ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.300.gre

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 300

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
14 Νοεμβρίου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 (κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα)

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1070/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της, 21ης Οκτωβρίου 2009, για τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 549/2004, (ΕΚ) αριθ. 550/2004, (ΕΚ) αριθ. 551/2004 και (ΕΚ) αριθ. 552/2004 για να βελτιωθούν οι επιδόσεις και η βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού συστήματος πολιτικής αεροπορίας ( 1 )

34

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1071/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων όσον αφορά τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα και για την κατάργηση της οδηγίας 96/26/ΕΚ του Συμβουλίου ( 1 )

51

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1072/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τους κοινούς κανόνες πρόσβασης στην αγορά διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών ( 1 )

72

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση κοινών κανόνων πρόσβασης στη διεθνή αγορά μεταφορών με πούλμαν και λεωφορεία και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006 ( 1 )

88

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

14.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 300/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 21ης Οκτωβρίου 2009

περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 (κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 152 παράγραφος 4 στοιχείο β),

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο αποτελούν δυνητική πηγή κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Κατά το παρελθόν, οι κρίσεις που συνδέθηκαν με την εκδήλωση εστιών αφθώδους πυρετού, την εξάπλωση μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών, όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΣΕΒ), και την ύπαρξη διοξινών σε ζωοτροφές έδειξαν τις συνέπειες από την ακατάλληλη χρήση ορισμένων ζωικών υποπροϊόντων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, την ασφάλεια της τροφικής αλυσίδας των ανθρώπων και των ζώων και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Επιπλέον, τέτοιες κρίσεις μπορούν να έχουν ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνία γενικά επειδή θίγουν την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των αγροτών και των εμπλεκόμενων βιομηχανικών κλάδων, καθώς και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην ασφάλεια των προϊόντων ζωικής προέλευσης. Μια εστία νόσου θα μπορούσε επίσης να βλάψει το περιβάλλον, όχι μόνο λόγω των προβλημάτων απόρριψης που δημιουργούνται, αλλά επειδή έχει συνέπειες και στη βιοποικιλότητα.

(2)

Τα ζωικά υποπροϊόντα προέρχονται κυρίως από τη σφαγή ζώων για κατανάλωση από τον άνθρωπο, από την παραγωγή προϊόντων ζωικής προέλευσης όπως τα γαλακτοκομικά, και από τη διαδικασία απόρριψης των νεκρών ζώων στα πλαίσια μέτρων ελέγχου ασθενειών. Ανεξάρτητα από την πηγή τους, αποτελούν δυνητική απειλή για τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων και το περιβάλλον. Η απειλή αυτή θα πρέπει να ελεγχθεί επαρκώς είτε κατευθύνοντας τα προϊόντα αυτά προς ασφαλείς τρόπους απόρριψης είτε χρησιμοποιώντας τα για διαφορετικούς σκοπούς, εφόσον εφαρμόζονται αυστηροί όροι οι οποίοι ελαχιστοποιούν τους πιθανούς κινδύνους για την υγεία.

(3)

Η απόρριψη όλων των ζωικών υποπροϊόντων δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή, καθώς θα είχε δυσβάσταχτο κόστος και κινδύνους για το περιβάλλον. Αντίθετα, είναι σαφώς προς το συμφέρον όλων των πολιτών ένα μεγάλο φάσμα ζωικών υποπροϊόντων να χρησιμοποιούνται με βιώσιμο τρόπο για διάφορες εφαρμογές, εφόσον ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι για την υγεία. Πράγματι, ένα μεγάλο φάσμα των υποπροϊόντων αυτών χρησιμοποιείται ευρέως σε σημαντικούς παραγωγικούς κλάδους, όπως είναι οι βιομηχανίες των φαρμάκων, των ζωοτροφών και του δέρματος.

(4)

Οι νέες τεχνολογίες έχουν επεκτείνει τις πιθανές χρήσεις των ζωικών υποπροϊόντων ή παραγώγων προϊόντων σε πολλούς παραγωγικούς κλάδους και ιδίως στην παραγωγή ενέργειας. Ωστόσο, η χρήση των νέων αυτών τεχνολογιών ενέχει πιθανώς κινδύνους για την υγεία, οι οποίοι θα πρέπει επίσης να ελαχιστοποιηθούν.

(5)

Χρειάζεται ένα συνεκτικό και συνολικό πλαίσιο κοινοτικών υγειονομικών κανόνων για τη συλλογή, τη μεταφορά, τον χειρισμό, τον μετασχηματισμό, τη μεταποίηση, την αποθήκευση, τη διάθεση στην αγορά, τη διανομή, τη χρήση ή την απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων.

(6)

Οι γενικοί αυτοί κανόνες θα πρέπει να είναι ανάλογοι με τον κίνδυνο που παρουσιάζουν τα ζωικά υποπροϊόντα για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων όταν οι επιχειρήσεις τα χειρίζονται κατά τα διάφορα στάδια της αλυσίδας, από τη συλλογή έως τη χρήση ή την απόρριψή τους. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους για το περιβάλλον κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αυτών. Το κοινοτικό πλαίσιο θα πρέπει να περιλαμβάνει υγειονομικούς κανόνες για τη διάθεση στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων του ενδοκοινοτικού εμπορίου και της εισαγωγής ζωικών υποπροϊόντων, κατά περίπτωση.

(7)

Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) ορίζονται οι κοινοτικοί κανόνες που ισχύουν για τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση. Έχοντας ως βάση τις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις και ως δράση δυνάμει της λευκής βίβλου της Επιτροπής της 12ης Ιανουαρίου 2000 για την ασφάλεια των τροφίμων, ο εν λόγω κανονισμός εισήγαγε μια σειρά κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών, οι οποίοι συμπληρώνουν την κοινοτική νομοθεσία για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Οι κανόνες αυτοί έχουν βελτιώσει κατά πολύ το επίπεδο προστασίας έναντι των κινδύνων που παρουσιάζουν τα ζωικά υποπροϊόντα στο εσωτερικό της Κοινότητας.

(8)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 εισήγαγε την κατάταξη των ζωικών υποπροϊόντων σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου που ενέχουν. Απαιτεί από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων να φυλάσσουν χωριστά τις διάφορες κατηγορίες ζωικών υποπροϊόντων, εάν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τα ζωικά υποπροϊόντα τα οποία δεν παρουσιάζουν σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, ιδίως εάν τα προϊόντα αυτά προέρχονται από υλικά κατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο. Επίσης, ο εν λόγω κανονισμός εισήγαγε την αρχή ότι τα υλικά υψηλού κινδύνου δεν χρησιμοποιούνται σε ζωοτροφές εκτρεφόμενων ζώων και ότι τα υλικά που προέρχονται από ζώα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή σε ζώα του είδους από το οποίο προέρχονται. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, στην τροφική αλυσίδα των ζώων θα πρέπει να εισέρχονται μόνον υλικά από ζώα τα οποία έχουν υποβληθεί σε κτηνιατρική επιθεώρηση. Επιπλέον, καθορίζει τους κανόνες για τις προδιαγραφές της μεταποίησης που εξασφαλίζουν τη μείωση των κινδύνων.

(9)

Σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με τον εν λόγω κανονισμό. Η έκθεση πρέπει να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετικές προτάσεις. Η έκθεση που υποβλήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2005 τονίζει ότι οι αρχές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 θα πρέπει να διατηρηθούν. Επιπλέον, υπογραμμίζονταν οι τομείς για τους οποίους εθεωρούντο αναγκαίες οι τροποποιήσεις στον εν λόγω κανονισμό, ιδίως όσον αφορά τις διευκρινίσεις για την εφαρμογή των κανόνων στα τελικά προϊόντα, τη σχέση με τη λοιπή κοινοτική νομοθεσία και την κατηγοριοποίηση ορισμένων υλικών. Τα πορίσματα μιας σειράς διερευνητικών αποστολών που πραγματοποιήθηκαν στα κράτη μέλη από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων (ΓΤΚΘ) το 2004 και το 2005 υποστήριξαν τα συμπεράσματα αυτά. Σύμφωνα με το ΓΤΚΘ, είναι ανάγκη να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα της ροής των ζωικών υποπροϊόντων, καθώς και η αποτελεσματικότητα και η εναρμόνιση των επίσημων ελέγχων.

(10)

Η επιστημονική συντονιστική επιτροπή, την οποία διαδέχθηκε η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ) το 2002, εξέδωσε μια σειρά γνωμοδοτήσεων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές καταδεικνύουν την ανάγκη διατήρησης των κύριων αρχών του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, ιδίως την αρχή ότι τα ζωικά υποπροϊόντα που προέρχονται από ζώα τα οποία, ύστερα από υγειονομική επιθεώρηση, έχουν κριθεί ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο, δεν θα πρέπει να εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα. Ωστόσο, αυτά τα ζωικά υποπροϊόντα μπορούν να ανακτώνται και να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνικών ή βιομηχανικών προϊόντων βάσει συγκεκριμένων υγειονομικών προϋποθέσεων.

(11)

Τόσο στα συμπεράσματα της προεδρίας του Συμβουλίου σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής της 21ης Οκτωβρίου 2005, τα οποία εγκρίθηκαν τον Δεκέμβριο του 2005, όσο και στις επακόλουθες διαβουλεύσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή, τονίστηκε η ανάγκη βελτίωσης των κανόνων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002. Οι κύριοι στόχοι των κανόνων για τα ζωικά υποπροϊόντα, δηλαδή ο έλεγχος των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, καθώς και η προστασία της ασφάλειας της τροφικής αλυσίδας των ανθρώπων και των ζώων, θα πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να επιτρέπουν την επίτευξη των στόχων αυτών.

(12)

Οι κανόνες για τα ζωικά υποπροϊόντα που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εφαρμόζονται στα προϊόντα τα οποία είναι ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, ιδίως όταν δεν συμμορφώνονται με τη νομοθεσία για την υγιεινή των τροφίμων ή όταν δεν επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά ως τρόφιμα καθόσον δεν είναι ασφαλή επειδή είναι είτε επιβλαβή για την υγεία είτε ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο (ζωικά υποπροϊόντα «κατά το νόμο»). Ωστόσο, οι κανόνες αυτοί θα πρέπει, επίσης, να εφαρμόζονται και σε προϊόντα ζωικής προέλευσης που τηρούν ορισμένους κανόνες όσον αφορά την πιθανή τους χρήση για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα οποία είναι πρώτες ύλες για την παραγωγή προϊόντων για κατανάλωση από τον άνθρωπο, ακόμη και εάν προορίζονται τελικά για άλλους σκοπούς (ζωικά υποπροϊόντα «κατ’ επιλογή»).

(13)

Επιπλέον, στους κανόνες του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να υπόκεινται τα άγρια ζώα, πτώματα ή μέρη πτωμάτων αυτών των ζώων, που πιθανώς έχουν μολυνθεί από μεταδοτική νόσο, για να προληφθούν οι κίνδυνοι που παρουσιάζουν. Το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται υποχρέωση για τη συλλογή και την απόρριψη των νεκρών άγριων ζώων τα οποία είτε πέθαναν είτε θηρεύτηκαν στο φυσικό τους περιβάλλον. Εφόσον τηρείται η ορθή κυνηγετική πρακτική, τα εντόσθια και άλλα τμήματα του σώματος των άγριων θηραμάτων είναι δυνατόν να απορρίπτονται με ασφάλεια επιτόπου. Αυτές οι πρακτικές προς μετριασμό των κινδύνων είναι εδραιωμένες στα κράτη μέλη και, σε μερικές περιπτώσεις, βασίζονται σε πολιτιστικές παραδόσεις ή τη νομοθεσία του κράτους μέλους που ρυθμίζει τις δραστηριότητες των κυνηγών. Η κοινοτική νομοθεσία, και ιδίως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (4), ορίζει κανόνες για τον χειρισμό του κρέατος και των ζωικών υποπροϊόντων από άγρια θηράματα. Οι εν λόγω κανόνες επίσης καθιστούν υπεύθυνα για την πρόληψη κινδύνων άτομα εκπαιδευμένα, όπως είναι οι κυνηγοί. Δεδομένων των δυνάμει κινδύνων για την τροφική αλυσίδα, τα ζωικά υποπροϊόντα θανατωθέντων αγρίων θηραμάτων υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό μόνον εφόσον η νομοθεσία για την υγιεινή των τροφίμων εφαρμόζεται στη διάθεση στην αγορά των θηραμάτων αυτών και απαιτεί διαδικασίες που πραγματοποιούνται από εγκαταστάσεις χειρισμού θηραμάτων. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό τα ζωικά υποπροϊόντα για την προετοιμασία κυνηγετικών τροπαίων με σκοπό να αποτρέπονται κίνδυνοι για την υγεία των ζώων από τα υποπροϊόντα αυτά.

(14)

Οι κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εφαρμόζονται στα ζωικά υποπροϊόντα που προέρχονται από υδρόβια ζώα, εκτός του υλικού από σκάφη που λειτουργούν σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία για την υγιεινή των τροφίμων. Ωστόσο, θα πρέπει να θεσπισθούν μέτρα ανάλογα του κινδύνου όσον αφορά τον χειρισμό και την απόρριψη υλικού που προέρχεται από τον επί των αλιευτικών σκαφών εκσπλαγχνισμό ιχθύων και το οποίο παρουσιάζει σημεία ασθενείας. Αυτά τα μέτρα προς υλοποίηση του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπισθούν βάσει εκτίμησης επικινδυνότητας που πραγματοποιείται από τον κατάλληλο επιστημονικό οργανισμό ενόψει των στοιχείων που διατίθενται όσον αφορά την αποτελεσματικότητα ορισμένων μέτρων προς καταπολέμηση της εξάπλωσης νόσων που μπορεί να μεταδοθούν στον άνθρωπο, και ιδίως ορισμένων παρασίτων.

(15)

Λόγω των περιορισμένων κινδύνων που προέρχονται από υλικά που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για τροφή ζώων συντροφιάς στην κτηνοτροφική εκμετάλλευση ή που παρέχονται στους τελικούς χρήστες από επιχειρήσεις τροφίμων, ορισμένες δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτές τις πρώτες ύλες για τροφή ζώων συντροφιάς δεν θα πρέπει να καλύπτονται από τους κανόνες που ορίζει ο παρών κανονισμός.

(16)

Είναι σκόπιμο να αποσαφηνισθεί στον παρόντα κανονισμό ποια ζώα χαρακτηρίζονται ως ζώα συντροφιάς, ώστε τα ζωικά υποπροϊόντα που προέρχονται από τα ζώα αυτά να μην χρησιμοποιούνται σε ζωοτροφές εκτρεφόμενων ζώων. Ειδικότερα, ζώα τα οποία συντηρούνται για σκοπούς άλλους πλην της κτηνοτροφίας, όπως είναι τα ζώα συνοδοί, θα πρέπει να ταξινομούνται ως ζώα συντροφιάς.

(17)

Για λόγους συνέπειας της κοινοτικής νομοθεσίας, στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ορισμένοι ορισμοί που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (5), και στην οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα (6). Η αναφορά στην οδηγία 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς (7), θα πρέπει να γίνει σαφέστερη.

(18)

Για λόγους συνοχής της κοινοτικής νομοθεσίας, ο ορισμός του «υδρόβιου ζώου» που καθορίζεται στην οδηγία 2006/88/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με τις απαιτήσεις υγειονομικού ελέγχου για τα ζώα υδατοκαλλιέργειας και τα προϊόντα τους και σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση ορισμένων ασθενειών των υδρόβιων ζώων (8), θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί στον παρόντα κανονισμό. Ταυτοχρόνως, υδρόβια ασπόνδυλα που δεν καλύπτονται από εκείνον τον ορισμό και δεν συνεπάγονται κίνδυνο μετάδοσης ασθενειών θα πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις όπως και τα υδρόβια ζώα.

(19)

Η οδηγία 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων (9), καθορίζει τις προϋποθέσεις έκδοσης άδειας για χώρο υγειονομικής ταφής. Ο παρών κανονισμός περιλαμβάνει διατάξεις για την απόρριψη ζωικών υποπροϊόντων σε χώρους υγειονομικής ταφής για τους οποίους έχει εκδοθεί τέτοια άδεια.

(20)

Η κύρια ευθύνη για την εκτέλεση των λειτουργιών αυτών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ανήκει στους υπευθύνους των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, το δημόσιο συμφέρον για την πρόληψη των κινδύνων που απειλούν τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων απαιτεί να εφαρμόζεται ένα σύστημα συλλογής και απόρριψης, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής χρήση ή ασφαλής απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων τα οποία δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ή τα οποία δεν χρησιμοποιούνται για οικονομικούς λόγους. Το σύστημα συλλογής και απόρριψης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πραγματική ποσότητα των ζωικών υποπροϊόντων που συγκεντρώνονται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Επίσης, για λόγους προφύλαξης, το σύστημα θα πρέπει να μπορεί να ανταποκριθεί στην ανάγκη απόρριψης εκτεταμένων ποσοτήτων σε περίπτωση εκδήλωσης σοβαρών μεταδοτικών νόσων ή προσωρινών τεχνικών αστοχιών σε υπάρχουσα εγκατάσταση απόρριψης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να συνεργάζονται τόσο μεταξύ τους όσο και με τρίτες χώρες με την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνονται οι στόχοι του παρόντος κανονισμού.

(21)

Έχει σημασία να προσδιορισθεί το αρχικό σημείο στον κύκλο ζωής των ζωικών υποπροϊόντων μετά την οποία θα πρέπει να ισχύουν οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Όταν προϊόν έχει καταστεί ζωικό υποπροϊόν, δεν θα πρέπει να εισέρχεται εκ νέου στην τροφική αλυσίδα. Ειδικές συνθήκες ισχύουν για τον χειρισμό ορισμένων ακατέργαστων υλικών, όπως είναι τα δέρματα, που τυγχάνουν χειρισμού σε εγκαταστάσεις ή μονάδες ενσωματωμένες ταυτοχρόνως και στην τροφική αλυσίδα και στην αλυσίδα ζωικών υποπροϊόντων. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να ληφθούν μέτρα μέσω διαχωρισμού προς μετριασμό των δυνάμει κινδύνων για την τροφική αλυσίδα και την αλυσίδα ζωοτροφών, οι οποίοι μπορεί να προέρχονται από αλληλομόλυνση. Για άλλες εγκαταστάσεις, θα πρέπει να προσδιορισθούν οι προϋποθέσεις που θα βασίζονται στους κινδύνους, για να προλαμβάνεται η αλληλομόλυνση, ιδίως μέσω του διαχωρισμού των δύο αλυσίδων.

(22)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου και για τον ορθό έλεγχο των δυνάμει κινδύνων θα πρέπει να προσδιορίζεται τελικό σημείο στην αλυσίδα μεταποίησης για προϊόντα που δεν συνδέονται πλέον άμεσα με την ασφάλεια της αλυσίδας ζωοτροφών. Για ορισμένα προϊόντα που ρυθμίζονται δυνάμει άλλης κοινοτικής νομοθεσίας, αυτό το τελικό σημείο θα πρέπει να προσδιορίζεται στο στάδιο της παρασκευής. Τα προϊόντα που έχουν φθάσει σε αυτό το τελικό σημείο θα πρέπει να εξαιρούνται των ελέγχων δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, προϊόντα πέραν του τελικού σημείου θα πρέπει να επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά χωρίς περιορισμό δυνάμει του παρόντος κανονισμού και να μπορεί να τυγχάνουν εμπορίας και μεταφοράς από φορείς εκμετάλλευσης που δεν είναι εγκεκριμένοι ή καταχωρισμένοι σε μητρώο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(23)

Ωστόσο, θα πρέπει να είναι δυνατόν να τροποποιείται αυτό το τελικό σημείο, ειδικότερα στην περίπτωση νεοεμφανιζόμενων κινδύνων. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 εξαιρεί από τις απαιτήσεις του ορισμένα προϊόντα, όπως το γκουανό, τα δέρματα που έχουν υποστεί ειδική επεξεργασία όπως δέψη, και ορισμένα κυνηγετικά τρόπαια. Παρόμοιες εξαιρέσεις θα πρέπει να προβλέπονται στα μέτρα εφαρμογής που θα θεσπισθούν δυνάμει του παρόντος κανονισμού για προϊόντα όπως είναι τα ελαιοχημικά προϊόντα και τα τελικά προϊόντα που προέρχονται από την παραγωγή βιοκαυσίμου, υπό κατάλληλες συνθήκες.

(24)

Με σκοπό να εξασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να μην επιτρέπουν την αποστολή ζωικών υποπροϊόντων από περιοχές ή εγκαταστάσεις που είναι υπό περιορισμό, ιδίως στην περίπτωση εκδήλωσης ασθένειας που συγκαταλέγεται στην οδηγία 92/119/ΕΚ τους Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση γενικών κοινοτικών μέτρων καταπολέμησης ορισμένων ασθενειών των ζώων καθώς και ειδικών μέτρων για τη φυσαλιδώδη νόσο των χοίρων (10).

(25)

Ο χειρισμός των ζωικών υποπροϊόντων που μπορεί να προκαλέσει σοβαρό κίνδυνο στη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων θα πρέπει να γίνεται μόνο σε εγκαταστάσεις ή μονάδες οι οποίες έχουν εγκριθεί προηγουμένως για τις εργασίες αυτές από την αρμόδια αρχή. Η προϋπόθεση αυτή ισχύει κυρίως για εγκαταστάσεις ή μονάδες μεταποίησης και άλλες εγκαταστάσεις ή μονάδες χειρισμού ή αποθήκευσης ζωικών υποπροϊόντων που έχουν άμεση σχέση με την ασφάλεια της αλυσίδας ζωοτροφών. Θα πρέπει να επιτρέπεται ο χειρισμός ζωικών υποπροϊόντων διαφορετικών κατηγοριών στις ίδιες εγκαταστάσεις ή μονάδες, με την προϋπόθεση ότι αποφεύγεται η αλληλομόλυνση. Θα πρέπει επίσης να επιτρέπεται η τροποποίηση των όρων αυτών εάν η ποσότητα του προς απόρριψη και μεταποίηση υλικού αυξάνεται λόγω εκδήλωσης επιδημίας, εφόσον είναι βέβαιο ότι η προσωρινή αυτή χρήση υπό τροποποιημένους όρους δεν θα οδηγήσει σε εξάπλωση των κινδύνων επιδημίας.

(26)

Ωστόσο, οι εγκρίσεις αυτές δεν θα πρέπει να είναι απαραίτητες για εγκαταστάσεις ή μονάδες οι οποίες μεταποιούν ή χειρίζονται ορισμένα ασφαλή υλικά, όπως προϊόντα μεταποιημένα ως έναν βαθμό, τα οποία δεν παρουσιάζουν πλέον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων. Αυτές οι εγκαταστάσεις ή μονάδες θα πρέπει να είναι καταχωρισμένες σε μητρώα, ούτως ώστε να μπορεί να γίνεται επίσημος έλεγχος της ροής του υλικού και να εξασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητά τους. Η εν λόγω απαίτηση καταχώρισης θα πρέπει να ισχύει και για τις επιχειρήσεις που μεταφέρουν ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα, εκτός εάν δεν υπόκεινται πλέον σε οιονδήποτε έλεγχο, καθόσον έχει προσδιορισθεί τελικό σημείο στην αλυσίδα.

(27)

Οι εγκαταστάσεις ή μονάδες θα πρέπει να εγκρίνονται κατόπιν υποβολής στοιχείων στην αρμόδια αρχή και μετά τη διενέργεια επίσκεψης επιτόπου για να αποδειχθεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού για την υποδομή και τον εξοπλισμό της εγκατάστασης ή μονάδας, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται ικανοποιητικά οι τυχόν κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων που είναι δυνατόν να προκληθούν από τη διεργασία που χρησιμοποιείται. Θα πρέπει να είναι δυνατή η χορήγηση εγκρίσεων υπό όρους για να μπορούν οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων να διορθώνουν τις ελλείψεις προτού δοθεί πλήρης έγκριση στην εγκατάσταση ή μονάδα.

(28)

Εγκαταστάσεις ή μονάδες των οποίων η λειτουργία έχει ήδη εγκριθεί σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία για την υγιεινή των τροφίμων δεν απαιτείται να εγκρίνονται ή να καταχωρίζονται με βάση τον παρόντα κανονισμό, δεδομένου ότι στις εγκρίσεις ή καταχωρίσεις της κοινοτικής νομοθεσίας λαμβάνονται ήδη υπόψη οι στόχοι του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, εγκαταστάσεις ή μονάδες που έχουν εγκριθεί ή καταχωρισθεί βάσει της νομοθεσίας περί υγιεινής θα πρέπει υποχρεωτικώς να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και να υπόκεινται σε επισήμους ελέγχους για την επαλήθευση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του.

(29)

Τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα θα πρέπει να ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου που παρουσιάζουν για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, βάσει εκτίμησης της επικινδυνότητας. Ενώ τα ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για σκοπούς άλλους εκτός της τροφικής αλυσίδας των ζώων, η χρήση τους που παρουσιάζει μικρότερο κίνδυνο θα πρέπει να επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις ασφάλειας.

(30)

Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας μπορεί να διαμορφώσει διαδικασίες που εξαλείφουν ή ελαχιστοποιούν τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Θα πρέπει να είναι δυνατή η τροποποίηση των καταλόγων των ζωικών υποπροϊόντων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτή η πρόοδος. Πριν από κάθε τέτοια τροποποίηση και σύμφωνα με τις γενικές αρχές της κοινοτικής νομοθεσίας, σκοπός της οποίας είναι η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας και υγείας των ζώων, θα πρέπει να πραγματοποιείται εκτίμηση επικινδυνότητας από τον κατάλληλο επιστημονικό οργανισμό, όπως η ΕΑΑΤ, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων ή η Επιστημονική Επιτροπή για τα Καταναλωτικά Προϊόντα, ανάλογα με το είδος των υπό εκτίμηση ζωικών υποπροϊόντων. Ωστόσο, θα πρέπει να είναι σαφές ότι εάν έχουν αναμειχθεί ζωικά υποπροϊόντα διαφορετικών κατηγοριών, ο χειρισμός του μείγματος θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές που καθορίζονται για το τμήμα του μείγματος που ανήκει στην κατηγορία με τον υψηλότερο κίνδυνο.

(31)

Λόγω του υψηλού κινδύνου για τη δημόσια υγεία, ζωικά υποπροϊόντα που μπορεί να παρουσιάζουν κίνδυνο μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (ΜΣΕ) δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ζωοτροφές. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τα άγρια ζώα μέσω των οποίων μπορεί να μεταδοθεί μια μεταδοτική ασθένεια. Η απαγόρευση για τη χρήση ζωικών υποπροϊόντων που παρουσιάζουν κίνδυνο ΜΣΕ στις ζωοτροφές θα πρέπει να γίνεται με την επιφύλαξη των κανόνων για τις ζωοτροφές που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 999/2001.

(32)

Ζωικά υποπροϊόντα από πειραματόζωα, όπως ορίζονται στην οδηγία 86/609/ΕΟΚ, θα πρέπει επίσης να αποκλείονται από τις ζωοτροφές, λόγω των δυνάμει κινδύνων που προέρχονται από αυτά τα ζωικά υποπροϊόντα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη χρήση ζωικών υποπροϊόντων από πειραματόζωα για τη διενέργεια δοκιμών νέων προσθέτων υλών στις ζωοτροφές, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (11).

(33)

Η χρήση ορισμένων ουσιών και προϊόντων είναι παράνομη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2377/90 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, για τη θέσπιση κοινοτικής διαδικασίας για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (12), και την οδηγία 96/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β- ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή (13). Επιπλέον, η οδηγία 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, περί της λήψης μέτρων ελέγχου για ορισμένες ουσίες και τα κατάλοιπά τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους (14), καθορίζει περαιτέρω κανόνες για τον έλεγχο ορισμένων ουσιών και των καταλοίπων τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους. Επίσης, η οδηγία 96/23/ΕΚ καθορίζει κανόνες σχετικά με την εμφάνιση καταλοίπων ουσιών ή μολυσματικών ουσιών που δεν απαγορεύονται όταν υπερβαίνουν τα καθορισμένα επιτρεπόμενα όρια. Για να εξασφαλισθεί η συνοχή της κοινοτικής νομοθεσίας, τα προϊόντα ζωικής προέλευσης, στα οποία έχουν ανιχνευθεί ουσίες κατά παράβαση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2377/90 και των οδηγιών 96/22/ΕΚ και 96/23/ΕΚ, θα πρέπει να κατατάσσονται σε υλικά κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον κίνδυνο που παρουσιάζουν για την τροφική αλυσίδα των ανθρώπων και των ζώων.

(34)

Η κόπρος και το περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος δεν θα πρέπει αναγκαστικά να απορρίπτονται, με την προϋπόθεση ότι υφίστανται σωστή επεξεργασία ώστε να εξασφαλίζεται ότι δεν μεταδίδονται ασθένειες κατά τη διασπορά τους στο έδαφος. Τα ζωικά υποπροϊόντα ζώων τα οποία πέθαναν στο αγρόκτημα και ζώων τα οποία θανατώθηκαν στο πλαίσιο μέτρων για την εκρίζωση νόσων δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στην τροφική αλυσίδα των ζώων. Ο περιορισμός αυτός θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται στα εισαγόμενα ζωικά υποπροϊόντα, τα οποία επιτρέπονται στην Κοινότητα, οσάκις δεν συμμορφώνονται με την κοινοτική νομοθεσία κατά την επιθεώρηση στον κοινοτικό συνοριακό σταθμό, και στα προϊόντα τα οποία δεν συμμορφώνονται με τις ισχύουσες απαιτήσεις κατά τη διάρκεια ελέγχων που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας. Η μη συμμόρφωση προς την οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (15), και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ζωοτροφών (16), δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό προϊόντων που επιθεωρήθηκαν στα σύνορα από την αλυσίδα ζωοτροφών.

(35)

Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, η κατηγοριοποίηση ορισμένων ζωικών υποπροϊόντων εξ ορισμού ως υλικών της κατηγορίας 2 περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανές τους χρήσεις, ενώ δεν είναι οπωσδήποτε ανάλογη προς τον κίνδυνο που παρουσιάζουν. Επομένως, τα ζωικά αυτά υποπροϊόντα θα πρέπει καταταχθούν εκ νέου στο υλικό της κατηγορίας 3, έτσι ώστε να επιτρέπεται η χρήση τους σε ορισμένες περιπτώσεις στις ζωοτροφές. Οποιαδήποτε άλλα ζωικά υποπροϊόντα δεν έχουν καταταχθεί σε κάποια από τις τρεις κατηγορίες, η εξ ορισμού κατηγοριοποίησή τους ως υλικών της κατηγορίας 2 θα πρέπει να διατηρηθεί για λόγους προφύλαξης, ιδίως για να εξασφαλιστεί ο γενικός αποκλεισμός αυτού του είδους των υλικών από την τροφική αλυσίδα των εκτρεφόμενων ζώων πλην των γουνοφόρων ζώων.

(36)

Άλλη νομοθεσία που τέθηκε σε ισχύ μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (17), δηλαδή ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων (18), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 853/2004 και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 183/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 2005, περί καθορισμού των απαιτήσεων για την υγιεινή των ζωοτροφών (19), για την οποία ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 είναι συμπληρωματικός, αναθέτουν την κύρια ευθύνη για τη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία που αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων στους υπευθύνους των επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών. Σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων των οποίων οι δραστηριότητες εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να έχουν την κύρια ευθύνη για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό. Αυτή η υποχρέωση θα πρέπει να αποσαφηνισθεί περαιτέρω και να προσδιορισθεί όσον αφορά τα μέσα με τα οποία εξασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα, όπως είναι η ξεχωριστή συλλογή και η διοχέτευση των ζωικών υποπροϊόντων. Καθιερωμένα συστήματα που εξασφαλίζουν το ιχνηλάσιμο προϊόντων που κυκλοφορούν αποκλειστικά σε επίπεδο κράτους μέλους με άλλα μέσα θα πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν, εάν παρέχουν ισοδύναμη πληροφόρηση. Θα πρέπει να καταβάλλεται πάσα προσπάθεια για να προάγεται η χρήση ηλεκτρονικών και άλλων μέσων τεκμηρίωσης που δεν συνεπάγονται καταγραφή σε χαρτί, εφόσον εξασφαλίζουν πλήρως το ιχνηλάσιμο.

(37)

Είναι αναγκαίο να υπάρχει ένα σύστημα εσωτερικών ελέγχων για να εξασφαλίζεται ότι στο εσωτερικό μιας εγκατάστασης ή μονάδας πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Στη διάρκεια των επισήμων ελέγχων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την επίδοση των εσωτερικών ελέγχων. Σε ορισμένες εγκαταστάσεις ή μονάδες, οι εσωτερικοί έλεγχοι θα πρέπει να πραγματοποιούνται με σύστημα το οποίο να βασίζεται στις αρχές της ανάλυσης κινδύνου στα κρίσιμα σημεία ελέγχου (HACCP). Οι αρχές HACCP θα πρέπει να βασίζονται στην εμπειρία που έχει αποκομισθεί από την εφαρμογή τους δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας για την υγιεινή των τροφίμων και των ζωοτροφών. Επ’ αυτού, οδηγοί καλής πρακτικής θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως χρήσιμο εργαλείο για να διευκολύνεται η πρακτική υλοποίηση των αρχών HACCP και άλλων πτυχών του παρόντος κανονισμού.

(38)

Τα ζωικά υποπροϊόντα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον εάν οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων έχουν ελαχιστοποιηθεί κατά τη διάρκεια της μεταποίησής τους και της διάθεσης στην αγορά των παραγώγων προϊόντων που παρασκευάζονται με βάση τα ζωικά υποπροϊόντα. Εάν δεν πληρούται ο όρος αυτός, τα ζωικά υποπροϊόντα θα πρέπει να απορρίπτονται υπό συνθήκες ασφάλειας. Οι διαθέσιμες επιλογές για τη χρήση των ζωικών υποπροϊόντων των διαφόρων κατηγοριών θα πρέπει να αποσαφηνίζονται σε συνέπεια με τη λοιπή κοινοτική νομοθεσία. Εν γένει, οι εναλλακτικές δυνατότητες για κατηγορία υψηλότερου κινδύνου θα πρέπει να διατίθενται και για τις κατηγορίες χαμηλότερου κινδύνου, εκτός εάν ισχύουν ειδικές εκτιμήσεις δεδομένου του κινδύνου που χαρακτηρίζει ορισμένα ζωικά υποπροϊόντα.

(39)

Η απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων και των παράγωγων προϊόντων τους θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την περιβαλλοντική νομοθεσία όσον αφορά την υγειονομική ταφή και την αποτέφρωση των αποβλήτων. Για να εξασφαλισθεί η συνέπεια, η αποτέφρωση θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την οδηγία 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων (20). Η συναποτέφρωση των αποβλήτων — είτε ως λειτουργία ανάκτησης είτε ως λειτουργία απόρριψης— υπόκεινται σε παρόμοιες συνθήκες με την αποτέφρωση αποβλήτων όσον αφορά την έγκριση και τη λειτουργία, ιδίως σχετικά με τις οριακές τιμές εκπομπών στον αέρα, τα λύματα και την απόρριψη των καταλοίπων, τις απαιτήσεις ελέγχου, παρακολούθησης και μετρήσεων. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να επιτρέπεται η απευθείας συναποτέφρωση, χωρίς να έχει προηγηθεί μεταποίηση, και των τριών κατηγοριών υλικών. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να θεσπισθούν ειδικές διατάξεις για την έγκριση μονάδων αποτέφρωσης χαμηλού και υψηλού δυναμικού.

(40)

Η χρήση ζωικών υποπροϊόντων ή παράγωγων προϊόντων τους ως καυσίμων στη διαδικασία καύσης θα πρέπει να επιτρέπεται και δεν θα πρέπει να θεωρείται διαδικασία απόρριψης αποβλήτων. Ωστόσο, αυτού του είδους η χρήση θα πρέπει να πραγματοποιείται υπό συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες να εξασφαλίζουν την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων, καθώς και να τηρούν τους ανάλογους περιβαλλοντικούς όρους.

(41)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει τη δυνατότητα καθορισμού παραμέτρων για τις μεθόδους μεταποίησης όσον αφορά τον χρόνο, τη θερμοκρασία και την πίεση για τα ζωικά υποπροϊόντα, ιδίως για τις μεθόδους που αναφέρονται ως μέθοδοι 2 έως 7 στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002.

(42)

Τα όστρακα των οστρακοειδών από τα οποία έχουν αφαιρεθεί οι μαλακοί ιστοί ή η σάρκα θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Λόγω των διαφορετικών πρακτικών που εφαρμόζονται στην Κοινότητα για την αφαίρεση των μαλακών αυτών ιστών ή της σάρκας από τα όστρακα, θα πρέπει να είναι δυνατή η χρήση οστράκων από τα οποία δεν έχει αφαιρεθεί εξ ολοκλήρου ο μαλακός ιστός ή η σάρκα, με την προϋπόθεση ότι η χρήση αυτή δεν οδηγεί στην εμφάνιση κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Οι εθνικοί οδηγοί ορθής πρακτικής θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη διάδοση της γνώσης όσον αφορά τις σωστές συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να είναι αποδεκτή αυτή η χρήση.

(43)

Λόγω των περιορισμένων κινδύνων που παρουσιάζουν τα προϊόντα αυτά για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να εγκρίνει την παρασκευή και τη διασπορά στο έδαφος βιοδυναμικών παρασκευασμάτων, που βασίζονται σε υλικά της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3, όπως αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων (21).

(44)

Οι νέες τεχνολογίες που αναπτύσσονται προσφέρουν πλεονεκτήματα όσον αφορά τους τρόπους παραγωγής ενέργειας με βάση τα ζωικά υποπροϊόντα ή τη δυνατότητα ασφαλούς απόρριψης των προϊόντων αυτών. Ασφαλής απόρριψη μπορεί να διενεργείται μέσω συνδυασμού μεθόδων για τον ασφαλή περιορισμό ζωικών υποπροϊόντων επιτόπου με καθιερωμένες μεθόδους απόρριψης και με συνδυασμό εξουσιοδοτημένων παραμέτρων μεταποίησης με νέα πρότυπα τα οποία έχουν τύχει ευνοϊκής αποτίμησης. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η σχετική πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, οι τεχνολογίες αυτές θα πρέπει να επιτρέπονται ως εναλλακτικές μέθοδοι για την απόρριψη ή τη χρήση ζωικών υποπροϊόντων σε όλη την Κοινότητα. Εάν μια τεχνολογική διαδικασία έχει αναπτυχθεί από ιδιώτη, αίτηση ελεγμένη από την αρμόδια αρχή θα πρέπει να εξετάζεται από την ΕΑΑΤ πριν από τη χορήγηση της έγκρισης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι πραγματοποιείται εκτίμηση των δυνατοτήτων της διαδικασίας για τη μείωση των κινδύνων και ότι τα δικαιώματα των ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των επιχειρηματικών πληροφοριών, διατηρούνται. Για να παρέχονται συμβουλές στους αιτούντες, θα πρέπει να εγκριθεί τυποποιημένη μορφή για τις αιτήσεις. Επειδή αυτό το έγγραφο έχει απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα, θα πρέπει να εγκριθεί σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία σε συνεργασία με την ΕΑΑΤ.

(45)

Είναι σκόπιμο να διευκρινισθούν οι απαιτήσεις που ισχύουν για τη διάθεση στην αγορά των ζωικών υποπροϊόντων και των παράγωγων προϊόντων τους και προορίζονται για ζωοτροφές, καθώς και των οργανικών λιπασμάτων και βελτιωτικών εδάφους για να εξασφαλισθεί η προστασία της τροφικής αλυσίδας των ανθρώπων και των ζώων. Μόνο υλικά της κατηγορίας 3 θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη σίτιση εκτρεφόμενων ζώων, εκτός των γουνοφόρων ζώων. Τα λιπάσματα που παράγονται με βάση ζωικά υποπροϊόντα είναι πιθανόν να επηρεάζουν την τροφική αλυσίδα των ανθρώπων και των ζώων. Όταν παρασκευάζονται από κρεατάλευρα και οστεάλευρα της κατηγορίας 2 ή από μεταποιημένη ζωική πρωτεΐνη, θα πρέπει να προστίθεται ένα συστατικό στοιχείο, όπως μια ανόργανη ουσία ή μια ουσία η πέψη της οποίας είναι αδύνατη, για να αποτρέπεται η απευθείας χρήση τους σε ζωοτροφές. Αυτή η ανάμειξη δεν θα πρέπει να απαιτείται εάν η σύνθεση ή η συσκευασία των προϊόντων, συγκεκριμένα των προϊόντων που προορίζεται να χρησιμοποιηθούν από τον τελικό καταναλωτή, εμποδίζει την αθέμιτη χρήση του προϊόντος για σίτιση ζώων. Κατά τον προσδιορισμό των συστατικών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές συνθήκες όσον αφορά το κλίμα και το έδαφος και ο στόχος στον οποίον αποβλέπει η χρήση των συγκεκριμένων λιπασμάτων.

(46)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1523/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την απαγόρευση της εμπορίας, των εισαγωγών και των εξαγωγών από την Κοινότητα γούνας γάτας και σκύλου και προϊόντων που περιέχουν τέτοια γούνα (22), ορίζει τη γενική απαγόρευση της εμπορίας, των εισαγωγών και των εξαγωγών από την Κοινότητα γούνας γάτας και σκύλου και προϊόντων που περιέχουν τέτοια γούνα. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν θα πρέπει να θίγει την υποχρέωση που απορρέει από τον παρόντα κανονισμό για την απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων από γάτες και σκύλους, μεταξύ των οποίων και της γούνας.

(47)

Η προαγωγή της επιστήμης και της έρευνας και η πραγματοποίηση καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων μπορεί να απαιτούν τη χρήση ζωικών υποπροϊόντων ή παραγώγων προϊόντων όλων των κατηγοριών, ορισμένες φορές σε ποσότητες μικρότερες από την κλίμακα των εμπορικών συναλλαγών. Για να διευκολυνθεί η εισαγωγή και η χρήση τέτοιου είδους ζωικών υποπροϊόντων ή παραγώγων προϊόντων, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζει τους όρους των διαδικασιών αυτών, κατά περίπτωση. Εναρμονισμένοι όροι θα πρέπει να καθορίζονται, οσάκις απαιτείται δράση σε κοινοτικό επίπεδο.

(48)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 περιέχει λεπτομερείς διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν, κατά παρέκκλιση, τη χρήση υλικών της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 σε ζωοτροφές που προορίζονται για ζώα των ζωολογικών κήπων. Παρόμοιες διατάξεις θα πρέπει να περιληφθούν στον παρόντα κανονισμό και η χρήση ορισμένου υλικού της κατηγορίας 1 ως ζωοτροφής θα πρέπει να επιτρέπεται και να συμπληρώνεται με τη δυνατότητα καθορισμού λεπτομερών κανόνων για τον έλεγχο των κινδύνων που είναι πιθανόν να προκύψουν για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων.

(49)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 επιτρέπει τη χρήση υλικών της κατηγορίας 1 για τη σίτιση νεκροφάγων πτηνών που κινδυνεύουν να εκλείψουν ή είναι προστατευμένο είδος και άλλων ειδών που ζουν στο φυσικό τους περιβάλλον, με σκοπό την προαγωγή της βιοποικιλότητας. Προκειμένου να ευρεθεί ένα ικανοποιητικό μέσο για τη διατήρηση των ειδών αυτών, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εξακολουθήσει να επιτρέπει την πρακτική αυτή σίτισης, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται για την αποτροπή της εξάπλωσης ασθενειών. Ταυτοχρόνως, τα μέτρα εφαρμογής θα πρέπει να καθορίζουν υγειονομικού χαρακτήρα όρους που να επιτρέπουν τη χρήση αυτού του υλικού της κατηγορίας 1 για τη σίτιση ζώων σε εκτατικά συστήματα βοσκής και για τη σίτιση άλλων σαρκοβόρων ειδών, όπως είναι οι άρκτοι ή οι λύκοι. Έχει σημασία αυτοί οι όροι υπέρ της υγείας να λαμβάνουν υπόψη τα φυσικά πρότυπα κατανάλωσης των συγκεκριμένων ειδών καθώς και τους στόχους της Κοινότητας προς προώθηση της βιοποικιλότητας σε μνεία των οποίων προβαίνει η ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Μαΐου 2006 με τίτλο «Η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας έως το 2010 — και μετέπειτα».

(50)

Η ταφή και η καύση ζωικών υποπροϊόντων, ιδίως νεκρών ζώων μπορεί να αιτιολογείται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, ιδίως σε απόμερες περιοχές ή σε περιπτώσεις καταπολέμησης νόσων που απαιτούν την επείγουσα απόρριψη ζώων που έχουν θανατωθεί στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την καταπολέμηση σοβαρών επιδημιών. Συγκεκριμένα, η επιτόπου απόρριψη θα πρέπει να επιτρέπεται υπό ειδικές συνθήκες, καθόσον η δυναμικότητα επεξεργασίας υποπροϊόντων ή αποτέφρωσης σε μια περιφέρεια ή ένα κράτος μέλος θα μπορούσε διαφορετικά να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα στην καταπολέμηση μιας νόσου.

(51)

Η τρέχουσα παρέκκλιση που αφορά την ταφή και την καύση ζωικών υποπροϊόντων θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να καλύψει περιοχές στις οποίες η πρόσβαση είτε είναι πρακτικά αδύνατη είτε παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια του προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με τη συλλογή. Η εμπειρία από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 και από φυσικές καταστροφές, όπως είναι οι πυρκαγιές δασών και οι πλημμύρες σε ορισμένα κράτη μέλη, έχει δείξει ότι υπό τέτοιου είδους εξαιρετικές περιστάσεις, η απόρριψη με επιτόπου ταφή ή καύση δικαιολογείται καθώς εξασφαλίζει την ταχεία απόρριψη των ζώων και την αποφυγή της εξάπλωσης κινδύνων μόλυνσης. Το συνολικό μέγεθος των απόμερων περιοχών σ’ ένα κράτος μέλος θα πρέπει να είναι περιορισμένο, βάσει της εμπειρίας που έχει αποκομισθεί από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τηρείται η γενική υποχρέωση για την ύπαρξη σωστού συστήματος απόρριψης το οποίο να συμμορφώνεται με τους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(52)

Ορισμένες εγκαταστάσεις ή μονάδες οι οποίες χειρίζονται μικρές μόνο ποσότητες ζωικών υποπροϊόντων, οι οποίες δεν παρουσιάζουν κανένα κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων θα πρέπει να επιτρέπεται να απορρίπτουν τα υποπροϊόντα αυτά, υπό επίσημη επίβλεψη, με άλλους τρόπους εκτός από εκείνους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, τα κριτήρια για αυτές τις κατ’ εξαίρεση συνθήκες θα πρέπει να καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο, ώστε να εξασφαλίζεται ομοιόμορφη εφαρμογή τους βάσει της κατάστασης που πραγματικά επικρατεί σε ορισμένους τομείς και του εάν διατίθενται άλλα συστήματα απόρριψης σε ορισμένα κράτη μέλη.

(53)

Οι κύκλοι δράσης που μπορεί να αναλαμβάνει η αρμόδια αρχή κατά την εκτέλεση των επίσημων ελέγχων θα πρέπει να προσδιορίζονται ώστε να υπάρχει ασφάλεια δικαίου, ιδίως όσον αφορά την αναστολή ή την οριστική απαγόρευση των δραστηριοτήτων ή την επιβολή όρων για να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Αυτοί οι επίσημοι έλεγχοι θα πρέπει να πραγματοποιούνται στο πλαίσιο πολυετών σχεδίων ελέγχου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (23).

(54)

Προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τα κράτη μέλη διατηρούν τον έλεγχο της ποσότητας των υλικών τα οποία εισάγονται στο έδαφός τους με σκοπό την απόρριψη, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να εγκρίνει την παραλαβή του υλικού αυτού στο έδαφός της.

(55)

Είναι δυνατόν να επιβάλλονται η αποστείρωση υπό πίεση και συμπληρωματικές συνθήκες μεταφοράς για να εξασφαλίζεται ο έλεγχος των πιθανών κινδύνων. Με σκοπό να εξασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα και η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών που ελέγχουν την αποστολή ζωικών υποπροϊόντων ή παραγώγων προϊόντων, θα πρέπει να χρησιμοποιείται το σύστημα Traces, το οποίο θεσπίσθηκε με την απόφαση 2004/292/ΕΚ της Επιτροπής (24), για να παρέχονται στοιχεία για την αποστολή υλών, κρεαταλεύρων και οστεαλεύρων ή ζωικού λίπους κατηγορίας 1 και κατηγορίας 2 που παράγονται από υλικά κατηγορίας 1 και κατηγορίας 2, και μεταποιημένων ζωικών πρωτεϊνών που παράγονται από υλικά της κατηγορίας 3. Για υλικά τα οποία κατά κανόνα αποστέλλονται σε μικρές ποσότητες για ερευνητική, εκπαιδευτική, καλλιτεχνική ή διαγνωστική χρήση, θα πρέπει να καθορίζονται ειδικές προϋποθέσεις, για να διευκολύνεται η διακίνηση αυτών των υλικών εντός της Κοινότητας. Υπό ειδικές συνθήκες, θα πρέπει να επιτρέπονται διμερείς διευθετήσεις που διευκολύνουν τον έλεγχο υλικών των οποίων γίνεται διακίνηση μεταξύ ομόρων κρατών μελών.

(56)

Για να διευκολυνθεί η μεταφορά φορτίων μέσω τρίτων χωρών που γειτνιάζουν με περισσότερα από ένα κράτη μέλη, θα πρέπει να ισχύσει ένα ειδικό καθεστώς για την αποστολή φορτίων από το έδαφος ενός κράτους μέλους προς άλλο κράτος μέλος μέσω του εδάφους τρίτης χώρας, ώστε να εξασφαλίζεται ιδίως ότι τα φορτία που εισέρχονται εκ νέου στο έδαφος της Κοινότητας έχουν υποβληθεί σε κτηνιατρικούς ελέγχους σύμφωνα με την οδηγία 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (25).

(57)

Για λόγους συνοχής της κοινοτικής νομοθεσίας, είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί η σχέση των κανόνων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό με την κοινοτική νομοθεσία για τα απόβλητα. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξασφαλισθεί η συνέπεια με τις απαγορεύσεις για τις εξαγωγές αποβλήτων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων (26). Προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον, θα πρέπει να απαγορευτεί η εξαγωγή ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων τους με σκοπό την απόρριψη με καύση και υγειονομική ταφή. Θα πρέπει επίσης να απαγορευτεί η εξαγωγή ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων τους, οσάκις σκοπός είναι να χρησιμοποιηθούν σε μονάδα παραγωγής βιοαερίου ή λιπασματοποίησης σε τρίτες χώρες που δεν είναι μέλη του ΟΟΣΑ, για να αποφευχθούν τυχόν αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον και κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν την παρέκκλιση από την απαγόρευση εξαγωγών, η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται πλήρως στις αποφάσεις της τη σύμβαση της Βασιλείας για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους, η οποία έχει συναφθεί από την Κοινότητα μέσω της απόφασης 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου (27), και την τροποποίηση της σύμβασης αυτής, όπως ορίζεται στην απόφαση ΙΙΙ/1 της συνδιάσκεψης των συμβαλλομένων μερών, όπως εγκρίθηκε, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση 97/640/ΕΚ του Συμβουλίου (28) και εφαρμόστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1013/2006.

(58)

Επιπλέον, θα πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα ζωικά υποπροϊόντα τα οποία έχουν αναμειχθεί ή μολυνθεί από επικίνδυνα απόβλητα, όπως αναφέρονται στην απόφαση 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, για αντικατάσταση της απόφασης 94/3/ΕΚ για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο α) της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 4 της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα επικίνδυνα απόβλητα (29), εισάγονται, εξάγονται ή αποστέλλονται μόνον μεταξύ κρατών μελών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1013/2006. Είναι επίσης αναγκαίο να καθορισθούν οι κανόνες που αφορούν την αποστολή του υλικού αυτού στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους.

(59)

Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να πραγματοποιεί ελέγχους στα κράτη μέλη. Οι κοινοτικοί έλεγχοι στις τρίτες χώρες θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004.

(60)

Η εισαγωγή ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων τους στην Κοινότητα και η διαμετακόμιση του υλικού αυτού θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με κανόνες τουλάχιστον εξίσου αυστηρούς με εκείνους που ισχύουν στο εσωτερικό της Κοινότητας. Εναλλακτικά, οι κανόνες των τρίτων χωρών που ισχύουν για τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα τους μπορούν να αναγνωρίζονται ως ισοδύναμοι με τους κανόνες που καθορίζονται στην κοινοτική νομοθεσία. Λόγω των πιθανών κινδύνων που ενέχουν, θα πρέπει να εφαρμόζεται μια απλοποιημένη σειρά κανόνων στις εισαγωγές προϊόντων που δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στην τροφική αλυσίδα των ζώων.

(61)

Η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την παρασκευή παράγωγων προϊόντων ζωικών υποπροϊόντων που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως καλλυντικά, φαρμακευτικά ή ιατροτεχνολογικά προϊόντα παρέχει ένα πλήρες πλαίσιο που διέπει τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων αυτών: οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (30), οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (31), οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα κτηνιατρικά φάρμακα (32), οδηγία 90/385/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα ενεργά εμφυτεύσιμα ιατρικά βοηθήματα (33), οδηγία 93/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων (34), και οδηγία 98/79/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, για τα ιατροτεχνολογικά βοηθήματα που χρησιμοποιούνται στη διάγνωση in vitro (35) («οι ειδικές οδηγίες»). Ωστόσο, οι ειδικές οδηγίες για τα καλλυντικά προϊόντα και τα ιατροτεχνολογικά βοηθήματα δεν παρέχουν προστασία έναντι των κινδύνων για την υγεία των ζώων. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός για τους κινδύνους αυτούς και θα πρέπει να είναι δυνατή η προσφυγή σε μέτρα διασφάλισης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

(62)

Τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα τους που χρησιμοποιούνται ως υλικά ή συστατικά για την παρασκευή τέτοιου είδους παράγωγων προϊόντων θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στις απαιτήσεις των ειδικών οδηγιών, στον βαθμό που καθορίζουν κανόνες για τον έλεγχο των κινδύνων που απειλούν τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Οι ειδικές αυτές οδηγίες ρυθμίζουν ήδη τις πρώτες ύλες ζωικής προέλευσης, οι οποίες είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των συγκεκριμένων παράγωγων προϊόντων, και επιβάλλουν ορισμένους όρους ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων. Ειδικότερα, η οδηγία 76/768/ΕΟΚ εξαιρεί τα υλικά της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 από τη σύνθεση καλλυντικού προϊόντος και υποχρεώνει του παρασκευαστές να εφαρμόζουν ορθές παρασκευαστικές πρακτικές. Η οδηγία 2003/32/ΕΚ της Επιτροπής (36) καθορίζει λεπτομερείς προδιαγραφές όσον αφορά τη χρήση ιστών ζωικής προέλευσης στην παρασκευή ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων.

(63)

Ωστόσο, εάν δεν καθορίζονται ακόμη τέτοιου είδους όροι στις ειδικές οδηγίες ή εάν δεν καλύπτουν ορισμένους κινδύνους για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός και να είναι δυνατή η λήψη μέτρων διασφάλισης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

(64)

Ορισμένα παράγωγα προϊόντα δεν εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα ή δεν εναποτίθενται σε γη στην οποία βόσκουν εκτρεφόμενα ζώα ή από την οποία συλλέγεται χόρτο για ζωοτροφή. Αυτά τα παράγωγα προϊόντα περιλαμβάνουν τα προϊόντα για τεχνικές χρήσεις, όπως τα κατεργασμένα δέρματα για την παραγωγή δερμάτινων ειδών, το μεταποιημένο μαλλί για την κλωστοϋφαντουργία, τα προϊόντα οστών για κόλλα και μεταποιημένα υλικά που προορίζονται για ζωοτροφή ζώων συντροφιάς. Θα πρέπει να επιτρέπεται στους υπευθύνους των επιχειρήσεων να διαθέτουν αυτού του είδους τα προϊόντα στην αγορά υπό την προϋπόθεση ότι είτε προέρχονται από πρώτες ύλες που δεν απαιτούν επεξεργασία είτε η επεξεργασία ή η τελική χρήση του επεξεργασμένου υλικού εγγυάται ικανοποιητική προστασία έναντι των κινδύνων.

(65)

Σε ορισμένα κράτη μέλη διαπιστώθηκαν κάποιες αδυναμίες συμμόρφωσης προς τους κανόνες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002. Κατά συνέπεια, εκτός από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων αυτών, απαιτούνται ποινικές και άλλου είδους κυρώσεις κατά των υπευθύνων των επιχειρήσεων που δεν συμμορφώνονται με τους εν λόγω κανόνες. Επομένως, είναι αναγκαίο τα κράτη μέλη να καθορίσουν κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβάσεις του παρόντος κανονισμού.

(66)

Επειδή ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι ο καθορισμός κανόνων δημόσιας υγείας και υγείας των ζώων για τα ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα για να προλαμβάνονται και ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων που προέρχονται από τα εν λόγω προϊόντα και συγκεκριμένα για να προστατεύεται η ασφάλεια της τροφικής αλυσίδας και της αλυσίδας ζωοτροφών, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί συνεπώς να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

(67)

Για να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου και με βάση τον γενικό στόχο της Κοινότητας για απλοποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας, θα πρέπει να καθορισθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο κανόνων στον παρόντα κανονισμό, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, καθώς και της μέχρι σήμερα εμπειρίας και προόδου που έχει σημειωθεί από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του εν λόγω κανονισμού. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 θα πρέπει, επομένως, να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από τον παρόντα κανονισμό.

(68)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (37).

(69)

Για να βελτιωθεί η συνοχή και η σαφήνεια της κοινοτικής νομοθεσίας, οι τεχνικοί κανόνες για ειδικές διαδικασίες που αφορούν ζωικά υποπροϊόντα, οι οποίοι σήμερα καθορίζονται στα παραρτήματα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, καθώς και στα μέτρα εφαρμογής που θεσπίστηκαν από την Επιτροπή βάσει του εν λόγω κανονισμού (38), θα πρέπει να καθορισθούν με ξεχωριστές πράξεις εφαρμογής. Θα πρέπει να πραγματοποιηθούν διαβουλεύσεις και ενέργειες ενημέρωσης των καταναλωτών και των ενδιαφερόμενων κοινωνικοεπαγγελματικών κύκλων σχετικά με θέματα που συνδέονται με τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με την απόφαση 2004/613/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 2004, για τη δημιουργία μιας συμβουλευτικής ομάδας για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων και των φυτών (39).

(70)

Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίσει κανόνες σχετικά με την τροποποίηση του τελικού σημείου στην αλυσίδα παρασκευής ορισμένων παραγώγων προϊόντων και τη θέσπιση τελικού σημείου ως ανωτέρω για ορισμένα άλλα παράγωγα προϊόντα, κανόνες σχετικά με σοβαρές μεταδοτικές νόσους στην περίπτωση των οποίων η αποστολή ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων δεν θα πρέπει να επιτρέπεται και/ή τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται αυτή η αποστολή, μέτρα που μεταβάλλουν την κατηγοριοποίηση των ζωικών υποπροϊόντων και των παραγώγων προϊόντων, μέτρα που σχετίζονται με περιορισμούς που επιβάλλονται στη χρήση και απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων και των παραγώγων προϊόντων, μέτρα που καθορίζουν όρους για την εφαρμογή ορισμένων παρεκκλίσεων που αφορούν τη χρήση, τη συλλογή και την απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων καθώς και μέτρα που επιτρέπουν ή απορρίπτουν ιδιαίτερη εναλλακτική μέθοδο για τη χρήση και απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων και των παραγώγων προϊόντων.

(71)

Επιπροσθέτως, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίσει πλέον εξειδικευμένους κανόνες σχετικά με τη συλλογή και τη μεταφορά των ζωικών υποπροϊόντων και των παραγώγων προϊόντων, την υποδομή, τον εξοπλισμό και τις απαιτήσεις υγιεινής για μονάδες και εγκαταστάσεις που χειρίζονται ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα, τους όρους και τεχνικές απαιτήσεις για τον χειρισμό ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που πρέπει να παρουσιασθούν προς επικύρωση αυτής της επεξεργασίας, τους όρους διάθεσης στην αγορά των ζωικών υποπροϊόντων και των παράγωγων προϊόντων τους, τις απαιτήσεις που σχετίζονται με την ασφαλή προμήθεια, ασφαλή επεξεργασία και ασφαλείς τελικές χρήσεις, τους όρους για την εισαγωγή και τη διαμετακόμιση και την εξαγωγή των ζωικών υποπροϊόντων και των παράγωγων προϊόντων τους, τις λεπτομερείς διευθετήσεις για την υλοποίηση των επισήμων ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αφορούν τις πρότυπες μεθόδους μικροβιολογικών αναλύσεων καθώς και τους όρους για τον έλεγχο της αποστολής ορισμένων ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων διά της συμπληρώσεώς του με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(72)

Για λόγους αποτελεσματικότητας, οι συνήθεις προθεσμίες που ισχύουν για την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο θα πρέπει να συντομευθούν για τη θέσπιση των όρων που αφορούν την αποστολή ζωικών υποπροϊόντων από εκμεταλλεύσεις, μονάδες ή ζώνες που τελούν υπό περιορισμό. Λόγω επείγουσας ανάγκης, είναι απαραίτητο να εφαρμοσθεί η διαδικασία επείγοντος που προβλέπεται στο άρθρο 5α παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τη θέσπιση μέτρων που τροποποιούν το τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής για ορισμένα προϊόντα,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Κοινές διατάξεις

Τμήμα 1

Αντικείμενο, πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους κανόνες για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων σε σχέση με τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα τους, με σκοπό να αποτρέψει και να ελαχιστοποιήσει τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων που προέρχονται από τα προϊόντα αυτά, και ιδίως να προστατεύσει την ασφάλεια της τροφικής αλυσίδας των ανθρώπων και των ζώων.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται:

α)

στα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα, τα οποία, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, απαγορεύεται να καταναλωθούν από τον άνθρωπο· και

β)

τα ακόλουθα προϊόντα τα οποία με αμετάκλητη απόφαση του υπευθύνου της επιχείρησης προορίζονται για άλλους σκοπούς εκτός της κατανάλωσης από τον άνθρωπο:

i)

προϊόντα ζωικής προελεύσεως τα οποία μπορεί να προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας·

ii)

πρώτες ύλες για την παραγωγή προϊόντων ζωικής προελεύσεως.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα ζωικά προϊόντα:

α)

ολόκληρα πτώματα ή μέρη αγρίων ζώων, πλην των αγρίων θηραμάτων, για τα οποία δεν υπάρχει υπόνοια ότι έχουν μολυνθεί ή προσβληθεί από νόσο που μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο ή στα ζώα, εκτός από τα υδρόβια ζώα που εκφορτώνονται για εμπορικούς σκοπούς·

β)

ολόκληρα πτώματα ή μέρη αγρίων θηραμάτων, τα οποία δεν συλλέγονται μετά τη θανάτωση, σύμφωνα με την ορθή κυνηγετική πρακτική, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004·

γ)

ζωικά υποπροϊόντα από άγρια θηράματα και από κρέας αγρίων θηραμάτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004·

δ)

ωοκύτταρα, έμβρυα και σπέρμα που προορίζονται για αναπαραγωγή·

ε)

νωπό γάλα, πρωτόγαλα και παράγωγα προϊόντα τους, τα οποία λαμβάνονται, φυλάσσονται, απορρίπτονται ή χρησιμοποιούνται στην εκμετάλλευση προέλευσης των ζώων·

στ)

όστρακα από οστρακοειδή των οποίων έχουν αφαιρεθεί οι μαλακοί ιστοί και η σάρκα·

ζ)

υπολείμματα τροφίμων, εκτός εάν:

i)

προέρχονται από μεταφορικά μέσα που εκτελούν διεθνείς μεταφορές·

ii)

προορίζονται για ζωοτροφή·

iii)

προορίζονται για μεταποίηση με αποστείρωση υπό πίεση ή μεταποίηση με μεθόδους που προβλέπονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή για μετασχηματισμό σε βιοαέριο ή λιπασματοποίηση·

η)

με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας για το περιβάλλον, υλικό από σκάφη τα οποία συμμορφώνονται με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και (ΕΚ) αριθ. 853/2004, το οποίο προέκυψε από τις αλιευτικές τους δραστηριότητες και απορρίπτεται στη θάλασσα, εκτός από το υλικό που προέρχεται από εκσπλαγχνισμό, επάνω στο σκάφος, ψαριών τα οποία παρουσιάζουν σημάδια νόσων που μπορούν να μεταδοθούν στον άνθρωπο, μεταξύ των οποίων είναι και παράσιτα·

θ)

ωμές τροφές οικόσιτων ζώων που προέρχονται από καταστήματα λιανικής πώλησης, όπου ο τεμαχισμός και η αποθήκευση πραγματοποιούνται αποκλειστικά με σκοπό την απευθείας πώληση επιτόπου στον καταναλωτή·

ι)

ωμές τροφές οικόσιτων ζώων που προέρχονται από ζώα που εσφάγησαν στην εκμετάλλευση προέλευσής τους για ιδιωτική οικιακή κατανάλωση· και

ια)

περιττώματα και ούρα πλην της κόπρου και του μη ανοργανοποιημένου γκουανό.

3.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται, με την επιφύλαξη της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας, η οποία έχει ως στόχο την καταπολέμηση και την εξάλειψη των νόσων των ζώων.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«ζωικά υποπροϊόντα»: ολόκληρα πτώματα ή μέρη πτωμάτων ζώων, προϊόντα ζωικής προέλευσης ή άλλα προϊόντα που λαμβάνονται από ζώα και δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, μεταξύ των οποίων και τα ωοκύτταρα, τα έμβρυα και το σπέρμα·

2)

«παράγωγα προϊόντα»: προϊόντα που παράγονται από μία ή περισσότερες επεξεργασίες, μετασχηματισμούς ή στάδια μεταποίησης ζωικών υποπροϊόντων·

3)

«προϊόντα ζωικής προέλευσης»: προϊόντα ζωικής προέλευσης, όπως ορίζονται στο σημείο 8.1 του παραρτήματος I στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 853/2004·

4)

«σφάγιο»: το σφάγιο όπως ορίζεται στο σημείο 1.9 του παραρτήματος I στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 853/2004·

5)

«ζώο»: κάθε είδους ασπόνδυλο ή σπονδυλωτό ζώο·

6)

«εκτρεφόμενο ζώο»:

α)

κάθε είδους ζώο που συντηρείται, παχύνεται ή εκτρέφεται από ανθρώπους και χρησιμοποιείται για την παραγωγή τροφίμων, μαλλιού, γούνας, φτερών, προβιών και δερμάτων και κάθε άλλου προϊόντος που λαμβάνεται από ζώα ή για άλλους κτηνοτροφικούς σκοπούς·

β)

ιπποειδή·

7)

«άγριο ζώο»: οποιοδήποτε ζώο που δεν συντηρείται από τον άνθρωπο·

8)

«ζώο συντροφιάς»: οποιοδήποτε ζώο που ανήκει σε είδος που κανονικά τρέφεται και συντηρείται αλλά δεν καταναλώνεται από τον άνθρωπο, για λόγους άλλους εκτός της κτηνοτροφίας·

9)

«υδρόβια ζώα»: τα υδρόβια ζώα όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2006/88/ΕΚ·

10)

«αρμόδια αρχή»: η κεντρική αρχή κράτους μέλους, η οποία είναι αρμόδια να εξασφαλίζει την τήρηση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού ή οιαδήποτε άλλη αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η αρμοδιότητα αυτή· ο ορισμός περιλαμβάνει επίσης, όπου ενδείκνυται, την αντίστοιχη αρχή τρίτης χώρας·

11)

«υπεύθυνος επιχείρησης»: τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν υπό τον έλεγχό τους ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα τους, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορέων, των εμπόρων και των χρηστών·

12)

«χρήστης»: τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία χρησιμοποιούν ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα για ειδικούς σκοπούς σίτισης, για έρευνα ή για άλλους συγκεκριμένους σκοπούς·

13)

«εγκατάσταση» ή «μονάδα»: οιοσδήποτε τόπος όπου διεξάγεται οιαδήποτε ενέργεια περιλαμβάνουσα χειρισμό ζωικών υποπροϊόντων ή παραγώγων προϊόντων, ο οποίος δεν είναι αλιευτικό σκάφος·

14)

«διάθεση στην αγορά»: κάθε ενέργεια που έχει ως στόχο την πώληση ζωικών υποπροϊόντων ή παράγωγων προϊόντων τους σε τρίτο μέρος εντός της Κοινότητας ή κάθε άλλη μορφή προμήθειας έναντι πληρωμής ή δωρεάν σε τρίτο μέρος ή την αποθήκευση με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο μέρος·

15)

«διαμετακόμιση»: η μεταφορά μέσω της Κοινότητας από το έδαφος μιας τρίτης χώρας στο έδαφος άλλης τρίτης χώρας, εκτός εάν γίνεται ακτοπλοϊκώς ή αεροπορικώς·

16)

«εξαγωγή»: η μεταφορά από την Κοινότητα σε τρίτη χώρα·

17)

«μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (ΜΣΕ)»: κάθε είδους μεταδοτική σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001·

18)

«ειδικό υλικό κινδύνου»: ειδικό υλικό κινδύνου, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001·

19)

«αποστείρωση υπό πίεση»: η μεταποίηση ζωικών υποπροϊόντων, μετά τον τεμαχισμό τους σε σωματίδια που δεν ξεπερνούν σε μέγεθος τα 50 mm, σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 133 °C επί 20 λεπτά τουλάχιστον χωρίς διακοπή σε απόλυτη πίεση 3 bar τουλάχιστον·

20)

«κόπρος»: περιττώματα και/ή ούρα εκτρεφόμενων ζώων πλην των εκτρεφομένων ιχθύων, με ή χωρίς στρωμνή·

21)

«εγκεκριμένος χώρος υγειονομικής ταφής»: χώρος υγειονομικής ταφής για τον οποίο έχει εκδοθεί άδεια σύμφωνα με την οδηγία 1999/31/ΕΚ·

22)

«οργανικό λίπασμα» και «βελτιωτικό εδάφους»: υλικά ζωικής προέλευσης που χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση ή τη βελτίωση της τροφής των φυτών και των φυσικοχημικών ιδιοτήτων και της βιολογικής δραστηριότητας των εδαφών, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό μεταξύ τους· αυτά είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν κόπρο, μη ανοργανοποιημένο γκουανό, περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος, λίπασμα και κατάλοιπα διάσπασης·

23)

«απόμερες περιοχές»: περιοχές στις οποίες ο ζωικός πληθυσμός είναι τόσο μικρός και οι εγκαταστάσεις ή μονάδες απόρριψης βρίσκονται τόσο μακριά ώστε οι αναγκαίες ενέργειες για τη συλλογή και τη μεταφορά των ζωικών υποπροϊόντων θα ήταν οικονομικά εξαιρετικά επαχθείς σε σχέση με την επιτόπου απόρριψη·

24)

«τρόφιμα» ή «είδη διατροφής»: τα τρόφιμα ή είδη διατροφής, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002·

25)

«ζωοτροφές»: οι ζωοτροφές, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002·

26)

«ιλύς από συσκευή φυγοκέντρησης ή διαχωρισμού»: υλικό που συλλέγεται ως υποπροϊόν μετά τον καθαρισμό του νωπού γάλακτος και τον διαχωρισμό αποκορυφωμένου γάλακτος και κρέμας από το νωπό γάλα·

27)

«απόβλητα»: τα απόβλητα, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 1 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ.

Τμήμα 2

Υποχρεώσεις

Άρθρο 4

Αρχικό σημείο της αλυσίδας παρασκευής και υποχρεώσεις

1.   Μόλις οι υπεύθυνοι επιχείρησης παράγουν ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο του παρόντος κανονισμού, τα εντοπίζουν και εξασφαλίζουν ότι αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό (αρχικό σημείο).

2.   Οι υπεύθυνοι επιχείρησης εξασφαλίζουν σε όλα τα στάδια της συλλογής, μεταφοράς, χειρισμού, επεξεργασίας, μετασχηματισμού, μεταποίησης, αποθήκευσης, διάθεσης στην αγορά, διανομής, χρήσης και απόρριψης εντός των υπό τον έλεγχό τους επιχειρήσεων ότι τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα ικανοποιούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού οι οποίες σχετίζονται με τις δραστηριότητές τους.

3.   Τα κράτη μέλη παρακολουθούν και επαληθεύουν ότι οι σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ικανοποιούνται από τους υπευθύνους επιχειρήσεων καθ’ όλο το μήκος της αλυσίδας των ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2. Προς τούτο, διατηρούν σύστημα επισήμων ελέγχων σύμφωνα με τη σχετική κοινοτική νομοθεσία.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη δημιουργία στην επικράτειά τους καταλλήλου συστήματος με το οποίο εξασφαλίζεται ότι τα ζωικά υποπροϊόντα:

α)

συλλέγονται, ταυτοποιούνται και μεταφέρονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και

β)

υφίστανται επεξεργασία, χρησιμοποιούνται ή απορρίπτονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εκπληρώνουν τις δυνάμει της παραγράφου 4 υποχρεώσεις τους σε συνεργασία με άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες.

Άρθρο 5

Τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής

1.   Τα αναφερόμενα στο άρθρο 33 παράγωγα προϊόντα, τα οποία έχουν φθάσει στο στάδιο της παρασκευής που ρυθμίζεται από την αναφερόμενη στο εν λόγω άρθρο κοινοτική νομοθεσία, θεωρείται ότι έχουν φθάσει στο τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής πέραν του οποίου δεν υπόκεινται πλέον στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Τα ως άνω παράγωγα προϊόντα μπορούν εν συνεχεία να διατίθενται στην αγορά άνευ περιορισμών δυνάμει του παρόντος κανονισμού και δεν υπόκεινται πλέον σε επισήμους ελέγχους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Το τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής μπορεί να τροποποιείται:

α)

για προϊόντα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 33 στοιχεία α) έως δ), στην περίπτωση κινδύνων για την υγεία των ζώων·

β)

για προϊόντα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 33 στοιχεία ε) και στ), στην περίπτωση κινδύνων για δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 6.

2.   Για τα αναφερόμενα στα άρθρα 35 και 36 παράγωγα προϊόντα, τα οποία δεν παρουσιάζουν πλέον κανέναν ουσιαστικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, μπορεί να προσδιορίζεται τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής πέραν του οποίου δεν υπόκεινται πλέον στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Τα ως άνω παράγωγα προϊόντα μπορούν εν συνεχεία να διατίθενται στην αγορά άνευ περιορισμών δυνάμει του παρόντος κανονισμού και δεν υπόκεινται πλέον σε επισήμους ελέγχους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 5.

3.   Στην περίπτωση κινδύνων για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, τα άρθρα 53 και 54 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 που αφορούν μέτρα έκτακτης ανάγκης εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στα παράγωγα προϊόντα τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 33 και 36 του παρόντος κανονισμού.

Τμήμα 3

Περιορισμοί για την υγεία των ζώων

Άρθρο 6

Γενικοί περιορισμοί για την υγεία των ζώων

1.   Τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα από ευάλωτα είδη ζώων δεν αποστέλλονται από εκμεταλλεύσεις, εγκαταστάσεις, μονάδες ή ζώνες οι οποίες υπόκεινται σε περιορισμούς:

α)

σύμφωνα με την κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία, ή

β)

λόγω της εμφάνισης σοβαρής μεταδοτικής νόσου:

i)

που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της οδηγίας 92/119/ΕΟΚ, ή

ii)

που ορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο στοιχείο β) σημείο ii) του πρώτου εδαφίου και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα αποστέλλονται υπό συνθήκες που αποσκοπούν στην αποτροπή της εξάπλωσης μεταδοτικών για τον άνθρωπο ή τα ζώα νόσων.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 5.

Τμήμα 4

Κατηγοριοποίηση

Άρθρο 7

Κατηγοριοποίηση των ζωικών υποπροϊόντων και των παράγωγων προϊόντων

1.   Τα ζωικά υποπροϊόντα κατηγοριοποιούνται σε ειδικές κατηγορίες ανάλογα με το επίπεδο κινδύνου που παρουσιάζουν για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, σύμφωνα με τους καταλόγους που καθορίζονται στα άρθρα 8, 9 και 10.

2.   Τα παράγωγα προϊόντα υπόκεινται στους κανόνες της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωικών υποπροϊόντων από τα οποία παράγονται, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στον παρόντα κανονισμό ή προβλέπεται στα μέτρα εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα οποία μπορούν να ορίζουν τους όρους υπό τους οποίους παράγωγα προϊόντα δεν υπόκεινται στους ανωτέρω κανόνες που θεσπίζονται από την Επιτροπή.

3.   Τα άρθρα 8, 9 και 10 μπορούν να τροποποιούνται προκειμένου να ληφθεί υπόψη η πρόοδος της επιστήμης όσον αφορά την εκτίμηση του βαθμού επικινδυνότητας, με την προϋπόθεση ότι η πρόοδος αυτή μπορεί να προσδιορισθεί με βάση την εκτίμηση επικινδυνότητας που πραγματοποιεί το κατάλληλο επιστημονικό ίδρυμα. Ωστόσο, κανένα από τα ζωικά υποπροϊόντα που απαριθμούνται στα άρθρα αυτά δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τους καταλόγους αυτούς και οι μόνες αλλαγές που μπορούν να γίνονται είναι αλλαγές στην κατηγοριοποίηση των προϊόντων αυτών ή η προσθήκη άλλων ζωικών υποπροϊόντων.

4.   Τα μέτρα που αναφέρουν οι παράγραφοι 2 και 3 και που έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Άρθρο 8

Υλικά της κατηγορίας 1

Τα υλικά της κατηγορίας 1 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα ζωικά υποπροϊόντα:

α)

ολόκληρα πτώματα και όλα τα μέρη του σώματος, συμπεριλαμβανομένων των προβιών και των δερμάτων:

i)

ζώων για τα οποία υπάρχει υπόνοια ότι έχουν μολυνθεί από ΜΣΕ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 999/2001 ή στα οποία έχει επίσημα επιβεβαιωθεί η παρουσία ΜΣΕ·

ii)

ζώων τα οποία θανατώθηκαν στο πλαίσιο μέτρων εξάλειψης ΜΣΕ·

iii)

ζώων, πλην των εκτρεφόμενων και των άγριων ζώων, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των ζώων συντροφιάς και των ζώων ζωολογικών κήπων και τσίρκων·

iv)

πειραματόζωων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 86/609/ΕΟΚ με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003·

v)

άγριων ζώων, όταν υπάρχει υπόνοια ότι έχουν μολυνθεί από νόσο που μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο ή στα ζώα·

β)

τα εξής υλικά:

i)

ειδικό υλικό κινδύνου·

ii)

ολόκληρα πτώματα ή μέρη πτωμάτων ζώων που περιέχουν ειδικό υλικό κινδύνου κατά τον χρόνο απόρριψης·

γ)

ζωικά υποπροϊόντα που παράγονται από ζώα τα οποία έχουν υποβληθεί σε παράνομη αγωγή, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 96/22/ΕΚ ή στο άρθρο 2 στοιχείο β) της οδηγίας 96/23/ΕΚ·

δ)

ζωικά υποπροϊόντα που περιέχουν κατάλοιπα άλλων ουσιών και περιβαλλοντικών ρύπων που εμφαίνονται στην ομάδα Β(3) του παραρτήματος I της οδηγίας 96/23/ΕΚ, εάν αυτά τα κατάλοιπα υπερβαίνουν το επιτρεπόμενο επίπεδο που ορίζει η κοινοτική νομοθεσία ή, ελλείψει αυτής, η εθνική νομοθεσία·

ε)

ζωικά υποπροϊόντα που συλλέγονται κατά την επεξεργασία των λυμάτων, η οποία απαιτείται από τους κανόνες εφαρμογής που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 27 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ):

i)

από εγκαταστάσεις ή μονάδες που μεταποιούν υλικά της κατηγορίας 1, ή

ii)

από άλλες εγκαταστάσεις ή μονάδες όπου αφαιρείται ειδικό υλικό κινδύνου·

στ)

υπολείμματα τροφίμων από μεταφορικά μέσα που εκτελούν διεθνείς μεταφορές·

ζ)

μείγματα υλικών της κατηγορίας 1 με υλικά είτε της κατηγορίας 2 είτε της κατηγορίας 3 ή και των δύο κατηγοριών.

Άρθρο 9

Υλικά της κατηγορίας 2

Τα υλικά της κατηγορίας 2 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα ζωικά υποπροϊόντα:

α)

κόπρο, μη ανοργανοποιημένο γκουανό και περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος·

β)

ζωικά υποπροϊόντα που συλλέγονται κατά την επεξεργασία των λυμάτων, η οποία απαιτείται από τους κανόνες εφαρμογής που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 27 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ):

i)

από εγκαταστάσεις ή μονάδες που μεταποιούν υλικά της κατηγορίας 2, ή

ii)

από σφαγεία διαφορετικά εκείνων που καλύπτονται από το άρθρο 8 στοιχείο ε)·

γ)

ζωικά υποπροϊόντα που περιέχουν κατάλοιπα επιτρεπόμενων ουσιών ή μολυσματικών ουσιών που υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα όρια, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 της οδηγίας 96/23/ΕΚ·

δ)

προϊόντα ζωικής προέλευσης τα οποία έχουν κριθεί ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο λόγω της παρουσίας ξένων σωμάτων στα προϊόντα αυτά·

ε)

προϊόντα ζωικής προέλευσης, εκτός του υλικού της κατηγορίας 1, τα οποία:

i)

εισάγονται ή εισέρχονται από τρίτη χώρα και παραλείπουν να συμμορφωθούν με την κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία όσον αφορά την εισαγωγή ή την είσοδό τους στην Κοινότητα, εκτός εάν η κοινοτική νομοθεσία επιτρέπει την εισαγωγή ή την είσοδό τους με την επιφύλαξη ειδικών περιορισμών ή την επιστροφή τους στην τρίτη χώρα, ή

ii)

αποστέλλονται σε άλλο κράτος μέλος και παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις που ορίζονται ή επιτρέπονται από την κοινοτική νομοθεσία, εκτός εάν επιστρέφονται με την έγκριση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους προέλευσης·

στ)

ζώα και μέρη ζώων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στα άρθρα 8 ή 10:

i)

ο θάνατος των οποίων δεν οφείλεται σε σφαγή ή θανάτωση με σκοπό την κατανάλωση από τον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένων των ζώων που θανατώθηκαν στο πλαίσιο μέτρων για την εξάλειψη νόσου·

ii)

κυημάτων·

iii)

ωοκύτταρων, εμβρύων και σπέρματος που δεν προορίζονται για αναπαραγωγή, και

iv)

νεκρών μέσα στο αυγό πουλερικών·

ζ)

μείγματα υλικών της κατηγορίας 2 με υλικά της κατηγορίας 3·

η)

ζωικά υποπροϊόντα, πλην των υλικών της κατηγορίας 1 ή των υλικών της κατηγορίας 3.

Άρθρο 10

Υλικά της κατηγορίας 3

Τα υλικά της κατηγορίας 3 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα ζωικά υποπροϊόντα:

α)

σφάγια και μέρη σφαγέντων ζώων ή, στην περίπτωση θηραμάτων, πτώματα ή μέρη ζώων που έχουν θανατωθεί, και τα οποία είναι κατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, αλλά δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο για εμπορικούς λόγους·

β)

σφάγια και τα ακόλουθα μέρη που προέρχονται είτε από ζώα τα οποία έχουν θανατωθεί σε σφαγείο και έχουν κριθεί κατάλληλα για σφαγή με σκοπό την κατανάλωση από τον άνθρωπο έπειτα από επιθεώρηση πριν από τη σφαγή, είτε πτώματα και τα ακόλουθα μέρη ζώων από θηράματα που θανατώθηκαν για κατανάλωση από τον άνθρωπο σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία:

i)

σφάγια ή πτώματα και μέρη ζώων τα οποία έχουν απορριφθεί ως ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, αλλά τα οποία δεν παρουσίασαν κανένα σημείο ασθένειας η οποία είναι δυνατόν να μεταδοθεί στον άνθρωπο ή στα ζώα·

ii)

κεφάλια πουλερικών·

iii)

προβιές και δέρματα, συμπεριλαμβανομένων των ξακρισμάτων και των υπολειμμάτων τους, κέρατα και πόδια, συμπεριλαμβανομένων των φαλάγγων και των οστών του καρπού και του μετακαρπίου, του ταρσού και του μεταταρσίου, από:

ζώα, πλην μηρυκαστικών για τα οποία απαιτείται δοκιμή ΜΣΕ, και

μηρυκαστικά για τα οποία έχει γίνει δοκιμή με αρνητικά αποτελέσματα σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001·

iv)

τρίχες χοίρων·

v)

φτερά·

γ)

ζωικά υποπροϊόντα από πουλερικά και λαγόμορφα που σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 έχουν σφαγεί μέσα στη κτηνοτροφική εκμετάλλευση, τα οποία δεν εμφάνιζαν κανένα σημείο ασθένειας η οποία είναι δυνατόν να μεταδοθεί στον άνθρωπο ή στα ζώα·

δ)

αίμα ζώων, τα οποία δεν παρουσίασαν κανένα σημείο ασθένειας η οποία είναι δυνατόν να μεταδοθεί μέσω του αίματος στον άνθρωπο ή στα ζώα, από τα ακόλουθα ζώα τα οποία έχουν σφαγεί σε σφαγείο αφού έχουν κριθεί κατάλληλα για σφαγή με σκοπό την κατανάλωση από τον άνθρωπο ύστερα από επιθεώρηση πριν από τη σφαγή, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία:

i)

ζώα, πλην των μηρυκαστικών για τα οποία απαιτείται δοκιμή ΜΣΕ, και

ii)

μηρυκαστικά τα οποία έχουν ελεγχθεί με αρνητικά αποτελέσματα σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001·

ε)

ζωικά υποπροϊόντα που προέρχονται από την παραγωγή προϊόντων τα οποία προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένων των απολιπανθέντων οστών, των καταλοίπων τήξης λιπών και της ιλύος από συσκευή φυγοκέντρησης ή διαχωρισμού από τη μεταποίηση γάλακτος·

στ)

προϊόντα ζωικής προέλευσης ή είδη διατροφής που περιέχουν προϊόντα ζωικής προέλευσης τα οποία δεν προορίζονται πλέον για κατανάλωση από τον άνθρωπο είτε για εμπορικούς λόγους είτε λόγω προβλημάτων στην παρασκευή ή ελαττωμάτων στη συσκευασία ή άλλων ελαττωμάτων τα οποία δεν δημιουργούν κινδύνους για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων·

ζ)

ζωοτροφή ζώων συντροφιάς και είδη ζωοτροφής ζωικής προέλευσης ή είδη ζωοτροφής που περιέχουν ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα τα οποία δεν προορίζονται πλέον για σίτιση ζώων είτε για εμπορικούς λόγους είτε λόγω προβλημάτων στην παρασκευή ή ελαττωμάτων στη συσκευασία ή άλλων ελαττωμάτων τα οποία δεν δημιουργούν κινδύνους για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων·

η)

αίμα, πλακούντας, μαλλί, φτερά, τρίχες, κέρατα, υπολείμματα από το ψαλίδισμα των οπλών και νωπό γάλα που προέρχονται από ζώντα ζώα τα οποία δεν παρουσίασαν κανένα σημείο ασθένειας η οποία είναι δυνατόν να μεταδοθεί μέσω αυτού του προϊόντος στον άνθρωπο ή στα ζώα·

θ)

υδρόβια ζώα και μέρη των ζώων αυτών, εκτός από τα θαλάσσια θηλαστικά, τα οποία δεν παρουσίασαν κανένα σημείο ασθένειας η οποία είναι δυνατόν να μεταδοθεί στον άνθρωπο ή στα ζώα·

ι)

ζωικά υποπροϊόντα από υδρόβια ζώα που προέρχονται από εγκαταστάσεις ή μονάδες παρασκευής προϊόντων για κατανάλωση από τον άνθρωπο·

ια)

τα ακόλουθα υλικά που προέρχονται από ζώα τα οποία δεν παρουσίασαν κανένα σημείο ασθένειας η οποία είναι δυνατόν να μεταδοθεί μέσω αυτού του υλικού στον άνθρωπο ή στα ζώα:

i)

όστρακα από οστρακοειδή με μαλακό ιστό ή σάρκα·

ii)

τα ακόλουθα που προέρχονται από χερσαία ζώα:

υποπροϊόντα επωαστηρίων,

αυγά,

υποπροϊόντα αυγών, περιλαμβανομένων των κελύφων αυγών·

iii)

νεοσσοί μιας ημέρας που έχουν θανατωθεί για εμπορικούς λόγους·

ιβ)

υδρόβια και χερσαία ασπόνδυλα εκτός από τα είδη που είναι παθογόνα για τον άνθρωπο ή τα ζώα·

ιγ)

ζώα και μέρη αυτών που ανήκουν στις τάξεις των τρωκτικών (Rodentia) και των λαγόμορφων (Lagomorpha), εκτός από το υλικό της κατηγορίας 1, μνεία του οποίου γίνεται στο άρθρο 8 στοιχείο α) σημεία iii), iv) και v) και το υλικό της κατηγορίας 2 μνεία του οποίου γίνεται στο άρθρο 9 στοιχεία α) έως ζ)·

ιδ)

προβιές και δέρματα, οπλές και χηλές, φτερά, μαλλί, κέρατα, τρίχες και γούνες που προέρχονται από πτώματα ζώων, τα οποία δεν παρουσίασαν κανένα σημείο ασθένειας η οποία είναι δυνατόν να μεταδοθεί μέσω αυτών των προϊόντων στον άνθρωπο ή στα ζώα, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στο στοιχείο β) του παρόντος άρθρου·

ιε)

λιπώδης ιστός από ζώα τα οποία δεν παρουσίασαν κανένα σημείο ασθένειας η οποία είναι δυνατόν να μεταδοθεί μέσω του εν λόγω υλικού στον άνθρωπο ή στα ζώα, τα οποία έχουν σφαγεί σε σφαγείο αφού έχουν κριθεί κατάλληλα για σφαγή με σκοπό την κατανάλωση από τον άνθρωπο ύστερα από επιθεώρηση πριν από τη σφαγή, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία·

ιστ)

υπολείμματα τροφίμων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 8 στοιχείο στ).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Απόρριψη και χρήση ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων

Τμήμα 1

Περιορισμοί χρήσης

Άρθρο 11

Περιορισμοί χρήσης

1.   Απαγορεύονται οι ακόλουθες χρήσεις ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων:

α)

η σίτιση χερσαίων ζώων δεδομένου είδους πλην των γουνοφόρων ζώων με μεταποιημένη ζωική πρωτεΐνη που προέρχεται από πτώματα ή μέρη πτωμάτων ζώων του ίδιου είδους·

β)

η σίτιση εκτρεφόμενων ειδών, εκτός των γουνοφόρων ζώων, με υπολείμματα τροφίμων ή ζωοτροφές που περιέχουν ή προέρχονται από υπολείμματα τροφίμων·

γ)

η σίτιση εκτρεφόμενων ζώων με κτηνοτροφικό χόρτο, είτε με απευθείας βόσκηση είτε με χόρτο που έχει κοπεί για ζωοτροφή, από έδαφος στο οποίο έχουν διασπαρεί οργανικά λιπάσματα ή βελτιωτικά εδάφους εκτός της κόπρου, εκτός εάν η κοπή ή βόσκηση πραγματοποιείται αφού έχει μεσολαβήσει περίοδος, η οποία εξασφαλίζει επαρκή έλεγχο των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων και είναι τουλάχιστον 21 ημερών· και

δ)

η σίτιση εκτρεφόμενων ψαριών με μεταποιημένη ζωική πρωτεΐνη που προέρχεται από πτώματα ή μέρη πτωμάτων εκτρεφόμενων ψαριών του ίδιου είδους.

2.   Είναι δυνατόν να καθορίζονται μέτρα τα οποία αφορούν τα εξής:

α)

ελέγχους που πρέπει να διεξάγονται για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή των απαγορεύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, μεταξύ των οποίων μέθοδοι ανίχνευσης και δοκιμές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για να επαληθεύεται η παρουσία υλικών που προέρχονται από ορισμένα είδη και τα κατώφλια για ασήμαντες ποσότητες μεταποιημένων ζωικών πρωτεϊνών μνεία των οποίων γίνεται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και δ), οι οποίες προέρχονται από συμπτωματική και από τεχνικής απόψεως αναπόφευκτη μόλυνση·

β)

τους όρους για τη σίτιση γουνοφόρων ζώων με μεταποιημένη ζωική πρωτεΐνη που προέρχεται από πτώματα ή μέρη πτωμάτων ζώων του ίδιου είδους· και

γ)

τους όρους για τη σίτιση εκτρεφόμενων ζώων με κτηνοτροφικό χόρτο από έδαφος στο οποίο έχουν διασπαρεί οργανικά λιπάσματα ή βελτιωτικά εδάφους, συγκεκριμένα τροποποίηση της περιόδου αναμονής μνεία της οποίας γίνεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ).

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Τμήμα 2

Απόρριψη και χρήση

Άρθρο 12

Απόρριψη και χρήση υλικών της κατηγορίας 1

Τα υλικά της κατηγορίας 1:

α)

απορρίπτονται ως απόβλητα μέσω αποτέφρωσης:

i)

απευθείας χωρίς να έχει προηγηθεί μεταποίηση, ή

ii)

έπειτα από μεταποίηση με αποστείρωση υπό πίεση, εάν το απαιτεί η αρμόδια αρχή και αφού το υλικό που προκύπτει επισημανθεί με ανεξίτηλο τρόπο·

β)

ανακτώνται ή απορρίπτονται μέσω συναποτέφρωσης, εάν τα υλικά της κατηγορίας 1 είναι απόβλητα:

i)

απευθείας χωρίς να έχει προηγηθεί μεταποίηση, ή

ii)

έπειτα από μεταποίηση με αποστείρωση υπό πίεση, εάν το απαιτεί η αρμόδια αρχή, και αφού το υλικό που προκύπτει επισημανθεί με ανεξίτηλο τρόπο·

γ)

εάν τα υλικά της κατηγορίας 1 δεν είναι τα υλικά που αναφέρονται στο άρθρο 8 στοιχείο α) σημεία i) και ii), απορρίπτονται με μεταποίηση με αποστείρωση υπό πίεση, ανεξίτηλη επισήμανση του υλικού που προκύπτει και ταφή σε εγκεκριμένο χώρο υγειονομικής ταφής·

δ)

εάν πρόκειται για υλικά της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 8 στοιχείο στ) απορρίπτονται με ταφή σε εγκεκριμένο χώρο υγειονομικής ταφής·

ε)

χρησιμοποιούνται ως καύσιμο για καύση με ή χωρίς εκ των προτέρων μεταποίηση ή

στ)

χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των παράγωγων προϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στα άρθρα 33, 34 και 36 και διατίθενται στην αγορά σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα.

Άρθρο 13

Απόρριψη και χρήση υλικών της κατηγορίας 2

Τα υλικά της κατηγορίας 2:

α)

απορρίπτονται ως απόβλητα μέσω αποτέφρωσης:

i)

απευθείας χωρίς να έχει προηγηθεί μεταποίηση, ή

ii)

έπειτα από μεταποίηση, με αποστείρωση υπό πίεση εάν το απαιτεί η αρμόδια αρχή, και αφού το υλικό που προκύπτει επισημανθεί με ανεξίτηλο τρόπο·

β)

ανακτώνται ή απορρίπτονται μέσω συναποτέφρωσης, εάν τα υλικά της κατηγορίας 2 είναι απόβλητα:

i)

απευθείας χωρίς να έχει προηγηθεί μεταποίηση, ή

ii)

έπειτα από μεταποίηση, με αποστείρωση υπό πίεση εάν το απαιτεί η αρμόδια αρχή, και αφού το υλικό που προκύπτει επισημανθεί με ανεξίτηλο τρόπο·

γ)

απορρίπτονται σε εγκεκριμένο χώρο υγειονομικής ταφής, έπειτα από μεταποίηση με αποστείρωση υπό πίεση και αφού το υλικό που προκύπτει επισημανθεί με ανεξίτηλο τρόπο·

δ)

χρησιμοποιούνται για την παρασκευή οργανικών λιπασμάτων ή βελτιωτικών εδάφους προς διάθεση στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 32 έπειτα από μεταποίηση με αποστείρωση υπό πίεση, εφόσον απαιτείται, και αφού το υλικό που προκύπτει επισημανθεί με ανεξίτηλο τρόπο·

ε)

λιπασματοποιούνται ή μετασχηματίζονται σε βιοαέριο:

i)

έπειτα από μεταποίηση με αποστείρωση υπό πίεση και αφού το υλικό που προκύπτει επισημανθεί με ανεξίτηλο τρόπο, ή

ii)

εάν πρόκειται για κόπρο, πεπτικό σύστημα και το περιεχόμενό του, γάλα, προϊόντα με βάση το γάλα, πρωτόγαλα, αυγά και προϊόντα αυγών εφόσον η αρμόδια αρχή κρίνει ότι δεν αντιπροσωπεύουν κίνδυνο μετάδοσης οιασδήποτε σοβαρής μεταδοτικής νόσου, με ή χωρίς εκ των προτέρων μεταποίηση·

στ)

διασπείρονται στο έδαφος χωρίς μεταποίηση, εάν πρόκειται για κόπρο, περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος που έχει αποχωριστεί από το πεπτικό σύστημα, γάλα, προϊόντα με βάση το γάλα και πρωτόγαλα, εφόσον η αρμόδια αρχή κρίνει ότι δεν αντιπροσωπεύουν κίνδυνο μετάδοσης οιασδήποτε σοβαρής μεταδοτικής νόσου·

ζ)

εάν πρόκειται για υλικό που προέρχεται από υδρόβια ζώα, ενσιρώνονται, λιπασματοποιούνται ή μετασχηματίζονται σε βιοαέριο·

η)

χρησιμοποιούνται ως καύσιμο για καύση με ή χωρίς εκ των προτέρων μεταποίηση· ή

θ)

χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των παράγωγων προϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στα άρθρα 33, 34 και 36 και διατίθενται στην αγορά σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα.

Άρθρο 14

Απόρριψη και χρήση υλικών της κατηγορίας 3

Τα υλικά της κατηγορίας 3:

α)

απορρίπτονται ως απόβλητα μέσω αποτέφρωσης με ή χωρίς εκ των προτέρων μεταποίηση·

β)

ανακτώνται ή απορρίπτονται μέσω συναποτέφρωσης με ή χωρίς εκ των προτέρων μεταποίηση, εάν τα υλικά της κατηγορίας 3 είναι απόβλητα·

γ)

απορρίπτονται σε εγκεκριμένο χώρο υγειονομικής ταφής, έπειτα από μεταποίηση·

δ)

μεταποιούνται, εκτός εάν πρόκειται για υλικά της κατηγορίας 3 που έχουν αλλάξει λόγω αποσύνθεσης ή αλλοίωσης τόσο ώστε να παρουσιάζουν μέσω του μεταποιημένου προϊόντος απαράδεκτο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, και χρησιμοποιούνται:

i)

για την παρασκευή ζωοτροφής για εκτρεφόμενα ζώα εκτός των γουνοφόρων ζώων η οποία είναι προς διάθεση στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 31, εκτός εάν πρόκειται για υλικά μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 10 στοιχεία ιδ), ιε) και ιστ)·

ii)

για την παρασκευή ζωοτροφής για γουνοφόρα ζώα, η οποία είναι προς διάθεση στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 36·

iii)

για την παρασκευή ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς, η οποία είναι προς διάθεση στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 35· ή

iv)

για την παρασκευή οργανικών λιπασμάτων ή βελτιωτικών εδάφους, προς διάθεση στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 32·

ε)

χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πρώτων υλών ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς, η οποία είναι προς διάθεση στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 35·

στ)

λιπασματοποιούνται ή μετασχηματίζονται σε βιοαέριο·

ζ)

εάν πρόκειται για υλικό που προέρχεται από υδρόβια ζώα, ενσιρώνονται, λιπασματοποιούνται ή μετασχηματίζονται σε βιοαέριο·

η)

εάν πρόκειται για όστρακα από οστρακοειδή εκτός από εκείνα μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο στ) και για κελύφη αυγών, χρησιμοποιούνται υπό συνθήκες που καθορίζει η αρμόδια αρχή οι οποίες αποκλείουν την εμφάνιση κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων·

θ)

χρησιμοποιούνται ως καύσιμο για καύση με ή χωρίς εκ των προτέρων μεταποίηση·

ι)

χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των παράγωγων προϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στα άρθρα 33, 34 και 36 και διατίθενται στην αγορά σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα·

ια)

εάν πρόκειται για υπολείμματα τροφίμων από τα αναφερόμενα στο άρθρο 10 στοιχείο ιστ), μεταποιούνται με αποστείρωση υπό πίεση ή με μεθόδους μεταποίησης αναφερόμενες στο άρθρο 15 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ή λιπασματοποιούνται ή μετασχηματίζονται σε βιοαέριο· ή

ιβ)

διασπείρονται στο έδαφος χωρίς μεταποίηση, εάν πρόκειται για νωπό γάλα, πρωτόγαλα και παράγωγα προϊόντα τους, εφόσον η αρμόδια αρχή κρίνει ότι δεν αντιπροσωπεύουν κίνδυνο μετάδοσης οιασδήποτε μεταδοτικής νόσου μέσω αυτών των προϊόντων στους ανθρώπους ή τα ζώα.

Άρθρο 15

Μέτρα εφαρμογής

1.   Είναι δυνατόν να καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος τμήματος, τα οποία αφορούν τα εξής:

α)

ειδικές προϋποθέσεις για τον επί του σκάφους χειρισμό και απόρριψη υλικού που προέρχεται από τον επί του σκάφους εκσπλαγχνισμό ιχθύων, οι οποίοι παρουσιάζουν σημάδια νόσου που μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο, μεταξύ των οποίων και παράσιτα·

β)

τις μεθόδους μεταποίησης για τα ζωικά υποπροϊόντα εκτός της αποστείρωσης υπό πίεση, ιδίως όσον αφορά τις παραμέτρους που εφαρμόζονται γι’ αυτές τις μεθόδους μεταποίησης, συγκεκριμένα τον χρόνο, τη θερμοκρασία την πίεση και το μέγεθος σωματιδίων·

γ)

τις παραμέτρους για τον μετασχηματισμό των ζωικών υποπροϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των υπολειμμάτων τροφίμων, σε βιοαέριο ή τη λιπασματοποίησή τους·

δ)

προϋποθέσεις για την αποτέφρωση και συναποτέφρωση ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων·

ε)

προϋποθέσεις για την καύση ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων·

στ)

προϋποθέσεις για την παραγωγή και τον χειρισμό ζωικών υποπροϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 10 στοιχείο γ)·

ζ)

την ενσίρωση υλικού που προέρχεται από υδρόβια ζώα·

η)

την ανεξίτηλη επισήμανση των ζωικών υποπροϊόντων·

θ)

τη διασπορά στο έδαφος ορισμένων ζωικών υποπροϊόντων, οργανικών λιπασμάτων και βελτιωτικών εδάφους·

ι)

τη χρήση ορισμένων ζωικών υποπροϊόντων για τη σίτιση εκτρεφόμενων ζώων· και

ια)

το επίπεδο κινδύνου για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων σε σχέση με ορισμένα υλικά τα οποία κρίνονται ως απαράδεκτα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 στοιχείο δ).

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

2.   Εν αναμονή της θέσπισης κανόνων σχετικά με:

α)

τα στοιχεία γ), στ) και ζ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν εθνικούς κανόνες για:

i)

την παραγωγή και τον χειρισμό ζωικών υποπροϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 10 στοιχείο γ)·

ii)

τον μετασχηματισμό των ζωικών υποπροϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 10 στοιχείο ιστ), και

iii)

την ενσίρωση υλικού που προέρχεται από υδρόβια ζώα·

β)

στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, τα ζωικά υποπροϊόντα μνεία των οποίων γίνεται σε αυτό μπορούν να απορρίπτονται στη θάλασσα, με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας για το περιβάλλον.

Τμήμα 3

Παρεκκλίσεις

Άρθρο 16

Παρεκκλίσεις

Κατά παρέκκλιση των άρθρων 12, 13 και 14, τα ζωικά υποπροϊόντα μπορούν:

α)

εάν πρόκειται περί ζωικών υποπροϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), να τυγχάνουν χειρισμού και να απορρίπτονται σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το εν λόγω στοιχείο·

β)

να χρησιμοποιούνται για ερευνητικούς και άλλους σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 17·

γ)

εάν πρόκειται για ζωικά υποπροϊόντα μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 18, να χρησιμοποιούνται για ειδικούς σκοπούς σίτισης σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο·

δ)

εάν πρόκειται για ζωικά υποπροϊόντα μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 19, να απορρίπτονται σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο·

ε)

να απορρίπτονται ή να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με εναλλακτικές μεθόδους που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 20, βάσει παραμέτρων οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν την αποστείρωση υπό πίεση ή άλλες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή των μέτρων εφαρμογής αυτού·

στ)

εάν πρόκειται για υλικά της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 και εφόσον έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή και τη διασπορά στο έδαφος βιοδυναμικών παρασκευασμάτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007·

ζ)

εάν πρόκειται για υλικά της κατηγορίας 3 και εφόσον έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, να χρησιμοποιούνται για τη σίτιση ζώων συντροφιάς·

η)

εάν πρόκειται περί ζωικών υποπροϊόντων πλην του υλικού της κατηγορίας 1, τα οποία ανακύπτουν κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης σε ζώντα ζώα ή κατά τη γέννηση ζώων στο αγρόκτημα, και εφόσον έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, να απορρίπτονται στο συγκεκριμένο αγρόκτημα.

Άρθρο 17

Ερευνητικοί και άλλοι ειδικοί σκοποί

1.   Η αρμόδια αρχή μπορεί, κατά παρέκκλιση των άρθρων 12, 13 και 14, να εγκρίνει τη χρήση ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων τους για επιδείξεις, καλλιτεχνικές δραστηριότητες και για διαγνωστικούς, εκπαιδευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς, υπό όρους οι οποίοι εξασφαλίζουν τον έλεγχο των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων.

Στους όρους αυτούς περιλαμβάνονται:

α)

η απαγόρευση οιασδήποτε περαιτέρω χρήσης των ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων τους για άλλους σκοπούς· και

β)

η υποχρέωση της ασφαλούς απόρριψης των ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων τους ή, κατά περίπτωση, της εκ νέου αποστολής τους στον τόπο προέλευσής τους.

2.   Στην περίπτωση κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων που απαιτούν τη θέσπιση μέτρων σε όλο το έδαφος της Κοινότητας, ιδίως στην περίπτωση νεοεμφανιζόμενων κινδύνων, μπορούν να καθορίζονται εναρμονισμένοι όροι για την εισαγωγή και τη χρήση των ζωικών υποπροϊόντων και των παράγωγων προϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στην παράγραφο 1. Οι όροι αυτοί μπορούν να περιλαμβάνουν απαιτήσεις όσον αφορά την αποθήκευση, τη συσκευασία, την ταυτοποίηση, τη μεταφορά και την απόρριψη.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Άρθρο 18

Ειδικοί σκοποί σίτισης

1.   Η αρμόδια αρχή μπορεί, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 13 και 14, να εγκρίνει, υπό όρους οι οποίοι εξασφαλίζουν τον έλεγχο των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, τη συλλογή και τη χρήση υλικών της κατηγορίας 2, υπό τον όρο ότι προέρχονται από ζώα τα οποία δεν θανατώθηκαν ή δεν πέθαναν λόγω της παρουσίας ή της υπόνοιας παρουσίας νόσου μεταδοτικής στον άνθρωπο ή τα ζώα, και υλικών της κατηγορίας 3 για τη σίτιση:

α)

ζώων ζωολογικών κήπων·

β)

ζώων τσίρκων·

γ)

ερπετών και αρπακτικών πτηνών, εκτός από τα ζώα ζωολογικών κήπων ή τσίρκων·

δ)

γουνοφόρων ζώων·

ε)

αγρίων ζώων·

στ)

σκύλων από αναγνωρισμένα κυνοτροφεία ή αγελών κυνηγόσκυλων·

ζ)

σκύλων και γατών σε καταφύγια·

η)

σκωλήκων σκωληκοκαλλιέργειας και γαιοσκωλήκων για δολώματα αλιείας.

2.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να εγκρίνει, κατά παρέκκλιση του άρθρου 12 και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται βάσει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου:

α)

τη σίτιση ζώων ζωολογικών κήπων με υλικό της κατηγορίας 1 μνεία του οποίου γίνεται στο άρθρο 8 στοιχείο β) σημείο ii) και υλικό που προέρχεται από ζώα ζωολογικού κήπου, και

β)

τη σίτιση ειδών νεκροφάγων πτηνών που είτε κινδυνεύουν να εκλείψουν είτε προστατεύονται και άλλων ειδών τα οποία ζουν στο φυσικό τους περιβάλλον με υλικό της κατηγορίας 1 μνεία του οποίου γίνεται στο άρθρο 8 στοιχείο β) σημείο ii) προς προώθηση της βιοποικιλότητας.

3.   Είναι δυνατόν να καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σχετικά με τα εξής:

α)

τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατόν να εγκρίνεται η συλλογή και η χρήση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, σε σχέση με τη διακίνηση, την αποθήκευση και τη χρήση των υλικών της κατηγορίας 2 και των υλικών της κατηγορίας 3 με σκοπό τη σίτιση, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση νεοεμφανιζόμενων κινδύνων· και

β)

τους όρους υπό τους οποίους, σε ορισμένες κατά παρέκκλιση της υποχρεώσεως του άρθρου 21 παράγραφος 1 περιπτώσεις, είναι δυνατόν να εγκρίνεται η σίτιση με υλικό της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων:

i)

των ειδών των νεκροφάγων πτηνών που είτε κινδυνεύουν να εκλείψουν είτε προστατεύονται και άλλων ειδών σε ορισμένα κράτη μέλη, τα οποία μπορούν να σιτίζονται με τα υλικά αυτά·

ii)

των μέτρων για την πρόληψη κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Άρθρο 19

Συλλογή, μεταφορά και απόρριψη

1.   Η αρμόδια αρχή μπορεί, κατά παρέκκλιση των άρθρων 12, 13, 14 και 21, να εγκρίνει την απόρριψη:

α)

με ταφή νεκρών ζώων συντροφιάς και ιπποειδών·

β)

με καύση ή ταφή επιτόπου ή με άλλα μέσα υπό επίσημη επίβλεψη που αποκλείουν τη μετάδοση κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων υλικών της κατηγορίας 1 μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 8 στοιχείο α) σημείο v) και στο άρθρο 8 στοιχείο β) σημείο ii), υλικών της κατηγορίας 2 και υλικών της κατηγορίας 3 σε απόμερες περιοχές·

γ)

με καύση ή ταφή επιτόπου ή με άλλα μέσα, υπό επίσημη επίβλεψη, που αποκλείουν τη μετάδοση κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, από υλικά της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 8 στοιχείο β) σημείο ii), υλικά της κατηγορίας 2 και υλικά της κατηγορίας 3 σε περιοχές στις οποίες η πρόσβαση είναι πρακτικά αδύνατη ή θα μπορούσε να είναι δυνατή μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες που θα έθεταν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια του προσωπικού που πραγματοποιεί τη συλλογή, λόγω των γεωγραφικών ή των κλιματικών χαρακτηριστικών ή λόγω μιας φυσικής καταστροφής, ή στις οποίες η πρόσβαση θα απαιτούσε τη χρήση δυσανάλογων μέσων για τη συλλογή·

δ)

με άλλα μέσα εκτός της καύσης ή της ταφής επιτόπου, υπό επίσημη επίβλεψη, υλικών της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3, τα οποία δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, όταν οι ποσότητες υλικού δεν υπερβαίνουν έναν συγκεκριμένο όγκο ανά εβδομάδα, ο οποίος καθορίζεται σε σχέση με το είδος των δραστηριοτήτων και το είδος από το οποίο προέρχονται στα συγκεκριμένα ζωικά υποπροϊόντα·

ε)

με καύση ή ταφή επιτόπου, υπό συνθήκες οι οποίες αποκλείουν τη μετάδοση κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, από ζωικά υποπροϊόντα, εκτός από τα υλικά της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 8 στοιχείο α) σημείο i), σε περίπτωση εκδήλωσης υποχρεωτικά κοινοποιήσιμης νόσου, εάν η μεταφορά στην πλησιέστερη εγκεκριμένη μονάδα μεταποίησης ή απόρριψης ζωικών υποπροϊόντων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την εξάπλωση των κινδύνων για την υγεία ή στην περίπτωση εξάπλωσης επιζωοτικής νόσου θα συνεπαγόταν υπέρβαση του δυναμικού των μονάδων αυτών, και

στ)

με καύση ή ταφή επιτόπου, υπό συνθήκες οι οποίες αποκλείουν τη μετάδοση κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, μελισσών και υποπροϊόντων μελισσοκομίας.

2.   Ο ζωικός πληθυσμός συγκεκριμένου είδους στις απόμερες περιοχές μνεία των οποίων γίνεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), δεν υπερβαίνει ένα μέγιστο ποσοστό του ζωικού πληθυσμού αυτού του είδους που υπάρχει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

3.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με:

α)

τις περιοχές που κατατάσσουν ως απόμερες προκειμένου να εφαρμοσθεί η παράγραφος 1 στοιχείο β), τους λόγους της ταξινόμησης αυτής, και οποιαδήποτε νεότερη πληροφορία σχετικά με τυχόν αλλαγές στην ταξινόμηση αυτή, και

β)

την από μέρους τους χρήση των εγκρίσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) όσον αφορά τα υλικά της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2.

4.   Καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σχετικά με τα εξής:

α)

τους όρους με τους οποίους εξασφαλίζεται ο έλεγχος των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων στην περίπτωση επιτόπου καύσης και ταφής·

β)

το ανώτατο ποσοστό ζωικού πληθυσμού μνεία του οποίου γίνεται στην παράγραφο 2·

γ)

τον όγκο των ζωικών υποπροϊόντων σε σχέση με το είδος των δραστηριοτήτων και το είδος από το οποίο προέρχονται, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ)· και

δ)

τον κατάλογο των νόσων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε).

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Τμήμα 4

Εναλλακτικές μέθοδοι

Άρθρο 20

Έγκριση εναλλακτικών μεθόδων

1.   Η διαδικασία για την έγκριση μιας εναλλακτικής μεθόδου χρήσης ή απόρριψης ζωικών υποπροϊόντων ή παράγωγων προϊόντων τους μπορεί να ξεκινήσει είτε από την Επιτροπή είτε ύστερα από αίτηση κράτους μέλους ή ενδιαφερόμενου μέρους, το οποίο μπορεί να εκπροσωπεί περισσότερα ενδιαφερόμενα μέρη.

2.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη αποστέλλουν τις αιτήσεις τους στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν την εναλλακτική μέθοδο.

Η αρμόδια αρχή αξιολογεί, εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης, εάν η αίτηση είναι σύμφωνη με την τυποποιημένη μορφή των αιτήσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 10.

3.   Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει τις αιτήσεις των κρατών μελών και των ενδιαφερομένων μερών, μαζί με την έκθεση αξιολόγησης που έχει εκπονήσει, στην Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ) και πληροφορεί περί τούτου την Επιτροπή.

4.   Όταν η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία για τη χορήγηση έγκρισης αποστέλλει έκθεση αξιολόγησης που εκπονεί στην ΕΑΑΤ.

5.   Η ΕΑΑΤ αξιολογεί, σε χρονικό διάστημα έξι μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης, εάν η συγκεκριμένη μέθοδος εξασφαλίζει ότι οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων:

α)

τίθενται υπό έλεγχο κατά τρόπον που προλαμβάνει τη διάδοσή τους πριν από την απόρριψη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή τα μέτρα εφαρμογής του· ή

β)

μειώνονται για τη σχετική κατηγορία ζωικών υποπροϊόντων σε βαθμό τουλάχιστον ισοδύναμο με τη μείωση που επιτυγχάνεται με τις μεθόδους μεταποίησης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Η ΕΑΑΤ γνωμοδοτεί σχετικά με την υποβληθείσα αίτηση.

6.   Σε περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες, εάν η ΕΑΑΤ ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από τους αιτούντες, η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 μπορεί να παραταθεί.

Ύστερα από συνεννόηση με την Επιτροπή ή τον αιτούντα, η ΕΑΑΤ καθορίζει μια προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να της παρασχεθούν οι πληροφορίες αυτές και ενημερώνει την Επιτροπή και, κατά περίπτωση, τον αιτούντα σχετικά με την αναγκαία συμπληρωματική προθεσμία.

7.   Εάν ο αιτών επιθυμεί να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες με δική του πρωτοβουλία, τις διαβιβάζει απευθείας στην ΕΑΑΤ.

Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 5 δεν παρατείνεται με συμπληρωματική προθεσμία.

8.   Η ΕΑΑΤ διαβιβάζει τη γνώμη της στην Επιτροπή, στον αιτούντα και στην αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους.

9.   Σε χρονικό διάστημα τριών μηνών από την παραλαβή της γνώμης της ΕΑΑΤ και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη αυτή η Επιτροπή ενημερώνει τον αιτούντα για τα προτεινόμενα μέτρα που πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την παράγραφο 11.

10.   Μια τυποποιημένη μορφή για τις αιτήσεις εναλλακτικών μεθόδων καθορίζεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 52 παράγραφος 2.

11.   Μετά την παραλαβή της γνώμης της ΕΑΑΤ, θεσπίζονται τα εξής:

α)

είτε μέτρο με το οποίο εγκρίνεται εναλλακτική μέθοδος χρήσης ή απόρριψης ζωικών υποπροϊόντων ή παράγωγων προϊόντων τους, ή

β)

μέτρο με το οποίο απορρίπτεται η έγκριση τέτοιου είδους εναλλακτικής μεθόδου.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΥΠΕΥΘΥΝΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές υποχρεώσεις

Τμήμα 1

Συλλογή, μεταφορά και ιχνηλασιμότητα

Άρθρο 21

Συλλογή, ταυτοποίηση σε σχέση με την κατηγορία και τη μεταφορά

1.   Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων συλλέγουν, ταυτοποιούν και μεταφέρουν τα ζωικά υποπροϊόντα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, υπό συνθήκες οι οποίες αποκλείουν τυχόν κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιαστούν για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων.

2.   Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων εξασφαλίζουν ότι τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα τους συνοδεύονται κατά τη μεταφορά τους από εμπορικό έγγραφο ή, όταν αυτό απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό ή από μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 6, από υγειονομικό πιστοποιητικό.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η αρμόδια αρχή μπορεί να εγκρίνει τη μεταφορά κόπρου μεταξύ δύο σημείων εντός του ίδιου αγροκτήματος ή μεταξύ αγροκτημάτων και χρηστών κόπρου εντός του ίδιου κράτους μέλους χωρίς να συνοδεύεται από εμπορικό έγγραφο ή υγειονομικό πιστοποιητικό.

3.   Τα εμπορικά έγγραφα και τα υγειονομικά πιστοποιητικά που συνοδεύουν ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα τους κατά τη μεταφορά περιλαμβάνουν τουλάχιστον στοιχεία σχετικά με την προέλευση, τον προορισμό και την ποσότητα των προϊόντων αυτών και περιγραφή των ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων τους, καθώς και την επισήμανσή τους, όταν απαιτείται επισήμανση από τον παρόντα κανονισμό.

Ωστόσο, για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που μεταφέρονται εντός της επικρατείας κράτους μέλους, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους μπορεί να εξουσιοδοτήσει τη διαβίβαση των πληροφοριών μνεία των οποίων γίνεται στο πρώτο εδάφιο μέσω εναλλακτικού συστήματος.

4.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων συλλέγουν, μεταφέρουν και διαθέτουν τα υπολείμματα τροφίμων της κατηγορίας 3 σύμφωνα με τα μέτρα των κρατών μελών που προβλέπονται στο άρθρο 13 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ.

5.   Τα ακόλουθα μέτρα θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 52 παράγραφος 3:

α)

υποδείγματα εμπορικών εγγράφων που απαιτείται να συνοδεύουν τα ζωικά υποπροϊόντα κατά τη μεταφορά· και

β)

υποδείγματα υγειονομικών πιστοποιητικών και οι συνθήκες που διέπουν τον τρόπο με τον οποίον πρέπει να συνοδεύουν τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα τους κατά τη μεταφορά.

6.   Είναι δυνατόν να καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, τα οποία αφορούν τα εξής:

α)

τις περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται υγειονομικό πιστοποιητικό ανάλογα με το επίπεδο κινδύνου που παρουσιάζουν ορισμένα από τα παράγωγα προϊόντα για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων·

β)

τις περιπτώσεις για τις οποίες, κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 και λαμβανομένου υπόψη του χαμηλού επιπέδου κινδύνου που παρουσιάζουν ορισμένα ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, η μεταφορά των παράγωγων προϊόντων μπορεί να γίνεται χωρίς τα έγγραφα ή τα πιστοποιητικά μνεία που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο·

γ)

τις απαιτήσεις για την ταυτοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της επισήμανσης, και για τον διαχωρισμό των διαφορετικών κατηγοριών ζωικών υποπροϊόντων κατά τη μεταφορά· και

δ)

τις συνθήκες για την αποτροπή των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων που παρουσιάζονται κατά τη συλλογή και τη μεταφορά ζωικών υποπροϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών ασφαλούς μεταφοράς των προϊόντων αυτών όσον αφορά τους περιέκτες, τα οχήματα και τα υλικά συσκευασίας.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Άρθρο 22

Ιχνηλασιμότητα

1.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων οι οποίοι αποστέλλουν, μεταφέρουν ή παραλαμβάνουν ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα τηρούν μητρώο αποστολών και φυλάσσουν τα σχετικά εμπορικά έγγραφα και υγειονομικά πιστοποιητικά.

Ωστόσο, το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται εάν έχει δοθεί έγκριση μεταφοράς ζωικών υποπροϊόντων ή παραγώγων προϊόντων χωρίς εμπορικά έγγραφα ή υγειονομικά πιστοποιητικά σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 21 παράγραφος 2 ή σύμφωνα με τα μέτρα εφαρμογής που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 6 στοιχείο β).

2.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων που αναφέρει η παράγραφος 1 έχουν εν λειτουργία συστήματα και διαδικασίες για τον προσδιορισμό της ταυτότητας:

α)

των λοιπών υπευθύνων επιχειρήσεων στους οποίους έχουν χορηγήσει τα ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα· και

β)

των υπευθύνων επιχειρήσεων οι οποίοι τους έχουν τροφοδοτήσει.

Αυτές οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν σχετικού αιτήματος.

3.   Τα μέτρα εφαρμογής του παρόντος άρθρου μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3, ιδίως όσον αφορά:

α)

τις πληροφορίες που πρέπει να διατίθενται στις αρμόδιες αρχές·

β)

το χρονικό διάστημα κατά το οποίο πρέπει να τηρούνται οι ως άνω πληροφορίες.

Τμήμα 2

Καταχώριση και έγκριση

Άρθρο 23

Καταχώριση υπευθύνων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή μονάδων

1.   Με σκοπό την καταχώριση, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων:

α)

πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων κοινοποιούν στην αρμόδια αρχή οιεσδήποτε εγκαταστάσεις ή μονάδες υπό τον έλεγχό τους δραστηριοποιούνται σε οιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταφοράς, του χειρισμού, της μεταποίησης, της αποθήκευσης, της διάθεσης στην αγορά, της διανομής, της χρήσης ή της απόρριψης ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων·

β)

παρέχουν στην αρμόδια αρχή πληροφορίες σχετικά με:

i)

την κατηγορία των ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων υπό τον έλεγχό τους·

ii)

τη φύση των εκτελουμένων πράξεων κατά τις οποίες χρησιμοποιούνται ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα ως πρώτη ύλη.

2.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων παρέχουν στην αρμόδια αρχή ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με οιεσδήποτε εγκαταστάσεις ή μονάδες υπό τον έλεγχό τους όπως αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένης οιασδήποτε σημαντικής αλλαγής των δραστηριοτήτων, όπως είναι η παύση λειτουργίας υφιστάμενης εγκαταστάσεως ή μονάδας.

3.   Λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την κατά την παράγραφο 1 καταχώριση μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, δεν απαιτείται κοινοποίηση με σκοπό την καταχώριση για δραστηριότητες σε σχέση με τις οποίες εγκαταστάσεις που παράγουν ζωικά υποπροϊόντα έχουν ήδη εγκριθεί ή καταχωρισθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 852/2004 ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 853/2004· και για δραστηριότητες σε σχέση με τις οποίες εγκαταστάσεις ή μονάδες έχουν ήδη εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος κανονισμού.

Η αυτή παρέκκλιση ισχύει για τις δραστηριότητες που αφορούν την παραγωγή ζωικών υποπροϊόντων μόνον επιτόπου, που εκτελούνται σε αγροκτήματα ή άλλους χώρους όπου ζώα συντηρούνται, εκτρέφονται ή τυγχάνουν φροντίδας.

Άρθρο 24

Έγκριση εγκαταστάσεων ή μονάδων

1.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων εξασφαλίζουν ότι οι εγκαταστάσεις ή μονάδες υπό τον έλεγχό τους εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή, οσάκις αυτές οι εγκαταστάσεις ή μονάδες εκτελούν μία ή περισσότερες των εξής δραστηριοτήτων:

α)

μεταποίηση ζωικών υποπροϊόντων με αποστείρωση υπό πίεση, με μεθόδους μεταποίησης από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 15 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή με εγκεκριμένες σύμφωνα με το άρθρο 20 εναλλακτικές μεθόδους·

β)

απόρριψη ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων ως αποβλήτων με αποτέφρωση, εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων ή μονάδων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2000/76/ΕΚ·

γ)

απόρριψη ή ανάκτηση ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων, εάν είναι απόβλητα, με συναποτέφρωση, εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων ή μονάδων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2000/76/ΕΚ·

δ)

χρήση ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων ως καύσιμο για καύση·

ε)

παρασκευή ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς·

στ)

παρασκευή οργανικών λιπασμάτων και βελτιωτικών εδάφους·

ζ)

μετασχηματισμός ζωικών υποπροϊόντων και/ή παραγώγων προϊόντων σε βιοαέριο ή λιπασματοποίηση·

η)

χειρισμός ζωικών υποπροϊόντων μετά τη συλλογή τους μέσω πράξεων όπως ταξινόμηση, τεμαχισμός, ψύξη, κατάψυξη, αλάτισμα, αφαίρεση δορών και δερμάτων ή ειδικού υλικού κινδύνου·

θ)

αποθήκευση ζωικών υποπροϊόντων·

ι)

αποθήκευση παραγώγων προϊόντων που προορίζονται:

i)

να τύχουν απόρριψης μέσω υγειονομικής ταφής ή αποτέφρωσης ή προορίζονται να τύχουν ανάκτησης ή απόρριψης μέσω συναποτέφρωσης·

ii)

να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμο για καύση·

iii)

να χρησιμοποιηθούν ως ζωοτροφή, εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων ή μονάδων που είναι εγκεκριμένες ή καταχωρισμένες σε μητρώα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 183/2005·

iv)

να χρησιμοποιηθούν ως οργανικά λιπάσματα ή βελτιωτικά εδάφους, εξαιρουμένης της αποθήκευσης σε τόπο άμεσης διασποράς.

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 έγκριση καθορίζει εάν η εγκατάσταση ή μονάδα έχει εγκριθεί για δραστηριότητες που αφορούν ζωικά υποπροϊόντα και/ή παράγωγα προϊόντα:

α)

μιας συγκεκριμένης κατηγορίας που αναφέρεται στα άρθρα 8, 9 ή 10· ή

β)

περισσότερων της μιας κατηγοριών που αναφέρονται στα άρθρα 8, 9 ή 10 προσδιορίζοντας εάν οι δραστηριότητες αυτές εκτελούνται:

i)

μόνιμα, υπό συνθήκες αυστηρού διαχωρισμού, οι οποίες αποκλείουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, ή

ii)

προσωρινά, υπό συνθήκες οι οποίες αποκλείουν τη μόλυνση, για να καλύψουν την έλλειψη χωρητικότητας για ποσότητες τέτοιου είδους προϊόντων που μπορεί να είναι αυξημένες λόγω:

εξάπλωσης επιζωοτικής νόσου, ή

άλλων εξαιρετικών και απρόβλεπτων περιστάσεων.

Άρθρο 25

Γενικές απαιτήσεις υγιεινής

1.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων εξασφαλίζουν ότι οι εγκαταστάσεις ή μονάδες υπό τον έλεγχό τους που εκτελούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχεία α) και η):

α)

κατασκευάζονται κατά τρόπον που να επιτρέπει τον καθαρισμό και την απολύμανσή τους στην πράξη και κατά περίπτωση η κατασκευή των δαπέδων διευκολύνει την αποστράγγιση υγρών·

β)

έχουν πρόσβαση σε επαρκείς εγκαταστάσεις ατομικής υγιεινής, όπως είναι αποχωρητήρια, αποδυτήρια και νιπτήρες για το προσωπικό·

γ)

διαθέτουν κατάλληλα μέσα προστασίας κατά των παρασίτων, όπως τα έντομα, τα τρωκτικά και τα πτηνά·

δ)

διατηρούν τα διάφορα συστήματα και τον εξοπλισμό σε καλή κατάσταση και εξασφαλίζουν ότι τα όργανα μετρήσεων βαθμονομούνται τακτικά· και

ε)

έχουν κατάλληλες διευθετήσεις για το πλύσιμο και την απολύμανση δοχείων και οχημάτων εν λειτουργία προς αποφυγή κινδύνων μόλυνσης.

2.   Οιοσδήποτε εργαζόμενος στην εγκατάσταση ή μονάδα μνεία της οποίας γίνεται στην παράγραφο 1 φέρει κατάλληλο, καθαρό και, εάν απαιτείται, προστατευτικό ένδυμα.

Κατά περίπτωση σε μία συγκεκριμένη εγκατάσταση ή μονάδα:

α)

τα πρόσωπα που εργάζονται στον ακάθαρτο τομέα δεν εισέρχονται στον καθαρό χωρίς να έχουν αλλάξει ή απολυμάνει προηγουμένως τον ρουχισμό και την υπόδησή τους·

β)

δεν επιτρέπεται η μεταφορά εξοπλισμού και συσκευών από τον ακάθαρτο στον καθαρό τομέα, εάν δεν προηγηθεί καθαρισμός και απολύμανση· και

γ)

ο υπεύθυνος επιχειρήσεων καθιερώνει διαδικασία σχετικά με τις μετακινήσεις προσώπων για να παρακολουθούνται οι μετακινήσεις αυτών και καθορίζει την ορθή χρήση των λουτρών καθαρισμού ποδιών και τροχών.

3.   Στις εγκαταστάσεις ή μονάδες που εκτελούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχείο α):

α)

τα ζωικά υποπροϊόντα τυγχάνουν χειρισμού κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται οι κίνδυνοι μόλυνσης·

β)

τα ζωικά υποπροϊόντα μεταποιούνται το ταχύτερο δυνατόν. Μετά τη μεταποίηση, τα παράγωγα προϊόντα τυγχάνουν χειρισμού και αποθηκεύονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται οι κίνδυνοι μόλυνσης·

γ)

κατά περίπτωση, στη διάρκεια οιασδήποτε μεταποίησης εκτελείται στα ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα έκαστο τμήμα του ζωικού υποπροϊόντος και παραγώγου προϊόντος τυγχάνει επεξεργασίας σε δεδομένη θερμοκρασία επί δεδομένο χρονικό διάστημα και οι κίνδυνοι μόλυνσης προλαμβάνονται·

δ)

οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ελέγχουν τακτικά τις παραμέτρους που εφαρμόζονται (συγκεκριμένα θερμοκρασία, πίεση, χρόνο, μέγεθος σωματιδίων), κατά περίπτωση με αυτόματες συσκευές·

ε)

διαδικασίες καθαρισμού καθορίζονται και τεκμηριώνονται σε όλα τα τμήματα της εγκατάστασης ή μονάδας.

Άρθρο 26

Χειρισμός ζωικών υποπροϊόντων εντός των επιχειρήσεων τροφίμων

1.   Η επεξεργασία, η μεταποίηση ή η αποθήκευση ζωικών υποπροϊόντων σε εγκεκριμένες ή καταχωρισμένες σε μητρώο εγκαταστάσεις ή μονάδες σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 ή σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 εκτελούνται υπό συνθήκες που αποτρέπουν την αλληλομόλυνση και, κατά περίπτωση, σε ειδικό προς τούτο μέρος της εγκατάστασης ή μονάδας.

2.   Πρώτες ύλες για την παραγωγή ζελατίνης και συνδετικού ιστού που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο μπορούν να τυγχάνουν αποθήκευσης, επεξεργασίας ή μεταποίησης στις ειδικά εγκεκριμένες εγκαταστάσεις σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 853/2004, παράρτημα III τμήμα XIV κεφάλαιο I σημείο 5 και τμήμα XV κεφάλαιο I σημείο 5, υπό την προϋπόθεση ότι ο κίνδυνος μετάδοσης ασθενείας αποτρέπεται χάρις στον διαχωρισμό αυτών των πρώτων υλών από τις πρώτες ύλες για την παραγωγή προϊόντων ζωικής προελεύσεως.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν με την επιφύλαξη των ειδικότερων απαιτήσεων που ορίζει η κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία.

Άρθρο 27

Μέτρα εφαρμογής

Καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος τμήματος και του τμήματος 1 του παρόντος κεφαλαίου, σχετικά με τα εξής:

α)

τις απαιτήσεις υποδομής και εξοπλισμού που ισχύουν εντός εγκαταστάσεων ή μονάδων·

β)

τις απαιτήσεις υγιεινής που ισχύουν για παντός είδους χειρισμό ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που τροποποιούν απαιτήσεις υγιεινής για εγκαταστάσεις ή μονάδες μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 25 παράγραφος 1·

γ)

τις προϋποθέσεις και τεχνικές απαιτήσεις για τον χειρισμό, την επεξεργασία, τον μετασχηματισμό, τη μεταποίηση και την αποθήκευση ζωικών υποπροϊόντων ή παράγωγων προϊόντων και προϋποθέσεις για την επεξεργασία υδάτινων λυμάτων·

δ)

τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να προσκομίσει ο υπεύθυνος επιχείρησης προς επικύρωση της επεξεργασίας, του μετασχηματισμού και της μεταποίησης ζωικών υποπροϊόντων ή παραγώγων προϊόντων όσον αφορά το εάν μπορούν να αποτρέπουν κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων·

ε)

τους όρους για τον χειρισμό των ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων περισσοτέρων της μιας κατηγοριών μνεία των οποίων γίνεται στα άρθρα 8, 9 ή 10 στην ίδια εγκατάσταση ή μονάδα:

i)

όταν οι λειτουργίες αυτές εκτελούνται ξεχωριστά·

ii)

όταν οι λειτουργίες αυτές εκτελούνται προσωρινά σε ορισμένες περιπτώσεις·

στ)

τις προϋποθέσεις για την αποτροπή αλληλομόλυνσης, όταν ζωικά υποπροϊόντα τυγχάνουν αποθήκευσης, επεξεργασίας ή μεταποίησης εντός ειδικού προς τούτο μέρους της εγκατάστασης ή μονάδας μνεία του οποίου γίνεται στο άρθρο 26·

ζ)

τις τυπικές παραμέτρους μετασχηματισμού για τις μονάδες παραγωγής βιοαερίου και τις μονάδες λιπασματοποίησης·

η)

τις απαιτήσεις που ισχύουν για την αποτέφρωση ή συναποτέφρωση εντός μονάδων υψηλής και χαμηλής δυναμικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ)· και

θ)

τις απαιτήσεις που ισχύουν για την καύση ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων, όπως ορίζεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Τμήμα 3

Εσωτερικοί έλεγχοι και ανάλυση κινδύνου και κρίσιμα σημεία ελέγχου

Άρθρο 28

Εσωτερικοί έλεγχοι

Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων οργανώνουν, εφαρμόζουν και διατηρούν εσωτερικούς ελέγχους στις εγκαταστάσεις ή μονάδες τους με σκοπό την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό. Εξασφαλίζουν ότι ουδέν ζωικό υποπροϊόν ή παράγωγο προϊόν, για το οποίο υπάρχει υπόνοια ή έχει ευρεθεί ότι δεν συμμορφούται προς τον παρόντα κανονισμό φεύγει από την εγκατάσταση ή μονάδα, εκτός εάν προορίζεται προς απόρριψη.

Άρθρο 29

Ανάλυση κινδύνου και κρίσιμα σημεία ελέγχου

1.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων που εκτελούν μία των εξής δραστηριοτήτων θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν μόνιμη γραπτή διαδικασία ή διαδικασίες που βασίζονται στις αρχές της ανάλυσης κινδύνου και κρισίμων σημείων ελέγχου (HACCP) για:

α)

τη μεταποίηση ζωικών υποπροϊόντων·

β)

τον μετασχηματισμό ζωικών υποπροϊόντων σε βιοαέριο και τη λιπασματοποίηση·

γ)

τον χειρισμό και την αποθήκευση ζωικών υποπροϊόντων ή παραγώγων προϊόντων περισσοτέρων της μιας κατηγοριών στην ίδια εγκατάσταση ή μονάδα·

δ)

την παρασκευή ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς.

2.   Οι κατά την παράγραφο 1 υπεύθυνοι επιχειρήσεων συγκεκριμένα:

α)

εντοπίζουν τυχόν πηγές κινδύνου οι οποίες πρέπει να προληφθούν, να εξαλειφθούν ή να μειωθούν σε αποδεκτά επίπεδα·

β)

εντοπίζουν τα κρίσιμα σημεία ελέγχου στο ή τα στάδια στα οποία ο έλεγχος είναι ουσιαστικής σημασίας για την πρόληψη ή την εξάλειψη ενός κινδύνου ή για τη μείωσή του σε αποδεκτά επίπεδα·

γ)

θεσπίζουν κρίσιμα όρια σε κρίσιμα σημεία ελέγχου με τα οποία χωρίζεται το αποδεκτό από το μη αποδεκτό όσον αφορά την πρόληψη, την εξάλειψη ή τη μείωση των εντοπιζόμενων κινδύνων·

δ)

θεσπίζουν και εφαρμόζουν αποτελεσματικές διαδικασίες παρακολούθησης στα κρίσιμα σημεία ελέγχου·

ε)

θεσπίζουν διορθωτικά μέτρα, όταν η παρακολούθηση υποδεικνύει ότι ένα κρίσιμο σημείο ελέγχου βρίσκεται εκτός ελέγχου·

στ)

θεσπίζουν διαδικασίες για να επαληθεύεται ότι τα μέτρα που περιγράφονται στα στοιχεία α) έως ε) είναι πλήρη και λειτουργούν αποτελεσματικά. Οι διαδικασίες επαλήθευσης εκτελούνται τακτικά·

ζ)

καταρτίζουν έγγραφα και αρχεία ανάλογα με τη φύση και το μέγεθος των επιχειρήσεων για να αποδεικνύεται η αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων που περιγράφονται στα στοιχεία α) έως στ).

3.   Όταν πραγματοποιείται οιαδήποτε τροποποίηση σε προϊόν, σε διεργασία ή σε οιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης, της αποθήκευσης ή της διανομής, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων επανεξετάζουν τις διαδικασίες και επιφέρουν τις απαιτούμενες αλλαγές.

4.   Μέτρα προς διευκόλυνση της εφαρμογής του παρόντος άρθρου μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3.

Άρθρο 30

Εθνικοί οδηγοί ορθής πρακτικής

1.   Οσάκις απαιτείται, οι αρμόδιες αρχές ενθαρρύνουν την ανάπτυξη, διάδοση και σε εθελοντική βάση χρήση εθνικών οδηγών ορθής πρακτικής συγκεκριμένα για την εφαρμογή των αρχών HACCP του άρθρου 29. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων μπορούν να χρησιμοποιούν αυτούς τους οδηγούς σε εθελοντική βάση.

2.   Η αρμόδια αρχή αποτιμά τους εθνικούς οδηγούς για να εξασφαλίζεται ότι:

α)

έχουν αναπτυχθεί σε διαβούλευση με τους εκπροσώπους μερών τα συμφέροντα των οποίων μπορούν να πληγούν ουσιαστικά, και έχουν διαδοθεί από τομείς υπευθύνων επιχειρήσεων· και

β)

το περιεχόμενό τους είναι δυνατό να εφαρμοσθεί στους τομείς τους οποίους αφορούν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Διάθεση στην αγορά

Τμήμα 1

Ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα για τη σίτιση εκτρεφόμενων ζώων, εκτός των γουνοφόρων ζώων

Άρθρο 31

Διάθεση στην αγορά

1.   Τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφή εκτρεφόμενων ζώων, εκτός των γουνοφόρων ζώων, μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνο εάν:

α)

είναι ή προέρχονται από υλικά της κατηγορίας 3 εκτός των υλικών που αναφέρονται στο άρθρο 10 στοιχεία ιδ), ιε) και ιστ)·

β)

έχουν συλλεχθεί ή μεταποιηθεί, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους για την αποστείρωση υπό πίεση ή άλλους όρους για την αποτροπή των κινδύνων που παρουσιάζονται για τη δημόσια υγεία ή για την υγεία των ζώων σύμφωνα με τα μέτρα που θεσπίζονται κατά το άρθρο 15 και με τα τυχόν μέτρα που έχουν καθορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου· και

γ)

προέρχονται από εγκεκριμένες ή καταχωρισμένες σε μητρώο εγκαταστάσεις ή μονάδες, ανάλογα με το σχετικό ζωικό υποπροϊόν ή το παράγωγο προϊόν.

2.   Είναι δυνατόν να καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου τα οποία σχετίζονται με τους όρους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων που αφορούν τη συλλογή, τη μεταποίηση και την επεξεργασία των ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52, παράγραφος 4.

Τμήμα 2

Οργανικά λιπάσματα και βελτιωτικά εδάφους

Άρθρο 32

Διάθεση στην αγορά και χρήση

1.   Τα οργανικά λιπάσματα και τα βελτιωτικά εδάφους μπορούν να διατίθενται στην αγορά και να χρησιμοποιούνται εφόσον:

α)

προέρχονται από υλικά της κατηγορίας 2 ή της κατηγορίας 3·

β)

έχουν παραχθεί σύμφωνα με τους όρους για την αποστείρωση υπό πίεση ή υπό άλλους όρους για την αποτροπή των κινδύνων που παρουσιάζονται για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου15 και τυχόν μέτρων τα οποία έχουν καθορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·

γ)

προέρχονται από εγκεκριμένες ή καταχωρισμένες σε μητρώα εγκαταστάσεις ή μονάδες, ανάλογα με την περίπτωση· και

δ)

στην περίπτωση κρεαταλεύρων και οστεαλεύρων που παράγονται από υλικό της κατηγορίας 2 και μεταποιημένη ζωική πρωτεΐνη και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως οργανικά λιπάσματα ή βελτιωτικά εδάφους έχουν αναμιχθεί με συστατικό για να αποκλείεται η χρήση του μείγματος ως ζωοτροφής στη συνέχεια και φέρουν σήμανση, οσάκις απαιτείται, από τα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει της παραγράφου 3.

Επιπλέον, τα κατάλοιπα διάσπασης από μετασχηματισμό σε βιοαέριο ή το λίπασμα μπορούν να διατεθούν στην αγορά και να χρησιμοποιηθούν ως οργανικά λιπάσματα ή βελτιωτικά εδάφους.

Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν εθνικούς κανόνες για την επιβολή πρόσθετων όρων για τη χρήση ή τον περιορισμό της χρήσης των οργανικών λιπασμάτων και των βελτιωτικών εδάφους, με την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί αιτιολογούνται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 στοιχείο δ), δεν απαιτείται ανάμειξη για υλικά η χρήση των οποίων ως ζωοτροφών αποκλείεται λόγω της συνθέσεως ή συσκευασίας τους.

3.   Είναι δυνατόν να καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σχετικά με τα εξής:

α)

τις συνθήκες για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων όσον αφορά την παραγωγή και τη χρήση οργανικών λιπασμάτων και βελτιωτικών εδάφους·

β)

τα συστατικά στοιχεία ή τις ουσίες για την επισήμανση των οργανικών λιπασμάτων ή των βελτιωτικών εδάφους·

γ)

τα συστατικά στοιχεία που αναμειγνύονται με τα οργανικά λιπάσματα ή τα βελτιωτικά εδάφους·

δ)

τους συμπληρωματικούς όρους, όπως τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την επισήμανση και τις ελάχιστες αναλογίες που πρέπει να τηρούνται κατά την παρασκευή του μείγματος, για να αποκλειστεί η χρήση αυτών των οργανικών λιπασμάτων ή βελτιωτικών εδάφους ως ζωοτροφών· και

ε)

τις περιπτώσεις όπου η σύνθεση ή η συσκευασία επιτρέπει την εξαίρεση των υλικών από την απαίτηση ανάμειξης.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Τμήμα 3

Παράγωγα προϊόντα που διέπονται από ορισμένες άλλες κοινοτικές νομοθετικές πράξεις

Άρθρο 33

Διάθεση στην αγορά

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων μπορούν να διαθέτουν στην αγορά τα εξής παράγωγα προϊόντα:

α)

καλλυντικά προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ·

β)

ενεργά εμφυτεύσιμα ιατρικά βοηθήματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 90/385/ΕΟΚ·

γ)

ιατρικά βοηθήματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 93/42/ΕΟΚ·

δ)

ιατροτεχνολογικά βοηθήματα που χρησιμοποιούνται για διάγνωση in vitro, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β) της οδηγίας 98/79/ΕΚ·

ε)

κτηνιατρικά φάρμακα, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2001/82/ΕΚ·

στ)

φάρμακα, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2001/83/ΕΟΚ.

Άρθρο 34

Παρασκευή

1.   Η εισαγωγή, η συλλογή και η διακίνηση ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων που προορίζονται για εγκαταστάσεις ή μονάδες στις οποίες παρασκευάζονται τα παράγωγα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 33 και η παρασκευή αυτών των παράγωγων προϊόντων διεξάγονται σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

Η απόρριψη του αχρησιμοποίητου υλικού από αυτές τις εγκαταστάσεις ή μονάδες πραγματοποιείται σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία.

2.   Ωστόσο, εάν η κοινοτική νομοθεσία που αναφέρεται στο άρθρο 33 δεν προβλέπει όρους για τον έλεγχο των δυνητικών κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός.

Τμήμα 4

Άλλα παράγωγα προϊόντα

Άρθρο 35

Διάθεση ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς στην αγορά

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων μπορούν να διαθέτουν ζωοτροφή για ζώα συντροφιάς στην αγορά, υπό τον όρο ότι:

α)

τα προϊόντα παράγονται από:

i)

υλικό της κατηγορίας 3 πλην του υλικού που αναφέρεται στο άρθρο 10 στοιχεία ιδ), ιε) και ιστ)·

ii)

στην περίπτωση εισαγομένης ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς ή ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς που παράγεται από υλικά εισαγωγής, υλικό της κατηγορίας 1 που αναφέρεται στο άρθρο 8 στοιχείο γ), υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 40 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), ή

iii)

στην περίπτωση πρώτων υλών ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς, υλικό που αναφέρεται στο άρθρο 10 στοιχείο α) και στο άρθρο 10 στοιχείο β) σημεία i) και ii)· και

β)

εξασφαλίζουν τον έλεγχο των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων χάρις στην ασφαλή επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 38, οσάκις η ασφαλής προμήθεια σύμφωνα με το άρθρο 37 δεν εξασφαλίζει επαρκή έλεγχο.

Άρθρο 36

Διάθεση άλλων παραγώγων προϊόντων στην αγορά

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων δύνανται να διαθέτουν στην αγορά παράγωγα προϊόντα πλην εκείνων τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 31, 32, 33 και 35, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

τα εν λόγω προϊόντα:

i)

δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για τη σίτιση εκτρεφόμενων ζώων ή για διασπορά στο έδαφος από το οποίο θα λάβουν την τροφή τους αυτά τα ζώα, ή

ii)

προορίζονται για ζωοτροφές γουνοφόρων ζώων, και

β)

εξασφαλίζουν τον έλεγχο των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων:

i)

με ασφαλή προμήθεια, σύμφωνα με το άρθρο 37·

ii)

με ασφαλή επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 38, εάν με την ασφαλή προμήθεια δεν εξασφαλίζεται επαρκής έλεγχος, ή

iii)

επαληθεύοντας ότι τα προϊόντα χρησιμοποιούνται μόνο για ασφαλείς τελικές χρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 39, εάν με την ασφαλή επεξεργασία δεν εξασφαλίζεται επαρκής έλεγχος.

Άρθρο 37

Ασφαλής προμήθεια

1.   Η ασφαλής προμήθεια περιλαμβάνει τη χρήση υλικού:

α)

το οποίο δεν παρουσιάζει απαράδεκτους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων·

β)

το οποίο έχει συλλεγεί και μεταφερθεί από το σημείο συλλογής στην εγκατάσταση ή μονάδα παρασκευής υπό συνθήκες που αποκλείουν κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων· ή

γ)

το οποίο έχει εισαχθεί στην Κοινότητα και μεταφερθεί από το σημείο πρώτης εισόδου στην εγκατάσταση ή μονάδα παρασκευής υπό συνθήκες που αποκλείουν κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων.

2.   Για τους σκοπούς της ασφαλούς προμήθειας, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων παρέχουν τεκμηρίωση σχετικά με τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων, αν χρειασθεί, αποδεικτικών στοιχείων για την επάρκεια των μέτρων βιοασφάλειας που έχουν ληφθεί προκειμένου να αποκλείεται η εμφάνιση κινδύνων από την πρώτη ύλη για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων.

Η τεκμηρίωση αυτή είναι διαθέσιμη στην αρμόδια αρχή κατόπιν αιτήματος.

Στην περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχείο γ), οι αποστολές συνοδεύονται από υγειονομικό πιστοποιητικό το οποίο ανταποκρίνεται στο υπόδειγμα που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3.

Άρθρο 38

Ασφαλής επεξεργασία

Η ασφαλής επεξεργασία περιλαμβάνει την εφαρμογή μιας διαδικασίας παραγωγής στο χρησιμοποιούμενο υλικό, η οποία μειώνει σε αποδεκτό επίπεδο τους κινδύνους που παρουσιάζει για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων το χρησιμοποιούμενο υλικό ή άλλες ουσίες που απορρέουν από τη διαδικασία παραγωγής.

Εξασφαλίζεται ότι το παράγωγο προϊόν δεν παρουσιάζει απαράδεκτους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, ιδίως με την πραγματοποίηση δοκιμών στο τελικό προϊόν.

Άρθρο 39

Ασφαλείς τελικές χρήσεις

Στις ασφαλείς τελικές χρήσεις περιλαμβάνεται η χρήση των παράγωγων προϊόντων:

α)

υπό συνθήκες που δεν παρουσιάζουν απαράδεκτους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων· ή

β)

που μπορεί να παρουσιάζουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, υπό τον όρο ότι η χρήση αυτή δικαιολογείται από στόχους που έχουν τεθεί στην κοινοτική νομοθεσία, ιδίως για την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων.

Άρθρο 40

Μέτρα εφαρμογής

Είναι δυνατόν να καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος τμήματος σχετικά με τα εξής:

α)

τους όρους για τη διάθεση εισαγόμενης ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς στην αγορά ή για τη διάθεση παραγόμενης από υλικά εισαγωγής ζωοτροφής για ζώα συντροφιάς στην αγορά, από υλικό της κατηγορίας 1 που αναφέρεται στο άρθρο 8 στοιχείο γ)·

β)

τους όρους για την ασφαλή προμήθεια και διακίνηση του υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί υπό συνθήκες οι οποίες αποκλείουν κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων·

γ)

την τεκμηρίωση που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο·

δ)

τις παραμέτρους για τη διαδικασία παραγωγής που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 38, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή φυσικών ή χημικών επεξεργασιών στο χρησιμοποιούμενο υλικό·

ε)

τις απαιτήσεις δοκιμών που ισχύουν για το τελικό προϊόν· και

στ)

τις συνθήκες ασφαλούς χρήσης των παράγωγων προϊόντων τα οποία παρουσιάζουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Εισαγωγή, διαμετακόμιση και εξαγωγή

Άρθρο 41

Εισαγωγή και διαμετακόμιση

1.   Τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα τους εισάγονται στην Κοινότητα ή διαμετακομίζονται μέσω της Κοινότητας σύμφωνα με:

α)

τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και των μέτρων εφαρμογής του για το συγκεκριμένο ζωικό υποπροϊόν ή το παράγωγο προϊόν, οι οποίες είναι τουλάχιστον εξίσου αυστηρές με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την παραγωγή και την εμπορία των εν λόγω ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων τους στο εσωτερικό της Κοινότητας·

β)

τους όρους που έχουν αναγνωρισθεί ως τουλάχιστον ισοδύναμοι με τις απαιτήσεις οι οποίες ισχύουν, στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας, για την παραγωγή και την εμπορία των εν λόγω ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων τους· ή

γ)

στην περίπτωση ζωικών υποπροϊόντων και παραγώγων προϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στα άρθρα 33, 35 και 36, τις απαιτήσεις που ορίζονται στα εν λόγω άρθρα.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η εισαγωγή και η διαμετακόμιση:

α)

του ειδικού υλικού κινδύνου πραγματοποιούνται μόνο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 999/2001·

β)

των ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων τους τα οποία έχουν αναμειχθεί ή μολυνθεί από οιαδήποτε απόβλητα που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνα στην απόφαση 2000/532/ΕΚ πραγματοποιούνται μόνο υπό την προϋπόθεση των απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006·

γ)

του υλικού της κατηγορίας 1, του υλικού της κατηγορίας 2 και των προϊόντων που παράγονται από αυτά και δεν προορίζονται για παρασκευή των παράγωγων προϊόντων μνεία των οποίων γίνεται στα άρθρα 33, 35 και 36, πραγματοποιούνται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι έχουν θεσπισθεί κανόνες για την εισαγωγή τους σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 2 στοιχείο α)·

δ)

των ζωικών υποπροϊόντων και των παράγωγων προϊόντων που προορίζονται για τους σκοπούς που προβλέπει το άρθρο 17 παράγραφος 1 πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα εθνικά μέτρα τα οποία εξασφαλίζουν τον έλεγχο των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, έως ότου θεσπισθούν οι εναρμονισμένοι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2.

3.   Στην περίπτωση εισαγωγής και διαμετακόμισης υλικού και παράγωγων προϊόντων της κατηγορίας 3, καθορίζονται οι σχετικές απαιτήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1.

Οι απαιτήσεις αυτές μπορούν να προβλέπουν ότι οι αποστολές:

α)

πρέπει να προέρχονται από τρίτη χώρα ή από τμήμα τρίτης χώρας που αναφέρεται στον κατάλογο σύμφωνα με την παράγραφο 4·

β)

πρέπει να προέρχονται από μονάδες ή εγκαταστάσεις που έχουν εγκριθεί ή καταχωρισθεί από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας καταγωγής και αναφέρονται για τον σκοπό αυτό στον κατάλογο της εν λόγω αρχής· και

γ)

στο σημείο εισόδου στην Κοινότητα, όπου πραγματοποιούνται οι κτηνιατρικοί έλεγχοι, πρέπει να συνοδεύονται από τεκμηρίωση, όπως είναι εμπορικό έγγραφο ή υγειονομικό πιστοποιητικό και κατά περίπτωση δήλωση, που αντιστοιχεί σε υπόδειγμα που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ).

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Εν αναμονή της θεσπίσεως των απαιτήσεων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και γ) του δεύτερου εδαφίου, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις εν λόγω απαιτήσεις με εθνικά μέτρα.

4.   Οι κατάλογοι τρίτων χωρών ή τμημάτων τρίτων χωρών από τα οποία επιτρέπεται η εισαγωγή ή η διαμετακόμιση μέσω της Κοινότητας ζωικών υποπροϊόντων ή παράγωγων προϊόντων καταρτίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3, συνεκτιμώντας ιδίως τα εξής:

α)

τη νομοθεσία της τρίτης χώρας·

β)

την οργάνωση της αρμόδιας αρχής και των αρμόδιων για τους ελέγχους υπηρεσιών της στην τρίτη χώρα, τις αρμοδιότητες αυτών των υπηρεσιών, την επίβλεψη στην οποία υπόκεινται και την εξουσία που διαθέτουν να ελέγχουν αποτελεσματικά την εφαρμογή της νομοθεσίας τους·

γ)

τις ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στην παραγωγή, την παρασκευή, τον χειρισμό, την αποθήκευση και την αποστολή προϊόντων ζωικής προέλευσης που προορίζονται για την Κοινότητα·

δ)

τις εγγυήσεις τις οποίες μπορεί να παράσχει η τρίτη χώρα όσον αφορά την τήρηση των σχετικών υγειονομικών διατάξεων·

ε)

την πείρα εμπορίας των προϊόντων της τρίτης χώρας και τα αποτελέσματα των διενεργηθέντων ελέγχων στις εισαγωγές·

στ)

τα αποτελέσματα των ενδεχόμενων κοινοτικών επιθεωρήσεων στην τρίτη χώρα·

ζ)

το υγειονομικό καθεστώς του ζωικού κεφαλαίου, των λοιπών κατοικίδιων ζώων και των αγρίων ζώων στην τρίτη χώρα, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις εξωτικές νόσους των ζώων και ζητήματα της γενικής υγειονομικής κατάστασης στη χώρα, που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων στην Κοινότητα·

η)

την περιοδικότητα και την ταχύτητα με την οποία η τρίτη χώρα παρέχει πληροφορίες σχετικά με την παρουσία λοιμωδών ή νόσων των ζώων στο έδαφός της, ιδίως των νόσων που περιλαμβάνονται στον κώδικα υγείας των χερσαίων ζώων και στον κώδικα υγείας των υδρόβιων ζώων του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών·

θ)

τους κανόνες για την πρόληψη και τον έλεγχο λοιμωδών ή νόσων των ζώων που ισχύουν στην τρίτη χώρα και την εφαρμογή τους, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αφορούν τις εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες.

Οι κατάλογοι των εγκαταστάσεων ή μονάδων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) επικαιροποιούνται τακτικά, κοινοποιούνται στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη και είναι διαθέσιμοι στο κοινό.

Άρθρο 42

Μέτρα εφαρμογής

1.   Μέτρα εφαρμογής του άρθρου 41 που μπορούν να αποκλείουν την εισαγωγή ή διαμετακόμιση ζωικών προϊόντων ή παραγώγων προϊόντων που παρασκευάζονται σε ορισμένες εγκαταστάσεις ή μονάδες προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία ή η υγεία των ζώων θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3.

2.   Καθορίζονται και άλλα μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 41 σχετικά με τα εξής:

α)

τους όρους για την εισαγωγή και τη διαμετακόμιση των υλικών της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 και των παράγωγων προϊόντων τους·

β)

τους περιορισμούς σχετικά με τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, οι οποίοι ισχύουν για το εισαγόμενο υλικό της κατηγορίας 3 ή τα παράγωγα προϊόντα του, και οι οποίοι μπορούν να καθορίζονται αναφορικά με τους κοινοτικούς καταλόγους των τρίτων χωρών ή των τμημάτων τρίτων χωρών που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 4 ή για άλλους σκοπούς δημόσιας υγείας ή υγείας των ζώων·

γ)

τους όρους για την παρασκευή ζωικών υποπροϊόντων ή παράγωγων προϊόντων σε εγκαταστάσεις ή μονάδες σε τρίτες χώρες· οι όροι αυτοί μπορούν να περιλαμβάνουν τις λεπτομέρειες διενέργειας των ελέγχων στις εν λόγω εγκαταστάσεις ή μονάδες από την οικεία αρμόδια αρχή, ενώ από την έγκριση ή την καταχώριση του άρθρου 41 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) μπορούν να εξαιρούνται ορισμένοι τύποι εγκαταστάσεων ή μονάδων χειρισμού ζωικών υποπροϊόντων ή παράγωγων προϊόντων· και

δ)

τα υποδείγματα υγειονομικών πιστοποιητικών, εμπορικών εγγράφων και δηλώσεων που πρέπει να συνοδεύουν τις αποστολές και καθιστούν σαφείς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να δηλωθεί ότι τα σχετικά ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα έχουν συλλεγεί ή παρασκευασθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία που έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Άρθρο 43

Εξαγωγή

1.   Η εξαγωγή ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων τα οποία προορίζονται για αποτέφρωση ή υγειονομική ταφή απαγορεύεται.

2.   Η εξαγωγή ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων σε τρίτες χώρες που δεν είναι μέλη του ΟΟΣΑ για χρήση σε μονάδα παραγωγής βιοαερίου ή μονάδα λιπασματοποίησης απαγορεύεται.

3.   Τα υλικά της κατηγορίας 1, της κατηγορίας 2 και τα παράγωγα προϊόντα τους εξάγονται μόνο για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καθορισθεί κανόνες σχετικά με την εξαγωγή τους.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

4.   Το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 σχετικά με τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές που εξάγονται από την Κοινότητα εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στην εξαγωγή υλικών της κατηγορίας 3 ή παράγωγων προϊόντων τους, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

5.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 3 και 4, η εξαγωγή:

α)

του ειδικού υλικού κινδύνου πραγματοποιείται μόνο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 999/2001·

β)

των ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων τους τα οποία έχουν αναμειχθεί ή μολυνθεί από οιαδήποτε απόβλητα που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνα στην απόφαση 2000/532/ΕΚ πραγματοποιείται μόνο υπό την προϋπόθεση των απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΠΙΣΗΜΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Επίσημοι έλεγχοι

Άρθρο 44

Διαδικασία για την έγκριση

1.   Η αρμόδια αρχή εγκρίνει τις εγκαταστάσεις ή μονάδες μόνον όταν αποδεικνύεται, κατόπιν επιτόπιας επίσκεψης πριν από την έναρξη οιασδήποτε δραστηριότητας, ότι πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 27.

2.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να χορηγήσει έγκριση υπό όρους εάν από την επιτόπια επίσκεψη φαίνεται ότι η εγκατάσταση ή μονάδα πληροί όλες τις απαιτήσεις υποδομής και εξοπλισμού με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής των επιχειρησιακών διαδικασιών με τήρηση του παρόντος κανονισμού. Η αρμόδια αρχή χορηγεί πλήρη έγκριση μόνον εάν, από νέα επιτόπου επίσκεψη που διεξάγεται τρεις μήνες μετά την έγκριση υπό όρους, κρίνεται ότι η εγκατάσταση ή μονάδα ανταποκρίνεται στις άλλες απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Εάν έχει σημειωθεί σαφής πρόοδος, αλλά η εγκατάσταση ή μονάδα εξακολουθεί να μην πληροί όλες αυτές τις απαιτήσεις, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρατείνει την έγκριση υπό όρους. Ωστόσο, η υπό όρους έγκριση δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες συνολικά.

3.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων εξασφαλίζουν ότι μια εγκατάσταση ή μονάδα παύει να λειτουργεί εάν η αρμόδια αρχή αποσύρει την έγκρισή της, ή στην περίπτωση έγκρισης υπό όρους, δεν την παρατείνει ή δεν χορηγήσει πλήρη έγκριση.

Άρθρο 45

Επίσημοι έλεγχοι

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 5, η αρμόδια αρχή πραγματοποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα επίσημους ελέγχους και επιθεωρήσεις του χειρισμού του οποίου τυγχάνουν τα ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα άρθρα 41 και 42 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Η αρμόδια αρχή κατά την πραγματοποίηση των επίσημων ελέγχων μπορεί να λαμβάνει υπόψη της την τήρηση των οδηγών ορθής πρακτικής.

4.   Μπορούν να καθορίζονται λεπτομερείς διευθετήσεις για την υλοποίηση του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αφορούν τις πρότυπες μεθόδους μικροβιολογικών αναλύσεων.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Άρθρο 46

Αναστολές, αποσύρσεις και απαγορεύσεις λειτουργιών

1.   Εάν από τους επίσημους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις που πραγματοποιεί η αρμόδια αρχή διαπιστωθεί ότι δεν τηρούνται μια ή περισσότερες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα.

Ειδικότερα, η αρμόδια αρχή, όπως αρμόζει στη φύση και τη σοβαρότητα των ελλείψεων και των δυνάμει κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων:

α)

αναστέλλει τις εγκρίσεις εγκαταστάσεων ή μονάδων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό εάν:

i)

δεν πληρούνται πλέον οι όροι έγκρισης ή λειτουργίας της εγκατάστασης ή μονάδας·

ii)

αναμένεται ότι ο υπεύθυνος της επιχείρησης μπορεί να αποκαταστήσει τις ελλείψεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, και

iii)

οι πιθανοί κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων δεν απαιτούν ενέργειες σύμφωνα με το στοιχείο β)·

β)

αποσύρει τις εγκρίσεις εγκαταστάσεων ή μονάδων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό εάν:

i)

δεν πληρούνται πλέον οι όροι έγκρισης ή λειτουργίας της εγκατάστασης ή μονάδας, και

ii)

δεν αναμένεται ότι ο υπεύθυνος της επιχείρησης μπορεί να αποκαταστήσει τις ελλείψεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος:

για λόγους που αφορούν την υποδομή της εγκατάστασης ή μονάδας,

για λόγους που αφορούν τις προσωπικές ικανότητες του υπεύθυνου της επιχείρησης ή των υφισταμένων του, ή

λόγω σοβαρών κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων που απαιτούν σημαντικές προσαρμογές της λειτουργίας της εγκατάστασης ή της μονάδας για να μπορέσει ο υπεύθυνος της επιχείρησης να υποβάλει αίτηση νέας έγκρισης·

γ)

επιβάλλει ειδικούς όρους σε εγκαταστάσεις ή μονάδες για να διορθώσει τις υφιστάμενες ελλείψεις.

2.   Η αρμόδια αρχή, όπως αρμόζει στη φύση και τη σοβαρότητα των ελλείψεων και των δυνάμει κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, απαγορεύει προσωρινά ή οριστικά σε υπευθύνους επιχείρησης μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 3 και στο άρθρο 24 παράγραφος 1, την εκτέλεση λειτουργιών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, κατά περίπτωση, έπειτα από την παραλαβή στοιχείων με τα οποία αποδεικνύεται ότι:

α)

δεν τηρούνται οι απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας· και

β)

είναι πιθανόν να προκύψουν κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων από τις λειτουργίες αυτές.

Άρθρο 47

Κατάλογοι

1.   Έκαστο κράτος μέλος καταρτίζει κατάλογο με τις εγκαταστάσεις, τις μονάδες και τους υπευθύνους επιχειρήσεων που έχουν εγκριθεί ή καταχωρισθεί σε μητρώο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό εντός της επικρατείας του.

Αποδίδει έναν επίσημο αριθμό σε κάθε εγκεκριμένη ή καταχωρισμένη σε μητρώο εγκατάσταση, μονάδα ή υπεύθυνο επιχείρησης ο οποίος προσδιορίζει την ταυτότητα της εγκατάστασης, της μονάδας ή του υπεύθυνου επιχείρησης, ανάλογα με το είδος των δραστηριοτήτων.

Τα κράτη μέλη αναφέρουν, κατά περίπτωση, τον επίσημο αριθμό που έχει αποδοθεί στην εγκατάσταση, στη μονάδα, ή στον υπεύθυνο της επιχείρησης σύμφωνα με άλλη κοινοτική νομοθεσία.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους καταλόγους με τις εγκεκριμένες ή καταχωρισμένες σε μητρώα, εγκαταστάσεις, μονάδες και τους υπευθύνους επιχειρήσεων στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη.

Τα κράτη μέλη τηρούν ενημερωμένους τους καταλόγους με τις εγκεκριμένες ή καταχωρισμένες σε μητρώα, εγκαταστάσεις, μονάδες και υπευθύνους επιχειρήσεων και τους κοινοποιούν στα άλλα κράτη μέλη και στο κοινό.

2.   Τα μέτρα εφαρμογής του παρόντος άρθρου μπορούν να καθορίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3, ιδίως όσον αφορά:

α)

τη μορφή των καταλόγων που αναφέρονται στην παράγραφο 1· και

β)

τη διαδικασία κοινοποίησης των καταλόγων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 48

Έλεγχοι για την αποστολή σε άλλα κράτη μέλη

1.   Οσάκις υπεύθυνος επιχείρησης σκοπεύει να αποστείλει υλικά της κατηγορίας 1, υλικά της κατηγορίας 2 και κρεατάλευρα και οστεάλευρα ή ζωικό λίπος που παράγεται από υλικά της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 σε άλλο κράτος μέλος, πληροφορεί σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προελεύσεως και την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού αποφασίζει ως εξής σχετικά με την αίτηση του υπευθύνου εντός ορισμένης χρονικής περιόδου:

α)

αρνείται την παραλαβή του φορτίου·

β)

αποδέχεται το φορτίο χωρίς όρους· ή

γ)

αποδέχεται την παραλαβή του φορτίου με τους ακόλουθους όρους:

i)

εάν τα παράγωγα προϊόντα δεν έχουν υποβληθεί σε αποστείρωση υπό πίεση, υποβάλλονται υποχρεωτικά στην επεξεργασία αυτή· ή

ii)

τα ζωικά υποπροϊόντα ή τα παράγωγα προϊόντα πρέπει να συμμορφώνονται με οποιουσδήποτε όρους αφορούν την αποστολή του φορτίου οι οποίοι δικαιολογούνται για την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων, για να εξασφαλίζεται ότι ο χειρισμός των ζωικών προϊόντων και των παράγωγων προϊόντων γίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Μορφότυπα για τις αιτήσεις υπευθύνων επιχείρησης μνεία των οποίων γίνεται στον παράγραφο 1 μπορούν να εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3.

3.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού, μέσω του συστήματος Traces, σύμφωνα με την απόφαση 2004/292/ΕΚ, για την αναχώρηση κάθε αποστολής προς το κράτος μέλος προορισμού σχετικά με:

α)

τα ζωικά υποπροϊόντα ή τα παράγωγα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

τη μεταποιημένη ζωική πρωτεΐνη που είναι παράγωγο προϊόν υλικών της κατηγορίας 3.

Όταν πληροφορείται την αποστολή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού, ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης για την άφιξη κάθε αποστολής μέσω του συστήματος Traces.

4.   Τα υλικά της κατηγορίας 1 και 2, τα κρεατάλευρα και οστεάλευρα και το ζωικό λίπος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μεταφέρονται απευθείας στην εγκατάσταση ή μονάδα προορισμού, η οποία πρέπει να είναι καταχωρισμένη σε μητρώο ή εγκεκριμένη σύμφωνα με τα άρθρα 23, 24 και 44 ή, στην περίπτωση κόπρου, στο αγρόκτημα προορισμού.

5.   Όταν τα ζωικά υποπροϊόντα ή τα παράγωγα προϊόντα τους αποστέλλονται σε άλλο κράτος μέλος μέσω του εδάφους τρίτης χώρας, η εν λόγω αποστολή σφραγίζεται στο κράτος μέλος προέλευσης και συνοδεύεται από υγειονομικό πιστοποιητικό.

Οι σφραγισμένες αποστολές εισέρχονται εκ νέου στην Κοινότητα μόνο μέσω συνοριακού σταθμού επιθεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ.

6.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 5, τα ζωικά υποπροϊόντα ή τα παράγωγα προϊόντα τους που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους και τα οποία έχουν αναμειχθεί ή μολυνθεί με οιαδήποτε απόβλητα που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνα στην απόφαση 2000/532/ΕΚ αποστέλλονται σε άλλα κράτη μέλη μόνο υπό τις προϋποθέσεις των απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006.

7.   Είναι δυνατόν να καθορίζονται μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, σχετικά με τα εξής:

α)

ορισμένη χρονική περίοδο εντός της οποίας αποφασίζει η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)

τους συμπληρωματικούς όρους για την αποστολή των ζωικών υποπροϊόντων ή των παράγωγων προϊόντων τους που αναφέρονται στην παράγραφο 4·

γ)

τα υποδείγματα των υγειονομικών πιστοποιητικών που πρέπει να συνοδεύουν τα φορτία που αποστέλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 5· και

δ)

τους όρους υπό τους οποίους ζωικά προϊόντα ή παράγωγα προϊόντα που προορίζεται να χρησιμοποιηθούν για επιδείξεις, καλλιτεχνικές δραστηριότητες και για διαγνωστικούς, εκπαιδευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς μπορούν να αποστέλλονται σε άλλα κράτη μέλη κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 έως 5 του παρόντος άρθρου·

Αυτά τα μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

8.   Μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου μπορούν να ορίζουν τους όρους υπό τους οποίους, κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 έως 4, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν:

α)

την αποστολή κόπρου που μεταφέρεται μεταξύ δύο σημείων εντός του ίδιου αγροκτήματος ή μεταξύ αγροκτημάτων που βρίσκονται σε παραμεθόριες περιοχές όμορων κρατών μελών·

β)

την αποστολή άλλων ζωικών υποπροϊόντων που μεταφέρονται μεταξύ εγκαταστάσεων ή μονάδων που βρίσκονται σε παραμεθόριες περιοχές όμορων κρατών μελών, και

γ)

τη μεταφορά νεκρών ζώων συντροφιάς για αποτέφρωση σε εγκατάσταση ή μονάδα που βρίσκεται σε παραμεθόρια περιοχή άλλου ομόρου κράτους μέρους.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Άρθρο 49

Κοινοτικοί έλεγχοι σε κράτη μέλη

1.   Εμπειρογνώμονες της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εφόσον είναι αναγκαίο για την ομοιόμορφη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Τα κράτη μέλη, στο έδαφος των οποίων διενεργούνται οι έλεγχοι, παρέχουν στους εμπειρογνώμονες κάθε απαιτούμενη βοήθεια προκειμένου να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους.

Η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια αρχή για τα αποτελέσματα των διενεργηθέντων ελέγχων.

2.   Τα μέτρα εφαρμογής του παρόντος άρθρου μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3, ιδίως όσον αφορά τη διαδικασία για τη συνεργασία με τις εθνικές αρχές.

Άρθρο 50

Εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 για τους σκοπούς ορισμένων ελέγχων

1.   Το άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στους κοινοτικούς ελέγχους που διενεργούνται σε τρίτες χώρες για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Το άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στη σταδιακή καθιέρωση των απαιτήσεων του άρθρου 41 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

3.   Το άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στους ελέγχους που πραγματοποιούν τρίτες χώρες στα κράτη μέλη σχετικά με λειτουργίες, οι οποίες διέπονται από τον παρόντα κανονισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 51

Εθνικές διατάξεις

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εθνικού δικαίου που θεσπίζουν σε τομείς της αρμοδιότητάς τους, οι οποίες αφορούν άμεσα την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 52

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων, που συστάθηκε με το άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

3.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

4.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

5.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και παράγραφος 5 στοιχείο β) και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 5α παράγραφος 3 στοιχείο γ) και παράγραφος 4 στοιχεία β) και ε) της απόφασης 1999/468/ΕΚ καθορίζονται σε δύο μήνες, ένα μήνα και δύο μήνες, αντίστοιχα.

6.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1, 2, 4 και 6 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Άρθρο 53

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 4 Ιουνίου 2011 και της κοινοποιούν αμελλητί κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση που τις επηρεάζει.

Άρθρο 54

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 καταργείται με ισχύ από τις 4 Μαρτίου 2011.

Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 λογίζονται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιέχεται στο παράρτημα.

Άρθρο 55

Μεταβατικό μέτρο

Οι εγκαταστάσεις, οι μονάδες, και οι χρήστες που είχαν εγκριθεί ή καταχωρισθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 πριν από τις 4 Μαρτίου 2011 θεωρούνται ως εγκεκριμένες ή καταχωρισμένες, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 56

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 4 Μαρτίου 2011.

O παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 21 Οκτωβρίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

C. MALMSTRÖM


(1)  ΕΕ C 100 της 30.4.2009, σ. 133.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2009.

(3)  ΕΕ L 273 της 10.10.2002, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 55.

(5)  ΕΕ L 147 της 31.5.2001, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3.

(7)  ΕΕ L 358 της 18.12.1986, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 328 της 24.11.2006, σ. 14.

(9)  ΕΕ L 182 της 16.7.1999, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 62 της 15.3.1993, σ. 69.

(11)  ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29.

(12)  ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 1.

(13)  ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 3.

(14)  ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 10.

(15)  ΕΕ L 109 της 6.5.2000, σ. 29.

(16)  ΕΕ L 229 της 1.9.2009, σ. 1.

(17)  ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1.

(18)  ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 1.

(19)  ΕΕ L 35 της 8.2.2005, σ. 1.

(20)  ΕΕ L 332 της 28.12.2000, σ. 91.

(21)  ΕΕ L 189 της 20.7.2007, σ. 1.

(22)  ΕΕ L 343 της 27.12.2007, σ. 1.

(23)  ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1.

(24)  ΕΕ L 94 της 31.3.2004, σ. 63.

(25)  ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 13.

(26)  ΕΕ L 190 της 12.7.2006, σ. 1.

(27)  ΕΕ L 39 της 16.2.1993, σ. 1.

(28)  ΕΕ L 272 της 4.10.1997, σ. 45.

(29)  ΕΕ L 226 της 6.9.2000, σ. 3.

(30)  ΕΕ L 262 της 27.9.1976, σ. 169.

(31)  ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67.

(32)  ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 1.

(33)  ΕΕ L 189 της 20.7.1990, σ. 17.

(34)  ΕΕ L 169 της 12.7.1993, σ. 1.

(35)  ΕΕ L 331 της 7.12.1998, σ. 1.

(36)  ΕΕ L 105 της 26.4.2003, σ. 18.

(37)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(38)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 811/2003 όσον αφορά την απαγόρευση ανακύκλωσης εντός του ίδιου ζωικού είδους για τα ψάρια, την ταφή και την καύση ζωικών υποπροϊόντων (ΕΕ L 117 της 13.5.2003, σ. 14)· απόφαση 2003/322/ΕΚ όσον αφορά τη σίτιση ορισμένων νεκροφάγων πτηνών με ορισμένα υλικά της κατηγορίας 1 (ΕΕ L 117 της 13.5.2003, σ. 32)· απόφαση 2003/324/ΕΚ όσον αφορά παρέκκλιση από την απαγόρευση ανακύκλωσης εντός του ίδιου είδους για τα γουνοφόρα ζώα (ΕΕ L 117 της 13.5.2003, σ. 37)· κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 92/2005 όσον αφορά τους τρόπους διάθεσης και χρησιμοποίησης των ζωικών υποπροϊόντων (ΕΕ L 19 της 21.1.2005, σ. 27)· κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 181/2006 όσον αφορά τα οργανικά λιπάσματα και τα βελτιωτικά εδάφους εκτός από την κόπρο (ΕΕ L 29 της 2.2.2006, σ. 31)· κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1192/2006 όσον αφορά καταλόγους εγκεκριμένων μονάδων (ΕΕ L 215 της 5.8.2006, σ. 10)· κανονισμός αριθ. 2007/2006 όσον αφορά την εισαγωγή και τη διαμετακόμιση ορισμένων ενδιάμεσων προϊόντων που προέρχονται από υλικό της κατηγορίας 3 (ΕΕ L 379 της 28.12.2006, σ. 98).

(39)  ΕΕ L 275 της 25.8.2004, σ. 17.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1

Άρθρα 1 και 2

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 41 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφοι 3, 4, 5

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 8

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρα 12, 15 και 16

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 24 στοιχεία η), θ), ι)

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 41 παράγραφος 2 στοιχείο γ), άρθρο 43 παράγραφος 3 και παράγραφος 5 στοιχείο α)

Άρθρο 5 παράγραφος 1

Άρθρο 9

Άρθρο 5 παράγραφος 2

Άρθρα 13, 15 και 16

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 24 στοιχεία η), θ), ι)

Άρθρο 5 παράγραφος 4

Άρθρο 41 παράγραφος 2 στοιχείο γ) και άρθρο 43 παράγραφος 3

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 10

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρα 14, 16, 15

Άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 24 στοιχεία η), θ), ι)

Άρθρο 7

Άρθρο 21

Άρθρο 8

Άρθρο 48

Άρθρο 9

Άρθρο 22

Άρθρα 10 έως 15, 17 και 18

Άρθρα 23, 24, 27 και 44

Άρθρο 16

Άρθρο 6

Άρθρο 19

Άρθρο 31

Άρθρο 20 παράγραφος 1

Άρθρα 35 και 36

Άρθρο 20 παράγραφος 2

Άρθρο 32

Άρθρο 20 παράγραφος 3

Άρθρο 36

Άρθρο 21

Άρθρο 22

Άρθρο 11

Άρθρο 23

Άρθρα 17 και 18

Άρθρο 24

Άρθρο 19

Άρθρο 25

Άρθρα 28 και 29

Άρθρο 26

Άρθρα 45, 46 και 47

Άρθρο 27

Άρθρο 49

Άρθρο 28

Άρθρο 35 στοιχείο α) σημείο ii) και άρθρο 41 παράγραφος 1

Άρθρο 29

Άρθρα 41 και 42

Άρθρο 30

Άρθρο 41 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 31

Άρθρο 50 παράγραφος 1

Άρθρο 32

Άρθρο 33

Άρθρο 52

Άρθρο 34

Άρθρο 35

Άρθρο 15 παράγραφος 2 και άρθρο 51

Άρθρο 36

Άρθρο 37

Άρθρο 54

Άρθρο 38

Άρθρο 56


14.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 300/34


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1070/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΤΗΣ

21ης Οκτωβρίου 2009

για τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 549/2004, (ΕΚ) αριθ. 550/2004, (ΕΚ) αριθ. 551/2004 και (ΕΚ) αριθ. 552/2004 για να βελτιωθούν οι επιδόσεις και η βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού συστήματος πολιτικής αεροπορίας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η υλοποίηση της κοινής πολιτικής μεταφορών απαιτεί αποτελεσματικό σύστημα αερομεταφορών, το οποίο επιτρέπει ασφαλή και βιώσιμη λειτουργία των αερομεταφορών, βελτιστοποιεί τη μεταφορική ικανότητα και διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων και υπηρεσιών.

(2)

Η έκδοση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της πρώτης νομοθετικής δέσμης για τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό, δηλαδή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη χάραξη του πλαισίου για τη δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού («κανονισμός-πλαίσιο») (4), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004, της 10ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού («κανονισμός για την παροχή υπηρεσιών») (5), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 551/2004, της 10ης Μαρτίου 2004, για την οργάνωση και τη χρήση του εναέριου χώρου στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού («κανονισμός για τον εναέριο χώρο») (6), και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 552/2004, της 10ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του ευρωπαϊκού δικτύου διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας («κανονισμός για τη διαλειτουργικότητα») (7) διαμόρφωσαν σταθερή νομική βάση για ένα συνεχές, διαλειτουργικό και ασφαλές σύστημα διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας (ATM).

(3)

Για να ικανοποιηθεί το επιτακτικό αίτημα του κλάδου, των κρατών μελών και των λοιπών ενδιαφερομένων, να απλουστευθεί και να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα του κανονιστικού πλαισίου για τις αερομεταφορές στην Ευρώπη, συστάθηκε, τον Νοέμβριο του 2006, μια ομάδα υψηλού επιπέδου για το μέλλον του κανονιστικού πλαισίου για τις αερομεταφορές («ομάδα υψηλού επιπέδου»). Η ομάδα υψηλού επιπέδου, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των περισσότερων ενδιαφερομένων, υπέβαλε έκθεση τον Ιούλιο του 2007, όπου γίνεται σειρά συστάσεων για τον τρόπο βελτίωσης των επιδόσεων και της διαχείρισης του ευρωπαϊκού συστήματος πολιτικής αεροπορίας. Η ομάδα υψηλού επιπέδου συνέστησε να δοθεί στο περιβάλλον ίδια σημασία με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του αεροπορικού συστήματος και επέμεινε στη συνεργασία του κλάδου με τις ρυθμιστικές αρχές ώστε να εξασφαλισθεί ότι η ATM θα συμβάλει το μέγιστο δυνατόν στη βιωσιμότητα του συστήματος.

(4)

Το Συμβούλιο, στη σύνοδό του στις 7 Απριλίου 2008, κάλεσε την Επιτροπή να αναπτύξει, με βάση τις συστάσεις της ομάδας υψηλού επιπέδου, συνολική προσέγγιση για το σύστημα σύμφωνα με την αρχή «από θύρα σε θύρα» (gate-to-gate) για να αναβαθμισθεί η ασφάλεια πτήσεων, να βελτιωθεί η ATM και να αυξηθεί η οικονομική απόδοση.

(5)

Για να ολοκληρωθεί η δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού, είναι αναγκαίο να θεσπισθούν πρόσθετα μέτρα σε κοινοτικό επίπεδο, ιδίως για να βελτιωθούν οι επιδόσεις του ευρωπαϊκού συστήματος πολιτικής αεροπορίας σε καίρια πεδία, όπως το περιβάλλον, η χωρητικότητα και η οικονομική απόδοση, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των πρωταρχικών στόχων για την ασφάλεια. Είναι επίσης αναγκαίο να προσαρμοσθεί η νομοθεσία για τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό στην τεχνική πρόοδο.

(6)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 219/2007 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2007, για τη σύσταση κοινής επιχείρησης για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού συστήματος νέας γενιάς για τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας (SESAR) (8), ζητείται η ανάπτυξη και η υλοποίηση του γενικού προγράμματος ATM. Για την υλοποίηση του γενικού προγράμματος ATM απαιτούνται κανονιστικά μέτρα προκειμένου να υποστηριχθεί η ανάπτυξη, η εφαρμογή και η χρηματοδότηση νέων ιδεών και τεχνολογιών. Κατά τον τρόπο αυτό θα δημιουργηθεί ένα σύστημα αποτελούμενο από πλήρως εναρμονισμένα και διαλειτουργικά συστατικά στοιχεία, τα οποία θα εγγυώνται υψηλές επιδόσεις των αεροπορικών δραστηριοτήτων στην Ευρώπη. Το χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται για τις φάσεις ανάπτυξης και εγκατάστασης του προγράμματος SESAR, ως μέρους του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού. Θα πρέπει να υπάρχει στενός συντονισμός των δύο διαδικασιών.

(7)

Ο σχεδιασμός κοινών έργων τα οποία θα προορίζονται για την υποστήριξη χρηστών του εναέριου χώρου ή/και παρόχων αεροναυτιλιακών υπηρεσιών για τη συλλογική βελτίωση των υποδομών αεροναυτιλιακών υπηρεσιών, την παροχή αεροναυτιλιακών υπηρεσιών και τη χρήση του εναέριου χώρου, ιδίως εκείνα που ενδεχομένως απαιτούνται για την εφαρμογή του γενικού προγράμματος ATM, δεν θα πρέπει να θίγει προϋπάρχοντα έργα, που έχουν αποφασιστεί από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, με παρόμοιους στόχους. Οι διατάξεις για τη χρηματοδότηση της εφαρμογής κοινών σχεδίων δεν πρέπει να προδικάζουν τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα κοινά σχέδια διαμορφώνονται. Η Επιτροπή μπορεί να προτείνει να χρησιμοποιηθεί ενδεχομένως χρηματοδότηση από δημοσιονομικά μέσα όπως το διευρωπαϊκό δίκτυο ή η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για να υποστηριχθούν κοινά σχέδια, κυρίως προκειμένου να επιταχυνθεί η εγκατάσταση του προγράμματος SESAR, εντός του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Με την επιφύλαξη της πρόσβασης στην ως άνω χρηματοδότηση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να αποφασίσουν με ποιον τρόπο θα χρησιμοποιούνται τα έσοδα που αποφέρει η δημοπράτηση των δικαιωμάτων του τομέα των αερομεταφορών στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών και να εξετάσουν, στο πλαίσιο αυτό, εάν μέρος αυτών των εσόδων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση κοινών έργων για τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου.

(8)

Ιδίως εφόσον έχουν αναπτυχθεί κοινά σχέδια, θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα, μεταξύ άλλων μέσω της εφαρμογής ολοκληρωμένου και διαφανούς λογιστικού συστήματος, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι χρήστες δεν επιβαρύνονται διπλά.. Τα κοινά σχέδια θα πρέπει να εφαρμόζονται προς όφελος των ενδιαφερομένων και να εξασφαλίζουν την ίση μεταχείρισή τους.

(9)

Για να εξασφαλισθεί συνεπής και σταθερή εποπτεία της παροχής υπηρεσιών ανά την Ευρώπη, οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να διαθέτουν επαρκή ανεξαρτησία και πόρους. Η ανεξαρτησία αυτή δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις εν λόγω αρχές να ασκούν τα καθήκοντά τους εντός διοικητικού πλαισίου.

(10)

Οι εθνικές εποπτικές αρχές έχουν καίριο ρόλο στην εφαρμογή του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού και η Επιτροπή θα πρέπει, επομένως, να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ τους προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και να αναπτυχθεί μια κοινή προσέγγιση, μεταξύ άλλων μέσω της ενισχυμένης συνεργασίας σε περιφερειακό επίπεδο. Η συνεργασία αυτή θα πρέπει να έχει τακτικό χαρακτήρα.

(11)

Οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να ενημερώνονται καλύτερα και να γνωμοδοτούν για όλα τα μέτρα που έχουν σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις. Σε κοινοτικό επίπεδο, θα πρέπει να γνωμοδοτήσει επίσης η επιτροπή κλαδικού διαλόγου που έχει συσταθεί βάσει της απόφασης 98/500/ΕΚ της Επιτροπής (9).

(12)

Για να βελτιωθούν οι επιδόσεις της ATM και οι υπηρεσίες αεροναυτιλίας (ANS), είναι αναγκαίο να θεσπισθεί πλαίσιο για τον καθορισμό, την εφαρμογή και την επιβολή δεσμευτικών στόχων για τις επιδόσεις σε καίρια πεδία σύμφωνα με τις πολιτικές του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ΔΟΠΑ). Απαραίτητο χαρακτηριστικό αυτού του πλαισίου πρέπει να είναι ένας κατάλληλος μηχανισμός αναφοράς, εξέτασης, αξιολόγησης και διάδοσης των δεδομένων επιδόσεων των ATM και ANS σε συνδυασμό με καθεστώς παροχής σχετικών κινήτρων που θα ενθαρρύνει την επίτευξη των στόχων αυτών.

(13)

Κατά την κατάρτιση των εθνικών και περιφερειακών σχεδίων τους, οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να διαθέτουν την ευελιξία να τα διαμορφώνουν με τρόπο ώστε να αντικατοπτρίζουν ειδικές εθνικές ή περιφερειακές συνθήκες. Κατά την έγκριση ή θέσπιση των εθνικών σχεδίων, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν το δικαίωμα να πραγματοποιούν τις ενδεδειγμένες τροποποιήσεις.

(14)

Κατά τον καθορισμό των τελών παροχής αεροναυτιλιακών υπηρεσιών, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να επιδιώκουν τη χρήση κοινών προβλέψεων. Στις περιπτώσεις σημαντικής απόκλισης της κυκλοφορίας από τις προβλέψεις, πρέπει να επιτρέπεται κάποιος βαθμός ευελιξίας, ιδίως με χρήση καταλλήλων μηχανισμών συναγερμού.

(15)

Το κόστος που καθορίζεται από τα κράτη μέλη σε επίπεδο εθνικών ή λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου, το οποίο προορίζεται να κατανεμηθεί μεταξύ των χρηστών του εναέριου χώρου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τους στόχους επιδόσεων.

(16)

Όσον αφορά τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι ο καθορισμός παρόχου υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας δεν παρεμποδίζεται από οποιοδήποτε εθνικό νομικό σύστημα με την αιτιολογία ότι είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος ή ότι ανήκει στην κυριότητα υπηκόων αυτού του κράτους μέλους.

(17)

Οι εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας έκδοσης ατομικού πιστοποιητικού για κάθε τύπο αεροναυτιλιακής υπηρεσίας, ενώ παράλληλα πρέπει να σέβονται την ανάγκη οικονομικής απόδοσης και συνέπειας καθώς και την ανάγκη αποφυγής επικαλύψεων.

(18)

Τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου είναι καίριας σημασίας για τη στενότερη συνεργασία μεταξύ παρόχων αεροναυτιλιακών υπηρεσιών με σκοπό να βελτιωθούν οι επιδόσεις και να δημιουργηθεί συνέργεια. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου εντός εύλογου χρονοδιαγράμματος. Για τον σκοπό αυτό, και προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η διασύνδεση των λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους και, εφόσον ενδείκνυται, να συνεργάζονται επίσης με τρίτες χώρες.

(19)

Όταν τα κράτη μέλη καθορίζουν λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου, άλλα κράτη μέλη, η Επιτροπή και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, έχουν την ευκαιρία να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, για τον σκοπό της διευκόλυνσης της ανταλλαγής απόψεων. Οι παρατηρήσεις αυτές θα πρέπει να έχουν απλώς συμβουλευτικό χαρακτήρα για το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η).

(20)

Εφόσον παρουσιαστούν δυσκολίες κατά τη διάρκεια της διαπραγματευτικής διαδικασίας όσον αφορά τον καθορισμό λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου, η Επιτροπή μπορεί να ορίσει συντονιστή συστήματος λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου («ο συντονιστής»). Τα καθήκοντα του συντονιστή θα πρέπει να αποσκοπούν στην παροχή υποστήριξης για την υπέρβαση αυτών των δυσκολιών, χωρίς ανάμειξη σε ζητήματα κυριαρχίας του (των) ενδιαφερόμενου(-ων) κράτους(-τών) μέλους(-ών) και, ενδεχομένως, τρίτων χωρών που συμμετέχουν στο ίδιο λειτουργικό τμήμα του εναέριου χώρου. Το κόστος των δραστηριοτήτων του συντονιστή δεν πρέπει να έχει αντίκτυπο στους εθνικούς προϋπολογισμούς των κρατών μελών.

(21)

Οι εκθέσεις της επιτροπής επανεξέτασης των επιδόσεων του Εurocontrol και η τελική έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου επιβεβαιώνουν ότι το δίκτυο αεροδιαδρόμων και η δομή του εναέριου χώρου δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν μεμονωμένα, καθώς κάθε κράτος μέλος αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του ευρωπαϊκού δικτύου διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας (EATMN), το οποίο εκτείνεται εντός και εκτός των ορίων της Κοινότητας. Θα πρέπει επομένως να δημιουργηθεί βαθμιαία πιο ολοκληρωμένος ευρωπαϊκός εναέριος χώρος για τη γενική εναέρια κυκλοφορία.

(22)

Ενόψει της δημιουργίας λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου και της θέσπισης συστήματος επιδόσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να καθορίσει και να λάβει υπόψη τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η Κοινότητα, ούτως ώστε τα κράτη μέλη να ζητήσουν στο πλαίσιο του ΔΟΠΑ τη δημιουργία ενιαίας ευρωπαϊκής περιοχής πληροφοριών πτήσης κατωτέρου εναέριου χώρου (SEFIR), σύμφωνα με τις καθιερωμένες διαδικασίες του εν λόγω οργανισμού και με τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες των κρατών μελών, που απορρέουν από τη σύμβαση περί Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας, η οποία υπογράφηκε στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944 («η σύμβαση του Σικάγου»). Περιλαμβάνοντας τον εναέριο χώρο υπό τη δικαιοδοσία των κρατών μελών, η SEFIR θα διευκολύνει την επίτευξη κοινού προγραμματισμού και ολοκληρωμένων δραστηριοτήτων, ώστε να αντιμετωπισθούν τα περιφερειακά σημεία συμφόρησης. Η εν λόγω ενιαία ευρωπαϊκή περιοχή πληροφοριών πτήσης κατωτέρου εναέριου χώρου πρέπει να διαθέτει την αναγκαία ευελιξία ώστε να αντικατοπτρίζει ειδικές ανάγκες, όπως η πυκνότητα της κυκλοφορίας και το απαιτούμενο επίπεδο πολυπλοκότητας.

(23)

Οι χρήστες του εναέριου χώρου αντιμετωπίζουν ανομοιογενείς συνθήκες πρόσβασης και ελευθερίας κίνησης στον κοινοτικό εναέριο χώρο. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη εναρμονισμένων κανόνων αέρος και, ιδίως, εναρμονισμένης ταξινόμησης του εναέριου χώρου. Η Επιτροπή πρέπει να εναρμονίσει συνεπώς τους κανόνες αυτούς με βάση τα πρότυπα του ΔΟΠΑ.

(24)

Η EATMN θα πρέπει να σχεδιασθεί και να εφαρμοσθεί με γνώμονα την ασφάλεια, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, την ενίσχυση της ικανότητας και τη βελτίωση της σχέσης κόστους-οφέλους του δικτύου αεροπορικών μεταφορών συνολικά. Όπως τονίζεται στην έκθεση της επιτροπής εξέτασης των επιδόσεων του Eurocontrol που τιτλοφορείται «Αξιολόγηση των πρωτοβουλιών για τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου και τη συμβολή τους στη βελτίωση των επιδόσεων» της 31ης Οκτωβρίου 2008, η EATMN θα επιτευχθεί καλύτερα με συντονισμένη διαχείριση του δικτύου αεροπορικών μεταφορών σε κοινοτικό επίπεδο.

(25)

Σύμφωνα με τη δήλωση των κρατών μελών για τα στρατιωτικά θέματα που σχετίζονται με τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό, η οποία συνοδεύει τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 549/2004, η συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ του πολιτικού και του στρατιωτικού τομέα πρέπει να διαδραματίσουν θεμελιώδη ρόλο στην υλοποίηση του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η πορεία προς την κατεύθυνση ενισχυμένης ευέλικτης χρήσης του εναέριου χώρου για την επίτευξη των στόχων επιδόσεων του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού, με τη δέουσα συνεκτίμηση της αποτελεσματικότητας των στρατιωτικών αποστολών.

(26)

Είναι ουσιαστικό να επιτευχθεί κοινή και εναρμονισμένη δομή των αεροδιαδρόμων, να βασισθεί η σημερινή και η μελλοντική οργάνωση του εναέριου χώρου σε κοινές αρχές, να εξασφαλισθεί προοδευτική εφαρμογή του γενικού προγράμματος ΑΤΜ, να βελτιστοποιηθεί η χρήση των εν ανεπαρκεία πόρων για να αποφευχθεί το κόστος άσκοπου εξοπλισμού, και ο σχεδιασμός και η διαχείριση του εναέριου χώρου να βασίζονται σε εναρμονισμένους κανόνες. Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή είναι αρμόδια για τη θέσπιση των αναγκαίων κανόνων και των νομικά δεσμευτικών εκτελεστικών αποφάσεων.

(27)

Ο κατάλογος των λειτουργιών που αφορούν τη διαχείριση και τον σχεδιασμό του δικτύου πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να συμπεριλάβει, εφόσον είναι αναγκαίο, τις μελλοντικές λειτουργίες του δικτύου που ορίζονται από το γενικό πρόγραμμα ATM. Κατά την πραγματοποίηση αυτών των τροποποιήσεων, η Επιτροπή πρέπει να χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την πραγματογνωσία του Eurocontrol.

(28)

Η ομάδα υψηλού επιπέδου συνέστησε νέα ή αναβαθμισμένα δεσμευτικά καθήκοντα με βάση τα υπάρχοντα και ενίσχυση του ρόλου του Eurocontrol, ενώ ταυτόχρονα συνέστησε να καταστεί η Κοινότητα μόνος ρυθμιστής και να τηρηθεί η αρχή διαχωρισμού της ρύθμισης από την παροχή υπηρεσιών. Συνεπώς, η Επιτροπή θα πρέπει να αναθέσει στον μεταρρυθμισμένο Eurocontrol, ο οποίος έχει νέες αρμοδιότητες διαχείρισης, την εκτέλεση καθηκόντων σχετικών με διάφορες λειτουργίες, τα οποία δεν συνεπάγονται τη λήψη δεσμευτικών μέτρων γενικού χαρακτήρα ούτε διακριτική ευχέρεια πολιτικής φύσεως. Ο Eurocontrol θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα αυτά με τρόπο αμερόληπτο και οικονομικά αποδοτικό και με την πλήρη συμμετοχή των χρηστών του εναέριου χώρου και των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

(29)

Θα πρέπει να θεσπισθούν κατάλληλα μέτρα για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας, ώστε να παρέχεται συνδρομή στις υφιστάμενες επιχειρησιακές μονάδες, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής μονάδας διαχείρισης της ροής του Εurocontrol, προκειμένου να εξασφαλισθούν αποτελεσματικές πτητικές δραστηριότητες. Επίσης, στην ανακοίνωση της Επιτροπής για σχέδιο δράσης για τη χωρητικότητα, την αποτελεσματική λειτουργία και την ασφάλεια των αερολιμένων στην Ευρώπη, υπογραμμίζεται η ανάγκη να εξασφαλισθεί λειτουργική συνοχή μεταξύ σχεδίων πτήσεων και χρονοθυρίδων. Επιπλέον, το παρατηρητήριο της χωρητικότητας των αερολιμένων της Κοινότητας θα μπορούσε να συνεισφέρει στην παροχή στα κράτη μέλη αντικειμενικών πληροφοριών για την ευθυγράμμιση της χωρητικότητας των αερολιμένων με τη χωρητικότητα της ΑΤΜ, με την επιφύλαξη της αρμοδιότητάς τους στον τομέα αυτό.

(30)

Η παροχή σύγχρονων, πλήρων, υψηλής ποιότητας και έγκαιρων αεροναυτικών πληροφοριών έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ασφάλεια και στη διευκόλυνση της πρόσβασης και ελευθερίας κίνησης στον κοινοτικό εναέριο χώρο. Λαμβάνοντας υπόψη το γενικό πρόγραμμα ΑΤΜ, η Επιτροπή πρέπει να αναλάβει την πρωτοβουλία να εκσυγχρονίσει τον τομέα αυτό σε συνεργασία με τον Eurocontrol και να εξασφαλίσει ότι οι χρήστες μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα από ένα και μόνο δημόσιο σημείο πρόσβασης, το οποίο θα παρέχει σύγχρονη, εύχρηστη, επικυρωμένη και ολοκληρωμένη ενημέρωση.

(31)

Όσον αφορά την ηλεκτρονική πύλη παροχής μετεωρολογικών πληροφοριών, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της, εφόσον χρειάζεται, τις ποικίλες πηγές πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένων των οριζόμενων παρόχων υπηρεσιών.

(32)

Για να αποφευχθεί ο άσκοπος διοικητικός φόρτος και οι επαναλαμβανόμενες διαδικασίες ελέγχου, τα πιστοποιητικά που εκδίδονται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας (10), θα πρέπει να γίνονται δεκτά για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, όταν πρόκειται για συστατικά στοιχεία ή συστήματα.

(33)

Τα πιστοποιητικά που εκδίδονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008 και με τα οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη εναλλακτικού μέσου συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 552/2004, πρέπει να συνοδεύονται από φάκελο με τεχνικά στοιχεία, όπως απαιτείται για τον σκοπό της πιστοποίησης από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA).

(34)

Ορισμένες απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 552/2004 δεν πρέπει να εφαρμόζονται στα συστήματα που έχουν τεθεί σε εφαρμογή πριν από τις 20 Οκτωβρίου 2005. Οι εθνικές εποπτικές αρχές και οι πάροχοι αεροναυτιλιακών υπηρεσιών θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να ορίζουν από κοινού, σε εθνικό επίπεδο, τις διαδικασίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδεικνύεται η συμμόρφωση των συστημάτων ΑΤΜ που έχουν τεθεί σε εφαρμογή πριν από τις 20 Οκτωβρίου 2005, με τις βασικές απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 552/2004. Οι εκτελεστικές διατάξεις και οι κοινοτικές προδιαγραφές που θεσπίζονται μετά από την έγκριση του παρόντος κανονισμού, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους αυτήν τη ρύθμιση, ενώ δεν επιτρέπεται να προκύψει από αυτήν καμία αναδρομική απαίτηση αποδεικτικών εγγράφων.

(35)

Η ομάδα υψηλού επιπέδου συνέστησε, στην τελική της έκθεση προς την Επιτροπή, το πρόγραμμα SESAR να έχει συγκεκριμένα ως αντικείμενο τον καθορισμό διαλειτουργικών διαδικασιών, συστημάτων και ανταλλαγής πληροφοριών εντός της Ευρώπης και με τον υπόλοιπο κόσμο. Σε αυτό πρέπει να περιληφθεί η εκπόνηση σχετικών προτύπων και ο καθορισμός νέων εκτελεστικών κανόνων ή κοινοτικών προδιαγραφών στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού.

(36)

Κατά τη θέσπιση εκτελεστικών μέτρων που περιλαμβάνουν πρότυπα που έχει θεσπίσει ο Eurocontrol, η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίζει ότι τα μέτρα συμπεριλαμβάνουν όλες τις αναγκαίες βελτιώσεις των αρχικών προτύπων και λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους την ανάγκη αποφυγής διπλών ρυθμίσεων.

(37)

Η ταυτόχρονη επιδίωξη των στόχων της βελτίωσης των προτύπων ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας και των συνολικών επιδόσεων της ATM και των ANS για τη γενική εναέρια κυκλοφορία στην Ευρώπη απαιτεί συνεκτίμηση του ανθρώπινου παράγοντα. Για τον λόγο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο της καθιέρωσης αρχών «πνεύματος δικαιοσύνης».

(38)

Ενόψει της προτεινόμενης επέκτασης των αρμοδιοτήτων του EASA, ώστε να συμπεριλάβει την ασφάλεια της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, πρέπει να διασφαλιστεί η συνέπεια μεταξύ των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 549/2004, (ΕΚ) αριθ. 550/2004, (ΕΚ) αριθ. 551/2004, (ΕΚ) αριθ. 552/2004 και (ΕΚ) αριθ. 216/2008.

(39)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ενδείκνυται να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (11). Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να θεσπιστούν εντός καταλλήλου χρονοδιαγράμματος, προκειμένου να τηρηθούν οι προθεσμίες που ορίζουν ο παρόν κανονισμός και οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 549/2004, (ΕΚ) αριθ. 550/2004, (ΕΚ) αριθ. 551/2004, (ΕΚ) αριθ. 552/2004 και (ΕΚ) αριθ. 216/2008.

(40)

Ενδείκνυται ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να προσαρμόζει μέτρα στα πρόσφατα δεδομένα βάσει των τεχνολογικών ή επιχειρησιακών εξελίξεων, καθώς επίσης να καθορίσει βασικά κριτήρια και διαδικασίες για την άσκηση ορισμένων λειτουργιών διαχείρισης του δικτύου. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβελείας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 549/2004, (ΕΚ) αριθ. 550/2004, (ΕΚ) αριθ. 551/2004 και (ΕΚ) αριθ. 552/2004, διά συμπληρώσεώς τους με νέα, μη ουσιώδη στοιχεία, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(41)

Όταν για επιτακτικούς λόγους κατεπείγουσας ανάγκης δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι συνήθεις προθεσμίες στο πλαίσιο της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τη διαδικασία επείγοντος του άρθρου 5α παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(42)

Η υπουργική δήλωση για τον αερολιμένα του Γιβραλτάρ, η οποία συμφωνήθηκε στην Κόρδοβα στις 18 Σεπτεμβρίου 2006 («η υπουργική δήλωση») κατά την πρώτη υπουργική συνάντηση του φόρουμ Διαλόγου για το Γιβραλτάρ, θα αντικαταστήσει την κοινή δήλωση σχετικά με τον αερολιμένα του Γιβραλτάρ που έγινε στο Λονδίνο στις 2 Δεκεμβρίου 1987, και η πλήρης συμμόρφωση προς την εν λόγω υπουργική δήλωση θα θεωρείται ότι συνιστά συμμόρφωση προς τη δήλωση του 1987.

(43)

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται πλήρως στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ, στο πλαίσιο και δυνάμει της υπουργικής δήλωσης. Υπό την επιφύλαξη της εν λόγω υπουργικής δήλωσης, η εφαρμογή στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ και όλα τα μέτρα που σχετίζονται με την υλοποίησή της πρέπει να συνάδουν πλήρως με την εν λόγω δήλωση και όλες τις ρυθμίσεις που περιέχονται σε αυτήν.

(44)

Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 549/2004, (ΕΚ) αριθ. 550/2004, (ΕΚ) αριθ. 551/2004 και (ΕΚ) αριθ. 552/2004 θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 549/2004 τροποποιείται ως εξής:

1)

το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 1

Στόχος και πεδίο εφαρμογής

1.   Στόχος της πρωτοβουλίας του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού είναι να βελτιωθούν τα ισχύοντα πρότυπα ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας, η βιώσιμη ανάπτυξη του συστήματος αεροπορικών μεταφορών και οι συνολικές επιδόσεις της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας (ATM) και του συστήματος υπηρεσιών αεροναυτιλίας (ANS) για τη γενική εναέρια κυκλοφορία στην Ευρώπη, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις όλων των χρηστών του εναέριου χώρου. Ο Ενιαίος Ευρωπαϊκός Ουρανός περιλαμβάνει ένα συνεκτικό πανευρωπαϊκό δίκτυο αεροδιαδρόμων, συστήματα διαχείρισης δικτύου και διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας που βασίζονται αποκλειστικά σε κριτήρια ασφάλειας, απόδοσης και τεχνικής επάρκειας, προς όφελος όλων των χρηστών του εναέριου χώρου. Για την επίτευξη του ανωτέρω στόχου, ο παρών κανονισμός θεσπίζει εναρμονισμένο κανονιστικό πλαίσιο για τη δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού.

2.   Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 3 δεν θίγει την κυριαρχία των κρατών μελών επί του εναέριου χώρου τους και τις απαιτήσεις των κρατών μελών που αφορούν θέματα δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και άμυνας, όπως ορίζεται στο άρθρο 13. Ο παρών κανονισμός και τα μέτρα του άρθρου 3 δεν καλύπτουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τη στρατιωτική εκπαίδευση.

3.   Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των μέτρων του άρθρου 3 δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από τη σύμβαση του Σικάγου του 1944 για τη διεθνή πολιτική αεροπορία (“σύμβαση του Σικάγου”). Στο πλαίσιο αυτό, ένας πρόσθετος στόχος του παρόντος κανονισμού είναι να επικουρεί τα κράτη μέλη, στους τομείς τους οποίους καλύπτει, ως προς την εκπλήρωση των δυνάμει της σύμβασης του Σικάγου υποχρεώσεών τους, με την παροχή βάσης για κοινή ερμηνεία και ενιαία εφαρμογή των διατάξεών της, και με την εξασφάλιση της δέουσας συνεκτίμησής τους στον παρόντα κανονισμό και στους κανόνες εφαρμογής του.

4.   Εξυπακούεται ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ με την επιφύλαξη των αντίστοιχων νομικών θέσεων του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας όσον αφορά τη διαφορά περί κυριαρχίας επί του εδάφους όπου βρίσκεται ο αερολιμένας.»·

2)

το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.

ως “χρήστες του εναέριου χώρου” νοούνται οι φορείς εκμετάλλευσης των αεροσκαφών που λειτουργούν ως γενική εναέρια κυκλοφορία·»·

β)

το σημείο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10.

ως “διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας (ΑΤΜ)” νοείται το σύνολο των εναέριων λειτουργιών και των λειτουργιών εδάφους (υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας, διαχείριση του εναέριου χώρου και διαχείριση της ροής της εναέριας κυκλοφορίας) που απαιτούνται για την ασφαλή και αποτελεσματική κίνηση των αεροσκαφών σε όλες τις φάσεις των πτητικών δραστηριοτήτων·»·

γ)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«13α.

ως “γενικό πρόγραμμα ATM” νοείται το πρόγραμμα που εγκρίθηκε με την απόφαση 2009/320/ΕΚ του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2009 (12), σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 219/2007, της 27ης Φεβρουαρίου 2007, για τη σύσταση κοινής επιχείρησης για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού συστήματος νέας γενιάς για τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας (SESAR) (13) ·

δ)

το σημείο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«15.

“πιστοποιητικό” σημαίνει έγγραφο που εκδίδεται από εθνική εποπτική αρχή σε οποιαδήποτε μορφή συμβατή με το εθνικό δίκαιο, με το οποίο πιστοποιείται ότι ένας συγκεκριμένος φορέας παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας πληροί τις προϋποθέσεις προκειμένου να παρέχει μια συγκεκριμένη υπηρεσία·»·

ε)

το σημείο 21 διαγράφεται·

στ)

το σημείο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«22.

ως “ευέλικτη χρήση του εναέριου χώρου” νοείται μια αντίληψη διαχείρισης του εναέριου χώρου, η οποία εφαρμόζεται στην ευρωπαϊκή διάσκεψη πολιτικής αεροπορίας με βάση το “Εγχειρίδιο διαχείρισης εναέριου χώρου για την εφαρμογή της έννοιας της ευέλικτης χρήσης του εναέριου χώρου” που έχει εκδώσει ο Εurocontrol»·

ζ)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«23α.

“υπηρεσία πληροφοριών πτήσης” σημαίνει υπηρεσία παροχής συμβουλών και χρήσιμων πληροφοριών για την ασφαλή και αποτελεσματική διενέργεια των πτήσεων·

23β.

“υπηρεσία συνέγερσης” σημαίνει υπηρεσία ενημέρωσης των ενδεδειγμένων οργανισμών σχετικά με τα αεροσκάφη που χρήζουν αρωγής έρευνας και διάσωσης και, κατά περίπτωση, συνδρομής των οργανισμών αυτών·»·

η)

το σημείο 25 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«25.

ως “λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου” νοείται το τμήμα του εναέριου χώρου που βασίζεται σε επιχειρησιακές απαιτήσεις και έχει καθορισθεί ανεξαρτήτως κρατικών συνόρων, εντός του οποίου η παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας και συναφών υπηρεσιών βασίζεται στις επιδόσεις και βελτιστοποιείται με στόχο την καθιέρωση, σε κάθε λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου, αυξημένης συνεργασίας μεταξύ παρόχων αεροναυτιλιακών υπηρεσιών ή, κατά περίπτωση, ολοκληρωμένου παρόχου·»·

θ)

το σημείο 37 διαγράφεται·

ι)

προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«41.

“διασυνοριακές υπηρεσίες” σημαίνει οιαδήποτε κατάσταση όπου οι αεροναυτιλιακές υπηρεσίες σε ένα κράτος μέλος παρέχονται από πάροχο πιστοποιημένο σε άλλο κράτος μέλος.»·

3)

το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4

Εθνικές εποπτικές αρχές

1.   Τα κράτη μέλη διορίζουν ή ιδρύουν από κοινού ή μεμονωμένα, έναν ή περισσότερους φορείς ως εθνική εποπτική αρχή τους, για να εκτελεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 3.

2.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές είναι ανεξάρτητες από τους φορείς παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας. Η ανεξαρτησία αυτή επιτυγχάνεται με τον επαρκή διαχωρισμό, σε λειτουργικό τουλάχιστον επίπεδο, μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών και των φορέων αυτών.

3.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές ασκούν τις εξουσίες τους κατά τρόπο αμερόληπτο, ανεξάρτητο και διαφανή. Τούτο επιτυγχάνεται με την εφαρμογή κατάλληλων μηχανισμών διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο της διοίκησης ενός κράτους μέλους, μεταξύ άλλων. Ωστόσο, τούτο δεν εμποδίζει τις εθνικές εποπτικές αρχές να ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο των κανόνων οργάνωσης των εθνικών αεροπορικών αρχών ή οιουδήποτε άλλου δημόσιου φορέα.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους και ικανότητες για να φέρουν σε πέρας αποτελεσματικά και έγκαιρα τα καθήκοντα που τους ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού.

5.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ονομασίες και τις διευθύνσεις των εθνικών εποπτικών αρχών, καθώς και τυχόν μεταβολές τους, και την ενημερώνουν για τα μέτρα που έλαβαν για να συμμορφωθούν προς τις παραγράφους 2, 3 και 4.»·

4)

στο άρθρο 5, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

5.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5α παράγραφοι 1, 2, 4 και 6 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.»·

5)

τα άρθρα 6 έως 11 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 6

Συμβουλευτικό όργανο του κλάδου

Με την επιφύλαξη του ρόλου της επιτροπής και του Εurocontrol, η Επιτροπή συνιστά “συμβουλευτικό όργανο του κλάδου”, στο οποίο συμμετέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας, οι ενώσεις των χρηστών του εναέριου χώρου, οι αερολιμένες, οι φορείς εκμετάλλευσης των αεροδρομίων, η αεροναυπηγική βιομηχανία και τα όργανα εκπροσώπησης των εργαζομένων. Ο ρόλος του οργάνου αυτού είναι να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με την υλοποίηση του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού.

Άρθρο 7

Σχέσεις με ευρωπαϊκές τρίτες χώρες

Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της έχουν ως στόχο και υποστηρίζουν την επέκταση του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού σε χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό, επιδιώκουν, είτε στα πλαίσια συμφωνιών που συνάπτονται με όμορες τρίτες χώρες είτε στα πλαίσια συμφωνιών για τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου, την επέκταση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 3, στις χώρες αυτές.

Άρθρο 8

Εκτελεστικοί κανόνες

1.   Για την κατάρτιση εκτελεστικών κανόνων, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εντολές προς τον Εurocontrol ή, εφόσον απαιτείται, προς άλλο οργανισμό, στις οποίες να καθορίζει τα σχετικά καθήκοντα που πρέπει να εκτελεσθούν και το αντίστοιχο χρονοδιάγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές προθεσμίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η Επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφος 2.

2.   Όταν η Επιτροπή προτίθεται να εκδώσει εντολή σύμφωνα με την παράγραφο 1, επιδιώκει την καλύτερη δυνατή χρήση των υφιστάμενων ρυθμίσεων του Εurocontrol όσον αφορά τη συμμετοχή και τη διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές ανταποκρίνονται στις πρακτικές που ακολουθεί η Επιτροπή σχετικά με τη διαφάνεια και τις διαδικασίες διαβούλευσης και δεν αντίκεινται στις θεσμικές υποχρεώσεις της.

Άρθρο 9

Κυρώσεις

Οι κυρώσεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση παραβάσεων του παρόντος κανονισμού και των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 3 ιδίως από τους χρήστες του εναέριου χώρου και τους παρόχους υπηρεσιών, πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Άρθρο 10

Διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους φορείς

1.   Τα κράτη μέλη, ενεργώντας σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία καθιερώνουν μηχανισμούς διαβούλευσης, ώστε οι ενδιαφερόμενοι φορείς, περιλαμβανομένων των οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων, να συμμετέχουν κατάλληλα στην υλοποίηση του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού.

2.   Η Επιτροπή θεσπίζει μηχανισμό διαβούλευσης σε κοινοτικό επίπεδο. Η ειδική επιτροπή κλαδικού διαλόγου που έχει συσταθεί βάσει της απόφασης 98/500/ΕΚ συμμετέχει στη διαβούλευση.

3.   Η διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους φορείς καλύπτει, ιδίως, τη δημιουργία και εισαγωγή νέων αντιλήψεων και τεχνολογιών στο ΕΔΔΕΚ.

Στους ενδιαφερόμενους φορείς μπορεί να περιλαμβάνονται:

φορείς παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας,

φορείς εκμετάλλευσης,

σχετικοί χρήστες του εναέριου χώρου ή σχετικές ομάδες που εκπροσωπούν τους χρήστες του εναέριου χώρου,

στρατιωτικές αρχές,

κατασκευαστική βιομηχανία και

επαγγελματικές οργανώσεις αντιπροσώπευσης του προσωπικού.

Άρθρο 11

Σύστημα επιδόσεων

1.   Για να βελτιωθούν οι επιδόσεις της αεροναυτιλιακής εξυπηρέτησης και των λειτουργιών του δικτύου στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό καταρτίζεται σύστημα επιδόσεων της αεροναυτιλιακής εξυπηρέτησης και των λειτουργιών του δικτύου. Το σύστημα περιλαμβάνει τα εξής:

α)

κοινοτικούς στόχους για τις επιδόσεις στα καίρια πεδία επιδόσεων της ασφάλειας, του περιβάλλοντος, της χωρητικότητας και της οικονομικής απόδοσης·

β)

εθνικά ή σχέδια για τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου, περιλαμβανομένων στόχων επιδόσεων, που εξασφαλίζουν τη συνέπεια με τους κοινοτικούς στόχους επιδόσεων και

γ)

περιοδική επανεξέταση, παρακολούθηση και συγκριτική αξιολόγηση των επιδόσεων της αεροναυτιλιακής εξυπηρέτησης και των λειτουργιών του δικτύου.

2.   Σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5 παράγραφος 3, η Επιτροπή μπορεί να ορίσει τον Eurocontrol ή άλλον αμερόληπτο και αρμόδιο δημόσιο φορέα για να ενεργεί ως “φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων”. Ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων έχει ως ρόλο να επικουρεί την Επιτροπή, σε συντονισμό με τις εποπτικές εθνικές αρχές, και να επικουρεί τις εποπτικές εθνικές αρχές, εφόσον του ζητηθεί, στην εφαρμογή του συστήματος επιδόσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι ο φορέας επανεξέτασης των επιδόσεων ενεργεί ανεξάρτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων που του αναθέτει η Επιτροπή.

3.

α)

Οι κοινοτικοί στόχοι επιδόσεων για το δίκτυο διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5 παράγραφος 3, αφού ληφθούν υπόψη τα σχετικά στοιχεία από τις εποπτικές εθνικές αρχές σε εθνικό επίπεδο ή σε επίπεδο λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου.

β)

Τα εθνικά σχέδια ή τα σχέδια λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 στοιχείο β), καταρτίζονται από τις εποπτικές εθνικές αρχές και εγκρίνονται από τα κράτη μέλη. Τα σχέδια αυτά περιλαμβάνουν δεσμευτικούς εθνικούς στόχους ή στόχους σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου και κατάλληλο καθεστώς παροχής κινήτρων υπό τη μορφή που εγκρίνεται από το (τα) κράτος(-η) μέλος(-η). Η κατάρτιση των σχεδίων υπόκειται σε διαβούλευση με τους παρόχους αεροναυτιλιακών υπηρεσιών, τους εκπροσώπους των χρηστών του εναέριου χώρου και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, με τους φορείς εκμετάλλευσης και τους συντονιστές αερολιμένων.

γ)

Η συμμόρφωση των εθνικών στόχων ή των στόχων λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου με τους κοινοτικούς στόχους επιδόσεων αξιολογείται από την Επιτροπή, με βάση τα κριτήρια αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στοιχείο δ).

Εφόσον η Επιτροπή επισημάνει ότι μία ή περισσότερες εθνικές δέσμες στόχων επιδόσεων ή δέσμες στόχων λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου δεν πληρούν τα κριτήρια αξιολόγησης, μπορεί να αποφασίσει, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, να εκδώσει σύσταση προκειμένου οι οικείες εποπτικές εθνικές αρχές να προτείνουν αναθεωρημένους στόχους επιδόσεων. Το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η) εγκρίνει(-ουν) τους αναθεωρημένους στόχους επιδόσεων και τα κατάλληλα μέτρα, που κοινοποιούνται στην Επιτροπή σε εύθετο χρόνο.

Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι οι αναθεωρημένοι στόχοι επιδόσεων και τα κατάλληλα μέτρα δεν επαρκούν, μπορεί να αποφασίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3, ότι τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν διορθωτικά μέτρα.

Εναλλακτικά, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, να αναθεωρήσει τους κοινοτικούς στόχους επιδόσεων, σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5 παράγραφος 3.

δ)

Η περίοδος αναφοράς για το σύστημα των επιδόσεων καλύπτει τρία έτη τουλάχιστον χωρίς να υπερβαίνει το όριο των πέντε ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, εφόσον οι εθνικοί στόχοι ή οι στόχοι λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου δεν επιτευχθούν, τα κράτη μέλη ή/και οι εθνικές εποπτικές αρχές εφαρμόζουν τα κατάλληλα μέτρα που έχουν ορίσει. Η πρώτη περίοδος αναφοράς καλύπτει τα τρία πρώτα έτη μετά την έγκριση των εκτελεστικών κανόνων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.

ε)

Η Επιτροπή διενεργεί τακτικές αξιολογήσεις της επίτευξης των στόχων επιδόσεων και υποβάλλει τα αποτελέσματα στην επιτροπή ενιαίου ουρανού.

4.   Για το σύστημα επιδόσεων κατά την παράγραφο 1 ισχύουν οι εξής διαδικασίες:

α)

συλλογή, επικύρωση, εξέταση, αξιολόγηση και διάδοση δεδομένων που σχετίζονται με τις επιδόσεις της αεροναυτιλιακής εξυπηρέτησης και των λειτουργιών του δικτύου από όλα τα σχετικά μέρη, στα οποία περιλαμβάνονται πάροχοι υπηρεσίας αεροναυτιλίας, χρήστες του εναέριου χώρου, φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων, εθνικές εποπτικές αρχές, τα κράτη μέλη και ο Eurocontrol·

β)

επιλογή ενδεδειγμένων καίριων πεδίων επιδόσεων με βάση το έγγραφο του ΔΟΠΑ αριθ. 9854 με τίτλο “Γενική επιχειρησιακή ιδέα διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας” (Global Air Traffic Management Operational Concept) και συνεπών προς αυτά που προσδιορίζονται στο πλαίσιο επιδόσεων του γενικού προγράμματος ATM, όπου περιλαμβάνονται τομείς ασφαλείας, περιβάλλοντος, χωρητικότητας και οικονομικής απόδοσης, προσαρμοσμένων, εάν απαιτείται, για να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ανάγκες του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού και οι σχετικοί στόχοι για αυτούς τους τομείς και ορισμός περιορισμένου αριθμού καίριων δεικτών επιδόσεων για τη μέτρηση των επιδόσεων·

γ)

καθορισμός στόχων επιδόσεων για ολόκληρη την Κοινότητα, οι οποίοι ορίζονται εξετάζοντας εισροές που προσδιορίζονται στο επίπεδο των κρατών μελών ή λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου·

δ)

αξιολόγηση των εθνικών στόχων επιδόσεων ή των στόχων επιδόσεων λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου με βάση εθνικό σχέδιο ή σχέδιο λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου και

ε)

παρακολούθηση των εθνικών σχεδίων επιδόσεων ή των σχεδίων επιδόσεων λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου, περιλαμβανομένων των ενδεδειγμένων μηχανισμών συναγερμού.

Η Επιτροπή μπορεί να προσθέτει διαδικασίες στον κατάλογο των διαδικασιών της παρούσας παραγράφου. Τα μέτρα αυτά που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4.

5.   Κατά τον καθορισμό του συστήματος επιδόσεων λαμβάνεται υπόψη το ότι οι υπηρεσίες αεροδιαδρόμων, οι υπηρεσίες τερματικών αερολιμένων και οι λειτουργίες δικτύου είναι διαφορετικές και πρέπει να αντιμετωπίζονται ανάλογα, εάν είναι απαραίτητο και για τους σκοπούς μέτρησης των επιδόσεων.

6.   Για τη λεπτομερή λειτουργία του συστήματος επιδόσεων, η Επιτροπή εγκρίνει, το αργότερο έως τις 4 Δεκεμβρίου 2011 και εντός κατάλληλου χρονοδιαγράμματος για να τηρηθούν οι σχετικές προθεσμίες που θεσπίζει ο παρών κανονισμός, εκτελεστικούς κανόνες σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5 παράγραφος 3. Οι εκτελεστικοί αυτοί κανόνες διέπουν:

α)

το περιεχόμενο και το χρονοδιάγραμμα των διαδικασιών που προβλέπει η παράγραφος 4·

β)

την περίοδο αναφοράς και τα διαστήματα για την αποτίμηση της επίτευξης των στόχων επιδόσεων και τον ορισμό νέων στόχων·

γ)

κριτήρια για τον καθορισμό των εθνικών σχεδίων επιδόσεων ή των σχεδίων επιδόσεων λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου από τις εθνικές εποπτικές αρχές, όπου περιέχονται οι εθνικοί στόχοι επιδόσεων ή οι στόχοι επιδόσεων λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου και το καθεστώς παροχής κινήτρων. Τα σχέδια επιδόσεων:

i)

βασίζονται στα επιχειρηματικά σχέδια των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας·

ii)

πραγματεύονται όλα τα στοιχεία κόστους της εθνικής βάσης κόστους ή της βάσης κόστους λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου·

iii)

περιλαμβάνουν δεσμευτικούς στόχους επιδόσεων σύμφωνους με τους κοινοτικούς στόχους επιδόσεων·

δ)

κριτήρια για την αποτίμηση του εάν οι εθνικοί στόχοι ή οι στόχοι λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου είναι συνεπείς προς τους κοινοτικούς στόχους επιδόσεων που τίθενται κατά την περίοδο αναφοράς και για την υποστήριξη των μηχανισμών συναγερμού·

ε)

γενικές αρχές για τον καθορισμό από τα κράτη μέλη του καθεστώτος παροχής κινήτρων·

στ)

αρχές για την εφαρμογή μεταβατικού μηχανισμού που απαιτείται για την προσαρμογή στη λειτουργία του συστήματος επιδόσεων, για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες μετά την έγκριση των εκτελεστικών κανόνων.»·

6)

το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«2.   Η Επιτροπή επανεξετάζει κατά περιόδους την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 3 και υποβάλλει αρχικά σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο το αργότερο έως τις 4 Ιουνίου 2011 και ακολούθως στο τέλος κάθε περιόδου αναφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 στοιχείο δ). Όταν αιτιολογείται για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή μπορεί να ζητεί από τα κράτη μέλη πληροφορίες επιπλέον των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις που υποβάλλουν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.»·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«4.   Οι εκθέσεις περιλαμβάνουν αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται με δράσεις που αναλαμβάνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, καθώς και κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις εξελίξεις στον τομέα, ιδίως όσον αφορά τις οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές, εργασιακές και τεχνολογικές πτυχές, όπως και σχετικά με την ποιότητα εξυπηρέτησης, με βάση τους αρχικούς στόχους και τις μελλοντικές ανάγκες.».

7)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 13α

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 550/2004, (ΕΚ) αριθ. 551/2004, (ΕΚ) αριθ. 552/2004 καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφαλείας της Αεροπορίας (14), τα κράτη μέλη και η Επιτροπή, σύμφωνα με τους αντίστοιχους ρόλους τους όπως προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, συντονίζουν τη δράση τους, κατά περίπτωση, με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας για να διασφαλίσουν ότι όλα τα θέματα ασφάλειας αντιμετωπίζονται με το δέοντα τρόπο.

Άρθρο 2

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 550/2004 τροποποιείται ως εξής:

1)

τα άρθρα 2 έως 4 αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«Άρθρο 2

Καθήκοντα των εθνικών εποπτικών αρχών

1.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού-πλαίσιο εξασφαλίζουν την ενδεδειγμένη εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ιδίως όσον αφορά την ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες που σχετίζονται με τον εναέριο χώρο ο οποίος τελεί υπό την ευθύνη του κράτους μέλους το οποίο όρισε ή συγκρότησε τη σχετική αρχή.

2.   Προς τούτο, κάθε εθνική εποπτική αρχή διοργανώνει κατάλληλες επιθεωρήσεις και μελέτες προκειμένου να ελέγχει τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων σε ανθρώπινους πόρους για την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας. Ο ενδιαφερόμενος πάροχος υπηρεσιών αεροναυτιλίας διευκολύνει τις εργασίες αυτές.

3.   Όσον αφορά τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου που εκτείνονται σε εναέριο χώρο υπό τη δικαιοδοσία περισσότερων του ενός κρατών μελών, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη συνάπτουν συμφωνία για την εποπτεία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες σχετιζόμενες με τα τμήματα αυτά.

4.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές συνεργάζονται στενά προκειμένου να διασφαλίζουν την κατάλληλη εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας οι οποίοι διαθέτουν έγκυρο πιστοποιητικό από ένα κράτος μέλος και οι οποίοι παρέχουν επίσης υπηρεσίες που αφορούν τον εναέριο χώρο που εμπίπτει στην ευθύνη άλλου κράτους μέλους. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη διαχείριση περιπτώσεων μη συμμόρφωσης προς τις εφαρμοζόμενες κοινές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 6 ή τους όρους που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙ.

5.   Στην περίπτωση της παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών αεροναυτιλίας, οι ρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνουν μια συμφωνία σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των εποπτικών καθηκόντων που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2 και των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών. Μια τέτοια αμοιβαία αναγνώριση θα ισχύει και όταν θεσπίζονται ρυθμίσεις αναγνώρισης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών για τη διαδικασία πιστοποίησης των παρόχων υπηρεσιών.

6.   Εφόσον το επιτρέπει η εθνική νομοθεσία, και στην προοπτική της περιφερειακής συνεργασίας, οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν επίσης να συνάπτουν συμφωνίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων όσον αφορά τα εποπτικά καθήκοντα.

Άρθρο 3

Ειδικευμένοι φορείς

1.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να αποφασίζουν να αναθέτουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε ειδικευμένους φορείς οι οποίοι πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα Ι τις επιθεωρήσεις και μελέτες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2.

2.   Η ανάθεση αυτή, που πραγματοποιείται από μια εθνική εποπτική αρχή, ισχύει εντός της Κοινότητας για ανανεώσιμη περίοδο τριών ετών. Οι εθνικές εποπτικές αρχές δύνανται να αναθέτουν σε οποιονδήποτε ειδικευμένο φορέα που βρίσκεται στην Κοινότητα την εκτέλεση των εν λόγω επιθεωρήσεων και μελετών.

Άρθρο 4

Απαιτήσεις ασφάλειας πτήσεων

Η Επιτροπή, σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο, αποφασίζει εκτελεστικούς κανόνες, όπου περιλαμβάνονται οι σχετικές ρυθμιστικές απαιτήσεις ασφαλείας [Eurocontrol Safety Regulatory Requirements (ESARRs)], του Εurocontrol και οι συνακόλουθες τροποποιήσεις των απαιτήσεων αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με κατάλληλες προσαρμογές, εφόσον χρειάζεται.»·

2)

το άρθρο 5 διαγράφεται·

3)

στο άρθρο 7, οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίσταται ως εξής:

«6.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 8 και 9, η έκδοση πιστοποιητικών παρέχει στους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας τη δυνατότητα να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε κράτη μέλη, άλλους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας, χρήστες εναέριου χώρου και αερολιμένες εντός της Κοινότητας.

7.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές παρακολουθούν την τήρηση των κοινών απαιτήσεων και των όρων που συνοδεύουν τα πιστοποιητικά. Λεπτομέρειες της παρακολούθησης αυτής περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού-πλαίσιο. Εάν μια εθνική εποπτική αρχή διαπιστώνει ότι ο κάτοχος πιστοποιητικού δεν τηρεί πλέον τις απαιτήσεις ή τους όρους αυτούς, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη συνέχεια των υπηρεσιών, εφόσον δεν τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν την ανάκληση του πιστοποιητικού.»·

4)

το άρθρο 8 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 8

Ορισμός παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αποκλειστική παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας εντός συγκεκριμένων τμημάτων εναέριου χώρου στον εναέριο χώρο της δικαιοδοσίας τους. Προς τούτο, τα κράτη μέλη ορίζουν πάροχο υπηρεσιών αεροναυτιλίας κάτοχο έγκυρου πιστοποιητικού εντός της Κοινότητας.

2.   Για την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 10 παράγραφος 3 δεν παρεμποδίζεται από την απαίτηση των εθνικών νομικών συστημάτων τους οι πάροχοι υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας στον εναέριο χώρο υπό τη δικαιοδοσία αυτού του κράτους μέλους:

α)

να είναι υπό την άμεση ή κατά πλειοψηφία κυριότητα αυτού του κράτους μέλους ή υπηκόων του· ή

β)

να έχουν τον κύριο τόπο δραστηριότητάς τους ή την καταστατική έδρα τους στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους· ή

γ)

να χρησιμοποιούν μόνον εγκαταστάσεις σε αυτό το κράτος μέλος.

3.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πρέπει να τηρούν οι οριζόμενοι πάροχοι υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας. Στις υποχρεώσεις αυτές μπορούν να συμπεριλαμβάνονται όροι για την έγκαιρη παροχή των κατάλληλων πληροφοριών για τον εντοπισμό όλων των κινήσεων αεροσκαφών στον υπό την ευθύνη τους εναέριο χώρο.

4.   Τα κράτη μέλη έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέγουν πάροχο υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας, υπό τον όρο ότι αυτός πληροί τις απαιτήσεις και τους όρους των άρθρων 6 και 7.

5.   Όσον αφορά τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου που έχουν καθορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 9α και εκτείνονται σε εναέριο χώρο υπό τη δικαιοδοσία περισσότερων του ενός κρατών μελών, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ορίζουν από κοινού, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, έναν ή περισσότερους παρόχους υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας, τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την εφαρμογή του τμήματος εναέριου χώρου.

6.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τυχόν αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου και που αφορούν τον ορισμό παρόχων υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας σε συγκεκριμένα τμήματα εναέριου χώρου όσον αφορά τον εναέριο χώρο που τελεί υπό την ευθύνη τους.»·

5)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 9α

Λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να επιτευχθεί η απαιτούμενη χωρητικότητα και απόδοση του δικτύου διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας μέσα στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό, να διατηρηθεί υψηλό επίπεδο ασφάλειας, να βελτιωθούν οι επιδόσεις του συστήματος αεροπορικών μεταφορών συνολικά και να μειωθούν οι επιπτώσεις στο περιβάλλον. Τα κράτη μέλη, και ιδίως εκείνα που ορίζουν γειτονικά λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου, συνεργάζονται μεταξύ τους το μέγιστο δυνατόν για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωσή τους προς την παρούσα διάταξη. Στη συνεργασία αυτή μπορούν επίσης να περιλαμβάνονται και τρίτες χώρες, εφόσον λαμβάνουν μέρος σε λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου.

2.   Συγκεκριμένα, τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου:

α)

υποστηρίζονται από μηχανισμούς ασφαλείας·

β)

καθιστούν δυνατή τη βέλτιστη χρήση του εναέριου χώρου, λαμβανομένων υπόψη των ροών της εναέριας κυκλοφορίας·

γ)

εξασφαλίζουν τη συμβατότητα με το ευρωπαϊκό δίκτυο αεροδιαδρόμων, το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού για τον εναέριο χώρο·

δ)

δικαιολογούνται από τη συνολική προστιθέμενή τους αξία, συμπεριλαμβανομένης της βέλτιστης χρήσης των τεχνικών και ανθρώπινων πόρων, βάσει αναλύσεων κόστους-οφέλους·

ε)

διασφαλίζουν ομαλή και ευέλικτη μεταβίβαση της ευθύνης του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας μεταξύ των μονάδων υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας·

στ)

διασφαλίζουν συμβατότητα μεταξύ των διαφόρων διατάξεων του εναέριου χώρου, βελτιστοποιώντας, μεταξύ άλλων, τις σημερινές περιοχές πληροφοριών πτήσης·

ζ)

συμμορφώνονται με τους όρους που απορρέουν από περιφερειακές συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιο του ΔΟΠΑ·

η)

σέβονται περιφερειακές συμφωνίες που ισχύουν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, ιδίως τις συμφωνίες όπου συμμετέχουν τρίτες ευρωπαϊκές χώρες και

θ)

εξασφαλίζουν τη συνέπεια με τους κοινοτικούς στόχους επιδόσεων.

3.   Ένα λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου καθορίζεται μόνον με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ όλων των κρατών μελών και, κατά περίπτωση, των τρίτων χωρών που είναι υπεύθυνα για οποιοδήποτε μέρος του εναέριου χώρου που περιλαμβάνεται στο εν λόγω τμήμα. Το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η), πριν κοινοποιήσει(-ουν) στην Επιτροπή την καθιέρωση λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου, παρέχει(-ουν) στην Επιτροπή, στον συντονιστή, στα άλλα κράτη μέλη και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη κατάλληλες πληροφορίες και τους δίνει(-ουν) τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

4.   Σε περίπτωση που τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου εκτείνονται σε εναέριο χώρο υπό τη δικαιοδοσία περισσότερων του ενός κρατών μελών, η συμφωνία καθορισμού του λειτουργικού τμήματος περιλαμβάνει τις απαραίτητες διατάξεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να τροποποιηθεί το τμήμα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος μέλος μπορεί να αποσυρθεί από το τμήμα, συμπεριλαμβάνονται δε μεταβατικές ρυθμίσεις.

5.   Εφόσον ανακύψουν δυσκολίες μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών όσον αφορά διασυνοριακό λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου, το οποίο αφορά εναέριο χώρο υπό τη δικαιοδοσία τους, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν από κοινού το θέμα στην επιτροπή ενιαίου ουρανού για γνωμοδότηση. Η γνωμοδότηση απευθύνεται στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη την εν λόγω γνωμοδότηση προκειμένου να εξευρεθεί λύση.

6.   Αφού λάβει τις κοινοποιήσεις εκ μέρους των κρατών μελών όσον αφορά τις συμφωνίες και τις δηλώσεις στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 3 και 4, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσο κάθε λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 και παρουσιάζει τα συμπεράσματα, προς συζήτηση, στην επιτροπή ενιαίου ουρανού. Εάν η Επιτροπή συμπεράνει ότι ένα ή περισσότερα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, ξεκινά διάλογο με τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη με στόχο την επίτευξη συναίνεσης όσον αφορά τα αναγκαία μέτρα για τη διόρθωση της κατάστασης.

7.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, οι συμφωνίες και οι δηλώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 κοινοποιούνται στην Επιτροπή προς δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη δημοσίευση αυτή προσδιορίζεται η ημερομηνία έναρξης ισχύος της σχετικής απόφασης.

8.   Το αργότερο μέχρι τις 4 Δεκεμβρίου 2010, εκπονείται υλικό καθοδήγησης για τον καθορισμό και την τροποποίηση λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού-πλαίσιο.

9.   Η Επιτροπή εγκρίνει, το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2011 και σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο, εκτελεστικούς κανόνες σχετικά με την ενημέρωση που οφείλει(-ουν) να παρέχει(-ουν) το (τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η) πριν από τον καθορισμό και την τροποποίηση ενός λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 9β

Συντονιστής του συστήματος λειτουργικών τμημάτων

1.   Για τη διευκόλυνση του καθορισμού των λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου, η Επιτροπή μπορεί να ορίζει ένα φυσικό πρόσωπο ως συντονιστή του συστήματος λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου (“ο συντονιστής”). Η Επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 9α παράγραφος 5, ο συντονιστής συμβάλλει, μετά από αίτημα όλων των εμπλεκομένων κρατών μελών και, κατά περίπτωση, των τρίτων χωρών που λαμβάνουν μέρος στο ίδιο λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου, στην υπέρβαση των δυσχερειών κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσής τους, ώστε να επιταχυνθεί ο καθορισμός των λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου. Ο συντονιστής ενεργεί στη βάση εντολής που του χορηγούν όλα τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη και, κατά περίπτωση, των τρίτων χωρών που λαμβάνουν μέρος στο ίδιο λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου.

3.   Ο συντονιστής ενεργεί αμερόληπτα, ιδίως σε σχέση με τα κράτη μέλη, τις τρίτες χώρες, την Επιτροπή και τους ενδιαφερόμενους φορείς.

4.   Ο συντονιστής δεν αποκαλύπτει καμία πληροφορία που έχει λάβει κατά την εκτέλεση του έργου του, εκτός αν του επιτραπεί από τα κράτη μέλη και, κατά περίπτωση, από τις τρίτες χώρες που εμπλέκονται.

5.   Ο συντονιστής υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή, στην επιτροπή ενιαίου ουρανού και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάθε τρεις μήνες μετά από τον ορισμό του. Η έκθεση περιλαμβάνει περίληψη των διαπραγματεύσεων και τα αποτελέσματά τους.

6.   Η αρμοδιότητα του συντονιστή εκπνέει με την υπογραφή της τελευταίας συμφωνίας για λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου αλλά, σε κάθε περίπτωση, όχι αργότερα από τις 4 Δεκεμβρίου 2012.»·

6)

το άρθρο 11 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 11

Σχέσεις με τις στρατιωτικές αρχές

Τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών, λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι θεσπίζονται ή ανανεώνονται γραπτές συμφωνίες μεταξύ των αρμοδίων πολιτικών και στρατιωτικών αρχών ή ισότιμες νομικές ρυθμίσεις όσον αφορά στη διαχείριση συγκεκριμένων τμημάτων εναέριου χώρου.»·

7)

το άρθρο 12 παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:

«3.   Σε περίπτωση παροχής δέσμης υπηρεσιών, οι πάροχοι υπηρεσιών αεροναυτιλίας προσδιορίζουν και δημοσιοποιούν τις δαπάνες και τα έσοδα που απορρέουν από τις υπηρεσίες αεροναυτιλίας, κατανεμημένα σύμφωνα με το σύστημα χρέωσης των αεροναυτιλιακών υπηρεσιών που αναφέρεται στο άρθρο 14 και, αναλόγως, τηρούν ενοποιημένους λογαριασμούς για άλλες μη αεροναυτιλιακές υπηρεσίες, όπως θα ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν εάν τις υπηρεσίες αυτές παρείχαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις.»·

8)

το άρθρο 14 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 14

Γενικά

Σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 15 και 16, το σύστημα χρέωσης των αεροναυτιλιακών υπηρεσιών συμβάλλει στην επίτευξη μεγαλύτερης διαφάνειας στον καθορισμό, στην επιβολή και στην εφαρμογή των τελών στους χρήστες του εναέριου χώρου, και στην οικονομική απόδοση της παροχής αεροναυτιλιακών υπηρεσιών και την αποτελεσματικότητα των πτήσεων, τηρουμένου ταυτόχρονα βέλτιστου επιπέδου ασφαλείας. Το σύστημα πρέπει επίσης να είναι σύμφωνο προς το άρθρο 15 της σύμβασης του Σικάγου του 1944 περί της διεθνούς πολιτικής αεροπορίας και προς το σύστημα χρέωσης των τελών διαδρομής του Εurocontrol.»·

9)

το άρθρο 15 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 15

Αρχές

1.   Το σύστημα τελών βασίζεται στο λογαριασμό κόστους των υπηρεσιών αεροναυτιλίας ο οποίος βαρύνει τους παρόχους υπηρεσιών υπέρ των χρηστών του εναέριου χώρου. Το σύστημα κατανέμει το κόστος αυτό μεταξύ των κατηγοριών χρηστών.

2.   Κατά τον καθορισμό της βάσης κόστους των τελών, εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:

α)

το κόστος που επιμερίζονται οι χρήστες του εναέριου χώρου είναι το πλήρες κόστος της παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων τόκων για τις επενδύσεις κεφαλαίου και τις αποσβέσεις περιουσιακών στοιχείων, καθώς και των δαπανών συντήρησης, εκμετάλλευσης, διαχείρισης και διοίκησης. Καθορισμένο κόστος είναι το κόστος που καθορίζεται από το κράτος μέλος είτε σε εθνικό επίπεδο είτε σε επίπεδο λειτουργικού τμήματος εναέριου χώρου, είτε κατά την έναρξη της περιόδου αναφοράς για κάθε ημερολογιακό έτος της περιόδου αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 11 του κανονισμού-πλαίσιο, είτε κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, μετά από κατάλληλες προσαρμογές για την εφαρμογή των μηχανισμών συναγερμού κατά το άρθρο 11 του κανονισμού-πλαίσιο·

β)

το κόστος που λαμβάνεται υπόψη εν προκειμένω είναι αυτό που υπολογίζεται με βάση τις διευκολύνσεις και υπηρεσίες, όπως προβλέπεται και υλοποιείται δυνάμει του περιφερειακού σχεδίου αεροναυτιλίας της ΙCAO, ευρωπαϊκή περιφέρεια. Στο κόστος αυτό είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται δαπάνες των εθνικών εποπτικών αρχών ή/και ειδικευμένων φορέων, καθώς και άλλες δαπάνες του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και παρόχου υπηρεσιών για την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας. Δεν περιλαμβάνονται δαπάνες λόγω κυρώσεων επιβαλλόμενων από κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού-πλαίσιο και οι δαπάνες τυχόν διορθωτικών μέτρων επιβαλλόμενων από κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού-πλαίσιο·

γ)

όσον αφορά τα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου και στο πλαίσιο των οικείων συμφωνιών-πλαίσιο, τα κράτη μέλη καταβάλλουν εύλογες προσπάθειες για να συμφωνήσουν σε κοινές αρχές για την πολιτική χρέωσης·

δ)

το κόστος των διαφόρων υπηρεσιών αεροναυτιλίας προσδιορίζεται χωριστά όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 παράγραφος 3·

ε)

δεν επιτρέπεται η αλληλεπιδότηση υπηρεσιών διαδρομής και τερματικών υπηρεσιών. Το κόστος που συνδέεται τόσο με τις τερματικές υπηρεσίες όσο και τις υπηρεσίες διαδρομών κατανέμεται αναλογικά μεταξύ των υπηρεσιών διαδρομών και των τερματικών υπηρεσιών με βάση διαφανή μεθοδολογία. Η αλληλεπιδότηση επιτρέπεται μεταξύ διαφορετικών αεροναυτιλιακών υπηρεσιών μιας των δύο αυτών κατηγοριών μόνον εφόσον αιτιολογηθεί αντικειμενικά και περιγραφεί με σαφήνεια·

στ)

διασφαλίζεται η διαφάνεια της βάσης κόστους για τα τέλη. Θεσπίζονται εκτελεστικοί κανόνες για την παροχή πληροφοριών από τους παρόχους υπηρεσιών ώστε να είναι δυνατόν να ελέγχονται οι προβλέψεις, οι πραγματικές δαπάνες και τα έσοδα του παρόχου. Ανταλλάσσονται τακτικά πληροφορίες μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών, παρόχων υπηρεσιών, χρηστών του εναέριου χώρου, της Επιτροπής και του Εurocontrol.

3.   Τα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς τις εξής αρχές όταν καθορίζουν τέλη σύμφωνα με την παράγραφο 2:

α)

τα τέλη για τη διάθεση υπηρεσιών αεροναυτιλίας καθορίζονται χωρίς διακρίσεις. Κατά την επιβολή τελών σε διαφόρους χρήστες του εναέριου χώρου για τη χρήση της ίδιας υπηρεσίας, δεν γίνεται διάκριση λόγω ιθαγένειας ή κατηγορίας του χρήστη·

β)

μπορεί να επιτρέπεται απαλλαγή ορισμένων χρηστών, και ιδίως χειριστών ελαφρών αεροσκαφών και κρατικών αεροσκαφών, υπό τον όρο ότι το κόστος αυτής της απαλλαγής δεν μετακυλίεται σε άλλους χρήστες·

γ)

τα τέλη καθορίζονται ανά ημερολογιακό έτος με βάση το καθορισμένο κόστος ή μπορεί να καθοριστούν σύμφωνα με τους όρους που θέτουν τα κράτη μέλη για τον καθορισμό του ανώτατου επιπέδου της τιμής μονάδας ή των εσόδων για κάθε έτος για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη·

δ)

οι αεροναυτιλιακές υπηρεσίες είναι δυνατόν να παράγουν επαρκή έσοδα για εύλογη απόδοση του ενεργητικού για την απαραίτητη βελτίωση της διάρθρωσης του κεφαλαίου·

ε)

τα τέλη αντικατοπτρίζουν το κόστος των υπηρεσιών και διευκολύνσεων αεροναυτιλίας που διατίθενται στους χρήστες του εναέριου χώρου, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών παραγωγικών ικανοτήτων των συγκεκριμένων διαφόρων τύπων αεροσκαφών·

στ)

με τα τέλη ενθαρρύνεται η ασφαλής, αποτελεσματική και αποδοτική παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας με στόχο την επίτευξη υψηλού επιπέδου ασφαλείας και την οικονομική απόδοση και οι οποίες πληρούν τους στόχους επιδόσεων και προάγουν την παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών, μειώνοντας, παράλληλα, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αεροπορίας. Προς τον σκοπό αυτό, και σε σχέση με τα εθνικά σχέδια επιδόσεων ή τα σχέδια επιδόσεων των λειτουργικών τμημάτων εναέριου χώρου, οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να δημιουργούν μηχανισμούς, καθώς και κίνητρα που συνίστανται σε οικονομικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, για να ενθαρρύνουν τους παρόχους αεροναυτιλιακών υπηρεσιών ή/και τους χρήστες του εναέριου χώρου να προβαίνουν σε βελτιώσεις της παροχής αεροναυτιλιακών υπηρεσιών, όπως αύξηση της χωρητικότητας, μείωση των καθυστερήσεων και βιώσιμη ανάπτυξη, διατηρώντας ταυτόχρονα βέλτιστο επίπεδο ασφάλειας.

4.   Η Επιτροπή αποφασίζει λεπτομερείς εκτελεστικούς κανόνες για το παρόν άρθρο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο.»·

10)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 15α

Κοινά έργα

1.   Κοινά έργα ενδέχεται να υποστηρίξουν την επιτυχή εφαρμογή του γενικού προγράμματος ATM. Τα έργα αυτά υποστηρίζουν τους στόχους του παρόντος κανονισμού για τη βελτίωση των επιδόσεων του ευρωπαϊκού συστήματος πολιτικής αεροπορίας σε καίρια πεδία όπως η χωρητικότητα, η αποτελεσματικότητα των πτήσεων και η οικονομική τους απόδοση, καθώς και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα, στο πλαίσιο των πρωταρχικών στόχων για την ασφάλεια των πτήσεων.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει, σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο, να αναπτύξει υλικό καθοδήγησης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα έργα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν την εφαρμογή του γενικού προγράμματος ATM. Το υλικό αυτό καθοδήγησης δεν επηρεάζει τους μηχανισμούς για την ανάπτυξη των έργων αυτών σε σχέση με ένα λειτουργικό τμήμα εναέριου χώρου, όπως έχει συμφωνηθεί από τα μέρη των εν λόγω τμημάτων.

3.   Η Επιτροπή μπορεί επίσης να αποφασίσει, σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο, να θεσπίσει κοινά έργα για τις λειτουργίες που σχετίζονται με το δίκτυο που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη βελτίωση των συνολικών επιδόσεων των υπηρεσιών διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας και της αεροναυτιλίας στην Ευρώπη. Τα κοινά αυτά έργα μπορούν να θεωρηθούν επιλέξιμα για κοινοτική χρηματοδότηση στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Για τον σκοπό αυτό, και με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να αποφασίσουν για τη χρησιμοποίηση των οικονομικών τους πόρων, η Επιτροπή διεξάγει ανεξάρτητη ανάλυση κόστους-οφέλους και κατάλληλες διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και τους άμεσα ενδιαφερομένους, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού-πλαίσιο, για τη διερεύνηση όλων των κατάλληλων μέσων για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξής τους. Το επιλέξιμο κόστος της ανάπτυξης κοινών έργων ανακτάται σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας.»·

11)

τα άρθρα 16 έως 18 αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 16

Αναθεώρηση συμμόρφωσης

1.   Η Επιτροπή μεριμνά για τον συνεχή έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις αρχές και τους κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 15, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή επιδιώκει τη δημιουργία αναγκαίων μηχανισμών χρήσης της εμπειρογνωμοσύνης του Eurocontrol και γνωστοποιεί τα αποτελέσματα του ελέγχου στα κράτη μέλη, στον Eurocontrol και στους εκπροσώπους των χρηστών του εναέριου χώρου.

2.   Η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσότερων κρατών μελών που κρίνουν ότι δεν έχουν εφαρμοσθεί ορθώς οι αρχές και κανόνες των άρθρων 14 και 15, ή με δική της πρωτοβουλία, ερευνά τους ισχυρισμούς περί μη συμμόρφωσης ή μη εφαρμογής των σχετικών αρχών ή/και κανόνων. Με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφος 1, η Επιτροπή γνωστοποιεί τα αποτελέσματα της έρευνάς της στα κράτη μέλη, στον Eurocontrol και στους εκπροσώπους των χρηστών του εναέριου χώρου. Η Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την παραλαβή αιτήματος, αφού συμβουλευθεί τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και αφού διαβουλευθεί με την επιτροπή ενιαίου ουρανού, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού-πλαίσιο, αποφασίζει σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 14 και 15 του παρόντος κανονισμού, καθώς και ως προς τη δυνατότητα συνέχισης της σχετικής πρακτικής.

3.   Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της στα κράτη μέλη και ενημερώνει σχετικά τον πάροχο υπηρεσιών, εφόσον αυτός έχει έννομο συμφέρον. Οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να παραπέμπει την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο εντός ενός μηνός. Το Συμβούλιο μπορεί να λαμβάνει, εντός μηνός, διαφορετική απόφαση με ειδική πλειοψηφία.

Άρθρο 17

Αναθεώρηση των παραρτημάτων

Μέτρα που προορίζονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων των παραρτημάτων κανονισμού ώστε να ληφθούν υπόψη τεχνικές και λειτουργικές εξελίξεις, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 του κανονισμού-πλαίσιο.

Σε περίπτωση επιτακτικής επείγουσας ανάγκης, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόσει την επείγουσα διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού-πλαίσιο.

Άρθρο 18

Εμπιστευτικότητα

1.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές, ενεργώντας σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, και η Επιτροπή δεν δημοσιοποιούν πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα, ιδίως πληροφορίες σχετικά με τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας, τις επιχειρηματικές τους σχέσεις ή τις πτυχές που αφορούν τις δαπάνες τους.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του δικαιώματος των εθνικών εποπτικών αρχών ή της Επιτροπής να δημοσιοποιούν πληροφορίες όταν αυτό κρίνεται ουσιαστικό για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στην περίπτωση αυτή, η δημοσιοποίηση χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα και συνεκτιμώνται τα θεμιτά συμφέροντα των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας όσον αφορά στην προστασία των επιχειρηματικών απορρήτων τους.

3.   Οι πληροφορίες και τα στοιχεία που παρέχονται σύμφωνα με το σύστημα χρέωσης κατά το άρθρο 14 δημοσιοποιούνται.».

12)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 18α

Επανεξέταση

Το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2012, η Επιτροπή υποβάλλει μελέτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όπου αξιολογεί τον νομικό αντίκτυπο, τον αντίκτυπο από άποψη ασφάλειας και τον βιομηχανικό, οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο της εφαρμογής των αρχών της αγοράς για την παροχή των υπηρεσιών επικοινωνιών, αεροναυτιλίας, εποπτείας και αεροναυτικών πληροφοριών, σε σύγκριση με άλλες υφιστάμενες ή εναλλακτικές οργανωτικές αρχές και λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στα λειτουργικά τμήματα εναέριου χώρου και τη διαθέσιμη τεχνολογία.»·

13)

το παράρτημα Ι τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται ως εξής:

«ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ»·

β)

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Οι ειδικευμένοι φορείς πρέπει:».

Άρθρο 3

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 551/2004 τροποποιείται ως εξής:

1)

το άρθρο 2 διαγράφεται·

2)

το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 3

Ευρωπαϊκή περιοχή πληροφοριών πτήσης ανώτερου εναέριου χώρου (EUIR)

1.   Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της επιδιώκουν την εγκαθίδρυση ενιαίας ευρωπαϊκής περιοχής πληροφοριών πτήσης ανώτερου εναέριου χώρου (EUIR) και την αναγνώρισή της από τον ΔΟΠΑ. Προς τον σκοπό αυτό, όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στην κοινοτική αρμοδιότητα, η Επιτροπή υποβάλλει σύσταση στο Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2011.

2.   Η ΕUIR είναι σχεδιασμένη ώστε να περιλαμβάνει τον εναέριο χώρο που εμπίπτει στην ευθύνη των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 και μπορεί επίσης να περιλαμβάνει εναέριο χώρο ευρωπαϊκών τρίτων χωρών.

3.   Η δημιουργία της ΕUIR δεν θίγει την ευθύνη των κρατών μελών όσον αφορά τον ορισμό φορέων παροχής υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας για τον εναέριο χώρο ο οποίος τελεί υπό την ευθύνη τους σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού για την παροχή υπηρεσιών.

4.   Τα κράτη μέλη διατηρούν τις ευθύνες τους έναντι του ΔΟΠΑ εντός των γεωγραφικών ορίων της περιοχής πληροφοριών πτήσης ανώτερου εναέριου χώρου και των περιοχών πληροφοριών πτήσης που τους έχει αναθέσει ο ΔΟΠΑ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.»·

3)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 3α

Ηλεκτρονικές αεροναυτικές πληροφορίες

1.   Με την επιφύλαξη δημοσίευσης αεροναυτικών πληροφοριών από τα κράτη μέλη και με συνέπεια προς τη δημοσίευση αυτή, η Επιτροπή, εργαζόμενη σε συνεργασία με τον Eurocontrol, εξασφαλίζει τη διάθεση ηλεκτρονικών αεροναυτικών πληροφοριών υψηλής ποιότητας, οι οποίες είναι εναρμονισμένες ως προς τη μορφή τους και εξυπηρετούν τις απαιτήσεις όλων των ενδιαφερόμενων χρηστών ως προς την ποιότητα και την επικαιρότητα των δεδομένων.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η Επιτροπή:

α)

εξασφαλίζει την ανάπτυξη κοινοτικής υποδομής αεροναυτικών πληροφοριών υπό μορφή πύλης ηλεκτρονικής και ολοκληρωμένης ενημέρωσης απεριόριστης πρόσβασης από τους ενδιαφερόμενους φορείς. Η υποδομή αυτή περιλαμβάνει την πρόσβαση στα ζητούμενα στοιχεία δεδομένων και την παροχή τους, τα οποία αφορούν όχι μόνον αεροναυτικές πληροφορίες αλλά και, π.χ., πληροφορίες του γραφείου αναφορών εξυπηρετήσεων εναέριας κυκλοφορίας (ARO), μετεωρολογικές πληροφορίες και πληροφορίες διαχείρισης της ροής·

β)

υποστηρίζει τον εκσυγχρονισμό και την εναρμόνιση της παροχής αεροναυτικών πληροφοριών υπό την ευρύτερη έννοια σε στενή συνεργασία με τον Eurocontrol και τον ΔΟΠΑ.

3.   Η Επιτροπή αποφασίζει λεπτομερείς εκτελεστικούς κανόνες για το παρόν άρθρο σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο.»·

4)

το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 4

Κανόνες αέρος και ταξινόμηση του εναέριου χώρου

Η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο, αποφασίζει εκτελεστικούς κανόνες προκειμένου:

α)

να θεσπιστούν κατάλληλες διατάξεις για τους κανόνες αέρος βάσει των προτύπων του ΔΟΠΑ και των συνιστώμενων πρακτικών·

β)

να εναρμονισθεί η εφαρμογή της ταξινόμησης του εναερίου χώρου του ΔΟΠΑ, με ενδεδειγμένες προσαρμογές, για να εξασφαλισθεί αδιάλειπτη παροχή ασφαλών και αποτελεσματικών υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας σε όλο τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό.»·

5)

το άρθρο 5 διαγράφεται·

6)

το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 6

Διαχείριση και σχεδιασμός του δικτύου

1.   Οι λειτουργίες του δικτύου διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας (ATM) επιτρέπουν βέλτιστη χρήση του εναέριου χώρου και εξασφαλίζουν στους χρήστες του εναέριου χώρου τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις διαδρομές που προτιμούν και ταυτόχρονα να έχουν μέγιστη πρόσβαση στον εναέριο χώρο και τις αεροναυτιλιακές υπηρεσίες. Αυτές οι λειτουργίες του δικτύου αποσκοπούν στη στήριξη πρωτοβουλιών σε εθνικό επίπεδο και στο επίπεδο των λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου και εκτελούνται με ταυτόχρονη τήρηση της αρχής του διαχωρισμού μεταξύ ρυθμιστικών και επιχειρησιακών καθηκόντων.

2.   Για να επιτευχθούν οι στόχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά τους εθνικούς αεροδιαδρόμους και τις δομές του εναέριου χώρου, η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι αναλαμβάνονται τα εξής:

α)

σχεδιασμός του ευρωπαϊκού δικτύου αεροδιαδρόμων·

β)

συντονισμός των εν ανεπαρκεία πόρων, εντός των συχνοτήτων που χρησιμοποιεί κατά κανόνα η εναέρια κυκλοφορία, ιδίως των ραδιοσυχνοτήτων, καθώς και συντονισμός των κωδικών αναμεταδοτών ραντάρ.

Οι λειτουργίες του πρώτου εδαφίου δεν συνεπάγονται τη λήψη δεσμευτικών μέτρων γενικού χαρακτήρα ούτε διακριτική ευχέρεια πολιτικής φύσεως. Λαμβάνουν υπόψη προτάσεις που έχουν αναπτυχθεί σε εθνικό επίπεδο και στο επίπεδο των λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου. Εκτελούνται σε συντονισμό με τις στρατιωτικές αρχές βάσει συμπεφωνημένων διαδικασιών για την ευέλικτη χρήση του εναέριου χώρου.

Η Επιτροπή μπορεί, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή ενιαίου ουρανού και σύμφωνα με τους εκτελεστικούς κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 4, να αναθέσει στον Eurocontrol, ή σε άλλον αμερόληπτο και αρμόδιο φορέα, τα καθήκοντα που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των λειτουργιών του πρώτου εδαφίου. Τα καθήκοντα αυτά πρέπει να εκτελούνται με αμερόληπτο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο και να πραγματοποιούνται εξ ονόματος των κρατών μελών και των ενδιαφερομένων φορέων. Υπόκεινται σε κατάλληλη διαχείριση η οποία αναγνωρίζει τον διαχωρισμό των ευθυνών για την παροχή υπηρεσιών και τη ρύθμιση, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικτύου ATM συνολικά και με την πλήρη συμμετοχή των χρηστών του εναέριου χώρου και των παρόχων υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να προσθέτει λειτουργίες στον κατάλογο των λειτουργιών που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, αφού διεξαγάγει τις δέουσες διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους φορείς της βιομηχανίας. Τα μέτρα αυτά που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος άρθρου, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 του κανονισμού-πλαίσιο.

4.   Λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, εκτός εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 6 έως 9, θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο. Αυτοί οι εκτελεστικοί κανόνες αφορούν κυρίως:

α)

τον συντονισμό και την εναρμόνιση μεθόδων και διαδικασιών για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης των αεροναυτικών συχνοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης αρχών και κριτηρίων·

β)

την κεντρική λειτουργία συντονισμού για τον έγκαιρο εντοπισμό και την κάλυψη των αναγκών σε συχνότητες στις ζώνες συχνοτήτων που διατίθενται στη γενική εναέρια κυκλοφορία στην Ευρώπη με στόχο την υποστήριξη του σχεδιασμού και της λειτουργίας του ευρωπαϊκού δικτύου αερομεταφορών·

γ)

πρόσθετες λειτουργίες του δικτύου όπως ορίζονται στο γενικό πρόγραμμα ATM·

δ)

τις λεπτομέρειες μιας διαδικασίας λήψεως αποφάσεων που βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, των φορέων παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας και της λειτουργίας διαχείρισης του δικτύου για τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

ε)

τις ρυθμίσεις για τη διαβούλευση των ενδιαφερομένων φορέων στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο· και

στ)

εντός του ραδιοφάσματος που διατίθεται στη γενική εναέρια κυκλοφορία από τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών, την κατανομή των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ της λειτουργίας διαχείρισης του δικτύου και των διαχειριστών συχνοτήτων των κρατών μελών, ενώ εξασφαλίζεται ότι οι λειτουργίες διαχείρισης συχνοτήτων των κρατών μελών εξακολουθούν να πραγματοποιούν τις εκχωρήσεις συχνοτήτων που δεν έχουν αντίκτυπο στο δίκτυο. Για τις περιπτώσεις εκείνες οι οποίες έχουν αντίκτυπο στο δίκτυο, οι διαχειριστές συχνοτήτων των κρατών μελών συνεργάζονται με τους υπεύθυνους για τη λειτουργία διαχείρισης του δικτύου με στόχο τη βελτιστοποίηση της χρήσης των συχνοτήτων.

5.   Πτυχές του σχεδιασμού του εναέριου χώρου, άλλες από εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, αντιμετωπίζονται σε εθνικό επίπεδο ή στο επίπεδο των λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου. Σε αυτήν τη διαδικασία σχεδιασμού λαμβάνονται υπόψη η ζήτηση και η πολυπλοκότητα της εναέριας κυκλοφορίας, τα σχέδια επιδόσεων σε εθνικό επίπεδο και στο επίπεδο των λειτουργικών τμημάτων του εναέριου χώρου και περιλαμβάνεται πλήρης διαβούλευση με τους σχετικούς χρήστες του εναέριου χώρου ή με σχετικές ομάδες που εκπροσωπούν χρήστες του εναερίου χώρου και, κατά περίπτωση, με τις στρατιωτικές αρχές.

6.   Τα κράτη μέλη αναθέτουν στον Eurocontrol ή σε άλλον αμερόληπτο και αρμόδιο φορέα, που υπόκειται στις δέουσες διευθετήσεις επιτήρησης, την εκτέλεση της διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας.

7.   Οι εκτελεστικοί κανόνες για τη διαχείριση της ροής της εναέριας κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων διευθετήσεων επιτήρησης, αναπτύσσονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού-πλαίσιο και εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού-πλαίσιο, με σκοπό τη βελτιστοποίηση της διαθέσιμης χωρητικότητας στη χρήση του εναέριου χώρου και την ενίσχυση των διαδικασιών διαχείρισης της ροής της εναέριας κυκλοφορίας. Οι κανόνες αυτοί βασίζονται σε διαφάνεια και αποτελεσματικότητα, ώστε να διασφαλίζεται ότι η χωρητικότητα παρέχεται έγκαιρα, με ευελιξία και σύμφωνα με τις συστάσεις του περιφερειακού σχεδίου αεροναυτιλίας του ΔΟΠΑ, ευρωπαϊκή περιοχή.

8.   Οι εκτελεστικοί κανόνες για τη διαχείριση της ροής της εναέριας κυκλοφορίας υποστηρίζουν τις επιχειρησιακές αποφάσεις των φορέων παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας, των φορέων εκμετάλλευσης των αερολιμένων και των χρηστών του εναέριου χώρου και καλύπτουν τους ακόλουθους τομείς:

α)

τον σχεδιασμό πτήσεων·

β)

τη χρήση της διαθέσιμης χωρητικότητας του εναέριου χώρου κατά τη διάρκεια όλων των φάσεων της πτήσης, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής των χρονοθυρίδων και

γ)

τη χρήση διαδρομών από τη γενική αεροπορία, συμπεριλαμβανομένων:

της δημιουργίας ενιαίας έκδοσης για την καθοδήγηση των διαδρομών και της εναέριας κυκλοφορίας,

εναλλακτικών λύσεων για την εκτροπή της γενικής αεροπορίας από συμφορημένες περιοχές, και

κανόνων προτεραιότητας όσον αφορά την πρόσβαση στον εναέριο χώρο της γενικής αεροπορίας, ιδίως σε περιόδους συμφόρησης και κρίσης.

9.   Κατά την κατάρτιση και θέσπιση των εκτελεστικών κανόνων η Επιτροπή, κατά περίπτωση, και χωρίς να θίγεται η ασφάλεια, λαμβάνει υπόψη τη συνοχή μεταξύ σχεδίων πτήσεων και χρονοθυρίδων και τον αναγκαίο συντονισμό με παρακείμενες περιοχές.»·

7)

το άρθρο 9 διαγράφεται.

Άρθρο 4

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 552/2004 τροποποιείται ως εξής:

1)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 6α

Εναλλακτικός τρόπος επαλήθευσης της συμμόρφωσης

Πιστοποιητικό, το οποίο έχει εκδοθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας (15), εφόσον αφορά συστατικά στοιχεία ή συστήματα, θεωρείται, για τους σκοπούς των άρθρων 5 και 6 του παρόντος κανονισμού, δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης ή δήλωση ΕΚ καταλληλότητας χρήσης, ή δήλωση ΕΚ επαλήθευσης, εφόσον περιέχει αποδεικτικά στοιχεία της συμμόρφωσης προς τις βασικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και τους αντίστοιχους εκτελεστικούς κανόνες διαλειτουργικότητας.

2)

το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 9

Αναθεώρηση των παραρτημάτων

Μέτρα, τα οποία που προορίζονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων των παραρτημάτων κανονισμού ώστε να ληφθούν υπόψη τεχνικές και λειτουργικές εξελίξεις, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5 παράγραφος 4 του κανονισμού-πλαίσιο.»·

3)

στο άρθρο 10 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να δηλώνουν ότι τα συστήματα και τα συστατικά στοιχεία του ΕΔΔΕΚ συμμορφώνονται προς τις βασικές απαιτήσεις και εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6.»·

4)

το παράρτημα II τροποποιείται ως εξής:

α)

στο μέρος A, το πρώτο εδάφιο του σημείου 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Το EATMN, τα συστήματά του και τα συστατικά του στοιχεία υποστηρίζουν συντονισμένα τις νέες συμφωνημένες και επικυρωμένες αντιλήψεις λειτουργίας που συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας, της βιωσιμότητας και αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών αεροναυτιλίας, ιδίως από πλευράς ασφάλειας πτήσεων και χωρητικότητας.»·

β)

το μέρος B τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο του σημείου 3.1.2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Τα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων πτήσης προσαρμόζονται στη σταδιακή εφαρμογή προηγμένων, συμφωνημένων και επικυρωμένων αντιλήψεων λειτουργίας για όλες τις φάσεις της πτήσης, ιδίως όπως προβλέπει το γενικό πρόγραμμα ATM.»,

ii)

το σημείο 3.2.2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«3.2.2.

Υποστήριξη νέων αντιλήψεων λειτουργίας

Τα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων επιτήρησης εμπεριέχουν τις σταδιακά διαθέσιμες νέες πηγές πληροφοριών επιτήρησης με τρόπο που να βελτιώνεται η συνολική ποιότητα εξυπηρέτησης, ιδίως όπως προβλέπει το γενικό πρόγραμμα ATM.»,

iii)

το σημείο 4.2 αντικαθίσταται από το εξής:

«4.2.

Υποστήριξη νέων αντιλήψεων λειτουργίας

Τα συστήματα επικοινωνιών υποστηρίζουν την εφαρμογή προηγμένων, συμφωνημένων και επικυρωμένων αντιλήψεων λειτουργίας για όλες τις φάσεις της πτήσης, ιδίως όπως προβλέπει το γενικό πρόγραμμα ATM.».

Άρθρο 5

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 551/2004, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, εφαρμόζεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στους αντίστοιχους εκτελεστικούς κανόνες, όχι όμως αργότερα από τις 4 Δεκεμβρίου 2012.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 21 Οκτωβρίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

C. MALMSTRÖM


(1)  ΕΕ C 182 της 4.8.2009, σ. 50.

(2)  ΕΕ C 120 της 28.5.2009, σ. 52.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Μαρτίου 2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2009.

(4)  ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 10.

(6)  ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 20.

(7)  ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 26.

(8)  ΕΕ L 64 της 2.3.2007, σ. 1.

(9)  Απόφαση 98/500/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 1998, για σύσταση επιτροπών κλαδικού διαλόγου για την προώθηση του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 27).

(10)  ΕΕ L 79 της 19.3.2008, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(12)  ΕΕ L 95 της 9.4.2009, σ. 41.

(13)  ΕΕ L 64 της 2.3.2007, σ. 1.»·

(14)  ΕΕ L 79 της 19.3.2008, σ. 1».

(15)  ΕΕ L 79 της 19.3.2008, σ. 1.»·


14.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 300/51


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1071/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 21ης Οκτωβρίου 2009

σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων όσον αφορά τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα και για την κατάργηση της οδηγίας 96/26/ΕΚ του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 71 παράγραφος 1,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (2),

Αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η ολοκλήρωση μιας εσωτερικής αγοράς οδικών μεταφορών με θεμιτούς όρους ανταγωνισμού απαιτεί την ομοιόμορφη εφαρμογή κοινών κανόνων χορήγησης αδειών πρόσβασης στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων ή επιβατών («επάγγελμα του οδικού μεταφορέα»). Αυτοί οι κοινοί κανόνες θα συμβάλουν στην επίτευξη υψηλού επιπέδου επαγγελματικής επάρκειας των οδικών μεταφορέων, στην ορθολογική οργάνωση της αγοράς και στη βελτίωση της ποιότητας εξυπηρέτησης προς όφελος των οδικών μεταφορέων, των πελατών τους και της οικονομίας γενικότερα, καθώς και σε μεγαλύτερη οδική ασφάλεια. Μπορούν επίσης να ευνοήσουν την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης από τους οδικούς μεταφορείς.

(2)

Η οδηγία 96/26/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων και επιβατών και την αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων που διευκολύνουν την πραγμάτωση του δικαιώματος εγκαταστάσεως των μεταφορέων αυτών στον τομέα των εθνικών και διεθνών μεταφορών (4), καθορίζει τους ελάχιστους όρους για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα, καθώς και για την αμοιβαία αναγνώριση των εγγράφων που απαιτούνται προς τον σκοπό αυτό. Ωστόσο, η πείρα, η ανάλυση επιπτώσεων και διάφορες μελέτες δείχνουν ότι η οδηγία εφαρμόζεται με διαφορετικό τρόπο στα κράτη μέλη. Οι διαφορές αυτές έχουν πολλές αρνητικές συνέπειες, συγκεκριμένα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, έλλειψη διαφάνειας στην αγορά και ομοιόμορφου ελέγχου, ελλοχεύει δε ο κίνδυνος επιχειρήσεις που απασχολούν προσωπικό με χαμηλό επίπεδο επαγγελματικής επάρκειας να είναι αμελείς ή να τηρούν λιγότερο αυστηρά τους κανόνες οδικής ασφάλειας και κοινωνικής πρόνοιας, γεγονός που μπορεί να βλάψει την εικόνα του κλάδου.

(3)

Οι συνέπειες αυτές είναι ακόμη πιο βλαπτικές ως προς το ότι μπορούν να διαταράξουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς οδικών μεταφορών, καθώς η αγορά διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων και ορισμένων ενδομεταφορών είναι προσβάσιμη στις επιχειρήσεις όλης της Κοινότητας. Ο μόνος όρος που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις αυτές είναι να διαθέτουν κοινοτική άδεια, την οποία μπορούν να αποκτήσουν εφόσον πληρούν τους όρους πρόσβασης στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1072/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τους κοινούς κανόνες πρόσβασης στην αγορά διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών (5), και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση κοινών κανόνων πρόσβασης στην αγορά μεταφορών με πούλμαν και λεωφορεία (6).

(4)

Κρίνεται επομένως σκόπιμος ο εκσυγχρονισμός των ισχυόντων κανόνων για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα, ώστε να εξασφαλισθεί η εφαρμογή τους με πιο ομοιογενή και αποτελεσματικό τρόπο. Καθώς η τήρηση αυτών των κανόνων αποτελεί την κύρια προϋπόθεση για την πρόσβαση στην κοινοτική αγορά και, επειδή για την πρόσβαση στην αγορά, οι ισχύουσες κοινοτικές νομοθετικές πράξεις είναι κανονισμοί, κρίνεται ότι ο κανονισμός αποτελεί την καταλληλότερη νομοθετική πράξη για τη ρύθμιση της πρόσβασης στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα.

(5)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αναπροσαρμόζουν τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα στις υπερπόντιες περιοχές οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 299 παράγραφος 2 της συνθήκης, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και περιορισμών στις εν λόγω περιοχές. Ωστόσο, οι εγκατεστημένες στις εν λόγω περιοχές επιχειρήσεις που πληρούν τους όρους άσκησης του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα μόνον κατόπιν της αναπροσαρμογής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν θα πρέπει να λαμβάνουν κοινοτική άδεια. Η αναπροσαρμογή των όρων άσκησης του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα και οι οποίες συμμορφώνονται με τους γενικούς όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, να πραγματοποιούν μεταφορές στις υπερπόντιες περιοχές.

(6)

Για την εξασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού, οι κοινοί κανόνες άσκησης του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα θα πρέπει να εφαρμόζονται όσο το δυνατόν ευρύτερα σε όλες τις επιχειρήσεις. Δεν είναι, ωστόσο, αναγκαίο να περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού οι επιχειρήσεις που εκτελούν μόνον μεταφορές με πολύ μικρό αντίκτυπο στην αγορά μεταφορών.

(7)

Τα κράτη μέλη εγκατάστασης θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις να πληρούν συνεχώς τους όρους που προβλέπει ο παρών κανονισμός και κατά τον τρόπο αυτό να μπορούν οι αρμόδιες αρχές του κράτους εγκατάστασης, εφόσον χρειασθεί, να αποφασίζουν την αναστολή ή την αφαίρεση των αδειών που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις αυτές να λειτουργούν στην αγορά. Η ορθή τήρηση και ο αξιόπιστος έλεγχος των όρων πρόσβασης στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα προϋποθέτουν ότι οι επιχειρήσεις διαθέτουν πραγματικό και σταθερό τόπο εγκατάστασης.

(8)

Φυσικά πρόσωπα με τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας και επαγγελματικής επάρκειας θα πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς και να γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές. Τα πρόσωπα αυτά («διαχειριστές μεταφορών»), θα πρέπει να είναι μόνιμοι κάτοικοι κράτους μέλους και να διαχειρίζονται συνεχώς και πραγματικά τις δραστηριότητες μεταφορών των επιχειρήσεων οδικών μεταφορών. Είναι σκόπιμο, επομένως, να διευκρινισθούν οι όροι υπό τους οποίους θεωρείται ότι ένα πρόσωπο διαχειρίζεται συνεχώς και πραγματικά τις μεταφορικές δραστηριότητες μιας επιχείρησης.

(9)

Όσον αφορά τα εχέγγυα αξιοπιστίας του διαχειριστή μεταφορών, το πρόσωπο αυτό απαιτείται να μην έχει καταδικασθεί για σοβαρό ποινικό αδίκημα ή να μην του έχει επιβληθεί κύρωση για σοβαρή παραβίαση κοινοτικών διατάξεων, ιδίως στον τομέα των οδικών μεταφορών. Η καταδίκη ή η επιβολή κυρώσεων εις βάρος ενός διαχειριστή μεταφορών ή μιας επιχείρησης οδικών μεταφορών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη για σοβαρότατες παραβάσεις των κοινοτικών κανόνων θα πρέπει να συνεπάγεται την απώλεια των απαιτούμενων εχεγγύων αξιοπιστίας, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι έχει διεξαχθεί δεόντως ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη διαδικασία έρευνας, η οποία εξασφαλίζει τα βασικά δικονομικά δικαιώματα πριν τη λήψη της τελικής της απόφασης και ότι έχουν τηρηθεί τα πρόσφορα δικαιώματα προσφυγής.

(10)

Είναι αναγκαίο οι επιχειρήσεις οδικών μεταφορών να διαθέτουν ελάχιστη οικονομική επιφάνεια ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή έναρξη λειτουργίας και διαχείρισή τους. Η τραπεζική εγγύηση ή η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης μπορεί να είναι μια απλή και οικονομικά συμφέρουσα μέθοδος για την απόδειξη της οικονομικής επιφάνειας των επιχειρήσεων.

(11)

Το υψηλό επίπεδο επαγγελματικών προσόντων μπορεί να αυξήσει την κοινωνικοοικονομική αποδοτικότητα του τομέα των οδικών μεταφορών. Αρμόζει, συνεπώς, σε όσους είναι υποψήφιοι για τη θέση του διαχειριστή μεταφορών να κατέχουν επαγγελματική γνώση υψηλής ποιότητας. Για να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη ομοιογένεια στους όρους εξέτασης, όπως επίσης και για να προωθηθεί η υψηλή ποιότητα της εκπαίδευσης, χρειάζεται να προβλεφθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εγκρίνουν τα κέντρα εκπαίδευσης και εξέτασης με βάση τα κριτήρια που εκείνα θα καθορίσουν. Οι διαχειριστές μεταφορών θα πρέπει να έχουν τις αναγκαίες γνώσεις για να διαχειρίζονται εθνικές και διεθνείς μεταφορικές δραστηριότητες. Τα γνωστικά αντικείμενα των οποίων η γνώση απαιτείται για την απόκτηση πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας και οι τρόποι διοργάνωσης των εξετάσεων ενδέχεται να εξελίσσονται ανάλογα με την τεχνική πρόοδο και για τον λόγο αυτό πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα επικαιροποίησής τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαλλάσσουν από την εξέταση τα άτομα που μπορούν να αποδείξουν συνεχή πείρα στη διαχείριση μεταφορικών δραστηριοτήτων.

(12)

Η άσκηση θεμιτού ανταγωνισμού και η πλήρης τήρηση των κανόνων που ισχύουν στις οδικές μεταφορές απαιτούν την ύπαρξη ομοιογενούς επιπέδου επιτήρησης και παρακολούθησης στα κράτη μέλη. Οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την επιτήρηση των επιχειρήσεων και για την εγκυρότητα της άδειάς τους έχουν καίριο ρόλο να διαδραματίσουν και θα πρέπει να εξασφαλισθεί ότι, εφόσον χρειάζεται, θα λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ιδίως στις σοβαρότερες περιπτώσεις, με αναστολή ή αφαίρεση αδειών, ή κήρυξη ακαταλληλότητας των κατ’ εξακολούθηση αμελών ή ενεργούντων κακή την πίστει διαχειριστών μεταφορών. Των ανωτέρω πρέπει να προηγείται η δέουσα εξέταση του μέτρου σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας. Πάντως, προτού της επιβληθούν τέτοιες κυρώσεις, μία επιχείρηση πρέπει να προειδοποιείται εκ των προτέρων και να διαθέτει εύλογη προθεσμία ώστε να τακτοποιεί την κατάστασή της.

(13)

Μια πιο οργανωμένη διοικητική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών θα βοηθούσε στην αποτελεσματικότερη επιτήρηση των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε πολλά κράτη μέλη και στη μείωση του διοικητικού κόστους στο μέλλον. Τα διασυνδεδεμένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο ηλεκτρονικά μητρώα επιχειρήσεων, που τηρούν τους κοινοτικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα διευκόλυναν τη συνεργασία αυτή και θα μείωναν το κόστος των ελέγχων τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τις διοικήσεις. Εθνικά μητρώα επιχειρήσεων υπάρχουν ήδη σε αρκετά κράτη μέλη. Έχουν δε ήδη δημιουργηθεί οι υποδομές για την προώθηση της διασύνδεσης μεταξύ των κρατών μελών. Μια συστηματικότερη χρήση των ηλεκτρονικών μητρώων θα μπορούσε, επομένως, να συμβάλει σημαντικά στη μείωση του διοικητικού κόστους των ελέγχων και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους.

(14)

Ορισμένα δεδομένα των εθνικών ηλεκτρονικών μητρώων που αφορούν παραβάσεις και κυρώσεις είναι προσωπικού χαρακτήρα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επομένως να λάβουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (7), ιδίως σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις δημόσιες αρχές, το δικαίωμα πληροφόρησης των ενδιαφερομένων, το δικαίωμά τους για πρόσβαση στα δεδομένα και το δικαίωμα εναντίωσής τους. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού κρίνεται αναγκαίο να διατηρούνται αυτού του είδους τα δεδομένα επί τουλάχιστον δύο χρόνια, έτσι ώστε να αποφεύγεται η εγκατάσταση αποκλεισμένων επιχειρήσεων σε άλλα κράτη μέλη.

(15)

Προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια και να επιτραπεί στον πελάτη της επιχείρησης μεταφορών να επαληθεύσει εάν η συγκεκριμένη επιχείρηση κατέχει την κατάλληλη άδεια, ορισμένα δεδομένα που περιέχονται στο εθνικό ηλεκτρονικό μητρώο θα πρέπει να είναι προσβάσιμα στο κοινό, στον βαθμό που υπάρχει συμμόρφωση με τις αντίστοιχες διατάξεις για την προστασία δεδομένων.

(16)

Η προοδευτική διασύνδεση των εθνικών ηλεκτρονικών μητρώων είναι ουσιώδους σημασίας για την ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και για να εξασφαλίζεται ότι οι οδικοί μεταφορείς ούτε θα δελεάζονται ούτε θα αναλαμβάνουν τον κίνδυνο να διαπράξουν σοβαρές παραβάσεις σε άλλα κράτη μέλη εκτός του κράτους μέλους εγκατάστασής τους. Για τη διασύνδεση αυτή απαιτείται να καθορισθεί από κοινού η ακριβής μορφή των ανταλλασσόμενων δεδομένων και οι τεχνικές διαδικασίες ανταλλαγής τους.

(17)

Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, θα πρέπει να δημιουργηθούν εθνικά σημεία επαφής και να προσδιορισθούν ορισμένες κοινές διαδικασίες όσον αφορά τουλάχιστον τις προθεσμίες και τη φύση των πληροφοριών που πρέπει να διαβιβάζονται.

(18)

Για να διευκολυνθεί η ελευθερία εγκατάστασης, η κατάθεση κατάλληλων εγγράφων που εκδίδονται από αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου συνήθιζε να διαμένει ο διαχειριστής μεταφορών θα πρέπει να γίνεται δεκτή ως επαρκής απόδειξη των εχεγγύων αξιοπιστίας για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα στο κράτος μέλος εγκατάστασης, αρκεί οι ενδιαφερόμενοι να μην έχουν κηρυχθεί ακατάλληλοι για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού σε άλλα κράτη μέλη.

(19)

Όσον αφορά την επαγγελματική επάρκεια, θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως επαρκής απόδειξη από το κράτος μέλος εγκατάστασης ένα ενιαίο υπόδειγμα πιστοποιητικού εκδιδόμενο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(20)

Απαιτείται στενότερη παρακολούθηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε κοινοτικό επίπεδο. Αυτό προϋποθέτει τη διαβίβαση στην Επιτροπή τακτικών εκθέσεων, βασισμένων στα εθνικά μητρώα, για τα εχέγγυα αξιοπιστίας, την οικονομική επιφάνεια και την επαγγελματική επάρκεια των επιχειρήσεων οδικών μεταφορών.

(21)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν τις κυρώσεις που θα ισχύουν για τις παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού. Οι κυρώσεις αυτές θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(22)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή ο εκσυγχρονισμός των κανόνων που διέπουν την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα και η εξασφάλιση πιο ομοιογενούς και αποτελεσματικής εφαρμογής τους στα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί συνεπώς λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(23)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (8).

(24)

Ειδικότερα, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να καταρτίσει κατάλογο των κατηγοριών, των τύπων και των βαθμών σοβαρότητας των παραβάσεων που οδηγούν σε απώλεια των εχεγγύων αξιοπιστίας των οδικών μεταφορέων, να προσαρμόσει τα παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού στην τεχνική πρόοδο όσον αφορά τις γνώσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αναγνώριση της επαγγελματικής επάρκειας από τα κράτη μέλη και το υπόδειγμα πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας, και να καταρτίσει κατάλογο των παραβάσεων που μαζί με τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα ΙV του παρόντος κανονισμού μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια των εχεγγύων αξιοπιστίας. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων, με τη συμπλήρωσή του με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, τα εν λόγω μέτρα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(25)

Η οδηγία 96/26/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός διέπει την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα και την άσκηση του επαγγέλματος αυτού.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην Κοινότητα και ασκούν το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα. Εφαρμόζεται επίσης στις επιχειρήσεις που προτίθενται να ασκήσουν το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα. Οι αναφορές στις επιχειρήσεις που ασκούν το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα θεωρούνται, κατά περίπτωση, ότι περιλαμβάνουν αναφορά στις επιχειρήσεις που προτίθενται να ασκήσουν το εν λόγω επάγγελμα.

3.   Όσον αφορά τις περιοχές που αναφέρονται στο άρθρο 299 παράγραφος 2 της συνθήκης, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να αναπροσαρμόζουν τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα, εφόσον οι μεταφορές εκτελούνται πλήρως στις εν λόγω περιοχές από επιχειρήσεις οι οποίες είναι εγκατεστημένες εκεί.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ο παρών κανονισμός, εκτός εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει άλλως, δεν εφαρμόζεται:

α)

στις επιχειρήσεις που ασκούν το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων αποκλειστικά και μόνο με μηχανοκίνητα οχήματα ή συνδυασμούς οχημάτων, των οποίων η επιτρεπόμενη μεικτή μάζα δεν υπερβαίνει τους 3,5 τόνους. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν το όριο αυτό για όλες ή για ορισμένες από τις κατηγορίες οδικών μεταφορών·

β)

στις επιχειρήσεις που εκτελούν οδικές μεταφορές επιβατών αποκλειστικά για μη εμπορικούς σκοπούς ή των οποίων η κύρια δραστηριότητα δεν είναι οι οδικές μεταφορές επιβατών·

γ)

στις επιχειρήσεις που εκτελούν οδικές μεταφορές αποκλειστικά με μηχανοκίνητα οχήματα με μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα που δεν ξεπερνά τα 40 km την ώρα.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάξουν από την εφαρμογή όλων ή μέρους των διατάξεων του παρόντος κανονισμού μόνον εκείνους τους οδικούς μεταφορείς οι οποίοι εκτελούν αποκλειστικά εθνικές μεταφορές που έχουν μικρό μόνον αντίκτυπο στην αγορά των μεταφορών λόγω:

α)

της φύσης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων· ή

β)

των μικρών αποστάσεων που διανύονται.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

1)

«επάγγελμα οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων» η δραστηριότητα κάθε επιχείρησης που εκτελεί είτε με μηχανοκίνητο όχημα είτε με συνδυασμό οχημάτων μεταφορά εμπορευμάτων για λογαριασμό τρίτων·

2)

«επάγγελμα οδικού μεταφορέα επιβατών» η δραστηριότητα κάθε επιχείρησης που εκτελεί με μηχανοκίνητα οχήματα, τα οποία λόγω του τύπου κατασκευής τους και του εξοπλισμού τους είναι κατάλληλα για τη μεταφορά άνω των εννέα επιβατών, συμπεριλαμβανομένου του οδηγού, και διατίθενται για τη χρήση αυτή, μεταφορές επιβατών παρεχόμενες στο κοινό ή σε ορισμένες κατηγορίες χρηστών έναντι κομίστρου καταβαλλόμενου από τον επιβάτη ή από τον διοργανωτή της μεταφοράς·

3)

«επάγγελμα του οδικού μεταφορέα» το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα επιβατών και το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων·

4)

«επιχείρηση» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί κερδοσκοπική ή μη δραστηριότητα, κάθε ένωση ή ομάδα προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα που ασκεί κερδοσκοπική ή μη δραστηριότητα ή κάθε επίσημος οργανισμός που έχει ιδία νομική προσωπικότητα ή εξαρτάται από αρχή με νομική προσωπικότητα και εκτελεί επιβατικές μεταφορές ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί εμπορευματικές μεταφορές με σκοπό το κέρδος·

5)

«διαχειριστής μεταφορών» το φυσικό πρόσωπο που απασχολείται από μια επιχείρηση ή, εφόσον η επιχείρηση αυτή είναι φυσικό πρόσωπο, το πρόσωπο αυτό ή, όταν προβλέπεται, άλλο φυσικό πρόσωπο που η επιχείρηση έχει ορίσει με σύμβαση, το οποίο διευθύνει πραγματικά και σε μόνιμη βάση τις μεταφορικές δραστηριότητες της επιχείρησης·

6)

«άδεια άσκησης επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα» η διοικητική απόφαση η οποία επιτρέπει σε μια επιχείρηση που πληροί τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό να ασκεί το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα·

7)

«αρμόδια αρχή» η εθνική, περιφερειακή ή τοπική αρχή κράτους μέλους, η οποία, προκειμένου να επιτρέψει την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα, ελέγχει αν μια επιχείρηση πληροί τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και είναι εξουσιοδοτημένη να χορηγεί, να αναστέλλει ή να αφαιρεί την άδεια άσκησης επαγγέλματος οδικού μεταφορέα·

8)

«κράτος μέλος εγκατάστασης» το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη μια επιχείρηση, ανεξάρτητα από το εάν ο διαχειριστής μεταφορών της οποίας προέρχεται ή όχι από άλλη χώρα.

Άρθρο 3

Απαιτήσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα

1.   Οι επιχειρήσεις που ασκούν το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα πρέπει:

α)

να έχουν πραγματικό και σταθερό τόπο εγκατάστασης σε ένα κράτος μέλος·

β)

να παρέχουν εχέγγυα αξιοπιστίας·

γ)

να διαθέτουν την κατάλληλη οικονομική επιφάνεια και

δ)

να διαθέτουν την κατάλληλη επαγγελματική επάρκεια.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν την επιβολή πρόσθετων απαιτήσεων, οι οποίες πρέπει να είναι αναλογικές και να μην επιφέρουν διακρίσεις και τις οποίες πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις για να λάβουν άδεια άσκησης του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα.

Άρθρο 4

Διαχειριστής μεταφορών

1.   Η επιχείρηση που ασκεί το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα ορίζει ένα τουλάχιστον φυσικό πρόσωπο, τον διαχειριστή μεταφορών, ο οποίος ικανοποιεί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχεία β) και δ) και ο οποίος:

α)

διαχειρίζεται συνεχώς και πραγματικά τις μεταφορικές δραστηριότητες της επιχείρησης·

β)

έχει γνήσια σχέση με την επιχείρηση ως μισθωτός, διευθυντής, κύριος ή μέτοχος ή τη διοικεί ή, εάν η επιχείρηση είναι φυσικό πρόσωπο, είναι το πρόσωπο αυτό και

γ)

έχει την κατοικία του εντός της Κοινότητας.

2.   Εάν μια επιχείρηση δεν πληροί την απαίτηση επαγγελματικής επάρκειας που προβλέπει το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ), η αρμόδια αρχή μπορεί να της επιτρέψει να ασκεί το επάγγελμα του μεταφορέα χωρίς να έχει ορισθεί διαχειριστής μεταφορών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

α)

η επιχείρηση θα ορίσει ένα φυσικό πρόσωπο με κατοικία εντός της Κοινότητας, το οποίο θα πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχεία β) και δ) και το οποίο θα είναι εξουσιοδοτημένο, βάσει σύμβασης, να εκτελεί τα καθήκοντα του διαχειριστή μεταφορών για λογαριασμό της επιχείρησης·

β)

η σύμβαση που συνδέει την επιχείρηση με το πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α) θα διευκρινίζει τα καθήκοντα που πρέπει να φέρει σε πέρας το πρόσωπο αυτό κατά τρόπο αποτελεσματικό και συνεχή και θα αναφέρει τις αρμοδιότητές του ως διαχειριστή μεταφορών. Στα προσδιοριζόμενα καθήκοντα περιλαμβάνονται ιδίως αυτά που συνδέονται με τη διαχείριση της συντήρησης των οχημάτων, τον έλεγχο των συμβάσεων και των παραστατικών μεταφοράς, τη βασική λογιστική, τη διάθεση των φορτίων ή την κατανομή των υπηρεσιών σε οδηγούς και οχήματα και τον έλεγχο των διαδικασιών που αφορούν την ασφάλεια·

γ)

υπό την ιδιότητά του/της ως διαχειριστή μεταφορών, το πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α) δύναται να διευθύνει τις δραστηριότητες μεταφοράς το πολύ τεσσάρων διαφορετικών επιχειρήσεων, οι οποίες εκτελούνται με μέγιστο συνδυασμένο στόλο 50 οχημάτων συνολικά. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να περιορίσουν τον αριθμό των επιχειρήσεων ή/και το μέγεθος του συνολικού στόλου οχημάτων τα οποία μπορεί να διαχειρίζεται το πρόσωπο αυτό και

δ)

το πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α) θα εκτελεί τα συγκεκριμένα καθήκοντα αποκλειστικά προς όφελος της επιχείρησης και οι αρμοδιότητές του θα ασκούνται ανεξάρτητα από όλες τις επιχειρήσεις για τις οποίες η επιχείρηση εκτελεί μεταφορές.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι ο διαχειριστής μεταφορών που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν μπορεί, επιπρόσθετα, να έχει διοριστεί για τα καθήκοντα που ασκούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή ότι μπορεί να έχει διοριστεί μόνο για περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων ή για στόλο οχημάτων μικρότερο από τον προβλεπόμενο στην παράγραφο 2 στοιχείο γ).

4.   Η επιχείρηση ενημερώνει την αρμόδια αρχή σχετικά με τον διαχειριστή ή τους διαχειριστές μεταφορών που έχουν οριστεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3

Άρθρο 5

Όροι σχετικοί με την απαίτηση εγκατάστασης

Για να πληροί την απαίτηση του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α), η επιχείρηση στο οικείο κράτος μέλος πρέπει:

α)

να διαθέτει εγκατάσταση στο εν λόγω κράτος μέλος, με χώρο όπου διατηρεί τη βασική του επιχείρηση, ιδίως τα λογιστικά έγγραφα, τα έγγραφα διαχείρισης του προσωπικού, τα έγγραφα που περιέχουν στοιχεία σχετικά με τον χρόνο οδήγησης και ανάπαυσης και κάθε άλλο έγγραφο στο οποίο πρέπει να έχει πρόσβαση η αρμόδια αρχή για να ελέγξει τη συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό. Τα κράτη μέλη ζητούν από τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους να διαθέτουν επίσης άλλα έγγραφα στον χώρο τους ανά πάσα στιγμή·

β)

μόλις χορηγηθεί εξουσιοδότηση, να διαθέτει ένα ή περισσότερα οχήματα, τα οποία έχουν ταξινομηθεί ή έχουν τεθεί αλλιώς σε κυκλοφορία σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους και τα οποία είτε της ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα είτε, για παράδειγμα, τα κατέχει βάσει σύμβασης αγοράς με δόσεις, βάσει σύμβασης μίσθωσης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing)·

γ)

να εκτελεί πραγματικά και συνεχώς με τον αναγκαίο διοικητικό εξοπλισμό τις εργασίες της όσον αφορά τα οχήματα που αναφέρονται στο στοιχείο β) και με τον κατάλληλο τεχνικό εξοπλισμό και τις κατάλληλες εγκαταστάσεις από κέντρο επιχειρήσεων στο εν λόγω κράτος μέλος.

Άρθρο 6

Όροι σχετικοί με την απαίτηση των εχεγγύων αξιοπιστίας

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους που πρέπει να πληροί μια επιχείρηση και ένας διαχειριστής μεταφορών για να πληροί την απαίτηση των εχεγγύων αξιοπιστίας που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον μια επιχείρηση πληροί την απαίτηση αυτή, τα κράτη μέλη εξετάζουν τη συμπεριφορά της επιχείρησης, των διαχειριστών μεταφοράς της επιχείρησης και οιουδήποτε άλλου σχετικού προσώπου καθορίσει το κάθε κράτος μέλος. Τυχόν αναφορά στο παρόν άρθρο σε καταδίκες, κυρώσεις ή παραβάσεις περιλαμβάνει καταδίκες, κυρώσεις ή παραβάσεις της ίδιας της επιχείρησης, των διαχειριστών μεταφοράς της επιχείρησης ή οιουδήποτε άλλου σχετικού προσώπου καθορίσει το κάθε κράτος μέλος.

Οι όροι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

ότι δεν υπάρχει σοβαρός λόγος που να θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του διαχειριστή μεταφορών ή της επιχείρησης μεταφορών, όπως καταδίκη ή επιβολή κυρώσεων για σοβαρές παραβάσεις της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας στους τομείς:

i)

του εμπορικού δικαίου,

ii)

του δικαίου περί αφερεγγυότητας,

iii)

των όρων αμοιβής και άσκησης του επαγγέλματος,

iv)

της οδικής κυκλοφορίας,

v)

της επαγγελματικής ευθύνης και

vi)

την εμπορία ανθρώπων ή ναρκωτικών·

β)

ότι ο διαχειριστής μεταφορών ή η επιχείρηση μεταφορών δεν έχει, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, καταδικασθεί για σοβαρό ποινικό αδίκημα ή δεν του/της έχει επιβληθεί κύρωση για σοβαρή παράβαση των κοινοτικών κανόνων ιδίως σχετικά με:

i)

τον χρόνο οδήγησης και ανάπαυσης των οδηγών, τον χρόνο εργασίας και την τοποθέτηση και χρήση των συσκευών ελέγχου,

ii)

τα μέγιστα βάρη και οι διαστάσεις των επαγγελματικής χρήσεως οχημάτων στις διεθνείς μεταφορές,

iii)

τα αρχικά προσόντα και τη συνεχή εκπαίδευση των οδηγών,

iv)

τον οδικό τεχνικό έλεγχο των επαγγελματικής χρήσεως οχημάτων, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεωτικών τεχνικών επιθεωρήσεων των μηχανοκίνητων οχημάτων,

v)

την πρόσβαση στην αγορά διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών ή, ανάλογα με την περίπτωση, την πρόσβαση στην αγορά οδικών επιβατικών μεταφορών,

vi)

την ασφάλεια των οδικών μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων,

vii)

την τοποθέτηση και τη χρήση συσκευών περιορισμού της ταχύτητας σε ορισμένες κατηγορίες οχημάτων,

viii)

τις άδειες οδήγησης,

ix)

την πρόσβαση στο επάγγελμα,

x)

τη μεταφορά ζώων.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο β):

α)

σε περίπτωση που ο διαχειριστής μεταφορών ή η επιχείρηση μεταφορών έχει, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, καταδικαστεί για σοβαρό ποινικό αδίκημα ή του/της έχει επιβληθεί κύρωση για μια από τις σοβαρότατες παραβάσεις των κοινοτικών κανόνων που εκτίθενται στο παράρτημα ΙV, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης κινεί με τον κατάλληλο τρόπο και σε εύθετο χρόνο κατάλληλα ολοκληρωμένη διοικητική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει, ενδεχομένως, έλεγχο των χώρων της επιχείρησης.

Η διαδικασία αυτή καθορίζει κατά πόσον, λόγω εξαιρετικών συνθηκών, η απώλεια των εχεγγύων αξιοπιστίας θα συνιστούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη αντίδραση. Κάθε τέτοια απόφαση αιτιολογείται δεόντως.

Εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι η απώλεια των εχεγγύων αξιοπιστίας θα συνιστούσε δυσανάλογη αντίδραση, μπορεί να αποφασίσει ότι τα εχέγγυα αξιοπιστίας διατηρούνται ανέπαφα. Σε αυτήν την περίπτωση, οι λόγοι καταχωρίζονται στο εθνικό μητρώο. Τα στοιχεία αναφοράς των σχετικών αποφάσεων επισημαίνονται στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1.

Εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι η απώλεια των εχεγγύων αξιοπιστίας δεν συνιστά δυσανάλογη αντίδραση, η καταδίκη ή η κύρωση οδηγεί στην απώλεια των εχεγγύων αξιοπιστίας·

β)

η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των κατηγοριών, των τύπων και των βαθμών σοβαρότητας των σοβαρών παραβάσεων των κοινοτικών κανόνων οι οποίες πέραν των παραβάσεων του παραρτήματος ΙV ενδέχεται να οδηγούν σε απώλεια των εχεγγύων αξιοπιστίας. Κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων για τους ελέγχους δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες σχετικά με αυτές τις παραβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που δέχονται από άλλα κράτη μέλη.

Τα μέτρα αυτά τα οποία αποβλέπουν σε τροποποίηση των μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του και τα οποία αφορούν τον κατάλογο αυτό, αποφασίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 3.

Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή:

i)

καθορίζει τις κατηγορίες και τους τύπους παραβάσεων που απαντώνται συχνότερα·

ii)

καθορίζει το επίπεδο σοβαρότητας των παραβάσεων ανάλογα με τις πιθανότητές τους να δημιουργήσουν κινδύνους θανάτου ή σοβαρού τραυματισμού και

iii)

προβλέπει τη συχνότητα των παραβάσεων, πέραν της οποίας οι επανειλημμένες παραβάσεις θεωρούνται σοβαρότερες, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό οδηγών που απασχολούνται στις δραστηριότητες μεταφορών που διευθύνει ο διαχειριστής μεταφορών.

3.   Η απαίτηση του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) εξακολουθεί να μην πληρούται, έως ότου μεσολαβήσει μέτρο αποκατάστασης ή άλλο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατ’ εφαρμογή των οικείων διατάξεων του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 7

Όροι σχετικοί με την απαίτηση οικονομικής επιφάνειας

1.   Για να πληροί την απαίτηση του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ), μια επιχείρηση οφείλει να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να αντιμετωπίζει τις οικονομικές υποχρεώσεις της κατά τη διάρκεια της ετήσιας λογιστικής χρήσης. Προς τούτο, η επιχείρηση αποδεικνύει με βάση τους ετήσιους λογαριασμούς της, έπειτα από επικύρωσή τους από ελεγκτή ή από δεόντως διαπιστευμένο πρόσωπο, ότι κάθε χρόνο διαθέτει κεφάλαιο και αποθεματικά συνολικής αξίας τουλάχιστον ίσης προς 9 000 ευρώ όταν χρησιμοποιείται μόνο ένα όχημα και 5 000 ευρώ για κάθε επιπλέον χρησιμοποιούμενο όχημα.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η τιμή του ευρώ στα νομίσματα των κρατών μελών που δεν συμμετέχουν στο τρίτο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης καθορίζεται ετησίως. Οι εφαρμοστέες ισοτιμίες είναι αυτές της πρώτης εργάσιμης ημέρας του μηνός Οκτωβρίου, οι οποίες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχίζουν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους.

Ως λογιστικά στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο νοούνται εκείνα που καθορίζονται στην τέταρτη οδηγία 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζομένη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (9).

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή μπορεί να δεχθεί ή να απαιτεί να αποδεικνύει μια επιχείρηση την οικονομική της επιφάνεια με βεβαίωση, όπως τραπεζική εγγύηση ή ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης από μία ή περισσότερες τράπεζες ή άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εταιρειών, τα οποία εγγυώνται εις ολόκληρον για την επιχείρηση τα ποσά που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1.

3.   Οι ετήσιοι λογαριασμοί της παραγράφου 1 και η εγγύηση της παραγράφου 2 που πρέπει να ελέγχονται, είναι εκείνοι της οικονομικής οντότητας που είναι εγκατεστημένη στο έδαφος του κράτους μέλους όπου έχει ζητηθεί άδεια και όχι εκείνοι τυχόν άλλων οικονομικών οντοτήτων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 8

Όροι σχετικοί με την απαίτηση επαγγελματικής επάρκειας

1.   Για να πληρούν την απαίτηση του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ), οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν γνώσεις που να αντιστοιχούν στο επίπεδο που προβλέπεται στο παράρτημα Ι μέρος Ι, στα θέματα που αναφέρει το εν λόγω παράρτημα. Η γνώση αυτή αποδεικνύεται με υποχρεωτική γραπτή εξέταση, η οποία, εφόσον το αποφασίσει ένα κράτος μέλος, μπορεί να συμπληρωθεί από προφορική εξέταση. Η οργάνωση αυτών των εξετάσεων πραγματοποιείται σύμφωνα με το παράρτημα I μέρος ΙΙ. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν υποχρεωτική εκπαίδευση πριν από την εξέταση.

2.   Οι ενδιαφερόμενοι εξετάζονται στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η συνήθης κατοικία τους ή στο κράτος μέλος στο οποίο εργάζονται.

Ως συνήθης κατοικία νοείται ο τόπος στον οποίον το άτομο διαμένει συνήθως, ήτοι επί 185 ημέρες τουλάχιστον ανά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών δεσμών οι οποίοι παραπέμπουν σε στενούς δεσμούς μεταξύ ατόμου και τόπου διαμονής.

Εντούτοις, η συνήθης κατοικία ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλον από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο, για τον λόγο αυτό, υποχρεούται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών, με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν είναι απαραίτητη όταν το άτομο διαμένει σε κράτος μέλος για την εκτέλεση αποστολής συγκεκριμένης διάρκειας. Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή άλλη σχολή δεν συνεπάγεται τη μεταφορά της συνήθους κατοικίας.

3.   Τις γραπτές και προφορικές εξετάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να οργανώνουν και να πιστοποιούν μόνον δεόντως εξουσιοδοτημένες προς τούτο αρμόδιες αρχές ή οργανισμοί κράτους μέλους σύμφωνα με κριτήρια που αυτό καθορίζει. Τα κράτη μέλη ελέγχουν τακτικά εάν οι συνθήκες υπό τις οποίες οργανώνουν τις εξετάσεις οι εν λόγω αρχές ή οργανισμοί είναι σύμφωνες προς το παράρτημα I.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτούν δεόντως, σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζουν τα ίδια, τους οργανισμούς που μπορούν να παρέχουν στους υποψήφιους εκπαίδευση υψηλής ποιότητας, προκειμένου να προετοιμαστούν για τις εξετάσεις και στους διαχειριστές μεταφορών συνεχή εκπαίδευση που να τους επιτρέπει να ανανεώνουν τις γνώσεις τους εφόσον το επιθυμούν. Αυτά τα κράτη μέλη ελέγχουν τακτικά κατά πόσον οι οργανισμοί αυτοί πληρούν όλα τα κριτήρια βάσει των οποίων διαπιστεύτηκαν.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προωθήσουν την περιοδική εκπαίδευση για θέματα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι ανά δεκαετία, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι διαχειριστές μεταφορών γνωρίζουν τις εξελίξεις στον τομέα.

6.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτήσουν από άτομα που διαθέτουν πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας, αλλά δεν έχουν εργαστεί ως διαχειριστές επιχείρησης οδικών μεταφορών εμπορευμάτων ή επιβατών τα τελευταία πέντε έτη, να συμμετάσχουν σε περαιτέρω κατάρτιση προκειμένου να προσαρμόσουν τις γνώσεις τους στις πρόσφατες εξελίξεις στη νομοθεσία που αναφέρονται στο μέρος Ι του παραρτήματος Ι.

7.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν τους κατόχους ορισμένων τίτλων σπουδών τριτοβάθμιας ή τεχνικής εκπαίδευσης που χορηγούν τα εν λόγω κράτη μέλη, που έχουν καθοριστεί ειδικά για τον σκοπό αυτό και που συνεπάγονται τη γνώση όλων των θεμάτων που αναφέρονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι από την εξέταση στα θέματα που καλύπτονται από αυτούς τους τίτλους σπουδών. Η απαλλαγή αυτή εφαρμόζεται μόνον στα τμήματα του μέρους Ι του παραρτήματος Ι για τα οποία οι τίτλοι σπουδών καλύπτουν όλα τα θέματα που απαριθμούνται υπό τον τίτλο κάθε τμήματος.

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν από συγκεκριμένα τμήματα των εξετάσεων τους κατόχους πιστοποιητικών επαγγελματικής επάρκειας που ισχύουν για δραστηριότητες εθνικών μεταφορών στα εν λόγω κράτη μέλη.

8.   Ως απόδειξη επαγγελματικής επάρκειας χορηγείται πιστοποιητικό από την αρχή ή τον οργανισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 3. Το πιστοποιητικό αυτό δεν μεταβιβάζεται σε κανέναν άλλον. Το πιστοποιητικό συντάσσεται σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και το υπόδειγμα του πιστοποιητικού που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα ΙΙ και IΙΙ και φέρει τη σφραγίδα της αρχής ή του δεόντως εξουσιοδοτημένου οργανισμού που το εξέδωσε.

9.   Η Επιτροπή προσαρμόζει στην τεχνική πρόοδο τα παραρτήματα I, II και ΙΙΙ. Τα μέτρα αυτά, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 3.

10.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει και διευκολύνει την ανταλλαγή πείρας και πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, ή μέσω οιουδήποτε οργάνου υποδείξει ενδεχομένως, σχετικά με θέματα εκπαίδευσης, εξετάσεων και εξουσιοδοτήσεων.

Άρθρο 9

Απαλλαγή από την εξέταση

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν από την εξέταση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 τα πρόσωπα τα οποία αποδεικνύουν ότι εργάζονταν συνεχώς ως διαχειριστές επιχείρησης οδικών μεταφορών εμπορευμάτων ή επιβατών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη κατά τα τελευταία 10 έτη πριν από τις 4 Δεκεμβρίου 2009.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IΙI

ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ

Άρθρο 10

Αρμόδιες αρχές

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές για να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές εξουσιοδοτούνται:

α)

να εξετάζουν τις αιτήσεις που υποβάλλουν οι επιχειρήσεις·

β)

να χορηγούν άδεια άσκησης επαγγέλματος οδικού μεταφορέα, καθώς και να αναστέλλουν ή να αφαιρούν τις άδειες αυτές·

γ)

να κηρύσσουν ένα φυσικό πρόσωπο ακατάλληλο να διευθύνει, ως διαχειριστής μεταφορών, τις μεταφορικές δραστηριότητες της επιχείρησης·

δ)

να πραγματοποιούν τους ελέγχους που απαιτούνται προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσον μια επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 3.

2.   Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν όλους τους όρους που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, τυχόν άλλες εθνικές διατάξεις, τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από τους ενδιαφερόμενους υποψήφιους, καθώς και τις αντίστοιχες επεξηγήσεις.

Άρθρο 11

Εξέταση και καταχώριση των αιτήσεων

1.   Επιχείρηση μεταφορών η οποία συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 3 μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να λάβει άδεια άσκησης του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα. Η αρμόδια αρχή βεβαιώνει ότι η επιχείρηση η οποία έχει υποβάλει αίτηση πληροί τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

2.   Η αρμόδια αρχή καταχωρίζει στο εθνικό ηλεκτρονικό μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 16 τα δεδομένα που αφορούν τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγεί άδεια και που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 16 παράγραφος 2.

3.   Ο χρόνος εξέτασης αίτησης αδείας από την αρμόδια αρχή είναι ο δυνατόν συντομότερος και δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες αρχής γενομένης από την ημερομηνία κατά την οποία η αρμόδια αρχή λαμβάνει όλα τα αναγκαία έγγραφα ώστε να αξιολογήσει την αίτηση. Η αρμόδια αρχή δύναται να παρατείνει την προθεσμία αυτή για συμπληρωματική περίοδο ενός μηνός σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

4.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 η αρμόδια αρχή ελέγχει, σε περίπτωση αμφιβολιών κατά την αξιολόγηση των εχεγγύων αξιοπιστίας μιας επιχείρησης, αν, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ο διορισμένος διαχειριστής ή οι διορισμένοι διαχειριστές μεταφορών έχουν κηρυχθεί σε κάποιο κράτος μέλος ακατάλληλοι να διαχειρίζονται τις μεταφορικές δραστηριότητες επιχείρησης δυνάμει του άρθρου 14.

Από την 1η Ιανουαρίου 2013, κατά την αξιολόγηση των εχεγγύων αξιοπιστίας μιας επιχείρησης, η αρμόδια αρχή ελέγχει, με πρόσβαση στα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο στ), είτε με άμεση ασφαλή πρόσβαση στο αντίστοιχο τμήμα των εθνικών μητρώων είτε κατόπιν σχετικού αιτήματος, αν, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ο διορισμένος διαχειριστής ή οι διορισμένοι διαχειριστές μεταφορών έχουν κηρυχθεί σε κάποιο κράτος μέλος ακατάλληλοι να διευθύνουν τις μεταφορικές δραστηριότητες επιχείρησης δυνάμει του άρθρου 14.

Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού και αφορούν τη μετάθεση για τρία το πολύ έτη των ημερομηνιών που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 3.

5.   Οι επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος οδικού μεταφορέα κοινοποιούν στην αρμόδια αρχή που εξέδωσε την άδεια, εντός προθεσμίας 28 ημερών ή βραχύτερης, όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος εγκατάστασης, τις μεταβολές στα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 12

Έλεγχοι

1.   Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν αν οι επιχειρήσεις στις οποίες έχουν χορηγήσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος οδικού μεταφορέα συνεχίζουν να πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 3. Προς τούτο, τα κράτη μέλη ελέγχουν τις επιχειρήσεις που έχουν χαρακτηρισθεί ότι παρουσιάζουν αυξημένη επικινδυνότητα. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη επεκτείνουν το σύστημα ταξινόμησης των κινδύνων που έχουν θεσπίσει βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας 2006/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για καθορισμό ελάχιστων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3820/85 και (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 του Συμβουλίου σχετικά με την κοινωνική νομοθεσία όσον αφορά δραστηριότητες οδικών μεταφορών (10) σε όλες τις παραβάσεις που αναφέρει το άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού.

2.   Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2014 τα κράτη μέλη διενεργούν ελέγχους τουλάχιστον ανά πενταετία προκειμένου να διαπιστώνουν εάν οι εν λόγω επιχειρήσεις πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 3.

Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού και αφορούν τη μετάθεση της ημερομηνίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 3.

3.   Τα κράτη μέλη διενεργούν ελέγχους προς επαλήθευση του κατά πόσον μια επιχείρηση πληροί τους όρους πρόσβασης στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα, εφόσον το ζητήσει η Επιτροπή σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα αποτελέσματα αυτών των ελέγχων και για τα μέτρα που έλαβαν εάν διαπιστώθηκε ότι μια επιχείρηση δεν πληροί πλέον τους όρους του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 13

Διαδικασία αναστολής και ανάκλησης αδείας

1.   Εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι υπάρχει ο κίνδυνος μια επιχείρηση να μην πληροί πλέον τις απαιτήσεις του άρθρου 3, αποστέλλει στην επιχείρηση σχετική προειδοποίηση. Εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται πλέον μία ή περισσότερες από τις εν λόγω απαιτήσεις, τάσσει ένα από τα εξής χρονικά όρια στην επιχείρηση προκειμένου να τακτοποιήσει την κατάστασή της:

α)

εντός περιόδου έξι το πολύ μηνών, η οποία δύναται να παραταθεί κατά τρεις μήνες σε περίπτωση θανάτου ή φυσικής αδυναμίας του διαχειριστή μεταφορών, για την πρόσληψη αντικαταστάτη του διαχειριστή μεταφορών, σε περίπτωση που ο διαχειριστής μεταφορών δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις εχεγγύων αξιοπιστίας ή επαγγελματικής επάρκειας·

β)

εντός προθεσμίας έξι το πολύ μηνών, όταν η επιχείρηση οφείλει να τακτοποιήσει την κατάστασή της αποδεικνύοντας ότι διαθέτει πραγματική και σταθερή εγκατάσταση·

γ)

εντός προθεσμίας έξι το πολύ μηνών, σε περίπτωση που δεν πληρούται η απαίτηση οικονομικής επιφάνειας, για να αποδείξει ότι η απαίτηση αυτής θα πληρούται και πάλι σε διαρκή βάση.

2.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτήσει από επιχείρηση της οποίας η άδεια έχει ανακληθεί ή ανασταλεί να διασφαλίσει ότι οι διαχειριστές μεταφορών της θα έχουν υποβληθεί στην εξέταση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1, πριν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αποκατάστασης.

3.   Εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι μια επιχείρηση δεν πληροί πλέον μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις του άρθρου 3, αναστέλλει ή ανακαλεί την άδεια άσκησης του επαγγέλματος οδικού μεταφορέα εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 14

Κήρυξη ακαταλληλότητας του διαχειριστή μεταφορών

1.   Σε περίπτωση που ένας διαχειριστής μεταφορών απολέσει τα εχέγγυα αξιοπιστίας σύμφωνα με το άρθρο 6, η αρμόδια αρχή τον κηρύσσει ακατάλληλο να διευθύνει τις μεταφορικές δραστηριότητες μιας επιχείρησης.

2.   Εκτός εάν ληφθεί μέτρο αποκατάστασης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του εθνικού δικαίου και έως ότου ληφθεί, το πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας του διαχειριστή μεταφορών που έχει κηρυχθεί ακατάλληλος, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 5, δεν ισχύει πλέον σε κανένα κράτος μέλος.

Άρθρο 15

Αποφάσεις των αρμόδιων αρχών και προσφυγή

1.   Οι αρνητικές αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της απόρριψης αίτησης, της αναστολής ή αφαίρεσης υπάρχουσας αδείας και της κήρυξης ακαταλληλότητας του οδικού μεταφορέα, πρέπει να αιτιολογούνται.

Στις αποφάσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη οι διαθέσιμες πληροφορίες για παραβάσεις που έχει διαπράξει η επιχείρηση ή ο διαχειριστής μεταφορών, οι οποίες μπορούν να θίξουν την αξιοπιστία της επιχείρησης, καθώς και όλες οι πληροφορίες που διαθέτει η αρμόδια αρχή. Στις αποφάσεις διευκρινίζονται τα μέτρα αποκατάστασης που εφαρμόζονται σε περίπτωση αναστολής της αδείας ή κήρυξης ακαταλληλότητας.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και πρόσωπα να έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν κατά των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ενώπιον τουλάχιστον ενός ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου ή δικαστικής αρχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 16

Εθνικά ηλεκτρονικά μητρώα

1.   Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και ιδίως των άρθρων 11 έως 14 και 26, κάθε κράτος μέλος τηρεί εθνικό ηλεκτρονικό μητρώο των επιχειρήσεων οδικών μεταφορών στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια άσκησης επαγγέλματος οδικού μεταφορέα από αρμόδια αρχή που αυτό έχει καθορίσει. Η επεξεργασία των δεδομένων του μητρώου πραγματοποιείται προς τον σκοπό αυτό υπό τον έλεγχο της δημόσιας αρχής. Στα δεδομένα που περιέχονται στο εθνικό ηλεκτρονικό μητρώο έχουν πρόσβαση όλες οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους.

Το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 2009, η Επιτροπή εγκρίνει απόφαση για τις στοιχειώδεις απαιτήσεις των δεδομένων που θα πρέπει να εισαχθούν στο εθνικό ηλεκτρονικό μητρώο από την ημερομηνία δημιουργίας του, προκειμένου να διευκολυνθεί η μελλοντική διασύνδεση μητρώων. Μπορεί να συστήσει να περιληφθεί ο αριθμός πινακίδας κυκλοφορίας πέραν των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

2.   Τα εθνικά ηλεκτρονικά μητρώα περιέχουν τουλάχιστον τα ακόλουθα δεδομένα:

α)

την ονομασία και τη νομική μορφή της επιχείρησης·

β)

τη διεύθυνση της εγκατάστασης·

γ)

το ονοματεπώνυμο των καθορισμένων διαχειριστών μεταφορών που πρέπει να πληρούν τον όρο των εχεγγύων αξιοπιστίας και τον όρο της επαγγελματικής επάρκειας και, εφόσον πρόκειται για άλλο πρόσωπο, το ονοματεπώνυμο του νόμιμου αντιπροσώπου·

δ)

τον τύπο αδείας, τον αριθμό οχημάτων που καλύπτει η άδεια και ενδεχομένως τον αύξοντα αριθμό της κοινοτικής αδείας και τον αριθμό των επικυρωμένων αντιγράφων·

ε)

τον αριθμό, την κατηγορία και τον τύπο σοβαρών παραβάσεων, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β), οι οποίες οδήγησαν σε καταδίκη ή επιβολή κυρώσεων κατά τα τελευταία δύο έτη·

στ)

το ονοματεπώνυμο των προσώπων που έχουν κηρυχθεί ακατάλληλα να διευθύνουν τις μεταφορικές δραστηριότητες μιας επιχείρησης εφόσον δεν έχουν αποκατασταθεί τα εχέγγυα αξιοπιστίας τους δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 3, καθώς και τα εφαρμοστέα μέτρα αποκατάστασης.

Για τους σκοπούς του στοιχείου ε), τα κράτη μέλη μπορούν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015, να επιλέγουν να περιλαμβάνουν στο εθνικό ηλεκτρονικό μητρώο μόνον τις πλέον σοβαρές παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα IV.

Τα κράτη μέλη δύνανται να διατηρούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία ε) και στ) του πρώτου εδαφίου σε ξεχωριστά μητρώα. Στην περίπτωση αυτή, τα σχετικά δεδομένα είναι διαθέσιμα κατόπιν αιτήσεως ή είναι απευθείας προσβάσιμα από όλες τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους. Οι ζητηθείσες πληροφορίες παρέχονται εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) του πρώτου εδαφίου θα είναι στη διάθεση του κοινού, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Σε κάθε περίπτωση, στις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία ε) και στ) του πρώτου εδαφίου έχουν πρόσβαση μόνον όσες αρχές, πέραν των αρμοδίων, έχουν τις δέουσες εξουσίες ελέγχου και επιβολής κυρώσεων στις οδικές μεταφορές και οι υπάλληλοί τους είναι ορκωτοί ή άλλως δεσμεύονται από υποχρέωση εχεμύθειας.

3.   Τα δεδομένα που αφορούν επιχειρήσεις των οποίων η άδεια έχει αφαιρεθεί ή ανασταλεί παραμένουν στο εθνικό ηλεκτρονικό μητρώο επί δύο χρόνια από την ημερομηνία εκπνοής της αναστολής ή της αφαίρεσης της άδειας και στη συνέχεια διαγράφονται αμέσως.

Τα δεδομένα που αφορούν πρόσωπο το οποίο έχει κηρυχθεί ακατάλληλο να ασκήσει το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα παραμένουν στο εθνικό ηλεκτρονικό μητρώο εφόσον δεν αποκατασταθεί η αξιοπιστία του εν λόγω προσώπου δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 3. Σε περίπτωση που λαμβάνεται μέτρο αποκατάστασης ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, τα δεδομένα διαγράφονται αμέσως.

Τα δεδομένα που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο διευκρινίζουν τους λόγους που οδήγησαν σε αναστολή ή αφαίρεση της άδειας ή σε κήρυξη ακαταλληλότητας, κατά περίπτωση, και την αντίστοιχη διάρκεια.

4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ενημέρωση και την ακρίβεια όλων των στοιχείων του εθνικού ηλεκτρονικού μητρώου, και ιδίως εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία ε) και στ).

5.   Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της διασύνδεσης και της προσβασιμότητας στα εθνικά ηλεκτρονικά μητρώα σε επίπεδο Κοινότητας μέσω των εθνικών σημείων επαφής που ορίζονται στο άρθρο 18. Η προσβασιμότητα μέσω εθνικών σημείων επαφής και η διασύνδεση εφαρμόζονται το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2012 κατά τρόπο ώστε η αρμόδια αρχή οποιουδήποτε κράτους μέλους να μπορεί να συμβουλεύεται τα εθνικά ηλεκτρονικά μητρώα κάθε κράτους μέλους.

6.   Κοινές διατάξεις που αφορούν την εφαρμογή της παραγράφου 5, όπως τον μορφότυπο των ανταλλασσόμενων δεδομένων, τις τεχνικές διαδικασίες ηλεκτρονικής διαβούλευσης των εθνικών ηλεκτρονικών μητρώων των άλλων κρατών μελών και την προώθηση της διαλειτουργικότητας αυτών των μητρώων με άλλες βάσεις δεδομένων θεσπίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία συμβουλευτικής επιτροπής στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 2 και για πρώτη φορά πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2010. Οι εν λόγω κοινές διατάξεις καθορίζουν την αρχή η οποία είναι αρμόδια για την πρόσβαση στα δεδομένα, για την περαιτέρω χρήση και για την επικαιροποίηση των δεδομένων μετά την πρόσβαση σε αυτά και προς τον σκοπό αυτό περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με την είσοδο στο σύστημα και την παρακολούθηση των δεδομένων.

7.   Μέτρα που αποβλέπουν σε τροποποίηση των μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού και αφορούν τη μετάθεση των προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 5, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 3.

Άρθρο 17

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως ότι:

α)

κάθε πρόσωπο ενημερώνεται όταν καταγράφονται δεδομένα που το αφορούν ή όταν τα δεδομένα αυτά πρόκειται να διαβιβασθούν σε τρίτους. Στα στοιχεία που παρέχονται διευκρινίζεται η ταυτότητα της αρχή που είναι αρμόδια για την επεξεργασία των δεδομένων, το είδος των προς επεξεργασία δεδομένων και οι λόγοι της καταχώρισης·

β)

κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που το αφορούν στην αρχή η οποία είναι αρμόδια για την επεξεργασία των δεδομένων αυτών. Το δικαίωμα αυτό δύναται να ασκηθεί χωρίς περιορισμούς, σε εύλογα χρονικά διαστήματα και χωρίς υπερβολικές προθεσμίες ή έξοδα για τον ενδιαφερόμενο·

γ)

κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση, τη διαγραφή ή το κλείδωμα των ατελών ή ανακριβών δεδομένων που το αφορούν·

δ)

κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να αντιταχθεί, για νόμιμους και επιτακτικούς λόγους, στην επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν. Σε περίπτωση δικαιολογημένης εναντίωσης, δεν πραγματοποιείται επεξεργασία αυτών των δεδομένων·

ε)

οι επιχειρήσεις συμμορφώνονται, κατά περίπτωση, με τις αντίστοιχες διατάξεις περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Άρθρο 18

Διοικητική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει εθνικό σημείο επαφής, αρμόδιο για την ανταλλαγή πληροφοριών με τα λοιπά κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή την ονομασία και τη διεύθυνση του εθνικού σημείου επαφής το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2011. Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο με όλα τα εθνικά σημεία επαφής και τον διαβιβάζει στα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη που ανταλλάσσουν πληροφορίες στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούν τα εθνικά σημεία επαφής που έχουν ορισθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1.

3.   Τα κράτη μέλη που ανταλλάσσουν πληροφορίες για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 ή για τυχόν διαχειριστές μεταφορών που έχουν κηρυχθεί ακατάλληλοι, τηρούν τη διαδικασία και τις προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1072/2009 ή, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 23 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/2009. Το κράτος μέλος, το οποίο παραλαμβάνει κοινοποίηση σοβαρής παράβασης η οποία έχει οδηγήσει σε καταδίκη ή κύρωση από άλλο κράτος μέλος, καταχωρίζει την παράβαση στο εθνικό του ηλεκτρονικό μητρώο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

Άρθρο 19

Πιστοποιητικά αξιοπιστίας και ισοδύναμα έγγραφα

1.   Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 4, το κράτος μέλος εγκατάστασης αποδέχεται ως επαρκή απόδειξη αξιοπιστίας για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα την προσκόμιση αποσπάσματος ποινικού μητρώου ή, ελλείψει αυτού, ισοδύναμου εγγράφου που έχει εκδοθεί από αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο διέμενε ο διαχειριστής μεταφορών ή οιοδήποτε άλλο σχετικό πρόσωπο.

2.   Όταν κράτος μέλος απαιτεί από τους υπηκόους του ορισμένα εχέγγυα αξιοπιστίας, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αποδειχθούν με το έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αποδέχεται ως επαρκή απόδειξη για τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών βεβαίωση που έχει χορηγηθεί από αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή του ή των κρατών μελών όπου διέμενε ο διαχειριστής μεταφορών ή οιοδήποτε άλλο σχετικό πρόσωπο, η οποία πιστοποιεί ότι πληρούνται οι όροι αυτοί. Η βεβαίωση αφορά τις συγκεκριμένες πληροφορίες που λαμβάνονται υπόψη στο κράτος μέλος εγκατάστασης.

3.   Εάν το έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή το πιστοποιητικό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν έχει χορηγηθεί από το κράτος μέλος όπου συνήθιζε να διαμένει ο διαχειριστής μεταφορών ή οιοδήποτε άλλο σχετικό πρόσωπο, το έγγραφο ή το πιστοποιητικό αυτό είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από ένορκη ή υπεύθυνη δήλωση του διαχειριστή μεταφορών ή οιουδήποτε άλλου σχετικού προσώπου ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή, ενδεχομένως, ενώπιον συμβολαιογράφου του κράτους μέλους όπου διέμενε ο διαχειριστής μεταφορών ή οιοδήποτε άλλο σχετικό πρόσωπο. Η εν λόγω αρχή ή ο συμβολαιογράφος εκδίδει βεβαίωση που πιστοποιεί την ένορκη ή την υπεύθυνη αυτή δήλωση.

4.   Το έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και το πιστοποιητικό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν γίνονται δεκτά εάν προσκομιστούν μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσής τους. Ο όρος αυτός ισχύει και για τη δήλωση που γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Άρθρο 20

Βεβαιώσεις που αφορούν την οικονομική επιφάνεια

Όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τους υπηκόους άλλων κρατών μελών ορισμένους όρους οικονομικής επιφάνειας επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 7, αποδέχεται ως επαρκή απόδειξη ως προς τους υπηκόους άλλων κρατών μελών βεβαίωση που έχει χορηγήσει αρμόδια διοικητική αρχή του ή των κρατών μελών όπου διέμενε ο διαχειριστής μεταφορών ή οιοδήποτε άλλο σχετικό πρόσωπο, η οποία πιστοποιεί ότι πληρούνται οι όροι αυτοί. Οι βεβαιώσεις αυτές αφορούν τις συγκεκριμένες πληροφορίες που λαμβάνονται υπόψη στο νέο κράτος μέλος εγκατάστασης.

Άρθρο 21

Πιστοποιητικά επαγγελματικής επάρκειας

1.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν ως επαρκή απόδειξη επαγγελματικής επάρκειας τα πιστοποιητικά που είναι σύμφωνα με το υπόδειγμα πιστοποιητικού του παραρτήματος ΙΙΙ και τα οποία εκδίδουν οι αρχές ή τα δεόντως εξουσιοδοτημένα για τον σκοπό αυτό όργανα.

2.   Τα πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί πριν από τις 4 Δεκεμβρίου 2011, ως απόδειξη επαγγελματικής επάρκειας δυνάμει των διατάξεων που ίσχυαν την ημερομηνία αυτή, εξομοιώνονται με πιστοποιητικό που συμμορφούται με το υπόδειγμα πιστοποιητικού του παραρτήματος IIΙ και αναγνωρίζονται ως απόδειξη επαγγελματικής επάρκειας σε όλα τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από τους κατόχους πιστοποιητικών επαγγελματικής επάρκειας που ισχύουν μόνον για δραστηριότητες εθνικών μεταφορών να υποβληθούν σε εξετάσεις ή σε συγκεκριμένα τμήματα των εξετάσεων του άρθρου 8 παράγραφος 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 22

Κυρώσεις

1.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεων των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή τους. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2011 καθώς και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους χωρίς καθυστέρηση. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλα τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας ή τόπου εγκατάστασης της επιχείρησης.

2.   Οι κυρώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν ιδίως την αναστολή της αδείας άσκησης επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα, την ανάκληση των αδειών αυτών και την κήρυξη ακαταλληλότητας του διαχειριστή μεταφορών.

Άρθρο 23

Μεταβατικές διατάξεις

Οι επιχειρήσεις οι οποίες, πριν από τις 4 Δεκεμβρίου 2009, διαθέτουν άδεια άσκησης επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα, συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2011.

Άρθρο 24

Αμοιβαία συνδρομή

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά και παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Ανταλλάσσουν πληροφορίες για τις καταδίκες και κυρώσεις για τυχόν σοβαρές παραβάσεις και άλλες συγκεκριμένες πληροφορίες δυνάμενες να έχουν συνέπειες στην άσκηση επαγγέλματος οδικού μεταφορέα, τηρουμένων των διατάξεων που ισχύουν για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 25

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή η οποία συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, σχετικά με τη συσκευή ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών (11).

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

3.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4, και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 26

Εκθέσεις

1.   Τα κράτη μέλη συντάσσουν ανά διετία έκθεση πεπραγμένων των αρμόδιων αρχών και τη διαβιβάζουν στην Επιτροπή. Η έκθεση περιλαμβάνει:

α)

ανασκόπηση του τομέα όσον αφορά τα εχέγγυα αξιοπιστίας, την οικονομική επιφάνεια και την επαγγελματική επάρκεια·

β)

τον αριθμό των αδειών που χορηγήθηκαν ανά τύπο και ανά έτος, των αδειών που ανεστάλησαν, των αδειών που ανακλήθηκαν, τον αριθμό των πράξεων κήρυξης ακαταλληλότητας και τους λόγους στους οποίους στηρίζονται οι αποφάσεις αυτές·

γ)

τον αριθμό των πιστοποιητικών επαγγελματικής επάρκειας που εκδίδονται κάθε χρόνο·

δ)

τις βασικές στατιστικές σχετικά με τα εθνικά ηλεκτρονικά μητρώα και τη χρήση τους από τις αρμόδιες αρχές και

ε)

ανασκόπηση των ανταλλαγών πληροφοριών με τα άλλα κράτη μέλη, η οποία περιλαμβάνει ιδίως τον ετήσιο αριθμό παραβάσεων που έχουν διαπιστωθεί και κοινοποιηθεί σε άλλα κράτη μέλη και τις αντίστοιχες απαντήσεις κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 παράγραφος 2, καθώς και τον ετήσιο αριθμό αιτήσεων και απαντήσεων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 παράγραφος 3.

2.   Με βάση τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή ανά διετία υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την άσκηση του επαγγέλματος οδικού μεταφορέα. Στην έκθεση αυτή περιλαμβάνονται ειδικότερα αξιολόγηση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών και επισκόπηση της λειτουργίας και των δεδομένων που περιέχονται στα εθνικά ηλεκτρονικά μητρώα. Η έκθεση δημοσιεύεται ταυτόχρονα με την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006, της 15ης Μαρτίου 2006, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών (12).

Άρθρο 27

Κατάλογοι των αρμόδιων αρχών

Κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή, το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2011, κατάλογο των αρχών που έχει ορίσει ως αρμόδιες για την έκδοση αδειών άσκησης επαγγέλματος οδικού μεταφορέα, καθώς και κατάλογο των αρχών ή των εξουσιοδοτημένων οργάνων για τη διοργάνωση των εξετάσεων του άρθρου 8 παράγραφος 1 και την έκδοση πιστοποιητικών. Ο ενοποιημένος κατάλογος των αρχών ή των οργάνων αυτών όλης της Κοινότητας δημοσιεύεται από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 28

Ανακοίνωση εθνικών μέτρων

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από τον παρόντα κανονισμό το αργότερο 30 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσής τους και για πρώτη φορά το αργότερο στις 4 Δεκεμβρίου 2011.

Άρθρο 29

Κατάργηση

Η οδηγία 96/26/ΕΚ καταργείται.

Άρθρο 30

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 4 Δεκεμβρίου 2011.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και εφαρμόζεται άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 21 Οκτωβρίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

C. MALMSTRÖM


(1)  ΕΕ C 151 της 17.6.2008, σ. 16.

(2)  ΕΕ C 14 της 19.1.2008, σ. 1.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 9ης Ιανουαρίου 2009 (ΕΕ C 62 E της 17.3.2009, σ. 1). Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2009.

(4)  ΕΕ L 124 της 23.5.1996, σ. 1.

(5)  Βλέπε σελίδα 72 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(6)  Βλέπε σελίδα 88 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(7)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(8)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(9)  ΕΕ L 222 της 14.8.1978, σ. 11.

(10)  ΕΕ L 102 της 11.4.2006, σ. 35.

(11)  ΕΕ L 370 της 31.12.1985, σ. 8.

(12)  ΕΕ L 102 της 11.4.2006, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

I.   ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΘΕΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΔΙΩΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 8

Οι γνώσεις που λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστώνεται η επαγγελματική επάρκεια από τα κράτη μέλη πρέπει να αφορούν τουλάχιστον τα θέματα του παρόντος καταλόγου για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών αντίστοιχα. Όσον αφορά αυτά τα θέματα, οι υποψήφιοι οδικοί μεταφορείς πρέπει να διαθέτουν το επίπεδο γνώσεων και πρακτικών ικανοτήτων που είναι αναγκαίο για να διευθύνουν μια επιχείρηση μεταφορών.

Το ελάχιστο επίπεδο γνώσεων, όπως αυτό καθορίζεται στη συνέχεια, δεν μπορεί να είναι κατώτερο του επιπέδου 3 της δομής των επιπέδων εκπαίδευσης που προβλέπεται στο παράρτημα της απόφασης 85/368/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1), δηλαδή του επιπέδου που αποκτάται κατά την υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση την οποία συμπληρώνει, είτε επαγγελματική εκπαίδευση και συμπληρωματική τεχνική εκπαίδευση, είτε σχολική τεχνική ή άλλη εκπαίδευση, επιπέδου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

A.   Στοιχεία αστικού δικαίου

Ο υποψήφιος οφείλει, ιδίως, σε σχέση με την οδική μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών:

1.

να γνωρίζει τις κύριες συμβάσεις που χρησιμοποιούνται στις δραστηριότητες οδικών μεταφορών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές·

2.

να είναι σε θέση να διαπραγματευθεί μια νομικά έγκυρη σύμβαση μεταφοράς, ιδίως σε ό,τι αφορά τους όρους μεταφοράς·

σε σχέση με την οδική μεταφορά εμπορευμάτων:

3.

να μπορεί να αναλύει τυχόν αξίωση του εντολέα του σχετική με αποζημίωση, είτε για απώλεια ή αβαρίες του εμπορεύματος κατά τη διάρκεια της μεταφοράς είτε για καθυστέρηση της παράδοσής του, καθώς και τα αποτελέσματα της αξίωσης αυτής επί της συμβατικής του ευθύνης·

4.

να γνωρίζει τους κανόνες και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση CMR περί του συμβολαίου για τη διεθνή οδική μεταφορά εμπορευμάτων·

σε σχέση με την οδική μεταφορά επιβατών:

5.

να είναι σε θέση να αναλύει τυχόν αξίωση του εντολέα του σχετική με ζημίες που προκλήθηκαν στους επιβάτες ή τις αποσκευές τους από ατύχημα που συνέβη κατά τη μεταφορά ή σχετική με τυχόν ζημίες που οφείλονται σε καθυστερήσεις, καθώς και τα αποτελέσματα της αξίωσης αυτής επί της συμβατικής του ευθύνης.

B.   Στοιχεία εμπορικού δικαίου

Ο υποψήφιος οφείλει, ιδίως, σε σχέση με την οδική μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών:

1.

να γνωρίζει τους προβλεπόμενους όρους και διατυπώσεις για την άσκηση της σχετικής εμπορικής δραστηριότητας, καθώς και τις γενικές υποχρεώσεις των οδικών μεταφορέων (εγγραφή σε μητρώα, εμπορικά βιβλία κ.λπ.), καθώς και τις συνέπειες τυχόν πτώχευσης·

2.

να έχει κατάλληλες γνώσεις των διαφόρων τύπων εμπορικών εταιρειών, καθώς και των κανόνων σύστασης και λειτουργίας τους.

Γ.   Στοιχεία εργατικού δικαίου

Ο υποψήφιος οφείλει, ιδίως, σε σχέση με την οδική μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών, να γνωρίζει τα εξής:

1.

τον ρόλο και τη λειτουργία των διαφόρων κοινωνικών θεσμικών οργάνων που υπεισέρχονται στον τομέα των οδικών μεταφορών (εργατικά συνδικάτα, επιτροπές επιχειρήσεων, εκπρόσωποι προσωπικού, επιθεωρητές εργασίας κ.λπ.)·