ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2010.201.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

53ό έτος
3 Αυγούστου 2010


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 691/2010 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 2010, για καθορισμό μηχανισμού επιδόσεων των υπηρεσιών αεροναυτιλίας και των λειτουργιών δικτύου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2096/2005 περί καθορισμού κοινών απαιτήσεων για την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας ( 1 )

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 692/2010 της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 2010, σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία

23

 

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 693/2010 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2010, σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

26

 

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 694/2010 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2010, σχετικά με την τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών και των ποσών των πρόσθετων εισαγωγικών δασμών για ορισμένα προϊόντα του τομέα της ζάχαρης, που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 877/2009 για την περίοδο 2009/10

28

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

2010/427/ΕΕ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για τον καθορισμό της οργάνωσης και της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης

30

 

 

2010/428/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2010, για την έγκριση της διάθεσης στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο της σειράς 59122x1507xNK603 (DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 5138]  ( 1 )

41

 

 

2010/429/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2010, για την έγκριση της διάθεσης στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο της σειράς MON 88017 x MON 810 (MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 5139]  ( 1 )

46

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στην απόφαση 2006/464/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2006, σχετικά με προσωρινά έκτακτα μέτρα για την πρόληψη της εισαγωγής και της εξάπλωσης στην Κοινότητα του Dryocosmus kuriphilus Yasumatsu (ΕΕ L 183 της 5.7.2006)

50

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

3.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 691/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 29ης Ιουλίου 2010

για καθορισμό μηχανισμού επιδόσεων των υπηρεσιών αεροναυτιλίας και των λειτουργιών δικτύου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2096/2005 περί καθορισμού κοινών απαιτήσεων για την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 549/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη χάραξη του πλαισίου για τη δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (κανονισμός-πλαίσιο) (1), και ιδίως το άρθρο 11,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 549/2004 απαιτείται να καθορισθεί με εκτελεστικούς κανόνες μηχανισμός επιδόσεων των υπηρεσιών αεροναυτιλίας και των λειτουργιών δικτύου.

(2)

Ο μηχανισμός επιδόσεων αναμένεται ότι θα συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη του συστήματος αεροπορικών μεταφορών με τη βελτίωση της γενικότερης απόδοσης των υπηρεσιών αεροναυτιλίας στα κύρια πεδία της ασφάλειας πτήσεων, του περιβάλλοντος, της χωρητικότητας και της οικονομικής απόδοσης, σύμφωνα με όσα προσδιορίζονται στο πλαίσιο επιδόσεων του γενικού προγράμματος για τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας στην Ευρώπη (ATM), τα οποία όλα άπτονται των βασικών στόχων για την ασφάλεια πτήσεων.

(3)

Ο μηχανισμός επιδόσεων πρέπει να προβλέπει δείκτες και δεσμευτικούς στόχους στα κύρια πεδία επιδόσεων, για τα οποία απαιτούνται πλήρης επίτευξη και διατήρηση των επιπέδων ασφάλειας πτήσεων, και ταυτόχρονα να επιτρέπει τον καθορισμό στόχων επιδόσεων σε άλλα κύρια πεδία επιδόσεων.

(4)

Ο μηχανισμός επιδόσεων πρέπει να καταρτισθεί και να λειτουργεί με μακροπρόθεσμη προοπτική για υψηλούς κοινωνικούς στόχους.

(5)

Με τον μηχανισμό επιδόσεων, οι υπηρεσίες αεροναυτιλίας πρέπει να παρέχονται με βάση την προσέγγιση «από θύρα σε θύρα», συμπεριλαμβανομένων των αερολιμένων, προκειμένου να βελτιωθούν οι συνολικές επιδόσεις του δικτύου.

(6)

Οι αλληλεξαρτήσεις των λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο δικτύου, καθώς και οι αλληλεξαρτήσεις των στόχων που αφορούν τις επιδόσεις, οι οποίες άπτονται όλες των βασικών στόχων για την ασφάλεια πτήσεων, πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη στην κατάρτιση και την παρακολούθηση του μηχανισμού επιδόσεων.

(7)

Στα σχέδια επιδόσεων πρέπει να καταγράφεται η δέσμευση των κρατών μελών, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ότι θα επιτευχθούν οι στόχοι του ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού και θα αποκατασταθεί ισορροπία μεταξύ των αναγκών όλων των χρηστών του εναερίου χώρου και της παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας από τους αντίστοιχους παρόχους.

(8)

Οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή του μηχανισμού επιδόσεων. Τα κράτη μέλη πρέπει επομένως να διασφαλίσουν ότι είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας τις συγκεκριμένες πρόσθετες αρμοδιότητες.

(9)

Στα σχέδια επιδόσεων πρέπει να περιγράφονται μέτρα, όπως σχέδια παροχής κινήτρων, απευθυνόμενα στους ενδιαφερόμενους που θα τους οδηγήσουν να υιοθετήσουν συμπεριφορά, ικανή να επιφέρει βελτίωση των επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό, λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου και ευρωπαϊκό.

(10)

Σε περιπτώσεις απρόβλεπτες κατά την έγκριση των σχεδίων επιδόσεων και ταυτόχρονα ανυπέρβλητων και εκτός του ελέγχου των κρατών μελών και των οντοτήτων που έχουν αναλάβει την επίτευξη των επιδιωκόμενων επιδόσεων, η δημιουργία κατάλληλων μηχανισμών προειδοποίησης θα επιτρέψει την εφαρμογή ενδεδειγμένων μέτρων για τη διαφύλαξη των απαιτήσεων που αφορούν την ασφάλεια πτήσεων, καθώς και για τη συνέχεια της παροχής υπηρεσιών.

(11)

Πρέπει να πραγματοποιηθούν αποτελεσματικές διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους σε επίπεδο εθνικό ή/και λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, καθώς και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(12)

Λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αποτελεσματικότητας των στρατιωτικών επιχειρήσεων, είναι εξαιρετικά σημαντική η συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού τομέα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων επιδόσεων.

(13)

Ο μηχανισμός επιδόσεων δεν πρέπει να θίγει τις διατάξεις του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004, το οποίο αποβλέπει στη διαφύλαξη των βασικών συμφερόντων που αφορούν την ασφάλεια ή την αμυντική πολιτική.

(14)

Πρέπει να επιλεγούν κύριοι δείκτες επιδόσεων, εξειδικευμένοι και μετρήσιμοι, οι οποίοι θα επιτρέπουν την ανάθεση αρμοδιοτήτων για την επίτευξη των επιδιωκόμενων επιδόσεων. Οι σχετικοί στόχοι πρέπει να είναι επιτεύξιμοι, ρεαλιστικοί και επίκαιροι και να αποβλέπουν στην αποτελεσματική παρακολούθηση της βιώσιμης απόδοσης των υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

(15)

Για την εφαρμογή δεσμευτικών στόχων όσον αφορά τις επιδόσεις με τη βοήθεια κινήτρων, ενδεχομένως οικονομικού χαρακτήρα, απαιτείται κατάλληλη σύνδεση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1794/2006 της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 2006, για τον καθορισμό κοινού συστήματος χρέωσης των αεροναυτιλιακών υπηρεσιών (2).

(16)

Για την καθιέρωση και την εφαρμογή κύριων δεικτών και στόχων επιδόσεων απαιτείται επαρκής συνοχή με τους στόχους και τα πρότυπα ασφάλειας πτήσεων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφαλείας της Αεροπορίας, καθώς και για την κατάργηση της οδηγίας 91/670/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1592/2002 και της οδηγίας 2004/36/ΕΚ (3) και των εκτελεστικών κανόνων της σε συνδυασμό με τα μέτρα που έχει λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την επίτευξη και τη διατήρηση των στόχων αυτών.

(17)

Κατά τη διάρκεια των περιόδων αναφοράς πρέπει να ακολουθηθεί μια αποτελεσματική διαδικασία παρακολούθησης των επιδόσεων, ώστε να εξασφαλισθεί ότι η εξέλιξη των επιδόσεων θα επιτρέψει την εκπλήρωση των στόχων και τη λήψη κατάλληλων μέτρων, εάν χρειασθεί.

(18)

Κατά τον καθορισμό των επιδιωκόμενων επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πρώτη περίοδο αναφοράς, η Επιτροπή πρέπει να λάβει δεόντως υπόψη την τρέχουσα οικονομική κατάσταση των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας, εξαιτίας ιδίως των ήδη εφαρμοζόμενων μέτρων περικοπής των δαπανών, ιδιαίτερα από το 2009, καθώς και τα τυχόν πλεονάσματα ή ελλείμματα από την είσπραξη των τελών διαδρομής κατά τα προηγούμενα έτη. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πρόοδος που ήδη έχει σημειωθεί στα υπάρχοντα λειτουργικά τμήματα του εναέριου χώρου.

(19)

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004, ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται για τις λειτουργίες του δικτύου διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας που αναφέρονται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 551/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) με κατάλληλη τροποποίηση του κανονισμού αυτού.

(20)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής ενιαίου ουρανού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός καθορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη βελτίωση των συνολικών επιδόσεων των υπηρεσιών αεροναυτιλίας και των λειτουργιών δικτύου γενικής εναέριας κυκλοφορίας εντός των περιοχών EUR και AFI της ΔΟΠΑ, στις οποίες τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των χρηστών του εναερίου χώρου.

2.   Γα τον καθορισμό των στόχων, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις υπηρεσίες αεροναυτιλίας που παρέχουν οι φορείς παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας, οι οποίοι ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), και οι φορείς μετεωρολογικών υπηρεσιών, εφόσον έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν τον παρόντα κανονισμό για τερματικές υπηρεσίες αεροναυτιλίας που παρέχονται σε αερολιμένες με κάτω των 50 000 εμπορικών αεροπορικών κινήσεων ετησίως. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά. Εφόσον κανένας αερολιμένας σε κράτος μέλος δεν φθάνει το όριο των 50 000 εμπορικών αεροπορικών κινήσεων ετησίως, οι στόχοι επιδόσεων εφαρμόζονται τουλάχιστον στον αερολιμένα με τις περισσότερες εμπορικές αεροπορικές κινήσεις.

4.   Εφόσον κράτος μέλος κρίνει ότι ορισμένες ή όλες οι τερματικές του υπηρεσίες αεροναυτιλίας υπόκεινται σε όρους της αγοράς, εκτιμά, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1794/2006, και με τη βοήθεια της εθνικής εποπτικής αρχής, το αργότερο εντός 12 μηνών πριν από την έναρξη κάθε περιόδου αναφοράς, εάν πληρούνται οι όροι του παραρτήματος 1 του εν λόγω κανονισμού. Εφόσον κράτος μέλος κρίνει ότι πληρούνται οι όροι αυτοί, ανεξαρτήτως αριθμού εξυπηρετούμενων εμπορικών αεροπορικών κινήσεων, μπορεί να αποφασίσει να μην ορίσει καθορισμένο κόστος βάσει του κανονισμού αυτού και να μην εφαρμόσει δεσμευτικούς στόχους για την οικονομική απόδοση των εν λόγω υπηρεσιών.

5.   Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6 στοιχείο γ) περίπτωση ii) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 και με το άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, καθορίζεται στόχος οικονομικής απόδοσης για όλο το κόστος που επιβάλλεται στους χρήστες του εναερίου χώρου.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εφαρμόσουν τον παρόντα κανονισμό:

α)

σε εναέριο χώρο υπό την αρμοδιότητά τους εντός άλλων περιοχών της ΔΟΠΑ, υπό τον όρο ότι θα ενημερώσουν σχετικά την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη, και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των κρατών μελών με βάση τη σύμβαση του Σικάγου του 1944 για τη διεθνή πολιτική αεροπορία (σύμβαση του Σικάγου)·

β)

σε παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν υπηρεσίες αεροναυτιλίας χωρίς πιστοποιητικό, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004.

7.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί προστασίας των πληροφοριών της οδηγίας 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και των εκτελεστικών κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 (7) και (ΕΚ) αριθ. 1330/2007 (8), οι απαιτήσεις οι οποίες αφορούν την παροχή των δεδομένων που καθορίζονται στο κεφάλαιο V ισχύουν για τις αρμόδιες αρχές, τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας, τους φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων, τους συντονιστές αερολιμένων και τους αερομεταφορείς υπό τους όρους του παραρτήματος IV.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004.

Επιπροσθέτως, νοούνται ως:

α)

«φορέας εκμετάλλευσης αερολιμένα», ο «φορέας διαχείρισης αερολιμένα» όπως αυτός ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 95/93 του Συμβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 1993, σχετικά με τους κοινούς κανόνες κατανομής του διαθέσιμου χρόνου χρήσης (slots) στους κοινοτικούς αερολιμένες (9)·

β)

«δεδομένα», οι ποιοτικές, ποσοτικές και άλλες σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις επιδόσεις της αεροναυτιλίας, τις οποίες συλλέγει και επεξεργάζεται συστηματικά η Επιτροπή ή αναθέτει τη συλλογή και την επεξεργασία τους με σκοπό την εφαρμογή του μηχανισμού επιδόσεων·

γ)

«δείκτες επιδόσεων», οι δείκτες που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση, τη συγκριτική αξιολόγηση και επανεξέταση των επιδόσεων·

δ)

«κύριοι δείκτες επιδόσεων», οι δείκτες επιδόσεων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό στόχων επιδόσεων·

ε)

«εμπορικές αεροπορικές κινήσεις», το σύνολο απογειώσεων και προσγειώσεων για τη μεταφορά επιβατών, εμπορευμάτων ή ταχυδρομείου, επ’ αμοιβή ή επί μισθώσει, το οποίο υπολογίζεται ως ο μέσος όρος της τελευταίας τριετίας πριν την έγκριση του σχεδίου επιδόσεων, ανεξαρτήτως της μέγιστης μάζας απογείωσης και του αριθμού των χρησιμοποιούμενων θέσεων επιβατών.

στ)

«δεσμευτικός στόχος», ο στόχος επιδόσεων που έχουν καθορίσει τα κράτη μέλη για το σχέδιο επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου που εντάσσεται σε καθεστώς παροχής κινήτρων το οποίο προβλέπει επιβραβεύσεις, αντικίνητρα ή/και σχέδια διορθωτικών μέτρων·

ζ)

«αερομεταφορέας», επιχείρηση αεροπορικών μεταφορών, κάτοχος ισχύουσας άδειας λειτουργίας, την οποία έχει εκδώσει κράτος μέλος σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

η)

«χρήστες εναερίου χώρου», οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή οντότητα που εκπροσωπεί τα συμφέροντα μιας ή περισσότερων κατηγοριών χρηστών των αεροναυτιλιακών υπηρεσιών·

θ)

«καθορισμένο κόστος», το κόστος όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2·στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004·

ι)

«εθνικές αρχές», οι ρυθμιστικές αρχές σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, των οποίων οι δαπάνες είναι δυνατόν να ανακτώνται από τους χρήστες του εναέριου χώρου όταν αυτές οφείλονται στην παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1794/2006.

ια)

«νοοτροπία δικαίου (Just Culture)», η νοοτροπία με βάση την οποία δεν επιβάλλονται στους άμεσα αρμόδιους φορείς εκμετάλλευσης ή άλλο προσωπικό κυρώσεις για πράξεις, παραλείψεις ή αποφάσεις τις οποίες έλαβαν με βάση την πείρα και την εκπαίδευσή τους, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ανεκτές η σοβαρή αμέλεια, οι εκ προθέσεως παραβιάσεις και οι καταστροφικές πράξεις·

ιβ)

«συντονιστής αερολιμένα», η αρμοδιότητα που έχει καθιερωθεί στους συντονισμένους αερολιμένες κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 95/93·

ιγ)

«παρακολούθηση των επιδόσεων», η συνεχής διαδικασία συλλογής και ανάλυσης δεδομένων, για τον υπολογισμό της πραγματικής απόδοσης ενός συστήματος με βάση προκαθορισμένους στόχους.

Άρθρο 3

Φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων

1.   Εφόσον η Επιτροπή αποφασίσει να ορίσει φορέα επανεξέτασης των επιδόσεων που θα την επικουρεί στην εφαρμογή του μηχανισμού επιδόσεων, η θητεία του εν λόγω φορέα είναι συγκεκριμένης διάρκειας, η οποία εξαρτάται από τις περιόδους αναφοράς.

2.   Ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων διαθέτει κατάλληλες ικανότητες και αμεροληψία για να φέρει σε πέρας με αντικειμενικό τρόπο τα καθήκοντα που του αναθέτει η Επιτροπή, ιδίως στα πεδία των εφαρμοζόμενων κύριων επιδόσεων.

3.   Ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων επικουρεί την Επιτροπή στην εφαρμογή του μηχανισμού επιδόσεων, ιδίως στα κάτωθι καθήκοντα:

α)

τη συλλογή, εξέταση, επικύρωση και διάδοση δεδομένων σχετικών με τις επιδόσεις·

β)

τον καθορισμό νέων ή την προσαρμογή κύριων πεδίων επιδόσεων, σύμφωνα με εκείνα που προσδιορίζονται στο πλαίσιο επιδόσεων του γενικού προγράμματος για την ATM (διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας), όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1, και με τους σχετικούς κύριους δείκτες επιδόσεων·

γ)

για τη δεύτερη περίοδο αναφοράς και μετά, τον καθορισμό κατάλληλων κύριων δεικτών επιδόσεων, ώστε να καλυφθούν σε όλα τα κύρια πεδία επιδόσεων οι επιδόσεις των λειτουργιών δικτύου και των υπηρεσιών αεροναυτιλίας τόσο των υπηρεσιών κατά τη διαδρομή όσο και των τερματικών υπηρεσιών·

δ)

τον καθορισμό ή την αναθεώρηση στόχων επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ε)

τον καθορισμό ορίων για την ενεργοποίηση των μηχανισμών προειδοποίησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3·

στ)

την αξιολόγηση των εγκρινόμενων σχεδίων επιδόσεων ως προς τη συνοχή τους, καθώς και των επιδιωκόμενων επιδόσεων, με τους στόχους σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ζ)

εφόσον χρειάζεται, την αξιολόγηση των ορίων προειδοποίησης που αποφασίζονται με βάση το άρθρο 18 παράγραφος 3 ως προς τη συνοχή τους με τα όρια προειδοποίησης σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3·

η)

εφόσον χρειάζεται, την αξιολόγηση των αναθεωρημένων στόχων επιδόσεων ή των διορθωτικών μέτρων που λαμβάνουν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη·

θ)

την παρακολούθηση, τη συγκριτική αξιολόγηση και την επανεξέταση των επιδόσεων των υπηρεσιών αεροναυτιλίας, σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου και σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ι)

την παρακολούθηση, τη συγκριτική αξιολόγηση και την επανεξέταση των επιδόσεων των λειτουργιών δικτύου·

ια)

τη συνεχή παρακολούθηση των συνολικών επιδόσεων του δικτύου ATM, καθώς και τη σύνταξη των ετήσιων εκθέσεων της επιτροπής ενιαίου ουρανού·

ιβ)

την αξιολόγηση της επίτευξης των επιδιωκόμενων επιδόσεων στο τέλος κάθε περιόδου αναφοράς ενόψει της προετοιμασίας της επόμενης περιόδου.

4.   Κατόπιν υποβολής αιτήματος από την Επιτροπή, ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων παρέχει συμπληρωματική πληροφόρηση ή εκθέσεις σχετικά με θέματα που αφορούν τις επιδόσεις.

5.   Ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων μπορεί να αναφέρει ή να υποβάλλει συστάσεις στην Επιτροπή σχετικά με τη βελτίωση του μηχανισμού.

6.   Όσον αφορά τις σχέσεις με τις εθνικές εποπτικές αρχές:

α)

Για να ασκεί το καθήκον της συνεχούς παρακολούθησης των συνολικών επιδόσεων του δικτύου ATM, ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων λαμβάνει από τις εθνικές εποπτικές αρχές τις αναγκαίες πληροφορίες για τα σχέδια επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου.

β)

Ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων επικουρεί τις εθνικές εποπτικές αρχές, εφόσον το ζητήσουν, στην παροχή ανεξάρτητης εικόνας των θεμάτων που αφορούν τις επιδόσεις σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, όπως τεκμηριωμένες συγκρίσεις μεταξύ παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας που δραστηριοποιούνται σε παρεμφερή περιβάλλοντα (συγκριτική αξιολόγηση), αναλύσεις των μεταβολών των επιδόσεων την τελευταία 5ετία ή αναλύσεις των μελλοντικών προβολών.

γ)

Οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να ζητούν τη συνδρομή του φορέα επανεξέτασης των επιδόσεων για τον καθορισμό των κλιμάκων ενδεικτικών τιμών όταν θέτουν στόχους επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, λαμβανομένων υπόψη των ευρωπαϊκών προοπτικών. Οι εν λόγω τιμές διατίθενται στις εθνικές εποπτικές αρχές, τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας, τους φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων και τους χρήστες του εναερίου χώρου.

7.   Ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων συνεργάζεται, εφόσον χρειάζεται, με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας στα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 3, όταν αυτά σχετίζονται με την ασφάλεια πτήσεων, ώστε να εξασφαλισθεί συνοχή με τους στόχους και τα πρότυπα που έχουν θεσπισθεί και εφαρμόζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008.

8.   Για να ασκεί το καθήκον της συνεχούς παρακολούθησης των συνολικών επιδόσεων του δικτύου διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων προβαίνει σε κατάλληλες ρυθμίσεις εργασίας με τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας, τους φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων, τους συντονιστές και τους αερομεταφορείς.

Άρθρο 4

Εθνικές εποπτικές αρχές

1.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές είναι αρμόδιες για την κατάρτιση, σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, των σχεδίων επιδόσεων, την εποπτεία των επιδόσεων και την παρακολούθηση των σχεδίων και των στόχων επιδόσεων. Κατά την άσκηση των καθηκόντων αυτών, ενεργούν με τρόπο αμερόληπτο, ανεξάρτητο και διαφανή.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους και ικανότητες, ή έχουν σχετική πρόσβαση, σε όλα τα κύρια πεδία των επιδόσεων για να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, καθώς και τις αρμοδιότητες ερευνών για να εκτελούν τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 19.

3.   Εφόσον κράτος μέλος έχει περισσότερες της μιας εθνικές εποπτικές αρχές, κοινοποιεί στην Επιτροπή ποια εθνική εποπτική αρχή είναι αρμόδια για τον εθνικό συντονισμό και τις σχέσεις με την Επιτροπή για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου

1.   Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη στενή συνεργασία μεταξύ των εθνικών τους εποπτικών αρχών για την κατάρτιση σχεδίου επιδόσεων σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου.

2.   Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν την κατάρτιση σχεδίου επιδόσεων σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου:

α)

εξασφαλίζουν ότι το σχέδιο επιδόσεων είναι σύμφωνο με το υπόδειγμα του παραρτήματος IΙ·

β)

κοινοποιούν στην Επιτροπή ποια εθνική εποπτική αρχή ή φορέας είναι αρμόδιος για τον συντονισμό εντός του λειτουργικού τμήματος εναερίου χώρου και για τις σχέσεις με την Επιτροπή για την εφαρμογή του σχεδίου επιδόσεων·

γ)

προβαίνουν σε κατάλληλες ρυθμίσεις ώστε να εξασφαλίσουν ότι:

i)

καθορίζεται ένας και μόνον στόχος για κάθε κύριο δείκτη επιδόσεων·

ii)

καθορίζονται και εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 όταν δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι. Προς το σκοπό αυτό, στο σχέδιο επιδόσεων χρησιμοποιούνται οι ετήσιες τιμές·

iii)

οι συνέπειες της επίτευξης ή μη των στόχων κατανέμονται κατάλληλα εντός του λειτουργικού τμήματος του εναερίου χώρου.

δ)

ευθύνονται από κοινού για την επίτευξη των στόχων επιδόσεων που έχουν καθορισθεί για το λειτουργικό τμήμα του εναερίου χώρου·

ε)

εφόσον δεν έχει καθορισθεί κοινή ζώνη χρέωσης κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1794/2006, ομαδοποιούν τους εθνικούς στόχους οικονομικής απόδοσης και παρέχουν πληροφορίες για τα συνολικά στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν την προσπάθεια οικονομικής απόδοσης σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος του εναερίου χώρου.

3.   Εφόσον τα κράτη μέλη ενός λειτουργικού τμήματος του εναερίου χώρου δεν υιοθετήσουν σχέδιο επιδόσεων με στόχους σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος του εναερίου χώρου, διαβιβάζουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τους συνολικούς στόχους επιδόσεων, από τις οποίες προκύπτει η συνοχή των στόχων επιδόσεων σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος του εναερίου χώρου με τους στόχους επιδόσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 6

Συντονισμός με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA)

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008, η Επιτροπή συντονίζει με τον EASA εφόσον χρειάζεται:

α)

τις πτυχές ασφάλειας πτήσεων του μηχανισμού επιδόσεων, καθώς και τον καθορισμό, την αναθεώρηση και την εφαρμογή των κύριων δεικτών επιδόσεων στην ασφάλεια πτήσεων και των επιδιωκόμενων επιδόσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως επίσης και την υποβολή προτάσεων για κατάλληλες δράσεις και μέτρα μετά από ενεργοποίηση του μηχανισμού προειδοποίησης·

β)

τη συνοχή των κύριων δεικτών και στόχων επιδόσεων στην ασφάλεια πτήσεων με την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ασφάλειας της Αεροπορίας, όπως αυτό εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 7

Διάρκεια των περιόδων αναφοράς

1.   Η πρώτη περίοδος αναφοράς του μηχανισμού επιδόσεων καλύπτει τα ημερολογιακά έτη από το 2012 έως και το 2014. Οι επόμενες περίοδοι αναφοράς είναι διάρκειας πέντε ημερολογιακών ετών, εκτός εάν αποφασισθεί διαφορετικά με τροποποίηση του παρόντος κανονισμού.

2.   Ισχύει η ίδια περίοδος αναφοράς για τους στόχους επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και για τα σχέδια και τους στόχους επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου.

Άρθρο 8

Κύρια πεδία και κύριοι δείκτες επιδόσεων

1.   Για τον καθορισμό των στόχων, η ενδεχόμενη προσθήκη και προσαρμογή άλλων κύριων πεδίων επιδόσεων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 αποφασίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού.

2.   Για τον καθορισμό των στόχων, σε κάθε κύριο πεδίο επιδόσεων αντιστοιχεί ένας κύριος δείκτης επιδόσεων ή περιορισμένος αριθμός τους. Οι επιδόσεις των υπηρεσιών αεροναυτιλίας αξιολογούνται με δεσμευτικούς στόχους για κάθε κύριο δείκτη επιδόσεων.

3.   Οι κύριοι δείκτες επιδόσεων για τον καθορισμό στόχων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι έχουν επιλεγεί για κάθε κύριο πεδίο επιδόσεων, αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα 1.

4.   Οι κύριοι δείκτες επιδόσεων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό στόχων επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα 2.

5.   Οι κύριοι δείκτες επιδόσεων δεν μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Οι μεταβολές τους εγκρίνονται με τροποποίηση του παρόντος κανονισμού το αργότερο έξι μήνες πριν από την έγκριση νέων στόχων επιδόσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.   Εκτός από τα κύρια πεδία επιδόσεων και τους κύριους δείκτες επιδόσεων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν, σε επίπεδο εθνικό ή/και λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, τον καθορισμό και τη χρήση πρόσθετων δεικτών και αντίστοιχων στόχων επιδόσεων, πέραν εκείνων του παραρτήματος Ι τμήμα 2, για τη δική τους παρακολούθηση των επιδόσεων ή/και των δικών τους σχεδίων επιδόσεων. Οι εν λόγω πρόσθετοι δείκτες και στόχοι υποβοηθούν την επίτευξη των επιδόσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και απορρέουν από τους στόχους σε επίπεδο εθνικό ή/και λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου. Είναι δυνατόν, π.χ., να ενσωματώνουν και να περιγράφουν την πολιτικο-στρατιωτική ή τη μετεωρολογική διάσταση του σχεδίου επιδόσεων. Οι εν λόγω πρόσθετοι δείκτες και στόχοι επιτρέπεται να συνοδεύονται από κατάλληλα καθεστώτα παροχής κινήτρων, τα οποία αποφασίζονται σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

Άρθρο 9

Στόχοι επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Η Επιτροπή εγκρίνει στόχους επιδόσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004, συνεκτιμώντας τα σχετικά στοιχεία των εθνικών εποπτικών αρχών και μετά από διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους που αναφέρονται στο άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού, με άλλους σχετικούς οργανισμούς και με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφαλείας της Αεροπορίας για τις πτυχές των επιδόσεων που αφορούν την ασφάλεια πτήσεων.

2.   Οι στόχοι σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης προτείνονται από την Επιτροπή το αργότερο δέκα πέντε μήνες πριν την έναρξη της περιόδου αναφοράς και εγκρίνονται το αργότερο δώδεκα μήνες πριν την έναρξη της περιόδου αναφοράς.

3.   Κατά την έγκριση των στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή καθορίζει, για κάθε κύριο δείκτη επιδόσεων, όριο πέραν του οποίου επιτρέπεται η ενεργοποίηση των μηχανισμών προειδοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 18. Τα όρια προειδοποίησης για τον δείκτη επιδόσεων της οικονομικής απόδοσης καλύπτουν τόσο την εξέλιξη της κίνησης όσο και την εξέλιξη του κόστους.

4.   Η Επιτροπή τεκμηριώνει κάθε στόχο επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης με περιγραφή των παραδοχών και αιτιολόγηση των στόχων αυτών, όπως η αξιοποίηση των στοιχείων των εθνικών εποπτικών αρχών και άλλα αντικειμενικά στοιχεία, προγνώσεις της κίνησης και, κατά περίπτωση, το αναμενόμενο ύψος του συγκεκριμένου κόστους για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 10

Κατάρτιση σχεδίων επιδόσεων

1.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές, είτε σε επίπεδο εθνικό είτε λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, καταρτίζουν σχέδια επιδόσεων που περιέχουν στόχους, οι οποίοι συνάδουν με τους στόχους επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και με τα κριτήρια εκτίμησης που καθορίζονται στο παράρτημα III. Καταρτίζεται ένα και μόνον σχέδιο επιδόσεων ανά κράτος μέλος ή ανά λειτουργικό τμήμα του εναέριου χώρου, εφόσον τα κράτη μέλη αποφασίσουν να καταρτίσουν σχέδιο επιδόσεων σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος του εναερίου χώρου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2.

2.   Για να στηρίξουν την κατάρτιση των σχεδίων επιδόσεων, οι εθνικές εποπτικές αρχές εξασφαλίζουν:

α)

ότι οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας κοινοποιούν τα σχετικά στοιχεία των επιχειρηματικών τους σχεδίων, τα οποία καταρτίζουν σε συνοχή με τους στόχους επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 για το σχέδιο και τους στόχους επιδόσεων. Στους ενδιαφερόμενους παρέχεται επαρκής πληροφόρηση τουλάχιστον τρεις εβδομάδες πριν από τη διαβούλευση.

3.   Τα σχέδια επιδόσεων περιέχουν ιδίως:

α)

την πρόγνωση της κίνησης, εκφρασμένη σε μονάδες εξυπηρέτησης, η οποία πρέπει να εξυπηρετείται για κάθε έτος περιόδου αναφοράς, με αιτιολόγηση των χρησιμοποιούμενων ποσοτικών στοιχείων·

β)

το συγκεκριμένο ύψος των δαπανών των υπηρεσιών αεροναυτιλίας που καθορίζει(ουν) το(τα) κράτος(η) μέλος(η) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004·

γ)

περιγραφή των αναγκαίων επενδύσεων για να επιτευχθούν οι στόχοι επιδόσεων με περιγραφή της συνάφειάς τους με το γενικό πρόγραμμα για τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας στην Ευρώπη (ATM) και της συνοχής τους με τα κύρια πεδία και τις κατευθύνσεις προόδου και αλλαγών που θέτει·

δ)

στόχους επιδόσεων σε κάθε αντίστοιχο κύριο πεδίο επιδόσεων, οι οποίοι καθορίζονται για κάθε κύριο δείκτη επιδόσεων, για ολόκληρη την περίοδο αναφοράς, με ετήσιες τιμές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση και την παροχή κινήτρων·

ε)

περιγραφή της πολιτικο-στρατιωτικής διάστασης του σχεδίου επιδόσεων, όπου αναλύονται οι επιδόσεις της εφαρμοζόμενης ευέλικτης χρήσης του εναέριου χώρου (ΕΧΕΧ), ώστε να αυξηθεί η χωρητικότητα λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αποτελεσματικότητας των στρατιωτικών επιχειρήσεων, και εφόσον κριθεί αναγκαίο, των αντίστοιχων δεικτών και στόχων επιδόσεων σε συνοχή με τους δείκτες και τους στόχους του σχεδίου επιδόσεων·

στ)

περιγραφή και αιτιολόγηση του τρόπου με τον οποίο οι στόχοι επιδόσεων που αναφέρονται στο στοιχείο δ) συμβιβάζονται και συντελούν στους στόχους επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ζ)

σαφή ταυτοποίηση των διαφόρων οντοτήτων, υπόλογων για την επίτευξη των στόχων και τη συγκεκριμένη συμβολή τους·

η)

περιγραφή των μηχανισμών παροχής κινήτρων που πρέπει να εφαρμόζουν οι διάφορες υπόλογοι οντότητες για να ενθαρρύνουν την επίτευξη των στόχων κατά την περίοδο αναφοράς·

θ)

τα μέτρα που λαμβάνουν οι εθνικές εποπτικές αρχές για να παρακολουθούν την επίτευξη των στόχων επιδόσεων·

ι)

περιγραφή της έκβασης των διαβουλεύσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων, καθώς και των θεμάτων που έθεσαν όσοι συμμετείχαν, και τις ενέργειες που συμφωνήθηκαν.

4.   Τα σχέδια επιδόσεων βασίζονται στο υπόδειγμα του παραρτήματος II και επιτρέπεται, εφόσον έτσι αποφασίσουν τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 6, να περιέχουν πρόσθετους δείκτες με αντίστοιχους στόχους.

Άρθρο 11

Καθεστώτα παροχής κινήτρων

1.   Τα καθεστώτα παροχής κινήτρων που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του σχεδίου επιδόσεων, ανταποκρίνονται στις κάτωθι γενικές αρχές:

α)

είναι αποτελεσματικά, αναλογικά, αξιόπιστα και παραμένουν αμετάβλητα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·

β)

εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και με διαφάνεια για να διευκολυνθεί η βελτίωση των επιδόσεων εξυπηρέτησης·

γ)

εντάσσονται σε εκ των προτέρων γνωστό στους ενδιαφερόμενους ρυθμιστικό περιβάλλον, το οποίο ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·

δ)

κατευθύνουν τις οντότητες για τις οποίες έχουν καθορισθεί στόχοι, προκειμένου να επιτύχουν υψηλό επίπεδο επιδόσεων και να εκπληρώσουν τους αντίστοιχους στόχους.

2.   Τα κίνητρα για τους στόχους ασφάλειας πτήσεων αποβλέπουν να ενθαρρυνθεί η πλήρης επίτευξη και διατήρηση της σκοπούμενης ασφάλειας πτήσεων που απαιτείται και ταυτόχρονα να επέλθουν βελτιώσεις επιδόσεων σε άλλα κύρια πεδία επιδόσεων. Δεν είναι οικονομικού χαρακτήρα και συνίστανται σε σχέδια δράσης με προθεσμίες ή/και σχετικά μέτρα κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2096/2005 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2005, περί καθορισμού κοινών απαιτήσεων για την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας (10), ή/και των εκτελεστικών κανόνων που απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008.

3.   Τα κίνητρα για τους στόχους οικονομικής απόδοσης είναι οικονομικού χαρακτήρα και διέπονται από κατάλληλες διατάξεις του άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2006. Αποτελούν μηχανισμό επιμερισμού του κινδύνου, σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου.

4.   Τα κίνητρα για τους στόχους χωρητικότητας είναι δυνατόν να είναι οικονομικού ή άλλου χαρακτήρα, όπως σχέδια διορθωτικών δράσεων που αποφασίζουν τα κράτη μέλη με προθεσμίες και αντίστοιχα μέτρα, στα οποία επιτρέπεται να προβλέπονται πριμ και κυρώσεις. Όταν τα κίνητρα είναι οικονομικού χαρακτήρα, διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1794/2006.

5.   Τα κίνητρα για τους περιβαλλοντικούς στόχους αποβλέπουν να ενθαρρυνθεί η επίτευξη των απαιτούμενων επιπέδων περιβαλλοντικών επιδόσεων και ταυτόχρονα να επέλθουν βελτιώσεις επιδόσεων σε άλλα κύρια πεδία επιδόσεων. Είναι οικονομικού ή άλλου χαρακτήρα και αποφασίζονται από τα κράτη μέλη λαμβανομένων υπόψη των τοπικών συνθηκών.

6.   Επιπλέον, τα κράτη μέλη, σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, μπορούν να καθιερώνουν ή να εγκρίνουν καθεστώτα παροχής κινήτρων για τους χρήστες του εναερίου χώρου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1794/2006.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

Άρθρο 12

Αρχική έγκριση των σχεδίων επιδόσεων

Κατόπιν πρότασης των εθνικών εποπτικών αρχών, τα κράτη μέλη, σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, εγκρίνουν και κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο έξι μήνες μετά τον καθορισμό των στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα σχέδια επιδόσεων τα οποία περιέχουν δεσμευτικούς στόχους επιδόσεων.

Άρθρο 13

Αξιολόγηση των σχεδίων επιδόσεων και αναθεώρηση των στόχων

1.   Η Επιτροπή αξιολογεί τα σχέδια επιδόσεων, τους στόχους τους και ιδίως τη συνοχή τους με τους στόχους σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συμβολή τους σε αυτούς, βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο παράρτημα III, συνεκτιμώντας την εξέλιξη των συνθηκών που ενδεχομένως έχουν διαμορφωθεί από την ημερομηνία καθορισμού των στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης έως την ημερομηνία αξιολόγησης του σχεδίου επιδόσεων.

2.   Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει συνοχή των στόχων επιδόσεων ενός σχεδίου επιδόσεων με τους στόχους σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συμβολή τους σε αυτούς, ενημερώνει σχετικά το (τα) κράτος(-η) μέλος(-η) το αργότερο τέσσερις μήνες από την παραλαβή του σχεδίου.

3.   Εφόσον η Επιτροπή δεν διαπιστώσει συνοχή του (των) στόχου(-ων) επιδόσεων ενός σχεδίου επιδόσεων με τους στόχους σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συμβολή τους στην επίτευξη τους, μπορεί, το αργότερο τέσσερις μήνες από την παραλαβή του σχεδίου και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004, να αποφασίσει να εκδώσει σύσταση προς το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η) να αναθεωρήσει(-ουν) τον (τους) στόχο(-ους) επιδόσεων. Η εν λόγω απόφαση λαμβάνεται μετά από διαβούλευση με το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η) και περιέχει επακριβώς τον(τους) στόχο(-ους) που πρέπει να αναθεωρηθεί(-ούν), καθώς και αιτιολόγηση της αξιολόγησης της Επιτροπής.

4.   Στην περίπτωση αυτή, το αργότερο δύο μήνες από την έκδοση της σύστασης, το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η) εγκρίνει(-ουν) αναθεωρημένους στόχους επιδόσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις της Επιτροπής, καθώς και κατάλληλα μέτρα για την επίτευξη των στόχων αυτών, και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 14

Αξιολόγηση των αναθεωρημένων στόχων επιδόσεων και λήψη διορθωτικών μέτρων

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση των στόχων, η Επιτροπή αξιολογεί τους αναθεωρημένους στόχους επιδόσεων και ιδίως τη συνοχή τους με τους στόχους σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συμβολή τους στην επίτευξή τους, βάσει των κριτηρίων του παραρτήματος III.

2.   Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει συνοχή των αναθεωρημένων στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 4 με τους στόχους σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συμβολή τους στην επίτευξή τους, ενημερώνει σχετικά το (τα) κράτος(-η) μέλος(-η) το αργότερο δύο μήνες από την παραλαβή των αναθεωρημένων στόχων.

3.   Εφόσον η Επιτροπή δεν διαπιστώσει εκ νέου συνοχή του (των) στόχου(-ων) επιδόσεων και των ενδεδειγμένων μέτρων με τους στόχους σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συμβολή τους στην επίτευξή τους, μπορεί, το αργότερο δύο μήνες από την παραλαβή των αναθεωρημένων στόχων και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004, να αποφασίσει τη λήψη διορθωτικών μέτρων από το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η).

4.   Η εν λόγω απόφαση περιέχει επακριβώς τον (τους) στόχο(-ους) που πρέπει να αναθεωρηθεί(-ούν), καθώς και αιτιολόγηση της αξιολόγησης της Επιτροπής. Ενδέχεται να περιλαμβάνει το επίπεδο των προσδοκώμενων επιδόσεων για τους στόχους αυτούς, ώστε να καταστεί δυνατόν στο(στα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η) να λάβει(-ουν) κατάλληλα διορθωτικά μέτρα, ή/και περιέχει προτάσεις τέτοιων μέτρων.

5.   Το αργότερο δύο μήνες από την απόφαση της Επιτροπής, τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνει(-ουν) το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η) κοινοποιούνται στην Επιτροπή, καθώς και τα στοιχεία με τα οποία αποδεικνύεται ότι εξασφαλίζεται η συνοχή τους με την απόφαση της Επιτροπής.

Άρθρο 15

Έγκριση σχεδίων και στόχων επιδόσεων μετά την έναρξη της περιόδου αναφοράς

Σχέδια επιδόσεων ή διορθωτικά μέτρα που εγκρίνονται μετά την έναρξη της περιόδου αναφοράς συνεπεία της εφαρμογής των διαδικασιών που αναφέρονται στα άρθρα 13 και 14 ισχύουν αναδρομικά από την πρώτη ημέρα της περιόδου αναφοράς.

Άρθρο 16

Αναθεώρηση των στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την αναθεώρηση των στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004:

α)

πριν από την έναρξη της περιόδου αναφοράς όταν διαθέτει ουσιαστικές αποδείξεις ότι δεν ισχύουν πλέον τα αρχικά δεδομένα, οι παραδοχές και η αιτιολόγηση για τον καθορισμό των στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, εξαιτίας ενεργοποίησης μηχανισμού προειδοποίησης όπως προβλέπεται στο άρθρο 18.

2.   Αναθεώρηση των στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να προκύψει από τροποποίηση υπαρχόντων σχεδίων επιδόσεων. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ενδεδειγμένη αναπροσαρμογή του χρονοδιαγράμματος που προβλέπεται στα κεφάλαια II και III του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΕΥΞΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

Άρθρο 17

Συνεχής παρακολούθηση και αναφορά

1.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές, σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, και η Επιτροπή παρακολουθούν την εφαρμογή των σχεδίων επιδόσεων. Εάν δεν επιτευχθούν οι στόχοι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, οι εθνικές εποπτικές αρχές εφαρμόζουν τα κατάλληλα μέτρα που καθορίζονται στο σχέδιο επιδόσεων για επανόρθωση της κατάστασης. Προς το σκοπό αυτό, στο σχέδιο επιδόσεων χρησιμοποιούνται οι ετήσιες τιμές.

2.   Εάν η Επιτροπή παρατηρήσει σημαντική και συνεχή πτώση των επιδόσεων σε κράτος μέλος ή λειτουργικό τμήμα του εναέριου χώρου, η οποία επηρεάζει άλλες χώρες συμβαλλόμενα μέρη του ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού ή/και ολόκληρο τον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο, μπορεί να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και από την εθνική εποπτική αρχή ή από την εποπτική αρχή του λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου ή από τον αρμόδιο φορέα να καθορίσει, να εφαρμόσει και να κοινοποιήσει στην Επιτροπή κατάλληλα μέτρα για την επίτευξη των στόχων που είχαν καθορισθεί στο αντίστοιχο σχέδιο επιδόσεων.

3.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν αναφορά στην Επιτροπή σχετική με την παρακολούθηση των σχεδίων και των στόχων επιδόσεων από τις εθνικές τους εποπτικές αρχές ή από τις εποπτικές αρχές του λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου τουλάχιστον μια φορά ετησίως και όταν ενδέχεται να μην επιτευχθούν οι στόχοι επιδόσεων. Η Επιτροπή υποβάλλει αναφορά στην επιτροπή ενιαίου ουρανού σχετική με την επίτευξη των στόχων επιδόσεων τουλάχιστον μια φορά ετησίως.

Άρθρο 18

Μηχανισμοί προειδοποίησης

1.   Εφόσον, εξαιτίας περιπτώσεων απρόβλεπτων κατά την έναρξη της περιόδου αναφοράς και ταυτόχρονα ανυπέρβλητων και εκτός του ελέγχου των κρατών μελών, σημειωθούν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης τα όρια προειδοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3, η Επιτροπή επανεξετάζει την κατάσταση σε διαβούλευση με τα κράτη μέλη μέσω της επιτροπής ενιαίου ουρανού και υποβάλλει εντός τριών μηνών προτάσεις ενδεδειγμένων δράσεων, μεταξύ των οποίων είναι δυνατόν να περιλαμβάνεται αναθεώρηση των στόχων επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και, άρα, αναθεώρηση των στόχων επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου.

2.   Εφόσον, εξαιτίας περιπτώσεων απρόβλεπτων κατά την έναρξη της περιόδου αναφοράς και ταυτόχρονα ανυπέρβλητων και εκτός του ελέγχου των κρατών μελών και των οντοτήτων που έχουν αναλάβει την επίτευξη των επιδιωκόμενων επιδόσεων, σημειωθούν σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου τα όρια προειδοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3, η εθνική εποπτική αρχή του λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου ή ο αρμόδιος φορέας επανεξετάζει την κατάσταση σε συνεργασία με την Επιτροπή και μπορεί να υποβάλει εντός τριών μηνών προτάσεις ενδεδειγμένων δράσεων, μεταξύ των οποίων είναι δυνατόν να περιλαμβάνεται αναθεώρηση των στόχων επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν, σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, όρια προειδοποίησης διαφορετικά από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3, ώστε να συνυπολογίζονται οι τοπικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες. Στην περίπτωση αυτή, τα εν λόγω όρια καθορίζονται στα σχέδια επιδόσεων και συνάδουν με τα όρια που αποφασίζονται βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3. Οι αποκλίσεις αιτιολογούνται λεπτομερώς. Όταν σημειώνονται τα όρια αυτά, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2.

4.   Όταν η ενεργοποίηση μηχανισμού προειδοποίησης συνεπάγεται αναθεώρηση των σχεδίων και των στόχων επιδόσεων, η Επιτροπή διευκολύνει την εν λόγω αναθεώρηση με κατάλληλη αναπροσαρμογή του ισχύοντος χρονοδιαγράμματος σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα κεφάλαια II και III του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 19

Διευκόλυνση της παρακολούθησης της συμμόρφωσης

Οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας διευκολύνουν τις επιθεωρήσεις και τις έρευνες που διεξάγουν η Επιτροπή και η (οι) εθνική(-ές) εποπτική(-ές) αρχή(-ές) που είναι αρμόδιες για την εποπτεία τους, από ειδικευμένη οντότητα που ενεργεί εξ ονόματός τους, ή ο EASA κατά περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων ελέγχων. Με την επιφύλαξη των επιτόπιων αρμοδιοτήτων που έχουν αποδοθεί στις εθνικές εποπτικές αρχές και τον EASA, τα εξουσιοδοτημένα άτομα μπορούν:

α)

να εξετάζουν, ως προς όλα τα κύρια πεδία επιδόσεων, τα σχετικά έγγραφα και κάθε άλλο υλικό σχετικό με την κατάρτιση των σχεδίων και των στόχων επιδόσεων·

β)

να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα των εγγράφων αυτών·

γ)

να ζητούν επιτόπου προφορικές εξηγήσεις.

Οι εν λόγω επιθεωρήσεις και έρευνες διεξάγονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου πρόκειται να πραγματοποιηθούν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΣΥΛΛΟΓΗ, ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ, ΕΞΕΤΑΣΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΕΡΟΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΕΝΙΑΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΟΥΡΑΝΟ

Άρθρο 20

Συλλογή και επικύρωση των δεδομένων για επανεξέταση των επιδόσεων

1.   Εκτός από τα δεδομένα που συλλέγει η Επιτροπή μέσω των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία είναι δυνατόν να αξιοποιούνται για την επανεξέταση των επιδόσεων, οι εθνικές αρχές, οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας, οι φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων, οι συντονιστές αερολιμένων και οι αερομεταφορείς παρέχουν στην Επιτροπή τα δεδομένα που προβλέπονται στο παράρτημα IV σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εν λόγω παράρτημα.

2.   Οι εθνικές αρχές μπορούν να αναθέτουν ή να μεταβιβάζουν πλήρως ή εν μέρει το καθήκον παροχής των δεδομένων στις εθνικές εποπτικές αρχές τους, τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας, τους φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων, τους συντονιστές αερολιμένων και τους αερομεταφορείς, ώστε να συνυπολογίζονται οι τοπικές ιδιαιτερότητες και οι υπάρχοντες δίαυλοι υποβολής αναφορών.

3.   Όσοι παρέχουν δεδομένα, λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η ποιότητα, η επικύρωση και η έγκαιρη διαβίβαση των δεδομένων, καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία για τους ελέγχους ποιότητας και τις διαδικασίες επικύρωσης που ακολουθούν, τις επεξηγήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την ποιότητα των δεδομένων και, εφόσον χρειάζεται, σχέδια δράσεων για τη βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων. Τα δεδομένα παρέχονται δωρεάν, κατά το δυνατόν σε ηλεκτρονική μορφή, με χρήση του υποδείγματος που ορίζει η Επιτροπή.

4.   Η Επιτροπή αξιολογεί την ποιότητα και επικυρώνει τα δεδομένα που της διαβιβάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν τα δεδομένα δεν είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν σωστά για την επανεξέταση των επιδόσεων, η Επιτροπή μπορεί να λάβει αναγκαία μέτρα για να αξιολογήσει και να βελτιώσει την ποιότητα των δεδομένων σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, και ιδίως με τις εθνικές εποπτικές αρχές τους.

5.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα σχετικά με τις επιδόσεις δεδομένα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 τα οποία παρέχονται ήδη στον Eurocontrol, θεωρείται ότι παρέχονται και στην Επιτροπή. Εφόσον αυτό δεν ισχύει, η Επιτροπή και ο Eurocontrol προβαίνουν στις αναγκαίες ρυθμίσεις για να εξασφαλίσουν ότι τα εν λόγω δεδομένα διατίθενται στην Επιτροπή με βάση τις ίδιες απαιτήσεις με εκείνες που περιγράφονται στην παράγραφο 3.

6.   Όποτε καθορίζονται νέες απαιτήσεις για σημαντικά δεδομένα ή αναμένονται δεδομένα ανεπαρκούς ποιότητας, η Επιτροπή μπορεί να πραγματοποιεί πιλοτικές μελέτες στις οποίες συμμετέχουν σε εθελοντική βάση τα κράτη μέλη πριν από την καθιέρωση νέων απαιτήσεων για δεδομένα με τροποποίηση του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω πιλοτικές μελέτες πραγματοποιούνται προκειμένου να αξιολογείται η δυνατότητα υλοποίησης της συλλογής των συγκεκριμένων δεδομένων, λαμβανομένου υπόψη του οφέλους από τη διαθεσιμότητα των δεδομένων ως προς το κόστος της συλλογής τους και τον γραφειοκρατικό φόρτο.

Άρθρο 21

Διάδοση πληροφοριών

1.   Η Επιτροπή διαδίδει πληροφορίες γενικού χαρακτήρα σχετικές με την επίτευξη των στόχων που προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (11), και ιδίως το άρθρο 4 και το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004.

2.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο α) δημοσιοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα.

3.   Οι ετήσιες αναφορές που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο ια) δημοσιοποιούνται. Οι παραπομπές στις εν λόγω αναφορές δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να παρέχει σε τακτική βάση άλλες πληροφορίες γενικού χαρακτήρα στα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα.

4.   Οι στόχοι σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης που προβλέπονται στο άρθρο 9 και η αναφορά των εγκεκριμένων σχεδίων επιδόσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο III δημοσιοποιούνται και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.   Μεμονωμένη πρόσβαση σε πληροφορίες ειδικού χαρακτήρα, όπως επικυρωμένα δεδομένα και στατιστικά στοιχεία, χορηγείται από τον πάροχο των δεδομένων με τον οποίο συνδέονται άμεσα οι πληροφορίες και δραστηριότητες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 22

Προσφυγή

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις που λαμβάνουν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό είναι δεόντως αιτιολογημένες και υπόκεινται σε αποτελεσματική διαδικασία επανεξέτασης ή/και προσφυγής.

Άρθρο 23

Μεταβατικά μέτρα

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου αναφοράς σχέδιο επιδόσεων με στόχους σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, εξασφαλίζουν ότι:

α)

το σχέδιο αντικαθιστά τα εθνικά σχέδια από την 1η Ιανουαρίου ενός των ετών της περιόδου αναφοράς·

β)

η διάρκεια του σχεδίου δεν υπερβαίνει την υπόλοιπη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·

γ)

το σχέδιο αποδεικνύει ότι οι στόχοι του όσον αφορά τις επιδόσεις είναι τουλάχιστον εξίσου φιλόδοξοι με την παγίωση των προηγούμενων εθνικών στόχων.

Άρθρο 24

Επανεξέταση του μηχανισμού

Η Επιτροπή θα επανεξετάσει την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας έως την 1η Ιουλίου 2013. Έως τα τέλη του 2014 και σε τακτική βάση στη συνέχεια, η Επιτροπή επανεξετάζει τον μηχανισμό επιδόσεων, και ιδίως αναλύει τις επιπτώσεις, την αποτελεσματικότητα και το πεδίο εφαρμογής του μηχανισμού, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το έργο που επιτελεί στο συγκεκριμένο πεδίο η ΔΟΠΑ.

Άρθρο 25

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2096/2005

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2096/2005 τροποποιείται ως εξής:

1.

Το τμήμα 2.2 του παραρτήματος I αντικαθίσταται από το κάτωθι:

«2.2.   Οργανωτική διαχείριση

Οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας καταρτίζουν επιχειρηματικά σχέδια ελάχιστης διάρκειας πέντε ετών. Στο επιχειρηματικό σχέδιο:

α)

καθορίζονται οι γενικοί σκοποί και στόχοι του παρόχου υπηρεσιών αεροναυτιλίας και η στρατηγική επίτευξής τους, οι οποίοι συνάδουν με τυχόν εν γένει πιο μακρόχρονο σχέδιο και συνδυάζονται με τις σχετικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την ανάπτυξη υποδομής ή άλλης τεχνολογίας·

β)

προβλέπονται ενδεδειγμένοι στόχοι επιδόσεων για την ασφάλεια πτήσεων, τη χωρητικότητα, το περιβάλλον και την οικονομική απόδοση, αναλόγως.

Οι πληροφορίες που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β) συνάδουν με το σχέδιο επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου που αναφέρεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 και, όσον αφορά τα δεδομένα της ασφάλειας πτήσεων, συνάδουν με το κρατικό πρόγραμμα ασφάλειας πτήσεων που προβλέπεται στο πρότυπο 2.27.1 του παραρτήματος 11 της ΔΟΠΑ, τροποποίηση 47B-A της 20ής Ιουλίου 2009, κατά περίπτωση.

Οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας αιτιολογούν την ασφάλεια πτήσεων και το επιχειρηματικό τους σχέδιο όταν πρόκειται για μεγάλα επενδυτικά έργα, καθώς επίσης αναφέρουν τις αναμενόμενες επιπτώσεις στους ενδεδειγμένους στόχους επιδόσεων που αναφέρονται στο 2.2 στοιχείο β), και προσδιορίζουν τις επενδύσεις που απορρέουν από τις νομικές απαιτήσεις σε συνδυασμό με την εφαρμογή του SESAR.

Οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας καταρτίζουν ετήσιο σχέδιο επιδόσεων που καλύπτει το επόμενο έτος, στο οποίο καθορίζονται τα χαρακτηριστικά του επιχειρηματικού σχεδίου και περιγράφονται τυχόν αλλαγές του.

Το ετήσιο σχέδιο καλύπτει τα κάτωθι ως προς το επίπεδο και την ποιότητα εξυπηρέτησης, όπως το προσδοκώμενο επίπεδο χωρητικότητας, ασφάλειας πτήσεων, περιβάλλοντος και οικονομικής απόδοσης, αναλόγως:

α)

πληροφορίες σχετικές με την υλοποίηση νέας υποδομής ή άλλες εξελίξεις και δήλωση του τρόπου με τον οποίο θα συμβάλλουν στη βελτίωση των επιδόσεων του παρόχου υπηρεσιών αεροναυτιλίας, καθώς και του επιπέδου και της ποιότητας εξυπηρέτησης·

β)

δείκτες επιδόσεων σε συνοχή με το σχέδιο επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004, με βάση τους οποίους είναι εύλογα δυνατόν να αξιολογηθούν το επίπεδο και η ποιότητα εξυπηρέτησης·

γ)

πληροφορίες για μέτρα μετριασμού των κινδύνων που έχουν εντοπισθεί στο σχέδιο ασφάλειας του παρόχου υπηρεσιών αεροναυτιλίας, καθώς και δείκτες ασφάλειας πτήσεων για την παρακολούθηση των κινδύνων στην ασφάλεια πτήσεων και, εφόσον χρειάζεται, το εκτιμώμενο κόστος των μέτρων μετριασμού·

δ)

την αναμενόμενη βραχυπρόθεσμη χρηματοοικονομική κατάσταση του παρόχου υπηρεσιών αεροναυτιλίας, καθώς και τυχόν αλλαγές ή επιπτώσεις στο επιχειρηματικό του σχέδιο.

Οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας διαβιβάζουν στην Επιτροπή το περιεχόμενο του μέρους του επιχειρηματικού τους σχεδίου που αφορά τις επιδόσεις και το ετήσιο σχέδιό τους, κατόπιν υποβολής αιτήματός της, υπό τους όρους που καθορίζουν οι εθνικές εποπτικές αρχές σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.»·

2.

Το τμήμα 9 του παραρτήματος I αντικαθίσταται από το κάτωθι:

«9.   ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας πρέπει να είναι σε θέση να διαβιβάζουν ετήσια αναφορά των δραστηριοτήτων τους στις αντίστοιχες εθνικές εποπτικές αρχές. Η εν λόγω αναφορά καλύπτει τα χρηματοοικονομικά τους αποτελέσματα με την επιφύλαξη του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004, καθώς και τις επιχειρησιακές τους επιδόσεις και τυχόν άλλες δραστηριότητες και εξελίξεις τους ιδίως στο πεδίο της ασφάλειας πτήσεων.

Η ετήσια αναφορά περιλαμβάνει τουλάχιστον:

εκτίμηση του επιπέδου των επιτυγχανόμενων επιδόσεων εξυπηρέτησης,

τις επιδόσεις του παρόχου υπηρεσιών αεροναυτιλίας ως προς τους στόχους επιδόσεων που καθορίζονται στο επιχειρηματικό του σχέδιο, οι οποίοι συνδυάζουν τις πραγματικές επιδόσεις με το ετήσιο σχέδιο με χρήση των δεικτών επιδόσεων που καθορίζονται στο ετήσιο σχέδιο,

εξήγηση των διαφορών στους στόχους και προσδιορισμό των μέτρων για την κάλυψη τυχόν κενών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004,

εξελίξεις σε λειτουργίες και υποδομές,

τα χρηματοοικονομικά τους αποτελέσματα, εάν δεν δημοσιεύονται χωριστά σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004,

πληροφορίες για τις επίσημες διαβουλεύσεις τους με τους χρήστες των υπηρεσιών τους,

πληροφορίες για την πολιτική που ακολουθούν όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους.

Οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας διαβιβάζουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το περιεχόμενο της ετήσιας αναφοράς τους, κατόπιν υποβολής αιτήματός της, υπό τους όρους που καθορίζουν οι εθνικές ελεγκτικές αρχές σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.»·

Άρθρο 26

Έναρξη ισχύος

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Το κεφάλαιο V εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2011. Η πρώτη περίοδος αναφοράς αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2012.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 29 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 341 της 7.12.2006, σ. 3.

(3)  ΕΕ L 79 της 19.3.2008, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 20.

(5)  ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 10.

(6)  ΕΕ L 167 της 4.7.2003, σ. 23.

(7)  ΕΕ L 294 της 13.11.2007, σ. 3.

(8)  ΕΕ L 295 της 14.11.2007, σ. 7.

(9)  ΕΕ L 14 της 22.1.1993, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 335 της 21.12.2005, σ. 13.

(11)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΥΡΙΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ (ΚΔΕ)

Τμήμα 1:   Για τον καθορισμό στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης:

1.   ΚΥΡΙΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΤΗΣΕΩΝ

α)

Ο πρώτος ΚΔΕ για την ασφάλεια πτήσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ελάχιστο επίπεδο του πρώτου κύριου δείκτη επιδόσεων στην ασφάλεια πτήσεων που καθορίζεται στο τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο α) κατωτέρω για τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας και τις εθνικές εποπτικές αρχές, αντίστοιχα.

β)

Ο δεύτερος κύριος δείκτης επιδόσεων στην ασφάλεια πτήσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ποσοστό εφαρμογής της κατάταξης βαρύτητας του εργαλείου ανάλυσης της επικινδυνότητας, όπως προβλέπεται στο τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο β) κατωτέρω στα κράτη όπου εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, με σκοπό να καθίσταται δυνατή η εναρμονισμένη αναφορά της κατάταξης βαρύτητας στις παραβιάσεις ελάχιστου διαχωρισμού, τις παρεισφρήσεις σε διάδρομο και τα ειδικά τεχνικά συμβάντα στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας.

γ)

Ο τρίτος κύριος δείκτης επιδόσεων στην ασφάλεια πτήσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ελάχιστο επίπεδο του μέτρου νοοτροπίας δικαίου στο τέλος της περιόδου αναφοράς, όπως προβλέπεται στο τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο γ) κατωτέρω.

Κατά την πρώτη περίοδο αναφοράς δεν καθορίζονται στόχοι σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους ανωτέρω κύριους δείκτες επιδόσεων. Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου αναφοράς, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί για να επικυρώσει τους εν λόγω κύριους δείκτες επιδόσεων και να τους αξιολογήσει με σκοπό να εξασφαλισθεί κατάλληλος εντοπισμός, μετριασμός και διαχείριση των κινδύνων στην ασφάλεια πτήσεων. Στη βάση αυτή, η Επιτροπή αποφασίζει νέους κύριους δείκτες επιδόσεων στην ασφάλεια πτήσεων εάν χρειασθεί, με αναθεώρηση του παρόντος παραρτήματος.

2.   ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ

2.1.

Για την πρώτη περίοδο αναφοράς:

 

Ο πρώτος περιβαλλοντικός ΚΔΕ σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η μέση απόδοση πτήσης σε οριζόντια διαδρομή, όπως ορίζεται κατωτέρω:

Ο δείκτης μέσης απόδοσης πτήσης σε οριζόντια διαδρομή είναι η διαφορά μεταξύ του μήκους του τμήματος διαδρομής της πραγματικής πορείας και της βέλτιστης πορείας, η οποία, κατά μέσο όρο, είναι ο μεγάλος κύκλος.

Ως «διαδρομή» νοείται η διανυόμενη απόσταση πτήσης εκτός κύκλου 40 NM περί τον αερολιμένα.

Οι λαμβανόμενες υπόψη πτήσεις για τον δείκτη αυτόν είναι:

α)

όλες οι εμπορικές πτήσεις IFR (κανόνες πτήσης με όργανα) εντός του ευρωπαϊκού εναερίου χώρου·

β)

εφόσον μία πτήση αναχωρεί από τον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο ή φθάνει σε αυτόν, λαμβάνεται υπόψη μόνον το τμήμα εντός του ευρωπαϊκού εναερίου χώρου.

Κυκλικές πτήσεις και πτήσεις απόστασης μεγάλου κύκλου μικρότερης των 80NM μεταξύ τερματικών περιοχών αποκλείονται.

 

Ο δεύτερος περιβαλλοντικός ΚΔΕ σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η αποδοτική χρήση των πολιτικο-στρατιωτικών δομών του εναερίου χώρου, όπως τα δρομολόγια υπό όρους. Για την πρώτη περίοδο αναφοράς, τον δείκτη αυτόν παρακολουθεί η Επιτροπή. Ο καθορισμός στόχων αρχίζει από τη δεύτερη περίοδο αναφοράς.

2.2.

Από τη δεύτερη περίοδο αναφοράς, καθορίζεται τρίτος περιβαλλοντικός ΚΔΕ σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση σχετικών με το περιβάλλον προβλημάτων συγκεκριμένου αερολιμένα που σχετίζονται με τις υπηρεσίες αεροναυτιλίας.

3.   ΔΕΙΚΤΗΣ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

3.1.

Για την πρώτη περίοδο αναφοράς:

 

Ο ΚΔΕ χωρητικότητας σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η καθυστέρηση της διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας (ATFM) κατά τη διαδρομή ανά πτήση σε πρώτα λεπτά, η οποία ορίζεται ως εξής:

α)

Η καθυστέρηση της διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας κατά τη διαδρομή είναι η καθυστέρηση που υπολογίζεται από την κεντρική μονάδα ATFM όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 255/2010 της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 2010, για καθορισμό κοινών κανόνων διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας (1), και εκφράζεται ως η διαφορά μεταξύ του χρόνου απογείωσης που ζητεί αερομεταφορέας στο τελευταίο σχέδιο πτήσης που υπέβαλε και του υπολογιζόμενου χρόνου απογείωσης που χορηγεί η κεντρική μονάδα ATFΜ·

β)

Ο δείκτης περιλαμβάνει όλες τις πτήσεις IFR εντός του ευρωπαϊκού εναερίου χώρου και καλύπτει τις αιτίες καθυστέρησης της ATFM.

γ)

Ο δείκτης υπολογίζεται για όλο το ημερολογιακό έτος.

 

Για να προετοιμασθεί η εκπόνηση δεύτερου ΚΔΕ χωρητικότητας σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή συλλέγει, παγιώνει και παρακολουθεί από την πρώτη περίοδο αναφοράς:

α)

το σύνολο των καθυστερήσεων ATFM που καταλογίζονται σε τερματικές και αερολιμενικές υπηρεσίες αεροναυτιλίας·

β)

τον πρόσθετο χρόνο κατά τη φάση τροχοδρόμησης εξόδου·

γ)

για αερολιμένες με άνω των 100 000 εμπορικών κινήσεων ετησίως, τον πρόσθετο χρόνο για ASMA [Arrival Sequencing and Metering Area (Περιοχή ακολουθίας και μέτρησης αφίξεων)].

3.2.

Από τη δεύτερη περίοδο αναφοράς, εκπονείται δεύτερος ΚΔΕ χωρητικότητας σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση την παρακολούθηση που περιγράφεται στην παράγραφο 3.1 για την αντιμετώπιση προβλημάτων χωρητικότητας σε συγκεκριμένο αερολιμένα τα οποία σχετίζονται με τις υπηρεσίες αεροναυτιλίας.

4.   Δείκτης οικονομικής απόδοσης

4.1.

Για την πρώτη περίοδο αναφοράς:

Ο ΚΔΕ οικονομικής απόδοσης σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η μέση καθορισμένη σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης τιμή μονάδας για υπηρεσίες αεροναυτιλίας κατά τη διαδρομή, ο οποίος υπολογίζεται ως εξής:

α)

ο δείκτης είναι το πηλίκο του λόγου του καθορισμένου κόστους προς την προβλεπόμενη κίνηση, εκφρασμένη σε μονάδες εξυπηρέτησης, η οποία αναμένεται για την περίοδο σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως περιλαμβάνεται στις παραδοχές της Επιτροπής για τον καθορισμό των στόχων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 παράγραφος 4·

β)

ο δείκτης εκφράζεται σε ευρώ και σε πραγματικές τιμές·

γ)

ο δείκτης καθορίζεται για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς.

Για την πρώτη περίοδο αναφοράς, συλλέγονται, παγιώνονται και παρακολουθούνται από την Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1794/2006, το κόστος και οι τιμές μονάδας των τερματικών υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

4.2.

Από τη δεύτερη περίοδο αναφοράς, ο δεύτερος κύριος δείκτης οικονομικής απόδοσης σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η μέση καθορισμένη τιμή μονάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τις τερματικές υπηρεσίες αεροναυτιλίας.

Τμήμα 2:   Για τον καθορισμό στόχου σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου:

1.   ΚΥΡΙΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΤΗΣΕΩΝ

α)

Ο πρώτος ΚΔΕ για την ασφάλεια πτήσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου είναι η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης της ασφάλειας πτήσεων, όπως μετρείται με μέθοδο βασισμένη στο πλαίσιο διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας για την έρευνα ωριμότητας της ασφάλειας πτήσεων. Ο δείκτης αυτός εκπονείται από κοινού από την Επιτροπή, τα κράτη μέλη, τον EASA και τον Eurocontrol και αποφασίζεται από την Επιτροπή πριν από την πρώτη περίοδο αναφοράς. Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου αναφοράς, οι εθνικές εποπτικές αρχές παρακολουθούν και δημοσιεύουν τους εν λόγω κύριους δείκτες επιδόσεων, τα δε κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν αντίστοιχους στόχους.

β)

Ο δεύτερος ΚΔΕ ασφάλειας πτήσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου είναι η εφαρμογή της κατάταξης βαρύτητας του εργαλείου ανάλυσης της επικινδυνότητας, ώστε να επιτραπεί εναρμονισμένη υποβολή αναφοράς της αξιολόγησης της κατάταξης βαρύτητας στις παραβιάσεις ελάχιστου διαχωρισμού, τις παρεισφρήσεις σε διάδρομο και τα ειδικά τεχνικά συμβάντα στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας, σε όλα τα κέντρα ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας και σε αερολιμένες με άνω των 150 000 εμπορικών αεροπορικών κινήσεων ετησίως που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού (τιμή ναι/όχι). Η κατάταξη βαρύτητας εκπονείται από κοινού από την Επιτροπή, τα κράτη μέλη, τον EASA και τον Eurocontrol και αποφασίζεται από την Επιτροπή πριν από την πρώτη περίοδο αναφοράς. Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου αναφοράς, οι εθνικές εποπτικές αρχές παρακολουθούν και δημοσιεύουν τους εν λόγω κύριους δείκτες επιδόσεων, τα δε κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν αντίστοιχους στόχους.

γ)

Ο τρίτος ΚΔΕ ασφάλειας πτήσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου είναι η αναφορά του μέτρου νοοτροπίας δικαίου. Το μέτρο αυτό εκπονείται από κοινού από την Επιτροπή, τα κράτη μέλη, τον EASA και τον Eurocontrol και αποφασίζεται από την Επιτροπή πριν από την πρώτη περίοδο αναφοράς. Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου αναφοράς, οι εθνικές εποπτικές αρχές παρακολουθούν και δημοσιεύουν το εν λόγω μέτρο, τα δε κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν αντίστοιχους στόχους.

2.   ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ

2.1.

Για την πρώτη περίοδο αναφοράς, δεν υπάρχουν υποχρεωτικοί περιβαλλοντικοί ΚΔΕ σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου.

Με την επιφύλαξη των κατά τόπους περιβαλλοντικών περιορισμών, τα κράτη μέλη συνεργάζονται επίσης με την Επιτροπή για τον καθορισμό περιβαλλοντικού ΚΔΕ με σκοπό την αντιμετώπιση σχετικών με το περιβάλλον προβλημάτων συγκεκριμένου αερολιμένα που σχετίζονται με τις υπηρεσίες αεροναυτιλίας, ο οποίος εφαρμόζεται από τη δεύτερη περίοδο αναφοράς.

2.2.

Για τη δεύτερη περίοδο αναφοράς, ο περιβαλλοντικός ΚΔΕ σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου είναι η ανάπτυξη βελτιωμένης διαδικασίας σχεδιασμού διαδρομής σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου πριν από το τέλος της περιόδου αυτής, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικής χρήσης των πολιτικο-στρατιωτικών δομών του εναερίου χώρου (όπως τα δρομολόγια υπό όρους).

3.   ΔΕΙΚΤΗΣ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

3.1.

Για την πρώτη περίοδο αναφοράς:

Ο ΚΔΕ χωρητικότητας σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου είναι η καθυστέρηση της διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας (ATFM) κατά τη διαδρομή ανά πτήση σε πρώτα λεπτά. Ορίζεται ως εξής:

α)

ο δείκτης ορίζεται στο τμήμα 1 σημείο 3.1·

β)

ο δείκτης καθορίζεται για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς.

Για να προετοιμασθεί η εκπόνηση δεύτερου ΚΔΕ χωρητικότητας σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, τα κράτη μέλη αναφέρουν από την πρώτη περίοδο αναφοράς:

α)

το σύνολο των καθυστερήσεων ATFM που καταλογίζονται σε τερματικές και αερολιμενικές υπηρεσίες αεροναυτιλίας·

β)

τον πρόσθετο χρόνο κατά τη φάση τροχοδρόμησης εξόδου·

γ)

για αερολιμένες με άνω των 100 000 εμπορικών κινήσεων ετησίως, τον πρόσθετο χρόνο για ASMA [Arrival Sequencing and Metering Area (Περιοχή ακολουθίας και μέτρησης αφίξεων)].

3.2.

Από τη δεύτερη περίοδο αναφοράς, εφαρμόζεται δεύτερος ΚΔΕ χωρητικότητας σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου για την αντιμετώπιση προβλημάτων συγκεκριμένων τερματικών σταθμών και αερολιμένων που σχετίζονται με τη χωρητικότητα.

4.   ΔΕΊΚΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΉΣ ΑΠΌΔΟΣΗΣ

4.1.

Για την πρώτη περίοδο αναφοράς, ο ΚΔΕ οικονομικής απόδοσης σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου είναι η καθορισμένη τιμή μονάδας σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου για υπηρεσίες αεροναυτιλίας κατά τη διαδρομή, ο οποίος ορίζεται ως εξής:

α)

ο δείκτης είναι το πηλίκο του λόγου του καθορισμένου κόστους προς την προβλεπόμενη κίνηση που περιέχεται στα σχέδια επιδόσεων σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β)·

β)

ο δείκτης εκφράζεται σε εθνικό νόμισμα και σε πραγματικές τιμές·

γ)

ο δείκτης καθορίζεται για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς.

Επιπλέον, τα κράτη αναφέρουν το κόστος και τις τιμές μονάδας των τερματικών υπηρεσιών αεροναυτιλίας που εφαρμόζουν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1794/2006 και αιτιολογούν στην Επιτροπή τυχόν απόκλιση από τις προγνώσεις.

4.2.

Από τη δεύτερη περίοδο αναφοράς, εφαρμόζεται δεύτερος ΚΔΕ χωρητικότητας σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου: η(οι) καθορισμένη(ες) τιμή(ές) μονάδας σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου για τερματικές υπηρεσίες αεροναυτιλίας.


(1)  ΕΕ L 80 της 26.3.2010, σ. 10.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΣΧΕΔΙΩΝ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

Τα σχέδια επιδόσεων σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου βασίζονται στην κάτωθι δομή:

1.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1.   Περιγραφή της κατάστασης (πεδίο εφαρμογής του σχεδίου, καλυπτόμενες οντότητες, σχέδιο σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου κ.λπ.).

1.2.   Περιγραφή του μακροοικονομικού σεναρίου για την περίοδο αναφοράς, καθώς και των γενικών παραδοχών (πρόγνωση της κίνησης, τάση της τιμής μονάδας κ.λπ.).

1.3.   Περιγραφή της έκβασης της διαβούλευσης των ενδιαφερομένων για την κατάρτιση του σχεδίου επιδόσεων (κύρια θέματα που έθεσαν όσοι συμμετείχαν και, κατά το δυνατόν, οι συμφωνηθέντες συμβιβασμοί).

2.   ΣΤΟΧΟΙ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΘΝΙΚΟ Ή ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΑΕΡΙΟΥ ΧΩΡΟΥ

2.1.   Στόχοι επιδόσεων σε κάθε κύριο πεδίο επιδόσεων, οι οποίοι καθορίζονται για κάθε κύριο δείκτη επιδόσεων, για ολόκληρη την περίοδο αναφοράς, με ετήσιες τιμές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση και την παροχή κινήτρων:

α)   Ασφάλεια πτήσεων

—   Αποτελεσματικότητα διαχείρισης της ασφάλειας πτήσεων: στόχοι σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, όπως προβλέπεται στο παράρτημα I τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο α), για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς (προαιρετικοί για την πρώτη περίοδο αναφοράς).

—   Εφαρμογή της κατάταξης βαρύτητας του εργαλείου ανάλυσης της επικινδυνότητας: στόχοι σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, όπως προβλέπεται στο παράρτημα I τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο β), για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς (τιμές ναι/όχι).

—   Νοοτροπία δικαίου: στόχοι σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου, όπως προβλέπεται στο παράρτημα I τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο γ), για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς (προαιρετικοί για την πρώτη περίοδο αναφοράς).

β)   Χωρητικότητα

Καθυστέρηση της διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας (ATFM) κατά τη διαδρομή ανά πτήση σε πρώτα λεπτά.

γ)   Περιβάλλον

Περιγραφή της βελτίωσης της διαδικασίας σχεδιασμού διαδρομής σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου (προαιρετική για την πρώτη περίοδο αναφοράς).

δ)   Οικονομική απόδοση

Καθορισμένο κόστος των υπηρεσιών αεροναυτιλίας κατά τη διαδρομή και των τερματικών που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004 και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1794/2006 για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς.

Πρόγνωση των μονάδων εξυπηρέτησης κατά τη διαδρομή για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς.

Κατά συνέπεια, οι καθορισμένες τιμές μονάδας για την περίοδο αναφοράς.

Περιγραφή και αιτιολόγηση της απόδοσης του μετοχικού κεφαλαίου των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας ως προς τον πραγματικό κίνδυνο που διατρέχουν.

Περιγραφή των αναγκαίων επενδύσεων για να επιτευχθούν οι στόχοι επιδόσεων με περιγραφή της συνάφειάς τους με το γενικό πρόγραμμα για τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας στην Ευρώπη (ATM), και της συνοχής τους με τα κύρια πεδία και τις κατευθύνσεις προόδου και τις αλλαγές που καθορίζει.

2.2.   Περιγραφή και εξήγηση της συνοχής των στόχων επιδόσεων με τους στόχους επιδόσεων σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.3.   Περιγραφή και εξήγηση των μεταφορών από έτη προηγούμενα της περιόδου αναφοράς.

2.4.   Περιγραφή των παραμέτρων που χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη για τον επιμερισμό των κινδύνων και την παροχή κινήτρων.

3.   ΣΥΜΒΟΛΗ ΚΑΘΕ ΥΠΟΛΟΓΗΣ ΟΝΤΟΤΗΤΑΣ

3.1.   Μεμονωμένοι στόχοι επιδόσεων κάθε υπόλογης οντότητας.

3.2.   Περιγραφή των μηχανισμών παροχής κινήτρων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για κάθε οντότητα προκειμένου να ενθαρρυνθεί η επίτευξη των στόχων κατά την περίοδο αναφοράς.

4.   ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

Περιγραφή της πολιτικο-στρατιωτικής διάστασης του σχεδίου επιδόσεων όπου αναλύονται οι επιδόσεις της εφαρμοζόμενης ευέλικτης χρήσης του εναέριου χώρου (ΕΧΕΧ), ώστε να αυξηθεί η χωρητικότητα λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αποτελεσματικότητας των στρατιωτικών επιχειρήσεων, και εφόσον κριθεί αναγκαίο, των αντίστοιχων δεικτών και στόχων επιδόσεων σε συνοχή με τους δείκτες και τους στόχους του σχεδίου επιδόσεων.

5.   ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

5.1.   Ευαισθησία σε εξωτερικές παραδοχές.

5.2.   Σύγκριση με προηγούμενο σχέδιο επιδόσεων (δεν ισχύει για την πρώτη περίοδο αναφοράς).

6.   ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

Περιγραφή των μέτρων που έχουν ληφθεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές για να επιτευχθούν οι στόχοι επιδόσεων, όπως:

Μηχανισμοί παρακολούθησης για την εξασφάλιση εφαρμογής των προγραμμάτων ασφάλειας πτήσεων στις υπηρεσίες αεροναυτιλίας και των επιχειρηματικών σχεδίων.

Μέτρα για την παρακολούθηση και την αναφορά της εφαρμογής των σχεδίων επιδόσεων, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης σε περίπτωση μη επίτευξης των στόχων κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΣΕ ΚΛΙΜΑΚΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΘΝΙΚΟ Ή ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΑΕΡΙΟΥ ΧΩΡΟΥ

Η Επιτροπή χρησιμοποιεί τα κάτωθι κριτήρια εκτίμησης:

1.   Γενικά κριτήρια

α)

Συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που αφορούν την κατάρτιση και την έγκριση του σχεδίου επιδόσεων και ιδίως εκτίμηση της αιτιολόγησης που περιλαμβάνει το σχέδιο επιδόσεων.

β)

Πραγματολογική ανάλυση λαμβανομένης υπόψη της συνολικής κατάστασης σε κάθε κράτος μέλος.

γ)

Αλληλοσύνδεση μεταξύ όλων των στόχων επιδόσεων.

δ)

Τα πρότυπα επιδόσεων κατά την έναρξη της περιόδου αναφοράς και το επακόλουθο πεδίο περαιτέρω βελτίωσης.

2.   Ασφάλεια πτήσεων

α)   Αποτελεσματικότητα διαχείρισης της ασφάλειας πτήσεων: το επιπλέον περιθώριο τόσο για τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας όσο και για τις εθνικές εποπτικές αρχές, το οποίο χρησιμοποιείται στο σχέδιο επιδόσεων και εκτιμάται από την Επιτροπή, είναι ίσο ή μεγαλύτερο των τιμών του αντίστοιχου δείκτη σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης στο τέλος της περιόδου αναφοράς (προαιρετικό για την πρώτη περίοδο αναφοράς).

β)   Εφαρμογή της κατάταξης βαρύτητας του εργαλείου ανάλυσης της επικινδυνότητας: συνοχή του τοπικού κύριου δείκτη επιδόσεων, όπως ορίζεται στο παράρτημα I τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο β), με τον δείκτη σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης για κάθε έτος της περιόδου αναφοράς.

γ)   Νοοτροπία δικαίου: το επίπεδο του στόχου σε επίπεδο εθνικό ή λειτουργικού τμήματος του εναέριου χώρου στο τέλος της περιόδου αναφοράς με χρήση του κύριου δείκτη επιδόσεων, όπως ορίζεται στο παράρτημα I τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο γ), είναι ανώτερο ή ίσο του στόχου σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζεται στο παράρτημα I τμήμα 1 σημείο 1 στοιχείο γ) (προαιρετικό για την πρώτη περίοδο αναφοράς).

3.   Περιβάλλον

Σχεδιασμός διαδρομής: Δεν ισχύει για την πρώτη περίοδο αναφοράς. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου αναφοράς, εκτίμηση της διαδικασίας του σχεδιασμού διαδρομής που χρησιμοποιείται στο σχέδιο επιδόσεων.

4.   Χωρητικότητα

Επίπεδο καθυστερήσεων: Σύγκριση του αναμενόμενου επιπέδου της καθυστέρησης της διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας κατά τη διαδρομή με τιμή αναφοράς παρεχόμενη με τη διαδικασία σχεδιασμού της χωρητικότητας του Eurocontrol.

5.   Οικονομική απόδοση

α)   Τάση της τιμής μονάδας: εκτίμηση εάν οι κατατεθειμένες καθορισμένες τιμές μονάδας προβλέπονται κατά τρόπο ώστε να εξελίσσονται σε συνοχή με τους στόχους οικονομικής απόδοσης σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης και εάν συμβάλλουν με κατάλληλο τρόπο στην επίτευξη του στόχου αυτού κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου αναφοράς, καθώς και σε κάθε έτος μεμονωμένα.

β)   Ύψος καθορισμένης τιμής μονάδας: σύγκριση των κατατεθειμένων τοπικών τιμών μονάδας με τη μέση τιμή μονάδας των κρατών μελών ή των λειτουργικών τμημάτων του εναερίου χώρου με παρεμφερές επιχειρησιακό και οικονομικό περιβάλλον που έχει καθορίσει η Επιτροπή.

γ)   Απόδοση μετοχικού κεφαλαίου: εκτίμηση της απόδοσης μετοχικού κεφαλαίου των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας ως προς τον πραγματικό κίνδυνο που διατρέχουν.

δ)   Παραδοχές πρόβλεψης της κίνησης: σύγκριση των προβλέψεων των τοπικών μονάδων εξυπηρέτησης που χρησιμοποιούνται στο σχέδιο επιδόσεων με τις προβλέψεις αναφοράς όπως οι προβλέψεις κίνησης της Υπηρεσίας Στατιστικής και Προβλέψεων (STATFOR) του Eurocontrol.

ε)   Οικονομικές παραδοχές: Έλεγχος ότι οι παραδοχές για τον πληθωρισμό που χρησιμοποιούνται στο σχέδιο επιδόσεων συμφωνούν με προβλέψεις αναφοράς όπως του ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)/της Eurostat.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

1.   ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ:

1.1.   Καθορισμός της δέσμης δεδομένων

Οι εθνικές αρχές παρέχουν, με σκοπό την επανεξέταση των επιδόσεων, τα κάτωθι δεδομένα:

α)

Πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη συμμόρφωση προς τον κύριο δείκτη επιδόσεων της ασφάλειας πτήσεων που προβλέπεται στο παράρτημα I τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο α),

β)

Κρατικό πρόγραμμα ασφάλειας πτήσεων όπως απαιτείται με βάση το πρότυπο 2.27.1 του παραρτήματος 11 της ΔΟΠΑ, τροποποίηση 47-B από τις 20 Ιουλίου 2009.

Επιπλέον, οι εθνικές αρχές εξασφαλίζουν ότι διατίθενται τα κάτωθι δεδομένα με σκοπό την επανεξέταση των επιδόσεων:

γ)

τα δεδομένα που χρησιμοποιεί και υπολογίζει η κεντρική μονάδα ATFM, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 255/2010 για την ATFM, όπως σχέδια πτήσεων για τη γενική εναέρια κυκλοφορία με κανόνες IFR, την πραγματική διαδρομή, δεδομένα επίβλεψης, καθυστερήσεις στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας κατά τη διαδρομή και στον αερολιμένα, εξαιρέσεις από τα μέτρα διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας, τήρηση των χρονοθυρίδων διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, συχνότητα χρήσης διαδρομών υπό όρους·

δ)

περιστατικά στην ασφάλεια πτήσεων σχετιζόμενα με τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας, όπως ορίζει η ρυθμιστική απαίτηση του Eurocontrol ESARR 2, Έκδοση 3.0 για την ασφάλεια πτήσεων με τίτλο «Αναφορά και αξιολόγηση των περιστατικών ασφάλειας πτήσεων στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας»·

ε)

εκθέσεις των εθνικών εποπτικών αρχών όπως προβλέπεται στα άρθρα 6, 7 και 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1315/2007 της Επιτροπής (1), καθώς και εκθέσεις των εθνικών εποπτικών αρχών για την επίλυση των διαπιστωνόμενων ελλείψεων, για τις οποίες εφαρμόζονται σχέδια διορθωτικών μέτρων·

στ)

πληροφορίες για συστάσεις και διορθωτικά μέτρα στην ασφάλεια πτήσεων, τα οποία λαμβάνονται μετά από ανάλυση/διερεύνηση περιστατικού στην ασφάλεια πτήσεων σύμφωνα με την οδηγία 94/56/ΕΚ της Επιτροπής (2) για τις έρευνες ατυχημάτων και την οδηγία 2003/42/ΕΚ για την αναφορά περιστατικών στην πολιτική αεροπορία·

ζ)

πληροφορίες για τα στοιχεία που έχουν τεθεί σε εφαρμογή για να προωθηθεί η νοοτροπία δικαίου·

η)

δεδομένα δικαιολόγησης των καθηκόντων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία ιγ) και ιδ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2150/2005 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2005, περί καθορισμού κοινών κανόνων για την ευέλικτη χρήση του εναερίου χώρου (ΕΧΕΧ) (3).

1.2.   Περιοδικότητα και προθεσμίες για την παροχή δεδομένων

Τα δεδομένα που προβλέπονται στο σημείο 1.1 στοιχεία α), β), δ), ε), ζ) και η) παρέχονται σε ετήσια βάση.

Τα δεδομένα που προβλέπονται στο σημείο 1.1 στοιχεία γ) και στ) παρέχονται σε μηνιαία βάση.

2.   ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΕΡΟΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, οι εθνικές αρχές μπορούν να περιλαμβάνουν παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας κάτω του ορίου του άρθρου 1 παράγραφος 2. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

2.1.   Καθορισμός της δέσμης δεδομένων

Οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας παρέχουν, με σκοπό την επανεξέταση των επιδόσεων, τα κάτωθι δεδομένα:

α)

τα δεδομένα που προβλέπονται στην προδιαγραφή του Eurocontrol με τίτλο «Προδιαγραφή του Eurocontrol για τη δημοσιοποίηση οικονομικών πληροφοριών», έκδοση 2.6 της 31ης Δεκεμβρίου 2008 με στοιχεία αναφοράς Eurocontrol-SPEC-0117·

β)

ετήσιες εκθέσεις και το σχετικό με τις επιδόσεις τμήμα των επιχειρηματικών σχεδίων και το ετήσιο σχέδιο που καταρτίζει ο πάροχος υπηρεσιών αεροναυτιλίας σύμφωνα με το παράρτημα Ι τμήμα 2.2 και 9 του κανονισμού περί κοινών απαιτήσεων·

γ)

τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τον ΚΔΕ ασφάλειας πτήσεων βάσει του παραρτήματος Ι τμήμα 2 σημείο 1 στοιχείο α)·

δ)

πληροφορίες για τα στοιχεία που έχουν τεθεί σε εφαρμογή για να προωθηθεί η νοοτροπία δικαίου.

2.2.   Περιοδικότητα και προθεσμίες για την παροχή δεδομένων

Τα δεδομένα του έτους ν που προβλέπονται στο άρθρο 2 στοιχείο α) παρέχονται σε ετήσια βάση πριν τις 15 Ιουλίου του έτους ν + 1, εξαιρουμένων των επακόλουθων δεδομένων τα οποία παρέχονται από την 1η Νοεμβρίου του έτους ν + 1. Πρώτο έτος αναφοράς είναι το 2010.

Τα δεδομένα που προβλέπονται στο άρθρο 2 στοιχεία β) και γ) παρέχονται σε ετήσια βάση.

3.   ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΩΝ

Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στους φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων που παρέχουν υπηρεσίες αεροναυτιλίας στους αερολιμένες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με άνω των 150 000 εμπορικών κινήσεων ανά έτος και σε όλους τους αερολιμένες με ευκολίες προγραμματισμού με άνω των 50 000 εμπορικών κινήσεων ανά έτος. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να περιλαμβάνουν αερολιμένες κάτω του ορίου αυτού. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά.

3.1.   Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος ειδικού παραρτήματος νοούνται ως:

α)

«ταυτοποίηση αερολιμένα», η περιγραφή του αερολιμένα ο οποίος χρησιμοποιεί τον τυποποιημένο κωδικό με τέσσερις χαρακτήρες της ΔΟΠΑ, όπως αυτός ορίζεται στο έγγρ. 7910 της ΔΟΠΑ (120ή έκδοση — Ιούνιος 2006)·

β)

«παράμετροι συντονισμού», οι παράμετροι συντονισμού που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 95/93·

γ)

«δηλωμένη χωρητικότητα αερολιμένα», οι παράμετροι συντονισμού που παρέχονται υπό μορφή με την οποία περιγράφεται ο μέγιστος αριθμός χρονοθυρίδων ανά μονάδα χρόνου (περίοδος λειτουργικού τμήματος του εναερίου χώρου) που είναι δυνατόν να χορηγηθεί ανά συντονιστή. Η διάρκεια τμημάτων είναι δυνατόν να ποικίλλει· εκτός αυτού, πολλά τμήματα διαφορετικής διάρκειας είναι δυνατόν να τοποθετούνται επάλληλα για να ελέγχεται η συγκέντρωση πτήσεων εντός ορισμένης χρονικής περιόδου. Χρήση δηλωμένων τιμών χωρητικότητας για όλη την περίοδο προγραμματισμού σημαίνει έγκαιρο καθορισμό της εποχικής χωρητικότητας της αερολιμενικής υποδομής·

δ)

«νηολόγιο αεροσκάφους», ο αλφαριθμητικός κωδικός με χαρακτήρες και ψηφία που αντιστοιχεί στο νηολόγιο του αεροσκάφους·

ε)

«τύπος αεροσκάφους», ο κωδικός προσδιορισμού του τύπου αεροσκάφους (έως 4 χαρακτήρες) σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ΔΟΠΑ·

στ)

«αναγνωριστικός αριθμός πτήσης», ομάδα αλφαριθμητικού χαρακτήρα που χρησιμοποιούνται για την αναγνώριση πτήσης·

ζ)

«κωδικοποιημένο αεροδρόμιο αναχώρησης» και «κωδικοποιημένο αεροδρόμιο άφιξης», ο κωδικός του αερολιμένα που χρησιμοποιεί τον τετραψήφιο κωδικό της ΔΟΠΑ ή τον τριψήφιο κωδικό της ΙΑΤΑ για τον προσδιορισμό αερολιμένα·

η)

«αποτύπωμα χρόνου εκτός-εξόδου-εισόδου-εντός», τα κάτωθι δεδομένα, στο πλησιέστερο πρώτο λεπτό:

προγραμματισμένος χρόνος αναχώρησης (off-block),

πραγματικός χρόνος εξόδου,

πραγματικός χρόνος απογείωσης,

πραγματικός χρόνος προσγείωσης,

προγραμματισμένος χρόνος άφιξης (in-block),

πραγματικός χρόνος εισόδου στο λειτουργικό τμήμα·

θ)

«προγραμματισμένος χρόνος αναχώρησης (off-block)», η ημερομηνία και ο χρόνος που έχουν προγραμματισθεί για την αναχώρηση πτήσης από τη θέση αναχώρησης·

ι)

«πραγματικός χρόνος αναχώρησης (off-block time)», η πραγματική ημερομηνία και χρόνος κατά την οποία το αεροσκάφος εγκατέλειψε τη θέση στάθμευσης (με έλξη του ή με δική του ισχύ)·

ια)

«πραγματικός χρόνος απογείωσης», η ημερομηνία και ο χρόνος κατά την οποία απογειώθηκε αεροσκάφος από το διάδρομο απογείωσης (wheels-up)·

ιβ)

«πραγματικός χρόνος προσγείωσης», η πραγματική ημερομηνία και ο χρόνος προσγείωσης του αεροσκάφους (touch down),

ιγ)

«προγραμματισμένος χρόνος άφιξης (in-block)», η προγραμματισμένη ημερομηνία και χρόνος άφιξης πτήσης στη θέση στάθμευσης·

ιδ)

«πραγματικός χρόνος εισόδου (in-block time)», η πραγματική ημερομηνία και χρόνος ενεργοποίησης της πέδης στάθμευσης στη θέση στάθμευσης·

ιε)

«κανόνες πτήσης», οι κανόνες διεξαγωγής πτήσης. «IFR» για αεροσκάφη που πετούν σύμφωνα με τους κανόνες πτήσης με όργανα όπως ορίζει το παράρτημα 2 της σύμβασης του Σικάγου ή «VFR» για αεροσκάφη που πετούν σύμφωνα με τους κανόνες πτήσης εξ όψεως όπως ορίζει το ίδιο παράρτημα. Επιχειρησιακή Εναέρια Κυκλοφορία (OAT) κρατικών αεροσκαφών που δεν ακολουθούν τους κανόνες που ορίζει το παράρτημα της σύμβασης του Σικάγου·

ιστ)

«τύπος πτήσης», «IFR» για αεροσκάφη που πετούν σύμφωνα με τους κανόνες πτήσης με όργανα όπως ορίζει το παράρτημα 2 της σύμβασης του Σικάγου του 1944 (Δέκατη Έκδοση – Ιούλιος 2005) ή «VFR» για αεροσκάφη που πετούν σύμφωνα με τους κανόνες πτήσης εξ όψεως όπως ορίζει το ίδιο παράρτημα·

ιζ)

«χρονοθυρίδα άφιξης» και «χρονοθυρίδα αναχώρησης», η χρονοθυρίδα αερολιμένα που αποδίδεται είτε για πτήση άφιξης είτε για πτήση αναχώρησης, όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 95/93·

ιη)

«κωδικός προσδιορισμού διαδρόμου άφιξης» και «κωδικός προσδιορισμού διαδρόμου αναχώρησης», ο κωδικός της ΔΟΠΑ για τον διάδρομο απογείωσης (π.χ. 10L)·

ιθ)

«θέση άφιξης», ο κωδικός της πρώτης θέσης στάθμευσης όπου στάθμευσε το αεροσκάφος μετά την άφιξή του·

κ)

«θέση αναχώρησης», ο κωδικός της τελευταίας θέσης στάθμευσης όπου είχε σταθμεύσει το αεροσκάφος πριν την αναχώρησή του από τον αερολιμένα·

κα)

«αιτίες καθυστέρησης», οι τυποποιημένοι κωδικοί καθυστέρησης της IATA, όπως ορίζει το παράρτημα 2 της ετήσιας επισκόπησης του 2008 για τις καθυστερήσεις στις ευρωπαϊκές αεροπορικές μεταφορές (ECODA) (4) με τη διάρκεια της καθυστέρησης. Εφόσον υπάρχουν πολλές αιτίες καθυστέρησης μιας πτήσης, δίδεται πλήρης κατάλογος των αιτιών καθυστέρησης·

κβ)

«πληροφορίες για την αποπάγωση και την αντιπάγωση», ένδειξη εάν πραγματοποιήθηκαν λειτουργίες αποπάγωσης ή αντιπάγωσης και εάν ναι, πού (πριν εγκαταλείψει το αεροσκάφος τη θέση αναχώρησης ή σε απομακρυσμένο σημείο μετά την αναχώρηση από τη θέση, π.χ. μετά το off block)·

κγ)

«επιχειρησιακή ματαίωση», άφιξη ή αναχώρηση προγραμματισμένης πτήσης στην οποία εφαρμόζοντα οι κάτωθι όροι:

η πτήση έχει λάβει χρονοθυρίδα και

η πτήση επιβεβαιώθηκε από τον αερομεταφορέα την προηγουμένη των πτητικών δραστηριοτήτων ή/και περιλαμβανόταν στον ημερήσιο πίνακα προγραμματισμένων πτήσεων που παρείχε ο φορέας εκμετάλλευσης του αερολιμένα την προηγουμένη των πτητικών δραστηριοτήτων, αλλά

δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ προσγείωση ή απογείωση.

3.2.   Καθορισμός της δέσμης δεδομένων

3.2.1.

Οι φορείς εκμετάλλευσης συντονισμένων αερολιμένων με ευκολίες προγραμματισμού παρέχουν τα κάτωθι δεδομένα:

ταυτοποίηση του αερολιμένα,

δηλωμένη χωρητικότητα του αερολιμένα,

όλες τις σχετικές με τις υπηρεσίες αεροναυτιλίας παραμέτρους συντονισμού,

προγραμματισμένο επίπεδο της ποιότητας εξυπηρέτησης (καθυστέρηση, χρονική ακρίβεια κ.λπ.) σε σύνδεση με τη δήλωση χωρητικότητας του αερολιμένα, εφόσον έχει συνταχθεί,

λεπτομερή περιγραφή των δεικτών που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του προγραμματισμένου επιπέδου ποιότητας της εξυπηρέτησης, εφόσον έχει καθορισθεί.

3.2.2.

Οι φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων παρέχουν, ενόψει της επανεξέτασης των επιδόσεων, τα κάτωθι επιχειρησιακά δεδομένα για κάθε προσγειωνόμενη ή απογειωνόμενη πτήση:

αριθμό νηολογίου του αεροσκάφους,

τύπο του αεροσκάφους,

αναγνωριστικό αριθμό πτήσης,

κωδικοποιημένο αεροδρόμιο αναχώρησης και προορισμού,

αποτυπώματα χρόνου εκτός-εξόδου-εισόδου-εντός,

κανόνες πτήσης και τύπο πτήσης,

χρονοθυρίδες άφιξης και αναχώρησης του αερολιμένα, εφόσον διατίθενται,

κωδικό προσδιορισμού διαδρόμου άφιξης αναχώρησης,

θέση άφιξης και αναχώρησης,

αιτίες καθυστέρησης, εφόσον διατίθενται (μόνον για τις πτήσεις που αναχωρούν),

πληροφορίες για την αποπάγωση και την αντιπάγωση, εφόσον διατίθενται.

3.2.3.

Οι φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων παρέχουν, ενόψει της επανεξέτασης των επιδόσεων, τα κάτωθι επιχειρησιακά δεδομένα για κάθε επιχειρησιακή ματαίωση:

αναγνωριστικό αριθμό πτήσης,

τύπο του αεροσκάφους,

προγραμματισμένο αεροδρόμιο αναχώρησης και προορισμού,

χρονοθυρίδες άφιξης και αναχώρησης του αερολιμένα, εφόσον διατίθενται,

αιτία της ματαίωσης.

3.2.4.

Οι φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων μπορούν να παρέχουν ενόψει της επανεξέτασης των επιδόσεων:

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με την υποβάθμιση ή τη διακοπή των υπηρεσιών αεροναυτιλίας σε αερολιμένες,

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με περιστατικά ασφάλειας πτήσεων στις υπηρεσίες αεροναυτιλίας,

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με ελλείψεις στην τερματική χωρητικότητα,

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με τις συνεδριάσεις διαβούλευσης με παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας και κρατών.

3.3.   Περιοδικότητα και προθεσμίες για την παροχή δεδομένων

Τα δεδομένα που αναφέρονται στο σημείο 3.2.1 παρέχονται δύο φορές ετησίως, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που καθορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 95/93.

Τα δεδομένα που αναφέρονται στα σημεία 3.2.2 και 3.2.3, παρέχονται σε μηνιαία βάση εντός μηνός από το πέρας του μηνός πραγματοποίησης της πτήσης.

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στο σημείο 3.2.4 επιτρέπεται να παρέχονται οποτεδήποτε.

4.   ΑΠΟ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΩΝ

4.1.   Καθορισμός της δέσμης δεδομένων

Οι συντονιστές αερολιμένων παρέχουν, ενόψει της επανεξέτασης των επιδόσεων, τα κάτωθι δεδομένα:

Τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 95/93.

4.2.   Περιοδικότητα και προθεσμίες για την παροχή δεδομένων

Τα δεδομένα παρέχονται δύο φορές ανά έτος, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που καθορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 95/93.

5.   ΑΠΟ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ

Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στους αερομεταφορείς που δραστηριοποιούνται εντός του ευρωπαϊκού εναερίου χώρου με άνω των 35 000 πτήσεων ετησίως, οι οποίες υπολογίζονται ως ο μέσος όρος των τριών προηγούμενων ετών.

5.1.   Ορισμοί

5.1.1.

Για τους σκοπούς του παρόντος ειδικού παραρτήματος, εφαρμόζονται οι ορισμοί του παραρτήματος IV σημείο 3.1 και επιπροσθέτως νοείται ως:

α)

«κατανάλωση καυσίμων», η πραγματική ποσότητα καυσίμου που καταναλώθηκε κατά τη διάρκεια μιας πτήσης (από θύρα σε θύρα)·

β)

«πραγματικό βάρος διαδρόμου», οι πραγματικοί μετρικοί τόνοι του αεροσκάφους πριν την εκκίνηση του κινητήρα.

5.2.   Καθορισμός της δέσμης δεδομένων

5.2.1.

Οι αερομεταφορείς παρέχουν, ενόψει της επανεξέτασης των επιδόσεων, τα κάτωθι δεδομένα για κάθε πτήση που εκτελούν, η οποία εμπίπτει στο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού:

αριθμό νηολογίου του αεροσκάφους,

αναγνωριστικό αριθμό πτήσης,

κανόνες πτήσης και τύπο πτήσης,

προγραμματισμένο αεροδρόμιο αναχώρησης και προορισμού,

κωδικό προσδιορισμού διαδρόμου άφιξης και αναχώρησης,

κωδικό προσδιορισμού διαδρόμου άφιξης και αναχώρησης,

αποτυπώματα χρόνου εκτός-εξόδου-εισόδου-εντός,

αιτίες καθυστέρησης,

πληροφορίες για την αποπάγωση και την αντιπάγωση, εφόσον διατίθενται.

5.2.2.

Οι αερομεταφορείς παρέχουν, ενόψει της επανεξέτασης των επιδόσεων, τα δεδομένα που αναφέρονται στο παράρτημα IV σημείο 3.2.3 για κάθε πτήση που ματαιώνεται, η οποία εμπίπτει στο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

5.2.3.

Εκτός των δεδομένων που παρέχονται βάσει των απαιτήσεων του παραρτήματος IV μέρος B της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (5), οι αερομεταφορείς μπορούν να παρέχουν στην Επιτροπή τα κάτωθι δεδομένα για κάθε πτήση που εκτελούν, η οποία εμπίπτει στο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού:

κατανάλωση καυσίμων,

πραγματικό βάρος διαδρόμου.

5.2.4.

Οι αερομεταφορείς μπορούν να παρέχουν ενόψει της επανεξέτασης των επιδόσεων:

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με την πρόσβαση στον εναέριο χώρο,

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με την υποβάθμιση ή τη διακοπή των υπηρεσιών αεροναυτιλίας σε αερολιμένες,

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με περιστατικά ασφάλειας πτήσεων στις υπηρεσίες αεροναυτιλίας,

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με ελλείψεις χωρητικότητας διαδρομής, το επίπεδο οριοθέτησης ή αλλαγής διαδρομής,

εθελοντικές εκθέσεις σχετικές με τις συνεδριάσεις διαβούλευσης με παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας και κρατών.

5.3.   Περιοδικότητα της παροχής δεδομένων

Τα δεδομένα που αναφέρονται στο παράρτημα IV παράγραφοι 5.2.1, 5.2.2 και 5.2.3 παρέχονται σε μηνιαία βάση.

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5.2.4 επιτρέπεται να παρέχονται οποτεδήποτε.


(1)  ΕΕ L 291 της 9.11.2007, σ. 16.

(2)  ΕΕ L 319 της 12.12.1994, σ. 14.

(3)  ΕΕ L 342 της 24.12.2005, σ. 20.

(4)  https://extranet.eurocontrol.int/http://prisme-web.hq.corp.eurocontrol.int/ecoda/coda/public/standard_page/codarep/2008/2008DIGEST.pdf

(5)  ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32.


3.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/23


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 692/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 30ής Ιουλίου 2010

σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της συνδυασμένης ονοματολογίας που προσαρτάται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν μέτρα όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 θεσπίζει τους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία της συνδυασμένης ονοματολογίας (ΣΟ). Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται επίσης σε κάθε άλλη ονοματολογία η οποία βασίζεται εν όλω ή εν μέρει στη ΣΟ ή προσθέτει σε αυτήν κάποια νέα υποδιαίρεση και θεσπίζεται με ειδικές διατάξεις της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή δασμολογικών και άλλων μέτρων σχετικά με τις εμπορευματικές συναλλαγές.

(3)

Κατ’ εφαρμογή αυτών των γενικών κανόνων τα εμπορεύματα που περιγράφονται στη στήλη 1 του πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού πρέπει να υπαχθούν στους κωδικούς ΣΟ που εμφαίνονται στη στήλη 2, για τους λόγους που αναφέρονται στη στήλη 3 του εν λόγω πίνακα.

(4)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι, με την επιφύλαξη των μέτρων που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τα διπλά συστήματα ελέγχου και την εκ των προτέρων και την εκ των υστέρων επιτήρηση προϊόντων κλωστοϋφαντουργίας εισαγόμενων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κάτοχος δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας που έχει εκδοθεί από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία και η οποία δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό μπορεί να εξακολουθεί να επικαλείται αυτή την πληροφορία επί χρονικό διάστημα 60 ημερών, βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (2).

(5)

Τα μέτρα που προβλέπει ο παρών κανονισμός είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Τελωνειακού Κώδικα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα εμπορεύματα που περιγράφονται στη στήλη 1 του πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα κατατάσσονται στη συνδυασμένη ονοματολογία στους κωδικούς ΣΟ που αναφέρονται στη στήλη 2 του εν λόγω πίνακα.

Άρθρο 2

Με την επιφύλαξη των μέτρων που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τα διπλά συστήματα ελέγχου και την εκ των προτέρων και την εκ των υστέρων επιτήρηση προϊόντων κλωστοϋφαντουργίας εισαγόμενων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η επίκληση δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας που έχει εκδοθεί από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών και η οποία δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό είναι δυνατόν να συνεχίζεται επί χρονικό διάστημα 60 ημερών, βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 30 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή

Neelie KROES

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Περιγραφή των εμπορευμάτων

Κατάταξη

(κωδικός ΣΟ)

Αιτιολογία

(1)

(2)

(3)

1.

1. Ημικυκλικό τεχνούργημα σημαντικού πάχους, με εξωτερικές διαστάσεις περίπου 75 cm κατά μήκος × 45 cm κατά πλάτος, από υφασμένο ύφασμα από κλωσμένες ίνες κοκοφοίνικα, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας, με οπίσθιο υπόθεμα από καουτσούκ. Το τεχνούργημα φέρει περιφερειακό διακοσμητικό περιθώριο από καουτσούκ (χαλάκι πόρτας).

Βλέπε εικόνα 652 (1).

5702 20 00

Η κατάταξη καθορίζεται από τους γενικούς κανόνες 1, 3 β) και 6 για την ερμηνεία (ΓΚΕ) της συνδυασμένης ονοματολογίας, τη σημείωση 2 α) του κεφαλαίου 40, τη σημείωση 1 του κεφαλαίου 46, τη σημείωση 1 του κεφαλαίου 57 και το κείμενο των κωδικών ΣΟ 5702 και 5702 20 00.

Οι ίνες κοκοφοίνικα είναι φυτικές υφαντικές ίνες, οι οποίες, όταν είναι κλωσμένες, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της κλάσης 5308, οπότε ανήκουν στο τμήμα XI (υφαντικές ύλες και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες) της συνδυασμένης ονοματολογίας.

Η επιφάνεια του τεχνουργήματος αποτελείται από υφασμένο ύφασμα ινών κοκοφοίνικα και από καουτσούκ, και οι ίνες του κοκοφοίνικα προσδίδουν στην επιφάνεια τον ουσιώδη χαρακτήρα της υπό την έννοια του ΓΚΕ 3 β), διότι παρέχει στα άτομα τη δυνατότητα να καθαρίζουν τα πέλματα των υποδημάτων τους και, επιπλέον, οι ίνες κοκοφοίνικα αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας.

Εφόσον το υφαντικό υλικό (υφασμένο ύφασμα από ίνες κοκοφοίνικα) χρησιμεύει ως η εκτιθέμενη επιφάνεια του τεχνουργήματος κατά τη χρήση του, το τεχνούργημα αυτό αποτελεί «επένδυση δαπέδου από υφαντικές ύλες» υπό την έννοια της σημείωσης 1 στο κεφάλαιο 57.

Λόγω του μεγέθους, του πάχους, της δυσκαμψίας και της αντοχής του, το τεχνούργημα διαθέτει τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της επένδυσης δαπέδου από υφαντικές ύλες (χαλάκι πόρτας).

Επιπλέον, στο κείμενο της κλάσης 5702 περιλαμβάνονται «άλλες επενδύσεις δαπέδου από υφαντικές ύλες, υφασμένα», χωρίς να γίνεται διάκριση όσον αφορά τη χρήση των ψαθών σε εσωτερικό ή σε εξωτερικό χώρο και χωρίς να καθορίζεται το μέγεθος.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σημείωση 2 α) του κεφαλαίου 40, το τεχνούργημα αυτό δεν μπορεί να καταταχθεί στο κεφάλαιο 40, διότι το κεφάλαιο αυτό δεν καλύπτει προϊόντα του τμήματος XI (υφαντικές ύλες και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες).

Επίσης το τεχνούργημα αυτό δεν μπορεί να καταταχθεί ούτε στο κεφάλαιο 46 διότι, σύμφωνα με τη σημείωση 1 του κεφαλαίου αυτού, δεν περιλαμβάνονται κλωσμένες φυσικές υφαντικές ύλες.

Συνεπώς, το τεχνούργημα αυτό κατατάσσεται ως επένδυση δαπέδου από υφαντικές ύλες στο κεφάλαιο 57.

2.

Ορθογωνικό τεχνούργημα σημαντικού πάχους, με διαστάσεις περίπου 60 cm κατά μήκος × 40 cm κατά πλάτος, από ίνες κοκοφοίνικα, που σχηματίζουν τριχωτή επιφάνεια. Οι ίνες κοκοφοίνικα είναι κολλημένες σε υπόστρωμα πολυ(βινυλοχλωριδίου), το οποίο αποτελεί το υπόθεμα. Η ψάθα περιβάλλεται από διακοσμητικό περιθώριο πολυ(βινυλοχλωριδίου) (χαλάκι πόρτας).

Βλέπε εικόνα 653 (1).

5705 00 90

Η κατάταξη καθορίζεται από τους γενικούς κανόνες 1, 3 β) και 6 για την ερμηνεία (ΓΚΕ) της συνδυασμένης ονοματολογίας, τη σημείωση 2 ιστ) του κεφαλαίου 39, τη σημείωση 1 του κεφαλαίου 57 και το κείμενο των κωδικών ΣΟ 5705 και 5705 00 90.

Οι ίνες κοκοφοίνικα είναι φυτικές υφαντικές ίνες, οι οποίες, όταν είναι κλωσμένες, εμπίπτουν εντός του πεδίου εφαρμογής της κλάσης 5305, οπότε ανήκουν στο τμήμα XI (υφαντικές ύλες και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες) της συνδυασμένης ονοματολογίας.

Η επιφάνεια του τεχνουργήματος αποτελείται από ίνες κοκοφοίνικα και πολυ(βινυλοχλωρίδιο), και οι ίνες του κοκοφοίνικα προσδίδουν στην επιφάνεια τον ουσιώδη χαρακτήρα της υπό την έννοια του ΓΚΕ 3 β), διότι παρέχει στα άτομα τη δυνατότητα να καθαρίζουν τα πέλματα των υποδημάτων τους.

Εφόσον το υφαντικό υλικό (ίνες κοκοφοίνικα) χρησιμεύει ως η εκτιθέμενη επιφάνεια του τεχνουργήματος κατά τη χρήση του, το τεχνούργημα αποτελεί «επένδυση δαπέδου από υφαντικές ύλες» υπό την έννοια της σημείωσης 1 του κεφαλαίου 57.

Λόγω του μεγέθους, του πάχους, της δυσκαμψίας και της αντοχής του, το τεχνούργημα διαθέτει τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της επένδυσης δαπέδου από υφαντικές ύλες (χαλάκι πόρτας).

Επιπλέον, η κλάση 5705 καλύπτει τάπητες και επενδύσεις δαπέδου από υφαντικές ύλες χωρίς να γίνεται διάκριση όσον αφορά τη χρήση των ψαθών σε εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο ούτε να καθορίζεται το μέγεθος (βλέπε επίσης τις επεξηγηματικές σημειώσεις ΕΣ στην κλάση 5705 πρώτη παράγραφος). Η κλάση αυτή περιλαμβάνει επικολλητούς τριχωτούς τάπητες, με την τριχωτή επιφάνεια χρήσης κολλημένη είτε σε ένα υπόθεμα είτε κατευθείαν σε συγκολλητική ύλη που αποτελεί το υπόθεμα (βλέπε επίσης τις επεξηγηματικές σημειώσεις ΕΣ στην κλάση 5705 δεύτερη παράγραφος 1).

Έτσι, σύμφωνα με τη σημείωση 2 ιστ) του κεφαλαίου 39, το τεχνούργημα αυτό δεν μπορεί να καταταχθεί στο κεφάλαιο 39, διότι το κεφάλαιο αυτό δεν καλύπτει προϊόντα του τμήματος XI (υφαντικές ύλες και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες).

Συνεπώς, το τεχνούργημα κατατάσσεται ως επένδυση δαπέδου από υφαντική ύλη στο κεφάλαιο 57.

Image

Image


(1)  Η εικόνα έχει αποκλειστικά και μόνο ενημερωτικό χαρακτήρα.


3.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/26


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 693/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 2ας Αυγούστου 2010

σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει οτις 3 Αυγούστου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 2 Αυγούστου 2010.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός των τρίτων χωρών (1)

Κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

MK

27,7

TR

50,2

ZZ

39,0

0707 00 05

TR

105,8

ZZ

105,8

0709 90 70

TR

110,0

ZZ

110,0

0805 50 10

AR

117,4

UY

81,1

ZA

103,0

ZZ

100,5

0806 10 10

CL

134,6

EG

129,8

IL

126,4

MA

157,0

TR

150,5

ZA

98,7

ZZ

132,8

0808 10 80

AR

83,7

BR

76,0

CL

103,0

CN

87,3

NZ

101,5

US

98,3

UY

112,9

ZA

104,3

ZZ

95,9

0808 20 50

AR

74,3

CL

178,9

CN

93,7

ZA

105,5

ZZ

113,1

0809 20 95

TR

223,1

ZZ

223,1

0809 30

TR

162,4

ZZ

162,4

0809 40 05

BA

62,1

IL

162,3

XS

70,3

ZZ

98,2


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


3.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/28


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 694/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 2ας Αυγούστου 2010

σχετικά με την τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών και των ποσών των πρόσθετων εισαγωγικών δασμών για ορισμένα προϊόντα του τομέα της ζάχαρης, που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 877/2009 για την περίοδο 2009/10

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 951/2006 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2006, για καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 του Συμβουλίου όσον αφορά τις συναλλαγές με τρίτες χώρες στον τομέα της ζάχαρης (2), και ιδίως το άρθρο 36 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεύτερη φράση,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αντιπροσωπευτικές τιμές και τα ποσά των πρόσθετων δασμών που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή λευκής ζάχαρης, ακατέργαστης ζάχαρης και ορισμένων σιροπιών για την περίοδο 2009/10 καθορίστηκαν στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 877/2009 της Επιτροπής (3). Οι εν λόγω τιμές και δασμοί τροποποιήθηκαν τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 689/2010 της Επιτροπής (4).

(2)

Τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της, επί του παρόντος, η Επιτροπή οδηγούν στην τροποποίηση των εν λόγω ποσών, σύμφωνα με τους κανόνες και τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 951/2006,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι αντιπροσωπευτικές τιμές και οι πρόσθετοι δασμοί που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή των προϊόντων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 951/2006, που καθορίστηκαν στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 877/2009 για την περίοδο 2009/10, τροποποιούνται και αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει οτις 3 Αυγούστου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 2 Αυγούστου 2010.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 178 της 1.7.2006, σ. 24.

(3)  ΕΕ L 253 της 25.9.2009, σ. 3.

(4)  ΕΕ L 199 της 31.7.2010, σ. 21.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αντιπροσωπευτικές τιμές και πρόσθετοι εισαγωγικοί δασμοί για τη λευκή ζάχαρη, την ακατέργαστη ζάχαρη και τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 1702 90 95 που εφαρμόζονται από την 3η Αυγούστου 2010

(EUR)

Κωδικός ΣΟ

Ποσό της αντιπροσωπευτικής τιμής για 100 kg καθαρού βάρους του εν λόγω προϊόντος

Ποσό του πρόσθετου δασμού για 100 kg καθαρού βάρους του εν λόγω προϊόντος

1701 11 10 (1)

44,37

0,00

1701 11 90 (1)

44,37

1,59

1701 12 10 (1)

44,37

0,00

1701 12 90 (1)

44,37

1,30

1701 91 00 (2)

45,04

3,96

1701 99 10 (2)

45,04

0,83

1701 99 90 (2)

45,04

0,83

1702 90 95 (3)

0,45

0,24


(1)  Καθορισμός για τον ποιοτικό τύπο όπως ορίζεται στο παράρτημα IV σημείο III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

(2)  Καθορισμός για τον ποιοτικό τύπο όπως ορίζεται στο παράρτημα IV σημείο II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

(3)  Καθορισμός ανά 1 % περιεκτικότητας σε σακχαρόζη.


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

3.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/30


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 26ης Ιουλίου 2010

για τον καθορισμό της οργάνωσης και της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης

(2010/427/ΕΕ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 27 παράγραφος 3,

την κοινή πρόταση της ύπατης εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας («ύπατη εκπρόσωπος»),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σκοπός της παρούσας απόφασης είναι ο καθορισμός της οργάνωσης και της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης («ΕΥΕΔ»), λειτουργικά αυτόνομου φορέα της Ένωσης υπό την εξουσία του ύπατου εκπροσώπου, που συνεστήθη βάσει του άρθρου 27 παράγραφος 3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση («ΣΕΕ») όπως τροποποιήθηκε από τη συνθήκη της Λισσαβόνας. Η παρούσα απόφαση, και ιδίως η μνεία του όρου «ύπατος εκπρόσωπος», θα ερμηνευτεί σύμφωνα με τα επιμέρους καθήκοντα που έχει αναλάβει να εκτελεί δυνάμει του άρθρου 18 της ΣΕΕ.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο της ΣΕΕ, η Ένωση μεριμνά για τη συνοχή μεταξύ των διαφόρων τομέων της εξωτερικής της δράσης και μεταξύ αυτών και των άλλων πολιτικών της. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, επικουρούμενοι από τον ύπατο εκπρόσωπο, θα εξασφαλίζουν αυτή τη συνοχή και θα συνεργάζονται για τον σκοπό αυτόν.

(3)

Η ΕΥΕΔ θα υποστηρίζει τον ύπατο εκπρόσωπο, ο οποίος είναι επίσης αντιπρόεδρος της Επιτροπής και πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, στο πλαίσιο της επιτέλεσης των καθηκόντων του για την άσκηση της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας («ΚΕΠΠΑ») της Ένωσης και την εξασφάλιση της συνοχής της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, όπως περιγράφεται κυρίως στα άρθρα 18 και 27 της ΣΕΕ. Η ΕΥΕΔ θα υποστηρίζει τον ύπατο εκπρόσωπο στην ιδιότητά του ως προέδρου του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, χωρίς να θίγονται τα συνήθη καθήκοντα της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου. Η ΕΥΕΔ θα υποστηρίζει επίσης τον ύπατο εκπρόσωπο στην ιδιότητά του ως αντιπροέδρου της Επιτροπής, όσον αφορά τις ευθύνες του στο πλαίσιο της Επιτροπής για τις αντίστοιχες ευθύνες που του εμπίπτουν στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων και τον συντονισμό άλλων πτυχών της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, χωρίς να θίγονται τα συνήθη καθήκοντα των υπηρεσιών της Επιτροπής.

(4)

Η ΕΥΕΔ, στο πλαίσιο της συμβολής της στα προγράμματα εξωτερικής συνεργασίας της Ένωσης, θα πρέπει να μεριμνά ώστε τα προγράμματα να ανταποκρίνονται στους στόχους της εξωτερικής δράσης όπως εκτίθενται στο άρθρο 21 της ΣΕΕ, και ιδίως στην παράγραφο 2 στοιχείο δ), και να τηρούν τους στόχους της αναπτυξιακής πολιτικής της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 208 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Στη συνάρτηση αυτή, η ΕΥΕΔ θα πρέπει επίσης να προωθεί την εκπλήρωση των στόχων της ευρωπαϊκής κοινής αντίληψης για την ανάπτυξη (1) και της ευρωπαϊκής κοινής αντίληψης για την ανθρωπιστική βοήθεια (2).

(5)

Από τη συνθήκη της Λισσαβόνας προκύπτει ότι, για την εφαρμογή των διατάξεών της, η ΕΥΕΔ πρέπει να καταστεί επιχειρησιακή το συντομότερο δυνατόν μετά την έναρξη ισχύος αυτής της συνθήκης.

(6)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ασκεί πλήρως τον ρόλο του στην εξωτερική δράση της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των καθηκόντων του περί πολιτικού ελέγχου, όπως προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 της ΣΕΕ, καθώς και για τα νομοθετικά και δημοσιονομικά θέματα, όπως καθορίζονται στις συνθήκες. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 36 της ΣΕΕ, ο ύπατος εκπρόσωπος θα διαβουλεύεται τακτικά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις κύριες πτυχές και τις βασικές επιλογές της ΚΕΠΠΑ και θα μεριμνά ώστε να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η ΕΥΕΔ θα επικουρεί τον ύπατο εκπρόσωπο εν προκειμένω. Θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές ρυθμίσεις για την πρόσβαση των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε διαβαθμισμένα έγγραφα και πληροφορίες στον τομέα της ΚΕΠΠΑ. Έως ότου εκδοθούν οι εν λόγω ρυθμίσεις, θα εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις της διοργανικής συμφωνίας, της 20ής Νοεμβρίου 2002, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε ευαίσθητες πληροφορίες του Συμβουλίου στον τομέα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας (3).

(7)

Ο ύπατος εκπρόσωπος, ή ο αντιπρόσωπός του, θα πρέπει να ασκεί έναντι του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (4), του δορυφορικού κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5), του Ινστιτούτου Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας (6) και της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Ασφάλειας και Άμυνας (7) τα καθήκοντα που προβλέπονται στις αντίστοιχες ιδρυτικές τους πράξεις. Η ΕΥΕΔ θα πρέπει να παρέχει σε αυτές τις οντότητες την υποστήριξη που παρέχει επί του παρόντος η γενική γραμματεία του Συμβουλίου.

(8)

Θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με το προσωπικό της ΕΥΕΔ και την πρόσληψή του, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις είναι αναγκαίες για τον καθορισμό της οργάνωσης και της λειτουργίας της ΕΥΕΔ. Παράλληλα, θα πρέπει να επέλθουν οι απαραίτητες τροποποιήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 336 της ΣΛΕΕ, στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης») και στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (8) («ΚΛΠ»), με την επιφύλαξη του άρθρου 298 της ΣΛΕΕ. Για θέματα που αφορούν το προσωπικό της, η ΕΥΕΔ θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θεσμικό όργανο κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του ΚΛΠ. Ο ύπατος εκπρόσωπος θα είναι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έναντι τόσο των υπαλλήλων για τους οποίους ισχύει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης όσο και έναντι του λοιπού προσωπικού για το οποίο ισχύει το ΚΛΠ. Ο αριθμός των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της ΕΥΕΔ θα αποφασίζεται κατ’ έτος στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού και θα απεικονίζεται στον πίνακα προσωπικού.

(9)

Το προσωπικό της ΕΥΕΔ θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά του και να συμπεριφέρεται με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της Ένωσης.

(10)

Οι προσλήψεις θα πρέπει να πραγματοποιούνται βάσει προσόντων, ενώ παράλληλα θα εξασφαλίζεται η δέουσα γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων. Το προσωπικό της ΕΥΕΔ θα πρέπει να απαρτίζεται από σημαντικό αριθμό υπηκόων όλων των κρατών μελών. Η αναθεώρηση που προβλέπεται το 2013 θα πρέπει επίσης να καλύπτει το θέμα αυτό, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, εισηγήσεων για πρόσθετα ειδικά μέτρα προς διόρθωση πιθανών ανισοτήτων.

(11)

Σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, η ΕΥΕΔ θα απαρτίζεται από υπαλλήλους της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου και της Επιτροπής, καθώς και από προσωπικό των διπλωματικών υπηρεσιών των κρατών μελών. Για τον σκοπό αυτόν, οι σχετικές υπηρεσίες και λειτουργίες της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου και της Επιτροπής θα μεταφερθούν στην ΕΥΕΔ, μαζί με τους μόνιμους και έκτακτους υπαλλήλους που καλύπτουν θέσεις των εν λόγω υπηρεσιών ή λειτουργιών. Πριν από την 1η Ιουλίου 2013, η ΕΥΕΔ θα προσλαμβάνει υπαλλήλους προερχόμενους αποκλειστικά από τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και την Επιτροπή καθώς και προσωπικό των διπλωματικών υπηρεσιών των κρατών μελών. Μετά την ημερομηνία αυτή, όλοι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα για την πλήρωση κενών θέσεων στην ΕΥΕΔ.

(12)

Η ΕΥΕΔ μπορεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να χρησιμοποιεί ειδικούς αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες («ΑΕΕ»), οι οποίοι θα τίθενται υπό την εξουσία του ύπατου εκπροσώπου. Οι ΑΕΕ σε θέσεις της ΕΥΕΔ δεν θα υπολογίζονται στο ένα τρίτο του όλου προσωπικού της ΕΥΕΔ σε διοικητικό επίπεδο («AD») το οποίο θα αντιπροσωπεύει το προσωπικό που θα προέρχεται από κράτη μέλη, όταν η ΕΥΕΔ θα έχει στελεχωθεί πλήρως. Η μετάθεσή τους κατά τη φάση της σύστασης της ΕΥΕΔ δεν θα είναι αυτόματη αλλά θα γίνεται με την έγκριση των αρχών των κρατών μελών καταγωγής. Μέχρι την ημερομηνία λήξης της σύμβασης ενός ΑΕΕ που μετατέθηκε στην ΕΥΕΔ σύμφωνα με το άρθρο7, η αντίστοιχη λειτουργία θα μετατρέπεται σε θέση έκτακτου υπαλλήλου σε περιπτώσεις όπου η λειτουργία που επιτελεί ο ΑΕΕ αντιστοιχεί σε καθήκοντα τα οποία συνήθως επιτελεί προσωπικό επιπέδου AD, υπό την προϋπόθεση ότι η απαραίτητη θέση προβλέπεται στον πίνακα προσωπικού.

(13)

Η Επιτροπή και η ΕΥΕΔ θα συμφωνούν τους λεπτομερείς κανόνες που αφορούν την έκδοση οδηγιών της Επιτροπής προς τις αντιπροσωπείες. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να προβλέπουν ιδίως ότι όταν η Επιτροπή εκδίδει οδηγίες για τις αντιπροσωπείες, ταυτόχρονα διαβιβάζει αντίγραφό τους στον επικεφαλής της αντιπροσωπείας και στην κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ.

(14)

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (9) (ο «δημοσιονομικός κανονισμός») θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να συμπεριληφθεί η ΕΥΕΔ στο άρθρο 1 αυτού, με ειδικό τμήμα στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται και με βάση τα ισχύοντα για τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα, ένα μέρος της ετήσιας έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα αφορά και την ΕΥΕΔ, ενώ η ΕΥΕΔ θα καλείται να ανταποκριθεί στις σχετικές εκθέσεις. Η ΕΥΕΔ θα υπόκειται στις διαδικασίες απαλλαγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 319 της ΣΛΕΕ και στα άρθρα 145 έως 147 του δημοσιονομικού κανονισμού. Ο ύπατος εκπρόσωπος θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάθε αναγκαία υποστήριξη προς άσκηση των δικαιωμάτων του ως αρμόδιας για τη χορήγηση απαλλαγής αρχή. Η εκτέλεση του προϋπολογισμού λειτουργίας θα αποτελεί ευθύνη της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 317 της ΣΛΕΕ. Οι αποφάσεις που έχουν δημοσιονομικό αντίκτυπο θα σέβονται τις ευθύνες που καθορίζονται στον τίτλο IV του δημοσιονομικού κανονισμού, ειδικότερα στα άρθρα 64 έως 68 για τις ευθύνες των δημοσιονομικών παραγόντων και στο άρθρο 75 για τις πράξεις δαπανών.

(15)

Η σύσταση της ΕΥΕΔ θα πρέπει να εδράζεται στην αρχή της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας με στόχο την ουδετερότητα του προϋπολογισμού. Προς τούτο, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν μεταβατικές ρυθμίσεις και σταδιακή ενίσχυση των ικανοτήτων. Θα πρέπει να αποφευχθούν περιττές επικαλύψεις καθηκόντων και πόρων με άλλες δομές. Θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες εξορθολογισμού.

Επιπλέον, θα χρειαστούν ορισμένες πρόσθετες θέσεις για έκτακτο προσωπικό των κρατών μελών, οι οποίες θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν εντός των πλαισίων του υφιστάμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

(16)

Θα πρέπει να θεσπισθούν κανόνες που να καλύπτουν τις δραστηριότητες της ΕΥΕΔ και του προσωπικού της όσον αφορά την ασφάλεια, την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών και τη διαφάνεια.

(17)

Υπενθυμίζεται ότι το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ισχύει για την ΕΥΕΔ, τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της, για τους οποίους ισχύει είτε ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης είτε το ΚΛΠ.

(18)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας εξακολουθούν να εξυπηρετούνται από ενιαίο θεσμικό πλαίσιο. Είναι, ως εκ τούτου, ουσιαστικής σημασίας να εξασφαλισθεί συνοχή μεταξύ των εξωτερικών σχέσεων αμφοτέρων και να επιτραπεί στις αντιπροσωπείες της Ένωσης να αναλάβουν την εκπροσώπηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας σε τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς.

(19)

Ο ύπατος εκπρόσωπος θα πρέπει, έως τα μέσα του 2013, να προβεί σε επανεξέταση της οργάνωσης και της λειτουργίας της ΕΥΕΔ, η οποία θα συνοδεύεται, εφόσον χρειαστεί, από προτάσεις αναθεώρησης της παρούσας απόφασης. Η αναθεώρηση θα πρέπει να έχει εκδοθεί έως τις αρχές του 2014 το αργότερο,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Μορφή και πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα απόφαση καθορίζει την οργάνωση και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης («ΕΥΕΔ»).

2.   Η ΕΥΕΔ, η οποία έχει την έδρα της στις Βρυξέλλες, είναι λειτουργικά αυτόνομος φορέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωριστός από τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και από την Επιτροπή, και διαθέτει την ικανότητα δικαίου που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων της και την επίτευξη των στόχων της.

3.   Η ΕΥΕΔ τίθεται υπό την εξουσία του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας («ύπατος εκπρόσωπος»).

4.   Η ΕΥΕΔ αποτελείται από κεντρική διοίκηση και από τις αντιπροσωπείες της Ένωσης σε τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς.

Άρθρο 2

Καθήκοντα

1.   Η ΕΥΕΔ υποστηρίζει τον ύπατο εκπρόσωπο στην επιτέλεση των καθηκόντων του, όπως περιγράφονται κυρίως στα άρθρα 18 και 27 της ΣΕΕ:

στην επιτέλεση των καθηκόντων του για την άσκηση της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας («ΚΕΠΠΑ») της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας («ΚΠΑΑ»), τη συμβολή του με την υποβολή προτάσεων στη χάραξη αυτής της πολιτικής την οποία εκτελεί ως εντολοδόχος του Συμβουλίου, και την εξασφάλιση της συνοχής της εξωτερικής δράσης της Ένωσης,

στην ιδιότητά του ως προέδρου του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, χωρίς να θίγονται τα συνήθη καθήκοντα της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου,

στην ιδιότητά του ως αντιπροέδρου της Επιτροπής, προκειμένου να ασκεί στο πλαίσιο της Επιτροπής τις αντίστοιχες ευθύνες που του εμπίπτουν στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων και να συντονίζει τις άλλες πτυχές της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, χωρίς να θίγονται τα συνήθη καθήκοντα των υπηρεσιών της Επιτροπής.

2.   Η ΕΥΕΔ επικουρεί τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον πρόεδρο της Επιτροπής και την Επιτροπή κατά την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων.

Άρθρο 3

Συνεργασία

1.   Η ΕΥΕΔ υποστηρίζει τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών καθώς και τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και τις υπηρεσίες της Επιτροπής, και συνεργάζεται μαζί τους, προκειμένου να εξασφαλίζει τη συνοχή μεταξύ των διαφόρων τομέων της εξωτερικής δράσης της Ένωσης και μεταξύ αυτών των τομέων και των άλλων πολιτικών της.

2.   Η ΕΥΕΔ και οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαβουλεύονται μεταξύ τους για όλα τα θέματα που αφορούν την εξωτερική δράση της Ένωσης κατά την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους, εκτός από θέματα υπαγόμενα στην ΚΠΑΑ. Η ΕΥΕΔ συμμετέχει στις προπαρασκευαστικές εργασίες και διαδικασίες σχετικά με τις πράξεις που θα εκπονεί η Επιτροπή σε αυτόν τον τομέα.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 του τίτλου V της ΣΕΕ και το άρθρο 205 της ΣΛΕΕ.

3.   Η ΕΥΕΔ μπορεί να συνομολογεί διευθετήσεις υπηρεσιακού επιπέδου με τις αρμόδιες υπηρεσίες της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου, την Επιτροπή ή άλλους οργανισμούς ή διοργανικούς φορείς της Ένωσης.

4.   Η ΕΥΕΔ επεκτείνει δεόντως την υποστήριξη και συνεργασία στα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα της Ένωσης, ιδίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η ΕΥΕΔ μπορεί επίσης να αξιοποιεί την υποστήριξη και τη συνεργασία αυτών των θεσμικών και λοιπών οργάνων, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών, ανάλογα με την περίπτωση. Ο εσωτερικός ελεγκτής της ΕΥΕΔ θα συνεργάζεται με τον εσωτερικό ελεγκτή της Επιτροπής ώστε να εξασφαλίζεται η συνοχή της πολιτικής λογιστικού ελέγχου, με ειδική μνεία της ευθύνης της Επιτροπής για τις λειτουργικές δαπάνες. Επιπλέον, η ΕΥΕΔ συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 (10). Εν προκειμένω, εκδίδει, αμελλητί, την απόφαση που απαιτείται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες των εσωτερικών ερευνών. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον εν λόγω κανονισμό, τόσο τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις εθνικές τους διατάξεις, όσο και τα θεσμικά όργανα παρέχουν στους υπαλλήλους της OLAF την αναγκαία υποστήριξη για την επιτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 4

Κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ

1.   Τη διαχείριση της ΕΥΕΔ ασκεί εκτελεστικός γενικός γραμματέας, ο οποίος θα ενεργεί υπό την εξουσία του ύπατου εκπροσώπου. Ο εκτελεστικός γενικός γραμματέας λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίζει την ομαλή λειτουργία της ΕΥΕΔ, συμπεριλαμβανομένης της διοικητικής και δημοσιονομικής διαχείρισής της. Ο εκτελεστικός γενικός γραμματέας μεριμνά για τον ουσιαστικό συντονισμό μεταξύ όλων των υπηρεσιών της κεντρικής διοίκησης, καθώς και με τις αντιπροσωπείες της Ένωσης.

2.   Ο εκτελεστικός γενικός γραμματέας επικουρείται από δύο αναπληρωτές γενικούς γραμματείς.

3.   Η κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ αποτελείται οργανωτικά από γενικές διευθύνσεις.

α)

Οι εν λόγω γενικές διευθύνσεις περιλαμβάνουν ιδίως:

διάφορες γενικές διευθύνσεις που περιλαμβάνουν γεωγραφικές μονάδες οι οποίες καλύπτουν όλες τις χώρες και τις περιφέρειες του κόσμου, καθώς και πολυμερείς και θεματικές μονάδες. Οι υπηρεσίες αυτές συντονίζονται, ανάλογα με τις ανάγκες, με τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής,

μία γενική διεύθυνση για θέματα διοίκησης, στελέχωσης, προϋπολογισμού, ασφάλειας και επικοινωνίας και πληροφοριακών συστημάτων στο πλαίσιο της ΕΥΕΔ, υπό τη διαχείριση του εκτελεστικού γενικού γραμματέα. Ο ύπατος εκπρόσωπος διορίζει, σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες πρόσληψης, γενικό διευθυντή για τον προϋπολογισμό και τη διοίκηση που ενεργεί υπό την εξουσία του ύπατου εκπροσώπου Ο γενικός διευθυντής είναι υπεύθυνος έναντι του ύπατου εκπροσώπου για θέματα διοικητικής και εσωτερικής δημοσιονομικής διαχείρισης της ΕΥΕΔ. Τηρεί τις ίδιες γραμμές του προϋπολογισμού και τους διοικητικούς κανόνες που εφαρμόζονται στο σκέλος του τμήματος ΙΙΙ του προϋπολογισμού της Ένωσης που εμπίπτει στον τίτλο 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου,

τη διεύθυνση διαχείρισης κρίσεων και σχεδιασμού, τη μη στρατιωτική δυνατότητα σχεδιασμού και διεξαγωγής επιχειρήσεων, το στρατιωτικό επιτελείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το κέντρο επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρισκόμενα υπό την άμεση εξουσία και ευθύνη του ύπατου εκπροσώπου τον οποίο επικουρούν στο έργο της άσκησης της ΚΕΠΠΑ της Ένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης, τηρουμένων, σύμφωνα με το άρθρο 40 της ΣΕΕ, των λοιπών αρμοδιοτήτων της Ένωσης.

Οι ιδιομορφίες αυτών των δομών, καθώς και οι ιδιαιτερότητες των λειτουργιών τους, των προσλήψεων και του καθεστώτος του προσωπικού, είναι σεβαστές.

Εξασφαλίζεται πλήρης συντονισμός μεταξύ όλων των δομών της ΕΥΕΔ.

β)

Η κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ περιλαμβάνει επίσης:

τμήμα στρατηγικού σχεδιασμού της πολιτικής,

νομικό τμήμα υπό τη διοικητική εξουσία του εκτελεστικού γενικού γραμματέα, το οποίο συνεργάζεται στενά με τις νομικές υπηρεσίες του Συμβουλίου και της Επιτροπής,

τμήματα για τις διοργανικές σχέσεις, την πληροφόρηση και τη δημόσια διπλωματία, τους εσωτερικούς λογιστικούς ελέγχους και τις επιθεωρήσεις, και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

4.   Ο ύπατος εκπρόσωπος διορίζει τους προέδρους των προπαρασκευαστικών οργάνων του Συμβουλίου των οποίων προεδρεύει αντιπρόσωπος του ύπατου εκπροσώπου, καθώς και τον πρόεδρο της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας, σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες που περιέχονται στο παράρτημα ΙΙ της απόφασης 2009/908/ΕΕ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2009, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την άσκηση της προεδρίας του Συμβουλίου και σχετικά με την προεδρία των προπαρασκευαστικών οργάνων του Συμβουλίου (11).

5.   Ο ύπατος εκπρόσωπος και η ΕΥΕΔ επικουρούνται, εφόσον συντρέχει λόγος, από τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής. Διευθετήσεις υπηρεσιακού επιπέδου μπορούν να εκπονούνται γι’ αυτόν τον σκοπό από την ΕΥΕΔ, τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.

Άρθρο 5

Αντιπροσωπείες της Ένωσης

1.   Η απόφαση για το άνοιγμα ή το κλείσιμο αντιπροσωπείας εκδίδεται από τον ύπατο εκπρόσωπο, σε συμφωνία με το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

2.   Κάθε αντιπροσωπεία της Ένωσης τίθεται υπό την εξουσία ενός επικεφαλής αντιπροσωπείας.

Ο επικεφαλής αντιπροσωπείας έχει υπό την εξουσία του όλο το προσωπικό της αντιπροσωπείας, ανεξαρτήτως του καθεστώτος του, και όλες τις δραστηριότητές της. Είναι υπόλογος έναντι του ύπατου εκπροσώπου για τη γενική διαχείριση των εργασιών της αντιπροσωπείας και για την εξασφάλιση του συντονισμού όλων των δράσεων της Ένωσης.

Το προσωπικό των αντιπροσωπειών περιλαμβάνει προσωπικό της ΕΥΕΔ και, εφόσον είναι απαραίτητο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης και των πολιτικών της Ένωσης πλην όσων υπάγονται στην ΕΥΕΔ, προσωπικό της Επιτροπής.

3.   Ο επικεφαλής αντιπροσωπείας λαμβάνει οδηγίες από τον ύπατο εκπρόσωπο και την ΕΥΕΔ και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεσή τους.

Στους τομείς όπου η Επιτροπή ασκεί τις εξουσίες που της έχουν δοθεί από τις Συνθήκες, η Επιτροπή δύναται, βάσει του άρθρου 221 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, να εκδίδει επίσης οδηγίες προς τις αντιπροσωπείες, οι οποίες εκτελούνται υπό τη γενική ευθύνη του επικεφαλής της αντιπροσωπείας.

4.   Ο επικεφαλής αντιπροσωπείας εκτελεί τις λειτουργικές δαπάνες σε σχέση με τα σχέδια της Ένωσης στην αντίστοιχη τρίτη χώρα, όπου έχουν μεταβιβασθεί δευτερευόντως από την Επιτροπή, σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό.

5.   Η λειτουργία κάθε αντιπροσωπείας αξιολογείται κατά περιόδους από τον εκτελεστικό γενικό γραμματέα της ΕΥΕΔ. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει οικονομικούς και διοικητικούς ελέγχους. Για τον σκοπό αυτό, ο εκτελεστικός γενικός γραμματέας της ΕΥΕΔ μπορεί να ζητεί τη συνδρομή των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής. Πέραν των εσωτερικών μέτρων της ΕΥΕΔ, η OLAF ασκεί τις εξουσίες της, κυρίως μέσω της λήψης μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.

6.   Ο ύπατος εκπρόσωπος συμφωνεί τις απαραίτητες διευθετήσεις με την αντίστοιχη χώρα υποδοχής, διεθνή οργανισμό ή τρίτη χώρα. Ειδικότερα, ο ύπατος εκπρόσωπος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι τα κράτη υποδοχής χορηγούν στις αντιπροσωπείες της Ένωσης, στο προσωπικό τους και στα περιουσιακά στοιχεία τους προνόμια και ασυλίες που ισοδυναμούν προς τα αναφερόμενα στη Σύμβαση της Βιέννης της 18ης Απριλίου 1961 περί των διπλωματικών σχέσεων.

7.   Οι αντιπροσωπείες της Ένωσης πρέπει να διαθέτουν την ικανότητα να ανταποκρίνονται στις ανάγκες άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ιδίως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά τις επαφές τους με τους διεθνείς οργανισμούς ή τις τρίτες χώρες στους οποίους οι αντιπροσωπείες είναι διαπιστευμένες.

8.   Ο επικεφαλής αντιπροσωπείας έχει την εξουσία να εκπροσωπεί την Ένωση στη χώρα όπου είναι διαπιστευμένη η αντιπροσωπεία, ειδικότερα να συνάπτει συμβάσεις και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

9.   Οι αντιπροσωπείες της Ένωσης πρέπει να συνεργάζονται στενά και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών.

10.   Οι αντιπροσωπείες της Ένωσης, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 35 τρίτο εδάφιο της ΣΕΕ και κατόπιν αιτήσεως των κρατών μελών, υποστηρίζουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των διπλωματικών τους σχέσεων και του ρόλου τους στην παροχή προξενικής προστασίας σε πολίτες της Ένωσης σε τρίτες χώρες, υπό καθεστώς ατέλειας.

Άρθρο 6

Προσωπικό

1.   Το παρόν άρθρο, πλην της παραγράφου 3, εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης») και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών («ΚΛΠ»), συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων που επήλθαν στους κανόνες αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 336 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να προσαρμοσθούν στις ανάγκες της ΕΥΕΔ.

2.   Η ΕΥΕΔ περιλαμβάνει υπαλλήλους και λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και προσωπικό από τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών διορισμένο ως έκτακτο προσωπικό.

Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το ΚΛΠ εφαρμόζονται στο προσωπικό.

3.   Εφόσον παρίσταται ανάγκη, η ΕΥΕΔ μπορεί, σε ειδικές περιπτώσεις, να προσφεύγει σε περιορισμένο αριθμό ειδικών αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων (ΑΕΕ).

Ο ύπατος εκπρόσωπος θεσπίζει κανόνες, ισοδύναμους με τους κανόνες που καθορίζονται στην απόφαση 2003/479/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2003, για το καθεστώς που εφαρμόζεται στους αποσπασμένους στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου εθνικούς εμπειρογνώμονες και στρατιωτικούς των κρατών μελών (12), δυνάμει των οποίων οι ΑΕΕ τίθενται στη διάθεση της ΕΥΕΔ προκειμένου να παρέχουν ειδική εμπειρογνωμοσύνη.

4.   Το προσωπικό της ΕΥΕΔ εκτελεί τα καθήκοντά του και συμπεριφέρεται με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα της Ένωσης. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 1 τρίτη περίπτωση, του άρθρου 2 παράγραφος 2 και του άρθρου 5 παράγραφος 3, δεν επιζητεί ούτε δέχεται υποδείξεις από οποιαδήποτε κυβέρνηση, αρχή, οργάνωση ή πρόσωπο εκτός της ΕΥΕΔ ή από οποιονδήποτε φορέα ή πρόσωπο εκτός του ύπατου εκπροσώπου. Σύμφωνα με το άρθρο 11 δεύτερη παράγραφος του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το προσωπικό της ΕΥΕΔ δεν δύναται να δέχεται πληρωμή οιασδήποτε φύσεως από οιαδήποτε άλλη πηγή εκτός της ΕΥΕΔ.

5.   Οι εξουσίες που παρέχονται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και στην αρμόδια αρχή για τη σύναψη συμβάσεων από το ΚΛΠ ανατίθενται στον ύπατο εκπρόσωπο, ο οποίος δύναται να μεταβιβάζει τις εξουσίες αυτές στο εσωτερικό της ΕΥΕΔ.

6.   Οι προσλήψεις στην ΕΥΕΔ πραγματοποιούνται βάσει προσόντων, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζονται η δέουσα γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων. Το προσωπικό της ΕΥΕΔ απαρτίζεται από σημαντικό αριθμό υπηκόων όλων των κρατών μελών. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 13 παράγραφος 3 επανεξέταση καλύπτει επίσης το ζήτημα αυτό, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, εισηγήσεων για πρόσθετα ειδικά μέτρα προς διόρθωση πιθανών ανισοτήτων.

7.   Υπάλληλοι της Ένωσης και έκτακτοι υπάλληλοι προερχόμενοι από τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις καθώς και την ίδια αντιμετώπιση, ιδίως όσον αφορά την επιλεξιμότητά τους για την ανάληψη κάθε θέσης υπό ισότιμους όρους. Καμία διάκριση δεν γίνεται μεταξύ έκτακτου προσωπικού προερχόμενου από τις εθνικές διπλωματικές υπηρεσίες και των υπαλλήλων της Ένωσης όσον αφορά την ανάθεση καθηκόντων που πρέπει να εκτελεσθούν σε όλους τους τομείς δραστηριοτήτων και τις πολιτικές που εφαρμόζει η ΕΥΕΔ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού, τα κράτη μέλη υποστηρίζουν την Ένωση στην εκτέλεση χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από οιαδήποτε ευθύνη του προερχόμενου από τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών έκτακτου προσωπικού της ΕΥΕΔ, δυνάμει του άρθρου 66 του δημοσιονομικού κανονισμού.

8.   Ο ύπατος εκπρόσωπος καθορίζει τις διαδικασίες επιλογής του προσωπικού της ΕΥΕΔ, οι οποίες διεξάγονται με διαφανή διαδικασία βάσει προσόντων και επιδιώκοντας τη εξασφάλιση υπηρεσιών προσωπικού με το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ικανότητας, αποδοτικότητας και ακεραιότητας, εξασφαλίζοντας κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων καθώς και τη σημαντική παρουσία υπηκόων από όλα τα κράτη μέλη στην ΕΥΕΔ. Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου και της Επιτροπής συμμετέχουν στη διαδικασία προσλήψεων για κενές θέσεις εντός της ΕΥΕΔ.

9.   Μόλις η ΕΥΕΔ στελεχωθεί πλήρως, το προσωπικό από τα κράτη μέλη, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο, θα πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το ένα τρίτο όλου του προσωπικού της ΕΥΕΔ σε επίπεδο AD. Ομοίως, οι μόνιμοι υπάλληλοι της Ένωσης θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον 60 % όλου του προσωπικού της ΕΥΕΔ σε επίπεδο AD, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού των διπλωματικών υπηρεσιών των κρατών μελών που κατέστησαν μόνιμοι υπάλληλοι της Ένωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ο ύπατος εκπρόσωπος υποβάλλει ετησίως έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πλήρωση των θέσεων στην ΕΥΕΔ.

10.   Ο ύπατος εκπρόσωπος θεσπίζει τους κανόνες για την κινητικότητα προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι τα μέλη του προσωπικού της ΕΥΕΔ διατηρούν υψηλό βαθμό κινητικότητας. Ειδικές και λεπτομερείς κανόνες ισχύουν για το προσωπικό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο α) τρίτη περίπτωση. Κατ’ αρχήν, όλο το προσωπικό της ΕΥΕΔ υπηρετεί κατά περιόδους σε αντιπροσωπείες της Ένωσης. Ο ύπατος εκπρόσωπος θεσπίζει τους κανόνες προς τούτο.

11.   Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου, κάθε κράτος μέλος παρέχει στους υπαλλήλους του οι οποίοι κατέστησαν έκτακτοι υπάλληλοι της ΕΥΕΔ την εγγύηση άμεσης επανατοποθέτησής τους στο τέλος της περιόδου υπηρεσίας τους στην ΕΥΕΔ. Αυτή η περίοδος υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50α του ΚΛΠ, δεν υπερβαίνει την οκταετία, εκτός αν παραταθεί για μέγιστη περίοδο δύο ετών σε εξαιρετικές περιστάσεις και προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

Οι υπάλληλοι της Ένωσης που υπηρετούν στην ΕΥΕΔ έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν αίτηση για θέσεις στο θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχονται, υπό τους ίδιους όρους με τους εσωτερικούς υποψηφίους.

12.   Λαμβάνονται μέτρα για την παροχή της κατάλληλης κοινής κατάρτισης στο προσωπικό της ΕΥΕΔ, με βάση ιδίως τις πρακτικές και δομές που ισχύουν σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο. Ο ύπατος εκπρόσωπος λαμβάνει τα δέοντα μέτρα γι′ αυτόν τον σκοπό εντός του έτους που ακολουθεί την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 7

Προσωρινές διατάξεις όσον αφορά το προσωπικό

1.   Οι σχετικές υπηρεσίες και λειτουργίες της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου και της Επιτροπής που απαριθμούνται στο παράρτημα μεταφέρονται στην ΕΥΕΔ. Οι υπάλληλοι και το έκτακτο προσωπικό που καταλαμβάνουν θέση σε υπηρεσίες ή λειτουργίες που απαριθμούνται στο παράρτημα μετατίθενται στην ΕΥΕΔ. Τούτο εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, και για τους συμβασιούχους και το τοπικό προσωπικό που έχει διορισθεί στις εν λόγω υπηρεσίες και λειτουργίες. ΑΕΕ οι οποίοι εργάζονται σε αυτές τις υπηρεσίες ή λειτουργίες μεταφέρονται επίσης στην ΕΥΕΔ με τη έγκριση των αρχών των κρατών μελών καταγωγής.

Οι μεταθέσεις αυτές ενεργοποιούνται από 1ης Ιανουαρίου 2011.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, κατά τη μετάθεσή τους στην ΕΥΕΔ, ο ύπατος εκπρόσωπος τοποθετεί κάθε υπάλληλο στην ομάδα καθηκόντων σε θέση αντίστοιχη προς τον βαθμό του υπαλλήλου.

2.   Οι διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού για τις θέσεις που μεταφέρονται στην ΕΥΕΔ, οι οποίες είναι σε εξέλιξη κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης, διατηρούν την ισχύ τους: συνεχίζονται και ολοκληρώνονται υπό την εξουσία του ύπατου εκπροσώπου σύμφωνα με τις σχετικές προκηρύξεις θέσεων και τις ισχύουσες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του ΚΛΠ.

Άρθρο 8

Προϋπολογισμός

1.   Τα καθήκοντα διατάκτη για το τμήμα ΕΥΕΔ του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανατίθενται σύμφωνα με το άρθρο 59 του δημοσιονομικού κανονισμού. Ο ύπατος εκπρόσωπος θεσπίζει εσωτερικούς κανόνες για τη διαχείριση των γραμμών του προϋπολογισμού που αφορούν τη διοίκηση. Οι λειτουργικές δαπάνες παραμένουν στο τμήμα Επιτροπή του προϋπολογισμού.

2.   Η ΕΥΕΔ ασκεί τις εξουσίες της σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντός των ορίων των πιστώσεων που της χορηγούνται.

3.   Κατά την εκπόνηση των εκτιμήσεων των διοικητικών δαπανών της ΕΥΕΔ, ο ύπατος εκπρόσωπος θα διαβουλεύεται, αντιστοίχως, με τον επίτροπο που είναι υπεύθυνος για την αναπτυξιακή πολιτική και τον επίτροπο που είναι υπεύθυνος για την πολιτική γειτονίας, όσον αφορά τις αντίστοιχες σφαίρες ευθύνης τους.

4.   Σύμφωνα με το άρθρο 314 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η ΕΥΕΔ καταρτίζει τις εκτιμήσεις των δαπανών της για το επόμενο οικονομικό έτος. Η Επιτροπή εντάσσει τις εκτιμήσεις αυτές στο σχέδιο προϋπολογισμού, το οποίο ενδέχεται να περιέχει διαφορετικές εκτιμήσεις. Η Επιτροπή δύναται να τροποποιεί το σχέδιο προϋπολογισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 314 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ.

5.   Προς εξασφάλιση της δημοσιονομικής διαφάνειας στον τομέα της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, η Επιτροπή θα διαβιβάζει στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, μαζί με το σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγγραφο εργασίας στο οποίο θα παρουσιάζονται εκτενώς όλες οι δαπάνες που συνδέονται με την εξωτερική δράση της Ένωσης.

6.   Η ΕΥΕΔ υπόκειται στις διαδικασίες χορήγησης απαλλαγής που προβλέπονται στο άρθρο 319 της ΣΛΕΕ και στα άρθρα 145 έως 147 του δημοσιονομικού κανονισμού. Εν προκειμένω, η ΕΥΕΔ θα συνεργάζεται πλήρως με τα θεσμικά όργανα που εμπλέκονται στη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής και θα παρέχει, κατά περίπτωση, τις πρόσθετες πληροφορίες που απαιτούνται, μεταξύ άλλων, μέσω της συμμετοχής της στις συνεδριάσεις των σχετικών φορέων.

Άρθρο 9

Μηχανισμοί εξωτερικής δράσης και προγραμματισμός

1.   Η διαχείριση των προγραμμάτων εξωτερικής συνεργασίας της Ένωσης αποτελεί ευθύνη της Επιτροπής, με την επιφύλαξη των ρόλων της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ στον προγραμματισμό, αντιστοίχως, όπως εκτίθεται στις κατωτέρω παραγράφους.

2.   Ο ύπατος εκπρόσωπος αναλαμβάνει τον συνολικό πολιτικό συντονισμό της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, εξασφαλίζοντας την ενότητα, τη συνεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, ιδίως μέσω των ακόλουθων μηχανισμών εξωτερικής βοήθειας:

τον μηχανισμό αναπτυξιακής συνεργασίας (13),

το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (14),

το ευρωπαϊκό μέσο για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα (15),

το ευρωπαϊκό μέσο γειτονίας και εταιρικής σχέσης (16),

τον μηχανισμό συνεργασίας με τις εκβιομηχανισμένες χώρες (17),

τον μηχανισμό συνεργασίας στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας (18),

τον μηχανισμό σταθερότητας, όσον αφορά τη συνδρομή που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1717/2006 (19).

3.   Η ΕΥΕΔ, ειδικότερα, συμβάλλει στον κύκλο προγραμματισμού και διαχείρισης των αναφερόμενων στην παράγραφο 2 μηχανισμών, με βάση τους στόχους πολιτικής που καθορίζονται σε αυτούς τους μηχανισμούς. Έχει την ευθύνη προετοιμασίας των κάτωθι αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με τις στρατηγικές, πολυετείς δράσεις στο πλαίσιο του κύκλου προγραμματισμού:

i)

κατανομές πόρων ανά χώρα προκειμένου να καθορισθεί το συνολικό χρηματοδοτικό πλαίσιο για κάθε περιφέρεια, με την επιφύλαξη της ενδεικτικής κατανομής του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Σε κάθε περιφέρεια, ένα ποσοστό της χρηματοδότησης χρησιμοποιείται αποκλειστικά για περιφερειακά προγράμματα·

ii)

έγγραφα στρατηγικής ανά χώρα και έγγραφα περιφερειακής στρατηγικής·

iii)

εθνικά και περιφερειακά ενδεικτικά προγράμματα.

Σύμφωνα με το άρθρο 3, καθ’ όλη διάρκεια του κύκλου προγραμματισμού, σχεδιασμού και εφαρμογής των αναφερόμενων στην παράγραφο 2 μηχανισμών, ο ύπατος εκπρόσωπος και η ΕΥΕΔ συνεργάζονται με τα αρμόδια μέλη και υπηρεσίες της Επιτροπής με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 3. Όλες οι προτάσεις αποφάσεων θα εκπονούνται μέσω των διαδικασιών της Επιτροπής και θα υποβάλλονται στην Επιτροπή προς έκδοση.

4.   Όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης και το μέσο αναπτυξιακής συνεργασίας, οι προτάσεις, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν αλλαγές στους βασικούς κανονισμούς και στα έγγραφα προγραμματισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 3, εκπονούνται από κοινού από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΥΕΔ και της Επιτροπής υπό την ευθύνη του επιτρόπου που είναι αρμόδιος για την αναπτυξιακή πολιτική και υποβάλλονται από κοινού με τον ύπατο εκπρόσωπο στην Επιτροπή προς έκδοση.

Τα θεματικά προγράμματα, πλην από το ευρωπαϊκό μέσο για τη δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθώς και ο μηχανισμός συνεργασίας στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας και το σκέλος του μηχανισμού σταθερότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 έβδομη περίπτωση, εκπονούνται από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής υπό την καθοδήγηση του επιτρόπου που είναι υπεύθυνος για την αναπτυξιακή πολιτική και παρουσιάζονται στο σώμα των επιτρόπων σε συμφωνία με τον ύπατο εκπρόσωπο και άλλους επιτρόπους για συναφή θέματα.

5.   Όσον αφορά το ευρωπαϊκό μέσο γειτονίας και εταιρικής σχέσης, οι προτάσεις, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν αλλαγές στους βασικούς κανονισμούς και στα έγγραφα προγραμματισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 3, εκπονούνται από κοινού από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΥΕΔ και της Επιτροπής υπό την ευθύνη του επιτρόπου που είναι υπεύθυνος για την πολιτική γειτονίας και υποβάλλονται από κοινού με τον ύπατο εκπρόσωπο στην Επιτροπή προς έκδοση.

6.   Οι δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της ΚΕΠΠΑ, ο μηχανισμός σταθερότητας πλην του μέρους που αναφέρεται στην παράγραφο 2 έβδομη περίπτωση, ο μηχανισμός συνεργασίας με τις εκβιομηχανισμένες χώρες, η επικοινωνία και η δημόσια διπλωματία καθώς και οι αποστολές επιτήρησης εκλογών εμπίπτουν στην ευθύνη του ύπατου εκπροσώπου/της ΕΥΕΔ. Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τη δημοσιονομική εκτέλεση υπό την εξουσία του ύπατου εκπροσώπου υπό την ιδιότητά του ως αντιπροέδρου της Επιτροπής. Η υπηρεσία της Επιτροπής που είναι αρμόδια για την εκτέλεση του προϋπολογισμού συστεγάζεται με την ΕΥΕΔ.

Άρθρο 10

Ασφάλεια

1.   Ο ύπατος εκπρόσωπος, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή που αναφέρεται στο σημείο 3 του τμήματος Ι του μέρους ΙΙ του παραρτήματος της απόφασης 2001/264/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την έγκριση των κανονισμών ασφαλείας του Συμβουλίου (20) αποφασίζει σχετικά με τους κανόνες ασφάλειας για την ΕΥΕΔ και λαμβάνει όλα τα δέοντα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η ΕΥΕΔ διαχειρίζεται αποτελεσματικά τους κινδύνους που αφορούν το προσωπικό, τα υλικά περιουσιακά στοιχεία και τις πληροφορίες και ότι εκπληρώνει τα σχετικά καθήκοντα επιμέλειας και το έργο της στον τομέα αυτόν. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού της ΕΥΕΔ και των αντιπροσωπειών της Ένωσης, ανεξαρτήτως της υπηρεσιακής τους κατάστασης ή καταγωγής.

2.   Δεδομένου ότι εκκρεμεί η απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 1:

όσον αφορά την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών, η ΕΥΕΔ εφαρμόζει τα μέτρα ασφαλείας που εκτίθενται στο παράρτημα της απόφασης 2001/264/ΕΚ,

όσον αφορά τις άλλες πτυχές ασφάλειας, η ΕΥΕΔ εφαρμόζει τις διατάξεις ασφαλείας της Επιτροπής, όπως εκτίθενται στο σχετικό παράρτημα του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής (21).

3.   Η ΕΥΕΔ διαθέτει υπηρεσία αρμόδια για θέματα ασφαλείας επικουρούμενη από τις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών.

4.   Ο ύπατος εκπρόσωπος λαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο για την εφαρμογή των κανόνων ασφαλείας στην ΕΥΕΔ, ιδίως όσον αφορά την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών και τα ληπτέα μέτρα σε περίπτωση αδυναμίας του προσωπικού της ΕΥΕΔ να συμμορφωθεί με τους κανόνες ασφαλείας. Προς τούτο, η ΕΥΕΔ διαβουλεύεται με το Γραφείο Ασφαλείας της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου, με τις οικείες υπηρεσίες της Επιτροπής και με τις συναφείς υπηρεσίες των κρατών μελών.

Άρθρο 11

Πρόσβαση στα έγγραφα, αρχεία και προστασία των δεδομένων

1.   Η ΕΥΕΔ εφαρμόζει τους κανόνες που καθορίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (22). Ο ύπατος εκπρόσωπος αποφασίζει σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής της ΕΥΕΔ.

2.   Ο εκτελεστικός γενικός γραμματέας της ΕΥΕΔ οργανώνει τα αρχεία της υπηρεσίας. Τα σχετικά αρχεία των υπηρεσιών που έχουν μεταφερθεί από τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και την Επιτροπή μεταφέρονται στην ΕΥΕΔ.

3.   Η ΕΥΕΔ προστατεύει τα φυσικά πρόσωπα έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τους κανόνες του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (23). Ο ύπατος εκπρόσωπος αποφασίζει σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής της ΕΥΕΔ.

Άρθρο 12

Ακίνητα

1.   Η γενική γραμματεία του Συμβουλίου και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ούτως ώστε οι μεταθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 να μπορούν να συνοδεύονται από τις μεταβιβάσεις κτιρίων του Συμβουλίου και της Επιτροπής που απαιτούνται για τη λειτουργία της ΕΥΕΔ.

2.   Οι όροι βάσει των οποίων διατίθενται τα ακίνητα στην κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ και στις αντιπροσωπείες της Ένωσης αποφασίζονται από κοινού, κατά περίπτωση, από τον ύπατο εκπρόσωπο, τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και την Επιτροπή.

Άρθρο 13

Τελικές και γενικές διατάξεις

1.   Ο ύπατος εκπρόσωπος, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προς επιδίωξη του σκοπού αυτού.

2.   Ο ύπατος εκπρόσωπος υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τη λειτουργία της ΕΥΕΔ μέχρι το τέλος του 2011. Η εν λόγω έκθεση καλύπτει ιδίως την εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφοι 3 και 10 και του άρθρου 9.

3.   Έως τα μέσα του 2013, ο ύπατος εκπρόσωπος προβαίνει σε επανεξέταση της οργάνωσης και της λειτουργίας της ΕΥΕΔ, η οποία θα καλύπτει, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφοι 6, 8 και 11. Η επανεξέταση συνοδεύεται, εν ανάγκη, από κατάλληλες προτάσεις αναθεώρησης της παρούσας απόφασης. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο αναθεωρεί την παρούσα απόφαση, υπό το πρίσμα της επανεξέτασης, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, μέχρι τις αρχές του 2014.

4.   Η παρούσα απόφαση ισχύει από την ημέρα της έκδοσής της. Οι διατάξεις περί δημοσιονομικής διαχείρισης και προσλήψεων αρχίζουν να παράγουν αποτελέσματα μόλις θεσπισθούν οι απαραίτητες τροποποιήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, του ΚΛΠ και του δημοσιονομικού κανονισμού, καθώς και του διορθωτικού προϋπολογισμού. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλή μετάβαση, ο ύπατος εκπρόσωπος, η γενική γραμματεία του Συμβουλίου και η Επιτροπή συνομολογούν τις αναγκαίες διευθετήσεις και διεξάγουν διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη.

5.   Εντός μηνός από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης, ο ύπατος εκπρόσωπος υποβάλει στην Επιτροπή κατάσταση προβλέψεων των δαπανών και των εσόδων της ΕΥΕΔ, καθώς και πίνακα προσωπικού, προκειμένου η Επιτροπή να καταθέσει σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού.

6.   Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 26 Ιουλίου 2010.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

S. VANACKERE


(1)  EE C 46 της 24.2.2006, σ. 1.

(2)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο – Προς μια ευρωπαϊκή κοινή αντίληψη για την ανθρωπιστική βοήθεια (COM/2007/0317 τελικό). Δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.

(3)  ΕΕ C 298 της 30.11.2002, σ. 1.

(4)  Κοινή δράση 2004/551/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2004, για τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (ΕΕ L 245 της 17.7.2004, σ. 17).

(5)  Κοινή δράση 2001/555/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, για την ίδρυση Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 200 της 25.7.2001, σ. 5).

(6)  Κοινή δράση 2001/554/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, για την ίδρυση του Ινστιτούτου Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας (ΕΕ L 200 της 25.7.2001, σ. 1).

(7)  Κοινή δράση 2008/550/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΑΑΑ) (ΕΕ L 176 της 4.7.2008, σ. 20).

(8)  Κανονισμός αριθ. 31 (EOK), 11 (EKAE) περί καθορισμού της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας (ΕΕ 45 της 14.6.1962, σ. 1387/62. Ελληνική ειδική έκδοση: Σειρά Ι Κεφάλαιο 1959-1962, σ. 135).

(9)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1).

(11)  ΕΕ L 322 της 9.12.2009, σ. 28.

(12)  ΕΕ L 160 της 28.6.2003, σ. 72.

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1905/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας (ΕΕ L 378 της 27.12.2006, σ. 41).

(14)  Κανονισμός αριθ. 5 περί καθορισμού των λεπτομερειών σχετικά με την καταβολή και μεταφορά των χρηματικών συνεισφορών, με το καθεστώς του προϋπολογισμού και τη διαχείριση των πόρων του Ταμείου Αναπτύξεως για τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΕΕ 33 της 31.12.1958, σ. 681/58).

(15)  Κανονισμóς (ΕΚ) αριθ. 1889/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την καθιέρωση ενός χρηματοδοτικού μέσου για την προαγωγή της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου παγκοσμίως (ΕΕ L 386 της 29.12.2006, σ. 1).

(16)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1638/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2006, για τον καθορισμό γενικών διατάξεων σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκού μηχανισμού γειτονίας και εταιρικής σχέσης (ΕΕ L 310 της 9.11.2006, σ. 1).

(17)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 382/2001 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2001, για την εφαρμογή προγραμμάτων που προωθούν τη συνεργασία και τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των βιομηχανικών χωρών της Βορείου Αμερικής, της Άπω Ανατολής και της Αυστραλασίας (ΕΕ L 57 της 27.2.2001, σ. 10).

(18)  Κανονισμός (Ευρατόμ) αριθ. 300/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 2007, για τη θέσπιση μηχανισμού συνεργασίας στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας (ΕΕ L 81 της 22.3.2007, σ. 1).

(19)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1717/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού σταθερότητας (ΕΕ L 327 της 24.11.2006, σ. 1).

(20)  ΕΕ L 101 της 11.4.2001, σ. 1.

(21)  ΕΕ L 308 της 8.12.2000, σ. 26.

(22)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(23)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΕΔ  (1)

Ακολουθεί κατάλογος διοικητικών οντοτήτων που μεταφέρονται ως σύνολο στην ΕΥΕΔ. Ο κατάλογος αυτός δεν προδικάζει τις πρόσθετες ανάγκες και τη χορήγηση πόρων που θα καθορισθούν κατά τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τον συνολικό προϋπολογισμό για τη σύσταση της ΕΥΕΔ, ούτε τις αποφάσεις για την παροχή επαρκούς προσωπικού υπεύθυνου για λειτουργίες υποστήριξης, καθώς και τη συναφή ανάγκη για διευθετήσεις επιπέδου υπηρεσιών μεταξύ της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου και της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ.

1.   ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Όλο το προσωπικό των υπηρεσιών και λειτουργιών που απαριθμούνται κατωτέρω μεταφέρεται ως σύνολο στην ΕΥΕΔ, εκτός από έναν πολύ περιορισμένο αριθμό προσωπικού που εκτελεί τα συνήθη καθήκοντα της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, και για ορισμένες ειδικές λειτουργίες που αναφέρονται κατωτέρω:

Μονάδα πολιτικής

CSDP και δομές διαχείρισης κρίσεων

Διεύθυνση Διαχείρισης Κρίσεων και Σχεδιασμού (CMPD)

Μη Στρατιωτική Δυνατότητα Σχεδιασμού και Διεξαγωγής Επιχειρήσεων (CPCC)

Στρατιωτικό Επιτελείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUMS)

Υπηρεσίες υπό την άμεση εξουσία του DGEUMS

Διεύθυνση αρχικής ιδέας και δυνατοτήτων

Διεύθυνση Πληροφοριών

Διεύθυνση Επιχειρήσεων

Διεύθυνση Υλικοτεχνικής Υποδομής

Διεύθυνση συστημάτων επικοινωνιών και πληροφοριών

Επιχειρησιακό Κέντρο της ΕΕ (SITCEN)

Εξαίρεση:

Προσωπικό του SITCEN που υποστηρίζει την Αρχή Πιστοποίησης της Ασφάλειας

Γενική Διεύθυνση Ε

Οντότητες υπό την άμεση εξουσία του γενικού διευθυντή

Διεύθυνση για τη Βόρεια και Νότια Αμερική και τα Ηνωμένα Έθνη

Διεύθυνση για τα Δυτικά Βαλκάνια, την Ανατολική Ευρώπη και την Κεντρική Ασία

Διεύθυνση για τη μη Διάδοση Όπλων Μαζικής Καταστροφής

Διεύθυνση Κοινοβουλευτικών Υποθέσεων στον τομέα της ΚΕΠΠΑ

Γραφείο Συνδέσμου στη Νέα Υόρκη

Γραφείο Συνδέσμου στη Γενεύη

Υπάλληλοι της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου αποσπασμένοι στους ειδικούς εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις αποστολές ΚΠΑΑ

2.   ΕΠΙΤΡΟΠΗ (ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ)

Όλο το προσωπικό των υπηρεσιών και λειτουργιών που απαριθμούνται κατωτέρω μεταφέρεται ως σύνολο στην ΕΥΕΔ, εκτός από έναν περιορισμένο αριθμό προσωπικού που εξαιρείται όπως προβλέπεται κατωτέρω:

Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων

Όλες οι στελεχικές θέσεις και το απευθείας υπαγόμενο σε αυτές προσωπικό υποστήριξης

Διεύθυνση Α (Πλατφόρμα κρίσεων και συντονισμός πολιτικής στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ)

Διεύθυνση Β (Πολυμερείς σχέσεις και ανθρώπινα δικαιώματα)

Διεύθυνση Γ (Βόρεια Αμερική, Ανατολική Ασία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, ΕΟΧ, ΕΖΕΣ, Σαν Μαρίνο, Ανδόρα, Μονακό)

Διεύθυνση Δ (Συντονισμός της ευρωπαϊκής πολιτικής γειτονίας)

Διεύθυνση Ε (Ανατολική Ευρώπη, Νότιος Καύκασος, Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας)

Διεύθυνση ΣΤ (Μέση Ανατολή, Νότια Μεσόγειος)

Διεύθυνση Ζ (Λατινική Αμερική)

Διεύθυνση Η (Ασία εκτός Ιαπωνίας και Κορέας)

Διεύθυνση Θ (Πόροι της έδρας, πληροφορίες, διοργανικές σχέσεις)

Διεύθυνση Ι (Εξωτερική Υπηρεσία)

Διεύθυνση ΙΑ (Στρατηγική, συντονισμός και ανάλυση)

Ειδική Ομάδα για την Ανατολική Εταιρική Σχέση

Μονάδα Relex-01 (λογιστικός έλεγχος)

Εξαιρέσεις:

Προσωπικό υπεύθυνο για τη διαχείριση των χρηματοοικονομικών μέσων

Προσωπικό υπεύθυνο για την καταβολή των μισθών και επιδομάτων του προσωπικού στις αντιπροσωπείες

Εξωτερική Υπηρεσία

Όλοι οι επικεφαλής αντιπροσωπειών και αναπληρωτές επικεφαλής αντιπροσωπειών και το απευθείας υπαγόμενο σε αυτούς προσωπικό υποστήριξης

Όλα τα πολιτικά τμήματα ή υποτομείς και το προσωπικό τους

Όλα τα τμήματα πληροφοριών και δημόσιας διπλωματίας και το προσωπικό τους

Όλα τα διοικητικά τμήματα

Εξαιρέσεις

Υπεύθυνος του προσωπικού για την εφαρμογή των χρηματοοικονομικών μέσων

Γενική Διεύθυνση για την Ανάπτυξη

Διεύθυνση Δ (ΑΚΕ ΙΙ – Δυτική και Κεντρική Αφρική, Καραϊβική και Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφη) εκτός της ειδικής ομάδας ΥΧΕ

Διεύθυνση Ε (Κέρας της Αφρικής, Ανατολική και Νότιος Αφρική, Ινδικός Ωκεανός και Ειρηνικός)

Μονάδα CI (ΑΚΕ Ι: Προγραμματισμός της ενίσχυσης και διαχείριση): Προσωπικό υπεύθυνο για τον προγραμματισμό

Μονάδα C2 (Παναφρικανικά θέματα και θεσμικά όργανα, διακυβέρνηση και μετανάστευση): Προσωπικό υπεύθυνο για τις παναφρικανικές σχέσεις

Κρατούσες στελεχικές θέσεις και το απευθείας υπαγόμενο σε αυτές προσωπικό υποστήριξης.


(1)  Οι ανθρώπινοι πόροι που μεταφέρονται χρηματοδοτούνται όλοι από τον τομέα δαπανών 5 (Διοίκηση) του πολυετούς χρηματοδοτικού πλαισίου.


3.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/41


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 28ης Ιουλίου 2010

για την έγκριση της διάθεσης στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο της σειράς 59122x1507xNK603 (DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 5138]

(Τα κείμενα στη γαλλική και την ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2010/428/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (1), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 3 και το άρθρο 19 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 26 Αυγούστου 2005 η εταιρεία Pioneer Overseas Corporation υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003, για τη διάθεση στην αγορά τροφίμων, συστατικών τροφίμων και ζωοτροφών που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς 59122x1507xNK603 («η αίτηση»).

(2)

Η αίτηση καλύπτει επίσης τη διάθεση στην αγορά άλλων προϊόντων εκτός των τροφίμων και των ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο 59122x1507xNK603 για τις ίδιες χρήσεις με οποιονδήποτε άλλο αραβόσιτο, εκτός της καλλιέργειας. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 και το άρθρο 17 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003, η αίτηση περιλαμβάνει τα δεδομένα και τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με τα παραρτήματα III και IV της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2), καθώς και τις πληροφορίες και τα συμπεράσματα της εκτίμησης επικινδυνότητας που διεξήχθη σύμφωνα με τις αρχές του παραρτήματος II της οδηγίας 2001/18/ΕΚ. Περιλαμβάνει επίσης σχέδιο παρακολούθησης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις σύμφωνα με το παράρτημα VII της οδηγίας 2001/18/ΕΚ.

(3)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (European Food Safety Authority, «EFSA») στις 8 Απριλίου 2009 εξέδωσε ευνοϊκή γνώμη σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003. Η EFSA έκρινε ότι ο αραβόσιτος της σειράς 59122x1507xNK603 είναι εξίσου ασφαλής με τον αντίστοιχο μη τροποποιημένο γενετικώς αραβόσιτο όσον αφορά τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων και των ζώων, καθώς και στο περιβάλλον. Επομένως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η διάθεση στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο 59122x1507xNK603 όπως περιγράφεται στην αίτηση («τα προϊόντα») ενδέχεται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή στο περιβάλλον (3). Στη γνώμη της, η EFSA εξέτασε όλα τα συγκεκριμένα ερωτήματα και τις ανησυχίες που διατύπωσαν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της διαβούλευσης με τις εθνικές αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 και το άρθρο 18 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού.

(4)

Στη γνωμοδότησή της, η EFSA κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο παρακολούθησης του περιβάλλοντος, το οποίο συνίσταται σε γενικό σχέδιο εποπτείας που υποβλήθηκε από τον αιτούντα, συνάδει με την προβλεπόμενη χρήση των προϊόντων.

(5)

Με βάση το εν λόγω σκεπτικό, θα πρέπει να δοθεί έγκριση για τα προϊόντα.

(6)

Θα πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικός αναγνωριστικός κωδικός σε κάθε ΓΤΟ, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 65/2004 της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 2004, για την καθιέρωση συστήματος σχηματισμού και απόδοσης αποκλειστικών αναγνωριστικών κωδικών για τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς (4).

(7)

Βάσει της γνώμης της EFSA, δεν φαίνεται ότι είναι απαραίτητες πρόσθετες ειδικές απαιτήσεις επισήμανσης, πέρα από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 και στο άρθρο 25 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 για τα τρόφιμα, τα συστατικά τροφίμων και τις ζωοτροφές που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς 59122x1507xNK603. Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρήση των προϊόντων εντός των ορίων της έγκρισης που προβλέπεται από την παρούσα απόφαση, η επισήμανση ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από τον ΓΤΟ και άλλων προϊόντων εκτός των τροφίμων και των ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από τον ΓΤΟ, για τα οποία ζητείται έγκριση, θα πρέπει να συμπληρώνεται με σαφή ένδειξη ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς καλλιέργειας.

(8)

Ο κάτοχος έγκρισης υποβάλλει ετήσιες εκθέσεις για την εφαρμογή και τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων που ορίζονται στο σχέδιο παρακολούθησης όσον αφορά τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Τα αποτελέσματα αυτά υποβάλλονται σύμφωνα με την απόφαση 2009/770/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2009, για καθορισμό τυποποιημένων εντύπων για την υποβολή των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης της σκόπιμης ελευθέρωσης γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον, με σκοπό τη διάθεση στην αγορά, σύμφωνα με την οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5).

(9)

Η γνώμη της EFSA δεν δικαιολογεί την επιβολή ειδικών όρων ή περιορισμών για τη διάθεση στην αγορά και/ή ειδικών όρων ή περιορισμών για τη χρήση και τον χειρισμό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων παρακολούθησης της χρήσης του τροφίμου και της ζωοτροφής μετά τη διάθεση στην αγορά, ή ειδικών όρων για την προστασία ιδιαίτερων οικοσυστημάτων/περιβάλλοντος και/ή γεωγραφικών περιοχών, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο ε) και στο άρθρο 18 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003.

(10)

Το σύνολο των πληροφοριών που αφορούν την έγκριση των προϊόντων θα πρέπει να καταχωριστούν στο κοινοτικό μητρώο των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003.

(11)

Το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και την ιχνηλασιμότητα τροφίμων και ζωοτροφών που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ (6), προβλέπει απαιτήσεις επισήμανσης για τα προϊόντα που περιέχουν ή αποτελούνται από ΓΤΟ.

(12)

Η παρούσα απόφαση πρέπει να κοινοποιηθεί μέσω του Οργανισμού Ελέγχου της Βιοασφάλειας στα μέρη που προσυπογράφουν το πρωτόκολλο της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια, το οποίο προσαρτάται στη σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 1 και του άρθρου 15 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1946/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, για τις διασυνοριακές διακινήσεις γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (7).

(13)

Ο αιτών υπέβαλε τη γνώμη του σχετικά με τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση.

(14)

Η μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων δεν διατύπωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε από τον πρόεδρό της.

(15)

Στη συνεδρίασή του της 29ης Ιουνίου 2010 το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία είτε υπέρ είτε κατά της πρότασης. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι οι εργασίες του σχετικά με τον εν λόγω φάκελο έχουν ολοκληρωθεί. Συνεπώς, εναπόκειται στην Επιτροπή να θεσπίσει τα μέτρα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός και αποκλειστικός αναγνωριστικός κωδικός

Στον γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο (Zea mays L.) της σειράς 59122x1507xNK603, όπως ορίζεται στο στοιχείο β) του παραρτήματος της παρούσας απόφασης, αποδίδεται ο αποκλειστικός αναγνωριστικός κωδικός DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 65/2004.

Άρθρο 2

Έγκριση

Τα ακόλουθα προϊόντα εγκρίνονται για τους σκοπούς του άρθρου 4 παράγραφος 2 και του άρθρου 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση:

α)

τρόφιμα και συστατικά τροφίμων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6·

β)

ζωοτροφές που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6·

γ)

άλλα προϊόντα εκτός των τροφίμων και των ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο της σειράς DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6 για τις ίδιες χρήσεις με οποιονδήποτε άλλο αραβόσιτο, εκτός της καλλιέργειας.

Άρθρο 3

Επισήμανση

1.   Για τους σκοπούς των απαιτήσεων επισήμανσης που ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 και στο άρθρο 25 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και στο άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003, η «ονομασία του οργανισμού» είναι «αραβόσιτος».

2.   Η διατύπωση «δεν προορίζεται για καλλιέργεια» αναγράφεται στην επισήμανση και στα συνοδευτικά έγγραφα των προϊόντων που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο της σειράς DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχεία β) και γ).

Άρθρο 4

Παρακολούθηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων

1.   Ο κάτοχος έγκρισης εξασφαλίζει την κατάρτιση και την εφαρμογή του σχεδίου παρακολούθησης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως ορίζεται στο σημείο η) του παραρτήματος.

2.   Ο κάτοχος έγκρισης υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή και τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων που ορίζονται στο σχέδιο παρακολούθησης, σύμφωνα με την απόφαση 2009/770/ΕΚ.

Άρθρο 5

Κοινοτικό μητρώο

Οι πληροφορίες που παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης καταχωρίζονται στο κοινοτικό μητρώο των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003.

Άρθρο 6

Κάτοχος της έγκρισης

Ο κάτοχος της έγκρισης είναι η εταιρεία Pioneer Overseas Corporation Βελγίου, η οποία εκπροσωπεί την εταιρεία Pioneer Hi-Bred International, Inc. Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Άρθρο 7

Διάρκεια ισχύος

Η παρούσα απόφαση ισχύει για περίοδο δέκα (10) ετών από την ημερομηνία έκδοσής της.

Άρθρο 8

Αποδέκτης

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Pioneer Overseas Corporation, Avenue des Arts 44, B-1040 Brussels – Βέλγιο.

Βρυξέλλες, 28 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή

John DALLI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 106 της 17.4.2001, σ. 1.

(3)  http://registerofquestions.efsa.europa.eu/roqFrontend/questionLoader?question=EFSA-Q-2005-248

(4)  ΕΕ L 10 της 16.1.2004, σ. 5.

(5)  ΕΕ L 275 της 21.10.2009, σ. 9.

(6)  ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 24.

(7)  ΕΕ L 287 της 5.11.2003, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

α)   Αιτών και κάτοχος της έγκρισης:

Επωνυμία

:

Pioneer Overseas Corporation

Διεύθυνση

:

Avenue des Arts 44, B-1040 Brussels – Βέλγιο

Εξ ονόματος της Pioneer Hi-Bred International, Inc. – 7100 NW 62nd Avenue – P.O. Box 1014 – Johnston, IA 50131-1014 – Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

β)   Ονομασία και χαρακτηριστικά των προϊόντων:

1.

τρόφιμα και συστατικά τροφίμων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6·

2.

ζωοτροφές που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6·

3.

άλλα προϊόντα εκτός των τροφίμων και των ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο της σειράς DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6 για τις ίδιες χρήσεις με οποιονδήποτε άλλο αραβόσιτο, εκτός της καλλιέργειας.

Ο γενετικώς τροποποιημένος αραβόσιτος DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6, όπως περιγράφεται στην αίτηση, παράγεται από διασταύρωση αραβοσίτων που περιέχουν τις σειρές DAS-59122-7, DAS-Ø15Ø7 και MON-ØØ6Ø3-6 και εκφράζει τις πρωτεΐνες Cry34Ab1 και Cry35Ab1 που παρέχουν προστασία από ορισμένα βλαβερά κολεόπτερα, την πρωτεΐνη Cry1F που παρέχει προστασία από ορισμένα βλαβερά λεπιδόπτερα έντομα, την πρωτεΐνη PAT που χρησιμοποιείται ως ιχνηθέτης και προσδίδει αντοχή στο ζιζανιοκτόνο γλυφοσινικό αμμώνιο, και την πρωτεΐνη CP4 EPSPS που προσδίδει αντοχή στο ζιζανιοκτόνο γλυφοσάτ.

γ)   Επισήμανση:

1.

Για τους σκοπούς των ειδικών απαιτήσεων επισήμανσης που ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 και στο άρθρο 25 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και στο άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003, η «ονομασία του οργανισμού» είναι «αραβόσιτος».

2.

Η διατύπωση «δεν προορίζεται για καλλιέργεια» αναγράφεται στη σήμανση και στα συνοδευτικά έγγραφα των προϊόντων που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο της σειράς DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχεία β) και γ) της παρούσας απόφασης.

δ)   Μέθοδος ανίχνευσης:

Ποσοτικοποιημένη εξειδικευμένη μέθοδος πραγματικού χρόνου που βασίζεται στην PCR (αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης) για τον γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο DAS-59122-7, DAS-Ø15Ø7 και τον αραβόσιτο MON-ØØ6Ø3-6 με επικύρωση στον αραβόσιτο DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6,

Επικυρωμένη στους σπόρους από το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς που ιδρύθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και δημοσιευμένη στη διεύθυνση http://gmo-crl.jrc.ec.europa.eu/statusofdoss.htm,

Υλικό αναφοράς: ERM®-BF424 (για τον DAS-59122-7) και ERM®-BF418 (για τον DAS-Ø15Ø7) και ERM®-BF415 (για τον MON-ØØ6Ø3-6) που διατίθεται μέσω του Ινστιτούτου Υλικών Αναφοράς και Μετρήσεων (IRMM) του Κοινού Κέντρου Ερευνών (ΚΚΕρ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη διεύθυνση https://irmm.jrc.ec.europa.eu/rmcatalogue

ε)   Αποκλειστικός αναγνωριστικός κωδικός:

DAS-59122-7xDAS-Ø15Ø7xMON-ØØ6Ø3-6.

στ)   Απαιτούμενες πληροφορίες σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια που επισυνάπτεται στη σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα:

Οργανισμός Ελέγχου της Βιοασφάλειας, αριθ. εγγραφής: βλέπε [συμπληρώνεται κατά την κοινοποίηση].

ζ)   Όροι ή περιορισμοί σχετικά με τη διάθεση στην αγορά, τη χρήση ή τον χειρισμό των προϊόντων:

Δεν απαιτείται.

η)   Σχέδιο παρακολούθησης:

Σχέδιο παρακολούθησης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις σύμφωνα με το παράρτημα VII της οδηγίας 2001/18/ΕΚ.

[Σύνδεσμος: σχέδιο που έχει δημοσιευτεί στο διαδίκτυο]

θ)   Απαιτήσεις παρακολούθησης μετά τη διάθεση στην αγορά για να χρησιμοποιηθεί το τρόφιμο για ανθρώπινη κατανάλωση:

Δεν απαιτείται.

Σημείωση: οι σύνδεσμοι προς τα σχετικά έγγραφα ενδέχεται να χρειάζονται τροποποίηση με την πάροδο του χρόνου. Οι τροποποιήσεις αυτές θα γνωστοποιούνται στο κοινό μέσω της επικαιροποίησης του κοινοτικού μητρώου των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών.


3.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/46


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 28ης Ιουλίου 2010

για την έγκριση της διάθεσης στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο της σειράς MON 88017 x MON 810 (MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 5139]

(Τα κείμενα στη γαλλική και την ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2010/429/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (1), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 3 και το άρθρο 19 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 29 Νοεμβρίου 2005 η εταιρεία Monsanto Europe SA υπέβαλε στην αρμόδια αρχή της Τσεχικής Δημοκρατίας αίτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003, για τη διάθεση στην αγορά τροφίμων, συστατικών τροφίμων και ζωοτροφών που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο MON 88017 x MON 810 («η αίτηση»).

(2)

Η αίτηση καλύπτει επίσης τη διάθεση στην αγορά άλλων προϊόντων εκτός των τροφίμων και των ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο MON 88017 x MON 810 για τις ίδιες χρήσεις με οποιονδήποτε άλλο αραβόσιτο, εκτός της καλλιέργειας. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 και με το άρθρο 17 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003, η αίτηση περιλαμβάνει τα δεδομένα και τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με τα παραρτήματα III και IV της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2), καθώς και τις πληροφορίες και τα συμπεράσματα της εκτίμησης επικινδυνότητας που διεξήχθη σύμφωνα με τις αρχές του παραρτήματος II της οδηγίας 2001/18/ΕΚ. Περιλαμβάνει επίσης σχέδιο παρακολούθησης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις σύμφωνα με το παράρτημα VII της οδηγίας 2001/18/ΕΚ.

(3)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (European Food Safety Authority, «EFSA») στις 21 Ιουλίου 2009 εξέδωσε ευνοϊκή γνώμη σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003. Η EFSA έκρινε ότι ο αραβόσιτος της σειράς MON 88017 x MON 810 είναι εξίσου ασφαλής με τον αντίστοιχο μη τροποποιημένο γενετικώς αραβόσιτο όσον αφορά τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων και των ζώων, καθώς και στο περιβάλλον. Επομένως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η διάθεση στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο MON 88017 x MON 810 («τα προϊόντα»), όπως περιγράφεται στην αίτηση, ενδέχεται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή στο περιβάλλον στο πλαίσιο των προβλεπόμενων χρήσεών τους (3). Στη γνώμη της, η EFSA εξέτασε όλα τα συγκεκριμένα ερωτήματα και τις ανησυχίες που διατύπωσαν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της διαβούλευσης με τις εθνικές αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 και το άρθρο 18 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού.

(4)

Στη γνωμοδότησή της, η EFSA κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο παρακολούθησης του περιβάλλοντος, το οποίο συνίσταται σε γενικό σχέδιο εποπτείας που υποβλήθηκε από τον αιτούντα, συνάδει με την προβλεπόμενη χρήση των προϊόντων.

(5)

Με βάση το εν λόγω σκεπτικό, θα πρέπει να δοθεί έγκριση για τα προϊόντα.

(6)

Θα πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικός αναγνωριστικός κωδικός σε κάθε ΓΤΟ, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 65/2004 της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 2004, για την καθιέρωση συστήματος σχηματισμού και απόδοσης αποκλειστικών αναγνωριστικών κωδικών για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (4).

(7)

Βάσει της γνώμης της EFSA, δεν φαίνεται ότι είναι απαραίτητες πρόσθετες ειδικές απαιτήσεις επισήμανσης, πέρα από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 και στο άρθρο 25 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 για τα τρόφιμα, τα συστατικά τροφίμων και τις ζωοτροφές που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς MON 88017 x MON 810. Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρήση των προϊόντων εντός των ορίων της έγκρισης που προβλέπεται από την παρούσα απόφαση, η επισήμανση ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από τον ΓΤΟ και άλλων προϊόντων εκτός των τροφίμων και των ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από τον ΓΤΟ, για τα οποία ζητείται έγκριση, θα πρέπει να συμπληρώνεται με σαφή ένδειξη ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς καλλιέργειας.

(8)

Ο κάτοχος έγκρισης υποβάλλει ετήσιες εκθέσεις για την εφαρμογή και τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων που ορίζονται στο σχέδιο παρακολούθησης όσον αφορά τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Τα αποτελέσματα αυτά υποβάλλονται σύμφωνα με την απόφαση 2009/770/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2009, για καθορισμό τυποποιημένων εντύπων για την υποβολή των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης της σκόπιμης ελευθέρωσης γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον, με σκοπό τη διάθεση στην αγορά, σύμφωνα με την οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5).

(9)

Η γνώμη της EFSA δεν δικαιολογεί την επιβολή ειδικών όρων ή περιορισμών για τη διάθεση στην αγορά και/ή ειδικών όρων ή περιορισμών για τη χρήση και τον χειρισμό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων παρακολούθησης της χρήσης του τροφίμου και της ζωοτροφής μετά τη διάθεση στην αγορά, ή ειδικών όρων για την προστασία ιδιαίτερων οικοσυστημάτων/περιβάλλοντος και/ή γεωγραφικών περιοχών, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο ε) και στο άρθρο 18 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003.

(10)

Το σύνολο των πληροφοριών που αφορούν την έγκριση των προϊόντων θα πρέπει να καταχωριστούν στο κοινοτικό μητρώο των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003.

(11)

Το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και την ιχνηλασιμότητα τροφίμων και ζωοτροφών που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ (6), προβλέπει απαιτήσεις επισήμανσης για τα προϊόντα που περιέχουν ή αποτελούνται από ΓΤΟ.

(12)

Η παρούσα απόφαση πρέπει να κοινοποιηθεί μέσω του Οργανισμού Ελέγχου της Βιοασφάλειας στα μέρη που προσυπογράφουν το πρωτόκολλο της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια, το οποίο προσαρτάται στη σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 1 και του άρθρου 15 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1946/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, για τις διασυνοριακές διακινήσεις γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (7).

(13)

Ο αιτών υπέβαλε τη γνώμη του σχετικά με τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση.

(14)

Η μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων δεν διατύπωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε από τον πρόεδρό της.

(15)

Στη συνεδρίασή του της 29ης Ιουνίου 2010 το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία είτε υπέρ είτε κατά της πρότασης. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι οι εργασίες του σχετικά με τον εν λόγω φάκελο έχουν ολοκληρωθεί. Συνεπώς, εναπόκειται στην Επιτροπή να θεσπίσει τα μέτρα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός και αποκλειστικός αναγνωριστικός κωδικός

Στον γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο (Zea mays L.) της σειράς MON 88017 x MON 810, όπως ορίζεται στο στοιχείο β) του παραρτήματος της παρούσας απόφασης, αποδίδεται ο αποκλειστικός αναγνωριστικός κωδικός MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 65/2004.

Άρθρο 2

Έγκριση

Τα ακόλουθα προϊόντα εγκρίνονται για τους σκοπούς του άρθρου 4 παράγραφος 2 και του άρθρου 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση:

α)

τρόφιμα και συστατικά τροφίμων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6·

β)

ζωοτροφές που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6·

γ)

άλλα προϊόντα εκτός των τροφίμων και των ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6 για τις ίδιες χρήσεις με οποιονδήποτε άλλο αραβόσιτο, εκτός της καλλιέργειας.

Άρθρο 3

Επισήμανση

1.   Για τους σκοπούς των απαιτήσεων επισήμανσης που ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 και στο άρθρο 25 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και στο άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003, η «ονομασία του οργανισμού» είναι «αραβόσιτος».

2.   Η διατύπωση «δεν προορίζεται για καλλιέργεια» αναγράφεται στην επισήμανση και στα συνοδευτικά έγγραφα των προϊόντων που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο της σειράς MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχεία β) και γ).

Άρθρο 4

Παρακολούθηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων

1.   Ο κάτοχος έγκρισης εξασφαλίζει την κατάρτιση και την εφαρμογή του σχεδίου παρακολούθησης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως ορίζεται στο σημείο η) του παραρτήματος.

2.   Ο κάτοχος έγκρισης υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσιες εκθέσεις σχετικά την εφαρμογή και τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων που ορίζονται στο σχέδιο παρακολούθησης, σύμφωνα με την απόφαση 2009/770/ΕΚ.

Άρθρο 5

Κοινοτικό μητρώο

Οι πληροφορίες που παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης καταχωρίζονται στο κοινοτικό μητρώο των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003.

Άρθρο 6

Κάτοχος της έγκρισης

Ο κάτοχος έγκρισης είναι η Monsanto Europe SA, Βέλγιο, που εκπροσωπεί τη Monsanto Company, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Άρθρο 7

Διάρκεια ισχύος

Η παρούσα απόφαση ισχύει για περίοδο δέκα (10) ετών από την ημερομηνία έκδοσής της.

Άρθρο 8

Αποδέκτης

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην εταιρεία Monsanto Europe SA, Avenue de Tervuren 270-272, 1150 Brussels – Βέλγιο.

Βρυξέλλες, 28 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή

John DALLI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 106 της 17.4.2001, σ. 1.

(3)  http://registerofquestions.efsa.europa.eu/roqFrontend/questionLoader?question=EFSA-Q-2006-020

(4)  ΕΕ L 10 της 16.1.2004, σ. 5.

(5)  ΕΕ L 275 της 21.10.2009, σ. 9.

(6)  ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 24.

(7)  ΕΕ L 287 της 5.11.2003, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

α)   Αιτών και κάτοχος της έγκρισης:

Επωνυμία

:

Monsanto Europe SA

Διεύθυνση

:

Avenue de Tervuren 270-272, 1150 Brussels – Βέλγιο

Εξ ονόματος της Monsanto Company – 800 N. Lindbergh Boulevard – St. Louis, Missouri 63167 – Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

β)   Ονομασία και χαρακτηριστικά των προϊόντων:

1.

τρόφιμα και συστατικά τροφίμων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6·

2.

ζωοτροφές που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από αραβόσιτο της σειράς MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6·

3.

άλλα προϊόντα εκτός των τροφίμων και των ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6 για τις ίδιες χρήσεις με οποιονδήποτε άλλο αραβόσιτο, εκτός της καλλιέργειας.

Ο γενετικώς τροποποιημένος αραβόσιτος MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6, όπως περιγράφεται στην αίτηση, παράγεται από διασταύρωση αραβοσίτων που περιέχουν τις σειρές MON-88Ø17-3 και MON-ØØ81Ø-6 και εκφράζει τις πρωτεΐνες Cry3Bb1 και Cry1Ab που παρέχουν προστασία από ορισμένα βλαβερά κολεόπτερα και λεπιδόπτερα αντίστοιχα και την πρωτεΐνη CP4 EPSPS που προσδίδει αντοχή στο ζιζανιοκτόνο γλυφοσάτ.

γ)   Επισήμανση:

1.

Για τους σκοπούς των απαιτήσεων επισήμανσης που ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 και στο άρθρο 25 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και στο άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003, η «ονομασία του οργανισμού» είναι «αραβόσιτος».

2.

Η διατύπωση «δεν προορίζεται για καλλιέργεια» αναγράφεται στη σήμανση και στα συνοδευτικά έγγραφα των προϊόντων που περιέχουν ή αποτελούνται από αραβόσιτο MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχεία β) και γ) της παρούσας απόφασης.

δ)   Μέθοδος ανίχνευσης:

Ποσοτικοποιημένη εξειδικευμένη μέθοδος πραγματικού χρόνου που βασίζεται στην PCR (αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης) για τον γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο MON-88Ø17-3 και MON-ØØ81Ø-6 με επικύρωση στον αραβόσιτο MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6.

Επικυρωμένη στους σπόρους από το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς που ιδρύθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και δημοσιευμένη στη διεύθυνση http://gmo-crl.jrc.ec.europa.eu/statusofdoss.htm

Υλικό αναφοράς: AOCS 0406-D (για τον αραβόσιτο MON-88Ø17-3) που διατίθεται μέσω της American Oil Chemists Society στη διεύθυνση http://www.aocs.org/tech/crm/ και ERM®-BF413 (για τον αραβόσιτο MON-ØØ81Ø-6) που διατίθεται μέσω του Ινστιτούτου Υλικών Αναφοράς και Μετρήσεων (IRMM) του Κοινού Κέντρου Ερευνών (ΚΚΕρ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη διεύθυνση https://irmm.jrc.ec.europa.eu/rmcatalogue

ε)   Αποκλειστικός αναγνωριστικός κωδικός:

MON-88Ø17-3 x MON-ØØ81Ø-6.

στ)   Απαιτούμενες πληροφορίες σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια που επισυνάπτεται στη σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα:

Οργανισμός Ελέγχου της Βιοασφάλειας, αριθ. εγγραφής: βλέπε [συμπληρώνεται κατά την κοινοποίηση].

ζ)   Όροι ή περιορισμοί σχετικά με τη διάθεση στην αγορά, τη χρήση ή τον χειρισμό των προϊόντων:

Δεν απαιτείται.

η)   Σχέδιο παρακολούθησης:

Σχέδιο παρακολούθησης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις σύμφωνα με το παράρτημα VII της οδηγίας 2001/18/ΕΚ.

[Σύνδεσμος: σχέδιο που έχει δημοσιευτεί στο διαδίκτυο]

θ)   Απαιτήσεις παρακολούθησης μετά τη διάθεση στην αγορά για να χρησιμοποιηθεί το τρόφιμο για ανθρώπινη κατανάλωση:

Δεν απαιτείται.

Σημείωση: οι σύνδεσμοι προς τα σχετικά έγγραφα ενδέχεται να χρειάζονται τροποποίηση με την πάροδο του χρόνου. Οι τροποποιήσεις αυτές θα γνωστοποιούνται στο κοινό μέσω της επικαιροποίησης του κοινοτικού μητρώου των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών.


Διορθωτικά

3.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/50


Διορθωτικό στην απόφαση 2006/464/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2006, σχετικά με προσωρινά έκτακτα μέτρα για την πρόληψη της εισαγωγής και της εξάπλωσης στην Κοινότητα του Dryocosmus kuriphilus Yasumatsu

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 183 της 5ης Ιουλίου 2006 )

Στο παράρτημα Ι σημείο 2) πρώτη παράγραφος:

αντί:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5 παράγραφος 3 στοιχείο α) και του παραρτήματος ΙΙ, μέρος ΙΙ, σημείο 6 της παρούσας οδηγίας»

διάβαζε:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5 παράγραφος 3 στοιχείο α) και του παραρτήματος ΙΙ, μέρος ΙΙ της παρούσας απόφασης».