ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.140.gre

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 140

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
5 Ιουνίου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 443/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης προσέγγισης της Κοινότητας για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα ( 1 )

1

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ ( 1 )

16

 

*

Οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με στόχο τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της Κοινότητας ( 1 )

63

 

*

Οδηγία 2009/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70/ΕΚ όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τροποποιείται η οδηγία 1999/32/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και καταργείται η οδηγία 93/12/ΕΟΚ ( 1 )

88

 

*

Οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και 2008/1/ΕΚ, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 ( 1 )

114

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΥΙΟΘΕΤΗΘΕΙΣΕΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

*

Απόφαση αριθ. 406/2009/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των προσπαθειών των κρατών μελών να μειώσουν τις οικείες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, ώστε να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Κοινότητας για μείωση των εκπομπών αυτών μέχρι το 2020

136

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

5.6.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 140/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 443/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 23ης Απριλίου 2009

σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης προσέγγισης της Κοινότητας για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Ενεργώντας κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι ο καθορισμός προτύπων επιδόσεων για τις εκπομπές από καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα ταξινομούμενα στην Κοινότητα, διά των οποίων υλοποιείται εν μέρει η ολοκληρωμένη προσέγγιση της Κοινότητας για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα ενώ διασφαλίζεται και η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(2)

Η σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 94/69/ΕΚ του Συμβουλίου (3), απαιτεί απ’ όλα τα μέρη να διατυπώσουν και να εφαρμόσουν εθνικά και, εφόσον απαιτείται, περιφερειακά προγράμματα μέτρων για την άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής. Εν προκειμένω, η Επιτροπή πρότεινε τον Ιανουάριο του 2007 να επιδιωχθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο διεθνών διαπραγματεύσεων, ο στόχος μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 30 % από τις αναπτυγμένες χώρες μέχρι το έτος 2020 (σε σύγκριση με τα επίπεδα του έτους 1990), να αναλάβει δε η ίδια η Ένωση σταθερή ανεξάρτητη δέσμευση για την επίτευξη μείωσης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου τουλάχιστον κατά 20 % μέχρι το 2020 (σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990), ανεξαρτήτως των μειώσεων που έχουν επιτύχει άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Ο στόχος αυτός επικυρώθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(3)

Μία από τις συνέπειες των ανωτέρω δεσμεύσεων είναι η υποχρέωση όλων των κρατών μελών να μειώσουν αισθητά τις εκπομπές από τα επιβατικά αυτοκίνητα. Για να επιτευχθούν οι απαιτούμενες ουσιώδεις μειώσεις, θα πρέπει να εφαρμοστούν σε επίπεδο κρατών μελών και σε κοινοτικό επίπεδο πολιτικές και μέτρα σε όλους τους τομείς της κοινοτικής οικονομίας και όχι μόνο στους τομείς της βιομηχανίας και της ενέργειας. Οι οδικές μεταφορές είναι ο δεύτερος σε μέγεθος τομέας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην ΕΕ και οι εκπομπές του εξακολουθούν να αυξάνουν. Εάν συνεχιστεί η αύξηση των επιπτώσεων των οδικών μεταφορών στην κλιματική αλλαγή, θα ακυρωθούν σημαντικά οι μειώσεις που επιτυγχάνονται σε άλλους κλάδους για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

(4)

Οι κοινοτικοί στόχοι για τα νέα επιβατικά αυτοκίνητα παρέχουν στους κατασκευαστές μεγαλύτερη βεβαιότητα προγραμματισμού και περισσότερη ευελιξία για την συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις μείωσης των εκπομπών CO2, απ’ ό,τι θα το πετύχαιναν οι επιμέρους εθνικοί στόχοι μείωσης. Κατά τον καθορισμό προτύπων επιδόσεων για τις εκπομπές έχει σημασία να συνεκτιμώνται οι συνέπειες για την αγορά και για την ανταγωνιστικότητα των κατασκευαστών, το άμεσο και έμμεσο επιβαλλόμενο κόστος στις επιχειρήσεις και τα οφέλη από πλευράς τόνωσης της καινοτομίας και μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας.

(5)

Ο παρών κανονισμός αξιοποιεί την καθιερωμένη διαδικασία μέτρησης και παρακολούθησης των εκπομπών CO2 των οχημάτων που έχουν καταχωριστεί εντός της Κοινότητας σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 1753/2000/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 2000, για την καθιέρωση συστήματος παρακολούθησης των μέσων όρων των ειδικών εκπομπών CO2 από τα νέα επιβατηγά αυτοκίνητα (4), έχει δε σημασία κατά τον καθορισμό απαιτήσεων μείωσης εκπομπών CO2 να εξακολουθήσει η δυνατότητα πρόβλεψης σε κοινοτική κλίμακα και να παρέχεται προστασία προγραμματισμού για τους κατασκευαστές οχημάτων σε όλο το στόλο καινούργιων αυτοκινήτων τους στην Κοινότητα.

(6)

Το 1995 η Επιτροπή θέσπισε κοινοτική στρατηγική για τη μείωση των εκπομπών CO2 από τα αυτοκίνητα. Η στρατηγική βασιζόταν σε τρεις πυλώνες: εκούσιες δεσμεύσεις από την αυτοκινητοβιομηχανία για την περιστολή των εκπομπών, βελτιώσεις στην ενημέρωση των καταναλωτών και προώθηση αυτοκινήτων με υψηλή απόδοση καυσίμου μέσω φορολογικών μέτρων.

(7)

Το 1998, η Ένωση Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA) ανέλαβε δέσμευση για μείωση του μέσου επιπέδου εκπομπών από πωλούμενα καινούργια αυτοκίνητα σε 140 g CO2/km μέχρι το 2008, ενώ το 1999 η Ένωση Ιαπώνων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (JAMA) και η Ένωση Κορεατών Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (KAMA) ανέλαβαν ανάλογη δέσμευση για μείωση του μέσου όρου εκπομπών από πωλούμενα καινούργια αυτοκίνητα σε 140 g CO2/km μέχρι το έτος 2009. Οι δεσμεύσεις αυτές αναγνωρίστηκαν με τη σύσταση 1999/125/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με τη μείωση των εκπομπών CO2 από επιβατικά οχήματα (5) (ACEA), τη σύσταση 2000/303/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Απριλίου 2000, σχετικά με τη μείωση των εκπομπών CO2 από επιβατηγά οχήματα (KAMA) (6) και τη σύσταση 2000/304/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Απριλίου 2000, σχετικά με τη μείωση των εκπομπών CO2 από επιβατηγά οχήματα (JAMA) (7).

(8)

Στις 7 Φεβρουαρίου 2007, η Επιτροπή εξέδωσε δύο παράλληλες ανακοινώσεις: την ανακοίνωση με αντικείμενο τα αποτελέσματα της επανεξέτασης της κοινοτικής στρατηγικής για τη μείωση των εκπομπών CO2 από τα επιβατηγά αυτοκίνητα και τα ελαφρά εμπορικά οχήματα και την ανακοίνωση με αντικείμενο το ανταγωνιστικό πλαίσιο για την αυτοκινητοβιομηχανία τον 21ο αιώνα, CARS 21. Στις ανακοινώσεις υπογραμμίζεται ότι, ενώ έχει σημειωθεί πρόοδος στην πορεία επίτευξης του στόχου των 140 g CO2/km μέχρι το 2008/2009, ο κοινοτικός στόχος των 120 g CO2/km δεν θα επιτευχθεί μέχρι το 2012 αν δεν ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα.

(9)

Οι ανακοινώσεις πρότειναν την διαμόρφωση ολοκληρωμένης προσέγγισης για την επίτευξη του κοινοτικού στόχου των 120 g CO2/km μέχρι το 2012 και ανήγγειλαν ότι η Επιτροπή θα προτείνει νομοθετικό πλαίσιο για την υλοποίηση του κοινοτικού στόχου, με έμφαση σε υποχρεωτικές μειώσεις εκπομπών CO2 ώστε να επιτευχθεί ο στόχος των 130 g CO2/km κατά μέσον όρο για το στόλο καινούργιων αυτοκινήτων με βελτίωση της τεχνολογίας κινητήρων οχημάτων. Βάσει των εκουσίων δεσμεύσεων που ανέλαβαν οι κατασκευαστές, το νομοθετικό πλαίσιο διέπει όσα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη στη μέτρηση των εκπομπών CO2 των επιβατικών αυτοκινήτων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2007, που αφορά την έγκριση τύπου μηχανοκινήτων οχημάτων όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (Euro 5 και Euro 6) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων (8). Περαιτέρω μείωση κατά 10 g CO2/km, ή ισοδύναμη, εφόσον είναι τεχνικώς αναγκαίο, θα επέλθει με άλλες τεχνολογικές βελτιώσεις και με αυξημένη χρήση βιωσίμων βιοκαυσίμων.

(10)

Το νομοθετικό πλαίσιο για την υλοποίηση του στόχου για τον μέσον όρο του στόλου καινούργιων αυτοκινήτων θα πρέπει να διασφαλίζει ανταγωνιστικώς ουδέτερους και κοινωνικώς ισότιμους και βιώσιμους στόχους μείωσης, που θα λαμβάνουν υπόψη την ποικιλομορφία των ευρωπαίων κατασκευαστών αυτοκινήτων και θα αποφεύγουν κάθε αδικαιολόγητη στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των κατασκευαστών. Το νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει να είναι συμβατό με το γενικό στόχο επίτευξης των δεσμεύσεων της Κοινότητας βάσει του πρωτοκόλλου του Κιότο και να συμπληρωθεί από άλλα μέσα που να αφορούν αμεσότερα τη χρήση, όπως η διαφοροποίηση των φόρων αυτοκινήτων και ενέργειας.

(11)

Θα πρέπει να προβλεφθεί στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης επαρκής χρηματοδότηση για την προαγωγή της ανάπτυξης των τεχνολογιών δραστικής μείωσης των εκπομπών CO2 που προέρχονται από οδικά οχήματα.

(12)

Προκειμένου να διατηρηθεί η ποικιλία στην αγορά αυτοκινήτων και η ικανότητά της να καλύπτει τις διαφορετικές ανάγκες των καταναλωτών, οι στόχοι σχετικά με το CO2 για επιβατικά αυτοκίνητα θα πρέπει να καθοριστούν ως γραμμική συνάρτηση της χρηστικότητας των αυτοκινήτων. Για να περιγραφεί η χρηστικότητα αυτή, η μάζα αποτελεί ενδεδειγμένη παράμετρο που επιτρέπει τον συσχετισμό με τις τωρινές εκπομπές, οπότε θα μπορούσε να οδηγήσει σε ρεαλιστικότερους και ανταγωνιστικώς πιο ουδέτερους στόχους, ενώ παράλληλα τα δεδομένα για τη μάζα είναι ευχερώς διαθέσιμα. Θα πρέπει να συγκεντρωθούν δεδομένα για εναλλακτικές παραμέτρους χρηστικότητας, όπως το αποτύπωμα (μετατρόχιο επί μεταξόνιο), ώστε να διευκολυνθούν πλέον μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις της προσέγγισης με βάση τη χρηστικότητα. Η Επιτροπή θα πρέπει έως το 2014 να επανεξετάσει τη διαθεσιμότητα στοιχείων και, εφόσον απαιτείται, να υποβάλει πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την αναπροσαρμογή της παραμέτρου της χρηστικότητας.

(13)

Στόχος του παρόντος κανονισμού είναι η παροχή κινήτρων στην αυτοκινητοβιομηχανία να επενδύσει σε νέες τεχνολογίες. Ο κανονισμός προωθεί ενεργά την οικολογική καινοτομία και συνεκτιμά τις μελλοντικές τεχνολογικές εξελίξεις. Η ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών πρόωσης θα πρέπει να προαχθεί ιδιαιτέρως, δεδομένου ότι προκαλούν εκπομπές σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με τα παραδοσιακά επιβατικά αυτοκίνητα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προάγεται η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και δημιουργούνται περισσότερες και υψηλής ποιότητας θέσεις εργασίας. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα να περιληφθούν τα μέτρα της οικολογικής καινοτομίας στην αναθεώρηση των διαδικασιών ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2007, λαμβάνοντας υπόψη τον τεχνικό και οικονομικό αντίκτυπο.

(14)

Αναγνωρίζοντας ότι είναι ιδιαίτερα υψηλό το κόστος, τόσο για την έρευνα και την ανάπτυξη, όσο και για τη μοναδιαία παραγωγή για τις πρώτες γενεές τεχνολογιών οχημάτων πολύ χαμηλών εκπομπών άνθρακα που προβλέπεται να κυκλοφορήσουν στην αγορά μετά την έναρξη ισχύος του, ο παρών κανονισμός αποσκοπεί, επίσης, στην επιτάχυνση και τη διευκόλυνση, προσωρινά, της διαδικασίας διάθεσης στην κοινοτική αγορά οχημάτων εξαιρετικά χαμηλών εκπομπών άνθρακα στα αρχικά στάδια της διάθεσής τους στο εμπόριο.

(15)

Η χρήση ορισμένων εναλλακτικών καυσίμων μπορεί να αποφέρει σημαντικές μειώσεις των εκπομπών CO2 από την παραγωγή έως την κατανάλωση. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις που αποσκοπούν στην προώθηση της περαιτέρω ανάπτυξης ορισμένων οχημάτων εναλλακτικών καυσίμων στην ευρωπαϊκή αγορά.

(16)

Για λόγους συνοχής με την προσέγγιση που έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο της στρατηγικής της Επιτροπής για το CO2 και τα αυτοκίνητα, ειδικότερα σχετικά με τις εκούσιες δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί από τις ενώσεις κατασκευαστών, ο στόχος θα πρέπει να εφαρμοστεί στα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα που ταξινομούνται στην Κοινότητα για πρώτη φορά και τα οποία, με εξαίρεση ένα περιορισμένο διάστημα για την αποτροπή καταχρήσεων, δεν έχουν ταξινομηθεί προηγουμένως εκτός Κοινότητας.

(17)

Η οδηγία 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (9), καθιερώνει εναρμονισμένο πλαίσιο με διοικητικές διατάξεις και γενικές τεχνικές απαιτήσεις για την έγκριση των πάσης φύσεως καινούργιων οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Ο φορέας που είναι υπεύθυνος για τη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να είναι ο ίδιος με εκείνον που είναι υπεύθυνος για τις πάσης φύσεως πτυχές της διαδικασίας έγκρισης τύπου, σύμφωνα με την ανωτέρω οδηγία και για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της παραγωγής.

(18)

Για τους σκοπούς της έγκρισης τύπου, εφαρμόζονται ειδικές απαιτήσεις για τα οχήματα ειδικών χρήσεων σύμφωνα με το παράρτημα II της οδηγίας 2007/46/ΕΚ και κατά συνέπεια τα οχήματα αυτά θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Σύμφωνα με την κοινοτική πολιτική για παροχή βοήθειας σε άτομα με αναπηρίες θα πρέπει επίσης να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τα οχήματα που είχαν ταξινομηθεί στην κατηγορία Μ1 πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα οποία είναι ειδικώς κατασκευασμένα για να δέχονται σε εμπορική βάση τη χρήση αναπηρικών αμαξιδίων εντός του οχήματος και ανταποκρίνονται στον ορισμό του οχήματος ειδικής χρήσης του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 2007/46/ΕΚ.

(19)

Οι κατασκευαστές θα πρέπει να έχουν την ευελιξία να αποφασίζουν τον τρόπο κατά το οποίο θα επιτύχουν τους στόχους τους με βάση τον παρόντα κανονισμό και θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υπολογίζουν τον μέσο όρο των εκπομπών στο στόλο των καινούργιων οχημάτων τους, αντί να υποχρεούνται να τηρούν στόχους CO2 για κάθε μεμονωμένο αυτοκίνητο. Από τους κατασκευαστές θα πρέπει να ζητηθεί, συνεπώς, να διασφαλίζουν ότι οι μέσες ειδικές εκπομπές για όλα τα καινούργια αυτοκίνητα που ταξινομούνται στην Κοινότητα και για τα οποία είναι υπεύθυνοι δεν υπερβαίνει το μέσον όρο των στόχων εκπομπών για τα εν λόγω αυτοκίνητα. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί σταδιακά από το 2012 έως το 2015, προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση.

(20)

Δεν κρίνεται σκόπιμη η χρήση της ίδιας μεθόδου προσδιορισμού των στόχων μείωσης των εκπομπών και για τους μεγάλους κατασκευαστές και για τους κατασκευαστές μικρού μεγέθους παραγωγής που θεωρούνται ανεξάρτητοι, βάσει των κριτηρίων που καθορίζει η οδηγία. Για τους κατασκευαστές μικρού μεγέθους παραγωγής θα πρέπει να ισχύουν εναλλακτικοί στόχοι μείωσης εκπομπών, ανάλογοι προς τις τεχνολογικές δυνατότητες καθενός για μείωση των ειδικών εκπομπών CO2 από τα οχήματά του, και σύμφωνοι προς τα χαρακτηριστικά του εκάστοτε τομέα της αγοράς· η παρέκκλιση αυτή θα πρέπει να καλυφθεί από την αναθεώρηση των ειδικών στόχων μείωσης CO2 που ορίζονται στο παράρτημα Ι, η οποία θα πρέπει να ολοκληρωθεί το αργότερο έως τις αρχές του 2013.

(21)

Θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στους εξειδικευμένους κατασκευαστές να επωφεληθούν από εναλλακτικό στόχο χαμηλότερο κατά 25 % από τις μέσες ειδικές εκπομπές CO2 του 2007. Αντίστοιχος στόχος θα πρέπει να καθοριστεί και όταν δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τις μέσες ειδικές εκπομπές ενός κατασκευαστή για το έτος 2007. Η παρέκκλιση αυτή θα πρέπει να καλυφθεί από την αναθεώρηση των στόχων ειδικών εκπομπών CO2 του παραρτήματος Ι που θα ολοκληρωθεί το αργότερο έως τις αρχές του 2013.

(22)

Για τον καθορισμό των μέσων ειδικών εκπομπών CO2 για όλα τα νέα αυτοκίνητα που ταξινομούνται στην Κοινότητα, την ευθύνη των οποίων έχει ο κατασκευαστής, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα αυτοκίνητα ανεξαρτήτως της μάζας ή άλλων χαρακτηριστικών τους. Καίτοι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 715/2007 δεν διέπει τα επιβατικά αυτοκίνητα που έχουν μάζα αναφοράς άνω των 2 610 kg και για τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2007, δεν προβλέπεται επέκταση της έγκρισης τύπου, οι εκπομπές των αυτοκινήτων αυτών θα πρέπει να μετρώνται με την διαδικασία μέτρησης που ορίζεται για τα επιβατικά αυτοκίνητα στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 692/2008 (10). Οι τιμές των εκπομπών CO2 που προκύπτουν από τη μέτρηση θα πρέπει να αναγράφονται στο πιστοποιητικό συμμόρφωσης του οχήματος, ούτως ώστε να είναι δυνατό να περιληφθούν στο σύστημα παρακολούθησης.

(23)

Προκειμένου οι κατασκευαστές να διαθέτουν ευελιξία, έχουν το δικαίωμα να συμφωνήσουν μια σύμπραξη, κατά τρόπο ανοικτό, διαφανή και χωρίς διακρίσεις, με σκοπό την εκπλήρωση των στόχων τους στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Η διάρκεια ισχύος της συμφωνίας για σχηματισμό σύμπραξης δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει την πενταετία, με δυνατότητα όμως ανανέωσης. Όταν οι κατασκευαστές σχηματίζουν σύμπραξη, θα πρέπει να θεωρείται ότι τηρούν τους στόχους τους που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό εφόσον οι μέσες εκπομπές της σύμπραξης ως συνόλου δεν υπερβαίνουν τις εκπομπές-στόχο για τη σύμπραξη.

(24)

Απαιτείται άρτιος μηχανισμός συμμόρφωσης ώστε να διασφαλισθεί η εκπλήρωση των στόχων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

(25)

Οι ειδικές εκπομπές CO2 από καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα μετρούνται κατά τρόπο εναρμονισμένο στην Κοινότητα με βάση τη μεθοδολογία που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007. Για να μειωθεί στο ελάχιστο ο φόρτος διοικητικών διαδικασιών του παρόντος κανονισμού, η συμμόρφωση προς το σύστημα θα πρέπει να μετράται με αναφορά σε δεδομένα για ταξινομήσεις καινούργιων αυτοκινήτων στην Κοινότητα, τα οποία συλλέγονται από τα κράτη μέλη και διαβιβάζονται στην Επιτροπή. Για να εξασφαλιστεί η συνέπεια των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης, οι κανόνες συλλογής και διαβίβασης των δεδομένων αυτών θα πρέπει να εναρμονιστούν κατά το δυνατό περισσότερο.

(26)

Η οδηγία 2007/46/ΕΚ ορίζει ότι οι κατασκευαστές οφείλουν να εκδίδουν πιστοποιητικό συμμόρφωσης το οποίο συνοδεύει κάθε καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο και ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτρέπουν την ταξινόμηση και θέση καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων σε χρήση μόνον εφόσον συνοδεύονται από έγκυρο πιστοποιητικό συμμόρφωσης. Τα δεδομένα που συλλέγονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμφωνούν με το πιστοποιητικό συμμόρφωσης που έχει εκδοθεί από τον κατασκευαστή για το επιβατικό αυτοκίνητο και θα πρέπει να βασίζονται μόνο στο έγγραφο αυτό. Εάν τα κράτη μέλη, δικαιολογημένα, δεν χρησιμοποιούν το πιστοποιητικό συμμόρφωσης για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ταξινόμησης και την θέση σε χρήση καινούργιου επιβατικού αυτοκινήτου, θα πρέπει να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί η δέουσα ακρίβεια της διαδικασίας παρακολούθησης. Θα πρέπει να υπάρχει κοινοτική τυποποιημένη βάση δεδομένων για τα δεδομένα που αφορούν το πιστοποιητικό συμμόρφωσης. Η εν λόγω βάση δεδομένων θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως μοναδικό σημείο αναφοράς, ούτως ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να διατηρούν τα δεδομένα ταξινόμησης όταν τα οχήματα ταξινομούνται για πρώτη φορά.

(27)

Η συμμόρφωση των κατασκευαστών προς τους στόχους που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να αξιολογείται σε κοινοτικό επίπεδο. Κατασκευαστές των οποίων οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 υπερβαίνουν τις επιτρεπόμενες με βάση τον παρόντα κανονισμό καταβάλλουν τίμημα υπέρβασης εκπομπών ως προς έκαστο ημερολογιακό έτος από το 2012 και μετά. Το τίμημα θα πρέπει να διαμορφώνεται σε συνάρτηση με το βαθμό στον οποίο ο κατασκευαστής δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί προς τον στόχο του, θα πρέπει δε να αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Προκειμένου να δοθεί επαρκές κίνητρο για τη λήψη μέτρων μείωσης των ειδικών εκπομπών CO2 από τα επιβατικά αυτοκίνητα, το τίμημα θα πρέπει να αντικατοπτρίζει το κόστος της τεχνολογικής εξέλιξης. Τα ποσά από το τίμημα υπέρβασης εκπομπών θα πρέπει να θεωρούνται έσοδο για τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(28)

Τυχόν εθνικά μέτρα, τα οποία τα κράτη μέλη διατηρούν ή θεσπίζουν κατά το άρθρο 176 της συνθήκης, θα πρέπει, δεδομένου του σκοπού και των διαδικασιών που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό, να μην επιβάλουν επιπρόσθετες ή αυστηρότερες ποινές στους κατασκευαστές που δεν συμμορφώνονται με τους στόχους που ορίζει ο παρών κανονισμός.

(29)

Ο παρών κανονισμός ισχύει υπό την επιφύλαξη της πλήρους εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού.

(30)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει νέες παραμέτρους για την επίτευξη του μακροπρόθεσμου στόχου, και ιδίως την κλίση της καμπύλης, την παράμετρο χρηστικότητας και το σύστημα τιμήματος υπέρβασης εκπομπών.

(31)

Τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (11).

(32)

Ενδείκνυται ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να τροποποιεί, υπό το πρίσμα της εμπειρίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τις απαιτήσεις παρακολούθησης και διαβίβασης δεδομένων, να καθιερώνει μεθόδους για την είσπραξη του τιμήματος υπέρβασης εκπομπών, να θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις για τη βελτίωση της παρέκκλισης για ορισμένους ανεξάρτητους κατασκευαστές και να προσαρμόζει το παράρτημα I ώστε να ανταποκρίνεται στην εξέλιξη της μάζας των νέων οχημάτων που ταξινομούνται στην κοινότητα και να αντικατοπτρίζει κάθε αλλαγή στην κανονιστική διαδικασία δοκιμών για τη μέτρηση των ειδικών εκπομπών CO2. Δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα είναι γενικής εμβελείας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού δια συμπληρώσεώς του με την προσθήκη νέων μη ουσιωδών στοιχείων, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(33)

Για λόγους απλούστευσης και νομικής ευκρίνειας, θα πρέπει να καταργηθεί η απόφαση αριθ. 1753/2000/ΕΚ.

(34)

Επειδή ο στόχος της προτεινόμενης δράσης ήτοι ο καθορισμός στόχων επιδόσεων των εκπομπών CO2 για καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα, ώστε να διασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η επίτευξη του γενικότερου στόχου της ΕΕ να μειωθούν οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και, επομένως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, μπορεί καλύτερα να επιτευχθεί σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να θεσπίζει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω στόχου,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και στόχοι

Ο παρών κανονισμός καθορίζει στόχους επιδόσεων των εκπομπών CO2 για καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα, ώστε να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να επιτύχει το γενικότερο στόχο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να μειωθούν οι εκπομπές CO2 από το στόλο των καινούργιων αυτοκινήτων σε 120 g CO2/km κατά μέσον όρο. Ορίζει επίσης την τιμή των μέσων εκπομπών CO2 από καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα στα 130 g CO2/km μέσω βελτίωσης της τεχνολογίας των κινητήρων οχημάτων, όπως αυτές μετρούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007 και τα μέτρα εφαρμογής του, και των καινοτόμων τεχνολογιών.

Από το 2020, ο παρών κανονισμός θέτει ως στόχο, για το νέο στόλο οχημάτων μέσο όρο εκπομπών 95 g CO2/km, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 5.

Ο παρών κανονισμός θα συμπληρωθεί με επιπρόσθετα μέτρα που αντιστοιχούν σε μείωση κατά 10 g CO2/km στο πλαίσιο της κοινοτικής ολοκληρωμένης προσέγγισης.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε μηχανοκίνητα οχήματα κατηγορίας M1 όπως ορίζονται στο παράρτημα II της οδηγίας 2007/46/ΕΚ («επιβατικά αυτοκίνητα»), τα οποία ταξινομούνται για πρώτη φορά στην Κοινότητα και δεν έχουν ταξινομηθεί προηγουμένως εκτός Κοινότητας («καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα»).

2.   Δεν λαμβάνεται υπόψη προηγούμενη ταξινόμηση εκτός Κοινότητας που έχει διενεργηθεί λιγότερο από δύο μήνες πριν από την ταξινόμηση στην Κοινότητα.

3.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται για οχήματα ειδικού σκοπού κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙ τμήμα Α σημείο 5 της οδηγίας 2007/46/ΕΚ.

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.   Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι εξής ορισμοί:

α)

ως «μέσες ειδικές εκπομπές CO2» νοείται, όσον αφορά κάποιον κατασκευαστή, ο μέσος όρος των ειδικών εκπομπών CO2 όλων των καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων των οποίων είναι ο κατασκευαστής·

β)

ως «πιστοποιητικό συμμόρφωσης» νοείται το πιστοποιητικό του άρθρου 18 της οδηγίας 2007/46/ΕΚ·

γ)

ως «κατασκευαστής» νοείται το πρόσωπο ή ο φορέας που είναι υπεύθυνος έναντι της εγκριτικής αρχής για όλες τις πτυχές της διαδικασίας έγκρισης τύπου κατά τις διατάξεις της οδηγίας 2007/46/ΕΚ και για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης παραγωγής·

δ)

ως «μάζα» νοείται η μάζα του οχήματος με το αμάξωμα σε ετοιμότητα λειτουργίας, όπως εμφαίνεται στο πιστοποιητικό συμμόρφωσης και ορίζεται στο σημείο 2.6 του παραρτήματος I της οδηγίας 2007/46/ΕΚ·

ε)

ως «αποτύπωμα» νοείται το γινόμενο του μεταξονίου ενός οχήματος επί το μετατρόχιο όπως αναγράφεται στο πιστοποιητικό συμμόρφωσης και ορίζεται στο τμήμα 2.1 και 2.3 του παραρτήματος I της οδηγίας 2007/46/EΚ·

στ)

ως «ειδικές εκπομπές CO2» νοούνται οι εκπομπές CO2 επιβατικού αυτοκινήτου, οι οποίες μετρούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007 και καθορίζονται ως η μάζα εκπομπών CO2 (συνδυασμένη μάζα) του πιστοποιητικού συμμόρφωσης. Για τα επιβατικά αυτοκίνητα που δεν έχουν λάβει έγκριση τύπου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007, ως «ειδικές εκπομπές CO2» νοούνται οι εκπομπές CO2 που μετρούνται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία μέτρησης όπως ορίζεται για τα επιβατικά αυτοκίνητα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 692/2008 ή σύμφωνα με τις διαδικασίες που εγκρίνει η Επιτροπή για να ορίσει τις εν λόγω εκπομπές CO2 για τα επιβατικά αυτά αυτοκίνητα·

ζ)

ως «στόχος ειδικών εκπομπών» νοείται, όσον αφορά κάποιον κατασκευαστή, ο μέσος όρος των ειδικών εκπομπών CO2 που επιτρέπονται σύμφωνα με το παράρτημα I για καθένα καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο του οποίου είναι ο κατασκευαστής ή, σε περίπτωση που στον κατασκευαστή έχει παραχωρηθεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 11 των ειδικών στόχων εκπομπών που καθορίζονται σύμφωνα με τη συγκεκριμένη παρέκκλιση.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ως «ομάδα συνδεδεμένων κατασκευαστών» νοείται ο κατασκευαστής και οι συνδεδεμένες με αυτόν επιχειρήσεις. Οι κατασκευαστές θεωρούνται «συνδεδεμένοι» εάν:

α)

οι επιχειρήσεις στις οποίες ο κατασκευαστής έχει, άμεσα ή έμμεσα:

την εξουσία να ασκεί πάνω από το ήμισυ των δικαιωμάτων ψήφου ή

την εξουσία να διορίζει πάνω από τα μισά από τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου, του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων που νομιμοποιούνται να εκπροσωπούν την επιχείρηση ή

το δικαίωμα να διευθύνει τις υποθέσεις της επιχείρησης·

β)

οι επιχειρήσεις οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, διαθέτουν, έναντι του κατασκευαστή, τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α)·

γ)

οι επιχειρήσεις επί των οποίων επιχείρηση κατά το στοιχείο β) διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α)·

δ)

οι επιχειρήσεις επί των οποίων ο κατασκευαστής, από κοινού με μία ή περισσότερες από τις επιχειρήσεις στις οποίες αναφέρονται τα στοιχεία α), β) ή γ), ή επί των οποίων δύο ή περισσότερες από τις τελευταίες αυτές επιχειρήσεις διαθέτουν από κοινού τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α)·

ε)

οι επιχειρήσεις στις οποίες τα δικαιώματα ή οι εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α) ανήκουν από κοινού στον κατασκευαστή ή σε μία ή περισσότερες από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις του κατά τα στοιχεία α) έως δ), και σε ένα ή περισσότερα τρίτα μέρη.

Άρθρο 4

Στόχοι ειδικών εκπομπών

Για το ημερολογιακό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2012 και κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος, κάθε κατασκευαστής επιβατικών αυτοκινήτων εξασφαλίζει ότι οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 δεν υπερβαίνουν το στόχο του ειδικών εκπομπών που καθορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα I ή, σε περίπτωση που στον κατασκευαστή έχει παραχωρηθεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 11, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη παρέκκλιση.

Για να καθοριστούν τα ειδικά όρια εκπομπής CO2 κάθε κατασκευαστή, λαμβάνονται υπόψη τα κατωτέρω ποσοστά κάθε νέου επιβατικού αυτοκινήτου κάθε κατασκευαστή τα οποία ταξινομούνται το συναφές έτος:

65 % το 2012,

75 % το 2013,

80 % το 2014,

100 % από το 2015 και μετά.

Άρθρο 5

Υπερμόρια

Για τον υπολογισμό των μέσων ειδικών εκπομπών CO2, κάθε νέο επιβατικό αυτοκίνητο με ειδικές εκπομπές CO2 κάτω των 50 g CO2/km υπολογίζεται ως:

3,5 αυτοκίνητα το 2012,

3,5 αυτοκίνητα το 2013,

2,5 αυτοκίνητα το 2014,

1,5 αυτοκίνητο το 2015,

1 αυτοκίνητο από το 2016.

Άρθρο 6

Στόχος ειδικών εκπομπών για οχήματα εναλλακτικών καυσίμων

Για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης κατασκευαστή προς το στόχο ειδικών εκπομπών του κατά το άρθρο 4, οι ειδικές εκπομπές CO2 για κάθε όχημα που έχει σχεδιαστεί για να μπορεί να λειτουργεί με μείγμα βενζίνης με 85 % αιθανόλη («E85») που πληροί τη σχετική κοινοτική νομοθεσία, ή ευρωπαϊκές τεχνικές προδιαγραφές, μειώνονται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015 κατά 5 % σε αναγνώριση της μεγαλύτερης τεχνολογικής ικανότητας και ικανότητας μείωσης των εκπομπών που παρέχει η κίνηση με βιοκαύσιμα. Η μείωση αυτή εφαρμόζεται μόνον όταν τουλάχιστον το 30 % των πρατηρίων καυσίμων στο κράτος μέλος στο οποίο είναι ταξινομημένο το όχημα παρέχει αυτό το είδος των εναλλακτικών καυσίμων που πληρούν τις κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα που ορίζονται στην οικεία κοινοτική νομοθεσία.

Άρθρο 7

Σύμπραξη

1.   Οι κατασκευαστές, εκτός από εκείνους στους οποίους έχει παραχωρηθεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 11, έχουν τη δυνατότητα να σχηματίζουν σύμπραξη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους βάσει του άρθρου 4.

2.   Η συμφωνία για το σχηματισμό σύμπραξης είναι δυνατόν να αφορά ένα ή περισσότερα ημερολογιακά έτη υπό τον όρο ότι η συνολική διάρκεια κάθε συμφωνίας δεν υπερβαίνει τα πέντε ημερολογιακά έτη, πρέπει δε να τίθεται σε ισχύ στις ή πριν από τις 31 Δεκεμβρίου του πρώτου ημερολογιακού έτους κατά το οποίο οι εκπομπές αποτελούν αντικείμενο σύμπραξης. Οι κατασκευαστές που σχηματίζουν σύμπραξη ενημερώνουν την Επιτροπή με σχετικό φάκελο, στον οποίο:

α)

καθορίζονται οι κατασκευαστές που θα περιλαμβάνονται στη σύμπραξη·

β)

κατονομάζεται κάποιος από τους κατασκευαστές ως επικεφαλής της σύμπραξης, ο οποίος θα αποτελεί το σημείο επαφής για τη σύμπραξη και θα είναι υπεύθυνος για την πληρωμή τυχόν τιμήματος υπέρβασης εκπομπών επιβαλλόμενου στη σύμπραξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 και

γ)

παρέχονται αποδεικτικά στοιχεία ότι ο επικεφαλής της σύμπραξης θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το στοιχείο β).

3.   Εφόσον ο προταθείς επικεφαλής της σύμπραξης δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του να πληρώσει το τίμημα υπέρβασης εκπομπών που έχει επιβληθεί στη σύμπραξη η Επιτροπή ειδοποιεί σχετικά τους κατασκευαστές.

4.   Κατασκευαστές που περιλαμβάνονται σε σύμπραξη ενημερώνουν από κοινού την Επιτροπή για τυχόν αλλαγή ως προς τον επικεφαλής της σύμπραξης ή την οικονομική του κατάσταση στο μέτρο που μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή του να πληρώσει το τίμημα υπέρβασης εκπομπών που επιβάλλεται στη σύμπραξη σύμφωνα με το άρθρο 9, καθώς και για τυχόν αλλαγές ως προς τα μέλη της σύμπραξης ή τη λύση της σύμπραξης.

5.   Οι κατασκευαστές δικαιούνται να συνάπτουν διακανονισμούς σύμπραξης με την προϋπόθεση ότι οι συμφωνίες τους συνάδουν με τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης και ότι επιτρέπουν την ανοικτή, διαφανή και χωρίς διακρίσεις συμμετοχή, υπό εμπορικώς εύλογους όρους, οποιουδήποτε κατασκευαστή ζητήσει να γίνει μέλος της σύμπραξης. Χωρίς να θίγεται η γενική έκταση εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού έναντι των συμπράξεων αυτών, όλα τα μέλη της σύμπραξης διασφαλίζουν ειδικότερα ότι στο πλαίσιο των ρυθμίσεών τους που διέπουν τη σύμπραξη δεν πρόκειται να υπάρξει κοινοχρησία δεδομένων ούτε ανταλλαγή πληροφοριών, εκτός από τις ακόλουθες:

α)

μέσες ειδικές εκπομπές CO2·

β)

στόχος ειδικών εκπομπών·

γ)

συνολικός αριθμός ταξινομημένων οχημάτων.

6.   Η παράγραφος 5 δεν έχει εφαρμογή εφόσον όλοι οι κατασκευαστές που περιλαμβάνονται στη σύμπραξη είναι μέρος της ίδιας ομάδας συνδεδεμένων κατασκευαστών.

7.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις ειδοποίησης βάσει της παραγράφου 3, οι κατασκευαστές που περιλαμβάνονται σε σύμπραξη για την οποία ενημερώνουν την Επιτροπή με σχετικό φάκελο θεωρούνται ένας κατασκευαστής για τους σκοπούς της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους δυνάμει του άρθρου 4. Οι πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων σε σχέση με μεμονωμένους κατασκευαστές και συμπράξεις θα καταγράφονται, θα αναφέρονται και θα είναι διαθέσιμες στα πλαίσια του κεντρικού μητρώου του άρθρου 8 παράγραφος 4.

Άρθρο 8

Παρακολούθηση και αναφορά μέσων εκπομπών

1.   Για το ημερολογιακό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του 2010 και κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος, έκαστο κράτος μέλος καταγράφει πληροφορίες για κάθε καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο που ταξινομείται στην επικράτειά του, σύμφωνα με το μέρος Α του παραρτήματος ΙΙ. Οι εν λόγω πληροφορίες τίθενται στη διάθεση των κατασκευαστών ή των εισαγωγέων ή των αντιπροσώπων που έχουν οριστεί στα επιμέρους κράτη μέλη από τους κατασκευαστές. Τα κράτη μέλη καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να διασφαλίσουν ότι οι οργανισμοί που συντάσσουν αναφορές λειτουργούν με διαφάνεια. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι οι ειδικές εκπομπές CO2 επιβατικών αυτοκινήτων που δεν έχουν λάβει έγκριση τύπου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007 μετρούνται και καταγράφονται στο πιστοποιητικό συμμόρφωσης.

2.   Μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από το 2011, κάθε κράτος μέλος καθορίζει και διαβιβάζει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που παρατίθενται στο μέρος Β του παραρτήματος ΙΙ σχετικά με το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Τα δεδομένα διαβιβάζονται με το μορφότυπο που ορίζεται στο μέρος Γ του παραρτήματος ΙΙ.

3.   Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν επίσης το πλήρες σύνολο δεδομένων που έχουν συλλέξει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1.

4.   Η Επιτροπή τηρεί κεντρικό μητρώο των δεδομένων που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη με βάση το παρόν άρθρο, από δε τις 30 Ιουνίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από το 2011, υπολογίζει προσωρινά για κάθε κατασκευαστή:

α)

τις μέσες ειδικές εκπομπές CO2 κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος·

β)

το στόχο ειδικών εκπομπών κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και

γ)

τη διαφορά μεταξύ των μέσων ειδικών εκπομπών CO2 κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και του στόχου ειδικών εκπομπών για το εν λόγω έτος.

Η Επιτροπή κοινοποιεί σε κάθε κατασκευαστή τον προσωρινό υπολογισμό της γι’ αυτόν. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει δεδομένα ανά κράτος μέλος όσον αφορά το πλήθος καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων που έχουν ταξινομηθεί και τις ειδικές τους εκπομπές CO2.

Το μητρώο είναι δημοσίως προσβάσιμο.

5.   Οι κατασκευαστές δικαιούνται, εντός 3 μηνών από την κοινοποίηση του προσωρινού υπολογισμού βάσει της παραγράφου 4, να γνωστοποιούν στην Επιτροπή τυχόν σφάλματα στα δεδομένα, ορίζοντας το κράτος μέλος, σχετικά με το οποίο θεωρούν ότι υπήρξε σφάλμα.

Η Επιτροπή εξετάζει τυχόν γνωστοποιήσεις των κατασκευαστών και μέχρι τις 31 Οκτωβρίου είτε επιβεβαιώνει είτε τροποποιεί τους προσωρινούς υπολογισμούς βάσει της παραγράφου 4.

6.   Σε περιπτώσεις που με βάση τους υπολογισμούς της παραγράφου 5, για το ημερολογιακό έτος 2010 ή 2011, η Επιτροπή θεωρήσει ότι οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 ενός κατασκευαστή κατά το εν λόγω έτος υπερέβησαν το στόχο ειδικών εκπομπών του για το εν λόγω έτος, ενημερώνει σχετικά τον κατασκευαστή.

7.   Τα κράτη μέλη ορίζουν αρμόδια αρχή για τη συλλογή και τη διαβίβαση των δεδομένων παρακολούθησης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την ορισθείσα αρμόδια αρχή το αργότερο στις…*. Η Επιτροπή ενημερώνει εν συνεχεία σχετικώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

8.   Για κάθε ημερολογιακό έτος για το οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 6, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με το ποσοστό των πρατηρίων καυσίμων και με τα κριτήρια αειφορίας όσον αφορά το καύσιμο Ε85, όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

9.   Η Επιτροπή δύναται να θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την παρακολούθηση και τη διαβίβαση δεδομένων βάσει του παρόντος άρθρου και για την εφαρμογή του παραρτήματος II, σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 2.

Η Επιτροπή δύναται να τροποποιεί το παράρτημα ΙΙ υπό το πρίσμα της εμπειρίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Όσα μέτρα προορίζονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 3.

Άρθρο 9

Τίμημα υπέρβασης εκπομπών

1.   Όσον αφορά κάθε ημερολογιακό έτος από το 2012 και μετά, για όποιον κατασκευαστή διαπιστώθηκαν μέσες ειδικές εκπομπές CO2 που υπερέβησαν το στόχο ειδικών εκπομπών κατά το συγκεκριμένο έτος, η Επιτροπή επιβάλλει τίμημα υπέρβασης εκπομπών στον κατασκευαστή ή, στην περίπτωση σύμπραξης, στον επικεφαλής της σύμπραξης.

2.   Το τίμημα υπέρβασης εκπομπών κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 υπολογίζεται με τον τύπο:

α)

Από το 2012 έως το 2018:

i)

εφόσον οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 του κατασκευαστή υπερβαίνουν το στόχο των ειδικών εκπομπών κατά περισσότερο από 3 g CO2/km

[(Εκπομπές καθ' υπέρβαση — 3 g CO2/km) × 95 €/g CO2/km + 1 g CO2/km × 25 €/g CO2/km + 1 g CO2/km × 15 €/g CO2/km + 1 g CO2/km × 5 €/g CO2/km] × αριθμό των νέων επιβατικών αυτοκινήτων·

ii)

εφόσον οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 του κατασκευαστή υπερβαίνουν το στόχο των ειδικών εκπομπών κατά περισσότερο από 2 g CO2/km αλλά λιγότερο από 3 g CO2/km:

[(Εκπομπές καθ' υπέρβαση — 2 g CO2/km) × 25 €/g CO2/km + 1 g CO2/km × 15 €/g CO2/km + 1 g CO2/km × 5 €/g CO2/km] × αριθμό των νέων επιβατικών αυτοκινήτων·

iii)

εφόσον οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 του κατασκευαστή υπερβαίνουν το στόχο των ειδικών εκπομπών κατά περισσότερο από 1 g CO2/km αλλά λιγότερο από 2 g CO2/km:

[(Εκπομπές καθ' υπέρβαση — 1 g CO2/km] × 15 €/g CO2/km + 1 g CO2/km × 5 €/g CO2/km) × αριθμό των νέων επιβατικών αυτοκινήτων·

iv)

εφόσον οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 του κατασκευαστή υπερβαίνουν το στόχο των ειδικών εκπομπών κατά λιγότερο από 1 g CO2/km

(Εκπομπές καθ' υπέρβαση × 5 €/g CO2/km) αριθμό των νέων επιβατικών αυτοκινήτων.

β)

Από το 2019:

(Εκπομπές καθ' υπέρβαση × 95 €/g CO2/km) αριθμό των νέων επιβατικών αυτοκινήτων.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «υπέρβαση εκπομπών», εκτιμώμενη κατά το άρθρο 4, νοείται ο θετικός αριθμός γραμμαρίων ανά χιλιόμετρο κατά το οποίο οι μέσες ειδικές εκπομπές του κατασκευαστή — λαμβανομένων υπόψη των μειώσεων εκπομπών CO2 λόγω των εγκεκριμένων καινοτόμων τεχνολογιών — υπερβαίνουν το στόχο ειδικών εκπομπών του κατά το ημερολογιακό έτος, στρογγυλευμένος στο πλησιέστερο τρίτο δεκαδικό ψηφίο και ως «πλήθος καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων» νοείται το πλήθος καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων των οποίων είναι ο κατασκευαστής και τα οποία ταξινομήθηκαν κατά το εν λόγω έτος, σύμφωνα με τα κριτήρια σταδιακής εφαρμογής, ως εκτίθενται στο άρθρο 4.

3.   Η Επιτροπή καθορίζει μεθόδους για την είσπραξη του τιμήματος υπέρβασης εκπομπών που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Όσα μέτρα προορίζονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, συμπληρώνοντάς τον, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 3.

4.   Τα ποσά από το τίμημα υπέρβασης εκπομπών θεωρούνται έσοδο για τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 10

Δημοσίευση επιδόσεων των κατασκευαστών

1.   Μέχρι τις 31 Οκτωβρίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από το 2011, η Επιτροπή δημοσιεύει κατάλογο, στον οποίο εμφαίνονται για κάθε κατασκευαστή:

α)

ο στόχος ειδικών εκπομπών του για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος·

β)

οι μέσες του ειδικές εκπομπές CO2 κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος·

γ)

η διαφορά μεταξύ των μέσων του ειδικών εκπομπών CO2 κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και του στόχου ειδικών εκπομπών του κατά το εν λόγω έτος·

δ)

οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 για όλα τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα στην Κοινότητα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και

ε)

η μέση μάζα για όλα τα νέα επιβατικά οχήματα στην Κοινότητα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

2.   Από τις 31 Οκτωβρίου 2013 στον κατάλογο που δημοσιεύεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 μνημονεύεται επίσης εάν ο κατασκευαστής τήρησε τις απαιτήσεις του άρθρου 4 ως προς το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

Άρθρο 11

Παρεκκλίσεις για ορισμένους κατασκευαστές

1.   Αίτηση παρέκκλισης από το στόχο ειδικών εκπομπών που υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα I δικαιούται να υποβάλλει κατασκευαστής ο οποίος κατασκευάζει λιγότερα από 10 000 καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα που ταξινομούνται στην Κοινότητα ανά ημερολογιακό έτος και:

α)

δεν είναι μέλος ομάδας συνδεδεμένων κατασκευαστών ή

β)

είναι μέλος ομάδας συνδεδεμένων κατασκευαστών, η οποία είναι υπεύθυνη συνολικώς για λιγότερα από 10 000 νέα επιβατικά αυτοκίνητα που ταξινομούνται στην Κοινότητα ανά ημερολογιακό έτος ή

γ)

είναι μέλος ομάδας συνδεδεμένων κατασκευαστών αλλά χρησιμοποιεί τις δικές του εγκαταστάσεις παραγωγής και κέντρο σχεδιασμού.

2.   Η παρέκκλιση κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 μπορεί να χορηγηθεί για πέντε ημερολογιακά έτη κατ’ ανώτατο όριο. Υποβάλλεται αίτηση στην Επιτροπή και περιλαμβάνει:

α)

επωνυμία και πρόσωπο επαφής για τον κατασκευαστή·

β)

αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατασκευαστής δικαιούται να υποβάλει αίτηση παρέκκλισης κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1·

γ)

λεπτομερή στοιχεία για τα επιβατικά αυτοκίνητα που κατασκευάζει, συμπεριλαμβανομένων της μάζας και των ειδικών εκπομπών CO2 των εν λόγω επιβατικών αυτοκινήτων και

δ)

στόχο ειδικών εκπομπών ανταποκρινόμενο στις δυνατότητές του για μείωση των εκπομπών, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων μείωσης των ειδικών του εκπομπών CO2 και λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της αγοράς για τον τύπο του κατασκευαζομένου οχήματος.

3.   Όποτε η Επιτροπή θεωρεί ότι ο κατασκευαστής δικαιούται την παρέκκλιση που ζήτησε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 και κρίνει ότι ο προτεινόμενος από τον κατασκευαστή στόχος ειδικών εκπομπών ανταποκρίνεται στις δυνατότητές του για μείωση των εκπομπών, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων μείωσης των ειδικών του εκπομπών CO2 και λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της αγοράς για τον τύπο του κατασκευαζομένου οχήματος, η Επιτροπή παραχωρεί στον κατασκευαστή παρέκκλιση. Η παρέκκλιση ισχύει από την 1η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί την έγκρισή της.

4.   Αίτηση παρέκκλισης από το στόχο ειδικών εκπομπών που υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα I δικαιούται να υποβάλει κατασκευαστής ο οποίος είναι υπεύθυνος, μαζί με όλες τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις του, για 10 000 έως 300 000 επιβατικά αυτοκίνητα που ταξινομούνται κάθε ημερολογιακό έτος στην Κοινότητα.

Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί από τον κατασκευή για λογαριασμό του ή για λογαριασμό του μαζί με τυχόν συνδεδεμένες επιχειρήσεις του. Υποβάλλεται αίτηση στην Επιτροπή και περιλαμβάνει:

α)

όλες τις πληροφορίες κατά την παράγραφο 2, στοιχεία α) και γ), ανωτέρω, περιλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πληροφοριών για τυχόν συνδεδεμένες επιχειρήσεις·

β)

στόχο που συνιστά i) μείωση κατά 25 % των μέσων ειδικών εκπομπών CO2 το 2007 ή, ii) εφόσον υποβάλλεται ενιαία αίτηση από ορισμένες συνδεδεμένες επιχειρήσεις, μείωση κατά 25 % των μέσων ειδικών εκπομπών CO2 των εν λόγω επιχειρήσεων το 2007.

Εφόσον δεν υπάρχουν πληροφορίες για τις μέσες ειδικές εκπομπές CO2 του κατασκευαστή για το έτος 2007, η Επιτροπή καθορίζει ισοδύναμο στόχο μείωσης με βάση τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες μείωσης των εκπομπών CO2 που έχουν χρησιμοποιηθεί σε επιβατικά αυτοκίνητα συγκρίσιμης μάζας και λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της αγοράς για τον τύπο του κατασκευαζόμενου οχήματος. Ο στόχος αυτός χρησιμοποιείται από τον αιτούντα για τους σκοπούς του στοιχείου β).

Η Επιτροπή χορηγεί παρέκκλιση στον κατασκευαστή, όταν αποδεδειγμένως τα κριτήρια παρέκκλισης της παρούσας παραγράφου έχουν τηρηθεί.

5.   Κατασκευαστής υποκείμενος σε παρέκκλιση σύμφωνα με το παρόν άρθρο γνωστοποιεί αμέσως στην Επιτροπή κάθε μεταβολή που επηρεάζει ή ενδέχεται να επηρεάσει το δικαίωμά του για παρέκκλιση.

6.   Όποτε η Επιτροπή θεωρεί, είτε με βάση γνωστοποίηση κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 είτε αλλιώς, ότι κάποιος κατασκευαστής δεν έχει πλέον δικαίωμα παρέκκλισης, ανακαλεί την παρέκκλιση με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του επομένου ημερολογιακού έτους και ενημερώνει τον κατασκευαστή.

7.   Όταν ο κατασκευαστής δεν επιτυγχάνει τον ειδικό στόχο εκπομπών του επιβάλει τίμημα υπέρβασης εκπομπών στον κατασκευαστή όπως ορίζει το άρθρο 9.

8.   Η Επιτροπή δύναται να θεσπίζει λεπτομερείς εκτελεστικές διατάξεις για τις παραγράφους 1 έως 7, μεταξύ άλλων για την ερμηνεία των κριτηρίων χορήγησης παρέκκλισης, για το περιεχόμενο των αιτήσεων και για το περιεχόμενο και την αξιολόγηση των προγραμμάτων για τη μείωση των ειδικών εκπομπών CO2.

Τα μέτρα αυτά, που προορίζονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, συμπληρώνοντάς τον, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 3.

9.   Η αίτηση παρέκκλισης η οποία περιλαμβάνει τις υποστηρικτικές πληροφορίες, καθώς και κάθε κοινοποίηση κατά την παράγραφο 5, κάθε ανάκληση κατά την παράγραφο 6 και κάθε επιβολή τιμήματος υπέρβασης εκπομπών κατά την παράγραφο 7, καθώς και τα μέτρα που εκδίδονται κατά την παράγραφο 8, είναι διαθέσιμα στο κοινό, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2001, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (12).

Άρθρο 12

Οικολογική καινοτομία

1.   Κατόπιν αιτήσεως προμηθευτή ή κατασκευαστή, λαμβάνονται υπόψη οι εξοικονομήσεις CO2 που επιτυγχάνονται με τη χρήση καινοτόμων τεχνολογιών. Η συνολική συμβολή των τεχνολογιών αυτών στη μείωση συγκεκριμένου στόχου εκπομπών ενός κατασκευαστή μπορεί να ανέρχεται σε 7 g CO2/km.

2.   Η Επιτροπή, έως το 2010, θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις για τη διαδικασία έγκρισης καινοτόμων τεχνολογιών με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14, παράγραφος 2. Οι λεπτομερείς αυτές διατάξεις βασίζονται στα κατωτέρω κριτήρια για καινοτόμες τεχνολογίες:

α)

ο προμηθευτής ή ο κατασκευαστής πρέπει να είναι υπεύθυνοι για την εξοικονόμηση CO2 που επιτυγχάνεται διά της χρήσεως καινοτόμων τεχνολογιών·

β)

οι καινοτόμες τεχνολογίες πρέπει να έχουν επαληθευμένη συμβολή στη μείωση του CO2·

γ)

οι καινοτόμες τεχνολογίες πρέπει να μην εμπίπτουν στον πρότυπο κύκλο δοκιμών για τη μέτρηση του CO2 ή σε υποχρεωτικές διατάξεις λόγω πρόσθετων συμπληρωματικών μέτρων για τη συμμόρφωση προς τη μείωση των 10 g CO2/km κατά το άρθρο 1 ή να είναι υποχρεωτικά δυνάμει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.

3.   Προμηθευτής ή κατασκευαστής που ζητά την έγκριση μέτρου ως καινοτόμου τεχνολογίας υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση, συμπεριλαμβανομένης έκθεσης εξακρίβωσης από ανεξάρτητο και πιστοποιημένο φορέα. Σε περίπτωση ενδεχόμενης αλληλεπίδρασης μεταξύ του μέτρου και άλλης καινοτόμου τεχνολογίας που έχει ήδη εγκριθεί, η έκθεση σημειώνει ότι η αλληλεπίδραση και η έκθεση εξακρίβωσης αξιολογεί σε ποιο βαθμό η αλληλεπίδραση τροποποιεί τη μείωση που επιτυγχάνεται με κάθε μέτρο.

4.   Η επιτευχθείσα μείωση πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 2.

Άρθρο 13

Εξέταση και υποβολή έκθεσης

1.   Το 2010, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στην οποία θα εξετάζεται η συντελούμενη πρόοδος εφαρμογής της ολοκληρωμένης προσέγγισης της Κοινότητας για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα.

2.   Έως τις 31 Οκτωβρίου 2014 και εν συνεχεία ανά τριετία, εγκρίνονται μέτρα για την τροποποίηση του παραρτήματος Ι προσαρμόζοντας την τιμή M0 που περιλαμβάνεται στο εν λόγω παράρτημα στη μέση μάζα των νέων επιβατικών αυτοκινήτων κατά τα προηγούμενα τρία ημερολογιακά έτη.

Τα μέτρα αυτά τίθενται σε ισχύ για πρώτη φορά την 1η Ιανουαρίου 2016 και εν συνεχεία ανά τριετία.

Τα μέτρα αυτά, που προορίζονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 3.

3.   Από το 2012, η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση αντικτύπου προκειμένου να επανεξετάσει έως το 2014, κατά το άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2007, τις διαδικασίες μέτρησης των εκπομπών CO2 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις για να προσαρμόσει τις διαδικασίες ώστε να ανταποκρίνονται επαρκώς στην πραγματική συμπεριφορά των εκπομπών CO2των αυτοκινήτων και για να περιληφθούν οι εγκεκριμένες καινοτόμες τεχνολογίες, κατά την έννοια του άρθρου 4, οι οποίες θα μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη στον κύκλο δοκιμών. Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι εν λόγω διαδικασίες αναθεωρούνται στη συνέχεια σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Από την ημερομηνία εφαρμογής της αναθεωρημένης διαδικασίας για τη μέτρηση των εκπομπών CO2, οι καινοτόμες τεχνολογίες παύουν πλέον να εγκρίνονται βάσει της διαδικασίας του άρθρου 12.

4.   Μέχρι το 2010, η Επιτροπή επανεξετάζει την οδηγία 2007/46/EΚ, έτσι ώστε κάθε τύπος/έκδοση/παραλλαγή να αντιστοιχεί σε ενιαία σειρά καινοτόμων τεχνολογιών.

5.   Το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2013, η Επιτροπή ολοκληρώνει την επανεξέταση των στόχων ειδικών εκπομπών του παραρτήματος Ι και των εξαιρέσεων του άρθρου 11, με σκοπό:

τον καθορισμό των λεπτομερειών για την επίτευξη, έως το έτος 2020, του μακροπρόθεσμο στόχου των 95 g CO2/km με ικανοποιητική απόδοση ως προς το κόστος και

τον καθορισμό των θεμάτων εφαρμογής του εν λόγω στόχου, περιλαμβανομένου του τιμήματος υπέρβασης εκπομπών.

Με βάση την επανεξέταση αυτή και την αξιολόγηση αντικτύπου, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής αξιολόγησης του αντικτύπου για την αυτοκινητοβιομηχανία και τις βιομηχανίες που εξαρτώνται από αυτή, η Επιτροπή, εάν κρίνεται σκόπιμο, υποβάλλει πρόταση τροποποίησης του παρόντος κανονισμού κατά τον πλέον ουδέτερο δυνατό τρόπο από άποψη ανταγωνισμού, και η οποία να είναι κοινωνικά δίκαιη και βιώσιμη.

6.   Μέχρι το 2014, η Επιτροπή, κατόπιν αξιολογήσεως των επιπτώσεων, δημοσιεύει έκθεση για τη διαθεσιμότητα των δεδομένων του αποτυπώματος και της χρήσης του ως παραμέτρου για τον καθορισμό των στόχων ειδικών εκπομπών και, εφόσον κριθεί σκόπιμο, υποβάλλει πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την τροποποίηση του παραρτήματος Ι.

7.   Εγκρίνονται μέτρα ώστε να παρέχεται η αναγκαία προσαρμογή στους τύπους του παραρτήματος I, προκειμένου κάθε αλλαγή να αντικατοπτρίζεται στην κανονιστική διαδικασία δοκιμών για τη μέτρηση των ειδικών εκπομπών CO2.

Τα μέτρα αυτά, που προορίζονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14, παράγραφος 3.

Άρθρο 14

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που συγκροτείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 της απόφασης αριθ. 280/2004/ΕΚ (13).

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/EΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η προθεσμία του άρθρου 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/EΚ ορίζεται τρίμηνη.

3.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4, και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/EΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 15

Κατάργηση

Η απόφαση αριθ. 1753/2000/ΕΚ καταργείται από 1ης Ιανουαρίου 2010.

Ωστόσο, τα άρθρα 4, 9 και 10 της εν λόγω απόφασης εξακολουθούν να ισχύουν έως ότου η Επιτροπή υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση σχετικά με τα δεδομένα της παρακολούθησης για το ημερολογιακό έτος 2009.

Άρθρο 16

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 23 Απριλίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

P. NEČAS


(1)  ΕΕ C 77 της 31.3.2009, σ. 1.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2008 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην ΕΕ) και απόφαση του Συμβουλίου της 6ης Απριλίου 2009.

(3)  ΕΕ L 33 της 7.2.1994, σ. 11.

(4)  ΕΕ L 202 της 10.8.2000, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 40 της 13.2.1999, σ. 49.

(6)  ΕΕ L 100 της 20.4.2000, σ. 55.

(7)  ΕΕ L 100 της 20.4.2000, σ. 57.

(8)  ΕΕ L 171 της 29.6.2007, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 263 της 9.10.2007, σ. 1.

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 692/2008 της Επιτροπής, της 18 Ιουλίου 2008, για την εφαρμογή και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την έγκριση τύπου μηχανοκινήτων οχημάτων όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (ευρώ 5 και ευρώ 6) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων (ΕΕ L 199 της 28.7.2008, σ. 1).

(11)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(12)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(13)  Απόφαση αριθ. 280/2004/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για μηχανισμό παρακολούθησης των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην Κοινότητα και εφαρμογής του πρωτοκόλλου του Κιότο (ΕΕ L 49 της 19.2.2004, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΣΤΟΧΟΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΚΠΟΜΠΩΝ

1.   Οι ειδικές εκπομπές CO2 για κάθε καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο, μετρούμενες σε γραμμάρια ανά χιλιόμετρο, υπολογίζονται, προς τον σκοπό των υπολογισμών στο παρόν Παράρτημα, με τον τύπο:

α)

Από το 2012 έως το 2015:

Ειδικές εκπομπές CO2 = 130 + a × (M – M0)

Όπου:

M

=

μάζα του οχήματος σε χιλιόγραμμα (kg)

M0

=

1 372,0

a

=

0,0457

β)

Από το 2016:

Ειδικές εκπομπές CO2 = 130 + a × (M – M0)

Όπου:

M

=

μάζα του οχήματος σε χιλιόγραμμα (kg)

M0

=

η εγκριθείσα τιμή βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 2

α

=

0,0457

2.   Ο στόχος ειδικών εκπομπών για ένα κατασκευαστή σε δεδομένο ημερολογιακό έτος υπολογίζεται ως ο μέσος όρος των ειδικών εκπομπών CO2 για κάθε καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο ταξινομηθέν στο συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος, του οποίου είναι κατασκευαστής κατά το υπόψη ημερολογιακό έτος.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ ΕΚΠΟΜΠΩΝ

ΜΕΡΟΣ Α — Συλλογή δεδομένων για καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα και καθορισμός πληροφοριών παρακολούθησης εκπομπών CO2

1.   Για το ημερολογιακό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2010 και κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος, τα κράτη μέλη καταγράφουν τα εξής στοιχεία για κάθε καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο που ταξινομείται στην επικράτειά τους:

α)

τον κατασκευαστή·

β)

τον τύπο, την παραλλαγή και την έκδοσή του·

γ)

τις ειδικές εκπομπές CO2 (g/km)·

δ)

τη μάζα του (kg)·

ε)

το μεταξόνιό του (mm) και

στ)

το μετατρόχιό του (mm).

2.   Τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνονται από το πιστοποιητικό συμμόρφωσης για το αντίστοιχο επιβατικό αυτοκίνητο. Όταν το πιστοποιητικό συμμόρφωσης καθορίζει κατώτατη και ανώτατη μάζα για κάποιο επιβατικό αυτοκίνητο, για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού το κράτος μέλος χρησιμοποιεί μόνο την ανώτατη αριθμητική τιμή. Στην περίπτωση αυτοκινήτων διπλής τροφοδοσίας (βενζίνη-αέριο), στα πιστοποιητικά συμμόρφωσης των οποίων σημειώνονται οι ειδικές εκπομπές CO2 και για την βενζίνη και για το αέριο, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν μόνον την τιμή του αερίου.

3.   Για το ημερολογιακό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2010 και κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος, τα κράτη μέλη καθορίζουν, σύμφωνα με τις μεθόδους που περιγράφονται στο μέρος Β, για κάθε κατασκευαστή:

α)

το συνολικό πλήθος καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων που έχουν ταξινομηθεί στην επικράτειά τους·

β)

τις μέσες ειδικές εκπομπές CO2, κατά το μέρος Β σημείο 2 του παρόντος παραρτήματος·

γ)

τη μέση μάζα, κατά το μέρος Β σημείο 3 του παρόντος παραρτήματος·

δ)

για κάθε παραλλαγή κάθε έκδοσης κάθε τύπου καινούργιου επιβατικού αυτοκινήτου:

i)

το συνολικό πλήθος καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων που έχουν ταξινομηθεί στην επικράτειά τους, κατά το μέρος Β σημείο 1 του παρόντος παραρτήματος·

ii)

τις ειδικές εκπομπές CO2 και το μερίδιο της μείωσης των εκπομπών μέσω καινοτόμων τεχνολογιών κατά το άρθρο 12 ή οχημάτων με εναλλακτικό καύσιμο σύμφωνα με το άρθρο 6·

iii)

τη μάζα·

iv)

το αποτύπωμα του αυτοκινήτου, κατά το μέρος Β σημείο 5 του παρόντος παραρτήματος.

ΜΕΡΟΣ B — Μεθοδολογία καθορισμού πληροφοριών παρακολούθησης εκπομπών CO2 για καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα

Οι πληροφορίες παρακολούθησης τις οποίες απαιτείται να καθορίσει το κράτος μέλος σύμφωνα με το σημείο 3 του μέρους Α καθορίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία που περιγράφεται στο παρόν Μέρος.

1.   Πλήθος ταξινομηθέντων καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων (N)

Τα κράτη μέλη καθορίζουν το πλήθος των καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων που ταξινομήθηκαν στην επικράτειά τους κατά το αντίστοιχο έτος παρακολούθησης (N).

2.   Μέσες ειδικές εκπομπές CO2 για καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα (S,ave)

Οι μέσες ειδικές εκπομπές CO2 για όλα τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα που ταξινομήθηκαν για πρώτη φορά στην επικράτεια του κράτους μέλους κατά το έτος παρακολούθησης (S,ave) υπολογίζονται διαιρώντας το άθροισμα των ειδικών εκπομπών CO2 κάθε μεμονωμένου καινούργιου επιβατικού αυτοκινήτου (S), διά του πλήθους των καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων (N).

Save = (1/N) × Σ S

3.   Μέση μάζα καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων

Η μέση μάζα όλων των καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων που ταξινομήθηκαν στην επικράτεια των κρατών μελών κατά το έτος παρακολούθησης (M,ave) υπολογίζεται διαιρώντας το άθροισμα της μάζας κάθε μεμονωμένου καινούργιου επιβατικού αυτοκινήτου (M) διά του πλήθους των καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων (N).

Mave = (1/N) × Σ M

4.   Κατανομή καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων ανά παραλλαγή

Για κάθε παραλλαγή κάθε έκδοσης κάθε τύπου καινούργιου επιβατικού αυτοκινήτου, καταγράφονται το πλήθος των επιβατικών αυτοκινήτων που ταξινομήθηκαν για πρώτη φορά, η μάζα των οχημάτων, οι ειδικές εκπομπές CO2 και το αποτύπωμα του αυτοκινήτου.

5.   Αποτύπωμα

Το αποτύπωμα του αυτοκινήτου υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το μεταξόνιο του αυτοκινήτου επί το μετατρόχιό του.

ΜΕΡΟΣ Γ — Μορφότυπο για τη διαβίβαση των δεδομένων

Για κάθε κατασκευαστή, για κάθε έτος, τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα δεδομένα που περιγράφονται στο σημείο 3 του μέρους Α στα εξής μορφότυπα:

Συγκεντρωτικά δεδομένα:

Έτος:

 

 

 

 

Κατασκευαστής

Συνολικό πλήθος ταξινομηθέντων καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων

Μέσες ειδικές εκπομπές CO2 (g/km)

Μέση μάζα (kg)

Μέσο αποτύπωμα (m2)

(Κατασκευαστής 1)

(Κατασκευαστής 2)

Σύνολο όλων των κατασκευαστών

Λεπτομερή δεδομένα σε επίπεδο κατασκευαστή:

Έτος

Κατασκευαστής

Τύπος αυτοκινήτου

Έκδοση

Παραλλαγή

Καινοτόμος τεχνολογία (1)ή ομάδα καινοτόμων τεχνολογιών ή όχημα με εναλλακτικό (2)

Μάρκα κατασκευής

Εμπορική ονομασία

Σύνολο νέων ταξινομήσεων

Ειδικές εκπομπές CO2

(g/km)

Μάζα

(kg)

Αποτύπωμα

(m2)

Μείωση των εκπομπών μέσω καινοτόμων τεχνολογιών (1)ή των δυνατοτήτων των πλειοκαυσίμων οχημάτων (2)

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

(ονομασία τύπου 1)

(ονομασία έκδοσης 1)

(ονομασία παραλλαγής 1)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

(ονομασία τύπου 1)

(ονομασία έκδοσης 1)

(ονομασία παραλλαγής 2)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

(ονομασία τύπου 1)

(ονομασία έκδοσης 2)

(ονομασία παραλλαγής 1)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

(ονομασία τύπου 1)

(ονομασία έκδοσης 2)

(ονομασία παραλλαγής 2)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

(ονομασία τύπου 2)

(ονομασία έκδοσης 1)

(ονομασία παραλλαγής 1)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

(ονομασία τύπου 2)

(ονομασία έκδοσης 1)

(ονομασία παραλλαγής 2)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

(ονομασία τύπου 2)

(ονομασία έκδοσης 2)

(ονομασία παραλλαγής 1)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

(ονομασία τύπου 2)

(ονομασία παραλλαγής 2)

(ονομασία έκδοσης 2)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

 

Έτος 1

(όνομα κατασκευαστή 1)

 


(1)  Σύμφωνα με το άρθρο 12.

(2)  Σύμφωνα με το άρθρο 6.


ΟΔΗΓΙΕΣ

5.6.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 140/16


ΟΔΗΓΊΑ 2009/28/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 23ης Απριλίου 2009

σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175 παράγραφος 1 και το άρθρο 95 σε συνδυασμό με τα άρθρα 17, 18 και 19 της παρούσας οδηγίας,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο έλεγχος της ευρωπαϊκής ενεργειακής κατανάλωσης καθώς και η αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, σε συνδυασμό με την εξοικονόμηση ενέργειας και την αυξημένη ενεργειακή απόδοση, αποτελούν σημαντικές συνιστώσες της δέσμης μέτρων που απαιτήθηκαν για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και για τη συμμόρφωση προς το πρωτόκολλο του Κιότο στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος και προς τις περαιτέρω κοινοτικές και διεθνείς δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μετά το 2012. Επίσης, αυτοί οι παράγοντες θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, στην προώθηση της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας και στη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης και περιφερειακής ανάπτυξης, ιδίως στις αγροτικές και τις απομονωμένες περιοχές.

(2)

Ειδικότερα, η πρόοδος της τεχνολογίας και η παροχή κινήτρων για τη χρήση και την επέκταση των μαζικών μεταφορών, η χρήση τεχνολογιών ενεργειακής απόδοσης και η χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές αποτελούν ορισμένα από τα πλέον αποτελεσματικά εργαλεία με τα οποία η Κοινότητα μπορεί να μειώσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές πετρελαίου στον τομέα των μεταφορών, όπου είναι εντονότερο το πρόβλημα της ασφάλειας του εφοδιασμού ενέργειας, και να επηρεάσει την αγορά καυσίμων για τις μεταφορές.

(3)

Οι δυνατότητες για οικονομική αύξηση μέσω της καινοτομίας και μιας βιώσιμης και ανταγωνιστικής ενεργειακής πολιτικής έχουν αναγνωρισθεί. Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές εξαρτάται συχνά από τοπικές ή περιφερειακές επιχειρήσεις μικρού και μεσαίου μεγέθους (MΜΕ). Οι ευκαιρίες για ανάπτυξη και απασχόληση τις οποίες προσφέρουν στα κράτη μέλη και τις περιφέρειές τους οι περιφερειακές και τοπικές επενδύσεις για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι σημαντικές. Συνεπώς, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποστηρίξουν μέτρα κρατικής και περιφερειακής ανάπτυξης στους τομείς αυτούς, να ενθαρρύνουν ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ανάμεσα σε τοπικές και περιφερειακές αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και να προωθήσουν τη χρήση χρηματοδότησης από διαρθρωτικά κονδύλια στο συγκεκριμένο τομέα.

(4)

Κατά την ενθάρρυνση της ανάπτυξης της αγοράς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, είναι ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη ο θετικός αντίκτυπος όσον αφορά τις δυνατότητες περιφερειακής και τοπικής ανάπτυξης, τις εξαγωγικές προοπτικές, την κοινωνική συνοχή και τις δυνατότητες απασχόλησης, ιδίως για τις ΜΜΕ και τους ανεξάρτητους παραγωγούς ενέργειας.

(5)

Προκειμένου να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην Κοινότητα και να περιορισθεί η εξάρτησή της από εισαγωγές ενέργειας, θα πρέπει η ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να βρίσκεται σε στενή συνάρτηση με την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης.

(6)

Είναι σκόπιμη η στήριξη των τεχνολογιών αποκεντρωμένης παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά τις φάσεις επίδειξης και αρχικής διάθεσης στο εμπόριο. Η στροφή προς την αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα, μεταξύ των οποίων αξιοποίηση τοπικών ενεργειακών πόρων, αύξηση της τοπικής ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού, μεταφορά σε μικρότερες αποστάσεις και μείωση των απωλειών ενέργειας κατά τη μεταφορά. Μια τέτοια αποκέντρωση προωθεί επίσης την τοπική ανάπτυξη και τη συνοχή με την παροχή πηγών εισοδήματος και τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε τοπικό επίπεδο.

(7)

Η οδηγία 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (4) και η οδηγία 2003/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά με την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές (5) έδωσαν ορισμούς για τις διάφορες μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η οδηγία 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (6) θέσπισε ορισμούς για τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας εν γένει. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και σαφήνειας ενδείκνυται να χρησιμοποιηθούν οι ίδιοι ή παρόμοιοι ορισμοί στην παρούσα οδηγία.

(8)

Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 10ης Ιανουαρίου 2007, με τίτλο «Χάρτης πορείας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τον 21ο αιώνα: συμβολή στην ενίσχυση της αειφορίας» κατέδειξε ότι ο στόχος του 20 % για το συνολικό μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ο στόχος του 10 % για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές είναι κατάλληλοι και εφικτοί στόχοι, και ότι το πλαίσιο το οποίο περιλαμβάνει υποχρεωτικούς στόχους αναμένεται να προσφέρει στην επιχειρηματική κοινότητα τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα που χρειάζεται ώστε να πραγματοποιεί βιώσιμες επενδύσεις στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες να επιτρέψουν τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και τη μεγαλύτερη αξιοποίηση των νέων ενεργειακών τεχνολογιών. Οι στόχοι αυτοί υφίστανται στο πλαίσιο της βελτίωσης κατά 20 % της ενεργειακής απόδοσης έως το 2020, που καθορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2006, με τίτλο «Σχέδιο δράσης για την ενεργειακή απόδοση: αξιοποίηση του δυναμικού», που υιοθέτησαν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο 2007, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το ψήφισμά του της 31ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με το εν λόγω σχέδιο δράσης.

(9)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007 επαναβεβαίωσε τη δέσμευση της Κοινότητας για την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ολόκληρη την Κοινότητα μετά το 2010. Επικύρωσε υποχρεωτικό στόχο 20 % ως μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση ενέργειας της Κοινότητας έως το 2020 και υποχρεωτικό ελάχιστο στόχο, τον οποίο πρέπει να επιτύχουν όλα τα κράτη μέλη, 10 % ως μερίδιο των βιοκαυσίμων στην κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου ντίζελ στις μεταφορές έως το 2020, στόχος που πρέπει να υλοποιηθεί κατά οικονομικώς συμφέροντα τρόπο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι ο δεσμευτικός χαρακτήρας του στόχου για τα βιοκαύσιμα είναι ενδεδειγμένος, υπό τον όρο ότι η παραγωγή είναι σταθερή, ότι θα διατεθούν στην αγορά βιοκαύσιμα δεύτερης γενεάς και ότι η οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ (7) θα τροποποιηθεί προκειμένου να επιτρέψει κατάλληλα επίπεδα ανάμειξης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2008 επανέλαβε ότι είναι σημαντικό να εκπονηθούν και να πληρούνται ουσιαστικά κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και να διασφαλισθεί η εμπορική διαθεσιμότητα βιοκαυσίμων δεύτερης γενεάς. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών του Ιουνίου 2008 αναφέρθηκε και πάλι στα κριτήρια αειφορίας και στην ανάπτυξη βιοκαυσίμων δεύτερης γενεάς και τόνισε ότι πρέπει να αξιολογηθεί ο ενδεχόμενος αντίκτυπος της παραγωγής βιοκαυσίμων στην παραγωγή γεωργικών τροφίμων και να αναληφθούν ενέργειες, εφόσον απαιτείται, για την αντιμετώπιση των ελλείψεων. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι θα πρέπει να εκτιμηθούν περαιτέρω οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες της παραγωγής και κατανάλωσης βιοκαυσίμων.

(10)

Στο ψήφισμά του, της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, σχετικά με τον χάρτη πορείας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Ευρώπη (8), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει έως τα τέλη του 2007 πρόταση νομοθετικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, επισημαίνοντας τη σημασία του καθορισμού στόχων για τα μερίδια των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε επίπεδο Κοινότητας και κρατών μελών.

(11)

Είναι ανάγκη να τεθούν διαφανείς και αδιαμφισβήτητοι κανόνες για τον υπολογισμό του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και για τον καθορισμό των πηγών αυτών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να περιληφθεί η ενέργεια που υπάρχει στους ωκεανούς και σε άλλα υδάτινα συστήματα με τη μορφή κυμάτων, θαλάσσιων ρευμάτων, παλιρροιών, βαθμίδωσης της θερμικής ενέργειας ή περιεκτικότητας σε αλάτι των ωκεανών.

(12)

Η χρήση γεωργικών υλικών, όπως η στερεή και η υγρή κοπριά, καθώς και άλλων αποβλήτων ζωικής ή οργανικής προέλευσης για την παραγωγή βιοαερίου προσφέρει, λόγω των σημαντικών δυνατοτήτων περιορισμού των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ουσιαστικά περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα τόσο για την παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού όσο και για την παραγωγή βιοκαυσίμων. Χάρη στον αποκεντρωμένο χαρακτήρα τους και στην περιφερειακή επενδυτική δομή, οι εγκαταστάσεις παραγωγής βιοαερίου μπορούν να συμβάλουν κατά τρόπο καθοριστικό στη βιώσιμη ανάπτυξη των αγροτικών ζωνών και να προσφέρουν νέες εισοδηματικές δυνατότητες στους αγρότες.

(13)

Με βάση τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ενδείκνυται να καθοριστούν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι συνεπείς με το 20 % ως μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και το 10 % ως μερίδιο συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κοινοτική κατανάλωση ενέργειας στις μεταφορές έως το 2020.

(14)

Κύριος σκοπός των δεσμευτικών εθνικών στόχων είναι να παρασχεθεί ασφάλεια στους επενδυτές και να ενθαρρυνθεί η συνεχής ανάπτυξη τεχνολογιών που παράγουν ενέργεια από όλες τις μορφές ανανεώσιμων πηγών. Η αναβολή της λήψης απόφασης ως προς το κατά πόσο ένας στόχος είναι δεσμευτικός μέχρι να συμβεί ένα γεγονός στο μέλλον δεν είναι επομένως σκόπιμη.

(15)

Για κάθε κράτος μέλος διαφέρει το σημείο εκκίνησης, το δυναμικό του όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το ενεργειακό του μείγμα. Ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να επιμεριστεί ο κοινοτικός στόχος του 20 % σε επιμέρους στόχους για κάθε κράτος μέλος, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη μια δίκαιη και κατάλληλη κατανομή, συνεκτιμώντας τα διαφορετικά σημεία εκκίνησης και το διαφορετικό δυναμικό των κρατών μελών, καθώς και το υφιστάμενο επίπεδο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και το ενεργειακό μείγμα. Ενδείκνυται να γίνει ο επιμερισμός κατανέμοντας την απαιτούμενη συνολική αύξηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μεταξύ των κρατών μελών με βάση ίση αύξηση του μεριδίου κάθε κράτους μέλους, σταθμισμένη με γνώμονα το ΑΕγχΠ του, αυξομειούμενη κατά τρόπον ώστε να αντικατοπτρίζει το σημείο εκκίνησής τους και υπολογίζοντας την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, στο πλαίσιο δε αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη οι έως τώρα προσπάθειες των κρατών μελών όσον αφορά τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(16)

Αντιστρόφως, κρίνεται σκόπιμο ο στόχος του 10 % για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στις μεταφορές να τεθεί στο ίδιο επίπεδο για κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να διασφαλιστεί συνέπεια των προδιαγραφών για τα καύσιμα κίνησης και διαθεσιμότητα των καυσίμων. Επειδή είναι εύκολη η εμπορία καυσίμων κίνησης, τα κράτη μέλη με χαμηλό πλούτο σχετικών πόρων θα μπορούν εύκολα να προμηθευτούν από άλλες χώρες βιοκαύσιμα. Ενώ τεχνικά είναι δυνατό η Κοινότητα να επιτύχει το στόχο της για τη χρήση ανανεώσιμης ενέργειας στις μεταφορές αποκλειστικά από εγχώρια παραγωγή, είναι πιθανό όσο και επιθυμητό ο στόχος στην πραγματικότητα να επιτευχθεί με συνδυασμό εγχώριας παραγωγής και εισαγωγών. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί τον εφοδιασμό της κοινοτικής αγοράς βιοκαυσίμων, και θα πρέπει, όπου κρίνεται σκόπιμο, να προτείνει σχετικά μέτρα για την επίτευξη ισόρροπης προσέγγισης μεταξύ της εγχώριας παραγωγής και των εισαγωγών, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την πορεία των πολυμερών και διμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων, περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα και την ενεργειακή ασφάλεια.

(17)

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης αποτελεί βασικό στόχο της Κοινότητας και αποσκοπεί στην επίτευξη βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης κατά 20 % έως το 2020. Ο στόχος αυτός, μαζί με την ισχύουσα και τη μελλοντική νομοθεσία στην οποία συμπεριλαμβάνονται η οδηγία 2002/91/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (9), η οδηγία 2005/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2005, για θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια (10) και η οδηγία 2006/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες (11), έχει να διαδραματίσει καίριο ρόλο για να εξασφαλιστεί ότι οι στόχοι για το κλίμα και την ενέργεια θα επιτευχθούν με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, και ότι μπορεί να προσφέρει νέες ευκαιρίες για την οικονομία της ΕΕ. Οι πολιτικές για την ενεργειακή απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας συγκαταλέγονται, για κάθε κράτος μέλος, στις αποτελεσματικότερες μεθόδους για την αύξηση του ποσοστιαίου μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και, συνεπώς, για την ευκολότερη επίτευξη των στόχων ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.

(18)

Τα κράτη μέλη οφείλουν να επιφέρουν σημαντικές βελτιώσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση σε όλους τους τομείς, προκειμένου να επιτύχουν ευκολότερα τους στόχους τους για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, οι οποίοι εκφράζονται ως ποσοστό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Η ανάγκη για ενεργειακή απόδοση στον τομέα των μεταφορών είναι επιτακτική διότι είναι πιθανόν να καταστεί όλο και δυσχερέστερη η βιώσιμη επίτευξη δεσμευτικού ποσοστιαίου στόχου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές εάν εξακολουθήσει να αυξάνεται η συνολική ζήτηση ενέργειας για τις μεταφορές. Επομένως, ο υποχρεωτικός στόχος του 10 % που πρέπει να επιτευχθεί από όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να οριστεί ως μερίδιο της τελικής ενέργειας που καταναλώνεται από τον τομέα των μεταφορών το οποίο πρέπει να επιτευχθεί από ανανεώσιμες πηγές και όχι μόνον από βιοκαύσιμα.

(19)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η επίτευξη των δεσμευτικών εθνικών συνολικών στόχων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εργαστούν προς μια ενδεικτική πορεία, δρομολογώντας την επίτευξη των τελικών δεσμευτικών στόχων τους. Θα πρέπει να θεσπίσουν εθνικό σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια το οποίο θα περιλαμβάνει ενημέρωση για τους τομεακούς στόχους, ενώ παράλληλα θα λαμβάνουν υπόψη ότι υπάρχουν διαφορετικές χρήσεις της βιομάζας και, συνεπώς, είναι ουσιαστικό να αξιοποιηθούν νέοι πόροι βιομάζας. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν δικά τους μέτρα για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να εκτιμά, κατά την αξιολόγηση της αναμενόμενης οικείας ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου δράσης, κατά πόσον τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης και εξοικονόμησης ενέργειας μπορούν να συμβάλουν στην επίτευξη των εθνικών του στόχων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το βέλτιστο συνδυασμό τεχνολογιών ενεργειακής απόδοσης και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

(20)

Προκειμένου να υπάρξει όφελος από την τεχνολογική πρόοδο και τις οικονομίες κλίμακας, στο πλαίσιο της ενδεικτικής πορείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα ταχύτερης ανάπτυξης της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο μέλλον. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στους τομείς που πλήττονται δυσανάλογα από την έλλειψη τεχνολογικής προόδου και οικονομιών κλίμακας και, ως εκ τούτου, παραμένουν υπανάπτυκτοι, αλλά οι οποίοι στο μέλλον θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη των στόχων για το 2020.

(21)

Στην ενδεικτική πορεία, το 2005 θα πρέπει να ληφθεί ως το σημείο εκκίνησης, διότι είναι το τελευταίο έτος για το οποίο διατίθενται αξιόπιστα στοιχεία για τα εθνικά μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(22)

Για την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας θα πρέπει η Κοινότητα και τα κράτη μέλη να διαθέσουν σημαντικό ποσό των χρηματοδοτικών πόρων στην έρευνα και την ανάπτυξη σε σχέση με τις τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Καινοτομίας και Τεχνολογίας θα πρέπει να αποδώσει υψηλή προτεραιότητα στην έρευνα και την ανάπτυξη τεχνολογιών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(23)

Τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν τις τοπικές και τις περιφερειακές αρχές να θέσουν στόχους επιπλέον των εθνικών στόχων και να εντάξουν τις εν λόγω αρχές στην κατάρτιση εθνικών σχεδίων δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια και την ανάπτυξη συνείδησης των πλεονεκτημάτων της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(24)

Για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η βιομάζα, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση των υπαρχόντων αποθεμάτων ξυλείας και την ανάπτυξη νέων συστημάτων δασοπονίας.

(25)

Κάθε κράτος μέλος διαθέτει διαφορετικό δυναμικό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και εφαρμόζει διαφορετικά καθεστώτα στήριξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε εθνικό επίπεδο. Τα περισσότερα κράτη μέλη εφαρμόζουν καθεστώτα στήριξης που αποφέρουν οφέλη μόνον σε σχέση με μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές οι οποίες παράγονται στην επικράτειά τους. Για την εύρυθμη λειτουργία των εν λόγω εθνικών καθεστώτων στήριξης έχει ουσιώδη σημασία να μπορούν τα κράτη μέλη να ελέγχουν τις επιπτώσεις και το κόστος των οικείων εθνικών καθεστώτων στήριξης σύμφωνα με το αντίστοιχο δυναμικό τους. Ένα σημαντικό μέσο για την επίτευξη του στόχου της παρούσας οδηγίας είναι η εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των εθνικών καθεστώτων στήριξης όπως και δυνάμει της οδηγίας 2001/77/ΕΚ προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών και να μπορέσουν τα κράτη μέλη να προβλέψουν αποτελεσματικά εθνικά μέτρα για τη συμμόρφωση προς τους στόχους. Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η διευκόλυνση της διασυνοριακής υποστήριξης των μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές χωρίς να θίγονται τα εθνικά καθεστώτα στήριξης. Η οδηγία προβλέπει προαιρετικούς μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών τα οποία τους επιτρέπουν να συμφωνούν ως προς το βαθμό στήριξης που παρέχει ένα κράτος μέλος στην παραγωγή ενέργειας σε άλλο κράτος μέλος και ως προς το βαθμό συμμετοχής της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με τους αντίστοιχους εθνικούς συνολικούς στόχους. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα αμφότερων των μέτρων συμμόρφωσης προς τους στόχους, ήτοι των εθνικών καθεστώτων στήριξης και των μηχανισμών συνεργασίας, είναι σημαντικό να μπορούν τα κράτη μέλη να καθορίζουν εάν και κατά πόσον τα εθνικά τους καθεστώτα στήριξης εφαρμόζονται στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε άλλα κράτη μέλη, και να συμφωνούν για το θέμα αυτό εφαρμόζοντας τους μηχανισμούς συνεργασίας που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

(26)

Είναι ευκταίο οι τιμές της ενέργειας να αντανακλούν το εξωτερικό κόστος της παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, του περιβαλλοντικού, κοινωνικού κόστους και των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης.

(27)

Η δημόσια στήριξη είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της Κοινότητας σχετικά με την εξάπλωση της χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ιδιαίτερα όσο οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην εσωτερική αγορά δεν αντικατοπτρίζουν πλήρως το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος και τα οφέλη των χρησιμοποιούμενων πηγών ενέργειας.

(28)

Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν τον περιορισμό της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας και την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές. Τα κύρια μέσα μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές περιλαμβάνουν το σχεδιασμό των μεταφορών, την υποστήριξη των δημόσιων μέσων μεταφοράς, την αύξηση του μεριδίου ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων στην παραγωγή και την παραγωγή αυτοκινήτων πιο αποδοτικών από πλευράς ενέργειας και μικρότερων τόσο ως προς το μέγεθος όσο και ως προς τον κυβισμό του κινητήρα.

(29)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θέτουν ως στόχο τη διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος από ανανεώσιμες πηγές σε όλους τους τομείς των μεταφορών. Έως την 1η Ιουνίου 2015, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τις δυνατότητες για αύξηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλους τους τομείς των μεταφορών.

(30)

Κατά τον υπολογισμό της συμβολής της υδροηλεκτρικής ενέργειας και της αιολικής ενέργειας για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να μετριαστούν οι επιδράσεις των διαφορών κλίματος με τη χρήση ενός κανόνα εξομάλυνσης. Εκτός αυτού, η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται με συστήματα αποθήκευσης μέσω άντλησης νερού που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα δεν θα πρέπει να θεωρείται ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές.

(31)

Οι αντλίες θερμότητας που επιτρέπουν τη χρήση της αεροθερμικής, γεωθερμικής ή υδροθερμικής θερμότητας) στο απαιτούμενο επίπεδο θερμοκρασίας, χρειάζονται ηλεκτρική ενέργεια ή άλλη βοηθητική ενέργεια για να λειτουργήσουν. Συνεπώς, η ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία των αντλιών θερμότητας θα πρέπει να αφαιρείται από το σύνολο της χρήσιμης θερμικής ενέργειας. Θα λαμβάνονται υπόψη μόνο οι αντλίες θερμότητας που προσφέρουν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό θερμικής ενέργειας από αυτό που καταναλώνουν για τη λειτουργία τους.

(32)

Τα συστήματα παθητικής ενέργειας χρησιμοποιούν το σχεδιασμό κτιρίων για να δεσμεύσουν ενέργεια. Η ενέργεια που λαμβάνεται με αυτόν τον τρόπο θεωρείται εξοικονομηθείσα ενέργεια. Προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή προσμέτρηση, η ενέργεια που δεσμεύεται με αυτό τον τρόπο δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(33)

Ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν μεγάλο ποσοστό αερομεταφορών στην ακαθάριστη ενεργειακή κατανάλωσή τους. Λαμβάνοντας υπόψη τους τρέχοντες τεχνολογικούς και κανονιστικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την εμπορική χρήση των βιοκαυσίμων στον τομέα των αερομεταφορών, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μερική απαλλαγή για τα εν λόγω κράτη μέλη, αποκλείοντας από τον υπολογισμό της ακαθάριστης ενεργειακής κατανάλωσης στις εθνικές αερομεταφορές την ποσότητα κατά την οποία υπερβαίνουν κατά μιάμιση φορά τον μέσο όρο της Κοινότητας για την τελική ακαθάριστη κατανάλωση ενέργειας στις αερομεταφορές το 2005, όπως εκτιμάται από τη Eurostat, ήτοι 6,18 %. Η Κύπρος και η Μάλτα, δεδομένου του νησιωτικού και περιφερειακού χαρακτήρα τους, βασίζονται στην αεροπορία ως τρόπο μεταφοράς η οποία έχει ζωτική σημασία για τους πολίτες και την οικονομία τους. Ως αποτέλεσμα, η Κύπρος και η Μάλτα διαθέτουν δυσανάλογο μερίδιο της αεροπορίας στην οικεία ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, το οποίο υπερέβη τρεις φορές τον μέσο όρο της Κοινότητας το 2005, και συνεπώς θίγονται δυσανάλογα από τους τρέχοντες τεχνολογικούς και κανονιστικούς περιορισμούς. Για αυτά τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλεφθεί ότι η σχετική απαλλαγή θα καλύπτει το ποσοστό της υπέρβασης του μέσου όρου της Κοινότητας για την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στις αερομεταφορές το 2005, όπως εκτιμάται από τη Eurostat, ήτοι 4,12 %.

(34)

Για να εξασφαλισθεί ένα ενεργειακό μοντέλο που θα υποστηρίζει τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η στρατηγική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, στην οποία θα συμμετέχουν καταλλήλως οι περιφέρειες και οι τοπικές αρχές.

(35)

Τηρουμένων των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παροτρύνονται να επιδιώκουν κάθε κατάλληλη μορφή συνεργασίας όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας. Η συνεργασία αυτή μπορεί να πραγματοποιείται σε όλα τα επίπεδα, διμερώς ή πολυμερώς· μπορεί επίσης, εκτός από τους μηχανισμούς για τον υπολογισμό του στόχου και της συμμόρφωσης προς το στόχο, που προβλέπονται αποκλειστικά στην παρούσα οδηγία, όπως στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών μελών, κοινά έργα ανανεώσιμης ενέργειας και κοινά καθεστώτα στήριξης, να λαμβάνει τη μορφή, π.χ. ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, όπως προβλέπεται ιδίως στην πλατφόρμα διαφάνειας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία, και άλλου εθελοντικού συντονισμού μεταξύ καθεστώτων στήριξης κάθε μορφής.

(36)

Προκειμένου να δημιουργηθούν ευκαιρίες μείωσης του κόστους επίτευξης των στόχων που θέτει η παρούσα οδηγία, κρίνεται σκόπιμο αφενός να διευκολυνθεί η κατανάλωση, στα κράτη μέλη, ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές σε άλλα κράτη μέλη και, αφετέρου, να επιτραπεί στα κράτη μέλη να συνυπολογίζουν στους οικείους εθνικούς στόχους την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που καταναλώνονται σε άλλα κράτη μέλη. Για το σκοπό αυτό, απαιτούνται μέτρα ευελιξίας, αλλά παραμένουν υπό τον έλεγχο των κρατών μελών προκειμένου να μην επηρεαστεί η ικανότητά τους να επιτύχουν τους εθνικούς τους στόχους. Τα μέτρα αυτά ευελιξίας λαμβάνουν τη μορφή στατιστικών μεταβιβάσεων, κοινών έργων μεταξύ κρατών μελών ή κοινών καθεστώτων στήριξης.

(37)

Η εισαγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εκτός της Κοινότητας, θα πρέπει να είναι δυνατό να συνυπολογίζεται στους στόχους των κρατών μελών. Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθεί η καθαρή αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μέσω της εκτροπής των υφιστάμενων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της πλήρους ή μερικής αντικατάστασής τους από συμβατικές πηγές ενέργειας, επιτρέπεται η προσμέτρηση μόνο της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ξεκινούν τη λειτουργία τους μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας ή από την αυξημένη δυναμικότητα εγκατάστασης η οποία ανακαινίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή. Προκειμένου να εξασφαλιστεί κατάλληλος αντίκτυπος της αντικατάστασης των συμβατικών μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Κοινότητα και στις τρίτες χώρες, κρίνεται σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω εισαγωγές μπορούν να ιχνηλατούνται και να μετρούνται με αξιόπιστο τρόπο. Προβλέπεται η σύναψη συμφωνιών με τρίτες χώρες σχετικά με την οργάνωση της εν λόγω εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εάν, βάσει σχετικής αποφάσεως που λαμβάνεται δυνάμει της συνθήκης για την Ενεργειακή Κοινότητα (12), τα συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης αυτής δεσμεύονται από τις σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας, τα μέτρα συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών τα οποία προβλέπονται από την παρούσα οδηγία εφαρμόζονται σε αυτά.

(38)

Όταν τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν κοινά έργα με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είναι σκόπιμο τα κοινά αυτά έργα να αφορούν μόνον νεόδμητες εγκαταστάσεις ή εγκαταστάσεις με πρόσφατη αύξηση δυναμικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα εξασφαλίζεται ότι το ποσοστό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση ενέργειας της τρίτης χώρας δεν μειώνεται λόγω της εισαγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Κοινότητα. Επιπλέον, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να διευκολύνουν την εγχώρια χρησιμοποίηση από την οικεία τρίτη χώρα, μέρους της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των εγκαταστάσεων που καλύπτονται από το κοινό έργο. Εξάλλου, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τις τρίτες χώρες που συμμετέχουν σε κοινά έργα να αναπτύξουν πολιτική για την ανανεώσιμη ενέργεια με φιλόδοξους στόχους.

(39)

Δεδομένου ότι έργα υψηλού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος σε τρίτες χώρες, όπως το μεσογειακό ηλιακό σχέδιο, μπορεί να χρειάζονται μεγάλο χρονικό περιθώριο πριν από την πλήρη διασύνδεση με την επικράτεια της Κοινότητας, είναι σκόπιμο να διευκολυνθεί η ανάπτυξή τους, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη στους εθνικούς στόχους περιορισμένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από τα εν λόγω έργα κατά την κατασκευή της διασύνδεσης.

(40)

Η διαδικασία που χρησιμοποιεί η αρμόδια αρχή εποπτείας της έγκρισης, πιστοποίησης και αδειοδότησης μονάδων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να είναι αντικειμενική, διαφανής, αμερόληπτη και αναλογική, όταν εφαρμόζει τους κανόνες σε συγκεκριμένα έργα. Ειδικότερα, είναι σκόπιμο να αποφευχθεί τυχόν άσκοπη επιβάρυνση που θα μπορούσε να προκύψει από την κατάταξη έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις εγκαταστάσεις που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο για την υγεία.

(41)

Η έλλειψη διαφανών κανόνων και συντονισμού μεταξύ των διαφόρων φορέων έγκρισης απεδείχθη ότι εμποδίζει την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Συνεπώς, οι εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ειδική διάρθρωση του τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όταν αναθεωρούν τις διοικητικές τους διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας κατασκευής και εκμετάλλευσης σταθμών και συνδεδεμένων υποδομών δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και ψύξης ή καυσίμων κίνησης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Θα πρέπει να απλουστευθούν οι διοικητικές διαδικασίες έγκρισης, θέτοντας διαφανή χρονοδιαγράμματα για τις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Θα πρέπει να προσαρμοστούν οι κανόνες και οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον προγραμματισμό ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο εξοπλισμός θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που συμφέρει οικονομικώς και είναι επωφελής για το περιβάλλον.

(42)

Προς όφελος της ταχείας ανάπτυξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και ενόψει της γενικής υψηλής αειφορίας και περιβαλλοντικά επωφελούς ποιότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά την εφαρμογή των διοικητικών κανόνων, τον σχεδιασμό δομών και νομοθεσίας, που προορίζονται για την αδειοδότηση εγκαταστάσεων σε σχέση με τη μείωση της ρύπανσης και τον έλεγχο για τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, για την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και για την πρόληψη της ελαχιστοποίησης των απορρίψεων επικίνδυνων ουσιών στο περιβάλλον, να ληφθεί υπόψη η συμβολή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων και των στόχων για την αλλαγή του κλίματος, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τις εγκαταστάσεις μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

(43)

Προκειμένου να τονωθεί η συμβολή μεμονωμένων πολιτών στους στόχους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν τις εγκρίσεις με απλή κοινοποίηση στον αρμόδιο φορέα όταν εγκαθιστούν αποκεντρωμένα συστήματα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(44)

Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η λογική συνοχή μεταξύ των στόχων της παρούσας οδηγίας και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Κοινότητας. Συγκεκριμένα, στις διαδικασίες αξιολόγησης, σχεδιασμού ή χορήγησης άδειας για εγκαταστάσεις ανανεώσιμης ενέργειας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλη την περιβαλλοντική νομοθεσία της Κοινότητας και τη συμβολή των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών στην επίτευξη περιβαλλοντικών στόχων και στόχων που σχετίζονται με την αλλαγή του κλίματος, ιδίως σε σύγκριση με εγκαταστάσεις μη ανανεώσιμης ενέργειας.

(45)

Οι εθνικές τεχνικές προδιαγραφές και οι άλλες απαιτήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (13), σχετικά με, παραδείγματος χάριν, τα επίπεδα ποιότητας, τις μεθόδους δοκιμών ή τους όρους χρήσης, δεν θα πρέπει να δημιουργούν φραγμούς στην εμπορία εξοπλισμού και συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ως εκ τούτου, τα καθεστώτα στήριξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα πρέπει να ορίζουν εθνικές τεχνικές προδιαγραφές οι οποίες αποκλίνουν από τα υφιστάμενα πρότυπα της Κοινότητας ούτε να απαιτούν για τον εξοπλισμό ή τα συστήματα που τυγχάνουν στήριξης να πιστοποιούνται ή να υπόκεινται σε δοκιμές σε συγκεκριμένο χώρο ή από συγκεκριμένο φορέα.

(46)

Είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να εξετάσουν μηχανισμούς τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης από ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.

(47)

Σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, οι κανόνες και οι υποχρεώσεις για ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα νεόδμητα και στα ανακαινισμένα κτίρια οδήγησαν σε σημαντική αύξηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να ενθαρρύνονται σε ευρύτερη κοινοτική κλίμακα και παράλληλα να προωθείται η χρήση ενεργειακά αποδοτικότερων εφαρμογών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες.

(48)

Μπορεί να είναι σκόπιμο για τα κράτη μέλη, προκειμένου να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η θέσπιση ελάχιστων επιπέδων για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, να προβλεφθεί ότι τα επίπεδα αυτά επιτυγχάνονται με την ενσωμάτωση συντελεστή για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην εκπλήρωση των απαιτήσεων ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης της οδηγίας 2002/91/ΕΚ σχετικά με τη βέλτιστη από άποψη κόστους μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ανά κτίριο.

(49)

Το χάσμα ενημέρωσης και επιμόρφωσης, ιδίως στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, θα πρέπει να εξαλειφθεί προκειμένου να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(50)

Στο βαθμό που η πρόσβαση ή η άσκηση του επαγγέλματος του εγκαταστάτη είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα, οι προϋποθέσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων καθορίζονται στην οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (14). Η παρούσα οδηγία, επομένως, εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/36/ΕΚ.

(51)

Ενώ η οδηγία 2005/36/ΕΚ θεσπίζει απαιτήσεις για την αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, μεταξύ άλλων των αρχιτεκτόνων, χρειάζεται να διασφαλιστεί περαιτέρω ότι οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι λαμβάνουν δεόντως υπόψη το βέλτιστο συνδυασμό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τεχνολογιών υψηλής απόδοσης στα σχέδια και τις μελέτες τους. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν σαφείς οδηγίες. Αυτό θα πρέπει να γίνεται με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, και ιδίως των άρθρων 46 και 49.

(52)

Ο μόνος στόχος των εγγυήσεων προέλευσης, οι οποίες παρέχονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, είναι η παροχή απόδειξης, προς τον τελικό καταναλωτή, ότι ένα συγκεκριμένο μερίδιο ή ποσότητα ενέργειας έχει παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές. Μια εγγύηση προέλευσης μπορεί να μεταβιβάζεται από έναν κάτοχο σε άλλον, ανεξάρτητα από την ενέργεια την οποία αφορά. Ωστόσο, για να εξασφαλίζεται ότι μια μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές κοινοποιείται μόνον άπαξ σε έναν καταναλωτή, θα πρέπει να αποφεύγονται η διπλή προσμέτρηση και η διπλή κοινοποίηση των εγγυήσεων προέλευσης. Η ανανεώσιμη ενέργεια, για την οποία η συνοδευτική εγγύηση προέλευσης έχει πωληθεί χωριστά από τον παραγωγό, δεν θα πρέπει να κοινοποιείται ή να πωλείται στον τελικό καταναλωτή ως ενέργεια που έχει παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές. Είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ των πράσινων πιστοποιητικών που χρησιμοποιούνται για τα καθεστώτα στήριξης και των εγγυήσεων προέλευσης.

(53)

Είναι σκόπιμο να επιτραπεί στην αναδυόμενη αγορά καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να συμβάλει στην κατασκευή νέων εγκαταστάσεων για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Επομένως, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας που κοινοποιούν το ενεργειακό τους μείγμα στους τελικούς καταναλωτές σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 6, της οδηγίας 2003/54/ΕΚ να περιλαμβάνουν στοιχειώδες ποσοστό εγγυήσεων προέλευσης από νεόδμητες εγκαταστάσεις που παράγουν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, εφόσον αυτό συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο.

(54)

Είναι σημαντικό να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η ηλεκτρική ενέργεια για την οποία χορηγείται στήριξη κατανέμεται στους τελικούς καταναλωτές σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Για να βελτιωθεί η ποιότητα των πληροφοριών για τους καταναλωτές, ιδίως όσον αφορά την ποσότητα της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που παράγεται από νέες εγκαταστάσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των μέτρων που έχουν λάβει τα κράτη μέλη.

(55)

Η οδηγία 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προώθηση της συμπαραγωγής ενέργειας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενέργειας (15), θεσπίζει εγγυήσεις προέλευσης για την απόδειξη της προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας από εγκαταστάσεις συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. Αυτές οι εγγυήσεις προέλευσης δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται κατά την αποκάλυψη της χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ διότι δεν θα ήταν δυνατόν να αποκλειστεί ο κίνδυνος διπλής προσμέτρησης και διπλής κοινοποίησης.

(56)

Οι εγγυήσεις προέλευσης αυτές καθαυτές δεν παρέχουν δικαίωμα για ενίσχυση από τα εθνικά καθεστώτα στήριξης.

(57)

Για την ολοκληρωμένη ενδιάμεση παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είναι αναγκαία η στήριξη της ένταξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο δίκτυο υποδομής μεταφοράς και διανομής και η χρήση συστημάτων ενδιάμεσης αποθήκευσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(58)

Η ανάπτυξη έργων ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των «έργων ανανεώσιμης ενέργειας με ευρωπαϊκό ενδιαφέρον» δυνάμει του προγράμματος «Διευρωπαϊκό δίκτυο Ενέργειας (ΔΕΔ-Ε)», θα πρέπει να επιταχυνθεί. Προς τούτο, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αναλύσει τον τρόπο βελτίωσης της χρηματοδότησης αυτών των έργων. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στα έργα ανανεώσιμης ενέργειας που συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση της ενεργειακής ασφάλειας εφοδιασμού της Κοινότητας και των γειτονικών χωρών.

(59)

Η διασύνδεση μεταξύ χωρών διευκολύνει την ενσωμάτωση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εκτός από την εξομάλυνση των διακυμάνσεων, η διασύνδεση μπορεί να μειώσει το κόστος εξισορρόπησης, να ενθαρρύνει τον πραγματικό ανταγωνισμό επιφέροντας πτώση των τιμών και να στηρίξει την ανάπτυξη των δικτύων. Επίσης, η από κοινού και βέλτιστη χρήση της δυναμικότητας μεταφοράς θα μπορούσε να συμβάλει στην αποφυγή υπέρμετρης ανάγκης δυναμικότητας νέων υποδομών.

(60)

Η κατά προτεραιότητα πρόσβαση και η εγγυημένη πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές είναι σημαντικές για την ένταξη των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών στην εσωτερική αγορά ενέργειας, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2, και στο πνεύμα του άρθρου 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Οι απαιτήσεις για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και της ασφάλειας του δικτύου και για την κατανομή ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εθνικού δικτύου και την ασφαλή λειτουργία του. Η κατά προτεραιότητα πρόσβαση στο δίκτυο παρέχει εξασφάλιση προς τους συνδεδεμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές ότι θα μπορούν πάντοτε να πωλούν και να μεταφέρουν την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές βάσει κανόνων σύνδεσης, όποτε υπάρχει η πηγή. Στην περίπτωση που η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές είναι εντεταγμένη στην αγορά για άμεση παράδοση, η εξασφαλισμένη πρόσβαση εξασφαλίζει ότι όλη η πωλούμενη ηλεκτρική ενέργεια η οποία λαμβάνει στήριξη διαθέτει πρόσβαση στο δίκτυο, ώστε οι εγκαταστάσεις που είναι συνδεδεμένες με το δίκτυο να μπορούν να χρησιμοποιούν όσο το δυνατόν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να στηρίζουν ή να θεσπίζουν υποχρεώσεις αγοράς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Σε άλλα συστήματα, καθορίζεται πάγια τιμή για την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, συνήθως σε συνδυασμό με υποχρέωση αγοράς για το φορέα εκμετάλλευσης του συστήματος. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει ήδη κατά προτεραιότητα πρόσβαση.

(61)

Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να διασφαλιστεί πλήρως η μεταφορά και η διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπιστία ή η ασφάλεια του διασυνδεδεμένου συστήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να κριθεί σκόπιμο να δοθεί στους εν λόγω παραγωγούς οικονομική αποζημίωση. Ωστόσο, οι στόχοι της παρούσας οδηγίας απαιτούν τη συνεχή αύξηση της μεταφοράς και της διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές χωρίς να θίγεται η αξιοπιστία ή η ασφάλεια του συστήματος δικτύου. Προς τούτο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να επιτρέπουν τη μεγαλύτερη διείσδυση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των μεταβλητών πηγών και των πηγών που δεν επιδέχονται ακόμη αποθήκευση. Στο βαθμό που απαιτείται από τους στόχους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, η σύνδεση νέων εγκαταστάσεων ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να επιτραπεί το ταχύτερο δυνατόν. Για το σκοπό αυτό, προκειμένου να επιταχυνθούν οι διαδικασίες σύνδεσης δικτύου, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν προτεραιότητα σύνδεσης ή ειδικές δυνατότητες σύνδεσης για τις νέες εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

(62)

Το κόστος σύνδεσης των νέων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου από ανανεώσιμες πηγές στα διασυνδεδεμένα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου θα πρέπει να είναι αντικειμενικό, διαφανές και αμερόληπτο και θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το όφελος το οποίο αποφέρουν στα διασυνδεδεμένα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου οι εγκατεστημένοι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι τοπικοί παραγωγοί αερίου από ανανεώσιμες πηγές.

(63)

Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας που επιθυμούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις απομακρυσμένες περιφέρειες της Κοινότητας, και ιδιαίτερα τις νησιωτικές και τις αραιοκατοικημένες περιοχές, θα πρέπει να επωφελούνται, όπου είναι εφικτό, από λογικά τέλη σύνδεσης, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα βρεθούν αδικαιολόγητα σε μειονεκτική θέση έναντι των παραγωγών που είναι εγκατεστημένοι σε κεντρικότερες, περισσότερο εκβιομηχανισμένες και πυκνοκατοικημένες περιοχές.

(64)

Η οδηγία 2001/77/ΕΚ καθόρισε το πλαίσιο της ένταξης στο διασυνδεδεμένο σύστημα της ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ωστόσο, διαπιστώθηκαν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ κρατών μελών ως προς το βαθμό κατά στον οποίο έχει όντως επιτευχθεί η ένταξη. Για το λόγο αυτό, είναι ανάγκη να ενισχυθεί το πλαίσιο και να επανεξετάζεται η εφαρμογή του κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε εθνικό επίπεδο.

(65)

Η παραγωγή βιοκαυσίμων θα πρέπει να είναι αειφόρος. Συνεπώς, θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό τα βιοκαύσιμα τα οποία χρησιμοποιούνται με σκοπό τη συμμόρφωση προς τους στόχους που θέτει η παρούσα οδηγία και τα βιοκαύσιμα τα οποία τυγχάνουν ενίσχυσης από εθνικά καθεστώτα να πληρούν τα κριτήρια αειφορίας.

(66)

Η Κοινότητα θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων προωθώντας τα κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και την ανάπτυξη των βιοκαυσίμων της δεύτερης και τρίτης γενεάς στην Κοινότητα και ανά τον κόσμο, για την ενίσχυση της έρευνας στον γεωργικό τομέα καθώς και της απόκτησης σχετικών γνώσεων.

(67)

Η εισαγωγή των κριτηρίων αειφορίας για τα βιοκαύσιμα δεν θα επιτύχει το στόχο της εάν οδηγήσουν σε προϊόντα τα οποία δεν πληρούν τα κριτήρια και τα οποία τελικά χρησιμοποιηθούν ως βιορευστά στους τομείς της θέρμανσης και της ηλεκτρικής ενέργειας, αντί να χρησιμοποιηθούν ως βιοκαύσιμα. Για το λόγο αυτό, τα κριτήρια αειφορίας θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στα βιορευστά γενικά.

(68)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007 κάλεσε την Επιτροπή να προτείνει συνολική οδηγία για τη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία θα περιλαμβάνει κριτήρια και διατάξεις για τη διασφάλιση της αειφόρου παροχής και χρήσης της βιοενέργειας. Τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας θα πρέπει να αποτελούν συνεκτικό μέρος ενός ευρύτερου καθεστώτος που καλύπτει όλα τα βιορευστά και όχι μόνο τα βιοκαύσιμα. Τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας θα πρέπει συνεπώς να περιληφθούν στην παρούσα οδηγία. Προκειμένου να διασφαλιστεί μια συνεκτική προσέγγιση μεταξύ ενεργειακής και περιβαλλοντικής πολιτικής και για να αποφευχθεί το επιπλέον κόστος για τις επιχειρήσεις και οι αντιφάσεις στα περιβαλλοντικά πρότυπα ως αποτέλεσμα μιας μη συνεκτικής προσέγγισης, είναι σημαντικό να προβλέπονται τα ίδια κριτήρια αειφορίας για τη χρήση των βιοκαυσίμων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας αφενός και για τους σκοπούς της οδηγίας 98/70/ΕΚ αφετέρου. Για τους ίδιους λόγους, θα πρέπει να αποφευχθεί η διπλή υποβολή εκθέσεων. Εκτός αυτού, η Επιτροπή και οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο μιας επιτροπής ειδικά αρμόδιας για ζητήματα αειφορίας. Η Επιτροπή θα πρέπει επιπλέον να επανεξετάσει κατά το 2009 εάν πρέπει, και με ποιους τρόπους, να συμπεριληφθούν και άλλες εφαρμογές βιομάζας.

(69)

Η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για βιοκαύσιμα και βιορευστά, καθώς και τα κίνητρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία για τη χρήση τους, δε θα πρέπει να συνεπάγεται την ενθάρρυνση της καταστροφής εδαφών με βιοποικιλότητα. Οι εν λόγω εξαντλήσιμοι πόροι, των οποίων η αξία για την ανθρωπότητα αναγνωρίστηκε σε διάφορα διεθνή κείμενα, θα πρέπει να διαφυλαχθούν. Επιπλέον, οι καταναλωτές της Κοινότητας θα θεωρούσαν ηθικά απαράδεκτο ότι η αυξημένη εκ μέρους τους χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή εδαφών με βιοποικιλότητα. Για τους λόγους αυτούς, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν κριτήρια αειφορίας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά μπορούν να επωφεληθούν από την παροχή κινήτρων, μόνον εφόσον υπάρξει εγγύηση ότι δεν προέρχονται από περιοχές με βιοποικιλότητα ή, στην περίπτωση περιοχών που χαρακτηρίζονται για την προστασία της φύσης ή για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, εφόσον η παραγωγή πρώτων υλών δεν παρεμποδίζει τους σκοπούς αυτούς, μέσω της παροχής νομικής απόδειξης από τη σχετική αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας που έχουν επιλεγεί, ως δάσος με βιοποικιλότητα νοείται το πρωτογενές δάσος [κατά τον ορισμό που χρησιμοποιεί ο Οργανισμός Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) στην Αξιολόγηση των Παγκόσμιων Δασικών Πόρων του, την οποία οι χώρες ανά τον κόσμο χρησιμοποιούν για να αναφέρουν την έκταση των πρωτογενών δασών] ή το δάσος που προστατεύεται από την εθνική νομοθεσία για την προστασία της φύσης. Περιλαμβάνονται οι περιοχές όπου συγκομίζονται δασικά προϊόντα πλην του ξύλου, εφόσον οι επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι περιορισμένες. Άλλοι τύποι δασών, όπως ορίζονται από τον FAO, όπως τα τροποποιημένα φυσικά δάση, τα ημιφυσικά δάση και οι φυτείες, δεν θα πρέπει να θεωρούνται πρωτογενή δάση. Επιπροσθέτως, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη βιοποικιλότητα ορισμένων λειμώνων, τόσο των εύκρατων όσο και των τροπικών κλιμάτων, συμπεριλαμβανομένων της σαβάνας, των στεπών, των θαμνωδών περιοχών και των βοσκοτόπων υψηλής βιοποικιλότητας, κρίνεται επίσης σκόπιμο τα βιοκαύσιμα που παράγονται από πρώτες ύλες προερχόμενες από τα εν λόγω εδάφη να μην έχουν δικαίωμα στα κίνητρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία. Η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει ενδεδειγμένα κριτήρια και γεωγραφική εμβέλεια για να ορίσει αυτούς τους μεγάλης βιοποικιλότητας λειμώνες σύμφωνα με τα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία και συναφή διεθνή πρότυπα.

(70)

Εάν μετατραπεί η χρήση εδαφών με υψηλά αποθέματα άνθρακα στο έδαφος ή στη βλάστησή τους με σκοπό την καλλιέργεια πρώτων υλών για βιοκαύσιμα ή βιορευστά, μέρος του αποθηκευμένου άνθρακα γενικά θα απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα τη δημιουργία διοξειδίου του άνθρακα. Η μετατροπή χρήσης έχει ως αρνητικό αντίκτυπο τις επιπτώσεις των αερίων θερμοκηπίου, γεγονός που εξουδετερώνει τον θετικό αντίκτυπο των αερίων θερμοκηπίου των βιοκαυσίμων ή των βιορευστών, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με μεγάλη διαφορά. Επομένως, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνολικές επιπτώσεις αυτής της μετατροπής χρήσης όσον αφορά τον άνθρακα, κατά τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου χάρη στη χρήση ορισμένων βιοκαυσίμων και βιορευστών. Αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κατά τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου λαμβάνονται υπόψη οι συνολικές επιπτώσεις, όσον αφορά τον άνθρακα, από τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών.

(71)

Για τον υπολογισμό των επιπτώσεων της μετατροπής των γαιών σε επίπεδο αερίων θερμοκηπίου, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τρέχουσες τιμές για τα αποθέματα άνθρακα που συνδέονται με τις χρήσεις γης αναφοράς και τις χρήσεις γης μετά τη μετατροπή. Θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν πρότυπες τιμές. Το έργο της διακυβερνητικής ομάδας μελετών των αλλαγών του κλίματος είναι κατάλληλη βάση για τέτοιες πρότυπες τιμές. Το έργο αυτό δεν είναι αυτή τη στιγμή διατυπωμένο σε μορφή που να είναι άμεσα χρησιμοποιήσιμη από τους οικονομικούς φορείς. Η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για το έργο αυτό που θα χρησιμεύσουν ως βάση για τον υπολογισμό των τροποποιήσεων στα αποθέματα άνθρακα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, επίσης όσον αφορά τις δασώδεις εκτάσεις με συγκόμωση μεταξύ 10 % έως 30 %, τις σαβάνες, τις θαμνώδεις περιοχές και τους βοσκοτόπους.

(72)

Η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει μεθόδους για την εκτίμηση των επιπτώσεων της αποξήρανσης των τυρφώνων στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου.

(73)

Δε θα πρέπει να αλλάξουν χρήση με σκοπό την παραγωγή βιοκαυσίμων, τα εδάφη των οποίων η μετατροπή θα οδηγούσε σε απώλεια του αποθέματος άνθρακα, η οποία δεν θα μπορούσε, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος δεδομένου του επείγοντος χαρακτήρα της αντιμετώπισης της αλλαγής του κλίματος, να αντισταθμιστεί από τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου χάρη στην παραγωγή βιοκαυσίμων ή βιορευστών. Αυτό θα απέτρεπε άσκοπες και επαχθείς έρευνες στους οικονομικούς φορείς και τη μετατροπή εδαφών με υψηλό απόθεμα άνθρακα που εκ των υστέρων θα αποδεικνύονταν μη επιλέξιμα για παραγωγή πρώτων υλών για βιοκαύσιμα και βιορευστά. Η απογραφή των παγκόσμιων αποθεμάτων άνθρακα δείχνει ότι οι υγροβιότοποι και οι περιοχές που υπόκεινται σε συνεχή αναδάσωση με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην εν λόγω κατηγορία. Οι περιοχές που υπόκεινται σε συνεχή αναδάσωση με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην εν λόγω κατηγορία, εκτός αν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι το απόθεμά τους σε άνθρακα είναι τόσο χαμηλό ώστε να δικαιολογεί τη μετατροπή τους σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζει η παρούσα οδηγία. Η αναφορά των υγροβιοτόπων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ορισμό που περιέχεται στη σύμβαση για τους υγροβιότοπους διεθνούς σημασίας ιδίως για τα ενδιαιτήματα των νηκτικών πτηνών, που υπογράφηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1971 στο Ραμσάρ.

(74)

Τα κίνητρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία θα ενθαρρύνουν τη μεγαλύτερη παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών παγκοσμίως. Όταν τα βιοκαύσιμα και βιορευστά προέρχονται από πρώτες ύλες που παράγονται εντός της Κοινότητας, θα πρέπει να συμμορφώνονται και προς τις κοινοτικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις για τη γεωργία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για την προστασία της ποιότητας των υπόγειων και των επιφανειακών υδάτων, και προς τις κοινωνικές απαιτήσεις. Ωστόσο, υπάρχει ανησυχία ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών σε ορισμένες τρίτες χώρες ενδέχεται να μην τηρεί στοιχειώδεις περιβαλλοντικές ή κοινωνικές απαιτήσεις. Επομένως, είναι σκόπιμο να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη πολυμερών και διμερών συμφωνιών και εθελοντικών διεθνών ή εθνικών συστημάτων που να καλύπτουν τα βασικά περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα, ώστε να προάγεται η αειφόρος παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών παγκοσμίως. Ελλείψει συμφωνιών ή συστημάτων αυτού του είδους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να υποβάλουν έκθεση για τα εν λόγω ζητήματα.

(75)

Οι απαιτήσεις σχετικά με ένα καθεστώς αειφορίας για τις ενεργειακές χρήσεις της βιομάζας, εκτός από την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών, θα πρέπει να αναλυθούν από την Επιτροπή κατά το 2009, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιείται η διαχείριση των πόρων βιομάζας με γνώμονα την αειφορία.

(76)

Τα κριτήρια αειφορίας θα είναι αποτελεσματικά μόνο εάν οδηγούν σε αλλαγές στη συμπεριφορά των παραγόντων της αγοράς. Οι παράγοντες της αγοράς θα αλλάξουν τη συμπεριφορά τους μόνο εάν τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που πληρούν τα κριτήρια πριμοδοτηθούν ως προς την τιμή σε σύγκριση με όσα δεν πληρούν τα κριτήρια. Σύμφωνα με τη μέθοδο ισοζυγίου μάζας για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης, υπάρχει φυσικός δεσμός μεταξύ της παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορευστών που πληρούν τα κριτήρια αειφορίας και της κατανάλωσης βιοκαυσίμων και βιορευστών στην Κοινότητα, ο οποίος δημιουργεί τη δέουσα ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και διασφαλίζει την πριμοδότηση τιμής η οποία είναι υψηλότερη από ό, τι σε συστήματα όπου δεν υπάρχει τέτοιος δεσμός. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που πληρούν τα κριτήρια αειφορίας θα μπορούν να πωληθούν σε υψηλότερη τιμή, για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης θα πρέπει να χρησιμοποιείται το σύστημα του ισοζυγίου μάζας. Αυτό θα πρέπει να διαφυλάσσει την ακεραιότητα του συστήματος αποφεύγοντας παράλληλα την επιβολή αδικαιολόγητης επιβάρυνσης στη βιομηχανία. Ωστόσο, θα πρέπει να μελετηθούν και άλλες μέθοδοι εξακρίβωσης.

(77)

Όπου χρειάζεται, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την αξιολόγηση οικοσυστημάτων της χιλιετηρίδας που περιέχει χρήσιμα στοιχεία για τη διατήρηση τουλάχιστον των τομέων αυτών που παρέχουν βασικές υπηρεσίες οικοσυστήματος σε κρίσιμες καταστάσεις, όπως η προστασία της λεκάνης απορροής και ο έλεγχος της διάβρωσης.

(78)

Είναι σκόπιμο να παρακολουθούνται οι επιπτώσεις της καλλιέργειας βιομάζας, μεταξύ άλλων, μέσω αλλαγών της χρήσης της γης, συμπεριλαμβανομένων της μετατόπισης, της εισαγωγής χωροκατακτητικών ξένων ειδών και άλλων επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα, όσο και οι επιπτώσεις στην παραγωγή τροφίμων και την τοπική ευημερία. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει όλες τις πηγές πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένου του παγκόσμιου χάρτη της πείνας του FAO. Τα βιοκαύσιμα θα πρέπει να προωθούνται με τρόπο που θα ενθαρρύνει την αυξημένη παραγωγικότητα της γεωργίας και τη χρήση υποβαθμισμένων γαιών.

(79)

Είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να ενθαρρύνει τη σύναψη πολυμερών και διμερών συμφωνιών, καθώς και την καθιέρωση εθελοντικών διεθνών ή εθνικών συστημάτων θέσπισης προτύπων για την παραγωγή αειφόρων βιοκαυσίμων και βιορευστών και πιστοποίησης ότι η παραγωγή των βιοκαυσίμων και βιορευστών τηρεί τα εν λόγω πρότυπα. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να αποφασιστεί οι εν λόγω συμφωνίες ή συστήματα να παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες και στοιχεία, υπό τον όρο ότι τηρούν τα κατάλληλα πρότυπα αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου.

(80)

Είναι ανάγκη να θεσπιστούν σαφείς κανόνες για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα βιοκαύσιμα και βιορευστά, καθώς και από τα αντικαθιστάμενα ορυκτά καύσιμα.

(81)

Τα παραπροϊόντα από την παραγωγή και χρήση καυσίμων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Η μέθοδος υποκατάστασης θεωρείται κατάλληλη για τους σκοπούς της ανάλυσης πολιτικής, αλλά όχι για κανονιστικούς σκοπούς που αφορούν τους μεμονωμένους οικονομικούς φορείς και τις μεμονωμένες αποστολές καυσίμων για μεταφορές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μέθοδος που θεωρείται η πλέον κατάλληλη είναι η μέθοδος της κατανομής ενέργειας διότι εφαρμόζεται εύκολα, είναι προβλέψιμη σε βάθος χρόνου, ελαχιστοποιεί τα αντιπαραγωγικά κίνητρα και παράγει αποτελέσματα τα οποία γενικά είναι συγκρίσιμα με εκείνα που παράγει η μέθοδος υποκατάστασης. Για τους σκοπούς της ανάλυσης πολιτικής, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης, στις εκθέσεις της, να παρουσιάζει αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τη μέθοδο υποκατάστασης.

(82)

Προκειμένου να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση θα πρέπει να θεσπιστεί κατάλογος προκαθορισμένων τιμών για τις κοινές οδούς παραγωγής βιοκαυσίμων, ο οποίος θα πρέπει να επικαιροποιείται και να επεκτείνεται όταν υπάρχουν περαιτέρω αξιόπιστα δεδομένα. Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν πάντοτε το επίπεδο μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που θεσπίζεται στον εν λόγω κατάλογο. Σε περίπτωση που η προκαθορισμένη τιμή μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από μια οδό παραγωγής είναι χαμηλότερη από το απαιτούμενο ελάχιστο επίπεδο μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, οι παραγωγοί που επιθυμούν να αποδείξουν τη συμμόρφωσή τους προς το συγκεκριμένο ελάχιστο επίπεδο θα πρέπει να υποχρεούνται να καταδείξουν ότι το επίπεδο των πραγματικών εκπομπών που προέρχονται από τη διαδικασία παραγωγής τους είναι κατώτερο από το επίπεδο της παραδοχής για τον υπολογισμό των προκαθορισμένων τιμών.

(83)

Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό αυτών των προκαθορισμένων τιμών είναι σκόπιμο να λαμβάνονται από ανεξάρτητες επιστημονικές πηγές και, ανάλογα με την περίπτωση, να επικαιροποιούνται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών των πηγών αυτών. Η Επιτροπή θα πρέπει να παροτρύνει τις πηγές αυτές να εξετάζουν, κατά τις επικαιροποιητικές τους εργασίες, τις εκπομπές από την καλλιέργεια, τον αντίκτυπο των περιφερειακών και των κλιματικών συνθηκών, τον αντίκτυπο της καλλιέργειας με αειφόρους γεωργικές μεθόδους και μεθόδους βιολογικής γεωργίας και τις επιστημονικές συμβολές των παραγωγών στην Κοινότητα και στις τρίτες χώρες και στην κοινωνία των πολιτών.

(84)

Προκειμένου να μην ενθαρρυνθεί η καλλιέργεια πρώτων υλών για βιοκαύσιμα και βιορευστά σε εδάφη όπου αυτό θα οδηγούσε σε υψηλές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, η χρήση των προκαθορισμένων τιμών για την καλλιέργεια θα πρέπει να περιορίζεται σε περιοχές όπου αυτή η επίπτωση μπορεί να αποκλειστεί μετά βεβαιότητας. Ωστόσο, για να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση, είναι σκόπιμο να καθορίσουν τα κράτη μέλη εθνικούς ή περιφερειακούς μέσους όρους εκπομπών από την καλλιέργεια, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης λιπασμάτων.

(85)

Η παγκόσμια ζήτηση γεωργικών πρώτων υλών αυξάνεται συνεχώς. Η αυξανόμενη αυτή ζήτηση θα αντιμετωπιστεί εν μέρει με την αύξηση των εδαφών που χρησιμοποιούνται για τη γεωργία. Η αποκατάσταση των εδαφών που έχουν υποβαθμιστεί σοβαρά ή μολυνθεί έντονα και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως έχουν για γεωργική παραγωγή, θα συμβάλει στην αύξηση των εδαφών που είναι διαθέσιμα για την καλλιέργεια. Επειδή η προαγωγή των βιοκαυσίμων και των βιορευστών θα συμβάλει στην αύξηση της ζήτησης γεωργικών πρώτων υλών, το σύστημα αειφορίας θα πρέπει να προάγει την αποκατάσταση των εδαφών που έχουν υποβαθμιστεί. Ακόμη και αν τα βιοκαύσιμα παράγονται από πρώτες ύλες που προέρχονται από ήδη καλλιεργούμενες εκτάσεις, η καθαρή αύξηση της ζήτησης καλλιεργειών η οποία οφείλεται στην προώθηση των βιοκαυσίμων ενδέχεται να οδηγήσει σε καθαρή αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε εκτάσεις με υψηλό απόθεμα άνθρακα, οπότε θα μπορούσε να επιφέρει απώλεια αποθεμάτων άνθρακα. Για να μετριαστεί ο κίνδυνος αυτός, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν συνοδευτικά μέτρα προκειμένου να ενθαρρυνθεί μεγαλύτερος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας σε εκτάσεις που χρησιμοποιούνται ήδη για καλλιέργειες, η χρήση υποβαθμισμένων εκτάσεων και η θέσπιση απαιτήσεων αειφορίας, ανάλογων με εκείνες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία για την κατανάλωση βιοκαυσίμων στην Κοινότητα, σε άλλες χώρες κατανάλωσης βιοκαυσίμων. H Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει συγκεκριμένη μεθοδολογία για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται σε έμμεσες αλλαγές στη χρήση γης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Επιτροπή θα πρέπει να αναλύσει, βασιζόμενη στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, μεταξύ άλλων, τη συμπερίληψη συντελεστή για την έμμεση αλλαγή στη χρήση γης στον υπολογισμό των αερίων θερμοκηπίου και την ανάγκη δημιουργίας κινήτρων για τα βιώσιμα βιοκαύσιμα που μειώνουν τις συνέπειες στις αλλαγές στη χρήση γης και βελτιώνουν την αειφορία των βιοκαυσίμων με σεβασμό των άμεσων αλλαγών στη χρήση γης. Με την ανάπτυξη της μεθοδολογίας αυτής η Επιτροπή θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίσει τις ενδεχόμενες συνέπειες των έμμεσων αλλαγών στη χρήση γης από τα βιοκαύσιμα που παράγονται από μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες και από λιγνοκυτταρινούχες ύλες.

(86)

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίτευξη κατάλληλου μεριδίου των βιοκαυσίμων στην αγορά, χρειάζεται να διασφαλιστεί η διάθεση, στην αγορά, πετρελαίου ντίζελ με υψηλότερη περιεκτικότητα σε βιολογικό πετρέλαιο από την προβλεπόμενη στο πρότυπο EN590/2004.

(87)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα βιοκαύσιμα, για την παραγωγή των οποίων χρησιμοποιήθηκε ποικίλο εύρος πρώτων υλών, καθίστανται εμπορικώς βιώσιμα, θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερο βάρος σε αυτά στο πλαίσιο των εθνικών υποχρεώσεων περί ανανεώσιμων πηγών.

(88)

Είναι αναγκαία η τακτική υποβολή εκθέσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεχής επικέντρωση στην πρόοδο όσον αφορά την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο. Είναι σκόπιμο να απαιτείται η χρήση εναρμονισμένου προτύπου για τα εθνικά σχέδια δράσης για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που θα πρέπει να υποβάλλουν τα κράτη μέλη. Τα σχέδια αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν εκτίμηση του κόστους και των πλεονεκτημάτων των προβλεπόμενων μέτρων, τα μέτρα που σχετίζονται με την αναγκαία επέκταση ή ενίσχυση της υπάρχουσας υποδομής δικτύου, εκτίμηση του κόστους και των ωφελημάτων για την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές οι οποίες υπερβαίνουν το απαιτούμενο επίπεδο της ενδεικτικής πορείας, πληροφορίες για τα εθνικά καθεστώτα στήριξης και πληροφορίες σχετικά με τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε καινούργια ή ανακαινισμένα κτίρια.

(89)

Κατά το σχεδιασμό των οικείων καθεστώτων στήριξης, τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν τη χρήση βιοκαυσίμων τα οποία παρέχουν πρόσθετα οφέλη, συμπεριλαμβανομένων των οφελών της διαφοροποίησης που παρέχουν τα βιοκαύσιμα που παρασκευάζονται από απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες, λιγνοκυτταρινούχο υλικό και φύκια, καθώς και μη ποτιστικά φυτά που φύονται σε άγονες περιοχές προς καταπολέμηση της απερήμωσης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το διαφορετικό κόστος της παραγωγής ενέργειας από συμβατικά βιοκαύσιμα αφενός και από άλλα βιοκαύσιμα τα οποία παρέχουν πρόσθετα οφέλη αφετέρου. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν τις επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη τεχνολογιών αυτών και άλλων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας οι οποίες χρειάζονται χρόνο για να καταστούν ανταγωνιστικές.

(90)

Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει, ανάλογα με την περίπτωση, τις διατάξεις της σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, ιδίως όπως αυτή εφαρμόζεται μέσω της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες (16).

(91)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εγκρίνονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (17).

(92)

Ειδικότερα, θα πρέπει να εκχωρηθούν αρμοδιότητες στην Επιτροπή να προσαρμόζει τις μεθοδολογικές αρχές και τιμές που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση του κατά πόσον έχουν τηρηθεί τα κριτήρια αειφορίας σε σχέση με τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά, να προσαρμόζει το ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων για τις μεταφορές στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο, να θεσπίσει κριτήρια και γεωγραφική εμβέλεια για τον καθορισμό εδαφών με υψηλή αξία βιοποικιλότητας και εμπεριστατωμένους ορισμούς για εδάφη που έχουν υποβαθμιστεί σοβαρά ή μολυνθεί. Δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα έχουν γενικό πεδίο εφαρμογής και έχουν εκπονηθεί για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με την προσαρμογή των μεθοδολογικών αρχών και τιμών, πρέπει να εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(93)

Οι διατάξεις της οδηγίας 2001/77/ΕΚ και της οδηγίας 2003/30/ΕΚ οι οποίες επικαλύπτονται με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να καταργηθούν από την τελευταία δυνατή χρονική στιγμή για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Οι διατάξεις με αντικείμενο τους στόχους και την υποβολή εκθέσεων για το 2010 θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ έως τα τέλη του 2011. Συνεπώς, είναι ανάγκη να τροποποιηθούν αναλόγως η οδηγία 2001/77/ΕΚ και η οδηγία 2003/30/ΕΚ.

(94)

Δεδομένου ότι τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 17 έως 19 έχουν επίσης επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εναρμονίζοντας τα κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά για τους στόχους της παρούσας οδηγίας και διευκολύνοντας έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 8, τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά τα οποία συμμορφώνονται προς τους εν λόγω όρους, τα μέτρα αυτά βασίζονται στο άρθρο 95 της συνθήκης.

(95)

Το σύστημα αειφορίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη, στα οικεία συστήματα στήριξης, το υψηλότερο κόστος παραγωγής των βιοκαυσίμων και βιορευστών που παρέχουν πλεονεκτήματα που υπερβαίνουν τα στοιχειώδη πλεονεκτήματα που ορίζει το σύστημα αυτό.

(96)

Δεδομένου ότι δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη οι στόχοι επίτευξης 20 % ως μεριδίου συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Κοινότητας και 10 % ως μεριδίου συμμετοχής της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για την ενεργειακή κατανάλωση εκάστου κράτους μέλους για τις μεταφορές έως το 2020 και είναι δυνατόν, επομένως, λόγω της κλίμακας της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των εν λόγω στόχων μέτρα.

(97)

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (18), τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση, και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Θέτει υποχρεωτικούς εθνικούς στόχους για το συνολικό μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας και το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές. Καθορίζει κανόνες για τη στατιστική μεταβίβαση μεταξύ κρατών μελών, για κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες, τις εγγυήσεις προέλευσης, τις διοικητικές διαδικασίες, την πληροφόρηση και την κατάρτιση και την πρόσβαση στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Καθιερώνει κριτήρια αειφορίας του περιβάλλοντος για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ορισμοί της οδηγίας 2003/54/ΕΚ.

Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί και νοούνται ως:

α)

«ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές»: η ενέργεια από ανανεώσιμες μη ορυκτές πηγές ήτοι αιολική, ηλιακή, αεροθερμική, γεωθερμική, υδροθερμική και ενέργεια των ωκεανών, υδροηλεκτρική, από βιομάζα, από τα εκλυόμενα στους χώρους υγειονομικής ταφής αέρια, από τα αέρια που παράγονται σε μονάδες επεξεργασίας λυμάτων και από τα βιοαέρια·

β)

«αεροθερμική ενέργεια»: η ενέργεια που αποθηκεύεται υπό μορφή θερμότητας στον αέρα·

γ)

«γεωθερμική ενέργεια»: η ενέργεια που αποθηκεύεται υπό μορφή θερμότητας κάτω από τη στερεή επιφάνεια της γης·

δ)

«υδροθερμική ενέργεια»: η ενέργεια που αποθηκεύεται υπό μορφή θερμότητας στα επιφανειακά ύδατα·

ε)

«βιομάζα»: το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα προϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων βιολογικής προέλευσης από τη γεωργία (συμπεριλαμβανομένων των φυτικών και των ζωικών ουσιών), τη δασοκομία και τους συναφείς κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, καθώς και το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα των βιομηχανικών αποβλήτων και των οικιακών απορριμμάτων·

στ)

«ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας»: τα ενεργειακά βασικά προϊόντα που παραδίδονται για ενεργειακούς σκοπούς στη βιομηχανία, στις μεταφορές, στα νοικοκυριά, στις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπηρεσιών, στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία, συμπεριλαμβανομένης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας από τον ενεργειακό κλάδο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, και συμπεριλαμβανομένων των απωλειών ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας κατά τη διανομή και τη μεταφορά·

ζ)

«τηλεθέρμανση ή τηλεψύξη»: η διανομή θερμικής ενέργειας υπό μορφή ατμού, ζεστού νερού ή ψυκτικών υγρών, από μια κεντρική πηγή παραγωγής μέσω δικτύου σε πολλά κτίρια ή τόπους, για τη θέρμανση ή ψύξη χώρων και τη βιομηχανική θέρμανση ή ψύξη·

η)

«βιορευστά»: υγρά καύσιμα για ενεργειακούς σκοπούς, εκτός από κίνηση, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας και της θέρμανσης και της ψύξης, τα οποία παράγονται από βιομάζα·

θ)

«βιοκαύσιμα»: υγρά ή αέρια καύσιμα κίνησης τα οποία παράγονται από βιομάζα·

ι)

«εγγύηση προέλευσης»: ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο χρησιμεύει μόνον ως απόδειξη προς τον τελικό καταναλωτή ότι δεδομένο μερίδιο ή ποσότητα ενέργειας έχει παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 6, της οδηγίας 2003/54/ΕΚ·

ια)

«καθεστώς στήριξης»: κάθε μέσο, καθεστώς ή μηχανισμός που δρομολογείται από κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών και προάγει τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μειώνοντας το κόστος της εν λόγω ενέργειας, αυξάνοντας την τιμή πώλησής της ή αυξάνοντας, με την επιβολή υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών ή με άλλον τρόπο, τις αγοραζόμενες ποσότητες της εν λόγω ενέργειας· περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι επενδυτικές ενισχύσεις, οι φορολογικές απαλλαγές ή μειώσεις, οι επιστροφές φόρου, τα καθεστώτα στήριξης της υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούν πράσινα πιστοποιητικά, και τα καθεστώτα άμεσης στήριξης των τιμών συμπεριλαμβανομένων των εγγυημένων τιμών αγοράς και της καταβολής πριμοδοτήσεων·

ιβ)

«υποχρέωση χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας»: εθνικό καθεστώς στήριξης το οποίο επιβάλλει στους παραγωγούς ενέργειας την υποχρέωση να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή τους, απαιτεί από τους προμηθευτές ενέργειας να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον εφοδιασμό τους ή απαιτεί από τους καταναλωτές ενέργειας να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κατανάλωσή τους. Συμπεριλαμβάνονται καθεστώτα δυνάμει των οποίων οι απαιτήσεις αυτές είναι δυνατόν να τηρούνται μέσω της προσκόμισης πράσινου πιστοποιητικού·

ιγ)

«πραγματική τιμή»: η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για ορισμένες ή όλες τις φάσεις μιας συγκεκριμένης διαδικασίας παραγωγής βιοκαυσίμου, η οποία υπολογίζεται με τη μεθοδολογία του παραρτήματος V μέρος Γ·

ιδ)

«τυπική τιμή»: εκτίμηση της μείωσης των αντιπροσωπευτικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για συγκεκριμένη οδό παραγωγής βιοκαυσίμων·

ιε)

«προκαθορισμένη τιμή»: τιμή η οποία προκύπτει βάσει τυπικής τιμής με την εφαρμογή προκαθορισμένων παραγόντων και η οποία, υπό συνθήκες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, μπορεί να χρησιμοποιείται αντί της πραγματικής τιμής.

Άρθρο 3

Δεσμευτικοί εθνικοί συνολικοί στόχοι και μέτρα για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1.   Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 11, στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020 να αντιστοιχεί τουλάχιστον στον εθνικό συνολικό στόχο του όσον αφορά το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά το εν λόγω έτος, όπως αυτό προβλέπεται στην τρίτη στήλη του πίνακα του μέρους A του παραρτήματος I. Αυτοί οι δεσμευτικοί εθνικοί συνολικοί στόχοι είναι σύμμορφοι προς τον στόχο σύμφωνα με τον οποίο το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Κοινότητας πρέπει το 2020 να ανέρχεται σε τουλάχιστον 20 %. Για να επιτευχθούν ευκολότερα αυτοί οι στόχοι που ορίζονται σε αυτό το άρθρο, κάθε κράτος μέλος προωθεί και ενθαρρύνει την απόδοση ενέργειας και την εξοικονόμηση ενέργειας.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα που είναι όντως σχεδιασμένα για να διασφαλίσουν ότι το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ισούται ή υπερβαίνει το μερίδιο που παρατίθεται στην ενδεικτική πορεία του μέρους Β του παραρτήματος Ι.

3.   Για να επιτύχουν τους στόχους των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να εφαρμόζουν τα ακόλουθα μέτρα:

α)

καθεστώτα στήριξης·

β)

μέτρα συνεργασίας μεταξύ διαφόρων κρατών μελών και με τρίτες χώρες για την επίτευξη των εθνικών συνολικών στόχων τους σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 11.

Με την επιφύλαξη των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης, τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 11 της παρούσας οδηγίας σε ποιο βαθμό θα υποστηρίζουν τις μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παράγονται σε άλλο κράτος μέλος.

4.   Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλες τις μορφές μεταφορών να αντιπροσωπεύει, το 2020, ποσοστό τουλάχιστον 10 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές στο εν λόγω κράτος μέλος.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

για τον υπολογισμό του παρονομαστή, ήτοι της συνολικής ποσότητας ενέργειας που καταναλίσκεται στις μεταφορές για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη μόνον η βενζίνη, το πετρέλαιο ντίζελ, τα βιοκαύσιμα που καταναλίσκονται στις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές και η ηλεκτρική ενέργεια·

β)

για τον υπολογισμό του αριθμητή, ήτοι της ποσότητας ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκεται στις μεταφορές για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη όλες οι μορφές ανανεώσιμης ενέργειας που καταναλίσκονται σε όλες τις μορφές μεταφορών·

γ)

για τον υπολογισμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και καταναλίσκεται από όλα τα είδη ηλεκτρικών οχημάτων για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β), τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν να χρησιμοποιούν είτε το μέσο μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Κοινότητα ή το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη χώρα τους όπως μετρήθηκε δύο έτη πριν από το υπό συζήτηση έτος. Πέραν τούτου, για τον υπολογισμό της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκεται από ηλεκτρικά οχήματα, αυτή η κατανάλωση υπολογίζεται ως το γινόμενο επί 2,5 του ενεργειακού περιεχομένου της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2011 η Επιτροπή υποβάλλει, εάν το κρίνει σκόπιμο, πρόταση που να επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να λαμβάνεται υπόψη ολόκληρη η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές και χρησιμοποιείται για την κίνηση ηλεκτρικών οχημάτων κάθε τύπου·

Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2011 η Επιτροπή υποβάλλει επίσης, εάν το κρίνει σκόπιμο, πρόταση μεθοδολογίας για τον υπολογισμό του ποσοστού του υδρογόνου που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές στο συνολικό μείγμα καυσίμων.

Άρθρο 4

Εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια

1.   Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει εθνικό σχέδιο δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια ορίζουν τους εθνικούς συνολικούς στόχους των κρατών μελών για τα μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκονται στις μεταφορές, στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και ψύξης το 2020, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο άλλων μέτρων πολιτικής που αφορούν την ενεργειακή απόδοση στην τελική κατανάλωση ενέργειας, και τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την επίτευξη των εν λόγω εθνικών συνολικών στόχων, συμπεριλαμβανομένων της συνεργασίας μεταξύ τοπικών, περιφερειακών και εθνικών αρχών, των προγραμματιζόμενων στατιστικών μεταβιβάσεων ή κοινών έργων, εθνικών πολιτικών για την ανάπτυξη των υφιστάμενων πόρων βιομάζας και την εκμετάλλευση νέων πόρων βιομάζας για διαφορετικές χρήσεις, και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την τήρηση των απαιτήσεων των άρθρων 13 έως 19.

Το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2009 η Επιτροπή θεσπίζει υπόδειγμα εθνικών σχεδίων δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια. Το υπόδειγμα αυτό θα περιλαμβάνει τις στοιχειώδεις απαιτήσεις του παραρτήματος VI. Τα κράτη μέλη τηρούν το υπόδειγμα αυτό όταν υποβάλλουν τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα εθνικά τους σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια στην Επιτροπή το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2010.

3.   Έξι μήνες πριν από την προθεσμία υποβολής του εθνικού του σχεδίου δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει και κοινοποιεί στην Επιτροπή έγγραφο προβλέψεων στο οποίο αναφέρονται:

α)

η εκτιμώμενη πλεονασματική παραγωγή της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με την ενδεικτική πορεία η οποία μπορεί να μεταβιβάζεται σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 11, καθώς και οι εκτιμώμενες δυνατότητες κοινών έργων μέχρι το 2020·

β)

η εκτιμώμενη ζήτησή του για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές η οποία πρέπει να καλυφθεί με άλλα μέσα πλην της εγχώριας παραγωγής μέχρι το 2020.

Στις εν λόγω πληροφορίες μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στοιχεία σχετικά με το κόστος και τα οφέλη και τη χρηματοδότηση. Οι προβλέψεις επικαιροποιούνται στις εκθέσεις των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ) και ιγ).

4.   Ένα κράτος μέλος, του οποίου το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έπεσε κάτω από την ενδεικτική πορεία κατά την αμέσως προηγούμενη διετία που αναφέρεται στο μέρος Β του παραρτήματος Ι, υποβάλλει στην Επιτροπή, έως τις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους τροποποιημένο σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια στο οποίο εκτίθενται κατάλληλα και ανάλογα μέτρα με σκοπό να ανακτήσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος την ενδεικτική πορεία του μέρους B του παραρτήματος I.

Η Επιτροπή μπορεί, εάν το κράτος μέλος δεν επέτυχε κατά τι την ενδεικτική πορεία, και λαμβάνοντας υπόψη τα εφαρμοζόμενα και μελλοντικά μέτρα του κράτους μέλους, να αποφασίσει την απαλλαγή του κράτους μέλους από την εν λόγω υποχρέωση.

5.   Η Επιτροπή αποστέλλει τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, ιδίως δε την επάρκεια των κατάλληλων μέτρων που προτείνει το κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2. Ανταποκρινόμενη σε εθνικό σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια ή σε τροποποιημένο εθνικό σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, η Επιτροπή μπορεί να διατυπώνει σύσταση.

6.   Η Επιτροπή αποστέλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια και τα έγγραφα προβλέψεων υπό τη μορφή που δημοσιοποιήθηκαν για την πλατφόρμα διαφάνειας όπως εμφαίνεται στο άρθρο 24 παράγραφος 2, καθώς και οιαδήποτε σύσταση όπως εμφαίνεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 5

Υπολογισμός του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1.   Η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε κάθε κράτος μέλος υπολογίζεται ως το άθροισμα:

α)

της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές·

β)

της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για θέρμανση και ψύξη και

γ)

της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές.

Για τον υπολογισμό του μεριδίου ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, το φυσικό αέριο, η ηλεκτρική ενέργεια και το υδρογόνο από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές λαμβάνονται υπόψη μία μόνον φορά για την εφαρμογή των διατάξεων των στοιχείων α), β) ή γ) του πρώτου εδαφίου.

Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 17 παράγραφος 1, τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που δεν πληρούν τα κριτήρια αειφορίας που ορίζονται στο άρθρο 17 παράγραφοι 2 έως 6, δεν λαμβάνονται υπόψη.

2.   Όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι, λόγω ανωτέρας βίας, αδυνατεί να τηρήσει το οικείο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020, το οποίο παρατίθεται στην τρίτη στήλη του πίνακα του παραρτήματος Ι, ενημερώνει την Επιτροπή το συντομότερο δυνατόν. Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση σχετικά με το κατά πόσο στοιχειοθετείται η ανωτέρα βία, οπότε αποφασίζει την προσαρμογή που πρέπει να γίνει στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του κράτους μέλους για το 2020.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές υπολογίζεται ως η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα κράτος μέλος από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, εξαιρουμένης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συστήματα αποθήκευσης μέσω άντλησης από νερό που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα.

Σε εργοστάσια πολλαπλών καυσίμων που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες και συμβατικές πηγές ενέργειας, λαμβάνεται υπόψη μόνο το μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, η συμβολή κάθε πηγής ενέργειας υπολογίζεται με βάση το ενεργειακό της περιεχόμενο.

Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από υδροηλεκτρική και αιολική ενέργεια λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τους κανόνες τυποποίησης του παραρτήματος II.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για θέρμανση και ψύξη υπολογίζεται ως η ποσότητα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που παράγεται σε ένα κράτος μέλος από ανανεώσιμες πηγές, συν η κατανάλωση άλλων μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη βιομηχανία, στα νοικοκυριά, στις υπηρεσίες, στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία για θέρμανση, ψύξη και για βιομηχανικούς σκοπούς.

Σε σταθμούς πολλαπλών καυσίμων που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες και συμβατικές ενεργειακές πηγές, λαμβάνεται υπόψη μόνον το κλάσμα της θέρμανσης και ψύξης που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, η συμβολή κάθε πηγής ενέργειας υπολογίζεται με βάση το ενεργειακό της περιεχόμενο.

Η αεροθερμική, η γεωθερμική και η υδροθερμική ενέργεια που καταναλώνεται από αντλίες θερμότητας λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), υπό την προϋπόθεση ότι η τελική χρήσιμη ενέργεια υπερβαίνει κατά πολύ την ενέργεια που απαιτείται για τη λειτουργία των αντλιών θερμότητας. Η ποσότητα της θερμικής ενέργειας που θα θεωρηθεί ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που καθορίζεται στο παράρτημα VIΙ.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), δεν λαμβάνεται υπόψη η θερμική ενέργεια που παράγεται από συστήματα παθητικής ενέργειας με τα οποία επιτυγχάνεται χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας με παθητικό τρόπο, μέσω του σχεδιασμού του κτιρίου ή από τη θερμότητα που παράγεται από ενέργεια από μη ανανεώσιμες πηγές.

5.   Ως ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων για μεταφορές που παρατίθενται στο παράρτημα III λαμβάνεται το προβλεπόμενο στο εν λόγω παράρτημα. Το παράρτημα III είναι δυνατόν να προσαρμοστεί στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο. Το εν λόγω μέτρο που εκπονήθηκε για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 4.

6.   Το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές υπολογίζεται διαιρώντας την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές διά της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από όλες τις ενεργειακές πηγές, και εκφράζεται ως ποσοστό.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, το άθροισμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προσαρμόζεται σύμφωνα με τα άρθρα 6, 8, 10 και 11.

Κατά τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας ενός κράτους μέλους για τους σκοπούς μέτρησης της συμμόρφωσής του προς τους στόχους και την ενδεικτική πορεία που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, η ποσότητα ενέργειας που καταναλίσκεται στην αεροπορία υπολογίζεται ότι δεν υπερβαίνει, ως ποσοστό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας του εν λόγω κράτους μέλους, το 6,18 %. Για την Κύπρο και την Μάλτα, η ποσότητα ενέργειας που καταναλίσκεται στις αερομεταφορές, ως ποσοστό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας των εν λόγω κρατών μελών, υπολογίζεται ότι δεν υπερβαίνει το 4,12 %.

7.   Η μεθοδολογία και οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για τις στατιστικές ενέργειας (19).

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη συνοχή των στατιστικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό αυτών των τομεακών και συνολικών μεριδίων και των στατιστικών στοιχείων που διαβιβάζονται στην Επιτροπή δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008.

Άρθρο 6

Στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών μελών

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να συμφωνούν και μπορούν να προβαίνουν σε ρυθμίσεις για τη στατιστική μεταβίβαση συγκεκριμένης ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Η μεταβιβαζόμενη ποσότητα:

α)

αφαιρείται από την ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους προς τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 και

β)

προστίθεται στην ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης άλλου κράτους μέλους που δέχεται τη μεταβίβαση προς τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2.

Η στατιστική μεταβίβαση δεν επηρεάζει την επίτευξη του εθνικού στόχου του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους.

2.   Οι ρυθμίσεις δυνάμει της παραγράφου 1 μπορούν να ισχύουν επί ένα ή περισσότερα έτη, αλλά πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή εντός τριών μηνών το πολύ από το τέλος κάθε έτους κατά το οποίο ισχύουν. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Επιτροπή περιλαμβάνουν την ποσότητα και την τιμή της συγκεκριμένης ενέργειας.

3.   Οι μεταβιβάσεις οριστικοποιούνται μόνον μετά την κοινοποίησή τους στην Επιτροπή από όλα τα ενεχόμενα κράτη μέλη.

Άρθρο 7

Κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών

1.   Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται για κοινά έργα οιουδήποτε τύπου τα οποία αφορούν την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση ή ψύξη. Στην εν λόγω συνεργασία μπορούν να συμμετέχουν ιδιωτικοί φορείς.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ποσοστό ή την ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση ή ψύξη η οποία παράγεται από οιοδήποτε κοινό έργο της επικράτειάς τους το οποίο άρχισε να λειτουργεί μετά την 25 Ιουνίου 2009, ή από την αυξημένη δυναμικότητα εγκατάστασης που ανακαινίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή, και η οποία καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο άλλου κράτους μέλους για τους σκοπούς της εκτίμησης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

3.   Η κοινοποίηση της παραγράφου 2:

α)

περιγράφει την προβλεπόμενη εγκατάσταση ή ταυτοποιεί την ανακαινισθείσα εγκατάσταση·

β)

προσδιορίζει το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης που παράγεται από την εγκατάσταση, η οποία θα καταλογιστεί στους εθνικούς συνολικούς στόχους άλλου κράτους μέλους·

γ)

προσδιορίζει το κράτος μέλος εξ ονόματος του οποίου πραγματοποιείται η κοινοποίηση·

δ)

διευκρινίζει την περίοδο, σε ολόκληρα ημερολογιακά έτη, κατά την οποία η ηλεκτρική ενέργεια ή θέρμανση ή ψύξη η οποία παράγεται από την εγκατάσταση από ανανεώσιμες πηγές καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο του άλλου κράτους μέλους.

4.   Η περίοδος που αναφέρεται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 3 δεν επιτρέπεται να εκτείνεται πέραν του 2020. Η διάρκεια ενός κοινού έργου μπορεί να εκτείνεται πέραν του 2020.

5.   Οι κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται να τροποποιούνται ή να αποσύρονται χωρίς την κοινή συμφωνία του κοινοποιούντος κράτους μέλους και του κράτους μέλους που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ).

Άρθρο 8

Επιπτώσεις των κοινών έργων μεταξύ κρατών μελών

1.   Εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε έτους που περιλαμβάνεται στην περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο δ), τα κράτος μέλος που προέβη στην κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 7 εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρονται:

α)

η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εγκατάσταση η οποία αποτελεί αντικείμενο της κοινοποίησης δυνάμει του άρθρου 7 και

β)

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εν λόγω εγκατάσταση και η οποία θα καταλογιστεί στο συνολικό εθνικό στόχο άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με τους όρους της κοινοποίησης.

2.   Το κοινοποιούν κράτος μέλος αποστέλλει την κοινοποιητική επιστολή στο κράτος μέλος εξ ονόματος του οποίου πραγματοποιείται η κοινοποίηση, και στην Επιτροπή.

3.   Για την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τους στόχους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τους εθνικούς συνολικούς στόχους, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β):

α)

αφαιρείται από την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης του κράτους μέλους που εκδίδει την κοινοποιητική επιστολή δυνάμει της παραγράφου 1 και

β)

προστίθεται στην ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης του κράτους μέλους που λαμβάνει την κοινοποιητική επιστολή σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 9

Κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών

1.   Ένα ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες για κοινά έργα οιουδήποτε τύπου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Στην εν λόγω συνεργασία μπορούν να συμμετέχουν ιδιωτικοί φορείς.

2.   Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές σε τρίτες χώρες λαμβάνεται υπόψη μόνον για τους σκοπούς της εκτίμησης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τους εθνικούς συνολικούς στόχους εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ηλεκτρική ενέργεια καταναλίσκεται στην Κοινότητα, απαίτηση που πρέπει να πληρούται όπου:

i)

ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ισοδύναμη προς την καταλογιζόμενη ηλεκτρική ενέργεια έχει οριστεί σαφώς στο κατανεμόμενο δυναμικό διασύνδεσης από όλους τους αρμόδιους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς στη χώρα προέλευσης, στη χώρα προορισμού και, ανάλογα με την περίπτωση, σε κάθε χώρα διέλευσης,

ii)

ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ισοδύναμη προς την καταλογιζόμενη ηλεκτρική ενέργεια έχει εγγραφεί σαφώς στον ισολογισμό του αρμόδιου φορέα εκμετάλλευσης συστήματος μεταφοράς από την κοινοτική πλευρά διασύνδεσης και

iii)

το οριζόμενο δυναμικό και η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εγκατάσταση που αναφέρεται στο στοιχείο β) αφορούν την ίδια χρονική περίοδο·

β)

η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται από νεόδμητη εγκατάσταση η οποία άρχισε να λειτουργεί μετά την 25 Ιουνίου 2009. ή από την αυξημένη δυναμικότητα εγκατάστασης η οποία ανακαινίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή, στο πλαίσιο κοινού έργου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και

γ)

για την παραγόμενη και εξαγόμενη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχει χορηγηθεί στήριξη δυνάμει καθεστώτος στήριξης τρίτης χώρας πλην επενδυτικής ενίσχυσης που χορηγείται στην εγκατάσταση.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή να λαμβάνεται υπόψη, για τους σκοπούς του άρθρου 5, η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που παράγεται και καταναλίσκεται σε τρίτη χώρα, στο πλαίσιο της κατασκευής σταθμού διασύνδεσης με εξαιρετικά μακρόχρονη φάση αποπεράτωσης μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας υπό τους ακόλουθους όρους:

α)

η κατασκευή του σταθμού διασύνδεσης πρέπει να έχει αρχίσει το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2016·

β)

ο σταθμός πρέπει να μην έχει δυνατότητα να ξεκινήσει τη λειτουργία του το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2020·

γ)

ο σταθμός πρέπει να μπορεί να ξεκινήσει τη λειτουργία του το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2022·

δ)

αφού ξεκινήσει να λειτουργεί, ο σταθμός διασύνδεσης θα χρησιμοποιείται για την εξαγωγή στην Κοινότητα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας·

ε)

η εφαρμογή σχετίζεται με κοινό έργο που πληροί τα κριτήρια των στοιχείων β) και γ) της παραγράφου 2 και ότι θα χρησιμοποιήσει το σταθμό διασύνδεσης αφού τεθεί σε λειτουργία, καθώς και με ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που δεν είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα που θα εξάγεται στην Κοινότητα αφού ξεκινήσει η λειτουργία του σταθμού διασύνδεσης.

4.   Το ποσοστό ή η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από οιαδήποτε εγκατάσταση στην επικράτεια τρίτης χώρας, η οποία καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο ενός ή περισσότερων κρατών μελών για τους σκοπούς της εκτίμησης της συμμόρφωσης προς το άρθρο 3, κοινοποιούνται στην Επιτροπή. Όταν εμπλέκονται περισσότερα του ενός κράτη μέλη, η κατανομή αυτού του ποσοστού ή της ποσότητας μεταξύ κρατών μελών κοινοποιείται στην Επιτροπή. Αυτό το ποσοστό ή η ποσότητα δεν υπερβαίνει το ποσοστό ή την ποσότητα που όντως εξάγεται και καταναλίσκεται στην Κοινότητα και που αντιστοιχεί στην ποσότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημεία i) και ii) του παρόντος άρθρου και πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 στοιχείο α). Η κοινοποίηση πραγματοποιείται από κάθε κράτος μέλος στο συνολικό εθνικό στόχο του οποίου καταλογίζεται το ποσοστό ή η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας.

5.   Η κοινοποίηση της παραγράφου 4:

α)

περιγράφει την προβλεπόμενη εγκατάσταση ή ταυτοποιεί την ανακαινισθείσα εγκατάσταση·

β)

προσδιορίζει το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση, η οποία θα καταλογιστεί στον εθνικό στόχο κράτους μέλους καθώς και, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων περί εμπιστευτικότητας, τις αντίστοιχες χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις·

γ)

διευκρινίζει την περίοδο, σε ολόκληρα ημερολογιακά έτη, κατά την οποία η ηλεκτρική ενέργεια καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο του κράτους μέλους και

δ)

περιλαμβάνει γραπτή αποδοχή των στοιχείων β) και γ) από την τρίτη χώρα στην επικράτεια της οποίας θα λειτουργήσει η εγκατάσταση και το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση και θα χρησιμοποιηθεί εντός της χώρας αυτής.

6.   Η περίοδος που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 5 δεν επιτρέπεται να εκτείνεται πέραν του 2020. Η διάρκεια ενός κοινού έργου μπορεί να εκτείνεται πέραν του 2020.

7.   Οι κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται να τροποποιούνται ή να αποσύρονται χωρίς την κοινή συμφωνία του κοινοποιούντος κράτους μέλους και της τρίτης χώρας που αναγνώρισε το κοινό έργο σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχείο δ).

8.   Τα κράτη μέλη και η Κοινότητα παροτρύνουν τα αρμόδια όργανα της συνθήκης για την Ενεργειακή Κοινότητα να λάβουν, σύμφωνα με τη συνθήκη για την Ενεργειακή Κοινότητα, τα μέτρα που απαιτούνται ώστε τα συμβαλλόμενα μέρη της εν λόγω συνθήκης να μπορούν να εφαρμόζουν τις διατάξεις περί συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 10

Επιπτώσεις κοινών έργων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών

1.   Εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε έτους που περιλαμβάνεται στην περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 5 στοιχείο γ), το κράτος μέλος που προέβη στην κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 9 εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρονται:

α)

η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εγκατάσταση η οποία αποτελεί αντικείμενο της κοινοποίησης δυνάμει του άρθρου 9·

β)

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εγκατάσταση η οποία καταλογίζεται στον εθνικό του συνολικό στόχο σύμφωνα με την κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 9 και

γ)

απόδειξη συμμόρφωσης προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 παράγραφος 2.

2.   Το κράτος μέλος αποστέλλει την κοινοποιητική επιστολή στην τρίτη χώρα η οποία αναγνώρισε το έργο σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 στοιχείο δ) και στην Επιτροπή.

3.   Για την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τους στόχους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τους εθνικούς συνολικούς στόχους, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) προστίθεται στην ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση της συμμόρφωσης του κράτους μέλους που εκδίδει την κοινοποιητική επιστολή.

Άρθρο 11

Κοινά καθεστώτα στήριξης

1.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών δυνάμει του άρθρο 3, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν, εθελοντικά, να συνενώνουν ή να συντονίζουν μερικώς τα εθνικά τους καθεστώτα στήριξης. Στις περιπτώσεις αυτές, ορισμένη ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία παράγεται στην επικράτεια συμμετέχοντος κράτους μέλους μπορεί να καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο άλλου συμμετέχοντος κράτους μέλους εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος:

α)

προβαίνει σε στατιστική μεταβίβαση συγκεκριμένων ποσοτήτων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 6· ή

β)

καθιερώνει κανόνα κατανομής για τον οποίον συμφωνούν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και βάσει του οποίου ποσότητες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατανέμονται μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών. Ο κανόνας αυτός κοινοποιείται στην Επιτροπή εντός τριών μηνών το πολύ από το τέλος του πρώτου έτους κατά το οποίο ισχύει.

2.   Εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε έτους, κάθε κράτος μέλος το οποίο προέβη σε κοινοποίηση δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β) εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρεται η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές και η οποία υπόκειται στον κανόνα κατανομής.

3.   Για την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τους εθνικούς συνολικούς στόχους, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 ανακατανέμεται μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τον κοινοποιηθέντα κανόνα κατανομής.

Άρθρο 12

Αύξηση δυναμικότητας

Για τους σκοπούς του άρθρου 7 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 στοιχείο β), οι μονάδες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που οφείλονται σε αύξηση της δυναμικότητας της εγκατάστασης θεωρείται ότι παρήχθησαν από χωριστή εγκατάσταση η οποία άρχισε να λειτουργεί τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση δυναμικότητας.

Άρθρο 13

Διοικητικές διαδικασίες, κανονισμοί και κώδικες

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας που εφαρμόζονται στους σταθμούς και τις συνδεδεμένες υποδομές δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και στη διαδικασία μεταποίησης της βιομάζας σε βιοκαύσιμα ή άλλα ενεργειακά προϊόντα να είναι αναλογικοί και αναγκαίοι.

Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι:

α)

με την επιφύλαξη των διαφορών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τη διοικητική δομή και οργάνωση, οι αντίστοιχες αρμοδιότητες των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών διοικητικών φορέων για τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας συντονίζονται και καθορίζονται σαφώς, συμπεριλαμβανομένου του χωροταξικού σχεδιασμού, με διαφανή χρονοδιαγράμματα για τον καθορισμό των αιτήσεων πολεοδομικών ή οικοδομικών αδειών·

β)

πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τη διεκπεραίωση των αιτήσεων έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας για εγκαταστάσεις ανανεώσιμης ενέργειας και για τη βοήθεια που παρέχεται στους αιτούντες διατίθενται στο κατάλληλο επίπεδο·

γ)

οι διοικητικές διαδικασίες απλουστεύονται και διεκπεραιώνονται με ταχείες διαδικασίες στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο·

δ)

οι κανόνες που διέπουν την έγκριση, την πιστοποίηση και τη χορήγηση άδειας είναι αντικειμενικοί, διαφανείς, αναλογικοί, δεν δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ των αιτούντων, και λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας·

ε)

είναι διαφανή και συνδεόμενα με το κόστος τα διοικητικά τέλη που καταβάλλουν οι καταναλωτές, οι πολεοδόμοι, οι αρχιτέκτονες, οι κατασκευαστές και οι εγκαταστάτες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων και

στ)

καθορίζονται, ανάλογα με την περίπτωση, απλουστευμένες και λιγότερο επαχθείς διαδικασίες έγκρισης, περιλαμβανομένης της απλής κοινοποίησης εάν επιτρέπεται από το εφαρμοστέο ρυθμιστικό πλαίσιο, για μικρότερα έργα και για αποκεντρωμένα συστήματα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, κατά περίπτωση.

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν σαφώς τις τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν ο εξοπλισμός και τα συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας προκειμένου να μπορούν να επωφεληθούν από τα καθεστώτα στήριξης. Όταν υπάρχουν ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως τα οικολογικά σήματα, τα ενεργειακά σήματα και άλλα τεχνικά συστήματα αναφοράς που θεσπίστηκαν από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης, οι εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές εκφράζονται με βάση τα εν λόγω πρότυπα. Οι τεχνικές αυτές προδιαγραφές δεν προβλέπουν το πού πρέπει να πιστοποιούνται ο εξοπλισμός και τα συστήματα και δεν θα πρέπει να συνιστούν εμπόδιο στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.

3.   Τα κράτη μέλη συνιστούν σε όλους τους φορείς, ιδίως τους τοπικούς και περιφερειακούς διοικητικούς φορείς να μεριμνούν για την εγκατάσταση εξοπλισμού και συστημάτων για τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς και εξοπλισμό και συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης κατά τον προγραμματισμό, τον σχεδιασμό, την κατασκευή και την ανακαίνιση βιομηχανικών ή οικιστικών περιοχών. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν συγκεκριμένα τους τοπικούς και περιφερειακούς διοικητικούς φορείς να περιλαμβάνουν συστήματα θέρμανσης και ψύξης που παράγονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον πολεοδομικό προγραμματισμό των πόλεων κατά περίπτωση.

4.   Στους οικείους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες, τα κράτη μέλη εισάγουν κατάλληλα μέτρα για να αυξήσουν το μερίδιο κάθε μορφής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον οικοδομικό τομέα.

Όταν θεσπίζουν τέτοια μέτρα ή στα περιφερειακά καθεστώτα στήριξης, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη εθνικά μέτρα που αφορούν ουσιαστικές αυξήσεις της ενεργειακής απόδοσης και συμπαραγωγής και, σε κτίρια παθητικής ενέργειας, χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας ή μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας.

Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2014, τα κράτη μέλη απαιτούν, στους οικείους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες ή με άλλο τρόπο με ισοδύναμο αποτέλεσμα, κατά περίπτωση, τη χρήση στοιχειώδους επιπέδου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα νέα κτίρια και στα υφιστάμενα κτίρια που υποβάλλονται σε σημαντική ανακαίνιση. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την τήρηση του στοιχειώδους αυτού επιπέδου, μεταξύ άλλων, μέσω της τηλεθέρμανσης και της τηλεψύξης που παράγονται με χρήση σε σημαντικό ποσοστό ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών.

Οι απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου ισχύουν για τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά μόνον στο μέτρο που η εφαρμογή του δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη φύση και τον κύριο στόχο των δραστηριοτήτων των ενόπλων δυνάμεων και με την εξαίρεση του υλικού που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς.

5.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 2012 και μετά, τα νέα δημόσια κτίρια και τα υφιστάμενα δημόσια κτίρια που υποβάλλονται σε σημαντικά έργα ανακαίνισης, σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο να διαδραματίζουν υποδειγματικό ρόλο στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μπορούν μεταξύ άλλων να επιτρέπουν ότι αυτή η υποχρέωση πληρούται μέσω της συμμόρφωση προς τα πρότυπα για κατοικίες μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας ή με πρόβλεψη ότι οι στέγες των πλήρως ή εν μέρει δημόσιων κτιρίων χρησιμοποιούνται από τρίτους για εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

6.   Όσον αφορά τους οικείους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες, τα κράτη μέλη προωθούν τη χρήση συστημάτων και εξοπλισμού θέρμανσης και ψύξης που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και επιτυγχάνουν σημαντική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ενεργειακά σήματα ή οικολογικά σήματα ή άλλα κατάλληλα πιστοποιητικά ή πρότυπα που αναπτύχθηκαν σε εθνικό ή κοινοτικό επίπεδο, όπου αυτά υφίστανται, ως βάση για την ενθάρρυνση της χρήσης τέτοιων συστημάτων και εξοπλισμού.

Όσον αφορά τη βιομάζα, τα κράτη μέλη προωθούν τις τεχνολογίες μετατροπής που επιτυγχάνουν απόδοση μετατροπής τουλάχιστον 85 % για τις οικιστικές και εμπορικές εφαρμογές και τουλάχιστον 70 % για τις βιομηχανικές εφαρμογές.

Όσον αφορά τις αντλίες θερμότητας, τα κράτη μέλη προωθούν τις αντλίες θερμότητας που πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις οικολογικής σήμανσης που θεσπίστηκαν στην απόφαση 2007/742/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2007, περί καθορισμού οικολογικών κριτηρίων για την απονομή του κοινοτικού οικολογικού σήματος σε ηλεκτροκίνητες, αεριοκίνητες ή λειτουργούσες με απορρόφηση αντλίες θερμότητας (20).

Όσον αφορά την ηλιακή θερμική ενέργεια, τα κράτη μέλη προωθούν πιστοποιημένο εξοπλισμό και συστήματα που βασίζονται σε ευρωπαϊκά πρότυπα εάν υφίστανται, συμπεριλαμβανομένων των οικολογικών σημάτων, των ενεργειακών σημάτων και άλλων τεχνικών συστημάτων αναφοράς που θεσπίζονται από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης.

Κατά την εκτίμηση της απόδοσης μετατροπής και της αναλογίας εισροών/εκροών των συστημάτων και του εξοπλισμού για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τις κοινοτικές ή, ελλείψει αυτών, τις διεθνείς διαδικασίες εφόσον αυτές υπάρχουν.

Άρθρο 14

Πληροφόρηση και κατάρτιση

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα στήριξης να διατίθενται σε όλους τους ενδιαφερόμενους, όπως καταναλωτές, κατασκευαστές, εγκαταστάτες, αρχιτέκτονες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας και οχημάτων συμβατών με τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι πληροφορίες σχετικές με τα καθαρά οφέλη, το κόστος και την ενεργειακή απόδοση του εξοπλισμού και των συστημάτων για τη χρήση θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας διατίθενται είτε από τους προμηθευτές του εξοπλισμού ή των συστημάτων είτε από τις εθνικές αρμόδιες αρχές.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμα συστήματα χαρακτηρισμού να γίνουν ή να είναι διαθέσιμα στις 31 Δεκεμβρίου 2012 για τους εγκαταστάτες μικρής κλίμακας λεβήτων και θερμαστρών βιομάζας, ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών συστημάτων, γεωθερμικών συστημάτων μικρού βάθους και αντλιών θερμότητας. Τα εν λόγω καθεστώτα μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τα υφιστάμενα καθεστώτα και δομές, ανάλογα με την περίπτωση, και βασίζονται στα κριτήρια του παραρτήματος IV. Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει την πιστοποίηση που έχει χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια.

4.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τα καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμα συστήματα χαρακτηρισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να δημοσιοποιούν τον κατάλογο εγκαταστατών οι οποίοι διαθέτουν τα σχετικά προσόντα ή είναι πιστοποιημένοι σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

5.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διατίθενται οδηγίες προς όλους τους ενδιαφερομένους, ιδίως δε τους πολεοδόμους και τους αρχιτέκτονες, ώστε αυτοί να λαμβάνουν δεόντως υπόψη το βέλτιστο συνδυασμό ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών, τεχνολογιών υψηλής απόδοσης και τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης κατά τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό, τη δόμηση και την ανακαίνιση βιομηχανικών ή οικιστικών ζωνών.

6.   Τα κράτη μέλη, με τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών, εκπονούν κατάλληλα προγράμματα ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης, παροχής οδηγιών ή/και κατάρτισης για να ενημερώνουν τους πολίτες για τα πλεονεκτήματα και τις πρακτικές λεπτομέρειες της ανάπτυξης και της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Άρθρο 15

Εγγυήσεις προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας και της ενέργειας θέρμανσης και ψύξης που παράγονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

1.   Για να αποδεικνύεται στους τελικούς καταναλωτές το μερίδιο ή η ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο ενεργειακό μείγμα προμηθευτή ενέργειας, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να είναι δυνατόν να παρέχεται εγγύηση για την προέλευση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια.

2.   Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εκδίδεται εγγύηση προέλευσης ύστερα από σχετικό αίτημα παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την έκδοση εγγυήσεων προέλευσης ύστερα από αίτημα παραγωγών θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να εξαρτώνται από στοιχειώδες όριο δυναμικού. Η εγγύηση προέλευσης αντιστοιχεί σε τυποποιημένη ισχύ 1 MWh. Δεν επιτρέπεται να εκδίδονται περισσότερες από μία εγγύηση προέλευσης για κάθε μονάδα παραγόμενης ενέργειας.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ίδια μονάδα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να λαμβάνεται υπόψη μόνον άπαξ.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι δεν παρέχεται στήριξη σε παραγωγό όταν ο παραγωγός αυτός λαμβάνει εγγύηση προέλευσης για την ίδια παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Η εγγύηση προέλευσης δεν σχετίζεται με τη συμμόρφωση του κράτους μέλους προς το άρθρο 3. Οι μεταβιβάσεις εγγυήσεων προέλευσης, χωριστά ή μαζί με τη φυσική μεταβίβαση ενέργειας, δεν επηρεάζουν την απόφαση των κρατών μελών να χρησιμοποιούν στατιστικές μεταβιβάσεις, κοινά έργα ή κοινά καθεστώτα στήριξης για να συμμορφωθούν προς τους στόχους ή για να υπολογίζουν την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5.

3.   Οι εγγυήσεις προέλευσης επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον εντός δώδεκα μηνών από την παραγωγή της αντίστοιχης μονάδας ενέργειας. Η εγγύηση προέλευσης, ακυρώνεται όταν χρησιμοποιηθεί.

4.   Τα κράτη μέλη ή οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς εποπτεύουν την έκδοση, τη μεταβίβαση και την ακύρωση αυτών των εγγυήσεων προέλευσης. Οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς έχουν μη αλληλεπικαλυπτόμενες γεωγραφικές αρμοδιότητες, και είναι ανεξάρτητοι από τις δραστηριότητες παραγωγής, εμπορίου και εφοδιασμού.

5.   Τα κράτη μέλη ή οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς θεσπίζουν κατάλληλους μηχανισμούς για να εξασφαλίζουν την ηλεκτρονική έκδοση, μεταβίβαση και ακύρωση των εγγυήσεων προέλευσης και ότι οι εγγυήσεις αυτές είναι ακριβείς, αξιόπιστες και μη παραποιήσιμες.

6.   Στην εγγύηση προέλευσης προσδιορίζονται τουλάχιστον:

α)

η πηγή ενέργειας από την οποία παρήχθη η ενέργεια και οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης της παραγωγής της·

β)

κατά πόσον η εγγύηση προέλευσης αφορά:

i)

ηλεκτρική ενέργεια, ή

ii)

θέρμανση ή/και ψύξη·

γ)

η ονομασία, ο τόπος, το είδος και το δυναμικό της εγκατάστασης στην οποία παρήχθη η ενέργεια·

δ)

εάν και κατά πόσον η εγκατάσταση έχει λάβει επενδυτική στήριξη, εάν και κατά πόσον η μονάδα ενέργειας έχει επωφεληθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο από εθνικό καθεστώς στήριξης, και τη μορφή του καθεστώτος στήριξης·

ε)

και η ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να λειτουργεί η εγκατάσταση και

στ)

η ημερομηνία και η χώρα έκδοσης και ο ενιαίος αριθμός αναγνώρισης.

7.   Εάν ένας προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας υποχρεούται να αποδεικνύει το μερίδιο ή την ποσότητα ανανεώσιμης ενέργειας που περιέχεται στο ενεργειακό του μείγμα για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, μπορεί να το αποδεικνύει με τις σχετικές εγγυήσεις προέλευσης.

8.   Η ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που αντιστοιχεί στις εγγυήσεις προέλευσης οι οποίες μεταβιβάζονται από έναν προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας σε τρίτον αφαιρείται από το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του ενεργειακού του μείγματος για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ.

9.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις εγγυήσεις προέλευσης που εκδίδουν άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, μόνον ως απόδειξη των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 6 στοιχεία α) έως στ). Τα κράτη μέλη μπορούν να αρνούνται την αναγνώριση εγγύησης προέλευσης μόνον εάν έχουν βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την ακρίβεια, την αξιοπιστία ή την αλήθειά της. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αρνήσεις αυτές και την αιτιολόγησή τους.

10.   Αν η Επιτροπή κρίνει αβάσιμη άρνηση αναγνώρισης της εγγύησης προέλευσης, μπορεί να εκδίδει απόφαση με την οποία υποχρεώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να την αναγνωρίσει.

11.   Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια για τη χρήση των εγγυήσεων προέλευσης κατά τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ.

12.   Όταν οι προμηθευτές ενέργειας διαθέτουν στους καταναλωτές ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές αναφέροντας τα περιβαλλοντικά ή άλλα οφέλη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους προμηθευτές ενέργειας να κοινοποιούν, σε περιληπτική μορφή, πληροφορίες σχετικά με την ποσότητα ή το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που προέρχεται από εγκαταστάσεις ή αυξημένη δυναμικότητα που άρχισαν να λειτουργούν μετά τις 25 Ιουνίου 2009.

Άρθρο 16

Πρόσβαση στα δίκτυα και εκμετάλλευση των δικτύων

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την ανάπτυξη δικτυακής υποδομής μεταφοράς και διανομής, ευφυών δικτύων, εγκαταστάσεων αποθήκευσης και του συστήματος ηλεκτροδότησης προκειμένου να καταστεί δυνατή η ασφαλής λειτουργία του συστήματος ηλεκτροδότησης ώστε να επιτρέπει την περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεων μεταξύ κρατών μελών, καθώς και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης τα κατάλληλα μέτρα για να επιταχύνουν τις διαδικασίες χορήγησης άδειας για δικτυακή υποδομή και για να συντονίσουν την έγκριση της δικτυακής υποδομής με τις διοικητικές διαδικασίες και τις διαδικασίες προγραμματισμού.

2.   Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και της ασφάλειας του δικτύου, και βάσει διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων που καθορίζονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές:

α)

τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ευρισκόμενοι στο έδαφός τους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής εγγυώνται τη μεταφορά και τη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές·

β)

τα κράτη μέλη εξάλλου προβλέπουν ότι η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές έχει προτεραιότητα ή εξασφάλιση πρόσβασης στο δίκτυο ηλεκτροδότησης·

γ)

τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, κατά την κατανομή των εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής, οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς να δίνουν προτεραιότητα σε εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές στον βαθμό που το επιτρέπει η ασφαλής λειτουργία του εθνικού συστήματος ηλεκτροδότησης και βάσει διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται τα δέοντα επιχειρησιακά μέτρα σχετικά με το δίκτυο και την αγορά προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι περιορισμοί της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Όταν λαμβάνονται σημαντικά μέτρα για τον περιορισμό των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια του εθνικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας και ο ενεργειακός εφοδιασμός, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιοι φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων να υποβάλλουν έκθεση για τα μέτρα αυτά, αναφέροντας τι διορθωτικά μέτρα προτίθενται να λάβουν για την αποφυγή μη σκόπιμων περικοπών.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων μεταφοράς και διανομής να καθορίζουν και να δημοσιοποιούν τους τυποποιημένους κανόνες τους σχετικά με την ανάληψη και τον επιμερισμό του κόστους των τεχνικών αναπροσαρμογών, όπως των συνδέσεων με το δίκτυο και των ενισχύσεων του δικτύου, της βελτιωμένης λειτουργίας του δικτύου και των κανόνων για την αμερόληπτη εφαρμογή των κωδίκων δικτύου, οι οποίες απαιτούνται για την ένταξη νέων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές στο διασυνδεδεμένο δίκτυο.

Οι κανόνες αυτοί βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια, στα οποία λαμβάνονται ιδίως υπόψη όλες οι δαπάνες και τα πλεονεκτήματα της σύνδεσης αυτών των παραγωγών με το δίκτυο καθώς και οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούν οι παραγωγοί οι εγκατεστημένοι σε απόκεντρες περιφέρειες και σε περιφέρειες χαμηλής πληθυσμιακής πυκνότητας. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να προβλέπουν διαφορετικούς τύπους σύνδεσης.

4.   Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων μεταφοράς και διανομής να αναλαμβάνουν ολόκληρο το κόστος που αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή μέρος αυτού. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη βελτίωση των πλαισίων και των κανόνων για την ανάληψη και τον επιμερισμό του κόστους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, και στη συνέχεια ανά διετία, ώστε να εξασφαλίζουν την ένταξη νέων παραγωγών που προβλέπεται στην ίδια παράγραφο.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής να παρέχουν στους νέους παραγωγούς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που επιθυμούν να συνδεθούν με το δίκτυο κάθε αναγκαία πληροφορία για:

α)

μια πλήρη και αναλυτική εκτίμηση των δαπανών της σύνδεσης·

β)

ένα εύλογο και ακριβές χρονοδιάγραμμα παραλαβής και επεξεργασίας της αίτησης σύνδεσης στο δίκτυο·

γ)

ένα εύλογο ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα για την οποιαδήποτε προτεινόμενη σύνδεση στο δίκτυο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, οι οποίοι επιθυμούν να συνδεθούν με το δίκτυο, να προκηρύσσουν πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για τις εργασίες σύνδεσης.

6.   Ο επιμερισμός του κόστους που αναφέρεται στην παράγραφο 3 πραγματοποιείται με μηχανισμό που βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια, λαμβανομένων υπόψη των πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν από τις εν λόγω συνδέσεις οι αρχικά και μετέπειτα συνδεόμενοι παραγωγοί, καθώς επίσης και οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής.

7.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα τιμολόγια μεταφοράς και διανομής να μην δημιουργούν διακρίσεις εις βάρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, και ιδίως της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται σε απόκεντρες περιφέρειες, όπως νησιωτικές περιοχές, και σε περιφέρειες χαμηλής πληθυσμιακής πυκνότητας. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η επιβολή τιμολογίων μεταφοράς και διανομής να μην δημιουργεί διακρίσεις εις βάρος του φυσικού αερίου από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές.

8.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα τιμολόγια που εφαρμόζουν οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής για τη μεταφορά και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές να απηχούν τα οφέλη που μπορούν να αποκομίζουν λόγω της σύνδεσης της εγκατάστασης με το δίκτυο. Αυτά τα οφέλη μπορούν να προκύπτουν από την άμεση χρήση του δικτύου χαμηλής τάσης.

9.   Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη εξετάζουν την ανάγκη επέκτασης της υφιστάμενης δικτυακής υποδομής φυσικού αερίου για να διευκολύνουν την ενσωμάτωση του φυσικού αερίου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

10.   Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής της επικράτειάς τους να δημοσιεύουν τεχνικούς κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου (21), ιδίως δε κανόνες για τη σύνδεση με το δίκτυο που περιλαμβάνουν απαιτήσεις για την ποιότητα, την οσμή και την πίεση του φυσικού αερίου. Τα κράτη μέλη απαιτούν επίσης από τους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής να δημοσιεύουν τα τιμολόγια σύνδεσης για τη σύνδεση ανανεώσιμων πηγών φυσικού αερίου βάσει διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων.

11.   Στα εθνικά τους σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, τα κράτη μέλη εκτιμούν την ανάγκη δημιουργίας νέας αστικής υποδομής θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου να επιτευχθεί ο εθνικός στόχος του 2020 που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. Με βάση την εκτίμηση αυτή, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όπου απαιτείται μέτρα για την ανάπτυξη υποδομής τηλεθέρμανσης που να εξυπηρετεί την παραγωγή κεντρικής θέρμανσης και ψύξης από μεγάλες μονάδες βιομάζας, ηλιακής και γεωθερμικής ενέργειας.

Άρθρο 17

Κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά

1.   Ανεξαρτήτως του εάν οι πρώτες ύλες καλλιεργούνται εντός ή εκτός της επικράτειας της Κοινότητας, η ενέργεια από τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) μόνον εφόσον πληρούν τα κριτήρια αειφορίας των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου:

α)

για την αξιολόγηση της τήρησης των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας ως προς τους εθνικούς στόχους·

β)

για την αξιολόγηση της τήρησης των υποχρεώσεων που αφορούν την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές·

γ)

για τον προσδιορισμό της επιλεξιμότητας για χρηματοδοτική υποστήριξη για την κατανάλωση βιοκαυσίμων και βιορευστών.

Ωστόσο, για να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ), τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά από απόβλητα και κατάλοιπα, πλην των καταλοίπων υδατοκαλλιεργειών και αλιείας, των γεωργικών και των δασικών καταλοίπων, χρειάζεται να τηρούν μόνον τα κριτήρια αειφορίας που ορίζονται στην παράγραφο 2.

2.   Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1, πρέπει να είναι τουλάχιστον 35 %.

Από την 1η Ιανουαρίου 2017, η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πρέπει να είναι τουλάχιστον 50 %. Από την 1η Ιανουαρίου 2018 η συγκεκριμένη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου θα είναι τουλάχιστον 60 % για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που παράγονται σε εγκαταστάσεις των οποίων η παραγωγή θα έχει αρχίσει από την 1η Ιανουαρίου 2017 ή και μετά.

Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1.

Στην περίπτωση βιοκαυσίμων και βιορευστών που έχουν παραχθεί από εγκαταστάσεις που λειτουργούσαν την 23η Ιανουαρίου 2008, το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται από 1ης Απριλίου 2013.

3.   Τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας, δηλαδή από εδάφη που είχαν έναν από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς τον Ιανουάριο του 2008 ή μετέπειτα, ανεξαρτήτως εάν τα εδάφη αυτά εξακολουθούν να έχουν αυτόν τον χαρακτηρισμό:

α)

πρωτογενή δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις, ήτοι δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις γηγενών ειδών, εφόσον δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν έχουν διαταραχθεί σημαντικά οι οικολογικές διεργασίες·

β)

περιοχές:

i)

των οποίων η φύση έχει κηρυχθεί ως προστατευόμενη εκ του νόμου ή από τη σχετική αρμόδια αρχή, ή

ii)

για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές οργανώσεις ή τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων, με την επιφύλαξη της αναγνώρισής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο,

εκτός εάν υποβάλλονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η παραγωγή των εν λόγω πρώτων υλών δεν θίγει τους ανωτέρω σκοπούς προστασίας της φύσης·

γ)

λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας:

i)

φυσικοί λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι λειμώνες οι οποίοι θα παραμείνουν λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στους οποίους διατηρούνται η σύνθεση των φυσικών ειδών και τα οικολογικά χαρακτηριστικά και διεργασίες, ή

ii)

μη φυσικοί λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι λειμώνες οι οποίοι θα παύσουν να είναι λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και οι οποίοι παρουσιάζουν μεγάλο πλούτο ειδών και καμία υποβάθμιση, εκτός αν αποδεικνύεται ότι η συγκομιδή πρώτων υλών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του χαρακτηρισμού τους ως λειμώνων.

Η Επιτροπή καθορίζει τα κριτήρια και τις γεωγραφικές ζώνες βάσει των οποίων καθορίζονται οι λειμώνες που καλύπτονται από το στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου. Το μέτρο αυτό, το οποίο αποσκοπεί σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας μέσω της συμπλήρωσής της, θεσπίζεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 4.

4.   Τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εκτάσεις υψηλών αποθεμάτων άνθρακα, δηλαδή από εκτάσεις που είχαν τον Ιανουάριο του 2008 και δεν έχουν πλέον ένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α)

υγροβιότοποι, δηλαδή εκτάσεις καλυπτόμενες ή κορεσμένες από νερό είτε μόνιμα είτε για σημαντικό μέρος του έτους·

β)

συνεχώς δασωμένες περιοχές, δηλαδή εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από 1 εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των 5 μέτρων και με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά·

γ)

εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από 1 εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των 5 μέτρων και με συγκόμωση μεταξύ 10 % και 30 %, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά, εκτός αν παρασχεθούν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία τα αποθέματα άνθρακα στη συγκεκριμένη περιοχή πριν και μετά τη μετατροπή είναι τέτοια που, αν εφαρμοστεί η μεθοδολογία που καθορίζεται στο παράρτημα V μέρος Γ, πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που κατά τον χρόνο λήψης των πρώτων υλών η έκταση είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα που είχε τον Ιανουάριο του 2008.

5.   Τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1 δεν θα παράγονται από πρώτες ύλες που προέρχονται από εκτάσεις που είχαν χαρακτηριστεί τυρφώνες τον Ιανουάριο του 2008, εκτός εάν αποδειχτεί ότι η καλλιέργεια και η συγκομιδή της συγκεκριμένης πρώτης ύλης δεν συνεπάγεται την αποξήρανση προηγουμένως μη αποξηραμένου εδάφους.

6.   Οι γεωργικές πρώτες ύλες που καλλιεργούνται στην Κοινότητα και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1, πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τα πρότυπα που προβλέπονται στις διατάξεις υπό τον τίτλο «Περιβάλλον», στο μέρος Α και στο σημείο 9 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (22) και σύμφωνα με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις καλής γεωργικής και περιβαλλοντικής κατάστασης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.

7.   Η Επιτροπή υποβάλλει ανά διετία έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τόσο για τρίτες χώρες όσο και για κράτη μέλη που αποτελούν σημαντική πηγή βιοκαυσίμων ή πρώτων υλών για βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, σχετικά με τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας των παραγράφων 2 έως 5 και για την προστασία του εδάφους, των υδάτων και του αέρα. Η πρώτη έκθεση θα υποβληθεί το 2012.

Ανά διετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τον αντίκτυπο της αυξημένης ζήτησης βιοκαυσίμων στην κοινωνική βιωσιμότητα εντός της Κοινότητας και σε τρίτες χώρες, τον αντίκτυπο της πολιτικής βιοκαυσίμων της Κοινότητας στη διαθεσιμότητα τροφίμων σε προσιτές τιμές, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, και γενικότερα αναπτυξιακά ζητήματα. Οι εκθέσεις πρέπει να πραγματεύονται την τήρηση των δικαιωμάτων χρήσης της γης. Οι εκθέσεις πρέπει να αναφέρουν, για τρίτες χώρες και κράτη μέλη που αποτελούν σημαντική πηγή πρώτων υλών για τα βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, αν η συγκεκριμένη χώρα έχει επικυρώσει και εφαρμόζει καθεμιά από τις ακόλουθες συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας:

σύμβαση περί της καταναγκαστικής εργασίας (αριθ. 29),

σύμβαση περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας συνδικαλιστικού δικαιώματος (αριθ. 87),

σύμβαση περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως (αριθ. 98),

σύμβαση περί ίσης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας (αριθ. 100),

σύμβαση για την κατάργηση της αναγκαστικής εργασίας (αριθ. 105),

σύμβαση για τις διακρίσεις στην απασχόληση και στο επάγγελμα (αριθ. 111),

σύμβαση περί του κατωτάτου ορίου ηλικίας εισόδου εις την απασχόληση (αριθ. 138),

σύμβαση για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών εργασίας των παιδιών και την άμεση δράση με σκοπό την εξάλειψή τους (αριθ. 182).

Οι εκθέσεις θα αναφέρουν, για τρίτες χώρες και κράτη μέλη της ΕΕ που αποτελούν σημαντική πηγή πρώτων υλών για τα βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, αν η συγκεκριμένη χώρα έχει επικυρώσει και εφαρμόζει:

το πρωτόκολλο της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια,

τη σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών αγρίας πανίδας και χλωρίδας.

Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται το 2012. Ανάλογα με την περίπτωση, η Επιτροπή προτείνει διορθωτικές ενέργειες, ιδίως εάν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων έχει σημαντικό αντίκτυπο στην τιμή των τροφίμων.

8.   Για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη δεν αρνούνται να λάβουν υπόψη, τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

9.   Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2009, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις απαιτήσεις ενός συστήματος αειφορίας που θα αφορά τις ενεργειακές χρήσεις της βιομάζας, εκτός βιοκαυσίμων και βιορευστών. Η έκθεση συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για έναν μηχανισμό υπέρ της αειφορίας που θα αφορά άλλες ενεργειακές χρήσεις της βιομάζας. Η έκθεση αυτή και οι προτάσεις βασίζονται στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, λαμβανομένων υπόψη των νέων εξελίξεων στις καινοτόμες διεργασίες. Εάν, κατά τη σχετική ανάλυση, αποδεικνύεται ότι θα ήταν σκόπιμο να γίνουν τροποποιήσεις όσον αφορά τη δασική βιομάζα, στη μεθοδολογία υπολογισμού που αναφέρεται στο παράρτημα V ή στα κριτήρια αειφορίας για τα αποθέματα άνθρακα που εφαρμόζονται στα βιοκαύσιμα και βιορευστά, η Επιτροπή υποβάλλει, ανάλογα με την περίπτωση, σχετικές προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 18

Επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά

1.   Όταν βιοκαύσιμα και βιορευστά πρόκειται να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ) του άρθρου 17 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη υποχρεώνουν τους οικονομικούς φορείς να αποδείξουν ότι πληρούνται τα κριτήρια αειφορίας που καθορίζονται στο άρθρο 17 παράγραφοι 2 έως 5. Για το σκοπό αυτό, απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να χρησιμοποιούν ένα σύστημα ισοζυγίου μάζας το οποίο:

α)

επιτρέπει παρτίδες πρώτων υλών ή βιοκαυσίμων με διαφορετικά χαρακτηριστικά αειφορίας να αναμειγνύονται·

β)

απαιτεί οι πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά αειφορίας και τα μεγέθη των παρτίδων που αναφέρονται στο στοιχείο α) να αποδίδονται επίσης στο μείγμα και

γ)

προβλέπει ότι το σύνολο όλων των παρτίδων που αποσύρονται από το μείγμα περιγράφεται ως έχον τα ίδια χαρακτηριστικά αειφορίας, στις ίδιες ποσότητες, με το σύνολο όλων των παρτίδων που προστίθενται στο μείγμα.

2.   Το 2010 και το 2012 η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη λειτουργία της μεθόδου επαλήθευσης ισοζυγίου μάζας που περιγράφεται στην παράγραφο 1 και σχετικά με τις δυνατότητες έγκρισης της χρήσης άλλων μεθόδων επαλήθευσης για ορισμένους ή όλους τους τύπους πρώτων υλών, βιοκαυσίμων ή βιορευστών. Στην εκτίμησή της, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη μεθόδους επαλήθευσης σύμφωνα με τις οποίες οι πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά αειφορίας δεν αποδίδονται αναγκαστικά σε συγκεκριμένες παρτίδες ή μείγματα. Στην εν λόγω εκτίμηση λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη, αφενός μεν, να διατηρούνται η ακεραιότητα και η αποτελεσματικότητα του συστήματος επαλήθευσης, αφετέρου δε, να μην επιβαρύνονται υπερβολικά οι οικονομικοί φορείς. Ανάλογα με την περίπτωση, η έκθεση συνοδεύεται από προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη χρήση άλλων μεθόδων επαλήθευσης.

3.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι οι οικονομικοί φορείς υποβάλλουν αξιόπιστες πληροφορίες και θέτουν στη διάθεση του κράτους μέλους, κατόπιν σχετικού αιτήματος, τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμόρφωση των πληροφοριών. Τα κράτη μέλη υποχρεώνουν τους οικονομικούς φορείς να εξασφαλίζουν κατάλληλου επιπέδου ανεξάρτητο έλεγχο των πληροφοριών που υποβάλλουν, και να παρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τη διενέργεια τέτοιου ελέγχου. Με τον έλεγχο επαληθεύεται ότι τα συστήματα που χρησιμοποιούνται από τους οικονομικούς φορείς είναι ακριβή, αξιόπιστα και δεν επιδέχονται απάτη. Αξιολογούνται η συχνότητα και η μεθοδολογία των δειγματοληψιών και η ορθότητα των δεδομένων.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου περιλαμβάνουν ιδίως πληροφορίες για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας του άρθρου 17 παράγραφοι 2 έως 5, κατάλληλες και σχετικές πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει καθώς και κατάλληλες και σχετικές πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται για να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο.

Η Επιτροπή καταρτίζει, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 3, κατάλογο των κατάλληλων και σχετικών πληροφοριών που αναφέρονται στα δύο πρώτα εδάφια. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή μεριμνά ώστε η υποβολή των πληροφοριών αυτών να μη συνιστά υπερβολικό διοικητικό φόρτο για τους οικονομικούς φορείς εν γένει, ιδίως δε για τους μικροκαλλιεργητές, τις οργανώσεις παραγωγών και τους συνεταιρισμούς.

Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο ισχύουν άσχετα αν τα βιοκαύσιμα ή τα βιορευστά παράγονται εντός της Κοινότητας ή εισάγονται.

Τα κράτη μέλη υποβάλουν συνολικά τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου στην Επιτροπή, η οποία τις δημοσιεύει στην πλατφόρμα διαφάνειας που προβλέπεται στο άρθρο 24 συνοπτικά, τηρώντας το απόρρητο των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

4.   Η Κοινότητα επιδιώκει τη σύναψη διμερών ή πολυμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες, οι οποίες περιλαμβάνουν διατάξεις για κριτήρια αειφορίας που αντιστοιχούν προς τα κριτήρια της παρούσας οδηγίας. Εάν η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες που περιλαμβάνουν διατάξεις οι οποίες καλύπτουν τα θέματα τα οποία καλύπτονται από τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 17 παράγραφοι 2 έως 5, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι οι συμφωνίες αυτές αποδεικνύουν ότι τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που παράγονται από πρώτες ύλες καλλιεργούμενες στις χώρες αυτές πληρούν τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας. Κατά τη σύναψη των συμφωνιών αυτών, αποδίδεται η επιβαλλόμενη προσοχή στα μέτρα που λαμβάνονται για τη διατήρηση των εκτάσεων που παρέχουν βασικές υπηρεσίες οικοσυστήματος σε κρίσιμες καταστάσεις, (όπως η προστασία της λεκάνης απορροής και ο έλεγχος της διάβρωσης), την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, τις έμμεσες μεταβολές της χρήσης της γης, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει, καθώς και στα στοιχεία του άρθρου 17 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο.

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα εθελοντικά εθνικά ή διεθνή συστήματα που καθορίζουν πρότυπα για την παραγωγή προϊόντων βιομάζας περιέχουν ακριβή δεδομένα για τους σκοπούς του άρθρου 17 παράγραφος 2, ή αποδεικνύουν ότι οι παρτίδες βιοκαυσίμων πληρούν τα κριτήρια αειφορίας που καθορίζονται στο άρθρο 17 παράγραφοι 3 έως 5. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα συστήματα αυτά περιέχουν ακριβή στοιχεία όσον αφορά τις πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για τη διατήρηση των εκτάσεων που παρέχουν βασικές υπηρεσίες οικοσυστήματος σε κρίσιμες καταστάσεις, (όπως η προστασία της λεκάνης απορροής και ο έλεγχος της διάβρωσης), την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει, και τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να αναγνωρίζει ζώνες για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές ή τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων για τους σκοπούς του άρθρου 17 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο ii).

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι τα εθελοντικά εθνικά ή διεθνή καθεστώτα μέτρησης της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου περιέχουν ακριβή δεδομένα για τους σκοπούς του άρθρου 17 παράγραφος 2.

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα εδάφη που περιλαμβάνονται σε εθνικό ή περιφερειακό σχέδιο για τη μετατροπή σοβαρά υποβαθμισμένων ή έντονα μολυσμένων εδαφών υπάγονται στα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 9 του μέρους Γ του παραρτήματος V.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει αποφάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μόνον εάν η συγκεκριμένη συμφωνία ή το συγκεκριμένο σύστημα πληροί κατάλληλα πρότυπα αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου. Στην περίπτωση των συστημάτων μέτρησης της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, τα συστήματα αυτά πρέπει επίσης να πληρούν τις μεθοδολογικές απαιτήσεις του παραρτήματος V. Στην περίπτωση των ζωνών με υψηλή αξία από άποψη βιοποικιλότητας που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο ii), οι κατάλογοι των ζωνών αυτών πρέπει να πληρούν κατάλληλα πρότυπα αντικειμενικότητας και συνέπειας με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και να προβλέπουν τις δέουσες διαδικασίες προσφυγής.

6.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 4 εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 3. Η διάρκεια ισχύος των αποφάσεων αυτών δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.

7.   Όταν ένας οικονομικός φορέας υποβάλλει αποδείξεις ή δεδομένα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο συμφωνίας ή συστήματος για τα οποία έχει ληφθεί απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4, στο βαθμό που καλύπτονται από την εν λόγω απόφαση, το κράτος μέλος δεν απαιτεί από τον προμηθευτή να υποβάλει περαιτέρω αποδείξεις της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας που καθορίζονται στο άρθρο 17 παράγραφοι 2 έως 5, ή τις πληροφορίες για τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου.

8.   Κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, ή με δική της πρωτοβουλία, η Επιτροπή εξετάζει την εφαρμογή του άρθρου 15 σε σχέση με πηγή βιοκαυσίμου ή βιορευστού και, εντός έξι μηνών από την παραλαβή αιτήματος και σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 3, αποφασίζει εάν το οικείο κράτος μέλος επιτρέπεται να λάβει υπόψη τα βιοκαύσιμα ή τα βιορευστά που προέρχονται από τη συγκεκριμένη πηγή για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ) στο άρθρο 17 παράγραφος 1.

9.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με:

α)

την αποτελεσματικότητα του συστήματος που εφαρμόζεται για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα κριτήρια αειφορίας και

β)

τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα θέσπισης υποχρεωτικών απαιτήσεων όσον αφορά την προστασία του αέρα, του εδάφους ή του νερού, λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταία επιστημονικά στοιχεία και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας.

Η Επιτροπή προτείνει εν ανάγκη διορθωτικά μέτρα.

Άρθρο 19

Υπολογισμός του αντικτύπου των βιοκαυσίμων και βιορευστών στα αέρια θερμοκηπίου

1.   Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 17 παράγραφος 2 υπολογίζεται ως εξής:

α)

στην περίπτωση των βιοκαυσίμων, εάν στο μέρος Α ή Β του παραρτήματος V προβλέπεται προκαθορισμένη τιμή για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για την οδό παραγωγής και όταν η τιμή el για τα εν λόγω βιοκαύσιμα ή βιορευστά που έχει υπολογισθεί σύμφωνα με το σημείο 7 του μέρους Γ του παραρτήματος V ισούται ή είναι μικρότερη του μηδενός, χρησιμοποιώντας αυτή την προκαθορισμένη τιμή·

β)

χρησιμοποιώντας μια πραγματική τιμή η οποία έχει υπολογισθεί σύμφωνα με τη μεθοδολογία που καθορίζεται στο μέρος Γ του παραρτήματος V· ή

γ)

χρησιμοποιώντας μια τιμή που υπολογίζεται ως το άθροισμα των παραγόντων του τύπου ο οποίος αναφέρεται στο σημείο 1 του μέρους Γ του παραρτήματος V, όταν μπορούν να χρησιμοποιούνται αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές του μέρους Δ ή Ε του παραρτήματος V για ορισμένους παράγοντες, και πραγματικές τιμές που υπολογίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία του μέρους Γ του παραρτήματος V, για όλους τους άλλους παράγοντες.

2.   Έως τις 31 Μαρτίου 2010, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση η οποία περιλαμβάνει κατάλογο των ζωνών της επικράτειάς τους που ταξινομούνται στο επίπεδο 2 της στατιστικής ονοματολογίας των εδαφικών μονάδων (εφεξής «NUTS») ή σε αναλυτικότερο επίπεδο NUTS σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για τη θέσπιση μιας κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) (23), όπου οι τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών αναμένεται να είναι χαμηλότερες ή ίσες προς τις εκπομπές που κοινοποιούνται βάσει του τίτλου «Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για καλλιέργεια» του μέρους Δ του παραρτήματος V της παρούσας οδηγίας, η οποία συνοδεύεται από περιγραφή της μεθόδου και των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτισή του. Η εν λόγω μέθοδος λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του εδάφους, το κλίμα και την αναμενόμενη απόδοση πρώτων υλών.

3.   Οι προκαθορισμένες τιμές του μέρους Α του παραρτήματος V για τα βιοκαύσιμα, και οι αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για την καλλιέργεια του μέρους Δ του παραρτήματος V για τα βιοκαύσιμα και βιορευστά, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον όταν οι αντίστοιχες πρώτες ύλες:

α)

καλλιεργούνται εκτός της Κοινότητας·

β)

καλλιεργούνται εντός της Κοινότητας, σε ζώνες περιλαμβανόμενες στους καταλόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου· ή

γ)

είναι απόβλητα ή κατάλοιπα πλην των γεωργικών καταλοίπων και των καταλοίπων υδατοκαλλιεργειών και αλιείας.

Για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που δεν εμπίπτουν στα στοιχεία α), β) ή γ), χρησιμοποιούνται οι πραγματικές τιμές για την καλλιέργεια.

4.   Έως τις 31 Μαρτίου 2010, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη σκοπιμότητα εκπόνησης καταλόγων ζωνών τρίτων χωρών όπου οι τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών αναμένεται να είναι χαμηλότερη ή ίση προς τις εκπομπές που κοινοποιούνται βάσει του τίτλου «Καλλιέργεια» του μέρους Δ του παραρτήματος V της παρούσας οδηγίας, η οποία συνοδεύεται, ει δυνατόν, από τους καταλόγους αυτούς και από περιγραφή της μεθόδου και των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτισή τους. Ανάλογα με την περίπτωση, η έκθεση της Επιτροπής συνοδεύεται από κατάλληλες προτάσεις.

5.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 το αργότερο και, εφεξής, ανά διετία, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις κατ’ εκτίμηση τυπικές και προκαθορισμένες τιμές που παρατίθενται στα μέρη Β και Ε του παραρτήματος V, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στις εκπομπές που οφείλονται στις μεταφορές και στη μεταποιητική βιομηχανία και μπορεί, εφόσον απαιτείται, να αποφασίζει τη διόρθωση των τιμών. Τα εν λόγω μέτρα τροποποίησης μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας εκδίδεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 4.

6.   Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, σχετικά με τις συνέπειες της έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης για τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και τρόπους μείωσης των συνεπειών αυτών. Η έκθεση πρέπει να συνοδεύεται, αν είναι σκόπιμο, ιδιαίτερα από πρόταση βασιζόμενη στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης συγκεκριμένης μεθοδολογίας για τη συνεκτίμηση των εκπομπών που οφείλονται σε αλλαγές του αποθέματος άνθρακα λόγω έμμεσων αλλαγών στη χρήση της γης, διασφαλίζοντας τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία, ιδιαίτερα το άρθρο 17 παράγραφος 2.

Μια τέτοια πρόταση πρέπει να περιλαμβάνει τις αναγκαίες διασφαλίσεις για την εξασφάλιση κλίματος βεβαιότητας για τις επενδύσεις πριν από την εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθοδολογίας. Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις που παρήγαν βιοκαύσιμα πριν από το τέλος του 2013, η εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν πρέπει, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017, να έχει ως συνέπεια τα βιοκαύσιμα που παράγονται στις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις να κριθεί ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αειφορίας της παρούσας οδηγίας, αν σε αντίθετη περίπτωση θα κρινόταν ότι τις πληρούν, εφόσον τα συγκεκριμένα βιοκαύσιμα επιτυγχάνουν εξοικονόμηση εκπομπής αερίων θερμοκηπίου τουλάχιστον κατά 45 %. Αυτό ισχύει για την απόδοση των εγκαταστάσεων βιοκαυσίμων στα τέλη του 2012.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να λάβουν απόφαση σχετικά με τις προτάσεις που θα υποβάλει η Επιτροπή στο ανωτέρω πλαίσιο, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2012.

7.   Το παράρτημα V μπορεί να προσαρμόζεται στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο, μεταξύ άλλων, με την προσθήκη τιμών για άλλες οδούς παραγωγής βιοκαυσίμων από τις ίδιες ή από άλλες πρώτες ύλες και με την τροποποίηση της μεθοδολογίας του μέρους Γ. Τα εν λόγω μέτρα, που αποσκοπεί στην τροποποίηση ή συμπλήρωση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων συμπληρώνοντάς την, θεσπίζεται με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 4.

Όσον αφορά τις προκαθορισμένες τιμές και τη μεθοδολογία του παραρτήματος V, ιδιαίτερη προσοχή δίδεται:

στη μέθοδο καταγραφής των αποβλήτων και των καταλοίπων,

στη μέθοδο καταγραφής των παραπροϊόντων,

στη μέθοδο εκτίμησης της συμπαραγωγής και

στο καθεστώς που αναγνωρίζεται στα υπολείμματα γεωργικής καλλιέργειας ως παραπροϊόντα.

Οι προκαθορισμένες τιμές για το βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη θα επανεξεταστούν το συντομότερο δυνατόν.

Για οποιαδήποτε τροποποίηση του καταλόγου των προκαθορισμένων τιμών του παραρτήματος V, ή για οποιαδήποτε προσθήκη στον κατάλογο αυτό, τηρούνται οι ακόλουθοι κανόνες:

α)

όταν η συμβολή ενός παράγοντα στις συνολικές εκπομπές είναι μικρή, ή όταν υπάρχει περιορισμένη διακύμανση, ή όταν το κόστος ή η δυσκολία καθορισμού των πραγματικών τιμών είναι υψηλό, οι προκαθορισμένες τιμές είναι οι τυπικές των κανονικών διαδικασιών παραγωγής·

β)

σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι προκαθορισμένες τιμές είναι συντηρητικές σε σύγκριση με τις κανονικές διαδικασίες παραγωγής.

8.   Διατυπώνονται λεπτομερείς ορισμοί, στους οποίους περιλαμβάνονται οι τεχνικές προδιαγραφές που απαιτούνται για τις κατηγορίες του σημείου 9 του μέρους Γ του παραρτήματος V. Τα εν λόγω μέτρα, το οποίο αποσκοπεί σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας μέσω της συμπλήρωσής της, θεσπίζεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 4.

Άρθρο 20

Μέτρα εφαρμογής

Τα μέτρα εφαρμογής του άρθρου 17 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 18 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο, του άρθρου 18 παράγραφος 6, του άρθρου 18 παράγραφος 8, του άρθρου 19 παράγραφος 5, του άρθρου 19 παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο και του άρθρου 19 παράγραφος 8, λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους στόχους του άρθρου 7α της οδηγίας 98/70/ΕΚ.

Άρθρο 21

Ειδικές διατάξεις για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το κοινό ενημερώνεται λεπτομερώς για τη διαθεσιμότητα και τα περιβαλλοντικά οφέλη από όλες τις ποικίλες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για τις μεταφορές. Όταν τα ποσοστά βιοκαυσίμων αναμεμιγμένων με παράγωγα πετρελαιοειδών υπερβαίνουν το 10 % κατ’ όγκο, τα κράτη μέλη επιβάλλουν την επισήμανσή τους στα σημεία πωλήσεων.

2.   Για τους σκοπούς της απόδειξης της συμμόρφωσης των οικονομικών φορέων προς τις εθνικές υποχρεώσεις ως προς την ανανεώσιμη ενέργεια, και για την επίτευξη του στόχου για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλα τα μεταφορικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, η συμβολή των βιοκαυσίμων που παράγονται από απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες και λιγνοκυτταρινούχες ύλες θεωρείται ως διπλάσια σε σχέση με εκείνη των άλλων βιοκαυσίμων.

Άρθρο 22

Υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη

1.   Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2011 το αργότερο, και στη συνέχεια ανά διετία, κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται ως προς την προώθηση και τη χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η έκτη έκθεση, που πρέπει να υποβληθεί το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2021, είναι η τελευταία απαιτούμενη έκθεση.

Η έκθεση πρέπει να αναφέρει ιδίως:

α)

τα κατά τομέα (ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση και ψύξη, και μεταφορές) και τα συνολικά μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά τα προηγούμενα δύο ημερολογιακά έτη και τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή προγραμματισθεί σε εθνικό επίπεδο για την προώθηση της ανάπτυξης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, λαμβανομένης υπόψη της ενδεικτικής πορείας που καθορίζεται στο μέρος Β του παραρτήματος Ι, σύμφωνα με το άρθρο 5·

β)

την εισαγωγή και τη λειτουργία των καθεστώτων στήριξης και άλλων μέτρων προώθησης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και την τυχόν εξέλιξη των χρησιμοποιούμενων μέτρων σε σχέση με εκείνα που καθορίζονται στο εθνικό σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια του κράτους μέλους, όπως επίσης πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον η ηλεκτρική ενέργεια για την οποία χορηγείται στήριξη κατανέμεται στους τελικούς καταναλωτές σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ·

γ)

τον τρόπο, ενδεχομένως, με τον οποίον το κράτος μέλος έχει διαμορφώσει τα καθεστώτα στήριξης που εφαρμόζει ώστε να λάβει υπόψη τις εφαρμογές ανανεώσιμης ενέργειας οι οποίες παρουσιάζουν πρόσθετα πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλες, συγκρίσιμες εφαρμογές, αλλά οι οποίες μπορεί να έχουν υψηλότερο κόστος, συμπεριλαμβανομένων των βιοκαυσίμων που παράγονται από απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες και λιγνοκυτταρινούχες ύλες·

δ)

τη λειτουργία του συστήματος εγγύησης της προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και της ψύξης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας του συστήματος και της προστασίας του από απάτες·

ε)

την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην αξιολόγηση και τη βελτίωση των διοικητικών διαδικασιών για την άρση των κανονιστικών και μη κανονιστικών φραγμών στην ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

στ)

τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη διασφάλιση της μεταφοράς και της διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, και για τη βελτίωση του πλαισίου ή των κανόνων ανάληψης και επιμερισμού του κόστους που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3·

ζ)

την εξέλιξη της διαθεσιμότητας και της χρήσης πόρων βιομάζας για ενεργειακούς σκοπούς·

η)

τις αλλαγές στις τιμές βασικών αγαθών και στις χρήσεις γης εντός του κράτους μέλους, οι οποίες συνδέονται με την αυξημένη χρήση βιομάζας και άλλων μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο συγκεκριμένο κράτος μέλος·

θ)

την ανάπτυξη και το μερίδιο των βιοκαυσίμων που παράγονται από απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες και λιγνοκυτταρινούχες ύλες·

ι)

τον εκτιμώμενο αντίκτυπο της παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορρευστών στη βιοποικιλότητα, στους υδάτινους πόρους, στην ποιότητα των υδάτων και του εδάφους εντός του κράτους μέλους·

ια)

την εκτιμώμενη καθαρή μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που οφείλεται στη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

ιβ)

την εκτιμώμενη πλεονασματική παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με την ενδεικτική πορεία η οποία μπορεί να μεταβιβάζεται σε άλλα κράτη μέλη, καθώς και τις εκτιμώμενες δυνατότητες κοινών έργων, μέχρι το 2020·

ιγ)

την εκτιμώμενη ζήτησή του για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές η οποία πρέπει να καλυφθεί με άλλα μέσα πλην της εγχώριας παραγωγής μέχρι το 2020 και

ιδ)

πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε το ποσοστό βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων στα απόβλητα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενέργειας, και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη βελτίωση και την επαλήθευση των εκτιμήσεων αυτών.

2.   Για την εκτίμηση της καθαρής μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων, το κράτος μέλος μπορεί, για τους σκοπούς των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, να χρησιμοποιεί τις τυπικές τιμές του παραρτήματος V μέρη Α και Β.

3.   Στην πρώτη του έκθεση, το κράτος μέλος επισημαίνει κατά πόσον προτίθεται:

α)

να δημιουργήσει ενιαίο διοικητικό φορέα αρμόδιο για την επεξεργασία των αιτήσεων χορήγησης άδειας, πιστοποίησης και έκδοσης αδειών λειτουργίας για τις εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και για την παροχή βοήθειας στους αιτούντες·

β)

να προβλέψει την αυτόματη έγκριση των αιτήσεων έκδοσης πολεοδομικής άδειας και άδειας δόμησης για εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές όταν ο αρμόδιος για την έκδοση τέτοιων αδειών οργανισμός δεν έχει αντιδράσει εντός των καθορισμένων προθεσμιών· ή

γ)

να καθορίσει γεωγραφικές τοποθεσίες κατάλληλες για την εκμετάλλευση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον χωροταξικό σχεδιασμό και για την εγκατάσταση τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης.

4.   Σε κάθε έκθεση, το κράτος μέλος διαθέτει τη δυνατότητα να διορθώνει τα δεδομένα των προηγούμενων εκθέσεων.

Άρθρο 23

Παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων από την Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή παρακολουθεί την προέλευση των βιοκαυσίμων και των βιορευστών που καταναλώνονται στην Κοινότητα, καθώς και τον αντίκτυπο που έχει η παραγωγή τους, συμπεριλαμβανομένου του αντικτύπου της μετατόπισης, στις χρήσεις γης στην Κοινότητα και στις κύριες προμηθεύτριες τρίτες χώρες. Η παρακολούθηση αυτή βασίζεται στις εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παράγραφος 1, και στις εκθέσεις των σχετικών τρίτων χωρών και διακυβερνητικών οργανισμών, σε επιστημονικές μελέτες και σε άλλες κατάλληλες πηγές πληροφοριών. Η Επιτροπή παρακολουθεί επίσης τις αλλαγές στις τιμές βασικών αγαθών που συνδέονται με τη χρήση βιομάζας για ενεργειακούς σκοπούς και τις συνακόλουθες θετικές και αρνητικές επιπτώσεις στην επισιτιστική ασφάλεια. Η Επιτροπή ελέγχει όλες τις εγκαταστάσεις για τις οποίες ισχύει το άρθρο 19 παράγραφος 6.

2.   Η Επιτροπή διατηρεί διάλογο και ανταλλάσσει πληροφορίες με τις τρίτες χώρες, παραγωγούς βιοκαυσίμων, τις οργανώσεις καταναλωτών και την κοινωνία των πολιτών σχετικά με τη γενική εφαρμογή των μέτρων της παρούσας οδηγίας που αφορούν τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει η παραγωγή βιοκαυσίμων στην τιμή των τροφίμων.

3.   Με βάση τις εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παράγραφος 1, και την παρακολούθηση και ανάλυση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή υποβάλλει ανά διετία έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται το 2012.

4.   Όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων, στις εκθέσεις της η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις τιμές που έχουν γνωστοποιήσει τα κράτη μέλη και αξιολογεί κατά πόσον και πώς θα άλλαζαν οι εκτιμήσεις εάν συνυπολογίζονταν τα παραπροϊόντα με χρήση της μεθόδου υποκατάστασης.

5.   Στις εκθέσεις της, η Επιτροπή αναλύει ιδίως:

α)

το σχετικό περιβαλλοντικό όφελος και κόστος των διαφόρων βιοκαυσίμων, τον αντίκτυπο της κοινοτικής πολιτικής εισαγωγών στις σχετικές εισαγωγές, τις συνέπειες για την ασφάλεια εφοδιασμού και τους τρόπους επίτευξης ισορροπίας μεταξύ της εσωτερικής παραγωγής και των εισαγωγών·

β)

τον αντίκτυπο της αυξημένης ζήτησης βιοκαυσίμων στην αειφόρο ανάπτυξη της Κοινότητας και των τρίτων χωρών, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό και τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα·

γ)

τις δυνατότητες προσδιορισμού, με επιστημονικά αντικειμενικό τρόπο, γεωγραφικών ζωνών υψηλής αξίας όσον αφορά τη βιοποικιλότητα που δεν καλύπτονται από το άρθρο 17 παράγραφος 3·

δ)

τον αντίκτυπο της αυξημένης ζήτησης βιομάζας στους κλάδους που κάνουν χρήση βιομάζας·

ε)

τη διαθεσιμότητα βιοκαυσίμων που παράγονται από απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες και λιγνοκυτταρινούχες ύλες και

στ)

τις έμμεσες επιπτώσεις της αλλαγής της χρήσης της γης σε όλους τους κλάδους παραγωγής.

Η Επιτροπή προτείνει, εάν χρειάζεται, διορθωτικά μέτρα.

6.   Με βάση τις εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3, η Επιτροπή αναλύει την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για τη δημιουργία ενιαίου διοικητικού φορέα αρμόδιου για την επεξεργασία των αιτήσεων χορήγησης άδειας, πιστοποίησης και έκδοσης αδειών λειτουργίας και για την παροχή βοήθειας στους αιτούντες.

7.   Για μεγαλύτερη χρηματοδότηση και καλύτερο συντονισμό όσον αφορά την επίτευξη του στόχου του 20 % που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, η Επιτροπή υποβάλλει, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010, ανάλυση και σχέδιο δράσης για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, που αποσκοπούν, ιδίως, στα ακόλουθα:

α)

καλύτερη χρήση των διαρθρωτικών κονδυλίων και των προγραμμάτων πλαισίων·

β)

καλύτερη και αυξημένη χρήση κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και άλλα δημόσια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

γ)

καλύτερη πρόσβαση σε επιχειρηματικά κεφάλαια, ιδίως με την ανάλυση της σκοπιμότητας μηχανισμού επιμερισμού του κινδύνου για τις επενδύσεις σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στην Κοινότητα παρόμοιου με την πρωτοβουλία Παγκόσμιου Ταμείου Ενεργειακής Απόδοσης και Ανανεώσιμων Ενεργειακών Πηγών που απευθύνεται στις τρίτες χώρες·

δ)

καλύτερο συντονισμό της κοινοτικής και της εθνικής χρηματοδότησης και των άλλων μορφών στήριξης και

ε)

καλύτερο συντονισμό της στήριξης πρωτοβουλιών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, των οποίων η επιτυχία εξαρτάται από ενέργειες παραγόντων σε διάφορα κράτη μέλη.

8.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στην οποία εξετάζονται ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

επανεξέταση των ελάχιστων ορίων εξοικονόμησης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που θα ισχύσει από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 17 παράγραφος 2, βάσει εκτίμησης αντικτύπου στην οποία λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, οι τεχνολογικές εξελίξεις, οι διαθέσιμες τεχνολογίες και η διαθεσιμότητα βιοκαυσίμων πρώτης και δεύτερης γενιάς τα οποία επιτρέπουν μεγάλη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου·

β)

όσον αφορά το στόχο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4, επανεξέταση:

i)

της οικονομικής απόδοσης των μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ii)

της αξιολόγησης της δυνατότητας επίτευξης του στόχου αυτού με παράλληλη εξασφάλιση της αειφορίας των παραγωγής βιοκαυσίμων στην Κοινότητα και σε τρίτες χώρες, και λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των έμμεσων επιπτώσεων και των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα, καθώς και της εμπορικής διαθεσιμότητας βιοκαυσίμων δεύτερης γενεάς,

iii)

του αντικτύπου που έχει η υλοποίηση του στόχου στη διαθεσιμότητα τροφίμων σε προσιτές τιμές,

iv)

της εμπορικής διαθεσιμότητας ηλεκτρικών, υβριδικών και υδρογονοκίνητων οχημάτων, καθώς και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκονται στον κλάδο των μεταφορών,

v)

της αξιολόγησης συγκεκριμένων συνθηκών της αγοράς, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις αγορές στις οποίες τα καύσιμα κίνησης αντιπροσωπεύουν άνω του ημίσεως της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης, και τις αγορές οι οποίες εξαρτώνται πλήρως από εισαγόμενα βιοκαύσιμα·

γ)

αξιολόγηση, της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τους μηχανισμούς συνεργασίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι, παράλληλα με τη δυνατότητα να συνεχίσουν τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν τα καθιερωμένα καθεστώτα στήριξής τους σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3, οι μηχανισμοί αυτοί παρέχουν επίσης στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτύχουν τους εθνικούς στόχους που αναφέρονται στο παράρτημα Ι με βάση το βέλτιστο λόγο κόστους οφέλους, και των τεχνολογικών εξελίξεων, και συμπεράσματα που μπορούν να συναχθούν για την επίτευξη του στόχου της χρήσης 20 % ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε κοινοτικό επίπεδο.

Βάσει της έκθεσης αυτής, η Επιτροπή θα υποβάλει, ανάλογα με την περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, προτάσεις οι οποίες θα καλύπτουν τα προαναφερόμενα στοιχεία, ιδίως δε:

για το στοιχείο που αναφέρεται στο στοιχείο α), τροποποίηση της στοιχειώδους μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο,

για το στοιχείο που αναφέρεται στο στοιχείο γ), κατάλληλη προσέγγιση των μέτρων συνεργασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά τους για την επίτευξη του στόχου του 20 %. Η εν λόγω πρόταση δεν επηρεάζει ούτε το στόχο του 20 % ούτε τον έλεγχο των κρατών μελών επί των εθνικών καθεστώτων στήριξης και των μέτρων συνεργασίας.

9.   Το 2018 η Επιτροπή πρέπει να υποβάλλει χάρτη πορείας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας για τη μετά το 2020 περίοδο.

Ο χάρτης πορείας πρέπει να συνοδεύεται, αν είναι σκόπιμο, από τις αναγκαίες νομοθετικές προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για το διάστημα μετά το 2020. Για το σκοπό αυτό, στον χάρτη πορείας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, η πείρα από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

10.   Το 2021 η Επιτροπή συντάσσει έκθεση για την αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Η έκθεση πρέπει να αναφέρεται ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο τα ακόλουθα στοιχεία επέτρεψαν στα κράτη μέλη να επιτύχουν τους εθνικούς στόχους που ορίζονται στο παράρτημα Ι, στη βάση του βέλτιστου λόγου κόστους οφέλους:

α)

διαδικασία προετοιμασίας προβλέψεων και εθνικών σχεδίων δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια·

β)

αποτελεσματικότητα των μηχανισμών συνεργασίας·

γ)

τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης της χρήσης βιοκαυσίμων στις εμπορικές αερομεταφορές·

δ)

αποτελεσματικότητα των εθνικών καθεστώτων στήριξης·

ε)

συμπεράσματα των εκθέσεων της Επιτροπής σύμφωνα με τις παραγράφους 8 και 9.

Άρθρο 24

Πλατφόρμα διαφάνειας

1.   Η Επιτροπή δημιουργεί τηλεματική δημόσια πλατφόρμα διαφάνειας. Η πλατφόρμα αυτή χρησιμεύει για την αύξηση της διαφάνειας και για τη διευκόλυνση και την προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά τις στατιστικές μεταβιβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 και τα κοινά έργα που αναφέρονται στα άρθρα 7 και 9. Επιπλέον, η πλατφόρμα μπορεί να χρησιμοποιείται για τη δημοσιοποίηση σχετικών πληροφοριών οι οποίες θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές από την Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος σε σχέση με την παρούσα οδηγία και την επίτευξη των στόχων της.

2.   Η Επιτροπή δημοσιοποιεί μέσω της πλατφόρμας διαφάνειας τις ακόλουθες πληροφορίες, ανάλογα με την περίπτωση, σε συγκεντρωτική μορφή η οποία εξασφαλίζει τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας πληροφοριών που είναι ευαίσθητες από εμπορική άποψη:

α)

τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια των κρατών μελών·

β)

τα έγγραφα προβλέψεων των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, τα οποία συμπληρώνονται το συντομότερο δυνατό με τη σύνοψη της Επιτροπής σχετικά με την πλεονασματική παραγωγή και την εκτιμώμενη ζήτηση εισαγωγών·

γ)

τις προσφορές των κρατών μελών να συνεργαστούν για στατιστικές μεταβιβάσεις ή κοινά έργα κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

δ)

τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, σχετικά με τις στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών μελών·

ε)

τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 2 και 3, και στο άρθρο 9, παράγραφοι 4 και 5, σχετικά με τα κοινά έργα·

στ)

τις εθνικές εκθέσεις των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 22·

ζ)

τις εκθέσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 3.

Ωστόσο, κατόπιν σχετικού αιτήματος του κράτους μέλους που έχει υποβάλει τις πληροφορίες, η Επιτροπή δεν δημοσιοποιεί τα έγγραφα προβλέψεων των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, ούτε τις πληροφορίες των εθνικών εκθέσεων των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ) και ιγ).

Άρθρο 25

Επιτροπές

1.   Με εξαίρεση των περιπτώσεων της παραγράφου 2, η Επιτροπή επικουρείται από «επιτροπή για τους πόρους βιώσιμης ενέργειας».

2.   Για θέματα που άπτονται της αειφορίας των βιοκαυσίμων και βιορευστών, η Επιτροπή επικουρείται από «επιτροπή για τη βιωσιμότητα των βιοκαυσίμων και βιορευστών».

3.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

4.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 26

Τροποποιήσεις και κατάργηση

1.   Στην οδηγία 2001/77/ΕΚ, το άρθρο 2, το άρθρο 3 παράγραφος 2 και τα άρθρα 4 έως 8 διαγράφονται με ισχύ από την 1η Απριλίου 2010.

2.   Στην οδηγία 2003/30/ΕΚ, το άρθρο 2, το άρθρο 3 παράγραφοι 2, 3 και 5, και τα άρθρα 5 και 6 διαγράφονται με ισχύ από την 1η Απριλίου 2010.

3.   Οι οδηγίες 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 2012.

Άρθρο 27

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 4 παράγραφοι 1, 2 και 3, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 25 Δεκεμβίρου 2009.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα, αυτά περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.

Άρθρο 28

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 29

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 23 Απριλίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρο

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

P. NEČAS


(1)  Γνώμη της 17ης Σεπτεμβρίου 2008 (ΕΕ C 77 της 31.3.2009, σ. 43).

(2)  ΕΕ C 325 της 19.12.2008, σ. 12.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 6ης Απριλίου 2009.

(4)  ΕΕ L 283 της 27.10.2001, σ. 33.

(5)  ΕΕ L 123 της 17.5.2003, σ. 42.

(6)  ΕΕ L 176 της 15.7.2003, σ. 37.

(7)  ΕΕ L 350 της 28.12.1998, σ. 58.

(8)  ΕΕ C 219 E της 28.8.2008, σ. 82.

(9)  ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 65.

(10)  ΕΕ L 191 της 22.7.2005, σ. 29.

(11)  ΕΕ L 114 της 27.4.2006, σ. 64.

(12)  ΕΕ L 198 της 20.7.2006, σ. 18.

(13)  ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37.

(14)  ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22.

(15)  ΕΕ L 52 της 21.2.2004, σ. 50.

(16)  ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26.

(17)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(18)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

(19)  ΕΕ L 304 της 14.11.2008, σ. 1.

(20)  ΕΕ L 301 της 20.11.2007, σ. 14.

(21)  ΕΕ L 176 της 15.7.2003, σ. 57.

(22)  ΕΕ L 30 της 31.1.2009, σ. 16.

(23)  ΕΕ L 154 της 21.6.2003, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Εθνικοί συνολικοί στόχοι για το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020 (1)

A.   Εθνικοί συνολικοί στόχοι

 

Μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2005 (S2005)

Στόχος για το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020 (S2020)

Βέλγιο

2,2 %

13 %

Βουλγαρία

9,4 %

16 %

Τσεχική Δημοκρατία

6,1 %

13 %

Δανία

17,0 %

30 %

Γερμανία

5,8 %

18 %

Εσθονία

18,0 %

25 %

Ιρλανδία

3,1 %

16 %

Ελλάδα

6,9 %

18 %

Ισπανία

8,7 %

20 %

Γαλλία

10,3 %

23 %

Ιταλία

5,2 %

17 %

Κύπρος

2,9 %

13 %

Λεττονία

32,6 %

40 %

Λιθουανία

15,0 %

23 %

Λουξεμβούργο

0,9 %

11 %

Ουγγαρία

4,3 %

13 %

Μάλτα

0,0 %

10 %

Κάτω Χώρες

2,4 %

14 %

Αυστρία

23,3 %

34 %

Πολωνία

7,2 %

15 %

Πορτογαλία

20,5 %

31 %

Ρουμανία

17,8 %

24 %

Σλοβενία

16,0 %

25 %

Σλοβακική Δημοκρατία

6,7 %

14 %

Φινλανδία

28,5 %

38 %

Σουηδία

39,8 %

49 %

Ηνωμένο Βασίλειο

1,3 %

15 %

B.   Ενδεικτική πορεία

Η ενδεικτική πορεία μνεία της οποία γίνεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 συνίσταται στην υλοποίηση των ακόλουθων μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές:

S2005 + 0,20 (S2020 – S2005), ως μέσος όρος για τη διετή περίοδο 2011-2012·

S2005 + 0,30 (S2020 – S2005), ως μέσος όρος για τη διετή περίοδο 2013-2014·

S2005 + 0,45 (S2020 – S2005), ως μέσος όρος για τη διετή περίοδο 2015-2016 και

S2005 + 0,65 (S2020 – S2005), ως μέσος όρος για τη διετή περίοδο 2017-2018,

όπου:

S2005 = το μερίδιο για το υπόψη κράτος μέλος το 2005, όπως ορίζεται στον πίνακα του μέρους Α,

και

S2020 = το μερίδιο για το υπόψη κράτος μέλος το 2020, όπως ορίζεται στον πίνακα του μέρους Α.


(1)  Για να είναι δυνατή η επίτευξη των εθνικών στόχων που εκτίθενται στο παρόν παράρτημα, τονίζεται ότι οι κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων για την περιβαλλοντική προστασία αναγνωρίζουν τη διαρκή ανάγκη για εθνικούς μηχανισμούς στήριξης της προαγωγής της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Κανόνας τυποποίησης για τον καταλογισμό της παραγωγής υδροηλεκτρικής και αιολικής ηλεκτρικής ενέργειας

Για τον καταλογισμό της υδροηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα δεδομένο κράτος μέλος, εφαρμόζεται ο ακόλουθος κανόνας:

Formula

όπου:

N

=

έτος αναφοράς·

QN(norm)

=

τυποποιημένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που έχει παραχθεί από όλους τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς του δεδομένου κράτους μέλους το έτος Ν, για λογιστικούς σκοπούς·

Qi

=

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που όντως παράγουν το έτος i όλοι οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί του συγκεκριμένου κράτους μέλους, μετρούμενη σε GWh, εξαιρουμένης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συστήματα αποθήκευσης μέσω άντλησης από νερό που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα·

Ci

=

η συνολική εγκατεστημένη ισχύς, αφαιρουμένων των συστημάτων αποθήκευσης μέσω άντλησης, όλων των υδροηλεκτρικών σταθμών του κράτους μέλους στο τέλος του έτους i, μετρούμενη σε MW.

Για τον καταλογισμό της αιολικής ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα δεδομένο κράτος μέλος, εφαρμόζεται ο ακόλουθος κανόνας:

Formula

όπου:

N

=

έτος αναφοράς·

QN(norm)

=

τυποποιημένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που έχει παραχθεί από όλους τους αιολικούς σταθμούς του δεδομένου κράτους μέλους το έτος Ν, για λογιστικούς σκοπούς·

Qi

=

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που όντως παράγουν το έτος i όλοι οι αιολικοί σταθμοί του συγκεκριμένου κράτους μέλους, μετρούμενη σε GWh·

Ci

=

η συνολική εγκατεστημένη ισχύς όλων των αιολικών σταθμών του κράτους μέλους στο τέλος του έτους i, μετρούμενη σε MW·

n

=

4 ή ο αριθμός ετών που προηγούνται του έτους N για το οποίο υπάρχουν δεδομένα δυναμικού και παραγωγής για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, εάν ο αριθμός αυτός είναι χαμηλότερος.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων κίνησης

Καύσιμο

Ενεργειακό περιεχόμενο κατά βάρος

(κατώτερη θερμογόνος δύναμη, MJ/kg)

Ενεργειακό περιεχόμενο κατ’ όγκο

(κατώτερη θερμογόνος δύναμη, MJ/l)

Βιοαιθανόλη (αιθανόλη που παράγεται από βιομάζα)

27

21

Βιο-ΕΤΒΕ (αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρας που παράγεται από βιοαιθανόλη)

36 (εκ των οποίων 37 % από ανανεώσιμες πηγές)

27 (εκ των οποίων 37 % από ανανεώσιμες πηγές)

Βιομεθανόλη (μεθανόλη που παράγεται από βιομάζα, για χρήση ως βιοκαύσιμο)

20

16

Βιο-ΜΤΒΕ (μεθυλοτριτοβουτυλαιθέρας που παράγεται από βιομεθανόλη)

35 (εκ των οποίων 22 % από ανανεώσιμες πηγές)

26 (εκ των οποίων 22 % από ανανεώσιμες πηγές)

Βιο-ΔΜΕ (διμεθυλαιθέρας που παράγεται από βιομάζα, για χρήση ως βιοκαύσιμο)

28

19

Βιο-ΤΑΕΕ (τριταμυλαιθυλαιθέρας που παράγεται από βιοαιθανόλη)

38 (εκ των οποίων 29 % από ανανεώσιμες πηγές)

29 (εκ των οποίων 29 % από ανανεώσιμες πηγές)

Βιοβουτανόλη (βουτανόλη που παράγεται από βιομάζα, για χρήση ως βιοκαύσιμο)

33

27

Βιοντίζελ (μεθυλεστέρας που παράγεται από φυτικά ή ζωικά έλαια, ποιότητας ντίζελ, για χρήση ως βιοκαύσιμο)

37

33

Ντίζελ Fischer-Tropsch (συνθετικός υδρογονάνθρακας ή μείγμα συνθετικών υδρογονανθράκων που παράγεται από βιομάζα)

44

34

Υδρογονοκατεργασμένα φυτικά έλαια (φυτικά έλαια που έχουν υποβληθεί σε θερμοχημική κατεργασία με υδρογόνο)

44

34

Καθαρά φυτικά έλαια (έλαια από ελαιούχα φυτά, παραγόμενα με συμπίεση, έκθλιψη ή ανάλογες μεθόδους, φυσικά ή εξευγενισμένα αλλά μη χημικώς τροποποιημένα, όταν είναι συμβατά με τον τύπο του οικείου κινητήρα και τις αντίστοιχες απαιτήσεις όσον αφορά τις εκπομπές)

37

34

Βιοαέριο (καύσιμο αέριο που παράγεται από βιομάζα ή/και από το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα αποβλήτων, το οποίο μπορεί να καθαριστεί και να αναβαθμιστεί σε ποιότητα φυσικού αερίου, για χρήση ως βιοκαύσιμο, ή ξυλαέριο)

50

Βενζίνη

43

32

Ντίζελ

43

36


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Πιστοποίηση επαγγελματικής επάρκειας εγκαταστατών

Τα καθεστώτα πιστοποίησης ή τα ισοδύναμα καθεστώτα χαρακτηρισμού που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 3, βασίζονται στα ακόλουθα κριτήρια:

1.

Η διαδικασία πιστοποίησης ή χαρακτηρισμού είναι διαφανής και σαφώς καθορισμένη από το κράτος μέλος ή από τον διοικητικό φορέα που αυτό ορίζει.

2.

Η επαγγελματική επάρκεια των εγκαταστατών συστημάτων βιομάζας, αντλιών θερμότητας, γεωθερμικών μικρού βάθους, ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών συστημάτων πρέπει να πιστοποιείται στο πλαίσιο αναγνωρισμένου προγράμματος κατάρτισης ή από αναγνωρισμένο πάροχο κατάρτισης.

3.

Η αναγνώριση του προγράμματος κατάρτισης ή του παρόχου κατάρτισης πρέπει να γίνεται από το εκάστοτε κράτος μέλος ή από τον διοικητικό οργανισμό που αυτό έχει ορίσει. Ο οργανισμός αναγνώρισης βεβαιώνεται για τη συνέχεια και την περιφερειακή ή εθνική κάλυψη του προγράμματος κατάρτισης που προσφέρει ο πάροχος κατάρτισης. Ο πάροχος κατάρτισης πρέπει να διαθέτει κατάλληλες τεχνικές εγκαταστάσεις πρακτικής εξάσκησης, και ιδίως εργαστηριακό εξοπλισμό ή ανάλογες εγκαταστάσεις. Πέραν της βασικής κατάρτισης, ο πάροχος κατάρτισης πρέπει επίσης να προσφέρει βραχύτερους κύκλους επιμόρφωσης επί επίκαιρων θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων των νέων τεχνολογιών, που να επιτρέπουν τη διά βίου μάθηση των εγκαταστατών. Ο πάροχος κατάρτισης μπορεί να είναι κατασκευαστής σχετικού εξοπλισμού ή συστημάτων, ίδρυμα ή ένωση.

4.

Η κατάρτιση που οδηγεί στην πιστοποίηση ή τον χαρακτηρισμό της επαγγελματικής επάρκειας των εγκαταστατών πρέπει να περιλαμβάνει ένα θεωρητικό και ένα πρακτικό σκέλος. Στο τέλος της κατάρτισης, ο εγκαταστάτης πρέπει να διαθέτει δεξιότητες εγκατάστασης των σχετικών εξοπλισμών και συστημάτων που να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες απόδοσης και αξιοπιστίας των πελατών, να επιδεικνύει δεξιοτεχνία και να παράγει ποιοτικές εργασίες, και να τηρεί όλους τους εφαρμοστέους κώδικες και πρότυπα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την ενέργεια και την οικολογική σήμανση.

5.

Η παροχή κατάρτισης ολοκληρώνεται με τη διενέργεια εξετάσεων από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση πιστοποιητικού ή ο χαρακτηρισμός. Οι εξετάσεις πρέπει να περιλαμβάνουν πρακτική αξιολόγηση της επιτυχούς εγκατάστασης λεβήτων ή θερμαστρών βιομάζας, αντλιών θερμότητας, γεωθερμικών εγκαταστάσεων μικρού βάθους, ηλιακών φωτοβολταϊκών ή ηλιοθερμικών εγκαταστάσεων.

6.

Τα καθεστώτα πιστοποίησης ή τα ισοδύναμα καθεστώτα χαρακτηρισμού που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 3, λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές:

α)

Πρέπει να προσφέρονται αναγνωρισμένα προγράμματα κατάρτισης για τους εγκαταστάτες με επαγγελματική πείρα, που έχουν παρακολουθήσει ή παρακολουθούν τους ακόλουθους τύπους κατάρτισης:

i)

για τους εγκαταστάτες λεβήτων και θερμαστρών βιομάζας: κατάρτιση υδραυλικού, εγκαταστάτη σωληνώσεων, μηχανικού θέρμανσης ή τεχνικού εγκαταστάσεων υγιεινής, θέρμανσης ή ψύξης, ως προαπαιτούμενο,

ii)

για τους εγκαταστάτες αντλιών θερμότητας: κατάρτιση υδραυλικού ή μηχανικού ψυκτικού εξοπλισμού, και βασικές γνώσεις ηλεκτρολογίας και υδραυλικής (κοπή σωλήνων, ηλεκτροκόλληση σωλήνων, κόλληση σωλήνων με κόλλα, θερμομόνωση, σφράγιση εξαρτημάτων, ανίχνευση διαρροών και εγκατάσταση συστημάτων θέρμανσης ή ψύξης), ως προαπαιτούμενο,

iii)

για τους εγκαταστάτες ηλιακών φωτοβολταϊκών ή ηλιοθερμικών συστημάτων: κατάρτιση υδραυλικού ή ηλεκτρολόγου, και γνώσεις υδραυλικής, ηλεκτρολογίας και τεχνικής στεγών (γνώσεις ηλεκτροκόλλησης σωλήνων, κόλλησης σωλήνων με κόλλα, σφράγισης εξαρτημάτων, ανίχνευσης υδραυλικών διαρροών, ικανότητα σύνδεσης καλωδιώσεων, εξοικείωση με τα βασικά υλικά επικάλυψης και τις μεθόδους υδρομόνωσης και στεγανοποίησης στεγών), ως προαπαιτούμενο, ή

iv)

πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης που παρέχει στους εγκαταστάτες κατάλληλες δεξιότητες που αντιστοιχούν σε τριετή εκπαίδευση στους τομείς δεξιοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ), και το οποίο περιλαμβάνει τόσο θεωρητική εκπαίδευση όσο και πρακτική επαγγελματική εξάσκηση.

β)

Το θεωρητικό σκέλος της κατάρτισης των εγκαταστατών θερμαστρών και λεβήτων βιομάζας πρέπει να παρέχει σφαιρική εικόνα της κατάστασης της αγοράς βιομάζας και να καλύπτει οικολογικές πτυχές, τα βιοκαύσιμα, την εφοδιαστική, την πυροπροστασία, τις σχετικές επιδοτήσεις, τις τεχνικές καύσης, τα συστήματα ανάφλεξης, τις βέλτιστες υδραυλικές λύσεις, σύγκριση κόστους — κερδών, καθώς και τον σχεδιασμό, την εγκατάσταση και τη συντήρηση λεβήτων και θερμαστρών βιομάζας. Η κατάρτιση πρέπει επίσης να παρέχει επαρκή γνώση των τυχόν ευρωπαϊκών προτύπων που αφορούν τις τεχνολογίες και τα βιοκαύσιμα (π.χ. τα συσσωματώματα βιομάζας) και της εθνικής και της κοινοτικής νομοθεσίας που αφορά τη βιομάζα.

γ)

Το θεωρητικό σκέλος της κατάρτισης των εγκαταστατών αντλιών θερμότητας πρέπει να παρέχει σφαιρική εικόνα της κατάστασης της αγοράς αντλιών θερμότητας και να καλύπτει τους γεωθερμικούς πόρους και τις θερμοκρασίες εδάφους των διαφόρων περιοχών, την αναγνώριση των εδαφών και των πετρωμάτων από άποψη θερμικής αγωγιμότητας, τους κανονισμούς που διέπουν τη χρήση γεωθερμικών πόρων, τη σκοπιμότητα χρησιμοποίησης αντλιών θερμότητας σε κτίρια και τον προσδιορισμό του καταλληλότερου συστήματος αντλίας θερμότητας, καθώς και τις αντίστοιχες τεχνικές απαιτήσεις, απαιτήσεις ασφάλειας, φιλτραρίσματος αέρα, σύνδεσης με την πηγή θερμότητας και διάταξης συστήματος. Η κατάρτιση πρέπει επίσης να παρέχει επαρκή γνώση των τυχόν ευρωπαϊκών προτύπων που αφορούν τις αντλίες θερμότητας και της σχετικής εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας. Οι εγκαταστάτες πρέπει να αποκτούν τις ακόλουθες βασικές δεξιότητες:

i)

βασική κατανόηση της φυσικής και των αρχών λειτουργίας μιας αντλίας θερμότητας, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών του κύκλου της αντλίας: σχέση μεταξύ των χαμηλών θερμοκρασιών του απαγωγέα θερμότητας, των υψηλών θερμοκρασιών της πηγής θερμότητας και της απόδοσης του συστήματος, προσδιορισμός του συντελεστή απόδοσης (COP) και του εποχιακού συντελεστή απόδοσης (SPF),

ii)

κατανόηση των επιμέρους στοιχείων των αντλιών θερμότητας και της λειτουργίας τους στον κύκλο της αντλίας, και ιδίως του συμπιεστή, της βαλβίδας εκτόνωσης, του εξατμιστή, του συμπυκνωτή, των κατασκευαστικών στοιχείων και εξαρτημάτων, των λιπαντικών ελαίων, των ψυκτικών μέσων, των δυνατοτήτων υπερθέρμανσης, υπόψυξης και ψύξης και

iii)

ικανότητα επιλογής και διαστασιολόγησης των συστατικών μερών σε τυπικές καταστάσεις εγκατάστασης, και ιδίως ικανότητα προσδιορισμού των τυπικών τιμών των θερμικών φορτίων διαφορετικών κτιρίων και για την παραγωγή θερμού νερού βάσει της κατανάλωσης ενέργειας, ικανότητα προσδιορισμού της ισχύος της αντλίας θερμότητας στο θερμικό φορτίο για την παραγωγή θερμού νερού, στη μάζα αποθήκευσης του κτιρίου και στη διακοπτόμενη παροχή ρεύματος· προσδιορισμός του συστατικού μέρους που θα χρησιμεύει ως δεξαμενή αποθήκευσης και του όγκου του, και επιλογή ενσωμάτωσης δεύτερου συστήματος θέρμανσης.

δ)

Το θεωρητικό σκέλος της κατάρτισης των εγκαταστατών ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών συστημάτων πρέπει να παρέχει σφαιρική εικόνα της κατάστασης της αγοράς των ηλιακών προϊόντων και των συγκρίσεων κόστους και κέρδους, και να καλύπτει τις οικολογικές πτυχές, τα συστατικά μέρη, τα χαρακτηριστικά και τη διαστασιολόγηση των ηλιακών συστημάτων, την επιλογή συστημάτων ακριβείας και τη διαστασιολόγηση των συστατικών μερών, τον προσδιορισμό της ζήτησης θερμότητας, την πυροπροστασία, τις σχετικές επιδοτήσεις, καθώς και τον σχεδιασμό, την εγκατάσταση και τη συντήρηση ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών εγκαταστάσεων. Η κατάρτιση πρέπει επίσης να παρέχει επαρκή γνώση των τυχόν ευρωπαϊκών προτύπων που αφορούν τις τεχνολογίες και τις πιστοποιήσεις όπως η «Solar Keymark», καθώς και της σχετικής εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας. Οι εγκαταστάτες πρέπει να αποκτούν τις ακόλουθες βασικές δεξιότητες:

i)

ικανότητα εργασίας και χρήσης των απαιτούμενων εργαλείων και εξοπλισμών με ασφάλεια, τηρουμένων των κωδίκων και προτύπων ασφαλείας, και ικανότητα προσδιορισμού των υδραυλικών, ηλεκτρολογικών και άλλων κινδύνων που συνδέονται με τις ηλιακές εγκαταστάσεις,

ii)

ικανότητα αναγνώρισης των συστημάτων και των συστατικών μερών των ενεργητικών και παθητικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένου του μηχανολογικού σχεδιασμού τους, και ικανότητα προσδιορισμού της θέσης των συστατικών μερών και της διάταξης και διαμόρφωσης του συστήματος,

iii)

ικανότητα προσδιορισμού της απαιτούμενης θέσης, προσανατολισμού και κλίσης του ηλιακού φωτοβολταϊκού συλλέκτη και του ηλιακού θερμοσίφωνα, λαμβανομένων υπόψη της σκίασης, της ηλιακής πρόσβασης, της δομικής ακεραιότητας, της καταλληλότητας της εγκατάστασης για το εκάστοτε κτίριο ή κλίμα, και ικανότητα αναγνώρισης των κατάλληλων μεθόδων εγκατάστασης για τους διαφορετικούς τύπους στέγης και της αναλογίας εξοπλισμού που απαιτείται για την εγκατάσταση και

iv)

για τα ηλιακά φωτοβολταϊκά συστήματα ειδικότερα, ικανότητα αναπροσαρμογής του ηλεκτρολογικού σχεδιασμού, και ιδίως ικανότητα προσδιορισμού των ονομαστικών εντάσεων ρεύματος, επιλογής των κατάλληλων αγωγών και ροών για κάθε ηλεκτρικό κύκλωμα, επιλογής του κατάλληλου μεγέθους, δυναμικότητας και θέσης κάθε συνδεδεμένου εξοπλισμού και υποσυστήματος και επιλογής κατάλληλου σημείου διασύνδεσης.

ε)

Η πιστοποίηση του εγκαταστάτη πρέπει να έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, ώστε για την ανανέωσή της να απαιτείται η παρακολούθηση μαθημάτων ή άλλου προγράμματος επιμόρφωσης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Κανόνες υπολογισμού του αντίκτυπου των βιοκαυσίμων, βιορευστών και των συγκριτικών τους ορυκτών καυσίμων στα αέρια θερμοκηπίου

A.   Τυπικές και προκαθορισμένες τιμές για τα βιοκαύσιμα τα οποία παράγονται χωρίς καθαρές εκπομπές άνθρακα λόγω αλλαγών στις χρήσεις γης

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές τιμές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

Προκαθορισμένες τιμές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

αιθανόλη ζαχαρότευτλων

61 %

52 %

αιθανόλη σίτου (δεν διευκρινίζεται το καύσιμο διεργασίας)

32 %

16 %

αιθανόλη σίτου (με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

32 %

16 %

αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

45 %

34 %

αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

53 %

47 %

αιθανόλη σίτου (με χρήση άχυρου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

69 %

69 %

αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ), παραγόμενη στην Κοινότητα

56 %

49 %

αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

71 %

71 %

το ποσοστό αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρα που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές (ΕΤΒΕ)

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

το ποσοστό τριταμυλαιθυλαιθέρα που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές (ΤΑΕΕ)

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

βιοντίζελ κράμβης

45 %

38 %

βιοντίζελ ηλίανθου

58 %

51 %

βιοντίζελ σπόρων σόγιας

40 %

31 %

βιοντίζελ φοινικέλαιου (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

36 %

19 %

βιοντίζελ φοινικέλαιου (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

62 %

56 %

βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη (1)

88 %

83 %

υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

51 %

47 %

υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

65 %

62 %

υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

40 %

26 %

υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

68 %

65 %

καθαρό κραμβέλαιο

58 %

57 %

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

80 %

73 %

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

84 %

81 %

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

86 %

82 %

B.   Εκτιμώμενες τυπικές και προκαθορισμένες τιμές για τα μελλοντικά βιοκαύσιμα –ανύπαρκτα ή υπάρχοντα σε αμελητέες ποσότητες στην αγορά τον Ιανουάριο του 2008– που παράγονται χωρίς καθαρές εκπομπές άνθρακα λόγω αλλαγών στις χρήσεις γης

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές τιμές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

Προκαθορισμένες τιμές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

αιθανόλη από άχυρο σίτου

87 %

85 %

αιθανόλη από απόβλητα ξύλου

80 %

74 %

αιθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

76 %

70 %

ντίζελ Fischer-Tropsch από απόβλητα ξύλου

95 %

95 %

ντίζελ Fischer-Tropsch από ξυλεία καλλιέργειας

93 %

93 %

διμεθυλαιθέρας από απόβλητα ξύλου (ΔΜΕ)

95 %

95 %

ΔΜΕ από ξυλεία καλλιέργειας

92 %

92 %

μεθανόλη από απόβλητα ξύλου

94 %

94 %

μεθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

91 %

91 %

το ποσοστό μεθυλοτριτοβουτυλαιθέρα που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές (ΜΤΒΕ)

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

Γ.   Μεθοδολογία

1.   Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται στην παραγωγή και τη χρήση καυσίμων, βιοκαυσίμων και βιορευστών για τις μεταφορές υπολογίζονται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

E = eec + el + ep + etd + eu esca eccs eccr eee ,

όπου:

E

=

συνολικές εκπομπές από τη χρήση του καυσίμου,

eec

=

εκπομπές από τη λήψη ή την καλλιέργεια των πρώτων υλών,

el

=

ετήσιες εκπομπές από την τροποποίηση των αποθεμάτων άνθρακα που οφείλονται σε αλλαγή των χρήσεων γης,

ep

=

εκπομπές από την επεξεργασία,

etd

=

εκπομπές από τη μεταφορά και διανομή,

eu

=

εκπομπές από το χρησιμοποιούμενο καύσιμο,

esca

=

μείωση εκπομπών μέσω σώρευσης άνθρακα στο έδαφος χάρη στην καλύτερη γεωργική διαχείριση,

eccs

=

μείωση εκπομπών μέσω δέσμευσης και παγίδευσης του άνθρακα και γεωλογικής αποθήκευσης,

eccr

=

μείωση εκπομπών μέσω δέσμευσης και αντικατάστασης του άνθρακα και

eee

=

μείωση εκπομπών λόγω πλεονάζουσας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στους σταθμούς συμπαραγωγής ηλεκτρισμού-θερμότητας.

Οι εκπομπές από την κατασκευή των μηχανημάτων και εξοπλισμών δεν λαμβάνονται υπόψη.

2.   Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται στη χρήση των καυσίμων (E) εκφράζονται σε γραμμάρια ισοδυνάμου CO2 ανά MJ καυσίμου (g CO2eq/MJ).

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, για τα καύσιμα κίνησης, οι τιμές που εκφράζονται σε g CO2eq/MJ μπορούν να αναπροσαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές μεταξύ της χρήσιμης απόδοσης των καυσίμων, εκφραζόμενης σε km/MJ. Προσαρμογές αυτού του είδους επιτρέπονται μόνο εφόσον αποδεικνύονται οι διαφορές ως προς τη χρήσιμη απόδοση.

4.   Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που οφείλεται στα βιοκαύσιμα και βιορευστά υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

ΜΕΙΩΣΗ = (EF EB )/EF ,

όπου:

EB

=

συνολικές εκπομπές από το βιοκαύσιμο ή βιορευστό και

EF

=

συνολικές εκπομπές από το συγκριτικό ορυκτό καύσιμο.

5.   Τα αέρια θερμοκηπίου που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 είναι τα ακόλουθα: CO2, N2O και CH4. Για τους σκοπούς του υπολογισμού της ισοδυναμίας CO2, στα αέρια αυτά αποδίδονται οι ακόλουθες τιμές:

CO2

:

1

N2O

:

296

CH4

:

23.

6.   Στις εκπομπές από τη λήψη ή την καλλιέργεια των πρώτων υλών (eec) συμπεριλαμβάνονται οι εκπομπές από την ίδια τη διαδικασία εξόρυξης, λήψης ή καλλιέργειας, από τη συλλογή των πρώτων υλών, από τα απόβλητα και τις διαρροές, και από την παραγωγή των χημικών ουσιών ή προϊόντων που χρησιμοποιούνται για τη λήψη και την καλλιέργεια των πρώτων υλών. Δεν λαμβάνεται υπόψη η δέσμευση του CO2 κατά την καλλιέργεια των πρώτων υλών. Αφαιρούνται οι πιστοποιημένες μειώσεις εκπομπών αερίων θερμοκηπίου λόγω καύσης αερίου στους πυρσούς ασφαλείας των ανά τον κόσμο εγκαταστάσεων πετρελαίου. Για τις εκτιμήσεις των εκπομπών από τις καλλιέργειες πρώτων υλών μπορούν να χρησιμοποιούνται μέσοι όροι υπολογιζόμενοι για μικρότερες γεωγραφικές περιοχές από εκείνες που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των προκαθορισμένων τιμών, εάν δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν πραγματικές τιμές.

7.   Οι ετήσιες εκπομπές από την τροποποίηση των αποθεμάτων άνθρακα λόγω αλλαγής στις χρήσεις γης, el , υπολογίζονται διαιρώντας ισομερώς τις συνολικές εκπομπές μιας εικοσαετίας. Για τον υπολογισμό αυτών των εκπομπών, χρησιμοποιείται ο ακόλουθος τύπος:

el = (CSR CSA ) x 3,664 x 1/20 x 1/PeB  (3),

όπου:

el

=

ετήσιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την τροποποίηση των αποθεμάτων άνθρακα λόγω αλλαγής των χρήσεων γης (μετρούμενες σε μάζα ισοδυνάμου CO2 ανά μονάδα ενέργειας παραγόμενης από βιοκαύσιμο)·

CSR

=

απόθεμα άνθρακα ανά εδαφική μονάδα συνδεόμενη με τις χρήσεις γης αναφοράς (μετρούμενο ως μάζα άνθρακα ανά εδαφική μονάδα, συμπεριλαμβανομένων του εδάφους και της βλάστησης). Οι χρήσεις γης αναφοράς είναι οι χρήσεις γης τον Ιανουάριο του 2008 ή 20 έτη πριν από τη λήψη των πρώτων υλών, λαμβάνοντας υπόψη τη μεταγενέστερη ημερομηνία·

CSA

=

απόθεμα άνθρακα ανά εδαφική μονάδα συνδεόμενη με τις πραγματικές χρήσεις γης (μετρούμενο ως μάζα άνθρακα ανά εδαφική μονάδα, συμπεριλαμβανομένων του εδάφους και της βλάστησης). Σε περιπτώσεις όπου το απόθεμα άνθρακα συσσωρεύεται περισσότερο από ένα έτος, η τιμή που αποδίδεται στο CSA είναι το υπολογιζόμενο απόθεμα ανά εδαφική μονάδα μετά από είκοσι έτη ή όταν η καλλιέργεια ωριμάσει, ανάλογα με το ποιο από τα δύο θα συμβεί πρώτο·

P

=

παραγωγικότητα της καλλιέργειας (μετρούμενη ως ενέργεια παραγόμενη από βιοκαύσιμα ή βιορευστά ανά εδαφική μονάδα ετησίως)· και

eB

=

προσαύξηση 29 g CO2eq/MJ για τα βιοκαύσιμα και βιορευστά των οποίων η βιομάζα προέρχεται από αποκατεστημένα υποβαθμισμένα εδάφη υπό τους όρους του σημείου 8.

8.   Η προσαύξηση 29 g CO2eq/MJ αναγνωρίζεται εφόσον διατεθούν στοιχεία ότι τα εδάφη:

α)

δεν χρησιμοποιούνταν για γεωργικούς ή οιουσδήποτε άλλους σκοπούς τον Ιανουάριο 2008 και

β)

εμπίπτουν σε μια από τις ακόλουθες κατηγορίες:

i)

ήταν είτε σοβαρά υποβαθμισμένα, συμπεριλαμβανομένων των εδαφών που προηγουμένως χρησιμοποιούνταν για γεωργικούς σκοπούς,

ii)

είτε έντονα μολυσμένα.

Η προσαύξηση 29 g CO2eq/MJ εφαρμόζεται επί Χ το πολύ έτη από την ημερομηνία μετατροπής των εδαφών σε γεωργική εκμετάλλευση, υπό τον όρον ότι εξασφαλίζονται τακτική αύξηση του αποθέματος άνθρακα και μείωση της διάβρωσης των σοβαρά υποβαθμισμένων εδαφών της περίπτωσης i) και, στην περίπτωση των μολυσμένων εδαφών της περίπτωσης ii), μείωση της μόλυνσης.

9.   Οι κατηγορίες της παραγράφου 8, στοιχείο β) ορίζονται ως εξής:

α)

«σοβαρά υποβαθμισμένα εδάφη»: εδάφη των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια σημαντικής περιόδου ή των οποίων η περιεκτικότητα σε οργανικές ύλες είναι ιδιαίτερα χαμηλή και τα οποία είναι σοβαρά διαβρωμένα·

β)

«σημαντικά μολυσμένα εδάφη»: εδάφη που δεν προσφέρονται για την παραγωγή τροφίμων ή ζωοτροφών λόγω του επιπέδου μόλυνσης.

Συμπεριλαμβάνονται τα εδάφη για τα οποία η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο.

10.   Η Επιτροπή εκπονεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009 οδηγό για τον υπολογισμό των αποθεμάτων άνθρακα του εδάφους βάσει των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC (Διακυβερνητική Ομάδα για την Αλλαγή του Κλίματος) του 2006 για τις εθνικές στατιστικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου — τόμος 4. Μετά την εκπόνησή του από την Επιτροπή, ο οδηγός αυτός χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό των αποθεμάτων άνθρακα του εδάφους για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

11.   Στις εκπομπές από την επεξεργασία, ep , περιλαμβάνονται οι εκπομπές από την ίδια τη διαδικασία επεξεργασίας, από τα απόβλητα και τις διαρροές, και από την παραγωγή των χημικών ουσιών ή προϊόντων που χρησιμοποιούνται στην επεξεργασία.

Για τον υπολογισμό της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας μη παραγόμενης στη μονάδα παραγωγής καυσίμου, η ένταση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της παραγωγής και διανομής αυτής της ηλεκτρικής ενέργειας λογίζεται ως ίση με τη μέση ένταση εκπομπών της παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας σε μια δεδομένη περιφέρεια. Κατ’ εξαίρεση του κανόνα αυτού οι παραγωγοί μπορούν να χρησιμοποιούν μια μέση τιμή για την ηλεκτρική ενέργεια που έχει παραχθεί από έναν μεμονωμένο σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, εφόσον ο σταθμός αυτός δεν είναι συνδεδεμένος με το δίκτυο ηλεκτροδότησης.

12.   Στις εκπομπές από τη μεταφορά και διανομή, etd , συμπεριλαμβάνονται οι εκπομπές από τη μεταφορά και αποθήκευση πρώτων υλών και ημιτελών υλικών και από την αποθήκευση και διανομή τελικών υλικών. Οι εκπομπές από τη μεταφορά και τη διανομή που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο σημείο 6 δεν καλύπτονται από το σημείο αυτό.

13.   Οι εκπομπές από το χρησιμοποιούμενο καύσιμο, eu , λογίζονται ως μηδενικές για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά.

14.   Η μείωση εκπομπών μέσω δέσμευσης και γεωλογικής αποθήκευσης του άνθρακα eccs που δεν έχει ήδη ληφθεί υπόψη στο ep περιορίζεται στις εκπομπές που αποφεύγονται μέσω της δέσμευσης και παγίδευσης του εκπεμπόμενου CO2 που συνδέεται άμεσα με την εξόρυξη, μεταφορά, επεξεργασία και διανομή του καυσίμου.

15.   Η μείωση εκπομπών μέσω δέσμευσης και υποκατάστασης του άνθρακα, eccr , περιορίζεται στις εκπομπές που αποφεύγονται μέσω της δέσμευσης του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και που χρησιμοποιείται προς υποκατάσταση του ορυκτής προέλευσης CO2 που χρησιμοποιείται σε εμπορικά προϊόντα και υπηρεσίες.

16.   Η μείωση εκπομπών λόγω πλεονάζουσας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στους σταθμούς συμπαραγωγής ηλεκτρισμού-θερμότητας, eee , λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με την πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από συστήματα παραγωγής καυσίμου που χρησιμοποιούν συμπαραγωγή εκτός εάν το καύσιμο που χρησιμοποιείται για τη συμπαραγωγή είναι παραπροϊόν άλλο πλην υπολείμματος γεωργικής συγκομιδής. Για τον υπολογισμό αυτής της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας, το μέγεθος της μονάδας συμπαραγωγής λογίζεται ως το ελάχιστο απαιτούμενο για την παροχή, από τη μονάδα συμπαραγωγής, της θερμότητας που χρειάζεται για την παραγωγή του καυσίμου. Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που συνδέεται με αυτή την πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια λογίζεται ως ίση με την ποσότητα αερίων θερμοκηπίου που θα εκπέμπονταν εάν ίση ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας παραγόταν σε σταθμό ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιεί το ίδιο καύσιμο με τη μονάδα συμπαραγωγής.

17.   Όταν μια διαδικασία παραγωγής καυσίμου παράγει, σε συνδυασμό, το καύσιμο για το οποίο υπολογίζονται οι εκπομπές και ένα ή περισσότερα άλλα προϊόντα («παραπροϊόντα»), οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου διαιρούνται μεταξύ του τελικού καυσίμου ή του ενδιάμεσου καύσιμου προϊόντος και των παραπροϊόντων κατ’ αναλογία προς το ενεργειακό τους περιεχόμενο (που προσδιορίζεται από την κατώτερη θερμογόνο δύναμη στην περίπτωση παραπροϊόντων διαφορετικών από την ηλεκτρική ενέργεια).

18.   Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο σημείο 17, οι προς διαίρεση εκπομπές είναι eec + el + τα κλάσματα εκπομπών ep , etd και eee που παράγονται κατά τα στάδια της διαδικασίας μέχρι και το στάδιο παραγωγής παραπροϊόντος. Εάν ο καταλογισμός εκπομπών σε παραπροϊόντα έχει γίνει σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας στο πλαίσιο του κύκλου ζωής, το κλάσμα των εκπομπών που αποδίδονται κατά το τελευταίο αυτό στάδιο της διαδικασίας στο ενδιάμεσο καύσιμο προϊόν χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό, αντί του συνόλου των εκπομπών αυτών.

Στην περίπτωση των βιοκαυσίμων και βιορευστών, για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού λαμβάνονται υπόψη όλα τα παραπροϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 16, με εξαίρεση τα υπολείμματα γεωργικής συγκομιδής (π.χ. άχυρο, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου, φλοιοί, σπάδικες αραβοσίτου και κελύφη καρπών). Για τους σκοπούς του ίδιου υπολογισμού, τα παραπροϊόντα που έχουν αρνητικό ενεργειακό περιεχόμενο λογίζονται ως έχοντα μηδενικό ενεργειακό περιεχόμενο.

Τα απόβλητα, τα υπολείμματα γεωργικής καλλιέργειας όπως άχυρο, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου, φλοιοί, σπάδικες αραβοσίτου και κελύφη καρπών και τα κατάλοιπα επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της ακαθάριστης γλυκερίνης (ήτοι, μη διυλισμένης γλυκερίνης), λογίζεται ότι έχουν μηδενικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής τους μέχρι τη διαδικασία συλλογής τους.

Στην περίπτωση των καυσίμων που παράγονται σε διυλιστήρια, η μονάδα ανάλυσης για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο σημείο 17 είναι το διυλιστήριο.

19.   Στην περίπτωση των βιοκαυσίμων, για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 4, οι εκπομπές από το αντικαθιστάμενο ορυκτό καύσιμο EF είναι οι πιο πρόσφατες διαθέσιμες πραγματικές μέσες εκπομπές από το ορυκτό μέρος της βενζίνης και του ντίζελ που καταναλώνονται στην Κοινότητα, όπως κοινοποιούνται δυνάμει της οδηγίας 98/70/ΕΚ. Εάν δεν διατίθενται τέτοια δεδομένα, χρησιμοποιείται η τιμή 83,8 g CO2eq/MJ.

Στην περίπτωση των βιορευστών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 η τιμή του συντελεστή EF είναι 91 g CO2eq/MJ.

Στην περίπτωση των βιορευστών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή θερμότητας, για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 η τιμή του συντελεστή EF είναι 77 g CO2eq/MJ.

Στην περίπτωση των βιορευστών που χρησιμοποιούνται για τη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού-θερμότητας, για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 η τιμή του συντελεστή EF είναι 85 g CO2eq/MJ.

Δ.   Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για καλλιέργεια: «eec » όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου ή βιορευστού

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

αιθανόλη ζαχαρότευτλων

12

12

αιθανόλη σίτου

23

23

αιθανόλη αραβοσίτου, παραγόμενη στην Κοινότητα

20

20

αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

14

14

το ποσοστό ΕΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

το ποσοστό ΤΑΕΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

βιοντίζελ κράμβης

29

29

βιοντίζελ ηλίανθου

18

18

βιοντίζελ σπόρων σόγιας

19

19

βιοντίζελ φοινικέλαιου

14

14

βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη (4)

0

0

υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

30

30

υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

18

18

υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο

15

15

καθαρό κραμβέλαιο

30

30

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

0

0

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

0

0

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

0

0

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για επεξεργασία (συμπεριλαμβανομένης της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας): «ep eee » όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου ή βιορευστού

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

αιθανόλη ζαχαρότευτλων

19

26

αιθανόλη σίτου (δεν διευκρινίζεται το καύσιμο διεργασίας)

32

45

αιθανόλη σίτου (με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

32

45

αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

21

30

αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

14

19

αιθανόλη σίτου (με χρήση άχυρου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

1

1

αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ), παραγόμενη στην Κοινότητα

15

21

αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

1

1

το ποσοστό ΕΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

το ποσοστό ΤΑΕΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

βιοντίζελ κράμβης

16

22

βιοντίζελ ηλίανθου

16

22

βιοντίζελ σπόρων σόγιας

18

26

βιοντίζελ φοινικέλαιου (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

35

49

βιοντίζελ φοινικέλαιου (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

13

18

βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη

9

13

υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

10

13

υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

10

13

υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

30

42

υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

7

9

καθαρό κραμβέλαιο

4

5

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

14

20

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

8

11

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

8

11

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για μεταφορά και διανομή: «etd » όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου ή βιορευστού

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

αιθανόλη ζαχαρότευτλων

2

2

αιθανόλη σίτου

2

2

αιθανόλη αραβοσίτου, παραγόμενη στην Κοινότητα

2

2

αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

9

9

το ποσοστό ΕΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

το ποσοστό ΤΑΕΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

βιοντίζελ κράμβης

1

1

βιοντίζελ ηλίανθου

1

1

βιοντίζελ σπόρων σόγιας

13

13

βιοντίζελ φοινικέλαιου

5

5

βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη

1

1

υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

1

1

υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

1

1

υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο

5

5

καθαρό κραμβέλαιο

1

1

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

3

3

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

5

5

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

4

4

Σύνολο για καλλιέργεια, επεξεργασία, μεταφορά και διανομή

οδός παραγωγής βιοκαυσίμου και βιορευστού

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

αιθανόλη ζαχαρότευτλων

33

40

αιθανόλη σίτου (δεν διευκρινίζεται το καύσιμο διεργασίας)

57

70

αιθανόλη σίτου (με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

57

70

αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

46

55

αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

39

44

αιθανόλη σίτου (με χρήση άχυρου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

26

26

αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ), παραγόμενη στην Κοινότητα

37

43

αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

24

24

το ποσοστό ΕΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

το ποσοστό ΤΑΕΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

βιοντίζελ κράμβης

46

52

βιοντίζελ ηλίανθου

35

41

βιοντίζελ σπόρων σόγιας

50

58

βιοντίζελ φοινικέλαιου (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

54

68

βιοντίζελ φοινικέλαιου (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

32

37

βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη

10

14

υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

41

44

υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

29

32

υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

50

62

υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

27

29

καθαρό κραμβέλαιο

35

36

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

17

23

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

13

16

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

12

15

E.   Εκτιμώμενες αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για τα μελλοντικά βιοκαύσιμα — βιοκαύσιμα ανύπαρκτα ή υπάρχοντα σε αμελητέες ποσότητες στην αγορά τον Ιανουάριο του 2008

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για την καλλιέργεια: «eec » όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου ή βιορευστού

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

αιθανόλη από άχυρο σίτου

3

3

αιθανόλη από απόβλητα ξύλου

1

1

αιθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

6

6

ντίζελ Fischer-Tropsch από απόβλητα ξύλου

1

1

ντίζελ Fischer-Tropsch από ξυλεία καλλιέργειας

4

4

ΔΜΕ από απόβλητα ξύλου

1

1

ΔΜΕ από ξυλεία καλλιέργειας

5

5

μεθανόλη από απόβλητα ξύλου

1

1

μεθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

5

5

το ποσοστό ΜΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για την επεξεργασία (συμπεριλαμβανομένης της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας): «ep eee » όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου ή βιορευστού

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

αιθανόλη από άχυρο σίτου

5

7

αιθανόλη από ξύλο

12

17

ντίζελ Fischer-Tropsch από ξύλο

0

0

ΔΜΕ από ξύλο

0

0

μεθανόλη από ξύλο

0

0

το ποσοστό ΜΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για τη μεταφορά και τη διανομή: «etd » όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου ή βιορευστού

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

αιθανόλη από άχυρο σίτου

2

2

αιθανόλη από απόβλητα ξύλου

4

4

αιθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

2

2

ντίζελ Fischer-Tropsch από απόβλητα ξύλου

3

3

ντίζελ Fischer-Tropsch από ξυλεία καλλιέργειας

2

2

ΔΜΕ από απόβλητα ξύλου

4

4

ΔΜΕ από ξυλεία καλλιέργειας

2

2

μεθανόλη από απόβλητα ξύλου

4

4

μεθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

2

2

το ποσοστό ΜΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

Σύνολο για την καλλιέργεια, την επεξεργασία, τη μεταφορά και τη διανομή

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου ή βιορευστού

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(g CO2eq/MJ)

αιθανόλη από άχυρο σίτου

11

13

αιθανόλη από απόβλητα ξύλου

17

22

αιθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

20

25

ντίζελ Fischer-Tropsch από απόβλητα ξύλου

4

4

ντίζελ Fischer-Tropsch από ξυλεία καλλιέργειας

6

6

ΔΜΕ από απόβλητα ξύλου

5

5

ΔΜΕ από ξυλεία καλλιέργειας

7

7

μεθανόλη από απόβλητα ξύλου

5

5

μεθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

7

7

το ποσοστό ΜΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης


(1)  Δεν περιλαμβάνονται τα ζωικά λίπη που παράγονται από ζωικά υποπροϊόντα τα οποία ταξινομούνται ως υλικό κατηγορίας 3 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 2002, για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο ().

(2)  ΕΕ L 273 της 10.10.2002, σ. 1.

(3)  Η σταθερά που προκύπτει από τη διαίρεση του μοριακού βάρους του CO2 (44,010 g/mol) με το μοριακό βάρος του άνθρακα (12,011 g/mol) ισούται προς 3,664.

(4)  Δεν περιλαμβάνονται τα ζωικά λίπη που παράγονται από ζωικά υποπροϊόντα τα οποία ταξινομούνται ως υλικό κατηγορίας 3 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙ

Στοιχειώδεις απαιτήσεις για το εναρμονισμένο υπόδειγμα των εθνικών σχεδίων δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια

1.   Αναμενόμενη τελική κατανάλωση ενέργειας

Ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, των μεταφορών και της θέρμανσης και ψύξης για το 2020, λαμβανομένου υπόψη του αντικτύπου των μέτρων πολιτικής για την ενεργειακή απόδοση.

2.   Εθνικοί τομεακοί στόχοι για το 2020 και εκτιμώμενα μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και ψύξης και των μεταφορών

α)

επιδιωκόμενο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας το 2020·

β)

εκτιμώμενη πορεία του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας·

γ)

επιδιωκόμενο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και ψύξης το 2020·

δ)

εκτιμώμενη πορεία του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και ψύξης·

ε)

εκτιμώμενη πορεία του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών·

στ)

εθνική ενδεικτική πορεία όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 και το μέρος Β του παραρτήματος I.

3.   Μέτρα για την επίτευξη των στόχων

α)

επισκόπηση όλων των πολιτικών και μέτρων που αφορούν την προαγωγή της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

β)

συγκεκριμένα μέτρα για την τήρηση των απαιτήσεων των άρθρων 13, 14 και 16, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για επέκταση ή/και ενίσχυση της υφιστάμενης υποδομής για να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση των ποσοτήτων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές οι οποίες απαιτούνται για να επιτευχθεί ο εθνικός στόχος για το 2020, μέτρα για την επίσπευση των διαδικασιών έγκρισης, μέτρα για τη μείωση των μη τεχνολογικών φραγμών και μέτρα που αφορούν τα άρθρα 17 έως 21·

γ)

καθεστώτα στήριξης για την προαγωγή της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία εφαρμόζονται από το κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών·

δ)

καθεστώτα στήριξης για την προαγωγή της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και ψύξης, τα οποία εφαρμόζονται από το κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών·

ε)

καθεστώτα στήριξης για την προαγωγή της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών, τα οποία εφαρμόζονται από το κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών·

στ)

συγκεκριμένα μέτρα για την προαγωγή της χρήσης ενέργειας από βιομάζα, ιδίως δε από νέα βιομάζα, τα οποία λαμβάνουν υπόψη:

i)

τη διαθεσιμότητα βιομάζας: τόσο δυνητικής εγχώριας όσο και εισαγόμενης,

ii)

μέτρα για την αύξηση της διαθεσιμότητας βιομάζας, τα οποία λαμβάνουν υπόψη άλλους χρήστες βιομάζας (τομείς γεωργίας και δασοκομίας)·

ζ)

προγραμματιζόμενη χρήση στατιστικών μεταβιβάσεων μεταξύ κρατών μελών και προγραμματιζόμενη συμμετοχή σε κοινά έργα με άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες:

i)

εκτιμώμενη πλεονασματική παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με την ενδεικτική πορεία, η οποία θα μπορούσε να μεταβιβαστεί σε άλλα κράτη μέλη,

ii)

εκτιμώμενες δυνατότητες κοινών έργων,

iii)

εκτιμώμενη ζήτηση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία πρέπει να καλυφθεί με άλλους τρόπους πλην της εγχώριας παραγωγής.

4.   Εκτιμήσεις

α)

αναμενόμενη συνολική συνεισφορά κάθε τεχνολογίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας προς επίτευξη των δεσμευτικών στόχων του 2020 και της ενδεικτικής πορείας για τα μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και ψύξης και των μεταφορών·

β)

αναμενόμενη συνολική συνεισφορά των μέτρων ενεργειακής απόδοσης και εξοικονόμησης ενέργειας προς επίτευξη των δεσμευτικών στόχων του 2020 και της ενδεικτικής πορείας για τα μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και ψύξης και των μεταφορών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

Καταλογισμός της παραγωγής ενέργειας από αντλίες θερμότητας

Το ποσό της αεροθερμικής, γεωθερμικής ή υδροθερμικής ενέργειας που δεσμεύεται από αντλίες θερμότητας και μπορεί να θεωρηθεί ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ERES , υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

ERES = Qusable * (1-1/SPF)

όπου:

Qusable = η υπολογιζόμενη συνολική χρήσιμη θερμική ενέργεια από αντλίες θερμότητας σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 5 παράγραφος 4, εφαρμόζεται ως εξής: λαμβάνονται υπόψη μόνο αντλίες θερμότητας για τις οποίες SPF > 1.15 * 1/η.

SPF = ο υπολογιζόμενος παράγοντας μέσης εποχιακής απόδοσης για τις συγκεκριμένες αντλίες θερμότητας.

η είναι ο λόγος μεταξύ της συνολικής ακαθάριστης παραγωγής ενέργειας και της κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και υπολογίζεται ως μέσος όρος της ΕΕ επί τη βάσει στοιχείων της Eurostat.

Η Επιτροπή θεσπίζει, το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2013, κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη υπολογίζουν τις αξίες Qusable και SPF για τις διαφορετικές τεχνολογίες και εφαρμογές αντλιών θερμότητας, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στις περιβαλλοντικές συνθήκες και ιδιαίτερα τα πολύ ψυχρά κλίματα.


5.6.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 140/63


ΟΔΗΓΊΑ 2009/29/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 23ης Απριλίου 2009

για τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με στόχο τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της Κοινότητας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175 παράγραφος 1,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) θέσπισε σύστημα για την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας (κοινοτικό σύστημα) προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.

(2)

Ο απώτερος στόχος της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC), η οποία εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα με την απόφαση 94/69/ΕΚ του Συμβουλίου (5) είναι η σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων των αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε επίπεδο τέτοιο ώστε να προλαμβάνεται η επικίνδυνη ανθρωπογενής επίδραση στο κλιματικό σύστημα. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, η συνολική μέση ετήσια αύξηση της θερμοκρασίας της επιφάνειας του πλανήτη δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 2 °C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση αξιολόγησης της Διακυβερνητικής επιτροπής για την αλλαγή του κλίματος (IPCC), προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος, οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου πρέπει να κορυφωθούν έως το 2020. Αυτό συνεπάγεται αυξανόμενες προσπάθειες από την Κοινότητα, ταχεία συμμετοχή των ανεπτυγμένων χωρών και ενθάρρυνση της συμμετοχής των αναπτυσσόμενων χωρών στη διαδικασία μείωσης των εκπομπών.

(3)

Στη σύνοδο του Μαρτίου 2007 στις Βρυξέλλες, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεσμεύθηκε σαφώς για μείωση των συνολικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της Κοινότητας σε ποσοστό τουλάχιστον 20 % χαμηλότερο από τα επίπεδα του 1990 έως το 2020 και, κατά 30 % εφόσον υπάρξουν δεσμεύσεις για συγκρίσιμες μειώσεις των εκπομπών από άλλες ανεπτυγμένες χώρες και εφόσον οι πιο προηγμένες οικονομικά αναπτυσσόμενες χώρες συμβάλλουν δεόντως, αναλόγως προς τις υποχρεώσεις και τις δυνατότητές τους. Έως το 2050, οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου θα πρέπει να μειωθούν κατά τουλάχιστον 50 % σε σχέση με τα αντίστοιχα επίπεδα του 1990. Όλοι οι τομείς της οικονομίας θα πρέπει να συμβάλλουν στις εν λόγω μειώσεις των εκπομπών, συμπεριλαμβανομένων της ναυτιλίας και της αεροπορίας. Με τη συμπερίληψή της στο κοινοτικό σύστημα, η αεροπορία συμβάλλει στις μειώσεις των εκπομπών αυτών. Σε περίπτωση που έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011 δεν εγκριθεί από τα κράτη μέλη διεθνής συμφωνία που να περιλαμβάνει τις εκπομπές των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών στους στόχους μείωσης μέσω του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) ή δεν έχει εγκριθεί από την Κοινότητα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011 τέτοια συμφωνία μέσω της UNFCCC, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει πρόταση προκειμένου να συμπεριληφθούν οι εκπομπές από τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές, σύμφωνα με εναρμονισμένες ρυθμίσεις, στην κοινοτική δέσμευση μείωσης, ώστε να τεθεί σε ισχύ η προτεινομένη πράξη έως το 2013. Η πρόταση θα πρέπει να ελαχιστοποιεί τις τυχόν αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της Κοινότητας, λαμβάνοντας υπόψη τα δυνητικά περιβαλλοντικά οφέλη.

(4)

Με το ψήφισμά του της 31ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την έκβαση της διάσκεψης για την Αλλαγή του Κλίματος που διεξήχθη στο Μπαλί (COP 13 και COP/MOP 3) (6) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπενθύμιζε τη θέση του ότι τα εκβιομηχανισμένα κράτη πρέπει να αναλάβουν δέσμευση να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 30 % έως το 2020 και κατά 60-80 % έως το 2050 εν συγκρίσει προς τα επίπεδα του έτους 1990. Δεδομένου ότι αναμένει θετική έκβαση στις διαπραγματεύσεις της διάσκεψης των συμβαλλομένων COP 15 που θα διεξαχθεί στην Κοπεγχάγη το 2009, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αρχίσει να προετοιμάζει στόχους μεγαλύτερης μειώσεως των εκπομπών για το 2020 και μετέπειτα, να επιδιώκει δε να εξασφαλίσει ότι μετά το 2013 στο κοινοτικό σύστημα θα έχουν προβλεφθεί αυστηρότερα ανώτατα όρια εκπομπών, εάν απαιτούνται, ως τμήμα της συμβολής από την Ένωση σε μία μελλοντική διεθνή συμφωνία για τις κλιματικές αλλαγές.

(5)

Ως συμβολή στην επίτευξη των μακροπρόθεσμων αυτών στόχων, είναι σκόπιμη η χάραξη μιας προβλέψιμης πορείας σύμφωνα με την οποία οι εκπομπές των εγκαταστάσεων που καλύπτονται από το κοινοτικό σύστημα θα πρέπει να μειωθούν. Για να υλοποιηθεί κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους η δέσμευση της Κοινότητας σχετικά με μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 20 % σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, τα κατανεμητέα δικαιώματα εκπομπών για τις εγκαταστάσεις αυτές θα πρέπει έως το 2020 να μειωθούν κατά 21 % σε σχέση με τα αντίστοιχα επίπεδα εκπομπών τους για το 2005.

(6)

Για την ενίσχυση της βεβαιότητας και προβλεψιμότητας του κοινοτικού συστήματος, θα πρέπει να καθοριστούν διατάξεις για την αύξηση της συνεισφοράς του κοινοτικού συστήματος στην επίτευξη μιας συνολικής μείωσης μεγαλύτερης από 20 %, ιδιαίτερα ενόψει του στόχου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για μείωση κατά 30 % έως το 2020 την οποία η επιστήμη κρίνει αναγκαία για την αποφυγή μιας επικίνδυνης αλλαγής του κλίματος.

(7)

Εάν η Κοινότητα και τρίτες χώρες συνάψουν διεθνή συμφωνία για τις κλιματικές αλλαγές η οποία θα προβλέπει την ανάληψη κατάλληλης παγκόσμιας δράσης μετά το 2012, σημαντική στήριξη θα πρέπει να δοθεί για την αναγνώριση των μειώσεων των εκπομπών που επιτυγχάνονται στις χώρες αυτές. Ωστόσο, πριν από τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας, θα πρέπει να δοθούν μεγαλύτερες διασφαλίσεις σε ό,τι αφορά τη συνεχιζόμενη χρήση πιστωτικών μορίων από χώρες εκτός της Κοινότητας.

(8)

Παρόλο που η εμπειρία από την πρώτη περίοδο εμπορίας δείχνει τις δυνατότητες του κοινοτικού συστήματος και η ολοκλήρωση των εθνικών σχεδίων κατανομής για τη δεύτερη περίοδο εμπορίας θα επιφέρει σημαντικές μειώσεις των εκπομπών έως το 2012, από την επανεξέταση που έγινε το 2007 επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη για ένα πιο εναρμονισμένο σύστημα εμπορίας ούτως ώστε να αξιοποιούνται καλύτερα τα οφέλη της εμπορίας εκπομπών, να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά και να διευκολύνεται η σύνδεση συστημάτων εμπορίας εκπομπών. Επιπλέον, θα πρέπει να διασφαλίζεται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και το πεδίο εφαρμογής του συστήματος θα πρέπει να επεκταθεί περιλαμβάνοντας νέους τομείς και αέρια με στόχο τόσο την ενίσχυση του σήματος σχετικά με τις τιμές άνθρακα, η οποία απαιτείται για την ενεργοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων, όσο και την παροχή νέων ευκαιριών μείωσης οι οποίες θα οδηγήσουν σε χαμηλότερο συνολικό κόστος μείωσης και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του συστήματος.

(9)

Ο ορισμός των αερίων θερμοκηπίου θα πρέπει να ευθυγραμμισθεί προς τον ορισμό που περιέχεται στη UNFCCC, ενώ μεγαλύτερη σαφήνεια θα πρέπει να δοθεί στον καθορισμό και την αναπροσαρμογή του δυναμικού αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη που ενέχουν μεμονωμένα αέρια θερμοκηπίου.

(10)

Το κοινοτικό σύστημα θα πρέπει να διευρυνθεί και σε άλλες εγκαταστάσεις οι εκπομπές των οποίων μπορούν να παρακολουθούνται, να καταγράφονται και να εξακριβώνονται με την ίδια ακρίβεια όπως αυτή που προβλέπουν οι ισχύουσες απαιτήσεις παρακολούθησης, υποβολής εκθέσεων και εξακρίβωσης.

(11)

Όπου ισχύουν ισοδύναμα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ιδίως φορολογικά μέτρα, για μικρές εγκαταστάσεις οι εκπομπές των οποίων δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο των 25 000 τόνων ισοδυνάμου CO2 ετησίως, θα πρέπει να προβλεφθεί μια διαδικασία η οποία να επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαιρούν τέτοιες εγκαταστάσεις από το σύστημα εμπορίας εκπομπών, εφόσον τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται. Τα νοσοκομεία μπορούν επίσης να εξαιρεθούν εάν λάβουν ισοδύναμα μέτρα. Το εν λόγω ανώτατο όριο παρέχει το μέγιστο σχετικό κέρδος από άποψη μείωσης των διοικητικών δαπανών για κάθε τόνο ισοδυνάμου CO2, που εξαιρείται από το σύστημα για λόγους διοικητικής απλούστευσης. Ως συνέπεια της μετακίνησης από τις πενταετείς περιόδους κατανομής και προκειμένου να ενισχυθούν οι διασφαλίσεις και η προβλεψιμότητα, χρειάζονται διατάξεις σχετικά με τη συχνότητα της αναθεώρησης των αδειών εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να προτείνουν μέτρα για τις μικρές εγκαταστάσεις τα οποία θα επιτύχουν μείωση των εκπομπών ισοδύναμη με εκείνη που θα επιτευχθεί με το κοινοτικό σύστημα. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν φορολόγηση, συμφωνίες με τη βιομηχανία και κανονιστικές ρυθμίσεις. Δεδομένης της ανάγκης για μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου για όσους έχουν χαμηλές εκπομπές, τα κράτη μέλη μπορούν να καθιερώσουν απλουστευμένες διαδικασίες και μέτρα συμμόρφωσης προς την παρούσα οδηγία.

(12)

Θα πρέπει να είναι εύκολη η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

(13)

Η ποσότητα των δικαιωμάτων σε όλη την Κοινότητα θα πρέπει να μειωθεί γραμμικά με βάση υπολογισμού τη μέση τιμή της περιόδου 2008 έως 2012, ώστε να διασφαλίζεται ότι το σύστημα εμπορίας εκπομπών επιτρέπει σταδιακές και προβλέψιμες μειώσεις των εκπομπών διαχρονικώς. Η ετήσια μείωση των δικαιωμάτων θα πρέπει να είναι ίση με 1,74 % των δικαιωμάτων που εκχωρούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με τα εθνικά σχέδια κατανομής των κρατών μελών για την περίοδο 2008 έως 2012, ώστε το κοινοτικό σύστημα να συμβάλει με τρόπο αποτελεσματικό από πλευράς κόστους στην υλοποίηση της δέσμευσης της Κοινότητας για συνολική μείωση των εκπομπών κατά τουλάχιστον 20 % έως το 2020.

(14)

Η συνεισφορά αυτή αντιστοιχεί σε μείωση των εκπομπών στο κοινοτικό σύστημα για το 2020 κατά 21 % σε σχέση με τα επίπεδα που αναφέρθηκαν το 2005, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων της διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής από την περίοδο 2005-2007 έως την περίοδο 2008-2012 και των αριθμητικών στοιχείων εκπομπών του 2005 για τον τομέα της εμπορίας εκπομπών τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση του βουλγαρικού και του ρουμανικού εθνικού σχεδίου κατανομής για την περίοδο 2008 έως 2012, γεγονός που συνεπάγεται την εκχώρηση 1 720 εκατ. δικαιωμάτων το μέγιστο για το έτος 2020. Οι ακριβείς ποσότητες των εκπομπών θα υπολογιστούν αφού τα κράτη μέλη εκχωρήσουν δικαιώματα σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με τα εθνικά σχέδια κατανομής τους για την περίοδο 2008 έως 2012, καθώς η έγκριση των κατανομών για ορισμένες εγκαταστάσεις εξαρτιόταν από την τεκμηρίωση και εξακρίβωση των εκπομπών τους. Όταν εκχωρηθούν τα δικαιώματα για την περίοδο μεταξύ 2008 και 2012, η Επιτροπή θα δημοσιεύσει την κοινοτική ποσότητα δικαιωμάτων. Η κοινοτική ποσότητα θα προσαρμοστεί ανάλογα σε σχέση με τις εγκαταστάσεις οι οποίες θα περιλαμβάνονται στο κοινοτικό σύστημα ή θα εξαιρούνται από αυτό κατά την περίοδο 2008-2012 ή από το 2013 και μετά.

(15)

Η επιπρόσθετη προσπάθεια που θα πρέπει να καταβληθεί από την κοινοτική οικονομία απαιτεί, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία του αναθεωρημένου κοινοτικού συστήματος με την κατά το δυνατόν υψηλότερη οικονομική απόδοση και επί τη βάσει πλήρως εναρμονισμένων προϋποθέσεων κατανομής εντός της Κοινότητας. Συνεπώς, ο πλειστηριασμός θα πρέπει να αποτελεί τη βασική αρχή της κατανομής, καθώς πρόκειται για το απλούστερο σύστημα που γενικά θεωρείται και το αποδοτικότερο από οικονομικής άποψης. Με τον τρόπο αυτό, θα εξαλειφθεί η δυνατότητα για παράπλευρα κέρδη, ενώ οι νεοεισερχόμενοι και οι οικονομίες που αναπτύσσονται με ρυθμό μεγαλύτερο από τον μέσο όρο θα τεθούν στην ίδια βάση με τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις.

(16)

Προκειμένου να διατηρηθεί η περιβαλλοντική και διοικητική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού συστήματος, να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και η πρόωρη εξάντληση του αποθέματος για τους νεοεισερχόμενους, οι κανόνες θα πρέπει να εναρμονισθούν έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν την ίδια προσέγγιση, ιδίως όσον αφορά τον ορισμό των σημαντικών επεκτάσεων των εγκαταστάσεων. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να συμπεριληφθούν διατάξεις για την έγκριση εναρμονισμένων κανόνων για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Σε αυτούς τους κανόνες, ως σημαντική επέκταση θα πρέπει να ορίζεται, όπου απαιτείται, επέκταση κατά 10 % τουλάχιστον της υφιστάμενης εγκατεστημένης ισχύος της εγκατάστασης ή σημαντική αύξηση των εκπομπών της εγκατάστασης που συνδέεται με την αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος. Κατανομή από το αποθεματικό για τους νεοεισερχόμενους πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει σημαντική επέκταση της εγκατάστασης.

(17)

Όλα τα κράτη μέλη θα χρειασθεί να πραγματοποιήσουν σημαντικές επενδύσεις για τη μείωση της έντασης του άνθρακα στις οικονομίες τους έως το 2020, ενώ τα κράτη μέλη στα οποία το κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να είναι πολύ κατώτερο από τον κοινοτικό μέσο όρο και οι οικονομίες των οποίων προσπαθούν να φτάσουν το επίπεδο των πλουσιότερων κρατών μελών θα χρειαστεί να καταβάλουν μείζονες προσπάθειες για να βελτιώσουν την ενεργειακή απόδοση. Οι στόχοι για εξάλειψη ενδεχόμενων στρεβλώσεων στον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό και για διασφάλιση του υψηλότερου δυνατού βαθμού οικονομικής απόδοσης για τη μεταμόρφωση της οικονομίας της Κοινότητας σε μια ασφαλή και μακρόπνοη οικονομία χαμηλών εκπομπών CO2 καθιστούν τη διαφορετική αντιμετώπιση των οικονομικών τομέων που διέπονται από το κοινοτικό σύστημα, στα μεμονωμένα κράτη μέλη, μη αρμόζουσα. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η ανάπτυξη άλλων μηχανισμών για τη στήριξη των προσπαθειών των κρατών μελών με σχετικά χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης. Ποσοστό 88 % της συνολικής ποσότητας των δικαιωμάτων προς πλειστηριασμό θα πρέπει να κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών βάσει του αντίστοιχου μεριδίου τους εκπομπών στο κοινοτικό σύστημα για το 2005 ή τη μέση τιμή για τη χρονική περίοδο 2005-2007, εάν αυτή είναι μεγαλύτερη. Ποσοστό 10 % της ποσότητας αυτής θα πρέπει να κατανέμεται προς όφελος των εν λόγω κρατών μελών για σκοπούς αλληλεγγύης και ανάπτυξης στην Κοινότητα, ώστε να χρησιμοποιείται για τη μείωση των εκπομπών και την προσαρμογή στις επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος. Για την κατανομή του εν λόγω 10 % θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα επίπεδα του κατά κεφαλήν εισοδήματος για το 2005 και οι προοπτικές ανάπτυξης των κρατών μελών, ενώ η κατανομή θα πρέπει να ευνοεί τα κράτη μέλη με χαμηλά επίπεδα κατά κεφαλήν εισοδήματος και μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης. Τα κράτη μέλη με μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα κατά 20 % υψηλότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο θα πρέπει να συνεισφέρουν στην κατανομή, εκτός από τις περιπτώσεις όπου το άμεσο κόστος της συνολικής δέσμης μέτρων όπως εκτιμάται στην έκθεση επιπτώσεων της Επιτροπής, που συνοδεύει τη δέσμη εκτελεστικών μέτρων για τους στόχους της ΕΕ για την αλλαγή του κλίματος και την ανανεώσιμη ενέργεια για το 2020 υπερβαίνει ποσοστό 0,7 % του ΑΕΠ. Περαιτέρω 2 % της συνολικής ποσότητας των δικαιωμάτων προς πλειστηριασμό θα πρέπει να κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών των οποίων οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου το 2005 ήταν κατά τουλάχιστον 20 % κατώτερες των εκπομπών τους του έτους βάσης που ισχύουν γι’ αυτά δυνάμει του πρωτοκόλλου του Κιότο.

(18)

Δεδομένων των σημαντικών προσπαθειών που χρειάζονται για την αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος και για την προσαρμογή στις αναπόφευκτες επιπτώσεις, θεωρείται ότι τουλάχιστον το 50 % των προσόδων από τον πλειστηριασμό δικαιωμάτων θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, για την προσαρμογή στις επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος, για τη χρηματοδότηση έρευνας και ανάπτυξης με στόχο τη μείωση των εκπομπών και την προσαρμογή, για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενεργείας, ώστε να τηρηθεί η δέσμευση της ΕΕ για χρήση ανανεώσιμων πηγών ενεργείας σε ποσοστό 20 % έως το 2020, για την περιβαλλοντικώς ασφαλή δέσμευση και γεωλογική αποθήκευση αερίων θερμοκηπίου, για τη συνεισφορά στο Παγκόσμιο Ταμείο Ενεργειακής Απόδοσης και Ανανεώσιμων Πηγών Ενεργείας και το Ταμείο Προσαρμογής όπως καθίσταται λειτουργικό από τη διάσκεψη του Πόζναν για την Κλιματική Αλλαγή (COP 14 και COP/ΜΟΡ 4), για μέτρα κατά της αποδάσωσης και τη διευκόλυνση της προσαρμογής σε αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και για την αντιμετώπιση των κοινωνικών πλευρών, όπως τυχόν αυξήσεις των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Το ποσοστό αυτό είναι πολύ χαμηλότερο από τα αναμενόμενα καθαρά έσοδα των δημόσιων αρχών από πλειστηριασμούς και λαμβάνει υπόψη τα δυνητικά μειωμένα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων. Επιπροσθέτως, οι εισπράξεις από τον πλειστηριασμό δικαιωμάτων θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών διαχείρισης του κοινοτικού συστήματος. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει διατάξεις για την παρακολούθηση της χρήσης των εσόδων από πλειστηριασμούς για τους σκοπούς αυτούς. Η παροχή πληροφοριών για τη χρήση των εσόδων δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους να κοινοποιούν ορισμένα εθνικά μέτρα, η οποία απορρέει από το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης. Η οδηγία δεν προδικάζει την έκβαση τυχόν μελλοντικών διαδικασιών ως προς κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες μπορεί να κινηθούν σύμφωνα με τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης.

(19)

Κατά συνέπεια, ο πλειστηριασμός θα πρέπει να αποτελεί αποκλειστικό κανόνα από το 2013 και μετά για τον τομέα της ηλεκτρικής ενεργείας, λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητάς του να μετακυλύει το αυξημένο κόστος του CO2, ενώ δεν πρέπει να παρέχεται δωρεάν κατανομή για τη δέσμευση και αποθήκευση CO2, καθώς κίνητρο για τον σκοπό αυτό αποτελεί το γεγονός ότι δεν απαιτείται να επιστρέφονται δικαιώματα για εκπομπές που αποθηκεύονται. Προκειμένου να αποφευχθούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, οι παραγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος μπορούν να λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα για υπηρεσίες αστικής θέρμανσης και ψύξης και για θέρμανση και ψύξη μέσω συμπαραγωγής υψηλής αποδοτικότητας, όπως ορίζεται στην οδηγία 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προώθηση της συμπαραγωγής ενεργείας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενεργείας (7), σε περίπτωση που εκχωρηθούν δωρεάν δικαιώματα για την παραγωγή θερμότητας ή ψύξης με αυτήν τη μέθοδο από εγκαταστάσεις σε άλλους τομείς.

(20)

Το κυριότερο μακροπρόθεσμο κίνητρο για τη δέσμευση και αποθήκευση CO2 και για νέες τεχνολογίες είναι ότι δεν απαιτείται να επιστρέφονται δικαιώματα για εκπομπές CΟ2 που αποθηκεύονται μονίμως ή αποφεύγονται. Επιπλέον, για να επιταχυνθεί η επίδειξη των πρώτων εμπορικών εγκαταστάσεων καθώς και η επίδειξη καινοτόμων τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενεργείας θα πρέπει να κρατηθούν δικαιώματα από το αποθεματικό των νεοεισερχομένων για να χρηματοδοτηθεί μια εγγυημένη επιβράβευση, για τις πρώτες παρόμοιες εγκαταστάσεις στην ΕΕ, για τους τόνους ισοδυνάμου CO2 που αποθηκεύονται ή αποφεύγονται σε επαρκή κλίμακα, εφόσον υπάρχει συμφωνία σχετικά με τη διάδοση της γνώσης. Η πρόσθετη χρηματοδότηση θα πρέπει να διατεθεί για έργα επαρκούς κλίμακας με καινοτόμο χαρακτήρα και με σημαντικό ποσοστό συγχρηματοδότησης από το φορέα εκμετάλλευσης, που να καλύπτει κατά κανόνα περισσότερο από το μισό επενδυτικό κόστος λαμβανομένης υπόψη και της βιωσιμότητας του έργου.

(21)

Όσον αφορά άλλους τομείς που καλύπτονται από το κοινοτικό σύστημα, θα πρέπει να προβλεφθεί ένα μεταβατικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο η δωρεάν κατανομή το 2013 θα είναι ίση με 80 % της ποσότητας που αντιστοιχούσε στο ποσοστό των συνολικών κοινοτικών εκπομπών κατά την περίοδο μεταξύ 2005 και 2007 που οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις εξέπεμπαν ως ποσοστό της ετήσιας συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων στην Κοινότητα. Στη συνέχεια, η δωρεάν κατανομή θα πρέπει να μειώνεται ισόποσα κάθε χρόνο έως ότου φτάσει στο 30 % το 2020 με στόχο να μηδενισθεί το 2027.

(22)

Για να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία των αγορών άνθρακα και ηλεκτρικής ενεργείας, ο πλειστηριασμός δικαιωμάτων μετά το 2013 θα πρέπει να έχει αρχίσει το αργότερο έως το 2011 και να βασίζεται σε σαφείς, αντικειμενικές και εκ των προτέρων καθορισμένες αρχές.

(23)

Η μεταβατική δωρεάν κατανομή στις εγκαταστάσεις θα πρέπει να προβλέπεται μέσω εναρμονισμένων κοινοτικών κανόνων («εκ των προτέρων δείκτες αναφοράς») ούτως ώστε να ελαχιστοποιούνται οι στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό με την Κοινότητα. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις αποδοτικότερες τεχνικές σε ό,τι αφορά τα αέρια θερμοκηπίου και την ενέργεια, τα υποκατάστατα, τις εναλλακτικές διαδικασίες παραγωγής, τη χρήση βιομάζας, τις ανανεώσιμες πηγές ενεργείας και τη δέσμευση και αποθήκευση CO2. Οι κανόνες αυτοί δεν θα πρέπει να παρέχουν κίνητρα για την αύξηση των εκπομπών ενώ θα πρέπει να διασφαλίζουν τον πλειστηριασμό ενός αυξημένου ποσοστού τέτοιων δικαιωμάτων. Οι κατανομές θα πρέπει να καθορίζονται πριν από την περίοδο εμπορίας ούτως ώστε να επιτρέπεται η σωστή λειτουργία της αγοράς. Οι εναρμονισμένοι αυτοί κανόνες μπορούν επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις εκπομπές που έχουν σχέση με τη χρήση καυσίμων απαερίων των οποίων η παραγωγή είναι αναπόφευκτη κατά τη βιομηχανική διεργασία· σε σχέση με αυτό, οι κανόνες μπορούν να προβλέπουν την κατανομή δωρεάν δικαιωμάτων σε φορείς εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούν τα εν λόγω απαέρια ή σε φορείς εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων από όπου παράγονται τέτοιου είδους αέρια. Επίσης, θα πρέπει να αποτρέπουν τις ανάρμοστες στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό της αγοράς για το ηλεκτρικό ρεύμα και τη θέρμανση και ψύξη που παρέχεται στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Επιπλέον θα πρέπει να αποτρέπουν τις αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των βιομηχανικών δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα σε εγκαταστάσεις που λειτουργούν από έναν φορέα και η παραγωγή έχει παραχωρηθεί σε εξωτερικές εγκαταστάσεις. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να ισχύουν για τους νεοεισερχόμενους που αναπτύσσουν ίδιες δραστηριότητες με τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις οι οποίες λαμβάνουν μεταβατικές δωρεάν κατανομές. Προς αποφυγή στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς, δεν πρέπει να γίνονται δωρεάν κατανομές για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από νεοεισερχόμενους. Τα δικαιώματα που παραμένουν στο απόθεμα για τους νεοεισερχόμενους το 2020 θα πρέπει να τίθενται σε πλειστηριασμό.

(24)

Η Κοινότητα θα εξακολουθήσει να έχει ηγετικό ρόλο στη διαπραγμάτευση μιας φιλόδοξης διεθνούς σύμβασης για την κλιματική αλλαγή που θα επιτύχει τον στόχο του περιορισμού της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας στους 2 °C και ενθαρρύνεται από την πρόοδο που σημειώθηκε κατά την 13η διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών της σύμβασης-πλαισίου UNFCCC και την τρίτη διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στο Πρωτόκολλο του Κιότο, που πραγματοποιήθηκαν στο Μπαλί της Ινδονησίας από 3 έως 14 Δεκεμβρίου 2007, προς την επίτευξη του στόχου αυτού. Σε περίπτωση που άλλες ανεπτυγμένες χώρες και άλλες μείζονες πηγές εκπομπών αερίων θερμοκηπίου δεν συμμετάσχουν στην εν λόγω διεθνή σύμβαση, μπορεί να προκληθεί αύξηση των εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου σε τρίτες χώρες όπου η βιομηχανία δεν υπόκειται σε παρόμοιους περιορισμούς αναφορικά με το διοξείδιο του άνθρακα («διαρροή άνθρακα»), ενώ ταυτόχρονα ενδέχεται να βρεθούν σε οικονομικά δυσχερή θέση ενεργοβόροι κλάδοι και επιμέρους κλάδοι της Κοινότητας οι οποίοι υπόκεινται στον διεθνή ανταγωνισμό. Η πιθανότητα αυτή μπορεί να υπονομεύσει την περιβαλλοντική ακεραιότητα και την ωφέλεια εκ των δράσεων της Κοινότητας. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος της διαρροής άνθρακα, η Κοινότητα θα πρέπει να προβεί στη δωρεάν κατανομή του 100 % των δικαιωμάτων σε κλάδους ή επιμέρους κλάδους που πληρούν τα σχετικά κριτήρια. Ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων κλάδων και των επιμέρους κλάδων καθώς και των απαιτούμενων μέτρων θα πρέπει να αξιολογείται εκ νέου ώστε να διασφαλίζεται ότι αναλαμβάνεται δράση εκεί που χρειάζεται και ότι δεν γίνεται υπεραντιστάθμιση. Για τους συγκεκριμένους κλάδους ή επιμέρους κλάδους όπου δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι μπορεί διαφορετικά να αποτραπεί ο κίνδυνος διαρροής CO2, όποτε η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει υψηλό ποσοστό του κόστους παραγωγής και παράγεται με υψηλή απόδοση, στην αναλαμβανόμενη δράση μπορεί να συνεκτιμηθεί η κατανάλωση ηλεκτρικής ενεργείας στην παραγωγική διαδικασία, χωρίς να αλλάξει η συνολική ποσότητα δικαιωμάτων. Ο κίνδυνος διαρροής άνθρακα στους συγκεκριμένους τομείς ή επιμέρους τομείς θα πρέπει να εκτιμηθεί, ως σημείο εκκίνησης, σε επίπεδο τριών ψηφίων (κώδικας NACE-3) ή, οσάκις ενδείκνυται και υπάρχουν τα σχετικά δεδομένα, σε επίπεδο τεσσάρων ψηφίων (κώδικας NACE-4).

(25)

Συνεπώς, η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει την κατάσταση το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2010, να διαβουλευθεί με όλους τους συναφείς κοινωνικούς εταίρους και, υπό το φως του αποτελέσματος των διεθνών διαπραγματεύσεων, να υποβάλει έκθεση η οποία θα συνοδεύεται από κατάλληλες προτάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα προσδιορίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2009 το αργότερο τους ενεργοβόρους κλάδους ή επιμέρους κλάδους της βιομηχανίας που είναι πιθανόν να εκτεθούν στον κίνδυνο διαρροής άνθρακα. Θα πρέπει να βασίσει την ανάλυσή της στην αξιολόγηση της αδυναμίας των βιομηχανιών να μετακυλίσουν το κόστος των απαιτούμενων δικαιωμάτων στις τιμές των προϊόντων χωρίς σημαντική απώλεια μεριδίου της αγοράς για τις εγκαταστάσεις εκτός ΕΕ που δεν προβαίνουν σε παρόμοια δράση για τη μείωση των εκπομπών τους. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες που είναι αποφασισμένες να εκτεθούν σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα θα μπορούν να λαμβάνουν μεγαλύτερη ποσότητα δωρεάν κατανομής ή θα πρέπει να εισαχθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα αντισταθμίσεως του άνθρακα με στόχο την τοποθέτηση των εγκαταστάσεων της Κοινότητας που διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα και εκείνων τρίτων χωρών σε συγκρίσιμη βάση. Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να προβλέπει την εφαρμογή απαιτήσεων για τους εισαγωγείς οι οποίες δεν θα ήταν ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για τις εντός της Κοινότητας εγκαταστάσεις απαιτώντας, επί παραδείγματι, την επιστροφή δικαιωμάτων. Όποια δράση και αν ληφθεί θα πρέπει να συνάδει με τις αρχές της UNFCCC, ιδιαίτερα δε με την αρχή των κοινών αλλά διαφοροποιημένων αρμοδιοτήτων και των αντίστοιχων δυνατοτήτων, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασης των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών (ΛΑΧ). Θα πρέπει επίσης να συμμορφώνεται προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων εκ της συμφωνίας του ΠΟΕ.

(26)

Οι συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με τον προσδιορισμό των κλάδων ή επιμέρους κλάδων που εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα διεξάγονται κατ’ εξαίρεση και ουδόλως επηρεάζουν τις διαδικασίες άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 202 της συνθήκης.

(27)

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να κρίνουν αναγκαίο να αποζημιώσουν προσωρινά ορισμένες εγκαταστάσεις που έχει διαπιστωθεί ότι εκτίθενται σε αύξηση της «διαρροής άνθρακα»), όσον αφορά το κόστος των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που μετακυλίεται στις τιμές της ηλεκτρικής ενεργείας. Τέτοια ενίσχυση θα πρέπει να χορηγείται μόνο όταν είναι αναγκαία και σκόπιμη, και εφόσον διασφαλίζεται η διατήρηση των κινήτρων του κοινοτικού συστήματος για εξοικονόμηση ενεργείας και μεταφορά της ζήτησης από τη γκρίζα στην πράσινη ενέργεια.

(28)

Προκειμένου να διασφαλίζονται ίδιοι όροι ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας, η χρήση πιστωτικών μορίων για τη μείωση εκπομπών εκτός Κοινότητας από φορείς εκμετάλλευσης που εμπίπτουν στο κοινοτικό σύστημα θα πρέπει να εναρμονιστεί. Το πρωτόκολλο του Κιότο της UNFCCC ορίζει ποσοτικοποιημένους στόχους εκπομπών για τις ανεπτυγμένες χώρες για την περίοδο 2008 έως 2012 και προβλέπει τη δημιουργία μορίων πιστοποιημένης μείωσης εκπομπών (CER) από σχέδια του μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης (ΜΚΑ) και τη δημιουργία μονάδων μείωσης των εκπομπών (ERU) από έργα κοινής εφαρμογής, καθώς και τη χρήση τους από ανεπτυγμένες χώρες προκειμένου να επιτύχουν μέρος των εν λόγω στόχων. Αν και το πλαίσιο του Κιότο δεν επιτρέπει τη δημιουργία ERU από το 2013 και μετά χωρίς την εφαρμογή νέων ποσοτικοποιημένων στόχων εκπομπών για τις χώρες φιλοξενίας, δυνητικά επιτρέπεται η συνέχιση της δημιουργίας μορίων ΜΚΑ. Εφόσον υπάρξει διεθνής σύμβαση για την αλλαγή του κλίματος, η επιπρόσθετη χρήση μορίων πιστοποιημένης μείωσης εκπομπών (CER) και μονάδων μείωσης εκπομπών (ERU) πρέπει να προβλεφθεί από τις χώρες οι οποίες έχουν κυρώσει τη σύμβαση. Ελλείψει τέτοιας σύμβασης, η πρόβλεψη για περαιτέρω χρήση των CER και ERU θα υπονόμευε το κίνητρο αυτό και θα δυσχέραινε την επίτευξη του στόχου της Κοινότητας για την αύξηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενεργείας. Η χρήση CER και ERU πρέπει να συνάδει με τον στόχο της Κοινότητας για παραγωγή ποσοστού 20 % της ενεργείας από ανανεώσιμες πηγές έως το 2020 και να προάγει την ενεργειακή αποδοτικότητα, την καινοτομία και την τεχνολογική πρόοδο. Εφόσον υπάρχει συνέπεια προς την επίτευξη των στόχων αυτών, πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα σύναψης συμφωνιών με τρίτες χώρες για την ενεργοποίηση σε αυτές επενδύσεων που οδηγούν σε πραγματικές επιπρόσθετες μειώσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ενώ παράλληλα τονώνουν την καινοτομία από επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί εντός της Κοινότητας και την τεχνολογική ανάπτυξη σε τρίτες χώρες. Τέτοιες συμφωνίες μπορούν να επικυρώνονται από πλέον της μιας χώρας. Με την έγκριση μιας ικανοποιητικής διεθνούς σύμβασης για τις κλιματικές αλλαγές από την Κοινότητα, η πρόσβαση σε πιστωτικά μόρια που απορρέουν από έργα σε τρίτες χώρες θα πρέπει να αυξηθεί παράλληλα με την αύξηση του επιπέδου μείωσης των εκπομπών που θα πρέπει να επιτευχθεί μέσω του κοινοτικού συστήματος.

(29)

Προκειμένου να παρέχεται προβλεψιμότητα, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να έχουν βεβαιότητα ότι θα μπορούν να χρησιμοποιούν CER και ERU μετά το 2012 έως το υπόλοιπο του επιπέδου που τους επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσουν κατά την περίοδο 2008 έως 2012 από τύπους έργων που ήταν επιλέξιμα για χρήση στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος κατά την περίοδο 2008 έως 2012. Καθώς η μεταφορά μορίων CER και μονάδων ERU που ανήκουν σε φορείς εκμετάλλευσης από κράτη μέλη μεταξύ περιόδων δέσμευσης δεν είναι δυνατή δυνάμει διεθνών συμβάσεων («αποταμίευση» CER και ERU) πριν από το 2015, και μόνο εφόσον τα κράτη μέλη επιλέξουν να επιτρέψουν την αποταμίευση των εν λόγω CER και ERU, στο πλαίσιο περιορισμένων δικαιωμάτων αποταμίευσης τέτοιων πιστωτικών μορίων, η διαβεβαίωση αυτή πρέπει να παρέχεται μέσα από την απαίτηση να επιτρέπουν τα κράτη μέλη στους φορείς να ανταλλάσσουν τα CER και ERU που έχουν εκχωρηθεί για μειώσεις εκπομπών πριν από το 2012 με δικαιώματα που θα ισχύουν από το 2013 και μετά. Ωστόσο, καθώς τα κράτη μέλη δεν πρέπει να είναι υποχρεωμένα να δέχονται CER και ERU τα οποία δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν για την υλοποίηση των υφιστάμενων διεθνών δεσμεύσεών τους, η απαίτηση αυτή δεν πρέπει να παραταθεί πέραν της 31ης Μαρτίου 2015. Οι φορείς εκμετάλλευσης πρέπει να λαμβάνουν την ίδια διαβεβαίωση σχετικά με τα μόρια CER που εκχωρούνται από έργα τα οποία έχουν καταρτιστεί πριν από το 2013 για μειώσεις εκπομπών από το 2013 και μετά. Είναι σημαντικό, τα μόρια από έργα, που χρησιμοποιούν οι φορείς εκμετάλλευσης, να αντιπροσωπεύουν πραγματικές, επαληθεύσιμες, πρόσθετες και μόνιμες μειώσεις των εκπομπών με σαφή πλεονεκτήματα βιώσιμης ανάπτυξης και χωρίς σημαντικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Θα πρέπει να καθιερωθεί διαδικασία που να επιτρέπει την εξαίρεση ορισμένων τύπων έργων.

(30)

Σε περίπτωση που η σύναψη μιας διεθνούς σύμβασης για την κλιματική αλλαγή καθυστερήσει, πρέπει να προβλέπεται το ενδεχόμενο χρήσης των πιστωτικών μορίων που προέρχονται από έργα υψηλής ποιότητας που εμπίπτουν στο κοινοτικό σύστημα εμπορίας μέσω συμφωνιών με τρίτες χώρες. Τέτοιες συμφωνίες, που μπορεί να είναι διμερείς ή πολυμερείς, θα μπορούσαν να επιτρέψουν τη συνέχιση της αναγνώρισης υπό το κοινοτικό σύστημα των έργων που δημιούργησαν μεν ERU έως το 2012, αλλά που δεν μπορούν πλέον να αναγνωρισθούν στο πλαίσιο του Κιότο.

(31)

Οι ΛΑΧ είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στις συνέπειες της αλλαγής του κλίματος και ευθύνονται για πολύ χαμηλό επίπεδο εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προτεραιότητα στην αντιμετώπιση των αναγκών των ΛΑΧ κατά τη χρήση των εσόδων από τους πλειστηριασμούς ώστε να διευκολύνεται η προσαρμογή των αναπτυσσόμενων χωρών στις επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος. Δεδομένου ότι ελάχιστα έργα ΜΚΑ έχουν καταρτιστεί στις χώρες αυτές, κρίνεται αρμόζον να παρέχεται η βεβαιότητα της αποδοχής των πιστωτικών μορίων που απορρέουν από έργα που θα ξεκινήσουν στις ΛΑΧ μετά το 2012, ακόμη και απουσία μιας διεθνούς συμφωνίας για τις κλιματικές αλλαγές όταν αυτά τα έργα είναι σαφώς συμπληρωματικά και συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να ισχύει για τις ΛΑΧ έως το 2020, υπό την προϋπόθεση ότι έως τότε θα έχουν επικυρώσει είτε μια διεθνή σύμβαση για την αλλαγή του κλίματος είτε μια διμερή ή πολυμερή συμφωνία με την Κοινότητα.

(32)

Εφόσον επιτευχθεί μια μελλοντική διεθνής συμφωνία για τις κλιματικές αλλαγές, μπορεί να χρησιμοποιηθούν πρόσθετα πιστωτικά μόρια έως το ήμισυ της πρόσθετης μείωσης που επέρχεται στο κοινοτικό σύστημα και τα πιστωτικά μόρια υψηλής ποιότητας ΜΚΑ θα πρέπει να είναι αποδεκτά στο ευρωπαϊκό σύστημα μόνο από το 2013, όταν τρίτες χώρες κυρώσουν τη διεθνή σύμβαση.

(33)

Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της πρέπει να επιτρέπουν μόνο δραστηριότητες έργων όπου όλοι οι μετέχοντες σε αυτά εδρεύουν είτε σε χώρα η οποία έχει προσυπογράψει τη διεθνή σύμβαση αναφορικά με τα έργα αυτά, ώστε να αποθαρρύνονται τα φαινόμενα «παρασιτισμού» από επιχειρήσεις σε κράτη τα οποία δεν έχουν προσυπογράψει διεθνή σύμβαση, με την εξαίρεση των επιχειρήσεων εκείνων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες ή σε υπο-ομοσπονδιακές ή περιφερειακές οντότητες που είναι συνδεδεμένες με το κοινοτικό σύστημα.

(34)

Το γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας αναφέρονται στην έγκριση, από την Κοινότητα, μιας διεθνούς συμφωνίας για την αλλαγή του κλίματος δεν προδικάζει τη σύναψη της συμφωνίας αυτής και από τα κράτη μέλη.

(35)

Υπό το φως της εμπειρίας, οι διατάξεις του κοινοτικού συστήματος που σχετίζονται με την παρακολούθηση, την υποβολή εκθέσεων και την εξακρίβωση εκπομπών χρήζουν βελτίωσης.

(36)

Η ΕΕ θα πρέπει να εργασθεί για την καθιέρωση ενός διεθνώς αναγνωρισμένου συστήματος για τη μείωση της αποδάσωσης, την αύξηση της δάσωσης και την αναδάσωση, υποστηρίζοντας, στο πλαίσιο της UNFCCC, το στόχο της ανάπτυξης χρηματοδοτικών μηχανισμών, λαμβάνοντας υπόψη τις ισχύουσες συμφωνίες, ως μέρος μιας ουσιαστικής, αποτελεσματικής, ισότιμης και συνεπούς δημοσιονομικής αρχιτεκτονικής κατά τη διεθνή συμφωνία για τις κλιματικές αλλαγές που θα επιτευχθεί στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης για τις κλιματικές αλλαγές (COP 15 και COP/MOP 5).

(37)

Προκειμένου να διευκρινιστεί η κάλυψη, από την παρούσα οδηγία, κάθε είδους λέβητα, καυστήρα, στροβίλου, θερμαντήρα, κλιβάνου, αποτεφρωτήρα, φρυκτήρα, κάμινου, φούρνου, στεγνωτηρίου, κινητήρα, κυψέλης καυσίμου, πυρσού καύσης και θερμικής ή καταλυτικής μονάδας μετάκαυσης από την οδηγία 2003/87/ΕΚ, θα πρέπει να προστεθεί ένας ορισμός της «καύσης».

(38)

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα δικαιώματα μπορούν να μεταβιβαστούν μεταξύ προσώπων εντός της Κοινότητας χωρίς κανέναν περιορισμό και να διασφαλίζεται ότι το κοινοτικό σύστημα μπορεί να συνδεθεί με συστήματα εμπορίας εκπομπών τρίτων χωρών και υπο-ομοσπονδιακών και περιφερειακών οντοτήτων, από τον Ιανουάριο του 2012 και μετά, όλα τα δικαιώματα πρέπει να τηρούνται στο κοινοτικό μητρώο που θεσπίστηκε δυνάμει της απόφασης αριθ. 280/2004/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για μηχανισμό παρακολούθησης των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην Κοινότητα και εφαρμογής του πρωτοκόλλου του Κιότο (8). Αυτό όμως δεν πρέπει να θίγει τη διατήρηση των εθνικών μητρώων εκπομπών που δεν καλύπτονται από το κοινοτικό σύστημα. Το κοινοτικό μητρώο θα πρέπει να παρέχει την ίδια ποιότητα των υπηρεσιών με τα εθνικά μητρώα.

(39)

Από το 2013 και μετά, η περιβαλλοντικώς ασφαλής δέσμευση, μεταφορά και γεωλογική αποθήκευση CO2 θα πρέπει να καλύπτεται εναρμονισμένα από το κοινοτικό σύστημα.

(40)

Θα πρέπει να προβλεφθούν μηχανισμοί για την αμοιβαία αναγνώριση δικαιωμάτων μεταξύ του κοινοτικού συστήματος και άλλων υποχρεωτικών συστημάτων εμπορίας αερίων θερμοκηπίου, τα οποία θέτουν ανώτατα όρια στις απόλυτες εκπομπές και έχουν θεσπιστεί σε οιαδήποτε τρίτη χώρα ή υπο-ομοσπονδιακή ή περιφερειακή οντότητα.

(41)

Τρίτα κράτη που είναι γειτονικά της Ένωσης θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να συμμετάσχουν στο κοινοτικό σύστημα εάν τηρούν την παρούσα οδηγία. Η Επιτροπή θα πρέπει να καταβάλει κάθε προσπάθεια, τόσο στις διαπραγματεύσεις με τα υποψήφια προς ένταξη κράτη και τα δυνάμει υποψήφια προς ένταξη κράτη και τα κράτη που καλύπτονται από την ευρωπαϊκή πολιτική γειτονίας, όσο και στην παροχή χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας προς αυτά, για να προάγει τον ως άνω στόχο. Τούτο θα διευκολύνει τη μεταφορά τεχνολογίας και γνώσεως προς αυτά τα κράτη, το οποίο είναι σημαντικό μέσο παροχής οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών ωφελημάτων προς όλους.

(42)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει τη σύναψη συμφωνιών για την αναγνώριση δικαιωμάτων μεταξύ του κοινοτικού συστήματος και άλλων υποχρεωτικών συστημάτων εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με απόλυτα ανώτατα όρια εκπομπών, τα οποία είναι συμβατά με το ισχύον στην Κοινότητα, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των περιβαλλοντικών φιλοδοξιών και την ύπαρξη ενός ισχυρού και συγκρίσιμου μηχανισμού παρακολούθησης, υποβολής εκθέσεων και εξακρίβωσης των εκπομπών και συστήματος συμμόρφωσης.

(43)

Λαμβανομένης υπόψη της εμπειρίας στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος, θα πρέπει να είναι δυνατή η εκχώρηση δικαιωμάτων για έργα που μειώνουν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, αν τα έργα αυτά υλοποιούνται σύμφωνα με τους εναρμονισμένους κανόνες που υιοθετούνται σε κοινοτικό επίπεδο, δεν θα έχουν ως αποτέλεσμα τη διπλή μέτρηση των μειώσεων των εκπομπών και δεν θα παρακωλύουν τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού συστήματος ή την ανάληψη άλλων μέτρων πολιτικής για τη μείωση των εκπομπών που δεν καλύπτονται από το κοινοτικό σύστημα.

(44)

Τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (9).

(45)

Θα πρέπει ιδίως να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να θεσπίζει μέτρα για την εναρμόνιση των κανόνων σχετικά με τον ορισμό του νεοεισερχομένου, για τον εκπλειστηριασμό δικαιωμάτων, για τη μεταβατική κοινοτική κατανομή δικαιωμάτων, για τον καθορισμό των κριτηρίων και των πρακτικών λεπτομερειών όσον αφορά την επιλογή ορισμένων έργων επίδειξης, για την κατάρτιση καταλόγου τομέων ή υπο-τομέων εκτεθειμένων σε σοβαρό κίνδυνο διαρροής άνθρακα, για τη χρήση πιστωτικών μορίων, για την παρακολούθηση, την υποβολή εκθέσεων και την εξακρίβωση εκπομπών για τη διαπίστευση των ελεγκτών, για την εφαρμογή εναρμονισμένων κανόνων για έργα καθώς και για την τροποποίηση ορισμένων παραρτημάτων. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, μεταξύ άλλων με τη συμπλήρωσή της με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, πρέπει να θεσπίζονται με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(46)

Συνεπώς, η οδηγία 2003/87/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(47)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η έγκαιρη μεταφορά των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες προετοιμάζουν την αναθεωρημένη λειτουργία του κοινοτικού συστήματος από το 2013 και μετά.

(48)

Προκειμένου να ολοκληρωθεί σωστά η περίοδος εμπορίας 2008 έως 2012, οι διατάξεις της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από τις οδηγίες 2004/101/ΕΚ (10) και 2008/101/ΕΚ (11) και από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 219/2009 (12) θα πρέπει να συνεχίσουν να ισχύουν χωρίς να επηρεάζουν τη δυνατότητα της Επιτροπής να θεσπίζει τα μέτρα που κρίνονται αναγκαία για την αναθεωρημένη λειτουργία του κοινοτικού συστήματος από το 2013 και μετά.

(49)

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης.

(50)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(51)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και ότι λόγω κλίμακας των αποτελεσμάτων της παρούσας οδηγίας μπορούν να επιτευχθούν σε μεγαλύτερο βαθμό σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(52)

Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (13), τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία των οδηγιών με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις στην οδηγία 2003/87/ΕΚ

Η οδηγία 2003/87/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«Η παρούσα οδηγία προβλέπει επίσης την κλιμάκωση των μειώσεων των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ώστε να συνεισφέρει στα επίπεδα μειώσεων που θεωρούνται επιστημονικώς απαραίτητα για την αποφυγή της επικίνδυνης αλλαγής του κλίματος.

Η παρούσα οδηγία ορίζει επίσης διατάξεις για τον προσδιορισμό και την υλοποίηση αυστηρότερης δέσμευσης της Κοινότητας όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών, που θα υπερβαίνει το 20 % και θα αρχίσει να ισχύει μόλις η Κοινότητα εγκρίνει μια διεθνή συμφωνία για τις κλιματικές αλλαγές που θα οδηγεί σε μειώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου οι οποίες θα υπερβαίνουν εκείνες που επιβάλλει το άρθρο 9, όπως δείχνει και η δέσμευση για το 30 %, την οποία ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007».

2)

Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«γ)

με τον όρο “αέρια θερμοκηπίου” νοούνται όλα τα αέρια που απαριθμούνται στο παράρτημα II και άλλα αέρια συστατικά της ατμόσφαιρας, τόσο φυσικά όσο και ανθρωπογενή, τα οποία απορροφούν και επανεκπέμπουν υπέρυθρη ακτινοβολία·»·

β)

το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«η)

με τον όρο “νεοεισερχόμενος” νοείται:

κάθε εγκατάσταση όπου διεξάγεται μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I και στην οποία έχει χορηγηθεί άδεια εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για πρώτη φορά, μετά την 30ή Ιουνίου 2011 ή

κάθε εγκατάσταση όπου διεξάγεται μια από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο κοινοτικό σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 ή 2 για πρώτη φορά, ή

κάθε εγκατάσταση όπου διεξάγεται μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I ή μια δραστηριότητα που περιλαμβάνεται στο κοινοτικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 ή 2, και η οποία υπέστη μια σημαντική επέκταση μετά την 30ή Ιουνίου 2011, μόνο σε ό,τι αφορά την επέκταση αυτή»·

γ)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«κ)

Με τον όρο “καύση” νοείται κάθε οξείδωση καυσίμων, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η παραγόμενη από τη διαδικασία αυτήν θερμότητα ή ηλεκτρική ή μηχανική ενέργεια και οποιεσδήποτε άλλες άμεσα συνδεόμενες δραστηριότητες, περιλαμβανομένου του καθαρισμού απαερίων·

κα)

Με τον όρο “παραγωγός ηλεκτρικού ρεύματος” νοείται μια εγκατάσταση η οποία, από την ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2005, παράγει ηλεκτρικό ρεύμα για πώληση σε τρίτους και δεν έχει δραστηριότητα περιλαμβανόμενη στο παράρτημα Ι, με εξαίρεση την “καύση καυσίμων”.»

3)

Στο άρθρο 3γ παράγραφος 2, το «Άρθρο 11 παράγραφος 2» αντικαθίσταται από το «παράγραφος 1».

4)

Στο άρθρο 3ζ, η φράση «σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14.» γίνεται «σύμφωνα με τον κανονισμό που αναφέρεται στο άρθρο 14».

5)

Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4

Άδειες εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε από την 1η Ιανουαρίου 2005 καμία εγκατάσταση να μην πραγματοποιεί οιαδήποτε δραστηριότητα περιλαμβανόμενη στο παράρτημα Ι που οδηγεί σε εκπομπές οριζόμενες σε σχέση με την εν λόγω δραστηριότητα εκτός εάν ο φορέας εκμετάλλευσης της εγκατάστασης είναι κάτοχος άδειας εκδοθείσας από αρμόδια αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6, ή εάν η εγκατάσταση εξαιρείται από το κοινοτικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 27. Αυτό ισχύει επίσης για τις εγκαταστάσεις που εντάχθηκαν βάσει του άρθρου 24».

6)

Το άρθρο 5 στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«δ)

των μέτρων παρακολούθησης των εκπομπών και των σχετικών εκθέσεων, σύμφωνα με τον κανονισμό που αναφέρεται στο άρθρο 14».

7)

Το άρθρο 6, τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η αρμόδια αρχή επανεξετάζει, ανά πέντε έτη τουλάχιστον, την άδεια εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και προβαίνει στις δέουσες τροποποιήσεις.»·

β)

η παράγραφος 2 στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο στοιχείο:

«γ)

ενός σχεδίου παρακολούθησης που πληροί τις απαιτήσεις δυνάμει του κανονισμού σε μνεία του οποίου προβαίνει το άρθρο 14. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους φορείς εκμετάλλευσης να ενημερώνουν τα σχέδια παρακολούθησης χωρίς να τροποποιούν την άδεια. Οι φορείς εκμετάλλευσης υποβάλλουν τα τυχόν ενημερωμένα σχέδια παρακολούθησης στην αρμόδια αρχή προς έγκριση·».

8)

Το άρθρο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 7

Αλλαγές που σχετίζονται με εγκαταστάσεις

Ο φορέας εκμετάλλευσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή για κάθε σχεδιαζόμενη αλλαγή της φύσης ή της λειτουργίας της εγκατάστασης, ή κάθε επέκταση ή σημαντική μείωση της παραγωγικής ικανότητας της εγκατάστασης η οποία μπορεί να απαιτεί ενημέρωση της άδειας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Εφόσον ενδείκνυται, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την άδεια. Αν υπάρχει αλλαγή στην ταυτότητα του φορέα, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την άδεια ώστε να περιληφθεί το όνομα και η διεύθυνση του νέου φορέα.»

9)

Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 9

Κοινοτική ποσότητα δικαιωμάτων<