ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.343.gre

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 343

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
22 Δεκεμβρίου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 847/96, (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, (ΕΚ) αριθ. 811/2004, (ΕΚ) αριθ. 768/2005, (ΕΚ) αριθ. 2115/2005, (ΕΚ) αριθ. 2166/2005, (ΕΚ) αριθ. 388/2006, (ΕΚ) αριθ. 509/2007, (ΕΚ) αριθ. 676/2007, (ΕΚ) αριθ. 1098/2007, (ΕΚ) αριθ. 1300/2008, (ΕΚ) αριθ. 1342/2008 και καταργήσεως των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, (ΕΚ) αριθ. 1627/94 και (ΕΚ) αριθ. 1966/2006

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

51

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία του Συμβουλίου 2009/158/ΕΚ, της 30ής Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τις εισαγωγές πουλερικών και αυγών για επώαση από τρίτες χώρες ( 1 )

74

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

22.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 343/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 20ής Νοεμβρίου 2009

περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 847/96, (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, (ΕΚ) αριθ. 811/2004, (ΕΚ) αριθ. 768/2005, (ΕΚ) αριθ. 2115/2005, (ΕΚ) αριθ. 2166/2005, (ΕΚ) αριθ. 388/2006, (ΕΚ) αριθ. 509/2007, (ΕΚ) αριθ. 676/2007, (ΕΚ) αριθ. 1098/2007, (ΕΚ) αριθ. 1300/2008, (ΕΚ) αριθ. 1342/2008 και καταργήσεως των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, (ΕΚ) αριθ. 1627/94 και (ΕΚ) αριθ. 1966/2006

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 37,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (3),

τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (4),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στόχος της κοινής αλιευτικής πολιτικής, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής (5), είναι να διασφαλίζει την εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων κατά τρόπο που να εξασφαλίζει βιώσιμες οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες.

(2)

Δεδομένου ότι η επιτυχία της κοινής αλιευτικής πολιτικής εξαρτάται από την εφαρμογή ενός αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου, τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό αποσκοπούν στη θέσπιση ενός κοινοτικού συστήματος ελέγχου, επιθεώρησης και επιβολής, με μια συνολική και ολοκληρωμένη προσέγγιση σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με όλους τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής και να καταστεί δυνατή η βιώσιμη εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων μέσω της κάλυψης όλων των πτυχών της πολιτικής.

(3)

Η εμπειρία από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην κοινή αλιευτική πολιτική (6), έδειξε ότι το υφιστάμενο σύστημα ελέγχου δεν επαρκεί πλέον για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

(4)

Οι διατάξεις ελέγχου βρίσκονται σήμερα σε πολλά επικαλυπτόμενα και περίπλοκα νομοθετικά κείμενα. Ορισμένα σημεία του συστήματος ελέγχου εφαρμόζονται ελλιπώς από τα κράτη μέλη, γεγονός το οποίο οδηγεί σε ελλιπή και αποκλίνοντα μέτρα για την αντιμετώπιση των παραβάσεων των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, υπονομεύοντας έτσι την καθιέρωση συνθηκών ισότιμου ανταγωνισμού για τους αλιείς σε όλη την Κοινότητα. Κατά συνέπεια, το υφιστάμενο καθεστώς και όλες οι υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από αυτό θα πρέπει να ενοποιηθούν, να κωδικοποιηθούν και να απλουστευθούν, ιδιαίτερα μέσω της μείωσης της επικάλυψης των κανονιστικών και διοικητικών διαδικασιών.

(5)

Λαμβανομένου υπόψη του βαθμού εξάντλησης των θαλάσσιων υδρόβιων πόρων, είναι ζωτικής σημασίας για την Κοινότητα να εγκρίνει τα απαραίτητα μέτρα για την ανάπτυξη σε όλες τις επιχειρήσεις μιας κουλτούρας συμμόρφωσης με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής και με τους στόχους οι οποίοι τέθηκαν στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη το 2002 καθώς και στη στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Για την επίτευξη του στόχου αυτού θα πρέπει να ενισχυθούν και να εναρμονιστούν οι κανόνες ελέγχου, επιθεώρησης και επιβολής των μέτρων διατήρησης και διαχείρισης των πόρων, των διαρθρωτικών μέτρων και των μέτρων για την κοινή οργάνωση της αγοράς.

(6)

Δεδομένου ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1005/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, περί δημιουργίας κοινοτικού συστήματος πρόληψης, αποτροπής και εξάλειψης της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας (7), υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της καταπολέμησης της παράνομης, λαθραίας και άναρχης (ΠΛΑ) αλιείας και των συναφών δραστηριοτήτων και δεδομένου ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1006/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις άδειες αλιείας κοινοτικών αλιευτικών σκαφών εκτός των υδάτων της Κοινότητας και για την πρόσβαση σκαφών τρίτων χωρών στα ύδατα της Κοινότητας (8), θεσπίζει διατάξεις για τη χορήγηση άδειας στα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη ώστε να ασκούν αλιευτικές δραστηριότητες εκτός των κοινοτικών υδάτων και στα αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών ώστε να ασκούν αλιευτικές δραστηριότητες στα κοινοτικά ύδατα, ο παρών κανονισμός πρέπει να είναι συμπληρωματικός των κανονισμών αυτών και να εξασφαλίζει ότι δεν υφίστανται διακρίσεις μεταξύ υπηκόων κρατών μελών και τρίτων χωρών.

(7)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τις ειδικές διατάξεις που περιέχονται σε διεθνείς συμφωνίες ή που εφαρμόζονται στο πλαίσιο περιφερειακών οργανώσεων διαχείρισης αλιείας, ούτε τις εθνικές διατάξεις περί ελέγχου οι οποίες, μολονότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, υπερβαίνουν τις στοιχειώδεις διατάξεις του, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι οι εθνικές αυτές διατάξεις είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο.

(8)

Πρέπει να αξιοποιηθούν οι σύγχρονες τεχνολογίες, όπως το Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών, το Σύστημα Εντοπισμού Σκαφών και το Σύστημα Αυτόματης Αναγνώρισης, καθώς επιτρέπουν την αποτελεσματική παρακολούθηση και τη διενέργεια συστηματικών και αυτόματων διασταυρούμενων ελέγχων ταχύτατα και με χαμηλό κόστος, διευκολύνουν τις διοικητικές διαδικασίες τόσο για τις εθνικές αρχές όσο και για τις επιχειρήσεις, επιτρέποντας έτσι την έγκαιρη εκπόνηση αναλύσεων του κινδύνου και συνολικών αξιολογήσεων όλων των συναφών πληροφοριών όσον αφορά τον έλεγχο. Συνεπώς, το σύστημα ελέγχου πρέπει να επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνδυάζουν τη χρήση των διαφόρων οργάνων ελέγχου για την εξασφάλιση των πιο αποτελεσματικών μεθόδων ελέγχου.

(9)

Χρειάζεται μια νέα, κοινή προσέγγιση στον έλεγχο της αλιείας η οποία να περιλαμβάνει την ολοκληρωμένη παρακολούθηση των αλιευμάτων, με στόχο την εξασφάλιση συνθηκών ισότιμου ανταγωνισμού για τον αλιευτικό τομέα που να λαμβάνει υπόψη τις διαφορές μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων του στόλου· για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να θεσπισθούν κοινά κριτήρια για την εφαρμογή του ελέγχου των αλιευμάτων και ειδικότερα για τυποποιημένες και συντονισμένες διαδικασίες επιθεώρησης εν πλω, στην ξηρά και σε όλα τα επίπεδα της αλυσίδας εμπορίας. Στο πλαίσιο της νέας αυτής προσέγγισης, θα πρέπει να αποσαφηνισθούν οι αντίστοιχες ευθύνες των κρατών μελών, της Επιτροπής και της Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας.

(10)

Η διαχείριση των αλιευτικών πόρων σε κοινοτικό επίπεδο βασίζεται, συγκεκριμένα, σε συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα (TAC), σε ποσοστώσεις, σε καθεστώτα ελέγχου της αλιευτικής προσπάθειας και σε τεχνικά μέτρα. Πρέπει να διασφαλιστεί πως τα κράτη μέλη θα εγκρίνουν τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή των προαναφερόμενων μέτρων διαχείρισης με αποτελεσματικό τρόπο.

(11)

Οι δραστηριότητες και οι μέθοδοι ελέγχου πρέπει να βασίζονται στη διαχείριση του κινδύνου με ταυτόχρονη χρήση διασταυρούμενων ελέγχων με συστηματικό και ολοκληρωμένο τρόπο από τα κράτη μέλη. Είναι επίσης απαραίτητο τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν χρήσιμες πληροφορίες.

(12)

Για να επιτευχθεί η συμμόρφωση προς τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής θα πρέπει να ενταθεί η συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών, της Επιτροπής και της Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας.

(13)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι αλιευτικές δραστηριότητες διεξάγονται σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής, πρέπει αυτές να υπόκεινται σε αλιευτική άδεια και, σε ειδικές περιστάσεις, σε άδεια αλίευσης. Επίσης θα πρέπει να εφαρμόζονται κανόνες σχετικά με τον εντοπισμό αλιευτικών σκαφών και των εργαλείων τους.

(14)

Για να εξασφαλισθεί αποτελεσματικός έλεγχος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών και τα αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 12 μέτρων ή περισσότερο θα πρέπει να διαθέτουν συσκευή που να επιτρέπει στα κράτη μέλη τον αυτόματο εντοπισμό και αναγνώρισή τους. Επίσης, τα αλιευτικά σκάφη θα πρέπει να είναι εξοπλισμένα με Σύστημα Αυτόματης Αναγνώρισης. σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2002/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2002, για τη δημιουργία κοινοτικού συστήματος παρακολούθησης της κυκλοφορίας των πλοίων και ενημέρωσης (9), τα δε κράτη μέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν τα δεδομένα του συστήματος αυτού με σκοπό την επαλήθευση.

(15)

Χρειάζεται ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών οργανισμών και μεταξύ αρχών των κρατών μελών. Προς τούτο, τα δεδομένα από το Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών, το Σύστημα Εντοπισμού Σκαφών και το Σύστημα Αυτόματης Αναγνώρισης θα πρέπει να μπορούν να διαβιβάζονται στους κοινοτικούς οργανισμούς και στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που διεξάγουν επιχειρήσεις παρακολούθησης με σκοπό την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, τον έλεγχο των συνόρων, την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και γενικά την επιβολή του νόμου.

(16)

Εναπόκειται στο Συμβούλιο να λάβει απόφαση σχετικά με τη χρήση στο μέλλον ηλεκτρονικών συσκευών παρακολούθησης και οργάνων ιχνηλασιμότητας, όπως είναι η γενετική ανάλυση καθώς και άλλες τεχνολογίες ελέγχου της αλιείας, εφόσον τα τεχνικά αυτά μέσα έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής κατά τρόπο αποτελεσματικό σε σχέση με το κόστος.

(17)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρακολουθούν τις δραστηριότητες των αλιευτικών σκαφών τους εντός και εκτός των κοινοτικών υδάτων. Για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής παρακολούθησης, οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών μήκους 10 μέτρων ή άνω οφείλουν να τηρούν ημερολόγιο αλιείας και να υποβάλλουν δηλώσεις εκφόρτωσης και μεταφόρτωσης. Προκειμένου να αξιοποιούνται οι σύγχρονες τεχνολογίες, για τα αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 12 μέτρων ή άνω, το ημερολόγιο αλιείας θα πρέπει να έχει ηλεκτρονική μορφή και οι δηλώσεις εκφόρτωσης και μεταφόρτωσης να υποβάλλονται ηλεκτρονικά.

(18)

Οι πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στα ημερολόγια αλιείας των αλιευτικών σκαφών θα πρέπει να εξακριβώνονται κατά τη στιγμή της εκφόρτωσης. Κατά συνέπεια, τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην εκφόρτωση και στην εμπορία των ιχθύων και των αλιευτικών προϊόντων θα πρέπει να δηλώνουν τις ποσότητες που εκφορτώνονται, μεταφορτώνονται, διατίθενται προς πώληση ή αγοράζονται.

(19)

Όσον αφορά τα αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους κάτω των 10 μέτρων η υποχρέωση τήρησης ημερολογίου αλιείας ή συμπλήρωσης δήλωσης εκφόρτωσης θα συνιστούσε δυσανάλογο βάρος συγκριτικά με την αλιευτική τους ικανότητα. Για να εξασφαλισθεί ικανοποιητικό επίπεδο ελέγχου στα προαναφερόμενα σκάφη, τα κράτη μέλη πρέπει να παρακολουθούν τις δραστηριότητές τους μέσω της εφαρμογής σχεδίου δειγματοληψίας.

(20)

Οι μεταφορτώσεις εν πλω διαφεύγουν τον κανονικό έλεγχο από το κράτος σημαίας ή από το παράκτιο κράτος και συνεπώς αποτελούν τρόπο για τις επιχειρήσεις να επιδίδονται σε παράνομες αλιευτικές δραστηριότητες. Για τη βελτίωση των ελέγχων, οι δραστηριότητες μεταφόρτωσης στην Κοινότητα θα πρέπει να επιτρέπονται μόνον σε καθορισμένους λιμένες.

(21)

Οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν τις εκφορτώσεις στους λιμένες τους. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να απαιτείται από τα αλιευτικά σκάφη που αλιεύουν αποθέματα υποκείμενα σε πολυετές σχέδιο, τα οποία υποχρεούνται να καταχωρίζουν ηλεκτρονικώς δεδομένα ημερολογίου αλιείας, να κοινοποιούν εκ των προτέρων στις οικείες αρχές την πρόθεσή τους για εκφόρτωση στους λιμένες τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αρνούνται την πρόσβαση, εφόσον οι απαιτούμενες πληροφορίες δεν είναι πλήρεις.

(22)

Δεδομένου ότι η διαχείριση των αλιευτικών όρων βασίζεται στις αλιευτικές δυνατότητες, θα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι τα αλιεύματα και η καταβαλλόμενη αλιευτική προσπάθεια καταγράφονται σωστά και υπολογίζονται βάσει των ποσοστώσεων και της κατανομής της αλιευτικής προσπάθειας του κράτους μέλους της σημαίας. Η αλιεία θα πρέπει να απαγορεύεται εφόσον εξαντλείται η διαθέσιμη ποσόστωση ή κατανομή προσπάθειας.

(23)

Λόγω των απαιτήσεων χωρητικότητας του κοινοτικού αλιευτικού στόλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 639/2004 του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2004, για τη διαχείριση αλιευτικών στόλων που είναι νηολογημένοι σε εξόχως απόκεντρες περιοχές της Κοινότητας (10), στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1438/2003 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 2003, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής για την κοινοτική πολιτική που αφορά το στόλο όπως ορίζεται στο κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου (11), και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2104/2004 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2004, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 639/2004 (12), πρέπει να θεσπισθούν μέσα για τον έλεγχο της χωρητικότητας του στόλου, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν την παρακολούθηση της ισχύος της μηχανής και της χρήσης των αλιευτικών εργαλείων. Για τον λόγο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η συνολική χωρητικότητα των αλιευτικών αδειών δεν υπερβαίνει τα μέγιστα επίπεδα χωρητικότητας και ότι η ισχύς πρόωσης κινητήρα των αλιευτικών σκαφών δεν υπερβαίνει την πιστοποιούμενη ισχύ κινητήρα των εν λόγω σκαφών. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να πιστοποιούν την ισχύ πρόωσης κινητήρα των αλιευτικών σκαφών των οποίων η ισχύς πρόωσης κινητήρα υπερβαίνει τα 120 kW και να επαληθεύουν, βάσει σχεδίου δειγματοληψίας, τη συμμόρφωση της ισχύος κινητήρα με άλλα διαθέσιμα στοιχεία.

(24)

Συγκεκριμένα μέτρα θα πρέπει να ισχύουν στην περίπτωση πολυετών σχεδίων ειδικά για την προστασία συγκεκριμένων αποθεμάτων. Οι μεταφορτώσεις αλιευμάτων αποθεμάτων που υπόκεινται σε πολυετές σχέδιο θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο σε καθορισμένους λιμένες και μόνο εφόσον τα αλιεύματα αυτά έχουν ζυγιστεί.

(25)

Χρειάζονται ειδικές διατάξεις ούτως ώστε να χρησιμοποιούνται μόνο επιτρεπόμενα εργαλεία και να ανασύρονται τα απολεσθέντα εργαλεία.

(26)

Στις περιοχές περιορισμένες αλιείας πρέπει να ισχύουν ειδικοί κανόνες. Πρέπει να ορισθεί σαφώς η διαδικασία για την επιβολή και την άρση απαγορεύσεων της αλιείας σε αλιευτικές περιοχές, σε πραγματικό χρόνο.

(27)

Επειδή ότι η ερασιτεχνική αλιεία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στους αλιευτικούς πόρους, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι διεξάγεται κατά τρόπο συμβατό προς τους στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Όσον αφορά τα αποθέματα που υπόκεινται σε σχέδιο ανάκτησης, τα κράτη μέλη πρέπει να συλλέγουν δεδομένα αλιευμάτων από την ερασιτεχνική αλιεία. Όταν η αλιεία αυτή έχει σημαντική επίπτωση στους πόρους, το Συμβούλιο θα πρέπει να μπορεί να αποφασίσει ειδικά μέτρα διαχείρισης.

(28)

Για την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου καθεστώτος ελέγχου, το σύνολο της αλυσίδας παραγωγής και εμπορίας θα πρέπει να καλύπτεται από καθεστώς τέτοιου τύπου. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει ένα συνεκτικό σύστημα ιχνηλασιμότητας το οποίο θα συμπληρώνει τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (13), και μεγαλύτερο έλεγχο των οργανώσεων των παραγωγών. Πρέπει επίσης να προστατεύει τα συμφέροντα των καταναλωτών προσφέροντας στοιχεία που αφορούν την εμπορική ονομασία, τη μέθοδο παραγωγής και τη ζώνη αλίευσης σε κάθε στάδιο της εμπορίας, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2065/2001 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 2001, για τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 όσον αφορά την ενημέρωση του καταναλωτή στον τομέα των προϊόντων της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (14). Θα πρέπει να εξασφαλίζει την παρακολούθηση των οργανώσεων παραγωγών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2508/2000 της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 2000, για τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συμβουλίου όσον αφορά επιχειρησιακά προγράμματα στον τομέα της αλιείας (15).

(29)

Προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι όλα τα αλιεύματα ελέγχονται σωστά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι όλα τα προϊόντα αλιείας διατίθενται για πρώτη φορά προς πώληση ή καταγράφονται σε ιχθυόσκαλα, ή σε εγγεγραμμένους αγοραστές ή σε οργανώσεις παραγωγών. Δεδομένου ότι θα πρέπει να γίνεται γνωστό το ακριβές βάρος των αλιευμάτων ούτως ώστε να τηρούνται οι ποσοστώσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι ζυγίζονται όλα τα προϊόντα αλιείας, εκτός αν εφαρμόζονται σχέδια δειγματοληψίας που βασίζονται σε κοινή μέθοδο.

(30)

Προκειμένου να παρακολουθείται η πορεία των αλιευμάτων και να ελέγχεται η συνέπεια με τα δεδομένα αλιευμάτων, οι εγγεγραμμένοι αγοραστές, οι εγγεγραμμένες ιχθυόσκαλες ή άλλοι οργανισμοί ή πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια από τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλλουν δελτία πώλησης. Εάν έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών στις πρώτες πωλήσεις αλιευτικών προϊόντων άνω των 200 000 ευρώ, τα δελτία πώλησης πρέπει να διαβιβάζονται ηλεκτρονικά.

(31)

Για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τα κοινοτικά μέτρα διατήρησης και εμπορικού χαρακτήρα, πρέπει να προβλεφθεί ότι όλα τα αλιευτικά προϊόντα για τα οποία δεν έχει υποβληθεί ούτε δελτίο πώλησης ούτε δήλωση ανάληψης και τα οποία μεταφέρονται σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο εκφόρτωσης συνοδεύονται από παραστατικό μεταφοράς στο οποίο δηλώνεται η φύση, η καταγωγή και το βάρος τους, εκτός εάν έχει διαβιβασθεί ηλεκτρονικά παραστατικό μεταφοράς πριν από τη μεταφορά.

(32)

Τα κράτη μέλη πρέπει να ελέγχουν τακτικά τις οργανώσεις παραγωγών ώστε να διαπιστώνουν ότι πληρούν τις νομικές απαιτήσεις. Πρέπει επίσης να ελέγχουν τα καθεστώτα τιμών και παρέμβασης.

(33)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διεξάγουν επιτήρηση στα κοινοτικά ύδατα και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα αν η διόπτευση ή ο εντοπισμός δεν αντιστοιχεί στα στοιχεία που διαθέτουν.

(34)

Η έννοια και τα καθήκοντα των παρατηρητών ελέγχου θα πρέπει να καθορισθούν με σαφήνεια για τα μελλοντικά καθεστώτα παρατηρητών ελέγχου. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να θεσπισθούν κανόνες για τη διεξαγωγή της επιτήρησης.

(35)

Για τη διασφάλιση της συνεπούς και αποτελεσματικής δίωξης των παραβάσεων θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης των εκθέσεων επιθεώρησης και επιτήρησης που συντάσσονται από υπαλλήλους της Επιτροπής, από τους κοινοτικούς επιθεωρητές και από αρμόδιους υπαλλήλους των κρατών, κατά τον ίδιο τρόπο με τις εθνικές εκθέσεις. Ταυτόχρονα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν ηλεκτρονική βάση δεδομένων με τις εκθέσεις επιθεώρησης και επιτήρησης των υπαλλήλων τους.

(36)

Προκειμένου να ενισχυθεί κοινό επίπεδο ελέγχου στα κοινοτικά ύδατα, θα πρέπει να καταρτισθεί κατάλογος κοινοτικών επιθεωρητών και να διευκρινισθούν τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές τους. Για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να μπορούν να διεξάγονται επιθεωρήσεις αλιευτικών σκαφών εκτός των υδάτων του επιθεωρούντος κράτους μέλους υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(37)

Σε περίπτωση παράβασης, θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπισή της, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο ετελέσθη. Σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων, πρέπει να λαμβάνονται ενισχυμένα μέτρα ώστε να καθίσταται δυνατή η άμεση διερεύνησή τους. Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα όταν η παράβαση διαπιστώνεται από κοινοτικό επιθεωρητή. Υπό ορισμένες συνθήκες, θα πρέπει να είναι δυνατή η διαβίβαση της διαδικασίας στο κράτος μέλος σημαίας ή στο κράτος μέλος του οποίου υπήκοος είναι ο δράστης.

(38)

Οι υπήκοοι κρατών μελών θα πρέπει να αποτρέπονται από τη διάπραξη παραβάσεων των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Επειδή τα μέτρα που λαμβάνονται για τον κολασμό των παραβάσεων των κανόνων αυτών διαφέρουν ευρέως μεταξύ των κρατών μελών, προκαλώντας έτσι διακρίσεις και στρέβλωση του ανταγωνισμού για τους αλιείς και δεδομένου ότι η απουσία αποτρεπτικών, αναλογικών και αποτελεσματικών κυρώσεων σε ορισμένα κράτη μέλη μειώνει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων, ενδείκνυται να εισαχθούν διοικητικές κυρώσεις σε συνδυασμό με ένα σύστημα σώρευσης μορίων για σοβαρές παραβάσεις για ένα πραγματικά αποτρεπτικό αποτέλεσμα.

(39)

Η συχνότητα μεγάλου αριθμού σοβαρών παραβάσεων των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής εντός των υδάτων της Κοινότητας ή από κοινοτικές επιχειρήσεις οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο μη αποτρεπτικό επίπεδο των κυρώσεων προστίμων που προβλέπονται στη εθνική νομοθεσία όσον αφορά τις σοβαρές παραβάσεις των εν λόγω κανόνων· Η αδυναμία αυτή επιτείνεται λόγω των μεγάλων διαφορών μεταξύ των κυρώσεων που προβλέπονται στα διάφορα κράτη μέλη, κάτι που ενθαρρύνει τις παράνομες επιχειρήσεις να αναπτύσσουν δραστηριότητες σε ύδατα ή στην επικράτεια των κρατών μελών με τις χαμηλότερες κυρώσεις. Κατά συνέπεια, ενδείκνυται να συμπληρωθούν τα μέγιστα επίπεδα κυρώσεων για τις σοβαρές παραβάσεις των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008 περί δημιουργίας κοινοτικού συστήματος πρόληψης, αποτροπής και εξάλειψης της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας, με αποτρεπτικές κυρώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της ζημίας, την αξία των αλιευτικών προϊόντων που προκύπτουν ως συνέπεια της σοβαρής παράβασης που διαπράχθηκε, την οικονομική κατάσταση του δράστη και την τυχόν επανάληψη παράβασης. Πρέπει επίσης να προβλεφθούν άμεσα μέτρα επιβολής και συμπληρωματικά μέτρα.

(40)

Η θέσπιση κυρώσεων πρέπει να συμπληρωθεί με σύστημα σώρευσης μορίων για σοβαρές παραβάσεις βάσει του οποίου θα πρέπει να αναστέλλεται η αλιευτική άδεια εάν ο κάτοχός της συγκεντρώσει ορισμένο αριθμό μορίων μετά την επιβολή κυρώσεων για σοβαρές παραβάσεις. Εάν η αλιευτική άδεια ανασταλεί πέντε φορές βάσει αυτού του συστήματος και πάλι συγκεντρωθεί ο αριθμός των μορίων, πρέπει να αφαιρεθεί οριστικά η αλιευτική άδεια. Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη πρέπει να καταγράφουν σε εθνική βάση δεδομένων όλες τις παραβάσεις των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

(41)

Για να εξασφαλισθεί η επίτευξη των στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να λάβει αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα· για τον σκοπό αυτό πρέπει να ενισχυθούν η ικανότητα διαχείρισης της Επιτροπής και η ικανότητά της να παρεμβαίνει αναλογικά ως προς το βαθμό μη συμμόρφωσης ενός κράτους μέλους. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί ώστε να πραγματοποιεί επιθεωρήσεις δίχως προηγούμενη κοινοποίηση και ανεξάρτητα, με σκοπό να εξακριβώνει τις δραστηριότητες ελέγχου τις οποίες πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

(42)

Για να προστατευτούν τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας και να διαφυλαχθεί το προεξάρχον συμφέρον της διατήρησης των αλιευτικών πόρων, προϋπόθεση της χρηματοοικονομικής ενίσχυσης στα πλαίσια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1198/2006 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 2006, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (16), και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 861/2006 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2006 για τη θέσπιση κοινοτικών χρηματοδοτικών μέτρων για την εφαρμογή της κοινής αλιευτικής πολιτικής και στον τομέα του δικαίου της θάλασσας (17), θα πρέπει να είναι η συμμόρφωση των κρατών μελών με τις υποχρεώσεις τους στους τομείς του ελέγχου της αλιείας, και επομένως θα πρέπει να προβλέπεται η αναστολή και η ακύρωση αυτής της χρηματοοικονομικής ενίσχυσης σε περιπτώσεις ανεπαρκούς εφαρμογής των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής από τα κράτη μέλη η οποία επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των χρηματοδοτούμενων μέτρων.

(43)

Ενδείκνυται να παραχωρηθούν εξουσίες στην Επιτροπή για την απαγόρευση της αλιείας όταν εξαντλούνται οι ποσοστώσεις ενός κράτους μέλους ή τα ίδια τα TAC. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί για την αφαίρεση ποσοστώσεων και κατανομής προσπάθειας ώστε να τηρούνται πλήρως οι περιορισμοί των αλιευτικών δυνατοτήτων. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να λαμβάνει έκτακτα μέτρα εφόσον υπάρχουν αποδείξεις ότι οι αλιευτικές δραστηριότητές ή τα μέτρα ενός κράτους μέλους υπονομεύουν τα μέτρα διατήρησης και διαχείρισης των σχεδίων διαχείρισης ή απειλούν το θαλάσσιο οικοσύστημα.

(44)

Θα πρέπει να διασφαλισθεί η ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων με άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή ή το ορισμένο από αυτήν όργανο. Η Επιτροπή ή το όργανο το οποίο ορίζει η ίδια θα πρέπει να έχει άμεση πρόσβαση στα αλιευτικά δεδομένα των κρατών μελών ώστε να είναι σε θέση να εξακριβώνει εάν τα κράτη μέλη τηρούν τις υποχρεώσεις τους και να παρεμβαίνει όταν διαπιστώνονται παραβάσεις.

(45)

Προκειμένου να βελτιωθεί η επικοινωνία, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να δημιουργήσουν ιστοσελίδες με γενικές πληροφορίες που θα διατίθενται σε τμήμα στο οποίο θα έχει πρόσβαση στο κοινό και επιχειρησιακές πληροφορίες σε απόρρητο τμήμα της ιστοσελίδας. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζεται η συνεργασία των αρμόδιων για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού αρχών των κρατών μελών μεταξύ τους, με την Επιτροπή και με το όργανο που αυτή ορίζει καθώς και με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών.

(46)

Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (18). Όλα τα μέτρα τα οποία εγκρίνει η Επιτροπή για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

(47)

Η εντολή της Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και να επεκταθεί ούτως ώστε η υπηρεσία αυτή να υποστηρίξει την ενιαία εφαρμογή του συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής, να διασφαλίσει την οργάνωση της επιχειρησιακής συνεργασίας, να παράσχει βοήθεια σε κράτη μέλη και να μπορέσει να συστήσει μονάδα έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση διαπίστωσης σοβαρού κινδύνου για την κοινή αλιευτική πολιτική. Πρέπει επίσης να μπορεί να διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό για την εκπόνηση κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων και για τη συνεργασία στην εφαρμογή της ενιαίας πολιτικής της ΕΕ για τη θάλασσα.

(48)

Τα στοιχεία που συλλέγονται και ανταλλάσσονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει τυγχάνουν επεξεργασίας σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες εμπιστευτικότητος. Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (19), εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που αφορούν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι οποίες διεξάγονται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (20), θα πρέπει να διέπει τις δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(49)

Για να ευθυγραμμισθεί η κοινοτική νομοθεσία με τον παρόντα κανονισμό πρέπει να τροποποιηθούν ορισμένοι κανονισμοί που αφορούν διατάξεις περί ελέγχου.

(50)

Καθώς με τον παρόντα κανονισμό θα θεσπισθεί ένα νέο, ολοκληρωμένο καθεστώς ελέγχου, πρέπει να καταργηθούν ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2847/93, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1627/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994, για τη θέσπιση των γενικών διατάξεων για τις ειδικές άδειες αλιείας (21), και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1966/2006 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2006, για την ηλεκτρονική καταχώρηση και αναφορά αλιευτικών δραστηριοτήτων καθώς και για τα μέσα τηλεπαρακολούθησης (22).

(51)

Προκειμένου να δοθεί στα κράτη μέλη ο απαραίτητος χρόνος για να προσαρμοσθούν σε ορισμένες από τις νέες υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, είναι σκόπιμο να μετατεθεί η θέση σε εφαρμογή ορισμένων διατάξεων σε μεταγενέστερη ημερομηνία,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινοτικό σύστημα για τον έλεγχο, την επιθεώρηση και την επιβολή (στο εξής καλούμενο «Κοινοτικό σύστημα ελέγχου») προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις δραστηριότητες που καλύπτει η κοινή αλιευτική πολιτική και οι οποίες διεξάγονται στην επικράτεια των κρατών μελών ή σε κοινοτικά ύδατα ή από κοινοτικά αλιευτικά σκάφη ή, με την επιφύλαξη της πρωταρχικής ευθύνης του κράτους μέλους της σημαίας, από υπηκόους των κρατών μελών.

2.   Οι δραστηριότητες που ασκούνται στα θαλάσσια ύδατα των υπερπόντιων εδαφών και διαμερισμάτων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της συνθήκης αντιμετωπίζονται σαν να ασκούνται στα θαλάσσια ύδατα τρίτων χωρών.

Άρθρο 3

Συνάφεια με τις διεθνείς και εθνικές διατάξεις

1.   Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που περιέχονται σε αλιευτικές συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών ή των διατάξεων που εφαρμόζονται στο πλαίσιο περιφερειακών οργανώσεων διαχείρισης αλιείας ή παρόμοιων συμφωνιών στις οποίες η Κοινότητα είναι συμβαλλόμενο μέρος ή μη συμβαλλόμενο συνεργαζόμενο μέρος.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των τυχόν εθνικών μέτρων ελέγχου που υπερβαίνουν τις στοιχειώδεις απαιτήσεις του, εφόσον συμφωνούν με την κοινοτική νομοθεσία και με την κοινή αλιευτική πολιτική. Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα προαναφερόμενα μέτρα ελέγχου.

Άρθρο 4

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι ορισμοί του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002. Επίσης, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως «αλιευτική δραστηριότητα» νοείται κάθε δραστηριότητα που συνδέεται με την αναζήτηση αλιευμάτων, τη ρίψη, την πόντιση, τη σύρση και την ανάσυρση αλιευτικών εργαλείων και αλιευμάτων επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση, τη διατήρηση και τη μεταποίηση επί τους σκάφους, τη μεταβίβαση, τον εγκλωβισμό, την πάχυνση και την εκφόρτωση ιχθύων και αλιευτικών προϊόντων·

2)

ως «κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής» νοούνται οι διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τη διατήρηση, τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων, σχετικά με την υδατοκαλλιέργεια και τη μεταποίηση, μεταφορά και εμπορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας·

3)

ως «έλεγχος» νοείται η παρακολούθηση και η επιτήρηση·

4)

ως «επιθεώρηση» νοείται κάθε έλεγχος ο οποίος διενεργείται από υπαλλήλους και αφορά τη συμμόρφωση με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής και για τον οποίο συντάσσεται έκθεση επιθεώρησης·

5)

ως «επιτήρηση» νοείται η παρατήρηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων βάσει διοπτεύσεων από πλοία επιθεώρησης ή υπηρεσιακά αεροσκάφη και οι τεχνικές μέθοδοι ανίχνευσης και αναγνώρισης·

6)

ως «υπάλληλος» νοείται το πρόσωπο το οποίο εξουσιοδοτείται από εθνική αρχή, από την Επιτροπή ή από την Κοινοτική Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας να διενεργήσει επιθεώρηση·

7)

ως «επιθεωρητές της Κοινότητας» νοούνται οι υπάλληλοι κράτους μέλους, ή της Επιτροπής ή του οργάνου που ορίζει η ίδια, όπως αναφέρεται στον κατάλογο του άρθρου 79 του παρόντος κανονισμού·

8)

ως «παρατηρητής ελέγχου» νοείται το πρόσωπο το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί από εθνική αρχή να παρακολουθεί την εφαρμογή των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής·

9)

ως «αλιευτική άδεια» νοείται το επίσημο έγγραφο το οποίο παραχωρεί στον κάτοχό του το δικαίωμα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, να χρησιμοποιεί ορισμένη αλιευτική ικανότητα για την εμπορική εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων. Η εν λόγω άδεια περιέχει τις ελάχιστες απαιτήσεις που αφορούν τα αναγνωριστικά στοιχεία, τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τον εξοπλισμό ενός κοινοτικού αλιευτικού σκάφους·

10)

ως «άδεια αλίευσης» νοείται η άδεια αλίευσης η οποία εκδίδεται για ένα κοινοτικό αλιευτικό σκάφος επιπλέον της αλιευτικής του άδειας και του δίνει το δικαίωμα να πραγματοποιεί αλιευτικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, σε δεδομένη περιοχή ή για δεδομένο τύπο αλιείας υπό ειδικές προϋποθέσεις·

11)

ως «σύστημα αυτόματης αναγνώρισης», νοείται ένα σύστημα αυτόνομης και συνεχούς αναγνώρισης και παρακολούθησης σκαφών, το οποίο παρέχει σε αυτά ένα μέσο ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων με άλλα πλοία που βρίσκονται κοντά καθώς και με τις αρχές στην ξηρά, σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητας κάθε πλοίου, τον τύπο, τη θέση, την πορεία και την ταχύτητά του·

12)

ως «δεδομένα Συστήματος Παρακολούθησης Σκαφών» νοούνται τα δεδομένα που αφορούν τα στοιχεία ταυτότητας του αλιευτικού σκάφους, τη γεωγραφική του θέση, την ημερομηνία, την ώρα, την ταχύτητα και την κατεύθυνση που διαβιβάζονται μέσω συσκευές δορυφορικού εντοπισμού εγκατεστημένες σε αλιευτικά σκάφη στο Κέντρο παρακολούθησης αλιευτικών του κράτους μέλους σημαίας·

13)

ως «σύστημα εντοπισμού σκαφών» νοείται δορυφορική τεχνολογία τηλεπαρακολούθησης που έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίζει σκάφη και να εντοπίζει τη θέση τους στη θάλασσα·

14)

ως «περιοχή περιορισμένης αλιείας» νοείται κάθε θαλάσσια περιοχή υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους, την οποία έχει καθορίσει το Συμβούλιο και όπου οι αλιευτικές δραστηριότητες είναι είτε περιορισμένες είτε απαγορευμένες·

15)

ως «Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας» νοείται επιχειρησιακό κέντρο ιδρυθέν από το κράτος μέλος σημαίας το οποίο διαθέτει υλισμικό και λογισμικό υπολογιστών που διευκολύνουν την αυτόματη λήψη, την επεξεργασία και την ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων·

16)

ως «μεταφόρτωση» νοείται η εκφόρτωση του συνόλου ή μέρους προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας ευρισκόμενων επί ενός σκάφους, σε άλλο σκάφος·

17)

ως «κίνδυνος» νοείται το ενδεχόμενο οιουδήποτε περιστατικού το οποίο θα συνιστούσε παραβίαση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής·

18)

ως «διαχείριση κινδύνων» νοείται ο συστηματικός εντοπισμός των κινδύνων και η εφαρμογή κάθε αναγκαίου μέτρου για τον περιορισμό τους. Ο όρος αυτός καλύπτει δραστηριότητες όπως η συλλογή δεδομένων και πληροφοριών, η ανάλυση και εκτίμηση των κινδύνων, η εκπόνηση και η λήψη μέτρων, καθώς και η τακτική παρακολούθηση και επανεξέταση της διαδικασίας και των αποτελεσμάτων της, βάσει των διεθνών, κοινοτικών και εθνικών πηγών και στρατηγικών·

19)

ως «επιχειρηματίας» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λειτουργεί ή κατέχει επιχείρηση η οποία πραγματοποιεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που συνδέεται με οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, μεταποίησης, εμπορίας και διανομής των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας σε αλυσίδες λιανικής πώλησης·

20)

ως «παρτίδα» νοείται η ποσότητα των αλιευτικών προϊόντων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας συγκεκριμένου είδους η οποία έχει την ίδια παρουσίαση και η οποία προέρχεται από την ίδια αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή και το ίδιο αλιευτικό σκάφος ή ομάδα αλιευτικών σκαφών ή την ίδια μονάδα παραγωγής υδατοκαλλιέργειας·

21)

ως «μεταποίηση» νοείται η διαδικασία βάσει της οποίας προετοιμάστηκαν τα παρουσιαζόμενα προϊόντα. Σε αυτήν περιλαμβάνεται ο τεμαχισμός σε φιλέτα, η συσκευασία, η κονσερβοποίηση, η κατάψυξη, το κάπνισμα, το αλάτισμα, το μαγείρεμα, η διατήρηση σε ξίδι, η αποξήρανση ή η προετοιμασία των ιχθύων για την αγορά ή καθ’ οιοδήποτε άλλο τρόπο·

22)

ως «εκφόρτωση» νοείται η αρχική εκφόρτωση οποιασδήποτε ποσότητας αλιευτικών προϊόντων από αλιευτικό σκάφος στην ξηρά·

23)

ως «λιανική» νοείται ο χειρισμός ή/και η μεταποίηση προϊόντων έμβιων υδρόβιων πόρων και η αποθήκευσή τους στο σημείο πώλησης ή παράδοσης στον τελικό καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένης της διανομής·

24)

ως «πολυετή σχέδια» νοούνται τα σχέδια αποκατάστασης του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, τα σχέδια διαχείρισης του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 καθώς και άλλες κοινοτικές διατάξεις οι οποίες έχουν εγκριθεί βάσει του άρθρου 37 της συνθήκης ΕΚ και προβλέπουν ειδικά μέτρα διαχείρισης για συγκεκριμένα ιχθυαποθέματα διάρκειας πολλών ετών·

25)

ως «παράκτιο κράτος» νοείται το κράτος στα ύδατα της επικράτειας ή της δικαιοδοσίας ή των λιμένων του οποίου πραγματοποιείται αλιευτική δραστηριότητα·

26)

ως «επιβολή των κανόνων» νοούνται τα μέτρα που λαμβάνονται για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής·

27)

ως «πιστοποιούμενη ισχύς κινητήρα» νοείται η μέγιστη συνεχής ισχύς κινητήρα που μπορεί να αποκτηθεί στον άξονα εξόδου κινητήρα σύμφωνα με το πιστοποιητικό που εκδίδουν οι αρχές του κράτους μέλους ή οι εταιρείες πιστοποίησης ή άλλοι φορείς που έχουν οριστεί από τις εν λόγω αρχές·

28)

ως «ερασιτεχνική αλιεία» νοούνται οι αλιευτικές μη εμπορικές δραστηριότητες στο πλαίσιο των οποίων αλιεύονται θαλάσσιοι έμβιοι υδρόβιοι πόροι για αναψυχή, τουρισμό ή άθληση·

29)

ως «μετακίνηση επί σκάφους» νοούνται οι αλιευτικές δραστηριότητες όπου το αλίευμα, ολόκληρο ή μέρη του, μεταφέρεται ή μετακινείται από κοινό αλιευτικό εργαλείο πάνω σε αλιευτικό σκάφος ή από το αμπάρι σκάφους ή το αλιευτικό του εργαλείο σε σάκκο, περιέκτη ή κλωβό στο οποίο διατηρείται το ζωντανό αλίευμα έως την εκφόρτωση·

30)

ως «αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή» νοείται θαλάσσια περιοχή θεωρούμενη ως μονάδα για τους σκοπούς γεωγραφικής ταξινόμησης αλιείας καταγεγραμμένης με αναφορά σε υποπεριοχή, διαίρεση ή υποδιαίρεση FAO ή, ανάλογα με την περίπτωση, στατιστικό τετράγωνο ICES, ζώνη αλιευτικής προσπάθειας, οικονομική ζώνη ή περιοχή καθορισμένη με γεωγραφικές συντεταγμένες·

31)

ως «αλιευτικό σκάφος» νοείται σκάφος εξοπλισμένο για εμπορική εκμετάλλευση έμβιων υδρόβιων πόρων·

32)

ως «αλιευτική δυνατότητα» νοείται το ποσοτικοποιημένο νόμιμο δικαίωμα αλίευσης, εκπεφρασμένο ως αλιεύματα και/ή αλιευτική προσπάθεια·

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 5

Γενικές αρχές

1.   Τα κράτη μέλη ελέγχουν τις δραστηριότητες οι οποίες πραγματοποιούνται από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός του πεδίου εφαρμογής της κοινής αλιευτικής πολιτικής στην επικράτειά τους και εντός των υδάτων που υπόκεινται στην κυριαρχία ή στη δικαιοδοσία τους, ειδικότερα την αλιεία, τις μεταφορτώσεις, τη μεταφορά των ιχθύων σε κλωβούς ή τις εγκαταστάσεις υδατοκαλλιέργειας, περιλαμβανομένων των εγκαταστάσεων πάχυνσης, εκφόρτωσης, εισαγωγής, μεταφοράς, μεταποίησης, εμπορίας και αποθήκευσης αλιευτικών προϊόντων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας.

2.   Τα κράτη μέλη ελέγχουν επίσης την πρόσβαση σε ύδατα και πόρους και τις δραστηριότητες ελέγχου εκτός των κοινοτικών υδάτων που πραγματοποιούνται από κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία τους καθώς και, με την επιφύλαξη της πρωταρχικής ευθύνης του κράτους μέλους της σημαίας, τις δραστηριότητες των υπηκόων τους.

3.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν ενδεδειγμένα μέτρα, παραχωρούν επαρκείς οικονομικούς, ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους και συγκροτούν τη διοικητική και τεχνική δομή που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του ελέγχου, της επιθεώρησης και της επιβολής των κανόνων σχετικά με τις δραστηριότητες οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Θέτουν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών και των υπαλλήλων τους κάθε ενδεδειγμένο μέσο το οποίο μπορεί να συμβάλει στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.   Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι ο έλεγχος, η επιθεώρηση και η επιβολή πραγματοποιούνται χωρίς διακρίσεις όσον αφορά τομείς, σκάφη ή πρόσωπα και με βάση τη διαχείριση του κινδύνου.

5.   Σε κάθε κράτος μέλος, μια ενιαία αρχή συντονίζει τις δραστηριότητες ελέγχου όλων των εθνικών αρχών ελέγχου. Η αρχή αυτή είναι αρμόδια και για τον συντονισμό της συλλογής, της επεξεργασίας και της πιστοποίησης των πληροφοριών σχετικά με τις αλιευτικές δραστηριότητες καθώς και για την υποβολή αναφορών, τη συνεργασία και εξασφάλιση της διαβίβασης πληροφοριών με την Επιτροπή, με την Κοινοτική Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας, που έχει συσταθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 768/2005 του Συμβουλίου (23), με άλλα κράτη μέλη και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με τρίτες χώρες..

6.   Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 103, η καταβολή συνεισφορών από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1198/2006, και κοινοτικών χρηματοδοτικών συνεισφορών σε μέτρα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 8 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 861/2006 εξαρτάται από το αν τα κράτη μέλη τηρούν την υποχρέωσή τους να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα των χρηματοδοτούμενων μέτρων ή την επηρεάζουν, καθώς και να έχουν θέσει σε λειτουργία και να διατηρούν αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου, επιθεώρησης, και επιβολής προς τον σκοπό αυτόν.

7.   Σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τη διαχείριση και τον έλεγχο της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΥΔΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΡΟΥΣ

Άρθρο 6

Αλιευτική άδεια

1.   Ένα κοινοτικό αλιευτικό σκάφος μπορεί να χρησιμοποιείται για εμπορική εκμετάλλευση έμβιων υδρόβιων πόρων μόνον εφόσον διαθέτει έγκυρη αλιευτική άδεια.

2.   Το κράτος μέλος σημαίας εξασφαλίζει ότι τα στοιχεία που περιέχονται στην αλιευτική άδεια είναι ακριβή και συνεπή με τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στο κοινοτικό μητρώο αλιευτικών σκαφών του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002.

3.   Το κράτος μέλος σημαίας αναστέλλει προσωρινά την αλιευτική άδεια σκάφους το οποίο υπόκειται σε προσωρινή ακινητοποίηση κατόπιν απόφασης του ίδιου κράτους μέλους ή η άδεια του οποίου ανεστάλη σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008.

4.   Το κράτος μέλος σημαίας προβαίνει σε οριστική αφαίρεση της αλιευτικής άδειας σκάφους στο οποίο έχει επιβληθεί μέτρο προσαρμογής της αλιευτικής ικανότητας σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, ή από το οποίο έχει αφαιρεθεί η άδεια αλίευσης σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008.

5.   Το κράτος μέλος σημαίας εκδίδει, διαχειρίζεται και αφαιρεί την αλιευτική άδεια σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες που έχουν θεσπισθεί με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 7

Άδεια αλίευσης

1.   Τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που δραστηριοποιούνται σε κοινοτικά ύδατα επιτρέπεται να πραγματοποιούν αλιευτικές δραστηριότητες μόνον εφόσον αυτές περιέχονται σε έγκυρη άδεια αλίευσης όταν οι χώροι αλίευσης ή οι αλιευτικές ζώνες υπόκεινται σε:

α)

καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας·

β)

πολυετές σχέδιο·

γ)

περιοχή περιορισμένης αλιείας·

δ)

αλιεία για επιστημονικούς λόγους·

ε)

άλλες περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας.

2.   Όταν σε ένα κράτος μέλος ισχύει συγκεκριμένο εθνικό καθεστώς άδειας αλίευσης, τότε αυτό διαβιβάζει στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, σύνοψη των στοιχείων που περιέχονται στην εκδοθείσα άδεια καθώς και τα συναφή συγκεντρωτικά στοιχεία σχετικά με την αλιευτική προσπάθεια.

3.   Όταν το κράτος μέλος σημαίας έχει εγκρίνει εθνικές διατάξεις υπό τη μορφή εθνικού καθεστώτος άδειας αλίευσης για τη χορήγηση σε μεμονωμένα σκάφη των αλιευτικών δυνατοτήτων που διαθέτει, το εν λόγω κράτος διαβιβάζει στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, πληροφορίες σχετικά με τα σκάφη τα οποία επιτρέπεται να συμμετέχουν σε αλιευτικές δραστηριότητες σε δεδομένο χώρο αλιείας, ιδίως όσον αφορά τον εξωτερικό αριθμό ταυτοποίησης, το όνομα των αλιευτικών σκαφών και τις αλιευτικές δυνατότητες που τους έχουν κατανεμηθεί.

4.   Η άδεια αλίευσης δεν εκδίδεται εφόσον το σχετικό σκάφος δεν διαθέτει αλιευτική άδεια η οποία έχει χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 ή εάν η αλιευτική του άδεια έχει ανασταλεί ή αφαιρεθεί. Η άδεια αλίευσης αφαιρείται αυτομάτως όταν η αλιευτική άδεια που αντιστοιχεί στο σκάφος αφαιρεθεί οριστικά. Αναστέλλεται προσωρινά σε περίπτωση προσωρινής αναστολής της αλιευτικής άδειας.

5.   Λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 8

Σήμανση των αλιευτικών εργαλείων

1.   Ο πλοίαρχος αλιευτικού σκάφους τηρεί τους όρους και τους περιορισμούς σχετικά με τη σήμανση και τα αναγνωριστικά στοιχεία των αλιευτικών σκαφών και των εργαλείων τους.

2.   Λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τη σήμανση και τα αναγνωριστικά στοιχεία των αλιευτικών σκαφών και των εργαλείων τους θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 9

Σύστημα παρακολούθησης σκαφών

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε λειτουργία δορυφορικό Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών για την ουσιαστική παρακολούθηση των δραστηριοτήτων των αλιευτικών σκαφών τα οποία φέρουν τη σημαία τους, όπου και αν βρίσκονται, και των αλιευτικών δραστηριοτήτων που πραγματοποιούνται στα ύδατά τους.

2.   Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που περιέχονται στα πολυετή σχέδια, σε αλιευτικό σκάφος συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω εγκαθίστανται συσκευές πλήρους λειτουργίας, οι οποίες επιτρέπουν τον αυτόματο εντοπισμό του σκάφους και την αναγνώρισή του από το Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών, μέσω της διαβίβασης του γεωγραφικού του στίγματος σε τακτά διαστήματα. Οι εν λόγω συσκευές δίνουν επίσης στο κέντρο παρακολούθησης αλιείας του κράτους μέλους σημαίας τη δυνατότητα εντοπισμού του αλιευτικού σκάφους με διαδοχική σταθμοσκόπηση. Για τα αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 12 μέτρων ή περισσότερο και κάτω των 15 μέτρων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου από την 1η Ιανουαρίου 2012.

3.   Όταν ένα αλιευτικό σκάφος βρίσκεται στα ύδατα άλλου κράτους μέλους, το κράτος μέλος σημαίας διαθέτει τα στοιχεία του Συστήματος Παρακολούθησης Σκαφών για το εν λόγω σκάφος μέσω αυτόματης διαβίβασης στο κέντρο παρακολούθησης αλιείας των παράκτιων κρατών μελών. Τα δεδομένα του Συστήματος Παρακολούθησης Σκαφών διατίθενται επίσης στο κράτος μέλος στους λιμένες του οποίου ένα αλιευτικό σκάφος είναι πιθανόν να εκφορτώσει τα αλιεύματά του, κατόπιν αιτήματος του κράτους αυτού, ή στα ύδατα του οποίου το αλιευτικό σκάφος είναι πιθανόν να συνεχίσει τις αλιευτικές του δραστηριότητες.

4.   Εάν ένα κοινοτικό αλιευτικό σκάφος δραστηριοποιείται στα ύδατα τρίτης χώρας ή σε περιοχές της ανοικτής θάλασσας όπου οι αλιευτικοί πόροι αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από διεθνή οργανισμό και εφόσον το προβλέπει η συμφωνία με την εν λόγω τρίτη χώρα ή οι ισχύοντες κανόνες του εν λόγω διεθνούς οργανισμού, τα δεδομένα αυτά διατίθενται επίσης στην εν λόγω χώρα ή στον εν λόγω οργανισμό.

5.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απαλλάσσουν τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους κάτω των 15 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους από την απαίτηση εξοπλισμού με Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών εφόσον:

α)

δραστηριοποιούνται αποκλειστικά εντός της θαλάσσιας επικράτειας του κράτους μέλους σημαίας, ή

β)

δεν παραμένουν ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα, αρχής γενομένης από τον χρόνο αναχώρησης έως την επιστροφή στον λιμένα.

6.   Στα αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω και στα βοηθητικά αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών που συμμετέχουν σε δραστηριότητες βοηθητικές των αλιευτικών δραστηριοτήτων και δραστηριοποιούνται σε κοινοτικά ύδατα, εγκαθίστανται συσκευές πλήρους λειτουργίας, οι οποίες επιτρέπουν τον αυτόματο εντοπισμό και την αναγνώριση των σκαφών αυτών από το Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών, μέσω της διαβίβασης του γεωγραφικού τους στίγματος σε τακτά διαστήματα, όπως ισχύει για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη.

7.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη λειτουργία Κέντρων Παρακολούθησης Αλιείας (ΚΠΑ) που παρακολουθούν τις αλιευτικές δραστηριότητες και την αλιευτική προσπάθεια. Το Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας ενός κράτους μέλους παρακολουθεί τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του εν λόγω κράτους, ανεξάρτητα από τα ύδατα στα οποία δραστηριοποιούνται ή από το λιμάνι στο οποίο ευρίσκονται, καθώς και τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία άλλων κρατών μελών και τα αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών, που υπόκεινται στο Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών, το οποία ασκούν δραστηριότητα στα ύδατα που βρίσκονται στην επικράτεια ή στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους.

8.   Κάθε κράτος μέλος σημαίας ορίζει τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για το Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας και λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι το Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας που εδρεύει σε αυτό έχει επανδρωθεί με το κατάλληλο προσωπικό και είναι εξοπλισμένο με υλισμικό και λογισμικό υπολογιστών που διευκολύνουν την αυτόματη επεξεργασία και την ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων. Τα κράτη μέλη προβλέπουν την εφαρμογή διαδικασιών αντιγράφων ασφαλείας και ανάκτησης των δεδομένων σε περίπτωση βλάβης του συστήματος. Τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να διευθύνουν κοινό Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας.

9.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν ή να επιτρέπουν στα αλιευτικά που φέρουν τη σημαία τους να εξοπλίσουν το σκάφος με Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών.

10.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 10

Σύστημα αυτόματης αναγνώρισης

1.   Σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ μέρος Ι σημείο 3 της οδηγίας 2002/59/ΕΚ, τα αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους άνω των 15 μέτρων πρέπει να είναι εξοπλισμένα με σύστημα αυτόματης αναγνώρισης το οποίο λειτουργεί συνεχώς και το οποίο πληροί τις προδιαγραφές απόδοσης που έχει ορίσει ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός σύμφωνα με το κεφάλαιο V κανονισμός 19 τμήμα 2.4.5 της σύμβασης SOLAS του 1974.

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 ισχύουν:

α)

από 31ης Μαΐου 2014, για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 15 μέτρων και περισσότερο και κάτω από 18·

β)

από 31ης Μαΐου 2013, για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 18 μέτρων και περισσότερο και κάτω από 24·

γ)

από 31ης Μαΐου 2012, για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 24 μέτρων και περισσότερο και κάτω από 45·

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τα δεδομένα του Συστήματος Αυτόματης Αναγνώρισης, όταν είναι διαθέσιμα, με στόχο τον διασταυρούμενο έλεγχο με άλλα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με τα άρθρα 109 και 110. Για τον σκοπό αυτόν τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δεδομένα του συστήματος αυτόματης αναγνώρισης για τα αλιευτικά σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία τους τίθενται στη διάθεση των εθνικών αρχών τους ελέγχου της αλιείας.

Άρθρο 11

Σύστημα εντοπισμού σκαφών

Όταν τα κράτη μέλη έχουν σαφείς ενδείξεις θετικής σχέσης κόστους/οφέλους σε σύγκριση με τα παραδοσιακά μέσα εντοπισμού των αλιευτικών σκαφών, χρησιμοποιούν Σύστημα Εντοπισμού Σκαφών το οποίο τους επιτρέπει να αντιστοιχίζουν τα γεωγραφικά στίγματα που προέρχονται από εικόνες που έχουν ληφθεί μέσω τηλεπαρακολούθησης και οι οποίες διαβιβάζονται στη γη μέσω δορυφόρου ή άλλων αντίστοιχων συστημάτων με τα δεδομένα τα οποία λαμβάνουν από το Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών ή από το Σύστημα Αυτόματης Αναγνώρισης, με στόχο την εκτίμηση της παρουσίας αλιευτικών σκαφών στην περιοχή. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα εθνικά τους κέντρα παρακολούθησης αλιείας διαθέτουν την τεχνική ικανότητα να χρησιμοποιούν σύστημα εντοπισμού σκαφών.

Άρθρο 12

Διαβίβαση δεδομένων για επιχειρήσεις επιτήρησης

Τα δεδομένα τα οποία προέρχονται από το Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών, από το Σύστημα Αυτόματης Αναγνώρισης και από το Σύστημα Εντοπισμού Σκαφών τα οποία συλλέγονται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, είναι δυνατόν να διαβιβάζονται στις κοινοτικές υπηρεσίες και στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οι οποίες συμμετέχουν σε επιχειρήσεις επιτήρησης για τους σκοπούς της ασφάλειας και της προστασίας στη θάλασσα, των συνοριακών ελέγχων, της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος και εν γένει της επιβολής του νόμου.

Άρθρο 13

Νέες τεχνολογίες

1.   Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 37 της συνθήκης, ως προς την υποχρέωση χρησιμοποίησης ηλεκτρονικών συσκευών παρακολούθησης και οργάνων ιχνηλασιμότητας όπως είναι η γενετική ανάλυση. Για την εκτίμηση της τεχνολογίας που πρέπει να χρησιμοποιήσουν, τα κράτη μέλη, με πρωτοβουλία τους ή σε συνεργασία με την Επιτροπή ή με το όργανο που έχει καθορίσει η ίδια, πρέπει να πραγματοποιήσουν πιλοτικά προγράμματα για τα όργανα ιχνηλασιμότητας, όπως είναι η γενετική ανάλυση, πριν από την 1η Ιουνίου 2013.

2.   Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, με βάση το άρθρο 37 της συνθήκης, σχετικά με την εισαγωγή άλλων νέων τεχνολογιών ελέγχου της αλιείας, εφόσον οι τεχνολογίες αυτές οδηγούν σε βελτιωμένη συμμόρφωση με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής κατά τρόπο αποδοτικό από οικονομικής πλευράς.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΑΛΙΕΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Έλεγχος της χρήσης των αλιευτικών δυνατοτήτων

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 14

Συμπλήρωση και υποβολή του ημερολογίου αλιείας

1.   Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε πολυετή σχέδια, οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών συνολικού μήκους 10 μέτρων και άνω τηρούν ημερολόγιο αλιείας σχετικά με τις δραστηριότητές τους, όπου αναφέρουν συγκεκριμένα όλες τις ποσότητες κάθε είδους το οποίο αλιεύεται και διατηρείται επί του σκάφους άνω των 50 kg ισοδύναμου ζώντος βάρους.

2.   Το ημερολόγιο αλιείας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τον εξωτερικό αριθμό ταυτοποίησης και το όνομα του αλιευτικού σκάφους·

β)

τον τριψήφιο αλφαβητικό κωδικό FAO κάθε είδους και την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή όπου ελήφθησαν τα αλιεύματα·

γ)

ημερομηνία των αλιεύσεων·

δ)

ημερομηνία απόπλου και κατάπλου και διάρκεια του αλιευτικού ταξιδιού·

ε)

τύπο εργαλείου, μέγεθος ματιών και διαστάσεις·

στ)

τις κατ’ εκτίμηση ποσότητες κάθε είδους σε χιλιόγραμμα εκφραζόμενες σε ζων βάρος ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τον αριθμό των ατόμων·

ζ)

τον αριθμό των αλιευτικών δραστηριοτήτων.

3.   Το επιτρεπόμενο περιθώριο ανοχής όσον αφορά τις εκτιμήσεις που καταγράφονται στο ημερολόγιο αλιείας σχετικά με τις ποσότητες σε χιλιόγραμμα των ιχθύων που διατηρούνται επί του σκάφους πρέπει να είναι ποσοστό 10 % για όλα τα είδη.

4.   Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών καταγράφουν επίσης στο ημερολόγιο αλιείας τους όλες τις εκτιμώμενες απορρίψεις άνω των 50 kg ισοδύναμου όγκου ζώντος βάρους για όλα τα είδη.

5.   Όσον αφορά τα αλιεύματα τα οποία υπόκεινται σε κοινοτικό καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, οι πλοίαρχοι των κοινοτικών αλιευτικών πλοίων καταγράφουν και αιτιολογούν στα ημερολόγια αλιείας τον χρόνο για τον οποίο παραμένουν σε μια περιοχή αναφέροντας:

α)

Όσον αφορά τα συρόμενα εργαλεία:

i)

την είσοδο και την έξοδο από λιμένα που ευρίσκεται σε εκείνη την περιοχή·

ii)

κάθε είσοδο σε θαλάσσιες περιοχές και έξοδο από αυτές, όπου ισχύουν ειδικοί κανόνες πρόσβασης σε ύδατα και πόρους·

iii)

τα αλιεύματα τα οποία παραμένουν επί του σκάφους ανά είδος σε χιλιόγραμμα ζώντος βάρους κατά την έξοδο από αυτή την περιοχή ή πριν από την είσοδο σε λιμένα ευρισκόμενο στην εν λόγω περιοχή.

β)

Όσον αφορά τα στατικά εργαλεία:

i)

την είσοδο και την έξοδο από λιμένα που ευρίσκεται σε εκείνη την περιοχή·

ii)

κάθε είσοδο σε θαλάσσιες περιοχές και έξοδο από αυτές, όπου ισχύουν ειδικοί κανόνες πρόσβασης σε ύδατα και πόρους·

iii)

την ημερομηνία και τον χρόνο της πόντισης ή της αναπόντισης των στατικών εργαλείων στις εν λόγω περιοχές·

iv)

την ημερομηνία και τον χρόνο ολοκλήρωσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων με χρησιμοποίηση στατικών εργαλείων·

v)

τα αλιεύματα τα οποία παραμένουν επί του σκάφους ανά είδος σε χιλιόγραμμα ζώντος βάρους κατά την έξοδο από αυτή την περιοχή ή πριν από την είσοδο σε λιμένα ευρισκόμενο στην εν λόγω περιοχή.

6.   Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών υποβάλλουν τις πληροφορίες που περιέχει το ημερολόγιο αλιείας το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο 48 ώρες μετά την εκφόρτωση:

α)

στο κράτος μέλος σημαίας τους· και

β)

σε περίπτωση που η εκφόρτωση πραγματοποιήθηκε σε λιμένα άλλου κράτους μέλους, στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους λιμένα.

7.   Για τη μετατροπή αποθηκευμένου ή μεταποιημένου βάρους ιχθύων σε βάρος ζωντανών ιχθύων, οι πλοίαρχοι των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών εφαρμόζουν τον συντελεστή μετατροπής που έχει καθοριστεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

8.   Οι πλοίαρχοι αλιευτικών σκαφών τρίτων χωρών τα οποία δραστηριοποιούνται σε κοινοτικά ύδατα καταγράφουν τα στοιχεία τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο κατά τον ίδιο τρόπο με τους πλοιάρχους των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών.

9.   Η ακρίβεια των δεδομένων που καταγράφονται στο ημερολόγιο αλιείας αποτελεί ευθύνη του πλοιάρχου.

10.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 15

Ηλεκτρονική συμπλήρωση και διαβίβαση των δεδομένων του ημερολόγιου αλιείας

1.   Ο πλοίαρχος κοινοτικού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω καταγράφει με ηλεκτρονικά μέσα τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 14 και τα διαβιβάζει ηλεκτρονικά στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους σημαίας τουλάχιστον μία φορά την ημέρα.

2.   Ο πλοίαρχος κοινοτικού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω διαβιβάζει τα δεδομένα του άρθρου 14 όποτε του ζητηθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους σημαίας και, εν πάση περιπτώσει, τα σχετικά δεδομένα του ημερολογίου αλιείας διαβιβάζονται μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας αλιευτικής δραστηριότητας και πριν από τον κατάπλου σε λιμένα.

3.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 ισχύουν:

α)

από 1ης Ιανουαρίου 2012 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 12 μέτρων και περισσότερο και κάτω των 15 μέτρων·

β)

από 1ης Ιουλίου 2011 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 15 μέτρων και περισσότερο και κάτω των 24 μέτρων· και

γ)

από 1ης Ιανουαρίου 2010 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 24 μέτρων και άνω·

4.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν τους πλοιάρχους κοινοτικών αλιευτικών σκαφών μέγιστου συνολικού μήκους κάτω των 15 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους από την εφαρμογή της παραγράφου 1 εφόσον:

α)

δραστηριοποιούνται αποκλειστικά εντός της θαλάσσιας επικράτειας του κράτους μέλους σημαίας ή

β)

δεν παραμένουν ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα, αρχής γενομένης από τον χρόνο αναχώρησης έως την επιστροφή στον λιμένα.

5.   Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών που καταγράφουν και διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τα δεδομένα των αλιευτικών δραστηριοτήτων τους απαλλάσσονται από την υποχρέωση συμπλήρωσης του γραπτού ημερολογίου αλιείας και των δηλώσεων εκφόρτωσης και μεταφόρτωσης.

6.   Τα κράτη μέλη δύνανται να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες σχετικά με τη χρήση ηλεκτρονικού συστήματος υποβολής εκθέσεων για τα σκάφη που φέρουν τη σημαία τους εντός των υδάτων υπό την κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους. Τα σκάφη τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των συμφωνιών απαλλάσσονται από τα υποχρέωση συμπλήρωσης του γραπτού ημερολογίου αλιείας εντός των υδάτων αυτών.

7.   Τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν ή να επιτρέπουν στους πλοιάρχους των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία τους, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2010, να καταγράφουν και να διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 14.

8.   Οι αρμόδιες αρχές παράκτιου κράτους μέλους αποδέχονται τις ηλεκτρονικές αναφορές που λαμβάνονται από το κράτος μέλος σημαίας και οι οποίες περιέχουν τα δεδομένα από τα αλιευτικά σκάφη τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

9.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 16

Αλιευτικά μη υποκείμενα στις απαιτήσεις σχετικά με το ημερολόγιο αλιείας

1.   Κάθε κράτος μέλος παρακολουθεί δειγματοληπτικά τις δραστηριότητες των αλιευτικών σκαφών που δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις των άρθρων 14 και 15, ώστε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση των σκαφών αυτών με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

2.   Για τον σκοπό παρακολούθησης κατά την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη καταρτίζουν σχέδιο δειγματοληψίας το οποίο βασίζεται στη μεθοδολογία η οποία έχει εγκριθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119 και το διαβιβάζουν έως την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους στην Επιτροπή αναφέροντας τις μεθόδους οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση του εν λόγω σχεδίου. Τα σχέδια δειγματοληψίας πρέπει να παραμένουν, κατά το δυνατόν, σταθερά στον χρόνο και τυποποιημένα εντός των αντίστοιχων γεωγραφικών περιοχών.

3.   Τα κράτη μέλη που απαιτούν από τα αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους κάτω των 10 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους να υποβάλλουν τα ημερολόγια αλιείας που αναφέρονται στο άρθρο 14, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, απαλλάσσονται της υποχρέωσης των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

4.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα δελτία πώλησης που υποβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 62 και 63 γίνονται δεκτά ως εναλλακτικό μέτρο των σχεδίων δειγματοληψίας.

Άρθρο 17

Προαναγγελία

1.   Οι πλοίαρχοι των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω που αλιεύουν αποθέματα υπαγόμενα σε πολυετές σχέδιο, οι οποίοι υποχρεούνται να καταγράφουν ηλεκτρονικά τα δεδομένα του ημερολογίου αλιείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15, κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της σημαίας τους, τουλάχιστον τέσσερις ώρες πριν από την προβλεπόμενη ώρα άφιξης στον λιμένα, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

εξωτερικό αριθμό ταυτοποίησης και όνομα του αλιευτικού σκάφους·

β)

όνομα του λιμένα προορισμού και σκοπός προσέγγισης, όπως εκφόρτωση, μεταφόρτωση ή πρόσβαση σε υπηρεσίες·

γ)

ημερομηνίες του αλιευτικού ταξιδιού και αντίστοιχες γεωγραφικές περιοχές στις οποίες ελήφθησαν τα αλιεύματα·

δ)

εκτιμώμενη ημερομηνία και χρόνος άφιξης στον λιμένα·

ε)

ποσότητες κάθε είδους που καταγράφονται στο ημερολόγιο αλιείας·

στ)

τις προς εκφόρτωση ή μεταφόρτωση ποσότητες κάθε είδους.

2.   Όταν κοινοτικό αλιευτικό σκάφος προτίθεται να εισέλθει σε λιμένα κράτους μέλους άλλο από το κράτος μέλος σημαίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας προωθούν με ηλεκτρονικά μέσα την προαναγγελία, αμέσως μετά τη λήψη της, στις αρμόδιες αρχές του παράκτιου κράτους μέλους.

3.   Οι αρμόδιες αρχές του παράκτιου κράτους μέλους μπορούν να δώσουν άδεια για την είσοδο του σκάφους νωρίτερα στον λιμένα.

4.   Τα ηλεκτρονικά δεδομένα του ημερολογίου αλιείας που αναφέρονται στο άρθρο 15 και η ηλεκτρονική προαναγγελία μπορούν να αποστέλλονται με μία ηλεκτρονική διαβίβαση.

5.   Η ακρίβεια των δεδομένων που περιέχει η ηλεκτρονική προαναγγελία αποτελεί ευθύνη του πλοιάρχου.

6.   Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119, η Επιτροπή μπορεί να απαλλάσσει, για περιορισμένη και ανανεώσιμη περίοδο, ορισμένες κατηγορίες αλιευτικών σκαφών από την υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ή να προβλέπει για την αναγγελία άλλο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το είδος των αλιευτικών προϊόντων, την απόσταση μεταξύ των περιοχών αλιείας, των τόπων εκφόρτωσης και των λιμένων στους οποίους τα εν λόγω σκάφη είναι νηολογημένα ή καταχωρισμένα.

Άρθρο 18

Προαναγγελία εκφόρτωσης σε άλλο κράτος μέλος

1.   Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών οι οποίοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση ηλεκτρονικής καταγραφής των δεδομένων του ημερολογίου αλιείας, εν αναμονή της θέσης σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 15 παράγραφος 3 και προτίθενται να χρησιμοποιήσουν τις εγκαταστάσεις του λιμένα ή τις εγκαταστάσεις εκφόρτωσης σε παράκτιο κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος της σημαίας τους κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές του παράκτιου κράτους μέλους, τουλάχιστον τέσσερις ώρες πριν από την προβλεπόμενη ώρα άφιξης στον λιμένα, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του παράκτιου κράτους μέλους μπορούν να δώσουν άδεια για την είσοδο του σκάφους νωρίτερα στον λιμένα.

Άρθρο 19

Άδεια πρόσβασης σε λιμένα

Οι αρμόδιες αρχές του παράκτιου κράτους μέλους μπορούν να αρνούνται την πρόσβαση στο λιμένα στα αλιευτικά σκάφη, εάν οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 17 και 18 δεν είναι πλήρεις, πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας.

Άρθρο 20

Διαδικασίες μεταφόρτωσης

1.   Δεν επιτρέπεται η μεταφόρτωση εν πλω σε κοινοτικά ύδατα. Επιτρέπεται μόνο κατόπιν αδείας και υπό τους όρους του παρόντος κανονισμού στους λιμένες ή τα σημεία πλησίον της ακτής των κρατών μελών που ορίζονται προς τούτο και σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 43 παράγραφος 5.

2.   Εάν διακοπεί η διαδικασία μεταφόρτωσης, μπορεί να απαιτηθεί άδεια για να αρχίσει εκ νέου η μεταφόρτωση.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η μετακίνηση επί σκάφους, οι δραστηριότητες ζευγαρωτής τράτας και οι αλιευτικές δραστηριότητες που περιλαμβάνουν κοινή δράση δύο ή περισσοτέρων κοινοτικών αλιευτικών σκαφών δεν θεωρούνται μεταφόρτωση.

Άρθρο 21

Συμπλήρωση και υποβολή της δήλωσης μεταφόρτωσης

1.   Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε πολυετή σχέδια, οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών συνολικού μήκους 10 μέτρων και άνω που συμμετέχουν σε δραστηριότητα μεταφόρτωσης συμπληρώνουν δήλωση μεταφόρτωσης, στην οποία αναφέρουν συγκεκριμένα όλες τις ποσότητες κάθε είδους που μεταφορτώθηκαν ή παρελήφθησαν άνω των 50 kg ισοδύναμου ζώντος βάρους.

2.   Η δήλωση μεταφόρτωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιέχει τουλάχιστον τα εξής πληροφοριακά στοιχεία:

α)

τον εξωτερικό αριθμό ταυτοποίησης και το όνομα τόσο του αλιευτικού σκάφους που μεταφορτώνει όσο και του αλιευτικού σκάφους που παραλαμβάνει·

β)

τον τριψήφιο αλφαβητικό κωδικό FAO κάθε είδους και την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή όπου ελήφθησαν τα αλιεύματα·

γ)

τις κατ’ εκτίμηση ποσότητες κάθε είδους σε χιλιόγραμμα βάρους προϊόντος, αναλυτικά ανά τύπο παρουσίασης προϊόντος ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τον αριθμό των ατόμων·

δ)

τον λιμένα προορισμού του παραλαμβάνοντος αλιευτικού σκάφους·

ε)

τον καθορισμένο λιμένα μεταφόρτωσης.

3.   Το επιτρεπόμενο περιθώριο ανοχής όσον αφορά τις εκτιμήσεις που καταγράφονται στη δήλωση μεταφόρτωσης σχετικά με τις ποσότητες σε χιλιόγραμμα των ιχθύων που μεταφορτώνονται ή παραλαμβάνονται πρέπει να είναι ποσοστό 10 % για όλα τα είδη.

4.   Οι πλοίαρχοι του αλιευτικού σκάφους τόσο μεταφόρτωσης όσο και παραλαβής υποβάλλουν τη δήλωση μεταφόρτωσης το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο 48 ώρες μετά τη μεταφόρτωση,

α)

στο κράτος(-η) μέλος(-η) σημαίας τους και

β)

σε περίπτωση που η μεταφόρτωση πραγματοποιήθηκε σε λιμένα άλλου κράτους μέλους, στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους λιμένα.

5.   Οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών τόσο μεταφόρτωσης όσο και παραλαβής φέρουν ατομική ευθύνη για την ακρίβεια των δεδομένων που περιέχουν οι οικείες δηλώσεις μεταφόρτωσης.

6.   Με τη διαδικασία του άρθρου 119, η Επιτροπή μπορεί να απαλλάσσει, για περιορισμένο και ανανεώσιμο χρονικό διάστημα, ορισμένες κατηγορίες αλιευτικών σκαφών τρίτων χωρών από την υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ή να προβλέπει για την αναγγελία άλλο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον τύπο των αλιευτικών προϊόντων και την απόσταση μεταξύ των περιοχών αλιείας, των τόπων μεταφόρτωσης και των λιμένων στους οποίους τα εν λόγω σκάφη είναι νηολογημένα.

7.   Οι διαδικασίες και τα έντυπα της δήλωσης μεταφόρτωσης καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 22

Ηλεκτρονική συμπλήρωση και διαβίβαση των στοιχείων της δήλωσης μεταφόρτωσης

1.   Ο πλοίαρχος κοινοτικού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω καταγράφει με ηλεκτρονικά μέσα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 21, και τα διαβιβάζει ηλεκτρονικά στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους σημαίας εντός 24ωρών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταφόρτωσης.

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 ισχύουν:

α)

από 1ης Ιανουαρίου 2012 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 12 μέτρων ή περισσότερο και κάτω των 15 μέτρων·

β)

από 1ης Ιουλίου 2011 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 15 μέτρων ή περισσότερο και κάτω των 24 μέτρων· και

γ)

από 1ης Ιανουαρίου 2010 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 24 μέτρων και άνω·

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν τους πλοιάρχους κοινοτικών αλιευτικών σκαφών συνολικού μήκους κάτω των 15 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 εφόσον:

α)

δραστηριοποιούνται αποκλειστικά εντός της θαλάσσιας επικράτειας του κράτους μέλους σημαίας ή

β)

δεν παραμένουν ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα, αρχής γενομένης από τον χρόνο αναχώρησης έως την επιστροφή στον λιμένα.

4.   Οι αρμόδιες αρχές παράκτιου κράτους μέλους αποδέχονται τις ηλεκτρονικές εκθέσεις που λαμβάνονται από το κράτος μέλος σημαίας και οι οποίες περιέχουν τα δεδομένα από τα αλιευτικά σκάφη τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

5.   Όταν κοινοτικό αλιευτικό σκάφος μεταφορτώνει τα αλιεύματά του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος σημαίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τη δήλωση μεταφόρτωσης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο μεταφορτώθηκαν τα αλιεύματα και προς το οποίο προορίζονται τα αλιεύματα.

6.   Ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλλει ή να επιτρέπει στους πλοιάρχους των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία του, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2010, να καταγράφουν και να διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 21.

7.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 23

Συμπλήρωση και υποβολή της δήλωσης εκφόρτωσης

1.   Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε πολυετή σχέδια, οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών συνολικού μήκους 10 μέτρων και άνω ή οι εκπρόσωποί τους συμπληρώνουν δήλωση εκφόρτωσης, στην οποία αναφέρουν συγκεκριμένα όλες τις ποσότητες κάθε είδους που εκφορτώθηκαν.

2.   Η δήλωση εκφόρτωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιέχει τουλάχιστον τα εξής πληροφοριακά στοιχεία:

α)

τον εξωτερικό αριθμό ταυτοποίησης και το όνομα του αλιευτικού σκάφους·

β)

τον τριψήφιο αλφαβητικό κωδικό FAO κάθε είδους και την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή όπου ελήφθησαν τα αλιεύματα·

γ)

τις ποσότητες κάθε είδους σε χιλιόγραμμα βάρους προϊόντος αναλυτικά ανά τύπο παρουσίασης προϊόντος ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τον αριθμό των ατόμων·

δ)

τον λιμένα εκφόρτωσης.

3.   Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών ή οι εκπρόσωποί τους υποβάλλουν τη δήλωση εκφόρτωσης το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο 48 ώρες μετά την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης:

α)

στο κράτος μέλος σημαίας τους και

β)

σε περίπτωση που η εκφόρτωση πραγματοποιήθηκε σε λιμένα άλλου κράτους μέλους, στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους λιμένα.

4.   Η ακρίβεια των δεδομένων που καταγράφονται στη δήλωση εκφόρτωσης αποτελεί ευθύνη του πλοιάρχου.

5.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 24

Ηλεκτρονική συμπλήρωση και διαβίβαση των στοιχείων της δήλωσης εκφόρτωσης

1.   Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω ή οι εκπρόσωποί τους καταγράφουν με ηλεκτρονικά μέσα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 23, και τα διαβιβάζουν ηλεκτρονικά στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους σημαίας εντός 24 ωρών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκφόρτωσης.

2.   Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν:

α)

από 1ης Ιανουαρίου 2012 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 12 μέτρων και περισσότερο και κάτω των 15 μέτρων·

β)

από 1ης Ιουλίου 2011 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 15 μέτρων και περισσότερο και κάτω των 24 μέτρων· και

γ)

από 1ης Ιανουαρίου 2010 για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 24 μέτρων και άνω.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν τους πλοιάρχους κοινοτικών αλιευτικών σκαφών συνολικού μήκους κάτω των 15 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 εφόσον:

α)

δραστηριοποιούνται αποκλειστικά εντός της θαλάσσιας επικράτειας του κράτους μέλους σημαίας ή

β)

δεν παραμένουν ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα, αρχής γενομένης από τον χρόνο αναχώρησης έως την επιστροφή στον λιμένα.

4.   Όταν ένα κοινοτικό αλιευτικό σκάφος εκφορτώνει τα αλιεύματά του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος σημαίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας διαβιβάζουν ηλεκτρονικά στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο εκφορτώθηκαν τα αλιεύματα τη δήλωση εκφόρτωσης, αμέσως μόλις τη λάβουν.

5.   Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών ή οι εκπρόσωποί τους, οι οποίοι καταγράφουν με ηλεκτρονικά μέσα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 23 και εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους σε κράτος μέλος άλλο από αυτό τους κράτους μέλους σημαίας τους, απαλλάσσονται από την απαίτηση υποβολής γραπτής δήλωσης εκφόρτωσης στο παράκτιο κράτος μέλος.

6.   Ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλλει ή να επιτρέπει στους πλοιάρχους των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία του, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2010, να καταγράφουν και να διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 23

7.   Οι αρμόδιες αρχές παράκτιου κράτους μέλους αποδέχονται τις ηλεκτρονικές εκθέσεις που λαμβάνονται από το κράτος μέλος σημαίας και οι οποίες περιέχουν τα δεδομένα από τα αλιευτικά σκάφη τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

8.   Οι διαδικασίες και τα έντυπα της δήλωσης εκφόρτωσης καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 25

Σκάφη μη υποκείμενα στις απαιτήσεις δήλωσης εκφόρτωσης

1.   Κάθε κράτος μέλος παρακολουθεί δειγματοληπτικά τις δραστηριότητες των αλιευτικών σκαφών που δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις δήλωσης εκφόρτωσης των άρθρων 23 και 24, ώστε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση των σκαφών αυτών με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

2.   Για τον σκοπό της παρακολούθησης κατά την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη καταρτίζουν σχέδιο δειγματοληψίας το οποίο βασίζεται στη μεθοδολογία η οποία έχει εγκριθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119 και το διαβιβάζουν έως την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους στην Επιτροπή αναφέροντας τις μεθόδους οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση του εν λόγω σχεδίου. Τα σχέδια δειγματοληψίας πρέπει να παραμένουν, κατά το δυνατόν, σταθερά στον χρόνο και τυποποιημένα εντός των αντίστοιχων γεωγραφικών περιοχών.

3.   Τα κράτη μέλη που απαιτούν από τα αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους κάτω των 10 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους να υποβάλλουν τις δηλώσεις εκφόρτωσης που αναφέρονται στο άρθρο 23, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, απαλλάσσονται της υποχρέωσης των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

4.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα δελτία πώλησης που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 62 και 63 γίνονται δεκτά ως εναλλακτικό μέτρο των σχεδίων δειγματοληψίας.

Τμήμα 2

Έλεγχος της αλιευτικής προσπάθειας

Άρθρο 26

Παρακολούθηση της αλιευτικής προσπάθειας

1.   Τα κράτη μέλη ελέγχουν τη συμμόρφωση προς τα καθεστώτα αλιευτικής προσπάθειας σε γεωγραφικές περιοχές όπου ισχύει μέγιστη επιτρεπόμενη αλιευτική προσπάθεια. Μεριμνούν ώστε τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία τους να βρίσκονται σε γεωγραφική περιοχή υπαγόμενη σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας μόνον όταν φέρουν ή, κατά περίπτωση, χρησιμοποιούν αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία υπαγόμενα στο εν λόγω καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας ή, κατά περίπτωση, δραστηριοποιούνται σε τύπο αλιείας υπαγόμενο στο εν λόγω καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, μόνο εφόσον δεν έχουν φθάσει τη μέγιστη επιτρεπόμενη αλιευτική προσπάθεια που έχουν στη διάθεσή τους και εφόσον δεν έχει εξαντληθεί η προσπάθεια που διαθέτει το συγκεκριμένο αλιευτικό σκάφος.

2.   Με την επιφύλαξη ειδικών κανόνων, όταν ένα αλιευτικό σκάφος φέρει ή, κατά περίπτωση, χρησιμοποιεί αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία υπαγόμενα σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας ή δραστηριοποιείται σε τύπο αλιείας υπαγόμενο σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας διασχίζει την ίδια ημέρα δύο ή περισσότερες γεωγραφικές περιοχές υπαγόμενες στο εν λόγω καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, η καταβαλλόμενη αλιευτική προσπάθεια υπολογίζεται βάσει της μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας που σχετίζεται με τα συγκεκριμένα αλιευτικά εργαλεία ή τον συγκεκριμένο τύπο αλιείας και με τη γεωγραφική περιοχή στην οποία διανύθηκε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου την ημέρα εκείνη.

3.   Όταν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 παράγραφος 2 ένα κράτος μέλος επιτρέπει σε αλιευτικό σκάφος να χρησιμοποιεί πολλά αλιευτικά εργαλεία ή εργαλεία που ανήκουν σε διάφορες ομάδες αλιευτικών εργαλείων υπαγόμενες σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, κατά τη διάρκεια αλιευτικού ταξιδιού σε γεωγραφική περιοχή υπαγόμενη στο συγκεκριμένο καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, η αλιευτική προσπάθεια που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού υπολογίζεται ταυτόχρονα βάσει των μέγιστων επιτρεπόμενων αλιευτικών προσπαθειών τις οποίες διαθέτει το εν λόγω κράτος μέλος και οι οποίες σχετίζονται με τα συγκεκριμένα εργαλεία ή ομάδες αλιευτικών εργαλείων και με τις συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές.

4.   Όταν τα εργαλεία αυτά ανήκουν στην ίδια ομάδα αλιευτικών εργαλείων την υπαγόμενη στο καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, η αλιευτική προσπάθεια που καταβάλλεται σε μια γεωγραφική περιοχή από αλιευτικά σκάφη που φέρουν τα εργαλεία αυτά υπολογίζεται άπαξ μόνον βάσει της μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη ομάδα αλιευτικών εργαλείων και με τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.

5.   Τα κράτη μέλη ρυθμίζουν την αλιευτική προσπάθεια του στόλου τους σε γεωγραφικές περιοχές υπαγόμενες σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, όταν ο στόλος φέρει ή, κατά περίπτωση, χρησιμοποιεί αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία υπαγόμενα στο συγκεκριμένο καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας ή δραστηριοποιείται σε τύπο αλιείας υπαγόμενο στο συγκεκριμένο καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, με τη λήψη κατάλληλων μέτρων για να εξασφαλίσουν, εφόσον επίκειται η εξάντληση των ορίων της αλιευτικής προσπάθειας, ότι η καταβαλλόμενη αλιευτική προσπάθεια δεν θα υπερβεί τα προβλεπόμενα όρια.

6.   Η παρουσία μιας ημέρας εντός περιοχής αντιστοιχεί με συνεχές διάστημα 24 ωρών ή μέρος του διαστήματος αυτού κατά τη διάρκεια του οποίου ένα αλιευτικό σκάφος βρίσκεται εντός της γεωγραφικής περιοχής και απουσιάζει από τον λιμένα ή, κατά περίπτωση, χρησιμοποιεί τα αλιευτικά εργαλεία του. Η στιγμή από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται το συνεχές χρονικό διάστημα της παρουσία μιας ημέρας εντός περιοχής εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του κράτους μέλους του οποίου τη σημαία φέρει το αλιευτικό σκάφος για το οποίο πρόκειται. Μία ημέρα απουσίας από τον λιμένα αντιστοιχεί με συνεχές διάστημα 24 ωρών ή μέρος του διαστήματος αυτού κατά τη διάρκεια του οποίου το αλιευτικό σκάφος απουσιάζει από τον λιμένα.

Άρθρο 27

Γνωστοποίηση αλιευτικών εργαλείων

1.   Με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων, σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές που υπάγονται σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας όπου εφαρμόζονται περιορισμοί σχετικοί με τα εργαλεία ή όπου έχουν καθοριστεί μέγιστη επιτρεπόμενη αλιευτική προσπάθεια για διαφορετικά αλιευτικά εργαλεία ή ομάδες αλιευτικών εργαλείων, ο πλοίαρχος αλιευτικού σκάφους ή ο εκπρόσωπός του δηλώνει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας, πριν από το διάστημα κατά το οποίο εφαρμόζονται οι μέγιστες επιτρεπόμενες αλιευτικές προσπάθειες, ποια αλιευτικά εργαλεία χρησιμοποιεί ή ενδεχομένως τα αλιευτικά εργαλεία που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει κατά το διάστημα που επίκειται. Μέχρις ότου γίνει η γνωστοποίηση αυτή, το αλιευτικό σκάφος δεν έχει δικαίωμα να ασκεί αλιευτική δραστηριότητα στις γεωγραφικές περιοχές στις οποίες εφαρμόζεται το καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας.

2.   Όταν ένα καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας επιτρέπει να χρησιμοποιούνται σε μια γεωγραφική περιοχή εργαλεία που ανήκουν σε πολλές ομάδες αλιευτικών εργαλείων, η χρησιμοποίηση πολλών αλιευτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια ενός αλιευτικού ταξιδιού εξαρτάται από την εκ των προτέρων έγκριση του κράτους μέλους σημαίας.

Άρθρο 28

Έκθεση αλιευτικής προσπάθειας

1.   Ύστερα από απόφαση του Συμβουλίου, ο πλοίαρχος κοινοτικού αλιευτικού το οποίο δεν διαθέτει Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών εν λειτουργία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 ή δεν διαβιβάζει ηλεκτρονικώς δεδομένα ημερολογίου αλιείας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 και υπάγεται σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, κοινοποιεί με τέλεξ, φαξ, τηλεφωνικό ή ηλεκτρονικό μήνυμα δεόντως καταγραφέν από τον παραλήπτη ή με τον ασύρματο, μέσω ραδιοφωνικού σταθμού εγκεκριμένου βάσει των κοινοτικών κανόνων, υπό μορφή έκθεσης αλιευτικής προσπάθειας, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της σημαίας του και, κατά περίπτωση, στο παράκτιο κράτος μέλος ακριβώς πριν από κάθε είσοδο σε γεωγραφική περιοχή υπαγόμενη στο συγκεκριμένο καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας και έξοδο από αυτήν, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το όνομα, το εξωτερικό σήμα αναγνώρισης, το αναγνωριστικό κλήσεως ασυρμάτου και το όνομα του πλοιάρχου του αλιευτικού σκάφους·

β)

τη γεωγραφική θέση του αλιευτικού σκάφους στην οποία αναφέρεται η κοινοποίηση·

γ)

την ημερομηνία και τον χρόνο κάθε εισόδου και εξόδου από την περιοχή και ενδεχομένως από τμήματά της·

δ)

τα αλιεύματα που παραμένουν επί του σκάφους ανά είδος και σε χιλιόγραμμα ζώντος βάρους.

2.   Ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόζει, κατόπιν συμφωνίας με άλλο κράτος μέλος το οποίο αφορούν οι αλιευτικές δραστηριότητες του πρώτου, εναλλακτικά μέτρα ελέγχου για να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις αναφοράς της αλιευτικής προσπάθειας. Τα μέτρα αυτά είναι το ίδιο αποτελεσματικά και διαφανή με τις υποχρεώσεις αναφοράς της παραγράφου 1 και κοινοποιούνται στην Επιτροπή πριν τεθούν σε εφαρμογή.

Άρθρο 29

Εξαιρέσεις

1.   Ένα αλιευτικό σκάφος που φέρει αλιευτικά εργαλεία υπαγόμενα σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας επιτρέπεται να διέλθει από γεωγραφική περιοχή υπαγόμενη στο συγκεκριμένο καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, εάν δεν έχει άδεια αλιείας για να δραστηριοποιηθεί στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή εάν έχει πρώτα γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αρχές του την πρόθεση διέλευσής του. Ενόσω το αλιευτικό σκάφος βρίσκεται εντός αυτής της γεωγραφικής περιοχής, τα τυχόν αλιευτικά εργαλεία που υπάγονται στο συγκεκριμένο καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας που φέρει το σκάφος προσδένονται και στοιβάζονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 47.

2.   Ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει να μην υπολογίσει βάσει της τυχόν διαθέσιμης μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας την εργασία αλιευτικού σκάφους που επιδίδεται σε εξωαλιευτικές δραστηριότητες εντός γεωγραφικής περιοχής υπαγόμενης σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, υπό τον όρον ότι το αλιευτικό σκάφος γνωστοποιεί προηγουμένως στο κράτος μέλος της σημαίας του την πρόθεσή του αυτή, τη φύση των δραστηριοτήτων του και το γεγονός ότι παραιτείται από την αλιευτική του άδεια για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Τα αλιευτικά σκάφη αυτά δεν φέρουν αλιευτικά εργαλεία ούτε διατηρούν ψάρια κατά το χρονικό αυτό διάστημα.

3.   Ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει να μην υπολογίσει βάσει της τυχόν διαθέσιμης μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας τη δραστηριότητα ενός αλιευτικού σκάφους το οποίο βρισκόταν εντός γεωγραφικής περιοχής υπαγόμενης σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας αλλά δεν ήταν σε θέση να προβεί σε αλιευτική δραστηριότητα διότι συνέτρεχε άλλο αλιευτικό σκάφος ευρισκόμενο σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή διότι μετέφερε τραυματία προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες ιατρικές βοήθειες. Εντός ενός μηνός από την απόφασή του αυτή, το κράτος μέλος σημαίας ενημερώνει την Επιτροπή και παρέχει αποδεικτικά στοιχεία της έκτακτης βοήθειας που παρασχέθηκε.

Άρθρο 30

Εξάντληση της αλιευτικής προσπάθειας

1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 29 και 31 σε μια γεωγραφική περιοχή όπου τα αλιευτικά εργαλεία υπάγονται σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, ένα αλιευτικό σκάφος το οποίο φέρει αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία αυτού του είδους παραμένει στον λιμένα ή εκτός αυτής της γεωγραφικής περιοχής για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα εφαρμογής της αλιευτικής αυτής προσπάθειας, εάν

α)

έχει εξαντλήσει το μέρος της μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας που σχετίζεται με αυτή τη γεωγραφική περιοχή και το αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία που του έχουν οριστεί, ή

β)

έχει εξαντληθεί η μέγιστη επιτρεπόμενη αλιευτική προσπάθεια που σχετίζεται με αυτή τη γεωγραφική περιοχή και το αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία την οποία διαθέτει το οικείο κράτος μέλος σημαίας.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 29 και σε γεωγραφική περιοχή όπου ένας τύπος αλιείας υπάγεται σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας, ένα αλιευτικό σκάφος δεν δραστηριοποιείται στη συγκεκριμένη περιοχή, εάν

α)

έχει εξαντλήσει το μέρος της μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας που σχετίζεται με αυτή τη γεωγραφική περιοχή και τον τύπο αλιείας που του έχουν ορισθεί, ή

β)

έχει εξαντληθεί η μέγιστη επιτρεπόμενη αλιευτική προσπάθεια που σχετίζεται με αυτή τη γεωγραφική περιοχή και τον τύπο αλιείας την οποία διαθέτει το οικείο κράτος μέλος σημαίας.

Άρθρο 31

Αλιευτικά σκάφη που εξαιρούνται από την εφαρμογή καθεστώτος αλιευτικής προσπάθειας

Το παρόν τμήμα δεν ισχύει σε αλιευτικά σκάφη στο βαθμό που απαλλάσσονται από την εφαρμογή καθεστώτος αλιευτικής προσπάθειας.

Άρθρο 32

Λεπτομερείς κανόνες

Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος Τμήματος μπορούν να θεσπιστούν με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Τμήμα 3

Καταγραφή και ανταλλαγή δεδομένων από τα κράτη μέλη

Άρθρο 33

Καταγραφή των αλιευμάτων και της αλιευτικής προσπάθειας

1.   Κάθε κράτος μέλος σημαίας καταγράφει όλα τα συναφή στοιχεία, ιδίως τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 14, 21, 23, 28 και 62 του παρόντος κανονισμού, σχετικά με τις αλιευτικές δυνατότητες όπως αναφέρεται στο παρόν κεφάλαιο, τόσο αναφορικά με τις εκφορτώσεις όσο και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, αναφορικά με την αλιευτική προσπάθεια, και τηρεί τα πρωτότυπα αυτών των στοιχείων για χρονικό διάστημα τριών ετών ή περισσοτέρων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

2.   Με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων της κοινοτικής νομοθεσίας, πριν από τις 15 εκάστου μηνός κάθε κράτος μέλος σημαίας κοινοποιεί στην Επιτροπή ή στο όργανο που έχει ορίσει η ίδια μέσω ηλεκτρονικής διαβίβασης

α)

τα συγκεντρωτικά δεδομένα για τις ποσότητες κάθε αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκειται σε TAC ή ποσοστώσεις και εκφορτώνεται κατά τον προηγούμενο μήνα· και

β)

τα συγκεντρωτικά δεδομένα για την αλιευτική προσπάθεια που καταβλήθηκε τον περασμένο μήνα για κάθε αλιευτική περιοχή υπαγόμενη σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας ή, κατά περίπτωση, για κάθε τύπο αλιείας υπαγόμενο σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας.

3.   Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχείο α), για ποσότητες που εκφορτώνονται από την 1η Ιανουαρίου 2010 έως την 31η Δεκεμβρίου 2010, τα κράτη μέλη καταγράφουν τις ποσότητες που εκφορτώνονται από αλιευτικά σκάφη άλλων κρατών μελών στους λιμένες τους και τις κοινοποιούν στην Επιτροπή με τις διαδικασίες που προβλέπει το παρόν άρθρο.

4.   Πριν από το τέλος του πρώτου μήνα κάθε ημερολογιακού τριμήνου, κάθε κράτος μέλος σημαίας κοινοποιεί ηλεκτρονικά στην Επιτροπή τις ποσότητες αποθεμάτων συγκεντρωτικά, πλην εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι οποίες εκφορτώθηκαν κατά το προηγούμενο τρίμηνο.

5.   Όλα τα αλιεύματα από απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων που υπόκεινται σε ποσόστωση και τα οποία αλιεύθηκαν από κοινοτικά αλιευτικά σκάφη καταλογίζονται στην ποσόστωση που ισχύει για το εν λόγω απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων για το κράτος μέλος σημαίας, ανεξαρτήτως του τόπου εκφόρτωσης.

6.   Οι αλιεύσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο επιστημονικής έρευνας και που διατίθενται και πωλούνται στην αγορά καταλογίζονται στην ποσόστωση που ισχύει για το κράτος μέλος σημαίας όταν υπερβαίνουν το 2 % των οικείων ποσοστώσεων. Το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 199/2008 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικού πλαισίου για τη συλλογή, διαχείριση και χρήση δεδομένων στον τομέα της αλιείας και τη στήριξη όσον αφορά τις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις για την κοινή αλιευτική πολιτική (24), δεν εφαρμόζεται για τα ταξίδια επιστημονικής έρευνας κατά τη διάρκεια των οποίων πραγματοποιούνται οι εν λόγω αλιεύσεις.

7.   Με την επιφύλαξη του Τίτλου ΧΙΙ, τα κράτη μέλη μπορούν μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011 να εκτελούν πιλοτικά προγράμματα με την Επιτροπή και το όργανο που έχει καθορίσει η ίδια για την εξ αποστάσεως και σε πραγματικό χρόνο πρόσβαση στα δεδομένα των κρατών μελών που έχουν καταγραφεί και επικυρωθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ο μορφότυπος και οι διαδικασίες πρόσβασης στα δεδομένα υποβάλλονται σε εξέταση και δοκιμή. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2011 σχετικά με το αν προγραμματίζουν να εκτελέσουν πιλοτικά προγράμματα. Από την 1η Ιανουαρίου 2012, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικό τρόπο και συχνότητα διαβίβασης δεδομένων από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή.

8.   Εξαιρουμένης της προσπάθειας που καταβάλλεται από αλιευτικά σκάφη τα οποία αποκλείονται από την εφαρμογή του καθεστώτος αλιευτικής προσπάθειας, όλες οι αλιευτικές προσπάθειες τις οποίες καταβάλλουν τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη όταν φέρουν ή, κατά περίπτωση, χρησιμοποιούν αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία υπαγόμενα στο εν λόγω καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας ή δραστηριοποιούνται σε τύπο αλιείας υπαγόμενο σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας εντός γεωγραφικής περιοχής υπαγόμενης στο εν λόγω καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας υπολογίζονται βάσει της μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή και τα συγκεκριμένα αλιευτικά εργαλεία και έχει διατεθεί στο κράτος μέλος σημαίας.

9.   Η αλιευτική προσπάθεια που καταβάλλεται στα πλαίσια επιστημονικών ερευνών από σκάφος που φέρει αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία υπαγόμενα σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας ή δραστηριοποιούνται σε τύπο αλιείας υπαγόμενο σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας εντός γεωγραφικής περιοχής υπαγόμενης στο συγκεκριμένο καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας υπολογίζεται βάσει της μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας που σχετίζεται με το συγκεκριμένο αλιευτικό εργαλείο ή εργαλεία ή τύπο αλιείας και τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή του κράτους μέλους του οποίου τη σημαία φέρει, σε περίπτωση που τα αλιεύματα τα οποία συλλαμβάνονται κατά την αλιευτική προσπάθεια κυκλοφορήσουν στην αγορά και πωληθούν όταν υπερβαίνουν το 2 % της κατανεμηθείσας αλιευτικής προσπάθειας. Οι διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 199/2008 δεν εφαρμόζονται στα ταξίδια επιστημονικής έρευνας κατά τη διάρκεια των οποίων συλλαμβάνονται τα αλιεύματα αυτά.

10.   Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει τύπους για τη διαβίβαση των δεδομένων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 34

Στοιχεία που αφορούν την εξάντληση των αλιευτικών δυνατοτήτων

Ένα κράτος μέλος ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή εφόσον διαπιστώνει ότι:

α)

τα αλιεύματα αλιευτικών σκαφών τα οποία φέρουν τη σημαία του θεωρείται ότι έχουν εξαντλήσει ποσοστό 80 % της ποσόστωσης ενός αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε ποσόστωση ή

β)

80 % του μέγιστου επιπέδου αλιευτικής προσπάθειας που σχετίζεται με αλιευτικά εργαλεία ή τύπο αλιείας και με γεωγραφική περιοχή και αφορά το σύνολο ή ομάδα των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία τους θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί.

Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, πιο λεπτομερείς πληροφορίες και σε μεγαλύτερη συχνότητα σε σχέση με ό,τι προβλέπεται στο άρθρο 33.

Τμήμα 4

Απαγόρευση αλιείας

Άρθρο 35

Απαγόρευση της αλιείας από τα κράτη μέλη

1.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την ημερομηνία από την οποία:

α)

θεωρείται ότι τα αλιεύματα αλιευτικών σκαφών τα οποία φέρουν τη σημαία του έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση ενός αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκειται σε ποσόστωση·

β)

θεωρείται ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη αλιευτική προσπάθεια που σχετίζεται με αλιευτικά εργαλεία ή την αλιεία και με μια γεωγραφική περιοχή και εφαρμόζεται σε όλα ή σε ομάδα των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία του, έχει εξαντληθεί.

2.   Από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος απαγορεύει την αλιεία είτε όσον αφορά το συγκεκριμένο απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων των οποίων η ποσόστωση εξαντλήθηκε, στον συγκεκριμένο τύπο αλιείας είτε για όλα ή για ομάδα των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τα συγκεκριμένα αλιευτικά εργαλεία στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή όπου σημειώθηκε η μέγιστη επιτρεπόμενη αλιευτική προσπάθεια, και ιδιαίτερα τη διατήρηση επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση, τη μετακίνηση επί του σκάφους και την εκφόρτωση ιχθύων που αλιεύονται μετά την εν λόγω ημερομηνία, και καθορίζει προθεσμία εντός της οποίας επιτρέπονται οι μεταφορτώσεις, οι μεταφορές και οι εκφορτώσεις ή οι οριστικές δηλώσεις αλιευμάτων.

3.   Η απόφαση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2 δημοσιοποιείται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και κοινοποιείται αμέσως στην Επιτροπή. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σειρά C) και στις δημόσιες ιστοσελίδες της Επιτροπής. Από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση δημοσιοποιείται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την απαγόρευση, εντός των υδάτων και της επικράτειάς τους, της διατήρησης επί του σκάφους, της μεταφόρτωσης, της μετακίνησης επί του σκάφους και των εκφορτώσεων είτε των εν λόγω ιχθύων, είτε από όλα ή από ομάδα αλιευτικών σκαφών τα οποία φέρουν τη σημαία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και διαθέτουν τα συγκεκριμένα αλιευτικά εργαλεία στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.

4.   Η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των κρατών μελών, με ηλεκτρονικά μέσα, τις κοινοποιήσεις που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 36

Απαγόρευση της αλιείας από την Επιτροπή

1.   Σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει τηρήσει την υποχρέωση κοινοποίησης των μηνιαίων δεδομένων σχετικά με τις αλιευτικές δυνατότητες που προβλέπει το άρθρο 33 παράγραφος 2, δύναται να ορίσει την ημερομηνία κατά την οποία ποσοστό 80 % των αλιευτικών δυνατοτήτων του εν λόγω κράτους μέλους θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί καθώς και την ημερομηνία κατά την οποία εκτιμάται ότι οι αλιευτικές δυνατότητες θα θεωρηθεί ότι έχουν εξαντληθεί.

2.   Σύμφωνα με τα στοιχεία του άρθρου 35 ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, όταν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι οι αλιευτικές δυνατότητες τις οποίες διαθέτει η Κοινότητα, ένα κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών θεωρείται ότι έχουν εξαντληθεί, ενημερώνει σχετικά τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και απαγορεύει τις αλιευτικές δραστηριότητες στις αντίστοιχες περιοχές, με τα αντίστοιχα εργαλεία, για τα αποθέματα, την ομάδα αποθεμάτων ή για τους στόλους που συμμετέχουν στις συγκεκριμένες αλιευτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 37

Διορθωτικά μέτρα

1.   Σε περίπτωση που η Επιτροπή απαγορεύσει την αλιεία λόγω της τεκμαιρόμενης εξάντλησης των αλιευτικών δυνατοτήτων που διαθέτει ένα κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών ή η Κοινότητα, αλλά αποδειχθεί ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει πράγματι εξαντλήσει τις αλιευτικές του δυνατότητες, εφαρμόζεται το παρόν άρθρο.

2.   Εάν η ζημία την οποία έχει υποστεί το κράτος μέλος, στο οποίο απαγορεύθηκε η αλιεία πριν από την εξάντληση των αλιευτικών του δυνατοτήτων δεν αποκατασταθεί, θα εγκριθούν μέτρα με στόχο να αποκατασταθεί δεόντως η προκληθείσα ζημία, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119. Τα μέτρα αυτά μπορεί να συνεπάγονται μειώσεις στις αλιευτικές δυνατότητες οιουδήποτε κράτους μέλους έχει υπερβεί τις ποσοστώσεις του, ώστε οι αφαιρούμενες ποσότητες να κατανέμονται κατάλληλα στα κράτη μέλη που απαγόρευσαν τις αλιευτικές τους δραστηριότητες πριν από την εξάντληση των αλιευτικών τους δυνατοτήτων.

3.   Οι μειώσεις της παραγράφου 2 και οι επακόλουθες κατανομές γίνονται λαμβάνοντας υπόψη, κατά προτεραιότητα, τα είδη και τις αντίστοιχες γεωγραφικές περιοχές για τις οποίες είχαν καθορισθεί οι αλιευτικές δυνατότητες. Οι μειώσεις αυτές μπορούν να πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια του έτους κατά το οποίο υπέστη τη ζημία το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή κατά το επόμενο έτος ή έτη.

4.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό των σχετικών ποσοτήτων, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Έλεγχος της διαχείρισης του αλιευτικού στόλου

Τμήμα 1

Αλιευτική ικανότητα

Άρθρο 38

Αλιευτική ικανότητα

1.   Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη διενέργεια των απαραίτητων ελέγχων ώστε να εξασφαλίζουν ότι η συνολική αλιευτική ικανότητα που αντιστοιχεί στις αλιευτικές άδειες που εκδίδει ένα κράτος μέλος, εκφρασμένη σε GT και σε kW, δεν υπερβαίνει, ανά πάσα στιγμή, τα μέγιστα επίπεδα ικανότητας που έχουν θεσπιστεί για το εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με:

α)

το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002·

β)

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 639/2004·

γ)

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1438/2003, και

δ)

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2104/2004.

2.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου ιδιαίτερα όσον αφορά:

α)

τη νηολόγηση αλιευτικών σκαφών·

β)

την επαλήθευση της ισχύος του κινητήρα των αλιευτικών σκαφών·

γ)

την επαλήθευση της χωρητικότητας των αλιευτικών σκαφών·

δ)

την επαλήθευση του είδους, του αριθμού και των χαρακτηριστικών των αλιευτικών εργαλείων.

μπορούν να θεσπιστούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

3.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, στο πλαίσιο της έκθεσης του άρθρου 118, σχετικά με τις μεθόδους ελέγχου που χρησιμοποίησαν, καθώς και τα ονόματα και τις διευθύνσεις των οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με την επαλήθευση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Τμήμα 2

Ισχύς κινητήρα

Άρθρο 39

Παρακολούθηση της ισχύος του κινητήρα

1.   Απαγορεύεται η αλιεία με αλιευτικά σκάφη τα οποία είναι εξοπλισμένα με κινητήρες η ισχύς των οποίων υπερβαίνει την ισχύ κινητήρα που αναφέρεται στην αλιευτική άδεια.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ισχύς του κινητήρα δεν υπερβαίνει την πιστοποιούμενη ισχύ κινητήρα. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, στο πλαίσιο της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 118, σχετικά με τα μέτρα ελέγχου τα οποία έχουν λάβει για να εξασφαλίσουν ότι η ισχύς του κινητήρα δεν υπερβαίνει την πιστοποιούμενη ισχύ κινητήρα.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να χρεώσουν εν μέρει ή συνολικά τις δαπάνες που προκύπτουν από την πιστοποίηση της ισχύος κινητήρα στους κατόχους των αλιευτικών σκαφών.

Άρθρο 40

Πιστοποίηση της ισχύος του κινητήρα

1.   Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για την πιστοποίηση της ισχύος του κινητήρα πρόωσης και την έκδοση πιστοποιητικών κινητήρα για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη με ισχύ κινητήρα πρόωσης άνω των 120 κιλοβάτ (kW), πλην των σκαφών που χρησιμοποιούν αποκλειστικά σταθερά εργαλεία, των βοηθητικών σκαφών, των βυθοκόρων και των σκαφών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την υδατοκαλλιέργεια.

2.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πιστοποιούν επίσημα τους νέους κινητήρες πρόωσης, τους κινητήρες αντικατάστασης και τους κινητήρες πρόωσης που έχουν υποστεί τεχνική τροποποίηση, οι οποίοι ανήκουν σε αλιευτικά σκάφη που αναφέρονται στην παράγραφο 1, από την άποψη ότι δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν περισσότερη μέγιστη συνεχή ισχύ κινητήρα από την αναφερόμενη στο πιστοποιητικό κινητήρα. Η πιστοποίηση αυτή χορηγείται μόνον εφόσον ο κινητήρας δεν είναι σε θέση να αναπτύσσει μεγαλύτερη ισχύ από τη δηλωμένη μέγιστη συνεχή ισχύ κινητήρα.

3.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δύνανται να αναθέτουν την πιστοποίηση της ισχύος των κινητήρων σε νηογνώμονες ή σε άλλες επιχειρήσεις που διαθέτουν την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη για την τεχνική εξέταση της ισχύος του κινητήρα. Οι προαναφερόμενοι πιστοποιούν ότι οι κινητήρες πρόωσης δεν είναι σε θέση να υπερβούν την επισήμως δηλωμένη ισχύ, μόνον εφόσον δεν υπάρχει δυνατότητα αύξησης της απόδοσης του κινητήρα πρόωσης πέραν της πιστοποιημένης ισχύος.

4.   Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση νέων κινητήρων πρόωσης, κινητήρων αντικατάστασης ή κινητήρων πρόωσης που έχουν υποστεί τεχνική τροποποίηση, τους οποίους δεν έχει εγκρίνει επισήμως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

5.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στα αλιευτικά σκάφη που θα υπάγονται σε καθεστώς αλιευτικής προσπάθειας από την 1η Ιανουαρίου του 2012. Για τα λοιπά αλιευτικά σκάφη εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου του 2013.

6.   Οι λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος τμήματος θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 41

Επαλήθευση της ισχύος του κινητήρα

1.   Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν, μετά από ανάλυση κινδύνου, ελέγχους δεδομένων σύμφωνα με σχέδιο δειγματοληψίας βάσει της μεθοδολογίας που έχει υιοθετήσει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 119 για το κατά πόσον η ισχύς του κινητήρα συμφωνεί με όλα τα στοιχεία που διαθέτει η διοίκηση σχετικά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου σκάφους. Ειδικότερα, εξακριβώνουν τα στοιχεία που περιέχονται:

α)

στα μητρώα του Συστήματος Παρακολούθησης Σκαφών·

β)

στο ημερολόγιο αλιείας·

γ)

στο πιστοποιητικό EIAPP (Διεθνές πιστοποιητικό πρόληψης της ρύπανσης της ατμόσφαιρας από κινητήρα), το οποίο έχει εκδοθεί για τον κινητήρα σύμφωνα με το παράρτημα VI της σύμβασης MARPOL 73/78·

δ)

σε πιστοποιητικά κλάσης τα οποία έχουν εκδοθεί από αναγνωρισμένο οργανισμό επιθεώρησης και εξέτασης πλοίων κατά την έννοια της οδηγίας 94/57/ΕΚ·

ε)

στο πιστοποιητικό δοκιμής στη θάλασσα·

στ)

στο Κοινοτικό Μητρώο Αλιευτικού Στόλου και

ζ)

σε οιαδήποτε άλλα έγγραφα τα οποία περιέχουν συναφή στοιχεία σχετικά με την ισχύ της μηχανής ή οιαδήποτε άλλα συναφή τεχνικά χαρακτηριστικά.

2.   Μετά την ανάλυση των στοιχείων της παραγράφου 1, όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι η ισχύς κινητήρα αλιευτικού σκάφους είναι μεγαλύτερη από ό,τι η ισχύς η οποία αναφέρεται στην αλιευτική του άδεια, τα κράτη μέλη προβαίνουν σε φυσική επαλήθευση της ισχύος του κινητήρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Έλεγχος των πολυετών σχεδίων

Άρθρο 42

Μεταφόρτωση στο λιμένα

1.   Τα αλιευτικά σκάφη τα οποία συμμετέχουν στα είδη αλιείας που υπάγονται σε πολυετή σχέδια δεν μεταφορτώνουν τα αλιεύματά τους επί οιουδήποτε άλλου σκάφους σε καθορισμένο λιμένα ή σε σημεία πλησίον των ακτών, εκτός εάν αυτά έχουν ζυγιστεί κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 60.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη μπορούν να μεταφορτώνουν πελαγικά αλιεύματα υποκείμενα σε πολυετές σχέδιο σε καθορισμένους λιμένες ή σε σημεία πλησίον των ακτών, τα οποία δεν έχουν ζυγιστεί, εφόσον είναι παρών παρατηρητής ελέγχου ή υπάλληλος στο σκάφος παραλαβής ή εφόσον διεξαχθεί επιθεώρηση προτού το σκάφος παραλαβής αναχωρήσει μετά την ολοκλήρωση της μεταφόρτωσης. Ο πλοίαρχος του σκάφους παραλαβής είναι υπεύθυνος για την ενημέρωση των αρμόδιων αρχών του παράκτιου κράτους 24 ώρες πριν από την προβλεπόμενη αναχώρηση του σκάφους παραλαβής. Ο παρατηρητής ελέγχου ή ο υπάλληλος ορίζεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας του σκάφους παραλαβής. Εάν το σκάφος παραλαβής συμμετέχει σε αλιευτικές δραστηριότητες πριν ή αφού παραλάβει τα εν λόγω αλιεύματα, φέρει επ’ αυτού παρατηρητή ή υπάλληλο μέχρι την εκφόρτωση των παραλαμβανόμενων αλιευμάτων. Το σκάφος παραλαβής εκφορτώνει τα παραλαμβανόμενα αλιεύματα σε λιμένα κράτους μέλους που καθορίζεται για αυτόν τον σκοπό σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 43 παράγραφος 4, και όπου τα αλιεύματα ζυγίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61.

Άρθρο 43

Καθορισμένοι λιμένες

1.   Το Συμβούλιο δύναται να ορίζει, κατά την έγκριση πολυετούς σχεδίου, ποσοτικό όριο ζώντος βάρους ειδών που υπάγονται σε πολυετές σχέδιο, άνω του οποίου ένα αλιευτικό σκάφος υποχρεούται να εκφορτώνει τα αλιεύματά του σε καθορισμένο λιμένα ή σε σημείο πλησίον της ακτής.

2.   Όταν πρόκειται να εκφορτωθεί ποσότητα ιχθύων η οποία υπερβαίνει το όριο της παραγράφου 1, ο πλοίαρχος του κοινοτικού αλιευτικού σκάφους μεριμνά ώστε οι εκφορτώσεις αυτές να γίνονται μόνον σε καθορισμένους λιμένες ή σε σημεία πλησίον της ακτής εντός της Κοινότητας.

3.   Όταν το πολυετές σχέδιο εφαρμόζεται στο πλαίσιο περιφερειακών οργανώσεων διαχείρισης αλιείας, οι εκφορτώσεις ή μεταφορτώσεις δύνανται να πραγματοποιούνται σε λιμένα συμβαλλόμενου μέρους ή μη συμβαλλόμενου συνεργαζόμενου μέρους της εν λόγω οργάνωσης, σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται από τις περιφερειακές οργανώσεις διαχείρισης αλιείας.

4.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει λιμένες ή σημεία πλησίον της ακτής όπου θα πραγματοποιούνται οι εκφορτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

5.   Για τον καθορισμό του λιμένα ή του σημείου πλησίον της ακτής, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)

καθορισμένοι χρόνοι εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης·

β)

καθορισμένα σημεία εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης·

γ)

καθορισμένες διαδικασίες ελέγχου και επιτήρησης.

6.   Όταν λιμένας ή σημείο πλησίον της ακτής έχει οριστεί ως καθορισμένος λιμένας για την εκφόρτωση δεδομένου είδους υπαγόμενου σε πολυετές σχέδιο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκφόρτωση κάθε άλλου είδους.

7.   Τα κράτη μέλη θα εξαιρούνται από τις διατάξεις της παραγράφου 5 στοιχεία γ) και δ) εάν το εθνικό ελεγκτικό πρόγραμμα δράσης που θεσπίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 περιλαμβάνει σχέδιο του τρόπου διεξαγωγής των ελέγχων σε καθορισμένους λιμένες, εξασφαλίζοντας το ίδιο επίπεδο ελέγχου από πλευράς αρμοδίων αρχών. Το σχέδιο θεωρείται επαρκές εφόσον έχει εγκριθεί από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 44

Χωριστή στοιβασία των βυθόβιων αλιευμάτων που υπάγονται σε πολυετή σχέδια

1.   Όλα τα αλιεύματα βυθόβιων αποθεμάτων που υπάγονται σε πολυετές σχέδιο και διατηρούνται σε κοινοτικό αλιευτικό σκάφος συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω, τοποθετούνται σε δοχεία, συσκευασία ή περιέκτες, κάθε απόθεμα χωριστά και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διακρίνεται από άλλα δοχεία, διαμερίσματα ή περιέκτες.

2.   Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών διατηρούν τα αλιεύματα βυθόβιων αποθεμάτων που υπάγονται σε πολυετές σχέδιο σύμφωνα με σχέδιο στοιβασίας στο οποίο περιγράφεται η θέση των διαφόρων ειδών στα αμπάρια.

3.   Απαγορεύεται η διατήρηση επί κοινοτικού αλιευτικού σκάφους, εντός οιουδήποτε δοχείου, συσκευασίας ή περιέκτη, κάθε ποσότητας αλιευμάτων βυθόβιων αποθεμάτων που υπάγονται σε πολυετές σχέδιο, αναμεμειγμένης με οποιοδήποτε άλλο αλιευτικό προϊόν.

Άρθρο 45

Χρήση ποσοστώσεων σε πραγματικό χρόνο

1.   Όταν η σωρευτική ποσότητα αλιευμάτων αποθεμάτων που υπάγονται σε πολυετές σχέδιο φθάσει σε συγκεκριμένο κατώτατο όριο της εθνικής ποσόστωσης, τα σχετικά στοιχεία αλιευμάτων διαβιβάζονται συχνότερα στην Επιτροπή.

2.   Το Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το εφαρμοστέο κατώτατο όριο και τη συχνότητα της κοινοποίησης των εν λόγω στοιχείων της παραγράφου 1.

Άρθρο 46

Εθνικά προγράμματα ελέγχου

1.   Τα κράτη μέλη καταστρώνουν εθνικό ελεγκτικό πρόγραμμα δράσης το οποίο ισχύει για κάθε πολυετές σχέδιο. Όλα τα εθνικά προγράμματα ελέγχου κοινοποιούνται στην Επιτροπή ή διατίθενται στο τμήμα του δικτυακού τόπου κάθε κράτους μέλους όπου απαιτείται κωδικός πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 115 στοιχείο α).

2.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει ειδικά κριτήρια αναφοράς σε θέματα επιθεώρησης σύμφωνα με το παράρτημα Ι. Τα εν λόγω κριτήρια καθορίζονται σύμφωνα με διαχείριση κινδύνου και αναθεωρούνται περιοδικά ύστερα από ανάλυση των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων. Τα κριτήρια αναφοράς για τις επιθεωρήσεις εξελίσσονται προοδευτικά, έως ότου επιτευχθούν τα κριτήρια-στόχοι που ορίζονται στο παράρτημα Ι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Έλεγχος των τεχνικών μέτρων

Τμήμα 1

Χρήση αλιευτικών εργαλείων

Άρθρο 47

Αλιευτικά εργαλεία

Όσον αφορά τα είδη αλιείας στα οποία δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση περισσοτέρων από έναν τύπο εργαλείων, κάθε άλλο εργαλείο προσδένεται και στοιβάζεται έτσι ώστε να μην είναι εύκολη η άμεση χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τις εξής προϋποθέσεις:

α)

τα δίχτυα, τα βαρίδια και παρόμοια εργαλεία αποσυνδέονται από τις αντίστοιχες πόρτες της τράτας και τα συρματόσχοινα σύρσης και ανέλκυσης·

β)

τα δίχτυα που βρίσκονται επί του καταστρώματος ή άνωθεν αυτού προσδένονται σταθερά και στοιβάζονται·

γ)

τα παραγάδια στοιβάζονται σε καταστρώματα σε χαμηλότερο επίπεδο.

Άρθρο 48

Ανάσυρση απωλεσθέντων εργαλείων

1.   Κάθε κοινοτικό αλιευτικό σκάφος πρέπει να διαθέτει επ’ αυτού εξοπλισμό για την ανάσυρση απωλεσθέντων εργαλείων.

2.   Ο πλοίαρχος που έχει απωλέσει εργαλεία ή μέρος αυτών επιχειρεί να τα ανασύρει το συντομότερο δυνατόν.

3.   Εάν τα απωλεσθέντα εργαλεία δεν μπορούν να ανασυρθούν, ο πλοίαρχος του σκάφους ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους σημαίας του το οποίο ενημερώνει στη συνέχεια την αρμόδια αρχή του παράκτιου κράτους μέλους εντός 24 ωρών σχετικά με τα εξής:

α)

τον εξωτερικό αριθμό ταυτοποίησης και την ονομασία του αλιευτικού σκάφους·

β)

το είδος των απωλεσθέντων εργαλείων·

γ)

πότε απωλέσθησαν τα εργαλεία·

δ)

το γεωγραφικό στίγμα όπου απωλέσθησαν τα εργαλεία·

ε)

τα μέτρα που ελήφθησαν για την ανάσυρση των εργαλείων.

4.   Εάν τα εργαλεία που ανασύρουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν έχουν αναφερθεί ως απωλεσθέντα, οι ίδιες αρχές μπορούν να απαιτήσουν το κόστος από τον πλοίαρχο του αλιευτικού σκάφους που απώλεσε τα εργαλεία.

5.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απαλλάσσουν τα κοινοτικά αλιευτικά μέγιστου συνολικού μήκους κάτω των 12 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους από την απαίτηση εξοπλισμού με Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών εφόσον:

α)

δραστηριοποιούνται αποκλειστικά εντός της θαλάσσιας επικράτειας του κράτους μέλους σημαίας ή

β)

δεν παραμένουν ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα, αρχής γενομένης από τον χρόνο αναχώρησης έως την επιστροφή στον λιμένα.

Άρθρο 49

Σύνθεση των αλιευμάτων

1.   Σε περίπτωση που τα ευρισκόμενα επί κοινοτικού σκάφους αλιεύματα έχουν αλιευθεί με δίχτυα με διαφορετικά ελάχιστα μεγέθη ματιών κατά το ίδιο ταξίδι, η σύνθεση ανά είδος υπολογίζεται για κάθε τμήμα των αλιευμάτων που αλιεύθηκαν υπό διαφορετικές συνθήκες. Για τον σκοπό αυτόν, καταχωρείται στο ημερολόγιο αλιείας οποιαδήποτε αλλαγή του μεγέθους των διχτυών, σε σχέση με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν προηγουμένως, καθώς και η σύνθεση των επί του σκάφους αλιευμάτων τη στιγμή της τυχόν αλλαγής.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 44, θεσπίζονται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119, λεπτομερείς κανόνες για την τήρηση επί του σκάφους σχεδίου στοιβασίας, ανά είδη, των μεταποιημένων προϊόντων, με αναφορά του σημείου αποθήκευσής τους στο αμπάρι.

Τμήμα 2

Έλεγχος των περιοχών περιορισμένης αλιείας

Άρθρο 50

Έλεγχος των περιοχών περιορισμένης αλιείας

1.   Οι αλιευτικές δραστηριότητες των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών και αλιευτικών σκαφών τρίτων χωρών σε αλιευτικές ζώνες όπου μια περιοχή έχει οριστεί περιοχή περιορισμένης αλιείας από το Συμβούλιο, ελέγχονται από το κέντρο παρακολούθησης αλιείας του παράκτιου κράτους μέλους, το οποίο πρέπει να διαθέτει σύστημα για τον εντοπισμό και την καταγραφή της εισόδου, του διάπλου και της εξόδου των σκαφών από την περιοχή περιορισμένης αλιείας.

2.   Επιπροσθέτως της παραγράφου 1, το Συμβούλιο καθορίζει ημερομηνία από την οποία τα αλιευτικά σκάφη θα φέρουν επιχειρησιακό σύστημα επ’ αυτών ώστε να ειδοποιείται ο πλοίαρχος για την είσοδο προς και έξοδο από περιοχή περιορισμένης αλιείας.

3.   Η συχνότητα διαβίβασης δεδομένων πρέπει να είναι τουλάχιστον ανά 30 λεπτά όταν ένα αλιευτικό σκάφος εισέρχεται σε περιοχή περιορισμένης αλιείας.

4.   Ο διάπλους περιοχής περιορισμένης αλιείας επιτρέπεται σε όλα τα αλιευτικά σκάφη που δεν έχουν άδεια να αλιεύουν στις περιοχές αυτές υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

όλα τα εργαλεία επί του σκάφους προσδένονται και στοιβάζονται κατά τη διάρκεια του διάπλου· και

β)

η ταχύτητα κατά τον διάπλου είναι μεγαλύτερη των 6 κόμβων, εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας ή αντίξοων συνθηκών. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πλοίαρχος ενημερώνει αμέσως το κέντρο παρακολούθησης αλιείας του κράτους μέλους της σημαίας το οποίο ενημερώνει στη συνέχεια την αρμόδια αρχή του παράκτιου κράτους μέλους.

5.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη και τα αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω.

Τμήμα 3

Απαγόρευση της αλιείας σε πραγματικό χρόνο

Άρθρο 51

Γενικές διατάξεις

1.   Όταν σε μια περιοχή ο όγκος των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων ενός συγκεκριμένου είδους ή ομάδας ειδών που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119 υπερβαίνει το όριο ενεργοποίησης, απαγορεύεται προσωρινά η συγκεκριμένη αλιεία στην αντίστοιχη περιοχή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τμήματος.

2.   Το όριο ενεργοποίησης για τα αλιεύματα υπολογίζεται με βάση τη μεθοδολογία δειγματοληψίας που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119, ως το ποσοστό ή το βάρος ενός συγκεκριμένου είδους ή ομάδας ειδών σε σύγκριση με το συνολικό αλίευμα του εν λόγω είδους σε μια ανάσυρση.

3.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος τμήματος μπορούν να εκδοθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 52

Όριο ενεργοποίησης σε δύο ανασύρσεις

1.   Σε περίπτωση που η ποσότητα των αλιευμάτων υπερβαίνει το όριο ενεργοποίησης για τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα σε δύο διαδοχικές ανασύρσεις, το αλιευτικό σκάφος αλλάζει αλιευτική περιοχή κατά πέντε τουλάχιστον ναυτικά μίλια — ή δύο ναυτικά μίλια για αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους κάτω των 12 μέτρων— από το στίγμα της προηγούμενης ανάσυρσης πριν συνεχίσει τις αλιευτικές του δραστηριότητες και ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του παράκτιου κράτους μέλους.

2.   Η Επιτροπή, κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας ή αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, δύναται να τροποποιεί τις αποστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 53

Απαγόρευση που επιβάλλεται σε πραγματικό χρόνο από τα κράτη μέλη

1.   Σε περίπτωση που υπάλληλος, παρατηρητής ελέγχου ή ομάδα ερευνών εντοπίσει παράβαση ενός ορίου ενεργοποίησης, ο υπάλληλος ή ο παρατηρητής ελέγχου του παράκτιου κράτους μέλους ή όποιος συμμετέχει σε κοινή επιχείρηση στο πλαίσιο κοινού σχεδίου ανάπτυξης, ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του παράκτιου κράτους μέλους.

2.   Με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, το παράκτιο κράτος μέλος αποφασίζει αμελλητί την απαγόρευση της αλιείας σε πραγματικό χρόνο στην αντίστοιχη περιοχή. Μπορεί επίσης να αξιοποιήσει τις πληροφορίες που ελήφθησαν σύμφωνα με το άρθρο 52 ή την οποιαδήποτε διαθέσιμη πληροφορία για την απόφαση αυτή. Στην απόφαση για την απαγόρευση της αλιείας σε πραγματικό χρόνο προσδιορίζονται σαφώς η γεωγραφική έκταση των περιοχών αλιείας που επηρεάζονται, η διάρκεια της απαγόρευσης και οι προϋποθέσεις που διέπουν την αλιεία στην έκταση αυτή κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης.

3.   Σε περίπτωση που η περιοχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 επικαλύπτει ζώνες δικαιοδοσίας, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει αμελλητί το γειτονικό παράκτιο κράτος μέλος για τα σχετικά πορίσματα και την απόφαση απαγόρευσης. Το γειτονικό κράτος μέλος αποφασίζει αμελλητί την απαγόρευση αλιείας στο οικείο τμήμα της περιοχής.

4.   Η απαγόρευση αλιείας σε πραγματικό χρόνο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν εισάγει διακρίσεις και εφαρμόζεται μόνο για τα αλιευτικά σκάφη που είναι εξοπλισμένα να αλιεύουν τα σχετικά είδη ή/και που διαθέτουν άδεια αλίευσης στις αντίστοιχες περιοχές αλιείας.

5.   Το παράκτιο κράτος μέλος ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή, όλα τα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες, αλιευτικά σκάφη των οποίων επιτρέπεται να δραστηριοποιούνται στην εν λόγω περιοχή, ότι έχει επιβληθεί απαγόρευση σε πραγματικό χρόνο.

6.   Η Επιτροπή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει από το κράτος μέλος να ακυρώσει ή να τροποποιήσει άμεσα την απαγόρευση της αλιείας σε πραγματικό χρόνο, εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν έχει δώσει επαρκή πληροφόρηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 51 για την παραβίαση ενός ορίου ενεργοποίησης.

7.   Οι αλιευτικές δραστηριότητες στην περιοχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 απαγορεύονται όπως ορίζεται στην απόφαση με την οποία επιβάλλεται η απαγόρευση της αλιείας σε πραγματικό χρόνο.

Άρθρο 54

Απαγόρευση που επιβάλλεται σε πραγματικό χρόνο από την Επιτροπή

1.   Με βάση τα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι το όριο ενεργοποίησης για τα αλιεύματα έχει καλυφθεί, η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει προσωρινή απαγόρευση της αλιείας σε μια περιοχή, εάν δεν το έχει ήδη πράξει το παράκτιο κράτος μέλος.

2.   Η Επιτροπή ενημερώνει αμελλητί όλα τα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες, αλιευτικά σκάφη των οποίων δραστηριοποιούνται στην εν λόγω απαγορευμένη περιοχή, και αναρτά άμεσα χάρτη στον επίσημο δικτυακό τόπο της με τις συντεταγμένες της περιοχής στην οποία έχει επιβληθεί προσωρινή απαγόρευση της αλιείας, προσδιορίζοντας τη διάρκεια της απαγόρευσης και τις προϋποθέσεις αλιείας στη συγκεκριμένη απαγορευμένη περιοχή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Έλεγχος της ερασιτεχνικής αλιείας

Άρθρο 55

Ερασιτεχνική αλιεία

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ερασιτεχνική αλιεία στην επικράτειά τους και στα κοινοτικά ύδατα διεξάγεται κατά τρόπο συμβατό με τους στόχους και τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

2.   Η εμπορία των αλιευμάτων της ερασιτεχνικής αλιείας απαγορεύεται.

3.   Με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 199/2008, τα κράτη μέλη παρακολουθούν, βάσει σχεδίου δειγματοληψίας, τα αλιεύματα αποθεμάτων που υπάγονται σε σχέδια αποκατάστασης και προέρχονται από ερασιτεχνική αλιεία την οποία ασκούν σκάφη που φέρουν τη σημαία τους και σκάφη τρίτων χωρών στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους. Δεν περιλαμβάνεται η αλιεία από την ακτή.

4.   Η επιστημονική, τεχνική και οικονομική επιτροπή αλιείας (ΕΤΟΕΑ) αξιολογεί τις βιολογικές επιπτώσεις της ερασιτεχνικής αλιείας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3. Όταν διαπιστώνεται ότι οι επιπτώσεις της ερασιτεχνικής αλιείας είναι σημαντικές, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 37 της συνθήκης, να υπαγάγει την ερασιτεχνική αλιεία όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 σε ειδικά μέτρα διαχείρισης όπως άδειες αλίευσης και δηλώσεις αλιευμάτων.

5.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 56

Αρχές που διέπουν τον έλεγχο της εμπορίας

1.   Κάθε κράτος μέλος είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της εφαρμογής των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής στην επικράτειά του, σε όλα τα στάδια της εμπορίας προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, από την πρώτη πώληση έως τη λιανική πώληση, περιλαμβανομένης της μεταφοράς.

2.   Στην περίπτωση καθορισμού ελάχιστου μεγέθους για ένα συγκεκριμένο είδος στην κοινοτική νομοθεσία, οι εμπορευόμενοι που είναι υπεύθυνοι για την αγορά, την πώληση, την αποθήκευση ή τη μεταφορά, πρέπει να μπορούν να αποδεικνύουν την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή προέλευσης των προϊόντων.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την κατανομή σε παρτίδες από την αλίευση ή την καλλιέργειά τους όλων των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας πριν από την πρώτη πώληση.

4.   Οι ποσότητες κάτω των 30 kg ανά μεμονωμένο είδος το οποίο προέρχεται από την ίδια περιοχή διαχείρισης και από διάφορα αλιευτικά σκάφη μπορεί να κατανέμεται σε παρτίδες από την οργάνωση παραγωγών, μέλος της οποίας είναι ο επιχειρηματίας του αλιευτικού σκάφους, ή από εγκεκριμένο αγοραστή πριν από την πρώτη πώληση. Η οργάνωση παραγωγών και ο εγκεκριμένος αγοραστής τηρούν αρχεία για τρία τουλάχιστον χρόνια σχετικά με την προέλευση του περιεχομένου των παρτίδων στις οποίες έχουν κατανεμηθεί αλιεύματα διαφόρων αλιευτικών σκαφών.

Άρθρο 57

Κοινές προδιαγραφές εμπορίας

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα για τα οποία ισχύουν κοινές προδιαγραφές εμπορίας εκτίθενται ή προσφέρονται για πρώτη πώληση, πωλούνται ή διατίθενται στο εμπόριο καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο, μόνον εφόσον συμμορφώνονται με τις προδιαγραφές αυτές.

2.   Τα προϊόντα τα οποία αποσύρονται από την αγορά, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 104/2000, πρέπει να πληρούν τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας, ιδίως όσον αφορά τις κατηγορίες φρεσκότητας.

3.   Οι επιχειρήσεις οι οποίες είναι υπεύθυνες για την αγορά, την πώληση, την αποθήκευση ή τη μεταφορά παρτίδων προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι τα προϊόντα αυτά τηρούν τις στοιχειώδεις προδιαγραφές εμπορίας σε όλα τα στάδια.

Άρθρο 58

Ιχνηλασιμότητα

1.   Με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, όλες οι παρτίδες προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες σε όλες τις φάσεις παραγωγής, κατεργασίας και διανομής, από την αλίευση ή την καλλιέργειά τους έως τη λιανική πώληση.

2.   Τα προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας που τίθενται ή ενδέχεται να τεθούν σε εμπορία εντός της Κοινότητας φέρουν την προσήκουσα σήμανση για να εξασφαλίζεται η ανιχνευσιμότητα κάθε παρτίδας.

3.   Οι παρτίδες αλιείας και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας μπορούν να συγχωνεύονται ή να διασπώνται μετά την πρώτη πώληση μόνον εφόσον είναι δυνατό να ανιχνευθεί το εκάστοτε στάδιο αλίευσης ή καλλιέργειας.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις να εφαρμόζουν συστήματα και διαδικασίες για την αναγνώριση κάθε επιχείρησης από την οποία έχουν προμηθευτεί παρτίδες αλιείας και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας καθώς και τις επιχειρήσεις στις οποίες έχουν προμηθεύσει τα προϊόντα τους. Τα στοιχεία αυτά τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών κατόπιν σχετικού αιτήματος.

5.   Στις ελάχιστες απαιτήσεις επισήμανσης και πληροφόρησης για όλες τις παρτίδες αλιείας και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας περιλαμβάνονται:

α)

ο αριθμός ταυτοποίησης της παρτίδας·

β)

ο εξωτερικός αριθμός ταυτοποίησης και η ονομασία του αλιευτικού σκάφους ή η ονομασία της μονάδας παραγωγής προϊόντων υδατοκαλλιέργειας·

γ)

ο τριψήφιος αλφαβητικός κωδικός FAO κάθε είδους·

δ)

η ημερομηνία των αλιεύσεων ή η ημερομηνία παραγωγής·

ε)

οι ποσότητες κάθε είδους σε χιλιόγραμμα εκφραζόμενες σε καθαρό βάρος ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο αριθμός μονάδων·

στ)

η ονομασία και η διεύθυνση των προμηθευτών·

ζ)

οι πληροφορίες προς τους καταναλωτές που προβλέπονται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2065/2001: εμπορική ονομασία, επιστημονική ονομασία, αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή και μέθοδος παραγωγής·

η)

αν τα αλιευτικά προϊόντα έχουν προηγουμένως καταψυχθεί ή όχι.

6.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 5 στοιχεία ζ) και η) του παρόντος άρθρου να παρέχονται στον καταναλωτή σε επίπεδο λιανικής πώλησης.

7.   Οι πληροφορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 5 στοιχεία α) έως στ) δεν εφαρμόζονται σε προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας που εισάγονται στην Κοινότητα με πιστοποιητικά αλιευμάτων υποβαλλόμενα βάσει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008.

8.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου τις μικρές ποσότητες προϊόντων που πωλούνται απευθείας από τα αλιευτικά σκάφη σε καταναλωτές, αρκεί να μην υπερβαίνουν σε αξία τα 50 ευρώ ημερησίως. Τυχόν τροποποιήσεις του ορίου αυτού εγκρίνονται με τη διαδικασία του άρθρου 119.

9.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Δραστηριότητες μετά την εκφόρτωση

Άρθρο 59

Πρώτη πώληση αλιευτικών προϊόντων

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα αλιευτικά προϊόντα διατίθενται για πρώτη φορά προς πώληση ή καταγράφονται σε ιχθυόσκαλα ή σε εγγεγραμμένους αγοραστές ή σε οργανώσεις παραγωγών.

2.   Ο αγοραστής σε πρώτη πώληση αλιευτικών προϊόντων από αλιευτικό σκάφος οφείλει να είναι εγκεκριμένος από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου πραγματοποιείται η πρώτη πώληση. Για την αναγνώριση της ιδιότητάς του αυτής, σε κάθε αγοραστή αντιστοιχεί αριθμός ΦΠΑ, αριθμός φορολογικού μητρώου ή αποκλειστικός αναγνωριστικός αριθμός που περιέχεται στις εθνικές βάσεις δεδομένων.

3.   Οι αγοραστές αλιευτικών προϊόντων μέγιστου βάρους 30 kg τα οποία δεν διατίθενται στην αγορά, αλλά χρησιμοποιούνται μόνον για ιδιωτική κατανάλωση, απαλλάσσονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Τυχόν τροποποιήσεις του ορίου αυτού εγκρίνονται με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 60

Ζύγιση αλιευτικών προϊόντων

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα αλιευτικά προϊόντα έχουν ζυγιστεί με συστήματα εγκεκριμένα από τις αρμόδιες αρχές, εκτός εάν έχουν θεσπίσει σχέδιο δειγματοληψίας εγκεκριμένο από την Επιτροπή και στηριγμένο στη μεθοδολογία με βάση τον κίνδυνο που έχει υιοθετήσει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 119.

2.   Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων, η ζύγιση πραγματοποιείται κατά την εκφόρτωση πριν από την αποθήκευση, μεταφορά ή πώληση των αλιευτικών προϊόντων.

3.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη ζύγιση αλιευτικών προϊόντων επί του αλιευτικού σκάφους που έχει υπαχθεί σε σχέδιο δειγματοληψίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

4.   Οι εγκεκριμένοι αγοραστές, οι εγκεκριμένες ιχθυόσκαλες ή άλλοι οργανισμοί ή πρόσωπα υπεύθυνα για την πρώτη εμπορία αλιευτικών προϊόντων σε ένα κράτος μέλος φέρουν ευθύνη για την ακρίβεια της ζύγισης εκτός εάν, όπως προβλέπει η παράγραφος 3, η ζύγιση πραγματοποιείται επί του αλιευτικού σκάφους, οπότε την ευθύνη φέρει ο πλοίαρχος.

5.   Η ποσότητα που προκύπτει από τη ζύγιση χρησιμοποιείται για τη συμπλήρωση των δηλώσεων εκφόρτωσης, των παραστατικών μεταφοράς, των δελτίων πώλησης και των δηλώσεων ανάληψης.

6.   Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους μπορούν να απαιτούν για οποιαδήποτε ποσότητα αλιευτικών προϊόντων που εκφορτώνονται για πρώτη φορά στο εν λόγω κράτος μέλος να ζυγίζεται με την παρουσία υπαλλήλων προτού μεταφερθεί από το σημείο εκφόρτωσης σε άλλο σημείο.

7.   Οι λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τη μεθοδολογία με βάση τον κίνδυνο και τη διαδικασία ζύγισης θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 61

Ζύγιση των αλιευτικών προϊόντων μετά τη μεταφορά από το σημείο εκφόρτωσης

1.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 60 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη ζύγιση αλιευτικών προϊόντων μετά τη μεταφορά από το σημείο εκφόρτωσης, υπό τον όρο ότι τα προϊόντα αυτά μεταφέρονται σε έναν προορισμό επί του εδάφους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και ότι το εν λόγω κράτος μέλος έχει υιοθετήσει σχέδιο ελέγχου εγκεκριμένο από την Επιτροπή και στηριγμένο στη μεθοδολογία με βάση τον κίνδυνο με τη διαδικασία του άρθρου 119.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο εκφορτώνονται τα αλιευτικά προϊόντα μπορούν να επιτρέπουν τη μεταφορά των προϊόντων αυτών πριν από τη ζύγισή τους σε εγκεκριμένους αγοραστές, εγκεκριμένες ιχθυόσκαλες ή άλλους οργανισμούς ή πρόσωπα που είναι υπεύθυνοι για την πρώτη εμπορία των αλιευτικών προϊόντων σε άλλο κράτος μέλος. Η άδεια αυτή υπόκειται σε κοινό πρόγραμμα ελέγχου μεταξύ των συγκεκριμένων κρατών μελών, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 94 και έχει εγκριθεί από την Επιτροπή, βασίζεται δε στη μεθοδολογία με βάση τον κίνδυνο που έχει υιοθετήσει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 62

Συμπλήρωση και υποβολή δελτίων πώλησης

1.   Οι εγκεκριμένοι αγοραστές, οι εγκεκριμένες ιχθυόσκαλες ή άλλοι οργανισμοί ή πρόσωπα που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη, με ετήσιο κύκλο εργασιών στις πρώτες πωλήσεις αλιευτικών προϊόντων άνω των 200 000 ευρώ, που είναι αρμόδιοι για την πρώτη διάθεση στην αγορά των αλιευτικών προϊόντων τα οποία εκφορτώνονται σε κράτος μέλος, υποβάλλουν εντός 48 ωρών από την πρώτη πώληση, ει δυνατόν ηλεκτρονικώς, δελτίο πώλησης προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου πραγματοποιείται η πρώτη πώληση. Την ευθύνη για την ακρίβεια του δελτίου πώλησης φέρουν οι εν λόγω αγοραστές, ιχθυόσκαλες, οργανισμοί ή πρόσωπα.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώνουν ή να επιτρέπουν σε εγκεκριμένους αγοραστές, εγκεκριμένες ιχθυόσκαλες ή άλλους οργανισμούς ή πρόσωπα που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη, με ετήσιο κύκλο εργασιών στις πρώτες πωλήσεις αλιευτικών προϊόντων άνω των 200 000 ευρώ, να καταγράφουν και να διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 64 παράγραφος 1.

3.   Εάν το κράτος μέλος στου οποίου το έδαφος πραγματοποιείται η πρώτη πώληση δεν είναι το κράτος μέλος σημαίας του αλιευτικού σκάφους που εκφόρτωσε τα αλιεύματα, το εν λόγω κράτος μέλος φροντίζει ώστε, μόλις παραληφθούν τα σχετικά στοιχεία να υποβληθεί αντίγραφο του δελτίου πώλησης ει δυνατόν ηλεκτρονικά στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας.

4.   Σε περίπτωση που η πρώτη εμπορία των αλιευτικών προϊόντων δεν πραγματοποιείται στο κράτος μέλος στο οποίο εκφορτώθηκαν, το κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της πρώτης εμπορίας μεριμνά, μόλις παραληφθεί το δελτίο πώλησης, να υποβληθεί αντίγραφό του ει δυνατόν ηλεκτρονικά στις αρχές που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο της εκφόρτωσης των συγκεκριμένων προϊόντων και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας του σκάφους.

5.   Όταν η εκφόρτωση πραγματοποιείται εκτός Κοινότητας, η δε πρώτη πώληση σε τρίτη χώρα, ο πλοίαρχος του αλιευτικού σκάφους ή ο εκπρόσωπός του διαβιβάζουν, ει δυνατόν ηλεκτρονικώς, αντίγραφο του δελτίου πώλησης ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο που περιέχει εφάμιλλη πληροφόρηση προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους σημαίας εντός 48 ωρών μετά την πρώτη πώληση.

6.   Σε περίπτωση που το δελτίο πώλησης δεν αντιστοιχεί με το τιμολόγιο ή με το έγγραφο που το αντικαθιστά, όπως προβλέπεται στα άρθρα 218 και 219 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (25), το οικείο κράτος μέλος θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίσει ότι τα στοιχεία σχετικά με την αφορολόγητη τιμή για παραδόσεις προϊόντων στον αγοραστή είναι ταυτόσημα με εκείνα που αναγράφονται στο τιμολόγιο. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες διατάξεις, ώστε τα στοιχεία σχετικά με την αφορολόγητη τιμή για παραδόσεις προϊόντων στον αγοραστή να είναι ταυτόσημα με εκείνα που αναγράφονται στο τιμολόγιο.

Άρθρο 63

Ηλεκτρονική συμπλήρωση και διαβίβαση δεδομένων του δελτίου πώλησης

1.   Οι εγκεκριμένοι αγοραστές, οι εγκεκριμένες ιχθυόσκαλες ή άλλοι οργανισμοί ή πρόσωπα που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη, με ετήσιο κύκλο εργασιών στις πρώτες πωλήσεις αλιευτικών προϊόντων άνω των 200 000 ευρώ και άνω, καταγράφουν με ηλεκτρονικά μέσα τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 64 παράγραφος 1 και τα διαβιβάζουν ηλεκτρονικά, εντός 24 ωρών μετά τη λήξη της πρώτης πώλησης, προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στου οποίου το έδαφος πραγματοποιήθηκε η πρώτη πώληση.

2.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν ηλεκτρονικά με τον ίδιο τρόπο τα στοιχεία σχετικά με τα δελτία πώλησης που προβλέπονται στο άρθρο 62 παράγραφοι 3 και 4.

Άρθρο 64

Περιεχόμενο των δελτίων πώλησης

1.   Τα δελτία πώλησης που αναφέρονται στα άρθρα 62 και 63 περιέχουν τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τον εξωτερικό αριθμό ταυτοποίησης και την ονομασία του αλιευτικού σκάφους από το οποίο εκφορτώθηκε το προϊόν·

β)

το λιμάνι και την ημερομηνία εκφόρτωσης·

γ)

το όνομα του επιχειρηματία ή του πλοιάρχου του αλιευτικού σκάφους και, εάν διαφέρει, το όνομα του πωλητή·

δ)

το όνομα και τον αριθμό ΦΠΑ του αγοραστή, τον αριθμό φορολογικού του μητρώου ή άλλον αποκλειστικό αναγνωριστικό αριθμό·

ε)

τον τριψήφιο αλφαβητικό κωδικό FAO κάθε είδους και την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή όπου ελήφθησαν τα αλιεύματα·

στ)

τις ποσότητες κάθε είδους σε χιλιόγραμμα, εκφραζόμενες σε βάρος προϊόντος, αναλυτικά ανά τύπο παρουσίασης προϊόντος ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τον αριθμό μονάδων·

ζ)

για όλα τα προϊόντα, τα οποία υπάγονται, κατά περίπτωση, σε προδιαγραφές εμπορίας, το ατομικό μέγεθος ή βάρος, την ποιότητα, την παρουσίαση και τη φρεσκότητα·

η)

όπου ενδείκνυται, τον προορισμό των προϊόντων που αποσύρθηκαν από την αγορά (μεταφορά, χρησιμοποίηση για ζωοτροφές, παραγωγή αλεύρων για ζωοτροφές, για δολώματα ή για μη-διατροφικούς σκοπούς)·

θ)

τον τόπο και την ημερομηνία της πώλησης·

ι)

ει δυνατόν, τον αριθμό αναφοράς και την ημερομηνία του τιμολογίου και ενδεχομένως, τη σύμβαση πώλησης·

ια)

ανάλογα με την περίπτωση, μνεία της δήλωσης ανάληψης που αναφέρεται στο άρθρο 66 ή του παραστατικού μεταφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 68·

ιβ)

την τιμή.

2.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 65

Εξαιρέσεις από απαιτήσεις για δελτία πωλήσεων

1.   Με τη διαδικασία του άρθρου 119, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής του δελτίου πώλησης στις αρμόδιες αρχές ή σε άλλους οργανισμούς εξουσιοδοτημένους από το κράτος μέλος, προκειμένου περί αλιευτικών προϊόντων που εκφορτώνονται από ορισμένες κατηγορίες κοινοτικών σκαφών συνολικού μήκους κάτω των 10 μέτρων ή για εκφορτωθείσες ποσότητες αλιευτικών προϊόντων που δεν υπερβαίνουν τα 50 kg ισοδύναμου ζώντος βάρους ανά είδος. Οι απαλλαγές αυτές είναι δυνατόν να χορηγούνται μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει θεσπίσει αποδεκτό σύστημα δειγματοληψίας, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 25.

2.   Οι αγοραστές προϊόντων μέγιστου βάρους 30 kg τα οποία δεν διατίθενται στην αγορά, αλλά χρησιμοποιούνται μόνον για ιδιωτική κατανάλωση, απαλλάσσονται από τις διατάξεις των άρθρων 62, 63 και 64. Τροποποιήσεις του ορίου αυτού εγκρίνονται με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 66

Δήλωση ανάληψης

1.   Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε πολυετή σχέδια, όταν τα αλιευτικά προϊόντα προορίζονται για πώληση σε μεταγενέστερο στάδιο, οι εγκεκριμένοι αγοραστές, οι εγκεκριμένες ιχθυόσκαλες ή άλλοι οργανισμοί ή πρόσωπα με ετήσιο κύκλο εργασιών στις πρώτες πωλήσεις αλιευτικών προϊόντων άνω των 200 000 ευρώ, που είναι αρμόδιοι για την πρώτη εμπορία των αλιευτικών προϊόντων τα οποία εκφορτώνονται σε κράτος μέλος, υποβάλλουν εντός 48 ωρών από την εκφόρτωση, δήλωση ανάληψης προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου πραγματοποιείται η ανάληψη. Την ευθύνη για την υποβολή και την ακρίβεια της δήλωσης ανάληψης φέρουν οι εν λόγω αγοραστές, ιχθυόσκαλες, άλλοι οργανισμοί ή πρόσωπα.

2.   Εάν το κράτος μέλος στου οποίου το έδαφος πραγματοποιείται η ανάληψη δεν είναι το κράτος μέλος σημαίας του αλιευτικού σκάφους που εκφόρτωσε τα αλιεύματα, το εν λόγω κράτος μέλος φροντίζει ώστε, μόλις παραληφθούν τα σχετικά στοιχεία, να υποβάλλεται ει δυνατόν ηλεκτρονικά στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας αντίγραφο της δήλωσης ανάληψης.

3.   Η δήλωση ανάληψης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τον εξωτερικό αριθμό ταυτοποίησης και την ονομασία του αλιευτικού σκάφους από το οποίο εκφορτώθηκαν τα προϊόντα·

β)

το λιμάνι και την ημερομηνία εκφόρτωσης·

γ)

το όνομα του πλοιοκτήτη ή του πλοιάρχου·

δ)

τον τριψήφιο αλφαβητικό κωδικό FAO κάθε είδους και την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή όπου ελήφθησαν τα αλιεύματα·

ε)

τις ποσότητες κάθε αποθηκευμένου είδους σε χιλιόγραμμα, εκφραζόμενες σε βάρος προϊόντος, αναλυτικά ανά τύπο παρουσίασης προϊόντος ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τον αριθμό μονάδων·

στ)

το όνομα και τη διεύθυνση των εγκαταστάσεων όπου είναι αποθηκευμένα τα προϊόντα·

ζ)

ανάλογα με την περίπτωση, αναφορά στο παραστατικό μεταφοράς το οποίο ορίζεται στο άρθρο 68.

Άρθρο 67

Ηλεκτρονική συμπλήρωση και διαβίβαση δεδομένων της δήλωσης ανάληψης

1.   Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που περιλαμβάνονται στα πολυετή σχέδια, όταν τα αλιευτικά προϊόντα προορίζονται για πώληση σε μεταγενέστερο στάδιο, οι εγκεκριμένοι αγοραστές, οι εγκεκριμένες ιχθυόσκαλες ή άλλοι οργανισμοί ή πρόσωπα με ετήσιο κύκλο εργασιών στις πρώτες πωλήσεις αλιευτικών προϊόντων άνω των 200 000 ευρώ, που είναι αρμόδιοι για την πρώτη εμπορία αλιευτικών προϊόντων που εκφορτώνονται σε ένα κράτος μέλος, καταγράφουν με ηλεκτρονικά μέσα τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 66 και τα διαβιβάζουν ηλεκτρονικά, εντός 24 ωρών προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στου οποίου το έδαφος πραγματοποιήθηκε η ανάληψη.

2.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν ηλεκτρονικά με τον ίδιο τρόπο τα στοιχεία σχετικά με τη δήλωση ανάληψης που προβλέπεται στο άρθρο 66 παράγραφος 2.

Άρθρο 68

Συμπλήρωση και υποβολή παραστατικού μεταφοράς

1.   Τα αλιευτικά προϊόντα που εκφορτώνονται στην Κοινότητα, είτε αμεταποίητα είτε μεταποιημένα επί του σκάφους, και για τα οποία δεν έχει υποβληθεί ούτε δήλωση πώλησης ούτε δήλωση ανάληψης, σύμφωνα με τα άρθρα 62, 63, 66 και 67, και τα οποία μεταφέρονται σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο εκφόρτωσης, συνοδεύονται από έγγραφο που συντάσσεται από το μεταφορέα έως ότου πραγματοποιηθεί η πρώτη πώληση. Ο μεταφορέας υποβάλλει παραστατικό μεταφοράς στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου έχουν εκφορτωθεί τα προϊόντα εντός 48 ωρών από τη φόρτωση, ή σε άλλους φορείς εγκεκριμένους από αυτές.

2.   Ο μεταφορέας απαλλάσσεται από την υποχρέωση να συνοδεύονται τα αλιευτικά προϊόντα από το παραστατικό μεταφοράς, εφόσον το παραστατικό μεταφοράς έχει διαβιβαστεί ηλεκτρονικά πριν από την έναρξη της μεταφοράς στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας. οι οποίες, σε περίπτωση που τα προϊόντα μεταφέρονται σε κράτος μέλος διάφορο από το κράτος μέλος εκφόρτωσης, διαβιβάζουν το παραστατικό μεταφοράς αμέσως μόλις παραληφθεί προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου δηλώνεται ότι πραγματοποιείται η πρώτη πώληση.

3.   Σε περίπτωση που τα προϊόντα μεταφέρονται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εκφόρτωσης, ο μεταφορέας οφείλει να υποβάλει, εντός 48 ωρών από τη φόρτωση των αλιευτικών προϊόντων αντίγραφο του παραστατικού μεταφοράς στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου δηλώνεται ότι πραγματοποιείται η πρώτη πώληση. Το κράτος μέλος της πρώτης πώλησης μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος εκφόρτωσης περαιτέρω στοιχεία σχετικά με το θέμα αυτό.

4.   Ο μεταφορέας είναι υπεύθυνος για την ακρίβεια του περιεχομένου του παραστατικού μεταφοράς.

5.   Στο παραστατικό μεταφοράς πρέπει να αναφέρεται:

α)

ο τόπος προορισμού της ή των αποστολών και τα στοιχεία του μεταφορικού μέσου·

β)

ο εξωτερικός αριθμός ταυτοποίησης και η ονομασία του αλιευτικού σκάφους από το οποίο εκφορτώθηκαν τα προϊόντα·

γ)

ο τριψήφιος αλφαβητικός κωδικός FAO κάθε είδους και η αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή όπου ελήφθησαν τα αλιεύματα·

δ)

οι ποσότητες κάθε μεταφερόμενου είδους σε χιλιόγραμμα, εκφραζόμενες σε βάρος προϊόντος, αναλυτικά ανά τύπο παρουσίασης προϊόντος ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο αριθμός μονάδων·

ε)

το όνομα και η διεύθυνση του παραλήπτη ή των παραληπτών·

στ)

ο τόπος και η ημερομηνία φόρτωσης.

6.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να εγκρίνουν απαλλαγές από την υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1, εφόσον τα αλιευτικά προϊόντα μεταφέρονται εντός των ορίων ζώνης λιμανιού ή σε μέγιστη απόσταση 20 χιλιομέτρων από το σημείο εκφόρτωσης.

7.   Στις περιπτώσεις στις οποίες, προϊόντα αλιείας για τα οποία έχει δηλωθεί σε δελτίο πώλησης ότι έχουν πωληθεί, μεταφέρονται σε τοποθεσία άλλη εκτός του σημείου εκφόρτωσης, ο μεταφορέας πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει εγγράφως ότι η πώληση έχει πραγματοποιηθεί.

8.   Ο μεταφορέας απαλλάσσεται από την υποχρέωση που ορίζεται στο παρόν άρθρο όταν το παραστατικό μεταφοράς αντικαθίσταται από αντίγραφο της προβλεπόμενης στο άρθρο 23 δήλωσης εκφόρτωσης αναφορικά με τις μεταφερόμενες ποσότητες ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο που περιέχει εφάμιλλη πληροφόρηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Οργανώσεις παραγωγών και καθεστώς τιμών και παρεμβάσεων

Άρθρο 69

Παρακολούθηση των οργανώσεων παραγωγών

1.   Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000, τα κράτη μέλη διενεργούν ελέγχους σε τακτά διαστήματα για να εξασφαλίσουν ότι:

α)

οι οργανώσεις παραγωγών τηρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις αναγνώρισης·

β)

η αναγνώριση μιας οργάνωσης παραγωγών μπορεί να ανακαλείται όταν δεν πληρούνται πλέον οι όροι του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 ή εάν η αναγνώριση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένα στοιχεία·

γ)

η αναγνώριση ανακαλείται αμελλητί αναδρομικά εάν αποδειχθεί ότι η οργάνωση δολίως επέτυχε την αναγνώριση ή επωφελείται αυτής.

2.   Για να εξασφαλιστεί ότι τηρούνται οι κανόνες που αφορούν τις οργανώσεις παραγωγών όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 και στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000, η Επιτροπή διεξάγει ελέγχους, στο πλαίσιο των οποίων μπορεί να ζητεί, ενδεχομένως, από τα κράτη μέλη να ανακαλούν χορηγηθείσες αναγνωρίσεις.

3.   Κάθε κράτος μέλος διεξάγει τους απαραίτητους ελέγχους για να εξασφαλίσει ότι οι οργανώσεις παραγωγών τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα για το αντίστοιχο αλιευτικό έτος, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2508/2000, και επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων αυτών.

Άρθρο 70

Παρακολούθηση των καθεστώτων τιμών και παρέμβασης

Τα κράτη μέλη διεξάγουν όλους τους ελέγχους όσον αφορά τα καθεστώτα τιμών και παρέμβασης και συγκεκριμένα:

α)

όσον αφορά την απόσυρση προϊόντων από την αγορά για σκοπούς άλλους από την ανθρώπινη κατανάλωση·

β)

επιχειρήσεις μεταφοράς για τη σταθεροποίηση, την αποθεματοποίηση ή/και τη μεταποίηση προϊόντων που έχουν αποσυρθεί από την αγορά·

γ)

την ιδιωτική αποθεματοποίηση προϊόντων τα οποία έχουν καταψυχθεί εν πλω·

δ)

την αντισταθμιστική αποζημίωση για τον τόνο που προορίζεται για μεταποίηση.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ

Άρθρο 71

Διοπτεύσεις εν πλω και εντοπισμός από τα κράτη μέλη

1.   Τα κράτη μέλη διεξάγουν επιχειρήσεις εποπτείας σε κοινοτικά ύδατα υπό την κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους με βάση:

α)

τη διόπτευση αλιευτικών σκαφών από σκάφη επιθεώρησης ή αεροσκάφη επιτήρησης·

β)

το Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών που αναφέρεται στο άρθρο 9, ή

γ)

κάθε άλλη μέθοδο ανίχνευσης και αναγνώρισης.

2.   Σε περίπτωση που τα στοιχεία που προκύπτουν από τη διόπτευση ή τον εντοπισμό δεν αντιστοιχούν στα υπόλοιπα στοιχεία που διαθέτει το κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος διενεργεί τις απαραίτητες έρευνες που θα του επιτρέψουν να αποφασίσει τις ενδεδειγμένες επακόλουθες ενέργειες.

3.   Σε περίπτωση που η διόπτευση ή ο εντοπισμός αφορούν αλιευτικό σκάφος άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας και τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν δεν αντιστοιχούν στα υπόλοιπα στοιχεία που διαθέτει το παράκτιο κράτος μέλος και εάν το εν λόγω παράκτιο κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να λάβει περαιτέρω μέτρα, τότε καταγράφει τις διαπιστώσεις του σε έκθεση επιτήρησης την οποία διαβιβάζει αμελλητί, εάν είναι δυνατόν ηλεκτρονικά, στο κράτος μέλος σημαίας ή στις οικείες τρίτες χώρες. Σε περίπτωση που πρόκειται για σκάφος τρίτης χώρας, η έκθεση επιτήρησης αποστέλλεται και στην Επιτροπή ή στον φορέα που έχει ορίσει η ίδια.

4.   Σε περίπτωση που υπάλληλος κράτους μέλους διοπτεύσει ή εντοπίσει αλιευτικό σκάφος το οποίο συμμετέχει σε δραστηριότητες που μπορούν να θεωρηθούν ως παραβίαση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, εκδίδει αμελλητί έκθεση επιτήρησης την οποία διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του.

5.   Το περιεχόμενο της έκθεσης επιτήρησης καθορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 72

Μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται από τη λήψη στοιχείων προερχόμενων από διοπτεύσεις και εντοπισμό

1.   Τα κράτη μέλη σημαίας, μόλις λάβουν έκθεση επιτήρησης από άλλο κράτος μέλος, επιλαμβάνονται αμέσως και διεξάγουν κάθε αναγκαία περαιτέρω έρευνα ώστε να μπορέσουν να προσδιορίσουν τις απαιτούμενες επακόλουθες ενέργειες.

2.   Τα κράτη μέλη εκτός του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους σημαίας επαληθεύουν, εφόσον αυτό είναι σκόπιμο, κατά πόσον το διοπτευθέν σκάφος που αποτελεί το αντικείμενο της έκθεσης, έχει αναπτύξει δραστηριότητες στα ύδατα υπό τη δικαιοδοσία ή την κυριαρχία τους ή κατά πόσο αλιευτικά προϊόντα που προέρχονται από το εν λόγω σκάφος έχουν εκφορτωθεί ή εισαχθεί στην επικράτειά τους και διερευνούν το ιστορικό της συμμόρφωσής του με τα σχετικά μέτρα διατήρησης και διαχείρισης.

3.   Η Επιτροπή ή ο φορέας που έχει η ίδια ορίσει ή, εφόσον είναι σκόπιμο, το κράτος μέλος σημαίας και άλλα κράτη μέλη, εξετάζουν επίσης τις κατάλληλα τεκμηριωμένες πληροφορίες σχετικά με τα διοπτευθέντα σκάφη που υποβλήθηκαν από μεμονωμένους πολίτες, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων περιβαλλοντικών οργανώσεων καθώς και από εκπροσώπους του κλάδου της αλιείας ή ενδιαφερομένων με συμφέροντα στον κλάδο του εμπορίου αλιευτικών προϊόντων.

Άρθρο 73

Παρατηρητές ελέγχου

1.   Εφόσον έχει θεσπιστεί από το Συμβούλιο κοινοτικό καθεστώς παρατηρητή ελέγχου, οι παρατηρητές ελέγχου που βρίσκονται επί αλιευτικών σκαφών εξακριβώνουν εάν αυτά τηρούν τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Εκτελούν όλα τα καθήκοντα που προβλέπει το πρόγραμμα παρατηρητών και συγκεκριμένα, επαληθεύουν και καταγράφουν τις αλιευτικές δραστηριότητες του σκάφους και συναφή έγγραφα.

2.   Οι παρατηρητές ελέγχου πρέπει να διαθέτουν την ανάλογη κατάρτιση για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Πρέπει να είναι ανεξάρτητοι σε σχέση με τον ιδιοκτήτη ή τον πλοίαρχο του αλιευτικού σκάφους ή σε σχέση με οιοδήποτε μέλος του πληρώματος. Δεν πρέπει να έχουν οικονομικό δεσμό με τον εκμεταλλευόμενο το αλιευτικό

3.   Στο μέτρο του δυνατού, οι παρατηρητές ελέγχου εξασφαλίζουν ότι η παρουσία τους επί των αλιευτικών σκαφών δεν εμποδίζει τις αλιευτικές δραστηριότητες και τις κανονικές λειτουργίες του σκάφους ούτε παρεμβαίνει σε αυτές.

4.   Σε περίπτωση που παρατηρητής ελέγχου διαπιστώσει σοβαρή παράβαση, ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας.

5.   Οι παρατηρητές ελέγχου συντάσσουν έκθεση παρατήρησης, ει δυνατόν ηλεκτρονικά, την οποία διαβιβάζουν αμελλητί, ει δυνατόν με χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών μέσων διαβίβασης επί του αλιευτικού σκάφους, στις αρμόδιες αρχές τους και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας. Τα κράτη μέλη εισάγουν την έκθεση στη βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 78.

6.   Σε περίπτωση που η έκθεση παρατήρησης αναφέρει ότι το σκάφος που παρατηρήθηκε συμμετείχε σε αλιευτικές δραστηριότητες αντίθετα με τον κανόνα της κοινής αλιευτικής πολιτικής, οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα διερεύνησης της υπόθεσης.

7.   Οι πλοίαρχοι των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών παρέχουν κατάλληλες διευκολύνσεις ενδιαίτησης για τους εγκεκριμένους παρατηρητές ελέγχου, διευκολύνουν το έργο τους και αποφεύγουν τις παρεμβάσεις κατά την επιτέλεση των καθηκόντων τους. Οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών προσφέρουν στους παρατηρητές ελέγχου πρόσβαση στα συναφή τμήματα του σκάφους, περιλαμβανομένων των αλιευμάτων καθώς και στα έγγραφα του σκάφους, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών φακέλων.

8.   Όλες οι δαπάνες που αφορούν την εκτέλεση των καθηκόντων των παρατηρητών ελέγχου που αναφέρονται στο παρόν άρθρο βαρύνουν τα κράτη μέλη σημαίας. Τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να χρεώσουν τις δαπάνες αυτές, εν μέρει ή συνολικά, στους αντίστοιχους ιδιοκτήτες των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία τους και συμμετείχαν στον συγκεκριμένο τύπο αλιείας.

9.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου μπορούν να θεσπιστούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 74

Διεξαγωγή των επιθεωρήσεων

1.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν και επικαιροποιούν κατάλογο υπαλλήλων αρμόδιων για τη διενέργεια επιθεωρήσεων.

2.   Οι υπάλληλοι εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία. Μεριμνώντας ώστε να μην γίνονται διακρίσεις, διεξάγουν επιθεωρήσεις εν πλω, στους λιμένες, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, σε εγκαταστάσεις μεταποίησης και κατά τη διάρκεια της εμπορίας των αλιευτικών προϊόντων.

3.   Οι υπάλληλοι ελέγχουν, ιδίως

α)

τη νομιμότητα των αλιευμάτων που διατηρούνται επί του σκάφους, αποθηκεύονται, μεταφέρονται, μεταποιούνται ή διατίθενται στο εμπόριο και την ακρίβεια του περιεχομένου των συναφών εγγράφων ή ηλεκτρονικών διαβιβάσεων·

β)

τη νομιμότητα των αλιευτικών εργαλείων που χρησιμοποιούνται για το υπόψη είδος και για τα αλιεύματα που διατηρούνται επί του σκάφους·

γ)

εφόσον ενδείκνυται, το σχέδιο στοιβασίας και τη χωριστή στοιβασία των ειδών·

δ)

τη σήμανση των εργαλείων και

ε)

τα στοιχεία για τον κινητήρα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 40.

4.   Οι υπάλληλοι μπορούν να εξετάζουν όλα τα συναφή τμήματα, καταστρώματα και χώρους. Μπορούν επίσης να εξετάζουν τα αλιεύματα, είτε έχουν υποστεί μεταποίηση είτε όχι, τα δίχτυα ή άλλα εργαλεία, τον εξοπλισμό, τους περιέκτες και τις συσκευασίες που περιέχουν αλιεύματα ή αλιευτικά προϊόντα και οιαδήποτε συναφή έγγραφα ή ηλεκτρονικές διαβιβάσεις που θεωρούν απαραίτητα για να εξακριβώσουν εάν τηρούνται οι κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Δύνανται επίσης να ανακρίνουν πρόσωπα τα οποία εικάζεται ότι έχουν πληροφορίες σχετικά με το αντικείμενο της επιθεώρησης.

5.   Οι επιθεωρητές διεξάγουν τις επιθεωρήσεις με τρόπο που να προκαλεί την ελάχιστη διαταραχή η παρενόχληση στο σκάφος ή στο όχημα μεταφοράς και στις δραστηριότητές του καθώς και στην αποθήκευση, μεταποίηση και εμπορία των αλιευμάτων. Προσπαθούν, στο μέτρο του δυνατού, να αποφεύγουν οιαδήποτε αλλοίωση των αλιευμάτων κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεων.

6.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ειδικότερα όσον αφορά τη μεθοδολογία και τη διενέργεια της επιθεώρησης, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 75

Καθήκοντα του επιχειρηματία

1.   Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων διευκολύνουν την ασφαλή πρόσβαση στο σκάφος, στο όχημα μεταφοράς ή στο χώρο όπου τα αλιευτικά προϊόντα αλιεύονται, αποθηκεύονται, μεταποιούνται ή διατίθενται στην αγορά. Μεριμνούν για την ασφάλεια των υπαλλήλων και δεν παρεμποδίζουν, εκφοβίζουν ή παρεμβαίνουν στο έργο τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

2.   Ο λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου μπορούν να θεσπιστούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 76

Έκθεση επιθεώρησης

1.   Οι υπάλληλοι συντάσσουν έκθεση επιθεώρησης ύστερα από κάθε επιθεώρηση και τη διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές στις οποίες υπάγονται. Οσάκις είναι δυνατόν, η έκθεση αρχειοθετείται και διαβιβάζεται με ηλεκτρονικά μέσα. Σε περίπτωση επιθεώρησης αλιευτικού σκάφους που φέρει τη σημαία άλλου κράτους μέλους, αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης διαβιβάζεται αμελλητί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σημαίας εφόσον έχει διαπιστωθεί παράβαση κατά την επιθεώρηση. Σε περίπτωση επιθεώρησης αλιευτικού σκάφους που φέρει τη σημαία τρίτης χώρας, αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης διαβιβάζεται αμελλητί στις αρμόδιες αρχές της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας εφόσον έχει διαπιστωθεί παράβαση κατά την επιθεώρηση. Σε περίπτωση επιθεώρησης σε ύδατα υπό τη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους, αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης διαβιβάζεται αμελλητί στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.   Οι υπάλληλοι κοινοποιούν τα πορίσματα που συνάγουν από την επιθεώρηση στον επιχειρηματία, ο οποίος έχει επίσης τη δυνατότητα να προβεί σε παρατηρήσεις για την επιθεώρηση και τα πορίσματά της. Οι παρατηρήσεις του επιχειρηματία περιλαμβάνονται στην έκθεση επιθεώρησης. Οι υπάλληλοι αναφέρουν στο ημερολόγιο αλιείας ότι πραγματοποιήθηκε επιθεώρηση.

3.   Αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης αποστέλλεται το συντομότερο δυνατό στον επιχειρηματία και σε κάθε περίπτωση εντός 15 εργάσιμων ημερών το αργότερο από την ολοκλήρωση της επιθεώρησης.

4.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 77

Παραδεκτό των εκθέσεων επιθεώρησης και επιτήρησης

Οι εκθέσεις επιθεώρησης και επιτήρησης που συντάσσονται από κοινοτικούς επιθεωρητές ή υπαλλήλους άλλου κράτους μέλους ή κοινοτικούς υπαλλήλους, συνιστούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες οποιουδήποτε κράτους μέλους. Για τον καθορισμό των πραγματικών περιστατικών, οι εκθέσεις αυτές αντιμετωπίζονται ισότιμα με τις εκθέσεις επιθεώρησης και επιτήρησης των κρατών μελών.

Άρθρο 78

Ηλεκτρονική βάση δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη δημιουργούν και ενημερώνουν ηλεκτρονική βάση δεδομένων όπου εισάγουν όλες τις εκθέσεις επιθεώρησης και επιτήρησης οι οποίες έχουν συνταχθεί από τους υπαλλήλους τους.

2.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 79

Επιθεωρητές της Κοινότητας

1.   Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο επιθεωρητών της Κοινότητας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

2.   Με την επιφύλαξη της κύριας ευθύνης των παράκτιων κρατών μελών, οι κοινοτικοί επιθεωρητές μπορούν να πραγματοποιούν επιθεωρήσεις σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό εντός των κοινοτικών υδάτων και σε κοινοτικά αλιευτικά σκάφη εκτός των κοινοτικών υδάτων.

3.   Στους κοινοτικούς επιθεωρητές είναι δυνατόν να ανατεθούν:

α)

η εφαρμογή των ειδικών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 95·

β)

διεθνή αλιευτικά προγράμματα ελέγχου, για τα οποία η Κοινότητα έχει την ευθύνη της διενέργειας ελέγχων.

4.   Για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, οι επιθεωρητές της Κοινότητας έχουν αμελλητί πρόσβαση:

α)

σε όλες τις περιοχές, επί κοινοτικών αλιευτικών σκαφών και οιωνδήποτε άλλων σκαφών που επιδίδονται σε αλιευτικές δραστηριότητες, σε δημόσιους χώρους ή τόπους και μέσα μεταφοράς και

β)

σε όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και ειδικότερα το ημερολόγιο αλιείας, τις δηλώσεις εκφόρτωσης, τα πιστοποιητικά αλιείας, τη δήλωση μεταφόρτωσης, τα δελτία πώλησης και άλλα συναφή έγγραφα,

στον ίδιο βαθμό και με τις ίδιες προϋποθέσεις όπως οι υπάλληλοι του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η επιθεώρηση.

5.   Οι κοινοτικοί επιθεωρητές δεν έχουν αστυνομικές και διωκτικές εξουσίες πέραν της επικράτειας των κρατών μελών καταγωγής τους. ή εκτός των κοινοτικών υδάτων υπό την κυριαρχία και δικαιοδοσία των κρατών μελών καταγωγής τους.

6.   Οι υπάλληλοι της Επιτροπής ή του φορέα που έχει ορίσει η ίδια, όταν αναλαμβάνουν καθήκοντα κοινοτικών επιθεωρητών, δεν έχουν αστυνομικές και διωκτικές εξουσίες.

7.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Επιθεωρήσεις εκτός των υδάτων του επιθεωρούντος κράτους μέλους

Άρθρο 80

Επιθεωρήσεις αλιευτικών σκαφών εκτός των υδάτων του επιθεωρούντος κράτους μέλους

1.   Με την επιφύλαξη της πρωταρχικής αρμοδιότητας του παράκτιου κράτους μέλους, ένα κράτος μέλος δύναται να επιθεωρεί αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του σε όλα τα κοινοτικά ύδατα εκτός των υδάτων υπό την κυριαρχία άλλου κράτους μέλους.

2.   Σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ένα κράτος μέλος δύναται να διενεργεί επιθεωρήσεις σε αλιευτικά σκάφη άλλου κράτους μέλους όσον αφορά αλιευτικές δραστηριότητες σε όλα τα κοινοτικά ύδατα εκτός των υδάτων υπό την κυριαρχία άλλου κράτους μέλους:

α)

κατόπιν αδείας του οικείου παράκτιου κράτους μέλους, ή

β)

εφόσον έχει εγκριθεί ειδικά προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 95.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να επιθεωρούν κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία άλλου κράτους μέλους σε διεθνή ύδατα.

4.   Τα κράτη μέλη δύνανται να επιθεωρούν κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία τους ή τη σημαία άλλου κράτους μέλους σε διεθνή ύδατα σύμφωνα με διεθνείς συμφωνίες.

5.   Τα κράτη μέλη ορίζουν την αρμόδια αρχή που ενεργεί ως σημείο επαφής για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου. Το σημείο επαφής των κρατών μελών είναι διαθέσιμο επί 24ώρου βάσεως.

Άρθρο 81

Αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας

1.   Το παράκτιο κράτος μέλος απαντά σε αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας σε κράτος μέλος όσον αφορά τη διενέργεια επιθεώρησης σε αλιευτικά σκάφη σε κοινοτικά ύδατα εκτός των υδάτων της κυριαρχίας ή της δικαιοδοσίας του, όπως αναφέρεται στο άρθρο 80 παράγραφος 2 στοιχείο α), εντός 12 ωρών από τη χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης ή εντός εύλογης περιόδου εφόσον η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο συνεχούς καταδίωξης η οποία έχει αρχίσει στα ύδατα του επιθεωρούντος κράτους μέλους.

2.   Το αιτούν κράτος μέλος ενημερώνεται αμελλητί σχετικά με την απόφαση του παράκτιου κράτους μέλους. Οι αποφάσεις κοινοποιούνται επίσης στην Επιτροπή ή στον φορέα που έχει ορίσει η ίδια.

3.   Οι αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας όσον αφορά τη διενέργεια επιθεωρήσεων είναι δυνατόν να απορρίπτονται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου μόνον εφόσον υφίστανται επιτακτικοί λόγοι. Τόσο η τυχόν απόρριψη όσο και η αιτιολόγησή της διαβιβάζονται αμελλητί στο αιτούν κράτος μέλος και στην Επιτροπή ή στον φορέα που έχει ορίσει η ίδια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Παραβάσεις οι οποίες διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεων

Άρθρο 82

Ακολουθητέα διαδικασία σε περίπτωση παράβασης

Σε περίπτωση που από τα στοιχεία τα οποία έχουν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ή κάθε άλλο στοιχείο προκύπτει ότι έχει διαπραχθεί παράβαση των διατάξεων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τότε ο υπάλληλος:

α)

σημειώνει την εικαζόμενη παράβαση στην έκθεση επιθεώρησης·

β)

λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την ασφαλή φύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων που συνδέονται με την εν λόγω εικαζόμενη παράβαση·

γ)

προωθεί αμέσως την έκθεση επιθεώρησης στην αρμόδια αρχή στην οποία υπάγεται·

δ)

ενημερώνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο εικάζεται ότι έχει διαπράξει ή το οποίο συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να διαπράττει την παράβαση, ότι η εν λόγω παράβαση μπορεί να επισύρει την επιβολή αντίστοιχου αριθμού μορίων σύμφωνα με το άρθρο 92. Τα στοιχεία αυτά σημειώνονται στην έκθεση επιθεώρησης.

Άρθρο 83

Παραβάσεις που διαπιστώνονται εκτός των υδάτων του επιθεωρούντος κράτους μέλους

1.   Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση κατά την επιθεώρηση, η οποία πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 80, το επιθεωρούν κράτος μέλος υποβάλλει αμελλητί περιληπτική έκθεση επιθεώρησης στο παράκτιο κράτος μέλος ή σε περίπτωση επιθεώρησης εκτός των κοινοτικών υδάτων στο κράτος μέλος σημαίας του συγκεκριμένου αλιευτικού σκάφους. Πλήρης έκθεση επιθεώρησης υποβάλλεται στο παράκτιο κράτος μέλος και στο κράτος μέλος σημαίας εντός 15 ημερών από τη στιγμή της επιθεώρησης.

2.   Το παράκτιο κράτος μέλος ή, σε περίπτωση επιθεώρησης εκτός κοινοτικών υδάτων, το κράτος μέλος σημαίας του συγκεκριμένου αλιευτικού σκάφους λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα σε σχέση με την παράβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 84

Ιδιαίτερη παρακολούθηση όσον αφορά ορισμένες σοβαρές παραβάσεις

1.   Το κράτος μέλος σημαίας ή το παράκτιο κράτος μέλος στα ύδατα του οποίου ένα αλιευτικό σκάφος εικάζεται:

α)

ότι έχει καταχωρίσει εσφαλμένα αλιεύματα αποθεμάτων που υπάγονται σε πολυετές σχέδιο βάρους άνω των 500 χιλιογράμμων ή ποσοστό 10 % αυτών, υπολογισμένων ως ποσοστό των στοιχείων του ημερολογίου αλιείας, ανάλογα με το πιο από τα δύο είναι μεγαλύτερο, ή

β)

ότι έχει διαπράξει οιαδήποτε από τις σοβαρές παραβάσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008 ή στο άρθρο 90(1) παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, εντός ενός έτους από τη διάπραξη της πρώτης σοβαρής παράβασης,

μπορεί να απαιτεί από το εν λόγω σκάφος να κατευθυνθεί τάχιστα σε λιμένα για πλήρη έρευνα και εφαρμόζει τα μέτρα τα οποία αναφέρονται στο κεφάλαιο IX του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008.

2.   Το παράκτιο κράτος μέλος ενημερώνει το κράτος μέλος σημαίας αμελλητί σχετικά με την έρευνα που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εθνική του νομοθεσία.

3.   Οι υπάλληλοι δύνανται να παραμένουν επί αλιευτικού σκάφους έως ότου ολοκληρωθεί η έρευνα που αναφέρεται στην παράγραφος 1

4.   Ο πλοίαρχος του αλιευτικού σκάφους των παραγράφων 1 ή 2 παύει κάθε αλιευτική δραστηριότητα και κατευθύνεται απευθείας σε λιμένα, εφόσον του έχει ζητηθεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Διαδικασία παράβασης η οποία διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεων

Άρθρο 85

Διαδικασία παράβασης

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 83 παράγραφος 2 και του άρθρου 86, όταν διαπιστώνουν παράβαση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής κατά τη διάρκεια ή κατόπιν επιθεώρησης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους επιθεώρησης λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με τον τίτλο VIII, είτε κατά του πλοιάρχου του ενεχόμενου σκάφους είτε κατά παντός νομικού ή φυσικού προσώπου υπεύθυνου για την παράβαση.

Άρθρο 86

Διαβίβαση δικογραφιών

1.   Το κράτος μέλος στο έδαφος ή στα ύδατα του οποίου έχει διαπιστωθεί παράβαση δύναται να διαβιβάζει τη δικογραφία που αφορά τη συγκεκριμένη παράβαση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σημαίας ή του κράτους μέλους του οποίου ο παραβάτης είναι υπήκοος, με τη συναίνεση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, και υπό τον όρο ότι με τη διαβίβαση αυτή καθίσταται πιθανότερο να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αναφέρει το άρθρο 89 παράγραφος 2.

2.   Το κράτος μέλος σημαίας δύναται να διαβιβάζει τη δικογραφία που αφορά παράβαση στις αρμόδιες αρχές του επιθεωρούντος κράτους μέλους με τη συναίνεση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και υπό τον όρο ότι με τη διαβίβαση αυτή καθίσταται πιθανότερο να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αναφέρει το άρθρο 89 παράγραφος 2.

Άρθρο 87

Παράβαση η οποία έχει διαπιστωθεί από επιθεωρητές της Κοινότητας

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για κάθε παράβαση που έχει διαπιστώσει επιθεωρητής της Κοινότητας στα ύδατα υπό την κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους ή σε αλιευτικό σκάφος που φέρει τη σημαία τους.

Άρθρο 88

Διορθωτικά μέτρα απουσία διαδικασίας παράβασης από το κράτος μέλος εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης

1.   Εάν το κράτος μέλος εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης δεν είναι το κράτος μέλος σημαίας, οι δε αρμόδιες αρχές του δεν λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα κατά των υπευθύνων φυσικών ή νομικών προσώπων ή δεν διαβιβάζουν τη δικογραφία σύμφωνα με το άρθρο 86, οι ποσότητες που έχουν εκφορτωθεί ή μεταφορτωθεί παράνομα μπορούν να καταλογίζονται στην ποσόστωση που έχει χορηγηθεί στο κράτος μέλος εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης.

2.   Οι ποσότητες αλιευμάτων που καταλογίζονται στην ποσόστωση του κράτους μέλους εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119 κατόπιν συνεννοήσεως της Επιτροπής με τα δύο ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

3.   Εάν το κράτος μέλος εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης δεν διαθέτει πλέον αντίστοιχη ποσόστωση, εφαρμόζεται το άρθρο 37. Για τον σκοπό αυτόν, οι ποσότητες αλιευμάτων που έχουν εκφορτωθεί ή μεταφορτωθεί παράνομα θεωρούνται ίσες προς το ύψος της ζημίας που έχει υποστεί το κράτος μέλος σημαίας, όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΜΕΤΡΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

Άρθρο 89

Μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη συστηματική λήψη κατάλληλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων ή ποινικών διαδικασιών σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που εικάζεται ότι έχουν παραβεί οιαδήποτε διάταξη των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

2.   Το συνολικό ύψος των κυρώσεων και των συνοδευτικών κυρώσεων υπολογίζεται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι αφαιρούν ουσιαστικά από τους υπευθύνους το οικονομικό όφελος που προκύπτει από την παράβασή τους με την επιφύλαξη του θεμιτού δικαιώματος για την άσκηση του επαγγέλματός τους. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει επίσης να είναι σε θέση να παράγουν αποτελέσματα ανάλογα προς τη σοβαρότητα των εν λόγω παραβάσεων, αποθαρρύνοντας ουσιαστικά περαιτέρω παραβάσεις παρόμοιου τύπου.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόσουν σύστημα, βάσει του οποίου τα επιβαλλόμενα πρόστιμα είναι ανάλογα προς τον κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή προς τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή επρόκειτο να αποκομίσει διαπράττοντας την παράβαση.

4.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που έχει δικαιοδοσία σε περίπτωση παράβασης, κοινοποιούν στα κράτη μέλη σημαίας, στο κράτος μέλος υπηκοότητας του παραβάτη ή σε οιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ενέχεται στη δίωξη της παράβασης, αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εθνική τους νομοθεσία, τις διοικητικές ή ποινικές διαδικασίες ή τα λοιπά μέτρα που λαμβάνει και οιαδήποτε οριστική απόφαση συνδέεται με την εν λόγω παράβαση, περιλαμβανομένου του αριθμού των μορίων που έχουν επιβληθεί στον παραβάτη κατά το άρθρο 92.

Άρθρο 90

Κυρώσεις που επιβάλλονται για σοβαρές παραβάσεις

1.   Επιπροσθέτως των διατάξεων του άρθρου 42 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008, οι ακόλουθες δραστηριότητες θεωρούνται επίσης σοβαρές παραβάσεις για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ανάλογα με τη σοβαρότητα της συγκεκριμένης παράβασης η οποία καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, βάσει κριτηρίων όπως είναι η φύση της ζημίας, το κόστος της, η οικονομική κατάσταση του παραβάτη και η έκταση της παράβασης, ή η επανάληψή της:

α)

η μη διαβίβαση δήλωσης εκφόρτωσης ή δελτίου πώλησης αφού πραγματοποιηθεί η εκφόρτωση των αλιευμάτων στο λιμένα τρίτης χώρας·

β)

η επέμβαση σε κινητήρα με σκοπό την αύξηση της ισχύος του πέραν της μέγιστης συνεχούς ισχύος κινητήρα που προβλέπεται στο πιστοποιητικό κινητήρα·

γ)

η μη εκφόρτωση υπαγόμενων σε ποσόστωση ειδών τα οποία αλιεύθηκαν κατά τη διάρκεια αλιευτικής δραστηριότητας, εκτός αν η εκφόρτωση θα ήταν αντίθετη στις υποχρεώσεις που προβλέπουν οι κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής για τα αλιεύματα ή τις αλιευτικές ζώνες όπου εφαρμόζονται οι εν λόγω κανόνες.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, στο φυσικό πρόσωπο που διέπραξε σοβαρή παράβαση ή στο νομικό πρόσωπο που κρίθηκε υπεύθυνο σοβαρής παράβασης, να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές διοικητικές κυρώσεις, σύμφωνα με την κλίμακα των προβλεπόμενων κυρώσεων και των μέτρων που προβλέπονται στο κεφάλαιο IX του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008.

3.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 44 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008, τα κράτη μέλη επιβάλλουν πραγματικά αποτρεπτική κύρωση, η οποία υπολογίζεται καταλλήλως επί της αξίας των αλιευτικών προϊόντων που προέκυψαν από τη διάπραξη σοβαρής παράβασης.

4.   Κατά τον καθορισμό της κύρωσης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης υπόψη την αξία της ζημίας των αλιευτικών πόρων και του θαλάσσιου περιβάλλοντος, αντίστοιχα.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν, επιπλέον, ή εναλλακτικά, να επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις.

6.   Οι κυρώσεις που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο είναι δυνατόν να συνοδεύονται από άλλες κυρώσεις ή μέτρα, ειδικότερα από εκείνες που περιγράφονται στο άρθρο 45 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008.

Άρθρο 91

Άμεσα μέτρα επιβολής

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν άμεσα μέτρα για να εμποδίσουν τους πλοιάρχους αλιευτικών, ή άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα που συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω να διαπράττουν σοβαρή παράβαση, όπως ορίζεται στο άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008, να συνεχίσουν την παράβαση αυτή.

Άρθρο 92

Σύστημα επιβολής μορίων για σοβαρές παραβάσεις

1.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν σύστημα επιβολής μορίων για σοβαρές παραβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008, σύμφωνα με το οποίο ο κάτοχος αλιευτικής άδειας λαμβάνει τα ανάλογα μόρια σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

2.   Όταν ένα φυσικό πρόσωπο έχει διαπράξει σοβαρή παράβαση ή ένα νομικό πρόσωπο έχει κριθεί υπεύθυνο σοβαρής παράβασης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, καταλογίζεται στον κάτοχο της αλιευτικής άδειας ο αντίστοιχος αριθμός μορίων λόγω της παράβασης. Τα καταλογισθέντα σημεία μεταβιβάζονται στον τυχόν μελλοντικό κάτοχο της άδειας αλιείας για το συγκεκριμένο σκάφος σε περίπτωση που αυτό πωληθεί, μεταβιβαστεί ή αλλάξει κάτοχο με άλλον τρόπο μετά την ημερομηνία της παράβασης. Ο κάτοχος της αλιευτικής άδειας έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης των διαδικασιών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

3.   Όταν ο συνολικός αριθμός των μορίων ισούται με ή υπερβαίνει δεδομένο αριθμό μορίων, η αλιευτική άδεια αναστέλλεται αυτομάτως για περίοδο τουλάχιστον δύο μηνών. Η περίοδος αυτή είναι τέσσερις μήνες εάν η αλιευτική άδεια αναστέλλεται για δεύτερη φορά, οκτώ μήνες εάν η αλιευτική άδεια αναστέλλεται για τρίτη φορά και ένα έτος εάν η αλιευτική άδεια αναστέλλεται για τέταρτη φορά λόγω επιβολής του αντίστοιχου αριθμού μορίων στον δεδομένο κάτοχο της άδειας. Σε περίπτωση που επιβληθεί ορισμένος αριθμός μορίων στον κάτοχο της άδειας για πέμπτη φορά, η αλιευτική άδεια αφαιρείται οριστικά.

4.   Σε περίπτωση που ο κάτοχος αλιευτικής άδειας δεν διαπράξει άλλη σοβαρή παράβαση εντός τριετίας από την ημερομηνία της τελευταίας σοβαρής παράβασης, διαγράφονται όλα τα μόρια που έχουν σωρευθεί στην αλιευτική άδεια.

5.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

6.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν επίσης σύστημα επιβολής μορίων, σύμφωνα με το οποίο καταλογίζονται στον πλοίαρχο σκάφους τα ανάλογα μόρια σε περίπτωση που έχει διαπράξει σοβαρή παράβαση της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

Άρθρο 93

Εθνικά μητρώα παραβάσεων

1.   Τα κράτη μέλη καταγράφουν σε εθνική βάση δεδομένων όλες τις παραβάσεις των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, οι οποίες έχουν διαπραχθεί από σκάφη που φέρουν τη σημαία τους ή από υπηκόους τους, περιλαμβανομένων των κυρώσεων και του αριθμού των μορίων που τους επιβλήθηκαν. Οι παραβάσεις των σκαφών που φέρουν τη σημαία των κρατών μελών ή υπηκόων τους οι οποίοι έχουν διωχθεί σε άλλα κράτη μέλη καταγράφονται επίσης στα εθνικά μητρώα παραβάσεων των κρατών μελών, κατόπιν κοινοποίησης της οριστικής απόφασης από το κράτος μέλος δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 90.

2.   Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας παράβασης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από τα υπόλοιπα κράτη μέλη πληροφορίες από τα εθνικά τους μητρώα σχετικά με τα αλιευτικά σκάφη και τα πρόσωπα που εικάζεται ότι έχουν διαπράξει την παράβαση ή έχουν συλληφθεί επ’ αυτοφόρω να διαπράττουν την παράβαση.

3.   Όταν ένα κράτος μέλος ζητά στοιχεία από άλλο κράτος μέλος σε σχέση με τα μέτρα που έχουν ληφθεί σχετικά με παράβαση, το άλλο κράτος μέλος μπορεί να παράσχει τα συναφή με τα αλιευτικά σκάφη και πρόσωπα στοιχεία.

4.   Τα στοιχεία που περιέχονται στα εθνικά μητρώα παραβάσεων αποθηκεύονται μόνον για όσο διάστημα είναι απαραίτητο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, χωρίς ποτέ να υπερβούν ένα ελάχιστο διάστημα τριών ημερολογιακών ετών από το έτος που ακολουθεί εκείνο κατά τη διάρκεια του οποίου καταχωρίσθηκαν οι πληροφορίες.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΧ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΛΕΓΧΟΥ

Άρθρο 94

Κοινά προγράμματα ελέγχου

Τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν μεταξύ τους και με ιδία πρωτοβουλία, προγράμματα ελέγχου, επιθεώρησης και επιτήρησης σχετικά με αλιευτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 95

Ειδικά προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης

1.   Η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119 και σε συνεννόηση με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, δύναται να καθορίζει ποια αλιεύματα αποτελούν αντικείμενο ειδικών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης.

2.   Τα ειδικά προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1 αναφέρουν τους στόχους, τις προτεραιότητες και τις διαδικασίες καθώς και τα κριτήρια αναφοράς των δραστηριοτήτων επιθεώρησης. Τα εν λόγω κριτήρια καθορίζονται βάσει της διαχείρισης κινδύνου και αναθεωρούνται περιοδικά ύστερα από ανάλυση των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων.

3.   Μόλις ένα πολυετές σχέδιο τίθεται σε ισχύ και πριν από την εφαρμογή ειδικού προγράμματος ελέγχου και επιθεώρησης, κάθε κράτος μέλος θεσπίζει στόχους αναφοράς με βάση τη διαχείριση του κινδύνου, όσον αφορά τις δραστηριότητες επιθεώρησης.

4.   Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής των ειδικών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης, ιδιαίτερα όσον αφορά τους απαιτούμενους ανθρώπινους και υλικούς πόρους και τις περιόδους και τις περιοχές όπου πρέπει να αναπτυχθούν.

ΤΙΤΛΟΣ Χ

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 96

Γενικές αρχές

1.   Η Επιτροπή ελέγχει και αξιολογεί την εφαρμογή των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής από τα κράτη μέλη εξετάζοντας τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα και πραγματοποιώντας επαληθεύσεις και αυτοτελείς επιθεωρήσεις και ελέγχους και διευκολύνει τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ τους. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή δύναται, αποφασίζοντας η ίδια και με δικά της μέσα, να ξεκινά και να διεξαγάγει έρευνες, επαληθεύσεις, επιθεωρήσεις και ελέγχους. Ιδίως μπορεί να επαληθεύει:

α)

την εφαρμογή και την εκτέλεση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής από τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους·

β)

την εφαρμογή και την εκτέλεση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής στα ύδατα τρίτης χώρας, σύμφωνα με διεθνή συμφωνία που έχει συναφθεί με την εν λόγω χώρα·

γ)

τη συμφωνία των εθνικών διοικητικών πρακτικών και των δραστηριοτήτων επιθεώρησης και εποπτείας προς τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής·

δ)

την ύπαρξη των απαιτούμενων εγγράφων και τη συμφωνία τους προς τους ισχύοντες κανόνες·

ε)

τους όρους υπό τους οποίους διενεργούνται δραστηριότητες ελέγχου από τα κράτη μέλη·

στ)

τον εντοπισμό παράβασης και τη σχετική διαδικασία·

ζ)

τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών.

2.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή προκειμένου να διευκολύνουν την εκτέλεση των καθηκόντων της. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να μη δίνεται στις αποστολές επαλήθευσης και αυτοτελούς επιθεώρησης και ελέγχου που διεξάγονται δυνάμει του παρόντος τίτλου, δημοσιότητα που βλάπτει τις επιτόπου αποστολές. Όταν οι υπάλληλοι της Επιτροπής συναντούν δυσκολίες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή τα μέσα για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και παρέχουν στους υπαλλήλους της Κοινότητας τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τους ειδικούς ελέγχους και επιθεωρήσεις.

Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή την αναγκαία συνδρομή προκειμένου να εκτελέσει τα καθήκοντά της.

Άρθρο 97

Αρμοδιότητες των υπαλλήλων της Επιτροπής

1.   Οι υπάλληλοι της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν επαληθεύσεις και επιθεωρήσεις επί αλιευτικών σκαφών, καθώς και στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων και άλλων φορέων με δραστηριότητες που άπτονται της κοινής αλιευτικής πολιτικής, θα έχουν δε πρόσβαση σε όσα στοιχεία και έγγραφα είναι απαραίτητα για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, στον ίδιο βαθμό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η επαλήθευση και η επιθεώρηση.

2.   Οι υπάλληλοι της Επιτροπής έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν αντίγραφα των σχετικών φακέλων και τα απαιτούμενα δείγματα εφόσον υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι δεν τηρούνται οι κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Μπορούν να ζητήσουν τα στοιχεία ταυτότητας οιουδήποτε προσώπου που βρίσκεται στους επιθεωρούμενους χώρους.

3.   Οι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν διαθέτουν εξουσίες που υπερβαίνουν τις εξουσίες των εθνικών επιθεωρητών ούτε έχουν αστυνομικές και διωκτικές αρμοδιότητες.

4.   Οι υπάλληλοι της Κοινότητας επιδεικνύουν γραπτή εξουσιοδότηση στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία ταυτότητάς τους και η ιδιότητά τους.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει γραπτές οδηγίες προς τους υπαλλήλους της, στις οποίες διευκρινίζονται οι εξουσίες τους και ο σκοπός της αποστολής τους.

Άρθρο 98

Επαληθεύσεις

1.   Όταν κρίνεται απαραίτητο από την Επιτροπή, οι υπάλληλοί της μπορούν να παρίστανται στους ελέγχους που διενεργούν οι εθνικές υπηρεσίες ελέγχου. Στο πλαίσιο αυτών των αποστολών επαλήθευσης, η Επιτροπή αναπτύσσει τις κατάλληλες επαφές με τα κράτη μέλη για να καταρτιστεί, όπου είναι δυνατόν, ένα αμοιβαία αποδεκτό πρόγραμμα επαλήθευσης.

2.   Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε οι ενδιαφερόμενοι φορείς ή πρόσωπα να αποδέχονται να υποβληθούν στις επαληθεύσεις της παραγράφου 1.

3.   Εάν οι εργασίες ελέγχου και επιθεώρησης που προβλέπονται στο πλαίσιο του αρχικού προγράμματος επαλήθευσης δεν μπορούν να διεξαχθούν για αντικειμενικούς λόγους, οι υπάλληλοι της Επιτροπής, σε συνεννόηση και με τη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, τροποποιούν το αρχικό πρόγραμμα επαλήθευσης.

4.   Σε περίπτωση ελέγχων και επιθεωρήσεων από θαλάσσης ή από αέρος, ο κυβερνήτης του σκάφους ή του αεροσκάφους είναι ο μόνος υπεύθυνος των επιχειρήσεων αυτών. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του λαμβάνει δεόντως υπόψη το πρόγραμμα επαλήθευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

5.   Η Επιτροπή μπορεί να προβλέψει για τους υπαλλήλους της που πραγματοποιούν αποστολή σε κράτος μέλος, να συνοδεύονται από έναν ή περισσότερους υπαλλήλους άλλου κράτους μέλους με την ιδιότητα του παρατηρητή. Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, το αποστέλλον κράτος μέλος διορίζει σε σύντομο χρονικό διάστημα αν χρειασθεί τους εθνικούς υπαλλήλους που θα αποστείλει ως παρατηρητές. Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να καταρτίσουν κατάλογο των εθνικών υπαλλήλων τους οποίους μπορεί να καλέσει η Επιτροπή να είναι παρόντες στους προαναφερόμενους ελέγχους και επιθεωρήσεις. Είναι στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να καλέσει είτε τους εθνικούς υπαλλήλους οι οποίοι περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο είτε εκείνους που της έχουν κοινοποιηθεί. Η Επιτροπή, εφόσον είναι σκόπιμο, θέτει τον κατάλογο στη διάθεση όλων των κρατών μελών.

6.   Οι κοινοτικοί υπάλληλοι μπορούν να αποφασίσουν, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο, να διενεργήσουν τις αποστολές επαλήθευσης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο χωρίς προειδοποίηση.

Άρθρο 99

Αυτοτελείς επιθεωρήσεις

1.   Εφόσον υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι διεπράχθησαν παραβιάσεις κατά την εφαρμογή των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής η Επιτροπή δύναται να διεξάγει αυτόνομες επιθεωρήσεις. Οι επιθεωρήσεις αυτές διενεργούνται αυτεπαγγέλτως και χωρίς την παρουσία υπαλλήλων του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

2.   Κάθε επιχειρηματίας μπορεί να υποβληθεί σε αυτοτελή επιθεώρηση εφόσον αυτή η επιθεώρηση κρίνεται απαραίτητη.

3.   Στο πλαίσιο των αυτοτελών επιθεωρήσεων, στο έδαφος ή στα ύδατα υπό την κυριαρχία ή δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους, ισχύουν οι διαδικαστικοί κανόνες του εν λόγω κράτους μέλους.

4.   Εάν οι υπάλληλοι της Επιτροπής διαπιστώσουν παραβίαση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού στο έδαφος ή στα ύδατα υπό την κυριαρχία ή δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους, ενημερώνουν αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους οι οποίες λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα σε σχέση με την παραβίαση αυτή.

Άρθρο 100

Έλεγχοι

Η Επιτροπή δύναται να διενεργεί ελέγχους στα συστήματα ελέγχου των κρατών μελών. Οι έλεγχοι μπορεί να περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, την αξιολόγηση:

α)

του συστήματος διαχείρισης των ποσοστώσεων της αλιευτικής προσπάθειας·

β)

των συστημάτων επικύρωσης δεδομένων, καθώς και των συστημάτων διασταυρούμενων ελέγχων των συστημάτων παρακολούθησης σκαφών, των δεδομένων που αφορούν τα αλιεύματα, την αλιευτική προσπάθεια και την εμπορία και τα δεδομένα που αφορούν το κοινοτικό μητρώο του αλιευτικού στόλου καθώς και την εξακρίβωση των αδειών και των αδειών αλιείας·

γ)

της διοικητικής οργάνωσης, περιλαμβανομένης της καταλληλότητας του διαθέσιμου προσωπικού και των διαθέσιμων μέσων, της κατάρτισης του προσωπικού, του καθορισμού των καθηκόντων όλων των αρχών που ενέχονται στον έλεγχο καθώς και των μηχανισμών που έχουν θεσπιστεί για τον συντονισμό του έργου και την κοινή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των εν λόγω αρχών·

δ)

των λειτουργικών συστημάτων, περιλαμβανομένων των διαδικασιών για τον έλεγχο καθορισμένων λιμένων·

ε)

των εθνικών προγραμμάτων ελέγχου, περιλαμβανομένης της καθιέρωσης επιπέδων επιθεώρησης και της εφαρμογής τους·

στ)

του εθνικού συστήματος κυρώσεων, περιλαμβανομένης της καταλληλότητας των επιβαλλόμενων ποινών, της διάρκειας των διαδικασιών, της απώλειας των οικονομικών οφελών των παραβατών και του αποτρεπτικού χαρακτήρα του εν λόγω συστήματος κυρώσεων·

Άρθρο101

Εκθέσεις επαλήθευσης, αυτοτελούς επιθεώρησης και ελέγχου

1.   Η Επιτροπή ενημερώνει τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα των επαληθεύσεων και των αυτοτελών επιθεωρήσεων το αργότερο εντός μιας ημέρας από τη διενέργειά τους.

2.   Οι υπάλληλοι της Επιτροπής συντάσσουν έκθεση επαλήθευσης, αυτοτελούς επιθεώρησης ή ελέγχου μετά από κάθε επαλήθευση, αυτοτελή επιθεώρηση ή έλεγχο. Η έκθεση τίθεται στη διάθεση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους εντός ενός μηνός από την ολοκλήρωση της επαλήθευσης, της αυτοτελούς επιθεώρησης ή ελέγχου. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις στα πορίσματα της έκθεσης εντός ενός μηνός.

3.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4.   Η Επιτροπή δημοσιεύει τις οριστικές εκθέσεις επαλήθευσης, αυτοτελούς επιθεώρησης και ελέγχου, καθώς και τις παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, στο τμήμα του επίσημου δικτυακού τόπου της όπου απαιτείται κωδικός πρόσβασης.

Άρθρο 102

Επακόλουθες ενέργειες μετά τις εκθέσεις επαλήθευσης, αυτοτελούς επιθεώρησης και ελέγχου

1.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις σχετικές πληροφορίες που ζητά όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Κατά την υποβολή της αίτησης για πληροφορίες, η Επιτροπή προσδιορίζει ένα εύλογο χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες.

2.   Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι διεπράχθησαν παρατυπίες κατά την εφαρμογή των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής ή ότι οι υφιστάμενες διατάξεις και μέθοδοι ελέγχου σε συγκεκριμένα κράτη μέλη δεν είναι αποτελεσματικές, ενημερώνει τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τα οποία διεξάγουν διοικητική έρευνα στην οποία μπορούν να συμμετέχουν υπάλληλοι της Επιτροπής.

3.   Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας και της διαβιβάζουν έκθεση η οποία συντάσσεται το αργότερο εντός τριμήνου μετά το αίτημα της Επιτροπής. Η περίοδος αυτή είναι δυνατόν να παραταθεί για εύλογο διάστημα από την Επιτροπή, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος από το κράτος μέλος.

4.   Σε περίπτωση που η διοικητική έρευνα η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν οδηγήσει στη διάλυση των εικασιών περί παρατυπιών ή σε περίπτωση που η Επιτροπή εντοπίσει ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου ενός κράτους μέλους κατά τη διάρκεια των επαληθεύσεων ή των αυτοτελών επιθεωρήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 98 και 99 ή στον έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 100, η Επιτροπή καταστρώνει σχέδιο δράσης με το εν λόγω κράτος μέλος. Το κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου δράσης.

ΤΙΤΛΟΣ ΧΙ

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΤΗΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Χρηματοδοτικά μέτρα

Άρθρο 103

Αναστολή και ακύρωση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής

1.   Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να αναστείλει, για μέγιστη χρονική περίοδο δεκαοκτώ μηνών, όλες ή μέρος των πληρωμών της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1198/2006 του Συμβουλίου και του άρθρου 8 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 861/2006 εφόσον υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι:

α)

η αποτελεσματικότητα των χρηματοδοτούμενων μέτρων επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεαστεί από τη μη συμμόρφωση προς τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ιδίως στους τομείς της διατήρησης και διαχείρισης των αλιευτικών πόρων, την προσαρμογή του στόχου και τον έλεγχο της αλιείας·

β)

η παράβαση είναι αμέσως καταλογιστέα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος· και

γ)

ότι η παράβαση ενδέχεται να συνιστά σοβαρή απειλή για τη διατήρηση των έμβιων υδρόβιων πόρων ή για την αποτελεσματική λειτουργία του κοινοτικού συστήματος ελέγχου και εφαρμογής·

και εφόσον η Επιτροπή βάσει των διαθέσιμων στοιχείων και, ενδεχομένως, μετά από εξέταση των εξηγήσεων του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, συμπεραίνει ότι αυτό δεν έχει λάβει τα ενδεδειγμένα επανορθωτικά μέτρα και δεν είναι σε θέση να το πράξει στο άμεσο μέλλον.

2.   Σε περίπτωση που, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εξακολουθεί να μην αποδεικνύει ότι έχει λάβει διορθωτικά μέτρα για να εξασφαλίσει την τήρηση των ισχυόντων κανόνων στο μέλλον και την εφαρμογή τους ή ότι δεν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος να θιγεί η μελλοντική αποτελεσματική λειτουργία του κοινοτικού συστήματος ελέγχου και εφαρμογής, η Επιτροπή δύναται να καταργήσει, συνολικά ή εν μέρει, την κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή, η καταβολή της οποίας έχει ανασταλεί σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η Επιτροπή δύναται να προβεί στην ακύρωση αυτή μόνον εφόσον η αντίστοιχη πληρωμή έχει ανασταλεί για 12 μήνες.

3.   Πριν λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, η Επιτροπή ενημερώνει γραπτά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά με τις διαπιστώσεις της όσον αφορά τις ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου του κράτους μέλους και σχετικά με την πρόθεσή της να εγκρίνει την απόφαση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 και, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, του ζητά να λάβει επανορθωτικά μέτρα εντός χρονικού διαστήματος που καθορίζεται από την ίδια, το οποίο πρέπει να είναι τουλάχιστον ένας μήνας.

4.   Σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν απαντήσει στην επιστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 3 εντός προθεσμίας που καθορίζεται σύμφωνα με την ίδια παράγραφο, η Επιτροπή δύναται να λάβει την απόφαση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 με βάση τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της τη δεδομένη στιγμή.

5.   Το ποσοστό κατά το οποίο μπορούν να ανασταλούν ή να ακυρωθούν οι πληρωμές είναι ανάλογο προς τον χαρακτήρα και τη σοβαρότητα της μη τήρησης των ισχυόντων κανόνων διατήρησης, ελέγχου, επιθεώρησης ή εφαρμογής από το κράτος μέλος και προς το μέγεθος της απειλής για τη διατήρηση των έμβιων υδρόβιων πόρων ή για την αποτελεσματική λειτουργία του κοινοτικού συστήματος ελέγχου και εφαρμογής και λαμβάνει υπόψιν την αποτελεσματικότητα των μέτρων που χρηματοδοτούνται ή πιθανώς θα χρηματοδοτηθούν. Για τον υπολογισμό του ποσοστού αυτού λαμβάνεται υπόψη το σχετικό μερίδιο της αλιείας και των συναφών δραστηριοτήτων που αφορά η μη συμμόρφωση, στο πλαίσιο των μέτρων που χρηματοδοτούνται από τη χρηματοδοτική συνδρομή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και περιορίζεται από αυτό.

6.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του παρόντος άρθρου συνεκτιμούν δεόντως όλες τις σχετικές περιστάσεις κατά τρόπον ώστε να υφίσταται πραγματική οικονομική σύνδεση μεταξύ του αντικειμένου της μη συμμόρφωσης και των μέτρων στα οποία αναφέρεται η αναστολή της πληρωμής ή η κατάργηση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής.

7.   Η αναστολή δεν συνεχίζεται εφόσον δεν πληρούνται πλέον οι όροι της παραγράφου 1.

8.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Απαγόρευση αλιείας

Άρθρο 104

Απαγόρευση της αλιείας λόγω μη τήρησης των στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής

1.   Όταν ένα κράτος μέλος δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του ως προς την εφαρμογή πολυετούς σχεδίου και η Επιτροπή διαθέτει αποδείξεις ότι η αδυναμία τήρησης αυτών των υποχρεώσεων αποτελεί σοβαρή απειλή για τη διατήρηση του σχετικού αποθέματος, η Επιτροπή μπορεί να απαγορεύσει προσωρινά στο εν λόγω κράτος μέλος την αλιεία του είδους που έχει πληγεί από αυτές τις ελλείψεις.

2.   Η Επιτροπή ενημερώνει γραπτά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά με τις διαπιστώσεις της και τη σχετικά τεκμηρίωση και ορίζει μέγιστη προθεσμία δέκα εργάσιμων ημερών εντός της οποίας το κράτος μέλος αποδεικνύει ότι ο τύπος αλιείας μπορεί να αλιεύεται με ασφάλεια.

3.   Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ισχύουν μόνον εφόσον το κράτος μέλος δεν ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό της Επιτροπής εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 ή εάν η απάντηση θεωρείται μη ικανοποιητική ή δείχνει σαφώς ότι δεν έχουν εφαρμοστεί τα απαραίτητα μέτρα.

4.   Η Επιτροπή αίρει την απαγόρευση εφόσον το κράτος μέλος αποδείξει γραπτώς, με τρόπο που να ικανοποιεί την Επιτροπή, ότι ο τύπος της αλιείας μπορεί να συνεχιστεί με ασφάλεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Αφαίρεση και μεταφορά ποσοστώσεων και αλιευτικής προσπάθειας

Άρθρο 105

Μείωση ποσοστώσεων

1.   Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ένα κράτος μέλος υπερέβη τις ποσοστώσεις που του χορηγήθηκαν, επιβάλλει μειώσεις στις μελλοντικές ποσοστώσεις αυτού του κράτους μέλους.

2.   Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει υπερβεί την ποσόστωση, την παραχωρούμενη ποσότητα ή το διαθέσιμο σε ένα δεδομένο έτος μερίδιο του αποθέματος ή της ομάδας αποθεμάτων του, η Επιτροπή προβαίνει σε μειώσεις στο επόμενο έτος ή έτη των ετήσιων ποσοστώσεων, της παραχωρούμενης ποσότητας ή του μεριδίου του εν λόγω κράτους μέλους το οποίο έχει υπεραλιεύσει, εφαρμόζοντας πολλαπλασιαστικό συντελεστή σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:

Βαθμός της υπεραλίευσης σε σχέση με τις επιτρεπόμενες εκφορτώσεις

Πολλαπλασιαστικός συντελεστής

Έως 5 %

Υπεραλίευση * 1,0

Από 5 % έως 10 %

Υπεραλίευση * 1,1

Από 10 % έως 20 %

Υπεραλίευση * 1,2

Από 20 % έως 40 %

Υπεραλίευση * 1,4

Από 40 % έως 50 %

Υπεραλίευση * 1,8

Τυχόν περαιτέρω υπεραλίευση σε ποσοστό άνω του 50 %

Υπεραλίευση * 2,0

Ωστόσο, μείωση ίση προς υπεραλίευση x 1,00 εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις υπεραλίευσης που σχετίζονται με επιτρεπόμενη εκφόρτωση ίση ή μικρότερη από 100 τόνους.

3.   Πέραν του πολλαπλασιαστικού συντελεστή που αναφέρεται στην παράγραφο 2, εφαρμόζεται πολλαπλασιαστικός συντελεστής 1,5:

α)

σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει επανειλημμένως υπερβεί την ποσόστωσή του, την παραχωρούμενη ποσότητα ή το διαθέσιμο μερίδιο του αποθέματος ή της ομάδας αποθεμάτων του κατά την προηγούμενη διετία και οι υπεραλιεύσεις αυτές υπάγονται στις μειώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

β)

σε περίπτωση που τα διαθέσιμα επιστημονικά, τεχνικά και οικονομικά στοιχεία και ιδίως οι εκθέσεις που συντάσσει η επιστημονική, τεχνική και οικονομική επιτροπή αλιείας συμπεραίνουν ότι η υπεραλίευση συνιστά σοβαρή απειλή για τη διατήρηση του συγκεκριμένου αποθέματος, ή

γ)

εάν το απόθεμα υπάγεται σε πολυετές σχέδιο.

4.   Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει υπεραλιεύσει την ποσόστωση, την παραχωρηθείσα ποσότητα ή το διαθέσιμο μερίδιο του αποθέματος ή της ομάδας αποθεμάτων του κατά τη διάρκεια προηγουμένων ετών, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, να προβεί με τη διαδικασία του άρθρου 119 σε αφαίρεση ποσοστώσεων από μελλοντικές ποσοστώσεις του εν λόγω κράτους μέλους, ούτως ώστε να ληφθεί υπόψη το επίπεδο της υπεραλίευσης.

5.   Εάν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μείωση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, επί της ποσόστωσης, της παραχωρούμενης ποσότητας ή του μεριδίου αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπέστησαν την υπεραλίευση διότι η ποσόστωση, παραχωρούμενη ποσότητα ή μερίδιο αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων δεν διατίθεται ή δεν διατίθεται επαρκώς στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η Επιτροπή μετά από διαβούλευση με το οικείο κράτος μέλος μπορεί να μειώσει κατά το επόμενο έτος ή έτη ποσοστώσεις για άλλα αποθέματα ή ομάδες αποθεμάτων διαθέσιμων στο εν λόγω κράτος μέλος στην ίδια γεωγραφική περιοχή ή με την ίδια εμπορική αξία σύμφωνα με την παράγραφο 1.

6.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και ιδίως καθορισμού των συγκεκριμένων ποσοτήτων, μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 106

Μείωση της αλιευτικής προσπάθειας

1.   Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ένα κράτος μέλος υπερέβη την αλιευτική προσπάθεια που του αναλογεί, επιβάλλει μειώσεις στις μελλοντικές αλιευτικές προσπάθειες αυτού του κράτους μέλους.

2.   Σε περίπτωση υπέρβασης της αλιευτικής προσπάθειας σε γεωγραφική περιοχή ή σε αλιεία στην οποία έχει πρόσβαση ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή προβαίνει στο επόμενο έτος ή έτη σε μειώσεις της αλιευτικής προσπάθειας που διαθέτει το εν λόγω κράτος μέλος για τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή αλιεία, εφαρμόζοντας πολλαπλασιαστικό συντελεστή σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:

Βαθμός της υπέρβασης σε σχέση με τη διαθέσιμη αλιευτική προσπάθεια

Πολλαπλασιαστικός συντελεστής

Έως 5 %

Υπέρβαση * 1,0

Από 5 % έως 10 %

Υπέρβαση * 1,1

Από 10 % έως 20 %

Υπέρβαση * 1,2

Από 20 % έως 40 %

Υπέρβαση * 1,4

Από 40 % έως 50 %

Υπέρβαση* 1,8

Τυχόν περαιτέρω υπέρβαση σε ποσοστό άνω του 50 %

Υπέρβαση * 2,0

3.   Εάν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μείωση σύμφωνα με την παράγραφο 2 επί της μέγιστης επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας της οποίας έγινε υπέρβαση, διότι η μέγιστη επιτρεπόμενη αλιευτική προσπάθεια δεν διατίθεται ή δεν διατίθεται επαρκώς στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει κατά το επόμενο έτος ή έτη αλιευτική προσπάθεια που διατίθεται στο εν λόγω κράτος μέλος στην ίδια γεωγραφική περιοχή και σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και ιδίως καθορισμού της συγκεκριμένης αλιευτικής προσπάθειας, μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 107

Μείωση ποσοστώσεων λόγω μη τήρησης των στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής

1.   Εφόσον υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι από κράτος μέλος δεν τηρούνται οι κανόνες για τα αποθέματα που υπάγονται σε πολυετές σχέδιο και ότι το γεγονός αυτό ενδέχεται να συνιστά σοβαρή απειλή για τη διατήρηση των αποθεμάτων αυτών, η Επιτροπή δύναται να προβαίνει σε μειώσεις κατά το επόμενο έτος ή έτη από τις ετήσιες ποσοστώσεις, την παραχωρούμενη ποσότητα ή το μερίδιο αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που διαθέτει το εν λόγω κράτος μέλος, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας και με συνεκτίμηση των ζημιών που υφίστανται τα αποθέματα.

2.   Η Επιτροπή ενημερώνει γραπτά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά με τις διαπιστώσεις της και ορίζει μέγιστη προθεσμία 15 εργάσιμων ημερών εντός της οποίας το κράτος μέλος αποδεικνύει ότι ο τύπος αλιείας μπορεί να αλιεύεται με ασφάλεια.

3.   Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ισχύουν μόνον εφόσον το κράτος μέλος δεν ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό της Επιτροπής εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 ή εάν η απάντηση θεωρείται μη ικανοποιητική ή δείχνει σαφώς ότι δεν έχουν εφαρμοστεί τα απαραίτητα μέτρα.

4.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ιδίως όσον αφορά τον προσδιορισμό των σχετικών ποσοτήτων, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Έκτακτα μέτρα

Άρθρο 108

Έκτακτα μέτρα

1.   Εάν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βασίζονται σε αποτελέσματα δειγματοληψίας που έχει διενεργήσει η Επιτροπή, ότι οι αλιευτικές δραστηριότητες ή/και τα μέτρα που ενέκρινε ένα κράτος μέλος ή κράτη μέλη βλάπτουν τα μέτρα διατήρησης και διαχείρισης που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο πολυετών σχεδίων ή απειλούν το θαλάσσιο οικοσύστημα και απαιτείται η άμεση λήψη μέτρων, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, να αποφασίσει τη λήψη επειγόντων μέτρων μέγιστης διάρκειας έξι μηνών. Η Επιτροπή μπορεί να λάβει νέα απόφαση για παράταση των επειγόντων μέτρων για μέγιστη περίοδο έξι μηνών.

2.   Τα έκτακτα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 είναι ανάλογα με την απειλή και μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

α)

την αναστολή των αλιευτικών δραστηριοτήτων των σκαφών που φέρουν τη σημαία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

β)

την απαγόρευση της αλιείας·

γ)

την απαγόρευση για τις κοινοτικές επιχειρήσεις να δέχονται την εκφόρτωση, την τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή ή τη μεταφόρτωση ιχθύων και αλιευτικών προϊόντων τα οποία έχουν αλιευθεί από σκάφη που φέρουν τη σημαία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

δ)

την απαγόρευση της διάθεσης στην αγορά ή της χρησιμοποίησης για άλλους εμπορικούς λόγους ιχθύων και αλιευτικών προϊόντων τα οποία έχουν αλιευθεί από σκάφη που φέρουν τη σημαία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

ε)

την απαγόρευση της προμήθειας ζώντων ιχθύων με προορισμό την ιχθυοτροφία, στα ύδατα υπό τη δικαιοδοσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

στ)

την απαγόρευση της αποδοχής ζώντων ιχθύων που έχουν αλιευθεί από σκάφη που φέρουν τη σημαία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους για τους σκοπούς της ιχθυοτροφίας, σε ύδατα υπό τη δικαιοδοσία των λοιπών κρατών μελών·

ζ)

την απαγόρευση στα αλιευτικά σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους να αλιεύουν σε ύδατα υπό τη δικαιοδοσία άλλων κρατών μελών·

η)

την κατάλληλη τροποποίηση των αλιευτικών δεδομένων που έχουν υποβάλει τα κράτη μέλη.

3.   Ένα κράτος μέλος κοινοποιεί ταυτοχρόνως στην Επιτροπή και στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη την αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν εγγράφως τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης. Η Επιτροπή αποφασίζει εντός 15 εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή της αίτησης.

4.   Τα έκτακτα μέτρα έχουν άμεση ισχύ. Κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.   Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να παραπέμψουν την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης.

6.   Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός ενός μηνός από την παραπομπή.

ΤΙΤΛΟΣ XII

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Ανάλυση και έλεγχος των δεδομένων

Άρθρο 109

Γενικές αρχές που διέπουν την ανάλυση των δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη δημιουργούν αυτοματοποιημένη βάση δεδομένων για τους σκοπούς της επικύρωσης των δεδομένων που έχουν καταγραφεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε όλα τα δεδομένα που έχουν καταγραφεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό να είναι ακριβή, πλήρη και υποβάλλονται μέσα στις προθεσμίες υποβολής τους που προβλέπονται στην κοινή αλιευτική πολιτική. Ειδικότερα:

α)

τα κράτη μέλη προβαίνουν σε διασταυρούμενους ελέγχους, ανάλυση και επαλήθευση των ακόλουθων δεδομένων μέσω αυτοματοποιημένων αλγορίθμων και μηχανισμών:

i)

δεδομένα του Συστήματος Παρακολούθησης Σκαφών·

ii)

δεδομένα αλιευτικών δραστηριοτήτων, και ιδίως ημερολόγια αλιείας, δηλώσεις εκφόρτωσης, δηλώσεις μεταφόρτωσης και προαναγγελίες·

iii)

δεδομένα από δηλώσεις ανάληψης, παραστατικά μεταφοράς και δελτία πώλησης·

iv)

δεδομένα όσον αφορά την εμπορία αλιευτικών προϊόντων·

v)

δεδομένα από επιθεωρήσεις·

vi)

δεδομένα ισχύος κινητήρα·

β)

τα ακόλουθα δεδομένα επίσης διασταυρώνονται, αναλύονται και επαληθεύονται εάν κριθεί απαραίτητο:

i)

δεδομένα του Συστήματος Εντοπισμού Σκαφών·

ii)

δεδομένα σχετικά με τις διοπτεύσεις·

iii)

δεδομένα σχετικά με τις διεθνείς αλιευτικές συμφωνίες·

iv)

δεδομένα όσον αφορά τις εισόδους και εξόδους προς και από αλιευτικές περιοχές, τις θαλάσσιες περιοχές, όπου ισχύουν ειδικοί κανόνες πρόσβασης σε ύδατα και πόρους, τις περιοχές διακανονισμού των περιφερειακών οργανώσεων αλιείας και παρόμοιων οργανώσεων και τα ύδατα τρίτης χώρας·

v)

δεδομένα του Συστήματος Αυτόματης Αναγνώρισης.

3.   Το σύστημα επικύρωσης επιτρέπει τον άμεσο εντοπισμό ανακολουθιών, σφαλμάτων και ελλιπών πληροφοριών μεταξύ των δεδομένων.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να αναγράφεται ευκρινώς στη βάση δεδομένων κάθε ανακολουθία που εντοπίζεται από το σύστημα επικύρωσης δεδομένων. Η βάση δεδομένων επισημαίνει με σχετικό δείκτη όλα τα δεδομένα που διορθώθηκαν καθώς και τον λόγο της σχετικής διόρθωσης.

5.   Σε περίπτωση που εντοπιστεί ανακολουθία σε δεδομένα, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διενεργεί τις απαιτούμενες έρευνες και εάν υπάρχουν λόγοι να εικάζει ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα.

6.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να αναγράφονται ευκρινώς στη βάση δεδομένων οι ημερομηνίες παραλαβής, εισαγωγής, επικύρωσης καθώς και οι ημερομηνίες που αφορούν τις επακόλουθες ενέργειες μετά τον εντοπισμό ανακολουθιών.

7.   Εάν τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεν διαβιβαστούν με ηλεκτρονικά μέσα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι έχουν εισαχθεί αμελλητί στη βάση διά χειρός.

8.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν εθνικό σχέδιο για την εφαρμογή του συστήματος επικύρωσης στο οποίο εμπίπτουν τα δεδομένα που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και β) και η παρακολούθηση των ανακολουθιών. Το σχέδιο επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν προτεραιότητες για την επικύρωση και τους διασταυρούμενους ελέγχους και κατ’ επέκταση να παρακολουθούν τις ανακολουθίες βάσει της διαχείρισης κινδύνων. Το σχέδιο υποβάλλεται στην Επιτροπή προς έγκριση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Η Επιτροπή εγκρίνει τα σχέδια έως την 1η Ιουλίου 2012 αφού δώσει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβούν σε διορθώσεις. Οι τροποποιήσεις του σχεδίου υποβάλλονται ετησίως στην Επιτροπή προς έγκριση.

9.   Σε περίπτωση που κατόπιν δικών της ερευνών η Επιτροπή διαπιστώσει ανακολουθίες στα δεδομένα που έχουν εισαχθεί στη βάση δεδομένων του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, αφού παρουσιάσει αποδεικτικά έγγραφα και ζητήσει τη γνώμη του, μπορεί να ζητήσει από το εν λόγω κράτος μέλος να ερευνήσει τους λόγους της ανακολουθίας αυτής και εφόσον χρειαστεί να διορθώσει τα δεδομένα.

10.   Οι βάσεις δεδομένων που δημιουργούνται και τα δεδομένα που συλλέγονται από τα κράτη μέλη, όπως αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό, θεωρούνται αυθεντικά σύμφωνα με τους όρους που καθορίζει η εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 110

Πρόσβαση στα δεδομένα

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η Επιτροπή ή ο φορέας που έχει ορίσει η ίδια να έχουν εξ αποστάσεως πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο και δίχως προηγούμενη προειδοποίηση, σε όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 115. Επιπλέον, στην Επιτροπή παρέχεται η δυνατότητα να τηλεφορτώνει αυτά τα δεδομένα για οιαδήποτε χρονική περίοδο ή για οιοδήποτε αριθμό αλιευτικών σκαφών με αυτόματα ή μη αυτόματα μέσα.

2.   Τα κράτη μέλη παρέχουν πρόσβαση στους υπαλλήλους της Επιτροπής βάσει ηλεκτρονικών πιστοποιητικών που εκδίδει η Επιτροπή ή ο φορέας που έχει ορίσει η ίδια.

Η πρόσβαση αυτή θα πραγματοποιείται στο τμήμα του δικτυακού τόπου των κρατών μελών όπου απαιτείται κωδικός πρόσβασης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 115.

3.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, τα κράτη μέλη μπορούν έως τις 30 Ιουνίου 2012 να διεξάγουν πιλοτικά σχέδια με την Επιτροπή ή τον φορέα που έχει ορίσει η ίδια για την παροχή εξ αποστάσεως πρόσβασης σε πραγματικό χρόνο σε δεδομένα για τις αλιευτικές δυνατότητες που έχουν καταγραφεί και επικυρωθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Εφόσον τόσο η Επιτροπή όσο και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εκφράσουν ικανοποίηση ως προς το αποτέλεσμα του πιλοτικού σχεδίου και λειτουργεί η εξ αποστάσεως πρόσβαση βάσει των συμφωνηθέντων, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν θα είναι πλέον υποχρεωμένο να υποβάλει έκθεση για τις αλιευτικές δυνατότητες σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφοι 2 και 6. Ο μορφότυπος και οι διαδικασίες πρόσβασης στα δεδομένα υποβάλλονται σε εξέταση και δοκιμή. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2012 σχετικά με το αν προγραμματίζουν να εκτελέσουν πιλοτικά προγράμματα. Από την 1η Ιανουαρίου 2013, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τους διάφορους τρόπους και τη συχνότητα της διαβίβασης δεδομένων από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή.

Άρθρο 111

Ανταλλαγή δεδομένων

1.   Κάθε κράτος μέλος σημαίας εξασφαλίζει την απευθείας ηλεκτρονική ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών με άλλα κράτη μέλη, και εφόσον χρειαστεί, με την Επιτροπή ή τον φορέα που έχει ορίσει η ίδια, και ειδικότερα:

α)

δεδομένα του συστήματος δορυφορικής παρακολούθησης όταν σκάφη που φέρουν τη σημαία του βρίσκονται σε ύδατα άλλου κράτους μέλους·

β)

στοιχεία του ημερολογίου αλιείας όταν σκάφη που φέρουν τη σημαία του αλιεύουν σε ύδατα άλλου κράτους μέλους·

γ)

δηλώσεις εκφόρτωσης και μεταφόρτωσης όταν οι δραστηριότητες αυτές πραγματοποιούνται σε λιμένες άλλων κρατών μελών·

δ)

προηγούμενη γνωστοποίηση όταν ο λιμένας προορισμού βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος.

2.   Κάθε κράτος μέλος σημαίας εξασφαλίζει την απευθείας ηλεκτρονική ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών με άλλα κράτη μέλη, και εφόσον χρειαστεί, με την Επιτροπή ή τον φορέα που έχει ορίσει η ίδια, αποστέλλοντας ειδικότερα:

α)

στοιχεία των δελτίων πώλησης στο κράτος μέλος σημαίας όταν η πρώτη πώληση προέρχεται από αλιευτικό σκάφος άλλου κράτους μέλους·

β)

στοιχεία της δήλωσης ανάληψης όταν το αλίευμα αποθηκεύεται σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος μέλος σημαίας ή εκφόρτωσης·

γ)

στοιχεία των δελτίων πώλησης και της δήλωσης ανάληψης στο κράτος μέλος όπου πραγματοποιήθηκε η εκφόρτωση.

3.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, ειδικότερα όσον αφορά τον έλεγχο της ποιότητας, την τήρηση των προθεσμιών για την υποβολή των δεδομένων, τους διασταυρούμενους ελέγχους, την ανάλυση, την επαλήθευση των δεδομένων και τη θέσπιση τυποποιημένου μορφότυπου για την τηλεφόρτωση και ανταλλαγή των δεδομένων, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Εμπιστευτικότητα των δεδομένων

Άρθρο 112

Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Ο παρών κανονισμός αφήνει ανέπαφο και ουδόλως θίγει το επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων βάσει των διατάξεων της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας και ιδίως δεν μεταβάλλει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την από μέρους τους επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της οδηγίας 95/46/ΕΚ ούτε τις υποχρεώσεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών όσον αφορά την από μέρους τους επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

2.   Τα δικαιώματα των προσώπων όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στα εθνικά συστήματα ασκούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους που έχει καταχωρίσει τα δεδομένα αυτά και ιδίως τις διατάξεις για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ, ενώ, όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στα συστήματα της Κοινότητας, τα εν λόγω δικαιώματα ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 113

Εμπιστευτικότητα ως προς το επαγγελματικό και εμπορικό απόρρητο

1.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα δεδομένα που έχουν συλλέξει και έχουν λάβει στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού εξετάζονται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες σχετικά με το επαγγελματικό και εμπορικό απόρρητο των δεδομένων.

2.   Τα δεδομένα που ανταλλάσσονται μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής δεν διαβιβάζονται σε πρόσωπα άλλα από εκείνα των οποίων οι αρμοδιότητες στα κράτη μέλη ή στα όργανα της Κοινότητας απαιτούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά, εκτός εάν ζητηθεί ρητή συναίνεση των κρατών μελών που τα διαβιβάζουν.

3.   Τα δεδομένα που αναφέρει η παράγραφος 1 χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνον για τον σκοπό που προβλέπει ο παρών κανονισμός εκτός αν οι αρχές που τα διαβιβάζουν συναινέσουν ρητώς για τη χρήση των δεδομένων για διαφορετικό σκοπό και υπό τον όρο ότι οι διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος της αρχής που λαμβάνει τα στοιχεία δεν απαγορεύουν τη χρήση αυτή.

4.   Τα δεδομένα τα οποία έχουν κοινοποιηθεί στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού σε πρόσωπα τα οποία εργάζονται για τις αρμόδιες αρχές, για δικαστήρια, για άλλες δημόσιες αρχές και για την Επιτροπή ή για τον φορέα τον οποίο έχει ορίσει η ίδια, η αποκάλυψη των οποίων θα έβλαπτε:

α)

την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

β)

τα επαγγελματικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας·

γ)

τις δικαστικές διαδικασίες και την παροχή νομικών συμβουλών ή

δ)

το αντικείμενο των επιθεωρήσεων ή των ερευνών,

εμπίπτει στους εφαρμοστέους κανόνες όσον αφορά την εμπιστευτικότητα. Οι πληροφορίες επιτρέπεται να αποκαλύπτονται μόνον εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για να παύσει ή να απαγορευθεί τυχόν παραβίαση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

5.   Τα δεδομένα της παραγράφου 1 απολαύουν της ίδιας προστασίας με αυτήν που προβλέπεται για παρόμοια δεδομένα βάσει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους το οποίο τα παραλαμβάνει και βάσει των αντίστοιχων διατάξεων οι οποίες ισχύουν στα όργανα και στους οργανισμούς της Κοινότητας.

6.   Τα παρόν άρθρο δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως εμπόδιο για τη χρησιμοποίηση δεδομένων που έχουν συγκεντρωθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού, στο πλαίσιο δίωξης ή μεταγενέστερων διαδικασιών λόγω της μη τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που διαβιβάζουν τα δεδομένα ενημερώνονται για όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εν λόγω δεδομένα χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτόν.

7.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις υποχρεώσεις δυνάμει διεθνών συμβάσεων για αμοιβαία συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Επίσημες ιστοσελίδες

Άρθρο114

Επίσημες ιστοσελίδες

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, κάθε κράτος μέλος πρέπει να έχει δημιουργήσει, το αργότερο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2012, επίσημο ιστότοπο προσβάσιμο μέσω διαδικτύου όπου θα περιέχονται τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 115 και 116. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τον επίσημο ιστότοπό τους στο διαδίκτυο. Η Επιτροπή δύναται να αποφασίζει την ανάπτυξη κοινών προδιαγραφών και διαδικασιών για να εξασφαλίσει τη διαφάνεια της επικοινωνίας τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και μεταξύ αυτών, της κοινοτικής υπηρεσίας ελέγχου αλιευμάτων και της Επιτροπής, καθώς και τη διαβίβαση σε τακτική βάση σύντομων πληροφοριακών στοιχείων για την εξέλιξη της σχέσης μεταξύ καταγεγραμμένων αλιευτικών δραστηριοτήτων και αλιευτικών δυνατοτήτων.

2.   Ο επίσημος ιστότοπος κάθε κράτους μέλους αποτελείται από ένα τμήμα στο οποίο έχει πρόσβαση το κοινό και από ένα ασφαλές τμήμα. Κάθε κράτος μέλος εισάγει, διατηρεί και επικαιροποιεί στον εν λόγω ιστότοπο τα απαραίτητα δεδομένα για σκοπούς ελέγχου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 115

Τμήμα του δικτυακού τόπου στο οποίο έχει πρόσβαση το κοινό

Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν αμελλητί στο τμήμα του δικτυακού τόπου που είναι προσβάσιμο στο κοινό ή παρέχουν άμεση σύνδεση στα εξής:

α)

τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αρχών που είναι αρμόδιες για την έκδοση των αλιευτικών αδειών και των αδειών αλιείας που αναφέρονται στο άρθρο 7·

β)

τον κατάλογο των λιμένων που έχουν καθοριστεί με σκοπό τη μεταφόρτωση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 20, διευκρινίζοντας τις ώρες λειτουργίας τους·

γ)

έναν μήνα μετά τη θέση σε ισχύ ενός πολυετούς σχεδίου, και κατόπιν έγκρισης από την Επιτροπή, τον κατάλογο των καθορισμένων λιμένων όπως αναφέρεται στο άρθρο 43, διευκρινίζοντας τις ώρες λειτουργίας τους και εντός 30 ημερών, τους συναφείς όρους για την καταγραφή και την αναφορά των ποσοτήτων των ειδών που υπάγονται στο πολυετές σχέδιο για κάθε εκφόρτωση·

δ)

την απόφαση για την απαγόρευση σε πραγματικό χρόνο, η οποία καθορίζει σαφώς τη γεωγραφική έκταση των περιοχών αλιείας που επηρεάζονται, τη διάρκεια της απαγόρευσης και τις προϋποθέσεις που διέπουν την αλιεία στη συγκεκριμένη περιοχή κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 53 παράγραφος 2·

ε)

τις λεπτομέρειες που αφορούν το σημείο επαφής για τη διαβίβαση ή την υποβολή ημερολογίων αλιείας, προηγούμενων κοινοποιήσεων, δηλώσεων μεταφόρτωσης, δηλώσεων εκφόρτωσης, δελτίων πώλησης, δηλώσεων ανάληψης και παραστατικών μεταφοράς όπως αναφέρεται στα άρθρα 14, 17, 20, 23, 62, 66 και 68·

στ)

χάρτη με τις συντεταγμένες των περιοχών στις οποίες ισχύει προσωρινή απαγόρευση της αλιείας σε πραγματικό χρόνο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 54, προσδιορίζοντας τη διάρκεια της απαγόρευσης και τους όρους που διέπουν την αλιεία στην εν λόγω περιοχή κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης·

ζ)

την απόφαση για απαγόρευση ενός τύπου αλιείας βάσει του άρθρου 35 και όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες.

Άρθρο 116

Το ασφαλές τμήμα του δικτυακού τόπου

1.   Στο ασφαλές τμήμα του δικτυακού τόπου, κάθε κράτος μέλος δημιουργεί, διατηρεί και ενημερώνει τους ακόλουθους καταλόγους και βάσεις δεδομένων:

α)

τους καταλόγους των υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι για τις επιθεωρήσεις όπως αναφέρεται στο άρθρο 74·

β)

την ηλεκτρονική βάση δεδομένων για την επεξεργασία των εκθέσεων επιθεώρησης και επιτήρησης που έχουν συνταχθεί από τους υπαλλήλους όπως αναφέρεται στο άρθρο 78·

γ)

τα ηλεκτρονικά αρχεία του Συστήματος Παρακολούθησης Σκαφών, τα οποία έχουν καταγραφεί από το κέντρο παρακολούθησης αλιείας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9·

δ)

την ηλεκτρονική βάση δεδομένων που περιέχει κατάλογο με όλες τις αλιευτικές άδειες και τις άδειες αλιείας που έχουν εκδοθεί, η διαχείριση των οποίων είναι σύμφωνη με τον παρόντα κανονισμό, με σαφή αναφορά των προβλεπόμενων όρων και των πληροφοριών σχετικά με όλες τις αναστολές και αφαιρέσεις αδειών·

ε)

τον τρόπο υπολογισμού της συνεχούς περιόδου 24 ωρών που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 6·

στ)

την ηλεκτρονική βάση δεδομένων η οποία περιέχει όλα τα συναφή δεδομένα σχετικά με τις αλιευτικές δυνατότητες όπως αναφέρεται στο άρθρο 33·

ζ)

τα εθνικά προγράμματα ελέγχου όπως αναφέρεται στο άρθρο 46·

η)

την ηλεκτρονική βάση δεδομένων που επιτρέπει την επαλήθευση της πληρότητας και της ποιότητας των δεδομένων που έχουν συγκεντρωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 109.

2.   Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει:

α)

εξ αποστάσεως πρόσβαση της Επιτροπής ή του φορέα που έχει ορίσει η ίδια σε όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 118 μέσω ασφαλούς διαδικτυακής σύνδεσης καθ’ όλες τις ημέρες της εβδομάδας σε εικοσιτετράωρη βάση·

β)

απευθείας ηλεκτρονική ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών με άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή ή τον φορέα που έχει ορίσει η ίδια.

3.   Το κράτος μέλος παρέχει πρόσβαση στους υπαλλήλους της Επιτροπής με βάση ηλεκτρονικά πιστοποιητικά τα οποία εκδίδει η Επιτροπή ή ο φορέας τον οποίο έχει ορίσει η ίδια.

4.   Τα δεδομένα τα οποία περιέχονται στα ασφαλή τμήματα των ιστοτόπων, διατίθενται μόνον σε συγκεκριμένους χρήστες, οι οποίοι έχουν εξουσιοδοτηθεί για τον σκοπό αυτόν είτε από τα οικεία κράτη μέλη είτε από την Επιτροπή είτε από τον οργανισμό τον οποίο έχει η ίδια ορίσει. Τα δεδομένα στα οποία έχουν πρόσβαση τα πρόσωπα αυτά πρέπει να περιορίζονται στα δεδομένα τα οποία χρειάζονται ώστε να εκτελούν τα καθήκοντα και τις δραστηριότητές τους για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής και κατά συνέπεια υπόκεινται στους κανόνες που διέπουν την εμπιστευτικότητα κατά τη χρήση των δεδομένων αυτών.

5.   Τα δεδομένα που περιέχονται στο ασφαλές τμήμα του ιστοτόπου, αποθηκεύονται μόνον για όσο διάστημα απαιτείται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, αλλά πάντοτε για ελάχιστο διάστημα τριών ημερολογιακών ετών, ξεκινώντας από το έτος που ακολουθεί εκείνο κατά τη διάρκεια του οποίου καταγράφεται η πληροφορία. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που πρέπει να ανταλλαγούν κατά τα οριζόμενα στον παρόντα κανονισμό για σκοπούς ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς, είτε θα ανταλλάσσονται μόνον υπό μορφήν η οποία τα καθιστά ανώνυμα, είτε, εάν αυτό είναι αδύνατο, θα αποθηκεύονται μόνον υπό τον όρο ότι η ταυτότητα του υποκειμένου τους τελεί υπό κρυπτογραφική μορφή.

6.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

ΤΙΤΛΟΣ ΧΙΙΙ

ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Άρθρο 117

Διοικητική συνεργασία

1.   Οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους, με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, με την Επιτροπή και με τον φορέα που έχει ορίσει η ίδια, ώστε να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Για τον σκοπό της παραγράφου 1 θεσπίζεται σύστημα αμοιβαίας αρωγής, το οποίο περιλαμβάνει κανόνες για την κατόπιν προηγούμενου αιτήματος ή αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών.

3.   Τα κράτη μέλη στα οποία έχουν διεξαχθεί αλιευτικές δραστηριότητες διαβιβάζουν ηλεκτρονικά στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, κάθε σχετική πληροφορία ταυτόχρονα με την κοινοποίησή της στο κράτος μέλος σημαίας του αλιευτικού σκάφους.

4.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 118

Υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων

1.   Ανά πενταετία, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.   Βάσει των εκθέσεων που υποβάλλουν τα κράτη μέλη και των δικών της παρατηρήσεων, η Επιτροπή συντάσσει έκθεση ανά πενταετία που υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

3.   Η Επιτροπή πραγματοποιεί αξιολόγηση του αντικτύπου του παρόντος κανονισμού στην κοινή αλιευτική πολιτική, πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

4.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή έκθεση που αναφέρει τους κανόνες που χρησιμοποίησαν για τη σύνταξη εκθέσεων σχετικά με βασικά δεδομένα.

5.   Λεπτομερείς κανόνες σχετικά με το περιεχόμενο και τη μορφή των εκθέσεων των κρατών μελών για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 119.

Άρθρο 119

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία στο παρόν άρθρο, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

Το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε ένα μήνα.

ΤΙΤΛΟΣ ΧΙV

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΕΙΣ

Άρθρο 120

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 768/2005

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 768/2005 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 3 προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«i)

η συμβολή στην ομοιόμορφη εφαρμογή του συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής, στην οποία περιλαμβάνεται, ειδικότερα:

η οργάνωση του επιχειρησιακού συντονισμού των δραστηριοτήτων ελέγχου των κρατών μελών για την εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης, προγραμμάτων ελέγχου της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας (ΠΛΑ) και διεθνών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης,

οι επιθεωρήσεις που απαιτούνται για την επιτέλεση των καθηκόντων της Υπηρεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17α.».

2.

Στο άρθρο 5:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο επιχειρησιακός συντονισμός από την Υπηρεσία αφορά τον έλεγχο όλων των δραστηριοτήτων που καλύπτει η κοινή αλιευτική πολιτική:»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Με στόχο τη βελτίωση του επιχειρησιακού συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών, η Υπηρεσία δύναται να καταστρώνει επιχειρησιακά σχέδια με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και να συντονίζει την εφαρμογή τους.».

3.

Το άρθρο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 7

Συνδρομή στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη

Η Υπηρεσία επικουρεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη με στόχο την εξασφάλιση της βέλτιστης, ενιαίας και αποτελεσματικής εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους, δυνάμει των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, καθώς και την καταπολέμηση της παράνομης, αδήλωτης και ανεξέλεγκτης αλιείας και στις σχέσεις τους με τρίτες χώρες. Στόχος της Υπηρεσίας είναι κυρίως:

α)

να θεσπίσει και να αναπτύξει ένα βασικό πρόγραμμα για την κατάρτιση των εκπαιδευτών των επιθεωρητών αλιείας των κρατών μελών και να προβλέψει την παροχή πρόσθετων μαθημάτων επιμόρφωσης και σεμιναρίων στους εν λόγω υπαλλήλους και σε άλλο προσωπικό που συμμετέχει σε δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης·

β)

να θεσπίσει και να αναπτύξει ένα βασικό πρόγραμμα για την κατάρτιση των επιθεωρητών αλιείας της Κοινότητας πριν από την πρώτη τους αποστολή και να παρέχει επικαιροποιημένα πρόσθετα μαθήματα επιμόρφωσης και σεμινάρια στους εν λόγω υπαλλήλους σε τακτική βάση·

γ)

κατόπιν αιτήσεως κρατών μελών, να αναλάβει την κοινή προκήρυξη διαγωνισμών για την προμήθεια αγαθών και την παροχή υπηρεσιών σχετικά με δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης των κρατών μελών καθώς επίσης και την προπαρασκευή και τον συντονισμό της εφαρμογής από τα κράτη μέλη κοινών πιλοτικών έργων·

δ)

να καταρτίσει κοινές επιχειρησιακές διαδικασίες σχετικά με τις κοινές δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης που αναλαμβάνουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη·

ε)

να επεξεργαστεί κριτήρια για την ανταλλαγή μέσων ελέγχου και επιθεώρησης μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών καθώς και για την παροχή των εν λόγω μέσων από τα κράτη μέλη·

στ)

να προβαίνει σε ανάλυση του κινδύνου με βάση τα αλιευτικά δεδομένα όσον αφορά τα αλιεύματα, τις εκφορτώσεις και την αλιευτική προσπάθεια, καθώς και σε ανάλυση του κινδύνου σχετικά με λαθραίες εκφορτώσεις, περιλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της σύγκρισης στοιχείων που αφορούν τα αλιεύματα και τις εισαγωγές, με δεδομένα που αφορούν τις εξαγωγές και την κατανάλωση σε εθνικό επίπεδο·

ζ)

κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή των κρατών μελών, να αναπτύσσει κοινές μεθοδολογίες και διαδικασίες επιθεώρησης·

η)

να επικουρεί τα κράτη μέλη στην τήρηση των ιδίων υποχρεώσεων, των υποχρεώσεών τους σε κοινοτικό και διεθνές επίπεδο όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης, αδήλωτης και ανεξέλεγκτης αλιείας, καθώς και των υποχρεώσεών τους στο πλαίσιο των περιφερειακών οργανώσεων διαχείρισης αλιείας·

θ)

να προωθεί και να συντονίζει την ανάπτυξη ενιαίων μεθοδολογιών για τη διαχείριση του κινδύνου στον τομέα της αρμοδιότητάς της,

ι)

να συντονίζει και να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και κοινά πρότυπα για την ανάπτυξη σχεδίων δειγματοληψίας τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί της θέσπισης κοινοτικού συστήματος ελέγχου για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής (26).

4.

Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 8

Εφαρμογή των κοινοτικών υποχρεώσεων όσον αφορά τον έλεγχο και την επιθεώρηση

1.   Η Υπηρεσία, με αίτημα της Επιτροπής, συντονίζει τις δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης που διεξάγουν τα κράτη μέλη βάσει διεθνών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης, θεσπίζοντας κοινά σχέδια ανάπτυξης.

2.   Η Υπηρεσία μπορεί να αποκτήσει, να εκμισθώσει ή να ναυλώσει τον εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για την εφαρμογή των κοινών σχεδίων ανάπτυξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1.».

5.

Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 9

Εφαρμογή των ειδικών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης

1.   Η Υπηρεσία συντονίζει την εφαρμογή των ειδικών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009, μέσω κοινών σχεδίων ανάπτυξης.

2.   Η Υπηρεσία μπορεί να αποκτήσει, να εκμισθώσει ή να ναυλώσει τον εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για την εφαρμογή των κοινών σχεδίων ανάπτυξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1.».

6.

Προστίθεται το ακόλουθο κεφάλαιο μετά το κεφάλαιο ΙΙΙ:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ IIIα

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Άρθρο 17α

Ανάθεση καθηκόντων επιθεωρητών της Κοινότητας σε υπαλλήλους της Υπηρεσίας

Στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας είναι δυνατόν να ανατεθούν καθήκοντα επιθεωρητή της Κοινότητας σε διεθνή ύδατα σύμφωνα με το άρθρο 79 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009.

Άρθρο 17β

Μέτρα της Υπηρεσίας

Όταν ενδείκνυται, η Υπηρεσία:

α)

εκδίδει εγχειρίδια περί εναρμονισμένων προδιαγραφών επιθεώρησης·

β)

αναπτύσσει καθοδηγητικό υλικό που αντανακλά τις βέλτιστες πρακτικές στον τομέα του ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής, περιλαμβανομένης της κατάρτισης των υπαλλήλων ελέγχου και επικαιροποιεί το υλικό αυτό σε τακτική βάση·

γ)

παρέχει στην Επιτροπή την απαραίτητη τεχνική και διοικητική στήριξη για την άσκηση των καθηκόντων της.

Άρθρο 17γ

Συνεργασία

1.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζονται με την Υπηρεσία και της παρέχουν την απαραίτητη συνδρομή για την επιτέλεση της αποστολής της.

2.   Λαμβανομένων δεόντως υπόψη των διαφορών στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, η Υπηρεσία διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ αυτών και της Επιτροπής στην ανάπτυξη εναρμονισμένων προδιαγραφών ελέγχου σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία και λαμβανομένων υπόψη των βέλτιστων πρακτικών στα κράτη μέλη και των συμφωνημένων διεθνών προτύπων.

Άρθρο 17δ

Μονάδα έκτακτης ανάγκης

1.   Σε περιπτώσεις που η Επιτροπή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος δύο τουλάχιστον κρατών μελών, εντοπίσει μια κατάσταση που ενέχει σοβαρό άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο για την κοινή αλιευτική πολιτική, και όταν ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποφευχθεί, να εξαλειφθεί ή να μειωθεί με τις ισχύουσες διατάξεις, ή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί κατάλληλα, ειδοποιείται πάραυτα η Υπηρεσία.

2.   Η Υπηρεσία, ενεργώντας με βάση την κοινοποίηση αυτή εκ μέρους της Επιτροπής ή κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας, προβαίνει άμεσα στη σύσταση μονάδας εκτάκτου ανάγκης και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 17ε

Καθήκοντα της μονάδας έκτακτης ανάγκης

1.   Η μονάδα έκτακτης ανάγκης την οποία έχει συγκροτήσει η Υπηρεσία είναι αρμόδια για τη συλλογή και την αξιολόγηση όλων των σχετικών πληροφοριών και τον καθορισμό των διαθέσιμων επιλογών για την πρόληψη, την εξάλειψη ή τη μείωση του κινδύνου για την κοινή αλιευτική πολιτική, όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά και άμεσα.

2.   Η μονάδα έκτακτης ανάγκης μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια κάθε δημόσιας αρχής ή ιδιώτη, του οποίου την εμπειρογνωμοσύνη κρίνει απαραίτητη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών.

3.   Η Υπηρεσία καταβάλλει τις ενδεδειγμένες συντονιστικές προσπάθειες για την κατάλληλη και έγκαιρη ανταπόκριση σε περίπτωση επείγοντος περιστατικού.

4.   Η μονάδα έκτακτης ανάγκης ενημερώνει, όταν αυτό είναι σκόπιμο, το κοινό για τους σχετικούς κινδύνους και για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.

Άρθρο 17στ

Πολυετές πρόγραμμα εργασίας

1.   Το πολυετές πρόγραμμα εργασίας της Υπηρεσίας προβλέπει για πενταετή περίοδο τους συνολικούς στόχους, την αποστολή, τα καθήκοντα, τους δείκτες απόδοσης και τις προτεραιότητες κάθε δραστηριότητάς της. Το εν λόγω πρόγραμμα περιλαμβάνει παρουσίαση του προγραμματισμού όσον αφορά την πολιτική προσωπικού και την εκτίμηση των πιστώσεων προϋπολογισμού οι οποίες θα διατεθούν για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί για την εν λόγω πενταετή περίοδο.

2.   Το πολυετές πρόγραμμα εργασίας παρουσιάζεται σύμφωνα με τη μεθοδολογία και το σύστημα διαχείρισης ανά δραστηριότητες που έχει αναπτύξει η Επιτροπή. Το πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο.

3.   Το πρόγραμμα εργασίας του άρθρου 23 παράγραφος 2 στοιχείο γ) αναφέρεται στο πολυετές πρόγραμμα εργασίας. Αναφέρει σαφώς τις προσθήκες, τις τροποποιήσεις ή τις διαγραφές σε σύγκριση με το πρόγραμμα εργασίας του προηγούμενου έτους και την πρόοδο που έχει σημειωθεί για την επίτευξη των συνολικών στόχων και των προτεραιοτήτων του πολυετούς προγράμματος εργασίας.

Άρθρο 17ζ

Συνεργασία σε θέματα θαλάσσης

Η Υπηρεσία συμβάλλει στην εφαρμογή της ενιαίας πολιτικής της ΕΕ για τη θάλασσα και ειδικότερα συνάπτει διοικητικές συμφωνίες με άλλα όργανα σε θέματα τα οποία καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό κατόπιν έγκρισης του διοικητικού συμβουλίου. Ο εκτελεστικός διευθυντής ενημερώνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη σχετικά με τις εν λόγω διαπραγματεύσεις όταν αυτές βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο.

Άρθρο 17η

Λεπτομερείς κανόνες

Οι λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002.

Οι εν λόγω κανόνες μπορεί να καλύπτουν, συγκεκριμένα, τη διαμόρφωση σχεδίων για την ανταπόκριση σε επείγον περιστατικό, για τη σύσταση μονάδας έκτακτης ανάγκης και για τις πρακτικές διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται.».

Άρθρο 121

Τροποποιήσεις άλλων κανονισμών

1.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 847/96, το άρθρο 5 διαγράφεται.

2.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 21

Κοινοτικό σύστημα ελέγχου και επιβολής

Ελέγχονται η πρόσβαση σε ύδατα και πόρους και η άσκηση των δραστηριοτήτων που καθορίζονται στο άρθρο 1, και επιβάλλεται η τήρηση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Για τον σκοπό αυτόν, θεσπίζεται κοινοτικό σύστημα για τον έλεγχο, την επιθεώρηση και την επιβολή των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.».

β)

Τα άρθρα 22 έως 28 διαγράφονται.

3.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 811/2004 του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση μέτρων αποκατάστασης των αποθεμάτων μερλούκιου του Βορρά (27), διαγράφονται τα άρθρα 7, 8, 10, 11, 12 και 13.

4.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2115/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2005, για τη θέσπιση σχεδίου ανάκτησης του χάλιμπατ της Γροιλανδίας στο πλαίσιο της Οργάνωσης Αλιείας Βορειοδυτικού Ατλαντικού (28), διαγράφεται το άρθρο 7.

5.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2166/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2005, για τη θέσπιση μέτρων αποκατάστασης των αποθεμάτων μερλούκιου του Νότου και καραβίδας στην Κανταβρική Θάλασσα και στη Δυτική Ιβηρική Χερσόνησο (29), το κεφάλαιο 7 διαγράφεται.

6.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 388/2006 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2006, σχετικά με τη θέσπιση πολυετούς προγράμματος για τη βιώσιμη εκμετάλλευση του αποθέματος γλώσσας στον Βισκαϊκό Κόλπο (30), διαγράφεται το κεφάλαιο ΙV.

7.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 509/2007 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2007, για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου βιώσιμης εκμετάλλευσης του αποθέματος γλώσσας στη Δυτική Μάγχη (31), διαγράφεται το κεφάλαιο ΙV.

8.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 676/2007 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 2007, για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου για τύπους αλιείας που εκμεταλλεύονται τα αποθέματα ευρωπαϊκής χωματίδας και γλώσσας στη Βόρεια Θάλασσα (32), διαγράφεται το κεφάλαιο ΙV.

9.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1098/2007 του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου για τα αποθέματα γάδου της Βαλτικής Θάλασσας και για τις αλιευτικές δραστηριότητες εκμετάλλευσης των εν λόγω αποθεμάτων (33), διαγράφονται το άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4, το άρθρο 11 παράγραφοι 2 και 3, τα άρθρα 12, 13, 15, 18 παράγραφοι 2 και 3, τα άρθρα 19 και 20 και 22 δεύτερη παράγραφος, τα άρθρα 23, 24 και 25.

10.   Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1300/2008 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου για το απόθεμα ρέγγας που κατανέμεται δυτικά της Σκωτίας και για την αλιεία του αποθέματος αυτού (34), διαγράφονται τα άρθρα 5 και 6.

11.   Στον κανονισμό αριθ. 1342/2008 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη σύσταση μακροπρόθεσμου σχεδίου για τα αποθέματα γάδου και τις αλιευτικές δραστηριότητες που εκμεταλλεύονται τα αποθέματα αυτά (35), τα άρθρα 18 έως 29 διαγράφονται.

Άρθρο 122

Καταργήσεις

1.   Καταργείται ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, πλην των άρθρων 6, 8 και 11 που θα καταργηθούν κατά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ των εκτελεστικών διατάξεων των άρθρων 14, 21 και 23 του παρόντος κανονισμού, και του άρθρου 5, του άρθρου 9 παράγραφος 5 και των άρθρων 13, 21 και 34, που θα καταργηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2011.

2.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1627/94 καταργείται από την έναρξη ισχύος των κανόνων εκτέλεσης του άρθρου 7 του παρόντος κανονισμού.

3.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1966/2006 καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2011.

Άρθρο 123

Παραπομπές

Οι παραπομπές στους καταργηθέντες κανονισμούς και στις καταργηθείσες διατάξεις σύμφωνα με το άρθρο 121 θεωρούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος II.

ΤΙΤΛΟΣ XV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 124

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2010.

Ωστόσο:

α)

οι διατάξεις του άρθρου 33 παράγραφοι 6 και 9, των άρθρων 37, 43, 58, 60, 61, 63, 67, 68, 73, 78 και 84, του άρθρου 90 παράγραφοι 2 έως 4, των άρθρων 93 και 117 και του άρθρου 121 παράγραφοι 3 έως 11 εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2011·

β)

οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 14, 21 και 23 εφαρμόζονται κατά την ημερομηνία της έναρξης ισχύος των εκτελεστικών τους διατάξεων·

γ)

το άρθρο 92 εφαρμόζεται 6 μήνες από την έναρξη ισχύος των εκτελεστικών του κανόνων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 20ής Νοεμβρίου 2009.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

E. ERLANDSSON


(1)  Γνώμη της 22ας Απριλίου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  Γνώμη της 15ης Μαΐου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  ΕΕ C 211 της 4.9.2009, σ. 73.

(4)  ΕΕ C 151 της 3.7.2009, σ. 11.

(5)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(6)  ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 286 της 29.10.2008, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 286 της 29.10.2008, σ. 33.

(9)  ΕΕ L 208 της 5.8.2002, σ. 10.

(10)  ΕΕ L 102 της 7.4.2004, σ. 9.

(11)  ΕΕ L 204 της 13.8.2003, σ. 21.

(12)  ΕΕ L 365 της 10.12.2004, σ. 19.

(13)  ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1.

(14)  ΕΕ L 278 της 23.10.2001, σ. 6.

(15)  ΕΕ L 289 της 16.11.2000, σ. 8.

(16)  ΕΕ L 223 της 15.8.2006, σ. 1.

(17)  ΕΕ L 160 της 14.6.2006, σ. 1.

(18)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(19)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(20)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(21)  ΕΕ L 171 της 6.7.1994, σ. 7.

(22)  ΕΕ L 408 της 30.12.2006, σ. 1.

(23)  ΕΕ L 128 της 21.5.2005, σ. 1.

(24)  ΕΕ L 60 της 5.3.2008, σ. 1.

(25)  ΕΕ L 347 της 11.12.2006, σ. 1.

(26)  ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 1».

(27)  ΕΕ L 150 της 30.4.2004, σ. 1.

(28)  ΕΕ L 340 της 23.12.2005, σ. 3.

(29)  ΕΕ L 345 της 28.12.2005, σ. 5.

(30)  ΕΕ L 65 της 7.3.2006, σ. 1.

(31)  ΕΕ L 122 της 11.5.2007, σ. 7.

(32)  ΕΕ L 157 της 19.6.2007, σ. 1.

(33)  ΕΕ L 248 της 22.9.2007, σ. 1.

(34)  ΕΕ L 344 της 20.12.2008, σ. 6.

(35)  ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 20.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΙΔΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΛΥΕΤΗ ΣΧΕΔΙΑ

Στόχος του σχεδίου

1.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει ειδικά κριτήρια αναφοράς σε θέματα επιθεώρησης σύμφωνα με το παρόν παράρτημα.

Στρατηγική

2.   Η επιθεώρηση και η επιτήρηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων επικεντρώνεται σε αλιευτικά σκάφη τα οποία είναι πιθανό να αλιεύουν είδη τα οποία υπάγονται σε πολυετές σχέδιο. Ως συμπληρωματικός μηχανισμός διασταυρούμενου ελέγχου για την επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων επιθεώρησης και εποπτείας χρησιμοποιούνται τυχαίες επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων μεταφοράς και εμπορίας ειδών τα οποία αποτελούν αντικείμενο πολυετούς σχεδίου.

Προτεραιότητες

3.   Καθορίζονται διαφορετικά επίπεδα προτεραιότητας για διαφορετικούς τύπους αλιευτικών εργαλείων, ανάλογα με το βαθμό στον οποίο επηρεάζονται οι στόλοι από τους περιορισμούς των αλιευτικών δυνατοτήτων. Για τον λόγο αυτό, κάθε κράτος μέλος θέτει ειδικές προτεραιότητες.

Δείκτες αναφοράς όσον αφορά τους στόχους

4.   Το αργότερο ένα μήνα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τα οικεία χρονοδιαγράμματα επιθεώρησης, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους που καθορίζονται κατωτέρω.

Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν και περιγράφουν τη στρατηγική που θα εφαρμόσουν όσον αφορά τη δειγματοληψία.

Η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, έχει πρόσβαση στο σχέδιο δειγματοληψίας του κράτους μέλους.

α)

Επίπεδο επιθεωρήσεων σε λιμένες

Κατά γενικό κανόνα, η επιτευκτέα ακρίβεια πρέπει να είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με αυτήν που θα επιτυγχανόταν με μια μέθοδο απλής τυχαίας δειγματοληψίας, στο πλαίσιο της οποίας οι επιθεωρήσεις καλύπτουν ποσοστό 20 %, κατά βάρος, όλων των εκφορτώσεων ειδών τα οποία υπάγονται σε πολυετές σχέδιο σε κράτος μέλος.

β)

Επίπεδο επιθεωρήσεων της εμπορίας

Επιθεώρηση ποσοστού 5 % των ποσοτήτων ειδών τα οποία αποτελούν αντικείμενο πολυετούς σχεδίου που προσφέρονται για πώληση στις ιχθυόσκαλες.

γ)

Επίπεδο επιθεωρήσεων εν πλω

Ελαστικό κριτήριο: καθορίζεται ύστερα από λεπτομερή ανάλυση της αλιευτικής δραστηριότητας σε κάθε περιοχή. Στα κριτήρια αναφοράς για τις επιθεωρήσεις εν πλω πρέπει να αναφέρεται ο αριθμός των ημερών περιπολίας στη θάλασσα στις περιοχές διαχείρισης, ενδεχομένως με χωριστό κριτήριο για τις ημέρες περιπολίας σε συγκεκριμένες περιοχές.

δ)

Επίπεδο εναέριας επιτήρησης

Ελαστικό κριτήριο: καθορίζεται μετά από λεπτομερή ανάλυση της αλιευτικής δραστηριότητας σε κάθε περιοχή και με βάση τους πόρους που διαθέτει κάθε κράτος μέλος.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρα 1 και 2

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 1 παράγραφος 3

Άρθρο 2

Άρθρο 2

Άρθρο 5

Άρθρο 3

Άρθρο 9

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 5

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 75

Άρθρο 5 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 74

Άρθρο 5 στοιχείο γ)

Άρθρο 8

Άρθρο 6

Άρθρα 14, 15 και 16

Άρθρο 7

Άρθρα 17 και 18

Άρθρο 8

Άρθρα 23, 24 και 25

Άρθρο 9 παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 4α, 5, 6, 7, 8 και 9

Άρθρα 62, 63, 64, 65 και 68

Άρθρο 9 παράγραφοι 4β και 5

Άρθρα 66 και 67

Άρθρο 11

Άρθρα 20, 21 και 22

Άρθρο 13

Άρθρο 68

Άρθρο 14

Άρθρο 59

Άρθρο 15 παράγραφοι 1, 2 και 4

Άρθρο 33 και 34

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 36

Άρθρο 16

Άρθρο 117

Άρθρο 17

Άρθρο 5

Άρθρο 19

Άρθρα 112 και 113

Τίτλος IIA

Τίτλος IV κεφάλαιο I τμήμα 2

Άρθρο 20 παράγραφος 1

Άρθρο 47

Άρθρο 20 παράγραφος 2

Άρθρο 49

Άρθρο 21 παράγραφος 1

Άρθρο 33

Άρθρο 21 παράγραφος 2

Άρθρο 35

Άρθρο 21 παράγραφος 3

Άρθρο 36

Άρθρο 21 παράγραφος 4

Άρθρο 37

Άρθρο 21α

Άρθρο 35

Άρθρο 21β

Άρθρο 34

Άρθρο 21γ

Άρθρο 36

Άρθρο 23

Άρθρο 105

Τίτλος V

Τίτλος IV κεφάλαιο II και άρθρο 109

Άρθρο 28 παράγραφος 1

Άρθρο 56

Άρθρο 28 παράγραφος 2

Άρθρα 57 και 70

Άρθρο 28 παράγραφος 2α

Άρθρο 56

Άρθρο 29

Άρθρα 96, 97, 98 και 99

Άρθρο 30

Άρθρο 102

Άρθρο 31 παράγραφος 1 και 2

Άρθρα 89 και 90

Άρθρο 31 παράγραφος 4

Άρθρο 86

Άρθρο 32 παράγραφος 1

Άρθρο 85

Άρθρο 32 παράγραφος 2

Άρθρο 88

Άρθρο 33

Άρθρο 86

Άρθρο 34

Άρθρο 117

Άρθρο 34α

Άρθρο 117

Άρθρο 34β

Άρθρο 98

Άρθρο 34γ

Άρθρο 95

Άρθρο 35

Άρθρο 118

Άρθρο 36

Άρθρο 119

Άρθρο 37

Άρθρα 112 και 113

Άρθρο 38

Άρθρο 3

Άρθρο 39

Άρθρο 122

Άρθρο 40

Άρθρο 124

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1627/94

Παρών κανονισμός

Ολόκληρος ο κανονισμός

Άρθρο 7

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 847/96

Παρών κανονισμός

Άρθρο 5

Άρθρο 106

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2371/2002

Παρών κανονισμός

Άρθρο 21

Άρθρα 1 και 2

Άρθρο 22 παράγραφος 1

Άρθρα 6, 7, 8, 9, 14 και 75

Άρθρο 22 παράγραφος 2

Άρθρα 58, 59, 62, 68 και 75

Άρθρο 23 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 3, άρθρο 5 παράγραφος 5 και άρθρο 11

Άρθρο 23 παράγραφος 4

Άρθρα 105 και 106

Άρθρο 24

Άρθρο 5, τίτλος ΙII και άρθρα 71 και 91

Άρθρο 25

Κεφάλαια III και IV του τίτλου VII και άρθρο 89

Άρθρο 26 παράγραφος 1

Άρθρο 96

Άρθρο 26 παράγραφος 2

Άρθρο 108

Άρθρο 26 παράγραφος 4

Άρθρο 36

Άρθρο 27 παράγραφος 1

Άρθρα 96 έως 99

Άρθρο 27 παράγραφος 2

Άρθρα 101 και 102

Άρθρο 28 παράγραφος 1

Άρθρο 117

Άρθρο 28 παράγραφος 3

Άρθρα 80, 81 και 83

Άρθρο 28 παράγραφος 4

Άρθρο 79

Άρθρο 28 παράγραφος 5

Άρθρο 74

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 811/2004

Παρών κανονισμός

Άρθρο 7

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 8

Άρθρο 17

Άρθρο 10

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 11

Άρθρο 44

Άρθρο 12

Άρθρο 60 παράγραφος 6

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2166/2005

Παρών κανονισμός

Άρθρο 9

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 10

Άρθρο 60 παράγραφος 1

Άρθρο 12

Άρθρο 44

Άρθρο 13

Άρθρο 60 παράγραφος 6

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2115/2005

Παρών κανονισμός

Άρθρο 7

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 388/2006

Παρών κανονισμός

Άρθρο 7

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 8

Άρθρο 60 παράγραφος 1

Άρθρο 10

Άρθρο 44

Άρθρο 11

Άρθρο 60 παράγραφος 6

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 509/2007

Παρών κανονισμός

Άρθρο 6

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 8

Άρθρο 44

Άρθρο 9

Άρθρο 60 παράγραφος 6

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 676/2007

Παρών κανονισμός

Άρθρο 10

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 11

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 12

Άρθρο 60 παράγραφος 1

Άρθρο 14

Άρθρο 44

Άρθρο 15

Άρθρο 60 παράγραφος 6

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1098/2007

Παρών κανονισμός

Άρθρο 15

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 19

Άρθρο 60 παράγραφος 1

Άρθρο 24

Άρθρο 46

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1342/2008

Παρών κανονισμός

Άρθρο 19 παράγραφος 1

Άρθρο 109 παράγραφος 2

Άρθρο 19 παράγραφος 2

Άρθρο 115

Άρθρο 20

Άρθρο 60

Άρθρο 22

Άρθρο 42

Άρθρο 23

Άρθρο 46

Άρθρο 24

Άρθρο 17

Άρθρο 25

Άρθρο 43

Άρθρο 26

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 27

Άρθρο 44

Άρθρο 28

Άρθρο 60 παράγραφος 6


22.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 343/51


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 30ής Νοεμβρίου 2009

για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

(κωδικοποιημένη έκδοση)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 133,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (EK) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2), έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα (3) και ουσιωδώς. Είναι, ως εκ τούτου σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Οι πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1994 οδήγησαν στη σύναψη νέων συμφωνιών σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (εφεξής «GATT»). Επίσης, λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού χαρακτήρα των νέων κανόνων για το ντάμπινγκ, αφενός, και για τις επιδοτήσεις, αφετέρου, ενδείκνυται να θεσπισθούν χωριστοί κοινοτικοί κανόνες για τους δύο αυτούς τομείς, με αποτέλεσμα οι κανόνες για την άμυνα κατά των επιδοτήσεων και τους αντισταθμιστικούς δασμούς να αποτελούν αντικείμενο χωριστού κανονισμού.

(3)

Η συμφωνία για το ντάμπινγκ, και συγκεκριμένα η συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (εφεξής: «συμφωνία αντιντάμπινγκ του 1994») περιέχει λεπτομερείς κανόνες, οι οποίοι αφορούν, ιδίως, τον υπολογισμό του ντάμπινγκ, τις διαδικασίες έναρξης και διεξαγωγής της έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της διαπίστωσης και αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών, την επιβολή προσωρινών μέτρων, την επιβολή και είσπραξη δασμών αντιντάμπινγκ, τη διάρκεια ισχύος και την επανεξέταση των μέτρων αντιντάμπινγκ, καθώς και τη διάθεση στο κοινό στοιχείων σχετικών με έρευνες αντιντάμπινγκ. Προκειμένου να διασφαλισθεί η ενδεδειγμένη και διαφανής εφαρμογή των εν λόγω κανόνων, το κείμενο των συμφωνιών θα πρέπει να ενσωματωθεί κατά το δυνατόν στην κοινοτική νομοθεσία.

(4)

Κατά την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων, είναι απαραίτητο, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τη συμφωνία της GATT, να ληφθεί υπόψη από την Κοινότητα η ερμηνεία που δίδουν στους κανόνες αυτούς οι σημαντικότεροι εμπορικοί της εταίροι.

(5)

Είναι επιθυμητό να καθιερωθούν σαφείς και λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Ειδικότερα, θα πρέπει σε όλες τις περιπτώσεις ο υπολογισμός να βασίζεται σε αντιπροσωπευτικές πωλήσεις στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων στη χώρα εξαγωγής. Είναι σκόπιμο να δοθούν διευκρινίσεις σχετικά με το πότε τα μέρη θεωρούνται συνδεδεμένα όσον αφορά τον καθορισμό του ντάμπινγκ. Είναι σκόπιμο να προσδιορισθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι εγχώριες πωλήσεις πραγματοποιούνται επί ζημία και δεν λαμβάνονται υπόψη, και εκείνες υπό τις οποίες λαμβάνονται υπόψη οι υπόλοιπες πωλήσεις ή μια κατασκευασμένη κανονική αξία ή οι πωλήσεις προς κάποια τρίτη χώρα. Είναι επίσης σκόπιμο να προβλέπεται ο ενδεικνυόμενος καταλογισμός των δαπανών, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων έναρξης λειτουργίας, και ενδείκνυται επίσης να θεσπισθούν κατευθυντήριες διατάξεις σχετικά με τον ορισμό της έναρξης λειτουργίας, καθώς και σχετικά με την έκταση και τη μέθοδο του καταλογισμού. Είναι επίσης αναγκαίο, όταν κατασκευάζεται η κανονική αξία, να επισημαίνεται η μέθοδος που πρόκειται να εφαρμοσθεί για τον προσδιορισμό των ποσών που αντιστοιχούν στα έξοδα πωλήσεως, στα γενικά και διοικητικά έξοδα και στο περιθώριο κέρδους και τα οποία θα πρέπει να περιληφθούν στην αξία.

(6)

Όταν ο καθορισμός της κανονικής αξίας αφορά χώρες χωρίς οικονομία αγοράς, φαίνεται ορθότερο να καθιερωθούν κανόνες για την επιλογή της κατάλληλης τρίτης χώρας με οικονομία αγοράς που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό, όταν όμως δεν είναι δυνατή η εξεύρεση κατάλληλης τρίτης χώρας, να προβλέπεται ότι η κανονική αξία είναι δυνατό να καθορίζεται με οποιονδήποτε άλλο εύλογο τρόπο.

(7)

Είναι σκόπιμο να αναθεωρηθεί η κοινοτική πρακτική αντιντάμπινγκ, ώστε να είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβληθείσες οικονομικές συνθήκες στο Καζακστάν. Ειδικότερα, είναι σκόπιμο να προσδιορισθεί ότι η κανονική αξία μπορεί να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται σε χώρες με οικονομία αγοράς όταν αποδεικνύεται ότι επικρατούν συνθήκες αγοράς για έναν ή περισσότερους παραγωγούς που υπόκεινται σε έρευνα, σε σχέση με την κατασκευή και την πώληση του σχετικού προϊόντος.

(8)

Είναι επίσης σκόπιμο να χορηγηθεί παρεμφερής μεταχείριση και σε εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες που είναι μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) κατά την ημερομηνία έναρξης της σχετικής έρευνας αντιντάμπινγκ.

(9)

Είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η εξέταση για το αν επικρατούν συνθήκες της αγοράς γίνεται με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που υποβάλλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που υπόκεινται στην έρευνα, οι οποίοι επιθυμούν να επωφεληθούν από τη δυνατότητα καθορισμού της κανονικής αξίας με βάση τους κανόνες που ισχύουν σε χώρες με οικονομία αγοράς.

(10)

Είναι σκόπιμο να καθοριστεί η τιμή εξαγωγής και να απαριθμηθούν οι προσαρμογές που πρέπει να γίνονται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνεται αναγκαίο να ανασκευασθεί η τιμή αυτή με βάση την πρώτη τιμή στην ελεύθερη αγορά.

(11)

Για να εξασφαλισθεί η δίκαιη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας, είναι χρήσιμο να γίνει απαρίθμηση των παραγόντων που ενδέχεται να επηρεάζουν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών, και να θεσπισθούν ειδικοί κανόνες σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο πραγματοποίησης των προσαρμογών, να επισημανθεί δε ότι πρέπει να αποφεύγεται η επανάληψη προσαρμογών. Είναι ακόμη αναγκαίο να προβλέπεται η δυνατότητα συγκρίσεως χρησιμοποιώντας μέσες τιμές, αν και οι επιμέρους τιμές εξαγωγής είναι δυνατό να συγκρίνονται με μια μέση κανονική αξία, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιμέρους τιμές εξαγωγής ποικίλλουν ανάλογα με τον πελάτη, την περιφέρεια ή τη χρονική περίοδο.

(12)

Είναι αναγκαίο να καθιερωθούν σαφείς και λεπτομερείς κατευθυντήριες ρυθμίσεις σχετικά με τους παράγοντες που είναι δυνατό να χρησιμεύσουν για τη διαπίστωση του κατά πόσον οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ έχουν προξενήσει σημαντική ζημία ή υπάρχει ο κίνδυνος να προξενήσουν σημαντική ζημία. Όταν γίνεται προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο όγκος και το ύψος των τιμών των επίμαχων εισαγωγών ευθύνονται για τη ζημία που προξενείται στην κοινοτική βιομηχανία, πρέπει να δίδεται προσοχή στην επίδραση άλλων παραγόντων, και ειδικότερα των συνθηκών που υφίστανται στην κοινοτική αγορά.

(13)

Είναι χρήσιμο να προσδιορισθεί η έννοια του όρου «κοινοτική βιομηχανία» και να προβλεφθεί ότι τα μέρη που συνδέονται με εξαγωγείς είναι δυνατό να εξαιρούνται από αυτή τη βιομηχανία, καθώς επίσης να προσδιορισθεί η έννοια του όρου «συνδεόμενος». Είναι επίσης αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα λήψης μέτρων αντιντάμπινγκ για λογαριασμό των παραγωγών μιας περιφέρειας της Κοινότητας και να θεσπιστούν κατευθυντήριες ρυθμίσεις σχετικά με τον ορισμό μιας τέτοιας περιφέρειας.

(14)

Eίναι απαραίτητο να καθοριστεί ποιοι δύνανται να υποβάλλουν καταγγελία αντιντάμπινγκ, ο απαιτούμενος βαθμός υποστήριξης της καταγγελίας από την κοινοτική βιομηχανία, καθώς και τα στοιχεία που κάθε καταγγελία πρέπει να περιέχει σχετικά με το ντάμπινγκ, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια. Eίναι επίσης σκόπιμο να καθοριστούν οι διαδικασίες για την απόρριψη των καταγγελιών ή την κίνηση σχετικής διαδικασίας.

(15)

Πρέπει να προβλεφθεί ο τρόπος με τον οποίο οι ενδιαφερόμενοι θα ενημερώνονται σχετικά με τις πληροφορίες που χρειάζονται οι αρχές, και θα πρέπει να τους παραχωρείται ευρεία δυνατότητα υποβολής κάθε συναφούς αποδεικτικού στοιχείου, καθώς και πλήρης δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων τους. Είναι επίσης επιθυμητό να καθιερωθούν ευκρινώς οι κανόνες και οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται κατά τη διάρκεια της έρευνας, και ειδικότερα να ορίζονται οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να αναγγέλλονται, να εκθέτουν τις απόψεις τους και να παρέχουν πληροφορίες εντός των τασσομένων προθεσμιών προκειμένου οι εν λόγω απόψεις και πληροφορίες να λαμβάνονται υπόψη. Ενδείκνυται επίσης να καθοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας ενδιαφερόμενος μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί από άλλους ενδιαφερομένους και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του σχετικά. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής για τη συγκέντρωση των πληροφοριών.

(16)

Είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι προϋποθέσεις για την επιβολή προσωρινών δασμών περιλαμβανομένης της προϋποθέσεως ότι η επιβολή τους δεν επιτρέπεται πριν από την πάροδο 60 ημερών από την κίνηση της σχετικής διαδικασίας, ούτε μετά την πάροδο εννέα μηνών από αυτήν. Για διοικητικούς λόγους, είναι ομοίως απαραίτητο να προβλέπεται ότι αυτοί οι δασμοί είναι δυνατό να επιβάλλονται σε όλες τις περιπτώσεις από την Επιτροπή είτε απευθείας για διάστημα εννέα μηνών, είτε σε δύο στάδια διάρκειας έξι και τριών μηνών.

(17)

Είναι αναγκαίο να προσδιορισθούν οι διαδικασίες αποδοχής αναλήψεων υποχρεώσεων, με τις οποίες εξαλείφεται το ντάμπινγκ και η ζημία, αντί της επιβολής προσωρινών ή οριστικών δασμών. Ενδείκνυται επίσης να οριστούν οι συνέπειες της μη τήρησης ή της ανάκλησης μιας αναλήψεως υποχρέωσης, καθώς και να προβλεφθεί ότι είναι δυνατή η επιβολή προσωρινών δασμών σε περιπτώσεις που υπάρχουν υπόνοιες για μη τήρηση ή όταν απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τη συμπλήρωση των πορισμάτων. Κατά την αποδοχή μιας ανάληψης υποχρέωσης πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε οι προτεινόμενες αναλήψεις υποχρεώσεων και η τήρησή τους να μην οδηγούν σε συμπεριφορά αντίθετη στον ανταγωνισμό.

(18)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι η περάτωση των υποθέσεων, ανεξαρτήτως του αν θα ληφθούν ή όχι οριστικά μέτρα, θα πρέπει να γίνεται κατά κανόνα εντός 12 μηνών και σε κάθε περίπτωση όχι μετά την παρέλευση 15 μηνών από την έναρξη της έρευνας. Οι έρευνες ή οι διαδικασίες πρέπει να περατούνται όταν το ντάμπινγκ είναι ασήμαντο ή όταν η ζημία είναι αμελητέα και είναι σκόπιμο να διευκρινισθούν οι όροι αυτοί. Όταν πρόκειται να επιβληθούν μέτρα, είναι αναγκαίο να προβλέπεται η περάτωση των ερευνών και να ορίζεται ότι τα μέτρα πρέπει να αφορούν ποσό κατώτερο του περιθωρίου του ντάμπινγκ, εφόσον το κατώτερο αυτό ποσό αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας, όπως επίσης να προσδιορίζεται η μέθοδος υπολογισμού του επιπέδου των μέτρων σε περιπτώσεις δειγματοληψίας.

(19)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί η δυνατότητα αναδρομικής είσπραξης προσωρινών δασμών αν κρίνεται ενδεδειγμένο και να καθοριστούν οι συνθήκες που μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα για την αναδρομική εφαρμογή δασμών, προκειμένου να αποτραπεί η υπονόμευση της αποτελεσματικότητας των οριστικών μέτρων που σχεδιάζεται να εφαρμοσθούν. Είναι επίσης ανάγκη να προβλεφθεί ότι η αναδρομική εφαρμογή δασμών επιτρέπεται σε περιπτώσεις παραβίασης ή ανάκλησης αναλήψεων υποχρεώσεων.

(20)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι τα μέτρα παύουν να ισχύουν μετά την πάροδο πενταετίας, εκτός αν διαπιστωθεί, από την επανεξέτασή τους, ότι είναι σκόπιμη η διατήρησή τους σε ισχύ. Είναι ακόμη ανάγκη να προβλεφθεί ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν υποβληθεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη μεταβολή των συνθηκών, διενεργείται επανεξέταση ή έρευνα, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον επιβάλλεται η επιστροφή δασμών αντιντάμπινγκ. Επιπλέον, ενδείκνυται να προβλεφθεί ότι σε περίπτωση επανυπολογισμού του ντάμπινγκ, για τον οποίον απαιτείται η ανακατασκευή των τιμών εξαγωγής, οι δασμοί δεν αντιμετωπίζονται ως δαπάνη προκύψασα μεταξύ της εισαγωγής και της μεταπώλησης, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκάστοτε δασμός αντανακλάται στις τιμές των προϊόντων που υπόκεινται σε μέτρα στην Κοινότητα.

(21)

Είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ρητώς η δυνατότητα επανεκτίμησης των τιμών εξαγωγής και των περιθωρίων ντάμπινγκ σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δασμός απορροφάται από τον εξαγωγέα μέσω συμψηφιστικού διακανονισμού, ενώ τα επιβληθέντα μέτρα δεν αντανακλώνται στις τιμές των προϊόντων που υπόκεινται στα μέτρα αυτά στην Κοινότητα.

(22)

Η συμφωνία αντιντάμπινγκ του 1994 δεν περιλαμβάνει διατάξεις για το θέμα της καταστρατήγησης των μέτρων αντιντάμπινγκ, μολονότι σε χωριστή απόφαση υπουργών της GATT αναγνωρίζεται ότι οι καταστρατηγήσεις αποτελούν πρόβλημα, το οποίο παραπέμπεται προς επίλυση στην επιτροπή αντιντάμπινγκ της GATT. Δεδομένης της μέχρι σήμερα αποτυχίας των πολυμερών διαπραγματεύσεων και εν αναμονή της έκβασης της παραπομπής του θέματος στην επιτροπή αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ, είναι ανάγκη να συμπεριληφθούν στην κοινοτική νομοθεσία διατάξεις για την αντιμετώπιση ορισμένων πρακτικών, όπως είναι η απλή συναρμολόγηση στην Κοινότητα ή σε τρίτη χώρα, με τις οποίες επιδιώκεται πρωτίστως η καταστρατήγηση μέτρων αντιντάμπινγκ.

(23)

Είναι επίσης σκόπιμο να διευκρινισθούν οι πρακτικές οι οποίες αποτελούν καταστρατήγηση των μέτρων που εφαρμόζονται. Οι πρακτικές καταστρατήγησης μπορούν να λάβουν χώρα στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Κοινότητας. Είναι επομένως αναγκαίο να προβλεφθεί ότι οι απαλλαγές από τους επεκταθέντες δασμούς που ενδεχομένως έχουν ήδη χορηγηθεί στους εισαγωγείς μπορούν επίσης να χορηγηθούν στους εξαγωγείς όταν επεκτείνονται οι δασμοί για να αντιμετωπιστεί η καταστρατήγηση που λαμβάνει χώρα εκτός της Κοινότητας.

(24)

Ενδείκνυται να επιτρέπεται η αναστολή μέτρων αντιντάμπινγκ σε περίπτωση πρόσκαιρης μεταβολής των συνθηκών στην αγορά, η οποία αίρει προσωρινά τη σκοπιμότητα της συνέχισης επιβολής των εκάστοτε μέτρων.

(25)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι οι εισαγωγές για τις οποίες διεξάγεται έρευνα είναι δυνατό να καταγράφονται κατά τη στιγμή που διενεργούνται ώστε να επιτρέπεται η μεταγενέστερη λήψη μέτρων κατ' αυτών.

(26)

Για να διασφαλισθεί η προσήκουσα επιβολή των μέτρων, είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να παρακολουθούν και να υποβάλλουν στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με το εισαγωγικό εμπόριο προϊόντων που υπόκεινται σε έρευνα ή σε μέτρα, καθώς και σχετικά με τα ποσά των δασμών που εισπράττονται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(27)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί η διεξαγωγή διαβουλεύσεων στο πλαίσιο συμβουλευτικής επιτροπής σε τακτικά και προκαθορισμένα στάδια της έρευνας. Η επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών και έχει ως πρόεδρο εκπρόσωπο της Επιτροπής.

(28)

Τα στοιχεία που χορηγούνται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής έχουν συνήθως ιδιαίτερα τεχνικό χαρακτήρα και απαιτούν πολυσύνθετη οικονομική και νομική ανάλυση. Για να χορηγηθεί στα κράτη μέλη αρκετός χρόνος για να τα εξετάσουν, αυτά τα στοιχεία πρέπει να αποστέλλονται σε ενδεδειγμένο χρόνο πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης που καθορίζει ο πρόεδρος της συμβουλευτικής επιτροπής.

(29)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα πραγματοποίησης επισκέψεων, με σκοπό την επαλήθευση και τον έλεγχο στοιχείων που έχουν υποβληθεί για το θέμα του ντάμπινγκ και της ζημίας, αν και οι επισκέψεις αυτού του είδους πρέπει να προϋποθέτουν την παραλαβή προσηκουσών απαντήσεων στα αποσταλμένα ερωτηματολόγια.

(30)

Έχει σημασία να προβλεφθεί η δυνατότητα δειγματοληψιών σε υποθέσεις με μεγάλο αριθμό συναλλασσομένων ή συναλλαγών, ούτως ώστε να είναι δυνατή η έγκαιρη ολοκλήρωση των ερευνών.

(31)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι, όταν τα μέρη δεν συνεργάζονται κατά τρόπο ικανοποιητικό, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν άλλα στοιχεία προς εξαγωγή συμπερασμάτων και ότι τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να είναι λιγότερο ευνοϊκά για τα μέρη από εκείνα που θα υπήρχαν αν είχαν συνεργασθεί.

(32)

Πρέπει να προβλεφθεί ο τρόπος μεταχείρισης των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, ούτως ώστε να μη διαρρέουν επιχειρηματικά μυστικά.

(33)

Είναι σημαντικό να προβλεφθεί η προσήκουσα γνωστοποίηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και των διαπιστώσεων που έχουν προκύψει σε μέρη που νομιμοποιούνται να λάβουν γνώση των εν λόγω στοιχείων, καθώς και η πραγματοποίηση της γνωστοποίησης αυτής εντός χρονικού διαστήματος που επιτρέπει στα μέρη να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, λαμβανομένης συγχρόνως υπόψη της διαδικασίας λήψης αποφάσεων που ισχύει στην Κοινότητα.

(34)

Θα ήταν φρόνιμο να καθιερωθεί διοικητικό σύστημα που θα προβλέπει τη δυνατότητα προβολής επιχειρημάτων σχετικά με το κατά πόσον ένα μέτρο είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένου του συμφέροντος των καταναλωτών, όπως επίσης να καθορισθούν, αφενός, οι προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να υποβάλλονται τα σχετικά στοιχεία και, αφετέρου, τα δικαιώματα ενημέρωσης των ενδιαφερομένων μερών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αρχές

1.   Δασμός αντιντάμπινγκ είναι δυνατό να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προκαλεί ζημία.

2.   Ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ όταν η τιμή εξαγωγής του στην Κοινότητα είναι χαμηλότερη από μια συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος, όπως έχει καθοριστεί για τη χώρα εξαγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.

3.   Ως χώρα εξαγωγής θεωρείται κατά κανόνα η χώρα καταγωγής. Εντούτοις, χώρα εξαγωγής ενδέχεται να είναι κάποια ενδιάμεση χώρα, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, επί παραδείγματι, τα εκάστοτε προϊόντα απλώς διαμετακομίζονται μέσω της χώρας αυτής ή δεν παράγονται σε αυτήν ή δεν υφίσταται γι’ αυτά κάποια συγκρίσιμη τιμή στην εν λόγω χώρα.

4.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής τους παρόντος κανονισμού, ως «ομοειδές προϊόν» νοείται ένα πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν ή, ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν το οποίο, αν και όχι όμοιο από κάθε άποψη, έχει χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν σημαντική ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος.

Άρθρο 2

Καθορισμός του ντάμπινγκ

1.   Η κανονική αξία βασίζεται κατ' αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής.

Ωστόσο, στην περίπτωση που ο εξαγωγέας στη χώρα εξαγωγής δεν παράγει ή δεν πωλεί το ομοειδές προϊόν, η κανονική αξία είναι δυνατό να καθορίζεται με βάση τις τιμές που εφαρμόζουν άλλοι πωλητές ή παραγωγοί.

Οι τιμές που εφαρμόζονται μεταξύ μερών που φαίνεται ότι συνδέονται μεταξύ τους ή έχουν συνάψει μεταξύ τους συμψηφιστικό διακανονισμό είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αντιστοιχούν σε συνήθεις εμπορικές πράξεις και να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν επηρεάζονται από τη μεταξύ των μερών σχέση.

Για να καθοριστεί αν δύο μέρη είναι συνδεδεμένα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο ορισμός των συνδεδεμένων μερών που δίδεται στο άρθρο 143 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (4).

2.   Οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος που προορίζονται για εγχώρια κατανάλωση, χρησιμοποιούνται κατ' αρχήν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο όγκος των εν λόγω πωλήσεων αντιπροσωπεύει ποσοστό 5 % τουλάχιστον του όγκου πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς την Κοινότητα. Εντούτοις, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί και μικρότερος όγκος πωλήσεων, όταν, επί παραδείγματι, οι εφαρμοζόμενες τιμές θεωρούνται αντιπροσωπευτικές της οικείας αγοράς.

3.   Όταν δεν υπάρχουν πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων ή όταν αυτές δεν είναι επαρκείς ή όταν οι πωλήσεις αυτές δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή ορθής σύγκρισης εξαιτίας των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, η κανονική αξία του ομοειδούς προϊόντος υπολογίζεται με βάση το κόστος παραγωγής στη χώρα καταγωγής συν ένα εύλογο ποσό για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα και τα κέρδη ή με βάση τις τιμές εξαγωγής, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, προς μια κατάλληλη τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι οι τιμές αυτές είναι αντιπροσωπευτικές.

Οι ειδικές συνθήκες της αγοράς για το υπό εξέταση προϊόν κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου θεωρείται ότι επικρατούν, μεταξύ άλλων, όταν οι τιμές είναι τεχνητά χαμηλές, όταν ασκείται σημαντικό αντισταθμιστικό εμπόριο, ή όταν υπάρχουν καθεστώτα τελειοποίησης μη εμπορικού χαρακτήρα.

4.   Οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά της χώρας εξαγωγής ή οι εξαγωγικές πωλήσεις προς μια τρίτη χώρα, σε τιμές χαμηλότερες από το (πάγιο και μεταβλητό) κόστος παραγωγής ανά μονάδα, προσαυξημένο κατά τα έξοδα πώλησης και τα γενικά και διοικητικά έξοδα, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι δεν πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων εξαιτίας της τιμής τους και ενδέχεται να μη ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι οι πωλήσεις αυτές έχουν πραγματοποιηθεί επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα και σε σημαντικές ποσότητες και ότι οι τιμές τους δεν επιτρέπουν την ολοσχερή κάλυψη του κόστους μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Στην περίπτωση τιμών που υπολείπονται του κόστους κατά το χρόνο της πώλησης, αλλά είναι υψηλότερες από το μέσο σταθμισμένο κόστος κατά την περίοδο έρευνας, γίνεται δεκτό ότι οι τιμές αυτές επιτρέπουν την κάλυψη του κόστους μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Ως παρατεταμένο θεωρείται κατά κανόνα χρονικό διάστημα ενός έτους, ενώ σε καμία περίπτωση δεν αρκεί χρονικό διάστημα βραχύτερο του εξαμήνου· επίσης, για να γίνει δεκτό ότι πωλήσεις σε τιμές κάτω του κόστους ανά μονάδα έχουν πραγματοποιηθεί σε σημαντικές ποσότητες εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η μέση σταθμισμένη τιμή πώλησης είναι κατώτερη του μέσου σταθμισμένου κόστους ανά μονάδα ή ότι ο όγκος των πωλήσεων σε τιμές κάτω του κόστους ανά μονάδα αντιπροσωπεύει ποσοστό 20 % τουλάχιστον των πωλήσεων που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.

5.   Το κόστος υπολογίζεται κατ' αρχήν με βάση τα στοιχεία που τηρεί το μέρος σε σχέση με το οποίο διεξάγεται έρευνα, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στις γενικώς παραδεδεγμένες αρχές της λογιστικής που ισχύουν στην οικεία χώρα και ότι αποδεικνύεται πως τα στοιχεία αντανακλούν σε ικανοποιητικό βαθμό τις δαπάνες που συνδέονται με την παραγωγή και πώληση του υπό εξέταση προϊόντος.

Αν οι δαπάνες που συνδέονται με την παραγωγή και την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος δεν αντανακλώνται ευλόγως στα στοιχεία του εν λόγω μέρους, αυτές προσαρμόζονται ή καθορίζονται με βάση το κόστος άλλων παραγωγών ή εξαγωγέων στην ίδια χώρα, ή, όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα τέτοια στοιχεία ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, πάνω σε κάθε άλλη εύλογη βάση, περιλαμβανομένων των στοιχείων από άλλες αντιπροσωπευτικές αγορές.

Τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομισθεί σε σχέση με το θέμα της ορθής κατανομής του κόστους λαμβάνονται υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται πως η εκάστοτε κατανομή του κόστους ανταποκρίνεται σε πάγια πρακτική. Εφόσον δεν υπάρχει καταλληλότερη μέθοδος, προκρίνεται η κατανομή του κόστους με βάση τον κύκλο εργασιών. Το κόστος αναπροσαρμόζεται καταλλήλως, προκειμένου να ληφθούν υπόψη μη επαναλαμβανόμενα στοιχεία του κόστους που ευνοούν τη μελλοντική ή/και την τρέχουσα παραγωγή, εκτός αν αυτά αντικατοπτρίζονται ήδη στην κατανομή του κόστους βάσει του παρόντος εδαφίου.

Σε περίπτωση που το κόστος που αντιστοιχεί σε τμήμα της περιόδου κάλυψης του κόστους επηρεάζεται από τη χρήση νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων, οι οποίες προϋποθέτουν σημαντικές πρόσθετες επενδύσεις και χαμηλά ποσοστά χρησιμοποίησης ικανότητας, ως αποτέλεσμα της έναρξης λειτουργίας της επιχείρησης που λαμβάνει χώρα κατά την έρευνα ή κατά τη διάρκεια ενός τμήματος αυτής, ως μέσο κόστος του σταδίου έναρξης λειτουργίας θεωρείται εκείνο που ισχύει, βάσει των προαναφερθέντων κανόνων κατανομής, κατά τη λήξη του εν λόγω σταδίου· το μέσο αυτό κόστος, στην τιμή που έχει προκύψει γι' αυτό συνυπολογίζεται, για την οικεία χρονική περίοδο, στο μέσο σταθμισμένο κόστος για το οποίο γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4. Η διάρκεια του σταδίου έναρξης λειτουργίας καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που ισχύουν για τον εκάστοτε παραγωγό ή εξαγωγέα, αλλά δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ένα ενδεδειγμένο αρχικό τμήμα της περιόδου κάλυψης του κόστους. Για τους σκοπούς της αναπροσαρμογής του κόστους που ισχύει κατά την περίοδο έρευνας, λαμβάνονται υπόψη τυχόν πληροφορίες που αφορούν το στάδιο έναρξης λειτουργίας πέραν της ως άνω καθοριζόμενης περιόδου, κατά το μέτρο που τα στοιχεία αυτά έχουν υποβληθεί πριν από την πραγματοποίηση επιτόπιων επαληθεύσεων και εντός τριών μηνών από την έναρξη της έρευνας.

6.   Τα ποσά που αντιστοιχούν στα έξοδα πώλησης, στα γενικά και διοικητικά έξοδα και στα κέρδη υπολογίζονται με βάση πραγματικά στοιχεία για την παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, του ομοειδούς προϊόντος, που έχει πραγματοποιήσει ο εξαγωγέας ή ο παραγωγός τον οποίο αφορά η έρευνα. Όταν τα παραπάνω ποσά δεν είναι δυνατό να υπολογισθούν με αυτή τη βάση, επιτρέπεται ο υπολογισμός τους με βάση:

α)

τον σταθμισμένο μέσο όρο των πραγματικών ποσών που έχουν καθορισθεί για άλλους εξαγωγείς ή παραγωγούς ως προς τους οποίους γίνεται η έρευνα όσον αφορά την παραγωγή και τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής·

β)

τα πραγματικά ποσά που εφαρμόζονται από τον εκάστοτε εξαγωγέα ή παραγωγό στην παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, της ίδιας γενικής κατηγορίας προϊόντων στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής·

γ)

οποιαδήποτε άλλη εύλογη μέθοδο, υπό την προϋπόθεση ότι το προκύπτον βάσει αυτής ποσό κέρδους δεν υπερβαίνει το κέρδος που πραγματοποιούν υπό κανονικές συνθήκες άλλοι εξαγωγείς ή παραγωγοί σε σχέση με τις πωλήσεις προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής.

 

α)

Στην περίπτωση εισαγωγών από χώρες χωρίς οικονομία αγοράς (5), η κανονική αξία καθορίζεται με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, ή την τιμή από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας, ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση, συμπεριλαμβανομένης της τιμής που έχει πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθεί στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, δεόντως προσαρμοσμένης αν χρειάζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.

Μία κατάλληλη τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς θα επιλέγεται με εύλογο τρόπο, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη κάθε αξιόπιστη πληροφορία διαθέσιμη κατά τη στιγμή της επιλογής. Επίσης θα λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές προθεσμίες· όπου είναι σκόπιμο, θα χρησιμοποιείται μία τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα.

Οι υποκείμενοι σε έρευνα θα ενημερώνονται, αμέσως μετά την έναρξή της, σχετικά με την τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς που προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί, και θα έχουν προθεσμία δέκα ημερών για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

β)

Στις έρευνες αντιντάμπινγκ για εισαγωγές από το Καζακστάν καθώς και από οποιαδήποτε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς που είναι μέλος του ΠΟΕ κατά την ημερομηνία έναρξης της έρευνας, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6, εάν αποδεικνύεται, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θα υποβάλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που υπόκεινται στην έρευνα και με βάση τα κριτήρια και τις διαδικασίες που περιλαμβάνονται στο στοιχείο γ), ότι υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς όσον αφορά την κατασκευή και την πώληση του οικείου ομοειδούς προϊόντος. Άλλως εφαρμόζονται οι κανόνες που καθορίζονται στο στοιχείο α).

γ)

Ένας ισχυρισμός κατά το στοιχείο β) γίνεται γραπτώς και πρέπει να δίδει επαρκείς αποδείξεις ότι ο παραγωγός λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, ήτοι:

οι επιχειρηματικές αποφάσεις για τιμές, κόστος και εισροές, π.χ. πρώτες ύλες, τεχνολογία, εργατικό δυναμικό, εκροές, πωλήσεις και επενδύσεις, λαμβάνονται βάσει στοιχείων από την αγορά, όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση, χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση, ενώ το κόστος των σημαντικότερων εισροών πρέπει να εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές στην αγορά,

οι επιχειρήσεις πρέπει να τηρούν σαφή λογιστική καταγραφή, υποκειμένη σε ανεξάρτητο έλεγχο, βάσει των διεθνών λογιστικών προτύπων, η οποία και πρέπει να ακολουθείται συνεπώς,

το κόστος παραγωγής και η οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων δεν πρέπει να υπόκειται σε μείζονες στρεβλώσεις, προερχόμενες από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, ιδίως ως προς την απαξίωση του ενεργητικού, άλλες αποσβέσεις, δοσοληψίες αντιπραγματισμού και πληρωμές με συμψηφισμό,

οι οικείες επιχειρήσεις υπόκεινται σε νομοθεσία περί πτωχεύσεως και ιδιοκτησιακού καθεστώτος η οποία εγγυάται ασφάλεια δικαίου και λειτουργική σταθερότητα, και

ο καθορισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών γίνεται με τιμές αγοράς.

Η απόφαση ότι ο παραγωγός πληροί τα ανωτέρω κριτήρια θα ληφθεί εντός τριμήνου από την έναρξη της έρευνας, αφού ζητηθεί συγκεκριμένα η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής και αφού δοθεί στην κοινοτική βιομηχανία η δυνατότητα να λάβει θέση. Η απόφαση θα παραμείνει σε ισχύ καθόλη τη διάρκεια της έρευνας.

8.   Ως τιμή εξαγωγής θεωρείται η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή του προϊόντος κατά την πώλησή του προς εξαγωγή από τη χώρα εξαγωγής στην Κοινότητα.

9.   Όταν δεν υπάρχει τιμή εξαγωγής ή όταν προκύπτει ότι η τιμή εξαγωγής δεν είναι δυνατό να ληφθεί ως αξιόπιστη βάση εξαιτίας κάποιου συνδέσμου ή συμψηφιστικού διακανονισμού μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα ή ενός τρίτου, η τιμή εξαγωγής είναι δυνατό να κατασκευάζεται με βάση την τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή ή, αν το προϊόν δεν μεταπωλείται σε ανεξάρτητο αγοραστή ή δεν μεταπωλείται στην κατάσταση στην οποία εισήχθη, με οποιαδήποτε εύλογη βάση.

Στις παραπάνω περιπτώσεις, για τον καθορισμό μιας αξιόπιστης τιμής εξαγωγής στο επίπεδο των συνόρων της Κοινότητας πραγματοποιούνται προσαρμογές, για όλα τα έξοδα που έχουν ανακύψει μεταξύ εισαγωγής και μεταπώλησης, συμπεριλαμβανομένων των δασμών και των φόρων, καθώς και για τα πραγματοποιούμενα κέρδη.

Οι δαπάνες για τις οποίες πραγματοποιείται προσαρμογή συμπεριλαμβάνουν εκείνες που επιβαρύνουν κανονικά τον εισαγωγέα, αλλά έχουν καταβληθεί από οποιονδήποτε τρίτο, είτε στο εσωτερικό της Κοινότητας, είτε εκτός αυτής, ο οποίος εμφανίζεται να συνδέεται ή να έχει συνάψει συμψηφιστικό διακανονισμό με τον εισαγωγέα ή τον εξαγωγέα, περιλαμβάνουν δε τη συνήθη μεταφορά, την ασφάλιση, τις εργασίες διεκπεραίωσης και φόρτωσης, καθώς και τα παρεπόμενα έξοδα· τους δασμούς, τους τυχόν δασμούς αντιντάμπινγκ και τους λοιπούς φόρους που είναι πληρωτέοι στη χώρα εισαγωγής εξαιτίας της εισαγωγής ή της πώλησης των εμπορευμάτων και ένα εύλογο περιθώριο για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα και το κέρδος.

10.   Μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας διεξάγεται δίκαιη σύγκριση. Η σύγκριση αυτή αφορά το ίδιο στάδιο εμπορίας και πωλήσεις πραγματοποιηθείσες σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες, λαμβάνονται δε δεόντως υπόψη άλλες διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών. Όταν η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής που διαμορφώνεται δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις σύγκρισης, πραγματοποιούνται προσαρμογές για κάθε περίπτωση, με βάση τα ατομικά της στοιχεία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη διαφορές των παραγόντων για τους οποίους προβάλλεται ο ισχυρός και αποδεικνύεται ότι επηρεάζουν τις τιμές και, κατ' επέκταση, τη συγκρισιμότητα των τιμών. Πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε επανάληψη προσαρμογής που έχει ήδη γίνει, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εκπτώσεις επί της τιμής και επιστροφές, για τις ποσότητες και για το στάδιο εμπορίας. Όταν πληρούνται οι προκαθορισμένες προϋποθέσεις, είναι δυνατό να πραγματοποιούνται προσαρμογές, όσον αφορά τους ακόλουθους παράγοντες:

α)

Φυσικά χαρακτηριστικά

Πραγματοποιείται προσαρμογή για τις διαφορές των φυσικών χαρακτηριστικών του οικείου προϊόντος. Το ύψος της προσαρμογής αντιστοιχεί σε εύλογη εκτίμηση της αγοραίας αξίας της διαφοράς.

β)

Επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή και έμμεσοι φόροι

Η κανονική αξία προσαρμόζεται κατά ποσό που αντιστοιχεί στις τυχόν επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή ή στους έμμεσους φόρους στους οποίους υπόκειται το ομοειδές προϊόν, καθώς και τα φυσικώς ενσωματωμένα σε αυτό υλικά, όταν το προϊόν προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής και όταν οι εν λόγω επιβαρύνσεις και φόροι δεν εισπράττονται ή επιστρέφονται για το εξαγόμενο στην Κοινότητα προϊόν.

γ)

Εκπτώσεις επί της τιμής, επιστροφές και ποσότητες

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές όσον αφορά τις εκπτώσεις επί της τιμής και τις επιστροφές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρέχονται με βάση διαφορές στις ποσότητες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές είναι εκπεφρασμένες με τον δέοντα τρόπο σε αριθμούς και συνδέονται άμεσα με τις υπό εξέταση πωλήσεις. Επίσης είναι δυνατό να πραγματοποιείται προσαρμογή για να ληφθούν υπόψη εκπτώσεις επί της τιμής και επιστροφές επί προθεσμία, εφόσον η σχετική αίτηση στηρίζεται σε πάγια πρακτική κατά τις περιόδους που προηγήθηκαν, πληρούνται δε και προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να γεννηθεί δικαίωμα για έκπτωση ή επιστροφή.

δ)

Στάδιο εμπορίας

i)

Παρέχεται η δυνατότητα πραγματοποίησης προσαρμογής για διαφορές στα επίπεδα εμπορίας, συμπεριλαμβανομένων και των διαφορών εκείνων που είναι δυνατόν να προκύψουν από πωλήσεις των κατασκευαστών αναλόγου εξοπλισμού, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται, προκειμένου περί του κυκλώματος διανομής και στις δύο αγορές, ότι η τιμή εξαγωγής, συμπεριλαμβανομένης και της κατασκευασμένης τιμής εξαγωγής, αντιστοιχεί σε διαφορετικό στάδιο εμπορίας σε σύγκριση με την κανονική αξία και εφόσον η διαφορά επέδρασε επί της συγκρισιμότητας των τιμών η οποία αποδεικνύεται από τις επίμονες και σαφείς διαφορές στις λειτουργίες και στις τιμές του πωλητού για τα διάφορα επίπεδα εμπορίου στην εγχώρια αγορά της εξάγουσας χώρας. Το ποσό της προσαρμογής βασίζεται στην αγοραία αξία της διαφοράς.

ii)

Ωστόσο, σε περιστάσεις που δεν περιλαμβάνονται στο σημείο i), όταν η διαφορά στο επίπεδο εμπορίου δεν μπορεί να υπολογισθεί ελλείψει αντιστοίχων επιπέδων στην εσωτερική αγορά, ή όταν ορισμένες λειτουργίες αφορούν σαφώς επίπεδα εμπορίου άλλα από αυτό που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για σύγκριση, μπορεί να επιτραπεί ειδική προσαρμογή.

ε)

Έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης, φόρτωσης και παρεπόμενα έξοδα

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές όσον αφορά τις άμεσες δαπάνες για τη μεταφορά του εκάστοτε προϊόντος από τις εγκαταστάσεις του εξαγωγέα σε έναν ανεξάρτητο αγοραστή, εφόσον τα εν λόγω έξοδα συμπεριλαμβάνονται στις εφαρμοζόμενες τιμές. Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται τα έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης, φόρτωσης, καθώς και τα παρεπόμενα έξοδα.

στ)

Συσκευασία

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές στις δαπάνες που συνδέονται άμεσα με τη συσκευασία του εκάστοτε προϊόντος.

ζ)

Πίστωση

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές στο κόστος των πιστώσεων που έχουν ενδεχομένως χορηγηθεί για τις υπό εξέταση πωλήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι ο συγκεκριμένος παράγοντας λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των εφαρμοζόμενων τιμών.

η)

Έξοδα μετά την πώληση

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές στις άμεσες δαπάνες για την παροχή εγγυήσεων, ασφαλειών, τεχνικής βοήθειας και υπηρεσιών, σύμφωνα με όσα προβλέπει ο νόμος ή/και η σύμβαση πώλησης.

θ)

Προμήθειες

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές στις προμήθειες που έχουν καταβληθεί σε σχέση με τις υπό εξέταση πωλήσεις.

Ο όρος «προμήθειες» εννοείται ως το περιθώριο κέρδους ενός εμπόρου του προϊόντος ή του ομοειδούς προϊόντος αν οι εργασίες αυτού του εμπόρου είναι παρόμοιες με εκείνες ενός αντιπροσώπου που εργάζεται σε βάση προμήθειας.

ι)

Μετατροπές νομισμάτων

Όταν για τη σύγκριση της τιμής απαιτείται μετατροπή νομισμάτων, η μετατροπή αυτή διενεργείται με τη χρήση της συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά την ημερομηνία πώλησης, εκτός αν μια πώληση συναλλάγματος σε προθεσμιακές αγορές συνδέεται άμεσα με την υπό εξέταση εξαγωγική πώληση, οπότε λαμβάνεται υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία της προθεσμιακής πώλησης. Κατά κανόνα, ως ημερομηνία πώλησης λαμβάνεται η ημερομηνία του τιμολογίου, αλλά είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία της συμβάσεως, της εντολής αγοράς ή της επιβεβαίωσης εντολής, αν οι τελευταίες αυτές ημερομηνίες κρίνονται καταλληλότερες για τον καθορισμό των ουσιωδών όρων της πώλησης. Δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ενώ στους εξαγωγείς παραχωρούνται 60 ημέρες προκειμένου να προσαρμοσθούν σε σταθερές αυξομειώσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά τη διάρκεια της υπό έρευνα περιόδου.

κ)

Άλλοι παράγοντες

Επίσης παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής για διαφορές που προκύπτουν λόγω άλλων παραγόντων μη προβλεπομένων στα εδάφια α) έως ι), υπό τον όρο της κατάδειξης της επίδρασής τους επί της συγκρισιμότητας των τιμών, όπως απαιτεί η παρούσα παράγραφος, και ιδίως υπό τον όρο της κατάδειξης του γεγονότος ότι οι πελάτες συστηματικά πληρώνουν διαφορετικές τιμές στην εγχώρια αγορά επειδή υπάρχουν διαφορές στους παράγοντες αυτούς.

11.   Με την επιφύλαξη των συναφών διατάξεων που διέπουν το θέμα της δίκαιης σύγκρισης, η ύπαρξη περιθωρίων ντάμπινγκ κατά την περίοδο έρευνας προσδιορίζεται κατά κανόνα με βάση τη σύγκριση μιας μέσης σταθμισμένης κανονικής αξίας με το σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών όλων των συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Κοινότητα ή με βάση τη σύγκριση επιμέρους κανονικών αξιών και επιμέρους τιμών εξαγωγής στην Κοινότητα για κάθε συναλλαγή ξεχωριστά. Παρόλα αυτά, όταν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας έχει ληφθεί ως βάση ο σταθμισμένος μέσος όρος, η κανονική αυτή αξία είναι δυνατό να συγκρίνεται με τις τιμές όλων των επιμέρους συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Κοινότητα, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται συστηματικά τιμές εξαγωγής οι οποίες διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τον αγοραστή, την περιοχή ή τη χρονική περίοδο, ενώ η εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν θα οδηγούσε στη διαπίστωση των εφαρμοζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ σε όλη τους την έκταση. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει τη χρήση δειγματοληψιών σύμφωνα με το άρθρο 17.

12.   Ως περιθώριο ντάμπινγκ λογίζεται το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής. Όταν τα περιθώρια ντάμπινγκ ποικίλλουν, είναι δυνατό να καθορίζεται ένα μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ.

Άρθρο 3

Προσδιορισμός της ζημίας

1.   Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, ο όρος «ζημία» σημαίνει τη σημαντική ζημία που προκαλείται στην κοινοτική βιομηχανία, τον κίνδυνο πρόκλησης σημαντικής ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία ή την αισθητή καθυστέρηση της δημιουργίας μιας τέτοιας βιομηχανίας· η ερμηνεία του όρου διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

2.   Ο προσδιορισμός της ζημίας γίνεται με βάση θετικά αποδεικτικά στοιχεία και προϋποθέτει αντικειμενική εξέταση τόσο:

α)

του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της επίδρασής τους στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Κοινότητας, όσο και

β)

των συνεπειών των εισαγωγών αυτών για την κοινοτική βιομηχανία.

3.   Προκειμένου περί του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, εξετάζεται κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των εισαγωγών αυτών, είτε σε απόλυτα μεγέθη, είτε σε συνάρτηση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα. Προκειμένου περί της επίδρασης των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ επί των τιμών, εξετάζεται κατά πόσον έχουν πραγματοποιηθεί εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ σε τιμές αισθητά κατώτερες από τις τιμές που εφαρμόζει για τα ομοειδή προϊόντα η κοινοτική βιομηχανία ή κατά πόσον εισαγωγές αυτού του είδους προκαλούν με οποιονδήποτε τρόπο τη συμπίεση των τιμών σε σημαντικό βαθμό ή τη σε σημαντικό βαθμό παρακώλυση της αύξησης των τιμών που θα είχε σημειωθεί σε αντίθετη περίπτωση. Κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες, ούτε περισσότεροι εξ αυτών από κοινού δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποφασιστική σημασία.

4.   Όταν διεξάγονται ταυτοχρόνως έρευνες αντιντάμπινγκ σε σχέση με τις εισαγωγές δεδομένου προϊόντος από περισσότερες της μίας χώρες, οι επιπτώσεις των εισαγωγών αυτών αξιολογούνται σωρευτικώς μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι:

α)

το περιθώριο ντάμπινγκ που προκύπτει για τις εισαγωγές από κάθε χώρα ξεχωριστά υπερβαίνει το ελάχιστο όριο που ορίζει το άρθρο 9 παράγραφος 3 και ότι ο όγκος των εισαγωγών από κάθε χώρα ξεχωριστά δεν είναι αμελητέος, καθώς και ότι

β)

η σωρευτική αξιολόγηση των επιπτώσεων των επίμαχων εισαγωγών είναι η ενδεδειγμένη, ενόψει των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων, όπως επίσης των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων και του ομοειδούς κοινοτικού προϊόντος.

5.   Η εξέταση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ για την οικεία κοινοτική βιομηχανία περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των συναφών οικονομικών παραγόντων και των δεικτών που έχουν σημασία για την κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας· σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται: το γεγονός ότι η μια βιομηχανία εξακολουθεί να διέρχεται φάση ανάκτησης των δυνάμεών της μετά τις συνέπειες από παλαιότερες πρακτικές ντάμπινγκ ή επιδοτήσεις· το μέγεθος του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ, η πραγματική ή δυνητική μείωση των πωλήσεων, των κερδών, της παραγωγής, του μεριδίου αγοράς, της παραγωγικότητας, της αποδοτικότητας των επενδύσεων και της χρησιμοποίησης ικανότητας· παράγοντες επηρεάζοντες τις κοινοτικές τιμές· οι πραγματικές ή δυνητικές αρνητικές συνέπειες για τις ταμειακές ροές, τα αποθέματα, την απασχόληση, τους μισθούς, την ανάπτυξη, την ικανότητα άντλησης κεφαλαίων ή τις επενδύσεις. Η παραπάνω απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες, ούτε περισσότεροι εξ αυτών από κοινού δεν έχουν κατ' ανάγκη αποφασιστική σημασία.

6.   Πρέπει να αποδεικνύεται, με βάση το σύνολο των συναφών αποδεικτικών στοιχείων που έχουν υποβληθεί σε σχέση με την παράγραφο 2, ότι οι εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ προκαλούν ζημία κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ότι ο όγκος ή/και το επίπεδο των τιμών, όπως αυτά έχουν καθοριστεί βάσει της παραγράφου 3, ευθύνονται για τις συνέπειες επί της κοινοτικής βιομηχανίας, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, όπως επίσης ότι οι συνέπειες αυτές είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθούν σημαντικές.

7.   Άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι προξενούν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, εξετάζονται ομοίως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η προκαλούμενη από τους εν λόγω άλλους παράγοντες ζημία δεν αποδίδεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ κατ' εφαρμογή της παραγράφου 6. Στους παράγοντες που είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο όγκος και οι τιμές εισαγωγών πωλούμενων σε τιμές που δεν απορρέουν από πρακτικές ντάμπινγκ, η τυχόν συρρίκνωση της ζήτησης ή μεταβολές των δεδομένων κατανάλωσης, τυχόν περιοριστικές εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί τρίτων χωρών και της Κοινότητας και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, οι τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς και οι εξαγωγικές επιδόσεις και η παραγωγικότητα της κοινοτικής βιομηχανίας.

8.   Οι επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ αξιολογούνται σε συνάρτηση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος από την κοινοτική βιομηχανία, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία τα οποία επιτρέπουν το χωριστό προσδιορισμό της εν λόγω παραγωγής βάσει ορισμένων κριτηρίων, όπως είναι η μέθοδος παραγωγής, οι πωλήσεις των παραγωγών και τα κέρδη. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο χωριστός προσδιορισμός της εν λόγω παραγωγής, οι επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ αξιολογούνται μέσω της εξέτασης της παραγωγής της πλέον περιορισμένης ομάδας ή φάσματος προϊόντων, που περιλαμβάνει το ομοειδές προϊόν και σε σχέση με την οποία ομάδα ή φάσμα προϊόντων είναι δυνατό να συγκεντρωθούν οι απαραίτητες πληροφορίες.

9.   Για να διαπιστωθεί κατά πόσον υφίσταται κίνδυνος πρόκλησης σημαντικής ζημίας, λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, και όχι απλώς τυχόν ισχυρισμοί, εικασίες ή μεμακρυσμένες πιθανότητες. Οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων, που θα δημιουργούσε κατάσταση υπό την οποία είναι πιθανή η πρόκληση ζημίας από το ντάμπινγκ, πρέπει να είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βεβαιότητα και να είναι επικείμενη.

Όταν εξετάζεται κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης σημαντικής ζημίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι παράγοντες:

α)

τυχόν αύξηση σε σημαντικό ποσοστό των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στην αγορά της Κοινότητας, η οποία αποτελεί ένδειξη για την πιθανότητα ουσιώδους αύξησης των εισαγωγών·

β)

η ύπαρξη επαρκούς, ελεύθερα διαθέσιμης ικανότητας του εξαγωγέα ή η επικείμενη σημαντική αύξηση της ικανότητάς του, από την οποία προκύπτει ως πιθανή σημαντική αύξηση των εξαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ προς την Κοινότητα, λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης άλλων εξαγωγικών αγορών, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να απορροφήσουν τυχόν πρόσθετες εξαγωγές·

γ)

το κατά πόσον τα εισαγόμενα προϊόντα εισέρχονται σε τιμές που θα είχαν ως αποτέλεσμα τη σε σημαντικό βαθμό συμπίεση ή παρεμπόδιση της αύξησης των τιμών που θα είχε σημειωθεί σε αντίθετη περίπτωση και οι οποίες είναι πιθανό να οδηγήσουν σε αύξηση της ζήτησης για επιπλέον εισαγωγές και

δ)

τα αποθέματα του υπό διεύρυνση προϊόντος.

Κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες δεν έχει κατ' ανάγκη αποφασιστική σημασία, αλλά όλοι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη πρέπει να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επίκειται η πραγματοποίηση περαιτέρω εξαγωγών με πρακτικές ντάμπινγκ και ότι είναι πιθανή η πρόκληση σημαντικής ζημίας αν δεν ληφθούν προστατευτικά μέτρα.

Άρθρο 4

Ορισμός της κοινοτικής βιομηχανίας

1.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ο όρος «κοινοτική βιομηχανία» θεωρείται ότι περιλαμβάνει το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών ομοειδών προϊόντων ή εκείνους εξ αυτών των οποίων αθροιστικά η παραγωγή αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής των εν λόγω προϊόντων, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4, με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)

όταν κάποιοι παραγωγοί συνδέονται με τους εξαγωγείς ή τους εισαγωγείς ή είναι οι ίδιοι εισαγωγείς του προϊόντος που εικάζεται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, ο όρος «κοινοτική βιομηχανία» είναι δυνατό να θεωρείται ότι περιλαμβάνει μόνον τους υπόλοιπους παραγωγούς·

β)

σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το έδαφος της Κοινότητας είναι δυνατό, σε ό,τι αφορά την υπό εξέταση παραγωγή, να διαιρεθεί σε δύο ή περισσότερες ανταγωνιστικές αγορές, και οι παραγωγοί κάθε επιμέρους αγοράς είναι δυνατό να θεωρηθούν ως ξεχωριστή βιομηχανία, εφόσον:

i)

οι παραγωγοί κάθε επιμέρους αγοράς πωλούν το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των ποσοτήτων του υπό εξέταση προϊόντος που παράγουν στη συγκεκριμένη αγορά και

ii)

η ζήτηση στη συγκεκριμένη αγορά δεν καλύπτεται υπολογίσιμα από παραγωγούς του υπό εξέταση προϊόντος εγκατεστημένους σε διαφορετικό σημείο της Κοινότητας. Όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι προκαλείται ζημία ακόμη και αν μείζον μέρος του συνόλου της κοινοτικής βιομηχανίας δεν υφίσταται ζημία, υπό την προϋπόθεση ότι παρατηρείται συγκέντρωση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ σε μια τόσο απομονωμένη αγορά και επιπροσθέτως ότι οι επίμαχες εισαγωγές προξενούν ζημία στους παραγωγούς του συνόλου ή σχεδόν του συνόλου της παραγωγής στη συγκεκριμένη αγορά.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, γίνεται δεκτό ότι ένας παραγωγός συνδέεται με κάποιον εξαγωγέα ή εισαγωγέα μόνον εφόσον:

α)

ο ένας από αυτούς ελέγχει άμεσα ή έμμεσα τον άλλον, ή

β)

και οι δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από κάποιον τρίτο, ή

γ)

από κοινού ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα κάποιον τρίτο, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν λόγοι για να πιστεύει ή να υποψιάζεται κανείς ότι η επίδραση της σχέσης είναι τέτοια ώστε ο εκάστοτε παραγωγός να συμπεριφέρεται διαφορετικά εν συγκρίσει με τους μη συνδεόμενους παραγωγούς.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου γίνεται δεκτό ότι μια οντότητα ελέγχει κάποια άλλη, όταν η πρώτη έχει τη δυνατότητα, είτε νομικώς, είτε λειτουργικώς, να θέτει περιορισμούς στη δεύτερη ή να κατευθύνει τις ενέργειές της.

3.   Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει ορισθεί ότι η κοινοτική βιομηχανία περιλαμβάνει τους παραγωγούς συγκεκριμένης περιφέρειας, παρέχεται στους οικείους εξαγωγείς η ευκαιρία να προτείνουν την ανάληψη εκ μέρους τους υποχρεώσεων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, αναφορικά με την εν λόγω περιφέρεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά την εκτίμηση του κοινοτικού συμφέροντος των μέτρων συνεκτιμάται ιδίως το συμφέρον της περιφέρειας. Αν δεν υποβληθεί αμελλητί πρόταση για ανάληψη κατάλληλης υποχρέωσης ή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 9 και 10, είναι δυνατή η επιβολή προσωρινού ή οριστικού δασμού για το σύνολο της Κοινότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, οι δασμοί ενδέχεται, εφόσον είναι πρακτικώς εφικτό, να αφορούν μόνο συγκεκριμένους παραγωγούς ή εξαγωγείς.

4.   Στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 8.

Άρθρο 5

Έναρξη της διαδικασίας

1.   Με την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στην παράγραφο 6, η έναρξη έρευνας για να διαπιστωθούν η ύπαρξη, η έκταση και οι επιπτώσεις των τυχόν εικαζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ προϋποθέτει γραπτή καταγγελία εκ μέρους κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, καθώς και κάθε ένωσης χωρίς νομική προσωπικότητα, που ενεργεί επ' ονόματι της κοινοτικής βιομηχανίας.

Η καταγγελία είναι δυνατό να υποβάλλεται προς την Επιτροπή ή προς ένα κράτος μέλος, το οποίο τη διαβιβάζει στην Επιτροπή. Η Επιτροπή αποστέλλει στα κράτη μέλη αντίγραφο κάθε καταγγελίας την οποία λαμβάνει. Η καταγγελία τεκμαίρεται ότι έχει υποβληθεί την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παράδοσή της στην Επιτροπή υπό μορφή συστημένης επιστολής ή μετά την πράξη με την οποία η Επιτροπή πιστοποιεί ότι έλαβε την καταγγελία.

Όταν, χωρίς να έχει υποβληθεί κάποια καταγγελία, ένα κράτος μέλος έχει στην κατοχή του επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ντάμπινγκ και τη ζημία που αυτό προκαλεί στην κοινοτική βιομηχανία, τα κοινοποιεί αμέσως στην Επιτροπή.

2.   Κάθε καταγγελία που υποβάλλεται βάσει της παραγράφου 1 πρέπει να περιλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ντάμπινγκ, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που υποτίθεται ότι αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της υποτιθέμενης ζημίας. Η καταγγελία περιέχει τα στοιχεία που μπορεί ευλόγως να συγκεντρώσει ο καταγγέλλων σχετικά με τα ακόλουθα θέματα:

α)

την ταυτότητα του καταγγέλλοντος και στοιχεία για τον όγκο και την αξία της κοινοτικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος από τον καταγγέλλοντα. Όταν υποβάλλεται γραπτή καταγγελία επ' ονόματι της κοινοτικής βιομηχανίας, η καταγγελία πρέπει να προσδιορίζει τη βιομηχανία επ' ονόματι της οποίας υποβάλλεται η καταγγελία, με την απαρίθμηση όλων των γνωστών κοινοτικών παραγωγών του ομοειδούς προϊόντος (ή των ενώσεων που έχουν συστήσει οι κοινοτικοί παραγωγοί του ομοειδούς προϊόντος)· επίσης πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να περιέχει στοιχεία για τον όγκο και την αξία του τμήματος της κοινοτικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος το οποίο αντιπροσωπεύουν οι συγκεκριμένοι παραγωγοί·

β)

πλήρη περιγραφή του προϊόντος που υποτίθεται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, το όνομα της εμπλεκόμενης χώρας ή των χωρών καταγωγής ή εξαγωγής, την ταυτότητα όλων των γνωστών εξαγωγέων ή αλλοδαπών παραγωγών, καθώς και κατάλογο των προσώπων που είναι γνωστό ότι εισάγουν το υπό κρίση προϊόν·

γ)

στοιχεία για τις τιμές στις οποίες πωλείται το υπό κρίση προϊόν, για κατανάλωση στις εγχώριες αγορές της χώρας ή των χωρών καταγωγής ή εξαγωγής (ή, κατά περίπτωση, στοιχεία για τις τιμές στις οποίες το εκάστοτε προϊόν πωλείται από τη χώρα ή τις χώρες καταγωγής ή εξαγωγής προς κάποια τρίτη χώρα ή τρίτες χώρες, ή για την κατασκευασμένη αξία του εν λόγω προϊόντος)· επίσης, στοιχεία για τις τιμές εξαγωγής ή, κατά περίπτωση, για τις τιμές στις οποίες το προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά προς έναν ανεξάρτητο αγοραστή στην Κοινότητα·

δ)

στοιχεία σχετικά με τις μεταβολές του όγκου των εισαγωγών που εικάζεται ότι αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, σχετικά με την επίδραση των εν λόγω εισαγωγών επί των τιμών του ομοειδούς προϊόντος στην αγορά της Κοινότητας και σχετικά με τα επακόλουθα των εισαγωγών για την κοινοτική βιομηχανία, όπως προκύπτουν με βάση τους συναφείς παράγοντες και δείκτες που έχουν σημασία για την κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας, όπως εκείνοι που απαριθμούνται στο άρθρο 3 παράγραφοι 3 και 5.

3.   Η Επιτροπή εξετάζει, στο μέτρο του δυνατού, την ακρίβεια και την πληρότητα των αποδεικτικών στοιχείων που περιέχονται στην καταγγελία, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την έναρξη έρευνας.

4.   Η έναρξη έρευνας βάσει της παραγράφου 1 επιτρέπεται μόνον αφού έχει διαπιστωθεί, μετά από εξέταση του βαθμού στήριξης της καταγγελίας ή αντίθεσης προς αυτήν που έχουν εκφράσει οι κοινοτικοί παραγωγοί του ομοειδούς προϊόντος, ότι η καταγγελία έχει υποβληθεί εκ μέρους ή για λογαριασμό της κοινοτικής βιομηχανίας. Γίνεται δεκτό ότι η καταγγελία έχει υποβληθεί εκ μέρους ή για λογαριασμό της κοινοτικής βιομηχανίας, αν υποστηρίζεται από κοινοτικούς παραγωγούς των οποίων η αθροιστική παραγωγή αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω του 50 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος που πραγματοποιεί εκείνο το τμήμα της κοινοτικής βιομηχανίας το οποίο είτε εκφράζει την υποστήριξή του προς την καταγγελία, είτε αντιτίθεται σε αυτήν. Εντούτοις, η έναρξη έρευνας δεν είναι δυνατή, όταν οι κοινοτικοί παραγωγοί που υποστηρίζουν ρητώς την καταγγελία αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο του 25 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος που πραγματοποιεί η κοινοτική βιομηχανία.

5.   Οι αρχές αποφεύγουν, εκτός αν έχει ληφθεί απόφαση για την έναρξη έρευνας, να δίδουν οποιαδήποτε δημοσιότητα στην καταγγελία για την έναρξη έρευνας. Εντούτοις, μετά την παραλαβή μιας δεόντως τεκμηριωμένης καταγγελίας και προτού γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες για την έναρξη έρευνας, πρέπει να ενημερώνεται σχετικά η κυβέρνηση της οικείας χώρας εξαγωγής.

6.   Αν, υπό ειδικές περιστάσεις, αποφασίζεται από την Επιτροπή η έναρξη έρευνας χωρίς να έχει ληφθεί γραπτή καταγγελία εκ μέρους ή για λογαριασμό της κοινοτικής βιομηχανίας με αίτημα την έναρξη τέτοιας έρευνας, η απόφαση αυτή πρέπει να στηρίζεται στην ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με το ντάμπινγκ, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, τα οποία να δικαιολογούν την έναρξη έρευνας.

7.   Τα αποδεικτικά στοιχεία τα σχετικά τόσο με το ντάμπινγκ, όσο και με τη ζημία αξιολογούνται ταυτοχρόνως στο πλαίσιο της απόφασης περί ενάρξεως ή μη έρευνας. Η καταγγελία απορρίπτεται όταν δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ντάμπινγκ ή τη ζημία, τα οποία να δικαιολογούν την περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης. Δεν κινείται διαδικασία κατά χωρών των οποίων οι εισαγωγές αντιπροσωπεύουν μερίδιο αγοράς κατώτερο του 1 %, εκτός αν αυτές οι χώρες αντιπροσωπεύουν αθροιστικά 3 % ή και περισσότερο της κοινοτικής κατανάλωσης.

8.   Μια καταγγελία είναι δυνατό να ανακαλείται πριν από την έναρξη σχετικής έρευνας, οπότε λογίζεται ως μη υποβληθείσα.

9.   Σε περίπτωση κατά την οποία, μετά από διαβουλεύσεις, καθίσταται προφανές ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν την έναρξη της σχετικής διαδικασίας, η Επιτροπή κινεί τη σχετική διαδικασία εντός 45 ημερών από την υποβολή της καταγγελίας και δημοσιεύει σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν υποβληθούν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία, το γεγονός αυτό γνωστοποιείται, μετά από διαβουλεύσεις, στον καταγγέλλοντα εντός 45 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η καταγγελία υπεβλήθη στην Επιτροπή.

10.   Στην ανακοίνωση για την κίνηση της διαδικασίας αναγγέλλεται η έναρξη έρευνας, κατονομάζονται το προϊόν και οι χώρες που πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο της έρευνας, παρουσιάζονται περιληπτικά οι ληφθείσες πληροφορίες και ορίζεται ότι όλα τα συναφή στοιχεία πρέπει να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή· επίσης καθορίζονται οι προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να αναγγελθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη, να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να υποβάλουν τυχόν στοιχεία, προκειμένου οι εν λόγω απόψεις και τα στοιχεία να ληφθούν υπόψη κατά την έρευνα· ακόμη καθορίζεται η προθεσμία εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη δύνανται να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5.

11.   Η Επιτροπή ενημερώνει τους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και αντιπροσωπευτικές ενώσεις τους που γνωρίζει ότι ενδιαφέρονται, καθώς και τους εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής και τους καταγγέλλοντες σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας· επίσης, χωρίς να προβλέπεται η ανάγκη προστασίας εμπιστευτικών πληροφοριών, παρέχει το πλήρες κείμενο της γραπτής καταγγελίας που έχει λάβει βάσει της παραγράφου 1 στους γνωστούς εξαγωγείς και στις αρχές της χώρας εξαγωγής, και ακόμη το θέτει, εφόσον της ζητηθεί, στη διάθεση των άλλων εμπλεκόμενων ενδιαφερομένων μερών για την υπόθεση. Όταν ο αριθμός των εμπλεκομένων εξαγωγέων είναι ιδιαίτερα μεγάλος, είναι δυνατόν το πλήρες κείμενο της γραπτής καταγγελίας, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα παραπάνω, να παρέχεται μόνο στις αρχές της χώρας εξαγωγής ή στην οικεία εμπορική ένωση.

12.   Η διεξαγωγή έρευνας αντιντάμπινγκ δεν εμποδίζει την εξέλιξη των διαδικασιών εκτελωνισμού.

Άρθρο 6

Έρευνα

1.   Μετά την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή, ενεργώντας σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, αρχίζει έρευνα σε επίπεδο Κοινότητας. Η έρευνα αυτή αφορά τόσο το ντάμπινγκ, όσο και τη ζημία, και διεξάγεται και για τα δύο ταυτοχρόνως. Προκειμένου να εξαχθούν αντιπροσωπευτικά συμπεράσματα, επιλέγεται μια περίοδος έρευνας η οποία, στην περίπτωση του ντάμπινγκ, συνήθως καλύπτει διάστημα όχι βραχύτερο των έξι μηνών αμέσως πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Κατά κανόνα, τυχόν πληροφορίες που αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της περιόδου έρευνας δεν λαμβάνονται υπόψη.

2.   Στα μέρη που λαμβάνουν τα ερωτηματολόγια που χρησιμοποιούνται σε έρευνα αντιντάμπινγκ τάσσεται προθεσμία 30 ημερών τουλάχιστον για να απαντήσουν. Για τους εξαγωγείς η προθεσμία άρχεται από την ημερομηνία παραλαβής του ερωτηματολογίου, το οποίο εν προκειμένω τεκμαίρεται ότι λαμβάνεται μία εβδομάδα μετά την ημερομηνία αποστολής του στον εξαγωγέα ή διαβίβασής του στον ενδεδειγμένο διπλωματικό εκπρόσωπο της χώρας εξαγωγής. Είναι δυνατό να επιτραπεί παράταση της ανωτέρω τριακονθήμερης προθεσμίας, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη οι προθεσμίες που ισχύουν για την έρευνα εφόσον το μέρος αποδεικνύει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την παράταση από άποψη ειδικών περιστάσεων.

3.   Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία και τα κράτη μέλη προβαίνουν σε κάθε πρόσφορη ενέργεια για την ικανοποίηση των αιτήσεων αυτών. Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή τα ζητούμενα πληροφοριακά στοιχεία, μαζί με τα πορίσματα όλων των επιθεωρήσεων, ελέγχων και ερευνών που διενεργήθηκαν. Όταν τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν γενικό ενδιαφέρον ή όταν η διαβίβασή τους έχει ζητηθεί από ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή τα διαβιβάζει στα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι εμπιστευτικά· στην αντίθετη περίπτωση, διαβιβάζεται μη εμπιστευτική περίληψή τους.

4.   Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από τα κράτη μέλη να διενεργούν όλους τους αναγκαίους ελέγχους και επιθεωρήσεις, ιδιαίτερα προκειμένου περί των εισαγωγέων, των εμπόρων και των κοινοτικών παραγωγών, καθώς και να διεξάγουν έρευνες σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι οικείες επιχειρήσεις παρέχουν τη συγκατάθεσή τους και ότι η κυβέρνηση της οικείας χώρας έχει ενημερωθεί επισήμως σχετικά και δεν προβάλλει αντίρρηση. Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε κάθε πρόσφορη ενέργεια για την ικανοποίηση της Επιτροπής. Μετά από αίτηση της Επιτροπής ή ενός κράτους μέλους, είναι δυνατό να επιτρέπεται σε υπαλλήλους της Επιτροπής να επικουρούν τους υπαλλήλους των κρατών μελών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

5.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10, είναι δυνατόν να γίνονται δεκτά σε ακρόαση, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβάλει γραπτή αίτηση ακρόασης εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην ανακοίνωση που έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αποδεικνύουν ότι είναι πράγματι ενδιαφερόμενα μέρη που ενδέχεται να θιγούν από την έκβαση της διαδικασίας και ότι η ακρόασή τους επιβάλλεται ένεκα ειδικών λόγων.

6.   Στους εισαγωγείς, τους εξαγωγείς, τους εκπροσώπους της κυβέρνησης της χώρας εξαγωγής και τους καταγγέλλοντες, οι οποίοι έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10, παρέχονται, εφόσον το ζητήσουν, δυνατότητες να συναντήσουν εκείνα τα μέρη τα οποία έχουν συμφέροντα αντιτιθέμενα στα δικά τους, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ανάπτυξη των αντικρουόμενων απόψεων και η προβολή επιχειρημάτων προς αντίκρουση των ισχυρισμών της άλλης πλευράς. Κατά την παραχώρηση των ανωτέρω δυνατοτήτων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του απορρήτου και διευκόλυνσης των ενδιαφερομένων. Κανένα μέρος δεν υποχρεούται να παρίσταται σε συγκεκριμένη συνάντηση, ενώ η μη συμμετοχή σε μια συνάντηση δεν έχει αρνητικές συνέπειες για την υπόθεση του απόντος μέρους. Τυχόν πληροφορίες που υποβάλλονται προφορικά βάσει της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που επιβεβαιώνεται εγγράφως εκ των υστέρων.

7.   Οι καταγγέλλοντες, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς και οι αντιπροσωπευτικές ενώσεις τους, οι χρήστες και οι οργανώσεις καταναλωτών, που έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10, καθώς και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής δύνανται, κατόπιν γραπτής αιτήσεως, να εξετάζουν όλα τα πληροφορικά στοιχεία που έχουν διατεθεί από οποιοδήποτε από τα μέρη που μετέχουν στην έρευνα, τα οποία είναι δυνατό να χρησιμεύσουν για την παρουσίαση των απόψεών τους, δεν είναι εμπιστευτικά κατά την έννοια του άρθρου 19 και χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της έρευνας· το δικαίωμα αυτό δεν ισχύει για τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης που καταρτίζουν οι αρχές της Κοινότητας ή των κρατών μελών της. Τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις σχετικά με τα εν λόγω στοιχεία, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη καθόσον είναι επαρκώς τεκμηριωμένες.

8.   Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18, ελέγχεται κατά το δυνατόν διεξοδικότερα η ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη και επί των οποίων στηρίζονται τα συμπεράσματα.

9.   Για διαδικασίες κινηθείσες κατά το άρθρο 5 παράγραφος 9, η έρευνα περατούται ει δυνατόν εντός έτους. Οι έρευνες περατούνται εντός 15 μηνών από την έναρξη της διαδικασίας βάσει των πορισμάτων που εξάγονται σύμφωνα με τα άρθρα 8 ή 9.

Άρθρο 7

Προσωρινά μέτρα

1.   Είναι δυνατόν να επιβληθούν προσωρινοί δασμοί εφόσον έχει αρχίσει η διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 5, έχει εκδοθεί δημόσια ανακοίνωση, έχει παρασχεθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη κατάλληλη δυνατότητα για να υποβάλλουν πληροφορίες και να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10, έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα με το οποίο επιβεβαιώνεται η ύπαρξη ντάμπινγκ και η εξ αυτού πρόκληση ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία και εφόσον το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει τη λήψη μέτρων για την αποτροπή της ζημίας. Δεν επιτρέπεται επιβολή προσωρινών δασμών ούτε πριν από την πάροδο 60 ημερών αλλά ούτε και μετά την παρέλευση εννέα μηνών από την έναρξη της διαδικασίας.

2.   Το ύψος του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το προσωρινώς καθορισθέν περιθώριο ντάμπινγκ, και θα πρέπει να είναι κατώτερο του εν λόγω περιθωρίου, αν η επιβολή δασμού χαμηλότερου ύψους κρίνεται επαρκής για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται η κοινοτική βιομηχανία.

3.   Οι προσωρινοί δασμοί εξασφαλίζονται με εγγύηση, ενώ η θέση των σχετικών προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα προϋποθέτει την παροχή παρόμοιας εγγύησης.

4.   Η Επιτροπή επιβάλλει προσωρινούς δασμούς μετά από διαβουλεύσεις ή, σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, αφού ενημερώσει τα κράτη μέλη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, διεξάγονται διαβουλεύσεις το αργότερο δέκα ημέρες μετά την ημερομηνία κοινοποίησης στα κράτη μέλη των μέτρων που έχει λάβει η Επιτροπή.

5.   Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος ζητεί την άμεση επέμβαση της Επιτροπής και πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, η Επιτροπή αποφασίζει, εντός πέντε το πολύ εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αιτήσεως, κατά πόσον είναι σκόπιμη η επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ.

6.   Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη σχετικά με κάθε απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 5. Το Συμβούλιο δύναται, με ειδική πλειοψηφία, να λάβει διαφορετική απόφαση.

7.   Οι προσωρινοί δασμοί είναι δυνατόν να επιβληθούν για ένα εξάμηνο που μπορεί να παραταθεί για ένα τρίμηνο, ή είναι δυνατόν να επιβληθούν για ένα εννεάμηνο. Εντούτοις μπορούν να παραταθούν ή να επιβληθούν για εννεάμηνη περίοδο μόνον εφόσον το ζητούν εξαγωγείς που αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του σχετικού όγκου συναλλαγών ή εφόσον έχουν ενημερωθεί σχετικά από την Επιτροπή και δεν προβάλλουν αντίρρηση.

Άρθρο 8

Αναλήψεις υποχρεώσεων

1.   Υπό την προϋπόθεση ότι έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώνει την ύπαρξη ντάμπινγκ και την εξ αυτού πρόκληση ζημίας, η Επιτροπή μπορεί να αποδεχθεί ικανοποιητική οικειοθελή ανάληψη υποχρεώσεων που προσφέρει εξαγωγέας για να αναθεωρήσει τις τιμές του ή να παύσει τις εισαγωγές του σε τιμές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, αν, κατόπιν συγκεκριμένων διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, διαπιστωθεί ότι αυτή η ανάληψη υποχρεώσεων εξουδετερώνει τις ζημιογόνες επιπτώσεις του ντάμπινγκ. Σε αυτή την περίπτωση και στο βαθμό που ισχύουν οι αναλήψεις υποχρεώσεων, οι προσωρινοί δασμοί που έχει επιβάλει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 ή οι οριστικοί δασμοί που έχει επιβάλει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4, κατά περίπτωση, δεν εφαρμόζονται στις αντίστοιχες εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος που κατασκευάζεται από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων όπως έχει τροποποιηθεί. Οι αυξήσεις τιμών βάσει αναλήψεων υποχρεώσεων αυτού του είδους δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερες από αυτές που χρειάζονται για την εξουδετέρωση του περιθωρίου ντάμπινγκ, και μάλιστα θα πρέπει να υπολείπονται του περιθωρίου ντάμπινγκ, εφόσον οι αυξήσεις αυτής της κλίμακας θα ήταν αρκετές για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

2.   Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να εισηγείται την ανάληψη υποχρεώσεων, αλλά κανείς εξαγωγέας δεν είναι δυνατό να υποχρεωθεί να αναλάβει τέτοιες υποχρεώσεις. Το γεγονός ότι ένας εξαγωγέας δεν προτείνει την ανάληψη εκ μέρους του υποχρέωσης ή δεν ανταποκρίνεται σε σχετική πρόκληση που του έχει απευθυνθεί, δεν προδικάζει με κανένα τρόπο την αξιολόγηση των δεδομένων της υπόθεσης. Παρόλα αυτά, είναι δυνατό να διαπιστώνεται ότι είναι πιθανότερο να επέλθει ζημία αν συνεχισθούν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Δεν επιτρέπεται να ζητείται ή να γίνεται αποδεκτή ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους εξαγωγέων, παρά μόνον εφόσον έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώνει την ύπαρξη ντάμπινγκ και την εξ αυτού πρόκληση ζημίας. Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, η προσφορά για ανάληψη υποχρεώσεων δεν είναι δυνατή μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται στους ενδιαφερομένους προκειμένου να προβούν σε παραστάσεις, βάσει του άρθρου 20 παράγραφος 5.

3.   Οι προτεινόμενες αναλήψεις υποχρεώσεων είναι δυνατό να μη γίνονται δεκτές σε περίπτωση που κρίνεται ότι η αποδοχή τους παρουσιάζει πρακτικές δυσκολίες, επί παραδείγματι αν ο αριθμός των πραγματικών ή δυνητικών εξαγωγέων είναι υπερβολικά μεγάλος ή για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένων λόγων που ανάγονται στην ακολουθούμενη γενική πολιτική. Ο ενδιαφερόμενος εξαγωγέας δύναται να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους σχεδιάζεται η υποβολή πρότασης για την απόρριψη της προσφοράς δεδομένης ανάληψης υποχρέωσης· επίσης ενδέχεται να του παραχωρείται η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις σχετικά. Οι λόγοι της απόρριψης πρέπει να μνημονεύονται στην οριστική απόφαση.

4.   Τα μέρη που προσφέρονται να αναλάβουν κάποια υποχρέωση οφείλουν να παρέχουν μη εμπιστευτική περιγραφή της ανάληψης υποχρέωσης, ώστε να είναι δυνατόν να την πληροφορούνται τα ενδιαφερόμενα μέρη που μετέχουν στην έρευνα.

5.   Όταν μια ανάληψη υποχρέωσης γίνεται, μετά από διαβουλεύσεις, αποδεκτή και δεν προβάλλονται σχετικές αντιρρήσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, η έρευνα περατούται. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή υποβάλλει πάραυτα στο Συμβούλιο έκθεση σχετική με τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων και μαζί πρόταση για την περάτωση της έρευνας. Η έρευνα λογίζεται περατωθείσα αν, εντός ενός μηνός, το Συμβούλιο δεν λάβει αντίθετη απόφαση με ειδική πλειοψηφία.

6.   Όταν γίνεται δεκτή μια ανάληψη υποχρέωσης, η έρευνα για το ντάμπινγκ και για τη ζημία πρέπει κανονικά να ολοκληρώνεται. Στην περίπτωση αυτή, όταν διατυπώνεται αποφατικό συμπέρασμα για το ντάμπινγκ ή τη ζημία, η ανάληψη υποχρέωσης παύει αυτοδικαίως να ισχύει, εκτός αν το συμπέρασμα αυτό οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ύπαρξη της ανάληψης υποχρέωσης. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δυνατόν να απαιτηθεί η διατήρηση σε ισχύ της ανάληψης υποχρέωσης για εύλογο χρονικό διάστημα. Όταν το συμπέρασμα για το ντάμπινγκ και τη ζημία είναι καταφατικό, η ανάληψη υποχρέωσης παραμένει σε ισχύ με βάση το περιεχόμενό της και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

7.   Η Επιτροπή υποχρεούται να ζητεί από κάθε εξαγωγέα, από τον οποίον έχει γίνει δεκτή ανάληψη υποχρέωσης, να υποβάλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα στοιχεία σχετικά με την τήρηση της αναληφθείσας υποχρέωσης και να επιτρέπει την εξακρίβωση των συναφών στοιχείων. Τυχόν μη συμμόρφωση προς τις παραπάνω υποχρεώσεις εκλαμβάνεται ως παραβίαση της ανάληψης υποχρέωσης.

8.   Όταν στο πλαίσιο διεξαγόμενης έρευνας γίνονται δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων εκ μέρους ορισμένων εξαγωγέων, για τους σκοπούς του άρθρου 11, τεκμαίρεται ότι αυτές τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία περάτωσης της έρευνας ως προς την οικεία χώρα εξαγωγής.

9.   Σε περίπτωση παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης από οποιοδήποτε μέρος της ανάληψης υποχρέωσης, ή σε περίπτωση ανάκλησης της αποδοχής της ανάληψης υποχρέωσης από την Επιτροπή, η αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης ανακαλείται, κατόπιν διαβουλεύσεων, με απόφαση της Επιτροπής ή με κανονισμό της Επιτροπής, όπως πρέπει, και ο προσωρινός δασμός που έχει επιβληθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7 ή ο οριστικός δασμός που έχει επιβληθεί από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 εφαρμόζονται αυτομάτως, υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος εξαγωγέας είχε την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εκτός αν ο ίδιος ανακάλεσε την ανάληψη υποχρέωσης.

Οιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος ή κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει πληροφορίες που θα περιέχουν εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την παραβίαση μιας ανάληψης υποχρέωσης. Η επακόλουθη αξιολόγηση για το αν υπάρχει παραβίαση ανάληψης υποχρέωσης ή όχι περατώνεται κανονικά εντός έξι μηνών και το αργότερο εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία της δεόντως τεκμηριωμένης αίτησης. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών κατά την παρακολούθηση των αναλήψεων υποχρεώσεων.

10.   Επιτρέπεται η επιβολή, μετά από διαβουλεύσεις, προσωρινού δασμού δυνάμει του άρθρου 7 με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία, όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι δεδομένη ανάληψη υποχρέωσης παραβιάζεται ή, σε περιπτώσεις παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης, όταν δεν έχει ολοκληρωθεί η έρευνα που οδήγησε στην ανάληψη υποχρέωσης.

Άρθρο 9

Περάτωση χωρίς τη λήψη μέτρων· επιβολή οριστικών δασμών

1.   Σε περίπτωση ανάκλησης της καταγγελίας, η διαδικασία είναι δυνατό να περατούται, εκτός αν κρίνεται ότι η περάτωσή της δεν είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας.

2.   Όταν, μετά από διαβουλεύσεις, διαπιστώνεται ότι δεν είναι αναγκαία η λήψη μέτρων και δεν προβάλλεται σχετική αντίρρηση στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, η έρευνα ή η διαδικασία περατούται. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή υποβάλλει πάραυτα στο Συμβούλιο έκθεση σχετική με τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων και μαζί πρόταση για την περάτωση της διαδικασίας. Η διαδικασία λογίζεται περατωθείσα αν εντός ενός μηνός το Συμβούλιο δεν λάβει αντίθετη απόφαση με ειδική πλειοψηφία.

3.   Για όλες τις διαδικασίες που κινούνται βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 9, η ζημία θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι επίμαχες εισαγωγές αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο αυτού που ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7. Εξάλλου, κάθε διαδικασία αυτής της μορφής περατούται αμέσως, αν διαπιστώνεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ, εκπεφρασμένο ως ποσοστό της τιμής εξαγωγής, είναι κατώτερο του 2 %, αλλά γίνεται δεκτό ότι η περάτωση, όταν το περιθώριο για κάθε εξαγωγέα χωριστά είναι κατώτερο του 2 %, αφορά μόνον την έρευνα· κάθε επιμέρους εξαγωγέας δεν παύει να συμπεριλαμβάνεται στο αντικείμενο της όλης διαδικασίας, ενώ ως προς αυτόν είναι δυνατόν να διεξαχθεί και νέα έρευνα στο πλαίσιο τυχόν μεταγενέστερης εξέτασης, η οποία διενεργείται ως προς την οικεία χώρα κατ' εφαρμογή του άρθρου 11.

4.   Όταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 21, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση, εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός περιόδου ενός μηνός από την υποβολή της πρότασης από την Επιτροπή. Όταν ισχύουν προσωρινοί δασμοί, υποβάλλεται πρόταση για οριστικά μέτρα το αργότερο εντός ενός μηνός πριν από τη λήξη ισχύος αυτών των δασμών. Το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ που έχει διαπιστωθεί, αλλά θα πρέπει να είναι κατώτερο του εν λόγω περιθωρίου, αν η επιβολή δασμού χαμηλότερου ύψους κρίνεται επαρκής για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

5.   Ο δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται στο ύψος που αναλογεί σε κάθε περίπτωση, χωρίς διάκριση στις εισαγωγές ενός προϊόντος από κάθε πηγή ως προς τις οποίες αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και προξενούν ζημία, με εξαίρεση τις εισαγωγές από εκείνες τις πηγές από τις οποίες έχουν γίνει δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων σε εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Ο κανονισμός περί επιβολής του δασμού καθορίζει τον δασμό που αντιστοιχεί σε κάθε προμηθευτή ή, αν αυτό είναι πρακτικώς ανέφικτο, και γενικά όπου εφαρμόζεται το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α), την οικεία προμηθεύτρια χώρα.

Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α), ωστόσο, ορίζεται ο ατομικός δασμός για τους εξαγωγείς που μπορούν να αποδείξουν, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς, ότι:

α)

σε περίπτωση εταιρειών που ελέγχονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από αλλοδαπούς ή από κοινές επιχειρήσεις, οι εξαγωγείς είναι ελεύθεροι να επαναπατρίζουν κεφάλαια και κέρδη·

β)

οι τιμές εξαγωγής και οι ποσότητες των εξαγόμενων προϊόντων, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις πώλησης καθορίζονται ελεύθερα·

γ)

η πλειοψηφία των μετοχών ανήκει σε ιδιώτες. Οι κρατικοί υπάλληλοι που έχουν καθήκοντα στο διοικητικό συμβούλιο ή κατέχουν βασικές διευθυντικές θέσεις πρέπει να αποτελούν μειονότητα, ή διαφορετικά πρέπει να αποδειχθεί ότι η εταιρεία είναι παρόλ αυτά επαρκώς ανεξάρτητη από κρατική παρέμβαση·

δ)

οι πράξεις μετατροπής του συναλλάγματος πραγματοποιούνται σε τιμές της αγοράς, και

ε)

η κρατική παρέμβαση δεν πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει την καταστρατήγηση των μέτρων σε περίπτωση που καθορισθούν διαφορετικοί δασμολογικοί συντελεστές για τους μεμονωμένους εξαγωγείς.

6.   Όταν η Επιτροπή έχει περιστείλει το αντικείμενο της εξέτασης κατ' εφαρμογή του άρθρου 17, οποιοσδήποτε δασμός αντιντάμπινγκ, ο οποίος επιβάλλεται στις εισαγωγές που προέρχονται από εξαγωγείς ή παραγωγούς οι οποίοι έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 17 αλλά δεν έχουν συμπεριληφθεί στην έρευνα, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ που έχει καθοριστεί για τις επιχειρήσεις που επελέγησαν για τη δειγματοληψία. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε περιθώρια είτε είναι μηδενικά, είτε ασήμαντα, είτε έχουν καθοριστεί υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 18. Μεμονωμένοι δασμοί επιβάλλονται για τις εισαγωγές που προέρχονται από οποιονδήποτε εξαγωγέα ή παραγωγό στον οποίο επιφυλάσσεται ιδιαίτερη μεταχείριση, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17.

Άρθρο 10

Αναδρομική ισχύς

1.   Προσωρινά μέτρα και οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ εφαρμόζονται μόνον ως προς προϊόντα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά το χρόνο θέσης σε ισχύ της απόφασης που λαμβάνεται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 και του άρθρου 9 παράγραφος 4, αντιστοίχως, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

2.   Όταν έχει επιβληθεί προσωρινός δασμός και από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ζημία, το Συμβούλιο αποφασίζει, ανεξάρτητα από τα κατά πόσον πρέπει να επιβληθεί οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ, σχετικά με το ποσοστό του προσωρινού δασμού που εισπράττεται οριστικώς. Εν προκειμένω, ο όρος «ζημία» δεν περιλαμβάνει την αισθητή καθυστέρηση της δημιουργίας κοινοτικής βιομηχανίας, ούτε τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρής ζημίας, εκτός αν διαπιστώνεται ότι χωρίς τα προσωρινά μέτρα θα προκαλείτο πράγματι σοβαρή ζημία. Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, στις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη του παραπάνω κινδύνου ή η καθυστέρηση, τα ποσά που έχουν ενδεχομένως εισπραχθεί προσωρινώς αποδεσμεύονται, ενώ η επιβολή οριστικών δασμών επιτρέπεται μόνον από την ημερομηνία διατύπωσης τελικού συμπεράσματος για τον κίνδυνο ή την αισθητή καθυστέρηση.

3.   Αν ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ είναι υψηλότερος από τον προσωρινό δασμό, η διαφορά δεν εισπράττεται. Αν ο οριστικός δασμός είναι χαμηλότερος από τον προσωρινό δασμό, ο δασμός υπολογίζεται εκ νέου. Αν το τελικό συμπέρασμα είναι αποφατικό, ο προσωρινός δασμός δεν επικυρώνεται.

4.   Επιτρέπεται η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ ως προς προϊόντα που ετέθησαν σε κατανάλωση το πολύ 90 ημέρες πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των προσωρινών μέτρων, αλλά όχι πριν από την έναρξη της έρευνας, υπό την προϋπόθεση ότι οι εισαγωγές καταγράφηκαν συμφώνως προς το άρθρο 14 παράγραφος 5, ότι η Επιτροπή έχει προσφέρει στους ενδιαφερομένους εισαγωγείς την ευκαιρία να διατυπώσουν τυχόν παρατηρήσεις τους και επιπλέον εφόσον:

α)

κατά το παρελθόν έχουν ασκηθεί πρακτικές ντάμπινγκ ως προς το συγκεκριμένο προϊόν επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα ή ο εισαγωγέας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την ύπαρξη του ντάμπινγκ, και συγκεκριμένα την έκταση του ντάμπινγκ και την εικονιζόμενη ή αποδεδειγμένη ζημία και

β)

πέραν από τον όγκο των εισαγωγών που προκάλεσαν ζημία κατά την περίοδο έρευνας, έχει σημειωθεί περαιτέρω σημαντική αύξηση των εισαγωγών, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου κατά τον οποίον πραγματοποιήθηκαν, του όγκου τους και των λοιπών περιστάσεων, είναι πιθανό να εξουδετερώσει σε μεγάλο βαθμό την επανορθωτική επίδραση του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που πρόκειται να επιβληθεί.

5.   Σε περιπτώσεις παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης, είναι δυνατόν να επιβάλλονται οριστικοί δασμοί ως προς προϊόντα που ετέθησαν σε ελεύθερη κυκλοφορία το πολύ ενενήντα ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος των προσωρινών μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εισαγωγές καταγράφηκαν συμφώνως προς το άρθρο 14 παράγραφος 5 και ότι κάθε τέτοια εκτίμηση με αναδρομικό αποτέλεσμα δεν επιτρέπεται να αφορά τις εισαγωγές προϊόντων που ετέθησαν σε κατανάλωση πριν από την παραβίαση ή την ανάκληση της ανάληψης υποχρέωσης.

Άρθρο 11

Διάρκεια ισχύος, επανεξέταση και επιστροφές

1.   Κάθε μέτρο αντιντάμπινγκ παραμένει σε ισχύ μόνο για όσο χρόνο και στην έκταση που χρειάζεται για την εξουδετέρωση των ζημιογόνων συνεπειών του ντάμπινγκ.

2.   Κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του ή από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της πλέον πρόσφατης διαδικασίας επανεξέτασης η οποία κάλυψε τόσο το ντάμπινγκ, όσο και τη ζημία, εκτός αν η επανεξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τυχόν λήξη της ισχύος του μέτρου είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Κάθε επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος ενός μέτρου αρχίζει με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή μετά από αίτηση που υποβάλλεται εκ μέρους ή για λογαριασμό των κοινοτικών παραγωγών, ενώ το μέτρο παραμένει σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η επανεξέταση.

Για να αρχίσει επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων, πρέπει η σχετική αίτηση να περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η λήξη ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Η πιθανότητα αυτή μπορεί, παραδείγματος χάρη, να στηρίζεται σε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το ντάμπινγκ και η ζημία συνεχίζονται ή ότι η εξάλειψη της ζημίας οφείλεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ύπαρξη των μέτρων ή ότι η κατάσταση των εξαγωγέων ή οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά ενδέχεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω άσκηση ζημιογόνων πρακτικών ντάμπινγκ.

Kατά τη διεξαγωγή των ερευνών βάσει της παρούσας παραγράφου, παρέχεται στους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς, τους εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής και τους κοινοτικούς παραγωγούς η δυνατότητα να προβάλλουν περαιτέρω επιχειρήματα ή αντεπιχειρήματα ή να διατυπώνουν παρατηρήσεις σχετικά με τα θέματα που θίγονται στην αίτηση επανεξέτασης, ενώ για την εξαγωγή συμπερασμάτων λαμβάνονται καταλλήλως υπόψη όλα τα συναφή και δεόντως τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν υποβληθεί σχετικά με το αν τυχόν λήξη ισχύος μέτρων είναι ή όχι πιθανόν να οδηγήσει σε συνέχιση ή σε επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας.

Στο πλαίσιο εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, ανακοίνωση για την επικείμενη λήξη ισχύος του εκάστοτε μέτρου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε ενδεδειγμένο χρόνο κατά το τελευταίο έτος της περιόδου εφαρμογής των μέτρων, κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα παράγραφο. Εν συνεχεία, οι κοινοτικοί παραγωγοί αποκτούν, το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου, το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση επανεξέτασης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο. Επίσης, δημοσιεύεται ανακοίνωση για την πραγματική λήξη ισχύος των μέτρων δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

3.   Η ανάγκη διατήρησης σε ισχύ δεδομένου μέτρου είναι επίσης δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο επανεξέτασης, όταν κρίνεται δικαιολογημένη, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή, ακόμη, εφόσον έχει παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους από την επιβολή του οριστικού μέτρου, μετά από αίτηση οποιουδήποτε εξαγωγέα ή εισαγωγέα ή των κοινοτικών παραγωγών, η οποία περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας ενδιάμεσης επανεξέτασης.

Ενδιάμεση επανεξέταση αρχίζει όταν η αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η διατήρηση σε ισχύ του μέτρου δεν είναι πλέον απαραίτητη για την εξουδετέρωση του ντάμπινγκ ή/και ότι είναι απίθανο να συνεχισθεί ή να επαναληφθεί η ζημία σε περίπτωση άρσης ή διαφοροποίησης του μέτρου ή το υφιστάμενο μέτρο δεν αρκεί ή δεν αρκεί πλέον για την εξουδετέρωση των ζημιογόνων συνεπειών του ντάμπινγκ.

Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών δυνάμει της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή δύναται, μεταξύ άλλων, να εξετάζει κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική μεταβολή των συνθηκών όσον αφορά το ντάμπινγκ και τη ζημία ή κατά πόσον με τα υφιστάμενα μέτρα επιτυγχάνονται τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα ως προς την εξάλειψη της ζημίας που έχει ήδη διαπιστωθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, για την εξαγωγή τελικού συμπεράσματος λαμβάνονται υπόψη όλα τα συναφή και δεόντως τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία.

4.   Επανεξέταση διενεργείται επίσης προκειμένου να καθοριστούν χωριστά περιθώρια ντάμπινγκ για νέους εξαγωγείς στην οικεία χώρα εξαγωγής οι οποίοι δεν πραγματοποίησαν εξαγωγές του προϊόντος κατά την περίοδο έρευνας που ελήφθη ως βάση για την επιβολή των μέτρων.

Η επανεξέταση αρχίζει εφόσον ο νέος εξαγωγέας ή παραγωγός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν συνδέεται με κανέναν από τους εξαγωγείς ή παραγωγούς της χώρας εξαγωγής οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα αντιντάμπινγκ επί του προϊόντος και ότι πράγματι πραγματοποίησε εξαγωγές στην Κοινότητα μετά την περίοδο έρευνας ή εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχει αναλάβει αμετάκλητη συμβατική υποχρέωση για την εξαγωγή σημαντικής ποσότητας στην Κοινότητα.

Επανεξέταση για κάποιον νέο εξαγωγέα αρχίζει και διεξάγεται με ταχεία διαδικασία μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή και αφού παρασχεθεί στους κοινοτικούς παραγωγούς η δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις. Ο κανονισμός της Επιτροπής για την έναρξη επανεξέτασης καταργεί τον ισχύοντα δασμό έναντι του οικείου νέου εξαγωγέα, μέσω της τροποποίησης του κανονισμού με τον οποίο επεβλήθη ο δασμός και της καταγραφής των εισαγωγών κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 5, προκειμένου να εξασφαλισθεί η δυνατότητα επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ αναδρομικά από την ημερομηνία έναρξης της επανεξέτασης και τούτο σε περίπτωση που από την επανεξέταση προκύψει ότι ο συγκεκριμένος εξαγωγέας ασκεί πρακτικές ντάμπινγκ.

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται όταν ο δασμός έχει επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 6.

5.   Οι συναφείς διατάξεις του παρόντος κανονισμού οι σχετικές με τις διαδικασίες και τη διεξαγωγή των ερευνών, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στις σχετικές προθεσμίες, εφαρμόζονται σε κάθε επανεξέταση η οποία διενεργείται δυνάμει των παραγράφων 2, 3 και 4. Οι επανεξετάσεις που διεξάγονται δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 διενεργούνται με ταχείες διαδικασίες και πρέπει κανονικά να ολοκληρώνονται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία έναρξης της επανεξέτασης. Εν πάση περιπτώσει, οι επανεξετάσεις δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 ολοκληρώνονται οπωσδήποτε εντός 15 μηνών από την έναρξή τους. Οι επανεξετάσεις δυνάμει της παραγράφου 4 ολοκληρώνονται οπωσδήποτε εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία ενάρξεώς τους. Αν κινείται επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 2, ενώ παράλληλα διεξάγεται επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 3, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, η επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 3 περατώνεται εντός της ίδιας προθεσμίας με εκείνη για την επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 2.

Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο το αργότερο εντός ενός μηνός πριν από τη λήξη των ανωτέρω προθεσμιών που προσδιορίζονται στο πρώτο εδάφιο.

Αν η έρευνα δεν ολοκληρωθεί εντός των προθεσμιών που προσδιορίζονται στο πρώτο εδάφιο, τα μέτρα:

παύουν να ισχύουν για έρευνες που διεξάγονται δυνάμει της παραγράφου 2,

παύουν να ισχύουν για έρευνες βάσει των παραγράφων 2 και 3 εκ παραλλήλου, είτε η έρευνα κατά την παράγραφο 2 άρχισε ενώ η επανεξέταση κατά την παράγραφο 3 συνεχιζόταν στην ίδια διαδικασία, είτε οι έρευνες αυτές άρχισαν ταυτοχρόνως, ή

παραμένουν αμετάβλητα για έρευνες που διεξάγονται δυνάμει των παραγράφων 3 και 4.

Ανακοίνωση για την πραγματική λήξη ισχύος ή τη διατήρηση των μέτρων δυνάμει αυτής της παραγράφου δημοσιεύεται τότε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.   Κάθε επανεξέταση βάσει του παρόντος άρθρου εγκαινιάζεται από την Επιτροπή μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή. Όταν κρίνεται δικαιολογημένο, μετά από σχετική επανεξέταση, το όργανο της Κοινότητας που είναι αρμόδιο για την επιβολή του εκάστοτε μέτρου το καταργεί ή το διατηρεί βάσει της παραγράφου 2 ή το καταργεί, το διατηρεί ή το τροποποιεί βάσει των παραγράφων 3 και 4. Σε περίπτωση κατάργησης ενός μέτρου έναντι μεμονωμένων εξαγωγέων αλλά όχι έναντι της χώρας στο σύνολό της, οι εξαγωγείς αυτοί εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας, και είναι δυνατόν, αυτοδικαίως, να διεξαχθεί ως προς αυτούς νέα έρευνα στο πλαίσιο επανεξέτασης που διενεργείται ενδεχομένως μεταγενέστερα για τη συγκεκριμένη χώρα βάσει του παρόντος άρθρου.

7.   Όταν κατά τη λήξη της περιόδου εφαρμογής ενός μέτρου, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2, βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία επανεξέτασης του μέτρου δυνάμει της παραγράφου 3, η εν λόγω επανεξέταση καλύπτει επίσης τις περιστάσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2.

8.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, ένας εισαγωγέας δύναται να ζητήσει την επιστροφή δασμών που έχουν ήδη εισπραχθεί, εφόσον αποδεικνύεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ που ελήφθη ως βάση για την καταβολή των δασμών έχει εξαλειφθεί ή μειωθεί σε επίπεδο κατώτερο του ύψους του ισχύοντος δασμού.

Προκειμένου να ζητήσει την επιστροφή δασμών αντιντάμπινγκ, ο εισαγωγέας υποβάλλει σχετική αίτηση στην Επιτροπή. Η αίτηση υποβάλλεται μέσω του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου τα προϊόντα ετέθησαν σε ελεύθερη κυκλοφορία, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές καθόρισαν με τον προβλεπόμενο τρόπο το ύψος των προς επιβολή οριστικών δασμών ή από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την οριστική είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν πάραυτα την αίτηση στην Επιτροπή.

Μια αίτηση επιστροφής θεωρείται δεόντως τεκμηριωμένη βάσει αποδεικτικών στοιχείων μόνον όταν περιέχει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το ποσό της ζητούμενης επιστροφής δασμών αντιντάμπινγκ, καθώς και το σύνολο των τελωνειακών εγγράφων που αναφέρονται στον υπολογισμό και την καταβολή του εν λόγω ποσού. Επίσης, πρέπει να περιέχει αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να καλύπτουν αντιπροσωπευτικό χρονικό διάστημα, σχετικά με τις κανονικές αξίες και τις τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα που ισχύουν για τον υποκείμενο στο δασμό εξαγωγέα ή παραγωγό. Στις περιπτώσεις που ο εισαγωγέας δεν συνδέεται με τον εκάστοτε εξαγωγέα ή παραγωγό και τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία δεν είναι δυνατό να διατεθούν αμέσως ή σε περίπτωση που ο εκάστοτε εξαγωγέας ή παραγωγός δεν είναι διατεθειμένος να τα καταστήσει γνωστά στον εισαγωγέα, η αίτηση πρέπει να διαλαμβάνει δήλωση του εξαγωγέα ή του παραγωγού στην οποία να αναφέρεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ έχει ελαττωθεί ή εξαλειφθεί, κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο, και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την υποστήριξη της αίτησης πρόκειται να υποβληθούν στην Επιτροπή. Αν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν υποβληθούν από τον εξαγωγέα ή τον παραγωγό εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η αίτηση απορρίπτεται.

Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, αποφασίζει αν και σε ποιο βαθμό πρέπει να κάνει δεκτή την αίτηση· επίσης, δύναται οποτεδήποτε να αποφασίσει την έναρξη ενδιάμεσης επανεξέτασης, τα δε στοιχεία και τα πορίσματα που θα προκύψουν από την επανεξέταση αυτή, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται για τέτοιου είδους επανεξετάσεις, χρησιμοποιούνται για να αποφασισθεί αν και σε ποιο βαθμό δικαιολογείται η επιστροφή. Κάθε επιστροφή δασμών πραγματοποιείται κατά κανόνα εντός δωδεκαμήνου και πάντως όχι μετά την παρέλευση 18 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εισαγωγέας του προϊόντος το οποίο αφορά ο επιβληθείς δασμός αντιντάμπινγκ υπέβαλε την αίτηση επιστροφής, τεκμηριώνοντάς την με τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία. Τα κράτη μέλη προβαίνουν κατά κανόνα στην καταβολή της εγκριθείσας επιστροφής εντός 90 ημερών από τη λήξη της απόφασης της Επιτροπής.

9.   Για όλες τις επανεξετάσεις και τις έρευνες που διεξάγονται για το θέμα της επιστροφής δυνάμει του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εφαρμόζει, υπό τον όρο ότι δεν έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών, την ίδια μέθοδο που έχει εφαρμοσθεί και για την έρευνα που οδήγησε στην επιβολή του δασμού, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του άρθρου 2, και ιδιαίτερα των παραγράφων 11 και 12 του εν λόγω άρθρου, όπως επίσης των διατάξεων του άρθρου 17.

10.   Στο πλαίσιο κάθε έρευνας που διεξάγεται βάσει του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξετάζει την αξιοπιστία των τιμών εξαγωγής κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2. Εντούτοις, όταν αποφασίζεται η κατασκευή της τιμής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9, η Επιτροπή υποχρεούται να υπολογίζει την τιμή εξαγωγής χωρίς να αφαιρεί το ποσό των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβληθεί πειστικά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπώλησης και στις μεταγενέστερες τιμές πώλησης στην Κοινότητα.

Άρθρο 12

Έρευνα εκ νέου

1.   Όταν ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ή άλλο ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλλουν, κανονικά εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος των μέτρων, επαρκείς πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι, μετά την αρχική περίοδο έρευνας και πριν από ή μετά την επιβολή των μέτρων, μειώθηκαν οι τιμές εξαγωγής ή ότι δεν υπήρξε μεταβολή των τιμών, ή επαρκής μεταβολή των τιμών μεταπώλησης ή των τιμών πώλησης του εισαγόμενου προϊόντος στην Κοινότητα, η έρευνα μπορεί να κινηθεί εκ νέου, κατόπιν διαβουλεύσεων, για να εξεταστεί αν τα μέτρα επηρέασαν τις προαναφερθείσες τιμές.

Η έρευνα μπορεί επίσης να κινηθεί εκ νέου, υπό τους όρους που καθορίζονται ανωτέρω, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους.

2.   Όταν διεξάγεται εκ νέου έρευνα βάσει του παρόντος άρθρου, παρέχεται στους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους κοινοτικούς παραγωγούς η δυνατότητα να διευκρινίσουν τα δεδομένα που αναφέρονται στις τιμές μεταπώλησης και στις μεταγενέστερες τιμές πώλησης· σε περίπτωση που συμπεραίνεται ότι το μέτρο έπρεπε να είχε προκαλέσει μεταβολή των εν λόγω τιμών, ούτως ώστε να εξαλειφθεί η ζημία που είχε ήδη προσδιορισθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, τότε οι τιμές εξαγωγής επανεκτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 2, ενώ τα περιθώρια ντάμπινγκ υπολογίζονται εκ νέου προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη τις τιμές εξαγωγής που προκύπτουν από την επανεκτίμηση.

Σε περίπτωση που συμπεραίνεται ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 12 παράγραφος 1 λόγω μείωσης των τιμών εξαγωγής που σημειώθηκε μετά την αρχική περίοδο έρευνας και πριν από ή μετά την επιβολή των μέτρων, τα περιθώρια του ντάμπινγκ μπορούν να υπολογιστούν εκ νέου για να ληφθούν υπόψη αυτές οι χαμηλότερες τιμές εξαγωγής.

3.   Σε περίπτωση που από τη διεξαχθείσα, βάσει του παρόντος άρθρου, νέα έρευνα προκύψει αύξηση του ντάμπινγκ, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, μπορεί να τροποποιήσει τα ισχύοντα μέτρα, ώστε αυτά να εκφράζουν τα νέα πορίσματα για τις τιμές εξαγωγής. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Το ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το διπλό του ποσού του δασμού που είχε αρχικά επιβληθεί από το Συμβούλιο.

4.   Για κάθε έρευνα που διενεργείται εκ νέου βάσει του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι συναφείς διατάξεις των άρθρων 5 και 6, με την εξαίρεση ότι οι επανεξετάσεις αυτού του είδους διενεργούνται με ταχείες διαδικασίες και πρέπει κανονικά να ολοκληρώνονται εντός εξαμήνου από την ημερομηνία έναρξης της εκ νέου έρευνας. Εν πάση περιπτώσει, αυτές οι εκ νέου έρευνες περατώνονται οπωσδήποτε εντός εννέα μηνών από την έναρξη της έρευνας.

Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο το αργότερο εντός ενός μηνός πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προσδιορίζεται στο πρώτο εδάφιο.

Αν η εκ νέου έρευνα δεν ολοκληρωθεί εντός των προθεσμιών που προσδιορίζονται στο πρώτο εδάφιο, τα μέτρα διατηρούνται ως έχουν. Ανακοίνωση για τη διατήρηση των μέτρων δυνάμει αυτής της παραγράφου δημοσιεύεται επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.   Τυχόν ισχυρισμοί περί μεταβολών της κανονικής αξίας λαμβάνονται τότε μόνον υπόψη, βάσει του παρόντος άρθρου, όταν εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην ανακοίνωση για την έναρξη έρευνας προσκομίζονται στην Επιτροπή πλήρη στοιχεία τα οποία αναφέρονται στις αναθεωρημένες κανονικές αξίες και συνοδεύονται από τη δέουσα τεκμηρίωση. Όταν η έρευνα περιλαμβάνει επανεξέταση των κανονικών αξιών, οι εισαγωγές είναι δυνατό να καταγράφονται συμφώνως προς το άρθρο 14 παράγραφος 5 μέχρις ότου ολοκληρωθεί εκ νέου η έρευνα.

Άρθρο 13

Καταστρατήγηση

1.   Οι δασμοί αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από τρίτες χώρες του ομοειδούς προϊόντος, είτε αυτό έχει τροποποιηθεί ελαφρά είτε όχι· ή έναντι των εισαγωγών του ελαφρά τροποποιημένου ομοειδούς προϊόντος από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα· ή μερών αυτού, όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων. Δασμοί αντιντάμπινγκ όχι υψηλότεροι από τους υπολειπόμενους δασμούς αντιντάμπινγκ που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5, μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από εταιρείες που επωφελούνται από ατομικούς δασμούς στις χώρες που υπόκεινται στα μέτρα όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων. Με τον όρο καταστρατήγηση νοείται κάθε μεταβολή των τρόπων διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τρίτων χωρών και της Κοινότητας ή μεταξύ ατομικών εταιρειών στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα και της Κοινότητας, η οποία απορρέει από μια πρακτική, διαδικασία ή εργασία, για την οποία δεν υφίσταται ικανός αποχρών λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού, ενώ παράλληλα υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για ζημία ή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι εξουδετερώνονται οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού όσον αφορά τις τιμές ή/και τις ποσότητες του ομοειδούς προϊόντος και όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ασκείται πρακτική ντάμπινγκ σχετικά με τις κανονικές αξίες που έχουν ήδη προσδιορισθεί για το ομοειδές προϊόν, αν χρειαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2.

Η πρακτική, διαδικασία ή εργασία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την ελαφρά τροποποίηση του υπό εξέταση προϊόντος για να μπορεί να υπαχθεί σε τελωνειακούς κωδικούς που κανονικά δεν υπόκεινται στα μέτρα υπό τον όρο ότι η τροποποίηση δεν μεταβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά του· την αποστολή του προϊόντος που υπόκειται στα μέτρα μέσω τρίτων χωρών· την αναδιοργάνωση από τους εξαγωγείς ή παραγωγούς των τρόπων και κυκλωμάτων των πωλήσεών τους στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα ούτως ώστε να μπορούν ενδεχομένως να εξάγουν τα προϊόντα τους στην Κοινότητα μέσω παραγωγών που επωφελούνται από ατομικό συντελεστή δασμού χαμηλότερο από τον συντελεστή που εφαρμόζεται στα προϊόντα των κατασκευαστών ·και, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται παράγραφο 2, τη συναρμολόγηση μερών από δράση συναρμολόγησης στην Κοινότητα ή σε τρίτη χώρα.

2.   Μια συναρμολόγηση στην Κοινότητα ή σε τρίτη χώρα γίνεται δεκτό ότι καταστρατηγεί τα ισχύοντα μέτρα όταν:

α)

η συναρμολόγηση άρχισε ή αυξήθηκε σημαντικά από την έναρξη της έρευνας αντιντάμπινγκ ή αμέσως πριν από αυτήν, και τα χρησιμοποιούμενα μέρη προέρχονται από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα, και

β)

τα μέρη αντιπροσωπεύουν ποσοστό 60 % τουλάχιστον της συνολικής αξίας των μερών του συναρμολογημένου προϊόντος, αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι υπάρχει καταστρατήγηση, αν η προστιθέμενη αξία των μερών που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης υπερβαίνει το 25 % του κόστους κατασκευής και

γ)

οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού όσον αφορά τις τιμές ή/και τις ποσότητες του συναρμολογημένου ομοειδούς προϊόντος εξουδετερώνονται και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ σχετικά με τις κανονικές αξίες που έχουν ήδη προσδιορισθεί για το ομοειδές προϊόν.

3.   Οι έρευνες κινούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή με αίτηση κράτους μέλους ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους με βάση επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα θέματα για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1. Η έρευνα αρχίζει, αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, με κανονισμό της Επιτροπής, με τον οποίον μπορεί επιπλέον να καλούνται οι τελωνειακές αρχές να υποβάλουν τις επίμαχες εισαγωγές υποχρεωτικά σε καταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5, ή να ζητήσουν τη σύσταση εγγύησης. Οι έρευνες διεξάγονται από την Επιτροπή, η οποία είναι δυνατό να επικουρείται από τις τελωνειακές αρχές, και πρέπει να ολοκληρώνονται εντός εννέα μηνών. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν εξακριβωθεί τελικώς, δικαιολογούν την επέκταση της ισχύος των μέτρων, τότε αυτή αποφασίζεται από το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση, εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Η επέκταση τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία επιβλήθηκε η υποχρέωση καταγραφής δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5 ή την ημερομηνία απαίτησης της παροχής εγγυήσεων. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι συναφείς διαδικαστικές διατάξεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό για την έναρξη και τη διεξαγωγή ερευνών.

4.   Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5 ή σε μέτρα όταν διατίθενται στο εμπόριο από εταιρείες στις οποίες έχουν χορηγηθεί απαλλαγές. Οι αιτήσεις για απαλλαγές δεόντως τεκμηριωμένες με αποδεικτικά στοιχεία υποβάλλονται εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στον κανονισμό της Επιτροπής για την έναρξη της έρευνας. Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρακτική, διαδικασία ή εργασία εκτός της Κοινότητας, χορηγούνται απαλλαγές στους παραγωγούς του υπό εξέταση προϊόντος οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με κανέναν παραγωγό που υπόκειται σε μέτρα και για τους οποίους διαπιστώνεται ότι δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης όπως ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρακτική, διαδικασία ή εργασία καταστρατήγησης εντός της Κοινότητας, χορηγούνται απαλλαγές σε εισαγωγείς οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με παραγωγούς οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα.

Αυτές οι απαλλαγές χορηγούνται με απόφαση της Επιτροπής, αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής ή με απόφαση του Συμβουλίου περί επιβολής μέτρων και ισχύουν κατά την περίοδο και υπό τους όρους που προβλέπει αυτή η απόφαση.

Αν πληρούνται οι όροι που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 4, μπορούν επίσης να χορηγηθούν απαλλαγές μετά την περάτωση της έρευνας που οδήγησε στην επέκταση των μέτρων.

Υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος από την επέκταση των μέτρων, και στην περίπτωση που είναι σημαντικός ο αριθμός των μερών που ζητούν ή ενδέχεται να ζητήσουν απαλλαγή, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να κινήσει επανεξέταση της επέκτασης των μέτρων. Μια τέτοια επανεξέταση διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παράγραφος 5, όπως εφαρμόζεται στις επανεξετάσεις δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3.

5.   Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν αποκλείει την κανονική εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τους δασμούς.

Άρθρο 14

Γενικές διατάξεις

1.   Οι δασμοί αντιντάμπινγκ, προσωρινοί ή οριστικοί, επιβάλλονται με κανονισμό και εισπράττονται από τα κράτη μέλη υπό τη μορφή, στο ύψος και με βάση τα λοιπά κριτήρια που προβλέπει ο κανονισμός με τον οποίο επιβάλλονται οι δασμοί. Επίσης οι δασμοί αντιντάμπινγκ εισπράττονται ανεξάρτητα από τους τελωνειακούς δασμούς, τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται συνήθως στις εισαγωγές. Κανένα προϊόν δεν υπόκειται ταυτόχρονα σε δασμούς αντιντάμπινγκ και σε αντισταθμιστικούς δασμούς για την αντιμετώπιση των συνεπειών μιας και της αυτής κατάστασης, η οποία είναι αποτέλεσμα πρακτικής ντάμπινγκ ή επιδότησης των εξαγωγών.

2.   Οι κανονισμοί για την επιβολή προσωρινών ή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ, καθώς και οι κανονισμοί και οι αποφάσεις για την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων ή την περάτωση ερευνών ή διαδικασιών δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εν λόγω κανονισμοί και αποφάσεις περιέχουν, μεταξύ άλλων, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης προστασίας των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, τα ονόματα των εμπλεκομένων εξαγωγέων, αν αυτό είναι πρακτικώς δυνατό, ή χωρών, περιγραφή του οικείου προϊόντος, καθώς και περίληψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού επί των οποίων στηρίζονται τα συμπεράσματα για το ντάμπινγκ και τη ζημία. Σε κάθε περίπτωση, αντίγραφο του κανονισμού ή της απόφασης αποστέλλεται στα μέρη που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για τις επανεξετάσεις.

3.   Βάσει του παρόντος κανονισμού είναι δυνατό να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις, ιδίως όσον αφορά τον κοινό ορισμό της έννοιας της καταγωγής, όπως αυτός περιέχεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (6).

4.   Για λόγους προστασίας του συμφέροντος της Κοινότητας, τα μέτρα που επιβάλλονται βάσει του παρόντος κανονισμού είναι δυνατό, μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, να ανασταλούν με απόφαση της Επιτροπής για χρονικό διάστημα εννέα μηνών. Η αναστολή είναι δυνατό να παρατείνεται για επιπλέον χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος, εάν το αποφασίσει το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Αναστολή χωρεί μόνον αν οι συνθήκες της αγοράς αλλάξουν προσωρινά σε βαθμό που η ζημία να είναι απίθανο να επαναληφθεί συνεπεία της αναστολής και υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρασχεθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις οι οποίες και συνεκτιμώνται. Τα μέτρα είναι δυνατό να επαναφέρονται σε ισχύ ανά πάσα στιγμή και μετά από διαβουλεύσεις, αν παύσει να συντρέχει ο λόγος της αναστολής τους.

5.   Η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα, μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες για την καταγραφή των εισαγωγών, έτσι ώστε να είναι δυνατή η μεταγενέστερη επιβολή μέτρων έναντι των εισαγωγών αυτών με ισχύ από την ημερομηνία καταγραφής τους. Οι εισαγωγές είναι δυνατό να καταγράφονται μετά από σχετική αίτηση της κοινοτικής βιομηχανίας η οποία να περιλαμβάνει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν αυτή την ενέργεια. Η καταγραφή θεσπίζεται με κανονισμό ο οποίος διευκρινίζει το σκοπό της εν λόγω ενέργειας και, αν χρειάζεται, το υπολογιζόμενο ποσό στο οποίο θα ανέρχεται η ενδεχόμενη μελλοντική οφειλή. Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των εννέα μηνών.

6.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή σε μηνιαία βάση τα στοιχεία για το εισαγωγικό εμπόριο των προϊόντων σε σχέση με τα οποία διεξάγεται έρευνα ή έχουν επιβληθεί μέτρα, καθώς και για το ύψος των δασμών που εισπράττονται βάσει του παρόντος κανονισμού.

7.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, η Επιτροπή μπορεί, κατά περίπτωση, να ζητήσει από τα κράτη μέλη να υποβάλουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων. Ως προς αυτό, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφοι 3 και 4. Όλα τα στοιχεία που υποβάλλουν τα κράτη μέλη δυνάμει του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 6.

Άρθρο 15

Διαβουλεύσεις

1.   Οι διαβουλεύσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συμβουλευτικής επιτροπής, αποτελούμενης από εκπροσώπους κάθε κράτους μέλους, υπό την προεδρία εκπροσώπου της Επιτροπής. Διαβουλεύσεις διεξάγονται αμέσως, είτε μετά από αίτηση κράτους μέλους, είτε με πρωτοβουλία της Επιτροπής και σε κάθε περίπτωση εντός χρονικού πλαισίου το οποίο να επιτρέπει την τήρηση των προθεσμιών που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

2.   Η συμβουλευτική επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της. Ο πρόεδρος παρέχει στα κράτη μέλη, το ταχύτερο δυνατό αλλά το αργότερο εντός δέκα εργάσιμων ημερών πριν από τη συνεδρίαση, όλες τις σχετικές πληροφορίες.

3.   Όταν είναι αναγκαίο, οι διαβουλεύσεις είναι δυνατό να διεξάγονται μόνο γραπτώς· στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να διατυπώνουν τις απόψεις τους ή να ζητούν τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων και προφορικώς· ο πρόεδρος φροντίζει για τη διεξαγωγή προφορικών διαβουλεύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν εντός χρονικού πλαισίου που να επιτρέπει την τήρηση των προβλεπόμενων από τον παρόντα κανονισμό προθεσμιών.

4.   Οι διαβουλεύσεις καλύπτουν ιδίως:

α)

την ύπαρξη ντάμπινγκ και τις μεθόδους καθορισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ·

β)

την ύπαρξη και έκταση της ζημίας·

γ)

την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της ζημίας·

δ)

τα μέτρα τα οποία, υπό τις δεδομένες συνθήκες, προσφέρονται για την αποτροπή ή την αποκατάσταση της ζημίας που έχει προκληθεί από το ντάμπινγκ, καθώς και τις λεπτομέρειες θέσης σε εφαρμογή των μέτρων αυτών.

Άρθρο 16

Επιτόπιες επαληθεύσεις

1.   Η Επιτροπή, όποτε το κρίνει σκόπιμο, πραγματοποιεί επιτόπιες επαληθεύσεις προκειμένου να εξετάσει τα στοιχεία που τηρούν οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς, οι έμποροι, οι αντιπρόσωποι, οι παραγωγοί και οι εμπορικές ενώσεις και οργανισμοί, και να επαληθεύσει τα στοιχεία που έχουν προσκομισθεί για το ντάμπινγκ και τη ζημία. Η επιτόπια επαλήθευση είναι δυνατόν να μην πραγματοποιηθεί εφόσον δεν έχει παρασχεθεί προσήκουσα και εμπρόθεσμη απάντηση.

2.   Η Επιτροπή δύναται, όταν είναι αναγκαίο, να διενεργεί έρευνες σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζει τη συγκατάθεση των εμπλεκομένων επιχειρήσεων και επιπλέον ότι έχει ενημερώσει τους εκπροσώπους της κυβέρνησης της οικείας χώρας, χωρίς αυτή η τελευταία να διατυπώσει αντίρρηση για τη διενέργεια της έρευνας. Το συντομότερο δυνατό μετά την εξασφάλιση της συγκατάθεσης των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή οφείλει να γνωστοποιεί στις αρχές της χώρας εξαγωγής τις ονομασίες και τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων στις εγκαταστάσεις των οποίων πρόκειται να πραγματοποιηθεί επιτόπια επαλήθευση, καθώς και τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες.

3.   Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ενημερώνονται σχετικά με το χαρακτήρα των στοιχείων που πρόκειται να επαληθευτούν κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επαλήθευσης, καθώς και σχετικά με οποιοδήποτε επιπλέον στοιχείο που πρέπει να παρασχεθεί κατά τη διάρκεια της επαλήθευσης αυτής, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να ζητούνται κατά τη διάρκεια της έρευνας περαιτέρω στοιχεία που κρίνονται χρήσιμα με βάση τις πληροφορίες που έχουν ήδη συγκεντρωθεί.

4.   Κατά τις επιτόπιες έρευνες που διενεργούνται βάσει των παραγράφων 1, 2 και 3, η Επιτροπή επικουρείται από αξιωματούχους των κρατών μελών που υποβάλλουν σχετικό αίτημα.

Άρθρο 17

Δειγματοληψίες

1.   Όταν είναι μεγάλος ο αριθμός των καταγγελλόντων, των εξαγωγέων ή των εισαγωγέων, των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η έρευνα είναι δυνατό να περιορίζεται σε εύλογο αριθμό ενδιαφερομένων μερών, προϊόντων ή συναλλαγών, με τη χρήση δειγματοληψιών που να ανταποκρίνονται στις αρχές της στατιστικής και λαμβάνοντας ως βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά το χρόνο της επιλογής· εναλλακτικά η έρευνα είναι δυνατό να περιορίζεται στον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής, πωλήσεων ή εξαγωγών, για τον οποίο μπορεί λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου.

2.   Η τελική επιλογή των ενδιαφερομένων μερών των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η οποία πραγματοποιείται για τους σκοπούς των δειγματοληψιών κατ' εφαρμογή των παρουσών διατάξεων, γίνεται από την Επιτροπή, αν και είναι προτιμότερο να επιλέγεται το δείγμα κατόπιν διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη και με τη συγκατάθεσή τους, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέρη έχουν αναγγελθεί και προσκομίσει εντός τριών εβδομάδων από την έναρξη της έρευνας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να επιτρέπουν την επιλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος.

3.   Ακόμη και σε περιπτώσεις περιστολής του αντικειμένου της εξέτασης κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου, είναι υποχρεωτικό να υπολογίζεται ξεχωριστό περιθώριο ντάμπινγκ για κάθε εξαγωγέα ή παραγωγό ο οποίος δεν συμπεριελήφθη στην αρχική επιλογή, αλλά ο οποίος υποβάλλει τις απαιτούμενες πληροφορίες εντός των προθεσμιών που προβλέπει ο παρών κανονισμός, εκτός αν ο αριθμός των εξαγωγέων ή των παραγωγών είναι τόσο μεγάλος, ώστε να καθίσταται υπερβολικά επαχθής η ατομική εξέταση των δεδομένων καθενός και να παρεμποδίζεται η έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας.

4.   Όταν αποφασίζεται η διενέργεια δειγματοληψίας και υπάρχει κάποιος βαθμός άρνησης συνεργασίας εκ μέρους των επιλεγέντων ενδιαφερομένων μερών, ο οποίος είναι πιθανό να επηρεάσει σημαντικά τα πορίσματα της έρευνας, επιτρέπεται η επιλογή νέου δείγματος. Εντούτοις, αν εξακολουθεί να υφίσταται σημαντικός βαθμός άρνησης συνεργασίας ή δεν υπάρχει ο χρόνος που χρειάζεται για την επιλογή νέου δείγματος, εφαρμόζονται οι συναφείς διατάξεις του άρθρου 18.

Άρθρο 18

Άρνηση συνεργασίας

1.   Όταν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται την πρόσβαση σε απαραίτητες πληροφορίες ή γενικότερα δεν τις παρέχει εντός των προθεσμιών που προβλέπει ο παρών κανονισμός ή παρεμποδίζει σημαντικά την έρευνα, επιτρέπεται να συνάγονται προσωρινά ή τελικά συμπεράσματα, είτε καταφατικά είτε αποφατικά, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Όταν διαπιστώνεται ότι ένα ενδιαφερόμενο μέρος έχει προσκομίσει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, τα εν λόγω στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία. Τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις συνέπειες που επισύρει τυχόν άρνηση συνεργασίας.

2.   Η μη παροχή απάντησης υπό μηχανογραφημένη μορφή δεν θεωρείται ως άρνηση συνεργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το οικείο ενδιαφερόμενο μέρος αποδεικνύει ότι η παρουσίαση της απάντησης υπό τη ζητούμενη μορφή θα καθίστατο επαχθέστερη ή θα συνεπάγονταν υπέρμετρο επιπρόσθετο κόστος.

3.   Αν οι πληροφορίες που προσκομίζει ένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν είναι ενδεχομένως άρτιες από κάθε άποψη, λαμβάνονται οπωσδήποτε υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδεχόμενες ελλείψεις δεν είναι τέτοιες, ώστε να δυσχεραίνουν υπέρμετρα τη συναγωγή συμπεράσματος με ικανοποιητική ακρίβεια και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πληροφορίες υποβάλλονται με τον δέοντα τρόπο και εγκαίρως, ότι είναι επαληθεύσιμες και ότι το οικείο μέρος έχει επιδείξει κάθε δυνατή επιμέλεια.

4.   Όταν δεν γίνονται δεκτά ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία ή ορισμένες πληροφορίες, το μέρος που τα έχει προσκομίσει πρέπει να ενημερώνεται πάραυτα σχετικά με τους λόγους της μη αποδοχής· επίσης πρέπει να του δίδεται η δυνατότητα να παράσχει πρόσθετες εξηγήσεις εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που οι εξηγήσεις αυτές δεν κριθούν ικανοποιητικές, πρέπει να καθίστανται γνωστοί οι λόγοι της απόρριψης των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων ή πληροφοριών και να αναπτύσσονται στα δημοσιευόμενα πορίσματα.

5.   Σε περίπτωση που τα συμπεράσματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για το θέμα της κανονικής αξίας, στηρίζονται στην εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που περιέχονται στην καταγγελία, πρέπει, όποτε είναι εφικτό και τηρουμένων των προθεσμιών που ισχύουν για την έρευνα, να ελέγχονται με βάση στοιχεία προερχόμενα από άλλες, ανεξάρτητες πηγές, τα οποία ενδεχομένως είναι διαθέσιμα, όπως τιμοκαταλόγους, επίσημα στατιστικά στοιχεία για τις εισαγωγές και τελωνειακές στατιστικές ή στοιχεία που έχουν προσκομίσει άλλα ενδιαφερόμενα μέρη κατά την έρευνα.

Αυτές οι πληροφορίες μπορούν να περιέχουν, ενδεχομένως, στοιχεία σχετικά με την παγκόσμια αγορά ή άλλες αντιπροσωπευτικές αγορές.

6.   Αν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται να συνεργασθεί ή συνεργάζεται μεν, αλλά μόνον εν μέρει και με τον τρόπο αυτό εμποδίζεται η πρόσβαση σε χρήσιμες πληροφορίες, το τελικό αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι λιγότερο ευνοϊκό για το εν λόγω μέρος από ό,τι θα ήταν αν είχε δεχθεί να συνεργασθεί.

Άρθρο 19

Τήρηση του απορρήτου

1.   Οι αρχές, όταν αποδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού λόγου, αντιμετωπίζουν ως απόρρητη κάθε πληροφορία η οποία από τη φύση της έχει τέτοιον χαρακτήρα (παραδείγματος χάρη, επειδή η γνωστοποίησή της θα προσπόριζε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε κάποιον ανταγωνιστή ή επειδή η γνωστοποίησή της θα είχε σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το πρόσωπο που έχει προσκομίσει το συγκεκριμένο στοιχείο ή για το πρόσωπο από το οποίο πληροφορήθηκε το συγκεκριμένο στοιχείο αυτός που το υποβάλλει) ή η οποία έχει υποβληθεί από κάποιο μέρος που μετέχει στην έρευνα με την επεξήγηση ότι πρόκειται για πληροφορία εμπιστευτικού χαρακτήρα.

2.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη που προσκομίζουν εμπιστευτικές πληροφορίες είναι υποχρεωμένα να υποβάλλουν μη εμπιστευτικού χαρακτήρα περιλήψεις των ίδιων πληροφοριών. Οι εν λόγω περιλήψεις πρέπει να είναι αρκούντως περιεκτικές, ώστε να επιτρέπουν την σε ικανοποιητικό βαθμό κατανόηση της ουσίας της εμπιστευτικού χαρακτήρα πληροφορίας που έχει προσκομισθεί. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη επιτρέπεται συγχρόνως να δηλώνουν ότι η πληροφορία που προσκομίζουν δεν είναι δυνατό να παρουσιασθεί σε περιληπτική μορφή. Στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις πρέπει να επισημαίνονται οι λόγοι για τους οποίους δεν είναι δυνατή η περιληπτική παρουσίαση της πληροφορίας.

3.   Σε περίπτωση που κρίνεται ότι μια αίτηση τήρησης του απορρήτου είναι απορριπτέα και ο παρέχων την πληροφορία είτε δεν είναι διατεθειμένος να καταστήσει ευρύτερα γνωστή την πληροφορία, είτε να επιτρέψει την κοινοποίησή της σε γενικόλογη ή περιληπτική μορφή, η πληροφορία αυτή είναι δυνατό να μη λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν αποδεικνύεται από έγκυρες πηγές ότι είναι ορθή. Οι αιτήσεις για την τήρηση του απορρήτου δεν πρέπει να απορρίπτονται αυθαίρετα.

4.   Το παρόν άρθρο δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται στις αρχές της Κοινότητας να αποκαλύπτουν πληροφορίες γενικού χαρακτήρα, και ιδίως τους λόγους στους οποίους στηρίζονται οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του παρόντος κανονισμού, ή να αποκαλύπτουν τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχτηκαν οι αρχές της Κοινότητας, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την επεξήγηση των λόγων αυτών κατά τις διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου. Κάθε αποκάλυψη αυτής της μορφής πρέπει να λαμβάνει υπόψη το έννομο συμφέρον των ενδιαφερομένων μερών ώστε να μη διαρρέουν τα επιχειρηματικά τους απόρρητα.

5.   Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, καθώς και οι αξιωματούχοι αυτών, οφείλουν να μην αποκαλύπτουν κανένα στοιχείο το οποίο έχει υποβληθεί βάσει του παρόντος κανονισμού και του οποίου έχει ζητηθεί η εμπιστευτική μεταχείριση από το πρόσωπο που το υπέβαλε, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση αυτού του τελευταίου. Τα στοιχεία που ανταλλάσσονται μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, τα στοιχεία που άπτονται των διαβουλεύσεων που διεξάγονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 15, καθώς και κάθε εσωτερικό έγγραφο που καταρτίζουν οι αρχές της Κοινότητας ή των κρατών μελών της δεν είναι δυνατό να αποκαλύπτεται παρά μόνο βάσει ρητής διάταξης του παρόντος κανονισμού.

6.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν. Η παρούσα διάταξη δεν αποκλείει την χρήση πληροφοριών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας έρευνας με σκοπό να κινηθεί άλλη έρευνα εντός της ίδιας διαδικασίας όσον αφορά το οικείο προϊόν.

Άρθρο 20

Αποκάλυψη

1.   Οι καταγγέλλοντες, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς, οι αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής δύνανται να ζητούν την αποκάλυψη αναλυτικών πληροφοριών για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και για το σκεπτικό επί τη βάσει των οποίων έχουν επιβληθεί προσωρινά μέτρα. Οι σχετικές αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς αμέσως μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, ενώ οι πληροφορίες πρέπει να κοινοποιούνται γραπτώς το συντομότερο δυνατό μετά την υποβολή της αίτησης.

2.   Τα μέρη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δύνανται να ζητούν την τελική αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού επί τη βάσει των οποίων πρόκειται να διατυπωθεί εισήγηση για την επιβολή οριστικών μέτρων ή για την περάτωση της έρευνας ή της διαδικασίας άνευ επιβολής μέτρων· εν προκειμένω, λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη γνωστοποίηση εκείνων των πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού που ενδεχομένως διαφέρουν από εκείνα που αποτέλεσαν τη βάση για την επιβολή των προσωρινών μέτρων.

3.   Οι αιτήσεις για την τελική αποκάλυψη στοιχείων, η οποία ορίζεται στην παράγραφο 2, αποστέλλονται γραπτώς στην Επιτροπή και παραλαμβάνονται, σε περιπτώσεις που έχει ήδη επιβληθεί προσωρινός δασμός, το αργότερο ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της πράξης επιβολής του εν λόγω δασμού. Αν δεν έχει επιβληθεί προσωρινός δασμός, παρέχεται στα μέρη η δυνατότητα να ζητήσουν την τελική αποκάλυψη στοιχείων εντός προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή.

4.   Η τελική αποκάλυψη στοιχείων γίνεται γραπτώς· λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης προστασίας των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, η τελική αποκάλυψη στοιχείων πρέπει να πραγματοποιείται το συντομότερο δυνατόν και, καταρχήν, το αργότερο ένα μήνα πριν από την οριστική απόφαση ή την υποβολή εκ μέρους της Επιτροπής οποιασδήποτε πρότασης για τη λήψη οριστικών μέτρων βάσει του άρθρου 9. Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να αποκαλύψει ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή το σκεπτικό τη δεδομένη στιγμή, αυτά πρέπει να γνωστοποιούνται το συντομότερο δυνατόν σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αποκάλυψη αυτή δεν θίγει οποιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση την οποία ενδεχομένως λαμβάνει η Επιτροπή ή το Συμβούλιο, αλλά αν η απόφαση αυτή στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και σε διαφορετικό σκεπτικό, αυτά πρέπει να γνωστοποιούνται το συντομότερο δυνατόν.

5.   Τυχόν παραστάσεις των ενδιαφερομένων μετά την τελική αποκάλυψη στοιχείων λαμβάνονται υπόψη εφόσον παραληφθούν εντός προθεσμίας που ορίζει η Επιτροπή κατά περίπτωση, η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των δέκα ημερών, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του επείγοντος του θέματος.

Άρθρο 21

Συμφέρον της Κοινότητας

1.   Κάθε συμπέρασμα σχετικά με το κατά πόσον το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει παρέμβαση πρέπει να βασίζεται σε συνολική εκτίμηση όλων των ποικίλων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων της εγχώριας βιομηχανίας, των χρηστών και των καταναλωτών· η διατύπωση οποιουδήποτε συμπεράσματος βάσει του παρόντος άρθρου είναι δυνατή μόνον εφόσον έχει παρασχεθεί σε όλα τα μέρη η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, όπως προβλέπει η παράγραφος 2. Κατά την παραπάνω εξέταση, αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην ανάγκη εξάλειψης των φαινομένων νόθευσης των συναλλαγών που προκαλούν οι επιζήμιες πρακτικές ντάμπινγκ και αποκατάστασης γνήσιου ανταγωνισμού. Τα μέτρα που έχουν προσδιορισθεί με βάση τις διαπιστώσεις για το ντάμπινγκ και τη ζημία είναι δυνατό να μην επιβάλλονται, σε περίπτωση που οι αρχές, με βάση όλες τις προσκομισθείσες πληροφορίες, καταλήγουν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η επιβολή των εν λόγω μέτρων δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της Κοινότητας.

2.   Προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε οι αρχές να μπορούν να λάβουν υπόψη τους όλες τις απόψεις και όλα τα στοιχεία, πριν αποφασίσουν αν η επιβολή μέτρων εξυπηρετεί ή όχι το συμφέρον της Κοινότητας, παρέχεται το δικαίωμα στους καταγγέλλοντες, στους εισαγωγείς και τις αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις και σε αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των χρηστών και των καταναλωτών να αναγγελθούν εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην ανακοίνωση για την έναρξη έρευνας αντιντάμπινγκ και να προσκομίσουν πληροφορίες στην Επιτροπή. Τα στοιχεία αυτά ή κατάλληλη περίληψη αυτών διατίθενται στα λοιπά μέρη που ορίζονται στο παρόν άρθρο, τα οποία έχουν το δικαίωμα να διατυπώνουν απόψεις και παρατηρήσεις σχετικά με τα στοιχεία αυτά.

3.   Τα μέρη τα οποία έχουν ενεργήσει συμφώνως προς την παράγραφο 2 δύνανται να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση. Οι αιτήσεις ακρόασης γίνονται δεκτές, εφόσον έχουν υποβληθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 και επιπλέον αναφέρουν τους ειδικούς λόγους για τους οποίους είναι επιβεβλημένη, από την άποψη του κοινοτικού συμφέροντος, η ακρόαση των μερών.

4.   Τα μέρη τα οποία έχουν ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 2 δύνανται να υποβάλλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή των προσωρινών δασμών που έχουν ενδεχομένως επιβληθεί. Οι παρατηρήσεις αυτές πρέπει να παραλαμβάνονται εντός ενός μηνός από την έναρξη ισχύος των εκάστοτε μέτρων, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη· επίσης, οι παρατηρήσεις αυτές η κατάλληλη περίληψή τους διατίθενται στα άλλα μέρη που δικαιούνται να ανταπαντήσουν.

5.   Η Επιτροπή εξετάζει τις πληροφορίες που έχουν υποβληθεί με τον προσήκοντα τρόπο, καθώς και το κατά πόσον αυτές είναι αντιπροσωπευτικές· τα πορίσματα της ανάλυσης αυτής, μαζί με γνώμη σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, διαβιβάζονται στη συμβουλευτική επιτροπή. Η στάθμιση των απόψεων που εκφράζονται στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής λαμβάνεται υπόψη από την Επιτροπή για τη διατύπωση οποιασδήποτε πρότασης δυνάμει του άρθρου 9.

6.   Τα μέρη τα οποία έχουν ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 2 δύνανται να ζητήσουν να πληροφορηθούν τα πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό επί των οποίων είναι πιθανό να στηρίζονται οι τελικές αποφάσεις. Τα στοιχεία αυτά γνωστοποιούνται στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό και χωρίς να θίγονται οι αποφάσεις που ενδεχομένως λαμβάνει στη συνέχεια η Επιτροπή ή το Συμβούλιο.

7.   Μια πληροφορία λαμβάνεται υπόψη μόνον εφόσον θεμελιώνεται σε θετικά αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την αξιοπιστία της.

Άρθρο 22

Τελικές διατάξεις

Ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει την εφαρμογή:

α)

οιουδήποτε ειδικού κανόνα που προβλέπεται στις συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών·

β)

των κοινοτικών κανονισμών στο γεωργικό τομέα, ούτε του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 3448/93, της 6ης Δεκεμβρίου 1993, για τον καθορισμό του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται για ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (7), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1667/2006, της 7ης Νοεμβρίου 2006, περί της γλυκόζης και της λακτόζης (8) και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2783/75, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινού συστήματος εμπορίας για την ωοαλβουμίνη και τη γαλακτοαλβουμίνη (9). Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται ως συμπλήρωμα των προαναφερθέντων κανονισμών και κατά παρέκκλιση των διατάξεών τους που ενδεχομένως αποκλείουν την εφαρμογή δασμών αντιντάμπινγκ·

γ)

ειδικών μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT).

Άρθρο 23

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 384/96 καταργείται.

Ωστόσο η κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 δεν επηρεάζει το κύρος των διαδικασιών που έχουν κινηθεί δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.

Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΙ.

Άρθρο 24

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 30ής Νοεμβρίου 2009.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

S. O. LITTORIN


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1.

(3)  Βλ. παράρτημα Ι.

(4)  ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1.

(5)  Συμπεριλαμβάνονται, το Αζερμπαϊτζάν, η Λευκορωσία, η Βόρεια Κορέα, το Τατζικιστάν, το Τουρκμενιστάν και το Ουζμπεκιστάν.

(6)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 318 της 20.12.1993, σ. 18.

(8)  ΕΕ L 312 της 11.11.2006, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 104.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΚΑΤΑΡΓΟΎΜΕΝΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ ΜΕ ΚΑΤΆΛΟΓΟ ΤΩΝ ΔΙΑΔΟΧΙΚΏΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΉΣΕΏΝ ΤΟΥ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2331/96 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 317 της 6.12.1996, σ. 1)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 905/98 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 128 της 30.4.1998, σ. 18)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2238/2000 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 257 της 11.10.2000, σ. 2)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1972/2002 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 305 της 7.11.2002, σ. 1)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 461/2004 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 77 της 13.3.2004, σ. 12)

Άρθρο 1

Άρθρο 3, μόνο όσον αφορά την αναφορά στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2117/2005 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 340 της 23.12.2005, σ. 17)

 


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 384/96

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφος 3 πρώτη πρόταση

Άρθρο 2 παράγραφος 3 πρώτη πρόταση

Άρθρο 2 παράγραφος 3 δεύτερη πρόταση

Άρθρο 2 παράγραφος 3 δεύτερη πρόταση

Άρθρο 2 παράγραφος 4

Άρθρο 2 παράγραφος 4

Άρθρο 2 παράγραφος 5 πρώτη πρόταση

Άρθρο 2 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 5 δεύτερη πρόταση

Άρθρο 2 παράγραφος δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 5 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 5 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφοι 6 έως 9

Άρθρο 2 παράγραφοι 6 έως 9

Άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχεία α) έως η)

Άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχεία α) έως η)

Άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο θ) πρώτη πρόταση

Άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο θ) πρώτο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο θ) δεύτερη πρόταση

Άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο θ) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχεία ι) και κ)

Άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχεία ι) και κ)

Άρθρο 2 παράγραφοι 11 και 12

Άρθρο 2 παράγραφοι 11 και 12

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 3 παράγραφος 2, εισαγωγική φράση και στοιχεία α) και β)

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 3 παράγραφος 4

Άρθρο 3 παράγραφος 4, εισαγωγική φράση και στοιχεία α) και β)

Άρθρο 3 παράγραφος 5 έως 9

Άρθρο 3 παράγραφος 5 έως 9

Άρθρο 4 παράγραφος 1, εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 1, εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), εισαγωγική φράση και σημεία i) και ii)

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, εισαγωγική φράση και στοιχεία α), β) και γ)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 3 και 4

Άρθρο 4 παράγραφος 3 και 4

Άρθρα 5 έως 22

Άρθρα 5 έως 22

Άρθρο 23

Άρθρο 23

Άρθρο 24 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 24

Άρθρο 24 δεύτερο εδάφιο

Παράρτημα Ι

Παράρτημα ΙΙ


ΟΔΗΓΙΕΣ

22.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 343/74


ΟΔΗΓΊΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ 2009/158/ΕΚ

της 30ής Νοεμβρίου 2009

σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τις εισαγωγές πουλερικών και αυγών για επώαση από τρίτες χώρες

(κωδικοποιημένη έκδοση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 37,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 90/539/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 1990, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τις εισαγωγές πουλερικών και αυγών για επώαση από τρίτες χώρες (2), έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα (3) και ουσιωδώς. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση της εν λόγω οδηγίας.

(2)

Τα πουλερικά, ως ζώα ζωντανά, και τα αυγά για επώαση, ως ζωικά προϊόντα, περιλαμβάνονται στον κατάλογο των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα I της συνθήκης.

(3)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η ορθολογική ανάπτυξη της παραγωγής πουλερικών και να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η παραγωγικότητα στον εν λόγω τομέα, πρέπει να καθορισθούν, σε κοινοτικό επίπεδο, ορισμένοι κανόνες υγειονομικού ελέγχου σχετικά με τα πουλερικά και τα αυγά για επώαση κατά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.

(4)

Η εκτροφή πουλερικών εντάσσεται στα πλαίσια των γεωργικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί πηγή εισοδήματος για ένα τμήμα του γεωργικού πληθυσμού.

(5)

Προκειμένου να ευνοηθούν οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές πουλερικών και αυγών για επώαση, πρέπει να μην υπάρχουν ανισότητες ως προς τον υγειονομικό έλεγχο στα κράτη μέλη.

(6)

Προκειμένου να επιτραπεί η αρμονική ανάπτυξη των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, πρέπει να καθορισθεί κοινοτικό καθεστώς που να εφαρμόζεται στις εισαγωγές από τρίτες χώρες.

(7)

Πρέπει κατ αρχήν να αποκλεισθούν, από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι ειδικές συναλλαγές που προκύπτουν από εκθέσεις, διαγωνισμούς και αγώνες.

(8)

Δεδομένων των συνθηκών της σύγχρονης πτηνοτροφίας, η εξασφάλιση ελέγχου των επιχειρήσεων παραγωγής αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για την προώθηση της αρμονικής ανάπτυξης των ενδοκοινοτικών συναλλαγών πουλερικών και αυγών για επώαση.

(9)

Πρέπει να επαφίεται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών η μέριμνα για την έγκριση των επιχειρήσεων που ανταποκρίνονται στους όρους, που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, και ο έλεγχος για την τήρηση της εφαρμογής τους.

(10)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (4), προβλέπει πρότυπα εμπορίας για τα προϊόντα των τομέων των αυγών και του κρέατος των πουλερικών. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 617/2008 της Επιτροπής (5) καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 σχετικά με τις προδιαγραφές εμπορίας των αυγών προς επώαση και των νεοσσών πουλερικών ορνιθώνος, και ιδίως όσον αφορά την απόδοση διακριτικού αριθμού εγγραφής για κάθε εγκατάσταση παραγωγής καθώς και τη σήμανση των αυγών για επώαση.. Πρέπει, για πρακτικούς λόγους, να υιοθετηθούν ταυτόσημα κριτήρια για την αναγνώριση των επιχειρήσεων παραγωγής και τη σήμανση των αυγών για επώαση, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(11)

Τα κράτη μέλη ορίζουν τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς και παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θέτουν στη διάθεση των λοιπών κρατών μελών και του κοινού αυτές τις πληροφορίες.

(12)

Για να αποτελέσουν αντικείμενο ενδοκοινοτικών συναλλαγών, τα πουλερικά και τα αυγά για επώαση πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένες απαιτήσεις υγειονομικού ελέγχου, ώστε να αποφεύγεται η διάδοση μεταδοτικών ασθενειών.

(13)

Για τον ίδιο σκοπό, πρέπει επίσης να καθοριστούν οι όροι σχετικά με τη μεταφορά.

(14)

Επιβάλλεται να προβλεφθεί, ενόψει της προόδου που έχει πραγματοποιηθεί από κράτος μέλος για την εξάλειψη ορισμένων ασθενειών των πουλερικών, ότι η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί συμπληρωματικές εγγυήσεις το πολύ ισοδύναμες με εκείνες τις οποίες το κράτος μέλος αυτό θέτει σε εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο. Στα πλαίσια αυτά, μπορεί να αποδειχθεί σκόπιμος ο καθορισμός του καθεστώτος αυτών των κρατών ή των περιοχών κράτους μέλους έναντι ορισμένων ασθενειών που μπορούν να πλήξουν τα πουλερικά.

(15)

Μολονότι οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές που αφορούν πολύ μικρές ποσότητες δεν είναι δυνατόν, για πρακτικούς λόγους, να υπόκεινται στο σύνολο των κοινοτικών απαιτήσεων, πρέπει, εντούτοις, να τηρούνται ορισμένοι βασικοί κανόνες.

(16)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των προβλεπόμενων απαιτήσεων, κρίνεται αναγκαίο να προβλέπεται η χορήγηση ενός κτηνιατρικού πιστοποιητικού από επίσημο κτηνίατρο, το οποίο πρέπει να συνοδεύει τα πουλερικά και τα αυγά για επώαση μέχρι τον τόπο προορισμού.

(17)

Όσον αφορά την οργάνωση και τις επιπτώσεις των ελέγχων που πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος προορισμού και τα μέτρα διασφάλισης που πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή, είναι σκόπιμο να γίνεται αναφορά στους γενικούς κανόνες που προβλέπονται από την οδηγία 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1990 σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους και ζωοτεχνικούς κατά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων ζωικής προέλευσης ενόψει της υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς (6).

(18)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα ελέγχων διενεργούμενων από την Επιτροπή σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

(19)

Ο καθορισμός κοινοτικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στις εισαγωγές από τρίτες χώρες προϋποθέτει την κατάρτιση καταλόγου των τρίτων χωρών ή τμημάτων των τρίτων χωρών από τις οποίες είναι δυνατόν να εισάγονται πουλερικά και αυγά για επώαση.

(20)

Η επιλογή των χωρών αυτών πρέπει να βασίζεται σε κριτήρια γενικής φύσεως, όπως η υγειονομική κατάσταση των πουλερικών και των άλλων ζώων, η οργάνωση και οι εξουσίες των κτηνιατρικών υπηρεσιών και η ισχύουσα υγειονομική νομοθεσία.

(21)

Εξάλλου, επιβάλλεται να μην εγκρίνονται οι εισαγωγές πουλερικών και αυγών για επώαση που προέρχονται από μολυσμένες χώρες ή χώρες πολύ πρόσφατα απαλλαγμένες από μεταδοτικές ασθένειες των πουλερικών, οι οποίες αποτελούν κίνδυνο για το ζωικό κεφάλαιο της Κοινότητας.

(22)

Οι γενικοί όροι που εφαρμόζονται στις εισαγωγές από τρίτες χώρες πρέπει να συμπληρωθούν με ειδικούς όρους, που εκπονούνται σε συνάρτηση με την υγειονομική κατάσταση της κάθε χώρας.

(23)

Η προσκόμιση, κατά την εισαγωγή πουλερικών ή αυγών για επώαση, πιστοποιητικού συμφώνου προς υπόδειγμα αποτελεί ένα από τα αποτελεσματικά μέσα για την επαλήθευση της εφαρμογής των κοινοτικών ρυθμίσεων. Η νομοθεσία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις που είναι δυνατόν να διαφοροποιούνται ανάλογα με την τρίτη χώρα και το υπόδειγμα του πιστοποιητικού πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.

(24)

Πρέπει να επιφορτισθούν οι πραγματογνώμονες κτηνίατροι της Επιτροπής με την επαλήθευση, στις τρίτες χώρες, της τήρησης των σχετικών ρυθμίσεων.

(25)

Ο έλεγχος κατά την εισαγωγή πρέπει να αφορά την καταγωγή και την υγειονομική κατάσταση των πουλερικών και των αυγών για επώαση.

(26)

Πρέπει, για τη διασφάλιση της υγείας των ανθρώπων και των ζώων, να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο, συμπεριλαμβανομένης της θανάτωσης και της καταστροφής, κατά την άφιξη των πουλερικών ή των αυγών για επώαση στο κοινοτικό έδαφος και κατά τη διακίνησή τους προς τον τόπο προορισμού.

(27)

Η σταθερή εξέλιξη των πτηνοτροφικών τεχνικών απαιτεί την περιοδική προσαρμογή των μεθόδων καταπολέμησης των ασθενειών των πουλερικών.

(28)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (7).

(29)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο των πράξεων που εμφαί