ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2010.180.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

53ό έτος
15 Ιουλίου 2010


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2010/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα και για την κατάργηση της οδηγίας 86/613/ΕΟΚ του Συμβουλίου

1

 

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 617/2010 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2010, σχετικά με την κοινοποίηση στην Επιτροπή των επενδυτικών σχεδίων σε ενεργειακή υποδομή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 736/96

7

 

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 618/2010 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2010, σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

15

 

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 619/2010 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2010, σχετικά με την τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών και των ποσών των πρόσθετων εισαγωγικών δασμών για ορισμένα προϊόντα του τομέα της ζάχαρης, που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 877/2009 για την περίοδο 2009/10

17

 

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 620/2010 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2010, όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τις επτά πρώτες ημέρες του Ιουλίου 2010 στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που άνοιξαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 616/2007 για το κρέας πουλερικών

19

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

2010/391/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 2010, για την τροποποίηση των παραρτημάτων της απόφασης 93/52/ΕΟΚ όσον αφορά την αναγνώριση της Λιθουανίας και της περιφέρειας Molise της Ιταλίας ως επίσημα απαλλαγμένων από τη βρουκέλλωση (Br. melitensis) και για την τροποποίηση των παραρτημάτων της απόφασης 2003/467/ΕΚ όσον αφορά την κήρυξη ορισμένων διοικητικών περιφερειών της Ιταλίας ως επίσημα απαλλαγμένων από τη φυματίωση, τη βρουκέλλωση και την ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 4592]  ( 1 )

21

 

 

2010/392/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2010, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδίας και Μαλαισίας

26

 

 

2010/393/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2010, για την περάτωση της διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδίας και Μαλαισίας

28

 

 

IV   Πράξεις θεσπισθείσες πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2009, δυνάμει της συνθήκης ΕΚ, της συνθήκης ΕΕ και της συνθήκης Ευρατόμ

 

 

2010/394/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 2008, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 57/06 (ex NN 56/06, ex N 451/06) σε σχέση με τη χρηματοδότηση της εταιρείας Hessische Staatsweingüter από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 1626]  ( 1 )

30

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΟΔΗΓΙΕΣ

15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/1


ΟΔΗΓΊΑ 2010/41/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Ιουλίου 2010

για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα και για την κατάργηση της οδηγίας 86/613/ΕΟΚ του Συμβουλίου

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 157 παράγραφος 3,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 86/613/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της γεωργικής, καθώς και για την προστασία της μητρότητας (3), εξασφαλίζει την εφαρμογή στα κράτη μέλη της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα ή συμβάλλουν στην άσκηση τέτοιας δραστηριότητας. Όσον αφορά τους αυτοαπασχολούμενους εργαζομένους και τις/τους συζύγους των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων, η οδηγία 86/613/ΕΟΚ δεν υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική και το πεδίο εφαρμογής της θα πρέπει να επανεξετασθεί, καθώς η διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου και η παρενόχληση παρουσιάζονται και σε τομείς πέραν της μισθωτής εργασίας. Για λόγους σαφήνειας, η οδηγία 86/613/ΕΟΚ θα πρέπει να αντικατασταθεί από την παρούσα οδηγία.

(2)

Με ανακοίνωση της 1ης Μαρτίου 2006 με τίτλο «Χάρτης πορείας για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών», η Επιτροπή ανήγγειλε ότι προκειμένου να βελτιωθεί η διαχείριση της ισότητας των φύλων, θα επανεξετάσει την υπάρχουσα νομοθεσία για την ισότητα των φύλων στην Ένωση που δεν περιλαμβάνεται στην αναδιατύπωση του 2005, με σκοπό την ενημέρωση, τον εκσυγχρονισμό και την αναδιατύπωση, όπου απαιτείται. Η οδηγία 86/613/ΕΟΚ δεν έχει συμπεριληφθεί στη διαδικασία αναδιατύπωσης.

(3)

Το Συμβούλιο, με τα συμπεράσματά του της 5ης και 6ης Δεκεμβρίου 2007 με τίτλο «Ισορροπία των ρόλων ανδρών και γυναικών όσον αφορά την απασχόληση, την οικονομική μεγέθυνση και την κοινωνική συνοχή», κάλεσε την Επιτροπή να μελετήσει την ανάγκη αναθεώρησης, εφόσον απαιτείται, της οδηγίας 86/613/ΕΟΚ προκειμένου να διασφαλισθούν τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη μητρότητα και την πατρότητα των μη μισθωτών εργαζομένων και των συζύγων τους που τους συνδράμουν.

(4)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα από την Επιτροπή να αναθεωρήσει την οδηγία 86/613/ΕΟΚ, ιδίως να προωθήσει την προστασία της μητρότητας των αυτοαπασχολουμένων γυναικών και να βελτιώσει την κατάσταση των συζύγων των μη μισθωτών εργαζομένων.

(5)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη καθορίσει τη θέση του ως προς τα ζητήματα αυτά, με το ψήφισμα της 21ης Φεβρουαρίου 1997 για την κατάσταση των συμμετεχουσών συζύγων των προσώπων που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα (4).

(6)

Με ανακοίνωση της 2ας Ιουλίου 2008 με τίτλο «Ανανεωμένη κοινωνική ατζέντα: Ευκαιρίες, πρόσβαση και αλληλεγγύη στην Ευρώπη του 21ου αιώνα», η Επιτροπή επιβεβαίωσε την ανάγκη να αναληφθεί δράση σχετικά με το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των φύλων στον τομέα της επιχειρηματικότητας καθώς και για τη βελτίωση του συνδυασμού της ιδιωτικής με την επαγγελματική ζωή.

(7)

Υπάρχουν ήδη διάφορες εν ισχύ νομικές πράξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης οι οποίες διέπουν τις αυτοτελείς επαγγελματικές δραστηριότητες, ιδίως η οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (5) και η οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (6). Συνεπώς, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στους τομείς που εμπίπτουν ήδη σε άλλες οδηγίες.

(8)

Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη των εξουσιών των κρατών μελών να οργανώνουν τα κοινωνικά συστήματα προστασίας τους. Η αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά την οργάνωση των συστημάτων τους κοινωνικής προστασίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αποφάσεις για την καθιέρωση, τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση τέτοιων συστημάτων και των σχετικών θεσμών, καθώς και για την ουσία και την απόδοση ωφελημάτων, το επίπεδο των συνεισφορών και τους όρους πρόσβασης.

(9)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται στους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους και στους/στις συζύγους τους ή, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, στους συντρόφους συμβίωσης, εφόσον αυτοί, υπό τους όρους που καθορίζει το εθνικό δίκαιο, συμμετέχουν συνήθως στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση των συζύγων και, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, των συντρόφων συμβίωσης των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων, η εργασία τους θα πρέπει να αναγνωρίζεται.

(10)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε θέματα που καλύπτονται από άλλες οδηγίες για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, κυρίως της οδηγίας 2004/113/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και στην παροχή αυτών (7). Μεταξύ άλλων, το άρθρο 5 της οδηγίας 2004/113/ΕΚ σχετικά με την ασφάλιση και άλλες συναφείς χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εξακολουθεί να εφαρμόζεται.

(11)

Για την πρόληψη της διάκρισης λόγω φύλου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο για τις άμεσες όσο και για τις έμμεσες διακρίσεις. Η παρενόχληση και η γενετήσια παρενόχληση θα πρέπει να θεωρούνται διακριτική μεταχείριση και, συνεπώς, να απαγορεύονται.

(12)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει υπό την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την έγγαμη ή την οικογενειακή κατάσταση, όπως ορίζεται στο εθνικό δίκαιο.

(13)

Η αρχή της ίσης μεταχείρισης θα πρέπει να καλύπτει τις σχέσεις μεταξύ των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων και τρίτων εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, αλλά όχι τις σχέσεις μεταξύ του αυτοαπασχολουμένου εργαζομένου και της συζύγου ή της συντρόφου συμβίωσης αυτού.

(14)

Στον τομέα της αυτοαπασχόλησης, η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν διακρίσεις λόγω φύλου, για παράδειγμα σε σχέση με τη σύσταση, τον εξοπλισμό ή την επέκταση επιχείρησης ή την έναρξη ή την επέκταση κάθε άλλης μορφής αυτοαπασχολούμενης δραστηριότητας.

(15)

Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 157 παράγραφος 4 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα που παρέχουν συγκεκριμένα πλεονεκτήματα, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερο για το υποεκπροσωπούμενο φύλο να αναλαμβάνει αυτοτελείς επαγγελματικές δραστηριότητες ή για την πρόληψη ή την αντιστάθμιση των μειονεκτημάτων που προκύπτουν στις επαγγελματικές σταδιοδρομίες. Καταρχήν, μέτρα όπως η θετική δράση που αποσκοπεί στην έμπρακτη επίτευξη της ισότητας, δεν θα πρέπει να θεωρούνται παραβίαση της νομικής αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

(16)

Είναι αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι οι όροι για τη σύσταση εταιρείας μεταξύ συζύγων ή, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, συντρόφων συμβίωσης δεν είναι περισσότερο περιοριστικοί από τους όρους για τη σύσταση εταιρείας μεταξύ των άλλων προσώπων.

(17)

Ενόψει της συνεισφοράς τους στις δραστηριότητες της οικογενειακής επιχείρησης, οι σύζυγοι ή, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, οι σύντροφοι συμβίωσης των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων που έχουν πρόσβαση σε σύστημα κοινωνικής προστασίας, θα πρέπει επίσης να δικαιούνται να επωφεληθούν κοινωνικής προστασίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κληθούν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να οργανώσουν αυτή την κοινωνική προστασία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν εάν η κοινωνική αυτή προστασία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποχρεωτική ή εθελοντική βάση. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η κοινωνική αυτή προστασία μπορεί να είναι ανάλογη της συμμετοχής στις δραστηριότητες του αυτοαπασχολουμένου εργαζομένου και/ή του επιπέδου συνεισφοράς.

(18)

Η οικονομική και φυσική ευπάθεια των εγκύων αυτοαπασχολουμένων γυναικών και των εγκύων συζύγων και, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, των συντρόφων συμβίωσης των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων, καθιστά αναγκαίο να τους χορηγηθεί το δικαίωμα παροχών μητρότητας. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τον καθορισμό των παροχών, μεταξύ άλλων για τον ορισμό του επιπέδου των εισφορών και όλων των ρυθμίσεων σχετικά με τις παροχές και τις πληρωμές, με την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται με τις ελάχιστες προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας. Ειδικότερα, μπορούν να καθορίζουν ποια περίοδο πριν και/ή μετά τον τοκετό, χορηγείται το δικαίωμα παροχών μητρότητας.

(19)

Η διάρκεια της περιόδου κατά την οποία χορηγούνται παροχές μητρότητας στις αυτοαπασχολούμενες εργαζόμενες και στις συζύγους και, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, στις συντρόφους συμβίωσης των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων, είναι ίση με τη διάρκεια της άδειας μητρότητας των εργαζομένων που ισχύει σήμερα σε ενωσιακό επίπεδο. Εφόσον η διάρκεια της άδειας μητρότητας που προβλέπεται για τις εργαζόμενες τροποποιηθεί σε ενωσιακό επίπεδο, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, με την οποία θα αξιολογεί εάν η διάρκεια των παροχών μητρότητας για τις αυτοαπασχολούμενες εργαζόμενες και τις συζύγους και τις συντρόφους συμβίωσης στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2, θα πρέπει να τροποποιηθεί επίσης.

(20)

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των δραστηριοτήτων των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων, των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων γυναικών και των γυναικών συζύγων ή, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, των γυναικών συντρόφων συμβίωσης των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων, θα πρέπει να δίδεται πρόσβαση σε οιαδήποτε υπάρχουσα υπηρεσία παροχής προσωρινής αντικατάστασης καθιστά δυνατή τη διακοπή στις επαγγελματικές δραστηριότητες λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας ή σε οιαδήποτε υφιστάμενη εθνική κοινωνική υπηρεσία. Η πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές μπορεί να συνιστά εναλλακτική λύση ή μέρος του επιδόματος μητρότητας.

(21)

Τα πρόσωπα που έχουν υποστεί διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου θα πρέπει να διαθέτουν πρόσφορα μέσα έννομης προστασίας. Προκειμένου να υπάρξει αποτελεσματικότερη προστασία, οι ενώσεις, οι οργανώσεις και οι άλλες νομικές οντότητες θα πρέπει επίσης να δύνανται να κινούν διαδικασίες, όπως τις ορίζουν τα κράτη μέλη, είτε εξ ονόματος του θύματος είτε προς υπεράσπισή του, με την επιφύλαξη των εθνικών δικονομικών κανόνων όσον αφορά την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση ενώπιον των δικαστηρίων.

(22)

Η προστασία των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων και των συζύγων αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων και, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, των συντρόφων διαβίωσης αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων, από τις διακρίσεις λόγω φύλου, θα πρέπει να ενισχυθεί με την ίδρυση φορέα ή φορέων σε κάθε κράτος μέλος, ο οποίος θα είναι αρμόδιος για την ανάλυση των σχετικών προβλημάτων, τη μελέτη δυνατών λύσεων και την παροχή συγκεκριμένης υποστήριξης προς τα θύματα. Ο φορέας ή οι φορείς μπορούν να είναι οι ίδιοι με αυτούς που είναι υπεύθυνοι, σε εθνικό επίπεδο, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

(23)

Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις κατ’ ελάχιστον προϋποθέσεις, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εισάγουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις.

(24)

Δεδομένου ότι o στόχος της δράσης που πρέπει να αναληφθεί, δηλαδή η εξασφάλιση κοινού υψηλού επιπέδου προστασίας από τις διακρίσεις σε όλα τα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη αλλά μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίζει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Η παρούσα οδηγία καθορίζει το πλαίσιο για να τεθεί σε εφαρμογή στα κράτη μέλη η αρχή της ίσης μεταχείρισης των ανδρών και των γυναικών που ασκούν αυτοτελή απασχόληση ή συμβάλλουν στην άσκηση τέτοιας απασχόλησης, όσον αφορά τις πτυχές εκείνες που δεν εμπίπτουν στις οδηγίες 2006/54/ΕΚ και 79/7/ΕΟΚ.

2.   Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και στην παροχή αυτών εξακολουθεί να διέπεται από την οδηγία 2004/113/ΕΚ.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία διέπει:

α)

τους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους, ήτοι όλα τα πρόσωπα που ασκούν επικερδή δραστηριότητα για λογαριασμό τους, υπό τους όρους που καθορίζει το εθνικό δίκαιο·

β)

τους/τις συζύγους των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων ή, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, τους/τις συντρόφους συμβίωσης των αυτοαπασχολουμένων εργαζομένων, οι οποίοι δεν είναι μισθωτοί ή συνέταιροι στην επιχείρηση, στην οποία συμμετέχουν συνήθως, υπό τους όρους που ορίζονται από το εθνικό δίκαιο, στις δραστηριότητες του αυτοαπασχολουμένου εργαζομένου και εκτελούν τα ίδια ή δευτερεύοντα καθήκοντα.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)   «άμεση διάκριση»: όταν πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση·

β)   «έμμεση διάκριση»: όταν εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου, εκτός αν η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία·

γ)   «παρενόχληση»: όταν εκδηλώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνδεόμενη με το φύλο ενός προσώπου, με σκοπό ή αποτέλεσμα την παραβίαση της αξιοπρεπείας του προσώπου αυτού και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος·

δ)   «γενετήσια παρενόχληση»: κάθε μορφή ανεπιθύμητης προφορικής, μη προφορικής ή φυσικής συμπεριφοράς με πράξεις γενετήσιου χαρακτήρα με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, και, ιδίως, τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, ταπεινωτικού, εξευτελιστικού ή επιθετικού περιβάλλοντος.

Άρθρο 4

Αρχή της ίσης μεταχείρισης

1.   Η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν υφίσταται καμία διάκριση λόγω φύλου, στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε σχέση ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση, ιδίως όσον αφορά τη σύσταση, την εγκατάσταση ή την επέκταση μιας επιχείρησης ή την έναρξη ή επέκταση κάθε άλλης μορφής αυτοτελούς επαγγελματικής δραστηριότητας.

2.   Στους τομείς που καλύπτει η παράγραφος 1, η παρενόχληση και η γενετήσια παρενόχληση θεωρούνται μεταχείριση που ενέχει διάκριση λόγω φύλου και, συνεπώς, απαγορεύονται. Το γεγονός ότι ένα άτομο απορρίπτει ή ανέχεται τέτοιου είδους συμπεριφορά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως βάση για τη λήψη απόφασης που επηρεάζει το εν λόγω άτομο.

3.   Στους τομείς που εμπίπτουν στην παράγραφο 1, η εντολή άνισης μεταχείρισης προσώπων λόγω φύλου θεωρείται διάκριση.

Άρθρο 5

Θετική δράση

Προκειμένου να διασφαλίζεται εμπράκτως η πλήρης ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, στον εργασιακό βίο, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 157 παράγραφος 4 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως, παραδείγματος χάριν, μέτρα με στόχο την προώθηση πρωτοβουλιών επιχειρηματικότητας μεταξύ γυναικών.

Άρθρο 6

Σύσταση εταιρείας

Με την επιφύλαξη των ειδικών όρων πρόσβασης σε ορισμένες δραστηριότητες που ισχύουν εξίσου και για τα δύο φύλα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι όροι για τη σύσταση εταιρείας μεταξύ συζύγων ή μεταξύ συντρόφων συμβίωσης, εφόσον και κατά τον βαθμό που τους αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, δεν είναι πιο περιοριστικοί από τους όρους για τη σύσταση εταιρείας μεταξύ άλλων προσώπων.

Άρθρο 7

Κοινωνική προστασία

1.   Εφόσον σε κράτος μέλος υφίσταται σύστημα κοινωνικής προστασίας για τους αυτοαπασχολουμένους εργαζόμενους, το εν λόγω κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι σύζυγοι και οι σύντροφοι συμβίωσης, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 2 στοιχείο β), μπορούν να επωφεληθούν κοινωνικής προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν εάν η κατά την παράγραφο 1 κοινωνική προστασία εφαρμόζεται σε υποχρεωτική ή προαιρετική βάση.

Άρθρο 8

Παροχές μητρότητας

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι στις αυτοαπασχολούμενες εργαζόμενες γυναίκες, στις γυναίκες συζύγους και στις συντρόφους συμβίωσης κατά το άρθρο 2, μπορεί να χορηγείται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ικανό επίδομα μητρότητας, το οποίο επιτρέπει τη διακοπή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας για τουλάχιστον 14 εβδομάδες.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν εάν το κατά την παράγραφο 1 επίδομα μητρότητας χορηγείται σε υποχρεωτική ή προαιρετική βάση.

3.   Το επίδομα κατά την παράγραφο 1, κρίνεται ικανό εάν εξασφαλίζει εισόδημα τουλάχιστον ίσο προς:

α)

το επίδομα που θα εισέπραττε το εν λόγω άτομο σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων του για λόγους που οφείλονται στην κατάσταση της υγείας του· και/ή

β)

τη μέση απώλεια εισοδήματος ή κέρδους σε σχέση με συγκρίσιμη προηγούμενη περίοδο υπαγόμενη σε οιοδήποτε ανώτατο όριο καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο· και/ή

γ)

κάθε άλλο οικογενειακό επίδομα που θεσπίζεται από το εθνικό δίκαιο, υπαγόμενο σε οιοδήποτε ανώτατο όριο καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο.

4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι αυτοαπασχολούμενες εργαζόμενες γυναίκες και οι γυναίκες σύζυγοι ή σύντροφοι συμβίωσης, κατά το άρθρο 2, έχουν πρόσβαση σε οιεσδήποτε υπάρχουσες υπηρεσίες παροχής προσωρινής αντικατάστασης ή σε οιεσδήποτε υφιστάμενες εθνικές κοινωνικές υπηρεσίες. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η πρόσβαση στις εν λόγω υπηρεσίες αποτελεί εναλλακτική λύση για το επίδομα στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου ή μέρος του εν λόγω επιδόματος.

Άρθρο 9

Προάσπιση των δικαιωμάτων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπο, το οποίο θεωρεί ότι έχει υποστεί απώλεια ή ζημία λόγω παράλειψης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ακόμη και εάν η σχέση, στο πλαίσιο της οποίας εικάζεται ότι υπέστη μεταχείριση που ενείχε διάκριση, έχει λήξει, έχει πρόσβαση σε δικαστικές ή/και διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανόμενων, οσάκις τα κράτη μέλη το κρίνουν σκόπιμο, των συμφιλιωτικών διαδικασιών, με σκοπό την επιβολή της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ενώσεις, οι οργανώσεις και άλλες νομικές οντότητες, που έχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει το εθνικό τους δίκαιο, έννομο συμφέρον να εξασφαλίσουν ότι τηρείται η παρούσα οδηγία, μπορούν να κινούν, είτε εξ ονόματος του ενάγοντος είτε προς υπεράσπισή του, και με την έγκρισή του, κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία που προβλέπεται για την επιβολή της εφαρμογής των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν υπό την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων περί των προθεσμιών άσκησης αγωγής σε σχέση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Άρθρο 10

Αποζημίωση ή αποκατάσταση

Τα κράτη μέλη εισάγουν στα εθνικά νομικά τους συστήματα τα μέτρα που απαιτούνται για να διασφαλίζεται η πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αποκατάσταση, όπως καθορίζεται από τα κράτη μέλη, όσον αφορά την απώλεια ή τη ζημία που υπέστη κάποιο πρόσωπο ως αποτέλεσμα διάκρισης λόγω φύλου, όπως αποζημίωση ή αποκατάσταση, αποτρεπτική και ανάλογη της ζημίας ή της απώλειας που υπέστη. Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση αυτή δεν περιορίζεται εκ των προτέρων από καθορισμένο ανώτατο όριο.

Άρθρο 11

Φορείς για την ισότητα

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι ο φορέας ή οι φορείς που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2006/54/ΕΚ είναι επίσης αρμόδιοι για την προώθηση, την ανάλυση, την παρακολούθηση και την υποστήριξη της ίσης μεταχείρισης όλων των προσώπων που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία, χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα καθήκοντα των φορέων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν:

α)

την παροχή ανεξάρτητης βοήθειας σε θύματα διακρίσεων για την προώθηση των καταγγελιών τους περί διάκρισης, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των θυμάτων, και των ενώσεων, οργανώσεων και άλλων νομικών οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2·

β)

τη διενέργεια ανεξάρτητων ερευνών σχετικά με τις διακρίσεις·

γ)

τη δημοσίευση ανεξάρτητων εκθέσεων και τη διατύπωση συστάσεων για κάθε θέμα που αφορά αυτές τις διακρίσεις·

δ)

την ανταλλαγή, σε κατάλληλο επίπεδο, διαθέσιμων πληροφοριών με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς φορείς, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων.

Άρθρο 12

Ένταξη της διάστασης του φύλου

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν ενεργά υπόψη τον στόχο της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών κατά τη διατύπωση και την εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, πολιτικών και δραστηριοτήτων στους τομείς στους οποίους αναφέρεται η παρούσα οδηγία.

Άρθρο 13

Διάδοση πληροφοριών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, καθώς και οι ήδη ισχύουσες σχετικές διατάξεις, γνωστοποιούνται με κάθε πρόσφορο μέσο στους ενδιαφερομένους, σε όλη την επικράτειά τους.

Άρθρο 14

Επίπεδο προστασίας

Τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν ή να διατηρούν διατάξεις ευνοϊκότερες από τις διατάξεις που ορίζονται με την παρούσα οδηγία όσον αφορά στην προστασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να αποτελέσει λόγο για τη μείωση του επιπέδου προστασίας έναντι των διακρίσεων, από το ήδη παρεχόμενο από τα κράτη μέλη στους τομείς που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 15

Εκθέσεις

1.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στην Επιτροπή έως τις 5 Αυγούστου 2015.

Η Επιτροπή καταρτίζει συνοπτική έκθεση προς υποβολή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο έως τις 5 Αυγούστου 2016. Η εν λόγω έκθεση πρέπει να λαμβάνει υπόψη κάθε τροποποίηση νομικής φύσεως που αφορά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας για τις μισθωτές εργαζόμενες. Οσάκις ενδείκνυται, η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από προτάσεις τροποποίησης της παρούσας οδηγίας.

2.   Η έκθεση της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τις απόψεις των ενδιαφερόμενων παραγόντων.

Άρθρο 16

Εφαρμογή

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 5 Αυγούστου 2012 το αργότερο. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Οσάκις τούτο δικαιολογείται από ιδιαίτερες δυσχέρειες, μπορεί, εν ανάγκη, να χορηγηθεί στα κράτη μέλη πρόσθετη προθεσμία δύο ετών έως τις 5 Αυγούστου 2014, προκειμένου να συμμορφωθούν με το άρθρο 7, και προκειμένου να συμμορφωθούν με το άρθρο 8 όσον αφορά τις γυναίκες συζύγους και συντρόφους συμβίωσης στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 στοιχείο β).

3.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 17

Κατάργηση

Η οδηγία 86/613/ΕΟΚ καταργείται με ισχύ από τις 5 Αυγούστου 2012.

Οι αναφορές στην καταργηθείσα οδηγία νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 19

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 7 Ιουλίου 2010.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

O. CHASTEL


(1)  ΕΕ C 228 της 22.9.2009, σ. 107.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Μαΐου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 8ης Μαρτίου 2010 (ΕΕ C 123 Ε της 12.5.2010, σ. 5), θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Μαΐου 2010.

(3)  ΕΕ L 359 της 19.12.1986, σ. 56.

(4)  ΕΕ C 85 της 17.3.1997, σ. 186.

(5)  ΕΕ L 6 της 10.1.1979, σ. 24.

(6)  ΕΕ L 204 της 26.7.2006, σ. 23.

(7)  ΕΕ L 373 της 21.12.2004, σ. 37.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/7


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 617/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 24ης Ιουνίου 2010

σχετικά με την κοινοποίηση στην Επιτροπή των επενδυτικών σχεδίων σε ενεργειακή υποδομή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 736/96

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 337,

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, και ιδίως το άρθρο 187,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η διαμόρφωση μιας γενικής εικόνας σχετικά με την εξέλιξη των επενδύσεων στην Ένωση είναι απαραίτητη προκειμένου η Επιτροπή να επιτελέσει τα καθήκοντά της στον τομέα της ενέργειας. Εάν διαθέτει τακτικά και ενημερωμένα στοιχεία και πληροφορίες, η Επιτροπή θα μπορεί να κάνει τις αναγκαίες συγκρίσεις, εκτιμήσεις ή να προτείνει σχετικά μέτρα με βάση τα κατάλληλα αριθμητικά στοιχεία και αναλύσεις, ιδίως όσον αφορά το μελλοντικό ισοζύγιο μεταξύ προσφοράς και ζήτησης ενέργειας.

(2)

Το ενεργειακό τοπίο εντός και εκτός Ένωσης έχει αλλάξει σημαντικά τα πρόσφατα έτη και καθιστά τις επενδύσεις σε ενεργειακή υποδομή καίριας σημασίας ζήτημα για την εξασφάλιση της ενεργειακής τακτικού ενεργειακού εφοδιασμού για την Ένωση, τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης, για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και για τη μετάβαση σε ενεργειακό σύστημα χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών που έχει δρομολογήσει η Ένωση.

(3)

Η νέα κατάσταση στον ενεργειακό τομέα απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε παντός είδους υποδομή σε όλους τους ενεργειακούς κλάδους, καθώς και την ανάπτυξη νέων τύπων υποδομής και νέων τεχνολογιών που να αφομοιώνονται από την αγορά. Η ελευθέρωση του ενεργειακού τομέα και η περαιτέρω ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς καθιστούν σημαντικότερο τον ρόλο των οικονομικών φορέων στο θέμα των επενδύσεων, παράλληλα δε νέες απαιτήσεις άσκησης πολιτικής, όπως στόχοι που επηρεάζουν το ενεργειακό μείγμα, θα στρέψουν τις πολιτικές που ασκούν τα κράτη μέλη προς νέα ή/και εκσυγχρονισμένη ενεργειακή υποδομή.

(4)

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις επενδύσεις στην ενεργειακή υποδομή στην Ένωση, προκειμένου ιδίως να προλαμβάνονται τα προβλήματα, να προωθούνται οι βέλτιστες πρακτικές και να καθιερωθεί μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη του ενεργειακού συστήματος στην Ένωση.

(5)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή και, ιδίως, το Παρατηρητήριο Ενεργειακών Αγορών της θα πρέπει να διαθέτουν ακριβή δεδομένα και πληροφορίες σχετικά με επενδυτικά σχέδια, καθώς και τον παροπλισμό, στις σημαντικότερες συνιστώσες του ενεργειακού συστήματος της Ένωσης.

(6)

Δεδομένα και πληροφορίες που αφορούν προβλέψιμες εξελίξεις της δυναμικότητας παραγωγής, μετάδοσης και αποθήκευσης, καθώς και σχέδια έργων στους διάφορους ενεργειακούς κλάδους ενδιαφέρουν την Ένωση και είναι σημαντικά για τις μελλοντικές επενδύσεις. Είναι λοιπόν αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι ανακοινώνονται στην Επιτροπή επενδυτικά σχέδια τα οποία έχουν αρχίσει ήδη εργασίες κατασκευής ή παροπλισμού ή για τα οποία έχει ληφθεί οριστική απόφαση περί επένδυσης.

(7)

Δυνάμει των άρθρων 41 και 42 της Ευρατόμ, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να κοινοποιούν τα σχέδια επενδύσεων. Οι πληροφορίες αυτές είναι ανάγκη να συμπληρώνονται, ιδίως, με τακτικές εκθέσεις σχετικά με την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων. Οι πρόσθετες αυτές εκθέσεις θα πρέπει να τελούν υπό την επιφύλαξη των άρθρων 41 έως 44 της συνθήκης Ευρατόμ.

(8)

Προκειμένου η Επιτροπή να διαμορφώνει συνεκτική εικόνα των μελλοντικών εξελίξεων του συνολικού ενεργειακού συστήματος της Ένωσης, είναι απαραίτητο εναρμονισμένο πλαίσιο υποβολής εκθέσεων σχετικά με επενδυτικά σχέδια, βασιζόμενο σε επικαιροποιημένες κατηγορίες επίσημων δεδομένων και πληροφοριών που πρέπει να υποβάλουν τα κράτη μέλη.

(9)

Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή δεδομένα και πληροφορίες σχετικά με επενδυτικά σχέδια στις ενεργειακές υποδομές που αφορούν την παραγωγή, αποθήκευση και μεταφορά πετρελαίου, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, βιοκαυσίμων και τη δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα τα οποία προγραμματίζονται ή εκτελούνται στο έδαφός τους, περιλαμβανομένων των διασυνδέσεων με τρίτες χώρες. Οι οικείες επιχειρήσεις πρέπει να είναι υποχρεωμένες να ανακοινώνουν στο κράτος μέλος τα εν λόγω δεδομένα και πληροφορίες.

(10)

Λαμβάνοντας υπόψη τον χρονικό ορίζοντα των επενδυτικών σχεδίων στον ενεργειακό τομέα, θα πρέπει να θεωρείται επαρκής η υποβολή εκθέσεων ανά διετία.

(11)

Προκειμένου να αποφευχθεί δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση και να ελαχιστοποιηθούν οι δαπάνες για τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις, ιδίως μικρού και μεσαίου μεγέθους, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα να εξαιρούνται τα κράτη μέλη και οι επιχειρήσεις από τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων, υπό τον όρο ότι στην Επιτροπή θα παρέχονται ισοδύναμες πληροφορίες σύμφωνα με τις ειδικές για τον ενεργειακό τομέα νομικές πράξεις της Ένωσης, που έχουν θεσπισθεί από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης με σκοπό την επίτευξη ανταγωνιστικών ευρωπαϊκών ενεργειακών αγορών, την αειφορία του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις όσον αφορά τις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων που προβλέπονται στην τρίτη δέσμη μέτρων για την εσωτερική αγορά.

(12)

Η Επιτροπή και ιδίως το Παρατηρητήριο Ενεργειακών Αγορών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για την επεξεργασία των δεδομένων και την απλουστευμένη και ασφαλή διαβίβασή τους, συγκεκριμένα με την εφαρμογή ενοποιημένων εργαλείων και μεθόδων της τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ).

(13)

Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη διέπεται από την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1), ενώ η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Επιτροπή διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2). Ο παρών κανονισμός δεν άπτεται αυτών των διατάξεων.

(14)

Τα κράτη μέλη, ή εξουσιοδοτημένες από αυτά οντότητες, και η Επιτροπή θα πρέπει να τηρούν το απόρρητο των εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων και πληροφοριών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη ή οι εξουσιοδοτημένες από αυτά οντότητες θα πρέπει, εξαιρουμένων των δεδομένων και των πληροφορικών σχετικά με τα διασυνοριακά έργα μεταφοράς, να συνομαδώνουν αυτά τα δεδομένα και τις πληροφορίες σε εθνικό επίπεδο πριν τα υποβάλουν στην Επιτροπή. Εάν απαιτείται, η Επιτροπή θα πρέπει να συνομαδώνει περαιτέρω τα δεδομένα αυτά κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατό να αποκαλυφθούν ή να συναχθούν στοιχεία σχετικά με μεμονωμένες επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις.

(15)

Η Επιτροπή και, ιδίως, το Παρατηρητήριο Ενεργειακών Αγορών της θα πρέπει να καταρτίζουν σε τακτική βάση διακλαδική ανάλυση της διαρθρωτικής εξέλιξης και των προοπτικών του ενεργειακού συστήματος της Ένωσης και, όπου ενδείκνυται, περισσότερο εστιασμένη ανάλυση σε συγκεκριμένες πτυχές αυτού του ενεργειακού συστήματος. Η ανάλυση θα πρέπει, ιδίως, να συμβάλλει στη διαπίστωση δυνητικών κενών στις υποδομές και στις επενδύσεις, με σκοπό την εξισορρόπηση της προσφοράς και ζήτησης ενέργειας. Η ανάλυση θα πρέπει να αποτελεί επίσης συμβολή σε μια συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με τις ενεργειακές υποδομές και, επομένως, θα πρέπει να διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και να τίθεται στη διάθεση των ενδιαφερομένων.

(16)

Την Επιτροπή μπορούν να επικουρούν εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη ή άλλοι ικανοί εμπειρογνώμονες με σκοπό να διαμορφωθεί συναντίληψη των δυνητικών κενών στις υποδομές και των συναφών κινδύνων και να ενισχυθεί η διαφάνεια όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις.

(17)

Η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίζει τα τεχνικά μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, στο μέτρο του δυνατού με βάση το μορφότυπο της κοινοποίησης που χρησιμοποιείτο δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2386/96 της Επιτροπής (3), περί εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 736/96 του Συμβουλίου σχετικά με την ανακοίνωση επενδυτικών έργων κοινοτικού ενδιαφέροντος των κλάδων του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας προς την Επιτροπή (4) και αφού διαβουλευθεί με τους εθνικούς εμπειρογνώμονες.

(18)

Με δεδομένη την έκταση των αναγκαίων τροποποιήσεων για την προσαρμογή στις τρέχουσες ενεργειακές προκλήσεις και χάριν σαφήνειας, ο κανονισμός αριθ. 736/96 θα πρέπει συνεπώς να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από νέο κανονισμό,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την ανακοίνωση στην Επιτροπή των δεδομένων και των πληροφοριών σχετικά με επενδυτικά σχέδια σε ενεργειακή υποδομή στους κλάδους του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, της ηλεκτρικής ενέργειας, περιλαμβανομένων των ανανεώσιμων πηγών, και των βιοκαυσίμων, καθώς και σχετικά με επενδυτικά σχέδια που αφορούν τη δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα που παράγεται από αυτούς τους κλάδους.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα επενδυτικά σχέδια ή τις υποδομές που απαριθμούνται στο παράρτημα, για τις οποίες έχουν αρχίσει ήδη εργασίες κατασκευής ή παροπλισμού ή έχει ληφθεί οριστική απόφαση περί επένδυσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να υποβάλουν εκτίμηση δεδομένων ή προκαταρκτικές πληροφορίες για επενδυτικά σχέδια των ειδών που απαριθμούνται στο παράρτημα βάσει των οποίων έχει προγραμματισθεί έναρξη κατασκευαστικών εργασιών εντός πέντε ετών ή παροπλισμός εντός τριών ετών και για τα οποία δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση περί επένδυσης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«υποδομή»: κάθε είδους εγκαταστάσεις ή μέρος εγκαταστάσεων που αφορούν την παραγωγή, μετάδοση και αποθήκευση·

2)

«επενδυτικά σχέδια»: σχέδια που αποβλέπουν:

i)

στην κατασκευή νέας υποδομής·

ii)

στη μετατροπή, τον εκσυγχρονισμό υπάρχουσας υποδομής, στην αύξηση ή τη μείωση της δυναμικότητας υπάρχουσας υποδομής·

iii)

στον μερικό ή ολικό παροπλισμό υπάρχουσας υποδομής·

3)

«οριστική απόφαση περί επένδυσης», η απόφαση που ελήφθη σε επίπεδο επιχείρησης να διατεθούν οριστικώς κονδύλια προς την επενδυτική φάση έργου, όπου επενδυτική φάση σημαίνει η φάση κατά την οποία πραγματοποιείται η κατασκευή ή ο παροπλισμός και καθίστανται απαιτητές οι κεφαλαιακές δαπάνες. Στην επενδυτική φάση δεν περιλαμβάνεται η φάση σχεδιασμού, κατά την οποία προετοιμάζεται η υλοποίηση του έργου και η οποία περιλαμβάνει, ανάλογα με την περίπτωση, αξιολόγηση σκοπιμότητας, προπαρασκευαστικές και τεχνικές μελέτες, έκδοση αδειών και εγκρίσεων και καταβολή των κεφαλαιακών δαπανών·

4)

«επενδυτικά σχέδια υπό εκτέλεση»: επενδυτικά σχέδια των οποίων η κατασκευή έχει αρχίσει και έχουν προκύψει κεφαλαιουχικές δαπάνες·

5)

«παροπλισμός»: η φάση οριστικής παύσης της λειτουργίας μιας υποδομής·

6)

«παραγωγή»: η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και η επεξεργασία καυσίμων, περιλαμβανομένων των βιοκαυσίμων·

7)

«μετάδοση»: η μεταφορά ενεργειακών πηγών ή προϊόντων ή διοξειδίου του άνθρακα μέσω δικτύου, συγκεκριμένα:

i)

μέσω σωληναγωγών, πλην του ανάντη δικτύου σωληναγωγών και πλην του τμήματος των σωληναγωγών που χρησιμοποιούνται κυρίως για την τοπική διανομή·

ii)

μέσω διασυνδεδεμένων συστημάτων υπερυψηλής και υψηλής τάσης, πλην των συστημάτων που χρησιμοποιούνται κυρίως για την τοπική διανομή·

8)

«αποθήκευση»: η μόνιμη ή προσωρινή αποθεματοποίηση ενέργειας ή πηγών ενέργειας σε υπέργεια ή υπόγεια υποδομή ή σε γεωλογικούς σχηματισμούς ή απομόνωση διοξειδίου του άνθρακα σε υπόγειους γεωλογικούς σχηματισμούς·

9)

«επιχειρήσεις»: φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου που λαμβάνουν αποφάσεις για επενδυτικά σχέδια ή την υλοποίησή τους·

10)

«πηγές ενέργειας»:

i)

πρωτογενείς πηγές ενέργειας, όπως π.χ. πετρέλαιο, φυσικό αέριο ή άνθρακας·

ii)

πηγές ενέργειας από μετατροπή, όπως π.χ. ηλεκτρική ενέργεια·

iii)

πηγές ανανεώσιμης ενέργειας, όπου περιλαμβάνεται η υδροηλεκτρική, η βιομάζα, το βιοαέριο, η αιολική, η ηλιακή, η παλιρροιακή και η γεωθερμική ενέργεια και

iv)

ενεργειακά προϊόντα, όπως π.χ. προϊόντα διύλισης πετρελαίου και βιοκαύσιμα.

11)

«ειδικό όργανο»: ένα όργανο στο οποίο μια ειδική για τον ενεργειακό τομέα νομική πράξη της Ένωσης έχει αναθέσει την προετοιμασία και την έγκριση πολυετών σχεδίων ανάπτυξης πανενωσιακών δικτύων και επενδύσεων στις ενεργειακές υποδομές, όπως το Ευρωπαϊκό δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας («ENTSO/E») σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας (5) και το ευρωπαϊκό δίκτυο διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου(«ENTSO/G»), σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου (6).

Άρθρο 3

Κοινοποίηση δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη, ή η οντότητα στην οποία έχουν αναθέσει αυτό το καθήκον, συγκεντρώνουν όλα τα δεδομένα και τις πληροφορίες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό από την 1η Ιανουαρίου 2011 και εφεξής ανά διετία, μεριμνώντας να τηρούν σε εύλογα επίπεδα τις δαπάνες συγκέντρωσης και αναφοράς των πληροφοριών.

Κοινοποιούν στην Επιτροπή τα δεδομένα και τις σχετικές με τα σχέδια πληροφορίες που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό το 2011, το οποίο είναι το πρώτο έτος υποβολής έκθεσης, και εφεξής ανά διετία. Η ανακοίνωση αυτή γίνεται σε συγκεντρωτική μορφή, εκτός των δεδομένων και συναφών πληροφοριών που αφορούν διασυνοριακά έργα μεταφοράς.

Τα κράτη μέλη ή οι εξουσιοδοτημένες από αυτά οντότητες κοινοποιούν τα συγκεντρωτικά δεδομένα και τις σχετικές με τα σχέδια πληροφορίες μέχρι τις 31 Ιουλίου του εκάστοτε έτους υποβολής έκθεσης.

2.   Τα κράτη μέλη ή οι εξουσιοδοτημένες από αυτά οντότητες απαλλάσσονται από την υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εφόσον και στον βαθμό που, σύμφωνα με το ειδικό για τον ενεργειακό τομέα δίκαιο της Ένωσης και τη συνθήκη Ευρατόμ:

α)

το οικείο κράτος μέλος ή η εξουσιοδοτημένη από αυτό οντότητα έχει ήδη ανακοινώσει στην Επιτροπή δεδομένα ή πληροφορίες ισοδύναμες προς εκείνες που απαιτεί ο παρών κανονισμός και έχει αναφέρει την ημερομηνία κοινοποίησης και τη συγκεκριμένη ειδική νομική πράξη·

β)

έχει ανατεθεί σε ειδικό όργανο η εκπόνηση πολυετούς επενδυτικού προγράμματος για ενεργειακή υποδομή σε ενωσιακό επίπεδο, και το εν λόγω όργανο συγκεντρώνει προς το σκοπό αυτό δεδομένα και πληροφορίες ισοδύναμες προς εκείνες που απαιτεί ο παρών κανονισμός. Στην περίπτωση αυτή και για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, το ειδικό όργανο κοινοποιεί όλα τα σχετικά δεδομένα και πληροφορίες στην Επιτροπή.

Άρθρο 4

Πηγές δεδομένων

Οι οικείες επιχειρήσεις κοινοποιούν τα δεδομένα ή τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 στα κράτη μέλη, ή στις εξουσιοδοτημένες από αυτά οντότητες, στο έδαφος των οποίων έχουν προγραμματίσει να εκτελέσουν επενδυτικά σχέδια, πριν από την 1η Ιουνίου κάθε έτους υποβολής έκθεσης. Τα δεδομένα ή οι πληροφορίες που κοινοποιούνται αποτυπώνουν την κατάσταση των επενδυτικών σχεδίων την 31η Μαΐου του έτους υποβολής έκθεσης.

Η πρώτη παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις, εφόσον το οικείο κράτος μέλος αποφασίσει να χρησιμοποιήσει άλλους τρόπους για την παροχή στην Επιτροπή των δεδομένων ή των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 3.

Άρθρο 5

Περιεχόμενο της ανακοίνωσης

1.   Όσον αφορά τα επενδυτικά σχέδια που αναφέρονται στο παράρτημα, η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 κοινοποίηση περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα:

α)

τον όγκο των δυναμικοτήτων που προγραμματίζονται ή είναι υπό κατασκευή·

β)

το είδος και τα κύρια χαρακτηριστικά των προγραμματιζόμενων ή υπό κατασκευή υποδομών ή δυναμικοτήτων, περιλαμβανομένης της θέσης των διασυνοριακών έργων μεταφοράς, εφόσον υπάρχουν·

γ)

το πιθανό έτος έναρξης λειτουργίας·

δ)

το είδος των χρησιμοποιούμενων πηγών ενέργειας·

ε)

τις εγκαταστάσεις που είναι ικανές να ανταποκρίνονται σε κρίσεις ασφάλειας του εφοδιασμού, όπως εξοπλισμός που επιτρέπει αντίστροφες ροές ή χρήση άλλων καυσίμων·

στ)

τον εξοπλισμό των συστημάτων δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα ή τους μηχανισμούς μετασκευής για τη δέσμευση και αποθήκευση του διοξειδίου του άνθρακα.

2.   Όσον αφορά τυχόν προτεινόμενο παροπλισμό, η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 κοινοποίηση περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α)

τον χαρακτήρα και τη δυναμικότητα της σχετικής υποδομής και

β)

το πιθανολογούμενο έτος παύσης της λειτουργίας.

3.   Κάθε κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 3 περιλαμβάνει, ανάλογα με την περίπτωση, τον συνολικό όγκο των εγκατεστημένων δυναμικοτήτων παραγωγής, μετάδοσης και αποθήκευσης οι οποίες υφίστανται στην αρχή του κρίσιμου έτους αναφοράς ή η λειτουργία των οποίων διακόπτεται για περίοδο μεγαλύτερη των τριών ετών.

Τα κράτη μέλη, οι εξουσιοδοτημένες από αυτά οντότητες ή το ειδικό όργανο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 μπορούν να προσθέτουν στις κοινοποιήσεις τους συναφείς παρατηρήσεις, όπως π.χ. παρατηρήσεις σχετικά με καθυστερήσεις ή εμπόδια κατά την εφαρμογή των επενδυτικών σχεδίων.

Άρθρο 6

Ποιότητα και δημοσιοποίηση των δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη, οι εξουσιοδοτημένες από αυτά οντότητες ή, κατά περίπτωση, τα ειδικά όργανα επιδιώκουν να εξασφαλίζουν την ποιότητα, τη συνάφεια, την ακρίβεια, τη σαφήνεια, την έγκαιρη διαβίβαση και τη συνοχή των δεδομένων και των πληροφοριών που κοινοποιούν στην Επιτροπή.

Σε περίπτωση ειδικών οργάνων, τα δεδομένα και οι πληροφορίες που κοινοποιούνται μπορούν να συνοδεύονται από συναφείς παρατηρήσεις των κρατών μελών.

2.   Η Επιτροπή δύναται να δημοσιεύει δεδομένα και πληροφορίες που της διαβιβάσθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ιδίως τις αναλύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3, υπό τον όρο ότι αυτά τα δεδομένα και πληροφορίες δημοσιεύονται σε συγκεντρωτική μορφή και δεν αποκαλύπτονται ή μπορούν να συναχθούν στοιχεία που αφορούν μεμονωμένες επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις.

3.   Τα κράτη μέλη, η Επιτροπή, ή οι εντεταλμένες τους οντότητες τηρούν όλοι το απόρρητο των εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων ή πληροφοριών που διαθέτουν.

Άρθρο 7

Εκτελεστικές διατάξεις

Εντός των ορίων που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή θεσπίζει, μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2010, τις αναγκαίες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού διατάξεις, όσον αφορά τη μορφή και άλλες τεχνικές λεπτομέρειες για την κοινοποίηση των δεδομένων και των πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 5.

Άρθρο 8

Επεξεργασία δεδομένων

Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη φύλαξη, τη διαχείριση και τη συντήρηση των πόρων ΤΠ που απαιτούνται για τη λήψη, αποθήκευση και κάθε είδους επεξεργασία των δεδομένων ή των πληροφοριών σχετικά με την ενεργειακή υποδομή που κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 9

Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων

Ο παρών κανονισμός δεν θίγει το ενωσιακό δίκαιο, και, ειδικότερα, δεν τροποποιεί με κανέναν τρόπο τις υποχρεώσεις των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την επεξεργασία εκ μέρους τους των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτές επιβάλλονται από την οδηγία 95/46/ΕΚ, ή τις υποχρεώσεις που εμπίπτουν στα θεσμικά και λοιπά όργανα και Ένωσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

Άρθρο 10

Παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων

1.   Με βάση τα δεδομένα και τις πληροφορίες που της διαβιβάζονται και, εφόσον ενδείκνυται, τυχόν άλλες πηγές δεδομένων καθώς και δεδομένα που έχει αγοράσει η Επιτροπή, και λαμβάνοντας υπόψη σχετικές αναλύσεις, όπως τα πολυετή σχέδια ανάπτυξης δικτύων για το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια, η Επιτροπή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και δημοσιεύει τουλάχιστον ανά διετία, διακλαδική ανάλυση της διαρθρωτικής εξέλιξης και των προοπτικών του ενεργειακού συστήματος της Ένωσης. Η ανάλυση αυτή έχει ιδίως ως σκοπό:

α)

τη διαπίστωση δυνητικών μελλοντικών χασμάτων μεταξύ προσφοράς και ζήτησης ενέργειας που είναι σημαντικά από την οπτική της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης·

β)

τη διαπίστωση επενδυτικών εμποδίων και την προώθηση των βέλτιστων πρακτικών για την αντιμετώπισή τους·

γ)

αύξηση της διαφάνειας για όσους μετέχουν ή ενδέχεται να εισέλθουν στην αγορά.

Βασιζόμενη σε αυτά τα δεδομένα και τις πληροφορίες, η Επιτροπή μπορεί επίσης να εκπονεί οποιαδήποτε ειδική ανάλυση κρίνει αναγκαία ή ενδεδειγμένη.

2.   Για την προετοιμασία των αναλύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή μπορεί να επικουρείται από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών ή/και άλλους εμπειρογνώμονες, επαγγελματικές ενώσεις με ειδικές γνώσεις στον σχετικό τομέα.

Η Επιτροπή παρέχει σε όλα τα κράτη μέλη την ευκαιρία να σχολιάσουν τα σχέδια αναλύσεων.

3.   Η Επιτροπή συζητά τις αναλύσεις με τους ενδιαφερόμενους, όπως το ΕΔΔΣΜ-Ε, το ΕΔΔΣΜ-G, ομάδα συντονισμού για το αέριο και η ομάδα πετρελαϊκού εφοδιασμού.

Άρθρο 11

Επανεξέταση

Έως τις 23 Ιουλίου 2015, η Επιτροπή επανεξετάζει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης αυτής. Στην επανεξέταση, η Επιτροπή μεταξύ άλλων, εξετάζει το ενδεχόμενο να επεκταθεί πεδίο εφαρμογής ώστε να περιλάβει την απόσπαση φυσικού αερίου, πετρελαίου και άνθρακα.

Άρθρο 12

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 736/96 καταργείται.

Άρθρο 13

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Λουξεμβούργο, 24 Ιουνίου 2010.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BLANCO LÓPEZ


(1)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(2)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 326 της 17.12.1996, σ. 13.

(4)  ΕΕ L 102 της 25.4.1996, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 15.

(6)  ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 36.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ

1.   ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ

1.1.   Διύλιση

Εγκαταστάσεις απόσταξης με δυναμικότητα τουλάχιστον 1 000 000 τόνους ετησίως·

επέκταση της δυναμικότητας απόσταξης άνω των 1 000 000 τόνων ετησίως·

εγκαταστάσεις αναμόρφωσης/πυρόλυσης με δυναμικότητα τουλάχιστον 500 τόνους ημερησίως·

εγκαταστάσεις αποθειώσεως υπολειμμάτων μαζούτ/πετρελαίου εσωτερικής καύσης/πρώτης ύλης τροφοδοσίας διυλιστηρίου/άλλων προϊόντων πετρελαίου.

Εξαιρούνται οι χημικές εγκαταστάσεις οι οποίες δεν παράγουν πετρέλαιο θέρμανσης ή/και καύσιμα κινητήρων ή τα παράγουν μόνον ως παραπροϊόντα.

1.2.   Μεταφορά

Σωληναγωγοί αργού πετρελαίου με δυναμικότητα μεταφοράς τουλάχιστον 3 εκατ. τόνων ετησίως, καθώς και επέκταση ή επιμήκυνσή τους μήκους τουλάχιστον 30 χιλιομέτρων·

σωληναγωγοί προϊόντων πετρελαίου με δυναμικότητα μεταφοράς τουλάχιστον 1,5 εκατ. τόνων ετησίως, καθώς και επέκταση ή επιμήκυνσή τους μήκους τουλάχιστον 30 χιλιομέτρων·

σωληναγωγοί που αποτελούν σημαντικές συνδέσεις εθνικών ή διεθνών δικτύων διασύνδεσης και σωληναγωγοί και σχέδια κοινού ενδιαφέροντος τα οποία προσδιορίζονται στους προσανατολισμούς που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 171 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ») (1).

Εξαιρούνται οι σωληναγωγοί για στρατιωτικούς σκοπούς, καθώς και όσοι τροφοδοτούν βιομηχανικές εγκαταστάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 1.1.

1.3.   Αποθήκευση

Εγκαταστάσεις αποθήκευσης αργού πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου (εγκαταστάσεις με χωρητικότητα από 150 000 m3 και άνω ή, εφόσον πρόκειται για δεξαμενές, με χωρητικότητα τουλάχιστον 100 000 m3).

Εξαιρούνται οι δεξαμενές που προορίζονται για στρατιωτικούς σκοπούς, καθώς και όσες τροφοδοτούν βιομηχανικές εγκαταστάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 1.1.

2.   ΑΕΡΙΟ

2.1.   Μετάδοση

Σωληναγωγοί μεταφοράς αερίου, περιλαμβανομένου του φυσικού και του βιοαερίου, που αποτελούν τμήμα δικτύου το οποίο περιέχει κυρίως σωληναγωγούς υψηλής πίεσης, εκτός σωληναγωγών που αποτελούν τμήμα δικτύου προς τα ανάντη και εκτός από το τμήμα των σωληναγωγών υψηλής πίεσης που χρησιμοποιείται κυρίως στο πλαίσιο της τοπικής διανομής φυσικού αερίου·

σωληναγωγοί και σχέδια κοινού ενδιαφέροντος τα οποία προσδιορίζονται στους προσανατολισμούς που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 171 της ΣΛΕΕ (2).

2.2.   Τερματικοί σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου

Τερματικοί σταθμοί για την εισαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου, με ισχύ επαναέρωσης 1 δισεκατ. m3 ετησίως ή μεγαλύτερη.

2.3.   Αποθήκευση

Εγκαταστάσεις αποθήκευσης συνδεδεμένες με τους σωληναγωγούς μεταφοράς που αναφέρονται στο σημείο 2.1.

Εξαιρούνται οι σωληναγωγοί, οι τερματικοί σταθμοί και οι εγκαταστάσεις αερίου για στρατιωτικούς σκοπούς, καθώς και όσοι τροφοδοτούν χημικές εγκαταστάσεις που δεν παράγουν ενεργειακά προϊόντα ή τα παράγουν μόνον ως παραπροϊόντα.

3.   ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

3.1.   Παραγωγή

Θερμικοί και πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής (συγκροτήματα με ισχύ 200 MWe ή μεγαλύτερη)·

εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής από βιομάζα/βιορευστά/απόβλητα (με ισχύ 20 MW ή μεγαλύτερη)·

σταθμοί συμπαραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και χρήσιμης θερμικής ενέργειας (εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής ισχύος 20 MW ή μεγαλύτερης)·

υδροηλεκτρικοί σταθμοί (εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής ισχύος 30 MW ή μεγαλύτερης)·

αιολικά πάρκα ισχύος 20 MW ή μεγαλύτερης·

συγκεντρωτικές ηλιοθερμικές και γεωθερμικές εγκαταστάσεις (με ισχύ 20 MW ή μεγαλύτερη)·

φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις (με ισχύ 10 MW ή μεγαλύτερη).

3.2.   Μετάδοση

Εναέριες γραμμές μεταφοράς, εφόσον έχουν σχεδιαστεί για την τάση που χρησιμοποιείται συνήθως σε εθνικό επίπεδο για τις γραμμές διασύνδεσης και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν σχεδιαστεί για τάση 220 kV και άνω·

υπόγεια και υποβρύχια καλώδια μεταφοράς, εφόσον έχουν σχεδιαστεί για τάση 150 kV και άνω·

σχέδια κοινού ενδιαφέροντος τα οποία προσδιορίζονται στους προσανατολισμούς που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 171 της ΣΛΕΕ (3).

4.   ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΑ

4.1.   Παραγωγή

Εγκαταστάσεις που είναι σε θέση να παράγουν ή να διυλίσουν βιοκαύσιμα [] (εγκαταστάσεις με ισχύ 50 000 τόνους ανά έτος ή μεγαλύτερη).

5.   ΔΙΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ

5.1.   Μεταφορά

Σωληναγωγοί μεταφοράς CO2 συνδεδεμένοι με τις εγκαταστάσεις παραγωγής που αναφέρονται στα σημεία 1.1 και 3.1.

5.2.   Αποθήκευση

Εγκαταστάσεις αποθήκευσης (χώρος ή συγκρότημα αποθήκευσης με χωρητικότητα 100 kt ή μεγαλύτερη).

Εξαιρούνται οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης που προορίζονται για έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη.


(1)  Η απόφαση αριθ. 1364/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για καθορισμό προσανατολισμών σχετικά με τα διευρωπαϊκά δίκτυα στον τομέα της ενέργειας (ΕΕ L 262 της 22.9.2006, σ. 1) εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 155 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(2)  Η απόφαση αριθ. 1364/2006/ΕΚ εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 155 της συνθήκης ΕΚ.

(3)  Η απόφαση αριθ. 1364/2006/ΕΚ εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 155 της συνθήκης ΕΚ.


15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/15


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 618/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 14ης Ιουλίου 2010

σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει οτις 15 Ιουλίου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 14 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός των τρίτων χωρών (1)

Κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

MK

38,5

TR

85,9

ZZ

62,2

0707 00 05

TR

108,5

ZZ

108,5

0709 90 70

TR

99,9

ZZ

99,9

0805 50 10

AR

80,8

TR

111,6

UY

74,4

ZA

83,6

ZZ

87,6

0808 10 80

AR

110,8

BR

71,3

CA

119,1

CL

96,5

CN

57,9

NZ

111,5

US

115,5

UY

116,3

ZA

98,1

ZZ

99,7

0808 20 50

AR

123,5

CL

130,6

NZ

141,4

ZA

99,9

ZZ

123,9

0809 10 00

TR

197,6

ZZ

197,6

0809 20 95

TR

273,5

US

509,9

ZZ

391,7

0809 30

AR

130,0

TR

148,9

ZZ

139,5

0809 40 05

IL

164,9

TR

141,2

ZZ

153,1


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/17


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 619/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 14ης Ιουλίου 2010

σχετικά με την τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών και των ποσών των πρόσθετων εισαγωγικών δασμών για ορισμένα προϊόντα του τομέα της ζάχαρης, που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 877/2009 για την περίοδο 2009/10

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 951/2006 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2006, για καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 του Συμβουλίου όσον αφορά τις συναλλαγές με τρίτες χώρες στον τομέα της ζάχαρης (2), και ιδίως το άρθρο 36 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεύτερη φράση,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αντιπροσωπευτικές τιμές και τα ποσά των πρόσθετων δασμών που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή λευκής ζάχαρης, ακατέργαστης ζάχαρης και ορισμένων σιροπιών για την περίοδο 2009/10 καθορίστηκαν στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 877/2009 της Επιτροπής (3). Οι εν λόγω τιμές και δασμοί τροποποιήθηκαν τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 616/2010 της Επιτροπής (4).

(2)

Τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της, επί του παρόντος, η Επιτροπή οδηγούν στην τροποποίηση των εν λόγω ποσών, σύμφωνα με τους κανόνες και τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 951/2006,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι αντιπροσωπευτικές τιμές και οι πρόσθετοι δασμοί που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή των προϊόντων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 951/2006, που καθορίστηκαν στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 877/2009 για την περίοδο 2009/10, τροποποιούνται και αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει οτις 15 Ιουλίου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 14 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 178 της 1.7.2006, σ. 24.

(3)  ΕΕ L 253 της 25.9.2009, σ. 3.

(4)  ΕΕ L 179 της 14.7.2010, σ. 6.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αντιπροσωπευτικές τιμές και πρόσθετοι εισαγωγικοί δασμοί για τη λευκή ζάχαρη, την ακατέργαστη ζάχαρη και τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 1702 90 95 που εφαρμόζονται από τη 15η Ιουλίου 2010

(EUR)

Κωδικός ΣΟ

Ποσό της αντιπροσωπευτικής τιμής για 100 kg καθαρού βάρους του εν λόγω προϊόντος

Ποσό του πρόσθετου δασμού για 100 kg καθαρού βάρους του εν λόγω προϊόντος

1701 11 10 (1)

41,21

0,00

1701 11 90 (1)

41,21

2,54

1701 12 10 (1)

41,21

0,00

1701 12 90 (1)

41,21

2,24

1701 91 00 (2)

47,57

3,20

1701 99 10 (2)

47,57

0,07

1701 99 90 (2)

47,57

0,07

1702 90 95 (3)

0,48

0,23


(1)  Καθορισμός για τον ποιοτικό τύπο όπως ορίζεται στο παράρτημα IV σημείο III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

(2)  Καθορισμός για τον ποιοτικό τύπο όπως ορίζεται στο παράρτημα IV σημείο II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

(3)  Καθορισμός ανά 1 % περιεκτικότητας σε σακχαρόζη.


15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/19


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 620/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 14ης Ιουλίου 2010

όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τις επτά πρώτες ημέρες του Ιουλίου 2010 στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που άνοιξαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 616/2007 για το κρέας πουλερικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τον τρόπο διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής γεωργικών προϊόντων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται με σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής (2), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 2,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 616/2007 της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 2007 για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για το κρέας πουλερικών καταγωγής Βραζιλίας, Ταϊλάνδης και άλλων τρίτων χωρών (3), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 5,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 616/2007 ανοίχθηκαν δασμολογικές ποσοστώσεις για την εισαγωγή κρέατος πουλερικών.

(2)

Οι αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν κατά τις επτά πρώτες ημέρες του Ιουλίου 2010 για την υποπερίοδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010 αφορούν, για ορισμένες ποσοστώσεις, ποσότητες ανώτερες από τις διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, πρέπει να προσδιοριστεί ο αριθμός των πιστοποιητικών εισαγωγής που μπορούν να εκδοθούν με τον καθορισμό συντελεστή κατανομής των αιτούμενων ποσοτήτων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Για τις αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 616/2007 για την υποπερίοδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010 ισχύουν οι συντελεστές κατανομής που προβλέπονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 15 Ιουλίου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 14 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 238 της 1.9.2006, σ. 13.

(3)  ΕΕ L 142 της 5.6.2007, σ. 3.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθμός ομάδας

Αύξων αριθμός

Συντελεστής κατανομής για τις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν για την υποπερίοδο από 1.10.2010-31.12.2010

(%)

1

09.4211

0,400612

5

09.4215

0,378838

6

09.4216

7,14204


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/21


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 8ης Ιουλίου 2010

για την τροποποίηση των παραρτημάτων της απόφασης 93/52/ΕΟΚ όσον αφορά την αναγνώριση της Λιθουανίας και της περιφέρειας Molise της Ιταλίας ως επίσημα απαλλαγμένων από τη βρουκέλλωση (Br. melitensis) και για την τροποποίηση των παραρτημάτων της απόφασης 2003/467/ΕΚ όσον αφορά την κήρυξη ορισμένων διοικητικών περιφερειών της Ιταλίας ως επίσημα απαλλαγμένων από τη φυματίωση, τη βρουκέλλωση και την ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 4592]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2010/391/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

την οδηγία 64/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών βοοειδών και χοιροειδών (1), και ιδίως το παράρτημα A τμήμα I σημείο 4, το παράρτημα A τμήμα II σημείο 7 και το παράρτημα Δ τμήμα I στοιχείο E,

την οδηγία 91/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με το καθεστώς υγειονομικού ελέγχου που διέπει το ενδοκοινοτικό εμπόριο αιγοπροβάτων (2), και ιδίως το παράρτημα A κεφάλαιο 1 τμήμα II,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 91/68/ΕΟΚ καθορίζει τους όρους υγείας των ζώων που διέπουν το εμπόριο αιγοπροβάτων στην Ένωση. Καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους τα κράτη μέλη ή οι περιφέρειες αναγνωρίζονται ως επίσημα απαλλαγμένα από τη βρουκέλλωση.

(2)

Στην απόφαση 93/52/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, που διαπιστώνει την τήρηση εκ μέρους ορισμένων κρατών μελών ή περιφερειών των όρων σχετικά με τη βρουκέλλωση (Br. melitensis) και που τους αναγνωρίζει καθεστώς κράτους μέλους ή περιφέρειας επίσημα απαλλαγμένης από την εν λόγω νόσο (3) παρατίθενται, στα παραρτήματα, τα κράτη μέλη και οι περιφέρειες που αναγνωρίζεται ότι είναι επίσημα απαλλαγμένες από τη βρουκέλλωση (Br. melitensis) σύμφωνα με την οδηγία 91/68/ΕΟΚ.

(3)

Η Λιθουανία υπέβαλε στην Επιτροπή δικαιολογητικά έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η συμμόρφωση προς τους σχετικούς όρους που προβλέπονται στην οδηγία 91/68/ΕΟΚ, ώστε να αναγνωριστεί επίσημα ως απαλλαγμένη από τη βρουκέλλωση (Br. melitensis) όσον αφορά ολόκληρο το έδαφός της. Το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει επομένως να αναγνωριστεί επίσημα ως απαλλαγμένο από την ανωτέρω νόσο. Ως εκ τούτου, το παράρτημα Ι της απόφασης 93/52/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα.

(4)

Η Ιταλία υπέβαλε στην Επιτροπή δικαιολογητικά έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η συμμόρφωση προς τους σχετικούς όρους που προβλέπονται στην οδηγία 91/68/ΕΟΚ όσον αφορά όλες τις επαρχίες στην περιφέρεια Molise, ώστε η εν λόγω περιφέρεια να αναγνωριστεί ως επίσημα απαλλαγμένη από τη βρουκέλλωση (Br. melitensis). Η εν λόγω περιφέρεια πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ως επίσημα απαλλαγμένη από την ανωτέρω νόσο.

(5)

Η Ιταλία ζήτησε επίσης να επέλθουν τροποποιήσεις στην εγγραφή που την αφορά στον κατάλογο των περιφερειών των κρατών μελών, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί ως επίσημα απαλλαγμένες από τη βρουκέλλωση (Br. melitensis), στο παράρτημα ΙΙ της απόφασης 93/52/ΕΟΚ. Η σημερινή διοικητική διαίρεση της Ιταλίας διαχωρίζει την περιφέρεια Trentino-Alto Adige σε δύο επιμέρους περιοχές: συγκεκριμένα, την επαρχία του Bolzano και την επαρχία του Trento. Η περιφέρεια Σαρδηνίας έχει διαιρεθεί σε οκτώ επαρχίες. Επιπλέον, καθώς όλες οι επαρχίες των περιφερειών Lombardia, Piemonte, Toscana, Σαρδηνία και Umbria έχουν ήδη αναγνωριστεί ως επίσημα απαλλαγμένες από τη βρουκέλλωση (Br. melitensis), ολόκληρες οι εν λόγω περιφέρειες πρέπει να αναγνωριστούν ως επίσημα απαλλαγμένες από την ανωτέρω νόσο.

(6)

Ως εκ τούτου, η εγγραφή στο παράρτημα ΙΙ της απόφασης 93/52/ΕΟΚ όσον αφορά την Ιταλία πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(7)

Η οδηγία 64/432/ΕΟΚ ισχύει στον τομέα των συναλλαγών εντός της Ένωσης όσον αφορά τα βοοειδή και τα χοιροειδή. Καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους τα κράτη μέλη ή μέρη ή περιφέρειες αυτών αναγνωρίζονται ως επίσημα απαλλαγμένα από τη φυματίωση, τη βρουκέλλωση και την ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών, όσον αφορά τις αγέλες βοοειδών.

(8)

Η απόφαση 2003/467/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2003, για τη θέσπιση καθεστώτος επίσημης απαλλαγής από τη φυματίωση, τη βρουκέλλωση και την ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών σε ορισμένα κράτη μέλη και περιφέρειες κρατών μελών όσον αφορά τις αγέλες βοοειδών (4), απαριθμεί αυτά τα κράτη μέλη και τις περιφέρειες στα παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ αντίστοιχα της εν λόγω απόφασης.

(9)

Η Ιταλία υπέβαλε στην Επιτροπή έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η τήρηση των σχετικών όρων που προβλέπονται στην οδηγία 64/432/ΕΟΚ όσον αφορά όλες τις επαρχίες των περιφερειών Lombardia και Toscana, καθώς και τις επαρχίες Cagliari, Medio-Campidano, Ogliastra και Olbia-Tempio στην περιφέρεια Σαρδηνίας, ώστε οι εν λόγω περιφέρειες και επαρχίες να μπορούν να κηρυχτούν ως περιοχές της Ιταλίας επίσημα απαλλαγμένες από τη φυματίωση των βοοειδών.

(10)

Η Ιταλία υπέβαλε στην Επιτροπή έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η τήρηση των σχετικών όρων που προβλέπονται στην οδηγία 64/432/ΕΟΚ, όσον αφορά την επαρχία Campobasso στην περιφέρεια Molise, ώστε η εν λόγω επαρχία να μπορεί να κηρυχτεί ως περιοχή της Ιταλίας επίσημα απαλλαγμένη από τη βρουκέλλωση των βοοειδών.

(11)

Η Ιταλία υπέβαλε στην Επιτροπή έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η τήρηση των σχετικών όρων που προβλέπονται στην οδηγία 64/432/ΕΟΚ, όσον αφορά την επαρχία Napoli στην περιφέρεια Campania, την επαρχία Brindisi στην περιφέρεια Puglia και τις επαρχίες Agrigento, Caltanissetta, Siracusa και Trapani στην περιφέρεια Σικελίας, ώστε οι εν λόγω επαρχίες να μπορούν να κηρυχτούν ως περιοχές της Ιταλίας επίσημα απαλλαγμένες από την ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών.

(12)

Σε συνέχεια της αξιολόγησης των εγγράφων που υπέβαλε η Ιταλία, οι εν λόγω επαρχίες και περιφέρειες πρέπει να κηρυχτούν ως περιοχές της Ιταλίας επίσημα απαλλαγμένες από τη φυματίωση, τη βρουκέλλωση και την ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών αντίστοιχα.

(13)

Η Ιταλία ζήτησε επίσης να επέλθουν τροποποιήσεις στην εγγραφή που την αφορά στον κατάλογο των περιφερειών των κρατών μελών, οι οποίες έχουν κηρυχτεί ως επίσημα απαλλαγμένες από τη φυματίωση, τη βρουκέλλωση και την ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών, στα παραρτήματα της απόφασης 2003/467/ΕΚ. Η σημερινή διοικητική διαίρεση της Ιταλίας διαχωρίζει την περιφέρεια Trentino-Alto Adige σε δύο επιμέρους περιοχές: συγκεκριμένα, την επαρχία του Bolzano και την επαρχία του Trento.

(14)

Επιπλέον, καθώς όλες οι επαρχίες των περιφερειών Emilia-Romagna, Lombardia, Σαρδηνία και Umbria, που απαριθμούνται στο κεφάλαιο 2 του παραρτήματος ΙΙ της απόφασης 2003/467/ΕΚ, έχουν ήδη κηρυχτεί ως επίσημα απαλλαγμένες από τη βρουκέλλωση και όλες οι επαρχίες των περιφερειών Emilia-Romagna, Lombardia, Marche, Piemonte, Toscana, Umbria και Val d’Aosta, που απαριθμούνται στο κεφάλαιο 2 του παραρτήματος ΙΙΙ της απόφασης 2003/467/ΕΚ, έχουν ήδη κηρυχτεί ως επίσημα απαλλαγμένες από την ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών, ολόκληρες οι εν λόγω περιφέρειες πρέπει να αναγνωριστούν ως επίσημα απαλλαγμένες από τις αντίστοιχες νόσους.

(15)

Ως εκ τούτου, τα παραρτήματα της απόφασης 2003/467/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

(16)

Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις 93/52/ΕΟΚ και 2003/467/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

(17)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Τα παραρτήματα της απόφασης 93/52/ΕΟΚ τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα Ι της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 2

Τα παραρτήματα της απόφασης 2003/467/ΕΚ τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 8 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή

John DALLI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 121 της 29.7.1964, σ. 1977/64.

(2)  ΕΕ L 46 της 19.2.1991, σ. 19.

(3)  ΕΕ L 13 της 21.1.1993, σ. 14.

(4)  ΕΕ L 156 της 25.6.2003, σ. 74.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Τα παραρτήματα της απόφασης 93/52/ΕΟΚ τροποποιούνται ως εξής:

1.

Το παράρτημα Ι αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

Κωδικός ISO

Κράτος μέλος

BE

Βέλγιο

CZ

Τσεχική Δημοκρατία

DK

Δανία

DE

Γερμανία

IE

Ιρλανδία

LT

Λιθουανία

LU

Λουξεμβούργο

HU

Ουγγαρία

NL

Κάτω Χώρες

AT

Αυστρία

PL

Πολωνία

RO

Ρουμανία

SI

Σλοβενία

SK

Σλοβακία

FI

Φινλανδία

SE

Σουηδία

UK

Ηνωμένο Βασίλειο»

2.

Στο παράρτημα ΙΙ, η εγγραφή όσον αφορά την Ιταλία αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Στην Ιταλία:

Περιφέρεια Abruzzo: Επαρχία Pescara,

Επαρχία Bolzano,

Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia,

Περιφέρεια Lazio: Επαρχίες Latina, Rieti, Roma, Viterbo,

Περιφέρεια Liguria: Επαρχία Savona,

Περιφέρεια Lombardia,

Περιφέρεια Marche,

Περιφέρεια Molise,

Περιφέρεια Piemonte,

Περιφέρεια Σαρδηνίας,

Περιφέρεια Toscana,

Επαρχία Trento,

Περιφέρεια Umbria,

Περιφέρεια Veneto.»


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Τα παραρτήματα της απόφασης 2003/467/ΕΚ τροποποιούνται ως εξής:

1.

Στο παράρτημα Ι, κεφάλαιο 2, η εγγραφή όσον αφορά την Ιταλία αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Στην Ιταλία:

Περιφέρεια Abruzzo: Επαρχία Pescara,

Επαρχία Bolzano,

Περιφέρεια Emilia-Romagna,

Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia,

Περιφέρεια Lombardia,

Περιφέρεια Marche: Επαρχία Ascoli Piceno,

Περιφέρεια Piemonte: Επαρχίες Novara, Verbania, Vercelli,

Περιφέρεια Σαρδηνίας: Επαρχίες Cagliari, Medio-Campidano, Ogliastra, Olbia-Tempio, Oristano,

Περιφέρεια Toscana,

Επαρχία Trento,

Περιφέρεια Veneto.»

2.

Στο παράρτημα ΙΙΙ, κεφάλαιο 2, η εγγραφή όσον αφορά την Ιταλία αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Στην Ιταλία:

Περιφέρεια Abruzzo: Επαρχία Pescara,

Επαρχία Bolzano,

Περιφέρεια Emilia-Romagna,

Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia,

Περιφέρεια Lazio: Επαρχία Rieti,

Περιφέρεια Liguria: Επαρχίες Imperia, Savona,

Περιφέρεια Lombardia,

Περιφέρεια Marche,

Περιφέρεια Molise: Επαρχία Campobasso,

Περιφέρεια Piemonte,

Περιφέρεια Puglia: Επαρχία Brindisi,

Περιφέρεια Σαρδηνίας,

Περιφέρεια Toscana,

Επαρχία Trento,

Περιφέρεια Umbria,

Περιφέρεια Veneto.»

3.

Στο παράρτημα ΙΙΙ, κεφάλαιο 2, η εγγραφή όσον αφορά την Ιταλία αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Στην Ιταλία:

Περιφέρεια Abruzzo: Επαρχία Pescara,

Επαρχία Bolzano,

Περιφέρεια Campania: Επαρχία Napoli,

Περιφέρεια Emilia-Romagna,

Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia,

Περιφέρεια Lazio: Επαρχίες Frosinone, Rieti,

Περιφέρεια Liguria: Επαρχίες Imperia, Savona,

Περιφέρεια Lombardia,

Περιφέρεια Marche,

Περιφέρεια Molise,

Περιφέρεια Piemonte,

Περιφέρεια Puglia: Επαρχία Brindisi,

Περιφέρεια Σαρδηνίας,

Περιφέρεια Σικελίας: Επαρχίες Agrigento, Caltanissetta, Siracusa, Trapani,

Περιφέρεια Toscana,

Επαρχία Trento,

Περιφέρεια Umbria,

Περιφέρεια Val d’Aosta,

Περιφέρεια Veneto.»


15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/26


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 14ης Ιουλίου 2010

για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδίας και Μαλαισίας

(2010/392/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) (εφεξής ο «βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 9,

Κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

A.   Διαδικασία

(1)

Στις 30 Ιουνίου 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή («η Επιτροπή») έλαβε καταγγελία σχετικά με τους ισχυρισμούς περί ζημιογόνου ντάμπινγκ από εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδίας και Μαλαισίας (οι «ενδιαφερόμενες χώρες»).

(2)

Η καταγγελία υποβλήθηκε από το Ευρωπαϊκό Βιομηχανικό Ινστιτούτο Συνδετήρων («EIFI») εξ ονόματος των παραγωγών που αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος, στη συγκεκριμένη περίπτωση πάνω από το 25 % της συνολικής ενωσιακής παραγωγής, ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 και το άρθρο 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

(3)

Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά εκ πρώτης όψεως στοιχεία ως προς την ύπαρξη επιδοτήσεων και την εξ αυτών προκαλούμενη σημαντική ζημία, τα οποία κρίθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων.

(4)

Η Επιτροπή, ύστερα από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2), κίνησε διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Ένωση ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής των ενδιαφερόμενων χωρών, που επί του παρόντος υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 7318 12 10, 7318 14 10, 7318 15 30, 7318 15 51, 7318 15 61 και 7318 15 70.

(5)

Την ίδια ημέρα η Επιτροπή κίνησε διαδικασία κατά των επιδοτήσεων σχετικά με τις εισαγωγές στην Ένωση ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής των εν λόγω χωρών (3).

(6)

Η Επιτροπή έστειλε ερωτηματολόγια στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης και σε όλες τις γνωστές ενώσεις παραγωγών στην Ένωση, στους παραγωγούς-εξαγωγείς στις ενδιαφερόμενες χώρες, σε όλες τις ενώσεις παραγωγών-εξαγωγέων, στους εισαγωγείς, σε όλες τις γνωστές ενώσεις εισαγωγέων και στις αρχές των ενδιαφερόμενων χωρών. Οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που οριζόταν στην ανακοίνωση.

B.   Απόσυρση της καταγγελίας και περάτωση της διαδικασίας

(7)

Με επιστολή της 1ης Απριλίου 2010 στην Επιτροπή το EIFI απέσυρε επισήμως την καταγγελία.

(8)

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η διαδικασία είναι δυνατόν να περατωθεί όταν αποσύρεται η καταγγελία, εκτός αν η περάτωση δεν είναι προς το συμφέρον της Ένωσης.

(9)

Η Επιτροπή έκρινε σκόπιμη την περάτωση της παρούσας διαδικασίας, δεδομένου ότι η έρευνα δεν έφερε στο φως στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η περάτωση αυτή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της Ένωσης. Τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά και τους παρασχέθηκε η ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις που να υποδεικνύουν ότι η περάτωση αυτή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της Ένωσης.

(10)

Η Επιτροπή, επομένως καταλήγει, στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Ένωση ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής των εν λόγω χωρών πρέπει να περατωθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδίας και Μαλαισίας, που επί του παρόντος υπάγονται στους ΣΟ κωδικούς 7318 12 10, 7318 14 10, 7318 15 30, 7318 15 51, 7318 15 61 και 7318 15 70, περατώνεται με την παρούσα απόφαση.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 14 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 51.

(2)  ΕΕ C 190 της 13.8.2009, σ. 27.

(3)  ΕΕ C 190 της 13.8.2009, σ. 32.


15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/28


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 14ης Ιουλίου 2010

για την περάτωση της διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδίας και Μαλαισίας

(2010/393/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 597/2009 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) (εφεξής ο «βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 14,

Κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

A.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στις 30 Ιουνίου 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή («η Επιτροπή») έλαβε καταγγελία, σύμφωνα με την οποία οι εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδίας και Μαλαισίας αποτελούν αντικείμενο ζημιογόνων επιδοτήσεων (οι «ενδιαφερόμενες χώρες»).

(2)

Η καταγγελία υποβλήθηκε από το Ευρωπαϊκό Βιομηχανικό Ινστιτούτο Συνδετήρων (EIFI) εξ ονόματος των παραγωγών που αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος, στη συγκεκριμένη περίπτωση πάνω από το 25 % της συνολικής παραγωγής της Ένωσης, ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 και το άρθρο 10 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

(3)

Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά εκ πρώτης όψεως στοιχεία ως προς την ύπαρξη επιδοτήσεων και την εξ αυτών προκαλούμενη σημαντική ζημία, τα οποία κρίθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων.

(4)

Πριν από την έναρξη της διαδικασίας και σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις κυβερνήσεις των ενδιαφερόμενων χωρών ότι είχε λάβει δεόντως τεκμηριωμένη καταγγελία σύμφωνα με την οποία οι επιδοτούμενες εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής των εν λόγω χωρών προκαλούσαν σημαντική ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης. Οι κυβερνήσεις των εν λόγω χωρών κλήθηκαν χωριστά σε διαβουλεύσεις με σκοπό να διευκρινιστεί η κατάσταση όσον αφορά το περιεχόμενο της καταγγελίας και να επιτευχθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση. Κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης.

(5)

Η Επιτροπή, ύστερα από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2), κίνησε διαδικασία κατά των επιδοτήσεων σχετικά με τις εισαγωγές στην Ένωση ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής των εν λόγω χωρών, που επί του παρόντος υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 7318 12 10, 7318 14 10, 7318 15 30, 7318 15 51, 7318 15 61 και 7318 15 70.

(6)

Την ίδια ημέρα η Επιτροπή κίνησε διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Ένωση ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής των εν λόγω χωρών (3).

(7)

Η Επιτροπή έστειλε ερωτηματολόγια στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης και σε όλες τις γνωστές ενώσεις παραγωγών στην Ένωση, στους παραγωγούς-εξαγωγείς στις εν λόγω χώρες, σε όλες τις ενώσεις παραγωγών-εξαγωγέων, στους εισαγωγείς, σε όλες τις γνωστές ενώσεις εισαγωγέων και στις αρχές των ενδιαφερόμενων χωρών. Οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που οριζόταν στην ανακοίνωση.

B.   ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

(8)

Με επιστολή της 1ης Απριλίου 2010 στην Επιτροπή το EIFI απέσυρε επισήμως την καταγγελία.

(9)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η διαδικασία είναι δυνατόν να περατωθεί όταν αποσύρεται η καταγγελία, εκτός αν η περάτωση δεν είναι προς το συμφέρον της Ένωσης.

(10)

Η Επιτροπή έκρινε σκόπιμη την περάτωση της παρούσας διαδικασίας, δεδομένου ότι η έρευνα δεν έφερε στο φως στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η περάτωση αυτή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της Ένωσης. Τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά και τους παρασχέθηκε η ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις που να υποδεικνύουν ότι η περάτωση αυτή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της Ένωσης.

(11)

Η Επιτροπή, επομένως, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία κατά των επιδοτήσεων σχετικά με τις εισαγωγές στην ένωση ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής των εν λόγω χωρών πρέπει να περατωθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η διαδικασία κατά των επιδοτήσεων σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδίας και Μαλαισίας, που επί του παρόντος υπάγονται στους ΣΟ κωδικούς 7318 12 10, 7318 14 10, 7318 15 30, 7318 15 51, 7318 15 61 και 7318 15 70, περατώνεται με την παρούσα απόφαση.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 14 Ιουλίου 2010.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 188 της 18.7.2009, σ. 93.

(2)  ΕΕ C 190 της 13.8.2009, σ. 32.

(3)  ΕΕ C 190 της 13.8.2009, σ. 27.


IV Πράξεις θεσπισθείσες πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2009, δυνάμει της συνθήκης ΕΚ, της συνθήκης ΕΕ και της συνθήκης Ευρατόμ

15.7.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 180/30


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20ής Μαΐου 2008

σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 57/06 (ex NN 56/06, ex N 451/06) σε σχέση με τη χρηματοδότηση της εταιρείας Hessische Staatsweingüter από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 1626]

(Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2010/394/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο (1) και λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω παρατηρήσεις,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΓΔ AGRI), κατόπιν καταγγελιών που έλαβε τον Οκτώβριο 2003 και τον Νοέμβριο 2004, διεξήγαγε έρευνα σχετικά με τη χρηματοδότηση της εταιρείας Hessische Staatsweingüter από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης.

(2)

Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν δύο συναντήσεις, μία στις 26 Ιανουαρίου 2005 μεταξύ των αρχών της Έσσης και υπαλλήλων της ΓΔ AGRI και μία στις 29 Σεπτεμβρίου 2005 μεταξύ του πρωθυπουργού της Έσσης κ. Koch και της Επιτρόπου, αρμόδιας για θέματα γεωργίας και αγροτικής ανάπτυξης. Μετά τη συνάντηση της 29ης Σεπτεμβρίου 2005, στις 13 Οκτωβρίου 2005 απεστάλη επιστολή της ΓΔ AGRI προς τις αρχές της Έσσης.

(3)

Οι αρχές της Έσσης κοινοποίησαν στη ΓΔ AGRI γραπτά στοιχεία με επιστολές της 25ης Ιανουαρίου 2005, της 25ης Απριλίου 2005 και της 12ης Δεκεμβρίου 2005, στις οποίες γίνεται παραπομπή.

(4)

Με ηλεκτρονική επιστολή της 6ης Ιουλίου 2006 οι γερμανικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με τη χρηματοδότηση με ίδια κεφάλαια ενός νέου οινοποιείου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν, η κοινοποίηση αυτή υποβλήθηκε για λόγους ασφάλειας δικαίου. Δεδομένου ότι ένα μέρος των κεφαλαίων είχε ήδη καταβληθεί πριν από την κοινοποίηση, το μέτρο καταχωρίσθηκε στο μητρώο των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων με αριθμό NN 56/06. Με ηλεκτρονικές επιστολές της 21ης Σεπτεμβρίου 2006 και της 14ης Νοεμβρίου 2006 οι γερμανικές αρχές διαβίβασαν πρόσθετα στοιχεία.

(5)

Με επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 2006 (Ε(2006) 6605 τελικό), η Επιτροπή κοινοποίησε στις γερμανικές αρχές την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ όσον αφορά την υπό εξέταση ενίσχυση.

(6)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2). Η Επιτροπή κάλεσε τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας ενός μηνός.

(7)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις ενός ενδιαφερόμενου μέρους, το οποίο με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 2007 ζήτησε να τηρηθεί απόρρητη η ταυτότητά του.

(8)

Οι παρατηρήσεις αυτές διαβιβάστηκαν στις γερμανικές αρχές με επιστολή της 2ας Μαρτίου 2007, χωρίς να αποκαλυφθεί η ταυτότητα του ενδιαφερόμενου μέρους. Με επιστολή της 7ης Μαρτίου 2007 το ενδιαφερόμενο μέρος ανακάλεσε το αίτημά του να τηρηθεί απόρρητη η ταυτότητά του. Με ηλεκτρονική επιστολή της 4ης Απριλίου 2007 οι γερμανικές αρχές διαβίβασαν πρόσθετες πληροφορίες.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

(9)

Σύμφωνα με τα διαβιβασθέντα στοιχεία, η εταιρεία Hessische Staatsweingüter GmbH Kloster Eberbach, με έδρα το Eltville am Rhein, εκμεταλλεύεται το μεγαλύτερο αμπελώνα της Γερμανίας, με καλλιεργούμενη έκταση περίπου 190 εκτάρια, και επικεντρώνεται στην παραγωγή οίνων ανώτερης ποιότητας, ιδίως «Riesling» και σε μεγάλο βαθμό, ερυθρών οίνων. Αποτελεί ιδιοκτησία (100 %) του ομόσπονδου κράτους της Έσσης.

(10)

Η οινοπαραγωγική μονάδα του ομόσπονδου κράτους της Έσσης αποτέλεσε καταρχάς έως το 1998 αντικείμενο διαχείρισης ως τμήμα της γενικής διοίκησης [kameralistische Wirtschaftsführung – δημόσια οικονομική διαχείριση] και στη συνέχεια ως το 2003 ως επιχείρηση που ανήκει στο ομόσπονδο κράτος της Έσσης [Landesbetrieb]. Σε σχέση με τη χρηματοδότηση της Hessische Staatsweingüter πρέπει να εξεταστούν διάφορα μέτρα:

(11)

Πριν από το 2003, η Hessische Staatsweingüter ήταν ζημιογόνα σε ορισμένες περιπτώσεις. Οι ζημιές αυτές καλύφθηκαν από το ομόσπονδο κράτος.

(12)

Πριν από την κοινοποίηση από τη Γερμανία οι αρχές του ομόσπονδου κράτους της Έσσης υπέβαλαν λεπτομερείς πληροφορίες όσον αφορά τη χορήγηση ενίσχυσης στη Hessische Staatsweingüter εκ μέρους του ομόσπονδου κράτους της Έσσης κατά τα έτη 1995-2002.

(13)

Στο πλαίσιο της δημόσιας οικονομικής διαχείρισης η λειτουργία της Hessische Staatsweingüter καλύφθηκε από τα κεφάλαια 09 35 και/ή 03 35 του προϋπολογισμού του ομόσπονδου κράτους. Οι ζημιές της Hessische Staatsweingüter αντισταθμίζονταν συνολικά στο πλαίσιο των εκάστοτε ετήσιων προϋπολογισμών του ομόσπονδου κράτους της Έσσης.

(14)

Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, το πρώην σιστερσιανό αβαείο του Eberbach (Kloster Eberbach), το οποίο περιλαμβάνεται στα ιστορικά και πολιτιστικά μνημεία, ανήκε επίσης την εποχή εκείνη στη Hessische Staatsweingüter. Το κόστος συντήρησης και εκμετάλλευσης της μονής βάρυνε συνεπώς την Hessische Staatsweingüter. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, η μονή λειτουργεί σήμερα ως ανεξάρτητο ίδρυμα δημοσίου δικαίου.

(15)

Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, τα αποτελέσματα της Hessische Staatsweingüter την περίοδο 1995 – 1997 ήταν τα ακόλουθα:

(σε DEM)

 

1995

1996

1997

Έσοδα

10 424 594

10 970 002

12 043 717

Δαπάνες

11 637 419

11 889 731

12 330 538

Αποτέλεσμα

–1 212 825

– 919 729

– 286 821

(16)

Οι αρχές της Έσσης επιβεβαίωσαν ότι οι δαπάνες που συνδέονται με τη συντήρηση και τη διαχείριση της μονής Eberbach δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του συνολικού ποσού των εισφορών του ομόσπονδου κράτους της Έσσης που προορίζονται για την οινοπαραγωγική επιχείρηση Hessische Staatsweingüter.

(17)

Τα έσοδα και οι δαπάνες της μονής Eberbach που καταλογίστηκαν στη Hessische Staatsweingüter αναφέρθηκαν, σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, σε χωριστή ομάδα τίτλων [ομάδα τίτλου 72] και συνεπώς είναι δυνατόν να οριοθετηθούν με σαφήνεια.

(18)

Επιπλέον, σύμφωνα με τις αρχές της Έσσης, οι λογαριασμοί της Hessische Staatsweingüter περιελάμβαναν δαπάνες οι οποίες δεν καταλογίζονται άμεσα στο οινοποιείο αλλά συνδέονται με έκτακτες δημόσιες παροχές, όπως δοκιμές κρασιών που διοργανώνονται στο πλαίσιο εκπροσώπησης του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης του ομόσπονδου κράτους ή επενδύσεων που συνδέονται με μέτρα αναδασμού. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, οι δαπάνες αυτές περιελήφθησαν στο επεξηγηματικό παράρτημα των κεφαλαίων 09 35 και 03 35 του ετήσιου προϋπολογισμού.

(19)

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, οι εισφορές του ομόσπονδου κράτους της Έσσης που καταλογίζονται στην οινοπαραγωγική επιχείρηση της Hessische Staatsweingüte, πρέπει να διορθωθούν, σύμφωνα με τις αρχές της Έσσης, ως εξής:

(σε DEM)

 

1995

1996

1997

Αποτελέσματα

–1 212 825

– 919 729

– 286 821

Έσοδα μονής Eberbach

570 825

826 672

966 948

Δαπάνες μονής Eberbach

1 344 793

1 331 987

1 533 826

Διόρθωση για τη μονή Eberbach

773 968

505 315

566 878

Δοκιμές οίνου στο πλαίσιο εκπροσώπησης (κατ’ αποκοπή)

140 000

140 000

140 000

Αναδασμός

63 918

99 568

47 963

Διόρθωση δαπανών που δεν συνδέονται με τη λειτουργία

203 918

239 568

187 963

Διορθωμένο συνολικό ποσό

– 234 939

– 174 846

468 020

Διορθωμένες ενισχύσεις σε EUR

120 122

89 397

(20)

Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, η Landesbetrieb Hessische Staatsweingüter (η οποία ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1998 ως χωριστό τμήμα της διοίκησης του ομόσπονδου κράτους αλλά χωρίς χωριστή νομική προσωπικότητα) έλαβε ενισχύσεις λειτουργίας, στις οποίες συγκαταλέγονταν επιδοτήσεις λειτουργίας και επιδοτήσεις για δραστηριότητες εκπροσώπησης του ομόσπονδου κράτους (κατ’ αποκοπή ποσά για δοκιμές κρασιών που διοργάνωσαν το κοινοβούλιο και η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης).

(21)

Σύμφωνα με στοιχεία των αρχών της Έσσης, τα ακόλουθα ποσά μπορούν να θεωρηθούν ως σημαντικές ενισχύσεις προς την Hessische Staatsweingüter για την περίοδο 1998 έως 2002:

(σε DEM)

 

1998

1999

2000

2001

2002

Ενισχύσεις λειτουργίας

145 000

670 000

100 000

120 000

61 400

εκ των οποίων επιχορηγήσεις για ενέργειες εκπροσώπησης

65 000

100 000

100 000

120 000

61 400

Σημαντικές ενισχύσεις

80 000

570 000

Σημαντικές ενισχύσεις σε EUR

40 903

291 436

(22)

Κατά την άποψη των αρχών της Έσσης, οι σημαντικές ενισχύσεις για το διάστημα 1995 έως 2002 είναι δυνατό να συνοψιστούν ως εξής:

(σε EUR)

Δημόσια οικονομική διαχείριση

1995-1997

209 520

Landesbetrieb

1998-2002

332 339

Σύνολο

1995-2002

541 859

(23)

Για την προετοιμασία της αναδιάρθρωσης της οινοπαραγωγικής επιχείρησης η Hessische Staatsweingüter εκπόνησε, κατόπιν αιτήματος του ομόσπονδου κράτους της Έσσης, από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο του 2001 από κοινού με το ερευνητικό ίδρυμα Geisenheim έγγραφο στρατηγικής με τίτλο Situationsanalyse und Entwicklungsperspektiven [Ανάλυση της κατάστασης και προοπτικές ανάπτυξης], το οποίο παρουσίαζε τα διάφορα σενάρια για την ενδεχόμενη περαιτέρω ανάπτυξη της Staatsweingüter. Στο έγγραφο αυτό προβλέπονταν δύο πιθανές νομικές μορφές για την οινοπαραγωγική επιχείρηση (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή ίδρυμα). Όσον αφορά την επιχειρησιακή στρατηγική, οι επιλογές συνίσταντο στην πλήρη ανακαίνιση του παλαιού οινοποιείου ή στην κατασκευή νέου οινοποιείου.

(24)

Βάσει του εν λόγω εγγράφου, τον Ιούνιο του 2002 καταρτίστηκε επιχειρηματικό σχέδιο για καθένα από τα σενάρια. Το σενάριο «status quo» προέβλεπε τη σταδιακή αναδιάρθρωση των παλαιών χώρων στο Eltville για την επόμενη δεκαετία με κόστος περίπου 6,7 εκατ. EUR. Η επιλογή «status quo» δεν θα βοηθούσε, ωστόσο, την οινοπαραγωγική επιχείρηση να καταστεί εκ νέου βιώσιμη. Σύμφωνα με το επιχειρηματικό σχέδιο, η χρηματοδότηση της Staatsweingüter για διάστηκα δέκα ετών θα απαιτούσε ενισχύσεις από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης συνολικού ύψους περίπου 14,3 εκατ. EUR (συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης του ελλείμματος ρευστότητας από την προηγούμενη δραστηριότητα από το 2000) καθώς και το προϊόν πώλησης μη απαιτούμενων για τη λειτουργία περιουσιακών στοιχείων ύψους περίπου 7,7 εκατ. EUR. Η οινοπαραγωγική επιχείρηση το 2011 θα παρουσίαζε ετήσιο έλλειμμα περίπου 2 εκατ. EUR.

(25)

Μία δεύτερη στρατηγική επιλογή, δηλαδή η κατασκευή ενός νέου οινοποιείου στις παλαιές εγκαταστάσεις στο Eltville, θεωρήθηκε οικονομικά λιγότερο ευνοϊκή λύση και ως εκ τούτου δεν λήφθηκε υπόψη.

(26)

Η μοναδική στρατηγική επιλογή, η οποία σύμφωνα με το επιχειρηματικό σχέδιο, θα εξασφάλιζε μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, θα ήταν η κατασκευή ενός νέου οινοποιείου στην περιοχή των εγκαταστάσεων των αμπελώνων Steinberg και η μεταφορά της διοίκησης της Hessische Staatsweingüter και της οινοθήκης της στη μονή Eberbach. Η επιλογή αυτή προϋπόθετε ότι το ομόσπονδο κράτος θα έπρεπε να καλύψει τις υποχρεώσεις της οινοπαραγωγικής επιχείρησης που συσσωρεύτηκαν έως τα τέλη του 2002. Το επενδυτικό κόστος για το νέο οινοποιείο υπολογίστηκε συνολικά σε 15 εκατ. EUR και θα έπρεπε να καλυφθεί εν μέρει από την πώληση γηπέδων που δεν απαιτούνται για τη δραστηριότητα της επιχείρησης και εν μέρει από ξένα κεφάλαια. Σύμφωνα με το μοντέλο του επιχειρηματικού σχεδίου, ένα πρώτο θετικό περιθώριο συνεισφοράς για την Hessische Staatsweingüter θα προέκυπτε κατά το οικονομικό έτος 2006/2007 και θα είχε για πρώτη φορά θετικές ταμειακές ροές κατά το οικονομικό έτος 2008/2009. Οι απαιτούμενες ενισχύσεις του ομόσπονδου κράτους για την κάλυψη των αναγκών ταμειακής ροής κατά τα πρώτα έτη της αναδιάρθρωσης από το 2003 ανέρχονταν συνολικά σε 4,3 εκατ. EUR.

(27)

Τον Σεπτέμβριο του 2002, εξαιτίας των αλλαγών που επήλθαν στην κατάσταση της αγοράς καθώς και άλλων συνθηκών (κυρίως της γενικής οικονομικής κατάστασης στη Γερμανία και μιας πλημμύρας) το επιχειρηματικό σχέδιο του Ιουνίου 2002 χρειάσθηκε να επικαιροποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2002 και να αναθεωρηθεί το οικονομικό μοντέλο. Σύμφωνα με το αναθεωρημένο μοντέλο, η καθυστέρηση που σημειώθηκε για την επίτευξη της βιωσιμότητας της Hessische Staatsweingüter απαιτούσε πρόσθετες ενισχύσεις εκ μέρους του ομόσπονδου κράτους ύψους 3,4 εκατ. EUR.

(28)

Με υπουργική απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002 η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης αποφάσισε να μετατρέψει, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2003, την οινοπαραγωγική επιχείρηση σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (GmbH), με την επωνυμία Hessische Staatsweingüter GmbH Kloster Eberbach (εφεξής: «GmbH»). Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται από τις αρχές της Έσσης ως «επίσημη ιδιωτικοποίηση». Επιπλέον, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε την κατασκευή ενός νέου οινοποιείου στις εγκαταστάσεις των αμπελώνων Steinberg και τη μεταφορά της διοίκησης από το Eltville στο Eberbach (υλοποίηση της τρίτης στρατηγικής επιλογής που παρουσιάζεται στο επιχειρηματικό σχέδιο).

(29)

Το κυκλοφορούν ενεργητικό και τα κινητά περιουσιακά στοιχεία της πρώην Landesbetrieb Hessische Staatsweingüter, συνολικού ύψους περίπου 7,3 εκατ. EUR, καθώς και ορισμένες βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις και προβλέψεις μεταφέρθηκαν στην GmbH. Τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία (η καλλιεργούμενη γη και τα κτίρια) μεταφέρθηκαν στην καλούμενη «Betrieb gewerblicher Art» (εμπορική οντότητα δημοσίου δικαίου την οποία κατέχει εξ ολοκλήρου το ομόσπονδο κράτος) και μισθώνονται από την GmbH. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, το μίσθωμα καθορίστηκε βάσει δύο εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικά με τη μισθωτήρια αξία (Pachtwertermittlungsgutachten), οι οποίες υποβλήθηκαν από τις αρχές της Έσσης.

(30)

Σύμφωνα με στοιχεία των αρχών της Έσσης, το ομόσπονδο κράτος επιθυμούσε να θέσει, στο πλαίσιο ενός συνολικού επενδυτικού σχεδίου, επαρκή κεφάλαια στη διάθεση της GmbH, ώστε να διασφαλίσει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τη βιωσιμότητά της στις διεθνείς αγορές οίνου χωρίς κρατική ενίσχυση.

(31)

Έως το τέλος του 2002 τα χρέη της Landesbetrieb προς το ομόσπονδο κράτος της Έσσης ανέρχονταν σε 1 792 000 EUR. Το ομόσπονδο κράτος διέγραψε το χρέος αυτό στις 31 Δεκεμβρίου 2002 και ενέγραψε εκ των υστέρων το ποσό αυτό στο σχέδιο προϋπολογισμού του 2002.

(32)

Κατά την ίδρυσή της τον Ιανουάριο του 2003 η GmbH έλαβε από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης το ποσό του 1 εκατ. EUR (εγγεγραμμένο κεφάλαιο). Με τη μεταφορά στοιχείων του ενεργητικού (και ορισμένων υποχρεώσεων), τη διαγραφή του χρέους και την αρχική εισφορά κεφαλαίου το ίδιο κεφάλαιο της νεοσυσταθείσας GmbH ανήλθε περίπου στα 7,6 εκατ. EUR (περίπου 91 % του συνόλου του ισολογισμού).

(33)

Στο τέλος του 2003 αποφασίστηκε δεύτερη εισφορά κεφαλαίου ύψους 1,225 εκατ. EUR. Η εν λόγω εισφορά καταβλήθηκε συγκεκριμένα σε δόσεις των 400 000 EUR στις 2 Απριλίου, των 300 000 EUR στις28 Ιουνίου, των 125 000 EUR στις 11 Αυγούστου και των 100 000 EUR στις 15 Σεπτεμβρίου 2004. Η τελευταία δόση ύψους 300 000 EUR καταβλήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2006. Η εισφορά κεφαλαίου καταχωρίσθηκε στον ισολογισμό της GmbH ως αποθεματικό κεφάλαιο.

(34)

Το επιχειρηματικό σχέδιο του Σεπτεμβρίου 2002 επικαιροποιήθηκε εκ νέου τον Φεβρουάριο του 2003 (το επιχειρηματικό σχέδιο της 26ης Φεβρουαρίου 2003 διευρύνθηκε ώστε να περιληφθούν τα κέρδη και οι ζημιές) και εκ νέου τον Νοέμβριο του 2003 (επιχειρηματικό σχέδιο της 28ης Νοεμβρίου 2003). Το επιχειρηματικό σχέδιο της 28ης Νοεμβρίου 2003 προέβλεπε για πρώτη φορά κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (3) κατά το οικονομικό έτος 2007, θετικά ταμειακά διαθέσιμα κατά το 2010 και ετήσια πλεονάσματα από το 2014 και μετά. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, το οικονομικό μοντέλο που λήφθηκε ως βάση θα οδηγούσε σε απόδοση ιδίων κεφαλαίων (βάσει κερδών προ φόρων) άνω του 3 % το 2016, η οποία από το 2019 θα έφτανε σε επίπεδο άνω του 7 %.

(35)

Στο πλαίσιο αυτό οι αρχές της Έσσης υπέβαλαν στην Επιτροπή έκθεση εμπειρογνωμόνων σχετικά με τη θέση στην αγορά και την οικονομική βιωσιμότητα συγκρίσιμων αμπελώνων στη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση (έκθεση εμπειρογνωμόνων – Die Marktstellung und Wirtschaftlichkeit von mit der Hessischen Staatsweingüter Kloster Eberbach GmbH, Eltville, vergleichbaren Weingütern in Deutschland und der Europäischen Union, του καθηγητή Dr. Dieter Hoffmann, Forschungsanstalt Geisenheim, Απρίλιος 2005· εφεξής «έκθεση Hoffmann»). Για την έκθεση αυτή το ερευνητικό ίδρυμα Geisenheim διεξήγαγε τακτικά αναλύσεις επιχειρήσεων για πάνω από 130 αμπελώνες, προκειμένου να προσδιοριστούν οι μέσοι δείκτες αποδοτικότητας του κλάδου.

(36)

Σύμφωνα με την έκθεση Hoffmann τους ιδιοκτήτες αμπελώνων και τους ενδεχόμενους ιδιοκτήτες εκτός του κλάδου τους ενδιαφέρει η μακροπρόθεσμη και σταθερή απόδοση των ιδίων κεφαλαίων τους. Η ανάλυση κατέδειξε για όλους τους αμπελώνες που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας, την περίοδο 1992–2003, μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων 1,9 %. Η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων των καλύτερων αμπελώνων ανήλθε στο 11,7 %. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, οι καλύτεροι αμπελώνες που έχουν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας δεν μπορούν να συγκριθούν άμεσα με την Hessische Staatsweingüter, διότι οι προαναφερόμενοι αμπελώνες αποτελούν οικογενειακές επιχειρήσεις και οι δείκτες αποδοτικότητας πρέπει να διορθωθούν ώστε να ληφθούν υπόψη τα έξοδα προσωπικού εξωτερικής διαχείρισης. Μετά από τη διόρθωση αυτή (λαμβανομένων υπόψη των εξόδων ενός τεχνικού και δύο οικονομικών στελεχών) η έκθεση αναφέρει για τους καλύτερους αμπελώνες μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων περίπου 2 % (1992-2003) και 3 % (1998-2003). Σύμφωνα με τις αρχές της Έσσης τα ποσοστά αυτά θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως συγκριτικά κριτήρια για τη χρηματοδότηση της Hessische Staatsweingüter.

(37)

Η έκθεση Hoffmann εκτιμά ότι η απαιτούμενη περίοδος για την επίτευξη του νεκρού σημείου του κύκλου εργασιών κατά την αναδιάρθρωση των αμπελώνων ή σε περίπτωση μακροπρόθεσμων επενδύσεων μεγαλύτερης κλίμακας ανέρχεται τουλάχιστον σε δέκα έτη και κατά μέσο όρο από δέκα έως δεκαπέντε έτη.

(38)

Οι αρχές της Έσσης ανάφεραν ότι τα οικονομικά μοντέλα που χρησίμευσαν ως βάση στηρίχθηκαν σε πολύ συντηρητικά σχέδια. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες το επιχειρηματικό σχέδιο της 26ης Φεβρουαρίου 2003 εξετάστηκε από την εταιρεία KPMG Deutsche Treuhand-Gesellschaft Aktiengesellschaft (KPMG) και χαρακτηρίστηκε ως ιδιαίτερα συντηρητικό σε ό,τι αφορά τα πιο απαισιόδοξα σενάρια.

(39)

Το ομόσπονδο κράτος της Έσσης θέτει στη διάθεση της Hessische Staatsweingüter GmbH Kloster Eberbach πρόσθετα κεφάλαια για την κατασκευή του νέου υπόγειου οινοποιείου. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες η επένδυση αυτή συνιστά αποφασιστικό μέτρο για την επίτευξη μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της GmbH (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 23 έως 25) και, λαμβανομένων υπόψη των διαρθρωτικών ελλείψεων του παλαιού οινοποιείου στο Eltville, είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ποιότητας του κρασιού και τη διασφάλιση της τήρησης των διεθνών κανόνων για τα τρόφιμα. Το νέο οινοποιείο κατασκευάζεται στις εγκαταστάσεις των αμπελώνων Steinberg.

(40)

Η συνολική επένδυση ύψους περίπου 15 εκατ. EUR χρηματοδοτείται εν μέρει από εισφορά κεφαλαίου του ομόσπονδου κράτους της Έσσης. Σε αντίθεση με ό,τι προβλεπόταν αρχικά στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, η διάθεση ιδίων κεφαλαίων ύψους 7,5 εκατ. EUR, η οποία ανακοινώθηκε στις 6 Ιουλίου 2006, δεν ήταν καθαρή εισφορά ιδίων κεφαλαίων, αλλά ως μετοχικό δάνειο.

(41)

Το εν λόγω μετοχικό δάνειο βασίζεται σε ετήσιο σταθερό επιτόκιο ύψους 3,7 % με τη δυνατότητα κεφαλαιοποίησης των ετήσιων επιτοκίων έως το 2014 και/ή το 2015 (αυτό σημαίνει απόσβεση 50 % των δεδουλευμένων τόκων και των σύνθετων τόκων το 2014 και/ή το 2015).

(42)

Επιπλέον, το εν λόγω μετοχικό δάνειο συμμετέχει στα ετήσια κέρδη με ποσοστό αντίστοιχο της σχέσης του μετοχικού δανείου στο εγγεγραμμένο κεφάλαιο της GmbH έως 25 % του ποσού του δανείου που πρέπει να αποπληρωθεί. Τον Οκτώβριο 2006 το ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη ήταν 88 %.

(43)

Το μετοχικό δάνειο θα αποσβεστεί από το 2021 με επιτόκιο 5 % ετησίως.

(44)

Η αποπληρωμή του μετοχικού δανείου πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος της διοίκησης της GmbH ανάλογα με την πρόοδο κατασκευής του επενδυτικού έργου.

(45)

Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, μία πρώτη δόση ύψους 300 000 EUR καταβλήθηκε ήδη τον Αύγουστο του 2004 στο πλαίσιο του σχεδιασμού του νέου οινοποιείου. Οι επόμενες δόσεις συνολικού ύψους 2,3 εκατ. EUR καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της κατασκευής του νέου οινοποιείου, το διάστημα μεταξύ του Μαρτίου και του Σεπτεμβρίου 2006. Τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν ως εισφορές στο πλαίσιο δύο αποφάσεων του υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Προστασίας των Καταναλωτών του ομόσπονδου κράτους της Έσσης, με ημερομηνίες 22 Δεκεμβρίου 2004 και 21 Ιουλίου 2006 και αφορούσαν αντίστοιχα συνολικά ποσά ύψους 1,2 εκατ. EUR και 6,3 εκατ. EUR που προορίζονταν για δαπάνες σε σχέση με το νέο οινοποιείο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαβίβασαν οι γερμανικές αρχές με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 14 Νοεμβρίου 2006, οι αποφάσεις αυτές έπρεπε να ανακληθούν και τα ήδη καταβληθέντα ποσά στο πλαίσιο των εν λόγω αποφάσεων σε σχέση με το νέο οινοποιείο έπρεπε να ενσωματωθούν στο μετοχικό δάνειο, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτό.

(46)

Ένα επιχειρηματικό σχέδιο της GmbH, το οποίο έχει επικαιροποιηθεί στις 16 Οκτωβρίου 2006 και το οποίο βασίζεται στο αρχικό σχέδιο για την περίοδο 2004-2020 και αντικατοπτρίζει το κόστος χρηματοδότησης του νέου οινοποιείου, υποβλήθηκε στην Επιτροπή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 16 Νοεμβρίου 2006. Σύμφωνα με το εν λόγω επιχειρηματικό σχέδιο, το οποίο καλύπτει την περίοδο από το 2006 έως το 2020 και/ή το 2025 και προβλέπει εγγυημένο σταθερό επιτόκιο 3,7 % για το διαθέσιμο κεφάλαιο, ενδέχεται να προκύψουν θετικά ταμειακά διαθέσιμα από τα αποτελέσματα του 2010 (4). Καθαρά κέρδη ελπίζεται να υπάρχουν από το 2014.

(47)

Το επιχειρηματικό σχέδιο αναφέρει για το έτος 2014 συνολικό επιτόκιο του μετοχικού δανείου (συμπεριλαμβανομένης της σταθερής ελάχιστης απόδοσης 3,7 %) περίπου 4,3 %, το οποίο το 2020 θα ξεπεράσει το 13 %.

(48)

Σύμφωνα με τα διαβιβασθέντα στοιχεία, η GmbH υπερέβη σημαντικά κατά τα δύο πρώτα επιχειρησιακά έτη, το 2004 και το 2005, τις προβλέψεις όσον αφορά τον κύκλο εργασιών και τα κέρδη.

(49)

Η υπόλοιπη χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου διασφαλίζεται μέσω του δανείου εμπορικής τράπεζας. Αντίστοιχη προσφορά δανείου της Commerzbank AG (με εκ νέου χρηματοδότηση από την Kreditanstalt für Wiederaufbau) κοινοποιήθηκε για ενημερωτικούς σκοπούς στην Επιτροπή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 22 Σεπτεμβρίου 2006. Περιέχει τις συνήθεις δεσμεύσεις της αγοράς, μεταξύ των οποίων ρήτρα περί της αλλαγής ελέγχου (Change of Control) (5) και την απαίτηση ελάχιστου ποσοστού ιδίων κεφαλαίων 30 % για την περίοδο του δανείου.

(50)

Σε επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 2006 (Ε(2006) 6605 τελικό), με την οποία κοινοποίησε στη Γερμανία την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξέτασης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το ομόσπονδο κράτος της Έσσης έχει δημιουργήσει πλεονέκτημα στην Hessische Staatsweingüter με τη συνεχή κάλυψη των ζημιών της οινοπαραγωγικής εταιρείας πριν από το 2003 και ότι το υπό εξέταση μέτρο συνιστά επομένως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(51)

Εξάλλου, εξέφρασε αμφιβολίες κατά πόσο το ομόσπονδο κράτος της Έσσης ενήργησε ως επενδυτής σε οικονομία της αγοράς σε σχέση με τις πρώτες δύο εισφορές κεφαλαίου ύψους 1 εκατ. EUR και 1,225 εκατ. EUR.

(52)

Επιπλέον, διαπίστωσε ότι μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ομόσπονδο κράτος της Έσσης, χορηγώντας το μετοχικό δάνειο στην Hessische Staatsweingüter GmbH ως αυτόνομη επένδυση, ενήργησε ως ιδιώτης επενδυτής.

(53)

Ωστόσο, σύμφωνα με την Επιτροπή, η χρηματοδότηση με ίδια κεφάλαια του οινοποιείου πρέπει να θεωρηθεί ως συμπληρωματική επένδυση από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης και τίθεται το ερώτημα εάν ένας ιδιώτης επενδυτής, αφού έχει καλύψει τις προηγούμενες οφειλές της επιχείρησης και έχει συνεισφέρει στη συνέχεια κεφάλαιο συνολικού ύψους 2,225 εκατ. EUR, θα διέθετε ίδια κεφάλαια ύψους 7,5 εκατ. EUR για ένα νέο οινοποιείο υπό τις συνθήκες που προβλέπονται στο μετοχικό δάνειο.

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

(54)

Με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 2007 η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις της Interessensgemeinschaft der Rheingauer Winzer (ομάδα συμφερόντων των οινοποιών του Rheingau) (εφεξής «το ενδιαφερόμενο μέρος»), η οποία ζήτησε αρχικά εμπιστευτική μεταχείριση, αίτημα το οποίο απέσυρε αργότερα με επιστολή της 7ης Μαρτίου 2007.

(55)

Οι παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου μέρους, που αντιτίθεται στην κατασκευή του νέου οινοποιείου της Hessische Staatsweingüter, αφορούν τέσσερις τομείς: την προπαρασκευαστική φάση 2002-2006, τις αδυναμίες του επιχειρηματικού σχεδίου, τις επενδύσεις που δεν αναφέρονται στο επιχειρηματικό σχέδιο και τις παρεκκλίσεις σύμφωνα με το άρθρο 87 της συνθήκης ΕΚ.

(56)

Σύμφωνα με το ενδιαφερόμενο μέρος, ήδη πριν από τη χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου ήταν προφανές ότι η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης δεν θα ενεργούσε ως επενδυτής σε οικονομία αγοράς. Ο ισχυρισμός αυτός τεκμηριώνεται από τα ακόλουθα επιχειρήματα:

α)

τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου της GmbH προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τη δημόσια διοίκηση. Μόνο ένα μέλος προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα·

β)

η εναλλακτική σε σχέση με την κατασκευή του νέου οινοποιείου (δηλαδή η ανακαίνιση του παλαιού οινοποιείου) πρόταση δεν λαμβάνεται υπόψη·

γ)

άλλοι γερμανικοί κρατικοί αμπελώνες, και συγκεκριμένα οι αμπελώνες του ομόσπονδου κράτους της Ρηνανίας-Παλατινάτου, οι οποίοι επί δεκαετίες δεν μπόρεσαν να καταστούν κερδοφόροι και τελικά πωλήθηκαν, δεν λήφθηκαν υπόψη για συγκριτικούς σκοπούς·

δ)

οι προηγούμενες εισφορές κεφαλαίου χορηγήθηκαν χωρίς απαιτήσεις απόδοσης (γεγονός που αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους και το εποπτικό συμβούλιο δεν πίστευαν στην οικονομική ικανότητα της Hessische Staatsweingüter)·

ε)

η διάθεση ιδίων κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου μετατράπηκε σε μετοχικό δάνειο μόνο μετά από επαφές με την Επιτροπή.

(57)

Επιπλέον, το ενδιαφερόμενο μέρος θέτει το ερώτημα σε ποιο βαθμό η GmbH πέτυχε τους στόχους της για το 2005/2006 με ενδεχόμενα έκτακτα έσοδα.

(58)

Το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται ότι το επιχειρηματικό σχέδιο του Οκτωβρίου 2006, το οποίο περιέχει το μετοχικό δάνειο, δεν μπορεί να αποδείξει ότι οι εισφορές κεφαλαίου του 2003 και του 2004 και η χρηματοδότηση με ίδια κεφάλαια του νέου οινοποιείου πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την αρχή του επενδυτή σε οικονομία αγοράς. Ο ισχυρισμός αυτός τεκμηριώνεται από τα ακόλουθα επιχειρήματα:

α)

το επιχειρηματικό σχέδιο δεν έλαβε υπόψη τη δυνατότητα διακυμάνσεων των εσόδων και της ποιότητας·

β)

το επιχειρηματικό σχέδιο ξεκινά από την αρχή ότι το σύνολο της παραγωγής μπορεί να πωληθεί (ενώ πρέπει να σημειωθεί μείωση της τάξεως του 3 % για απώλειες και κινδύνους σε σχέση με την ποιότητα)·

γ)

οι κίνδυνοι, οι οποίοι συνδέονται με την αγορά σταφυλιών, μούστου και κρασιού λόγω διακυμάνσεως της αγοράς δεν συνυπολογίζονται στο επιχειρηματικό σχέδιο·

δ)

η χρηματοδότηση τέτοιων εξωτερικών αγορών δεν λαμβάνεται υπόψη·

ε)

στο επιχειρηματικό σχέδιο δεν γίνεται διαχωρισμός μεταξύ των τιμών πώλησης κρασιών ιδίας παραγωγής και των τιμών κρασιών που προέρχονται από αγορές (σύμφωνα με το ενδιαφερόμενο μέρος, στο επιχειρηματικό σχέδιο θα έπρεπε να καθορίζεται μέση τιμή πώλησης 5 EUR κατ’ ανώτατο όριο για κρασιά που προέρχονται από αγορές)·

στ)

οι υποθέσεις για το κόστος πωλήσεων δεν είναι ρεαλιστικές, διότι δεν αντικατοπτρίζουν την προβλεπόμενη αύξηση τιμής της φιάλης·

ζ)

σύμφωνα με το ενδιαφερόμενο μέρος, δεν είναι δυνατό να γνωρίζει εάν η χρηματοδότηση επενδύσεων αντικατάστασης λαμβάνεται υπόψη υπό μορφή αποσβέσεων στο επιχειρηματικό σχέδιο.

(59)

Βάσει των εν λόγω παρατηρήσεων, το ενδιαφερόμενο μέρος υπέβαλε εναλλακτικό υπολογισμό για το έτος 2014. Λαμβάνοντας ως βάση απώλεια 3 % της ιδίας παραγωγής ύψους 1,1 εκατ. λίτρων, τιμή πώλησης 5 EUR για τα 300 000 λίτρα αγορασθέντος κρασιού και υλικές δαπάνες 1,80 EUR ανά λίτρο κρασιού, το αποτέλεσμα της συνήθους εμπορικής δραστηριότητας της GmbH το 2014 θα παρουσιάσει έλλειμμα 900 000 EUR αντί του προβλεπόμενου κέρδους 164 000 EUR. Το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται ότι το επιχειρηματικό σχέδιο είναι ιδιαίτερα ασταθές και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη ενδεχόμενες διακυμάνσεις.

(60)

Σύμφωνα με στοιχεία του ενδιαφερόμενου μέρους, η διοίκηση και η οινοθήκη της Hessische Staatsweingüter παραμένουν στη μονή Eberbach, η οποία ανακαινίζεται. Το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται ότι οι δαπάνες της εν λόγω ανακαίνισης δεν περιλαμβάνονται στο επιχειρηματικό σχέδιο. Σύμφωνα με το ενδιαφερόμενο μέρος δεν μπορεί να αποκλειστεί η διεπιδότηση μέσω χαμηλότερων μισθωμάτων.

(61)

Επιπλέον, το ενδιαφερόμενο μέρος προβάλλει αντιρρήσεις για το γεγονός ότι ιδιώτες οινοποιοί θα μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο σε περιορισμένη έκταση την οινοθήκη της μονής ως σημείο πώλησης.

(62)

Το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης δεν μπορεί να επικαλεσθεί τα ακόλουθα επιχειρήματα για να επιτύχει να θεωρηθούν οι οικονομικές εισφορές της ως συμβιβάσιμη ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 87 της συνθήκης ΕΚ:

α)

η Hessische Staatsweingüter αποτελεί παράδειγμα για τους ιδιωτικούς αμπελώνες (αμφισβητείται από το ενδιαφερόμενο μέρος)·

β)

συνεκτίμηση των ερευνητικών εργασιών στον τομέα της αμπελουργίας από το κρατικό ερευνητικό ίδρυμα στο Geisenheim (το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται ότι η έρευνα αυτή μπορεί επίσης να διεξαχθεί σε συνεργασία με ιδιωτικές επιχειρήσεις)·

γ)

ανάγκη να διατηρηθεί το ανθρωπογενές περιβάλλον και ιδίως οι αμπελώνες που βρίσκονται σε απόκρημνες πλαγιές (σύμφωνα με στοιχεία του ενδιαφερόμενου μέρους, μόνο το 20 % όλων των αμπελώνων σε απόκρημνες πλαγιές στην περιοχή αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από την Hessische Staatsweingüter).

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

(63)

Στις 4 Απριλίου 2007, η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις της Γερμανίας. Αυτές ακολουθούν τη δομή των παρατηρήσεων του ενδιαφερόμενου μέρους και περιέχουν επιχειρήματα τα οποία αφορούν τέσσερις τομείς: την κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης ως επενδυτή σε οικονομία αγοράς· την πληρότητα του επιχειρηματικού σχεδίου· την πρόβλεψη για τα κτίρια της μονής Eberbach στο επιχειρηματικό σχέδιο και το ανυπόστατο της αιτιολόγησης για το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης. Επιπλέον, παρέχονται πληροφορίες σχετικά με την πώληση γηπέδων της πρώην κρατικής επιχείρησης [Landesbetrieb].

(64)

Σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης ενήργησε ως επενδυτής σε οικονομία αγοράς ακόμη και πριν την κατασκευή του νέου οινοποιείου. Τα επιχειρήματα που περιέχονται στις παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου μέρους είναι αντικειμενικά λανθασμένα και από νομικής άποψης ανυπόστατα. Οι γερμανικές αρχές τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό αυτό με βάση τα ακόλουθα επιχειρήματα:

α)

το ομόσπονδο κράτος της Έσσης, ως μοναδικός μέτοχος της GmbH, διόριζε εκπροσώπους του ομόσπονδου κράτους στο εποπτικό συμβούλιο, γεγονός που αντιστοιχεί στην τακτική που θα ακολουθούσε κάθε ιδιώτης επενδυτής. Επιπλέον, στο εποπτικό συμβούλιο παρίστατο εκπρόσωπος του ιδιωτικού τομέα παρέχοντας εξωτερική τεχνική εμπειρογνωσία·

β)

η απόφαση να μεταφερθούν τα κεντρικά γραφεία και να κατασκευαστεί νέο οινοποιείο λήφθηκε για οικονομικούς λόγους και βασίστηκε σε ανάλυση ενδεχόμενων στρατηγικών προσεγγίσεων·

γ)

η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης προσανατόλισε τις επιλογές της σύμφωνα με την αρχή του επενδυτή σε οικονομία αγοράς σε άλλους μέσης απόδοσης και μάλιστα εξαιρετικής απόδοσης ιδιωτικούς αμπελώνες (και όχι, όπως ισχυρίζεται το ενδιαφερόμενο μέρος σε άλλους μη προσοδοφόρους δημόσιους αμπελώνες).

(65)

Σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, η οικονομική ανάπτυξη της GmbH αντιστοιχεί στο επιχειρηματικό σχέδιο. Το 2005 δεν υπήρχαν ειδικά έσοδα. Ο κύκλος εργασιών υπερέβη κατά 500 000 EUR τις προβλέψεις. Τα άλλα υψηλότερα έσοδα της επιχείρησης που προέρχονταν από ασφαλίσεις για ζημίες οι οποίες προκλήθηκαν από πλημμύρες αντισταθμίστηκαν από υψηλότερες δαπάνες προσωπικού και υλικού που συνδέονται με τις εν λόγω ζημίες.

(66)

Σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, το αποτέλεσμα για το 2006 θα πρέπει να αντιστοιχεί στο επιχειρηματικό σχέδιο, παρά τις κακές εσοδείες το 2005 (21 % λιγότερο από το 2004) και το 2006 (32 % λιγότερο από το 2004).

(67)

Σύμφωνα με τα διαβιβασθέντα στοιχεία, οι δύο αποφάσεις στο πλαίσιο των οποίων καταβλήθηκαν οι πρώτες δόσεις για τη χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου, ανακλήθηκαν και το συνολικό ποσό ύψους 7,5 εκατ. EUR χορηγήθηκε ως μετοχικό δάνειο. Τα ήδη καταβληθέντα ποσά συμπεριελήφθησαν αναδρομικά στο δάνειο με τους ίδιους όρους. Ο προϋπολογισμός του ομόσπονδου κράτους τροποποιήθηκε αναλόγως.

(68)

Σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, το επιχειρηματικό σχέδιο είναι βάσιμο και στηρίζεται σε συντηρητικές ρεαλιστικές υποθέσεις. Ο ισχυρισμός αυτός τεκμηριώνεται με βάση τα ακόλουθα επιχειρήματα:

α)

ο σχεδιασμός της παραγωγής βασίζεται σε μέσα έσοδα που προέρχονται από μεσαίες εσοδείες (συνεκτίμηση καλών και άσχημων εσοδειών, καθώς και απωλειών). Η προβλεπόμενη ποσότητα παραγωγής είναι χαμηλότερη από τη μέση ποσότητα παραγωγής των αμπελώνων στην περιοχή Rheingau·

β)

ο σχεδιασμός των πωλήσεων είναι βάσιμος. Η GmbH δεν αγοράζει κρασί, αλλά σταφύλια, βάσει συμβάσεων μίσθωσης και εκμετάλλευσης. Το κόστος των αγορών αυτών λαμβάνεται πλήρως υπόψη στο επιχειρηματικό σχέδιο. Ο κίνδυνος ποιότητας και ποσότητας αντιστοιχεί ακριβώς στον κίνδυνο της ιδίας παραγωγής. Το κρασί που παράγεται από τα αγορασθέντα σταφύλια στο πλαίσιο των συμβάσεων μίσθωσης και εκμετάλλευσης διατίθεται στην αγορά με την ονομασία και το σήμα της GmbH (εμφιάλωση από τον παραγωγό). Το επιχειρηματικό σχέδιο προβλέπει το νέο οινοποιείο να παραμείνει προσωρινά εν μέρει άδειο την περίοδο 2007-2010·

γ)

ο υπολογισμός του κόστους πωλήσεων βασίζεται σε ορθές βασικές υποθέσεις. Οι οικονομίες κλίμακας και η αύξηση της αποτελεσματικότητας θα οδηγήσουν σε μείωση του κόστους που επιτεύχθηκε ήδη εν μέρει το 2005/2006·

δ)

το επιχειρηματικό σχέδιο βασίζεται, όπως επιβεβαιώνεται από την KPMG, σε ρεαλιστικές και συντηρητικές βασικές υποθέσεις. Η δυνατότητα υλοποίησης του επιχειρηματικού σχεδίου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Commerzbank διαθέτει εμπορικό δάνειο για τη μερική χρηματοδότηση της κατασκευής του νέου οινοποιείου·

ε)

οι επενδύσεις αντικατάστασης λαμβάνονται υπόψη στο επιχειρηματικό σχέδιο ως δαπάνες κεφαλαίου και ως αποσβέσεις.

(69)

Σύμφωνα με τα διαβιβασθέντα στοιχεία, η αναπαλαίωση της μονής Eberbach, η οποία προβλέπεται να διαρκέσει πάνω από 25 έτη, δεν εξυπηρετεί την οικονομική στήριξη της GmbH, αλλά τη διατήρηση ενός πολιτιστικού μνημείου. Η GmbH θα μισθώσει, με τους όρους της αγοράς, χώρους για την εγκατάσταση της διοίκησής της και της οινοθήκης. Μέχρι σήμερα δεν έχει συναφθεί σύμβαση μεταξύ της GmbH και του ιδρύματος Kloster Eberbach. Τα εκτιμώμενα μισθώματα λαμβάνονται υπόψη στο επιχειρηματικό σχέδιο.

(70)

Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, η χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου δεν συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, διότι η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης ενήργησε ως ιδιώτης επενδυτής. Τα επιχειρήματα, τα οποία το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται ότι το ομόσπονδο κράτος της Έσσης θα μπορούσε να επικαλεστεί για την αιτιολόγηση ενδεχόμενης ενίσχυσης, είναι επομένως στην παρούσα περίπτωση ανυπόστατα.

(71)

Επιπλέον, οι γερμανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι τα γήπεδα της πρώην Landesbetrieb αξίας 2 959 675 EUR πωλήθηκαν και ότι το προϊόν της πώλησης επιστράφηκε στον προϋπολογισμό του ομόσπονδου κράτους της Έσσης.

V.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(72)

Η Hessische Staatsweingüter δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία οίνου. Σύμφωνα με το άρθρο 71 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (6), τα άρθρα 87, 88 και 89 της συνθήκης ΕΚ εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των προϊόντων που καλύπτονται από τον εν λόγω κανονισμό. Ως εκ τούτου, τα επίμαχα μέτρα πρέπει να εξεταστούν σύμφωνα με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.

(73)

Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και οι οποίες νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(74)

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενισχύσεις σε επιχείρηση μπορεί να είναι σε θέση να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, όταν η επιχείρηση αυτή δραστηριοποιείται σε αγορά που υπόκειται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (7). Η Hessische Staatsweingüter δραστηριοποιείται στην παραγωγή και την εμπορία οίνου και λειτουργεί συνεπώς σε μία αγορά όπου ο διεθνής ανταγωνισμός είναι πολύ έντονος (8). Τα σχετικά μέτρα προέρχονται από κρατικούς πόρους (από τον προϋπολογισμό του ομόσπονδου κράτους της Έσσης) και είναι επιλεκτικά, δεδομένου ότι αφορούν μια συγκεκριμένη επιχείρηση. Είναι συνεπώς σκόπιμο να εξεταστεί εάν τα σχετικά μέτρα αποτελούν ή αποτέλεσαν πλεονέκτημα για την Hessische Staatsweingüter ή εάν νοθεύουν τον ανταγωνισμό και επηρεάζουν το εμπόριο και, συνεπώς, συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Προκειμένου να εκτιμηθεί εάν κάθε μέτρο δημιουργεί πλεονέκτημα, πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή του επενδυτή που δραστηριοποιείται σε οικονομία αγοράς (9).

(75)

Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι το ομόσπονδο κράτος της Έσσης δημιούργησε πλεονέκτημα στην Hessische Staatsweingüter με την κάλυψη των ζημιών της και ότι το επίμαχο μέτρο συνιστά επομένως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(76)

Είναι σκόπιμο να εξεταστεί κατά πόσο η Hessische Staatsweingüter, όταν λειτουργούσε στο πλαίσιο της δημόσιας οικονομικής διαχείρισης ως τμήμα της γενικής διοίκησης του ομόσπονδου κράτους της Έσσης (έως τα τέλη του 1997) και στη συνέχεια ως Landesbetrieb, δηλαδή ως χωριστό τμήμα της γενικής διοίκησης, αλλά ακόμη χωρίς χωριστή νομική προσωπικότητα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(77)

Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-118/85 (Επιτροπή κατά Ιταλίας  (10), εάν ένα κράτος ασκεί οικονομική δραστηριότητα δεν είναι σημαντικό εάν ασκεί τη δραστηριότητα αυτή μέσω μιας χωριστής οντότητας ή μέσω ενός οργάνου που αποτελεί μέρος της διοίκησης του κράτους, προκειμένου να θεωρηθεί η εν λόγω οντότητα ή το εν λόγω όργανο δημόσια υπηρεσία. Συνεπώς, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ήδη πριν από το 2003 η Hessische Staatsweingüter μπορούσε να θεωρηθεί ως επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(78)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της ενίσχυσης είναι η περίοδος 1995-2002. Υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (11) οι εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση της ενίσχυσης υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής. Η προθεσμία αυτή αρχίζει να προσμετράται από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στο δικαιούχο. Κάθε ενέργεια της Επιτροπής ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση, διακόπτει την περίοδο παραγραφής.

(79)

Η Επιτροπή διαπίστωσε στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας ότι η πρώτη συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2005, μεταξύ των αρχών της Έσσης και υπαλλήλων της ΓΔ AGRI, μπορεί να θεωρηθεί ως γεγονός το οποίο διέκοψε την προθεσμία παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(80)

Η προσωρινή αυτή διαπίστωση δεν αμφισβητείται ούτε στις παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου μέρους, ούτε στις παρατηρήσεις της Γερμανίας μετά τη δημοσίευση της απόφασης της Επιτροπής για την κίνηση της διαδικασίας. Η Επιτροπή εμμένει συνεπώς στην άποψή της ότι η πρώτη συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2005 μεταξύ των αρχών της Έσσης και υπαλλήλων της ΓΔ AGRI, συνιστά ένα γεγονός που διακόπτει την περίοδο παραγραφής.

(81)

Η επίμαχη ενίσχυση, η οποία χορηγήθηκε αδιάλειπτα για την κάλυψη των ζημιών της Hessische Staatsweingüter από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης, αποτελείται επομένως από σημαντικές ενισχύσεις στην οινοπαραγωγική επιχείρηση στο πλαίσιο της δημόσιας οικονομικής διαχείρισης την περίοδο 1995-1997 (209 520 EUR) και στην Landesbetrieb την περίοδο 1998-2002 (332 339 EUR), και ανέρχεται συνολικά σε ποσό ύψους 541 859 EUR (βλέπε αιτιολογική σκέψη 22).

(82)

Στην επιστολή της τής 20ής Δεκεμβρίου 2006 (Ε(2006) 6605 τελικό), η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι η Betrieb gewerblicher Art (εμπορική επιχείρηση) φαίνεται ότι είναι ο πραγματικός δικαιούχος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά το παρελθόν.

(83)

Σύμφωνα με τα στοιχεία των γερμανικών αρχών, η Betrieb gewerblicher Art είναι ο νομικός και οικονομικός διάδοχος της Landesbetrieb Hessische Staatsweingüter, δεδομένου ότι είναι ο νομικός και οικονομικός κάτοχος των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού της Hessische Staatsweingüter και πρέπει να θεωρείται ως ο πραγματικός δικαιούχος των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν κατά το παρελθόν. Η GmbH μισθώνει από την Betrieb gewerblicher Art τα απαιτούμενα για τη λειτουργία ακίνητα περιουσιακά στοιχεία. Το μίσθωμα καθορίστηκε βάσει δύο εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικά με τη μισθωτήρια αξία, οι οποίες υποβλήθηκαν από τις αρχές της Έσσης (βλέπε αιτιολογική σκέψη 28). Η Επιτροπή διαπιστώνει συνεπώς ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία μισθώνονται με βάση τους όρους της αγοράς.

(84)

Η Επιτροπή θεωρεί ωστόσο ότι η GmbH, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση της οινοπαραγωγικής επιχείρησης και απόκτησε το κυκλοφορούν ενεργητικό και τα απαιτούμενα για τη λειτουργία κινητά περιουσιακά στοιχεία της Landesbetrieb (βλέπε αιτιολογική σκέψη 28), επωφελήθηκε από τα μέτρα πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2002 και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί επίσης ως δικαιούχος των εν λόγω προηγούμενων ενισχύσεων.

(85)

Οι αμφιβολίες βάσει των οποίων η Επιτροπή έχει κινήσει τη διαδικασία και οι προσωρινές διαπιστώσεις που περιέχονται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας έχουν συνεπώς επιβεβαιωθεί.

(86)

Η έρευνα επιβεβαίωσε τις αμφιβολίες της Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες το ομόσπονδο κράτος της Έσσης δεν συμπεριφέρθηκε ως επενδυτής σε οικονομία της αγοράς με την εισφορά κεφαλαίων στην GmbH αρχικά ποσού ύψους 1 εκατ. EUR και στη συνέχεια 1,225 εκατ. EUR.

(87)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαβίβασαν οι γερμανικές αρχές, το κεφάλαιο διατέθηκε με όρους αγοράς, δεδομένου ότι οι αναμενόμενες αποδόσεις, όπως επιβεβαιώνεται στην έκθεση Hoffmann, αντιστοιχούσαν ή ήταν μεγαλύτερες από το μέσο όρο του κλάδου, ενώ το επιχειρηματικό σχέδιο της GmbH βασιζόταν, σύμφωνα με την KPMG, σε συντηρητικό σχεδιασμό.

(88)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι μια τέτοια εκτίμηση θα αφορούσε την αναδιάρθρωση συνολικά, δεδομένου ότι η Γερμανία χρησιμοποίησε την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων ως κριτήριο σύγκρισης και ότι τα ίδια κεφάλαια της GmbH αντικατόπτριζαν όλα τα σχετικά μέτρα αναδιάρθρωσης (δηλαδή όχι μόνο τις εισφορές κεφαλαίου, αλλά επίσης την εισφορά περιουσιακών στοιχείων και τη διαγραφή του χρέους).

(89)

Το ενδιαφερόμενο μέρος δηλώνει στις παρατηρήσεις του (βλέπε αιτιολογική σκέψη 54) ότι το ομόσπονδο κράτος της Έσσης δεν ενήργησε στην προπαρασκευαστική φάση της χρηματοδότησης του νέου οινοποιείου ως επενδυτής σε οικονομία αγοράς. Στις παρατηρήσεις αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η σύνθεση του εποπτικού συμβουλίου της GmbH, η μη συνεκτίμηση άλλων μη προσοδοφόρων αμπελώνων για συγκριτικούς σκοπούς, καθώς και το γεγονός ότι οι εισφορές κεφαλαίου χορηγήθηκαν χωρίς απαιτήσεις απόδοσης. Επιπλέον, το ενδιαφερόμενο μέρος επικρίνει προφανείς αδυναμίες του επιχειρηματικού σχεδίου και δηλώνει ότι το σχέδιο είναι ασταθές και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη ενδεχόμενες διακυμάνσεις.

(90)

Οι γερμανικές αρχές στις παρατηρήσεις τους (βλέπε αιτιολογική σκέψη 63) απορρίπτουν τα επιχειρήματα του ενδιαφερόμενου μέρους ως αντικειμενικά λανθασμένα και από νομικής άποψης ανυπόστατα.

(91)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι ανησυχίες που εξέφρασε το ενδιαφερόμενο μέρος έχουν αρθεί από τις εξηγήσεις που έδωσαν οι γερμανικές αρχές και το επιχειρηματικό σχέδιο είναι βάσιμο. Επιπλέον, η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη των γερμανικών αρχών, σύμφωνα με την οποία για την πλήρωση του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή σε οικονομία αγοράς έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως μέτρο σύγκρισης άλλοι συγκρίσιμοι, προσοδοφόροι αμπελώνες (βλέπε αιτιολογική σκέψη 64).

(92)

Η Επιτροπή διαπιστώνει επομένως ότι τα μέτρα αναδιάρθρωσης που έλαβε το ομόσπονδο κράτος της Έσσης προς όφελος της GmbH (εισφορά περιουσιακών στοιχείων, διαγραφή χρέους και δύο εισφορές κεφαλαίου) θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποδεκτά για έναν επενδυτή που δραστηριοποιείται υπό συνήθεις όρους αγοράς. Είναι ωστόσο της άποψης ότι οι εισφορές κεφαλαίου πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο όλων των ληφθέντων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης των ζημιών της περιόδου πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2002, όταν η οινοπαραγωγική επιχείρηση διοικούνταν ως αναπόσπαστο τμήμα της γενικής διοίκησης του ομόσπονδου κράτους της Έσσης, δεδομένου ότι η GmbH ανέλαβε τη συνέχιση της οινοπαραγωγικής επιχείρησης και ως ένα σημείο πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως δικαιούχος των εν λόγω προηγούμενων ενισχύσεων (βλέπε αιτιολογική σκέψη 83) (12).

(93)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαγραφή χρεών ύψους 1 792 000 EUR, η οποία αφορούσε τις συσσωρευθείσες υποχρεώσεις της Landesbetrieb έναντι του ομόσπονδου κράτους της Έσσης από την προηγούμενη δραστηριότητα, εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό όπως και η ευκαιριακή κάλυψη των ζημιών πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2002. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως εκ των υστέρων επιδότηση της προηγούμενης δραστηριότητας.

(94)

Η Επιτροπή είναι συνεπώς της άποψης ότι τα μέτρα αναδιάρθρωσης δεν μπορούν να διαχωριστούν εύλογα από τα μέτρα που λήφθηκαν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2002. Καταλήγει επομένως στο συμπέρασμα ότι το ομόσπονδο κράτος της Έσσης δεν ενήργησε όσον αφορά τις ενισχύσεις λειτουργίας που χορηγήθηκαν προηγουμένως στην οινοπαραγωγική επιχείρηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης ως επενδυτής σε οικονομία αγοράς όταν έλαβε τα διάφορα μέτρα αναδιάρθρωσης προς όφελος της GmbH (εισφορά περιουσιακών στοιχείων, διαγραφή χρέους, δύο εισφορές κεφαλαίου) και ότι τα μέτρα αναδιάρθρωσης συνιστούν συνεπώς κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(95)

Συνεπώς, επιβεβαιώνονται οι αμφιβολίες βάσει των οποίων η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία και οι προσωρινές διαπιστώσεις που παρατίθενται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας.

(96)

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση με ίδια κεφάλαια του νέου οινοποιείου, η εξέταση επιβεβαίωσε τις αμφιβολίες της Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες το ομόσπονδο κράτος της Έσσης δεν ενήργησε ως επενδυτής σε οικονομία αγοράς όταν χορήγησε το μετοχικό δάνειο στη Hessische Staatsweingüter GmbH, λαμβανομένων υπόψη των προηγούμενων επενδύσεών της.

(97)

Οι παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου μέρους όσον αφορά τις προβαλλόμενες αδυναμίες του επιχειρηματικού σχεδίου αφορούν επίσης τη χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου. Οι γερμανικές αρχές, στις δικές τους παρατηρήσεις, απέρριψαν τις συγκεκριμένες παρατηρήσεις (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 58 και 68). Όσον αφορά τη χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου, η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι οι επιφυλάξεις που εξέφρασε το ενδιαφερόμενο μέρος άρθηκαν από τις εξηγήσεις των γερμανικών αρχών και ότι το επιχειρηματικό σχέδιο είναι βάσιμο (βλέπε αιτιολογική σκέψη 91), διότι λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο διακυμάνσεων των εσόδων και της ποιότητας καθώς και των απωλειών, και περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία κόστους (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 68 και 69). Εξάλλου, το επιχειρηματικό σχέδιο εξετάστηκε από την KPMG και χαρακτηρίσθηκε ιδιαιτέρως συντηρητικό (βλέπε αιτιολογική σκέψη 38).

(98)

Επιπλέον, το ενδιαφερόμενο μέρος εκφράζει την άποψή του για το γεγονός ότι η εισφορά ιδίου κεφαλαίου του ομόσπονδου κράτους της Έσσης για τη χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου μετατράπηκε σε μετοχικό δάνειο μόνο μετά από επαφές με την Επιτροπή. Εξάλλου, το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται ότι οι δαπάνες που συνδέονται με τη διοίκηση και την οινοθήκη της Hessische Staatsweingüter δεν περιέχονται στο επιχειρηματικό σχέδιο. Σύμφωνα με το ενδιαφερόμενο μέρος, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η διεπιδότηση μέσω χαμηλότερων μισθωμάτων.

(99)

Στις παρατηρήσεις τους, οι γερμανικές αρχές κοινοποιούν ότι οι πληρωμές που καταβλήθηκαν ήδη σε σχέση με το νέο οινοποιείο ενσωματώθηκαν πλήρως στο μετοχικό δάνειο και υπήχθησαν αναδρομικά στους όρους που ισχύουν για το δάνειο αυτό (βλέπε αιτιολογική σκέψη 67). Επιπλέον, παραθέτουν σαφώς ότι το επιχειρηματικό σχέδιο έλαβε πλήρως υπόψη τις δαπάνες για τους χώρους που πρέπει να μισθωθούν στη μονή Eberbach για την εγκατάσταση της διοίκησης και της οινοθήκης της Hessische Staatsweingüter (βλέπε αιτιολογική σκέψη 69). Τα εκτιμώμενα μισθώματα λαμβάνονται υπόψη στο επιχειρηματικό σχέδιο. Η Επιτροπή είναι συνεπώς της άποψης ότι οι επιφυλάξεις που διατύπωσε το ενδιαφερόμενο μέρος κατέστη δυνατόν να αρθούν με τις διευκρινίσεις των γερμανικών αρχών.

(100)

Το μετοχικό δάνειο βασίζεται σε ετήσιο σταθερό επιτόκιο 3,7 % και συμμετοχή στα ετήσια κέρδη (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 41 έως 44 για αναλυτική περιγραφή των όρων χρηματοδότησης). Σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής, οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν αποδεκτούς όρους αγοράς γι’ αυτό το είδος επένδυσης. Επιπλέον, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η υπόλοιπη χρηματοδότηση έγινε μέσω τραπεζικού δανείου που συνήφθη με όρους της αγοράς, πράγμα που αποτελεί ένδειξη για την οικονομική βιωσιμότητα της επιχείρησης.

(101)

Η Επιτροπή εμμένει συνεπώς στο συμπέρασμά της που παρατίθεται στην επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 2006 (Ε(2006) 6605 τελικό), σύμφωνα με το οποίο το μετοχικό δάνειο θα μπορούσε να θεωρηθεί αφεαυτό ότι έχει χορηγηθεί με όρους που είναι αποδεκτοί για έναν επενδυτή που δραστηριοποιείται σε οικονομία αγοράς και, συνεπώς, ότι δεν δημιουργεί πλεονέκτημα για την GmbH.

(102)

Είναι ωστόσο της άποψης ότι η χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου δεν μπορεί να διαχωριστεί ευλόγως από τις ενισχύσεις τις οποίες είχε λάβει προηγουμένως η GmbH. Το νέο οινοποιείο ήταν αναπόσπαστο τμήμα του σχεδίου αναδιάρθρωσης και πρέπει να θεωρηθεί ως πρόσθετο μέτρο στη διαδικασία αναδιάρθρωσης (σε συνέχεια της διαγραφής του χρέους και των δύο εισφορών κεφαλαίου). Επιπλέον, η σημερινή οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση της GmbH, η οποία της επιτρέπει να αποκτήσει δάνειο από εμπορική τράπεζα για τη μερική χρηματοδότηση του οινοποιείου, αντικατοπτρίζει τα μέτρα αναδιάρθρωσης που έλαβε το ομόσπονδο κράτος της Έσσης προς όφελος της GmbH και, συνεπώς, πρέπει να εκτιμηθεί στο πλαίσιο αυτό.

(103)

Η Επιτροπή καταλήγει επομένως στο συμπέρασμα ότι το ομόσπονδο κράτος της Έσσης, κατά τη χρηματοδότηση με ίδια κεφάλαια του νέου οινοποιείου ύψους 7,5 εκατ. EUR, η οποία χορηγήθηκε ως μετοχικό δάνειο με τους όρους που προβλέπονται σε αυτό, λαμβανομένων υπόψη των μέτρων αναδιάρθρωσης που είχαν χορηγηθεί προηγουμένως, δεν ενήργησε ως επενδυτής σε οικονομία της αγοράς και ότι το μετοχικό αυτό δάνειο συνιστά επομένως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(104)

Συνεπώς, έχουν επιβεβαιωθεί οι αμφιβολίες, βάσει των οποίων η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία και οι προσωρινές διαπιστώσεις που διατυπώνονται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας.

(105)

Η απαγόρευση κρατικών ενισχύσεων σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 δεν αποκλείει ότι ορισμένα είδη ενισχύσεων μπορεί να θεωρηθεί, βάσει των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο παράγραφοι 2 και 3, ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

(106)

Δεν μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα ότι τα υπό εξέταση μέτρα είναι κοινωνικού χαρακτήρα ή προορίζονται για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες, ώστε να βασιστούν στο άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) της συνθήκης ΕΚ. Ομοίως, τα μέτρα δεν προορίζονται προφανώς για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό, σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή του πολιτισμού ή της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Συνεπώς, οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α), β) και δ) της συνθήκης ΕΚ δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή.

(107)

Κατ’ εφαρμογή των παρεκκλίσεων του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει ότι οι ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, όταν προορίζονται για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπον που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.

(108)

Σύμφωνα με το σημείο 15 των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας και δασοκομίας 2007-2013 (13), για να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά ένα μέτρο ενίσχυσης πρέπει να περιέχει κάποιο στοιχείο κινήτρου ή να απαιτεί κάποιο αντάλλαγμα εκ μέρους του δικαιούχου. Τα μονομερή μέτρα κρατικών ενισχύσεων που αποσκοπούν απλώς στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των παραγωγών, αλλά που δεν συμβάλλουν κατά κανένα τρόπο στην ανάπτυξη του τομέα, θεωρείται ότι συνιστούν ενισχύσεις λειτουργίας, οι οποίες δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

(109)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν είναι προφανές ότι η Hessische Staatsweingüter μπορεί να θεωρηθεί προβληματική επιχείρηση την περίοδο πριν από το 2003. Είναι αληθές ότι το ποσό των 541 859 EUR, το οποίο έλαβε η Hessische Staatsweingüter το διάστημα από το 1995 έως το 2002 από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης, συνιστά ενίσχυση λειτουργίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Hessische Staatsweingüter ήταν προβληματική επιχείρηση, η οποία δεν θα ήταν σε θέση να λάβει πρόσθετη χρηματοδότηση με όρους αγοράς. Επιπλέον, οι ευκαιριακές καλύψεις των ζημιών ήταν μέτρα ad hoc και δεν βασίζονταν σε σχέδιο αναδιάρθρωσης. Τα μέτρα αυτά λήφθηκαν πολύ πριν την απόφαση αναδιάρθρωσης. Η τελευταία κάλυψη ζημίας, η οποία συμπεριελήφθη στο ποσό των 541 859 EUR, πραγματοποιήθηκε το 1999 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 21), ενώ οι προετοιμασίες για την αναδιάρθρωση άρχισαν μόλις το 2001, το σχέδιο αναδιάρθρωσης εκπονήθηκε μόλις από τον Ιούνιο του 2002 και η επίσημη απόφαση αναδιάρθρωσης λήφθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2002 (βλέπε την περιγραφή της αναδιάρθρωσης στις αιτιολογικές σκέψεις 23 έως 38 και ιδίως στην αιτιολογική σκέψη 28). Ως εκ τούτου, η κάλυψη των ζημιών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τμήμα της διαδικασίας αναδιάρθρωσης η οποία άρχισε στην πράξη στις 31 Δεκεμβρίου 2002.

(110)

Ομοίως, η ενίσχυση αυτή δεν συνδεόταν με επενδύσεις, εκπαίδευση, δημιουργία θέσεων απασχόλησης ή με αντάλλαγμα που απαιτήθηκε εκ μέρους του δικαιούχου. Η ενίσχυση είχε ως μοναδικό σκοπό να βελτιώσει την οικονομική θέση του δικαιούχου.

(111)

Η Επιτροπή είναι επομένως της γνώμης ότι η ενίσχυση αυτή αποτελεί ενίσχυση λειτουργίας η οποία δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

(112)

Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι γερμανικές αρχές δεν κοινοποίησαν την ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, αλλά την εφάρμοσαν παράνομα.

(113)

Δεδομένου ότι διαπιστώθηκε ότι η χρηματοδότηση με ίδια κεφάλαια, λαμβανομένων υπόψη των μέτρων αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκαν προηγουμένως, συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ (βλέπε αιτιολογική σκέψη 103), εκτιμάται στο εξής ως μέρος των μέτρων αναδιάρθρωσης.

(114)

Οι ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων πρέπει να εξετάζονται κατά κανόνα βάσει των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων του 2004 (14). Σύμφωνα με τα σημεία 103 και 104 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή εξετάζει ωστόσο τις ενισχύσεις που κοινοποιήθηκαν πριν από τις 10 Οκτωβρίου 2004, καθώς και τις μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης βάσει των κατευθυντήριων γραμμών, οι οποίες ίσχυαν τη στιγμή της κοινοποίησης ή/και τη στιγμή χορήγησης της ενίσχυσης.

(115)

Τα μέτρα αναδιάρθρωσης υπέρ της GmbH που επρόκειτο να συσταθεί αποφασίστηκαν επίσημα με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου του ομόσπονδου κράτους της 10ης Δεκεμβρίου 2002 (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 28 έως 33). Η ημερομηνία αυτή πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ως η ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης. Τη στιγμή εκείνη ίσχυαν οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων του 1999 (15) (εφεξής: «κατευθυντήριες γραμμές για την αναδιάρθρωση»). Το κεφάλαιο 3.2 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών περιέχει τις ειδικές διατάξεις για τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης.

(116)

Σύμφωνα με το σημείο 30 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση, η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να θεωρηθεί ως προβληματική για να είναι επιλέξιμη για ενίσχυση αναδιάρθρωσης.

(117)

Στο σημείο 4 των κατευθυντήριων γραμμών η Επιτροπή θεωρεί ότι μία επιχείρηση είναι προβληματική εφόσον δεν είναι σε θέση, με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με τους πόρους που είναι πρόθυμοι να συνεισφέρουν οι ιδιοκτήτες/μέτοχοί της και οι πιστωτές της, να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της, η οποία θα την οδηγήσει, ελλείψει εξωτερικής παρέμβασης από το κράτος, προς μία σχεδόν βέβαιη οικονομική εξαφάνιση βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

(118)

Στην προκειμένη περίπτωση η GmbH διέθετε τη στιγμή της σύστασής της, στις αρχές του 2003, στέρεη οικονομική βάση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 32). Ο ισολογισμός έναρξης αντικατόπτριζε ωστόσο ήδη την κατάσταση μετά την εφαρμογή των περισσότερων μέτρων αναδιάρθρωσης (εισφορά περιουσιακών στοιχείων, διαγραφή χρεών και πρώτη εισφορά κεφαλαίου). Ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, η GmbH δεν ήταν σε θέση να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της μέχρι την επίτευξη του προβλεπόμενου νεκρού σημείου του κύκλου εργασιών με ίδιους οικονομικούς πόρους. Στο επιχειρηματικό σχέδιο του Ιουνίου 2002 εκτιμήθηκαν οι απαιτούμενες ενισχύσεις για την κάλυψη των αναγκών ταμειακής ροής κατά τα πρώτα έτη της αναδιάρθρωσης περίπου σε 4,3 εκατ. EUR (βλέπε αιτιολογική σκέψη 26). Σύμφωνα με το αναθεωρημένο μοντέλο του Σεπτεμβρίου 2002, χρειάστηκαν επιπλέον 3,4 εκατ. EUR (βλέπε αιτιολογική σκέψη 27). Παρά τη σχετική ισχυρή επάρκεια ιδίων κεφαλαίων της GmbH (ίδια κεφάλαια συνολικού ύψους 7,6 εκατ. EUR, που αντιστοιχούν περίπου στο 91 % του συνολικού ισολογισμού), η επιχείρηση κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήταν σε θέση να καλύψει την ανάγκη της ταμειακής ροής της με ίδιους οικονομικούς πόρους έως ότου καταστεί κερδοφόρα. Επίσης είναι απίθανο η GmbH να ελάμβανε εξωτερική χρηματοδότηση για τις τρέχουσες δραστηριότητές της χωρίς εγγύηση από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης. Δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι οι εισφορές του μετόχου στο πλαίσιο των μέτρων αναδιάρθρωσης δεν διατέθηκαν με όρους που θα ήταν αποδεκτοί από επενδυτή σε οικονομία της αγοράς (βλέπε αιτιολογική σκέψη 94), τα κεφάλαια που διέθεσε το ομόσπονδο κράτος της Έσσης στο πλαίσιο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι περιέχουν στοιχείο ενίσχυσης και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ώστε να αποδειχθεί ότι η επιχείρηση ήταν σε θέση να επιβιώσει χωρίς κρατική παρέμβαση.

(119)

Κατά συνέπεια, η GmbH μπορεί να θεωρηθεί από τη στιγμή της ίδρυσής της ως προβληματική επιχείρηση σύμφωνα με το σημείο 4 των κατευθυντηρίων γραμμών για την αναδιάρθρωση.

(120)

Σύμφωνα με το σημείο 7 των κατευθυντηρίων γραμμών για την αναδιάρθρωση, μία επιχείρηση που δημιουργήθηκε ρόσφατα δεν είναι επιλέξιμη για ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης, και μάλιστα όταν η αρχική της χρηματοοικονομική θέση είναι επισφαλής. Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με την υποσημείωση 9 των κατευθυντηρίων γραμμών για την αναδιάρθρωση, η σύσταση εκ μέρους μιας επιχείρησης θυγατρικής απλώς και μόνο για την ανάληψη των στοιχείων του ενεργητικού και ενδεχομένως του παθητικού της δεν θεωρείται ως δημιουργία νέας επιχείρησης.

(121)

Στην προκειμένη περίπτωση, η GmbH ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 2003 και, συνεπώς, όταν λήφθηκαν τα μέτρα αναδιάρθρωσης ενέπιπτε στον ορισμό της νεοϊδρυθείσας επιχείρησης. Ωστόσο, τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία παρέμειναν στο ομόσπονδο κράτος της Έσσης (ενσωματώθηκαν στην Betrieb gewerblicher Art) και μισθώθηκαν στην GmbH, ενώ το κυκλοφορούν ενεργητικό και τα απαιτούμενα για τη λειτουργία κινητά περιουσιακά στοιχεία συνολικού ύψους περίπου 7,3 εκατ. EUR, καθώς και ορισμένες βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις και προβλέψεις μεταφέρθηκαν στην GmbH. Η GmbH μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως θυγατρική η οποία συστάθηκε απλώς και μόνο για την ανάληψη ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της Landesbetrieb. Σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής, η GmbH εμπίπτει συνεπώς στην παρέκκλιση που προβλέπεται στην υποσημείωση 9 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση και είναι επομένως βασικά επιλέξιμη για ενίσχυση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το σημείο 30 των ίδιων κατευθυντήριων γραμμών.

(122)

Σύμφωνα με τα σημεία 31 έως 34 κατευθυντηρίων γραμμών για την αναδιάρθρωση, η χορήγηση της ενίσχυσης συνδέεται με την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης, του οποίου η διάρκεια πρέπει επίσης να είναι όσο το δυνατόν περιορισμένη, πρέπει να επιτρέπει την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της επιχείρησης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, με βάση ορισμένες ρεαλιστικές υποθέσεις όσον αφορά τους μελλοντικούς όρους λειτουργίας. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης πρέπει να προβλέπει μία μετεξέλιξη της επιχείρησης που θα της επιτρέπει να καλύπτει, μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης, όλα της τα έξοδα, περιλαμβανομένης της απόσβεσης και των χρηματοοικονομικών επιβαρύνσεων. Η προσδοκώμενη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της αναδιαρθρωμένης επιχείρησης θα πρέπει να είναι επαρκής ώστε να της επιτρέψει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό στην αγορά με τις δικές της δυνάμεις.

(123)

Στην προκειμένη περίπτωση για την προετοιμασία της αναδιάρθρωσης εκπονήθηκε από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο 2001 έγγραφο στρατηγικής (Situationsanalyse und Entwicklungsperspektiven), το οποίο παρουσίαζε τα διάφορα σενάρια για την ενδεχόμενη περαιτέρω ανάπτυξη της Staatsweingüter (βλέπε αιτιολογική σκέψη 23). Βάσει αυτού του εγγράφου, τον Ιούνιο 2002 εκπονήθηκε επιχειρηματικό σχέδιο για τα διάφορα σενάρια. Η μοναδική στρατηγική επιλογή, η οποία θα βοηθούσε την Hessische Staatsweingüter στην επίτευξη μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας ήταν η κατασκευή ενός νέου οινοποιείου στην περιοχή των εγκαταστάσεων των αμπελώνων Steinberg, καθώς και η μεταφορά της διοίκησης και της οινοθήκης στη μονή Eberbach. Η εν λόγω επιλογή σήμαινε ότι το ομόσπονδο κράτος θα αναλάμβανε έως τα τέλη του 2002 τις υποχρεώσεις που συσσωρεύτηκαν από την οινοπαραγωγική επιχείρηση. Το συνολικό επενδυτικό κόστος για το νέο οινοποιείο υπολογίστηκε σε 15 εκατ. EUR, τα οποία θα έπρεπε να χρηματοδοτηθούν εν μέρει με την πώληση γηπέδων τα οποία δεν ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία της επιχείρησης και, εν μέρει, με ξένα κεφάλαια. Σύμφωνα με το μοντέλο του επιχειρηματικού σχεδίου, ένα πρώτο θετικό περιθώριο συνεισφοράς για την Hessische Staatsweingüter θα προέκυπτε κατά το οικονομικό έτος 2006/2007 και θα είχε για πρώτη φορά θετικές ταμειακές ροές κατά το οικονομικό έτος 2008/2009. Εξαιτίας των αλλαγών που επήλθαν στην κατάσταση της αγοράς καθώς και άλλων συνθηκών, το οικονομικό μοντέλο χρειάστηκε να αναθεωρηθεί τον Σεπτέμβριο 2002, ώστε να προληφθεί τυχόν καθυστέρηση της αποδοτικότητας της Hessische Staatsweingüter σε σύγκριση με το μοντέλο του Ιουνίου 2002. Με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου του ομόσπονδου κράτους της 10ης Δεκεμβρίου 2002, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης αποφάσισε να ακολουθήσει αυτή τη στρατηγική επιλογή (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 24 έως 28).

(124)

Το επιχειρηματικό σχέδιο του Σεπτεμβρίου 2002 επικαιροποιήθηκε εκ νέου τον Φεβρουάριο 2003 (και επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει τον πλήρη σχεδιασμό κερδών και ζημιών) και μία ακόμη φορά τον Νοέμβριο 2003. Το επιχειρηματικό σχέδιο του Νοεμβρίου 2003 προέβλεπε για πρώτη φορά κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (16) ήδη από το οικονομικό έτος 2007, θετικά ταμειακά διαθέσιμα κατά το 2010 και ετήσια πλεονάσματα από το 2014 και μετά. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, το οικονομικό μοντέλο που λήφθηκε ως βάση θα οδηγούσε σε απόδοση ιδίων κεφαλαίων (κέρδη προ φόρων) άνω του 3 % το 2016, η οποία από το 2019 θα έφτανε σε επίπεδο άνω του 7 %.

(125)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, το σχέδιο αναδιάρθρωσης το οποίο αποφάσισε η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Έσσης τον Δεκέμβριο του 2002 καθιστά δυνατή την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της GmbH εντός εύλογης προθεσμίας βάσει ρεαλιστικών υποθέσεων όσον αφορά τους μελλοντικούς όρους λειτουργίας.

(126)

Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσδοκώμενη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της αναδιαρθρωμένης επιχείρησης αρκεί ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό στην αγορά με τις δικές της δυνάμεις. Η Επιτροπή αναφέρεται στο πλαίσιο αυτό στην έκθεση Hoffman η οποία υποβλήθηκε από τις αρχές της Έσσης. Η έκθεση αυτή εκτιμά την απόδοση ιδίων κεφαλαίων για αμπελώνες συγκρίσιμους με αυτούς της Hessische Staatsweingüter περίπου σε 2 % έως 3 %. Επιπλέον, εκτιμά ότι η απαιτούμενη περίοδος για την επίτευξη του νεκρού σημείου του κύκλου εργασιών κατά την αναδιάρθρωση των αμπελώνων ή σε περίπτωση μακροπρόθεσμων επενδύσεων μεγαλύτερης κλίμακας ανέρχεται τουλάχιστον σε δέκα έτη και κατά μέσο όρο από δέκα έως δεκαπέντε έτη (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 35 έως 37). Σύμφωνα με τα διαβιβασθέντα στοιχεία, το επιχειρηματικό σχέδιο του Φεβρουαρίου 2003 εξετάστηκε από την KPMG και χαρακτηρίστηκε ως ιδιαιτέρως συντηρητικό, σε ό,τι αφορά τα πιο απαισιόδοξα σενάρια (βλέπε αιτιολογική σκέψη 38).

(127)

Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι το σχέδιο προβλέπει μία μετεξέλιξη της επιχείρησης που θα της επιτρέπει να καλύπτει, μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης, όλα της τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένης της απόσβεσης και των χρηματοοικονομικών επιβαρύνσεων και την αποκατάσταση της βιωσιμότητάς της (βλέπε αιτιολογική σκέψη 30).

(128)

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης που λήφθηκε ως βάση συμφωνεί συνεπώς με τις διατάξεις των σημείων 31 έως 34 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση.

(129)

Σύμφωνα με τα σημεία 35 έως 39 των κατευθυντηρίων γραμμών για την αναδιάρθρωση, πρέπει να ληφθούν μέτρα για τον περιορισμό, στο μέτρο του δυνατού, των δυσμενών συνεπειών που θα έχει η ενίσχυση για τους ανταγωνιστές. Αυτό σημαίνει συνήθως περιορισμό της παρουσίας που μπορεί να έχει η επιχείρηση στην αγορά ή τις αγορές της μετά τη λήξη της περιόδου αναδιάρθρωσης. Εάν το μερίδιο που κατέχει στη σχετική αγορά η επιχείρηση είναι αμελητέο, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχει αθέμιτη στρέβλωση του ανταγωνισμού (βλέπε σημείο 36 των κατευθυντηρίων γραμμών για την αναδιάρθρωση).

(130)

Σύμφωνα με τα διαβιβασθέντα στοιχεία, η Hessische Staatsweingüter έχει τον μεγαλύτερο αμπελώνα στη Γερμανία με καλλιεργούμενη έκταση περίπου 190 εκτάρια. Ο όγκος πωλήσεων της GmbH υπολογίστηκε στο επιχειρηματικό σχέδιο του Ιουνίου του 2002 περίπου σε 1 εκατ. λίτρα ετησίως. Σύμφωνα με τα διαβιβασθέντα στοιχεία, πριν από το 2003 η Hessische Staatsweingüter παρήγαγε κυρίως την ποικιλία Riesling. Σε επίπεδο ΕΕ (ΕΕ-25) το 2002/2003 παρήχθησαν συνολικά περίπου 15,6 δισ. λίτρα οίνου (17). Το μερίδιο της Hessische Staatsweingüter στην εν λόγω συνολική παραγωγή ήταν λιγότερο από 0,01 %. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβίβασαν οι γερμανικές αρχές, η συνολική καλλιεργούμενη έκταση για την ποικιλία Riesling στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται συνολικά σε 26 413 εκτάρια (εκ των οποίων το μεγαλύτερο μερίδιο με 21 197 εκτάρια ανήκει στη Γερμανία). Η Hessische Staatsweingüter, με αμπελουργική έκταση περίπου 190 εκτάρια, αντιπροσωπεύει περίπου το 0,7 % της συνολικής καλλιεργούμενης έκτασης Riesling στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά συνέπεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι το μερίδιό της στη σχετική αγορά είναι αμελητέο και στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα αντισταθμιστικά μέτρα.

(131)

Η Επιτροπή, θεωρεί, ωστόσο, σύμφωνα με τη δυνατότητα που προβλέπεται στο σημείο 42 περίπτωση iii) των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση, ότι η Hessische Staatsweingüter δεν θα λάβει περαιτέρω ενισχύσεις κατά τη διάρκεια της αναδιάρθρωσης (δηλαδή σύμφωνα με το επικαιροποιημένο επιχειρηματικό σχέδιο του Νοεμβρίου του 2003, έως το 2014).

(132)

Σύμφωνα με τα σημεία 40 και 41 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση, το ύψος και η ένταση της ενίσχυσης πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο απαραίτητο που θα επιτρέψει την αναδιάρθρωση. Ως εκ τούτου, οι αποδέκτες της ενίσχυσης πρέπει να συμβάλλουν σημαντικά στο σχέδιο αναδιάρθρωσης με δικούς τους πόρους, περιλαμβανομένης της πώλησης του ενεργητικού, εφόσον δεν είναι απαραίτητο για την επιβίωση της επιχείρησης, ή με εξωτερική χρηματοδότηση που θα λάβουν υπό τους όρους της αγοράς. Η μορφή με την οποία χορηγείται η ενίσχυση ή το ποσό της πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μην προκύψουν για την επιχείρηση πλεονάζοντα ρευστά διαθέσιμα, τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε επιθετικές δραστηριότητες που ενδέχεται να προξενήσουν στρεβλώσεις στην αγορά και δεν συνδέονται με τη διαδικασία αναδιάρθρωσης. Η ενίσχυση δεν πρέπει επίσης να χρησιμεύσει στη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης. Σε όλες τις περιπτώσεις, πρέπει να αποδεικνύεται στην Επιτροπή ότι η ενίσχυση δεν θα χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης και ότι δεν θα επιτρέπει στον δικαιούχο, κατά την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης, να επεκτείνει το παραγωγικό του δυναμικό, εκτός αν αυτό είναι αναγκαίο για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης χωρίς παράλληλη αδικαιολόγητη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

(133)

Κατά την προετοιμασία της αναδιάρθρωσης ελήφθησαν υπόψη τρεις στρατηγικές επιλογές, ήτοι η σταδιακή ανακαίνιση των παλαιών χώρων στο Eltville, η κατασκευή νέου οινοποιείου στο Eltville και η κατασκευή νέου οινοποιείου στην περιοχή των εγκαταστάσεων των αμπελώνων Steinberg (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 24 έως 26). Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η μόνη στρατηγική επιλογή, η οποία θα διασφάλιζε τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της Hessische Staatsweingüter, ήταν η κατασκευή νέου οινοποιείου στην περιοχή των εγκαταστάσεων των αμπελώνων Steinberg και η μεταφορά της διοίκησης και της οινοθήκης της Hessische Staatsweingüter στη μονή Eberbach (βλέπε αιτιολογική σκέψη 26). Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, το νέο οινοποιείο θα παρείχε τη δυνατότητα στη Hessische Staatsweingüter να παράγει ερυθρό οίνο υψηλής ποιότητας. Η Επιτροπή είναι συνεπώς της άποψης ότι η επέκταση της παραγωγικής ικανότητας που προβλέπεται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση περιορίζεται στο ελάχιστο απαραίτητο για να γίνει η αναδιάρθρωση. Η GmbH έλαβε κατά την ίδρυσή της, την 1η Ιανουαρίου 2003, μία πρώτη εισφορά κεφαλαίου ύψους 1 εκατ. EUR. Διέθετε εξάλλου, σύμφωνα με τον ισολογισμό που υπέβαλε, ρευστά διαθέσιμα περίπου 538 000 EUR. Το επιχειρηματικό σχέδιο, ωστόσο, προέβλεπε, ότι η GmbH δεν θα είχε θετική ταμειακή ροή πριν από το οικονομικό έτος 2008/2009. Οι απαιτούμενες ενισχύσεις για την κάλυψη των αναγκών ταμειακής ροής κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας της GmbH υπολογίστηκαν συνολικά σε άλλα 4,3 έως 7,7 εκατ. EUR. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι η επιχείρηση, παρά μια πρώτη εισφορά κεφαλαίου, δεν διέθετε πλεονάζοντα ρευστά διαθέσιμα, τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε επιθετικές δραστηριότητες που ενδέχεται να προξενήσουν στρεβλώσεις στην αγορά και δεν συνδέονται με τη διαδικασία αναδιάρθρωσης.

(134)

Το νέο οινοποιείο, με συνολικό ποσό επενδύσεων περίπου 15 εκατ. EUR, χρηματοδοτείται εν μέρει από το μετοχικό δάνειο ύψους 7,5 εκατ. EUR. Η υπόλοιπη χρηματοδότηση του νέου οινοποιείου διασφαλίζεται με εμπορικό δάνειο (βλέπε αιτιολογική σκέψη 49). Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το εν λόγω εμπορικό δάνειο αποτελεί σημαντική ίδια εισφορά. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση τηρούνται οι διατάξεις που περιέχονται στα σημεία 40 και 41 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση.

(135)

Σύμφωνα με το σημείο 43 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση, η επιχείρηση πρέπει να εφαρμόσει εξ ολοκλήρου το σχέδιο αναδιάρθρωσης.

(136)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτή η προϋπόθεση τηρείται. Σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, η GmbH υπερέβη σαφώς κατά τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας της τις προβλέψεις όσον αφορά τον κύκλο εργασιών και τα κέρδη. Μετά την ίδρυση της GmbH και την πρώτη εισφορά κεφαλαίου, το ομόσπονδο κράτος προέβη σε μία μόνο ακόμη εισφορά κεφαλαίου ύψους 1,225 εκατ. EUR (βλέπε αιτιολογική σκέψη 33). Το νέο οινοποιείο (εκτιμώμενο συνολικό κόστος επενδύσεων 15 εκατ. EUR) χρηματοδοτείται εν μέρει μέσω μετοχικού δανείου με εγγυημένο σταθερό ελάχιστο επιτόκιο, το οποίο παρείχε το ομόσπονδο κράτος (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 40 έως 45) και εν μέρει μέσω δανείου εμπορικής τράπεζας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 49). Η διοίκηση και η οινοθήκη προβλέπεται να μεταφερθούν στους χώρους της μονής Eberbach.

(137)

Σύμφωνα με το σημείο 48 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση, για να αποφευχθεί κάθε καταχρηστική στήριξη επιχειρήσεων, οι ενισχύσεις αναδιάρθρωσης πρέπει να χορηγούνται μόνο μία φορά κάθε δεκαετία (υπολογιζόμενη από τη λήξη της φάσης αναδιάρθρωσης ή από τον τερματισμό της εκτέλεσης του σχεδίου). Σύμφωνα με το σημείο 49 των ίδιων κατευθυντήριων γραμμών, οι μεταβολές στο καθεστώς ιδιοκτησίας της δικαιούχου επιχείρησης μετά τη χορήγηση της ενίσχυσης δεν επηρεάζουν επ’ ουδενί την εφαρμογή του κανόνα αυτού.

(138)

Σύμφωνα με τη άποψη της Επιτροπής, η αρχή της εφάπαξ ενίσχυσης τηρείται στην προκειμένη περίπτωση, διότι η Hessische Staatsweingüter δεν έλαβε κατά την τελευταία δεκαετία ενίσχυση διάσωσης ή αναδιάρθρωσης. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 109, η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει ότι η Hessische Staatsweingüter έπρεπε να θεωρηθεί προβληματική επιχείρηση την εποχή που διοικούνταν ακόμη ως τμήμα της γενικής διοίκησης και στη συνέχεια ως Landesbetrieb. Αντίθετα, οι ευκαιριακές καλύψεις ζημιών την περίοδο 1995-2002 συνιστούσαν μόνο παράνομες ενισχύσεις λειτουργίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 111).

(139)

Η Επιτροπή είναι συνεπώς της γνώμης ότι τα μέτρα αναδιάρθρωσης του ομόσπονδου κράτους της Έσσης προς όφελος της Hessische Staatsweingüter είναι σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών του 1999 όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων και, συνεπώς, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

(140)

Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Γερμανία δεν κοινοποίησε την ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, αλλά την εφάρμοσε παράνομα.

VI.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(141)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Γερμανία έχει εφαρμόσει παρανόμως μέτρα, προκειμένου να χορηγήσει κρατική ενίσχυση υπό μορφή συνεχούς κάλυψης ζημιών ύψους 541 859 EUR στη Hessische Staatsweingüter, κατά παράβαση των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ. Οι ενισχύσεις αυτές ωφέλησαν τόσο την Betrieb gewerblicher Art όσο και την GmbH. Λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών στην περίπτωση αυτή, διαπιστώνεται ότι το αποκτηθέν πλεονέκτημα είναι ανάλογο των στοιχείων του ενεργητικού που αναλήφθηκαν από την πρώην Landesbetrieb Hessische Staatsweingüter.

(142)

Η Επιτροπή διαπιστώνει επίσης ότι τα μέτρα αναδιάρθρωσης του ομόσπονδου κράτους της Έσσης υπέρ της GmbH συνιστούν κρατική ενίσχυση η οποία συμβιβάζεται με τη συνθήκη ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση ύψους 541 859 EUR, την οποία χορήγησε παράνομα η Γερμανία στην Hessische Staatsweingüter την περίοδο 1995 έως 2002, κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

Η κρατική ενίσχυση, την οποία χορήγησε παράνομα η Γερμανία στην Hessische Staatsweingüter GmbH Kloster Eberbach την περίοδο μετά το 2002 υπό μορφή μέτρων αναδιάρθρωσης, κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

Άρθρο 2

1.   Η Γερμανία απαιτεί την ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 από την Betrieb gewerblicher Art και την Hessische Staatsweingüter GmbH Kloster Eberbach, σε ορθή αναλογία προς τη ληφθείσα ενίσχυση.

2.   Τα ανακτώμενα ποσά περιλαμβάνουν τόκους από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι τον χρόνο της πραγματικής τους ανάκτησης.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (18).

Άρθρο 3

1.   Η ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 είναι άμεση και αποτελεσματική.

4.   Η Γερμανία διασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 4

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Γερμανία υποβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

το συνολικό ποσό (αρχικό κεφάλαιο και τόκοι) που θα πρέπει να ανακτηθεί από τον δικαιούχο,

λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση,

έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στον δικαιούχο να επιστρέψει την ενίσχυση.

2.   Η Γερμανία ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των μέτρων που λαμβάνει για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, μέχρις ότου ανακτηθεί η ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1. Εφόσον ζητηθεί από την Επιτροπή, η Γερμανία παρέχει αμέσως όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει ή πρόκειται να λάβει για να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά των ενισχύσεων και των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί από τον δικαιούχο.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Βρυξέλλες, 20 Μαΐου 2008.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 19 της 27.1.2007, σ. 2.

(2)  Βλέπε υποσημείωση αριθ. 1.

(3)  Earnings before interest, tax, depreciation and amortization (κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων).

(4)  Στο υποβληθέν επιχειρηματικό σχέδιο διορθώθηκαν, για τους σκοπούς του υπολογισμού της ταμειακής ροής, τα καθαρά ετήσια κέρδη ή ζημίες μόνο όσον αφορά τις αποσβέσεις ως δαπάνες που δεν πραγματοποιήθηκαν σε ρευστό.

(5)  Διάταξη σύμφωνα με την οποία η τράπεζα μπορεί να απαιτήσει (πρόσθετες) τραπεζικές εγγυήσεις για το δάνειο, εάν η συμμετοχή του ομόσπονδου κράτους της Έσσης στην Hessische Staatsweingüter GmbH πέσει κάτω από 51 %.

(6)  ΕΕ L 179 της 14.7.1999, σ. 1.

(7)  Βλέπε κυρίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1988, υπόθεση 102/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988 σ. 4067.

(8)  Ο όγκος του ενδοκοινοτικού εμπορίου οίνου είναι πολύ υψηλός. Περίπου το 20 % του συνόλου του παραγόμενου οίνου στην ΕΕ των 25 διατίθεται στο εσωτερικό της Ένωσης. Το 2005, περίπου 37,1 εκατ. εκατόλιτρα (εισροές) και 38,8 εκατ. εκατόλιτρα (αποστολές) αποτέλεσαν αντικείμενο του ενδοκοινοτικού εμπορίου (ΕΕ των 25). Το 2004/2005 το μερίδιο της Γερμανίας στη συνολική παραγωγή οίνου της ΕΕ των 25 ανήλθε περίπου στο 5,5 %. (Πηγή: Eurostat – Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία).

(9)  Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη – Εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 (νυν 87 και 88) της συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 5 της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής επί των δημόσιων επιχειρήσεων στον κλάδο της μεταποίησης (ΕΕ C 307 της 13.11.1993, σ. 4).

(10)  Συλλογή 1987, σ. 2599.

(11)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(12)  Σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T 11/95 (BP Chemicals Limited κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-3235) είναι αληθές ότι το γεγονός και μόνο ότι μια δημόσια επιχείρηση πραγματοποίησε ήδη εισφορές κεφαλαίου χαρακτηρισθείσες ως «ενισχύσεις» στη θυγατρική της δεν αποκλείει, a priori, τη δυνατότητα μεταγενέστερη εισφορά κεφαλαίου να μπορεί να χαρακτηριστεί επένδυση πληρούσα το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή σε οικονομία αγοράς, εφόσον η εν λόγω εισφορά μπορούσε ευλόγως να διαχωριστεί από τις δύο πρώτες και να θεωρηθεί ως αυτοτελής επένδυση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 170 της απόφασης). Στην αιτιολογική σκέψη 171 της απόφασης BP-Chemicals, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι μεταξύ των ουσιαστικών στοιχείων για την εν λόγω εκτίμηση περιλαμβάνονται η χρονολογία των εν λόγω προσφορών, ο σκοπός τους και η κατάσταση της θυγατρικής επιχείρησης κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ελήφθησαν οι αποφάσεις πραγματοποίησης κάθε μιας από τις σχετικές εισφορές.

(13)  ΕΕ C 319 της 27.12.2006, σ. 1.

(14)  ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.

(15)  ΕΕ C 288 της 9.10.1999, σ. 2.

(16)  Earnings before interest, tax, depreciation and amortization (κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων).

(17)  Πηγή: Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat).

(18)  ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1.