ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.342.gre

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 342

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
22 Δεκεμβρίου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1221/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, περί της εκούσιας συμμετοχής οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 και των αποφάσεων της Επιτροπής 2001/681/ΕΚ και 2006/193/ΕΚ

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων αναφορικά με την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους ( 1 )

46

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τα καλλυντικά προϊόντα ( 1 )

59

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

22.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 342/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1221/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Νοεμβρίου 2009

περί της εκούσιας συμμετοχής οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 και των αποφάσεων της Επιτροπής 2001/681/ΕΚ και 2006/193/ΕΚ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175 παράγραφος 1,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 2 της συνθήκης προβλέπει ότι η Κοινότητα έχει ως αποστολή να προάγει, μεταξύ άλλων, την αειφόρο ανάπτυξη στο σύνολο της Κοινότητας.

(2)

Στην απόφαση αριθ. 1600/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2002, για τη θέσπιση του έκτου κοινοτικού προγράμματος δράσης για το περιβάλλον (4), η βελτίωση της συνεργασίας και της σύμπραξης με επιχειρήσεις χαρακτηρίζεται ως στρατηγικής σημασίας για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων. Οι εκούσιες δεσμεύσεις αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο εν προκειμένω. Στο πλαίσιο αυτό, απαραίτητες θεωρούνται η ευρύτερη συμμετοχή στο κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) και η ανάπτυξη πρωτοβουλιών για την ενθάρρυνση των οργανισμών να δημοσιεύουν εμπεριστατωμένες εκθέσεις επιδόσεων σχετικά με το περιβάλλον ή την αειφόρο ανάπτυξη, οι οποίες να έχουν επαληθευτεί από ανεξάρτητους τρίτους.

(3)

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2007, σχετικά με την ενδιάμεση επανεξέταση του έκτου κοινοτικού προγράμματος δράσης για το περιβάλλον, αναγνωρίζεται ότι πρέπει να βελτιωθεί η υλοποίηση των εθελοντικών μέσων που αφορούν τη βιομηχανία και ότι τα μέσα αυτά έχουν μεγάλες δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν έχουν ακόμη πλήρως αναπτυχθεί. Η Επιτροπή καλείται να επανεξετάσει τα μέσα αυτά με στόχο να προωθήσει τη διάδοσή τους και να περιορίσει τη διοικητική επιβάρυνση που συνεπάγεται η διαχείρισή τους.

(4)

Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Ιουλίου 2008, όσον αφορά το σχέδιο δράσης για τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή και τη βιώσιμη βιομηχανική πολιτική, αναγνωρίζει ότι το EMAS βοηθά τις επιχειρήσεις να βελτιστοποιήσουν τις παραγωγικές τους διαδικασίες, μειώνοντας τις περιβαλλοντικές συνέπειες και αξιοποιώντας τους πόρους κατά τρόπο πιο αποτελεσματικό.

(5)

Για να προωθηθεί συνεκτική προσέγγιση μεταξύ των νομοθετικών πράξεων που καταρτίζονται σε κοινοτικό επίπεδο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν με ποιον τρόπο οι καταχωρίσεις στο πλαίσιο του EMAS είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκπόνηση της νομοθεσίας ή να χρησιμοποιούνται ως μέσο για την επιβολή της εφαρμογής της. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης, προκειμένου το ΕΜΑS να καταστεί ελκυστικότερο για τους οργανισμούς, να το λαμβάνουν υπόψη στις πολιτικές για τις δημόσιες συμβάσεις και, κατά περίπτωση, να παραπέμπουν στο EMAS ή σε ισοδύναμο σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης ως όρο εκτέλεσης συμβάσεων έργων ή παροχής υπηρεσιών.

(6)

Στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την εκούσια συμμετοχή οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) (5) προβλέπεται ότι η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει το ΕΜAS με βάση την εμπειρία που θα έχει αποκτηθεί από τη λειτουργία του και να προτείνει τις κατάλληλες τροποποιήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(7)

Η εφαρμογή των συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένου του EMAS δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001, απέδειξε την αποτελεσματικότητά τους ως προς την προώθηση βελτιώσεων των περιβαλλοντικών επιδόσεων των οργανισμών. Χρειάζεται ωστόσο να αυξηθεί ο αριθμός των οργανισμών που συμμετέχουν στο σύστημα με στόχο να επιτευχθεί καλύτερος συνολικός αντίκτυπος των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Προς επίτευξη τούτου, η πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να αξιοποιηθεί για να ενισχυθεί η ικανότητα του ΕΜAS να επιφέρει βελτιώσεις στις συνολικές περιβαλλοντικές επιδόσεις των οργανισμών.

(8)

Θα πρέπει να ενθαρρυνθούν οι οργανισμοί να συμμετέχουν εκουσίως στο EMAS και να μπορούν να αποκομίζουν προστιθέμενη αξία ως προς τον ρυθμιστικό έλεγχο, την εξοικονόμηση κόστους και το γόητρό τους στο κοινό, υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να επιδεικνύουν βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεών τους.

(9)

Θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα συμμετοχής στο EMAS σε όλους τους οργανισμούς, εντός και εκτός της Κοινότητας, των οποίων οι δραστηριότητες έχουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Το EMAS θα πρέπει να παρέχει ένα μέσο στους οργανισμούς αυτούς για τη διαχείριση αυτών των επιπτώσεων και τη βελτίωση των συνολικών περιβαλλοντικών τους επιδόσεων.

(10)

Θα πρέπει να ενθαρρυνθούν οι, ιδίως μικρού μεγέθους, οργανισμοί, να συμμετάσχουν στο EMAS. Η συμμετοχή τους θα πρέπει να προωθηθεί με τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε πληροφορίες, στα διαθέσιμα κονδύλια στήριξης και στους δημόσιους φορείς και με την καθιέρωση ή την προώθηση μέτρων τεχνικής συνδρομής.

(11)

Θα πρέπει να καταστεί δυνατόν να στραφούν όσο το δυνατόν ευκολότερα στο ΕΜAS οι οργανισμοί οι οποίοι το επιθυμούν και οι οποίοι σήμερα εφαρμόζουν άλλα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διασυνδέσεις με άλλα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης.

(12)

Οργανισμοί με χώρους δραστηριοτήτων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καταχωρίζουν με μία μόνο καταχώριση το σύνολο ή μέρος αυτών των χώρων δραστηριοτήτων.

(13)

Θα πρέπει να ενισχυθεί ο μηχανισμός για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης οργανισμού με όλες τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον, ούτως ώστε να αναβαθμισθεί η αξιοπιστία του EMAS και, ιδίως, να καταστεί εφικτό τα κράτη μέλη να μειώνουν τη διοικητική επιβάρυνση καταχωρισμένων στο EMAS οργανισμών, μέσω αποκανονιστικοποίησης ή νομοθετικών ελαφρύνσεων.

(14)

Στη διαδικασία εφαρμογής του EMAS θα πρέπει να περιλαμβάνεται η συμμετοχή των υπαλλήλων και των εργατών του οργανισμού, επειδή έτσι αυξάνονται, αφενός, η ικανοποίησή τους από την επαγγελματική απασχόληση, και, αφετέρου, οι γνώσεις περιβαλλοντικών ζητημάτων οι οποίες είναι δυνατό να αξιοποιηθούν εντός και εκτός του εργασιακού περιβάλλοντος.

(15)

Το λογότυπο του EMAS θα πρέπει να είναι ένα ελκυστικό εργαλείο επικοινωνίας και μάρκετιγκ για τους οργανισμούς, το οποίο να καθιστά το EMAS γνωστότερο στους αγοραστές και άλλους κύκλους ενδιαφερομένων. Οι κανόνες για τη χρήση του λογοτύπου του EMAS θα πρέπει να απλουστευθούν με τη χρήση ενιαίου λογότυπου και οι ισχύοντες περιορισμοί πρέπει να καταργηθούν, εκτός εκείνων που σχετίζονται με το προϊόν και τη συσκευασία. Δεν θα πρέπει να προκαλείται σύγχυση με άλλες οικολογικές σημάνσεις προϊόντων.

(16)

Το κόστος και τα τέλη καταχώρισης στο EMAS θα πρέπει να είναι εύλογα και ανάλογα με το μέγεθος του οργανισμού και το έργο που επιτελούν οι αρμόδιοι φορείς. Υπό την επιφύλαξη των κανόνων της συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, θα πρέπει να εξετασθεί η δυνατότητα οι μικροί οργανισμοί να απαλλάσσονται ή να καταβάλλουν μειωμένα τέλη.

(17)

Οι οργανισμοί θα πρέπει να συντάσσουν και να δημοσιοποιούν περιοδικές περιβαλλοντικές δηλώσεις με τις οποίες να παρέχουν στο κοινό και σε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη τις πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωσή τους με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις που αφορούν το περιβάλλον και σχετικά με τις περιβαλλοντικές τους επιδόσεις.

(18)

Για να εξασφαλισθεί ότι οι πληροφορίες είναι συναφείς και συγκρίσιμες, η έκθεση σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις οργανισμών θα πρέπει να βασίζεται σε γενικούς και ειδικούς κατά κλάδο δείκτες επιδόσεων που επικεντρώνονται σε καίριους περιβαλλοντικούς τομείς σε επίπεδο διαδικασίας και προϊόντος με τη χρήση καταλλήλων κριτηρίων αναφοράς και κλιμάκων. Τούτο θα πρέπει να βοηθήσει τους οργανισμούς να συγκρίνουν τις επιδόσεις τους τόσο με εκείνες που καλύπτουν διαφορετικές περιόδους αναφοράς όσο και με τις επιδόσεις άλλων οργανισμών.

(19)

Θα πρέπει να εκπονηθούν έγγραφα αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων των βέλτιστων πρακτικών περιβαλλοντικής διαχείρισης και των δεικτών περιβαλλοντικών επιδόσεων για συγκεκριμένους κλάδους, με την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών. Τα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να βοηθήσουν τους οργανισμούς να επικεντρωθούν περισσότερο στις σημαντικότερες περιβαλλοντικές πτυχές κάθε συγκεκριμένου κλάδου.

(20)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων (6) διέπει τη διαπίστευση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και καθορίζει το συνολικό πλαίσιο διαπίστευσης. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συμπληρώνει αυτούς τους κανόνες στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του EMAS, συγκεκριμένα δε την ανάγκη να εξασφαλισθεί υψηλή αξιοπιστία του συστήματος έναντι των άμεσα ενδιαφερομένων, ιδίως των κρατών μελών, και να καθορίζει, όπου ενδείκνυται, ειδικότερους κανόνες. Οι διατάξεις EMAS θα πρέπει να εξασφαλίζουν και να αναβαθμίζουν συνεχώς τις ικανότητες των επαληθευτών περιβάλλοντος, προβλέποντας ανεξάρτητο και αμερόληπτο σύστημα διαπίστευσης ή αδειοδότησης, εκπαίδευση και κατάλληλη εποπτεία των δραστηριοτήτων τους και, κατά τον τρόπο αυτό, να εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και την αξιοπιστία των οργανισμών που συμμετέχουν στο EMAS.

(21)

Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει τη διαπίστευση για το EMAS, θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

(22)

Τόσο τα κράτη μέλη όσο και η Επιτροπή θα πρέπει να αναλάβουν δραστηριότητες προβολής και στήριξης.

(23)

Υπό την επιφύλαξη των κανόνων της συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσφέρουν κίνητρα σε οργανισμούς καταχωρισμένους στο EMAS, όπως, πρόσβαση σε χρηματοδότηση ή φορολογικά κίνητρα, στο πλαίσιο μηχανισμών στήριξης των περιβαλλοντικών επιδόσεων της βιομηχανίας, υπό τον όρο ότι οι οργανισμοί είναι σε θέση να αποδείξουν βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεών τους.

(24)

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν συγκεκριμένα μέτρα για τη μεγαλύτερη συμμετοχή οργανισμών στο EMAS, ιδίως όταν αυτοί είναι μικρού μεγέθους.

(25)

Για να εξασφαλισθεί η εναρμονισμένη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να εκπονήσει κλαδικά έγγραφα αναφοράς, στο πεδίο που καλύπτει ο παρών κανονισμός σύμφωνα με πρόγραμμα προτεραιοτήτων.

(26)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αναθεωρηθεί, εάν ενδείκνυται, βάσει της πείρας που θα αποκτηθεί, εντός πέντε ετών από την έναρξη ισχύος του.

(27)

Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 761/2001, ο οποίος θα πρέπει συνεπώς να καταργηθεί.

(28)

Δεδομένου ότι στον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνονται χρήσιμα στοιχεία της σύστασης 2001/680/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με κατευθύνσεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εκούσια συμμετοχή οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) (7), καθώς και της σύστασης 2003/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2003, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για την επιλογή και τη χρήση των δεικτών περιβαλλοντικών επιδόσεων στο EMAS (8), οι πράξεις αυτές θα πρέπει να μη χρησιμοποιούνται πλέον, δεδομένου ότι αντικαθίστανται από τον παρόντα κανονισμό.

(29)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, και συγκεκριμένα η δημιουργία ενιαίου αξιόπιστου συστήματος και η αποφυγή της καθιέρωσης διαφορετικών εθνικών συστημάτων, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, δύνανται να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, η Κοινότητα δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, που ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που ορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(30)

Τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (9).

(31)

Συγκεκριμένα, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να θεσπίσει διαδικασίες για την αξιολόγηση των αρμόδιων φορέων από ομοτίμους, την κατάρτιση τομεακών εγγράφων αναφοράς, την αναγνώριση των υπαρχόντων συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης, ή μερών τους, ως συμμορφούμενων με τις αντίστοιχες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, καθώς και για την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως και VIII. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων με τη συμπλήρωσή του με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με τη διαδικασία κανονιστικής επιτροπής με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(32)

Δεδομένου ότι απαιτείται κάποιο χρονικό διάστημα για να εξασφαλισθεί ότι έχει δημιουργηθεί το πλαίσιο για την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν χρονικό διάστημα 12 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού για να τροποποιήσουν τις διαδικασίες που οφείλουν να τηρούν οι φορείς διαπίστευσης και οι αρμόδιοι φορείς σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Οι φορείς διαπίστευσης και οι αρμόδιοι φορείς θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα των 12 μηνών, τις διαδικασίες που έχουν θεσπισθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 761/2001,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός

Θεσπίζεται κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου, εφεξής καλούμενο «ΕΜAS», για την εκούσια συμμετοχή οργανισμών που βρίσκονται εντός ή εκτός της Κοινότητας.

Σκοπός του ΕΜAS, ως σημαντικού μέσου του σχεδίου δράσης για τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή και τη βιώσιμη βιομηχανική πολιτική, είναι να προωθήσει τη συνεχή βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των οργανισμών με την καθιέρωση και εφαρμογή συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης από τους οργανισμούς, με τη συστηματική, αντικειμενική και περιοδική αξιολόγηση των επιδόσεων των συστημάτων αυτών, με την ενημέρωση ως προς τις περιβαλλοντικές επιδόσεις, με ανοικτό διάλογο με το κοινό και άλλους ενδιαφερόμενους, καθώς και με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων στους οργανισμούς και την κατάλληλη εκπαίδευση.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«περιβαλλοντική πολιτική»: οι γενικές επιδιώξεις και κατευθύνσεις ενός οργανισμού όσον αφορά τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του, όπως εκφράζονται επίσημα από τα ανώτατα διοικητικά όργανά του, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με όλες τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον καθώς και της ανάληψης δέσμευσης για συνεχή βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων. Η πολιτική αυτή προσφέρει το πλαίσιο δράσης και ορισμού περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων·

2)

«περιβαλλοντικές επιδόσεις»: τα μετρήσιμα αποτελέσματα της διαχείρισης εκ μέρους ενός οργανισμού των περιβαλλοντικών του πτυχών·

3)

«συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις»: η πλήρης εφαρμογή των εφαρμοστέων νομικών απαιτήσεων σχετικά με το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων των όρων αδειοδότησης·

4)

«περιβαλλοντική πτυχή»: στοιχείο των δραστηριοτήτων, προϊόντων ή υπηρεσιών ενός οργανισμού, το οποίο έχει ή ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον·

5)

«σημαντική περιβαλλοντική πτυχή»: περιβαλλοντική πτυχή η οποία έχει ή ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον·

6)

«άμεση περιβαλλοντική πτυχή»: περιβαλλοντική πτυχή η οποία σχετίζεται με δραστηριότητες, προϊόντα ή υπηρεσίες του οργανισμού που υπάγονται στον άμεσο διοικητικό του έλεγχο·

7)

«έμμεση περιβαλλοντική πτυχή»: περιβαλλοντική πτυχή η οποία είναι δυνατόν να προκύψει από την αλληλεπίδραση οργανισμού με τρίτα μέρη και την οποία δύναται να επηρεάσει, ως ένα εύλογο βαθμό, ο οργανισμός·

8)

«περιβαλλοντική επίπτωση»: οιαδήποτε αρνητική ή θετική αλλαγή στο περιβάλλον, η οποία οφείλεται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, στις δραστηριότητες, τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες ενός οργανισμού·

9)

«περιβαλλοντική ανασκόπηση»: αρχική γενική ανάλυση των περιβαλλοντικών πτυχών, των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των περιβαλλοντικών επιδόσεων που σχετίζονται με τις δραστηριότητες, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ενός οργανισμού·

10)

«περιβαλλοντικό πρόγραμμα»: η περιγραφή των μέτρων, αρμοδιοτήτων και μέσων που έχουν καθοριστεί ή μελετώνται για την επίτευξη των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων και οι προθεσμίες για την επίτευξη των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων·

11)

«περιβαλλοντικός σκοπός»: ο συνολικός περιβαλλοντικός σκοπός, που απορρέει από την περιβαλλοντική πολιτική, τον οποίο ορίζει να επιτύχει ένας οργανισμός, και ο οποίος εκφράζεται ποσοτικά όπου είναι εφικτό·

12)

«περιβαλλοντικός στόχος»: λεπτομερής απαίτηση επιδόσεων, η οποία προκύπτει από τους περιβαλλοντικούς σκοπούς, εφαρμόζεται σ’ έναν οργανισμό ή τμήματα αυτού και πρέπει να καθορίζεται και να τηρείται προκειμένου να υλοποιηθούν οι σκοποί αυτοί·

13)

«σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης»: το τμήμα του συνολικού συστήματος διοίκησης το οποίο περιλαμβάνει την οργανωτική διάρθρωση, τον προγραμματισμό, τις αρμοδιότητες, τις πρακτικές, τις διαδικασίες, τις διεργασίες και τους πόρους για τη χάραξη, την εφαρμογή, την επίτευξη, την επισκόπηση και τη διατήρηση της περιβαλλοντικής πολιτικής και τη διαχείριση των περιβαλλοντικών πτυχών·

14)

«βέλτιστη πρακτική περιβαλλοντικής διαχείρισης»: ο αποτελεσματικότερος τρόπος να εφαρμόσουν οι οργανισμοί συγκεκριμένου τομέα το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και ο οποίος μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα βέλτιστες περιβαλλοντικές επιδόσεις υπό συγκεκριμένες οικονομικές και τεχνικές συνθήκες·

15)

«ουσιαστική αλλαγή»: οιαδήποτε αλλαγή στη λειτουργία, δομή, διοίκηση, διεργασίες, δραστηριότητες, προϊόντα ή υπηρεσίες ενός οργανισμού έχει ή μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στο σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης του οργανισμού, στο περιβάλλον ή στην υγεία του ανθρώπου·

16)

«εσωτερικός περιβαλλοντικός έλεγχος»: η συστηματική, τεκμηριωμένη, περιοδική και αντικειμενική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων ενός οργανισμού, του συστήματος διοίκησης και των διεργασιών για την προστασία του περιβάλλοντος·

17)

«ελεγκτής»: άτομο ή ομάδα ατόμων που ανήκουν στο προσωπικό ενός οργανισμού, ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο εκτός του οργανισμού, το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του οργανισμού, αξιολογεί, ιδίως, το εφαρμοζόμενο σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και διαπιστώνει τη συμμόρφωση με την περιβαλλοντική πολιτική και το περιβαλλοντικό πρόγραμμα του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον·

18)

«περιβαλλοντική δήλωση»: ολοκληρωμένη πληροφόρηση του κοινού και άλλων ενδιαφερομένων σχετικά με:

α)

τη διάρθρωση και τις δραστηριότητες του οργανισμού·

β)

την περιβαλλοντική πολιτική και το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης του οργανισμού·

γ)

τις περιβαλλοντικές πτυχές και επιπτώσεις του οργανισμού·

δ)

το περιβαλλοντικό πρόγραμμα, τους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους του οργανισμού·

ε)

τις περιβαλλοντικές επιδόσεις και συμμόρφωση του οργανισμού με τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της νομοθεσίας όσον αφορά το περιβάλλον όπως ορίζεται στο παράρτημα IV·

19)

«επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση»: ολοκληρωμένη πληροφόρηση του κοινού και άλλων ενδιαφερομένων που περιέχει επικαιροποιήσεις της τελευταίας επικυρωμένης περιβαλλοντικής δήλωσης, ιδίως δε πληροφόρηση σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του οργανισμού και τη συμμόρφωσή του με τις εφαρμοστέες νομικές υποχρεώσεις όσον αφορά το περιβάλλον·

20)

«επαληθευτής περιβάλλοντος»:

α)

οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 ή οιαδήποτε ένωση ή ομάδα τέτοιων οργανισμών που έχει διαπιστευθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)

φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ένωση ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων που έχει λάβει άδεια να διενεργεί επαλήθευση και επικύρωση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

21)

«οργανισμός»: εταιρεία, ένωση, εκμετάλλευση, επιχείρηση, αρχή ή ίδρυμα, εντός ή εκτός της Κοινότητας, ή τμήματα ή συνδυασμός αυτών, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, με ιδία λειτουργία και διοίκηση·

22)

«χώρος δραστηριοτήτων»: συγκεκριμένη γεωγραφική θέση που υπάγεται στον διοικητικό έλεγχο ενός οργανισμού και όπου τελούνται δραστηριότητες, παράγονται προϊόντα και παρέχονται υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των υποδομών, του εξοπλισμού και των υλικών· ο χώρος δραστηριοτήτων είναι η μικρότερη οντότητα που λαμβάνεται υπόψη για την καταχώριση·

23)

«ομάδα»: ομάδα ανεξάρτητων οργανισμών που σχετίζονται λόγω γεωγραφικής γειτνίασης ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και εφαρμόζουν από κοινού το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης·

24)

«επαλήθευση»: η διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης που εκτελείται από επαληθευτή περιβάλλοντος για να αποδειχθεί κατά πόσον η περιβαλλοντική ανασκόπηση, η περιβαλλοντική πολιτική, το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και ο εσωτερικός περιβαλλοντικός έλεγχος και η εκτέλεσή του εκ μέρους ενός οργανισμού πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

25)

«επικύρωση»: η επιβεβαίωση, από τον επαληθευτή περιβάλλοντος που διενήργησε την επαλήθευση, ότι οι πληροφορίες και τα δεδομένα που περιλαμβάνει η περιβαλλοντική δήλωση και η επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση ενός οργανισμού είναι έγκυρα, αξιόπιστα και ορθά και πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

26)

«εκτελεστικές αρχές»: οι σχετικές αρμόδιες αρχές που ορίζει το κράτος μέλος για τη διαπίστωση, την πρόληψη και τη διερεύνηση παραβάσεων των εφαρμοστέων νομικών απαιτήσεων σχετικά με το περιβάλλον και, όπου απαιτείται, για τη λήψη μέτρων επιβολής της εφαρμογής·

27)

«δείκτης περιβαλλοντικών επιδόσεων»: εξειδικευμένη ένδειξη που καθιστά δυνατή τη μέτρηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων ενός οργανισμού·

28)

«μικροί οργανισμοί»:

α)

πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (10) ·

β)

αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης λιγότερων των 10 000 κατοίκων ή άλλες δημόσιες αρχές που απασχολούν λιγότερα από 250 άτομα και έχουν ετήσιο προϋπολογισμό που δεν υπερβαίνει τα 50 εκατ. EUR ή ετήσιο ισολογισμό που δεν υπερβαίνει τα 43 εκατ. EUR, συμπεριλαμβανομένων όλων των ακολούθων περιπτώσεων:

i)

κυβέρνηση ή άλλη δημόσια διοίκηση, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων συμβουλευτικών φορέων, σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο·

ii)

φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν δημόσιο διοικητικό λειτούργημα, δυνάμει του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων ειδικών καθηκόντων, δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών που αφορούν το περιβάλλον και

iii)

φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν δημόσιες αρμοδιότητες ή ασκούν δημόσιο λειτούργημα ή παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες που αφορούν το περιβάλλον, υπό τον έλεγχο φορέα ή προσώπου που εμπίπτει στο στοιχείο β)·

29)

«εταιρική καταχώριση»: ενιαία καταχώριση όλων ή ορισμένων χώρων οργανισμού με χώρους που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες·

30)

«φορέας διαπίστευσης»: ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και είναι αρμόδιος για τη διαπίστευση και την εποπτεία των επαληθευτών περιβάλλοντος.

31)

«φορέας αδειοδότησης» ο φορέας, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και είναι αρμόδιος για τη χορήγηση αδειών στους επαληθευτές περιβάλλοντος και για την εποπτεία αυτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

Άρθρο 3

Καθορισμός του αρμόδιου φορέα

1.   Οργανισμοί σε κράτος μέλος υποβάλλουν την αίτηση καταχώρισης στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους.

2.   Οργανισμός με χώρους δραστηριοτήτων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, ή τρίτες χώρες, δύναται να υποβάλει αίτηση για ενιαία εταιρική καταχώριση του συνόλου ή μέρους αυτών των χώρων δραστηριοτήτων.

Αίτηση για ενιαία εταιρική καταχώριση υποβάλλεται στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία ή το διοικητικό κέντρο του οργανισμού το οποίο έχει ορισθεί για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.

3.   Αιτήσεις για καταχώριση από οργανισμούς εκτός της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένης της εταιρικής καταχώρισης που αποτελείται μόνον από χώρους δραστηριοτήτων ευρισκόμενους εκτός της Κοινότητας, υποβάλλονται σε οιοδήποτε αρμόδιο φορέα σε εκείνα τα κράτη μέλη που προβλέπουν την καταχώριση εξωκοινοτικών οργανισμών σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Αυτοί οι οργανισμοί μεριμνούν ώστε ο περιβαλλοντικός επαληθευτής που θα διενεργήσει την επαλήθευση και θα επικυρώσει το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης του οργανισμού, να είναι διαπιστευμένος ή να έχει λάβει άδεια στο κράτος μέλος όπου ο οργανισμός υποβάλλει αίτηση για καταχώριση.

Άρθρο 4

Προετοιμασία για καταχώριση

1.   Κάθε οργανισμός που επιθυμεί να καταχωρισθεί για πρώτη φορά:

α)

διενεργεί περιβαλλοντική ανασκόπηση όλων των περιβαλλοντικών πτυχών του σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα Ι και στο σημείο Α.3.1 του παραρτήματος II·

β)

με βάση τα αποτελέσματα της περιβαλλοντικής ανασκόπησης αναπτύσσει και εφαρμόζει σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης που καλύπτει όλες τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙ, λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον υπάρχουν, τις βέλτιστες πρακτικές περιβαλλοντικής διαχείρισης για τον συγκεκριμένο κλάδο, που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

γ)

διενεργεί εσωτερικό έλεγχο σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο Α.5.5. του παραρτήματος II και του παραρτήματος III·

δ)

συντάσσει περιβαλλοντική δήλωση σύμφωνα με το παράρτημα IV. Σε περίπτωση που για συγκεκριμένο τομέα είναι διαθέσιμα τομεακά έγγραφα αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 46, η εκτίμηση των επιδόσεων του οργανισμού λαμβάνει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα.

2.   Οι οργανισμοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη συνδρομή του άρθρου 32 που διατίθεται στο κράτος μέλος όπου υποβάλλουν την αίτηση καταχώρισης.

3.   Οι οργανισμοί με πιστοποιημένο σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, αναγνωρισμένο σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 4, δεν υποχρεούνται να υλοποιήσουν τα μέρη εκείνα που έχουν αναγνωρισθεί ως αντίστοιχα του παρόντος κανονισμού.

4.   Οι οργανισμοί προσκομίζουν ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία ή έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι πληρούν όλες τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον.

Οι οργανισμοί μπορούν να ζητούν πληροφορίες από την ή τις αρμόδιες εκτελεστικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 32 ή τον περιβαλλοντικό επαληθευτή.

Οι οργανισμοί εκτός Κοινότητας παραπέμπουν επίσης στις νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον που ισχύουν για ομοειδείς οργανισμούς στα κράτη μέλη όπου προτίθενται να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους.

Σε περίπτωση που για συγκεκριμένο τομέα είναι διαθέσιμα τομεακά έγγραφα αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 46, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων του οργανισμού λαμβάνει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα.

5.   Η αρχική περιβαλλοντική ανασκόπηση, το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, η διαδικασία ελέγχου και η εφαρμογή της και η περιβαλλοντική δήλωση επαληθεύονται από διαπιστευμένο ή κάτοχο άδειας επαληθευτή περιβάλλοντος, ο οποίος επικυρώνει την περιβαλλοντική δήλωση.

Άρθρο 5

Αίτηση καταχώρισης

1.   Κάθε οργανισμός ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 4 δύναται να υποβάλει αίτηση καταχώρισης.

2.   Η αίτηση καταχώρισης υποβάλλεται στον αρμόδιο φορέα που καθορίζεται κατά το άρθρο 3 και περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α)

την επικυρωμένη περιβαλλοντική δήλωση σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή·

β)

τη δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 9, υπογεγραμμένη από τον επαληθευτή περιβάλλοντος που επικύρωσε την περιβαλλοντική δήλωση·

γ)

συμπληρωμένο έντυπο, το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ελάχιστες πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα VI·

δ)

απόδειξη πληρωμής των επιβαλλόμενων τελών, εφόσον προβλέπεται.

3.   Η αίτηση συντάσσεται σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο ο οργανισμός υποβάλλει αίτηση καταχώρισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΜΕΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

Άρθρο 6

Ανανέωση της καταχώρισης EMAS

1.   Ανά τριετία τουλάχιστον, ο καταχωρισμένος οργανισμός:

α)

μεριμνά για την επαλήθευση του πλήρους συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και του προγράμματος ελέγχου και για την εφαρμογή τους·

β)

συντάσσει την περιβαλλοντική δήλωση σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα ΙV και μεριμνά για την επικύρωσή της από περιβαλλοντικό επαληθευτή·

γ)

διαβιβάζει την επικυρωμένη περιβαλλοντική δήλωση στον αρμόδιο φορέα·

δ)

διαβιβάζει στον αρμόδιο φορέα συμπληρωμένο έντυπο το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ελάχιστες πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα VI·

ε)

καταβάλλει τέλος για την ανανέωση της καταχώρισης στον αρμόδιο φορέα, εφόσον προβλέπεται.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κατά τα μεσολαβούντα έτη, ο καταχωρισμένος οργανισμός:

α)

σύμφωνα με το πρόγραμμα ελέγχου, διενεργεί εσωτερικό έλεγχο των περιβαλλοντικών επιδόσεων και της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον που ορίζονται στο παράρτημα III·

β)

συντάσσει επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα ΙV και μεριμνά για την επικύρωσή της από περιβαλλοντικό επαληθευτή·

γ)

διαβιβάζει την επικυρωμένη επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση στον αρμόδιο φορέα·

δ)

διαβιβάζει στον αρμόδιο φορέα συμπληρωμένο έντυπο το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ελάχιστες πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα VI·

ε)

καταβάλλει τέλος για την ανανέωση της καταχώρισης στον αρμόδιο φορέα, εφόσον προβλέπεται.

3.   Οι καταχωρισμένοι οργανισμοί δημοσιοποιούν την περιβαλλοντική δήλωσή τους και τις επικαιροποιήσεις της εντός ενός μηνός από την καταχώρισή τους και ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση της ανανέωσης της καταχώρισης.

Οι καταχωρισμένοι οργανισμοί τηρούν την εν λόγω απαίτηση παρέχοντας πρόσβαση στην περιβαλλοντική δήλωση και στην επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση μετά από αίτημα ή με τη δημιουργία συνδέσεων με δικτυακούς τόπους οι οποίοι παρέχουν πρόσβαση σε αυτές τις δηλώσεις.

Οι καταχωρισμένοι οργανισμοί προσδιορίζουν τον τρόπο, με τον οποίο παρέχουν δημόσια πρόσβαση, στο έντυπο που προβλέπεται στο παράρτημα VI.

Άρθρο 7

Παρέκκλιση για μικρούς οργανισμούς

1.   Οι αρμόδιοι φορείς, κατόπιν αιτήματος μικρού οργανισμού, παρατείνουν, για τον εν λόγω οργανισμό, έως τα τέσσερα έτη την τριετή συχνότητα που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 ή έως τα δύο έτη την ετήσια συχνότητα που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, υπό τον όρο ότι ο περιβαλλοντικός επαληθευτής που έχει επαληθεύσει τον οργανισμό επιβεβαιώνει ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

δεν υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για το περιβάλλον·

β)

ο οργανισμός δεν έχει προγραμματίσει ουσιαστικές αλλαγές όπως ορίζονται στο άρθρο 8 και

γ)

δεν υφίστανται σημαντικά τοπικά περιβαλλοντικά προβλήματα στα οποία συμβάλλει ο οργανισμός.

Για να υποβάλει το αίτημα που εμφαίνεται στο πρώτο εδάφιο, ο οργανισμός μπορεί να χρησιμοποιήσει τα έντυπα που προβλέπονται στο παράρτημα VI.

2.   Ο αρμόδιος φορέας απορρίπτει την αίτηση εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1. Ανακοινώνει στον οργανισμό εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση.

3.   Οι οργανισμοί στους οποίους έχει χορηγηθεί παράταση έως δύο έτη σύμφωνα με την παράγραφο 1, υποβάλλουν στον αρμόδιο φορέα μη επικυρωμένη επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση κάθε έτος για το οποίο απαλλάσσονται από την υποχρέωση να υποβάλλουν επικυρωμένη επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση.

Άρθρο 8

Ουσιαστικές αλλαγές

1.   Σε περίπτωση που καταχωρισμένος οργανισμός προγραμματίζει ουσιαστικές αλλαγές, ο οργανισμός διενεργεί περιβαλλοντική ανασκόπηση αυτών των αλλαγών, καθώς και των περιβαλλοντικών πτυχών και επιπτώσεών τους.

2.   Μετά από περιβαλλοντική ανασκόπηση των αλλαγών, ο οργανισμός επικαιροποιεί την αρχική περιβαλλοντική ανασκόπηση, τροποποιεί την περιβαλλοντική πολιτική, το περιβαλλοντικό πρόγραμμα και το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και επικαιροποιεί την περιβαλλοντική δήλωση αναλόγως.

3.   Όλα τα τροποποιημένα και επικαιροποιημένα δυνάμει της παραγράφου 2 έγγραφα επαληθεύονται και επικυρώνονται εντός έξι μηνών.

4.   Μετά την επικύρωση, ο οργανισμός αναφέρει τις αλλαγές στον αρμόδιο φορέα, χρησιμοποιώντας το έντυπο του παραρτήματος VI, και τις δημοσιοποιεί.

Άρθρο 9

Εσωτερικός περιβαλλοντικός έλεγχος

1.   Κάθε καταχωρισμένος οργανισμός καθιερώνει πρόγραμμα ελέγχου, με το οποίο εξασφαλίζεται, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή τα τέσσερα εάν εφαρμοσθεί η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 7, ότι όλες οι δραστηριότητες του οργανισμού υπόκεινται σε εσωτερικό περιβαλλοντικό έλεγχο σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παραρτήματος III.

2.   Ο έλεγχος διενεργείται από ελεγκτές που διαθέτουν, ατομικά ή συλλογικά, την απαραίτητη ικανότητα εκτέλεσης αυτών των καθηκόντων και είναι επαρκώς ανεξάρτητοι από τις δραστηριότητες που ελέγχουν, ώστε να κρίνουν με αντικειμενικότητα.

3.   Στο πρόγραμμα περιβαλλοντικού ελέγχου κάθε οργανισμού καθορίζονται οι σκοποί κάθε ελέγχου ή κύκλου ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας των ελέγχων κάθε δραστηριότητας.

4.   Στο τέλος κάθε ελέγχου και κύκλου ελέγχου, οι ελεγκτές συντάσσουν γραπτή έκθεση ελέγχου.

5.   Ο ελεγκτής κοινοποιεί τις διαπιστώσεις και τα πορίσματα του ελέγχου στον οργανισμό.

6.   Μετά τη διαδικασία ελέγχου, ο οργανισμός καταστρώνει και υλοποιεί κατάλληλο σχέδιο δράσης.

7.   Ο οργανισμός συγκροτεί κατάλληλους μηχανισμούς που εξασφαλίζουν ότι δίδεται συνέχεια στα αποτελέσματα του ελέγχου.

Άρθρο 10

Χρήση του λογότυπου του EMAS

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 35 παράγραφος 2, το λογότυπο του EMAS που ορίζεται στο παράρτημα V μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο από καταχωρισμένους οργανισμούς και μόνο για όσο διάστημα ισχύει η καταχώρισή τους.

Το λογότυπο φέρει πάντοτε τον αριθμό καταχώρισης του οργανισμού.

2.   Το λογότυπο του EMAS χρησιμοποιείται μόνο σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του παραρτήματος V.

3.   Σε περίπτωση που οργανισμός επιλέξει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 2, να μη συμπεριλάβει στην εταιρική καταχώριση όλους τους χώρους δραστηριοτήτων του, μεριμνεί ώστε, στις ανακοινώσεις του προς το κοινό και κατά τη χρήση του λογότυπου του ΕΜΑS, να είναι σαφές ποιους χώρους δραστηριοτήτων καλύπτει η καταχώριση.

4.   Το λογότυπο του ΕΜAS δεν χρησιμοποιείται:

α)

για προϊόντα ή τις συσκευασίες τους, ούτε,

β)

σε συνδυασμό με συγκριτικούς ισχυρισμούς που αφορούν άλλες δραστηριότητες και υπηρεσίες ή κατά τρόπο που ενδεχομένως να δημιουργεί σύγχυση με οικολογικές σημάνσεις προϊόντων.

5.   Οιεσδήποτε περιβαλλοντικές πληροφορίες δημοσιεύονται από καταχωρισμένο οργανισμό μπορούν να φέρουν το λογότυπο του ΕΜAS, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω πληροφορίες παραπέμπουν στην πιο πρόσφατη περιβαλλοντική δήλωση ή την επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση του οργανισμού από την οποία προέρχονται και ότι έχουν επικυρωθεί από επαληθευτή περιβάλλοντος ως:

α)

ακριβείς·

β)

τεκμηριωμένες και επαληθεύσιμες·

γ)

συναφείς και χρησιμοποιούμενες εντός του κατάλληλου πλαισίου ή περίστασης·

δ)

αντιπροσωπευτικές των συνολικών περιβαλλοντικών επιδόσεων του οργανισμού·

ε)

μη επιδεχόμενες παρερμηνεία και

στ)

σημαντικές σε σχέση με τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ

Άρθρο 11

Ορισμός και ρόλος των αρμόδιων φορέων

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τους αρμόδιους φορείς που είναι υπεύθυνοι για την καταχώριση εγκατεστημένων στην Κοινότητα οργανισμών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι αρμόδιοι φορείς τους οποίους υποδεικνύουν προβλέπουν και είναι υπεύθυνοι για την καταχώριση εγκατεστημένων στην Κοινότητα οργανισμών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Οι αρμόδιοι φορείς ελέγχουν την εγγραφή και τη διατήρηση των οργανισμών στα μητρώα, καθώς και την αναστολή και τη διαγραφή.

2.   Οι αρμόδιοι φορείς μπορούν να είναι εθνικοί, περιφερειακοί ή τοπικοί.

3.   Η σύνθεση των αρμόδιων φορέων εγγυάται την ανεξαρτησία και την αμεροληψία τους.

4.   Οι αρμόδιοι φορείς διαθέτουν τους κατάλληλους πόρους, οικονομικούς και σε προσωπικό, για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους.

5.   Οι αρμόδιοι φορείς εφαρμόζουν τον παρόντα κανονισμό με συνέπεια και συμμετέχουν σε τακτική αξιολόγηση από ομοτίμους, όπως ορίζεται στο άρθρο 17.

Άρθρο 12

Υποχρεώσεις σχετικά με τη διαδικασία καταχώρισης

1.   Οι αρμόδιοι φορείς καθορίζουν διαδικασίες για την καταχώριση οργανισμών. Συγκεκριμένα, καθορίζουν κανόνες για:

α)

την εξέταση παρατηρήσεων που διατυπώνονται από ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης, των αρμόδιων εκτελεστικών αρχών και των οργάνων εκπροσώπησης των οργανισμών, σχετικά με οργανισμούς που έχουν υποβάλει αίτηση καταχώρισης ή είναι καταχωρισμένοι·

β)

την απόρριψη της καταχώρισης, την αναστολή ή τη διαγραφή των οργανισμών και

γ)

τη διευθέτηση προσφυγών και καταγγελιών κατά αποφάσεών τους σχετικά με καταχωρίσεις.

2.   Οι αρμόδιοι φορείς συνιστούν και τηρούν μητρώο των οργανισμών που έχουν καταχωρισθεί στα οικεία κράτη μέλη, που περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το πώς μπορούν να ληφθούν οι περιβαλλοντικές δηλώσεις τους ή οι επικαιροποιημένες περιβαλλοντικές δηλώσεις τους, και, σε περίπτωση μεταβολών, επικαιροποιούν το μητρώο αυτό σε μηνιαία βάση.

Το μητρώο δημοσιοποιείται σε δικτυακό τόπο.

3.   Οι αρμόδιοι φορείς κοινοποιούν μηνιαίως στην Επιτροπή, απευθείας ή μέσω των εθνικών αρχών τους όπως αποφασίζεται από τα οικεία κράτη μέλη, τις μεταβολές του μητρώου που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 13

Καταχώριση των οργανισμών

1.   Οι αρμόδιοι φορείς εξετάζουν τις αιτήσεις καταχώρισης οργανισμών σύμφωνα με τις διαδικασίες που έχουν καθορίσει προς το σκοπό αυτό.

2.   Όταν υποβάλλεται αίτηση καταχώρισης από οργανισμό, ο αρμόδιος φορέας καταχωρίζει τον οργανισμό και του χορηγεί αριθμό καταχώρισης, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο αρμόδιος φορέας έχει λάβει αίτηση καταχώρισης η οποία περιλαμβάνει όλα τα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ)·

β)

ο αρμόδιος φορέας έχει ελέγξει ότι η επαλήθευση και η επικύρωση έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 25, 26 και 27·

γ)

ο αρμόδιος φορέας έχει πεισθεί, με βάση τα ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έχει λάβει, παραδείγματος χάριν μέσω γραπτής έκθεσης της αρμόδιας εκτελεστικής αρχής, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν παράβαση των εφαρμοστέων νομικών απαιτήσεων σχετικά με το περιβάλλον·

δ)

δεν υπάρχουν σχετικές καταγγελίες από ενδιαφερόμενα μέρη ή οι καταγγελίες έχουν διευθετηθεί θετικά·

ε)

ο αρμόδιος φορέας έχει πεισθεί με βάση τα ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έχει λάβει, ότι ο οργανισμός πληροί όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και

στ)

ο αρμόδιος φορέας έχει εισπράξει τέλος καταχώρισης, εφόσον προβλέπεται.

3.   Ο αρμόδιος φορέας πληροφορεί τον οργανισμό ότι καταχωρίσθηκε και παρέχει στον οργανισμό τον αριθμό καταχώρισής του και το λογότυπο του EMAS.

4.   Εάν ο αρμόδιος φορέας συναγάγει ότι ο αιτών οργανισμός δεν πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2, απορρίπτει την αίτηση καταχώρισης του οργανισμού και ανακοινώνει στον οργανισμό εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση.

5.   Εάν ο αρμόδιος φορέας λάβει γραπτή έκθεση εποπτείας από τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης, η οποία στοιχειοθετεί ότι επαληθευτής περιβάλλοντος δεν άσκησε τις δραστηριότητές του επαρκώς, ώστε να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού από τον οργανισμό που υπέβαλε την αίτηση, απορρίπτει την αίτηση καταχώρισης του οργανισμού. Ο αρμόδιος φορέας καλεί τον οργανισμό να υποβάλει νέα αίτηση καταχώρισης.

6.   Προκειμένου ο αρμόδιος φορέας να διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία για να λάβει την απόφασή του σχετικά με απόρριψη αίτησης καταχώρισης, διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του οργανισμού.

Άρθρο 14

Ανανέωση της καταχώρισης οργανισμών

1.   Ο φορέας καταχώρισης ανανεώνει την καταχώριση του οργανισμού εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο αρμόδιος φορέας έχει λάβει επικυρωμένη περιβαλλοντική δήλωση, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ), επικυρωμένη επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο γ) ή μη επικυρωμένη επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 7 παράγραφος 3·

β)

ο αρμόδιος φορέας έχει λάβει συμπληρωμένο έντυπο το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ελάχιστες πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα VI, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ) και άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο δ)·

γ)

ο αρμόδιος φορέας δεν έχει αποδεικτικά στοιχεία ότι η επαλήθευση και η επικύρωση δεν έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 25, 26 και 27·

δ)

ο αρμόδιος φορέας δεν έχει αποδεικτικά στοιχεία μη συμμόρφωσης του οργανισμού με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις που αφορούν το περιβάλλον·

ε)

δεν υπάρχουν σχετικές καταγγελίες από ενδιαφερόμενα μέρη ή οι καταγγελίες έχουν διευθετηθεί θετικά·

στ)

ο αρμόδιος φορέας έχει πεισθεί με βάση τα ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έχει λάβει ότι ο οργανισμός πληροί όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και

ζ)

ο αρμόδιος φορέας έχει εισπράξει τέλος για την ανανέωση, εφόσον προβλέπεται.

2.   Ο αρμόδιος φορέας πληροφορεί τον οργανισμό ότι η καταχώριση ανανεώθηκε.

Άρθρο 15

Αναστολή ή διαγραφή της καταχώρισης οργανισμού στο μητρώο

1.   Εάν ο αρμόδιος φορέας κρίνει ότι καταχωρισμένος οργανισμός δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, παρέχει τη δυνατότητα στον οργανισμό να διατυπώσει τις απόψεις του επί του θέματος. Σε περίπτωση που η απάντηση του οργανισμού δεν είναι ικανοποιητική, η καταχώρισή του στο μητρώο διαγράφεται ή αναστέλλεται.

2.   Εάν ο αρμόδιος φορέας λάβει γραπτή έκθεση εποπτείας από τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης, η οποία στοιχειοθετεί ότι επαληθευτής περιβάλλοντος δεν άσκησε τις δραστηριότητές του επαρκώς, ώστε να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού από καταχωρισμένο οργανισμό, αναστέλλει την καταχώριση του οργανισμού.

3.   Αναστέλλεται ή διαγράφεται η καταχώριση οργανισμού στο μητρώο, ανάλογα με την περίπτωση, εάν ο οργανισμός δεν υποβάλει στον αρμόδιο φορέα, εντός δύο μηνών από σχετικό αίτημα του τελευταίου, οιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

επικυρωμένη περιβαλλοντική δήλωση, επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση ή υπογεγραμμένη δήλωση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 9·

β)

έντυπο που περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ελάχιστες πληροφορίες που εκτίθενται στο παράρτημα VI από τον οργανισμό.

4.   Εάν ο αρμόδιος φορέας πληροφορηθεί μέσω γραπτής έκθεσης από την αρμόδια εκτελεστική αρχή ότι οργανισμός έχει διαπράξει παράβαση των εφαρμοστέων νομικών απαιτήσεων σχετικά με το περιβάλλον, αναστέλλει ή διαγράφει την καταχώριση του εν λόγω οργανισμού από το μητρώο, ανάλογα με την περίπτωση.

5.   Όταν αρμόδιος φορέας αποφασίζει να αναστείλει ή να διαγράψει καταχώριση λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της μη συμμόρφωσης του οργανισμού με τις απαιτήσεις που επιβάλλει ο παρών κανονισμός·

β)

την προβλεψιμότητα της μη συμμόρφωσης του οργανισμού με τις απαιτήσεις που επιβάλλει ο παρών κανονισμός ή τις συνθήκες που οδηγούν σε μη συμμόρφωση·

γ)

προγενέστερες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης του οργανισμού με τις απαιτήσεις που επιβάλλει ο παρών κανονισμός και

δ)

τις συγκεκριμένες συνθήκες του οργανισμού.

6.   Προκειμένου ο αρμόδιος φορέας να διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία για να λάβει την απόφασή του σχετικά με αναστολή ή διαγραφή της καταχώρισης οργανισμού στο μητρώο, διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του οργανισμού.

7.   Όταν περιέλθουν σε γνώση του αρμόδιου φορέα αποδεικτικά στοιχεία που δεν προέρχονται από γραπτή έκθεση εποπτείας του φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης, σύμφωνα με τα οποία ο επαληθευτής περιβάλλοντος δεν άσκησε τις δραστηριότητές του επαρκώς ώστε να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού από τον οργανισμό, ο αρμόδιος φορέας διαβουλεύεται με τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης που εποπτεύει τον επαληθευτή περιβάλλοντος.

8.   Ο αρμόδιος φορέας αιτιολογεί τυχόν μέτρα που έλαβε.

9.   Ο αρμόδιος φορέας παρέχει στον οργανισμό τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη.

10.   Η αναστολή καταχώρισης οργανισμού στο μητρώο αίρεται, εφόσον ο αρμόδιος φορέας λάβει ικανοποιητικές πληροφορίες από τις οποίες προκύπτει ότι ο οργανισμός συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 16

Φόρουμ αρμόδιων φορέων

1.   Οι αρμόδιοι φορείς συγκροτούν φόρουμ αρμοδίων φορέων από όλα τα κράτη μέλη (εφεξής: «φόρουμ αρμόδιων φορέων») το οποίο συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως παρουσία αντιπροσώπου της Επιτροπής.

Το φόρουμ αρμόδιων φορέων εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του.

2.   Στο φόρουμ αρμόδιων φορέων συμμετέχουν οι αρμόδιοι φορείς όλων των κρατών μελών. Όταν σε κράτος μέλος έχουν ορισθεί περισσότεροι του ενός αρμόδιοι φορείς, λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα για να εξασφαλισθεί ότι όλοι οι αρμόδιοι φορείς ενημερώνονται σχετικά με τις δραστηριότητες του φόρουμ αρμόδιων φορέων.

3.   Το φόρουμ αρμόδιων φορέων καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διασφαλίζει τη συνέπεια των διαδικασιών που αφορούν την καταχώριση οργανισμών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της ανανέωσης της καταχώρισης και της αναστολής και διαγραφής καταχωρίσεων οργανισμών στο μητρώο, τόσο εντός όσο και εκτός της Κοινότητας.

Το φόρουμ αρμόδιων φορέων διαβιβάζει στην Επιτροπή τα έγγραφα καθοδήγησης, καθώς και τα έγγραφα που αφορούν την αξιολόγηση από ομοτίμους.

4.   Τα έγγραφα καθοδήγησης που αναφέρονται στις διαδικασίες εναρμόνισης που ενέκρινε το φόρουμ αρμόδιων φορέων προτείνονται ως κατάλληλα από την Επιτροπή για θέσπιση σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 49 παράγραφος 3.

Τα εν λόγω έγγραφα δημοσιοποιούνται.

Άρθρο 17

Αξιολόγηση των αρμόδιων φορέων από ομοτίμους

1.   Το φόρουμ αρμόδιων φορέων οργανώνει αξιολόγηση από ομοτίμους με σκοπό την εκτίμηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό του συστήματος καταχώρισης που εφαρμόζει κάθε αρμόδιος φορέας και την ανάπτυξη εναρμονισμένης προσέγγισης για την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν την καταχώριση.

2.   Η αξιολόγηση από ομοτίμους διενεργείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά τετραετία και περιλαμβάνει αξιολόγηση των κανόνων και των διαδικασιών των άρθρων 12, 13 και 15. Στην αξιολόγηση από ομοτίμους συμμετέχουν όλοι οι αρμόδιοι φορείς.

3.   Η Επιτροπή καθορίζει τις διαδικασίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης από ομοτίμους, συμπεριλαμβανομένων καταλλήλων διαδικασιών προσφυγής κατά αποφάσεων που λαμβάνονται ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομοτίμους.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού με τη συμπλήρωσή του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 49 παράγραφος 3.

4.   Οι διαδικασίες της παραγράφου 3 καθιερώνονται πριν από τη διενέργεια της πρώτης αξιολόγησης από ομοτίμους.

5.   Το φόρουμ αρμόδιων φορέων διαβιβάζει τακτική έκθεση της αξιολόγησης από ομοτίμους στην Επιτροπή και στην επιτροπή τη συσταθείσα βάσει του άρθρου 49, παράγραφος 1.

Η εν λόγω έκθεση δημοσιοποιείται μετά την έγκριση από το φόρουμ αρμόδιων φορέων και την επιτροπή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΠΑΛΗΘΕΥΤΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Άρθρο 18

Καθήκοντα των επαληθευτών περιβάλλοντος

1.   Οι επαληθευτές περιβάλλοντος αξιολογούν κατά πόσον η περιβαλλοντική ανασκόπηση ενός οργανισμού, η περιβαλλοντική του πολιτική, το σύστημά του περιβαλλοντικής διαχείρισης, οι διαδικασίες περιβαλλοντικού ελέγχου και η εκτέλεσή τους, πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι επαληθευτές περιβάλλοντος επαληθεύουν τα ακόλουθα:

α)

τη συμμόρφωση του οργανισμού με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αρχική περιβαλλοντική επισκόπηση, το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, τον περιβαλλοντικό έλεγχο και τα αποτελέσματά του, καθώς και την περιβαλλοντική δήλωση ή την επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση·

β)

τη συμμόρφωση του οργανισμού με τις εφαρμοστέες κοινοτικές, εθνικές, περιφερειακές και τοπικές νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον·

γ)

τη συνεχή βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων του οργανισμού και

δ)

την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και την ορθότητα των δεδομένων και των πληροφοριών των ακόλουθων εγγράφων:

i)

της περιβαλλοντικής δήλωσης,

ii)

της επικαιροποιημένης περιβαλλοντικής δήλωσης,

iii)

τυχόν προς επικύρωση περιβαλλοντικών πληροφοριών.

3.   Ειδικότερα, οι επαληθευτές περιβάλλοντος επαληθεύουν την καταλληλότητα της αρχικής περιβαλλοντικής επισκόπησης, του περιβαλλοντικού ελέγχου ή άλλων διαδικασιών που εφαρμόζονται από τον οργανισμό, χωρίς περιττή επανάληψη των διαδικασιών αυτών.

4.   Οι επαληθευτές περιβάλλοντος επαληθεύουν κατά πόσον τα αποτελέσματα του εσωτερικού ελέγχου είναι έγκυρα. Προς τούτο, μπορούν να προβαίνουν σε επιτόπου ελέγχους.

5.   Κατά την επαλήθευση για την προετοιμασία της καταχώρισης ενός οργανισμού, ο επαληθευτής περιβάλλοντος ελέγχει εάν ο εν λόγω οργανισμός ικανοποιεί τουλάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

εφαρμογή πλήρως λειτουργικού συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ·

β)

εφαρμογή πλήρως σχεδιασμένου προγράμματος ελέγχου, το οποίο έχει ήδη αρχίσει σύμφωνα με το παράρτημα III, ώστε να έχουν καλυφθεί τουλάχιστον οι σημαντικότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις·

γ)

ολοκλήρωση μιας επισκόπησης από τη διοίκηση του οργανισμού, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ μέρος Α και

δ)

σύνταξη περιβαλλοντικής δήλωσης σύμφωνα με το παράρτημα IV και συνυπολογισμός κλαδικών εγγράφων αναφοράς, εάν υπάρχουν.

6.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης για την ανανέωση της καταχώρισης κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1, ο επαληθευτής περιβάλλοντος ελέγχει εάν ο οργανισμός ικανοποιεί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

ο οργανισμός έχει πλήρως λειτουργικό σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ·

β)

ο οργανισμός έχει πλήρως σχεδιασμένο πρόγραμμα ελέγχου, του οποίου τουλάχιστον ένας κύκλος ελέγχου έχει ολοκληρωθεί σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ·

γ)

ο οργανισμός έχει ολοκληρώσει ανασκόπηση διαχείρισης και

δ)

ο οργανισμός έχει συντάξει περιβαλλοντική δήλωση σύμφωνα με το παράρτημα IV και έχουν ληφθεί υπόψη τα κλαδικά έγγραφα αναφοράς, εάν υπάρχουν.

7.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης για την ανανέωση της καταχώρισης κατά το άρθρο 6 παράγραφος 2, ο επαληθευτής περιβάλλοντος ελέγχει εάν ο οργανισμός ικανοποιεί τουλάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

ο οργανισμός έχει διενεργήσει εσωτερικό έλεγχο των περιβαλλοντικών επιδόσεων και της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ·

β)

ο οργανισμός αποδεικνύει τη διαρκή τήρηση των εφαρμοστέων νομικών απαιτήσεων σχετικά με το περιβάλλον και τη συνεχή βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεών του και

γ)

ο οργανισμός έχει συντάξει επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση σύμφωνα με το παράρτημα IV και έχουν ληφθεί υπόψη τα κλαδικά έγγραφα αναφοράς, εάν υπάρχουν.

Άρθρο 19

Συχνότητα επαλήθευσης

1.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος, σε συνεννόηση με τον οργανισμό, καταστρώνει πρόγραμμα το οποίο εξασφαλίζει την επαλήθευση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την καταχώριση και την ανανέωση της καταχώρισης, σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5 και 6.

2.   Κατά διαστήματα τα οποία δεν υπερβαίνουν τους δώδεκα μήνες, ο επαληθευτής περιβάλλοντος επικυρώνει κάθε επικαιροποιημένη πληροφορία της περιβαλλοντικής δήλωσης ή της επικαιροποιημένης περιβαλλοντικής δήλωσης.

Ανάλογα με την περίπτωση, εφαρμόζεται η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 7.

Άρθρο 20

Απαιτήσεις για τους επαληθευτές περιβάλλοντος

1.   Για να διαπιστευθεί ή για να λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ο υποψήφιος επαληθευτής περιβάλλοντος υποβάλλει σχετική αίτηση στον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης.

Στην εν λόγω αίτηση προσδιορίζεται η έκταση της διαπίστευσης ή της άδειας που ζητείται με βάση την ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 (11).

2.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος παρέχει στον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης τα κατάλληλα αποδεικτικά της επάρκειάς του, συμπεριλαμβανομένων των γνώσεων, της σχετικής πείρας και των τεχνικών ικανοτήτων του σε ό,τι αφορά την έκταση της ζητούμενης διαπίστευσης ή της ζητούμενης άδειας, στα ακόλουθα πεδία:

α)

τον παρόντα κανονισμό·

β)

τη γενική λειτουργία των συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης·

γ)

τα σχετικά τομεακά έγγραφα αναφοράς που έχει εκδώσει η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 46, για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·

δ)

τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές απαιτήσεις που καλύπτουν τη δραστηριότητα η οποία υπόκειται σε επαλήθευση και επικύρωση·

ε)

τις περιβαλλοντικές πτυχές και επιπτώσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η περιβαλλοντική διάσταση της αειφόρου ανάπτυξης·

στ)

τις σχετικές με περιβαλλοντικά ζητήματα τεχνικές πτυχές της δραστηριότητας η οποία υπόκειται σε επαλήθευση και επικύρωση·

ζ)

τη γενική λειτουργία της δραστηριότητας η οποία υπόκειται σε επαλήθευση και επικύρωση για να εκτιμηθεί η καταλληλότητα του συστήματος διαχείρισης, όσον αφορά την αλληλεπίδραση του οργανισμού και των προϊόντων, των υπηρεσιών και των λειτουργιών του με το περιβάλλον, όπου περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα ακόλουθα:

i)

οι τεχνολογίες που χρησιμοποιεί ο οργανισμός·

ii)

η ορολογία και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται στις δραστηριότητες·

iii)

οι επιχειρησιακές δραστηριότητες και τα χαρακτηριστικά της αλληλεπίδρασής τους με το περιβάλλον·

iv)

οι μεθοδολογίες για την αξιολόγηση σημαντικών περιβαλλοντικών πτυχών·

v)

οι τεχνολογίες ελέγχου και μετριασμού της ρύπανσης·

η)

τις απαιτήσεις και τη μεθοδολογία περιβαλλοντικού ελέγχου, που περιλαμβάνουν την ικανότητα διεξαγωγής αποτελεσματικών ελέγχων επαλήθευσης ενός συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης, τον εντοπισμό των κατάλληλων διαπιστώσεων και πορισμάτων του ελέγχου και τη σύνταξη και παρουσίαση εκθέσεων ελέγχου, προφορικώς και εγγράφως, ώστε να είναι σαφής ο φάκελος του ελέγχου επαλήθευσης·

θ)

τον έλεγχο των πληροφοριών, την περιβαλλοντική δήλωση και την επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση από την άποψη της διαχείρισης, της αποθήκευσης και του χειρισμού δεδομένων, την παρουσίαση των δεδομένων σε κείμενο και σε γραφήματα για τη διαπίστωση δυνητικών σφαλμάτων δεδομένων, τη χρήση παραδοχών και κατά προσέγγιση εκτιμήσεων·

ι)

την περιβαλλοντική διάσταση, καθώς και τις περιβαλλοντικές πτυχές και περιβαλλοντικές επιδόσεις κατά και μετά τη χρήση των προϊόντων και των υπηρεσιών, και την ακεραιότητα των δεδομένων που παρέχονται για τη λήψη αποφάσεων περιβαλλοντικού χαρακτήρα.

3.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος απαιτείται να επιδεικνύει συνεχή επαγγελματική εξέλιξη σε σχέση με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 πεδία ικανότητας και να διατηρεί αυτό το σύστημα εξέλιξης προς αξιολόγηση από τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης.

4.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος είναι εξωτερικός τρίτος, ιδίως έναντι του ελεγκτή ή συμβούλου του οργανισμού, αμερόληπτος και αντικειμενικός κατά την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του.

5.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος εξασφαλίζει ότι δεν δέχεται καμία εμπορική, οικονομική ή άλλη πίεση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του ή να κλονίσει την εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία της κρίσης του και στην ακεραιότητά του όσον αφορά τις δραστηριότητες επαλήθευσης. Ο επαληθευτής περιβάλλοντος διασφαλίζει την τήρηση όλων των τυχόν ισχυόντων σχετικών κανόνων.

6.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος διαθέτει τεκμηριωμένες μεθόδους και διαδικασίες καθώς και μηχανισμούς ποιοτικού ελέγχου και διατάξεις για την εξασφάλιση του εμπιστευτικού χαρακτήρα, ώστε να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν την επαλήθευση και την επικύρωση.

7.   Στην περίπτωση που ο επαληθευτής περιβάλλοντος είναι οργανισμός, τηρεί οργανόγραμμα, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες στο πλαίσιο του οργανισμού, καθώς και δήλωση σχετικά με το νομικό καθεστώς του, την ιδιοκτησία του και τις πηγές χρηματοδότησής του.

Το οργανόγραμμα είναι διαθέσιμο κατόπιν αιτήματος.

8.   Η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις αυτές εξασφαλίζεται μέσω της εκτίμησης που διενεργείται πριν από τη διαπίστευση ή τη χορήγηση της άδειας και μέσω της εποπτείας από τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης.

Άρθρο 21

Πρόσθετες απαιτήσεις για επαληθευτές περιβάλλοντος που είναι φυσικά πρόσωπα και διενεργούν επαληθεύσεις και επικυρώσεις ατομικά

Πέραν της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 20, φυσικά πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ως επαληθευτές περιβάλλοντος και διενεργούν επαληθεύσεις και επικυρώσεις ατομικά διαθέτουν:

α)

όλες τις ικανότητες που απαιτούνται για να διενεργούν επαληθεύσεις και επικυρώσεις στα πεδία για τα οποία έχουν λάβει άδεια·

β)

άδεια περιορισμένης έκτασης, η οποία εξαρτάται από την ατομική ικανότητά τους.

Άρθρο 22

Πρόσθετες απαιτήσεις για επαληθευτές περιβάλλοντος που δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες

1.   Εάν επαληθευτής περιβάλλοντος προτίθεται να διενεργεί επαληθεύσεις και επικυρώσεις σε τρίτες χώρες ζητεί διαπίστευση ή άδεια για συγκεκριμένες τρίτες χώρες.

2.   Προκειμένου να διαπιστευθεί ή να λάβει άδεια για τρίτη χώρα, ο επαληθευτής περιβάλλοντος ικανοποιεί, επιπλέον των εκείνων που καθορίζονται στα άρθρα 20 και 21, τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

γνώση και κατανόηση των περιβαλλοντικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων της τρίτης χώρας για την οποία ζητεί διαπίστευση ή άδεια·

β)

γνώση και κατανόηση της επίσημης γλώσσας της τρίτης χώρας για την οποία ζητεί διαπίστευση ή άδεια.

3.   Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2 θεωρείται πάντως ότι πληρούνται, εφόσον ο επαληθευτής περιβάλλοντος αποδείξει ότι έχει συμβατική σχέση με εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ή οργανισμό που πληροί αυτές τις απαιτήσεις.

Το εν λόγω πρόσωπο ή οργανισμός είναι ανεξάρτητο από τον οργανισμό που πρόκειται να υποβληθεί σε επαλήθευση.

Άρθρο 23

Εποπτεία των επαληθευτών περιβάλλοντος

1.   Οι δραστηριότητες επαλήθευσης και επικύρωσης που εκτελούν οι επαληθευτές περιβάλλοντος εποπτεύονται:

α)

στο κράτος μέλος όπου είναι διαπιστευμένοι ή έχουν λάβει άδεια, από τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης που χορήγησε τη διαπίστευση ή την άδεια·

β)

σε τρίτη χώρα, από τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης ο οποίος χορήγησε τη διαπίστευση ή την άδεια στον επαληθευτή περιβάλλοντος για τις δραστηριότητες αυτές·

γ)

σε κράτος μέλος πλην του κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε η διαπίστευση ή η άδεια, από τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης του κράτους μέλους όπου διενεργήθηκε η επαλήθευση.

2.   Τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από κάθε επαλήθευση σε κράτος μέλος, ο επαληθευτής περιβάλλοντος γνωστοποιεί τα στοιχεία διαπίστευσης ή άδειάς του, καθώς και τον χρόνο και τόπο διενέργειας της επαλήθευσης στον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης ο οποίος είναι αρμόδιος να εποπτεύει τον εν λόγω επαληθευτή περιβάλλοντος.

3.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος ενημερώνει αμέσως τον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης για τυχόν αλλαγές οι οποίες έχουν συνέπειες στη διαπίστευση ή την άδεια ή την έκτασή τους.

4.   Ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης λαμβάνει μέτρα, σε τακτά χρονικά διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τους 24 μήνες, για να εξασφαλίζεται ότι οι διαπιστευμένοι επαληθευτές περιβάλλοντος εξακολουθούν να πληρούν τις απαιτήσεις διαπίστευσης ή άδειας και για να ελέγχεται η ποιότητα των επαληθεύσεων και των επικυρώσεων που διενεργούν.

5.   Η εποπτεία είναι δυνατό να συνίσταται σε έλεγχο διενεργούμενο στο γραφείο, σε επιτόπια επιθεώρηση σε οργανισμούς, ερωτηματολόγια, εξέταση περιβαλλοντικών δηλώσεων ή επικαιροποιημένων περιβαλλοντικών δηλώσεων που έχει επικυρώσει ο επαληθευτής περιβάλλοντος και εξέταση έκθεσης επαλήθευσης.

Η εποπτεία είναι ανάλογη της δραστηριότητας του επαληθευτή περιβάλλοντος.

6.   Οι οργανισμοί πρέπει να επιτρέπουν στους φορείς διαπίστευσης ή αδειοδότησης να επιθεωρούν τον επαληθευτή περιβάλλοντος κατά τη διαδικασία επαλήθευσης και επικύρωσης.

7.   Κάθε απόφαση του φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης για ανάκληση ή αναστολή διαπίστευσης ή άδειας ή για περιορισμό της έκτασής τους λαμβάνεται μόνον κατόπιν ακροάσεως του διαπιστευμένου επαληθευτή περιβάλλοντος.

8.   Εάν ο εποπτεύων φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης κρίνει ότι η ποιότητα των εργασιών που διενεργεί επαληθευτής περιβάλλοντος δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, διαβιβάζει γραπτή έκθεση εποπτείας στον επαληθευτή περιβάλλοντος και στον αρμόδιο φορέα στον οποίο ο ενδιαφερόμενος οργανισμός προτίθεται να υποβάλει αίτηση καταχώρισης ή ο οποίος καταχώρισε τον ενδιαφερόμενο οργανισμό.

Σε περίπτωση περαιτέρω διαφοράς, η έκθεση εποπτείας διαβιβάζεται στο φόρουμ των φορέων διαπίστευσης ή αδειοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 30.

Άρθρο 24

Πρόσθετες απαιτήσεις για την εποπτεία επαληθευτών περιβάλλοντος που δραστηριοποιούνται σε κράτος μέλος πλην του κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε η διαπίστευση ή η άδεια

1.   Επαληθευτής περιβάλλοντος διαπιστευμένος ή έχων λάβει άδεια σε ένα κράτος μέλος κοινοποιεί, τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες προτού διενεργήσει επαλήθευση και επικύρωση σε άλλο κράτος μέλος, στον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης του άλλου κράτους μέλους, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα στοιχεία διαπίστευσης ή άδειάς του, τις ικανότητες, ιδίως τη γνώση των νομικών απαιτήσεων όσον αφορά το περιβάλλον και όσον αφορά την επίσημη γλώσσα του άλλου κράτους μέλους, και τη σύνθεση της ομάδας, κατά περίπτωση·

β)

τον χρόνο και τον τόπο διενέργειας της επαλήθευσης και της επικύρωσης·

γ)

τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας με τον οργανισμό.

Η εν λόγω κοινοποίηση προηγείται κάθε νέας δραστηριότητας επαλήθευσης και επικύρωσης.

2.   Ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης δύναται να απαιτεί διευκρίνιση των γνώσεων του επαληθευτή όσον αφορά τις απαραίτητες εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον.

3.   Ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης δύναται να επιβάλλει όρους διαφορετικούς από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1, μόνον εφόσον αυτοί οι διαφορετικοί όροι δεν θίγουν το δικαίωμα του επαληθευτή περιβάλλοντος να παρέχει υπηρεσίες σε κράτος μέλος πλην του κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε η διαπίστευση ή η άδεια.

4.   Ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης δεν χρησιμοποιεί τη διαδικασία γνωστοποίησης κατά το άρθρο 1 για να καθυστερήσει την άφιξη του επαληθευτή περιβάλλοντος. Όταν ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 πριν από τον χρόνο διενέργειας της επαλήθευσης και επικύρωσης που γνωστοποίησε ο επαληθευτής, σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β), ανακοινώνει στον επαληθευτή τεκμηριωμένη αιτιολόγηση.

5.   Για τη γνωστοποίηση και εποπτεία οι φορείς διαπίστευσης ή αδειοδότησης δεν επιβάλλουν τέλη που συνιστούν διακριτική μεταχείριση.

6.   Εάν ο εποπτεύων φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης κρίνει ότι η ποιότητα των εργασιών που διενεργεί επαληθευτής περιβάλλοντος δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, διαβιβάζει γραπτή έκθεση εποπτείας στον επαληθευτή περιβάλλοντος, στον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης που χορήγησε τη διαπίστευση ή την άδεια και στον αρμόδιο φορέα στον οποίο ο ενδιαφερόμενος οργανισμός προτίθεται να υποβάλει αίτηση καταχώρισης ή ο οποίος καταχώρισε τον ενδιαφερόμενο οργανισμό. Σε περίπτωση περαιτέρω διαφοράς, η έκθεση εποπτείας διαβιβάζεται στο φόρουμ των φορέων διαπίστευσης ή αδειοδότησης κατά το άρθρο 30.

Άρθρο 25

Συνθήκες διενέργειας επαλήθευσης και επικύρωσης

1.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος ενεργεί εντός του πεδίου της διαπίστευσης ή της άδειάς του και με βάση έγγραφη συμφωνία με τον οργανισμό.

Με την εν λόγω συμφωνία:

α)

καθορίζεται το πεδίο της δραστηριότητας·

β)

καθορίζονται οι συνθήκες που αποσκοπούν στο να παρέχεται η δυνατότητα στον επαληθευτή περιβάλλοντος να ενεργεί ανεξάρτητα ως επαγγελματίας και

γ)

δεσμεύεται ο οργανισμός να εξασφαλίζει την αναγκαία συνεργασία.

2.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος εξασφαλίζει ότι οι συνιστώσες του οργανισμού ορίζονται μονοσήμαντα και αντιστοιχούν στην πραγματική κατανομή των δραστηριοτήτων.

Στην περιβαλλοντική δήλωση καθορίζονται σαφώς τα διαφορετικά τμήματα του οργανισμού που υπόκεινται σε επαλήθευση ή επικύρωση.

3.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος αξιολογεί τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 18.

4.   Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων επαλήθευσης και επικύρωσης, ο επαληθευτής περιβάλλοντος εξετάζει έγγραφα, επιθεωρεί τον οργανισμό, διενεργεί δειγματοληπτικούς ελέγχους και συνεντεύξεις με το προσωπικό.

5.   Πριν από την επίσκεψη του επαληθευτή περιβάλλοντος, ο οργανισμός τού παρέχει βασικές πληροφορίες σχετικά με τον οργανισμό και τις δραστηριότητές του, την περιβαλλοντική πολιτική και το περιβαλλοντικό πρόγραμμα, περιγραφή του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης που εφαρμόζει ο οργανισμός, λεπτομέρειες σχετικά με την περιβαλλοντική ανασκόπηση ή τον περιβαλλοντικό έλεγχο που έχει διενεργηθεί, έκθεση σχετικά με την εν λόγω περιβαλλοντική ανασκόπηση ή περιβαλλοντικό έλεγχο και με τα τυχόν διορθωτικά μέτρα που ενδεχομένως ελήφθησαν εν συνεχεία, καθώς και το σχέδιο περιβαλλοντικής δήλωσης ή την επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση.

6.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος συντάσσει γραπτή έκθεση για τον οργανισμό σχετικά με την έκβαση της επαλήθευσης, στην οποία:

α)

αναλύονται όλα τα θέματα σχετικά με τις εργασίες που εκτέλεσε ο επαληθευτής περιβάλλοντος·

β)

περιγράφεται η συμμόρφωση με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και παρατίθενται αποδεικτικά στοιχεία, διαπιστώσεις και πορίσματα·

γ)

γίνεται σύγκριση των επιτευγμάτων και των στόχων σε σχέση με τις προηγούμενες περιβαλλοντικές δηλώσεις και με την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων και με την αξιολόγηση της συνεχούς βελτίωσης των περιβαλλοντικών επιδόσεων του οργανισμού·

δ)

εάν προβλέπεται, τεχνικές ατέλειες της περιβαλλοντικής ανασκόπησης, της μεθόδου ελέγχου, του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης, ή οιασδήποτε άλλης συναφούς διαδικασίας.

7.   Σε περίπτωση που δεν τηρούνται οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, στην έκθεση αναφέρονται επιπλέον:

α)

οι διαπιστώσεις και τα πορίσματα που αφορούν τη μη συμμόρφωση του οργανισμού και τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίζονται οι διαπιστώσεις και τα πορίσματα·

β)

τα σημεία διαφωνίας με το σχέδιο περιβαλλοντικής δήλωσης ή την επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση καθώς και λεπτομέρειες για τις τροποποιήσεις ή τις προσθήκες που θα πρέπει να γίνουν στην περιβαλλοντική δήλωση ή στην επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση.

8.   Μετά την επαλήθευση, ο επαληθευτής περιβάλλοντος προβαίνει σε επικύρωση της περιβαλλοντικής δήλωσης του οργανισμού ή της επικαιροποιημένης περιβαλλοντικής δήλωσης και βεβαιώνει ότι αυτές πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, εφόσον με την επαλήθευση και την επικύρωση επιβεβαιώθηκε ότι:

α)

οι πληροφορίες και τα δεδομένα της περιβαλλοντικής δήλωσης του οργανισμού ή της επικαιροποιημένης περιβαλλοντικής δήλωσης είναι έγκυρα, αξιόπιστα και ορθά και πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

β)

δεν υπάρχουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο οργανισμός δεν πληροί τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον.

9.   Μετά την επικύρωση, ο επαληθευτής περιβάλλοντος εκδίδει υπογεγραμμένη δήλωση, όπως προβλέπεται στο παράρτημα VII, με την οποία δηλώνει ότι η επαλήθευση και η επικύρωση διενεργήθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

10.   Επαληθευτής περιβάλλοντος διαπιστευμένος ή έχων λάβει άδεια σε κράτος μέλος μπορεί να διενεργεί επαληθεύσεις και επικυρώσεις σε οιοδήποτε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Η δραστηριότητα επαλήθευσης και επικύρωσης υπόκειται στην εποπτεία του φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης του κράτους μέλους όπου θα διενεργηθεί. Η έναρξη της δραστηριότητας κοινοποιείται στον εν λόγω φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που περιέχεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1.

Άρθρο 26

Επαλήθευση και επικύρωση σε μικρούς οργανισμούς

1.   Κατά την επαλήθευση και την επικύρωση, ο επαληθευτής περιβάλλοντος συνεκτιμά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μικρών οργανισμών, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

α)

μικρές πυραμίδες ιεραρχίας·

β)

πολυδύναμο προσωπικό·

γ)

επαγγελματική κατάρτιση κατά την απασχόληση·

δ)

ικανότητα ταχείας προσαρμογής στις αλλαγές και

ε)

περιορισμένη τεκμηρίωση των διαδικασιών.

2.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος διενεργεί την επαλήθευση ή την επικύρωση με τρόπο που να μην επιβαρύνει αδικαιολόγητα τους μικρούς οργανισμούς.

3.   Ο επαληθευτής περιβάλλοντος συνεκτιμά αντικειμενικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το σύστημα είναι αποτελεσματικό, στα οποία συγκαταλέγονται η ύπαρξη διαδικασιών εντός του οργανισμού που είναι ανάλογες με το μέγεθος και την πολυπλοκότητα της λειτουργίας του, τη φύση των σχετικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τις ικανότητες των χειριστών.

Άρθρο 27

Συνθήκες επαλήθευσης και επικύρωσης σε τρίτες χώρες

1.   Επαληθευτής περιβάλλοντος που έχει λάβει διαπίστευση ή άδεια σε κράτος μέλος επιτρέπεται να διενεργεί επαληθεύσεις και επικυρώσεις για οργανισμούς που βρίσκονται σε τρίτη χώρα σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Τουλάχιστον έξι εβδομάδες πριν από κάθε επαλήθευση ή επικύρωση σε τρίτη χώρα, ο επαληθευτής περιβάλλοντος γνωστοποιεί τα στοιχεία διαπίστευσης ή άδειάς του καθώς και τον χρόνο και τόπο διενέργειας της επαλήθευσης ή επικύρωσης, στον φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης του κράτους μέλους στο οποίο ο ενδιαφερόμενος οργανισμός προτίθεται να υποβάλει αίτηση καταχώρισης ή είναι καταχωρισμένος.

3.   Η δραστηριότητα επαλήθευσης και επικύρωσης υπόκειται στην εποπτεία του φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης του κράτους μέλους στο οποίο ο επαληθευτής περιβάλλοντος είναι διαπιστευμένος ή έχει λάβει άδεια. Η έναρξη της δραστηριότητας κοινοποιείται στον εν λόγω φορέα διαπίστευσης ή αδειοδότησης σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που περιέχεται στην παράγραφο 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΦΟΡΕΙΣ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ

Άρθρο 28

Διαδικασία διαπίστευσης και αδειοδότησης

1.   Οι φορείς διαπίστευσης που έχουν ορισθεί από τα κράτη μέλη κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, είναι υπεύθυνοι για τη διαπίστευση των επαληθευτών περιβάλλοντος και την εποπτεία των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν οι επαληθευτές περιβάλλοντος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν φορέα αδειοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 που είναι υπεύθυνος για τη χορήγηση αδειών στους επαληθευτές περιβάλλοντος και για την εποπτεία αυτών.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μην επιτρέπουν διαπίστευση ή αδειοδότηση φυσικών προσώπων ως περιβαλλοντικών επαληθευτών.

4.   Οι φορείς διαπίστευσης και αδειοδότησης αξιολογούν τις ικανότητες των επαληθευτών περιβάλλοντος, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που καθορίζονται στα άρθρα 20, 21 και 22 σχετικά με την έκταση της διαπίστευσης ή της άδειας που ζητείται.

5.   Η έκταση της διαπίστευσης ή της άδειας των επαληθευτών περιβάλλοντος καθορίζεται με βάση την ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006. Η έκταση αυτή οριοθετείται από τις ικανότητες του επαληθευτή περιβάλλοντος και, κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα της δραστηριότητας.

6.   Οι φορείς διαπίστευσης και αδειοδότησης καθιερώνουν τις κατάλληλες διαδικασίες για τη διαπίστευση ή αδειοδότηση, την απόρριψη της αίτησης διαπίστευσης ή άδειας, την αναστολή και την ανάκληση της διαπίστευσης ή της άδειας επαληθευτή περιβάλλοντος και για την εποπτεία των επαληθευτών περιβάλλοντος.

Οι διαδικασίες αυτές περιλαμβάνουν μηχανισμούς για να λαμβάνονται υπόψη οι παρατηρήσεις που διατυπώνουν ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων φορέων και των οργάνων εκπροσώπησης των οργανισμών, σχετικά με αιτούμενους και διαπιστευμένους ή έχοντες λάβει άδεια επαληθευτές περιβάλλοντος.

7.   Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης διαπίστευσης ή άδειας, ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης γνωστοποιεί στον επαληθευτή περιβάλλοντος τους λόγους της απόφασής του.

8.   Οι φορείς διαπίστευσης ή αδειοδότησης καταρτίζουν, αναθεωρούν και επικαιροποιούν κατάλογο των επαληθευτών περιβάλλοντος, και της έκτασης της διαπίστευσης ή της άδειάς τους, στα κράτη μέλη τους και κοινοποιούν, απευθείας ή μέσω των εθνικών αρχών τους, όπως αποφασίζεται από το οικείο κράτος μέλος, κάθε μήνα, τις μεταβολές του καταλόγου αυτού στην Επιτροπή και στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης.

9.   Στο πλαίσιο των κανόνων και των διαδικασιών που αφορούν την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, οι φορείς διαπίστευσης και αδειοδότησης συντάσσουν έκθεση εποπτείας όταν αποφασίζουν, μετά από διαβούλευση με τον ενδιαφερόμενο επαληθευτή περιβάλλοντος:

α)

είτε ότι ο επαληθευτής περιβάλλοντος δεν άσκησε τις δραστηριότητές του επαρκώς, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού από τον οργανισμό·

β)

είτε ότι ο επαληθευτής περιβάλλοντος διενήργησε επαλήθευση και επικύρωση κατά παράβαση μιας ή περισσοτέρων απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού.

Η εν λόγω έκθεση διαβιβάζεται στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους στο οποίο είναι καταχωρισμένος ή ζητεί καταχώριση ο οργανισμός και, κατά περίπτωση, στον φορέα διαπίστευσης και αδειοδότησης που χορήγησε τη διαπίστευση ή την άδεια.

Άρθρο 29

Αναστολή και ανάκληση διαπίστευσης ή άδειας

1.   Η αναστολή ή η ανάκληση της διαπίστευσης ή της άδειας προϋποθέτει διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του επαληθευτή περιβάλλοντος, προκειμένου ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης να διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία για να λάβει απόφαση.

2.   Ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης ενημερώνει τον επαληθευτή περιβάλλοντος για τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη των σχετικών μέτρων και, κατά περίπτωση, για την πορεία των συζητήσεων με την αρμόδια εκτελεστική αρχή.

3.   Η διαπίστευση ή η άδεια αναστέλλεται ή ανακαλείται μέχρις ότου υπάρξει βεβαιότητα για τη συμμόρφωση του επαληθευτή περιβάλλοντος προς τον παρόντα κανονισμό, κατά περίπτωση, ανάλογα με τη φύση και το εύρος της αδυναμίας συμμόρφωσης ή της παράβασης των νομικών απαιτήσεων.

4.   Η αναστολή της διαπίστευσης ή της άδειας αίρεται εάν ο φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης λάβει ικανοποιητικές πληροφορίες από τις οποίες προκύπτει ότι ο επαληθευτής περιβάλλοντος συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 30

Φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης

1.   Το φόρουμ που αποτελείται από όλους τους φορείς διαπίστευσης και αδειοδότησης από όλα τα κράτη μέλη (εφεξής: «φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης») συγκροτείται και συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως παρουσία αντιπροσώπου της Επιτροπής.

2.   Αποστολή του φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης είναι να εξασφαλίζεται η συνέπεια των διαδικασιών που αφορούν τα ακόλουθα:

α)

τη διαπίστευση ή αδειοδότηση των επαληθευτών περιβάλλοντος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της απόρριψης αίτησης διαπίστευσης, της αναστολής και της ανάκλησης διαπίστευσης ή άδειας και

β)

την εποπτεία των δραστηριοτήτων που ασκούν οι διαπιστευμένοι ή έχοντες λάβει άδεια επαληθευτές περιβάλλοντος.

3.   Το φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σε θέματα του τομέα αρμοδιότητας των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης.

4.   Το φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του.

5.   Τα καθοδηγητικά έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και ο εσωτερικός κανονισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 4 διαβιβάζονται στην Επιτροπή.

6.   Τα έγγραφα καθοδήγησης που αναφέρονται στις διαδικασίες εναρμόνισης που ενέκρινε το φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης προτείνονται ως κατάλληλα από την Επιτροπή για θέσπιση σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 49 παράγραφος 3.

Τα εν λόγω έγγραφα δημοσιοποιούνται.

Άρθρο 31

Αξιολόγηση των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης από ομοτίμους

1.   Η αξιολόγηση από ομοτίμους της διαπίστευσης και της αδειοδότησης επαληθευτών περιβάλλοντος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η οποία οργανώνεται από το φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης, διεξάγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, τουλάχιστον κάθε τετραετία, και περιλαμβάνει αξιολόγηση των κανόνων και των διαδικασιών που ορίζονται στα άρθρα 28 και 29.

Στην αξιολόγηση από ομοτίμους συμμετέχουν όλοι οι φορείς διαπίστευσης και αδειοδότησης.

2.   Το φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης διαβιβάζει τακτική έκθεση της αξιολόγησης από ομοτίμους στην Επιτροπή και στην επιτροπή που συνεστήθη βάσει του άρθρου 49 παράγραφος 1.

Η εν λόγω έκθεση δημοσιοποιείται μετά την έγκριση από το φόρουμ των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης και την επιτροπή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

Άρθρο 32

Συνδρομή προς οργανισμούς σχετικά με τη συμμόρφωση με τις νομικές απαιτήσεις που αφορούν το περιβάλλον

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχεται στους οργανισμούς πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις νομικές απαιτήσεις που αφορούν το περιβάλλον στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.   Στη συνδρομή περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α)

πληροφορίες σχετικά με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις που αφορούν το περιβάλλον·

β)

προσδιορισμός των αρμόδιων εκτελεστικών αρχών για ειδικές νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον που έχουν κριθεί εφαρμοστέες.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αναθέτουν τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2 καθήκοντα στους αρμόδιους φορείς ή σε οιονδήποτε άλλο φορέα διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρογνωμοσύνη και τους κατάλληλους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκτελεστικές αρχές ανταποκρίνονται σε αιτήματα, τουλάχιστον μικρών οργανισμών, σχετικά με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις που αφορούν το περιβάλλον και εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους και πληροφορούν τους οργανισμούς σχετικά με τα μέσα για την παροχή στοιχείων που καταδεικνύουν ότι οι οργανισμοί ανταποκρίνονται στις σχετικές νομικές απαιτήσεις.

5.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες εκτελεστικές αρχές κοινοποιούν την παράλειψη συμμόρφωσης ήδη καταχωρισμένου οργανισμού προς τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον στον αρμόδιο φορέα που έχει καταχωρίσει τον οργανισμό.

Η αρμόδια εκτελεστική αρχή ενημερώνει αυτόν τον αρμόδιο φορέα το συντομότερο δυνατόν και οπωσδήποτε εντός μηνός αφού διαπιστώσει την παράλειψη.

Άρθρο 33

Προβολή του EMAS

1.   Τα κράτη μέλη, από κοινού με τους αρμόδιους φορείς, τις εκτελεστικές αρχές και άλλους συναφείς ενδιαφερόμενους, προωθούν το σύστημα EMAS, λαμβάνοντας υπόψη τις δραστηριότητες που εμφαίνονται στα άρθρα 34 έως 38.

2.   Προς τούτο, τα κράτη μέλη μπορούν να καταρτίσουν στρατηγική προβολής η οποία αναθεωρείται σε τακτική βάση.

Άρθρο 34

Πληροφόρηση

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την παροχή πληροφοριών:

α)

στο κοινό σχετικά με τους στόχους και τις κύριες συνιστώσες του EMAS·

β)

στους οργανισμούς σχετικά με το περιεχόμενο του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα κράτη μέλη, ανάλογα με την περίπτωση, χρησιμοποιούν επαγγελματικές εκδόσεις, τοπικές εφημερίδες, εκστρατείες προβολής ή οιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο προκειμένου να καταστήσουν το ΕΜAS ευρύτερα γνωστό στο κοινό.

Τα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται, ιδίως, με βιομηχανικές ενώσεις, οργανώσεις καταναλωτών, οικολογικές οργανώσεις, συνδικαλιστικές οργανώσεις, τοπικά θεσμικά όργανα και άλλους ενδιαφερόμενους.

Άρθρο 35

Δραστηριότητες προώθησης

1.   Τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν δραστηριότητες προώθησης του EMAS. Οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν:

α)

την προώθηση της ανταλλαγής γνώσεων και βέλτιστων πρακτικών σχετικά με το EMAS μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών·

β)

την ανάπτυξη αποτελεσματικών εργαλείων για την προώθηση του EMAS και την αξιοποίησή τους από κοινού με οργανισμούς·

γ)

την παροχή τεχνικής υποστήριξης σε οργανισμούς κατά τον καθορισμό και την υλοποίηση των δραστηριοτήτων μάρκετιγκ που συνδέονται με το EMAS·

δ)

την ενθάρρυνση συμπράξεων μεταξύ οργανισμών για την προώθηση του EMAS.

2.   Το λογότυπο του EMAS χωρίς αριθμό καταχώρισης μπορεί να χρησιμοποιείται από τους αρμόδιους φορείς, τους φορείς διαπίστευσης και αδειοδότησης, τις εθνικές αρχές και άλλους ενδιαφερόμενους για σκοπούς εμπορίας και προβολής που σχετίζονται με το EMAS. Στις περιπτώσεις αυτές, από τη χρήση του λογοτύπου που ορίζεται στο παράρτημα V δεν συνάγεται ότι ο χρήστης είναι καταχωρισμένος σε περίπτωση που δεν είναι.

Άρθρο 36

Προώθηση της συμμετοχής μικρών οργανισμών

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή μικρών οργανισμών με:

α)

τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε πληροφορίες και κονδύλια στήριξης ειδικά προσαρμοσμένα στους μικρούς οργανισμούς·

β)

την επιβολή εύλογων τελών καταχώρισης για να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή τους·

γ)

την προώθηση μέτρων τεχνικής συνδρομής.

Άρθρο 37

Συσπειρωτική και κλιμακωτή προσέγγιση

1.   Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις τοπικές αρχές να παράσχουν, από κοινού με βιομηχανικές ενώσεις, εμπορικά επιμελητήρια και άλλους ενδιαφερόμενους, ειδική συνδρομή σε συσπειρώσεις οργανισμών προκειμένου να πληρούν τις απαιτήσεις καταχώρισης που αναφέρονται στα άρθρα 4, 5 και 6.

Κάθε οργανισμός της ομάδας καταχωρίζεται χωριστά.

2.   Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους οργανισμούς να εφαρμόσουν σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης. Ενθαρρύνουν ιδίως την κλιμακωτή προσέγγιση που οδηγεί σε καταχώριση EMAS.

3.   Τα συστήματα που θεσπίζονται δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται με σκοπό να αποφεύγονται περιττές δαπάνες για τους συμμετέχοντες, ιδίως τους μικρούς οργανισμούς.

Άρθρο 38

Το EMAS και άλλες πολιτικές και μέσα εντός της Κοινότητας

1.   Με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη εξετάζουν με ποιο τρόπο η καταχώριση στο ΕΜΑS σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό είναι δυνατόν:

α)

να λαμβάνεται υπόψη στην εκπόνηση νέας νομοθεσίας·

β)

να χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την εφαρμογή και την επιβολή της εφαρμογής της νομοθεσίας·

γ)

να λαμβάνεται υπόψη στις δημόσιες συμβάσεις και αγορές.

2.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, κυρίως στους τομείς του ανταγωνισμού, της φορολογίας και των κρατικών ενισχύσεων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, κατά περίπτωση, μέτρα που διευκολύνουν τους οργανισμούς να καταχωρισθούν ή να παραμείνουν καταχωρισμένοι στο ΕΜΑS.

Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

α)

νομοθετικές ελαφρύνσεις, έτσι ώστε καταχωρισμένος οργανισμός να θεωρείται ότι συμμορφώνεται με ορισμένες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον οι οποίες ορίζονται σε άλλες νομοθετικές πράξεις και προσδιορίζονται από τις αρμόδιες αρχές·

β)

βελτίωση της νομοθεσίας, κατά την οποία άλλες νομοθετικές πράξεις τροποποιούνται έτσι ώστε να εξαλειφθούν, να περιορισθούν ή να απλουστευθούν οι επιβαρύνσεις οργανισμών που συμμετέχουν στο EMAS, με σκοπό να ενθαρρυνθεί η αποδοτική λειτουργία των αγορών και να αναβαθμισθεί το επίπεδο ανταγωνιστικότητας.

Άρθρο 39

Τέλη

1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να καταλογίζουν τέλη λαμβάνοντας υπόψη τα εξής

α)

τις δαπάνες για την παροχή πληροφοριών και συνδρομής σε οργανισμούς από τους φορείς οι οποίοι έχουν ορισθεί ή συσταθεί για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 32·

β)

τις δαπάνες που συνδέονται με τη διαπίστευση, την αδειοδότηση και την εποπτεία των επαληθευτών περιβάλλοντος·

γ)

τις δαπάνες για την καταχώριση, την ανανέωση της καταχώρισης, την αναστολή και τη διαγραφή από τους αρμόδιους φορείς καθώς και τις πρόσθετες δαπάνες για τη διοίκηση των διαδικασιών αυτών για οργανισμούς εκτός Κοινότητας.

Τα εν λόγω τέλη δεν υπερβαίνουν ένα εύλογο ποσό και είναι ανάλογα του μεγέθους κάθε οργανισμού και του έργου που πρέπει να επιτελεσθεί.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι οργανισμοί να ενημερώνονται σχετικά με όλα τα εφαρμοστέα τέλη.

Άρθρο 40

Μη συμμόρφωση

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα νομικά ή διοικητικά μέτρα στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν αποτελεσματικές διατάξεις κατά της χρήσης του λογοτύπου του EMAS κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού.

Μπορούν να χρησιμοποιούνται οι διατάξεις που θεσπίζονται σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά (12).

Άρθρο 41

Ενημέρωση της Επιτροπής και υποβολή εκθέσεων

1.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή όσον αφορά τη δομή και τις διαδικασίες που σχετίζονται με τη λειτουργία των αρμοδίων φορέων και των φορέων διαπίστευσης και αδειοδότησης και επικαιροποιούν τις πληροφορίες αυτές, εάν ενδείκνυται.

2.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν ανά διετία στην Επιτροπή επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Στις εν λόγω εκθέσεις, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη την τελευταία έκθεση που υπέβαλε η Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 47.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 42

Πληροφόρηση

1.   Η Επιτροπή παρέχει πληροφορίες

α)

στο κοινό σχετικά με τους σκοπούς και τις κύριες συνιστώσες του EMAS·

β)

στους οργανισμούς σχετικά με το περιεχόμενο του παρόντος κανονισμού.

2.   Η Επιτροπή τηρεί και δημοσιοποιεί:

α)

μητρώο των επαληθευτών περιβάλλοντος και των καταχωρισμένων οργανισμών·

β)

ηλεκτρονική βάση δεδομένων με τις περιβαλλοντικές δηλώσεις·

γ)

βάση δεδομένων όσον αφορά τις βέλτιστες πρακτικές σχετικά με το EMAS, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων αποτελεσματικών μέσων για την προώθηση του EMAS και παραδείγματα τεχνικής στήριξης προς τους οργανισμούς·

δ)

κατάλογο κοινοτικών πόρων για τη χρηματοδότηση της εφαρμογής του EMAS και σχετικών έργων και δραστηριοτήτων.

Άρθρο 43

Συνεργασία και συντονισμός

1.   Η Επιτροπή προωθεί τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών, όπως ενδείκνυται, ιδίως για να επιτευχθεί η ενιαία και συνεπής εφαρμογή σε όλη την Κοινότητα των κανόνων που αφορούν τα κάτωθι:

α)

την καταχώριση οργανισμών·

β)

τους επαληθευτές περιβάλλοντος·

γ)

την πληροφόρηση και τη συνδρομή που αναφέρονται στο άρθρο 32.

2.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, η Επιτροπή και άλλα όργανα και οργανισμοί της Κοινότητας παραπέμπουν, όπου ενδείκνυται, στο EMAS ή σε άλλα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης αναγνωρισμένα σύμφωνα με το άρθρο 45 ή ισότιμα, ως όρο εκτέλεσης συμβάσεων έργων ή παροχής υπηρεσιών.

Άρθρο 44

Ενσωμάτωση του EMAS σε άλλες πολιτικές και μέσα στην Κοινότητα

Η Επιτροπή εξετάζει με ποιο τρόπο είναι δυνατόν η καταχώριση στο EMAS σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

1)

να ληφθεί υπόψη στην εκπόνηση νέας νομοθεσίας και στην αναθεώρηση της υφιστάμενης νομοθεσίας, ιδίως υπό μορφή κανονιστικής ελάφρυνσης και βελτίωσης της νομοθεσίας όπως περιγράφεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2·

2)

να χρησιμοποιηθεί ως μέσο στο πλαίσιο της εφαρμογής και της επιβολής της εφαρμογής της νομοθεσίας.

Άρθρο 45

Σχέση με άλλα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης

1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να υποβάλλουν στην Επιτροπή γραπτή αίτηση προκειμένου να αναγνωρισθούν ως συμμορφούμενα με τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού υφιστάμενα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης, ή μέρη αυτών, τα οποία έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με κατάλληλες διαδικασίες πιστοποίησης, αναγνωρισμένες σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.

2.   Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν στην αίτησή τους τα σχετικά μέρη των συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης και τις αντίστοιχες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Τα κράτη μέλη τεκμηριώνουν την ισοδυναμία του παρόντος κανονισμού με όλα τα αντίστοιχα μέρη του οικείου συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης.

4.   Η Επιτροπή, αφού εξετάσει την αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2, αναγνωρίζει τα σχετικά μέρη των συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης και τις απαιτήσεις για τη διαπίστευση ή την αδειοδότηση των φορέων πιστοποίησης, εφόσον κρίνει ότι το κράτος μέλος έχει:

α)

προσδιορίσει με επαρκή σαφήνεια στην αίτησή του τα σχετικά μέρη των συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης και τις αντίστοιχες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

β)

έχει τεκμηριώσει επαρκώς την ισοδυναμία του παρόντος κανονισμού με όλα τα αντίστοιχα μέρη του οικείου συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης.

5.   Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα στοιχεία αναφοράς των αναγνωρισμένων συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των αναφερομένων στο παράρτημα Ι σχετικών τμημάτων του EMAS στα οποία εφαρμόζονται τα εν λόγω στοιχεία αναφοράς, καθώς και των αναγνωρισμένων απαιτήσεων διαπίστευσης ή αδειοδότησης.

Άρθρο 46

Κατάρτιση εγγράφων αναφοράς και οδηγών

1.   Η Επιτροπή, σε διαβούλευση με τα κράτη μέλη και άλλους ενδιαφερόμενους, εκπονεί τομεακά έγγραφα αναφοράς, τα οποία περιλαμβάνουν:

α)

τη βέλτιστη πρακτική περιβαλλοντικής διαχείρισης·

β)

τους δείκτες περιβαλλοντικών επιδόσεων στους συγκεκριμένους τομείς·

γ)

οσάκις ενδείκνυται, δείκτες αναφοράς της αριστείας και συστήματα βαθμολόγησης για τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικών επιδόσεων.

Η Επιτροπή μπορεί επίσης να εκπονεί έγγραφα αναφοράς διατομεακής χρήσης.

2.   Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα υφιστάμενα έγγραφα αναφοράς και τους δείκτες περιβαλλοντικών επιδόσεων που έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με άλλες περιβαλλοντικές πολιτικές και μέσα στην Κοινότητα ή σύμφωνα με διεθνή πρότυπα.

3.   Η Επιτροπή καταρτίζει, έως το τέλος του 2010, σχέδιο εργασίας που προσδιορίζει ενδεικτικό κατάλογο κλάδων, οι οποίοι θα θεωρηθούν ως προτεραιότητες για τη θέσπιση κλαδικών και διακλαδικών εγγράφων αναφοράς.

Το σχέδιο εργασίας δημοσιοποιείται και επικαιροποιείται τακτικά.

4.   Η Επιτροπή, σε συνεργασία με το φόρουμ αρμόδιων φορέων, αναπτύσσει οδηγό για την καταχώριση εξωκοινοτικών οργανισμών.

5.   Η Επιτροπή δημοσιεύει οδηγό για τον χρήστη που περιγράφει τις αναγκαίες ενέργειες για τη συμμετοχή στο EMAS.

Ο οδηγός αυτός διατίθεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο διαδίκτυο.

6.   Τα έγγραφα που καταρτίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 4υποβάλλονται προς έγκριση. Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού με τη συμπλήρωσή του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 49 παράγραφος 3.

Άρθρο 47

Εκθέσεις

Ανά πενταετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση με πληροφορίες σχετικά με τις δράσεις και τα μέτρα που υλοποιήθηκαν σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο και τις πληροφορίες που έλαβε από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 41.

Η έκθεση περιλαμβάνει αξιολόγηση του αντικτύπου του συστήματος στο περιβάλλον και της τάσης από την άποψη του αριθμού των συμμετεχόντων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΧ

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 48

Τροποποίηση των παραρτημάτων

1.   Η Επιτροπή δύναται να τροποποιεί τα παραρτήματα, εάν είναι αναγκαίο ή εφόσον ενδείκνυται, λαμβάνοντας υπόψη την πείρα που απέκτησε κατά την εφαρμογή του EMAS, ανταποκρινόμενη στις διαπιστωθείσες ανάγκης καθοδήγησης σχετικά με τις απαιτήσεις του EMAS, καθώς και τυχόν μεταβολές των διεθνών προτύπων ή νέα πρότυπα που αφορούν την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 49 παράγραφος 3.

Άρθρο 49

Διαδικασία επιτροπών

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

3.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 50

Αναθεώρηση

Μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2015, η Επιτροπή αναθεωρεί το ΕΜAS, με βάση την πείρα που απέκτησε κατά την εφαρμογή του και τις διεθνείς εξελίξεις. Λαμβάνει υπόψη τις εκθέσεις που υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 47.

Άρθρο 51

Κατάργηση και μεταβατικές διατάξεις

1.   Καταργούνται οι ακόλουθες νομοθετικές πράξεις:

α)

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 761/2001·

β)

απόφαση 2001/681/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με κατευθύνσεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εκούσια συμμετοχή οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) (13) ·

γ)

απόφαση 2006/193/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση κανόνων, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη χρήση του λογοτύπου του EMAS, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, σε συσκευασίες μεταφοράς και σε τριτογενείς συσκευασίες (14).

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1:

α)

οι εθνικοί φορείς διαπίστευσης και αρμόδιοι φορείς που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 761/2001 συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους. Τα κράτη μέλη τροποποιούν τις διαδικασίες που πρέπει να τηρούν οι φορείς διαπίστευσης και οι αρμόδιοι φορείς σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα συστήματα εφαρμογής των τροποποιημένων διαδικασιών λειτουργούν πλήρως έως τις 11 Ιανουαρίου 2011·

β)

οι οργανισμοί που έχουν καταχωρισθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 761/2001 παραμένουν καταχωρισμένοι στο μητρώο EMAS. Η συμμόρφωση κάθε οργανισμού με τις νέες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ελέγχεται από τον επαληθευτή περιβάλλοντος κατά την επόμενη επαλήθευσή του. Σε περίπτωση που η επόμενη επαλήθευση πρόκειται να διενεργηθεί πριν από τις 11 Ιουλίου 2010, η ημερομηνία της επόμενης επαλήθευσης μπορεί να παραταθεί κατά έξι μήνες σε συμφωνία με τον επαληθευτή περιβάλλοντος και τους αρμόδιους φορείς·

γ)

επαληθευτές περιβάλλοντος διαπιστευμένοι σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 761/2001 μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 761/2001 νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που παρατίθεται στο παράρτημα VIII.

Άρθρο 52

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 25 Νοεμβρίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Å. TORSTENSSON


(1)  Γνώμη της 25ης Φεβρουαρίου 2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ C 120 της 28.5.2009, σ. 56.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Απριλίου 2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2009.

(4)  ΕΕ L 242 της 10.9.2002, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 114 της 24.4.2001, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30.

(7)  ΕΕ L 247 της 17.9.2001, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 184 της 23.7.2003, σ. 19.

(9)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(10)  ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36.

(11)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE — αναθεώρηση 2 (ΕΕ L 393 της 30.12.2006, σ. 1).

(12)  ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22.

(13)  ΕΕ L 247 της 17.9.2001, σ. 24.

(14)  ΕΕ L 70 της 9.3.2006, σ. 63.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ

Η περιβαλλοντική επισκόπηση καλύπτει τα ακόλουθα πεδία:

1.

Προσδιορισμός των εφαρμοστέων νομικών απαιτήσεων σχετικά με το περιβάλλον.

Πέραν της κατάρτισης καταλόγου των εφαρμοστέων νομικών απαιτήσεων, ο οργανισμός αναφέρει επίσης τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποδειχθεί η συμμόρφωσή του με τις διάφορες απαιτήσεις.

2.

Προσδιορισμός όλων των άμεσων και έμμεσων περιβαλλοντικών πτυχών με σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, με ποιοτική και ποσοτική εκτίμηση, όπου ενδείκνυται, και με κατάλογο όσων κρίνονται σημαντικές.

Όταν αξιολογεί τη σημασία μιας περιβαλλοντικής επίπτωσης, ο οργανισμός εξετάζει τα εξής θέματα:

i)

τις δυνατότητες πρόκλησης βλάβης στο περιβάλλον·

ii)

την ευπάθεια του τοπικού, περιφερειακού ή πλανητικού περιβάλλοντος·

iii)

την κλίμακα, το πλήθος, τη συχνότητα και την αναστρεψιμότητα της πτυχής, ή επίπτωσης·

iv)

τη σχετική νομοθεσία για το περιβάλλον, εάν υπάρχει, και τις απαιτήσεις της·

v)

τη σημασία για τα ενδιαφερόμενα μέρη και για το προσωπικό του οργανισμού.

α)

Άμεσες περιβαλλοντικές πτυχές

Οι άμεσες περιβαλλοντικές πτυχές συνδέονται με τις δραστηριότητες, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του οργανισμού που υπάγονται στον άμεσο διοικητικό του έλεγχο.

Όλοι οι οργανισμοί οφείλουν να εξετάζουν τις άμεσες πτυχές των εργασιών τους.

Οι άμεσες περιβαλλοντικές πτυχές αφορούν τα ακόλουθα, χωρίς να περιορίζονται σε αυτά:

i)

νομικές απαιτήσεις και όρια αδειών·

ii)

εκπομπές στην ατμόσφαιρα·

iii)

απορρίψεις στα ύδατα·

iv)

παραγωγή, ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση, μεταφορά και διάθεση στερεών και άλλων αποβλήτων, ιδίως επικίνδυνων·

v)

χρήσεις γης και μόλυνση του εδάφους·

vi)

χρήση φυσικών πόρων και πρώτων υλών (συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας)·

vii)

χρήση προσθέτων και βοηθητικών προϊόντων καθώς και ημικατεργασμένων προϊόντων·

viii)

τοπικής εμβέλειας ζητήματα (θόρυβος, κραδασμοί, οσμές, σκόνη, οπτική εμφάνιση κ.λπ.)·

ix)

ζητήματα μεταφορών (τόσο εμπορευμάτων, όσο και υπηρεσιών)·

x)

κίνδυνοι περιβαλλοντικών ατυχημάτων και επιπτώσεις ή ενδεχόμενες επιπτώσεις από συμβάντα, ατυχήματα και πιθανές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης·

xi)

επιδράσεις στη βιοποικιλότητα.

β)

Έμμεσες περιβαλλοντικές πτυχές

Έμμεσες περιβαλλοντικές πτυχές είναι δυνατόν να προκύψουν από την αλληλεπίδραση οργανισμού με τρίτα μέρη που μπορεί ως έναν εύλογο βαθμό να επηρεάσει ο οργανισμός ο οποίος επιδιώκει καταχώριση στο EMAS.

Για τους οργανισμούς πλην των βιομηχανιών, όπως είναι οι τοπικές αρχές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, έχει μεγάλη σημασία η εξέταση και των περιβαλλοντικών πτυχών που συνδέονται με τις βασικές δραστηριότητές τους. Δεν αρκεί μια καταγραφή που περιορίζεται στις περιβαλλοντικές πτυχές του χώρου δραστηριοτήτων και των εγκαταστάσεων του οργανισμού.

Οι εν λόγω πτυχές αφορούν τα ακόλουθα, χωρίς να περιορίζονται σε αυτά:

i)

θέματα που σχετίζονται με τον κύκλο ζωής των προϊόντων (σχεδιασμός, ανάπτυξη, συσκευασία, μεταφορά, χρήση και ανάκτηση/διάθεση αποβλήτων)·

ii)

επενδύσεις κεφαλαίου, χορήγηση δανείων και ασφαλιστικές υπηρεσίες·

iii)

νέες αγορές·

iv)

επιλογή και σύνθεση των υπηρεσιών (π.χ. μεταφορές ή τροφοδοσία)·

v)

διοικητικές αποφάσεις και αποφάσεις προγραμματισμού·

vi)

σύνθεση της κλίμακας των προϊόντων·

vii)

περιβαλλοντικές επιδόσεις και πρακτικές των αναδόχων, υπεργολάβων και προμηθευτών.

Οι οργανισμοί πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι έχουν εντοπίσει τις σημαντικές περιβαλλοντικές πτυχές των διαδικασιών προμηθειών που εφαρμόζουν και ότι οι σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις που συνδέονται με τις εν λόγω πτυχές καλύπτονται από το σύστημα διαχείρισης. Ο οργανισμός πρέπει να επιδιώκει να εξασφαλίζει ότι οι πάροχοι και αυτοί που ενεργούν εξ ονόματος του οργανισμού συμμορφώνονται με την περιβαλλοντική πολιτική του οργανισμού στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων που εκτελούνται για τη σύμβαση.

Στην περίπτωση των ανωτέρω έμμεσων περιβαλλοντικών πτυχών, ο οργανισμός εξετάζει σε ποιο βαθμό μπορεί να τις επηρεάσει και ποια μέτρα μπορεί να λάβει για να μειωθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

3.

Περιγραφή των κριτηρίων για την εκτίμηση της σημασίας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων

Ο οργανισμός καθορίζει κριτήρια για την αξιολόγηση της σημασίας των περιβαλλοντικών πτυχών των δραστηριοτήτων, προϊόντων και υπηρεσιών του, ώστε να εντοπίσει ποιες έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Τα κριτήρια που εκπονεί ο οργανισμός πρέπει να συνεκτιμούν την κοινοτική νομοθεσία και είναι πλήρη, αναπαραγώγιμα, να επιδέχονται ανεξάρτητο έλεγχο και να δημοσιοποιούνται.

Στις παραμέτρους για τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολόγησης της σημασίας των περιβαλλοντικών πτυχών των οργανισμών είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

α)

πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του περιβάλλοντος για τον προσδιορισμό των δραστηριοτήτων, προϊόντων και υπηρεσιών του οργανισμού που μπορεί να έχουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις·

β)

δεδομένα που διαθέτει ο οργανισμός σχετικά με την επικινδυνότητα των εισροών πρώτων υλών και ενέργειας, των απορρίψεων, των αποβλήτων καθώς και των εκπομπών·

γ)

απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών·

δ)

περιβαλλοντικές δραστηριότητες του οργανισμού οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης·

ε)

δραστηριότητες προμηθειών·

στ)

σχεδιασμός, ανάπτυξη, παραγωγή, διανομή, συντήρηση, χρήση, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση και διάθεση των προϊόντων του οργανισμού·

ζ)

δραστηριότητες του οργανισμού με το σημαντικότερο περιβαλλοντικό κόστος και όφελος.

Κατά την αξιολόγηση της σημασίας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των δραστηριοτήτων του, ο οργανισμός λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις κανονικές συνθήκες λειτουργίας, αλλά και τις συνθήκες εκκίνησης και διακοπής της λειτουργίας, καθώς και τις λογικά προβλέψιμες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Συνεκτιμώνται επίσης οι παρελθούσες, οι τρέχουσες και οι προγραμματισμένες δραστηριότητες.

4.

Εξέταση όλων των υφιστάμενων πρακτικών και διαδικασιών περιβαλλοντικής διαχείρισης.

5.

Αξιολόγηση των πορισμάτων της διερεύνησης παρελθόντων συμβάντων.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙI

Απαιτήσεις για το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και πρόσθετα θέματα τα οποία πρέπει να εξετάζονται από τους οργανισμούς που εφαρμόζουν το EMAS

Οι απαιτήσεις για το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης βάσει του EMAS ταυτίζονται με εκείνες που καθορίζονται στο κεφάλαιο 4 του προτύπου EN ISO 14001:2004. Οι απαιτήσεις αυτές παρατίθενται αυτούσιες στην αριστερή στήλη του κατωτέρω πίνακα, η οποία συνιστά το μέρος A του παρόντος παραρτήματος.

Παράλληλα, οι καταχωρισμένοι οργανισμοί υποχρεούνται να εξετάζουν ορισμένα πρόσθετα θέματα που συνδέονται άμεσα με στοιχεία του κεφαλαίου 4 του προτύπου EN ISO 14001:2004. Οι εν λόγω πρόσθετες απαιτήσεις απαριθμούνται στη δεξιά στήλη του κατωτέρω πίνακα, η οποία συνιστά το μέρος Β του παρόντος παραρτήματος.

ΜΕΡΟΣ Α

Απαιτήσεις για το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης βάσει του προτύπου EN ISO 14001:2004

ΜΕΡΟΣ B

Πρόσθετα θέματα τα οποία πρέπει να εξετάζονται από τους οργανισμούς που εφαρμόζουν το EMAS

Οι οργανισμοί που συμμετέχουν στο σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) πληρούν τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού προτύπου EN ISO 14001:2004, οι οποίες καθορίζονται στο κεφάλαιο 4 του προτύπου (1) και παρατίθενται αυτούσιες κατωτέρω:

 

A.

Απαιτήσεις του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης

 

A.1.

Γενικές απαιτήσεις

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει, διατηρεί και βελτιώνει διαρκώς ένα σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτού του Διεθνούς Προτύπου και να καθορίζει τον τρόπο ικανοποίησης αυτών των απαιτήσεων.

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθορίζει και να τεκμηριώνει το πεδίο εφαρμογής του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης.

 

A.2.

Περιβαλλοντική πολιτική

 

Η ανώτατη διοίκηση πρέπει να καθορίζει την περιβαλλοντική πολιτική του οργανισμού και να διασφαλίζει, εντός του πεδίου εφαρμογής του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης, ότι:

 

α)

είναι κατάλληλη για τη φύση, το μέγεθος και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων, προϊόντων και υπηρεσιών του·

 

β)

περιλαμβάνει δέσμευση για διαρκή βελτίωση και πρόληψη της ρύπανσης·

 

γ)

περιλαμβάνει δέσμευση για συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις και άλλες απαιτήσεις που ο οργανισμός έχει ενυπογράφως αποδεχτεί, οι οποίες σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές του πλευρές·

 

δ)

παρέχει το πλαίσιο για τον καθορισμό και την ανασκόπηση των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων·

 

ε)

είναι τεκμηριωμένη, εφαρμόζεται και διατηρείται·

 

στ)

γνωστοποιείται σε όλα τα πρόσωπα που εργάζονται στον οργανισμό ή για λογαριασμό του και

 

ζ)

είναι διαθέσιμη στο κοινό.

 

A.3.

Σχεδιασμός

 

A.3.1.

Περιβαλλοντικές πλευρές

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες):

 

α)

για να εντοπίζει τις περιβαλλοντικές πλευρές των δραστηριοτήτων, προϊόντων και υπηρεσιών του εντός του καθορισμένου πεδίου εφαρμογής του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης τις οποίες μπορεί να ελέγχει και εκείνες τις οποίες μπορεί να επηρεάζει, λαμβάνοντας υπόψη τα προγραμματισμένα ή νέα έργα, τις νέες ή τροποποιημένες δραστηριότητες, τα νέα ή τροποποιημένα προϊόντα και υπηρεσίες και

 

β)

για να προσδιορίζει εκείνες τις πλευρές που έχουν ή μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (δηλαδή τις σημαντικές περιβαλλοντικές πλευρές).

 

Ο οργανισμός τεκμηριώνει αυτές τις πληροφορίες και να τις επικαιροποιεί.

 

Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι οι σημαντικές περιβαλλοντικές πλευρές λαμβάνονται υπόψη κατά την καθιέρωση, εφαρμογή και βελτίωση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης.

 

 

B.1.

Περιβαλλοντική ανασκόπηση

 

Οι οργανισμοί προβαίνουν σε αρχική περιβαλλοντική ανασκόπηση που ορίζεται στο παράρτημα I για να προσδιορίσουν και αξιολογήσουν τις περιβαλλοντικές τους πτυχές και να προσδιορίσουν τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις που αφορούν το περιβάλλον.

 

Οι οργανισμοί εκτός Κοινότητας παραπέμπουν επίσης στις νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον που ισχύουν για ομοειδείς οργανισμούς στα κράτη μέλη όπου προτίθενται να υποβάλλουν αίτηση.

A.3.2.

Νομικές και άλλες απαιτήσεις

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες):

 

α)

για να εντοπίζει και να έχει πρόσβαση στις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις και στις άλλες απαιτήσεις που ο Οργανισμός έχει ενυπογράφως αποδεχτεί και που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές του πλευρές και

 

β)

για να καθορίζει πώς αυτές οι απαιτήσεις έχουν εφαρμογή στις περιβαλλοντικές του πλευρές.

 

Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι οι εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις και οι άλλες απαιτήσεις που ο οργανισμός έχει ενυπογράφως αποδεχτεί λαμβάνονται υπόψη κατά την καθιέρωση, την εφαρμογή και τη βελτίωση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης.

 

 

B.2.

Συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις

 

Οι οργανισμοί που επιθυμούν να καταχωριστούν στο EMAS είναι σε θέση να αποδείξουν ότι:

 

(1)

έχουν εντοπίσει και γνωρίζουν τις συνέπειες που έχουν για τον οργανισμό όλες οι εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον, οι οποίες προσδιορίστηκαν κατά την περιβαλλοντική ανασκόπηση σύμφωνα με το παράρτημα I·

 

(2)

έχουν προβλέψει την τήρηση των κειμένων διατάξεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των αδειών και των ορίων των τελευταίων, και

 

(3)

έχουν θέσει σε εφαρμογή διαδικασίες οι οποίες επιτρέπουν στον οργανισμό να ανταποκρίνεται διαρκώς στις εν λόγω απαιτήσεις.

A.3.3.

Περιβαλλοντικοί σκοποί, στόχοι και πρόγραμμα(τα)

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί τεκμηριωμένους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους στις σχετικές λειτουργίες και επίπεδα εντός του οργανισμού.

 

Οι περιβαλλοντικοί σκοποί και στόχοι πρέπει να είναι μετρήσιμοι, όπου είναι δυνατόν, και σε συμφωνία με την περιβαλλοντική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης για πρόληψη της ρύπανσης, για συνεχή βελτίωση και για συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις και τις άλλες απαιτήσεις που ο οργανισμός έχει ενυπογράφως αποδεχτεί.

 

Κατά την καθιέρωση και την ανασκόπηση των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων, ο οργανισμός λαμβάνει υπόψη τις νομικές απαιτήσεις και τις άλλες απαιτήσεις που ο οργανισμός έχει ενυπογράφως αποδεχτεί, και τις σημαντικές περιβαλλοντικές του πλευρές. Πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις τεχνολογικές του επιλογές, τις οικονομικές, λειτουργικές και επιχειρηματικές του απαιτήσεις, καθώς και τις απόψεις των ενδιαφερομένων μερών.

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί πρόγραμμα ή προγράμματα για την επίτευξη των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων του. Το(α) πρόγραμμα(τα) πρέπει να περιλαμβάνει(ουν):

 

α)

καθορισμό των υπευθυνοτήτων για την επίτευξη των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων στις σχετικές λειτουργίες και επίπεδα εντός του οργανισμού· και

 

β)

τα μέσα και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.

 

 

B.3.

Περιβαλλοντικές επιδόσεις

 

(1)

Ο οργανισμός είναι σε θέση να αποδείξει ότι το σύστημα διαχείρισης και οι διαδικασίες ελέγχου καλύπτουν τις πραγματικές περιβαλλοντικές επιδόσεις του οργανισμού όσον αφορά τις άμεσες και έμμεσες πτυχές που προσδιορίστηκαν κατά την περιβαλλοντική ανασκόπηση σύμφωνα με το παράρτημα I.

 

(2)

Οι περιβαλλοντικές επιδόσεις του οργανισμού έναντι των σκοπών και στόχων του αξιολογείται ως τμήμα της διαδικασίας ανασκόπησης από τη διοίκηση. Ο οργανισμός μεριμνά επίσης για τη συνεχή βελτίωση των περιβαλλοντικών του επιδόσεων. Προς τούτο, μπορεί να βασίζει τη δράση του σε τοπικά, περιφερειακά και εθνικά περιβαλλοντικά προγράμματα.

 

(3)

Τα μέσα επίτευξης των σκοπών και στόχων δεν μπορούν να είναι περιβαλλοντικοί στόχοι. Εάν ο οργανισμός διαθέτει έναν ή περισσότερους χώρους δραστηριοτήτων, κάθε χώρος δραστηριοτήτων στον οποίον εφαρμόζεται το ΕΜΑS ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις του ΕΜΑS, συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς βελτίωσης των περιβαλλοντικών επιδόσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2.

A.4.

Εφαρμογή και λειτουργία

 

A.4.1.

Πόροι, ρόλοι, υπευθυνότητες και αρμοδιότητες

 

Η διοίκηση πρέπει να διασφαλίζει τη διαθεσιμότητα των απαραίτητων πόρων για την καθιέρωση, εφαρμογή, διατήρηση και βελτίωση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης. Οι πόροι περιλαμβάνουν το ανθρώπινο δυναμικό και τα εξειδικευμένα προσόντα, την οργανωτική υποδομή, την τεχνολογία και τους οικονομικούς πόρους.

 

Οι ρόλοι, οι υπευθυνότητες και οι αρμοδιότητες πρέπει να καθορίζονται, να τεκμηριώνονται και να γνωστοποιούνται προκειμένου να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικά την περιβαλλοντική διαχείριση.

 

Η ανώτατη διοίκηση του οργανισμού πρέπει να ορίζει συγκεκριμένο(-ους) εκπρόσωπο(-ους) της διοίκησης ο οποίος, ανεξάρτητα από άλλες ευθύνες, πρέπει να έχει καθορισμένο ρόλο, ευθύνες και αρμοδιότητες για:

 

α)

να εξασφαλίζει ότι το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης έχει καθιερωθεί, εφαρμόζεται και διατηρείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτού του Διεθνούς Προτύπου·

 

β)

να δίνει αναφορά στην ανώτατη διοίκηση σχετικά με την επίδοση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων εισηγήσεων για βελτίωση, προκειμένου να προβεί σε ανασκόπηση.

 

A.4.2.

Επαγγελματική επάρκεια, εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση

B.4.

Συμμετοχή των εργαζομένων

 

(1)

Ο οργανισμός θα πρέπει να αναγνωρίζει ότι η ενεργός συμμετοχή των εργαζομένων αποτελεί κινητήρια δύναμη και απαραίτητη προϋπόθεση για συνεχείς και αποτελεσματικές περιβαλλοντικές βελτιώσεις, ενώ παράλληλα συνιστά καίριας σημασίας πόρο για να βελτιωθούν οι περιβαλλοντικές επιδόσεις και την ορθή μέθοδο επιτυχούς καθιέρωσης του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και ελέγχου στον οργανισμό.

 

(2)

Ο όρος «συμμετοχή των εργαζομένων» καλύπτει τόσο τη συμμετοχή κάθε υπαλλήλου και των εκπροσώπων του προσωπικού, όσο και την πληροφόρησή τους. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εφαρμόζεται ένα σύστημα συμμετοχής των εργαζομένων σε όλες τις βαθμίδες. Ο οργανισμός θα πρέπει να αναγνωρίζει ότι η δέσμευση, η ανταπόκριση και η ενεργός υποστήριξη εκ μέρους της διοίκησης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία των σχετικών διαδικασιών. Πρέπει να τονιστεί, εν προκειμένω, η ανάγκη επικοινωνίας της διοίκησης με τους εργαζόμενους.

Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι κάθε πρόσωπο που εργάζεται για λογαριασμό του ή εκ μέρους του και του οποίου η εργασία μπορεί δυνητικά να επιφέρει σημαντική περιβαλλοντική επίπτωση εντοπισμένη από τον οργανισμό, έχει τη δέουσα επαγγελματική επάρκεια με βάση την κατάλληλη μόρφωση, εκπαίδευση ή εμπειρία και διατηρεί σχετικά αρχεία.

 

Ο οργανισμός εντοπίζει τις ανάγκες εκπαίδευσης που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές του πλευρές και το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισής του. Ο οργανισμός παρέχει εκπαίδευση ή προβαίνει σε άλλες ενέργειες για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών και διατηρεί σχετικά αρχεία.

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες) για να ενημερώνει και ευαισθητοποιεί τα πρόσωπα που εργάζονται στον οργανισμό ή για λογαριασμό του, σχετικά με:

 

α)

τη σπουδαιότητα της συμμόρφωσης με την περιβαλλοντική πολιτική, τις διαδικασίες και τις απαιτήσεις του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης,

 

β)

τις σημαντικές περιβαλλοντικές πλευρές και τις σχετικές τρέχουσες ή δυνητικές επιπτώσεις της εργασίας τους, και τα περιβαλλοντικά οφέλη από τη βελτιωμένη ατομική επίδοση,

 

γ)

τους ρόλους και τις ευθύνες τους για την επίτευξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και

 

δ)

τις δυνητικές συνέπειες της απόκλισης από τις προκαθορισμένες διαδικασίες.

 

 

(3)

Πέραν των απαιτήσεων αυτών, οι εργαζόμενοι συμμετέχουν στη διαδικασία συνεχούς βελτίωσης των περιβαλλοντικών επιδόσεων του οργανισμού με:

 

α)

την πρώτη περιβαλλοντική ανασκόπηση, την ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης και τη συλλογή και επαλήθευση πληροφοριών·

 

β)

την καθιέρωση και την εφαρμογή συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και ελέγχου που βελτιώνει τις περιβαλλοντικές επιδόσεις,

 

γ)

τη συγκρότηση επιτροπών περιβάλλοντος για τη συλλογή πληροφοριών και τη διασφάλιση της συμμετοχής των αρμοδίων για το περιβάλλον διοικητικών στελεχών/εκπροσώπων της διοίκησης, καθώς και των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους·

 

δ)

τη συγκρότηση μεικτών ομάδων εργασίας για το περιβαλλοντικό πρόγραμμα δράσης και τον περιβαλλοντικό έλεγχο·

 

ε)

τη σύνταξη των περιβαλλοντικών δηλώσεων.

 

(4)

Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να αξιοποιούνται οι κατάλληλες μορφές συμμετοχής, όπως το σύστημα του βιβλίου εισηγήσεων, οι ομαδικές εργασίες βάσει σχεδίων ή οι περιβαλλοντικές επιτροπές. Ο οργανισμός λαμβάνει υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τη βέλτιστη πρακτική στο πεδίο αυτό. Εφόσον το ζητήσουν, συμμετέχουν επίσης εκπρόσωποι των εργαζομένων.

A.4.3.

Επικοινωνία

 

Σχετικά με τις περιβαλλοντικές του πλευρές και το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες), για:

 

α)

την εσωτερική επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων επιπέδων και λειτουργιών του οργανισμού,

 

β)

τη λήψη, τεκμηρίωση και ανταπόκριση σε σχετικά αιτήματα από ενδιαφερόμενα μέρη εκτός οργανισμού.

 

Ο οργανισμός αποφασίζει αν θα επικοινωνεί προς τα έξω τις σημαντικές περιβαλλοντικές του πλευρές και καταγράφει σε αρχείο την απόφασή του. Εάν η απόφαση για επικοινωνία είναι θετική, ο οργανισμός να καθιερώνει και εφαρμόζει μέθοδο(-ους) για αυτή την εξωτερική επικοινωνία.

 

 

B.5.

Επικοινωνία

 

(1)

Οι οργανισμοί είναι σε θέση να αποδείξουν ότι διεξάγουν ανοικτό διάλογο με το κοινό και τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών κοινοτήτων και των πελατών, σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων, προϊόντων και υπηρεσιών του, προκειμένου να προσδιορισθούν τα προβλήματα του κοινού και των λοιπών ενδιαφερομένων μερών.

 

(2)

Η ανοικτή συμμετοχή, η διαφάνεια και η περιοδική παροχή πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες διαφοροποίησης του EMAS από άλλα συστήματα. Οι παράγοντες αυτοί είναι σημαντικοί και για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ του οργανισμού και των ενδιαφερομένων μερών.

 

(3)

Το EMAS παρέχει ευελιξία, ώστε να μπορούν οι οργανισμοί να απευθύνουν τις κατάλληλες πληροφορίες σε συγκεκριμένο κοινό, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη διάθεση όλων των πληροφοριών σε όσους τις ζητούν.

A.4.4.

Τεκμηρίωση

 

Η τεκμηρίωση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης περιλαμβάνει:

 

α)

την περιβαλλοντική πολιτική, τους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους·

 

β)

την περιγραφή του πεδίου εφαρμογής του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης·

 

γ)

την περιγραφή των κύριων στοιχείων του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης, την αλληλεπίδρασή τους, και παραπομπή στα σχετικά έγγραφα·

 

δ)

τα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων, που απαιτούνται από αυτό το Διεθνές πρότυπο και

 

ε)

τα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων, που καθορίζονται από τον οργανισμό ως αναγκαία για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό, λειτουργία και έλεγχο των διεργασιών που σχετίζονται με τις σημαντικές περιβαλλοντικές του πλευρές.

 

A.4.5.

Έλεγχος εγγράφων

 

Τα έγγραφα που απαιτούνται από το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και από αυτό το διεθνές πρότυπο πρέπει να είναι ελεγχόμενα. Τα αρχεία είναι έγγραφα ειδικού τύπου και πρέπει να ελέγχονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του A.5.4.

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες) για να:

 

α)

εγκρίνονται τα έγγραφα ως προς την επάρκειά τους πριν από την έκδοση·

 

β)

ανασκοπούνται και ενημερώνονται τα έγγραφα, όταν απαιτείται, και να επανεγκρίνονται·

 

γ)

διασφαλίζεται ότι αναγνωρίζονται οι αλλαγές και η τρέχουσα κατάσταση αναθεώρησης των εγγράφων·

 

δ)

διασφαλίζεται ότι οι σχετικές εκδόσεις των εφαρμοστέων εγγράφων είναι διαθέσιμες στα σημεία χρήσης·

 

ε)

διασφαλίζεται ότι τα έγγραφα παραμένουν ευανάγνωστα και ευκόλως αναγνωρίσιμα·

 

στ)

διασφαλίζεται ότι αναγνωρίζονται τα έγγραφα εξωτερικής προέλευσης που ο οργανισμός καθορίζει ως αναγκαία για τον σχεδιασμό και τη λειτουργία του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και ότι η διανομή τους ελέγχεται και

 

ζ)

προλαμβάνεται η ακούσια χρήση απαρχαιωμένων εγγράφων και εφαρμόζεται κατάλληλη αναγνώριση αυτών που διατηρούνται για οποιονδήποτε λόγο.

 

A.4.6.

Έλεγχος λειτουργίας

 

Ο οργανισμός πρέπει να εντοπίζει και σχεδιάζει εκείνες τις λειτουργίες που συνδέονται με τις αναγνωρισμένες σημαντικές περιβαλλοντικές του πλευρές, σε συμφωνία με την περιβαλλοντική του πολιτική, τους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους του, προκειμένου να διασφαλίζει ότι αυτές οι λειτουργίες υλοποιούνται υπό καθορισμένες συνθήκες, μέσω:

 

α)

της καθιέρωσης, εφαρμογής και διατήρησης τεκμηριωμένης(ων) διαδικασίας(ιών) για τον έλεγχο καταστάσεων, όπου η απουσία τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποκλίσεις από την περιβαλλοντική πολιτική, τους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους, και

 

β)

του καθορισμού κριτηρίων λειτουργίας στην (στις) διαδικασία(-ες) και

 

γ)

της καθιέρωσης, εφαρμογής και διατήρησης διαδικασιών που σχετίζονται με τις εντοπισμένες σημαντικές περιβαλλοντικές πλευρές των αγαθών και υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται από τον οργανισμό και της γνωστοποίησης των εφαρμοστέων διαδικασιών και απαιτήσεων στους προμηθευτές, συμπεριλαμβανομένων των υπεργολάβων.

 

A.4.7.

Ετοιμότητα και ανταπόκριση σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες) για την αναγνώριση των ενδεχόμενων καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης και ενδεχόμενων ατυχημάτων που μπορεί να έχουν επίπτωση στο περιβάλλον και του τρόπου αντιμετώπισης τους.

 

Ο οργανισμός ανταποκρίνεται στις πραγματικές καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης και ατυχήματα και προλαμβάνει ή περιορίζει τις σχετικές αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

 

Ο οργανισμός περιοδικά ανασκοπεί και, όπου είναι απαραίτητο, αναθεωρεί, τις διαδικασίες ετοιμότητας και ανταπόκρισης σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, ιδιαίτερα, μετά από ατυχήματα ή καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης.

 

Ο οργανισμός επίσης, περιοδικά, δοκιμάζει αυτές τις διαδικασίες, όπου είναι πρακτικά εφικτό.

 

A.5.

Έλεγχος

 

A.5.1.

Παρακολούθηση και μέτρηση

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες) για την παρακολούθηση και μέτρηση, σε τακτική βάση, των βασικών χαρακτηριστικών των λειτουργιών του, οι οποίες μπορεί να έχουν σημαντική περιβαλλοντική επίπτωση. Η (οι) διαδικασία(-ες) πρέπει να περιλαμβάνει(-ουν) την τεκμηρίωση της πληροφόρησης για την παρακολούθηση της επίδοσης, τους εφαρμοζόμενους ελέγχους λειτουργίας και τη συμμόρφωση με τους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους του οργανισμού.

 

Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι ο εξοπλισμός παρακολούθησης και μέτρησης που χρησιμοποιείται είναι διακριβωμένος ή επαληθεύεται η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων του και συντηρείται. Ο οργανισμός διατηρεί σχετικά αρχεία.

 

A.5.2.

Αξιολόγηση της συμμόρφωσης

 

A.5.2.1.

Σύμφωνα με τη δέσμευσή του για συμμόρφωση, ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες) για την περιοδική αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις.

 

Ο οργανισμός τηρεί αρχεία των αποτελεσμάτων των περιοδικών αξιολογήσεων.

 

A.5.2.2.

Ο οργανισμός αξιολογεί τη συμμόρφωση με τις άλλες απαιτήσεις τις οποίες έχει ενυπογράφως αποδεχτεί. Ο οργανισμός δύναται να συνδυάζει αυτή την αξιολόγηση με την αξιολόγηση της νομικής συμμόρφωσης του εδαφίου Α.5.2.1 ή ακολουθεί ξεχωριστή διαδικασία(-ες).

 

Ο οργανισμός τηρεί αρχεία των αποτελεσμάτων των περιοδικών αξιολογήσεων.

 

A.5.3.

Μη συμμορφώσεις, διορθωτικές και προληπτικές ενέργειες

 

Ο οργανισμός πρέπει να καθιερώνει, να εφαρμόζει και να διατηρεί διαδικασία(-ες) για την αντιμετώπιση εντοπισμένων και δυνητικών μη συμμορφώσεων και για την ανάληψη διορθωτικών και προληπτικών ενεργειών. Η διαδικασία(-ες) καθορίζει τις απαιτήσεις για:

 

α)

τον εντοπισμό και τη διόρθωση των μη συμμορφώσεων και την ανάληψη ενεργειών για τον περιορισμό των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων·

 

β)

τη διερεύνηση των μη συμμορφώσεων για τον προσδιορισμό των αιτίων και την ανάληψη ενεργειών για την αποφυγή της επανεμφάνισής τους·

 

γ)

την αξιολόγηση της σκοπιμότητας λήψης προληπτικών ενεργειών για δυνητικές μη συμμορφώσεις και την υλοποίηση κατάλληλων ενεργειών που στοχεύουν στην αποφυγή της εμφάνισής τους·

 

δ)

την καταγραφή των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από διορθωτικές και προληπτικές ενέργειες και

 

ε)

την ανασκόπηση της αποτελεσματικότητας των λαμβανομένων διορθωτικών και προληπτικών ενεργειών. Οι ενέργειες που λαμβάνονται πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητας των προβλημάτων και των προκαλούμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

 

Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι πραγματοποιούνται οι απαραίτητες αλλαγές στην τεκμηρίωση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης.

 

A.5.4.

Έλεγχος αρχείων

 

Ο οργανισμός καθιερώνει και διατηρεί αρχεία, όπου είναι απαραίτητο, για να αποδεικνύει την επίτευξη αποτελεσμάτων και τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και αυτού του διεθνούς προτύπου.

 

Ο οργανισμός καθιερώνει, εφαρμόζει και διατηρεί διαδικασία(-ες) για την αναγνώριση, αποθήκευση, προστασία, ανάκτηση, τον χρόνο διατήρησης και την τελική διάθεση των αρχείων.

 

Τα αρχεία πρέπει να είναι και να παραμένουν ευανάγνωστα, αναγνωρίσιμα και ιχνηλάσιμα.

 

A.5.5.

Εσωτερική επιθεώρηση

 

Ο οργανισμός πρέπει να διασφαλίζει ότι οι εσωτερικές επιθεωρήσεις του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης διεξάγονται σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα ώστε να:

 

α)

προσδιορίζει εάν το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης:

 

συμμορφώνεται με τα προβλεπόμενα για την περιβαλλοντική διαχείριση, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων του παρόντος διεθνούς προτύπου και

 

έχει εφαρμοσθεί και διατηρείται σωστά και

 

β)

παρέχει στη διοίκηση πληροφόρηση για τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων.

 

Το (τα) πρόγραμμα(-τα) επιθεώρησης πρέπει να σχεδιάζεται, καθιερώνεται, εφαρμόζεται και διατηρείται από τον οργανισμό, λαμβάνοντας υπόψη την περιβαλλοντική σπουδαιότητα των σχετικών λειτουργιών και τα αποτελέσματα προηγούμενων επιθεωρήσεων.

 

Πρέπει να καθιερώνονται, να εφαρμόζονται και να διατηρούνται διαδικασίες επιθεώρησης για να προσδιορίζονται:

 

οι υπευθυνότητες και οι απαιτήσεις για τον προγραμματισμό και τη διεξαγωγή των επιθεωρήσεων, τη σύνταξη έκθεσης αποτελεσμάτων και τη διατήρηση των σχετικών αρχείων,

 

τα κριτήρια, το πεδίο εφαρμογής, η συχνότητα και οι μέθοδοι επιθεώρησης.

 

Η επιλογή των επιθεωρητών και η διεξαγωγή των επιθεωρήσεων πρέπει να διασφαλίζει την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία της επιθεώρησης.

 

A.6.

Ανασκόπηση από τη διοίκηση

 

Η ανώτατη διοίκηση του οργανισμού ανασκοπεί το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα, για να διασφαλίζει τη συνεχιζόμενη καταλληλότητα, επάρκεια και αποτελεσματικότητά του. Η ανασκόπηση περιλαμβάνει την αξιολόγηση ευκαιριών βελτίωσης και τη σκοπιμότητα αλλαγών στο σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικής πολιτικής και των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων.

 

Πρέπει να διατηρούνται αρχεία ανασκόπησης από τη διοίκηση.

 

Τα δεδομένα εισόδου στην ανασκόπηση από τη διοίκηση περιλαμβάνουν:

 

α)

τα αποτελέσματα των εσωτερικών επιθεωρήσεων και των αξιολογήσεων της συμμόρφωσης με τις νομικές απαιτήσεις και τις άλλες απαιτήσεις τις οποίες ο οργανισμός έχει ενυπογράφως αποδεχτεί·

 

β)

την επικοινωνία με εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των παραπόνων·

 

γ)

την περιβαλλοντική επίδοση του οργανισμού·

 

δ)

τον βαθμό επίτευξης των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων·

 

ε)

την πρόοδο υλοποίησης των διορθωτικών και προληπτικών ενεργειών·

 

στ)

τις επακόλουθες ενέργειες των αποφάσεων προηγούμενων ανασκοπήσεων από τη διοίκηση·

 

ζ)

τις αλλαγές συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων των εξελίξεων σε νομικές και άλλες απαιτήσεις που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές πλευρές του οργανισμού και

 

η)

τις προτάσεις βελτίωσης.

 

Τα αποτελέσματα της ανασκόπησης από τη διοίκηση περιλαμβάνουν αποφάσεις και ενέργειες σχετικές με ενδεχόμενες αλλαγές στην περιβαλλοντική πολιτική, στους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους και σε άλλα στοιχεία του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης, σε συμφωνία με τη δέσμευση για συνεχή βελτίωση.

 

Κατάλογος εθνικών οργανισμών τυποποίησης

BE: IBN/BIN (Institut Belge de Normalisation/Belgisch Instituut voor Normalisatie)

CZ: ČNI (Český normalizační institut)

DK: DS (Dansk Standard)

DE: DIN (Deutsches Institut für Normung eV)

EE: EVS (Eesti Standardikeskus)

EL: ΕΛΟΤ (Ελληνικός Οργανισμός Τυποποίησης)

ES: AENOR (Asociacion Espanola de Normalizacion y Certificacion)

FR: AFNOR (Association Française de Normalisation)

IEL: NSAI (National Standards Authority of Ireland)

IT: UNI (Ente Nazionale Italiano di Unificazione)

CY: Κυπριακός Οργανισμός Προώθησης Ποιότητας

LV: LVS (Latvijas Standarts)

LT: LST (Lietuvos standartizacijos departamentas)

LU: SEE (Service de l’Energie de l’Etat) (Luxembourg)

HU: MSZT (Magyar Szabványügyi Testület)

MT: MSA (Awtoritá Maltija dwar l-Istandards/Malta Standards Authority)

NL: NEN (Nederlands Normalisatie-Instituut)

AT: ON (Österreichisches Normungsinstitut)

PL: PKN (Polski Komitet Normalizacyjny)

PT: IPQ (Instituto Português da Qualidade)

SI: SIST (Slovenski inštitut za standardizacijo)

SK: SÚTN (Slovenský ústav technickej normalizácie)

FI: SFS (Suomen Standardisoimisliitto r.y)

SE: SIS (Swedish Standards Institute)

UK: BSI (British Standards Institution).

 

 

Συμπληρωματικός κατάλογος εθνικών οργανισμών τυποποίησης

 

Εθνικοί οργανισμοί τυποποίησης στα κράτη μέλη οι οποίοι δεν καλύπτονται από το ευρωπαϊκό πρότυπο EN ISO 14001:2004:

 

BG: BDS (Български институт за стандартизация)·

 

RO: ASRO (Asociaţia de Standardizare din România).

 

Εθνικοί οργανισμοί τυποποίησης στα κράτη μέλη όπου εθνικός οργανισμός τυποποίησης που εμφαίνεται στο EN ISO 14001:2004 έχει αντικατασταθεί:

 

CZ: ÚNMZ (Ústav pro technickou normalizaci, metrologii a státní zkušebnictví).


(1)  Το κείμενο που παρατίθεται αυτούσιο στο παρόν παράρτημα χρησιμοποιείται με την άδεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τυποποίησης (CEN). Το πλήρες κείμενο διατίθεται προς πώληση από τους εθνικούς οργανισμούς τυποποίησης, κατάλογος των οποίων περιλαμβάνεται στο παρόν παράρτημα. Δεν επιτρέπεται η αναπαραγωγή του παρόντος παραρτήματος για εμπορικούς λόγους.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

A.   Πρόγραμμα και συχνοτητα ελέγχου

1.   Πρόγραμμα ελέγχου

Το πρόγραμμα ελέγχου διασφαλίζει την παροχή, στη διοίκηση του οργανισμού, των πληροφοριών που της χρειάζονται για την ανασκόπηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων του οργανισμού και της αποτελεσματικότητας του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης, καθώς και για να είναι σε θέση να αποδείξει ότι αυτές βρίσκονται υπό έλεγχο.

2.   Σκοποί του προγράμματος ελέγχου

Στους σκοπούς περιλαμβάνονται, ιδίως, η αξιολόγηση των εφαρμοζόμενων συστημάτων διαχείρισης και η εξακρίβωση της συμμόρφωσής τους με την πολιτική και το πρόγραμμα του οργανισμού, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμόρφωση προς τις σχετικές απαιτήσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

3.   Έκταση του προγράμματος ελέγχου

Η συνολική έκταση κάθε ελέγχου ή, κατά περίπτωση, κάθε σταδίου ενός κύκλου ελέγχου, ορίζεται επακριβώς και προσδιορίζει ρητά:

α)

τα καλυπτόμενα θεματικά πεδία·

β)

τις δραστηριότητες που υπόκεινται σε έλεγχο·

γ)

τα περιβαλλοντικά κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη·

δ)

την καλυπτόμενη από τον έλεγχο χρονική περίοδο.

Ο περιβαλλοντικός έλεγχος περιλαμβάνει ανάλυση των πραγματικών στοιχείων που απαιτούνται για την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων.

4.   Συχνότητα των ελέγχων

Ο έλεγχος ή ο κύκλος ελέγχου που καλύπτει όλες τις δραστηριότητες του οργανισμού, κατά περίπτωση, ολοκληρώνεται σε διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή τα τέσσερα έτη, εφόσον εφαρμόζεται η παρέκκλιση του άρθρου 7. Η συχνότητα ελέγχου κάθε δραστηριότητας διαφέρει ανάλογα με τα ακόλουθα:

α)

τη φύση, την έκταση και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων·

β)

τη σοβαρότητα των σχετικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων·

γ)

τη σημασία και την οξύτητα των προβλημάτων που διαπιστώθηκαν σε προηγούμενους ελέγχους·

δ)

το ιστορικό περιβαλλοντικών προβλημάτων.

Πιο σύνθετες δραστηριότητες με σοβαρότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις ελέγχονται συχνότερα.

Ο οργανισμός διενεργεί ελέγχους τουλάχιστον ετησίως, διότι με τον τρόπο αυτό καταδεικνύεται ευκολότερα στη διοίκηση του οργανισμού και στον επαληθευτή περιβάλλοντος ότι οι σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις του οργανισμού ευρίσκονται υπό έλεγχο.

Ο οργανισμός διενεργεί ελέγχους με αντικείμενο

α)

τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του και

β)

την τήρηση από τον οργανισμό των αναγκαστικών νομικών υποχρεώσεων για το περιβάλλον.

B.   Δραστηριότητες ελέγχου

Στις δραστηριότητες ελέγχου περιλαμβάνονται συζητήσεις με το προσωπικό, επιθεώρηση των συνθηκών λειτουργίας και του εξοπλισμού και εξέταση των αρχείων, των γραπτών διαδικασιών και της υπόλοιπης σχετικής τεκμηρίωσης, με σκοπό την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων της ελεγχόμενης δραστηριότητας, προκειμένου να εξακριβωθεί αν ανταποκρίνεται στα ισχύοντα πρότυπα και κανονισμούς ή στους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους που έχουν καθορισθεί και αν το εφαρμοζόμενο σύστημα διαχείρισης των περιβαλλοντικών ευθυνών είναι αποτελεσματικό και κατάλληλο. Μεταξύ άλλων, θα πρέπει να διενεργείται δειγματοληπτικός έλεγχος της συμμόρφωσης με τα εν λόγω κριτήρια, ώστε να διαπιστώνεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος διαχείρισης στο σύνολό του.

Η διαδικασία ελέγχου περιλαμβάνει, ιδίως, τα ακόλουθα στάδια:

α)

κατανόηση των συστημάτων διαχείρισης·

β)

εκτίμηση των πλεονεκτημάτων και αδυναμιών των συστημάτων διαχείρισης·

γ)

συγκέντρωση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων·

δ)

αξιολόγηση των διαπιστώσεων του ελέγχου·

ε)

σύνταξη των πορισμάτων του ελέγχου·

στ)

έκθεση των διαπιστώσεων και των πορισμάτων του ελέγχου.

Γ.   Έκθεση των διαπιστώσεων και των πορισμάτων του ελέγχου

Βασικοί σκοποί της γραπτής έκθεσης ελέγχου είναι:

α)

η τεκμηρίωση της έκτασης του ελέγχου·

β)

η παροχή πληροφοριών στη διοίκηση σχετικά με τον βαθμό συμμόρφωσης με την περιβαλλοντική πολιτική του οργανισμού και την περιβαλλοντική πρόοδο του οργανισμού·

γ)

η παροχή πληροφοριών στη διοίκηση σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία των μέτρων παρακολούθησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του οργανισμού·

δ)

ενδεχομένως, να καταδειχθεί η ανάγκη για διορθωτικά μέτρα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΥΠΟΒΟΛΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

A.   Εισαγωγή

Οι περιβαλλοντικές πληροφορίες υποβάλλονται με σαφήνεια και συνοχή, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.

B.   Περιβαλλοντική δήλωση

Η περιβαλλοντική δήλωση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και ανταποκρίνεται στις ακόλουθες στοιχειώδεις απαιτήσεις:

α)

κατανοητή και σαφής περιγραφή του οργανισμού που καταχωρίζεται στο ΕΜΑS και σύνοψη των δραστηριοτήτων, προϊόντων και υπηρεσιών του καθώς και, κατά περίπτωση, των σχέσεών του με τυχόν μητρικό οργανισμό·

β)

περιβαλλοντική πολιτική και μια σύντομη περιγραφή του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης του οργανισμού·

γ)

περιγραφή όλων των σημαντικών άμεσων και έμμεσων περιβαλλοντικών πτυχών του οργανισμού οι οποίες έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις και επεξήγηση του χαρακτήρα των επιπτώσεων που συνδέονται με τις πτυχές αυτές (παράρτημα I σημείο 2)·

δ)

περιγραφή των περιβαλλοντικών σκοπών και στόχων σε συνάρτηση με τις σημαντικές περιβαλλοντικές πτυχές και επιπτώσεις·

ε)

σύνοψη των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με τις επιδόσεις του οργανισμού σε σύγκριση με τους περιβαλλοντικούς σκοπούς και στόχους του που συνδέονται με τις σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις του. Για την αναφορά των δεδομένων, χρησιμοποιούνται οι βασικοί δείκτες και άλλοι κατάλληλοι υφιστάμενοι δείκτες περιβαλλοντικών επιδόσεων που καθορίζονται στο τμήμα Γ.

στ)

άλλοι παράγοντες που αφορούν τις περιβαλλοντικές επιδόσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιδόσεων σε σχέση με τις νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τις σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις·

ζ)

παραπομπή στις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις για το περιβάλλον·

η)

όνομα και αριθμός διαπίστευσης ή αδείας του επαληθευτή περιβάλλοντος και ημερομηνία επικύρωσης.

Η επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία και ανταποκρίνεται στις στοιχειώδεις απαιτήσεις των στοιχείων ε) έως η).

Γ.   Βασικοί δεικτες και άλλοι κατάλληλοι υφιστάμενοι δείκτες περιβαλλοντικών επιδόσεων

1.   Εισαγωγή

Τόσο στην περιβαλλοντική δήλωση όσο και στην επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση, οι οργανισμοί αναφέρουν τους βασικούς δείκτες, εφόσον αυτοί σχετίζονται με τις άμεσες περιβαλλοντικές πτυχές του οργανισμού, καθώς και άλλους κατάλληλους υφιστάμενους δείκτες περιβαλλοντικών επιδόσεων, όπως ορίζεται κατωτέρω.

Οι υποβαλλόμενες εκθέσεις παρέχουν δεδομένα σχετικά τις πραγματικές εισροές/επιπτώσεις. Εάν η κοινοποίηση θα ήταν εις βάρος του εμπιστευτικού χαρακτήρα εμπορικών ή βιομηχανικών πληροφοριών του οργανισμού στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το δίκαιο κράτους μέλους ή της Κοινότητας προβλέπει αυτόν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα για να προστατεύσει νόμιμο οικονομικό συμφέρον, μπορεί να επιτρέπεται στον οργανισμό να παρουσιάσει αυτή την πληροφορία μέσω δείκτη εντός της υποβαλλόμενης έκθεσης, π.χ. θεσπίζοντας έτος βάσεως (με τιμή δείκτη 100) από το οποίο θα καθίσταται εμφανής η εξέλιξη της πραγματικής εισροής/επίπτωσης.

Οι δείκτες:

α)

παρέχουν επακριβή εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των οργανισμών·

β)

είναι κατανοητοί και μονοσήμαντοι·

γ)

επιτρέπουν συγκρίσεις μεταξύ διαδοχικών ετών για την αξιολόγηση της εξέλιξης των περιβαλλοντικών επιδόσεων του οργανισμού·

δ)

παρέχουν τη δυνατότητα σύγκρισης με τομεακά, εθνικά ή περιφερειακά κριτήρια αξιολόγησης, ανάλογα με την περίπτωση·

ε)

παρέχουν τη δυνατότητα σύγκρισης με κανονιστικές απαιτήσεις, ανάλογα με την περίπτωση.

2.   Βασικοί δείκτες

α)

Οι βασικοί δείκτες ισχύουν για όλα τα είδη οργανισμών και επικεντρώνονται στις επιδόσεις στους ακόλουθους, καίριας σημασίας, περιβαλλοντικούς τομείς:

i)

ενεργειακή απόδοση·

ii)

αποδοτική χρήση υλικών·

iii)

ύδατα·

iv)

απόβλητα·

v)

βιοποικιλότητα και

vi)

εκπομπές.

Εάν οργανισμός καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένας ή πλείονες βασικοί δείκτες δεν σχετίζονται με τις δικές του σημαντικές άμεσες περιβαλλοντικές πτυχές, ο οργανισμός αυτός μπορεί να μην υποβάλλει τους εν λόγω βασικούς δείκτες. Ο οργανισμός αιτιολογεί τούτο παραπέμποντας στην περιβαλλοντική του ανασκόπηση.

β)

Κάθε βασικός δείκτης αποτελείται από:

i)

έναν αριθμό Α που δηλώνει τις συνολικές ετήσιες εισροές/επιπτώσεις στον συγκεκριμένο τομέα·

ii)

έναν αριθμό Β που δηλώνει τη συνολική ετήσια παραγωγή του οργανισμού και

iii)

έναν αριθμό R που δηλώνει τον λόγο A/B.

γ)

Οι συνολικές ετήσιες εισροές/επιπτώσεις στον συγκεκριμένο τομέα, αριθμός A, αναφέρονται ως εξής:

i)

ενεργειακή απόδοση

όσον αφορά τη «συνολική άμεση χρήση ενέργειας», αναφέρεται η συνολική ετήσια κατανάλωση ενέργειας, εκφραζόμενη σε MWh ή GJ,

όσον αφορά τη «συνολική χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», αναφέρεται το ποσοστό της συνολικής ετήσιας κατανάλωσης ενέργειας (ηλεκτρικής και θερμικής) το οποίο παράγει ο οργανισμός από ανανεώσιμες πηγές·

ii)

αποδοτική χρήση υλικών

η «ετήσια ροή μάζας των διαφόρων χρησιμοποιούμενων υλικών» (πλην των φορέων ενέργειας και του νερού), εκφραζόμενη σε τόνους·

iii)

ύδατα

η «συνολική ετήσια κατανάλωση νερού», εκφραζόμενη σε m3·

iv)

απόβλητα

η «συνολική ετήσια παραγωγή αποβλήτων», αναλυτικά κατά κατηγορία, εκφραζόμενη σε τόνους,

η «συνολική ετήσια παραγωγή επικίνδυνων αποβλήτων», εκφραζόμενη σε χιλιόγραμμα ή τόνους·

v)

βιοποικιλότητα

η «χρήση γης», εκφραζόμενη σε m2 οικοδομημένης περιοχής·

vi)

εκπομπές

οι «συνολικές ετήσιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου», περιλαμβανομένων τουλάχιστον των εκπομπών CO2, CH4, N2O, HFCs, PFCs και SF6, εκφραζόμενες σε τόνους ισοδυνάμου CO2,

η «συνολική ετήσια εκπομπή αέρα», περιλαμβανομένων τουλάχιστον των εκπομπών SO2, NOX και σωματιδίων, εκφραζόμενη σε χιλιόγραμμα ή τόνους.

Πέραν των δεικτών που ορίζονται ανωτέρω ένας οργανισμός μπορεί ναχρησιμοποιεί επίσης και άλλους δείκτες για να εκφράσει τη συνολική ετήσια εισροή/επίπτωση στον συγκεκριμένο τομέα.

δ)

Η αναφορά της συνολικής ετήσιας παραγωγής του οργανισμού — αριθμός B— είναι η ίδια για όλους τους τομείς, προσαρμοσμένη όμως στα διάφορα είδη οργανισμών ανάλογα με το είδος των δραστηριοτήτων τους και αναφέρεται ως εξής:

i)

για οργανισμούς του παραγωγικού τομέα (βιομηχανία), δηλώνει τη συνολική ετήσια ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε εκατ. EUR ή τη συνολική ετήσια υλική παραγωγή εκφραζόμενη σε τόνους ή, στην περίπτωση των μικρών οργανισμών, τον συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών ή τον συνολικό αριθμό εργαζομένων·

ii)

για οργανισμούς των μη παραγωγικών τομέων (διοίκηση/υπηρεσίες), αναφέρεται το μέγεθος του οργανισμού, εκφραζόμενο σε αριθμό εργαζομένων.

Πέραν των δεικτών που ορίζονται ανωτέρω ένας οργανισμός μπορεί να χρησιμοποιεί επίσης και άλλους δείκτες για να εκφράσει τη συνολική ετήσια παραγωγή του.

3.   Άλλοι κατάλληλοι υφιστάμενοι δείκτες περιβαλλοντικών επιδόσεων

Κάθε οργανισμός αναφέρει επίσης ετησίως τις επιδόσεις του όσον αφορά τις πιο εξειδικευμένες περιβαλλοντικές πτυχές που προσδιορίζονται στην περιβαλλοντική του δήλωση και λαμβάνει υπόψη, εφόσον υπάρχουν, τα τομεακά έγγραφα αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 46.

Δ.   Δημοσιοποίηση

Οι οργανισμοί είναι σε θέση να αποδεικνύουν στον επαληθευτή περιβάλλοντος ότι κάθε ενδιαφερόμενος για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του οργανισμού μπορεί εύκολα να αποκτήσει ελεύθερη πρόσβαση στις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των τμημάτων Β έως Δ ανωτέρω.

Ο οργανισμός μεριμνά ώστε να διατίθενται οι πληροφορίες αυτές σε μία από τις επίσημες γλώσσες/στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο είναι καταχωρισμένος ο οργανισμός και, ανάλογα με την περίπτωση, σε μία από τις επίσημες γλώσσες/στην επίσημη γλώσσα εκείνων των κρατών μελών στα οποία υπάρχουν χώροι που καλύπτονται από την εταιρική καταχώριση.

Ε.   Λογοδοσία σε τοπικο επίπεδο

Οι οργανισμοί οι οποίοι είναι καταχωρισμένοι στο ΕΜAS είναι πιθανόν να επιθυμούν να συντάσσουν ενιαία περιβαλλοντική δήλωση, η οποία καλύπτει διαφορετικούς χώρους δραστηριοτήτων.

Δεδομένου ότι προορισμός του EMAS είναι να καταστήσει τους οργανισμούς υπόλογους σε τοπικό επίπεδο, οι τελευταίοι μεριμνούν ώστε, στην εταιρική περιβαλλοντική δήλωση να προσδιορίζονται επακριβώς και να αναφέρονται οι σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις κάθε χώρου δραστηριοτήτων.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΛΟΓΟΤΥΠΟ ΤΟΥ EMAS

Image

1.   Το λογότυπο χρησιμοποιείται σε οιαδήποτε των 23 γλωσσών υπό τον όρο ότι χρησιμοποιείται η ακόλουθη διατύπωση:

Βουλγαρικά

:

«Проверено управление по околна среда»

Τσεχικά

:

«Ověřený systém environmentálního řízení»

Δανικά

:

«Verificeret miljøledelse»

Ολλανδικά

:

«Geverifieerd milieuzorgsysteem»

Αγγλικά

:

«Verified environmental management»

Εσθονικά

:

«Tõendatud keskkonnajuhtimine»

Φινλανδικά

:

«Todennettu ympäristöasioiden hallinta»

Γαλλικά

:

«Management environnemental vérifié»

Γερμανικά

:

«Geprüftes Umweltmanagement»

Ελληνικά

:

«Επιθεωρημένη περιβαλλοντική διαχείριση»

Ουγγρικά

:

«Hitelesített környezetvédelmi vezetési rendszer»

Ιταλικά

:

«Gestione ambientale verificata»

Ιρλανδικά

:

«Bainistíocht comhshaoil fíoraithe»

Λετονικά

:

«Verificēta vides pārvaldība»

Λιθουανικά

:

«Įvertinta aplinkosaugos vadyba»

Μαλτέζικα

:

«Immaniggjar Ambjentali Verifikat»

Πολωνικά

:

«Zweryfikowany system zarządzania środowiskowego»

Πορτογαλικά

:

«Gestão ambiental verificada»

Ρουμανικά

:

«Management de mediu verificat»

Σλοβακικά

:

«Overené environmentálne manažérstvo»

Σλοβενικά

:

«Preverjen sistem ravnanja z okoljem»

Ισπανικά

:

«Gestión medioambiental verificada»

Σουηδικά

:

«Kontrollerat miljöledningssystem»

2.   Το λογότυπο χρησιμοποιείται είτε:

τρίχρωμο (πράσινο Pantone No 355 Green, κίτρινο Pantone No 109 Yellow και μπλε Pantone No 286 Blue),

μαύρο

άσπρο, ή

σε διαβαθμίσεις του γκρι.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ

(οι πληροφορίες παρέχονται, κατά περίπτωση)

1.

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ

 

Όνομα

Διεύθυνση

Πόλη

Ταχυδρομικός κωδικός

Χώρα/Ομόσπονδο κράτος/Περιφέρεια/Αυτόνομη Κοινότητα

Αρμόδιος επικοινωνίας

Τηλ.

Φαξ

Ηλεκτρονική διεύθυνση

Δικτυακός τόπος

Πρόσβαση του κοινού στην περιβαλλοντική δήλωση ή την επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση

 

α)

έντυπη μορφή

β)

ηλεκτρονική μορφή

Αριθμός καταχώρισης

Ημερομηνία καταχώρισης

Ημερομηνία αναστολής της καταχώρισης

Ημερομηνία διαγραφής της καταχώρισης

Ημερομηνία επόμενης περιβαλλοντικής δήλωσης

Ημερομηνία της επόμενης επικαιροποιημένης περιβαλλοντικής δήλωσης

Αίτηση για παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 7

ΝΑΙ – ΟΧΙ

Κωδικός δραστηριοτήτων NACE

Αριθμός εργαζομένων

Κύκλος εργασιών ή ετήσιος ισολογισμός

2.

ΧΩΡΟΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ

 

Όνομα

Διεύθυνση

Ταχυδρομικός κωδικός

Πόλη

Χώρα/Ομόσπονδο κράτος/Περιφέρεια/Αυτόνομη Κοινότητα

Αρμόδιος επικοινωνίας

Τηλ.

Φαξ

Ηλεκτρονική διεύθυνση

Δικτυακός τόπος

Πρόσβαση του κοινού στην περιβαλλοντική δήλωση ή την επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση

 

α)

έντυπη μορφή

β)

ηλεκτρονική μορφή

Αριθμός καταχώρισης

Ημερομηνία καταχώρισης

Ημερομηνία αναστολής της καταχώρισης

Ημερομηνία διαγραφής της καταχώρισης

Ημερομηνία της επόμενης περιβαλλοντικής δήλωσης

Ημερομηνία της επόμενης επικαιροποιημένης περιβαλλοντικής δήλωσης

Αίτηση για παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 7

ΝΑΙ – ΟΧΙ

Κωδικός δραστηριοτήτων NACE

Αριθμός εργαζομένων

Κύκλος εργασιών ή ετήσιος ισολογισμός

3.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΤΗΣ

 

Όνομα περιβαλλοντικού επαληθευτή

Διεύθυνση

Πόλη

Ταχυδρομικός κωδικός

Χώρα/Ομόσπονδο κράτος/Περιφέρεια/Αυτόνομη Κοινότητα

Τηλ.

Φαξ

Ηλεκτρονική διεύθυνση

Αριθ. καταχώρισης της διαπίστευσης ή της αδειοδότησης

Έκταση της διαπίστευσης ή της αδειοδότησης (κωδικοί NACE)

Φορέας διαπίστευσης ή αδειοδότησης

(Τόπος) …, …/…/20…

Υπογραφή του αντιπροσώπου του οργανισμού


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΕΠΑΛΗΘΕΥΤΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ

Ο/Η … (όνομα),

με αριθ. μητρώου περιβαλλοντικού επαληθευτή EMAS …,

διαπιστευμένος ή έχων λάβει άδεια για την έκταση δραστηριοτήτων … (κωδικός NACE),

δηλώνω ότι επαλήθευσα αν ο/οι χώρος/-οι δραστηριοτήτων ή το σύνολο του οργανισμού που αναφέρεται στην περιβαλλοντική δήλωση/επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση (1) του οργανισμού … (όνομα),

καταχωρισμένου με τον αριθ. (εάν υπάρχει) …,

ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1221/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, περί της εκούσιας συμμετοχής οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS).

Υπογράφοντας την παρούσα βεβαίωση, δηλώνω τα ακόλουθα:

η επαλήθευση και η επικύρωση διενεργήθηκαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1221/2009,

η επαλήθευση και η επικύρωση επιβεβαιώνουν ότι δεν προέκυψαν στοιχεία μη συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις που αφορούν το περιβάλλον,

τα δεδομένα και οι πληροφορίες που περιέχονται στην περιβαλλοντική δήλωση/επικαιροποιημένη περιβαλλοντική δήλωση (1) του οργανισμού/χώρου δραστηριοτήτων (1) παρέχουν έγκυρη, αξιόπιστη και ακριβή εικόνα όλων των δραστηριοτήτων που τελούνται στον χώρο/οργανισμό (1), εντός της έκτασης που αναφέρεται στην περιβαλλοντική δήλωση.

Το παρόν έγγραφο δεν είναι ισοδύναμο με καταχώριση EMAS. Μόνον ένας αρμόδιος φορέας δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1221/2009, μπορεί να παράσχει καταχώριση EMAS. Το παρόν έγγραφο δεν μπορεί να δημοσιοποιείται παρά μόνο σε συνδυασμό με άλλα έγγραφα.

(Τόπος) …, …/…/20..

Υπογραφή


(1)  Διαγράφεται ό,τι δεν ισχύει.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 761/2001

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 2 στοιχείο α)

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 2 στοιχείο β)

Άρθρο 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 2 παράγραφος 9

Άρθρο 2 στοιχείο στ)

Άρθρο 2 παράγραφος 4

Άρθρο 2 στοιχείο ζ)

Άρθρο 2 παράγραφος 8

Άρθρο 2 στοιχείο η)

Άρθρο 2 παράγραφος 10

Άρθρο 2 στοιχείο θ)

Άρθρο 2 παράγραφος 11

Άρθρο 2 στοιχείο ι)

Άρθρο 2 παράγραφος 12

Άρθρο 2 στοιχείο ια)

Άρθρο 2 παράγραφος 13

Άρθρο 2 στοιχείο ιβ)

Άρθρο 2 παράγραφος 16

Άρθρο 2 στοιχείο ιβ) σημείο i)

Άρθρο 2 στοιχείο ιβ) σημείο ii)

Άρθρο 2 στοιχείο ιγ)

Άρθρο 2 στοιχείο ιδ)

Άρθρο 2 παράγραφος 17

Άρθρο 2 στοιχείο ιε)

Άρθρο 2 παράγραφος 18

Άρθρο 2 στοιχείο ιστ)

Άρθρο 2 στοιχείο ιζ)

Άρθρο 2 παράγραφος 20

Άρθρο 2 στοιχείο ιθ)

Άρθρο 2 στοιχείο κ), πρώτο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 21

Άρθρο 2 στοιχείο κ), δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 2 στοιχείο κα)

Άρθρο 2 παράγραφος 22

Άρθρο 2 στοιχείο κβ)

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α) πρώτο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 4 παράγραφος 5

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 5 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο β), πρώτη φράση

Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία β) και δ)

Άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο β), δεύτερη φράση

Άρθρο 7 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 51 παράγραφος 2

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 4 παράγραφος 5 πρώτη φράση

Άρθρο 25 παράγραφος 10 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 5 δεύτερη φράση

Άρθρο 25 παράγραφος 10 δεύτερο εδάφιο δεύτερη φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 6

Άρθρο 41

Άρθρο 4 παράγραφος 7

Άρθρο 4 παράγραφος 8 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 30 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 30 παράγραφοι 3 και 5

Άρθρο 4 παράγραφος 8 τρίτο εδάφιο, πρώτη και δεύτερη φράση

Άρθρο 31 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 8 τρίτο εδάφιο, τελευταία φράση

Άρθρο 31 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 1

Άρθρο 11 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 3, πρώτη φράση

Άρθρο 12 παράγραφος 1

Άρθρο 5 παράγραφος 3, δεύτερη φράση, πρώτη περίπτωση

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 5 παράγραφος 3 δεύτερη φράση, δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 5 παράγραφος 4

Άρθρο 11 παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 5, πρώτη φράση

Άρθρο 16 παράγραφος 1

Άρθρο 5 παράγραφος 5, δεύτερη φράση

Άρθρο 16 παράγραφος 3, πρώτη φράση

Άρθρο 5 παράγραφος 5, τρίτη φράση

Άρθρο 17 παράγραφος 1

Άρθρο 5 παράγραφος 5, τέταρτη φράση

Άρθρο 16 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο και άρθρο 16 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 13 παράγραφος 1

Άρθρο 6 παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση

Άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο α) και άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο α) και άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση

Άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) και άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 6 παράγραφος 1, τέταρτη περίπτωση

Άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 2, πρώτη φράση

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 6 παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση

Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο β)

Άρθρο 6 παράγραφος 3, τρίτη περίπτωση

Άρθρο 6 παράγραφος 3, τελευταία φράση

Άρθρο 15 παράγραφος 8

Άρθρο 6 παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο

Άρθρο 15 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 15 παράγραφος 4

Άρθρο 6 παράγραφος 5, πρώτη φράση

Άρθρο 15 παράγραφος 6

Άρθρο 6 παράγραφος 5, δεύτερη φράση

Άρθρο 15 παράγραφοι 8 και 9

Άρθρο 6 παράγραφος 6

Άρθρο 15 παράγραφος 10

Άρθρο 7 παράγραφος 1

Άρθρο 28 παράγραφος 8

Άρθρο 7 παράγραφος 2, πρώτη φράση

Άρθρο 12 παράγραφος 2

Άρθρο 7 παράγραφος 2, δεύτερη φράση

Άρθρο 12 παράγραφος 3

Άρθρο 7 παράγραφος 3

Άρθρο 42 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 8 παράγραφος 1, πρώτη φράση

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 8 παράγραφος 1, δεύτερη φράση

Άρθρο 10 παράγραφος 2

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Άρθρο 8 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 10 παράγραφος 4

Άρθρο 8 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 45 παράγραφος 4

Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 45 παράγραφος 4

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 45 παράγραφος 5

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 38 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 10 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, πρώτη φράση

Άρθρο 41

Άρθρο 10 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο δεύτερη φράση

Άρθρο 47

Άρθρο 11 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 36

Άρθρο 11 παράγραφος 1 πρώτη περίπτωση

Άρθρο 36 στοιχείο α)

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 36 στοιχείο γ)

Άρθρο 11 παράγραφος 1 τρίτη περίπτωση

Άρθρο 36 στοιχείο β)

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, πρώτη φράση

Άρθρο 37 παράγραφος 1

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, δεύτερη φράση

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, τρίτη φράση

Άρθρο 37 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, τέταρτη φράση

Άρθρο 37 παράγραφος 3

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 43 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 3, πρώτη φράση

Άρθρο 41 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 3, δεύτερη φράση

Άρθρο 47

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 35 παράγραφος 1

Άρθρο 12 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 12 παράγραφος 2

Άρθρο 41 παράγραφος 2

Άρθρο 12 παράγραφος 3

Άρθρο 13

Άρθρο 40 παράγραφος 1

Άρθρο 14 παράγραφος 1

Άρθρο 49 παράγραφος 1

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 15 παράγραφος 1

Άρθρο 50

Άρθρο 15 παράγραφος 2

Άρθρο 48

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 16 παράγραφος 1

Άρθρο 39 παράγραφος 1

Άρθρο 16 παράγραφος 2

Άρθρο 42 παράγραφος 2

Άρθρο 17 παράγραφος 1

Άρθρο 17 παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 51 παράγραφος 2

Άρθρο 17 παράγραφος 5

Άρθρο 18

Άρθρο 52


22.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 342/46


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Νοεμβρίου 2009

σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων αναφορικά με την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που παρατίθεται στο άρθρο 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η βιώσιμη κινητικότητα αποτελεί βασική πρόκληση την οποία αντιμετωπίζει η Κοινότητα υπό το πρίσμα της αλλαγής του κλίματος και της ανάγκης υποστήριξης της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης, όπως τονίζεται στην από 8 Ιουλίου 2008 ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Πιο οικολογικές μεταφορές».

(2)

Στην από 19 Οκτωβρίου 2006 ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Σχέδιο δράσης για την ενεργειακή απόδοση — Αξιοποίηση του δυναμικού» δίνεται έμφαση στο δυναμικό για τη μείωση της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας κατά 20 % έως το 2020, με τη βοήθεια καταλόγου στοχευμένων δράσεων, περιλαμβανομένης της σήμανσης των ελαστικών επισώτρων.

(3)

Στην από 7 Φεβρουαρίου 2007 ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Αποτελέσματα της επανεξέτασης της κοινοτικής στρατηγικής για τη μείωση των εκπομπών CO2 από επιβατηγά αυτοκίνητα και ελαφρά εμπορικά οχήματα» τονίζεται το δυναμικό για τη μείωση των εκπομπών CO2 με συμπληρωματικά μέτρα για τμήματα οχημάτων με τη μεγαλύτερη επίπτωση στην κατανάλωση καυσίμου, όπως είναι τα ελαστικά επίσωτρα.

(4)

Τα ελαστικά επίσωτρα, ιδίως λόγω της αντίστασης κύλισης, ευθύνονται για το 20 % έως 30 % της κατανάλωσης καυσίμου των οχημάτων. Ως εκ τούτου, η μείωση της αντίστασης κύλισης των ελαστικών μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην ενεργειακή απόδοση των οδικών μεταφορών και, κατ’ επέκταση, στη μείωση των εκπομπών.

(5)

Τα ελαστικά επίσωτρα χαρακτηρίζονται από ένα σύνολο παραμέτρων που είναι αλληλένδετες. Η βελτίωση μιας παραμέτρου, όπως η αντίσταση κύλισης, μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις σε άλλες παραμέτρους, όπως η πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα, ενώ η βελτίωση της πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα μπορεί αντιστρόφως να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στον εξωτερικό θόρυβο κύλισης. Θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στους κατασκευαστές ελαστικών επισώτρων ώστε να βελτιστοποιήσουν όλες τις παραμέτρους πέραν των προδιαγραφών που έχουν ήδη επιτευχθεί.

(6)

Τα οικονομικά σε καύσιμα ελαστικά επίσωτρα συμφέρουν οικονομικώς, καθώς η εξοικονόμηση ενέργειας αντισταθμίζει με το παραπάνω την αυξημένη τιμή αγοράς των ελαστικών επισώτρων λόγω υψηλού κόστους κατασκευής.

(7)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 661/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, αναφορικά με τις απαιτήσεις έγκρισης τύπου για τη γενική ασφάλεια των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (3), θεσπίζει ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την αντίσταση κύλισης των ελαστικών επισώτρων. Οι τεχνολογικές εξελίξεις καθιστούν εφικτή τη σημαντική μείωση των ενεργειακών απωλειών λόγω της αντίστασης κύλισης των ελαστικών επισώτρων πέραν των ορίων των ελάχιστων απαιτήσεων. Συνεπώς, για τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των οδικών μεταφορών κρίνεται σκόπιμο να θεσπισθούν διατάξεις που θα ενθαρρύνουν τους τελικούς χρήστες να αγοράζουν πλέον οικονομικά σε καύσιμο ελαστικά επίσωτρα προσφέροντας εναρμονισμένες πληροφορίες σχετικά με αυτή την παράμετρο.

(8)

Ο κυκλοφοριακός θόρυβος είναι μια σοβαρή όχληση με επιβλαβείς συνέπειες για την υγεία. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 661/2009 θεσπίζει ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με τον εξωτερικό θόρυβο κύλισης των ελαστικών επισώτρων. Οι τεχνολογικές εξελίξεις καθιστούν εφικτή τη σημαντική μείωση του εξωτερικού θορύβου κύλισης εκτός των ορίων των ελάχιστων απαιτήσεων. Συνεπώς, για τη μείωση του κυκλοφοριακού θορύβου κρίνεται σκόπιμη η θέσπιση διατάξεων που θα ενθαρρύνουν τους τελικούς χρήστες να αγοράζουν ελαστικά επίσωτρα με χαμηλό εξωτερικό θόρυβο κύλισης, προσφέροντας εναρμονισμένες πληροφορίες σχετικά με αυτή την παράμετρο.

(9)

Η παροχή εναρμονισμένων πληροφοριών σχετικά με τον εξωτερικό θόρυβο κύλισης των ελαστικών επισώτρων αναμένεται επίσης να διευκολύνει την εφαρμογή μέτρων για την καταπολέμηση του κυκλοφοριακού θορύβου καθώς και να συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση σχετικά με την επίδραση των ελαστικών επισώτρων στον κυκλοφοριακό θόρυβο, στο πλαίσιο της οδηγίας 2002/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, σχετικά με την αξιολόγηση και τη διαχείριση του περιβαλλοντικού θορύβου (4).

(10)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 661/2009 θεσπίζει ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με τις επιδόσεις πρόσφυσης των ελαστικών επισώτρων σε υγρό οδόστρωμα. Η τεχνολογική εξέλιξη καθιστά εφικτή τη σημαντική βελτίωση της πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα εκτός των ορίων των ελάχιστων απαιτήσεων και, κατ’ επέκταση, τη μείωση των αποστάσεων πέδησης σε υγρό οδόστρωμα. Συνεπώς, για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας κρίνεται σκόπιμη η θέσπιση διατάξεων που ενθαρρύνουν τους τελικούς χρήστες να αγοράζουν ελαστικά επίσωτρα με υψηλές επιδόσεις πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα, προσφέροντας εναρμονισμένες πληροφορίες σχετικά με αυτή την παράμετρο.

(11)

Η παροχή πληροφοριών για την πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα μπορεί να μην αντικατοπτρίζει τις επιδόσεις των ελαστικών επισώτρων που έχουν κυρίως σχεδιασθεί για επιδόσεις υπό συνθήκες χιονιού και πάγου. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι δεν διατίθενται ακόμη εναρμονισμένες μέθοδοι δοκιμής όσον αφορά τα εν λόγω ελαστικά επίσωτρα, κρίνεται σκόπιμο να παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής της διαβάθμισης της πρόσφυσής τους σε μεταγενέστερο στάδιο.

(12)

Η παροχή πληροφοριών σχετικά με τις παραμέτρους των ελαστικών επισώτρων υπό μορφή τυποποιημένης σήμανσης ενδέχεται να επηρεάσει τις αποφάσεις αγοράς των τελικών χρηστών υπέρ ασφαλέστερων, πιο αθόρυβων και οικονομικότερων σε καύσιμα ελαστικών επισώτρων. Αυτό μπορεί αντίστοιχα να ενθαρρύνει τους κατασκευαστές ελαστικών επισώτρων να βελτιστοποιήσουν τις συγκεκριμένες παραμέτρους ελαστικών, γεγονός το οποίο αναμένεται να προετοιμάσει το έδαφος για βιωσιμότερη κατανάλωση και παραγωγή.

(13)

Μια πληθώρα κανόνων σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων στα κράτη μέλη αναμένεται να δημιουργήσει φραγμούς στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και να αυξήσει τον διοικητικό φόρτο και το κόστος δοκιμών για τους κατασκευαστές ελαστικών επισώτρων.

(14)

Τα ανταλλακτικά ελαστικά καλύπτουν το 78 % της αγοράς ελαστικών επισώτρων. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμη η πληροφόρηση του τελικού χρήστη σχετικά με τις παραμέτρους των ανταλλακτικών ελαστικών, καθώς και των ελαστικών επισώτρων που τοποθετούνται σε καινούργια οχήματα.

(15)

Η ανάγκη για ευρύτερη πληροφόρηση σχετικά με την εξοικονόμηση καυσίμου των ελαστικών επισώτρων και άλλες παραμέτρους αφορά τους καταναλωτές, περιλαμβανομένων των διαχειριστών στόλων και των επιχειρήσεων μεταφορών, οι οποίοι δεν μπορούν εύκολα να συγκρίνουν τις παραμέτρους διαφορετικών εμπορικών ονομασιών ελαστικών επισώτρων, απουσία καθεστώτος σήμανσης και εναρμονισμένων δοκιμών. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να συμπεριληφθούν τα ελαστικά των κατηγοριών C1, C2 και C3 στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(16)

Η ενεργειακή σήμανση η οποία διαβαθμίζει τα προϊόντα σε κλίμακα από «A έως G», όπως ισχύει για τις οικιακές συσκευές σύμφωνα με την οδηγία 92/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων των οικιακών συσκευών με τη σήμανση και την παροχή ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα (5), είναι αναγνωρίσιμη από τους καταναλωτές και έχει αποδειχθεί ότι προάγει με επιτυχία πιο αποδοτικές συσκευές. Ο ίδιος σχεδιασμός θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί και για τη σήμανση της εξοικονόμησης καυσίμου των ελαστικών επισώτρων.

(17)

Η τοποθέτηση σήμανσης στα ελαστικά επίσωτρα στο σημείο πώλησης, καθώς και στο τεχνικό διαφημιστικό υλικό, αναμένεται να διασφαλίσει την παροχή στους διανομείς καθώς και στους δυνητικούς τελικούς χρήστες εναρμονισμένων πληροφοριών σχετικά με την εξοικονόμηση καυσίμου των ελαστικών επισώτρων, τις επιδόσεις πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα και τον εξωτερικό θόρυβο κύλισης κατά τον χρόνο και στον τόπο όπου αποφασίζεται η αγορά.

(18)

Μερικοί τελικοί χρήστες επιλέγουν ελαστικά επίσωτρα πριν φτάσουν στο σημείο πώλησης ή αγοράζουν ελαστικά επίσωτρα μέσω ταχυδρομικής παραγγελίας. Για να διασφαλιστεί ότι αυτοί οι τελικοί χρήστες μπορούν να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές βάσει εναρμονισμένων πληροφοριών σχετικά με την εξοικονόμηση καυσίμου των ελαστικών επισώτρων, τις επιδόσεις πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα και τον εξωτερικό θόρυβο κύλισης, η σήμανση θα πρέπει να εμφανίζεται σε κάθε τεχνικό διαφημιστικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων των δικτυακών τόπων όπου διατίθεται το υλικό αυτό. Το τεχνικό διαφημιστικό υλικό δεν περιλαμβάνει διαφημίσεις σε πίνακες διαφημιστικών αφισών, εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση και παρεμφερείς ηλεκτρονικούς μορφότυπους.

(19)

Στους δυνητικούς τελικούς χρήστες θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες οι οποίες να επεξηγούν κάθε στοιχείο της σήμανσης και τη σημασία του. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται στο τεχνικό διαφημιστικό υλικό, π.χ. στους δικτυακούς τόπους των προμηθευτών.

(20)

Οι πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με εναρμονισμένες μεθόδους δοκιμής και να είναι αξιόπιστες, ακριβείς και αναπαραγώγιμες προκειμένου να παρέχεται στους τελικούς χρήστες η δυνατότητα να συγκρίνουν διαφορετικά ελαστικά επίσωτρα και να περιορίζεται έτσι το κόστος δοκιμών για τους κατασκευαστές.

(21)

Προκειμένου να μειωθούν οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και να αυξηθεί η ασφάλεια των οδικών μεταφορών, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν κίνητρα υπέρ των οικονομικών σε καύσιμα, ασφαλέστερων και χαμηλού θορύβου ελαστικών επισώτρων. Είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι ελάχιστες κατηγορίες εξοικονόμησης καυσίμου και πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα κάτω από τις οποίες δεν επιτρέπεται να χορηγούνται τα εν λόγω κίνητρα προκειμένου να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς. Αυτά τα κίνητρα θα μπορούσαν να συνιστούν κρατική ενίσχυση. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της έκβασης οιασδήποτε μελλοντικής διαδικασίας κρατικής ενίσχυσης που ενδέχεται να κινηθεί για τα κίνητρα αυτά σύμφωνα με τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης και δεν θα πρέπει να καλύπτει θέματα φορολογίας και δημοσιονομικά μέτρα.

(22)

Η συμμόρφωση προς τις διατάξεις σχετικά με τη σήμανση από προμηθευτές και διανομείς είναι ουσιώδους σημασίας για την επίτευξη των στόχων των εν λόγω διατάξεων και τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει ως εκ τούτου να παρακολουθούν τη συμμόρφωση μέσω εποπτείας της αγοράς και τακτικών εκ των υστέρων ελέγχων, ιδίως σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων (6).

(23)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, να αποφεύγουν τη λήψη μέτρων εφαρμογής που επιβάλλουν αδικαιολόγητες, γραφειοκρατικές και επαχθείς υποχρεώσεις στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

(24)

Οι προμηθευτές και διανομείς ελαστικών επισώτρων θα πρέπει να ενθαρρυνθούν έτσι ώστε να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού πριν από το 2012 προκειμένου να επιταχυνθεί η αναγνώριση της σήμανσης και η υλοποίηση των οφελών που θα προκύψουν.

(25)

Τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να εγκριθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/368/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (7).

(26)

Ειδικότερα, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να εισαγάγει απαιτήσεις σχετικά με τη διαβάθμιση της πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα των ελαστικών επισώτρων C2 και C3, να προσαρμόσει τη διαβάθμιση της πρόσφυσης των ελαστικών επισώτρων που έχουν ειδικά σχεδιασθεί για συνθήκες χιονιού και πάγου και να προσαρμόσει τα παραρτήματα, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων δοκιμής και των σχετικών επιτρεπομένων περιθωρίων, στην τεχνική πρόοδο. Εφόσον αυτά τα μέτρα είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων διά της συμπληρώσεώς του με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, πρέπει να εγκριθούν σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(27)

Θα πρέπει να επανεξετασθεί ο παρών κανονισμός με σκοπό να διασφαλισθεί η κατανόηση της σήμανσης από τους τελικούς χρήστες και η ικανότητα του παρόντος κανονισμού να επιτύχει τη μεταστροφή της αγοράς,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στόχος και αντικείμενο

1.   Στόχος του παρόντος κανονισμού είναι να αυξηθεί η ασφάλεια και η οικονομική και περιβαλλοντική απόδοση των οδικών μεταφορών μέσω της προώθησης οικονομικών σε καύσιμα, και ασφαλών ελαστικών επισώτρων με χαμηλά επίπεδα θορύβου.

2.   Ο παρών κανονισμός καθορίζει το πλαίσιο παροχής εναρμονισμένων πληροφοριών για τις παραμέτρους των ελαστικών επισώτρων μέσω σήμανσης, δίνοντας στους καταναλωτές τη δυνατότητα να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές όταν αγοράζουν ελαστικά.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε ελαστικά επίσωτρα των κατηγοριών C1, C2 και C3.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε:

α)

αναγομωμένα ελαστικά·

β)

επαγγελματικά ελαστικά παντός εδάφους·

γ)

ελαστικά σχεδιασμένα αποκλειστικώς προκειμένου να τοποθετούνται σε οχήματα που ταξινομήθηκαν για πρώτη φορά πριν από την 1η Οκτωβρίου 1990·

δ)

εφεδρικά ελαστικά προσωρινής χρήσης τύπου Τ·

ε)

ελαστικά κατηγοριών ταχύτητας κάτω των 80 km/h·

στ)

ελαστικά των οποίων η ονομαστική διάμετρος σώτρου δεν υπερβαίνει τα 254 mm ή είναι 635 mm ή μεγαλύτερη·

ζ)

ελαστικά εξοπλισμένα με πρόσθετα εξαρτήματα για τη βελτίωση των ιδιοτήτων πρόσφυσης, όπως τα ελαστικά με καρφιά·

η)

ελαστικά σχεδιασμένα για να τοποθετηθούν μόνον σε οχήματα προοριζόμενα αποκλειστικά για αγώνες.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

1)

Ως «ελαστικά κατηγοριών C1, C2 και C3» νοούνται οι κατηγορίες ελαστικών επισώτρων όπως ορίζονται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 661/2009.

2)

Ως «εφεδρικό ελαστικό προσωρινής χρήσης τύπου Τ» νοείται ο τύπος εφεδρικού ελαστικού προσωρινής χρήσης που σχεδιάστηκε για να χρησιμοποιείται υπό εσωτερική πίεση υψηλότερη της καθιερωμένης για συνήθη και ενισχυμένα ελαστικά.

3)

Ως «σημείο πώλησης» νοείται ο χώρος όπου τα ελαστικά εκτίθενται ή αποθηκεύονται και πωλούνται στους τελικούς χρήστες, περιλαμβανομένων των χώρων επίδειξης αυτοκινήτων σε ό,τι αφορά ελαστικά που πωλούνται στους τελικούς χρήστες χωρίς να έχουν τοποθετηθεί στα οχήματα.

4)

Ως «τεχνικό διαφημιστικό υλικό» νοούνται τα τεχνικά εγχειρίδια, τα διαφημιστικά φυλλάδια, τα ενημερωτικά φυλλάδια και οι κατάλογοι (είτε αυτά διατίθενται σε έντυπη, ηλεκτρονική ή απευθείας συνδεδεμένη μορφή), καθώς και οι ιστοσελίδες, σκοπός των οποίων είναι η εμπορία ελαστικών σε τελικούς χρήστες ή διανομείς, και τα οποία περιγράφουν τις συγκεκριμένες τεχνικές παραμέτρους ενός ελαστικού.

5)

Ως «τεχνική τεκμηρίωση» νοούνται οι πληροφορίες που αφορούν τα ελαστικά, στις οποίες περιλαμβάνονται ο κατασκευαστής και το εμπορικό σήμα του ελαστικού· η περιγραφή του τύπου ελαστικού ή της ομάδας ελαστικών που καθορίστηκε για τη δήλωση της κατηγορίας εξοικονόμησης καυσίμου, της κατηγορίας πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα και της κατηγορίας και μετρούμενης τιμής εξωτερικού θορύβου κύλισης· οι εκθέσεις δοκιμών και η ακρίβεια δοκιμής.

6)

Ως «κατασκευαστής» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει προϊόν ή που αναθέτει σε άλλους το σχεδιασμό ή την κατασκευή προϊόντος και διοχετεύει στην αγορά το προϊόν αυτό υπό την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του.

7)

Ως «εισαγωγέας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο εντός της Κοινότητας, το οποίο διαθέτει στην κοινοτική αγορά προϊόν από τρίτη χώρα.

8)

Ως «εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Κοινότητα, που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων σχετικών με τις υποχρεώσεις του κατασκευαστή βάσει του παρόντος κανονισμού.

9)

Ως «προμηθευτής» νοείται ο κατασκευαστής ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του στην Κοινότητα ή ο εισαγωγέας.

10)

Ως «διανομέας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο της αλυσίδας εφοδιασμού, εκτός του προμηθευτή ή του εισαγωγέα, το οποίο διαθέτει ελαστικό στην αγορά.

11)

Ως «κυκλοφορία στην αγορά» νοείται κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή ή χρήση στην κοινοτική αγορά στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν.

12)

Ως «τελικός χρήστης» νοείται ο καταναλωτής, καθώς και ο διαχειριστής στόλου ή η επιχείρηση οδικών μεταφορών, ο οποίος αγοράζει ή αναμένεται να αγοράσει ένα ελαστικό.

13)

Ως «ουσιώδης παράμετρος» νοείται μια παράμετρος του ελαστικού όπως η αντίσταση κύλισης, η πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα ή ο εξωτερικός θόρυβος κύλισης, η οποία έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην οδική ασφάλεια ή στην υγεία κατά τη χρήση.

Άρθρο 4

Υποχρεώσεις των προμηθευτών ελαστικών

1.   Οι προμηθευτές διασφαλίζουν ότι τα ελαστικά κατηγορίας C1 και C2, τα οποία παραδίδονται σε διανομείς ή τελικούς χρήστες:

α)

είναι εφοδιασμένα με αυτοκόλλητο στο πέλμα τους το οποίο εμφανίζει σήμανση που υποδεικνύει την κατηγορία εξοικονόμησης καυσίμου, όπως ορίζεται στο παράρτημα I μέρος A, την κατηγορία εξωτερικού θορύβου κύλισης και τη μετρούμενη τιμή, όπως ορίζεται στο παράρτημα I μέρος Γ και, ενδεχομένως, την κατηγορία πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι μέρος Β

ή

β)

συνοδεύονται, για κάθε παραδιδόμενη παρτίδα ενός ή περισσοτέρων ίδιων ελαστικών, από σήμανση σε έντυπη μορφή που υποδεικνύει την κατηγορία εξοικονόμησης καυσίμου, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι μέρος Α, την κατηγορία και τη μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης, όπως ορίζεται στο παράρτημα I μέρος Γ και, ενδεχομένως, την κατηγορία πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι μέρος Β.

2.   Η μορφή του αυτοκόλλητου και της σήμανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι αυτή που προδιαγράφεται στο παράρτημα II.

3.   Οι προμηθευτές δηλώνουν την κατηγορία εξοικονόμησης καυσίμου, την κατηγορία και τη μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης και, κατά περίπτωση, την κατηγορία πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα των ελαστικών C1, C2 και C3 στο τεχνικό διαφημιστικό υλικό, μεταξύ άλλων και στις ιστοσελίδες τους, όπως παρατίθενται στο παράρτημα I με τη σειρά που καθορίζεται στο παράρτημα III.

4.   Οι προμηθευτές θέτουν την τεχνική τεκμηρίωση στη διάθεση των αρχών των κρατών μελών κατόπιν αιτήματος, για χρονικό διάστημα πέντε ετών από τη στιγμή που ένας δεδομένος τύπος ελαστικού διατίθεται στην αγορά. Η τεχνική τεκμηρίωση πρέπει να είναι επαρκώς αναλυτική ώστε να επιτρέπει στις αρχές να πιστοποιούν την ακρίβεια των παρεχόμενων στη σήμανση πληροφοριών σχετικά με την εξοικονόμηση καυσίμου, την πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα και τον εξωτερικό θόρυβο κύλισης.

Άρθρο 5

Υποχρεώσεις των διανομέων ελαστικών

1.   Οι διανομείς διασφαλίζουν ότι:

α)

τα ελαστικά στο σημείο πώλησης φέρουν το αυτοκόλλητο που παρέχεται από τους προμηθευτές σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) σε εμφανώς ορατή θέση,

ή

β)

πριν από την πώληση του ελαστικού, η σήμανση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) παρουσιάζεται στον τελικό χρήστη και εμφανίζεται ευκρινώς σε άμεση γειτνίαση με το ελαστικό στο σημείο πώλησης

2.   Στις περιπτώσεις όπου τα ελαστικά προς πώληση δεν είναι ορατά από τον τελικό χρήστη, οι διανομείς παρέχουν στον τελικό χρήστη πληροφορίες σχετικά με την κατηγορία εξοικονόμησης καυσίμου, την κατηγορία πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα και την κατηγορία και τη μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης των συγκεκριμένων ελαστικών.

3.   Για τα ελαστικά C1, C2 και C3, οι διανομείς δηλώνουν την κατηγορία εξοικονόμησης καυσίμου, τη μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης και, κατά περίπτωση, την κατηγορία πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα, όπως ορίζεται στο παράρτημα I, επί ή μέσω των τιμολογίων που παραδίδονται στους τελικούς χρήστες όταν αγοράζουν ελαστικά.

Άρθρο 6

Υποχρεώσεις των προμηθευτών και διανομέων οχημάτων

Όταν προσφέρεται στους τελικούς χρήστες στο σημείο πώλησης η δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων ελαστικών για τον εξοπλισμό οχήματος που σκοπεύουν να αποκτήσουν, οι προμηθευτές και οι διανομείς οχημάτων παρέχουν πριν από την πώληση πληροφορίες, για κάθε προσφερόμενο ελαστικό, σχετικά με την κατηγορία εξοικονόμησης καυσίμου, την κατηγορία και τη μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης, και, όπου ισχύει, την κατηγορία πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα για τα ελαστικά C1 C2 και C3, όπως παρατίθενται στο παράρτημα I και με τη σειρά που καθορίζεται στο παράρτημα III. Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται τουλάχιστον στο τεχνικό διαφημιστικό υλικό.

Άρθρο 7

Εναρμονισμένες μέθοδοι δοκιμής

Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5 και 6 σχετικά με την κατηγορία εξοικονόμησης καυσίμου, την κατηγορία και μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης και την κατηγορία πρόσφυσης των ελαστικών σε υγρό οδόστρωμα λαμβάνονται μέσω των εναρμονισμένων μεθόδων δοκιμής που αναφέρονται στο παράρτημα Ι.

Άρθρο 8

Διαδικασία επαλήθευσης

Τα κράτη μέλη αξιολογούν τη συμμόρφωση προς τις δηλωθείσες κατηγορίες εξοικονόμησης καυσίμου και πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα, κατά την έννοια του παραρτήματος I μέρη A και B, και προς τη δηλωθείσα κατηγορία και μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης κατά την έννοια του παραρτήματος I μέρος Γ, σύμφωνα με τη διαδικασία που παρατίθεται στο παράρτημα IV.

Άρθρο 9

Εσωτερική αγορά

1.   Όταν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν ούτε περιορίζουν τη διάθεση των ελαστικών του άρθρου 2 στην αγορά για λόγους πληροφοριών περί του προϊόντος.

2.   Εκτός εάν διαθέτουν αποδείξεις για το αντίθετο, τα κράτη μέλη θεωρούν ότι η σήμανση και οι πληροφορίες περί του προϊόντος πληρούν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Δύνανται να ζητούν από τους προμηθευτές να παρέχουν τεχνική τεκμηρίωση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4, προκειμένου να αξιολογείται η ακρίβεια των δηλωθεισών τιμών και κατηγοριών.

Άρθρο 10

Κίνητρα

Τα κράτη μέλη δεν παρέχουν κίνητρα σε σχέση με ελαστικά κάτω από την κατηγορία C όσον αφορά είτε την εξοικονόμηση καυσίμου είτε την πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα κατά την έννοια του παραρτήματος Ι μέρη Α και Β αντιστοίχως. Φορολογικά και δημοσιονομικά μέτρα δεν αποτελούν κίνητρα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 11

Τροποποιήσεις και προσαρμογές στην τεχνική πρόοδο

Τα ακόλουθα μέτρα, τα οποία προορίζονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων διά της συμπληρώσεώς του, εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 13 παράγραφος 2:

α)

θέσπιση απαιτήσεων πληροφόρησης σχετικά με τη διαβάθμιση της πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα των ελαστικών κατηγορίας C2 και C3, υπό την προϋπόθεση ότι διατίθενται κατάλληλες, εναρμονισμένες μέθοδοι δοκιμών·

β)

προσαρμογή, όπου κρίνεται σκόπιμο, της διαβάθμισης της πρόσφυσης στις τεχνικές προδιαγραφές των ελαστικών που έχουν σχεδιασθεί κυρίως για επιδόσεις υπό συνθήκες πάγου και/ή χιονιού καλύτερες από εκείνες ενός κοινού ελαστικού όσον αφορά την ικανότητά του να εκκινεί το όχημα ή να διατηρεί ή να σταματά την κίνησή του·

γ)

προσαρμογή των παραρτημάτων I έως IV στην τεχνική πρόοδο.

Άρθρο 12

Επιβολή της νομοθεσίας

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της αγοράς εξακριβώνουν τη συμμόρφωση προς τα άρθρα 4, 5 και 6 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 13

Διαδικασία επιτροπών

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή.

2.   Όπου γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Άρθρο 14

Αναθεώρηση

1.   Η Επιτροπή αξιολογεί την ανάγκη αναθεώρησης του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων:

α)

την αποτελεσματικότητα της σήμανσης ως προς την ευαισθητοποίηση των τελικών χρηστών, ιδίως αν οι διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) είναι εξίσου αποτελεσματικές με εκείνες του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) σε ό, τι αφορά τη συμβολή στους στόχους του παρόντος κανονισμού·

β)

την ανάγκη επέκτασης του καθεστώτος σήμανσης ώστε να περιληφθούν και τα αναγομωμένα ελαστικά·

γ)

την ανάγκη εισαγωγής νέων παραμέτρων ελαστικών επισώτρων, όπως είναι η διανυόμενη απόσταση σε χιλιόμετρα ή μίλια·

δ)

τις πληροφορίες σχετικά με τις παραμέτρους των ελαστικών επισώτρων που παρέχουν οι προμηθευτές και οι διανομείς οχημάτων στους τελικούς χρήστες.

2.   Η Επιτροπή υποβάλλει το αποτέλεσμα της εν λόγω εκτίμησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο την 1η Μαρτίου 2016 και, ενδεχομένως, υποβάλλει προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 15

Μεταβατική διάταξη

Τα άρθρα 4 και 5 δεν ισχύουν για ελαστικά που παρήχθησαν πριν από την 1η Ιουλίου 2012.

Άρθρο 16

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Νοεμβρίου 2012.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 25 Νοεμβρίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

Å. TORSTENSSON


(1)  ΕΕ C 228 της 22.9.2009, σ. 81.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 22ας Απριλίου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 20ής Νοεμβρίου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  ΕΕ L 200 της 31.7.2009, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 189 της 18.7.2002, σ. 12.

(5)  ΕΕ L 297 της 13.10.1992, σ. 16.

(6)  ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30.

(7)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΕΤΡΩΝ ΕΛΑΣΤΙΚΩΝ

Μέρος A: Κατηγορίες ως προς την εξοικονόμηση καυσίμου

Η κατηγορία ως προς την εξοικονόμηση καυσίμου πρέπει να καθορίζεται βάσει του συντελεστή αντίστασης κύλισης (RRC) σύμφωνα με την κλίμακα «A έως G» που καθορίζεται παρακάτω και μετράται σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 117 της ΟΕΕ/ΗΕ και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του.

Εάν ένας τύπος ελαστικού εγκριθεί για περισσότερες της μιας κατηγορίες ελαστικών (π.χ. C1 και C2), η κλίμακα διαβάθμισης που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της κατηγορίας ως προς την εξοικονόμηση καυσίμου του συγκεκριμένου ελαστικού πρέπει να είναι αυτή που εφαρμόζεται στην υψηλότερη κατηγορία ελαστικού (π.χ. C2, όχι C1).

Ελαστικά κατηγορίας C1

Ελαστικά κατηγορίας C2

Ελαστικά κατηγορίας C3

RRC σε kg/t

Κατηγορία ως προς την εξοικονόμηση καυσίμου

RRC σε kg/t

Κατηγορία ως προς την εξοικονόμηση καυσίμου

RRC σε kg/t

Κατηγορία ως προς την εξοικονόμηση καυσίμου

RRC ≤ 6,5

A

RRC ≤ 5,5

A

RRC ≤ 4,0

A

6,6 ≤ RRC ≤ 7,7

B

5,6 ≤ RRC ≤ 6,7

B

4,1 ≤ RRC ≤ 5,0

B

7,8 ≤ RRC ≤ 9,0

C

6,8 ≤ RRC ≤ 8,0

C

5,1 ≤ RRC ≤ 6,0

C

Άδειο

D

Άδειο

D

6,1 ≤ RRC ≤ 7,0

D

9,1 ≤ RRC ≤ 10,5

E

8,1 ≤ RRC ≤ 9,2

E

7,1 ≤ RRC ≤ 8,0

E

10,6≤ RRC ≤ 12,0

F

9,3 ≤ RRC ≤ 10,5

F

RRC ≥ 8,1

F

RRC ≥ 12,1

G

RRC ≥ 10,6

G

Άδειο

G

Μέρος B: Κατηγορίες ως προς την πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα

Οι κατηγορίες των ελαστικών κατηγορίας C1 ως προς την πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα προσδιορίζονται βάσει του δείκτη πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα (G) σύμφωνα με την κλίμακα «A έως G» που καθορίζεται παρακάτω και μετρούνται σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 117 της ΟΕΕ/ΗΕ και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του.

G

Κατηγορίες ως προς την πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα

1,55 ≤ G

A

1,40 ≤ G ≤ 1,54

B

1,25 ≤ G ≤ 1,39

C

Άδειο

D

1,10 ≤ G ≤ 1,24

E

G ≤ 1,09

F

Άδειο

G

Μέρος Γ: Κατηγορίες και μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης

Η μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης (Ν) δηλώνεται σε decibel και υπολογίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 117 της ΟΕΕ/ΗΕ και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του.

Η κατηγορία εξωτερικού θορύβου κύλισης καθορίζεται βάσει των οριακών τιμών (ΟΤ) που προβλέπονται στο μέρος Γ του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 661/2009 ως εξής:

Ν σε dB

Κατηγορία εξωτερικού θορύβου κύλισης

Ν ≤ ΟΤ – 3

Image

ΟΤ – 3 < Ν ≤ ΟΤ

Image

Ν > ΟΤ

Image


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΝΣΗΣ

1.   Σχέδιο σήμανσης

1.1.   Η σήμανση που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 και στο άρθρο 5 παράγραφος 1 πρέπει να συμμορφώνεται προς την παρακάτω εικόνα:

Image

1.2.   Τα ακόλουθα σχήματα παρέχουν τις προδιαγραφές για τη σήμανση:

Image

1.3.   Η σήμανση πρέπει να έχει πλάτος τουλάχιστον 75 mm και ύψος 110 mm. Εάν η σήμανση τυπώνεται σε μεγαλύτερες διαστάσεις, το περιεχόμενό της πρέπει εντούτοις να παραμένει ανάλογο των ως άνω προδιαγραφών.

Η σήμανση πρέπει να συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες προδιαγραφές:

α)

Τα χρώματα είναι CMYK — κυανό, ματζέντα, κίτρινο και μαύρο— και υποδεικνύονται σύμφωνα με αυτό το παράδειγμα: 00-70-X-00: 0 % κυανό, 70 % ματζέντα, 100 % κίτρινο, 0 % μαύρο.

β)

Οι αριθμοί που παρατίθενται παρακάτω αναφέρονται στις λεζάντες που υποδεικνύονται στο σημείο 1.2:

Image

Εξοικονόμηση καυσίμου

Εικονόγραμμα όπως απεικονίζεται: πλάτος: 19,5 mm, ύψος: 18,5 mm — Πλαίσιο για το εικονόγραμμα: 3,5 pt, πλάτος: 26 mm, ύψος: 23 mm — Πλαίσιο για διαβάθμιση: γραμμή: 1 pt — Τέλος πλαισίου: γραμμή: 3,5 pt, πλάτος: 36 mm — Χρώμα: X-10-00-05.

Image

Πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα

Εικονόγραμμα όπως απεικονίζεται: πλάτος: 19 mm, ύψος: 19 mm — Πλαίσιο για εικονόγραμμα: γραμμή: 3,5 pt, πλάτος: 26 mm, ύψος: 23 mm — Πλαίσιο για διαβάθμιση: γραμμή: 1 pt — Τέλος πλαισίου: γραμμή: 3,5 pt, πλάτος: 26 mm — Χρώμα: X-10-00-05.

Image

Εξωτερικός θόρυβος κύλισης

Εικονόγραμμα όπως απεικονίζεται: πλάτος: 14 mm, ύψος: 15 mm — Πλαίσιο για εικονόγραμμα: γραμμή: 3,5 pt, πλάτος: 26 mm, ύψος: 24 mm — Πλαίσιο για διαβάθμιση: γραμμή: 1 pt — Τέλος πλαισίου: γραμμή: 3,5 pt, ύψος: 24 mm — Χρώμα: X-10-00-05.

Image

Περίγραμμα σήμανσης: γραμμή: 1,5 pt — Χρώμα: X-10-00-05.

Image

Κλίμακα A-G

Βέλη: ύψος: 4,75 mm, κενό: 0,75 mm, μαύρη γραμμή: 0,5 pt — χρώματα:

A: X-00-X-00.

B: 70-00-X-00.

C: 30-00-X-00.

D: 00-00-X-00.

E: 00-30-X-00.

F: 00-70-X-00.

G: 00-X-X-00.

Κείμενο: Helvetica Bold 12 pt, 100 % λευκό, μαύρο πλαίσιο: 0,5 pt.

Image

Διαβάθμιση

Βέλος: πλάτος: 16 mm, ύψος: 10 mm, 100 % μαύρο

Κείμενο: Helvetica Bold 27 pt, 100 % λευκό.

Image

Γραμμές στην κλίμακα: γραμμή: 0,5 pt, διάκενο διακεκομμένης γραμμής: 5,5 mm, 100 % μαύρο·

Image

Κείμενο κλίμακας: Helvetica Bold 11 pt, 100 % μαύρο.

Image

Μετρώμενη τιμή εξωτερικού ήχου κύλισης

Βέλος: πλάτος: 25,25 mm, ύψος: 10 mm, 100 % μαύρο·

Κείμενο: Helvetica Bold 20 pt, 100 % λευκό·

Κείμενο μονάδας: Helvetica Bold 13 pt, 100 % λευκό.

Image

Λογότυπο ΕΕ: πλάτος: 9 mm, ύψος: 6 mm.

Image

Αναφορά κανονισμού: Helvetica Regular 7,5 pt, 100 % μαύρο.

Αναφορά κατηγορίας ελαστικού: Helvetica Bold 7,5 pt, 100 % μαύρο.

Image

Κατηγορία εξωτερικού θορύβου κύλισης, όπως προβλέπεται στο μέρος Γ του παραρτήματος Ι: πλάτος 8,25 mm, ύψος: 15,5 mm – 100 % μαύρο.

γ)

Το φόντο πρέπει να είναι λευκό.

1.5.   Η κατηγορία ελαστικού (C1 ή C2) υποδεικνύεται στη σήμανση υπό τη μορφή που περιγράφεται στην εικόνα στο σημείο 1.2.

2.   Αυτοκόλλητο

2.1.   Το αυτοκόλλητο που αναφέρεται στα άρθρα 4 παράγραφος 1 και 5 παράγραφος 1 αποτελείται από δύο μέρη: i) σήμανση τυπωμένη στη μορφή που περιγράφεται παρακάτω στο σημείο 1 του παρόντος παραρτήματος και ii) κενό πεδίο τυπωμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές που περιγράφονται στο σημείο 2.2 του παρόντος παραρτήματος.

2.2.   Οι προμηθευτές πρέπει να προσθέτουν την επωνυμία ή το εταιρικό σήμα τους, τη γραμμή και τις διαστάσεις του ελαστικού, τον δείκτη φόρτισης, την κατηγορία ταχύτητας και άλλες τεχνικές προδιαγραφές στο αυτοκόλλητο μαζί με τη σήμανση σε οποιοδήποτε χρώμα, διαστάσεις και σχέδιο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα ακυρώνουν ή δεν θα παρεμβάλλονται στο κείμενο της σήμανσης που καθορίζεται στο σημείο 1 του παρόντος παραρτήματος. Η συνολική επιφάνεια του αυτοκόλλητου δεν υπερβαίνει τα 250 cm2 και το συνολικό ύψος του αυτοκόλλητου δεν υπερβαίνει τα 220 mm.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Πληροφορίες που παρέχονται στο τεχνικό διαφημιστικό υλικό

1.   Οι πληροφορίες για τα ελαστικά παρέχονται με τη σειρά που καθορίζεται παρακάτω:

i)

κατηγορία ως προς την εξοικονόμηση καυσίμου (γράμμα Α έως G)·

ii)

κατηγορία ως προς την πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα (γράμμα Α έως G)·

iii)

μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης (dB).

2.   Οι πληροφορίες που παρέχονται στο σημείο 1 πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

να είναι ευανάγνωστες·

ii)

να είναι εύληπτες·

iii)

εάν υπάρχει διαφορετική διαβάθμιση για συγκεκριμένο τύπο ελαστικού ανάλογα με τις διαστάσεις ή άλλες παραμέτρους, πρέπει να δηλώνεται το εύρος μεταξύ του ελαστικού με τις χειρότερες και τις βέλτιστες επιδόσεις.

3.   Οι προμηθευτές πρέπει να παρέχουν επίσης στον δικτυακό τους τόπο:

i)

σύνδεσμο με τη σχετική ιστοσελίδα της Επιτροπής που είναι αφιερωμένη στον παρόντα κανονισμό·

ii)

επεξήγηση του εικονογράμματος που τυπώνεται στη σήμανση·

iii)

δήλωση που επισημαίνει το γεγονός ότι η πραγματική εξοικονόμηση καυσίμου και η οδική ασφάλεια εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συμπεριφορά των οδηγών, και ειδικότερα τα ακόλουθα:

ότι η οικολογική οδήγηση μπορεί να μειώσει σημαντικά την κατανάλωση καυσίμου,

ότι πρέπει να ελέγχεται τακτικά η πίεση του ελαστικού για την καλύτερη δυνατή πρόσφυση σε υγρό οδόστρωμα και τα καλύτερα δυνατά χαρακτηριστικά εξοικονόμησης καυσίμου,

ότι η απόσταση ακινητοποίησης πρέπει πάντοτε να τηρείται αυστηρά.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Διαδικασία επαλήθευσης

Η συμμόρφωση προς τις δηλωθείσες κατηγορίες εξοικονόμησης καυσίμου και πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα, καθώς και προς τη δηλωθείσα κατηγορία και μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης, αξιολογείται για κάθε τύπο ελαστικού ή κάθε ομάδα ελαστικών όπως καθορίζεται από τον προμηθευτή, σύμφωνα με μια από τις ακόλουθες διαδικασίες:

α)

i)

ένα μεμονωμένο ελαστικό δοκιμάζεται πρώτο. Εάν η μετρούμενη τιμή αντιστοιχεί στη δηλωθείσα κατηγορία ή στη μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης, το ελαστικό θεωρείται ότι υπεβλήθη επιτυχώς στη δοκιμή·

και

ii)

εάν η μετρούμενη τιμή δεν αντιστοιχεί στη δηλωθείσα κατηγορία ή στη μετρούμενη τιμή εξωτερικού θορύβου κύλισης, πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμή τρία ακόμα ελαστικά. Για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις δηλωθείσες πληροφορίες χρησιμοποιείται η μέση τιμή μέτρησης που προκύπτει από τα τέσσερα ελαστικά που υποβλήθηκαν σε δοκιμή·

ή

β)

σε περίπτωση που οι σημασμένες κατηγορίες ή τιμές απορρέουν από αποτελέσματα δοκιμών για έγκριση τύπου που προέκυψαν σύμφωνα με την οδηγία 2001/43/ΕΚ, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 661/2009, ή τον κανονισμό αριθ. 117 της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τα δεδομένα σχετικά με τη συμμόρφωση της παραγωγής ελαστικών των εν λόγω εγκρίσεων τύπου.

Οι αξιολογήσεις των στοιχείων της συμμόρφωσης της παραγωγής πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα επιτρεπόμενα περιθώρια όπως διευκρινίζεται στο τμήμα 8 του κανονισμού αριθ. 117 της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.


22.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 342/59


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 30ής Νοεμβρίου 2009

για τα καλλυντικά προϊόντα

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 76/768/EΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (3), έχει επανειλημμένα τροποποιηθεί κατά τρόπο ουσιαστικό. Με την ευκαιρία νέων τροποποιήσεων, είναι σκόπιμη σε αυτήν την περίπτωση, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

(2)

Ο κανονισμός είναι η ενδεδειγμένη νομική πράξη, επειδή επιβάλλει σαφείς και λεπτομερείς κανόνες που δεν αφήνουν περιθώρια για αποκλίνουσα μεταφορά της πράξης στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών. Επιπλέον, ο κανονισμός εξασφαλίζει ότι οι νομικές απαιτήσεις εφαρμόζονται ταυτόχρονα σε όλη την Κοινότητα.

(3)

Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί να απλουστεύσει τις διαδικασίες και να εναρμονίσει την ορολογία, μειώνοντας έτσι το διοικητικό φόρτο και τις ασάφειες. Επιπλέον, η αναδιατύπωση ενισχύει ορισμένα στοιχεία του ρυθμιστικού πλαισίου για τα καλλυντικά, όπως είναι ο εσωτερικός έλεγχος της αγοράς, με σκοπό να εξασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου.

(4)

Ο παρών κανονισμός εναρμονίζει συνολικά τους κανόνες στην Κοινότητα με σκοπό την επίτευξη μιας εσωτερικής αγοράς καλλυντικών προϊόντων, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου.

(5)

Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες που ενδέχεται να εγείρουν οι ουσίες που χρησιμοποιούνται σε καλλυντικά προϊόντα εξετάζονται στο πλαίσιο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (4) ο οποίος επιτρέπει τη διατομεακή αξιολόγηση της περιβαλλοντικής ασφάλειας.

(6)

Ο παρών κανονισμός αφορά μόνον τα καλλυντικά προϊόντα και όχι τα φάρμακα, τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα ή τα βιοκτόνα προϊόντα. Η οριοθέτηση προκύπτει ιδίως από το λεπτομερή ορισμό των καλλυντικών προϊόντων, ο οποίος αναφέρεται τόσο στα πεδία εφαρμογής τους όσο και στους σκοπούς της χρήσης τους.

(7)

Η εκτίμηση με βάση την οποία αποφασίζεται εάν ένα προϊόν είναι καλλυντικό προϊόν πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα χαρακτηριστικά του προϊόντος. Στα καλλυντικά μπορούν να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: κρέμες, γαλακτώματα, λοσιόν, γέλες και λάδια για το δέρμα, μάσκες ομορφιάς, χρωματισμένες βάσεις (υγρά, πάστες, πούδρες), πούδρες για το μακιγιάζ, πούδρες για χρήση μετά το λουτρό, πούδρες για την υγιεινή του σώματος, σαπούνια για το μπάνιο, αποσμητικά σαπούνια, αρώματα, κολόνιες και ύδωρ Κολωνίας, παρασκευάσματα για το μπάνιο και το ντους (άλατα, αφροί, λάδια, γέλες), αποτριχωτικά, αποσμητικά και αντιιδρωτικά, χρωστικές μαλλιών, προϊόντα για το κατσάρωμα, το ίσιωμα και τη στερέωση των μαλλιών, προϊόντα για τη διευθέτηση των μαλλιών (φορμάρισμα), προϊόντα καθαρισμού των μαλλιών (λοσιόν, σκόνες, σαμπουάν), προϊόντα συντήρησης των μαλλιών (λοσιόν, κρέμες, λάδια), προϊόντα για την κόμμωση (λοσιόν, λάκ, μπριγιαντίνες), προϊόντα ξυρίσματος (κρέμες, αφροί, λοσιόν), προϊόντα για το μακιγιάζ και προϊόντα για την αφαίρεση του μακιγιάζ (ντεμακιγιάζ) προϊόντα προοριζόμενα να χρησιμοποιηθούν στα χείλη, προϊόντα για την περιποίηση των δοντιών και του στόματος, προϊόντα για την περιποίηση και το βάψιμο των νυχιών, προϊόντα για την περιποίηση των ευαίσθητων περιοχών του σώματος, εξωτερικής χρήσης, προϊόντα αντιηλιακά, προϊόντα για μαύρισμα χωρίς ήλιο, προϊόντα για τη λεύκανση του δέρματος και προϊόντα αντιρρυτιδικά.

(8)

Η Επιτροπή θα πρέπει να καθορίσει τις κατηγορίες των καλλυντικών προϊόντων τα οποία αφορά η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(9)

Τα καλλυντικά προϊόντα θα πρέπει να είναι ασφαλή υπό κανονικές ή εύλογα αναμενόμενες συνθήκες χρήσης. Ειδικότερα, κανένας κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία δεν θα πρέπει να δικαιολογείται μέσω της λογικής κινδύνου-οφέλους.

(10)

Η παρουσίαση ενός καλλυντικού προϊόντος και ιδίως η μορφή, η οσμή, το χρώμα, η εμφάνιση, η συσκευασία, η σήμανση, ο όγκος ή οι διαστάσεις του δεν θα πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών λόγω σύγχυσης με είδη διατροφής, σύμφωνα με την οδηγία 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1987 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τα προϊόντα που, επειδή δεν εμφανίζονται υπό την πραγματική τους μορφή, θέτουν σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλεια των καταναλωτών (5).

(11)

Για να καθορίζονται με σαφήνεια οι ευθύνες, κάθε καλλυντικό προϊόν θα πρέπει να συνδέεται με ένα υπεύθυνο πρόσωπο εγκατεστημένο στην Κοινότητα.

(12)

Η εξασφάλιση της ιχνηλασιμότητας ενός καλλυντικού προϊόντος καθ’ όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας συμβάλλει στην απλούστερη και αποτελεσματικότερη εποπτεία της αγοράς. Ένα αποτελεσματικό σύστημα ιχνηλασιμότητας διευκολύνει το έργο των αρμόδιων για την εποπτεία της αγοράς αρχών στον εντοπισμό των οικονομικών φορέων.

(13)

Είναι αναγκαίο να καθοριστεί υπό ποίες συνθήκες ένας διανομέας πρέπει να θεωρηθεί ως το υπεύθυνο πρόσωπο.

(14)

Όλα τα νομικά ή φυσικά πρόσωπα στο εμπόριο χονδρικής πώλησης καθώς και οι έμποροι λιανικής πώλησης που πωλούν απευθείας στον καταναλωτή καλύπτονται από την αναφορά στον διανομέα. Οι υποχρεώσεις του διανομέα θα πρέπει συνεπώς να προσαρμοστούν στον αντίστοιχο ρόλο και στην αντίστοιχη επιμέρους δραστηριότητα του καθενός από αυτούς τους φορείς.

(15)

Ο ευρωπαϊκός τομέας καλλυντικών προϊόντων συγκαταλέγεται στις βιομηχανικές δραστηριότητες που πλήττονται από την ψευδεπιγραφή, γεγονός που αυξάνει ενδεχομένως τους κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή της οριζόντιας κοινοτικής νομοθεσίας και στα αντίστοιχα μέτρα όσον αφορά τα ψευδεπίγραφα καλλυντικά προϊόντα, όπως για παράδειγμα ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για την παρέμβαση των τελωνειακών αρχών έναντι εμπορευμάτων που είναι ύποπτα ότι παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται έναντι των εμπορευμάτων που διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν παρόμοια δικαιώματα (6) και η οδηγία 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (7). Οι έλεγχοι εντός της αγοράς αποτελούν σημαντικότατο εργαλείο για τον εντοπισμό των προϊόντων που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(16)

Ως εγγύηση της ασφάλειάς τους, τα καλλυντικά προϊόντα που τίθενται σε κυκλοφορία στην αγορά θα πρέπει να παράγονται σύμφωνα με την ορθή παρασκευαστική πρακτική.

(17)

Για σκοπούς αποτελεσματικής εποπτείας της αγοράς, ο φάκελος πληροφοριών του προϊόντος θα πρέπει να διατηρείται σε μόνο μία συγκεκριμένη διευθυνση μέσα στην Κοινότητα και θα πρέπει να είναι άμεσα προσβάσιμος στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο διατηρείται ο φάκελος του προϊόντος

(18)

Για να είναι συγκρίσιμα και υψηλής ποιότητας, τα αποτελέσματα των μη κλινικών μελετών ασφαλείας οι οποίες διενεργούνται για σκοπούς εκτίμησης της ασφάλειας ενός καλλυντικού προϊόντος, θα πρέπει να συμβαδίζουν με την οικεία κοινοτική νομοθεσία.

(19)

Θα πρέπει να καθοριστούν με σαφήνεια οι πληροφορίες που πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν όλα τα αναγκαία στοιχεία που αφορούν την ταυτότητα, την ποιότητα, την ασφάλεια όσον αφορά την ανθρώπινη υγεία και τους ισχυρισμούς σχετικά με τα αποτελέσματα του καλλυντικού. Ειδικότερα, οι εν λόγω πληροφορίες για το προϊόν θα πρέπει να περιλαμβάνουν έκθεση για την ασφάλεια του καλλυντικού προϊόντος στην οποία να τεκμηριώνεται ότι έχει διενεργηθεί εκτίμηση της ασφάλειας.

(20)

Για την ομοιόμορφη εφαρμογή και τον ομοιόμορφο έλεγχο των περιορισμών για τις ουσίες, η δειγματοληψία και η ανάλυση θα πρέπει να διενεργούνται με αναπαραγώγιμο και τυποποιημένο τρόπο.

(21)

Ο όρος «μείγμα» όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να έχει την ίδια σημασία με τον όρο «παρασκεύασμα» που έχει χρησιμοποιηθεί παλαιότερα στην κοινοτική νομοθεσία.

(22)

Για λόγους αποτελεσματικής εποπτείας της αγοράς, θα πρέπει να προβλέπεται η κοινοποίηση, στις αρμόδιες αρχές, ορισμένων πληροφοριών σχετικά με το καλλυντικό προϊόν που τίθεται σε κυκλοφορία στην αγορά.

(23)

Για να παρέχεται ταχεία και κατάλληλη θεραπευτική αγωγή σε περίπτωση εμφάνισης προβλημάτων, θα πρέπει να υποβάλλονται οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση του προϊόντος σε κέντρα δηλητηριάσεων και ανάλογες υπηρεσίες, όπου έχουν συσταθεί τέτοια κέντρα ή υπηρεσίες από τα κράτη μέλη για το σκοπό αυτό.

(24)

Για να διατηρηθεί στο ελάχιστο επίπεδο ο διοικητικός φόρτος, οι κοινοποιήσεις πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές, τα κέντρα δηλητηριάσεων και ανάλογους φορείς θα πρέπει να υποβάλλονται κεντρικά για την Κοινότητα, μέσω ηλεκτρονικής διεπαφής.

(25)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση στη νέα ηλεκτρονική διεπαφή, θα πρέπει να επιτραπεί στους οικονομικούς φορείς να κοινοποιήσουν τις απαιτούμενες βάσει του παρόντος κανονισμού πληροφορίες πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του.

(26)

Η γενική αρχή της ευθύνης του παρασκευαστή ή του εισαγωγέα για την ασφάλεια του προϊόντος θα πρέπει να συνοδεύεται από την επιβολή περιορισμών για ορισμένες ουσίες των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ. Επιπλέον, οι ουσίες που προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν ως χρωστικές, ως συντηρητικά και ως φίλτρα υπεριωδών ακτίνων θα πρέπει να αναγράφονται στα παραρτήματα IV, V και VI αντιστοίχως, ώστε να επιτρέπονται για τις εν λόγω χρήσεις.

(27)

Για να αποφεύγονται οι ασάφειες, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο κατάλογος των επιτρεπόμενων χρωστικών που περιλαμβάνεται στο παράρτημα IV περιλαμβάνει μόνο τις ουσίες που χρωματίζουν με απορρόφηση και αντανάκλαση και όχι τις ουσίες που χρωματίζουν με φωτοφωταύγεια, αλληλεπίδραση ή χημική αντίδραση.

(28)

Για την αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφάλειας, το παράρτημα IV, που περιορίζεται επί του παρόντος στις χρωστικές της επιδερμίδας, θα πρέπει επίσης να συμπεριλάβει τις χρωστικές μαλλιών μόλις οριστικοποιηθεί η εκτίμηση κινδύνου αυτών των ουσιών από την Επιστημονική Επιτροπή για την Ασφάλεια των Καταναλωτών (ΕΕΑΚ) που ιδρύθηκε με την απόφαση 2008/721/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, για τη σύσταση μιας συμβουλευτικής δομής επιστημονικών επιτροπών και εμπειρογνωμόνων στον τομέα της ασφάλειας των καταναλωτών, της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος (8). Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συμπεριλάβει τις χρωστικές των μαλλιών στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω παραρτήματος με τη διαδικασία της επιτροπολογίας.

(29)

Με την περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνολογίας, η χρήση των νανοϋλικών στα καλλυντικά προϊόντα ενδέχεται να αυξηθεί. Για να εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία των καταναλωτών, ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και νομική κατοχύρωση για τους παρασκευαστές, είναι αναγκαίο να επιτευχθεί ομοιόμορφος ορισμός για τα νανοϋλικά σε διεθνές επίπεδο. Η Κοινότητα θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με έναν ορισμό στα αρμόζοντα διεθνή φόρα. Στην περίπτωση επιτεύξεως συμφωνίας επί του θέματος, ο ορισμός των νανοϋλικών στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να προσαρμοσθεί αντιστοίχως.

(30)

Επί του παρόντος, οι πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που σχετίζονται με τα νανοϋλικά είναι ανεπαρκείς. Προκειμένου να αξιολογηθεί καλύτερα η ασφάλειά τους, η ΕΕΑΚ θα πρέπει να παράσχει καθοδήγηση σε συνεργασία με αρμόδιους φορείς όσον αφορά μεθοδολογία δοκιμών που λαμβάνουν υπόψη τους τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νανοϋλικών.

(31)

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει τακτικά τις διατάξεις περί νανοϋλικών υπό το φως των επιστημονικών εξελίξεων.

(32)

Λόγω των επικίνδυνων ιδιοτήτων των ουσιών που έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή (ΚΜΤ), κατηγορίας 1Α, 1Β και 2, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων (9), θα πρέπει να απαγορεύεται η χρησιμοποίησή τους στα καλλυντικά προϊόντα. Ωστόσο, επειδή η επικίνδυνη ιδιότητα μιας ουσίας δεν συνεπάγεται πάντοτε και απαραιτήτως κίνδυνο, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να επιτρέπεται η χρήση ουσιών οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως ΚΜΤ 2, εάν έχει διαπιστωθεί από την ΕΕΑΚ, με βάση την έκθεση και τη συγκέντρωση, ότι η χρήση τους σε καλλυντικά προϊόντα είναι ασφαλής και ρυθμίζονται από την Επιτροπή στα παραρτήματα του παρόντος κανονισμού. Όσον αφορά τις ουσίες που ταξινομούνται ως ΚΜΤ 1Α ή 1Β, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα, στην εξαιρετική περίπτωση που οι ουσίες αυτές συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις περί ασφάλειας των τροφίμων, μεταξύ άλλων και λόγω της φυσικής παρουσίας τους στα τρόφιμα και δεν υπάρχουν κατάλληλες εναλλακτικές ουσίες, να χρησιμοποιούνται οι εν λόγω ουσίες σε καλλυντικά προϊόντα, εάν έχει διαπιστωθεί από την ΕΕΑΚ ότι η χρήση αυτή είναι ασφαλής. Όταν οι όροι αυτοί πληρούνται, η Επιτροπή θα πρέπει να τροποποιεί τα σχετικά παραρτήματα του παρόντος κανονισμού εντός 15 μηνών από της ταξινομήσεως των ουσιών ως ΚΜΤ 1A ή 1B, δυνάμει του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1272/2008. Οι εν λόγω ουσίες θα πρέπει να επανεξετάζονται διαρκώς από την ΕΕΑΚ.

(33)

Μια εκτίμηση ασφαλείας ουσιών, ιδίως εκείνων που ταξινομούνται ως ΚΜΤ 1Α ή 1Β, θα πρέπει να εξετάζει τη συνολική έκθεση σε αυτές τις ουσίες που προέρχεται από όλες τις πηγές. Ταυτοχρόνως είναι ουσιαστικό για όσους συμπράττουν στη διενέργεια εκτίμησης της ασφαλείας να υπάρχει εναρμονισμένη προσέγγιση στην εκπόνηση και χρήση αυτών των εκτιμήσεων συνολικής έκθεσης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με την ΕΕΑΚ, τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA), την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) και άλλους σχετικούς ενδιαφερομένους φορείς, να επανεξετάσει επειγόντως και να καταρτίσει κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την εκπόνηση και χρήση εκτιμήσεων συνολικής έκθεσης για τις εν λόγω ουσίες.

(34)

Η αξιολόγηση από την ΕΕΑΚ της χρήσης ουσιών που έχουν ταξινομηθεί ως ΚΜΤ 1Α και 1Β στα καλλυντικά προϊόντα θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη την έκθεση σε αυτές τις ουσίες ευάλωτων ομάδων πληθυσμού όπως είναι τα παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών, οι ηλικιωμένοι, οι εγκυμονούσες και θηλάζουσες γυναίκες καθώς και πρόσωπα που εμφανίζουν μειωμένη ανοσολογική απόκριση.

(35)

Η ΕΕΑΚ θα πρέπει να γνωμοδοτεί, όπου κρίνεται σκόπιμο, σχετικά με το ασφαλές ή όχι της χρήσης νανοϋλικών σε καλλυντικά προϊόντα. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές θα πρέπει να βασίζονται στη διάθεση πλήρους ενημέρωσης από το υπεύθυνο πρόσωπο.

(36)

Οι ενέργειες της Επιτροπής και των κρατών μελών για την προστασία της ανθρώπινης υγείας θα πρέπει να βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης.

(37)

Για την κατοχύρωση της ασφάλειας των προϊόντων, οι απαγορευμένες ουσίες θα πρέπει να είναι αποδεκτές σε επίπεδο ιχνών, μόνον εάν είναι τεχνολογικά αναπόφευκτες με την ορθή διαδικασία παρασκευής και εφόσον το προϊόν είναι ασφαλές.

(38)

Το πρωτόκολλο για την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων, το οποίο προσαρτήθηκε στη Συνθήκη, προβλέπει ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν πλήρως υπόψη, όταν εφαρμόζουν τις κοινοτικές πολιτικές, ιδίως στον τομέα της εσωτερικής αγοράς, τις απαιτήσεις καλής διαβίωσης των ζώων.

(39)

Η οδηγία 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς (10), καθιέρωσε κοινούς κανόνες σχετικά με τη χρησιμοποίηση των ζώων για πειραματικούς σκοπούς στην Κοινότητα και καθόρισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται αυτά τα πειράματα στο έδαφος των κρατών μελών. Ιδίως το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής απαιτεί τα πειράματα στα ζώα να υποκαθίστανται από εναλλακτικές μεθόδους, εφόσον υφίστανται τέτοιες μέθοδοι και είναι επιστημονικά αποδεκτές.

(40)

Η ασφάλεια των καλλυντικών προϊόντων και των συστατικών τους μπορεί να εξασφαλίζεται με εναλλακτικές μεθόδους, οι οποίες δεν είναι απαραίτητα εφαρμόσιμες σε όλες τις χρήσεις των χημικών συστατικών. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να προωθηθεί η χρησιμοποίηση αυτών των μεθόδων στη βιομηχανία καλλυντικών, στο σύνολό της, και να εξασφαλιστεί η υιοθέτησή τους σε κοινοτικό επίπεδο, εφόσον οι μέθοδοι αυτές παρέχουν ισοδύναμο επίπεδο προστασίας στους καταναλωτές.

(41)

Η ασφάλεια των τελικών καλλυντικών προϊόντων μπορεί ήδη να εξασφαλιστεί με βάση τις διαθέσιμες γνώσεις σχετικά με την ασφάλεια των συστατικών που περιέχουν. Θα πρέπει, επομένως, να θεσπιστούν διατάξεις που να απαγορεύουν τη διενέργεια δοκιμών σε ζώα για τα τελικά καλλυντικά προϊόντα. Η εφαρμογή, ιδίως από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τόσο μεθόδων δοκιμών όσο και διαδικασιών εκτίμησης για τα σχετικά διαθέσιμα δεδομένα, περιλαμβανομένης της χρήσης της αναλογικής προσέγγισης και της προσέγγισης του βάρους της αποδείξεως, οι οποίες δεν συνεπάγονται τη χρήση ζώων προς αξιολόγηση της ασφάλειας των τελικών καλλυντικών προϊόντων, θα μπορούσε να διευκολυνθεί με την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών από την Επιτροπή.

(42)

Σταδιακά, θα είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των συστατικών που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά προϊόντα, με τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων που δεν συνεπάγονται τη χρήση ζώων, επικυρωμένων σε κοινοτικό επίπεδο, ή εγκεκριμένων ως επιστημονικά επικυρωμένων, από το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Επικύρωση Εναλλακτικών Μεθόδων (ECVAM) και λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάπτυξης επικυρωμένων μεθόδων στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Μετά από διαβουλεύσεις με την ΕΕΑΚ όσον αφορά την εφαρμοσιμότητα των επικυρωμένων εναλλακτικών μεθόδων στον τομέα των καλλυντικών προϊόντων, η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει αμέσως τις επικυρωμένες ή εγκεκριμένες μεθόδους που αναγνωρίζονται ως εφαρμόσιμες για τα εν λόγω συστατικά. Προκειμένου να επιτευχθεί ο μέγιστος δυνατός βαθμός προστασίας των ζώων, θα πρέπει να καθοριστεί προθεσμία για τη θέσπιση οριστικής απαγόρευσης.

(43)

Η Επιτροπή έχει καταρτίσει χρονοδιαγράμματα προθεσμιών, με απώτατο όριο την 11η Μαρτίου 2009, για την απαγόρευση της εμπορίας καλλυντικών προϊόντων, των οποίων η τελική σύνθεση, τα συστατικά ή οι συνδυασμοί συστατικών έχουν δοκιμαστεί σε ζώα και για την απαγόρευση κάθε δοκιμής που πραγματοποιείται σήμερα με τη χρήση ζώων. Ωστόσο, για τις δοκιμές σχετικά με την τοξικότητα επαναλαμβανόμενης δόσης, την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή και την τοξικοκινητική, θα πρέπει η τελική προθεσμία για την απαγόρευση της διάθεσης στην αγορά καλλυντικών προϊόντων για τα οποία χρησιμοποιούνται αυτές οι δοκιμές, να είναι η 11η Μαρτίου 2013. Βάσει ετήσιων εκθέσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να προσαρμόζει τα χρονοδιαγράμματα στο πλαίσιο των προαναφερόμενων ανώτατων χρονικών ορίων.

(44)

Kαλύτερος συντονισμός των πόρων, σε κοινοτικό επίπεδο, θα συμβάλει στην εμβάθυνση των επιστημονικών γνώσεων που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη εναλλακτικών μεθόδων. Για το σκοπό αυτό, είναι βασικό η Κοινότητα να συνεχίσει και να εντείνει τις προσπάθειές της και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προώθηση της έρευνας και την ανάπτυξη νέων εναλλακτικών μεθόδων που δεν συνεπάγονται τη χρήση ζώων, ιδίως μέσω των προγραμμάτων-πλαισίων για την έρευνα.

(45)

Θα πρέπει να ενθαρρύνεται η αναγνώριση, από τρίτες χώρες, των εναλλακτικών μεθόδων που αναπτύσσονται στην Κοινότητα. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να διευκολύνουν την αποδοχή των μεθόδων αυτών από τον ΟΟΣΑ. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να προσπαθήσει να επιτύχει, στο πλαίσιο των συμφωνιών συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την αναγνώριση των αποτελεσμάτων των εκτελούμενων στην Κοινότητα, με εναλλακτικές μεθόδους, δοκιμών ασφάλειας των προϊόντων, έτσι ώστε να μην παρεμποδίζεται η εξαγωγή των καλλυντικών προϊόντων για τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί τέτοιες μέθοδοι και να αποτρέπεται ή να αποφεύγεται να απαιτούν οι τρίτες χώρες την επανάληψη αυτών των δοκιμών με χρησιμοποίηση ζώων.

(46)

Είναι αναγκαίο να υπάρξει διαφάνεια όσον αφορά τα συστατικά που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά προϊόντα. Η διαφάνεια αυτή θα πρέπει να παρέχεται με την αναγραφή, στη συσκευασία, των συστατικών που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά προϊόντα. Σε περίπτωση που, για πρακτικούς λόγους, είναι αδύνατη η αναγραφή των συστατικών στη συσκευασία, οι ενδείξεις αυτές θα πρέπει να εσωκλείονται κατά τρόπο που ο καταναλωτής να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες.

(47)

Θα πρέπει να καταρτιστεί από την Επιτροπή γλωσσάριο των κοινών ονομασιών των συστατικών, ώστε να εξασφαλίζεται η ομοιόμορφη επισήμανση και να διευκολύνεται η ταυτοποίηση των συστατικών των καλλυντικών. Αυτό το γλωσσάριο δεν θα πρέπει να προορίζεται να αποτελέσει έναν περιοριστικό κατάλογο των ουσιών που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά προϊόντα.

(48)

Για την ενημέρωση των καταναλωτών, τα καλλυντικά προϊόντα θα πρέπει να φέρουν ακριβείς και κατανοητές ενδείξεις σχετικά με τη διατηρησιμότητα χρήσης τους. Δεδομένου ότι οι καταναλωτές οφείλουν να γνωρίζουν την ημερομηνία μέχρι την οποία το καλλυντικό προϊόν εξακολουθεί να εκπληρώνει την αρχική του λειτουργία και να είναι ασφαλές, είναι σημαντικό να είναι γνωστή η ημερομηνία της ελάχιστης διατηρησιμότητας, δηλαδή η ημερομηνία μέχρι την οποία ενδείκνυται η χρήση του προϊόντος. Όταν η ελάχιστη διατηρησιμότητα είναι μεγαλύτερη από 30 μήνες, ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται ως προς τη χρονική περίοδο μετά το άνοιγμα κατά τη διάρκεια της οποίας το καλλυντικό προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς βλάβη για τον καταναλωτή. Εντούτοις, η εν λόγω απαίτηση δεν ισχύει όταν η έννοια της διατηρησιμότητας μετά το άνοιγμα στερείται νοήματος όπως σε περιπτώσεις προϊόντων μιας χρήσης, προϊόντων που δεν κινδυνεύουν να αλλοιωθούν ή σε μορφές/συσκευασίες προϊόντων που δεν ανοίγουν.

(49)

Ορισμένες ουσίες ταυτοποιήθηκαν από την ΕΕΑΚ ως ουσίες που είναι πιθανό να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις και θα πρέπει απαραιτήτως να περιοριστεί η χρήση τους και/ή να επιβληθούν ορισμένοι όροι σχετικά με αυτές. Προκειμένου να εξασφαλίζεται η κατάλληλη ενημέρωση των καταναλωτών, η παρουσία αυτών των ουσιών θα πρέπει να αναφέρεται στον κατάλογο των συστατικών και να εφιστάται η προσοχή των καταναλωτών στην παρουσία αυτών των συστατικών. Η ενημέρωση αυτή αναμένεται να βελτιώσει τη διάγνωση των αλλεργιών επαφής μεταξύ των καταναλωτών και να τους επιτρέψει να αποφεύγουν τη χρησιμοποίηση καλλυντικών προϊόντων που δεν ανέχεται ο οργανισμός τους. Όσον αφορά ουσίες που ενδέχεται να προκαλέσουν αλλεργία σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, η επιβολή άλλων περιοριστικών μέτρων όπως η απαγόρευση ή ο περιορισμός της συγκέντρωσης δεν πρέπει να αποκλειστεί.

(50)

Στην εκτίμηση ασφαλείας καλλυντικού πρέπει να είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη αποτελέσματα των εκτιμήσεων του κινδύνου που έχουν διενεργηθεί σε άλλους σχετικούς τομείς. Η χρήση αυτών των δεδομένων πρέπει να είναι δεόντως τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη.

(51)

Ο καταναλωτής θα πρέπει να προστατεύεται από παραπλανητικούς ισχυρισμούς όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και άλλα χαρακτηριστικά των καλλυντικών προϊόντων. Συγκεκριμένα, εφαρμόζεται η οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά (11). Πέραν τούτων, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, οφείλει να καθορίσει κοινά κριτήρια όσον αφορά συγκεκριμένους ισχυρισμούς για καλλυντικά προϊόντα.

(52)

Θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα αναγραφής σε καλλυντικό προϊόν του ισχυρισμού ότι δεν έχουν διεξαχθεί, για την ανάπτυξη του προϊόντος, δοκιμές σε ζώα. Η Επιτροπή, σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη, έχει αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές για την εξασφάλιση της εφαρμογής κοινών κριτηρίων στη χρήση των ισχυρισμών, της ενιαίας κατανόησης των ισχυρισμών και ιδιαίτερα της αποφυγής παραπλάνησης του καταναλωτή από τους εν λόγω ισχυρισμούς. Κατά την ανάπτυξη των κατευθυντηρίων αυτών γραμμών, η Επιτροπή έχει λάβει επίσης υπόψη τις απόψεις των πολλών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν την πλειοψηφία των παραγωγών προϊόντων που «δεν χρησιμοποιούν πειράματα σε ζώα», των σχετικών, μη κυβερνητικών οργανώσεων που αναπτύσσουν δραστηριότητες στον τομέα, καθώς και την ανάγκη των καταναλωτών να έχουν, σε πρακτικό επίπεδο, τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ προϊόντων με κριτήριο το κατά πόσον χρησιμοποιήθηκαν ή όχι, για την παραγωγή τους, δοκιμές σε ζώα.

(53)

Πέρα από τις πληροφορίες στην ετικέτα, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στους καταναλωτές να ζητούν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με το προϊόν από το υπεύθυνο πρόσωπο, ώστε να πραγματοποιούν συνειδητές επιλογές προϊόντων.

(54)

Η αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς είναι απαραίτητη για να εξασφαλίζεται η τήρηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να κοινοποιούνται οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οι δε αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν από το υπεύθυνο πρόσωπο κατάλογο των καλλυντικών προϊόντων που περιέχουν ουσίες για τις οποίες υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια.

(55)

Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει την δυνατότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν, συμμορφούμενα με το κοινοτικό δίκαιο, τα της κοινοποίησης από επαγγελματίες της υγείας ή καταναλωτές σοβαρών ανεπιθύμητων παρενεργειών στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

(56)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει την δυνατότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν, συμμορφούμενα με το κοινοτικό δίκαιο, τα της εγκατάστασης οικονομικών φορέων στον τομέα των καλλυντικών προϊόντων.

(57)

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, ενδέχεται να χρειαστεί να θεσπιστεί μια σαφής και αποτελεσματική διαδικασία για την απόσυρση και ανάκληση προϊόντων. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να στηρίζεται, στο μέτρο του δυνατού, στους κείμενους κοινοτικούς κανόνες για τα μη ασφαλή προϊόντα.

(58)

Για την αντιμετώπιση περιπτώσεων καλλυντικών προϊόντων τα οποία, αν και ανταποκρίνονται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εγκυμονούν κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, θα πρέπει να εισαχθεί μια διαδικασία διασφάλισης.

(59)

Η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει οδηγίες όσον αφορά την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της έννοιας του σοβαρού κινδύνου προκειμένου να διευκολύνει την συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(60)

Για την τήρηση των αρχών της χρηστής διοικητικής πρακτικής, κάθε απόφαση αρμόδιας αρχής που λαμβάνεται στο πλαίσιο της εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να είναι δεόντως τεκμηριωμένη.

(61)

Για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του εσωτερικού ελέγχου της αγοράς, είναι απαραίτητη μια υψηλού βαθμού διοικητική συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών. Αυτό αφορά ιδίως την αμοιβαία συνδρομή για την επαλήθευση φακέλων πληροφοριών προϊόντων οι οποίοι βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος.

(62)

Η Επιτροπή θα πρέπει να επικουρείται από την ΕΕΑΚ, ανεξάρτητο φορέα εκτίμησης του κινδύνου.

(63)

Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (12).

(64)

Ειδικότερα, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να προσαρμόζει τα παραρτήματα του παρόντος κανονισμού στην τεχνική πρόοδο. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και αφορούν την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(65)

Όταν σε καταστάσεις κατεπείγουσας ανάγκης, δεν μπορούν να τηρηθούν οι συνήθεις προθεσμίες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τη διαδικασία κατεπείγοντος του άρθρου 5α, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ. που αφορά την υιοθέτηση συσκεκριμένων μέτρων σχετικά με τα ΚΜΤ, τα νανοϋλικά και τους ενδεχόμενους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία.

(66)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν διατάξεις σχετικά με τις κυρώσεις που θα επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και να μεριμνήσουν για την εφαρμογή τους. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(67)

Οι οικονομικοί φορείς όπως και τα κράτη μέλη και η Επιτροπή χρειάζονται ικανό χρόνο για να προσαρμοστούν στις αλλαγές που επιφέρει ο παρών κανονισμός. Συνεπώς είναι σκόπιμο να προβλεφθεί επαρκής μεταβατική περίοδος για την εν λόγω προσαρμογή. Εντούτοις και προκειμένου να διασφαλιστεί μία ομαλή μετάβαση, πρέπει να επιτραπεί στους οικονομικούς φορείς να διαθέτουν στην αγορά καλλυντικά προϊόντα που συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό πριν την λήξη της εν λόγω μεταβατικής περιόδου.

(68)

Προκειμένου να βελτιωθεί η ασφάλεια των καλλυντικών προϊόντων και η εποπτεία της αγοράς, τα καλλυντικά προϊόντα που κυκλοφόρησαν στην αγορά μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζει ο παρών κανονισμός σχετικά με την αξιολόγηση ασφάλειας, τον φάκελο πληροφοριών προϊόντος και την κοινοποίηση ακόμα και εάν παρόμοιες υποχρεώσεις τηρούνται ήδη σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 76/768/EΟΚ.

(69)

Η οδηγία 76/768/EΟΚ θα πρέπει να καταργηθεί. Εντούτοις, προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή σε περίπτωση εμφάνισης προβλημάτων αλλά και η αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς, οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει των άρθρων 7, παράγραφος 3 και 7a, παράγραφος 4, της οδηγίας 76/768/EΟΚ σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα πρέπει να φυλάσσονται από τις αρμόδιες αρχές για ορισμένη χρονική περίοδο και παράλληλα οι πληροφορίες που φυλάσσονται από το υπεύθυνο πρόσωπο πρέπει να εξακολουθήσουν να είναι διαθέσιμες για την ίδια χρονική περίοδο.

(70)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΧ, μέρος Β.

(71)

Επειδή ο στόχος του παρόντος κανονισμού, και συγκεκριμένα η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας μέσω της συμμόρφωσης των καλλυντικών προϊόντων προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη αλλά μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίζει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής και στόχος

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες με τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται κάθε καλλυντικό προϊόν που διατίθεται στην αγορά, ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

ως «καλλυντικό προϊόν» νοείται κάθε ουσία ή μείγμα που προορίζεται να έλθει σε επαφή με εξωτερικά μέρη του ανθρώπινου σώματος (επιδερμίδα, τριχωτά μέρη του σώματος και της κεφαλής, νύχια, χείλη και εξωτερικά γεννητικά όργανα) ή με τα δόντια και τους βλεννογόνους της στοματικής κοιλότητας, με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τον καθαρισμό τους, τον αρωματισμό τους, τη μεταβολή της εμφάνισής τους, την προστασία τους, τη διατήρησή τους σε καλή κατάσταση ή τη διόρθωση των σωματικών οσμών·

β)

ως «ουσία» νοείται χημικό στοιχείο και οι ενώσεις αυτού σε φυσική κατάσταση ή έχοντας προκύψει από διαδικασία παρασκευής, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων για τη σταθερότητά του προσθηκών και των προσμείξεων που προέκυψαν από την διαδικασία αλλά εξαιρουμένων των εκχυλισμάτων που μπορούν να απομακρυνθούν χωρίς να θιγεί η σταθερότητα ή να αλλάξει η σύνθεση της ουσίας·

γ)

ως «μείγμα» νοείται μείγμα ή διάλυμα που αποτελείται από δύο ή περισσότερες ουσίες·

δ)

ως «παρασκευαστής» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρασκευάζει ένα καλλυντικό προϊόν ή αναθέτει το σχεδιασμό ή την παρασκευή ενός προϊόντος και το διαθέτει στην αγορά υπό την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του·

ε)

ως «διανομέας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην εφοδιαστική αλυσίδα που δεν είναι ο παρασκευαστής ή ο εισαγωγέας και διαθέτει ένα καλλυντικό προϊόν στην κοινοτική αγορά·

στ)

ως «τελικός χρήστης» νοείται κάθε καταναλωτής ή επαγγελματίας που χρησιμοποιεί το καλλυντικό προϊόν·

ζ)

ως «διάθεση στην αγορά» νοείται κάθε προμήθεια καλλυντικού προϊόντος για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην κοινοτική αγορά στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας αντί πληρωμής ή δωρεάν·

η)

ως «τοποθέτηση στην αγορά» νοείται η διάθεση καλλυντικού προϊόντος στην κοινοτική αγορά για πρώτη φορά·

θ)

ως «εισαγωγέας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Κοινότητα, που τοποθετεί καλλυντικό προϊόν τρίτης χώρας στην κοινοτική αγορά·

ι)

ως «εναρμονισμένο πρότυπο» νοείται πρότυπο που εγκρίνεται από έναν από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης που αναγράφονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (13), κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής·

ια)

ως «νανοϋλικό» νοείται ένα αδιάλυτο ή βιοανθεκτικό και σκοπίμως παρασκευαζόμενο υλικό με μία ή περισσότερες εξωτερικές διαστάσεις, ή εσωτερική δομή, κλίμακας 1 έως 100 νανομέτρων ·

ιβ)

ως «συντηρητικά» νοούνται ουσίες που προορίζονται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για την αναστολή της ανάπτυξης μικροοργανισμών στο καλλυντικό προϊόν·

ιγ)

ως «χρωστικές» νοούνται ουσίες που προορίζονται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη χρώση του καλλυντικού προϊόντος, του σώματος στο σύνολό του ή ορισμένων περιοχών του, με απορρόφηση ή αντανάκλαση του ορατού φωτός· επιπρόσθετα, ως χρωστικές θεωρούνται και οι πρόδρομοι οξειδωτικών χρωστικών για τα μαλλιά·

ιδ)

ως «φίλτρα υπεριωδών» νοούνται οι ουσίες που προορίζονται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για την προστασία του δέρματος από ορισμένες υπεριώδεις ακτινοβολίες, με απορρόφηση, αντανάκλαση ή διάχυση της υπεριώδους ακτινοβολίας·

ιε)

ως «ανεπιθύμητη ενέργεια» νοείται ανεπιθύμητη αντίδραση για την υγεία του ανθρώπου η οποία αποδίδεται σε κανονική ή ευλόγως αναμενόμενη χρήση καλλυντικού προϊόντος·

ιστ)

ως «σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια» νοείται ανεπιθύμητη ενέργεια η οποία έχει ως αποτέλεσμα προσωρινή ή μόνιμη λειτουργική ανικανότητα, αναπηρία, νοσηλεία σε νοσοκομείο, συγγενείς ανωμαλίες ή άμεσο κίνδυνο για τη ζωή ή θάνατο·

ιζ)

ως «απόσυρση» νοείται κάθε μέτρο που λαμβάνεται με σκοπό να προληφθεί η διάθεση στην αγορά καλλυντικού προϊόντος που βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού·

ιη)

ως «ανάκληση» νοείται κάθε μέτρο που λαμβάνεται με σκοπό την επιστροφή ενός καλλυντικού προϊόντος που έχει ήδη διατεθεί στον τελικό χρήστη·

ιθ)

ως «σύνθεση πλαισίου» νοείται η σύνθεση που καταγράφει την κατηγορία ή λειτουργία των συστατικών καθώς και τη μέγιστη συγκέντρωσή τους στο καλλυντικό προϊόν ή παρέχει σχετικές ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες σε περιπτώσεις που ένα καλλυντικό προϊόν καλύπτεται εν μέρει ή δεν καλύπτεται από παρόμοια τυποποιημένη σύνθεση.. Η Επιτροπή παρέχει οδηγίες για την εκπόνηση της σύνθεσης πλαισίου, τις οποίες προσαρμόζει τακτικά στις τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις.

2.   Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παραγράφου 1, ουσία ή μείγμα που προορίζεται να ληφθεί από το στόμα, με εισπνοή, με ένεση ή με εμφύτευση στο ανθρώπινο σώμα δεν θεωρείται καλλυντικό προϊόν.

3.   Δεδομένων των ποικίλων ορισμών των νανοϋλικών που έχουν δημοσιευθεί από διαφόρους φορείς και των διαρκών εξελίξεων της τεχνικής και της επιστήμης στον τομέα των νανοτεχνολογιών, η Επιτροπή οφείλει να προσαρμόζει και ρυθμίζει την παράγραφο 1, στοιχείο ια) ανάλογα με την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας και με τους ορισμούς που θα συμφωνηθούν εν συνεχεία σε διεθνές επίπεδο. Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΑΣΦΑΛΕΙΑ, ΕΥΘΥΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Άρθρο 3

Ασφάλεια

Τα καλλυντικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά πρέπει να είναι ασφαλή για την ανθρώπινη υγεία όταν γίνεται χρήση τους υπό κανονικές ή εύλογα αναμενόμενες συνθήκες χρήσης, λαμβανομένων, ιδίως, υπόψη των εξής:

α)

της παρουσίασης, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης προς την οδηγία 87/357/ΕΟΚ·

β)

της επισήμανσης·

γ)

των οδηγιών χρήσης και του τρόπου απόρριψης·

δ)

κάθε άλλης ένδειξης ή πληροφορίας που προέρχεται από το υπεύθυνο πρόσωπο που προσδιορίζεται στο άρθρο 4.

Η ύπαρξη προειδοποιήσεων δεν εξαιρεί τα πρόσωπα που ορίζονται στα άρθρα 2 και 4 από την τήρηση των άλλων υποχρεώσεων που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

Άρθρο 4

Υπεύθυνο πρόσωπο

1.   Μόνο καλλυντικά προϊόντα για τα οποία νομικό ή φυσικό πρόσωπο έχει οριστεί υπεύθυνο πρόσωπο εντός των ορίων της Κοινότητας θα τοποθετούνται στην αγορά.

2.   Για κάθε καλλυντικό προϊόν που τοποθετείται στην αγορά, το υπεύθυνο πρόσωπο εξασφαλίζει ότι τηρούνται οι σχετικές υποχρεώσεις τις οποίες ορίζει ο παρών κανονισμός.

3.   Για καλλυντικό προϊόν που παρασκευάζεται μέσα στην Κοινότητα και δεν εξάγεται στη συνέχεια για να επανεισαχθεί στην Κοινότητα, το υπεύθυνο πρόσωπο είναι ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα παρασκευαστής.

Ο παρασκευαστής μπορεί να ορίσει, με γραπτή εντολή, πρόσωπο εγκατεστημένο στην Κοινότητα ως υπεύθυνο πρόσωπο που αποδέχεται τον ορισμό γραπτώς.

4.   Όταν, για καλλυντικό προϊόν που παρασκευάζεται μέσα στην Κοινότητα και δεν εξάγεται στη συνέχεια για να επανεισαχθεί στην Κοινότητα, ο παρασκευαστής είναι εγκατεστημένος εκτός της Κοινότητας, ο παρασκευαστής ορίζει, με γραπτή εντολή, πρόσωπο εγκατεστημένο στην Κοινότητα ως το υπεύθυνο πρόσωπο που αποδέχεται τον ορισμό γραπτώς.

5.   Για εισαγόμενο καλλυντικό προϊόν, το υπεύθυνο πρόσωπο για το συγκεκριμένο καλλυντικό προϊόν που τοποθετεί στην αγορά είναι ο κάθε εισαγωγέας.

Ο εισαγωγέας μπορεί να ορίσει, με γραπτή εντολή, πρόσωπο εγκατεστημένο στην Κοινότητα ως υπεύθυνο πρόσωπο το οποίο αποδέχεται τον ορισμό γραπτώς.

6.   Ο διανομέας θα είναι το υπεύθυνο πρόσωπο όταν τοποθετεί καλλυντικό προϊόν στην αγορά με το δικό του όνομα ή εμπορικό σήμα ή τροποποιεί προϊόν που έχει ήδη τοποθετηθεί στην αγορά κατά τέτοιον τρόπο ώστε να επηρεάζεται η συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις.

Η μετάφραση των πληροφοριών σχετικά με καλλυντικό προϊόν που έχει ήδη τοποθετηθεί στην αγορά δεν θεωρείται ως τροποποίηση του προϊόντος αυτού η οποία επηρεάζει τη συμμόρφωση με τις ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Υποχρεώσεις του υπεύθυνου προσώπου

1.   Tο υπεύθυνο πρόσωπο οφείλει να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τα άρθρα 3, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, το άρθρο 19 παράγραφοι 1, 2 και 5 και τα άρθρα 20, 21, 23 και 24.

2.   Τα υπεύθυνα πρόσωπα που θεωρούν ή έχουν λόγους να πιστεύουν ότι καλλυντικό προϊόν που έχουν τοποθετήσει στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό οφείλουν να λάβουν αμέσως τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να επιφέρουν τη συμμόρφωση του προϊόντος αυτού ή να το αποσύρουν από την αγορά ή να το ανακαλέσουν, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο.

Επιπλέον, σε περίπτωση που το καλλυντικό προϊόν ενέχει κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, τα υπεύθυνα άτομα ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στα οποία έχουν διαθέσει το προϊόν και την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ο φάκελος πληροφοριών του προϊόντος είναι προσβάσιμος προς τον σκοπό αυτό και παρέχουν πληροφορίες, ιδίως σχετικά με τη μη συμμόρφωση και με τα ληφθέντα διορθωτικά μέτρα.

3.   Τα υπεύθυνα πρόσωπα οφείλουν να συνεργαστούν με τις εν λόγω αρχές, εφόσον αυτές το ζητήσουν σχετικά με ενέργεια απαιτείται για να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι που ενέχουν τα καλλυντικά προϊόντα τα οποία διέθεσαν στην αγορά. Συγκεκριμένα, τα υπεύθυνα πρόσωπα παρέχουν στην αρμόδια εθνική αρχή, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος αυτής, όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που απαιτούνται για να καταδειχθεί η συμμόρφωση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών του προϊόντος σε γλώσσα ευκόλως κατανοητή από την εν λόγω αρχή.

Άρθρο 6

Υποχρεώσεις των διανομέων

1.   Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους, όταν διαθέτουν καλλυντικό προϊόν στην αγορά, οι διανομείς ενεργούν με τη δέουσα μέριμνα όσον αφορά τις ισχύουσες απαιτήσεις.

2.   Πριν διαθέσουν καλλυντικό προϊόν στην αγορά, οι διανομείς οφείλουν να επαληθεύσουν:

ότι υπάρχουν οι πληροφορίες επισήμανσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, εδάφια (α), (ε) και (ζ) και του άρθρου 19, παράγραφοι 3 και 4·

ότι τηρούνται οι απαιτήσεις περί γλώσσας σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 5·

ότι η προθεσμία της ελάχιστης διατηρησιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεν έχει εκπνεύσει,

3.   Στις περιπτώσεις που οι διανομείς εκτιμούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι:

καλλυντικό προϊόν δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζει ο παρών κανονισμός, δεν διαθέτουν το προϊόν στην αγορά μέχρι να επιτευχθεί η συμμόρφωσή του με τις ισχύουσες απαιτήσεις·

καλλυντικό προϊόν που έχουν τοποθετήσει στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να επιφέρουν τη συμμόρφωση του προϊόντος αυτού ή να το αποσύρουν από την αγορά ή να το ανακαλέσουν, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο.

Επιπλέον, σε περίπτωση που το καλλυντικό προϊόν ενέχει κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στα οποία έχουν διαθέσει το προϊόν και την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ο φάκελος πληροφοριών του προϊόντος είναι προσβάσιμος και παρέχουν πληροφορίες, ιδίως σχετικά με τη μη συμμόρφωση και με τα ληφθέντα διορθωτικά μέτρα.

4.   Οι διανομείς οφείλουν να διασφαλίσουν ότι, για την χρονική περίοδο κατά την οποία το προϊόν είναι υπ’ ευθύνη τους, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις που ορίζει ο παρών κανονισμός.

5.   Τα υπεύθυνα πρόσωπα οφείλουν να συνεργαστούν με τις εν λόγω αρχές, εφόσον αυτές το ζητήσουν σχετικά με οοιαδήποτε ενέργεια απαιτείται για να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι που ενέχουν τα προϊόντα τα οποία διέθεσαν στην αγορά. Συγκεκριμένα, οι διανομείς οφείλουν να παράσχουν στην αρμόδια εθνική αρχή, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος αυτής όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που απαιτούνται για να καταδειχθεί η συμμόρφωση του προϊόντος με τις απαιτήσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 σε γλώσσα ευκόλως κατανοητή από την εν λόγω αρχή.

Άρθρο 7

Ταυτοποίηση εντός των ορίων της εφοδιαστικής αλυσίδας

Κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών:

τα υπεύθυνα πρόσωπα ταυτοποιούν τους διανομείς τους οποίους εφοδιάζουν με το καλλυντικό προϊόν·

ο διανομέας ταυτοποιεί τον διανομέα ή το υπεύθυνο πρόσωπο από το οποίο προμηθεύτηκε το καλλυντικό προϊόν και τους διανομείς τους οποίους προμήθευσε με αυτό.

Η υποχρέωση αυτή εφαρμόζεται για χρονική διάρκεια 3 ετών μετά την ημερομηνία διάθεσης της παρτίδας του καλλυντικού προϊόντος στον διανομέα.

Άρθρο 8

Ορθή παρασκευαστική πρακτική

1.   Η παρασκευή καλλυντικών προϊόντων πρέπει να είναι σύμφωνη με την ορθή παρασκευαστική πρακτική με σκοπό την επίτευξη των στόχων του άρθρου 1.

2.   Η τήρηση της ορθής παρασκευαστικής πρακτικής τεκμαίρεται όταν, για την παρασκευή, τηρούνται τα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα των οποίων τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 9

Ελεύθερη κυκλοφορία

Τα κράτη μέλη δεν δύνανται, για λόγους που αφορούν τις απαιτήσεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός να αρνηθούν, να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διάθεση στην αγορά καλλυντικών προϊόντων, τα οποία ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, ΦΑΚΕΛΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ, ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 10

Εκτίμηση ασφάλειας

1.   Προκειμένου να αποδείξει τη συμμόρφωση του καλλυντικού προϊόντος με το άρθρο 3, το υπεύθυνο πρόσωπο εξασφαλίζει ότι έχει διενεργηθεί εκτίμηση ασφάλειας για το καλλυντικό προϊόν βάσει των σχετικών πληροφοριών και ότι έχει συνταχθεί η έκθεση ασφάλειας του καλλυντικού προϊόντος σύμφωνα με το παράρτημα Ι.

Το υπεύθυνο πρόσωπο μεριμνά ώστε:

α)

η χρήση για την οποία προορίζεται το καλλυντικό προϊόν και η αναμενόμενη συστημική έκθεση στα επί μέρους συστατικά σε μια τελική σύνθεση, να λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση ασφαλείας·

β)

η δέουσα προσέγγιση του βάρους της απόδειξης να χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση ασφαλείας με επανεκτίμηση δεδομένων από όλες τις υπάρχουσες πηγές·

γ)

να διενεργείται επικαιροποίηση της έκθεσης ασφάλειας του καλλυντικού προϊόντος με τα πρόσθετα συναφή πληροφοριακά στοιχεία που προκύπτουν ύστερα από την τοποθέτηση του προϊόντος στην αγορά.

Tο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης σε καλλυντικά προϊόντα που έχουν κοινοποιηθεί βάσει της οδηγίας 76/768/EΟΚ.

Η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με όλους τους ενδιαφερομένους, εγκρίνει κατάλληλες κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρές και μεσαίες, να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα I. Οι κατευθυντήριες γραμμές εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 32, παράγραφος 2.

2.   Η αξιολόγηση της ασφάλειας του καλλυντικού προϊόντος, όπως προβλέπεται στο μέρος Β του παραρτήματος Ι, διενεργείται από πρόσωπο που είναι κάτοχος πτυχίου ή άλλου τίτλου που απονέμεται μετά την ολοκλήρωση πανεπιστημιακού κύκλου θεωρητικών και πρακτικών σπουδών, στη φαρμακευτική, τοξικολογία, ιατρική ή συναφές γνωστικό αντικείμενο, ή κύκλου αναγνωριζόμενου ως ισοδύναμου από κράτος μέλος.

3.   Οι μη κλινικές μελέτες ασφαλείας που αναφέρει η αξιολόγηση ασφαλείας, σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι οποίες διενεργήθηκαν μετά τις 30 Ιουνίου 1988 για σκοπούς αξιολόγησης της ασφάλειας καλλυντικού προϊόντος, συνάδουν με την κοινοτική νομοθεσία που αφορά τις αρχές της ορθής εργαστηριακής πρακτικής, όπως εφαρμόζονται κατά το χρόνο εκπόνησης της μελέτης, ή με άλλα διεθνή πρότυπα που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα από την Επιτροπή ή τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων.

Άρθρο 11

Φάκελος πληροφοριών προϊόντος

1.   Όταν ένα καλλυντικό προϊόν τοποθετείται στην αγορά, το υπεύθυνο πρόσωπο διατηρεί φάκελο πληροφοριών του προϊόντος αυτού. Ο φάκελος πληροφοριών του προϊόντος φυλάσσεται για χρονική διάρκεια 10 ετών μετά την ημερομηνία διάθεσης της τελευταίας παρτίδας του καλλυντικού προϊόντος στην αγορά.

2.   Ο φάκελος πληροφοριών προϊόντος περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες και δεδομένα που πρέπει να ενημερώνονται όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο:

α)

περιγραφή του καλλυντικού προϊόντος, που επιτρέπει να αποδοθεί με σαφήνεια ο φάκελος πληροφοριών προϊόντος στο καλλυντικό προϊόν·

β)

την έκθεση ασφάλειας του καλλυντικού προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1·

γ)

περιγραφή της μεθόδου παρασκευής και δήλωση συμμόρφωσης με την ορθή παρασκευαστική πρακτική που αναφέρεται στο άρθρο 8·

δ)

την απόδειξη του αποτελέσματος το οποίο υποτίθεται ότι έχει το καλλυντικό, όταν δικαιολογείται κάτι τέτοιο από τη φύση ή από το αποτέλεσμα του καλλυντικού προϊόντος·

ε)

στοιχεία σχετικά με οποιεσδήποτε δοκιμές σε ζώα που διεξήχθησαν από τον παρασκευαστή, τους αντιπροσώπους ή τους προμηθευτές του με σκοπό την ανάπτυξη ή την αξιολόγηση της ασφάλειας του καλλυντικού προϊόντος ή των συστατικών του, συμπεριλαμβανομένων οιωνδήποτε δοκιμών σε ζώα που πραγματοποιήθηκαν σε συμμόρφωση με νομοθετικές ή κανονιστικές απαιτήσεις τρίτων χωρών.

3.   Το υπεύθυνο πρόσωπο παρέχει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο διατηρείται ο φάκελος πληροφοριών του προϊόντος, άμεση πρόσβαση στο φάκελο σε ηλεκτρονική ή άλλη μορφή στη δική του διεύθυνση που είναι εμφανής στην ετικέτα.

Οι πληροφορίες που περιέχει ο φάκελος πληροφοριών του προϊόντος είναι διαθέσιμες σε γλώσσα που γίνεται εύκολα κατανοητή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους.

4.   Οι απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 3 της παρούσας οδηγίας ισχύουν επίσης για καλλυντικά προϊόντα που έχουν κοινοποιηθεί βάσει της οδηγίας 76/768/EΟΚ.

Άρθρο 12

Δειγματοληψία και ανάλυση

1.   Η δειγματοληψία και η ανάλυση των καλλυντικών προϊόντων διενεργείται με αξιόπιστο και αναπαραγώγιμο τρόπο.

2.   Όταν δεν υπάρχει σχετική κοινοτική νομοθεσία, η αξιοπιστία και η αναπαραγωγιμότητα τεκμαίρονται, αν η μέθοδος που εφαρμόστηκε συμφωνεί με τα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα των οποίων τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 13

Κοινοποίηση

1.   Πριν από την τοποθέτηση του καλλυντικού προϊόντος στην αγορά, το υπεύθυνο πρόσωπο υποβάλλει με ηλεκτρονικά μέσα στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την κατηγορία του καλλυντικού προϊόντος και το όνομα ή τα ονόματά του που θα επιτρέψουν την ειδική του ταυτοποίηση,

β)

την επωνυμία του υπεύθυνου προσώπου και τη διεύθυνσή του, στην οποία παρέχεται άμεση πρόσβαση στο φάκελο πληροφοριών του προϊόντος·

γ)

τη χώρα προέλευσης σε περίπτωση εισαγόμενου προϊόντος·

δ)

το κράτος μέλος στου οποίου την αγορά τοποθετείται το προϊόν·

ε)

τα στοιχεία επικοινωνίας ενός φυσικού προσώπου για την επικοινωνία σε περίπτωση ανάγκης·

στ)

την παρουσία ουσιών, σε μορφή νανοϋλικών·

i)

την ταυτοποίηση τους συμπεριλαμβανομένης της χημικής ονομασίας (IUPAC) και άλλους περιγραφείς όπως διευκρινίζεται στο σημείο 2 του προοιμίου στα παραρτήματα II έως VI του παρόντος κανονισμού·

ii)

τις εύλογα αναμενόμενες συνθήκες έκθεσης·

ζ)

την ονομασία και τον αριθμό Chemicals Abstracts Service (CAS) ή EC ουσιών που έχουν ταξινομηθεί ως ΚΜΤ, κατηγορίας 1Α ή 1Β, δυνάμει του μέρους 3 του παραρτήματος VΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008·

η)

τη σύνθεση πλαισίου για την ταχεία παροχή της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής σε περίπτωση που παρουσιαστούν δυσκολίες.

Tο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης σε καλλυντικά προϊόντα που έχουν κοινοποιηθεί βάσει της οδηγίας 76/768/EΟΚ.

2.   Όταν το καλλυντικό προϊόν τοποθετείται στην αγορά, το υπεύθυνο πρόσωπο κοινοποιεί στην Επιτροπή την αρχική επισήμανση, και, όπου είναι ευλόγως ευανάγνωστο, φωτογραφία της αντίστοιχης συσκευασίας.

3.   Από 11 Ιουλίου 2013, ο διανομέας που διαθέτει σε κράτος μέλος καλλυντικό προϊόν ήδη τοποθετημένο στην αγορά άλλου κράτους μέλους και μεταφράζει με δική του πρωτοβουλία οιοδήποτε στοιχείο της επισήμανσης αυτού του προϊόντος προκειμένου να τηρηθούν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου, υποβάλλει με ηλεκτρονικά μέσα τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:

α)

την κατηγορία του καλλυντικού προϊόντος, το όνομά του στο κράτος μέλος αποστολής και το όνομά του στο κράτος μέλος διάθεσης ώστε να είναι δυνατή η ειδική του ταυτοποίηση·

β)

το κράτος μέλος στο οποίο έχει διατεθεί το καλλυντικό προϊόν·

γ)

το όνομα και τη διεύθυνσή του.

δ)

την επωνυμία του υπεύθυνου προσώπου και τη διεύθυνσή του, στην οποία παρέχεται άμεση πρόσβαση στο φάκελο πληροφοριών του προϊόντος·

4.   Στην περίπτωση που ένα καλλυντικό προϊόν έχει τεθεί σε κυκλοφορία πριν από 11 Ιουλίου 2013 αλλά δεν κυκλοφορεί πλέον στην αγορά από την ημερομηνία αυτή, ο διανομέας που εισάγει αυτό το προϊόν σε κράτος μέλος μετά την ημερομηνία αυτή, κοινοποιεί τα ακόλουθα στο υπεύθυνο πρόσωπο:

α)

την κατηγορία του καλλυντικού προϊόντος, το όνομά του στο κράτος μέλος αποστολής και το όνομά του στο κράτος μέλος διάθεσης ώστε να είναι δυνατή η ειδική του ταυτοποίηση·

β)

το κράτος μέλος στο οποίο έχει διατεθεί το καλλυντικό προϊόν·

γ)

το όνομα και τη διεύθυνσή του.

Βάσει αυτής της κοινοποίησης, το υπεύθυνο πρόσωπο υποβάλλει με ηλεκτρονικά μέσα στην Επιτροπή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εφόσον οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 7, παράγραφος 3 και 7α, παράγραφος 4, της οδηγίας 76/768/EΟΚ δεν έχουν πραγματοποιηθεί στο κράτος μέλος στο οποίο έχει διατεθεί το καλλυντικό προϊόν.

5.   Η Επιτροπή διαβιβάζει, χωρίς χρονοτριβή, ηλεκτρονικά τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ζ) της παραγράφου 1 και στις παραγράφους 2 και 3, σε όλες τις αρμόδιες αρχές.

Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές μόνο για σκοπούς εποπτείας της αγοράς, ανάλυσης δεδομένων της αγοράς, αξιολόγησης και ενημέρωσης των καταναλωτών στο πλαίσιο των άρθρων 25, 26 και 27.

6.   Η Επιτροπή διαβιβάζει ηλεκτρονικώς, χωρίς χρονοτριβή, τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 στα κέντρα δηλητηριασεων ή ανάλογους φορείς, εφόσον τέτοια κέντρα ή φορείς υπάρχουν στα κράτη μέλη.

Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις υπηρεσίες αυτές μόνο για σκοπούς παροχής θεραπευτικής αγωγής.

7.   Εάν αλλάξει οιαδήποτε πληροφορία από τις αναφερόμενες στις παράγραφους 1, 3 και 4 το υπεύθυνο πρόσωπο ή ο διανομέας παρέχουν τα επικαιροποιημένα στοιχεία χωρίς καθυστέρηση.

8.   Η Επιτροπή δύναται, λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική και επιστημονική πρόοδο καθώς και συγκεκριμένες ανάγκες σχετικές με την εποπτεία της αγοράς, να τροποποιήσει τις παραγράφους 1 έως 7 προσθέτοντας απαιτήσεις.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

Άρθρο 14

Περιορισμοί για ουσίες που αναγράφονται στα παραρτήματα

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, τα καλλυντικά προϊόντα δεν περιέχουν κανένα από τα ακόλουθα:

α)

απαγορευμένες ουσίες

απαγορευμένες ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ·

β)

ουσίες με περιορισμό χρήσης

ουσίες με περιορισμό χρήσης που δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους περιορισμούς που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ·

γ)

χρωστικές

i)

χρωστικές άλλες από εκείνες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙV και χρωστικές που απαριθμούνται εκεί αλλά δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα, εξαιρουμένων των προϊόντων που προορίζονται αποκλειστικά για τη βαφή μαλλιών και αναφέρονται στην παράγραφο 2·

ii)

με την επιφύλαξη των διατάξεων των στοιχείων β), δ), σημείο i) και ε), σημείο i), ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα IV αλλά δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως χρωστικές και που δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

δ)

συντηρητικά

i)

συντηρητικά, άλλα από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα V, και συντηρητικά που απαριθμούνται εκεί αλλά δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα·

ii)

με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (β), (γ), σημείο i) και (ε), σημείο i), ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα V, αλλά δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως συντηρητικά, και που δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

ε)

φίλτρα υπεριωδών ακτίνων

i)

φίλτρα υπεριωδών ακτίνων άλλα από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα VI και φίλτρα υπεριωδών ακτίνων που απαριθμούνται εκεί αλλά δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα·

ii)

με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (β), (γ), σημείο i) και (δ), σημείο i), ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙ, αλλά δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως φίλτρα υπεριωδών ακτίνων, και που δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

2.   Με την επιφύλαξη απόφασης της Επιτροπής για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του παραρτήματος IV στα χρωστικά προϊόντα μαλλιών, αυτά τα προϊόντα δεν περιέχουν χρωστικές για το χρωματισμό των μαλλιών άλλες από εκείνες που απαριθμούνται στο παράρτημα IV ούτε χρωστικές για το χρωματισμό των μαλλιών οι οποίες δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

Η απόφαση της Επιτροπής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η οποία έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, πρέπει να θεσπισθεί σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 3.

Άρθρο 15

Ουσίες που ταξινομούνται ως ΚΜΤ

1.   Η χρήση στα καλλυντικά προϊόντα, ουσιών που έχουν ταξινομηθεί ως ΚΜΤ, κατηγορίας 2, δυνάμει του μέρους 3 του παραρτήματος VΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 απαγορεύεται. Ωστόσο, ουσία που έχει ταξινομηθεί στην κατηγορία 2 μπορεί να χρησιμοποιείται στα καλλυντικά προϊόντα εάν έχει αξιολογηθεί από την ΕΕΑΚ και έχει κριθεί ασφαλής για χρήση σε καλλυντικά προϊόντα. Για τον σκοπό αυτό η Επιτροπή θεσπίζει τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 32, παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

2.   Η χρήση στα καλλυντικά προϊόντα, ουσιών που έχουν ταξινομηθεί ως ΚΜΤ, κατηγορίας 1Α ή 1Β, δυνάμει του μέρους 3 του παραρτήματος VΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 απαγορεύεται.

Ωστόσο, οι εν λόγω ουσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε καλλυντικά προϊόντα κατ' εξαίρεση εάν, ύστερα από την ταξινόμησή τους ως ΚΜΤ, κατηγορίας 1Α ή 1Β, δυνάμει του μέρους 3 του παραρτήματος VI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008, πληρούνται όλοι οι όροι που ακολουθούν:

α)

συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για την ασφάλεια των τροφίμων, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (14)·

β)

δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατάλληλες εναλλακτικές ουσίες, όπως τεκμηριώνεται στην ανάλυση των εναλλακτικών ουσιών·

γ)

η εφαρμογή γίνεται για συγκεκριμένη χρήση της κατηγορίας του προϊόντος με γνωστή έκθεση· και

δ)

έχουν αξιολογηθεί από την ΕΕΑΚ, η οποία διαπίστωσε ότι η χρήση τους στα καλλυντικά προϊόντα είναι ασφαλής, ιδίως με βάση την συνολική έκθεση λόγω και άλλων σημαντικών πηγών και επίσης λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού, για την αποφυγή της κακής χρήσης του καλλυντικού προϊόντος, παρέχεται ειδική επισήμανση η οποία λαμβάνει υπόψη τους πιθανούς κινδύνους που ενέχει η παρουσία επικίνδυνων ουσιών και τις οδούς έκθεσης.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή τροποποιεί τα παραρτήματα του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 32 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού σε διάστημα δεκαπέντε μηνών το αργότερο ύστερα από τη συμπερίληψη των εν λόγω ουσιών στο μέρος 3 του παραρτήματος VΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008.

Σε καταστάσεις κατεπείγουσας ανάγκης, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόζει τη διαδικασία κατεπείγοντος που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

Η Επιτροπή αναθέτει στην ΕΕΑΚ την εντολή να επαναξιολογεί τις εν λόγω ουσίες μόλις ανακύπτουν ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια και το αργότερο 5 χρόνια από τη συμπερίληψή τους στα παραρτήματα ΙΙΙ έως VI του παρόντος κανονισμού, και τουλάχιστον κάθε 5 επόμενα χρόνια.

3.   Μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή διασφαλίζει την εκπόνηση των κατάλληλων κατευθυντηρίων γραμμών προκειμένου να επιτύχει μια εναρμονισμένη προσέγγιση στην ανάπτυξη και χρήση των εκτιμήσεων συνολικής έκθεσης κατά την αξιολόγηση της ασφάλειας χρήσης των ουσιών ΚΜΤ. Η ως άνω ανασκόπηση διενεργείται σε διαβούλευση με την ΕΕΚΠ, τον ECHA, την EFSA και άλλους σχετικά εμπλεκόμενους, βασιζόμενη, όπως ενδείκνυται, στη σχετική βέλτιστη πρακτική.

4.   Όταν υπάρξουν κοινοτικώς ή διεθνώς συμπεφωνημένα κριτήρια για τον προσδιορισμό των ουσιών με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής ή το αργότερο στις 11 Ιανουαρίου 2015, η Επιτροπή προβαίνει σε ανασκόπηση του κανονισμού όσον αφορά τις ουσίες με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής.

Άρθρο 16

Νανοϋλικά

1.   Για κάθε καλλυντικό προϊόν που περιέχει νανοϋλικά όπως ορίζονται στο άρθρο 2, πρέπει να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας.

2.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε νανοϋλικά που χρησιμοποιούνται ως χρωστικές ουσίες, φίλτρα υπεριώδους ακτινοβολίας ή συντηρητικά ρυθμιζόμενα σύμφωνα με το άρθρο 14, εκτός και εάν δηλώνεται ρητά.

3.   Επιπλέον της κοινοποίησης του άρθρου 13, τα καλλυντικά προϊόντα που περιέχουν νανοϋλικά πρέπει να κοινοποιούνται από το υπεύθυνο πρόσωπο στην Επιτροπή με ηλεκτρονικά μέσα 6 μήνες πριν από την τοποθέτηση στην αγορά, εκτός εάν έχουν ήδη τοποθετηθεί στην αγορά από το ίδιο υπεύθυνο πρόσωπο πριν τις 11 Ιανουαρίου 2013.

Σε αυτή την περίπτωση, καλλυντικά προϊόντα που περιέχουν νανοϋλικά και έχουν τοποθετηθεί στην αγορά κοινοποιούνται από το υπεύθυνο πρόσωπο στην Επιτροπή μεταξύ 11 Ιανουαρίου 2013 και 11 Ιουλίου 2013 με ηλεκτρονικά μέσα, επιπροσθέτως της κοινοποίησης του άρθρου 13.

Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζονται σε καλλυντικά προϊόντα που περιέχουν νανοϋλικά τα οποία συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζει το παράρτημα ΙΙΙ.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην Επιτροπή περιέχουν κατ’ ελάχιστον τα εξής:

α)

την ταυτοποίηση του νανοϋλικού συμπεριλαμβανομένης της χημικής ονομασίας του (IUPAC) και άλλων περιγραφέων όπως διευκρινίζεται στο σημείο 2 του προοιμίου στα παραρτήματα II έως VI·

β)

τον προσδιορισμό προδιαγραφών του νανοϋλικού, συμπεριλαμβανομένου του μεγέθους των σωματιδίων και των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων·

γ)

εκτίμηση της ποσότητας του νανοϋλικού περιεχομένου σε καλλυντικά προϊόντα που πρόκειται να τοποθετηθεί στην αγορά ανά έτος·

δ)

το τοξικολογικό προφίλ του νανοϋλικού·

ε)

τα δεδομένα ασφάλειας του νανοϋλικού όσον αφορά την κατηγορία του καλλυντικού στο οποίο χρησιμοποιείται·

στ)

τις συνθήκες έκθεσης που ευλόγως μπορούν να προβλεφθούν·

Το υπεύθυνο πρόσωπο δύναται να ορίσει άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, με γραπτή εντολή, για την κοινοποίηση των νανοϋλικών και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Η Επιτροπή παρέχει αριθμό αναφοράς στη διαδικασία υποβολής του τοξικολογικού προφίλ που δύναται να αντικαταστήσει τις πληροφορίες που κοινοποιούνται δυνάμει του εδαφίου (δ).

4.   Στην περίπτωση που η Επιτροπή έχει επιφυλάξεις όσον αφορά την ασφάλεια του νανοϋλικού, οφείλει χωρίς χρονοτριβή να ζητήσει από την ΕΕΑΚ να γνωμοδοτήσει σχετικά με την ασφάλεια των εν λόγω νανοϋλικών για τις αντίστοιχες κατηγορίες καλλυντικών προϊόντων και τις συνθήκες έκθεσης που ευλόγως μπορούν να προβλεφθούν. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί αυτές τις πληροφορίες. Η ΕΕΑΚ υποβάλει τη γνωμοδότησή της εντός έξι μηνών από το αίτημα της Επιτροπής. Εάν η ΕΕΑΚ εντοπίσει αναγκαία στοιχεία που λείπουν, η Επιτροπή απαιτεί από το υπεύθυνο πρόσωπο να τα παράσχει εντός ρητά καθορισμένου ευλόγου χρονικού διαστήματος, χωρίς δυνατότητα παράτασης. Η ΕΕΑΚ υποβάλλει την τελική της γνωμοδότηση εντός έξι μηνών από την υποβολή των συμπληρωματικών στοιχείων. Η γνωμοδότηση της ΕΕΑΚ δημοσιοποιείται.

5.   Η Επιτροπή δύναται, ανά πάσα στιγμή, να επικαλεστεί τη διαδικασία της παραγράφου 4 εάν έχει οποιεσδήποτε επιφυλάξεις σχετικές με την ασφάλεια, για παράδειγμα λόγω νέων στοιχείων που υπέβαλε τρίτος.

6.   Λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της ΕΕΑΚ και σε περίπτωση ενδεχόμενου κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία, συμπεριλαμβανομένης της ανεπάρκειας στοιχείων, η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει τα παραρτήματα II και III.

7.   Η Επιτροπή δύναται, λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική και επιστημονική πρόοδο να τροποποιήσει την παράγραφο 3 προσθέτοντας απαιτήσεις.

8.   Τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 7, και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 3.

9.   Για επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόζει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 4.

10.   Η Επιτροπή πρέπει να παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

Μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2014, η Επιτροπή πρέπει να δημοσιοποιήσει κατάλογο όλων των νανοϋλικών που χρησιμοποιούνται σε καλλυντικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούνται ως χρωστικές ουσίες, φίλτρα υπεριώδους ακτινοβολίας και συντηρητικά, σε χωριστό τμήμα, και έχουν τοποθετηθεί στην αγορά, αναφέροντας τις κατηγορίες καλλυντικών προϊόντων και τις συνθήκες έκθεσης που ευλόγως μπορούν να προβλεφθούν. Αυτός ο κατάλογος πρέπει να ενημερώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και να είναι διαθέσιμος στο κοινό.

β)

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ετήσια έκθεση κατάστασης, η οποία θα παρέχει πληροφορίες για τις εξελίξεις στην χρήση νανοϋλικών στα καλλυντικά προϊόντα εντός της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούνται ως χρωστικές ύλες, φίλτρα υπεριώδους ακτινοβολίας και συντηρητικά σε χωριστό τμήμα. Η πρώτη έκθεση υποβάλεται πριν από τις 11 Ιουλίου 2014. Η ενημερωμένη έκθεση συνοψίζει ιδίως, τα νέα νανοϋλικά σε νέες κατηγορίες καλλυντικών προϊόντων, τον αριθμό των κοινοποιήσεων, την πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί στην ανάπτυξη μεθόδων αξιολόγησης ειδικά για τα νανοϋλικά και εγχειριδίων αξιολόγησης της ασφάλειας, καθώς και πληροφορίες σχετικά με προγράμματα διεθνούς συνεργασίας.

11.   Η Επιτροπή επανεξετάζει σε τακτά χρονικά διαστήματα τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν τα νανοϋλικά υπό το φως της επιστημονικής προόδου και, εάν απαιτείται, προτείνει τις δέουσες αναθεωρήσεις αυτών των διατάξεων.

Η πρώτη αναθεώρηση διεξάγεται το αργότερο 11 Ιουλίου 2018.

Άρθρο 17

Ίχνη απαγορευμένων ουσιών

Η ακούσια παρουσία μικρής ποσότητας μιας απαγορευμένης ουσίας που οφείλεται σε προσμείξεις των φυσικών ή συνθετικών συστατικών, στη διαδικασία παραγωγής, στην αποθήκευση, στη μετανάστευση από μέσα μεταφοράς η οποία είναι τεχνικά αναπόφευκτη στο πλαίσιο καλής παρασκευαστικής πρακτικής είναι δεκτή υπό την προϋπόθεση ότι είναι σύμφωνη προς το άρθρο 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΔΟΚΙΜΩΝ ΣΕ ΖΩΑ

Άρθρο 18

Διενέργεια δοκιμών σε ζώα

1.   Με την επιφύλαξη των γενικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 3, απαγορεύονται τα ακόλουθα:

α)

η τοποθέτηση στην αγορά καλλυντικών προϊόντων η τελική σύνθεση των οποίων, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, έχει αποτελέσει αντικείμενο δοκιμών σε ζώα με χρήση μεθόδου διαφορετικής από εναλλακτική μέθοδο, μετά την επικύρωση και την υιοθέτηση της εν λόγω εναλλακτικής μεθόδου σε κοινοτικό επίπεδο, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάπτυξης επικυρωμένων μεθόδων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ·

β)

η τοποθέτηση στην αγορά καλλυντικών προϊόντων που περιέχουν συστατικά ή συνδυασμούς συστατικών τα οποία, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, έχουν αποτελέσει αντικείμενο δοκιμών σε ζώα με χρήση μεθόδου διαφορετικής από εναλλακτική μέθοδο, μετά την επικύρωση και την υιοθέτηση της εν λόγω εναλλακτικής μεθόδου σε κοινοτικό επίπεδο, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάπτυξης επικυρωμένων μεθόδων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ·

γ)

η διενέργεια, στο έδαφος της Κοινότητας, δοκιμών σε ζώα οι οποίες αφορούν τελικά καλλυντικά προϊόντα, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

δ)

η διενέργεια, στο έδαφος της Κοινότητας, δοκιμών σε ζώα οι οποίες αφορούν συστατικά ή συνδυασμούς συστατικών, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, το αργότερο την ημερομηνία κατά την οποία οι δοκιμές αυτές απαιτείται να αντικατασταθούν από μία ή περισσότερες επικυρωμένες εναλλακτικές μεθόδους που απαριθμούνται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 440/2008 της Επιτροπής, της 30ής Μαΐου 2008, για καθορισμό των μεθόδων δοκιμής κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) (15) ή στο παράρτημα VIII του παρόντος κανονισμού.

2.   Η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με την ΕΕΑΚ και με το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Επικύρωση Εναλλακτικών Μεθόδων (ECVAM), και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανάπτυξη επικυρωμένων μεθόδων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ, θέσπισε χρονοδιαγράμματα για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 εδάφια (α), (β) και (δ), συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών για την σταδιακή εξάλειψη των διαφόρων δοκιμών. Τα χρονοδιαγράμματα δημοσιοποιήθηκαν την 1η Οκτωβρίου 2004 και διαβιβάστηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Η περίοδος για την εφαρμογή είχε όριο την 11η Μαρτίου 2009 όσον αφορά την παράγραφο 1 εδάφια (α), (β) και (δ).

Όσον αφορά τις δοκιμές σχετικά με την τοξικότητα επαναλαμβανόμενης δόσης, την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή και την τοξικοκινητική, για τις οποίες δεν εξετάζονται προς το παρόν εναλλακτικές δυνατότητες, η περίοδος για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) έχει όριο την 11η Μαρτίου 2013.

Η Επιτροπή εξετάζει ενδεχόμενες τεχνικές δυσκολίες συμμόρφωσης με την απαγόρευση που αφορά τις δοκιμές, και ιδίως όσον αφορά την τοξικότητα επαναλαμβανόμενης δόσης, την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή και την τοξικοκινητική, για τις οποίες δεν εξετάζονται προς το παρόν εναλλακτικές δυνατότητες. Οι πληροφορίες σχετικά με τα προσωρινά και τα τελικά αποτελέσματα των εν λόγω μελετών αποτελούν τμήμα των ετήσιων εκθέσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 35.

Βάσει των ετήσιων αυτών εκθέσεων, τα χρονοδιαγράμματα που καταρτίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο, θα μπορούσαν να προσαρμόζονται, έως τις 11 Μαρτίου 2009, σε σχέση με το πρώτο εδάφιο και μπορούν να προσαρμοσθούν έως τις 11 Μαρτίου 2013 σε σχέση με το δεύτερο εδάφιο και μετά από διαβούλευση με τους φορείς που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.

Η Επιτροπή εξετάζει την πρόοδο και τη συμμόρφωση με τις προθεσμίες καθώς και ενδεχόμενες τεχνικές δυσκολίες συμμόρφωσης με την απαγόρευση. Η ενημέρωση σχετικά με τα προσωρινά και τελικά αποτελέσματα των μελετών της Επιτροπής αποτελεί τμήμα των ετήσιων εκθέσεων που υποβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 35. Εάν, το αργότερο δύο έτη πριν από τη λήξη της ανώτατης περιόδου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, οι μελέτες της Επιτροπής καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι, για τεχνικούς λόγους, μία ή περισσότερες δοκιμές που αναφέρονται στο ίδιο εδάφιο δεν θα αναπτυχθούν και επικυρωθούν πριν από τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο, η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και υποβάλλει νομοθετική πρόταση, σύμφωνα με το άρθρο 251 της Συνθήκης.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν προκύπτουν σοβαρές ανησυχίες για το κατά πόσον είναι ασφαλές ένα υπάρχον συστατικό που χρησιμοποιείται σε καλλυντικά, ένα κράτος μέλος δύναται να ζητήσει από την Επιτροπή να χορηγήσει παρέκκλιση από την παράγραφο 1. Η αίτηση περιλαμβάνει μια αξιολόγηση της κατάστασης και υποδεικνύει τα αναγκαία μέτρα. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή δύναται, μετά από διαβούλευση με την ΕΕΑΚ, με αιτιολογημένη απόφαση, να επιτρέψει την παρέκκλιση. Η άδεια αυτή καθορίζει τους όρους που συνδέονται με την παρέκκλιση όσον αφορά τους συγκεκριμένους στόχους, τη διάρκεια και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τα αποτελέσματα.

Η παρέκκλιση επιτρέπεται μόνον εφόσον:

α)

το συστατικό χρησιμοποιείται ευρέως και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από άλλο συστατικό με παρόμοια λειτουργία·

β)

το συγκεκριμένο πρόβλημα για την ανθρώπινη υγεία τεκμηριώνεται και η ανάγκη διεξαγωγής δοκιμών σε ζώα αιτιολογείται, με στοιχεία αναλυτικού ερευνητικού πρωτοκόλλου το οποίο προτείνεται ως βάση για την αξιολόγηση.

Η απόφαση για την άδεια, οι όροι που συνδέονται με αυτήν και το τελικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση που δημοσιεύει η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 35.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο έκτο εδάφιο, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 3.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 20:

α)

ως «τελικό καλλυντικό προϊόν» νοείται το καλλυντικό προϊόν στην τελική του σύνθεση, όπως τοποθετήθηκε στην αγορά και διατίθεται στον τελικό χρήστη, ή το πρωτότυπό του·

β)

ως «πρωτότυπο» νοείται το πρώτο πρότυπο ή σχέδιο μη παραγόμενο σε παρτίδες από το οποίο αντιγράφεται ή αναπτύσσεται τελικά το τελικό καλλυντικό προϊόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Άρθρο 19

Επισήμανση

1.   Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος άρθρου, καλλυντικά προϊόντα θα διατίθενται στην αγορά μόνο εφόσον ο περιέκτης και η συσκευασία των καλλυντικών προϊόντων φέρουν, με ανεξίτηλους, ευανάγνωστους και ευδιάκριτους χαρακτήρες, τις ακόλουθες ενδείξεις

α)

το όνομα ή την εταιρική επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου προσώπου. Οι ενδείξεις αυτές δύνανται να είναι συντετμημένες εφόσον η σύντμηση επιτρέπει την αναγνώριση του προσώπου αυτού και της διεύθυνσής του. Εάν αναγράφονται περισσότερες διευθύνσεις, η διεύθυνση στην οποία το υπεύθυνο πρόσωπο καθιστά άμεσα διαθέσιμες τις πληροφορίες για το προϊόν αναγράφεται με τονισμένα στοιχεία· για εισαγόμενα καλλυντικά προϊόντα θα διευκρινίζεται η χώρα προέλευσης·

β)

το ονομαστικό περιεχόμενο κατά το χρόνο της συσκευασίας, εκφρασμένο σε βάρος ή σε όγκο, εκτός εάν πρόκειται για συσκευασίες που περιέχουν λιγότερα από πέντε γραμμάρια ή πέντε χιλιοστόλιτρα, δείγματα που διανέμονται δωρεάν και προϊόντα μίας δόσης· όσον αφορά τις προσυσκευασίες, που συνήθως διατίθενται στο εμπόριο ανά σύνολο τεμαχίων και για τις οποίες η σημείωση του βάρους ή του όγκου δεν είναι σημαντική, το περιεχόμενο μπορεί να μην αναγράφεται εφόσον αναφέρεται ο αριθμός τεμαχίων στη συσκευασία. Η εν λόγω ένδειξη δεν είναι αναγκαία όταν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ο αριθμός