ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.163.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 163

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
25 Ιουνίου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2009/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία (Αναδιατύπωση) ( 1 )

1

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΟΔΗΓΙΕΣ

25.6.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 163/1


ΟΔΗΓΊΑ 2009/45/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 6ης Μαΐου 2009

για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία

(Αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1998, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία (3), έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα (4) και ουσιωδώς. Δεδομένου ότι πρόκειται να τροποποιηθεί εκ νέου, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωσή της.

(2)

Στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών, απαιτείται η θέσπιση μέτρων για να βελτιωθεί η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών.

(3)

Η Κοινότητα ανησυχεί σοβαρά για τα ναυτικά ατυχήματα που συνέβησαν σε επιβατηγά πλοία με επακόλουθο τη μαζική απώλεια ανθρωπίνων ζωών. Τα άτομα που χρησιμοποιούν επιβατηγά πλοία και ταχύπλοα σκάφη σε ολόκληρη την Κοινότητα, δικαιούνται να αναμένουν το κατάλληλο επίπεδο ασφαλείας επ' αυτών και να βασίζονται σε αυτό.

(4)

Ο εξοπλισμός εργασίας και τα μέσα ατομικής προστασίας των εργαζομένων δεν εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία, διότι οι διατάξεις της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (5) καθώς και οι σχετικές διατάξεις των συναφών ειδικών οδηγιών της, τυγχάνουν εφαρμογής στη χρήση του εν λόγω εξοπλισμού σε επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια.

(5)

Η παροχή υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών επιβατών μεταξύ των κρατών μελών ελευθερώθηκε ήδη με τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 4055/86, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (6). Η εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών εντός των κρατών μελών (θαλάσσιες ενδομεταφορές — καμποτάζ) έχει προβλεφθεί από τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 3577/92 (7).

(6)

Είναι απαραίτητο να θεσπιστούν εναρμονισμένα πρότυπα ασφαλείας, σε κατάλληλο επίπεδο, για τα επιβατηγά πλοία και σκάφη που εκτελούν υπηρεσίες εσωτερικών μεταφορών, προκειμένου να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο ασφαλείας και να εξαλειφθούν τα εμπόδια στις συναλλαγές. Στο πλαίσιο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), καταρτίζονται πρότυπα για τα πλοία που εκτελούν διεθνή δρομολόγια. Πρέπει να προβλεφθούν διαδικασίες για την ανάληψη δράσης στο πλαίσιο του ΙΜΟ, με σκοπό την ευθυγράμμιση των προτύπων για τα διεθνή δρομολόγια με τα πρότυπα της παρούσας οδηγίας.

(7)

Λαμβανομένης ιδίως υπόψη της διάστασης των θαλάσσιων μεταφορών επιβατών στην εσωτερική αγορά, η δράση σε κοινοτικό επίπεδο είναι ο μόνος δυνατός τρόπος να καθιερωθεί κοινό επίπεδο ασφαλείας των πλοίων σε ολόκληρη την Κοινότητα.

(8)

Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οδηγία είναι η ενδεδειγμένη νομική πράξη διότι συνιστά το πλαίσιο για την ομοιόμορφη και υποχρεωτική εφαρμογή των προτύπων ασφαλείας από τα κράτη μέλη, ενώ ταυτόχρονα παρέχει σε κάθε κράτος μέλος δικαίωμα επιλογής των μέσων εφαρμογής που αρμόζουν καλύτερα στο εσωτερικό του σύστημα.

(9)

Για να βελτιωθεί η ασφάλεια και να αποτραπούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, οι κοινές απαιτήσεις ασφαλείας θα πρέπει να ισχύουν για τα επιβατηγά πλοία και τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια στην Κοινότητα, ανεξάρτητα από τη σημαία που φέρουν. Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να εξαιρεθούν ορισμένες κατηγορίες πλοίων για τις οποίες οι κανόνες της παρούσας οδηγίας είναι τεχνικώς απρόσφοροι ή οικονομικώς μη βιώσιμοι.

(10)

Τα επιβατηγά πλοία θα πρέπει να κατατάσσονται σε διαφορετικές κατηγορίες, αναλόγως του φάσματος και των συνθηκών των θαλάσσιων περιοχών στις οποίες εκτελούν δρομολόγια. Τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη θα πρέπει να κατατάσσονται σε κατηγορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα HSC, που έχει καταρτίσει ο ΙΜΟ.

(11)

Το κύριο πλαίσιο αναφοράς για τα πρότυπα ασφαλείας θα πρέπει να είναι η σύμβαση του 1974 περί ασφαλείας της ανθρωπίνης ζωής εν θαλάσση (σύμβαση SOLAS του 1974), όπως έχει τροποποιηθεί, η οποία περιλαμβάνει διεθνώς συμφωνηθέντα πρότυπα για τα επιβατηγά πλοία και τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που εκτελούν διεθνή δρομολόγια, καθώς και τα συναφή ψηφίσματα του ΙΜΟ και άλλα μέτρα που συμπληρώνουν και ερμηνεύουν την εν λόγω σύμβαση.

(12)

Οι διάφορες κατηγορίες τόσο των νέων όσο και των υπαρχόντων επιβατηγών πλοίων απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση όσον αφορά τον καθορισμό απαιτήσεων ασφαλείας που να εξασφαλίζουν ισοδύναμο επίπεδο ασφάλειας ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες και τους περιορισμούς αυτών των διαφόρων κατηγοριών. Είναι σκόπιμο να γίνει διάκριση, ως προς τις τηρητέες απαιτήσεις ασφαλείας, μεταξύ των νέων και των υπαρχόντων πλοίων, δεδομένου ότι η επιβολή στα υπάρχοντα πλοία των κανόνων που ισχύουν για τα νέα πλοία, θα συνεπήγετο τόσο εκτεταμένες μετατροπές στην κατασκευή τους ώστε θα καθίσταντο οικονομικώς μη βιώσιμα.

(13)

Οι οικονομικές και τεχνικές συνέπειες της μετασκευής των υπαρχόντων πλοίων προκειμένου να πληρούν τα πρότυπα που προβλέπει η παρούσα οδηγία, δικαιολογούν ορισμένες μεταβατικές περιόδους.

(14)

Λόγω των ουσιαστικών διαφορών ως προς τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη χρήση, μεταξύ των επιβατηγών ταχύπλοων σκαφών και των κλασικών επιβατηγών πλοίων, τα σκάφη αυτά θα πρέπει να υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες.

(15)

Ο ναυτιλιακός εξοπλισμός επί του πλοίου που είναι σύμφωνος προς τις διατάξεις της οδηγίας 96/98/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, για το ναυτιλιακό εξοπλισμό (8), δεν θα πρέπει να υποβάλλεται σε πρόσθετες δοκιμές όταν τοποθετείται σε επιβατηγό πλοίο, εφόσον ο εξοπλισμός αυτός υπόκειται ήδη στα πρότυπα και στις διαδικασίες που καθορίζει η εν λόγω οδηγία.

(16)

Η οδηγία 2003/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) (9) εισήγαγε ενισχυμένες απαιτήσεις ευστάθειας για τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που εκτελούν διεθνή δρομολόγια από και προς κοινοτικούς λιμένες· αυτό το ενισχυμένο μέτρο θα πρέπει να εφαρμοστεί επίσης και σε ορισμένες κατηγορίες των εν λόγω πλοίων που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια με τις ίδιες συνθήκες θαλάσσης. Η μη εφαρμογή αυτών των απαιτήσεων ευστάθειας δικαιολογεί τον σταδιακό παροπλισμό των επιβατηγών οχηματαγωγών πλοίων (ro-ro) έπειτα από ορισμένα έτη λειτουργίας. Ενόψει των δομικών μετασκευών στις οποίες ενδέχεται να χρειαστεί να υποβληθούν τα υπάρχοντα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) προκειμένου αυτά να συμμορφωθούν προς τις ειδικές απαιτήσεις ευσταθείας, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να εισαχθούν για χρονικό διάστημα αρκετών ετών, ώστε να δοθεί επαρκής χρόνος στον θιγόμενο τομέα της ναυτιλίας να συμμορφωθεί: προς τούτο θα πρέπει να προβλεφθεί για τα υπάρχοντα πλοία χρονοδιάγραμμα σταδιακής καθιέρωσης. Το εν λόγω χρονοδιάγραμμα σταδιακής καθιέρωσης δεν θα πρέπει να θίγει την επιβολή των ειδικών απαιτήσεων ευσταθείας στις θαλάσσιες περιοχές που διέπονται από τα παραρτήματα της Συμφωνίας της Στοκχόλμης της 28ης Φεβρουαρίου 1996.

(17)

Είναι σημαντικό να εφαρμοστούν πρόσφορα μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται η υπό ασφαλείς συνθήκες πρόσβαση των ατόμων μειωμένης κινητικότητας στα επιβατηγά πλοία και ταχύπλοα επιβατηγά σκάφη που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια εντός των κρατών μελών.

(18)

Με την επιφύλαξη ελέγχου βάσει της διαδικασίας επιτροπής, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις ασφαλείας εφόσον δικαιολογούνται από τοπικές συνθήκες, να επιτρέπουν τη χρήση ισοδύναμων προτύπων, να χορηγούν εξαιρέσεις από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας υπό ορισμένες προϋποθέσεις λειτουργίας, ή να θεσπίζουν μέτρα διασφάλισης σε εξαιρετικές επικίνδυνες περιπτώσεις.

(19)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2099/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, για την επιτροπή ασφάλειας στη ναυτιλία και πρόληψης της ρύπανσης από τα πλοία (COSS) (10), συγκέντρωσε σε μία επιτροπή τα καθήκοντα των επιτροπών που έχουν θεσπισθεί με κοινοτική νομοθεσία στο πεδίο της ασφάλειας στη ναυτιλία, πρόληψης της ρύπανσης από τα πλοία και προστασίας των όρων διαβίωσης και εργασίας στα πλοία.

(20)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (11).

(21)

Ενδείκνυται ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να προβαίνει σε προσαρμογή ορισμένων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, περιλαμβανομένων των παραρτημάτων της, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο και, ειδικότερα, οι τροποποιήσεις των διεθνών συμβάσεων. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβελείας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(22)

Για τον έλεγχο της αποτελεσματικής εφαρμογής και επιβολής των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να διενεργούνται επιθεωρήσεις στα νέα και στα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία και σκάφη. Η συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία θα πρέπει να πιστοποιείται από την αρχή του κράτους σημαίας ή για λογαριασμό της.

(23)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν σύστημα κυρώσεων για τυχόν παράβαση των θεσπιζόμενων δυνάμει της παρούσας οδηγίας εθνικών διατάξεων και θα πρέπει να ελέγχουν τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία, βάσει διατάξεων ανάλογων με τις προβλεπόμενες στην οδηγία 95/21/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1995, σχετικά με τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος του λιμένα (12).

(24)

Τα εισαγόμενα στην παρούσα οδηγία νέα στοιχεία αφορούν αποκλειστικά τις διαδικασίες επιτροπής. Συνεπώς, περιττεύει η ενσωμάτωσή τους από τα κράτη μέλη στο εθνικό δίκαιο.

(25)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα IV, μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να διαμορφωθεί ενιαίο επίπεδο ασφαλείας της ζωής και της περιουσίας στα νέα και στα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία και ταχύπλοα επιβατηγά σκάφη, όταν και οι δύο κατηγορίες πλοίων και σκαφών εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, και να θεσπιστούν διαδικασίες διαπραγμάτευσης σε διεθνές επίπεδο για την εναρμόνιση των κανόνων που ισχύουν για τα επιβατηγά πλοία τα οποία εκτελούν διεθνή δρομολόγια.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α)   «διεθνείς συμβάσεις»: η διεθνής σύμβαση του 1974 περί ασφαλείας της ανθρώπινης ζωής εν θαλάσση («σύμβαση SOLAS του 1974»), όπως έχει τροποποιηθεί, και η διεθνής σύμβαση του 1966 περί γραμμών φορτώσεως πλοίων, καθώς και τα πρωτόκολλα και οι τροποποιήσεις τους·

β)   «κώδικας ευστάθειας σε άθικτη κατάσταση»: ο «διεθνής κώδικας για την ευστάθεια σε άθικτη κατάσταση όλων των τύπων πλοίων που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του ΙΜΟ», ο οποίος περιέχεται στο ψήφισμα αριθ. Α. 749 (18) της ολομέλειας του ΙΜΟ της 4ης Νοεμβρίου 1993, όπως έχει τροποποιηθεί·

γ)   «κώδικας ταχύπλοων σκαφών» (κώδικας HSC): ο διεθνής κώδικας ασφαλείας ταχύπλοων σκαφών, ο οποίος περιέχεται στο ψήφισμα αριθ. MSC 36(63) της επιτροπής ναυτικής ασφάλειας του ΙΜΟ της 20ής Μαΐου 1994, στην ενημερωμένη έκδοση·

δ)   «GMDSS»: το παγκόσμιο ναυτιλιακό σύστημα για την παροχή βοήθειας και την ασφάλεια, που ορίζεται στο κεφάλαιο IV της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί·

ε)   «επιβατηγό πλοίο»: κάθε πλοίο το οποίο μεταφέρει περισσοτέρους των δώδεκα επιβάτες·

στ)   «επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro)»: το πλοίο που μεταφέρει περισσότερους από 12 επιβάτες, και διαθέτει χώρους στους οποίους εισέρχονται και εξέρχονται απευθείας τα μεταφερόμενα οχήματα ή χώρους ειδικής κατηγορίας, όπως ορίζονται από τον κανονισμό ΙΙ-2/Α/2 που περιέχεται στο παράρτημα Ι·

ζ)   «επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος»: ταχύπλοο σκάφος που ορίζεται στον κανονισμό Χ/1 της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο μεταφέρει περισσοτέρους από δώδεκα επιβάτες, εκτός των επιβατηγών πλοίων τα οποία εκτελούν εσωτερικά θαλάσσια δρομολόγια κλάσεως Β, Γ ή Δ όταν:

η)   «νέο πλοίο»: κάθε πλοίο του οποίου είχε τοποθετηθεί η τρόπιδα ή το οποίο βρισκόταν σε ανάλογο στάδιο κατασκευής κατά ή μετά την 1η Ιουλίου 1998. Ως «ανάλογο στάδιο κατασκευής» νοείται το στάδιο κατά το οποίο:

θ)   «υπάρχον πλοίο»: κάθε πλοίο που δεν είναι νέο·

ι)   «ηλικία»: η ηλικία του πλοίου, η οποία εκφράζεται σε αριθμό ετών από την ημερομηνία παράδοσής του·

ια)   «επιβάτης»: κάθε άτομο εκτός από:

ιβ)   «μήκος του πλοίου»: εκτός αντιθέτων διατάξεων, το 96 % του συνολικού μήκους επί της ισάλου γραμμής στο 85 % του ελάχιστου βυθίσματος, όπως μετράται από την άνω όψη της τρόπιδος, ή το μήκος από την πρωραία όψη της στείρας μέχρι τον άξονα του κορμού του πηδαλίου στην εν λόγω ίσαλο γραμμή, εάν το μέγεθος αυτό είναι μεγαλύτερο. Στα πλοία που έχουν σχεδιασθεί με επικλινή τρόπιδα, η ίσαλος γραμμή επί της οποίας μετράται το μήκος είναι παράλληλη προς τη σχεδιασθείσα ίσαλο·

ιγ)   «ύψος πρώρας»: το ύψος που ορίζεται στον κανονισμό 39 της διεθνούς σύμβασης του 1966 περί γραμμών φορτώσεως πλοίων, ως η κατακόρυφη απόσταση στον πρωραίο νομέα μεταξύ της ισάλου γραμμής που αντιστοιχεί στο προσδιορισθέν ύψος εξάλων θέρους και στη σχεδιασθείσα διαγωγή και του άνω μέρους του ίχνους του εκτεθειμένου καταστρώματος·

ιδ)   «πλοίο με πλήρες κατάστρωμα»: κάθε πλοίο που διαθέτει ολοκληρωμένο κατάστρωμα, εκτεθειμένο στον καιρό και στη θάλασσα, το οποίο διαθέτει μόνιμα μέσα κλεισίματος όλων των ανοιγμάτων στο εκτεθειμένο στον καιρό τμήμα και κάτω από το οποίο όλα τα ανοίγματα στις πλευρές του πλοίου είναι εφοδιασμένα με μόνιμα μέσα τουλάχιστον καιροστεγούς κλεισίματος·

το ολοκληρωμένο κατάστρωμα μπορεί να είναι υδατοστεγές κατάστρωμα ή ισοδύναμη κατασκευή, αποτελούμενη από ένα μη υδατοστεγές κατάστρωμα καλυμμένο τελείως από μια καιροστεγή κατασκευή επαρκούς αντοχής, ώστε να διατηρείται η καιροστεγής ακεραιότητα, και εφοδιασμένο με καιροστεγείς συσκευές κλεισίματος·

ιε)   «διεθνές δρομολόγιο»: κάθε θαλάσσιος πλους από ένα λιμένα κράτους μέλους προς λιμένα εκτός αυτού του κράτους μέλους ή αντιστρόφως·

ιστ)   «εσωτερικό δρομολόγιο»: κάθε πλους σε θαλάσσιες περιοχές από ένα λιμένα κράτους μέλους στον ίδιο ή άλλο λιμένα του ίδιου κράτους μέλους·

ιζ)   «θαλάσσια περιοχή»: περιοχή που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2· ωστόσο, για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τις ραδιοεπικοινωνίες, οι ορισμοί των θαλάσσιων περιοχών είναι εκείνοι που δίδονται στον κανονισμό 2 κεφάλαιο IV της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί·

ιη)   «λιμενική περιοχή»: κάθε περιοχή πλην της θαλάσσιας περιοχής, που καθορίζεται από τα κράτη μέλη και εκτείνεται μέχρι τις ακρότατες μόνιμες λιμενικές εγκαταστάσεις, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος ενός λιμενικού συστήματος, ή μέχρι τα όρια που ορίζονται από τα φυσικά γεωραφικά χαρακτηριστικά που προστατεύουν τις εκβολές ενός ποταμού ή άλλη προστατευμένη περιοχή·

ιθ)   «καταφύγιο»: οποιαδήποτε φυσικά ή τεχνητά προφυλαγμένη περιοχή, η οποία μπορεί να χρησιμοποιείται ως καταφύγιο από πλοίο ή σκάφος σε συνθήκες που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλειά του·

κ)   «αρχή του κράτους σημαίας»: οι αρμόδιες αρχές του κράτους του οποίου τη σημαία δικαιούται να φέρει το πλοίο ή σκάφος·

κα)   «φιλοξενούν κράτος»: το κράτος μέλος, προς ή από τον λιμένα ή τους λιμένες του οποίου εκτελεί εσωτερικά δρομολόγια ένα πλοίο ή σκάφος που φέρει σημαία διαφορετική από τη σημαία του κράτους μέλους αυτού·

κβ)   «αναγνωρισμένος οργανισμός»: κάθε οργανισμός αναγνωρισμένος σύμφωνα με το (άρθρο 4 της οδηγίας 94/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1994, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και εξέτασης πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών) (13)·

κγ)   «μίλι»: μονάδα μήκους ίση προς 1 852 μέτρα·

κδ)   «σημαντικό ύψος κύματος»: ο μέσος όρος του ανώτατου τρίτου των υψών κύματος που παρατηρούνται σε δεδομένη χρονική περίοδο·

κε)   «άτομα μειωμένης κινητικότητας»: κάθε άτομο που έχει ιδιαίτερη δυσκολία όταν χρησιμοποιεί τις δημόσιες συγκοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των ατόμων με προβλήματα αισθητηριακής φύσεως και των ατόμων που χρησιμοποιούν αναπηρικές πολυθρόνες, των εγκύων γυναικών και των ατόμων που συνοδεύουν παιδιά μικρής ηλικίας.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα παρακάτω επιβατηγά πλοία και σκάφη, ανεξαρτήτως σημαίας, όταν εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια:

α)

στα νέα επιβατηγά πλοία·

β)

στα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία μήκους 24 μέτρων και άνω·

γ)

στα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη.

Κάθε κράτος μέλος, υπό την ιδιότητά του ως φιλοξενούντος κράτους, εξασφαλίζει ότι τα επιβατηγά πλοία και τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μη μέλους, πριν αρχίσουν να εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια στο κράτος μέλος αυτό, πληρούν στο ακέραιο τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

2.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

α)

στα επιβατηγά πλοία που είναι:

i)

πολεμικά και οπλιταγωγά πλοία,

ii)

μη μηχανοκίνητα πλοία,

iii)

πλοία που δεν είναι κατασκευασμένα από χάλυβα ή ισοδύναμο υλικό και δεν διέπονται από τα πρότυπα που αφορούν τα ταχύπλοα σκάφη [ψήφισμα MSC 36 (63)] ή τα δυναμικώς στηριζόμενα σκάφη [ψήφισμα Α.373(Χ)],

iv)

ξύλινα πλοία πρωτόγονης κατασκευής,

v)

πρωτότυπα ιστορικά επιβατηγά πλοία και τα μεμονωμένα αντίγραφά τους, σχεδιασμένα πριν από το 1965, κατασκευασμένα κατά το μεγαλύτερο μέρος από τα αρχικά υλικά,

vi)

θαλαμηγοί, εκτός εάν έχουν ή πρόκεται να έχουν πλήρωμα και μεταφέρουν περισσότερους από 12 επιβάτες για εμπορικούς σκοπούς, ή

vii)

πλοία που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε λιμενικές περιοχές·

β)

στα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που είναι:

i)

πολεμικά και οπλιταγωγά σκάφη,

ii)

σκάφη αναψυχής, εκτός εάν έχουν ή πρόκειται να έχουν πλήρωμα και μεταφέρουν περισσότερους από 12 επιβάτες για εμπορικούς σκοπούς, ή

iii)

σκάφη που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε λιμενικές περιοχές.

Άρθρο 4

Κατηγορίες επιβατηγών πλοίων

1.   Τα επιβατηγά πλοία κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες, ανάλογα με τη θαλάσσια περιοχή στην οποία εκτελούν δρομολόγια:

«Κατηγορία Α»

επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, πλην των πλόων που εμπίπτουν στις κατηγορίες Β, Γ και Δ.

«Κατηγορία Β»

επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, κατά την πορεία των οποίων ουδέποτε απομακρύνονται περισσότερο από 20 μίλια από την ακτογραμμή, όπου μπορούν να αποβιβασθούν ναυαγοί, που αντιστοιχεί στο μέσο ύψος της παλίρροιας.

«Κατηγορία Γ»

επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια σε θαλάσσιες περιοχές όπου η πιθανότητα υπέρβασης των 2,5 μέτρων σημαντικού ύψους κύματος είναι μικρότερη από 10 % σε περίοδο ενός έτους, προκειμένου για εκτέλεση δρομολογίων καθόλη τη διάρκεια του έτους, ή σε περιορισμένη περίοδο του έτους, προκειμένου για εκτέλεση δρομολογίων αποκλειστικά κατ' αυτή την περίοδο (π.χ. δρομολόγια κατά τους θερινούς μήνες), κατά τη διάρκεια των οποίων ουδέποτε απομακρύνονται περισσότερο από 15 μίλια από καταφύγιο ούτε περισσότερο από 5 μίλια από την ακτογραμμή, όπου μπορούν να αποβιβασθούν ναυαγοί, που αντιστοιχεί στο μέσο ύψος της παλίρροιας.

«Κατηγορία Δ»

επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια σε θαλάσσιες περιοχές όπου η πιθανότητα υπέρβασης των 1,5 μέτρων σημαντικού ύψους κύματος είναι μικρότερη από 10 % σε περίοδο ενός έτους, προκειμένου για εκτέλεση δρομολογίων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, ή σε περιορισμένη περίοδο του έτους, προκειμένου για εκτέλεση δρομολογίων αποκλειστικά κατ' αυτήν την περίοδο (π.χ. δρομολόγια κατά τους θερινούς μήνες), κατά τη διάρκεια των οποίων ουδέποτε απομακρύνονται περισσότερο από 6 μίλια από καταφύγιο ούτε περισσότερο από 3 μίλια από την ακτογραμμή, όπου μπορούν να αποβιβασθούν ναυαγοί, που αντιστοιχεί στο μέσο ύψος της παλίρροιας.

2.   Κάθε κράτος μέλος:

α)

καταρτίζει και ενημερώνει, όταν απαιτείται, κατάλογο των υπό τη δικαιοδοσία του θαλάσσιων περιοχών, οριοθετώντας για τις διάφορες κατηγορίες πλοίων, βάσει των κριτηρίων κατάταξης της παραγράφου 1, τις ζώνες για εκτέλεση δρομολογίων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους και, όπου αυτό ενδείκνυται, για περιορισμένη περιοδική εκτέλεση δρομολογίων·

β)

δημοσιεύει τον κατάλογο αυτόν σε δημόσια βάση δεδομένων, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα διαδικτύου της αρμόδιας ναυτιλιακής αρχής·

γ)

κοινοποιεί στην Επιτροπή τη θέση των πληροφοριών αυτών, και την ενημερώνει όταν γίνονται τροποποιήσεις του καταλόγου.

3.   Για τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη, ισχύουν οι κατηγορίες του κεφαλαίου 1 παράγραφοι 1.4.10 και 1.4.11 του κώδικα HSC.

Άρθρο 5

Εφαρμογή

1.   Τόσο τα νέα, όσο και τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία και επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη, όταν εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, πρέπει να πληρούν τους σχετικούς κανόνες και πρότυπα ασφαλείας που καθορίζει η παρούσα οδηγία.

2.   Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν, για λόγους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, την εκτέλεση εσωτερικών δρομολογίων από επιβατηγά πλοία ή επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν προσθέτων απαιτήσεων που επιβάλλει κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1.

Κάθε κράτος μέλος, υπό την ιδιότητά του ως φιλοξενούντος κράτους, αναγνωρίζει το πιστοποιητικό ασφαλείας ταχύπλοου σκάφους και την άδεια εκτέλεσης, τα οποία εκδίδονται από άλλο κράτος μέλος για επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, ή το κατά το άρθρο 13 πιστοποιητικό ασφάλειας επιβατηγών σκαφών, το οποίο εκδίδεται από άλλο κράτος μέλος για επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια.

3.   Το φιλοξενούν κράτος μπορεί να επιθεωρεί ένα επιβατηγό πλοίο, ή αντιστοίχως ένα επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος, που εκτελεί εσωτερικό δρομολόγιο και να ελέγχει τα έγγραφά του, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 95/21/ΕΚ.

4.   Κάθε ναυτιλιακός εξοπλισμός επί του πλοίου, ο οποίος απαριθμείται στο παράρτημα Α.1 της οδηγίας 96/98/ΕΚ και είναι σύμφωνος με τις διατάξεις της, θεωρείται σύμφωνος με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, ανεξαρτήτως του εάν το παράρτημα I της παρούσας οδηγίας απαιτεί να εγκρίνεται ο εξοπλισμός αυτός και να υποβάλλεται σε δοκιμές οι οποίες κρίνονται ικανοποιητικές από την αρχή του κράτους σημαίας.

Άρθρο 6

Απαιτήσεις ασφαλείας

1.   Όσον αφορά τα νέα και τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Α, Β, Γ και Δ:

α)

η κατασκευή και η συντήρηση του κύτους, των κύριων και των βοηθητικών μηχανών και των ηλεκτρικών και αυτομάτων εγκαταστάσεων, πρέπει να πληρούν τα πρότυπα κατάταξης, τα οποία καθορίζονται στους κανόνες αναγνωρισμένου οργανισμού ή σε ισοδύναμους κανόνες που χρησιμοποιούνται από μια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 94/57/ΕΚ·

β)

εφαρμόζονται οι διατάξεις του κεφαλαίου IV, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων GMDSS του 1988, και των κεφαλαίων V και VI της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί·

γ)

εφαρμόζονται οι διατάξεις για τον εξοπλισμό ναυσιπλοΐας επί του πλοίου του κανονισμού 12, κεφάλαιο V της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί. Ο εξοπλισμός ναυσιπλοΐας επί του πλοίου κατά το παράρτημα Α.1 της οδηγίας 96/98/ΕΚ, ο οποίος είναι σύμφωνος προς τις διατάξεις της, θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στις σχετικές με την έγκριση τύπου απαιτήσεις του κανονισμού V/12, στοιχείο r), της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί.

2.   Όσον αφορά τα νέα επιβατηγά πλοία:

α)

Γενικές απαιτήσεις:

i)

τα νέα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Α πρέπει να πληρούν εξ ολοκλήρου τις απαιτήσεις της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, και τις σχετικές ειδικές απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας ως προς τους κανονισμούς των οποίων η ερμηνεία επαφίεται, κατά τη σύμβαση SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, στη διακριτική ευχέρεια της αρχής, η αρχή του κράτους σημαίας εφαρμόζει τις ερμηνείες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της παρούσας οδηγίας·

ii)

τα νέα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ πρέπει να πληρούν τις σχετικές ειδικές απαιτήσεις που ορίζει η παρούσα οδηγία·

β)

απαιτήσεις σχετικά με τη γραμμή φορτώσεως:

i)

όλα τα νέα επιβατηγά πλοία μήκους 24 μέτρων και άνω, πρέπει να είναι σύμφωνα με τη διεθνή σύμβαση του 1966 περί γραμμών φορτώσεως πλοίων·

ii)

σχετικά με το μήκος και την κατηγορία των νέων επιβατηγών πλοίων μήκους κάτω των 24 μέτρων, εφαρμόζονται κριτήρια με επίπεδο ασφαλείας ισοδύναμο προς το επίπεδο της διεθνούς σύμβασης του 1966 περί γραμμών φορτώσεως πλοίων·

iii)

με την επιφύλαξη των σημείων i) και ii), τα νέα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Δ εξαιρούνται από την απαίτηση ελαχίστου ύψους πρώρας που καθορίζεται στη διεθνή σύμβαση του 1966 περί γραμμών φορτώσεως πλοίων·

iv)

τα νέα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Α, Β, Γ και Δ πρέπει να διαθέτουν πλήρες κατάστρωμα.

3.   Όσον αφορά τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία:

α)

τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Α πρέπει να είναι σύμφωνα με τους κανονισμούς για τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία που καθορίζονται στη σύμβαση SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, και με τις σχετικές ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία ως προς τους κανονισμούς εκείνους, των οποίων η ερμηνεία επαφίεται, κατά τη σύμβαση SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, στη διακριτική ευχέρεια της αρχής, η αρχή του κράτους σημαίας εφαρμόζει τις ερμηνείες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της παρούσας οδηγίας·

β)

τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Β πρέπει να πληρούν τις σχετικές ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία·

γ)

τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Γ και Δ πρέπει να αντοποκρίνονται στις σχετικές ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και, στους τομείς που δεν διέπονται από τις εν λόγω απαιτήσεις, στους κανόνες της αρχής του κράτους σημαίας· οι κανόνες αυτοί πρέπει να παρέχουν επίπεδο ασφάλειας ισοδύναμο προς το επίπεδο των κεφαλαίων II-1 και II-2 του παραρτήματος I, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών τοπικών συνθηκών λειτουργίας στις θαλάσσιες περιοχές στις οποίες τα πλοία αυτών των κατηγοριών μπορούν να εκτελούν δρομολόγια·

προτού επιτραπεί η τακτική εκτέλεση δρομολογίων από υπάρχοντα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Γ και Δ σε μια φιλοξενούσα χώρα, η αρχή του κράτους σημαίας οφείλει να εξασφαλίσει τη συναίνεση της φιλοξενούσας χώρας ως προς αυτούς τους κανόνες·

δ)

όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι οι κανόνες που απαιτεί η αρχή του φιλοξενούντος κράτους σύμφωνα με το στοιχείο γ) είναι παράλογοι, το γνωστοποιεί αμέσως στην Επιτροπή·η Επιτροπή προβαίνει σε ενέργειες για να λάβει απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11 παράγραφος 2·

ε)

οι μεγάλης έκτασης επισκευές, μετατροπές και μετασκευές καθώς και ο συνδεόμενος με τις εργασίες αυτές εξοπλισμός, πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 στοιχείο α) για τα νέα πλοία· οι μετατροπές υπάρχοντος πλοίου με αποκλειστικό σκοπό να ενισχυθεί η βιωσιμότητά του, δεν θεωρούνται ως μετασκευές μεγάλης έκτασης·

στ)

οι διατάξεις του στοιχείου α), εκτός αν ορίζονται πλησιέστερες ημερομηνίες στη σύμβαση SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, και οι διατάξεις των στοιχείων β) και γ), εκτός αν ορίζονται πλησιέστερες ημερομηνίες στο παράρτημα I της παρούσας οδηγίας, δεν εφαρμόζονται σε πλοίο του οποίου η τρόπιδα ετέθη ή το οποίο ευρίσκετο σε παρόμοιο στάδιο ναυπήγησης:

i)

πριν από την 1η Ιανουαρίου 1940: μέχρι την 1η Ιουλίου 2006·

ii)

την 1η Ιανουαρίου 1940 ή μετά την ημερομηνία αυτή, αλλά πριν τις 31 Δεκεμβρίου 1962: μέχρι την1η Ιουλίου 2007·

iii)

την 1η Ιανουαρίου 1963 ή μετά την ημερομηνία αυτή, αλλά πριν τις 31 Δεκεμβρίου 1974: μέχρι την 1η Ιουλίου 2008·

iv)

την 1η Ιανουαρίου 1975 ή μετά την ημερομηνία αυτή, αλλά πριν τις 31 Δεκεμβρίου 1984: μέχρι την 1η Ιουλίου 2009·

v)

την 1η Ιανουαρίου 1985 ή μετά την ημερομηνία αυτή, αλλά πριν την 1η Ιουλίου 1998: μέχρι την 1η Ιουλίου 2010.

4.   Όσον αφορά τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη:

α)

Τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που ναυπηγούνται ή υφίστανται επισκευές, μετασκευές ή μετατροπές μεγάλης κλίμακας από 1ης Ιανουαρίου 1996 και εξής πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του κανονισμού Χ/3 της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, εκτός εάν:

i)

η τρόπιδά τους είχε ήδη τεθεί ή βρίσκονταν σε αντίστοιχο στάδιο ναυπήγησης το αργότερο την 4η Ιουνίου 1998,

ii)

έχουν παραδοθεί και τέθηκαν σε υπηρεσία το αργότερο την 4η Δεκεμβρίου 1998 και

iii)

πληρούν στο ακέραιο τις απαιτήσεις του κώδικα ασφαλείας για τα δυναμικώς στηριζόμενα σκάφη (κώδικας DSC) που περιλαμβάνεται στο ψήφισμα Α.373(Χ) της ολομέλειας του ΙΜΟ, της 14ης Νοεμβρίου 1977, όπως τροποποιήθηκε με το ψήφισμα MSC 37(63) της επιτροπής ναυτιλιακής ασφαλείας, της 19ης Μαΐου 1994·

β)

τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που έχουν ναυπηγηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1996 και πληρούν τις απαιτήσεις του κώδικα HSC εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τα πιστοποιητικά που τους έχουν δοθεί βάσει του εν λόγω κώδικα.

Τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που έχουν ναυπηγηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1996 και δεν πληρούν τις απαιτήσεις του κώδικα HSC δεν μπορούν να εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, εκτός αν εκτελούσαν ήδη εσωτερικά δρομολόγια σ' ένα κράτος μέλος την 4η Ιουνίου 1998, οπότε μπορεί να τους επιτραπεί να συνεχίσουν να εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια σ' αυτό το κράτος μέλος· τα σκάφη αυτά οφείλουν να πληρούν τις απαιτήσεις του κώδικα DSC·

γ)

η ναυπήγηση και η συντήρηση των επιβατηγών ταχύπλοων σκαφών και του εξοπλισμού τους πρέπει να είναι σύμφωνες με τους κανόνες «αναγνωρισμένου οργανισμού» για την κατάταξη ταχύπλοων σκαφών ή με ισοδύναμους κανόνες που χρησιμοποιούνται από μια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 94/57/ΕΚ.

Άρθρο 7

Απαιτήσεις ευστάθειας και σταδιακός παροπλισμός των επιβατηγών οχηματαγωγών πλοίων (ro-ro)

1.   Όλα τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) των κατηγοριών Α, Β και Γ, των οποίων είχε τοποθετηθεί η τρόπιδα ή τα οποία βρίσκονταν σε ανάλογο στάδιο ναυπήγησης κατά ή μετά την 1η Οκτωβρίου 2004, πρέπει να πληρούν τις διατάξεις των άρθρων 6, 8 και 9 της οδηγίας 2003/25/ΕΚ.

2.   Όλα τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) των κατηγοριών Α και Β, των οποίων είχε τοποθετηθεί η τρόπιδα ή τα οποία βρίσκονταν σε ανάλογο στάδιο ναυπήγησης πριν από την 1η Οκτωβρίου 2004, πρέπει να πληρούν τις διατάξεις των άρθρων 6, 8 και 9 της οδηγίας 2003/25/ΕΚ το αργότερο από την 1η Οκτωβρίου 2010, εκτός αν έχουν παροπλιστεί κατά την εν λόγω ημερομηνία ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία κατά την οποία θα φθάσουν στην ηλικία των 30 ετών, αλλά οπωσδήποτε από την 1η Οκτωβρίου 2015 το αργότερο.

Άρθρο 8

Απαιτήσεις ασφαλείας για άτομα μειωμένης κινητικότητας

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, βάσει, εφόσον είναι εφικτό, των κατευθυντήριων γραμμών του παραρτήματος ΙΙΙ, για να παρέχεται στα άτομα μειωμένης κινητικότητας η δυνατότητα να έχουν ασφαλή πρόσβαση σε όλα τα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Α, Β, Γ και Δ και σε όλα τα ταχύπλοα σκάφη, τα οποία χρησιμοποιούνται για δημόσιες μεταφορές και των οποίων είχε τοποθετηθεί η τρόπιδα ή τα οποία βρίσκονταν σε ανάλογο στάδιο ναυπήγησης κατά ή μετά την 1η Οκτωβρίου 2004.

2.   Τα κράτη μέλη συμβουλεύονται και συνεργάζονται με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των ατόμων μειωμένης κινητικότητας σχετικά με την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ.

3.   Για τους σκοπούς της μετασκευής επιβατηγών πλοίων των κατηγοριών Α, Β, Γ και Δ και ταχύπλοων επιβατηγών σκαφών, τα οποία χρησιμοποιούνται για δημόσιες μεταφορές και των οποίων είχε τοποθετηθεί η τρόπιδα ή τα οποία βρίσκονταν σε ανάλογο στάδιο ναυπήγησης πριν από την 1η Οκτωβρίου 2004, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ, εφόσον είναι λογικό και εφικτό από οικονομική άποψη.

Τα κράτη μέλη καταρτίζουν εθνικό σχέδιο δράσης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον οι κατευθυντήριες γραμμές εφαρμόζονται στα πλοία και τα σκάφη αυτά. Διαβιβάζουν στην Επιτροπή το σχέδιο αυτό το αργότερο στις 17 Μαΐου 2005.

4.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, το αργότερο στις 17 Μαΐου 2006, σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου όσον αφορά όλα τα κατά την παράγραφο 1 επιβατηγά πλοία, τα κατά την παράγραφο 3 επιβατηγά πλοία τα οποία έχουν άδεια να μεταφέρουν περισσότερους από 400 επιβάτες, και όλα τα ταχύπλοα επιβατηγά σκάφη.

Άρθρο 9

Πρόσθετες απαιτήσεις ασφαλείας, ισοδύναμες απαιτήσεις, εξαιρέσεις και μέτρα διασφάλισης

1.   Εάν ένα κράτος μέλος ή μια ομάδα κρατών μελών κρίνει ότι οι ισχύουσες απαιτήσεις ασφαλείας πρέπει να βελτιωθούν σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω ειδικών τοπικών συνθηκών, και εάν έχει αποδειχθεί η ανάγκη αυτή, τότε αυτό το κράτος ή τα κράτη μπορούν, με τη διαδικασία της παραγράφου 4, να λαμβάνουν μέτρα για τη βελτίωση των απαιτήσεων ασφαλείας.

2.   Ένα κράτος μέλος μπορεί, με τη διαδικασία της παραγράφου 4, να θεσπίζει μέτρα που επιτρέπουν την εφαρμογή απαιτήσεων ισοδύναμων προς τους κανονισμούς του παραρτήματος I, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω ισοδύναμες απαιτήσεις είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικές με τους κανονισμούς αυτούς.

3.   Εφόσον δεν υποβαθμίζεται το επίπεδο ασφαλείας, ένα κράτος μέλος μπορεί, με τη διαδικασία της παραγράφου 4, να θεσπίσει μέτρα για να εξαιρεί πλοία από ορισμένες ειδικές απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, προκειμένου για την εκτέλεση εσωτερικών δρομολογίων στο κράτος αυτό, συμπεριλαμβανομένων των αρχιπελαγικών περιοχών των προφυλαγμένων από τις συνθήκες της ανοιχτής θάλασσας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις λειτουργίας, όπως μικρότερο σημαντικό ύψος κύματος, περιορισμένη χρονική περίοδος του έτους, δρομολόγιο μόνον κατά τη διάρκεια της ημέρας ή με κατάλληλες κλιματικές ή καιρικές συνθήκες, ή περιορισμένη διάρκεια πλού, ή εγγύτητα προς υπηρεσίες διάσωσης.

4.   Το κράτος μέλος μέλος το οποίο κάνει χρήση των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 ή 3 ενεργεί σύμφωνα με τηδιαδικασία των εδαφίων 2 έως 6 της παρούσας παραγράφου:

Το κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή τα μέτρα που προτίθεται να θεσπίσει, με τις διευκρινίσεις που απαιτούνται ώστε να αποδεικνύεται ότι διατηρείται επαρκώς το επίπεδο ασφαλείας.

Εάν, εντός 6 μηνών από την κοινοποίηση, αποφασιστεί, με τη διαδικασία του άρθρου 11 παράγραφος 2, ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν δικαιολογούνται, πρέπει να ζητηθεί από το εν λόγω κράτος μέλος να τροποποιήσει ή να μην θεσπίσει τα προτεινόμενα μέτρα.

Τα θεσπιζόμενα μέτρα καθορίζονται στη σχετική εθνική νομοθεσία και ανακοινώνονται στην Επιτροπή, η οποία ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη με όλες τις σχετικές διευκρινίσεις.

Κάθε μέτρο αυτού του είδους εφαρμόζεται σε όλα τα επιβατηγά πλοία της ίδιας κατηγορίας ή στα σκάφη που εκτελούν δρομολόγια υπό τους ίδιους καθοριζόμενους όρους, χωρίς διακρίσεις λόγω της σημαίας τους ή της εθνικότητας ή της έδρας του φορέα εκμετάλλευσής τους.

Τα μέτρα της παραγράφου 3 ισχύουν μόνον καθ' όσον χρόνο το πλοίο ή σκάφος εκτελεί δρομολόγια υπό τους καθοριζόμενους όρους.

5.   Όταν κράτος μέλος κρίνει ότι ένα επιβατηγό πλοίο ή σκάφος που εκτελεί εσωτερικό δρομολόγιο στο κράτος αυτό, παρ' όλο ότι πληροί τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια της ζωής, της περιουσίας ή του περιβάλλοντος, η λειτουργία του εν λόγω πλοίου ή σκάφους μπορεί να ανασταλεί, ή να επιβληθούν περαιτέρω μέτρα ασφαλείας, μέχρις ότου εκλείψει ο κίνδυνος.

Στις ανωτέρω περιστάσεις, ακολουθείται η εξής διαδικασία:

α)

το κράτος μέλος ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη για την απόφασή του, εκθέτοντας τεκμηριωμένα τους σχετικούς λόγους·

β)

η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσον η αναστολή ή τα περαιτέρω μέτρα δικαιολογούνται λόγω σοβαρού κινδύνου για την ασφάλεια και το περιβάλλον·

γ)

αποφασίζεται, με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 παράγραφος 2, εάν η απόφαση του κράτους μέλους να αναστείλει τη λειτουργία του εν λόγω πλοίου ή σκάφους ή να επιβάλει τα περαιτέρω μέτρα ασφαλείας είναι δικαιολογημένη λόγω σοβαρού κινδύνου για την ασφάλεια της ζωής ή της περιουσίας ή για περιβαλλοντικούς λόγους και, εφόσον η αναστολή ή τα μέτρα δεν είναι δικαιολογημένα, ότι το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να αποσύρει την αναστολή ή τα μέτρα.

Άρθρο 10

Προσαρμογές

1.   Τα παρακάτω μπορούν να προσαρμόζονται προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι διεθνείς εξελίξεις, ιδίως στα πλαίσια του ΙΜΟ:

α)

οι ορισμοί του άρθρου 2 στοιχεία α), β), γ), δ) και κβ)·

β)

οι διατάξεις για τις διαδικασίες και κατευθυντήριες γραμμές για τις επιθεωρήσεις του άρθρου 12·

γ)

οι διατάξεις σχετικά με τη σύμβαση SOLAS του 1974 και τον κώδικα HSC, περιλαμβανομένων των μεταγενέστερων τροποποιήσεών της, που καθορίζονται στα άρθρα 4 παράγραφος 3, 6 παράγραφος 4, 12 παράγραφος 3 και 13 παράγραφος 3·

δ)

οι ειδικές μνείες στις «διεθνείς συμβάσεις» και στις αποφάσεις του ΙΜΟ στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 2 στοιχεία ζ), ιγ) και ιζ), 3 παράγραφος 2 στοιχείο α), 6 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ), 6 παράγραφος 2 στοιχείο β) και 13 παράγραφος 3.

2.   Τα παραρτήματα είναι δυνατόν να τροποποιούνται έτσι ώστε:

α)

να εφαρμόζονται, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι τροποποιήσεις που επέρχονται στις διεθνείς συμβάσεις·

β)

να βελτιώνονται οι τεχνικές τους προδιαγραφές με βάση την αποκτώμενη πείρα.

3.   Τα κατά τις παραγράφους 1 και 2 μέτρα, τα οποία αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 παράγραφος 3.

4.   Οι τροποποιήσεις των διεθνών νομοθετημάτων περί των οποίων το άρθρο 2 της παρούσας οδηγίας μπορούν να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2099/2002.

Άρθρο 11

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή ασφαλείας στη ναυτιλία και πρόληψης της ρύπανσης από τα πλοία (COSS) που συστάθηκε με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2099/2002.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η προθεσμία του άρθρου 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται δίμηνη.

3.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α, παράγραφοι 1 έως 4, και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της απόφασης αυτής.

Άρθρο 12

Επιθεωρήσεις

1.   Κάθε νέο επιβατηγό πλοίο υποβάλλεται, από την αρχή του κράτους σημαίας, στις οριζόμενες στα στοιχεία α) έως γ) επιθεωρήσεις:

α)

επιθεώρηση πριν το πλοίο τεθεί σε υπηρεσία·

β)

περιοδική επιθεώρηση ανά δωδεκάμηνο· και

γ)

επιπλέον επιθεωρήσεις, όταν προκύπτει ανάγκη.

2.   Κάθε υπάρχον επιβατηγό πλοίο υποβάλλεται, από την αρχή του κράτους σημαίας, στις οριζόμενες στα στοιχεία α) έως γ) επιθεωρήσεις:

α)

αρχική επιθεώρηση πριν το πλοίο τεθεί σε υπηρεσία σε εσωτερικά δρομολόγια σε φιλοξενούν κράτος, προκειμένου για υπάρχοντα πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια στο κράτος μέλος του οποίου έχουν δικαίωμα να φέρουν τη σημαία

β)

περιοδική επιθεώρηση ανά δωδεκάμηνο·

γ)

επιπλέον επιθεωρήσεις, όταν προκύπτει ανάγκη.

3.   Κάθε επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 4 της παρούσας οδηγίας, οφείλει να πληροί τις απαιτήσεις του κώδικα HSC, υποβάλλεται, από την αρχή του κράτους σημαίας, στις επιθεωρήσεις που απαιτούνται βάσει του εν λόγω κώδικα.

Κάθε επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 της παρούσας οδηγίας, οφείλει να πληροί τις απαιτήσεις του κώδικα DSC, υποβάλλεται από την αρχή του κράτους σημαίας στις επιθεωρήσεις που απαιτούνται βάσει του κώδικα αυτού.

4.   Ακολουθούνται οι διαδικασίες και κατευθυντήριες γραμμές επιθεωρήσεων για την έκδοση του πιστοποιητικού ασφαλείας επιβατηγού πλοίου, που καθορίζονται στο ψήφισμα Α.746(18) της ολομέλειας του ΙΜΟ, της 4ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με κατευθυντήριες γραμμές επιθεώρησης σύμφωνα με το εναρμονισμένο σύστημα επιθεώρησης και πιστοποίησης, ή διαδικασίες που επιτρέπουν να επιτυγχάνεται ο ίδιος στόχος.

5.   Οι επιθεωρήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 διενεργούνται αποκλειστικά από τους επιθεωρητές είτε της ίδιας της αρχής του κράτους σημαίας, είτε ενός αναγνωρισμένου οργανισμού, είτε του κράτους μέλους που έχει εξουσιοδοτηθεί από το κράτος σημαίας να διενεργεί επιθεωρήσεις, για να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς όλες τις ισχύουσες απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 13

Πιστοποιητικά

1.   Όλα τα νέα και όλα τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία πρέπει να είναι εφοδιασμένα με πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου συμφώνως προς την παρούσα οδηγία. Το πιστοποιητικό ασφαλείας καταρτίζεται σύμφωνα προς το υπόδειγμα του παραρτήματος II. Το πιστοποιητικό αυτό εκδίδεται από την αρχή του κράτους σημαίας, μετά την αρχική επιθεώρηση κατά το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 2 στοιχείο α).

2.   Το πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου εκδίδεται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες. Η αρχή του κράτους σημαίας μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού για περίοδο χάριτος διαρκείας έως ενός μηνός από την ημερομηνία λήξεως που αναγράφεται σ' αυτό. Όταν χορηγείται παράταση, η νέα περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού αρχίζει από την ημερομηνία λήξεως του υπάρχοντος πιστοποιητικού πριν από την παράτασή του.

Το πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου ανανεώνεται, αφού διενεργηθεί περιοδική επιθεώρηση, κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 στοιχείο β).

3.   Για τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που πληρούν τις απαιτήσεις του κώδικα HSC, η αρχή του κράτους σημαίας εκδίδει πιστοποιητικό ασφαλείας ταχύπλοου σκάφους και άδεια εκτέλεσης πλόων με ταχύπλοο σκάφος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα HSC.

Η αρχή του κράτους σημαίας θα χορηγεί σε κάθε επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις του κώδικα DSC, ένα πιστοποιητικό κατασκευής και εξοπλισμού DSC καθώς και μία άδεια λειτουργίας ταχύπλοου σκάφους DSC σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα DSC.

Πριν εκδώσει την άδεια εκτέλεσης πλόων για επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος που εκτελεί εσωτερικά δρομολόγια σε φιλοξενούν κράτος, η αρχή του κράτους σημαίας πρέπει να συνεννοηθεί με το φιλοξενούν κράτος, σχετικά με τους όρους από τους οποίους εξαρτάται η εκτέλεση πλόων από το συγκεκριμένο σκάφος στο κράτος αυτό. Η αρχή του κράτους σημαίας πρέπει να αναγράφει όλους αυτούς τους όρους στην άδεια εκτέλεσης πλόων.

4.   Οι εξαιρέσεις που χορηγούνται σε πλοία ή σκάφη δυνάμει και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 3, αναγράφονται στο πιστοποιητικό του πλοίου ή του σκάφους.

Άρθρο 14

Κανονισμοί της σύμβασης SOLAS του 1974

1.   Για τα επιβατηγά πλοία που εκτελούν διεθνή δρομολόγια η Κοινότητα υποβάλλει αιτήματα στον ΙΜΟ, ζητώντας:

α)

να επιταχυνθούν οι διεξαγόμενες εργασίες του ΙΜΟ για την αναθεώρηση των κανονισμών των κεφαλαίων II-1, II-2 και III της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, που αφορούν ζητήματα τα οποία επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια της αρχής, με σκοπό τη διατύπωση εναρμονισμένης ερμηνείας των εν λόγω κανονισμών και την έγκριση αντίστοιχης τροποποίησής τους, και

β)

να θεσπιστούν μέτρα για την υποχρεωτική εφαρμογή των αρχών στις οποίες βασίζονται οι διατάξεις της εγκυκλίου αριθ. 606 της MSC για τη συναίνεση του κράτους λιμένα στις εξαιρέσεις της SOLAS.

2.   Τα κατά την παράγραφο 1 αιτήματα υποβάλλονται από την προεδρία του Συμβουλίου και την Επιτροπή, με βάση τους εναρμονισμένους κανονισμούς του παραρτήματος I.

Όλα τα κράτη μέλη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίσουν ότι ο ΙΜΟ θα αναλάβει το συντομότερο την κατάρτιση των προαναφερθέντων κανονισμών και μέτρων.

Άρθρο 15

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων που επιβάλλονται στις παραβιάσεις των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί σε εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλιστεί η θέση τους σε εφαρμογή. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.

Άρθρο 16

Κοινοποίηση

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Η Επιτροπή ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη σχετικά.

Άρθρο 17

Κατάργηση

Η οδηγία 98/18/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες που παρατίθενται στο Παράρτημα IV, Μέρος Α, καταργείται, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα IV, μέρος Β.

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που του παραρτήματος V.

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 19

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 6 Μαΐου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. KOHOUT


(1)  ΕΕ C 151 της 17.6.2008, σ. 35.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2008 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009.

(3)  ΕΕ L 144 της 15.5.1998, σ. 1.

(4)  Βλ. παράρτημα IV, μέρος Α.

(5)  ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 378 της 31.12.1986, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 364 της 12.12.1992, σ. 7.

(8)  ΕΕ L 46 της 17.2.1997, σ. 25.

(9)  ΕΕ L 123 της 17.5.2003, σ. 22.

(10)  ΕΕ L 324 της 29.11.2002, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(12)  ΕΕ L 157 της 7.7.1995, σ. 1.

(13)  ΕΕ L 319 της 12.12.1994, σ. 20.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΓΙΑ ΝΕΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΚΤΕΛΟΥΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ

Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I —   ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II-1 —   ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ — ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ, ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ Α —   ΓΕΝΙΚΑ

1.

Ορισμοί που αφορούν το μέρος Β (R 2)

2.

Ορισμοί που αφορούν τα μέρη Γ, Δ και Ε (R 3)

ΜΕΡΟΣ B —   ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ ΣΕ ΑΘΙΚΤΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΒΛΑΒΗΣ

1.

Ψήφισμα για την ευστάθεια σε άθικτη κατάσταση A.749 (18)

2.

Στεγανή υποδιαίρεση

3.

Κατακλύσιμο μήκος διαμερισμάτων (R 4)

4.

Επιτρεπόμενο μήκος διαμερισμάτων (R 6)

5.

Διαχωρητότητα (R 5)

6.

Συντελεστής υποδιαιρέσεως

7.

Ειδικοί κανόνες που αφορούν την υποδιαίρεση πλοίων (R 7)

8.

Ευστάθεια πλοίων σε περίπτωση βλάβης (R 8)

8-1.

Ευστάθεια των επιβατηγών πλοίων ro-ro σε περίπτωση βλάβης (R 8-1)

8-2.

Ειδικές απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία ro-ro που μεταφέρουν 400 και πλέον άτομα (R 8-2)

8-3.

Ειδικές απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία, πλην των επιβατηγών πλοίων ro-ro, που μεταφέρουν 400 άτομα και άνω

9.

Ακραία διαφράγματα και διαφράγματα χώρου μηχανοστασίου (R 10)

10.

Διπύθμενα (R 12)

11.

Προσδιορισμός, χάραξη και εγγραφή εμφόρτων ισάλων γραμμών υποδιαιρέσεως (R 13)

12.

Κατασκευή και αρχική δοκιμή στεγανών διαφραγμάτων, κ.λπ. (R 14)

13.

Ανοίγματα σε στεγανά διαφράγματα (R 15)

14.

Πλοία που μεταφέρουν φορτηγά οχήματα και προσωπικό συνοδείας (R 16)

15.

Ανοίγματα στο εξωτερικό περίβλημα του πλοίου κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως (R 17)

16.

Στεγανότητα επιβατηγών πλοίων άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως (R 20)

17.

Κλείσιμο των θυρών φορτώσεως φορτίου (R 20-1)

17-1.

Στεγανότητα από το κατάστρωμα ro-ro (κατάστρωμα στεγανών) έως τους κάτω χώρους (R 20-2)

17-2.

Πρόσβαση στα καταστρώματα ro-ro (R 20-3)

17-3.

Κλείσιμο των διαφραγμάτων στο κατάστρωμα ro-ro (R 20-4)

18.

Στοιχεία ευστάθειας (R 22)

19.

Σχεδιαγράμματα ελέγχου βλαβών (R 23)

20.

Ακεραιότητα του κύτους και της υπερκατασκευής, πρόληψη και έλεγχος βλαβών (R 23-2)

21.

Σήμανση, περιοδική λειτουργία και επιθεώρηση των υδατοστεγών θυρών, κ.λπ. (R 24)

22.

Καταχωρήσεις στο ημερολόγιο (R 25)

23.

Ανυψώσιμες εξέδρες και κεκλιμένα επίπεδα αυτοκινήτων

24.

Κιγκλιδώματα

ΜΕΡΟΣ Γ —   ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

1.

Γενικά (R 26)

2.

Μηχανές εσωτερικής καύσεως (R 27)

3.

Ρύθμιση αντλήσεως υδροσυλλεκτών (R 21)

4.

Αριθμός και τύπος αντλιών υδροσυλλεκτών (R 21)

5.

Μέσα αναποδίσεως πλοίου (R 28)

6.

Μηχανισμός κινήσεως πηδαλίου (R 29)

7.

Πρόσθετες απαιτήσεις για τους ηλεκτρικούς και ηλεκτροϋδραυλικούς μηχανισμούς κινήσεως πηδαλίου (R 30)

8.

Συστήματα εξαερισμού μηχανοστασίου (R 35)

9.

Επικοινωνία μεταξύ της γέφυρας και του μηχανοστασίου (R 37)

10.

Συναγερμός μηχανικών (R 38)

11.

Θέση των εγκαταστάσεων έκτακτης ανάγκης (R 39)

12.

Συστήματα ελέγχου μηχανολογικού εξοπλισμού (R 31)

13.

Συστήματα ατμαγωγών σωλήνων (R 33)

14.

Συστήματα συμπιεσμένου αέρα (R 34)

15.

Προστασία κατά του θορύβου (R 36)

16.

Ανελκυστήρες

ΜΕΡΟΣ Δ —   ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

1.

Γενικά (R 40)

2.

Κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας και φωτισμού (R 41)

3.

Πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου (R 42)

4.

Συμπληρωματικός φωτισμός κινδύνου για πλοία ro-ro (R 42-1)

5.

Προφυλάξεις από ηλεκτροπληξία, πυρκαϊά και λοιπούς κινδύνους ηλεκτρικής προελεύσεως (R 45)

ΜΕΡΟΣ Ε —   ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΑΦΥΛΑΚΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΜΗΧΑΝΟΣΤΑΣΙΩΝ

Ειδική εξέταση (R 54)

1.

Γενικά (R 46)

2.

Προφυλάξεις κατά της πυρκαϊάς (R 47)

3.

Προστασία από κατάκλυση (R 48)

4.

Έλεγχος της μηχανής προώσεως από τη γέφυρα (R 49)

5.

Επικοινωνία (R 50)

6.

Σύστημα συναγερμού (R 51)

7.

Συστήματα ασφαλείας (R 52)

8.

Ειδικές απαιτήσεις για τις μηχανές, το λέβητα και τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις (R 53)

9.

Αυτόματο σύστημα ελέγχου και συναγερμού (R 53.4)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II-2 —   ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ, ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗ ΠΥΡΚΑΪΑΣ

ΜΕΡΟΣ Α —   ΓΕΝΙΚΑ

1.

Βασικές αρχές (R 2)

2.

Ορισμοί (R 3)

3.

Πυροσβεστικές αντλίες, σωληνώσεις, πυροσβεστικοί κρουνοί, εύκαμπτοι σωλήνες και ακροφύσια (R 4)

4.

Μόνιμα συστήματα κατασβέσεως πυρκαϊάς (R 5 + 8 + 9 + 10)

5.

Φορητοί πυροσβεστήρες (R 6)

6.

Διατάξεις κατασβέσεως πυρκαϊάς στα μηχανοστάσια (R 7)

7.

Ειδικές διατάξεις στα μηχανοστάσια (R 11)

8.

Αυτόματα συστήματα καταιωνιστήρων και ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς (R 12)

9.

Μόνιμα συστήματα ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς (R 13)

10.

Διατάξεις για καύσιμο πετρέλαιο, λιπαντέλαιο και λοιπά εύφλεκτα πετρελαιοειδή (R 15)

11.

Εξάρτιση πυροσβέστη (R 17)

12.

Διάφορα (R 18)

13.

Σχέδια ετοιμότητας (R 20)

14.

Επιχειρησιακή ετοιμότητα και συντήρηση

15.

Οδηγίες, εκπαίδευση και ασκήσεις επί του πλοίου

16.

Λειτουργίες

ΜΕΡΟΣ B —   ΜΕΤΡΑ ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

1.

Φέρων σκελετός (R 23)

2.

Κύριες κατακόρυφες ζώνες και οριζόντιες ζώνες (R 24)

3.

Διαφράγματα εντός των κυρίων κατακορύφων ζωνών (R 25)

4.

Πυροστεγανότητα των διαφραγμάτων και των καταστρωμάτων στα νέα πλοία που μεταφέρουν περισσότερους από 36 επιβάτες (R 26)

5.

Πυροστεγανότητα των διαφραγμάτων και των καταστρωμάτων στα νέα πλοία που μεταφέρουν έως 36 επιβάτες και στα υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β που μεταφέρουν περισσότερους από 36 επιβάτες (R 27)

6.

Μέσα διαφυγής (R 28)

6-1.

Οδοί διαφυγής στα επιβατηγά πλοία ro-ro (R 28-1)

7.

Δίοδοι και ανοίγματα σε τμήματα κλάσεως Α και Β (R 30, 31)

8.

Προστασία κλιμάκων και ανελκυστήρων στους χώρους ενδιαιτήσεως και υπηρεσίας (R 29)

9.

Συστήματα εξαερισμού (R 32)

10.

Παράθυρα και παραφωτίδες (R 33)

11.

Περιορισμένη χρήση καύσιμων υλικών (R 34)

12.

Λεπτομέρειες κατασκευής (R 35)

13.

Μόνιμα συστήματα ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς και αυτόματα συστήματα καταιωνιστήρων και ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς (R 14) (R 36)

14.

Προστασία χώρων ειδικής κατηγορίας (R 37)

15.

Συστήματα περιπολιών, ανίχνευσης και συναγερμού πυρκαϊάς και μεγαφωνική εγκατάσταση αναγγελιών (R 40)

16.

Αναβάθμιση των υπαρχόντων πλοίων της κατηγορίας Β που μεταφέρουν περισσότερους από 36 επιβάτες (R 41-1)

17.

Ειδικές απαιτήσεις για πλοία που μεταφέρουν επικίνδυνα φορτία (R 41)

18.

Ειδικές απαιτήσεις για την προσγείωση ελικοπτέρων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III —   ΣΩΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ

1.

Ορισμοί (R 3)

2.

Επικοινωνίες, σωστικά σκάφη και λέμβοι περισυλλογής, ατομικά σωστικά μέσα (R 6 + 7 + 18 + 21 + 22)

3.

Συναγερμός κινδύνου, επιχειρησιακές οδηγίες, εγχειρίδιο εκπαιδεύσεως, καταστάσεις σταθμών συγκέντρωσης και οδηγίες έκτακτης ανάγκης (R 6 + 8 + 9 + 19 + 20)

4.

Επάνδρωση σωστικών σκαφών και επίβλεψη (R 10)

5.

Ρυθμίσεις συγκέντρωσης και επιβίβασης σε σωστικά σκάφη (R 11 + 23 + 25)

5-1.

Απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία ro-ro (R 26)

5-2.

Χώρος προσγείωσης ελικοπτέρων και παραλαβής επιβαινόντων (R 28)

5-3.

Σύστημα υποστήριξης αποφάσεων για τους πλοιάρχους (R 29)

6.

Σταθμοί καθαιρέσεως (R 12)

7.

Στοιβασία σωστικού σκάφους (R 13 + 24)

8.

Στοιβασία λέμβων περισυλλογής (R 14)

8α.

Στοιβασία ναυτικών συστημάτων εκκένωσης (R 15)

9.

Ρυθμίσεις καθαιρέσεως και ανελκύσεως σωστικού σκάφους (R 16)

10.

Ρυθμίσεις επιβιβάσεως, καθαιρέσεως και ανελκύσεως λέμβου περισυλλογής (R 17)

11.

Οδηγίες έκτακτης ανάγκης (R 19)

12.

Επιχειρησιακή ετοιμότητα, συντήρηση και επιθεωρήσεις (R 20)

13.

Εκπαίδευση και ασκήσεις εγκατάλειψης του πλοίου (R 19 + R 30)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Όταν προβλέπεται ρητά, οι κανονισμοί του παρόντος παραρτήματος εφαρμόζονται στα νέα και υπάρχοντα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Α, Β, Γ και Δ, τα οποία εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια.

Τα νέα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ, μήκους μικρότερου των 24 μέτρων, πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των κανονισμών ΙΙ-1/Β/2 έως ΙΙ-1/Β/8 και ΙΙ-1/Β/10 που παρατίθενται στο παρόν παράρτημα, εκτός αν η αρχή ενός κράτους, του οποίου έχουν δικαίωμα να φέρουν τη σημαία, εγγυάται τη συμμόρφωσή τους με τους εθνικούς κανόνες του εν λόγω κράτους και ότι οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας.

Σε περίπτωση που οι κανονισμοί του παρόντος παραρτήματος δεν ισχύουν για νέα πλοία μήκους κάτω των 24 μέτρων, η αρχή του κράτους σημαίας εξασφαλίζει την παροχή αντίστοιχου επιπέδου ασφαλείας για τα εν λόγω πλοία, μέσω της συμμόρφωσης προς την εθνική νομοθεσία.

Τα υπάρχοντα πλοία των κατηγοριών Γ και Δ δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με τους κανονισμούς των κεφαλαίων II-1 και II-2 του παρόντος παραρτήματος, με την προϋπόθεση ότι η αρχή ενός κράτους, του οποίου έχουν δικαίωμα να φέρουν τη σημαία, εγγυάται τη συμμόρφωσή τους με τους εθνικούς κανόνες του εν λόγω κράτους και ότι οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας.

Στις περιπτώσεις όπου στο παρόν παράρτημα απαιτείται η εφαρμογή μιας απόφασης του ΙΜΟ για τα υπάρχοντα πλοία, τα πλοία που κατασκευάστηκαν μέχρι δύο χρόνια μετά την ημερομηνία έκδοσης από τον ΙΜΟ της εν λόγω απόφασης, δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με την απόφαση αυτή εφόσον συμμορφώνονται με την ή τις τυχόν προηγούμενες σχετικές αποφάσεις.

Ως «σημαντικές» επισκευές, μετασκευές και τροποποιήσεις νοούνται π.χ.:

Κάθε αλλαγή που μεταβάλλει ουσιωδώς τις διαστάσεις του πλοίου,

παράδειγμα: επιμήκυνση με την προσθήκη νέου τμήματος,

Κάθε αλλαγή που μεταβάλλει ουσιωδώς την ικανότητα μεταφοράς επιβατών του πλοίου,

παράδειγμα: Μετασκευή του καταστρώματος οχημάτων σε χώρους ενδιαιτήσεως επιβατών,

Κάθε αλλαγή που παρατείνει ουσιωδώς την ωφέλιμη διάρκεια ζωής του πλοίου,

παράδειγμα: Ανακαίνιση των χώρων ενδιαιτήσεως των επιβατών σ' ένα ολόκληρο κατάστρωμα.

Η ένδειξη «(R …)» η οποία ακολουθεί ορισμένους τίτλους κανονισμών του παρόντος παραρτήματος αναφέρεται στους κανονισμούς της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, επί των οποίων βασίζονται οι κανονισμοί του παρόντος παραρτήματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II-1

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ — ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ, ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ Α

ΓΕΝΙΚΑ

1   Ορισμοί που αφορούν το μέρος Β (R 2)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

1.

Έμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαιρέσεως είναι η ίσαλος γραμμή που λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της υποδιαιρέσεως του πλοίου.

2.

Ανωτάτη έμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαιρέσεως είναι η ίσαλος γραμμή που αντιστοιχεί στο μέγιστο βύθισμα που επιτρέπεται από τους εφαρμοζόμενους κανόνες υποδιαιρέσεως.

2.

Μήκος του πλοίου είναι το μήκος που μετράται μεταξύ των καθέτων που φέρονται στα άκρα της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως.

3.

Πλάτος του πλοίου είναι το μέγιστο πλάτος εξωτερικώς μεταξύ των νομέων, μετρούμενο επί ή κάτωθεν της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως.

4.

Βύθισμα είναι η κατακόρυφος απόσταση στο μέσο του πλοίου, από τη γραμμή βάσεως σχεδιάσεως μέχρι της εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως.

5.

Νεκρό βάρος είναι η διαφορά σε τόνους μεταξύ του εκτοπίσματος του πλοίου σε νερό ειδικού βάρους 1,025 στην έμφορτο ίσαλο γραμμή που αντιστοιχεί στο ύψος των εξάλων θέρους και του άφορτου εκτοπίσματος.

6.

Άφορτο εκτόπισμα είναι το εκτόπισμα πλοίου σε τόνους άνευ φορτίου, καυσίμων, λιπαντελαίων, θαλασσέρματος, ποσίμου και τροφοδοτικού ύδατος στις δεξαμενές, αναλώσιμων υλικών και επιβατών και πληρώματος με τις αποσκευές τους.

7.

Κατάστρωμα στεγανών διαφραγμάτων είναι το ανώτατο κατάστρωμα μέχρι του οποίου φέρονται τα εγκάρσια στεγανά διαφράγματα.

8.

Γραμμή ορίου βυθίσεως είναι μια γραμμή που χαράσσεται τουλάχιστον 76 χιλιοστόμετρα κάτωθεν της άνω επιφάνειας του καταστρώματος στεγανών στην πλευρά του πλοίου.

9.

Διαχωρητότης χώρου είναι το ποσοστό επί τοις εκατό του χώρου τούτου, ο οποίος δύναται να πληρωθεί δι' ύδατος. Ο όγκος ενός χώρου, ο οποίος εκτείνεται άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως, θα μετράται μόνο μέχρι του ύψους της γραμμής αυτής.

10.

Ως μηχανοστάσιο λαμβάνεται ο χώρος που εκτείνεται από της άνω όψεως της τρόπιδος μέχρι της γραμμής ορίου βυθίσεως και μεταξύ των κυρίων εγκάρσιων στεγανών διαφραγμάτων τα οποία ορίζουν τους χώρους που καταλαμβάνονται από τις κύριες και βοηθητικές μηχανές προώσεως και τους λέβητες που χρησιμοποιούνται για την πρόωση.

11.

Χώροι επιβατών είναι οι χώροι που προορίζονται για την ενδιαίτηση και χρήση των επιβατών, με εξαίρεση τους χώρους αποσκευών, αποθηκών, τροφαποθηκών και χώρων ταχυδρομείου.

12.

Στεγανό, όσον αφορά την κατασκευή, σημαίνει ικανό να προλαμβάνει την εισροή ύδατος διά μέσου της δομής προς οποιαδήποτε κατεύθυνση κάτωθεν της στήλης ύδατος που δύναται να προκύψει στην άθικτη κατάσταση ή σε συνθήκες βλάβης.

13.

Καιροστεγές σημαίνει ότι το νερό δεν εισέρχεται στο πλοίο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες ανέμου και κυμάτων.

14.

Επιβατηγό πλοίο ro-ro σημαίνει επιβατηγό πλοίο με χώρους φορτίου ro-ro ή με χώρους ειδικής κατηγορίας όπως ορίζεται στον κανονισμό ΙΙ-2/Α/2.

2   Ορισμοί που αφορούν τα μέρη Γ, Δ και Ε (R 3)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

1.

Σύστημα ελέγχου του μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου: πρόκειται για εξοπλισμό μέσω του οποίου μεταδίδονται εντολές από τη γέφυρα στις κινητήριες μονάδες του μηχανισμού κινήσεως. Τα εν λόγω συστήματα ελέγχου του μηχανισμού κινήσεως περιλαμβάνουν πομπούς, δέκτες, υδραυλικές αντλίες και του σχετικούς κινητήρες, μηχανικές διατάξεις ελέγχου, σωληνώσεις και καλώδια.

2.

Κύριος μηχανισμός κινήσεως πηδαλίου είναι τα μηχανήματα, οι μονάδες θέσεως σε κίνηση του πηδαλίου, οι μονάδες ισχύος για την κίνηση του πηδαλίου, εάν υπάρχουν, και ο βοηθητικός εξοπλισμός και τα μέσα εφαρμογής ροπής στρέψεως στον κορμό του πηδαλίου (π.χ. οίαξ ή τετραγωνικό) που απαιτούνται για την αποτελεσματική κίνηση του πηδαλίου για τους σκοπούς της πηδαλιουχήσεως του πλοίου υπό κανονικές συνθήκες υπηρεσίας.

2.

Μονάδα ισχύος του μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου είναι:

1.

στην περίπτωση του ηλεκτρικού μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου, ηλεκτροκινητήρας μετά του σχετικού ηλεκτρικού εξοπλισμού·

2.

στην περίπτωση του ηλεκτρο-υδραυλικού μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου, ηλεκτρονικητήρας μετά του σχετικού ηλεκτρικού εξοπλισμού και συνδεδεμένης αντλίας·

3.

στην περίπτωση άλλων υδραυλικών μηχανισμών κινήσεως πηδαλίου, κινητήρια μηχανή και συνδεδεμένη αντλία.

3.

Βοηθητικός μηχανισμός κινήσεως πηδαλίου είναι ο εξοπλισμός εκτός των στοιχείων του κύριου μηχανισμού του πηδαλίου που απαιτείται για την πηδαλιούχηση του πλοίου σε περίπτωση βλάβης του κύριου μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου, εξαιρουμένου του οίακα, του τετραγωνικού ή εξαρτημάτων που εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό.

4.

Κανονική κατάσταση λειτουργίας και ενδιαιτήσεως είναι η κατάσταση κατά την οποία το πλοίο ως σύνολο, οι μηχανές, οι υπηρεσίες, τα μέσα και τα βοηθήματα που εξασφαλίζουν την πρόωση, την ικανότητα πηδαλιουχήσεως, την ασφαλή ναυσιπλοΐα, την ασφάλεια από πυρκαϊά και κατάκλυση, τις εσωτερικές και εξωτερικές επικοινωνίες και σήματα, τα μέσα διαφυγής και τα βίντσια λέμβων κινδύνου καθώς και οι σχεδιασθείσες άνετες συνθήκες ενδιαιτήσεως είναι σε λειτουργία και λειτουργούν κανονικά.

5.

Κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η κατάσταση κατά την οποία υπηρεσίες που απαιτούνται για την κανονική κατάσταση λειτουργίας και ενδιαιτήσεως δεν λειτουργούν λόγω βλάβης της κύριας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας.

6.

Κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι μια πηγή που αποσκοπεί στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στον κύριο πίνακα διανομής προς διανομή σε όλες τις υπηρεσίες που απαιτούνται για τη διατήρηση του σκάφους υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας και ενδιαιτήσεως.

7.

Νεκρή κατάσταση πλοίου είναι η κατάσταση κατά την οποία το κύριο σύστημα προώσεως, οι λέβητες και τα βοηθητικά μηχανήματα δεν είναι σε λειτουργία λόγω απουσίας ενέργειας.

8.

Κύριος σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας είναι ο χώρος στον οποίο ευρίσκεται η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.

9.

Κύριος πίνακας διανομής είναι ένας πίνακας διανομής που τροφοδοτείται από την κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας και αποσκοπεί στη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας στις υπηρεσίες του πλοίου.

10.

Πίνακας διανομής έκτακτης ανάγκης είναι ένας πίνακας διανομής, ο οποίος, σε περίπτωση βλάβης του κύριου συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, τροφοδοτείται απευθείας από την πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου ή από την προσωρινή πηγή ηλεκτρικής ενέργειας έκτακτης ανάγκης και αποσκοπεί στη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.

11.

Πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου είναι μια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας που αποσκοπεί στην τροφοδότηση του πίνακα διανομής ανάγκης σε περίπτωση βλάβης της τροφοδοσίας από την κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.

12.

Μέγιστη πρόσω υπηρεσιακή ταχύτητα είναι η μέγιστη ταχύτητα, την οποία το πλοίο έχει σχεδιαστεί να διατηρεί κατά την υπηρεσία στη θάλασσα με το μέγιστο βύθισμα.

13.

Μέγιστη ταχύτητα ανάποδα είναι η ταχύτητα που εκτιμάται ότι δύναται να επιτύχει το πλοίο στη σχεδιασθείσα μέγιστη ισχύ αναποδίσεως με το μέγιστο βύθισμα.

14α.

Μηχανοστάσια είναι όλα τα μηχανοστάσια κατηγορίας Α και όλοι οι άλλοι χώροι που περιλαμβάνουν τα μηχανήματα προώσεως, τους λέβητες, τις μονάδες καυσίμου πετρελαίου, τις ατμομηχανές και τις μηχανές εσωτερικής καύσεως, τις γεννήτριες και τις κύριες ηλεκτρικές μηχανές, τους σταθμούς ανεφοδιασμού, τα μηχανήματα ψύξεως, σταθεροποιήσεως, εξαερισμού και κλιματισμού καθώς και χώροι παρεμφερείς προς τους ανωτέρω και οι δίοδοι που οδηγούν στους χώρους αυτούς.

14β.

Μηχανοστάσια κατηγορίας Α είναι οι χώροι εκείνοι και οι προσβάσεις προς αυτούς, που περιέχουν:

1.

μηχανές εσωτερικής καύσεως που χρησιμοποιούνται για την κύρια πρόωση· ή

2.

μηχανές εσωτερικής καύσεως που χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από την κύρια πρόωση, αν αυτές αποδίδουν αθροιστικά συνολική ισχύ τουλάχιστον 375 kW· ή

3.

λέβητα που καίει πετρέλαιο ή μονάδα προετοιμασίας πετρελαίου για καύση.

15.

Σύστημα κινητήριας δύναμης είναι ο υδραυλικός εξοπλισμός που έχει στόχο την παροχή κινητήριας δύναμης για τη στροφή του άξονα του πηδαλίου, και περιλαμβάνει κινητήρια(-ες) μονάδα ή μονάδες του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου, μαζί με τις σχετικές σωληνώσεις και τα βοηθητικά εξαρτήματα και ένα σύστημα ενεργοποίησης (γρύλο) του άξονα πηδαλίου. Τα συστήματα κινητήριας δύναμης ενδεχομένως βασίζονται σε κοινά μηχανικά στοιχεία, δηλαδή μοχλός περιστροφής του σώματος του πηδαλίου (λαγουδέρα), τόξο πηδαλίου και άξονα πηδαλίου, ή σε στοιχεία που εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό.

16.

Σταθμοί ελέγχου είναι οι χώροι όπου βρίσκεται ο ραδιοεξοπλισμός του πλοίου ή ο κύριος εξοπλισμός ναυσιπλοΐας ή η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου ή οι χώροι όπου συγκεντρώνεται ο εξοπλισμός πυρανίχνευσης ή πυροπροστασίας.

ΜΕΡΟΣ B

ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ ΣΕ ΑΘΙΚΤΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΒΛΑΒΗΣ

1.   Ψήφισμα για την ευστάθεια σε άθικτη κατάσταση A.749 (18)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α, Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

Όλες οι κατηγορίες νέων πλοίων μήκους 24 μέτρων και άνω θα συμμορφώνονται προς τις σχετικές διατάξεις που αφορούν τα επιβατηγά πλοία του κώδικα για την ευστάθεια σε άθικτη κατάσταση, ο οποίος θεσπίσθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1993 από τον ΙΜΟ, κατά την 18η συνέλευση της ολομέλειάς του με το ψήφισμα Α.749 (18).

Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη κρίνουν ότι η εφαρμογή του κριτηρίου δριμύος ανέμου και διατοίχησης της απόφασης A.749 (18) του ΙΜΟ δεν είναι κατάλληλη, είναι δυνατό να εφαρμοστεί μια εναλλακτική προσέγγιση που να εξασφαλίζει ικανοποιητική ευστάθεια. Αυτή η προσέγγιση θα πρέπει να υποστηρίζεται από αποδεικτικά στοιχεία προς την Επιτροπή, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι επιτυγχάνεται ένα αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας.

ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α ΚΑΙ Β ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

Όλα τα υπάρχοντα πλοία των κατηγοριών Α και Β θα πρέπει, σε όλες τις συνθήκες φορτώσεως, να ικανοποιούν τα κατωτέρω κριτήρια ευστάθειας, ύστερα από διόρθωση εξαιτίας της επιδράσεως της ελεύθερης επιφανείας των υγρών σε δεξαμενές σύμφωνα με τις παραδοχές της παραγράφου.3.3 του ψηφίσματος Α. 749 (18) του ΙΜΟ ή ισοδύναμες παραδοχές.

(α)

Η περιοχή κάτωθεν της καμπύλης του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης (καμπύλη GZ) δεν πρέπει να είναι κατώτερη των:

(i)

0,055 μέτρων-ακτινίων μέχρι γωνία κλίσης 30°,

(ii)

0,09 μέτρων-ακτινίων μέχρι γωνία κλίσης 40° ή υπό τη γωνία κατάκλυσης, δηλαδή τη γωνία κλίσης στην οποία βυθίζονται τα κατώτερα άκρα τυχόν ανοιγμάτων κύτους, υπερκατασκευών ή υπερστεγασμάτων, έστω και εάν πρόκειται περί ανοιγμάτων που δεν κλείονται στεγανώς, εάν η γωνία αυτή είναι μικρότερη από 40°,

(iii)

0,03 μέτρων-ακτινίων μεταξύ γωνιών κλίσεως 30° και 40o ή 30° και της γωνίας κατακλύσεως εάν είναι μικρότερη από 40°.

(β)

Ο μοχλοβραχίονας ανόρθωσης GZ δεν πρέπει να είναι μικρότερος των 0,2 μέτρων σε γωνία κλίσεως ίση ή μεγαλύτερη των 30°.

(γ)

Ο μέγιστος μοχλοβραχίονας ανόρθωσης GZ πρέπει να προκύπτει σε γωνία κλίσεως κατά προτίμηση μεγαλύτερη των 30°, τουλάχιστον όμως 25°.

(δ)

Το αρχικό εγκάρσιο κάθετο μετακεντρικό ύψος δεν πρέπει να είναι μικρότερο των 0,15 μέτρων.

Οι συνθήκες φορτώσεως που πρέπει να εξετάζονται προκειμένου να διαπιστώνεται η συμμόρφωση προς τις ανωτέρω προϋποθέσεις ευστάθειας πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον όσες σημειώνονται στην παράγραφο 3.5.1.1 του ψηφίσματος Α. 749 (18) του ΙΜΟ.

Επίσης, όλα τα υπάρχοντα πλοία των κατηγοριών Α και Β, μήκους 24 μέτρων και άνω, πρέπει να συμμορφώνονται προς τα πρόσθετα κριτήρια που καθορίζονται στο ψήφισμα Α.749 (18) του ΙΜΟ, παράγραφος 3.1.2.6 (πρόσθετα κριτήρια για τα επιβατηγά πλοία) και παράγραφος 3.2 (κριτήριο δριμύ ανέμου και διατοίχησης).

Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη κρίνουν ότι δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής το κριτήριο δριμύ ανέμου και διατοίχησης του ψηφίσματος A.749 (18) του ΙΜΟ, είναι δυνατό να εφαρμοστεί μια εναλλακτική προσέγγιση που να εξασφαλίζει ικανοποιητική ευστάθεια. Αυτή η προσέγγιση θα πρέπει να υποστηρίζεται από αποδεικτικά στοιχεία προς την Επιτροπή, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι επιτυγχάνεται ένα αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας.

2.   Στεγανή υποδιαίρεση

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Κάθε πλοίο πρέπει να υποδιαιρείται μέσω διαφραγμάτων, τα οποία είναι στεγανοποιημένα μέχρι του καταστρώματος στεγανών, σε στεγανά διαμερίσματα, το μέγιστο μήκος των οποίων υπολογίζεται σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις που παρέχονται κατωτέρω.

Αντί για αυτές τις απαιτήσεις, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν οι κανονισμοί για την υποδιαίρεση και την ευστάθεια των επιβατηγών πλοίων ως ισοδύναμο του Μέρους B του κεφαλαίου II της διεθνούς σύμβασης περί ασφαλείας της ανθρώπινης ζωής εν θαλάσση, του 1960, όπως περιέχονται στο ψήφισμα A. 265 (VIII) του ΙΜΟ, εφόσον ισχύουν στο σύνολό τους.

Κάθε άλλο τμήμα της εσωτερικής δομής που επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της υποδιαιρέσεως του πλοίου πρέπει να είναι στεγανό.

3.   Κατακλύσιμο μήκος διαμερισμάτων (R 4)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Το κατακλύσιμο μήκος σε δεδομένο σημείο είναι το μέγιστο τμήμα του μήκους του πλοίου το οποίο έχει το κέντρο του στο εν λόγω σημείο και δύναται να κατακλυσθεί υπό τις συνθήκες διαχωρητότητας που παρέχονται κατωτέρω χωρίς το πλοίο να βυθισθεί πέραν της γραμμής ορίου βυθίσεως.

2.

Σε περίπτωση πλοίου που δεν έχει συνεχές κατάστρωμα στεγανών διαφραγμάτων, το κατακλύσιμο μήκος σε οποιοδήποτε σημείο δύναται να προσδιοριστεί δι' υποθετικής συνεχούς γραμμής ορίου βυθίσεως, η οποία σε κανένα σημείο δεν είναι χαμηλότερα των 76 χιλιοστομέτρων κάτωθεν της άνω επιφάνειας του καταστρώματος στην πλευρά, μέχρι του οποίου τα εν λόγω στεγανά διαφράγματα και το εξωτερικό περίβλημα διατηρούνται στεγανά.

3.

Όταν τμήμα της υποθετικής γραμμής ορίου βυθίσεως είναι αισθητώς κάτωθεν του καταστρώματος μέχρι του οποίου εκτείνονται τα στεγανά διαφράγματα, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει περιορισμένη μείωση της στεγανότητας των τμημάτων των διαφραγμάτων, που βρίσκονται άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως και αμέσως κάτωθεν του ανωτέρου καταστρώματος.

4.   Επιτρεπόμενο μήκος διαμερισμάτων (R 6)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Το μέγιστο επιτρεπόμενο μήκος διαμερίσματος, το οποίο έχει το κέντρο του σε οποιοδήποτε σημείο του μήκους του πλοίου, ευρίσκεται από το κατακλύσιμο μήκος πολλαπλασιαζόμενο επί κατάλληλο συντελεστή που καλείται συντελεστής υποδιαιρέσεως.

5.   Διαχωρητότητα (R 5)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Οι παραδοχές που σημειώνονται στον κανονισμό 3 αφορούν τη διαχωρητότητα των χώρων κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως.

Για τον προσδιορισμό του κατακλύσιμου μήκους, η υποθετική μέση διαχωρητότητα των χώρων κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως παρέχεται από τον πίνακα του κανονισμού 8.3.

6.   Συντελεστής υποδιαιρέσεως

Ο συντελεστής υποδιαιρέσεως έχει ως εξής:

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ Ro-Ro ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1,0 όταν έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς λιγότερων από 400 ατόμων από το πλοίο και

0,5 όταν έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς περισσότερων από 400 ατόμων από το πλοίο.

Τα υπάρχοντα πλοία ro-ro κατηγορίας B πρέπει να συμμορφωθούν με τον παρόντα κανόνα το αργότερο έως την ημερομηνία συμμόρφωσης που ορίζεται στον κανονισμό ΙΙ-1/B/8-2, παράγραφος 2.

ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β, ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ RO-RO: 1,0

7.   Ειδικοί κανόνες που αφορούν την υποδιαίρεση πλοίων (R 7)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Όταν σε ένα ή περισσότερα τμήματα του πλοίου, τα στεγανά διαφράγματα εκτείνονται μέχρις ενός υψηλότερου καταστρώματος απ' ό,τι στο υπόλοιπο τμήμα του πλοίου και επιδιώκεται να αξιοποιηθεί αυτή η σε ύψος επέκταση των διαφραγμάτων κατά τον υπολογισμό του κατακλύσιμου μήκους, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν χωριστές γραμμές ορίου βυθίσεως για κάθε τμήμα του πλοίου, υπό τον όρο ότι:

1.

οι πλευρές του πλοίου εκτείνονται καθ' όλο το μήκος του πλοίου μέχρι του καταστρώματος που αντιστοιχεί στην ανώτερη γραμμή βυθίσεως και όλα τα ανοίγματα επί του εξωτερικού περιβλήματος που βρίσκονται κάτωθεν αυτού του καταστρώματος καθ' όλο το μήκος του πλοίου θεωρούνται, για τους σκοπούς του κανονισμού 15, ότι βρίσκονται κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως και

2.

έκαστο από τα δύο που είναι παρακείμενα στη «βαθμίδα» του καταστρώματος στεγανών διαφραγμάτων διαμερίσματα είναι εντός των ορίων του επιτρεπόμενου μήκους που ανταποκρίνεται στις αντίστοιχες γραμμές ορίου βυθίσεως και επιπλέον το συνδυασμένο μήκος τους δεν είναι υπερδιπλάσιο του επιτρεπόμενου μήκους που υπολογίζεται επί της κατωτέρας γραμμής ορίου βυθίσεως.

2.

Ένα διαμέρισμα δύναται να υπερβαίνει το επιτρεπόμενο μήκος που ορίζεται από τις διατάξεις του κανονισμού 4, υπό τον όρο ότι το συνδυασμένο μήκος του κάθε ζεύγους παρακείμενων διαμερισμάτων, προς τα οποία το εν λόγω διαμέρισμα είναι κοινό, δεν υπερβαίνει το κατακλύσιμο μήκος ή το διπλάσιο του επιτρεπόμενου μήκους, όποιο από τα δύο είναι το μικρότερο.

3.

Ένα κύριο εγκάρσιο διάφραγμα δύναται να έχει εσοχή, υπό τον όρο ότι όλα τα τμήματα της εσοχής ευρίσκονται εσωτερικώς κατακορύφων επιφανειών σε αμφότερες τις πλευρές του πλοίου και σε απόσταση από τα ελάσματα του εξωτερικού περιβλήματος ίση με το ένα πέμπτο του πλάτους του πλοίου, μετρώμενη καθέτως προς τον άξονα του πλοίου στο ύψος της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής της υποδιαιρέσεως. Κάθε τμήμα της εσοχής που ευρίσκεται εκτός των εν λόγω ορίων πρέπει να θεωρείται βαθμίδα, σύμφωνα με την παράγραφο 6.

4.

Όταν ένα κύριο εγκάρσιο διάφραγμα έχει εσοχή ή σχηματίζει βαθμίδα, για τον υπολογισμό της υποδιαιρέσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένα ισοδύναμο επίπεδο διάφραγμα.

5.

Όταν κύριο εγκάρσιο στεγανό διαμέρισμα περιέχει τοπική υποδιαίρεση και η αρχή του κράτους σημαίας πεισθεί ότι, ύστερα από υποθετική βλάβη της πλευράς του πλοίου που εκτείνεται σε μήκος 3 μέτρων συν 3 % του μήκους του πλοίου ή 11 μέτρων ή 10 % του μήκους του πλοίου, όποιο είναι μικρότερο, ολόκληρος ο όγκος του κυρίου διαμερίσματος δεν θα κατακλυσθεί, δύναται να επιτρέπει αναλογική επαύξηση του επιτρεπόμενου μήκους, το οποίο διαφορετικά θα απαιτείτο για το εν λόγω διαμέρισμα. Στην περίπτωση αυτή ο όγκος της υποθετικής ενεργού πλευστότητας στην άθικτη πλευρά δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του όγκου που λαμβάνεται επί της πλευράς που υπέστη βλάβη.

Η επαύξηση δυνάμει αυτού του εδαφίου πραγματοποιείται μόνον όταν δεν ενδέχεται να παρεμποδίσει τη συμμόρφωση προς τον κανονισμό 8.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

6.

Ένα κύριο εγκάρσιο διάφραγμα δύναται να σχηματίζει βαθμίδα, εφόσον τηρείται τουλάχιστον μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1.

το συνδυασμένο μήκος των δύο διαμερισμάτων που χωρίζονται από το εν λόγω διάφραγμα δεν υπερβαίνει είτε το 90 % του κατακλύσιμου μήκους είτε το διπλάσιο του επιτρεπόμενου μήκους, με εξαίρεση την περίπτωση πλοίων με συντελεστή διαχωρισμού ίσο με 1, όπου το συνδυασμένο μήκος των δύο εν λόγω διαμερισμάτων δεν θα υπερβαίνει το επιτρεπόμενο μήκος·

2.

προβλέπεται επιπλέον υποδιαίρεση μέχρι τη βαθμίδα προκειμένου να διατηρηθεί το ίδιο επίπεδο ασφάλειας με εκείνο που παρέχει το επίπεδο διαφράγματος·

3.

το διαμέρισμα πάνω από το οποίο εκτείνεται η βαθμίδα δεν υπερβαίνει το επιτρεπόμενο μήκος που αντιστοιχεί στη γραμμή ορίου βυθίσεως, η οποία βρίσκεται 76 χιλιοστόμετρα κάτω από τη βαθμίδα.

7.

Σε πλοία μήκους 100 μέτρων και άνω, ένα από τα κύρια εγκάρσια διαφράγματα πίσω από την πρωραία δεξαμενή τοποθετείται σε απόσταση από την κατακόρυφη της πλώρης όχι μεγαλύτερη από το επιτρεπόμενο μήκος.

8.

Σε περίπτωση που η απόσταση μεταξύ δύο παρακείμενων κύριων εγκάρσιων διαφραγμάτων ή των ισοδυνάμων επιπέδων διαφραγμάτων ή η απόσταση μεταξύ των εγκάρσιων επιπέδων που διέρχονται από τις πλησιέστερες βαθμίδες των διαφραγμάτων είναι μικρότερη από 3 μέτρα συν 3 % του μήκους του πλοίου ή 11 μέτρα ή 10 % του μήκους του πλοίου, όποιο είναι το μικρότερο, μόνον ένα από τα εν λόγω διαφράγματα θεωρείται ότι αποτελεί μέρος της υποδιαίρεσης του πλοίου.

9.

Όταν ο απαιτούμενος συντελεστής υποδιαίρεσης είναι 0,5, το συνδυασμένο μήκος δύο οποιωνδήποτε παρακείμενων διαμερισμάτων δεν θα υπερβαίνει το κατακλύσιμο μήκος.

8   Ευστάθεια πλοίων σε περίπτωση βλάβης (R 8)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.1.

Πρέπει να προβλέπεται επαρκής ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση, ώστε για όλες τις συνθήκες υπηρεσίας το πλοίο να μπορεί να αντέχει το τελικό στάδιο κατακλύσεως οποιουδήποτε κυρίου διαμερίσματος που απαιτείται να είναι εντός του κατακλύσιμου μήκους.

1.2.

Όταν δύο παρακείμενα κύρια διαμερίσματα χωρίζονται από διάφραγμα το οποίο σχηματίζει βαθμίδα, κάτω από τις προϋποθέσεις του κανονισμού 7.6.1, η ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση είναι τέτοια ώστε το πλοίο να μπορεί να αντέχει την κατάκλυση αυτών των δύο παρακείμενων διαμερισμάτων.

1.3.

Όταν ο απαιτούμενος συντελεστής υποδιαιρέσεως είναι 0,50, η ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση πρέπει να είναι τέτοια ώστε το πλοίο να μπορεί να αντέχει την κατάκλυση δύο οποιωνδήποτε παρακείμενων διαμερισμάτων.

2.1.

Οι απαιτήσεις της παραγράφου .1 πρέπει να προσδιορίζονται με υπολογισμούς σύμφωνα με τις παραγράφους .3, .4 και .6, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη τις αναλογίες και τα χαρακτηριστικά του σχεδίου του πλοίου καθώς και τη διάταξη και διαμόρφωση των διαμερισμάτων που υπέστησαν βλάβη. Κατά την εκτέλεση των υπολογισμών αυτών, το πλοίο πρέπει να θεωρείται ότι ευρίσκεται υπό τις χείριστες προσδοκώμενες συνθήκες υπηρεσίας από άποψη ευστάθειας.

2.2.

Όταν προτείνεται να τοποθετηθούν καταστρώματα, εσωτερικά περιβλήματα, ή διαμήκη διαφράγματα επαρκούς στεγανότητας προκειμένου να περιορίζουν σημαντικώς την εισροή ύδατος, οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη κατά τους υπολογισμούς.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ RO-RO, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΝ Ή ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29Η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1990:

2.3.

Η ευστάθεια που απαιτείται στην τελική κατάσταση μετά τη βλάβη και μετά από εξισορρόπηση, όπου προβλέπεται, πρέπει να προσδιορίζεται ως εξής:

2.3.1.

Η καμπύλη του απομένοντα θετικού μοχλοβραχίονα ανόρθωσης πρέπει να έχει μία ελάχιστη περιοχή τιμών 15° πέραν της γωνίας ισορροπίας. Η περιοχή αυτή δύναται να μειούται σε 10° κατ' ελάχιστο όριο σε περίπτωση κατά την οποία η επιφάνεια κάτωθεν του θετικού μοχλοβραχίονα είναι εκείνη που προσδιορίζεται στο εδάφιο.2.3.2 πολλαπλασιασμένη επί τον λόγο 15/περιοχή, όπου η περιοχή εκφράζεται σε μοίρες.

2.3.2.

Η επιφάνεια κάτωθεν της καμπύλης του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,015 m-rad, μετρούμενα από τη γωνία ισορροπίας έως τη μικρότερη μεταξύ:

1.

της γωνίας στην οποία σημειώνεται προοδευτική κατάκλυση·

2.

των 22° (που μετρούνται από την όρθια θέση) στην περίπτωση που κατακλύζεται ένα διαμέρισμα· ή των 27° (που μετρούνται από την όρθια θέση) σε περίπτωση ταυτόχρονης κατακλύσεως δύο παρακείμενων διαμερισμάτων.

2.3.3.

Πρέπει να επιτυγχάνεται ένας απομένων μοχλοβραχίονας ανόρθωσης εντός της περιοχής σωστικών σκαφών ευστάθειας, λαμβανομένης υπόψη της μέγιστης των κατωτέρω ροπών κλίσεως που προκύπτει:

1.

όταν υπάρξει συγκέντρωση όλων των επιβατών προς τη μία πλευρά·

2.

όταν γίνει καθαίρεση από τη μία πλευρά όλων των επωτιδίων σωστικών σκαφών πλήρως φορτωμένων·

3.

λόγω της πιέσεως του ανέμου·όπως υπολογίζεται βάσει του τύπου:

Formula

ενώ, σε καμία περίπτωση, ο θετικός μοχλοβραχίονας ανόρθωσης δεν πρέπει να είναι μικρότερος των 0,10 μέτρων.

2.3.4

Για τον σκοπό του υπολογισμού των ροπών κλίσεως σύμφωνα με την παράγραφο .2.3.3 πρέπει να γίνονται οι κατωτέρω παραδοχές:

1.

Ροπή που οφείλεται στη συγκέντρωση των επιβατών:

1.1.

τέσσερα άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο·

1.2.

μάζα 75 kg ανά επιβάτη·

1.3.

οι επιβάτες να κατανέμονται στις διατιθέμενες επιφάνειες καταστρωμάτων προς τη μία πλευρά του πλοίου επί των καταστρωμάτων όπου υπάρχουν σταθμοί συγκέντρωσης και κατά τρόπο ώστε να δημιουργούν την πλέον δυσμενή ροπή κλίσεως.

2.

Ροπή που οφείλεται στην καθαίρεση όλων των επωτίδιων σωσίβιων λέμβων από τη μία πλευρά πλήρως φορτωμένων:

2.1.

όλες οι σωσίβιες λέμβοι και λέμβοι περισυλλογής που είναι τοποθετημένες στην πλευρά προς την οποία έχει κλίση το πλοίο που έχει υποστεί βλάβη υποτίθεται ότι αιωρούνται πλήρως φορτωμένες και έτοιμες να καθαιρεθούν·

2.2.

για σωσίβιες λέμβους που διευθετούνται έτσι ώστε να καθαιρούνται πλήρως φορτωμένες από τη θέση στοιβασίας, λαμβάνεται υπόψη η μέγιστη ροπή κλίσεως κατά τη διάρκεια της καθαιρέσεως·

2.3.

μία πλήρως φορτωμένη επωτίδια σωσίβια σχεδία προσδεδεμένη σε κάθε επωτίδα στην πλευρά προς την οποία κλίνει το πλοίο που έχει υποστεί βλάβη, υποτίθεται ότι αιωρείται έτοιμη για καθαίρεση·

2.4.

τα άτομα που δεν έχουν επιβιβασθεί σε σωστικά μέσα τα οποία αιωρούνται, δεν δίδουν ούτε επιπρόσθετη κλίση ούτε ροπή κλίσεως·

2.5.

τα σωστικά μέσα στην αντίθετη πλευρά του πλοίου από εκείνη προς την οποία κλίνει το πλοίο, υποτίθεται ότι ευρίσκονται στη θέση στοιβασίας.

3.

Ροπή που οφείλεται στην πίεση του ανέμου,

3.1.

Κατηγορία Β: εφαρμόζεται πίεση ανέμου ίση με 120 N/m2·

Κατηγορίες Γ και Δ: εφαρμόζεται πίεση ανέμου ίση με 80 N/m2·

3.2.

η επιφάνεια εφαρμογής πρέπει να είναι η προβολή της πλευρικής επιφάνειας του πλοίου άνωθεν της ισάλου γραμμής που αντιστοιχεί στην άθικτη κατάσταση·

3.3.

ο μοχλοβραχίονας ροπής είναι η κατακόρυφη απόσταση από ένα σημείο στο ήμισυ του μέσου βυθίσματος που αντιστοιχεί στην άθικτη κατάσταση έως το κέντρο βάρους της πλευρικής επιφάνειας.

2.4.

Σε περίπτωση σημαντικής προοδευτικής κατακλύσεως, η οποία προκαλεί ταχεία μείωση του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης κατά 0,04 μέτρα ή περισσότερο, η καμπύλη του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης πρέπει να θεωρείται ότι τελειώνει στη γωνία προοδευτικής κατάκλυσης ενώ η περιοχή τιμών και η επιφάνεια περί των οποίων τα σημεία .2.3.1 και .2.3.2 πρέπει να μετρώνται στη γωνία αυτή.

2.5.

Όταν η προοδευτική κατάκλυση είναι περιορισμένη και δεν βαίνει αμείωτη και προκαλεί βραδεία μείωση του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης μικρότερη των 0,04 μέτρων, το υπόλοιπο της καμπύλης πρέπει να μειούται με βάση την υπόθεση ότι ο προοδευτικά κατακλυζόμενος χώρος κατακλύζεται εξ αρχής κατά τον τρόπο αυτό.

2.6.

Σε ενδιάμεσα στάδια κατακλύσεως, ο μέγιστος μοχλοβραχίονας ανόρθωσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,05 μέτρα και η περιοχή τιμών των θετικών μοχλοβραχιόνων ανόρθωσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 7°. Σε όλες τις περιπτώσεις, πρέπει να υποτίθεται ένα μόνο ρήγμα στο κύτος και μία μόνο ελεύθερη επιφάνεια.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

3.

Για την εκτέλεση των υπολογισμών ευστάθειας σε κατάσταση βλάβης, οι διαχωρητότητες όγκου και επιφάνειας έχουν ως εξής:

Χώροι

Διαχωρητότητα

(%)

Χρησιμοποιούνται για φορτίο ή εφόδια

60

Χρησιμοποιούνται ως χώροι ενδιαιτήσεως

95

Καταλαμβάνονται από μηχανοστάσια

85

Προορίζονται για υγρά

0 or 95 (1)

Μεγαλύτερες διαχωρητότητες επιφάνειας πρέπει να λαμβάνονται για τους χώρους οι οποίοι γειτνιάζουν με το επίπεδο ισάλου που έπαθε βλάβη και δεν περιέχουν σημαντική ποσότητα ενδιαιτήσεως ή μηχανών καθώς και χώροι που γενικά δεν καταλαμβάνονται από σημαντική ποσότητα φορτίου ή εφοδίων.

4.

Η υποτιθέμενη έκταση ζημίας είναι η εξής:

.1.

διαμήκης έκταση: 3,0 μέτρα συν 3 % του μήκους του πλοίου ή 11 μέτρα ή 10 % του μήκους του πλοίου, όποια είναι η μικρότερη·

.2.

εγκάρσια έκταση (μετρώμενη από το εσωτερικό της πλευράς του πλοίου καθέτως προς τον άξονα συμμετρίας στο ύψος της ανώτατης εμφόρτου ισάλου γραμμής της υποδιαιρέσεως): το εν πέμπτο του πλάτους του πλοίου· και

.3.

κάθετη έκταση: από την άνω ακμή της τρόπιδος προς τα άνω απεριορίστως·

.4.

εάν βλάβη μικρότερης έκτασης από τη σημειούμενη στις παραγράφους .4.1, .4.2, ή .4.3 μπορεί να συντελέσει στη δημιουργία σοβαρότερων συνθηκών από άποψη κλίσεως ή μειώσεως του μετακεντρικού ύψους, η βλάβη αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τους υπολογισμούς.

5.

Η ασύμμετρη κατάκλυση πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο μέσω ικανοποιητικών διαρρυθμίσεων. Όταν απαιτείται η διόρθωση μεγάλων γωνιών κλίσεως, τα χρησιμοποιούμενα μέσα πρέπει να είναι αυτόματα, εφόσον είναι πρακτικώς δυνατόν. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις που προβλέπονται χειριστήρια των εξαρτημάτων για την αντίρροπη κατάκλυση, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα χειρισμού άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Για τα νέα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ, η μέγιστη γωνία κλίσης του πλοίου μετά την κατάκλυση και πριν από την εξισορρόπηση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 15°. Όταν απαιτούνται εξαρτήματα για την αντίρροπη κατάκλυση, ο χρόνος εξισορρόπησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 15 λεπτά. Στον πλοίαρχο του πλοίου πρέπει να δίδονται κατάλληλες οδηγίες σχετικά με τη χρήση των εξαρτημάτων αντίρροπης κατακλύσεως.

6.

Η τελική κατάσταση μετά τη βλάβη και, στην περίπτωση ασύμμετρης κατακλύσεως, μετά τη λήψη μέτρων επισορρόπησης πρέπει να πληροί τους ακόλουθους όρους:

1.

στην περίπτωση συμμετρικής κατακλύσεως, το απομένον μετακεντρικό ύψος πρέπει να είναι θετικό και τουλάχιστον ίσο προς 50 χιλιοστόμετρα, όπως υπολογίζεται με τη μέθοδο σταθερού εκτοπίσματος·

2α.

Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά στην παράγραφο 6.2β, στην περίπτωση ασύμμετρης κατακλύσεως, η γωνία κλίσης για την κατάκλυση ενός διαμερίσματος πρέπει να μην υπερβαίνει τις 7° για τα πλοία κατηγορίας Β (νέα και υπάρχοντα) και τις 12° για τα πλοία κατηγορίας Γ και Δ (νέα).

Σε περίπτωση ταυτόχρονης κατακλύσεως δύο παρακείμενων διαμερισμάτων, επιτρέπεται κλίση 12° για τα νέα και υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β, με την προϋπόθεση ότι ο συντελεστής υποδιαίρεσης δεν θα υπερβαίνει το 0,50 σε κανένα σημείο του κατακλυσμένου μέρους του πλοίου·

2β.

Για υπάρχοντα επιβατηγά πλοία κατηγορίας Β, πλην των πλοίων ro-ro, με ημερομηνία κατασκευής πριν από την 29η Απριλίου 1990, σε περίπτωση ασύμμετρης κατάκλυσης, η γωνία δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 7° μοίρες, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες η αρχή μπορεί να επιτρέψει κλίση λόγω ασύμμετρης ροπής, σε καμία περίπτωση, όμως, η τελική ροπή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 15°.

3.

Σε καμία περίπτωση η γραμμή ορίου βυθίσεως δεν μπορεί να βυθίζεται κατά το τελικό στάδιο κατακλύσεως. Εάν θεωρηθεί ότι η γραμμή ορίου βυθίσεως είναι δυνατόν να βυθισθεί σε ενδιάμεσο στάδιο κατακλύσεως, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να απαιτήσει να γίνουν οι έρευνες και διαρρυθμίσεις που κρίνει αναγκαίες για την ασφάλεια του πλοίου.

7.

Ο πλοίαρχος του πλοίου πρέπει να εφοδιάζεται με τα αναγκαία δεδομένα, προκειμένου να εξασφαλίζει στις συνθήκες υπηρεσίας επαρκή ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση, ώστε το πλοίο να μπορεί να αντέξει σε περίπτωση σοβαρής ζημίας. Προκειμένου περί πλοίων που χρειάζονται αντίρροπη κατάκλυση, ο πλοίαρχος πρέπει να είναι ενήμερος των συνθηκών ευστάθειας στις οποίες βασίζονται οι υπολογισμοί κλίσεως και να έχει προειδοποιηθεί ότι το πλοίο ενδέχεται να λάβει υπερβολική κλίση, εάν υποστεί βλάβη σε χειρότερες συνθήκες ευστάθειας.

8.

Τα στοιχεία που σημειώνονται στην παράγραφο 7 προκειμένου να δύναται ο πλοίαρχος να διατηρεί επαρκή ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση, πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες όσον αφορά το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος του κέντρου βάρους του πλοίου άνωθεν της τρόπιδος (KG) ή, εναλλακτικά, το ελάχιστο επιτρεπόμενο μετακεντρικό ύψος (GM), για επαρκή περιοχή τιμών βυθισμάτων ή εκτοπισμάτων ώστε να περιλαμβάνονται όλες οι συνθήκες υπηρεσίας. Οι πληροφορίες πρέπει να δείχνουν την επίδραση διαφόρων τιμών διαγωγής του πλοίου λαμβάνοντας υπόψη τα όρια λειτουργίας.

9.

Κάθε πλοίο πρέπει να έχει κλίμακες βυθισμάτων καθαρά χαραγμένες στην πρώρα και την πρύμνη. Στην περίπτωση που τα σημεία των βυθισμάτων δεν ευρίσκονται σε εύκολα ορατό σημείο, ή επιχειρησιακοί περιορισμοί για μία ειδική μεταφορά καθιστούν δυσανάγνωστα τα σημεία βυθισμάτων, τότε το πλοίο πρέπει να είναι εξοπλισμένο και με αξιόπιστο σύστημα ένδειξης βυθισμάτων, με το οποίο δύνανται να προσδιορίζονται τα βυθίσματα της πρώρας και της πρύμνης.

10.

Μετά το πέρας της φόρτωσης του πλοίου και πριν την αναχώρησή του, ο πλοίαρχος προσδιορίζει την διαγωγή και την ευστάθεια του πλοίου, ενώ επίσης διαπιστώνει και καταγράφει αν το σκάφος πληροί τα κριτήρια ευστάθειας που προβλέπονται στους σχετικούς κανονισμούς. Η εξακρίβωση της ευστάθειας του πλοίου πραγματοποιείται πάντοτε βάσει υπολογισμού. Για το σκοπό αυτό είναι δυνατό να χρησιμοποιείται ηλεκτρονικός υπολογιστής φόρτωσης και ευστάθειας ή άλλο ανάλογο μέσο.

11.

Η αρχή του κράτους σημαίας δεν δύναται να φανεί ελαστική ως προς τις απαιτήσεις σχετικά με την ευστάθεια σε περίπτωση βλάβης, εκτός εάν αποδειχθεί ότι το μετακεντρικό ύψος του πλοίου σε άθικτη κατάσταση σε οποιεσδήποτε συνθήκες υπηρεσίας, που απαιτείται για να αντιμετωπίσει τις ανωτέρω απαιτήσεις, είναι υπεραρκετό για την προβλεπόμενη υπηρεσία.

12.

Ελαστικότητα όσον αφορά τις απαιτήσεις σχετικά με την ευστάθεια σε περίπτωση βλάβης επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με την προϋπόθεση ότι η αρχή του κράτους σημαίας κρίνει ότι οι αναλογίες, οι ρυθμίσεις και τα λοιπά χαρακτηριστικά του πλοίου είναι τα πλέον ενδεδειγμένα για την ευστάθεια σε περίπτωση βλάβης που θα ήταν εφικτό και εύλογο να επιλεγούν κάτω από τις ειδικές αυτές περιστάσεις.

8-1   Ευστάθεια των επιβατηγών πλοίων ro-ro σε περίπτωση βλάβης (R 8-1)

ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία ro-ro συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κανονισμού 8 το αργότερο την ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την ημερομηνία συμμόρφωσης πουκαθορίζεται παρακάτω, ανάλογα με την τιμή της Α/Amax, όπωςαυτή ορίζεται στο παράρτημα της διαδικασίας υπολογισμού για την εκτίμηση των χαρακτηριστικών επιβίωσης των υφιστάμενων επιβατηγών πλοίων ro-ro όταν χρησιμοποιείται απλουστευμένημέθοδος βάσει του ψηφίσματος Α.265 (VIII), το οποίο εκπόνησε η Επιτροπή Θαλάσσιας Ασφάλειας κατά την 59η σύνοδό της του Ιουνίου 1991 (MSC/Circ. 574).

Τιμή της Α/Amax:

Ημερομηνία συμμόρφωσης:

μικρότερη του 85 %

1 Οκτωβρίου 1998

85 % και άνω, μικρότερη όμως του 90 %

1 Οκτωβρίου 2000

90 % και άνω, μικρότερη όμως του 95 %

1 Οκτωβρίου 2002

95 % και άνω, μικρότερη όμως του 97,5 %

1 Οκτωβρίου 2004

97,5 % και άνω

1 Οκτωβρίου 2005

8-2   Ειδικές απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία ro-ro που μεταφέρουν 400 και πλέον άτομα (R 8-2)

ΝΕΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των κανονισμών ΙΙ-1/Β/8 και ΙΙ-1/Β/8-1:

1.

Τα νέα επιβατηγά πλοία ro-ro, των οποίων έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς 400 ή πλέον ατόμων, θα συμμορφώνονται προς τις διατάξεις της παραγράφου.2.3 του κανονισμού ΙΙ-1/Β/8, με την παραδοχή ότι η βλάβη έπληξε το πλοίο σε οποιοδήποτε σημείο καθ' όλο το μήκος του L και

2.

τα υπάρχοντα επιβατηγά ro-ro των οποίων έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς 400 ή πλέον ατόμων, συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 το αργότερο κατά την ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την τελευταία μεταξύ των ημερομηνιών συμμόρφωσης που καθορίζονται στις παραγράφους .2.1, .2.2 ή .2.3.

2.1.

Τιμή της Α/Amax:

Ημερομηνία συμμόρφωσης:

μικρότερη του 85 %

1 Οκτωβρίου 1998

85 % και άνω, μικρότερη όμως του 90 %

1 Οκτωβρίου 2000

90 % και άνω, μικρότερη όμως του 95 %

1 Οκτωβρίου 2002

95 % και άνω, μικρότερη όμως του 97,5 %

1 Οκτωβρίου 2004

97,5 % και άνω

1 Οκτωβρίου 2010

2.2.

Επιτρεπόμενος αριθμός μεταφερόμενων ατόμων:

1 500 και άνω

1 Οκτωβρίου 2002

1 000 και άνω, λιγότερα όμως από 1 500

1 Οκτωβρίου 2006

600 και άνω, λιγότερα όμως από 1 000

1 Οκτωβρίου 2008

400 και άνω, λιγότερα όμως από 600

1 Οκτωβρίου 2010

2.3.

Ηλικία του πλοίου ίση ή μεγαλύτερη των 20 ετών:

όπου ο όρος «ηλικία του πλοίου» σημαίνει το χρόνο από την ημερομηνία τοποθέτησης της τρόπιδας ή την ημερομηνία όπου η κατασκευή είχε φθάσει σε ανάλογη φάση ή από την ημερομηνία κατά την οποία το πλοίο μετετράπη σε επιβατηγό πλοίο ro-ro.

8-3   Ειδικές απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία, πλην των επιβατηγών πλοίων ro-ro, που μεταφέρουν 400 άτομα και άνω

ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΝ Ή ΜΕΤΑ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003, ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΕΠΙΒΑΤΗΓΩΝ ΠΛΟΙΩΝ RO-RO

Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κανονισμού ΙΙ-I/B/8, τα επιβατηγά πλοία, με την εξαίρεση των επιβατηγών πλοίων ro-ro, των οποίων έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς 400 ή πλέον ατόμων θα συμμορφώνονται προς τις διατάξεις των παραγράφων 2.3 και 2.6 του κανονισμού ΙΙ-1/Β/8, με την παραδοχή ότι η βλάβη έπληξε το πλοίο σε οποιοδήποτε σημείο καθ' όλο το μήκος του L.

9.   Ακραία διαφράγματα και διαφράγματα χώρου μηχανοστασίου (R 10)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Πρέπει να τοποθετείται ένα διάφραγμα πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως ή διάφραγμα συγκρούσεως, στεγανό μέχρι του καταστρώματος στεγανών διαφραγμάτων. Αυτό το διάφραγμα πρέπει να τοποθετείται σε απόσταση από την πρωραία κάθετο όχι μικρότερη του 5 % του μήκους του πλοίου και όχι μεγαλύτερη των 3 μέτρων συν 5 % του μήκους του πλοίου.

2.

Εάν οποιοδήποτε τμήμα του πλοίου κάτωθεν της ισάλου γραμμής εκτείνεται πρώραθεν της πρωραίας καθέτου, π.χ. ο πρωραίος βολβός, οι αποστάσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 μετρώνται από ένα σημείο που ευρίσκεται:

1.

στο μέσο του μήκους της εν λόγω προεκτάσεως· ή

2.

σε απόσταση 1,5 % του μήκους του πλοίου πρώραθεν της πρωραίας καθέτου· ή

3.

σε απόσταση 3 μέτρων πρώραθεν της πρωραίας καθέτου,

ανάλογα με το ποιο από τα εν λόγω σημεία οδηγεί στη μικρότερη μέτρηση.

3.

Όταν υπάρχει μακρά πρωραία υπερκατασκευή, το διάφραγμα πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως ή το διάφραγμα συγκρούσεως εκτείνεται καιροστεγώς μέχρι το επόμενο πλήρες κατάστρωμα άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Η προέκταση αυτή είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημίας στο εν λόγω κατάστρωμα λόγω βλάβης ή αποκόλλησης της θύρας πλώρης.

4.

Η προέκταση που απαιτείται κατά την παράγραφο 3 δεν είναι απαραίτητο να ευρίσκεται απευθείας άνωθεν του υποκείμενου διαφράγματος, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα μέρη της δεν υπερβαίνουν το όριο που σημειώνεται στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο 2.

Ωστόσο, στα υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β:

1.

όπου ένα κεκλιμένο επίπεδο (καταπέλτης) φορτώσεως σχηματίζει τμήμα της προεκτάσεως του διαφράγματος συγκρούσεως άνωθεν του καταστρώματος στεγανών, το τμήμα του κεκλιμένου επιπέδου άνω των 2,3 μέτρων άνωθεν του καταστρώματος στεγανών δεν μπορεί να εκτείνεται πέραν του 1,0 μέτρου εμπρός από τα πρωριαία όρια που καθορίζονται στις παραγράφους .1 και .2.

2.

σε περίπτωση που το υφιστάμενο κεκλιμένο επίπεδο φορτώσεως δεν πληροί τις απαιτήσεις για να γίνει δεκτό ως προέκταση του διαφράγματος συγκρούσεως και η θέση του εμποδίζει την τοποθέτηση μιας τέτοιας προέκτασης στα όρια που προβλέπονται στην παράγραφο .1 ή στην παράγραφο .2, η προέκταση δύναται να τοποθετηθεί σε περιορισμένη απόσταση πίσω από το πρυμνιαίο όριο που καθορίζεται στην παράγραφο .1 ή στην παράγραφο .2. Η περιορισμένη πρυμναία απόσταση δεν υπερβαίνει την απόσταση που απαιτείται προκειμένου να αποφεύγονται οι αλληλεπιδράσεις με τον καταπέλτη φορτώσεως. Η προέκταση προς το διάφραγμα συγκρούσεως ανοίγει προς τα εμπρός και πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου.3, είναι δε διαρρυθμισμένη κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται η πρόκληση ζημίας σε περίπτωση βλάβης ή αποκόλλησης του καταπέλτη φορτώσεως.

5.

Τα κεκλιμένα επίπεδα φορτώσεως που δεν συμμορφώνονται με τις προαναφερθείσες απαιτήσεις δεν θεωρούνται προέκταση του διαφράγματος συγκρούσεως.

6.

Για τα υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β, οι απαιτήσεις των παραγράφων .3 και .4 ισχύουν από την ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης, μετά την 1η Ιουλίου 1998.

7.

Επίσης, κάθε πλοίο πρέπει να διαθέτει διάφραγμα πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως καθώς και διαφράγματα που χωρίζουν το μηχανοστάσιο από τους χώρους φορτίου και επιβατών πρώραθεν και πρύμνηθεν. Τα διαφράγματα αυτά πρέπει να είναι στεγανά μέχρι του καταστρώματος στεγανών. Εντούτοις, το διάφραγμα πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως μπορεί να σχηματίζει βαθμίδα κάτω από το κατάστρωμα στεγανών, εφ' όσον ο βαθμός ασφαλείας του πλοίου, όσον αφορά την υποδιαίρεση, δεν μειούται κατά συνέπεια.

8.

Σε όλες τις περιπτώσεις, οι χοάνες των ελικοφόρων ατράκτων πρέπει να κλείονται εντός στεγανών χώρων. Ο στυθιοθλίπτης πρέπει να βρίσκεται σε στεγανή σήραγγα ελικοφόρου άξονα ή σε άλλο στεγανό χώρο χωριστό από το διαμέρισμα της χοάνης των ελικοφόρων ατράκτων και τέτοιου όγκου ώστε, εάν κατακλυσθεί λόγω διαρροής μέσω του στυθιοθλίπτη, η γραμμή ορίου βυθίσεως να μη κατέλθει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

10.   Διπύθμενα (R 12)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β, ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΘΕΝΤΑ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

1.

Στα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ και στα υπάρχοντα πλοία κατηγορίας Β και στα νέα πλοία με ημερομηνία κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 μήκους 24 μέτρων και άνω πρέπει να υπάρχει ένα διπύθμενο εκτεινόμενο από το διάφραγμα της πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως μέχρι του διαφράγματος της πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως, στο μέτρο που τούτο είναι πρακτικά εφικτό και συμβιβάζεται προς τα χαρακτηριστικά και την κανονική λειτουργία του πλοίου.

1.

Σε πλοία μήκους ίσου ή μεγαλύτερου των 50 μέτρων και μικρότερου των 61 μέτρων πρέπει να υπάρχει διπύθμενο τουλάχιστον από το μηχανοστάσιο μέχρι του διαφράγματος της πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως ή όσο πλησιέστερα προς αυτό είναι πρακτικώς δυνατό.

2.

Σε πλοία μήκους ίσου ή μεγαλύτερου των 61 μέτρων και μικρότερου των 76 μέτρων πρέπει να υπάρχει διπύθμενο τουλάχιστον εκτός του μηχανοστασίου και να εκτείνεται μέχρι των διαφραγμάτων της πρωραίας και της πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως ή όσο πλησιέστερα προς αυτά είναι πρακτικώς δυνατό.

3.

Σε πλοία μήκους 76 μέτρων και άνω πρέπει να υπάρχει διπύθμενο στο μέσο του πλοίου και να εκτείνεται μέχρι τα διαφράγματα της πρωραίας και πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως, ή όσο πλησιέστερα προς αυτά είναι πρακτικώς δυνατό.

2.

Όπου απαιτείται η ύπαρξη διπύθμενου, το ύψος του πρέπει να συμμορφώνεται προς τις προδιαγραφές αναγνωρισμένου οργανισμού και ο εσωτερικός πυθμένας να συνεχίζεται μέχρι των πλευρών του πλοίου έτσι ώστε ο πυθμένας να προστατεύεται μέχρι το κυρτό του κύτους. Η προστασία αυτή θεωρείται επαρκής εάν η γραμμή τομής της εξωτερικής ακμής του ελάσματος του ορίου βυθίσεως με τα ελάσματα του κυρτού του κύτους δεν ευρίσκεται σε κανένα σημείο χαμηλότερα ενός οριζόντιου επιπέδου που διέρχεται από το σημείο τομής του μέσου νομέα με εγκάρσια διαγώνιο γραμμή κεκλιμένη κατά 25° ως προς το οριζόντιο επίπεδο που διέρχεται από την άνω όψη της τρόπιδος, η οποία τέμνει το επίπεδο αυτό σε σημείο που ευρίσκεται σε απόσταση, από τον άξονα του πλοίου ίση προς το ήμισυ του πλάτους του πλοίου.

3.

Μικρά φρεάτια που κατασκευάζονται εντός του διπύθμενου και συνδέονται με τις διατάξεις αντλήσεως των κυτών, κ.λπ. πρέπει να μην είναι βαθύτερα απ' όσο είναι απαραίτητο. Το βάθος του φρεατίου σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το βάθος του διπύθμενου στον άξονα συμμετρίας του πλοίου μειωμένο κατά 460 χιλιοστόμετρα, το δε φρεάτιο δεν πρέπει να εκτείνεται κάτωθεν του οριζόντιου επιπέδου περί του οποίου η παράγραφος.2. Εντούτοις, στο πρυμναίο άκρο της σήραγγας του ελικοφόρου άξονα, επιτρέπεται η ύπαρξη φρεατίου που εκτείνεται μέχρι του εξωτερικού πυθμένα. Η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει άλλα φρεάτια (π.χ. για λιπαντέλαια κάτωθεν των κυρίων μηχανών), εάν πεισθεί ότι οι συνολικές διαρρυθμίσεις παρέχουν ισοδύναμη προστασία προς εκείνη που παρέχεται από διπύθμενο που συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό.

4.

Δεν είναι αναγκαία η εγκατάσταση διπύθμενου κατά μήκος στεγανών διαμερισμάτων μετρίου μεγέθους, που χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τη μεταφορά υγρών, υπό τον όρο ότι, κατά τη γνώμη της αρχής του κράτους σημαίας, η ασφάλεια του πλοίου σε περίπτωση βλάβης του πυθμένος ή των πλευρών δεν θα μειωθεί εξαιτίας αυτού.

5.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του κανονισμού αυτού 10, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέψει να μην υπάρχει διπύθμενο σε τμήμα του πλοίου το οποίο υποδιαιρείται με συντελεστή που δεν υπερβαίνει το 0,5, εάν πεισθεί ότι η εγκατάσταση διπύθμενου στο τμήμα αυτό δεν συμβιβάζεται προς τα χαρακτηριστικά και την καλή λειτουργία του πλοίου.

11.   Προσδιορισμός, χάραξη και εγγραφή εμφόρτων ισάλων γραμμών υποδιαιρέσεως (R 13)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Προκειμένου να τηρείται ο απαιτούμενος βαθμός υποδιαιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται και να χαράσσεται στις πλευρές του πλοίου, στο μέσο του, έμφορτος ίσαλος γραμμή που αντιστοιχεί στο εγκεκριμένο βύθισμα υποδιαιρέσεως. Ένα πλοίο που διαθέτει χώρους ειδικώς διασκευασμένους για την εναλλάξ μεταφορά επιβατών και φορτίου μπορεί, κατόπιν επιθυμίας του πλοιοκτήτη, να σημανθεί με μία ή περισσότερες πρόσθετες εμφόρτους ισάλους γραμμές που να αντιστοιχούν στα βυθίσματα υποδιαιρέσεως που δύναται να εγκρίνει η αρχή του κράτους σημαίας για τις περιπτώσεις εναλλάξ υπηρεσίας του πλοίου.

2.

Οι προσδιοριζόμενες και χαρασσόμενες έμφορτοι ίσαλοι γραμμές υποδιαιρέσεως καταγράφονται στο πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου και διακρίνονται από την ένδειξη C.1, εάν υπάρχει μόνο μία έμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαιρέσεως.

Εάν υπάρχουν περισσότερες από μία έμφορτοι ίσαλοι γραμμές υποδιαιρέσεως, οι εναλλακτικές συνθήκες εμφαίνονται ως C.2, C.3, C.4, κ.λπ. (2).

3.

Το ύψος εξάλων που αντιστοιχεί σε κάθε μία από αυτές τις έμφορτους ίσαλους γραμμές πρέπει να μετράται στην ίδια θέση και από την ίδια γραμμή καταστρώματος, όπως προσδιορίζεται το ύψος εξάλων σύμφωνα με την ισχύουσα διεθνή σύμβαση για τις εμφόρτους ισάλους γραμμές.

4.

Το ύψος εξάλων που αντιστοιχεί σε κάθε εγκεκριμένη έμφορτο ίσαλο γραμμή υποδιαιρέσεως καθώς και οι συνθήκες υπηρεσίας για τις οποίες έχει εγκριθεί πρέπει να αναγράφονται σαφώς στο πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου.

5.

Σε καμία περίπτωση, η χάραξη οποιασδήποτε εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως δεν πρέπει να γίνεται άνωθεν της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής σε θαλάσσιο νερό, όπως προσδιορίζεται συναρτήσει της αντοχής του πλοίου ή βάσει της ισχύουσας διεθνούς συμβάσεως για τις εμφόρτους ισάλους γραμμές.

6.

Ανεξάρτητα από τη θέση χαράξεως των έμφορτων ισάλων γραμμών υποδιαιρέσεως, το πλοίο σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να φορτώνεται κατά τρόπον ώστε να βυθίζεται η έμφορτος ίσαλος γραμμή που αντιστοιχεί στην εποχή του έτους και στην περιοχή, όπως προσδιορίζεται στην ισχύουσα διεθνή σύμβαση για τις εμφόρτους ισάλους γραμμές.

7.

Ένα πλοίο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φορτώνεται κατά τρόπον ώστε να βυθίζεται η έμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαιρέσεως που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο δρομολόγιο και στις συνθήκες υπηρεσίας του πλοίου.

12.   Κατασκευή και αρχική δοκιμή στεγανών διαφραγμάτων, κ.λπ. (R 14)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Κάθε στεγανό διάφραγμα υποδιαιρέσεως, είτε εγκάρσιο είτε διάμηκες, πρέπει να κατασκευάζεται κατά τρόπο ώστε να είναι ικανό να υφίσταται, με το κατάλληλο περιθώριο αντοχής, την πίεση που οφείλεται στη μέγιστη στήλη ύδατος που είναι δυνατόν να φέρει σε περίπτωση βλάβης του πλοίου, τουλάχιστον δε, την πίεση που οφείλεται σε στήλη ύδατος ύψους έως τη γραμμή ορίου βυθίσεως. Η κατασκευή των διαφραγμάτων τούτων πρέπει να συμμορφώνεται με τα πρότυπα αναγνωρισμένου οργανισμού.

2.1.

Οι βαθμίδες και οι εσοχές των διαφραγμάτων πρέπει να είναι στεγανές και ίσης αντοχής προς τα διαφράγματα στα σημεία στα οποία ευρίσκεται κάθε μία.

2.2.

Εάν νομείς ή ζυγά διέρχονται διαμέσου στεγανού καταστρώματος ή διαφράγματος, το κατάστρωμα ή διάφραγμα πρέπει να είναι στεγανό εκ κατασκευής χωρίς τη χρήση ξύλου ή τσιμέντου.

3.

Η δοκιμή στεγανότητας των κυρίων διαμερισμάτων με πλήρωση αυτών δι' ύδατος δεν είναι υποχρεωτική. Όταν δεν εκτελείται η δοκιμή πληρώσεως δι' ύδατος, η δοκιμή με εκτόξευση ύδατος με εύκαμπτο σωλήνα είναι υποχρεωτική. Η δοκιμή αυτή πρέπει να εκτελείται κατά το πλέον προχωρημένο στάδιο του εξοπλισμού του πλοίου. Σε περίπτωση που η δοκιμή με εκτόξευση ύδατος δεν είναι εφικτή λόγω πιθανής ζημίας στον μηχανολογικό εξοπλισμό, τη μόνωση ηλεκτρολογικού εξοπλισμού ή εξωτερικά στοιχεία εξοπλισμού, μπορεί να αντικατασταθεί από προσεκτική οπτική επιθεώρηση των συγκολλήσεων, με τη βοήθεια, όπου κρίνεται απαραίτητο, μέσων όπως δοκιμή διαπερατότητας βαφής ή δοκιμή διαρροής με υπερήχους ή άλλη αντίστοιχη δοκιμή. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να εκτελείται λεπτομερής επιθεώρηση των στεγανών διαφραγμάτων.

4.

Η πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως, τα διπύθμενα (συμπεριλαμβανομένων των τροπίδων αγωγών) και οι εσωτερικοί πυθμένες πρέπει να δοκιμάζονται με στήλη ύδατος που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις της παραγράφου.1 του εν λόγω κανονισμού 12.

5.

Οι δεξαμενές που προορίζονται για υγρά και αποτελούν μέρος της υποδιαιρέσεως του πλοίου πρέπει να δοκιμάζονται ως προς τη στεγανότητα με στήλη ύδατος ύψους μέχρι την ανώτατη έμφορτο ίσαλο γραμμή υποδιαιρέσεως ή δύο τρίτων του ύψους από της άνω όψεως της τρόπιδος μέχρι της γραμμής ορίου βυθίσεως στην περιοχή των δεξαμενών, όποιο είναι μεγαλύτερο. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, το ύψος της στήλης δεν πρέπει να είναι κατώτερο των 0,9 μέτρων άνωθεν της οροφής της δεξαμενής· εάν η δοκιμή με νερό δεν είναι πρακτικώς δυνατή, είναι αποδεκτή η δοκιμή διαφυγής αέρα ενώ οι δεξαμενές υφίστανται πίεση αέρα όχι μεγαλύτερη των 0,14 bar.

6.

Οι δοκιμές κατά τις παραγράφους .4 και .5 έχουν ως σκοπό την εξακρίβωση της στεγανότητας της κατασκευαστικής διατάξεως της υποδιαιρέσεως και δεν πρέπει να θεωρούνται ως δοκιμές της καταλληλότητας διαμερίσματος για την εναποθήκευση υγρών καυσίμων ή για άλλους ειδικούς σκοπούς, για τους οποίους ενδέχεται να απαιτείται δοκιμή αυστηρότερου χαρακτήρα ανάλογα με το ύψος στο οποίο δύναται να ανέλθει το υγρό στη δεξαμενή ή στις συνδέσεις της.

13.   Ανοίγματα σε στεγανά διαφράγματα (R 15)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.   Ο αριθμός των ανοιγμάτων στα στεγανά διαφράγματα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο που συμβιβάζεται με τα χαρακτηριστικά και την καλή λειτουργία του πλοίου. Για το κλείσιμο των ανοιγμάτων αυτών πρέπει να προβλέπονται ικανοποιητικά μέσα.

2.1.   Στα σημεία διελεύσεως σωλήνων, ευδιαίων (μπούνια), ηλεκτρικών καλωδίων κ.λπ. από στεγανά διαφράγματα υποδιαιρέσεως, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της στεγανής ακεραιότητας των διαφραγμάτων.

2.2.   Βαλβίδες που δεν αποτελούν μέρος συστήματος σωληνώσεων δεν επιτρέπεται να υπάρχουν στα στεγανά διαφράγματα υποδιαιρέσεως.

2.3.   Στα συστήματα που διαπερνούν στεγανά διαφράγματα υποδιαιρέσεως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόλυβδος ή άλλο θερμοευαίσθητο υλικό, εάν η φθορά αυτών των συστημάτων σε περίπτωση πυρκαϊάς μπορεί να μειώσει τη στεγανή ακεραιότητα των διαφραγμάτων.

3.1.   Δεν επιτρέπονται θύρες, ανθρωποθυρίδες ή ανοίγματα επικοινωνίας:

1.

στο διάφραγμα συγκρούσεως κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως·

2.

σε εγκάρσια στεγανά διαφράγματα που χωρίζουν ένα χώρο φορτίου από παρακείμενο χώρο φορτίου, εκτός από εκείνα που προβλέπονται στην παράγραφο .10.1 του εν λόγω κανονισμού 13 και στον κανονισμό 14.

3.2.   Με εξαίρεση τα προβλεπόμενα στην παράγραφο .3.3, το διάφραγμα συγκρούσεως επιτρέπεται να διαπεράται κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως από έναν το πολύ σωλήνα για την εξυπηρέτηση του υγρού στην πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως, υπό τον όρο ότι ο σωλήνας αυτός είναι εφοδιασμένος με κοχλιωτή βαλβίδα με δυνατότητα χειρισμού από σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Το σώμα της βαλβίδας πρέπει να είναι στερεωμένο εντός της πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως επί του διαφράγματος συγκρούσεως. Εντούτοις, επιτρέπεται η τοποθέτηση αυτής της βαλβίδας στην πρυμναία πλευρά του διαφράγματος συγκρούσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η βαλβίδα είναι άμεσα προσπελάσιμη υπό όλες τις συνθήκες εργασίας και ο χώρος στον οποίο τοποθετείται δεν είναι χώρος φορτίου.

3.3.   Εάν η πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως είναι διαιρεμένη κατά τρόπον ώστε να περιέχει δύο διαφορετικά είδη υγρών, το διάφραγμα συγκρούσεως μπορεί να διαπεράται κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως από δύο σωλήνες, κάθε ένας από τους οποίους έχει τοποθετηθεί σύμφωνα με την παράγραφο .3.1, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη λύση εκτός της εγκαταστάσεως τέτοιου δεύτερου σωλήνα και ότι, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης πρόσθετης υποδιαιρέσεως στην πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως, η ασφάλεια του πλοίου διατηρείται.

4.   Εντός των χώρων που περιλαμβάνουν τις κύριες και βοηθητικές μηχανές προώσεως, συμπεριλαμβανομένων των λεβήτων που χρησιμοποιούνται για την πρόωση, δεν επιτρέπεται η ύπαρξη περισσότερων από μία θύρα σε κάθε κύριο εγκάρσιο στεγανό διάφραγμα, με εξαίρεση τις θύρες των σηράγγων ελικοφόρου άξονα. Εάν υπάρχουν δύο ή περισσότεροι ελικοφόροι άξονες πρέπει να συνδέονται με διάδρομο εσωτερικής επικοινωνίας. Εάν υπάρχουν δύο άτρακτοι, πρέπει να τοποθετείται μόνο μία θύρα μεταξύ του μηχανοστασίου και του χώρου των σηράγγων, όταν δε υπάρχουν περισσότεροι από δύο ελικοφόροι άξονες πρέπει να τοποθετούνται μόνο δύο θύρες. Οι θύρες αυτές πρέπει να είναι ολισθαίνουσες και να τοποθετούνται κατά τρόπο ώστε τα κατώφλια τους να είναι όσο το δυνατόν υψηλότερα. Ο χειροκίνητος μοχλός για το χειρισμό των θυρών αυτών άνωθεν του καταστρώματος στεγανών πρέπει να τοποθετείται έξω από τους χώρους που περιλαμβάνουν τις μηχανές.

5.1.   ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΠΛΟΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ:

Οι στεγανές θύρες πρέπει να είναι ολισθαίνουσες ή γιγγλυμωτές ή ισοδύναμου τύπου. Ελασμάτινες θύρες που στερεώνονται απλώς με κοχλίες καθώς και θύρες που κλείνουν με τη βαρύτητα ή με την ενέργεια πίπτοντος βάρους δεν επιτρέπονται.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

Οι στεγανές θύρες, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο .10.1 του εν λόγω κανονισμού 13 ή στον κανονισμό 14, είναι μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες θύρες που πληρούν τους όρους της παραγράφου 7, με δυνατότητα ταυτόχρονου κλεισίματος από την κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου σε χρόνο μικρότερο από 60 δευτερόλεπτα, όταν το πλοίο είναι σε όρθια θέση.

5.2.   ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΠΛΟΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ:

Οι ολισθαίνουσες θύρες μπορούν να είναι:

χειροκίνητες μόνο ή

μηχανοκίνητες και χειροκίνητες.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

Στα πλοία των οποίων ο συνολικός αριθμός στεγανών θυρών δεν υπερβαίνει τις δύο και οι εν λόγω θύρες βρίσκονται στο μηχανοστάσιο ή στα πέριξ διαφράγματα, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει τη χειροκίνητη και μόνο λειτουργία των δύο αυτών θυρών. Όταν υπάρχουν χειροκίνητες ολισθαίνουσες θύρες, πρέπει να κλείνονται προ του απόπλου του πλοίου για δρομολόγιο μεταφοράς επιβατών και να παραμένουν κλειστές κατά τη διάρκεια του πλου.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

5.3.   Τα μέσα χειρισμού, χειροκίνητα ή μηχανοκίνητα, οποιασδήποτε ολισθαίνουσας στεγανής θύρας, μηχανοκίνητης ή χειροκίνητης, πρέπει να είναι ικανά να κλείνουν τη θύρα και όταν το πλοίο λαμβάνει κλίση 15° από οποιαδήποτε πλευρά. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι δυνάμεις που ενδεχομένως επενεργούν και στις δύο πλευρές των θυρών σε περίπτωση που σημειώνεται ροή ύδατος διά μέσου του ανοίγματος η οποία αντιστοιχεί σε φορτίο στατικής ενέργειας ισοδύναμο με στήλη ύδατος ύψους τουλάχιστον 1 μέτρου πάνω από το κατώφλι στον άξονα συμμετρίας της θύρας.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

5.4.   Τα όργανα ελέγχου των στεγανών θυρών, συμπεριλαμβανομένων των υδραυλικών σωληνώσεων και των ηλεκτρικών καλωδίων, πρέπει να τοποθετούνται όσο πλησιέστερα είναι πρακτικά δυνατό στο διάφραγμα στο οποίο ευρίσκονται οι θύρες, προκειμένου να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα να επηρεαστούν από οποιαδήποτε ζημία, την οποία μπορεί να υποστεί το πλοίο. Η θέση εγκαταστάσεως των στεγανών θυρών και οργάνων του ελέγχου τους πρέπει να είναι τέτοια ώστε, εάν το πλοίο υποστεί βλάβη εντός του ενός πέμπτου του πλάτους του, μετρώμενης της αποστάσεως αυτής καθέτως προς τον άξονα συμμετρίας και στο επίπεδο της ανώτατης ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως, να μην βλάπτεται η λειτουργία των στεγανών θυρών μακράν του τμήματος του πλοίου που υπέστη βλάβη.

5.5.   Όλες οι μηχανοκίνητες και χειροκίνητες ολισθαίνουσες στεγανές θύρες εφοδιάζονται με δείκτες που δείχνουν, σε όλες τις θέσεις χειρισμού εξ αποστάσεως, εάν οι θύρες είναι ανοικτές ή κλειστές. Οι θέσεις χειρισμού εξ αποστάσεως, βρίσκονται μόνο στη γέφυρα του πλοίου, όπως αυτό απαιτείται στην παράγραφο .7.1.5 ενώ η θέση της χειροκίνητης λειτουργίας βρίσκεται άνωθεν του καταστρώματος στεγανών διαφραγμάτων, όπως απαιτείται στην παράγραφο .7.1.4.

ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΠΛΟΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ:

5.6.   Οι στεγανές θύρες που δεν συμμορφώνονται προς τις παραγράφους .5.1 έως .5.5 πρέπει να κλείνονται πριν την αναχώρηση και να παραμένουν κλειστές κατά τη διάρκεια του πλου. Η χρονική περίοδος για το άνοιγμα των θυρών αυτών στο λιμάνι και το κλείσιμό τους πριν τον απόπλου του πλοίου αναγράφεται στο ημερολόγιο του πλοίου.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΠΛΟΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

6.1.   Οι χειροκίνητες ολισθαίνουσες θύρες δύνανται να έχουν οριζόντια ή κατακόρυφη κίνηση. Ο μηχανισμός της θύρας πρέπει να μπορεί να τεθεί σε λειτουργία επιτοπίως από αμφότερες τις πλευρές της θύρας και επιπροσθέτως από προσιτή θέση άνωθεν του καταστρώματος στεγανών με πλήρη περιστροφή στροφάλου ή με άλλη κίνηση, η οποία παρέχει τα ίδια εχέγγυα ασφάλειας και είναι εγκεκριμένου τύπου. Στην περίπτωση του χειροκίνητου μοχλού, ο απαιτούμενος χρόνος για το πλήρες κλείσιμο της θύρας, όταν το πλοίο είναι σε όρθια θέση, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 90 δευτερόλεπτα.

ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

6.2.   Οι μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες θύρες μπορούν να έχουν κατακόρυφη ή οριζόντια κίνηση. Εάν μία θύρα λειτουργεί με μηχανική ενέργεια από κεντρικό σταθμό, ο μηχανισμός πρέπει να είναι διατεταγμένος κατά τρόπον ώστε η θύρα να μπορεί να τεθεί σε λειτουργία με μηχανική ενέργεια και επιτοπίως και από αμφότερες τις πλευρές. Σε κάθε πλευρά του διαφράγματος πρέπει να προβλέπονται λαβές τοπικού χειρισμού που συνδέονται με το μηχανισμό που κινείται με μηχανική ενέργεια και να είναι διατεταγμένες έτσι ώστε πρόσωπα που διέρχονται διά του ανοίγματος της θύρας να δύνανται να κρατήσουν και τις δύο λαβές στη θέση του ανοίγματος και να μη δύνανται να θέσουν ακούσια σε λειτουργία το μηχανισμό κλεισίματος. Οι μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες θύρες πρέπει επιπλέον να είναι εφοδιασμένες με χειροκίνητο μηχανισμό που λειτουργεί τόσο και από τις δύο πλευρές των θυρών όσο και από προσιτό σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών, με πλήρη περιστροφή στροφάλου ή με άλλη κίνηση, η οποία παρέχει τα ίδια εχέγγυα ασφάλειας και είναι εγκεκριμένου τύπου. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε να δίνεται προειδοποίηση με ηχητικό σήμα ότι η θύρα άρχισε να κλείνει, η οποία πρέπει να συνεχίζεται μέχρι του πλήρους κλεισίματος. Επιπλέον, σε περιοχές με θόρυβο απαιτείται το ηχητικό προειδοποιητικό σήμα να συμπληρώνεται από ένα διακοπτόμενο οπτικό σήμα επί της θύρας.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

7.1.   Κάθε μηχανοκίνητη ολισθαίνουσα στεγανή θύρα πρέπει:

1.

να εφοδιάζεται με κατακόρυφη ή οριζόντια κίνηση·

2.

να έχει, με την επιφύλαξη της παραγράφου.11, ανώτατο καθαρό πλάτος 1,2 μέτρων. Η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει πλατύτερες θύρες, μόνο σε περίπτωση που αυτό θεωρείται απαραίτητο για την αποτελεσματική λειτουργία του πλοίου, με την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπόψη τα άλλα μέτρα ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των ακολούθων:

2.1.

δίδεται ιδιαίτερη σημασία στην αντοχή της θύρας και στους μηχανισμούς κλεισίματος προκειμένου να αποφεύγονται οι διαρροές·

2.2.

η θύρα βρίσκεται εκτός της ζώνης ζημίας Β/5·

2.3.

η θύρα είναι κλειστή όταν το πλοίο πλέει στη θάλασσα, εκτός από περιορισμένα χρονικά διαστήματα, όταν αυτό είναι άκρως απαραίτητο κατά την κρίση της αρχής του κράτους σημαίας·

3.

να εφοδιάζεται με τον κατάλληλο εξοπλισμό για να ανοίγει και να κλείνει ηλεκτρικά, υδραυλικά ή με οποιοδήποτε άλλο μηχανικό τρόπο που εγκρίνεται από την αρχή του κράτους σημαίας·

4.

να εφοδιάζεται με χειροκίνητο μηχανισμό. Η θύρα είναι δυνατό να ανοίγεται και κλείνεται χειροκίνητα από κάθε πλευρά της και, επιπλέον, να κλείνεται από ένα προσιτό σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών, με πλήρη περιστροφή στροφάλου ή με άλλη κίνηση, η οποία παρέχει την ίδια εγγύηση ασφάλειας και εγκρίνεται από την αρχή του κράτους σημαίας. Προβλέπονται ενδείξεις όσον αφορά την κατεύθυνση περιστροφής ή τις άλλες κινήσεις σε όλες τις θέσεις λειτουργίας. Η χρονική περίοδος που απαιτείται για το πλήρες κλείσιμο της θύρας, όταν αυτό πραγματοποιείται με χειροκίνητο μοχλό δεν υπερβαίνει τα 90 δευτερόλεπτα με το πλοίο σε όρθια θέση·

5.

εφοδιάζεται με όργανα ελέγχου για το μηχανοκίνητο άνοιγμα και κλείσιμο της θύρας και από τις δύο πλευρές της θύρας καθώς επίσης και για το μηχανοκίνητο κλείσιμο της θύρας από την κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου·

6.

να εφοδιάζεται με ηχητικό προειδοποιητικό σήμα, χωριστό από κάθε άλλο ηχητικό σήμα στην περιοχή, το οποίο θα ηχεί κάθε φορά που κλείνει μηχανοκίνητα η θύρα εξ αποστάσεως και το οποίο θα ηχεί τουλάχιστον για 5 δευτερόλεπτα αλλά όχι πάνω από 10 δευτερόλεπτα πριν να αρχίσει να κινείται η θύρα και θα συνεχίζει να ηχεί μέχρι το οριστικό κλείσιμο της θύρας. Σε περίπτωση χειροκίνητου εξ αποστάσεως χειρισμού της θύρας είναι αρκετό το προειδοποιητικό σήμα να ηχεί μόνο κατά τη στιγμή που κινείται η θύρα. Επιπλέον, σε χώρους επιβατών και σε χώρους με θόρυβο, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να απαιτεί το ηχητικό προειδοποιητικό σήμα να συμπληρώνεται από ένα διακοπτόμενο οπτικό σήμα επί της θύρας και

7.

να έχει σχεδόν σταθερό ρυθμό μηχανοκίνητου κλεισίματος. Η χρονική περίοδος κλεισίματος, από τη στιγμή που η θύρα αρχίζει να κινείται έως τη στιγμή που κλείνει εντελώς, δεν είναι σε καμία περίπτωση μικρότερη από 20 δευτερόλεπτα και δεν υπερβαίνει τα 40 δευτερόλεπτα όταν το πλοίο βρίσκεται σε όρθια θέση.

7.2.   Η ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για τη λειτουργία των μηχανοκίνητων στεγανών θυρών ολισθαίνοντος τύπου πρέπει να παρέχεται από τον ηλεκτρικό πίνακα έκτακτης ανάγκης, είτε απ' ευθείας είτε μέσω ενός πίνακα διανομής ειδικά για το σκοπό αυτό, ο οποίος τοποθετείται άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Τα σχετικά κυκλώματα ελέγχου, ενδείξεως και προειδοποιήσεως πρέπει να τροφοδοτούνται από τον ηλεκτρικό πίνακα έκτακτης ανάγκης, είτε απ' ευθείας είτε μέσω ενός πίνακα διανομής ειδικά για το σκοπό αυτό που είναι τοποθετημένος άνωθεν του καταστρώματος στεγανών και να μπορούν να τροφοδοτούνται από την προσωρινή πηγή ενέργειας κινδύνου, σε περίπτωση αστοχίας της κύριας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας ή της πηγής ενέργειας έκτακτης ανάγκης.

7.3.   Οι μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες στεγανές θύρες πρέπει να έχουν:

1.

είτε ένα κεντρικό υδραυλικό σύστημα με δύο ανεξάρτητες πηγές ενέργειας, έκαστη των οποίων πρέπει να αποτελείται από έναν κινητήρα και μία αντλία ικανή να κλείνει ταυτόχρονα όλες τις θύρες. Επιπλέον, για όλη την εγκατάσταση πρέπει να υπάρχουν υδραυλικοί συσσωρευτές επαρκούς δυναμικότητας, προκειμένου να λειτουργούν όλες οι θύρες τουλάχιστον τρεις φορές, δηλαδή κλείσιμο-άνοιγμα-κλείσιμο, έναντι αντίθετης κλίσεως 15°. Ο ανωτέρω κύκλος λειτουργίας πρέπει να πραγματοποιείται και όταν έχει διακοπεί η πίεση από την αντλία προς το συσσωρευτή. Το ρευστό που χρησιμοποιείται πρέπει να επιλέγεται λαμβανομένων υπόψη των θερμοκρασιών που αναπτύσσονται στην εγκατάσταση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της. Το μηχανοκίνητο σύστημα πρέπει να σχεδιάζεται κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα μία απλή βλάβη των υδραυλικών σωληνώσεων να έχει δυσμενή επίδραση στη λειτουργία περισσότερων της μίας θυρών. Το υδραυλικό σύστημα πρέπει να εφοδιάζεται με ένα συναγερμό χαμηλής στάθμης για τα δοχεία του υδραυλικού ρευστού, τα οποία εξυπηρετούν το μηχανοκίνητο σύστημα και με ένα συναγερμό χαμηλής πιέσεως αερίου ή άλλο αποτελεσματικό μέσο παρακολουθήσεως των απωλειών της ενέργειας που είναι αποθηκευμένη στους υδραυλικούς συσσωρευτές. Οι ανωτέρω συναγερμοί πρέπει να είναι ηχητικοί και οπτικοί και να τοποθετούνται στην κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου· ή

2.

είτε ανεξάρτητο υδραυλικό σύστημα για κάθε θύρα, όπου κάθε πηγή ενέργειας αποτελείται από έναν κινητήρα και μία αντλία ικανή να ανοίγει και να κλείνει τη θύρα. Επιπλέον, πρέπει να υπάρχει ένας υδραυλικός συσσωρευτής επαρκούς δυναμικότητας προκειμένου να λειτουργεί η θύρα τουλάχιστον τρεις φορές, δηλαδή κλείσιμο-άνοιγμα-κλείσιμο, έναντι αντίθετης κλίσεως 15°. Αυτός ο κύκλος λειτουργίας πρέπει να είναι δυνατόν να εκτελείται και όταν έχει διακοπεί η πίεση της αντλίας προς το συσσωρευτή. Το ρευστό που χρησιμοποιείται πρέπει να επιλέγεται λαμβανομένων υπόψη των θερμοκρασιών που ενδέχεται να αναπτυχθούν στην εγκατάσταση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της. Πρέπει να διατίθεται στην κεντρική κονσόλα λειτουργίας στη γέφυρα του πλοίου ένα ομαδοποιημένο σύστημα συναγερμού χαμηλής πιέσεως αερίου ή άλλο αποτελεσματικό μέσο παρακολουθήσεως των απωλειών ενέργειας που είναι αποθηκευμένη στους υδραυλικούς συσσωρευτές. Επίσης, σε κάθε θέση λειτουργίας πρέπει να προβλέπεται δείκτης απωλειών της συσσωρευμένης ενέργειας.

3.

είτε ανεξάρτητο ηλεκτρικό σύστημα και κινητήρα για κάθε θύρα, όπου κάθε πηγή ενέργειας αποτελείται από κινητήρα ικανό να ανοίγει και να κλείνει τη θύρα. Η πηγή ενέργειας πρέπει να μπορεί να τροφοδοτείται αυτόματα από την προσωρινή πηγή ηλεκτρικής ενέργειας ανάγκης, σε περίπτωση αστοχίας της κύριας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας ή της πηγής κινδύνου και με επαρκή δυναμικότητα, προκειμένου να λειτουργεί η θύρα τουλάχιστον τρεις φορές, δηλαδή κλείσιμο-άνοιγμα-κλείσιμο, έναντι αντίθετης κλίσεως 15°.

Για τα συστήματα που προδιαγράφονται στις παραγράφους 7.3.1, 7.3.2 και 7.3.3 πρέπει να προβλέπονται τα εξής:

Τα συστήματα τροφοδότησης για τις μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες στεγανές θύρες πρέπει να διαχωρίζονται από οποιοδήποτε άλλο σύστημα ισχύος. Μία απλή αστοχία των ηλεκτρικών ή υδραυλικών μηχανοκίνητων συστημάτων, με εξαίρεση τον υδραυλικό ενεργοποιητή, δεν πρέπει να παρεμποδίζει τη χειροκίνητη λειτουργία οποιασδήποτε θύρας.

7.4.   Πρέπει να προβλέπονται σε κάθε πλευρά του διαφράγματος χειρολαβές ελέγχου σε ελάχιστο ύψος 1,6 μέτρου άνωθεν του δαπέδου και να διευθετούνται κατά τρόπον ώστε άτομα που διέρχονται διά της θύρας να δύνανται να κρατούν και τις δύο χειρολαβές με ανοικτή τη θύρα χωρίς να θέτουν ακούσια σε λειτουργία τον μηχανισμό κλεισίματος της θύρας. Η διεύθυνση κινήσεως των χειρολαβών στο άνοιγμα και στο κλείσιμο της θύρας πρέπει να είναι στην κατεύθυνση της κινήσεως της θύρας και να δεικνύεται ευκρινώς. Εάν αρκεί μία ενέργεια για να αρχίσει η κίνηση κλεισίματος των στεγανών θυρών στους χώρους ενδιαιτήσεως, οι χειρολαβές υδραυλικού ελέγχου των θυρών αυτών πρέπει να είναι τοποθετημένες κατά τρόπον ώστε να μη μπορούν να ενεργοποιηθούν από μικρά παιδιά, π.χ. πίσω από φατνωματικές θύρες με τους σύρτες σε ύψος τουλάχιστον 1,70 μέτρου πάνω από το επίπεδο του καταστρώματος.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

Και από τις δύο πλευρές των θυρών πρέπει να υπάρχει πινακίδα με οδηγίες για τη λειτουργία του συστήματος. Και από τις δύο πλευρές των θυρών πρέπει επίσης να υπάρχει πινακίδα με κείμενο ή εικόνες που να προειδοποιούν για τον κίνδυνο που διατρέχει όποιος μείνει μέσα στο άνοιγμα της θύρας αφού αρχίσει η κίνηση του κλεισίματός της. Οι πινακίδες αυτές πρέπει να είναι κατασκευασμένες από ανθεκτικό υλικό και καλά στερεωμένες. Το κείμενο των οδηγιών ή της προειδοποιητικής πινακίδας πρέπει να περιλαμβάνει και πληροφορίες για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται η θύρα για να κλείσει.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

7.5.   Όσο είναι πρακτικά δυνατό, ο ηλεκτρικός εξοπλισμός και τα εξαρτήματα των στεγανών θυρών πρέπει να τοποθετούνται άνωθεν του καταστρώματος στεγανών και εκτός επικίνδυνων περιοχών και χώρων.

7.6.   Τα περιβλήματα των ηλεκτρικών εξαρτημάτων, τα οποία τοποθετούνται αναγκαστικά κάτωθεν του καταστρώματος στεγανών, πρέπει να παρέχουν κατάλληλη προστασία κατά της εισόδου ύδατος.

7.7.   Τα κυκλώματα ηλεκτρικής ενέργειας, ελέγχου, ενδείξεως και συναγερμού πρέπει να προστατεύονται έναντι αστοχίας κατά τρόπον ώστε τυχόν βλάβη στο κύκλωμα μίας θύρας να μην προκαλεί βλάβη στο κύκλωμα οποιασδήποτε άλλης θύρας. Βραχυκυκλώματα ή άλλες βλάβες στα κυκλώματα συναγερμού ή δεικτών μίας θύρας δεν πρέπει να έχουν ως συνέπεια την απώλεια της μηχανοκίνητης λειτουργίας αυτής της θύρας. Οι διατάξεις πρέπει να είναι τέτοιες ώστε τυχόν διαρροή ύδατος στον ηλεκτρικό εξοπλισμό που ευρίσκεται κάτωθεν του καταστρώματος στεγανών να μην προκαλεί το άνοιγμα της θύρας.

7.8.   Μία απλή ηλεκτρική αστοχία στο σύστημα μηχανοκίνητης λειτουργίας ή στο σύστημα ελέγχου μίας μηχανοκίνητης ολισθαίνουσας στεγανής θύρας δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα το άνοιγμα μίας κλειστής θύρας. Η παροχή της ενέργειας πρέπει να παρακολουθείται συνεχώς σε ένα σημείο του ηλεκτρικού κυκλώματος όσο πλησιέστερα είναι πρακτικά δυνατό σε κάθε κινητήρα που απαιτείται από την παράγραφο 7.3. Η απώλεια οποιασδήποτε παροχής ενέργειας πρέπει να ενεργοποιεί ένα ακουστικό και οπτικό σήμα συναγερμού στην κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου.

8.1.   Η κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου πρέπει να διαθέτει γενικό διακόπτη με δύο θέσεις ελέγχου: μία «τοπικός έλεγχος», η οποία πρέπει να επιτρέπει σε κάθε θύρα να ανοίγει και να κλείνει μετά τη χρήση τοπικά χωρίς αυτόματο κλείσιμο, και μία «θύρες κλειστές», η οποία πρέπει να κλείνει αυτόματα οποιαδήποτε θύρα είναι ανοικτή. Η θέση «θύρες κλειστές» πρέπει να επιτρέπει στις θύρες να ανοίγουν τοπικά και να ξανακλείνουν αυτόματα μετά την απελευθέρωση του τοπικού μηχανισμού ελέγχου. Ο «γενικός διακόπτης» κανονικά πρέπει να είναι στη θέση «τοπικός έλεγχος». Η θέση «θύρες κλειστές» πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση ανάγκης ή για δοκιμή.

8.2.   Η κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου εφοδιάζεται με διάγραμμα που δείχνει τη θέση κάθε θύρας, με οπτικούς δείκτες μέσω των οποίων φαίνεται εάν η θύρα είναι ανοικτή ή κλειστή. Το κόκκινο φως σημαίνει ότι η θύρα είναι εντελώς ανοικτή ενώ το πράσινο φως σημαίνει ότι η θύρα είναι εντελώς κλειστή. Σε περίπτωση που η θύρα κλείνει εξ αποστάσεως το κόκκινο φως αναβοσβύνει για ένδειξη της ενδιάμεσης κατάστασης. Το ηλεκτρικό κύκλωμα ένδειξης πρέπει να είναι ανεξάρτητο από το ηλεκτρικό κύκλωμα ελέγχου για κάθε θύρα.

8.3.   Οι θύρες αυτές δεν πρέπει να είναι δυνατόν να ανοίγονται εξ αποστάσεως από τη θέση κεντρικού σταθμού ελέγχου.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

9.1.   Όλες οι στεγανές θύρες παραμένουν κλειστές κατά τη διάρκεια του πλου, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 9.2 και 9.3. Οι στεγανές θύρες πλάτους άνω του 1,2 m που επιτρέπονται βάσει της παραγράφου 11, μπορούν να ανοίγονται μόνον στις συνθήκες που περιγράφονται στην ίδια παράγραφο. Οποιαδήποτε θύρα ανοίγεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο αυτή θα είναι δυνατό να κλείνει άμεσα.

9.2.   Μια στεγανή θύρα είναι δυνατό να ανοίγεται κατά τον πλου προκειμένου να διέλθουν οι επιβάτες ή το πλήρωμα ή όταν αυτό απαιτείται προκειμένου να πραγματοποιηθούν εργασίες παραπλεύρως της θύρας. Η θύρα πρέπει να κλείνεται αμέσως μετά το πέρας της διέλευσης ή μετά το πέρας των εργασιών για τις οποίες απαιτείτο το άνοιγμά της.

9.3.   Ορισμένες στεγανές θύρες είναι δυνατό να επιτραπεί να παραμένουν ανοικτές κατά τον πλου, μόνο σε περίπτωση όπου αυτό θεωρείται αναγκαίο, δηλαδή όταν το άνοιγμά τους κρίνεται απαραίτητο για την ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία των μηχανών του πλοίου ή για να δοθεί στους επιβάτες η δυνατότητα να κινούνται δίχως περιορισμούς σε όλη την ζώνη που προορίζεται για τους επιβάτες. Για τον καθορισμό των εν λόγω περιπτώσεων, αρμόδια είναι η αρχή του κράτους του οποίου το πλοίο φέρει τη σημαία και μόνο μετά από πλήρη εξέταση των επιπτώσεων στη λειτουργία του πλοίου και στις δυνατότητες επιβίωσης. Κατά τον τρόπο αυτό, σε περίπτωση που επιτρέπεται να παραμένει ανοικτή κάποια στεγανή θύρα, το γεγονός αυτό θα επισημαίνεται σαφώς στις πληροφορίες σχετικά με την ευστάθεια του πλοίου, ενώ θα είναι πάντα δυνατό να κλεισθεί άμεσα.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

10.1.   Σε περίπτωση που η αρχή του κράτους σημαίας είναι πεπεισμένη για τη χρησιμότητα παρομοίων θυρών, επιτρέπεται η τοποθέτηση στεγανών θυρών καταλλήλου κατασκευής στα στεγανά διαφράγματα που χωρίζουν το φορτίο μεταξύ των χώρων του καταστρώματος. Οι θύρες αυτές δύνανται να είναι γιγγλυμωτές, κυλιόμενες ή ολισθαίνουσες, αλλά δεν πρέπει να τίθενται σε λειτουργία εξ αποστάσεως. Πρέπει να τοποθετούνται στο ανώτατο ύψος και σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από τα ελάσματα του εξωτερικού περιβλήματος, αλλά οι εξωτερικές κατακόρυφες ακμές των θυρών τούτων σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ευρίσκονται σε απόσταση από το ελάσματα του εξωτερικού περιβλήματος μικρότερη από τα ένα πέμπτο του πλάτους του πλοίου. Η απόσταση αυτή μετράται καθέτως προς τον άξονα συμμετρίας του πλοίου στο ύψος της ανώτατης εμφόρτου γραμμής υποδιαιρέσεως.

10.2.   Οι θύρες αυτές πρέπει να κλείνονται προ του απόπλου και να διατηρούνται κλειστές κατά τη διάρκεια του πλου. Η χρονική περίοδος για το άνοιγμα των θυρών αυτών στο λιμάνι και το κλείσιμό τους πριν τον απόπλου του πλοίου αναγράφεται στο ημερολόγιο του πλοίου. Σε περίπτωση που κάποια θύρα είναι προσιτή κατά τη διάρκεια του πλου, εφοδιάζεται με μηχανισμό χάρη στον οποίο θα εμποδίζεται το άνοιγμα χωρίς σχετική άδεια. Σε περίπτωση που προτείνεται η τοποθέτηση τέτοιων θυρών, ο αριθμός και η διάταξή τους θα υποβάλλονται σε ειδική εξέταση από την αρχή του κράτους σημαίας.

11.   Δεν επιτρέπεται η χρήση κινητών πλακών στα διαφράγματα, παρά μόνο στα μηχανοστάσια. Οι πλάκες αυτές τακτοποιούνται πάντα πριν από τον απόπλου του πλοίου και δεν αλλάζουν θέση κατά τον πλου, παρά μόνο σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης και κατά την κρίση του πλοιάρχου. Η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει τη χρήση το πολύ μιας μηχανοκίνητης ολισθαίνουσας στεγανής θύρας σε κάθε κύριο εγκάρσιο διάφραγμα, πλατύτερης από αυτές που ορίζονται στην παράγραφο 7.1.2, αντί των προαναφερθεισών κινητών πλακών, με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω θύρες κλείνονται πριν τον απόπλου του πλοίου και διατηρούνται κλειστές κατά τον πλου, εκτός από περίπτωση εκτάκτου ανάγκης, κατά την κρίση του πλοιάρχου. Οι θύρες αυτές δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 7.1.4 σχετικά με το πλήρες κλείσιμο με χειροκίνητο μοχλό, μέσα σε 90 δευτερόλεπτα. Ο απαραίτητος χρόνος για το άνοιγμα και για το κλείσιμο των εν λόγω θυρών, είτε το πλοίο πλέει, είτε βρίσκεται στο λιμάνι, πρέπει να καταγράφεται στο ημερολόγιο της γέφυρας.

14.   Πλοία που μεταφέρουν φορτηγά οχήματα και προσωπικό συνοδείας (R 16)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε επιβατηγά πλοία σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα για τη μεταφορά φορτηγών οχημάτων και προσωπικού συνοδείας.

2.

Εάν σε τέτοιο πλοίο ο συνολικός αριθμός των επιβατών, που περιλαμβάνει τα άτομα που συνοδεύουν τα οχήματα, δεν υπερβαίνει Ν = 12 + Α/25, όπου Α = η συνολική επιφάνεια καταστρώματος (σε τετραγωνικά μέτρα) των χώρων που διατίθενται για τη στοιβασία φορτηγών οχημάτων και όπου το καθαρό ύψος στη θέση στοιβασίας και στην είσοδο στους χώρους αυτούς δεν είναι μικρότερο από 4 μέτρα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού 13, παράγραφος 10, σχετικά με τις στεγανές θύρες, εκτός του ότι οι θύρες μπορούν να τοποθετούνται σε οποιοδήποτε επίπεδο στα στεγανά διαφράγματα που διαιρούν τους χώρους φορτίου. Επιπροσθέτως, στη γέφυρα πρέπει να υπάρχουν δείκτες που να δεικνύουν αυτόματα εάν κάθε θύρα είναι κλειστή και οι προσδέσεις όλων των θυρών στερεωμένες.

3.

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού σε τέτοια πλοία, ως αριθμός Ν θα λαμβάνεται ο μέγιστος αριθμός των επιβατών για τον οποίο το πλοίο μπορεί να πάρει πιστοποιητικό σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό.

15.   Ανοίγματα στο εξωτερικό περίβλημα του πλοίου κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως (R 17)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.   Ο αριθμός των ανοιγμάτων στο εξωτερικό περίβλημα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο το οποίο συμβιβάζεται προς τη διαρρύθμιση και την καλή λειτουργία του πλοίου.

2.1.   Η διάταξη και η αποδοτικότητα των μέσων κλεισίματος όλων των ανοιγμάτων στο εξωτερικό περίβλημα πρέπει να ανταποκρίνονται προς τον προορισμό τους και τη θέση στην οποία ευρίσκονται.

2.2.   Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της ισχύουσας διεθνούς συμβάσεως για τις εμφόρτους ισάλους γραμμές δεν πρέπει να τοποθετούνται παραφωτίδες σε τέτοια θέση που το κατώφλι τους να είναι κάτωθεν μίας γραμμής παράλληλης προς το εξωτερικό ίχνος του καταστρώματος στεγανών, της οποίας το κατώτατο σημείο βρίσκεται σε απόσταση 2,5 % του πλάτους του πλοίου άνωθεν της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως ή 500 χιλιοστόμετρων, όποια είναι μεγαλύτερη.

2.3.   Όλες οι παραφωτίδες, τα κατώφλια των οποίων ευρίσκονται κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως πρέπει να είναι τέτοιας κατασκευής που να παρεμποδίζεται αποτελεσματικά το άνοιγμά τους από οποιονδήποτε χωρίς την έγκριση του πλοιάρχου του πλοίου.

2.4.   Εάν σε χώρο μεταξύ δύο καταστρωμάτων, τα κατώφλια οποιωνδήποτε παραφωτίδων περί των οποίων η παράγραφος 2.3. ευρίσκονται κάτω από γραμμή που χαράσσεται παράλληλα προς το εξωτερικό ίχνος του καταστρώματος στεγανών και της οποίας το κατώτατο σημείο βρίσκεται σε ύψος 1,4 m συν 2,5 % του πλάτους του πλοίου υπεράνω της επιφάνειας του νερού κατά τον απόπλου του πλοίου εξ οιουδήποτε λιμένος, όλες οι παραφωτίδες του εν λόγω χώρου πρέπει να κλείονται στεγανώς και να κλειδώνονται προ του απόπλου και να μην ανοίγονται προ του κατάπλου του πλοίου στον επόμενο λιμένα.

2.5.   Οι παραφωτίδες και τα επικαλύμματά τους που δεν είναι προσπελάσιμα κατά τη διάρκεια του πλου πρέπει να κλείονται και να ασφαλίζονται πριν από τον απόπλου του πλοίου.

3.   Ο αριθμός των ευδιαίων, των στομίων αποχετευτικών αγωγών και των λοιπών παρόμοιων ανοιγμάτων στο εξωτερικό περίβλημα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο, είτε με την εξυπηρέτηση από κάθε στόμιο όσο το δυνατόν περισσότερων σωληνώσεων αποχέτευσης και άλλων σωληνώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο ικανοποιητικό τρόπο.

4.   Όλα τα στόμια λήψης και εκροής στο εξωτερικό περίβλημα πρέπει να είναι εφοδιασμένα με αποτελεσματικές και προσιτές διατάξεις για την πρόληψη τυχαίας εισόδου νερού στο πλοίο.

4.1.   Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της ισχύουσας διεθνούς συμβάσεως για τις εμφόρτους ισάλους γραμμές και με εξαίρεση τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, κάθε χωριστή εκροή μέσω του εξωτερικού περιβλήματος από χώρους κάτω της γραμμής ορίου βυθίσεως εφοδιάζεται είτε με μία αυτόματη βαλβίδα μη επιστροφής με δυνατότητα να κλείνει από κάποιο σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών διαφραγμάτων, είτε με δύο αυτόματες βαλβίδες μη επιστροφής χωρίς δυνατότητα κλεισίματος, με την προϋπόθεση ότι η εντός του πλοίου βαλβίδα βρίσκεται άνωθεν της ανώτατης εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως και ότι είναι πάντοτε προσιτή για εξέταση κάτω από κανονικές συνθήκες λειτουργίας.

Σε περίπτωση που τοποθετείται βαλβίδα με δυνατότητα κλεισίματος, η θέση χειρισμού άνωθεν του καταστρώματος στεγανών είναι πάντα άμεσα προσιτή και προβλέπονται μέσα που να δείχνουν αν η βαλβίδα είναι ανοικτή ή κλειστή.

4.2.   Οι απαιτήσεις της ισχύουσας διεθνούς συμβάσεως για τις εμφόρτους ισάλους γραμμές ισχύουν για όλες τις εκροές μέσω του εξωτερικού περιβλήματος από χώρους άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως.

5.   Τα κύρια και βοηθητικά στόμια λήψης θαλάσσιου νερού και εκροής στο μηχανοστάσιο που έχουν σχέση με τη λειτουργία των μηχανών πρέπει να είναι εφοδιασμένα με εύκολα προσιτές βαλβίδες μεταξύ των σωληνώσεων και του εξωτερικού περιβλήματος ή μεταξύ των σωληνώσεων και των κιβωτίων που είναι προσαρμοσμένα επί του εξωτερικού περιβλήματος. Οι βαλβίδες πρέπει να μπορούν να ελέγχονται επιτόπου και να εφοδιάζονται με δείκτες που δεικνύουν αν είναι ανοιχτές ή κλειστές.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.

Οι χειρολαβές ή χειροστρόφαλοι των κρουνών έρματος πρέπει να είναι εύκολα προσπελάσιμοι προς χειρισμό. Όλες οι βαλβίδες που χρησιμοποιούνται ως κρουνοί έρματος πρέπει να κλείνουν με στροφή των χειροστροφάλων κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού.

2.

Οι εκκενωτικοί κρουνοί ή βαλβίδες στα πλευρά του πλοίου για το υπερχείλισμα των λεβήτων πρέπει να βρίσκονται σε εύκολα προσπελάσιμα σημεία και όχι κάτω από την επένδυση του καταστρώματος. Κρουνοί και βαλβίδες πρέπει να είναι σχεδιασμένοι κατά τρόπον ώστε να φαίνεται εύκολα αν είναι ανοικτοί ή κλειστοί. Οι κρουνοί πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με θωρακίσεις ασφαλείας, σχεδιασμένες κατά τρόπον ώστε να μην μπορεί ν' αφαιρεθεί το κλειδί ενόσω είναι ανοικτοί.

3.

Όλες οι βαλβίδες και κρουνοί στα συστήματα σωληνώσεων όπως για το έρμα και τον υδροσυλλέκτη, τα καύσιμα και τα λιπαντικά, τα πυροσβεστικά και εκκενωτικά συστήματα, τις εγκαταστάσεις ψύξεως και υγιεινής κ.λπ. πρέπει να φέρουν σαφή επισήμανση δηλωτική της λειτουργίας τους.

4.

Άλλοι αγωγοί εκροής, εάν μεν απολήγουν κάτω από την έμφορτη ίσαλο γραμμή της χαμηλότερης υποδιαίρεσης, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με ισοδύναμα συστήματα κλεισίματος στην πλευρά του πλοίου, εάν δε απολήγουν πάνω από την έμφορτη ίσαλο της χαμηλότερης υποδιαίρεσης, με συνήθη δικλείδα θυέλλης. Και στις δύο περιπτώσεις, η διάταξη αυτή μπορεί να παραλείπεται αν χρησιμοποιούνται σωλήνες ίσου πάχους με την επένδυση των άμεσων σχετών των αποχωρητηρίων και νιπτήρων ή των σχετών δαπέδου των λουτρών κ.λπ., εφοδιασμένοι με καλύπτρες ή κατ' άλλο τρόπο προστατευμένοι από το υδραυλικό πλήγμα. Το πάχος των τοιχωμάτων των σωλήνων αυτών δεν χρειάζεται πάντως να είναι μεγαλύτερο από 14 χιλιοστόμετρα.

5.

Όπου υπάρχουν βαλβίδες με μηχανισμό άμεσου κλεισίματος, το σημείο απ' όπου γίνεται ο χειρισμός τους πρέπει να είναι πάντοτε προσπελάσιμο, και πρέπει να φαίνεται με κάποιον τρόπο αν είναι ανοικτές ή κλειστές.

6.

Όταν υπάρχουν βαλβίδες με μηχανισμό άμεσου κλεισίματος μέσα σε μηχανοστάσια, αρκεί να είναι δυνατός ο χειρισμός τους από εκεί όπου βρίσκονται, αρκεί το σημείο αυτό να είναι εύκολα προσπελάσιμο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

6.   Όλα τα εξαρτήματα και βαλβίδες επί του εξωτερικού του περιβλήματος που απαιτούνται από τον κανονισμό αυτό πρέπει να είναι από χάλυβα, ορείχαλκο ή άλλο εγκεκριμένο ελατό υλικό. Βαλβίδες από συνήθη χυτοσίδηρο ή παρόμοιο υλικό δεν είναι αποδεκτές. Όλες οι σωληνώσεις στις οποίες αναφέρεται ο παρών κανονισμός πρέπει να είναι από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό κατά την κρίση της αρχής του κράτους σημαίας.

7.   Οι δίοδοι επιβιβάσεως και οι φορτοθυρίδες που ευρίσκονται κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως πρέπει να είναι επαρκούς αντοχής. Οι θυρίδες αυτές πρέπει να κλείνονται αποτελεσματικά και να ασφαλίζονται στεγανά πριν από τον απόπλου του πλοίου καθώς και να διατηρούνται κλειστές κατά τη διάρκεια του πλου.

8.   Οι ανωτέρω θυρίδες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τοποθετούνται κατά τρόπον ώστε το κατώτατο σημείο τους να ευρίσκεται κάτωθεν της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως.

16   Στεγανότητα επιβατηγών πλοίων άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως (R 20)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Πρέπει να λαμβάνονται όλα τα λογικά και πρακτικά μέτρα για τον περιορισμό της εισόδου και της εξαπλώσεως ύδατος πάνω από το κατάστρωμα στεγανών. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν τμηματικά διαφράγματα ή παρειές. Όταν κατ' αυτόν τον τρόπο τοποθετούνται τμηματικά στεγανά διαφράγματα και παρειές στο κατάστρωμα στεγανών υπεράνω ή σε άμεση γειτνίαση των κυρίων διαφραγμάτων υποδιαίρεσης, πρέπει να συνδέονται υδατοστεγώς με το εξωτερικό περίβλημα και το κατάστρωμα στεγανών, κατά τρόπον ώστε να μειούται η ροή του ύδατος κατά μήκος του καταστρώματος όταν το πλοίο βρίσκεται σε κλίση μετά από ζημία. Όταν το τμηματικό στεγανό διάφραγμα δεν είναι ευθυγραμμισμένο με το κάτωθεν αυτού διάφραγμα, τότε το μεταξύ τους κατάστρωμα στεγανών πρέπει να στεγανοποιείται.

2.

Το κατάστρωμα στεγανών ή το άνωθεν αυτού κατάστρωμα πρέπει να είναι στεγανό. Όλα τα ανοίγματα στο εκτεθειμένο στις καιρικές επιδράσεις κατάστρωμα πρέπει να έχουν πλαίσια επαρκούς ύψους και αντοχής και να είναι εφοδιασμένα με επαρκή μέσα για το ταχύ καιροστεγές κλείσιμό τους. Οι θυρίδες απορροής, τα ανοικτά κιγκλιδώματα και οι ευδιαίοι (μπούνια) πρέπει να τοποθετούνται όπως είναι αναγκαίο για την ταχεία απορροή του νερού από το κατάστρωμα καιρού υπό οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες.

3.

Στα υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β το ανοικτό άκρο των αεραγωγών που καταλήγουν στο εσωτερικό υπερκατασκευής είναι τοποθετημένο τουλάχιστον 1 μέτρο πάνω από την ίσαλο γραμμή όταν το πλοίο έχει κλίση 15o ή τη μέγιστη γωνία κλίσεως κατά τις ενδιάμεσες φάσεις κατακλύσεως, όπως προσδιορίζεται με υπολογισμό, όποια είναι μεγαλύτερη. Εναλλακτικά, οι αεραγωγοί δεξαμενών, πλην των πετρελαιοδεξαμενών, μπορούν να έχουν στόμιο εξόδου στο πλευρό της υπερκατασκευής. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των ισχυουσών διατάξεων της διεθνούς σύμβασης για τις εμφόρτους ισάλους γραμμές.

4.

Οι παραφωτίδες, θύρες επιβιβάσεως, θυρίδες φορτίου καθώς και τα λοιπά μέσα κλεισίματος ανοιγμάτων στο εξωτερικό περίβλημα άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως, πρέπει να είναι κατάλληλα σχεδιασμένες και κατασκευασμένες και επαρκούς αντοχής, λαμβανομένων υπόψη των χώρων στους οποίους είναι τοποθετημένες και των θέσεών τους εν σχέσει προς την ανώτατη έμφορτο ίσαλο γραμμή υποδιαιρέσεως.

5.

Πρέπει να προβλέπονται κατάλληλα εσωτερικά επικαλύμματα παραφωτίδων, διευθετημένα ώστε να μπορούν να κλείνουν και να ασφαλίζονται υδατοστεγώς εύκολα και αποτελεσματικά, για όλες τις παραφωτίδες στους χώρους κάτωθεν του πρώτου καταστρώματος και υπεράνω του καταστρώματος στεγανών.

17   Κλείσιμο των θυρών φορτώσεως φορτίου (R 20-1)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Οι παρακάτω θύρες που ευρίσκονται άνωθεν της γραμμής του ορίου βυθίσεως πρέπει να κλείνονται και να κλειδώνονται προ του απόπλου του πλοίου για οποιοδήποτε ταξίδι και να παραμένουν κλειστές και κλειδωμένες μέχρις ότου το πλοίο καταπλεύσει στον επόμενο λιμένα:

1.

θύρες φορτώσεως φορτίου στο εξωτερικό περίβλημα ή στα οριακά τοιχώματα των κλειστών υπερκατασκευών·

2.

παραφωτίδες πλώρης που ευρίσκονται σε θέσεις, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1.1·

3.

θύρες φορτώσεως φορτίου στο διάφραγμα συγκρούσεως·

4.

υδατοστεγή κεκλιμένα επίπεδα (καταπέλτες) που συνιστούν εναλλακτικό κλείσιμο προς εκείνο που καθορίζεται στις παραγράφους 1.1 μέχρι και 1.3. Με την προϋπόθεση ότι, όταν μία θύρα δεν μπορεί να ανοίγει ή να κλείνει καθώς το πλοίο ευρίσκεται στην προβλήτα, η θύρα αυτή είναι δυνατόν να ανοίγει ή να αφήνεται ανοικτή, ενώ το πλοίο προσεγγίζει ή απομακρύνεται από την προβλήτα, αλλά μόνον στο βαθμό που είναι αναγκαίο για να λειτουργήσει αμέσως η θύρα. Σε κάθε περίπτωση, η εσωτερική πρωραία θύρα πρέπει να μένει κλειστή.

2.

Κατά παρέκκλιση των απαιτήσεων των παραγράφων 1.1 και 1.4, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει να ανοίγουν συγκεκριμένες θύρες κατά την κρίση του πλοιάρχου, εάν είναι αναγκαίο για τη λειτουργία του πλοίου ή την αποβίβαση ή επιβίβαση επιβατών, όταν το πλοίο είναι σε ασφαλές αγκυροβόλιο και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει επίπτωση στην ασφάλεια του πλοίου.

3.

Ο πλοίαρχος πρέπει να εξασφαλίζει ότι εφαρμόζεται αποτελεσματικό σύστημα εποπτείας και αναφοράς του κλεισίματος ή του ανοίγματος των θυρών κατά την παράγραφο 1.

4.

Ο πλοίαρχος πρέπει να εξασφαλίζει, προ του απόπλου του πλοίου, ότι καταχωρείται στο ημερολόγιο της γέφυρας, όπως απαιτείται βάσει του κανονισμού 22, ο χρόνος του τελευταίου κλεισίματος των θυρών που καθορίζονται στην παράγραφο 1 και ο χρόνος οποιουδήποτε ανοίγματος επιμέρους θυρών σύμφωνα με την παράγραφο 2.

17-1   Στεγανότητα από το κατάστρωμα ro-ro (κατάστρωμα στεγανών) έως τους κάτω χώρους (R 20-2)

ΝΕΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.1.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1.2 και 1.3, σε όλες τις προσβάσεις σε χώρους κάτω από το κατάστρωμα στεγανών, το χαμηλότερο σημείο θα είναι τουλάχιστον 2,5 μέτρα επάνω από το κατάστρωμα στεγανών·

1.2.

όταν έχουν τοποθετηθεί ράμπες φορτώσεως οχημάτων, που παρέχουν πρόσβαση σε χώρους κάτω από το κατάστρωμα στεγανών, τα ανοίγματά τους είναι δυνατόν να κλείνονται καιροστεγώς ώστε να αποφεύγεται η διείσδυση υδάτων προς τα κάτω, εφοδιάζονται με σύστημα συναγερμού και επισημαίνονται με δείκτες στη γέφυρα του πλοίου·

1.3.

η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει την πρόβλεψη ειδικών προσβάσεων στους χώρους κάτω από το κατάστρωμα στεγανών, με την προϋπόθεση ότι είναι απαραίτητες για τις βασικές λειτουργίες του πλοίου, π.χ. διακίνηση μηχανικού εξοπλισμού και εφοδίων και υπό τον όρο ότι οι εν λόγω προσβάσεις είναι στεγανές, είναι εφοδιασμένες με σύστημα συναγερμού και επισημαίνονται με δείκτες στη γέφυρα·

1.4.

οι προσβάσεις στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 1.2 και 1.3 κλείνονται πριν την αναχώρηση του πλοίου για όλα τα δρομολόγια και παραμένουν κλειστές έως ότου το πλοίο αγκυροβολήσει στον επόμενο λιμένα·

1.5.

ο πλοίαρχος εξασφαλίζει την εφαρμογή ενός αποτελεσματικού συστήματος επίβλεψης και αναφοράς σχετικά με το κλείσιμο και το άνοιγμα των εν λόγω προσβάσεων που περιγράφονται στις παραγράφους 1.2 και 1.3 και

1.6.

ο πλοίαρχος εξασφαλίζει, πριν την αναχώρηση του πλοίου για όλα τα δρομολόγια, ότι καταγράφεται στο ημερολόγιο γέφυρας, όπως προβλέπεται στον κανονισμό ΙΙ-1/B/22, ο χρόνος του τελευταίου κλεισίματος των προσβάσεων στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 1.2 και 1.3·

1.7.

Νέα επιβατηγά πλοία ro-ro κατηγορίας Γ, μήκους μικρότερου από 40 μέτρα, και νέα επιβατηγά πλοία ro-ro κατηγορίας Δ μπορούν, αντί να συμμορφώνονται με τις διατάξεις των παραγράφων 1.1 έως 1.6, να συμμορφώνονται με τις διατάξεις των παραγράφων 2.1 έως 2.4, εφόσον το ύψος πλαισίων και κατωφλιών είναι τουλάχιστον 600 χιλιοστόμετρα σε ανοικτά καταστρώματα φορτίου ro-ro και τουλάχιστον 380 χιλιοστόμετρα σε κλειστά καταστρώματα φορτίου ro-ro.

ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

2.1.

Όλες οι προσβάσεις από το κατάστρωμα ro-ro σε χώρους κάτω από το κατάστρωμα στεγανών είναι καιροστεγείς ενώ επίσης διατίθενται μέσα στη γέφυρα του πλοίου, τα οποία θα δεικνύουν εάν η πρόσβαση είναι ανοικτή ή κλειστή·

2.2.

όλες οι εν λόγω προσβάσεις κλείνονται πριν την αναχώρηση του πλοίου για όλα τα δρομολόγια και παραμένουν κλειστές έως ότου το πλοίο αγκυροβολήσει στον επόμενο λιμένα·

2.3.

κατά παρέκκλιση των απαιτήσεων της παραγράφου 2.2, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέψει το άνοιγμα ορισμένων προσβάσεων κατά τον πλου, αλλά μόνο κατά το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διέλευση από αυτές και όταν χρειάζεται για βασικές λειτουργίες του πλοίου και

2.4.

οι απαιτήσεις της παραγράφου 2.1 εφαρμόζονται από την ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1η Ιουλίου 1998.

17-2   Πρόσβαση στα καταστρώματα ro-ro (R 20-3)

ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO:

Ο πλοίαρχος ή ο εξουσιοδοτημένος αξιωματικός εξασφαλίζει ότι δεν θα επιτρέπεται η είσοδος επιβατών στα κλειστά καταστρώματα ro-ro κατά τον πλου του πλοίου, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του.

17-3   Κλείσιμο των διαφραγμάτων στο κατάστρωμα ro-ro (R 20-4)

ΝΕΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Όλα τα εγκάρσια και διαμήκη διαφράγματα που θεωρούνται αποτελεσματικά για τη συγκράτηση των θαλασσίων υδάτων που συγκεντρώνονται στο κατάστρωμα ro-ro, τοποθετούνται και ασφαλίζονται πριν την αναχώρηση του πλοίου και παραμένουν στην ίδια κατάσταση έως ότου το πλοίο αγκυροβολήσει στον επόμενο λιμένα.

2.

Κατά παρέκκλιση των απαιτήσεων της παραγράφου 1, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει να ανοίγονται κατά τον πλου ορισμένες προσβάσεις ευρισκόμενες εντός διαφραγμάτων του τύπου αυτού, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διέλευση από αυτές και, όταν χρειάζεται, για τις βασικές λειτουργίες του πλοίου.

18.   Στοιχεία ευστάθειας (R 22)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Κάθε επιβατηγό πλοίο πρέπει να υφίσταται δοκιμή κλίσεως μετά τη συμπλήρωση της κατασκευής του και να προσδιορίζονται τα στοιχεία της ευστάθειάς του. Ο πλοίαρχος πρέπει να εφοδιάζεται με τις απαραίτητες πληροφορίες, οι οποίες θα εγκρίνονται από την αρχή του κράτους σημαίας του πλοίου, για να μπορεί να καθοδηγηθεί με απλότητα και ταχύτητα σε σχέση με την ευστάθεια του πλοίου υπό διάφορες συνθήκες υπηρεσίας.

2.

Όταν σε πλοίο γίνουν μετατροπές που επηρεάζουν ουσιωδώς τα στοιχεία ευστάθειας που χορηγήθηκαν στον πλοίαρχο, αυτός πρέπει να εφοδιάζεται με τα τροποποιημένα στοιχεία ευστάθειας. Αν είναι αναγκαίο, πρέπει να εκτελείται νέα δοκιμή κλίσεως του πλοίου.

3.

Κατά περιόδους που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη, πρέπει να διενεργείται έλεγχος αφόρτου εκτοπίσματος, προκειμένου να εντοπιστούν τυχόν μεταβολές στο άφορτο εκτόπισμα και στο διάμηκες κέντρο βάρους. Το πλοίο πρέπει να υποβάλλεται εκ νέου σε δοκιμή κλίσεως οποτεδήποτε, με τα εγκεκριμένα στοιχεία ευστάθειας, διαπιστώνεται ή προβλέπεται απόκλιση στο άφορτο εκτόπισμα που υπερβαίνει το 2 % ή απόκλιση στο διάμηκες κέντρο βάρους που υπερβαίνει το 1 % του μήκους του πλοίου.

4.

Η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να απαλλάξει ένα ορισμένο πλοίο από τη δοκιμή κλίσεως υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν διαθέσιμα βασικά στοιχεία ευστάθειας από τη δοκιμή ευστάθειας αδελφού πλοίου και η αρχή του κράτους σημαίας κρίνει ότι από τα βασικά αυτά δεδομένα μπορούν να ληφθούν αξιόπιστα στοιχεία σε σχέση με την ευστάθεια του πλοίου που απαλλάσσεται.

19.   Σχεδιαγράμματα ελέγχου βλαβών (R 23)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Για την καθοδήγηση του αξιωματικού φυλακής του πλοίου, πρέπει να υπάρχουν μόνιμα εκτεθειμένα σχεδιαγράμματα που να δεικνύουν ευκρινώς για κάθε κατάστρωμα και κύτος τα όρια των στεγανών διαμερισμάτων, τα ανοίγματα πάνω σε αυτά με τα μέσα κλεισίματος και τη θέση των τυχόν οργάνων ελέγχου τους καθώς και τις διατάξεις διορθώσεως κάθε κλίσεως που οφείλεται σε κατάκλυση. Επιπροσθέτως, στους αξιωματικούς του πλοίου πρέπει να χορηγούνται εγχειρίδια που να περιέχουν τα ανωτέρω στοιχεία.

20.   Ακεραιότητα του κύτους και της υπερκατασκευής, πρόληψη και έλεγχος βλαβών (R 23-2)

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα επιβατηγά πλοία ro-ro, εκτός από τα υπάρχοντα πλοία, για τα οποία η παράγραφος 2 ισχύει από την ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1η Ιουλίου 1998.

1.

Στη γέφυρα πρέπει να προβλέπονται δείκτες για όλες τις θύρες του εξωτερικού περιβλήματος, τις θύρες φορτώσεως και τα λοιπά μέσα κλεισίματος, τα οποία, εάν αφεθούν ανοικτά ή δεν ασφαλιστούν κατάλληλα, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε κατάκλυση ενός χώρου ειδικής κατηγορίας ή χώρου φορτίου ro-ro. Το σύστημα δεικτών πρέπει να σχεδιάζεται με βάση την αρχή της ασφάλειας έναντι βλάβης και να δεικνύει με οπτικό σήμα συναγερμού αν η θύρα δεν είναι τελείως κλειστή ή κάποιος από τους μηχανισμούς ασφάλισης δεν είναι σωστά τοποθετημένος και εντελώς κλειστός, και με ακουστικό συναγερμό αν οι θύρες αυτές ή οι συσκευές κλεισίματος ανοίξουν ή εάν οι μηχανισμοί ασφάλισης απελευθερωθούν. Ο πίνακας δεικτών της γέφυρας πρέπει να είναι εξοπλισμένος με λειτουργία επιλογής «λιμάνι/πλους», κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ηχεί ακουστικός συναγερμός στη γέφυρα, σε περίπτωση που το πλοίο αναχωρήσει από το λιμάνι χωρίς να έχουν κλείσει οι θύρες της πλώρης, οι εσωτερικές θύρες, τα πρυμναία κεκλιμένα επίπεδα ή οποιεσδήποτε άλλες θύρες του εξωτερικού περιβλήματος ή ενώ κάποια συσκευή κλεισίματος δεν βρίσκεται στην κατάλληλη θέση. Η παροχή ισχύος για το σύστημα δεικτών πρέπει να είναι ανεξάρτητη της παροχής ισχύος για τη λειτουργία και την ασφάλιση των θυρών. Δεν χρειάζεται να αντικατασταθούν τα συστήματα δεικτών των υφισταμένων πλοίων που έχουν εγκριθεί από την αρχή του κράτους σημαίας.

2.

Πρέπει να προβλέπονται τηλεοπτική επιτήρηση και σύστημα ανίχνευσης διαρροής ύδατος ώστε να παρέχεται κάποια ένδειξη στη γέφυρα και στο σταθμό ελέγχου των μηχανών σχετικά με οποιαδήποτε διαρροή μέσω των εσωτερικών και εξωτερικών πρωραίων θυρών, πρυμναίων θυρών ή οποιωνδήποτε άλλων θυρών του εξωτερικού περιβλήματος, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάκλυση χώρων ειδικής κατηγορίας ή χώρων φορτίου ro-ro.

3.

Οι χώροι ειδικής κατηγορίας και οι χώροι φορτίου ro-ro πρέπει να ελέγχονται συνεχώς με περιπολίες ή να παρακολουθούνται με αποτελεσματικά μέσα, όπως τηλεοπτικές οθόνες επιτηρήσεως, ούτως ώστε κάθε κίνηση των οχημάτων σε περίπτωση δυσμενών καιρικών συνθηκών και η πρόσβαση στους χώρους από μη εξουσιοδοτημένους επιβάτες να δύναται να διαπιστωθεί ενώ το πλοίο βρίσκεται ακόμη σε πορεία.

4.

Πρέπει να φυλάσσονται στο πλοίο και να είναι αναρτημένες σε κάποιο κατάλληλο σημείο, έγγραφες διαδικασίες κλεισίματος και ασφάλισης των θυρών του εξωτερικού περιβλήματος, των θυρών φορτώσεως και οποιωνδήποτε άλλων μέσων κλεισίματος, τα οποία, εάν μείνουν ανοικτά ή εάν δεν κλείσουν σωστά, μπορεί να προκαλέσουν κατάκλυση χώρων ειδικής κατηγορίας ή χώρων φορτίου ro-ro.

21.   Σήμανση, περιοδική λειτουργία και επιθεώρηση των υδατοστεγών θυρών, κ.λπ. (R 24)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Κάθε εβδομάδα πρέπει να εκτελούνται ασκήσεις λειτουργίας των υδατοστεγών θυρών, των παραφωτίδων, των βαλβίδων και των μηχανισμών κλεισίματος των ευδιαίων.

2.

Όλες οι υδατοστεγείς θύρες στα κύρια εγκάρσια διαφράγματα που χρησιμοποιούνται κατά τον πλου τίθενται σε λειτουργία καθημερινώς.

3.

Οι υδατοστεγείς θύρες και όλοι οι σχετικοί μηχανισμοί και δείκτες, όλες οι βαλβίδες, των οποίων το κλείσιμο είναι απαραίτητο για να είναι στεγανά τα διαμερίσματα, καθώς και όλες οι βαλβίδες, των οποίων η λειτουργία είναι απαραίτητη για τις διασυνδέσεις ελέγχου βλαβών, υποβάλλονται σε περιοδική επιθεώρηση κατά τον πλου, τουλάχιστον μία φορά εβδομαδιαίως.

4.

Οι εν λόγω βαλβίδες, θύρες και μηχανισμοί σημαίνονται καταλλήλως ώστε να χρησιμοποιούνται όπως επιβάλλει η επίτευξη της μέγιστης ασφάλειας.

22.   Καταχωρήσεις στο ημερολόγιο (R 25)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Οι γιγγλυμωτές θύρες, οι κινητές πλάκες, οι παραφωτίδες, οι διαβάθρες και οι φορτοθυρίδες καθώς και τα άλλα ανοίγματα, τα οποία πρέπει να διατηρούνται κλειστά κατά τον πλου, σύμφωνα με τους παρόντες κανονισμούς, κλείνονται πριν το πλοίο αποπλεύσει από το λιμάνι. Ο χρόνος κλεισίματος και ανοίγματος (όταν αυτό επιτρέπεται βάσει αυτών των κανονισμών) καταχωρείται στο ημερολόγιο.

2.

Όλες οι ασκήσεις και επιθεωρήσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό 21 καταγράφονται στο ημερολόγιο με ειδική μνεία οιασδήποτε δυσλειτουργίας ανακαλύπτεται.

23.   Ανυψώσιμες εξέδρες και κεκλιμένα επίπεδα αυτοκινήτων

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α, Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Στα πλοία τα εφοδιασμένα με ανηρτημένα καταστρώματα για τη μεταφορά επιβατηγών οχημάτων, η κατασκευή, εγκατάσταση και λειτουργία πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα μέτρα που επιβάλλει η αρχή του κράτους σημαίας. Για την κατασκευή πρέπει να χρησιμοποιούνται οι οικείοι κανόνες ανεγνωρισμένου οργανισμού.

24.   Κιγκλιδώματα

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α, Β, Γ ΚΑΙ Δ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

1.

Σε εξωτερικά καταστρώματα, στα οποία επιτρέπεται η πρόσβαση στους επιβάτες, και όπου δεν υπάρχει παραπέτο επαρκούς ύψους, προβλέπονται κιγκλιδώματα ελάχιστου ύψους 1 100 χιλιοστόμετρων από το ύψος του καταστρώματος και κατάλληλης σχεδίασης και κατασκευής, ώστε οι επιβάτες να μην μπορούν να σκαρφαλώσουν στα εν λόγω κιγκλιδώματα και να πέσουν κατά λάθος στη θάλασσα.

2.

Οι κλίμακες και τα πλατύσκαλα σε τέτοια εξωτερικά καταστρώματα θα διαθέτουν κιγκλιδώματα ισοδύναμης κατασκευής.

ΜΕΡΟΣ Γ

ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

1.   Γενικά (R 26)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Οι μηχανές, οι λέβητες και λοιπά δοχεία πιέσεως, τα συνδεδεμένα συστήματα σωληνώσεων και τα εξαρτήματα πρέπει να τοποθετούνται και να προστατεύονται κατά τρόπον ώστε να μειούται στο ελάχιστο κάθε κίνδυνος για τα άτομα που βρίσκονται στο πλοίο, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των κινητών μερών, των θερμών επιφανειών και των λοιπών επικίνδυνων στοιχείων.

2.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα με τα οποία η κανονική λειτουργία των μηχανών προώσεως μπορεί να διατηρείται ή να αντικαθίσταται, ακόμη και εάν μία από τις βασικές βοηθητικές μηχανές τεθεί εκτός λειτουργίας.

3.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα που εξασφαλίζουν ότι οι μηχανές μπορούν να τεθούν σε λειτουργία, όταν το πλοίο βρίσκεται εκτός λειτουργίας, χωρίς εξωτερική βοήθεια.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β ΚΑΙ Γ:

4.

Η κύρια μηχανή προώσεως και όλες οι βοηθητικές μηχανές που είναι απαραίτητες για την πρόωση και την ασφάλεια του πλοίου πρέπει να τοποθετούνται σε αυτό κατά τρόπον ώστε να λειτουργούν όταν το πλοίο βρίσκεται σε όρθια θέση και όταν έχει κλίση υπό γωνία μέχρι και 15° σε στατική κατάσταση και 22,5° σε δυναμική κατάσταση (διατοίχηση) προς οποιαδήποτε πλευρά και, ταυτόχρονα, δυναμική κλίση (προνευστασμό) 7,5° πρύμνηθεν ή πρώραθεν.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α, Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

5.

Πρέπει να υπάρχουν μέσα για να μπορεί σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης να προκαλείται το σταμάτημα των προωστικών μηχανών και των προωστήρων από κατάλληλες θέσεις εκτός του μηχανοστασίου ή του χώρου ελέγχου μηχανών, π.χ. από ανοιχτό κατάστρωμα ή από το πηδαλιουχείο.

ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ B, Γ ΚΑΙ Δ, ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

6.

Η θέση και η διάταξη των σωλήνων εξαερισμού για τις δεξαμενές καυσίμου πετρελαίου, πετρελαίου καθιζήσεως και λιπαντελαίου θα είναι τέτοια ώστε τυχόν ρήξη ενός σωλήνα εξαερισμού να μην ενέχει άμεσα τον κίνδυνο εισροής θαλάσσιων ή όμβριων υδάτων. Προβλέπονται δύο δεξαμενές καυσίμου πετρελαίου για κάθε τύπο καυσίμου που χρησιμοποιείται επί του πλοίου και που απαιτείται για τα συστήματα προώσεως και τα ζωτικά συστήματα του πλοίου. Ειδάλλως, προβλέπονται αντίστοιχες διατάξεις σε κάθε πλοίο, δυναμικότητας τουλάχιστον 8 ωρών για πλοία κατηγορίας Β και τουλάχιστον 4 ωρών για πλοία των κατηγοριών Γ και Δ, με το μέγιστο ρυθμό λειτουργίας του συστήματος προώσεως και με κανονικό φορτίο λειτουργίας της γεννήτριας στη θάλασσα.

2.   Μηχανές εσωτερικής καύσεως (R 27)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Οι μηχανές εσωτερικής καύσεως με κυλίνδρους διαμέτρου 200 χιλιοστόμετρων ή όγκο στροφαλοθαλάμου 0,6 m3 και άνω πρέπει να εφοδιάζονται με ανακουφιστικές βαλβίδες εκρήξεως στον στροφαλοθάλαμο κατάλληλου τύπου με επαρκή επιφάνεια ανακουφίσεως. Οι ανακουφιστικές βαλβίδες πρέπει να διατάσσονται έτσι ή να εφοδιάζονται με μέσα που εξασφαλίζουν ότι η διαφυγή αερίων από αυτές κατευθύνεται έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα τραυματισμού του προσωπικού.

3.   Ρύθμιση αντλήσεως υδροσυλλεκτών (R 21)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.1.

Πρέπει να προβλέπεται επαρκές σύστημα αντλήσεως των υδροσυλλεκτών ικανό για την άντληση και την αποστράγγιση οιουδήποτε άλλου στεγανού διαμερίσματος από ένα χώρο μόνιμα χρησιμοποιούμενο για τη μεταφορά γλυκού νερού, θαλασσέρματος, καύσιμου πετρελαίου ή υγρού φορτίου, για τον οποίο διατίθενται άλλα επαρκή μέσα αντλήσεως υπό όλες τις συνθήκες συνήθους πρακτικής. Επαρκή μέσα πρέπει να διατίθενται για την αποστράγγιση των υδάτων από μονωμένα κύτη.

1.2.

Οι αντλίες χώρων υγιεινής, έρματος και γενικής χρήσεως μπορούν να γίνονται δεκτές ως ανεξάρτητες μηχανοκίνητες αντλίες υδροσυλλεκτών, εάν φέρουν τις αναγκαίες συνδέσεις στο σύστημα αντλήσεως υδροσυλλεκτών.

1.3.

Όλες οι σωληνώσεις υδροσυλλεκτών που χρησιμοποιούνται εντός ή κάτωθεν των δεξαμενών καύσιμου πετρελαίου ή εντός των χώρων του λέβητα ή του μηχανοστασίου, συμπεριλαμβανομένων των χώρων στους οποίους ευρίσκονται οι δεξαμενές καθιζήσεως πετρελαίου ή οι μονάδες αντλήσεως καυσίμου πετρελαίου, πρέπει να κατασκευάζονται από χάλυβα ή άλλο κατάλληλο υλικό.

1.4.

Η διάταξη του συστήματος αντλήσεως υδροσυλλεκτών και έρματος πρέπει να είναι τέτοια που να προλαμβάνει την πιθανότητα εισροής υδάτων από τη θάλασσα και από τους χώρους θαλασσέρματος στους χώρους φορτίου και μηχανοστασίου ή από το ένα διαμέρισμα στο άλλο. Πρέπει να προβλέπονται μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας κατακλύσεως από τη θάλασσα οποιασδήποτε δεξαμενής κύτους με συνδέσεις υδροσυλλεκτών και έρματος, όταν περιέχει φορτίο, ή της εκκένωσής της μέσω αντλίας υδροσυλλεκτών, όταν περιέχει θαλάσσερμα.

1.5.

Όλα τα κιβώτια διανομής και χειροκίνητες βαλβίδες που συνδέονται με τις διατάξεις αντλήσεως υδροσυλλεκτών πρέπει να ευρίσκονται σε θέσεις που είναι προσιτές στις συνήθεις περιστάσεις.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.6.

Πρέπει να προβλέπονται μέτρα για την αποστράγγιση των κλειστών χώρων φορτίου που βρίσκονται στο κατάστρωμα στεγανών διαφραγμάτων.

1.6.1.

Σε περίπτωση που το ύψος των εξάλων έως το κατάστρωμα στεγανών είναι τέτοιο ώστε η άκρη του καταστρώματος να είναι βυθισμένη όταν η κλίση του πλοίου είναι μεγαλύτερη των 5°, η αποστράγγιση πραγματοποιείται με ικανοποιητικό αριθμό ευδιαίων κατάλληλου μεγέθους που εκρέουν στη θάλασσα και τοποθετούνται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού 15.

1.6.2.

Σε περίπτωση που το ύψος των εξάλων είναι τέτοιο ώστε η άκρη του καταστρώματος στεγανών να είναι βυθισμένη όταν η κλίση του πλοίου είναι 5° ή μικρότερη, η αποστράγγιση των κλειστών χώρων φορτίου στο κατάστρωμα στεγανών, πραγματοποιείται με διοχέτευση των υδάτων σε κατάλληλο χώρο ή χώρους αρκετής χωρητικότητας, εξοπλισμένους με συναγερμό ανόδου της στάθμης και με τα κατάλληλα μέσα εκροής στη θάλασσα. Επιπλέον πρέπει να διασφαλίζεται ότι:

1.

ο αριθμός, το μέγεθος και η διάταξη των ευδιαίων είναι τέτοια ώστε να αποφεύγεται η υπερβολική συσσώρευση ελευθέρων υδάτων·

2.

στα μέσα άντλησης που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό έχουν ληφθεί υπόψη οι απαιτήσεις του τυχόν εγκατεστημένου μονίμου συστήματος ψεκασμού ύδατος υπό πίεση για την κατάσβεση πυρκαϊάς·

3.

τα ύδατα που έχουν μολυνθεί από πετρέλαιο ή από άλλες επικίνδυνες ουσίες δεν διοχετεύονται σε μηχανοστάσια ή σε άλλους χώρους όπου ενδεχομένως υπάρχουν πηγές ανάφλεξης· και

4.

όταν οι κλειστοί χώροι φορτίου είναι προστατευμένοι με σύστημα κατάσβεσης πυρκαϊάς με διοξείδιο του άνθρακα, οι ευδιαίοι του καταστρώματος είναι εφοδιασμένοι με μέσα που παρεμποδίζουν τη διαφυγή του αποπνικτικού αερίου.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α, Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.6.3.

Η αποστράγγιση των καταστρωμάτων ro-ro και οχημάτων πρέπει να έχει επαρκή δυναμικότητα ώστε οι ευδιαίοι, οι θυρίδες του δρυφάκτου, κ.λπ. και της δεξιάς και της αριστερής πλευράς να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις ποσότητες νερού που προέρχονται από τα παραπετάσματα νερού και τις πυροσβεστικές αντλίες, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τοιχισμού και διαγωγής του πλοίου.

1.6.4.

Όταν είναι εφοδιασμένες με καταιωνιστήρες και πυροσβεστικούς κρουνούς, οι αίθουσες επιβατών και πληρώματος πρέπει να έχουν επαρκή αριθμό ευδιαίων ώστε να αντεπεξέρχονται στις ποσότητες νερού που προέρχονται από την πυροσβεστική λειτουργία των καταιωνιστήρων της αίθουσας και δύο πυροσβεστικών σωλήνων προβολής. Οι ευδιαίοι πρέπει να είναι εγκατεστημένοι στα πιο αποτελεσματικά σημεία, π.χ. σε κάθε γωνία.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

2.1.

Το σύστημα αντλήσεως υδροσυλλεκτών που απαιτείται από την παράγραφο .1.1 πρέπει να είναι ικανό να λειτουργεί κάτω από όλες τις πρακτικές συνθήκες ύστερα από ατύχημα, ανεξάρτητα από το αν το πλοίο είναι όρθιο ή υπό κλίση. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να τοποθετούνται γενικά εφεδρικές αναρροφήσεις, εκτός από την περίπτωση στενών διαμερισμάτων στο πίσω άκρο του πλοίου, όπου αρκεί μία αναρρόφηση. Σε διαμερίσματα ασυνήθιστου σχήματος είναι δυνατόν να απαιτούνται πρόσθετες αναρροφήσεις. Πρέπει να υπάρχουν διατάξεις με τις οποίες τα ύδατα σε ένα διαμέρισμα θα μπορούν να κατευθύνονται προς τις σωληνώσεις αναρροφήσεως.

2.2.

Όταν είναι πρακτικώς εφικτό, οι μηχανοκίνητες αντλίες υδροσυλλεκτών πρέπει να τοποθετούνται σε χωριστά στεγανά διαμερίσματα και με διάταξη ή σε θέσεις τέτοιες ώστε τα διαμερίσματα αυτά να μην κατακλύζονται εξ αιτίας ίδιας βλάβης. Εάν η κύρια μηχανή προώσεως, η βοηθητική μηχανή και οι λέβητες ευρίσκονται σε δύο ή περισσότερα στεγανά διαμερίσματα, οι διαθέσιμες αντλίες για τους υδροσυλλέκτες πρέπει να κατανέμονται σε όλη την έκταση των διαμερισμάτων αυτών στο βαθμό που είναι πρακτικά εφικτό.

2.3.

Με εξαίρεση τις πρόσθετες αντλίες που ενδεχομένως προορίζονται μόνο για τα πρωραία ή πρυμναία διαμερίσματα, κάθε αντλία υδροσυλλεκτών που απαιτείται πρέπει να είναι διευθετημένη κατά τρόπον ώστε να αντλεί τα ύδατα από κάθε χώρο που πρέπει να αποστραγγισθεί σύμφωνα με την παράγραφο .1.1.

2.4.

Κάθε μηχανοκίνητη αντλία υδροσυλλεκτών πρέπει να είναι ικανή να αντλεί ύδατα δια μέσου της απαιτούμενης κύριας σωληνώσεως υδροσυλλεκτών με ταχύτητα όχι μικρότερη των 2 μέτρων/δευτερόλεπτο. Οι ανεξάρτητες μηχανοκίνητες αντλίες υδροσυλλεκτών που βρίσκονται στο μηχανοστάσιο πρέπει να αναρροφούν απ' ευθείας από αυτούς τους χώρους, χωρίς όμως να απαιτούνται περισσότερες από δύο τέτοιες αναρροφήσεις για κάθε χώρο. Όταν διατίθενται δύο ή περισσότερες τέτοιες αναρροφήσεις, πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία σε κάθε πλευρά του πλοίου. Οι απ' ευθείας αναρροφήσεις πρέπει να διευθετούνται κατάλληλα και οι αναρροφήσεις στο μηχανοστάσιο πρέπει να είναι διαμέτρου όχι μικρότερης αυτής που απαιτείται για την κύρια σωλήνωση αντλήσεως υδροσυλλεκτών.

2.5.

Επιπλέον του ή των στομίων απευθείας αναρρόφησης που καθορίζονται στην παράγραφο .2.4, πρέπει να υπάρχει μία απ' ευθείας αναρρόφηση έκτακτης ανάγκης με βαλβίδα μη επιστροφής από τη μεγαλύτερη διαθέσιμη ανεξάρτητη μηχανοκίνητη αντλία μέχρι του σημείου αποστραγγίσεως του μηχανοστασίου. Η διάμετρος της σωληνώσεως απ' ευθείας αναρροφήσεως πρέπει να είναι ίση με του κύριου στομίου εισαγωγής της χρησιμοποιούμενης αντλίας.

2.6.

Οι άξονες των βαλβίδων των στομίων εισαγωγής θαλάσσιου νερού και απ' ευθείας αναρροφήσεως πρέπει να εκτείνονται αρκετά υπεράνω του δαπέδου του μηχανοστασίου.

2.7.

Όλες οι σωληνώσεις αναρροφήσεως υδροσυλλεκτών μέχρι της συνδέσεώς τους στις αντλίες πρέπει να είναι ανεξάρτητες των άλλων σωληνώσεων.

2.8.

Η διάμετρος «d» της κύριας σωληνώσεως αντλήσεως υδροσυλλεκτών και των διακλαδώσεών της υπολογίζεται με τον κατωτέρω τύπο. Εντούτοις, η πραγματική εσωτερική διάμετρος μπορεί να στρογγυλεύεται στην πλησιέστερη τυποποιημένη τιμή που είναι αποδεκτή από την αρχή του κράτους σημαίας: Κύριος σωλήνας αντλήσεως υδροσυλλεκτών:

Formula

Κλαδικοί σωλήνες αντλήσεως υδροσυλλεκτών μεταξύ συλλεκτήρων και σημείων αναρροφήσεως:

Formula

όπου:

d

η εσωτερική διάμετρος του κύριου αγωγού αντλήσεως (χιλιοστόμετρα),

L και B

το μήκος και το πλάτος του πλοίου (μέτρα),

L1

το μήκος του διαμερίσματος, και

D

το βύθισμα του πλοίου στο κατάστρωμα στεγανών (μέτρα) εφόσον, σε πλοίο με κλειστό χώρο φορτίου στο κατάστρωμα στεγανών που αποστραγγίζεται εσωτερικά σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραγράφου 1.6.2 και που εκτείνεται σε όλο το μήκος του πλοίου, το D μετράται έως το επόμενο κατάστρωμα επάνω από το κατάστρωμα στεγανών. Σε περίπτωση που οι κλειστοί χώροι φορτίου εκτείνονται σε μικρότερο μήκος, το D θα ορίζεται ως το βύθισμα στο κατάστρωμα στεγανών συν το lh/L, όπου l και h είναι το συνολικό μήκος και ύψος αντίστοιχα των χώρων κλειστού φορτίου.

2.9.

Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε το διαμέρισμα που εξυπηρετείται από κάθε σωλήνα αντλήσεως υδροσυλλεκτών να μην μπορεί να κατακλυσθεί εάν ο σωλήνας αυτός σπάσει ή υποστεί άλλη βλάβη σε άλλο διαμέρισμα κατόπιν συγκρούσεως ή προσαράξεως. Για το σκοπό αυτό, όπου ο σωλήνας αυτός ευρίσκεται σε απόσταση από την πλευρά του πλοίου πλησιέστερη του ενός πέμπτου του πλάτους του πλοίου (που μετράται καθέτως προς τον διαμήκη άξονα του πλοίου στο ύψος της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως) ή διέρχεται από τρόπιδα αγωγού, πρέπει να υπάρχει επί του σωλήνα αντεπιστρεπτική βαλβίδα, η οποία τοποθετείται στο διαμέρισμα που περιέχει το ανοικτό άκρο του σωλήνα.

2.10.

Τα κιβώτια διανομής, οι στρόφιγγες και οι βαλβίδες του συστήματος αντλήσεως υδροσυλλεκτών πρέπει να είναι διευθετημένα κατά τρόπο ώστε, σε περίπτωση κατακλύσεως, σε κάθε διαμέρισμα να μπορεί να λειτουργεί μία αντλία. Επιπλέον, η βλάβη σε μία αντλία ή στο σωλήνα που τη συνδέει με τον κύριο αγωγό αντλήσεως σε απόσταση από τα πλευρά μικρότερη του 1/5 του πλάτους του πλοίου, δεν πρέπει να θέτει εκτός λειτουργίας το σύστημα αντλήσεως υδροσυλλεκτών. Εάν υπάρχει ένα μόνο δίκτυο σωληνώσεων κοινό σε όλες τις αντλίες, ο χειρισμός των αναγκαίων βαλβίδων ελέγχου της αναρρόφησης πρέπει να μπορεί να εκτελείται από σημείο ευρισκόμενο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Όταν, πλην του κυρίου δικτύου αντλήσεως υδροσυλλεκτών, υπάρχει δίκτυο κινδύνου, το εν λόγω δίκτυο πρέπει να είναι ανεξάρτητο του κύριου δικτύου και διευθετημένο κατά τρόπον ώστε μία αντλία να εξακολουθεί να εξυπηρετεί οποιοδήποτε διαμέρισμα ευρίσκεται σε κατάσταση κατακλύσεως, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2.1. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, μόνον οι βαλβίδες που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία του συστήματος κινδύνου απαιτείται να μπορούν να τίθενται σε λειτουργία από σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών.

2.11.

Όλες οι στρόφιγγες και βαλβίδες στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος.2.10 και οι οποίες μπορούν να τίθενται σε λειτουργία από σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών πρέπει να έχουν τα χειριστήριά τους στις θέσεις λειτουργίας τους ευκρινώς σημασμένα και να εφοδιάζονται με μέσα που δεικνύουν εάν είναι ανοικτά ή κλειστά.

4   Αριθμός και τύπος αντλιών υδροσυλλεκτών (R 21)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

μέχρι 250 επιβάτες

:

μία αντλία που κινείται από την κύρια μηχανή και μία ανεξάρτητη μηχανοκίνητη αντλία, οι οποίες βρίσκονται και τροφοδοτούνται εξωτερικά του μηχανοστασίου,

άνω των 250 επιβατών

:

μία αντλία που κινείται από την κύρια μηχανή και δύο ανεξάρτητες μηχανοκίνητες αντλίες, μία εκ των οποίων πρέπει να βρίσκεται και να τροφοδοτείται εξωτερικά του μηχανοστασίου.

Η αντλία που κινείται από την κύρια μηχανή μπορεί να αντικατασταθεί από ανεξάρτητη μηχανοκίνητη αντλία.

Η αποστράγγιση πολύ μικρών διαμερισμάτων μπορεί να πραγματοποιείται με φορητές χειροκίνητες αντλίες.

5   Μέσα αναποδίσεως πλοίου (R 28)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Η ισχύς για την αναπόδιση πρέπει να είναι επαρκής ώστε να εξασφαλίζεται ο κατάλληλος έλεγχος του πλοίου υπό όλες τις κανονικές συνθήκες.

2.

Πρέπει να εξακριβώνεται και να καταγράφεται η ικανότητα των μηχανών του πλοίου να αναστρέφουν τη διεύθυνση ώσεως της έλικας εντός επαρκούς χρόνου κατά τρόπον ώστε να ακινητοποιούν το πλοίο εντός λογικής αποστάσεως από τη μέγιστη υπηρεσιακή ταχύτητα πρόσω.

3.

Ο απαιτούμενος χρόνος για την ακινητοποίηση, η κατεύθυνση του πλοίου προς την κατάλληλη πορεία και οι αποστάσεις, που καταγράφονται σε δοκιμές, μαζί με τα αποτελέσματα των δοκιμών που έχουν στόχο να προσδιορισθεί κατά πόσο τα πλοία τα οποία διαθέτουν πολλές έλικες είναι ικανά να πλέουν και να πραγματοποιούν ελιγμούς όταν μία ή και περισσότερες έλικες δεν λειτουργούν, είναι δεδομένα που πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση του πλοιάρχου ή του εξουσιοδοτημένου προσωπικού κατά τον πλου.

6   Μηχανισμός κινήσεως πηδαλίου (R 29)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Κάθε πλοίο πρέπει να είναι εφοδιασμένο με έναν κύριο και ένα βοηθητικό μηχανισμό κινήσεως πηδαλίου. Ο κύριος και ο βοηθητικός μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου διατάσσονται κατά τρόπον ώστε η βλάβη του ενός εξ αυτών να μη θέτει τον άλλο εκτός λειτουργίας.

2.

Ο κύριος μηχανισμός κινήσεως και ο κορμός του πηδαλίου πρέπει:

2.1.

να είναι επαρκούς αντοχής και ικανά να εξασφαλίζουν την πορεία του πλοίου στη μέγιστη υπηρεσιακή ταχύτητα πρόσω και να είναι σχεδιασμένα κατά τρόπον ώστε να μην υφίστανται βλάβη στη μέγιστη ταχύτητα αναποδίσεως·

2.2.

να δύνανται να στρέφουν το πηδάλιο από 35° στη μία πλευρά σε 35° στην άλλη πλευρά, όταν το πλοίο βρίσκεται με το μεγαλύτερο βύθισμα και κινείται με τη μέγιστη υπηρεσιακή ταχύτητα πρόσω και, κάτω από τις ίδιες συνθήκες πλεύσης, από 35° σε οποιαδήποτε πλευρά σε 30° στην άλλη πλευρά σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 28 δευτερόλεπτα·

2.3.

να λειτουργούν με μηχανική ενέργεια, αν είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της παραγράφου .2 σημείο .2.2 και σε κάθε περίπτωση που η συμμόρφωση με την παράγραφο .2 σημείο .2.1 επιβάλλει ο κορμός του πηδαλίου να είναι διαμέτρου άνω των 120 χιλιοστόμετρων στο ύψος του οίακα, εξαιρουμένης της ενισχύσεως για ναυσιπλοΐα στους πάγους.

3.

Ο βοηθητικός μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου, εφόσον υπάρχει, πρέπει:

1.

να είναι επαρκούς αντοχής και ικανός να εξασφαλίζει την πλωιμότητα του πλοίου και να τίθεται ταχέως σε λειτουργία σε περίπτωση ανάγκης,

2.

να είναι ικανός να στρέφει το πηδάλιο από 15° από τη μία πλευρά σε 15° στην άλλη πλευρά σε όχι λιγότερο από 60 δευτερόλεπτα, με το πλοίο στο μεγαλύτερο βύθισμα και κινούμενο πρόσω με το ήμισυ της μέγιστης πρόσω υπηρεσιακής ταχύτητας ή 7 κόμβους, όποια από τις δύο είναι μεγαλύτερη και

3.

να λειτουργεί με μηχανική ενέργεια, αν είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της παραγράφου.3.2 και σε κάθε περίπτωση που ο κορμός του πηδαλίου είναι διαμέτρου άνω των 230 χιλιοστόμετρων στο ύψος του οίακα, εξαιρουμένης της ενισχύσεως για ναυσιπλοΐα σε πάγους.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

4.

Οι μονάδες κινήσεως του πηδαλίου με μηχανική ενέργεια πρέπει:

1.

να προβλέπεται να επαναλειτουργούν αυτόματα όταν το ηλεκτρικό ρεύμα επανέρχεται μετά από κάποια διακοπή· και

2.

να είναι ικανές να τίθενται σε λειτουργία από κάποιο σημείο της γέφυρας. Σε περίπτωση διακοπής του ρεύματος σε οποιαδήποτε μονάδα μηχανικής κινήσεως, δίδεται ηχητικό και οπτικό σήμα συναγερμού στη γέφυρα.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

5.

Όταν ο κύριος μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες όμοιες μονάδες ισχύος, δεν είναι ανάγκη να τοποθετηθεί βοηθητικός μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου, υπό την προϋπόθεση ότι:

1.

ο κύριος μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου είναι ικανός να στρέφει το πηδάλιο, όπως απαιτεί η παράγραφος.2.2.2 ακόμη και όταν οποιαδήποτε από τις μονάδες ισχύος είναι εκτός λειτουργίας· και

2.

ο κύριος μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου είναι ρυθμισμένος κατά τρόπον ώστε, ύστερα από μία απλή βλάβη στο σύστημα σωληνώσεών του ή σε μία από τις μονάδες ισχύος, η βλάβη μπορεί να απομονωθεί έτσι ώστε η δυνατότητα διακυβερνήσεως του πλοίου να μπορεί να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί ταχέως.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

6.

Πρέπει να προβλέπονται όργανα ελέγχου του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου:

1.

όσον αφορά τον κύριο μηχανισμό κινήσεως του πηδαλίου, στη γέφυρα και στο διαμέρισμα που τον περιέχει·

2.

όταν ο κύριος μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου διατάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο .4, δύο ανεξάρτητα συστήματα ελέγχου με δυνατότητα χειρισμού και των δύο από τη γέφυρα. Αυτό δεν απαιτεί δεύτερο οιακοστρόφιο (ρόδα τιμονιού) ή μοχλό πηδαλίου. Αν το σύστημα ελέγχου συνίσταται σε υδραυλικό τηλεκινητήρα, δεν είναι ανάγκη να τοποθετείται δεύτερο ανεξάρτητο σύστημα·

3.

όσον αφορά τον βοηθητικό μηχανισμό κινήσεως του πηδαλίου, στο διαμέρισμα που τον περιέχει και, εάν είναι μηχανοκίνητα, πρέπει επίσης να υπάρχει δυνατότητα χειρισμού από τη γέφυρα και να είναι ανεξάρτητα του συστήματος ελέγχου του κύριου μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου.

7.

Κάθε σύστημα ελέγχου του κύριου και του βοηθητικού μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου που τίθεται σε λειτουργία από τη γέφυρα πρέπει να συμμορφώνεται με τα εξής:

1.

αν είναι ηλεκτρικό, πρέπει να εξυπηρετείται από δικό του χωριστό κύκλωμα, το οποίο τροφοδοτείται από κύκλωμα τροφοδότησης του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου σε ένα σημείο εντός του διαμερίσματος του μηχανισμού ή απευθείας από τον πίνακα που τροφοδοτεί αυτό το κύκλωμα τροφοδότησης του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου, σε ένα σημείο του πίνακα γειτονικό με εκείνο που τροφοδοτεί το κύκλωμα ισχύος του μηχανισμού·

2.

στο διαμέρισμα του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου πρέπει να διατίθενται μέσα για την αποσύνδεση κάθε συστήματος ελέγχου που μπορεί να τεθεί σε λειτουργία από τη γέφυρα από το μηχανισμό κινήσεως του πηδαλίου που αυτό εξυπηρετεί·

3.

το σύστημα πρέπει να είναι ικανό να τίθεται σε λειτουργία από μία θέση στη γέφυρα·

4.

σε περίπτωση βλάβης της τροφοδότησης του συστήματος ελέγχου με ηλεκτρική ενέργεια, πρέπει να δίδεται ακουστικό και οπτικό σήμα συναγερμού στη γέφυρα· και

5.

προστασία για βραχυκύκλωμα πρέπει να διατίθεται μόνο για τα κυκλώματα τροφοδότησης των οργάνων ελέγχου του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου.

8.

Τα ηλεκτρικά κυκλώματα και τα συστήματα ελέγχου του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου, μαζί με τα σχετικά εξαρτήματα, καλώδια και αγωγούς που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού 7, πρέπει να είναι, κατά το δυνατόν, χωρισμένα σε ολόκληρο το μήκος τους.

9.

Πρέπει να προβλέπεται κάποιος τρόπος επικοινωνίας ανάμεσα στη γέφυρα και στο διαμέρισμα όπου βρίσκεται ο μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου.

10.

Η γωνιακή θέση του κορμού του πηδαλίου πρέπει:

1.

να δεικνύεται στη γέφυρα σε περίπτωση που ο κύριος μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου είναι μηχανοκίνητος. Η ένδειξη της γωνίας του κορμού του πηδαλίου είναι ανεξάρτητη από το σύστημα ελέγχου του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου,

2.

να εμφαίνεται στο διαμέρισμα όπου βρίσκεται ο μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου.

11.

Ο υδραυλικός μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου πρέπει να εφοδιάζεται με τα ακόλουθα:

1.

διατάξεις για τη διασφάλιση της καθαρότητας του υδραυλικού ρευστού, λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο και την κατασκευή του υδραυλικού συστήματος,

2.

συναγερμό καθόδου της στάθμης για κάθε δεξαμενή υδραυλικού ρευστού για την ταχύτερη δυνατή ένδειξη ενδεχόμενης διαρροής του ρευστού. Πρέπει να δίδονται ηχητικά και οπτικά σήματα συναγερμού στη γέφυρα και στο μηχανοστάσιο, σε σημεία όπου μπορούν εύκολα να ληφθούν· και

3.

μόνιμη δεξαμενή αποθήκευσης με αρκετή χωρητικότητα ώστε να επαναφορτώνει τουλάχιστον ένα ενεργοποιητικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της δεξαμενής, σε περίπτωση που ο μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου πρέπει να είναι μηχανοκίνητος. Η δεξαμενή αποθήκευσης συνδέεται σε μόνιμη βάση με αγωγούς, κατά τρόπο ώστε τα υδραυλικά συστήματα να επαναφορτώνονται άμεσα από κάποιο σημείο εντός του διαμερίσματος όπου βρίσκεται ο μηχανισμός κινήσεως του πηδαλίου και εφοδιάζεται με μετρητή στάθμης.

12.

Τα διαμερίσματα όπου βρίσκονται οι μηχανισμοί κινήσεως πηδαλίου πρέπει:

1.

να είναι εύκολα προσπελάσιμα και, κατά το δυνατόν, διαχωρισμένα από τα μηχανοστάσια· και

2.

να είναι κατάλληλα διαρρυθμισμένα ώστε να διασφαλίζεται επαρκής πρόσβαση στον μηχανισμό κινήσεως του πηδαλίου και στα συστήματα ελέγχου του. Η διαρρύθμιση αυτή περιλαμβάνει χειρολισθητήρες και τραχείες ή άλλες μη ολισθηρές επιφάνειες για να εξασφαλίζονται ικανοποιητικές συνθήκες εργασίας σε περίπτωση διαρροής υδραυλικού ρευστού.

7.   Πρόσθετες απαιτήσεις για τους ηλεκτρικούς και ηλεκτροϋδραυλικούς μηχανισμούς κινήσεως πηδαλίου (R 30)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Στη γέφυρα και σε κατάλληλη θέση ελέγχου της κύριας μηχανής πρέπει να τοποθετούνται μέσα που να δεικνύουν ότι οι κινητήρες των ηλεκτρικών και ηλεκτροϋδραυλικών μηχανισμών κινήσεως του πηδαλίου βρίσκονται σε λειτουργία.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

2.

Κάθε ηλεκτρικό ή ηλεκτροϋδραυλικό σύστημα κινήσεως του πηδαλίου που περιλαμβάνει μία ή περισσότερες μονάδες ισχύος τροφοδοτείται τουλάχιστον από δύο αποκλειστικά κυκλώματα τα οποία τροφοδοτούνται απευθείας από τον κύριο πίνακα διανομής· ωστόσο, ένα από τα κυκλώματα ενδεχομένως θα τροφοδοτείται από τον πίνακα έκτακτης ανάγκης. Ένα βοηθητικό ηλεκτρικό ή ηλεκτροϋδραυλικό σύστημα κινήσεως του πηδαλίου, συνδέεται ενδεχομένως με ένα από τα κυκλώματα τροφοδότησης του κύριου μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου. Τα κυκλώματα τροφοδότησης ενός ηλεκτρικού ή ηλεκτροϋδραυλικού συστήματος κινήσεως πηδαλίου έχουν την κατάλληλη παροχή για την τροφοδότηση όλων των κινητήρων οι οποίοι μπορούν να συνδεθούν ταυτόχρονα σ' αυτά και ενδεχομένως πρέπει να λειτουργούν ταυτόχρονα.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

3.   Για τα κυκλώματα και τους κινητήρες των ηλεκτρικών και ηλεκτροϋδραυλικών μηχανισμών κινήσεως του πηδαλίου πρέπει να διατίθεται προστασία για βραχυκύκλωμα και ένα σύστημα προειδοποιήσεως για υπερφόρτωση. Η προστασία έναντι υπερβολικού ρεύματος, συμπεριλαμβανομένου του ρεύματος εκκινήσεως εάν παρέχεται, πρέπει να μην είναι μικρότερη του διπλασίου του ρεύματος πλήρους φορτίου του κινητήρα ή του κυκλώματος που προστατεύεται και να είναι ρυθμισμένη κατά τρόπον ώστε να επιτρέπει τη δίοδο των κατάλληλων ρευμάτων εκκινήσεως.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

Τα συστήματα συναγερμού που απαιτούνται στην παρούσα παράγραφο πρέπει να είναι τόσο ηχητικά όσο και οπτικά και να βρίσκονται σε εμφανές σημείο του χώρου κύριας μηχανής ή του θαλάμου ελέγχου από τον οποίο ελέγχεται συνήθως η κύρια μηχανή, σύμφωνα και με τις απαιτήσεις του κανονισμού 6 του μέρους Ε του παρόντος κεφαλαίου.

4.   Σε περίπτωση που, βάσει του κανονισμού 6 παράγραφος.3.3, ο βοηθητικός μηχανισμός κινήσεως πηδαλίου απαιτείται να είναι μηχανοκίνητος και δεν είναι ηλεκτροκίνητος ή κινείται από ηλεκτροκινητήρα που προοριζόταν αρχικά για άλλο σκοπό, το κύριο σύστημα κινήσεως του πηδαλίου μπορεί να τροφοδοτείται από ένα κύκλωμα του κύριου πίνακα διανομής. Σε περίπτωση που ηλεκτροκινητήρας προοριζόμενος αρχικά για άλλες υπηρεσίες κινεί τέτοιο βοηθητικό μηχανισμό κινήσεως πηδαλίου, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να παραιτηθεί από την απαίτηση της παραγράφου.3, με την προϋπόθεση ότι είναι ικανοποιημένη από τις ρυθμίσεις προστασίας καθώς επίσης και από τις απαιτήσεις του κανονισμού 6 παράγραφοι .4.1 και .4.2 που έχουν εφαρμογή στα βοηθητικά συστήματα κινήσεως του πηδαλίου.

8   Συστήματα εξαερισμού μηχανοστασίου (R 35)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Τα μηχανοστάσια κατηγορίας Α πρέπει να αερίζονται επαρκώς κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται ότι, όταν οι μηχανές ή οι λέβητες εντός αυτών λειτουργούν με την πλήρη ισχύ τους σε όλες τις καιρικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων και των πολύ δυσμενών καιρικών συνθηκών, στους χώρους διατηρείται επαρκής παροχή αέρα για την ασφάλεια και την άνεση του προσωπικού και τη λειτουργία των μηχανών.

9   Επικοινωνία μεταξύ της γέφυρας και του μηχανοστασίου (R 37)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Πρέπει να προβλέπονται τουλάχιστον δύο ανεξάρτητοι τρόποι επικοινωνίας για τη διαβίβαση εντολών από τη γέφυρα στη θέση του μηχανοστασίου ή του θαλάμου ελέγχου απ' όπου υπό κανονικές συνθήκες ελέγχονται η ταχύτητα και η κατεύθυνση της ώθησης των ελίκων: ο ένας από αυτούς αποτελείται από τηλέγραφο θαλάμου μηχανών με τον οποίο παρέχεται οπτική ένδειξη των εντολών και των σχετικών απαντήσεων, τόσο στο μηχανοστάσιο, όσο και στη γέφυρα. Πρέπει να διατίθενται κατάλληλα μέσα επικοινωνίας σε οποιαδήποτε άλλη θέση απ' όπου η ταχύτητα ή η κατεύθυνση της ώθησης των ελίκων ενδέχεται να ελεγχθούν.

10   Συναγερμός μηχανικών (R 38)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Πρέπει να προβλέπεται σύστημα προειδοποίησης των μηχανικών, το οποίο τίθεται σε λειτουργία από το θάλαμο ελέγχου της μηχανής ή την εξέδρα ελιγμών, ανάλογα με την περίπτωση, και ακούγεται ευκρινώς στον χώρο ενδιαιτήσεως των μηχανικών ή/και στη γέφυρα, ανάλογα με την περίπτωση.

11   Θέση των εγκαταστάσεων έκτακτης ανάγκης (R 39)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Δεν τοποθετούνται εμπρός από το διάφραγμα σύγκρουσης πηγές ηλεκτρικού ρεύματος κινδύνου, πυροσβεστικές αντλίες, αντλίες υδροσυλλεκτών, εκτός απ' αυτές που χρησιμοποιούνται ειδικά για τους χώρους εμπρός από το διάφραγμα σύγκρουσης το τυχόν μόνιμο σύστημα κατάσβεσης πυρκαϊάς που απαιτείται βάσει του κεφαλαίου II-2 ούτε άλλες συσκευές έκτακτης ανάγκης που είναι απαραίτητες για την ασφάλεια του πλοίου, εκτός από τους εργάτες άγκυρας.

12   Συστήματα ελέγχου μηχανολογικού εξοπλισμού (R 31)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.

Τα κύρια και βοηθητικά μηχανήματα που είναι αναγκαία για την πρόωση και την ασφάλεια του πλοίου πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικά μέσα λειτουργίας και ελέγχου.

2.

Όταν υπάρχει σύστημα τηλεχειρισμού των προωστικών μηχανών από τη γέφυρα και προβλέπεται επάνδρωση του μηχανοστασίου, ισχύουν τα εξής:

1.

η ταχύτητα, η ωστική διεύθυνση και, ενδεχομένως, το βήμα της έλικας πρέπει να ελέγχονται πλήρως από τη γέφυρα, υπό όλες τις συνθήκες πλεύσης, συμπεριλαμβανομένων των χειρισμών·

2.

ο τηλεχειρισμός πρέπει να εκτελείται, για κάθε ανεξάρτητη έλικα, από διάταξη ελέγχου ειδικά σχεδιασμένη και κατασκευασμένη ώστε να μην απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες λειτουργίας των μηχανημάτων. Όταν προβλέπεται ταυτόχρονη λειτουργία πολλών ελίκων, αυτές πρέπει να ελέγχονται από μία διάταξη ελέγχου·

3.

οι κύριες προωστικές μηχανές πρέπει να είναι εφοδιασμένες με διάταξη κινδύνου που να τις ακινητοποιεί από τη γέφυρα, η οποία πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το σύστημα ελέγχου της γέφυρας·

4.

οι εντολές που δίδονται από τη γέφυρα στις προωστικές μηχανές πρέπει να εμφαίνονται στον θάλαμο ελέγχου των κύριων μηχανών ή στην εξέδρα χειρισμών, ανάλογα με την περίπτωση·

5.

ο τηλεχειρισμός των προωστικών μηχανών είναι δυνατός μόνον από ένα χώρο κάθε φορά. Σ' αυτούς τους χώρους επιτρέπονται διασυνδεδεμένες θέσεις ελέγχου. Σε κάθε χώρο υπάρχει δείκτης στον οποίο εμφαίνεται από ποιο χώρο ελέγχονται οι προωστικές μηχανές. Η μεταφορά του ελέγχου μεταξύ της γέφυρας και των μηχανοστασίων είναι δυνατή μόνον στο κύριο μηχανοστάσιο ή στο θάλαμο ελέγχου των κύριων μηχανών. Αυτό το σύστημα περιλαμβάνει διάταξη που εμποδίζει κάθε σημαντική μεταβολή της ωστικής δύναμης των ελίκων όταν γίνεται μεταφορά του ελέγχου από χώρο σε χώρο·

6.

ο επιτόπιος χειρισμός των προωστικών μηχανών πρέπει να είναι δυνατός ακόμη και σε περίπτωση βλάβης σε οποιοδήποτε σημείο του συστήματος τηλεχειρισμού·

7.

ο σχεδιασμός του συστήματος τηλεχειρισμού πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να δίδεται συναγερμός σε περίπτωση βλάβης. Η προγραμματισμένη ταχύτητα και ωστική διεύθυνση των ελίκων ως προπέλας πρέπει να διατηρούνται έως ότου λειτουργήσει ο επιτόπιος χειρισμός,

8.

στη γέφυρα πρέπει να είναι τοποθετημένοι δείκτες για:

1.

την ταχύτητα και τη διεύθυνση περιστροφής της έλικας στην περίπτωση ελίκων με μόνιμο βήμα·

2.

την ταχύτητα και τη θέση του βήματος της έλικας στην περίπτωση ελίκων με ρυθμιζόμενο βήμα·

9.

πρέπει να προβλέπεται συναγερμός στη γέφυρα και στο μηχανοστάσιο που να επισημαίνει τη χαμηλή πίεση του αέρα εκκίνησης, η οποία θα προγραμματίζεται σε επίπεδο που να επιτρέπει περαιτέρω ενέργειες εκκίνησης της κύριας μηχανής. Εάν το σύστημα τηλεχειρισμού των προωστικών μηχανών είναι σχεδιασμένο για αυτόματη εκκίνηση, ο αριθμός των προσπαθειών αυτόματης εκκίνησης που δεν παράγουν αποτέλεσμα πρέπει να περιορίζεται ώστε να διατηρείται επαρκής πίεση του αέρα εκκίνησης για την επιτόπια εκκίνηση.

3.

Όταν τα κύρια και βοηθητικά προωστικά μηχανήματα, συμπεριλαμβανομένων των πηγών της κύριας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, είναι κατά το μάλλον ή ήττον αυτοματοποιημένα ή τηλεχειριζόμενα και βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση από χειριστήριο στο θάλαμο ελέγχου, οι διατάξεις και τα συστήματα ελέγχου πρέπει να είναι σχεδιασμένα, εξοπλισμένα και τοποθετημένα κατά τρόπο ώστε η λειτουργία των μηχανημάτων να είναι εξίσου ασφαλής και αποτελεσματική ωσάν να ευρίσκοντο υπό άμεση επιτήρηση· προς τούτο, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι κανονισμοί ΙΙ-1/Ε/1 έως ΙΙ-1/Ε/5. Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην προστασία αυτών των χώρων από πυρκαϊά και κατάκλυση.

4.

Εν γένει, τα αυτόματα συστήματα εκκίνησης, λειτουργίας και ελέγχου πρέπει να διαθέτουν διατάξεις για την ακύρωση των αυτόματων ελέγχων από το χειριστήριο. Μια βλάβη σε οποιοδήποτε μέρος αυτών των συστημάτων δεν πρέπει να εμποδίζει τη χρησιμοποίηση του χειριστηρίου.

ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

5.

Τα πλοία συμμορφώνονται με τις διατάξεις των σημείων .1 έως .4:

1.

Τα κύρια και βοηθητικά μηχανήματα που είναι αναγκαία για την πρόωση και την ασφάλεια του πλοίου πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα λειτουργίας και ελέγχου. Όλα τα συστήματα ελέγχου που είναι απαραίτητα για την πρόωση, τον έλεγχο και την ασφάλεια του πλοίου θα είναι ανεξάρτητα ή σχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο ώστε τυχόν βλάβη ενός συστήματος να μην υποβιβάζει την απόδοση κάποιου άλλου συστήματος.

2.

Όταν υπάρχει σύστημα τηλεχειρισμού των προωστικών μηχανών από τη γέφυρα, ισχύουν τα εξής:

1.

η ταχύτητα, η ωστική διεύθυνση και, ενδεχομένως, το βήμα της έλικας πρέπει να ελέγχονται πλήρως από τη γέφυρα, υπό όλες τις συνθήκες πλεύσης, συμπεριλαμβανομένων των χειρισμών·

2.

Αυτός ο εξ αποστάσεως έλεγχος πρέπει να εκτελείται με χωριστό μηχανισμό ελέγχου για κάθε μία ανεξάρτητη έλικα, με αυτόματη εκτέλεση όλων των συναφών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, των μέσων αποφυγής υπερφορτώσεως της μηχανής προώσεως. Όταν προβλέπεται ταυτόχρονη λειτουργία πολλών ελίκων, αυτές πρέπει να ελέγχονται από μία διάταξη ελέγχου·

3.

οι κύριες προωστικές μηχανές πρέπει να είναι εφοδιασμένες με διάταξη κινδύνου που να τις ακινητοποιεί από τη γέφυρα, η οποία πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το σύστημα ελέγχου της γέφυρας·

4.

οι εντολές που δίδονται από τη γέφυρα στις προωστικές μηχανές πρέπει να εμφαίνονται στον θάλαμο ελέγχου των κύριων μηχανών ή στην εξέδρα χειρισμών, ανάλογα με την περίπτωση·

5.

ο τηλεχειρισμός των προωστικών μηχανών είναι δυνατός μόνον από ένα χώρο κάθε φορά. Σ' αυτούς τους χώρους επιτρέπονται διασυνδεδεμένες θέσεις ελέγχου. Σε κάθε χώρο υπάρχει δείκτης στον οποίο εμφαίνεται από ποιο χώρο ελέγχονται οι προωστικές μηχανές. Η μεταφορά του ελέγχου μεταξύ της γέφυρας και των μηχανοστασίων είναι δυνατή μόνον στο κύριο μηχανοστάσιο ή στο θάλαμο ελέγχου των κύριων μηχανών. Το εν λόγω σύστημα περιλαμβάνει διάταξη που εμποδίζει κάθε σημαντική μεταβολή της ωστικής δύναμης των ελίκων όταν γίνεται μεταφορά του ελέγχου από χώρο σε χώρο·

6.

ο επιτόπιος χειρισμός των προωστικών μηχανών πρέπει να είναι δυνατός ακόμη και σε περίπτωση βλάβης σε οποιοδήποτε σημείο του συστήματος τηλεχειρισμού

Είναι επίσης δυνατός ο έλεγχος των βοηθητικών μηχανών, που είναι απαραίτητες για την πρόωση και την ασφάλεια του πλοίου, κοντά στις εν λόγω μηχανές.

7.

ο σχεδιασμός του συστήματος τηλεχειρισμού πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να δίδεται συναγερμός σε περίπτωση βλάβης. Η προγραμματισμένη ταχύτητα και ωστική διεύθυνση των ελίκων ως προπέλας πρέπει να διατηρούνται έως ότου λειτουργήσει ο επιτόπιος χειρισμός·

8.

στη γέφυρα, στον θάλαμο ελέγχου των κύριων μηχανών και στην εξέδρα χειρισμών πρέπει να είναι τοποθετημένοι δείκτες για:

1.

την ταχύτητα και τη διεύθυνση περιστροφής της έλικας στην περίπτωση ελίκων με μόνιμο βήμα, και

2.

την ταχύτητα και τη θέση βήματος στην περίπτωση ελίκων ρυθμιζόμενου βήματος·

9.

πρέπει να προβλέπεται συναγερμός στη γέφυρα και στο μηχανοστάσιο που να επισημαίνει τη χαμηλή πίεση του αέρα εκκίνησης, η οποία θα προγραμματίζεται σε επίπεδο που να επιτρέπει περαιτέρω ενέργειες εκκίνησης της κύριας μηχανής. Εάν το σύστημα τηλεχειρισμού των προωστικών μηχανών είναι σχεδιασμένο για αυτόματη εκκίνηση, ο αριθμός των προσπαθειών αυτόματης εκκίνησης που δεν παράγουν αποτέλεσμα πρέπει να περιορίζεται ώστε να διατηρείται επαρκής πίεση του αέρα εκκίνησης για την επιτόπια εκκίνηση.

3.

Όταν τα κύρια και βοηθητικά προωστικά μηχανήματα, συμπεριλαμβανομένων των πηγών της κύριας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, είναι κατά το μάλλον ή ήττον αυτοματοποιημένα ή τηλεχειριζόμενα και βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση από χειριστήριο στο θάλαμο ελέγχου, οι διατάξεις και τα συστήματα ελέγχου πρέπει να είναι σχεδιασμένα, εξοπλισμένα και τοποθετημένα κατά τρόπο ώστε η λειτουργία των μηχανημάτων να είναι εξίσου ασφαλής και αποτελεσματική ωσάν να ευρίσκοντο υπό άμεση επιτήρηση· προς τούτο, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι κανονισμοί ΙΙ-1/Ε/1 έως ΙΙ-1/Ε/5. Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην προστασία αυτών των χώρων από πυρκαϊά και κατάκλυση.

4.

Εν γένει, τα αυτόματα συστήματα εκκίνησης, λειτουργίας και ελέγχου πρέπει να διαθέτουν διατάξεις για την ακύρωση των αυτόματων ελέγχων από το χειριστήριο. Μια βλάβη σε οποιοδήποτε μέρος αυτών των συστημάτων δεν πρέπει να εμποδίζει τη χρησιμοποίηση του χειριστηρίου.

13.   Συστήματα ατμαγωγών σωλήνων (R 33)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.

Κάθε ατμαγωγός σωλήνας και κάθε σχετικό εξάρτημα μέσω του οποίου μπορεί να διέλθει ατμός πρέπει να είναι σχεδιασμένα, κατασκευασμένα και τοποθετημένα έτσι ώστε να αντέχουν τη μέγιστη καταπόνηση στην οποία είναι δυνατόν να υποβληθούν.

2.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα αποστράγγισης κάθε ατμαγωγού σωλήνα στον οποίο ενδέχεται διαφορετικά να υπάρξει επικίνδυνο υδραυλικό πλήγμα.

3.

Στην περίπτωση κατά την οποία ατμαγωγός σωλήνας ή σχετικό εξάρτημα ενδέχεται να λάβει ατμό από οποιαδήποτε πηγή με υψηλότερη πίεση από εκείνη για την οποία είναι σχεδιασμένο, πρέπει να τοποθετούνται κατάλληλος ατμομειωτήρας, ανακουφιστική βαλβίδα και μανόμετρο.

14.   Συστήματα συμπιεσμένου αέρα (R 34)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα για την αποφυγή της υπερσυμπίεσης σε οποιοδήποτε τμήμα των συστημάτων συμπιεσμένου αέρα και όποτε τα υδροχιτώνια ή τα περιβλήματα των αεροσυμπιεστών και των ψυκτών μπορούν να υποστούν επικίνδυνη υπερσυμπίεση λόγω διαρροής από τα τμήματα συμπιεσμένου αέρα. Όλα τα συστήματα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλες διατάξεις αποσυμπίεσης.

2.

Τα κύρια συστήματα του αέρα εκκίνησης για τις κύριες προωστικές μηχανές εσωτερικής καύσης πρέπει να προστατεύονται καταλλήλως από τις συνέπειες της πρόωρης ανάφλεξης και της εσωτερικής έκρηξης στους αεραγωγούς εκκίνησης.

3.

Όλοι οι σωλήνες εκκένωσης των συμπιεστών αέρα εκκίνησης πρέπει να οδηγούν απευθείας στους υποδοχείς του αέρα εκκίνησης, και όλοι οι αεραγωγοί εκκίνησης από τους υποδοχείς του αέρα στις κύριες και βοηθητικές μηχανές πρέπει να είναι εντελώς διαχωρισμένοι από το σύστημα των σωλήνων εξαγωγής του συμπιεστή.

4.

Πρέπει να προβλέπονται διατάξεις για τη μείωση στο ελάχιστο του ελαίου που εισέρχεται στα συστήματα συμπιεσμένου αέρα και για την αποστράγγιση αυτών των συστημάτων.

15.   Προστασία κατά του θορύβου (R 36)  (3)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για τον περιορισμό του θορύβου των μηχανημάτων στα μηχανοστάσια σε επιτρεπτά επίπεδα. Εάν αυτός ο θόρυβος δεν μπορεί να μειωθεί επαρκώς, η πηγή του υπερβολικού θορύβου πρέπει να μονώνεται ή να απομονώνεται καταλλήλως ή να δημιουργείται καταφύγιο από το θόρυβο εάν ο χώρος πρέπει να είναι επανδρωμένος. Πρέπει να διατίθενται ωτασπίδες στο προσωπικό που καλείται να εισέλθει σ' αυτούς τους χώρους.

16.   Ανελκυστήρες

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α, Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.

Οι ανελκυστήρες επιβατών και εμπορευμάτων πρέπει, όσον αφορά τις διαστάσεις, τη διάταξη, τον αριθμό των επιβατών ή/και την ποσότητα των εμπορευμάτων, να πληρούν τις διατάξεις που θεσπίζονται από την αρχή του κράτους σημαίας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ή για κάθε τύπο εγκατάστασης.

2.

Τα σχέδια εγκατάστασης και οι οδηγίες συντήρησης, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που διέπουν τις περιοδικές επιθεωρήσεις, πρέπει να εγκρίνονται από την αρχή του κράτους σημαίας η οποία επιθεωρεί και εγκρίνει την εγκατάσταση προτού τεθεί σε λειτουργία.

3.

Μετά την έγκριση, η αρχή του κράτους σημαίας εκδίδει πιστοποιητικό το οποίο πρέπει να βρίσκεται επί του πλοίου.

4.

Η αρχή του κράτους σημαίας μπορεί να επιτρέψει τη διενέργεια των περιοδικών επιθεωρήσεων από εξουσιοδοτημένο από αυτήν εμπειρογνώμονα ή από αναγνωρισμένο οργανισμό.

ΜΕΡΟΣ Δ

ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

1.   Γενικά (R 40)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις πρέπει να είναι τέτοιες ώστε:

1.

όλες οι ηλεκτρικές βοηθητικές υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση του πλοίου σε κανονική κατάσταση λειτουργίας και ενδιαιτήσεως, να εξασφαλίζονται χωρίς προσφυγή στην πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου·

2.

οι ηλεκτρικές υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για την ασφάλεια να εξασφαλίζονται κάτω από διάφορες συνθήκες κινδύνου· και

3.

να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των επιβατών, του πληρώματος και του πλοίου από κινδύνους ηλεκτρικής προελεύσεως.

2.

Η αρχή του κράτους σημαίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή και τήρηση των διατάξεων του μέρους αυτού, όσον αφορά τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις (4).

2.   Κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας και φωτισμού (R 41)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Τα νέα πλοία των κατηγοριών Γ και Δ, στα οποία η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί το μόνο μέσο εξασφαλίσεως των βοηθητικών υπηρεσιών που είναι απαραίτητες για την ασφάλεια του πλοίου, και για τα νέα και τα υπάρχοντα πλοία κατηγορίας Β, στα οποία η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί το μόνο μέσο για τη διατήρηση των απαραίτητων για την ασφάλεια και την πρόωση του πλοίου βοηθητικών λειτουργιών, πρέπει να είναι εφοδιασμένα με δύο ή περισσότερα κύρια ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη. Η ισχύς των ζευγών αυτών πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργία των ανωτέρω υπηρεσιών στην περίπτωση κατά την οποία ένα από τα ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη παύσει να λειτουργεί.

Στα νέα πλοία των κατηγοριών Γ και Δ, μήκους μικρότερου των 24 μέτρων, ένα από τα κύρια ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη μπορεί να κινείται από την κύρια μηχανή, εφόσον η ισχύς του είναι τέτοια ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργία των ανωτέρω υπηρεσιών στην περίπτωση κατά την οποία ένα από τα άλλα ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη παύσει να λειτουργεί.

2.1.

Το κύριο ηλεκτρικό σύστημα φωτισμού, το οποίο παρέχει φωτισμό σε όλα τα μέρη του πλοίου που υπό κανονικές συνθήκες είναι προσιτά στους επιβάτες ή στο πλήρωμα, τροφοδοτείται από την κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.

2.2.

Η διάταξη του κύριου ηλεκτρικού συστήματος φωτισμού είναι τέτοια ώστε, σε περίπτωση πυρκαϊάς ή άλλης βλάβης στους χώρους όπου βρίσκονται η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας, ο σχετικός εξοπλισμός μετασχηματισμού, όταν υπάρχει, ο κύριος πίνακας διανομής και ο κύριος ηλεκτρικός πίνακας φωτισμού, δεν τίθεται εκτός λειτουργίας το σύστημα φωτισμού κινδύνου, το οποίο προβλέπεται στον κανονισμό 3.

2.3.

Η διάταξη του ηλεκτρικού συστήματος φωτισμού κινδύνου είναι τέτοια ώστε, σε περίπτωση πυρκαϊάς ή άλλης βλάβης στους χώρους όπου βρίσκεται η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου, ο σχετικός εξοπλισμός μετασχηματισμού, όταν υπάρχει, ο πίνακας διανομής έκτακτης ανάγκης και ο ηλεκτρικός πίνακας φωτισμού έκτακτης ανάγκης, δεν θέτει εκτός λειτουργίας το κύριο ηλεκτρικό σύστημα φωτισμού που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό.

3.

Ο κύριος πίνακας διανομής πρέπει να είναι έτσι τοποθετημένος σε σχέση με ένα κύριο σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας ώστε, όσο αυτό είναι πρακτικά εφικτό, η ακεραιότητα της κανονικής παροχής ηλεκτρικής ενέργειας να επηρεάζεται μόνον από πυρκαϊά ή άλλο ατύχημα στο χώρο όπου είναι τοποθετημένα τα ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη και ο πίνακας διανομής.

3.   Πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου (R 42)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.   Κάθε πλοίο πρέπει να είναι εφοδιασμένο με μία αυτόνομη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου με πίνακα διανομής έκτακτης ανάγκης σε μια θέση πάνω από το κατάστρωμα στεγανών και σε χώρο εύκολα προσιτό που δεν είναι παρακείμενο στα τοιχώματα του μηχανοστασίου ή των χώρων κατηγορίας Α που περιέχουν την κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας ή τον κύριο πίνακα διανομής.

2.   Η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου μπορεί να είναι είτε συστοιχία συσσωρευτών ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις της παραγράφου.5, χωρίς να χρειάζεται επαναφόρτιση και να μην παρουσιάζει υπερβολικές μειώσεις της τάσεως, είτε μία ηλεκτρογεννήτρια που πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου.5 και κινείται από κινητήρα εσωτερικής καύσεως με ανεξάρτητη τροφοδοσία καυσίμου με σημείο αναφλέξεως το οποίο δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο των 43 °C, με αυτόματα συστήματα εκκινήσεως για τα νέα πλοία και με εγκεκριμένα συστήματα εκκινήσεως για τα υφιστάμενα πλοία και εφοδιασμένα με προσωρινή πηγή ηλεκτρικής ενέργειας έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα με την παράγραφο 6, εκτός εάν, στην περίπτωση νέων πλοίων των κατηγοριών Γ και Δ μήκους μικρότερου των 24 μέτρων, προβλέπεται κατάλληλα τοποθετημένη συστοιχία συσσωρευτών για τον συγκεκριμένο καταναλωτή για την χρονική περίοδο που απαιτούν οι εν λόγω κανονισμοί.

3.   Η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου πρέπει να διατάσσεται κατά τρόπον ώστε να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν το πλοίο βρίσκεται υπό κλίση μέχρι 22,5° και όταν έχει διαγωγή μέχρι 10° από τη θέση ισορροπίας. Το ή τα ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη κινδύνου πρέπει να είναι ικανά να εκκινούν αμέσως από ψυχρή κατάσταση και, όσον αφορά τα νέα πλοία, να είναι ικανά να εκκινούν αυτομάτως.

4.   Ο πίνακας διανομής έκτακτης ανάγκης πρέπει να τοποθετείται όσο πλησιέστερα είναι πρακτικά δυνατό στην πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου.

5.   Η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου που απαιτείται από την παράγραφο .1 πρέπει:

1.

να είναι ικανή να λειτουργεί γενικά για περίοδο:

 

12 ωρών για πλοία κατηγορίας Β (νέα και υπάρχοντα),

 

6 ωρών για πλοία κατηγορίας Γ (νέα),

 

3 ωρών για πλοία κατηγορίας Δ (νέα)·

2.

ειδικότερα, να είναι ικανή να θέτει σε λειτουργία ταυτόχρονα τα συστήματα κατανάλωσης όπως υφίστανται στο πλαίσιο των εξής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αντίστοιχης κατηγορίας πλοίων για τις ανωτέρω περιόδους:

α)

την αντλία υδροσυλλεκτών έκτακτης ανάγκης του πλοίου και μία πυροσβεστική αντλία·

β)

τον φωτισμό κινδύνου:

1.

σε κάθε σταθμό συγκεντρώσεως ή επιβιβάσεως και άνωθεν των πλευρών·

2.

σε όλους τους διαδρόμους, κλίμακες και εξόδους που οδηγούν στους σταθμούς συγκεντρώσεως ή επιβιβάσεως,

3.

στα μηχανοστάσια και στο χώρο όπου ευρίσκεται η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου·

4.

στους σταθμούς ελέγχου όπου ευρίσκονται ο ασύρματος και ο κύριος εξοπλισμός ναυσιπλοΐας·

5.

όπως απαιτείται σύμφωνα με τους κανονισμούς ΙΙ-2/Β/16.1.3.7 και ΙΙ-2/Β/6.1.7·

6.

σε όλους τους χώρους στοιβασίας εξαρτίσεων πυρόσβεσης·

7.

στις αντλίες υδροσυλλεκτών έκτακτης ανάγκης και στις πυροσβεστικές αντλίες στις οποίες αναφέρεται το στοιχείο α) και στη θέση εκκινήσεως των κινητήρων τους·

γ)

τους πλοϊκούς φανούς·

δ)

1.

όλο τον εξοπλισμό επικοινωνιών·

2.

το γενικό σύστημα συναγερμού·

3.

τα συστήματα πυρανίχνευσης, και

4.

τα σήματα που ενδέχεται να απαιτούνται σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης, εάν τα συστήματα αυτά λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια παρεχόμενη από ένα εκ των κυρίων ηλεκτροπαραγωγών ζευγών του πλοίου·

ε)

την αντλία που τροφοδοτεί το σύστημα καταιωνιστήρων (σπρίνκλερ), εάν υπάρχει και λειτουργεί με ηλεκτρική ενέργεια· και

στ)

τον φανό σημάτων ημέρας, εάν τροφοδοτείται από την κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας·

3.

να μπορεί να θέτει σε λειτουργία επί ημίωρο τις μηχανοκίνητες υδατοστεγείς θύρες μαζί με τα σχετικά κυκλώματα ελέγχου, ενδείξεων και συναγερμού.

6.   Η προσωρινή πηγή ηλεκτρικής ενέργειας έκτακτης ανάγκης την οποία απαιτεί η παράγραφος.2 αποτελείται από συσσωρευτή κατάλληλα τοποθετημένο για χρήση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, ο οποίος εξασφαλίζει τη λειτουργία, χωρίς να χρειάζεται επαναφόρτιση ή να υφίσταται εξαιρετικά μεγάλη πτώση τάσεως, επί ημίωρο:

(α)

του φωτισμού που απαιτείται βάσει της παραγράφου 2(β)1 του κανονισμού·

(β)

των υδατοστεγών θυρών που απαιτούνται βάσει των παραγράφων .7.2 και .7.3 του κανονισμού ΙΙ-1/Β/13 αλλά όχι αναγκαστικά όλων ταυτόχρονα, εκτός εάν υπάρχει άλλη, ανεξάρτητη προσωρινή πηγή αποθηκευμένης ενέργειας· και

(γ)

των κυκλωμάτων ελέγχου, ενδείξεων και συναγερμού όπως προβλέπεται στην παράγραφο .7.2 του κανονισμού ΙΙ-1/Β/13.

7.   ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

Σε περίπτωση που απαιτείται ηλεκτρική ενέργεια για την αποκατάσταση της προώσεως, η δυναμικότητα θα επαρκεί για την αποκατάσταση της προώσεως στο πλοίο σε συνδυασμό με άλλο εξοπλισμό, ανάλογα με τις ανάγκες, από νεκρή κατάσταση πλοίου εντός 30 λεπτών μετά τη διακοπή ρεύματος.

4   Συμπληρωματικός φωτισμός κινδύνου για πλοία ro-ro (R 42-1)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Επιπρόσθετα προς το φωτισμό κινδύνου που απαιτείται βάσει του κανονισμού ΙΙ-1/D/3.5.2(β), σε κάθε πλοίο με χώρους φορτίου ro-ro ή χώρους ειδικής κατηγορίας:

1.

όλοι οι κοινόχρηστοι χώροι και διάδρομοι επιβατών πρέπει να εφοδιάζονται με συμπληρωματικό ηλεκτρικό φωτισμό που να μπορεί να λειτουργεί τουλάχιστον για τρεις ώρες όταν όλες οι άλλες πηγές ηλεκτρικής ενέργειας έχουν διακοπεί και υπό οιαδήποτε κατάσταση κλίσεως. Ο παρεχόμενος φωτισμός πρέπει να είναι τέτοιος ώστε η προσέγγιση προς τα μέσα διαφυγής να φαίνεται εύκολα. Η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας για το συμπληρωματικό φωτισμό πρέπει να συνίσταται σε συσσωρευτές τοποθετημένους εντός των μονάδων φωτισμού, οι οποίοι φορτίζονται συνεχώς, όταν είναι πρακτικώς δυνατό, από τον πίνακα διανομής έκτακτης ανάγκης. Εναλλακτικά, είναι δυνατόν να γίνει δεκτό από την αρχή του κράτους σημαίας οποιοδήποτε άλλο μέσο φωτισμού, το οποίο είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικό. Ο συμπληρωματικός φωτισμός πρέπει να είναι τέτοιος ώστε κάθε βλάβη λαμπτήρα να είναι αμέσως εμφανής. Κάθε διατιθέμενος συσσωρευτής πρέπει να αντικαθίσταται κατά διαστήματα που έχουν σχέση με την ειδική διάρκεια ζωής στις συνθήκες περιβάλλοντος στις οποίες εκτίθεται· και

2.

στο διάδρομο κάθε χώρου πληρώματος, χώρου αναψυχής και σε κάθε χώρο εργασίας που συνήθως καταλαμβάνεται, πρέπει να διατίθεται φορητός φανός που λειτουργεί με επαναφορτιζόμενο συσσωρευτή, εκτός εάν διατίθεται συμπληρωματικός φωτισμός κινδύνου, όπως απαιτείται από την παράγραφο .1.

5.   Προφυλάξεις από ηλεκτροπληξία, πυρκαϊά και λοιπούς κινδύνους ηλεκτρικής προελεύσεως (R 45)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΑΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Όλα τα εκτεθειμένα μεταλλικά μέρη των ηλεκτρικών μηχανών ή του ηλεκτρικού εξοπλισμού που δεν προορίζονται να βρίσκονται υπό τάση αλλά ενδέχεται λόγω αστοχίας να ευρεθούν υπό τάση, πρέπει να γειώνονται, εκτός εάν οι μηχανές ή ο εξοπλισμός:

1.

τροφοδοτούνται με τάση που δεν υπερβαίνει τα 50 V συνεχούς ρεύματος ή 50 V r.m.s. μεταξύ των επαφών προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η τάση δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται αυτομετασχηματιστές· ή

2.

τροφοδοτούνται με τάση που δεν υπερβαίνει τα 250 V με απομονωτικούς μετασχηματιστές ασφαλείας, οι οποίοι τροφοδοτούν μόνο μία συσκευή καταναλώσεως, ή

3.

κατασκευάζονται σύμφωνα με την αρχή της διπλής μονώσεως.

2.

Όλες οι ηλεκτρικές συσκευές πρέπει να κατασκευάζονται και να τοποθετούνται κατά τρόπον ώστε να μην προκαλούν ατύχημα κατά το χειρισμό ή το άγγιγμα με τον κανονικό τρόπο.

3.

Οι πλευρές, το οπίσθιο τμήμα και, όπου είναι αναγκαίο, το εμπρόσθιο μέρος των πινάκων διανομής πρέπει να είναι κατάλληλα προφυλαγμένα. Τα εκτεθειμένα μέρη ηλεκτροφόρων αγωγών, των οποίων η τάση γειώσεως υπερβαίνει εκείνη που προσδιορίζεται στην παράγραφο .1.1, δεν πρέπει να τοποθετούνται στο εμπρόσθιο μέρος τέτοιων πινάκων. Όπου απαιτείται, πρέπει να προβλέπονται καλύμματα ή πλέγματα στο εμπρόσθιο και οπίσθιο μέρος του πίνακα.

4.

Όταν χρησιμοποιείται σύστημα διανομής χωρίς γείωση, πρέπει να διατίθεται μηχανισμός παρακολούθησης του επιπέδου μονώσεως προς τη γη, ο οποίος θα δίδει ακουστική ή οπτική ένδειξη σε ανώμαλα χαμηλές τιμές μονώσεως.

5.1.

Όλα τα μεταλλικά περιβλήματα και ο οπλισμός των καλωδίων πρέπει να είναι ηλεκτρικώς συνεχή και γειωμένα.

5.2.

Όλα τα ηλεκτρικά καλώδια και σύρματα που ευρίσκονται στην εξωτερική πλευρά του εξοπλισμού πρέπει να είναι τουλάχιστον τύπου δυσηλεκτραγωγά και να τοποθετούνται έτσι ώστε να μη βλάπτονται οι αρχικές τους ιδιότητες επιβραδυντικού φλόγας. Εάν απαιτείται για ειδικότερες εφαρμογές, η αρχή του κράτους σημαίας δύναται να επιτρέπει τη χρησιμοποίηση ειδικών τύπων καλωδίων, όπως καλώδια ραδιοσυχνοτήτων, που δεν συμμορφώνονται με τα ανωτέρω.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

5.3.

Τα ηλεκτρικά καλώδια και σύρματα του κυρίου ή του βοηθητικού για έκτακτες περιστάσεις δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, φωτισμού, εσωτερικών επικοινωνιών ή σημάτων, πρέπει να διέρχονται μακριά, κατά το μέτρο του δυνατού, από τους χώρους μαγειρείων, πλυντηρίων, μηχανοστασίων κατηγορίας Α καθώς και τους άλλους χώρους υψηλού κινδύνου πυρκαϊάς. Στα νέα και στα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία ro-ro, η εγκατάσταση καλωδίων για συναγερμούς και συστήματα αναγγελιών που θα τοποθετηθούν κατά ή μετά την 1η Ιουλίου 1998, εγκρίνεται από την αρχή του κράτους σημαίας σύμφωνα με τις συστάσεις του διεθνούς ναυτιλιακού οργανισμού. Τα καλώδια που συνδέουν τις πυροσβεστικές αντλίες με τον πίνακα διανομής έκτακτης ανάγκης είναι πυράντοχα στα σημεία όπου περνούν από χώρους υψηλού κινδύνου πυρκαϊάς. Όταν είναι δυνατό, όλα τα εν λόγω καλώδια τοποθετούνται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η πιθανότητα αχρήστευσής τους λόγω υπερθέρμανσης των διαφραγμάτων που μπορεί να προξενηθεί από πυρκαϊά σε παρακείμενο χώρο.

6.

Τα καλώδια και τα σύρματα πρέπει να τοποθετούνται και να στηρίζονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται η φθορά τους λόγω τριβής ή άλλη ζημία. Οι απολήξεις και οι ενώσεις σε όλους τους αγωγούς πρέπει να διατηρούν τις αρχικές ηλεκτρικές, μηχανικές, επιβραδυντικές της φλόγας και, εάν είναι αναγκαίο, τις πυρανθεκτικές ιδιότητες του καλωδίου.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

7.1.

Κάθε χωριστό κύκλωμα πρέπει να προστατεύεται από βραχυκύκλωμα και έναντι υπερφορτώσεως, με τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στους κανονισμούς ΙΙ-1/Γ/6 και ΙΙ-1/Γ/7.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

7.2.

Τα εξαρτήματα φωτισμού πρέπει να διατάσσονται έτσι ώστε να προλαμβάνεται η ανύψωση της θερμοκρασίας, που είναι δυνατόν να προκαλέσει βλάβη των καλωδίων και των συρμάτων και να αποφεύγεται η υπερθέρμανση των γύρω υλικών.

8.1.

Οι συστοιχίες συσσωρευτών πρέπει να φέρουν κατάλληλο περίβλημα και τα διαμερίσματα που κυρίως χρησιμοποιούνται για την εγκατάστασή τους να κατασκευάζονται κατάλληλα και να αερίζονται επαρκώς.

8.2.

Στα διαμερίσματα αυτά δεν επιτρέπεται να υπάρχει ηλεκτρικός ή άλλος εξοπλισμός που είναι δυνατόν να συνιστά πηγή αναφλέξεως εύφλεκτων ατμών.

9.

Τα συστήματα διανομής πρέπει να διατάσσονται κατά τρόπο ώστε ενδεχόμενη πυρκαϊά σε οποιαδήποτε κύρια κατακόρυφη ζώνη, όπως αυτή ορίζεται στον κανονισμό ΙΙ-2/Α/2.9, να μην επηρεάζει τις υπηρεσίες βασικής σημασίας για την ασφάλεια σε οποιαδήποτε άλλη ζώνη του τύπου αυτού. Η εν λόγω απαίτηση θα τηρηθεί, εάν τα κύρια και βοηθητικά τροφοδοτικά καλώδια που διασχίζουν μία τέτοια ζώνη χωρίζονται, τόσο κάθετα όσο και οριζόντια, από τη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση.

ΜΕΡΟΣ Ε

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΑΦΥΛΑΚΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΜΗΧΑΝΟΣΤΑΣΙΩΝ

Ειδική εξέταση (R 54)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Όλα τα νέα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ και τα υπάρχοντα πλοία κατηγορίας Β πρέπει να εξετάζονται ειδικά από την αρχή του κράτους σημαίας ως προς το εάν ή όχι οι χώροι των μηχανοστασίων τους είναι δυνατόν να μη φυλάσσονται περιοδικά και, αν συμβαίνει αυτό, εάν απαιτούνται πρόσθετες απαιτήσεις προς εκείνες που καθορίζονται σε αυτούς τους κανονισμούς για την επίτευξη ισοδύναμης ασφάλειας προς εκείνη των κανονικά φυλασσομένων χώρων των μηχανοστασίων.

1   Γενικά (R 46)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Οι διευθετήσεις που προβλέπονται πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η ασφάλεια του πλοίου σε όλες τις συνθήκες πλου, συμπεριλαμβανομένου του ελιγμού, είναι ισοδύναμη με εκείνη του πλοίου που έχει επανδρωμένους τους χώρους μηχανών.

2.

Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα που εξασφαλίζουν ότι ο εξοπλισμός λειτουργεί με αξιόπιστο τρόπο και ότι γίνονται ικανοποιητικές διευθετήσεις για τακτικές επιθεωρήσεις και συνηθισμένες δοκιμές για την εξασφάλιση συνεχούς αξιόπιστης λειτουργίας.

3.

Κάθε πλοίο πρέπει να διαθέτει τεκμηρίωση σχετικά με τη δυνατότητά του να λειτουργεί με περιοδικά αφύλακτους χώρους μηχανοστασίου.

2.   Προφυλάξεις κατά της πυρκαϊάς (R 47)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα για την ανίχνευση και την παροχή προειδοποιήσεως στο αρχικό στάδιο, σε περίπτωση πυρκαϊών:

1.

στα περιβλήματα του αέρα τροφοδοτήσεως του λέβητα και στους αγωγούς των καυσαερίων· και

2.

στις λωρίδες του αέρα σαρώσεως της μηχανής προώσεως, εκτός εάν κρίνεται μη αναγκαίο σε ειδικότερη περίπτωση.

2.

Μηχανές εσωτερικής καύσεως 2 250 kW και άνω ή μηχανές που έχουν κυλίνδρους ανοίγματος μεγαλύτερου των 300 χιλιοστόμετρων πρέπει να εφοδιάζονται με ανιχνευτές νέφους ελαίου στροφάλου ή μηχανισμούς παρακολουθήσεως της θερμοκρασίας των εδράνων της μηχανής ή ισοδυνάμους μηχανισμούς.

3.   Προστασία από κατάκλυση (R 48)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Τα φρεάτια των υδροσυλλεκτών σε περιοδικά αφύλακτους χώρους μηχανοστασίου πρέπει να τοποθετούνται και να ελέγχονται κατά τρόπο ώστε η συσσώρευση υγρών να διαπιστώνεται σε κανονικές γωνίες κλίσεως και διαγωγής και να είναι αρκετά μεγάλα για τη διευκόλυνση της κανονικής απαντλήσεως κατά τη διάρκεια της περιόδου που δεν φυλάσσονται.

2.

Εάν οι αντλίες των υδροσυλλεκτών μπορούν να εκκινούν αυτόματα, πρέπει να διατίθενται μέσα ενδείξεως όταν η εισροή του υγρού είναι μεγαλύτερη από τη δυναμικότητα της αντλίας ή όταν η αντλία λειτουργεί πιο συχνά από την κανονικά αναμενόμενη συχνότητα λειτουργίας της. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι δυνατόν να επιτρέπονται μικρότερα φρεάτια για την κάλυψη μιας λογικής χρονικής περιόδου. Αν διατίθενται αντλίες υδροσυλλεκτών που ελέγχονται αυτόματα, πρέπει να δίδεται ειδική προσοχή στις απαιτήσεις προλήψεως της ρυπάνσεως από πετρέλαιο.

3.

Η θέση των οργάνων ελέγχου κάθε βαλβίδας που εξυπηρετεί στόμιο εισόδου θάλασσας, στόμιο απορρίψεως κάτωθεν της ισάλου ή σύστημα εγχύσεως υδροσυλλεκτών, πρέπει να είναι τέτοια που να αφήνεται επαρκής χρόνος για λειτουργία σε περίπτωση εισόδου υδάτων στο χώρο, έχοντας υπόψη τον πιθανό χρόνο που απαιτείται για την προσέγγιση και τη θέση σε λειτουργία αυτών των οργάνων ελέγχου. Εάν το απαιτεί η στάθμη στην οποία ο χώρος μπορεί να κατακλυσθεί, με το πλοίο στην πλήρη έμφορτη κατάσταση, πρέπει να γίνονται διευθετήσεις λειτουργίας των οργάνων ελέγχου από μια θέση άνωθεν αυτής της στάθμης.

4   Έλεγχος της μηχανής προώσεως από τη γέφυρα (R 49)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

1.

Κάτω από όλες τις συνθήκες πλου, συμπεριλαμβανομένου του ελιγμού, η ταχύτητα, η διεύθυνση της προώσεως και, εάν διατίθεται, το βήμα της έλικας πρέπει να ελέγχονται πλήρως από τη γέφυρα.

1.

Αυτός ο εξ αποστάσεως έλεγχος πρέπει να εκτελείται με χωριστό μηχανισμό ελέγχου για κάθε μία ανεξάρτητη έλικα, με αυτόματη εκτέλεση όλων των συναφών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, των μέσων αποφυγής υπερφορτώσεως της μηχανής προώσεως.

2.

Η κύρια μηχανή προώσεως πρέπει να εφοδιάζεται με έναν μηχανισμό κρατήσεως έκτακτης ανάγκης στη γέφυρα, ο οποίος θα είναι ανεξάρτητος του συστήματος ελέγχου της γέφυρας.

2.

Οι εντολές από τη γέφυρα προς τη μηχανή προώσεως πρέπει να φαίνονται στο θάλαμο ελέγχου της κύριας μηχανής ή στη θέση ελέγχου της μηχανής προώσεως, κατά περίπτωση.

3.

Ο τηλεχειρισμός των προωστικών μηχανών είναι δυνατός μόνον από ένα χώρο κάθε φορά. Σ' αυτούς τους χώρους επιτρέπονται διασυνδεδεμένες θέσεις ελέγχου. Σε κάθε χώρο υπάρχει δείκτης στον οποίο εμφαίνεται από ποιο χώρο ελέγχονται οι προωστικές μηχανές. Η μεταφορά του ελέγχου μεταξύ της γέφυρας και του μηχανοστασίου πρέπει να είναι δυνατή μόνο στο κύριο μηχανοστάσιο ή στο θάλαμο ελέγχου της κύριας μηχανής. Το σύστημα πρέπει να περιλαμβάνει μέσα για την αποφυγή σημαντικής αλλαγής της προώσεως έλικας όταν ο έλεγχος μεταφέρεται από μία θέση σε άλλη.

4.

Όλες οι μηχανές που είναι βασικές για την ασφαλή λειτουργία του πλοίου πρέπει να είναι δυνατόν να ελέγχονται από μία επιτόπια θέση ακόμη και στην περίπτωση βλάβης οποιουδήποτε τμήματος των συστημάτων αυτόματου ή εξ αποστάσεως ελέγχου.

5.

Η σχεδίαση του συστήματος αυτόματου ελέγχου εξ αποστάσεως πρέπει να είναι τέτοια ώστε στην περίπτωση βλάβης του να δίδεται μια προειδοποίηση. Εκτός εάν θεωρείται πρακτικά ανέφικτο, η προκαθορισμένη ταχύτητα και διεύθυνση ώσεως της έλικας πρέπει να διατηρείται μέχρι να τεθεί σε λειτουργία ο επιτόπιος έλεγχος.

6.

Στη γέφυρα πρέπει να τοποθετούνται δείκτες για:

1.

την ταχύτητα και τη διεύθυνση περιστροφής της έλικας στην περίπτωση ελίκων με μόνιμο βήμα· ή

2.

την ταχύτητα και τη θέση βήματος στην περίπτωση ελίκων ρυθμιζόμενου βήματος.

7.

Ο αριθμός των διαδοχικών αυτόματων προσπαθειών που απέτυχαν στην εκκίνηση πρέπει να περιορίζεται, ώστε να εξασφαλίζεται επαρκής πίεση αέρα εκκινήσεως. Για την ένδειξη χαμηλής πιέσεως αέρα εκκινήσεως πρέπει να προβλέπεται σύστημα συναγερμού, ρυθμισμένο σε στάθμη που ακόμη επιτρέπει τις εργασίες εκκινήσεως της μηχανής προώσεως.

5.   Επικοινωνία (R 50)

ΝΕΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

Μεταξύ του θαλάμου ελέγχου της κύριας μηχανής ή της θέσεως ελέγχου της μηχανής προώσεως, ανάλογα με την περίπτωση, και της γέφυρας και των χώρων ενδιαιτήσεως των μηχανικών πρέπει να προβλέπεται αξιόπιστο μέσο φωνητικής επικοινωνίας.

6.   Σύστημα συναγερμού (R 51)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Πρέπει να προβλέπεται σύστημα συναγερμού που να δεικνύει οιοδήποτε σφάλμα απαιτεί προσοχή και να:

1.

είναι ικανό να ηχεί στο θάλαμο ελέγχου της κύριας μηχανής ή στη θέση ελέγχου της μηχανής προώσεως και να δεικνύει οπτικά κάθε χωριστή λειτουργία συναγερμού σε κατάλληλη θέση·

2.

έχει σύνδεση με τον χώρο αναψυχής των μηχανικών και με κάθε καμπίνα μηχανικών μέσω ενός διακόπτη επιλογής, προκειμένου να εξασφαλίζεται η σύνδεση με μία τουλάχιστον από τις καμπίνες αυτές. Είναι δυνατόν να επιτραπούν εναλλακτικές διατάξεις εάν θεωρηθούν ισοδύναμες·

3.

θέτει σε ενέργεια ένα ηχητικό και οπτικό σήμα στη γέφυρα για κάθε κατάσταση που απαιτεί ενέργεια ή προσοχή από τον αξιωματικό φυλακής·

4.

σχεδιάζεται, κατά το δυνατόν, σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας σε περίπτωση βλάβης· και

5.

θέτει σε ενέργεια το σήμα συναγερμού των μηχανικών που απαιτείται από τον κανονισμό ΙΙ-1/Γ/10, εάν μία λειτουργία συναγερμού δεν προκάλεσε τοπικά την προσοχή εντός περιορισμένου χρόνου.

2.1.

Το σύστημα συναγερμού πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς με ενέργεια και να έχει δυνατότητα αυτόματης μεταγωγής για τροφοδότηση από εφεδρική πηγή ενέργειας στην περίπτωση απώλειας της κανονικής τροφοδοτήσεως.

2.2.

Η βλάβη της κανονικής τροφοδοτήσεως με ενέργεια του συστήματος συναγερμού πρέπει να φαίνεται με σήμα συναγερμού.

3.1.

Το σύστημα συναγερμού πρέπει να είναι ικανό να δεικνύει στον ίδιο χρόνο περισσότερες από μία βλάβες και η λήψη οιουδήποτε σήματος συναγερμού δεν πρέπει να παρεμποδίζει άλλο σήμα συναγερμού.

3.2.

Η λήψη στη θέση κατά την παράγραφο 1 κάθε καταστάσεως συναγερμού πρέπει να δεικνύεται στις θέσεις όπου αυτή δείχθηκε. Τα σήματα συναγερμού πρέπει να διατηρούνται μέχρι τη λήψη τους και οι οπτικές ενδείξεις των επιμέρους σημάτων συναγερμού να παραμένουν μέχρις ότου η βλάβη διορθωθεί, οπότε το σύστημα συναγερμού πρέπει να επανέρχεται αυτόματα στην κανονική κατάσταση λειτουργίας.

7.   Συστήματα ασφαλείας (R 52)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

Πρέπει να προβλέπεται ένα σύστημα ασφαλείας προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι σε σοβαρά ελαττώματα στις λειτουργίες της μηχανής ή του λέβητα, που παρουσιάζουν άμεσο κίνδυνο, θα θέτει σε λειτουργία την αυτόματη κράτηση του μέρους εκείνου της εγκαταστάσεως και ότι θα δίδεται ένα σήμα συναγερμού. Η κράτηση του συστήματος προώσεως δεν τίθεται σε λειτουργία αυτόματα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρή βλάβη, πλήρη θραύση ή έκρηξη. Όταν υπάρχουν διατάξεις για υπέρβαση της κρατήσεως της κυρίας μηχανής προώσεως, πρέπει να είναι τέτοιες που να αποκλείουν την απρόσεκτη λειτουργία. Πρέπει να διατίθενται οπτικά μέσα που να δεικνύουν εάν ενεργοποιήθηκε η υπέρβαση. Τα αυτόματα όργανα ασφαλείας για την κράτηση και την επιβράδυνση των μηχανών πρέπει να διαχωρίζονται από την εγκατάσταση συναγερμού.

8.   Ειδικές απαιτήσεις για τις μηχανές, το λέβητα και τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις (R 53)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να συμμορφώνεται με τα εξής:

1.

εάν η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί κανονικά να παρέχεται από μία ηλεκτρογεννήτρια, πρέπει να διατίθενται κατάλληλες διατάξεις διακοπής φορτίου προκειμένου να εξασφαλίζονται η ακεραιότητα των τροφοδοτήσεων προς τις υπηρεσίες που απαιτούνται για την πρόωση και την πηδαλιούχηση καθώς και η ασφάλεια του πλοίου. Στην περίπτωση απώλειας της λειτουργίας ηλεκτρογεννήτριας, πρέπει να υπάρχει επαρκής πρόβλεψη για αυτόματη εκκίνηση και σύνδεση με τον κύριο πίνακα εφεδρικής γεννήτριας, η οποία είναι επαρκούς δυναμικότητας ώστε να επιτρέπει την πρόωση και την πηδαλιούχηση και να εγγυάται την ασφάλεια του πλοίου με αυτόματη επανεκκίνηση των βασικών βοηθητικών μηχανημάτων καθώς και, όπου είναι αναγκαίο, των διαδοχικών λειτουργιών·

2.

εάν η ηλεκτρική ενέργεια κανονικά παρέχεται από περισσότερες από μία γεννήτριες ταυτόχρονα, σε παράλληλη λειτουργία, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα, π.χ. με διακοπή φορτίου, ώστε να εξασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση απώλειας μίας από αυτές τις γεννήτριες, οι απομένουσες διατηρούνται σε λειτουργία χωρίς υπερφόρτωση, επιτρέποντας την πρόωση και πηδαλιούχηση και διασφαλίζοντας την ασφάλεια του πλοίου.

2.

Εάν απαιτούνται εφεδρικές μηχανές (stand-by) για άλλα βοηθητικά μηχανήματα που είναι απαραίτητα για την πρόωση, πρέπει να προβλέπονται αυτόματοι μηχανισμοί μεταγωγής.

9.   Αυτόματο σύστημα ελέγχου και συναγερμού (R 53.4)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Το σύστημα ελέγχου θα είναι τέτοιο ώστε οι υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία της κύριας μηχανής προώσεως και των βοηθητικών μηχανημάτων αυτής να εξασφαλίζονται διά μέσου των αναγκαίων αυτομάτων διατάξεων.

2.

Πρέπει να δίδεται προειδοποίηση στην αυτόματη μεταγωγή.

3.

Ένα σύστημα συναγερμού που συμμορφώνεται στον κανονισμό 6 πρέπει να προβλέπεται για όλες τις σημαντικές πιέσεις, θερμοκρασίες και στάθμες υγρών και τις λοιπές βασικές παραμέτρους.

4.

Μία κεντρική θέση ελέγχου πρέπει ναι διαρρυθμίζεται με τους αναγκαίους πίνακες συναγερμού και με όργανα που δεικνύουν κάθε σήμα συναγερμού.

5.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα για τη διατήρηση της πιέσεως αέρα εκκινήσεως στη στάθμη που απαιτείται, όταν οι μηχανές εσωτερικής καύσεως που είναι απαραίτητες για τη βασική πρόωση τίθενται σε κίνηση με πεπιεσμένο αέρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II-2

ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ, ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗ ΠΥΡΚΑΪΑΣ

ΜΕΡΟΣ Α

ΓΕΝΙΚΑ

1.   Βασικές αρχές (R 2)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Οι στόχοι πυρασφάλειας αυτού του κεφαλαίου είναι:

1.

αποτροπή της εκδήλωσης πυρκαϊάς και έκρηξης·

2.

μείωση του κινδύνου που ενέχει η πυρκαϊά για την ανθρώπινη ζωή·

3.

μείωση του κινδύνου ζημίας από πυρκαϊά στο πλοίο, το φορτίο του και το περιβάλλον·

4.

περιορισμός και κατάσβεση πυρκαϊάς μέσα στο χώρο προελεύσεώς της· και

5.

παροχή επαρκών και εύκολα προσπελάσιμων μέσων διαφυγής για τους επιβάτες και το πλήρωμα.

2.

Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι πυρασφάλειας που ορίζονται στην παράγραφο .1, οι κανονισμοί του παρόντος κεφαλαίου βασίζονται στις ακόλουθες βασικές αρχές, οι οποίες ενσωματώνονται στους κανονισμούς όπου είναι απαραίτητο, ανάλογα με τον τύπο των πλοίων και τον πιθανό κίνδυνο πυρκαϊάς που ενέχουν:

1.

διαίρεση του πλοίου σε κύριες κατακόρυφες ζώνες με θερμικά και κατασκευαστικά όρια·

2.

διαχωρισμός των χώρων ενδιαιτήσεως από το υπόλοιπο πλοίο με θερμικά και κατασκευαστικά όρια·

3.

περιορισμένη χρήση καύσιμων υλικών·

4.

ανίχνευση οιασδήποτε πυρκαϊάς στη ζώνη προελεύσεώς της·

5.

περιορισμός και κατάσβεση πυρκαϊάς μέσα στο χώρο προελεύσεώς της·

6.

προστασία των μέσων διαφυγής ή προσπελάσεως για την καταπολέμηση της πυρκαϊάς·

7.

άμεση διαθεσιμότητα πυροσβεστικών μέσων·

8.

ελαχιστοποίηση της πιθανότητας αναφλέξεως ατμών εύφλεκτου φορτίου.

3.

Οι στόχοι πυρασφάλειας που τίθενται στην παράγραφο .1 επιτυγχάνονται με την εξασφάλιση της τήρησης των απαιτήσεων που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο ή με εναλλακτικό σχεδιασμό και διατάξεις που πληρούν τις απαιτήσεις του μέρους ΣΤ του αναθεωρημένου κεφαλαίου II-2 της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, που ισχύει στα πλοία με ημερομηνία κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά. Ένα πλοίο θεωρείται ότι πληροί τις λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο .2 και ότι επιτυγχάνει τους στόχους πυρασφάλειας που ορίζονται στην παράγραφο .1 όταν ισχύει μία από τις ακόλουθες συνθήκες:

1.

ο σχεδιασμός και οι διατάξεις του πλοίου, στο σύνολό τους, πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου·

2.

ο σχεδιασμός και οι διατάξεις του πλοίου, στο σύνολό τους, έχουν αναθεωρηθεί και εγκριθεί σύμφωνα με το μέρος ΣΤ του αναθεωρημένου κεφαλαίου II-2 της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, που ισχύει για τα πλοία με ημερομηνία κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά·

3.

τμήμα(τα) του σχεδιασμού και των διατάξεων του πλοίου έχει αναθεωρηθεί και εγκριθεί σύμφωνα με το προαναφερθέν μέρος ΣΤ του αναθεωρημένου κεφαλαίου II-2 της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, και τα υπόλοιπα τμήματα του πλοίου πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου.

4.

Όλα τα πλοία στα οποία εκτελούνται επισκευές, μετατροπές, μετασκευές και αντίστοιχες τροποποιήσεις του εξοπλισμού τους θα συνεχίσουν να συμμορφώνονται τουλάχιστον με τις μέχρι πρότινος ισχύουσες απαιτήσεις για αυτά τα πλοία.

Οι επισκευές, μετατροπές και μετασκευές που μεταβάλλουν ουσιωδώς τις διαστάσεις ενός πλοίου ή τους χώρους ενδιαιτήσεως επιβατών, ή παρατείνουν ουσιωδώς την ωφέλιμη διάρκεια ζωής του πλοίου και οι αντίστοιχες τροποποιήσεις του εξοπλισμού θα συμμορφώνονται με τις πλέον πρόσφατες απαιτήσεις που ισχύουν για νέα πλοία, οι οποίες κρίνονται λογικές και πρακτικές από την αρχή του κράτους σημαίας.

ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

5.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου.4, τα υπάρχοντα πλοία κατηγορίας Β που μεταφέρουν περισσότερους από 36 επιβάτες, κατά την εκτέλεση επισκευών, μετατροπών, μετασκευών και αντίστοιχων τροποποιήσεων του εξοπλισμού τους συμμορφώνονται προς τα εξής:

1.

όλα τα υλικά τα οποία εισάγονται στα πλοία αυτά θα συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις που αφορούν τα υλικά και ισχύουν για τα νέα πλοία κατηγορίας Β· και

2.

όλες οι επισκευές, μετατροπές, μετασκευές και οι αντίστοιχες τροποποιήσεις εξοπλισμού, οι οποίες συνεπάγονται την αντικατάσταση υλικού 50 ή περισσοτέρων τόνων, εκτός των απαιτουμένων δυνάμει του κανονισμού ΙΙ-2/Β/16, συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις που ισχύουν για τα νέα πλοία κατηγορίας Β.

2   Ορισμοί (R 3)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.   Άκαυστο υλικό είναι ένα υλικό που ούτε καίγεται ούτε εκλύει εύφλεκτους ατμούς σε επαρκή ποσότητα για αυτανάφλεξη, όταν θερμαίνεται σε θερμοκρασία περίπου 750° Κελσίου, που προσδιορίζεται με δοκιμή πυρός σύμφωνα με το ψήφισμα Α.799 (19) της ολομελείας του ΙΜΟ με τίτλο «Αναθεωρημένη σύσταση σχετικά με τις μεθόδους δοκιμής που χρησιμοποιούνται για το χαρακτηρισμό των ναυπηγικών κατασκευαστικών υλικών ως μη καυσίμων». Κάθε άλλο υλικό είναι καύσιμο υλικό.

1α.   ΓΙΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ

Άκαυστο υλικό είναι ένα υλικό που ούτε καίγεται ούτε εκλύει εύφλεκτους ατμούς σε επαρκή ποσότητα για αυτανάφλεξη, όταν θερμαίνεται σε θερμοκρασία περίπου 750° Κελσίου, που προσδιορίζεται σύμφωνα τον κώδικα διαδικασιών δοκιμής πυρός. Κάθε άλλο υλικό είναι καύσιμο υλικό.

2.   Πρότυπη δοκιμή πυρός είναι μία δοκιμή κατά την οποία δείγματααπό τα κατάλληλα διαφράγματα και καταστρώματα εκτίθενται εντός δοκιμαστικού κλιβάνου σε θερμοκρασίες που κατά προσέγγισηαντιστοιχούν προς την πρότυπη καμπύλη χρόνου — θερμοκρασίας. Το δείγμα πρέπει να έχει μία εκτεθειμένη επιφάνεια όχι μικρότερητων 4,65 m2 και ύψος (ή μήκος καταστρώματος) 2,44 μέτρων, να προσομοιάζει όσο το δυνατό περισσότερο την κατασκευή πουεπιδιώκεται και να περιλαμβάνει, όπου είναι αναγκαίο, τουλάχι- στον μία ένωση. Η πρότυπη καμπύλη χρόνου-θερμοκρασίαςορίζεται ως μία ομαλή καμπύλη που διέρχεται διά των παρακάτω σημείων εσωτερικής θερμοκρασίας του κλιβάνου:

αρχική εσωτερική θερμοκρασία κλιβάνου

20 °C

μετά τα πρώτα 5 λεπτά

576 °C

μετά από 10 λεπτά

679 °C

μετά από 15 λεπτά

738 °C

μετά από 30 λεπτά

841 °C

μετά από 60 λεπτά

945 °C

2α.   ΓΙΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

Πρότυπη δοκιμή πυρός είναι μία δοκιμή κατά την οποία δείγματα από τα κατάλληλα διαφράγματα και καταστρώματα εκτίθενται εντός δοκιμαστικού κλιβάνου σε θερμοκρασίες που κατά προσέγγιση αντιστοιχούν προς την πρότυπη καμπύλη χρόνου — θερμοκρασίας. Οι μέθοδοι δοκιμής είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του κώδικα διαδικασιών δοκιμής πυρός.

3.   Τμήματα κλάσης «Α» είναι τα τμήματα εκείνα που αποτελούνται από διαφράγματα και καταστρώματα τα οποία συμμορφώνονται με τα εξής:

1.

κατασκευάζονται από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό·

2.

είναι κατάλληλα ενισχυμένα·

3.

κατασκευάζονται κατά τρόπον ώστε να είναι ικανά να παρεμποδίζουν τη διέλευση καπνού και φλόγας μέχρι το τέλος της πρότυπης δοκιμής πυρός, η οποία έχει διάρκεια μίας ώρας·

4.

είναι μονωμένα με εγκεκριμένα άκαυστα υλικά, ώστε η μέση θερμοκρασία της μη εκτεθειμένης πλευράς να μην ανέρχεται πλέον των 140 °C πάνω από την αρχική θερμοκρασία, ούτε η θερμοκρασία σε οιοδήποτε σημείο, συμπεριλαμβανομένων των ενώσεων, να ανέρχεται πλέον των 180 °C πάνω από την αρχική θερμοκρασία, εντός του χρόνου που καταγράφεται κατωτέρω:

κλάση «A 60»

60 λεπτά

κλάση «A 30»

30 λεπτά

κλάση «A 15»

15 λεπτά

κλάση «A 0»

0 λεπτά

5.

Η αρχή του κράτους σημαίας πρέπει να απαιτεί δοκιμή του πρωτοτύπου ενός διαφράγματος ή καταστρώματος, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι ικανοποιεί τις ανωτέρω απαιτήσεις όσον αφορά την ακεραιότητα και την άνοδο της θερμοκρασίας σύμφωνα με το ψήφισμα Α.754 (18) του ΙΜΟ.

Για τα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ, που κατασκευάστηκαν από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, το «ψήφισμα A.754 (18) του ΙΜΟ» θα φέρει τον τίτλο «κώδικας διαδικασιών δοκιμής πυρός».

4.   Τμήματα κλάσης «Β» είναι τα τμήματα εκείνα που αποτελούνται από διαφράγματα, καταστρώματα, οροφές ή επενδύσεις που συμμορφώνονται με τα εξής:

1.

κατασκευάζονται έτσι ώστε να είναι ικανά να παρεμποδίζουν τη διέλευση της φλόγας μέχρι του τέλους της πρώτης μισής ώρας της πρότυπης δοκιμής πυρός·

2.

έχουν βαθμό μονώσεως τέτοιο ώστε η μέση θερμοκρασία της μη εκτεθειμένης πλευράς να μην ανέρχεται πλέον των 139 °C πάνω από την αρχική θερμοκρασία, ούτε η θερμοκρασία σε οιοδήποτε σημείο, συμπεριλαμβανομένων των ενώσεων, να ανέρχεται πλέον των 225 °C πάνω από την αρχική θερμοκρασία, εντός του χρόνου που καταγράφεται κατωτέρω:

κλάση «B 15»

15 λεπτά

κλάση «B 0»

0 λεπτά

3.

κατασκευάζονται από εγκεκριμένα άκαυστα υλικά και όλα τα υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή και την τοποθέτηση τμημάτων κλάσης«Β»είναι άκαυστα με εξαίρεση τα λεπτά ξύλινα επικαλύμματα, που είναι δυνατόν να επιτρέπονται, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά ικανοποιούν τις άλλες απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου·

4.

η αρχή του κράτους σημαίας πρέπει να απαιτεί τη δοκιμή του πρωτοτύπου ενός τμήματος, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι ικανοποιεί τις ανωτέρω απαιτήσεις όσον αφορά την ακεραιότητα και την άνοδο της θερμοκρασίας σύμφωνα με το ψήφισμα Α.754 (18) του ΙΜΟ.

Για τα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ που κατασκευάστηκαν από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, το «ψήφισμα A.754 (18) του ΙΜΟ» θα φέρει τον τίτλο «κώδικας διαδικασιών δοκιμής πυρός».

5.   Τμήματα κλάσης «Γ» είναι τα τμήματα που κατασκευάζονται από εγκεκριμένα άκαυστα υλικά. Τα τμήματα αυτά δεν είναι ανάγκη να πληρούν τις απαιτήσεις σχετικά με τη διέλευση καπνού και φλόγας ούτε τους περιορισμούς σχετικά με την άνοδο της θερμοκρασίας. Καύσιμα λεπτά ξύλινα επικαλύμματα επιτρέπονται, υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιούν τις άλλες απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου.

6.   Συνεχόμενες οροφές ή επενδύσεις κλάσης «Β» είναι οι οροφές ή οι επενδύσεις κλάσης «Β» οι οποίες καταλήγουν μόνο σε τμήμα κλάσης «Α» ή «Β».

7.   Χάλυβας ή άλλο ισοδύναμο υλικό. Όπου συναντώνται οι λέξεις «χάλυβας ή άλλο ισοδύναμο υλικό», «ισοδύναμο υλικό» σημαίνει κάθε άκαυστο υλικό το οποίο, από τη φύση του ή λόγω της μονώσεώς του, παρουσιάζει ιδιότητες δομής και ακεραιότητας ισοδύναμες με εκείνες του χάλυβα στο τέλος της εφαρμοζόμενης εκθέσεως στην πρότυπη δοκιμή πυρός (π.χ. κράμα αλουμινίου με κατάλληλη μόνωση).

8.   Χαμηλή εξάπλωση φλόγας σημαίνει ότι η κατά τον τρόπο αυτό περιγραφόμενη επιφάνεια περιορίζει επαρκώς την εξάπλωση της φλόγας. Αυτό προσδιορίζεται με κατάλληλη δοκιμή πυρός σύμφωνα με το ψήφισμα Α.653 (16) του ΙΜΟ περί υλικών φινιρίσματος διαφραγμάτων, οροφών και καταστρωμάτων.

8α.   ΓΙΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΑΝ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

Χαμηλή εξάπλωση φλόγας σημαίνει ότι η κατά τον τρόπο αυτό περιγραφόμενη επιφάνεια θα περιορίζει επαρκώς την εξάπλωση της φλόγας. Αυτό προσδιορίζεται σύμφωνα με τον κώδικα διαδικασιών δοκιμής πυρός.

9.   Κύριες κατακόρυφες ζώνες είναι τα μέρη στα οποία διαιρούνται το κύτος, οι υπερκατασκευές και τα υπερστεγάσματα διά τμημάτων κλάσης «Α», των οποίων το μέσο μήκος και πλάτος σε οποιοδήποτε κατάστρωμα γενικά δεν υπερβαίνει τα 40 μέτρα.

10.   Χώροι ενδιαιτήσεως είναι οι χώροι εκείνοι που χρησιμοποιούνται ως κοινόχρηστοι χώροι, διάδρομοι, αποχωρητήρια, καμπίνες, γραφεία, νοσοκομεία, κινηματογράφοι, δωμάτια τυχερών παιχνιδιών και αναψυχής, κουρεία, αποθήκες τροφίμων που δεν περιέχουν μαγειρικές συσκευές και παρόμοιοι χώροι.

11.   Κοινόχρηστοι χώροι είναι τα σημεία εκείνα των χώρων ενδιαιτήσεως που χρησιμοποιούνται ως προθάλαμοι, τραπεζαρίες, σαλόνια και παρόμοιοι μόνιμα περίκλειστοι χώροι.

12.   Χώροι υπηρεσίας είναι οι χώροι εκείνοι που χρησιμοποιούνται ως μαγειρεία, κυλικεία που περιέχουν μαγειρικές συσκευές, ερμάρια, χώροι ταχυδρομείου και νομισμάτων, αποθήκες, εργαστήρια εκτός από εκείνα που αποτελούν μέρος του μηχανοστασίου καθώς και παρόμοιοι χώροι και προσβάσεις στους χώρους αυτούς.

13.   Χώροι φορτίου είναι όλοι οι χώροι που χρησιμοποιούνται για φορτίο (περιλαμβανομένων των δεξαμενών φορτίου πετρελαίου) και οι προσβάσεις στους χώρους αυτούς.

13-1.   Χώροι οχημάτων είναι οι χώροι φορτίου που προορίζονται για τη μεταφορά αυτοκίνητων οχημάτων με καύσιμο στις δεξαμενές τους για την κίνησή τους.

14.   Χώροι φορτίου ro-ro είναι οι χώροι που κανονικά δεν υποδιαιρούνται καθ' οιοδήποτε τρόπο και εκτείνονται είτε σε ουσιαστικό μήκος είτε σε ολόκληρο το μήκος του πλοίου και στους οποίους μπορούν να φορτωθούν και να εκφορτωθούν κανονικά κατά την οριζόντια διεύθυνση εμπορεύματα (συσκευασμένα ή χύμα, μέσα ή επάνω σε σιδηροδρομικά ή αυτοκίνητα οχήματα (συμπεριλαμβανομένων των βυτιοφόρων οχημάτων και σιδηροδρομικών βαγονιών), ρυμουλκούμενα, εμπορευματοκιβώτια, παλέτες, αποσπώμενα βυτία ή μέσα ή επάνω σε παρόμοιες μονάδες στοιβασίας ή άλλα δοχεία).

15.   Ανοικτοί χώροι φορτίου ro-ro είναι οι χώροι φορτίου ro-ro που είτε είναι ανοικτοί και στα δύο άκρα ή είναι ανοικτοί στο ένα άκρο και διαθέτουν κατάλληλο φυσικό αερισμό καθ' όλο το μήκος τους μέσω μονίμων ανοιγμάτων στα πλευρικά ελάσματα ή στις οροφές των καταστρωμάτων ή από επάνω και, για τα πλοία με ημερομηνία κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, ο συνολικός χώρος που ισούται τουλάχιστον με 10 % του συνολικού χώρου των πλευρών του χώρου.

15-1.   Ανοικτοί χώροι οχημάτων είναι οι χώροι οχημάτων που είτε είναι ανοικτοί και στα δύο άκρα ή είναι ανοικτοί στο ένα άκρο και διαθέτουν κατάλληλο φυσικό αερισμό καθ' όλο το μήκος τους μέσω μονίμων ανοιγμάτων στα πλευρικά ελάσματα ή στις οροφές των καταστρωμάτων ή από επάνω και, για τα πλοία με ημερομηνία κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, ο συνολικός χώρος που ισούται τουλάχιστον με 10 % του συνολικού χώρου των πλευρών του χώρου.

16.   Κλειστοί χώροι φορτίου ro-ro είναι οι χώροι φορτίου ro-ro που δεν εμπίπτουν ούτε στην κατηγορία των ανοικτών χώρων φορτίου ro-ro ούτε στην κατηγορία των ανοικτών καταστρωμάτων.

16-1.   Κλειστοί χώροι οχημάτων είναι οι χώροι οχημάτων που δεν εμπίπτουν ούτε στην κατηγορία των ανοικτών χώρων οχημάτων ούτε στην κατηγορία των ανοικτών καταστρωμάτων.

17.   Ανοικτό κατάστρωμα είναι το κατάστρωμα που εκτίθεται πλήρως στις καιρικές συνθήκες από το επάνω μέρος και τουλάχιστον από δύο πλευρές.

18.   Χώροι ειδικής κατηγορίας είναι οι κλειστοί χώροι άνωθεν ή κάτωθεν του καταστρώματος στεγανών, από και προς τους οποίους αυτά τα οχήματα μπορούν να κινηθούν και στους οποίους έχουν πρόσβαση οι επιβάτες. Οι χώροι ειδικής κατηγορίας μπορεί να καταλαμβάνουν περισσότερα του ενός καταστρώματα, εφ' όσον το συνολικό καθαρό ύψος για αυτοκίνητα οχήματα δεν υπερβαίνει τα 10 μέτρα.

19.1.   Μηχανοστάσια κατηγορίας Α είναι οι χώροι εκείνοι και οι προσβάσεις προς αυτούς, που περιέχουν:

1.

μηχανές εσωτερικής καύσεως που χρησιμοποιούνται για την κύρια πρόωση· ή

2.

μηχανές εσωτερικής καύσεως που χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από την κύρια πρόωση, αν αυτές αποδίδουν αθροιστικά συνολική ισχύ τουλάχιστον 375 kW· ή

3.

λέβητα που καίει πετρέλαιο ή μονάδα προετοιμασίας πετρελαίου για καύση.

19.2.   Μηχανοστάσια είναι όλα τα μηχανοστάσια κατηγορίας Α και όλοι οι άλλοι χώροι που περιλαμβάνουν τα μηχανήματα προώσεως, τους λέβητες, τις μονάδες καυσίμου πετρελαίου, τις ατμομηχανές και τις μηχανές εσωτερικής καύσεως, τις γεννήτριες και τις κύριες ηλεκτρικές μηχανές, τους σταθμούς ανεφοδιασμού, τα μηχανήματα ψύξεως, σταθεροποιήσεως, εξαερισμού και κλιματισμού καθώς και χώροι παρεμφερείς προς τους ανωτέρω και οι δίοδοι που οδηγούν στους χώρους αυτούς.

20.   Μονάδα προετοιμασίας πετρελαίου για καύση είναι η τροφοδότηση που χρησιμοποιείται για την προετοιμασία του καυσίμου πετρελαίου για λέβητα πετρελαίου, ή ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται για την προετοιμασία θερμανθέντος πετρελαίου για τροφοδότηση μηχανής εσωτερικής καύσεως και περιλαμβάνει κάθε είδους αντλίες πιέσεως ελαίου, φίλτρα και θερμαντήρες που χρησιμοποιούν πετρέλαιο σε πίεση μεγαλύτερη από 0,18 N/mm2.

21.   Σταθμοί ελέγχου είναι οι χώροι όπου βρίσκεται ο ραδιοεξοπλισμός του πλοίου ή ο κύριος εξοπλισμός ναυσιπλοΐας ή η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου ή οι χώροι όπου συγκεντρώνεται ο εξοπλισμός πυρανίχνευσης ή πυροπροστασίας.

21.1.   Κεντρικός σταθμός ελέγχου είναι ο σταθμός ελέγχου στον οποίο είναι συγκεντρωμένες οι εξής λειτουργίες ελέγχου και δεικτών:

1.

σταθερές διατάξεις πυρανίχνευσης και συναγερμού·

2.

αυτόματοι καταιωνιστήρες, συστήματα πυρανίχνευσης και συναγερμού·

3.

πίνακας δεικτών πυροστεγών θυρών·

4.

κλείσιμο πυροστεγών θυρών·

5.

πίνακας δεικτών υδατοστεγών θυρών·

6.

κλείσιμο υδατοστεγών θυρών·

7.

ανεμιστήρες εξαερισμού·

8.

γενικός συναγερμός/συναγερμός πυρκαϊάς·

9.

συστήματα επικοινωνίας συμπεριλαμβανομένων των τηλεφώνων· και

10.

μικροφωνική εγκατάσταση αναγγελιών.

21.2.   Κεντρικός σταθμός ελέγχου συνεχούς επάνδρωσης είναι ο κεντρικός σταθμός ελέγχου ο οποίος επανδρώνεται συνεχώς από υπεύθυνο μέλος του πληρώματος.

22.   Χώροι που περιέχουν είδη επίπλωσης και εξοπλισμού περιορισμένου κινδύνου πυρκαϊάς είναι, για τους σκοπούς του κανονισμού II-2/Β/4, οι χώροι οι οποίοι περιέχουν έπιπλα και εξαρτήματα που ενέχουν περιορισμένο κίνδυνο πυρκαϊάς (είτε πρόκειται για καμπίνες, κοινόχρηστους χώρους, γραφεία ή άλλου είδους χώρους ενδιαιτήσεως) και στους οποίους:

1.

όλα τα εντοιχισμένα έπιπλα, όπως έδρανα, ιματιοθήκες, έπιπλα καλλωπισμού, γραφεία ερμάρια, είναι κατασκευασμένα αποκλειστικά από εγκεκριμένα άκαυστα υλικά, εξαιρουμένου του καυσίμου λεπτού ξύλινου επικαλύμματος πάχους κάτω των 2 χιλιοστόμετρων, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται στις επιφάνειες εργασίας αυτών των ειδών επίπλωσης·

2.

όλα τα μετακινούμενα έπιπλα, όπως καρέκλες, καναπέδες, τραπέζια, είναι κατασκευασμένα με πλαίσια από άκαυστα υλικά·

3.

όλα τα υφάσματα τοίχου, κουρτίνες και άλλα κρεμάμενα υφάσματα πρέπει να έχουν ιδιότητες αντοχής στη διάδοση της φλόγας τουλάχιστον όσο και μια μάλλινη μάζα 0,8 kg/m2, σύμφωνα με το ψήφισμα Α.471 (XII) του ΙΜΟ και τις τροποποιήσεις του που εγκρίθηκαν με το ψήφισμα Α.563 (14),

Για πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, το ψήφισμα Α.471 (XII) του ΙΜΟ και οι τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν στο ψήφισμα Α.563 (14) θα φέρει τον τίτλο «κώδικας διαδικασιών δοκιμής πυρός».

4.

όλες οι επενδύσεις δαπέδων θα πρέπει να διαθέτουν ιδιότητες αντοχής στη διάδοση της φλόγας τουλάχιστον ίδιες με ενός ισοδύναμου μάλλινου υλικού που χρησιμοποιείται για ανάλογους σκοπούς·

Για τα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ, κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, η παρούσα παράγραφος διατυπώνεται ως εξής:

«Όλες οι επενδύσεις δαπέδων διαθέτουν χαρακτηριστικά χαμηλής εξάπλωσης της φλόγας»·

5.

όλες οι εκτεθειμένες επιφάνειες διαφραγμάτων, επενδύσεων και οροφών θα πρέπει να διαθέτουν χαρακτηριστικά χαμηλής εξάπλωσης της φλόγας· και

6.

όλα τα ταπετσαρισμένα έπιπλα θα πρέπει να διαθέτουν τις ιδιότητες αντοχής στην ανάφλεξη και στη διάδοση της φλόγας που περιγράφονται στις διαδικασίες δοκιμής πυρός σε ταπετσαρισμένα έπιπλα του ψηφίσματος Α.652 (16) του ΙΜΟ.

Για πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, το ψήφισμα Α.652 (16) του ΙΜΟ θα φέρει τον τίτλο «κκώδικας διαδικασιών δοκιμής πυρός».

ΓΙΑ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ

7.

όλα τα στοιχεία των κλινοστρωμνών διαθέτουν τις ιδιότητες αντοχής στην ανάφλεξη και στη διάδοση της φλόγας που καθορίζονται σύμφωνα με τον κκώδικα διαδικασιών δοκιμής πυρός.

23.   Επιβατηγό πλοίο ro-ro σημαίνει επιβατηγό πλοίο με χώρους φορτίου ro-ro ή χώρους ειδικής κατηγορίας, όπως αυτοί ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

24.   Με τον όρο κώδικας διαδικασιών δοκιμής πυρός νοείται ο διεθνής κώδικας για την εφαρμογή διαδικασιών δοκιμής πυρός, όπως εγκρίθηκε από την Επιτροπή Θαλάσσιας Ασφάλειας του ΙΜΟ με το ψήφισμα MSC 61 (67), όπως τροποποιήθηκε από τον ΙΜΟ.

25.   Με τον όρο κώδικας συστημάτων πυρασφάλειας νοείται ο διεθνής κώδικας για τα συστήματα πυρασφάλειας, όπως εγκρίθηκε από την Επιτροπή Θαλάσσιας Ασφάλειας του ΙΜΟ με το ψήφισμα MSC98(73), όπως ενδεχομένως τροποποιήθηκε από τον ΙΜΟ, εφόσον οι εν λόγω τροποποιήσεις εγκρίθηκαν, τέθηκαν σε εφαρμογή και εφαρμόστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου VIII της σύμβασης SOLAS του 1974, όπως έχει τροποποιηθεί, η οποία αφορά τις διαδικασίες τροποποίησης που ισχύουν για το παράρτημα εκτός του κεφαλαίου I αυτού.

26.   Σημείο ανάφλεξης είναι η θερμοκρασία σε βαθμούς Κελσίου (δοκιμή κλειστού δοχείου) στην οποία ένα προϊόν εκπέμπει επαρκή ποσότητα εύφλεκτων ατμών ώστε να αναφλεγεί, όπως αυτή προσδιορίζεται με μια εγκεκριμένη συσκευή σημείου.

27.   Με τον όρο κατευθυντήριες απαιτήσεις νοούνται τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, τα οποία περιορίζουν τις διαστάσεις ή τα συστήματα πυρασφάλειας που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο.

3.   Πυροσβεστικές αντλίες, σωληνώσεις, πυροσβεστικοί κρουνοί, εύκαμπτοι σωλήνες και ακροφύσια (R 4)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.1.   Κάθε πλοίο πρέπει να εφοδιάζεται με πυροσβεστικές αντλίες, σωληνώσεις, κρουνούς, εύκαμπτους σωλήνες και ακροφύσια που συμμορφώνονται στις απαιτήσεις αυτού του κανονισμού, στο βαθμό που έχουν εφαρμογή.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003:

1.2.   Όταν χρειάζονται περισσότερες από μία ανεξάρτητες πυροσβεστικές αντλίες, οι μονωτικές βαλβίδες για το διαχωρισμό του εντός του μηχανοστασίου τμήματος των πυροσβεστικών σωληνώσεων που περιλαμβάνει την ή τις κύριες πυροσβεστικές αντλίες από τις υπόλοιπες πυροσβεστικές σωληνώσεις πρέπει να είναι εγκατεστημένες σε εύκολα προσιτή και προστατευμένη θέση εκτός των χώρων του μηχανοστασίου. Οι πυροσβεστικές σωληνώσεις διατάσσονται κατά τρόπον ώστε, όταν κλείνουν οι βαλβίδες απομόνωσης, όλοι οι κρουνοί του σκάφους, εκτός των ευρισκομένων στο μηχανοστάσιο, να μπορούν να εφοδιασθούν με νερό από πυροσβεστική αντλία που δεν είναι τοποθετημένη στο χώρο του μηχανοστασίου μέσω αγωγών που δεν εισέρχονται στο χώρο αυτόν. Κατ' εξαίρεση, περιορισμένα τμήματα των σωληνώσεων αναρρόφησης και απαγωγής της πυροσβεστικής αντλίας κινδύνου επιτρέπεται να διέρχονται από το μηχανοστάσιο εφόσον είναι αδύνατον να τοποθετηθούν εξωτερικά, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται η ακεραιότητα των κυρίων πυροσβεστικών σωληνώσεων περικλείοντάς τις σε ανθεκτικό χαλύβδινο περίβλημα.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

1.3.   Οι μονωτικές βαλβίδες για το διαχωρισμό του εντός του μηχανοστασίου τμήματος των πυροσβεστικών σωληνώσεων που περιλαμβάνει την ή τις κύριες πυροσβεστικές αντλίες από τις υπόλοιπες πυροσβεστικές σωληνώσεις πρέπει να είναι εγκατεστημένες σε εύκολα προσιτή και προστατευμένη θέση εκτός των χώρων του μηχανοστασίου. Οι πυροσβεστικές σωληνώσεις διατάσσονται κατά τρόπον ώστε, όταν κλείνουν οι βαλβίδες απομόνωσης, όλοι οι κρουνοί του σκάφους, εκτός των προαναφερθέντων ευρισκομένων στο μηχανοστάσιο, να μπορούν να εφοδιασθούν με νερό από άλλη πυροσβεστική αντλία ή από αντλία έκτακτης ανάγκης. Οι αντλία έκτακτης ανάγκης, το στόμιο λήψης θαλάσσιων υδάτων αυτής και οι σωληνώσεις αναρρόφησης και παροχής και οι βαλβίδες απομόνωσης θα τοποθετούνται εκτός του μηχανοστασίου. Εάν αυτή η διάταξη δεν είναι εφικτή, το σώμα μπορεί να τοποθετηθεί στο μηχανοστάσιο, αν η βαλβίδα ελέγχεται εξ αποστάσεως από μια θέση στο ίδιο διαμέρισμα με την αντλία έκτακτης ανάγκης και ο σωλήνας αναρρόφησης έχει το μικρότερο δυνατό μήκος. Μικρά τμήματα των σωληνώσεων αναρρόφησης ή εκροής επιτρέπεται να εισέρχονται στο μηχανοστάσιο, εφόσον περικλείονται σε ανθεκτικό χαλύβδινο περίβλημα ή είναι μονωμένα σύμφωνα με τα πρότυπα A-60. Οι σωληνώσεις θα έχουν μεγάλο πάχος τοιχωμάτων, τουλάχιστον 11 χιλιοστόμετρων και θα συγκολλούνται εκτός από τις συνδέσεις με τη βαλβίδα εισροής θαλάσσιων υδάτων στις οποίες έχει τοποθετηθεί φλάντζα.

ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

2.   Δυναμικότητα των πυροσβεστικών αντλιών

1.

Οι απαιτούμενες πυροσβεστικές αντλίες πρέπει να είναι ικανές να παρέχουν για σκοπούς κατασβέσεως πυρκαϊάς μία ποσότητα νερού, στην πίεση που καθορίζεται στην παράγραφο .4.2, όχι λιγότερη από τα δύο τρίτα της ποσότητας που απαιτείται να απαντληθεί από τις αντλίες υδροσυλλεκτών όταν αυτές χρησιμοποιούνται για την άντληση κυτών.

2.

Σε κάθε πλοίο που απαιτείται από τους κανονισμούς αυτούς να διαθέτει περισσότερες από μία ηλεκτροκίνητες πυροσβεστικές αντλίες, εκάστη των απαιτουμένων αντλιών πρέπει να έχει δυναμικότητα όχι μικρότερη του 80 % της συνολικής απαιτούμενης δυναμικότητας διηρημένης διά του ελάχιστου αριθμού των απαιτουμένων αντλιών πυρκαϊάς, αλλά σε κάθε περίπτωση όχι μικρότερη των 25 m3/h και κάθε αντλία σε οποιαδήποτε περίσταση πρέπει να είναι ικανή να παρέχει τουλάχιστον τις δύο απαιτούμενες προβολές νερού. Αυτές οι πυροσβεστικές αντλίες πρέπει να είναι ικανές για τροφοδότηση του πυροσβεστικού συστήματος υπό τις απαιτούμενες συνθήκες.

3.

Σε πλοία με ημερομηνία κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, στα οποία είναι εγκατεστημένες περισσότερες αντλίες από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό, οι πρόσθετες αντλίες θα έχουν δυναμικότητα τουλάχιστον 25 m3/h και θα έχουν τη δυνατότητα παροχής τουλάχιστον των δύο προβολών υδάτων που ορίζονται στην παράγραφο 5 αυτού του κανονισμού.

3.   Διάταξη των πυροσβεστικών αντλιών και σωληνώσεων και άμεση διαθεσιμότητα υδροληψίας

1.

Τα πλοία πρέπει να εφοδιάζονται με ηλεκτροκίνητες πυροσβεστικές αντλίες ως εξής:

1.

Πλοία που βάσει του πιστοποιητικού τους μεταφέρουν περισσότερους από 500 επιβάτες: τουλάχιστον τρεις αντλίες, από τις οποίες η μία μπορεί να κινείται από την κύρια μηχανή·

2.

Πλοία που βάσει του πιστοποιητικού τους μεταφέρουν έως 500 επιβάτες: τουλάχιστον δύο αντλίες, από τις οποίες η μία μπορεί να κινείται από την κύρια μηχανή.

2.

Αντλίες αποχετεύσεως χώρων υγιεινής, έρματος, υδροσυλλεκτών ή γενικής χρήσεως γίνονται δεκτές ως πυροσβεστικές αντλίες, υπό την προϋπόθεση ότι δεν χρησιμοποιούνται για την άντληση πετρελαίου και ότι, αν χρησιμοποιούνται ευκαιριακά για τη μεταφορά ή άντληση καυσίμου πετρελαίου, πρέπει να τοποθετούνται κατάλληλες διατάξεις για την εναλλαγή.

3.

Η διάταξη των λήψεων θαλασσίου ύδατος, των πυροσβεστικών αντλιών και των πηγών ενέργειάς τους πρέπει να είναι τέτοια ώστε, στα σκάφη που βάσει του πιστοποιητικού τους μεταφέρουν περισσότερους από 250 επιβάτες, να εξασφαλίζεται ότι, στην περίπτωση πυρκαϊάς σε οιοδήποτε διαμέρισμα, δεν θα τίθενται εκτός λειτουργίας όλες οι πυροσβεστικές αντλίες.

Στα νέα πλοία της κατηγορίας Β που βάσει του πιστοποιητικού τους μεταφέρουν έως 250 επιβάτες, σε περίπτωση κατά την οποία πυρκαϊά σε οποιοδήποτε τμήμα τους συνεπάγεται την αχρήστευση όλων των αντλιών, θα αποτελεί εναλλακτικό μέσο παροχής ύδατος για πυροσβεστικούς σκοπούς έκτακτη ηλεκτροκίνητη πυροσβεστική αντλία κινδύνου, ανεξάρτητης λειτουργίας, της οποίας η πηγή ενέργειας και η λήψη θάλασσας θα βρίσκονται εκτός του μηχανοστασίου. Αυτή η ανεξάρτητης λειτουργίας ηλεκτροκίνητη πυροσβεστική αντλία κινδύνου θα συμμορφώνεται με τις διατάξεις του κώδικα συστημάτων πυρασφάλειας για πλοία με ημερομηνία κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά.

4.

Στα νέα πλοία κατηγορίας Β που βάσει του πιστοποιητικού τους μεταφέρουν περισσότερους από 250 επιβάτες, η διάταξη για την άμεση διαθεσιμότητα νερού θα είναι τέτοια ώστε τουλάχιστον μία αποτελεσματική προβολή νερού να διατίθεται άμεσα από οποιοδήποτε κρουνό εσωτερικού χώρου με στόχο να εξασφαλίσει τη συνέχιση της εξόδου του νερού με την αυτόματη εκκίνηση απαιτούμενης πυροσβεστικής αντλίας.

5.

Σε πλοία των οποίων τα μηχανοστάσια μένουν κατά διαστήματα αφύλακτα ή όταν απαιτείται ένα μόνο πρόσωπο σε βάρδια, πρέπει να υπάρχει άμεση παροχή ύδατος από το πυροσβεστικό δίκτυο σε κατάλληλη πίεση είτε με εκκίνηση εξ αποστάσεως μιας εκ των κυρίων πυροσβεστικών αντλιών που διαθέτει σύστημα εκκίνησης εξ αποστάσεως, από την γέφυρα πλοήγησης και το σταθμό ελέγχου πυρκαϊάς, εάν υπάρχει, είτε με μόνιμη άσκηση πίεσης στο πυροσβεστικό δίκτυο από μία από τις κύριες πυροσβεστικές αντλίες.

6.

Η βαλβίδα παροχής κάθε πυροσβεστικής αντλίας πρέπει να είναι εξοπλισμένη με βαλβίδα αντεπιστροφής.

4.   Διάμετρος και πίεση του πυροσβεστικού δικτύου

1.

Η διάμετρος του πυροσβεστικού δικτύου και των σωληνώσεων νερού υπηρεσίας πρέπει να είναι αρκετή για την αποτελεσματική διανομή της μέγιστης απαιτούμενης καταθλίψεως από δύο πυροσβεστικές αντλίες που λειτουργούν ταυτοχρόνως.

2.

Με δύο αντλίες ταυτοχρόνως μέσω ακροφυσίων που καθορίζονται στην παράγραφο 8 και με επαρκείς κρουνούς για τηνπαροχή της ποσότητας του νερού που καθορίζεται στην παράγραφο 4.1, σε όλους τους κρουνούς πρέπει να διατηρούνται οι κατωτέρω ελάχιστες πιέσεις:

Πλοία κατηγορίας Β που βάσει του πιστοποιητικού τους μεταφέρουν:

Νέα

Υπάρχοντα

περισσότερους από 500 επιβάτες

0,4 N/mm2

0,3 N/mm2

έως 500 επιβάτες

0,3 N/mm2

0,2 N/mm2

3.

Η μέγιστη πίεση στους κρουνούς απαγορεύεται να υπερβαίνει την τιμή που αποδεδειγμένα εξασφαλίζει ομαλό χειρισμό των πυροσβεστικών ευκάμπτων σωλήνων.

5.   Αριθμός και θέση των κρουνών

1.

Ο αριθμός και η θέση των κρουνών πρέπει να είναι τέτοια ώστε τουλάχιστον δύο προβολές υδάτων, οι οποίες δεν τροφοδοτούνται από τον ίδιο κρουνό και από τις οποίες η μία εκτοξεύεται από ένα μάκρος εύκαμπτου σωλήνα, να δύνανται να φθάσουν σε οποιοδήποτε τμήμα του πλοίου στο οποίο έχουν συνήθως πρόσβαση οι επιβάτες ή το πλήρωμα, όταν το πλοίο ταξιδεύει, και σε κάθε τμήμα οποιουδήποτε χώρου φορτίου, όταν είναι κενός, σε οποιοδήποτε χώρο φορτίου ro-ro ή χώρο ειδικής κατηγορίας, περίπτωση κατά την οποία οι δύο προβολές υδάτων πρέπει να φθάνουν σε κάθε τμήμα αυτού του χώρου, κάθε μία από ένα μάκρος εύκαμπτου σωλήνα. Επιπλέον, οι κρουνοί αυτοί πρέπει να τοποθετούνται κοντά στις προσβάσεις προς τους προστατευόμενους χώρους.

2.

Στους χώρους ενδιαιτήσεως, υπηρεσίας και μηχανών, ο αριθμός και η θέση των κρουνών πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου.5.1, όταν όλες οι υδατοστεγείς θύρες και όλες οι θύρες στα διαφράγματα κύριας κατακόρυφης ζώνης είναι κλειστές.

3.

Εάν υπάρχει πρόσβαση προς μηχανοστάσιο σε χαμηλή στάθμη από γειτονική σήραγγα άξονα, πρέπει να προβλέπονται δύο κρουνοί εκτός του μηχανοστασίου αυτού, αλλά κοντά στην είσοδό του. Εάν υπάρχουν τέτοιες προσβάσεις από άλλους χώρους, σε έναν από τους χώρους αυτούς πρέπει να προβλέπονται δύο κρουνοί κοντά στην είσοδο του μηχανοστασίου. Η πρόβλεψη αυτή δεν είναι απαραίτητη, εάν η σήραγγα ή ο γειτονικός χώρος δεν είναι τμήμα της οδού διαφυγής.

6.   Σωληνώσεις και κρουνοί

1.

Υλικά που αμέσως αδρανοποιούνται από τη θερμότητα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για το δίκτυο και τους κρουνούς πυρόσβεσης, εκτός εάν προστατεύονται επαρκώς. Οι σωληνώσεις και οι κρουνοί πρέπει να τοποθετούνται έτσι ώστε οι πυροσβεστικοί εύκαμπτοι σωλήνες να είναι δυνατόν να συνδεθούν εύκολα με αυτά. Η διάταξη των σωληνώσεων και των κρουνών πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποφεύγεται η πιθανότητα παγώματος. Σε πλοία επί των οποίων ενδέχεται να φορτωθεί φορτίο σε κατάστρωμα, οι θέσεις των κρουνών πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να είναι πάντοτε άμεσα προσιτές και οι σωληνώσεις να διατάσσονται, όσο είναι πρακτικά εφικτό, κατά τρόπο που να αποφεύγεται ο κίνδυνος ζημίας από το φορτίο αυτό. Εάν δεν προβλέπεται ένας εύκαμπτος σωλήνας και ένα ακροφύσιο για κάθε κρουνό του πλοίου, πρέπει να υπάρχει πλήρης εναλλακτικότητα των συνδέσμων των εύκαμπτων σωλήνων και των ακροφυσίων.

2.

Πρέπει να τοποθετείται βαλβίδα για κάθε εύκαμπτο πυροσβεστικό σωλήνα, έτσι ώστε κάθε τέτοιος σωλήνας να δύναται να απομακρύνεται ακόμη και όταν οι πυροσβεστικές αντλίες λειτουργούν.

3.

Σε πλοία με ημερομηνία κατασκευής από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά, θα τοποθετούνται βαλβίδες απομόνωσης σε όλες τις κύριες διακλαδώσεις πυρκαϊάς των ανοικτών καταστρωμάτων για άλλους σκοπούς εκτός της πυρόσβεσης.

7.   Πυροσβεστικοί εύκαμπτοι σωλήνες

1.

Οι πυροσβεστικοί εύκαμπτοι σωλήνες πρέπει να είναι από άφθαρτο υλικό, εγκεκριμένο από την αρχή του κράτους σημαίας και επαρκούς μήκους για την εκτόξευση προβολής νερού σε οιοδήποτε χώρο στον οποίο μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν. Κάθε εύκαμπτος σωλήνας πρέπει να εφοδιάζεται με ακροφύσιο και με τους αναγκαίους συνδέσμους. Τα ακροφύσια και οι σύνδεσμοι των εύκαμπτων σωλήνων πρέπει να είναι πλήρως εναλλάξιμα. Οι εύκαμπτοι σωλήνες που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό ως «πυροσβεστικοί εύκαμπτοι σωλήνες» πρέπει μαζί με τα αναγκαία εξαρτήματα και εργαλεία να είναι έτοιμοι για χρήση σε εμφανείς θέσεις κοντά στους κρουνούς ή στις λήψεις. Επιπλέον, στο εσωτερικό των πλοίων που μεταφέρουν περισσότερους των 36 επιβατών, οι πυροσβεστικοί εύκαμπτοι σωλήνες πρέπει να είναι μόνιμα συνδεδεμένοι με τους κρουνούς.

2.

Πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένας πυροσβεστικός εύκαμπτος σωλήνας για κάθε κρουνό που απαιτείται στην παράγραφο .5. Το μήκος ενός εύκαμπτου σωλήνα πρέπει να περιορίζεται σε 20 μέτρα κατ' ανώτατο όριο επί του καταστρώματος και στις υπερκατασκευές και 15 μέτρα στα μηχανοστάσια ενώ, στα μικρότερα πλοία, σε 15 και 10 μέτρα αντίστοιχα.

8.   Ακροφύσια (μπεκ)

1.1.

Για τους σκοπούς του κεφαλαίου τούτου, τα πρότυπα μεγέθη ακροφυσίων πρέπει να είναι 12, 16 και 19 χιλιοστόμετρα ή όσο το δυνατόν πλησιέστερα σε αυτά. Είναι δυνατόν να επιτρέπονται και ακροφύσια διαφορετικής διαμέτρου όταν χρησιμοποιούνται άλλα συστήματα, όπως π.χ. συστήματα ομίχλης.

1.2.

Όλα τα ακροφύσια πρέπει να είναι διττής χρήσης και εγκεκριμένου τύπου (π.χ. τύπου ψεκασμού/προβολής) και εξοπλισμένα με διακόπτη κλεισίματος.

2.

Για τους χώρους ενδιαιτήσεως και υπηρεσίας, δεν είναι ανάγκη να χρησιμοποιείται ακροφύσιο μεγέθους μεγαλύτερου των 12 χιλιοστόμετρων.

3.

Για τα μηχανοστάσια και τις εξωτερικές θέσεις, το μέγεθος του ακροφυσίου πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να επιτυγχάνει τη μέγιστη δυνατή κατάθλιψη από δύο προβολές στην πίεση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος.4 από την πιο μικρή αντλία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν χρειάζεται να χρησιμοποιείται ακροφύσιο μεγαλύτερο από 19 χιλιοστόμετρα.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ:

9.   Πυροσβεστικές αντλίες, σωληνώσεις, πυροσβεστικοί κρουνοί, εύκαμπτοι σωλήνες, ακροφύσια και άμεση διαθεσιμότητα υδροληψίας

1.

Απαιτείται μία ανεξάρτητη πυροσβεστική αντλία, ικανή να παρέχει για σκοπούς κατασβέσεως πυρκαϊάς τουλάχιστον μία προβολή νερού από οποιοδήποτε κρουνό στην πίεση που καθορίζεται κατωτέρω. Η ποσότητα νερού που παραλαμβάνεται κατά τον τρόπο αυτό δεν πρέπει να είναι μικρότερη από τα 2/3 της ποσότητας που απαιτείται να απαντληθεί από τις αντλίες υδροσυλλεκτών όταν χρησιμοποιούνται για την άντληση κυτών. Αυτή η πυροσβεστική αντλία πρέπει να μπορεί, όταν καταθλίβει την ανώτατη ποσότητα που ορίζεται ανωτέρω μέσω πέντε κρουνών με ακροφύσια μεγέθους 12 ή 16 ή 19 χιλιοστόμετρων, να διατηρεί σε κάθε κρουνό τις ελάχιστες πιέσεις που απαιτούνται για τα πλοία κατηγορίας Β.

2.

Κάθε πλοίο που μεταφέρει άνω των 250 επιβατών πρέπει να είναι εφοδιασμένο με πρόσθετη πυροσβεστική αντλία, η οποία πρέπει να είναι μόνιμα συνδεδεμένη με το πυροσβεστικό δίκτυο. Η αντλία αυτή είναι ηλεκτροκίνητη. Η αντλία και η πηγή ενέργειας δεν πρέπει να ευρίσκονται στο ίδιο διαμέρισμα με την αντλία που απαιτείται από την παράγραφο .9.1 και πρέπει να είναι εφοδιασμένη με μόνιμη λήψη θάλασσας εκτός του μηχανοστασίου. Η αντλία αυτή πρέπει να είναι ικανή να παρέχει τουλάχιστον μία προβολή νερού από τους πυροσβεστικούς κρουνούς που διαθέτει το πλοίο, διατηρώντας την πίεση τουλάχιστον στο 0,3 N/mm2.

3.

Αντλίες υγιεινής, έρματος, υδροσυλλεκτών ή γενικής χρήσεως γίνονται δεκτές ως πυροσβεστικές αντλίες.

4.

Κάθε πλοίο πρέπει να είναι εφοδιασμένο με πυροσβεστικό δίκτυο επαρκούς διαμέτρου για την αποτελεσματική διανομή της μέγιστης κατάθλιψης που απαιτείται ανωτέρω. Ο αριθμός και η θέση των κρουνών πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τουλάχιστον μία προβολή νερού μπορεί να φθάσει σε οιοδήποτε τμήμα του πλοίου, με τη χρησιμοποίηση ενός και μόνου εύκαμπτου σωλήνα με το μέγιστο μήκος που προσδιορίζεται στην παράγραφο .7.2 για τα πλοία κατηγορίας Β.

5.

Κάθε πλοίο πρέπει να είναι εφοδιασμένο με τουλάχιστον ένα πυροσβεστικό εύκαμπτο σωλήνα για κάθε κρουνό που διαθέτει.

6.

Σε πλοία των οποίων τα μηχανοστάσια μένουν κατά διαστήματα αφύλακτα ή όταν απαιτείται ένα μόνο πρόσωπο σε βάρδια, πρέπει να υπάρχει άμεση παροχή ύδατος από το πυροσβεστικό δίκτυο σε κατάλληλη πίεση είτε με εκκίνηση εξ αποστάσεως μιας εκ των κυρίων πυροσβεστικών αντλιών που διαθέτει σύστημα εκκίνησης εξ αποστάσεως, από την γέφυρα πλοήγησης και το σταθμό ελέγχου πυρκαϊάς, εάν υπάρχει, είτε με μόνιμη άσκηση πίεσης στο πυροσβεστικό δίκτυο από μία από τις κύριες πυροσβεστικές αντλίες.

7.

Η βαλβίδα παροχής κάθε πυροσβεστικής αντλίας πρέπει να είναι εξοπλισμένη με βαλβίδα αντεπιστροφής.

4   Μόνιμα συστήματα κατασβέσεως πυρκαϊάς (R 5 + 8 + 9 + 10)

1.   Μόνιμα συστήματα κατασβέσεως πυρκαϊάς με αέριο: Γενικά (R 5.1)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Οι απαραίτητες σωληνώσεις για τη μεταφορά του πυροσβεστικού μέσου εντός των χώρων που προστατεύονται πρέπει να εφοδιάζονται με βαλβίδες ελέγχου, σημειωμένες κατά τρόπο ώστε να φαίνεται ευκρινώς σε ποιους χώρους οδηγούν οι σωληνώσεις. Πρέπει να διατάσσονται κατάλληλα ώστε να προλαμβάνεται η εξ αμελείας είσοδος του μέσου σε οιοδήποτε χώρο.

2.

Η διάταξη των σωληνώσεων διανομής του πυροσβεστικού μέσου είναι τέτοια ώστε, σε συνδυασμό με την ενδεδειγμένη τοποθέτηση των ακροφυσίων εκροής, να εξασφαλίζεται η ομαλή κατανομή του μέσου.

3.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα κλεισίματος από το εξωτερικό μέρος των προστατευόμενων χώρων όλων των ανοιγμάτων που είναι δυνατόν να επιτρέψουν την είσοδο αέρα προς ή τη διαφυγή του αερίου από τους προστατευόμενους χώρους.

4.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα για την αυτόματη εκπομπή ηχητικής προειδοποιήσεως κατά την εισαγωγή του πυροσβεστικού μέσου σε χώρο στον οποίο κανονικά εργάζεται προσωπικό ή προς τον οποίο το προσωπικό έχει πρόσβαση. Η προειδοποίηση πρέπει να λειτουργεί για μία κατάλληλη περίοδο πριν από την εισαγωγή του μέσου.

5.

Τα μέσα ελέγχου οποιουδήποτε μονίμου πυροσβεστικού συστήματος αερίου πρέπει να είναι άμεσα προσιτά και απλής λειτουργίας και να συγκεντρώνονται στα λιγότερα δυνατά σημεία και σε θέσεις που δεν είναι πιθανόν να αποκοπούν από πυρκαϊά σε ένα προστατευόμενο χώρο. Σε κάθε σημείο πρέπει να υπάρχουν σαφείς οδηγίες σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος, λαμβανομένης υπόψη της ασφάλειας του προσωπικού.

6.

Η αυτόματη έκλυση του πυροσβεστικού μέσου δεν πρέπει να επιτρέπεται, εκτός ενδεχομένως όσον αφορά τοπικές μονάδες αυτόματης λειτουργίας εγκατεστημένες, επιπλέον και ανεξαρτήτως των τυχόν απαιτούμενων σταθερών πυροσβεστικών συστημάτων, σε μηχανοστάσια που βρίσκονται πάνω από εξοπλισμό με μεγάλο κίνδυνο πυρκαϊάς ή σε περίκλειστους χώρους με μεγάλο κίνδυνο πυρκαϊάς μέσα σε μηχανοστάσια.

7.

Εάν η ποσότητα του πυροσβεστικού μέσου πρέπει να προστατεύει περισσότερους από έναν χώρους, η διαθέσιμη ποσότητα του πυροσβεστικού μέσου δεν χρειάζεται να είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη ποσότητα που απαιτείται για κάθε προστατευόμενο χώρο.

8.

Τα δοχεία υπό πίεση που απαιτούνται για την αποθήκευση του πυροσβεστικού μέσου τοποθετούνται εκτός των προστατευόμενων χώρων συμφώνως προς την παράγραφο .1.11, εκτός αν το επιτρέπει άλλη διάταξη.

9.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα για τον ασφαλή έλεγχο από το πλήρωμα ή το προσωπικό ξηράς της ποσότητας του μέσου που περιέχεται στα δοχεία.

10.

Τα δοχεία αποθήκευσης του πυροσβεστικού μέσου και τα συνδεδεμένα εξαρτήματα πιέσεως πρέπει να σχεδιάζονται σύμφωνα με τους κατάλληλους κώδικες πρακτικής, έχοντας υπόψη τις θέσεις τους και τις μέγιστες θερμοκρασίες περιβάλλοντος που αναμένονται κατά την υπηρεσία.

11.

Όταν το πυροσβεστικό μέσο αποθηκεύεται εκτός ενός προστατευόμενου χώρου, πρέπει να αποθηκεύεται σε θάλαμο που βρίσκεται σε ασφαλή και άμεσα προσιτή θέση και αερίζεται αποτελεσματικά. Κάθε είσοδος σε τέτοια αποθήκη πρέπει να είναι κατά προτίμηση από το ανοικτό κατάστρωμα και σε κάθε περίπτωση να είναι ανεξάρτητη του προστατευόμενου χώρου.

Οι θύρες πρόσβασης πρέπει να ανοίγουν προς τα έξω, τα δε διαφράγματα και καταστρώματα συμπεριλαμβανομένων των θυρών και λοιπών μέσων κλεισίματος οποιουδήποτε ανοίγματός τους, τα οποία αποτελούν τα όρια μεταξύ των θαλάμων αυτών και των συνεχόμενων κλειστών χώρων, πρέπει να είναι αεροστεγή. Για τους σκοπούς της εφαρμογής των πινάκων πυροστεγανότητας των διαφραγμάτων και των καταστρωμάτων των κανονισμών II-2/Β/4 ή ΙΙ-2/Β/5, κατά περίπτωση, αυτοί οι θάλαμοι αποθηκεύσεως θεωρούνται ως σταθμοί ελέγχου.

12.

Η χρήση πυροσβεστικού μέσου το οποίο, είτε αυτομάτως είτε υπό τις αναμενόμενες συνθήκες χρησιμοποίησης, αναδίδει τοξικά αέρια σε ποσότητες επικίνδυνες για τον άνθρωπο ή αέρια βλαβερά για το περιβάλλον στα πυροσβεστικά συστήματα των νέων πλοίων ή στις τυχόν νέες πυροσβεστικές εγκαταστάσεις υπαρχόντων πλοίων απαγορεύεται.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

13.

Τα μόνιμα συστήματα κατασβέσεως πυρκαϊάς με αέριο συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κώδικα συστημάτων πυρασφάλειας.

14.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα κλεισίματος από το εξωτερικό μέρος των προστατευόμενων χώρων όλων των ανοιγμάτων που είναι δυνατόν να επιτρέψουν την είσοδο αέρα προς ή τη διαφυγή του αερίου από τους προστατευόμενους χώρους.

15.

Όταν το πυροσβεστικό μέσο αποθηκεύεται εκτός ενός προστατευόμενου χώρου, πρέπει να αποθηκεύεται σε θάλαμο που βρίσκεται όπισθεν του πρωραίου διαφράγματος συγκρούσεως και δεν χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς. Κάθε είσοδος σε τέτοια αποθήκη πρέπει να είναι κατά προτίμηση από το ανοικτό κατάστρωμα και σε κάθε περίπτωση να είναι ανεξάρτητη του προστατευόμενου χώρου. Εάν ο χώρος αποθήκευσης βρίσκεται κάτω από το κατάστρωμα, δεν επιτρέπεται να βρίσκεται χαμηλότερα από ένα επίπεδο καταστρώματος κάτω από το ανοικτό κατάστρωμα, πρέπει δε να παρέχεται απευθείας πρόσβαση από το ανοικτό κατάστρωμα σε αυτόν μέσω κλίμακας ή ανεμόσκαλας.

Οι χώροι που βρίσκονται κάτω από το κατάστρωμα ή οι χώροι που δεν είναι προσπελάσιμοι από το ανοικτό κατάστρωμα θα διαθέτουν ένα σύστημα μηχανικού εξαερισμού, κατάλληλα σχεδιασμένο ώστε να παραλαμβάνει τον αέρα απαγωγών από το κάτω μέρος του χώρου και με διαστάσεις τέτοιες ώστε η ελάχιστη ωριαία δυναμικότητά του να είναι 6 αλλαγές αέρα. Οι θύρες πρόσβασης πρέπει να ανοίγουν προς τα έξω, τα δε διαφράγματα και καταστρώματα συμπεριλαμβανομένων των θυρών και λοιπών μέσων κλεισίματος οποιουδήποτε ανοίγματός τους, τα οποία αποτελούν τα όρια μεταξύ των θαλάμων αυτών και των συνεχόμενων κλειστών χώρων, πρέπει να είναι αεροστεγή. Για τον σκοπό της εφαρμογής των πινάκων 4.1, 4.2, 5.1 και 5.2, αυτοί οι θάλαμοι αποθηκεύσεως θεωρούνται ως σταθμοί ελέγχου πυρκαϊάς.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α, Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

16.

Όταν ο όγκος του ελεύθερου αέρα που περιέχεται στους υποδοχείς αέρα οποιουδήποτε χώρου είναι τόσος ώστε, αν αποδεσμευθεί σε αυτό το χώρο σε περίπτωση πυρκαϊάς, να παραβλάψει σοβαρά την αποτελεσματικότητα του σταθερού πυροσβεστικού συστήματος, πρέπει να παρέχεται πρόσθετη ποσότητα πυροσβεστικού μέσου.

17.

Οι προμηθευτές σταθερών πυροσβεστικών εγκαταστάσεων πρέπει να παρέχουν περιγραφή της εγκατάστασης, μαζί με πίνακα ελεγκτέων σημείων για τη συντήρησή της, στα αγγλικά και στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους σημαίας.

18.

Η ποσότητα του πυροσβεστικού μέσου πρέπει να ελέγχεται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο είτε από εμπειρογνώμονα εγκεκριμένο από την αρχή του κράτους σημαίας, είτε από τον προμηθευτή της εγκατάστασης, είτε από αναγνωρισμένο οργανισμό.

19.

Ο περιοδικός έλεγχος που γίνεται από τον αρχιμηχανικό του πλοίου ή οργανώνεται από τη διαχείριση του πλοίου καταγράφεται στο ημερολόγιο του πλοίου, με αναγραφή της έκτασής του και της χρονικής στιγμής όπου έγινε.

20.

Ο μη επιβεβλημένος πυροσβεστικός εξοπλισμός που είναι εγκατεστημένος π.χ. σε αποθήκες οφείλει να συμμορφώνεται ως προς την κατασκευή και τις διαστάσεις του, με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού για τον αντίστοιχο τύπο εγκατάστασης.

21.

Όλες οι θύρες προς χώρους προστατευόμενους με εγκαταστάσεις CO2/halon πρέπει να φέρουν την ένδειξη «Ο χώρος αυτός προστατεύεται με εγκατάσταση CO2/halon και πρέπει να εκκενώνεται μόλις τεθεί σε λειτουργία ο εξοπλισμός συναγερμού».

2.   Συστήματα διοξειδίου του άνθρακα (R 5.2)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1 JANUARY 2003 ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.1.

Για τους χώρους φορτίου, η διαθέσιμη ποσότητα CO2 οφείλει, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, να είναι επαρκής για την παροχή ενός ελάχιστου όγκου ελεύθερου αερίου ίσου με το 30 % του συνολικού όγκου του μεγαλύτερου χώρου φορτίου που προστατεύεται κατ' αυτόν τον τρόπο στο πλοίο.

Εάν δύο ή περισσότεροι χώροι φορτίου συγκοινωνούν μέσω αγωγών αερισμού, θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο χώρο. Στα πλοία που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά οχημάτων, η αναγκαία ποσότητα CO2 υπολογίζεται ως το 45 % του ακαθάριστου κυβισμού του μεγαλύτερου χώρου φορτίου.

1.2.

Για τα μηχανοστάσια, η ποσότητα του διοξειδίου του άνθρακα πρέπει να είναι επαρκής για την παροχή ενός ελάχιστου όγκου ελεύθερου αερίου ίσου με το μεγαλύτερο των κατωτέρω όγκων:

1.

είτε 40 % του συνολικού όγκου του μεγαλύτερου μηχανοστασίου που προστατεύεται κατ' αυτόν τον τρόπο, ο οποίος δεν περιλαμβάνει το τμήμα του περιβλήματος άνωθεν της στάθμης στην οποία η οριζόντια επιφάνεια του περιβλήματος είναι το 40 % ή λιγότερο της οριζόντιας επιφάνειας του εν λόγω χώρου, υπολογιζόμενης στο μέσο της αποστάσεως μεταξύ της πάνω πλευράς της δεξαμενής και του κατώτερου μέρους του περιβλήματος,

2.

είτε 35 % του συνολικού όγκου του μεγαλύτερου μηχανοστασίου που προστατεύεται, συμπεριλαμβανομένου του περιβλήματος, υπό την προϋπόθεση ότι εάν δύο ή περισσότερα μηχανοστάσια δεν είναι πλήρως διαχωρισμένα, θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο χώρο.

2.

Για το σκοπό της παρούσας παραγράφου, ο όγκος του ελευθέρου διοξειδίου του άνθρακα πρέπει να υπολογίζεται σε 0,56 m3/kg.

3.

Το μόνιμο σύστημα σωληνώσεων πρέπει να είναι τέτοιο ώστε το 85 % του αερίου να μπορεί να εισαχθεί εντός του χώρου εντός 2 λεπτών.

4.

Μηχανισμός ελευθερώσεως διοξειδίου του άνθρακος:

1.

Πρέπει να προβλέπονται δύο χωριστοί μηχανισμοί ελευθερώσεως διοξειδίου του άνθρακα σε προστατευόμενο χώρο και εξασφάλισης των λειτουργιών του συστήματος συναγερμού. Ένας μηχανισμός ελέγχου χρησιμοποιείται για την εκτόνωση του αερίου από τα δοχεία αποθήκευσης. Ένας δεύτερος μηχανισμός ελέγχου χρησιμοποιείται για το άνοιγμα της βαλβίδας της σωληνώσεως που μεταφέρει το αέριο στον προστατευόμενο χώρο.

2.

Οι δύο μηχανισμοί ελέγχου πρέπει να είναι τοποθετημένοι εντός κιβωτίου που προορίζεται σαφώς για το συγκεκριμένο χώρο. Εάν το κιβώτιο που περιέχει τους μηχανισμούς ελέγχου πρόκειται να είναι κλειδωμένο, ένα κλειδί του κιβωτίου πρέπει να υπάρχει σε φωλεά που ανοίγει με θραύση του γυάλινου πλαισίου της και ευρίσκεται παραπλεύρως του κιβωτίου σε εμφανή θέση.

5.

Η αρχή του κράτους σημαίας εξασφαλίζει ότι οι χώροι όπου βρίσκονται οι συστοιχίες CO2 είναι κατάλληλα διαρρυθμισμένοι όσον αφορά την προσπελασιμότητα, τον αερισμό και τον επικοινωνιακό εξοπλισμό. Η αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας σχετικά με την κατασκευή, την εγκατάσταση, τη σήμανση, τη γόμωση και τη δοκιμή των κυλίνδρων CO2, των σωληνώσεων και εξαρτημάτων, και για τον εξοπλισμό ελέγχου και συναγερμού των εγκαταστάσεων αυτών.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

6.

Τα συστήματα διοξειδίου του άνθρακα θα συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κώδικα συστημάτων πυρασφάλειας.

7.

Η αρχή του κράτους σημαίας εξασφαλίζει ότι οι χώροι όπου βρίσκονται οι συστοιχίες CO2 είναι κατάλληλα διαρρυθμισμένοι όσον αφορά την προσπελασιμότητα, τον αερισμό και τον επικοινωνιακό εξοπλισμό. Η αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας σχετικά με την κατασκευή, την εγκατάσταση, τη σήμανση, τη γόμωση και τη δοκιμή των κυλίνδρων CO2, των σωληνώσεων και εξαρτημάτων, και για τον εξοπλισμό ελέγχου και συναγερμού των εγκαταστάσεων αυτών.

3.   Μόνιμα πυροσβεστικά συστήματα αφρού χαμηλής διογκώσεως στα μηχανοστάσια (R 8)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Όταν σε οιοδήποτε χώρο μηχανοστασίου τοποθετείται ένα μόνιμο πυροσβεστικό σύστημα αφρού χαμηλής διογκώσεως επιπλέον των απαιτήσεων του κανονισμού 6, το σύστημα αυτό πρέπει να είναι ικανό να καταθλίβει διά μέσου μονίμων στομίων εκροής σε όχι περισσότερο από πέντε λεπτά μία ποσότητα αφρού αρκετή για να καλύψει σε βάθος 150 χιλιοστόμετρων τη μέγιστη ενιαία επιφάνεια επί της οποίας ενδέχεται να εξαπλωθεί καύσιμο πετρέλαιο. Το σύστημα πρέπει να είναι ικανό να παράγει αφρό κατάλληλο για την κατάσβεση πυρκαϊών πετρελαίου. Πρέπει να προβλέπονται μέσα για την αποτελεσματική διανομή του αφρού διά μέσου ενός μόνιμου συστήματος σωληνώσεων και βαλβίδων ή στροφίγγων ελέγχου σε κατάλληλα στόμια εκροής και για την αποτελεσματική διοχέτευση του αφρού με μόνιμους ψεκαστήρες σε άλλα σημεία κινδύνου πυρκαϊάς στον προστατευόμενο χώρο. Ο λόγος διόγκωσης του αφρού δεν πρέπει να υπερβαίνει το 12 προς 1.

2.

Τα μέσα ελέγχου καθενός από τα συστήματα αυτά πρέπει να είναι άμεσα προσιτά, απλής λειτουργίας και να συγκεντρώνονται στα ελάχιστα δυνατά σημεία και σε θέσεις που είναι απίθανο να αποκοπούν εξ αιτίας πυρκαϊάς στον προστατευόμενο χώρο.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

3.

Τα μόνιμα πυροσβεστικά συστήματα αφρού χαμηλής διογκώσεως στα μηχανοστάσια συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κώδικα συστημάτων πυρασφάλειας.

4.   Μόνιμα πυροσβεστικά συστήματα αφρού υψηλής διογκώσεως στα μηχανοστάσια (R 9)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Κάθε απαιτούμενο σύστημα αφρού υψηλής διογκώσεως σε μηχανοστάσιο πρέπει να είναι ικανό να καταθλίβει ταχέως διά μέσου μόνιμων στομίων εκροής ποσότητα αφρού επαρκή για την πλήρωση του μέγιστου χώρου που πρέπει να προστατεύεται, με παροχή τουλάχιστον 1 μέτρο βάθος ανά λεπτό. Η ποσότητα του διαθέσιμου υγρού που σχηματίζει τον αφρό πρέπει να είναι αρκετή για την παραγωγή όγκου αφρού ίσου με το πενταπλάσιο του όγκου του μέγιστου χώρου που προστατεύεται. Ο λόγος διόγκωσης του αφρού δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 000 προς 1.

2.

Οι σωληνώσεις παροχής αφρού, οι είσοδοι αέρος στη γεννήτρια αφρού και ο αριθμός των μονάδων παραγωγής αφρού επιβάλλεται να εξασφαλίζουν αποτελεσματική παραγωγή και διανομή του αφρού.

3.

Η διάταξη της σωληνώσεως παροχής της γεννήτριας αφρού πρέπει να είναι τέτοια ώστε μία πυρκαϊά εντός του προστατευόμενου χώρου να μην επηρεάζει τον εξοπλισμό παραγωγής αφρού.

4.

Η γεννήτρια αφρού, οι πηγές τροφοδοτήσεώς της με ενέργεια, το υγρό παραγωγής αφρού και τα μέσα ελέγχου του συστήματος πρέπει να είναι άμεσα προσιτά και απλής λειτουργίας και να συγκεντρώνονται στα ελάχιστα δυνατά σημεία και σε θέσεις που είναι απίθανο να αποκοπούν από πυρκαϊά στον προστατευόμενο χώρο.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

5.

Τα μόνιμα πυροσβεστικά συστήματα αφρού υψηλής διογκώσεως σε μηχανοστάσια συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κώδικα συστημάτων πυρασφάλειας.

5.   Μόνιμα πυροσβεστικά συστήματα ψεκασμού νερού υπό πίεση στα μηχανοστάσια (R 10)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Κάθε απαιτούμενο μόνιμο πυροσβεστικό σύστημα ψεκασμού νερού υπό πίεση σε μηχανοστάσιο πρέπει να εφοδιάζεται με ακροφύσια ψεκασμού εγκεκριμένου τύπου.

2.

Ο αριθμός και η διάταξη των ακροφυσίων πρέπει να εξασφαλίζουν αποτελεσματική μέση διανομή νερού τουλάχιστον 5 l/m2 ανά λεπτό στους χώρους που πρέπει να προστατευθούν. Μπορούν να μελετηθούν και μεγαλύτερες τιμές αν κριθεί αναγκαίο για περιοχές με ιδιαίτερα μεγάλο κίνδυνο. Ακροφύσια πρέπει να τοποθετούνται πάνω από τους υδροσυλλέκτες, τα άνω μέρη των δεξαμενών και τις άλλες επιφάνειες επί των οποίων ενδέχεται να εξαπλωθεί καύσιμο πετρέλαιο καθώς και επάνω από άλλα σημεία ειδικού κινδύνου πυρκαϊάς στους χώρους του μηχανοστασίου.

3.

Το σύστημα μπορεί να υποδιαιρείται σε τμήματα, των οποίων οι βαλβίδες διανομής τίθενται σε λειτουργία από εύκολα προσιτές θέσεις εκτός των προστατευόμενων χώρων και δεν υπάρχει κίνδυνος να αποκοπούν εξαιτίας πυρκαϊάς στον προστατευόμενο χώρο.

4.

Το σύστημα πρέπει να διατηρείται φορτισμένο στην απαιτούμενη πίεση και η αντλία που το τροφοδοτεί με νερό πρέπει να τίθεται αυτόματα σε λειτουργία σε περίπτωση πτώσεως της πιέσεως εντός του συστήματος.

5.

Η αντλία πρέπει να είναι ικανή να τροφοδοτεί συγχρόνως στην απαιτούμενη πίεση όλα τα τμήματα του συστήματος εντός οποιουδήποτε προστατευόμενου διαμερίσματος. Η αντλία και τα όργανα χειρισμού της πρέπει να τοποθετούνται εκτός του ή των προστατευόμενων χώρων. Το σύστημα δεν πρέπει να υπάρχει κίνδυνος να τεθεί εκτός λειτουργίας εξαιτίας πυρκαϊάς εντός του χώρου ή των χώρων που προστατεύονται από το σύστημα ψεκασμού με νερό.

6.

Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις για την αποτροπή της απόφραξης των ακροφυσίων από ακαθαρσίες του νερού ή λόγω διάβρωσης των σωληνώσεων, των ακροφυσίων, των βαλβίδων και της αντλίας.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003:

7.

Η αντλία επιτρέπεται να κινείται από ανεξάρτητη μηχανή εσωτερικής καύσης, εάν όμως εξαρτάται από την περιοχή ενέργειας από εφεδρική γεννήτρια σύμφωνη προς τις διατάξεις του μέρους Δ του κεφαλαίου II-1, η εν λόγω γεννήτρια θα πρέπει να έχει ρυθμιστεί κατά τρόπο που να τίθεται αυτομάτως σε λειτουργία μόλις σημειωθεί διακοπή ρεύματος του κεντρικού δικτύου, ώστε να τροφοδοτείται αμέσως με ενέργεια η προβλεπόμενη κατά την παράγραφο .5 αντλία. Όταν η αντλία κινείται από ανεξάρτητη μηχανή εσωτερικής καύσης, τοποθετείται κατά τρόπον ώστε ενδεχόμενη πυρκαϊά στον προστατευόμενο χώρο να μην επηρεάζει την παροχή αέρα στη μηχανή.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

8.

Τα μόνιμα πυροσβεστικά συστήματα ψεκασμού νερού υπό πίεση στα μηχανοστάσια συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κώδικα συστημάτων πυρασφάλειας.

5   Φορητοί πυροσβεστήρες (R 6)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Όλοι οι πυροσβεστήρες πρέπει να είναι εγκεκριμένων τύπων και σχεδίων.

2.

Η περιεκτικότητα των απαιτούμενων φορητών πυροσβεστήρων ρευστού δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη των 13,5 λίτρων ούτε μικρότερη των 9 λίτρων. Οι λοιποί πυροσβεστήρες πρέπει να μεταφέρονται εξίσου εύκολα με τον πυροσβεστήρα ρευστού των 13.5 λίτρων και να έχουν δυναμικότητα κατασβέσεως πυρκαϊάς τουλάχιστον ισοδύναμη προς τον πυροσβεστήρα ρευστού των 9 λίτρων.

3.

Για το 50 % του συνόλου των πυροσβεστήρων κάθε τύπου του πλοίου πρέπει να υπάρχουν στο πλοίο εφεδρικές γομώσεις. Για κάθε πυροσβεστήρα που δεν μπορεί να αναγομωθεί εύκολα επί του πλοίου, ως εφεδρική γόμωση θεωρείται ένας εφεδρικός ομοειδής πυροσβεστήρας.

4.

Γενικά, δεν πρέπει να τοποθετούνται στους χώρους ενδιαιτήσεως φορητοί πυροσβεστήρες CO2. Όταν τοποθετούνται τέτοιοι πυροσβεστήρες σε θαλάμους ασυρμάτου, πίνακες διανομής και άλλα τέτοια μέρη, ο όγκος κάθε χώρου που περιέχει έναν ή περισσότερους πρέπει να επαρκεί ώστε η συγκέντρωση ατμού που μπορεί να προκληθεί από την κένωσή τους να μην υπερβαίνει το 5 % του καθαρού όγκου του χώρου, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Ο όγκος του CO2 υπολογίζεται ως 0,56 m3/kg.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ:

5.

Οι φορητοί πυροσβεστήρες συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κώδικα συστημάτων πυρασφάλειας.

6.

Οι πυροσβεστήρες διοξειδίου του άνθρακα δεν τοποθετούνται σε χώρους ενδιαιτήσεως. Στους σταθμούς ελέγχου και στους άλλους χώρους που περιέχουν ηλεκτρολογικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό ή συσκευές που είναι απαραίτητες για την ασφάλεια του πλοίου, θα πρέπει να υπάρχουν πυροσβεστήρες που να χρησιμοποιούν μέσα κατάσβεσης τα οποία δεν είναι ηλεκτρικά αγώγιμα ούτε επιβλαβή για τον εξοπλισμό και τις συσκευές.

7.

Οι πυροσβεστήρες θα πρέπει τοποθετούνται έτσι ώστε να είναι έτοιμοι για χρήση σε εμφανή σημεία, με δυνατότητα εύκολης και ταχείας πρόσβασης ανά πάσα στιγμή σε περίπτωση πυρκαϊάς και με τέτοιο τρόπο ώστε η λειτουργικότητά τους να μην επηρεάζεται δυσμενώς από τις καιρικές συνθήκες, τις δονήσεις ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες. Παρέχονται φορητοί πυροσβεστήρες με συσκευές που υποδεικνύουν αν οι πυροσβεστήρες έχουν χρησιμοποιηθεί.

8.

Για το 100 % των δέκα πρώτων πυροσβεστήρων και για το 50 % των υπόλοιπων πυροσβεστήρων που μπορούν να αναγομωθούν επί του πλοίου, πρέπει να υπάρχουν στο πλοίο εφεδρικές γομώσεις.

9.

Για τους πυροσβεστήρες που δεν μπορούν να αναγομωθούν επί του πλοίου, προβλέπεται, αντί για εφεδρικές γομώσεις, ο ίδιος αριθμός ομοειδών πρόσθετων πυροσβεστήρων, όπως ορίζεται στην κατωτέρω παράγραφο .13.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

10.

Δεν επιτρέπονται πυροσβεστήρες που περιέχουν πυροσβεστικό μέσο το οποίο είτε αφ' εαυτού είτε υπό τις αναμενόμενες συνθήκες χρήσεως αναδίδει τοξικά αέρια σε ποσότητες που θέτουν σε κίνδυνο τους ανθρώπους ή αέρια βλαβερά για το περιβάλλον.

11.

Οι πυροσβεστήρες πρέπει να είναι κατάλληλοι για την κατάσβεση των πυρκαϊών που ενδέχεται να εκραγούν στα πέριξ του σημείου όπου βρίσκονται.

12.

Σε κάθε χώρο, ένας από τους φορητούς πυροσβεστήρες που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν εκεί πρέπει να είναι τοποθετημένος κοντά στην είσοδο του οικείου χώρου.

13.

Ο ελάχιστος αριθμός πυροσβεστήρων είναι ο εξής:

1.

σε χώρους ενδιαιτήσεως και υπηρεσίας:

οι πυροσβεστήρες πρέπει να είναι τοποθετημένοι κατά τρόπον ώστε κανένα σημείο του οικείου χώρου να μην απέχει περισσότερο από 10 μέτρα βάδισμα από τον πλησιέστερο πυροσβεστήρα·

2.

πλησίον ηλεκτρικών πινάκων ή υποπινάκων, ισχύος 20 kW και άνω πρέπει να βρίσκεται πυροσβεστήρας κατάλληλος για χρήση σε περιοχές με υψηλή τάση·

3.

στα μαγειρεία οι πυροσβεστήρες πρέπει να είναι τοποθετημένοι κατά τρόπον ώστε κανένα σημείο του οικείου χώρου να μην απέχει περισσότερο από 10 μέτρα βάδισμα από τον πλησιέστερο πυροσβεστήρα·

4.

πλησίον ερμαρίων που περιέχουν χρώματα και χώρων αποθήκευσης με ευανάφλεκτα προϊόντα πρέπει να βρίσκεται πυροσβεστήρας·

5.

τουλάχιστον ένας πυροσβεστήρας πρέπει να βρίσκεται στη γέφυρα και σε κάθε σταθμό ελέγχου.

14.

Οι φορητοί πυροσβεστήρες που προορίζονται για τους χώρους ενδιαιτήσεως ή υπηρεσίας πρέπει κατά το δυνατόν να έχουν ενιαίο τρόπο χειρισμού.

15.

Περιοδική επιθεώρηση πυροσβεστήρων:

η αρχή του κράτους σημαίας μεριμνά ώστε οι φορητοί πυροσβεστήρες να επιθεωρούνται και να δοκιμάζονται ως προς τη λειτουργία και την πίεσή τους κατά περιόδους.

6.   Διατάξεις κατασβέσεως πυρκαϊάς στα μηχανοστάσια (R 7)

Τα μηχανοστάσια κατηγορίας Α πρέπει να είναι εφοδιασμένα με:

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

1.

ένα εκ των κατωτέρω μόνιμων πυροσβεστικών συστημάτων:

1.

σύστημα αερίου που συμμορφώνεται προς τις διατάξεις του κανονισμού 4, παράγραφοι .1 και .2 ή, ως εναλλακτική διάταξη, αντί των συστημάτων χλωροφθορανθράκων, ισοδύναμο σύστημα νερού, ανταποκρινόμενο στις διατάξεις της εγκυκλίου αριθ. 668 της MSC της 30ής Δεκεμβρίου 1994 και της εγκυκλίου αριθ. 728 του Ιουνίου 1996, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας κατασκευής του πλοίου·

2.

σύστημα αφρού υψηλής διογκώσεως που συμμορφώνεται προς τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 4 παράγραφος.4, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας κατασκευής του πλοίου·

3.

σύστημα ψεκασμού νερού υπό πίεση που συμμορφώνεται προς τις διατάξεις του κανονισμού 4 παράγραφος.5, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας κατασκευής του πλοίου.

2.

τουλάχιστον μία μονάδα φορητού εξοπλισμού αέρα-αφρού, αποτελούμενου από ένα ακροφύσιο αεραφρού, τύπου που δημιουργεί ελκυσμό, ικανό να συνδέεται με το πυροσβεστικό δίκτυο με τη βοήθεια ενός πυροσβεστικού εύκαμπτου σωλήνα, μαζί με μία φορητή δεξαμενή που περιέχει τουλάχιστον 20 λίτρα αφροποιού υγρού και μία εφεδρική δεξαμενή. Το ακροφύσιο πρέπει να είναι ικανό να παράγει αποτελεσματικό αφρό κατάλληλο για την κατάσβεση πυρκαϊών πετρελαίου, με παροχή τουλάχιστον 1,5 m3/λεπτό,

3.

σε κάθε τέτοιο χώρο, εγκεκριμένους πυροσβεστήρες αφρού, χωρητικότητας τουλάχιστον 45 λίτρων έκαστος ή ισοδύναμης, σε επαρκή αριθμό για τη διοχέτευση του αφρού ή ισοδυνάμου του σε κάθε τμήμα των συστημάτων πιέσεως καυσίμου και λιπαντελαίου, των συστημάτων οδοντωτών τροχών και στα λοιπά σημεία κινδύνου πυρκαϊάς. Επιπλέον, πρέπει να διατίθεται επαρκής αριθμός φορητών πυροσβεστήρων αφρού ή ισοδύναμων, οι οποίοι τοποθετούνται έτσι ώστε κανένα σημείο στο χώρο να μην ευρίσκεται σε απόσταση βάδην μεγαλύτερη των 10 μέτρων από ένα πυροσβεστήρα και να υπάρχουν τουλάχιστον δύο πυροσβεστήρες αυτού του τύπου σε κάθε τέτοιο χώρο.

ΣΕ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

4.

ένα από τα μόνιμα πυροσβεστικά συστήματα που προσδιορίζονται στην παράγραφο .1 ανωτέρω και, επιπλέον, σε κάθε χώρο που περιέχει μηχανές εσωτερικής καύσεως, ή δεξαμενές καθιζήσεως καυσίμου πετρελαίου ή μονάδες προετοιμασίας πετρελαίου, πρέπει να διατίθεται ένας πυροσβεστήρας αφρού χωρητικότητας τουλάχιστον 45 λίτρων ή ένας πυροσβεστήρας διοξειδίου του άνθρακα χωρητικότητας τουλάχιστον 16 κιλών· και

5.

ένας φορητός πυροσβεστήρας για την κατάσβεση των πυρκαϊών πετρελαίου για κάθε 736 kW ισχύος των μηχανών αυτών ή κλάσμα τους, υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε τέτοιο χώρο δεν απαιτούνται λιγότεροι των δύο ούτε περισσότεροι των έξι τέτοιων πυροσβεστήρων.

Επιτρέπεται η χρήση μόνιμου συστήματος αφρού χαμηλής διογκώσεως στη θέση ορισμένων από τους έξι φορητούς πυροσβεστήρες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό.

ΣΕ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΑΠΟ 36 ΕΠΙΒΑΤΕΣ:

6.

Κάθε μηχανοστάσιο πρέπει να είναι εξοπλισμένο με δύο κατάλληλες λήψεις υδαταφρού, αποτελούμενες από μεταλλικό σωλήνα σχήματος L, του οποίου ο μακρύτερος βραχίονας έχει μήκος περίπου 2 μέτρων και μπορεί να προσαρμοστεί σε εύκαμπτο σωλήνα ενώ ο κοντός βραχίονας, μήκους περίπου 250 χιλιοστόμετρων, είναι εφοδιασμένος με μόνιμο ακροφύσιο υδαταφρού ή μπορεί να εφοδιαστεί με ακροφύσιο ψεκασμού νερού.

ΣΕ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

7.

Όταν χρησιμοποιείται για τη θέρμανση θερμαντικό πετρέλαιο, μπορεί να απαιτείται πέραν των άλλων και ο εξοπλισμός των λεβητοστασίων με μονίμως εγκατεστημένο ή φορητό εξοπλισμό για τοπικά συστήματα για τον ψεκασμό προβολής νερού υπό πίεση ή την επίχυση αφρού πάνω και κάτω από το δάπεδο για πυροσβεστικούς σκοπούς.

ΣΕ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟ 1ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ:

8.

1.

Τα μηχανοστάσια κατηγορίας Α άνω των 500 m3, εκτός από τα μόνιμα συστήματα πυροσβεστήρων που απαιτούνται από αυτόν τον κανονισμό, προστατεύονται από έναν εγκεκριμένο τύπο σταθερού πυροσβεστικού συστήματος τοπικής εφαρμογής νερού ή ισοδύναμου, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που αναπτύχθηκαν από τον ΙΜΟ, (βλέπε MSC/Circ. 913 «Κατευθυντήριες γραμμές για την έγκριση σταθερών πυροσβεστικών συστημάτων τοπικής εφαρμογής νερού για χρήση σε μηχανοστάσια κατηγορίας A»).

Σε κατά διαστήματα αφύλακτους χώρους μηχανοστασίων, το πυροσβεστικό σύστημα θα διαθέτει δυνατότητες αυτόματης και χειροκίνητης έκλυσης. Σε μονίμως επανδρωμένα μηχανοστάσια, το πυροσβεστικό σύστημα αρκεί να διαθέτει δυνατότητα χειροκίνητης έκλυσης.

2.

Τα σταθερά πυροσβεστικά συστήματα τοπικής εφαρμογής προορίζονται για την προστασία χώρων όπως αυτών που παρατίθενται κατωτέρω, χωρίς να απαιτείται η κράτηση των μηχανών, η εκκένωση του προσωπικού ή η σφράγιση των χώρων:

1.

τα σημεία με κίνδυνο πυρκαϊάς των μηχανών εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιούνται για την κύρια πρόωση του πλοίου και την παραγωγή ενέργειας,

2.

τα εμπρόσθια τμήματα λεβήτων,

3.

τα σημεία με κίνδυνο πυρκαϊάς των κλιβάνων και

4.

τα συστήματα καθαρισμού για θερμαινόμενο καύσιμο πετρέλαιο.

3.

Με την ενεργοποίηση οποιουδήποτε συστήματος τοπικής εφαρμογής, εκπέμπεται ένα οπτικό και χωριστό ακουστικό σήμα κινδύνου στον προστατευμένο χώρο και στους μονίμως επανδρωμένους χώρους. Το σήμα κινδύνου θα υποδηλώνει το συγκεκριμένο σύστημα που ενεργοποιήθηκε. Οι απαιτήσεις για το σήμα κινδύνου του συστήματος που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο είναι πρόσθετες και δεν υποκαθιστούν τα συστήματα ανίχνευσης και συναγερμού πυρκαϊάς περί των οποίων άλλα σημεία αυτού του κεφαλαίου.

ΣΕ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΣΕ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β, ΠΟΥ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΑΠΟ 400 ΕΠΙΒΑΤΕΣ:

9.

Τα σταθερά πυροσβεστικά συστήματα τοπικής εφαρμογής θα τοποθετηθούν σύμφωνα με την παράγραφο .8 αυτού του κανονισμού, το αργότερο έως την 1η Οκτωβρίου 2005.

7.   Ειδικές διατάξεις στα μηχανοστάσια (R 11)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Ο αριθμός των φωταγωγών (σπιράγια), θυρών, ανεμιστήρων, ανοιγμάτων σε χοάνες που επιτρέπουν τον εξαερισμό και λοιπών ανοιγμάτων στα μηχανοστάσια πρέπει να μειούται στο ελάχιστο που απαιτείται για τις ανάγκες εξαερισμού και την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία του πλοίου.

2.

Οι φωταγωγοί πρέπει να είναι από χάλυβα και να μην περιλαμβάνουν υαλοπίνακες. Πρέπει να προβλέπονται οι κατάλληλες διατάξεις ώστε να είναι δυνατή η διαφυγή του καπνού σε περίπτωση πυρκαϊάς από το χώρο που προστατεύεται.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ:

3.

Οι θύρες πλην των μηχανοκίνητων υδατοστεγών θυρών ρυθμίζονται ώστε να εξασφαλίζεται το σταθερό κλείσιμό τους σε περίπτωση πυρκαϊάς στο χώρο με ηλεκτροκίνητες διατάξεις κλεισίματος ή με την εγκατάσταση αυτομάτων θυρών που κλείνουν ακόμα και με κλίση 3,5° αντίθετη προς τη φορά του κλεισίματος και να διαθέτουν ασφαλή έναντι βλάβης διάταξη αγκίστρωσης εξοπλισμένη με τηλεχειριζόμενο μηχανισμό απασφάλισης.

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

4.

Στα τοιχώματα του μηχανοστασίου δεν πρέπει να τοποθετούνται παράθυρα. Αυτό δεν αποκλείει τη χρήση υάλου στους θαλάμους ελέγχου εντός των μηχανοστασίων.

5.

Πρέπει να προβλέπονται μέσα ελέγχου για:

1.

το άνοιγμα και το κλείσιμο των φωταγωγών (σπιραγίων), το κλείσιμο των ανοιγμάτων στις χοάνες που κανονικά επιτρέπουν τον εξαερισμό των καυσαερίων και το κλείσιμο των κλαπέτων των ανεμιστήρων·

2.

διαφυγή του καπνού·

3.

το κλείσιμο των μηχανοκίνητων θυρών ή την ενεργοποίηση του μηχανισμού απασφάλισης στις θύρες εκτός των μηχανοκίνητων υδατοστεγών θυρών·

4.

την κράτηση των ανεμιστήρων εξαερισμού και

5.

την κράτηση των ανεμιστήρων εξαναγκασμένης και επαγόμενης κυκλοφορίας του αέρα, των αντλιών μεταφοράς καυσίμου πετρελαίου, των αντλιών των μονάδων προετοιμασίας πετρελαίου για καύση και των λοιπών παρόμοιων αντλιών καυσίμου. Όσον αφορά τα πλοία κατασκευής από την 1η Ιανουαρίου 2003 και μετά, με τον όρο «λοιπές παρόμοιες αντλίες καυσίμου» νοούνται αντλίες χρήσης λιπαντελαίου, αντλίες κυκλοφορίας θερμαντικού ελαίου και διαχωριστές ελαίων. Ωστόσο, η παράγραφος.6 αυτού του κανονισμού δεν χρειάζεται να εφαρμοστεί στους διαχωριστές ελαιωδών υδάτων.

6.

Τα μέσα ελέγχου που απαιτούνται στην παράγραφο 5 και στον κανονισμό ΙΙ-2/Α/10.2.5. πρέπει να ευρίσκονται εκτός του προστατευόμενου χώρου, ώστε να μην αποκόπτονται σε περίπτωση πυρκαϊάς στο χώρο που εξυπηρετούν. Τα μέσα αυτά καθώς και τα όργανα ελέγχου για κάθε απαιτούμενο πυροσβεστικό σύστημα, πρέπει να τοποθετούνται σε μία θέση ελέγχου ή να συγκεντρώνονται σε όσο το δυνατό λιγότερες θέσεις. Οι θέσεις αυτές πρέπει να έχουν ασφαλή πρόσβαση από το ανοικτό κατάστρωμα.

7.

Εφόσον υπάρχει πρόσβαση σε οιοδήποτε χώρο μηχανοστασίου κατηγορίας Α σε χαμηλό επίπεδο από παρακείμενη σήραγγα άξονα, επιβάλλεται η εν λόγω σήραγγα να διαθέτει πλησίον της υδατοστεγούς θύρας πυροστεγή θύρα από ελαφρό κράμα χάλυβα με δυνατότητα αμφίπλευρου χειρισμού.

8.   Αυτόματα συστήματα καταιωνιστήρων και ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς (R 12)

ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β:

1.

Κάθε απαιτούμενο αυτόματο σύστημα καταιωνιστήρων και ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς πρέπει να είναι πάντοτε ικανό για άμεση λειτουργία σε οιαδήποτε στιγμή και να μην απαιτείται καμία ενέργεια εκ μέρους του πληρώματος για να τεθεί σε λειτουργία. Το εν λόγω σύστημα πρέπει να αποτελείται από σωλήνες υγρού τύπου, εκτός από ορισμένα μικρά εκτεθειμένα τμήματα που δύνανται να αποτελούνται από σωλήνες ξηρού τύπου, εφόσον πρόκειται για αναγκαία προφύλαξη. Τα τμήματα του συστήματος που τυχόν υπόκεινται σε θερμοκρασίες πήξεως κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, πρέπει να είναι κατάλληλα προστατευμένα κατά της πήξεως. Το σύστημα πρέπει να διατηρείται φορτισμένο στην αναγκαία πίεση και να υπάρχει πρόβλεψη για συνεχή παροχή ύδατος, όπως απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό.

2.

Κάθε τμήμα των καταιωνιστήρων πρέπει να περιλαμβάνει μέσα που δίδουν αυτόματα οπτικό και ηχητικό σήμα συναγερμού σε μία ή περισσότερες μονάδες δεικτών, οποτεδήποτε ένας καταιωνιστήρας τεθεί σε λειτουργία. Αυτή η μονάδα πρέπει να δεικνύει σε ποιο τμήμα που εξυπηρετείται από το σύστημα έχει εκδηλωθεί πυρκαϊά και πρέπει να ελέγχεται κεντρικά από τη γέφυρα. Επιπλέον, οπτικές και ακουστικές προειδοποιήσεις από τη μονάδα πρέπει να λαμβάνονται σε θέση εκτός της γέφυρας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι το σήμα πυρκαϊάς λαμβάνεται αμέσως από το πλήρωμα. Το σύστημα συναγερμού πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να παρέχει ένδειξη σε περίπτωση βλάβης του συστήματος.

3.

Οι καταιωνιστήρες πρέπει να τοποθετούνται ομαδικώς σε διαχωρισμένα τμήματα, καθένα από τα οποία δεν θα περιλαμβάνει περισσότερους από 200. Καμία ομάδα καταιωνιστήρων δεν εξυπηρετεί περισσότερα από δύο καταστρώματα και δεν είναι τοποθετημένη σε περισσότερες από μία κύριες κατακόρυφες ζώνες, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι μία ομάδα καταιωνιστήρων που εξυπηρετεί περισσότερα από δύο καταστρώματα ή είναι τοποθετημένη σε περισσότερες από μία κύριες κατακόρυφες ζώνες δεν μειώνει την προστασία του πλοίου σε περίπτωση πυρκαϊάς.

4.

Κάθε τμήμα καταιωνιστ