ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.306.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
20 Νοεμβρίου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1109/2009 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1110/2009 της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας τόνου στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικώς του γεωγραφικού μήκους 45° Δ, και στη Μεσόγειο από σκάφη που φέρουν σημαία Ελλάδας

3

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1111/2009 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την έγκριση σχεδίου κατανομής, στα κράτη μέλη, των πόρων που θα καταλογιστούν στο δημοσιονομικό έτος 2010 για την παροχή τροφίμων από τα αποθέματα παρέμβασης στους απόρους της Κοινότητας και σχετικά με παρέκκλιση από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92

5

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1112/2009 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την αναστολή της υποβολής αιτήσεων πιστοποιητικών εισαγωγής για προϊόντα του τομέα της ζάχαρης στο πλαίσιο ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων

14

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1113/2009 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2009, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

16

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1114/2009 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2009, για τη μη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 619/2008

20

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1115/2009 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2009, για τον καθορισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών στους τομείς του κρέατος πουλερικών και των αυγών, καθώς και της αυγοαλβουμίνης και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1484/95

21

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1116/2009 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2009, για τον καθορισμό των ποσοστών των επιστροφών που εφαρμόζονται στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης

23

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2009/845/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Αυστρία στην επιχείρηση Postbus στην περιφέρεια Lienz — C 16/07 (ex NN 55/06) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 7034]  ( 1 )

26

 

 

2009/846/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Οκτωβρίου 2009, για τη σύναψη διοικητικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS σχετικά με την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών

39

 

 

III   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει της συνθήκης ΕΕ

 

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΓΚΡΙΘΕΙΣΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΩΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΕ

 

*

Απόφαση του συλλογικού οργάνου 2009-8 υιοθέτησης του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στη Eurojust

45

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1109/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Νοεμβρίου 2009

σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός των τρίτων χωρών (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

AL

38,6

MA

31,6

MK

37,7

TR

59,0

ZZ

41,7

0707 00 05

JO

171,8

MA

46,5

TR

77,7

ZZ

98,7

0709 90 70

MA

57,7

TR

109,5

ZZ

83,6

0805 20 10

MA

68,7

ZZ

68,7

0805 20 30, 0805 20 50, 0805 20 70, 0805 20 90

CN

52,3

HR

40,9

MA

74,5

TR

76,4

ZZ

61,0

0805 50 10

AR

54,6

TR

71,6

ZA

61,6

ZZ

62,6

0806 10 10

BR

245,4

LB

294,8

TR

143,2

US

293,9

ZZ

244,3

0808 10 80

AU

171,8

CA

63,9

MK

22,6

NZ

102,0

US

94,7

ZA

103,1

ZZ

93,0

0808 20 50

CN

57,0

TR

84,0

US

72,0

ZZ

71,0


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1110/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 18ης Νοεμβρίου 2009

περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας τόνου στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικώς του γεωγραφικού μήκους 45° Δ, και στη Μεσόγειο από σκάφη που φέρουν σημαία Ελλάδας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 43/2009 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2009, περί καθορισμού, για το 2009, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (3), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2009.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2009.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση της αλιείας του εν λόγω αποθέματος, καθώς και η διατήρησή του επί του σκάφους, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωσή του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2009, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Η αλιεία του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται σε αυτό απαγορεύεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της ημέρας δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 18 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Φωκίων ΦΩΤΙΆΔΗΣ

Γενικός Διευθυντής Θαλάσσιων Υποθέσεων και Αλιείας


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(2)  ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 22 της 26.1.2009, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθ.

29/T&Q

Κράτος μέλος

Ελλάδα

Απόθεμα

BFT/AE045W

Είδος

Τόνος (Thunnus thynnus)

Ζώνη

Ατλαντικός Ωκεανός, ανατολικώς του γεωγραφικού μήκους 45° Δ, και Μεσόγειος

Ημερομηνία

17 Οκτωβρίου 2009


20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/5


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1111/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Νοεμβρίου 2009

σχετικά με την έγκριση σχεδίου κατανομής, στα κράτη μέλη, των πόρων που θα καταλογιστούν στο δημοσιονομικό έτος 2010 για την παροχή τροφίμων από τα αποθέματα παρέμβασης στους απόρους της Κοινότητας και σχετικά με παρέκκλιση από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1), και ιδίως το άρθρο 43 στοιχεία στ) και ζ), σε συνδυασμό με το άρθρο 4,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2799/98 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1998, για τη θέσπιση του γεωργονομισματικού καθεστώτος του ευρώ (2), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1992, περί λεπτομερών κανόνων για τη χορήγηση τροφίμων προερχόμενων από τα αποθέματα παρέμβασης στους απόρους της Κοινότητας (3), η Επιτροπή οφείλει να εγκρίνει σχέδιο διανομής που θα χρηματοδοτηθεί από τους διαθέσιμους πόρους για το δημοσιονομικό έτος 2010. Στο σχέδιο πρέπει να καθορίζονται κυρίως, για κάθε κράτος μέλος που υλοποιεί τη δράση, το μέγιστο ποσό χρηματοδοτικών πόρων που διατίθενται για την εκτέλεση του μέρους του σχεδίου που το αφορά, καθώς και η ποσότητα κάθε είδους προϊόντων, η οποία μπορεί να αποσυρθεί από τα αποθέματα που κατέχουν οι οργανισμοί παρέμβασης.

(2)

Τα κράτη μέλη τα οποία αφορά το σχέδιο διανομής για το δημοσιονομικό έτος 2010 κοινοποίησαν στην Επιτροπή τις απαιτούμενες πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

(3)

Για τους σκοπούς της κατανομής των πόρων πρέπει να ληφθούν υπόψη η πείρα και ο βαθμός στον οποίο τα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν τους πόρους που τους διατέθηκαν τα προηγούμενα δημοσιονομικά έτη.

(4)

Στο σημείο 1) στοιχείο γ) του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 προβλέπεται η διάθεση πόρων με σκοπό την προμήθεια από την αγορά προϊόντων τα οποία προσωρινά δεν είναι διαθέσιμα στα αποθέματα παρέμβασης. Δεδομένου ότι τα αποθέματα σιτηρών που κατέχουν επί του παρόντος οι οργανισμοί παρέμβασης δεν επαρκούν ώστε να καλύψουν τις κατανομές που αντιστοιχούν στις αιτήσεις για σιτηρά και ρύζι, οι διαθέσεις πόρων θα πρέπει να καθοριστούν κατά τρόπο που να είναι εφικτή η προμήθεια από την αγορά σιτηρών και ρυζιού, όπως απαιτείται για την υλοποίηση του σχεδίου διανομής για το δημοσιονομικό έτος 2010.

(5)

Το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 προβλέπει τη μεταφορά από ένα κράτος μέλος σε άλλο προϊόντων που δεν είναι διαθέσιμα στα αποθέματα παρέμβασης του κράτους μέλους στο οποίο απαιτούνται τα εν λόγω προϊόντα για την υλοποίηση του ετήσιου σχεδίου διανομής. Θα πρέπει συνεπώς να επιτραπούν οι ενδοκοινοτικές μεταφορές που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση του σχεδίου για το 2010, τηρουμένων των όρων που προβλέπονται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

(6)

Στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 προβλέπεται η δυνατότητα για έναν φορέα, σε περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται μεταφορά προϊόντων από το κράτος μέλος στο οποίο υπάρχουν στην παρέμβαση, σε άλλο κράτος μέλος, να υποβάλει προσφορά χωρίς μεταφορά στο αιτούμενο κράτος μέλος των προϊόντων που αποσύρονται από τα αποθέματα της παρέμβασης. Το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 προβλέπει ότι τα προϊόντα που αγοράζονται από τη δημόσια παρέμβαση πρέπει να διατίθενται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε διαταραχή της αγοράς.

(7)

Λόγω της καταστάσεως που σήμερα επικρατεί στην αγορά γαλακτοκομικών, η οποία χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα τιμών, δεν θα πρέπει να επιτραπεί η αξιοποίηση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 στο πλαίσιο του σχεδίου διανομής του 2010 για το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές διαταραχές στην αγορά μετά τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων σε ορισμένες αγορές οι οποίες ήδη τροφοδοτούνται ικανοποιητικά. Για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να περιοριστεί η αξιοποίηση των παρεχομένων στους φορείς δυνατοτήτων βάσει των παραγράφων 2 και 2α του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού, κατά τρόπον ώστε τα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία προορίζονται για διανομή στους απόρους εντός της Κοινότητας να συμμορφώνονται προς ορισμένες απαιτήσεις σχετικές με τη σύνθεσή τους και με την ποσότητα του χρησιμοποιούμενου γάλακτος κατά την παρασκευή τους. Για τους σκοπούς παρακολούθησης της συμμόρφωσης με τον κανόνα αυτόν, τα κράτη μέλη επισυνάπτουν στις υποβαλλόμενες εκθέσεις προόδου λεπτομερή κατάλογο των διανεμηθέντων προϊόντων με κατάταξή τους στις κατηγορίες «υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά» και «λοιπά».

(8)

Για να εξασφαλιστεί ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα δεν θα διατίθενται στην αγορά σε ακατάλληλη στιγμή κατά τη διάρκεια του έτους, θα πρέπει να συντμηθεί το χρονικό διάστημα, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92, στη διάρκεια του οποίου είναι δυνατή η απόσυρση του βουτύρου και του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη από τα αποθέματα παρέμβασης.

(9)

Λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας της εκτέλεσης του σχεδίου διανομής του 2010, τα οποίο απαιτεί μεγάλο όγκο ενδοκοινοτικών μεταφορών, ενδείκνυται να αυξηθεί το ποσοστό 5 % περιθωρίου, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

(10)

Για την εκτέλεση του ετήσιου σχεδίου θα πρέπει να ληφθεί ως γενεσιουργό γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2799/98, η ημερομηνία έναρξης του οικονομικού έτους διαχείρισης των αποθεμάτων της δημόσιας αποθεματοποίησης.

(11)

Κατά την εκπόνηση του ετήσιου σχεδίου, η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη των κυριότερων οργανώσεων που έχουν πείρα των προβλημάτων των απόρων εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

(12)

Το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 προβλέπει ότι η Επιτροπή καταρτίζει το ετήσιο σχέδιο διανομής πριν από την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους. Λόγω της τρέχουσας κατάστασης στην αγορά των γαλακτοκομικών, και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για περαιτέρω διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη αναφορικά με τις αιτήσεις τους, δεν έχει ακόμη καταστεί δυνατό στην Επιτροπή να θεσπίσει το σχέδιο διανομής. Ως εκ τούτου, προκειμένου να εξασφαλιστεί η έγκαιρη εκτέλεση του ετήσιου σχεδίου διανομής, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει ευθύς μετά τη δημοσίευσή του.

(13)

Η διαχειριστική επιτροπή για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών δεν διατύπωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που έταξε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το 2010, η διανομή τροφίμων στους απόρους της Κοινότητας, δυνάμει του άρθρου 27 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, εκτελείται σύμφωνα με το ετήσιο σχέδιο διανομής που παρατίθεται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Η κατανομή κονδυλίων στα κράτη μέλη για την προμήθεια σιτηρών από την αγορά, όπως απαιτείται στο πλαίσιο του σχεδίου που αναφέρεται στο άρθρο 1, καθορίζεται στο παράρτημα II.

Άρθρο 3

1.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92, για το σχέδιο διανομής του 2010, το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη πρέπει να αποσυρθούν από τη δημόσια αποθεματοποίηση από την 1η Μαΐου έως την 30ή Σεπτεμβρίου 2010. Στην παρούσα περίπτωση δεν εφαρμόζεται η προθεσμία εξήντα ημερών για την απόσυρση των προϊόντων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.

Πάντως, το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις κατανομές ποσοτήτων έως και 500 τόνων.

2.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92, για το σχέδιο διανομής του 2010, στις περιπτώσεις στις οποίες δεόντως αιτιολογημένες μεταβολές αφορούν ποσοστά 10 % και άνω των ποσοτήτων ή των αξιών που έχουν καταχωριστεί ανά προϊόν στο κοινοτικό σχέδιο, το σχέδιο αναθεωρείται.

Άρθρο 4

1.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 4 παράγραφοι 2 και 2α του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92, κατά την εκτέλεση του σχεδίου διανομής για το 2010, τα κράτη μέλη κατατάσσουν τα προς διανομή γαλακτοκομικά προϊόντα είτε στην κατηγορία «υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά» είτε στην κατηγορία «λοιπά».

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η συνολική ποσότητα λιπαρών γάλακτος ανέρχεται σε ποσοστό 20 % τουλάχιστον του συνολικού βάρους των προϊόντων που εμπίπτουν στην πρώτη κατηγορία και ότι για την παρασκευή της συνολικής ποσότητας των προϊόντων της δεύτερης κατηγορίας απαιτήθηκε ποσότητα γάλακτος σε ποσοστό 90 % τουλάχιστον του συνολικού βάρους τους.

3.   Η έκθεση προόδου για το σχέδιο διανομής του 2010, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92, περιλαμβάνει αναλυτική κατάσταση των διανεμηθέντων προϊόντων, τα οποία κατετάγησαν είτε στην κατηγορία «υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά» είτε στην κατηγορία «λοιπά».

Άρθρο 5

1.   Επιτρέπονται οι ενδοκοινοτικές μεταφορές προϊόντων που αναφέρονται στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού, τηρουμένων των όρων του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

2.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92, στις περιπτώσεις που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό μεταφορά αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη ή βουτύρου από ένα κράτος μέλος στο οποίο τα προϊόντα αυτά υπάρχουν στα αποθέματα παρέμβασης, προς το κράτος μέλος στο οποίο τα εν λόγω προϊόντα θα χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση του ετήσιου σχεδίου διανομής, ο φορέας δεν θα διαθέτει την εναλλακτική δυνατότητα διάθεσης των αποσυρθέντων προϊόντων στην κοινοτική αγορά στο πρώτο κράτος μέλος, αλλά θα οφείλει να τα μεταφέρει στο δεύτερο κράτος μέλος.

Άρθρο 6

Για τους σκοπούς εκτέλεσης του ετήσιου σχεδίου διανομής που αναφέρεται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, η ημερομηνία του γενεσιουργού γεγονότος που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2799/98 είναι η 1η Οκτωβρίου 2009.

Άρθρο 7

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 349 της 24.12.1998, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 313 της 30.10.1992, σ. 50.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΤΗΣΙΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2010

α)

Χρηματοδοτικοί πόροι που διατίθενται για την εκτέλεση του σχεδίου σε κάθε κράτος μέλος:

(σε ευρώ)

Κράτος μέλος

Κατανομή

Βέλγιο

7 806 433

Βουλγαρία

8 565 832

Τσεχική Δημοκρατία

133 893

Εσθονία

761 012

Ιρλανδία

818 816

Ελλάδα

20 044 478

Ισπανία

52 623 664

Γαλλία

78 103 609

Ιταλία

122 456 856

Λετονία

5 119 849

Λιθουανία

8 859 115

Λουξεμβούργο

107 483

Ουγγαρία

14 770 126

Μάλτα

698 841

Πολωνία

97 405 034

Πορτογαλία

22 516 761

Ρουμανία

29 951 704

Σλοβενία

2 619 927

Φινλανδία

4 636 567

Σύνολο

478 000 000

β)

Ποσότητα καθενός είδους προϊόντων που θα αποσυρθεί από τα αποθέματα παρέμβασης της Κοινότητας με σκοπό να διανεμηθεί σε κάθε κράτος μέλος, εντός του ορίου των ποσών που καθορίζονται στο στοιχείο α):

(σε τόνους)

Κράτος μέλος

Δημητριακά

Βούτυρο

Σκόνη αποβουτυρωμένου γάλακτος

Ζάχαρη

Βέλγιο

29 067

1 285

1 507

Βουλγαρία

54 104

1 724

Τσεχική Δημοκρατία

302

20

22

9

Εσθονία

5 147

1

Ιρλανδία

350

Ελλάδα

64 397

5 889

Ισπανία

181 248

9 335

1 603

3 483

Γαλλία

168 998

13 033

12 050

3 247

Ιταλία

283 206

20 000

18 166

4 006

Λετονία

22 951

969

Λιθουανία

40 317

145

1 212

1 182

Ουγγαρία

95 687

1 938

Μάλτα

4 740

Πολωνία

387 305

1 901

17 952

10 823

Πορτογαλία

47 522

5 079

1 826

1 045

Ρουμανία

135 555

4 500

5 577

Σλοβενία

9 810

600

289

Φινλανδία

25 371

500

Σύνολο

1 555 726

51 148

65 290

34 832

Κονδύλιο που διατίθεται στο Λουξεμβούργο για την προμήθεια σκόνης γάλακτος στην κοινοτική αγορά: 101 880 ευρώ.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Κατανομή κονδυλίων στα κράτη μέλη για την προμήθεια δημητριακών στην κοινοτική αγορά:

(σε ευρώ)

Κράτος μέλος

Δημητριακά

Βέλγιο

1 117 572

Βουλγαρία

2 080 196

Τσεχική Δημοκρατία

11 600

Λετονία

197 884

Ιρλανδία

Ελλάδα

2 475 950

Ισπανία

6 968 699

Γαλλία

6 497 704

Ιταλία

10 888 824

Λετονία

882 424

Λιθουανία

1 550 130

Λουξεμβούργο

Ουγγαρία

3 679 017

Μάλτα

182 233

Πολωνία

14 891 236

Πορτογαλία

1 827 127

Ρουμανία

5 211 876

Σλοβενία

377 183

Φινλανδία

975 485

Σύνολο

59 815 140


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

α)

Επιτρεπόμενες ενδοκοινοτικές μεταφορές δημητριακών στο πλαίσιο του σχεδίου για το δημοσιονομικό έτος 2010:

 

Ποσότητα

(σε τόνους)

Κάτοχος

Αποδέκτης

1.

102 940

SZIF-Česká Republika

FEGA, España

2.

87 816

SZIF-Česká Republika

FranceAgriMer, France

3.

29 067

BLE, Deutschland

BIRB, Belgique

4.

81 182

BLE, Deutschland

FranceAgriMer, France

5.

31 423

BLE, Deutschland

ARR, Polska

6.

1 022

PRIA, Eesti

Rural Support Service, Latvia

7.

36 172

VĮ Lietuvos žemės ūkio ir maisto produktų rinkos reguliavimo agentūra

ARR, Polska

8.

44 239

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal, Magyarország

Държавен фонд «Земеделие» — Разплащателна агенция, Sofia

9.

64 397

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal, Magyarország

ΟΠΕΚΕΠΕ, Ελλάδα

10.

204 593

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal

AGEA, Italia

11.

4 740

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal

Ministry for Resources and Rural Affairs Paying Agency, Malta

12.

39 351

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal

ARR, Polska

13.

11 640

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal

IFAP I.P., Portugal

14.

135 555

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal

Agenția de Plăți și Intervenție pentru Agricultură, România

15.

9 810

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal

Agencija Republike Slovenije za kmetijske trge in razvoj podeželja, Ljubljana

16.

6 852

AMA Αυστρία

Държавен фонд «Земеделие» — Разплащателна агенция, Sofia

17.

65 045

Pôdohospodárska platobná agentúra, Slovenská Republika

FEGA, España

18.

78 613

Pôdohospodárska platobná agentúra, Slovenská Republika

AGEA, Italia

19.

199 816

Agency for Rural Affairs, Suomi/Finland

ARR, Polska

20.

13 263

SJV, Sverige

FEGA, España

21.

21 929

SJV, Sverige

Rural Support Service, Latvia

22.

35 882

SJV, Sverige

IFAP I.P., Portugal

β)

Επιτρεπόμενες ενδοκοινοτικές μεταφορές ζάχαρης στο πλαίσιο του σχεδίου για το δημοσιονομικό έτος 2010:

 

Ποσότητα

(σε τόνους)

Κάτοχος

Αποδέκτης

1.

2 129

SZIF-Česká Republika

ARR, Polska

2.

397

OFI, Ireland

BIRB, Belgique

3.

995

OFI, Ireland

FranceAgriMer, France

4.

1 724

AGEA, Italia

Държавен фонд «Земеделие» — Разплащателна агенция, Sofia

5.

3 483

AGEA, Italia

FEGA, España

6.

2 252

AGEA, Italia

FranceAgriMer, France

7.

1 182

AGEA, Italia

VĮ Lietuvos žemės ūkio ir maisto produktų rinkos reguliavimo agentūra

8.

1 938

AGEA, Italia

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal

9.

8 694

AGEA, Italia

ARR, Polska

10.

1 045

AGEA, Italia

IFAP I.P., Portugal

11.

5 577

AGEA, Italia

Agenția de Plăți și Intervenție pentru Agricultură, România

12.

289

AGEA, Italia

Agencija Republike Slovenije za kmetijske trge in razvoj podeželja, Ljubljana

γ)

Επιτρεπόμενες ενδοκοινοτικές μεταφορές βουτύρου στο πλαίσιο του σχεδίου για το δημοσιονομικό έτος 2010:

 

Ποσότητα

(σε τόνους)

Κάτοχος

Αποδέκτης

1.

9 894

BLE, Deutschland

AGEA, Italia

2.

10 106

Dienst Regelingen Roermond, Netherlands

AGEA, Italia

δ)

Επιτρεπόμενες ενδοκοινοτικές μεταφορές σκόνης αποβουτυρωμένου γάλακτος στο πλαίσιο του σχεδίου για το δημοσιονομικό έτος 2010:

 

Ποσότητα

(σε τόνους)

Κάτοχος

Αποδέκτης

1.

600

SZIF-Česká Republika

Agencija Republike Slovenije za kmetijske trge in razvoj podeželja, Ljubljana

2.

5 889

BLE, Deutschland

ΟΠΕΚΕΠΕ, Ελλάδα

3.

969

PRIA, Eesti

Rural Support Service, Latvia

4.

18 166

FranceAgriMer, France

AGEA, Italia

5.

4 500

VĮ Lietuvos žemės ūkio ir maisto produktų rinkos reguliavimo agentūra

Agenția de Plăți și Intervenție pentru Agricultură, România


20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/14


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1112/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Νοεμβρίου 2009

σχετικά με την αναστολή της υποβολής αιτήσεων πιστοποιητικών εισαγωγής για προϊόντα του τομέα της ζάχαρης στο πλαίσιο ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 891/2009 της Επιτροπής, της 25ης Σεπτεμβρίου 2009, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (2), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι ποσότητες τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν στις αρμόδιες αρχές από 1η έως 7 Νοεμβρίου 2009 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 891/2009, είναι ίσες προς τη διαθέσιμη ποσότητα με αύξοντα αριθμό 09.4321.

(2)

Πρέπει να ανασταλεί η υποβολή συμπληρωματικών αιτήσεων πιστοποιητικών για τον εν λόγω αύξοντα αριθμό 09.4321 έως το τέλος της περιόδου εμπορίας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 891/2009,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η υποβολή συμπληρωματικών αιτήσεων πιστοποιητικών που αντιστοιχούν στους αύξοντες αριθμούς, οι οποίοι αναφέρονται στο παράρτημα, αναστέλλεται έως το τέλος της περιόδου εμπορίας 2009/10.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 254 της 26.9.2009, σ. 82.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«Ζάχαρη παραχωρήσεων CXL»

Περίοδος εμπορίας 2009/10

Αιτήσεις που υποβλήθηκαν από 1.11.2009 έως 7.11.2009

Αύξων αριθμός

Χώρα

Συντελεστής κατανομής

(σε %)

Συμπληρωματικές αιτήσεις

09.4317

Αυστραλία

 

09.4318

Βραζιλία

 

09.4319

Κούβα

 

09.4320

Οποιαδήποτε τρίτη χώρα

έχουν ανασταλεί

09.4321

Ινδία

 (1)

έχουν ανασταλεί

«—»

:

Άνευ αντικειμένου: δεν διαβιβάστηκε στην Επιτροπή καμία αίτηση πιστοποιητικού.


«Ζάχαρη Βαλκανίων»

Περίοδος εμπορίας 2009/10

Αιτήσεις που υποβλήθηκαν από 1.11.2009 έως 7.11.2009

Αύξων αριθμός

Χώρα

Συντελεστής κατανομής

(σε %)

Συμπληρωματικές αιτήσεις

09.4324

Αλβανία

 

09.4325

Βοσνία-Ερζεγοβίνη

 

09.4326

Σερβία, Μαυροβούνιο και Κοσσυφοπέδιο (2)

 (3)

 

09.4327

Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας

 

09.4328

Κροατία

 (3)

 

«—»

:

Άνευ αντικειμένου: δεν διαβιβάστηκε στην Επιτροπή καμία αίτηση πιστοποιητικού.


«Ζάχαρη έκτακτης εισαγωγής» και «Βιομηχανική ζάχαρη εισαγωγής»

Περίοδος εμπορίας 2009/10

Αιτήσεις που υποβλήθηκαν από 1.11.2009 έως 7.11.2009

Αύξων αριθμός

Τύπος

Συντελεστής κατανομής

(σε %)

Συμπληρωματικές αιτήσεις

09.4380

Έκτακτης εισαγωγής

έχουν ανασταλεί

09.4390

Βιομηχανική ζάχαρη εισαγωγής

 (4)

έχουν ανασταλεί

«—»

:

Άνευ αντικειμένου: δεν διαβιβάστηκε στην Επιτροπή καμία αίτηση πιστοποιητικού.


(1)  Άνευ αντικειμένου: οι αιτούμενες ποσότητες δεν υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες και χορηγούνται πλήρως.

(2)  Άνευ αντικειμένου: οι αιτούμενες ποσότητες δεν υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες και χορηγούνται πλήρως.

(3)  Κοσσυφοπέδιο βάσει του ψηφίσματος 1244/1999 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

(4)  Άνευ αντικειμένου: οι αιτούμενες ποσότητες δεν υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες και χορηγούνται πλήρως.


20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/16


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1113/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Νοεμβρίου 2009

για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1), και ιδίως το άρθρο 164 παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 162 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, η διαφορά μεταξύ των τιμών των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρος XVI του εν λόγω κανονισμού στη διεθνή αγορά και των τιμών των εν λόγω προϊόντων στην κοινοτική αγορά μπορεί να καλύπτεται με επιστροφή κατά την εξαγωγή.

(2)

Λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης που επικρατεί επί του παρόντος στην αγορά στον τομέα του γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, οι επιστροφές κατά την εξαγωγή πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τους κανόνες και ορισμένα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 162, 163, 164, 167, 169 και 170 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

(3)

Το άρθρο 164 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ορίζει ότι η επιστροφή είναι δυνατόν να διαφοροποιηθεί ανάλογα με τον τόπο προορισμού, ιδίως εάν η κατάσταση της διεθνούς αγοράς, οι ειδικές ανάγκες ορισμένων αγορών ή οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης το καθιστούν αναγκαίο.

(4)

Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή για τη Δομινικανή Δημοκρατία διαφοροποιήθηκαν ώστε να ληφθούν υπόψη οι μειωμένοι δασμοί που επιβάλλονται στις εισαγωγές στο πλαίσιο της εισαγωγικής δασμολογικής ποσόστωσης σύμφωνα με το μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δομινικανής Δημοκρατίας για την προστασία κατά την εισαγωγή γάλακτος σε σκόνη στη Δομινικανή Δημοκρατία (2), που εγκρίθηκε με την απόφαση 98/486/ΕΚ του Συμβουλίου (3). Λόγω της αλλαγής της κατάστασης στην αγορά της Δομινικανής Δημοκρατίας που χαρακτηρίζεται από αύξηση του ανταγωνισμού για τη σκόνη γάλακτος, η ποσόστωση δεν χρησιμοποιείται πλήρως. Προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η χρήση της ποσόστωσης, πρέπει να καταργηθεί η διαφοροποίηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τη Δομινικανή Δημοκρατία.

(5)

Η επιτροπή διαχείρισης της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών δεν διατύπωσε γνώμη στην προθεσμία που όρισε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα προϊόντα για τα οποία λαμβάνονται επιστροφές κατά την εξαγωγή οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 164 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και τα ποσά των εν λόγω επιστροφών καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, με την επιφύλαξη των όρων του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1282/2006 της Επιτροπής (4).

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 218 της 6.8.1998, σ. 46.

(3)  ΕΕ L 218 της 6.8.1998, σ. 45.

(4)  ΕΕ L 234 της 29.8.2006, σ. 4.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Επιστροφές κατά την εξαγωγή για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα που εφαρμόζονται από την 20ή Νοεμβρίου 2009

Κωδικός προϊόντος

Προορισμός

Μονάδα μέτρησης

Επιστροφή

0401 30 31 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0401 30 31 9400

L20

EUR/100 kg

0,00

0401 30 31 9700

L20

EUR/100 kg

0,00

0401 30 39 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0401 30 39 9400

L20

EUR/100 kg

0,00

0401 30 39 9700

L20

EUR/100 kg

0,00

0401 30 91 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0401 30 99 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0401 30 99 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 10 11 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 10 19 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 10 99 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 11 9200

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 11 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 11 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 11 9900

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 17 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 19 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 19 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 19 9900

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 91 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 91 9200

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 91 9350

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 99 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 99 9200

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 99 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 99 9400

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 99 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 99 9600

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 21 99 9700

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 29 15 9200

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 29 15 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 29 15 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 29 19 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 29 19 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 29 19 9900

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 29 99 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 29 99 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 91 10 9370

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 91 30 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 91 99 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 99 10 9350

L20

EUR/100 kg

0,00

0402 99 31 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 11 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 13 9200

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 13 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 13 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 13 9900

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 33 9400

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 59 9310

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 59 9340

L20

EUR/100 kg

0,00

0403 90 59 9370

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 21 9120

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 21 9160

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 23 9120

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 23 9130

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 23 9140

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 23 9150

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 81 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 83 9110

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 83 9130

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 83 9150

L20

EUR/100 kg

0,00

0404 90 83 9170

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 11 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 11 9700

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 19 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 19 9700

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 30 9100

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 30 9300

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 30 9700

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 50 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 50 9700

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 10 90 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 20 90 9500

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 20 90 9700

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 90 10 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0405 90 90 9000

L20

EUR/100 kg

0,00

0406 10 20 9640

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 10 20 9650

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 10 20 9830

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 10 20 9850

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 20 90 9913

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 20 90 9915

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 20 90 9917

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 20 90 9919

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 30 31 9730

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 30 31 9930

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 30 31 9950

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 30 39 9500

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 30 39 9700

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 30 39 9930

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 30 39 9950

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 40 50 9000

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 40 90 9000

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 13 9000

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 15 9100

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 17 9100

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 21 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 23 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 25 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 27 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 32 9119

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 35 9190

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 35 9990

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 37 9000

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 61 9000

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 63 9100

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 63 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 69 9910

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 73 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 75 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 76 9300

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 76 9400

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 76 9500

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 78 9100

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 78 9300

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 79 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 81 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 85 9930

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 85 9970

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 86 9200

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 86 9400

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 86 9900

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 87 9300

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 87 9400

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 87 9951

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 87 9971

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 87 9973

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 87 9974

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 87 9975

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 87 9979

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 88 9300

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

0406 90 88 9500

L04

EUR/100 kg

0,00

L40

EUR/100 kg

0,00

Οι προορισμοί ορίζονται ως εξής:

L20

:

Όλοι οι προορισμοί εκτός από:

α)

τις τρίτες χώρες: Ανδόρα, Αγία Έδρα (κράτος της πόλης του Βατικανού), Λιχτενστάιν και ΗΠΑ·

β)

εδάφη κρατών μελών της ΕΕ τα οποία δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας: Νήσοι Φερόε, Γροιλανδία, Ελιγολάνδη, Φέουτα και Μελίλια, οι δήμοι Livigno και Campione της Ιταλίας, και οι περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις οποίες η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί ουσιαστικό έλεγχο·

γ)

ευρωπαϊκά εδάφη που δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, των οποίων οι εξωτερικές σχέσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους: Γιβραλτάρ.

δ)

οι εξαγωγές που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1, το άρθρο 41 παράγραφος 1 και το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 612/2009 της Επιτροπής (ΕΕ L 186 της 17.7.2009, σ. 1).

L04

:

Αλβανία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Σερβία, Κοσυφοπέδιο (), Μαυροβούνιο και πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

L40

:

Όλοι οι προορισμοί εκτός από:

α)

τις τρίτες χώρες: L04, Ανδόρα, Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία, Ελβετία, Αγία Έδρα (κράτος της Πόλης του Βατικανού), ΗΠΑ, Κροατία, Τουρκία, Αυστραλία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία και Νότια Αφρική·

β)

εδάφη των κρατών μελών της ΕΕ που δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας: Νήσοι Φερόε, Γροιλανδία, Ελιγολάνδη, Φέουτα, Μελίλια, δήμοι Livigno και Campione της Ιταλίας και περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις οποίες η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί ουσιαστικό έλεγχο·

γ)

ευρωπαϊκά εδάφη που δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, των οποίων οι εξωτερικές σχέσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους: Γιβραλτάρ.

δ)

οι εξαγωγές που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1, το άρθρο 41 παράγραφος 1 και το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 612/2009 της Επιτροπής (ΕΕ L 186 της 17.7.2009, σ. 1).


(1)  Όπως ορίζεται στο ψήφισμα 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών της 10ης Ιουνίου 1999.


20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/20


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1114/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Νοεμβρίου 2009

για τη μη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 619/2008

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1), και ιδίως το άρθρο 164 παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 619/2008 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2008, σχετικά με την έναρξη διαρκούς δημοπρασίας για επιστροφές κατά την εξαγωγή που αφορούν ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα (2) προβλέπει διαδικασία διαρκούς δημοπρασίας.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1454/2007 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 2007, περί καθορισμού κοινών κανόνων για τη θέσπιση διαδικασίας δημοπρασίας για τον καθορισμό επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά ορισμένα γεωργικά προϊόντα (3) και κατόπιν εξέτασης των προσφορών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της προκήρυξης της δημοπρασίας, κρίνεται σκόπιμο να μη χορηγηθεί επιστροφή για την περίοδο της υποβολής των προσφορών που λήγει οτις 17 Νοεμβρίου 2009.

(3)

Η επιτροπή διαχείρισης της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών δεν διατύπωσε γνώμη στην προθεσμία που όρισε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προκηρύχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 619/2008, για την περίοδο υποβολής προσφορών που λήγει οτις 17 Νοεμβρίου 2009, δεν χορηγείται καμία επιστροφή κατά την εξαγωγή για το προϊόν και τους προορισμούς που αναφέρονται αντιστοίχως στο άρθρο 1 στοιχείο γ) και στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 168 της 28.6.2008, σ. 20.

(3)  ΕΕ L 325 της 11.12.2007, σ. 69.


20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/21


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1115/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Νοεμβρίου 2009

για τον καθορισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών στους τομείς του κρέατος πουλερικών και των αυγών, καθώς και της αυγοαλβουμίνης και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1484/95

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1), και ιδίως το άρθρο 143,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 614/2009 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2009, περί κοινού συστήματος εμπορίας για την ωοαλβουμίνη και τη γαλακτοαλβουμίνη (2), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1484/95 της Επιτροπής (3) καθόρισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγικών δασμών και τις αντιπροσωπευτικές τιμές στους τομείς του κρέατος πουλερικών και των αυγών, καθώς και της αυγοαλβουμίνης.

(2)

Από τον τακτικό έλεγχο των δεδομένων, στα οποία βασίζεται ο καθορισμός των αντιπροσωπευτικών τιμών, για τα προϊόντα των τομέων του κρέατος πουλερικών και των αυγών καθώς και της αυγοαλβουμίνης προκύπτει ότι πρέπει να τροποποιηθούν οι αντιπροσωπευτικές τιμές για τις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων, λαμβάνοντας υπόψη τις διακυμάνσεις των τιμών ανάλογα με την καταγωγή. Συνεπώς, πρέπει να δημοσιευθούν οι αντιπροσωπευτικές τιμές.

(3)

Είναι αναγκαίο να εφαρμοστεί η τροποποίηση αυτή το συντομότερο δυνατό, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης της αγοράς.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1484/95 αντικαθίσταται από το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 181 της 14.7.2009, σ. 8.

(3)  ΕΕ L 145 της 29.6.1995, σ. 47.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2009, για τον καθορισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών στους τομείς του κρέατος πουλερικών και των αυγών, καθώς και της αυγοαλβουμίνης και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1484/95

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή των εμπορευμάτων

Αντιπροσωπευτική τιμή

(EUR/100 kg)

Εγγύηση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3

(EUR/100 kg)

Καταγωγή (1)

0207 12 10

Σφάγια από κοτόπουλα, που ονομάζονται “κοτόπουλα 70 %”, κατεψυγμένα

81,9

2

AR

0207 12 90

Σφάγια από κοτόπουλα, που ονομάζονται “κοτόπουλα 65 %”, κατεψυγμένα

111,7

2

BR

106,7

3

AR

0207 14 10

Τεμάχια χωρίς κόκαλα από κατεψυγμένους πετεινούς ή κότες

196,7

32

BR

192,6

34

AR

295,8

1

CL

0207 14 50

Στήθια από κοτόπουλα, κατεψυγμένα

203,5

3

BR

149,3

19

AR

0207 14 60

Μηροί από κοτόπουλα, κατεψυγμένοι

98,6

13

BR

116,1

8

AR

0207 25 10

Σφάγια από κοτόπουλα, που ονομάζονται “κοτόπουλα 80 %”, κατεψυγμένα

162,2

0

BR

0207 27 10

Τεμάχια χωρίς κόκαλα από γαλοπούλες, κατεψυγμένα

233,4

19

BR

279,0

5

CL

0408 91 80

Αυγά χωρίς το τσόφλι αποξεραμένα

340,9

0

AR

1602 32 11

Παρασκευάσματα άψητα από πετεινούς ή κότες

218,1

21

BR


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός “ZZ” αφορά “άλλες χώρες καταγωγής”.»


20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/23


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1116/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Νοεμβρίου 2009

για τον καθορισμό των ποσοστών των επιστροφών που εφαρμόζονται στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1), και ιδίως το άρθρο 164 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 162 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ορίζει ότι η διαφορά μεταξύ των τιμών στο διεθνές εμπόριο των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο ιστ) και παρατίθενται στο μέρος XVΙ του παραρτήματος Ι του εν λόγω κανονισμού και των τιμών στην Κοινότητα μπορεί να καλυφθεί από επιστροφή κατά την εξαγωγή όταν τα προϊόντα εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων που παρατίθενται στο μέρος ΙV του παραρτήματος ΧΧ του κανονισμού αυτού.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1043/2005 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2005, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/93 του Συμβουλίου, όσον αφορά το σύστημα επιστροφών κατά την εξαγωγή και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα Ι της Συνθήκης (2) προσδιορίζει τα προϊόντα για τα οποία θα καθοριστεί ποσοστό επιστροφής που πρέπει να εφαρμόζεται κατά την εξαγωγή όταν τα προϊόντα εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων που παρατίθενται στο μέρος ΙV του παραρτήματος ΧΧ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1043/2005, το πoσοστό της επιστροφής ανά 100 χιλιόγραμμα καθενός από τα εν λόγω βασικά προϊόντα καθορίζεται για χρονικό διάστημα της ίδιας διάρκειας με εκείνο που ισχύει για τον καθορισμό των επιστροφών οι οποίες εφαρμόζονται για τα ίδια αυτά προϊόντα όταν εξάγονται ως έχουν.

(4)

Το άρθρο 169 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ορίζει ότι η επιστροφή που χορηγείται κατά την εξαγωγή προϊόντος ενσωματωμένου σε εμπόρευμα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιστροφή που εφαρμόζεται για το ίδιο αυτό προϊόν όταν εξάγεται ως έχει.

(5)

Στην περίπτωση ορισμένων γαλακτοκομικών προϊόντων τα οποία εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης, υπάρχει ο κίνδυνος, εάν καθορίζονται εκ των προτέρων υψηλά ποσοστά επιστροφών, να διακυβεύονται οι αναλήψεις υποχρεώσεων που συνδέονται με αυτές τις επιστροφές. Ως εκ τούτου, για να αποτραπεί ο κίνδυνος αυτός, κρίνεται αναγκαία η λήψη κατάλληλων προληπτικών μέτρων, χωρίς όμως να αποκλείεται η σύναψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων. Ο καθορισμός ειδικών ποσοστών επιστροφών για τον εκ των προτέρων καθορισμό των επιστροφών σχετικά με τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να επιτρέψει την επίτευξη και των δύο αυτών στόχων.

(6)

Το άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1043/2005 προβλέπει ότι για τον καθορισμό του ποσοστού επιστροφής λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση, οι ενισχύσεις ή τα άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος που εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού σχετικά με την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών για τα βασικά προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1043/2005 ή τα εξομοιούμενα προϊόντα.

(7)

Σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, χορηγείται ενίσχυση για το αποκορυφωμένο γάλα που παράγεται στην Κοινότητα και μεταποιείται σε καζεΐνη, εάν το γάλα αυτό και η καζεΐνη που παρασκευάζεται από αυτό ανταποκρίνονται σε ορισμένες προϋποθέσεις.

(8)

Η επιτροπή διαχείρισης της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών δεν διατύπωσε γνώμη στην προθεσμία που όρισε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα ποσοστά των επιστροφών για τα βασικά προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του κανoνισμoύ (ΕΚ) αριθ. 1043/2005 και στο μέρος XVI του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και τα οποία εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων που αναφέρονται στο μέρος ΙV του παραρτήματος ΧΧ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 καθορίζονται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Heinz ZOUREK

Γενικός Διευθυντής Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 172 της 5.7.2005, σ. 24.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ποσοστά των επιστροφών που εφαρμόζονται από τις 20 Νοεμβρίου 2009 σε ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης  (1)

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή εμπορευμάτων

Ποσοστά των επιστροφών

Σε περιπτώσεις προκαθορισμού των επιστροφών

Λοιπές

ex 0402 10 19

Γάλα σε σκόνη, σε κόκκους ή σε άλλη στερεά μορφή, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή λοιπών γλυκαντικών, με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες < 1,5 % (PG 2):

 

 

α)

σε περίπτωση εξαγωγής εμπορευμάτων που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 3501

β)

σε περίπτωση εξαγωγής άλλων εμπορευμάτων

0,00

0,00

ex 0402 21 19

Γάλα σε σκόνη, σε κόκκους ή σε άλλη στερεά μορφή, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή λοιπών γλυκαντικών, με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 26 % (PG 3):

0,00

0,00

ex 0405 10

Βούτυρο με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 82 % (PG 6):

 

 

α)

σε περίπτωση εξαγωγής εμπορευμάτων που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 2106 90 98, περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες γάλακτος ίσης ή ανώτερης του 40 % κατά βάρος

0,00

0,00

β)

σε περίπτωση εξαγωγής άλλων εμπορευμάτων

0,00

0,00


(1)  Τα ποσοστά που ορίζονται στο παρόν παράρτημα δεν εφαρμόζονται στις εξαγωγές σε:

α)

τρίτες χώρες: Ανδόρα, Αγία Έδρα (κράτος του Βατικανού), Λιχτενστάιν, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στα εμπορεύματα που παρατίθενται στους πίνακες Ι και ΙΙ του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της 22ας Ιουλίου 1972, τα οποία εξάγονται στην Ελβετική Συνομοσπονδία.

β)

εδάφη των κρατών μελών της ΕΕ που δεν αποτελούν τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας: Θέουτα, Μελίλια, δήμοι Livigno και Campione d’Italia, νήσος Ελιγολάνδη, Γροιλανδία, νήσοι Φερόε και περιοχές της Κύπρου στις οποίες η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί ουσιαστικό έλεγχο.

γ)

Ευρωπαϊκά εδάφη για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων είναι υπεύθυνο ένα κράτος μέλος και τα οποία δεν ανοίκουν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας: Γιβραλτάρ.

δ)

προορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1, το άρθρο 41 παράγραφος 1 και το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 612/2009 της Επιτροπής (ΕΕ L 186 της 17.7.2009, σ. 1).


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/26


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 26ης Νοεμβρίου 2008

σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Αυστρία στην επιχείρηση Postbus στην περιφέρεια Lienz — C 16/07 (ex NN 55/06)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 7034]

(Το γερμανικό κείμενο είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2009/845/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με τις επιστολές που ελήφθησαν στις 2 Αυγούστου 2002 (2) και στις 23 Αυγούστου 2003 (3), μια αυστριακή ιδιωτική εταιρεία λεωφορείων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με κρατική ενίσχυση που, κατά τους ισχυρισμούς της εν λόγω εταιρείας, το 2002 η δημόσια επιχείρηση διασυνδεδεμένων μεταφορών του Τιρόλου (Verkehrsverbund Tirol GmbH, εφεξής: Verkehrsverbund Tirol 2002) δήθεν χορήγησε στον ανταγωνιστή της καταγγέλλουσας εταιρείας, τη δημόσια επιχείρηση Postbus AG (εφεξής Postbus). Με επιστολή της, με ημερομηνία 14 Ιουλίου 2005 (4), η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από την Αυστρία σχετικά με την εν λόγω καταγγελία. Με επιστολή της, με ημερομηνία 3 Οκτωβρίου 2005 (5), η Αυστρία κοινοποίησε στην Επιτροπή τις πληροφορίες που ζητήθηκαν.

(2)

Η Επιτροπή απέστειλε στις 30 Μαΐου 2007 (6) επιστολή στην Αυστρία, με την οποία την ενημέρωσε ότι αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το εν λόγω μέτρο.

(3)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (7).

(4)

Η Αυστρία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της με επιστολή της 18ης Ιουλίου 2007 (8).

(5)

Ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή, με επιστολή του της 24ης Ιουλίου 2007 (9), ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον για τη συνέχιση της υπόθεσης.

(6)

Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από κανέναν άλλον ενδιαφερόμενο.

2.   ΔΙΕΞΟΔΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

2.1.   Μέτρο υπό εξέταση

2.1.1.   Ιστορικό

(7)

Η Verkehrsverbund Tirol αποτελεί δημόσια επιχείρηση ιδιωτικού δικαίου. Παρόμοιοι οργανισμοί υπάρχουν σε όλες τις περιφέρειες, με την κοινή ονομασία Verkehrsverbundgesellschaften. Οι οργανισμοί αυτοί είναι υπεύθυνοι για το σχεδιασμό και το συντονισμό των συγκοινωνιών στην περιφέρειά τους. Σύμφωνα με τον Bundesgesetz über die Ordnung des öffentlichen Personennah- und Regionalverkehrs (Ομοσπονδιακός νόμος για την οργάνωση των δημόσιων αστικών και περιφερειακών επιβατικών μεταφορών, στο εξής: ÖPNRV-G), οι οργανισμοί αυτοί λαμβάνουν ετήσιες επιχορηγήσεις από το αντίστοιχο ομόσπονδο κρατίδιο, ώστε να εξασφαλίζεται προσηκόντως η δημόσια μεταφορά επιβατών στην περιφέρεια.

(8)

Οι Verkehrsverbund Tirol και Postbus σύναψαν στις 12 Ιουλίου 2002 σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας για τη μεταφορά επιβατών στις γραμμές λεωφορείων 5002, 5008, 5010, 5012, 5014, 5050 και 5052 στην περιφέρεια του Lienz.

(9)

Σύμφωνα με την αυστριακή διοικητική νομοθεσία, οι επιχειρήσεις εκτέλεσης μεταφορών πρέπει να διαθέτουν τη σχετική άδεια εκτέλεσης δρομολογίων με λεωφορείο. Η χορήγηση της άδειας είναι ανεξάρτητη από τη σύναψη της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

(10)

Η Postbus ήταν ήδη κάτοχος των αδειών για την εκτέλεση των επτά γραμμών που κάλυπτε η σύμβαση, πριν από τη σύναψη της σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας. Η Postbus είχε υποβάλει αίτηση για τις άδειες με δική της πρωτοβουλία, χωρίς να γνωρίζει με βεβαιότητα εάν θα της καταβληθεί αντιστάθμιση. Συνεπώς, με βάση την αυστριακή νομοθεσία, τα εν λόγω δρομολόγια λογιζόταν ότι λειτουργούν ως «eigenwirtschaftlich» (με κριτήριο το εμπορικό συμφέρον). Η διάκριση μεταξύ «eigenwirtschaftlich» και «gemeinwirtschaftlich» (με κριτήριο το κοινό συμφέρον) ήταν σημαντική για τους αυστριακούς κανόνες περί ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων, διότι μόνο οι συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας για δρομολόγια που λειτουργούν με κριτήριο το κοινό συμφέρον υπόκεινται στους κανόνες περί δημόσιων συμβάσεων. Συνεπώς, η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης, συνομολογήθηκε χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία για τις δημόσιες συμβάσεις.

2.1.2.   Διεξοδική περιγραφή της υπό εξέταση σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας

(11)

Η σύμβαση είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς με λεωφορεία από την Postbus έναντι αμοιβής. Τέθηκε σε ισχύ αναδρομικά την 1η Ιανουαρίου 2002 και έχει απεριόριστη χρονική ισχύ. Καθένα από τα μέρη έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση τηρώντας προθεσμία προειδοποίησης έξι μηνών, αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο του 2006 και μετά.

(12)

Για τον υπολογισμό της αμοιβής, γίνεται διάκριση στη σύμβαση μεταξύ Bestellleistungen και Bestandsleistungen.

(13)

Ως Bestellleistungen ορίζεται στη σύμβαση ένα ορισμένο εύρος υπηρεσιών μεταφοράς με λεωφορεία, για τις οποίες καταβάλλεται στην επιχείρηση μια καθορισμένη αμοιβή. Το μέρος IV (3) της σύμβασης προβλέπει ότι οι Bestelleistungen περιλαμβάνουν παροχές 204 807 km. Σύμφωνα με το μέρος XIII της σύμβασης, η Postbus εισπράττει κάθε χρόνο πληρωμές ύψους 527 000 EUR, προσαυξημένες κατά το φόρο κύκλου εργασιών. Οι πληρωμές πραγματοποιούνται σε δώδεκα δόσεις, επιμεριζόμενες κατά τη διάρκεια του έτους.

(14)

Με τον όρο Bestandsleistungen ορίζεται στη σύμβαση η παροχή υπηρεσιών μεταφοράς με λεωφορείο, για τις οποίες η καταβαλλόμενη αντιστάθμιση είναι η συνισταμένη τριών συνιστωσών. Σύμφωνα με το μέρος IV (3) της σύμβασης, οι Bestandsleistungen αφορούν 952 761 km. Στο μέρος X (2) προβλέπεται ότι η αντισταθμιστική αμοιβή για τις Bestandsleistungen ανέρχονται σε 1 690 000 EUR για το έτος 2002. Σύμφωνα με το μέρος X (3), η αντιστάθμιση αυτή συναπαρτίζεται από τις εξής χρηματικές συνιστώσες:

α)

την αντιστάθμιση διασύνδεσης (Verbundabgeltung), της οποίας το ύψος ορίζεται κάθε χρόνο για κάθε γραμμή·

β)

τα έσοδα που προέρχονται από τις επιστροφές ποσών στην Postbus από τις πωλήσεις εισιτηρίων, αφαιρουμένου του φόρου κύκλου εργασιών·

γ)

τις πληρωμές που χορηγούνται από το ομοσπονδιακό Υπουργείο Περιβάλλοντος, Νεολαίας και Οικογένειας στο πλαίσιο της εφαρμογής των μειωμένων εισιτηρίων για μαθητές και μαθητευομένους δυνάμει του άρθρου 29 ÖPNRV-G και των συμβάσεων που έχουν συναφθεί δυνάμει των άρθρων 30 f και 30 j του Familien Lasten Ausgleichs Gesetz (FLAG) (νόμου περί εξίσωσης των οικογενειακών βαρών) μεταξύ του υπουργείου και της Postbus.

(15)

Για το πρώτο έτος της σύμβασης, η Verbundabgeltung ορίζεται σε 1 690 000 EUR μείον τα έσοδα από την πώληση των εισιτηρίων και μείον τις αντισταθμίσεις που καταβάλλονται για τις τιμολογιακές υποχρεώσεις. Τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης τα μέρη δεν γνώριζαν ακόμη ούτε το ύψος των εσόδων από τις αντισταθμίσεις, αλλά ούτε και το ύψος των εσόδων από τις τιμολογιακές υποχρεώσεις. Η σύμβαση δεν καθορίζει, συνεπώς, το συνολικό ποσό για τη Verbundabgeltung.

(16)

Το συνολικό ποσό που οφειλόταν να καταβληθεί από τον Verkehrsverbund Tirol στην Postbus για το 2002 ανερχόταν επομένως σε 2 217 000 EUR (συμπεριλαμβανομένων των επιστρεφόμενων ποσών από τις πωλήσεις εισιτηρίων). Σε αντιστάθμισμα, η Postbus είχε αναλάβει την υποχρέωση να παρέχει υπηρεσίες μεταφοράς με λεωφορεία 1 157 568 km σύμφωνα με τα ωρολόγια προγράμματα και για τις γραμμές που ορίζονταν στη σύμβαση. Το τίμημα για κάθε χιλιόμετρο ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 1,92 EUR.

2.1.3.   Ιστορική εξέλιξη του αυστριακού συστήματος

(17)

Η διάκριση μεταξύ Bestellleistungen και Bestandsleistungen οφείλεται κυρίως στην ιστορική πορεία εξέλιξης του ÖPNRV-G, στον οποίο καθορίζονται οι ρυθμίσεις για την οργάνωση και τη χρηματοδότηση των δημόσιων συγκοινωνιών στα αγροτικά μέρη της Αυστρίας.

(18)

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του ÖPNRV-G, οι επιχειρήσεις μεταφορών με λεωφορεία που ανήκουν στο ομοσπονδιακό κράτος, όπως π.χ. η Postbus, έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την κάλυψη των ζημιών από το ομοσπονδιακό κράτος, εφόσον οι αξιώσεις είχαν προβληθεί έως την 1η Ιουνίου 1999 (Alteinnahmegarantie).

(19)

Για την περίοδο από 1ης Ιουνίου 1999, το ομοσπονδιακό κράτος θα καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό που καταβάλλεται ετησίως δυνάμει της Alteinnahmegarantie στους περιφερειακούς οργανισμούς οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την οργάνωση των μαζικών μεταφορών στα προάστεια, τις Verkehrsverbundgesellschaften. Οι οργανισμοί αυτοί χρησιμοποιούν τα εν λόγω ποσά για να αναθέσουν την εκτέλεση συγκοινωνιών με λεωφορεία σε επιχειρήσεις λεωφορείων. Πριν να αναθέσουν την εκτέλεση των μεταφορών αυτών, οι Verkehrsverbundgesellschaften είναι υποχρεωμένες να προγραμματίσουν την εκτέλεση των μαζικών συγκοινωνιών στην περιφέρειά τους σύμφωνα με τα άρθρα 11, 20 και 31 ÖPNRV-G (άρθρο 10 παράγραφος 2 ÖPNRV-G). Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης οικονομικά, αλλά και ποιοτικά κριτήρια που πρέπει να πληρούνται στις μαζικές συγκοινωνίες.

(20)

Από το έτος 2001, το ομοσπονδιακό κράτος θα μειώνει κάθε χρόνο κατά ένα πέμπτο τα ποσά που καταβάλλει στις Verkehrsverbundgesellschaften (άρθρο 10 παράγραφος 3 ÖPNRV-G).

(21)

Στο άρθρο 14 επόμενα ÖPNRV-G ορίζονται οι όροι ίδρυσης και οργάνωσης των Verkehrsverbundgesellschaften. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 19 παράγραφος 1 του ÖPNRV-G ορίζεται η υποχρέωση των Verkehrsverbundgesellschaften να αντικαταστήσουν το καθεστώς της Alteinnahmengarantie εντός προθεσμίας πέντε ετών από το 1999 με ένα σύστημα συμβάσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

2.1.4.   Δικαιολόγηση του τιμήματος που προβλέπεται στη σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας

(22)

Πριν υπογράψει τη σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας, η Verkehrsverbund Tirol χρησιμοποίησε τρεις διαφορετικές μεθόδους για να επαληθεύσει εάν ήταν δικαιολογημένη η αντιστάθμιση δημόσιας υπηρεσίας που προβλέπεται στη σύμβαση. Αυτές οι τρεις μέθοδοι είναι η εξέταση του κόστους ανά χιλιόμετρο (Prüfung nach Kilometersätzen), η εξέταση του κόστους ανά στοιχείο κόστους (Prüfung nach Kostensätzen) και η εξέταση του κόστους με βάση τις διάφορες κατηγορίες κόστους (Prüfung nach Einzelkostenpositionen).

2.2.   Αρχική εκτίμηση από την Επιτροπή

(23)

Στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή διατύπωσε αμφιβολίες κατά πόσον η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας που συνομολογήθηκε μεταξύ Verkehrsverbund Tirol και Postbus πληρούσε το δεύτερο από τα λεγόμενα κριτήρια της απόφασης Altmark (10). Δεδομένου ότι τα τέσσερα κριτήρια είναι σωρευτικά, δεν αξιολόγησε λεπτομερώς εάν πληρούνται το τρίτο και το τέταρτο κριτήριο, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης.

(24)

Όσον αφορά το ενδεχόμενο η κρατική ενίσχυση αυτής της μορφής να είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, στην απόφαση να κινηθεί η διαδικασία θεωρείται ότι η ενίσχυση μπορεί να είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 73 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1969 περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (11). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θεώρησε ότι το ποσό της αντιστάθμισης που καταβλήθηκε στην Postbus δεν φαινόταν να υπερβαίνει το ποσό που ήταν αναγκαίο για να καλύψει το κόστος εκπλήρωσης των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας που προκύπτουν από τη σύμβαση, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός εύλογου κέρδους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.

(25)

Ωστόσο, η Επιτροπή θεώρησε ότι εφόσον δεν προκηρύχθηκε δημόσιος διαγωνισμός και εφόσον ένας άμεσος ανταγωνιστής της Postbus ισχυρίστηκε ότι η Postbus είχε εισπράξει υπεραντιστάθμιση, έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα στον εν λόγω ανταγωνιστή και σε όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να σχολιάσουν τις μεθόδους που χρησιμοποίησε η Αυστρία για να ελέγξει το κόστος και να αποφύγει την υπεραντιστάθμιση, προτού πάρει οριστική θέση αναφορικά με το θέμα του κατά πόσον η Postbus λάμβανε υπεραντιστάθμιση ή όχι. Για τούς λόγους αυτούς, η Επιτροπή διατύπωσε αμφιβολίες κατά πόσον η Postbus είχε λάβει υπεραντιστάθμιση για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δυνάμει σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας.

3.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ

(26)

Οι παρατηρήσεις της Αυστρίας αφορούν:

α)

τη σχέση μεταξύ των κριτηρίων της απόφασης Altmark και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου·

β)

την εφαρμογή του δεύτερου κριτηρίου της απόφασης Altmark στην παρούσα περίπτωση·

γ)

την εφαρμογή του τρίτου και τέταρτου κριτηρίου της απόφασης Altmark στην παρούσα περίπτωση, συγκεκριμένα των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν για την επαλήθευση του κόστους και την αποφυγή υπεραντιστάθμισης·

δ)

το κατά πόσον η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας είναι συμβιβάσιμη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου.

(27)

Η Αυστρία θεωρεί ότι το άρθρο 73 της συνθήκης ΕΚ και ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69, που βασίζεται στο εν λόγω άρθρο, συνιστούν lex specialis σε σχέση με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Συνεπώς, όταν μια σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας πληροί τα κριτήρια του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου, δεν υφίσταται κρατική ενίσχυση και, κατά συνέπεια, δεν είναι ανάγκη να εξεταστεί η εν λόγω σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας υπό το πρίσμα του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και των κριτηρίων Altmark. Η Αυστρία βασίζει την ερμηνεία αυτή στη σκέψη 37 της απόφασης Altmark, σύμφωνα με την οποία:

«[…] επιβάλλεται να εξεταστεί ευθύς εξαρχής αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 έχει εφαρμογή στις επίμαχες μεταφορικές υπηρεσίες της υποθέσεως της κύριας δίκης. Μόνο σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως θα είναι απαραίτητη η εξέταση της εφαρμογής των γενικών διατάξεων της συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις σχετικά με τις επίμαχες στην κύρια δίκη επιδοτήσεις.»

3.1.   Εφαρμογή του δεύτερου κριτηρίου της απόφασης Altmark στην παρούσα υπόθεση

(28)

Η Αυστρία ισχυρίζεται ότι έστω και αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου δεν εξετάζει την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης, αλλά απλώς το πότε μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας που έχει συναφθεί μεταξύ Verkehrsverbund Tirol και Postbus πληροί σε κάθε περίπτωση τα τέσσερα κριτήρια της απόφασης Altmark.

(29)

Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο της απόφασης Altmark, η Αυστρία εξηγεί ότι τόσο η αμοιβή για τις Bestelleistungen, όσο και η αμοιβή για τις Bestandsleistungen καθορίστηκαν εξαρχής με τρόπο αντικειμενικό και διαφανή. Όσον αφορά τις Bestellleistungen, η Αυστρία εξηγεί ότι η σύμβαση αποτελεί καθαρή σύμβαση, βάσει της οποίας η Postbus λαμβάνει σταθερό τίμημα της τάξης των 2,57 EUR για κάθε χιλιόμετρο που διανύει το λεωφορείο (12). Συνεπώς, το τίμημα είχε οριστεί από πριν βάσει του αντικειμενικού και διαφανούς κριτηρίου «τιμή ανά διανυόμενο χιλιόμετρο».

(30)

Όσον αφορά τις Bestandsleistungen, η Αυστρία διευκρινίζει ότι το τίμημα είχε επίσης συμφωνηθεί από πριν από τα συμβαλλόμενα μέρη με βάση ένα σταθερό ποσό, και συγκεκριμένα έναντι καταβολής 1 690 000 EUR για τα 952 761 χιλιόμετρα που πρέπει να διανυθούν. Αυτό που δεν είχε οριστεί εκ των προτέρων ήταν ο ακριβής διαχωρισμός μεταξύ των τριών συνιστωσών της πληρωμής, δηλαδή των εσόδων από την έκδοση εισιτηρίων, της ανιστάθμισης για τις υποχρεώσεις ως προς τα κόμιστρα και της αντιστάθμισης για το ολοκληρωμένο σύστημα κυκλοφορίας. Η Αυστρία διευκρινίζει ότι η εξήγηση έγκειται στην ίδια τη φύση των τριών συνιστωσών, δύο από τις οποίες εξαρτώνται από τον αριθμό των μεταφερόμενων επιβατών, ενώ η τρίτη είναι η διαφορά μεταξύ του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος και του αθροίσματος των δύο πρώτων συνιστωσών.

(31)

Σε σχέση επίσης με αυτό, η Αυστρία συμπεραίνει ότι η σύμβαση είναι καθαρή σύμβαση, βάσει της οποίας η Postbus λαμβάνει σταθερό τίμημα 1, 77 EUR για κάθε χιλιόμετρο που διανύει το λεωφορείο και, συνεπώς, το τίμημα είχε οριστεί εκ των προτέρων, με τη χρήση του αντικειμενικού και διαφανούς κριτηρίου «τιμή ανά διανυόμενο χιλιόμετρο».

3.2.   Εφαρμογή του τρίτου και τέταρτου κριτηρίου της απόφασης Altmark στην παρούσα περίπτωση, συγκεκριμένα των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την επαλήθευση του κόστους και την αποφυγή υπεραντιστάθμισης

(32)

Η Αυστρία ισχυρίζεται ότι η Verkehrsverbund Tirol απέκλεισε το ενδεχόμενο υπεραντιστάθμισης για την Postbus ελέγχοντας το τίμημα που καταβάλλει στην Postbus ανά χιλιόμετρο με βάση τον μέσο όρο του κλάδου και χρησιμοποιώντας τρεις μεθόδους: επαλήθευση του κόστους ανά χιλιόμετρο, επαλήθευση του κόστους ανά στοιχείο κόστους και επαλήθευση του κόστους ανάλογα με τις διάφορες κατηγορίες δαπανών.

(33)

Στην απάντησή της για την κίνηση της διαδικασίας, η Αυστρία διαβίβασε στην Επιτροπή περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις δύο μεθόδους που χρησιμοποίησε για τον έλεγχο του κόστους παροχής μεταφορικών υπηρεσιών και την αποφυγή υπεραντιστάθμισης, και ειδικότερα για την επαλήθευση του κόστους ανά στοιχείο κόστους και την επαλήθευση του κόστους ανάλογα με τις διάφορες κατηγορίες δαπανών. Η Αυστρία θεωρεί ότι δεν χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις όσον αφορά την επαλήθευση του κόστους ανά χιλιόμετρο (13).

(34)

Οι αυστριακές αρχές θεωρούν ότι οι τρεις τρόποι επαλήθευσης του κόστους εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με το τρίτο (απουσία υπεραντιστάθμισης) και το τέταρτο κριτήριο (μέση επιχείρηση, χρηστή διαχείριση) της απόφασης Altmark.

3.2.1.   Επαλήθευση του κόστους ανά στοιχείο κόστους

(35)

Με τη μέθοδο «επαλήθευση του κόστους ανά στοιχείο κόστους», η Verkehrsverbund Tirol συνέκρινε το κόστος ανά στοιχείο κόστους της Postbus με το μέσο κόστος του κλάδου.

(36)

Βάσει του μέσου κόστους για τον κλάδο, η Postbus έπρεπε να πληροί τους ακόλουθους στόχους κόστους για τη σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας στην περιφέρεια Lienz:

Στοιχείο κόστους

Δαπάνες

Δαπάνες προσωπικού

[…] EUR (14)

Δαπάνες για καύσιμα και συντήρηση

[…] EUR

Δαπάνες οχημάτων (απόσβεση)

[…] EUR

Διοικητικές δαπάνες

[…] EUR

Σύνολο

[…] EUR

(37)

Η Αυστρία παρέχει την ακόλουθη λεπτομερή εξήγηση για τα ανωτέρω στοιχεία κόστους.

3.2.1.1.   Κόστος προσωπικού

(38)

Η Αυστρία βάσισε τον υπολογισμό των δαπανών προσωπικού σε 54 290 ώρες οδήγησης («Lenkerstunden») για την εκτέλεση των δρομολογίων στις γραμμές. Η Αυστρία διευκρίνισε ότι το ποσό αυτό βασίζεται στα χιλιόμετρα που πρέπει να διανυθούν σύμφωνα με το πρόγραμμα των δρομολογίων, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου αναμονής αλλά εξαιρουμένων των ταξιδίων επιστροφής στα τέρματα/αμαξοστάσια, των διαλειμμάτων για ξεκούραση του οδηγού κ.λπ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αυστρίας, ο Verkehrsverbund Tirol, με 21 χιλιόμετρα ανά ώρα, βασίστηκε σε σχετικά υψηλή απόδοση ανά ώρα (15), δεδομένου ότι ο μέσος όρος για την Αυστρία ανέρχεται σε 16 με 18 χιλιόμετρα ανά ώρα.

(39)

Όπως δήλωσε η Αυστρία, το μεικτό ωρομίσθιο οδήγησης (συμπεριλαμβανομένων των φόρων, των τελών, της στάθμευσης, της συντήρησης, της διαχείρισης και των πρόσθετων δαπανών προσωπικού) υπολογίζεται σε […] EUR. Το ποσό αυτό συναπαρτίζεται από τα εξής στοιχεία: την αυστριακή συλλογική σύμβαση εργασίας του 2002 που καλύπτει τους εργαζομένους στις επιχειρήσεις λεωφορείων ιδιωτικού δικαίου, η οποία προέβλεπε μέσο καθαρό ωρομίσθιο 7,55 EUR. Στο ποσό αυτό πρέπει καταρχήν να προστεθούν οι προσαυξήσεις για την εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες, για τις υπερωρίες καθώς και για τους φόρους και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Εάν ληφθεί υπόψη αυτό το πρόσθετο κόστος, το μέσο ωρομίσθιο ανέρχεται σε 16,30 EUR.

(40)

Επιπλέον αυτού του ωρομισθίου, υπάρχει προσαύξηση κατά […] % περίπου για τις δαπάνες προσωπικού τις σχετικές με τη στάθμευση, τη διεκπεραίωση και τη διαχείριση. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα γενικά έξοδα, μία ώρα λειτουργικής εκμετάλλευσης λεωφορείου συνεπάγεται συνολικό κόστος […] EUR.

(41)

Ο πολλαπλασιασμός του ετήσιου αριθμού ωρών οδήγησης επί το μέσο ωρομίσθιο συνεπάγεται συνολικές δαπάνες προσωπικού της τάξης των […] EUR (16).

3.2.1.2.   Δαπάνες για καύσιμα και συντήρηση

(42)

Όσον αφορά τις δαπάνες για καύσιμα και συντήρηση, η Verkehrsverbund Tirol υπολογίζει σε […] EUR το κόστος για κάθε χιλιόμετρο προγραμματισμένου δρομολογίου (1 157 568 χιλιόμετρα), οπότε το συνολικό ποσό ανέρχεται σε […] EUR. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται όλες οι σχετικές με τα οχήματα δαπάνες, πλην των δαπανών χρηματοδότησης, απόσβεσης και ελέγχου.

(43)

Η Αυστρία εξηγεί τον υπολογισμό της λεπτομερώς. Βασίζεται στην υπόθεση ότι για τις γραμμές στην περιφέρεια Lienz, θα χρειαστούν 4 λεωφορεία μήκους 15 μέτρων με κατανάλωση 45 λίτρων ανά 100 χιλιόμετρα και 21 λεωφορεία μήκους 12 μέτρων με κατανάλωση 36 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα. Η συνολική εκτιμώμενη κατανάλωση καυσίμων αυτού του στόλου ισοδυναμεί με 478 000 λίτρα. Με βάση τιμή για το καύσιμο ντίζελ […] EUR/λίτρο, οι συνολικές δαπάνες για καύσιμα ανέρχονται, συνεπώς, σε […] EUR.

(44)

Το κόστος συντήρησης εκτιμάται σε […] EUR ανά λεωφορείο (δαπάνες προσωπικού και υλικού), οπότε ανέρχεται συνολικά σε […] EUR για 25 λεωφορεία. Αν συνυπολογιστούν οι δαπάνες για καύσιμα και συντήρηση, τότε ισούνται με […] EUR.

(45)

Αυτό υπερβαίνει το ποσό των […] EUR που είχαν ληφθεί ως συγκριτικό ποσό αναφοράς. Συνεπώς, οι αυστριακές αρχές συμπεραίνουν ότι το στοιχείο του κόστους «καύσιμα και συντήρηση» αποτελεί πολύ συντηρητική εκτίμηση.

3.2.1.3.   Δαπάνες για την αγορά και την απόσβεση των οχημάτων

(46)

Οι δαπάνες της τάξης των […] EUR για την αγορά και την απόσβεση των οχημάτων βασίζονται στις εξής υποθέσεις:

α)

Οι γραμμές των λεωφορείων πρέπει να λειτουργούν με 4 λεωφορεία μήκους 15 μέτρων και με 21 λεωφορεία μήκους 12 μέτρων.

β)

Η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας ορίζει ότι η μέση ηλικία του στόλου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 6 χρόνια και ότι κάθε χρόνο πρέπει να ανανεώνεται τουλάχιστον το 10 % των οχημάτων του στόλου.

γ)

Η τιμή αγοράς ενός λεωφορείου 12 μέτρων είναι […] EUR, η μέση ετήσια απόδοση κεφαλαίου είναι 5 %, ενώ η περίοδος απόσβεσης είναι 8 χρόνια. Συνεπώς, η ετήσια δόση ανά όχημα ανέρχεται σε […] EUR.

δ)

Ωστόσο, επειδή η σύμβαση επιτρέπει τη χρήση των οχημάτων για περίοδο 12 ετών, το 1/3 του στόλου χρησιμοποιείται παρά το γεγονός ότι έχει πλήρως αποσβεστεί. Κατά συνέπεια, οι δαπάνες για την αγορά και την απόσβεση οχημάτων αφορούν μόνο τα 2/3 του στόλου, δηλαδή 16 οχήματα.

(47)

Βάσει αυτών των υποθετικών παραδοχών, οι ετήσιες δαπάνες για την αγορά και την απόσβεση οχημάτων ανέρχονται σε […] EUR (17).

3.2.1.4.   Διοικητικές δαπάνες

(48)

Όσον αφορά τις διοικητικές δαπάνες που ανέρχονται σε […] EUR, ο Verkehrsverbund Tirol βάσισε τους υπολογισμούς του στην παραδοχή […] % όλων των άλλων δαπανών ανά στοιχείο κόστους (18). Το ποσό αυτό καλύπτει τα έξοδα ενοικίασης γραφείου και τον εξοπλισμό γραφείου.

3.2.2.   Επαλήθευση του κόστους με βάση τις διάφορες κατηγορίες δαπανών

(49)

Με την επαλήθευση του κόστους βάσει των διαφόρων κατηγοριών δαπανών υπολογίζεται η αξιοπιστία των διαφόρων κατηγοριών δαπανών. Ο Verkehrsverbund Tirol χρησιμοποίησε στους υπολογισμούς του τις ακόλουθες δαπάνες:

Κατηγορίες δαπανών

Δαπάνες

Δαπάνες οδηγών

[…] EUR*

Δαπάνες προσωπικού (πλην των δαπανών οδηγών)

[…] EUR

Δαπάνες οχημάτων (απόσβεση)

[…] EUR

Δαπάνες για καύσιμα

[…] EUR

Δαπάνες για ελαστικά

[…] EUR

Άλλες δαπάνες (επισκευή, συντήρηση κ.λπ.)

[…] EUR

Διοικητικές δαπάνες

[…] EUR

Σύνολο

[…] EUR

(50)

Τα ποσά αυτά εξηγούνται και πάλι αναλυτικά.

3.2.2.1.   Δαπάνες οδηγών

(51)

Ο Verkehrsverbund Tirol βάσισε τον υπολογισμό των δαπανών οδηγών σε 28 οδηγούς, αριθμό που για την Αυστρία είναι χαμηλός για 25 λεωφορεία, εάν ληφθούν υπόψη οι διακοπές, οι περίοδοι αδράνειας λόγω ασθένειας κ.λπ. Αν και η αυστριακή συλλογική σύμβαση για τους εργαζομένους σε επιχειρήσεις λεωφορείων του ιδιωτικού τομέα προβλέπει ετήσιες μεικτές αποδοχές […] EUR (χωρίς άλλες επιβαρύνσεις ή φόρους), ο Verkehrsverbund Tirol υπολόγισε μόνο […] EUR. Κατά συνέπεια, οι δαπάνες προσωπικού ανέρχονται σε […] EUR.

3.2.2.2.   Δαπάνες προσωπικού

(52)

Όσον αφορά τις λοιπές δαπάνες προσωπικού για το προσωπικό που απασχολείται στη διοίκηση, τη διεκπεραίωση και τις υπηρεσίες αμαξοστασίου, ο Verkehrsverbund Tirol υπολόγισε ετήσιες μεικτές αποδοχές […] EUR ανά εργαζόμενο. Ο αριθμός των εργαζομένων υπολογίστηκε σε 8. Συνεπώς, οι άλλες δαπάνες προσωπικού ανέρχονται σε […] EUR.

3.2.2.3.   Δαπάνες οχημάτων

(53)

Οι δαπάνες οχημάτων βασίζονται στην ίδια παραδοχή που χρησιμοποιήθηκε για την επαλήθευση των δαπανών ανά στοιχείο κόστους.

3.2.2.4.   Δαπάνες για καύσιμα

(54)

Όσον αφορά τις δαπάνες καυσίμων, ο Verkehrsverbund Tirol βάσισε τον υπολογισμό σε κατανάλωση 465 000 λίτρων. Ως μέση τιμή καυσίμου έγινε αποδεκτή η τιμή των […] EUR ανά λίτρο. Συνεπώς, το μέσο συνολικό κόστος για καύσιμα ισοδυναμεί με […] EUR (18).

3.2.2.5.   Δαπάνες για ελαστικά

(55)

Όσον αφορά τις δαπάνες για ελαστικά, ο Verkehrsverbund Tirol υπολόγισε […] EUR για 2 ζεύγη ελαστικών κάθε χρόνο για 25 λεωφορεία, οπότε το κόστος για ελαστικά ανέρχεται σε […].

3.2.2.6.   Άλλες δαπάνες

(56)

Οι δαπάνες υλικών για οχήματα, συντήρηση, ασφάλιση, φόρους κ.λπ. εκτιμώνται κατά προσέγγιση σε […] EUR ετησίως. Σε αυτές περιλαμβάνεται η ασφάλεια κάθε οχήματος ύψους […] EUR ετησίως και οι δαπάνες υλικών ύψους […] EUR ανά χιλιόμετρο οδήγησης. Η συντήρηση 25 λεωφορείων υπολογίζεται σε […] EUR ετησίως. Το μίσθωμα για αμαξοστάσιο επιφάνειας 1 500 τετραγωνικών μέτρων υπολογίζεται σε […] EUR ετησίως.

3.2.2.7.   Διοικητικές δαπάνες

(57)

Οι διοικητικές δαπάνες εκτιμώνται σε περίπου […] EUR μηνιαίως, συνεπώς σε […] EUR ετησίως.

3.2.3.   Το συμπέρασμα της Αυστρίας για το τρίτο και τέταρτο κριτήριο της απόφασης Altmark

(58)

H Αυστρία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Verkehrsverbund Tirol αξιολόγησε το τίμημα που καταβάλλεται στην Postbus με βάση κατάλληλες, ρεαλιστικές και συντηρητικές εκτιμήσεις σχετικά με το ποσό που θα δαπανούσε μια μέση επιχείρηση λεωφορείων για την εκτέλεση μιας ανάλογης σύμβασης. Η Αυστρία υπογραμμίζει ότι το τίμημα που καταβλήθηκε στην Postbus, συγκεκριμένα 2 217 000 EUR, βρίσκεται εντός του εύρους τιμών των δύο επαληθεύσεων, που δίνουν ως αποτέλεσμα 2 224 965 και 2 205 619 EUR αντίστοιχα.

(59)

Συνεπώς, η Αυστρία θεωρεί ότι μπορεί να αποκλειστεί η υπεραντιστάθμιση για την Postbus και ότι το τίμημα που καταβλήθηκε στην Postbus αντιστοιχεί στο τίμημα που θα ζητούσε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση, κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα για να εκτελέσει τις εν λόγω μεταφορικές υπηρεσίες.

3.3.   Συμβιβάσιμο της σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου

(60)

Για τους λόγους που αναπτύχθηκαν προηγουμένως, η Αυστρία υποστηρίζει ότι η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας συμμορφώνεται πλήρως με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου.

4.   ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

(61)

Καταρχήν, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Αυστρίας ότι το άρθρο 87 παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε μια σύμβαση μεταφορικών υπηρεσιών που καλύπτεται από τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69.

(62)

Όντως, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 είναι κανονισμός που επιτρέπει να χαρακτηριστούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά ορισμένες ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη υπό τη μορφή αντισταθμίσεων για την επιβολή υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας και ο οποίος απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 για κοινοποίηση των ενισχύσεων στην Επιτροπή πριν από την εφαρμογή τους.

(63)

Ωστόσο, οι κανόνες που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις εφαρμόζονται μόνο στα μέτρα που συνιστούν κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Με άλλα λόγια, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 αποτελεί κανονισμό περί του συμβιβάσιμου.

(64)

Συνεπώς, θα πρέπει καταρχήν να διερευνηθεί εάν οι πληρωμές που προβλέπονται από τη σύμβαση μεταξύ Postbus και Verkehrsverbund συνιστούν κρατικές ενισχύσεις με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Εάν αυτό αληθεύει, πρέπει κατά δεύτερον να εξετασθεί εάν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

4.1.   Ύπαρξη κρατικών ενισχύσεων

(65)

Κατά το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, «ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η [παρούσα] συνθήκη ορίζει άλλως».

(66)

Οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης λεωφορείων, όπως η Postbus, ασκούν οικονομική δραστηριότητα και συγκεκριμένα τη μεταφορά προσώπων με αντάλλαγμα μια αμοιβή· είναι, συνεπώς, επιχειρήσεις με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(67)

Η Postbus εισπράττει τις ενισχύσεις από τον Verkehrsverbund Tirol, που χρηματοδοτείται από το Land Tirol (κρατίδιο του Τιρόλου) και την Ομοσπονδία. Συνεπώς, η πληρωμή αυτών των ποσών πραγματοποιείται από κρατικούς πόρους.

(68)

Τίθεται περαιτέρω το ερώτημα εάν η Postbus απολαμβάνει, χάρη στη σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης, επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα. Το Δικαστήριο ανέπτυξε τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για να εκτιμηθεί εάν υφίσταται αντιστάθμιση για μια δημόσια υπηρεσία στην απόφασή του «Altmark Trans» (19):

«… Εντούτοις, δημόσιες επιδοτήσεις που αποσκοπούν να παράσχουν τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως της εκμεταλλεύσεως τακτικών συγκοινωνιακών γραμμών αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών δεν καλύπτονται από τη διάταξη αυτή αν οι επιδοτήσεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως αντιστάθμιση αποτελούσα την αντιπαροχή έναντι παροχών εκ μέρους των δικαιούχων επιχειρήσεων προς εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας. […]:»

Σύμφωνα με το Δικαστήριο αυτό συμβαίνει εάν πληρούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:

«—

πρώτον, η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ενώ η υποχρέωση αυτή πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη.

δεύτερον, οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση πρέπει να έχουν προσδιορισθεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια.

τρίτον, η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός ευλόγου κέρδους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. […]

τέταρτον, όταν η επιλογή της επιχειρήσεως στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, παρέχουσας τη δυνατότητα επιλογής του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες με το μικρότερο, για το κοινωνικό σύνολο κόστος, το επίπεδο της απαραίτητης αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα προς ικανοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έσοδα και ένα εύλογο κέρδος από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.»

4.1.1.   Δικαιούχος επιχείρηση όντως επιφορτισμένη με την εκπλήρωση σαφώς καθοριζόμενης υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας

(69)

Το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69/ΕΚ δίνει τον ακόλουθο ορισμό για τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας: Ως «υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας» νοούνται οι υποχρεώσεις τις οποίες οι επιχειρήσεις μεταφορών, αν λάμβαναν αποκλειστικά υπόψη τα δικά τους συμφέροντα, δεν θα ανελάμβαναν ή δεν θα ανελάμβαναν στην ίδια έκταση ή με τους αυτούς όρους.

(70)

Στη σύμβαση μεταξύ Postbus και Verkehrsverbund Tirol καθορίζονται οι συγκεκριμένες απαιτήσεις που επιβάλλονται στον φορέα παροχής των υπηρεσιών, ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργία ενός ισορροπημένου δικτύου μεταφορών, λαμβανομένων υπόψη του αγροτικού χαρακτήρα και της χαμηλής πυκνότητας του πληθυσμού καθώς και των γεωγραφικών γνωρισμάτων των περιοχών που πρέπει να εξυπηρετηθούν. Τα στοιχεία αυτά δεν προσφέρουν στις επιχειρήσεις κανένα κίνητρο, ώστε να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες σε αυστηρά εμπορική βάση. Η επιχείρηση Postbus είναι υποχρεωμένη να προτείνει την προσφορά τέτοιων υπηρεσιών και ωραρίων εκτέλεσης δρομολογίων, ενώ οι γραμμές στις οποίες πρέπει να εκτελούνται τα δρομολόγια ορίζονται σαφώς στις συμβατικές υποχρεώσεις στο σημείο 2 της σύμβασης.

(71)

Από τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ της Postbus και του Verkehrsverbund Tirol προκύπτει συνεπώς ότι η Postbus είναι πράγματι επιφορτισμένη με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας μεταφορών στην περιφέρεια Lienz. Άρα πληρούται το πρώτο κριτήριο της απόφασης Altmark.

4.1.2.   Οι παράμετροι για τον υπολογισμό της αντιστάθμισης καθορίζονται εκ των προτέρων με αντικειμενικότητα και διαφάνεια

(72)

Δεύτερον, πρέπει να εξακριβωθεί εάν οι παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση καθορίστηκαν εκ των προτέρων με αντικειμενικότητα και διαφάνεια.

(73)

Στη σύμβαση γίνεται διάκριση μεταξύ πληρωμών για τις Bestellleistungen και πληρωμών για τις Bestandsleistungen. Όπως διευκρίνισε η Αυστρία στην απάντησή της στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η σύμβαση προβλέπει για τις δύο κατηγορίες συγκοινωνίας αμοιβή ανά διανυόμενο χιλιόμετρο προσφερόμενης υπηρεσίας. Η τιμή ανά χιλιόμετρο είναι 2,57 EUR για τις Bestellleistungen και 1,77 EUR για τις Bestandsleistungen. Οι Bestandsleistungen δεν διακρίνονται από τις Bestellleistungen παρά μόνο ως προς το ότι μία από τις συνιστώσες της αντιστάθμισης είναι προσαρμοσμένη κατά τρόπο ώστε να τηρείται συστηματικά η τιμή των 1,77 EUR ανά χιλιόμετρο.

(74)

Θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο καθορισμός της αντιστάθμισης βάσει τιμήματος ανά χιλιόμετρο που πρέπει να διανυθεί και του συνολικού αριθμού των χιλιομέτρων που πρέπει να διανυθούν αποτελεί τρέχουσα πρακτική για τις συμβάσεις μεταφορών με λεωφορεία, ιδίως αν η δημόσια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την οργάνωση των συγκοινωνιών επωμίζεται και τον κίνδυνο σε σχέση με τα έσοδα που προέρχονται από την πώληση εισιτηρίων. Έχοντας επανεξετάσει το περιεχόμενο των συμβάσεων υπό το φως των πρόσθετων εξηγήσεων της αυστριακής κυβέρνησης, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, σε αντίθεση με το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής της ανάλυσης στα σημεία 64 έως 71 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, η συναφθείσα σύμβαση μεταξύ Postbus και Verkehrsverbund Tirol συνιστά σύμβαση τέτοιου τύπου.

(75)

Ο καθορισμός της αντιστάθμισης βάσει τιμήματος ανά χιλιόμετρο που πρέπει να διανυθεί και του συνολικού αριθμού των χιλιομέτρων που πρέπει να διανυθούν ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο της απόφασης Altmark, δεδομένου ότι το τίμημα ανά χιλιόμετρο και ο συνολικός αριθμός των χιλιομέτρων που πρέπει να διανυθούν καθορίζονται εκ των προτέρων με αντικειμενικότητα και διαφάνεια.

(76)

Άρα πληρούται το δεύτερο κριτήριο της απόφασης Altmark.

4.1.3.   Απουσία υπεραντιστάθμισης

(77)

Από τα σημεία 96 έως 102 της απόφασης για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιλεγείσα από τον Verkehrsverbund Tirol μέθοδος για να αποκλειστεί η παρουσία υπεραντιστάθμισης, δηλαδή η επαλήθευση του τιμήματος που ζήτησε η επιχείρηση λεωφορείων χρησιμοποιώντας τρεις διαφορετικές μεθόδους σύγκρισης με τις μέσες τιμές που παρατηρούνται στον κλάδο, μπορεί να γίνει δεκτή ως απόδειξη της απουσίας υπεραντιστάθμισης.

(78)

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεώρησε ωστόσο ότι επειδή δεν έγινε διαγωνισμός και επειδή ένας άμεσος ανταγωνιστής της Postbus ισχυρίστηκε ότι η Postbus εισέπραξε υπεραντιστάθμιση, έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εν λόγω ανταγωνιστή καθώς και σε όλους τους ενδιαφερόμενους τρίτους να εκφράσουν τις απόψεις τους για τις μεθόδους επαλήθευσης των δαπανών από την Αυστρία, προτού καταστεί δυνατή η εξαγωγή βεβαίου συμπεράσματος για το ότι η Postbus δεν εισπράττει υπεραντιστάθμιση.

(79)

Η Επιτροπή σημειώνει, καταρχάς, ότι ο καταγγέλλων την ενημέρωσε σχετικά με το ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον για την υπόθεση. Διαπιστώνει, στη συνέχεια, ότι κανένα τρίτο μέρος δεν αμφισβήτησε την απουσία υπεραντιστάθμισης.

(80)

Η Επιτροπή εκτιμά εξάλλου ότι η Αυστρία παρέσχε πρόσθετες εξηγήσεις που αποδεικνύουν ότι το τίμημα που κατέβαλε ο Verkehrsverbund Tirol στην Postbus συνιστά εύλογο και ικανοποιητικό τίμημα, εάν ληφθούν υπόψη το μέσο κόστος που παρατηρείται στο συγκεκριμένο κλάδο και οι εμπειρίες της δημόσιας διοίκησης. Στα τμήματα 3.3.1 έως 3.3.3 ανακεφαλαιώνονται οι μεθοδολογίες υπολογισμού και οι συγκρίσεις και τα συμπεράσματα που απορρέουν. Γενικότερα, μια μέθοδος όπως αυτή που συγκρίνει συστηματικά εκ των υστέρων με τρεις διαφορετικούς τρόπους την αντιστάθμιση με το κόστος του κλάδου, επιτρέπει να αποκλειστεί η υπεραντιστάθμιση. Σε περίπτωση που διαπιστωνόταν υπεραντιστάθμιση, με βάση τη σύγκριση, οι αυστριακές αρχές θα έπρεπε να ζητήσουν επιστροφή.

(81)

Από τα προηγούμενα έπεται ότι η Postbus δεν εισπράττει υπεραντιστάθμιση για την εκτέλεση της σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης και ότι, συνεπώς, πληρούται το τρίτο κριτήριο της απόφασης Altmark.

4.1.4.   Το τίμημα αντιστοιχεί στο κόστος μιας μέσης επιχείρησης με χρηστή διαχείριση η οποία είναι κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα

(82)

Απομένει να επαληθευτεί εάν το τίμημα που κατέβαλε ο Verkehrsverbund Tirol στην Postbus αντιστοιχεί στο κόστος μιας μέσης επιχείρησης με χρηστή διαχείριση η οποία είναι κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα. Για να επαληθευτεί εάν πληρούται το κριτήριο αυτό, είναι σκόπιμο να διερευνηθούν οι τρεις παράγοντες ξεχωριστά.

4.1.4.1.   Κόστος μιας μέσης επιχείρησης

(83)

Αναφορικά με το σημείο αυτό πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ότι η Αυστρία βασίστηκε για την επαλήθευση στην οποία προέβη σε συνηθισμένες παραμέτρους που παρατηρούνται κατά μέσο όρο στο συγκεκριμένο κλάδο. Μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ότι αντανακλούν τον μέσο όρο στον εν λόγω κλάδο.

(84)

Κατά συνέπεια, το κόστος της Postbus αντιστοιχεί στο κόστος μιας μέσης αυστριακής επιχείρησης.

4.1.4.2.   Κόστος μιας επιχείρησης με χρηστή διαχείριση

(85)

Στη συνέχεια τίθεται το ερώτημα κατά πόσον το κόστος της Postbus αντιστοιχεί στο κόστος μιας επιχείρησης με χρηστή διαχείριση. Στον κλάδο των μεταφορών με λεωφορεία, όπου επί μακρόν επικρατούσαν τα μονοπώλια και η ανάθεση συμβάσεων χωρίς διαγωνισμό, κάθε επιχείρηση που αναλάμβανε δραστηριότητες στον τομέα αυτόν δεν ήταν κατ’ ανάγκη επιχείρηση με χρηστή διαχείριση.

(86)

Αναφορικά με το σημείο αυτό πρέπει καταρχήν να διαπιστωθεί ότι η Αυστρία δεν έδωσε εξηγήσεις από τις οποίες να προκύπτει ότι τα στοιχεία αυτά αντιστοιχούν σε μια μέση επιχείρηση με χρηστή διαχείριση. Για παράδειγμα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Αυστρία μπορούσε να βασιστεί στις μέσες δαπάνες των επιχειρήσεων του κλάδου που είχαν υπογράψει τα τελευταία χρόνια συμβάσεις κατόπιν διαγωνισμού.

(87)

Επιπλέον, οφείλει να επισημανθεί ότι υπάρχει απόκλιση κατά 0,80 EUR ανά χιλιόμετρο μεταξύ του τιμήματος για τις Bestellleistungen και του τιμήματος για τις Bestandleistungen. Από αυτό δύναται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Postbus διέθετε κάποιο περιθώριο για να βελτιώσει την αποδοτικότητά της όσον αφορά τις Bestellleistungen.

(88)

Εξ αυτού συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Αυστρία δεν έχει αποδείξει ότι η τιμή που κατέβαλε ο Verkehrsverbund Tirol στην Postbus αντιστοιχεί στο κόστος σε μια επιχείρηση με χρηστή διαχείριση. Επομένως, δεν πληρούται το τέταρτο κριτήριο της απόφασης Altmark.

4.1.4.3.   Συμπέρασμα ως προς την τήρηση των κριτηρίων της απόφασης Altmark

(89)

Επειδή τα τέσσερα κριτήρια είναι σωρευτικά, το γεγονός ότι ένα από τα τέσσερα κριτήρια δεν πληρούται οδηγεί την Επιτροπή απευθείας στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω πληρωμές πρέπει να θεωρηθεί ότι παραχωρούν επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα στην επιχείρηση Postbus.

4.1.5.   Νόθευση του ανταγωνισμού και αντίκτυπος στις συναλλαγές

(90)

Η επιχείρηση Postbus δραστηριοποιείται στον τομέα των μεταφορών με λεωφορεία σε όλη την Αυστρία και ελέγχει σημαντικό μέρος της αγοράς. Η παραχώρηση οικονομικού πλεονεκτήματος στην επιχείρηση αυτή μπορεί, συνεπώς, να οδηγήσει σε νόθευση του ανταγωνισμού.

(91)

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νόθευση του ανταγωνισμού μπορεί να προκύψει από το γεγονός ότι η δημόσια χρηματοδότηση δίνεται σε μια επιχείρηση που κατέχει άδεια για μεταφορές με λεωφορεία στην εν λόγω περιφέρεια. Αυτή η δημόσια χρηματοδότηση μπορεί δυνητικά να εμποδίσει άλλες επιχειρήσεις από την απόκτηση άδειας εκμετάλλευσης για γραμμές μεταφορών, διότι ενισχύει τη θέση των δικαιούχων επιχειρήσεων και τους επιτρέπει να προσφέρουν πιο δελεαστικούς εμπορικούς όρους τη στιγμή της ανανέωσης των αδειών.

(92)

Όσον αφορά το ενδεχόμενο το εν λόγω μέτρο να επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, η Επιτροπή σημειώνει πρώτον ότι η τοπική ή περιφερειακή αγορά μεταφορών είναι ανοικτές στον ανταγωνισμό στην Αυστρία και σε άλλα κράτη μέλη, με την έννοια ότι δεν υπάρχει εθνικό μονοπώλιο στην αγορά αυτή για μια ή περισσότερες επιχειρήσεις.

(93)

Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή υπενθυμίζει τις σκέψεις 77 και επόμενες της απόφασης Altmark Trans, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:

«[…]ουδόλως αποκλείεται μια δημόσια επιδότηση, η οποία χορηγείται σε επιχείρηση παρέχουσα απλώς τοπικές ή περιφερειακές μεταφορικές υπηρεσίες και η οποία δεν παρέχει τέτοιες υπηρεσίες εκτός του κράτους προελεύσεώς της, να μπορεί, παρά ταύτα, να έχει επιπτώσεις επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών.

Πράγματι, όταν κράτος μέλος χορηγεί δημόσια επιδότηση σε επιχείρηση, η εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής παροχή μεταφορικών υπηρεσιών μπορεί να διατηρείται στο ίδιο επίπεδο ή να αυξάνεται, με συνέπεια να μειώνονται οι δυνατότητες επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη να παρέχουν τις μεταφορικές υπηρεσίες τους στην αγορά του κράτους μέλους αυτού (βλέπε επ’ αυτού τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1988, 102/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 4067, αιτιολογική σκέψη 19· της 21ης Μαρτίου 1991, C-305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1603, αιτιολογική σκέψη 26, και Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, αιτιολογική σκέψη 40).

[…]

Επομένως, η δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της συνθήκης, κατά την οποία η ενίσχυση πρέπει να είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, δεν εξαρτάται από τον τοπικό ή περιφερειακό χαρακτήρα των μεταφορικών υπηρεσιών που παρέχονται ή από τη σημασία του σχετικού τομέα δραστηριοτήτων.»

(94)

Δεν μπορεί συνεπώς να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να περιορίζονται, λόγω του εξεταζόμενου μέτρου, οι ευκαιρίες που έχουν οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να παρέχουν τις μεταφορικές υπηρεσίες τους στην αυστριακή αγορά.

(95)

Κατά συνέπεια, η δημόσια χρηματοδότηση που χορηγήθηκε στην Postbus από τον Verkehrsverbund Tirol συνεπάγεται τον κίνδυνο να υπάρξει νόθευση του ανταγωνισμού και να επηρεαστούν οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

4.1.6.   Συμπέρασμα

(96)

Δεδομένου ότι το τέταρτο κριτήριο της απόφασης Altmark δεν πληρούται, ενώ όλοι οι άλλοι όροι του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ πληρούνται, οφείλει να διαπιστωθεί ότι οι επίμαχες πληρωμές συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(97)

Πρέπει επομένως να εξεταστεί εάν οι ενισχύσεις αυτές είναι δυνατόν να κηρυχθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

4.2.   Συμβιβάσιμος χαρακτήρας της ενίσχυσης

(98)

Το άρθρο 73 της συνθήκης ΕΚ ορίζει για τις χερσαίες μεταφορές ότι «συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες συντονισμού των μεταφορών ή που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση ορισμένων βαρών συνυφασμένων με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας.»

4.2.1.   Η νομολογία στην υπόθεση Altmark σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 73

(99)

Σύμφωνα με το Δικαστήριο «το άρθρο 77 (νυν άρθρο 73 της συνθήκης ΕΚ […]) προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες συντονισμού των μεταφορών ή που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση ορισμένων βαρών συνυφασμένων με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας είναι σύμφωνες με τη συνθήκη. […] Μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70, περί ενισχύσεων που χορηγούνται στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να επικαλούνται το άρθρο 77 της συνθήκης, που προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες συντονισμού των μεταφορών ή που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση ορισμένων βαρών συνυφασμένων με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας είναι σύμφωνες με τη συνθήκη, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπει το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Έτσι, καθόσον ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω και καθόσον οι επίμαχες επιδοτήσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1 (μετά την τροποποίηση άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης), ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70 περιέχει αποκλειστική απαρίθμηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι αρχές των κρατών μελών μπορούν να χορηγούν ενισχύσεις δυνάμει του άρθρου 77 της συνθήκης.» (20)

(100)

Τίθεται συνεπώς το ζήτημα εάν ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 ή ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70 περιέχουν κανόνες περί του συμβιβάσιμου των κρατικών ενισχύσεων οι οποίοι να εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση.

4.2.2.   Συμβιβάσιμο βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69

4.2.2.1.   Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69

(101)

Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 ορίζεται ως εξής στο άρθρο 1 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού:

«1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις μεταφορών των οποίων η δραστηριότητα αφορά την εκμετάλλευση των παρεχομένων υπηρεσιών στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση παρεχομένων αστικών, προαστικών ή περιφερειακών υπηρεσιών.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

“αστικές και προαστικές υπηρεσίες” οι υπηρεσίες μεταφορών με τις οποίες εξυπηρετούνται οι ανάγκες αστικού κέντρου ή ευρύτερης αστικής περιοχής, καθώς και οι ανάγκες μεταφορών μεταξύ του εν λόγω κέντρου και ευρύτερης αστικής περιοχής και των προαστίων του,

“περιφερειακές υπηρεσίες” οι υπηρεσίες μεταφορών που προορίζονται για την εξυπηρέτηση των αναγκών μιας περιοχής.»

(102)

Η Αυστρία χρησιμοποίησε τη δυνατότητα να εξαιρέσει ορισμένες επιχειρήσεις από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Privatbahnunterstützungsgesetzes 1998 (21) (νόμου για την ενίσχυση των ιδιωτικών σιδηροδρόμων του 1998), οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στις αστικές και προαστιακές μεταφορές εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69.

(103)

Στην παρούσα περίπτωση οι εν λόγω υπηρεσίες είναι ωστόσο περιφερειακές υπηρεσίες. Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 εφαρμόζεται σε αυτές.

4.2.2.2.   Το καθεστώς που επέλεξε η Αυστρία

(104)

Το άρθρο 1 παράγραφοι 3 έως 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 περιγράφει τα δύο διαφορετικά καθεστώτα μεταξύ των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν όσον αφορά στην οργάνωση και τη χρηματοδότηση των δημόσιων συγκοινωνιών, δηλαδή το καθεστώς επιβολής υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας και το συμβατικό καθεστώς.

«3.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταργούν τις υπηρεσίες που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες ορίζονται στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού και οι οποίες επιβάλλονται στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών.

4.   Προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής παροχή υπηρεσιών μεταφορών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τους κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και χωροταξιακούς παράγοντες, ή προκειμένου να διασφαλιστούν συγκεκριμένοι όροι ως προς τα κόμιστρα υπέρ ορισμένων κατηγοριών επιβατών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συνάψουν συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας με επιχείρηση μεταφορών. Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες των εν λόγω συμβάσεων θεσπίζονται στο τμήμα V.

5.   Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να διατηρήσουν ή να επιβάλουν τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 2 για τις αστικές, προαστικές και περιφερειακές υπηρεσίες μεταφορών επιβατών. Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες, καθώς και οι μέθοδοι αντιστάθμισης, ορίζονται στα τμήματα ΙΙ, ΙΙΙ και IV. Όταν μια επιχείρηση μεταφορών εκμεταλλεύεται ταυτόχρονα και υπηρεσίες που υπόκεινται σε υπηρεσίες δημόσιας υπηρεσίας και άλλες δραστηριότητες, οι προαναφερόμενες δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να υπάγονται σε διαφορετικές μονάδες ώστε να πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθοι όροι:

α)

οι λογαριασμοί που αντιστοιχούν στην καθεμία από αυτές τις δραστηριότητες εκμετάλλευσης να είναι ξεχωριστοί και τα αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού να κατανέμονται σύμφωνα με τους ισχύοντες λογιστικούς κανόνες·

β)

οι δαπάνες να ισοσκελίζονται από τα έσοδα εκμετάλλευσης και από τις πληρωμές των δημοσίων αρχών, χωρίς να είναι δυνατή η μεταφορά πόρων από ή προς άλλο τομέα δραστηριότητας της επιχείρησης.»

(105)

Η Αυστρία αποφάσισε να επιλέξει το συμβατικό καθεστώς (άρθρο 19 ÖPNRV-G). Κατά συνέπεια, οι κανόνες που εφαρμόζονται στα εξεταζόμενα μέτρα βρίσκονται στο τμήμα V του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69.

4.2.2.3.   Εφαρμογή του τμήματος V του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69

(106)

Το τμήμα V του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 αποτελείται από ένα μόνο άρθρο, το άρθρο 14, που προβλέπει τα εξής:

«1.   Ως “σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας” νοείται μια σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ των αρμόδιων αρχών ενός κράτους μέλους και μιας επιχείρησης μεταφορών με σκοπό να παρέχονται στο κοινό επαρκείς υπηρεσίες μεταφορών.

Η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας μπορεί ιδιαίτερα να περιλαμβάνει:

υπηρεσίες μεταφορών που να ανταποκρίνονται σε καθορισμένα πρότυπα συνέχειας, τακτικής εξυπηρέτησης, μεταφορικής ικανότητας και ποιότητας,

συμπληρωματικές υπηρεσίες μεταφορών,

υπηρεσίες μεταφορών με καθορισμένα κόμιστρα και όρους, ιδίως για ορισμένες κατηγορίες επιβατών ή για ορισμένες συνδέσεις,

προσαρμογή των υπηρεσιών στις πρακτικές ανάγκες.

2.   Η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σημεία:

α)

τα χαρακτηριστικά των παρεχόμενων υπηρεσιών, ιδίως τα πρότυπα συνέχειας, τακτικής εξυπηρέτησης, μεταφορικής ικανότητας και ποιότητας·

β)

το τίμημα των παροχών που αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης, το οποίο είτε προστίθεται στις εισπράξεις από κόμιστρα είτε περιλαμβάνει τις εισπράξεις, καθώς και τις λεπτομέρειες των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο μερών·

γ)

τους κανόνες που αφορούν τις εν γένει τροποποιήσεις της σύμβασης, ιδίως προκειμένου να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτες μεταβολές·

δ)

τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης·

ε)

τις κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης της σύμβασης.

3.   Τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών μεταφορών οι οποίες αποτελούν αντικείμενο σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας, μπορούν να ανήκουν στην επιχείρηση ή να έχουν τεθεί στη διάθεσή της.

4.   Κάθε επιχείρηση η οποία προτίθεται να τερματίσει ή να επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις σε υπηρεσία μεταφορών την οποία παρέχει στο κοινό κατά τρόπο συνεχή και τακτικό, ενώ η υπηρεσία αυτή δεν καλύπτεται από τη σύμβαση ή την υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας, ενημερώνει σχετικά, τρεις τουλάχιστον μήνες νωρίτερα, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους. Η διάταξη αυτή δεν θίγει τις άλλες εθνικές διαδικασίες που εφαρμόζονται όσον αφορά το δικαίωμα τερματισμού ή τροποποίησης των υπηρεσιών μεταφορών.

5.   Οι αρμόδιες αρχές, αφού τους γνωστοποιηθεί η πληροφορία που αναφέρεται στην παράγραφο 4, μπορούν να επιβάλουν τη διατήρηση της υπηρεσίας αυτής για ένα επιπλέον έτος, κατ’ ανώτατο όριο, από την ημερομηνία της προειδοποίησης, και κοινοποιούν την απόφαση αυτή στην επιχείρηση τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ισχύς της προειδοποίησης. Μπορούν επίσης να αναλάβουν την πρωτοβουλία για τη διαπραγμάτευση της έναρξης ή της τροποποίησης μιας τέτοιας υπηρεσίας μεταφορών.

6.   Οι επιβαρύνσεις που απορρέουν, για τις επιχειρήσεις μεταφορών, από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 αντισταθμίζονται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που αναφέρονται στα τμήματα ΙΙ, ΙΙΙ και IV.»

(107)

Η σύμβαση μεταξύ της Postbus και του Verkehrsverbund Tirol αποτελεί σύμβαση συναφθείσα μεταξύ της αρμόδιας υπηρεσίας ενός κράτους μέλους και μιας επιχείρησης μεταφορών, με σκοπό να παρέχονται στο κοινό επαρκείς υπηρεσίες μεταφορών.

(108)

Η σύμβαση αυτή περιλαμβάνει κυρίως τα ακόλουθα: υπηρεσίες μεταφορών που ανταποκρίνονται σε καθορισμένα πρότυπα συνέχειας, τακτικής εξυπηρέτησης, μεταφορικής ικανότητας και ποιότητας· υπηρεσίες μεταφορών με ειδικά κόμιστρα και όρους, ιδίως για ορισμένες κατηγορίες επιβατών· προσαρμογή των υπηρεσιών στις πρακτικές ανάγκες.

(109)

Η σύμβαση αυτή μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι συνιστά σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταφοράς βάσει των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, με την έννοια του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69.

(110)

Οφείλει να διαπιστωθεί ότι τόσο ο σκοπός («η παροχή ικανοποιητικών δημόσιων υπηρεσιών μεταφορών»), όσο και το περιεχόμενο των συμβάσεων δημόσιας υπηρεσίας («καθορισμένα πρότυπα συνέχειας, τακτικής εξυπηρέτησης, μεταφορικής ικανότητας και ποιότητας», καθορισμός κομίστρων και όρων παροχής των υπηρεσιών «για ορισμένες κατηγορίες επιβατών ή για ορισμένες συνδέσεις», «προσαρμογή των υπηρεσιών σε ορισμένες πρακτικές ανάγκες» κ.λπ.) συνάδουν με αυτά που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που επιβάλλονται από το κράτος ή την τοπική αυτοδιοίκηση. Αφετέρου, εξηγήθηκε ήδη διεξοδικά ότι η αντιστάθμιση για τέτοιες υπηρεσίες είναι ενίσχυση υπέρ του φορέα παροχής υπηρεσιών.

(111)

Αναφορικά με το σημείο αυτό πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι στόχος του νομοθέτη με τη θέσπιση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 ήταν ο καθορισμός των προϋποθέσεων υπό τις οποίες «οι ενισχύσεις […] που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση ορισμένων βαρών συνυφασμένων με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας,» που μνημονεύονται στο άρθρο 73 της συνθήκης ΕΚ, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά Όμως η εφαρμογή του άρθρου 73 και, συνεπώς, η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 προϋποθέτει την παρουσία κρατικής ενίσχυσης με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Εάν το περιεχόμενο των συμβάσεων μπορεί να καλυφθεί από την έννοια του άρθρου 73, «βάρη συνυφασμένα με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας», η μορφή του μέσου —σύμβαση και όχι υποχρέωση επιβληθείσα μονομερώς— δεν θα πρέπει να αποτελεί, από μόνη της, εμπόδιο για να χαρακτηριστούν οι ενισχύσεις που ενδεχομένως περιέχονται στο τίμημα συμβατές. Πράγματι, ο αποφασιστικός παράγοντας για να θεωρηθεί μια παροχή υπηρεσιών, είτε επιβάλλεται από το κράτος είτε συμφωνείται από τα μέρη σε μια σύμβαση, ως υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, έγκειται στη φύση της και όχι στη μορφή υπό την οποία γεννάται η υποχρέωση (22). Από αυτό έπεται ότι δεν υφίσταται νομικό εμπόδιο για να χαρακτηριστεί μια ενίσχυση που εμπερικλείεται στο τίμημα για τις υπηρεσίες που προβλέπονται από μια σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά από την Επιτροπή. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η λύση επιλέχθηκε επίσης από τους νομοθέτες στο νέο κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές (23). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, ο κανονισμός αυτός αρχίζει να ισχύει στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Δεν εφαρμόζεται συνεπώς στην υπό εξέταση σύμβαση, η οποία συνομολογήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού.

(112)

Επειδή δεν καθορίζονται επακριβώς οι όροι για τον συμβιβάσιμο χαρακτήρα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1191/69, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι γενικές αρχές που απορρέουν από τη συνθήκη, τη νομολογία και την πρακτική που έχει καθιερώσει η Επιτροπή για τη λήψη αποφάσεων σε άλλους τομείς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και για να προσδιοριστεί εάν τέτοιου είδους ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά ή όχι.

(113)

Οι προαναφερθείσες βασικές αρχές συνοψίστηκαν με γενικό τρόπο από την Επιτροπή στο μέρος 2.4 του κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας (24). Όσον αφορά το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων που εμπεριέχονται στο τίμημα που καταβάλλεται από μια δημόσια αρχή σε έναν πάροχο δημόσιας υπηρεσίας, το εν λόγω πλαίσιο προβλέπει στο σημείο 14 ότι:

«Το ύψος της αντιστάθμισης δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό που απαιτείται για να καλυφθούν οι δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων καθώς και εύλογου κέρδους για την εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων. Το ποσό της αντιστάθμισης περιλαμβάνει όλα τα πλεονεκτήματα που παρέχονται από το κράτος ή από κρατικούς πόρους υπό οιαδήποτε μορφή.»

(114)

Οι πληρωμές του Verkehrsverbund Tirol στην Postbus πρέπει, συνεπώς, να χαρακτηριστούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, εάν πληρούν τους όρους αυτούς.

(115)

Οι όροι αυτοί ανταποκρίνονται επακριβώς στο τρίτο κριτήριο της νομολογίας Altmark, το οποίο – όπως διευκρινίστηκε – πληρούται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

(116)

Κατά συνέπεια, από τα προαναπτυχθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από τον Verkehrsverbund Tirol στην Postbus στο πλαίσιο της σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69.

4.3.   Καμία απαλλαγή από την υποχρέωση ενημέρωσης

(117)

Η Αυστρία θεωρεί ότι από το άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 προκύπτει ότι η σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας που είχε συναφθεί μεταξύ του Verkehrsverbund Tirol και της Postbus απαλλάσσεται από την υποχρέωση ενημέρωσης που προβλέπει το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(118)

Στο άρθρο 17 παράγραφος 2 ορίζεται ότι «Οι αντισταθμίσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εξαιρούνται της προκαταρκτικής διαδικασίας ενημερώσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 3 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος.»

(119)

Κατά συνέπεια, στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί εάν οι πληρωμές που καταβλήθηκαν από τον Verkehrsverbund Tirol στην Postbus, στο πλαίσιο της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, αποτελούν αντισταθμίσεις με την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69.

Στη μνημονευθείσα απόφαση Danske Busvognmænd το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκρινε ότι «… οι συμβατικές σχέσεις που καθορίζονται μετά τη διαδικασία διαγωνισμού μεταξύ της επιχειρήσεως μεταφορών και της αρμόδιας αρχής περιλαμβάνουν οπωσδήποτε, δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφοι 1 και 2, του προαναφερθέντος κανονισμού, συγκεκριμένο καθεστώς χρηματοδοτήσεως που δεν αφήνει καμία θέση σε αντισταθμίσεις σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στα τμήματα II, III και IV του κανονισμού αυτού.» (25)

(120)

Από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι ο όρος «αντιστάθμιση δημόσιας υπηρεσίας», με την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69, πρέπει να ερμηνευτεί πολύ στενά. Ο όρος καλύπτει ως εκ τούτου μόνο τις αντισταθμίσεις για υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας που επιβάλλονται μονομερώς σε μια επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στα άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού και δεν χρειάζεται να κοινοποιούνται στην Επιτροπή με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(121)

Αντίθετα, οι πληρωμές που προβλέπονται από μια σύμβαση υπηρεσιών μεταφοράς βάσει των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, με την έννοια του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69, δεν αποτελούν αντισταθμιστικές πληρωμές, με την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.

(122)

Κατά συνέπεια, οι πληρωμές που προβλέπονται από τη σύμβαση υπηρεσιών μεταφοράς βάσει των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, με την έννοια του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69, όπως στη σύμβαση μεταξύ του Verkehrsverbund Tirol και της Postbus, δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση ενημέρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. Επομένως, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει κατά πόσον είναι συμβιβάσιμες.

5.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(123)

Όπως διαπιστώνεται, η Αυστρία έθεσε παράνομα σε εφαρμογή τη σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας που έχει συναφθεί μεταξύ του Verkehrsverbund Tirol και της Postbus, η οποία αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης, κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης. Ωστόσο, η κρατική ενίσχυση που προβλέπει η εν λόγω σύμβαση μπορεί να κηρυχθεί συμβιβάσιμη βάσει του άρθρου 73 της συνθήκης ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Αυστρία στην Postbus στο πλαίσιο της σύμβασης που είχε συναφθεί στις 12 Ιουλίου 2002 με τον Verkehrsverbund Tirol είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, με την επιφύλαξη των όρων και υποχρεώσεων που καθορίζονται στο άρθρο 2.

Άρθρο 2

Η Αυστρία προβαίνει κάθε έτος σε σύγκριση των καταβαλλόμενων αντισταθμίσεων με το μέσο κόστος που διαπιστώνεται στον τομέα, βάσει των μεθόδων που καθορίζονται στο τμήμα 3.3 της παρούσας απόφασης, και αξιώνει την επιστροφή κάθε υπεραντιστάθμισης που τυχόν προκύπτει.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Αυστρίας.

Βρυξέλλες, 26 Νοεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Antonio TAJANI

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ C 162 της 14.7.2007, σ. 19.

(2)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN (2002) A/63803.

(3)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN (2002) A/68846.

(4)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN (2005) A/113701.

(5)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN (2006) A/15295.

(6)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό Ε(2007) 2209 τελικό.

(7)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(8)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN (2007) A/38864.

(9)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN (2007) A/39395.

(10)  Τα κριτήρια αυτά τα διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφασή του Altmark της 24ης Ιουλίου 2003, υπόθεση C-280/00, Συλλογή I-7747, για να αξιολογήσει κατά πόσον μια αντιστάθμιση δημόσιας υπηρεσίας συνιστά κρατική ενίσχυση.

(11)  ΕΕ L 156 της 28.6.1969, σ. 1.

(12)  527 000 EUR: 204 807 km = 2,57 EUR/km.

(13)  Για τις εξηγήσεις που έδωσε η Αυστρία για το θέμα αυτό στο παρόν στάδιο της προκαταρκτικής αξιολόγησης, βλέπε σημεία 98 και 99 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας.

(14)  Confidential information.

(15)  Ο αριθμός των 21 χιλιομέτρων προκύπτει εάν διαιρεθεί ο συνολικός αριθμός των χιλιομέτρων με τον αριθμό των ωρών οδήγησης: 1 157 568 km: 54 290 ώρες = 21,32 km/ώρα.

(16)  54 290 ώρες × […] EUR/ώρα = EUR

(17)  […] EUR

(18)  […] EUR (όλες οι άλλες δαπάνες ανά στοιχείο κόστους) × […] % = […] EUR

(19)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans, στην προαναφερθείσα υπόθεση C-280/00.

(20)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, υπόθεση C-280/00, Altmark Trans, σκέψεις 101, 106, 107. Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70 του Συμβουλίου (ΕΕ L 130 της 15.6.1970, σ. 1).

(21)  Bundesgesetzblatt I (Εφημερίδα της κυβέρνησης της Αυστρίας I) 1994/519.

(22)  Βλέπε, προς την κατεύθυνση αυτή, την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, υπόθεση C 280/00, «Altmark Trans», που αφορούσε γερμανική σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας. Αυτό δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο πρόκειται για ενίσχυση ή όχι και να βασίσει στο πλαίσιο αυτό την απόφασή του στο περιεχόμενο και όχι στη μορφή του μέσου. Βλέπε επίσης και το άρθρο 4 της απόφασης 2005/842/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 2005, για την εφαρμογή του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L 312 της 29.11.2005, σ. 67), στην οποία δεν λαμβάνεται επίσης υπόψη η μορφή του μέσου.

(23)  ΕΕ L 315 της 3.12.2007, σ. 1.

(24)  ΕΕ C 297 της 29.11.2005, σ. 4.

(25)  Υπόθεση T-157/01, Danske Busvognmænd, Συλλογή [2004] II-917, αιτιολογικές σκέψεις 77 έως 79.


20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/39


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20ής Οκτωβρίου 2009

για τη σύναψη διοικητικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS σχετικά με την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών

(2009/846/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 683/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, σχετικά με τη συνέχιση της υλοποίησης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δορυφορικής ραδιοπλοήγησης (EGNOS και Galileo) (1), και ιδίως το άρθρο 13,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 683/2008, η δημόσια διαχείριση των δύο προγραμμάτων στηρίζεται στην αρχή του αυστηρού καταμερισμού ευθυνών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή, της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS που έχει συσταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1321/2004 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2004 (2), και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος, η δε Επιτροπή είναι αρμόδια για τη διαχείριση των προγραμμάτων.

(2)

Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 683/2008, σχετικά με τη διαχείριση των θεμάτων ασφαλείας των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δορυφορικής ραδιοπλοήγησης, προβλέπει συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή διαχειρίζεται την ασφάλεια των δύο συστημάτων που θα προκύψουν από τα προγράμματα αυτά.

(3)

Το άρθρο 16 του ιδίου κανονισμού προβλέπει συγκεκριμένα ότι η Εποπτική Αρχή του Ευρωπαϊκού GNSS εξασφαλίζει, όσον αφορά την ασφάλεια των προγραμμάτων και σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται από την Επιτροπή, τη διαπίστευση ασφαλείας και τη λειτουργία του κέντρου ασφαλείας Galileo.

(4)

Τα καθήκοντα που αναλαμβάνει τόσο η Επιτροπή όσο και η Εποπτική Αρχή του Ευρωπαϊκού GNSS με βάση τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων Galileo και EGNOS συνεπάγονται την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών μεταξύ των δύο οργάνων. Συνεπάγονται επίσης την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, μέσω της Επιτροπής, μεταξύ της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS αφενός, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος, του Συμβουλίου και των κρατών μελών, αφετέρου.

(5)

Με την απόφασή της 2001/844/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ (3), η Επιτροπή τροποποίησε τον εσωτερικό κανονισμό της προκειμένου να προσθέσει τους κανόνες που καθορίζουν τις βασικές αρχές και τα ελάχιστα πρότυπα ασφάλειας που πρέπει να τηρούνται, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(6)

Το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1321/2004 προβλέπει ότι η Εποπτική Αρχή του Ευρωπαϊκού GNSS εφαρμόζει τις αρχές ασφαλείας που περιέχονται στην απόφαση 2001/844/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ. Πρόκειται ιδίως για τις διατάξεις που αφορούν την ανταλλαγή, την επεξεργασία και την αποθήκευση διαβαθμισμένων πληροφοριών.

(7)

Σήμερα, δεν υφίσταται πλαίσιο που να επιτρέπει την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS ούτε, μέσω της Επιτροπής, μεταξύ της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS, αφενός, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος, του Συμβουλίου και των κρατών μελών αφετέρου.

(8)

Είναι συνεπώς αναγκαίο να συναφθεί συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών. Αυτού του είδους τη συμφωνία διαπραγματεύθηκαν η Επιτροπή και η Εποπτική Αρχή του Ευρωπαϊκού GNSS, η οποία πρέπει επομένως να εγκριθεί και να υπογραφεί.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Εγκρίνεται η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS για την ασφάλεια και την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών.

Το κείμενο της συμφωνίας επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 2

Ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας και Μεταφορών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξουσιοδοτείται να υπογράψει τη συμφωνία εξ ονόματος της Επιτροπής.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 20 Οκτωβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Antonio TAJANI

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ L 196 της 24.7.2008, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 246 της 20.7.2004, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 317 της 3.12.2001, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Εποπτικής Αρχής του Ευρωπαϊκού GNSS σχετικά με την ασφάλεια και την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

στο εξής «Επιτροπή», εκπροσωπούμενη από τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας και Μεταφορών,

αφενός, και

Η ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΎ GNSS,

στο εξής «GSA», εκπροσωπούμενη από τον εκτελεστικό διευθυντή της,

αφετέρου,

στο εξής «τα μέρη» ή «το μέρος»,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 683/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, σχετικά με τη συνέχιση της υλοποίησης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δορυφορικής ραδιοπλοήγησης (EGNOS και Galileo),

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1321/2004 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2004, σχετικά με τη δημιουργία δομών διαχείρισης για τα ευρωπαϊκά προγράμματα δορυφορικής ραδιοπλοήγησης.

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την απόφαση 2001/844/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δορυφορικής ραδιοπλοήγησης EGNOS και Galileo, χρειάζεται διαρκής ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών μεταξύ των μερών,

ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΟΝΤΑΣ ότι, για τη διεξαγωγή των διαβουλεύσεων και την άριστη συνεργασία, θα απαιτηθεί ενδεχομένως η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες των μερών, καθώς και η ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών μεταξύ των μερών,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ του γεγονότος ότι η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες και η ανταλλαγή τέτοιων πληροφοριών απαιτούν κατάλληλα μέτρα ασφαλείας,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, νοούνται ως:

α)

«διαβαθμισμένες πληροφορίες», οι πληροφορίες (δηλαδή γνώσεις που είναι δυνατόν να κοινοποιούνται υπό οιαδήποτε μορφή) ή το υλικό, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων, που θεωρούνται από ένα από τα μέρη ότι πρέπει να προστατεύονται από μη επιτρεπόμενη δημοσιοποίησή τους, έχουν χαρακτηρισθεί ανάλογα και τους έχει αποδοθεί διαβάθμιση ασφαλείας·

β)

«μέρος προέλευσης», το μέρος από το οποίο προέρχονται οι διαβαθμισμένες πληροφορίες που κοινοποιούνται ή γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος, το παραλαμβάνον μέρος·

γ)

«παραλαμβάνον μέρος», το μέρος που παραλαμβάνει διαβαθμισμένες πληροφορίες του άλλου μέρους, του μέρους προέλευσης των διαβαθμισμένων πληροφοριών·

δ)

«κανονισμός ασφάλειας», η απόφαση 2001/844/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, όπως εφαρμόζεται σε κάθε μέρος, και οι διαδικασίες και οι εσωτερικοί κανονισμοί κάθε μέρους.

Άρθρο 2

Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται για τις διαβαθμισμένες πληροφορίες που κοινοποιούνται ή ανταλλάσσονται μεταξύ των μερών σύμφωνα με τον κανονισμό ασφάλειας κάθε μέρους για τις ανάγκες των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δορυφορικής ραδιοπλοήγησης (Galileo και EGNOS).

Άρθρο 3

Κάθε μέρος:

α)

προστατεύει και διασφαλίζει τις διαβαθμισμένες πληροφορίες που υπόκεινται στην παρούσα συμφωνία, οι οποίες κοινοποιούνται από το ένα μέρος στο άλλο ή ανταλλάσσονται μεταξύ των μερών·

β)

εξασφαλίζει ότι οι διαβαθμισμένες πληροφορίες που κοινοποιούνται ή ανταλλάσσονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας διατηρούν τη διαβάθμιση ασφαλείας που έχει καθορίσει το μέρος προέλευσης. Το παραλαμβάνον μέρος προστατεύει και διασφαλίζει αυτές τις διαβαθμισμένες πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του δικού του κανονισμού ασφαλείας διαβαθμισμένων πληροφοριών με ισοδύναμη διαβάθμιση ασφαλείας, σύμφωνα με τις διατάξεις ασφαλείας που πρέπει να θεσπιστούν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9·

γ)

δεν χρησιμοποιεί τις διαβαθμισμένες πληροφορίες που υπόκεινται στην παρούσα συμφωνία για σκοπούς άλλους από τους καθοριζόμενους από το μέρος προέλευσης·

δ)

δεν δημοσιοποιεί αυτές τις διαβαθμισμένες πληροφορίες που υπόκεινται στην παρούσα συμφωνία σε τρίτους, άλλους από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 4 και 5, χωρίς την εκ των προτέρων συγκατάθεση του αποστέλλοντος μέρους·

ε)

επιτρέπει την πρόσβαση σε αυτές τις διαβαθμισμένες πληροφορίες μόνον στα άτομα που έχουν θεμιτό λόγο να τις γνωρίζουν και, ενδεχομένως, έχουν υποβληθεί σε έλεγχο διαβάθμισης ασφαλείας για το απαιτούμενο επίπεδο.

Άρθρο 4

1.   Διαβαθμισμένες πληροφορίες είναι δυνατόν να κοινοποιούνται ή να γνωστοποιούνται, σύμφωνα με την αρχή του ελέγχου της πηγής προέλευσης, από το αποστέλλον μέρος στο παραλαμβάνον μέρος.

2.   Για τη γνωστοποίηση ή την κοινοποίηση διαβαθμισμένων πληροφοριών σε τρίτους, εκτός από τους παραλήπτες που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5, απαιτείται απόφαση του παραλαμβάνοντος μέρους, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του μέρους προέλευσης, σύμφωνα με την αρχή του ελέγχου της πηγής προέλευσης, όπως ορίζεται στους κανονισμούς ασφαλείας του.

3.   Στο πλαίσιο εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2, αυτόματη δημοσιοποίηση σε παραλήπτες άλλους από τους αναφερόμενους στις παραγράφους 4 και 5 επιτρέπεται μόνον εφόσον καθορισθούν και συμφωνηθούν διαδικασίες μεταξύ των μερών σχετικά με ορισμένες κατηγορίες πληροφοριών που αφορούν τις επιχειρησιακές ανάγκες τους.

4.   Οι διαβαθμισμένες πληροφορίες της GSA επιτρέπεται να γνωστοποιούνται αυτόματα από την Επιτροπή στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος («ESA»), στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη.

5.   Η Επιτροπή επιδιώκει να συνάψει συμφωνίες και ρυθμίσεις αντίστοιχα με την ESA, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη, με σκοπό την αυτόματη γνωστοποίηση στην GSA διαβαθμισμένων πληροφοριών της ESA, του Συμβουλίου και των κρατών μελών.

Άρθρο 5

1.   Τα μέρη μεριμνούν ώστε να διαθέτουν σύστημα ασφαλείας και μέτρα ασφαλείας, ανταποκρινόμενα στις βασικές αρχές και τα ελάχιστα πρότυπα ασφαλείας που καθορίζονται στους εκάστοτε κανονισμούς ασφαλείας, και αντανακλώνται στις διατάξεις που πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με το άρθρο 9, ώστε να εξασφαλίζεται η εφαρμογή ισοδύναμου επιπέδου προστασίας για διαβαθμισμένες πληροφορίες που υπόκεινται στην παρούσα συμφωνία.

2.   Τα μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή όσον αφορά την ασφάλεια των διαβαθμισμένων πληροφοριών που υπόκεινται στην παρούσα συμφωνία και τα θέματα κοινού ενδιαφέροντος που άπτονται της ασφάλειας. Οι αμοιβαίες διαβουλεύσεις και επιθεωρήσεις ασφάλειας διεξάγονται από τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 9, με σκοπό την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των διατάξεων ασφαλείας, εντός του πλαισίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους που καθορίζονται σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.

3.   Πριν από την κοινοποίηση ή την ανταλλαγή μεταξύ των μερών διαβαθμισμένων πληροφοριών υποκείμενων στην παρούσα συμφωνία, οι αναφερόμενες στο άρθρο 9 αρμόδιες αρχές ασφαλείας πρέπει να συναινέσουν ότι το παραλαμβάνον μέρος είναι σε θέση να προστατεύσει και να διαφυλάξει τις εν λόγω πληροφορίες τηρουμένων των διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου.

Άρθρο 6

Τα μέρη μεριμνούν ώστε όλα τα πρόσωπα τα οποία, για την εκτέλεση των επίσημων καθηκόντων τους απαιτείται να έχουν πρόσβαση, ή λόγω των καθηκόντων ή των αρμοδιοτήτων τους μπορούν να έχουν πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες που κοινοποιούνται ή ανταλλάσσονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, υποβάλλονται, εφόσον απαιτείται, σε κατάλληλο έλεγχο διαβάθμισης ασφαλείας, πριν να τους επιτραπεί η πρόσβαση σε αυτές τις διαβαθμισμένες πληροφορίες.

Οι διαδικασίες ελέγχου διαβάθμισης ασφαλείας αποσκοπούν στην εξακρίβωση εάν ένα πρόσωπο μπορεί, δεδομένης της εντιμότητας, της συνέπειας και της αξιοπιστίας του, να έχει πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες.

Άρθρο 7

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας:

α)

σε ό,τι αφορά την Επιτροπή, όλη η αλληλογραφία αποστέλλεται στην κεντρική γραμματεία της Γενικής Γραμματείας της Επιτροπής, στην εξής διεύθυνση:

Commission européenne

Secrétariat général

B-1049 Brussels

β)

σε ό,τι αφορά τη GSA, όλη η αλληλογραφία αποστέλλεται στην εξής διεύθυνση:

GSA

Local Security Officer

Rue de la Loi 56

B-1049 Bruxelles

Belgium

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η αλληλογραφία ενός μέρους στην οποία έχουν πρόσβαση μόνον ορισμένοι αρμόδιοι υπάλληλοι, όργανα ή υπηρεσίες του μέρους αυτού, για επιχειρησιακούς λόγους, αποστέλλεται και είναι προσβάσιμη μόνον σε ορισμένους αρμόδιους υπαλλήλους, όργανα ή υπηρεσίες του άλλου μέρους που έχουν καθορισθεί επί τούτου ως παραλήπτες, με βάση τις αρμοδιότητές τους και σύμφωνα με την αρχή του θεμιτού λόγου να γνωρίζουν τις εν λόγω πληροφορίες. Στην περίπτωση αυτή:

α)

σε ό,τι αφορά την Επιτροπή, η εν λόγω αλληλογραφία διαβιβάζεται απευθείας από τη GSA στην τοπική γραμματεία που εξυπηρετεί αρμόδιους υπαλλήλους, όργανα ή υπηρεσίες της Επιτροπής, ή μέσω της [κεντρικής γραμματείας της Γενικής Γραμματείας] της Επιτροπής, εφόσον οι παραλήπτες αρμόδιοι υπάλληλοι, όργανα ή υπηρεσίες δεν διαθέτουν τοπική γραμματεία·

β)

όσον αφορά τη GSA, η εν λόγω αλληλογραφία διαβιβάζεται μέσω της υπηρεσίας ασφαλείας της GSA.

Άρθρο 8

Ο εκτελεστικός διευθυντής της GSA και ο διευθυντής ασφαλείας της Επιτροπής μεριμνούν για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 9

1.   Για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, θεσπίζονται διατάξεις ασφαλείας μεταξύ των αρχών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, προκειμένου να καθοριστούν τα πρότυπα αμοιβαίας προστασίας της ασφάλειας και διαφύλαξης των διαβαθμισμένων πληροφοριών που κοινοποιούνται ή ανταλλάσσονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας.

2.   Η υπηρεσία ασφαλείας της GSA, υπό την εποπτεία και εξ ονόματος του Γενικού Διευθυντή της GSA, εκπονεί τις διατάξεις ασφαλείας που πρέπει να θεσπισθούν για την προστασία και διαφύλαξη των διαβαθμισμένων πληροφοριών που κοινοποιούνται στη GSA ή ανταλλάσσονται με αυτήν δυνάμει της παρούσας συμφωνίας.

3.   Η Διεύθυνση Ασφαλείας της Επιτροπής, ενεργώντας υπό την εποπτεία του αρμόδιου για θέματα ασφαλείας μέλους της Επιτροπής, εκπονεί τις διατάξεις ασφαλείας για την προστασία και τη διαφύλαξη των διαβαθμισμένων πληροφοριών που κοινοποιούνται ή ανταλλάσσονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας εντός της Επιτροπής και στα κτίριά της.

4.   Για τη GSA, οι διατάξεις ασφαλείας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται στην έγκριση του διοικητικού συμβουλίου της GSA.

Άρθρο 10

Οι αναφερόμενες στο άρθρο 9 αρχές καθορίζουν τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση που αποδεικνύεται ή υπάρχουν υπόνοιες ότι διακυβεύονται διαβαθμισμένες πληροφορίες υποκείμενες στην παρούσα συμφωνία, συμπεριλαμβανομένης της ενημέρωσης του άλλου μέρους σχετικά με τις περιστάσεις και τα μέτρα που ελήφθησαν.

Άρθρο 11

Κάθε μέρος αναλαμβάνει το κόστος που του αναλογεί από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 12

Κάθε διαφορά μεταξύ της Επιτροπής και της GSA που προκύπτει από την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας τίθεται υπό διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών.

Άρθρο 13

1.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα από την αμοιβαία κοινοποίηση ότι τα μέρη ολοκλήρωσαν τις εσωτερικές διαδικασίες που είναι αναγκαίες για τον σκοπό αυτό.

2.   Κάθε μέρος ενημερώνει το άλλο για τυχόν αλλαγές των κανόνων ή κανονισμών του, οι οποίες θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας συμφωνίας.

3.   Η παρούσα συμφωνία είναι δυνατόν να επανεξεταστεί, εφόσον το ζητήσει ένα από τα μέρη, προκειμένου να τροποποιηθεί ενδεχομένως.

4.   Τυχόν τροποποιήσεις της παρούσας συμφωνίας γίνονται μόνο γραπτώς και κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των μερών. Τίθενται σε ισχύ κατόπιν αμοιβαίας κοινοποίησης όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1.

5.   Η παρούσα συμφωνία συνάπτεται για αόριστο χρονικό διάστημα. Είναι δυνατόν να καταγγελθεί ανά πάσα στιγμή από ένα από τα μέρη κατόπιν γραπτής ειδοποίησης καταγγελίας που αποστέλλεται στο άλλος μέρος. Η καταγγελία αρχίζει να ισχύει έξι μήνες από τη βεβίωση παραλαβής της κοινοποίησης από το άλλο μέρος. Ωστόσο, η καταγγελία δεν θίγει τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί προηγουμένως δυνάμει των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας. Συγκεκριμένα, κάθε διαβαθμισμένη πληροφορία που κοινοποιείται ή ανταλλάσσεται κατ’ εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας εξακολουθεί να τελεί υπό προστασία σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας, έως ότου το παραλαμβάνον μέρος την επιστρέψει στο μέρος προέλευσης, το οποίο τη ζήτησε.

6.   Η παρούσα συμφωνία συντάσσεται εις διπλούν στην αγγλική γλώσσα.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν την παρούσα συμφωνία.

Βρυξέλλες, 11 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Ο Γενικός Διευθυντής

Matthias RUETE

Για την Εποπτική Αρχή του Ευρωπαϊκού GNSS

Ο Εκτελεστικός Διευθυντής

Pedro PEDREIRA


III Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει της συνθήκης ΕΕ

ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΓΚΡΙΘΕΙΣΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΩΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΕ

20.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/45


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΫ ΟΡΓΆΝΟΥ 2009-8

υιοθέτησης του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στη Eurojust

ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΗΣ EUROJUST,

Έχοντας υπόψη:

την απόφαση του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (2002/187/JHA) (1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου (2003/659/JHA) (2), και ιδίως το άρθρο 37 της εν λόγω απόφασης,

τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (3), ο οποίος θεσπίζει τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 652/2008 της Επιτροπής (4),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Μετά την τροποποίηση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 652/2008, είναι απαραίτητο να προσαρμοστούν οι δημοσιονομικοί κανόνες της Eurojust προκειμένου να εναρμονιστούν οι διατάξεις τους με τον τροποποιημένο δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο.

(2)

Η Eurojust έχει νομική προσωπικότητα και την πλήρη ευθύνη για την κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού της.

(3)

Είναι απαραίτητο να καθορίζονται οι κανόνες κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Eurojust, καθώς και οι κανόνες που διέπουν την απόδοση και τον έλεγχο των λογαριασμών.

(4)

Είναι επίσης απαραίτητο να καθορίζονται οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες του Συλλογικού Οργάνου της Eurojust, του διοικητικού διευθυντή, του υπολόγου, του υπολόγου παγίων προκαταβολών και του εσωτερικού ελεγκτή.

(5)

Πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά συστήματα ελέγχου για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(6)

Εφόσον η Eurojust χρηματοδοτείται με ετήσια επιχορήγηση που καταλογίζεται στον κοινοτικό προϋπολογισμό, το χρονοδιάγραμμα για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, την απόδοση των λογαριασμών και τη χορήγηση της απαλλαγής θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις αντίστοιχες διατάξεις του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

(7)

Για τον ίδιο λόγο, η Eurojust πρέπει να τηρεί τις ίδιες απαιτήσεις με τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας όσον αφορά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων και τη χορήγηση επιχορηγήσεων. Για τον σκοπό αυτό, αρκεί η αναφορά στις σχετικές διατάξεις του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

(8)

Ο δημοσιονομικός κανονισμός πρέπει να εκφράζει τις ειδικές απαιτήσεις της Eurojust ως μονάδας δικαστικής συνεργασίας. Θα πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη τις ευαίσθητες επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται από την Eurojust, ιδίως σε σχέση με έρευνες και διώξεις.

(9)

Ο τροποποιημένος δημοσιονομικός κανονισμός που εφαρμόζεται στον προϋπολογισμό της Eurojust πρέπει να εγκρίνεται ομόφωνα από το Συλλογικό Όργανο μετά την αποδοχή των αλλαγών από την Επιτροπή.

(10)

Η Επιτροπή συναινεί με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της απόκλισης από το δημοσιονομικό κανονισμό πλαίσιο,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Άρθρο 1

Ο παρών κανονισμός ορίζει σαφώς τις κύριες αρχές και κανονιστικές διατάξεις που διέπουν την κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού της Eurojust.

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

1)   «απόφαση για την Εurojust»: η απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (2002/187/JHA), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2003 (2003/659/JHA)

2)   «Eurojust»: η μονάδα δικαστικής συνεργασίας που ιδρύθηκε με την απόφαση για την Eurojust ως οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

3)   «Συλλογικό Όργανο»: η μονάδα που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 της απόφασης για την Eurojust·

4)   «διοικητικός διευθυντής»: το πρόσωπο που αναφέρεται στα άρθρα 29 και 36 παράγραφος 1 της απόφασης για την Eurojust·

5)   «προσωπικό»: ο διοικητικός διευθυντής καθώς και το προσωπικό που αναφέρεται στο άρθρο 30 της απόφασης για την Eurojust·

6)   «προϋπολογισμός»: ο προϋπολογισμός της Eurojust όπως αναφέρεται στο άρθρο 34 της απόφασης για την Eurojust·

7)   «αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή»: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

8)   «γενικός δημοσιονομικός κανονισμός»: ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

9)   «δημοσιονομικός κανονισμός πλαίσιο»: ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002·

10)   «κανόνες εφαρμογής του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού»: ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, παραθέτοντας τους λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (5)

11)   «κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust»: οι κανόνες εφαρμογής του παρόντος δημοσιονομικού κανονισμού·

12)   «δημοσιονομικές κανονιστικές διατάξεις της Eurojust»: η απόφαση για την Eurojust, ο παρών δημοσιονομικός κανονισμός και οι κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust·

13)   «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»: κανονισμοί και ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Άρθρο 3

Υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, η κατάρτιση και η εκτέλεση του προϋπολογισμού τηρούν τις αρχές της ενότητας, της ορθότητας, της ετήσιας διάρκειας, της ισοσκέλισης της ενιαίας νομισματικής μονάδας, της καθολικότητας, της ειδικότητας, και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, η οποία απαιτεί αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο και διαφάνεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η αρχή της ενότητας και της ορθότητας του προϋπολογισμού

Άρθρο 4

Προϋπολογισμός είναι η πράξη που προβλέπει και εγκρίνει, για κάθε οικονομικό έτος, τα έσοδα και τις εκτιμώμενες ως αναγκαίες δαπάνες για την εφαρμογή της απόφασης για την Eurojust.

Άρθρο 5

Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει:

α)

τα ίδια έσοδα, όπου περιλαμβάνονται όλοι οι φόροι, τα τέλη και, με την επιφύλαξη του άρθρου 51, οι τόκοι, τους οποίους η Eurojust ενδεχομένως λαμβάνει για υπηρεσίες συμπληρωματικές των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί, καθώς και άλλα ενδεχομένως έσοδα·

β)

τα έσοδα όπου περιλαμβάνονται οι ενδεχόμενες χρηματοδοτικές συνεισφορές του κράτους μέλους που φιλοξενεί τον εκάστοτε κοινοτικό οργανισμό·

γ)

επιχορήγηση εκ μέρους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

δ)

έσοδα με συγκεκριμένο προορισμό τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων δαπανών, κατά το άρθρο 19 παράγραφος 1·

ε)

τις δαπάνες της Eurojust, συμπεριλαμβανομένων δαπανών διοικητικής λειτουργίας.

Άρθρο 6

1.   Κανένα έσοδο και καμία δαπάνη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσω καταλογισμού σε γραμμή του προϋπολογισμού.

2.   Καμία πίστωση δεν μπορεί να εγγραφεί στον προϋπολογισμό αν δεν αντιστοιχεί σε δαπάνη που εκτιμάται ως αναγκαία.

3.   Καμία δαπάνη δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ούτε ανάληψης ούτε εντολής πέραν των εγκεκριμένων πιστώσεων του προϋπολογισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η αρχή της ετήσιας διάρκειας

Άρθρο 7

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό εγκρίνονται για τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους, το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου.

Άρθρο 8

1.   Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει μη διαχωριζόμενες πιστώσεις και, όπου δικαιολογείται από επιχειρησιακές ανάγκες, διαχωριζόμενες πιστώσεις. Οι τελευταίες θα αντιστοιχούν σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πιστώσεις πληρωμών.

2.   Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων καλύπτουν το συνολικό κόστος των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους.

3.   Οι πιστώσεις πληρωμών καλύπτουν τις πληρωμές που απορρέουν από την εκπλήρωση των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους ή/και προγενέστερων οικονομικών ετών.

4.   Οι πιστώσεις διοικητικής λειτουργίας είναι μη διαχωριζόμενες πιστώσεις. Οι δαπάνες διοικητικής λειτουργίας που προκύπτουν από συμβάσεις, οι οποίες καλύπτουν περιόδους υπερβαίνουσες το εκάστοτε οικονομικό έτος, είτε σύμφωνα με τα τοπικά ήθη είτε για την προμήθεια υλικού εξοπλισμού, καταλογίζονται στον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιούνται.

Άρθρο 9

1.   Τα έσοδα της Eurojust στα οποία αναφέρεται το άρθρο 5 καταλογίζονται στο οικονομικό έτος βάσει των ποσών που εισπράττονται κατά τη διάρκεια του έτους αυτού.

2.   Βάσει των εσόδων της Eurojust ανοίγονται ισόποσες πιστώσεις πληρωμών.

3.   Οι πιστώσεις που διατίθενται στον προϋπολογισμό στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για την κάλυψη των δαπανών που αναλαμβάνονται και πληρώνονται κατά τη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους, καθώς και για την κάλυψη των ποσών που οφείλονται από αναλήψεις υποχρεώσεων προγενέστερων οικονομικών ετών.

4.   Οι δεσμεύσεις πιστώσεων καταλογίζονται βάσει των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται έως τις 31 Δεκεμβρίου.

5.   Οι πληρωμές καταλογίζονται σε ένα οικονομικό έτος βάσει των πληρωμών που πραγματοποιούνται από τον υπόλογο το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου αυτού του οικονομικού έτους.

Άρθρο 10

1.   Οι πιστώσεις που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί έως το τέλος του οικονομικού έτους για το οποίο έχουν εγγραφεί ακυρώνονται.

Ωστόσο, είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο απόφασης μεταφοράς, και τούτο μόνο στο επόμενο οικονομικό έτος, η οποία λαμβάνεται από το Συλλογικό Όργανο το αργότερο στις 15 Φεβρουαρίου και σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 έως 7.

2.   Οι πιστώσεις που αφορούν τις δαπάνες για το προσωπικό δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο απόφασης μεταφοράς.

3.   Για τις πιστώσεις αναλήψεων και για τις μη διαχωριζόμενες πιστώσεις που δεν έχουν ακόμη δεσμευθεί κατά το κλείσιμο του οικονομικού έτους, η μεταφορά στο επόμενο έτος μπορεί να αφορά τα ποσά που αντιστοιχούν στις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων για τις οποίες στις 31 Δεκεμβρίου έχουν ολοκληρωθεί οι περισσότερες προπαρασκευαστικές φάσεις της πράξης δέσμευσης, όπως αυτές θα ορίζονται στους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust. Τα εν λόγω ποσά μπορούν να δεσμευθούν έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

4.   Για τις πληρωμές πιστώσεων, η μεταφορά μπορεί να αφορά τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη προγενέστερων υποχρεώσεων ή που συνδέονται με μεταφερθείσες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων, εφόσον οι πιστώσεις που προβλέπονται στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού του επόμενου οικονομικού έτους δεν επιτρέπουν την κάλυψη των αναγκών. Η Eurojust χρησιμοποιεί κατά προτεραιότητα τις πιστώσεις που έχουν εγκριθεί για το τρέχον οικονομικό έτος, στις δε μεταφερθείσες πιστώσεις καταφεύγει μόνο εφόσον εξαντληθούν οι πρώτες.

5.   Οι μη διαχωριζόμενες πιστώσεις οι οποίες αντιστοιχούν σε υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί κανονικά έως το κλείσιμο του οικονομικού έτους μεταφέρονται αυτοδικαίως στο επόμενο οικονομικό έτος, και μόνο σ’ αυτό.

6.   Οι μεταφερθείσες πιστώσεις που δεν έχουν δεσμευθεί έως τις 31 Μαρτίου του οικονομικού έτους Ν + 1 ακυρώνονται αυτομάτως.

Η λογιστική επιτρέπει τη διάκριση των πιστώσεων που έχουν μεταφερθεί με αυτόν τον τρόπο.

7.   Οι πιστώσεις που είναι διαθέσιμες στις 31 Δεκεμβρίου στο πλαίσιο εσόδων με συγκεκριμένο προορισμό του άρθρου 19 μεταφέρονται αυτοδικαίως. Έως την 1η Ιουνίου του έτους Ν + 1 το αργότερο, η Eurojust θα ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή των εκ μεταφοράς εσόδων με συγκεκριμένο προορισμό.

Οι διαθέσιμες πιστώσεις που αντιστοιχούν στα εκ μεταφοράς έσοδα με συγκεκριμένο προορισμό πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά προτεραιότητα.

Άρθρο 11

Οι αποδεσμεύσεις πιστώσεων, μετά την ολική ή μερική μη εκτέλεση των ενεργειών για τις οποίες είχαν διατεθεί οι πιστώσεις, κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων οικονομικών ετών σε σχέση με το οικονομικό έτος για το οποίο οι πιστώσεις αυτές είχαν εγγραφεί στον προϋπολογισμό, οδηγούν σε ακύρωση των αντίστοιχων πιστώσεων.

Άρθρο 12

Οι πιστώσεις που εμφαίνονται στον προϋπολογισμό μπορούν να δεσμευθούν αμέσως μετά την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού, και με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου.

Άρθρο 13

1.   Οι δαπάνες τρέχουσας διαχείρισης μπορούν, από τις 15 Νοεμβρίου κάθε έτους, να αναλαμβάνονται προκαταβολικά εις βάρος των πιστώσεων που προβλέπονται για το επόμενο οικονομικό έτος. Πάντως αυτές οι αναλήψεις δαπανών δεν είναι δυνατόν, να υπερβαίνουν το ένα τέταρτο των πιστώσεων που αποφασίστηκαν από το Συλλογικό Όργανο που εμφαίνονται στην αντίστοιχη γραμμή του προϋπολογισμού για το τρέχον οικονομικό έτος. Επίσης, δεν μπορούν να αφορούν νέες δαπάνες οι οποίες δεν έχουν γίνει ακόμη αποδεκτές καταρχήν στον τελευταίο κανονικώς εγκριθέντα προϋπολογισμό.

2.   Οι δαπάνες οι οποίες, όπως τα μισθώματα, πρέπει να πραγματοποιούνται εκ των προτέρων, μπορούν να πληρώνονται από την 1η Δεκεμβρίου εις βάρος των πιστώσεων που προβλέπονται για το επόμενο οικονομικό έτος. Σε αυτή την περίπτωση, το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν θα ισχύει.

Άρθρο 14

1.   Εάν ο προϋπολογισμός δεν έχει ακόμη εγκριθεί κατά την έναρξη του οικονομικού έτους, για τις πράξεις ανάληψης υποχρέωσης και πληρωμής που αναφέρονται σε δαπάνες των οποίων ο καταλογισμός σε συγκεκριμένη γραμμή του προϋπολογισμού θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του τελευταίου κανονικώς εγκριθέντος προϋπολογισμού, εφαρμόζονται οι κανόνες που ακολουθούν.

2.   Οι πράξεις ανάληψης υποχρέωσης μπορούν να γίνονται κατά κεφάλαιο και εντός του ορίου του ενός τετάρτου του συνόλου των πιστώσεων που είχαν εγκριθεί για το εκάστοτε κεφάλαιο στο πλαίσιο του προηγούμενου οικονομικού έτους, με προσαύξηση κατά το ένα δωδέκατο για κάθε διαρρεύσαντα μήνα.

Οι πράξεις πληρωμής μπορούν να πραγματοποιούνται μηνιαία κατά κεφάλαιο και εντός του ορίου του ενός δωδεκάτου του συνόλου των πιστώσεων που είχαν εγκριθεί για το εκάστοτε κεφάλαιο στο πλαίσιο του προηγούμενου οικονομικού έτους.

Δεν πρέπει να σημειώνεται υπέρβαση του ορίου των πιστώσεων που προβλέπονται στην προσωρινή κατάσταση εσόδων και δαπανών.

3.   Ύστερα από σχετικό αίτημα του διοικητικού διευθυντή, και εάν η συνέχεια των ενεργειών της Eurojust και οι διαχειριστικές ανάγκες το απαιτούν, το Συλλογικό Όργανο μπορεί να επιτρέψει ταυτόχρονα δύο ή περισσότερα προσωρινά δωδεκατημόρια, και τούτο τόσο για τις πράξεις ανάληψης υποχρέωσης όσο και για τις πράξεις πληρωμής, πέραν εκείνων που καθίστανται αυτομάτως διαθέσιμα βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2.

Τα πρόσθετα δωδεκατημόρια εγκρίνονται εξ ολοκλήρου και δεν υποδιαιρούνται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η αρχή της ισοσκέλισης

Άρθρο 15

1.   Ο προϋπολογισμός πρέπει να είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις πιστώσεις πληρωμών.

2.   Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ύψος της κοινοτικής επιχορήγησης, προσαυξημένο κατά τα ίδια έσοδα και τα λοιπά τυχόν έσοδα που προβλέπονται στο άρθρο 5.

3.   Η Εurojust δεν μπορεί να συνάπτει δάνεια.

4.   Τα κοινοτικά κεφάλαια που καταβάλλονται στην Eurojust συνιστούν, σε σχέση με τον προϋπολογισμό της, επιχορήγηση ισοσκέλισης, η οποία έχει τη μορφή προχρηματοδότησης κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο i) του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

5.   Η Eurojust πρέπει να εφαρμόζει αυστηρή διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα έσοδα για ειδικό προορισμό, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα ταμειακά διαθέσιμα περιορίζονται σε δεόντως αιτιολογημένες απαιτήσεις. Στις αιτήσεις πληρωμών, πρέπει να υποβάλλει λεπτομερείς και επικαιροποιημένες προβλέψεις σχετικά με τις πραγματικές ταμειακές απαιτήσεις της για ολόκληρο το έτος, καθώς και πληροφορίες σχετικά με έσοδα για ειδικό προορισμό.

Άρθρο 16

1.   Εάν το υπόλοιπο του λογαριασμού δημοσιονομικού αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 81, είναι θετικό, επιστρέφεται στην Επιτροπή κατά το ποσό της κοινοτικής επιχορήγησης που κατεβλήθη κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους αναφοράς. Το μέρος του θετικού υπολοίπου πέραν της κοινοτικής επιχορήγησης που κατεβλήθη κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους αναφοράς εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους, στα έσοδα. H Eurojust παρέχει, μέχρι τις 31 Μαρτίου του έτους Ν το αργότερο, εκτίμηση του πλεονάσματος λειτουργίας από το έτος N–1, το οποίο πρέπει να επιστραφεί στον κοινοτικό προϋπολογισμό αργότερα εντός του έτους N, ώστε να συμπληρωθούν οι ήδη διαθέσιμες πληροφορίες για τα πλεονάσματα του έτους N–2. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη από την Επιτροπή κατά την εκτίμηση των δημοσιονομικών αναγκών της Eurojust για το έτος N + 1.

Η διαφορά μεταξύ της κοινοτικής επιχορήγησης που είχε εγγραφεί στον γενικό προϋπολογισμό και εκείνης που πράγματι κατεβλήθη στον κοινοτικό οργανισμό αποτελεί το αντικείμενο ακύρωσης.

2.   Εάν το υπόλοιπο του λογαριασμού δημοσιονομικού αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 81, είναι αρνητικό, εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους.

3.   Τα έσοδα ή οι πιστώσεις πληρωμών εγγράφονται στον προϋπολογισμό, κατά μεν τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού με τη διαδικασία των διορθωτικών επιστολών, κατά δε τη διάρκεια της εκτέλεσης του προϋπολογισμού μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η αρχή της ενιαίας νομισματικής μονάδας

Άρθρο 17

Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται, εκτελείται και αποτελεί αντικείμενο απόδοσης των λογαριασμών σε ευρώ.

Ωστόσο, για τις ανάγκες του ταμείου, ο υπόλογος και, στην περίπτωση των παγίων προκαταβολών, ο υπόλογος παγίων προκαταβολών είναι εξουσιοδοτημένοι να πραγματοποιούν πράξεις σε εθνικά νομίσματα, υπό τους όρους που προσδιορίζονται στους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η αρχή της καθολικότητας

Άρθρο 18

Το σύνολο των εσόδων καλύπτει το σύνολο των πιστώσεων πληρωμών, με την επιφύλαξη του άρθρου 19. Τα έσοδα και οι δαπάνες εγγράφονται χωρίς συμψηφισμό μεταξύ τους, με την επιφύλαξη του άρθρου 21.

Άρθρο 19

1.   Τα ακόλουθα έσοδα διατίθενται για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων δαπανών:

α)

έσοδα αντιστοιχούντα σε συγκεκριμένο προορισμό, όπως τα έσοδα ιδρυμάτων, οι επιχορηγήσεις, οι δωρεές και τα κληροδοτήματα·

β)

οι συμμετοχές κρατών μελών, τρίτων χωρών ή διάφορων οργανισμών σε ενέργειες της Eurojust, ενόσω τούτο προβλέπεται στη συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ της Eurojust και του εκάστοτε κράτους μέλους, τρίτης χώρας ή οργανισμού·

γ)

έσοδα που προέρχονται από τρίτους για την παροχή αγαθών, υπηρεσιών ή εργασιών που εκτελούνται για λογαριασμό τους, εξαιρουμένων των τελών και των επιβαρύνσεων που αναφέρονται στο άρθρο 5 στοιχείο α)·

δ)

έσοδα από την παροχή αγαθών και υπηρεσιών και από την εκτέλεση εργασιών υπέρ των λοιπών κοινοτικών οργάνων και οργανισμών·

ε)

έσοδα που προέρχονται από επιστροφές αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών·

στ)

έσοδα από την πώληση οχημάτων, εξοπλισμού και εγκαταστάσεων, καθώς και επιστημονικών και τεχνικών συσκευών, εξοπλισμού και υλικού που αντικαθίστανται ή διαλύονται, όταν η λογιστική αξία έχει αποσβεσθεί πλήρως·

ζ)

εισπραχθείσες ασφαλιστικές αποζημιώσεις·

η)

έσοδα από αποζημιώσεις μισθωτηρίων συμβάσεων·

θ)

έσοδα από την πώληση δημοσιεύσεων και ταινιών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν ηλεκτρονική μορφή.

1α.   Η εφαρμοστέα βασική πράξη μπορεί επίσης να ορίζει τον προορισμό των εσόδων που προβλέπει για ειδικές δαπάνες.

2.   Κάθε έσοδο κατά την έννοια των στοιχείων α) έως δ) πρέπει να καλύπτει όλες τις δαπάνες, άμεσες ή έμμεσες, που συνδέονται με την αντίστοιχη ενέργεια ή τον αντίστοιχο προορισμό.

3.   Ο προϋπολογισμός προβλέπει τη δομή που απαιτείται για την εγγραφή των κατηγοριών των εσόδων με συγκεκριμένο προορισμό που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθώς και 1α, ενόσω τούτο είναι δυνατόν, το ποσό τους.

Άρθρο 20

1.   Ο διοικητικός διευθυντής μπορεί να αποδεχθεί κάθε ελευθεριότητα υπέρ της Eurojust, όπως έσοδα ιδρυμάτων, επιχορηγήσεις, δωρεές και κληροδοτήματα.

2.   Η αποδοχή ελευθεριότητας που είναι δυνατόν να συνεπιφέρει έξοδα υπόκειται στην εκ των προτέρων έγκριση του Συλλογικού Οργάνου, το οποίο αποφαίνεται εντός δύο μηνών από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος. Εάν το Συλλογικό Όργανο δεν αποφανθεί εντός της ως άνω διορίας, η ελευθεριότητα λογίζεται ως αποδεκτή.

Άρθρο 21

1.   Οι ακόλουθες μειώσεις μπορούν να εκπέσουν από το ποσό των αιτήσεων πληρωμής, των τιμολογίων ή των εκκαθαριστικών καταστάσεων, οπότε εκδίδονται εντάλματα πληρωμής για το καθαρό ποσό:

α)

οι ποινές που επιβάλλονται στα μέρη δημόσιων συμβάσεων ή σε δικαιούχους επιχορήγησης·

β)

οι εκπτώσεις, οι επιστροφές και οι μειώσεις που εκπίπτουν από κάθε τιμολόγιο και αίτηση πληρωμής·

γ)

οι τόκοι που παράγονται από την πληρωμή προχρηματοδοτήσεων.

2.   Οι τιμές των αγαθών, λοιπών προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχονται στην Eurojust καταλογίζονται στον προϋπολογισμό κατά ολόκληρο το ποσό τους εκτός φόρων, εφόσον περιλαμβάνουν φορολογικές επιβαρύνσεις που αποτελούν το αντικείμενο επιστροφής:

α)

είτε από τα κράτη μέλη δυνάμει του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, από το κράτος που φιλοξενεί τον κοινοτικό οργανισμό βάσει της συμφωνίας για τον καθορισμό της έδρας ή βάσει άλλων συναφών συμφωνιών·

β)

είτε από κράτος μέλος ή τρίτη χώρα δυνάμει άλλων σχετικών συμβάσεων.

Οι εθνικές φορολογικές επιβαρύνσεις τις οποίες ενδεχομένως υφίσταται η Eurojust προσωρινά κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου εγγράφονται σε εκκρεμή λογαριασμό έως την επιστροφή τους από τα οικεία κράτη.

3.   Ενδεχόμενο αρνητικό υπόλοιπο εγγράφεται στον προϋπολογισμό ως δαπάνη.

4.   Οι συναλλαγματικές διαφορές που καταγράφονται κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προϋπολογισμού μπορούν να συμψηφίζονται. Το τελικό αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό, εντάσσεται στο υπόλοιπο του οικονομικού έτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Η αρχή της ειδικότητας

Άρθρο 22

Οι πιστώσεις, στο σύνολό τους, εξειδικεύονται κατά τίτλο και κεφάλαιο, τα δε κεφάλαια υποδιαιρούνται σε άρθρα και θέσεις.

Άρθρο 23

1.   Ο διοικητικός διευθυντής δύναται να προβαίνει σε μεταφορές από ένα κεφάλαιο σε ένα άλλο και από ένα άρθρο σε ένα άλλο, χωρίς περιορισμούς και από έναν τίτλο σε έναν άλλο έως το 10 % κατά ανώτατο όριο των πιστώσεων του οικονομικού έτους που εμφανίζεται στη γραμμή από την οποία γίνεται η μεταφορά.

2.   Πέραν του ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο διοικητικός διευθυντής μπορεί να προτείνει στο Συλλογικό Όργανο μεταφορές πιστώσεων από έναν τίτλο σε έναν άλλο. Το Συλλογικό Όργανο διαθέτει διορία τριών εβδομάδων για να αντιτεθεί στις μεταφορές αυτές. Εάν παρέλθει η διορία αυτή, οι μεταφορές λογίζονται ως εγκριθείσες.

3.   Οι προτάσεις μεταφοράς πιστώσεων και οι μεταφορές πιστώσεων που διενεργούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 συνοδεύονται από την ενδεδειγμένη και λεπτομερή αιτιολόγηση, η οποία παρουσιάζει τη διαχείριση των πιστώσεων και τις προβλέψεις των αναγκών έως το τέλος του οικονομικού έτους, τόσο για τις γραμμές που τροφοδοτούνται όσο και για τις γραμμές από τις οποίες γίνεται ανάληψη πιστώσεων.

4.   Ο διοικητικός διευθυντής θα ενημερώνει το Συλλογικό Όργανο το ταχύτερο δυνατό για τις μεταφορές που πραγματοποιούνται. Αυτός/ή θα ενημερώνει την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή για όλες τις μεταφορές που πραγματοποιούνται δυνάμει της παραγράφου 2.

Άρθρο 24

1.   Πιστώσεις μέσω μεταφοράς πιστώσεων μπορούν να αποκτήσουν μόνο οι γραμμές του προϋπολογισμού για τις οποίες ο προϋπολογισμός επιτρέπει τη διάθεση πιστώσεων, ή οι οποίες φέρουν τη μνεία «προς υπόμνηση» (pm).

2.   Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε έσοδα με συγκεκριμένο προορισμό μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μεταφοράς πιστώσεων μόνο εφόσον διατηρούν τον προορισμό τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης

Άρθρο 25

1.   Οι πιστώσεις του προϋπολογισμού χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας.

2.   Η αρχή της οικονομίας ορίζει ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται από την Eurojust για την άσκηση των δραστηριοτήτων της καθίστανται εγκαίρως διαθέσιμα, στην ενδεδειγμένη ποσότητα και ποιότητα και στην καλύτερη τιμή.

Η αρχή της αποδοτικότητας αφορά την καλύτερη σχέση μεταξύ χρησιμοποιηθέντων μέσων και επιτευχθέντων αποτελεσμάτων.

Η αρχή της αποτελεσματικότητας αφορά την υλοποίηση των συγκεκριμένων στόχων που έχουν τεθεί και την επίτευξη των αναμενόμενων αποτελεσμάτων.

3.   Προσδιορίζονται στόχοι συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι, εφικτοί, ενδεδειγμένοι και χρονικά προσδιορισμένοι, και τούτο για όλους τους τομείς δραστηριότητας που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό. Η επίτευξη των στόχων αυτών ελέγχεται μέσω αριθμοδεικτών απόδοσης, οι οποίοι καθορίζονται ανά δραστηριότητα, ο δε διοικητικός διευθυντής παρέχει στο Συλλογικό Όργανο σχετικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται ετησίως και το συντομότερο δυνατόν, εντάσσονται δε το αργότερο στα έγγραφα που συνοδεύουν το προσχέδιο προϋπολογισμού.

4.   Με σκοπό τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων, η Eurojust προβαίνει σε τακτικές αξιολογήσεις, εκ των προτέρων και εκ των υστέρων, των προγραμμάτων και των ενεργειών. Οι αξιολογήσεις αυτές αφορούν όλα τα προγράμματα και τις ενέργειες που συνεπάγονται σημαντικές δαπάνες, τα δε αποτελέσματα των αξιολογήσεων γνωστοποιούνται στο Συλλογικό Όργανο.

5.   Οι στόχοι και τα μέτρα που ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 δεν ισχύουν για εργασίες που σχετίζονται με υποθέσεις.

Άρθρο 25α

1.   Ο προϋπολογισμός πρέπει να εφαρμόζεται με συμμόρφωση σε αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο.

2.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής του προϋπολογισμού, ο εσωτερικός έλεγχος καθορίζεται ως η διαδικασία που εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα της διαχείρισης και σχεδιάστηκε για να παρέχει εύλογη διαβεβαίωση επίτευξης των ακόλουθων στόχων:

α)

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομία των λειτουργιών·

β)

αξιοπιστία των αναφορών·

γ)

διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων και πληροφοριών·

δ)

πρόληψη και ανίχνευση της απάτης και παρατυπιών·

ε)

επαρκής διαχείριση του κινδύνου που σχετίζεται με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υφιστάμενων συναλλαγών, λαμβάνοντας υπόψη τον πολυετή χαρακτήρα των προγραμμάτων καθώς και τη φύση των σχετιζόμενων πληρωμών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Η αρχή της διαφάνειας

Άρθρο 26

1.   Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται, εκτελείται και αποτελεί το αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών με τήρηση της αρχής της διαφάνειας.

2.   Ένας περιληπτικός προϋπολογισμός και οι διορθωτικοί προϋπολογισμοί, όπως αυτοί έχουν οριστικά εγκριθεί, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εντός τριών μηνών από την έγκρισή τους.

Αυτή η συνοπτική παρουσίαση παρουσιάζει τις πέντε βασικές γραμμές εσόδων και τις πέντε βασικές γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού λειτουργίας και του επιχειρησιακού προϋπολογισμού, τον πίνακα προσωπικού και εκτίμηση του αριθμού των συμβασιούχων υπαλλήλων, εκφρασμένου σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης για τα οποία έχουν εγγραφεί πιστώσεις στον προϋπολογισμό, καθώς και του αριθμού των αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων. Περιέχει επίσης τα αριθμητικά στοιχεία για το προηγούμενο έτος.

3.   Ο προϋπολογισμός, συμπεριλαμβανομένου του πίνακα προσωπικού και των διορθωτικών προϋπολογισμών, όπως εγκρίθηκαν τελικά, καθώς και αναφορά του αριθμού των συμβασιούχων υπαλλήλων, εκφρασμένου σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης για τους οποίους έχουν εγγραφεί πιστώσεις στον προϋπολογισμό, και του αριθμού των αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων, διαβιβάζονται στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Επιτροπή προς ενημέρωση και δημοσιεύονται στο δικτυακό τόπο της Eurojust εντός τεσσάρων εβδομάδων από την έγκρισή τους.

4.   Η Eurojust παρέχει στο δικτυακό της τόπο πληροφορίες για τους δικαιούχους των κονδυλίων που προέρχονται από τον προϋπολογισμό της, καθώς και για τους εμπειρογνώμονες που έχουν προσληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 74β. Οι πληροφορίες που δημοσιεύονται είναι εύκολα προσβάσιμες, διαφανείς και περιεκτικές. Οι πληροφορίες διατίθενται τηρουμένων δεόντως των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας και ασφάλειας, ιδίως δε της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζεται στην απόφαση για την Eurojust και στον εσωτερικό κανονισμό για την επεξεργασία και την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Όταν οι πληροφορίες δημοσιεύονται μόνο ανώνυμα, η Eurojust παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήσεώς του, πληροφορίες για τους εν λόγω δικαιούχους με κατάλληλο τρόπο.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

Άρθρο 27

1.   Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης για την Eurojust.

2.   Ο διοικητικός διευθυντής καταρτίζει ετησίως και υποβάλλει για έγκριση στο Συλλογικό Όργανο σχέδιο προσωρινής κατάστασης δαπανών και εσόδων της Eurojust για το επόμενο οικονομικό έτος.

3.   Το Συλλογικό Όργανο θα αποστέλλει στην Επιτροπή μια προσωρινή κατάσταση δαπανών και εσόδων της Eurojust, καθώς και τις γενικές κατευθύνσεις που στηρίζουν την εν λόγω κατάσταση, με βάση το προσωρινό σχέδιο του διοικητικού διευθυντή, έως τις 10 Φεβρουαρίου εκάστου έτους. Το Συλλογικό Όργανο προωθεί την τελική κατάσταση στην Επιτροπή, το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου.

4.   Η προσωρινή κατάσταση δαπανών και εσόδων της Eurojust περιλαμβάνει:

α)

πίνακα προσωπικού, ο οποίος καθορίζει τον αριθμό των θέσεων μόνιμου και έκτακτου προσωπικού, του οποίου η πρόσληψη πρόκειται να εγκριθεί εντός των ορίων των πιστώσεων του προϋπολογισμού ανά κατηγορία και βαθμό·

β)

σε περίπτωση αλλαγής του αριθμού των θέσεων προσωπικού, κατάσταση που αιτιολογεί τις αιτήσεις για νέες θέσεις·

γ)

τρίμηνη πρόβλεψη του ταμείου για τις πληρωμές και τις εισπράξεις.

δ)

πληροφορίες για την επίτευξη όλων των στόχων που είχαν ορισθεί προηγουμένως για τις διάφορες δραστηριότητες καθώς και τους νέους στόχους οι οποίοι μετρώνται βάσει δεικτών.

Τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων εξετάζονται και χρησιμοποιούνται για να καταδειχθούν τα πιθανά πλεονεκτήματα της αύξησης ή της μείωσης του προτεινόμενου προϋπολογισμού της Eurojust σε σύγκριση με τον προϋπολογισμό της για το έτος N.

5.   Η Eurojust διαβιβάζει στην Επιτροπή και στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή το αργότερο μέχρι τις 31 Μαρτίου κάθε έτους τα ακόλουθα:

α)

το σχέδιο του προγράμματος εργασίας της·

β)

το επικαιροποιημένο πολυετές πρόγραμμα προσωπικού της σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των μόνιμων υπαλλήλων, των έκτακτων και των συμβασιούχων υπαλλήλων όπως ορίζονται στον κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης για τα έτη Ν–1 και Ν καθώς και εκτίμηση για το έτος Ν + 1·

δ)

πληροφορίες για τις συνεισφορές σε είδος που χορηγήθηκαν στην Eurojust από το κράτος μέλος υποδοχής·

ε)

εκτίμηση του υπολοίπου του λογαριασμού δημοσιονομικού αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 81 για το έτος Ν–1.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης του γενικού προϋπολογισμού, η Επιτροπή διαβιβάζει την ως άνω προσωρινή κατάσταση της Eurojust προς την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή και προτείνει το ύψος της επιχορήγησης που προορίζεται για την Eurojust, καθώς και τον αριθμό του προσωπικού που κρίνει αναγκαίο για αυτήν. Η Επιτροπή παρέχει το σχέδιο πίνακα προσωπικού της Eurojust και εκτίμηση του αριθμού των συμβασιούχων υπαλλήλων εκφρασμένου σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης για τα οποία προτείνονται πιστώσεις.

6.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού της Eurojust, καθώς και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή του, τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 32 παράγραφος 1. Ο πίνακας προσωπικού θα δημοσιεύεται σε ένα παράρτημα στο άρθρο ΙΙΙ – Επιτροπή του γενικού προϋπολογισμού.

7.   Ο προϋπολογισμός και ο πίνακας προσωπικού θα υιοθετούνται από το Συλλογικό Όργανο. Καθίστανται δε οριστικοί μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού, ο οποίος καθορίζει το ύψος της επιχορήγησης καθώς και τον πίνακα προσωπικού, εφόσον δε συντρέχει περίπτωση αναπροσαρμόζονται αναλόγως.

Άρθρο 28

Κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού, ακόμη και του πίνακα προσωπικού, αποτελεί το αντικείμενο διορθωτικού προϋπολογισμού, ο οποίος εγκρίνεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται και για τον αρχικό προϋπολογισμό, κατά τις διατάξεις της απόφασης για την Eurojust και του άρθρου 27.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διάρθρωση και παρουσίαση του προϋπολογισμού

Άρθρο 29

Ο προϋπολογισμός απαρτίζεται από μία κατάσταση εσόδων και μία κατάσταση δαπανών.

Άρθρο 30

Ενόσω τούτο δικαιολογείται από τη φύση των δραστηριοτήτων της Eurojust, η κατάσταση δαπανών πρέπει να συντάσσεται σύμφωνα με ονοματολογία η οποία να περιλαμβάνει ταξινόμηση κατά προορισμό. Η ονοματολογία αυτή προσδιορίζεται από την Eurojust και κάνει σαφή διάκριση μεταξύ πιστώσεων διοικητικής λειτουργίας και επιχειρησιακών.

Άρθρο 31

Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει:

1)

όσον αφορά τα έσοδα:

α)

τις προβλέψεις εσόδων της Eurojust για το εκάστοτε οικονομικό έτος·

β)

τα προβλεφθέντα έσοδα του προηγούμενου οικονομικού έτους και τα έσοδα του οικονομικού έτους Ν – 2·

γ)

τις σχετικές παρατηρήσεις για κάθε γραμμή εσόδων·

2)

όσον αφορά τις δαπάνες:

α)

τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το εκάστοτε οικονομικό έτος·

β)

τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το προηγούμενο οικονομικό έτος, καθώς και τις δαπάνες που ανελήφθησαν και κατεβλήθησαν κατά το οικονομικό έτος Ν – 2·

γ)

ανακεφαλαιωτική κατάσταση των χρονοδιαγραμμάτων των πληρωμών οι οποίες θα πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια των μεταγενέστερων οικονομικών ετών βάσει δημοσιονομικών δεσμεύσεων που ανελήφθησαν κατά τη διάρκεια προγενέστερων οικονομικών ετών·

δ)

τις σχετικές παρατηρήσεις για κάθε υποδιαίρεση.

Άρθρο 32

1.   Στον πίνακα προσωπικού του άρθρου 27 αναγράφεται, δίπλα στον αριθμό των εγκεκριμένων θέσεων για το εκάστοτε οικονομικό έτος, ο αριθμός των εγκεκριμένων θέσεων για το προηγούμενο οικονομικό έτος, καθώς και ο αριθμός των θέσεων εργασίας που πράγματι έχουν πληρωθεί.

Ο πίνακας προσωπικού θέτει για την Eurojust υποχρεωτικό όριο. Κανένας διορισμός δεν μπορεί να γίνει πέρα από το όριο αυτό.

Ωστόσο, το Συλλογικό Όργανο μπορεί να προβεί σε τροποποιήσεις του πίνακα προσωπικού, και τούτο έως το 10 % των εγκεκριμένων θέσεων, εκτός σε ό,τι αφορά τους βαθμούς AD 16, AD 15, AD 14 και AD 13, υπό τους ακόλουθους δύο όρους:

α)

να μη διατεθούν οι πιστώσεις του αντίστοιχου προσωπικού σε ένα πλήρες οικονομικό έτος· και

β)

να τηρηθεί το όριο του συνολικού αριθμού των εγκεκριμένων θέσεων ανά πίνακα προσωπικού.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, οι περιπτώσεις άσκησης δραστηριότητας κατά μερική απασχόληση που έχουν εγκριθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, μπορούν να συμψηφίζονται. Εφόσον μέλος του προσωπικού ζητήσει την ανάκληση της άδειας πριν από την εκπνοή της χορηγηθείσας περιόδου, η Eurojust λαμβάνει το ταχύτερο δυνατό τα κατάλληλα μέτρα για την τήρηση της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 33

Καθήκοντα διατάκτη ασκεί ο διοικητικός διευθυντής. Εκτελεί τον προϋπολογισμό κατά τα έσοδα και τις δαπάνες, σύμφωνα με τις δημοσιονομικές κανονιστικές διατάξεις της Eurojust, με δική του ευθύνη και εντός του ορίου των διαθέσιμων πιστώσεων. Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του διατάκτη όσον αφορά την πρόληψη και τον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών, η Eurojust συμμετέχει στις δραστηριότητες για την πρόληψη της απάτης της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης. Αυτές οι δραστηριότητες δεν θα επηρεάζουν το επιχειρησιακό έργο της Eurojust όπως προβλέπεται στην απόφαση για την Eurojust και ειδικότερα δεν θα συνεπάγονται ούτε την πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα συνδεδεμένα με τις υποθέσεις ούτε τη μεταβίβαση των εν λόγω εγγράφων στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

Άρθρο 34

1.   Ο διοικητικός διευθυντής μπορεί να μεταβιβάζει τις εξουσίες του ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού σε υπαλλήλους της Eurojust που υπάγονται στον «κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης» υπό τους όρους που καθορίζονται από τις δημοσιονομικές κανονιστικές διατάξεις της Eurojust. Οι εντολοδόχοι μπορούν να ενεργούν μόνο εντός των ορίων των εξουσιών που τους έχουν ανατεθεί ρητά.

2.   Ο εντολοδόχος μπορεί να μεταβιβάσει περαιτέρω τις εξουσίες που του έχουν ανατεθεί υπό τους όρους που καθορίζονται στους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust. Κάθε πράξη δευτερεύουσας μεταβίβασης απαιτεί τη ρητή συγκατάθεση του διοικητικού διευθυντή.

Άρθρο 35

1.   Απαγορεύεται σε κάθε δημοσιονομικό παράγοντα, κατά την έννοια του κεφαλαίου 2 του παρόντος τίτλου και οποιουδήποτε άλλου εμπλεκόμενου στην εκτέλεση, διαχείριση εσωτερικό ή εξωτερικό έλεγχο του προϋπολογισμού, να εκδίδει οποιαδήποτε πράξη εκτέλεσης μέσω της οποίας θα μπορούσε να προκύψει σύγκρουση μεταξύ των ιδίων του συμφερόντων και εκείνων της Eurojust. Εάν προκύψει τέτοια περίπτωση, το εν λόγω άτομο υποχρεούται να απόσχει και να αναφέρει το γεγονός στην αρμόδια αρχή.

2.   Υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων όταν η αμερόληπτη και αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων ενός ατόμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 επηρεάζεται από λόγους οικογενειακούς, συναισθηματικούς, πολιτικής ή εθνικής συνάφειας, οικονομικού συμφέροντος, ή από κάθε άλλο λόγο κοινωνίας συμφέροντος με τον δικαιούχο.

3.   Η αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 είναι ιεραρχικά ανώτερη του εμπλεκόμενου υπαλλήλου. Εάν πρόκειται για τον διοικητικό διευθυντή, αρμόδια αρχή είναι το Συλλογικό Όργανο.

Άρθρο 36

1.   Ο προϋπολογισμός εκτελείται από τον διοικητικό διευθυντή, μέσω των υπηρεσιών των οποίων προΐσταται.

2.   Ενόσω τούτο αποβαίνει απαραίτητο, καθήκοντα που είναι δυνατόν να ανατίθενται μέσω συμβάσεων σε εξωτερικούς φορείς ή οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου είναι τα καθήκοντα τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και τα διοικητικά, προπαρασκευαστικά ή δευτερεύοντα καθήκοντα που δεν εμπεριέχουν ούτε άσκηση δημόσιας εξουσίας ούτε άσκηση διακριτικής ευχέρειας εκτίμησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Δημοσιονομικοί παράγοντες

Τμήμα 1 —   Η αρχή του διαχωρισμού καθηκόντων

Άρθρο 37

Τα καθήκοντα του διατάκτη και του υπόλογου διαχωρίζονται και είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους.

Τμήμα 2 —   Ο διατάκτης

Άρθρο 38

1.   Ο διατάκτης αναλαμβάνει τη διαχείριση των εσόδων και των δαπανών σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, καθώς και τη διασφάλιση της νομιμότητας και την κανονικότητάς τους.

2.   Για τη διαχείριση των δαπανών, ο διατάκτης προβαίνει σε δημοσιονομικές δεσμεύσεις και σε νομικές δεσμεύσεις, στην εκκαθάριση των δαπανών και στην έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής, καθώς και στις προκαταρκτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για τη διαχείριση των πιστώσεων.

3.   Η διαχείριση των εσόδων περιλαμβάνει την κατάρτιση των προβλέψεων απαιτήσεων, τη βεβαίωση των δικαιωμάτων είσπραξης και την έκδοση των ενταλμάτων είσπραξης. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, περιλαμβάνει και την παραίτηση από απαιτήσεις ήδη βεβαιωθείσες.

4.   Ο διατάκτης ακολουθεί τους κατ’ ελάχιστον κανόνες που ορίζονται στους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust. Αυτοί οι κατ’ ελάχιστον κανόνες καταρτίζονται με βάση τα πρότυπα που θεσπίζει η Επιτροπή για τις δικές της υπηρεσίες και λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με το διαχειριστικό περιβάλλον και με τη φύση των χρηματοδοτούμενων ενεργειών, την οργανωτική δομή καθώς και τα συστήματα και τις διαδικασίες εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που ενδείκνυνται για την άσκηση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανόμενων, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των εκ των υστέρων ελέγχων.

Πιο συγκεκριμένα, ο διατάκτης δημιουργεί στους κόλπους των υπηρεσιών του μια υπηρεσία πραγματογνωμοσύνης και παροχής συμβουλών, με σκοπό τη συμβολή στην αντιμετώπιση των κινδύνων που ενυπάρχουν στις δραστηριότητες των υπηρεσιών αυτών.

5.   Πριν από την έγκριση μιας πράξης, οι επιχειρησιακές και οικονομικές πλευρές της ελέγχονται από υπαλλήλους άλλους από εκείνον που έχει κινήσει τη σχετική διαδικασία. Η έναρξη και ο εκ των προτέρων και εκ των υστέρων έλεγχος μιας πράξης αποτελούν διακριτά καθήκοντα.

6.   Ο διατάκτης φυλάσσει τα δικαιολογητικά που αναφέρονται σε εκτελεσθείσα πράξη επί πέντε έτη από την ημερομηνία της απόφασης απαλλαγής ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται σε δικαιολογητικά έγγραφα διαγράφονται, ει δυνατόν, εφόσον δεν είναι απαραίτητα για τη χορήγηση απαλλαγής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τον εσωτερικό και το λογιστικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση, ισχύουν οι λεπτομερείς κανόνες για την προστασία δεδομένων όπως παρουσιάζονται στην απόφαση για την Eurojust και στον Εσωτερικό κανονισμό για την Επεξεργασία και την Προστασία Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της Eurojust.

Άρθρο 39

1.   Ως έναρξη μιας πράξης του άρθρου 38 παράγραφος 5 πρέπει να νοείται το σύνολο των προπαρασκευαστικών εργασιών πριν από την έκδοση των πράξεων εκτέλεσης του προϋπολογισμού από τους αρμόδιους διατάκτες των άρθρων 33 και 34.

2.   Ως εκ των προτέρων έλεγχος μιας πράξης κατά την έννοια του άρθρου 38 παράγραφος 5 πρέπει να νοείται το σύνολο των εκ των προτέρων ελέγχων που διοργανώνονται από τον αρμόδιο διατάκτη με σκοπό την επαλήθευση των επιχειρησιακών και οικονομικών πλευρών της πράξης.

3.   Κάθε πράξη αποτελεί το αντικείμενο τουλάχιστον μιας εκ των προτέρων επαλήθευσης. Η επαλήθευση αυτή αποσκοπεί ιδίως στη διαπίστωση:

α)

της κανονικότητας και του σύμμορφου της δαπάνης προς τις ισχύουσες διατάξεις·

β)

της εφαρμογής των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 25.

Για τους σκοπούς του εκ των προτέρων ελέγχου, παρόμοιες μεμονωμένες συναλλαγές που έχουν σχέση με τις τρέχουσες δαπάνες μισθοδοσίας, καταβολής συντάξεων, επιστροφής εξόδων αποστολής και ιατρικών εξόδων είναι δυνατόν να εκληφθούν από τον αρμόδιο διατάκτη ως ενιαία πράξη.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, ο αρμόδιος διατάκτης, αναλόγως της διενεργηθείσας ανάλυσης κινδύνου, πραγματοποιεί τον δέοντα εκ των υστέρων έλεγχο, σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.   Οι εκ των υστέρων έλεγχοι βάσει παραστατικών και, εφόσον απαιτείται, επιτόπου αποσκοπούν στην επαλήθευση της ορθής εκτέλεσης των πράξεων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό, ιδίως δε της τήρησης των κριτηρίων της παραγράφου 3. Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να διεξάγονται δειγματοληπτικά, βάσει ανάλυσης των κινδύνων.

5.   Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό που αναλαμβάνουν ελέγχους που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 4 είναι διαφορετικοί από εκείνους που ασκούν τα καθήκοντα της παραγράφου 1, δεν υπάγονται δε ιεραρχικά σε αυτούς.

6.   Κάθε υπάλληλος υπεύθυνος για τον έλεγχο της διαχείρισης των δημοσιονομικών πράξεων οφείλει να διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα. Ακολουθεί δε ειδικό κώδικα επαγγελματικών προτύπων, τον οποίο θεσπίζει η Eurojust και ο οποίος βασίζεται στα πρότυπα που θεσπίζει η Επιτροπή για τις δικές της υπηρεσίες.

Άρθρο 40

1.   Ο διατάκτης αναφέρει στο Συλλογικό Όργανο ως προς την άσκηση των καθηκόντων του, μέσω μιας ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων, η οποία συνοδεύεται από δημοσιονομικά και διαχειριστικά στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνουν ότι οι πληροφορίες της έκθεσης είναι αληθείς και ακριβείς, εκτός εάν ορίζεται άλλως σε τυχόν επιφυλάξεις σχετικές με συγκεκριμένους τομείς εσόδων και δαπανών.

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων εμφαίνει τα αποτελέσματα των πράξεών του σε σύγκριση με τους στόχους που του έχουν τεθεί για πράξεις που δεν σχετίζονται με υποθέσεις, τους κινδύνους που συνδέονται με τις πράξεις αυτές, τη χρησιμοποίηση των πόρων που έχει στη διάθεσή του και την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου. Ο εσωτερικός ελεγκτής κατά την έννοια του άρθρου 71 λαμβάνει γνώση της ως άνω ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων καθώς και των λοιπών προβλεπόμενων πληροφοριακών στοιχείων.

2.   Κάθε έτος, και το αργότερο στις 15 Ιουνίου, το Συλλογικό Όργανο διαβιβάζει προς την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή και το Ελεγκτικό Συνέδριο ανάλυση και αξιολόγηση της ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων για το διαρρεύσαν οικονομικό έτος. Η ανάλυση και αξιολόγηση αυτή εντάσσεται στην ετήσια έκθεση της Eurojust, βάσει των διατάξεων της απόφασης για την Eurojust.

Άρθρο 41

Οποιοσδήποτε υπάλληλος εμπλεκόμενος στη δημοσιονομική διαχείριση και στον έλεγχο των πράξεων θεωρήσει ότι μια απόφαση την οποία η προϊσταμένη του αρχή του επιβάλλει να εφαρμόσει ή να αποδεχθεί είναι παράτυπη ή αντίθετη προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή τους επαγγελματικούς κανόνες που οφείλει να τηρεί, το επισημαίνει εγγράφως στον διοικητικό διευθυντή και, σε περίπτωση αδράνειας του τελευταίου εντός ευλόγου χρόνου, στην αρχή του άρθρου 47 παράγραφος 4, καθώς και στο Συλλογικό Όργανο. Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Κοινότητας, ενημερώνει τις αρχές και τις υπηρεσίες που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

Άρθρο 42

Σε περίπτωση που πραγματοποιείται κύρια ή δευτερεύουσα μεταβίβαση εξουσιών εκτέλεσης του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 34, το άρθρο 38 παράγραφοι 1, 2 και 3 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους διατάκτες της κύριας και της δευτερεύουσας μεταβίβασης.

Τμήμα 3 —   Ο υπόλογος

Άρθρο 43

1.   Το Συλλογικό Όργανο διορίζει υπόλογο, ο οποίος υπάγεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, και που είναι ανεξάρτητος(-η) λειτουργικά στην εκτέλεση των καθηκόντων του(της). Αυτός (αυτή) αναλαμβάνει, εντός της Eurojust:

α)

την ορθή εκτέλεση των πληρωμών και της είσπραξης των εσόδων και των βεβαιωμένων απαιτήσεων·

β)

την προετοιμασία και την παρουσίαση των λογαριασμών σύμφωνα με τον τίτλο VΙΙ·

γ)

την τήρηση της λογιστικής σύμφωνα με τον τίτλο VΙΙ·

δ)

τη θέσπιση, σύμφωνα με τον τίτλο VΙΙ, των λογιστικών κανόνων και μεθόδων καθώς και του λογιστικού σχεδίου, σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται από τον υπόλογο της Επιτροπής·

ε)

τον καθορισμό και την επικύρωση των λογιστικών συστημάτων, καθώς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την επικύρωση των συστημάτων που καθορίζονται από τον διατάκτη και προορίζονται για την παροχή ή την αιτιολόγηση των λογιστικών στοιχείων· ο υπόλογος θα είναι εξουσιοδοτημένος να επαληθεύει την καταλληλότητα των κριτηρίων εκκαθάρισης·

στ)

τη διαχείριση του ταμείου.

2.   Ο υπόλογος λαμβάνει από τον διατάκτη, ο οποίος εγγυάται την αξιοπιστία τους, όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την κατάρτιση λογαριασμών που να αποδίδουν πιστά την περιουσιακή κατάσταση της Eurojust και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της.

2α.   Πριν εγκριθούν οι λογαριασμοί από τον διοικητικό διευθυντή, ο υπόλογος τους υπογράφει, πιστοποιώντας κατά τον τρόπο αυτόν ότι μπορεί ευλόγως να υποθέσει ότι οι εν λόγω λογαριασμοί αποδίδουν αληθή και ακριβή εικόνα της δημοσιονομικής κατάστασης της Eurojust.

Προς τούτο, ο υπόλογος φροντίζει να βεβαιωθεί ότι οι λογαριασμοί έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με τους προβλεπόμενους λογιστικούς κανόνες, μεθόδους και συστήματα, και ότι όλα τα έσοδα και δαπάνες έχουν εγγραφεί στους λογαριασμούς.

Ο διατάκτης διαβιβάζει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται ο υπόλογος για την άσκηση των καθηκόντων του.

Ο διατάκτης παραμένει πλήρως υπεύθυνος για την ορθή χρησιμοποίηση των κονδυλίων που διαχειρίζεται, καθώς και για τη νομιμότητα και κανονικότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται υπό τον έλεγχό του.

2β.   Ο υπόλογος έχει την εξουσία να ελέγχει τα λαμβανόμενα στοιχεία, καθώς και να πραγματοποιεί τυχόν περαιτέρω ελέγχους που κρίνει αναγκαίους πριν από την υπογραφή των λογαριασμών.

Εάν απαιτείται, ο υπόλογος διατυπώνει επιφυλάξεις και εξηγεί επακριβώς τη φύση και την έκταση των επιφυλάξεων αυτών.

2γ.   Ο υπόλογος της Eurojust υπογράφει τους ετήσιους λογαριασμούς της και τους αποστέλλει στον υπόλογο της Επιτροπής.

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 44, μόνο ο υπόλογος είναι εξουσιοδοτημένος για τη διαχείριση χρημάτων και ισοδύναμου χρημάτων. Είναι δε υπεύθυνος για τη διαφύλαξή τους.

4.   Ο υπόλογος, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του, εάν τούτο αποβαίνει αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων του, μπορεί να μεταβιβάζει ορισμένα από τα καθήκοντά του σε υπαλλήλους υπαγόμενους στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και για τους οποίους είναι ιεραρχικά υπεύθυνος. Ο υπόλογος ενημερώνει τον διατάκτη εκ των προτέρων, σε περίπτωση που πρόκειται να λάβει αυτά τα μέτρα.

5.   Η πράξη μεταβίβασης καθορίζει τα καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται στους εντολοδόχους.

Τμήμα 4 —   Ο υπόλογος πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 44

Εάν τούτο αποβαίνει αναγκαίο για την πληρωμή δαπανών μικρού ύψους και για την είσπραξη λοιπών εσόδων, κατά το άρθρο 5, είναι δυνατόν να συσταθούν πάγιες προκαταβολές, οι οποίες τροφοδοτούνται από τον υπόλογο και τελούν υπό την ευθύνη των υπολόγων παγίων προκαταβολών που ορίζονται από τον υπόλογο αυτόν.

Το μέγιστο ύψος κάθε δαπάνης ή εσόδου που μπορεί να διαχειρισθεί έναντι τρίτων ένας υπόλογος παγίων προκαταβολών δεν μπορεί να υπερβαίνει, για κάθε δαπάνη ή έσοδο, ένα ποσό που καθορίζεται στους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust.

Οι πληρωμές από πάγιες προκαταβολές είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται με τραπεζική μεταφορά, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος άμεσης χρέωσης στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 66 παράγραφος 1α, με επιταγή ή με άλλο μέσο πληρωμής, σύμφωνα με τις οδηγίες που δίδει ο υπόλογος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων

Τμήμα 1 —   Γενικές διατάξεις

Άρθρο 45

1.   Με την επιφύλαξη ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων, η κύρια ή η δευτερεύουσα μεταβίβαση αρμοδιοτήτων μπορεί να αφαιρεθεί ανά πάσα στιγμή, προσωρινά ή οριστικά, από τους αντίστοιχους διατάκτες, από την αρχή που τους διόρισε.

Ο διατάκτης μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του για μια συγκεκριμένη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων.

2.   Με την επιφύλαξη ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων, ο υπόλογος μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί από τα καθήκοντά του, προσωρινά ή οριστικά, από το Συλλογικό Όργανο.

Το Συλλογικό Όργανο διορίζει τότε προσωρινό υπόλογο.

3.   Με την επιφύλαξη ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων, οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν από τα καθήκοντά τους, προσωρινά ή οριστικά, από τον υπόλογο.

Άρθρο 46

1.   Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν προδικάζουν την ποινική ευθύνη που είναι δυνατόν να υπέχουν οι δημοσιονομικοί παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 45, υπό τους όρους που προβλέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και από τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και σχετικά με την καταπολέμηση των περιπτώσεων διαφθοράς στις οποίες ενέχονται υπάλληλοι των Κοινοτήτων ή των κρατών μελών.

2.   Κάθε διατάκτης, υπόλογος ή υπόλογος παγίων προκαταβολών υπέχει πειθαρχική ευθύνη και ευθύνη προς χρηματική αποζημίωση υπό τους όρους που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 47, 48 και 49. Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Κοινότητας, επιλαμβάνονται οι αρχές που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

Τμήμα 2 —   Κανόνες που εφαρμόζονται για τον διατάκτη και για τους διατάκτες κύριας και δευτερεύουσας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων

Άρθρο 47

1.   Ο διατάκτης υπέχει ευθύνη προς χρηματική αποζημίωση υπό τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

1α.   Η απαίτηση προς καταβολή χρηματικής αποζημίωσης ισχύει ιδίως εφόσον:

α)

ο διατάκτης, είτε από πρόθεση είτε λόγω βαρείας αμέλειάς του, βεβαιώνει δικαιώματα είσπραξης ή εκδίδει εντάλματα είσπραξης, αναλαμβάνει δαπάνη ή υπογράφει ένταλμα πληρωμής χωρίς να τηρήσει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust·

β)

ο διατάκτης, είτε από πρόθεση είτε λόγω βαρείας αμέλειάς του, παραλείπει να συντάξει έγγραφο για τη βεβαίωση απαίτησης, αμελεί να εκδώσει ένταλμα είσπραξης ή καθυστερεί την έκδοσή του ή την έκδοση εντάλματος πληρωμής, εκθέτοντας έτσι την Eurojust στην άσκηση ενδίκων μέσων εκ μέρους τρίτων.

2.   Όταν διατάκτης κύριας ή δευτερεύουσας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων θεωρεί ότι μια απόφαση που εμπίπτει στις αρμοδιότητές του εμπεριέχει παρατυπίες ή αντιβαίνει προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, οφείλει να το επισημάνει εγγράφως στην εξουσιοδοτούσα αρχή. Αν η εξουσιοδοτούσα αρχή δώσει εγγράφως στον διατάκτη κύριας ή δευτερεύουσας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων αιτιολογημένη εντολή εκτέλεσης της ανωτέρω απόφασης, ο εντολοδόχος αυτός διατάκτης, ο οποίος οφείλει να εκτελέσει την απόφαση, απαλλάσσεται από την ευθύνη του.

3.   Σε περίπτωση μεταβίβασης αρμοδιοτήτων, ο διατάκτης παραμένει υπεύθυνος για την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων συστημάτων διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου, καθώς και για την επιλογή του διατάκτη προς τον οποίο η μεταβίβαση.

4.   Η εξειδικευμένη στις δημοσιονομικές παρατυπίες υπηρεσία που έχει συγκροτήσει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 4 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, ασκεί τις ίδιες εξουσίες σε σχέση με την Eurojust όπως και σε σχέση με τα τμήματα της Επιτροπής, εκτός εάν το Συλλογικό Όργανο αποφασίσει τη σύσταση λειτουργικά ανεξάρτητης υπηρεσίας, ή τη συμμετοχή σε κοινή υπηρεσία συσταθείσα από διάφορους κοινοτικούς οργανισμούς. Όσον αφορά τις υποθέσεις που υποβάλλονται από την Eurojust, η εξειδικευμένη στις δημοσιονομικές παρατυπίες υπηρεσία που έχει συγκροτήσει η Επιτροπή θα περιλαμβάνει ένα μέλος του προσωπικού κοινοτικού οργανισμού.

Βάσει της γνώμης που διατυπώνει η ως άνω αρχή, ο διοικητικός διευθυντής αποφασίζει να κινήσει τη διαδικασία προς καταλογισμό πειθαρχικής ευθύνης ή ευθύνης προς χρηματική αποζημίωση. Αν η αρχή αυτή ανακαλύψει συστημικά προβλήματα, διαβιβάζει στον διατάκτη και στον εσωτερικό ελεγκτή της Επιτροπής έκθεση συνοδευόμενη από συστάσεις. Εάν η γνώμη της αρχής αυτής εμπλέκει τον διοικητικό διευθυντή, η αρχή τη διαβιβάζει στο Συλλογικό Όργανο και στον εσωτερικό ελεγκτή της Επιτροπής. Ο διοικητικός διευθυντής παραπέμπει, ανώνυμα, στις γνώμες της αρχής στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του και περιγράφει τα μέτρα παρακολούθησης που έχουν ληφθεί.

5.   Κάθε υπάλληλος μπορεί να υποχρεωθεί σε αποζημίωση, εν όλω ή εν μέρει, της ζημίας που υπέστη η Eurojust λόγω προσωπικών του σοβαρών παραπτωμάτων τα οποία τυχόν διέπραξε κατά την άσκηση ή με την ευκαιρία της άσκησης των καθηκόντων του σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Η σχετική αιτιολογημένη απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται για τα πειθαρχικά ζητήματα στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Τμήμα 3 —   Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους και τους υπολόγους παγίων προκαταβολών

Άρθρο 48

Τα ακόλουθα περιστατικά συνιστούν, ιδίως, παράπτωμα που μπορεί να συνεπάγεται, υπό τους όρους του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, πειθαρχική ευθύνη ή ευθύνη προς χρηματική αποζημίωση υπολόγου:

α)

απώλεια ή φθορά χρημάτων, αξιών ή εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη, ή πρόκληση απώλειας ή φθοράς λόγω αμελείας του·

β)

τροποποίηση τραπεζικών λογαριασμών ή τρεχούμενων ταχυδρομικών λογαριασμών χωρίς να προηγηθεί ενημέρωση του διατάκτη·

γ)

διενέργεια εισπράξεων ή πληρωμών που δεν είναι σύμφωνες με τα αντίστοιχα εντάλματα είσπραξης ή πληρωμής·

δ)

παράλειψη είσπραξης των οφειλόμενων εσόδων.

Άρθρο 49

Τα ακόλουθα περιστατικά συνιστούν, ιδίως, παράπτωμα που μπορεί να συνεπάγεται, υπό τους όρους του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, πειθαρχική ευθύνη ή ευθύνη προς χρηματική αποζημίωση υπολόγου παγίων προκαταβολών:

α)

απώλεια ή φθορά χρημάτων, αξιών ή εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη, ή πρόκληση απώλειας ή φθοράς λόγω αμελείας του·

β)

αδυναμία αιτιολόγησης με κανονικά παραστατικά των πληρωμών που πραγματοποιεί·

γ)

διενέργεια πληρωμών σε άλλους πέραν των δικαιούχων·

δ)

παράλειψη είσπραξης των οφειλόμενων εσόδων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Πράξεις εσόδων

Τμήμα 1 —   Γενικές διατάξεις

Άρθρο 50

Η Eurojust υποβάλλει στην Επιτροπή, υπό όρους και με περιοδικότητα που έχουν συμφωνηθεί με αυτήν, αιτήσεις πληρωμής ολόκληρης ή μέρους της κοινοτικής επιχορήγησης δυνάμει του Άρθρου 15, παράγραφος 5.

Άρθρο 51

Τα ποσά που καταβάλλονται στην Eurojust από την Επιτροπή στο πλαίσιο της επιχορήγησης φέρουν τόκους υπέρ του γενικού προϋπολογισμού.

Τμήμα 2 —   Πρόβλεψη απαίτησης

Άρθρο 52

Κάθε μέτρο ή κατάσταση που είναι σε θέση να δημιουργήσει ή να μεταβάλει μιαν απαίτηση της Eurojust αποτελεί εκ των προτέρων το αντικείμενο πρόβλεψης απαίτησης εκ μέρους του αρμόδιου διατάκτη.

Τμήμα 3 —   Βεβαίωση απαίτησης

Άρθρο 53

1.   Βεβαίωση μιας απαίτησης είναι η πράξη με την οποία ο διατάκτης ή ο εντολοδόχος αυτού:

α)

επαληθεύει την ύπαρξη των οφειλών του οφειλέτη·

β)

προσδιορίζει ή επαληθεύει την υπόσταση και το ύψος της οφειλής·

γ)

επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η οφειλή καθίσταται απαιτητή.

2.   Κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή πρέπει να βεβαιώνεται με ένταλμα είσπραξης προς τον υπόλογο, το οποίο συνοδεύεται από χρεωστικό σημείωμα προς τον οφειλέτη. Τα δύο αυτά έγγραφα συντάσσονται και αποστέλλονται από τον αρμόδιο διατάκτη.

3.   Οι συμβάσεις και οι συμφωνίες επιχορήγησης που ολοκληρώθηκαν από την Eurojust θα εξασφαλίσει πως κάθε απαίτηση μη επιστραφείσα έως την καταληκτική ημερομηνία που καθορίζεται στο χρεωστικό σημείωμα φέρει τόκους σύμφωνα με τους κανόνες εφαρμογής του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού. Οι όροι υπό τους οποίους οφείλονται τόκοι υπερημερίας στην Eurojust, και κυρίως το επιτόκιο των τόκων αυτών, αναφέρονται ρητά στις συμβάσεις και στις συμφωνίες επιχορήγησης.

4.   Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ορισμένα τρέχοντα έσοδα μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσωρινών βεβαιώσεων.

Μια προσωρινή βεβαίωση καλύπτει περισσότερες της μιας μεμονωμένες εισπράξεις, οπότε αυτές δεν χρειάζεται να αποτελέσουν το αντικείμενο μεμονωμένης βεβαίωσης.

Πριν από τη λήξη του οικονομικού έτους, ο διατάκτης οφείλει να πραγματοποιεί τις αναγκαίες τροποποιήσεις των προσωρινών προβλέψεων, έτσι ώστε αυτές να αντιστοιχούν πλήρως στις απαιτήσεις που έχουν πράγματι βεβαιωθεί.

Τμήμα 4 —   Εντολή είσπραξης

Άρθρο 54

Εντολή είσπραξης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης παραγγέλλει στον υπόλογο, με την έκδοση εντάλματος είσπραξης, να εισπράξει απαίτηση την οποία έχει βεβαιώσει.

Τμήμα 5 —   Είσπραξη

Άρθρο 55

1.   Τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται.

2.   Ο υπόλογος αναλαμβάνει την εκτέλεση των ενταλμάτων είσπραξης των απαιτήσεων που έχουν εκδοθεί κατά τα δέοντα από τον αρμόδιο διατάκτη. Οφείλει δε να επιδεικνύει επιμέλεια, με σκοπό την εξασφάλιση της είσπραξης των εσόδων της Eurojust, και να φροντίζει για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της.

3.   Οσάκις ο αρμόδιος διατάκτης πρόκειται να παραιτηθεί από την είσπραξη ή μερική είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης, βεβαιώνεται ότι η παραίτηση είναι κανονική και σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και αναλογικότητας.

Η παραίτηση από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης πρέπει να γίνεται με αιτιολογημένη απόφαση του διατάκτη. Ο διατάκτης μπορεί να μεταβιβάσει την αρμοδιότητα της απόφασης αυτής μόνο για αιτούμενα ποσά μικρότερα των 5 000 ευρώ.

Η απόφαση παραίτησης αναφέρει τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν για την είσπραξη και τα νομικά και πραγματικά στοιχεία στα οποία βασίζεται.

4.   Ο αρμόδιος διατάκτης ακυρώνει βεβαιωθείσα απαίτηση οσάκις η ανακάλυψη πραγματικού ή νομικού σφάλματος καταδεικνύει ότι η απαίτηση δεν έχει βεβαιωθεί ορθά. Η ακύρωση αυτή επέρχεται με απόφαση του αρμόδιου διατάκτη, η οποία πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη.

5.   Ο αρμόδιος διατάκτης προσαρμόζει προς τα άνω ή προς τα κάτω το ποσό βεβαιωθείσας απαίτησης οσάκις η ανακάλυψη πραγματολογικού σφάλματος συνεπάγεται την τροποποίηση του ποσού της απαίτησης, υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση αυτή δεν συνεπάγεται την εγκατάλειψη του δικαιώματος που έχει βεβαιωθεί υπέρ της Eurojust. Η αναπροσαρμογή αυτή πραγματοποιείται με απόφαση του διατάκτη, η οποία πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη.

Άρθρο 56

1.   Η πραγματική είσπραξη από τον υπόλογο οδηγεί στην πραγματοποίηση, από μέρους του υπόλογου, εγγραφής στους λογαριασμούς και στην ενημέρωση του αρμόδιου διατάκτη.

2.   Για κάθε πληρωμή σε χρήμα στο ταμείο του υπολόγου εκδίδεται απόδειξη.

Άρθρο 57

1.   Αν κατά την καταληκτική ημερομηνία που προβλέπεται στο χρεωστικό σημείωμα δεν έγινε πράγματι η είσπραξη, ο υπόλογος ενημερώνει σχετικά τον αρμόδιο διατάκτη και κινεί αμέσως τη διαδικασία ανάκτησης με κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανομένης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, της είσπραξης με συμψηφισμό και, αν αυτό δεν είναι δυνατό, με αναγκαστική εκτέλεση.

2.   Ο υπόλογος προβαίνει στην είσπραξη με συμψηφισμό, και μέχρι του ποσού των απαιτήσεων της Eurojust έναντι κάθε οφειλέτη ο οποίος κατέχει ο ίδιος απαίτηση βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή έναντι της Eurojust, υπό την προϋπόθεση ότι ο συμψηφισμός είναι νομικά εφικτός.

Άρθρο 58

Συμπληρωματική προθεσμία για την πληρωμή μπορεί να χορηγηθεί από τον υπόλογο, σε συνεννόηση με τον αρμόδιο διατάκτη, μόνο μετά από έγγραφη και δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του οφειλέτη, και υπό τους ακόλουθους δύο όρους:

α)

ο οφειλέτης δεσμεύεται να καταβάλει τόκους με το επιτόκιο που προβλέπεται στο Άρθρο 86 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, για όλη την περίοδο της χορηγηθείσας προθεσμίας μετά την αρχική καταληκτική ημερομηνία·

β)

συνιστά, με σκοπό να προστατευθούν τα δικαιώματα της Eurojust, χρηματική εγγύηση που καλύπτει την οφειλή τόσο ως προς το κεφάλαιο όσο και ως προς τους τόκους.

Άρθρο 58α

Ο υπόλογος τηρεί κατάσταση των ποσών που πρέπει να εισπραχθούν, στην οποία οι απαιτήσεις της Eurojust ταξινομούνται με βάση την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού εντάλματος είσπραξης. Ο υπόλογος αναφέρει επίσης τις αποφάσεις παραίτησης ή μερικής παραίτησης από την είσπραξη βεβαιωθεισών απαιτήσεων. Η κατάσταση αυτή προσαρτάται στην έκθεση της Eurojust σχετικά με τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση.

Η Eurojust καταρτίζει κατάσταση των απαιτήσεών της, αναφέροντας το όνομα των οφειλετών και το ύψος της οφειλής τους, εφόσον έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση που διατάσσει τον οφειλέτη να καταβάλει το σχετικό ποσό η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου, και εφόσον δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό ή κάποιο σημαντικό ποσό επί ένα έτος από την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Η κατάσταση δημοσιεύεται λαμβανομένης υπόψη της σχετικής νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 58β

Οι απαιτήσεις της Eurojust έναντι τρίτων καθώς και οι απαιτήσεις τρίτων έναντι της Eurojust υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, που θεσπίζεται στις συμβάσεις και τις συμφωνίες επιχορήγησης που συνάπτονται από την Eurojust.

Τμήμα 6 —   Ειδική διάταξη που εφαρμόζεται για τους φόρους και τα τέλη

Άρθρο 59

Ενόσω φόροι ή τέλη προβλεπόμενα στο άρθρο 5 στοιχείο α) εισπράττονται από την Eurojust, αυτά αποτελούν, στην αρχή κάθε οικονομικού έτους, το αντικείμενο προσωρινής συνολικής εκτίμησης.

Όταν τα τέλη και οι επιβαρύνσεις καθορίζονται πλήρως από τη νομοθεσία ή από αποφάσεις του Συλλογικού Οργάνου, ο διατάκτης μπορεί να απόσχει από την έκδοση εντολής είσπραξης και να συντάξει απευθείας χρεωστικά σημειώματα αφού βεβαιώσει την απαίτηση αυτή. Στην περίπτωση αυτή, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία της απαίτησης της Eurojust. Ο υπόλογος τηρεί κατάσταση όλων των χρεωστικών σημειωμάτων και παρέχει τον αριθμό των χρεωστικών σημειωμάτων και το συνολικό ποσό στην έκθεση της Eurojust σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση.

Εφόσον η Eurojust χρησιμοποιεί χωριστό σύστημα τιμολόγησης, ο υπόλογος, τακτικά και τουλάχιστον σε μηνιαία βάση, εισάγει στους λογαριασμούς το σωρευτικό ποσό των ληφθέντων τελών και επιβαρύνσεων.

Κατά γενικό κανόνα, η παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί πραγματοποιείται από την Eurojust μόνο μετά την εξ ολοκλήρου καταβολή του ποσού του αντίστοιχου τέλους ή επιβάρυνσης. Εάν, κατ’ εξαίρεση, έχει πραγματοποιηθεί παροχή υπηρεσιών χωρίς να προηγηθεί η καταβολή του αντίστοιχου τέλους ή επιβάρυνσης, εφαρμόζονται τα τμήματα 3, 4 και 5 του παρόντος κεφαλαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Πράξεις δαπανών

Άρθρο 60

1.   Κάθε δαπάνη αποτελεί αντικείμενο ανάληψης, εκκαθάρισης, εντολής πληρωμής και πληρωμής.

2.   Κάθε ανάληψη δαπάνης πρέπει να έπεται απόφασης χρηματοδότησης. Αυτό δεν ισχύει για εργασίες που σχετίζονται με υποθέσεις.

3.   Το πρόγραμμα εργασίας της Eurojust ενέχει θέση απόφασης χρηματοδότησης για τις δραστηριότητες που καλύπτει, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές είναι σαφώς προσδιορισμένες και τα σχετικά κριτήρια επακριβώς καθορισμένα. Το πρόγραμμα εργασίας περιλαμβάνει λεπτομερείς στόχους και δείκτες επιδόσεων.

4.   Η διαχείριση των πιστώσεων διοικητικής λειτουργίας μπορεί να γίνει χωρίς να προηγηθεί απόφαση χρηματοδότησης.

Τμήμα 1 —   Ανάληψη δαπάνης

Άρθρο 61

1.   Δημοσιονομική δέσμευση είναι η πράξη κράτησης των πιστώσεων που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση μεταγενέστερων πληρωμών προς εκπλήρωση νομικής δέσμευσης.

2.   Νομική δέσμευση είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης δημιουργεί ή βεβαιώνει υποχρέωση από την οποία προκύπτει δαπάνη βαρύνουσα τον προϋπολογισμό.

3.   Η δημοσιονομική δέσμευση είναι μεμονωμένη εφόσον ο δικαιούχος και το ποσό της δαπάνης έχουν προσδιορισθεί.

4.   Η δημοσιονομική δέσμευση είναι συνολική εφόσον τουλάχιστον ένα από τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για το χαρακτηρισμό της μεμονωμένης δέσμευσης δεν έχει προσδιορισθεί.

5.   Η δημοσιονομική δέσμευση είναι προσωρινή εφόσον προορίζεται να καλύψει τρέχουσες δαπάνες διοικητικής φύσης των οποίων είτε το ύψος είτε οι τελικοί δικαιούχοι δεν έχουν προσδιορισθεί οριστικά.

Η προσωρινή δημοσιονομική δέσμευση υλοποιείται είτε με τη σύναψη μιας ή περισσότερων μεμονωμένων νομικών δεσμεύσεων, που γεννούν το δικαίωμα για μεταγενέστερες πληρωμές, είτε, σε ορισμένες έκτακτες περιπτώσεις που συνδέονται με τις δαπάνες διαχείρισης του προσωπικού, απευθείας με πληρωμές.

Άρθρο 62

1.   Για κάθε μέτρο που είναι δυνατόν να προκαλέσει δαπάνη εις βάρος του προϋπολογισμού, ο αρμόδιος διατάκτης οφείλει να προβαίνει εκ των προτέρων σε δημοσιονομική δέσμευση, πριν αναλάβει νομική δέσμευση έναντι τρίτων.

2.   Οι συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις καλύπτουν το συνολικό κόστος των αντίστοιχων ατομικών νομικών δεσμεύσεων που έχουν συναφθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου του έτους N + 1.

Οι μεμονωμένες νομικές δεσμεύσεις που αναφέρονται σε δημοσιονομικές δεσμεύσεις μεμονωμένες ή προσωρινές αναλαμβάνονται το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου του έτους Ν.

Κατά την εκπνοή της περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, το υπόλοιπο που δεν έχει καλυφθεί από αυτές τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις αποδεσμεύεται από τον αρμόδιο διατάκτη.

3.   Οι νομικές δεσμεύσεις για ενέργειες των οποίων η υλοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη καθώς και οι αντίστοιχες δημοσιονομικές δεσμεύσεις περιλαμβάνουν, εκτός εάν πρόκειται για δαπάνες προσωπικού, καταληκτική ημερομηνία εκτέλεσης, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Τα τμήματα αυτών των δεσμεύσεων που δεν έχουν υλοποιηθεί έξι μήνες μετά την ως άνω καταληκτική ημερομηνία εκτέλεσης αποτελούν το αντικείμενο αποδέσμευσης σύμφωνα με το άρθρο 11.

Το ποσό δημοσιονομικής δέσμευσης η οποία αντιστοιχεί σε νομική δέσμευση για την οποία δεν πραγματοποιήθηκε καμία πληρωμή κατά την έννοια του άρθρου 67 επί διάστημα τριών ετών μετά την υπογραφή της νομικής δέσμευσης, αποδεσμεύεται.

Άρθρο 63

Κατά την έγκριση μιας δημοσιονομικής δέσμευσης, ο αρμόδιος διατάκτης βεβαιώνεται για:

α)

την ακρίβεια του καταλογισμού στον προϋπολογισμό·

β)

τη διαθεσιμότητα των πιστώσεων·

γ)

το σύμμορφο της δαπάνης με τις δημοσιονομικές κανονιστικές διατάξεις της Eurojust·

δ)

την τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Τμήμα 2 —   Εκκαθάριση δαπάνης

Άρθρο 64

Εκκαθάριση μιας δαπάνης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης:

α)

επαληθεύει την ύπαρξη των δικαιωμάτων είσπραξης του πιστωτή·

β)

επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η απαίτηση καθίσταται απαιτητή·

γ)

προσδιορίζει ή επαληθεύει την υπόσταση και το ποσό της απαίτησης.

Άρθρο 65

1.   Κάθε εκκαθάριση δαπάνης βασίζεται σε δικαιολογητικά έγγραφα τα οποία πιστοποιούν τα δικαιώματα είσπραξης του πιστωτή βάσει βεβαίωσης των πράγματι παρασχεθεισών υπηρεσιών, παραδοθεισών προμηθειών ή εκτελεσθέντων έργων, ή βάσει άλλων εγγράφων που να δικαιολογούν την πληρωμή.

2.   Η απόφαση εκκαθάρισης υλοποιείται με την υπογραφή ενός γραμματίου είσπραξης από τον αρμόδιο διατάκτη.

3.   Στα πλαίσια μη μηχανογραφικού συστήματος, το γραμμάτιο είσπραξης εκδίδεται με σφραγίδα και υπογραφή του αρμόδιου διατάκτη. Σε μηχανογραφικό σύστημα, το γραμμάτιο είσπραξης εκδίδεται με επικύρωση, καλυπτόμενη από κωδικό πρόσβασης, εκ μέρους του αρμόδιου διατάκτη.

Τμήμα 3 —   Εντολή πληρωμής δαπάνης

Άρθρο 66

1.   Εντολή πληρωμής δαπάνης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης παραγγέλλει στον υπόλογο, μέσω της έκδοσης εντάλματος πληρωμής, να πληρώσει το ποσό μιας δαπάνης την οποία έχει εκκαθαρίσει.

1α.   Οσάκις περιοδικές πληρωμές γίνονται για παρεχόμενες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών ενοικίασης, ή παραδιδόμενα αγαθά, και υπό την αίρεση της ανάλυσης κινδύνων που αυτός πραγματοποιεί, ο διατάκτης είναι δυνατόν να διατάξει την εφαρμογή συστήματος άμεσης χρέωσης.

2.   Στο ένταλμα πληρωμής τίθεται ημερομηνία και υπογραφή από τον αρμόδιο διατάκτη, στη συνέχεια δε διαβιβάζεται στον υπόλογο. Τα δικαιολογητικά έγγραφα φυλάσσονται από τον αρμόδιο διατάκτη σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 6.

3.   Εφόσον συντρέχει περίπτωση, το ένταλμα πληρωμής που διαβιβάζεται στον υπόλογο συνοδεύεται από βεβαίωση που πιστοποιεί την εγγραφή των αγαθών στα βιβλία απογραφής που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφος 1.

Τμήμα 4 —   Πληρωμή δαπάνης

Άρθρο 67

1.   Η πληρωμή πρέπει να βασίζεται στην απόδειξη ότι η αντίστοιχη ενέργεια υλοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της βασικής πράξης, κατά την έννοια του άρθρου 49 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού και της σύμβασης ή της συμφωνίας επιχορήγησης, καλύπτει δε μία από τις ακόλουθες πράξεις:

α)

πληρωμή του συνόλου των οφειλόμενων ποσών·

β)

πληρωμή των οφειλόμενων ποσών κατά τους ακόλουθους τρόπους:

i)

προχρηματοδότηση, ενδεχομένως υποδιαιρούμενη σε πλείονες καταβολές·

ii)

μία ή περισσότερες ενδιάμεσες πληρωμές·

iii)

πληρωμή του υπολοίπου των οφειλόμενων ποσών.

Οι προχρηματοδοτήσεις καταλογίζονται, εν όλω ή εν μέρει, στις ενδιάμεσες πληρωμές.

Όλες οι προχρηματοδοτήσεις και οι ενδιάμεσες πληρωμές καταλογίζονται στην πληρωμή των υπολοίπων.

2.   Η λογιστική διαχωρίζει, κατά το χρόνο της εκτέλεσής τους, τα διάφορα είδη πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 68

Η πληρωμή των δαπανών πραγματοποιείται από τον υπόλογο, εντός του ορίου των διαθέσιμων πιστώσεων.

Τμήμα 5 —   Προθεσμίες των πράξεων δαπανών

Άρθρο 69

Οι πράξεις εκκαθάρισης, εντολής πληρωμής και πληρωμής των δαπανών πρέπει να εκτελούνται εντός των προθεσμιών και σύμφωνα με τους κανόνες εφαρμογής του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Μηχανογραφικά συστήματα

Άρθρο 70

Σε περίπτωση διαχείρισης των εσόδων και δαπανών με μηχανογραφικά συστήματα, οι υπογραφές μπορούν να τίθενται με μηχανογραφική ή ηλεκτρονική διαδικασία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Ο εσωτερικός ελεγκτής

Άρθρο 71

Η Eurojust διαθέτει θέση εσωτερικού ελεγκτή. Ο εσωτερικός ελεγκτής διορίζεται και ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφοι 2 και 3 της απόφασης για την Eurojust.

Άρθρο 72

1.   Ο εσωτερικός ελεγκτής συμβουλεύει την Eurojust ως προς την αντιμετώπιση των κινδύνων, διατυπώνοντας την ανεξάρτητη γνώμη του σχετικά με την ποιότητα των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και εκδίδοντας συστάσεις για τη βελτίωση των όρων εκτέλεσης των πράξεων και για την προώθηση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Ο εσωτερικός ελεγκτής είναι επιφορτισμένος με:

α)

την εκτίμηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης, καθώς και των επιδόσεων των υπηρεσιών κατά την υλοποίηση των προγραμμάτων και των ενεργειών σε συσχετισμό με τους συναφείς κινδύνους και

β)

την εκτίμηση της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζονται για κάθε πράξη εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

2.   Ο εσωτερικός ελεγκτής ασκεί τα καθήκοντά του ως προς όλες τις δραστηριότητες και τις υπηρεσίες της Eurojust. Διαθέτει πλήρη και απεριόριστη πρόσβαση σε κάθε στοιχείο που είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων του.

3.   Ο εσωτερικός ελεγκτής αναφέρει στο Συλλογικό Όργανο και στον διοικητικό διευθυντή τις διαπιστώσεις και τις συστάσεις του. Αυτοί αναλαμβάνουν τη λήψη των επακόλουθων μέτρων των συστάσεων που προκύπτουν από τους ελέγχους.

4.   Ο εσωτερικός ελεγκτής υποβάλλει στην Eurojust ετήσια έκθεση, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τον αριθμό και το είδος των διενεργηθέντων εσωτερικών ελέγχων, τις διατυπωθείσες συστάσεις και τη συνέχεια που εδόθη σε αυτές τις συστάσεις. Η εν λόγω ετήσια έκθεση αναφέρει, εξάλλου, και τα συστημικά προβλήματα που εντοπίσθηκαν από την εξειδικευμένη αρχή που έχει συσταθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 66 παράγραφος 4 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

5.   Η Eurojust διαβιβάζει ετησίως προς την αρμόδια για την απαλλαγή αρχή και προς την Επιτροπή έκθεση η οποία συντάσσεται από τον διοικητικό διευθυντή της και συνοψίζει τον αριθμό και το είδος των εσωτερικών ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν από τον εσωτερικό ελεγκτή, τις διατυπωθείσες συστάσεις και τη συνέχεια που εδόθη στις συστάσεις αυτές.

6.   Το παρόν άρθρο δεν θα ισχύει για εργασίες και έγγραφα που σχετίζονται με υποθέσεις.

Άρθρο 73

Η ευθύνη του εσωτερικού ελεγκτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του προσδιορίζεται στους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 87 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Άρθρο 74

1.   Όσον αφορά την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων, εφαρμόζονται οι προσήκουσες διατάξεις του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 έως 7 του παρόντος άρθρου.

2.   Η Eurojust μπορεί να λάβει μέρος, κατόπιν αιτήσεώς της, με την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής, στην ανάθεση συμβάσεων της Επιτροπής ή διοργανικών συμβάσεων, καθώς και στην ανάθεση συμβάσεων άλλων κοινοτικών οργανισμών.

3.   Η Eurojust συμμετέχει στην κεντρική βάση δεδομένων την οποία έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 95 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

4.   Η Eurojust μπορεί, χωρίς να προσφύγει σε διαδικασία ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, να συνάψει σύμβαση με την Επιτροπή, τις διοργανικές υπηρεσίες και το Μεταφραστικό Κέντρο για τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν θεσπιστεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2965/94 του Συμβουλίου (6) για την προμήθεια αγαθών, την παροχή υπηρεσιών ή την εκτέλεση εργασιών που παρέχουν οι τελευταίοι.

5.   Με την επιφύλαξη των ανωτέρω διατάξεων, η Eurojust έχει το δικαίωμα να υιοθετεί ή να επωφελείται από τις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων που εφαρμόζονται από το κράτος που τη φιλοξενεί ή από διεθνή οργανισμό, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω φορείς εφαρμόζουν, στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, πρότυπα τα οποία παρέχουν εγγυήσεις ανάλογες με διεθνώς παραδεκτά πρότυπα, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια, τη μη διακριτική μεταχείριση και την πρόληψη σύγκρουσης συμφερόντων.

Αποκλειστικά ο διοικητικός διευθυντής είναι εξουσιοδοτημένος να αναγνωρίζει κατά πόσο οι εγγυήσεις είναι ανάλογες με τα διεθνώς παραδεκτά πρότυπα.

6.   Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 101 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, η πρόσκληση υποβολής προσφορών προβλέπει ότι η Eurojust μπορεί, έως την υπογραφή της σύμβασης, είτε να παραιτηθεί από τη σύμβαση είτε να ακυρώσει τη διαδικασία σύναψης της σύμβασης, χωρίς οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες να μπορούν να διεκδικήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση.

7.   Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 103 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, στις διατάξεις των προσκλήσεων υποβολής προσφορών που προκηρύχτηκαν από την Eurojust προβλέπεται ότι ο οργανισμός μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία και να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο, συμπεριλαμβανόμενης της ακύρωσης της διαδικασίας υπό τους όρους που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο.

Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 103 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, οι συμβάσεις που συνάπτονται από την Eurojust με οικονομικούς παράγοντες ορίζουν ότι μπορεί να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο σύμφωνα με τους εκεί προβλεπόμενους όρους.

ΤΊΤΛΟΣ VA

ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟ ΣΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

Άρθρο 74α

Το Συλλογικό Όργανο κοινοποιεί, το συντομότερο δυνατό, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να υλοποιήσει κάθε σχέδιο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού λειτουργίας του, ιδίως τα σχέδια περί ακινήτων, όπως η μίσθωση ή η αγορά ακινήτων. Ενημερώνει δε σχετικά την Επιτροπή.

Εάν οποιοδήποτε από τα δύο σκέλη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής σκοπεύει να γνωμοδοτήσει, γνωστοποιεί, εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή των πληροφοριών για το σχέδιο, στην Eurojust την πρόθεσή του να διατυπώσει σχετική γνώμη. Εάν η Eurojust δεν λάβει απάντηση, μπορεί να προβεί στη σχεδιαζόμενη πράξη.

Η γνώμη αυτή διαβιβάζεται στην Eurojust εντός τεσσάρων εβδομάδων από την κοινοποίηση σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο.

ΤΙΤΛΟΣ VB

ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ

Άρθρο 74β

Το άρθρο 265α των κανόνων εφαρμογής του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού εφαρμόζεται κατ’ αναλογία για την επιλογή εμπειρογνωμόνων. Οι εν λόγω εμπειρογνώμονες αμείβονται βάσει προκαθορισμένων ποσών, για να επικουρούν την Eurojust ιδίως στην αξιολόγηση προτάσεων, αιτήσεων επιδότησης και προσφορών, καθώς και για να παρέχουν τεχνική βοήθεια κατά την παρακολούθηση και την τελική αξιολόγηση των σχεδίων. Η Eurojust μπορεί να χρησιμοποιεί τις καταστάσεις που έχουν καταρτίσει η Επιτροπή ή άλλοι κοινοτικοί οργανισμοί.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ EUROJUST

Άρθρο 75

1.   Όταν η Eurojust χορηγεί επιχορηγήσεις σε δημόσιες αρχές για την εκτέλεση καθηκόντων της Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης για την Eurojust, για την εκτέλεση καθηκόντων του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 2 στοιχείο β) της εν λόγω απόφασης ή με ανάθεση της Επιτροπής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 54 παράγραφος 2 στοιχείο β} του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, θα ισχύουν οι προσήκουσες αρχές του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Οι επιχορηγήσεις αποτελούν το αντικείμενο έγγραφων συμφωνιών μεταξύ της Eurojust και του δικαιούχου.

3.   Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 119 παράγραφος 2 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, οι συμφωνίες επιχορήγησης που συνάπτονται από την Eurojust ορίζουν ότι η επιχορήγηση μπορεί να ανασταλεί, να μειωθεί ή να τερματιστεί στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 183 των κανόνων εφαρμογής του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, αφού προηγουμένως δοθεί στο δικαιούχο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.

ΤΊΤΛΟΣ VII

ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Απόδοση των λογαριασμών

Άρθρο 76

Οι ετήσιοι λογαριασμοί της Eurojust περιλαμβάνουν:

α)

τις δημοσιονομικές καταστάσεις της Eurojust·

β)

τις καταστάσεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

Οι λογαριασμοί της Eurojust συνοδεύονται από έκθεση επί της δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής διαχείρισης του οικονομικού έτους. Η έκθεση περιέχει, μεταξύ άλλων, το ποσοστό απορρόφησης των πιστώσεων μαζί με συνοπτικά στοιχεία για τις μεταφορές πιστώσεων μεταξύ των διαφόρων θέσεων του προϋπολογισμού.

Άρθρο 77

Οι λογαριασμοί πρέπει να είναι τακτικοί, ειλικρινείς και πλήρεις, και να παρουσιάζουν πιστή απεικόνιση:

α)

όσον αφορά τις δημοσιονομικές καταστάσεις, των στοιχείων ενεργητικού, παθητικού, των εσόδων και εξόδων, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δεν περιλαμβάνονται στο ενεργητικό και στο παθητικό, καθώς και των ταμειακών ροών·

β)

όσον αφορά τις καταστάσεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού, των στοιχείων εκτέλεσης του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

Άρθρο 78

Οι δημοσιονομικές καταστάσεις καταρτίζονται βάσει των γενικώς παραδεκτών λογιστικών αρχών, οι οποίες αποσαφηνίζονται στους κανόνες εφαρμογής του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού και έχουν ως εξής:

α)

συνέχεια των δραστηριοτήτων·

β)

σύνεση·

γ)

σταθερότητα των λογιστικών μεθόδων·

δ)

συγκρισιμότητα των πληροφοριών·

ε)

ουσιαστικότητα·

στ)

μη συμψηφισμός·

ζ)

υπεροχή της πραγματικότητας έναντι της φαινομενικής κατάστασης·

η)

αυτοτέλεια των χρήσεων.

Άρθρο 79

1.   Σύμφωνα με την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων, οι δημοσιονομικές καταστάσεις λαμβάνουν υπόψη τα έσοδα και τα έξοδα που αφορούν το εκάστοτε οικονομικό έτος, ανεξάρτητα από την ημερομηνία πληρωμής ή είσπραξης.

2.   Η αξία των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού προσδιορίζεται σε συνάρτηση με τους κανόνες αποτίμησης τους καθοριζόμενους από τις λογιστικές μεθόδους που προβλέπονται στο άρθρο 132 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

Άρθρο 80

1.   Οι δημοσιονομικές καταστάσεις καταρτίζονται σε εκατομμύρια ευρώ και περιλαμβάνουν:

α)

τον ισολογισμό και το λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος, οι οποίοι παρουσιάζουν την περιουσιακή και χρηματοοικονομική κατάσταση καθώς και το οικονομικό αποτέλεσμα στις 31 Δεκεμβρίου του διαρρεύσαντος έτους. Παρουσιάζονται σύμφωνα με τη διάρθρωση που καθορίζεται στην οδηγία του Συμβουλίου σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη την ιδιαίτερη φύση των δραστηριοτήτων της Eurojust·

β)

τον πίνακα ταμειακών ροών, ο οποίος εμφανίζει τις εισπράξεις και τις εκταμιεύσεις του οικονομικού έτους, καθώς και την τελική ταμειακή κατάσταση·

(γ)

την κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων, η οποία παρουσιάζει λεπτομερώς τις αυξήσεις και τις μειώσεις που σημειώθηκαν κατά το οικονομικό έτος σε καθένα από τα στοιχεία των λογαριασμών κεφαλαίου.

2.   Το παράρτημα των δημοσιονομικών καταστάσεων συμπληρώνει και σχολιάζει τα στοιχεία που παρουσιάζονται στις καταστάσεις τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1, παρέχει δε κάθε συμπληρωματικό στοιχείο που προβλέπεται από τη διεθνώς παραδεκτή λογιστική πρακτική, εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι ενδεδειγμένα για τη γνώση των δραστηριοτήτων της Eurojust.

Άρθρο 81

Οι καταστάσεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού παρουσιάζονται σε εκατ. ευρώ. Περιλαμβάνουν δε:

α)

το λογαριασμό δημοσιονομικού αποτελέσματος, ο οποίος ανακεφαλαιώνει όλες τις δημοσιονομικές πράξεις του οικονομικού έτους ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες. Ο λογαριασμός αυτός ακολουθεί την ίδια διάρθρωση με τη διάρθρωση του προϋπολογισμού·

β)

το παράρτημα του λογαριασμού δημοσιονομικού αποτελέσματος, το οποίο συμπληρώνει και σχολιάζει τα στοιχεία του εν λόγω λογαριασμού.

Άρθρο 82

Το αργότερο έως την 1η Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους, ο υπόλογος κοινοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς του, συνοδευόμενους από την έκθεση δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής διαχείρισης, κατά το άρθρο 76 της παρούσας απόφασης, στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, έτσι ώστε ο υπόλογος της Επιτροπής να μπορέσει να προβεί στην ενοποίηση των λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 128 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

Ο υπόλογος αποστέλλει επίσης την έκθεση δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής διαχείρισης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

Άρθρο 83

1.   Σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 1 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει, το αργότερο στις 15 Ιουνίου μετά το λογιστικό έτος που έκλεισε, τις παρατηρήσεις του επί των προσωρινών λογαριασμών της Eurojust.

2.   Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των προσωρινών λογαριασμών της Eurojust, ο διοικητικός διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 43, με δική του ευθύνη και τους διαβιβάζει στο Συλλογικό Όργανο, το οποίο διατυπώνει τη γνώμη του επί των λογαριασμών αυτών.

3.   Το αργότερο την 1η Ιουλίου μετά το οικονομικό έτος που έκλεισε, ο διοικητικός διευθυντής διαβιβάζει τους ως άνω οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του Συλλογικού Οργάνου, προς τον υπόλογο της Επιτροπής, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Τα προαναφερθέντα έγγραφα διαβιβάζονται εντός δύο εβδομάδων, όταν οι παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου παραλαμβάνονται μετά την 15η Ιουνίου.

4.   Οι οριστικοί λογαριασμοί της Eurojust, ενοποιημένοι με αυτούς της Επιτροπής, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το αργότερο έως τις 15 Νοεμβρίου μετά το οικονομικό έτος που έκλεισε.

5.   Το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου μετά το οικονομικό έτος που έκλεισε, ο διοικητικός διευθυντής αποστέλλει προς το Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεων που αυτό διατυπώνει στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του. Οι απαντήσεις της Eurojust αποστέλλονται ταυτόχρονα στην Επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Λογιστική

Τμήμα 1 —   Κοινές διατάξεις

Άρθρο 84

1.   Λογιστική της Eurojust είναι το σύστημα οργάνωσης των δημοσιονομικών και χρηματοοικονομικών πληροφοριακών στοιχείων κατά τρόπο που να επιτρέπει τη συγκέντρωση, ταξινόμηση και καταχώριση των αριθμητικών δεδομένων.

2.   Η λογιστική αποτελείται από τη γενική λογιστική και τη λογιστική του προϋπολογισμού. Αυτές οι δύο μορφές λογιστικής τηρούνται ανά ημερολογιακό έτος, σε ευρώ.

3.   Τα δεδομένα της γενικής λογιστικής και της λογιστικής του προϋπολογισμού εγκρίνονται κατά το κλείσιμο του οικονομικού έτους, με σκοπό την κατάρτιση των λογαριασμών που αναφέρονται στο κεφάλαιο 1.

4.   Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εμποδίζουν την τήρηση, από μέρους του διατάκτη, και αναλυτικής λογιστικής.

Άρθρο 85

Οι λογιστικοί κανόνες και μέθοδοι, καθώς και το εναρμονισμένο λογιστικό σχέδιο προς εφαρμογή από την Eurojust εγκρίνονται από τον υπόλογο της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 133 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

Τμήμα 2 —   Γενική λογιστική

Άρθρο 86

Η γενική λογιστική καταγράφει με χρονολογική σειρά, και βάσει της μεθόδου της διπλής λογιστικής, τα συμβάντα και τις πράξεις που επηρεάζουν την οικονομική, χρηματοοικονομική και περιουσιακή κατάσταση της Eurojust.

Άρθρο 87

1.   Οι διάφορες κινήσεις ανά λογαριασμό, καθώς και τα υπόλοιπά τους, εγγράφονται στα λογιστικά βιβλία.

2.   Κάθε λογιστική εγγραφή, συμπεριλαμβανομένων και των λογιστικών διορθώσεων, βασίζεται σε δικαιολογητικά, στα οποία και παραπέμπει.

3.   Το λογιστικό σύστημα πρέπει να επιτρέπει την απεικόνιση όλων των λογιστικών εγγραφών.

Άρθρο 88

Μετά το κλείσιμο του οικονομικού έτους, και έως την ημερομηνία απόδοσης των οριστικών λογαριασμών, ο υπόλογος της Eurojust προβαίνει στις διορθώσεις οι οποίες, χωρίς να συνεπάγονται εκταμίευση ή είσπραξη εις βάρος αυτού του οικονομικού έτους, είναι αναγκαίες για την τακτική, πιστή και ειλικρινή παρουσίαση των λογαριασμών.

Τμήμα 3 —   Λογιστική του προϋπολογισμού

Άρθρο 89

1.   Η λογιστική του προϋπολογισμού επιτρέπει να παρακολουθείται λεπτομερώς η εκτέλεση του προϋπολογισμού.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η λογιστική του προϋπολογισμού καταγράφει όλες τις προβλεπόμενες στον τίτλο IV του παρόντος κανονισμού πράξεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Απογραφή των παγίων στοιχείων ενεργητικού

Άρθρο 90

1.   Η Εurojust τηρεί κατά ποσότητα και κατ’ αξία, σύμφωνα με το υπόδειγμα που εγκρίνεται από τον υπόλογο της Επιτροπής, βιβλία απογραφής όλων των ενσώματων, άυλων και χρηματοοικονομικών παγίων στοιχείων που αποτελούν την περιουσία της Eurojust.

Η Εurojust επαληθεύει τη συμφωνία μεταξύ των εγγραφών των βιβλίων απογραφής και της πραγματικότητας.

2.   Οι πωλήσεις κινητών αποτελούν αντικείμενο κατάλληλης δημοσιοποίησης.

ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εξωτερικός έλεγχος

Άρθρο 91

Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει τους λογαριασμούς της Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 248 της συνθήκης ΕΚ.

Άρθρο 92

1.   Η Εurojust κοινοποιεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο τον οριστικώς εγκριθέντα προϋπολογισμό. Ενημερώνει δε το ταχύτερο δυνατόν το Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με όλες τις αποφάσεις και πράξεις του κατ’ εφαρμογή των άρθρων 10, 14, 19 και 23.

2.   Η Εurojust διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο τις δημοσιονομικές κανονιστικές ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει.

3.   Ο διορισμός των διατακτών, των εσωτερικών ελεγκτών, των υπολόγων και των υπολόγων παγίων προκαταβολών, καθώς και οι μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων που γίνονται δυνάμει του άρθρου 34, του άρθρου 43 παράγραφοι 1 και 4, και του άρθρου 44 κοινοποιούνται στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Άρθρο 93

Τον έλεγχο που πραγματοποιείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο διέπουν τα άρθρα 139 έως 144 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού. Αυτός ο έλεγχος πραγματοποιείται κατά τρόπο που διασφαλίζει την προστασία ευαίσθητων δεδομένων που σχετίζονται με υποθέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Απαλλαγή

Άρθρο 94

1.   Ύστερα από σύσταση του Συμβουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβαίνει έως την 30ή Απριλίου του έτους n + 2 στην απαλλαγή του διοικητικού διευθυντή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν. Ο διοικητικός διευθυντής ενημερώνει το Συλλογικό Όργανο για τις παρατηρήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που περιέχονται στο ψήφισμα που συνοδεύει την απόφαση απαλλαγής.

2.   Αν δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί η διορία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο ενημερώνει τον διοικητικό διευθυντή για τους λόγους καθυστέρησης της απόφασης.

3.   Στην περίπτωση όπου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναβάλλει την απόφαση για τη χορήγηση της απαλλαγής, ο διοικητικός διευθυντής, σε συνεργασία με το Συλλογικό Οργανο, προσπαθεί να λάβει το συντομότερο δυνατόν τα μέτρα που είναι σε θέση να επιτρέψουν και να διευκολύνουν την άρση των εμποδίων για την έκδοση της απόφασης αυτής.

Άρθρο 95

1.   Η απόφαση απαλλαγής αναφέρεται στους λογαριασμούς όλων των εσόδων και των δαπανών της Eurojust, καθώς και στο υπόλοιπο που προκύπτει από αυτούς, όπως και στο ενεργητικό και το παθητικό της Eurojust που εμφανίζονται στο δημοσιονομικό ισολογισμό.

2.   Ενόψει της χορήγησης της απαλλαγής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει, μετά το Συμβούλιο, τους λογαριασμούς, τις δημοσιονομικές καταστάσεις και τον ισολογισμό της Eurojust. Εξετάζει επίσης την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις του διοικητικού διευθυντή της Eurojust, καθώς και τις σχετικές ειδικές εκθέσεις του, σε σχέση με το οικείο οικονομικό έτος, όπως και τη δήλωσή του που βεβαιώνει την αξιοπιστία των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των σχετικών πράξεων.

3.   Ο διοικητικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ύστερα από αίτημά του και με τον ίδιο τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 146 παράγραφος 3 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το οικείο οικονομικό έτος.

Άρθρο 96

1.   Ο διοικητικός διευθυντής λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να ανταποκριθεί στις παρατηρήσεις που συνοδεύουν την απόφαση απαλλαγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και στα σχόλια που συνοδεύουν τη σύσταση απαλλαγής που έχει εκδοθεί από το Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη τα καθήκοντα της Eurojust.

2.   Ύστερα από σχετικό αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, ο διοικητικός διευθυντής συντάσσει έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έλαβε ως επακόλουθα αυτών των παρατηρήσεων και σχολίων. Αντίγραφο της έκθεσης αυτής διαβιβάζει στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

ΤΙΤΛΟΣ IX

ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 97

Για τα δημοσιονομικά ζητήματα που εμπίπτουν στις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν εξουσιοδοτηθεί να αποκτούν όλα τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία και δικαιολογητικά.

Άρθρο 98

Το Συλλογικό Όργανο με την πρότερη συναίνεση της Επιτροπής, βάσει σχετικής πρότασης του διοικητικού διευθυντή, θεσπίζει, ενόσω τούτο είναι αναγκαίο, τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού της Eurojust.

Άρθρο 99

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από την έγκρισή της από το Συλλογικό Όργανο και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντικαθιστά την απόφαση για το δημοσιονομικό κανονισμό της Eurojust που είχε εγκριθεί στις 20 Απριλίου 2006.

Χάγη, 27 Μαρτίου 2009.

José Luís LOPES DA MOTA

Πρόεδρος της Eurojust


(1)  ΕΕ L 63 της 6.3.2002, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 245 της 29.9.2003, σ. 44.

(3)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.

(4)  ΕΕ L 181 της 10.7.2008, σ. 23.

(5)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 314 της 7.12.1994, σ. 1