ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2010.295.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 295

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

53ό έτος
12 Νοεμβρίου 2010


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 994/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τα μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο και την κατάργηση της οδηγίας 2004/67/ΕΚ του Συμβουλίου ( 1 )

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 995/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, για τη θέσπιση των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην αγορά ( 1 )

23

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στην πολιτική αεροπορία και την κατάργηση της οδηγίας 94/56/ΕΚ ( 1 )

35

 

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

 

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

 

 

2010/669/ΕΕ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με τη θέση που θα λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση στο κοινό συμβούλιο CARIFORUM-ΕΕ που ιδρύθηκε με τη συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των κρατών CARIFORUM, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος IV της συμφωνίας με τη συμπερίληψη των δεσμεύσεων της Κοινοπολιτείας των Μπαχαμών

51

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

12.11.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 295/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 994/2010 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 20 Οκτωβρίου 2010

σχετικά με τα μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο και την κατάργηση της οδηγίας 2004/67/ΕΚ του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 194 παράγραφος 2,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το φυσικό αέριο («αέριο») είναι ουσιαστική συνιστώσα του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία καλύπτει το εν τέταρτον του εφοδιασμού σε πρωτογενή ενέργεια και συμβάλλει κυρίως στην παραγωγή ηλεκτρισμού, στη θέρμανση, στην τροφοδοσία της βιομηχανίας και στα καύσιμα για τις μεταφορές.

(2)

Η κατανάλωση αερίου στην Ευρώπη αυξήθηκε γρήγορα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών. Με τη μείωση της εγχώριας παραγωγής, οι εισαγωγές αερίου αυξήθηκαν ακόμη ταχύτερα, δημιουργώντας έτσι υψηλότερη εξάρτηση από τις εισαγωγές και την ανάγκη να εξεταστεί το ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού σε αέριο. Εκτός αυτού, βρίσκονται ορισμένα κράτη μέλη σε νησίδα αερίου λόγω της έλλειψης διασυνδέσεων της υποδομής τους με την υπόλοιπη Ένωση.

(3)

Δεδομένης της σημασίας που έχει λάβει το αέριο στο ενεργειακό μείγμα της Ένωσης, ο παρών κανονισμός έχει ως στόχο να αποδείξει στους πελάτες αερίου ότι λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί ο αδιάλειπτος εφοδιασμός τους, ιδίως σε περίπτωση δύσκολων κλιματικών συνθηκών και σε περίπτωση διαταραχής. Αναγνωρίζεται ότι οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να επιτευχθούν με τη λήψη των πλέον αποδοτικών σε σχέση με το κόστος μέτρων, προκειμένου να μην επηρεαστεί η σχετική ανταγωνιστικότητα αυτού του καυσίμου σε σχέση με άλλα καύσιμα.

(4)

Η οδηγία 2004/67/ΕΚ του Συμβουλίου (3) θέσπισε για πρώτη φορά νομικό πλαίσιο σε κοινοτικό επίπεδο για να διασφαλιστεί η ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο και για να συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου στην περίπτωση διαταραχών του εφοδιασμού. Δημιούργησε την ομάδα συντονισμού για το αέριο, που στάθηκε χρήσιμη όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τον καθορισμό κοινών δράσεων μεταξύ των κρατών μελών, της Επιτροπής, του κλάδου του αερίου και των καταναλωτών. Το δίκτυο ανταποκριτών ενεργειακής ασφαλείας που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2006 έχει βελτιώσει την ικανότητα συλλογής πληροφοριών και έχει παράσχει έγκαιρη προειδοποίηση για πιθανές απειλές κατά της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού. Η νέα νομοθεσία για την εσωτερική αγορά ενέργειας που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τον Ιούλιο του 2009 αποτελεί σημαντικό βήμα για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και έχει σαφή στόχο να ενισχύσει την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης.

(5)

Εντούτοις, με τα τρέχοντα μέτρα σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο που έχουν ληφθεί σε επίπεδο Ένωσης, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν σημαντική διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή μέτρων. Όταν απειλείται η ασφάλεια εφοδιασμού ενός κράτους μέλους, υπάρχει σαφής κίνδυνος ότι τα μέτρα που θα θεσπίσει μονομερώς εκείνο το κράτος μέλος μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου και τον εφοδιασμό των πελατών με αέριο. Η πρόσφατη εμπειρία έχει καταδείξει ότι ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός. Για να είναι δυνατόν να λειτουργεί η εσωτερική αγορά αερίου ακόμη και σε περίπτωση στενότητας της προσφοράς, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί αλληλεγγύη και συντονισμός στην απόκριση στις κρίσεις εφοδιασμού, όσον αφορά τόσο την προληπτική δράση όσο και την αντίδραση σε συγκεκριμένες διαταραχές του εφοδιασμού.

(6)

Το αέριο που παρέχεται σε ορισμένες περιοχές της Ένωσης είναι χαμηλής θερμογόνου δύναμης. Λόγω των χαρακτηριστικών του, το αέριο χαμηλής θερμογόνου δύναμης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συσκευές που έχουν σχεδιαστεί για αέριο υψηλής θερμογόνου δύναμης. Ωστόσο, είναι δυνατή η χρήση αερίου υψηλής θερμογόνου δύναμης σε συσκευές που έχουν σχεδιαστεί για αέριο χαμηλής θερμογόνου δύναμης, εάν αυτό μετατρέπεται πρώτα σε αέριο χαμηλής θερμογόνου δύναμης, παραδείγματος χάριν με την προσθήκη αζώτου. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αερίου χαμηλής θερμογόνου δύναμης θα πρέπει να εξετάζονται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην εκτίμηση του κινδύνου και στα προληπτικά σχέδια δράσης και έκτακτης ανάγκης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.

(7)

Η διαφοροποίηση των διαδρομών αερίου και των πηγών εφοδιασμού για την Ένωση είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ασφάλειας εφοδιασμού της Ένωσης συνολικά και των κρατών μελών της ξεχωριστά. Στο μέλλον η ασφάλεια εφοδιασμού θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του μείγματος καυσίμων, την ανάπτυξη της παραγωγής στην Ένωση και σε τρίτες χώρες που προμηθεύουν την Ένωση και τις επενδύσεις σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης και στη διαφοροποίηση των διαδρομών αερίου και των πηγών εφοδιασμού εντός και εκτός της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου («ΥΦΑ»). Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις δράσεις προτεραιότητας ως προς τις υποδομές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 13ης Νοεμβρίου 2008 με τίτλο «Δεύτερη επισκόπηση της ενεργειακής στρατηγικής: σχέδιο δράσης της ΕΕ για την ενεργειακή ασφάλεια και αλληλεγγύη», π.χ. στον νότιο διάδρομο φυσικού αερίου (Nabucco και Διασυνδετήριος Αγωγός Τουρκίας-Ελλάδας-Ιταλίας), στον διαφοροποιημένο και επαρκή εφοδιασμό με ΥΦΑ για την Ευρώπη, στην αποτελεσματική διασύνδεση της περιοχής της Βαλτικής, στον μεσογειακό ενεργειακό δακτύλιο και στις επαρκείς διασυνδέσεις αερίου μεταξύ βορρά και νότου εντός της Κεντρικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

(8)

Για τη μείωση των συνεπειών των πιθανών κρίσεων που προκαλούνται από διαταραχές του εφοδιασμού με αέριο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διευκολύνουν τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας, των οδών μεταφοράς και των πηγών εφοδιασμού με αέριο.

(9)

Μια σημαντική διαταραχή του εφοδιασμού με αέριο στην Ένωση μπορεί να έχει επιπτώσεις σε όλα τα κράτη μέλη, στην Ένωση στο σύνολό της και στα συμβαλλόμενα μέρη στη συνθήκη για την ίδρυση της Ενεργειακής Κοινότητας (4), που υπογράφτηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2005. Μπορεί επίσης να προκαλέσει σοβαρή οικονομική ζημία σε όλη την οικονομία της Ένωσης. Επιπλέον, η διαταραχή του εφοδιασμού με αέριο μπορεί να έχει σοβαρό κοινωνικό αντίκτυπο, ιδίως για τις ευάλωτες ομάδες πελατών.

(10)

Ορισμένοι πελάτες, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των νοικοκυριών και των πελατών που παρέχουν βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, όπως οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την υγειονομική περίθαλψη, τη μέριμνα των παιδιών και την εκπαίδευση, άλλες κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πρόνοιας, όπως και υπηρεσίες απαραίτητες για τη λειτουργία κράτους μέλους, είναι εξαιρετικά ευάλωτοι και ενδέχεται να έχουν ανάγκη από προστασία. Ο διευρυμένος ορισμός αυτών των προστατευόμενων πελατών δεν θα πρέπει να έρχεται σε σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς αλληλεγγύης.

(11)

Η έκθεση όσον αφορά την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2008, επισημαίνει την αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια ως σημαντικό πρόσθετο κίνδυνο για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης και τονίζει ότι η ενεργειακή ασφάλεια είναι μια από τις νέες προκλήσεις για την πολιτική ασφάλειας. Η εσωτερική αγορά αερίου αποτελεί κεντρικό στοιχείο για την αύξηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού στην Ένωση και για τη μείωση της έκθεσης των μεμονωμένων κρατών μελών στις επιβλαβείς συνέπειες των διαταραχών του εφοδιασμού.

(12)

Για να εξασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου έχει ζωτική σημασία τα μέτρα που λαμβάνονται για την κατοχύρωση της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο να μην οδηγούν σε αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ή της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς αερίου.

(13)

Η αστοχία της μεγαλύτερης ενιαίας υποδομής αερίου, η λεγόμενη αρχή N–1, είναι ένα ρεαλιστικό σενάριο. Η χρήση της αστοχίας της εν λόγω υποδομής ως σημείου αναφοράς για το τι τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να αποκαταστήσουν είναι μια έγκυρη αφετηρία για την ανάλυση της ασφάλειας του εφοδιασμού κάθε κράτους μέλους με αέριο.

(14)

Η επαρκής και διαφοροποιημένη υποδομή αερίου σε ένα κράτος μέλος και σε ολόκληρη την Ένωση, συμπεριλαμβανομένων ιδίως νέων υποδομών αερίου που να συνδέουν τωρινά απομονωμένα συστήματα που αποτελούν νησίδες αερίου σε σχέση με τα γειτονικά τους κράτη μέλη, είναι ουσιαστικής σημασίας για την αντιμετώπιση των διαταραχών του εφοδιασμού. Η ύπαρξη κοινών ελάχιστων κριτηρίων για την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο θα πρέπει να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού για την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις εθνικές ή περιφερειακές ιδιαιτερότητες, και να δημιουργήσει σημαντικά κίνητρα για την κατασκευή της απαραίτητης υποδομής και τη βελτίωση του επιπέδου ετοιμότητας σε περίπτωση κρίσης. Τα μέτρα που αφορούν την πλευρά της ζήτησης, όπως η εναλλαγή καυσίμων, μπορούν να διαδραματίσουν πολύτιμο ρόλο όσον αφορά την κατοχύρωση ενεργειακής ασφάλειας, εφόσον μπορούν να εφαρμοστούν γρήγορα και να μειώσουν αισθητά τη ζήτηση στο πλαίσιο της αντίδρασης σε μια διαταραχή του εφοδιασμού. Η αποτελεσματική χρήση της ενέργειας θα πρέπει να προωθηθεί περαιτέρω, ιδίως όπου χρειάζονται μέτρα για τη ζήτηση. Ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος των προτεινόμενων μέτρων για τη ζήτηση και την προσφορά θα πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη και θα πρέπει να προτιμηθούν στο μέτρο του δυνατού τα μέτρα με τον ελάχιστο αντίκτυπο στο περιβάλλον, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη πτυχές που σχετίζονται με την ασφάλεια του εφοδιασμού.

(15)

Θα πρέπει να προωθηθούν ενεργά οι επενδύσεις σε νέες υποδομές αερίου και να πραγματοποιηθούν μόνο έπειτα από κατάλληλη εκτίμηση περιβαλλοντικού αντικτύπου, σύμφωνα με τις σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης. Αυτού του είδους οι νέες υποδομές θα πρέπει να ενισχύσουν την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου. Οι επενδύσεις θα πρέπει κατ’ αρχήν να πραγματοποιούνται από επιχειρήσεις και θα πρέπει να βασίζονται σε οικονομικά κίνητρα. Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγκη διευκόλυνσης της ενσωμάτωσης του αερίου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στις υποδομές του δικτύου αερίου. Στις περιπτώσεις όπου μια επένδυση υποδομής είναι διασυνοριακής φύσης, θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στους αντίστοιχους τομείς της αρμοδιότητάς τους ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενεργείας («Οργανισμός»), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 713/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), και το Ευρωπαϊκό δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου («ΕΔΔΣΜ Φυσικού Αερίου»), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου (6), προκειμένου να λαμβάνονται καλύτερα υπόψη οι διασυνοριακές επιπτώσεις. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 713/2009, ο Οργανισμός δύναται να διατυπώνει γνώμες ή συστάσεις σχετικά με διασυνοριακά θέματα εντός της περιοχής των αρμοδιοτήτων και των δραστηριοτήτων του. Ο Οργανισμός και το ΕΔΔΣΜ Φυσικού Αερίου, μαζί με άλλους φορείς της αγοράς, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και την υλοποίηση του διενωσιακού δεκαετούς προγράμματος ανάπτυξης του δικτύου που θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, προβλέψεις όσον αφορά την ευρωπαϊκή επάρκεια παροχής και, όσον αφορά τις διασυνοριακές διασυνδέσεις, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να βασιστεί στις λογικές ανάγκες των διάφορων χρηστών του δικτύου.

(16)

Οι αρμόδιες αρχές ή τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η αγορά αερίου έχει ελεγχθεί, καθώς αυτό συνιστά ένα από τα αναγκαία βήματα της διαδικασίας που οδηγεί στη συμμόρφωση με τον κανόνα για την υποδομή.

(17)

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται σε αυτόν τον κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, κατά περίπτωση και με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με την οδηγία 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου (7), να συνεργάζονται στενά με άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές και ιδίως με εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

(18)

Όταν χρειάζονται νέες διασυνοριακές διασυνδέσεις ή χρειάζεται να επεκταθούν οι υφιστάμενες, αυτό θα πρέπει να γίνεται με στενή συνεργασία, στο αρχικό στάδιο, μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, των αρμόδιων αρχών και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, όταν αυτές δεν είναι οι αρμόδιες αρχές.

(19)

Διάφορες ενωσιακές πηγές χρηματοδότησης είναι διαθέσιμες για την υποστήριξη των κρατών μελών στη χρηματοδότηση των απαραίτητων επενδύσεων σε παραγωγή, υποδομή και μέτρα ενεργειακής απόδοσης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, ιδίως δάνεια και εγγυήσεις από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ή χρηματοδότηση από περιφερειακά ή διαρθρωτικά ταμεία ή ταμεία συνοχής. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, καθώς και οι εξωτερικοί μηχανισμοί της Ένωσης, όπως ο ευρωπαϊκός μηχανισμός γειτονίας και εταιρικής σχέσης, ο μηχανισμός προενταξιακής βοήθειας και ο μηχανισμός χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας, μπορούν επίσης να χρηματοδοτήσουν ενέργειες σε τρίτες χώρες προκειμένου να βελτιωθεί η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού.

(20)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέψει στις επιχειρήσεις και στους πελάτες φυσικού αερίου να βασίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στους μηχανισμούς της αγοράς κατά την αντιμετώπιση των διαταραχών. Θα πρέπει επίσης να επιτρέψει να χρησιμοποιούνται μηχανισμοί έκτακτης ανάγκης όταν οι αγορές δεν θα είναι πλέον από μόνες τους ικανές να αντιμετωπίσουν επαρκώς μια διαταραχή του εφοδιασμού με αέριο. Ακόμη και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα σε μηχανισμούς βασιζόμενους στην αγορά για τον μετριασμό των συνεπειών της διαταραχής του εφοδιασμού.

(21)

Μετά τη θέση σε ισχύ της νέας νομοθεσίας για την εσωτερική ενεργειακή αγορά που υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2009, θα ισχύσουν νέες διατάξεις στον τομέα του αερίου, οι οποίες θα θεσπίσουν σαφείς ρόλους και αρμοδιότητες για τα κράτη μέλη, τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και τον Οργανισμό και θα βελτιώσουν επίσης τη διαφάνεια της αγοράς προς ενίσχυση της λειτουργίας της, της ασφάλειας εφοδιασμού και της προστασίας των πελατών.

(22)

Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς αερίου και ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός στο εσωτερικό της αγοράς αυτής προσφέρουν στην Ένωση το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ασφάλειας εφοδιασμού για όλα τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι θα επιτρέπεται να λειτουργεί πλήρως η αγορά σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού με επιπτώσεις σε ένα μέρος της Ένωσης, όποια και αν είναι η αιτία της διαταραχής. Για τον σκοπό αυτόν, απαιτείται μια περιεκτική και αποτελεσματική κοινή προσέγγιση για την ασφάλεια εφοδιασμού, ιδίως διαφάνεια, αλληλεγγύη και αμερόληπτες πολιτικές, συμβατές με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ώστε να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις της αγοράς και η υπονόμευση των αποκρίσεων της αγοράς στις διαταραχές.

(23)

Η ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο είναι, στο πλαίσιο των αντίστοιχων δραστηριοτήτων και αρμοδιοτήτων τους, καθήκον από κοινού των επιχειρήσεων φυσικού αερίου, των κρατών μελών, κυρίως μέσω των αρμόδιων αρχών τους, και της Επιτροπής. Εφόσον απαιτείται, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όταν αυτές δεν είναι οι αρμόδιες αρχές, θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στην ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο στο πλαίσιο των τομέων δραστηριοτήτων και αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με την οδηγία 2009/73/ΕΚ. Επιπλέον, οι πελάτες που χρησιμοποιούν αέριο για την παραγωγή ηλεκτρισμού ή για βιομηχανικούς σκοπούς ενδέχεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ασφάλεια του εφοδιασμού, καθώς έχουν την ικανότητα να ανταποκριθούν σε ενδεχόμενη κρίση μέσω της λήψης μέτρων στο επίπεδο της ζήτησης, π.χ. διακοπτόμενες συμβάσεις και εναλλαγή καυσίμων, καθώς τα παραπάνω έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.

(24)

Ο ακριβής καθορισμός των ρόλων και των αρμοδιοτήτων όλων των επιχειρήσεων φυσικού αερίου και των αρμόδιων αρχών έχει συνεπώς καίρια σημασία για τη διατήρηση της καλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς αερίου, ιδίως κατά τις διαταραχές εφοδιασμού και τις καταστάσεις κρίσης. Οι εν λόγω ρόλοι και οι αρμοδιότητες θα πρέπει να καθορίζονται κατά τέτοιο τρόπο που να διασφαλίζεται η τήρηση μιας προσέγγισης τριών επιπέδων, η οποία να περιλαμβάνει πρώτον τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία φυσικού αερίου, δεύτερον τα κράτη μέλη σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο και τέλος την Ένωση. Σε περίπτωση κρίσης εφοδιασμού, θα πρέπει να δοθούν στους παράγοντες της αγοράς επαρκείς ευκαιρίες για να ανταποκριθούν στην κατάσταση με μέτρα που στηρίζονται στην αγορά. Εφόσον η αντίδραση των παραγόντων της αγοράς δεν είναι επαρκής, τα κράτη μέλη και οι αρμόδιες αρχές τους θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για να άρουν ή να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της διαταραχής του εφοδιασμού. Μόνο εφόσον τα μέτρα αυτά αποδειχθούν ανεπαρκή θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα σε επίπεδο περιφέρειας ή Ένωσης για την άρση ή την άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης του εφοδιασμού. Θα πρέπει να επιδιώκονται όσο το δυνατόν περισσότερο οι περιφερειακές λύσεις.

(25)

Σε πνεύμα αλληλεγγύης, καθιερώνεται η περιφερειακή συνεργασία, που περιλαμβάνει δημόσιες αρχές και επιχειρήσεις φυσικού αερίου, κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, έτσι ώστε να βελτιστοποιηθούν οι ωφέλειες όσον αφορά τον συντονισμό μέτρων μετριασμού των εντοπισθέντων κινδύνων και να εφαρμοστούν τα πιο οικονομικώς αποδοτικά μέτρα για τα ενδιαφερόμενα μέρη.

(26)

Λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς μεταξύ των κρατών μελών, θα πρέπει να καθοριστούν επαρκώς εναρμονισμένοι κανόνες για την ασφάλεια εφοδιασμού που να καλύπτουν τουλάχιστον την κατάσταση που εμφανίστηκε τον Ιανουάριο του 2009, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας και τα μέτρα προστασίας των καταναλωτών όπως ορίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ. Αυτοί οι κανόνες για την ασφάλεια εφοδιασμού θα πρέπει να είναι σταθεροί, ούτως ώστε να παρέχουν την αναγκαία νομική ασφάλεια, θα πρέπει να ορίζονται σαφώς και να μην επιβάλλουν παράλογο και δυσανάλογο φόρτο ούτε στις επιχειρήσεις φυσικού αερίου, συμπεριλαμβανομένων των νεοεισερχόμενων και των μικρών επιχειρήσεων, ούτε και στους τελικούς χρήστες. Αυτοί οι κανόνες θα πρέπει να εγγυώνται επίσης ίσα δικαιώματα πρόσβασης των επιχειρήσεων φυσικού αερίου της Ένωσης στους εθνικούς πελάτες. Τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση του κανόνα για τον εφοδιασμό ενδέχεται να περιλαμβάνουν επιπρόσθετες δυνατότητες και ποσότητες αποθήκευσης, αποθήκευση αερίου στον αγωγό, συμβάσεις προμήθειας, διακοπτόμενες συμβάσεις ή άλλα μέτρα που έχουν παρόμοιο αποτέλεσμα, όπως και τα απαραίτητα τεχνικά μέτρα για τη διασφάλιση της ασφάλειας του εφοδιασμού με αέριο.

(27)

Για την καλή λειτουργία της αγοράς αερίου έχει ουσιαστική σημασία να γίνονται εγκαίρως από τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου οι απαραίτητες επενδύσεις σε εγχώρια παραγωγή και σε υποδομές, όπως οι διασυνδέσεις, ιδιαίτερα δε εκείνες που προσφέρουν πρόσβαση στο δίκτυο αερίου της Ένωσης, σε εξοπλισμό που καθιστά δυνατές υλικές αμφίδρομες ροές στους αγωγούς, καθώς και σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης και επαναεριοποίησης ΥΦΑ, λαμβάνοντας υπόψη πιθανές διαταραχές του εφοδιασμού όπως αυτή που εκδηλώθηκε τον Ιανουάριο του 2009. Κατά την πρόβλεψη των χρηματοδοτικών αναγκών για τις υποδομές αερίου όσον αφορά τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει να δίνει κατά περίπτωση προτεραιότητα στα σχέδια υποδομής που υποστηρίζουν την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς αερίου και την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο.

(28)

Οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς δεν θα πρέπει να παρεμποδίζονται από το να εξετάζουν την κατάσταση κατά την οποία οι επενδύσεις που επιτρέπουν την υλική ικανότητα μεταφοράς αερίου και στις δυο κατευθύνσεις («ικανότητα αμφίδρομης ροής») σε διασυνοριακές διασυνδέσεις με τρίτες χώρες θα μπορούσαν να συμβάλουν στη βελτίωση της ασφάλειας του εφοδιασμού, ιδίως στις περιπτώσεις τρίτων χωρών που διασφαλίζουν ροές διέλευσης ανάμεσα σε δύο κράτη μέλη.

(29)

Είναι σημαντικό να διατηρείται η παροχή αερίου, ιδίως όσον αφορά τους οικιακούς πελάτες, καθώς επίσης και περιορισμένο αριθμό πρόσθετων πελατών, ιδιαίτερα πελατών που παρέχουν αναγκαίες κοινωνικές υπηρεσίες, τους οποίους μπορεί να καθορίζει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, σε περιπτώσεις στις οποίες η αγορά δεν μπορεί να συνεχίσει τον εφοδιασμό τους. Έχει ουσιαστική σημασία τα μέτρα που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια μιας κρίσης να έχουν καθοριστεί από πριν και να τηρούν τις απαιτήσεις ασφαλείας, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι προστατευμένοι πελάτες συνδέονται με το ίδιο δίκτυο διανομής όπως και οι άλλοι πελάτες. Αυτά τα μέτρα μπορούν, σε περιπτώσεις όπου περιορίζεται η ικανότητα πρόσβασης στην υποδομή για τεχνικούς λόγους, να περιλαμβάνουν τη χρήση αναλογικών μειώσεων σε σχέση με την ικανότητα που έχει δεσμευτεί αρχικά.

(30)

Κατά κανόνα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμμορφώνονται με το σχέδιο έκτακτης ανάγκης τους. Σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, μπορούν να λαμβάνουν δράσεις οι οποίες να αποκλίνουν από αυτά τα σχέδια.

(31)

Προσφέρεται ευρεία επιλογή μέσων για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τις σχετικές με την ασφάλεια εφοδιασμού. Τα εν λόγω μέσα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε εθνικό, περιφερειακό και ενωσιακό πλαίσιο, ανάλογα με την περίπτωση, ώστε να εξασφαλίζεται ότι θα παρέχουν συνεκτικό και οικονομικώς αποδοτικό αποτέλεσμα.

(32)

Οι σχετικές με την ασφάλεια εφοδιασμού πτυχές του μακροπρόθεσμου προγραμματισμού επενδύσεων σε επαρκείς διασυνοριακές δυναμικότητες και άλλες υποδομές, που εξασφαλίζουν τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του συστήματος να εγγυάται την ασφάλεια εφοδιασμού και να ικανοποιεί λογικές απαιτήσεις, καλύπτονται από την οδηγία 2009/73/ΕΚ. Για την κάλυψη των κανόνων για την ασφάλεια εφοδιασμού μπορεί να απαιτηθεί μια μεταβατική περίοδος προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις. Θεμελιώδες εργαλείο για τον προσδιορισμό των απαραίτητων επενδύσεων που απαιτούνται σε επίπεδο Ένωσης, μεταξύ άλλων για να εφαρμοστούν οι απαιτήσεις υποδομής που ορίζονται από τον παρόντα κανονισμό, αποτελεί το διενωσιακό δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του δικτύου που κατάρτισε το ΕΔΔΣΜ Φυσικού Αερίου και εποπτεύεται από τον Οργανισμό.

(33)

Το ΕΔΔΣΜ Φυσικού Αερίου και ο Οργανισμός, ως μέλη της ομάδας συντονισμού για το αέριο, θα πρέπει να συμμετέχουν πλήρως στη διαδικασία συνεργασίας και διαβουλεύσεων σε ενωσιακό επίπεδο στους τομείς των αρμοδιοτήτων τους.

(34)

Η ομάδα συντονισμού για το αέριο είναι ο κύριος οργανισμός με τον οποίο θα πρέπει να προβεί σε διαβούλευση η Επιτροπή στο πλαίσιο της δημιουργίας των προληπτικών σχεδίων δράσης και των σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Υπενθυμίζεται ότι το ΕΔΔΣΜ Φυσικού Αερίου και ο Οργανισμός είναι μέλη της ομάδας συντονισμού για το αέριο και ότι σε αυτό το πλαίσιο προβλέπεται η διεξαγωγή διαβουλεύσεων με αυτούς.

(35)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ετοιμότητας σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού, θα πρέπει να καταρτιστούν σχέδια έκτακτης ανάγκης από τις αρμόδιες αρχές, έπειτα από διαβούλευση με όλες τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου. Τα εν λόγω σχέδια δεν θα πρέπει να είναι ασύμβατα μεταξύ τους σε εθνικό, περιφερειακό ή ενωσιακό επίπεδο. Το περιεχόμενό τους θα πρέπει να ακολουθεί τις βέλτιστες πρακτικές που εμφανίζονται στα υφιστάμενα σχέδια και θα πρέπει να καθορίζει σαφείς ρόλους και αρμοδιότητες για όλες τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις φυσικού αερίου και αρμόδιες αρχές. Όπου είναι δυνατόν και απαραίτητο, θα πρέπει να καταρτιστούν κοινά σχέδια έκτακτης ανάγκης σε περιφερειακό επίπεδο.

(36)

Για να ενισχυθεί η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών σε περίπτωση ενωσιακής έκτακτης ανάγκης, και ειδικότερα για να υποστηρίζονται τα κράτη μέλη που είναι εκτεθειμένα σε λιγότερο ευνοϊκές γεωγραφικές ή γεωλογικές συνθήκες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να σχεδιάσουν μέτρα για την άσκηση της αλληλεγγύης. Οι επιχειρήσεις φυσικού αερίου θα πρέπει να σχεδιάσουν μέτρα όπως οι εμπορικές συμφωνίες, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται η αύξηση των εξαγωγών αερίου ή η αύξηση των αποδεσμεύσεων από εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Είναι σημαντικό να ενθαρρύνεται η σύναψη συμφωνιών μεταξύ των επιχειρήσεων φυσικού αερίου. Οι δράσεις του σχεδίου έκτακτης ανάγκης θα πρέπει να περιλαμβάνουν μηχανισμούς, όπου χρειάζεται, οι οποίοι να διασφαλίζουν τη δίκαιη και εύλογη αποζημίωση των επιχειρήσεων φυσικού αερίου. Τα μέτρα αλληλεγγύης μπορεί να ενδείκνυνται ιδιαίτερα μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία η Επιτροπή συνιστά την κατάρτιση κοινών προληπτικών σχεδίων δράσης ή σχεδίων έκτακτης ανάγκης σε περιφερειακό επίπεδο.

(37)

Στο πλαίσιο αυτού του κανονισμού, η Επιτροπή καλείται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.

(38)

Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη θα πρέπει επίσης, όπου χρειάζεται, να λαμβάνει τη μορφή της παροχής βοήθειας πολιτικής προστασίας από την Ένωση και τα κράτη μέλη της. Η εν λόγω βοήθεια θα πρέπει να διευκολύνεται και να συντονίζεται από τον κοινοτικό μηχανισμό πολιτικής προστασίας που θεσπίστηκε με την απόφαση 2007/779/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου (8).

(39)

Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών στους ενεργειακούς πόρους τους.

(40)

Η οδηγία 2008/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τον προσδιορισμό και τον χαρακτηρισμό των ευρωπαϊκών υποδομών ζωτικής σημασίας, και σχετικά με την εκτίμηση της ανάγκης βελτίωσης της προστασίας τους (9) ορίζει διαδικασία που έχει σκοπό την ενίσχυση της ασφάλειας χαρακτηρισμένων ευρωπαϊκών υποδομών ζωτικής σημασίας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων υποδομών αερίου, στην Ένωση. Η οδηγία 2008/114/ΕΚ, μαζί με τον παρόντα κανονισμό, συμβάλλει στη δημιουργία μιας συνολικής προσέγγισης της ενεργειακής ασφάλειας της Ένωσης.

(41)

Τα σχέδια έκτακτης ανάγκης θα πρέπει να επικαιροποιούνται τακτικά και να δημοσιεύονται. Θα πρέπει να υπόκεινται σε ομότιμη επιθεώρηση και σε δοκιμές.

(42)

Η ομάδα συντονισμού για το αέριο θα πρέπει να ενεργεί ως σύμβουλος της Επιτροπής, ώστε να διευκολύνει τον συντονισμό των μέτρων ασφάλειας εφοδιασμού στην περίπτωση ενωσιακής έκτακτης ανάγκης. Θα πρέπει επίσης να παρακολουθεί την επάρκεια και την καταλληλότητα των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(43)

Στόχος του παρόντος κανονισμού είναι να δοθεί η δυνατότητα στις επιχειρήσεις φυσικού αερίου και τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού, πριν από τη λήψη μέτρων από τις αρμόδιες αρχές για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση στην οποία η αγορά δεν μπορεί πλέον να παρέχει τις απαραίτητες προμήθειες αερίου. Τα εν λόγω έκτακτα μέτρα θα πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τη νομοθεσία της Ένωσης και θα πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

(44)

Δεδομένου ότι οι προμήθειες αερίου από τρίτες χώρες έχουν καίρια σημασία για την ασφάλεια εφοδιασμού της Ένωσης με αέριο, η Επιτροπή θα πρέπει να συντονίζει τις ενέργειες που έχουν σχέση με τρίτες χώρες, σε συνεργασία με τις προμηθεύτριες τρίτες χώρες και τις τρίτες χώρες διέλευσης, όσον αφορά ρυθμίσεις για τον χειρισμό των καταστάσεων κρίσης και την εξασφάλιση σταθερής ροής αερίου προς την Ένωση. Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να κινητοποιεί μια ομάδα εργασίας για την παρακολούθηση των ροών αερίου που εισέρχονται στην Ένωση σε καταστάσεις κρίσης, κατόπιν διαβουλεύσεων με τις σχετικές τρίτες χώρες, και, όταν εκδηλώνεται κρίση λόγω δυσκολιών σε μια τρίτη χώρα, να αναλαμβάνει ρόλο διαμεσολάβησης και διευκόλυνσης.

(45)

Είναι σημαντικό οι συνθήκες εφοδιασμού από τρίτες χώρες να μη στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και να συνάδουν με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς.

(46)

Όταν υπάρχουν αξιόπιστες πληροφορίες για μια κατάσταση εκτός της Ένωσης η οποία απειλεί την ασφάλεια του εφοδιασμού σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη και η οποία ενδέχεται να ενεργοποιήσει μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης μεταξύ της Ένωσης και τρίτης χώρας, η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την ομάδα συντονισμού για το αέριο και η Ένωση θα πρέπει να αναλαμβάνει τις κατάλληλες δράσεις ώστε να προσπαθεί να εξομαλύνει την κατάσταση.

(47)

Τον Φεβρουάριο του 2009, το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να αυξηθούν η διαφάνεια και η αξιοπιστία μέσω της ουσιαστικής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών όσον αφορά τις ενεργειακές σχέσεις με τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων για τον εφοδιασμό, με παράλληλη διαφύλαξη των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

(48)

Καθώς οι κανόνες που περιλαμβάνονται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως οι κανόνες ανταγωνισμού, εφαρμόζονται σε υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στο μέτρο που η εφαρμογή αυτών των κανόνων δεν παρεμποδίζει τις επιδόσεις αυτών των υπηρεσιών, τα κράτη μέλη απολαύουν μεγάλης διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την πρόβλεψη, την ανάθεση και την οργάνωση υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

(49)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η διασφάλιση του εφοδιασμού με αέριο στην Ένωση, είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη μόνο και δύναται, συνεπώς, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζει το άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο αυτό, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(50)

Η οδηγία 2004/67/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός ορίζει διατάξεις που στοχεύουν στην προστασία της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο εξασφαλίζοντας την εύρυθμη και συνεχή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου («αέριο»), επιτρέποντας την εφαρμογή έκτακτων μέτρων όταν η αγορά δεν μπορεί πλέον να παρέχει τις απαιτούμενες ποσότητες για τον εφοδιασμό με αέριο και προβλέποντας σαφή ορισμό και κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε επιχειρήσεις φυσικού αερίου, στα κράτη μέλη και στην Ένωση όσον αφορά τόσο την προληπτική δράση όσο και την αντίδραση σε συγκεκριμένες διαταραχές του εφοδιασμού. Ο παρών κανονισμός παρέχει επίσης, μέσα σε πνεύμα αλληλεγγύης, διαφανείς μηχανισμούς για τον συντονισμό του σχεδιασμού σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και την ανταπόκριση σε αυτήν, σε επίπεδο κράτους μέλους, περιφέρειας και Ένωσης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται οι ορισμοί της οδηγίας 2009/73/ΕΚ, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 713/2009 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009.

Επιπλέον, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.

ως «προστατευόμενοι πελάτες» νοούνται όλοι οι οικιακοί πελάτες που είναι συνδεδεμένοι με δίκτυο διανομής αερίου και, εκτός αυτού, εφόσον αποφασίσει σχετικά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ενδέχεται επίσης να συμπεριλαμβάνονται:

α)

μικρομεσαίες επιχειρήσεις, υπό τον όρο ότι συνδέονται με δίκτυο διανομής αερίου, και βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, υπό την προϋπόθεση ότι συνδέονται με κάποιο δίκτυο διανομής και μεταφοράς αερίου και υπό την προϋπόθεση ότι όλοι αυτοί οι επιπρόσθετοι πελάτες δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20 % της τελικής χρήσης αερίου· και/ή

β)

εγκαταστάσεις τηλεθέρμανσης, στον βαθμό που παρέχουν θέρμανση στους οικιακούς πελάτες και τους πελάτες που αναφέρονται στο σημείο i), υπό την προϋπόθεση ότι οι εγκαταστάσεις αυτές δεν έχουν τη δυνατότητα εναλλαγής καυσίμων και είναι συνδεδεμένες με κάποιο δίκτυο διανομής ή μεταφοράς αερίου.

Το συντομότερο δυνατό και το αργότερο στις 3 Δεκεμβρίου 2011, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή εάν σκοπεύουν να συμπεριλάβουν τα σημεία i) και/ή ii) στον ορισμό τους των προστατευόμενων πελατών·

2.

ως «αρμόδια αρχή» νοείται η εθνική κυβερνητική αρχή ή η εθνική ρυθμιστική αρχή που ορίζεται από το κάθε κράτος μέλος ως αρμόδια για τη διασφάλιση της εφαρμογής των μέτρων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Αυτό ισχύει χωρίς να θίγεται η ικανότητα των κρατών μελών να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να μεταβιβάζει ειδικά καθήκοντα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό σε άλλους οργανισμούς. Τα καθήκοντα αυτού του είδους που μεταβιβάζονται εκτελούνται υπό την επίβλεψη της αρμόδιας αρχής και ορίζονται στα σχέδια που αναφέρονται στο άρθρο 4.

Άρθρο 3

Ευθύνη για την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο

1.   Η ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο είναι, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, κοινή ευθύνη των επιχειρήσεων φυσικού αερίου, των κρατών μελών, ιδίως μέσω των αρμόδιων αρχών τους, και της Επιτροπής. Η εν λόγω κοινή ευθύνη απαιτεί υψηλό βαθμό συνεργασίας μεταξύ τους.

2.   Το συντομότερο δυνατό και το αργότερο στις 3 Δεκεμβρίου 2011, κάθε κράτος μέλος ορίζει αρμόδια αρχή η οποία διασφαλίζει την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Εφόσον χρειάζεται, έως ότου οριστεί επίσημα η αρμόδια αρχή, τα μέτρα που σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό πρέπει να εφαρμόσει η αρμόδια αρχή εφαρμόζονται από τις εθνικές οντότητες που είναι προς το παρόν υπεύθυνες για την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την εκτίμηση της επικινδυνότητας που αναφέρεται στο άρθρο 9 και, βάσει αυτής της εκτίμησης της επικινδυνότητας, την κατάρτιση προληπτικού σχεδίου δράσης, την κατάρτιση σχεδίου έκτακτης ανάγκης και την τακτική παρακολούθηση της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο σε εθνικό επίπεδο. Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται αμοιβαία για να επιδιώκουν την αποτροπή των διαταραχών του εφοδιασμού και τον περιορισμό των ζημιών σε τέτοια περίπτωση. Τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εγκρίνουν νομοθετικά μέτρα εφαρμογής, εάν είναι αναγκαίο, για να εκπληρωθούν οι απαιτήσεις αυτού του κανονισμού.

3.   Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή το όνομα της αρμόδιας αρχής, αφού αυτή οριστεί, και, εφόσον χρειάζεται, τα ονόματα των υπεύθυνων για την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο εθνικών οντοτήτων οι οποίες ασκούν καθήκοντα προσωρινής αρμόδιας αρχής σύμφωνα με την παράγραφο 2. Κάθε κράτος μέλος δημοσιοποιεί τους εν λόγω ορισμούς.

4.   Κατά την εφαρμογή των μέτρων του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή καθορίζει τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των διάφορων ενδιαφερόμενων φορέων κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση μιας προσέγγισης τριών επιπέδων που να περιλαμβάνει πρώτον τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία φυσικού αερίου, δεύτερον τα κράτη μέλη σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο και τέλος την Ένωση.

5.   Η Επιτροπή συντονίζει, εφόσον χρειάζεται, τη δράση των αρμόδιων αρχών σε περιφερειακό και ενωσιακό επίπεδο, όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό, μεταξύ άλλων μέσω της ομάδας συντονισμού για το αέριο που αναφέρεται στο άρθρο 12 ή μέσω της ομάδας διαχείρισης κρίσης που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 4, ιδίως σε περίπτωση ενωσιακής ή περιφερειακής έκτακτης ανάγκης όπως ορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1.

6.   Τα μέτρα για τη διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού που περιλαμβάνονται στα προληπτικά σχέδια δράσης και στα σχέδια έκτακτης ανάγκης πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένα, διαφανή, αναλογικά, αμερόληπτα και επαληθεύσιμα, να μην προκαλούν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς αερίου και να μη θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο άλλων κρατών μελών ή της Ένωσης στο σύνολό της.

Άρθρο 4

Κατάρτιση προληπτικού σχεδίου δράσης και σχεδίου έκτακτης ανάγκης

1.   Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους, έπειτα από διαβούλευση με τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου, τις σχετικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των οικιακών και βιομηχανικών πελατών και την εθνική ρυθμιστική αρχή, εφόσον αυτή δεν είναι η αρμόδια αρχή, καταρτίζει σε εθνικό επίπεδο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3:

α)

προληπτικό σχέδιο δράσης που περιέχει τα μέτρα τα απαιτούμενα για την εξάλειψη ή τον μετριασμό των επισημανθέντων κινδύνων, σύμφωνα με την εκτίμηση του κινδύνου που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 9· και

β)

σχέδιο έκτακτης ανάγκης που περιέχει τα ληπτέα μέτρα για την εξάλειψη ή τον μετριασμό των επιπτώσεων ενδεχόμενης διαταραχής του εφοδιασμού με αέριο σύμφωνα με το άρθρο10.

2.   Πριν από την έγκριση ενός προληπτικού σχεδίου δράσης και ενός σχεδίου έκτακτης ανάγκης σε εθνικό επίπεδο, οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν, μέχρι τις 3 Ιουνίου 2012, τα προληπτικά προσχέδιά τους δράσης και τα προσχέδιά τους έκτακτης ανάγκης και προβαίνουν σε διαβουλεύσεις μεταξύ τους στο κατάλληλο περιφερειακό επίπεδο και με την Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα προσχέδια και τα μέτρα τους δεν έρχονται σε αντίθεση με προληπτικό σχέδιο δράσης και σχέδιο έκτακτης ανάγκης άλλου κράτους μέλους και ότι συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό και με άλλες διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας. Τέτοιες διαβουλεύσεις πρέπει να διενεργούνται ιδίως ανάμεσα σε γειτονικά κράτη μέλη, κυρίως ανάμεσα σε απομονωμένα συστήματα που αποτελούν νησίδες αερίου και τα γειτονικά τους κράτη μέλη, και μπορούν να καλύπτουν για παράδειγμα εκείνα τα κράτη μέλη που ορίζονται στον ενδεικτικό κατάλογο του παραρτήματος ΙV.

3.   Βάσει των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και των πιθανών συστάσεων της Επιτροπής, οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίζουν να καταρτίζουν κοινά προληπτικά σχέδια δράσης σε περιφερειακό επίπεδο («κοινά προληπτικά σχέδια δράσης») και κοινά σχέδια έκτακτης ανάγκης σε περιφερειακό επίπεδο («κοινά σχέδια έκτακτης ανάγκης»), επιπρόσθετα στα σχέδια που καταρτίζονται σε εθνικό επίπεδο. Όσον αφορά τα κοινά σχέδια, οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές επιδιώκουν, όπου ενδείκνυται, να συνάπτουν συμφωνίες προκειμένου να εφαρμόζουν στην πράξη την περιφερειακή συνεργασία. Εφόσον χρειάζεται, οι συμφωνίες αυτές εγκρίνονται επίσημα από τα κράτη μέλη.

4.   Κατά την κατάρτιση και την εφαρμογή του προληπτικού σχεδίου δράσης και του σχεδίου έκτακτης ανάγκης σε εθνικό και/ή περιφερειακό επίπεδο, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη την ασφαλή λειτουργία του συστήματος αερίου ανά πάσα στιγμή και αντιμετωπίζει και παρουσιάζει στα εν λόγω σχέδια τους τεχνικούς περιορισμούς που επηρεάζουν τη λειτουργία του δικτύου, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών λόγων και των λόγων ασφαλείας που ενδέχεται να οδηγήσουν στη μείωση των ροών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

5.   Το αργότερο έως τις 3 Δεκεμβρίου 2012, εγκρίνονται και δημοσιοποιούνται τα προληπτικά σχέδια δράσης και τα σχέδια έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των κοινών σχεδίων. Αυτά τα σχέδια γνωστοποιούνται χωρίς χρονοτριβή στην Επιτροπή. Η Επιτροπή ενημερώνει την ομάδα συντονισμού για το αέριο. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν την τακτική παρακολούθηση της εφαρμογής τέτοιων σχεδίων.

6.   Εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση από τις αρμόδιες αρχές των σχεδίων που αναφέρονται στην παράγραφο 5:

α)

η Επιτροπή εκτιμά τα σχέδια αυτά, όπως ορίζεται στο στοιχείο β). Για αυτόν τον σκοπό, η Επιτροπή συμβουλεύεται την ομάδα συντονισμού για το αέριο σχετικά με τα εν λόγω σχέδια και λαμβάνει υπόψη τη γνώμη της. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση της εκτίμησής της όσον αφορά τα σχέδια στην ομάδα συντονισμού για το αέριο· και

β)

όπου η Επιτροπή, βάσει αυτών των διαβουλεύσεων:

i)

εκτιμά ότι ένα προληπτικό σχέδιο δράσης ή ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης δεν είναι αποτελεσματικό για τον μετριασμό των κινδύνων που έχουν επισημανθεί στην εκτίμηση επικινδυνότητας, μπορεί να συστήσει στην ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή ή αρμόδιες αρχές να αναθεωρήσουν το σχετικό σχέδιο,

ii)

θεωρεί ότι ένα προληπτικό σχέδιο δράσης ή ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης έρχεται σε αντίθεση με τα σενάρια κινδύνου ή με τα σχέδια άλλης αρμόδιας αρχής ή ότι δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή άλλες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, απαιτεί την τροποποίηση του σχετικού σχεδίου,

iii)

θεωρεί ότι το προληπτικό σχέδιο δράσης θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο κάποιου άλλου κράτους μέλους ή της Ένωσης στο σύνολό της, αποφασίζει να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να αναθεωρήσει το εν λόγω προληπτικό σχέδιο δράσης και μπορεί να διατυπώσει ειδικές συστάσεις για την τροποποίησή του. Η Επιτροπή αιτιολογεί αναλυτικά την απόφασή της.

7.   Μέσα σε τέσσερις μήνες από την κοινοποίηση του αιτήματος της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 6 στοιχείο β) σημείο ii), η σχετική αρμόδια αρχή τροποποιεί το προληπτικό της σχέδιο δράσης και το σχέδιό της έκτακτης ανάγκης και κοινοποιεί το τροποποιημένο σχέδιο στην Επιτροπή ή ενημερώνει την Επιτροπή για τους λόγους για τους οποίους δεν συμφωνεί με το αίτημα. Σε περίπτωση διαφωνίας, η Επιτροπή μπορεί, εντός δύο μηνών από την απάντηση της αρμόδιας αρχής, να αποσύρει το αίτημά της ή να συγκαλέσει τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές και, εφόσον η Επιτροπή το κρίνει απαραίτητο, την ομάδα συντονισμού για το αέριο, προκειμένου να εξετάσουν το ζήτημα. Η Επιτροπή αιτιολογεί λεπτομερώς τις τροποποιήσεις που ζητεί όσον αφορά το σχέδιο. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει πλήρως υπόψη της τη θέση της Επιτροπής. Όπου η τελική απόφαση της αρμόδιας αρχής διαφέρει από τη θέση της Επιτροπής, η αρμόδια αρχή παρέχει και δημοσιοποιεί, μαζί με εκείνη την απόφαση και τη θέση της Επιτροπής, τις αιτίες πίσω από αυτήν την απόφαση εντός δύο μηνών από την παραλαβή της θέσης της Επιτροπής. Κατά περίπτωση, η αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί χωρίς χρονοτριβή το τροποποιημένο σχέδιο.

8.   Εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 6 στοιχείο β) σημείο iii), η αρμόδια αρχή τροποποιεί το προληπτικό της σχέδιο δράσης και κοινοποιεί το τροποποιημένο σχέδιο στην Επιτροπή ή ενημερώνει την Επιτροπή για τους λόγους για τους οποίους δεν συμφωνεί με την απόφαση. Σε περίπτωση διαφωνίας, η Επιτροπή μπορεί, εντός δύο μηνών από την απάντηση της αρμόδιας αρχής, να αποφασίσει να τροποποιήσει ή να αποσύρει το αίτημά της. Εάν η Επιτροπή διατηρήσει το αίτημά της, η ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή τροποποιεί το σχέδιό της μέσα σε δύο μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής, λαμβάνοντας όλως ιδιαίτερα υπόψη τις συστάσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στοιχείο β) σημείο iii), και το κοινοποιεί στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή ενημερώνει την ομάδα συντονισμού για το αέριο και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις συστάσεις της κατά τη σύνταξη της γνώμης της σχετικά με το τροποποιημένο σχέδιο, την οποία υποβάλλει εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της αρμόδιας αρχής. Η ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής και εντός δύο μηνών από την παραλαβή της γνώμης της Επιτροπής εγκρίνει και δημοσιοποιεί το τροποποιημένο σχέδιο που έχει προκύψει.

9.   Τηρείται η εμπιστευτικότητα των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

Άρθρο 5

Περιεχόμενο των εθνικών και των κοινών προληπτικών σχεδίων δράσης

1.   Τα εθνικά και τα κοινά προληπτικά σχέδια δράσης περιέχουν τα εξής:

α)

τα αποτελέσματα της εκτίμησης επικινδυνότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 9·

β)

τα μέτρα, τις ποσότητες, τις δυναμικότητες και τον ορισμό της κατάλληλης χρονικής στιγμής για την εκπλήρωση των κανόνων για την υποδομή και για τον εφοδιασμό, όπως ορίζονται στα άρθρα 6 και 8, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, του βαθμού στον οποίο τα μέτρα στο επίπεδο της ζήτησης μπορούν να αντισταθμίσουν εγκαίρως και επαρκώς ενδεχόμενη διαταραχή του εφοδιασμού όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, τον προσδιορισμό της μεγαλύτερης ενιαίας υποδομής αερίου κοινού ενδιαφέροντος στην περίπτωση της εφαρμογής του άρθρου 6 παράγραφος 3 και οποιονδήποτε κανόνα για αυξημένο εφοδιασμό σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2·

γ)

τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις φυσικού αερίου και σε άλλους σχετικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την ασφαλή λειτουργία του συστήματος αερίου·

δ)

τα υπόλοιπα προληπτικά μέτρα, όπως τα σχετικά με την ανάγκη ενίσχυσης των διασυνδέσεων ανάμεσα σε γειτονικά κράτη μέλη και τη δυνατότητα διαφοροποίησης των διαδρομών αερίου και των πηγών εφοδιασμού, κατά περίπτωση, για την αντιμετώπιση των κινδύνων που έχουν επισημανθεί προκειμένου να διατηρηθεί ο εφοδιασμός όλων των πελατών με αέριο για όσο το δυνατόν περισσότερο·

ε)

τους μηχανισμούς που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη συνεργασία με άλλα κράτη μέλη για την προετοιμασία και εφαρμογή κοινών προληπτικών σχεδίων δράσης και κοινών σχεδίων έκτακτης ανάγκης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, κατά περίπτωση·

στ)

πληροφορίες σχετικά με υπάρχουσες και μελλοντικές διασυνδέσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρέχουν πρόσβαση στο δίκτυο αερίου της Ένωσης, με διασυνοριακές ροές, με τη διασυνοριακή πρόσβαση στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης και την υλική ικανότητα αμφίδρομης μεταφοράς αερίου («ικανότητα αμφίδρομης ροής»), ιδίως σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης·

ζ)

πληροφορίες για όλες τις σχετικές υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που σχετίζονται με την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο.

2.   Τα εθνικά και τα κοινά προληπτικά σχέδια δράσης, ιδίως οι ενέργειες για την τήρηση του κανόνα για την υποδομή όπως ορίζεται στο άρθρο 6, λαμβάνουν υπόψη το δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του δικτύου σε επίπεδο Ένωσης που θα καταρτιστεί από το ΕΔΔΣΜ Φυσικού Αερίου σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009.

3.   Τα εθνικά και τα κοινά προληπτικά σχέδια δράσης βασίζονται κυρίως σε μέτρα που αφορούν την αγορά και λαμβάνουν υπόψη τον οικονομικό αντίκτυπο, την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των μέτρων, τις επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και τον αντίκτυπο στο περιβάλλον και τους καταναλωτές και δεν επιβαρύνουν αδικαιολόγητα τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου, ούτε και επηρεάζουν αρνητικά τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς αερίου.

4.   Τα εθνικά και τα κοινά προληπτικά σχέδια δράσης επικαιροποιούνται κάθε δύο έτη, εκτός εάν οι περιστάσεις επιβάλλουν πιο συχνή επικαιροποίηση, και αντανακλούν την ενημερωμένη εκτίμηση του κινδύνου. Η διαβούλευση ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές που προβλέπεται από το άρθρο 4 παράγραφος 2 διενεργείται πριν από την έγκριση του επικαιροποιημένου σχεδίου.

Άρθρο 6

Κανόνας για την υποδομή

1.   Τα κράτη μέλη ή η αρμόδια αρχή, σε περίπτωση που έτσι προβλέπεται από κάποιο κράτος μέλος, εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα έτσι ώστε έως τις 3 Δεκεμβρίου 2014 το αργότερο, σε περίπτωση διαταραχής της μεγαλύτερης ενιαίας υποδομής αερίου, η ικανότητα της υπόλοιπης υποδομής, η οποία ορίζεται σύμφωνα με τον τύπο N–1 όπως προβλέπεται στο σημείο 2 του παραρτήματος Ι, να είναι σε θέση, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, να ικανοποιήσει τη συνολική ζήτηση φυσικού αερίου της περιοχής υπολογισμού για περίοδο μιας ημέρας εξαιρετικά υψηλής ζήτησης αερίου, η οποία επέρχεται με στατιστική πιθανότητα μίας φοράς μέσα σε 20 έτη. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη, όπου αυτό είναι σκόπιμο και αναγκαίο, της ευθύνης των διαχειριστών συστημάτων να προβούν στις αντίστοιχες επενδύσεις και των υποχρεώσεων των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς όπως ορίζονται στην οδηγία 2009/73/ΕΚ και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2009.

2.   Η υποχρέωση διασφάλισης ότι οι υπόλοιπες υποδομές έχουν την ικανότητα να ικανοποιήσουν τη συνολική ζήτηση αερίου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, θεωρείται επίσης ότι τηρείται όταν η αρμόδια αρχή αποδεικνύει στο προληπτικό σχέδιο δράσης ότι μια διαταραχή του εφοδιασμού μπορεί να αντισταθμίζεται επαρκώς και εγκαίρως με κατάλληλα μέτρα που να βασίζονται στην αγορά, στην πλευρά της ζήτησης. Για αυτόν τον σκοπό, χρησιμοποιείται ο τύπος που παρέχεται στο σημείο 4 του παραρτήματος Ι.

3.   Κατά περίπτωση, σύμφωνα με την εκτίμηση του κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 9, οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου να εκπληρώνεται σε περιφερειακό επίπεδο και όχι σε εθνικό. Σε αυτήν την περίπτωση, καταρτίζονται κοινά προληπτικά σχέδια δράσης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3. Εφαρμόζεται το σημείο 5 του παραρτήματος I.

4.   Κάθε αρμόδια αρχή, έπειτα από διαβούλευση με τις σχετικές επιχειρήσεις φυσικού αερίου, αναφέρει χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή οποιαδήποτε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 και ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τους λόγους της μη συμμόρφωσης.

5.   Οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς πρέπει να εξασφαλίσουν μόνιμη ικανότητα αμφίδρομης ροής σε όλες τις διασυνοριακές διασυνδέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου 2013, με εξαίρεση:

α)

τις περιπτώσεις συνδέσεων με εγκαταστάσεις παραγωγής, με εγκαταστάσεις ΥΦΑ και με δίκτυα διανομής· ή

β)

την περίπτωση όπου έχει εγκριθεί εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 7.

Μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου 2013 οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς πρέπει να προσαρμόσουν τη λειτουργία των συστημάτων μεταφοράς εν μέρει ή στο σύνολό τους, ώστε στις διασυνοριακές διασυνδέσεις να είναι δυνατές οι υλικές ροές αερίου και στις δύο κατευθύνσεις.

6.   Όπου υπάρχει ήδη ικανότητα αμφίδρομης ροής ή είναι υπό κατασκευή για κάποια συγκεκριμένη διασυνοριακή διασύνδεση, η υποχρέωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί για εκείνη τη διασύνδεση, εκτός εάν ζητείται ενίσχυση της δυναμικότητας από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη για λόγους ασφάλειας του εφοδιασμού. Όπου υποβάλλεται αντίστοιχο αίτημα για ενίσχυση εφαρμόζεται η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 7.

7.   Τα κράτη μέλη ή η αρμόδια αρχή, σε περίπτωση που έτσι προβλέπεται από κάποιο κράτος μέλος, εξασφαλίζουν ότι, ως πρώτο βήμα, η αγορά ελέγχεται πάντα με διαφανή, λεπτομερή και αμερόληπτο τρόπο, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν η επένδυση στην υποδομή που χρειάζεται για να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 5 απαιτείται από την αγορά.

8.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη το αποδοτικό κόστος τήρησης της υποχρέωσης που ορίζεται στην παράγραφο 1 και το κόστος εξασφάλισης μόνιμης ικανότητας αμφίδρομης ροής, έτσι ώστε να χορηγούνται τα κατάλληλα κίνητρα κατά τον καθορισμό ή την έγκριση, με διαφανή και λεπτομερή τρόπο, των τιμολογίων ή των μεθοδολογιών τους σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 8 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ και το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009. Εφόσον η επένδυση δαπανών για την παροχή ικανότητας αμφίδρομης ροής δεν απαιτείται από την αγορά και εφόσον οι δαπάνες που προκαλούνται από αυτήν την επένδυση βαρύνουν περισσότερα από ένα κράτη μέλη ή ένα κράτος μέλος προς όφελος ενός ή περισσότερων κρατών μελών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές όλων των ενδιαφερόμενων κρατών μελών αποφασίζουν από κοινού σχετικά με την κατανομή των δαπανών αυτών, πριν να ληφθεί απόφαση για τυχόν επένδυση. Κατά την κατανομή των δαπανών λαμβάνεται ιδίως υπόψη ο βαθμός της ωφέλειας από τις επενδύσεις υποδομής για την αύξηση της ασφάλειας του εφοδιασμού των ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Εφαρμόζεται το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 713/2009.

9.   Η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι κάθε νέα υποδομή μεταφοράς συμβάλλει στην ασφάλεια εφοδιασμού μέσω της ανάπτυξης ενός καλά συνδεδεμένου δικτύου, όπως και, όπου χρειάζεται, μέσω της εξασφάλισης επαρκούς αριθμού διασυνοριακών σημείων εισόδου και εξόδου, ανάλογα με τη ζήτηση της αγοράς και τους εντοπισθέντες κινδύνους. Η αρμόδια αρχή, όπου χρειάζεται, διαπιστώνει στην εκτίμηση της επικινδυνότητας πού υπάρχουν εσωτερικά σημεία συμφόρησης και εάν η εθνική ικανότητα εισροής και οι υποδομές, ιδίως τα δίκτυα μεταφοράς, είναι σε θέση να προσαρμόσουν τις εθνικές ροές αερίου στο σενάριο της διαταραχής της μεγαλύτερης ενιαίας υποδομής αερίου που προσδιορίζεται στην εκτίμηση της επικινδυνότητας.

10.   Το Λουξεμβούργο, η Σλοβενία και η Σουηδία, κατ’ εξαίρεση, δεν δεσμεύονται, αλλά επιδιώκουν να εκπληρώσουν την υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, διασφαλίζοντας συγχρόνως τον εφοδιασμό των προστατευόμενων πελατών με αέριο σύμφωνα με το άρθρο 8. Αυτή η εξαίρεση ισχύει εφόσον:

α)

στην περίπτωση του Λουξεμβούργου: έχει τουλάχιστον δύο διασυνδέσεις με άλλα κράτη μέλη, τουλάχιστον δύο διαφορετικές πηγές εφοδιασμού και δεν διαθέτει εγκαταστάσεις αποθήκευσης ή κάποια εγκατάσταση ΥΦΑ στο έδαφός του·

β)

στην περίπτωση της Σλοβενίας: έχει τουλάχιστον δύο διασυνδέσεις με άλλα κράτη μέλη, τουλάχιστον δύο διαφορετικές πηγές εφοδιασμού και δεν διαθέτει εγκαταστάσεις αποθήκευσης ή κάποια εγκατάσταση ΥΦΑ στο έδαφός της·

γ)

στην περίπτωση της Σουηδίας: δεν διαθέτει διαμετακόμιση αερίου στο έδαφός της προς άλλα κράτη μέλη, έχει ετήσια ακαθάριστη εγχώρια κατανάλωση αερίου μικρότερη των 2 ΤΙΠ και μικρότερη του 5 % της συνολικής κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας από αέριο.

Τα τρία αυτά κράτη μέλη διασφαλίζουν, με διαφανή, λεπτομερή και αμερόληπτο τρόπο, τον τακτικό έλεγχο της αγοράς όσον αφορά τις επενδύσεις στην υποδομή και δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα αυτών των δοκιμών.

Τα κράτη μέλη που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ενημερώνουν την Επιτροπή για τυχόν αλλαγές όσον αφορά τους όρους του εν λόγω εδαφίου. Η εξαίρεση του πρώτου εδαφίου παύει να εφαρμόζεται σε περίπτωση που δεν εκπληρώνεται πλέον έστω και ένας από τους όρους αυτούς.

Έως τις 3 Δεκεμβρίου 2018, καθένα από τα κράτη μέλη που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο διαβιβάζει έκθεση στην Επιτροπή στην οποία περιγράφονται η κατάσταση όσον αφορά τους αντίστοιχους όρους που καθορίζονται στο εν λόγω εδάφιο και οι προοπτικές για τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της παραγράφου 1, ενώ λαμβάνονται υπόψη ο οικονομικός αντίκτυπος της εκπλήρωσης του κανόνα για την υποδομή, τα αποτελέσματα του ελέγχου της αγοράς και οι εξελίξεις της αγοράς του αερίου και τα σχέδια υποδομής για το αέριο στην περιοχή. Βάσει της έκθεσης και εφόσον οι αντίστοιχοι όροι που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να τηρούνται, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι η εξαίρεση που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να εξακολουθεί να ισχύει για τέσσερα ακόμη έτη. Σε περίπτωση θετικής απόφασης, η διαδικασία του παρόντος εδαφίου επαναλαμβάνεται ύστερα από τέσσερα έτη.

Άρθρο 7

Διαδικασία για την ενεργοποίηση ικανότητας αμφίδρομης ροής ή για τη χορήγηση εξαίρεσης

1.   Για κάθε διασυνοριακή διασύνδεση ανάμεσα στα κράτη μέλη, εκτός από τις περιπτώσεις που εξαιρούνται δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 5 στοιχείο α) και εκτός από τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ήδη ή βρίσκεται υπό κατασκευή ικανότητα αμφίδρομης ροής και δεν έχει ζητηθεί ενίσχυση για λόγους ασφάλειας του εφοδιασμού από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς υποβάλλουν, το αργότερο στις 3 Μαρτίου 2012, στα κράτη μέλη τους ή, εάν έτσι προβλέπεται από κάποιο κράτος μέλος, στις αρμόδιες αρχές τους ή τις ρυθμιστικές αρχές τους (εφεξής αποκαλούμενες από κοινού στο παρόν άρθρο «ενδιαφερόμενες αρχές»), κατόπιν διαβούλευσης με όλους τους υπόλοιπους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς:

α)

πρόταση για ικανότητα αμφίδρομης ροής που αφορά την αντίθετη κατεύθυνση («ικανότητα αντίστροφης ροής»)· ή

β)

αίτημα για εξαίρεση από την υποχρέωση ενεργοποίησης της ικανότητας αμφίδρομης ροής.

2.   Η πρόταση για ικανότητα αντίστροφης ροής ή το αίτημα εξαίρεσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 βασίζονται στην εκτίμηση της ζήτησης της αγοράς, στις προβλέψεις για τη ζήτηση και την προσφορά, στην τεχνική σκοπιμότητα, στο κόστος της ικανότητας αντιστροφής της ροής, συμπεριλαμβανομένης της επακόλουθης ενίσχυσης του συστήματος μεταφοράς, και στα οφέλη της ασφάλειας του εφοδιασμού και λαμβάνουν επίσης υπόψη, κατά περίπτωση, την πιθανή συμβολή της ικανότητας αντίστροφης ροής, όπως και εκείνη των άλλων πιθανών μέτρων, για την εκπλήρωση του αναφερόμενου στο άρθρο 6 κανόνα για την υποδομή στην περίπτωση των κρατών μελών που ωφελούνται από την ικανότητα αντίστροφης ροής.

3.   Η ενδιαφερόμενη αρχή που λαμβάνει την πρόταση ή το αίτημα εξαίρεσης ενημερώνει τις ενδιαφερόμενες αρχές των άλλων κρατών μελών τα οποία, σύμφωνα με την εκτίμηση της επικινδυνότητας, θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την ικανότητα αντίστροφης ροής, όπως και την Επιτροπή σχετικά με την πρόταση ή το αίτημα εξαίρεσης αμελλητί. Η εν λόγω ενδιαφερόμενη αρχή δίνει σε αυτές τις ενδιαφερόμενες αρχές και στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εκδώσουν γνώμη εντός χρονικού διαστήματος τεσσάρων μηνών μετά την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης.

4.   Μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η ενδιαφερόμενη αρχή, βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και της εκτίμησης της επικινδυνότητας που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 9, και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τις παραληφθείσες σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου γνώμες, καθώς και πτυχές που δεν είναι αυστηρά οικονομικές, όπως η ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο και η συμβολή στην εσωτερική αγορά φυσικού αερίου:

α)

εγκρίνει την εξαίρεση εάν η ικανότητα αντίστροφης ροής δεν επρόκειτο να ενισχύσει σημαντικά την ασφάλεια του εφοδιασμού κανενός κράτους μέλους ή περιοχής ή εάν οι δαπάνες για την επένδυση υπερισχύουν σημαντικά των προσδοκώμενων οφελών για την ασφάλεια του εφοδιασμού· ή

β)

αποδέχεται την πρόταση για ικανότητα αντίστροφης ροής· ή

γ)

ζητεί από τον διαχειριστή συστημάτων μεταφοράς να τροποποιήσει την πρότασή του.

Η ενδιαφερόμενη αρχή κοινοποιεί την απόφασή της αμελλητί στην Επιτροπή, μαζί με όλες τις σχετικές πληροφορίες που αναφέρουν τις αιτίες για τη λήψη της απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των γνωμών που ελήφθησαν δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Οι ενδιαφερόμενες αρχές διασφαλίζουν ότι οι αλληλοεξαρτώμενες αποφάσεις που αφορούν την ίδια διασύνδεση ή τους ίδιους συνδεδεμένους αγωγούς δεν αντικρούουν η μία την άλλη.

5.   Μέσα σε δύο μήνες από την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης και όπου υπάρχουν ανακολουθίες ανάμεσα στην απόφαση της ενδιαφερόμενης αρχής και στις γνώμες των άλλων ενδιαφερόμενων αρχών, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από την ενδιαφερόμενη αρχή να τροποποιήσει την απόφασή της. Η περίοδος αυτή μπορεί να παρατείνεται κατά ένα μήνα, εφόσον η Επιτροπή έχει ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες. Οποιαδήποτε πρόταση με την οποία η Επιτροπή ζητά την τροποποίηση της απόφασης της ενδιαφερόμενης αρχής βασίζεται στα στοιχεία και τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 2 και στην παράγραφο 4 στοιχείο α) και λαμβάνει υπόψη τις αιτίες για τις οποίες έλαβε η ενδιαφερόμενη αρχή την απόφασή της. Η ενδιαφερόμενη αρχή συμμορφώνεται με το αίτημα τροποποιώντας την απόφασή της μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν αντιδράσει εντός της δίμηνης προθεσμίας, θεωρείται ότι δεν έχει εγείρει αντιρρήσεις κατά της απόφασης της ενδιαφερόμενης αρχής.

6.   Όταν είναι αναγκαία επιπρόσθετη ικανότητα αντίστροφης ροής σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εκτίμησης της επικινδυνότητας που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 9, η διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου επαναλαμβάνεται κατόπιν αιτήματος κάποιου διαχειριστή συστημάτων μεταφοράς, κάποιας ενδιαφερόμενης αρχής ή της Επιτροπής.

7.   Η Επιτροπή και η ενδιαφερόμενη αρχή τηρούν την εμπιστευτικότητα των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών ανά πάσα στιγμή.

Άρθρο 8

Κανόνας για τον εφοδιασμό

1.   Η αρμόδια αρχή απαιτεί από τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου τις οποίες προσδιορίζει να λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίσουν την παροχή αερίου στους προστατευόμενους πελάτες του κράτους μέλους στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

ακραίες θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος επτά ημερών ακραίων τιμών το οποίο επέρχεται με στατιστική πιθανότητα μίας φοράς μέσα σε 20 έτη·

β)

χρονικά διαστήματα τουλάχιστον 30 ημερών εξαιρετικά υψηλής ζήτησης για αέριο, τα οποία επέρχονται με στατιστική πιθανότητα μίας φοράς μέσα σε 20 έτη· και

γ)

για περίοδο τουλάχιστον 30 ημερών σε περίπτωση διαταραχής της μεγαλύτερης ενιαίας υποδομής αερίου υπό μέσες χειμερινές συνθήκες.

Η αρμόδια αρχή προσδιορίζει τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 3 Ιουνίου 2012 το αργότερο.

2.   Οποιοσδήποτε κανόνας για τον αυξημένο εφοδιασμό που υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των 30 ημερών που αναφέρεται στα στοιχεία β) και γ) της παραγράφου 1 ή οποιαδήποτε επιπρόσθετη υποχρέωση που επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας του εφοδιασμού με αέριο βασίζεται στην εκτίμηση επικινδυνότητας που αναφέρεται στο άρθρο 9, αντανακλάται στο προληπτικό σχέδιο δράσης και:

α)

συμμορφώνεται με το άρθρο 3 παράγραφος 6·

β)

δεν στρεβλώνει αδικαιολόγητα τον ανταγωνισμό ούτε παρεμποδίζει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου·

γ)

δεν επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα οποιουδήποτε κράτους μέλους να εφοδιάσει τους προστατευόμενους πελάτες του όπως ορίζει το παρόν άρθρο σε περίπτωση εθνικής, ενωσιακής ή περιφερειακής έκτακτης ανάγκης· και

δ)

συμμορφώνεται με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 5 σε περίπτωση ενωσιακής ή περιφερειακής έκτακτης ανάγκης.

Σε πνεύμα αλληλεγγύης, η αρμόδια αρχή προσδιορίζει στο προληπτικό σχέδιο δράσης και το σχέδιο έκτακτης ανάγκης με ποιον τρόπο μπορεί να μειωθεί προσωρινά οποιοσδήποτε κανόνας για αυξημένο εφοδιασμό ή οποιαδήποτε πρόσθετη υποχρέωση επιβάλλεται στις επιχειρήσεις φυσικού αερίου σε περίπτωση ενωσιακής ή περιφερειακής έκτακτης ανάγκης.

3.   Μετά τις περιόδους που προσδιορίζονται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, ή υπό συνθήκες σοβαρότερες από εκείνες που ορίζονται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή και οι επιχειρήσεις φυσικού αερίου προσπαθούν να διατηρήσουν για το μέγιστο δυνατό χρονικό διάστημα την παροχή αερίου, ιδίως στους προστατευόμενους πελάτες.

4.   Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις φυσικού αερίου για την τήρηση των κανόνων για τον εφοδιασμό όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο δεν επιβάλλουν διακρίσεις και δεν επιβάλλουν υπέρμετρα βάρη στις επιχειρήσεις αυτές.

5.   Οι επιχειρήσεις φυσικού αερίου επιτρέπεται να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις αυτές σε περιφερειακό ή ενωσιακό επίπεδο, κατά περίπτωση. Η αρμόδια αρχή δεν απαιτεί οι κανόνες του παρόντος άρθρου να πληρούνται μόνο με βάση την υποδομή που βρίσκεται στο έδαφος της χώρας της.

6.   Η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι οι όροι για την παροχή αερίου στους προστατευόμενους πελάτες θεσπίζονται με την επιφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς αερίου και σε τιμή που ανταποκρίνεται στην αγοραία αξία του εφοδιαζόμενου αερίου.

Άρθρο 9

Εκτίμηση της επικινδυνότητας

1.   Έως τις 3 Δεκεμβρίου 2011, κάθε αρμόδια αρχή προβαίνει, βάσει των ακόλουθων κοινών στοιχείων, σε πλήρη εκτίμηση των κινδύνων που απειλούν την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο στο κράτος μέλος της ως εξής:

α)

χρησιμοποιώντας τους κανόνες των άρθρων 6 και 8, κατά τρόπον ώστε να διαφαίνονται ο υπολογισμός του τύπου N–1, οι χρησιμοποιηθείσες υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τον υπολογισμό του τύπου N–1 σε περιφερειακό επίπεδο, και τα δεδομένα που είναι αναγκαία για αυτόν τον υπολογισμό·

β)

λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές εθνικές και περιφερειακές περιστάσεις, ιδίως το μέγεθος της αγοράς, τη διαμόρφωση του δικτύου, τις πραγματικές ροές, συμπεριλαμβανομένων των εκροών από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, την ικανότητα υλικών ροών αερίου και στις δυο κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής ανάγκης για επακόλουθη ενίσχυση του συστήματος μεταφοράς, την παρουσία της παραγωγής και της αποθήκευσης και τον ρόλο του αερίου στο ενεργειακό μείγμα, ιδίως όσον αφορά την τηλεθέρμανση και την παραγωγή ηλεκτρισμού και για τη λειτουργία των βιομηχανιών, και τους παράγοντες της ασφάλειας και της ποιότητας του αερίου·

γ)

εξετάζοντας διάφορα σενάρια εξαιρετικά υψηλής διαταραχής της προσφοράς και της ζήτησης του αερίου, όπως η αστοχία των κύριων υποδομών μεταφοράς, εγκαταστάσεων αποθήκευσης ή τερματικών σταθμών ΥΦΑ, και διαταραχής του εφοδιασμού από προμηθευτές τρίτων χωρών, λαμβάνοντας υπόψη την προϊστορία, την πιθανότητα, την εποχή, τη συχνότητα και τη διάρκεια της εμφάνισής τους, όπως και, κατά περίπτωση, τους γεωπολιτικούς κινδύνους, και εκτιμώντας τις πιθανές συνέπειες των εν λόγω σεναρίων·

δ)

εντοπίζοντας την αλληλεπίδραση και τον συσχετισμό κινδύνων με άλλα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των διασυνδέσεων, των διασυνοριακών προμηθειών, της διασυνοριακής πρόσβασης σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης και της ικανότητας αμφίδρομης ροής·

ε)

λαμβάνοντας υπόψη τη μέγιστη ικανότητα διασύνδεσης κάθε συνοριακού σημείου εισόδου και εξόδου.

2.   Όπου εφαρμόζεται το άρθρο 4 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσης κοινή εκτίμηση επικινδυνότητας σε περιφερειακό επίπεδο.

3.   Οι επιχειρήσεις φυσικού αερίου, οι βιομηχανικοί πελάτες αερίου, οι σχετικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των οικιακών και βιομηχανικών πελατών αερίου, όπως και τα κράτη μέλη και η εθνική ρυθμιστική αρχή, εφόσον πρόκειται για άλλη από την αρμόδια αρχή, συνεργάζονται με την αρμόδια αρχή και παρέχουν, κατόπιν αιτήματος, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκτίμηση επικινδυνότητας.

4.   Η εκτίμηση επικινδυνότητας επικαιροποιείται για πρώτη φορά το αργότερο 18 μήνες μετά την έγκριση των προληπτικών σχεδίων δράσης και έκτακτης ανάγκης που αναφέρονται στο άρθρο 4 και, έπειτα, κάθε δύο έτη πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου του αντίστοιχου έτους, εκτός και αν απαιτείται συχνότερη επικαιροποίηση λόγω των περιστάσεων. Η εκτίμηση επικινδυνότητας λαμβάνει υπόψη την πρόοδο που έχει σημειωθεί στις επενδύσεις που χρειάζονται για την ανταπόκριση στον κανόνα για την υποδομή που ορίζεται στο άρθρο 6, όπως και τις ιδιαίτερες δυσκολίες κατά χώρα που συναντώνται κατά την εφαρμογή νέων εναλλακτικών λύσεων.

5.   Η εκτίμηση της επικινδυνότητας, συμπεριλαμβανομένων των επικαιροποιημένων εκδόσεων, υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή.

Άρθρο 10

Σχέδια έκτακτης ανάγκης και επίπεδα κρίσης

1.   Τα εθνικά και κοινά σχέδια έκτακτης ανάγκης:

α)

βασίζονται στα επίπεδα κρίσης της παραγράφου 3·

β)

ορίζουν τον ρόλο και τις αρμοδιότητες των επιχειρήσεων φυσικού αερίου και των βιομηχανικών πελατών αερίου, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας υπόψη τον διαφορετικό βαθμό στον οποίο θίγονται σε περίπτωση διαταραχών του εφοδιασμού με αέριο, και τη διάδρασή τους με τις αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε καθένα από τα επίπεδα κρίσης που ορίζονται στην παράγραφο 3·

γ)

ορίζουν τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών και των άλλων οργανισμών στους οποίους ανατίθενται τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 σε καθένα από τα επίπεδα κρίσης που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·

δ)

διασφαλίζουν ότι δίνονται επαρκείς δυνατότητες στις επιχειρήσεις φυσικού αερίου και στους βιομηχανικούς πελάτες αερίου να ανταποκρίνονται σε κάθε επίπεδο κρίσης·

ε)

προσδιορίζουν, κατά περίπτωση, τα μέτρα και τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν για τον μετριασμό του πιθανού αντικτύπου της διαταραχής του εφοδιασμού με φυσικό αέριο στην τηλεθέρμανση και την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από αέριο·

στ)

θεσπίζουν λεπτομερείς διαδικασίες και μέτρα που ακολουθούνται για κάθε επίπεδο κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων σχεδίων για τις ροές πληροφοριών·

ζ)

ορίζουν διαχειριστή κρίσης ή ομάδα κρίσης και καθορίζουν τον ρόλο τους·

η)

προσδιορίζουν τη συμβολή των μέτρων που στηρίζονται στην αγορά και δη εκείνων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ για την αντιμετώπιση της κατάστασης σε επίπεδο επιφυλακής και την άμβλυνση της κατάστασης σε επίπεδο έκτακτης ανάγκης·

θ)

προσδιορίζουν τη συμβολή των μέτρων που δεν στηρίζονται στην αγορά που έχουν προγραμματιστεί ή πρόκειται να εφαρμοστούν για το επίπεδο έκτακτης ανάγκης και δη εκείνων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ και εκτιμούν τον βαθμό στον οποίο η χρήση τέτοιων μέτρων που δεν στηρίζονται στην αγορά είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση μιας κρίσης, εκτιμούν τα αποτελέσματά τους και καθορίζουν τις διαδικασίες εφαρμογής τους, λαμβάνοντας υπόψη πως μέτρα που δεν στηρίζονται στην αγορά χρησιμοποιούνται μόνο όταν οι μηχανισμοί που στηρίζονται στην αγορά από μόνοι τους δεν μπορούν πλέον να διασφαλίσουν τον εφοδιασμό, ιδίως στους προστατευόμενους πελάτες·

ι)

περιγράφουν τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται για τη συνεργασία με άλλα κράτη μέλη για κάθε επίπεδο κρίσης·

ια)

παρουσιάζουν αναλυτικά τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις φυσικού αερίου σε επίπεδο επιφυλακής και έκτακτης ανάγκης·

ιβ)

περιλαμβάνουν κατάλογο προκαθορισμένων ενεργειών για την εξασφάλιση διαθέσιμου αερίου σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών συμφωνιών μεταξύ των μερών που συμμετέχουν στις εν λόγω ενέργειες και των μηχανισμών αντιστάθμισης για τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου, κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ευαίσθητων δεδομένων. Οι ενέργειες αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν διασυνοριακές συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών ή/και επιχειρήσεων φυσικού αερίου.

2.   Τα εθνικά και κοινά σχέδια έκτακτης ανάγκης επικαιροποιούνται κάθε δύο έτη, εκτός εάν ενδείκνυται συχνότερη επικαιροποίηση λόγω των περιστάσεων, και αντανακλούν την επικαιροποιημένη εκτίμηση επικινδυνότητας. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 παράγραφος 2 διαβούλευση ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές διενεργείται πριν από την έγκριση των επικαιροποιημένων σχεδίων.

3.   Τα τρία κύρια επίπεδα κρίσης είναι τα ακόλουθα:

α)

επίπεδο έγκαιρης προειδοποίησης (έγκαιρη προειδοποίηση): όταν υπάρχουν συγκεκριμένες, σοβαρές και αξιόπιστες πληροφορίες ότι μπορεί να συμβεί ένα γεγονός που είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική επιδείνωση της κατάστασης του εφοδιασμού και είναι πιθανό να οδηγήσει στην ενεργοποίηση του επιπέδου επιφυλακής ή έκτακτης ανάγκης· το επίπεδο έγκαιρης προειδοποίησης μπορεί να ενεργοποιηθεί από μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης·

β)

επίπεδο επιφυλακής (επιφυλακή): όταν εμφανίζεται διαταραχή του εφοδιασμού ή εξαιρετικά υψηλή ζήτηση αερίου, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική επιδείνωση της κατάστασης του εφοδιασμού, αλλά η αγορά είναι ακόμα ικανή να διαχειριστεί αυτήν τη διαταραχή ή ζήτηση χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει σε μέτρα που δεν στηρίζονται στην αγορά·

γ)

επίπεδο έκτακτης ανάγκης (έκτακτη ανάγκη): σε περίπτωση εξαιρετικά υψηλής ζήτησης αερίου, σημαντικής διαταραχής του εφοδιασμού ή άλλης σημαντικής επιδείνωσης της κατάστασης του εφοδιασμού και σε περίπτωση που όλα τα σχετικά μέτρα έχουν εφαρμοστεί αλλά ο εφοδιασμός με αέριο δεν αρκεί για να καλύψει την εναπομένουσα ζήτηση αερίου, έτσι ώστε να πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα που δεν στηρίζονται στην αγορά, προκειμένου, κατά κύριο λόγο, να διασφαλιστεί ο εφοδιασμός με αέριο στους προστατευόμενους πελάτες σύμφωνα με το άρθρο 8.

4.   Τα εθνικά και κοινά σχέδια έκτακτης ανάγκης εξασφαλίζουν τη διατήρηση της διασυνοριακής πρόσβασης στις υποδομές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2009 στο μέτρο του δυνατού από τεχνικής άποψης και από άποψης ασφάλειας σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Τα σχέδια συνάδουν με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού και δεν θεσπίζουν κανένα μέτρο που να περιορίζει αδικαιολόγητα τη διασυνοριακή ροή αερίου.

5.   Όταν η αρμόδια αρχή κηρύσσει κρίση οποιουδήποτε επιπέδου από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 3, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και της παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, κυρίως όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες προτίθεται να προβεί. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης που μπορεί να οδηγήσει σε έκκληση για βοήθεια από την Ένωση και τα κράτη μέλη της, η αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ειδοποιεί χωρίς καθυστέρηση το Κέντρο Παρακολούθησης και Πληροφοριών Πολιτικής Προστασίας της Επιτροπής.

6.   Όταν η αρμόδια αρχή κηρύσσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ακολουθεί τις προκαθορισμένες ενέργειες όπως ορίζονται στο σχέδιό της για έκτακτη ανάγκη και ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή ιδίως για τις ενέργειες που σκοπεύει να πραγματοποιήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή μπορεί να λάβει δράσεις οι οποίες να αποκλίνουν από το σχέδιο έκτακτης ανάγκης. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή σχετικά με οποιαδήποτε δράση τέτοιας μορφής και παρέχει σχετική αιτιολόγηση.

7.   Τα κράτη μέλη και, ιδίως, η αρμόδια αρχή εξασφαλίζουν ότι:

α)

δεν λαμβάνονται μέτρα τα οποία να περιορίζουν αδικαιολόγητα τη ροή του αερίου μέσα στην εσωτερική αγορά οποιαδήποτε στιγμή·

β)

δεν λαμβάνονται μέτρα που είναι πιθανό να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την κατάσταση του εφοδιασμού με αέριο σε κάποιο άλλο κράτος μέλος· και

γ)

διατηρείται η διασυνοριακή πρόσβαση στις υποδομές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2009 στο μέτρο του δυνατού από τεχνικής άποψης και από άποψης ασφάλειας σύμφωνα με το σχέδιο έκτακτης ανάγκης.

8.   Η Επιτροπή επαληθεύει, το συντομότερο δυνατόν, αλλά σε κάθε περίπτωση μέσα σε πέντε ημέρες από την ενημέρωση από την αρμόδια αρχή κατά την παράγραφο 5, εάν είναι δικαιολογημένη η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ) και εάν τα ληφθέντα μέτρα ακολουθούν όσο το δυνατόν στενότερα τις δράσεις που αναφέρονται στο σχέδιο έκτακτης ανάγκης, δεν επιβαρύνουν αδικαιολόγητα τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου και εάν συνάδουν με την παράγραφο 7. Η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής, των επιχειρήσεων φυσικού αερίου ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας να ζητήσει από την αρμόδια επιτροπή να τροποποιήσει τα μέτρα όπου αυτά αντιτίθενται στους όρους που ορίζονται στην παράγραφο 7 και στην πρώτη περίοδο αυτής της παραγράφου. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να άρει την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης εφόσον θεωρεί ότι η εν λόγω κήρυξη δεν είναι πλέον δικαιολογημένη σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ).

Μέσα σε τρεις ημέρες από την κοινοποίηση του αιτήματος της Επιτροπής, η αρμόδια αρχή τροποποιεί τα μέτρα και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή ή ενημερώνει την Επιτροπή για τους λόγους για τους οποίους δεν συμφωνεί με το αίτημα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί εντός τριών ημερών να τροποποιήσει ή να αποσύρει το αίτημά της ή, προκειμένου να εξετάσει το ζήτημα, να συγκαλέσει την ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές και, εφόσον η Επιτροπή το κρίνει απαραίτητο, την ομάδα συντονισμού για το αέριο. Η Επιτροπή αιτιολογεί λεπτομερώς τις αλλαγές που ζητεί όσον αφορά τη δράση. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει πλήρως υπόψη της τη θέση της Επιτροπής. Αν η τελική απόφαση της αρμόδιας αρχής διαφέρει από τη θέση της Επιτροπής, η αρμόδια αρχή παρέχει και δημοσιοποιεί τις αιτίες για αυτήν την απόφαση.

Άρθρο 11

Αποκρίσεις σε ενωσιακές και περιφερειακές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

1.   Κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής που έχει κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και μετά την επαλήθευση σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 8, η Επιτροπή μπορεί να κηρύξει ενωσιακή ή περιφερειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης για συγκεκριμένη πληττόμενη γεωγραφική περιοχή. Κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον δύο αρμόδιων αρχών που έχουν κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και μετά την επαλήθευση που προβλέπει το άρθρο 10 παράγραφος 8 και εφόσον συνδέονται οι αιτίες για αυτές τις έκτακτες ανάγκες, η Επιτροπή κηρύσσει, κατά περίπτωση, ενωσιακή ή περιφερειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Σε όλες τις περιπτώσεις, η Επιτροπή, χρησιμοποιώντας τον πιο κατάλληλο για την κατάσταση τρόπο επικοινωνίας, συλλέγει τις απόψεις των υπόλοιπων αρμόδιων αρχών και λαμβάνει δεόντως υπόψη όλες τις σχετικές πληροφορίες που παρέχουν αυτές οι αρχές. Όταν εκτιμά ότι η βάση στην οποία στηρίζεται η ενωσιακή ή η περιφερειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν δικαιολογεί πλέον κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η Επιτροπή κηρύσσει το τέλος της ενωσιακής ή της περιφερειακής κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Σε όλες τις περιπτώσεις, η Επιτροπή αιτιολογεί την απόφασή της και ενημερώνει το Συμβούλιο σχετικά.

2.   Η Επιτροπή συγκαλεί την ομάδα συντονισμού για το αέριο αμέσως μόλις κηρύξει ενωσιακή ή περιφερειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Κατά τη διάρκεια της ενωσιακής ή της περιφερειακής κατάστασης έκτακτης ανάγκης, κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον τριών κρατών μελών, η Επιτροπή δύναται να περιορίσει τη συμμετοχή στην ομάδα συντονισμού για το αέριο των εκπροσώπων των κρατών μελών και των αρμόδιων αρχών, για μια ολόκληρη συνάντηση ή μέρος της.

3.   Σε ενωσιακή ή περιφερειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή συντονίζει τις ενέργειες των αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις σχετικές πληροφορίες και τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τη διαβούλευση με την ομάδα συντονισμού για το αέριο. Ειδικότερα, η Επιτροπή:

α)

εξασφαλίζει την ανταλλαγή πληροφοριών·

β)

εξασφαλίζει τη συνέπεια και την αποτελεσματικότητα των ενεργειών σε επίπεδο κρατών μελών και σε περιφερειακό επίπεδο σε σχέση με το ενωσιακό επίπεδο·

γ)

συντονίζει τις ενέργειες όσον αφορά τρίτες χώρες.

4.   Η Επιτροπή μπορεί να συγκαλέσει ομάδα διαχείρισης κρίσης που αποτελείται από διαχειριστές κρίσης που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) από τα κράτη μέλη τα οποία αφορά η κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η Επιτροπή, κατόπιν συμφωνίας με τους διαχειριστές κρίσης, μπορεί να ζητήσει και από άλλους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς να συμμετάσχουν. Η Επιτροπή διασφαλίζει την τακτική ενημέρωση της ομάδας συντονισμού για το αέριο σχετικά με τις εργασίες της ομάδας διαχείρισης κρίσης.

5.   Τα κράτη μέλη και ιδίως οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι:

α)

δεν λαμβάνονται μέτρα τα οποία να περιορίζουν αδικαιολόγητα τη ροή του αερίου μέσα στην εσωτερική αγορά οποιαδήποτε στιγμή, ιδίως τη ροή του αερίου στις πληγείσες αγορές·

β)

δεν λαμβάνονται μέτρα που είναι πιθανό να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την κατάσταση του εφοδιασμού με αέριο σε κάποιο άλλο κράτος μέλος· και

γ)

διατηρείται η διασυνοριακή πρόσβαση στις υποδομές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2009 στο μέτρο του δυνατού από τεχνικής άποψης και από άποψης ασφάλειας, σύμφωνα με το σχέδιο έκτακτης ανάγκης.

6.   Εάν η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής ή επιχείρησης φυσικού αερίου ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, θεωρεί ότι, σε μια ενωσιακή ή περιφερειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης, δράση που αναλαμβάνεται από κράτος μέλος ή αρμόδια αρχή ή η συμπεριφορά επιχείρησης φυσικού αερίου αντιτίθεται στην παράγραφο 5, τότε η Επιτροπή ζητεί από το εν λόγω κράτος μέλος ή την αρμόδια αρχή να αλλάξει τη δράση της, προκειμένου να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 5, ενημερώνοντάς τη για τους λόγους αυτού του αιτήματος. Λαμβάνεται δεόντως υπόψη η ανάγκη ασφαλούς λειτουργίας του συστήματος φυσικού αερίου σε κάθε περίπτωση.

Μέσα σε τρεις ημέρες από την κοινοποίηση του αιτήματος της Επιτροπής, το κράτος μέλος ή η αρμόδια αρχή τροποποιεί τις ενέργειές της και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή ή εξηγεί στην Επιτροπή γιατί δεν συμφωνεί με το αίτημα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί εντός τριών ημερών να τροποποιήσει ή να αποσύρει το αίτημά της ή να συγκαλέσει το κράτος μέλος ή την αρμόδια αρχή και, εάν η Επιτροπή το κρίνει απαραίτητο, την ομάδα συντονισμού για το αέριο, προκειμένου να εξετάσουν το ζήτημα. Η Επιτροπή αιτιολογεί λεπτομερώς τις αλλαγές που ζητά όσον αφορά τη δράση. Το κράτος μέλος ή η αρμόδια αρχή λαμβάνει πλήρως υπόψη της τη θέση της Επιτροπής. Αν η τελική απόφαση της αρμόδιας αρχής ή του κράτους μέλους διαφέρει από τη θέση της Επιτροπής, η αρμόδια αρχή ή το κράτος μέλος παρέχει το αιτιολογικό της εν λόγω απόφασης.

7.   Η Επιτροπή, αφού διαβουλευτεί με την ομάδα συντονισμού για το αέριο, καταρτίζει μόνιμο εφεδρικό κατάλογο για ειδική ομάδα παρακολούθησης που αποτελείται από εμπειρογνώμονες του κλάδου και εκπροσώπους της Επιτροπής. Αυτή η ειδική ομάδα παρακολούθησης μπορεί να κινητοποιείται εκτός της Ένωσης όποτε χρειάζεται και παρακολουθεί και αναφέρει σχετικά με τις εισροές αερίου στην Ένωση, σε συνεργασία με τις προμηθεύτριες τρίτες χώρες και τις τρίτες χώρες διέλευσης.

8.   Η αρμόδια αρχή παρέχει στο Κέντρο Παρακολούθησης και Πληροφοριών Πολιτικής Προστασίας της Επιτροπής πληροφορίες για οποιαδήποτε ανάγκη παροχής βοήθειας. Το Κέντρο Παρακολούθησης και Πληροφοριών Πολιτικής Προστασίας εκτιμά τη συνολική κατάσταση και παρέχει συμβουλές για τη βοήθεια που πρέπει να παρασχεθεί στα κράτη μέλη τα οποία αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα προβλήματα και, κατά περίπτωση, σε τρίτες χώρες.

Άρθρο 12

Ομάδα συντονισμού για το αέριο

1.   Συγκροτείται ομάδα συντονισμού για το αέριο με σκοπό να διευκολύνει τον συντονισμό των μέτρων σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο. Η ομάδα αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών, ιδίως των αρμόδιων αρχών τους, καθώς και του Οργανισμού, του ΕΔΔΣΜ Φυσικού Αερίου και των αντιπροσωπευτικών οργανισμών της σχετικής βιομηχανίας και των σχετικών πελατών. Η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τα κράτη μέλη, αποφασίζει σχετικά με τη σύνθεση της ομάδας, εξασφαλίζοντας ότι είναι πλήρως αντιπροσωπευτική. Η Επιτροπή ασκεί την προεδρία της ομάδας. Η ομάδα καταρτίζει τον εσωτερικό της κανονισμό.

2.   Σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ομάδα συντονισμού για το αέριο καλείται σε διαβούλευση και συνεργάζεται στενά με την Επιτροπή ιδίως όσον αφορά τα ακόλουθα ζητήματα:

α)

την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο, οποτεδήποτε και ειδικότερα σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης·

β)

κάθε πληροφορία σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο σε εθνικό, περιφερειακό και ενωσιακό επίπεδο·

γ)

τις βέλτιστες πρακτικές και πιθανές κατευθυντήριες γραμμές για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη·

δ)

το επίπεδο ασφάλειας εφοδιασμού, στοιχεία συγκριτικής αξιολόγησης και μεθοδολογίες εκτίμησης·

ε)

εθνικά, περιφερειακά και ενωσιακά σενάρια και δοκιμή των επιπέδων ετοιμότητας·

στ)

την εκτίμηση των προληπτικών σχεδίων δράσης και των σχεδίων έκτακτης ανάγκης και την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται σε αυτά·

ζ)

τον συντονισμό μέτρων για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης εντός της Ένωσης, σε τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης για την Ενεργειακή Κοινότητα και σε άλλες τρίτες χώρες·

η)

τις ανάγκες παροχής βοήθειας προς τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν τα σοβαρότερα προβλήματα.

3.   Η Επιτροπή συγκαλεί την ομάδα συντονισμού για το αέριο σε τακτική βάση και ανταλλάσσει τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές, τηρώντας παράλληλα την εμπιστευτικότητα των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

Άρθρο 13

Ανταλλαγή πληροφοριών

1.   Αν τα κράτη μέλη έχουν ήδη υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας σχετικές με την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο, τις δημοσιοποιούν μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 2011. Τυχόν επακόλουθες επικαιροποιήσεις ή πρόσθετες υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που σχετίζονται με την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο δημοσιοποιούνται επίσης αμέσως μόλις εγκριθούν από τα κράτη μέλη.

2.   Κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, οι οικείες επιχειρήσεις φυσικού αερίου θέτουν ειδικότερα τις ακόλουθες πληροφορίες στη διάθεση της Αρμόδιας Αρχής σε καθημερινή βάση:

α)

καθημερινές προβλέψεις προσφοράς και ζήτησης αερίου για τις τρεις επόμενες ημέρες·

β)

καθημερινή παροχή αερίου σε όλα τα διασυνοριακά σημεία εισόδου και εξόδου, καθώς και σε όλα τα σημεία που συνδέουν μια εγκατάσταση παραγωγής, μια εγκατάσταση αποθήκευσης ή ένα τερματικό ΥΦΑ με το δίκτυο σε εκατ. m3/ημέρα·

γ)

το χρονικό διάστημα, εκφρασμένο σε ημέρες, κατά το οποίο αναμένεται ότι θα μπορεί να εξασφαλιστεί η παροχή αερίου στους προστατευόμενους πελάτες.

3.   Σε περίπτωση ενωσιακής ή περιφερειακής κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να της διαβιβάσει χωρίς καθυστέρηση τουλάχιστον τα εξής:

α)

τις πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο 2·

β)

πληροφορίες για τα μέτρα που είναι προγραμματισμένα να ληφθούν και εκείνα που ήδη εφαρμόζονται από την αρμόδια αρχή για την άμβλυνση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και πληροφορίες για την αποτελεσματικότητά τους·

γ)

τα αιτήματα που διατυπώθηκαν για λήψη πρόσθετων μέτρων από άλλες αρμόδιες αρχές·

δ)

τα μέτρα που εφαρμόζονται έπειτα από αίτημα άλλων αρμόδιων αρχών.

4.   Οι αρμόδιες αρχές και η Επιτροπή τηρούν την εμπιστευτικότητα των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

5.   Ύστερα από κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η αρμόδια αρχή, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έξι εβδομάδες μετά την άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, παρέχει στην Επιτροπή λεπτομερή εκτίμηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και της αποτελεσματικότητας των εφαρμοσθέντων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης των οικονομικών επιπτώσεων της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, των επιπτώσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και της βοήθειας που δόθηκε ή/και ελήφθη από την Ένωση και τα κράτη μέλη της. Η εκτίμηση αυτή διατίθεται στην ομάδα συντονισμού για το αέριο και εξετάζεται στις επικαιροποιήσεις των προληπτικών σχεδίων δράσης και των σχεδίων έκτακτης ανάγκης.

Η Επιτροπή αναλύει τις εκτιμήσεις των αρμόδιων αρχών και ενημερώνει τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την ομάδα συντονισμού για το αέριο, υποβάλλοντας τα αποτελέσματά της σε συγκεντρωτική μορφή.

6.   Προκειμένου να είναι σε θέση η Επιτροπή να εκτιμήσει την κατάσταση της ασφάλειας εφοδιασμού σε ενωσιακό επίπεδο:

α)

το αργότερο μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου 2011, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις υπάρχουσες διακυβερνητικές συμφωνίες που έχουν συναφθεί με τρίτες χώρες και έχουν επιπτώσεις στην ανάπτυξη των υποδομών και των προμηθειών αερίου. Όταν συνάπτουν νέες διακυβερνητικές συμφωνίες με τρίτες χώρες που έχουν τέτοιες επιπτώσεις, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή·

β)

για υφιστάμενες συμβάσεις, το αργότερο μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου 2011 καθώς επίσης και για νέες συμβάσεις ή σε περίπτωση αλλαγών σε υπάρχουσες συμβάσεις, οι επιχειρήσεις φυσικού αερίου κοινοποιούν στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές τις ακόλουθες λεπτομέρειες συμβάσεων διάρκειας άνω του ενός έτους που έχουν συναφθεί με προμηθευτές από τρίτες χώρες:

i)

διάρκεια της σύμβασης,

ii)

συμβατικές ποσότητες συνολικά, σε ετήσια βάση, και μέση ποσότητα ανά μήνα,

iii)

σε περίπτωση επιφυλακής ή κατάστασης έκτακτης ανάγκης, τη συμβεβλημένη ανώτατη ημερήσια ποσότητα,

iv)

συμβατικά σημεία παράδοσης.

Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί τα δεδομένα αυτά στην Επιτροπή με ενοποιημένη μορφή. Σε περίπτωση σύναψης νέων συμβάσεων ή αλλαγών σε υπάρχουσες συμβάσεις, κοινοποιείται ξανά το σύνολο των δεδομένων με ενοποιημένη μορφή και σε τακτική βάση. Η αρμόδια αρχή και η Επιτροπή τηρούν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών.

Άρθρο 14

Παρακολούθηση από την Επιτροπή

Η Επιτροπή παρακολουθεί συνεχώς τα μέτρα για την ασφάλεια του εφοδιασμού και συντάσσει σχετική έκθεση, ιδίως μέσω της διενέργειας ετήσιας εκτίμησης των εκθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ και μέσω των πληροφοριών που σχετίζονται με την εφαρμογή των άρθρων 11 και 52 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας και, όταν καθίστανται διαθέσιμες, μέσω των πληροφοριών που θα περιλαμβάνονται στην εκτίμηση της επικινδυνότητας και στα προληπτικά σχέδια δράσης και τα σχέδια έκτακτης ανάγκης που θα καταρτιστούν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Το αργότερο μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή, βάσει της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 6 και κατόπιν διαβουλεύσεως με την ομάδα συντονισμού για το αέριο:

α)

συντάσσει συμπεράσματα ως προς τα πιθανά μέσα ενίσχυσης της ασφάλειας εφοδιασμού σε ενωσιακό επίπεδο, εκτιμά τη σκοπιμότητα της διενέργειας εκτιμήσεων επικινδυνότητας και της κατάρτισης προληπτικών σχεδίων δράσης και σχεδίων έκτακτης ανάγκης σε ενωσιακό επίπεδο και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης μεταξύ άλλων της προόδου που έχει σημειωθεί όσον αφορά τη διασύνδεση της αγοράς· και

β)

υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη συνολική συνέπεια των προληπτικών σχεδίων δράσης και των σχεδίων έκτακτης ανάγκης των κρατών μελών, καθώς και σχετικά με τη συμβολή τους στην αλληλεγγύη και την ετοιμότητα από ενωσιακής άποψης.

Η έκθεση περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, συστάσεις για τη βελτίωση του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 15

Καταργούμενες διατάξεις

Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών που αφορούν τις προθεσμίες για τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας 2004/67/ΕΚ, η εν λόγω οδηγία καταργείται από τις 2 Δεκεμβρίου 2010 με εξαίρεση το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο θα ισχύει μέχρις ότου το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ορίσει προστατευόμενους πελάτες, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, και προσδιορίσει τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2004/67/ΕΚ δεν εφαρμόζεται πλέον από τις 3 Ιουνίου 2012.

Άρθρο 16

Παρέκκλιση

Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στη Μάλτα και την Κύπρο για όσο διάστημα δεν παρέχεται αέριο στις αντίστοιχες επικράτειές τους. Για τη Μάλτα και την Κύπρο οι προθεσμίες που συνεπάγονται από το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο σημείο 1), το άρθρο 3 παράγραφος 2, το άρθρο 4 παράγραφος 2, το άρθρο 4 παράγραφος 5, το άρθρο 6 παράγραφος 1, το άρθρο 6 παράγραφος 5, το άρθρο 8 παράγραφος 1, το άρθρο 9 παράγραφος 1 και το άρθρο 13 παράγραφος 6 στοιχεία α) και β) εφαρμόζονται ως εξής:

α)

για το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο σημείο 1), το άρθρο 3 παράγραφος 2, το άρθρο 9 παράγραφος 1 και το άρθρο 13 παράγραφος 6 στοιχεία α) και β): 12 μήνες·

β)

για το άρθρο 4 παράγραφος 2 και το άρθρο 8 παράγραφος 1: 18 μήνες·

γ)

για το άρθρο 4 παράγραφος 5: 24 μήνες·

δ)

για το άρθρο 6 παράγραφος 5: 36 μήνες·

ε)

για το άρθρο 6 παράγραφος 1: 48 μήνες·

από την πρώτη μέρα εφοδιασμού με αέριο στις αντίστοιχες επικράτειές τους.

Άρθρο 17

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 6 παράγραφος 8, η πρώτη περίοδος του άρθρου 10 παράγραφος 4, το άρθρο 10 παράγραφος 7 στοιχείο γ) και το άρθρο 11 παράγραφος 5 στοιχείο γ) εφαρμόζονται από την 3η Μαρτίου 2011.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 20 Οκτωβρίου 2010.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

O. CHASTEL


(1)  Γνώμη της 20ής Ιανουαρίου 2010 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2010 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 11ης Οκτωβρίου 2010.

(3)  ΕΕ L 127 της 29.4.2004, σ. 92.

(4)  ΕΕ L 198 της 20.7.2006, σ. 18.

(5)  ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 36.

(7)  ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 94.

(8)  ΕΕ L 314 της 1.12.2007, σ. 9.

(9)  ΕΕ L 345 της 23.12.2008, σ. 75.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ N–1

1.   Ορισμός του τύπου N–1

Ο τύπος N–1 περιγράφει την ικανότητα της τεχνικής δυναμικότητας της υποδομής αερίου για την ικανοποίηση της συνολικής ζήτησης αερίου στην περιοχή υπολογισμού σε περίπτωση διαταραχής της μεγαλύτερης ενιαίας υποδομής αερίου κατά τη διάρκεια ημέρας με κατ’ εξαίρεση υψηλή ζήτηση αερίου που, σύμφωνα με τη στατιστική πιθανότητα, επέρχεται μία φορά μέσα σε 20 έτη.

Στην υποδομή αερίου περιλαμβάνεται το δίκτυο μεταφοράς αερίου, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεων, καθώς και η παραγωγή ΥΦΑ και οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης που συνδέονται με την περιοχή υπολογισμού.

Η τεχνική δυναμικότητα (1) όλης της υπόλοιπης διαθέσιμης υποδομής αερίου σε περίπτωση διαταραχής της μεγαλύτερης ενιαίας υποδομής αερίου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με το άθροισμα της συνολικής ημερήσιας ζήτησης αερίου της περιοχής υπολογισμού κατά τη διάρκεια μιας ημέρας εξαιρετικά υψηλής ζήτησης αερίου που, σύμφωνα με τη στατιστική πιθανότητα, επέρχεται μία φορά μέσα σε 20 έτη.

Τα αποτελέσματα του τύπου Ν-1, όπως υπολογίζεται παρακάτω, πρέπει να ισούται τουλάχιστον με 100 %.

2.   Μέθοδος υπολογισμού του τύπου N–1

Formula, N – 1 ≥ 100 %

3.   Ορισμοί των παραμέτρων του τύπου N–1:

«Περιοχή υπολογισμού» είναι η γεωγραφική περιοχή για την οποία υπολογίζεται ο τύπος N–1, όπως ορίζεται από την αρμόδια αρχή.

Ορισμός της πλευράς της ζήτησης

Ως «Dmax» νοείται η συνολική ημερήσια ζήτηση σε φυσικό αέριο (εκφρασμένη σε εκατ. m3/ημέρα) της περιοχής υπολογισμού κατά τη διάρκεια μιας ημέρας με εξαιρετικά υψηλή ζήτηση, με στατιστική πιθανότητα εμφάνισης μία φορά μέσα σε 20 έτη.

Ορισμοί από την πλευρά της προσφοράς

«EPm»: ως τεχνική δυναμικότητα των σημείων εισόδου (εκφρασμένη σε εκατ. m3/ημέρα), εκτός από την παραγωγή, το ΥΦΑ και τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης που καλύπτονται από τα Pm, Sm και LNGm, νοείται η ποσότητα της τεχνικής δυναμικότητας όλων των σημείων εισόδου που έχουν τη δυνατότητα να τροφοδοτήσουν με φυσικό αέριο την περιοχή υπολογισμού·

«Pm»: ως μέγιστη τεχνική παραγωγική δυναμικότητα (εκφρασμένη σε εκατ. m3/ημέρα) νοείται το άθροισμα της μέγιστης τεχνικής ημερήσιας παραγωγικής δυναμικότητας όλων των εγκαταστάσεων παραγωγής φυσικού αερίου η οποία μπορεί να παρασχεθεί στα σημεία εισόδου στην περιοχή υπολογισμού·

«Sm»: ως μέγιστη τεχνική ικανότητα απόληψης (εκφρασμένη σε εκατ. m3/ημέρα) νοείται το άθροισμα της μέγιστης τεχνικής ημερήσιας ικανότητας απόληψης από όλες τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης η οποία μπορεί να παραδοθεί στα σημεία εισόδου στην περιοχή υπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα αντίστοιχα φυσικά χαρακτηριστικά τους·

«LNGm»: ως μέγιστη τεχνική δυναμικότητα εγκατάστασης ΥΦΑ (εκφρασμένη σε εκατ. m3/ημέρα) νοούνται οι μέγιστες ημερήσιες τεχνικές δυνατότητες σε όλες τις εγκαταστάσεις ΥΦΑ στην περιοχή υπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη κρίσιμα στοιχεία όπως η εκφόρτωση, οι βοηθητικές υπηρεσίες, η προσωρινή αποθήκευση και η επαναεριοποίηση ΥΦΑ, καθώς και η τεχνική δυναμικότητα εξαγωγής στο σύστημα·

«Im»: νοείται η τεχνική δυναμικότητα της μεγαλύτερης ενιαίας υποδομής αερίου (εκατ. m3/ημέρα) με την υψηλότερη ικανότητα παροχής στην περιοχή υπολογισμού. Όταν διάφορες υποδομές αερίου συνδέονται σε μια κοινή ανάντην ή κατάντην υποδομή αερίου και η διαχείρισή τους δεν μπορεί να γίνει μεμονωμένα, θεωρούνται ως μία ενιαία υποδομή αερίου.

4.   Υπολογισμός του τύπου N–1 με τη χρήση μέτρων από την πλευρά της ζήτησης

Formula, N – 1 ≥ 100 %

Ορισμός από την πλευρά της ζήτησης

Ως «Deff» νοείται το τμήμα (εκφρασμένο σε εκατ. m3/ημέρα) της Dmax, το οποίο σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού μπορεί να καλυφθεί επαρκώς και εγκαίρως με μέτρα από την πλευρά της ζήτησης που στηρίζονται στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) και το άρθρο 6 παράγραφος 2.

5.   Υπολογισμός του τύπου N–1 σε περιφερειακό επίπεδο

Η περιοχή υπολογισμού που αναφέρεται στο σημείο 3 επεκτείνεται στο κατάλληλο περιφερειακό επίπεδο, όπου χρειάζεται, όπως έχει οριστεί από τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Για τον υπολογισμό του τύπου N–1 σε περιφερειακό επίπεδο χρησιμοποιείται η μεγαλύτερη ενιαία υποδομή αερίου κοινών συμφερόντων. Η μεγαλύτερη ενιαία υποδομή αερίου κοινών συμφερόντων μιας περιοχής είναι η μεγαλύτερη υποδομή αερίου της περιοχής που άμεσα ή έμμεσα συμβάλλει στον εφοδιασμό με αέριο των κρατών μελών της εν λόγω περιοχής και ορίζεται στο κοινό προληπτικό σχέδιο δράσης.

Ο περιφερειακός υπολογισμός Ν-1 μπορεί να αντικαταστήσει τον εθνικό υπολογισμό Ν-1, μόνο όταν η μεγαλύτερη ενιαία υποδομή αερίου κοινών συμφερόντων είναι μείζονος σημασίας για τον εφοδιασμό με αέριο όλων των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με την από κοινού εκτίμηση επικινδυνότητας.


(1)  Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009, «τεχνική δυναμικότητα» νοείται η μέγιστη αμετάβλητη δυναμικότητα την οποία είναι σε θέση να προσφέρει ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς στους χρήστες του δικτύου, λαμβανομένων υπόψη της ακεραιότητας του δικτύου και των λειτουργικών απαιτήσεων του δικτύου μεταφοράς.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΥ ΜΕ ΑΕΡΙΟ

Κατά την ανάπτυξη του προληπτικού σχεδίου δράσης και του σχεδίου έκτακτης ανάγκης η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη τον ενδεικτικό και όχι εξαντλητικό κατάλογο μέτρων που εκτίθενται στο παρόν παράρτημα. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο των προτεινόμενων μέτρων κατά την ανάπτυξη του προληπτικού σχεδίου δράσης και του σχεδίου έκτακτης ανάγκης και στρέφει την προτίμησή της, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, στα μέτρα που έχουν τις λιγότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη πτυχές της ασφάλειας του εφοδιασμού.

Μέτρα από την πλευρά της προσφοράς:

αυξημένη ευελιξία παραγωγής,

αυξημένη ευελιξία εισαγωγών,

διευκόλυνση της ενσωμάτωσης του αερίου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην υποδομή του δικτύου αερίου,

εμπορική αποθήκευση αερίου – δυναμικότητα απόληψης και όγκος αερίου σε αποθήκευση,

δυναμικότητα τερματικών σταθμών ΥΦΑ και μέγιστη δυναμικότητα εξαγωγής,

διαφοροποίηση προμηθειών αερίου και διαδρομών αερίου,

αντίστροφες ροές,

συντονισμένη αποστολή από διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς,

χρήση μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων συμβάσεων,

επενδύσεις σε υποδομή, περιλαμβανομένης της ικανότητας αμφίδρομης ροής,

συμβατικές ρυθμίσεις για την κατοχύρωση της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο.

Μέτρα από την πλευρά της ζήτησης:

χρήση διακοπτόμενων συμβάσεων,

δυνατότητες εναλλαγής καυσίμων συμπεριλαμβανομένης της χρήσης εναλλακτικών εφεδρικών καυσίμων στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τις εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής,

εθελοντική αμετάβλητη αποβολή φορτίου,

αυξημένη απόδοση,

αυξημένη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΥ ΜΕ ΑΕΡΙΟ

Κατά την ανάπτυξη του προληπτικού σχεδίου δράσης και του σχεδίου έκτακτης ανάγκης, η αρμόδια αρχή εξετάζει την πιθανή συμβολή του ακόλουθου ενδεικτικού και μη εξαντλητικού καταλόγου μέτρων μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης:

Μέτρα από την πλευρά της προσφοράς:

χρήση στρατηγικών αποθεμάτων αερίου,

ενισχυμένη χρήση αποθεμάτων εναλλακτικών καυσίμων (π.χ. σύμφωνα με την οδηγία 2009/119/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με υποχρέωση διατήρησης ενός ελάχιστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη (1)),

ενισχυμένη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από άλλες πηγές εκτός από το αέριο,

ενισχυμένη αύξηση των επιπέδων παραγωγής αερίου,

ενισχυμένη απόληψη των εγκαταστάσεων αποθήκευσης.

Μέτρα από την πλευρά της ζήτησης:

διάφορα μέτρα υποχρεωτικής μείωσης της ζήτησης, συμπεριλαμβανομένων:

ενισχυμένης εναλλαγής καυσίμων,

ενισχυμένης χρήσης διακοπτόμενων συμβάσεων, όταν δεν χρησιμοποιούνται πλήρως ως μέρος των μέτρων της αγοράς,

ενισχυμένης αμετάβλητης αποβολής φορτίου.


(1)  ΕΕ L 265 της 9.10.2009, σ. 9.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Σύμφωνα με το άρθρο 194 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όπως υπογραμμίζεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ και στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009, η περιφερειακή συνεργασία αντικατοπτρίζει το πνεύμα αλληλεγγύης και αποτελεί επίσης έννοια στην οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός. Η περιφερειακή συνεργασία είναι ιδίως απαραίτητη για την κατάρτιση της εκτίμησης επικινδυνότητας (άρθρο 9), των προληπτικών σχεδίων δράσης και των σχεδίων έκτακτης ανάγκης (άρθρα 4, 5 και 10), των κανόνων για την υποδομή και για τον εφοδιασμό (άρθρα 6 και 8) και των διατάξεων για τις αποκρίσεις σε ενωσιακές και περιφερειακές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (άρθρο 11).

Η περιφερειακή συνεργασία βάσει του παρόντος κανονισμού βασίζεται στην υφιστάμενη περιφερειακή συνεργασία στην οποία συμμετέχουν επιχειρήσεις φυσικού αερίου, κράτη μέλη και εθνικές ρυθμιστικές αρχές με στόχο, μεταξύ άλλων, να ενισχύσουν την ασφάλεια του εφοδιασμού και την ολοκλήρωση της εσωτερικής ενεργειακής αγοράς, όπως είναι οι τρεις περιφερειακές αγορές αερίου στο πλαίσιο της περιφερειακής πρωτοβουλίας για το αέριο, η Πλατφόρμα Φυσικού Αερίου, η Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για το σχέδιο Διασύνδεσης της Ενεργειακής Αγοράς της Βαλτικής, καθώς και η Συντονιστική Ομάδα Ασφάλειας Εφοδιασμού της Ενεργειακής Κοινότητας. Ωστόσο, οι ειδικές απαιτήσεις ασφαλείας του εφοδιασμού είναι πιθανό να προωθήσουν νέα πλαίσια συνεργασίας και οι υφιστάμενοι τομείς συνεργασίας θα πρέπει να προσαρμοστούν προκειμένου να διασφαλιστεί η μέγιστη αποτελεσματικότητα.

Δεδομένης της ολοένα αυξανόμενης διασύνδεσης και αλληλεξάρτησης των αγορών και της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς αερίου, η συνεργασία μεταξύ των κατωτέρω παραδειγματικά αναφερόμενων κρατών μελών, μεταξύ άλλων, όπως και τμημάτων των γειτονικών κρατών μελών, μπορεί να ενισχύσει την ατομική και συλλογική τους ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο:

Πολωνία και οι τρεις χώρες της Βαλτικής (Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία),

Ιβηρική χερσόνησος (Ισπανία και Πορτογαλία) και Γαλλία,

Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο,

Βουλγαρία, Ελλάδα και Ρουμανία,

Δανία και Σουηδία,

Σλοβενία, Ιταλία, Αυστρία, Ουγγαρία και Ρουμανία,

Πολωνία και Γερμανία,

Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Κάτω Χώρες και Λουξεμβούργο,

Γερμανία, Τσεχική Δημοκρατία και Σλοβακία,

άλλες.

Όπου αυτό είναι αναγκαίο και σκόπιμο, η περιφερειακή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών μπορεί να επεκταθεί για να ενισχυθεί η συνεργασία με τα γειτονικά κράτη μέλη, ιδίως στην περίπτωση των νησίδων αερίου, με κύριο στόχο τη βελτίωση των διασυνδέσεων. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να συμμετέχουν σε διάφορους ομίλους συνεργασίας.


12.11.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 295/23


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 995/2010 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 20ής Οκτωβρίου 2010

για τη θέσπιση των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην αγορά

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 192 παράγραφος 1,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Τα δάση προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντικών, οικονομικών και κοινωνικών οφελών, συμπεριλαμβανομένης της ξυλείας και μη ξυλωδών δασικών προϊόντων καθώς και περιβαλλοντικών υπηρεσιών που είναι απαραίτητες για την ανθρωπότητα, όπως της διατήρησης της βιοποικιλότητας και των λειτουργιών του οικοσυστήματος και της προστασίας του κλιματικού συστήματος.

(2)

Λόγω της αυξανόμενης ζήτησης της ξυλείας και των προϊόντων ξυλείας παγκοσμίως, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις σε επίπεδο θεσμών και διακυβέρνησης που εντοπίζονται στον τομέα των δασών σε σειρά χωρών που παράγουν ξυλεία, η παράνομη υλοτομία και το συναφές εμπόριο έχουν καταστεί ζητήματα που προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία.

(3)

Η παράνομη υλοτομία αποτελεί διαδεδομένο πρόβλημα που προκαλεί ανησυχία σε διεθνές επίπεδο. Συνιστά σοβαρή απειλή για τα δάση, αφού συμβάλλει στη διαδικασία της αποψίλωσης και υποβάθμισης των δασών που ευθύνεται για το 20 % περίπου των παγκόσμιων εκπομπών CO2, απειλεί τη βιοποικιλότητα και υποσκάπτει την αειφόρο διαχείριση και ανάπτυξη των δασών, συμπεριλαμβανομένης της εμπορικής βιωσιμότητας των νόμιμα λειτουργούντων φορέων εκμετάλλευσης. Συμβάλλει επίσης στις διαδικασίες απερήμωσης και μπορεί να επιτείνει ακραία καιρικά φαινόμενα και πλημμύρες. Επιπλέον, έχει κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις, υπονομεύοντας συχνά την πρόοδο για την επίτευξη χρηστής διακυβέρνησης και απειλώντας με αφανισμό τις τοπικές κοινότητες που εξαρτώνται από το δάσος, μπορεί δε να συνδέεται και με ένοπλες συγκρούσεις. Η αντιμετώπιση του προβλήματος της παράνομης υλοτομίας στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού αναμένεται να συμβάλει στις προσπάθειες της ΕΕ για μετριασμό της κλιματικής αλλαγής με αποδοτικό από απόψεως κόστους-οφέλους τρόπο, θα πρέπει δε να θεωρείται συμπληρωματική της δράσης και της δέσμευσης που έχει αναλάβει η ΕΕ στο πλαίσιο της σύμβασης πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος.

(4)

Η απόφαση αριθ. 1600/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2002, για τη θέσπιση του Έκτου Κοινοτικού Προγράμματος Δράσης για το Περιβάλλον (3), προσδιορίζει ως κατά προτεραιότητα δράση την εξέταση της δυνατότητας λήψης ενεργών μέτρων για την παρεμπόδιση και την καταπολέμηση του εμπορίου παρανόμως υλοτομημένης ξυλείας και την εξακολούθηση της ενεργού συμμετοχής της Ένωσης και των κρατών μελών της στην εφαρμογή διεθνών και περιφερειακών αποφάσεων και συμφωνιών όσον αφορά δασικά θέματα.

(5)

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, της 21ης Μαΐου 2003, με τίτλο «Επιβολή της δασικής νομοθεσίας, Διακυβέρνηση και Εμπόριο (FLEGT) Πρόταση για ένα σχέδιο δράσης της ΕΕ», προτείνεται δέσμη μέτρων για τη στήριξη των διεθνών προσπαθειών αντιμετώπισης του προβλήματος, της παράνομης υλοτομίας και του συναφούς εμπορίου στο πλαίσιο της συνολικής προσπάθειας της Ένωσης για μακρόπνοη δασική διαχείριση.

(6)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επικρότησαν την εν λόγω ανακοίνωση και αναγνώρισαν την ανάγκη συμβολής της Ένωσης στις παγκόσμιες προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος της παράνομης υλοτομίας.

(7)

Σύμφωνα με το στόχο της εν λόγω ανακοίνωσης, δηλαδή να εξασφαλιστεί ότι μόνον τα προϊόντα ξυλείας που έχουν παραχθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της χώρας παραγωγής ξυλείας εισέρχονται στην Ένωση, η Ένωση διαπραγματεύεται εθελοντικές συμφωνίες συνεργασίας (FLEGT VPA) με τις χώρες παραγωγής ξυλείας (χώρες-εταίροι), οι οποίες θεσπίζουν νομικά δεσμευτική υποχρέωση των μερών να εφαρμόζουν καθεστώς χορήγησης αδειών και ρύθμισης του εμπορίου ξυλείας και των προϊόντων που ορίζονται στις συγκεκριμένες FLEGT VPA.

(8)

Δεδομένης της έκτασης και του επείγοντος χαρακτήρα του προβλήματος, είναι αναγκαίο να υποστηριχθούν ενεργά οι προσπάθειες κατά της παράνομης υλοτομίας και του συναφούς εμπορίου, να συμπληρωθεί και να ενισχυθεί η πρωτοβουλία FLEGT VPA και να προαχθούν οι συνέργειες μεταξύ των πολιτικών που αποβλέπουν στη διατήρηση των δασών και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας, περιλαμβανομένης της καταπολέμησης της αλλαγής του κλίματος και της απώλειας βιοποικιλότητας.

(9)

Θα πρέπει να αναγνωριστούν οι προσπάθειες των χωρών που έχουν συνάψει VPA FLEGT με την Ένωση, καθώς και οι αρχές που τις διέπουν, ιδίως όσον αφορά τον ορισμό της νόμιμα παραχθείσας ξυλείας και να ενθαρρυνθούν περαιτέρω χώρες να συνάψουν VPA FLEGT. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, βάσει του συστήματος χορήγησης αδειών FLEGT, μόνον η ξυλεία που έχει υλοτομηθεί σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές νομοθετικές διατάξεις και τα προϊόντα ξυλείας που παράγονται από τέτοια ξυλεία εξάγονται στην Ένωση. Ως εκ τούτου, η ξυλεία που εμπεριέχεται στα προϊόντα ξυλείας τα οποία είναι εγγεγραμμένα στα παραρτήματα II και III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2173/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2005, περί δημιουργίας εθελοντικού συστήματος αδειών FLEGT για τις εισαγωγές ξυλείας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (4), προελεύσεως χωρών εταίρων εγγεγραμμένων στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να θεωρείται ως νόμιμα υλοτομημένη, εφόσον τα εν λόγω προϊόντα ξυλείας συμμορφώνονται με τον εν λόγω κανονισμό και τις τυχόν διατάξεις εφαρμογής.

(10)

Θα πρέπει επίσης να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι η σύμβαση για το διεθνές εμπόριο ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES) επιβάλλει στα μέρη της σύμβασης να χορηγούν άδεια CITES προς εξαγωγή μόνον εφόσον πρόκειται για είδος εγγεγραμμένο στον κατάλογο CITES το οποίο, μεταξύ άλλων, είναι σύμφωνο με την εθνική νομοθεσία της χώρας εξαγωγής. Ως εκ τούτου, η ξυλεία των ειδών που είναι εγγεγραμμένα στα παραρτήματα A, B ή Γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους (5) θα πρέπει να θεωρείται νόμιμα υλοτομημένη, εφόσον συμμορφώνεται με τον εν λόγω κανονισμό και τις τυχόν διατάξεις εφαρμογής.

(11)

Έχοντας υπόψη ότι η χρήση ανακυκλωμένης ξυλείας και προϊόντων της θα πρέπει να ενθαρρύνεται και ότι η υπαγωγή των προϊόντων αυτών στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα επιβάρυνε δυσανάλογα τους φορείς εκμετάλλευσης, η χρησιμοποιημένη ξυλεία και τα χρησιμοποιημένα προϊόντα ξυλείας που έχουν συμπληρώσει τον κύκλο ζωής τους και διαφορετικά θα απορρίπτονταν ως απόβλητα θα πρέπει να εξαιρεθούν του παρόντος κανονισμού.

(12)

Η διάθεση για πρώτη φορά στην εσωτερική αγορά παράνομα υλοτομημένης ξυλείας ή προϊόντων τέτοιου είδους ξυλείας θα πρέπει να απαγορευθεί δυνάμει ενός των μέτρων που προβλέπει ο παρών κανονισμός. Λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας της παράνομης υλοτομίας, των υποκειμένων αιτίων της και της επίπτωσής της, θα πρέπει να ληφθούν ειδικά μέτρα όπως εκείνα που εστιάζονται στη συμπεριφορά των φορέων εκμετάλλευσης.

(13)

Στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης FLEGT η Επιτροπή και, όταν απαιτείται, τα κράτη μέλη, μπορούν να υποστηρίζουν και να διεξάγουν μελέτες και έρευνα σχετικά με τα επίπεδα και τη φύση της παράνομης υλοτομίας στα διάφορα κράτη, και να κοινοποιούν τις σχετικές πληροφορίες, όπως επίσης να υποστηρίζουν την παροχή πρακτικής βοήθειας στους φορείς εκμετάλλευσης, σχετικά με τη νομοθεσία που ισχύει στα κράτη παραγωγής προϊόντων υλοτομίας.

(14)

Ελλείψει διεθνώς αναγνωρισμένου ορισμού, θα πρέπει να λαμβάνεται ως βάση για τον ορισμό της παράνομης υλοτόμησης η νομοθεσία της χώρας όπου πραγματοποιήθηκε η υλοτόμηση, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κανονιστικών ρυθμίσεων της χώρας αυτής καθώς και της εφαρμογής στην εν λόγω χώρα των διεθνών συμβάσεων στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος.

(15)

Πολλά προϊόντα ξυλείας υφίστανται πολυάριθμες κατεργασίες πριν και μετά την πρώτη διάθεσή τους στην εσωτερική αγορά. Προκειμένου να αποφευχθεί κάθε περιττή διοικητική επιβάρυνση, οι φορείς εκμετάλλευσης που διαθέτουν για πρώτη φορά ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην εσωτερική αγορά θα πρέπει να υπόκεινται σε σύστημα υποχρέωσης επιμέλειας, ενώ οι έμποροι που συμμετέχουν στην αλυσίδα εφοδιασμού θα πρέπει υποχρεωτικώς να παρέχουν βασικές πληροφορίες σχετικά με τους προμηθευτές και τους πελάτες τους, οι οποίες θα επιτρέπουν την ιχνηλασιμότητα της ξυλείας και των προϊόντων ξυλείας.

(16)

Στη βάση συστημικής προσέγγισης, οι φορείς εκμετάλλευσης που διαθέτουν για πρώτη φορά στην εσωτερική αγορά ξυλεία και προϊόντα ξυλείας πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν θα διατίθενται στην εσωτερική αγορά ξυλεία και προϊόντα τέτοιου είδους ξυλείας. Για το σκοπό αυτό, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να επιδεικνύουν δέουσα επιμέλεια μέσω ενός συστήματος μέτρων και διαδικασιών, ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος της διάθεσης παράνομα υλοτομημένης ξυλείας και προϊόντων που προέρχονται από τέτοια ξυλεία στην εσωτερική αγορά.

(17)

Το σύστημα δέουσας επιμέλειας περιλαμβάνει τρία στοιχεία εγγενή στη διαχείριση κινδύνου: πρόσβαση σε πληροφορίες, αξιολόγηση κινδύνου και μετριασμό του κινδύνου που εντοπίζεται. Το σύστημα δέουσας επιμέλειας θα πρέπει να προβλέπει την πρόσβαση στις πληροφορίες για τις πηγές και τους προμηθευτές της ξυλείας και προϊόντων ξυλείας που διατίθενται στην εσωτερική αγορά, για πρώτη φορά μαζί με σχετικές πληροφορίες όπως η συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία, η χώρα υλοτόμησης, το είδος, η ποσότητα και, εφόσον απαιτείται, η επιμέρους εθνική περιφέρεια και η άδεια υλοτομίας. Βάσει των πληροφοριών αυτών, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να διενεργούν αξιολόγηση κινδύνου. Όπου εντοπίζεται κίνδυνος, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να μετριάζουν τον κίνδυνο κατά τρόπο αναλογικό προς αυτόν, με σκοπό την πρόληψη της διάθεσης στην εσωτερική αγορά παράνομα υλοτομημένης ξυλείας ή εξ αυτής παραγόμενων προϊόντων ξυλείας.

(18)

Προς αποφυγή περιττών διοικητικών επιβαρύνσεων, δεν θα πρέπει να ζητείται από φορείς εκμετάλλευσης οι οποίοι ήδη χρησιμοποιούν συστήματα ή διαδικασίες που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού να θεσμοθετήσουν νέα συστήματα.

(19)

Προκειμένου να αναγνωρίζονται οι καλές πρακτικές στον δασικό τομέα, κατά τη διαδικασία αξιολόγησης κινδύνου μπορεί να χρησιμοποιούνται η πιστοποίηση ή άλλα συστήματα επαλήθευσης τρίτων μερών που περιλαμβάνουν την επαλήθευση συμμόρφωσης προς την κείμενη νομοθεσία.

(20)

Ο κλάδος της ξυλείας είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία της Ένωσης. Οι οργανώσεις φορέων εκμετάλλευσης είναι σημαντικοί παράγοντες του κλάδου, δεδομένου ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντά του σε μεγάλη κλίμακα και ανταλλάσσουν απόψεις και πείρα με ευρύ φάσμα ενδιαφερομένων μερών. Οι οργανώσεις αυτές διαθέτουν, επίσης, την τεχνογνωσία και ικανότητα της ανάλυσης της κείμενης νομοθεσίας και διευκόλυνσης της συμμόρφωσης των μελών τους αλλά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτή την ιδιότητα για να κυριαρχήσουν στην αγορά. Προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να προαχθεί η ανάπτυξη καλών πρακτικών, είναι, επομένως, σκόπιμο να αναγνωρίζονται οι οργανώσεις που έχουν αναπτύξει συστήματα υποχρέωσης επιμέλειας που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Η αναγνώριση και η ανάκληση της αναγνώρισης οργανισμών παρακολούθησης θα πρέπει να γίνεται με δικαιοσύνη και διαφάνεια. Θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί κατάλογος των εν λόγω αναγνωρισμένων οργανώσεων ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης να μπορούν να προσφεύγουν σε αυτές.

(21)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διεξάγουν τακτικούς ελέγχους των οργανισμών παρακολούθησης για να διαπιστώνουν κατά πόσον όντως εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να προσπαθούν να διεξάγουν ελέγχους όταν περιέρχονται στην κατοχή τους σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων βάσιμων ανησυχιών τρίτων μερών.

(22)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ελέγχουν κατά πόσον οι φορείς εκμετάλλευσης όντως εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Προς τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προβαίνουν σε επίσημους ελέγχους βάσει σχεδίου, εφόσον συντρέχει λόγος, ενδεχομένως και στις εγκαταστάσεις των φορέων εκμετάλλευσης και επιτόπιους ελέγχους, και θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτούν από τους φορείς την ανάληψη διορθωτικών ενεργειών. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να προσπαθούν να διεξάγουν ελέγχους όταν περιέρχονται στην κατοχή τους σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων βάσιμων ανησυχιών τρίτων μερών.

(23)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να τηρούν μητρώα των ελέγχων και να διαθέτουν τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με την οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες (6).

(24)

Συνεκτιμώντας τον διεθνή χαρακτήρα της παράνομης υλοτομίας και του συναφούς εμπορίου, είναι σκόπιμη η συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών καθώς και με τις διοικητικές αρχές τρίτων χωρών και με την Επιτροπή.

(25)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η δυνατότητα των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν στην αγορά ξυλεία ή προϊόντα ξυλείας να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τα κράτη μέλη πρέπει, επικουρούμενα εφόσον απαιτείται από την Επιτροπή, να παρέχουν στους φορείς εκμετάλλευσης τεχνική και άλλου είδους βοήθεια και να διευκολύνουν την ανταλλαγή πληροφοριών. Η βοήθεια αυτή δεν απαλλάσσει τους φορείς εκμετάλλευσης από την υποχρέωση επίδειξης της δέουσας επιμέλειας.

(26)

Οι έμποροι και οι οργανισμοί παρακολούθησης θα πρέπει να αποφεύγουν τη λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την επίτευξη του στόχου του παρόντος κανονισμού.

(27)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τυχόν παραβάσεις του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων από φορείς εκμετάλλευσης, χονδρεμπόρους και οργανώσεις παρακολούθησης, θα επισύρουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. Στους εθνικούς κανόνες μπορεί να προβλέπεται ότι μετά την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για παραβιάσεις της απαγόρευσης εμπορίας ξυλείας και προϊόντων τέτοιου είδους ξυλείας στην εσωτερική αγορά, η ξυλεία και τα προϊόντα αυτά δεν καταστρέφονται υποχρεωτικά, αλλά μπορούν εναλλακτικά να διατίθενται για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος.

(28)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) όσον αφορά τις διαδικασίες για την αναγνώριση και την ανάκληση αναγνώρισης οργανισμών παρακολούθησης, τα περαιτέρω συναφή κριτήρια αξιολόγησης των κινδύνων που μπορεί να είναι αναγκαία για τη συμπλήρωση εκείνων που ήδη προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό καθώς και όσον αφορά τον κατάλογο της ξυλείας και των προϊόντων ξυλείας στον οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό η Επιτροπή να προβαίνει σε κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της, συμπεριλαμβανομένων των διαβουλεύσεων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων.

(29)

Προκειμένου να διασφαλίζονται ενιαίοι όροι εφαρμογής, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές εξουσίες για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων σχετικά με τη συχνότητα και τη φύση των ελέγχων των αρμόδιων αρχών στις οργανώσεις παρακολούθησης και τα συστήματα υποχρέωσης επιμέλειας, με εξαίρεση τη θέσπιση περαιτέρω κριτηρίων εκτίμησης κινδύνου. Σύμφωνα με το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ οι κανόνες και γενικές αρχές που αφορούν τους μηχανισμούς με τους οποίους τα κράτη μέλη ελέγχουν την από την Επιτροπή άσκηση των εκτελεστικών της αρμοδιοτήτων καθορίζονται εκ των προτέρων από κανονισμό που εγκρίνεται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Μέχρις ότου εγκριθεί αυτός ο νέος κανονισμός, συνεχίζει να ισχύει η απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (7), με εξαίρεση την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, που δεν έχει εφαρμογή.

(30)

Θα πρέπει να δοθεί στους φορείς εκμετάλλευσης και στις αρμόδιες αρχές εύλογο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορέσουν να προετοιμαστούν για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(31)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η καταπολέμηση της παράνομης υλοτομίας και του συναφούς εμπορίου δεν μπορεί να επιτευχθεί από τα μεμονωμένα κράτη μέλη και, επομένως, λόγω της κλίμακάς του, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός καθορίζει τις υποχρεώσεις των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν για πρώτη φορά ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην εσωτερική αγορά, καθώς και τις υποχρεώσεις των εμπόρων.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

ως «ξυλεία και προϊόντα ξυλείας» νοούνται η ξυλεία και τα προϊόντα ξυλείας που καθορίζονται στο παράρτημα, εξαιρουμένων των προϊόντων ξυλείας ή συστατικών στοιχείων των εν λόγω προϊόντων που έχουν κατασκευαστεί από ξυλεία ή προϊόντα ξυλείας που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους και σε άλλη περίπτωση θα απορρίπτονταν ως απόβλητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με τα απόβλητα (8)·

β)

ως «διάθεση στην αγορά» νοείται η για πρώτη φορά προμήθεια, με οποιαδήποτε μέσα και ανεξαρτήτως της τεχνικής πώλησης, ξυλείας ή προϊόντων ξυλείας στην εσωτερική αγορά προς διανομή ή χρήση στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε αυτή πραγματοποιείται επί πληρωμή είτε δωρεάν. Περιλαμβάνει επίσης την προμήθεια με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως, όπως ορίζεται στην οδηγία 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (9). Η διάθεση στην εσωτερική αγορά, προϊόντων ξυλείας προερχόμενων από ξυλεία ή προϊόντα ξυλείας που διατίθενται ήδη στην αγορά δεν συνιστά «διάθεση στην αγορά»·

γ)

ως «φορέας εκμετάλλευσης» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει στην αγορά ξυλεία ή προϊόντα ξυλείας·

δ)

ως «έμπορος» νοείται οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας στην εσωτερική αγορά, πραγματοποιεί αγοραπωλησίες ξυλείας ή προϊόντων ξυλείας που έχουν ήδη διατεθεί στην εσωτερική αγορά·

ε)

ως «χώρα υλοτόμησης» νοείται η χώρα ή το έδαφος όπου υλοτομήθηκε η ξυλεία ή η ξυλεία που εμπεριέχεται στα προϊόντα ξυλείας·

στ)

ως «νόμιμα υλοτομημένη» νοείται η ξυλεία που υλοτομήθηκε σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία της χώρας υλοτόμησης·

ζ)

ως «παράνομα υλοτομημένη» νοείται η ξυλεία που υλοτομήθηκε κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας της χώρας υλοτόμησης·

η)

ως «κείμενη νομοθεσία» νοείται η νομοθεσία που ισχύει στη χώρα υλοτόμησης και η οποία καλύπτει τους εξής τομείς δικαίου:

τα δικαιώματα υλοτόμησης εντός των νομίμως δημοσιευμένων ορίων,

τις πληρωμές για τα δικαιώματα υλοτόμησης και ξυλείας, συμπεριλαμβανομένων των δασμών υλοτόμησης,

την υλοτόμηση, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικής και δασικής νομοθεσίας, όπου περιλαμβάνονται η δασική διαχείριση και η διατήρηση της βιοποικιλότητας, όταν αφορούν άμεσα την υλοτομία,

τα έννομα δικαιώματα τρίτων όσον αφορά τη χρήση και την ιδιοκτησία που θίγονται από την υλοτόμηση, και

το εμπόριο και τα τελωνεία, στο βαθμό που αφορούν τον δασικό τομέα.

Άρθρο 3

Καθεστώς της ξυλείας και των προϊόντων ξυλείας που καλύπτονται από τον FLEGT και την CITES

Η ξυλεία που εμπεριέχεται στα προϊόντα ξυλείας τα οποία είναι εγγεγραμμένα στα παραρτήματα II και III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2173/2005, τα οποία κατάγονται από χώρες εταίρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού και τα οποία είναι σύμμορφα με τον εν λόγω κανονισμό και με τις διατάξεις εφαρμογής του, θεωρούνται νόμιμα υλοτομημένα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

Η ξυλεία ειδών που είναι εγγεγραμμένα στα παραρτήματα A, B ή Γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 και η οποία συμμορφώνεται με τον εν λόγω κανονισμό και με τις διατάξεις εφαρμογής του, θεωρείται νόμιμα υλοτομημένη για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 4

Υποχρεώσεις των φορέων εκμετάλλευσης

1.   Απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά παράνομα υλοτομημένης ξυλείας ή προϊόντων τέτοιου είδους ξυλείας.

2.   Οι φορείς εκμετάλλευσης θα επιδεικνύουν δέουσα επιμέλεια όταν διαθέτουν ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην αγορά. Προς τούτο, οφείλουν να χρησιμοποιούν πλαίσιο διαδικασιών και μέτρων, καλούμενο εφεξής «σύστημα δέουσας επιμέλειας», όπως ορίζεται στο άρθρο 6.

3.   Κάθε φορέας εκμετάλλευσης διατηρεί και αξιολογεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα το σύστημα δέουσας επιμέλειας που χρησιμοποιεί, εκτός εάν ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί σύστημα δέουσας επιμέλειας οργανισμού παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 8. Ως βάση για το σύστημα δέουσας επιμέλειας μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο τα υφιστάμενα κατά την εθνική νομοθεσία συστήματα εποπτείας όσο και οποιαδήποτε προαιρετική αλυσίδα μηχανισμών περιφρούρησης οι οποίοι πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Υποχρέωση ιχνηλασιμότητας

Οι έμποροι πρέπει να μπορούν, σε ολόκληρη την αλυσίδα προμήθειας, να προσδιορίζουν:

α)

τους φορείς εκμετάλλευσης ή τους εμπόρους που προμήθευσαν την ξυλεία και τα προϊόντα ξυλείας· και

β)

όπου έχει εφαρμογή, τους εμπόρους στους οποίους έχουν διαθέσει ξυλεία και προϊόντα ξυλείας·

Οι έμποροι πρέπει να διατηρούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο για μια πενταετία, τουλάχιστον, και να τις διαθέτουν στις αρμόδιες αρχές όποτε τους ζητηθεί.

Άρθρο 6

Συστήματα δέουσας επιμέλειας

1.   Το σύστημα υποχρέωσης επιμέλειας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

μέτρα και διαδικασίες που παρέχουν πρόσβαση στις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με την προμήθεια από τον φορέα εκμετάλλευσης της ξυλείας και των προϊόντων ξυλείας που διατίθενται στην αγορά:

περιγραφή, με την εμπορική ονομασία και τον τύπο του προϊόντος καθώς επίσης την κοινή ονομασία του είδους δένδρου και, όπου έχει εφαρμογή, την πλήρη επιστημονική ονομασία,

χώρα υλοτόμησης και, κατά περίπτωση:

i)

περιφέρεια της χώρας όπου υλοτομήθηκε η ξυλεία· και

ii)

άδεια υλοτομίας·

ποσότητα (εκφραζόμενη σε όγκο, βάρος ή αριθμό μονάδων),

όνομα και διεύθυνση του προμηθευτή του φορέα εκμετάλλευσης,

όνομα και διεύθυνση του φορέα εκμετάλλευσης που προμηθεύτηκε την ξυλεία και τα προϊόντα ξυλείας,

έγγραφα ή άλλες πληροφορίες που καταδεικνύουν τη συμμόρφωση της εν λόγω ξυλείας και των εν λόγω προϊόντων ξυλείας προς την κείμενη νομοθεσία,

β)

διαδικασίες αξιολόγησης των κινδύνων που δίνουν τη δυνατότητα στον φορέα εκμετάλλευσης να αναλύσει και να αξιολογήσει τον κίνδυνο της διάθεσης στην αγορά παράνομα υλοτομημένης ξυλείας ή προϊόντων ξυλείας προερχόμενων από τέτοια ξυλεία.

Οι διαδικασίες αυτές λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που καθορίζονται στο στοιχείο α), καθώς και συναφή κριτήρια αξιολόγησης των κινδύνων, μεταξύ άλλων:

εξασφάλιση συμμόρφωσης προς την κείμενη νομοθεσία, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει πιστοποίηση ή άλλα συστήματα επαλήθευσης από τρίτους που καλύπτουν τη συμμόρφωση προς την κείμενη νομοθεσία,

διάδοση της παράνομης υλοτόμησης συγκεκριμένων ειδών δένδρων,

διάδοση της παράνομης υλοτόμησης ή πρακτικών της χώρας και/ή της περιφέρειας υλοτόμησης της ξυλείας, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης του αν επικρατούν συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης,

κυρώσεις που επιβάλλονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ ή το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις εισαγωγές και εξαγωγές ξυλείας,

πολυπλοκότητα της αλυσίδας εφοδιασμού ξυλείας και προϊόντων ξυλείας,

γ)

εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κίνδυνος που εντοπίζεται κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αξιολόγησης του κινδύνου που αναφέρονται στο στοιχείο β) είναι αμελητέος, διαδικασίες μετριασμού του κινδύνου που συνίστανται σε δέσμη μέτρων και διαδικασιών οι οποίες είναι κατάλληλες και αναλογικές προκειμένου να ελαχιστοποιούν αποτελεσματικά τον εν λόγω κίνδυνο και οι οποίες ενδέχεται να περιλαμβάνουν την απαίτηση συμπληρωματικών πληροφοριών ή εγγράφων ή/και την απαίτηση της επαλήθευσης από τρίτους.

2.   Οι λεπτομερείς κανόνες που εξασφαλίζουν την ομοιόμορφη εφαρμογή της παραγράφου 1, εκτός από τα περαιτέρω συναφή κριτήρια αξιολόγησης των κινδύνων που αναφέρονται στη δεύτερη πρόταση του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία, που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2. Οι κανόνες αυτοί θεσπίζονται το αργότερο στις 3 Ιουνίου 2012.

3.   Λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων στην αγορά και της πείρας που θα αποκτηθεί από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ιδίως όπως προσδιορίζονται μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 13 και της υποβολής των εκθέσεων που προβλέπει το άρθρο 20 παράγραφος 3, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ όσον αφορά περαιτέρω συναφή κριτήρια αξιολόγησης των κινδύνων που ενδέχεται να είναι απαραίτητα για τη συμπλήρωση εκείνων που προβλέπονται στη δεύτερη πρόταση του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος δέουσας επιμέλειας.

Για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που προβλέπει η παρούσα παράγραφος ισχύουν οι διαδικασίες των άρθρων 15, 16 και 17.

Άρθρο 7

Αρμόδιες αρχές

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αρμοδίων αρχών έως τις 3 Ιουνίου 2011. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τυχόν αλλαγές των ονομάτων ή διευθύνσεων των αρμοδίων αρχών.

2.   Η Επιτροπή δημοσιοποιεί κατάλογο των αρμοδίων αρχών τον οποίο τοποθετεί και στο διαδίκτυο. Ο κατάλογος επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Άρθρο 8

Οργανισμοί παρακολούθησης

1.   Ο οργανισμός παρακολούθησης:

α)

διατηρεί και αξιολογεί τακτικά ένα σύστημα δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με το άρθρο 6 και χορηγεί στους φορείς εκμετάλλευσης το δικαίωμα χρήσης του·

β)

ελέγχει την ορθή χρήση του δικού του συστήματος δέουσας επιμέλειας από τους εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης·

γ)

λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση αδυναμίας ενός φορέα εκμετάλλευσης να χρησιμοποιήσει ορθώς το δικό του σύστημα δέουσας επιμέλειας, μεταξύ των οποίων και ενημέρωση των αρμόδιων αρχών σε περίπτωση σημαντικής ή επανειλημμένης ανεπάρκειας του φορέα εκμετάλλευσης.

2.   Κάθε οργανισμός μπορεί να υποβάλει αίτηση αναγνώρισης ως οργανισμός παρακολούθησης, εφόσον συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

έχει νομική οντότητα και έχει τη νόμιμη έδρα του εντός της Ένωσης·

β)

έχει την κατάλληλη πείρα και την ικανότητα να ασκεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1· και

γ)

διασφαλίζει την αποφυγή συγκρούσεων καθηκόντων κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

3.   Η Επιτροπή, αφού έλθει σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, αναγνωρίζει ως οργανισμό παρακολούθησης τους αιτούντες που πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 2.

Η απόφαση για την αναγνώριση οργανισμού παρακολούθησης κοινοποιείται από την Επιτροπή στις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών.

4.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν ελέγχους ανά τακτικά διαστήματα για να διαπιστώσουν εάν οι οργανισμοί παρακολούθησης που λειτουργούν στα πλαίσια της δικαιοδοσίας των αρμοδίων αρχών εξακολουθούν να ανταποκρίνονται στα καθήκοντα της παραγράφου 1 και να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 2. Έλεγχοι μπορεί επίσης να διεξάγονται όταν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διαθέτει σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων βάσιμων ανησυχιών τρίτων μερών, ή διαπιστώνει ελλείψεις όσον αφορά την τήρηση από φορέα εκμετάλλευσης, του συστήματος υποχρέωσης επιμέλειας του οργανισμού παρακολούθησης. Τα αποτελέσματα των ελέγχων υποβάλλονται με έκθεση σύμφωνα με την οδηγία 2003/4/ΕΚ.

5.   Αν μια αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι οργανισμός παρακολούθησης είτε δεν ανταποκρίνεται πλέον στα καθήκοντα της παραγράφου 1 είτε δεν συμμορφώνεται πλέον προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 2, ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή.

6.   Η Επιτροπή ανακαλεί την αναγνώριση οργανισμού παρακολούθησης εφόσον διαπιστώσει, ιδιαίτερα με βάση τις πληροφορίες που δίδονται κατά την παράγραφο 5, ότι ο οργανισμός παρακολούθησης δεν ανταποκρίνεται πλέον στα καθήκοντα της παραγράφου 1 ή δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 2. Προτού προβεί σε ανάκληση της αναγνώρισης ενός οργανισμού παρακολούθησης η Επιτροπή ενημερώνει τα οικεία κράτη μέλη.

Η απόφαση διά της οποίας ανακαλείται η αναγνώριση του οργανισμού ανακοινώνεται από την Επιτροπή στις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών

7.   Για να συμπληρωθούν οι διαδικαστικοί κανόνες όσον αφορά την αναγνώριση και την ανάκληση αναγνώρισης των οργανισμών παρακολούθησης και για να τροποποιηθούν οι εν λόγω κανόνες, αν αυτό απαιτείται βάσει της αποκτηθείσας πείρας, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα δικαιοσύνη και διαφάνεια όσον αφορά την αναγνώριση και την ανάκληση της αναγνώρισης.

Για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που προβλέπει η παρούσα παράγραφος ισχύουν οι διαδικασίες των άρθρων 15, 16 και 17. Οι πράξεις αυτές θεσπίζονται το αργότερο στις 3 Μαρτίου 2012.

8.   Οι λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τη συχνότητα και το είδος των ελέγχων της παραγράφου 4 που είναι αναγκαίοι για τη διασφάλιση της ουσιαστικής εποπτείας των οργανισμών παρακολούθησης και της ομοιόμορφης εφαρμογής της εν λόγω παραγράφου, θεσπίζονται με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 18 παράγραφος 2. Οι κανόνες αυτοί θεσπίζονται το αργότερο στις 3 Ιουνίου 2012.

Άρθρο 9

Κατάλογος των οργανισμών παρακολούθησης

Η Επιτροπή δημοσιεύει τον κατάλογο των οργανισμών παρακολούθησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C και τον δημοσιοποιεί στο δικτυακό της τόπο. Ο κατάλογος επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Άρθρο 10

Έλεγχοι σε φορείς εκμετάλλευσης

1.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν ελέγχους για να επαληθεύσουν εάν οι φορείς εκμετάλλευσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 4 και 6.

2.   Οι έλεγχοι της παραγράφου 1 διεξάγονται με βάση περιοδικά επανεξεταζόμενο πρόγραμμα και με γνώμονα τον κίνδυνο. Επιπλέον, έλεγχοι μπορεί να διεξάγονται όταν μια αρμόδια αρχή διαθέτει σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων βάσιμων ανησυχιών τρίτων μερών, σχετικά με τη συμμόρφωση ενός φορέα εκμετάλλευσης προς τον παρόντα κανονισμό.

3.   Οι έλεγχοι της παραγράφου 1 είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:

α)

εξέταση του συστήματος υποχρέωσης επίδειξης της δέουσας επιμέλειας, συμπεριλαμβανομένων της εκτίμησης κινδύνου και των διαδικασιών μετριασμού του κινδύνου·

β)

εξέταση της τεκμηρίωσης και των μητρώων που αποδεικνύουν την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος επίδειξης της δέουσας επιμέλειας και των διαδικασιών·

γ)

αιφνίδιους ελέγχους, περιλαμβανομένων των επιτόπιων.

4.   Οι φορείς εκμετάλλευσης παρέχουν κάθε είδους βοήθεια για να διευκολύνουν τη διενέργεια των ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση σε χώρους και την υποβολή τεκμηρίωσης ή αρχείων.

5.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 19, αν, μετά τη διενέργεια των ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, έχουν εντοπισθεί ελλείψεις, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ενημερώνουν τον φορέα εκμετάλλευσης για τις αναγκαίες εκ μέρους του διορθωτικές ενέργειες. Επιπλέον, ανάλογα με τη φύση των ελλείψεων που διαπιστώνονται, τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν άμεσα προσωρινά μέτρα στα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

α)

κατάσχεση της ξυλείας και των προϊόντων ξυλείας·

β)

απαγόρευση της εμπορικής διακίνησης ξυλείας και προϊόντων ξυλείας.

Άρθρο 11

Μητρώα ελέγχων

1.   Οι αρμόδιες αρχές τηρούν μητρώα των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1, στα οποία αναφέρουν τη φύση και τα αποτελέσματα των ελέγχων, καθώς και κάθε ανακοίνωση διορθωτικών ενεργειών που κοινοποιήθηκαν δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 5. Τα μητρώα όλων των ελέγχων τηρούνται επί πέντε τουλάχιστον έτη.

2.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δημοσιοποιούνται σύμφωνα με την οδηγία 2003/4/ΕΚ.

Άρθρο 12

Συνεργασία

1.   Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους, με τις διοικητικές αρχές τρίτων χωρών και με την Επιτροπή προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών καθώς και με την Επιτροπή για σοβαρές αδυναμίες που τυχόν εντοπίζονται μέσω των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 4 και στο άρθρο 10 παράγραφος 1 και για τους τύπους των κυρώσεων που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 19.

Άρθρο 13

Τεχνική βοήθεια, καθοδήγηση και ανταλλαγή πληροφοριών

1.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης για επιμέλεια σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη, συνεπικουρούμενα αν χρειαστεί από την Επιτροπή, παρέχουν τεχνικής φύσεως και άλλη βοήθεια και καθοδήγηση στους φορείς εκμετάλλευσης, συνεκτιμώντας την κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προκειμένου να διευκολύνουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, ιδίως σε σχέση με την εφαρμογή συστήματος υποχρέωσης επιμέλειας σύμφωνα με το άρθρο 6.

2.   Τα κράτη μέλη, συνεπικουρούμενα, αν χρειαστεί, από την Επιτροπή, μπορεί να διευκολύνουν την ανταλλαγή και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με την παράνομη υλοτομία, προκειμένου ιδιαίτερα να διευκολυνθούν οι φορείς εκμετάλλευσης στην εκτίμηση κινδύνου όπως καθορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β), καθώς και σχετικά με βέλτιστες πρακτικές σε σχέση με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

3.   Η βοήθεια παρέχεται κατά τρόπο που αποτρέπει την αποποίηση των ευθυνών των αρμόδιων αρχών και προστατεύει την ανεξαρτησία τους όσον αφορά την επιβολή του κανονισμού.

Άρθρο 14

Τροποποιήσεις του παραρτήματος

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη αφενός η πείρα που θα αποκτηθεί από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ιδίως όπως αυτή προκύπτει από την υποβολή των εκθέσεων που προβλέπει το άρθρο 20 παράγραφοι 3 και 4 και από την ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 13, και αφετέρου οι εξελίξεις όσον αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά, τους τελικούς χρήστες και τις διαδικασίες παραγωγής ξυλείας και προϊόντων ξυλείας, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ, τροποποιώντας και συμπληρώνοντας τον κατάλογο της ξυλείας και των προϊόντων ξυλείας του παραρτήματος. Οι πράξεις αυτές δεν επιβαρύνουν δυσανάλογα τους φορείς εκμετάλλευσης.

Για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που προβλέπονται στον παρόν άρθρο ισχύουν οι διαδικασίες των άρθρων 15, 16 και 17.

Άρθρο 15

Εκτέλεση της εξουσιοδότησης

1.   Οι εξουσίες για την έγκριση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3, στο άρθρο 8 παράγραφος 7 και στο άρθρο 14 ανατίθενται στην Επιτροπή για περίοδο επτά ετών από τις 2 Δεκεμβρίου 2010. Η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της ανατέθηκαν το αργότερο τρεις μήνες πριν από την παρέλευση τριετίας από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται αυτομάτως για περιόδους της αυτής διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο την ανακαλέσουν σύμφωνα με το άρθρο 16.

2.   Μόλις εγκρίνει μια πράξη κατ’ εξουσιοδότηση η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

3.   Οι εξουσίες για την έκδοση πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση ανατίθενται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 16 και 17.

Άρθρο 16

Ανάκληση της ανάθεσης εξουσίας

1.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3, στο άρθρο 8 παράγραφος 7 και στο άρθρο 14 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

2.   Το θεσμικό όργανο που κινεί εσωτερική διαδικασία για να αποφασιστεί αν θα ανακληθεί η εξουσιοδότηση αναλαμβάνει να ενημερώσει το άλλο θεσμικό όργανο και την Επιτροπή, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, προτού ληφθεί η τελική απόφαση, αναφέροντας τις ανατεθείσες εξουσίες που ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο ανάκλησης καθώς και τους πιθανούς λόγους της ανάκλησης.

3.   Η απόφαση ανάκλησης θέτει τέρμα στην εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα αμέσως ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 17

Αντιρρήσεις στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις

1.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να αντιταχθούν σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εντός περιόδου δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί κατά δύο μήνες.

2.   Αν κατά τη λήξη αυτής της περιόδου ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο αντιταχθούν στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία που ορίζεται στις διατάξεις της.

Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τεθεί σε ισχύ πριν από την εκπνοή της εν λόγω περιόδου, αν τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο έχουν ενημερώσει την Επιτροπή για την πρόθεσή τους να μη διατυπώσουν αντιρρήσεις.

3.   Αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιταχθούν σε κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα πράξη, αυτή δεν τίθεται σε ισχύ. Το θεσμικό όργανο που αντιτάχθηκε στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη αναφέρει τους λόγους των αντιρρήσεών του.

Άρθρο 18

Επιτροπή

1.   Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για την επιβολή της δασικής νομοθεσίας, τη διακυβέρνηση και το εμπόριο (FLEGT) που συνεστήθη δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2173/2005.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ είναι τρίμηνη.

Άρθρο 19

Κυρώσεις

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για τις παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους.

2.   Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

α)

πρόστιμα αναλογικά προς την οικολογική καταστροφή, προς την αξία της σχετικής ξυλείας ή των σχετικών προϊόντων ξυλείας, και προς τις φορολογικές απώλειες και τις οικονομικές ζημίες που προκύπτουν από την παράβαση· το επίπεδο των προστίμων υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε οι παραβάτες να στερούνται πραγματικά των οικονομικών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τις παραβάσεις τις οποίες διέπραξαν, με την επιφύλαξη του νόμιμου δικαιώματός τους να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα· στην περίπτωση επανάληψης βαρείας παραβάσεως, το επίπεδο των προστίμων αυξάνεται βαθμηδόν·

β)

την κατάσχεση της σχετικής ξυλείας και των σχετικών προϊόντων ξυλείας·

γ)

την άμεση αναστολή της αδείας άσκησης εμπορικής δραστηριότητας.

3.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή και της κοινοποιούν αμελλητί κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των διατάξεων αυτών.

Άρθρο 20

Υποβολή εκθέσεων

1.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, μέχρι τις 30 Απριλίου κάθε δεύτερου έτους που έπεται της 3ης Μαρτίου 2013, έκθεση για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού κατά την προηγούμενη διετία.

2.   Βάσει των εν λόγω εκθέσεων, η Επιτροπή συντάσσει έκθεση η οποία υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανά διετία. Κατά την προετοιμασία της έκθεσης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την πρόοδο που έχει επιτευχθεί όσον αφορά τη σύναψη και λειτουργία των VPA FLEGT, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2173/2005 και τη συμβολή τους στην ελαχιστοποίηση της παρουσίας παράνομα υλοτομημένης ξυλείας και προϊόντων τέτοιου είδους ξυλείας στην εσωτερική αγορά.

3.   Έως τις 3 Δεκεμβρίου 2015 και κατόπιν κάθε έξι έτη, η Επιτροπή επανεξετάζει, βάσει των εκθέσεων περί εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και της σχετικής εμπειρίας, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων όσον αφορά την πρόληψη της διάθεσης παράνομα υλοτομημένης ξυλείας και προϊόντων τέτοιου είδους ξυλείας στην εσωτερική αγορά. Ειδικότερα εξετάζει τις διοικητικές συνέπειες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις καθώς και το πεδίο των προϊόντων. Η έκθεση αυτή μπορεί, ενδεχομένως, να συνοδεύεται και από ενδεδειγμένες νομοθετικές προτάσεις.

4.   Η πρώτη από τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 πρέπει να περιλαμβάνει αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης στην Ένωση όσον αφορά την οικονομία και το εμπόριο, σε σχέση με τα προϊόντα του κεφαλαίου 49 της συνδυασμένης ονοματολογίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα των σχετικών τομέων, προκειμένου να εξεταστεί η ενδεχόμενη συμπερίληψή τους στον κατάλογο ξυλείας και προϊόντων ξυλείας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πρέπει επίσης να αξιολογείται η αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης της εμπορίας παράνομα υλοτομημένης ξυλείας και προϊόντων τέτοιου είδους ξυλείας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 καθώς των συστημάτων υποχρέωσης επιμέλειας που καθορίζονται στο άρθρο 6.

Άρθρο 21

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τίθεται σε εφαρμογή από τις 3 Μαρτίου 2013. Ωστόσο, το άρθρο 6 παράγραφος 2, το άρθρο 7 παράγραφος 1, το άρθρο 8 παράγραφοι 7 και 8 εφαρμόζονται από τις 2 Δεκεμβρίου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 20 Οκτωβρίου 2010.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

O. CHASTEL


(1)  ΕΕ C 318 της 23.12.2009, σ. 88.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 22ας Απριλίου 2009 (ΕΕ C 184 E της 8.7.2010, σ. 145), θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 1ης Μαρτίου 2010 (ΕΕ C 114 E της 4.5.2010, σ. 17) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουλίου 2010 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  ΕΕ L 242 της 10.9.2002, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 347 της 30.12.2005, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 61 της 3.3.1997, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26.

(7)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(8)  ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3.

(9)  ΕΕ L 144 της 4.6.1997, σ. 19.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ξυλεία και προϊόντα ξυλείας όπως ταξινομούνται στη συνδυασμένη ονοματολογία που ορίζεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου  (1) , όπου εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός

4401 Καυσόξυλα σε κυλίνδρους, κούτσουρα, μικρά κλαδιά, δεμάτια ή παρόμοιες μορφές· ξυλεία σε πλακίδια ή μικρά τεμάχια· πριονίδια και απορρίμματα ή θραύσματα ξυλείας, συσσωματωμένα ή μη σε μορφή κούτσουρων, πλίνθων, τροχίσκων ή σε παρόμοιες μορφές,

4403 Ξυλεία ακατέργαστη, έστω και ξεφλουδισμένη, που της έχει αφαιρεθεί ο σομφός ή ορθογωνισμένη,

4406 Στρωτήρες ξύλινοι για σιδηροτροχιές ή παρόμοιοι,

4407 Ξυλεία πριονισμένη ή πελεκημένη κατά μήκος, κομμένη εγκάρσια ή ξετυλιγμένη, έστω και πλανισμένη, λειασμένη με ελαφρόπετρα ή εγκάρσια συνένωση, πάχους που υπερβαίνει τα 6 mm,

4408 Φύλλα για επικάλυψη (στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα που λαμβάνονται με τεμαχισμό ξυλείας σε απανωτές στρώσεις), φύλλα πολύστρωτα αντικολλητά (κόντρα πλακέ) ή για άλλη παρόμοια ξυλεία σε επανωτές στρώσεις και άλλη ξυλεία πριονισμένη κατά μήκος, κομμένη εγκάρσια ή ξετυλιγμένη, έστω και πλανισμένη, λειασμένη με ελαφρόπετρα ή κολλημένη με εγκάρσια συνένωση, πάχους που δεν υπερβαίνει τα 6 mm,

4409 Ξυλεία (στην οποία περιλαμβάνονται και οι σανίδες και τα πηχάκια για παρκέτα, μη συναρμολογημένα) με καθορισμένη μορφή (με εξοχές γλωσσίδια, αυλάκια, εντομές, πλαγιοτομές, αρμούς σε σχήμα V, γλυφές, στρογγυλεμένη ή παρόμοια) σ’ όλο το μήκος μιας ή περισσοτέρων από τις πλάγιες πλευρές ή επιφάνειες ή άκρα έστω και πλανισμένη, λειασμένη με ελαφρόπετρα ή κολλημένη με εγκάρσια συνένωση,

4410 Πλάκες-διαφράγματα από μικρά τεμάχια, πετάσματα με την ονομασία «oriented strand board» (OSB) και παρόμοιες πλάκες-διαφράγματα (π.χ. πετάσματα επονομαζόμενα «waferboard»),από ξύλο ή άλλες ξυλώδεις ύλες, έστω και συσσωματωμένες με ρητίνες ή άλλες οργανικές συνδετικές ύλες,

4411 Πλάκες-διαφράγματα από ίνες ξύλου ή άλλες ξυλώδεις ύλες, έστω και συσσωματωμένες με ρητίνες ή άλλα οργανικά συνδετικά,

4412 Ξυλεία σε φύλλα πολύστρωτα αντικολλητά (κόντρα-πλακέ), ξυλεία σε φύλλα επικολλητά απλά και παρόμοια ξυλεία σε απανωτά φύλλα,

4413 00 00 Συμπυκνωμένη ξυλεία, σε κύβους, πλάκες, ταινίες ή είδη καθορισμένης μορφής του κωδικού,

4414 00 Πλαίσια (κορνίζες) από ξύλο για εικόνες, φωτογραφίες, καθρέφτες και παρόμοια είδη,

4415 Κιβώτια κάθε μεγέθους, καφάσια, τύμπανα και παρόμοιες συσκευασίες από ξύλο· τύμπανα (τροχίσκοι) για καλώδια από ξύλο· παλέτες απλές, παλέτες-κιβώτια και άλλες επίπεδες επιφάνειες για τη φόρτωση, από ξύλο· στεφάνια παλετών από ξύλο,

(Υλικά που δεν είναι υλικά συσκευασίας τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως υλικό συσκευασίας για την υποστήριξη, προστασία ή μεταφορά άλλου προϊόντος που διατίθεται στην αγορά),

4416 00 00 Ξύλινα δοχεία, βαρέλια, κάδοι, μαστέλα και άλλα τεχνουργήματα βαρελοποιίας και τα μέρη τους, από ξύλο, στα οποία περιλαμβάνονται και δούγες,

4418 Τεχνουργήματα ξυλουργικής και τεμάχια σκελετών για οικοδομές, στα οποία περιλαμβάνονται και οι κυψελώδεις πλάκες-διαφράγματα, οι πλάκες για δάπεδα και τα πέταυρα (shingles and shakes),

Χαρτοπολτός και χαρτί των κεφαλαίων 47 και 48 της συνδυασμένης ονοματολογίας, με την εξαίρεση των προϊόντων με βάση το μπαμπού και των προϊόντων ανάκτησης (απορρίμματα και υπολείμματα),

9403 30, 9403 40, 9403 50 00, 9403 60 και 9403 90 30 Έπιπλα από ξύλο,

9406 00 20 Προκατασκευασμένα κτίρια.


(1)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1).


12.11.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 295/35


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 996/2010 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 20ής Οκτωβρίου 2010

σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στην πολιτική αεροπορία και την κατάργηση της οδηγίας 94/56/ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 100 παράγραφος 2,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Θα πρέπει να εξασφαλισθεί υψηλό γενικό επίπεδο ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας στην Ευρώπη και θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια προκειμένου να μειωθεί ο αριθμός ατυχημάτων και συμβάντων ώστε οι πολίτες να έχουν εμπιστοσύνη στις αεροπορικές μεταφορές.

(2)

Η ταχεία διεξαγωγή των διερευνήσεων ασφαλείας ατυχημάτων και συμβάντων της πολιτικής αεροπορίας αναμένεται ότι θα βελτιώσει την ασφάλεια πτήσεων και θα συμβάλλει στην πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων.

(3)

Η γνωστοποίηση, η ανάλυση και η διάδοση των πορισμάτων σχετικά με συμβάντα που αφορούν την ασφάλεια έχουν θεμελιώδη σημασία για τη βελτίωση της ασφαλείας στην εναέρια κυκλοφορία. Επομένως, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει πρόταση αναθεώρησης της οδηγίας 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2003, για την αναφορά περιστατικών στην πολιτική αεροπορία (4), πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2011.

(4)

Ο μόνος στόχος των διερευνήσεων ασφαλείας θα πρέπει να είναι η πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στο μέλλον χωρίς την απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης.

(5)

Είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη η σύμβαση διεθνούς πολιτικής αεροπορίας που υπογράφηκε στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944 («σύμβαση του Σικάγου»), η οποία προβλέπει εφαρμογή των μέτρων που είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η ασφαλής λειτουργία των αεροσκαφών. Είναι σκόπιμο να λαμβάνεται ιδίως υπόψη το παράρτημα 13 της σύμβασης του Σικάγου και οι μετέπειτα τροποποιήσεις του, στις οποίες καθορίζονται διεθνή πρότυπα και συνιστώμενες πρακτικές για τη διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντων και ορίζονται οι έννοιες του κράτους νηολόγησης, του κράτους του φορέα εκμετάλλευσης, του κράτους σχεδιασμού, του κράτους κατασκευής και του κράτους του συμβάντος.

(6)

Σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις πρακτικές που συνιστώνται στο παράρτημα 13 της σύμβασης του Σικάγου, η διερεύνηση ατυχημάτων και σοβαρών συμβάντων θα πρέπει να διεξάγεται με ευθύνη του κράτους στο οποίο συνέβη το ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν ή του κράτους νηολόγησης, εφόσον δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν ο τόπος του ατυχήματος ή του σοβαρού συμβάντος ευρίσκεται στην επικράτεια οιουδήποτε κράτους. Κάθε κράτος μπορεί να αναθέτει τη διεξαγωγή της διερεύνησης σε άλλο κράτος ή να ζητεί τη βοήθειά του. Οι διερευνήσεις ασφαλείας στην Ένωση θα πρέπει να διεξάγονται με παρόμοιο τρόπο.

(7)

Τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την εφαρμογή της οδηγίας 94/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1994, για τη θέσπιση των βασικών αρχών που διέπουν τις έρευνες ατυχημάτων και συμβάντων πολιτικής αεροπορίας (5) θα πρέπει να αξιοποιηθούν προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των συστημάτων διερεύνησης και πρόληψης ατυχημάτων και συμβάντων της πολιτικής αεροπορίας στην Ένωση.

(8)

Είναι σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές στο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας στην Ένωση οι οποίες επήλθαν μετά την έκδοση της οδηγίας 94/56/ΕΚ και, ιδίως, μετά την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφαλείας της Αεροπορίας («EASA»). Η ενωσιακή διάσταση των συστάσεων ασφαλείας θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη, δεδομένου ότι η ασφάλεια των πτήσεων ρυθμίζεται όλο και περισσότερο σε ενωσιακό επίπεδο.

(9)

Ο ΕΑΣΑ εκτελεί, για λογαριασμό των κρατών μελών, τις λειτουργίες και τα καθήκοντα του κράτους σχεδιασμού, κατασκευής και καταχώρισης όσον αφορά την έγκριση σχεδιασμού, όπως ορίζεται στη σύμβαση του Σικάγου και τα παραρτήματά της. Συνεπώς, ο ΕΑΣΑ θα πρέπει, σύμφωνα με το παράρτημα 13 της σύμβασης του Σικάγου, να καλείται να συμμετέχει στη διερεύνηση ασφαλείας, προκειμένου να συμβάλλει, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, στην αποτελεσματικότητά της και στην ασφάλεια του αεροναυπηγικού σχεδιασμού, χωρίς να θίγεται η ανεξαρτησία της διερεύνησης. Οι εθνικές αρχές πολιτικής αεροπορίας θα πρέπει επίσης να καλούνται να συμμετέχουν στις διερευνήσεις ασφαλείας.

(10)

Δεδομένων των ευθυνών τους σε θέματα ασφαλείας, τα πρόσωπα που ορίζονται από τον ΕΑΣΑ και από τις εθνικές αρχές πολιτικής αεροπορίας θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σημαντικές για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των απαιτήσεων ασφαλείας.

(11)

Για να διασφαλίζεται καλύτερα η πρόληψη των αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντων, ο ΕΑΣΑ, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, θα πρέπει επίσης να συμμετέχει στην ανταλλαγή και την ανάλυση πληροφοριών που πραγματοποιείται στο πλαίσιο των συστημάτων αναφοράς συμβάντων σύμφωνα με την οδηγία 2003/42/ΕΚ, αποφεύγοντας παράλληλα τις συγκρούσεις συμφερόντων. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να προστατεύονται επαρκώς ώστε να μην χρησιμοποιούνται ούτε να δημοσιοποιούνται χωρίς σχετική έγκριση.

(12)

Αναγνωρίζεται ότι η συμμετοχή του ΕΑΣΑ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στην ανταλλαγή και ανάλυση των πληροφοριών που καλύπτει η οδηγία 2003/42/ΕΚ θα μπορούσε να αποβεί επωφελής για τις διερευνήσεις ασφαλείας, μέσω της τηλεματικής πρόσβασης στις πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια, που περιλαμβάνονται στον κεντρικό αποθετήρα πληροφοριών σχετικά με συμβάντα στην πολιτική αεροπορία.

(13)

Το πεδίο των διερευνήσεων ασφαλείας θα πρέπει να εξαρτάται από τα διδάγματα που μπορούν να συνάγονται από τις διερευνήσεις αυτές για τη βελτίωση της ασφαλείας των πτήσεων, λαμβανομένης ειδικά υπόψη της αναγκαιότητας αποδοτικής χρήσης των πόρων διερεύνησης στην Ένωση.

(14)

Οι διερευνήσεις ατυχημάτων και συμβάντων θα πρέπει να διεξάγονται από ανεξάρτητη αρχή ασφαλείας, ή υπό τον έλεγχό της, ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων και τυχόν εξωτερικές παρεμβάσεις στον καθορισμό των αιτίων των διερευνούμενων συμβάντων.

(15)

Οι αρχές διερεύνησης ασφαλείας έχουν τον κύριο λόγο στη διαδικασία διερεύνησης ασφαλείας. Το έργο τους είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τον προσδιορισμό των αιτίων ενός ατυχήματος ή συμβάντος. Είναι, επομένως, ουσιαστικό να έχουν τη δυνατότητα διενέργειας ερευνών με πλήρη ανεξαρτησία, αλλά και να διαθέτουν τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για τη διεξαγωγή αποδοτικών και αποτελεσματικών ερευνών.

(16)

Η ικανότητα των αρχών διερεύνησης ασφαλείας των κρατών μελών θα πρέπει να ενισχυθεί και απαιτείται η μεταξύ τους συνεργασία προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των διερευνήσεων και της πρόληψης ατυχημάτων και συμβάντων της πολιτικής αεροπορίας στην Ένωση.

(17)

Ο συντονιστικός ρόλος των αρχών διερεύνησης ασφαλείας θα πρέπει να αναγνωρισθεί και να ενισχυθεί σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, προκειμένου να δημιουργηθεί προστιθέμενη αξία όσον αφορά την αεροπορική ασφάλεια, με βάση την ήδη υπάρχουσα συνεργασία μεταξύ των εν λόγω αρχών και τους πόρους διερεύνησης που είναι διαθέσιμοι στα κράτη μέλη, οι οποίοι θα πρέπει να αξιοποιούνται με τον αποδοτικότερο δυνατό τρόπο. Η εν λόγω αναγνώριση και ενίσχυση είναι δυνατόν να επιτευχθούν βέλτιστα από το Ευρωπαϊκό δίκτυο των Αρχών Διερεύνησης Ασφαλείας Ατυχημάτων της Πολιτικής Αεροπορίας («Δίκτυο»), με σαφώς καθορισμένο ρόλο και συγκεκριμένα καθήκοντα.

(18)

Το δίκτυο θα πρέπει να διεξάγει τις συντονιστικές του δραστηριότητες με διαφάνεια και ανεξαρτησία και να στηρίζεται ενεργά από την Ένωση.

(19)

Οι στόχοι του παρόντος κανονισμού είναι δυνατόν να επιτευχθούν καλύτερα μέσω της συνεργασίας με τρίτες χώρες, στις οποίες θα μπορούσε να επιτραπεί να συμμετέχουν στο έργο του Δικτύου, ως παρατηρητές.

(20)

Δεδομένου ότι είναι ουσιαστικής σημασίας να διασφαλισθούν σαφή δικαιώματα σε σχέση με τις διερευνήσεις ασφαλείας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει όσον αφορά τις εξουσίες των αρχών που είναι υπεύθυνες για τις δικαστικές διερευνήσεις και, κατά περίπτωση, σε στενή συνεργασία με τις αρχές αυτές, ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι αρχές για τη διερεύνηση ασφαλείας έχουν τη δυνατότητα να εκτελούν τα καθήκοντά τους υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες προς όφελος της αεροπορικής ασφαλείας. Συνεπώς, στις αρχές διερεύνησης ασφαλείας θα πρέπει να χορηγείται άμεση και απεριόριστη πρόσβαση στον τόπο του ατυχήματος και να τους διατίθενται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την πλήρωση των απαιτήσεων της διερεύνησης ασφαλείας, χωρίς να διακυβεύονται οι στόχοι της δικαστικής έρευνας.

(21)

Η αποτελεσματική διερεύνηση ασφαλείας είναι δυνατή μόνον εφόσον διαφυλάσσονται δεόντως τα σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία.

(22)

Το σύστημα ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας βασίζεται στα δεδομένα και τα διδάγματα που συνάγονται από ατυχήματα και συμβάντα, τα οποία απαιτούν αυστηρή εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας προκειμένου να εξασφαλισθούν στο μέλλον πολύτιμες πηγές πληροφοριών. Εν προκειμένω, οι ευαίσθητες πληροφορίες ασφαλείας θα πρέπει να προστατεύονται κατάλληλα.

(23)

Κάθε ατύχημα εγείρει σειρά από ζητήματα διαφορετικών δημόσιων συμφερόντων, όπως η πρόληψη μελλοντικών ατυχημάτων και η ορθή απόδοση δικαιοσύνης. Τα εν λόγω συμφέροντα υπερβαίνουν τα μεμονωμένα συμφέροντα των εμπλεκόμενων πλευρών και το συγκεκριμένο περιστατικό. Η σωστή ισορροπία μεταξύ όλων των συμφερόντων είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του γενικού δημόσιου συμφέροντος.

(24)

Το σύστημα πολιτικής αεροπορίας θα πρέπει να προωθεί εξίσου ένα μη κατασταλτικό περιβάλλον που να διευκολύνει την αυθόρμητη αναφορά συμβάντων και να συμβάλλει έτσι στην προώθηση της αρχής του «πνεύματος δικαιοσύνης».

(25)

Οι πληροφορίες που παρέχονται από πρόσωπο στο πλαίσιο διερεύνησης ασφαλείας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εναντίον του προσώπου αυτού, τηρουμένων πλήρως των συνταγματικών αρχών και του εθνικού δικαίου.

(26)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να ληφθεί απόφαση περί δημοσιοποίησης πληροφοριών που προέκυψαν κατά τη διάρκεια διερεύνησης ασφαλείας, ώστε να μην να επηρεάζεται η εύρυθμη λειτουργία του δικαιοδοτικού συστήματος.

(27)

Είναι σημαντικό για την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων να ανακοινώνονται, το ταχύτερο δυνατόν, οι σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των εκθέσεων και των συστάσεων ασφαλείας που προκύπτουν από τις διερευνήσεις ασφαλείας.

(28)

Οι συστάσεις σχετικά με την ασφάλεια που προκύπτουν από διερεύνηση ατυχήματος ή σοβαρού συμβάντος, ή από άλλες πηγές, όπως μελέτες ασφαλείας, θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται υπόψη από την αρμόδια αρχή και να τίθενται ενδεδειγμένως σε εφαρμογή, για να εξασφαλισθεί κατάλληλη πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στην πολιτική αεροπορία·

(29)

Η πρόοδος στην έρευνα, όσον αφορά τόσο τον εντοπισμό του αεροσκάφους σε πραγματικό χρόνο όσο και την πρόσβαση στις πληροφορίες που περιέχουν οι καταγραφείς πτήσης χωρίς να είναι απαραίτητη η φυσική παρουσία τους, θα πρέπει να ενθαρρύνεται ώστε να βελτιωθούν τα μέσα που τίθενται στη διάθεση των πραγματογνωμόνων για τον προσδιορισμό των αιτίων του ατυχήματος και να αυξηθεί παράλληλα η ικανότητα πρόληψης επαναλαμβανόμενων συμβάντων. Παρόμοιες εξελίξεις θα αποτελέσουν σημαντικό βήμα στον τομέα της αεροπορικής ασφαλείας.

(30)

Η πείρα έχει αποδείξει ότι είναι δύσκολο μερικές φορές να αποκτώνται γρήγορα αξιόπιστες ονομαστικές καταστάσεις των επιβατών αεροσκάφους, αλλά έχει αποδείξει επίσης ότι είναι σημαντικό να καθορίζεται η προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ζητείται από την αεροπορική εταιρεία να προσκομίσει τέτοια κατάσταση. Επίσης, τα δεδομένα που περιέχονται στις καταστάσεις αυτές θα πρέπει να προστατεύονται από τη χωρίς σχετική έγκριση χρήση ή δημοσιοποίησή τους. Παρομοίως, είναι αναγκαίο να υπάρχουν στοιχεία σχετικά με επικίνδυνα εμπορεύματα επί αεροσκάφους στο οποίο συμβαίνει ατύχημα, προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι για τους πραγματογνώμονες στον τόπο του ατυχήματος.

(31)

Σε περίπτωση αεροπορικού ατυχήματος, δεν είναι εύκολο να εντοπισθεί ταχέως το κατάλληλο πρόσωπο που θα πρέπει να ενημερωθεί για την παρουσία επιβάτη σε αεροσκάφος. Η δυνατότητα του ορισμού προσώπου επαφής θα πρέπει επομένως να παρέχεται στους επιβάτες.

(32)

Θα πρέπει να καθορισθεί κατάλληλα η βοήθεια προς τα θύματα αεροπορικών ατυχημάτων και τις οικογένειές τους.

(33)

Ο τρόπος χειρισμού ατυχήματος και των συνεπειών του από τα κράτη μέλη και τις αεροπορικές εταιρείες είναι κρίσιμης σημασίας. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν σχέδιο έκτακτης ανάγκης στο οποίο να προβλέπονται, ιδίως, υπηρεσίες για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στον τομέα της αεροπορίας και βοήθεια προς τα θύματα ατυχημάτων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και τις οικογένειές τους. Οι αεροπορικές εταιρείες θα πρέπει επίσης να διαθέτουν σχέδιο βοήθειας προς τα θύματα ατυχημάτων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και τις οικογένειές τους. Θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην υποστήριξη των θυμάτων, των οικογενειών και των οργανώσεών τους, καθώς και στην επικοινωνία με αυτούς.

(34)

Στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στα δεδομένα, την επεξεργασία των δεδομένων και την προστασία των προσώπων σύμφωνα με τις σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης θα πρέπει να τηρούνται πλήρως.

(35)

Οι κυρώσεις θα πρέπει, ιδίως, να περιλαμβάνουν την επιβολή ποινών σε οιοδήποτε πρόσωπο κοινοποιεί, κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού, πληροφορίες προστατευόμενες με τον παρόντα κανονισμό, παρεμποδίζει τις ενέργειες αρχής διερεύνησης ασφαλείας, παρακωλύοντας τους πραγματογνώμονες στην εκτέλεση των καθηκόντων τους ή αρνούμενο να παράσχει χρήσιμες καταχωρίσεις, σημαντικές πληροφορίες και έγγραφα, αποκρύπτοντας, αλλοιώνοντας ή καταστρέφοντάς τα, ή, μολονότι γνωρίζει ότι έχει σημειωθεί ατύχημα ή σοβαρό συμβάν, δεν ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές.

(36)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της διερεύνησης ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και, συνεπώς, δύναται, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, που εκτείνονται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

(37)

Επομένως, η οδηγία 94/56/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθεί.

(38)

Η υπουργική δήλωση για τον αερολιμένα του Γιβραλτάρ, η οποία συμφωνήθηκε στην Κόρδοβα στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, κατά την πρώτη υπουργική συνάντηση του φόρουμ διαλόγου για το Γιβραλτάρ, θα αντικαταστήσει την κοινή δήλωση σχετικά με τον αερολιμένα του Γιβραλτάρ, που έγινε στο Λονδίνο στις 2 Δεκεμβρίου 1987, και η πλήρης συμμόρφωση προς αυτήν θα θεωρείται ότι συνιστά συμμόρφωση προς τη δήλωση του 1987,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί να βελτιώσει την ασφάλεια των πτήσεων με την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου αποτελεσματικότητας, επιμέλειας και ποιότητας των διερευνήσεων ασφαλείας στην ευρωπαϊκή πολιτική αεροπορία, με μόνο στόχο την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στο μέλλον, χωρίς απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης, μεταξύ άλλων με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Δικτύου Αρχών Διερεύνησης Ασφαλείας της Πολιτικής Αεροπορίας. Προβλέπει επίσης κανόνες σχετικά με την έγκαιρη διαθεσιμότητα των πληροφοριών που αφορούν όλα τα πρόσωπα και τα επικίνδυνα εμπορεύματα επί αεροσκάφους εμπλεκόμενου σε ατύχημα. Αποσκοπεί επίσης στη βελτίωση της συνδρομής στα θύματα αεροπορικών ατυχημάτων και τις οικογένειές τους.

2.   Εξυπακούεται ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ με την επιφύλαξη των αντίστοιχων νομικών θέσεων του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας όσον αφορά τη διαφορά περί κυριαρχίας επί του εδάφους στο οποίο ευρίσκεται ο αερολιμένας.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

1)

«ατύχημα», γεγονός συνδεόμενο με τη λειτουργία αεροσκάφους το οποίο, στην περίπτωση επανδρωμένου αεροσκάφους, επέρχεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ της στιγμής που ένα πρόσωπο επιβιβάζεται σε αεροσκάφος που πρόκειται να αναχωρήσει και της στιγμής που όλοι οι επιβαίνοντες έχουν αποβιβασθεί, ή στην περίπτωση μη επανδρωμένου αεροσκάφους, συμβαίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ της στιγμής που το αεροσκάφος είναι έτοιμο να κινηθεί για να αναχωρήσει μέχρι τη στιγμή που φθάνει στο τέλος της διαδικασίας της πτήσης και το πρωτογενές σύστημα πρόωσης απενεργοποιείται, κατά το οποίο:

α)

επέρχεται θάνατος ή σοβαρός τραυματισμός προσώπου εξαιτίας:

του γεγονότος ότι βρισκόταν μέσα στο αεροσκάφος, ή

άμεσης επαφής του με οποιοδήποτε τμήμα του αεροσκάφους, συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων που τυχόν αποσπάστηκαν από το αεροσκάφος, ή

άμεσης έκθεσής του στα αέρια των στροβιλοκινητήρων,

εκτός αν πρόκειται για τραυματισμούς οφειλομένους σε φυσικά αίτια, για αυτοτραυματισμούς ή τραυματισμούς από άλλα πρόσωπα ή σε περίπτωση που ο τραυματισμός συμβαίνει σε λαθρεπιβάτες που κρύβονται εκτός των ζωνών στις οποίες έχουν κανονικά πρόσβαση οι επιβάτες και το πλήρωμα· ή

β)

το αεροσκάφος υφίσταται βλάβη ή θραύση στα δομικά του μέρη, η οποία αλλοιώνει τη δομική αντοχή του, τις επιδόσεις του ή τα πτητικά χαρακτηριστικά του και για την οποία κανονικά απαιτείται σημαντική επισκευή ή αντικατάσταση του δομικού στοιχείου που έχει υποστεί βλάβη, εκτός εάν πρόκειται για ζημία ή βλάβη κινητήρα, όταν η ζημία περιορίζεται σε έναν κινητήρα (συμπεριλαμβανομένων του περιβλήματος ή των εξαρτημάτων του), στους έλικες, τα ακροπτερύγια, τις κεραίες, τους ανιχνευτήρες, τα ελαστικά, το σύστημα πέδησης, τους τροχούς, τα αεροδυναμικά περιβλήματα, τα τοιχώματα, τις θυρίδες σκέλους προσγείωσης, τους υαλοπίνακες, το περίβλημα του αεροσκάφους (όπως μικρές οδοντώσεις ή διατρήσεις) ή σε ελάσσονες ζημίες στα πτερύγια του κύριου στροφείου, στα πτερύγια του ουραίου στροφείου, στο σύστημα προσγείωσης, καθώς επίσης σε ζημίες λόγω χαλαζόπτωσης ή πρόσκρουσης πτηνών (συμπεριλαμβανομένων των οπών στον ραδιοθόλο)· ή

γ)

το αεροσκάφος απολεσθεί ή είναι τελείως απρόσιτο·

2)

«διαπιστευμένος αντιπρόσωπος», πρόσωπο διορισμένο από κράτος μέλος, με βάση τα προσόντα του, με σκοπό τη συμμετοχή του σε διερεύνηση ασφαλείας διεξαγόμενη από άλλο κράτος μέλος. Ο διοριζόμενος από κράτος μέλος διαπιστευμένος αντιπρόσωπος πρέπει να προέρχεται από αρχή διερεύνησης ασφαλείας·

3)

«σύμβουλος», πρόσωπο διορισμένο από κράτος μέλος, με βάση τα προσόντα του, με σκοπό να επικουρήσει τον διαπιστευμένο αντιπρόσωπο σε διερεύνηση ασφαλείας·

4)

«αίτια», ενέργειες, παραλείψεις, γεγονότα, συνθήκες, ή συνδυασμός αυτών, που οδήγησαν σε ατύχημα ή συμβάν· η διαπίστωση των αιτίων δεν συνεπάγεται τον καταλογισμό σφάλματος ή τον καθορισμό διοικητικής, αστικής ή ποινικής ευθύνης·

5)

«θανάσιμος τραυματισμός», τραυματισμός προσώπου εμπλεκόμενου σε ατύχημα, εξαιτίας του οποίου επέρχεται θάνατος εντός 30 ημερών από την ημερομηνία του ατυχήματος·

6)

«συσκευή καταγραφής στοιχείων πτήσης», οποιουδήποτε τύπου σύστημα καταγραφής τοποθετημένο σε αεροσκάφος για να διευκολυνθεί η διερεύνηση ασφαλείας ατυχήματος/συμβάντος·

7)

«συμβάν», γεγονός, εκτός ατυχήματος, που συνδέεται με τη λειτουργία αεροσκάφους, το οποίο θέτει σε κίνδυνο ή θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της λειτουργίας του·

8)

«διεθνή πρότυπα και συνιστώμενες πρακτικές», τα διεθνή πρότυπα και οι συνιστώμενες πρακτικές για τη διερεύνηση αεροπορικού ατυχήματος και συμβάντος, τα οποία θεσπίσθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 37 της σύμβασης του Σικάγου·

9)

«επιφορτισμένος διερευνητής», πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, με βάση τα προσόντα του, η ευθύνη οργάνωσης, διεξαγωγής και ελέγχου διερεύνησης ασφαλείας·

10)

«φορέας εκμετάλλευσης», κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκμεταλλεύεται ή προτίθεται να αναλάβει την εκμετάλλευση ενός ή περισσοτέρων αεροσκαφών·

11)

«εμπλεκόμενο πρόσωπο», ο ιδιοκτήτης, μέλος πληρώματος ή φορέας εκμετάλλευσης του εμπλεκομένου σε ατύχημα ή σοβαρό συμβάν αεροσκάφους· κάθε πρόσωπο εμπλεκόμενο στη συντήρηση, σχεδιασμό, κατασκευή του εν λόγω αεροσκάφους ή στην κατάρτιση του προσωπικού του· κάθε πρόσωπο εμπλεκόμενο στην παροχή υπηρεσιών ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας, πληροφοριών πτήσης ή αερολιμενικής εξυπηρέτησης, που έχει παράσχει υπηρεσίες για το αεροσκάφος· το προσωπικό της εθνικής υπηρεσίας πολιτικής αεροπορίας· ή το προσωπικό του EASΑ·

12)

«προκαταρκτική αναφορά», ανακοίνωση που χρησιμοποιείται για την άμεση διαβίβαση των στοιχείων που συγκεντρώνονται κατά τα πρώτα στάδια της διερεύνησης·

13)

«συγγενείς», το στενό οικογενειακό περιβάλλον ή/και οι πλησιέστεροι συγγενείς ή/και τα άτομα του αμέσου περιβάλλοντος του θύματος ατυχήματος, όπως ορίζονται με βάση το εθνικό δίκαιο του κράτους του θύματος·

14)

«διερεύνηση ασφαλείας», δραστηριότητα που διεξάγεται από αρχή διερεύνησης με σκοπό την πρόληψη ατυχήματος και συμβάντος και περιλαμβάνει τη συλλογή και την ανάλυση πληροφοριών, την εξαγωγή συμπερασμάτων, καθώς και τη διαπίστωση των αιτίων ή/και των σχετικών παραγόντων και, εφόσον απαιτείται, τη διατύπωση συστάσεων ασφαλείας·

15)

«σύσταση ασφαλείας», πρόταση αρχής διερεύνησης ασφαλείας, βασιζόμενη σε πληροφορίες που προέκυψαν από διερεύνηση ασφαλείας ή άλλες πηγές, όπως μελέτες ασφαλείας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την πρόληψη ατυχήματος και συμβάντος·

16)

«σοβαρό συμβάν», συμβάν συνδεόμενο με τη λειτουργία αεροσκάφους και συντελούμενο υπό συνθήκες από τις οποίες διαφαίνεται ότι υπήρξε μεγάλη πιθανότητα να σημειωθεί ατύχημα, επέρχεται δε, στην περίπτωση επανδρωμένου αεροσκάφους, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της στιγμής που οιοδήποτε πρόσωπο επιβιβάζεται στο αεροσκάφος για να αναχωρήσει με την πτήση και της στιγμής που όλοι οι επιβαίνοντες στο αεροσκάφος έχουν αποβιβασθεί, ή, στην περίπτωση μη επανδρωμένου αεροσκάφους, κατά το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που το αεροσκάφος είναι έτοιμο να κινηθεί για να αναχωρήσει μέχρι τη στιγμή που φθάνει στο τέλος της διαδικασίας της πτήσης και το πρωτογενές σύστημα πρόωσης απενεργοποιείται. Κατάλογος παραδειγμάτων σοβαρών συμβάντων παρατίθεται στο παράρτημα·

17)

«σοβαρός τραυματισμός», τραυματισμός που υφίσταται πρόσωπο σε περίπτωση ατυχήματος, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα:

α)

νοσηλεία του σε νοσοκομείο επί διάστημα μεγαλύτερο των 48 ωρών, η οποία αρχίζει εντός διαστήματος επτά ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία επήλθε ο τραυματισμός·

β)

κάταγμα οστού (εκτός από απλά κατάγματα δακτύλων του χεριού, δακτύλων του ποδιού ή της μύτης)·

γ)

ρήξεις της συνέχειας ιστών με αποτέλεσμα σοβαρή αιμορραγία ή βλάβη νεύρων, μυών ή τενόντων·

δ)

βλάβη σε οιοδήποτε εσωτερικό όργανο·

ε)

εγκαύματα δεύτερου ή τρίτου βαθμού, ή οποιαδήποτε άλλα εγκαύματα σε ποσοστό μεγαλύτερο του 5 % της επιφάνειας του σώματος·

στ)

εξακριβωμένη έκθεση σε μολυσματικές ουσίες ή σε επιβλαβή ακτινοβολία.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις διερευνήσεις ασφαλείας για ατυχήματα και σοβαρά συμβάντα:

α)

τα οποία συνέβησαν στα εδάφη των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζονται οι Συνθήκες, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών·

β)

στα οποία εμπλέκεται αεροσκάφος νηολογημένο σε κράτος μέλος ή υπό την εκμετάλλευση επιχείρησης εγκατεστημένης σε κράτος μέλος, τα οποία συνέβησαν εκτός των εδαφών των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζονται οι Συνθήκες, εφόσον οι διερευνήσεις αυτές δεν διεξάγονται από άλλο κράτος·

γ)

στις οποίες κράτος μέλος δικαιούται, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις συνιστώμενες πρακτικές, να ορίσει διαπιστευμένο αντιπρόσωπο για να συμμετέχει ως κράτος νηολόγησης, κράτος του φορέα εκμετάλλευσης, κράτος σχεδιασμού, κράτος κατασκευής ή κράτος που παρέχει πληροφορίες, διευκολύνσεις ή εμπειρογνώμονες κατ’ αίτηση του κράτους που διεξάγει τη διερεύνηση·

δ)

στις οποίες το κράτος μέλος που διεξάγει τη διερεύνηση επιτρέπει σε κράτος μέλος που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω θανάτου ή σοβαρών τραυματισμών πολιτών του, να ορίσει εμπειρογνώμονα.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης για όλα τα θέματα σχετικά με την έγκαιρη διαθεσιμότητα των πληροφοριών που αφορούν όλα τα πρόσωπα και τα επικίνδυνα εμπορεύματα επί αεροσκάφους εμπλεκόμενου σε ατύχημα καθώς και την παροχή συνδρομής στα θύματα αεροπορικών ατυχημάτων και τις οικογένειές τους.

3.   Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για διερευνήσεις ασφαλείας που αφορούν ατυχήματα και σοβαρά συμβάντα στα οποία εμπλέκεται αεροσκάφος που χρησιμοποιείται για στρατιωτικές, τελωνειακές, αστυνομικές ή ανάλογες υπηρεσίες, εκτός αν τούτο καθορισθεί από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 και την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 4

Αρχή διερεύνησης ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας

1.   Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι διερευνήσεις ασφαλείας διεξάγονται ή εποπτεύονται, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις, από μόνιμη εθνική αρχή διερεύνησης ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας («αρχή διερεύνησης ασφαλείας») ικανή να διεξάγει αυτόνομα πλήρη διερεύνηση ασφαλείας, είτε από μόνη της είτε στο πλαίσιο συμφωνιών με άλλες αρχές διερεύνησης ασφαλείας.

2.   Η αρχή διερεύνησης ασφαλείας είναι λειτουργικά ανεξάρτητη, ιδίως από τις αεροπορικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την αξιοπλοΐα, την πιστοποίηση, την εκτέλεση πτήσεων, τη συντήρηση, την αδειοδότηση, τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας ή την εκμετάλλευση αεροδρομίων και γενικά από κάθε τρίτο ή οντότητα, τα συμφέροντα ή οι αποστολές των οποίων θα μπορούσαν να έλθουν σε σύγκρουση με την αποστολή που έχει ανατεθεί στην αρχή διερεύνησης ασφαλείας ή να επηρεάσουν την αντικειμενικότητά της.

3.   Η αρχή διερεύνησης ασφαλείας, κατά τη διεξαγωγή της διερεύνησης ασφαλείας, δεν ζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από κανέναν και έχει απεριόριστη εξουσία όσον αφορά τη διεξαγωγή των διερευνήσεων ασφαλείας.

4.   Οι δραστηριότητες που ανατίθενται στην αρχή διερεύνησης ασφαλείας δύνανται να επεκτείνονται στη συλλογή και την ανάλυση πληροφοριών σχετικών με την ασφάλεια πτήσεων, ιδίως για σκοπούς πρόληψης ατυχημάτων, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές δεν θίγουν την ανεξαρτησία της και δεν συνεπάγονται ευθύνη σε θέματα κανονιστικά, διοικητικά ή τυποποίησης.

5.   Προκειμένου να ενημερώνεται το κοινό για το γενικό επίπεδο ασφαλείας της αεροπορίας, δημοσιεύεται ετησίως, σε εθνικό επίπεδο, επιθεώρηση ασφαλείας. Στην εν λόγω ανάλυση, δεν αποκαλύπτονται οι πηγές εμπιστευτικών πληροφοριών.

6.   Το αντίστοιχο κράτος μέλος παρέχει στην αρχή διερεύνησης ασφαλείας τα μέσα που είναι απαραίτητα για να ανταποκριθεί στις ευθύνες της με ανεξαρτησία και η αρχή διερεύνησης ασφαλείας έχει τη δυνατότητα να ζητεί επαρκείς πόρους προς τον σκοπό αυτό. Συγκεκριμένα:

α)

ο επικεφαλής της αρχής διερεύνησης ασφαλείας ή/και, στην περίπτωση συνδυασμένης αρχής, ο επικεφαλής του οικείου κλάδου αεροπορίας, πρέπει να διαθέτει την πείρα και την ικανότητα όσον αφορά την ασφάλεια πολιτικής αεροπορίας ώστε να φέρει εις πέρας τα καθήκοντά του σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το εθνικό δίκαιο·

β)

οι διερευνητές τελούν υπό καθεστώς που τους παρέχει τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας·

γ)

η αρχή διερεύνησης ασφαλείας περιλαμβάνει τουλάχιστον έναν διαθέσιμο πραγματογνώμονα, ικανό να επιτελεί την αποστολή του επιφορτισμένου διερευνητή, σε περίπτωση μείζονος αεροπορικού ατυχήματος·

δ)

διατίθεται στην αρχή διερεύνησης ασφαλείας προϋπολογισμός ο οποίος της καθιστά δυνατή την επιτέλεση των καθηκόντων της·

ε)

η αρχή διερεύνησης ασφαλείας διαθέτει, άμεσα ή μέσω της συνεργασίας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 6 ή μέσω ρυθμίσεων με άλλες εθνικές αρχές ή φορείς, εξειδικευμένο προσωπικό και επαρκείς διευκολύνσεις, μεταξύ των οποίων γραφεία και υπόστεγα για την αποθήκευση και την εξέταση του αεροσκάφους, του περιεχομένου του και των συντριμμάτων του.

Άρθρο 5

Υποχρέωση διερεύνησης

1.   Κάθε αεροπορικό ατύχημα ή σοβαρό συμβάν με αεροσκάφος, εκτός των καθοριζομένων με το παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφαλείας της Αεροπορίας (6), υπόκειται σε διερεύνηση ασφαλείας στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου συνέβη το ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν.

2.   Εάν αεροσκάφος, εκτός εκείνων που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 216/2008, νηολογημένο σε κράτος μέλος, εμπλακεί σε ατύχημα ή σοβαρό συμβάν η θέση του οποίου δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν βρίσκεται στην επικράτεια κράτους, διεξάγεται διερεύνηση ασφαλείας από την αρχή διερεύνησης ασφαλείας του κράτους μέλους νηολόγησης.

3.   Το εύρος των διερευνήσεων ασφαλείας κατά τις παραγράφους 1,2 και 4 και η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται κατά τη διεξαγωγή των εν λόγω διερευνήσεων ασφαλείας καθορίζονται από την αρχή διερεύνησης ασφαλείας, λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων που αναμένεται να αντληθούν από τις συγκεκριμένες διερευνήσεις για τη βελτίωση της ασφαλείας της αεροπορίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά αεροσκάφη με μέγιστη μάζα κατά την απογείωση ίση προς ή μικρότερη από 2 250 κιλά.

4.   Οι αρχές διερεύνησης ασφαλείας μπορούν να αποφασίζουν τη διερεύνηση συμβάντων πέραν των διαλαμβανομένων στις παραγράφους 1 και 2, και των ατυχημάτων ή σοβαρών συμβάντων σε άλλους τύπους αεροσκαφών, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών, οσάκις αναμένουν να αντλήσουν διδάγματα ασφαλείας από τα εν λόγω συμβάντα.

5.   Οι διερευνήσεις ασφαλείας κατά τις παραγράφους 1, 2 και 4 δεν αποσκοπούν επ’ ουδενί στην απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης. Οι εν λόγω διερευνήσεις είναι ανεξάρτητες, ξεχωριστές και τελούν υπό την επιφύλαξη τυχόν δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας για την απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης.

Άρθρο 6

Συνεργασία μεταξύ των αρχών διερεύνησης ασφαλείας

1.   Η αρχή διερεύνησης ασφαλείας κράτους μέλους μπορεί να ζητεί τη συνδρομή αρχών διερεύνησης ασφαλείας άλλων κρατών μελών. Οσάκις αρχή διερεύνησης ασφαλείας συμφωνεί να παράσχει συνδρομή, κατόπιν αιτήματος, η εν λόγω συνδρομή παρέχεται, κατά το δυνατόν, δωρεάν.

2.   Αρχή διερεύνησης ασφαλείας μπορεί να αναθέτει τη διεξαγωγή διερεύνησης ασφαλείας ατυχήματος ή σοβαρού συμβάντος σε άλλη αρχή διερεύνησης ασφαλείας με αμοιβαία συμφωνία και διευκολύνει τη διαδικασία διερεύνησης ασφαλείας από την άλλη αρχή.

Άρθρο 7

Ευρωπαϊκό δίκτυο Αρχών Διερεύνησης Ασφαλείας Ατυχημάτων της Πολιτικής Αεροπορίας

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι οικείες αρχές διερεύνησης ασφαλείας καθιερώνουν μεταξύ τους Ευρωπαϊκό δίκτυο Αρχών Διερεύνησης Ατυχημάτων της Πολιτικής Αεροπορίας («Δίκτυο»), απαρτιζόμενο από τους επικεφαλής των αρχών διερεύνησης ασφαλείας σε κάθε κράτος μέλος ή/και, στην περίπτωση συνδυασμένης αρχής, τον επικεφαλής του οικείου κλάδου αεροπορίας, ή τους αντιπροσώπους τους, συμπεριλαμβανομένου ενός προέδρου που επιλέγεται μεταξύ αυτών για χρονικό διάστημα τριών ετών.

Ο πρόεδρος καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του Δικτύου, το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του Δικτύου, το οποίο πρέπει να συνάδει προς τους στόχους και να ανταποκρίνεται στις ευθύνες που καθορίζονται με τις παραγράφους 2 και 3 αντίστοιχα. Η Επιτροπή διαβιβάζει το πρόγραμμα εργασιών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Ο πρόεδρος καταρτίζει επίσης την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων του Δικτύου.

2.   Το δίκτυο επιδιώκει να βελτιώσει περαιτέρω την ποιότητα των ερευνών που διενεργούνται από τις αρχές διερεύνησης ασφαλείας και να ενισχύσει την ανεξαρτησία τους. Ιδιαίτερα, ενθαρρύνει την τήρηση υψηλών προτύπων στις μεθόδους διερεύνησης και την εκπαίδευση των διερευνητών.

3.   Για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στην παράγραφο2, το δίκτυο είναι ιδίως υπεύθυνο για τα ακόλουθα:

α)

προετοιμάζει συστάσεις για τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα συμβουλεύει για όλες τις πτυχές της ανάπτυξης και της εφαρμογής των ενωσιακών πολιτικών και κανόνων σχετικά με τις διερευνήσεις ασφαλείας και την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων·

β)

προωθεί τη διάδοση πληροφοριών που είναι χρήσιμες για τη βελτίωση της αεροπορικής ασφαλείας, και προάγει ενεργά τη διαρθρωμένη συνεργασία μεταξύ των αρχών διερεύνησης ασφαλείας, της Επιτροπής, του EASA και των εθνικών αρχών πολιτικής αεροπορίας·

γ)

συντονίζει και διοργανώνει, εφόσον τούτο ενδείκνυται, «αξιολογήσεις από ομοτίμους» και σχετικές δραστηριότητες εκπαίδευσης, καθώς επίσης και προγράμματα ανάπτυξης για τους διερευνητές·

δ)

προωθεί τις βέλτιστες πρακτικές διερεύνησης ασφαλείας με στόχο την ανάπτυξη κοινής ενωσιακής μεθοδολογίας για διερεύνηση ασφαλείας, και καταρτίζει κατάλογο τέτοιων πρακτικών·

ε)

ενισχύει την ερευνητική ικανότητα των αρχών διερεύνησης ασφαλείας, μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη και τη διαχείριση πλαισίου για την κοινή χρήση των πόρων·

στ)

παρέχει, κατόπιν αιτήματος των αρχών διερεύνησης ασφαλείας, για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 6, κατάλληλη βοήθεια, συμπεριλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, καταλόγου των διερευνητών, του εξοπλισμού και των ικανοτήτων που διαθέτουν άλλα κράτη μέλη και που μπορεί να χρησιμοποιήσει η αρχή που διεξάγει τη διερεύνηση·

ζ)

έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που περιέχονται στη βάση δεδομένων στην οποία αναφέρεται το άρθρο 18, και αναλύει τις σχετικές συστάσεις ασφαλείας με στόχο τον προσδιορισμό των συστάσεων ασφαλείας που είναι σημαντικές σε ενωσιακό επίπεδο.

4.   Η Επιτροπή ενημερώνει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις εργασίες του Δικτύου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται επίσης οσάκις το Συμβούλιο ή η Επιτροπή υποβάλλουν αιτήσεις στο δίκτυο.

5.   Τα μέλη του Δικτύου δεν επιδιώκουν ούτε δέχονται εντολές από οποιοδήποτε όργανο, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την ανεξαρτησία των διερευνήσεων ασφαλείας.

6.   O EASA καλείται, εφόσον τούτο χρειάζεται, να συμμετέχει ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις του Δικτύου. Το δίκτυο μπορεί επίσης να καλεί στις συνεδριάσεις του παρατηρητές από τις αρχές διερεύνησης ασφαλείας τρίτων χωρών, καθώς και άλλους αρμόδιους εμπειρογνώμονες.

7.   Η Επιτροπή συμμετέχει ενεργά στο έργο του Δικτύου και λαμβάνει την αναγκαία στήριξη από το δίκτυο για τις πτυχές σχετικά με την ανάπτυξη της ενωσιακής πολιτικής και των κανονισμών διερεύνησης και πρόληψης ατυχημάτων της πολιτικής αεροπορίας. Η Επιτροπή παρέχει στο δίκτυο την αναγκαία στήριξη, συμπεριλαμβανομένης της συνδρομής, μεταξύ άλλων, για την προετοιμασία και τη διοργάνωση των συνεδριάσεών της, καθώς και για τη δημοσίευση ετήσιας έκθεσης που καλύπτει τις δραστηριότητες του Δικτύου. Η Επιτροπή διαβιβάζει την ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 8

Συμμετοχή του EASA και των εθνικών υπηρεσιών πολιτικής αεροπορίας στις διερευνήσεις ασφαλείας

1.   Οι αρχές διερεύνησης ασφαλείας καλούν, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται η απαίτηση περί μη σύγκρουσης συμφερόντων, τον EASA και τις εθνικές αρχές πολιτικής αεροπορίας των ενδιαφερομένων κρατών μελών, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, να διορίσουν αντιπρόσωπο για να συμμετέχει:

α)

ως σύμβουλος του επιφορτισθέντος διερευνητή, σε κάθε διερεύνηση ασφαλείας βάσει του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2, που διεξάγεται στο έδαφος κράτους μέλους ή στον τόπο στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 5 παράγραφος 2, υπό τον έλεγχο και τη διακριτική ευχέρεια του επιφορτισθέντος διερευνητή·

β)

ως σύμβουλος διορισμένος στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού για να συνδράμει τον ή τους διαπιστευμένους αντιπροσώπους των κρατών μελών σε κάθε διερεύνηση ασφαλείας διεξαγόμενη σε τρίτη χώρα στην οποία η αρχή διερεύνησης ασφαλείας έχει κληθεί να ορίσει διαπιστευμένο αντιπρόσωπο σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις συνιστώμενες πρακτικές για τη διερεύνηση αεροπορικού ατυχήματος και συμβάντος, υπό την εποπτεία του διαπιστευμένου αντιπροσώπου.

2.   Οι συμμετέχοντες στους οποίους αναφέρεται η παράγραφος 1 δικαιούνται συγκεκριμένα:

α)

να επισκέπτονται τον τόπο του ατυχήματος και να εξετάζουν τα συντρίμματα·

β)

να υποδεικνύουν πεδία εξέτασης των μαρτύρων και να λαμβάνουν τις μαρτυρίες τους·

γ)

να λαμβάνουν αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων και τα κατάλληλα πραγματολογικά στοιχεία·

δ)

να συμμετέχουν στην αποδελτίωση των μέσων καταγραφής, εξαιρουμένων των αποτυπωτών ομιλίας ή εικόνων θαλάμου διακυβέρνησης·

ε)

να συμμετέχουν σε δραστηριότητες διερεύνησης εκτός του τόπου του ατυχήματος, όπως η εξέταση δομικών μερών, δοκιμές και προσομοιώσεις, τεχνικές ενημερώσεις και συνεδριάσεις για την πρόοδο έρευνας, εκτός εάν πρόκειται για τον καθορισμό των αιτίων ή τη διατύπωση συστάσεων ασφαλείας,

3.   Ο EASA και οι εθνικές αρχές πολιτικής αεροπορίας υποστηρίζουν τη διερεύνηση στην οποία συμμετέχουν παρέχοντας τις αιτούμενες πληροφορίες, συμβούλους και εξοπλισμό στην επιφορτισμένη με τη διερεύνηση ασφαλείας αρχή.

Άρθρο 9

Υποχρέωση κοινοποίησης ατυχημάτων και σοβαρών συμβάντων

1.   Κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο που γνωρίζει ότι σημειώθηκε ατύχημα ή σοβαρό συμβάν απευθύνει αμελλητί κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή διερεύνησης ασφαλείας του κράτους στο έδαφος του οποίου σημειώθηκε το ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν.

2.   Η αρχή διερεύνησης ασφαλείας απευθύνει αμελλητί κοινοποίηση στην Επιτροπή, στον EASA, στον Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας (ΔΟΠΑ), στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και τρίτες χώρες, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις συνιστώμενες πρακτικές, όλα τα ατυχήματα και σοβαρά συμβάντα τα οποία της έχουν κοινοποιηθεί.

Άρθρο 10

Συμμετοχή των κρατών μελών σε διερευνήσεις ασφαλείας

1.   Άμα την παραλαβή της κοινοποίησης ατυχήματος ή σοβαρού συμβάντος από άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα τα κράτη μέλη που είναι το κράτος νηολόγησης, το κράτος του φορέα εκμετάλλευσης, το κράτος σχεδιασμού και το κράτος κατασκευής ενημερώνουν, το συντομότερο δυνατόν, το κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα, στο έδαφος των οποίων συνέβη το ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν, εάν προτίθενται να διορίσουν διαπιστευμένο αντιπρόσωπο σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις συνιστώμενες πρακτικές. Εφόσον διορισθεί διαπιστευμένος αντιπρόσωπος, παρέχονται επίσης το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας του, καθώς και η προβλεπόμενη ημερομηνία άφιξης εάν ο διαπιστευμένος αντιπρόσωπος προτίθεται να ταξιδέψει στη χώρα που διαβίβασε την κοινοποίηση.

2.   Οι διαπιστευμένοι αντιπρόσωποι του κράτους σχεδιασμού ορίζονται από την αρχή διερεύνησης ασφαλείας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο κύριος τόπος δραστηριοτήτων του κατόχου του πιστοποιητικού του τύπου σχεδιασμού του αεροσκάφους ή του προωθητικού συστήματός του.

Άρθρο 11

Καθεστώς των διερευνητών ασφαλείας

1.   Ο επιφορτισμένος διερευνητής, μόλις ορισθεί από αρχή διερεύνησης ασφαλείας και ανεξάρτητα κάθε δικαστικής έρευνας, έχει την αρμοδιότητα να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της διερεύνησης ασφαλείας.

2.   Παρά τις τυχόν υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας βάσει των νομικών πράξεων της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου, ο επιφορτισμένος διερευνητής δικαιούται ιδίως:

α)

να έχει άμεση, απεριόριστη και απρόσκοπτη πρόσβαση στον τόπο του ατυχήματος ή του συμβάντος καθώς και στο αεροσκάφος, το περιεχόμενό του ή τα συντρίμματά του·

β)

να εξασφαλίζει άμεση καταγραφή των τεκμηρίων και ελεγχόμενη λήψη θραυσμάτων ή συστατικών μερών με σκοπό την εξέταση ή την ανάλυση·

γ)

να έχει άμεση πρόσβαση στις συσκευές καταγραφής στοιχείων πτήσης, στο περιεχόμενό τους και σε άλλα σχετικά καταγραφικά συστήματα, καθώς και να έχει τον έλεγχό τους·

δ)

να ζητεί, και να συμβάλλει, στη διεξαγωγή πλήρους νεκροψίας των σωμάτων των θανάσιμα τραυματισμένων προσώπων και να έχει άμεση πρόσβαση στα αποτελέσματα των εξετάσεων αυτών ή των δοκιμών που διενεργούνται στα ληφθέντα δείγματα·

ε)

να ζητεί την ιατρική εξέταση των προσώπων που εμπλέκονταν στη λειτουργία του αεροσκάφους ή τη διεξαγωγή δοκιμών επί δειγμάτων από τα πρόσωπα αυτά και να έχει άμεση πρόσβαση στα αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων ή δοκιμών·

στ)

να καλεί και να εξετάζει μάρτυρες και να ζητεί να παρέχουν ή να προσκομίζουν πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη διερεύνηση ασφαλείας·

ζ)

να έχει ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία ή αρχεία που διαθέτει ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος του πιστοποιητικού του τύπου σχεδιασμού, η οργάνωση που είναι υπεύθυνη για τη συντήρηση, η οργάνωση κατάρτισης, ο φορέας εκμετάλλευσης ή ο κατασκευαστής του αεροσκάφους, οι υπεύθυνες αρχές πολιτικής αεροπορίας, ο EASA και οι πάροχοι αεροναυτιλιακών υπηρεσιών ή οι αερολιμενικές αρχές.

3.   Ο επιφορτισμένος διερευνητής επεκτείνει στους εμπειρογνώμονες και στους συμβούλους του, καθώς και στους διαπιστευμένους αντιπροσώπους, στους εμπειρογνώμονες και στους συμβούλους τους, τα δικαιώματα κατά την παράγραφο 2, στον βαθμό που απαιτείται ώστε να μπορούν να συμμετέχουν αποτελεσματικά στη διερεύνηση ασφαλείας. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των πραγματογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων που ορίζει η επιφορτισμένη με δικαστική έρευνα αρχή.

4.   Κάθε πρόσωπο που συμμετέχει σε διερεύνηση ασφαλείας εκτελεί τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία και δεν ζητεί ούτε δέχεται οδηγίες από κανένα πλην του επιφορτισμένου διερευνητή ή του διαπιστευμένου αντιπροσώπου.

Άρθρο 12

Συντονισμός των διερευνήσεων

1.   Οσάκις κινείται επίσης δικαστική έρευνα, ενημερώνεται σχετικά ο επιφορτισμένος διερευνητής. Σε αυτή την περίπτωση, ο επιφορτισμένος διερευνητής εξασφαλίζει την ιχνηλασιμότητα και τη φύλαξη των συσκευών καταγραφής δεδομένων πτήσης και κάθε υλικού αποδεικτικού στοιχείου. Η δικαστική αρχή μπορεί να ορίσει υπεύθυνο ένα από τα στελέχη της προκειμένου να συνοδεύσει τις συσκευές καταγραφής δεδομένων πτήσης ή τα υλικά αποδεικτικά στοιχεία μέχρι τον τόπο ανάγνωσης ή επεξεργασίας τους. Εφόσον η εξέταση ή η ανάλυση τέτοιων υλικών αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να μεταβάλει, να αλλοιώσει ή να τα καταστρέψει, απαιτείται προηγουμένως η συμφωνία των δικαστικών αρχών, υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου. Η μη επίτευξη συμφωνίας σύμφωνα με τις προηγούμενες ρυθμίσεις κατά την παράγραφο 3 εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και το αργότερο σε δύο εβδομάδες από το αίτημα, δεν παρεμποδίζει τον επιφορτισμένο διερευνητή να προβεί στην εξέταση ή την ανάλυση. Αν η δικαιοδοτική αρχή έχει δικαίωμα παρακράτησης αποδεικτικών στοιχείων, ο επιφορτισμένος διερευνητής έχει άμεση και απεριόριστη πρόσβαση στα στοιχεία αυτά και να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει.

2.   Εφόσον, κατά τη διάρκεια διερεύνησης ασφαλείας, γίνει γνωστό ή δημιουργηθεί υποψία ότι το ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν σχετίζεται με παράνομη ενέργεια, κατά τα προβλεπόμενα στο εθνικό δίκαιο για τις διερευνήσεις ατυχημάτων, ο επιφορτισμένος διερευνητής ενημερώνει αμέσως σχετικά τις αρμόδιες αρχές. Με την επιφύλαξη του άρθρου 14, οι σχετικές πληροφορίες που συλλέγονται κατά τη διερεύνηση ασφαλείας γνωστοποιούνται αμέσως στις εν λόγω αρχές και τα σχετικά στοιχεία μπορούν επίσης να διαβιβάζονται στις αρχές αυτές, κατόπιν αιτήματος. Η διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών και στοιχείων πραγματοποιείται με την επιφύλαξη του δικαιώματος της αρχής διερεύνησης ασφαλείας να συνεχίσει τη διερεύνηση ασφαλείας, σε συντονισμό με τις αρχές στις οποίες έχει τυχόν μεταβιβασθεί ο έλεγχος του τόπου του ατυχήματος.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρχές διερεύνησης ασφαλείας, αφενός, και άλλες αρχές που ενδέχεται να εμπλέκονται στις δραστηριότητες που αφορούν τη διερεύνηση ασφαλείας, όπως οι δικαστικές αρχές, η πολιτική αεροπορία και οι αρχές έρευνας και διάσωσης, αφετέρου, συνεργάζονται μεταξύ τους με εκ των προτέρων ρυθμίσεις.

Οι εν λόγω ρυθμίσεις σέβονται την ανεξαρτησία της αρχής που διερεύνησης ασφαλείας και επιτρέπουν τη διεξαγωγή της τεχνικής έρευνας με επιμέλεια και αποτελεσματικότητα. Οι εκ των προτέρων ρυθμίσεις καλύπτουν μεταξύ άλλων τα εξής:

α)

πρόσβαση στον τόπο του ατυχήματος,

β)

διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων και πρόσβαση σε αυτά,

γ)

πραγματοποίηση της αρχικής και των επόμενων συνεχών ενημερώσεων σχετικά με το στάδιο κάθε διαδικασίας,

δ)

ανταλλαγή πληροφοριών,

ε)

κατάλληλη χρήση των πληροφοριών ασφαλείας,

στ)

διευθέτηση διαφορών.

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν τις εν λόγω ρυθμίσεις στην Επιτροπή, η οποία τις διαβιβάζει στον πρόεδρο του Δικτύου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προς ενημέρωση.

Άρθρο 13

Διαφύλαξη αποδεικτικών στοιχείων

1.   Το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου σημειώθηκε το ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν είναι υπεύθυνο να εξασφαλίσει την ασφαλή επεξεργασία κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να προστατεύσει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία και να εγγυηθεί την ασφαλή φύλαξη του αεροσκάφους, του περιεχομένου του και των συντριμμάτων του για τον χρόνο που είναι απαραίτητος για τους σκοπούς της διερεύνησης ασφαλείας. Η προστασία των αποδεικτικών στοιχείων περιλαμβάνει τη διατήρηση, με φωτογραφικά ή άλλα μέσα, κάθε αποδεικτικού στοιχείου που είναι δυνατόν να αφαιρεθεί, να διαγραφεί, να απολεσθεί ή να καταστραφεί. Η ασφαλής φύλαξη περιλαμβάνει την προστασία από κάθε περαιτέρω ζημία, πρόσβαση άνευ σχετικής έγκρισης προσώπων, κλοπή και φθορά.

2.   Μέχρι την άφιξη των διερευνητών ασφαλείας, δεν μεταβάλλεται από κανέναν η κατάσταση του τόπου του ατυχήματος, δεν λαμβάνονται δείγματα από αυτόν, δεν επιχειρείται μετακίνηση ούτε πραγματοποιείται δειγματοληψία από το αεροσκάφος, το περιεχόμενο ή τα συντρίμματα του, δεν μετακινείται ούτε απομακρύνεται το αεροσκάφος, εκτός εάν η εν λόγω ενέργεια απαιτείται για λόγους ασφαλείας ή για να παρασχεθεί συνδρομή σε τραυματίες ή με τη ρητή άδεια των αρχών που έχουν τον έλεγχο του τόπου και εφόσον είναι δυνατόν, σε συνεννόηση με την αρχή διερεύνησης ασφαλείας.

3.   Κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να διαφυλάξει έγγραφα, υλικό και καταγραφές σχετιζόμενες με το γεγονός, ιδίως για να αποφευχθεί η διαγραφή καταγεγραμμένων συνομιλιών και συναγερμών μετά την πτήση.

Άρθρο 14

Προστασία ευαίσθητων πληροφοριών ασφαλείας

1.   Τα κάτωθι στοιχεία δεν διατίθενται ούτε χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους πλην της διερεύνησης ασφαλείας:

α)

όλες οι καταθέσεις προσώπων που ελήφθησαν από την αρχή διερεύνησης κατά τη διάρκεια της διερεύνησης ασφαλείας·

β)

στοιχεία που αποκαλύπτουν την ταυτότητα των προσώπων που κατέθεσαν στο πλαίσιο της διερεύνησης ασφαλείας·

γ)

πληροφορίες που συνέλεξε η αρχή διερεύνησης ασφαλείας και οι οποίες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αφορούν την υγεία προσώπων·

δ)

υλικό που προέκυψε εν συνεχεία κατά τη διάρκεια της διερεύνησης, όπως σημειώσεις, προσχέδια, γραπτές γνώμες των διερευνητών, γνώμες που εκφράσθηκαν κατά την ανάλυση πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών των συσκευών καταγραφής στοιχείων πτήσης·

ε)

πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία που παρασχέθηκαν από διερευνητές άλλων κρατών μελών ή τρίτων χωρών σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις συνιστώμενες πρακτικές, κατόπιν αιτήματος της αρχής τους διερεύνησης ασφαλείας·

στ)

σχέδια προκαταρκτικών ή τελικών εκθέσεων ή προσωρινές καταθέσεις·

ζ)

εγγραφές ήχου και εικόνας από το πιλοτήριο και η μεταγραφή τους, καθώς επίσης εγγραφές από τις μονάδες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, διασφαλίζοντας επίσης ότι προστατεύονται δεόντως οι πληροφορίες που δεν αφορούν τη διερεύνηση ασφαλείας, ιδίως δε οι πληροφορίες της ιδιωτικής ζωής, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3.

2.   Τα κάτωθι αρχεία διατίθενται ή χρησιμοποιούνται μόνον για τη διερεύνηση ασφαλείας ή με σκοπό τη βελτίωση της ασφαλείας πτήσεων:

α)

κάθε επικοινωνία μεταξύ προσώπων εμπλεκόμενων στη λειτουργία του αεροσκάφους·

β)

γραπτές ή ηλεκτρονικές ηχογραφήσεις και μεταγραφές ηχογραφήσεων από μονάδες ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων και αποτελεσμάτων που προορίζονται για εσωτερικούς σκοπούς·

γ)

συνοδευτικές επιστολές για τη διαβίβαση συστάσεων ασφαλείας από την αρχή διερεύνησης ασφαλείας στον παραλήπτη, κατόπιν αιτήματος της αρχής διερεύνησης ασφαλείας που εκδίδει τη σύσταση·

δ)

αναφορές περιστατικών βάσει της οδηγίας 2003/42/ΕΚ.

Οι καταγραφές της συσκευής καταγραφής δεν διατίθενται ούτε χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους πλην της διερεύνησης ασφαλείας ή για λόγους αξιοπλοΐας ή συντήρησης, εκτός εάν αποχαρακτηρισθούν ή δημοσιοποιηθούν με διαδικασίες ασφαλείας.

3.   Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 και 2, η δικαιοδοτική αρχή ή η αρχή που είναι αρμόδια να αποφασίζει για τη δημοσιοποίηση των ηχογραφήσεων ή αποτυπώσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο μπορεί να αποφασίσει ότι τα οφέλη από τη δημοσιοποίηση των αρχείων στα οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 1 και 2 για κάθε άλλο σκοπό επιτρεπόμενο από τον νόμο αντισταθμίζουν τον ενδεχόμενο αρνητικό εσωτερικό και διεθνή αντίκτυπο μιας τέτοιας ενέργειας στη συγκεκριμένη ή άλλη μελλοντική διερεύνηση ασφαλείας. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να περιορίσουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να λαμβάνεται απόφαση δημοσιοποίησης, τηρώντας ταυτόχρονα τις νομικές πράξεις της Ένωσης.

Η κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος των στοιχείων στα οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 1 και 2 για σκοπούς που δεν αφορούν τη διερεύνηση ασφαλείας και, επιπλέον όσον αφορά την παράγραφο 2, για σκοπούς που δεν αφορούν τη βελτίωση της ασφαλείας των πτήσεων μπορεί να επιτραπεί εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που προβαίνει στην κοινοποίηση. Η επεξεργασία ή η δημοσιοποίηση των αρχείων που λαμβάνονται μέσω τέτοιας κοινοποίησης από τις αρχές του κράτους μέλους παραλαβής επιτρέπεται μόνο μετά από προηγούμενη διαβούλευση με το κράτος μέλος κοινοποίησης και διέπεται από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους παραλαβής.

4.   Δύνανται να δημοσιοποιούνται αποκλειστικά και μόνο τα δεδομένα που είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς κατά την παράγραφο 3.

Άρθρο 15

Κοινοποίηση πληροφοριών

1.   Το υπεύθυνο προσωπικό της αρχής διερεύνησης ασφαλείας, ή κάθε άλλο πρόσωπο που έχει κληθεί να συμμετάσχει ή να συμβάλει στη διερεύνηση ασφαλείας, δεσμεύεται από ισχύοντες κανόνες για το επαγγελματικό απόρρητο, συμπεριλαμβανομένης της ανωνυμίας των εμπλεκομένων σε ατύχημα ή συμβάν, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.

2.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 16 και17, η υπεύθυνη αρχή διερεύνησης ασφαλείας κοινοποιεί τις πληροφορίες τις οποίες η ίδια κρίνει σχετικές με την πρόληψη ατυχήματος ή σοβαρού συμβάντος σε πρόσωπα υπεύθυνα για την κατασκευή ή τη συντήρηση αεροσκάφους ή του εξοπλισμού του και σε άτομα ή νομικές οντότητες υπεύθυνα για τη λειτουργία του αεροσκάφους ή την εκπαίδευση προσωπικού.

3.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 16 και17, η υπεύθυνη αρχή διερεύνησης ασφαλείας και ο ή οι διαπιστευμένοι αντιπρόσωποι που προβλέπονται στο άρθρο 8 κοινοποιούν στον EASA και στις εθνικές αρχές πολιτικής αεροπορίας σχετικές πληροφορίες για τα γεγονότα οι οποίες αποκτήθηκαν κατά τη διερεύνηση ασφαλείας, εκτός από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 ή που προκαλούν σύγκρουση συμφερόντων. Οι πληροφορίες που λαμβάνουν ο EASA και οι εθνικές αρχές πολιτικής αεροπορίας προστατεύονται σύμφωνα με το άρθρο 14 και τις ισχύουσες νομικές πράξεις της Ένωσης και την εθνική νομοθεσία.

4.   Η υπεύθυνη αρχή διερεύνησης ασφαλείας εξουσιοδοτείται να ενημερώνει τα θύματα και τους συγγενείς τους ή τις ενώσεις τους ή να δημοσιοποιεί σχετικές με τα γεγονότα παρατηρήσεις, τις διαδικασίες της διερεύνησης ασφαλείας, ενδεχομένως προκαταρκτικές εκθέσεις ή συμπεράσματα ή/και συστάσεις ασφαλείας, με την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι στόχοι της διερεύνησης ασφαλείας και τηρείται πλήρως η ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

5.   Πριν από τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 4, η υπεύθυνη αρχή διερεύνησης ασφαλείας διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στα θύματα, στους συγγενείς τους ή στις ενώσεις τους, με τρόπο ο οποίος δεν διακυβεύει τους στόχους της διερεύνησης ασφαλείας.

Άρθρο 16

Έκθεση διερεύνησης

1.   Κάθε διερεύνηση ασφαλείας ολοκληρώνεται με έκθεση υπό μορφή ανάλογη με τον τύπο και τη σοβαρότητα του ατυχήματος ή του σοβαρού συμβάντος. Η έκθεση σημειώνει ότι μόνος στόχος της διερεύνησης ασφαλείας πρέπει να είναι η πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στο μέλλον χωρίς την απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης. Η έκθεση περιλαμβάνει, ενδεχομένως, συστάσεις ασφαλείας.

2.   Η έκθεση διαφυλάσσει την ανωνυμία κάθε προσώπου εμπλεκόμενου στο ατύχημα ή σοβαρό συμβάν.

3.   Εφόσον από τη διερεύνηση ασφαλείας προκύπτουν εκθέσεις πριν από την ολοκλήρωση της διερεύνησης, η αρχή διερεύνησης ασφαλείας μπορεί να ζητεί πριν από τη δημοσίευσή τους την υποβολή σχολίων από τις ενδιαφερόμενες αρχές, καθώς και από τον EASA, και, μέσω αυτών, από τον κάτοχο του πιστοποιητικού του βιομηχανικού σχεδίου, από τον κατασκευαστή και από τον ενδιαφερόμενο φορέα εκμετάλλευσης. Αυτοί δεσμεύονται από τους εφαρμοστέους κανόνες του επαγγελματικού απορρήτου όσον αφορά το περιεχόμενο της διαβούλευσης.

4.   Πριν από τη δημοσίευση της τελικής έκθεσης, η αρχή διερεύνησης ασφαλείας ζητεί την υποβολή σχολίων από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και από τον EASA, και, μέσω αυτών, από τον κάτοχο του πιστοποιητικού του βιομηχανικού σχεδίου, από τον κατασκευαστή και από τον ενδιαφερόμενο φορέα εκμετάλλευσης, οι οποίοι δεσμεύονται από τους ισχύοντες κανόνες περί επαγγελματικού απορρήτου όσον αφορά το περιεχόμενο της διαβούλευσης. Η αρχή διερεύνησης ασφαλείας, οσάκις ζητεί την υποβολή σχολίων, ακολουθεί τα διεθνή πρότυπα και τις συνιστώμενες πρακτικές.

5.   Οι πληροφορίες που εμπίπτουν στο άρθρο 14 περιλαμβάνονται στην έκθεση μόνον εφόσον σχετίζονται με την ανάλυση του ατυχήματος ή σοβαρού συμβάντος. Πληροφορίες ή μέρη αυτών των πληροφοριών που δεν σχετίζονται με την ανάλυση δεν δημοσιοποιούνται.

6.   Η αρχή διερεύνησης ασφαλείας δίδει στη δημοσιότητα την τελική έκθεση το ταχύτερο δυνατόν, και, ει δυνατόν, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία συνέβη το ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν.

7.   Εάν η τελική έκθεση δεν είναι δυνατόν να δημοσιοποιηθεί εντός 12 μηνών, η αρχή διερεύνησης ασφαλείας δίδει στη δημοσιότητα προσωρινή δήλωση το αργότερο σε κάθε επέτειο του ατυχήματος ή του σοβαρού συμβάντος, στην οποία αναφέρονται λεπτομερώς η πρόοδος που σημειώνεται στη διερεύνηση και τυχόν θέματα ασφαλείας που προέκυψαν.

8.   Η αρχή διερεύνησης ασφαλείας διαβιβάζει αντίγραφο της τελικής έκθεσης και των συστάσεων ασφαλείας, το συντομότερο δυνατόν:

α)

στις αρχές διερεύνησης ασφαλείας και στις αρχές πολιτικής αεροπορίας των ενδιαφερόμενων κρατών, και στον ΔΟΠΑ, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις συνιστώμενες πρακτικές·

β)

στους παραλήπτες των συστάσεων ασφαλείας που περιλαμβάνονται στην έκθεση·

γ)

στην Επιτροπή και τον EASA, εκτός εάν η έκθεση δημοσιοποιηθεί με ηλεκτρονικά μέσα, οπότε η αρχή διερεύνησης ασφαλείας απλώς τις κοινοποιεί αναλόγως.

Άρθρο 17

Συστάσεις ασφαλείας

1.   Σε κάθε στάδιο της διερεύνησης ασφαλείας, η αρχή διερεύνησης ασφαλείας με χρονολογημένη διαβιβαστική επιστολή, μετά από κατάλληλη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συστήνει στις ενδιαφερόμενες αρχές, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι σε άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, κάθε προληπτικό μέτρο που κρίνει αναγκαίο να ληφθεί αμέσως για της ενίσχυση της αεροπορικής ασφαλείας.

2.   Οι αρχές διερεύνησης ασφαλείας μπορούν επίσης να εκδίδουν συστάσεις βάσει μελετών ή αναλύσεων σειράς διερευνήσεων ή άλλων δραστηριοτήτων που διεξάγονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4.

3.   Οι συστάσεις ασφαλείας δεν συνιστούν επ’ ουδενί τεκμήριο υπαιτιότητας ή ευθύνης σε περίπτωση ατυχήματος, σοβαρού συμβάντος ή συμβάντος.

Άρθρο 18

Παρακολούθηση των συστάσεων ασφαλείας και ηλεκτρονική βάση συστάσεων ασφαλείας

1.   Ο παραλήπτης σύστασης ασφαλείας βεβαιώνει την παραλαβή της διαβιβαστικής επιστολής και ενημερώνει την αρχή διερεύνησης ασφαλείας που εξέδωσε τη σύσταση εντός 90 ημερών από την παραλαβή της εν λόγω επιστολής σχετικά με τη δράση που αναλήφθηκε ή πρόκειται να αναληφθεί και, εφόσον χρειάζεται, για το χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωσή της, ενώ αν δεν έχει αναληφθεί δράση, για τους σχετικούς λόγους.

2.   Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της απάντησης, η αρχή διερεύνησης ασφαλείας ενημερώνει τον αποστολέα εάν κρίνει ικανοποιητική την απάντησή του και αναφέρει σχετική αιτιολόγηση σε περίπτωση που διαφωνεί με την απόφαση να μην αναληφθεί δράση.

3.   Κάθε αρχή διερεύνησης ασφαλείας εφαρμόζει διαδικασίες για την καταχώριση των απαντήσεων σε εκδοθείσες συστάσεις ασφαλείας.

4.   Κάθε αποδέκτης σύστασης ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων των υπευθύνων αρχών ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας των κρατών μελών και σε ενωσιακό επίπεδο, εφαρμόζει διαδικασίες παρακολούθησης της προόδου της δράσης που αναλήφθηκε κατ’ εφαρμογή των συστάσεων ασφαλείας που παρέλαβε.

5.   Οι αρχές διερεύνησης ασφαλείας καταχωρίζουν στον κεντρικό αποθετήρα που έχει δημιουργηθεί με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2007, σχετικά με τον καθορισμό κανόνων για την καταχώριση σε κεντρικό αποθετήριο πληροφοριών σχετικών με περιστατικά στην πολιτική αεροπορία που ανταλλάσσονται βάσει της οδηγίας 2003/42/ΕΚ (7) όλες τις συστάσεις ασφαλείας που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 και τις αντίστοιχες απαντήσεις τους. Οι αρχές διερεύνησης ασφαλείας καταχωρίζουν επίσης στον κεντρικό αποθετήρα όλες τις συστάσεις ασφαλείας που παραλαμβάνουν από τρίτες χώρες.

Άρθρο 19

Αναφορά συμβάντων

1.   Ο EASA και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, συνεργαζόμενοι, συμμετέχουν τακτικά στην ανταλλαγή και ανάλυση των πληροφοριών που εμπίπτουν στην οδηγία 2003/42/ΕΚ. Τούτο περιλαμβάνει την τηλεματική πρόσβαση καθορισμένων προσώπων στις πληροφορίες που περιέχει ο κεντρικός αποθετήρας που έχει δημιουργηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1321/2007, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για τον άμεσο προσδιορισμό του αεροσκάφους που αποτελεί αντικείμενο αναφοράς συμβάντος, όπως ο αριθμός σειράς και ο αριθμός καταχώρησης, αν υπάρχουν. Η εν λόγω πρόσβαση δεν περιλαμβάνει πληροφορίες με τις οποίες ταυτίζεται ο φορέας λειτουργίας τον οποίον αφορά η συγκεκριμένη έκθεση.

2.   Ο EASA και οι αρχές των κρατών μελών στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών αυτών, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, και περιορίζουν τη χρήση τους στα απολύτως αναγκαία για να φέρουν σε πέρας τις σχετικές με την ασφάλεια υποχρεώσεις τους. Στο πλαίσιο αυτό, οι συγκεκριμένες πληροφορίες χρησιμοποιούνται μόνον για την ανάλυση των τάσεων στον τομέα της ασφαλείας, που δύνανται να προσφέρουν τη βάση για ανώνυμες συστάσεις ασφαλείας ή οδηγίες αξιοπλοΐας χωρίς απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης.

Άρθρο 20

Πληροφορίες για πρόσωπα και επικίνδυνα εμπορεύματα επί του αεροσκάφους

1.   Αεροπορικές εταιρείες της Ένωσης που διενεργούν πτήσεις οι οποίες φθάνουν σε ή αναχωρούν από αερολιμένα που ευρίσκεται στα εδάφη των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζονται οι Συνθήκες και αεροπορικές εταιρείες τρίτων χωρών που διενεργούν πτήσεις οι οποίες αναχωρούν από τέτοιο αερολιμένα εφαρμόζουν διαδικασίες που επιτρέπουν την υποβολή:

α)

το συντομότερο δυνατό, και το αργότερο εντός δύο ωρών από την κοινοποίηση του ατυχήματος στο αεροσκάφος, επικυρωμένης κατάστασης όλων των προσώπων που επέβαιναν στο αεροσκάφος βάσει των ακριβέστερων διαθέσιμων πληροφοριών και

β)

αμέσως μετά την κοινοποίηση του ατυχήματος που συνέβη στο αεροσκάφος, κατάστασης των επικινδύνων εμπορευμάτων επί του αεροσκάφους.

2.   Οι καταστάσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 διαβιβάζονται στην υπεύθυνη αρχή διερεύνησης ασφαλείας, στην αρχή που έχει ορίσει κάθε κράτος μέλος για τις επαφές με τους συγγενείς των επιβαινόντων και, εφόσον χρειάζεται, σε ιατρικές μονάδες οι οποίες, ενδεχομένως, χρειάζονται πληροφορίες για την παροχή ιατρικής βοήθειας στα θύματα.

3.   Προκειμένου να καταστεί δυνατή η ταχεία ενημέρωση των οικογενειών των επιβατών για την παρουσία των οικείων τους στο αεροσκάφος που έχει εμπλακεί σε ατύχημα, οι αεροπορικές εταιρείες προσφέρουν στους επιβάτες τη δυνατότητα να δηλώνουν το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας ενός προσώπου στο οποίο θα πρέπει να απευθυνθούν σε περίπτωση ατυχήματος. Οι αεροπορικές εταιρείες μπορούν να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο σε περίπτωση ατυχήματος και δεν τις γνωστοποιούν σε τρίτους ούτε τις χρησιμοποιούν για εμπορικούς σκοπούς.

4.   Το ονοματεπώνυμο επιβαίνοντος στο αεροσκάφος δεν δημοσιοποιείται πριν να ενημερωθεί η οικογένειά του συγκεκριμένου προσώπου από τις αρμόδιες αρχές. Η κατάσταση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 στοιχείο α) παραμένει εμπιστευτική σύμφωνα με τις νομικές πράξεις της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο, ενώ το ονοματεπώνυμο κάθε προσώπου που περιλαμβάνεται στην εν λόγω κατάσταση δημοσιοποιείται μόνον εφόσον δεν προβάλει αντιρρήσεις η οικογένεια του επιβαίνοντος στο αεροσκάφος.

Άρθρο 21

Παροχή συνδρομής στα θύματα αεροπορικών ατυχημάτων και στους συγγενείς τους

1.   Προκειμένου να εξασφαλισθεί πληρέστερη και περισσότερο εναρμονισμένη αντίδραση σε ατυχήματα, σε ενωσιακό επίπεδο, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει, σε εθνικό επίπεδο, σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τα ατυχήματα πολιτικής αεροπορίας. Το εν λόγω σχέδιο έκτακτης ανάγκης καλύπτει επίσης την παροχή βοήθειας στα θύματα ατυχημάτων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και τις οικογένειές τους.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλες οι αεροπορικές εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους να διαθέτουν σχέδιο βοήθειας προς τα θύματα ατυχημάτων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και τις οικογένειές τους. Τα σχέδια αυτά πρέπει ιδίως να λαμβάνουν υπόψη την ψυχολογική υποστήριξη στα θύματα ατυχημάτων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και τις οικογένειές τους και να επιτρέπουν στην αεροπορική εταιρεία να αντιμετωπίσει ένα μείζον ατύχημα. Τα κράτη μέλη ελέγχουν τα σχέδια βοήθειας των αεροπορικών εταιρειών που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν επίσης τις αεροπορικές εταιρείες τρίτων χωρών που ασκούν δραστηριότητα στην Ένωση να καταρτίζουν επίσης σχέδιο για την παροχή συνδρομής στα θύματα ατυχημάτων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και τις οικογένειές τους.

3.   Όταν συμβεί ατύχημα, το κράτος μέλος που είναι επιφορτισμένο με τη διερεύνηση, το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η αεροπορική εταιρεία το αεροσκάφος της οποίας έχει εμπλακεί στο ατύχημα ή το κράτος μέλος που είχε σημαντικό αριθμό υπηκόων του στο αεροσκάφος που έχει εμπλακεί στο ατύχημα προβλέπει τον ορισμό ενός προσώπου αναφοράς που θα αποτελεί το σημείο επαφής και ενημέρωσης για τα θύματα και τις οικογένειές τους.

4.   Κράτος μέλος ή τρίτη χώρα, που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, λόγω θανάτων ή σοβαρών τραυματισμών πολιτών της, για ατύχημα που συνέβη στα εδάφη των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζονται οι Συνθήκες, δικαιούται να ορίσει εμπειρογνώμονα, ο οποίος έχει το δικαίωμα:

α)

να επισκέπτεται τον τόπο του ατυχήματος·

β)

να έχει πρόσβαση στις σχετικές με τα γεγονότα πληροφορίες, τη δημοσιοποίηση των οποίων έχει εγκρίνει η επιφορτισμένη αρχή διερεύνησης ασφαλείας, και στις πληροφορίες για την πρόοδο της διερεύνησης·

γ)

να λαμβάνει αντίγραφο της τελικής έκθεσης.

5.   Εμπειρογνώμονας διορισμένος σύμφωνα με την παράγραφο 4 μπορεί να παρίσταται, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, στην ταυτοποίηση των θυμάτων και να παρίσταται στις συναντήσεις με τους επιζώντες του κράτους του.

6.   Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 785/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις απαιτήσεις ασφάλισης των αερομεταφορέων και των επιχειρήσεων εκμετάλλευσης αεροσκαφών (8), και οι αερομεταφορείς τρίτων χωρών πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλισης που καθορίζονται με τον εν λόγω κανονισμό.

Άρθρο 22

Πρόσβαση στα έγγραφα και προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (9).

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (10) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (11).

Άρθρο 23

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού. Οι κυρώσεις που προβλέπονται πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Άρθρο 24

Τροποποίηση του κανονισμού

Ο παρών κανονισμός υπόκειται σε αναθεώρηση το αργότερο στις 3 Δεκεμβρίου 2014. Εφόσον η Επιτροπή θεωρήσει ότι ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τροποποιηθεί, ζητεί από το δίκτυο να εκδώσει προκαταρκτική γνωμοδότηση, η οποία διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στα κράτη μέλη και στον EASA.

Άρθρο 25

Καταργήσεις

Η οδηγία 94/56/ΕΚ καταργείται.

Άρθρο 26

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 20 Οκτωβρίου 2010.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

O. CHASTEL


(1)  Γνώμη της 27ης Μαΐου 2010 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ C 132 της 21.5.2010, σ. 1.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2010 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 11ης Οκτωβρίου 2010.

(4)  ΕΕ L 167 της 4.7.2003, σ. 23.

(5)  ΕΕ L 319 της 12.12.1994, σ. 14.

(6)  ΕΕ L 79 της 19.3.2008, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 294 της 13.11.2007, σ. 3.

(8)  ΕΕ L 138 της 30.4.2004, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(10)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(11)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογοσ παραδειγμάτων σοβαρών συμβάντων

Τα συμβάντα που παρατίθενται είναι τυπικές περιπτώσεις συμβάντων που πιθανόν να αποτελούν σοβαρά συμβάντα. Ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός και χρησιμεύει ως οδηγός για τον ορισμό του «σοβαρού συμβάντος»:

παρ’ ολίγο σύγκρουση που απαίτησε ελιγμό για την αποφυγή της ώστε να αποφευχθεί σύγκρουση ή επικίνδυνη κατάσταση ή περίπτωση κατά την οποία θα χρειαζόταν ενέργεια αποφυγής,

πορεία πρόσκρουσης ελεγχόμενης πτήσης, όπου μόλις αποσοβήθηκε η πρόσκρουση,

ματαίωση απογείωσης σε κλειστό ή κατειλημμένο διάδρομο, σε τροχόδρομο, εξαιρουμένων των εξουσιοδοτημένων διαδικασιών με ελικόπτερα, ή σε ανεκχώρητο διάδρομο,

απογειώσεις από κλειστό ή κατειλημμένο διάδρομο, από τροχόδρομο, εξαιρουμένων των εξουσιοδοτημένων διαδικασιών με ελικόπτερα, ή σε ανεκχώρητο διάδρομο,

προσγειώσεις ή απόπειρες προσγείωσης σε κλειστό ή κατειλημμένο διάδρομο, σε τροχόδρομο, εξαιρουμένων των εξουσιοδοτημένων διαδικασιών με ελικόπτερα, ή σε ανεκχώρητο διάδρομο,

σημαντική απόκλιση από τις προβλεπόμενες επιδόσεις κατά την απογείωση ή το αρχικό στάδιο ανόδου,

πυρκαγιά ή εμφάνιση καπνού στον θάλαμο επιβατών, στο διαμέρισμα φορτίου ή σε κινητήρα, ακόμη και αν η πυρκαγιά κατασβεσθεί με πυροσβεστικό υλικό,

γεγονός για το οποίο απαιτήθηκε η χρήση εφεδρικού οξυγόνου από το πλήρωμα της πτήσης,

αστοχία σε δομικό μέρος του αεροσκάφους ή απόσπαση κινητήρα, καθώς και ανεξέλεγκτη βλάβη στροβιλοκινητήρα, χωρίς όμως η περίπτωση να χαρακτηρισθεί ατύχημα,

πολλαπλές δυσλειτουργίες ενός ή περισσοτέρων συστημάτων του αεροσκάφους με σοβαρές επιπτώσεις στο χειρισμό του,

αδυναμία του πληρώματος πτήσης να φέρει σε πέρας τα καθήκοντά του,

ποσότητα καυσίμων που επιβάλλει στον κυβερνήτη να δηλώσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης,

παρεισφρήσεις σε διάδρομο με ταξινόμηση βαρύτητας Α σύμφωνα με το εγχειρίδιο πρόληψης παρεισφρήσεων σε διάδρομο (έγγραφο ΔΟΠΑ 9870), που περιέχει πληροφορίες για την ταξινόμηση βαρύτητας,

συμβάντα κατά την απογείωση ή την προσγείωση. Συμβάντα όπως η προσγείωση πριν από το διάδρομο, μετά το διάδρομο ή παραπλεύρως του διαδρόμου,

βλάβες συστημάτων, μετεωρολογικά φαινόμενα, πτήση εκτός του εγκεκριμένου φακέλου πτήσης ή άλλα περιστατικά που θα μπορούσαν να καταστήσουν δύσκολη τη διακυβέρνηση του αεροσκάφους,

βλάβη περισσοτέρων του ενός συστημάτων εφεδρικού συστήματος, το οποίο είναι υποχρεωτικό για την καθοδήγηση της πτήσης και την πλοήγηση.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

12.11.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 295/51


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 27ης Σεπτεμβρίου 2010

σχετικά με τη θέση που θα λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση στο κοινό συμβούλιο CARIFORUM-ΕΕ που ιδρύθηκε με τη συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των κρατών CARIFORUM, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος IV της συμφωνίας με τη συμπερίληψη των δεσμεύσεων της Κοινοπολιτείας των Μπαχαμών

(2010/669/ΕΕ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 207 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 9,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των κρατών CARIFORUM, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου (1) («συμφωνία») υπογράφτηκε στις 15 Οκτωβρίου 2008 και εφαρμόζεται προσωρινά από τις 29 Δεκεμβρίου 2008.

(2)

Το άρθρο 63 της συμφωνίας προβλέπει ότι η διαπραγμάτευση του χρονοδιαγράμματος των δεσμεύσεων για υπηρεσίες και επενδύσεις της Κοινοπολιτείας των Μπαχαμών ολοκληρώνεται το αργότερο εντός έξι μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας.

(3)

Οι διαπραγματεύσεις αυτές ολοκληρώθηκαν με επιτυχία στις 25 Ιανουαρίου 2010.

(4)

Τα αποτελέσματα των εν λόγω διαπραγματεύσεων πρέπει να περιληφθούν σε απόφαση του κοινού συμβουλίου CARIFORUM–ΕΕ, το οποίο ιδρύθηκε με τη συμφωνία.

(5)

Προς τούτο, στο κοινό συμβούλιο CARIFORUM–ΕΕ η Ένωση θα πρέπει να λάβει τη θέση που ορίζεται στο σχέδιο απόφασης που επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο μόνο

Η θέση που πρέπει να λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση στο κοινό συμβούλιο CARIFORUM-ΕΕ που ιδρύθηκε με τη συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των κρατών CARIFORUM, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος IV της συμφωνίας βασίζεται στο σχέδιο απόφασης του κοινού συμβουλίου CARIFORUM–ΕΕ που επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση. Πάντως, είναι δυνατόν να επιτραπεί η προσθήκη στο εν λόγω σχέδιο απόφασης αλλαγών ως προς τη μορφή οι οποίες δεν θίγουν την ουσία, χωρίς να απαιτηθεί η τροποποίηση της παρούσας απόφασης.

Βρυξέλλες, 27 Σεπτεμβρίου 2010.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

K. PEETERS


(1)  ΕΕ L 289 της 30.10.2008, σ. 3.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΣΧΕΔΙΟ

ΑΠΟΦΑΣΗ αριθ. …/2010 ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ CARIFORUM-ΕΕ

της

σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος ΙV της συμφωνίας οικονομικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των κρατών CARIFORUM, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου με τη συμπερίληψη των δεσμεύσεων της Κοινοπολιτείας των Μπαχαμών

ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ CARIFORUM-ΕΕ,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των κρατών CARIFORUM, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου (στο εξής «η συμφωνία»), η οποία υπογράφτηκε στο Bridgetown του Μπαρμπάντος στις 15 Οκτωβρίου 2008, και ιδίως το άρθρο 229 παράγραφος 1 και το άρθρο 229 παράγραφος 4 δεύτερη πρόταση,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η συμφωνία υπογράφτηκε στις 15 Οκτωβρίου 2008 και εφαρμόζεται προσωρινά από τις 29 Δεκεμβρίου 2008.

(2)

Το άρθρο 63 της συμφωνίας προβλέπει ότι η διαπραγμάτευση του χρονοδιαγράμματος των δεσμεύσεων για υπηρεσίες και επενδύσεις της Κοινοπολιτείας των Μπαχαμών ολοκληρώνεται το αργότερο εντός έξι μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας.

(3)

Οι διαπραγματεύσεις αυτές ολοκληρώθηκαν με επιτυχία στις 25 Ιανουαρίου 2010 και συμφωνήθηκε να ενσωματωθεί στη συμφωνία το χρονοδιάγραμμα των δεσμεύσεων των Μπαχαμών με απόφαση του κοινού συμβουλίου CARIFORUM-ΕΕ.

(4)

Επομένως, κρίνεται σκόπιμο να τροποποιηθούν τα παραρτήματα IV Ε και ΙV ΣΤ της συμφωνίας, ώστε να συμπεριληφθούν οι δεσμεύσεις για υπηρεσίες και επενδύσεις της Κοινοπολιτείας των Μπαχαμών, να εξαλειφθεί η εξαίρεση των Μπαχαμών στο σημείο 3 του παραρτήματος IV E και στο σημείο 6 του παραρτήματος IV ΣΤ και να προβλεφθεί η προσωρινή εφαρμογή αυτών των τροποποιήσεων έως την έναρξη ισχύος της συμφωνίας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

1.   Το παράρτημα IV της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:

α)

Το παράρτημα IV Ε τροποποιείται ως εξής:

i)

Το σημείο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.

Το παρόν χρονοδιάγραμμα αφορά όλα τα κράτη CARIFORUM, με εξαίρεση την Αϊτή, εκτός εάν άλλως δηλώνεται ρητά. Πέραν επιφυλάξεων, περιορισμών ή αποκλεισμών που εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς, οι υποτομείς των A, B, Γ και Δ που δεν απαριθμούνται είναι ανοικτοί σε όλα τα υπογράφοντα κράτη CARIFORUM, χωρίς περιορισμούς ως προς την πρόσβαση στην αγορά ή την εθνική μεταχείριση. Στα κράτη CARIFORUM που δεν αναφέρονται σε υποτομείς που περιλαμβάνονται στον παρόντα κατάλογο, οι εν λόγω υποτομείς είναι ανοικτοί χωρίς περιορισμούς όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά ή στην εθνική μεταχείριση, πέραν επιφυλάξεων, περιορισμών και αποκλεισμών που ισχύουν για όλους τους τομείς. Κάθε είδους επιφυλάξεις, περιορισμοί ή αποκλεισμοί που περιλαμβάνονται στο παρόν παράρτημα οι οποίοι ισχύουν για τα κράτη CARIFORUM και αναφέρονται ως “CAF” σε αυτό είναι άνευ αντικειμένου για τις Μπαχάμες.».

ii)

Μετά το χρονοδιάγραμμα, προστίθεται το προσάρτημα στο παράρτημα IV E Μπαχάμες, όπως περιγράφεται στο παράρτημα Ι της παρούσας απόφασης.

β)

Το παράρτημα IV ΣΤ τροποποιείται ως εξής:

i)

Το σημείο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.

Το παρόν χρονοδιάγραμμα αφορά όλα τα κράτη CARIFORUM, με εξαίρεση την Αϊτή, εκτός εάν άλλως δηλώνεται ρητά.».

ii)

Μετά το χρονοδιάγραμμα, προστίθεται το προσάρτημα στο παράρτημα IV ΣΤ - Μπαχάμες, όπως περιγράφεται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας απόφασης.

2.   Εφαρμόζονται για τις Μπαχάμες όλες οι άλλες διατάξεις που περιέχονται στα σημεία 1 έως 9 του παραρτήματος IV Ε και στα σημεία 1 έως 11 του παραρτήματος IV ΣΤ.

Άρθρο 2

1.   Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της έκδοσής της.

2.   Από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης και έως την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, ισχύουν προσωρινά οι τροποποιήσεις του παραρτήματος IV E και IV ΣΤ.

Έγινε με τη γραπτή διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 της απόφασης της 17ης Μαΐου 2010, αριθ. 1/2010 του κοινού συμβουλίου CARIFORUM-EE.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

«Προσάρτημα στο παράρτημα IV E – Μπαχάμες

Τομέας ή υποτομέας

Περιγραφή επιφυλάξεων, περιορισμών ή αποκλεισμών

ΟΛΟΙ ΟΙ ΤΟΜΕΙΣ

Συναλλαγματικοί έλεγχοι

1.

Οι μόνιμοι κάτοικοι πρέπει να λάβουν την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας για τη διατήρηση λογαριασμών σε ξένο νόμισμα ή σε δολάρια Μπαχαμών και για την απόκτηση στοιχείων ενεργητικού σε ξένο νόμισμα, σύμφωνα με τον νόμο για τους συναλλαγματικούς ελέγχους και τους δημοσιονομικούς κανονισμούς. Μη μόνιμοι κάτοικοι έχουν δικαίωμα να διατηρούν λογαριασμούς σε ξένο νόμισμα.

2.

Νομικά πρόσωπα-μόνιμοι κάτοικοι μπορούν να λάβουν έγκριση να διατηρούν λογαριασμούς σε ξένο νόμισμα για την κάλυψη εξόδων που καταλογίζονται απευθείας σε ξένο νόμισμα. Νομικά πρόσωπα-μη μόνιμοι κάτοικοι και αλλοδαποί υπήκοοι μπορούν να λάβουν έγκριση να διατηρούν λογαριασμούς σε δολάρια Μπαχαμών για την κάλυψη δαπανών που πραγματοποιούνται σε δολάρια Μπαχαμών.

3.

Όλες οι αιτήσεις για τις προαναφερόμενες εγκρίσεις των συναλλαγματικών ελέγχων πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις της εθνικής πολιτικής επενδύσεων των Μπαχαμών, σε συνάρτηση με τους τομείς και τις δραστηριότητες για τις οποίες επιτρέπονται οι ξένες επενδύσεις.

4.

Για σκοπούς συναλλαγματικών ελέγχων, ως «μόνιμος κάτοικος» νοείται πολίτης των Μπαχαμών, ή εγκεκριμένο νομικό πρόσωπο, ξένων ή εγχώριων συμφερόντων, που επιτρέπεται να συναλλάσσεται με άλλους μόνιμους κατοίκους. Ως μη μόνιμος κάτοικος νοείται φυσικό ή νομικό πρόσωπο της αλλοδαπής που δεν επιτρέπεται να συναλλάσσεται με μόνιμους κατοίκους, ανεξαρτήτως εάν υπάρχει φυσική παρουσία στις Μπαχάμες.

Ιδιοκτησία γης

Φυσικά και νομικά πρόσωπα της αλλοδαπής που επιθυμούν να αποκτήσουν ακίνητα για εμπορικούς σκοπούς πρέπει να υποβάλουν αίτηση προκειμένου να λάβουν σχετική άδεια από το συμβούλιο επενδύσεων. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα της αλλοδαπής που προτίθενται να αποκτήσουν έκταση γης μεγαλύτερη από δύο συνεχόμενα αρ για οποιοδήποτε σκοπό πρέπει να λάβουν άδεια από το συμβούλιο επενδύσεων.

Επενδύσεις

Οι Μπαχάμες απαγορεύουν την έρευνα, εκμετάλλευση και επεξεργασία ραδιενεργών υλικών, την ανακύκλωση πυρηνικού καυσίμου, την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, τη μεταφορά και αποθήκευση πυρηνικών αποβλήτων, τη χρήση και επεξεργασία πυρηνικού καυσίμου και τη ρύθμιση της εφαρμογής του για άλλους σκοπούς, καθώς και την παραγωγή βαρέος ύδατος.

Επενδύσεις από αλλοδαπούς, με ελάχιστη κεφαλαιοποίηση ύψους 250 000 δολαρίων ΗΠΑ, εγκρίνονται από το εθνικό οικονομικό συμβούλιο σύμφωνα με τους όρους της εθνικής πολιτικής επενδύσεων ύστερα από εξέταση των οικονομικών αναγκών και της συνεπαγόμενης ωφέλειας. Μεταξύ των βασικών κριτηρίων που προβλέπει η εθνική πολιτική επενδύσεων περιλαμβάνονται: η δημιουργία θέσεων απασχόλησης, η ανάπτυξη δεξιοτήτων, η περιφερειακή ανάπτυξη, οι τοπικές ανάγκες και ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος. Κοινές επιχειρήσεις μεταξύ επενδυτών των Μπαχαμών και της αλλοδαπής υπόκεινται επίσης στην έγκριση του εθνικού οικονομικού συμβουλίου σύμφωνα με την εθνική επενδυτική πολιτική κατόπιν εξέτασης των οικονομικών αναγκών και της συνεπαγόμενης ωφέλειας, όπως αναφέρεται παραπάνω.

Α.   

ΓΕΩΡΓΙΑ, ΘΗΡΑ, ΔΑΣΟΚΟΜΙΑ

Γεωργία και θήρα

(ISIC αναθ. 3.1: 01)

Ουδέν

Δασοκομία και υλοτομία

(ISIC αναθ. 3.1: 02)

Ουδέν

Β.

ΑΛΙΕΙΑ

(ISIC αναθ. 3.1: 05)

Όλα τα αλιευτικά σκάφη που δραστηριοποιούνται εντός της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης πρέπει να ανήκουν αποκλειστικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα των Μπαχαμών, όπως αναφέρεται στον νόμο για τους αλιευτικούς πόρους (δικαιοδοσία και διατήρηση).

Γ.

ΟΡΥΧΕΙΑ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΕΙΑ

Ορισμένες εξορυκτικές δραστηριότητες μικρής κλίμακας ενδέχεται να επιτρέπονται μόνο σε υπηκόους των Μπαχαμών.

Οι Μπαχάμες διατηρούν το δικαίωμα έγκρισης ιδιωτικών ή δημόσιων ερευνών, εξορυκτικών δραστηριοτήτων, επεξεργασίας, εισαγωγών και εξαγωγών ορυκτών.

Οι Μπαχάμες διατηρούν αποκλειστικά δικαιώματα έρευνας και αναζήτησης κοιτασμάτων στην οικονομική ζώνη, στην ηπειρωτική κρηπίδα και στον θαλάσσιο πυθμένα.

Εξόρυξη άνθρακα και λιγνίτη· εξόρυξη τύρφης

(ISIC αναθ. 3.1: 10)

Ουδέν

Άντληση αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου

(ISIC αναθ. 3.1: 11)

Ουδέν

Εξόρυξη μεταλλούχων μεταλλευμάτων

(ISIC αναθ. 3.1: 13)

Ουδέν

Άλλες εξορυκτικές και λατομικές δραστηριότητες

(ISIC αναθ. 3.1: 14)

Ουδέν

Δ.   

ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

Βιομηχανία τροφίμων και ποτών

(ISIC αναθ. 3.1: 15)

Ουδέν

Βιομηχανία ξύλου και κατασκευή προϊόντων από ξύλο και φελλό, εκτός από έπιπλα· κατασκευή ειδών καλαθοποιίας και σπαρτοπλεκτικής

(ISIC αναθ. 3.1: 20)

Οι Μπαχάμες διατηρούν το δικαίωμα να θεσπίσουν ή να συνεχίσουν να εφαρμόζουν περιορισμούς στις μικρής κλίμακας επενδύσεις στον εν λόγω τομέα.

Παραγωγή προϊόντων διύλισης πετρελαίου

(ISIC αναθ. 3.1: 232)

Ουδέν

Παρασκευή χημικών ουσιών και προϊόντων, εκτός από εκρηκτικά

(ISIC αναθ. 3.1: 24 εκτός από παρασκευή εκρηκτικών)

Ουδέν

Κατασκευή μηχανημάτων και ειδών εξοπλισμού

(ISIC αναθ. 3.1: 29)

Οι Μπαχάμες διατηρούν το δικαίωμα να θεσπίσουν ή να συνεχίσουν να εφαρμόζουν μέτρα για τις επενδύσεις στην παραγωγή όπλων και πυρομαχικών.

Κατασκευή επίπλων· βιομηχανίες κατασκευών π.δ.κ.α.

(ISIC αναθ. 3.1: 36)

Οι Μπαχάμες διατηρούν το δικαίωμα να θεσπίσουν ή να συνεχίσουν να εφαρμόζουν περιορισμούς στις μικρής κλίμακας επενδύσεις στον εν λόγω τομέα.

E.   

ΠΑΡΑΓΩΓΗ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗ ΓΙΑ ΙΔΙΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ, ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ, ΑΤΜΟΥ ΚΑΙ ΖΕΣΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος· μεταφορά και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος για ίδιο λογαριασμό

(μέρος της ISIC αναθ. 3.1: 4010) (1)

Χωρίς περιορισμούς

Παραγωγή φυσικού αερίου· διανομή αερίων καυσίμων μέσω αγωγών για ίδιο λογαριασμό

(μέρος της ISIC αναθ. 3.1: 4020) (2)

Χωρίς περιορισμούς

Παροχή ατμού και ζεστού νερού· διανομή ατμού και ζεστού νερού για ίδιο λογαριασμό

(μέρος της ISIC αναθ. 3.1: 4030) (3)

Χωρίς περιορισμούς

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

«Προσάρτημα στο παράρτημα IV ΣΤ — Μπαχάμες

Τομέας ή υποτομέας

Περιορισμοί στην πρόσβαση στην αγορά

Περιορισμοί στην εθνική μεταχείριση

Α.   ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

 

Όλοι οι τρόποι: Συναλλαγματικοί έλεγχοι

1.

Οι μόνιμοι κάτοικοι πρέπει να λάβουν την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας για τη διατήρηση λογαριασμών σε συνάλλαγμα ή σε δολάρια Μπαχαμών και για την απόκτηση στοιχείων ενεργητικού σε συνάλλαγμα, σύμφωνα με τον νόμο για τους συναλλαγματικούς ελέγχους και τους δημοσιονομικούς κανονισμούς. Μη μόνιμοι κάτοικοι έχουν δικαίωμα να διατηρούν λογαριασμούς σε συνάλλαγμα.

2.

Νομικά πρόσωπα-μόνιμοι κάτοικοι μπορούν να λάβουν έγκριση να διατηρούν λογαριασμούς σε συνάλλαγμα για την κάλυψη εξόδων που γίνονται απευθείας σε συνάλλαγμα. Νομικά πρόσωπα-μη μόνιμοι κάτοικοι και αλλοδαποί υπήκοοι μπορούν να λάβουν έγκριση να διατηρούν λογαριασμούς σε δολάρια Μπαχαμών προκειμένου να καλύπτουν δαπάνες που πραγματοποιούνται σε δολάρια Μπαχαμών.

3.

Όλες οι αιτήσεις για τις προαναφερόμενες εγκρίσεις των συναλλαγματικών ελέγχων πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις της εθνικής πολιτικής επενδύσεων των Μπαχαμών όσον αφορά τους τομείς και τις δραστηριότητες στις οποίες επιτρέπονται οι ξένες επενδύσεις.

4.

Για σκοπούς συναλλαγματικού ελέγχου, ως “μόνιμος κάτοικος” νοείται πολίτης των Μπαχαμών ή εγκεκριμένη οντότητα, αλλοδαπών ή εγχώριων συμφερόντων, που επιτρέπεται να συναλλάσσεται με άλλους μόνιμους κατοίκους. Ως μη μόνιμος κάτοικος νοείται αλλοδαπός υπήκοος ή οντότητα που δεν επιτρέπεται να έχει εμπορικές σχέσεις με μόνιμους κατοίκους, ακόμη και σε περίπτωση φυσικής παρουσίας στις Μπαχάμες.

Όλοι οι τρόποι: Επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα, υποτροφίες, ενισχύσεις και άλλης μορφής εθνική οικονομική ενίσχυση ενδέχεται να χορηγούνται μόνο σε υπηκόους των Μπαχαμών ή σε επιχειρήσεις συμφερόντων Μπαχαμών.

Τύπος 3: Ξένες επενδύσεις αξίας μεγαλύτερης των 250 000 δολαρίων ΗΠΑ εγκρίνονται από το εθνικό οικονομικό συμβούλιο σύμφωνα με τους όρους της εθνικής πολιτικής επενδύσεων, ύστερα από εξακρίβωση των οικονομικών αναγκών και της συνεπαγόμενης ωφέλειας. Μεταξύ των βασικών κριτηρίων που προβλέπει η εθνική πολιτική επενδύσεων περιλαμβάνονται η δημιουργία θέσεων απασχόλησης, η ανάπτυξη δεξιοτήτων, η περιφερειακή ανάπτυξη, οι τοπικές ανάγκες και ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος. Κοινές επιχειρήσεις μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών επενδυτών υπόκεινται επίσης στην έγκριση του εθνικού οικονομικού συμβουλίου, σύμφωνα με την εθνική επενδυτική πολιτική ύστερα από εξακρίβωση των οικονομικών αναγκών και της συνεπαγόμενης ωφέλειας, όπως αναφέρεται παραπάνω.

Τύπος 3: Υπήκοοι των Μπαχαμών και εταιρείες που ανήκουν εξ ολοκλήρου σε υπηκόους Μπαχαμών εξαιρούνται από φόρους ακίνητης περιουσίας για ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στις νήσους Family Islands

Τύπος 3: Φυσικά και νομικά πρόσωπα της αλλοδαπής που επιθυμούν να αποκτήσουν ιδιοκτησία για εμπορικούς σκοπούς πρέπει να υποβάλουν αίτηση προκειμένου να λάβουν σχετική άδεια από το συμβούλιο επενδύσεων. Αλλοδαποί υπήκοοι ή οντότητες της αλλοδαπής που προτίθενται να αποκτήσουν γη έκτασης μεγαλύτερης από δύο συνεχόμενα αρ, για οιοδήποτε σκοπό, πρέπει να λάβουν άδεια από το συμβούλιο επενδύσεων.

Τύπος 3: Πάροχοι υπηρεσιών που αποκτούν εμπορική παρουσία για την παροχή υπηρεσίας μόνο μια φορά, μετά το τέλος της οποίας η εμπορική παρουσία τους θα πάψει να υφίσταται, πρέπει να καταβάλουν τέλος αδείας ύψους 1 % επί της αξίας της σύμβασης κατά την έναρξη ισχύος της.

Τύπος 4: Χωρίς περιορισμούς, εκτός από στελέχη (μέλη επιχειρηματικών αποστολών, διοικητικά στελέχη, εξειδικευμένο προσωπικό και ασκούμενοι πτυχιούχοι) που δεν διαθέτει η τοπική αγορά. Σύμφωνα με τον νόμο περί μετανάστευσης και τους σχετικούς κανονισμούς, αλλοδαποί που προτίθενται να αρχίζουν να εργάζονται θα πρέπει να έχουν λάβει άδεια εργασίας πριν από την είσοδό τους στη χώρα. Προβλέπονται δοκιμές της αγοράς εργασίας προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πρέπει να επιτραπεί η είσοδος στους αλλοδαπούς αυτούς.

 

Β.   ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ

1.   ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Α.   

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ

α)   

Νομικές υπηρεσίες

Σύνταξη και επικύρωση νομικών εγγράφων (ΚΠΤ 86130)

 

1)

Κανένας εκτός από το ότι οι νομικές υπηρεσίες σε θέματα εσωτερικού δικαίου υπόκεινται στη ρήτρα της ιθαγένειας

1)

Κανένας

2)

Κανένας εκτός από τις νομικές υπηρεσίες που αφορούν θέματα εσωτερικού δικαίου που υπόκεινται στη ρήτρα της ιθαγένειας.

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

Παροχή νομικών συμβουλών σε θέματα δικαίου της χώρας προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών (ΚΠΤ 86119)

 

1)

Κανένας με εξαίρεση τις νομικές υπηρεσίες που αφορούν θέματα εσωτερικού δικαίου που υπόκεινται στη ρήτρα της ιθαγένειας

1)

Κανένας

2)

Κανένας με εξαίρεση τις νομικές υπηρεσίες που αφορούν θέματα εσωτερικού δικαίου που υπόκεινται στη ρήτρα της ιθαγένειας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

β)   

Υπηρεσίες λογιστικής, λογιστικού ελέγχου και τήρησης λογιστικών βιβλίων

Υπηρεσίες λογιστικής και λογιστικού ελέγχου (ΚΠΤ 8621)

 

1)

Χωρίς περιορισμούς

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Κανένας, με εξαίρεση τις υπηρεσίες λογιστικής και λογιστικού ελέγχου που παρέχονται σε οντότητες των Μπαχαμών για τις οποίες πρέπει να χρησιμοποιούνται ορκωτοί λογιστές των Μπαχαμών.

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

γ)   

Φορολογία (ΚΠΤ 863)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας με εξαίρεση τις υπηρεσίες λογιστικής και λογιστικού ελέγχου που παρέχονται σε νομικά πρόσωπα των Μπαχαμών για τις οποίες πρέπει να χρησιμοποιούνται ορκωτοί λογιστές των Μπαχαμών.

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

δ)   

Αρχιτεκτονικές υπηρεσίες (ΚΤΠ 8671)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ε)   

Υπηρεσίες μηχανικού (ΚΤΠ 86724, 86725)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

στ)   

Ολοκληρωμένες υπηρεσίες μηχανικού (ΚΤΠ 8673)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ζ)   

Πολεοδομικός σχεδιασμός και χωροταξία Αρχιτεκτονικές υπηρεσίες

Αρχιτεκτονικές υπηρεσίες τοπίου (ΚΠΤ 86742)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

η)   

Άσκηση ιατρικού και οδοντιατρικού επαγγέλματος (ΚΠΤ 9312)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

Νευροχειρουργική

 

1)

Χωρίς περιορισμούς

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

Επιδημιολογικές υπηρεσίες (ΚΠΤ 931**)

 

1)

Χωρίς περιορισμούς

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

Υπηρεσίες CATSCAN (ΚΠΤ 931**)

 

1)

Χωρίς περιορισμούς

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

θ)   

Κτηνιατρικές υπηρεσίες (ΚΠΤ 932)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ι)   

Υπηρεσίες μαιών, νοσοκόμων, φυσιοθεραπευτών και λοιπού παραϊατρικού προσωπικού (ΚΠΤ 93191)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

Β.   

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

α)   

Υπηρεσίες συμβούλων σε θέματα εγκατάστασης υλικού υπολογιστών (ΚΠΤ 841)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς για υπηρεσίες που αφορούν την εγκατάσταση ηλεκτρονικών υπολογιστών σε ιδιώτες.

Κανένας για εμπορικές επιχειρήσεις

3)

Χωρίς περιορισμούς για υπηρεσίες που αφορούν την εγκατάσταση ηλεκτρονικών υπολογιστών σε ιδιώτες.

Κανένας για εμπορικές επιχειρήσεις

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις. Πάροχοι υπηρεσιών επί συμβάσει κατόπιν εξέτασης των οικονομικών αναγκών.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις

β)   

Υπηρεσίες εφαρμογής λογισμικού (ΚΠΤ 842)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς για υπηρεσίες που αφορούν την εγκατάσταση ηλεκτρονικών υπολογιστών σε ιδιώτες.

Για εγκαταστάσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών σε επιχειρήσεις επιτρέπονται συμπράξεις με εταιρείες της ημεδαπής. Κανένας μετά το 2013.

3)

Χωρίς περιορισμούς για υπηρεσίες που αφορούν την εγκατάσταση ηλεκτρονικών υπολογιστών σε ιδιώτες.

4)

Κανένας

4)

Κανένας

γ)   

Υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων (ΚΠΤ 843)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις. Πάροχοι υπηρεσιών επί συμβάσει κατόπιν εξέτασης των οικονομικών αναγκών.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

δ)   

Υπηρεσίες βάσεων δεδομένων (ΚΠΤ 844)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις. Πάροχοι υπηρεσιών επί συμβάσει κατόπιν εξέτασης των οικονομικών αναγκών.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ε)   

Λοιπά (ΚΠΤ 849)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς για οικιακό εξοπλισμό γραφείου.

Για εμπορικό εξοπλισμό, κατόπιν εξέτασης των οικονομικών αναγκών βάσει του είδους της υπηρεσίας.

3)

Χωρίς περιορισμούς για οικιακό εξοπλισμό γραφείου.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις. Πάροχοι υπηρεσιών επί συμβάσει κατόπιν εξέτασης των οικονομικών αναγκών.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

Γ.   

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

α)   

Υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης στις φυσικές επιστήμες και στα έργα μηχανικού (ΚΠΤ 851)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις. Πάροχοι υπηρεσιών επί συμβάσει και ανεξάρτητοι επαγγελματίες κατόπιν εξέτασης των οικονομικών αναγκών.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

β)   

Έρευνα και ανάπτυξη στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες (ΚΠΤ 852)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

γ)   

Διεπιστημονικές υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης (ΚΠΤ 853)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

Ε.   

ΕΝΟΙΚΙΑΣΗ/ΧΡΟΝΟΜΕΡΙΣΤΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΧΕΙΡΙΣΤΗ

β)   

Σχετικά με τα αεροσκάφη (ΚΤΠ 83104)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

γ)   

Σχετικά με λοιπό εξοπλισμό στον τομέα των μεταφορών (ΚΤΠ 83102)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

δ)   

Σχετικά με τα λοιπά μηχανήματα και εξοπλισμό (ΚΤΠ 83106, 83107, 83108, 83109)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ΣΤ.   

ΑΛΛΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

α)   

Διαφήμιση (ΚΠΤ 871)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

β)   

Έρευνα αγοράς και δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης (ΚΠΤ 864)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

γ)   

Υπηρεσίες παροχής συμβουλών στον τομέα της διαχείρισης (ΚΤΠ 865)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

δ)   

Υπηρεσίες συναφείς με τις εταιρείες παροχής συμβουλών στον τομέα της διαχείρισης (ΚΠΤ 866)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ε)   

Υπηρεσίες τεχνικών δοκιμών και ανάλυσης (ΚΤΠ 8676)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

στ)   

Υπηρεσίες συναφείς με τη γεωργία, θήρα και δασοκομία (ΚΠΤ 881)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

στ)   

Υπηρεσίες συναφείς με την αλιεία (ΚΠΤ 882)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

η)   

Υπηρεσίες συναφείς με την εξόρυξη (ΚΠΤ 883, 5115)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς

θ)   

Υπηρεσίες συναφείς με τον κατασκευαστικό τομέα

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ια)   

Υπηρεσίες τοποθέτησης και παροχής προσωπικού (ΚΠΤ 872)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ιβ)   

Υπηρεσίες ιδιωτικού αστυνομικού και ασφάλειας (ΚΠΤ 873)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ιγ)   

Συναφείς υπηρεσίες επιστημονικών και τεχνικών συμβουλών (ΚΠΤ 86753)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Κανένας

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ιδ)   

Συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς με εξαίρεση τις κοινές επιχειρήσεις

3)

Χωρίς περιορισμούς με εξαίρεση τις κοινές επιχειρήσεις

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ιε)   

Υπηρεσίες καθαρισμού κτιρίων (ΚΤΠ 874)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Κανένας

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.

ιστ)   

Φωτογραφικές υπηρεσίες (ΚΠΤ 87501-87507)

 

1)

Κανένας

1)

Κανένας

2)

Κανένας

2)

Κανένας

3)

Χωρίς περιορισμούς

3)

Χωρίς περιορισμούς

4)

Χωρίς περιορισμούς, με εξαίρεση όσους προβλέπονται στις οριζόντιες δεσμεύσεις.