλογή ειδικών δικαιούχων για τη δοκιμή της δέσμης πιλοτικού λογισμικού θα λαμβάνει υπόψη μεταβλητές όπως η παρουσία ευρωπαϊκών ή πολυμερών επιτόπιων αποστολών διαχείρισης κρίσεων, η ανάγκη μεγιστοποίησης των πόρων, η βοήθεια που διατίθεται σε τοπικό επίπεδο, η πολιτική βούληση και η ικανότητα των τοπικών και εθνικών αρχών να καταπολεμήσουν την παράνομη διακίνηση SALW διά αέρος. Το SIPRI θα προτείνει κατάλογο επίλεκτων υποψηφίων δικαιούχων οι οποίοι εν συνεχεία θα εγκριθούν από την ΥΕ σε διαβούλευση με τις αρμόδιες ομάδες και επιτροπές του Συμβουλίου.
3.2. Σχέδιο 2: Ενίσχυση της ευαισθητοποίησης όσον αφορά τις πρακτικές παρακολούθησης, ανίχνευσης και διαχείρισης κρίσεων έναντι των εταιρειών αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών που εμπλέκονται στη διακίνηση SALW διά αέρος και άλλων ροών αποσταθεροποιητικών αγαθών μέσω δημοσιεύσεων, εκπαίδευσης και προβολής.
3.2.1.
Το σχέδιο αποσκοπεί στην αύξηση της ευαισθητοποίησης και της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης του αρμοδίου διεθνούς και εθνικού προσωπικού, όσον αφορά τις «βέλτιστες πρακτικές» στους τομείς της παρακολούθησης, της ανίχνευσης και της ανάλυσης της διαχείρισης κινδύνου έναντι των εταιρειών αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών για τις οποίες υπάρχουν υποψίες ότι εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση SALW διά αέρος.
3.2.2.
Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού θα αναληφθούν οι ακόλουθες δραστηριότητες:
|
α) |
εκπόνηση και δημοσίευση εγχειριδίου και συνοδευτικού εκπαιδευτικού υλικού για διάδοση σε 250 το πολύ άτομα που εργάζονται για πολυμερείς οργανώσεις, αποστολές ή κράτη· |
|
β) |
μέσω της διοργάνωσης τριών περιφερειακών σεμιναρίων, εκπαίδευσης και προβολής σε 80-100 άτομα που εργάζονται για ειδικές υπηρεσίες ή μονάδες στο πλαίσιο αποστολών διαχείρισης κρίσεων, και διεθνών αρχών και εθνικών αρχών τρίτων χωρών, με πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα μέσω της παροχής υλικού για «την εκπαίδευση των εκπαιδευτών»· |
|
γ) |
επεξεργασία αποτελεσμάτων και αξιολογήσεων που λαμβάνονται από τις δραστηριότητες εκπαίδευσης και προβολής, και κατάρτιση με αυτή τη βάση μοντέλου «βέλτιστων πρακτικών» για την ανταλλαγή πληροφοριών επί του θέματος με το αρμόδιο διεθνές και εθνικό προσωπικό· |
|
δ) |
παρουσίαση των αποτελεσμάτων του μοντέλου «βέλτιστων πρακτικών» σε τελικό εργαστήριο όπου οι ενδιαφερόμενοι αρμόδιοι θα κληθούν να συμμετάσχουν (μέχρι 80 άτομα). |
3.2.3.
Το σχέδιο:
|
α) |
θα αυξήσει την ευαισθητοποίηση του προσωπικού που υπηρετεί σε πολυμερείς οργανώσεις, αποστολές και κράτη όσον αφορά τις «βέλτιστες πρακτικές» στους τομείς της παρακολούθησης, της ανίχνευσης και της ανάλυσης της διαχείρισης κινδύνου έναντι των εταιρειών αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών για τις οποίες υπάρχουν υποψίες ότι εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση SALW διά αέρος και άλλων ροών αποσταθεροποιητικών αγαθών· |
|
β) |
θα συμβάλει στην τυποποίηση των «βέλτιστων πρακτικών» στον τομέα αυτό μέσω της δημοσίευσης και της διάδοσης εγχειριδίου σχετικά με τις τεχνικές παρακολούθησης, ανίχνευσης και ανάλυσης της διαχείρισης κινδύνου· |
|
γ) |
θα κατευθύνει την καθιέρωση «βέλτιστων πρακτικών» συντονισμού πληροφοριών μέσω δραστηριοτήτων εκπαίδευσης και προβολής για το προσωπικό που εργάζεται για συγκεκριμένες υπηρεσίες ή μονάδες στο πλαίσιο πολυμερών οργανώσεων, αποστολών ή κρατών. |
3.2.4.
Δικαιούχοι του σχεδίου θα είναι το αρμόδιο προσωπικό των αποστολών διαχείρισης κρίσεων και των εθνικών και διεθνών αρχών. Η επιλογή ειδικών δικαιούχων που θα απολάβουν της εκπαίδευσης θα γίνει με βάση κατάλογο επίλεκτων υποψηφίων δικαιούχων που θα προταθούν από το SIPRI, ο οποίος εν συνεχεία θα εγκριθεί από την ΥΕ σε διαβούλευση με τις αρμόδιες ομάδες και επιτροπές του Συμβουλίου.
4. Τοποθεσίες
Οι τοποθεσίες διεξαγωγής των πρακτικών δοκιμών και του τελικού εργαστηρίου του σχεδίου 3.1, και οι δραστηριότητες εκπαίδευσης και προβολής και το τελικό εργαστήριο του σχεδίου 3.2 θα καθορισθούν κατά τρόπο ώστε να μεγιστοποιηθούν οι πόροι, να ελαχιστοποιηθεί το «αποτύπωμα του άνθρακα» και σε συνάρτηση με τη διαθέσιμη βοήθεια σε τοπικό επίπεδο. Το SIPRI θα προτείνει κατάλογο επίλεκτων υποψήφιων τοποθεσιών που θα εγκριθεί από την ΥΕ σε διαβούλευση με τις αρμόδιες ομάδες και επιτροπές του Συμβουλίου.
5. Διάρκεια
Η υλοποίηση των σχεδίων εκτιμάται ότι θα διαρκέσει συνολικά 24 μήνες.
6. Οντότητα εφαρμογής
Η τεχνική εφαρμογή της παρούσας απόφασης θα ανατεθεί στο SIPRI. Το SIPRI θα μεριμνήσει για την προβολή της συνεισφοράς της ΕΕ και θα εκτελέσει τα καθήκοντά του υπό την ευθύνη της ΥΕ.
7. Υποβολή εκθέσεων
Το SIPRI θα καταρτίζει διμηνιαίες εκθέσεις σε τακτική βάση και μετά από την ολοκλήρωση κάθε μιας των ως άνω δραστηριοτήτων. Οι εκθέσεις θα πρέπει να υποβάλλονται στην ΥΕ, το αργότερο έξι εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση των σχετικών δραστηριοτήτων.
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/49 |
ΑΠΟΦΑΣΗ 2010/766/ΚΕΠΠΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 7ης Δεκεμβρίου 2010
για την τροποποίηση της κοινής δράσης 2008/851/ΚΕΠΠΑ σχετικά με στρατιωτική επιχείρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα συμβάλει στην αποτροπή, την πρόληψη και την καταστολή των πειρατικών επιθέσεων και των ένοπλων ληστειών στα ανοικτά των ακτών της Σομαλίας
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως τα άρθρα 28 και 43 παράγραφος 2,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Στις 10 Νοεμβρίου 2008, το Συμβούλιο θέσπισε την κοινή δράση 2008/851/ΚΕΠΠΑ σχετικά με στρατιωτική επιχείρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα συμβάλει στην αποτροπή, την πρόληψη και την καταστολή των πειρατικών επιθέσεων και των ένοπλων ληστειών στα ανοικτά των ακτών της Σομαλίας (1). |
|
(2) |
Στις 8 Δεκεμβρίου 2009 και στις 30 Ιουλίου 2010, το Συμβούλιο εξέδωσε αντίστοιχα την απόφαση 2009/907/ΚΕΠΠΑ (2) και την απόφαση 2010/437/ΚΕΠΠΑ (3) για την τροποποίηση της κοινής δράσης 2008/851/ΚΕΠΠΑ. |
|
(3) |
Οι πειρατικές επιθέσεις και οι ένοπλες ληστείες στα ανοικτά των σομαλικών ακτών εξακολουθούν να απειλούν τη θαλάσσια κυκλοφορία στην περιοχή και ειδικότερα την παράδοση επισιτιστικής βοήθειας στον πληθυσμό της Σομαλίας από το παγκόσμιο επισιτιστικό πρόγραμμα. |
|
(4) |
Στις 23 Νοεμβρίου 2010 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εξέδωσε την απόφαση 1950 (2010). |
|
(5) |
Η στρατιωτική επιχείρηση της ΕΕ, κατά την κοινή δράση 2008/851/ΚΕΠΠΑ («στρατιωτική επιχείρηση της ΕΕ»), θα πρέπει να παραταθεί έως τις 12 Δεκεμβρίου 2012. |
|
(6) |
Ο ορισμός των προσώπων για τα οποία υπάρχει ενδεχόμενο μεταγωγής δυνάμει του άρθρου 12 της κοινής δράσης 2008/851/ΚΕΠΠΑ θα πρέπει να αποσαφηνιστεί κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας. |
|
(7) |
Από την εμπειρία των πρώτων δύο ετών της στρατιωτικής επιχείρησης της ΕΕ συνάγεται ότι απαιτούνται τροποποιήσεις στην κοινή δράση 2008/851/ΚΕΠΠΑ προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα συλλογής φυσικών χαρακτηριστικών και διαβίβασης ορισμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως δακτυλικών αποτυπωμάτων υπόπτων, προκειμένου να διευκολυνθεί η αναγνώριση και ο εντοπισμός καθώς και η πιθανή δίωξή τους. Η σχετική επεξεργασία οφείλει να πραγματοποιείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. |
|
(8) |
Για πρακτικούς λόγους θα πρέπει επίσης να παρέχεται η δυνατότητα ανταλλαγής διαβαθμισμένων πληροφοριών στο θέατρο των επιχειρήσεων. |
|
(9) |
Η κοινή δράση 2008/851/ΚΕΠΠΑ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η κοινή δράση 2008/851/ΚΕΠΠΑ τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 2, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από τα εξής:
|
|
2) |
Στο άρθρο 2 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
|
|
3) |
Στο άρθρο 12, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα: «1. Βάσει της αποδοχής εκ μέρους της Σομαλίας, όσον αφορά την άσκηση δικαιοδοσίας από κράτη μέλη ή τρίτα κράτη, αφενός, και βάσει του άρθρου 105 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, αφετέρου, τα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν υποψίες ότι προτίθενται, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 101 και 103 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, να διαπράξουν, ότι διαπράττουν ή ότι έχουν διαπράξει πειρατικές επιθέσεις ή ένοπλες ληστείες, και συλλαμβάνονται στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, ή στην ανοικτή θάλασσα, καθώς και τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν προς τέλεση των πράξεων αυτών, μεταβιβάζονται:
|
|
4) |
Στο άρθρο 15 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3: «3. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος εξουσιοδοτείται να κοινοποιεί προς τον συνασπισμό ναυτικών δυνάμεων υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών (CMF) διά του στρατηγείου του, καθώς και προς τρίτα κράτη που δεν συμμετέχουν στον CMF και προς διεθνείς οργανισμούς με παρουσία στη ζώνη της στρατιωτικής επιχείρησης της ΕΕ, διαβαθμισμένες πληροφορίες και έγγραφα ΕΕ συντασσόμενα για τους σκοπούς της επιχείρησης με διαβάθμιση RESTREINT UE, επί αμοιβαίας βάσεως και εφόσον αυτή η κοινοποίηση σε επίπεδο θεάτρου επιχειρήσεων είναι αναγκαία για επιχειρησιακούς λόγους, σύμφωνα με τους κανονισμούς ασφαλείας του Συμβουλίου και με την επιφύλαξη των διακανονισμών μεταξύ του Ύπατου Εκπροσώπου και των αρμόδιων αρχών των προαναφερόμενων τρίτων μερών.». |
|
5) |
Στο άρθρο 16, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από τα εξής: «3. Η στρατιωτική επιχείρηση της ΕΕ ολοκληρώνεται στις 12 Δεκεμβρίου 2012.». |
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει κατά την ημερομηνία της έκδοσής της.
Βρυξέλλες, 7 Δεκεμβρίου 2010.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
D. REYNDERS
(1) ΕΕ L 301 της 12.11.2008, σ. 33.
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/51 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 9ης Δεκεμβρίου 2010
η οποία τροποποιεί την απόφαση E(2007) 2286 για την έγκριση των κανόνων του ΕΣΕ σχετικά με την υποβολή προτάσεων και τις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής και κατακύρωσης που αφορούν τις έμμεσες δράσεις του ειδικού προγράμματος «Ιδέες» του έβδομου προγράμματος-πλαισίου (2007-2013)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2010/767/ΕΕ)
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1906/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος-πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013) (1), και ιδίως το άρθρο 16 παράγραφος 3,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Με την απόφαση Ε(2007) 2286, της 6ης Ιουνίου 2007, η Επιτροπή ενέκρινε τους κανόνες υποβολής προτάσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ΕΣΕ) και τις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής και κατακύρωσης που αφορούν τις έμμεσες δράσεις του ειδικού προγράμματος «Ιδέες» του έβδομου προγράμματος-πλαισίου (2007-2013) («κανόνες του ΕΣΕ»). |
|
(2) |
Με την απόφαση Ε(2007) 4429, της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, η Επιτροπή τροποποίησε τους εν λόγω κανόνες. |
|
(3) |
Συνεπώς, με βάση την πείρα που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων προσκλήσεων υποβολής προτάσεων του ΕΣΕ των ετών 2007, 2008 και 2009, και λαμβάνοντας υπόψη τις τροποποιήσεις που έγιναν στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ζητήθηκαν ρητώς από το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΕΣΕ, η απόφαση Ε(2007) 2286 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Οι κανόνες του ΕΣΕ για την υποβολή προτάσεων και τις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής και κατακύρωσης που αφορούν τις έμμεσες δράσεις του ειδικού προγράμματος «Ιδέες» του έβδομου προγράμματος-πλαισίου (2007-2013) οι οποίες εγκρίθηκαν με την απόφαση Ε(2007) 2286 αντικαθίστανται από τους κανόνες του παραρτήματος.
Άρθρο 2
1. Οι κανόνες του ΕΣΕ για την υποβολή προτάσεων και τις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής και κατακύρωσης που αφορούν τις έμμεσες δράσεις του ειδικού προγράμματος «Ιδέες» του έβδομου προγράμματος-πλαισίου (2007-2013) ισχύουν για όλες τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων του ΕΣΕ που δημοσιεύονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης.
2. Οι διατάξεις για τον διορισμό και την αποζημίωση των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων και των κύριων ερευνητών που καλούνται σε συνέντευξη, όπως προβλέπονται στα υποδείγματα επιστολών διορισμού που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή και στο τμήμα 3, καθώς και τα παραρτήματα B και Γ των κανόνων του ΕΣΕ για την υποβολή προτάσεων και τις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής και κατακύρωσης που αφορούν τις έμμεσες δράσεις του ειδικού προγράμματος «Ιδέες» του έβδομου προγράμματος-πλαισίου (2007-2013), εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 9 Δεκεμβρίου 2010.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
José Manuel BARROSO
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΡΕΥΝΑΣ
Κανόνες για την υποβολή προτάσεων και τις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής και κατακύρωσης που αφορούν το ειδικό πρόγραμμα «Ιδέες» του έβδομου προγράμματος-πλαισίου (2007-2013)
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
|
1. |
Προοίμιο-Ορισμοί | 53 |
|
2. |
Εισαγωγή | 53 |
|
2.1. |
Αρχές | 53 |
|
2.2. |
Υποβολή προτάσεων | 54 |
|
2.2.1. |
Προσκλήσεις υποβολής προτάσεων | 54 |
|
2.2.2. |
Προεγγραφή | 54 |
|
2.2.3. |
Υποβολή | 54 |
|
2.2.4. |
Παροχή βοήθειας κατά την υποβολή | 55 |
|
2.2.5. |
Παραλαβή | 55 |
|
2.2.6. |
Έλεγχος επιλεξιμότητας | 55 |
|
3. |
Αξιολόγηση από ομότιμους κριτές | 56 |
|
3.1.1. |
Ρόλος των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων | 56 |
|
3.1.2. |
Διορισμός εμπειρογνωμόνων | 57 |
|
3.1.2.1. |
Αποκλεισμός ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων κατόπιν αίτησης υποψηφίου | 57 |
|
3.1.3. |
Όροι διορισμού, κώδικας δεοντολογίας και σύγκρουση συμφερόντων | 57 |
|
3.1.4. |
Ανεξάρτητοι παρατηρητές | 58 |
|
3.1.5. |
Κριτήρια αξιολόγησης από ομότιμους κριτές | 59 |
|
3.1.6. |
Οργάνωση της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές | 59 |
|
3.1.6.1. |
Αξιολόγηση από ομότιμους κριτές έργων έρευνας αιχμής | 59 |
|
3.1.6.2. |
Διαδικασία υποβολής σε δύο στάδια για έργα έρευνας αιχμής | 60 |
|
3.1.6.3. |
Αξιολόγηση από ομότιμους κριτές των δράσεων συντονισμού και στήριξης | 61 |
|
3.1.7. |
Αποτελέσματα της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, επιλογή και απόρριψη των προτάσεων | 61 |
|
3.1.8. |
Ανάδραση | 62 |
|
3.1.9. |
Διαδικασίες συνδρομής και προσφυγής | 62 |
|
3.1.10. |
Υποβολή εκθέσεων και πληροφοριών για τη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές | 63 |
|
4. |
Απόφαση κατακύρωσης και προετοιμασία των συμφωνιών επιχορήγησης | 63 |
|
5. |
Παραρτήματα | 64 |
|
5.1. |
Παράρτημα A – Διαδικασίες υποβολής προτάσεων σε έντυπη μορφή | 64 |
|
5.2. |
Παράρτημα B – Διαδικασίες δεοντολογικής εξέτασης | 64 |
|
5.3. |
|
67 |
|
5.4. |
Παράρτημα Δ – Αντιμετώπιση των δράσεων του ΕΣΕ που είναι ευαίσθητες από πλευράς ασφάλειας | 69 |
1. ΠΡΟΟΙΜΙΟ-ΟΡΙΣΜΟΙ
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ΕΣΕ) συστάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1) δυνάμει των διατάξεων του ειδικού προγράμματος «Ιδέες» του έβδομου προγράμματος-πλαισίου έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (ειδικό πρόγραμμα «Ιδέες») (2), ως μέσο για την εκτέλεση του εν λόγω ειδικού προγράμματος.
Το ΕΣΕ απαρτίζεται από Επιστημονικό Συμβούλιο, γενικό γραμματέα και μια ειδική εκτελεστική δομή που συστάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Εκτελεστικό Οργανισμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (3)· το ΕΣΕ λογοδοτεί στην Επιτροπή και λειτουργεί με όρους αυτονομίας και ακεραιότητας τους οποίους εγγυάται η Επιτροπή.
Για λόγους σαφήνειας, στο παρόν έγγραφο ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί:
Ο όρος «ΕΟΕΣΕ» αναφέρεται στον Εκτελεστικό Οργανισμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας.
Ο όρος «7ο ΠΠ» αναφέρεται στο «έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για δραστηριότητες έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (2007 έως 2013)» (4).
Ο όρος «κανόνες συμμετοχής» αναφέρεται στους «κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις του έβδομου προγράμματος-πλαισίου και στους κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013)» (5).
Ο όρος «δημοσιονομικός κανονισμός» αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη «θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (6).
2. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σκοπός του παρόντος εγγράφου είναι να θεσπίσει τους κανόνες που ισχύουν για την υποβολή προτάσεων και την αξιολόγησή τους από ομότιμους κριτές, και τη χορήγηση επιχορηγήσεων στις προτάσεις που θα επιλεγούν. Οι κανόνες ορίζουν τις θεμελιώδεις παραμέτρους που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν ότι οι διαδικασίες οι οποίες οδηγούν στη χορήγηση επιχορηγήσεων είναι αυστηρές, δίκαιες, αποτελεσματικές και κατάλληλες. Έχουν καταρτισθεί σε συνεργασία με το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΕΣΕ, το οποίο είναι υπεύθυνο, μεταξύ άλλων, για τη θέσπιση του προγράμματος εργασίας «Ιδέες», τις μεθόδους και τις διαδικασίες αξιολόγησης από ομότιμους κριτές που εφαρμόζονται κατά την αξιολόγηση προτάσεων από ομότιμους κριτές στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος «Ιδέες» και για τον εντοπισμό των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που συμβάλλουν στην εν λόγω αξιολόγηση από ομότιμους κριτές. Εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες συμμετοχής.
|
|
Στο τμήμα 1 περιγράφονται οι κύριες αρχές που εφαρμόζονται στη διαδικασία, από την υποβολή έως την κατακύρωση: αριστεία, διαφάνεια, δικαιοσύνη και αμεροληψία, αποτελεσματικότητα και ταχύτητα, καθώς και πτυχές δεοντολογίας. |
|
|
Στο τμήμα 2 περιγράφονται οι διαδικασίες υποβολής προτάσεων και ο τρόπος με τον οποίο διεκπεραιώνονται στη συνέχεια, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της επιλεξιμότητας. |
|
|
Στο τμήμα 3 περιγράφονται η αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο επιλέγονται και διορίζονται οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες, η αντιμετώπιση δυνητικών και πραγματικών συγκρούσεων συμφερόντων, και η οργάνωση της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές. Περιγράφεται επίσης ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι προσφυγές και καταγγελίες, η υποβολή εκθέσεων αξιολόγησης από ομότιμους κριτές και η χορήγηση των επιχορηγήσεων. |
|
|
Στο τμήμα 4 περιγράφονται η προετοιμασία και η χορήγηση των επιχορηγήσεων. |
2.1. Αρχές
Η διαδικασία, από την υποβολή των προτάσεων έως τη χορήγηση των επιχορηγήσεων βασίζεται σε ορισμένες πάγιες αρχές:
|
— |
Αριστεία. Τα έργα που επιλέγονται για χρηματοδότηση πρέπει να χαρακτηρίζονται από υψηλή επιστημονική ή/και τεχνική ποιότητα. |
|
— |
Διαφάνεια. Οι αποφάσεις χρηματοδότησης και κατακύρωσης πρέπει να βασίζονται σε κανόνες και διαδικασίες που έχουν σαφώς περιγραφεί, και οι υποψήφιες νομικές οντότητες και οι κύριοι ερευνητές πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη ανάδραση σχετικά με την έκβαση της αξιολόγησης των προτάσεών τους από ομότιμους κριτές. |
|
— |
Δικαιοσύνη και αμεροληψία. Όλες οι προτάσεις αντιμετωπίζονται με συνέπεια και με τον ίδιο τρόπο. Πρέπει να αξιολογούνται αμερόληπτα με βάση τα θετικά τους σημεία, ανεξαρτήτως της προέλευσης ή της ταυτότητας της υποβάλλουσας οντότητας, του κύριου ερευνητή ή οποιουδήποτε μέλους της ομάδας. |
|
— |
Εμπιστευτικότητα. Όλες οι προτάσεις και τα σχετικά δεδομένα, οι γνώσεις και τα έγγραφα που κοινοποιούνται στον ΕΟΕΣΕ πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εμπιστευτικά. |
|
— |
Αποτελεσματικότητα και ταχύτητα. Η αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, η χορήγηση και η προετοιμασία των επιχορηγήσεων πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ταχύτερες, να συνάδουν με τη διατήρηση της ποιότητας της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές και να τηρούν το νομικό πλαίσιο. |
|
— |
Δεοντολογικές πτυχές και πτυχές ασφαλείας. Κάθε πρόταση η οποία παραβιάζει θεμελιώδεις δεοντολογικές αρχές ή δεν συμμορφώνεται με τις σχετικές διαδικασίες ασφάλειας μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποκλεισθεί από τη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, επιλογής και κατακύρωσης. |
2.2. Υποβολή προτάσεων
2.2.1. Προσκλήσεις υποβολής προτάσεων
Οι προτάσεις υποβάλλονται ως ανταπόκριση σε προσκλήσεις υποβολής προτάσεων («προσκλήσεις») (7). Το περιεχόμενο και ο χρόνος των προσκλήσεων καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες» και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης («κείμενο της πρόσκλησης») στον(στους) ιστότοπο(-ους) της Επιτροπής (8), καθώς και στον ιστότοπο του ΕΣΕ, ο οποίος περιλαμβάνει υπερσυνδέσμους προς τον(τους) ιστότοπο(-ους) της Επιτροπής.
Οι προσκλήσεις για έργα έρευνας αιχμής μπορούν να προσδιορίζουν ενδεικτικό προϋπολογισμό για το σύνολο της πρόσκλησης ή να παραθέτουν ενδεικτικούς προϋπολογισμούς για συγκεκριμένους ερευνητικούς τομείς στο πλαίσιο της πρόσκλησης που θα αξιολογηθούν από ξεχωριστές ομάδες ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων.
Επίσης, η πρόσκληση προσδιορίζει κατά πόσο πρέπει να ακολουθηθεί διαδικασία υποβολής ενός ή δύο σταδίων ή/και αξιολόγησης από ομότιμους κριτές ενός ή δύο σταδίων. Σε περίπτωση υποβολής σε δύο στάδια, καλούνται να υποβάλουν ολοκληρωμένες προτάσεις για το δεύτερο στάδιο μόνο εκείνοι των οποίων οι προτάσεις αξιολογήθηκαν θετικά κατά το πρώτο στάδιο.
2.2.2. Προεγγραφή
Λόγω της προσέγγισης από τη βάση προς την κορυφή του ειδικού προγράμματος «Ιδέες», το ΕΣΕ αναμένει μεγάλο αριθμό προτάσεων σε όλα τα πεδία της έρευνας. Προκειμένου το ΕΣΕ να είναι σε θέση να παράσχει τους απαιτούμενους πόρους και εμπειρογνωμοσύνη για τη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές του ΕΣΕ, η πρόσκληση μπορεί να προβλέπει προεγγραφή.
Η προεγγραφή μπορεί να συνεπάγεται δήλωση του προς έρευνα αντικειμένου και των προβλεπόμενων ερευνητικών στόχων της πρότασης.
Όταν οι προσκλήσεις προβλέπουν προεγγραφή, ο εν δυνάμει υποψήφιος ζητά, πριν από την προθεσμία προεγγραφής, τον κωδικό χρήστη και τον κωδικό πρόσβασης στο σύστημα πληροφορικής της Υπηρεσίας Ηλεκτρονικής Υποβολής Προτάσεων (επί του παρόντος ονομάζεται EPSS και στο κείμενο αναφέρεται ως «σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής»), τα οποία χρειάζονται για την υποβολή πρότασης. Η(οι) προθεσμία(-ες) προεγγραφής μπορεί(-ούν) να οριστεί(-ούν) μερικές εβδομάδες πριν από την(τις) προθεσμία(-ες) που ορίζεται(-ονται) στην πρόσκληση για την υποβολή των προτάσεων. Η προεγγραφή και η υποβολή αποτελούν δύο διαφορετικά στάδια. Εάν η πρόσκληση προβλέπει προεγγραφή αλλά ο υποψήφιος δεν την πραγματοποιήσει, η υποβολή της πρότασης από τον υποψήφιο δεν γίνεται δεκτή από το σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής.
Εάν η πρόσκληση δεν προβλέπει προεγγραφή, ο εν δυνάμει υποψήφιος πρέπει και πάλι να καταχωρισθεί και να ζητήσει κωδικό πρόσβασης για το EPSS προκειμένου να είναι σε θέση να υποβάλει την πρόταση εντός της προθεσμίας της πρόσκλησης.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο εν δυνάμει υποψήφιος μπορεί να ζητήσει την άδεια από τον ΕΟΕΣΕ να υποβάλει πρόταση σε έντυπη μορφή, όπως προβλέπεται στο παράρτημα A της παρούσας απόφασης.
2.2.3. Υποβολή
Οι προτάσεις και, όπου κρίνεται σκόπιμο, οι προεγγραφές υποβάλλονται μέσω του διαδικτυακού συστήματος ηλεκτρονικής υποβολής, το οποίο λειτουργεί υπό την αιγίδα της Επιτροπής (επί του παρόντος το EPSS).
Οι προτάσεις για δράσεις στην έρευνα «αιχμής» – σύμφωνα με τις διατάξεις του προγράμματος εργασίας «Ιδέες» – περιλαμβάνουν έναν κύριο ερευνητή (ΚΕ), ήτοι ένα εξειδικευμένο πρόσωπο το οποίο έχει την επιστημονική ευθύνη του έργου. Οι προτάσεις υποβάλλονται από τον ΚΕ ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από το προτεινόμενο ίδρυμα υποδοχής, το οποίο είναι επισήμως η υποψήφια νομική οντότητα στην οποία θα χορηγηθεί η επιχορήγηση (9). Μέσω της διαδικασίας υποβολής και αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, ο ΚΕ είναι ο κύριος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ του ΕΟΕΣΕ και της υποψήφιας νομικής οντότητας.
Η προετοιμασία και η τηλεφόρτωση όλων των δεδομένων της πρότασης και η αποδοχή των όρων χρήσης του συστήματος ηλεκτρονικής υποβολής και των όρων αξιολόγησης από ομότιμους κριτές πρέπει να πραγματοποιούνται πριν επιχειρηθεί η υποβολή πρότασης.
Το σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής διενεργεί ορισμένους βασικούς ελέγχους επαλήθευσης. Μόνο μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ελέγχων το σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής επιτρέπει στον υποψήφιο να υποβάλει την πρόταση. Οι εν λόγω έλεγχοι δεν υποκαθιστούν τους τυπικούς ελέγχους επιλεξιμότητας που περιγράφονται στο τμήμα 2.2.6 και δεν μπορούν να διασφαλίσουν ότι το περιεχόμενο των εν λόγω αρχείων ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της πρόσκλησης. Η υποβολή θεωρείται ότι πραγματοποιείται κατά τη στιγμή που ο κύριος ερευνητής δρομολογεί την τελική διαδικασία υποβολής, όπως καταγράφεται στο σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής, και όχι οποιαδήποτε προηγούμενη χρονική στιγμή.
Οι προτάσεις που αποστέλλονται με κινητό ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης [π.χ. σε σύμπυκνο δίσκο (CD-ROM) ή παρόμοια ηλεκτρονική διάταξη], με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με φαξ δεν θεωρούνται υποβληθείσες και δεν αξιολογούνται. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν ο ΚΕ δεν διαθέτει μέσο πρόσβασης στο σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής, μπορεί να ζητήσει την άδεια από τον ΕΟΕΣΕ να υποβάλει την πρόταση σε έντυπη μορφή. Οι διαδικασίες που αφορούν το εν λόγω αίτημα και οι διατυπώσεις για την υποβολή σε έντυπη μορφή παρατίθενται στο παράρτημα A των εν λόγω κανόνων.
Η διαδικασία απόσυρσης πρότασης παρατίθεται στον σχετικό οδηγό υποψηφίων. Η αποσυρθείσα πρόταση εν συνεχεία δεν υποβάλλεται σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές ούτε σε επιλογή.
Εάν η ίδια πρόταση υποβληθεί περισσότερες από μία φορά, αξιολογείται μόνο η τελευταία επιλέξιμη εκδοχή της.
Οι προτάσεις φυλάσσονται πάντοτε υπό ασφαλείς συνθήκες. Όταν πλέον δεν χρειάζονται, καταστρέφονται όλα τα αντίγραφα πλην εκείνων που απαιτούνται για λόγους αρχειοθέτησης ή/και λογιστικού ελέγχου.
2.2.4. Παροχή βοήθειας κατά την υποβολή
Ο οδηγός υποψηφίων εξηγεί λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο οι ΚΕ, τα μέλη ομάδας ή οι υποψήφιες νομικές οντότητες μπορούν να ζητήσουν βοήθεια ή πληροφορίες επί παντός θέματος που σχετίζεται με μια πρόσκληση. Παρέχονται τα στοιχεία επικοινωνίας των εθνικών σημείων επαφής και των υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης του ΕΟΕΣΕ και του ΕΣΕ. Παρέχεται εξειδικευμένη υπηρεσία τεχνικής υποστήριξης για θέματα που αφορούν το σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής.
2.2.5. Παραλαβή
Καταγράφονται η ημερομηνία και η ώρα παραλαβής της τελευταίας έκδοσης των υποβαλλόμενων προτάσεων. Μετά την προθεσμία της πρόσκλησης αποστέλλεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απόδειξη παραλαβής, η οποία περιλαμβάνει:
|
— |
τον τίτλο της πρότασης και τα αποκλειστικά αναγνωριστικά στοιχεία της πρότασης (αριθμός της πρότασης), |
|
— |
τα αναγνωριστικά στοιχεία της πρόσκλησης για την οποία υποβάλλεται η πρόταση, |
|
— |
την ημερομηνία και την ώρα παραλαβής (αντιστοιχούν στον χρόνο της προθεσμίας της πρόσκλησης για τις προτάσεις που υποβάλλονται ηλεκτρονικά). |
Μόνο μετά την υποβολή ο ΕΟΕΣΕ έρχεται σε επαφή με τον ΚΕ ή/και την υποψήφια νομική οντότητα, εφόσον είναι αναγκαίο, για να διευκρινιστούν θέματα όπως η επιλεξιμότητα ή να εξακριβωθούν τα διοικητικά ή νομικά δεδομένα που περιλαμβάνονται στην πρόταση (10). Ωστόσο, σε μια διαδικασία δύο σταδίων και μόνο για τις αιτήσεις που έγιναν δεκτές, ο εξουσιοδοτημένος από την υποψήφια νομική οντότητα ΚΕ μπορεί, υπό τους όρους που προσδιορίζονται στην πρόσκληση, να κληθεί να υποβάλει νέα πρόταση ή περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την αρχική πρόταση ή/και να προσέλθει σε συνέντευξη.
2.2.6. Έλεγχος επιλεξιμότητας
Οι προτάσεις πρέπει να πληρούν όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας εάν πρόκειται να υποβληθούν σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές. Τα εν λόγω κριτήρια εφαρμόζονται αυστηρά. Σε περίπτωση υποβολής προτάσεων σε δύο στάδια, πραγματοποιείται έλεγχος επιλεξιμότητας σε κάθε στάδιο. Όλες οι προτάσεις που υποβάλλονται στο πλαίσιο πρόσκλησης υπόκεινται σε έλεγχο με βάση τα ακόλουθα κριτήρια επιλεξιμότητας:
|
— |
παραλαβή της πρότασης εντός της προθεσμίας (η ημερομηνία και η ώρα προσδιορίζονται στην πρόσκληση), |
|
— |
πληρότητα της πρότασης, ήτοι παρουσία όλων των ζητούμενων μερών και εντύπων (11), |
|
— |
εύρος της πρόσκλησης: το περιεχόμενο της πρότασης πρέπει να είναι σχετικό με τους στόχους, τα θέματα και τον μηχανισμό χρηματοδότησης που παρατίθενται στην πρόσκληση, όπως ορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες». Μια πρόταση θεωρείται μη επιλέξιμη για λόγους «εύρους» μόνο σε σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις (12), |
|
— |
όλα τα πρόσθετα κριτήρια επιλεξιμότητας που ισχύουν για την πρόσκληση τα οποία προσδιορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες» και στο δελτίο της πρόσκλησης. |
Εάν πριν, κατά ή μετά τη φάση αξιολόγησης από ομότιμους κριτές καταστεί σαφές ότι μια πρόταση δεν πληροί ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια επιλεξιμότητας, η πρόταση κρίνεται μη επιλέξιμη και αποσύρεται από κάθε περαιτέρω εξέταση. Σε περίπτωση που υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την επιλεξιμότητα μιας πρότασης, η αξιολόγηση από ομότιμους κριτές μπορεί να πραγματοποιηθεί εν αναμονή της τελικής απόφασης σχετικά με την επιλεξιμότητα. Το γεγονός ότι μια πρόταση αξιολογείται υπό αυτές τις συνθήκες δεν αποτελεί απόδειξη της επιλεξιμότητάς της.
Εάν το πρόβλημα της επιλεξιμότητας δεν είναι ξεκάθαρο και φαίνεται ότι χρειάζεται μια πιο ολοκληρωμένη εξέταση της περίπτωσης, μπορεί να συγκληθεί μια επιτροπή εξέτασης της επιλεξιμότητας. Ο ρόλος της επιτροπής είναι να διασφαλίσει τη συνεκτική νομική ερμηνεία των εν λόγω περιπτώσεων και την ίση μεταχείριση των υποψήφιων νομικών οντοτήτων και των ΚΕ που εμπλέκονται στην πρόταση (13).
Οι συγκεκριμένοι ΚΕ των οποίων οι προτάσεις θεωρήθηκαν μη επιλέξιμες ενημερώνονται για τους λόγους της σχετικής απόφασης.
3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΟΜΟΤΙΜΟΥΣ ΚΡΙΤΕΣ
3.1.1. Ρόλος των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων
Οι προτάσεις υποβάλλονται σε εξέταση από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες (ομότιμοι κριτές) προκειμένου να διασφαλισθεί ότι επιλέγονται για χρηματοδότηση μόνο εκείνες που έχουν την υψηλότερη ποιότητα. Ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας είναι ο εμπειρογνώμονας ο οποίος είναι εξωτερικός ως προς το ΕΣΕ και την Επιτροπή (14), εργάζεται για λογαριασμό του και, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, δεν αντιπροσωπεύει κανέναν οργανισμό ή επιστημονική κοινότητα.
Για τους σκοπούς της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, διακρίνονται πέντε είδη ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων:
1. Πρόεδροι των επιτροπών αξιολόγησης από ομότιμους κριτές του ΕΣΕ: οργανώνουν την εργασία εντός της επιτροπής τους, προεδρεύουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής και παρίστανται στην τελική συνεδρίαση οριστικοποίησης. Μπορούν επίσης να διενεργούν επιμέρους αξιολόγηση των προτάσεων, συνήθως εξ αποστάσεως, προετοιμάζοντας τις συνεδριάσεις της επιτροπής αξιολόγησης.
2. Μέλη των επιτροπών αξιολόγησης από ομότιμους κριτές του ΕΣΕ: βοηθούν στην προετοιμασία των συνεδριάσεων της επιτροπής αξιολόγησης, παρίστανται στις εν λόγω συνεδριάσεις και μπορούν επίσης να συμβάλουν στην επιμέρους αξιολόγηση των προτάσεων, συνήθως εξ αποστάσεως.
3. Αξιολογητές επιτροπής: ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες οι οποίοι καλούνται να βοηθήσουν στη μεμονωμένη αξιολόγηση των προτάσεων. Συνήθως δεν συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής αξιολόγησης.
4. Διαιτητές: ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες οι οποίοι διενεργούν επιμέρους αξιολογήσεις των προτάσεων, μόνο εξ αποστάσεως, και δεν λαμβάνουν αποζημίωση για τα καθήκοντα που εκτελούν.
5. Ανεξάρτητοι παρατηρητές: ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες οι οποίοι καλούνται να εξετάσουν τη διαδικασία της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές από πλευράς λειτουργίας και εκτέλεσής της. Δεν διενεργούν εκτιμήσεις των προτάσεων που υπόκεινται σε αξιολόγηση. Μπορούν να παραστούν σε οποιαδήποτε συνεδρίαση στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης από ομότιμους κριτές.
3.1.2. Διορισμός εμπειρογνωμόνων (15)
Το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΕΣΕ είναι αρμόδιο να προτείνει ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές των έργων έρευνας αιχμής (16), σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 των κανόνων συμμετοχής, και να παρακολουθεί την εκτέλεση των έμμεσων δράσεων κατά την έννοια του άρθρου 27 παράγραφος 1 των κανόνων συμμετοχής. Το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΕΣΕ μπορεί να προσφύγει στα μέλη του και στις πληροφορίες που παρέχουν τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης ή ο ΕΟΕΣΕ προκειμένου να επιλέξει τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Με βάση την παρούσα πρόταση ο ΕΟΕΣΕ διορίζει τους εμπειρογνώμονες επισήμως (17).
Οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες πρέπει να διαθέτουν κατάλληλες ικανότητες και γνώσεις σε σχέση με τον τομέα δραστηριοτήτων στον οποίο καλούνται να παράσχουν τη συνδρομή τους. Πρέπει να διαθέτουν υψηλό επίπεδο επαγγελματικής πείρας στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, στην επιστημονική έρευνα, στις υποτροφίες ή στην επιστημονική διαχείριση. Μπορεί επίσης να απαιτηθούν και άλλες ικανότητες (π.χ. εξατομικευμένη καθοδήγηση και εκπαίδευση νέων επιστημόνων· διαχείριση ή αξιολόγηση έργων· μεταφορά τεχνολογίας και καινοτομία· διεθνής συνεργασία στην επιστήμη και την τεχνολογία). Για τον διορισμό των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που ασχολούνται με διαβαθμισμένες πληροφορίες απαιτείται η δέουσα διαβάθμιση ασφαλείας.
Ο ΕΟΕΣΕ προσφεύγει επίσης στον κατάλογο εμπειρογνωμόνων που προκύπτει από προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων, οι οποίες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε άλλους εμπειρογνώμονες που έχουν τα αναγκαία προσόντα, οι οποίοι εντοπίζονται, παραδείγματος χάριν, κατόπιν διαβούλευσης με τα εθνικά ιδρύματα χρηματοδότησης της έρευνας και παρόμοιους οργανισμούς. Οι εμπειρογνώμονες μπορεί να προέρχονται από άλλες χώρες πλην των κρατών μελών ή από χώρες συνδεδεμένες με το 7ο ΠΠ.
Κατά τη συγκρότηση ομάδων εμπειρογνωμόνων, ο ΕΟΕΣΕ επιδιώκει να διασφαλίσει το υψηλότερο επίπεδο επιστημονικής και τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης, σε τομείς που συνάδουν με την πρόσκληση, λαμβάνοντας επίσης υπόψη άλλα κριτήρια, όπως:
|
— |
λογικό επίπεδο συμμετοχής γυναικών και ανδρών από ολόκληρη την ΕΕ και τις συνδεδεμένες χώρες, καθώς και από τρίτες χώρες (18), |
|
— |
τακτική εναλλαγή εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με την ανάγκη διασφάλισης της συνέχειας. Κατά μέσο όρο αναμένεται εναλλαγή προσωπικού τουλάχιστον κατά το ένα τέταρτο των εμπειρογνωμόνων που ασχολούνται με κάθε ερευνητικό τομέα, ανά ημερολογιακό έτος. |
Οι εμπειρογνώμονες πρέπει επίσης να διαθέτουν τα κατάλληλα γλωσσικά προσόντα για την αξιολόγηση των προτάσεων.
Τα ονόματα των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που είναι επιφορτισμένοι με τις επιμέρους προτάσεις δεν δημοσιοποιούνται. Ωστόσο, ο κατάλογος των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που έχουν συνδράμει στην αξιολόγηση των προτάσεων που ελήφθησαν στο πλαίσιο πρόσκλησης σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα «Ιδέες» δημοσιεύεται ετησίως στον(στους) ιστότοπο(-ους) της Επιτροπής. Επιπλέον, ο κατάλογος των μελών της επιτροπής αξιολόγησης δημοσιεύεται στον ιστότοπο του ΕΣΕ.
Απαγορεύεται αυστηρά κάθε άμεση ή έμμεση επαφή σχετικά με την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές μιας πρόσκλησης μεταξύ του ΚΕ ή/και της υποψήφιας νομικής οντότητας που υποβάλλει πρόταση στο πλαίσιο της ίδιας πρόσκλησης και κάθε ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα που εμπλέκεται στην εν λόγω αξιολόγηση από ομότιμους κριτές. Οποιαδήποτε τέτοια επαφή μπορεί να οδηγήσει τον ΕΟΕΣΕ σε λήψη απόφασης αποκλεισμού της συγκεκριμένης πρότασης από την εν λόγω πρόσκληση.
3.1.2.1. Αποκλεισμός ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων κατόπιν αίτησης υποψηφίου
Βάσει του σχετικού οδηγού υποψηφίων επιτρέπεται στους υποψηφίους να υποβάλουν αίτηση με την οποία ζητούν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο (19) να μην ενεργήσει ως ομότιμος κριτής κατά την αξιολόγηση της πρότασής τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις ζητείται από τους υποψηφίους να προσδιορίσουν τους λόγους του αιτήματός τους (20). Υπό αυτές τις συνθήκες, εάν το προσδιοριζόμενο πρόσωπο είναι ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας που συμμετέχει στην αξιολόγηση των προτάσεων για την εν λόγω πρόσκληση, μπορεί να αποκλεισθεί από την αξιολόγηση της σχετικής πρότασης, εφόσον ο ΕΟΕΣΕ εμμένει στη θέση του να αξιολογηθεί η πρόταση.
3.1.3. Όροι διορισμού, κώδικας δεοντολογίας και σύγκρουση συμφερόντων
Το παρόν τμήμα αφορά τον τρόπο με τον οποίο διορίζονται οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες από τον ΕΟΕΣΕ προκειμένου να συνδράμουν στην αξιολόγηση από ομότιμους κριτές των προτάσεων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος «Ιδέες». Η ίδια διαδικασία μπορεί να εφαρμοστεί mutatis mutandis από τον ΕΟΕΣΕ για τον διορισμό εμπειρογνωμόνων για τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 των κανόνων συμμετοχής.
Ο ΕΟΕΣΕ συντάσσει επιστολή διορισμού προς υπογραφή από τον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, με βάση τα υποδείγματα που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή. Η επιστολή διορισμού θέτει το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα και του ΕΟΕΣΕ, εντός του οποίου μπορεί να κληθεί να παράσχει την εμπειρογνωμοσύνη του με σκοπό να συνδράμει το ΕΣΕ.
Η εν λόγω επιστολή διορισμού περιλαμβάνει τους γενικούς όρους που ισχύουν για τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, ειδικότερα δε θεσπίζει κώδικα δεοντολογίας με τον οποίο πρέπει να συμμορφώνονται οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες κατά τις αξιολογήσεις από ομότιμους κριτές, ο οποίος προσαρτάται στην επιστολή διορισμού, τις ουσιώδεις διατάξεις περί εμπιστευτικότητας και σύγκρουσης συμφερόντων, και προσδιορίζει τον χειρισμό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ο διορισμός αρχίζει να ισχύει μετά την υπογραφή της επιστολής διορισμού από τον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και τον ΕΟΕΣΕ.
Η ανάθεση καθηκόντων προέδρου επιτροπής, μέλους επιτροπής, αξιολογητή επιτροπής και ανεξάρτητου παρατηρητή συνεπάγεται οικονομική αποζημίωση. Σε αυτή την περίπτωση, η επιστολή διορισμού προβλέπει τους γενικούς όρους αποζημίωσης.
Για τους διαιτητές, η ανάθεση καθηκόντων δεν συνεπάγεται οικονομική αποζημίωση.
Στο πλαίσιο κάθε ανάθεσης καθηκόντων, όλοι οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες υποχρεούνται να βεβαιώσουν ότι δεν βρίσκονται σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων (ακυρωτική ή δυνητική) για κάθε πρόταση που εξετάζουν. Εάν ένας ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας δηλώσει σύγκρουση συμφερόντων σχετικά με μια πρόταση, τα ληπτέα μέτρα εξαρτώνται από το κατά πόσο πρόκειται για ακυρωτική ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων.
Οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να υπάρξουν «ακυρωτικές» και «δυνητικές» συγκρούσεις συμφερόντων περιγράφονται στον κώδικα δεοντολογίας.
Οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στην αξιολόγηση προτάσεων σε πρόσκληση για την οποία έχουν και οι ίδιοι υποβάλει πρόταση.
Όταν υφίσταται ακυρωτική σύγκρουση συμφερόντων, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονες δεν επιτρέπεται να επηρεάζει την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές της σχετικής πρότασης. Ειδικότερα, σε αυτή την περίπτωση, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας δεν συνεπικουρεί την επιμέρους αξιολόγηση (συνήθως εξ αποστάσεως), δεν εκφράζεται ούτε ψηφίζει σε καμία σύσκεψη της επιτροπής σχετικά με την εν λόγω πρόταση. Εν προκειμένω, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας αποχωρεί από την αίθουσα (ή από το ηλεκτρονικό φόρουμ) όταν η επιτροπή συζητά τη συγκεκριμένη πρόταση για την οποία υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων.
Όταν υφίσταται δυνητική σύγκρουση συμφερόντων, ο ΕΟΕΣΕ εξετάζει τις συνθήκες της υπόθεσης και αποφασίζει. Μπορεί να αποφασίσει είτε να επιτρέψει στον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα να συμμετάσχει στην αξιολόγηση από ομότιμους κριτές της σχετικής πρότασης (ο εμπειρογνώμονας καλείται τότε να υπογράψει δήλωση για τον σκοπό αυτό) είτε να αποκλεισθεί ο εμπειρογνώμονας με τον ίδιο τρόπο όπως στην ακυρωτική σύγκρουση συμφερόντων.
Ο εμπειρογνώμονας πρέπει να δηλώσει οιεσδήποτε εγνωσμένες συγκρούσεις συμφερόντων πριν από τη συνεδρία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές.
Εάν μια σύγκρουση συμφερόντων για την οποία δεν υπήρχαν υπόνοιες μέχρι εκείνη τη στιγμή καταστεί προφανής κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας πρέπει να γνωστοποιήσει το γεγονός πάραυτα στον αρμόδιο υπάλληλο. Εάν τελικά αποδειχθεί ότι η σύγκρουση είναι ακυρωτική, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας πρέπει να απόσχει από κάθε περαιτέρω αξιολόγηση από ομότιμους κριτές της σχετικής πρότασης. Τυχόν παρατηρήσεις και βαθμολογία που υπέβαλε προηγουμένως ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας δεν λαμβάνονται υπόψη. Εάν κριθεί αναγκαίο ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονες αντικαθίσταται.
Εάν ένας ανεξάρτητους εμπειρογνώμονας εν γνώσει του αποκρύψει μια ακυρωτική ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων και αυτό αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια της συνεδρίας αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας αποκλείεται αμέσως και επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στην επιστολή διορισμού. Το αποτέλεσμα της συνεδρίας αξιολόγησης από ομότιμους κριτές στην οποία έχει συμμετάσχει κηρύσσεται άκυρο και μη υπάρχον, και η(οι) σχετική(-ές) πρόταση(προτάσεις) επαναξιολογείται(-ούνται).
Κατ’ αναλογία προς το άρθρο 265α παράγραφος 3 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού (21), μια παράβαση του κώδικα δεοντολογίας ή άλλο σοβαρό παράπτωμα ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα μπορεί να χαρακτηριστεί βαρύ επαγγελματικό παράπτωμα και ενδέχεται να οδηγήσει σε αποκλεισμό του συγκεκριμένου ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα από τον κατάλογο των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων προς διορισμό από τον ΕΟΕΣΕ. Μετά τον εν λόγω αποκλεισμό, το όνομα του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα διαγράφεται από τη βάση δεδομένων και απαγορεύεται η επανεγγραφή του για όσο διάστημα διαρκεί ο αποκλεισμός.
3.1.4. Ανεξάρτητοι παρατηρητές
Οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες μπορούν να διορίζονται ως παρατηρητές προκειμένου να εξετάσουν τη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές από πλευράς λειτουργίας και εκτέλεσής της. Η σφαίρα των αρμοδιοτήτων των παρατηρητών καλύπτει ολόκληρη τη συνεδρία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αξιολογήσεων εξ αποστάσεως. Στην περίπτωση εξ αποστάσεως αξιολόγησης, οι παρατηρητές έχουν πρόσβαση σε όλες τις επικοινωνίες μεταξύ του ΕΟΕΣΕ και των ομότιμων κριτών, και μπορούν να έρχονται σε επαφή με ορισμένους ή όλους τους ομότιμους κριτές προκειμένου να συγκεντρώσουν τις γνώμες τους σχετικά με την πορεία της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές. Οι παρατηρητές έχουν πρόσβαση στις συνεδριάσεις που αποτελούν μέρος της συνεδρίας αξιολόγησης από ομότιμους κριτές.
Ο ΕΟΕΣΕ υπογράφει επιστολή διορισμού με κάθε ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Για τον διορισμό των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων χρησιμοποιείται το υπόδειγμα που εγκρίθηκε από την Επιτροπή. Ο ειδικός κώδικας δεοντολογίας για τους παρατηρητές της διαδικασίας αξιολόγησης από ομότιμους κριτές περιλαμβάνεται στο υπόδειγμα που εγκρίθηκε από την Επιτροπή.
Ο ΕΟΕΣΕ γνωστοποιεί στην επιτροπή προγράμματος τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες που έχει επιλέξει ως παρατηρητές και την αποστολή τους.
Καθήκον των παρατηρητών είναι να εξετάζουν τη διενέργεια των συνεδριών αξιολόγησης από ομότιμους κριτές από πλευράς λειτουργίας και όχι από πλευράς αποτελέσματος, εκτός εάν το αποτέλεσμα των αξιολογήσεων από ομότιμους κριτές αποτελεί άμεση συνέπεια των λειτουργικών πτυχών. Για τον λόγο αυτό, οι παρατηρητές δεν είναι απαραίτητο να διαθέτουν εμπειρογνωμοσύνη στο πεδίο των υπό αξιολόγηση προτάσεων. Θεωρείται μάλιστα χρήσιμο να αποφεύγεται ο διορισμός παρατηρητών που έχουν βαθιά γνώση του εκάστοτε επιστημονικού και τεχνολογικού πεδίου ώστε να αποτραπεί τυχόν σύγκρουση απόψεων μεταξύ τους ως προς το αποτέλεσμα των αξιολογήσεων από ομότιμους κριτές και τη λειτουργία των συνεδριών. Σε κάθε περίπτωση, οι παρατηρητές δεν εκφέρουν άποψη ως προς τις υπό εξέταση προτάσεις ούτε ως προς τη γνώμη των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων για τις προτάσεις.
Ρόλος των παρατηρητών είναι να παρέχουν ανεξάρτητη γνωμοδότηση για τη διενέργεια των συνεδριών αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να βελτιωθούν οι διαδικασίες και τον τρόπο με τον οποίο οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες εφαρμόζουν τα κριτήρια αξιολόγησης. Οι παρατηρητές ελέγχουν κατά πόσο εφαρμόζονται οι διαδικασίες που καθορίζονται ή αναφέρονται στους εν λόγω κανόνες και υποβάλλουν εκθέσεις στους διαχειριστές του προγράμματος σχετικά με τους τρόπους βελτίωσης της διαδικασίας.
Οι παρατηρητές οφείλουν να τηρούν τις ίδιες υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας όπως και οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες και να υπογράφουν επιστολές διορισμού στις οποίες να συμπεριλαμβάνονται συμφωνίες εμπιστευτικότητας. Δεν επιτρέπεται να κοινολογούν τις λεπτομέρειες των προτάσεων, τους αξιολογητές που έχουν αναλάβει την εξέταση των προτάσεων, ούτε τις διαβουλεύσεις των επιτροπών αξιολόγησης από ομότιμους κριτές.
Οι παρατηρητές ενημερώνουν το ΕΣΕ σχετικά με τις διαπιστώσεις τους. Οι παρατηρητές παροτρύνονται επίσης να έχουν άτυπες συνομιλίες με τους υπαλλήλους του ΕΟΕΣΕ που συμμετέχουν στις συνεδρίες αξιολόγησης από ομότιμους κριτές και να διατυπώνουν παρατηρήσεις σχετικά με ενδεχόμενες άμεσες βελτιώσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν πάραυτα.
Ο ΕΟΕΣΕ ενημερώνει την επιτροπή προγράμματος σχετικά με τις διαπιστώσεις των παρατηρητών και μπορεί να δημοσιοποιεί περιληπτικά την έκθεσή τους.
Η διενέργεια παρατήρησης της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές υπόκειται στα ανώτατα όρια που αναφέρονται στην ειδική ανάθεση. Τα ανώτατα όρια που αναφέρονται στην ανάθεση μπορούν να παραταθούν με γραπτή τροποποίηση.
3.1.5. Κριτήρια αξιολόγησης από ομότιμους κριτές
Τα κριτήρια αξιολόγησης, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η βαθμολόγηση προτάσεων και οι σχετικοί συντελεστές στάθμισης και οι ελάχιστες βαθμολογίες παρατίθενται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες», με βάση τις αρχές που θεσπίζονται στο ειδικό πρόγραμμα «Ιδέες» και στους κανόνες συμμετοχής (22). Ο τρόπος με τον οποίο θα εφαρμοστούν εξηγείται περαιτέρω στον οδηγό υποψηφίων (23).
Εφαρμόζονται ειδικές διαδικασίες για τις προτάσεις που αφορούν θέματα ευαίσθητα από δεοντολογική άποψη (βλέπε παράρτημα B) ή απαιτούν περαιτέρω αναλυτικό έλεγχο όσον αφορά τις πτυχές ασφάλειας (βλέπε παράρτημα Δ).
3.1.6. Οργάνωση της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές
Το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΕΣΕ θεσπίζει τη μεθοδολογία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, η οποία μπορεί να ποικίλλει στις λεπτομέρειές της ανάλογα με την πρόσκληση, επιβλέπει τη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές και θεσπίζει διαδικαστικούς κανόνες για τις επιτροπές αξιολόγησης του ΕΣΕ οι οποίοι δημοσιεύονται στον ιστότοπο του ΕΣΕ (οδηγός για τους ομότιμους κριτές του ΕΣΕ). Το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΕΣΕ μπορεί επίσης να αναθέσει στα μέλη του να παρίστανται στις συνεδριάσεις της επιτροπής αξιολόγησης ως παρατηρητές. Ωστόσο, τα μέλη του Επιστημονικού Συμβουλίου δεν επηρεάζουν σε καμία περίπτωση την έκβαση της συνεδρίασης της επιτροπής στην οποία παρίστανται.
Η αξιολόγηση από ομότιμους κριτές οργανώνεται με βάση τις αρχές που τίθενται στο τμήμα 2.1 ανωτέρω, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεπής και αυστηρή αξιολόγηση των προτάσεων με γνώμονα την ποιότητα και με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες».
Όταν μια πρόσκληση καθορίζει διαδικασία αξιολόγησης δύο σταδίων, μόνο οι προτάσεις που περνούν επιτυχώς το πρώτο στάδιο, αφού αξιολογηθούν με βάση περιορισμένο αριθμό κριτηρίων, υπόκεινται περαιτέρω σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές (24).
3.1.6.1. Αξιολόγηση από ομότιμους κριτές έργων έρευνας αιχμής
Η αξιολόγηση από ομότιμους κριτές διεξάγεται από επιτροπές αξιολόγησης ανεξάρτητων επιστημόνων και πανεπιστημιακών. Οι επιτροπές μπορεί να συνεπικουρούνται από αξιολογητές επιτροπής αξιολόγησης και εξειδικευμένους διαιτητές, οι οποίοι διενεργούν την αξιολόγηση ομότιμων κριτών πλήρως ή εν μέρει κατ’ οίκον ή στον χώρο εργασίας τους («εξ αποστάσεως αξιολόγηση»). Οι επιτροπές αξιολόγησης συγκροτούνται προκειμένου να καλύψουν όλο το φάσμα των ερευνητικών τομέων που καλύπτει η πρόσκληση, και κάθε επιτροπή είναι αρμόδια για μια συγκεκριμένη δέσμη ερευνητικών πεδίων.
Οι επιτροπές λειτουργούν σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες για τις επιτροπές αξιολόγησης του ΕΣΕ που αναφέρονται ανωτέρω και υπό την προεδρία ανώτερου ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα.
Κάθε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές μπορεί να οργανώνεται σε δύο διαδοχικά στάδια. Σε αυτή την περίπτωση, η έκβαση του πρώτου σταδίου αποτελεί τη βάση του δεύτερου σταδίου. Η σειρά των γεγονότων ενός σταδίου είναι η ακόλουθη:
Κατανομή των προτάσεων σε επιτροπές αξιολόγησης: κάθε πρόταση ανατίθεται σε μια επιτροπή με βάση το αντικείμενό της. Η αρχική κατανομή βασίζεται στις υποδείξεις του υποψηφίου, στον τίτλο και στο περιεχόμενο της πρότασης ή/και στις πληροφορίες, πιθανόν υπό μορφή «λέξεων-κλειδιών», που προβλέπονται στην πρόταση.
Ατομική αξιολόγηση: οι προτάσεις εξετάζονται με βάση τα σχετικά κριτήρια τουλάχιστον από τρεις ομότιμους κριτές (25), οι οποίοι είναι εξειδικευμένοι στα επιστημονικά ή/και τεχνολογικά πεδία στα οποία εμπίπτει η πρόταση και συντάσσουν τις εκθέσεις ατομικής αξιολόγησης (ΕΑΑ).
Αξιολόγηση της επιτροπής: οι επιτροπές έχουν καθήκον να εξετάζουν με συνέπεια τις προτάσεις που εμπίπτουν στον τομέα της αρμοδιότητάς τους (26) και να λειτουργούν με συνεκτικό τρόπο με τις άλλες επιτροπές αξιολόγησης, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνέπεια της αντιμετώπισης των προτάσεων στο σύνολο των επιτροπών και στα επιστημονικά/τεχνολογικά πεδία που καλύπτει η πρόσκληση.
Η κρίση της επιτροπής για μια πρόταση (συμπεριλαμβανομένων των βαθμών που δόθηκαν στην πρόταση με βάση τα επιμέρους κριτήρια ή συνολικά και της θέσης της στον πίνακα κατάταξης) βασίζεται στις επιμέρους αξιολογήσεις και στις διαβουλεύσεις εντός της επιτροπής, και είναι αποτέλεσμα πλειοψηφικής ψήφου. Αποτέλεσμα της φάσης αξιολόγησης της επιτροπής είναι ο πίνακας κατάταξης. Στο τελικό στάδιο της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές η επιτροπή καθορίζει τις προτάσεις τις οποίες συνιστά να χρηματοδοτηθούν, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό που διατίθεται στην πρόσκληση.
Συνεντεύξεις: εφόσον προβλέπεται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες», η αξιολόγηση της επιτροπής μπορεί να περιλαμβάνει συνεντεύξεις με τον ΚΕ ή/και με την υποψήφια νομική οντότητα. Τα οδοιπορικά και οι δαπάνες διαβίωσης που πραγματοποιούνται για τις συνεντεύξεις επιστρέφονται από τον ΕΟΕΣΕ. Οι κανόνες επιστροφής εξόδων που ισχύουν για τους υποψηφίους που καλούνται σε συνέντευξη προσδιορίζονται στο παράρτημα Γ. Κάθε συνέντευξη πραγματοποιείται τουλάχιστον από τρία μέλη της επιτροπής. Οι συνεντεύξεις μπορούν να πραγματοποιούνται στον τόπο συνεδρίασης της επιτροπής αξιολόγησης ομότιμων κριτών ή, με την προϋπόθεση ότι αυτό είναι εφικτό από τεχνικής πλευράς, με ηλεκτρονικά μέσα (σύνδεση μέσω βίντεο, τηλεδιάσκεψη ή παρόμοια μέσα).
Αξιολόγηση από πολλαπλές επιτροπές (αξιολόγηση από επιτροπές, ανά τομείς, ερευνητικά πεδία κ.λπ.): Κατά την αξιολόγηση από πολλαπλές επιτροπές καταρτίζεται η τελική συνιστώμενη σειρά κατάταξης των προτάσεων που επελέγησαν για την πρόσκληση στο σύνολό της (για όλα τα ερευνητικά πεδία που καλύπτει η πρόσκληση), έπειτα από προσεκτική εκτίμηση της ποιότητας των προτάσεων από διαφορετικές επιτροπές. Η εν λόγω αξιολόγηση πραγματοποιείται σε φόρουμ το οποίο απαρτίζουν οι πρόεδροι των επιτροπών ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς μέλη επιτροπής. Κατά την αξιολόγηση από πολλαπλές επιτροπές δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις προτάσεις διεπιστημονικής φύσεως οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια των διαφορετικών επιτροπών, στις προτάσεις που αφορούν νέα και αναδυόμενα πεδία, και στις προτάσεις «υψηλού κινδύνου, υψηλού οφέλους».
Εάν το πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες» προβλέπει ενδεικτικούς προϋπολογισμούς που συνδέονται με κάθε επιτροπή αξιολόγησης, τομέα, ερευνητικό πεδίο κ.λπ., η συζήτηση μπορεί να αφορά μόνο τις προτάσεις εκτός της δέσμης προτάσεων με επαρκώς υψηλή κατάταξη ώστε να εμπίπτουν στον ενδεικτικό προϋπολογισμό που διατίθεται για κάθε επιτροπή αξιολόγησης, τομέα, ερευνητικό πεδίο κ.λπ.
Το αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές είναι μια έκθεση αξιολόγησης (ΕΑ) για κάθε πρόταση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από πολλαπλές επιτροπές, κατά περίπτωση, και αναφέρονται η τελική σύσταση της επιτροπής για την πρόταση, οι επιμέρους αξιολογήσεις των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, καθώς και κάθε σύσταση που διατυπώθηκε σχετικά με το μέγιστο ποσό χρηματοδότησης που πρέπει να χορηγηθεί.
3.1.6.2. Διαδικασία υποβολής σε δύο στάδια για έργα έρευνας αιχμής
Η πρόσκληση προσδιορίζει πότε εφαρμόζεται η διαδικασία υποβολής σε δύο στάδια. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα κριτήρια επιλογής που ισχύουν για κάθε στάδιο ορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες». Η ακριβής μεθοδολογία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές κατά το πρώτο και το δεύτερο στάδιο μπορεί να διαφέρει (παραδείγματος χάριν όσον αφορά την προσφυγή σε αξιολογητές επιτροπής, διαιτητές ή/και σε συνεντεύξεις του ΚΕ).
Οι ΚΕ πρέπει να υποβάλουν εν πρώτοις μια συνοπτική πρόταση ή προσχέδιο πρότασης. Η εν λόγω πρόταση του πρώτου σταδίου αξιολογείται με βάση τα κριτήρια αυτού του σταδίου που παρατίθενται στην πρόσκληση.
Μετά την αξιολόγηση της πρότασης σε πρώτο στάδιο, η αξιολόγηση της επιτροπής μπορεί να οδηγήσει, για τις προτάσεις που θα επιλεγούν, σε πρόσκληση υποβολής σε δεύτερο στάδιο. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε περαιτέρω αξιολόγηση από πολλαπλές επιτροπές, οι επιτροπές είναι εξουσιοδοτημένες, σε αυτό το στάδιο, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους, να υποδείξουν τις προτάσεις που πρέπει να περάσουν στο επόμενο στάδιο.
Οι υποψήφιοι που θα επιλεγούν στο πρώτο στάδιο θα κληθούν να υποβάλουν μια λεπτομερέστερη πρόταση ή πληρέστερες και επικαιροποιημένες πληροφορίες για την αρχική πρόταση μέσα σε μια συγκεκριμένη προθεσμία για το δεύτερο στάδιο. Προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η επιτροπή μπορεί να προτείνει τον αποκλεισμό από περαιτέρω αξιολόγηση προτάσεων που υποβλήθηκαν σε δεύτερο στάδιο οι οποίες αποκλίνουν σημαντικά από την αντίστοιχη πρόταση του πρώτου σταδίου.
Η διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές για το δεύτερο στάδιο ακολουθεί τη σειρά που περιγράφεται στο σημείο 3.1.6.1.
3.1.6.3. Αξιολόγηση από ομότιμους κριτές των δράσεων συντονισμού και στήριξης
Η αξιολόγηση από ομότιμους κριτές των δράσεων συντονισμού και στήριξης ακολουθεί την ίδια σειρά όπως αναφέρεται στο σημείο 3.1.6.1. Η αξιολόγηση της επιτροπής μπορεί να είναι η τελική φάση πριν ο ΕΟΕΣΕ εγκρίνει τον τελικό πίνακα κατάταξης.
Η μόνη εξαίρεση σε αυτή τη διαδικασία είναι η περίπτωση των δράσεων συντονισμού και στήριξης που καλύπτονται από το άρθρο 14 των κανόνων συμμετοχής, για τις οποίες διορίζονται ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες μόνο εάν ο ΕΟΕΣΕ το κρίνει κατάλληλο.
Περαιτέρω λεπτομέρειες για τη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές των δράσεων συντονισμού και στήριξης καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες», στην πρόσκληση και στον σχετικό οδηγό υποψηφίων.
3.1.7. Αποτελέσματα της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, επιλογή και απόρριψη των προτάσεων
Το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΕΣΕ επιβεβαιώνει τον τελικό πίνακα κατάταξης των προτάσεων που επελέγησαν για χρηματοδότηση έπειτα από αξιολόγηση από ομότιμους κριτές.
Με βάση το αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές και την κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης από το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΕΣΕ, ο ΕΟΕΣΕ καταρτίζει τον(τους) τελικό(-ούς) πίνακα(-ες) προτάσεων για πιθανή χρηματοδότηση.
Συνεπώς προκύπτουν:
|
— |
Ένας πίνακας προτάσεων επαρκώς υψηλής ποιότητας που επιλέγονται για πιθανή χρηματοδότηση. Ο εν λόγω πίνακας παρουσιάζει την προτεινόμενη σειρά κατάταξης και αντικατοπτρίζει τις προτεραιότητες χρηματοδότησης εντός των ορίων του διαθέσιμου για την πρόσκληση προϋπολογισμού (ο πίνακας επιλεγεισών προτάσεων). Εάν η πρόσκληση προβλέπει ενδεικτικούς προϋπολογισμούς για συγκεκριμένες επιτροπές, τομείς, ερευνητικά πεδία κ.λπ., για καθένα από αυτά τα πεδία μπορούν να καταρτιστούν χωριστοί πίνακες επιλεγεισών προτάσεων. |
|
— |
Εάν η συνολική προτεινόμενη χρηματοδότηση των επιλεγεισών προτάσεων μετά την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές υπερβαίνει τον διαθέσιμο για την πρόταση προϋπολογισμό, μπορεί να καταρτιστεί ένας (ή περισσότεροι, εάν πρόκειται για ενδεικτικούς προϋπολογισμούς συνδεόμενους με χωριστές επιτροπές, τομείς, ερευνητικά πεδία κ.λπ.) εφεδρικός πίνακας προτάσεων. Ο αριθμός των προτάσεων του εφεδρικού πίνακα καθορίζεται από τον ΕΟΕΣΕ ενόψει των δημοσιονομικών προοπτικών και βασίζεται στην πιθανότητα τέτοιες προτάσεις να λάβουν ενδεχομένως χρηματοδότηση λόγω γεγονότων όπως αποσύρσεις προτάσεων ή διάθεση πρόσθετου προϋπολογισμού. |
|
— |
Ένας πίνακας προτάσεων που δεν επελέγησαν για χρηματοδότηση. Ο εν λόγω πίνακας περιλαμβάνει εκείνες τις προτάσεις που κρίθηκαν μη επιλέξιμες (πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές), τις προτάσεις που θεωρήθηκε ότι δεν πληρούσαν το απαιτούμενο κατώτατο όριο ποιότητας, τις προτάσεις οι οποίες, επειδή κατατάσσονται κάτω από μια ορισμένη σειρά, δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν διότι ο διαθέσιμος προϋπολογισμός δεν επαρκεί και τις προτάσεις που εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στον εφεδρικό πίνακα αφού έχει αναλωθεί ο προϋπολογισμός συγκεκριμένης πρόσκλησης. |
Η εκτίμηση της ποιότητας και η προτεινόμενη σειρά κατάταξης για τη χρηματοδότηση των προτάσεων του πίνακα επιλεγεισών προτάσεων βασίζεται στην αξιολόγηση από ομότιμους κριτές της πρότασης με βάση όλα τα σχετικά κριτήρια. Ωστόσο, όταν σε μια πρόσκληση προσδιορίζεται διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές δύο σταδίων και μια πρόταση κρίνεται ότι δεν πληροί ένα κατώτατο όριο ποιότητας που έχει ορισθεί στην πρόσκληση για ένα συγκεκριμένο κριτήριο αξιολόγησης, κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές μπορεί να προταθεί η τελική απόρριψη της πρότασης χωρίς αναγκαστικά να αξιολογηθεί περαιτέρω με βάση άλλα ισχύοντα κριτήρια.
Οι προτάσεις που αντιβαίνουν θεμελιώδεις αρχές δεοντολογίας ή δεν πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο ειδικό πρόγραμμα «Ιδέες», στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες» ή στην πρόσκληση δεν επιλέγονται (27). Οι προτάσεις μπορούν επίσης να απορριφθούν για λόγους δεοντολογίας ή ασφαλείας με βάση τις διαδικασίες των παραρτημάτων B και Δ αντιστοίχως.
Ο δυνητικός ΚΕ ή η υποψήφια νομική οντότητα για έμμεση δράση υπαγόμενη στο ειδικό πρόγραμμα «Ιδέες» που έχει διαπράξει παρατυπία (28) κατά την εκτέλεση άλλης έμμεσης δράσης υπαγόμενης στα προγράμματα-πλαίσια μπορεί να αποκλεισθεί ανά πάσα στιγμή από τη διαδικασία επιλογής, τηρουμένης δεόντως της αρχής της αναλογικότητας.
3.1.8. Ανάδραση
Μετά την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, ο ΕΟΕΣΕ παρέχει ανάδραση στον ΚΕ και στην υποψήφια νομική οντότητα. Όλη η επικοινωνία και η ανάδραση από τον ΕΟΕΣΕ στον ΚΕ και στην υποψήφια νομική οντότητα πραγματοποιείται μέσω ενός ασφαλούς λογαριασμού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ΕΟΕΣΕ. Ο οδηγός υποψηφίων αναγράφει την ημερομηνία κατά την οποία αναμένεται η ανάδραση.
|
α) |
Μετά την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές σε πρώτο στάδιο, εφόσον πρόκειται για αξιολόγηση από ομότιμους κριτές δύο σταδίων:
|
|
β) |
Μετά την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές σε πρώτο στάδιο, εφόσον πρόκειται για διαδικασία υποβολής δύο σταδίων:
|
|
γ) |
Μετά τη δεύτερη αξιολόγηση από ομότιμους κριτές στις περιπτώσεις α) και β) ανωτέρω, και μετά τη μεμονωμένη αξιολόγηση από ομότιμους κριτές στην περίπτωση μεμονωμένης υποβολής και αξιολόγησης ενός σταδίου:
|
3.1.9. Διαδικασίες συνδρομής και προσφυγής
Ο ΕΟΕΣΕ παρέχει πληροφορίες για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται από τους ΚΕ ή/και τις υποψήφιες νομικές οντότητες για την αντιμετώπιση τυχόν ερωτήσεων ή προσφυγών (29) σχετικά με τα αποτελέσματα συγκεκριμένης αξιολόγησης από ομότιμους κριτές σε σχέση με πρόσκληση του ΕΣΕ.
Ως ελάχιστη απαίτηση, κάθε ερώτηση ή προσφυγή πρέπει να περιλαμβάνει την ονομασία της πρόσκλησης, τον αριθμό της πρότασης (εφόσον υπάρχει), τον τίτλο της πρότασης, καθώς και περιγραφή των προβλημάτων που διαπιστώθηκαν.
Για θέματα που αφορούν τον έλεγχο επιλεξιμότητας ή/και τη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές μιας συγκεκριμένης πρότασης, θεσπίζεται διαδικασία προσφυγής προκειμένου να επισημαίνονται τυχόν ελλείψεις στα αποτελέσματα του ελέγχου επιλεξιμότητας ή στον τρόπο αξιολόγησης μιας πρότασης που είναι πιθανόν να έχουν επηρεάσει την απόφαση χρηματοδότησης ή μη της πρότασης. Για την εξέταση του εν λόγω θέματος μπορεί να συγκληθεί επιτροπή προσφυγών. Εάν η επιτροπή κληθεί να εξετάσει θέματα επιλεξιμότητας, μπορεί να επιδιώξει να λάβει γνωμοδότηση από την επιτροπή εξέτασης επιλεξιμότητας (βλέπε τμήμα 2.2.6). Η επιτροπή θα προσφύγει σε προσωπικό με τις απαιτούμενες επιστημονικές/τεχνικές και νομικές γνώσεις. Ωστόσο, η ίδια η επιτροπή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της πρότασης. Ανάλογα με τη φύση της καταγγελίας, η επιτροπή μπορεί να εξετάσει τα βιογραφικά σημειώματα των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, τις μεμονωμένες παρατηρήσεις τους και την έκθεση αξιολόγησης. Η επιτροπή δεν θέτει εν αμφιβόλω την επιστημονική κρίση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων με τα κατάλληλα προσόντα.
Με βάση την εξέτασή της, η επιτροπή συνιστά στον ΕΟΕΣΕ τα ληπτέα μέτρα. Εάν η επιτροπή θεωρεί ότι υπάρχουν αποδείξεις που στοιχειοθετούν την καταγγελία, μπορεί να προτείνει τη μερική ή πλήρη επανεξέταση της πρότασης από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες.
Οι προσφυγές πρέπει να υποβάλλονται εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της ανάδρασης που διαβιβάζεται μέσω του ασφαλούς λογαριασμού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ΕΟΕΣΕ, όπως περιγράφεται στο τμήμα 3.1.8. Η λεπτομερής διαδικασία προσφυγής περιγράφεται στον οδηγό υποψηφίων. Τα μη επιλέξιμα αιτήματα δεν εξετάζονται από την επιτροπή προσφυγών.
Στους καταγγέλλοντες αποστέλλεται απάντηση εντός τριών εβδομάδων μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ισχύει για την υποβολή των προσφυγών, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Εάν δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό το στάδιο οριστική απάντηση, στην απάντηση θα αναφέρεται η ημερομηνία κατά την οποία θα δοθεί η εν λόγω απάντηση.
3.1.10. Υποβολή εκθέσεων και πληροφοριών για τη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές
Ύστερα από κάθε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, ο ΕΟΕΣΕ εκπονεί έκθεση και τη θέτει στη διάθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΣΕ και της επιτροπής του προγράμματος «Ιδέες». Η έκθεση περιλαμβάνει στατιστικά στοιχεία για τις προτάσεις που ελήφθησαν (παραδείγματος χάριν τον αριθμό τους, τα θέματα προτεραιότητας που καλύπτονται, τις κατηγορίες των υποψήφιων νομικών οντοτήτων και τον αιτούμενο προϋπολογισμό), για τη διαδικασία αξιολόγησης και τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες.
Για λόγους επικοινωνίας, ο ΕΟΕΣΕ μπορεί να δημοσιεύσει, μετά το πέρας της διαδικασίας αξιολόγησης και σε κατάλληλα μέσα ενημέρωσης, γενικές πληροφορίες για την έκβαση της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές. Επιπροσθέτως, ο ΕΟΕΣΕ μπορεί να δημοσιεύσει πληροφορίες για τις αξιολογηθείσες προτάσεις που βρίσκονται πάνω από το κατώτατο όριο ποιότητας ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης (ή μετά το δεύτερο στάδιο στο πλαίσιο διαδικασίας αξιολόγησης δύο σταδίων) (30) εφόσον οι υποψήφιοι έδωσαν τη ρητή συγκατάθεσή τους για τη δημοσίευση των συγκεκριμένων στοιχείων (31).
Για τους σκοπούς που αφορούν την παρακολούθηση, τη μελέτη και την αξιολόγηση που προβλέπονται στο πρόγραμμα εργασίας «Ιδέες», ο ΕΟΕΣΕ μπορεί να χρειαστεί να προσφύγει σε τρίτους (32) για την επεξεργασία των προτάσεων που υποβλήθηκαν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Οι υποψήφιοι (33) θα κληθούν να δώσουν την ελεύθερη ατομική συγκατάθεσή τους για την επεξεργασία των προτάσεων. Η ατομική συγκατάθεση δεν απαιτείται υποχρεωτικά και παρέχεται μόνο εθελοντικά από τους υποψηφίους. Η άρνηση παραχώρησης ατομικής συγκατάθεσης δεν επηρεάζει τη διαδικασία αξιολόγησης.
4. ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΑΚΥΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗΣ
Οι επιχορηγήσεις χορηγούνται στις υποψήφιες νομικές οντότητες από τον αρμόδιο διατάκτη, στο πλαίσιο του διατιθέμενου προϋπολογισμού, με βάση τον τελικό πίνακα κατάταξης που κατάρτισε ο ΕΟΕΣΕ σύμφωνα με το τμήμα 3.1.7, υπό μορφή επίσημης συμφωνίας επιχορήγησης.
Οι συμφωνίες επιχορήγησης συνάπτονται με τις υποψήφιες νομικές οντότητες και υπόκεινται σε εσωτερικές οικονομικές και νομικές διαδικασίες (34), καθώς και στον έλεγχο των απαιτούμενων στοιχείων που αναφέρονται στο παρόν τμήμα.
Κατά την προετοιμασία της συμφωνίας επιχορήγησης, ο ΚΕ και η υποψήφια νομική οντότητα ενδέχεται να κληθούν να παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες για το έργο και την προβλεπόμενη διαχείρισή του (35). Στις περιπτώσεις που περισσότεροι του ενός συμμετέχοντες συνδέονται με το έργο μπορεί να απαιτηθεί από τον ΚΕ ή την υποψήφια νομική οντότητα να αποκτήσουν τις εν λόγω πληροφορίες και διασφαλίσεις από τους άλλους συμμετέχοντες.
Με βάση το αποτέλεσμα της διαδικασίας αξιολόγησης μπορούν να απαιτηθούν, για ορισμένες προτάσεις, πρόσθετοι όροι (36) για τη σύναψη της συμφωνίας επιχορήγησης. Οι εν λόγω όροι πρέπει να τεκμηριώνονται δεόντως και να κοινοποιούνται στον ΚΕ και στην ενδιαφερόμενη υποψήφια νομική οντότητα, επιπλέον της έκθεσης αξιολόγησης.
Οι επιχορηγήσεις ενδέχεται να μη δοθούν στις υποψήφιες νομικές οντότητες εάν κατά τη στιγμή της διαδικασίας χορήγησης της επιχορήγησης βρίσκονται σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 (πτώχευση κ.λπ.), στο άρθρο 94 (ψευδείς δηλώσεις κ.λπ.) και στο άρθρο 96 παράγραφος 2 στοιχείο α) (τελούν υπό αποκλεισμό από τις συμβάσεις και τις επιχορηγήσεις που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης) του δημοσιονομικού κανονισμού. Οι υποψήφιοι πρέπει να βεβαιώσουν ότι δεν βρίσκονται σε καμία από τις προαναφερόμενες καταστάσεις (37).
Τα δεοντολογικά ζητήματα διασαφηνίζονται επίσης περαιτέρω σε αυτό το στάδιο, εάν κριθεί αναγκαίο. Για τον σκοπό αυτό, ο ΕΟΕΣΕ διορίζει ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για να συμμετάσχουν στη διαδικασία δεοντολογικής εξέτασης (βλέπε παράρτημα B).
Η προετοιμασία της επιχορήγησης δεν προβλέπει διαπραγμάτευση επί της ουσίας σε επιστημονικό/τεχνικό επίπεδο. Ακολούθως η επιχορήγηση χορηγείται στην υποψήφια νομική οντότητα με βάση την υποβληθείσα πρόταση και τη χρηματοδότηση που προτάθηκε μετά την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, και υπόκειται στη συμφωνία της υποψήφιας νομικής οντότητας με τον ΚΕ.
Εάν αποδειχθεί αδύνατη η επίτευξη συμφωνίας με τον ΚΕ και την υποψήφια νομική οντότητα ή εάν ένας εξ αυτών ή αμφότεροι δεν έχουν υπογράψει την απαιτούμενη συμπληρωματική συμφωνία εντός εύλογης προθεσμίας που μπορεί να επιβληθεί, οι προετοιμασίες για την επιχορήγηση μπορεί να σταματήσουν.
Η προετοιμασία της συμφωνίας επιχορήγησης για προτάσεις που αναγράφονται στον εφεδρικό πίνακα μπορεί να ξεκινήσει από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι διατίθεται επαρκής προϋπολογισμός για τη χρηματοδότηση ενός ή περισσότερων εξ αυτών των έργων. Με την προϋπόθεση της διάθεσης προϋπολογισμού, η προετοιμασία της επιχορήγησης θα ξεκινήσει με την πρόταση που βρίσκεται πρώτη στην κατάταξη και θα συνεχιστεί με φθίνουσα σειρά της τελικής κατάταξης.
5. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
5.1. Παράρτημα A – Διαδικασίες υποβολής προτάσεων σε έντυπη μορφή
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν ένας υποψήφιος δεν έχει στη διάθεσή του κανένα απολύτως μέσο πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα υποβολής προτάσεων και είναι αδύνατον να εξεύρει τα μέσα προς τούτο, μπορεί να ζητήσει άδεια από τον ΕΟΕΣΕ να υποβάλει πρόταση σε έντυπη μορφή. Μια τέτοια αίτηση, στην οποία πρέπει να εξηγούνται σαφώς οι συνθήκες της περίπτωσης, πρέπει να παραλειφθεί από τον ΕΟΕΣΕ το αργότερο ένα μήνα πριν από την προθεσμία της πρόσκλησης.
Η αίτηση για άδεια υποβολής σε έντυπη μορφή αποστέλλεται στην ακόλουθη διεύθυνση:
|
European Research Council Executive Agency |
|
Head of «Scientific Management Department» |
|
COV2 |
|
B-1049 Brussels |
|
Belgium |
Ο ΕΟΕΣΕ απαντά σε παρόμοια αίτηση εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της. Εάν χορηγηθεί παρέκκλιση, ο ΕΟΕΣΕ αποστέλλει στον ενδιαφερόμενο υποψήφιο έντυπα πρότασης για υποβολή σε έντυπη μορφή.
Εάν λόγω των χαρακτηριστικών μιας συγκεκριμένης πρόσκλησης η υποβολή μέσω διαδικτύου είναι γενικά ακατάλληλη, ο ΕΟΕΣΕ μπορεί να αποφασίσει ευθύς εξαρχής να αποδεχθεί την υποβολή σε έντυπη μορφή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συγκεκριμένη δυνατότητα δηλώνεται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων και τα έντυπα πρότασης για υποβολή σε έντυπη μορφή διατίθενται σε όλους τους υποψηφίους.
Όταν επιτρέπεται η υποβολή σε έντυπη μορφή, είτε με ειδική είτε με γενική παρέκκλιση, όπως περιγράφεται ανωτέρω, η αποστολή των φακέλων που περιέχουν τις προτάσεις σε έντυπη μορφή πραγματοποιείται με κανονικό ταχυδρομείο, με ιδιωτική υπηρεσία ταχυμεταφοράς ή οι φάκελοι επιδίδονται ιδιοχείρως. Αποκλείονται οι προτάσεις που υποβάλλονται σε κινητό ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης [π.χ. σε σύμπυκνο δίσκο (CD-ROM) ή οποιοδήποτε άλλη παρόμοια ηλεκτρονική διάταξη], με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με φαξ. Οι προτάσεις που υποβάλλονται σε έντυπη μορφή πρέπει να υποβάλλονται σε έναν μόνο φάκελο. Εάν οι υποψήφιοι επιθυμούν να τροποποιήσουν μια πρόταση ή να προσθέσουν πληροφορίες, πρέπει να επισημάνουν σαφώς τα μέρη της πρότασης που τροποποιήθηκαν και οι τροποποιήσεις/προσθήκες πρέπει να υποβληθούν και να παραληφθούν πριν από την καταληκτική ημερομηνία της πρόσκλησης. Οι προσθήκες ή τα τροποποιημένα σημεία της πρότασης που λαμβάνονται μετά την καταληκτική ημερομηνία της πρόσκλησης δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία ούτε αξιολογούνται.
Σε περίπτωση αποστολής μιας πρότασης με το ταχυδρομείο ή με υπηρεσία ταχυμεταφοράς, ως απόδειξη της ημερομηνίας αποστολής θεωρείται η σφραγίδα του ταχυδρομείου ή η ημερομηνία του αποδεικτικού κατάθεσης. Οι φάκελοι που περιέχουν τις προτάσεις αποσφραγίζονται κατά την παραλαβή τους από τον ΕΟΕΣΕ (38) με σκοπό την καταχώριση των διοικητικών στοιχείων τους στις βάσεις δεδομένων και την αποστολή των βεβαιώσεων παραλαβής.
5.2. Παράρτημα B – Διαδικασίες δεοντολογικής εξέτασης
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 6 του 7ου ΠΠ και του άρθρου 15 των κανόνων συμμετοχής, η διαδικασία αξιολόγησης περιλαμβάνει αρχικά τον εντοπισμό των δεοντολογικών ζητημάτων που εγείρουν οι προτάσεις και, στη συνέχεια, δεοντολογικό έλεγχο των προτάσεων που εγείρουν δεοντολογικά ζητήματα. Εάν κριθεί αναγκαίο, μπορεί να πραγματοποιηθεί δεοντολογική εξέταση των προτάσεων μετά τον δεοντολογικό έλεγχο και πριν από κάθε απόφαση επιλογής από τον ΕΟΕΣΕ σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Ο δεοντολογικός έλεγχος και η δεοντολογική εξέταση (αμφότερα αναφερόμενα στο παρόν παράρτημα ως «διαδικασία δεοντολογικής εξέτασης») διενεργούνται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες που έχουν κατάλληλες γνώσεις δεοντολογίας.
Στόχος της διαδικασίας δεοντολογικής εξέτασης είναι να διασφαλισθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υποστηρίζει την έρευνα που είναι αντίθετη στις θεμελιώδεις δεοντολογικές αρχές που ορίζονται στους σχετικούς κανόνες της ΕΕ και να εξετασθεί κατά πόσο η έρευνα συμμορφώνεται προς τους κανόνες ερευνητικής δεοντολογίας που θεσπίζονται στις αποφάσεις για το 7ο ΠΠ και στο ειδικό πρόγραμμα «Ιδέες». Λαμβάνονται υπόψη και θα εξακολουθήσουν να λαμβάνονται υπόψη οι γνωμοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ομάδας Δεοντολογίας Επιστημών και Νέων Τεχνολογιών.
Όταν κρίνεται σκόπιμο ή/και απαιτείται από την πρόσκληση, οι προτάσεις περιλαμβάνουν ένα τμήμα δεοντολογίας στο οποίο:
|
— |
προσδιορίζονται οι πιθανές δεοντολογικές πτυχές της προτεινόμενης έρευνας ως προς τους στόχους, τη μεθοδολογία και τις δυνητικές επιπτώσεις των αποτελεσμάτων της, |
|
— |
αιτιολογείται ο σχεδιασμός του ερευνητικού έργου από δεοντολογική άποψη, |
|
— |
διευκρινίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης των δεοντολογικών απαιτήσεων που τίθενται στο πρόγραμμα εργασίας, |
|
— |
προσδιορίζεται ο τρόπος συμμόρφωσης της πρότασης προς τις εθνικές νομικές και δεοντολογικές απαιτήσεις της χώρας στην οποία προβλέπεται να διεξαχθεί η έρευνα, |
|
— |
προσδιορίζεται το χρονικό πλαίσιο για τη γνωμοδότηση ή/και έγκριση της αρμόδιας αρχής σε εθνικό επίπεδο (π.χ. αρχή προστασίας δεδομένων, αρχή κλινικών δοκιμών κ.λπ.). |
Για τον σκοπό αυτό, οι υποψήφιοι πρέπει να συμπληρώσουν τον «πίνακα δεοντολογικών ζητημάτων» που περιλαμβάνεται στον οδηγό υποψηφίων.
Ο ΕΟΕΣΕ μπορεί να έρθει σε επαφή με τον υποψήφιο ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προκειμένου να λάβει συμπληρωματικές πληροφορίες, χρήσιμες για τη δεοντολογική έγκριση της πρότασης.
Γενικές διαδικαστικές λεπτομέρειες
Εσωτερικός προκαταρκτικός έλεγχος των προτάσεων
Η ομάδα δεοντολογίας του ΕΟΕΣΕ διενεργεί προκαταρκτικό έλεγχο όλων των προτάσεων που προτάθηκαν για χρηματοδότηση προκειμένου να προσδιορίσει τις προτάσεις που δεν εγείρουν δεοντολογικά ζητήματα και μπορούν να γίνουν δεκτές για επιχορήγηση χωρίς την παρέμβαση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων. Όλες οι άλλες προτάσεις υποβάλλονται σε περαιτέρω δεοντολογική ανάλυση. Η εν λόγω διαδικασία βασίζεται στον «πίνακα δεοντολογικών ζητημάτων» και στις προτάσεις όπως αυτές υποβλήθηκαν από τους υποψηφίους.
Υποβολή σε επιτροπή δεοντολογικού ελέγχου
Όλες οι προτάσεις για τις οποίες κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι εγείρουν δεοντολογικά ζητήματα υποβάλλονται στην επιτροπή δεοντολογικού ελέγχου, η οποία απαρτίζεται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες με κατάλληλες γνώσεις δεοντολογίας.
Η επιτροπή εμπειρογνωμόνων προσδιορίζει τις προτάσεις στις οποίες τα δεοντολογικά ζητήματα αντιμετωπίζονται ικανοποιητικά, τις προτάσεις που μπορούν να γίνουν δεκτές υπό τον όρο ότι παρέχονται ικανοποιητική τεκμηρίωση ή/και έγκριση σε εθνικό επίπεδο και τις προτάσεις που απαιτούν περισσότερη προσοχή λόγω της σημασίας των εγειρόμενων δεοντολογικών ζητημάτων και πρέπει να υποβληθούν σε δεοντολογική εξέταση (39).
Για κάθε πρόταση που ελέγχεται, οι εμπειρογνώμονες προετοιμάζουν και υπογράφουν την έκθεση δεοντολογικού ελέγχου η οποία περιλαμβάνει τμήμα απαιτήσεων. Οι εν λόγω απαιτήσεις καθίστανται συμβατικές υποχρεώσεις.
Υποβολή σε επιτροπή δεοντολογικής εξέτασης
Τα έργα τα οποία εγείρουν σημαντικά δεοντολογικά ζητήματα που προσδιορίστηκαν κατά τη διάρκεια του δεοντολογικού ελέγχου υποβάλλονται στην επιτροπή δεοντολογικής εξέτασης. Ζητήματα όπως οι ερευνητικές παρεμβάσεις σε ανθρώπινα όντα (40), η έρευνα σε ανθρώπινα έμβρυα ή σε ανθρώπινα εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα και σε πρωτεύοντα πλην του ανθρώπου υποβάλλονται αυτομάτως (41) σε δεοντολογική εξέταση.
Η επιτροπή δεοντολογικής εξέτασης ελέγχει τα δεοντολογικά ζητήματα που εγείρει η πρόταση και προσδιορίζει τις δεοντολογικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου η πρόταση να γίνει δεκτή από δεοντολογική άποψη. Σε αυτό το στάδιο, η επιτροπή δεοντολογικής εξέτασης μπορεί να προσδιορίσει τις προτάσεις που εγείρουν σοβαρά δεοντολογικά ζητήματα τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκλεισμό του έργου από τη διαδικασία επιχορήγησης.
Σύνθεση των επιτροπών δεοντολογικού ελέγχου και δεοντολογικής εξέτασης
Οι επιτροπές δεοντολογίας απαρτίζονται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες προερχόμενους από μια πληθώρα επιστημονικών κλάδων όπως νομική, κοινωνιολογία, ψυχολογία, φιλοσοφία και ηθική, ιατρική, μοριακή βιολογία, χημεία, φυσική, τεχνολογία, κτηνιατρικές επιστήμες, με λογική ισορροπία μεταξύ των μελών που είναι επιστήμονες και των μελών που δεν είναι.
Εμπειρογνώμονες με κατάλληλες γνώσεις δεοντολογίας επιλέγονται και διορίζονται από τον ΕΟΕΣΕ από τους εμπειρογνώμονες που εντοπίστηκαν και επελέγησαν από την Επιτροπή για το 7ο ΠΠ ή από εκείνους που εντοπίστηκαν από το Επιστημονικό Συμβούλιο. Οι επιτροπές παρουσιάζουν ισορροπία από γεωγραφική άποψη και από πλευράς εκπροσώπησης των δύο φύλων, και η σύνθεσή τους εξαρτάται επίσης από τη φύση των προτάσεων που υποβάλλονται σε εξέταση. Για τους σκοπούς της διαδικασίας δεοντολογικής διεκπεραίωσης, τα υποδείγματα επιστολών διορισμού που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή για τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες χρησιμοποιούνται κατ’ αναλογία για τον διορισμό των εμπειρογνωμόνων σε θέματα δεοντολογίας.
Στις συνεδριάσεις της επιτροπής μπορούν να κληθούν εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών.
Η δεοντολογική εξέταση
Συνήθως κατά την πρώτη φάση οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες εξετάζουν τις προτάσεις εξ αποστάσεως. Κατόπιν, στη δεύτερη φάση, οι προτάσεις συζητούνται στο πλαίσιο της δεόντως διορισμένης επιτροπής δεοντολογικής εξέτασης με σκοπό την έκδοση συναινετικής απόφασης.
Η επιτροπή καταρτίζει έκθεση δεοντολογικής εξέτασης. Η έκθεση δεοντολογικής εξέτασης περιλαμβάνει κατάλογο των δεοντολογικών ζητημάτων, περιγραφή του τρόπου με τον οποίο τα ζητήματα αντιμετωπίστηκαν από τον ΚΕ και την ομάδα του, απαιτήσεις και συστάσεις της επιτροπής δεοντολογικής εξέτασης. Η έκθεση υπογράφεται από τους εμπειρογνώμονες της επιτροπής δεοντολογικής εξέτασης. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συναίνεση, η έκθεση αντικατοπτρίζει τη γνωμοδότηση της πλειονότητας των εμπειρογνωμόνων της επιτροπής δεοντολογικής εξέτασης.
Οι εκθέσεις δεοντολογικού ελέγχου και δεοντολογικής εξέτασης
Ο ΚΕ και η υποψήφια νομική οντότητα ενημερώνονται για την έκβαση της διαδικασίας δεοντολογικής εξέτασης είτε μέσω της έκθεσης δεοντολογικού ελέγχου είτε μέσω της έκθεσης δεοντολογικής εξέτασης, χωρίς να αποκαλύπτεται η ταυτότητα των εμπειρογνωμόνων.
Στην απόφαση χρηματοδότησης ενός έργου λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας δεοντολογικής εξέτασης. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται αλλαγές στη συμφωνία επιχορήγησης και στα παραρτήματά της ή, σε ακραίες περιπτώσεις, παύση της προετοιμασίας της συμφωνίας επιχορήγησης.
Εθνικές εγκρίσεις και γνωμοδοτήσεις της αρμόδιας επιτροπής δεοντολογίας
Ο ΕΟΕΣΕ βεβαιώνει ότι οι υποψήφιοι έχουν λάβει κατάλληλη έγκριση από την εθνική αρχή ή/και θετικές γνωμοδοτήσεις από την αρμόδια επιτροπή δεοντολογίας πριν από την υπογραφή της συμφωνίας επιχορήγησης. Εάν δεν ληφθεί η έγκριση της εθνικής αρχής ή/και θετική γνωμοδότηση από τοπική επιτροπή δεοντολογίας πριν από την έναρξη της συμφωνίας επιχορήγησης, η συμφωνία επιχορήγησης περιλαμβάνει ειδική ρήτρα με την οποία απαιτείται η απόκτηση της σχετικής άδειας ή γνωμοδότησης πριν την έναρξη της αντίστοιχης έρευνας.
Δεοντολογική παρακολούθηση και έλεγχος
Οι εμπειρογνώμονες μπορούν να υποδείξουν ότι οι προτάσεις που υποβάλλονται σε δεοντολογικό έλεγχο ή/και δεοντολογική εξέταση χρήζουν δεοντολογικής παρακολούθησης/ελέγχου (ΔΠΕ). Η διαδικασία ΔΠΕ διενεργείται από εμπειρογνώμονες εξειδικευμένους σε ζητήματα δεοντολογίας, το νωρίτερο την ημερομηνία υποβολής της πρώτης δημοσιονομικής έκθεσης που αφορά την πρόταση. Στόχος της διαδικασίας ΔΠΕ είναι να βοηθηθούν οι δικαιούχοι της επιχορήγησης να αντιμετωπίσουν τα δεοντολογικά ζητήματα που αναδύθηκαν κατά την εκτέλεση των εργασιών τους και, εάν παραστεί ανάγκη, να ληφθούν διορθωτικά μέτρα.
Σε ακραίες περιπτώσεις, η διαδικασία ΔΠΕ μπορεί να οδηγήσει σε σύσταση προς τον ΕΟΕΣΕ να παύσει τη συμφωνία επιχορήγησης. Η οργάνωση και υλοποίηση της διαδικασίας ΔΠΕ αποτελούν αρμοδιότητα του Τομέα Δεοντολογικής Εξέτασης της Επιτροπής (ΓΔ RTD).
Ειδικές διαδικαστικές λεπτομέρειες για τις ερευνητικές δραστηριότητες που περιλαμβάνουν ανθρώπινα εμβρυικά βλαστοκύτταρα (42)
Κατά την αξιολόγηση και επιλογή των προτάσεων που περιλαμβάνουν χρήση ανθρώπινων εμβρυϊκών βλαστοκυττάρων (hESC) και πριν την προετοιμασία των σχετικών συμφωνιών επιχορήγησης, ο ΕΟΕΣΕ τηρεί την ακόλουθη διαδικασία:
Εφαρμόζεται η γενική επιστημονική διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, όπως περιγράφεται στο τμήμα 3 ανωτέρω. Επιπροσθέτως, οι επιστήμονες που ενεργούν ως ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες κατά την αξιολόγηση από ομότιμους κριτές αξιολογούν κατά πόσο:
|
— |
το έργο εξυπηρετεί σημαντικούς ερευνητικούς σκοπούς για την προώθηση των επιστημονικών γνώσεων στη βασική έρευνα στην Ευρώπη ή για την αύξηση των ιατρικών γνώσεων με σκοπό τη βελτίωση των μεθόδων διάγνωσης, πρόληψης και θεραπείας ώστε να εφαρμοστούν στον άνθρωπο, |
|
— |
η χρήση των hESC είναι αναγκαία προκειμένου να επιτευχθούν οι επιστημονικοί στόχοι που τίθενται στην πρόταση. Ειδικότερα, οι υποψήφιοι πρέπει να αποδείξουν ότι οι δεόντως επικυρωμένες εναλλακτικές επιλογές (ειδικότερα, τα βλαστοκύτταρα από άλλες πηγές ή προελεύσεις) δεν είναι κατάλληλες ή/και διαθέσιμες για την επίτευξη των αναμενόμενων στόχων της πρότασης. Η τελευταία διάταξη δεν ισχύει για την έρευνα που συγκρίνει τα hESC με άλλα ανθρώπινα βλαστοκύτταρα. |
Διαδικασία δεοντολογικής εξέτασης
Οι ερευνητικές προτάσεις που προτάθηκαν για χρηματοδότηση και περιλαμβάνουν χρήση hESC υποβάλλονται στην Επιτροπή (ΓΔ RTD) για δεοντολογική εξέταση. Οι διαδικασίες που ισχύουν για τη δεοντολογική εξέταση από την Επιτροπή προτάσεων του 7ου ΠΠ οι οποίες περιλαμβάνουν χρήση hESC περιγράφονται στα υποδείγματα επιστολών διορισμού που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή.
Εθνικές εγκρίσεις και γνωμοδοτήσεις της αρμόδιας επιτροπής δεοντολογίας
Ο ΕΟΕΣΕ βεβαιώνει ότι οι υποψήφιοι έχουν λάβει κατάλληλη έγκριση από τις αρμόδιες τοπικές ή εθνικές αρχές πριν από την υπογραφή της συμφωνίας επιχορήγησης.
Εάν η έγκριση της εθνικής αρχής ή/και η θετική γνωμοδότηση της τοπικής επιτροπής δεοντολογίας δεν μπορεί να ληφθεί πριν από την προβλεπόμενη έναρξη του έργου, η συμφωνία επιχορήγησης μπορεί να συναφθεί με τον όρο να προστεθεί ειδική ρήτρα που θα απαιτεί την απόκτηση της σχετικής άδειας ή γνωμοδότησης πριν από την έναρξη των αντίστοιχων ερευνητικών δραστηριοτήτων.
Κατά την προετοιμασία της συμφωνίας επιχορήγησης λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα της δεοντολογικής εξέτασης. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται τροποποιήσεις στην περιγραφή των εργασιών που αναφέρονται στη συμφωνία επιχορήγησης ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, παύση της προετοιμασίας της συμφωνίας επιχορήγησης.
Για τις προτάσεις που αφορούν hESC, μετά τη διενέργεια δεοντολογικής εξέτασης και σύμφωνα με το άρθρο 6.9 της απόφασης 2006/972/ΕΚ (43) του Συμβουλίου, για την έγκριση της χρηματοδότησης και των δράσεων που περιλαμβάνουν χρήση hESC, εφαρμόζεται η κανονιστική διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου.
Επιπροσθέτως, ο ΕΟΕΣΕ ενθαρρύνει τον ΚΕ να διασφαλίσει κατάλληλη επικοινωνία με το ευρωπαϊκό μητρώο hESC (http://www.hescreg.eu/). Σκοπός είναι να διασφαλισθεί η διαφάνεια σχετικά με τις χρησιμοποιούμενες σειρές hESC και η ευρεία διάδοση των πληροφοριών που διατίθενται στις εν λόγω σειρές.
5.3. Παράρτημα Γ – Κανόνες επιστροφής οδοιπορικών, ημερήσιας αποζημίωσης και αποζημίωσης διαμονής για τους κύριους ερευνητές που καλούνται σε συνέντευξη (44)
Άρθρο 1
1. Οι εν λόγω κανόνες ισχύουν:
|
α) |
Για τους υποψήφιους που έχουν κληθεί σε συνέντευξη από τον ΕΟΕΣΕ σύμφωνα με το τμήμα 3.1.6.1. |
|
β) |
Για κάθε πρόσωπο που έχει αναλάβει την ευθύνη να συνοδεύσει άτομο με αναπηρία το οποίο έχει κληθεί από τον ΕΟΕΣΕ να παραστεί σε συνεδρίαση με την ιδιότητα του συνεντευξιαζόμενου. |
2. Οι αρμόδιοι για τις αναλήψεις υποχρεώσεων διατάκτες μεριμνούν ιδιαίτερα ώστε οι συνεντεύξεις να διοργανώνονται κατά τρόπο που να παρέχεται η δυνατότητα στους κληθέντες σε συνέντευξη να επωφελούνται από τα πλέον οικονομικά ναύλα.
Οι αρμόδιοι για τις πληρωμές διατάκτες ελέγχουν εξονυχιστικά τυχόν αιτήσεις επιστροφής εξόδων που αφορούν ασυνήθιστα ακριβές πτήσεις. Έχουν δικαίωμα να διενεργήσουν όσους ελέγχους ενδεχομένως χρειαστούν και να ζητήσουν από τους κληθέντες σε συνέντευξη κάθε απόδειξη που απαιτείται για τον σκοπό αυτό. Έχουν επίσης το δικαίωμα, εφόσον αιτιολογείται, να περιορίσουν την επιστροφή των εξόδων στα ναύλα που συνήθως ισχύουν για ένα κανονικό ταξίδι από τον τόπο προέλευσης του κληθέντος σε συνέντευξη έως τον τόπο της συνεδρίασης.
3. Εάν, λαμβάνοντας υπόψη τις δαπάνες που βαρύνουν τους κληθέντες σε συνέντευξη με αναπηρία, εξαιτίας της αναπηρίας τους, ή τις δαπάνες που βαρύνουν τον συνοδό τους, τα επιδόματα που προβλέπονται στο άρθρο 3 είναι προφανώς ανεπαρκή, οι δαπάνες επιστρέφονται ύστερα από αίτηση του αρμόδιου διατάκτη και αφού προσκομισθούν τα σχετικά δικαιολογητικά.
4. Ο ΕΟΕΣΕ δεν είναι υπεύθυνος για κάθε υλική, μη υλική ή φυσική ζημία που υπέστησαν οι κληθέντες σε συνέντευξη ή οι συνοδοί κληθέντων σε συνέντευξη με αναπηρία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους ή της παραμονής τους στον τόπο πραγματοποίησης της συνέντευξης, εκτός εάν μια τέτοια ζημία αποτελεί άμεση υπαιτιότητα του ΕΟΕΣΕ.
Ειδικότερα, οι κληθέντες σε συνέντευξη που χρησιμοποιούν δικό τους μεταφορικό μέσο για τη μετάβασή τους στις εν λόγω συνεντεύξεις είναι εξολοκλήρου υπεύθυνοι για ατυχήματα που ενδέχεται να προκαλέσουν.
Άρθρο 2
1. Όλοι οι κληθέντες σε συνέντευξη δύνανται να προβάλουν αξίωση επιστροφής των οδοιπορικών τους από τον τόπο προέλευσής τους που προσδιορίζεται στην πρόσκληση (επαγγελματική διεύθυνση ή διεύθυνση κατοικίας) στον τόπο της συνεδρίασης, με βάση το καταλληλότερο, λαμβανομένης υπόψη της απόστασης, μεταφορικό μέσο. Κατά κανόνα, σιδηροδρομικό εισιτήριο πρώτης θέσης για τις αποστάσεις που δεν υπερβαίνουν τα 400 χιλιόμετρα (απλής διαδρομής, σύμφωνα με την επίσημη σιδηροδρομική απόσταση) και αεροπορικό εισιτήριο οικονομικής θέσης για αποστάσεις που υπερβαίνουν τα 400 χιλιόμετρα.
Για κάθε αεροπορικό ταξίδι που περιλαμβάνει πτήση διάρκειας 4 ωρών ή μεγαλύτερης, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό, μπορούν να επιστραφούν τα έξοδα εισιτηρίου διακεκριμένης θέσης.
2. Τα έξοδα ταξιδίου με ιδιωτικό αυτοκίνητο επιστρέφονται με βάση την τιμή του σιδηροδρομικού εισιτηρίου πρώτης θέσης.
3. Εφόσον η διαδρομή που καλύφθηκε με ιδιωτικό αυτοκίνητο δεν εξυπηρετείται με τρένο, το ποσό της επιστροφής υπολογίζεται σε 0,22 ανά χιλιόμετρο.
4. Τα κόμιστρα ταξί και τα έξοδα στάθμευσης που πραγματοποιούνται στον τόπο προέλευσης (ή στον αερολιμένα αναχώρησης) δεν επιστρέφονται.
Άρθρο 3
1. Η ημερήσια αποζημίωση που καταβάλλεται για κάθε ημέρα συνέντευξης καλύπτει κατ’ αποκοπή όλες τις δαπάνες στον τόπο της συνέντευξης, συμπεριλαμβανομένων παραδείγματος χάριν των εξόδων για γεύματα και τις μετακινήσεις σε τοπική κλίμακα (λεωφορείο, τραμ, τρένο, μετρό, ταξί, στάθμευση, διόδια αυτοκινητοδρόμων κ.λπ.), καθώς και τα ασφάλιστρα ταξιδίου και ατυχήματος.
2. Το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης ανέρχεται σε 92 .
3. Εάν ο τόπος προέλευσης που αναφέρεται στην πρόσκληση απέχει έως 100 χιλιόμετρα από τον τόπο διεξαγωγής της συνέντευξης, η ημερήσια αποζημίωση μειώνεται κατά 50 %.
4. Εάν οι κληθέντες σε συνέντευξη είναι υποχρεωμένοι να καταλύσουν μία ή περισσότερες νύχτες στον τόπο πραγματοποίησης της συνέντευξης, επειδή το πρόγραμμα των συνεντεύξεων δεν συμβιβάζεται με τα ωράρια των πτήσεων ή των τρένων (45), δικαιούνται επίσης αποζημίωση διαμονής. Το ύψος της εν λόγω αποζημίωσης ανέρχεται σε 100 ανά διανυκτέρευση, ενώ ο αριθμός των διανυκτερεύσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των ημερών συνεδρίασης + 1.
5. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί να καταβληθεί συμπληρωματική αποζημίωση διαμονής ή/και συμπληρωματική ημερήσια αποζημίωση εάν η παράταση της διαμονής παρέχει τη δυνατότητα στον κληθέντα σε συνέντευξη να επιτύχει έκπτωση στα έξοδα μεταφοράς, μεγαλύτερη από το ποσό των εν λόγω αποζημιώσεων.
Άρθρο 4
1. Η επιστροφή εξόδων πραγματοποιείται από τον ΕΟΕΣΕ κατόπιν υποβολής αίτησης επιστροφής δεόντως συμπληρωμένης και υπογεγραμμένης από τον κληθέντα σε συνέντευξη και από τον διατάκτη του ΕΟΕΣΕ που είναι αρμόδιος για την πιστοποίηση της παρουσίας του συνεντευξιαζόμενου.
Υπογράφοντας την αίτηση επιστροφής εξόδων οι κληθέντες σε συνέντευξη υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση στην οποία δηλώνουν ότι τα οδοιπορικά ή/και οι αποζημιώσεις που αξιώνουν δεν θα καλυφθούν από άλλο θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε από άλλο οργανισμό ή πρόσωπο για το ίδιο ταξίδι ή το ίδιο χρονικό διάστημα και ότι η αξίωσή τους αντιστοιχεί στις δαπάνες που όντως πραγματοποίησαν. Παρατυπίες ή/και ψευδείς αξιώσεις επιφέρουν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 265α παράγραφος 3 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού.
2. Τα οδοιπορικά επιστρέφονται κατόπιν προσκόμισης των πρωτότυπων δικαιολογητικών το αργότερο 30 ημερολογιακές ημέρες μετά την τελευταία ημέρα της συνέντευξης: τα εισιτήρια και τα τιμολόγια ή, σε περίπτωση ηλεκτρονικής κράτησης, το αντίτυπο της ηλεκτρονικής κράτησης και των καρτών επιβίβασης για τη διαδρομή μετάβασης. Τα έγγραφα που διαβιβάζονται πρέπει να αναφέρουν τη χρησιμοποιηθείσα θέση, τα ωράρια του ταξιδιού, καθώς και τα καταβληθέντα ποσά.
Η μη τήρηση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου απαλλάσσει τον ΕΟΕΣΕ από κάθε υποχρέωση επιστροφής οδοιπορικών ή καταβολής αποζημιώσεων, εκτός εάν ο κληθείς σε συνέντευξη είναι σε θέση να προβάλει κατάλληλη δικαιολογία που μπορεί να γίνει δεκτή με αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου διατάκτη.
3. Ο ΕΟΕΣΕ επιστρέφει τα έξοδα του κληθέντος σε συνέντευξη εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού.
4. Η επιστροφή των οδοιπορικών πραγματοποιείται σε ευρώ, ενδεχομένως με τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει την ημέρα της συνέντευξης.
5. Η καταβολή της ημερήσιας αποζημίωσης και, ενδεχομένως, της αποζημίωσης διαμονής πραγματοποιείται σε ευρώ, με βάση το κατ’ αποκοπή ποσό που ισχύει την ημέρα της συνέντευξης. Η ημερήσια αποζημίωση και η αποζημίωση διαμονής αναπροσαρμόζονται βάσει της εξέλιξης του κόστους διαβίωσης στις Βρυξέλλες.
6. Κάθε επιστροφή οδοιπορικών, καταβολή ημερήσιων αποζημιώσεων ή αποζημιώσεων διαμονής πραγματοποιείται σε έναν και μόνο τραπεζικό λογαριασμό.
7. Ο κύριος διατάκτης δύναται να επιτρέψει, με αιτιολογημένη απόφαση και κατόπιν προσκόμισης των σχετικών δικαιολογητικών, την επιστροφή των εξόδων στα οποία οι κληθέντες σε συνέντευξη αναγκάστηκαν να υποβληθούν λόγω ειδικών οδηγιών τις οποίες έλαβαν γραπτώς.
5.4. Παράρτημα Δ – Αντιμετώπιση των δράσεων του ΕΣΕ που είναι ευαίσθητες από πλευράς ασφάλειας
(A) Εισαγωγή
Στην έρευνα που αφορά την ασφάλεια εφαρμόζονται ειδικές διαδικασίες λόγω της ευαίσθητης φύσης των θεμάτων που αντιμετωπίζονται και των ιδιαίτερων κενών από πλευράς ικανοτήτων που πρέπει να αντιμετωπισθούν με σκοπό την προστασία των πολιτών της Ευρώπης. Οι δράσεις του ΕΣΕ διαβαθμίζονται (46) εφόσον θεωρούνται ευαίσθητες.
Οι εν λόγω διαδικασίες περιγράφονται παρακάτω. Εφαρμόζονται στις δράσεις του ΕΣΕ, εφόσον κριθεί σκόπιμο, όταν πρέπει να αντιμετωπισθούν ευαίσθητα από άποψη ασφαλείας θέματα.
(B) Προσδιορισμός των δράσεων του ΕΣΕ που ενδέχεται να διαβαθμισθούν
Ως ευαίσθητη από πλευράς ασφαλείας δράση του ΕΣΕ θεωρείται η δράση στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν διαβαθμισμένες πληροφορίες.
Ο χαρακτηρισμός «προβλήματα ασφάλειας» συνδέεται με μια πρόταση:
|
— |
εάν ο υποψήφιος δηλώσει ότι η πρόταση είναι ευαίσθητη από πλευράς ασφάλειας, |
|
— |
εάν οι εμπειρογνώμονες που την αξιολογούν ή ο ΕΟΕΣΕ εντοπίσει(-ουν) ή έχει(-ουν) υπόνοιες για κάποια από τα ακόλουθα:
|
Όταν ο χαρακτηρισμός «προβλήματα ασφάλειας» αποδίδεται σε μια πρόταση, οι συνθήκες των προβλεπόμενων εργασιών ελέγχονται εξονυχιστικά σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο τμήμα Γ παρακάτω.
Στις προτάσεις, εφόσον απαιτείται από τον σχετικό οδηγό υποψηφίων, πρέπει να προσδιορίζονται – εφόσον χρειάζεται – οι βασικές γνώσεις που απαιτούνται για τη διεξαγωγή δράσης του ΕΣΕ και οι διαβαθμισμένες νέες γνώσεις που θα παραχθούν από τη δράση. Σε περίπτωση που μια πρόταση χρησιμοποιεί διαβαθμισμένες γνώσεις (προϋπάρχουσες ή/και νέες γνώσεις), μέρος της πρότασης πρέπει να αποτελούν το «έγγραφο θεμάτων ασφαλείας» (ΕΘΑ) (47) και ο επισυναπτόμενός του «οδηγός διαβάθμισης ασφαλείας» (ΟΔΑ) (48).
Ο ΟΔΑ καλύπτει:
|
— |
το επίπεδο διαβάθμισης των προϋπαρχουσών και των νέων γνώσεων, |
|
— |
ποιος συμμετέχων θα έχει πρόσβαση και σε ποιες γνώσεις. |
Επιπροσθέτως, απαιτούνται τα ακόλουθα έγγραφα:
|
— |
αντίγραφο «ελέγχου ασφαλείας φορέα (ΕΑΦ)» (ή αιτήσεις ΕΑΦ). Η ισχύς των ΕΑΦ ελέγχεται από τη Διεύθυνση Ασφαλείας της Επιτροπής μέσω του κατάλληλου επισήμου διαύλου μαζί με τις αρμόδιες «εθνικές αρχές ασφαλείας» (ΕΑΑ), |
|
— |
επίσημη γραπτή άδεια των αρμόδιων αρχών ασφαλείας για τη χρήση των διαβαθμισμένων προϋπαρχουσών γνώσεων, |
Το ΕΘΑ και ο ΟΔΑ, συνοδευόμενα από δικαιολογητικά έγγραφα, εξετάζονται επίσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αναλυτικού ελέγχου που περιγράφεται κάτωθι.
(Γ) Αναλυτικός έλεγχος των δράσεων του ΕΣΕ που ενδέχεται να διαβαθμισθούν
Μετά την επιστημονική αξιολόγησή τους, οι προτάσεις κατατάσσονται ανάλογα με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Ο ΕΟΕΣΕ καταρτίζει «πίνακα επιλεγεισών προτάσεων» ο οποίος περιλαμβάνει τις προτάσεις που επελέγησαν για πιθανή χρηματοδότηση, δηλαδή τις προτάσεις που δεν απορρίφθηκαν και για τις οποίες διατίθεται χρηματοδότηση, καθώς και «εφεδρικό(-ούς) πίνακα(-ες) προτάσεων».
Κάθε δράση του ΕΣΕ που περιλαμβάνεται στον πίνακα επιλεγεισών προτάσεων και στον (στους) εφεδρικό(-ούς) πίνακα(-ες) και φέρει τον χαρακτηρισμό «προβλήματα ασφάλειας» υπόκειται στη διαδικασία αναλυτικού ελέγχου. Η λόγω διαδικασία διεξάγεται από μια υποεπιτροπή ad-hoc: την «επιτροπή αναλυτικού ελέγχου ασφάλειας».
Η εν λόγω «επιτροπή αναλυτικού ελέγχου ασφάλειας» απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών που διορίστηκαν σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες εθνικές αρχές ασφαλείας, υποστηρίζεται εφόσον κρίνεται σκόπιμο από εκπροσώπους της(των) σχετικής(-ών) επιτροπής(-ών) προγράμματος, και στη σύνθεσή της εκπροσωπούνται οι χώρες των υποβαλλόντων προτάσεις. Στην επιτροπή προεδρεύει εκπρόσωπος της Επιτροπής.
Η εν λόγω επιτροπή ελέγχει κατά πόσο οι υποψήφιοι λαμβάνουν δεόντως υπόψη όλες τις πτυχές ασφάλειας. Οι προτάσεις υποβάλλονται σε αναλυτικό έλεγχο από τα μέλη της επιτροπής που προέρχονται από τις ίδιες χώρες με αυτές των υποβαλλόντων προτάσεις.
Η συγκεκριμένη διαδικασία πρέπει να καταλήξει σε κοινή θέση των εμπλεκομένων εθνικών εκπροσώπων, έχοντας ως αποτέλεσμα μία από τις ακόλουθες συστάσεις:
|
— |
Δεν απαιτείται διαβάθμιση: οι διαδικασίες για την προετοιμασία των συμφωνιών επιχορήγησης του ΕΣΕ μπορούν να ξεκινήσουν (μολονότι μπορούν ενδεχομένως να διατυπωθούν ορισμένες συστάσεις για την προετοιμασία). |
|
— |
Απαιτείται διαβάθμιση: διατυπώνονται συγκεκριμένες συστάσεις για την προετοιμασία της συμφωνίας επιχορήγησης ΕΣΕ υπό μορφή όρων που πρέπει να πληρούνται στη συμφωνία επιχορήγησης. Η δράση του ΕΣΕ καθίσταται διαβαθμισμένη δράση (49) και διαβαθμίζεται στην ΕΕ στο επίπεδο της υψηλότερης διαβάθμισης γνώσεων που χρησιμοποιούνται/παράγονται από δράση του ΕΣΕ, όπως προβλέπεται στο ΕΘΑ και στον επισυναπτόμενο ΟΔΑ. |
|
— |
Η πρόταση είναι πολύ ευαίσθητη για να χρηματοδοτηθεί διότι οι υποψήφιοι δεν διαθέτουν την κατάλληλη πείρα, ικανότητες ή άδειες να χειριστούν σωστά τις διαβαθμισμένες πληροφορίες. Σε αυτή την περίπτωση, η πρόταση μπορεί να απορριφθεί. Εν προκειμένω, ο ΕΟΕΣΕ εξηγεί τους λόγους της απόρριψης, εκτός εάν οι λόγοι είναι και οι ίδιοι διαβαθμισμένοι. |
Με βάση αυτή την κοινή θέση καθορίζεται το επίπεδο της διαβάθμισης. Ως εκ τούτου, ο ΕΟΕΣΕ μαζί με όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές ασφαλείας ελέγχουν στη συνέχεια κατά την προετοιμασία και την εκτέλεση της συμφωνίας επιχορήγησης κατά πόσο όλες οι αναγκαίες διαδικασίες και δράσεις τίθενται σε εφαρμογή προκειμένου να διασφαλισθεί ότι ο χειρισμός των διαβαθμισμένων γνώσεων πραγματοποιείται με τον σωστό τρόπο.
(Δ) Άδειες εξαγωγής & μεταφοράς
Επιπροσθέτως, μια πρόταση μπορεί επίσης να θεωρηθεί ευαίσθητη, ανεξάρτητα από τυχόν διαβάθμιση ασφαλείας, εάν προβλέπει την ανταλλαγή στοιχείων που υπόκεινται σε άδεια μεταφοράς ή εξαγωγής.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι υποψήφιοι οφείλουν να συμμορφώνονται με το εθνικό δίκαιο και τη νομοθεσία της ΕΕ (50). Εάν απαιτούνται άδειες εξαγωγής (ή άδειες εντός της ΕΕ) για τη διεξαγωγή των προβλεπόμενων εργασιών, οι υποψήφιοι πρέπει να διευκρινίσουν την απαίτηση κατοχής των εν λόγω αδειών μεταφοράς ή εξαγωγής και να παράσχουν αντίγραφο των αδειών εξαγωγής ή μεταφοράς (ή των σχετικών αιτήσεων).
(E) Διεθνής συνεργασία
Τα προβλήματα ασφαλείας δεν μπορούν να προβάλλονται ως λόγος απόρριψης προτάσεων για μη διαβαθμισμένες δράσεις του ΕΣΕ οι οποίες συνεπάγονται συμμετοχή φορέων τρίτης χώρας (51). Οι μόνες εξαιρέσεις είναι οι εξής:
|
— |
σύμφωνα με την περιγραφή του στο πρόγραμμα εργασίας το θέμα δεν επιδέχεται διεθνή συνεργασία: σε αυτή την περίπτωση, κάθε πρόταση που περιλαμβάνει διεθνή συνεργασία χαρακτηρίζεται ως μη επιλέξιμη, |
|
— |
η πρόταση φέρει τον χαρακτηρισμό «προβλήματα ασφάλειας», περίπτωση κατά την οποία υποβάλλεται σε αναλυτικό έλεγχο σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται ανωτέρω. |
(1) ΕΕ L 57 της 24.2.2007, σ. 14.
(2) ΕΕ L 400 της 30.12.2006, σ. 243.
(3) ΕΕ L 9 της 12.1.2008, σ. 15.
(4) ΕΕ L 412 της 30.12.2006, σ. 1.
(5) ΕΕ L 391 της 30.12.2006, σ. 1.
(6) ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.
(7) Εξαιρουμένων ενδεχομένως των δράσεων συντονισμού και στήριξης που αναφέρονται στο άρθρο των κανόνων συμμετοχής.
(8) http://cordis.europa.eu/home_en.html· http://ec.europa.eu/research/participants/portal· http://erc.europa.eu
(9) Κατ’ εξαίρεση, ο ΚΕ μπορεί ο ίδιος να ενεργήσει ως υποψήφια νομική οντότητα.
(10) Ο χειριστής ηλεκτρονικής υποβολής μπορεί να έρθει σε επαφή με τον υποψήφιο προκειμένου να διευκρινίσει ή να επιλύσει τεχνικά προβλήματα που σχετίζονται με την υποβολή.
(11) Η πληρότητα των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην πρόταση αξιολογείται από τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Οι έλεγχοι επιλεξιμότητας αφορούν μόνο την παρουσία των κατάλληλων μερών και εντύπων της πρότασης και την ισχύ των ζητούμενων συμπληρωματικών εγγράφων.
(12) Οι προτάσεις αξιολογούνται κανονικά με βάση τα κριτήρια του μηχανισμού χρηματοδότησης για τον οποίο υποβάλλονται. Ωστόσο, σε περιπτώσεις παραδείγματος χάριν στις οποίες ο μηχανισμός χρηματοδότησης επελέγη εσφαλμένα, ο ΕΟΕΣΕ μπορεί να αποφασίσει να αξιολογήσει την πρόταση με βάση τα κριτήρια διαφορετικού μηχανισμού χρηματοδότησης. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν είναι σαφές ότι η πρόταση δεν αντιστοιχεί ή αντιστοιχεί ελάχιστα στον αρχικώς επιλεγέντα μηχανισμό χρηματοδότησης και εάν η εν λόγω πρόσκληση προβλέπει καταλληλότερο μηχανισμό χρηματοδότησης.
(13) Η εν λόγω επιτροπή απαρτίζεται από προσωπικό του ΕΟΕΣΕ και, εφόσον χρειαστεί, από άλλο προσωπικό της Επιτροπής που διαθέτει τις απαιτούμενες γνώσεις νομικών θεμάτων ή/και συστημάτων πληροφοριών. Η επιτροπή εξετάζει την πρόταση και τις συνθήκες της υποβολής της και παρέχει ειδική γνωμοδότηση για τη στήριξη της απόφασης σχετικά με το κατά πόσον η πρόταση πρέπει ή όχι να απορριφθεί για λόγους επιλεξιμότητας. Η επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να έρθει σε επαφή με τον ΚΕ και την υποψήφια νομική οντότητα προκειμένου να διασαφηνίσει ένα συγκεκριμένο θέμα.
(14) Οι υπάλληλοι των σχετικών εξειδικευμένων οργανισμών της ΕΕ θεωρούνται εξωτερικοί εμπειρογνώμονες.
(15) Άρθρο 17 παράγραφος 2 των κανόνων συμμετοχής.
(16) Η επιλογή από το Επιστημονικό Συμβούλιο μπορεί να μην απαιτείται αναγκαστικά για τον διορισμό ομότιμων κριτών για τις δράσεις συντονισμού και στήριξης.
(17) Σύμφωνα με τους κανόνες συμμετοχής ή/και την απόφαση [Ε(2008) 5694 της 8ης Οκτωβρίου 2008] της Επιτροπής για την εκχώρηση αρμοδιοτήτων στον ΕΟΕΣΕ.
(18) Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει μια πολιτική ισόρροπης συμμετοχής των δύο φύλων και ίσων ευκαιριών στον τομέα της έρευνας. Αυτό τον σκοπό εξυπηρετεί η απόφαση 2000/407/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 2000, «περί της ισόρροπης συμμετοχής των δύο φύλων στις επιτροπές και στις ομάδες εμπειρογνωμόνων που αυτή ιδρύει». Στο ίδιο πλαίσιο, το άρθρο 17 παράγραφος 2 των κανόνων συμμετοχής προβλέπει ότι «λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα ώστε κατά τη συγκρότηση των επιτροπών ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων να διασφαλίζεται εύλογη ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων».
(19) Ο σχετικός οδηγός υποψηφίων επιτρέπει τρία άτομα κατ’ ανώτατο όριο, τα οποία μπορεί να υποδειχθούν από τον υποψήφιο.
(20) Οι λόγοι πρέπει να αιτιολογούνται με σαφήνεια, όπως άμεσος επιστημονικός ανταγωνισμός, επαγγελματική αντιπαλότητα ή παρόμοια κατάσταση η οποία θα εμπόδιζε ή θα δημιουργούσε αμφιβολίες για την αντικειμενικότητα του εν δυνάμει αξιολογητή.
(21) ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 1.
(22) Άρθρο 15 των κανόνων συμμετοχής.
(23) Οι προτάσεις αξιολογούνται κανονικά με βάση τα κριτήρια του μηχανισμού χρηματοδότησης για τον οποίο υποβάλλονται. Ωστόσο, σε περιπτώσεις παραδείγματος χάριν στις οποίες ο μηχανισμός χρηματοδότησης επελέγη εσφαλμένα, ο ΕΟΕΣΕ μπορεί να αποφασίσει να αξιολογήσει την πρόταση με βάση τα κριτήρια διαφορετικού μηχανισμού χρηματοδότησης. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν είναι σαφές ότι η πρόταση δεν αντιστοιχεί ή αντιστοιχεί ελάχιστα στον αρχικώς επιλεγέντα μηχανισμό χρηματοδότησης και εάν προβλέπεται στην εν λόγω πρόσκληση καταλληλότερος μηχανισμός χρηματοδότησης.
(24) Σύμφωνα με το άρθρο 16.1 των κανόνων συμμετοχής.
(25) Μπορεί να πρόκειται για μέλη επιτροπών διαφορετικών από την (τις) επιτροπή(-ές) στην (στις) οποία(-ες) ανατέθηκε η πρόταση ή για διαιτητές.
(26) Περιλαμβάνει τις προτάσεις που αξιολογούνται από πολλαπλές επιτροπές ή τις διατομεακές διεπιστημονικές προτάσεις οι οποίες μπορεί να ανατίθενται προς εξέταση σε μέλη περισσότερων της μίας επιτροπής ή σε πρόσθετους διαιτητές.
(27) Άρθρο 15.2 των κανόνων συμμετοχής.
(28) «Παρατυπία» κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου (ΕΕ L 312 της 23.12.1995, σ. 1).
(29) Η διαδικασία προσφυγής δεν αντικαθιστά τους συνήθεις διαύλους που ισχύουν για όλες τις δράσεις του ΕΟΕΣΕ και της Επιτροπής, όπως: η γενική γραμματεία της Επιτροπής για παράβαση του κώδικα χρηστής διοίκησης (σχέσεις με το ευρύ κοινό)· ο Ευρωπαίος Συνήγορος του πολίτη για κρούσματα «κακοδιοίκησης»· το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για απόφαση που επηρεάζει ένα πρόσωπο ή μια νομική οντότητα.
(30) Με βάση τον τελικό πίνακα που καταρτίστηκε από τον ΕΟΕΣΕ σύμφωνα με το τμήμα 3.1.7.
(31) Στις εν λόγω πληροφορίες μπορούν να συμπεριλαμβάνονται τα ονόματα των ΚΕ και των υποψήφιων νομικών οντοτήτων, ο τίτλος και η συντομογραφία της πρότασης.
(32) Ανάδοχοι ή/και δικαιούχοι των δράσεων συντονισμού και στήριξης.
(33) Οι ΚΕ ή/και τα ιδρύματα υποδοχής.
(34) Συμπεριλαμβανομένης, εφόσον χρειάζεται, της ολοκλήρωσης της διαδικασίας διαβούλευσης με την επιτροπή προγράμματος που προβλέπεται στο ειδικό πρόγραμμα «Ιδέες».
(35) Σύμφωνα με το άρθρο 16.4 των κανόνων συμμετοχής και τους κανόνες της Επιτροπής για την εξακρίβωση της ύπαρξης και του νομικού καθεστώτος των συμμετεχόντων, καθώς και των επιχειρησιακών και οικονομικών δυνατοτήτων τους σε έμμεσες δράσεις που λαμβάνουν στήριξη υπό μορφή επιχορήγησης στο πλαίσιο του 7ου ΠΠ, Ε(2007) 2466.
(36) Οι πρόσθετοι όροι μπορεί να αφορούν τις απαιτήσεις δεοντολογικής αξιολόγησης.
(37) Άρθρο 114 του δημοσιονομικού κανονισμού.
(38) Ή από τον ανάδοχο στον οποίο έχει ανατεθεί η παροχή διοικητικών υπηρεσιών για τις συνεδρίες αξιολόγησης.
(39) Οι ακόλουθοι τομείς εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ΓΔ RTD: ανθρώπινα εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα, πρωτεύοντα πλην του ανθρώπου, ανθρώπινη παρέμβαση· οι προτάσεις που εμπίπτουν στις εν λόγω κατηγορίες υποβάλλονται αυτόματα στη ΓΔ RTD για δεοντολογική εξέταση.
(40) Όπως κλινικές δοκιμές και έρευνα που περιλαμβάνει επεμβατικές τεχνικές σε ζωντανά άτομα (π.χ. δειγματοληψία ιστών).
(41) Οι προτάσεις που εμπίπτουν σε αυτές τις κατηγορίες υποβάλλονται αυτόματα στη ΓΔ RTD για δεοντολογική εξέταση.
(42) Λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2006 (ΕΕ L 412 της 30.12.2006, σ. 42).
(43) ΕΕ L 400 της 30.12.2006, σ. 243.
(44) Ο ΕΟΕΣΕ μπορεί να καθιερώσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα υποβολής, το οποίο θα εφαρμόζεται για τα έγγραφα σε έντυπη μορφή και τα πρωτότυπα που υποβάλλονται στο πλαίσιο των εν λόγω κανόνων επιστροφής δαπανών.
(45) Κατά κανόνα, οι κληθέντες σε συνέντευξη δεν πρέπει να είναι υποχρεωμένοι: να αναχωρήσουν από τον τόπο προέλευσής τους ή τον τόπο πραγματοποίησης της συνέντευξης πριν από τις 07:00 (σταθμός ή άλλο μέσο μεταφοράς) ή 08:00 (αεροδρόμιο)· να φθάσουν στον τόπο πραγματοποίησης της συνέντευξης μετά τις 21:00 (αεροδρόμιο) ή 22:00 (σταθμός ή άλλο μέσο μεταφοράς)· να φθάσουν στον τόπο προέλευσής τους μετά τις 23:00 (αεροδρόμιο, σταθμός ή άλλο μέσο μεταφοράς).
(46) Όπως ορίζεται στην απόφαση 2001/844/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της (ΕΕ L 317 της 3.12.2001, σ. 1) όσον αφορά τις διατάξεις ασφαλείας και στις διαδοχικές τροποποιήσεις της.
(47) Έγγραφο θεμάτων ασφαλείας (ΕΘΑ): «Έγγραφο ειδικών συμβατικών όρων, που εκδίδει η αναθέτουσα αρχή, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος διαβαθμισμένης σύμβασης που συνεπάγεται πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες ΕΕ ή παραγωγή συναφών πληροφοριών και το οποίο καθορίζει τις απαιτήσεις ασφαλείας ή τα στοιχεία της διαβαθμισμένης σύμβασης που χρειάζονται προστασία», όπως ορίζεται στο σημείο 27 της απόφασης 2001/844/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ.
(48) Όπως ορίζεται στην απόφαση 2001/844/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ.
(49) Ο χειρισμός των εμπιστευτικών δεδομένων διέπεται από όλη τη σχετική κοινοτική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών κανόνων των θεσμικών οργάνων, όπως η απόφαση 2001/844/ ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της σχετικά με τις διατάξεις ασφαλείας.
(50) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 428/2009 του Συμβουλίου, της 5ης Μαΐου 2009, περί κοινοτικού συστήματος ελέγχου των εξαγωγών, της μεταφοράς, της μεσιτείας και της διαμετακόμισης ειδών διπλής χρήσης (ΕΕ L 134 της 29.5.2009, σ. 1).
(51) Ως «τρίτη χώρα» νοείται κάθε χώρα η οποία δεν είναι κράτος μέλος της ΕΕ ούτε χώρα συνδεδεμένη με το 7ο ΠΠ.
IV Πράξεις θεσπισθείσες πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2009, δυνάμει της συνθήκης ΕΚ, της συνθήκης ΕΕ και της συνθήκης Ευρατόμ
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/71 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 26ης Απριλίου 2006
σχετικά με το καθεστώς κρατικής ενίσχυσης C 39/03 (πρώην NN 119/02) το οποίο έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα υπέρ των αερομεταφορέων λόγω των ζημιών που υπέστησαν από τις 11 έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2001
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 1580]
(Το κείμενο στην ελληνική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2010/768/ΕΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62, παράγραφος 1, στοιχείο α),
Έχοντας υπόψη αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (1),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
(1) |
Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 88, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΚ, το Υπουργείο Μεταφορών της Ελλάδας με επιστολή του που φέρει ημερομηνία 24 Σεπτεμβρίου 2002, η οποία καταχωρίσθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2002 με τον αριθμό TREN (2002) A/66844, διευκρίνισε στην Επιτροπή το μηχανισμό αποζημίωσης των αερομεταφορέων για τις ζημίες που υπέστησαν λόγω των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. |
|
(2) |
Το καθεστώς αυτό, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή πριν ακόμη εγκριθεί επίσημα από την Επιτροπή, καταχωρίσθηκε ως μη κοινοποιημένη ενίσχυση με τον αριθμό NN 119/2002. Επ’ αυτού η Επιτροπή απέστειλε στις 28 Οκτωβρίου 2002 βεβαίωση παραλαβής (TREN (2002) D/17401). |
|
(3) |
Με την επιστολή της 27ης Μαΐου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε την Ελλάδα για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση. |
|
(4) |
Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής (2). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση. |
|
(5) |
Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις επί του θέματος από τα ενδιαφερόμενα μέρη. |
|
(6) |
Η Επιτροπή έλαβε τις πρώτες παρατηρήσεις της Ελλάδας σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας με επιστολή της 3ης Δεκεμβρίου 2003, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου με στοιχεία αναφοράς SG (2003) A/12211. |
|
(7) |
Η Ελλάδα είχε αναγγείλει την αποστολή περαιτέρω πληροφοριών. Επειδή οι πληροφορίες αυτές δεν εστάλησαν, οι υπηρεσίες της Επιτροπής παρείχαν, με επιστολή της 15ης Μαρτίου 2004 (TREN D (2004) 4128), μία τελευταία δυνατότητα στις ελληνικές αρχές να τις διαβιβάσουν εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών στην επιστολή αυτή επισημάνθηκε στις ελληνικές αρχές ότι, σε περίπτωση παράλειψης αποστολής των πληροφοριών αυτών, η Επιτροπή θα λάμβανε την απόφασή της με βάση τα στοιχεία που είχε ήδη στη διάθεσή της. Οι ελληνικές αρχές δεν έδωσαν καμία συνέχεια στην εν λόγω αλληλογραφία. |
2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙΣΑΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
Πλαίσιο
|
(8) |
Εξαιτίας των τρομοκρατικών επιθέσεων που έλαβαν χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες, έκλεισαν επί αρκετές ημέρες ορισμένα τμήματα του εναέριου χώρου. Μάλιστα, ο εναέριος χώρος των Ηνωμένων Πολιτειών έκλεισε εντελώς από τις 11 έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2001 και άρχισε να ανοίγει βαθμιαία και πάλι μόνον από τις 15 Σεπτεμβρίου 2001. Παρόμοια μέτρα αναγκάσθηκαν να λάβουν και άλλες χώρες για ολόκληρη την επικράτειά τους ή μέρος αυτής. |
|
(9) |
Ως εκ τούτου και κατά την αρχική αυτή περίοδο, οι αεροπορικές εταιρείες υποχρεώθηκαν να ματαιώσουν τις πτήσεις τους που διέρχονταν από τους αντίστοιχους εναέριους χώρους. Υπέστησαν επίσης ζημίες εξαιτίας των διαταραχών που προκλήθηκαν στην υπόλοιπη κυκλοφορία ή επειδή δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσουν το πλήρες δρομολόγιο μεταφοράς ορισμένων επιβατών. |
|
(10) |
Λόγω της έκτασης και του αιφνίδιου χαρακτήρα των γεγονότων, όπως και λόγω του κόστους που συνεπάγονταν για τις αεροπορικές εταιρείες, τα κράτη μέλη βρέθηκαν υποχρεωμένα να αναζητήσουν έκτακτους μηχανισμούς αποζημίωσης. |
Καθεστώς που έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα
|
(11) |
Το καθεστώς, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης, προβλέπει αποζημίωση των αεροπορικών εταιρειών για τις ζημίες που υπέστησαν κατά το χρονικό διάστημα από τις 11 έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2001· στην πραγματικότητα το καθεστώς που κοινοποιήθηκε προβλέπει επίσης αποζημίωση για το κόστος που προκλήθηκε μετά τη χρονική αυτή περίοδο. |
|
(12) |
Οι ελληνικές αρχές, για να θεμελιώσουν το κοινοποιούμενο καθεστώς, υποστήριξαν ότι το κλείσιμο του εναέριου χώρου των Ηνωμένων Πολιτειών είχε άμεσες επιπτώσεις στις αεροπορικές εταιρείες πέραν της 14ης Σεπτεμβρίου 2001, καθόσον μια πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας στις 16 Σεπτεμβρίου με προορισμό τη Νέα Υόρκη ματαιώθηκε προληπτικά ελλείψει διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη δυνατότητα προσγείωσης του αεροσκάφους στη Νέα Υόρκη. Με το ίδιο σκεπτικό, δόθηκε αποζημίωση που κάλυπτε και το κόστος για τη 15η Σεπτεμβρίου 2001. |
|
(13) |
Οι επιλέξιμες αεροπορικές εταιρείες είναι αερομεταφορείς που διαθέτουν άδεια εκμετάλλευσης αερομεταφορέα, την οποία έχουν εκδώσει οι ελληνικές αρχές βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2407/92 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1992 περί της εκδόσεως αδειών των αερομεταφορέων (3). |
|
(14) |
Οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν ότι συμβουλεύθηκαν όλες τις επιλέξιμες αεροπορικές εταιρείες. Αφού κλήθηκαν, με επιστολές των τοπικών αρχών, στις 24 Οκτωβρίου και στις 5 Δεκεμβρίου 2001 όλες οι ελληνικές αεροπορικές εταιρείες να υποβάλουν αίτηση αποζημίωσης, τρεις μόνον από αυτές υπέβαλαν τελικά αίτηση. Μία από αυτές, η Axon Airlines, έπαυσε τις δραστηριότητές της στις 3 Δεκεμβρίου 2001, δηλαδή πριν την καταβολή των αποζημιώσεων που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2002· έτσι η Ελλάδα αποφάσισε να μην καταβάλει την αποζημίωση στην εταιρεία αυτή, διότι στόχος της αποζημίωσης ήταν να επιτραπεί στις εταιρείες να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους χωρίς να θιγούν υπέρμετρα από το κόστος που υπέστησαν εξαιτίας των επιθέσεων. Οι υπόλοιπες εταιρείες στις οποίες καταβλήθηκαν οι αποζημιώσεις είναι η Ολυμπιακή Αεροπορία, αναφερόμενη στο εξής ως OA, και η Aegean Cronus, αναφερόμενη στο εξής ως AC. |
|
(15) |
Στην κοινοποίηση, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν στις εταιρείες αυτές ανήλθαν αντίστοιχα σε 4 827 586 ευρώ για την OA και σε 140 572 ευρώ για την AC, ήτοι συνολικό ποσό 4 968 158 ευρώ το οποίο κοινοποιήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2002. Τα εν λόγω ποσά καταβλήθηκαν, σύμφωνα με τον σχετικό ελληνικό νόμο, από τα ταμεία «ΤΑΣΣ» και «TAEA», που έχουν ως αντικείμενο την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των αερολιμένων. |
|
(16) |
Οι ελληνικές αρχές επεσήμαναν ότι οι εταιρείες είχαν λάβει αντίγραφο της επιστολής των υπηρεσιών της Επιτροπής τής 14ης Νοεμβρίου 2001 και ότι αυτό αποτέλεσε τη βάση των αιτήσεων αποζημίωσής τους. |
|
(17) |
Η Ελλάδα όρισε ως αποζημιωτέες τις ζημίες που υπέστησαν οι αερομεταφορείς και οι οποίες σχετίζονταν άμεσα με τα γεγονότα· περιλαμβάνουν τις ζημίες λόγω των μειωμένων εσόδων από τη μεταφορά επιβατών, τις ζημίες λόγω των μειωμένων εσόδων από τη μεταφορά εμπορευμάτων, τις ζημίες που οφείλονται στην καταστροφή προϊόντων που δεν έφθασαν στον προορισμό τους, το κόστος που προκλήθηκε από την εκτροπή των αεροσκαφών και το χρόνο παραμονής τους σε άλλους αερολιμένες εξαιτίας του κλεισίματος του εναέριου χώρου, το κόστος διανυκτέρευσης επιβατών ή πληρωμάτων. |
|
(18) |
Στην κοινοποίηση, οι ελληνικές αρχές αποζημιωτέες ζημίες δεν περιορίσθηκαν στα δρομολόγια που επλήγησαν άμεσα από την απόφαση ορισμένων κρατών, μετά τα γεγονότα, να κλείσουν μέρος του εναερίου χώρου· περιλάμβαναν εκ των πραγμάτων ολόκληρο το δίκτυο των αερομεταφορέων και η αποζημίωση καταβλήθηκε για τις συνολικές ζημίες που υπέστησαν σε όλο το δίκτυό τους. |
|
(19) |
Η Ελλάδα κοινοποίησε στην Επιτροπή λεπτομερείς, κατά το μάλλον ή ήττον, πληροφορίες για κάθε δικαιούχο. |
Σε ό,τι αφορά την Ολυμπιακή Αεροπορία
|
(20) |
Στην κοινοποίηση, η Ελλάδα επεσήμανε στην Επιτροπή ότι η αποζημίωση στο σύνολό της δεν υπερέβαινε το τετραπλάσιο του ενός τριακοσιοστού εξηκοστού πέμπτου του κύκλου εργασιών της εταιρείας. Η αποζημίωση δεν αφορούσε μόνον τις πτήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και το Ισραήλ αλλά ολόκληρο το δίκτυο της εταιρείας. |
|
(21) |
Η κατανομή του αποζημιωθέντος κόστους, ήτοι 1 645 000 000 δρχ. (4 827 586 ευρώ), ήταν η εξής:
|
Σχετικά με την Aegean Cronus
|
(22) |
Η Ελλάδα επεσήμανε στην Επιτροπή ότι η συνολική αποζημίωση υπολογίσθηκε με παρεμφερή τρόπο, είναι όμως κατά πολύ μικρότερη, διότι η εταιρεία δεν εκτελεί υπερατλαντικές πτήσεις. Η αποζημίωση ανέρχεται σε 47 900 000 δρχ., ήτοι 140 572 ευρώ. |
|
(23) |
Η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει επίσημη διαδικασία εξέτασης λόγω των αμφιβολιών της ως προς το συμβιβάσιμο ενός τέτοιου καθεστώτος ενισχύσεων με τη συνθήκη, όχι μόνον διότι υπάρχει υπέρβαση του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο σημείο 35 της ανακοίνωσής της 10ης Οκτωβρίου 2001 προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο «Συνέπειες των τρομοκρατικών επιθέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες για τον κλάδο των αερομεταφορών» (5) (εφεξής: η ανακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου 2001) αλλά επίσης, και κυρίως, εξαιτίας της έλλειψης έκτακτου γεγονότος και της μεταβολής που επιφέρει στη φύση των αποζημιωτέων ζημιών η παράταση του χρονικού διαστήματος πέραν της 14ης Σεπτεμβρίου 2001. |
3. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ
|
(24) |
Κανένας ενδιαφερόμενος τρίτος δεν απέστειλε στην Επιτροπή παρατηρήσεις εντός της προθεσμίας ενός μηνός. |
4. ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
|
(25) |
Οι ελληνικές αρχές δεν απέστειλαν στην Επιτροπή συμπληρωματικά σχόλια εντός της προθεσμίας του ενός μηνός που προβλέπεται στην ανακοίνωση για την κίνηση της διαδικασίας. Η επιστολή τους με ημερομηνία 23 Ιουλίου 2003, η οποία πρωτοκολλήθηκε από την Επιτροπή στις 28 Ιουλίου με τον αριθμό TREN (2003) A/26329, περιείχε απάντηση στην απόφαση της 27ης Μαΐου 2003, το περιεχόμενό της όμως αφορούσε μόνον την αφαίρεση των εμπιστευτικών δεδομένων κατά τη δημοσίευση της απόφασης. Ωστόσο, μετά από την εκπόνηση εκ μέρους της Επιτροπής ενός πρώτου σχεδίου αποφάσεως, η Ελλάδα διαβίβασε τελικά ένα σχόλιο στις 3 Δεκεμβρίου 2003. Με την ίδια επιστολή, είχε αναγγελθεί ότι επρόκειτο να διαβιβαστούν συμπληρωματικά στοιχεία, πλην όμως, παρά τη νέα πρόσκληση από τις υπηρεσίες της Επιτροπής στην Ελλάδα, στις 15 Μαρτίου 2004, να συμπληρώσει τις παρατηρήσεις της, οι ελληνικές αρχές δεν διαβίβασαν ποτέ τα αναγγελθέντα συμπληρωματικά στοιχεία. |
|
(26) |
Στην επιστολή τους της 3ης Δεκεμβρίου 2003, οι ελληνικές αρχές ανέλυσαν, με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με την κοινοποίηση, ένα μέρος των κοινοποιηθέντων ποσών για την ΟΑ. Μεταξύ άλλων, διευκρίνισαν ποια ποσά αφορούσαν την περίοδο από 11 έως και 14 Σεπτεμβρίου 2001 και ποια ποσά αφορούσαν την περίοδο μετά τις 14 Σεπτεμβρίου. Αντίθετα, δεν παρείχαν καμία διευκρίνιση όσον αφορά το ποσό που κοινοποιήθηκε για την AC. |
1. Ζημίες που υπέστη η ΟΑ την περίοδο από 11 έως και 14 Σεπτεμβρίου 2001
|
(27) |
Η Ελλάδα τόνισε ότι η ΟΑ υπέστη ζημίες από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου 2001 λόγω του κλεισίματος των εναέριων χώρων των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά και του Ισραήλ. Στο πλαίσιο αυτό ματαιώθηκαν έξι υπερατλαντικές πτήσεις και μία πτήση προς το Ισραήλ, όλες μετ’ επιστροφής· με βάση τους επιβάτες που επιβεβαιώθηκαν στις εν λόγω πτήσεις και το μέσο έσοδο ανά επιβάτη, η Ελλάδα δηλώνει ότι η ΟΑ υπέστη ζημία 654 650 000. δρχ., δηλαδή περίπου 1 921 203 ευρώ, η οποία κρίθηκε ως επιλέξιμη για αντιστάθμιση. |
|
(28) |
Παράλληλα, οι ελληνικές αρχές αναφέρουν δύο άλλες δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνθηκε η ΟΑ κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Η πρώτη αφορά την παρατεταμένη στάθμευση αεροσκάφους στον Καναδά καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Οι δαπάνες αυτές ανέρχονται σε 12 967 457 δρχ. δηλαδή περίπου 38 056 ευρώ. Η δεύτερη δαπάνη αφορά την επιστροφή πτήσης η οποία είχε αναχωρήσει από την Αθήνα με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 11 Σεπτεμβρίου και η οποία προκάλεσε επιπλέον κόστος 1 165 600 δρχ. δηλαδή 3 421 ευρώ. |
|
(29) |
Συνεπώς, συνολικά, οι δαπάνες τις οποίες παρουσίασε η Ελλάδα για την OA, και οι οποίες αφορούσαν την υπό εξέταση περίοδο από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου 2001, ανέρχονται σε 668 783 057 δρχ., δηλαδή περίπου 1 962 680 ευρώ. |
2. Ζημίες τις οποίες υπέστη η ΟΑ μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001
|
(30) |
Η Ελλάδα αναφέρει δαπάνες τις οποίες υπέστη η ΟΑ μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001 για τρεις υπερατλαντικές πτήσεις μετ’επιστροφής στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου, μία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και δύο προς τον Καναδά. Με βάση τους επιβεβαιωμένους επιβάτες στις πτήσεις αυτές και το μέσο έσοδο ανά επιβάτη, η Ελλάδα δηλώνει ότι η ΟΑ υπέστη ζημία 333 000 000 δρχ., η οποία είναι επιλέξιμη για αντιστάθμιση. Η Ελλάδα δηλώνει ότι το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ ανέρχεται σε 1 270 726 ευρώ· πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι πρόκειται αναμφίβολα για σφάλμα υπολογισμού, δεδομένου ότι η εφαρμογή της ισοτιμίας με την οποία εισήλθε η δραχμή στη ζώνη ευρώ, δηλαδή ένα 1 ευρώ = 340,75 δρχ., δίνει στην πραγματικότητα ποσό περίπου 977 257 ευρώ. |
|
(31) |
Η πτήση προς Νέα Υόρκη, στις 15 Σεπτεμβρίου 2001, φέρεται να ματαιώθηκε λόγω έλλειψης χρονοθυρίδας· παρά το γεγονός ότι το αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης ξανάνοιξε στις 14 Σεπτεμβρίου στις 23.00, ώρα Αθηνών, η υψηλή ζήτηση χρονοθυρίδων δεν επέτρεψε στην ΟΑ να εξασφαλίσει την απαιτούμενη χρονοθυρίδα. Η Ελλάδα διευκρίνισε ότι είχε ζητήσει από την ΟΑ να της επιβεβαιώσει τα στοιχεία σχετικά με την κατάσταση αυτή, η δε επιβεβαίωση επρόκειτο να διαβιβαστεί στην Επιτροπή. Αυτό όμως δεν συνέβη, δεδομένου ότι δεν υπήρξε καμία περαιτέρω αλληλογραφία επί του θέματος. |
|
(32) |
Οι πτήσεις προς τον Καναδά, στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου, ματαιώθηκαν λόγω της καθυστερημένης επιστροφής του αεροσκάφους που είχε ακινητοποιηθεί στη χώρα αυτή. Η Ελλάδα διευκρινίζει ότι η ΟΑ, λόγω των υπολοίπων προγραμματισμένων πτήσεών της, δεν διέθετε άλλο αεροσκάφος μεγάλων αποστάσεων για τις 15 Σεπτεμβρίου. Για την πτήση της 16ης Σεπτεμβρίου, η καθυστερημένη επιστροφή του προαναφερθέντος αεροσκάφους δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθούν οι τεχνικές εξακριβώσεις και να εξασφαλιστούν χρονοθυρίδες προσγείωσης για τη νέα πτήση προς τον Καναδά, γεγονός που οδήγησε την ΟΑ στη ματαίωση της πτήσης. |
|
(33) |
Το δεύτερο είδος δαπανών που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ΟΑ αφορά τις ferry flights εκ μέρους της ΟΑ· πρόκειται για τρεις πτήσεις, μία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 18 Σεπτεμβρίου 2001 και δύο προς τον Καναδά στις 20 και 26 Σεπτεμβρίου 2001, οι οποίες εκτελέστηκαν, σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, μετά από πίεση που ασκήθηκε από τις κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά προς την ΟΑ για τον επαναπατρισμό των επιβατών από την Αθήνα στη Βόρειο Αμερική. Οι σχετικοί επιβάτες είχαν καταβάλει κανονικό αντίτιμο, πλην όμως τα αεροσκάφη επέστρεψαν κενά προς την Αθήνα. Το κόστος των πτήσεων επιστροφής, υπολογισμένο βάσει των «block hours», δηλαδή του χρόνου πτήσης των αεροσκαφών, ανερχόταν συνολικά σε 166 051 680 δρχ., δηλαδή περίπου 487 312 ευρώ. |
|
(34) |
Συνεπώς η συνολική ζημία που παρουσίασε η Ελλάδα ως προς την ΟΑ και αφορούσε την περίοδο μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001 ανερχόταν σε 499 051 680 δρχ., δηλαδή περίπου 1 464 569 ευρώ. Επομένως, όλες οι διευκρινίσεις τις οποίες παρείχε η Ελλάδα, στην επιστολή της τής 3ης Δεκεμβρίου 2003, αποβλέπουν στη θεμελίωση της αντιστάθμισης, για όλες τις υπό εξέταση περιόδους, ύψους 1 167 834 737 δρχ., δηλαδή περίπου 3 427 249 ευρώ. |
5. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
Ύπαρξη ενίσχυσης
|
(35) |
Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 1, της συνθήκης, εκτός αν ορίζεται άλλως, οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που vοθεύουν ή απειλούν να vοθεύσουν τοv ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. |
|
(36) |
Οι επιχορηγήσεις των αεροπορικών εταιρειών συνιστούν χορήγηση κρατικών πόρων προς όφελός τους και επομένως αποτελούν γι’ αυτές βέβαιο οικονομικό πλεονέκτημα. |
|
(37) |
Το μέτρο αυτό στις αερομεταφορές είναι εκ φύσεως επιλεκτικό. Επιπλέον, ορίσθηκαν ρητά οι αεροπορικές εταιρείες για τις οποίες προορίζονταν οι ενισχύσεις του καθεστώτος. |
|
(38) |
Οι αεροπορικές εταιρείες ενός κράτους μέλους τελούν σε ανταγωνισμό με τις εταιρείες των άλλων κρατών μελών στο πλαίσιο μιας αγοράς αερομεταφορών, η οποία έχει ελευθερωθεί από την 1η Ιανουαρίου 1993, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2407/92, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2408/92 της 23ης Ιουλίου 1992 για την πρόσβαση των κοινοτικών αερομεταφορέων σε δρομολόγια ενδοκοινοτικών αεροπορικών γραμμών (6) και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2409/92 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1992 για τους ναύλους και τα κόμιστρα των αεροπορικών γραμμών (7). Ειδικότερα, οι επιλέξιμες σύμφωνα με την κοινοποίηση αεροπορικές εταιρείες δραστηριοποιούνται ενεργά στην κοινοτική αγορά. Οι προβλεπόμενες προς όφελός τους επιχορηγήσεις, και το πλεονέκτημα που αποκτούν συνεπεία αυτών, θίγουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και μπορούν να θίξουν τον ανταγωνισμό. |
|
(39) |
Τα μέτρα αυτά, τα οποία συνιστούν κρατική ενίσχυση, συμβιβάζονται με τη συνθήκη μόνον εφόσον θεωρηθεί ότι καλύπτονται από μία από τις προβλεπόμενες παρεκκλίσεις. |
Νομική βάση για την αξιολόγηση της ενίσχυσης
|
(40) |
Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχεία α) και γ), της συνθήκης δεν εφαρμόζονται διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πρόκειται ούτε για ενίσχυση κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία χορηγείται σε μεμονωμένους καταναλωτές, ούτε για ενίσχυση η οποία χορηγείται σε ορισμένες περιφέρειες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. |
|
(41) |
Επειδή δεν πρόκειται ούτε για ενίσχυση με σκοπό να διευκολυνθεί η ανάπτυξη ορισμένων περιφερειών, ούτε για ενίσχυση με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη περιφερειών όπου το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθιστα χαμηλό, ή όπου επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, ή, τέλος, για ενίσχυση με σκοπό να διευκολυνθεί η ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή περιφερειών, δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α) και γ), της συνθήκης. |
|
(42) |
Τέλος, δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία β) και δ), της συνθήκης που αφορούν αντίστοιχα την προώθηση ενός σημαντικού έργου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή την αποκατάσταση σοβαρής διαταραχής στην οικονομία κράτους μέλους και την προώθηση του πολιτισμού και της πολιτιστικής κληρονομιάς. |
|
(43) |
Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β), της συνθήκης συμβιβάζονται με την κοινή αγορά: «οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα». Στην ανακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή κρίνει ότι τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 μπορούν να χαρακτηρισθούν έκτακτα γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2 στοιχείο β) της συνθήκης. |
|
(44) |
Στο σημείο 35 της ανακοίνωσης της 10ης Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή εξηγεί τις προϋποθέσεις που κρίνει αναγκαίες για να θεωρηθεί ότι οι αποζημιώσεις που συνδέονται με τα γεγονότα αυτά πληρούν τους όρους του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β), της συνθήκης: Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι το άμεσο κόστος από το κλείσιμο του αμερικανικού εναέριου χώρου την περίοδο 11-14 Σεπτεμβρίου 2001 αποτελεί άμεση συνέπεια των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Συνεπώς, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποζημίωσης από τα κράτη μέλη, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 87 παράγραφος 2 εδάφιο β) της συνθήκης, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
|
Συμβιβάσιμος χαρακτήρας κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β), της συνθήκης
|
(45) |
Η Επιτροπή σημειώνει ότι, ακόμη και εάν μόνον τρεις αεροπορικές εταιρείες ζήτησαν επίσημα αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστησαν, όλοι οι αερομεταφορείς, κάτοχοι αδείας δημοσίων μεταφορών που έχει εκδοθεί από το οικείο κράτος μέλος, είναι επιλέξιμοι για αποζημίωση. Το γεγονός ότι αποκλείστηκε ένας από τους αερομεταφορείς αυτούς, η Axon Airlines, με την αιτιολογία ότι δεν εκτελούσε πλέον δρομολόγια όταν εστάλησαν οι επιστολές κοινοποίησης του καθεστώτος αυτού στις εταιρείες και, κατά μείζονα λόγο, όταν καταβλήθηκε η ενίσχυση, από τη φύση του δεν συνεπάγεται εισαγωγή διακρίσεων από το καθεστώς. Κατά συνέπεια, είναι σαφές ότι αυτό το μέτρο δεν εισάγει διακρίσεις. Η Επιτροπή σημειώνει, ωστόσο, ότι η Ελλάδα περιορίστηκε στην απάντησή της στην παροχή στοιχείων σχετικά με τις δαπάνες που επιβάρυναν την ΟΑ και τις αποζημιώσεις που αυτή έλαβε, χωρίς να διαβιβάσει στοιχεία αναφορικά με την AC. |
Όσον αφορά την Ολυμπιακή Αεροπορία
|
(46) |
Οι ανωτέρω αποζημιώσεις αφορούν σε μεγάλο βαθμό την περίοδο από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου, στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της και που έλαβε υπόψη της στις προηγούμενες σχετικές αποφάσεις της (8). Οι αποζημιώσεις όμως αφορούν επίσης την 15η Σεπτεμβρίου 2001 ή και μεταγενέστερες ημερομηνίες. |
Όσον αφορά την περίοδο από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου 2001:
|
(47) |
Με την ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Οκτωβρίου 2001 εγκρίνεται η αρχή της αποζημίωσης των άμεσων επιπτώσεων από το κλείσιμο του εναέριου χώρου που αποφάσισαν οι αμερικανικές αρχές. Οι πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της ανακοίνωσης διευκρινίστηκαν με επιστολή των υπηρεσιών της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη στις 14 Νοεμβρίου 2001. Η επιστολή αυτή αναφέρεται, ειδικότερα, στην άμεση σχέση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ «της διακοπής κάθε κυκλοφορίας στον αμερικανικό εναέριο χώρο και των διαταραχών που προκλήθηκαν στον ευρωπαϊκό ουρανό»· στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω μέτρο, όπως διευκρινίζουν οι ελληνικές αρχές στην απάντησή τους σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας, προβλέπει αποζημίωση η οποία περιορίζεται στα δρομολόγια ή στα δίκτυα που επηρεάστηκαν από το κλείσιμο του εναέριου χώρου, όπως του βορειοαμερικανικού εναέριου χώρου, Ηνωμένες Πολιτείες και Καναδάς, και του εναέριου χώρου του Ισραήλ. Συγκεκριμένα, η αρχή αυτή εφαρμόστηκε σε προγενέστερες σχετικές αποφάσεις (9) της Επιτροπής. |
|
(48) |
Συνεπώς, για την περίοδο από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου 2001 και τις ζημίες που προκλήθηκαν κατά την περίοδο αυτή, και συνδέονται άμεσα με το κλείσιμο του εναέριου χώρου, το μέτρο ανταποκρίνεται στους περιορισμούς που τέθηκαν στο πλαίσιο αυτό από την Επιτροπή και ειδικότερα στην άμεση σχέση που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του αποζημιωτέου κόστους και του κλεισίματος του εναέριου χώρου. |
|
(49) |
Ο τρόπος υπολογισμού των ζημιών εκμετάλλευσης που είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αποζημίωσης στηρίζεται σε εκείνον που καθόρισε η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της, οι τεχνικές δε λεπτομέρειες του οποίου διευκρινίστηκαν στις υπηρεσιακές επιστολές της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη στις 14 Νοεμβρίου 2001· οι προκληθείσες απώλειες εσόδων κατά τη διάρκεια των υπό εξέταση τεσσάρων ημερών προσδιορίστηκαν πράγματι σε συνάρτηση με τις κρατήσεις των επιβατών στις ματαιωθείσες πτήσεις. Όσον αφορά τη μοναδιαία αξία της προκληθείσας ζημίας ανά επιβάτη, οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν στην απάντησή τους ότι αντιστοιχούσε στην πραγματική ζημία που υπέστη η ΟΑ, δηλαδή 654 650 000 δρχ., ή περίπου 1 921 203 ευρώ. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο εντάσσονται και οι πρόσθετες αποζημιωτέες δαπάνες που οφείλονται στην παρατεταμένη στάθμευση αεροσκάφους στον Καναδά κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, δηλαδή 12 967 457 δρχ. (περίπου 38 056 ευρώ), και στο κόστος επιστροφής προς την Αθήνα πτήσης με αρχικό προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 11 Σεπτεμβρίου με συνέπεια να προκληθούν συμπληρωματικές δαπάνες ύψους 1 165 600 GRD ή 3 421 ευρώ. Τέλος, το ανώτατο όριο των τεσσάρων – τριακοσιοστών εξηκοστών πέμπτων του κύκλου εργασιών που ανέφερε το κράτος μέλος αντιστοιχεί σε εκείνο που καθόρισε η Επιτροπή. Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι ο υπολογισμός αυτός εντάσσεται στο πλαίσιο του μέγιστου ποσού, το οποίο ισούται με τη διαπιστωθείσα καθαρή απώλεια εσόδων κατά τη διάρκεια των υπό εξέταση τεσσάρων ημερών, που είχε καθορίσει στην ανακοίνωσή της. |
|
(50) |
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι τα μέτρα που θεσπίστηκαν από την Ελλάδα υπέρ της ΟΑ εξαιτίας του κλεισίματος του εναέριου χώρου από τις 11 έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2001, και τα οποία ανέρχονται σε ποσό 668 783 057 δρχ., δηλαδή περίπου 1 962 680 ευρώ, είναι σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίστηκαν στην ανακοίνωσή της τής 10ης Οκτωβρίου 2001· κρίνονται άρα συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β), της συνθήκης. |
Όσον αφορά την περίοδο μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001
|
(51) |
Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ήδη στην παράγραφο 35 της ανακοίνωσής της 10ης Οκτωβρίου 2001 ότι το κλείσιμο του εναέριου χώρου των Ηνωμένων Πολιτειών από τις 11 έως τις 14 Σεπτεμβρίου είχε χαρακτήρα «έκτακτου γεγονότος» και ότι συμβιβάζονται με τη συνθήκη οι αποζημιώσεις που χορηγούνται για ζημίες που προκλήθηκαν από το κλείσιμο του εναερίου αυτού χώρου, δεν δέχθηκε, αντίθετα, το ίδιο όσον αφορά άλλες ζημίες που συνδέονταν έμμεσα με το κλείσιμο του εναέριου χώρου. Αυτό αφορά ιδίως τις ζημίες τις οποίες υπέστησαν οι αεροπορικές εταιρείες μετά το εκ νέου άνοιγμα του εναέριου χώρου στις 15 Σεπτεμβρίου. |
|
(52) |
Η Επιτροπή εξήγησε στην ανακοίνωσή της τής 10ης Οκτωβρίου 2001 ότι οι αποζημιωτέες ζημίες πρέπει να αφορούν «δαπάνες … μετά το κλείσιμο του εναέριου χώρου που αποφασίστηκε …». |
|
(53) |
Η Επιτροπή διαπιστώνει πάντως ότι η κατάσταση μετά τις 14 Σεπτεμβρίου δεν χαρακτηριζόταν πλέον από διαταραχή της κυκλοφορίας αλλά από πιο περιορισμένη εκμετάλλευση των αεροπορικών γραμμών από τις οικείες εταιρείες. |
|
(54) |
Αυτό ισχύει στην περίπτωση των μέτρων υπέρ της ΟΑ που υπέβαλε η Ελλάδα και αφορούν, καταρχάς, τρεις υπερατλαντικές πτήσεις μετ’ επιστροφής οι οποίες δεν εκτελέστηκαν στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου, μία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και δύο προς τον Καναδά, δηλαδή φερόμενη ζημία για την ΟΑ ύψους 3 330 000 000 δρχ. ή περίπου 977 257 ευρώ. |
|
(55) |
Πράγματι, όσον αφορά αρχικά την έλλειψη χρονοθυρίδων στη Νέα Υόρκη, η Ελλάδα επιβεβαιώνει ότι το αεροδρόμιο JFK είχε όντως ανοίξει εκ νέου στις 14 Σεπτεμβρίου, στις 23.00, ώρα Αθηνών, και μόνον η υψηλή ζήτηση χρονοθυρίδων δεν επέτρεψε στην ΟΑ να εξασφαλίσει την αναγκαία χρονοθυρίδα. Η Επιτροπή δεν έλαβε άλλες πληροφορίες ως προς την αιτία της εν λόγω μη χορήγησης χρονοθυρίδας ενώ άλλες αεροπορικές εταιρείες είχαν κατορθώσει να την εξασφαλίσουν. Σε κάθε περίπτωση, δεν ίσχυε πλέον το επιχείρημα της γενικής αδυναμίας εκτέλεσης πτήσεων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. |
|
(56) |
Ομοίως, η ματαίωση των πτήσεων προς τον Καναδά στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου οφείλεται σε επιλογή της ΟΑ, δηλαδή είτε η εταιρεία δεν διέθετε άλλο αεροσκάφος μεγάλων αποστάσεων και προτίμησε να εκτελέσει άλλες προγραμματισμένες πτήσεις, είτε οι ενέργειες από πλευράς τεχνικών εξακριβώσεων και εξασφάλισης χρονοθυρίδων προσγείωσης δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθούν εγκαίρως από την ΟΑ, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε ματαίωση της πτήσης. |
|
(57) |
Κατά τον ίδιο τρόπο, όσον αφορά τις «ferry flights» που εκτέλεσε η ΟΑ με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 18 Σεπτεμβρίου 2001 και τον Καναδά στις 20 και 26 Σεπτεμβρίου 2001, κόστους 166 051 680 δρχ., δηλαδή περίπου 487 312 ευρώ, οι ελληνικές αρχές αναφέρουν οι ίδιες ότι οι πτήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν μετά από πίεση των κυβερνήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά προς την ΟΑ για τον επαναπατρισμό επιβατών από την Αθήνα στη Βόρειο Αμερική. Πρόκειται επομένως για απόφαση της ΟΑ σχετικά με πτήσεις που πραγματοποιήθηκαν πολύ μετά την περίοδο κλεισίματος του εναέριου χώρου. Πρόκειται για διάβημα, το οποίο αυτοδικαίως αποκλείει κάθε δυνατότητα χρηματοδότησης εκ μέρους κράτους μέλους. Σε περίπτωση που οι πτήσεις αυτές είχαν όντως ζητηθεί από τρίτες χώρες, εναπόκειτο στην ΟΑ, εφόσον έκρινε ότι ήταν σε θέση να το πράξει, να ζητήσει την επιστροφή των εξόδων από τις χώρες αυτές. |
|
(58) |
Σύμφωνα με την πάγια τακτική που ακολούθησε και σε άλλες αποφάσεις (10), η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί ότι οι έμμεσες συνέπειες των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, όπως οι δυσχέρειες στην εκμετάλλευση των αεροπορικών γραμμών από τις 15 Σεπτεμβρίου, μπορούν να εξομοιωθούν με τις άμεσες συνέπειες των γεγονότων, δηλαδή το ολοκληρωτικό κλείσιμο ορισμένων τμημάτων του εναέριου χώρου έως τις 14 Σεπτεμβρίου, και άρα με την αδυναμία εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών που διέρχονταν από τα εν λόγω τμήματα του εναέριου χώρου. Οι έμμεσες συνέπειες των τρομοκρατικών επιθέσεων έγιναν επί μακρόν αισθητές σε πολλούς τομείς της παγκόσμιας οικονομίας, με μικρότερη ή μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, πλην όμως, όπως και με κάθε άλλη οικονομική ή πολιτική κρίση, οι δυσχέρειες αυτές, όσο και αν ήταν ζημιογόνες, δεν θα μπορούσαν να έχουν τον χαρακτήρα έκτακτων γεγονότων και να επιτρέψουν άρα την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β), της συνθήκης. |
|
(59) |
Η Επιτροπή κρίνει, συνεπώς, ότι το καθεστώς δεν συμβιβάζεται με τη συνθήκη ως προς το τμήμα που αφορά τις ημερομηνίες μετά την 14η Σεπτεμβρίου 2001, και ιδιαίτερα για τις δαπάνες τις οποίες παρουσίασε η Ελλάδα αναφορικά με την ΟΑ για την περίοδο μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001, οι οποίες ανέρχονται σε 491 051 680 δρχ., δηλαδή περίπου 1 464 569 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την υπέρβαση της περιόδου που προβλέπεται στο σημείο 35 της ανακοίνωσης της 10ης Οκτωβρίου 2001, αλλά επίσης, και κυρίως, την απουσία έκτακτου γεγονότος και τη μεταβολή της φύσης της αποζημιωτέας απώλειας που προκάλεσε η χρονική αυτή υπέρβαση. Οι εν λόγω λειτουργικές ενισχύσεις δεν μπορούν να επιτραπούν ούτε βάσει άλλων διατάξεων της συνθήκης. Κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα μετά την 14η Σεπτεμβρίου 2001 δεν συμβιβάζονται με τη συνθήκη. Η Επιτροπή παρατηρεί, εν προκειμένω, ότι το συνολικό ποσό που παρουσίασε η Ελλάδα αναλυτικά στην απάντησή της τής 3ης Δεκεμβρίου 2003 διαφέρει και είναι κατώτερο εκείνου που είχε αρχικά κοινοποιηθεί και πιθανότατα καταβλήθηκε. Υπενθυμίζει άρα ότι κάθε ενίσχυση που χορηγήθηκε στην ΟΑ και υπερβαίνει το προαναφερόμενο ποσό των 668 783 057 δρχ., δηλαδή περίπου 1 962 680 ευρώ, δεν συμβιβάζεται με τη συνθήκη και πρέπει να επιστραφεί. |
|
(60) |
Όσον αφορά τα συμπεράσματα του Συμβουλίου των Υπουργών Μεταφορών της 16ης Οκτωβρίου 2001, στα οποία αναφέρεται η Ελλάδα για να υποστηρίξει το περιεχόμενο της κοινοποίησής της, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα συμπεράσματα αυτά έχουν απλώς ενδεικτική πολιτική σημασία και δεν είναι δεσμευτικά από νομική άποψη στο πλαίσιο της εξέτασης του συμβιβάσιμου χαρακτήρα των ενισχύσεων. Επιπλέον, το Συμβούλιο καλεί μεν την Επιτροπή, στο σημείο 7 των εν λόγω συμπερασμάτων, για την περίοδο μετά τις 14 Σεπτεμβρίου να εξετάσει «κατά περίπτωση την αποζημίωση που θα μπορούσε να χορηγηθεί με βάση αντικειμενικά κριτήρια για την αντιστάθμιση των περιορισμών που επιβλήθηκαν στις ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες από τη χώρα προορισμού», επισημαίνει όμως ότι «καμία ενίσχυση ή αποζημίωση δεν πρέπει να επιφέρει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των αερομεταφορέων». Στο πλαίσιο της αξιολόγησής της όσον αφορά την ισότιμη μεταχείριση των αερομεταφορέων για την οποία πρέπει να μεριμνά, η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν έχει γίνει δεκτή καμία άλλη πρόταση για την περίοδο μετά τις 14 Σεπτεμβρίου όσον αφορά τους αερομεταφορείς των άλλων κρατών μελών. |
Όσον αφορά την Aegean Cronus
|
(61) |
Όσον αφορά την AC, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Ελλάδα δεν επιχείρησε ποτέ να παράσχει το παραμικρό στοιχείο που θα δικαιολογούσε τη χορήγηση της ενίσχυσης. Η Επιτροπή δεν διαθέτει επομένως, παρά τα σχετικά αιτήματα που έχει διατυπώσει, κανένα στοιχείο που να της επιτρέπει να τεκμηριώσει τον συμβιβάσιμο χαρακτήρα της ενίσχυσης με τη συνθήκη. Επιπλέον, παρατηρεί ότι οι ελληνικές αρχές είχαν διευκρινίσει στην κοινοποίηση ότι η αεροπορική εταιρεία δεν πραγματοποιούσε υπερατλαντικές πτήσεις· επομένως, η Επιτροπή δεν θεωρεί ιδιαίτερα εφικτή στην περίπτωση της AC την τεκμηρίωση της άμεσης σχέσης που αναφέρεται ανωτέρω και η οποία πρέπει να υφίσταται, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ανακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου 2001, μεταξύ του αποζημιωτέου κόστους και του κλεισίματος του εναέριου χώρου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κρίνει ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με τη συνθήκη και ζητεί την επιστροφή της. |
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
|
(62) |
Συνεπεία των ανωτέρω, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Ελλάδα έθεσε παράνομα σε εφαρμογή το επίμαχο μέτρο ενίσχυσης κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, και συμπεραίνει ότι το μέτρο εν μέρει δεν συμβιβάζεται με τη συνθήκη, και ιδίως με το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο β), όπως αυτό ερμηνεύθηκε στην ανακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου 2001. |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση που έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα υπέρ της Ολυμπιακής Αεροπορίας για τις ζημίες που υπέστη η εν λόγω αεροπορική εταιρεία λόγω του μερικού κλεισίματος του εναέριου χώρου συνεπεία των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά όσον αφορά τις αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν για την περίοδο από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου 2001 και για ανώτατο ποσό 668 783 057 δρχ., δηλαδή περίπου 1 962 680 ευρώ.
Άρθρο 2
Η κρατική ενίσχυση που έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα υπέρ της Ολυμπιακής Αεροπορίας για τις ζημίες που υπέστη η εν λόγω αεροπορική εταιρεία λόγω του μερικού κλεισίματος του εναέριου χώρου συνεπεία των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά όσον αφορά τις αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν για την περίοδο μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001.Σύμφωνα με την κοινοποίηση που υπέβαλε η Ελλάδα, το ποσό αυτό ανέρχεται σε 976 216 943 δρχ. δηλαδή περίπου 2 864 907 ευρώ.
Άρθρο 3
Η κρατική ενίσχυση που έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα υπέρ της Aegean Cronus για τις ζημίες που υπέστη η εν λόγω αεροπορική εταιρεία λόγω του μερικού κλεισίματος του εναέριου χώρου συνεπεία των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Σύμφωνα με την κοινοποίηση που υπέβαλε η Ελλάδα, το σχετικό ποσό ανέρχεται σε 47 900 000 δρχ., δηλαδή περίπου 140 572 ευρώ.
Άρθρο 4
1. Η Ελλάδα λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση από τους αποδέκτες των ενισχύσεων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 και που έχουν ήδη τεθεί παρανόμως στη διάθεσή τους.
2. Η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας καθόσον επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης. Οι ανακτώμενες ενισχύσεις περιλαμβάνουν τόκους από τον χρόνο κατά τον οποίο τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησης. Οι τόκοι αυτοί υπολογίζονται με βάση το επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιχορήγησης στο πλαίσιο των περιφερειακών ενισχύσεων.
Άρθρο 5
Η Ελλάδα ενημερώνει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί με αυτήν.
Άρθρο 6
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ελληνική Δημοκρατία.
Βρυξέλλες, 26 Απριλίου 2006.
Για την Επιτροπή
Jacques BARROT
Αντιπρόεδρος
(1) ΕΕ C 199 της 23. 8. 2003, σ. 3.
(2) Βλέπε υποσημείωση αριθ. 1
(3) ΕΕ L 240 της 24.8.1992, σ. 1.
(4) Στην αγγλική γλώσσα στην κοινοποίηση.
(5) COM(2001)574
(6) ΕΕ L 240, 24. 8.1992, σ. 8.
(7) ΕΕ L 240, 24.8.1992, σ. 15
(8) Βλέπε υποσημειώσεις 9 και 10
(9) Βλέπε σχετικά αποφάσεις για τη Γαλλία (Ν 806/2001) της 30ής Ιανουαρίου 2002, το Ηνωμένο Βασίλειο (Ν 854/2001) της 12ης Μαρτίου 2002 και τη Γερμανία (Ν 269/2002) της 2ας Ιουλίου 2002, οι οποίες είναι διαθέσιμες στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/secretariat_general/sgb/state_aids/transports.htm.
(10) Βλέπε την αρνητική απόφαση 2003/196/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με το καθεστώς κρατικής ενίσχυσης C 42/02 (πρώην Ν 286/2002) που προτίθεται να θέσει σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ γαλλικών αεροπορικών εταιρειών, με σκοπό να παραταθούν μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001 οι αποζημιώσεις που είχαν αρχικά εγκριθεί με την απόφαση N 806/2001 (ΕΕ L 77 της 24.3.2003, σ. 61)
Βλέπε επίσης την εν μέρει αρνητική απόφαση 2003/637/ΕΚ, της 31ης Απριλίου 2003, σχετικά με το καθεστώς ενίσχυσης C 65/2002 (πρώην Ν 262/02) που είχε την πρόθεση να θέσει σε εφαρμογή η Αυστρία υπέρ των αυστριακών αεροπορικών εταιρειών ((ΕΕ L 222 της 5.9.2003, σ. 33).
Διορθωτικά
|
11.12.2010 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 327/79 |
Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ)
( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 299 της 16ης Νοεμβρίου 2007 )
Σελίδα 132, σημείο 7, πίνακας:
αντί:
«7. Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2782/75
|
Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2782/75 |
Ο παρών κανονισμός |
|
Άρθρο 1 |
Άρθρο 121 (ζ) (i) |
|
Άρθρο 2 |
Σημείο C.I. του παραρτήματος XIV |
|
Άρθρο 3 |
Άρθρο 121 (ζ) (ii) |
|
Άρθρο 4 |
Άρθρο 1928 |
|
Άρθρο 5 |
Σημείο C.II. του παραρτήματος XIV και Άρθρο 121 (ζ) (iii) |
|
Άρθρο 6 |
Σημείο C.II.(3) του παραρτήματος XIV και Άρθρο 121 (ζ) (iii) |
|
Άρθρο 7 |
Άρθρο 121 (ζ) (iv) |
|
Άρθρο 8 |
Άρθρο 121 (ζ) (v) |
|
Άρθρο 9 |
Άρθρο 121 (ζ) (vi) |
|
Άρθρο 10 |
Άρθρο 192 |
|
Άρθρο 11 |
Σημείο C.III.(1) και (2) του παραρτήματος XIV |
|
Άρθρο 12 |
Σημείο C.III.(3) του παραρτήματος XIV και Άρθρο 121 (ζ) (iii) |
|
Άρθρο 13 |
Άρθρο 121 (ζ) (vii) |
|
Άρθρο 14 |
Άρθρο 121 (ζ) |
|
Άρθρο 15 |
Άρθρο 121 (ζ) |
|
Άρθρο 16 |
Άρθρο 192 και 194 |
|
Άρθρο 17 |
Άρθρο 121 (ζ)» |
διάβαζε:
«7. Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2782/75
|
Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2782/75 |
Ο παρών κανονισμός |
|
Άρθρο 1 |
Άρθρο 121 (στ) (i) |
|
Άρθρο 2 |
Σημείο C.I. του παραρτήματος XIV |
|
Άρθρο 3 |
Άρθρο 121 (στ) (ii) |
|
Άρθρο 4 |
Άρθρο 1928 |
|
Άρθρο 5 |
Σημείο C.II. του παραρτήματος XIV και Άρθρο 121 (στ) (iii) |
|
Άρθρο 6 |
Σημείο C.II.(3) του παραρτήματος XIV και Άρθρο 121 (στ) (iii) |
|
Άρθρο 7 |
Άρθρο 121 (στ) (iv) |
|
Άρθρο 8 |
Άρθρο 121 (στ) (v) |
|
Άρθρο 9 |
Άρθρο 121 (στ) (vi) |
|
Άρθρο 10 |
Άρθρο 192 |
|
Άρθρο 11 |
Σημείο C.III.(1) και (2) του παραρτήματος XIV |
|
Άρθρο 12 |
Σημείο C.III.(3) του παραρτήματος XIV και Άρθρο 121 (στ) (iii) |
|
Άρθρο 13 |
Άρθρο 121 (στ) (vii) |
|
Άρθρο 14 |
Άρθρο 121 (στ) |
|
Άρθρο 15 |
Άρθρο 121 (στ) |
|
Άρθρο 16 |
Άρθρο 192 και 194 |
|
Άρθρο 17 |
Άρθρο 121 (στ)» |