ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.124.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
20 Μαΐου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 410/2009 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 2009, σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 411/2009 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 2009, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 798/2008 σχετικά με την κατάρτιση καταλόγου τρίτων χωρών, εδαφών, ζωνών ή διαμερισμάτων από τα οποία επιτρέπεται να εισαχθούν και να διαμετακομισθούν μέσω της Κοινότητας πουλερικά και προϊόντα πουλερικών και σχετικά με τον καθορισμό των απαιτήσεων κτηνιατρικής πιστοποίησης ( 1 )

3

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2009/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (αναδιατύπωση) ( 1 )

21

 

*

Οδηγία 2009/13/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2009, για την εφαρμογή της συμφωνίας που συνήψαν η Ένωση Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των Ενώσεων Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF) σχετικά με τη σύμβαση ναυτικής εργασίας του 2006 και για τροποποίηση της οδηγίας 1999/63/ΕΚ

30

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Συμβούλιο

 

 

2009/392/ΕΚ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση

51

Πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλομένων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση

53

 

 

2009/393/ΕΚ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 2009, για τον καθορισμό της θέσης που πρόκειται να υποστηριχθεί, εξ ονόματος της Κοινότητας, στο Διεθνές Συμβούλιο Σιτηρών σχετικά με την παράταση της Σύμβασης για την Εμπορία Σιτηρών του 1995

63

 

 

2009/394/ΕΚ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 2009, για τον καθορισμό της θέσης που πρόκειται να υποστηριχθεί, εξ ονόματος της Κοινότητας, στο Διεθνές Συμβούλιο Ζάχαρης όσον αφορά την παράταση της Διεθνούς Συμφωνίας για τη Ζάχαρη του 1992

64

 

 

Επιτροπή

 

 

2009/395/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 2009, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα βιοκτόνων προϊόντων που περιέχουν Τemephos, για βασική χρήση [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2009) 3744]

65

 

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2009/396/ΕΚ

 

*

Σύσταση της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 2009, σχετικά με την κανονιστική ρύθμιση των τελών τερματισμού σταθερών και κινητών επικοινωνιών στην ΕΕ

67

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 43/2009 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2009, περί καθορισμού, για το 2009, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (ΕΕ L 22 της 26.1.2009)

75

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 410/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Μαΐου 2009

σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Μαΐου 2009.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Μαΐου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός των τρίτων χωρών (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

JO

73,9

MA

42,7

MK

72,5

TN

101,3

TR

88,0

ZZ

75,7

0707 00 05

EG

127,4

MA

32,7

TR

136,7

ZZ

98,9

0709 90 70

TR

122,7

ZZ

122,7

0805 10 20

EG

41,7

IL

57,6

MA

42,7

TN

49,2

TR

107,8

US

49,3

ZA

56,7

ZZ

57,9

0805 50 10

AR

67,3

TR

48,0

ZA

53,8

ZZ

56,4

0808 10 80

AR

98,0

BR

73,4

CL

82,5

CN

90,9

MK

42,0

NZ

99,4

US

124,4

UY

71,7

ZA

83,2

ZZ

85,1


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 411/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 18ης Μαΐου 2009

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 798/2008 σχετικά με την κατάρτιση καταλόγου τρίτων χωρών, εδαφών, ζωνών ή διαμερισμάτων από τα οποία επιτρέπεται να εισαχθούν και να διαμετακομισθούν μέσω της Κοινότητας πουλερικά και προϊόντα πουλερικών και σχετικά με τον καθορισμό των απαιτήσεων κτηνιατρικής πιστοποίησης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 90/539/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1990, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τις εισαγωγές πουλερικών και αυγών για επώαση από τρίτες χώρες (1), και ιδίως το άρθρο 22 παράγραφος 3 και το άρθρο 24 παράγραφος 2,

την οδηγία 2002/99/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για τους κανόνες υγειονομικού ελέγχου που διέπουν την παραγωγή, μεταποίηση, διανομή και εισαγωγή προϊόντων ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση (2), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο β),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 798/2008 της Επιτροπής (3), καθορίζει τις απαιτήσεις κτηνιατρικής πιστοποίησης για εισαγωγές στην Κοινότητα και διαμετακόμιση μέσω αυτής των πουλερικών και ορισμένων προϊόντων πουλερικών. Προβλέπει ότι τα βασικά προϊόντα που καλύπτονται από αυτόν (στο εξής «τα βασικά προϊόντα») πρέπει να εισάγονται στην Κοινότητα και να διαμετακομίζονται μέσω της Κοινότητας μόνο από τις τρίτες χώρες, εδάφη, ζώνες ή διαμερίσματα απαλλαγμένα από νόσους, που απαριθμούνται στον πίνακα του μέρους 1 του παραρτήματος I του κανονισμού αυτού. Επιπλέον, στο μέρος 2 του εν λόγω παραρτήματος περιλαμβάνονται υποδείγματα κτηνιατρικών πιστοποιητικών. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 798/2008 προβλέπει επίσης ότι, σε περίπτωση που για τις εισαγωγές των βασικών προϊόντων στην Κοινότητα απαιτείται εξέταση, δειγματοληψία και διενέργεια δοκιμών για ορισμένες νόσους, αυτές οι διαδικασίες διεξάγονται σύμφωνα με το παράρτημα III του κανονισμού.

(2)

Το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 798/2008 προβλέπει ότι στην Κοινότητα εισάγονται βασικά προϊόντα μόνο από τρίτες χώρες που ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις αρχικές εστίες ψευδοπανώλους των πτηνών ή υψηλής παθογονικότητας γρίπης των πτηνών (HPAI) και υποβάλλουν απομονωμένα στελέχη ιών στο κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για τη γρίπη των πτηνών και την ψευδοπανώλη των πτηνών.

(3)

Όταν εντοπίζεται εστία γρίπης των πτηνών στο έδαφος τρίτης χώρας ή σε ζώνη, διαμέρισμα ή διαμερίσματά της, η αρμόδια αρχή της χώρας αυτής δεν μπορεί πλέον να βεβαιώνει ότι το έδαφός της ή η ζώνη, το διαμέρισμα ή τα διαμερίσματά της, όπως αναφέρονται στο μέρος 1 του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 798/2008, είναι απαλλαγμένα από την εν λόγω νόσο.

(4)

Για λόγους υγείας των ζώων και πρόληψης και παρακολούθησης της χαμηλής παθογονικότητας γρίπης των πτηνών (LPAI) σε κοινοτικό επίπεδο, είναι σκόπιμο να αναφέρονται στην Επιτροπή οι αρχικές εστίες της εν λόγω νόσου. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 798/2008.

(5)

Ο Καναδάς απέδειξε την ικανότητά του να αντιμετωπίζει με επιτυχία τις εστίες LPAI σε εκμεταλλεύσεις πουλερικών στην επικράτειά του και να προλαμβάνει την εξάπλωση της λοίμωξης.

(6)

Ο Καναδάς παρέσχε επίσης στην Επιτροπή αναλυτικά στοιχεία σχετικά με την επιδημιολογική κατάσταση και με τα μέτρα καταπολέμησης της νόσου που έλαβε, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των περιοχών στις οποίες είχαν επιβληθεί επίσημοι περιορισμοί σε σχέση με εστίες LPAI.

(7)

Η απόφαση 1999/201/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1998, για τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της κυβέρνησης του Καναδά περί υγειονομικών μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων που εφαρμόζονται στο εμπόριο ζώντων ζώων και ζωικών προϊόντων (4) ενέκρινε την εν λόγω συμφωνία, η οποία προβλέπει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας αναγνωρίζει ένα υγειονομικό μέτρο του άλλου μέρους ως ισοδύναμο, εάν το τελευταίο αποδείξει αντικειμενικά ότι το μέτρο που έλαβε επιτυγχάνει το ενδεδειγμένο επίπεδο προστασίας.

(8)

Βάσει της συμφωνίας αυτής και του συστήματος ελέγχου νόσων που εφάρμοσε ο Καναδάς, είναι σκόπιμο να εφαρμοστούν εναλλακτικές διατάξεις πιστοποίησης για τους νεοσσούς μίας ημέρας και τα αβγά επώασης που προέρχονται από περιοχές εκτός εκείνων στις οποίες έχουν επιβληθεί επίσημοι περιορισμοί λόγω LPAI. Συνεπώς, θα πρέπει να τροποποιηθούν τα υποδείγματα κτηνιατρικών πιστοποιητικών για τους νεοσσούς μίας ημέρας εκτός των στρουθιονιδών και για τα αυγά επώασης πουλερικών εκτός των στρουθιονιδών, ώστε να ληφθούν υπόψη οι εναλλακτικές διατάξεις πιστοποίησης για τον Καναδά σε περίπτωση μελλοντικών εστιών LPAI.

(9)

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την Υγεία των Ζώων (OIE) εξέδωσε συστάσεις, πρόσφατα, σχετικά με ορισμένες διαδικασίες επεξεργασίας των βασικών προϊόντων για την αδρανοποίηση παθογόνων παραγόντων. Συνεπώς, θα πρέπει να τροποποιηθεί το υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για προϊόντα αυγών, ώστε να ληφθούν υπόψη αυτές οι συστάσεις.

(10)

Ως εκ τούτου, το μέρος 2 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 798/2008 πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα.

(11)

Επιπλέον, θα πρέπει να τροποποιηθεί η μέθοδος δοκιμής για ένα υποείδος της σαλμονέλας, με ζωοϋγειονομική σημασία, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τρίτες χώρες να χρησιμοποιούν εργαστηριακές μεθόδους, όπως προτείνεται από τον ΟΙΕ. Ως εκ τούτου, το παράρτημα III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 798/2008 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(12)

Επιπλέον, θα πρέπει να διορθωθεί μια υποσημείωση στο υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για τη διαμετακόμιση/αποθήκευση αυγών απαλλαγμένων από ειδικά παθογόνα, κρέατος, κιμά και μηχανικώς διαχωρισμένου κρέατος πουλερικών, στρουθιονιδών και άγριων πτερωτών θηραμάτων, αυγών και προϊόντων αυγών. Ως εκ τούτου, το παράρτημα XI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 798/2008 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(13)

Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος, ούτως ώστε να δοθεί στα κράτη μέλη και στον κλάδο η δυνατότητα να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή τους προς την εφαρμοστέα κτηνιατρική πιστοποίηση.

(14)

Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 798/2008 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(15)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 798/2008 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 7, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από τα εξής:

«α)

ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την κατάσταση της νόσου εντός 24 ωρών από την επιβεβαίωση του αρχικού κρούσματος LPAI, HPAI ή ψευδοπανώλους των πτηνών·

β)

υποβάλλουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, απομονωμένα στελέχη ιών από τις αρχικές εστίες HPAI και ψευδοπανώλους των πτηνών στο κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για τη γρίπη των πτηνών και την ψευδοπανώλη των πτηνών (5)· δεν απαιτείται η υποβολή των προαναφερθέντων απομονωμένων στελεχών ιών για εισαγωγές αυγών, προϊόντων αυγών και αυγών απαλλαγμένων από ειδικά παθογόνα, προερχόμενων από τρίτες χώρες, εδάφη, ζώνες ή διαμερίσματα από όπου επιτρέπεται η εισαγωγή των συγκεκριμένων βασικών προϊόντων στην Κοινότητα·

2)

Τα παραρτήματα Ι, III και XI τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Η εισαγωγή στην Κοινότητα ή η διαμετακόμιση, μέσω της Κοινότητας, βασικών προϊόντων για τα οποία έχουν εκδοθεί τα σχετικά κτηνιατρικά πιστοποιητικά σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 798/2008 πριν από την τροποποίησή του βάσει του παρόντος κανονισμού εξακολουθεί να επιτρέπεται έως τις 15 Ιουλίου 2009.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 18 Μαΐου 2009.

Για την Επιτροπή

Ανδρούλλα ΒΑΣΙΛΕΊΟΥ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 303 της 31.10.1990, σ. 6.

(2)  ΕΕ L 18 της 23.1.2003, σ. 11.

(3)  ΕΕ L 226 της 23.8.2008, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 71 της 18.3.1999, σ. 1.

(5)  Veterinary Laboratories Agency, New Haw, Weybridge, Surrey KT 153NB, United Kingdom.»


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τα παραρτήματα Ι, ΙΙΙ και ΧΙ τροποποιούνται ως εξής:

(1)

Στο Παράρτημα I, το μέρος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για νεοσσούς μίας ημέρας πλην των στρουθιονιδών (DOC) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για νεοσσούς μίας ημέρας πλην των στρουθιονιδών (DOC)

Image

Image

Image

Image

Image

β)

Το υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για αυγά επώασης πουλερικών πλην των στρουθιονιδών (HEP) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για αυγά επώασης πουλερικών πλην των στρουθιονιδών (HEP)

Image

Image

Image

Image

Image

γ)

Το υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για προϊόντα αυγών (EP) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για προϊόντα αυγών (ΕΡ)

Image

Image

(2)

Στο μέρος Ι του παραρτήματος III, το σημείο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Salmonella arizonae

Κεφάλαιο III του παραρτήματος II της οδηγίας 90/539/ΕΟΚ· ή

Εγχειρίδιο για τις διαγνωστικές δοκιμές και τα εμβόλια χερσαίων ζώων του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων (πρώην Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών – OIE).»

(3)

Το παράρτημα XI αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XI

(όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2)

Υπόδειγμα κτηνιατρικού πιστοποιητικού για τη διαμετακόμιση/αποθήκευση αυγών απαλλαγμένων από ειδικά παθογόνα, κρέατος, κιμά και μηχανικώς διαχωρισμένου κρέατος πουλερικών, στρουθιονιδών και άγριων πτερωτών θηραμάτων, αυγών και προϊόντων αυγών

Image

Image


ΟΔΗΓΙΕΣ

20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/21


ΟΔΗΓΊΑ 2009/39/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 6ης Μαΐου 2009

για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (3), έχει τροποποιηθεί πολλές φορές ουσιαστικά (4). Δεδομένου ότι πρόκειται να πραγματοποιηθούν περαιτέρω τροποποιήσεις, είναι σκόπιμο, για λόγους σαφήνειας, να αναδιατυπωθεί.

(2)

Οι διαφορές μεταξύ των εθνικών δικαίων σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία τους, μπορούν να δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού και έχουν, συνεπώς, άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(3)

Η προσέγγιση των εθνικών δικαίων προϋποθέτει τη διατύπωση ενός κοινού ορισμού, τον καθορισμό μέτρων κατάλληλων για την προστασία του καταναλωτή από τυχόν εξαπάτησή του όσον αφορά τη φύση των εν λόγω προϊόντων καθώς και τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την επισήμανση των προϊόντων αυτών.

(4)

Τα προϊόντα που καλύπτει η παρούσα οδηγία είναι τρόφιμα, η σύνθεση και η παρασκευή των οποίων πρέπει να έχουν μελετηθεί ειδικά ώστε να ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες διατροφής των ατόμων για τα οποία κυρίως προορίζονται. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να προβλεφθούν παρεκκλίσεις από τις γενικές ή ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τα τρόφιμα ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός της ειδικής διατροφής.

(5)

Αν και τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή και που διέπονται από ειδικές διατάξεις είναι δυνατόν να ελέγχονται αποτελεσματικά βάσει των γενικών κανόνων για τον έλεγχο όλων των ειδών τροφίμων, τούτο δεν συμβαίνει πάντα για τα τρόφιμα για τα οποία δεν υπάρχουν τέτοιες ειδικές διατάξεις.

(6)

Πράγματι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι υπηρεσίες ελέγχου, με τα συνήθη μέσα που διαθέτουν, ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην μπορούν να ελέγχουν κατά πόσο το εν λόγω τρόφιμο έχει πράγματι τις ειδικές θρεπτικές ιδιότητες που του αποδίδονται. Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη να προβλεφθεί πως, αν παραστεί ανάγκη, ο υπεύθυνος για τη διάθεση του εν λόγω τροφίμου στην αγορά θα πρέπει να συνδράμει την υπηρεσία ελέγχου στην άσκηση των καθηκόντων της.

(7)

Θα πρέπει να θεσπισθούν, με ειδικές οδηγίες, ειδικές διατάξεις εφαρμοζόμενες σε ορισμένες ομάδες τροφίμων.

(8)

Θα πρέπει να προβλεφθεί διαδικασία η οποία να επιτρέπει τη διάθεση στην αγορά, προσωρινά, των τροφίμων που απορρέουν από τεχνολογικές καινοτομίες, ώστε να αξιοποιούνται οι καρποί της βιομηχανικής έρευνας μέχρις ότου τροποποιηθεί η σχετική ειδική οδηγία. Ωστόσο, για λόγους προστασίας της υγείας των καταναλωτών, η άδεια διάθεσης στην αγορά μπορεί να χορηγείται μόνο μετά από διαβούλευση με την ευρωπαϊκή αρχή για την ασφάλεια των τροφίμων.

(9)

Καθώς δεν είναι σαφές κατά πόσον υπάρχει κατάλληλη βάση για τη θέσπιση ειδικών διατάξεων σχετικά με την ομάδα τροφίμων που προορίζονται για άτομα που πάσχουν από διαταραχές του μεταβολισμού των σακχάρων (διαβητικοί), θα πρέπει να επιτραπεί στην Επιτροπή να υιοθετήσει ή να προτείνει τις σχετικές διατάξεις σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά από διαβούλευση με την ευρωπαϊκή αρχή για την ασφάλεια των τροφίμων.

(10)

Παραμένει δυνατή η εναρμόνιση, σε κοινοτικό επίπεδο, των κανόνων που εφαρμόζονται για άλλες ομάδες τροφίμων προοριζόμενων για ειδική διατροφή, προς το συμφέρον της προστασίας των καταναλωτών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των τροφίμων αυτών.

(11)

Η εκπόνηση ειδικών οδηγιών, με τις οποίες θα τίθενται σε εφαρμογή οι βασικές αρχές των κοινοτικών κανόνων καθώς και των τροποποιήσεών τους, αποτελούν εκτελεστικά μέτρα τεχνικής φύσεως. Για να απλοποιηθεί και να επιταχυνθεί η διαδικασία, η θέσπισή τους θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή.

(12)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (5).

(13)

Ειδικότερα, ενδείκνυται να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να θεσπίσει ορισμένες ειδικές οδηγίες, έναν κατάλογο ουσιών ειδικού θρεπτικού σκοπού και άλλων ουσιών που προστίθενται στα τρόφιμα ειδικής διατροφής, καθώς και τα κριτήρια καθαρότητας που εφαρμόζονται στις εν λόγω ουσίες και, ενδεχομένως, τους όρους χρησιμοποίησής τους, διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν σε τρόφιμα που προορίζονται για συνήθη διατροφή να φέρουν ένδειξη ότι είναι κατάλληλα για ειδική διατροφή, ειδικές διατάξεις για τροφές προοριζόμενες για τους πάσχοντες από διαταραχές του μεταβολισμού σακχάρων (διαβητικοί), κανόνες σχετικά με τη χρησιμοποίηση όρων οι οποίοι αφορούν τη μειωμένη ή μηδενική περιεκτικότητα σε νάτριο ή αλάτι, ή τη μηδενική περιεκτικότητα σε γλουτένη, και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των προϊόντων, καθώς και προϋποθέσεις υπό τις οποίες στην επισήμανση, στην παρουσίαση και στη διαφήμιση μπορεί να αναφέρεται μια συγκεκριμένη δίαιτα ή μια κατηγορία ατόμων. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων δια της συμπληρώσεώς της με νέα, μη ουσιώδη στοιχεία, πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(14)

Όταν, για επιτακτικούς λόγους επείγοντος, δεν είναι δυνατή η τήρηση των συνήθων προθεσμιών της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει την προβλεπόμενη στο άρθρο 5α παράγραφο 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ διαδικασία επείγοντος, όσον αφορά τη θέσπιση και την τροποποίηση ενός καταλόγου ουσιών με ειδικούς θρεπτικούς σκοπούς και άλλων ουσιών που προστίθενται στα τρόφιμα ειδικής διατροφής, καθώς και τα κριτήρια καθαρότητας που εφαρμόζονται στις εν λόγω ουσίες και, ενδεχομένως, τους όρους χρησιμοποίησής τους, και όσον αφορά τη θέσπιση τροποποιήσεων της παρούσας οδηγίας ή ειδικών οδηγιών, όταν διαπιστώνεται ότι η χρήση ενός τροφίμου που προορίζεται για ειδική διατροφή θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία έστω και αν είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της οικείας ειδικής οδηγίας.

(15)

Τα εισαγόμενα στην παρούσα οδηγία νέα στοιχεία αναφέρονται αποκλειστικά στις διαδικασίες επιτροπής. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαία η ενσωμάτωσή τους από τα κράτη μέλη στο εθνικό δίκαιο.

(16)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

1.   Η παρούσα οδηγία αφορά τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή.

2.   Τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή είναι τρόφιμα τα οποία, λόγω της ειδικής σύνθεσής τους ή της ειδικής επεξεργασίας κατά την παρασκευή τους, διακρίνονται σαφώς από τα τρόφιμα συνήθους κατανάλωσης, ανταποκρίνονται στους δηλούμενους θρεπτικούς προορισμούς τους και κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο φέρουν ένδειξη με την οποία δηλώνεται η ιδιότητά τους αυτή.

3.   Ως ειδική διατροφή, νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στις ειδικές ανάγκες διατροφής:

α)

ορισμένων κατηγοριών ατόμων των οποίων έχει διαταραχθεί η πεπτική λειτουργία ή ο μεταβολισμός· ή

β)

ορισμένων κατηγοριών ατόμων που βρίσκονται σε ειδική κατάσταση της φυσιολογίας τους και που μπορούν, επομένως, να ωφεληθούν ιδιαίτερα από την ελεγχόμενη κατανάλωση ορισμένων ουσιών των τροφίμων· ή

γ)

υγιών βρεφών ή νηπίων.

Άρθρο 2

1.   Τα προϊόντα που καλύπτονται από το άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) μπορούν να χαρακτηρίζονται ως «διαιτητικά» ή «διαίτης».

2.   Κατά την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση τροφίμων για συνήθη κατανάλωση απαγορεύεται:

α)

η χρησιμοποίηση των ενδείξεων «διαιτητικά» ή «διαίτης», μόνων ή σε συνδυασμό με άλλες λέξεις, για τον προσδιορισμό των τροφίμων αυτών·

β)

κάθε ένδειξη ή παρουσίαση που μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιο από τα προϊόντα που ορίζονται στο άρθρο 1.

Εντούτοις, κατ’ εφαρμογή διατάξεων που θεσπίζει η Επιτροπή, οσάκις τρόφιμα που προορίζονται για συνήθη διατροφή είναι κατάλληλα για ειδική διατροφή, είναι δυνατόν να φέρουν ένδειξη της ιδιότητάς τους αυτής.

Τέτοιες διατάξεις μπορούν να καθορίζουν τις λεπτομέρειες για την ένδειξη αυτής της ιδιότητας.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας δια της συμπληρώσεώς της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

Άρθρο 3

1.   Η φύση ή η σύνθεση των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 είναι τέτοια ώστε τα προϊόντα αυτά να είναι κατάλληλα για την ειδική διατροφή για την οποία προορίζονται.

2.   Εκτός των μετατροπών που πραγματοποιούνται ι ώστε να εξασφαλισθεί ότι ανταποκρίνονται στους προβλεπόμενους στο άρθρο 1 ορισμούς, τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 ανταποκρίνονται και στις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που ισχύουν για τα συνήθη τρόφιμα.

Άρθρο 4

1.   Οι ειδικές διατάξεις, που ισχύουν για τις ομάδες τροφίμων ειδικής διατροφής, οι οποίες αναγράφονται στο παράρτημα Ι, θεσπίζονται με ειδικές οδηγίες.

Αυτές οι ειδικές οδηγίες μπορούν να περιλαμβάνουν ιδίως:

α)

τις βασικές απαιτήσεις ως προς τη φύση ή τη σύνθεση των προϊόντων·

β)

διατάξεις σχετικά με την ποιότητα των πρώτων υλών·

γ)

τις υγειονομικές απαιτήσεις·

δ)

τις επιτρεπόμενες μετατροπές κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2·

ε)

κατάλογο πρόσθετων·

στ)

διατάξεις σχετικές με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση·

ζ)

τους τρόπους δειγματοληψίας και τις μεθόδους ανάλυσης που απαιτούνται για να ελέγχεται η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις των ειδικών οδηγιών.

Αυτές οι ειδικές οδηγίες θεσπίζονται:

όσον αφορά το στοιχείο ε), σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 95 της συνθήκης,

όσον αφορά τα άλλα στοιχεία, από την Επιτροπή. Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας δια της συμπληρώσεώς της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

Οι διατάξεις οι οποίες έχουν, ενδεχομένως, επιπτώσεις στη δημόσια υγεία θεσπίζονται κατόπιν διαβουλεύσεως με την ευρωπαϊκή αρχή για την ασφάλεια των τροφίμων.

2.   Για να καταστεί δυνατή η ταχεία διάθεση στην αγορά τροφίμων προοριζόμενων για ειδική διατροφή, τα οποία είναι αποτέλεσμα της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου, η Επιτροπή, αφού συμβουλευθεί την ευρωπαϊκή αρχή για την ασφάλεια των τροφίμων, μπορεί να επιτρέψει για χρονικό διάστημα δύο ετών τη διάθεση στην αγορά τροφίμων που δεν ανταποκρίνονται στους κανόνες σύνθεσης που καθορίζονται στις προβλεπόμενες στο παράρτημα Ι ειδικές οδηγίες για ομάδες τροφίμων ειδικής διατροφής. Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, δια της συμπληρώσεώς της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

Σε περίπτωση ανάγκης, η Επιτροπή μπορεί να προσθέτει, στην απόφαση για τη χορήγηση αδείας, κανόνες επισήμανσης που συνδέονται με τη μεταβολή της σύνθεσης.

3.   Η Επιτροπή θεσπίζει έναν κατάλογο ουσιών για ειδικούς θρεπτικούς σκοπούς, όπως είναι οι βιταμίνες, τα ανόργανα άλατα, τα αμινοξέα και άλλες ουσίες που προστίθενται στα τρόφιμα ειδικής διατροφής καθώς και τα κριτήρια καθαρότητας που εφαρμόζονται στις εν λόγω ουσίες και, ενδεχομένως, τους όρους υπό τους οποίους θα πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, δια της συμπληρώσεώς της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

Για επιτακτικούς λόγους επείγοντος, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει στη διαδικασία επείγοντος, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 4.

Άρθρο 5

Η Επιτροπή θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη χρησιμοποίηση όρων οι οποίοι αφορούν τη μειωμένη ή μηδενική περιεκτικότητα σε νάτριο ή αλάτι (χλωριούχο νάτριο, επιτραπέζιο αλάτι), ή τη μηδενική περιεκτικότητα σε γλουτένη, και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, δια της συμπληρώσεώς της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

Άρθρο 6

Πριν από τις 8 Ιουλίου 2002, η Επιτροπή, αφού συμβουλευθεί την ευρωπαϊκή αρχή για την ασφάλεια των τροφίμων, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όσον αφορά τη σκοπιμότητα της θέσπισης ειδικών διατάξεων για τροφές προοριζόμενες για τους πάσχοντες από διαταραχές του μεταβολισμού σακχάρων (διαβητικοί).

Βάσει των συμπερασμάτων της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή:

α)

είτε προβαίνει στην προετοιμασία των σχετικών ειδικών διατάξεων· είτε

β)

υποβάλλει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 95 της συνθήκης, κατάλληλες προτάσεις για τροποποιήσεις της παρούσας οδηγίας.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο στοιχείο α), τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, δια της συμπληρώσεώς της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

Άρθρο 7

Η Επιτροπή δύναται να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες στην επισήμανση, στην παρουσίαση και στη διαφήμιση μπορεί να αναφέρεται μια συγκεκριμένη δίαιτα ή μια κατηγορία ατόμων για την οποία προορίζεται ένα προϊόν που αναφέρεται στο άρθρο 1.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, δια της συμπληρώσεώς της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 8

1.   Η επισήμανση των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 και ο χρησιμοποιούμενος τρόπος επισήμανσης, η παρουσίαση και η διαφήμισή τους δεν τους αποδίδουν ιδιότητες μέσου πρόληψης, θεραπευτικής αγωγής και ίασης ανθρώπινης νόσου ούτε υπονοούν αυτές τις ιδιότητες.

Σε εξαιρετικές και σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να προβλέπονται παρεκκλίσεις από το πρώτο εδάφιο. Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, δια της συμπληρώσεώς της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3. Έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή, οι παρεκκλίσεις μπορούν να συνεχίζονται

2.   Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει την ανακοίνωση οιασδήποτε χρήσιμης πληροφορίας ή σύστασης απευθυνόμενης αποκλειστικά σε πρόσωπα ειδικευμένα στους τομείς της ιατρικής, της διαιτολογίας ή της φαρμακευτικής.

Άρθρο 9

1.   Η οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (6) εφαρμόζεται στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσας οδηγίας, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

2.   Η ονομασία υπό την οποία πωλείται ένα προϊόν πρέπει να συνοδεύεται από ένδειξη των ειδικών θρεπτικών χαρακτηριστικών του. Ωστόσο, στην περίπτωση των προϊόντων που καλύπτονται από το άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχείο γ), η ένδειξη αυτή αντικαθίσταται με την ένδειξη του σκοπού για τον οποίο προορίζονται.

3.   Η επισήμανση προϊόντων για τα οποία δεν έχει θεσπισθεί ειδική οδηγία σύμφωνα με το άρθρο 4 περιλαμβάνει επίσης:

α)

τα ιδιαίτερα στοιχεία της ποιοτικής και ποσοτικής σύνθεσης ή την ειδική μέθοδο παρασκευής που δίνουν στο προϊόν τα ιδιαίτερα θρεπτικά χαρακτηριστικά του·

β)

την παρεχόμενη θερμιδική αξία εκφρασμένη σε kj και kcal καθώς και την περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λίπη ανά 100 g ή 100 ml του προϊόντος, όπως αυτό διατίθεται στο εμπόριο, και αναγόμενη στην ποσότητα που προτείνεται για κατανάλωση αν το προϊόν παρουσιάζεται με τέτοιο τρόπο.

Εντούτοις, αν η θερμιδική αξία είναι κατώτερη από 50 kJ (12 kcal) ανά 100 g ή 100 ml του διατιθέμενου στο εμπόριο προϊόντος, οι ανωτέρω ενδείξεις μπορούν να αντικαθίστανται είτε από την ένδειξη «θερμιδική αξία κάτω των 50 kJ (12 kcal) ανά 100 g» είτε από την ένδειξη «θερμιδική αξία κάτω των 50 kJ (12 kcal) ανά 100 ml».

4.   Οι ιδιαίτερες απαιτήσεις ως προς την επισήμανση προϊόντων για τα οποία έχει εκδοθεί ειδική οδηγία καθορίζονται στην εν λόγω οδηγία.

Άρθρο 10

1.   Τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν επιτρέπεται να διατίθενται στο λιανικό εμπόριο παρά μόνο προσυσκευασμένα και κατά τρόπον ώστε η συσκευασία να τα καλύπτει πλήρως.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν παρεκκλίσεις από την παράγραφο 1 για τους σκοπούς του λιανικού εμπορίου, με την προϋπόθεση ότι το προϊόν, κατά τη στιγμή που τίθεται προς πώληση, συνοδεύεται από τις ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 9.

Άρθρο 11

1.   Προκειμένου να είναι δυνατός ο αποτελεσματικός επίσημος έλεγχος για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή και δεν περιλαμβάνονται σε μία από τις ομάδες που αναγράφονται στο παράρτημα Ι, εφαρμόζονται οι ακόλουθες ειδικές διατάξεις:

α)

κατά την πρώτη διάθεση στο εμπόριο ενός από τα ως ανωτέρω αναφερόμενα προϊόντα, ο παρασκευαστής ή, στην περίπτωση προϊόντος που παρασκευάζεται σε τρίτο κράτος, ο εισαγωγέας, απευθύνει κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο γίνεται η εμπορία, διαβιβάζοντας υπόδειγμα της χρησιμοποιηθείσας επισήμανσης του εν λόγω προϊόντος·

β)

κατά την εν συνεχεία διάθεση στο εμπόριο του ίδιου προϊόντος σε άλλο κράτος μέλος, ο παρασκευαστής ή, ενδεχομένως, ο εισαγωγέας, διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή αυτού του κράτους την ίδια πληροφορία, δηλώνοντας ταυτόχρονα προς ποια αρχή έγινε η πρώτη κοινοποίηση·

γ)

όταν παρίσταται ανάγκη, η αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον παρασκευαστή ή, ενδεχομένως, τον εισαγωγέα, να της υποβάλει επιστημονικές εργασίες και στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το προϊόν ανταποκρίνεται στο άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 3 καθώς και τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3 στοιχείο α). Εφόσον τα στοιχεία αυτά έχουν δημοσιευθεί σε έντυπο που μπορεί εύκολα να τεθεί στη διάθεση της αρχής, αρκεί απλή παραπομπή στο εν λόγω δημοσίευμα.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή την ταυτότητα των κατά την έννοια της παραγράφου 1 αρμοδίων αρχών και της παρέχουν οποιαδήποτε άλλη σχετική πληροφορία.

Η Επιτροπή δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 2.

4.   Ανά τριετία, και για πρώτη φορά πριν από τις 8 Ιουλίου 2002, η Επιτροπή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12

1.   Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν ούτε εμποδίζουν το εμπόριο των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 και είναι σύμφωνα προς την παρούσα οδηγία και, ενδεχομένως, τις οδηγίες που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της, για λόγους που αφορούν τη σύνθεση, τα χαρακτηριστικά παρασκευής, την παρουσίαση ή την επισήμανση των προϊόντων αυτών.

2.   Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί ειδικές διατάξεις κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 13

1.   Εάν ένα κράτος μέλος διαπιστώσει, βάσει τεκμηριωμένης αιτιολογίας, ότι τρόφιμο που προορίζεται για ειδική διατροφή και δεν ανήκει σε μία από τις ομάδες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, δεν ανταποκρίνεται στο άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 3 ή θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, μολονότι κυκλοφορεί ελεύθερα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να αναστέλλει προσωρινά ή να περιορίζει την εμπορία του προϊόντος αυτού στην επικράτειά του. Ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη διευκρινίζοντας τους λόγους για τους οποίους έλαβε την απόφαση αυτή.

2.   Η Επιτροπή εξετάζει, το ταχύτερο δυνατό, τους λόγους που επικαλείται το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, διαβουλεύεται με τα κράτη μέλη στα πλαίσια της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, διατυπώνει αμελλητί τη γνώμη της και λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα.

3.   Αν η Επιτροπή κρίνει ότι το εθνικό μέτρο πρέπει να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί, λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2.

Άρθρο 14

1.   Εάν κράτος μέλος διαπιστώσει, βάσει τεκμηριωμένης αιτιολογίας στην οποία λαμβάνονται υπόψη νέα στοιχεία ή νέα εκτίμηση υφισταμένων στοιχείων που έχουν προκύψει μετά την έκδοση μιας από τις ειδικές οδηγίες, ότι η χρησιμοποίηση τροφίμου που προορίζεται για ειδική διατροφή θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία έστω και αν είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της εν λόγω ειδικής οδηγίας, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να αναστέλλει ή να περιορίζει προσωρινά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στην επικράτειά του. Ενημερώνει αμέσως σχετικά τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, διευκρινίζοντας τους λόγους για τους οποίους έλαβε την απόφαση αυτή.

2.   Η Επιτροπή εξετάζει, το συντομότερο δυνατό, τους λόγους που επικαλείται το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη στα πλαίσια της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, και ακολούθως διατυπώνει αμελλητί τη γνώμη της και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

3.   Εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι απαιτούνται τροποποιήσεις της παρούσας οδηγίας ή των ειδικών οδηγιών προκειμένου να αρθούν οι δυσκολίες που αναφέρει η παράγραφος 1 και να εξασφαλισθεί η προστασία της ανθρώπινης υγείας, θεσπίζει τις τροποποιήσεις αυτές.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3. Για επιτακτικούς λόγους επείγοντος, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει στη διαδικασία επείγοντος, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 4.

Το κράτος μέλος που έχει λάβει μέτρα διασφάλισης μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να τα διατηρεί έως ότου θεσπισθούν οι τροποποιήσεις.

Άρθρο 15

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων, που ιδρύθηκε με το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Η προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

3.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

4.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5α παράγραφοι 1, 2, 4 και 6, και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Άρθρο 16

Η οδηγία 89/398/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Α, καταργείται, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Β.

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και θα πρέπει να διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΙΙ.

Άρθρο 17

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 18

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 6 Μαΐου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. KOHOUT


(1)  ΕΕ C 211 της 19.8.2008, σ. 44.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Μαρτίου 2009.

(3)  ΕΕ L 186 της 30.6.1989, σ. 27.

(4)  Βλέπε παράρτημα ΙΙ, μέρος Α.

(5)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(6)  ΕΕ L 109 της 6.5.2000, σ. 29.

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Α.

Ομάδες τροφίμων ειδικής διατροφής για τις οποίες θεσπίζονται ειδικές διατάξεις μέσω ειδικών οδηγιών (1):

1.

Παρασκευάσματα για βρέφη και παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας

2.

Μεταποιημένες τροφές με βάση τα δημητριακά και παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά

3.

Τρόφιμα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε δίαιτες μειωμένων θερμίδων για απώλεια βάρους

4.

Διαιτητικά τρόφιμα ειδικών ιατρικών χρήσεων

5.

Τρόφιμα που προορίζονται για την αντιμετώπιση της καταβολής έντονης μυικής προσπάθειας, ιδίως για αθλητές.

Β.

Ομάδες τροφίμων για ειδική διατροφή, για τις οποίες θα θεσπίζονται ειδικές διατάξεις στο πλαίσιο ειδικής οδηγίας (1), βάσει των αποτελεσμάτων της διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 6:

Τρόφιμα για άτομα που πάσχουν από διαταραχές του μεταβολισμού των σακχάρων (διαβήτης).


(1)  Εξυπακούεται ότι τα προϊόντα που ευρίσκονται ήδη στην αγορά κατά τη θέσπιση ειδικής οδηγίας, δεν επηρεάζονται από αυτήν.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΜΕΡΟΣ A

Καταργούμενη οδηγία με κατάλογο των διαδοχικών τροποποιήσεών της

(που αναφέρονται στο άρθρο 16)

Οδηγία 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 186 της 30.6.1989, σ. 27)

 

Οδηγία 96/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 48 της 19.2.1997, σ. 20)

 

Οδηγία 1999/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 172 της 8.7.1999, σ. 38)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1)

Μόνον το σημείο 15 του παραρτήματος ΙΙΙ

ΜΕΡΟΣ B

Προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής

(που αναφέρονται στο άρθρο 16)

Οδηγία

Προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο

Διάθεση στο εμπόριο προϊόντων που είναι σύμφωνα με την παρούσα οδηγία

Απαγόρευση διάθεσης στο εμπόριο προϊόντων που δεν είναι σύμφωνα με την παρούσα οδηγία

89/398/ΕΟΚ

16 Μαΐου 1990 (1)

16 Μαΐου 1991 (1)

96/84/ΕΚ

30 Σεπτεμβρίου 1997

1999/41/ΕΚ

8 Ιουλίου 2000

8 Ιουλίου 2000 (2)

8 Ιανουαρίου 2001 (2)


(1)  Σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ:

«1.   Τα κράτη μέλη τροποποιούν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις τους ώστε:

να επιτρέπεται το εμπόριο των προϊόντων που ανταποκρίνονται στην παρούσα οδηγία από τις 16 Μαΐου 1990,

να απαγορεύεται το εμπόριο των προϊόντων που δεν ανταποκρίνονται στην παρούσα οδηγία από τις 16 Μαΐου 1991.

Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

2.   Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει τις εθνικές διατάξεις οι οποίες, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί οι οδηγίες που αναφέρει το άρθρο 4, διέπουν ορισμένες ομάδες τροφίμων που προορίζονται για ειδική διατροφή.»

(2)  Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/41/ΕΚ:

«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 8 Ιουλίου 2000. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε:

να επιτρέπουν το εμπόριο των προϊόντων που είναι σύμφωνα προς την παρούσα οδηγία έως τις 8 Ιουλίου 2000,

να απαγορεύουν το εμπόριο των προϊόντων που δεν είναι σύμφωνα προς την παρούσα οδηγία έως τις 8 Ιανουαρίου 2001.

Τα μέτρα αυτά, όταν λαμβάνονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες της αναφοράς αυτής καθορίζονται από τα κράτη μέλη».


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Οδηγία 89/398/ΕΟΚ

Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 1 παράγραφος 3

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημεία i), ii) και iii)

Άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχεία α), β) και γ)

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 3

Άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 1α

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 4α

Άρθρο 5

Άρθρο 4β

Άρθρο 6

Άρθρο 5

Άρθρο 7

Άρθρο 6

Άρθρο 8

Άρθρο 7

Άρθρο 9

Άρθρο 8

Άρθρο 10

Άρθρο 9 εισαγωγική φράση

Άρθρο 11 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 9 σημεία 1, 2 και 3

Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ)

Άρθρο 9 σημείο 4 πρώτη και δεύτερη φράση

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 9 σημείο 4 τρίτη φράση

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 9 σημείο 5

Άρθρο 11 παράγραφος 4

Άρθρο 10

Άρθρο 12

Άρθρο 11

Άρθρο 13

Άρθρο 12

Άρθρο 14

Άρθρο 13 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 15 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 13 παράγραφος 3

Άρθρο 15 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρα 14 και 15

Άρθρα 16 και 17

Άρθρο 16

Άρθρο 18

Παράρτημα Ι

Παράρτημα Ι

Παράρτημα ΙΙ

Παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ


20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/30


ΟΔΗΓΊΑ 2009/13/ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 16ης Φεβρουαρίου 2009

για την εφαρμογή της συμφωνίας που συνήψαν η Ένωση Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των Ενώσεων Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF) σχετικά με τη σύμβαση ναυτικής εργασίας του 2006 και για τροποποίηση της οδηγίας 1999/63/ΕΚ

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 139 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι (εφεξής «κοινωνικοί εταίροι») δύνανται, σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 2 της συνθήκης, να ζητήσουν από κοινού την εφαρμογή των συμφωνιών που συνάπτονται από αυτούς σε κοινοτικό επίπεδο, με απόφαση του Συμβουλίου που λαμβάνεται μετά από πρόταση της Επιτροπής.

(2)

Στις 23 Φεβρουαρίου 2006 η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας υιοθέτησε τη σύμβαση ναυτικής εργασίας του 2006, επιθυμώντας να θεσπίσει μία ενιαία συνεκτική πράξη, η οποία θα ενσωμάτωνε κατά το δυνατόν όλα τα ενημερωμένα πρότυπα των εν ισχύ διεθνών συμβάσεων και συστάσεων ναυτικής εργασίας, καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες περιλαμβάνονται σε άλλες διεθνείς συμβάσεις εργασίας.

(3)

Η Επιτροπή διεξήγαγε διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 2 της συνθήκης, σχετικά με τη σκοπιμότητα ανάπτυξης του υπάρχοντος κοινοτικού κεκτημένου με την προσαρμογή, την ενοποίηση ή τη συμπλήρωσή του, υπό το πρίσμα της σύμβασης ναυτικής εργασίας του 2006.

(4)

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2006, η Ένωση Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των Ενώσεων Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF) πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι επιθυμούν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 4 της συνθήκης.

(5)

Στις 19 Μαΐου 2008, οι εν λόγω οργανώσεις, θέλοντας να συμβάλλουν στη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού παγκοσμίως, για όλη τη ναυτική βιομηχανία, συνήψαν συμφωνία σχετικά με τη σύμβαση ναυτικής εργασίας του 2006, εφεξής «συμφωνία». Αυτή η συμφωνία και το παράρτημά της περιλαμβάνουν κοινό αίτημα προς την Επιτροπή για την εφαρμογή τους με απόφαση του Συμβουλίου κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 2 της συνθήκης.

(6)

Η συμφωνία εφαρμόζεται σε ναυτικούς που εργάζονται σε πλοία τα οποία είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος ή/και φέρουν σημαία κράτους μέλους.

(7)

Η συμφωνία τροποποιεί την ευρωπαϊκή συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών που συνήφθη στις Βρυξέλλες, στις 30 Σεπτεμβρίου 1998, μεταξύ της Ένωσης Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας των Ενώσεων Εργαζομένων στις Μεταφορές (FST).

(8)

Για το σκοπό του άρθρου 249 της συνθήκης, η ενδεδειγμένη πράξη για την εφαρμογή της συμφωνίας είναι η οδηγία.

(9)

Η συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ ταυτόχρονα με τη σύμβαση ναυτικής εργασίας του 2006, και οι κοινωνικοί εταίροι δεν επιθυμούν να τεθούν σε ισχύ τα εθνικά μέτρα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω σύμβασης.

(10)

Όσον αφορά τους όρους που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία και που δεν ορίζονται ειδικά από την ίδια, η παρούσα οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να τους καθορίσουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και την πρακτική, όπως συμβαίνει και με άλλες οδηγίες για την κοινωνική πολιτική που χρησιμοποιούν παρόμοιους όρους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ορισμοί σέβονται το περιεχόμενο της συμφωνίας.

(11)

Η Επιτροπή συνέταξε την πρόταση οδηγίας, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της, της 20ής Μαΐου 1998, για την προσαρμογή και την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου σε κοινοτικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη την αντιπροσωπευτικότητα των υπογραφόντων μερών και τη νομιμότητα κάθε ρήτρας της συμφωνίας.

(12)

Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους, εφόσον το ζητήσουν από κοινού, την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ενόσω τα κράτη μέλη έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να είναι, ανά πάσα στιγμή, σε θέση να εξασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία.

(13)

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη τυχόν ισχυουσών κοινοτικών διατάξεις που είναι ειδικότερες ή/και παρέχουν υψηλότερο βαθμό προστασίας στους ναυτικούς, και ιδίως όσες περιέχονται στην κοινοτική νομοθεσία.

(14)

Θα πρέπει να διασφαλισθεί η συμμόρφωση με τη γενική αρχή της ευθύνης του εργοδότη, όπως προβλέπεται από την οδηγία89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (1), και ιδίως από το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 3.

(15)

H παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στους τομείς που καλύπτονται από τη συμφωνία που προσαρτάται στην οδηγία.

(16)

Η παρούσα οδηγία και η συμφωνία καθιερώνουν ελάχιστα πρότυπα. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις.

(17)

Η Επιτροπή ενημέρωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της, της 14ης Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, αποστέλλοντάς τους το κείμενο της πρότασης οδηγίας που περιέχει τη συμφωνία.

(18)

Η παρούσα πράξη είναι σύμφωνη προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που προβλέπονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως με το άρθρο 31 αυτού, που προβλέπει ότι κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε συνθήκες εργασίας, οι οποίες σέβονται την υγεία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του, σε ένα όριο μέγιστης διάρκειας εργασίας, σε ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης, καθώς και σε ετήσια περίοδο αμειβόμενων διακοπών.

(19)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν, επομένως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(20)

Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (2), τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίσουν, για λογαριασμό τους και προς το συμφέρον της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, στους οποίους θα εμφαίνεται, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, η αντιστοιχία μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, και να τους δημοσιοποιήσουν.

(21)

Η οδηγία 1999/63/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών, που σύναψαν η Ένωση Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και η Ομοσπονδία των Ενώσεων Εργαζομένων στις Μεταφορές, στην Ευρωπαϊκή Ένωση (FST) (3), η οποία περιέχει στο παράρτημά της την ευρωπαϊκή συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών, θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(22)

Η εφαρμογή της συμφωνίας συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων που αναφέρει το άρθρο 136 της συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζει τη συμφωνία για τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, του 2006, που συνήψαν στις 19 Μαΐου 2008 οι οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών [Ένωση Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των Ενώσεων Εργαζομένων στις Μεταφορές (FST)], όπως εκτίθεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Το παράρτημα της οδηγίας 1999/63/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Στη ρήτρα 1, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3.

Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το εάν κάποιες κατηγορίες προσώπων πρέπει να θεωρούνται ως ναυτικοί για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, το ζήτημα διευθετείται από την αρμόδια αρχή του εκάστοτε κράτους μέλους κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνεται επίσης δεόντως υπόψη το ψήφισμα της 94ης (ναυτιλιακής) συνόδου της Γενικής διάσκεψης της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας σχετικά με την πληροφόρηση για τις κατηγορίες εργαζομένων».

2.

Στη ρήτρα 2, τα στοιχεία γ) και δ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

ως “ναυτικός” νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο απασχολείται ή προσλαμβάνεται ή εργάζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε πλοίο για το οποίο ισχύει η παρούσα συμφωνία·»,

«δ)

ως “πλοιοκτήτης” νοείται ο ιδιοκτήτης του πλοίου ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ή πρόσωπο, όπως ο διαχειριστής, ο πράκτορας ή ο ναυλωτής κενού σκάφους στον οποίο έχει ανατεθεί η ευθύνη λειτουργίας του πλοίου από τον ιδιοκτήτη, και ο οποίος, αναλαμβάνοντας την εν λόγω ευθύνη, συμφώνησε να αναλάβει όλα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους πλοιοκτήτες δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, ανεξαρτήτως του εάν κάποιος άλλος οργανισμός ή πρόσωπο έχει αναλάβει ορισμένα από τα καθήκοντα ή τις ευθύνες εξ ονόματος του πλοιοκτήτη».

3.

Η ρήτρα 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Απαγορεύεται η νυχτερινή εργασία των ναυτικών που δεν έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών. Για τους σκοπούς της παρούσας ρήτρας, η «νύχτα» καθορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και πρακτική. Καλύπτει χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα ωρών από τα μεσάνυχτα το αργότερο μέχρι τις 5 π.μ. το νωρίτερο.

2.

Εξαίρεση από την αυστηρή τήρηση της απαγόρευσης περί νυχτερινής εργασίας μπορεί να προβλέπει η αρμόδια αρχή όταν:

α)

επηρεάζεται η αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης των εν λόγω ναυτικών, σύμφωνα με τα καθιερωμένα προγράμματα και χρονοδιαγράμματα· ή

β)

η ιδιαίτερη φύση του καθήκοντος ή ένα αναγνωρισμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης απαιτεί από τους ναυτικούς για τους οποίους ισχύει η εξαίρεση να ασκούν καθήκοντα τη νύχτα και η αρχή κρίνει, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, ότι η εργασία δεν θα έχει επιπτώσεις στην υγεία ή την ευεξία τους.

3.

Απαγορεύεται η απασχόληση, η πρόσληψη ή η εργασία ναυτικών που δεν έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών σε περίπτωση που το αντικείμενο της εργασίας είναι πιθανόν να θέσει σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλειά τους. Τα είδη των εργασιών αυτών καθορίζονται από τους εθνικούς νόμους ή κανονισμούς ή από τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, σε συμφωνία με τα σχετικά διεθνή πρότυπα».

4.

Η ρήτρα 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Δεν είναι δυνατή η εργασία σε πλοία ναυτικών οι οποίοι δεν διαθέτουν ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο βεβαιώνει ότι είναι ικανοί να επιτελέσουν τα καθήκοντά τους.

2.

Εξαιρέσεις μπορούν να επιτρέπονται μόνο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα συμφωνία.

3.

Η αρμόδια αρχή υποχρεώνει τους ναυτικούς να έχουν στην κατοχή τους, πριν από την έναρξη της εργασίας τους σε πλοίο, ισχύον ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο βεβαιώνει ότι είναι ικανοί να επιτελέσουν τα καθήκοντα που θα τους ανατεθούν εν πλω.

4.

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά είναι όντως αντιπροσωπευτικά της κατάστασης της υγείας των ναυτικών, δεδομένων των καθηκόντων που θα κληθούν να επιτελέσουν, η αρμόδια αρχή καθορίζει τη φύση των ιατρικών εξετάσεων και του ιατρικού πιστοποιητικού, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, και λαμβάνοντας υπόψη τις ισχύουσες διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές.

5.

Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει τη διεθνή σύμβαση σχετικά με πρότυπα εκπαίδευσης, έκδοσης πιστοποιητικών και τήρησης φυλακών των ναυτικών του 1978, όπως τροποποιήθηκε (σύμβαση «STCW»). Το ιατρικό πιστοποιητικό που εκδίδεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σύμβασης STCW γίνεται δεκτό από την αρμόδια αρχή, για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 της παρούσας ρήτρας. Ιατρικό πιστοποιητικό που πληροί κατ’ ουσίαν τις εν λόγω απαιτήσεις, στην περίπτωση ναυτικών που δεν καλύπτονται από τη σύμβαση STCW, γίνεται ομοίως δεκτό.

6.

Το ιατρικό πιστοποιητικό εκδίδεται από δεόντως ειδικευμένο ιατρό ή, στην περίπτωση πιστοποιητικού που αφορά μόνο την όραση, από πρόσωπο αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες αρχές ως κατάλληλο για την έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού. Οι ιατροί πρέπει να έχουν πλήρη επαγγελματική ανεξαρτησία κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων τους όσον αφορά τις ιατρικές εξετάσεις που κρίνουν ότι πρέπει να πραγματοποιηθούν.

7.

Στους ναυτικούς στους οποίους δεν χορηγήθηκε πιστοποιητικό επειδή δεν κρίθηκαν ικανοί προς εργασία ή στους οποίους επιβλήθηκε περιορισμός όσον αφορά την ικανότητά τους προς εργασία, ιδίως ως προς τον χρόνο, το πεδίο εργασιών ή τον εμπορικό τομέα, δίδεται η δυνατότητα εκ νέου εξέτασης από άλλον ανεξάρτητο ιατρό ή από ανεξάρτητο ιατρό στο πλαίσιο διαδικασίας διαιτησίας.

8.

Κάθε ιατρικό πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρει ρητά ότι:

α)

κρίνονται ικανοποιητικές η ακοή και η όραση του συγκεκριμένου ναυτικού, όπως και η ικανότητά του να διακρίνει τα χρώματα στην περίπτωση ναυτικού του οποίου η καταλληλότητα προς εργασία ενδέχεται να επηρεασθεί από πιθανή δυσχρωματοψία, και

β)

ο συγκεκριμένος ναυτικός δεν πάσχει από καμία ιατρική πάθηση η οποία ενδέχεται να επιδεινωθεί κατά την εργασία του εν πλω ή ενδέχεται να καταστήσει τον ναυτικό μη ικανό προς εργασία ή να θέσει σε κίνδυνο την υγεία άλλων ατόμων επί του πλοίου.

9.

Εκτός εάν απαιτείται συντομότερο χρονικό διάστημα λόγω των ειδικών καθηκόντων που θα κληθεί να επιτελέσει ο συγκεκριμένος ναυτικός ή εάν απαιτείται συντομότερο χρονικό διάστημα δυνάμει της σύμβασης STCW:

α)

το ιατρικό πιστοποιητικό ισχύει για μέγιστο χρονικό διάστημα δύο ετών, εκτός εάν ο ναυτικός δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών, περίπτωση στην οποία το μέγιστο χρονικό διάστημα ισχύος είναι ένα έτος·

β)

το πιστοποιητικό που βεβαιώνει την ικανότητα του ναυτικού να διακρίνει τα χρώματα ισχύει για μέγιστο χρονικό διάστημα έξι ετών.

10.

Σε επείγουσες περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή δύναται να επιτρέψει σε κάποιον ναυτικό να εργαστεί χωρίς ισχύον ιατρικό πιστοποιητικό μέχρι τον επόμενο λιμένα προσέγγισης όπου δύναται να λάβει ιατρικό πιστοποιητικό από ειδικευμένο ιατρό, υπό τον όρο ότι:

α)

το διάστημα της εν λόγω παρεχόμενης άδειας δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες και

β)

ο συγκεκριμένος ναυτικός διαθέτει ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο έληξε πρόσφατα.

11.

Εάν η περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού λήξει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, το πιστοποιητικό εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τον επόμενο λιμένα προσέγγισης όπου ο ναυτικός δύναται να λάβει ιατρικό πιστοποιητικό από ειδικευμένο ιατρό, υπό τον όρο ότι η περίοδος αυτή δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

12.

Ως ελάχιστη προυπόθεση για τα ιατρικά πιστοποιητικά των ναυτικών που εργάζονται σε πλοία τα οποία εκτελούν τακτικά διεθνή ταξίδια ορίζεται η έκδοσή τους στην αγγλική γλώσσα.

13.

Η φύση της αξιολόγησης της υγείας που πρέπει να γίνεται και οι λεπτομέρειες που πρέπει να περιλαμβάνονται στο ιατρικό πιστοποιητικό καθορίζονται ύστερα από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις των πλοιοκτητών και ναυτικών.

14.

Όλοι οι ναυτικοί υπόκεινται σε τακτικές υγειονομικές εξετάσεις. Οι φύλακες, οι οποίοι έχουν προβλήματα υγείας πιστοποιούμενα από ιατρό ως οφειλόμενα στο γεγονός ότι εκτελούν νυκτερινή εργασία, μεταφέρονται, εφόσον είναι δυνατό, σε ημερήσια εργασία για την οποία είναι κατάλληλοι.

15.

Η υγειονομική εξέταση που αναφέρεται στις παραγράφους 13 και 14 παρέχεται δωρεάν και καλύπτεται από το ιατρικό απόρρητο. Τέτοιες υγειονομικές εξετάσεις μπορούν να διεξάγονται στα πλαίσια του εθνικού υγειονομικού συστήματος».

5.

Η ρήτρα 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε ναυτικός δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Για τον υπολογισμό της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών λαμβάνονται υπόψη 2,5 τουλάχιστον ημερολογιακές ημέρες ανά μήνα απασχόλησης ενώ για διαστήματα μικρότερα του μηνός ο υπολογισμός γίνεται κατ’ αναλογία. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών δεν αντικαθίσταται από αντισταθμιστικό επίδομα, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες λήγει η σχέση εργασίας».

Άρθρο 3

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις από εκείνες που προβλέπει η παρούσα οδηγία.

2.   Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή δικαιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των κρατών μελών ή/και των κοινωνικών εταίρων να θεσπίζουν, λαμβάνοντας υπόψη τους εξελισσόμενες συνθήκες, διαφορετικές νομοθετικές, κανονιστικές ή συμβατικές ρυθμίσεις από εκείνες που επικρατούν τη στιγμή της υιοθέτησης της παρούσας οδηγίας, εφόσον τηρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

3.   Η εφαρμογή ή/και ερμηνεία της παρούσας οδηγίας γίνεται με την επιφύλαξη τυχόν κοινοτικών ή εθνικών διατάξεων, εθίμων ή πρακτικών που προβλέπουν ευνοϊκότερες συνθήκες για τους ενδιαφερόμενους ναυτικούς.

4.   Η διάταξη του προτύπου A4.2 παράγραφος 5 β) δεν επηρεάζει την αρχή της ευθύνης του εργοδότη, όπως προβλέπεται από το άρθρο 5 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ.

Άρθρο 4

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις κυρώσεις που ισχύουν για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζουν κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.

Άρθρο 5

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία ή εξασφαλίζουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα μέσω συμφωνίας το αργότερο δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

2.   Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών.

3.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.

Άρθρο 6

Η εφαρμογή της αρχής της «ουσιαστικής ισοδυναμίας», η οποία αναφέρεται στο Προοίμιο της συμφωνίας, δεν θίγει τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τα κράτη μέλη από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 7

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης ναυτικής εργασίας του 2006.

Άρθρο 8

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 16 Φεβρουαρίου 2009.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

O. LIŠKA


(1)  ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 167 της 2.7.1999, σ. 33.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΣΥΜΦΩΝΙΑ

που συνήψαν η ECSA και η ETF σχετικά με τη σύμβαση για τη ναυτική εργασία του 2006

ΤΑ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑ ΜΕΡΗ:

Εκτιμώντας ότι η σύμβαση της ΔΟΕ για τη ναυτική εργασία του 2006 (εφεξής «η σύμβαση») απαιτεί από κάθε μέρος να μεριμνά ώστε οι διατάξεις των νόμων και κανονισμών του να σέβονται, στο πλαίσιο της σύμβασης, το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και την ουσιαστική αναγνώριση του δικαιώματος συλλογικών διαπραγματεύσεων των εργαζομένων, την κατάργηση όλων των μορφών αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, την ουσιαστική κατάργηση της παιδικής εργασίας και την κατάργηση των διακρίσεων σε θέματα απασχόλησης και άσκησης του επαγγέλματος·

Εκτιμώντας ότι η σύμβαση προβλέπει ότι κάθε ναυτικός δικαιούται ασφαλή χώρο εργασίας που συμμορφώνεται προς τα πρότυπα ασφαλείας, τους δίκαιους όρους απασχόλησης, τις αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και διαβίωσης και προς τα μέτρα προστασίας της υγείας, υγειονομικής περίθαλψης, πρόνοιας και άλλες μορφές κοινωνικής προστασίας·

Εκτιμώντας ότι η σύμβαση απαιτεί από τα μέλη να μεριμνούν, στα όρια της δικαιοδοσίας τους, για την πλήρη εφαρμογή των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων των ναυτικών, τα οποία αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο του παρόντος Προοιμίου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σύμβασης. Εκτός εάν προβλέπεται άλλως στη σύμβαση, η εφαρμογή αυτή μπορεί να επιτευχθεί μέσω των εθνικών νόμων και κανονισμών, των ισχυουσών συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή άλλων μέτρων ή στην πράξη·

Εκτιμώντας ότι τα υπογράφοντα μέρη επιθυμούν να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στο «Επεξηγηματικό σημείωμα των κανονισμών και του κώδικα της σύμβασης για τη ναυτική εργασία», το οποίο καθορίζει τη μορφή και τη δομή της σύμβασης·

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (εφεξής «η συνθήκη»), και ιδίως τα άρθρα 137, 138 και 139 αυτής·

Εκτιμώντας ότι το άρθρο 139 παράγραφος 2 της συνθήκης ορίζει ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορούν να εφαρμόζονται κατόπιν κοινού αιτήματος των υπογραφόντων μερών, με απόφαση του Συμβουλίου ύστερα από πρόταση της Επιτροπής·

Έχοντας υπόψη ότι τα υπογράφοντα μέρη διατυπώνουν αυτό το αίτημα με την παρούσα συμφωνία·

Έχοντας υπόψη ότι το κατάλληλο μέσο για την εφαρμογή της συμφωνίας είναι η οδηγίας, κατά την έννοια του άρθρου 249 της συνθήκης, η οποία δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς το προς επίτευξη αποτέλεσμα, αφήνοντας στις εθνικές αρχές την επιλογή της μορφής και των μεθόδων· ότι το άρθρο VI της σύμβασης επιτρέπει στα μέλη της ΔΟΕ να εφαρμόζουν μέτρα της επιλογής τους τα οποία είναι ουσιαστικά ισοδύναμα με τα πρότυπα της σύμβασης και αποσκοπούν τόσο στην πλήρη επίτευξη του γενικού στόχου και σκοπού της σύμβασης όσο και στην ενεργοποίηση των συγκεκριμένων διατάξεων της σύμβασης· ότι η εφαρμογή της συμφωνίας μέσω οδηγίας και η αρχή της «ουσιαστικής ισοδυναμίας» της σύμβασης στοχεύουν, κατά συνέπεια, στο να προσδώσουν στα κράτη μέλη την ικανότητα υλοποίησης των δικαιωμάτων και των αρχών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου VI της σύμβασης,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΣΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1.

Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας και εκτός εάν ορίζεται άλλως σε ιδιαίτερες διατάξεις, νοούνται ως:

α)

«αρμόδια αρχή», ο υπουργός, η κυβερνητική υπηρεσία ή κάθε άλλη αρχή ορισθείσα από τα κράτη μέλη η οποία έχει την εξουσία να εκδίδει και να επιβάλλει την εφαρμογή κανονισμών, εντολών ή άλλες οδηγιών με νομική ισχύ σε σχέση με το περιεχόμενο των συναφών διατάξεων·

β)

«ολική χωρητικότητα», η ολική χωρητικότητα που υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανονισμούς καταμέτρησης που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της διεθνούς σύμβασης για την καταμέτρηση της χωρητικότητας των πλοίων του 1969 ή βάσει οποιασδήποτε διάδοχης σύμβασης· για πλοία που καλύπτονται από το προσωρινό σύστημα μέτρησης χωρητικότητας που έχει θεσπίσει ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός, η ολική χωρητικότητα είναι αυτή που αναφέρεται στη στήλη ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ του διεθνούς πιστοποιητικού καταμέτρησης χωρητικότητας (1969)·

γ)

«ναυτικός», κάθε πρόσωπο το οποίο απασχολείται ή προσλαμβάνεται ή εργάζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε πλοίο για το οποίο ισχύει η παρούσα συμφωνία·

δ)

η «συμφωνία απασχόλησης του ναυτικού» περιλαμβάνει τη σύμβαση εργασίας και λοιπές συναινετικές διατάξεις·

ε)

ως «πλοίο» νοείται κάθε πλοίο, εκτός εκείνων που κυκλοφορούν αποκλειστικά σε εσωτερικά ύδατα ή σε ύδατα εντός ή πλησίον προστατευομένων υδάτων ή περιοχών όπου εφαρμόζονται λιμενικοί κανονισμοί·

στ)

ως «πλοιοκτήτης» νοείται ο ιδιοκτήτης του πλοίου ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ή πρόσωπο, όπως ο διαχειριστής, ο πράκτορας ή ο ναυλωτής κενού σκάφους στον οποίο έχει ανατεθεί η ευθύνη λειτουργίας του πλοίου από τον ιδιοκτήτη και ο οποίος αναλαμβάνοντας την εν λόγω ευθύνη, συμφώνησε να αναλάβει όλα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους πλοιοκτήτες δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, ανεξαρτήτως του εάν κάποιος άλλος οργανισμός ή πρόσωπο έχει αναλάβει ορισμένα από τα καθήκοντα ή τις ευθύνες εξ ονόματος του πλοιοκτήτη.

2.

Εκτός εάν ορίζεται ρητώς άλλως, η παρούσα συμφωνία ισχύει για όλους τους ναυτικούς.

3.

Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το εάν κάποιες κατηγορίες προσώπων πρέπει να θεωρούνται ως ναυτικοί για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, το ζήτημα διευθετείται από την αρμόδια αρχή του εκάστοτε κράτους μέλους κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνεται επίσης δεόντως υπόψη το ψήφισμα της 94ης (ναυτιλιακής) συνόδου της Γενικής διάσκεψης της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας σχετικά με την πληροφόρηση για τις κατηγορίες εργαζομένων.

4.

Εκτός εάν ορίζεται ρητώς άλλως, η παρούσα συμφωνία ισχύει για όλα τα πλοία, είτε ανήκουν στο δημόσιο είτε σε ιδιώτες, τα οποία αναπτύσσουν κανονικά δραστηριότητες εμπορικής ναυτιλίας, εκτός από τα πλοία που αναπτύσσουν αλιευτικές ή συναφείς δραστηριότητες και τα παραδοσιακά κατασκευασμένα πλοία, όπως παραδοσιακά καΐκια αραβικού τύπου και κινεζικά πολεμικά ιστιοφόρα (τζόγκες). Η παρούσα συμφωνία δεν ισχύει για πολεμικά πλοία ή για τα βοηθητικά πλοία του πολεμικού ναυτικού.

5.

Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το εάν η παρούσα συμφωνία ισχύει για κάποιο πλοίο ή για κάποια ιδιαίτερη κατηγορία πλοίων, το ζήτημα διευθετείται από την αρμόδια αρχή του εκάστοτε κράτους μέλους κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών.

ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ

ΤΙΤΛΟΣ 1

ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Κανόνας 1.1 — Κατώτατο όριο ηλικίας

1.

Απαγορεύεται η απασχόληση ή η πρόσληψη ή η εργασία σε πλοία ατόμων που δεν έχουν συμπληρώσει το κατώτατο όριο ηλικίας.

2.

Για τις περιστάσεις που ορίζει η παρούσα συμφωνία, απαιτείται υψηλότερο κατώτατο όριο ηλικίας.

Πρότυπο Α1.1 — Κατώτατο όριο ηλικίας

Το κατώτατο όριο ηλικίας ρυθμίζεται από την οδηγία 1999/63/ΕΚ του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1999 (αναμένεται να τροποποιηθεί) σχετικά με την ευρωπαϊκή συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών (αναμένεται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το παράρτημα Α της παρούσας συμφωνίας).

Κανόνας 1.2 — Ιατρικό πιστοποιητικό

Τα ιατρικά πιστοποιητικά διέπονται από την οδηγία 1999/63/ΕΚ του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1999 (αναμένεται να τροποποιηθεί) σχετικά με την ευρωπαϊκή συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών (αναμένεται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το παράρτημα Α της παρούσας συμφωνίας).

Κανόνας 1.3 — Εκπαίδευση και προσόντα

1.

Δεν είναι δυνατή η εργασία σε πλοία ναυτικών οι οποίοι δεν έχουν λάβει την προσήκουσα εκπαίδευση ή πιστοποίηση καταλληλότητας ή δεν διαθέτουν άλλως πως τα προσόντα που απαιτούνται για την επιτέλεση των καθηκόντων τους.

2.

Δεν επιτρέπεται η εργασία σε πλοία ναυτικών οι οποίοι δεν έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς την εκπαίδευση προσωπικής ασφάλειας επί του πλοίου.

3.

Η εκπαίδευση και πιστοποίηση σύμφωνα με τα υποχρεωτικά μέσα που έχει θεσπίσει ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός θεωρούνται ότι πληρούν τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος κανόνα.

ΤΙΤΛΟΣ 2

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Κανόνας 2.1 — Συμφωνίες απασχόλησης των ναυτικών

1.

Οι όροι και οι προϋποθέσεις απασχόλησης ναυτικού πρέπει να καθορίζονται ή να αναφέρονται σε σαφή, γραπτή και νομικώς εκτελεστή συμφωνία και να είναι σύμφωνοι με τα πρότυπα που θεσπίζει η παρούσα συμφωνία.

2.

Οι ναυτικοί συναινούν με τις συμφωνίες απασχόλησής τους υπό συνθήκες που τους διασφαλίζουν, προτού υπογράψουν, τη δυνατότητα να εξετάσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιέχονται στις συμφωνίες απασχόλησης, να ζητήσουν συναφείς συμβουλές και να τις αποδεχθούν ελεύθερα.

3.

Στο βαθμό που συνάδει με τα εθνικά δίκαια και πρακτικές των κρατών μελών, οι συμφωνίες απασχόλησης των ναυτικών θεωρούνται ότι ενσωματώνουν τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Πρότυπο A2.1 — Συμφωνίες απασχόλησης των ναυτικών

1.

Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει νόμους ή κανονισμούς οι οποίοι απαιτούν από τα πλοία που φέρουν τη σημαία του να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

οι ναυτικοί που εργάζονται σε πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία κράτους μέλους πρέπει να έχουν συνάψει συμφωνία απασχόλησης υπογεγραμμένη τόσο από τον ναυτικό όσο και από τον πλοιοκτήτη ή τον εκπρόσωπό του (ή, σε περίπτωση που δεν είναι υπάλληλοι, αποδεικτικά στοιχεία συμβατικών ή συναφών ρυθμίσεων), η οποία τους παρέχει αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και διαβίωσης επί του πλοίου σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας συμφωνίας·

β)

στους υπογράφοντες συμφωνία απασχόλησης ναυτικούς πρέπει να παρέχεται, προτού την υπογράψουν, η δυνατότητα να εξετάσουν τη συμφωνία και να ζητήσουν συμβουλές, όπως και κάθε άλλη αναγκαία διευκόλυνση ώστε να διασφαλίζεται ότι υπογράφουν τη συμφωνία εκουσίως έχοντας κατανοήσει επαρκώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους·

γ)

τόσο ο πλοιοκτήτης όσο και ο ναυτικός πρέπει να έχουν έκαστος από ένα υπογεγραμμένο πρωτότυπο της συμφωνίας απασχόλησης του ναυτικού·

δ)

πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την απρόσκοπτη παροχή, επί του πλοίου, σαφούς πληροφόρησης προς τους ναυτικούς, συμπεριλαμβανομένου του πλοιάρχου, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησής τους καθώς και μέτρα για την πρόσβαση των υπευθύνων των αρμόδιων αρχών και, μεταξύ άλλων, των υπευθύνων των λιμένων από τους οποίους πρόκειται να διέλθει το πλοίο, στις εν λόγω πληροφορίες καθώς και σε αντίγραφα της συμφωνίας απασχόλησης των ναυτικών για σκοπούς ελέγχου και

ε)

πρέπει να χορηγείται στους ναυτικούς έγγραφο με λεπτομερή περιγραφή της απασχόλησής τους επί του πλοίου.

2.

Σε περίπτωση που η ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας αποτελεί εν όλω ή εν μέρει τμήμα της συμφωνίας απασχόλησης του ναυτικού, τότε πρέπει να υπάρχει στο πλοίο αντίγραφό της. Σε περίπτωση που η συμφωνία απασχόλησης του ναυτικού και η ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας δεν έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, τότε πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα στο πλοίο στα αγγλικά (εξαιρούνται τα πλοία που εκτελούν αποκλειστικά εγχώρια δρομολόγια) τα ακόλουθα έγγραφα:

α)

αντίγραφο του τυποποιημένου αντίτυπου της συμφωνίας και

β)

τα αποσπάσματα της συλλογικής σύμβασης εργασίας που υπόκεινται σε επιθεώρηση από τις εκάστοτε λιμενικές αρχές.

3.

Το έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) του παρόντος προτύπου δεν πρέπει να περιέχει καμία αναφορά στην ποιότητα της εργασίας των ναυτικών ή στις απολαβές τους. Η μορφή του εγγράφου, τα προς καταγραφή στοιχεία και ο τρόπος συμπλήρωσης των εν λόγω στοιχείων καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

4.

Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει τους νόμους και τους κανονισμούς που καθορίζουν τα ζητήματα που πρέπει να περιλαμβάνονται σε όλες τις συμφωνίες απασχόλησης των ναυτικών που διέπονται από το εθνικό τους δίκαιο. Οι συμφωνίες απασχόλησης των ναυτικών πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιέχουν τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

το πλήρες όνομα, την ημερομηνία γέννησης ή την ηλικία, και τον τόπο γέννησης του ναυτικού·

β)

το όνομα και τη διεύθυνση του πλοιοκτήτη·

γ)

τον τόπο και την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας απασχόλησης του ναυτικού·

δ)

την ιδιότητα με την οποία απασχολείται ο ναυτικός·

ε)

το ύψος των αποδοχών του ναυτικού ή, εφόσον υπάρχει, τον τύπο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό τους·

στ)

το ύψος της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών ή, εφόσον υπάρχει, τον τύπο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της·

ζ)

τη λήξη της σύμβασης και τους συναφείς όρους, και, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

i)

εάν η συμφωνία είναι αορίστου χρόνου, τις προϋποθέσεις καταγγελίας της συμφωνίας εκ μέρους εκατέρου των μερών, καθώς και την προβλεπόμενη προθεσμία ειδοποίησης, η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη για τον πλοιοκτήτη απ’ ό,τι για το ναυτικό,

ii)

εάν η συμφωνία είναι ορισμένου χρόνου, την προβλεπόμενη ημερομηνία λήξης της και

iii)

εάν η συμφωνία αφορά ένα μόνο ταξίδι, τον λιμένα προορισμού και τον χρόνο που απαιτείται για τη λήξη της μετά την άφιξη και πριν από την απαλλαγή του ναυτικού από τα καθήκοντά του·

η)

τις παροχές υγείας και κοινωνικής ασφάλισης που πρέπει να εξασφαλίζει στο ναυτικό ο πλοιοκτήτης·

θ)

το δικαίωμα επαναπατρισμού του ναυτικού·

ι)

αναφορά στη συλλογική σύμβαση εργασίας, εφόσον υπάρχει, και

ια)

οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ενδεχομένως απαιτεί το εθνικό δίκαιο.

5.

Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει τους νόμους ή τους κανονισμούς που καθορίζουν τις ελάχιστες περιόδους ειδοποίησης τις οποίες πρέπει να τηρούν οι ναυτικοί και οι πλοιοκτήτες σε περίπτωση πρόωρης λύσης των συμφωνιών απασχόλησης των ναυτικών. Η διάρκεια των εν λόγω ελάχιστων περιόδων καθορίζεται κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των επτά ημερών.

6.

Περίοδος ειδοποίησης μικρότερη από την ελάχιστη είναι δυνατό να ορίζεται σε περιπτώσεις οι οποίες δικαιολογούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τους εθνικούς κανονισμούς ή τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, λύση της συμφωνίας απασχόλησης με συντομότερη προθεσμία ειδοποίησης ή άνευ ειδοποίησης. Στο πλαίσιο του καθορισμού των εν λόγω περιπτώσεων, τα κράτη μέλη φροντίζουν να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη του ναυτικού να καταγγείλει, χωρίς κυρώσεις, τη συμφωνία απασχόλησης με συντομότερη προθεσμία ειδοποίησης ή άνευ ειδοποίησης για σοβαρούς οικογενειακούς ή άλλους επείγοντες λόγους.

Κανόνας 2.3 — Ώρες εργασίας και ώρες ανάπαυσης

Οι ώρες εργασίας και ανάπαυσης των ναυτικών ρυθμίζονται από την οδηγία 1999/63/ΕΚ του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1999 (αναμένεται να τροποποιηθεί) σχετικά με την ευρωπαϊκή συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών (αναμένεται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το παράρτημα Α της παρούσας συμφωνίας).

Κανόνας 2.4 — Δικαίωμα αδείας

1.

Κάθε κράτος μέλος απαιτεί τη χορήγηση στους ναυτικούς που απασχολούνται σε πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία του ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών υπό προσήκουσες συνθήκες δυνάμει της παρούσας συμφωνίας και της οδηγίας 1999/63/ΕΚ του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1999 (αναμένεται να τροποποιηθεί) σχετικά με την ευρωπαϊκή συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών (αναμένεται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το παράρτημα Α της παρούσας συμφωνίας).

2.

Οι ναυτικοί δικαιούνται άδεια εξόδου στην ξηρά για λόγους υγείας και ευεξίας και ανάλογα με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις των θέσεών τους.

Κανόνας 2.5 — Επαναπατρισμός

1.

Οι ναυτικοί δικαιούνται δωρεάν επαναπατρισμό.

2.

Κάθε κράτος μέλος απαιτεί από τα πλοία που φέρουν τη σημαία του να παρέχουν οικονομική ασφάλεια για τη δέουσα ολοκλήρωση του επαναπατρισμού των ναυτικών.

Πρότυπο A2.5 — Επαναπατρισμός

1.

Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει την άσκηση του δικαιώματος επαναπατρισμού των ναυτικών που εργάζονται σε πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία του στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εάν η συμφωνία απασχόλησης του ναυτικού λήξει ενώ το πλοίο βρίσκεται στο εξωτερικό·

β)

σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας απασχόλησης του ναυτικού:

i)

από τον πλοιοκτήτη, ή

ii)

από το ναυτικό για αιτιολογημένους λόγους· και επίσης

γ)

σε περίπτωση που ο ναυτικός δεν είναι πλέον σε θέση να επιτελέσει τα καθήκοντά του, όπως αυτά απορρέουν από τη συμφωνία απασχόλησής του ή δεν είναι εφικτό να τα επιτελέσει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες.

2.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για τη συμπερίληψη στους νόμους και στους κανονισμούς του ή σε λοιπά μέτρα ή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατάλληλων διατάξεων, οι οποίες ορίζουν:

α)

τις περιπτώσεις στις οποίες δικαιούνται επαναπατρισμό οι ναυτικοί σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία β) και γ) του παρόντος προτύπου·

β)

τη μέγιστη διάρκεια των περιόδων υπηρεσίας επί του πλοίου μετά την οποία ο ναυτικός δικαιούται επαναπατρισμό· οι περίοδοι αυτές πρέπει να είναι μικρότερες των 12 μηνών, και

γ)

τις ακριβείς παροχές που χορηγούν οι πλοιοκτήτες για τον επαναπατρισμό, συμ περιλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τους προορισμούς του επαναπατρισμού, τον τρόπο μεταφοράς, τις προς κάλυψη δαπάνες και με άλλες ρυθμίσεις οι οποίες γίνονται από τους πλοιοκτήτες.

3.

Κάθε κράτος μέλος απαγορεύει στους πλοιοκτήτες να ζητούν από τους ναυτικούς να προκαταβάλλουν το κόστος επαναπατρισμού κατά την πρόσληψή τους, ή να παρακρατούν το κόστος επαναπατρισμού από τις αποδοχές των ναυτικών ή από άλλες χορηγούμενες προς αυτούς παροχές, εκτός από την περίπτωση στην οποία αποδεικνύεται, σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους ή κανονισμούς ή με λοιπά μέτρα ή με τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ότι ο ναυτικός έχει προβεί σε σοβαρή αθέτηση των εργασιακών του υποχρεώσεων.

4.

Οι εθνικοί νόμοι και οι εθνικοί κανονισμοί δεν θίγουν το δικαίωμα του πλοιοκτήτη να επιδιώκει την ανάκτηση του κόστους επαναπατρισμού στο πλαίσιο συμβάσεων με τρίτους.

5.

Εάν πλοιοκτήτης αδυνατεί να προβεί σε ρυθμίσεις για τον επαναπατρισμό των ναυτικών που δικαιούνται επαναπατρισμού ή αδυνατεί να καλύψει το κόστος του επαναπατρισμού:

α)

για τον επαναπατρισμό των ενδιαφερόμενων ναυτικών μεριμνά η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του οποίου τη σημαία φέρει το πλοίο· σε περίπτωση αδυναμίας της εν λόγω αρμόδιας αρχής να προβεί στις σχετικές ρυθμίσεις, για τον επαναπατρισμό των ναυτικών δύναται να μεριμνήσει το κράτος από το οποίο πρόκειται να επαναπατριστούν οι ναυτικοί ή το κράτος του οποίου είναι υπήκοοι και στη συνέχεια να ζητήσει την επιστροφή του κόστους επαναπατρισμού από το κράτος μέλος του οποίου τη σημαία φέρει το πλοίο·

β)

το κράτος μέλος του οποίου τη σημαία φέρει το πλοίο ζητεί την επιστροφή του κόστους επαναπατρισμού των ναυτικών από τον πλοιοκτήτη·

γ)

οι ναυτικοί δεν επιβαρύνονται σε καμία περίπτωση με τα έξοδα επαναπατρισμού, εκτός από την περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος προτύπου.

6.

Λαμβανομένων υπόψη τα ισχυόντων διεθνών νομικών μέσων, και, μεταξύ άλλων, της διεθνούς σύμβασης περί συντηρητικής κατάσχεσης πλοίων του 1999, το κράτος μέλος που καταβάλλει το κόστος επαναπατρισμού δύναται να προβεί σε κράτηση, ή να ζητήσει την κράτηση, των πλοίων του συγκεκριμένου πλοιοκτήτη μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η επιστροφή σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος προτύπου.

7.

Κάθε κράτος μέλος διευκολύνει τον επαναπατρισμό των ναυτικών που απασχολούνται σε πλοία τα οποία καταπλέουν στους λιμένες του ή διέρχονται από τα χωρικά ή εσωτερικά τους ύδατα, καθώς και για την αντικατάστασή τους επί του πλοίου.

8.

Συγκεκριμένα, κράτος μέλος δεν αρνείται σε καμία περίπτωση το δικαίωμα επαναπατρισμού σε ναυτικό λόγω της οικονομικής κατάστασης του εφοπλιστή ή λόγω της αδυναμίας ή της απροθυμίας του πλοιοκτήτη να αντικαταστήσει το ναυτικό.

9.

Κάθε κράτος μέλος απαιτεί από τα πλοία που φέρουν τη σημαία του να υπάρχει και να τίθεται στη διάθεση των ναυτικών αντίγραφο των ισχυουσών εθνικών διατάξεων σχετικά με τον επαναπατρισμό γραμμένο σε κατάλληλη γλώσσα.

Κανόνας 2.6 — Αποζημίωση ναυτικών σε περίπτωση απώλειας ή βύθισης του πλοίου

Οι ναυτικοί δικαιούνται προσήκουσα αποζημίωση σε περίπτωση τραυματισμού, ζημίας ή ανεργίας λόγω ατυχήματος ή βύθισης του πλοίου.

Πρότυπο A2.6 — Αποζημίωση ναυτικών σε περίπτωση απώλειας ή βύθισης του πλοίου

1.

Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει κανόνες που προβλέπουν, σε κάθε περίπτωση απώλειας ή βύθισης πλοίου, την καταβολή αποζημίωσης εκ μέρους του πλοιοκτήτη σε όλους ανεξαιρέτως τους ναυτικούς που εργάζονται στο πλοίο για λόγους ανεργίας συνεπεία της απώλειας ή της βύθισης.

2.

Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του παρόντος προτύπου κανόνες δεν θίγουν τυχόν άλλα δικαιώματα που τυχόν προβλέπει το εθνικό δίκαιο του σχετικού κράτους μέλους για τους ναυτικούς σε περίπτωση ζημίας ή τραυματισμού λόγω ατυχήματος ή βύθισης του πλοίου.

Κανόνας 2.7 — Επίπεδα επάνδρωσης

Διατάξεις σχετικά με την επαρκή, ασφαλή και αποτελεσματική επάνδρωση των πλοίων περιέχονται στην οδηγία 1999/63/ΕΚ του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1999 (αναμένεται να τροποποιηθεί) σχετικά με την ευρωπαϊκή συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών (αναμένεται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το παράρτημα Α της παρούσας συμφωνίας).

Κανόνας 2.8 — Προοπτικές σταδιοδρομίας, ανάπτυξη δεξιοτήτων και ευκαιρίες απασχόλησης για τους ναυτικούς

Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει εθνικές πολιτικές που προάγουν την απασχόληση στη ναυτιλία, ενθαρρύνουν την ανάπτυξη της σταδιοδρομίας και των δεξιοτήτων των ναυτικών που διαμένουν στο έδαφός του και τους προσφέρουν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης.

Πρότυπο A2.8 — Προοπτικές σταδιοδρομίας, ανάπτυξη δεξιοτήτων και περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης για τους ναυτικούς

1.

Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει εθνικές πολιτικές που ενθαρρύνουν την ανάπτυξη της σταδιοδρομίας και των δεξιοτήτων των ναυτικών, και τους προσφέρουν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης, προκειμένου να τροφοδοτείται σταθερά η ναυτιλία με ικανό εργατικό δυναμικό.

2.

Οι πολιτικές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος προτύπου αποσκοπούν στην ενίσχυση των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων των ναυτικών και στην παροχή περισσότερων ευκαιριών απασχόλησης.

3.

Κάθε κράτος μέλος, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, θέτει σαφείς στόχους για τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την εκπαίδευση και την κατάρτιση των ναυτικών των οποίων τα καθήκοντα επί του πλοίου σχετίζονται κατά κύριο λόγο με την ασφαλή λειτουργία και πλοήγηση του πλοίου, καθώς και, μεταξύ άλλων, για τη συνεχή τους κατάρτιση.

ΤΙΤΛΟΣ 3

ΕΝΔΙΑΙΤΗΣΗ, ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ, ΣΙΤΙΣΗ ΚΑΙ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑ

Πρότυπο A3.1 — Ενδιαίτηση και δυνατότητες ψυχαγωγίας

1.

Τα πλοία που καταπλέουν τακτικά για εμπορικούς σκοπούς λιμένες στους οποίους αφθονούν τα κουνούπια πρέπει να είναι εφοδιασμένα με κατάλληλες συσκευές, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των αρμόδιων αρχών.

2.

Επί του πλοίου πρέπει να παρέχονται σε όλους τους ναυτικούς κατάλληλες δυνατότητες, παροχές και υπηρεσίες ψυχαγωγίας, ειδικά προσαρμοσμένες για να καλύπτουν τις ιδιαίτερες ανάγκες των ναυτικών που είναι αναγκασμένοι να ζουν και να εργάζονται στα πλοία, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων περί προστασίας της υγείας και της ασφάλειας και περί πρόληψης ατυχημάτων.

3.

Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν για την πραγματοποίηση συχνών επιθεωρήσεων στα πλοία, από τον πλοίαρχο ή υπό την ευθύνη του πλοιάρχου, προκειμένου να ελέγχεται η καθαριότητα, η καταλληλότητα, και η καλή κατάσταση και συντήρηση των ενδιαιτημάτων των ναυτικών. Τα αποτελέσματα όλων ανεξαιρέτως των επιθεωρήσεων καταγράφονται και φυλάσσονται για επανέλεγχο.

4.

Στην περίπτωση πλοίων όπου επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη, χωρίς διακρίσεις, οι διαφορετικές και ξεχωριστές θρησκευτικές και κοινωνικές πρακτικές των ναυτικών, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, να επιτρέπουν εύλογες παρεκκλίσεις από το παρόν πρότυπο, υπό τον όρο ότι οι παρεκκλίσεις αυτές δεν θα έχουν ως αποτέλεσμα την παροχή συνολικά λιγότερο ευνοϊκών δυνατοτήτων από εκείνες που θα προέκυπταν από την εφαρμογή του παρόντος προτύπου.

Κανόνας 3.2 — Σίτιση και τροφοδοσία

1.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πλοία που φέρουν τη σημαία τους να μεταφέρουν και να σερβίρουν σε επαρκείς ποσότητες τρόφιμα και πόσιμο νερό προσήκουσας ποιότητας και θρεπτικής αξίας, ώστε να καλύπτονται πλήρως οι απαιτήσεις του πλοίου λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών πολιτιστικών και θρησκευτικών πρακτικών.

2.

Οι ναυτικοί δικαιούνται δωρεάν σίτιση επί του πλοίου καθ’ όλο το διάστημα της απασχόλησής τους.

3.

Οι ναυτικοί που απασχολούνται ως μάγειρες στα πλοία και είναι υπεύθυνοι για την παρασκευή των τροφίμων πρέπει να εκπαιδεύονται και να καταρτίζονται για τη θέση τους επί του πλοίου.

Πρότυπο A3.2 — Σίτιση και τροφοδοσία

1.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν νόμους και κανονισμούς ή λοιπά μέτρα για τον καθορισμό ελάχιστων προδιαγραφών όσον αφορά την ποσότητα και την ποιότητα των τροφίμων και του πόσιμου ύδατος, καθώς και για τον καθορισμό ελάχιστων προδιαγραφών τροφοδοσίας όσον αφορά τα γεύματα που παρέχονται στους ναυτικούς εντός των πλοίων που φέρουν τη σημαία τους, και υλοποιούν εκπαιδευτικές δραστηριότητες για την προαγωγή της ευαισθητοποίησης και της εφαρμογής των προδιαγραφών που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.

2.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε τα πλοία που φέρουν τη σημαία του να πληρούν τις ακόλουθες ελάχιστες προδιαγραφές:

α)

οι προμήθειες σε τρόφιμα και πόσιμο νερό, αναλόγως του αριθμού των ναυτικών στο πλοίο, των συναφών με το φαγητό θρησκευτικών τους απαιτήσεων και πολιτιστικών πρακτικών, και τη διάρκεια και φύση του ταξιδιού, πρέπει να είναι οι προσήκουσες ως προς την ποσότητα, τη θρεπτική αξία, την ποιότητα και την ποικιλία·

β)

η οργάνωση και ο εξοπλισμός του τμήματος τροφοδοσίας πρέπει να εξασφαλίζουν την παροχή στους ναυτικούς επαρκών, ποικίλων και θρεπτικών γευμάτων, τα οποία ετοιμάζονται και σερβίρονται υπό καλές συνθήκες υγιεινής και

γ)

το προσωπικό του τμήματος τροφοδοσίας πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένο ή ενημερωμένο για τις θέσεις που κατέχει.

3.

Οι πλοιοκτήτες μεριμνούν ώστε οι ναυτικοί που προσλαμβάνονται ως μάγειρες στα πλοία να είναι εκπαιδευμένοι και καταρτισμένοι και διαπιστωμένης ικανότητας όσον αφορά τη θέση τους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που περιέχονται στους νόμους και στους κανονισμούς του αντίστοιχου κράτους μέλους.

4.

Οι απαιτήσεις της παραγράφου 3 του παρόντος προτύπου περιλαμβάνουν την ολοκλήρωση εγκεκριμένου ή αναγνωρισμένου από τις αρμόδιες αρχές κύκλου κατάρτισης, ο οποίος καλύπτει θέματα όπως πρακτικές γνώσεις μαγειρικής, υγιεινή τροφίμων και προσωπική υγιεινή, αποθήκευση τροφίμων, έλεγχος αποθεμάτων, προστασία του περιβάλλοντος και υγιεινή και ασφάλεια της τροφοδοσίας.

5.

Στα πλοία με προβλεπόμενο πλήρωμα μικρότερο των δέκα ατόμων στα οποία, λόγω του μεγέθους του πληρώματος ή των εμπορικών τους δραστηριοτήτων, ενδέχεται να μην απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές η απασχόληση πλήρως καταρτισμένου μάγειρα, όσοι ασχολούνται με την επεξεργασία των τροφίμων στην κουζίνα του πλοίου πρέπει να είναι εκπαιδευμένοι ή καλά ενημερωμένοι σε θέματα όπως, μεταξύ άλλων, η υγιεινή τροφίμων και η προσωπική υγιεινή, καθώς και η διαχείριση και η αποθήκευση τροφίμων επί του πλοίου.

6.

Σε περιστάσεις εξαιρετικής ανάγκης, η αρμόδια αρχή δύναται να εκδίδει απαλλαγή με την οποία να επιτρέπεται η απασχόληση μερικώς καταρτισμένου μάγειρα σε συγκεκριμένο πλοίο για καθορισμένο μικρό χρονικό διάστημα, μέχρι τον επόμενο κατάλληλο λιμένα προσέγγισης ή για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα, υπό τον όρο ότι το άτομο το οποίο αφορά η απαλλαγή είναι εκπαιδευμένο ή καλά ενημερωμένο σε θέματα όπως, μεταξύ άλλων, η υγιεινή τροφίμων και η προσωπική υγιεινή, καθώς και η διαχείριση και η αποθήκευση τροφίμων επί του πλοίου.

7.

Η αρμόδια αρχή μεριμνά για την πραγματοποίηση, από τον πλοίαρχο ή υπό την ευθύνη αυτού, συχνών τεκμηριωμένων επιθεωρήσεων στα πλοία όσον αφορά:

α)

τις προμήθειες τροφίμων και πόσιμου ύδατος·

β)

όλους τους χώρους και τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση και τη διαχείριση των τροφίμων και του πόσιμου ύδατος και

γ)

την κουζίνα του πλοίου και τον λοιπό εξοπλισμό για την προετοιμασία και το σερβίρισμα των γευμάτων.

8.

Απαγορεύεται η απασχόληση ή η πρόσληψη ή η εργασία με την ιδιότητα του μάγειρα ναυτικού ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών.

ΤΙΤΛΟΣ 4

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ, ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Κανόνας 4.1 — Ιατρική περίθαλψη επί του πλοίου και στη ξηρά

1.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε όλοι οι ναυτικοί στα πλοία που φέρουν τη σημαία του να καλύπτονται από κατάλληλα μέτρα για την προστασία της υγείας τους και να έχουν πρόσβαση σε άμεση και προσήκουσα ιατρική περίθαλψη κατά τη διάρκεια της εργασίας τους στο πλοίο.

2.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για την απρόσκοπτη πρόσβαση σε ιατρικές εγκαταστάσεις στην ξηρά των ναυτικών που εργάζονται σε πλοία που βρίσκονται στα χωρικά του ύδατα και οι οποίοι χρήζουν άμεσης ιατρικής περίθαλψης.

3.

Οι απαιτήσεις περί προστασίας της υγείας και ιατρικής περίθαλψης επί του πλοίου περιλαμβάνουν πρότυπα για τη λήψη μέτρων που εξασφαλίζουν την παροχή στους ναυτικούς υπηρεσιών προστασίας της υγείας και ιατρικής περίθαλψης αντίστοιχου, κατά το δυνατόν, επιπέδου με τις γενικώς παρεχόμενες στη ξηρά συναφείς υπηρεσίες.

Πρότυπο A4.1 — Ιατρική περίθαλψη επί του πλοίου και στη ξηρά

1.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για τη θέσπιση μέτρων που προβλέπουν την προστασία της υγείας και την ιατρική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της βασικής οδοντιατρικής περίθαλψης, των ναυτικών που εργάζονται σε πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία του. Τα μέτρα αυτά:

α)

διασφαλίζουν για τους ναυτικούς την εφαρμογή όλων των γενικών διατάξεων για τη συναφή με τα καθήκοντά τους προστασία της επαγγελματικής τους υγείας και την ιατρική τους περίθαλψη στον χώρο εργασίας, καθώς και των ειδικών διατάξεων που αφορούν συγκεκριμένα την εργασία σε πλοία·

β)

διασφαλίζουν την παροχή στους ναυτικούς υπηρεσιών προστασίας της υγείας και ιατρικής περίθαλψης αντίστοιχου, κατά το δυνατόν, επιπέδου με τις γενικώς παρεχόμενες στην ξηρά συναφείς υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της άμεσης πρόσβασης στα απαραίτητα φάρμακα και στις απαραίτητες ιατρικές συσκευές και εγκαταστάσεις διάγνωσης και θεραπείας, καθώς και σε ιατρικές πληροφορίες και εξειδικευμένες γνώσεις·

γ)

παρέχουν στους ναυτικούς το δικαίωμα να επισκέπτονται αμελλητί εξειδικευμένο ιατρό ή οδοντίατρο στους λιμένες προσέγγισης, όπου αυτό είναι εφικτό·

δ)

δεν περιορίζονται στη θεραπεία ασθενών ή τραυματιών ναυτικών αλλά περιλαμβάνουν και μέτρα προληπτικού χαρακτήρα, όπως προγράμματα για την προαγωγή της υγείας και την εκπαίδευση σε θέματα υγείας.

2.

Η αρμόδια αρχή μεριμνά για τη θέσπιση τυποποιημένου εντύπου καταγραφής ιατρικών περιστατικών, το οποίο χρησιμοποιείται από τους πλοιάρχους των πλοίων και από το αρμόδιο ιατρικό προσωπικό εντός και εκτός των πλοίων. Το συμπληρωμένο αυτό έντυπο καθώς και τα περιεχόμενά του είναι εμπιστευτικά και χρησιμοποιούνται μόνο για τη διευκόλυνση της θεραπείας των ναυτικών.

3.

Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει νόμους και κανονισμούς που προβλέπουν απαιτήσεις περί νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης καθώς και περί συναφούς εξοπλισμού και κατάρτισης εντός των πλοίων που φέρουν τη σημαία του.

4.

Οι εθνικοί νόμοι και κανονισμοί προβλέπουν τις ελάχιστες ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

όλα τα πλοία διαθέτουν κουτί φαρμακείου, ιατρικό εξοπλισμό και ιατρικό οδηγό με καθορισμένο περιεχόμενο το οποίο υπόκειται σε τακτικό έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές· οι εθνικές απαιτήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον τύπο του πλοίου, τον αριθμό των ατόμων σε αυτό και τη φύση, τον προορισμό και τη διάρκεια των ταξιδιών καθώς και τα συναφή εθνικά και διεθνή συνιστώμενα ιατρικά πρότυπα·

β)

στα πλοία που μεταφέρουν 100 τουλάχιστον άτομα και πραγματοποιούν συνήθως διεθνή ταξίδια διάρκειας άνω των 72 ωρών πρέπει να υπάρχει ειδικευμένος ιατρός ο οποίος είναι υπεύθυνος για την παροχή ιατρικής περίθαλψης· οι εθνικοί νόμοι ή κανονισμοί ορίζουν τις λοιπές κατηγορίες πλοίων που πρέπει να διαθέτουν ιατρό, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, παράγοντες όπως τη διάρκεια, τη φύση και τις συνθήκες του ταξιδιού, καθώς και τον αριθμό των ναυτικών επί του πλοίου·

γ)

πλοία που δεν διαθέτουν ιατρό διαθέτουν είτε έναν τουλάχιστον ναυτικό υπεύθυνο, μεταξύ των άλλων τακτικών του καθηκόντων, για την παροχή ιατρικής περίθαλψης και τη χορήγηση φαρμάκων, είτε έναν τουλάχιστον ναυτικό αρμόδιο για την παροχή πρώτων βοηθειών· τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την παροχή ιατρικής περίθαλψης επί του πλοίου αλλά δεν είναι ιατροί πρέπει να έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς κάποιον κύκλο εκπαίδευσης στην παροχή ιατρικής περίθαλψης ο οποίος να πληροί τις απαιτήσεις της διεθνούς σύμβασης του 1978 σχετικά με πρότυπα εκπαίδευσης, έκδοσης πιστοποιητικών και τήρησης φυλακών των ναυτικών, όπως τροποποιήθηκε (σύμβαση STCW)· οι ναυτικοί που είναι αρμόδιοι για την παροχή των πρώτων βοηθειών πρέπει να έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς κάποιον κύκλο εκπαίδευσης στην παροχή πρώτων βοηθειών ο οποίος να πληροί τις απαιτήσεις της σύμβασης STCW· οι εθνικοί νόμοι ή κανονισμοί πρέπει να καθορίζουν το επίπεδο της απαιτούμενης εγκεκριμένης εκπαίδευσης λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, παράγοντες όπως τη διάρκεια, τη φύση και τις συνθήκες του ταξιδιού, καθώς και τον αριθμό των ναυτικών επί του πλοίου και

δ)

η αρμόδια αρχή μεριμνά, μέσω προκαθορισμένου συστήματος, για την 24ωρη ασύρματη ή δορυφορική παροχή ιατρικών συμβουλών σε πλοία εν πλω, συμπεριλαμβανομένης της παροχής εξειδικευμένων συμβουλών· οι ιατρικές συμβουλές, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω διαβίβασης ιατρικών μηνυμάτων μέσω ασύρματης ή δορυφορικής σύνδεσης μεταξύ ενός πλοίου και των ατόμων που δίδουν τις συμβουλές από την ξηρά, πρέπει να παρέχονται δωρεάν σε όλα τα πλοία ανεξαρτήτως της σημαίας την οποία φέρουν.

Κανόνας 4.2 — Ευθύνες πλοιοκτητών

1.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για την εφαρμογή στα πλοία που φέρουν τη σημαία του μέτρων που παρέχουν στους εργαζόμενους σε αυτά ναυτικούς δικαίωμα σε υλική συνδρομή και στήριξη εκ μέρους του πλοιοκτήτη για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών ενδεχόμενης ασθένειας, τραυματισμού ή θανάτου που λαμβάνει χώρα ενόσω εργάζονται στο πλαίσιο της συμφωνίας απασχόλησής τους ή που προκύπτει από την απασχόλησή τους στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής.

2.

Ο κανόνας αυτός δεν επηρεάζει τυχόν άλλα ένδικα μέσα στα οποία ενδέχεται να προσφύγει ο ναυτικός.

Πρότυπο A4.2 — Ευθύνες Πλοιοκτητών

1.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για την ψήφιση νόμων και κανονισμών οι οποίοι καθιστούν τους πλοιοκτήτες των πλοίων που φέρουν τη σημαία τους υπεύθυνους για την προστασία της υγείας και την ιατρική περίθαλψη όλων των ναυτικών που εργάζονται επί των εν λόγω πλοίων σύμφωνα με τις ακόλουθες ελάχιστες προδιαγραφές:

α)

οι πλοιοκτήτες βαρύνονται με το κόστος της εργασίας των ναυτικών στα πλοία τους σε περίπτωση ασθένειας και τραυματισμού των ναυτικών που λαμβάνει χώρα κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έχει δεόντως ολοκληρωθεί ο επαναπατρισμός τους, ή που προκύπτει από την απασχόλησή τους κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών·

β)

οι πλοιοκτήτες παρέχουν χρηματική εγγύηση για την αποζημίωση σε περίπτωση θανάτου ή μακροχρόνιας ανικανότητας των ναυτικών λόγω τραυματισμού, ασθένειας ή κινδύνου στον χώρο εργασίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εθνικό δίκαιο, στη συμφωνία απασχόλησης του ναυτικού ή στη συλλογική σύμβαση εργασίας·

γ)

οι πλοιοκτήτες βαρύνονται με την καταβολή των δαπανών ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής θεραπείας και της παροχής των αναγκαίων φαρμάκων και θεραπευτικών συσκευών, καθώς και των δαπανών σίτισης και στέγασης εκτός έδρας μέχρι ότου αναρρώσει ο ασθενής ή ο τραυματίας ναυτικός, ή μέχρι ότου διαπιστωθεί η μόνιμη φύση της ασθένειας ή της ανικανότητάς του, και

δ)

οι πλοιοκτήτες ς βαρύνονται με την καταβολή των δαπανών ταφής σε περίπτωση θανάτου ο οποίος λαμβάνει χώρα επί του πλοίου ή στη ξηρά κατά τη διάρκεια της περιόδου απασχόλησης.

2.

Οι εθνικές νόμοι ή κανονισμοί μπορούν να περιορίζουν την ευθύνη του πλοιοκτήτη όσον αφορά την καταβολή των δαπανών ιατρικής περίθαλψης, σίτισης και στέγασης σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των 16 εβδομάδων από την ημέρα τραυματισμού ή εκδήλωσης της ασθένειας.

3.

Σε περίπτωση που η ασθένεια ή ο τραυματισμός καταλήξει σε ανικανότητα προς εργασία, ο πλοιοκτήτης πρέπει:

α)

να καταβάλει το σύνολο των μισθών για όσο διάστημα οι ασθενείς ή τραυματίες ναυτικοί παραμένουν στο πλοίο ή μέχρι τον επαναπατρισμό των ναυτικών σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία και

β)

να καταβάλει το σύνολο ή μέρος των μισθών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους εθνικούς νόμους ή κανονισμούς ή σύμφωνα με τα ορισθέντα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας από τη στιγμή της ολοκλήρωσης του επαναπατρισμού ή της προσγείωσης των ναυτικών μέχρι την ανάρρωσή τους ή, εάν αυτή επέλθει νωρίτερα, μέχρι τη στιγμή που δικαιούνται παροχές σε χρήμα δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους.

4.

Οι εθνικοί νόμοι ή κανονισμοί μπορούν να περιορίζουν την ευθύνη του πλοιοκτήτη όσον αφορά την καταβολή του συνόλου ή μέρους των μισθών σε ναυτικό, ο οποίος δεν βρίσκεται πλέον στο πλοίο, σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των 16 εβδομάδων από την ημέρα τραυματισμού ή εκδήλωσης της ασθένειας.

5.

Οι εθνικοί νόμοι ή κανονισμοί μπορούν να απαλλάσσουν τον πλοιοκτήτη από κάθε ευθύνη σε περίπτωση:

α)

τραυματισμού ο οποίος δεν συνέβη εν ώρα υπηρεσίας του ναυτικού στο πλοίο·

β)

τραυματισμού ή ασθένειας που οφείλεται σε εκούσια παράβαση καθήκοντος εκ μέρους του ασθενούς, τραυματία ή αποθανόντος ναυτικού και

γ)

ασθένειας ή αναπηρίας η οποία σκόπιμα αποσιωπήθηκε κατά τη στιγμή της πρόσληψης.

6.

Οι εθνικοί νόμοι ή κανονισμοί μπορούν να απαλλάσσουν τον πλοιοκτήτη από την ευθύνη καταβολής των δαπανών ιατρικής περίθαλψης, σίτισης και στέγασης, καθώς και των εξόδων ταφής στο βαθμό που την εν λόγω ευθύνη αναλαμβάνουν οι δημόσιες αρχές.

7.

Οι πλοιοκτήτες ή οι εκπρόσωποί τους λαμβάνουν μέτρα για την προστασία των προσωπικών αντικειμένων που αφήνουν στο πλοίο οι ασθενείς, τραυματίες ή αποθανόντες ναυτικοί, καθώς και για την επιστροφή τους σε αυτούς ή στους συγγενείς τους.

Κανόνας 4.3 — Προστασία της υγείας και της ασφάλειας και πρόληψη ατυχημάτων

1.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για την προστασία της υγείας των ναυτικών κατά την απασχόλησή τους σε πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία του, καθώς και για τη διαβίωση, την εργασία και την εκπαίδευσή τους σε ασφαλές και υγιεινό περιβάλλον.

2.

Κάθε κράτος μέλος συντάσσει και εκδίδει εθνικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία στα πλοία που φέρουν τη σημαία του, κατόπιν διαβούλευσης με οργανώσεις των εκπροσώπων πλοιοκτητών και ναυτικών και λαμβάνοντας υπόψη τους κώδικες, τις κατευθυντήριες γραμμές και τα πρότυπα που ισχύουν και συνιστώνται από τις διεθνείς οργανώσεις, τις εθνικές διοικητικές αρχές και τους ναυτιλιακούς οργανισμούς.

3.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για τη θέσπιση νόμων, κανονισμών και άλλων μέτρων που ρυθμίζουν τα θέματα τα οποία περιέχονται στην παρούσα συμφωνία λαμβάνοντας υπόψη τα συναφή διεθνή μέσα, και καθορίζουν προδιαγραφές για την προστασία της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας και για την πρόληψη ατυχημάτων στα πλοία που φέρουν τη σημαία του.

Πρότυπο A4.3 — Προστασία της υγείας και της ασφάλειας και πρόληψη ατυχημάτων

1.

Οι νόμοι, οι κανονισμοί και τα άλλα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του κανόνα 4.3, πρέπει να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα θέματα:

α)

την υιοθέτηση και την αποτελεσματική εφαρμογή και προώθηση πολιτικών και προγραμμάτων για την ασφάλεια και την υγεία κατά την εργασία στα πλοία που φέρουν τη σημαία των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης των κινδύνων καθώς και της εκπαίδευσης και ενημέρωσης των ναυτικών·

β)

την εφαρμογή επί των πλοίων προγραμμάτων για την πρόληψη εργατικών ατυχημάτων, τραυματισμών και ασθενειών και για τη διαρκή βελτίωση της προστασίας της επαγγελματικής ασφάλειας και της υγείας, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των ναυτικών αλλά και κάθε άλλου αρμόδιου για την εφαρμογή τους προσώπου, λαμβανομένων υπόψη των μέτρων πρόληψης, και, μεταξύ άλλων, του τεχνικού ελέγχου και του ελέγχου σχεδιασμού, της υποκατάστασης διεργασιών και διαδικασιών που αφορούν συλλογικά και ατομικά καθήκοντα, και της χρήση μέσων ατομικής προστασίας και

γ)

απαιτήσεις για την επιθεώρηση, αναφορά και αποκατάσταση μη ασφαλών συνθηκών εργασίας, καθώς και για τη διερεύνηση εργατικών ατυχημάτων επί του πλοίου και την υποβολή συναφών εκθέσεων.

2.

Οι διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος προτύπου πρέπει:

α)

να λαμβάνουν υπόψη τα συναφή διεθνή για την προστασία της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας, τόσο σε γενικό επίπεδο όσο και αναφορικά με συγκεκριμένους κινδύνους, και να εξετάζουν όλα τα ζητήματα που άπτονται της πρόληψης εργατικών ατυχημάτων, τραυματισμών και ασθενειών τα οποία ενδέχεται να έχουν σχέση με την εργασία των ναυτικών, και ιδίως εκείνα που αφορούν συγκεκριμένα τη ναυτιλία·

β)

να καθορίζουν τα καθήκοντα του πλοιάρχου ή του ορισθέντος από τον πλοίαρχο ατόμου, ή και των δύο, όσον αφορά την ανάληψη της ευθύνης για την υλοποίηση και τη συμμόρφωση προς την πολιτική και το πρόγραμμα του πλοίου για την επαγγελματική ασφάλεια και την υγεία και

γ)

να καθορίζουν τις αρμοδιότητες των ναυτικών του πλοίου που ορίζονται ή εκλέγονται ως εκπρόσωποι ασφαλείας προκειμένου να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής ασφαλείας του πλοίου· οι επιτροπές αυτές συστήνονται σε πλοία με πέντε τουλάχιστον ναυτικούς.

3.

Οι νόμοι, οι κανονισμοί και τα λοιπά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του κανόνα 4.3 πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά σε συνεργασία με τους εκπροσώπους των οργανώσεων πλοιοκτητών και ναυτικών και, εν ανάγκη, να αναθεωρούνται προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις της τεχνολογίας και της έρευνας και, κατά συνέπεια, να διευκολύνεται η διαρκής βελτίωση των πολιτικών και των προγραμμάτων για την επαγγελματική ασφάλεια και την υγεία, και να εξασφαλίζεται ασφαλές εργασιακό περιβάλλον στους ναυτικούς που εργάζονται σε πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία των κρατών μελών.

4.

Συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις των ισχυόντων διεθνών μέσων για τα αποδεκτά επίπεδα έκθεσης σε εργασιακούς κινδύνους επί των πλοίων και για την ανάπτυξη και υλοποίηση πολιτικών και προγραμμάτων για την επαγγελματική ασφάλεια και την υγεία θεωρείται ότι επιτυγχάνεται εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας συμφωνίας.

5.

Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν για:

α)

την προσήκουσα υποβολή εκθέσεων σχετικά με επαγγελματικά ατυχήματα, τραυματισμούς και ασθένειες·

β)

την καταγραφή, ανάλυση και δημοσίευση λεπτομερών στατιστικών στοιχείων για τα εν λόγω ατυχήματα και τις ασθένειες, και, ανάλογα με την περίπτωση, για την παρακολούθησή τους μέσω έρευνας των γενικών τάσεων αλλά και των ήδη εντοπισθέντων κινδύνων και

γ)

τη διερεύνηση των επαγγελματικών ατυχημάτων.

6.

Η υποβολή αναφορών και η διερεύνηση θεμάτων που άπτονται της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των προσωπικών δεδομένων των ναυτικών.

7.

Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται με οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών για τη λήψη μέτρων σχετικά με την ενημέρωση όλων των ναυτικών σε σχέση με συγκεκριμένους κινδύνους επί των πλοίων, παραδείγματος χάριν, μέσω της ταχυδρόμησης επίσημων ανακοινώσεων που περιέχουν συναφείς οδηγίες.

8.

Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε οι πλοιοκτήτες που διεξάγουν εκτιμήσεις κινδύνων όσον αφορά τη διαχείριση της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας να λαμβάνουν υπόψη τους κατάλληλα στατιστικά στοιχεία προερχόμενα από τα πλοία τους αλλά και γενικότερα στατιστικά στοιχεία παρεχόμενα από τις αρμόδιες αρχές.

Κανόνας 4.4 — Πρόσβαση σε εγκαταστάσεις πρόνοιας στην ξηρά

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για την εύκολη πρόσβαση σε εγκαταστάσεις πρόνοιας στην ξηρά, εφόσον υπάρχουν. Τα κράτη μέλη προωθούν επιπλέον τη δημιουργία εγκαταστάσεων πρόνοιας σε καθορισμένους λιμένες προκειμένου να παρέχουν στους ναυτικούς των πλοίων που ελλιμενίζονται στους λιμένες τους πρόσβαση σε προσήκουσες εγκαταστάσεις και υπηρεσίες πρόνοιας.

Πρότυπο A4.4 — Πρόσβαση σε εγκαταστάσεις πρόνοιας στη ξηρά

1.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για την απρόσκοπτη χρησιμοποίηση όλων των εγκαταστάσεων πρόνοιας στο έδαφός του, εφόσον αυτές υπάρχουν, από όλους τους ναυτικούς ανεξαρτήτως εθνικότητας, φυλής, χρώματος, φύλου, θρησκευτικών πεποιθήσεων, πολιτικών απόψεων ή κοινωνικής προέλευσης, και ανεξαρτήτως της σημαίας του κράτους που φέρει το πλοίο στο οποίο απασχολούνται ή προσλαμβάνονται ή εργάζονται.

2.

Κάθε κράτος μέλος προωθεί την ανάπτυξη εγκαταστάσεων πρόνοιας σε κατάλληλους λιμένες της επικράτειάς του και καθορίζει, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, ποιοι λιμένες θεωρούνται κατάλληλοι.

3.

Κάθε κράτος μέλος ενθαρρύνει τη σύσταση επιτροπών πρόνοιας οι οποίες ελέγχουν τακτικά τις εγκαταστάσεις και υπηρεσίες πρόνοιας προκειμένου να διασφαλίζουν την καταλληλότητά τους με γνώμονα τις μεταβολές των αναγκών των ναυτικών οι οποίες οφείλονται στις τεχνικές, επιχειρησιακές και άλλες εξελίξεις στον τομέα της ναυτιλίας.

ΤΙΤΛΟΣ 5

ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Κανόνας 5.1.5 — Διαδικασίες υποβολής καταγγελιών επί του πλοίου

1.

Κάθε κράτος μέλος απαιτεί από τα πλοία που φέρουν τη σημαία του να διαθέτουν διαδικασίες για τον δίκαιο, αποτελεσματικό και ταχύ χειρισμό των καταγγελιών των ναυτικών για παραβιάσεις των απαιτήσεων της σύμβασης (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ναυτικών).

2.

Κάθε κράτος μέλος απαγορεύει και τιμωρεί οποιουδήποτε είδους απόπειρα θυματοποίησης ναυτικών που έχουν υποβάλει καταγγελία.

3.

Οι διατάξεις του παρόντος κανόνα δεν θίγουν το δικαίωμα προσφυγής του ναυτικού σε οποιοδήποτε έννομο μέσο θεωρεί προσήκον.

Πρότυπο A5.1.5 — Διαδικασίες υποβολής καταγγελιών επί του πλοίου

1.

Με την επιφύλαξη τυχόν ευρύτερου πεδίου εφαρμογής που ενδεχομένως προβλέπουν οι εθνικοί νόμοι ή κανονισμοί ή οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι διαδικασίες επί του πλοίου μπορούν να χρησιμοποιούνται από τους ναυτικούς για την υποβολή καταγγελιών σχετικά με οποιοδήποτε θέμα κρίνουν ότι συνιστά παραβίαση των απαιτήσεων της σύμβασης (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ναυτικών).

2.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για τη θέσπιση, στους νόμους ή στους κανονισμούς του, κατάλληλων διαδικασιών υποβολής καταγγελιών επί των πλοίων σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανόνα 5.1.5. Στόχος των διαδικασιών αυτών είναι η διευθέτηση των καταγγελιών στο κατώτερο δυνατό επίπεδο. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, οι ναυτικοί έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν καταγγελία απευθείας στον πλοίαρχο και, εάν το κρίνουν αναγκαίο, στις αρμόδιες εξωτερικές αρχές.

3.

Στο πλαίσιο των διαδικασιών υποβολής καταγγελιών επί του πλοίου προβλέπονται το δικαίωμα του ναυτικού να συνοδεύεται ή να εκπροσωπείται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποβολής καταγγελιών, καθώς και μέτρα προστασίας από τη θυματοποίησή του επειδή υπέβαλε την καταγγελία. Ο όρος «θυματοποίηση» καλύπτει οποιαδήποτε ενέργεια εις βάρος ναυτικού επειδή υπέβαλε καταγγελία, η οποία δεν είναι καταφανώς παρενοχλητική ή κακόβουλη.

4.

Σε όλους τους ναυτικούς, πέραν του αντιγράφου της συμφωνίας απασχόλησής τους, πρέπει να χορηγείται αντίγραφο των ισχυουσών διαδικασιών υποβολής καταγγελιών επί του πλοίου, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία επικοινωνίας με την αρμόδια αρχή του κράτους σημαίας και, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή δεν βρίσκεται στο κράτος σημαίας, τα στοιχεία επικοινωνίας με την αρμόδια αρχή της χώρας διαμονής των ναυτικών, καθώς και το όνομα του ατόμου ή των ατόμων επί του πλοίου, οι οποίοι μπορούν να παρέχουν εμπιστευτικά στους ναυτικούς αντικειμενικές συμβουλές σχετικά με την καταγγελία τους και γενικότερα να τους βοηθούν στο πλαίσιο των διαθέσιμων επί του πλοίου διαδικασιών υποβολής καταγγελιών.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Σε περίπτωση τροποποίησης οποιασδήποτε διάταξης της σύμβασης για τη ναυτική εργασία του 2006, και κατόπιν αιτήματος εκατέρου των μερών της παρούσας συμφωνίας, η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας υποβάλλεται σε επανεξέταση.

Οι κοινωνικοί εταίροι συνάπτουν την παρούσα συμφωνία υπό τον όρο ότι δεν θα τεθεί σε ισχύ πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης της ΔΟΕ για τη ναυτική εργασία του 2006. Η εν λόγω ημερομηνία ορίζεται 12 μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα έχουν καταχωριστεί στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας επικυρώσεις 30 τουλάχιστον μελών με συνολικό μερίδιο επί της παγκόσμιας ολικής χωρητικότητας πλοίων της τάξεως του 33 %.

Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι δύνανται να διατηρούν ή να εισάγουν για τους ναυτικούς ευνοϊκότερες διατάξεις από αυτές που περιέχονται στην παρούσα συμφωνία.

Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει σε καμία περίπτωση τυχόν αυστηρότερη ή/και ειδική ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία.

Η παρούσα συμφωνία δεν επηρεάζει κανένα νόμο, έθιμο ή συμφωνία που προβλέπει ευνοϊκότερους όρους για τους αφορωμένους ναυτικούς. Παραδείγματος χάριν, οι όροι της παρούσας συμφωνίας δεν θίγουν την οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, την οδηγία 92/29/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για την προώθηση βελτιωμένης ιατρικής περίθαλψης στα πλοία, και την οδηγία 1999/63/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών (αναμένεται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το παράρτημα Α της παρούσας συμφωνίας).

Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν συνιστά σε καμία περίπτωση βάσιμη δικαιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των ναυτικών στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΩΝ ΕΝΩΣΕΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ (ETF)

ΕΝΩΣΗ ΕΦΟΠΛΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ (ECSA)

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΜΕΑΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, 19 ΜΑΪΟΥ 2008.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ 30ής ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1998

Στο πλαίσιο των συζητήσεών τους που κατέληξαν στη σύναψη της συμφωνίας τους σχετικά με τη σύμβαση για τη ναυτική εργασία του 2006, οι κοινωνικοί εταίροι επανεξέτασαν τη συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών, της 30ής Σεπτεμβρίου 1998, προκειμένου να ελέγξουν τη συνεκτικότητά της με τις αντίστοιχες διατάξεις της σύμβασης και να συμφωνήσουν τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις.

Ως εκ τούτου, οι κοινωνικοί εταίροι συμφώνησαν επί των ακόλουθων τροποποιήσεων της συμφωνίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών:

1.   Ρήτρα 1

Παρεμβάλλεται νέο σημείο 3, ως εξής:

«3.

Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το εάν κάποιες κατηγορίες προσώπων πρέπει να θεωρούνται ως ναυτικοί για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, το ζήτημα διευθετείται από την αρμόδια αρχή του εκάστοτε κράτους μέλους κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνεται επίσης δεόντως υπόψη το ψήφισμα της 94ης (ναυτιλιακής) συνόδου της Γενικής διάσκεψης της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας σχετικά με την πληροφόρηση για τις κατηγορίες εργαζομένων».

2.   Ρήτρα 2 στοιχείο γ)

Το στοιχείο γ) της ρήτρας 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

ως “ναυτικός” νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο απασχολείται ή προσλαμβάνεται ή εργάζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε πλοίο για το οποίο ισχύει η παρούσα συμφωνία·».

3.   Ρήτρα 2 στοιχείο δ)

Το στοιχείο δ) της ρήτρας 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

ως “πλοιοκτήτης” νοείται ο ιδιοκτήτης του πλοίου ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ή πρόσωπο, όπως ο διαχειριστής, ο πράκτορας ή ο ναυλωτής κενού σκάφους στον οποίο έχει ανατεθεί η ευθύνη λειτουργίας του πλοίου από τον ιδιοκτήτη και ο οποίος αναλαμβάνοντας την εν λόγω ευθύνη, συμφώνησε να αναλάβει όλα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους πλοιοκτήτες δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, ανεξαρτήτως του εάν κάποιος άλλος οργανισμός ή πρόσωπο έχει αναλάβει ορισμένα από τα καθήκοντα ή τις ευθύνες εξ ονόματος του πλοιοκτήτη».

4.   Ρήτρα 6

Η ρήτρα 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Απαγορεύεται η νυχτερινή εργασία των ναυτικών που δεν έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών. Για τους σκοπούς της παρούσας ρήτρας, η “νύχτα” καθορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και πρακτική. Καλύπτει χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα ωρών από τα μεσάνυχτα το αργότερο μέχρι τις 5 π.μ. το νωρίτερο.

2.

Εξαίρεση από την αυστηρή τήρηση της απαγόρευσης περί νυχτερινής εργασίας μπορούν να προβλέπουν οι αρμόδιες αρχές όταν:

α)

επηρεάζεται η αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης των εν λόγω ναυτικών, σύμφωνα με τα καθιερωμένα προγράμματα και χρονοδιαγράμματα· ή

β)

η ιδιαίτερη φύση του καθήκοντος ή ένα αναγνωρισμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης απαιτεί από τους ναυτικούς για τους οποίους ισχύει η εξαίρεση να ασκούν καθήκοντα τη νύχτα και η αρχή κρίνει, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, ότι η εργασία δεν θα έχει επιπτώσεις στην υγεία ή την ευεξία τους.

3.

Απαγορεύεται η απασχόληση, η πρόσληψη ή η εργασία ναυτικών που δεν έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών σε περίπτωση που το αντικείμενο της εργασίας είναι πιθανόν να θέσει σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλειά τους. Το είδος των εργασιών αυτών καθορίζεται από τους εθνικούς νόμους ή κανονισμούς ή από τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, σε συμφωνία με τα σχετικά διεθνή πρότυπα».

5.   Ρήτρα 13

Η πρώτη πρόταση της παραγράφου 1 της ρήτρας 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Δεν είναι δυνατή η εργασία σε πλοία ναυτικών οι οποίοι δεν διαθέτουν ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο βεβαιώνει ότι είναι ικανοί να επιτελέσουν τα καθήκοντά τους.

2.

Εξαιρέσεις μπορούν να επιτρέπονται μόνο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα συμφωνία.

3.

Η αρμόδια αρχή υποχρεώνει τους ναυτικούς να έχουν στην κατοχή τους, πριν από την έναρξη της εργασίας τους σε πλοίο, ισχύον ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο βεβαιώνει ότι είναι ικανοί να επιτελέσουν τα καθήκοντα που θα τους ανατεθούν εν πλω.

4.

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά είναι όντως αντιπροσωπευτικά της κατάστασης της υγείας των ναυτικών, δεδομένων των καθηκόντων που θα κληθούν να επιτελέσουν, η αρμόδια αρχή καθορίζει τη φύση των ιατρικών εξετάσεων και του ιατρικού πιστοποιητικού, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών, και λαμβάνοντας υπόψη τις ισχύουσες διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές.

5.

Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει τη διεθνή σύμβαση σχετικά με πρότυπα εκπαίδευσης, έκδοσης πιστοποιητικών και τήρησης φυλακών των ναυτικών του 1978, όπως τροποποιήθηκε (σύμβαση STCW). Το ιατρικό πιστοποιητικό που εκδίδεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σύμβασης STCW γίνεται δεκτό από την αρμόδια αρχή, για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 της παρούσας ρήτρας. Ιατρικό πιστοποιητικό που πληροί κατ’ ουσίαν τις εν λόγω απαιτήσεις, στην περίπτωση ναυτικών που δεν καλύπτονται από τη σύμβαση STCW, γίνεται ομοίως δεκτό.

6.

Το ιατρικό πιστοποιητικό εκδίδεται από δεόντως ειδικευμένο ιατρό ή, στην περίπτωση πιστοποιητικού που αφορά μόνο την όραση, από πρόσωπο αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες αρχές ως κατάλληλο για την έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού. Οι ιατροί πρέπει να έχουν πλήρη επαγγελματική ανεξαρτησία κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων τους όσον αφορά τις ιατρικές εξετάσεις που κρίνουν ότι πρέπει να πραγματοποιηθούν.

7.

Στους ναυτικούς στους οποίους δεν χορηγήθηκε πιστοποιητικό επειδή δεν κρίθηκαν ικανοί προς εργασία ή στους οποίους επιβλήθηκε περιορισμός όσον αφορά την ικανότητά τους προς εργασία, ιδίως ως προς τον χρόνο, το πεδίο εργασιών ή τον εμπορικό τομέα, δίδεται η δυνατότητα εκ νέου εξέτασης από άλλον ανεξάρτητο ιατρό ή από ανεξάρτητο ιατρό στο πλαίσιο διαδικασίας διαιτησίας.

8.

Κάθε ιατρικό πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρει ρητά ότι:

α)

κρίνονται ικανοποιητικές η ακοή και η όραση του συγκεκριμένου ναυτικού, όπως και η ικανότητά του να διακρίνει τα χρώματα στην περίπτωση ναυτικού του οποίου η καταλληλότητα προς εργασία ενδέχεται να επηρεασθεί από πιθανή δυσχρωματοψία και

β)

ο συγκεκριμένος ναυτικός δεν πάσχει από καμία ιατρική πάθηση η οποία ενδέχεται να επιδεινωθεί κατά την εργασία του εν πλω ή ενδέχεται να καταστήσει τον ναυτικό μη ικανό προς εργασία ή να θέσει σε κίνδυνο την υγεία άλλων ατόμων επί του πλοίου.

9.

Εκτός εάν απαιτείται συντομότερο χρονικό διάστημα λόγω των ειδικών καθηκόντων που θα κληθεί να επιτελέσει ο συγκεκριμένος ναυτικός ή εάν απαιτείται συντομότερο χρονικό διάστημα δυνάμει της σύμβασης STCW:

α)

το ιατρικό πιστοποιητικό ισχύει για μέγιστο χρονικό διάστημα δύο ετών, εκτός εάν ο ναυτικός δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών, περίπτωση στην οποία το μέγιστο χρονικό διάστημα ισχύος είναι ένα έτος·

β)

το πιστοποιητικό που βεβαιώνει την ικανότητα του ναυτικού να διακρίνει τα χρώματα ισχύει για μέγιστο χρονικό διάστημα έξι ετών.

10.

Σε επείγουσες περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέψουν σε κάποιον ναυτικό να εργαστεί χωρίς ισχύον ιατρικό πιστοποιητικό μέχρι τον επόμενο λιμένα προσέγγισης όπου δύναται να λάβει ιατρικό πιστοποιητικό από ειδικευμένο ιατρό, υπό τον όρο ότι:

α)

το διάστημα της εν λόγω παρεχόμενης άδειας δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες και

β)

ο συγκεκριμένος ναυτικός διαθέτει ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο έληξε πρόσφατα.

11.

Εάν η περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού λήξει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, το πιστοποιητικό εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τον επόμενο λιμένα προσέγγισης όπου ο ναυτικός δύναται να λάβει ιατρικό πιστοποιητικό από ειδικευμένο ιατρό, υπό τον όρο ότι η περίοδος αυτή δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

12.

Ως ελάχιστη προϋπόθεση για τα ιατρικά πιστοποιητικά των ναυτικών που εργάζονται σε πλοία τα οποία εκτελούν τακτικά διεθνή ταξίδια ορίζεται η έκδοσή τους στην αγγλική γλώσσα».

Οι επόμενες προτάσεις της παραγράφου 1 της ρήτρας 13 και η παράγραφος 2 της εν λόγω ρήτρας, αριθμούνται ως παράγραφοι 13 μέχρι 15.

6.   Ρήτρα 16:

Η πρώτη πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε ναυτικός δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Για τον υπολογισμό της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, λαμβάνονται υπόψη 2,5 τουλάχιστον ημερολογιακές ημέρες ανά μήνα απασχόλησης ενώ για διαστήματα μικρότερα του μηνός ο υπολογισμός γίνεται κατ’ αναλογία».


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Συμβούλιο

20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/51


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2008

για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση

(2009/392/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 310 σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο δεύτερη πρόταση και το άρθρο 300 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο,

την πράξη προσχώρησης που επισυνάπτεται στη συνθήκη προσχώρησης, και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Μετά την εξουσιοδότηση που δόθηκε στην Επιτροπή στις 5 Μαΐου 2006, περατώθηκαν οι διαπραγματεύσεις με την Ελβετική Συνομοσπονδία σχετικά με πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(2)

Σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 2008 και εν αναμονή της τελικής σύναψής του σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το εν λόγω πρωτόκολλο υπογράφηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της στις 27 Μαΐου 2008.

(3)

Το πρωτόκολλο πρέπει να συναφθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εγκρίνεται εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της.

Το κείμενο του πρωτοκόλλου επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 2

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου διαβιβάζει, εξ ονόματος της Κοινότητας και των κρατών μελών της, την κοινοποίηση έγκρισης υπό τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 6 του πρωτοκόλλου.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 27 Νοεμβρίου 2008.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

L. CHATEL


ΠΡΩΤΌΚΟΛΛΟ

της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλομένων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ,

εκπροσωπούμενη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ,

Η ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ,

Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΣΘΟΝΙΑΣ,

Η ΙΡΛΑΝΔΙΑ,

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ,

Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΕΤΤΟΝΙΑΣ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ,

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ,

Η ΜΑΛΤΑ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ,

Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ,

Η ΣΛΟΒΑΚΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΑΣ,

ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ,

εφεξής αναφερόμενα ως «τα κράτη μέλη», επίσης εκπροσωπούμενα από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

αφενός, και

Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, εφεξής αναφερόμενη ως «η Ελβετία»,

αφετέρου,

εφεξής αναφερόμενα ως «τα συμβαλλόμενα μέρη»,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (εφεξής αναφερόμενη ως «η συμφωνία»), η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 2002,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο της 26ης Οκτωβρίου 2004 της συμφωνίας της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λεττονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας, κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, (εφεξής αναφερόμενο ως «το πρωτόκολλο του 2004»),το οποίο άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 2006,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (εφεξής αναφερόμενες ως «τα νέα κράτη μέλη») στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Ιανουαρίου 2007,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι τα νέα κράτη μέλη καθίστανται συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η πράξη προσχώρησης παρέχει στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την εξουσία να συνάψει, εξ ονόματος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρωτόκολλο για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη συμφωνία,

ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Άρθρο 1

1.   Τα νέα κράτη μέλη καθίστανται συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας.

2.   Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις της συμφωνίας είναι δεσμευτικές για τα νέα κράτη μέλη, όπως ακριβώς και για τα σημερινά συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν πρωτόκολλο.

Άρθρο 2

Στο κυρίως σώμα της συμφωνίας και στο παράρτημα Ι αυτής, επέρχονται οι ακόλουθες προσαρμογές:

1)

ο κατάλογος των συμβαλλόμενων μερών της συμφωνίας αντικαθίσταται από τον ακόλουθο κατάλογο:

«Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ,

Η ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ,

Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΣΘΟΝΙΑΣ,

Η ΙΡΛΑΝΔΙΑ,

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ,

Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΕΤΤΟΝΙΑΣ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ,

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ,

Η ΜΑΛΤΑ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ,

Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ,

Η ΣΛΟΒΑΚΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ,

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΑΣ,

ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΟΥ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ,

αφενός, και

Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ,

αφετέρου,»·

2)

το άρθρο 10 της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος μετά την παράγραφο 1α:

«1β.   Η Ελβετία μπορεί να διατηρήσει μέχρι δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, ποσοτικά όρια για την πρόσβαση των μισθωτών που απασχολούνται στην Ελβετία και των μη μισθωτών εργαζόμενων, οι οποίοι είναι υπήκοοι της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, στις δύο ακόλουθες κατηγορίες διαμονής: διαμονή με διάρκεια μεγαλύτερη από τέσσερις μήνες και μικρότερη του έτους και διαμονή διάρκειας ενός έτους ή μεγαλύτερης. Η διαμονή διάρκειας μικρότερης από τέσσερις μήνες δεν υπόκειται σε ποσοτικό περιορισμό.

Πριν από το τέλος της προαναφερθείσας μεταβατικής χρονικής περιόδου, η Μεικτή Επιτροπή εξετάζει την εφαρμογή της μεταβατικής περιόδου που ισχύει για τους υπηκόους των νέων κρατών μελών με βάση έκθεση της Ελβετίας. Μόλις ολοκληρωθεί η εξέταση, και πάντως το αργότερο κατά το τέλος της προαναφερθείσας χρονικής περιόδου, η Ελβετία κοινοποιεί στη Μεικτή Επιτροπή κατά πόσον θα εξακολουθήσει να εφαρμόζει ποσοτικά όρια για τους εργαζόμενους που απασχολούνται στην Ελβετία. Η Ελβετία μπορεί να εξακολουθήσει να εφαρμόζει τέτοια μέτρα μέχρι και πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος του προαναφερόμενου πρωτοκόλλου. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια κοινοποίηση, η μεταβατική περίοδος λήγει στο τέλος της διετούς περιόδου που προσδιορίζεται στο πρώτο εδάφιο.

Στο τέλος της μεταβατικής περιόδου που προσδιορίζεται στην παρούσα παράγραφο, καταργούνται όλα τα ποσοτικά όρια που εφαρμόζονται στους υπηκόους της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Τα εν λόγω κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν τους ίδιους ποσοτικούς περιορισμούς για τους Ελβετούς υπηκόους και για τις ίδιες χρονικές περιόδους.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος μετά την παράγραφο 2α:

«2β.   Η Ελβετία και η Δημοκρατία της Βουλγαρίας και η Ρουμανία μπορούν να διατηρήσουν, μέχρι δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, για τους εργαζόμενους ενός από αυτά τα συμβαλλόμενα μέρη που απασχολούνται στο έδαφός τους, τους ελέγχους όσον αφορά την προτεραιότητα των εργαζομένων που έχουν ενταχθεί στην κανονική αγορά εργασίας, και τους όρους μισθοδοσίας και εργασίας που ισχύουν για τους υπηκόους του άλλου αφορωμένου συμβαλλόμενου μέρους. Οι ίδιοι έλεγχοι μπορούν να διατηρηθούν για τα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας, στους ακόλουθους τέσσερις τομείς: δραστηριότητες συναφείς με τη γεωργία· κατασκευές, συμπεριλαμβανομένων των συναφών κλάδων· δραστηριότητες στον τομέα της ασφάλειας· βιομηχανικοί καθαρισμοί [κωδικοί NACE (1) 01.41, 45.1 έως 4, 74.60· 74.70 αντιστοίχως]. Η Ελβετία, κατά τη διάρκεια των μεταβατικών περιόδων που αναφέρονται στις παραγράφους 1β, 2β, 3β και 4γ, παρέχει προτίμηση στους εργαζόμενους που είναι υπήκοοι των νέων κρατών μελών έναντι των εργαζομένων που είναι υπήκοοι χωρών μη μελών της ΕΕ ή χωρών μη μελών της ΕΖΕΣ σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας της. Η παροχή υπηρεσιών που έχουν ελευθερωθεί βάσει ειδικής συμφωνίας μεταξύ συμβαλλόμενων μερών (περιλαμβανομένης της συμφωνίας σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή καλύπτει τον τομέα παροχής υπηρεσιών) δεν υπόκειται στον έλεγχο προτεραιότητας του παρόχου υπηρεσίας που έχει ενσωματωθεί στην κανονική αγορά εργασίας. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, είναι δυνατόν να διατηρηθούν σε ισχύ οι ισχύουσες προϋποθέσεις, εφόσον πρόκειται για άδειες διαμονής μικρότερης των τεσσάρων μηνών (2) ή για πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες στους τέσσερις προαναφερθέντες τομείς, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 της συμφωνίας.

Εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου της συμφωνίας σχετικά με τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, η Μεικτή Επιτροπή επανεξετάζει την εφαρμογή των μεταβατικών μέτρων που περιλαμβάνονται στην παρούσα παράγραφο με βάση έκθεση που εκπονεί καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που τα εφαρμόζει. Μόλις ολοκληρωθεί η εξέταση, και πάντως το αργότερο εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου, το συμβαλλόμενο μέρος που έχει εφαρμόσει τα μεταβατικά μέτρα που περιλαμβάνονται στην παρούσα παράγραφο και έχει κοινοποιήσει στη Μεικτή Επιτροπή την πρόθεσή του να εξακολουθήσει να τα εφαρμόζει, μπορεί να συνεχίσει να το πράττει μέχρι πέντε έτη από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια κοινοποίηση, η μεταβατική περίοδος λήγει στο τέλος της διετούς περιόδου που προσδιορίζεται στο πρώτο εδάφιο.

Στο τέλος της μεταβατικής περιόδου που καθορίζεται στην παρούσα παράγραφο, καταργούνται όλοι οι περιορισμοί που αναφέρονται σ’ αυτήν.

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος μετά την παράγραφο 3α:

«3β.   Από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και μέχρι το τέλος της χρονικής περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 1β, η Ελβετία επιφυλάσσει έναν ελάχιστο αριθμό νέων αδειών διαμονής (3) σε ετήσια βάση (pro rata temporis) στο πλαίσιο της συνολικής της ποσόστωσης για τρίτες χώρες, για τους εργαζόμενους που απασχολούνται στην Ελβετία και για τους μη μισθωτούς εργαζόμενους οι οποίοι είναι υπήκοοι αυτών των νέων κρατών μελών, με βάση το ακόλουθο χρονοδιάγραμμα:

Χρονική περίοδος

Αριθμός αδειών για χρονικό διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο του ενός έτους

Αριθμός αδειών για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών αλλά μικρότερο του έτους

Μέχρι το τέλος του πρώτου έτους

362

3 620

Μέχρι το τέλος του δεύτερου έτους

523

4 987

Μέχρι το τέλος του τρίτου έτους

684

6 355

Μέχρι το τέλος του τέταρτου έτους

885

7 722

Μέχρι το τέλος του πέμπτου έτους

1 046

9 090

δ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος μετά την παράγραφο 4β:

«4γ.   Στο τέλος της περιόδου που περιγράφεται στην παράγραφο 1β και στην παρούσα παράγραφο, και μέχρι δέκα έτη μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας σχετικά με τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, οι διατάξεις του άρθρου 10 παράγραφος 4 της παρούσας συμφωνίας εφαρμόζονται στους υπηκόους αυτών των νέων κρατών μελών.

Σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών στην αγορά εργασίας της ή κινδύνου εκδήλωσης τέτοιων διαταραχών, η Ελβετία ή οποιοδήποτε από τα νέα κράτη μέλη που εφαρμόζει μεταβατικά μέτρα, απευθύνει κοινοποίηση για τη συγκεκριμένη κατάσταση στη Μεικτή Επιτροπή μέχρι το τέλος της πενταετούς μεταβατικής περιόδου που καθορίζεται στην παράγραφο 2β δεύτερο εδάφιο. Σ’ αυτή την περίπτωση, η κοινοποιούσα χώρα μπορεί να εξακολουθήσει να εφαρμόζει στους εργαζομένους που απασχολούνται στο έδαφός της τα μέτρα που περιγράφονται στις παραγράφους 1β, 2β και 3β μέχρι επτά έτη από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου. Στην περίπτωση αυτή, ο ετήσιος αριθμός αδειών διαμονής, που αναφέρεται στην παράγραφο 1β, είναι ο εξής:

Χρονική περίοδος

Αριθμός αδειών για χρονικό διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο του ενός έτους

Αριθμός αδειών για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών αλλά μικρότερο του έτους

Μέχρι το τέλος του έκτου έτους

1 126

10 457

Μέχρι το τέλος του έβδομου έτους

1 207

11 664»

ε)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος μετά την παράγραφο 5α:

«5β.   Οι μεταβατικές διατάξεις των παραγράφων 1β, 2β, 3β και 4γ, και ιδίως της παραγράφου 2β, σχετικά με την προτεραιότητα των εργαζομένων που έχουν ενταχθεί στην κανονική αγορά εργασίας και τον έλεγχο των όρων μισθοδοσίας και εργασίας, δεν εφαρμόζονται στους μισθωτούς και μη μισθωτούς εργαζομένους στους οποίους επιτρέπεται, κατά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, να ασκούν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος των συμβαλλόμενων μερών. Οι τελευταίοι έχουν ιδίως δικαίωμα επαγγελματικής και γεωγραφικής κινητικότητας.

Οι κάτοχοι άδειας διαμονής με διάρκεια ισχύος μικρότερη του έτους έχουν δικαίωμα ανανέωσης της, χωρίς να μπορεί να τους αντιταχθεί η τυχόν εξάντληση των ποσοτικών ορίων. Οι κάτοχοι άδειας διαμονής διάρκειας ίσης ή μεγαλύτερης του ενός έτους έχουν αυτόματα δικαίωμα παράτασης της άδειας διαμονής τους. Οι εν λόγω μισθωτοί και μη μισθωτοί εργαζόμενοι θα απολαύουν συνεπώς, από τη θέση σε ισχύ του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου, των δικαιωμάτων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων που ορίζονται στις βασικές διατάξεις της παρούσας συμφωνίας και ιδίως του άρθρου 7.»

3)

Στο άρθρο 27 παράγραφος 2 του παραρτήματος I της συμφωνίας, η αναφορά στο «άρθρο 10 (παράγραφοι 2, 2α, 4α και 4β)» αντικαθίσταται από την αναφορά στο «άρθρο 10 (παράγραφοι 2, 2α, 2β, 4α, 4β και 4γ).»

Άρθρο 3

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 25 του παραρτήματος Ι της συμφωνίας, εφαρμόζονται οι μεταβατικές περίοδοι του παραρτήματος Ι του παρόντος πρωτοκόλλου.

Άρθρο 4

1.   Το παράρτημα ΙΙ της συμφωνίας τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα 2 του παρόντος πρωτοκόλλου.

2.   Το παράρτημα ΙΙΙ της συμφωνίας προσαρμόζεται με απόφαση της Μεικτής Επιτροπής που έχει συσταθεί με το άρθρο 14 της συμφωνίας.

Άρθρο 5

1.   Τα παραρτήματα 1 και 2 του παρόντος πρωτοκόλλου αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του.

2.   Το παρόν πρωτόκολλο και το πρωτόκολλο του 2004 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας.

Άρθρο 6

1.   Το παρόν πρωτόκολλο επικυρώνεται ή εγκρίνεται από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξ ονόματος των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και από την Ελβετία, σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες τους.

2.   Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ελβετία κοινοποιούν εκατέρωθεν την ολοκλήρωση των εν λόγω διαδικασιών.

Άρθρο 7

Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα που ακολουθεί την ημερομηνία της τελευταίας κοινοποίησης κύρωσης ή έγκρισης.

Άρθρο 8

Το παρόν πρωτόκολλο παραμένει σε ισχύ για το ίδιο χρονικό διάστημα και υπό τους ίδιους όρους με τη συμφωνία.

Άρθρο 9

1.   Το παρόν πρωτόκολλο, καθώς και οι προσαρτώμενες σε αυτό δηλώσεις, συντάσσονται σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιταλική, ισπανική, λεττονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, και όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.

2.   Τα κείμενα της συμφωνίας στη βουλγαρική και τη ρουμανική γλώσσα, καθώς και όλα τα παραρτήματα και τα πρωτόκολλα αυτής και η Τελική Πράξη είναι εξίσου αυθεντικά. Η Μεικτή Επιτροπή που συστάθηκε με το άρθρο 14 της συμφωνίας εγκρίνει τα αυθεντικά κείμενα της συμφωνίας στις νέες γλώσσες.

Съставено в Брюксел, на двадесет и седми май две хиляди и осма година.

Hecho en Bruselas, el veintisiete de mayo de dos mil ocho.

V Bruselu dne dvacátého sedmého května dva tisíce osm.

Udfærdiget i Bruxelles den syvogtyvende maj to tusind og otte.

Geschehen zu Brüssel am siebenundzwanzigsten Mai zweitausendacht.

Kahe tuhande kaheksanda aasta maikuu kahekümne seitsmendal päeval Brüsselis.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις είκοσι εφτά Μαΐου δύο χιλιάδες οκτώ.

Done at Brussels on the twenty-seventh day of May in the year two thousand and eight.

Fait à Bruxelles, le vingt-sept mai deux mille huit.

Fatto a Bruxelles, addì ventisette maggio duemilaotto.

Briselē, divtūkstoš astotā gada divdesmit septītajā maijā.

Priimta du tūkstančiai aštuntų metų gegužės dvidešimt septintą dieną Briuselyje.

Kelt Brüsszelben, a kétezer-nyolcadik év május havának huszonhetedik napján.

Magħmul fi Brussell, fis-sebgħa u għoxrin jum ta' Mejju tas-sena elfejn u tmienja.

Gedaan te Brussel, de zevenentwintigste mei tweeduizend acht.

Sporządzono w Brukseli, dnia dwudziestego siódmego maja roku dwa tysiące ósmego.

Feito em Bruxelas, em vinte e sete de Maio de dois mil e oito.

Întocmit la Bruxelles, douăzeci și șapte mai două mii opt.

V Bruseli dňa dvadsiateho siedmeho mája dvetisícosem.

V Bruslju, dne sedemindvajsetega maja leta dva tisoč osem.

Tehty Brysselissä kahdentenakymmenentenäseitsemäntenä päivänä toukokuuta vuonna kaksituhattakahdeksan.

Som skedde i Bryssel den tjugosjunde maj tjugohundraåtta.

За държавите-членки

Por los Estados miembros

Za členské státy

For medlemsstaterne

Für die Mitgliedstaaten

Liikmesriikide nimel

Για τα κράτη μέλη

For the Member States

Pour les États membres

Per gli Stati membri

Dalībvalstu vārdā

Valstybių narių vardu

A tagállamok részéről

Għall-Istati Membri

Voor de lidstaten

W imieniu państw członkowskich

Pelos Estados-Membros

Pentru statele membre

Za členské štáty

Za države članice

Jäsenvaltioiden puolesta

På medlemsstaternas vägnar

Image

За Европейската общност

Por la Comunidad Europea

Za Evropské společenství

For Det Europæiske Fællesskab

Für die Europäische Gemeinschaft

Euroopa Ühenduse nimel

Για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα

For the European Community

Pour la Communauté européenne

Per la Comunità europea

Eiropas Kopienas vārdā

Europos bendrijos vardu

Az Európai Közösség részéről

Għall-Komunità Ewropea

Voor de Europese Gemeenschap

W imieniu Wspólnoty Europejskiej

Pela Comunidade Europeia

Pentru Comunitatea Europeană

Za Európske spoločenstvo

Za Evropsko skupnost

Euroopan yhteisön puolesta

För Europeiska gemenskapen

Image

Für die Schweizerische Eidgenossenschaft

Pour la Confédération suisse

Per la Confederazione svizzera

Image


(1)  NACE: Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1990, για τη στατιστική ονοματολογία των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΕ L 293 της 24.10.1990, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(2)  Οι εργαζόμενοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για άδεια διαμονής μικρής διάρκειας βάσει των ποσοστώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο 3β) ακόμη και για χρονικά διαστήματα μικρότερα των τεσσάρων μηνών.»·

(3)  Οι εν λόγω άδειες χορηγούνται επιπλέον των ποσοστώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 10 της παρούσας συμφωνίας, οι οποίες αφορούν άδειες που προορίζονται κατά προτεραιότητα για μισθωτούς και για μη μισθωτούς εργαζόμενους, οι οποίοι είναι υπήκοοι των κρατών μελών κατά το χρόνο υπογραφής της παρούσας συμφωνίας (21 Ιουνίου 1999) και των κρατών μελών που έγιναν συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας με το πρωτόκολλο του 2004. Οι άδειες αυτές είναι επίσης επιπλέον των αδειών που χορηγούνται με βάση υφιστάμενες διμερείς συμφωνίες για την ανταλλαγή μαθητευομένων μεταξύ της Ελβετίας και των νέων κρατών μελών.»·

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Μεταβατικά μέτρα για την αγορά γης και δευτερεύουσας κατοικίας

1.   Η Δημοκρατία της Βουλγαρίας

Η Δημοκρατία της Βουλγαρίας μπορεί να διατηρήσει εν ισχύ, για πέντε έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, τους περιορισμούς που καθορίζονται στη νομοθεσία της και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου, στην απόκτηση γης για δευτερεύουσες κατοικίες από ελβετούς υπηκόους που δεν είναι κάτοικοι Βουλγαρίας και από νομικά πρόσωπα που έχουν συσταθεί κατά το ελβετικό δίκαιο.

Οι ελβετοί υπήκοοι που διαμένουν νομίμως στη Βουλγαρία δεν υπόκεινται στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ή σε κανόνες και διαδικασίες πέραν αυτών στους οποίους υπόκεινται οι υπήκοοι της Βουλγαρίας.

Η Δημοκρατία της Βουλγαρίας μπορεί να διατηρήσει εν ισχύ, για επτά έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, τους περιορισμούς που καθορίζονται στη νομοθεσία της και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου, στην απόκτηση γεωργικών γαιών και δασών από ελβετούς υπηκόους και από νομικά πρόσωπα που έχουν συσταθεί κατά το ελβετικό δίκαιο. Οι ελβετοί υπήκοοι δεν δύνανται, σε καμία περίπτωση, να τυγχάνουν δυσμενέστερης μεταχείρισης όσον αφορά την απόκτηση γεωργικών γαιών και δασών από ό,τι ισχύει κατά την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου, ούτε να υπόκεινται σε περισσότερους περιορισμούς πέραν αυτών που ισχύουν για τους υπηκόους τρίτων χωρών.

Οι αυτοαπασχολούμενοι αγρότες που είναι ελβετοί υπήκοοι και οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν και να κατοικήσουν στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας δεν υπόκεινται στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ούτε σε άλλες διαδικασίες εκτός αυτών που ισχύουν για τους υπηκόους της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας.

Το τρίτο έτος από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, πραγματοποιείται γενική εξέταση αυτών των μεταβατικών μέτρων. Η Μεικτή Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να συντομεύσει ή να τερματίσει τη μεταβατική περίοδο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

2.   Ρουμανία

Η Ρουμανία μπορεί να διατηρήσει εν ισχύ, για πέντε έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, τους περιορισμούς που καθορίζονται στη νομοθεσία της και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου, στην απόκτηση γης για δευτερεύουσες κατοικίες από ελβετούς υπηκόους που δεν είναι κάτοικοι Ρουμανίας και από εταιρείες που έχουν συσταθεί κατά το ελβετικό δίκαιο και δεν είναι εγκατεστημένες και δεν διαθέτουν υποκατάστημα ή πρακτορείο που να τις αντιπροσωπεύει στο έδαφος της Ρουμανίας.

Οι ελβετοί υπήκοοι που διαμένουν νομίμως στη Ρουμανία δεν υπόκεινται στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ή σε κανόνες και διαδικασίες πέραν αυτών στους οποίους υπόκεινται οι υπήκοοι της Ρουμανίας.

Η Ρουμανία μπορεί να διατηρήσει εν ισχύ, για επτά έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, τους περιορισμούς που καθορίζονται στη νομοθεσία της και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου, στην απόκτηση γεωργικών γαιών και δασών από ελβετούς υπηκόους και από εταιρείες που έχουν συσταθεί κατά το ελβετικό δίκαιο και που δεν είναι ούτε εγκατεστημένες ούτε καταχωρημένες στη Ρουμανία. Οι ελβετοί υπήκοοι δεν δύνανται, σε καμία περίπτωση, να τυγχάνουν δυσμενέστερης μεταχείρισης όσον αφορά την απόκτηση γεωργικών γαιών και δασών από ό,τι ισχύει κατά την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου, ούτε να υπόκεινται σε περισσότερους περιορισμούς από αυτούς που ισχύουν για τους υπηκόους τρίτων χωρών.

Οι αυτοαπασχολούμενοι αγρότες που είναι ελβετοί υπήκοοι και οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν και να κατοικήσουν στη Ρουμανία, δεν υπόκεινται στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ούτε σε άλλες διαδικασίες εκτός αυτών που ισχύουν για τους υπηκόους της Ρουμανίας.

Το τρίτο έτος από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, πραγματοποιείται γενική εξέταση αυτών των μεταβατικών μέτρων. Η Μεικτή Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να συντομεύσει ή να τερματίσει τη μεταβατική περίοδο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Το παράρτημα ΙΙ της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, τροποποιείται ως εξής:

1.

Κάτω από την επικεφαλίδα «Για της σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ο κανονισμός προσαρμόζεται ως εξής:», το σημείο 1 του τμήματος A του παραρτήματος II της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο θ), σχετικά με το παράρτημα III, τμήμα A, μετά την καταχώρηση «Σλοβακία – Ελβετία», προστίθενται τα εξής:

 

«Βουλγαρία – Ελβετία

Ουδέν.

 

Ρουμανία – Ελβετία

Χωρίς αντικείμενο.»·

β)

στο στοιχείο ι), σχετικά με το παράρτημα III, τμήμα Β, μετά την καταχώρηση «Σλοβακία – Ελβετία», προστίθενται τα εξής:

 

«Βουλγαρία – Ελβετία

Ουδέν.

 

Ρουμανία – Ελβετία

Χωρίς αντικείμενο.»·

2.

στον τίτλο «Τμήμα Α: Αναφερόμενες Πράξεις» στο σημείο 1. «Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71» μετά τις λέξεις «304 R 631: κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 631/2004 ….» παρεμβάλλονται τα εξής:

«Τμήμα 2 (Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Κοινωνική Ασφάλιση) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή ορισμένων κανονισμών και αποφάσεων στους τομείς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, του εταιρικού δικαίου, της πολιτικής ανταγωνισμού, της γεωργίας (συμπεριλαμβανομένης της κτηνιατρικής και φυτοϋγειονομικής νομοθεσίας), της πολιτικής μεταφορών, της φορολογίας, των στατιστικών, της ενέργειας, του περιβάλλοντος, της συνεργασίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, της τελωνειακής ένωσης, των εξωτερικών σχέσεων, της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και των θεσμικών οργάνων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, στο βαθμό που οι διατάξεις του αφορούν κοινοτικές πράξεις που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας συμφωνίας.»·

3.

στον τίτλο «Τμήμα Α: Αναφερόμενες Πράξεις» στο σημείο 2. «Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72» μετά τις λέξεις «304 R 631: κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 631/2004 ….» παρεμβάλλονται τα εξής:

«Τμήμα 2 (Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Κοινωνική Ασφάλιση) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή ορισμένων κανονισμών και αποφάσεων στους τομείς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, του εταιρικού δικαίου, της πολιτικής ανταγωνισμού, της γεωργίας (συμπεριλαμβανομένης της κτηνιατρικής και φυτοϋγειονομικής νομοθεσίας), της πολιτικής μεταφορών, της φορολογίας, των στατιστικών, της ενέργειας, του περιβάλλοντος, της συνεργασίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, της τελωνειακής ένωσης, των εξωτερικών σχέσεων, της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και των θεσμικών οργάνων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, στο βαθμό που οι διατάξεις του αφορούν κοινοτικές πράξεις που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας συμφωνίας.»·

4.

στον τίτλο «Τμήμα Β: Πράξεις τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα συμβαλλόμενα μέρη», στα σημεία «4.18. 383 D 0117: απόφαση αριθ. 117…», «4.27. 388 D 64: απόφαση αριθ. 136…», «4.37. 393 D 825: απόφαση αριθ. 150 …», μετά τις λέξεις «12003 TN 02/02 A: Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, …», και στο σημείο «4.77: απόφαση αριθ. 192…» παρεμβάλλονται τα εξής:

«Τμήμα 2 (Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Κοινωνική Ασφάλιση) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή ορισμένων κανονισμών και αποφάσεων στους τομείς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, του εταιρικού δικαίου, της πολιτικής ανταγωνισμού, της γεωργίας (συμπεριλαμβανομένης της κτηνιατρικής και φυτοϋγειονομικής νομοθεσίας), της πολιτικής μεταφορών, της φορολογίας, των στατιστικών, της ενέργειας, του περιβάλλοντος, της συνεργασίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, της τελωνειακής ένωσης, των εξωτερικών σχέσεων, της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και των θεσμικών οργάνων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, στο βαθμό που οι διατάξεις του αφορούν κοινοτικές πράξεις που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας συμφωνίας.»·

5.

για τους εργαζομένους που είναι υπήκοοι της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του τμήματος «Ασφάλιση ανεργίας» του πρωτοκόλλου στο παράρτημα ΙΙ εφαρμόζονται μέχρι το τέλος του έβδομου έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.

ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ ΙΙΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν ότι, για να εξασφαλισθεί η ομαλή εφαρμογή της συμφωνίας, το παράρτημα ΙΙΙ αυτής προσαρμόζεται το ταχύτερο δυνατό για να ενσωματώσει, μεταξύ άλλων, την οδηγία 2005/36/ΕΚ, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2006/100/ΕΚ, και τις νέες ελβετικές καταχωρίσεις.

ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΥΤΟΤΕΛΗ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

Η Ελβετία θα παρέχει προσωρινή πρόσβαση στην αγορά εργασίας της για τους πολίτες των νέων κρατών μελών, με βάση την εθνική της νομοθεσία, πριν από την έναρξη ισχύος των μεταβατικών ρυθμίσεων που περιλαμβάνει το παρόν πρωτόκολλο. Για τον σκοπό αυτό, η Ελβετία θα θεσπίσει ειδικές ποσοστώσεις για τους πολίτες των νέων κρατών μελών, για άδειες εργασίας τόσο μικρής όσο και μεγάλης διάρκειας, όπως ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 της συμφωνίας, από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου. Οι ποσοστώσεις αυτές θα είναι 282 άδειες μεγάλης διάρκειας και 1 006 άδειες μικρής διάρκειας σε ετήσια βάση. Επιπλέον, θα γίνονται δεκτοί 2 011 εργαζόμενοι μικρής διάρκειας σε ετήσια βάση για παραμονή μικρότερη των τεσσάρων μηνών.


20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/63


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 18ης Μαΐου 2009

για τον καθορισμό της θέσης που πρόκειται να υποστηριχθεί, εξ ονόματος της Κοινότητας, στο Διεθνές Συμβούλιο Σιτηρών σχετικά με την παράταση της Σύμβασης για την Εμπορία Σιτηρών του 1995

(2009/393/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 133 σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο,

την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Σύμβαση για την Εμπορία Σιτηρών του 1995 είχε συναφθεί από την Κοινότητα με την απόφαση 96/88/ΕΚ του Συμβουλίου (1) και έκτοτε είχε παραταθεί τακτικά για περαιτέρω περιόδους δύο ετών. Τελευταία παρατάθηκε με την απόφαση του Διεθνούς Συμβουλίου Σιτηρών τον Ιούνιο 2007 και παραμένει σε ισχύ μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009. Η περαιτέρω παράταση της Σύμβασης είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής. Η Επιτροπή, η οποία εκπροσωπεί την Κοινότητα στη Σύμβαση για την Εμπορία Σιτηρών, θα πρέπει επομένως να εξουσιοδοτηθεί να ψηφίσει υπέρ αυτής της παράτασης,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο μόνο

Η Κοινότητα στο Διεθνές Συμβούλιο Σιτηρών τάσσεται υπέρ της παράτασης της Σύμβασης για την Εμπορία Σιτηρών του 1995 για περαιτέρω χρονική περίοδο δύο ετών το πολύ.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να υποστηρίξει τη θέση αυτή στο πλαίσιο του Διεθνούς Συμβουλίου Σιτηρών.

Βρυξέλλες, 18 Μαΐου 2009.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. KOHOUT


(1)  ΕΕ L 21 της 27.1.1996, σ. 47.


20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/64


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 18ης Μαΐου 2009

για τον καθορισμό της θέσης που πρόκειται να υποστηριχθεί, εξ ονόματος της Κοινότητας, στο Διεθνές Συμβούλιο Ζάχαρης όσον αφορά την παράταση της Διεθνούς Συμφωνίας για τη Ζάχαρη του 1992

(2009/394/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 133 σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο,

την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Η Διεθνής Συμφωνία για τη Ζάχαρη του 1992 είχε συναφθεί από την Κοινότητα με την απόφαση 92/580/ΕΟΚ (1) του Συμβουλίου και άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1993 για περίοδο τριών ετών έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Έκτοτε παρατείνεται τακτικά για περαιτέρω περιόδους δύο ετών. Η Συμφωνία αυτή παρατάθηκε τελευταία με την απόφαση του Διεθνούς Συμβουλίου Ζάχαρης τον Μάιο του 2007 και παραμένει σε ισχύ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009. Η περαιτέρω παράταση είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας. Η Επιτροπή, η οποία εκπροσωπεί την Κοινότητα στο Διεθνές Συμβούλιο Ζάχαρης, πρέπει συνεπώς να εξουσιοδοτηθεί να ψηφίσει υπέρ της παράτασης αυτής,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο μόνο

Στο Διεθνές Συμβούλιο Ζάχαρης η Κοινότητα τάσσεται υπέρ της παράτασης της Διεθνούς Συμφωνίας για τη Ζάχαρη του 1992 για ακόμη δύο έτη κατ’ ανώτατο όριο.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να υποστηρίξει τη θέση αυτή εντός του Διεθνούς Συμβουλίου Ζάχαρης.

Βρυξέλλες, 18 Μαΐου 2009.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. KOHOUT


(1)  EE L 379 της 23.12.1992, σ. 15.


Επιτροπή

20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/65


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 14ης Μαΐου 2009

σχετικά με τη διάθεση στην αγορά στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα βιοκτόνων προϊόντων που περιέχουν Τemephos, για βασική χρήση

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2009) 3744]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(2009/395/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1451/2007 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη δεύτερη φάση του δεκαετούς προγράμματος εργασιών που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) (εφεξής καλούμενη η «οδηγία») προβλέπει ότι η Επιτροπή αρχίζει δεκαετές πρόγραμμα εργασιών για τη συστηματική εξέταση όλων των δραστικών ουσιών που ήδη υπήρχαν στην αγορά στις 14 Μαΐου του 2000 (εφεξής το «πρόγραμμα αναθεώρησης»).

(2)

Το Τemephos χαρακτηρίστηκε διαθέσιμο στην αγορά πριν από τις 14 Μαΐου του 2000 ως δραστική ουσία βιοκτόνων προϊόντων για σκοπούς άλλους από τους αναφερόμενους στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ) της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Δεν υποβλήθηκε φάκελος για την υποστήριξη της καταχώρισης του Τemephos στο παράρτημα I, IA ή IB της οδηγίας εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

(3)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2032/2003 της Επιτροπής (3), τα κράτη μέλη όφειλαν να ανακαλέσουν τις υφιστάμενες εγκρίσεις ή καταχωρίσεις για βιοκτόνα προϊόντα τα οποία περιέχουν Τemephos από την 1η Σεπτεμβρίου του 2006. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007 (εφεξής ο «κανονισμός»), δεν θα διατίθενται πλέον στην αγορά βιοκτόνα που περιέχουν Τemephos.

(4)

Το άρθρο 5 του κανονισμού καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού και τους όρους έγκρισης παρέκκλισης.

(5)

Με την απόφαση 2007/226/ΕΚ της Επιτροπής (4), η Επιτροπή χορήγησε την παρέκκλιση για βιοκτόνα που περιέχουν Τemephos, χρησιμοποιούμενα στην καταπολέμηση των κουνουπιών-φορέων στα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα. Η παρέκκλιση αυτή χορηγήθηκε για το χρονικό διάστημα έως τις 14 Μαΐου 2009.

(6)

Η Γαλλία υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση παράτασης της παρέκκλισης έως τις 14 Μαΐου 2010, συνοδευόμενη από στοιχεία που καταδείχνουν την ανάγκη να εξακολουθήσει η χρήση του Τemephos. Η Επιτροπή δημοσιοποίησε με ηλεκτρονικά μέσα την αίτηση της Γαλλίας στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Κατά τις 60 ημέρες του χρονικού διαστήματος δημόσιας διαβούλευσης δεν διατυπώθηκαν ενστάσεις με αντικείμενο αυτή την αίτηση.

(7)

Λαμβανομένης υπόψη της έκτασης των επιδημιών ασθενειών διαδιδόμενων από κουνούπια στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα, είναι σκόπιμο να εξακολουθήσει να επιτρέπεται η χρήση του Τemephos εκεί όπου η χρήση άλλων ουσιών ή βιοκτόνων δεν είναι αποτελεσματική. Δηλαδή, η εκ νέου παράταση της χρονικής περιόδου σταδιακής κατάργησης για την ουσία αυτή φαίνεται αναγκαία, ώστε να δοθεί η δυνατότητα υποκατάστασής της από άλλες κατάλληλες ουσίες,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007, η Γαλλία δικαιούται να διαθέτει στην αγορά βιοκτόνα προϊόντα που περιέχουν Τemephos (αριθ. EC 222-191-1· αριθ. CAS 3383-96-8) για την καταπολέμηση των κουνουπιών-φορέων στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα έως τις 14 Μαΐου 2010.

Άρθρο 2

1.   Κατά τη χορήγηση άδειας για τη διάθεση στην αγορά βιοκτόνων προϊόντων που περιέχουν Τemephos σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, η Γαλλία εξασφαλίζει την τήρηση των ακόλουθων προϋποθέσεων:

α)

η συνέχιση της χρήσης είναι δυνατή μόνο υπό τους όρους υπό τους οποίους τα προϊόντα που περιέχουν την ουσία εγκρίνονται για την προβλεπόμενη βασική χρήση·

β)

η συνέχιση της χρήσης γίνεται δεκτή μόνο στον βαθμό που δεν έχει απαράδεκτες επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή των ζώων ή στο περιβάλλον·

γ)

κατά την έγκριση επιβάλλεται η λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων περιορισμού των κινδύνων·

δ)

τα βιοκτόνα του είδους αυτού που παραμένουν στην αγορά μετά την 1η Σεπτεμβρίου 2006 επισημαίνονται εκ νέου, ώστε να πληρούν τους όρους περιορισμένης χρήσης·

ε)

ανάλογα με την περίπτωση, οι κάτοχοι των εγκρίσεων και η Γαλλία αναζητούν εναλλακτικές λύσεις για τις χρήσεις αυτές.

2.   Το αργότερο έως τις 14 Μαΐου 2010, η Γαλλία ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 και ειδικότερα σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου ε) της εν λόγω παραγράφου.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 14 Μαΐου 2009.

Για την Επιτροπή

Σταύρος ΔΉΜΑΣ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 325 της 11.12.2007, σ. 3.

(2)  ΕΕ L 123 της 24.4.1998, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 307 της 24.11.2003, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 97 της 12.4.2007, σ. 47.


ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/67


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Μαΐου 2009

σχετικά με την κανονιστική ρύθμιση των τελών τερματισμού σταθερών και κινητών επικοινωνιών στην ΕΕ

(2009/396/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (1), και ιδίως το άρθρο 19 παράγραφος 1,

Έπειτα από διαβούλευση με την επιτροπή επικοινωνιών,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, μεταξύ άλλων, συνεργαζόμενες μεταξύ τους και με την Επιτροπή, κατά διαφανή τρόπο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη συνεκτικής ρυθμιστικής πρακτικής. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης των περισσότερων από 850 σχεδίων μέτρων που έχουν κοινοποιηθεί δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, προέκυψε ότι συνεχίζουν να υφίστανται ανακολουθίες κατά την κανονιστική ρύθμιση των τελών τερματισμού φωνητικών κλήσεων.

(2)

Μολονότι στα περισσότερα κράτη μέλη προβλέπεται εν γένει κάποια μορφή κοστοστρέφειας, από χώρα σε χώρα επικρατεί απόκλιση στα μέτρα ελέγχου των τιμών. Εκτός από σημαντική διαφοροποίηση στα εργαλεία κοστολόγησης που επιλέγονται, υπάρχουν και διαφορετικές πρακτικές στην εφαρμογή των εν λόγω εργαλείων. Το γεγονός αυτό διευρύνει τη διασπορά μεταξύ τελών τερματισμού χονδρικής που ισχύουν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία μόνο εν μέρει μπορεί να εξηγηθεί από τις εθνικές ιδιαιτερότητες. Η ευρωπαϊκή ομάδα ρυθμιστικών αρχών (ERG) που ιδρύθηκε με την απόφαση 2002/627/ΕΚ της Επιτροπής (2) το αναγνωρίζει στην οικεία «Κοινή θέση σχετικά με συμμετρία των τελών τερματισμού κλήσεων σταθερών και τη συμμετρία των τελών κλήσεων τερματισμού κινητών». Οι ΕΡΑ έχουν επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, εγκρίνει υψηλότερα τέλη τερματισμού για μικρότερες επιχειρήσεις σταθερών ή κινητών επικοινωνιών, με την αιτιολογία ότι οι εν λόγω φορείς είναι νεοεισερχόμενοι στην αγορά και δεν έχουν επωφεληθεί από οικονομίες κλίμακας ή/και υπόκεινται σε διαφορετικές συνθήκες κόστους. Οι ασυμμετρίες αυτές υπάρχουν τόσο εντός όσο και εκατέρωθεν εθνικών συνόρων, μολονότι παρουσιάζουν βραδεία μείωση. Στην κοινή της θέση, η ERG αναγνώρισε ότι τα τέλη τερματισμού πρέπει κανονικά να είναι συμμετρικά και ότι για περιπτώσεις ασυμμετρίας απαιτείται επαρκής αιτιολόγηση.

(3)

Σημαντικές αποκλίσεις στη ρυθμιστική αντιμετώπιση των τελών τερματισμού σταθερών και κινητών προκαλούν θεμελιώδεις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Οι αγορές τερματισμού κλήσεων αντιστοιχούν σε κατάσταση αμφίδρομης πρόσβασης, όπου και οι δύο διασυνδεόμενοι φορείς εκμετάλλευσης τεκμαίρεται ότι ωφελούνται από τη ρύθμιση, αλλά καθώς οι εν λόγω φορείς είναι επίσης σε ανταγωνισμό μεταξύ τους για τους συνδρομητές, τα τέλη τερματισμού συνεπάγονται ενδεχομένως σημαντικό στρατηγικό και ανταγωνιστικό αντίκτυπο. Όταν τα τέλη τερματισμού ορίζονται πάνω από το αποδοτικό κόστος, προκύπτουν σημαντικές μεταβιβάσεις μεταξύ αγορών σταθερών και κινητών επικοινωνιών και των καταναλωτών. Επιπλέον, σε αγορές όπου οι φορείς εκμετάλλευσης διαθέτουν ασύμμετρα μερίδια αγοράς, το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει στην καταβολή σημαντικών ποσών από μικρότερους σε μεγαλύτερους ανταγωνιστές. Εξάλλου, το απόλυτο επίπεδο των τελών τερματισμού κλήσεων κινητών παραμένει υψηλό σε σειρά κρατών μελών σε σύγκριση με τα ισχύοντα σε διάφορες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς επίσης και σε σχέση με τέλη τερματισμού σταθερών γενικότερα, με αποτέλεσμα να συνεχίζονται τα υψηλά, αν και φθίνοντα επίπεδα τιμών για τους τελικούς καταναλωτές. Τα υψηλά τέλη τερματισμού τείνουν να οδηγούν σε υψηλές τιμές λιανικής για εξερχόμενες κλήσεις και αντίστοιχα χαμηλότερα ποσοστά χρήσης, υποβαθμίζοντας έτσι την ευημερία των καταναλωτών.

(4)

Η υφιστάμενη έλλειψη εναρμόνισης στην εφαρμογή αρχών λογιστικής κόστους σε αγορές τερματισμού φανερώνει την ανάγκη για κοινή προσέγγιση, η οποία θα παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και τα κατάλληλα κίνητρα για δυνητικούς επενδυτές, ενώ θα μειώσει επίσης το ρυθμιστικό φόρτο για τους υπάρχοντες φορείς εκμετάλλευσης που δραστηριοποιούνται σήμερα σε διάφορα κράτη μέλη. Ο στόχος της συνεκτικής ρύθμισης σε αγορές τερματισμού είναι σαφής και αναγνωρισμένος από τις ΕΡΑ και έχει επανειλημμένα αναφερθεί από την Επιτροπή στο πλαίσιο της αξιολόγησης του σχεδίου μέτρων του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ.

(5)

Ορισμένες διατάξεις του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτούν την υλοποίηση απαραίτητων και κατάλληλων μηχανισμών λογιστικής κόστους και υποχρεώσεις ελέγχου τιμών, και συγκεκριμένα των άρθρων 9, 11 και 13 σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη αριθ. 20 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (3).

(6)

Η σύσταση 2005/698/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τα συστήματα λογιστικού διαχωρισμού και κοστολόγησης με βάση το κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (4), αποτέλεσε το πλαίσιο για τη συνεπή εφαρμογή των επιμέρους διατάξεων που αφορούν κόστος και λογιστικό διαχωρισμό, με σκοπό τη βελτίωση της διαφάνειας των ρυθμιστικών συστημάτων λογιστικής, των μεθοδολογιών, των διαδικασιών ανεξάρτητου ελέγχου και υποβολής εκθέσεων προς όφελος όλων των εμπλεκομένων μερών.

(7)

Ο τερματισμός φωνητικών κλήσεων χονδρικής είναι η υπηρεσία που απαιτείται για τερματισμό κλήσεων προς καλούμενες θέσεις (σε σταθερά δίκτυα) ή συνδρομητές (σε κινητά δίκτυα). Το σύστημα χρέωσης στην ΕΕ βασίζεται στο σύστημα χρέωσης δικτύου καλούντος, που σημαίνει ότι το τέλος τερματισμού καθορίζεται από το δίκτυο του καλούντος και καταβάλλεται από το δίκτυο του καλούντος. Ο καλούμενος δεν χρεώνεται για την υπηρεσία αυτή και γενικά δεν έχει κίνητρο να αντιδράσει στο τέλος τερματισμού που καθορίζει ο πάροχος του δικτύου του. Στο πλαίσιο αυτό, η υπερβολική τιμολόγηση είναι το κύριο μέλημα των ρυθμιστικών αρχών. Οι υψηλές τιμές τερματισμού τελικά ανακτώνται μέσω υψηλότερων τελών κλήσεων για τους τελικούς χρήστες. Λαμβανομένου υπόψη του αμφίδρομου χαρακτήρα των αγορών τερματισμού, είναι δυνατόν να προκύψουν περαιτέρω προβλήματα ανταγωνισμού, όπως διεπιδοτήσεις μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης. Αυτά τα δυνητικά προβλήματα ανταγωνισμού είναι κοινά στις αγορές τερματισμού, τόσο σταθερών όσο και κινητών. Ως εκ τούτου, υπό το φως της ικανότητας και των κινήτρων των φορέων εκμετάλλευσης τερματισμού να αυξήσουν τις τιμές σημαντικά πάνω από το κόστος, η κοστοστρέφεια θεωρείται η καταλληλότερη μεσοπρόθεσμη αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Στην αιτιολογική σκέψη αριθ. 20 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ σημειώνεται ότι η μέθοδος ανάκτησης του κόστους πρέπει να ενδείκνυται στις συγκεκριμένες συνθήκες. Λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αγοράς τερματισμού κλήσεων και τα συναφή μελήματα ανταγωνισμού και διανομής, η Επιτροπή έχει προ πολλού αναγνωρίσει ότι ο καθορισμός κοινής προσέγγισης, βασισμένης σε αποδοτικό πρότυπο κόστους και στην εφαρμογή συμμετρικών τελών τερματισμού, θα προαγάγει την αποτελεσματικότητα, τον αειφόρο ανταγωνισμό και θα μεγιστοποιήσει τα οφέλη των καταναλωτών από άποψη τιμών και προσφοράς υπηρεσιών.

(8)

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία και τις επιμέρους οδηγίες, ιδίως εκείνων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τη σκοπιμότητα τεχνολογικά ουδέτερων κανονισμών. Το άρθρο 8 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ απαιτεί επίσης από τις ΕΡΑ να προωθήσουν τον ανταγωνισμό, μεταξύ άλλων εξασφαλίζοντας ότι όλοι οι χρήστες αποκομίζουν το μέγιστο όφελος όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα των υπηρεσιών και ότι δεν υπάρχει στρέβλωση ούτε περιορισμός του ανταγωνισμού. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, καθώς και συνεπούς εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη, τα ρυθμιζόμενα τέλη τερματισμού πρέπει το ταχύτερο δυνατό να φτάσουν στο κόστος ενός αποδοτικού φορέα εκμετάλλευσης.

(9)

Σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι φορείς εκμετάλλευσης αναμένεται να ανταγωνίζονται με βάση τις τρέχουσες δαπάνες και να μην αποζημιώνονται για δαπάνες που οφείλονται σε ανεπάρκεια. Στα τρέχοντα στοιχεία κόστους πρέπει επομένως να προσαρμοστούν ιστορικά στοιχεία κόστους, ώστε να αντανακλάται το κόστος ενός αποδοτικού φορέα εκμετάλλευσης που χρησιμοποιεί σύγχρονη τεχνολογία.

(10)

Οι φορείς εκμετάλλευσης που αποζημιώνονται για πραγματικά έξοδα τερματισμού δεν διαθέτουν κίνητρο για αύξηση της απόδοσης. Η εφαρμογή μιας μεθόδου από τα κάτω προς τα επάνω συμβαδίζει με την έννοια της ανάπτυξης ενός δικτύου για έναν αποδοτικό φορέα εκμετάλλευσης, με την οποία δημιουργείται ένα οικονομικό/τεχνολογικό μοντέλο αποδοτικού δικτύου βάσει του τρέχοντος κόστους. Αντικατοπτρίζει την απαιτούμενη ποσότητα εξοπλισμού και όχι την πράγματι παρεχόμενη και παρακάμπτει το ιστορικό κόστος.

(11)

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ένα μοντέλο από τα κάτω προς τα επάνω βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε παράγωγα δεδομένα, π.χ. το κόστος του δικτύου υπολογίζεται με βάση πληροφορίες από τους προμηθευτές εξοπλισμού, οι ρυθμιστικές αρχές μπορεί να επιθυμούν να συμβιβάσουν τα αποτελέσματα ενός μοντέλου από τα κάτω προς τα επάνω με τα αποτελέσματα ενός μοντέλου από τα επάνω προς τα κάτω, με στόχο τα μέγιστα δυνατά αποτελέσματα για να αποφευχθούν μεγάλες διαφορές στο κόστος λειτουργίας, το κεφαλαιουχικό κόστος και την κατανομή του κόστους ανάμεσα σε έναν υποθετικό και ένα πραγματικό φορέα εκμετάλλευσης. Για τον εντοπισμό πιθανών ελλείψεων και τη βελτίωση του μοντέλου από τα κάτω προς τα επάνω, όπως η ασυμμετρία πληροφοριών, η ΕΡΑ μπορεί να συγκρίνει τα αποτελέσματα της προσέγγισης από τα κάτω προς τα επάνω με εκείνα που προκύπτουν από την αντίστοιχη του μοντέλου από τα επάνω προς τα κάτω, στο οποίο χρησιμοποιούνται δεδομένα που έχουν υποβληθεί σε ανεξάρτητο έλεγχο.

(12)

Το μοντέλο κόστους πρέπει να βασίζεται στις αποδοτικές τεχνολογικές επιλογές που είναι διαθέσιμες μέσα στο χρονοδιάγραμμα του μοντέλου, στο βαθμό που μπορούν να εντοπιστούν. Κατά συνέπεια, ένα μοντέλο από τα κάτω προς τα επάνω που κατασκευάζεται σήμερα θα μπορούσε καταρχήν να βασίζεται στη υπόθεση ότι το βασικό δίκτυο για σταθερά δίκτυα επόμενης γενιάς στηρίζεται σε δίκτυο νέας γενιάς (NGN). Το μοντέλο από τα κάτω προς τα επάνω για δίκτυα κινητής τηλεφωνίας πρέπει να βασίζεται σε συνδυασμό τεχνολογίας δεύτερης και τρίτης γενιάς (2G και 3G) στο μέρος πρόσβασης του δικτύου, αντανακλώντας την αναμενόμενη κατάσταση, ενώ το βασικό μέρος μπορεί να θεωρηθεί ότι στηρίζεται σε NGN.

(13)

Λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των αγορών τερματισμού κλήσεων, το κόστος των υπηρεσιών τερματισμού πρέπει να υπολογίζεται με βάση το μελλοντικό μακροπρόθεσμο οριακό κόστος (LRIC). Σε ένα μοντέλο LRIC, όλες οι δαπάνες καθίστανται μεταβλητές, καθώς δε είναι δεδομένο ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία μακροπρόθεσμα αντικαθίστανται, η επιβολή τελών με βάση το LRIC επιτρέπει αποτελεσματική ανάκτηση του κόστους. Τα μοντέλα LRIC περιλαμβάνουν μόνο τις δαπάνες εκείνες που οφείλονται σε ορισμένη πρόσθετη παροχή. Μια προσέγγιση οριακού κόστος, η οποία λαμβάνει υπόψη μόνο αποδοτικές δαπάνες που δεν θα προέκυπταν, εάν η υπηρεσία που συνεπάγεται την πρόσθετη παροχή δεν παρεχόταν πλέον (δηλαδή κόστος που θα μπορούσε να αποφευχθεί), προωθεί την αποδοτική παραγωγή και κατανάλωση, ελαχιστοποιώντας το δυνητικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Όσο απομακρύνονται τα τέλη τερματισμού από το οριακό κόστος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ σταθερών και κινητών αγορών ή/και μεταξύ φορέων με ασύμμετρα μερίδια αγοράς και ροές κυκλοφορίας. Είναι δικαιολογημένη επομένως η εφαρμογή μιας γνήσιας μεθόδου LRIC, κατά την οποία η σχετική πρόσθετη παροχή είναι η υπηρεσία τερματισμού κλήσεων χονδρικής που περιλαμβάνει μόνο το κόστος που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Η προσέγγιση LRIC θα καθιστούσε επίσης δυνατή την ανάκτηση όλων των σταθερών και μεταβλητών εξόδων (καθώς τα σταθερά έξοδα θεωρείται ότι μακροπρόθεσμα θα καταστούν μεταβλητά) που είναι πρόσθετα στην παροχή των χονδρικών υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων και έτσι θα διευκόλυνε την αποτελεσματική ανάκτηση του κόστους.

(14)

Το κόστος που μπορεί να αποφευχθεί είναι η διαφορά μεταξύ του αναγνωρισμένου συνολικού μακροπρόθεσμου κόστους ενός φορέα εκμετάλλευσης που παρέχει το πλήρες φάσμα των υπηρεσιών και του αναγνωρισμένου συνολικού μακροπρόθεσμου κόστους του εν λόγω φορέα που παρέχει το πλήρες φάσμα των υπηρεσιών εκτός από τη χονδρική παροχή υπηρεσίας τερματισμού κλήσεων σε τρίτους (δηλαδή το αυτοτελές κόστος ενός φορέα που δεν προσφέρει τερματισμό κλήσεων σε τρίτους). Για να εξασφαλιστεί ορθή κατανομή του κόστους, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εν λόγω δαπανών που σχετίζονται με την κίνηση, δηλαδή με όλο το σταθερό και μεταβλητό κόστος που μεγεθύνεται με την αύξηση των επιπέδων της κίνησης, και των δαπανών που δεν σχετίζονται με την κίνηση, δηλαδή με όλο το κόστος που δεν μεγεθύνεται με την αύξηση των επιπέδων της κίνησης. Για να προσδιοριστεί το κόστος που μπορεί να αποφευχθεί, το οποίο αφορά τον τερματισμό κλήσεων χονδρικής, πρέπει να αγνοηθούν δαπάνες που δεν σχετίζονται με την κίνηση. Στη συνέχεια, μπορεί να είναι σκόπιμο να αποδοθούν δαπάνες που σχετίζονται με την κίνηση καταρχάς σε άλλες υπηρεσίες (π.χ. εκκίνησης κλήσεων, SMS, MMS, ευρυζωνικές, μισθωμένων γραμμών, κ.λπ.) και ο τερματισμός φωνητικών κλήσεων χονδρικής να είναι η τελευταία υπηρεσία που θα ληφθεί υπόψη. Η δαπάνη που διατίθεται για την υπηρεσία τερματισμού κλήσεων χονδρικής μπορεί επομένως να φτάσει μόνο το πρόσθετο κόστος που προκύπτει για την παροχή της υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, κοστολόγηση με βάση προσέγγιση LRIC για υπηρεσίες τερματισμού κλήσεων χονδρικής σε αγορές σταθερών και κινητών επικοινωνιών αναμένεται ότι θα επιτρέπουν την ανάκτηση μόνο του κόστους που μπορεί να αποφευχθεί εάν μια υπηρεσία τερματισμού κλήσεων χονδρικής δεν παρεχόταν πλέον σε τρίτους.

(15)

Προκύπτει ότι ο τερματισμός κλήσεων είναι μια υπηρεσία η οποία αποφέρει οφέλη στον καλούντα και στον καλούμενο (εάν ο παραλήπτης δεν είχε όφελος δεν θα δεχόταν την κλήση), γεγονός το οποίο με τη σειρά του υποδηλώνει ότι και τα δύο μέρη συμμετέχουν στη δημιουργία κόστους. Η χρήση αρχών αιτιακής συνάφειας του κόστους για τον καθορισμό κοστοστρεφών τιμών υποδεικνύει ότι ο δημιουργός του κόστους πρέπει να επωμιστεί αυτές τις δαπάνες. Αναγνωρίζοντας τον αμφίπλευρο χαρακτήρα των αγορών τερματισμού κλήσεων, όπου το κόστος προκύπτει και από τις δύο πλευρές, δεν πρέπει όλες οι σχετικές δαπάνες να ανακτηθούν μέσω των τελών τερματισμού χονδρικής που υπόκεινται σε κανονιστική ρύθμιση. Ωστόσο, για τους σκοπούς της παρούσας σύστασης, το σύνολο του κόστους που μπορεί να αποφευχθεί για την παροχή της υπηρεσίας τερματισμού κλήσεων χονδρικής μπορεί να ανακτηθεί μέσω του τέλους χονδρικής, δηλαδή όλες οι κοινές αυτές δαπάνες που αυξάνονται ανταποκρινόμενες σε αύξηση της κίνησης τερματισμού χονδρικής.

(16)

Κατά τον καθορισμό τελών τερματισμού, κάθε απόκλιση από το εκάστοτε αποδοτικό επίπεδο κόστους πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικές διαφορές κόστους που διαφεύγουν του ελέγχου των φορέων εκμετάλλευσης. Σε σταθερά δίκτυα δεν έχουν εντοπιστεί τέτοιες αντικειμενικές διαφορές κόστους εκτός ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης. Σε δίκτυα κινητής τηλεφωνίας η άνιση εκχώρηση ραδιοφάσματος μπορεί να θεωρηθεί εξωγενής παράγοντας που επιφέρει διαφορές ανά μονάδα κόστους μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης κινητών επικοινωνιών. Εξωγενείς διαφορές κόστους μπορεί να προκύψουν όπου η εκχώρηση ραδιοφάσματος δεν έχει πραγματοποιηθεί με τη χρήση μηχανισμών της αγοράς, αλλά με βάση διαδοχική διαδικασία αδειοδότησης. Εφόσον η εκχώρηση ραδιοφάσματος γίνεται μέσα από μηχανισμό της αγοράς, όπως η δημοπρασία, ή όπου υπάρχει δευτερογενής αγορά, διαφορές κόστους που οφείλονται στη συχνότητα καθορίζονται περισσότερο από ενδογενείς παράγοντες και μάλλον είναι σημαντικά μειωμένες ή έχουν εκμηδενιστεί.

(17)

Οι νεοεισερχόμενοι σε αγορές κινητών επικοινωνιών μπορεί να υπόκεινται σε υψηλότερο κόστος ανά μονάδα για μια μεταβατική περίοδο προτού επιτευχθεί η ελάχιστη αποδοτική κλίμακα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ΕΡΑ μπορούν, αφού διαπιστωθεί ότι στην αγορά λιανικής υφίστανται εμπόδια για την είσοδο στην αγορά και την επέκταση, να τους επιτρέψουν να ανακτήσουν το αυξημένο οριακό κόστος τους σε σύγκριση με το αντίστοιχο ενός υποδείγματος φορέα εκμετάλλευσης για μεταβατική περίοδο έως και τεσσάρων ετών από την είσοδο στην αγορά. Λαμβανομένης υπόψη της κοινής θέσης της ERG, είναι εύλογο να προβλέπεται τετραετές χρονικό διάστημα για σταδιακή κατάργηση των ασυμμετριών, με βάση την εκτίμηση ότι στην αγορά κινητής τηλεφωνίας αναμένεται να απαιτηθούν τρία έως τέσσερα χρόνια μετά την είσοδο έως ότου επιτευχθεί μερίδιο αγοράς μεταξύ 15 και 20 %, υπερβαίνοντας έτσι το ύψος της ελάχιστης αποδοτικής κλίμακας. Αυτό διαφέρει από την κατάσταση για τους νεοεισερχόμενους σε σταθερές αγορές, οι οποίοι έχουν την ευκαιρία για επίτευξη χαμηλού κόστους μονάδας εστιάζοντας τα δίκτυά τους σε διαδρομές υψηλής πυκνότητας σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές ή/και με την ενοικίαση σχετικών εισροών από το δίκτυο των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης.

(18)

Προτιμητέα προσέγγιση ως προς τη μέθοδο απόσβεσης είναι αυτή που αντανακλά την οικονομική αξία ενός περιουσιακού στοιχείου. Αν, ωστόσο, δεν είναι εφικτή η ανάπτυξη ενός αξιόπιστου οικονομικού μοντέλου απόσβεσης, είναι πιθανές και άλλες μέθοδοι, συμπεριλαμβανομένων της σταθερής απόσβεσης, του συνυπολογισμού του τεκμαρτού τόκου (annuities) και της μη γραμμικής μεθόδου (tilted annuities). Το κριτήριο για την επιλογή μεταξύ των εναλλακτικών μεθόδων είναι ο βαθμός πιθανής προσέγγισης ενός οικονομικού μέτρου απόσβεσης. Έτσι, αν δεν είναι εφικτή η ανάπτυξη ενός αξιόπιστου οικονομικού μοντέλου απόσβεσης, τα χαρακτηριστικά απόσβεσης κάθε μείζονος περιουσιακού στοιχείου στο μοντέλο από τα κάτω προς τα επάνω πρέπει να εξετάζονται ξεχωριστά, και να επιλέγεται η προσέγγιση η οποία θα αντιστοιχεί σε χαρακτηριστικά απόσβεσης παρόμοια με αυτά της οικονομικής απόσβεσης.

(19)

Όσον αφορά την αποδοτική τάξη μεγέθους, εφαρμόζονται διαφορετικές εκτιμήσεις σε αγορές σταθερών και κινητών. Η επίτευξη της εκάστοτε ελάχιστης αποδοτικής κλίμακας στους τομείς της σταθερής και της κινητής τηλεφωνίας εξαρτάται από τα διάφορα ρυθμιστικά και εμπορικά περιβάλλοντα.

(20)

Κατά την κανονιστική ρύθμιση των χονδρικών τελών τερματισμού, οι ΕΡΑ, δεν πρέπει να αποκλείουν ούτε να απαγορεύουν σε φορείς εκμετάλλευσης μελλοντική επιλογή εναλλακτικών διευθετήσεων για την ανταλλαγή κίνησης τερματισμού, στο βαθμό που οι διευθετήσεις αυτές είναι συμβατές με την ανταγωνιστική αγορά.

(21)

Μια μεταβατική περίοδος έως την 31η Δεκεμβρίου 2012 θεωρείται επαρκής ώστε οι ΕΡΑ να εισαγάγουν το μοντέλο κόστους και οι φορείς εκμετάλλευσης να προσαρμόσουν αναλόγως τα επιχειρηματικά τους σχέδια, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την επιτακτική ανάγκη να εξασφαλιστεί για τους καταναλωτές το μέγιστο όφελος όσον αφορά αποδοτικά κοστοστρεφή τέλη τερματισμού.

(22)

Όσον αφορά τις ΕΡΑ που διαθέτουν περιορισμένους πόρους, ενδέχεται να απαιτηθεί κατ’ εξαίρεση πρόσθετη μεταβατική περίοδος για την προετοιμασία του συνιστώμενου μοντέλου κόστους. Στις περιπτώσεις αυτές, εφόσον μια ΕΡΑ είναι σε θέση να αποδείξει ότι μια μέθοδος (π.χ. συγκριτική αξιολόγηση), διαφορετική από το μοντέλο LRIC από τα κάτω προς τα επάνω με βάση τις τρέχουσες δαπάνες, συνεπάγεται αποτελέσματα που συμβαδίζουν με την παρούσα σύσταση και παράγει αποδοτικά αποτελέσματα συμβατά με τα αντίστοιχα σε μιαν ανταγωνιστική αγορά, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο καθορισμού μεταβατικών τιμών βασισμένων σε εναλλακτική προσέγγιση, έως την 1η Ιουλίου 2014. Σε περίπτωση που θα ήταν αντικειμενικά δυσανάλογο για τις ΕΡΑ που διαθέτουν περιορισμένους πόρους να εφαρμόσουν τη συνιστώμενη μέθοδο κοστολόγησης ύστερα από την ημερομηνία αυτή, οι εν λόγω ΕΡΑ μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν εναλλακτική μεθοδολογία έως την ημερομηνία επανεξέτασης της παρούσας σύστασης, εκτός αν ο φορέας που συστάθηκε για τη συνεργασία μεταξύ των ΕΡΑ και η Επιτροπή, περιλαμβανομένων και των συναφών ομάδων εργασίας του, παρέχει επαρκή πρακτική υποστήριξη και καθοδήγηση για την υπέρβαση αυτού του περιορισμού των πόρων και, ιδίως, του κόστους υλοποίησης της συνιστώμενης μεθοδολογίας. Κάθε τέτοιο αποτέλεσμα που προκύπτει από εναλλακτικές τεχνολογίες δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέσο όρο των τελών τερματισμού που καθορίζονται από τις ΕΡΑ που εφαρμόζουν τη συνιστώμενη μέθοδο κοστολόγησης.

(23)

Η παρούσα σύσταση αποτέλεσε αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης.

ΣΥΝΙΣΤΑ:

1.

Κατά την επιβολή υποχρεώσεων ελέγχου τιμών και κοστολόγησης, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ σχετικά με τους φορείς εκμετάλλευσης που ορίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) ως διαθέτοντες σημαντική ισχύ στην αγορά στις αγορές φωνητικών κλήσεων χονδρικής σε μεμονωμένα δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα (στο εξής «αγορές τερματισμού σταθερών και κινητών»), έπειτα από ανάλυση αγοράς που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, οι ΕΡΑ πρέπει να καθορίζουν τέλη τερματισμού με βάση τις δαπάνες ενός αποδοτικού φορέα εκμετάλλευσης. Τούτο συνεπάγεται ότι θα είναι επίσης συμμετρικά. Οι ΕΡΑ πρέπει εν προκειμένω να προχωρήσουν με τον τρόπο που ορίζεται παρακάτω.

2.

Συνιστάται η αξιολόγηση των αποδοτικών δαπανών να βασίζεται σε τρέχον κόστος και στη χρήση προσέγγισης από τα κάτω προς τα επάνω με μοντέλα μακροπρόθεσμου οριακού κόστους (LRIC) ως σχετική μέθοδο κόστους.

3.

Οι ΕΡΑ μπορούν να συγκρίνουν τα αποτελέσματα της μεθόδου ενός μοντέλου από τα κάτω προς τα επάνω με εκείνα που προκύπτουν από μοντέλο από τα επάνω προς τα κάτω, το οποίο χρησιμοποιεί δεδομένα που έχουν υποβληθεί σε ανεξάρτητο έλεγχο, για επαλήθευση και βελτίωση της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων και για την πραγματοποίηση ανάλογων προσαρμογών.

4.

Το μοντέλο κόστους πρέπει να βασίζεται σε αποδοτικές τεχνολογίες διαθέσιμες κατά το χρονικό διάστημα που προβλέπεται για το μοντέλο. Κατά συνέπεια το κεντρικό τμήμα των σταθερών και των κινητών δικτύων θα μπορούσε καταρχήν να βασίζεται σε δίκτυο επόμενης γενιάς (NGN). Το τμήμα των δικτύων κινητής τηλεφωνίας που αφορά την πρόσβαση πρέπει επίσης να βασίζεται σε συνδυασμό τηλεφωνίας δεύτερης και τρίτης γενιάς (2G και 3G).

5.

Οι διάφορες κατηγορίες δαπανών που αναφέρονται στην παρούσα θα πρέπει να ορίζονται ως εξής:

α)

«Οριακό κόστος» είναι εκείνο που μπορεί να αποφευχθεί, εφόσον δεν παρέχεται πλέον μια συγκεκριμένη πρόσθετη παροχή (γνωστό ως κόστος που μπορεί να αποφευχθεί)·

β)

«Δαπάνες που σχετίζονται με την κίνηση» είναι όλες οι σταθερές και μεταβλητές δαπάνες που αυξάνονται με την αύξηση των επιπέδων κίνησης.

6.

Εντός του μοντέλου LRIC, η σχετική πρόσθετη παροχή πρέπει να οριστεί ως υπηρεσία τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής που παρέχεται σε τρίτους. Τούτο συνεπάγεται ότι κατά την αξιολόγηση του οριακού κόστους οι ΕΡΑ πρέπει να καθορίσουν τη διαφορά μεταξύ του συνολικού μακροπρόθεσμου κόστους ενός φορέα εκμετάλλευσης που παρέχει το πλήρες φάσμα των υπηρεσιών και το συνολικό μακροπρόθεσμο κόστος του εν λόγω φορέα σε περίπτωση μη παροχής σε τρίτους της υπηρεσίας τερματισμού κλήσεων χονδρικής. Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ δαπανών που σχετίζονται και δαπανών που δεν σχετίζονται με την κίνηση, από τις οποίες οι τελευταίες δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό των τελών τερματισμού χονδρικής. Η συνιστώμενη προσέγγιση για τον προσδιορισμό του σχετικού οριακού κόστους θα ήταν να αποδοθούν οι δαπάνες που συνδέονται με την κυκλοφορία καταρχάς με υπηρεσίες εκτός των υπηρεσιών τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής, με τελικό καταλογισμό στην υπηρεσία τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής μόνο του εναπομένοντος κόστους που σχετίζεται με την κίνηση. Τούτο συνεπάγεται ότι στις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες τερματισμού φωνητικών κλήσεων λογίζεται μόνο το κόστος που θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν η υπηρεσία τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής δεν παρεχόταν πλέον σε τρίτους. Οι εφαρμοστέες αρχές για τον υπολογισμό της υπηρεσίας τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής σε σταθερά και κινητά δίκτυα τερματισμού αντίστοιχα εξετάζονται περαιτέρω στο παράρτημα.

7.

Η προτεινόμενη προσέγγιση για την απόσβεση περιουσιακών στοιχείων είναι η οικονομική απόσβεση, όπου αυτό είναι εφικτό.

8.

Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την ενδεδειγμένη αποδοτική τάξη μεγέθους του φορέα εκμετάλλευσης του μοντέλου, πρέπει οι ΕΡΑ να λαμβάνουν υπόψη τις αρχές για τον καθορισμό της ενδεδειγμένης αποδοτικής τάξης μεγέθους σε δίκτυα τερματισμού σταθερών και κινητών επικοινωνιών, όπως ορίζεται στο παράρτημα.

9.

Κάθε προσδιορισμός αποδοτικών επιπέδων κόστους που αποκλίνει από τις αρχές που προαναφέρθηκαν πρέπει να αιτιολογείται από αντικειμενικές διαφορές κόστους, οι οποίες είναι εκτός του ελέγχου των οικείων φορέων. Τέτοιες αντικειμενικές διαφορές κόστους μπορεί να προκύψουν σε αγορές τερματισμού κινητών επικοινωνιών λόγω άνισης εκχώρησης ραδιοφάσματος. Στο βαθμό που η απόκτηση επιπλέον ραδιοφάσματος για παροχή τερματισμού κλήσεων χονδρικής περιλαμβάνεται στο μοντέλο κόστους, οι ΕΡΑ πρέπει να αναθεωρούν τακτικά κάθε αντικειμενική διαφορά κόστους, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, εάν είναι πιθανή μελλοντικά η διάθεση πρόσθετου ραδιοφάσματος με αγοραίες διαδικασίες εκχώρησης, ώστε να εκμηδενιστούν ενδεχόμενες διαφορές κόστους που προκύπτουν από τις υπάρχουσες εκχωρήσεις, ή εάν αυτό το σχετικό μειονέκτημα για το κόστος θα μειώνεται με την πάροδο του χρόνου όσο θα αυξάνεται το μερίδιο των νεοεισερχόμενων.

10.

Σε περίπτωση που μπορεί να αποδειχθεί ότι ένας νεοεισερχόμενος φορέας κινητών επικοινωνιών που λειτουργεί κάτω από την ελάχιστη αποδοτική κλίμακα πραγματοποιεί οριακό κόστος ανά μονάδα που είναι υψηλότερο από το οριακό κόστος του υποδείγματος φορέα εκμετάλλευσης, οι ΕΡΑ μπορούν, αφού διαπιστωθεί ότι στην αγορά λιανικής υφίστανται εμπόδια για την είσοδο στην αγορά και την επέκταση, να τους επιτρέψουν να επιτρέψουν την ανάκτηση του εν λόγω υψηλότερου κόστους κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου μέσω ρυθμιζόμενων τελών τερματισμού. Κάθε τέτοια περίοδος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη ύστερα από την είσοδο στην αγορά.

11.

Η παρούσα σύσταση δεν θίγει τις προηγούμενες αποφάσεις κανονιστικής ρύθμισης που έχουν ληφθεί από τις ΕΡΑ σχετικά με τα θέματα που εγείρονται στο παρόν έγγραφο. Μολοντούτο, οι ΕΡΑ πρέπει να εξασφαλίσουν ότι τα τέλη τερματισμού θα εφαρμόζονται κατά οικονομικά αποδοτικό τρόπο και συμμετρικά το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2012, με την επιφύλαξη τυχόν αντικειμενικών διαφορών κόστους που προσδιορίζονται σύμφωνα με τα σημεία 9 και 10.

12.

Σε εξαιρετικές περιστάσεις εφόσον μια ΕΡΑ, ιδίως εξαιτίας περιορισμένων πόρων, δεν είναι σε θέση να ολοκληρώσει το συνιστώμενο μοντέλο κόστους εγκαίρως και εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει ότι μια άλλη μέθοδος, εκτός του μοντέλου LRIC από τα κάτω προς τα επάνω, η οποία βασίζεται στις τρέχουσες δαπάνες, παράγει αποτελέσματα συμβατά με την παρούσα σύσταση και αποδοτικά σε μια ανταγωνιστική αγορά, η ΕΡΑ μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο καθορισμού ενδιάμεσων τιμών βάσει εναλλακτικής προσέγγισης έως την 1η Ιουλίου 2014. Σε περίπτωση που θα ήταν αντικειμενικά δυσανάλογο για τις ΕΡΑ που διαθέτουν περιορισμένους πόρους να εφαρμόσουν τη συνιστώμενη μέθοδο κοστολόγησης ύστερα από την ημερομηνία αυτή, οι εν λόγω ΕΡΑ μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν εναλλακτική μεθοδολογία έως την ημερομηνία επανεξέτασης της παρούσας σύστασης, εκτός αν ο φορέας που συστάθηκε για τη συνεργασία μεταξύ των ΕΡΑ και η Επιτροπή, περιλαμβανομένων και των συναφών ομάδων εργασίας του, παρέχει επαρκή πρακτική υποστήριξη και καθοδήγηση για την υπέρβαση αυτού του περιορισμού των πόρων και, ιδίως, το κόστος υλοποίησης της συνιστώμενης μεθοδολογίας. Κάθε τέτοιο αποτέλεσμα που προκύπτει από εναλλακτικές τεχνολογίες δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέσο όρο των τελών τερματισμού, τα οποία καθορίζονται από τις ΕΡΑ που εφαρμόζουν τη συνιστώμενη μέθοδο κοστολόγησης.

13.

Η παρούσα σύσταση θα επανεξεταστεί το αργότερο τέσσερα έτη από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

14.

Η παρούσα σύσταση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 7 Μαΐου 2009.

Για την Επιτροπή

Viviane REDING

Μέλος της Επιτροπής


(1)  EE L 108 της 24.4.2002, σ. 33.

(2)  ΕΕ L 200 της 30.7.2002, σ. 38.

(3)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 7.

(4)  ΕΕ L 266 της 11.10.2005, σ. 64.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αρχές για τον υπολογισμό των τελών τερματισμού χονδρικής σε σταθερά δίκτυα

Το σχετικό οριακό κόστος (δηλαδή το κόστος που μπορεί να αποφευχθεί) της υπηρεσίας τερματισμού κλήσεων χονδρικής είναι η διαφορά μεταξύ του συνολικού μακροπρόθεσμου κόστους ενός φορέα εκμετάλλευσης που παρέχει το πλήρες φάσμα των υπηρεσιών του και του συνολικού μακροπρόθεσμου κόστους του εν λόγω φορέα χωρίς παροχή υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων χονδρικής σε τρίτους.

Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των δαπανών που είναι σχετικές με την κίνηση και εκείνων που είναι ανεξάρτητες από αυτήν, ώστε να εξασφαλιστεί κατάλληλη κατανομή των εν λόγω δαπανών. Το κόστος που δεν σχετίζεται με την κίνηση δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό των τελών τερματισμού χονδρικής. Από τις δαπάνες που σχετίζονται με την κίνηση, μόνο οι δαπάνες οι οποίες θα αποφεύγονταν σε περίπτωση μη παροχής υπηρεσίας τερματισμού κλήσεων χονδρικής λογίζονται στη σχετική πρόσθετη παροχή τερματισμού. Αυτές οι δαπάνες που μπορούν να αποφευχθούν μπορούν να υπολογίζονται κατανέμοντας καταρχάς τις σχετικές με την κίνηση δαπάνες σε υπηρεσίες εκτός τερματισμού κλήσεων χονδρικής (π.χ. εκκίνηση κλήσεων, υπηρεσίες δεδομένων, IPTV, κ.λπ.), ενώ μόνο το υπόλοιπο κόστος των δαπανών που είναι σχετικές με την κίνηση θα κατανεμηθεί στην υπηρεσία τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής.

Το προεπιλεγμένο σημείο οριοθέτησης μεταξύ των δαπανών που είναι σχετικές με την κίνηση και εκείνων που είναι ανεξάρτητες από αυτήν, βρίσκεται κατά κανόνα εκεί όπου εμφανίζεται το πρώτο σημείο συγκέντρωσης της κίνησης. Σε ένα δίκτυο PSTN τούτο συνήθως θεωρείται ότι είναι η ανάντη πλευρά της κάρτας γραμμής στον (απομακρυσμένο) συγκεντρωτή. Το ευρυζωνικό ισοδύναμο των NGN είναι η κάρτα γραμμής στον DSLAM/MSAN (1). Εφόσον ο DSLAM/MSAN βρίσκεται σε ερμάριο οδού, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο προηγούμενος βρόχος μεταξύ του ερμαρίου και του κέντρου/MDF είναι μεριζόμενο μέσο και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος της κατηγορίας κόστους που είναι σχετική με την κίνηση, περίπτωση κατά την οποία το σημείο οριοθέτησης σχετικό/ανεξάρτητο από την κίνηση θα εντοπίζεται στο ερμάριο οδού. Αν στην υπηρεσία τερματισμού φωνητικών κλήσεων κατανέμεται αποκλειστική χωρητικότητα, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία, τότε το σημείο οριοθέτησης παραμένει στο επίπεδο του (απομακρυσμένου) συγκεντρωτή.

Σύμφωνα με την προσέγγιση που περιγράφεται παραπάνω, στα παραδείγματα του κόστους που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην πρόσθετη παροχή υπηρεσίας τερματισμού θα περιλαμβάνονται πρόσθετη χωρητικότητα δικτύου που απαιτείται για την μεταφορά επιπλέον κίνησης τερματισμού χονδρικής (π.χ. πρόσθετη υποδομή δικτύου στο βαθμό που υπαγορεύεται από την ανάγκη αύξησης της χωρητικότητας για σκοπούς μεταφοράς της επιπλέον κίνησης τερματισμού χονδρικής), καθώς και πρόσθετες εμπορικές δαπάνες χονδρικής που σχετίζονται άμεσα με την παροχή της υπηρεσίας τερματισμού χονδρικής σε τρίτους.

Για να προσδιοριστεί η αποδοτική κλίμακα μεγέθους ενός φορέα εκμετάλλευσης για τους σκοπούς του μοντέλου κόστους, πρέπει οι ΕΡΑ να λάβουν υπόψη ότι, σε σταθερά δίκτυα, οι φορείς εκμετάλλευσης έχουν την ευκαιρία να δημιουργήσουν δικά τους δίκτυα σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και να επικεντρώσουν σε διαδρομές υψηλής πυκνότητας ή/και να μισθώσουν σχετική χωρητικότητα από το δίκτυο των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης. Κατά τον καθορισμό της ενιαίας αποδοτικής κλίμακας για το υπόδειγμα φορέα εκμετάλλευσης πρέπει επομένως οι ΕΡΑ να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη προώθησης αποτελεσματικής εισόδου στην αγορά, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, μικρότεροι φορείς εκμετάλλευσης σε μικρές γεωγραφικές περιοχές μπορούν να παράγουν με χαμηλό μοναδιαίο κόστος. Επιπλέον, οι μικρότεροι φορείς εκμετάλλευσης που δεν έχουν τα πλεονεκτήματα κλίμακας των μεγαλύτερων φορέων σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές μπορεί να θεωρηθεί ότι αγοράζουν χωρητικότητα χονδρικής αντί να παρέχουν οι ίδιοι υπηρεσίες τερματισμού.

Αρχές για τον υπολογισμό των τελών τερματισμού χονδρικής σε κινητά δίκτυα

Το σχετικό οριακό κόστος (δηλαδή το κόστος που μπορεί να αποφευχθεί) της υπηρεσίας τερματισμού κλήσεων χονδρικής είναι η διαφορά μεταξύ του συνολικού μακροπρόθεσμου κόστους ενός φορέα εκμετάλλευσης που παρέχει το πλήρες φάσμα των υπηρεσιών του και του συνολικού μακροπρόθεσμου κόστους του εν λόγω φορέα χωρίς παροχή υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων χονδρικής σε τρίτους.

Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των δαπανών που είναι σχετικές με την κίνηση και εκείνων που είναι ανεξάρτητες από αυτήν, ώστε να εξασφαλιστεί η κατάλληλη κατανομή των δαπανών αυτών. Το κόστος που δεν σχετίζεται με την κίνηση δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό των τελών τερματισμού χονδρικής. Από τις δαπάνες που σχετίζονται με την κίνηση, μόνο οι δαπάνες οι οποίες θα αποφεύγονταν σε περίπτωση μη παροχής υπηρεσίας τερματισμού κλήσεων χονδρικής λογίζονται στη σχετική πρόσθετη παροχή τερματισμού. Αυτές οι δαπάνες που μπορούν να αποφευχθούν μπορούν να υπολογίζονται κατανέμοντας καταρχάς τις σχετικές με την κίνηση δαπάνες σε υπηρεσίες εκτός τερματισμού κλήσεων χονδρικής (π.χ. εκκίνηση κλήσεων, SMS, MMS, κ.λπ.) ενώ μόνο το υπόλοιπο κόστος των δαπανών που είναι σχετικές με την κίνηση θα κατανεμηθεί στην υπηρεσία τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής.

Το κόστος της χειροσυσκευής και της κάρτας SIM δεν σχετίζονται με την κίνηση και πρέπει να εξαιρούνται από κάθε μοντέλο κόστους για υπηρεσίες τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής.

Η κάλυψη μπορεί να περιγραφεί καλύτερα ως η ικανότητα ή επιλογή πραγματοποίησης κλήσης από οποιοδήποτε σημείο του δικτύου σε δεδομένη χρονική στιγμή, ενώ η χωρητικότητα αφορά τις πρόσθετες δαπάνες δικτύου που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση αυξημένου επιπέδου κίνησης. Η ανάγκη παροχής αυτής της κάλυψης στους συνδρομητές θα προκαλέσει δαπάνες που δεν σχετίζονται με την κίνηση και δεν πρέπει να αποδοθούν στην πρόσθετη παροχή του τερματισμού κλήσεων χονδρικής. Οι επενδύσεις σε ώριμες αγορές κινητής τηλεφωνίας ωθούνται περισσότερο από την αύξηση της χωρητικότητας και από την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών και τούτο πρέπει να αντανακλάται στο μοντέλο κόστους. Από το οριακό κόστος των υπηρεσιών τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής πρέπει επομένως να εξαιρείται το κόστος κάλυψης, πρέπει όμως να περιλαμβάνονται οι πρόσθετες δαπάνες χωρητικότητας, στο βαθμό που οφείλονται στην παροχή υπηρεσιών τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής.

Το κόστος της χρήσης του ραδιοφάσματος (η άδεια διατήρησης και χρήσης συχνοτήτων του ραδιοφάσματος) που προκύπτει από την παροχή υπηρεσιών λιανικής σε συνδρομητές δικτύου εξαρτάται αρχικά από τον αριθμό των συνδρομητών και ως εκ τούτου δεν ωθείται από τη ζήτηση και δεν πρέπει να υπολογίζεται ως μέρος της πρόσθετης παροχής υπηρεσίας τερματισμού κλήσεων χονδρικής. Οι δαπάνες για την απόκτηση πρόσθετου ραδιοφάσματος για την αύξηση της χωρητικότητας (πάνω από το ελάχιστο απαραίτητο για την παροχή λιανικών υπηρεσιών σε συνδρομητές) για σκοπούς εξυπηρέτησης πρόσθετης κίνησης που προκύπτει από την παροχή υπηρεσίας τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής πρέπει κατά το δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται με βάση το μελλοντικό κόστος ευκαιρίας.

Σύμφωνα με την προσέγγιση που περιγράφεται παραπάνω, στα παραδείγματα δαπανών που θα περιληφθούν στην πρόσθετη παροχή της υπηρεσίας τερματισμού θα είναι η πρόσθετη χωρητικότητα δικτύου που απαιτείται για τη μεταφορά συμπληρωματικής κίνησης χονδρικής (π.χ. πρόσθετη υποδομή δικτύου στο βαθμό που υπαγορεύεται από την ανάγκη αύξησης της χωρητικότητας για σκοπούς εξυπηρέτησης συμπληρωματικής κίνησης χονδρικής). Στις εν λόγω δαπάνες που σχετίζονται με το δίκτυο θα μπορούσαν να περιληφθούν επιπλέον κέντρα μεταγωγής κινητών επικοινωνιών (MSC) ή υποδομή κορμού που απαιτείται άμεσα για τη μεταφορά της κίνησης τερματισμού για τρίτους. Επιπλέον, όταν ορισμένα στοιχεία του δικτύου είναι κοινά για σκοπούς παροχής υπηρεσιών εκκίνησης και τερματισμού κλήσεων, όπως τόποι κυψέλης ή σταθμοί πομποδεκτών βάσης (BTS), αυτά τα στοιχεία του δικτύου θα περιληφθούν στο μοντέλο κόστους τερματισμού, στο βαθμό που είναι αναγκαία, λόγω του πρόσθετου δυναμικού που απαιτείται για τη μεταφορά κίνησης τερματισμού από τρίτους. Επιπλέον, θα ληφθούν επίσης υπόψη και οι πρόσθετες δαπάνες ραδιοφάσματος και οι εμπορικές δαπάνες χονδρικής που αφορούν άμεσα την παροχή της υπηρεσίας τερματισμού χονδρικής σε τρίτους. Τούτο συνεπάγεται ότι δεν περιλαμβάνονται το κόστος κάλυψης, τα αναπόφευκτα επιχειρηματικά έξοδα και το εμπορικό κόστος λιανικής.

Για να προσδιοριστεί η ελάχιστη αποδοτική κλίμακα μεγέθους ενός φορέα εκμετάλλευσης για τους σκοπούς του μοντέλου κόστους και λαμβανομένης υπόψη της εξέλιξης των μεριδίων της αγοράς σε σειρά κρατών μελών της ΕΕ, η συνιστώμενη προσέγγιση είναι να καθοριστεί η εν λόγω κλίμακα σε μερίδιο αγοράς 20 %. Αναμένεται ότι οι φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας, με την είσοδό τους στην αγορά, θα επιδιώξουν μεγιστοποίηση της απόδοσης και των εσόδων, ώστε να είναι σε θέση να καταλάβουν ελάχιστο μερίδιο αγοράς ύψους 20 %. Σε περίπτωση που μια ΕΡΑ μπορεί να αποδείξει ότι οι συνθήκες της αγοράς στην επικράτεια των εν λόγω κρατών μελών θα συνεπαγόταν διαφορετική ελάχιστη αποδοτική κλίμακα, θα μπορούσε να αποκλίνει από τη συνιστώμενη προσέγγιση.


(1)  Digital Subscriber Line Access Multiplexer/Multi Service Access Node — Πολυπλέκτης πρόσβασης ψηφιακής συνδρομητικής γραμμής/Κόμβος πρόσβασης πολλών υπηρεσιών.


Διορθωτικά

20.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/75


Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 43/2009 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2009, περί καθορισμού, για το 2009, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 22 της 26ης Ιανουαρίου 2009 )

1.

Στις σελίδες 32-35, παράρτημα Ι, διαγράφεται η ένδειξη:

«Germo alalunga

ALB

Τόνος μακρύπτερος».

2.

Στις σελίδες 32-35, παράρτημα Ι:

α)

αντί

:

«Lampanyctus achirus»

διάβαζε

:

«Nannobrachium achirus».

β)

αντί

:

«Pseudochaenichthus georgianus»

διάβαζε

:

«Pseudochaenichthys georgianus».

γ)

αντί

:

«Radjiformes»

διάβαζε

:

«Rajiformes».

3.

Στις σελίδες 32-35, παράρτημα I και στη σελίδα 118, δεύτερος πίνακας:

αντί:

«Tetrapturus alba»,

διάβαζε:

«Tetrapturus albidus».

4.

Στις σελίδες 32-35, παράρτημα I και στη σελίδα 96, πρώτος και δεύτερος πίνακας:

αντί:

«Trisopterus esmarki»,

διάβαζε:

«Trisopterus esmarkii».

5.

Στις σελίδες 32-35, παράρτημα Ι:

αντί:

«Ποντικόψαρο

SLI

Molva macrophthalmus»

διάβαζε:

«Ποντικόψαρο

SLI

Molva macrophthalma».

6.

Στη σελίδα 41, παράρτημα ΙΑ, δεύτερος πίνακας - Είδος: Ρέγγα, Ζώνη: Παρεμπίπτοντα αλιεύματα στη ζώνη IIIa:

αντί:

«(HER/03A-BC.)»

διάβαζε:

«(HER/03A-BC)».

7.

Στη σελίδα 41, παράρτημα ΙΑ, τρίτος πίνακας - Είδος: Ρέγγα, Ζώνη: Παρεμπίπτοντα αλιεύματα στις IV, VIId και στα κοινοτικά ύδατα της IIa:

αντί:

«(HER/2A47DX.)»

διάβαζε:

«(HER/2A47DX)».

8.

Στη σελίδα 42, παράρτημα ΙΑ, πρώτος πίνακας - Είδος: Ρέγγα, Ζώνη: VIId· IVc:

αντί:

«(HER/4CXB7D.)»

διάβαζε:

«(HER/4CXB7D)».

9.

Στη σελίδα 43, παράρτημα ΙΑ, τρίτος πίνακας - Είδος: Ρέγγα, Ζώνη: VIIa:

αντί:

«(HER/07A/MM.)»

διάβαζε

«(HER/07A/MM)».

10.

Στη σελίδα 65, παράρτημα ΙΑ, πρώτος πίνακας - Είδος: Προσφυγάκι, Ζώνη: VIIIc, IX και X, κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1:

αντί:

«Είδος

:

Προσφυγάκι

Micromesistius poutassou

Ζώνη

:

VIIIc, IX και X, κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1

(WHB/8C3411)

Ισπανία

12 124

Αναλυτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Πορτογαλία

3 031

ΕΚ

15 155 (1)  (2)

TAC

590 000

διάβαζε:

«Είδος

:

Προσφυγάκι

Micromesistius poutassou

Ζώνη

:

VIIIc, IX και X, κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1

(WHB/8C3411)

Ισπανία

12 124

Αναλυτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Πορτογαλία

3 031

ΕΚ

15 155 (3)  (4)

TAC

590 000

11.

Στη σελίδα 67, παράρτημα ΙΑ, δεύτερος πίνακας - Είδος: Μουρούνα, Ζώνη: κοινοτικά ύδατα της IV:

αντί:

«Είδος

:

Μουρούνα

Molva molva

Ζώνη

:

Κοινοτικά ύδατα της IV

(LIN/04.)

Βέλγιο

18

Αναλυτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.»

Δανία

286

Γερμανία

177

Γαλλία

159

Κάτω Χώρες

6

Σουηδία

12

Ηνωμένο Βασίλειο

2 196

ΕΚ

2 856

διάβαζε:

«Είδος

:

Μουρούνα

Molva molva

Ζώνη

:

Κοινοτικά ύδατα της IV

(LIN/04.)

Βέλγιο

18

Αναλυτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.»

Δανία

286

Γερμανία

177

Γαλλία

159

Κάτω Χώρες

6

Σουηδία

12

Ηνωμένο Βασίλειο

2 196

ΕΚ

2 854

12.

Στη σελίδα 67, παράρτημα IA, τρίτος πίνακας - Είδος: Μουρούνα, Ζώνη: κοινοτικά και διεθνή ύδατα της V:

αντί:

«Είδος

:

Μουρούνα

Molva molva

Ζώνη

:

Κοινοτικά και διεθνή ύδατα της V

(LIN/05.)

Βέλγιο

9

Αναλυτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.»

Δανία

6

Γερμανία

6

Γαλλία

6

Ηνωμένο Βασίλειο

6

ΕΚ

34

διάβαζε:

«Είδος

:

Μουρούνα

Molva molva

Ζώνη

:

Κοινοτικά και διεθνή ύδατα της V

(LIN/05.)

Βέλγιο

9

Αναλυτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.»

Δανία

6

Γερμανία

6

Γαλλία

6

Ηνωμένο Βασίλειο

6

ΕΚ

33

13.

Στη σελίδα 68, παράρτημα IA, πρώτος πίνακας - Είδος: Μουρούνα, Ζώνη: κοινοτικά και διεθνή ύδατα των VI, VII,VIII, IX, X, XII και XIV:

αντί:

«Είδος

:

Μουρούνα

Molva molva

Ζώνη

:

Κοινοτικά και διεθνή ύδατα των VI, VII,VIII, IX, X, XII και XIV

(LIN/6X14.)

Βέλγιο

40

Αναλυτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.»

Δανία

7

Γερμανία

147

Ισπανία

2 969

Γαλλία

3 166

Ιρλανδία

793

Πορτογαλία

7

Ηνωμένο Βασίλειο

3 645

ΕΚ

10 776

Νορβηγία (5)

5 638 (1) (2)

Νήσοι Φερόε (5)

250 (3) (4)

TAC

16 664

διάβαζε:

«Είδος

:

Μουρούνα

Molva molva

Ζώνη

:

Κοινοτικά και διεθνή ύδατα των VI, VII,VIII, IX, X, XII και XIV

(LIN/6X14.)

Βέλγιο

40

Αναλυτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.»

Δανία

7

Γερμανία

147

Ισπανία

2 969

Γαλλία

3 166

Ιρλανδία

793

Πορτογαλία

7

Ηνωμένο Βασίλειο

3 645

EK

10 774

Νορβηγία (5)

5 638 (1) (2)

Νήσοι Φερόε (5)

250 (3) (4)

TAC

16 662

14.

Στη σελίδα 81, παράρτημα IA, πρώτος πίνακας - Είδος: Σελάχια, Ζώνη: κοινοτικά ύδατα των VIa-b και VIIa-c, e-k:

αντί:

«Είδος

:

Σελάχια

Rajidae

Ζώνη

:

Κοινοτικά ύδατα των VIa-b και VIIa-c, e-k

(SRX/67AKXD)

Βέλγιο

1 422 (1) (2)

Προληπτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εσθονία

8 (1) (2)

Γαλλία

6 383 (1) (2)

Γερμανία

19 (1) (2)

Ιρλανδία

2 055 (1) (2)

Λιθουανία

33

Κάτω Χώρες

6

Πορτογαλία

35 (1) (2)

Ισπανία

1 718 (1) (2)

Ηνωμένο Βασίλειο

4 070 (1) (2)

ΕΚ

15 748 (1) (2)

TAC

15 748 (2)

(…)»

διάβαζε:

«Είδος

:

Σελάχια

Rajidae

Ζώνη

:

Κοινοτικά ύδατα των VIa-b και VIIa-c, e-k

(SRX/67AKXD)

Βέλγιο

1 422 (1) (2)

Προληπτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Εσθονία

8 (1) (2)

Γαλλία

6 383 (1) (2)

Γερμανία

19 (1) (2)

Ιρλανδία

2 055 (1) (2)

Λιθουανία

33

Κάτω Χώρες

6

Πορτογαλία

35 (1) (2)

Ισπανία

1 718 (1) (2)

Ηνωμένο Βασίλειο

4 070 (1) (2)

ΕΚ

15 749 (1) (2)

TAC

15 749 (2)

(…)»

15.

Στη σελίδα 81, παράρτημα IA, δεύτερος πίνακας - Είδος: Σελάχια, Ζώνη: κοινοτικά ύδατα της VIId:

αντί:

«Είδος

:

Σελάχια

Rajidae

Ζώνη

:

Κοινοτικά ύδατα των VIa-b και VIIa-c, e-k

(SRX/67AKXD)

Βέλγιο

94 (1) (2)

Προληπτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Γαλλία

789 (1) (2)

Κάτω Χώρες

5 (1) (2)

ΕΚ

1 044 (1) (2)

TAC

1 044 (2)

(…)»

διάβαζε:

«Είδος

:

Σελάχια

Rajidae

Ζώνη

:

Κοινοτικά ύδατα της VIId

(SRX/07D.)

Βέλγιο

94 (1) (2)

Προληπτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Γαλλία

789 (1) (2)

Κάτω Χώρες

5 (1) (2)

ΕΚ

1 045 (1) (2)

TAC

1 045 (2)

(…)»

16.

Στη σελίδα 82, παράρτημα IA, πρώτος πίνακας - Είδος: Σελάχια, Ζώνη: κοινοτικά ύδατα των VIII και IX:

αντί:

«Είδος

:

Σελάχια

Rajidae

Ζώνη

:

Κοινοτικά ύδατα των VIII και IX

(SRX/8910-C)

Βέλγιο

13 (5) (2)

Προληπτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Γαλλία

2 435 (5) (2)

Πορτογαλία

1 974 (5) (2)

Ισπανία

1 986 (5) (2)

Ηνωμένο Βασίλειο

14 (5) (2)

ΕΚ

6 423 (5) (2)

TAC

6 423 (2)

(…)»

διάβαζε:

«Είδος

:

Σελάχια

Rajidae

Ζώνη

:

Κοινοτικά ύδατα των VIII και IX

(SRX/89-C.)

Βέλγιο

13 (6) (2)

Προληπτικό TAC

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Γαλλία

2 435 (6) (2)

Πορτογαλία

1 974 (6) (2)

Ισπανία

1 986 (6) (2)

Ηνωμένο Βασίλειο

14 (6) (2)

ΕΚ

6 422 (6) (2)

TAC

6 422 (2)

(…)»

17.

Στη σελίδα 86, παράρτημα IA, πρώτος πίνακας - Είδος: Σκουμπρί, Ζώνη: VIIIc, IX και X, κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1:

αντί:

«Είδος

:

Σκουμπρί

Scomber scombrus

Ζώνη

:

VIIIc, IX και X, κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1

(MAC/8C3411)

Ισπανία

29 529 (7)

Αναλυτικό TAC

Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Γαλλία

196 (7)

Πορτογαλία

6 104 (7)

ΕΚ

35 829 (7)

TAC

35 829

(…)»,

διάβαζε:

«Είδος

:

Σκουμπρί

Scomber scombrus

Ζώνη

:

VIIIc, IX και X, κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1

(MAC/8C3411)

Ισπανία

29 529 (8)

Αναλυτικό TAC

Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Γαλλία

196 (8)

Πορτογαλία

6 104 (8)

ΕΚ

35 829 (8)

TAC

35 829

(…)»

18.

Στη σελίδα 91, παράρτημα IA, δεύτερος πίνακας - Είδος: Παπαλίνα, Ζώνη: VIId και VIIe:

αντί:

«Είδος

:

Παπαλίνα (σαρδελόρεγγα)

Sprattus sprattus

Ζώνη

:

VIId και VIIe

(SPR/7DE.)

Βέλγιο

31

Προληπτικό TAC.

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.»

Δανία

1 997

Γερμανία

31

Γαλλία

430

Κάτω Χώρες

430

Ηνωμένο Βασίλειο

3 226

ΕΚ

6 144

TAC

6 144

διάβαζε:

«Είδος

:

Παπαλίνα (σαρδελόρεγγα)

Sprattus sprattus

Ζώνη

:

VIId και VIIe

(SPR/7DE.)

Βέλγιο

31

Προληπτικό TAC.

Εφαρμόζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.»

Δανία

1 997

Γερμανία

31

Γαλλία

430

Κάτω Χώρες

430

Ηνωμένο Βασίλειο

3 226

ΕΚ

6 145

TAC

6 145

19.

Στη σελίδα 101, παράρτημα IB, πρώτος πίνακας - Είδος: Γάδος, Ζώνη: I και IIb:

αντί:

«Είδος

:

Γάδος

Gadus morhua

Ζώνη

:

I και IIb

(COD/1/2B.)

Γερμανία

3 476

Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Ισπανία

8 984

Γαλλία

1 483

Πολωνία

1 628

Πορτογαλία

1 897

Ηνωμένο Βασίλειο

2 226

Όλα τα κράτη μέλη

100 (1)

ΕΚ

19 793 (2)

TAC

525 000

(…)»

διάβαζε:

«Είδος

:

Γάδος

Gadus morhua

Ζώνη

:

I και IIb

(COD/1/2B.)

Γερμανία

3 476

Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 δεν εφαρμόζεται.

Εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96.

Ισπανία

8 984

Γαλλία

1 483

Πολωνία

1 628

Πορτογαλία

1 897

Ηνωμένο Βασίλειο

2 226

Όλα τα κράτη μέλη

100 (1)

ΕΚ

19 794 (2)

TAC

525 000

(…)»

20.

Στη σελίδα 120, παράρτημα IE, πέμπτος πίνακας - Είδος: Κριλ, Ζώνη: FAO 58.4.2 Ανταρκτική:

αντί:

«(…)

 

 

Διαίρεση 58.4.2 Δυτικά

1 448 000

 

Διαίρεση 58.4.2 ανατολικά των 55° Α

1 080 000

 

διάβαζε:

«(…)

 

 

Διαίρεση 58.4.2 Δυτικά

(KRI/*F-42W)

1 448 000

 

Διαίρεση 58.4.2 ανατολικά των 55° Α

(KRI/*F-42E)

1 080 000

 

21.

Στη σελίδα 125, παράρτημα IIA, Γενικές διατάξεις, σημείο 4. Ελεγχόμενα εργαλεία·

στις σελίδες 129 και 130, προσάρτημα 1 του παραρτήματος IIa, πίνακες·

στη σελίδα 131, προσάρτημα 2 του παραρτήματος IIa, πίνακας III - Μορφότυπος δεδομένων:

α)

αντί

:

«GN1»,

διάβαζε

:

«GN»

β)

αντί

:

«GT1»,

διάβαζε

:

«GT»

γ)

αντί

:

«LL1»,

διάβαζε

:

«LL»

22.

Στη σελίδα 163, παράρτημα III, μέρος Δ, Ανατολικός Ειρηνικός Ωκεανός, σημείο 21.1:

αντί:

«21.1.

Απαγορεύονται όλες οι αλιευτικές δραστηριότητες σκαφών γρι-γρι με στόχο τον κιτρινόπτερο τόνο (Thunnus albacares), τον μεγαλόφθαλμο τόνο (Thunnus obesus) και την παλαμίδα (Katsuwonus pelamis) είτε από την 1η Αυγούστου έως την 28η Σεπτεμβρίου 2009 είτε από την 10η Νοεμβρίου 2009 έως την 31η Δεκεμβρίου 2010 εντός της περιοχής που οριοθετείται από τις εξής γεωγραφικές συντεταγμένες: (…)»

διάβαζε:

«21.1.

Απαγορεύονται όλες οι αλιευτικές δραστηριότητες σκαφών γρι-γρι με στόχο τον κιτρινόπτερο τόνο (Thunnus albacares), τον μεγαλόφθαλμο τόνο (Thunnus obesus) και την παλαμίδα (Katsuwonus pelamis) είτε από την 1η Αυγούστου έως την 28η Σεπτεμβρίου 2009 είτε από την 10η Νοεμβρίου 2009 έως την 8η Ιανουαρίου 2010 εντός της περιοχής που οριοθετείται από τις εξής γεωγραφικές συντεταγμένες: (…)».


(1)  Εκ των οποίων ποσοστό έως το 68 % μπορεί να αλιεύεται στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Νορβηγίας ή στην αλιευτική ζώνη γύρω από το Jan Mayen (WHB/*NZJM2).

(2)  Εκ των οποίων ποσοστό έως το 27 % μπορεί να αλιεύεται στα ύδατα των Νήσων Φερόε (WHB/*05B-F).»

(3)  Εκ των οποίων ποσοστό έως το 68 % μπορεί να αλιεύεται στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Νορβηγίας ή στην αλιευτική ζώνη γύρω από το Jan Mayen (WHB/*NZJM2).

(4)  Εκ των οποίων ποσοστό έως το 27 % μπορεί να αλιεύεται στα ύδατα των Νήσων Φερόε (WHB/*5B-F.).»

(5)  Αλιεύματα των ειδών σελάχι κούκος (Leucoraja naevus) (RJN/8910-C), καλκανόβατος (Raja clavata) (RJC/8910-C) αναφέρονται χωριστά.

(6)  Αλιεύματα των ειδών σελάχι κούκος (Leucoraja naevus) (RJN/89-C.), καλκανόβατος (Raja clavata) (RJC/89-C.) αναφέρονται χωριστά.

(7)  Οι ποσότητες που υπόκεινται σε ανταλλαγή με άλλα κράτη μέλη μπορούν να αλιεύονται στις ζώνες ICES VIIIa, VIIIb και VIIId (MAC/*8ABD). Εντούτοις, οι ποσότητες που παρέχονται από την Ισπανία, την Πορτογαλία ή τη Γαλλία με σκοπό την ανταλλαγή και που αλιεύονται στις ζώνες VIIIa, VIIIb και VIIId δεν υπερβαίνουν το 25 % των ποσοστώσεων του χορηγού κράτους μέλους.

(8)  Οι ποσότητες που υπόκεινται σε ανταλλαγή με άλλα κράτη μέλη μπορούν να αλιεύονται στις ζώνες ICES VIIIa, VIIIb και VIIId (MAC/*8ABD.). Εντούτοις, οι ποσότητες που παρέχονται από την Ισπανία, την Πορτογαλία ή τη Γαλλία με σκοπό την ανταλλαγή και που αλιεύονται στις ζώνες VIIIa, VIIIb και VIIId δεν υπερβαίνουν το 25 % των ποσοστώσεων του χορηγού κράτους μέλους.

(9)  Αυτό το TAC ισχύει για την περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 2008 έως 30 Νοεμβρίου 2009.»

(10)  Αυτό το TAC ισχύει για την περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 2008 έως 30 Νοεμβρίου 2009.»