ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.122.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 122

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
16 Μαΐου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 404/2009 της Επιτροπής, της 15ης Μαΐου 2009, σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 405/2009 της Επιτροπής, της 15ης Μαΐου 2009, για τον καθορισμό των εισαγωγικών δασμών στον τομέα των σιτηρών από την 16η Μαΐου 2009

3

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2009/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τα όργανα ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας (Κωδικοποιημένη έκδοση) ( 1 )

6

 

*

Οδηγία 2009/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (αναδιατύπωση) ( 1 )

28

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2009/386/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 15ης Μαΐου 2009, για το διορισμό τριών μελών της ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων που συστάθηκε με την απόφαση 2006/505/ΕΚ για τη σύσταση ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων προκειμένου να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με την αντικειμενικότητα και την ουδετερότητα των γνωμών της συμβουλευτικής επιτροπής για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EFRAG)

45

 

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2009/387/ΕΚ

 

*

Σύσταση της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 2009, για την εφαρμογή αρχών προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων στις εφαρμογές που υποστηρίζονται από ραδιοσυχνική αναγνώριση [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2009) 3200]

47

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

16.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 122/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 404/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 15ης Μαΐου 2009

σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 16 Μαΐου 2009.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός των τρίτων χωρών (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

JO

73,9

MA

48,9

MK

80,5

TN

115,0

TR

101,0

ZZ

83,9

0707 00 05

JO

155,5

MA

32,7

TR

148,4

ZZ

112,2

0709 90 70

JO

216,7

TR

120,2

ZZ

168,5

0805 10 20

EG

42,4

IL

55,0

MA

48,3

TN

49,2

TR

99,9

US

49,3

ZZ

57,4

0805 50 10

AR

50,9

TR

47,7

ZA

59,1

ZZ

52,6

0808 10 80

AR

81,8

BR

75,3

CL

76,2

CN

97,7

MK

42,0

NZ

104,1

US

128,1

UY

71,7

ZA

85,7

ZZ

84,7


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


16.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 122/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 405/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 15ης Μαΐου 2009

για τον καθορισμό των εισαγωγικών δασμών στον τομέα των σιτηρών από την 16η Μαΐου 2009

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1249/96 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1996, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1766/92 του Συμβουλίου όσον αφορά τους εισαγωγικούς δασμούς στον τομέα των σιτηρών (2), και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 136 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 προβλέπει ότι, για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 1001 10 00, 1001 90 91, ex 1001 90 99 (μαλακό σιτάρι υψηλής ποιότητας), 1002, ex 1005 εκτός από τα υβρίδια προς σπορά, και ex 1007 εκτός από τα υβρίδια προς σπορά, ο εισαγωγικός δασμός ισούται με την τιμή παρέμβασης που ισχύει για τα προϊόντα αυτά κατά την εισαγωγή τους, προσαυξημένη κατά 55 %, μείον την τιμή εισαγωγής cif που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο φορτίο. Ωστόσο, ο δασμός αυτός δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τον δασμολογικό συντελεστή του κοινού δασμολογίου.

(2)

Το άρθρο 136 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 προβλέπει ότι, για τον υπολογισμό του εισαγωγικού δασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, καθορίζονται σε τακτικά διαστήματα αντιπροσωπευτικές τιμές εισαγωγής cif για τα προϊόντα αυτά.

(3)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96, η τιμή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του εισαγωγικού δασμού για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 1001 10 00, 1001 90 91, ex 1001 90 99 (μαλακό σιτάρι υψηλής ποιότητας), 1002 00, 1005 10 90, 1005 90 00 και 1007 00 90 είναι η ημερήσια αντιπροσωπευτική τιμή εισαγωγής cif που ορίζεται βάσει της μεθόδου που προβλέπεται στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού.

(4)

Είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι εισαγωγικοί δασμοί για την περίοδο από τη 16η Μαΐου 2009, οι οποίοι θα ισχύουν έως τον εκ νέου καθορισμό τους,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Από τη 16η Μαΐου 2009, οι εισαγωγικοί δασμοί στον τομέα των σιτηρών οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 καθορίζονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού βάσει των στοιχείων του παραρτήματος II.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 16η Μαΐου 2009.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2009.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 161 της 29.6.1996, σ. 125.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Εισαγωγικοί δασμοί για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, οι οποίοι εφαρμόζοται από την 16η Μαΐου 2009

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή των εμπορευμάτων

Εισαγωγικός δασμός (1)

(EUR/t)

1001 10 00

ΣΙΤΑΡΙ σκληρό εκλεκτής ποιότητας

0,00

μέσης ποιότητας

0,00

βασικής ποιότητας

0,00

1001 90 91

ΣΙΤΑΡΙ μαλακό, για σπορά

0,00

ex 1001 90 99

ΣΙΤΑΡΙ μαλακό εκλεκτής ποιότητας, εκτός από αυτό που προορίζεται για σπορά

0,00

1002 00 00

ΣΙΚΑΛΗ

40,83

1005 10 90

ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ για σπορά, εκτός από το υβρίδιο

12,13

1005 90 00

ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ, εκτός από αυτό που προορίζεται για σπορά (2)

12,13

1007 00 90

ΣΟΡΓΟ σε κόκκους, εκτός από το υβρίδιο που προορίζεται για σπορά

40,83


(1)  Για τα εμπορεύματα που φθάνουν στην Κοινότητα από τον Ατλαντικό Ωκεανό ή μέσω της διώρυγας του Σουέζ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96, ο εισαγωγέας μπορεί να επωφεληθεί μείωσης των δασμών κατά:

3 EUR/t, εάν το λιμάνι εκφόρτωσης βρίσκεται στη Μεσόγειο θάλασσα,

2 EUR/t, εάν το λιμάνι εκφόρτωσης βρίσκεται στη Δανία, στην Εσθονία, στην Ιρλανδία, στη Λεττονία, στη Λιθουανία, στην Πολωνία, στη Φινλανδία, στη Σουηδία, στο Ηνωμένο Βασίλειο ή από την πλευρά του Ατλαντικού της Ιβηρικής Χερσονήσου.

(2)  Ο εισαγωγέας μπορεί να επωφεληθεί κατ’ αποκοπή μείωσης 24 EUR/t όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Στοιχεία υπολογισμού των δασμών που καθορίζονται στο παράρτημα Ι

1.5.2009-14.5.2009

1.

Μέσοι όροι κατά την περίοδο αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96:

(EUR/t)

 

Σιτάρι μαλακό (1)

Καλαμπόκι

Σκληρό σιτάρι, εκλεκτής ποιότητας

Σκληρό σιτάρι, μέσης ποιότητας (2)

Σκληρό σιτάρι, χαμηλής ποιότητας (3)

Κριθή

Χρηματιστήριο

Minnéapolis

Chicago

Τιμή

203,46

122,31

Τιμή fob USA

209,29

199,29

179,29

104,36

Πριμοδότηση για τον Κόλπο

11,25

Πριμοδότηση για τις Μεγάλες Λίμνες

15,02

2.

Μέσοι όροι κατά την περίοδο αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96:

Ναύλος/κόστος: Κόλπος του Μεξικού–Ρότερνταμ:

16,34 EUR/t

Ναύλος/κόστος: Μεγάλες Λίμνες–Ρότερνταμ:

16,83 EUR/t


(1)  Θετική πριμοδότηση 14 EUR/t ενσωματωμένη [άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96].

(2)  Αρνητική πριμοδότηση 10 EUR/t [άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96].

(3)  Αρνητική πριμοδότηση 30 EUR/t [άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96].


ΟΔΗΓΙΕΣ

16.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 122/6


ΟΔΗΓΊΑ 2009/23/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 23ης Απριλίου 2009

σχετικά με τα όργανα ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας

(Κωδικοποιημένη έκδοση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 90/384/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα όργανα ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας (3), έχει τροποποιηθεί (4) ουσιωδώς. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση της εν λόγω οδηγίας.

(2)

Εναπόκειται στα κράτη μέλη να προστατεύουν το κοινό από τα λανθασμένα αποτελέσματα της ζύγισης με τη βοήθεια μη αυτόματων οργάνων ζύγισης, όταν αυτά χρησιμοποιούνται για ορισμένες κατηγορίες εφαρμογών.

(3)

Σε όλα τα κράτη μέλη, υποχρεωτικές διατάξεις καθορίζουν τις αναγκαίες απαιτήσεις απόδοσης των οργάνων ζύγισης, μη αυτόματης λειτουργίας, μέσω μετρολογικών και τεχνικών απαιτήσεων, καθώς και τις διαδικασίες επιθεώρησης πριν και μετά τη θέση των οργάνων σε λειτουργία. Οι υποχρεωτικές αυτές διατάξεις δεν οδηγούν, αναγκαστικά, σε διαφορετικά επίπεδα προστασίας, από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, η ασυμφωνία τους όμως θέτει εμπόδια στο διακοινοτικό εμπόριο.

(4)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνον τις υποχρεωτικές και βασικές απαιτήσεις σχετικά με τα όργανα ζύγισης, μη αυτόματης λειτουργίας. Προκειμένου να διευκολυνθεί η απόδειξη της συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις, είναι απαραίτητο να εναρμονιστούν τα πρότυπα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα όσον αφορά τα μετρολογικά, σχεδιαστικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, ώστε τα όργανα που συμφωνούν με τα εναρμονισμένα αυτά πρότυπα να μπορούν να θεωρούνται ότι συμφωνούν με τις βασικές απαιτήσεις. Τα εναρμονισμένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρότυπα καταρτίζονται από ιδιωτικούς φορείς και θα πρέπει να διατηρήσουν τον χαρακτήρα τους ως μη υποχρεωτικά κείμενα. Για τον σκοπό αυτό, η ευρωπαϊκή επιτροπή τυποποίησης (CEN), η ευρωπαϊκή επιτροπή ηλεκτροτεχνικής τυποποίησης (Cenelec) καθώς και το ευρωπαϊκό ινστιτούτο τυποποίησης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (ETSI), αναγνωρίζονται ως οι αρμόδιοι φορείς για την έγκριση εναρμονισμένων προτύπων, σύμφωνα με τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές (5) για τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών και των τριών αυτών φορέων που υπογράφησαν στις 28 Μαρτίου 2003.

(5)

Έχει ήδη εκδοθεί σειρά οδηγιών που αποσκοπούν στην εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων στις συναλλαγές στηριζόμενο στις γενικές αρχές που καθορίζονται στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 7ης Μαΐου 1985 για νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης (6)· οι οδηγίες αυτές προβλέπουν την επίθεση της σήμανσης συμμόρφωσης «CE». Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της της 15ης Ιουνίου 1989 για μια γενική προσέγγιση στο θέμα της πιστοποίησης και των δοκιμών (7) πρότεινε τη θέσπιση κοινών κανονιστικών ρυθμίσεων για τη σήμανση συμμόρφωσης «CE» με ενιαία γραφική απεικόνιση. Το Συμβούλιο, στο ψήφισμά του της 21ης Δεκεμβρίου 1989 σχετικά με μια συνολική προσέγγιση του θέματος της αξιολόγησης της πιστότητας (8) ενέκρινε ως κατευθυντήρια αρχή την υιοθέτηση αυτής της συνεπούς προσέγγισης όσον αφορά τη χρήση της σήμανσης συμμόρφωσης «CE». Τα δύο θεμελιώδη στοιχεία της νέας προσέγγισης που θα πρέπει να εφαρμόζονται είναι οι βασικές απαιτήσεις και οι διαδικασίες για την εκτίμηση της πιστότητας.

(6)

Η αξιολόγηση τις συμμόρφωσης με τις σχετικές μετρολογικές και τεχνικές απαιτήσεις είναι απαραίτητη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των χρηστών και των τρίτων μερών. Οι υπάρχουσες διαδικασίες για την αξιολόγηση τις συμμόρφωσης διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Προκειμένου να αποφευχθούν πολλαπλές αξιολογήσεις τις συμμόρφωσης που αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των οργάνων, θα πρέπει να προβλεφθεί η αμοιβαία αναγνώριση των διαδικασιών προσδιορισμού τις συμμόρφωσης από τα κράτη μέλη. Προκειμένου να διευκολυνθεί η αμοιβαία αναγνώριση των διαδικασιών για την αξιολόγηση τις συμμόρφωσης, θα πρέπει να θεσπιστούν κοινοτικές διαδικασίες, παράλληλα με κριτήρια για τον καθορισμό φορέων υπεύθυνων για την εκτέλεση καθηκόντων που απορρέουν από αυτές τις διαδικασίες αξιολόγησης.

(7)

Είναι, συνεπώς, σημαντικό να υπάρξει μέριμνα ώστε οι καθορισμένοι αυτοί φορείς να εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο ποιότητας στο σύνολο της Κοινότητας.

(8)

Η ύπαρξη σε όργανο ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας σήμανσης συμμόρφωσης «CE» και ενσήμου φέροντος το ψηφίο «M», θα πρέπει να αποτελεί τεκμήριο ότι το εν λόγω όργανο πληροί τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και ότι, ως εκ τούτου, είναι ανώφελο να επαναληφθούν οι αξιολογήσεις της συμμόρφωσης που έχουν ήδη εκτελεστεί.

(9)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα VII μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΔΙΑΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Άρθρο 1

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα όργανα ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας διακρίνονται οι ακόλουθοι τομείς χρήσης των οργάνων ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας:

α)

i)

ο προσδιορισμός της μάζας για τις εμπορικές συναλλαγές·

ii)

ο προσδιορισμός της μάζας για τον υπολογισμό διοδίων, φόρων, τελών, επιδοτήσεων, προστίμων, αμοιβών, αποζημιώσεων ή ανάλογων πληρωτέων ποσών·

iii)

ο προσδιορισμός της μάζας για την εφαρμογή νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ή για δικαστικές πραγματογνωμοσύνες·

iv)

ο προσδιορισμός της μάζας στην ιατρική πρακτική όσον αφορά τη ζύγιση των ασθενών για λόγους παρακολούθησης, διάγνωσης και θεραπευτικής αγωγής·

v)

ο προσδιορισμός της μάζας για την παρασκευή φαρμάκων σε φαρμακείο κατόπιν συνταγής και καθορισμός των μαζών κατά τις αναλύσεις που πραγματοποιούνται σε ιατρικά και φαρμακευτικά εργαστήρια·

vi)

ο καθορισμός της τιμής συναρτήσει της μάζας για την απευθείας πώληση στο κοινό και την κατασκευή προσυσκευασιών·

β)

όλες οι υπόλοιπες εφαρμογές πλην όσων παρατίθενται στο στοιχείο α).

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:

1)

«όργανο ζύγισης», όργανο μέτρησης που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της μάζας ενός σώματος, με τη βοήθεια της επενέργειας της βαρύτητας στο σώμα αυτό· το όργανο ζύγισης μπορεί να χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό άλλων μεγεθών, ποσοτήτων, παραμέτρων ή χαρακτηριστικών που συνδέονται με τη μάζα·

2)

«όργανο ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας» ή «όργανο», τo όργανο ζύγισης που χρειάζεται την παρέμβαση χειριστή κατά την εκτέλεση της ζύγισης·

3)

«εναρμονισμένο πρότυπο», τεχνική προδιαγραφή (ευρωπαϊκό πρότυπο ή εναρμονισμένο έγγραφο) που έχει εγκριθεί είτε από την ευρωπαϊκή επιτροπή τυποποίησης (CEN), είτε από την ευρωπαϊκή επιτροπή ηλεκτροτεχνικής τυποποίησης (Cenelec), είτε από το ευρωπαϊκό ινστιτούτο τυποποίησης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (ETSI) είτε από τους δύο ή και τους τρεις από αυτούς τους οργανισμούς, αφού διαβιβάστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με την οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22 Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (9) και τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές για συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών και των τριών αυτών φορέων, που υπογράφησαν στις 28 Μαρτίου 2003.

Άρθρο 3

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα μέτρα ώστε να μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον τα όργανα που πληρούν τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε μέτρο ώστε τα όργανα να μπορούν να τίθενται σε λειτουργία για τις χρήσεις που παρατίθενται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) μόνον τα όργανα που πληρούν τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας, και, ως εκ τούτου, φέρουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 11 σήμανση συμμόρφωσης «CE».

Άρθρο 4

Τα όργανα που χρησιμοποιούνται για τις χρήσεις που παρατίθενται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α), πρέπει να πληρούν τις βασικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα I.

Στην περίπτωση που το όργανο περιλαμβάνει ή είναι συνδεδεμένο με συστήματα που δεν χρησιμοποιούνται για τις χρήσεις που παρατίθενται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α), τα συστήματα αυτά δεν υπόκεινται σε αυτές τις βασικές απαιτήσεις.

Άρθρο 5

1.   Τα κράτη μέλη δεν παρεμποδίζουν την κυκλοφορία στην αγορά των οργάνων που πληρούν τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας.

2.   Τα κράτη μέλη δεν παρεμποδίζουν την εγκατάσταση και τη θέση σε χρήση, για τις εργασίες που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α), των οργάνων που πληρούν τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 6

1.   Τα κράτη μέλη θεωρούν κατά τεκμήριο σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις του παραρτήματος Ι, τα όργανα που συμφωνούν με τα εθνικά πρότυπα που θέτουν σε εφαρμογή τα εναρμονισμένα πρότυπα τα οποία πληρούν αυτές τις απαιτήσεις.

2.   Η Επιτροπή δημοσιεύει τα στοιχεία εναρμονισμένων προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα στοιχεία των εθνικών προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 7

Στις περιπτώσεις που ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή θεωρεί ότι τα εναρμονισμένα πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 δεν πληρούν πλήρως τις βασικές απαιτήσεις του παραρτήματος Ι, η Επιτροπή ή το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παραπέμπει την υπόθεση στη μόνιμη επιτροπή που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 98/34/ΕΚ, εφεξής η «μόνιμη επιτροπή», αιτιολογώντας την ενέργεια αυτή.

Η μόνιμη επιτροπή διατυπώνει σχετική γνώμη αμελλητί.

Υπό το φως της γνώμης της μόνιμης επιτροπής, η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη αν είναι αναγκαίο ή όχι να αποσύρουν τα εναρμονισμένα αυτά πρότυπα από τις δημοσιεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2.

Άρθρο 8

1.   Στις περιπτώσεις που ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι όργανα που φέρουν τη σήμανση συμμόρφωσης «CE» που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ σημεία 2, 3 και 4, δεν πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας μολονότι έχουν εγκατασταθεί σωστά και χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονται, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την απόσυρση των οργάνων αυτών από την αγορά, την απαγόρευση ή τον περιορισμό της χρησιμοποίησής τους ή/και της κυκλοφορίας τους στην αγορά.

Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή για κάθε τέτοιο μέτρο που λαμβάνει, αναφέροντας τους λόγους που το οδήγησαν στην απόφασή του αυτή, και ειδικότερα αν η έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται:

α)

στη μη τήρηση των βασικών απαιτήσεων του παραρτήματος Ι, εφόσον τα όργανα δεν ανταποκρίνονται στα εναρμονισμένα πρότυπα του άρθρου 6 παράγραφος 1·

β)

στη λανθασμένη εφαρμογή των εναρμονισμένων προτύπων του άρθρου 6 παράγραφος 1·

γ)

σε ελλείψεις των εναρμονισμένων προτύπων του άρθρου 6 παράγραφος 1.

2.   Η Επιτροπή προβαίνει σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη το συντομότερο δυνατό.

Μετά την εν λόγω διαβούλευση, η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως σχετικά με το αποτέλεσμα το κράτος μέλος που προέβη στην ενέργεια αυτή. Στις περιπτώσεις που η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο ήταν αιτιολογημένο, ενημερώνει αμέσως και τα άλλα κράτη μέλη.

Αν το μέτρο έχει ληφθεί από το κράτος μέλος λόγω ελλείψεων των προτύπων, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, παραπέμπει την υπόθεση στη μόνιμη επιτροπή εντός δύο μηνών εφόσον το κράτος μέλος που έλαβε τα μέτρα προτίθεται να τα διατηρήσει, και κινεί τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 7.

3.   Αν ένα όργανο που δεν συμφωνεί με τις προδιαγραφές φέρει τη σήμανση συμμόρφωσης «CE», το αρμόδιο κράτος μέλος οφείλει να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες εναντίον οποιουδήποτε επέθεσε τη σήμανση και να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

4.   Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη τηρούνται ενήμερα σχετικά με την πρόοδο και τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Άρθρο 9

1.   Η συμμόρφωση των οργάνων προς τις βασικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα I μπορεί να βεβαιωθεί κατ’ επιλογήν του αιτούντος με μια από τις ακόλουθες διαδικασίες:

α)

την εξέταση τύπου ΕΚ που αναφέρεται στο παράρτημα II σημείο 1, συνοδευόμενη είτε από τη δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης τύπου (εξασφάλιση της ποιότητας παραγωγής) που αναφέρεται στο παράρτημα II σημείο 2, είτε από την εξακρίβωση ΕΚ που αναφέρεται στο παράρτημα II σημείο 3·

ωστόσο, η εξέταση τύπου ΕΚ δεν είναι υποχρεωτική για τα όργανα που δεν χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά συστήματα και των οποίων το σύστημα μέτρησης του φορτίου δεν χρησιμοποιεί ελατήριο για την εξισορρόπηση του φορτίου·

β)

την εξακρίβωση ΕΚ κατά μονάδα που αναφέρεται στο παράρτημα II σημείο 4.

2.   Τα έγγραφα και η αλληλογραφία όσον αφορά τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συντάσσονται σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους όπου πρόκειται να εκτελεστούν οι εν λόγω διαδικασίες, ή σε γλώσσα αποδεκτή από τον οργανισμό που κοινοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1.

3.   Όταν τα όργανα αποτελούν αντικείμενο άλλων οδηγιών, οι οποίες αφορούν άλλα θέματα και προβλέπουν σήμανση συμμόρφωσης «CE», η εν λόγω σήμανση υποδηλώνει την συμμόρφωση των οργάνων και προς τις διατάξεις αυτών των άλλων οδηγιών.

Εάν ωστόσο μία ή περισσότερες από τις οδηγίες που έχουν εφαρμογή στα όργανα επιτρέπουν στον κατασκευαστή να επιλέξει, στη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, το σύστημα που θα εφαρμόζει, η σήμανση συμμόρφωσης «CE» υποδηλώνει τη συμμόρφωση μόνο προς τις διατάξεις των οδηγιών που εφαρμόζει ο κατασκευαστής. Στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία των εν λόγω οδηγιών, όπως έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να αναγράφονται στα έγγραφα, φύλλα ή οδηγίες που απαιτούνται από τις συγκεκριμένες οδηγίες και συνοδεύουν τα όργανα.

Άρθρο 10

1.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη τους οργανισμούς που έχουν επιφορτίσει με την εκτέλεση των διαδικασιών του άρθρου 9 καθώς και τα συγκεκριμένα καθήκοντα που τους έχουν αναθέσει και τους αριθμούς αναγνώρισης που τους έχουν εκ των προτέρων χορηγηθεί από την Επιτροπή.

Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατάλογο των κοινοποιημένων οργανισμών με τους αριθμούς αναγνώρισής τους καθώς και με τα καθήκοντα για τα οποία έχουν κοινοποιηθεί. Η Επιτροπή φροντίζει για την ενημέρωση του καταλόγου αυτού.

2.   Για τον ορισμό των οργανισμών, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα ελάχιστα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα V. Οι οργανισμοί που πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται με τα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα θεωρούνται ότι πληρούν τα κριτήρια που παρατίθενται στο προαναφερθέν παράρτημα.

3.   Ένα κράτος μέλος που έχει ορίσει έναν οργανισμό ακυρώνει τη σχετική εντολή προς αυτόν, αν ο οργανισμός δεν πληροί πλέον τα κριτήρια για τον ορισμό του που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Ενημερώνει αμέσως τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή σχετικά και ανακαλεί τη γνωστοποίηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΗΜΑΝΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ «CE» ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Άρθρο 11

1.   Η σήμανση συμμόρφωσης «CE» και τα απαιτούμενα συμπληρωματικά στοιχεία που περιγράφονται στο παράρτημα IV σημείο 1, τίθενται επί των οργάνων, των οποίων έχει διαπιστωθεί η συμμόρφωση «CE», κατά τρόπο ευκρινή, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο.

2.   Επί όλων των άλλων οργάνων, οι επισημάνσεις που αναφέρονται στο παράρτημα IV σημείο 2 τίθενται κατά τρόπο ευκρινή, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο.

3.   Απαγορεύεται η θέση επί των οργάνων σημάνσεων που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν τους τρίτους ως προς τη σημασία και τη γραφική απεικόνιση της σήμανσης συμμόρφωσης «CE». Οποιαδήποτε άλλη σήμανση μπορεί να τίθεται επί των οργάνων, υπό τον όρο ότι δεν καθιστά λιγότερη ευδιάκριτη ή ευανάγνωστη τη σήμανση συμμόρφωσης «CE».

Άρθρο 12

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 8:

α)

κάθε αντικανονική επίθεση της σήμανσης συμμόρφωσης «CE» που διαπιστώνεται από κράτος μέλος, συνεπάγεται την υποχρέωση για τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του να μεριμνήσει για τη συμμόρφωση του οργάνου ζύγισης προς τις προδιαγραφές περί τη σήμανση συμμόρφωσης «CE» και την παύση της παράβασης υπό τους όρους που επιβάλλει αυτό το κράτος μέλος·

β)

αν το προϊόν εξακολουθεί να μην είναι σύμφωνο προς τις σχετικές προδιαγραφές το κράτος μέλος οφείλει να λάβει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να περιοριστεί ή να απαγορευθεί η διάθεση στην αγορά του συγκεκριμένου οργάνου ή να εξασφαλιστεί η απόσυρσή του από την αγορά, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 8.

Άρθρο 13

Όταν ένα όργανο που χρησιμοποιείται για μία από τις χρήσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) περιλαμβάνει ή είναι συνδεδεμένο με διατάξεις που δεν έχουν υποβληθεί σε εξακρίβωση της συμμόρφωσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9, καθεμία από τις διατάξεις αυτές φέρει το σύμβολο περιορισμού της χρήσης που καθορίζεται στο παράρτημα IV σημείο 3. Το σύμβολο αυτό τοποθετείται στις εν λόγω διατάξεις κατά τρόπο ευκρινή, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 14

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν όλες τις διατάξεις προκειμένου τα όργανα που φέρουν τη σήμανση συμμόρφωσης «CE» που βεβαιώνει τη συμμόρφωση προς τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας να παραμένουν σύμφωνα προς τις προδιαγραφές αυτές.

Άρθρο 15

Κάθε απόφαση που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και από την οποία απορρέουν περιορισμοί όσον αφορά τη χρήση ενός οργάνου αναφέρει τους ακριβείς λόγους στους οποίους στηρίζεται.

Κάθε τέτοια απόφαση γνωστοποιείται χωρίς καθυστέρηση στο ενδιαφερόμενο μέρος που ενημερώνεται ταυτόχρονα για τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του σύμφωνα με την νομοθεσία που ισχύει στο εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και για τις προθεσμίες στις οποίες υπόκειται η άσκηση των ένδικων αυτών μέσων.

Άρθρο 16

Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα κείμενα των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 17

Η οδηγία 90/384/EOK, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία που παρατίθεται στο παράρτημα VII μέρος Α, καταργείται, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα VII μέρος Β.

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος VIII.

Άρθρο 18

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 19

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 23 Απριλίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

P. NEČAS


(1)  ΕΕ C 44 της 16.2.2008, σ. 33.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2007 (ΕΕ C 323 Ε της 18.12.2008, σ. 57) και απόφαση του Συμβουλίου της 23ης Μαρτίου 2009.

(3)  ΕΕ L 189 της 20.7.1990, σ. 1.

(4)  Βλέπε παράρτημα VII, μέρος Α.

(5)  ΕΕ C 91 της 16.4.2003, σ. 7.

(6)  ΕΕ C 136 της 4.6.1985, σ. 1.

(7)  ΕΕ C 267 της 19.10.1989, σ. 3.

(8)  ΕΕ C 10 της 16.1.1990, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Η χρησιμοποιούμενη ορολογία είναι του Διεθνούς Οργανισμού Νόμιμης Μετρολογίας (Organisation Internationale de Métrologie Légale).

Προκαταρκτική παρατήρηση

Στην περίπτωση που το όργανο περιλαμβάνει ή είναι συνδεδεμένο με περισσότερα από ένα συστήματα ένδειξης ή εκτύπωσης τα οποία χρησιμοποιούνται για τις χρήσεις που παρατίθενται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α), όσα από τα συστήματα αυτά επαναλαμβάνουν τα αποτελέσματα της ζύγισης και δεν μπορούν να επηρεάσουν τη σωστή λειτουργία του οργάνου δεν υπόκεινται στις βασικές απαιτήσεις εφόσον τα αποτελέσματα της ζύγισης τυπώνονται ή καταγράφονται με ορθό και ανεξίτηλο τρόπο από κάποιο τμήμα του οργάνου, το οποίο πληροί τις βασικές απαιτήσεις και μπορούν να ελεγχθούν από τα δύο μέρη τα οποία αφορά η μέτρηση. Ωστόσο, για τα όργανα που χρησιμοποιούνται για την απευθείας πώληση στο κοινό, τα συστήματα ένδειξης και εκτύπωσης για τον πωλητή και τον πελάτη πρέπει να ανταποκρίνονται στις βασικές απαιτήσεις.

ΜΕΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

1.   Μονάδες μάζας

Οι χρησιμοποιούμενες μονάδες μάζας πρέπει να είναι νόμιμες σύμφωνα με την οδηγία 80/181/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις μονάδες μετρήσεως (1).

Σύμφωνα με την οδηγία αυτή, επιτρέπονται οι ακόλουθες μονάδες μάζας:

από τις μονάδες του συστήματος SI: το χιλιόγραμμο, το μικρογραμμάριο, το χιλιοστόγραμμο, το γραμμάριο και ο τόνος,

μονάδα του αγγλικού συστήματος: η ουγγιά troy, για τη ζύγιση πολύτιμων μετάλλων,

άλλη μονάδα: το μετρικό καράτι για τη ζύγιση πολύτιμων λίθων.

Για τα όργανα τα οποία χρησιμοποιούν την μονάδα μάζας του αγγλικού συστήματος που προαναφέρθηκε, οι σχετικές βασικές απαιτήσεις που περιγράφονται παρακάτω μετατρέπονται σε αυτήν τη μονάδα του αγγλικού συστήματος, με απλή παρεμβολή.

2.   Κατηγορίες ακριβείας

2.1.   Ορίζονται οι ακόλουθες κατηγορίες ακριβείας:

I.

ειδική

II.

υψηλή

III.

μέση

IIII.

συνήθης

Οι προδιαγραφές για τις κατηγορίες αυτές παρέχονται στον πίνακα 1.

Πίνακας 1

Κατηγορίες ακριβείας

Κατηγορία

Υποδιαίρεση ελέγχου (e)

Ελάχιστη δυναμικότητα (Min)

Αριθμός υποδιαιρέσεων ελέγχου

FOR-L_2009122EL.01001101.notes.0001.xml.jpg

Κατώτερο όριο

Κατώτερο όριο

Ανώτατο όριο

I

0,001

g ≤ e

100 e

50 000

II

0,001

g ≤ e ≤ 0,05 g

20 e

100

100 000

0,1

g ≤ e

50 e

5 000

100 000

III

0,1

g ≤ e ≤ 2 g

20 e

100

10 000

5

g ≤ e

20 e

500

10 000

IIII

5

g ≤ e

10 e

100

1 000

Η ελάχιστη δυναμικότητα μειώνεται σε 5e για τα όργανα των κατηγοριών ΙΙ και ΙΙΙ που χρησιμεύουν για τον καθορισμό τιμολογίου μεταφοράς.

2.2.   Υποδιαιρέσεις

2.2.1.

Η πραγματική υποδιαίρεση (d) και η υποδιαίρεση ελέγχου (e) πρέπει να έχουν τη μορφή:

1 × 10k, 2 × 10k ή 5 × 10k μονάδες μάζας

όπου k ακέραιος η μηδέν.

2.2.2.

Για όλα τα όργανα, εκτός από εκείνα που έχουν βοηθητικές διατάξεις ένδειξης, το d είναι ίσο με το e.

2.2.3.

Για τα όργανα με βοηθητικές διατάξεις ένδειξης, ισχύουν οι ακόλουθες συνθήκες:

e = 1 × 10k g

d < e ≤ 10 d,

εκτός από τα όργανα της κατηγορίας Ι με d < 10–4 g, για τα οποία e = 10–3 g.

3.   Ταξινόμηση

3.1.   Όργανα με μια περιοχή ζύγισης

Τα όργανα που είναι εφοδιασμένα με βοηθητική διάταξη ένδειξης πρέπει να ανήκουν στην κατηγορία Ι ή ΙΙ. Για τα όργανα αυτά, τα κατώτερα όρια της ελάχιστης δυναμικότητας για τις δύο αυτές κατηγορίες ακριβείας, προκύπτουν από τον πίνακα I, αν στη στήλη 3 αντικατασταθεί η υποδιαίρεση ελέγχου (e) με την πραγματική υποδιαίρεση (d).

Αν το d < 10–4 g, η μέγιστη δυναμικότητα της κατηγορίας Ι μπορεί να είναι μικρότερη από 50 000 e.

3.2.   Όργανα με περισσότερες περιοχές ζύγισης

Επιτρέπονται περισσότερες περιοχές ζύγισης, εφόσον οι εν λόγω περιοχές επισημαίνονται ευκρινώς στο όργανο. Κάθε επιμέρους περιοχή ζύγισης ταξινομείται σύμφωνα με το σημείο 3.1. Αν οι περιοχές ζύγισης εμπίπτουν σε διαφορετικές κατηγορίες ακριβείας, το όργανο πρέπει να συμφωνεί με τις αυστηρότερες απαιτήσεις που ισχύουν για τις κατηγορίες ακριβείας στις οποίες εμπίπτουν οι περιοχές ζύγισης.

3.3.   Όργανα πολλαπλών υποδιαιρέσεων

3.3.1.

Τα όργανα με μια περιοχή ζύγισης μπορούν να έχουν περισσότερες επιμέρους περιοχές ζύγισης (όργανα πολλαπλών υποδιαιρέσεων).

Τα όργανα πολλαπλών υποδιαιρέσεων δεν εφοδιάζονται με βοηθητικές διατάξεις ένδειξης.

3.3.2.

Κάθε επιμέρους περιοχή ζύγισης i των οργάνων με πολλές περιοχές ζύγισης ορίζεται από:

την υποδιαίρεση ελέγχου της ei όπου:

e(i + 1) > ei

τη μέγιστη δυναμικότητα της Maxi όπου:

Maxr = Max

την ελάχιστη δυναμικότητα της Mini

Mini = Max (i – 1)

και Min1 = Min

όπου

i

=

1, 2, … r

i

=

ο αριθμός της επιμέρους περιοχής ζύγισης

r

=

ο ολικός αριθμός των επιμέρους περιοχών ζύγισης.

Όλες οι δυναμικότητες είναι δυναμικότητες καθαρού φορτίου, ανεξάρτητα από την τιμή του ενδεχόμενα χρησιμοποιούμενου απόβαρου.

3.3.3.

Οι επιμέρους περιοχές ζύγισης ταξινομούνται σύμφωνα με τον πίνακα 2. Όλες οι επιμέρους περιοχές ζύγισης εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία ακριβείας, που είναι και η κατηγορία ακριβείας του οργάνου.

Πίνακας 2

Όργανα πολλαπλών υποδιαιρέσεων

i

=

1, 2, … r

i

=

αριθμός επιμέρους περιοχής ζύγισης

r

=

ολικός αριθμός επιμέρους περιοχών ζύγισης


Κατηγορία

Υποδιαίρεση ελέγχου (e)

Κατώτερο όριο της ελάχιστης δυναμικότητας (Min)

Αριθμός υποδιαιρέσεων ελέγχου

Κατώτερο όριο

Κατώτερο όριο (2)

FOR-L_2009122EL.01001101.notes.0002.xml.jpg

Ανώτερο όριο

FOR-L_2009122EL.01001101.notes.0003.xml.jpg

I

0,001

g ≤ ei

100 e1

50 000

II

0,001

g ≤ ei ≤ 0,05 g

20 e1

5 000

100 000

0,1

g ≤ ei

50 e1

5 000

100 000

III

0,1

g ≤ ei

20 e1

500

10 000

IIII

5

g ≤ ei

10 e1

50

1 000

4.   Ακρίβεια

4.1.   Κατά την εφαρμογή των διαδικασιών του άρθρου 9, το σφάλμα ένδειξης δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέγιστο επιτρεπόμενο σφάλμα ένδειξης όπως φαίνεται στον πίνακα 3. Στις περιπτώσεις ψηφιακής ένδειξης, το σφάλμα ένδειξης πρέπει να διορθώνεται, ώστε να λαμβάνεται υπόψη το σφάλμα στρογγυλοποίησης.

Τα μέγιστα επιτρεπόμενα σφάλματα εφαρμόζονται για το καθαρό βάρος και το απόβαρο για όλα τα δυνατά φορτία, με εξαίρεση τις τιμές των προκαθορισμένων απόβαρων.

Πίνακας 3

Μέγιστα επιτρεπόμενα σφάλματα

Φορτίο

Μέγιστο επιτρεπόμενο σφάλμα

Κατηγορία1 Ι

Κατηγορία1 ΙΙ

Κατηγορία1 ΙΙΙ

Κατηγορία1 IIII

0 ≤ m ≤ 50 000 e

0 ≤ m ≤ 5 000 e

0 ≤ m ≤ 500 e

0 ≤ m ≤ 50 e

±0,5 e

50 000 e < m ≤ 200 000 e

5 000 e < m ≤ 20 000 e

500 e < m ≤ 2 000 e

50 e < m ≤ 200 e

±1,0 e

200 000 e < m

20 000 e < m ≤ 100 000 e

2 000 e < m ≤ 10 000 e

200 e < m ≤ 1 000 e

±1,5 e

4.2.   Τα μέγιστα επιτρεπόμενα σφάλματα κατά τη χρήση είναι διπλάσια από τα μέγιστα επιτρεπόμενα σφάλματα που καθορίζονται στο σημείο 4.1.

5.   Τα αποτελέσματα της ζύγισης με ένα όργανο πρέπει να είναι επαναλαμβανόμενα για τις χρησιμοποιούμενες διατάξεις ένδειξης και τις μεθόδους εξισορρόπησης.

Τα αποτελέσματα της ζύγισης πρέπει να μην επηρεάζονται εύκολα από αλλαγές της θέσης του φορτίου στη διάταξη δέκτη φορτίου.

6.   Το όργανο πρέπει να αντιδρά σε μικρές διακυμάνσεις του φορτίου.

7.   Φυσικά μεγέθη και χρόνος που επηρεάζουν τα όργανα

7.1.   Τα όργανα των κατηγοριών ΙΙ, ΙΙΙ και IIII, που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν σε επικλινή θέση, δεν πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην κλίση που μπορεί να υπάρχει κατά τη διάρκεια της κανονικής λειτουργίας τους.

7.2.   Τα όργανα πρέπει να ικανοποιούν τις μετρολογικές απαιτήσεις μέσα στα όρια των θερμοκρασιακών περιοχών που ορίζονται από τον κατασκευαστή. Οι περιοχές αυτές πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσες με:

5 °C για τα όργανα της κατηγορίας Ι,

15 °C για τα όργανα της κατηγορίας ΙΙ,

30 °C για τα όργανα των κατηγοριών ΙΙΙ και IIII.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν σχετικές προδιαγραφές του κατασκευαστή, θα χρησιμοποιούνται τα όρια θερμοκρασίας από – 10 °C ως + 40 °C.

7.3.   Τα όργανα που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια λαμβανόμενη από το δίκτυο, οφείλουν να πληρούν τις μετρολογικές απαιτήσεις υπό συνθήκες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος μέσα στα όρια της κανονικής διακύμανσής του.

Τα όργανα που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια λαμβανόμενη από ηλεκτρικά στοιχεία, πρέπει να έχουν ειδική ένδειξη όταν η τάση πέφτει κάτω από την ελάχιστη απαιτούμενη τιμή και είτε να συνεχίζουν να λειτουργούν σωστά, ή να τίθενται αυτόματα εκτός λειτουργίας.

7.4.   Τα ηλεκτρονικά όργανα, εκτός από εκείνα των κατηγοριών Ι και ΙΙ, για τα οποία το e είναι μικρότερο από 1 g, πρέπει να πληρούν τις μετρολογικές απαιτήσεις, υπό συνθήκες υψηλής σχετικής υγρασίας στο μέγιστο όριο της θερμοκρασιακής περιοχής κανονικής λειτουργίας τους.

7.5.   Η φόρτιση ενός οργάνου των κατηγοριών ΙΙ, ΙΙΙ και ΙΙΙΙ για ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να έχει αμελητέα επίδραση στην ένδειξη υπό φορτίο ή στη μηδενική ένδειξη, αμέσως μετά την απομάκρυνση του φορτίου.

7.6.   Υπό άλλες συνθήκες, τα όργανα θα συνεχίσουν να λειτουργούν σωστά, ή θα τίθενται αυτόματα εκτός λειτουργίας.

Μελέτη και κατασκευή

8.   Γενικές απαιτήσεις

8.1.   Η μελέτη και κατασκευή των οργάνων πρέπει να είναι τέτοια ώστε τα όργανα να διατηρούν τις μετρολογικές τους ιδιότητες όταν χρησιμοποιούνται και τοποθετούνται σωστά και όταν χρησιμοποιούνται σε περιβάλλον για το οποίο προορίζονται. Πρέπει να αναφέρεται η αξία της μάζας.

8.2.   Όταν εκτίθενται σε εξωτερικές διαταραχές, τα ηλεκτρονικά όργανα δεν πρέπει να παρουσιάζουν σημαντικά σφάλματα, ή τα σημαντικά σφάλματα πρέπει να ανιχνεύονται και να αναφέρονται αυτόματα.

Με την αυτόματη ανίχνευση ενός σημαντικού σφάλματος, τα ηλεκτρονικά όργανα πρέπει να εκπέμπουν ένα οπτικό ή ακουστικό χαρακτηριστικό σήμα που θα συνεχίζεται μέχρις ότου ο χρήστης προβεί σε κάποια διορθωτική ενέργεια ή εξαφανιστεί το σφάλμα.

8.3.   Οι απαιτήσεις των σημείων 8.1 και 8.2 πρέπει να τηρούνται συνεχώς κατά τη διάρκεια ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, λαμβανομένης υπόψη της χρήσης για την οποία προορίζονται.

Οι ψηφιακές ηλεκτρονικές συσκευές πρέπει να διαθέτουν πάντα κατάλληλα συστήματα ελέγχου της λειτουργίας της διαδικασίας μέτρησης, της διάταξης ένδειξης, καθώς και της αποθήκευσης και της μεταφοράς όλων των δεδομένων.

Η αυτόματη ανίχνευση ενός σημαντικού σφάλματος οφειλόμενου στη μακροχρόνια χρήση των ηλεκτρονικών οργάνων, θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα οπτικό ή ακουστικό χαρακτηριστικό σήμα που θα συνεχίζεται μέχρις ότου ο χρήστης προβεί σε κάποια διορθωτική ενέργεια ή εξαφανιστεί το σφάλμα.

8.4.   Όταν μια άλλη πρόσθετη εξωτερική συσκευή συνδεθεί σε ένα ηλεκτρονικό όργανο, μέσω μιας κατάλληλης διάταξης διασύνδεσης, οι μετρολογικές ιδιότητες του οργάνου δεν πρέπει να επηρεάζονται δυσμενώς.

8.5.   Τα όργανα δεν πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη δόλια χρήση τους. Επιπλέον οι πιθανότητες για ακούσια λανθασμένη χρήση του οργάνου πρέπει να είναι ελάχιστες. Τα εξαρτήματα που δεν επιτρέπεται να αποσυναρμολογούνται ή να ρυθμίζονται από τον χρήστη, πρέπει να ασφαλίζονται από τέτοιες ενέργειες.

8.6.   Τα όργανα πρέπει να μελετώνται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να επιτρέπεται η άμεση εκτέλεση των ελέγχων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

9.   Ένδειξη των αποτελεσμάτων της ζύγισης και άλλων τιμών βάρους

Η ένδειξη των αποτελεσμάτων της ζύγισης και άλλων τιμών βάρους πρέπει να είναι ακριβής, ευκρινής και αναμφισβήτητη· η διάταξη ένδειξης πρέπει να επιτρέπει την εύκολη ανάγνωση της ένδειξης υπό κανονικές συνθήκες χρήσης.

Οι ονομασίες και τα σύμβολα των μονάδων που αναφέρονται στο σημείο 1 του παρόντος παραρτήματος, πρέπει να συμφωνούν με τις διατάξεις της οδηγίας 80/181/ΕΟΚ, με προσθήκη του συμβόλου για το μετρικό καράτι, που είναι το σύμβολο «ct».

Οποιαδήποτε ένδειξη πέρα από τη μέγιστη δυναμικότητα (Max), αυξημένη κατά 9 ε δεν πρέπει να είναι δυνατή.

Βοηθητικές διατάξεις ένδειξης επιτρέπονται για δεκαδικές ενδείξεις. Εκτατές διατάξεις ένδειξης μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο προσωρινά· η εκτύπωση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους απαγορεύεται.

Δευτερεύουσες ενδείξεις μπορούν να παρέχονται, εφόσον αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες και δεν συγχέονται με τις πρωτεύουσες ενδείξεις.

10.   Εκτύπωση των αποτελεσμάτων της ζύγισης και άλλων τιμών βάρους

Τα αποτελέσματα που εκτυπώνονται πρέπει να είναι σωστά, εύκολα αναγνωρίσιμα και σαφή. Η εκτύπωση πρέπει να είναι καθαρή, ευανάγνωστη, ανεξίτηλη και αμετάβλητη.

11.   Οριζοντίωση

Στις περιπτώσεις που είναι απαραίτητο, τα όργανα μπορούν να είναι εφοδιασμένα με μια κατάλληλη συσκευή οριζοντίωσης και με ένα δείκτη οριζοντίωσης, αρκετά ευαίσθητα, ώστε να είναι δυνατή η σωστή εγκατάστασή τους.

12.   Μηδενισμός

Τα όργανα μπορούν να εφοδιάζονται με διατάξεις μηδενισμού. Η λειτουργία των διατάξεων αυτών πρέπει να συνεπάγεται τον ακριβή μηδενισμό των οργάνων και να μην οδηγεί σε εσφαλμένα αποτελέσματα μέτρησης.

13.   Διατάξεις απόβαρου και διατάξεις προκαθορισμού του απόβαρου

Τα όργανα μπορούν να έχουν μια ή περισσότερες διατάξεις απόβαρου και μια διάταξη προκαθορισμού του απόβαρου. Η λειτουργία των διατάξεων απόβαρου πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την ακριβή τοποθέτηση της ένδειξης στο μηδέν και να εξασφαλίζει τη σωστή ζύγιση του καθαρού φορτίου. Η λειτουργία της διάταξης προκαθορισμού του απόβαρου πρέπει να εξασφαλίζει το σωστό προσδιορισμό της υπολογιζόμενης καθαρής τιμής.

14.   Όργανα προοριζόμενα να χρησιμοποιηθούν για την απευθείας πώληση στο κοινό με μέγιστη δυναμικότητα όχι μεγαλύτερη των 100 kg: πρόσθετες απαιτήσεις

Στα όργανα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την απευθείας πώληση στο κοινό πρέπει να επιδεικνύονται καθαρά στον πελάτη όλες οι πληροφορίες όσον αφορά τη διαδικασία της ζύγισης και, στην περίπτωση οργάνων με ένδειξη τιμής, ο υπολογισμός της τιμής του ζυγιζόμενου προϊόντος.

Η τιμή του προϊόντος, αν αναφέρεται, πρέπει να είναι ακριβής.

Στα όργανα στα οποία υπολογίζεται η τιμή του ζυγιζόμενου προϊόντος, οι βασικές ενδείξεις πρέπει να εμφανίζονται για αρκετό χρόνο ώστε να είναι δυνατό να τις διαβάσει ο πελάτης σωστά.

Τα όργανα στα οποία υπολογίζεται η τιμή του ζυγιζόμενου προϊόντος, παρέχουν και άλλες λειτουργίες, εκτός από τη ζύγιση και τον υπολογισμό της τιμής του προϊόντος, μόνο αν όλες οι ενδείξεις όλων των συναλλαγών εκτυπώνονται στην απόδειξη που προορίζεται για τον πελάτη κατά τρόπο καθαρό, σαφή και ευανάγνωστο.

Τα όργανα δεν πρέπει να φέρουν οποιοδήποτε χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να προκαλέσει, άμεσα ή έμμεσα, ενδείξεις των οποίων η ερμηνεία δεν είναι απλή ή άμεση.

Τα όργανα πρέπει να διασφαλίζουν τους πελάτες από εσφαλμένες συναλλαγές, οφειλόμενες στην κακή λειτουργία τους.

Βοηθητικές ή εκτατές διατάξεις ένδειξης δεν επιτρέπονται.

Πρόσθετες διατάξεις επιτρέπονται μόνον εφόσον δεν επιτρέπουν δόλια χρήση.

Όργανα παρεμφερή με αυτά που χρησιμοποιούνται συνήθως για την απευθείας πώληση στο κοινό και τα οποία δεν πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος σημείου πρέπει να φέρουν πλησίον της ένδειξης κατά ανεξίτηλο τρόπο την επισήμανση «απαγορεύεται η χρήση για την απευθείας πώληση στο κοινό».

15.   Όργανα με δυνατότητα έκδοσης ετικετών με τις τιμές των προϊόντων

Τα εν λόγω όργανα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις των οργάνων με ένδειξη τιμών για απευθείας πώληση στο κοινό, στον βαθμό που αυτές είναι εφαρμόσιμες στα υπόψη όργανα. Η έκδοση ετικετών με τιμές προϊόντων δεν πρέπει να είναι δυνατή για βάρη μικρότερα της ελάχιστης δυναμικότητας του οργάνου.


(1)  ΕΕ L 39 της 15.2.1980, σ. 40.

(2)  Για i = r, ισχύει η αντίστοιχη στήλη του πίνακα 1, με αντικατάσταση του e από το er.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

1.   Εξέταση τύπου ΕΚ

1.1.   Εξέταση τύπου ΕΚ είναι η διαδικασία με την οποία ένας κοινοποιημένος φορέας επιθεώρησης διαπιστώνει και πιστοποιεί ότι ένα όργανο, αντιπροσωπευτικό της προγραμματιζόμενης παραγωγής, πληροί τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

1.2.   Η αίτηση για την εξέταση τύπου ΕΚ υποβάλλεται από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του στην Κοινότητα, σε έναν και μόνο γνωστοποιημένο φορέα επιθεώρησης.

Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει:

το όνομα και τη διεύθυνση του κατασκευαστή, και στην περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, επιπλέον, το όνομα και τη διεύθυνσή του,

γραπτή δήλωση ότι η αίτηση δεν έχει υποβληθεί σε άλλον κοινοποιημένο φορέα επιθεώρησης,

την τεχνική τεκμηρίωση όπως περιγράφεται στο παράρτημα III.

Ο αιτών θέτει στη διάθεση του κοινοποιημένου φορέα επιθεώρησης ένα όργανο, αντιπροσωπευτικό της προγραμματιζόμενης παραγωγής, που στο εξής θα αναφέρεται ως «υπόδειγμα».

1.3.   Ο γνωστοποιηθείς φορέας επιθεώρησης

1.3.1.

εξετάζει τη σχετική με το σχέδιο τεκμηρίωση και ελέγχει αν το υπόδειγμα κατασκευάσθηκε σύμφωνα με την εν λόγω τεκμηρίωση.

1.3.2.

συμφωνεί με τον αιτούντα για το χώρο που θα εκτελεστούν οι εν λόγω έλεγχοι ή/και δοκιμές.

1.3.3.

προβαίνει ή έχει ήδη προβεί στους κατάλληλους ελέγχους ή/και δοκιμές, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι λύσεις που υιοθετήθηκαν από τον κατασκευαστή ικανοποιούν τις βασικές απαιτήσεις, στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόστηκαν τα εναρμονισμένα πρότυπα του άρθρου 6 παράγραφος 1.

1.3.4.

προβαίνει ή έχει ήδη προβεί στους κατάλληλους ελέγχους ή/και δοκιμές, προκειμένου να διαπιστώσει αν, στις περιπτώσεις που ο κατασκευαστής επέλεξε την εφαρμογή των σχετικών προτύπων, αυτά πράγματι εφαρμόστηκαν, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τη συμφωνία με τις βασικές απαιτήσεις.

1.4.   Αν το υπόδειγμα πληροί τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, ο γνωστοποιηθείς φορέας επιθεώρησης εκδίδει ένα πιστοποιητικό έγκρισης τύπου ΕΚ για λογαριασμό του αιτούντα. Στο πιστοποιητικό αυτό αναφέρονται τα συμπεράσματα της εξέτασης, οι όροι (αν υπάρχουν) ισχύος τους, τα αναγκαία στοιχεία για την αναγνώριση του εγκεκριμένου οργάνου και, αν απαιτείται μια περιγραφή της λειτουργίας του. Τα σχετικά τεχνικά στοιχεία, όπως σχέδια και διαγράμματα, επισυνάπτονται στο πιστοποιητικό έγκρισης τύπου ΕΚ.

Το πιστοποιητικό ισχύει για μια περίοδο δέκα ετών από την ημερομηνία της έκδοσής του, και μπορεί να ανανεώνεται στη συνέχεια για περιόδους των δέκα ετών.

Σε περίπτωση θεμελιωδών αλλαγών στο σχεδιασμό του οργάνου, για παράδειγμα μετά την εφαρμογή νέων τεχνικών μεθόδων, η ισχύς του πιστοποιητικού μπορεί να περιορισθεί σε δύο έτη και να παραταθεί κατά τρία έτη.

1.5.   Κάθε γνωστοποιηθείς φορέας επιθεώρησης θέτει περιοδικά στη διάθεση όλων των κρατών μελών, τον κατάλογο:

των αιτήσεων εξέτασης τύπου ΕΚ που έχει λάβει,

των πιστοποιητικών έγκρισης τύπου ΕΚ που έχει χορηγήσει,

των αιτήσεων για την έκδοση πιστοποιητικών τύπου που έχει απορρίψει,

των προσθηκών και τροποποιήσεων όσον αφορά τα ήδη εκδοθέντα έγγραφα.

Εξάλλου, κάθε γνωστοποιηθείς φορέας επιθεώρησης ενημερώνει πάραυτα όλα τα κράτη μέλη σε περίπτωση που αποσύρει πιστοποιητικό έγκρισης τύπου ΕΚ.

Κάθε κράτος μέλος θέτει τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση των φορέων επιθεώρησης, τους οποίους έχει γνωστοποιήσει.

1.6.   Οι λοιποί γνωστοποιηθέντες φορείς μπορούν να λαμβάνουν αντίγραφο των πιστοποιητικών και των παραρτημάτων τους.

1.7.   Ο αιτών ενημερώνει τον φορέα επιθεώρησης που εξέδωσε το πιστοποιητικό έγκρισης τύπου ΕΚ, σχετικά με κάθε τροποποίηση του εγκεκριμένου υποδείγματος.

Οι τροποποιήσεις που γίνονται στο εγκεκριμένο υπόδειγμα, πρέπει να λαμβάνουν πρόσθετη έγκριση από το γνωστοποιηθέντα φορέα επιθεώρησης που εξέδωσε το πιστοποιητικό έγκρισης τύπου ΕΚ, στις περιπτώσεις που οι υπόψη τροποποιήσεις επηρεάζουν τη συμφωνία με τις βασικές απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, ή τις προδιαγραφόμενες συνθήκες λειτουργίας του οργάνου. Η πρόσθετη αυτή έγκριση χορηγείται υπό τη μορφή προσθήκης στο αρχικό πιστοποιητικό έγκρισης τύπου ΕΚ.

2.   Δήλωση συμμόρφωσης τύπου ΕΚ (διασφάλιση της ποιότητας της παραγωγής)

2.1.   Η δήλωση συμμόρφωσης παραγωγής τύπου ΕΚ (διασφάλιση ποιότητας της παραγωγής) είναι η διαδικασία μέσω της οποίας ο κατασκευαστής που τηρεί τις υποχρεώσεις του σημείου 2.2 δηλώνει ότι τα συγκεκριμένα όργανα συμφωνούν κατά περίπτωση με το υπόδειγμα που περιγράφεται στο πιστοποιητικό έγκρισης τύπου ΕΚ και ικανοποιούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

Ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του επιθέτει τη σήμανση συμμόρφωσης «CE» και τις προβλεπόμενες στο παράρτημα IV ενδείξεις σε κάθε όργανο και συντάσσει έγγραφη δήλωση συμμόρφωσης.

Η σήμανση συμμόρφωσης «CE» συνοδεύεται από τον αριθμό αναγνώρισης του κοινοποιημένου οργανισμού που είναι υπεύθυνος για την εποπτεία που αναφέρεται στο σημείο 2.4.

2.2.   Ο κατασκευαστής πρέπει να εφαρμόζει ένα κατάλληλο σύστημα εξασφάλισης ποιότητας, όπως προδιαγράφεται στο σημείο 2.3 και να υπόκειται στην εποπτεία ΕΚ, όπως περιγράφεται στο σημείο 2.4.

2.3.   Σύστημα διασφάλισης ποιότητας

2.3.1.

Ο κατασκευαστής υποβάλλει αίτηση σε έναν γνωστοποιηθέντα φορέα επιθεώρησης, για την έγκριση του συστήματός του διασφάλισης ποιότητας.

Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει:

τη δέσμευση να τηρεί τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν από το σύστημα διασφάλισης ποιότητας, όπως αυτό εγκρίθηκε,

τη δέσμευση να διατηρεί το εγκεκριμένο σύστημα ποιότητας και να διασφαλίζει ότι το σύστημα εξακολουθεί να είναι κατάλληλο και αποτελεσματικό.

Ο κατασκευαστής θέτει στη διάθεση του γνωστοποιηθέντος φορέα επιθεώρησης τις αναγκαίες πληροφορίες, ιδιαίτερα τα δικαιολογητικά σχετικά με το σύστημα ποιότητας και τα δικαιολογητικά σχετικά με τον σχεδιασμό του οργάνου.

2.3.2.

Το σύστημα ποιότητας πρέπει να διασφαλίζει τη συμφωνία των οργάνων με το υπόδειγμα που περιγράφεται στο πιστοποιητικό έγκρισης τύπου ΕΚ και τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

Όλα τα στοιχεία, όλες οι απαιτήσεις και διατάξεις που εγκρίνονται από τον κατασκευαστή ταξινομούνται κατά συστηματικό και τακτικό τρόπο, υπό τη μορφή γραπτών συμβάσεων, διαδικασιών και οδηγιών. Η τεκμηρίωση αυτή του συστήματος διασφάλισης ποιότητας πρέπει να εξασφαλίζει την εναρμόνιση των προγραμμάτων ποιότητας, των σχετικών σχεδίων, εγχειριδίων και εγγράφων.

Η τεκμηρίωση αυτή πρέπει να περιέχει, πιο συγκεκριμένα, μια πρόσφορη περιγραφή:

των στόχων ποιότητας, της οργανωτικής δομής και των διοικητικών ευθυνών και αρμοδιοτήτων, όσον αφορά την ποιότητα του προϊόντος,

της κατασκευαστικής διαδικασίας, του ποιοτικού ελέγχου, των τεχνικών διασφάλισης της ποιότητας και των συστηματικών ενεργειών που θα εφαρμοστούν,

των εξετάσεων και των δοκιμών που θα εκτελούνται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την κατασκευή, καθώς και της συχνότητας εκτέλεσης τους,

των μέσων παρακολούθησης, όσον αφορά την επίτευξη της απαιτούμενης ποιότητας του προϊόντος καθώς και την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος διασφάλισης ποιότητας.

2.3.3.

Ο γνωστοποιηθείς φορέας επιθεώρησης εξετάζει και αξιολογεί το σύστημα διασφάλισης ποιότητας, προκειμένου να διαπιστώσει αν ικανοποιεί τις απαιτήσεις του σημείου 2.3.2. Για συστήματα διασφάλισης ποιότητας που εφαρμόζουν το αντίστοιχο εναρμονισμένο πρότυπο, ο φορέας επιθεώρησης θεωρεί ως δεδομένη τη συμφωνία τους με τις παραπάνω απαιτήσεις.

Γνωστοποιεί την απόφασή του στον κατασκευαστή και ενημερώνει σχετικά τους άλλους εγκεκριμένους φορείς επιθεώρησης. Η γνωστοποίηση προς τον κατασκευαστή περιλαμβάνει τα πορίσματα της εξέτασης και, σε απορριπτική περίπτωση, την αιτιολόγηση της αποφάσεως.

2.3.4.

Ο κατασκευαστής, ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του, ενημερώνει το φορέα επιθεώρησης που ενέκρινε το σύστημα διασφάλισης ποιότητας, για κάθε εκσυγχρονισμό του εν λόγω συστήματος, όσον αφορά π.χ. αλλαγές που έχουν επέλθει στο μεταξύ, νέες τεχνολογίες και έννοιες σχετικά με την ποιότητα.

2.3.5.

Αν ένας φορέας επιθεώρησης αποσύρει την έγκριση ενός συστήματος διασφάλισης ποιότητας, ενημερώνει σχετικά τους άλλους γνωστοποιηθέντες φορείς επιθεώρησης.

2.4.   Εποπτεία ΕΚ

2.4.1.

Σκοπός της εποπτείας ΕΚ είναι να διασφαλιστεί ότι ο κατασκευαστής τηρεί κανονικά τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν από το εγκεκριμένο σύστημα διασφάλισης ποιότητας.

2.4.2.

Ο κατασκευαστής επιτρέπει σε άτομα του γνωστοποιηθέντος φορέα επιθεώρησης να εισέρχονται, για σκοπούς που συνδέονται με την επιθεώρηση, στο χώρο κατασκευής, επιθεώρησης, δοκιμής και αποθήκευσης, και τους παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ειδικότερα δε:

την τεκμηρίωση του συστήματος ποιότητας,

την τεχνική τεκμηρίωση,

τα πρακτικά ποιότητας, όπως είναι οι εκθέσεις επιθεώρησης και τα στοιχεία δοκιμών και βαθμονόμησης, οι εκθέσεις περί των προσόντων του προσωπικού κ.λπ.

Ο γνωστοποιηθείς φορέας επιθεώρησης πραγματοποιεί τακτικούς ελέγχους προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο κατασκευαστής διατηρεί και εφαρμόζει το σύστημα ποιότητας. Χορηγεί έκθεση ελέγχου στον κατασκευαστή.

Εξάλλου, ο γνωστοποιηθείς φορέας επιθεώρησης μπορεί να πραγματοποιεί αιφνίδιες επισκέψεις στον κατασκευαστή. Κατά τις επισκέψεις αυτές, ο γνωστοποιηθείς φορέας μπορεί να προβαίνει σε πλήρεις ή τμηματικούς ελέγχους. Χορηγεί στον κατασκευαστή έκθεση της επίσκεψης και, ενδεχομένως, έκθεση ελέγχου.

2.4.3.

Ο γνωστοποιηθείς φορέας επιθεώρησης βεβαιώνεται ότι ο κατασκευαστής διατηρεί και εφαρμόζει το εγκεκριμένο σύστημα ποιότητας.

3.   Εξακρίβωση ΕΚ

3.1.   Εξακρίβωση ΕΚ είναι η διαδικασία με την οποία ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του διασφαλίζει και δηλώνει ότι τα όργανα που υπόκεινται στις διατάξεις του σημείου 3.3 είναι σύμφωνα, κατά περίπτωση, προς τον τύπο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εξέτασης «τύπου ΕΚ» και πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που ισχύουν γι’ αυτά.

3.2.   Ο κατασκευαστής λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε η διαδικασία κατασκευής να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των οργάνων, κατά περίπτωση, προς τον τύπο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εξέτασης «τύπου ΕΚ» και προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που ισχύουν γι’ αυτά. Ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητας εντολοδόχος του θέτει τη σήμανση συμμόρφωσης «CE» σε κάθε όργανο και συντάσσει έγγραφη δήλωση συμμόρφωσης.

3.3.   Ο κοινοποιημένος οργανισμός διεξάγει τις κατάλληλες εξετάσεις και δοκιμές για να εξακριβώσει τη συμμόρφωση του προϊόντος προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, με έλεγχο και δοκιμή κάθε οργάνου, όπως ορίζεται στο σημείο 3.5.

3.4.   Για τα όργανα που δεν υπόκεινται σε έγκριση «τύπου ΕΚ», ο κοινοποιημένος οργανισμός πρέπει να έχει πρόσβαση, εφόσον το ζητήσει, στη σχετική με τον σχεδιασμό του οργάνου τεκμηρίωση, που αναφέρεται στο παράρτημα III.

3.5.   Εξακρίβωση με έλεγχο και δοκιμή κάθε οργάνου.

3.5.1.

Εξετάζονται όλα τα όργανα, το καθένα χωριστά, και διεξάγονται οι κατάλληλες δοκιμές, οι οποίες ορίζονται στο ή στα αναφερόμενα στο άρθρο 6 παράγραφος 1 ισχύοντα εναρμονισμένα πρότυπα, ή ισοδύναμες δοκιμές, προκειμένου να εξακριβωθεί η συμμόρφωση των προϊόντων, κατά περίπτωση, προς τον τύπο που περιγράφεται στη βεβαίωση εξέτασης «τύπου ΕΚ» και προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που έχουν εφαρμογή.

3.5.2.

Ο κοινοποιημένος οργανισμός επιθέτει η αναθέτει την επίθεση του αριθμού αναγνώρισης σε κάθε όργανο, του οποίου έχει διαπιστωθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις και συντάσσει έγγραφη βεβαίωση συμμόρφωσης ως προς τις δοκιμές που έχουν διεξαχθεί.

3.5.3.

Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του πρέπει να είναι σε θέση να επιδείξει, εφόσον του ζητηθεί, τις βεβαιώσεις συμμόρφωσης που έχει χορηγήσει ο κοινοποιημένος οργανισμός.

4.   Εξακρίβωση ΕΚ ανά μονάδα

4.1.   Εξακρίβωση ΕΚ ανά μονάδα είναι η διαδικασία με την οποία ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του διασφαλίζει και δηλώνει τη συμμόρφωση του εξεταζόμενου οργάνου, το οποίο συνήθως έχει σχεδιαστεί για ειδική εφαρμογή και έχει αποτελέσει αντικείμενο της αναφερόμενης στο σημείο 4.2 βεβαίωσης, προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που ισχύουν γι’ αυτό. Ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του θέτει τη σήμανση συμμόρφωσης «CE» στο όργανο και συντάσσει έγγραφη δήλωση συμμόρφωση.

4.2.   Ο κοινοποιημένος οργανισμός εξετάζει το όργανο και διεξάγει τις κατάλληλες δοκιμές, οι οποίες ορίζονται στο ή στα αναφερόμενα στο άρθρο 6 παράγραφος 1 ισχύοντα εναρμονισμένα πρότυπα, ή ισοδύναμες δοκιμές, προκειμένου να εξακριβώσει τη συμμόρφωση του προϊόντος προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που έχουν εφαρμογή.

Ο κοινοποιημένος οργανισμός επιθέτει ή αναθέτει την επίθεση του αριθμού αναγνώρισης στο όργανο του οποίου έχει διαπιστωθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις και συντάσσει έγγραφη βεβαίωση συμμόρφωσης ως προς τις δοκιμές που έχουν διεξαχθεί.

4.3.   Στόχος της τεχνικής τεκμηρίωσης που αφορά τον αναφερόμενο στο παράρτημα III σχεδιασμό του οργάνου, είναι να επιτρέψει την εκτίμηση της συμμόρφωσής της προς τις απαιτήσεις της οδηγίας καθώς και την κατανόηση του σχεδιασμού, της κατασκευής και της λειτουργίας του. Ο κοινοποιημένος οργανισμός πρέπει να έχει πρόσβαση στην τεκμηρίωση αυτή.

4.4.   Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του πρέπει να είναι σε θέση να επιδείξει, εφόσον του ζητηθεί, τις βεβαιώσεις συμμόρφωσης που έχει χορηγήσει ο κοινοποιημένος οργανισμός.

5.   Κοινές διατάξεις

5.1.   Η δήλωση συμμόρφωση τύπου ΕΚ (διασφάλιση της ποιότητας της παραγωγής), η εξακρίβωση ΕΚ και η εξακρίβωση ΕΚ κατά μονάδα, μπορούν να πραγματοποιηθούν στο εργοστάσιο του κατασκευαστή και σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, εφόσον για τη μεταφορά στον τόπο χρήσης δεν απαιτείται αποσυναρμολόγηση του οργάνου, για τη θέση σε λειτουργία στο χώρο χρήσης δεν απαιτείται συναρμολόγηση του οργάνου ή άλλες τεχνικές εργασίες εγκατάστασης που ενδέχεται να επηρεάσουν την απόδοση του οργάνου, και εφόσον ληφθεί υπόψη η τιμή της βαρύτητας στον τόπο λειτουργίας ή εφόσον η απόδοση τον οργάνου δεν παρουσιάζει ευαισθησία στις μεταβολές της βαρύτητας. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι προαναφερθείσες ενέργειες εκτελούνται στον τόπο χρήσης του οργάνου.

5.2.   Αν η απόδοση του οργάνου επηρεάζεται από τις μεταβολές της βαρύτητας, οι διαδικασίες του σημείου 5.1 μπορούν να εκτελούνται σε δύο στάδια, όπου το δεύτερο στάδιο θα περιλαμβάνει όλες τις εξετάσεις και δοκιμές των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη βαρύτητα, ενώ το πρώτο στάδιο θα περιλαμβάνει όλες τις άλλες εξετάσεις και δοκιμές. Η δεύτερη φάση θα εκτελείται στον τόπο χρήσης του οργάνου. Στις περιπτώσεις που ένα κράτος μέλος έχει ορίσει ζώνες βαρύτητας στην επικράτειά του, η έκφραση «στον τόπο χρήσης του οργάνου» μπορεί να νοείται ως «στη ζώνη βαρύτητας όπου χρησιμοποιείται το όργανο».

5.2.1.   Όταν ο κατασκευαστής έχει επιλέξει την εκτέλεση σε δύο στάδια μιας των διαδικασιών του άρθρου 5.1 και όταν τα δύο στάδια εκτελούνται από διαφορετικό φορέα, το όργανο που έχει υποβληθεί στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας πρέπει να φέρει τον αριθμό αναγνώρισης του κοινοποιημένου οργανισμού που συμμετείχε στο στάδιο αυτό.

5.2.2.   Το μέρος που πραγματοποίησε το πρώτο στάδιο της διαδικασίας χορηγεί για κάθε όργανο έγγραφη βεβαίωση συμμόρφωσης που περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για την αναγνώριση του οργάνου και προσδιορίζει τις εξετάσεις και δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν.

Το μέρος που πραγματοποιεί το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, διεξάγει τις εξετάσεις και δοκιμές που δεν έχουν ακόμα πραγματοποιηθεί.

Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του πρέπει να είναι σε θέση να επιδείξει, εάν του ζητηθεί, τις βεβαιώσεις συμμόρφωσης που έχει χορηγήσει ο κοινοποιημένος οργανισμός.

5.2.3.   Ο κατασκευαστής που επέλεξε τη δήλωση συμμόρφωση τύπου ΕΚ (διασφάλιση της ποιότητας της παραγωγής) στο πρώτο στάδιο, μπορεί για το δεύτερο στάδιο, είτε να χρησιμοποιήσει την ίδια διαδικασία είτε να αποφασίσει να χρησιμοποιήσει την εξακρίβωση ΕΚ.

5.2.4.   Η σήμανση συμμόρφωσης «CE» πρέπει να τίθεται στο όργανο μετά την ολοκλήρωση του δεύτερου σταδίου, όπως επίσης και ο αριθμός αναγνώρισης του κοινοποιημένου οργανισμού που έλαβε μέρος στο δεύτερο στάδιο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ

Τα τεχνικά δικαιολογητικά πρέπει να επιτρέπουν την κατανόηση του σχεδιασμού, της κατασκευής και της λειτουργίας του προϊόντος, καθώς και την αξιολόγηση της συμμόρφωσής του με τις απαιτήσεις της οδηγίας.

Τα δικαιολογητικά περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία, κατά το μέτρο που αυτά είναι αναγκαία για την αξιολόγηση:

μια γενική περιγραφή του τύπου του οργάνου,

τις θεωρητικές αρχές λειτουργίας και κατασκευαστικά σχέδια και σχεδιάγραμμα των εξαρτημάτων, των επιμέρους συγκροτημάτων, των κυκλωμάτων κ.λπ.,

περιγραφές και εξηγήσεις που θεωρούνται αναγκαίες για την κατανόηση των παραπάνω, περιλαμβανομένης και της λειτουργίας του οργάνου,

έναν κατάλογο των εναρμονισμένων προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, που εφαρμόζονται εν όλω ή εν μέρει, καθώς και οι περιγραφές των λύσεων που υιοθετήθηκαν προκειμένου να ικανοποιηθούν οι βασικές απαιτήσεις στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόστηκαν τα εναρμονισμένα πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1,

τα αποτελέσματα των υπολογισμών που έγιναν, όσον αφορά τη μελέτη των οργάνων, των ελέγχων κ.λπ.,

εκθέσεις δοκιμών,

τα πιστοποιητικά έγκρισης τύπου ΕΚ και τα αποτελέσματα αντίστοιχων δοκιμών που αφορούν όργανα τα οποία περιέχουν στοιχεία ταυτόσημα με αυτά του σχεδίου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ «CE» ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

1.   Όργανα που υπόκεινται στη διαδικασία ΕΚ αξιολόγησης της συμμόρφωσης

1.1.

Τα όργανα αυτά πρέπει να φέρουν:

α)

τη σήμανση συμμόρφωσης «CE» που περιλαμβάνει το περιγραφόμενο στο παράρτημα VI ακρωνύμιο «CE»,

τον ή τους αριθμό(-ούς) αναγνώρισης του ή των κοινοποιημένων οργανισμών που διενήργησαν την εποπτεία ΕΚ ή την εξακρίβωση ΕΚ.

Οι ανωτέρω σημάνσεις και επισημάνσεις τίθενται στο όργανο κατά διακεκριμένες ομάδες·

β)

τετράγωνο ένσημο πλευράς τουλάχιστον 12,5 mm, πράσινο, που φέρει το γράμμα M με μαύρους κεφαλαίους τυπογραφικούς χαρακτήρες·

γ)

τις ακόλουθες επισημάνσεις:

ενδεχομένως, τον αριθμό του πιστοποιητικού έγκρισης τύπου ΕΚ,

το σήμα ή το όνομα του κατασκευαστή,

κατηγορία ακρίβειας, μέσα σε ωοειδές σχήμα ή μεταξύ δύο οριζόντιων γραμμών συνδεόμενων με δύο ημικύκλια,

μέγιστη δυναμικότητα υπό τη μορφή Max …,

ελάχιστη δυναμικότητα υπό τη μορφή Min …,

υποδιαίρεση ελέγχου υπό τη μορφή e = …,

τα δύο τελευταία ψηφία του έτους επίθεσης της σήμανσης συμμόρφωσης «CE»,

επιπλέον δε, στις περιπτώσεις που είναι δυνατόν:

αριθμό σειράς,

για όργανα αποτελούμενα από διακεκριμένες αλλά ενωμένες μονάδες: σήμα αναγνώρισης στην κάθε μονάδα,

υποδιαίρεση κλίμακας, αν είναι διαφορετική από e υπό τη μορφή d = …,

μέγιστο προσθετικό απόβαρο υπό τη μορφή T = + …,

μέγιστο αφαιρετικό απόβαρο, αν είναι διαφορετικό από Max υπό τη μορφή T = – …,

υποδιαίρεση απόβαρου, αν είναι διαφορετικό από d υπό τη μορφή dT = …,

μέγιστο φορτίο ασφάλειας, αν είναι διαφορετικό από Max υπό τη μορφή LIM = …,

ιδιαίτερα όρια θερμοκρασίας υπό τη μορφή … °C/… °C,

τη σχέση μεταξύ δέκτη βάρους και φορτίου.

1.2.

Τα όργανα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλες θέσεις για την τοποθέτηση της σήμανσης συμμόρφωσης «CE» ή/και των επισημάνσεων. Οι εν λόγω θέσεις πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να είναι αδύνατον να αφαιρεθεί το σήμα και οι επισημάνσεις χωρίς να καταστραφούν· το σήμα και οι επισημάνσεις πρέπει να είναι ορατά, όταν το όργανο βρίσκεται στην κανονική θέση λειτουργίας του.

1.3.

Στις περιπτώσεις που τα παραπάνω στοιχεία εγγράφονται σ’ ένα ειδικό για τον σκοπό αυτό μεταλλικό πλακίδιο, πρέπει να είναι δυνατόν το εν λόγω πλακίδιο να σφραγίζεται, εκτός αν δεν μπορεί να αφαιρεθεί χωρίς να καταστραφεί. Αν το μεταλλικό αυτό πλακίδιο εγγραφής των στοιχείων του οργάνου σφραγίζεται, πρέπει να είναι δυνατόν να τοποθετείται ένα σήμα ελέγχου.

1.4.

Οι επισημάνσεις «Max», «Min», «e» και «d» πρέπει να επαναλαμβάνονται και κοντά στην ένδειξη των αποτελεσμάτων, αν δεν βρίσκονται ήδη σε μια παραπλήσια θέση.

1.5.

Κάθε συσκευή μέτρησης φορτίου που συνδέεται ή μπορεί να συνδεθεί με έναν ή περισσότερους δέκτες φορτίου, πρέπει να φέρει τις σχετικές επισημάνσεις, όσον αφορά τους προαναφερθέντες δέκτες φορτίου.

2.   Άλλα όργανα

Τα άλλα όργανα πρέπει να φέρουν:

το σήμα ή το όνομα του κατασκευαστή,

τη μέγιστη δυναμικότητα υπό τη μορφή Max …

Τα όργανα αυτά δεν μπορούν να φέρουν το επίσημα του σημείου 1.1.β).

3.   Περιοριστικό της χρήσης σύμβολο που προβλέπεται στο άρθρο 13

Το σύμβολο αυτό αποτελείται από το γράμμα M με μαύρο κεφαλαίο τυπογραφικό χαρακτήρα επί κόκκινης τετράγωνης επιφανείας πλευράς τουλάχιστον 25 mm, το δε σύνολο διαγράφεται από τις δύο διαγώνιους του τετραγώνου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Στη συνέχεια αναφέρονται τα ελάχιστα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη όταν ορίζουν φορείς επιθεώρησης για την εκτέλεση καθηκόντων, όσον αφορά τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 9

1.

Οι φορείς πρέπει να διαθέτουν το αναγκαίο προσωπικό, μέσα και εξοπλισμό.

2.

Το προσωπικό των φορέων πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις και επαγγελματική ακεραιότητα.

3.

Οι φορείς πρέπει να εργάζονται κατά τρόπο ανεξάρτητο από οποιονδήποτε κύκλο, ομάδα ή πρόσωπα που έχουν άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα στον τομέα των μη αυτόματων οργάνων ζύγισης, όσον αφορά την εκτέλεση των δοκιμών, τη σύνταξη των εκθέσεων, την έκδοση των πιστοποιητικών και την εποπτεία που απαιτείται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

4.

Το προσωπικό των φορέων πρέπει να σέβεται το επαγγελματικό απόρρητο.

5.

Οι φορείς επιθεώρησης πρέπει να έχουν συνάψει ασφάλεια αστικής ευθύνης, εφόσον η αστική τους ευθύνη δεν καλύπτεται από την πολιτεία σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Η εκπλήρωση των όρων των σημείων 1 και 2 ελέγχεται περιοδικά από τα κράτη μέλη.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΣΗΜΑΝΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ «CE»

Η σήμανση συμμόρφωσης «CE» αποτελείται από το ακρωνύμιο «CE» σύμφωνα με την ακόλουθη γραφική απεικόνιση:

Image

Σε περίπτωση σμίκρυνσης ή μεγέθυνσης της σήμανσης συμμόρφωσης «CE», πρέπει να διατηρούνται οι αναλογίες που προκύπτουν από την παραπάνω βαθμολογημένη γραφική απεικόνιση.

Τα διάφορα στοιχεία της σήμανσης συμμόρφωσης «CE» πρέπει να έχουν την ίδια ή σχεδόν την ίδια κατακόρυφη διάσταση, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 5 mm.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΜΕΡΟΣ Α

Καταργούμενη οδηγία με τη διαδοχική της τροποποίησή

(κατά το άρθρο 17)

Οδηγία 90/384/EOK του Συμβουλίου

(ΕΕ L 189 της 20.7.1990, σ. 1)

 

Οδηγία 93/68/EOK του Συμβουλίου

(ΕΕ L 220 της 30.8.1993, σ. 1)

μόνο το άρθρο 1 σημείο 7 και το άρθρο 8

ΜΕΡΟΣ B

Κατάλογος ημερομηνιών ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής

(κατά το άρθρο 17)

Οδηγία

Λήξη προθεσμίας ενσωμάτωσης

Ημερομηνία εφαρμογής

90/384/EOK

30 Ιουνίου 1992

1η Ιανουαρίου 1993 (1)

93/68/EOK

30 Ιουνίου 1994

1η Ιανουαρίου 1995 (2)


(1)  Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 της οδηγίας 90/384/EOK «τα κράτη μέλη δέχονται για χρονική περίοδο δέκα ετών από την ημερομηνία της εκ μέρους τους εφαρμογής των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που έχουν θεσπίσει προκειμένου να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο την εν λόγω οδηγία, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρησιμοποίηση των οργάνων που είναι σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που ίσχυαν πριν την 1η Ιανουαρίου 1993.»

(2)  Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 93/68/EOK «τα κράτη μέλη επιτρέπουν έως την 1η Ιανουαρίου 1997 τη διάθεση στην αγορά και τη λειτουργία των προϊόντων που είναι σύμφωνα με το καθεστώς σήμανσης που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995.».


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Οδηγία 90/384/ΕΟΚ

Παρούσα οδηγία

Αιτιολογική σκέψη 5 τελευταία φράση

Άρθρο 2 σημείο 3)

Άρθρο 1 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 2 σημείο 1)

Άρθρο 1 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 2 σημείο 2)

Άρθρο 1 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 1 παράγραφος 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο 1)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο 2)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο ii)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο 3)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο iii)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο 4)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο iv)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο 5)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο v)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο 6)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο vi)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Άρθρο 4

Άρθρο 4

Άρθρο 5

Άρθρο 5

Άρθρο 6

Άρθρο 6 πρώτο εδάφιο πρώτη φράση

Άρθρο 7 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 πρώτο εδάφιο δεύτερη φράση

Άρθρο 7 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 7

Άρθρο 8

Άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 9 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο β)

Άρθρο 9 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 9

Άρθρο 10

Άρθρο 10

Άρθρο 11

Άρθρο 11

Άρθρο 12

Άρθρο 12

Άρθρο 13

Άρθρο 13

Άρθρο 14

Άρθρο 14 πρώτη φράση

Άρθρο 15 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 14 δεύτερη φράση

Άρθρο 15 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 15 παράγραφοι 1 έως 3

Άρθρο 15 παράγραφος 4

Άρθρο 16

Άρθρο 15 παράγραφος 5

Άρθρο 17

Άρθρο 18

Άρθρο 16

Άρθρο 19

Παραρτήματα I έως VI

Παραρτήματα I έως VI

Παράρτημα VII

Παράρτημα VIII


16.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 122/28


ΟΔΗΓΊΑ 2009/38/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 6ης Μαΐου 2009

για τη θέσπιση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

TO ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 137,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ορισμένες ουσιώδεις τροποποιήσεις θα πρέπει να πραγματοποιηθούν στην οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (3). Για λόγους σαφήνειας, είναι σκόπιμη η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 94/45/ΕΚ, η Επιτροπή επανεξέτασε, σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τη λειτουργία της εν λόγω οδηγίας και εξέτασε, ιδίως, εάν τα κατώτατα αριθμητικά όρια για το προσωπικό ήταν ενδεδειγμένα, ούτως ώστε να προτείνει στο Συμβούλιο, εφόσον απαιτείται, τις αναγκαίες τροποποιήσεις.

(3)

Αφού διαβουλεύθηκε με τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Επιτροπή, στις 4 Απριλίου 2000, υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 94/45/ΕΚ.

(4)

Σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 2 της συνθήκης, η Επιτροπή διαβουλεύθηκε με τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο σχετικά με τους ενδεχόμενους προσανατολισμούς της κοινοτικής δράσης στον τομέα αυτό.

(5)

Κατόπιν των διαβουλεύσεων αυτών, η Επιτροπή έκρινε ότι είναι σκόπιμη η ανάληψη κοινοτικής δράσης στον εν λόγω τομέα και διαβουλεύθηκε εκ νέου με τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο σχετικά με το περιεχόμενο της μελετώμενης πρότασης, σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 3 της συνθήκης.

(6)

Στο πλαίσιο αυτού του δεύτερου σταδίου διαβουλεύσεων, οι κοινωνικοί εταίροι δεν πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι επιθυμούν από κοινού να κινήσουν τη διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει στη σύναψη συμφωνίας, όπως ορίζει το άρθρο 138 παράγραφος 4 της συνθήκης.

(7)

Είναι αναγκαίο να εκσυγχρονισθεί η κοινοτική νομοθεσία που διέπει την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς σε διακρατικό επίπεδο, με σκοπό να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς σε διακρατικό επίπεδο, να αυξηθεί το ποσοστό των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων που έχουν συσταθεί, εξασφαλίζοντας συγχρόνως τη συνεχή λειτουργία των υφισταμένων συμφωνιών, να επιλυθούν τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν κατά την πρακτική εφαρμογή της οδηγίας 94/45/ΕΚ και να αντιμετωπισθεί η ανασφάλεια δικαίου που προκαλείται από ορισμένες διατάξεις ή από την απουσία διατάξεων και να εξασφαλισθεί καλύτερη διασύνδεση των κοινοτικών νομικών πράξεων στον τομέα της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς.

(8)

Σύμφωνα με το άρθρο 136 της συνθήκης, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη έχουν ως στόχο να προωθήσουν τον διάλογο των κοινωνικών εταίρων.

(9)

Η παρούσα οδηγία εντάσσεται στο κοινοτικό πλαίσιο που αποσκοπεί να υποστηρίξει και να συμπληρώσει τη δράση των κρατών μελών στον τομέα της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να περιορίσει στο ελάχιστο τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις ή στις εγκαταστάσεις, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ουσιαστική άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγήθηκαν.

(10)

Η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς περιλαμβάνει διαδικασία συγκέντρωσης επιχειρήσεων, διασυνοριακών συγχωνεύσεων, συγχωνεύσεων δι’ απορροφήσεως και ένωσης επιχειρήσεων και, κατά συνέπεια, τη δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων και των ομίλων επιχειρήσεων σε διακρατικό πλαίσιο. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αρμονική ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων, πρέπει οι επιχειρήσεις και οι όμιλοι επιχειρήσεων που λειτουργούν σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη να ενημερώνουν τους εκπροσώπους των εργαζομένων οι οποίοι επηρεάζονται από τις αποφάσεις τους και να ζητούν τη γνώμη τους.

(11)

Οι διαδικασίες για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς, οι οποίες προβλέπονται στις νομοθεσίες ή τις πρακτικές που ακολουθούν τα κράτη μέλη, είναι συχνά ανακόλουθες προς τη διακρατική δομή του φορέα ο οποίος λαμβάνει τις αποφάσεις που επηρεάζουν τους εργαζόμενους αυτούς. Η κατάσταση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση των εργαζομένων που επηρεάζονται από τις αποφάσεις αυτές, στο πλαίσιο της ίδιας επιχείρησης ή του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων.

(12)

Πρέπει να θεσπισθούν οι κατάλληλες διατάξεις, οι οποίες θα εξασφαλίζουν την ορθή ενημέρωση των εργαζομένων στις κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων και την ορθή διαβούλευση μαζί τους στις περιπτώσεις που αποφάσεις, οι οποίες ενδέχεται να τους επηρεάζουν, λαμβάνονται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο εργάζονται.

(13)

Για να εξασφαλισθεί η ορθή ενημέρωση των εργαζομένων επιχειρήσεων ή ομίλων επιχειρήσεων που λειτουργούν σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη και η ορθή διαβούλευση μαζί τους, είναι ανάγκη να συσταθούν ευρωπαϊκά συμβούλια εργαζομένων, ή να θεσπισθούν άλλες κατάλληλες διαδικασίες για τη διακρατική ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς.

(14)

Οι ρυθμίσεις για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς είναι ανάγκη να ορισθούν και να εφαρμόζονται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους σε σχέση με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Γι’ αυτό τον σκοπό, θα πρέπει η ενημέρωση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτό να του επιτρέπει να δίνει τη γνώμη του στην επιχείρηση, σε εύθετο χρόνο, χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα προσαρμογής της επιχείρησης. Μόνο με διάλογο διεξαγόμενο στο επίπεδο στο οποίο εκπονούνται οι οδηγίες και με αποτελεσματική συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων είναι δυνατόν να προβλέπεται η αλλαγή και να γίνεται η διαχείριση αυτής.

(15)

Πρέπει να δοθούν εγγυήσεις στους εργαζομένους και στους εκπροσώπους τους όσον αφορά την ενημέρωσή τους και τη διαβούλευση με αυτούς στο κατάλληλο διευθυντικό επίπεδο και επίπεδο εκπροσώπησης σε συνάρτηση με το εκάστοτε θέμα. Για την επίτευξη των ανωτέρω, η αρμοδιότητα και το πεδίο δράσης των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων πρέπει να είναι διακριτά από την αρμοδιότητα και το πεδίο δράσης των εθνικών οργάνων εκπροσώπησης και να περιορίζονται στα διακρατικά ζητήματα.

(16)

Για τον καθορισμό του διακρατικού χαρακτήρα ενός ζητήματος, είναι σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη τόσο η έκταση των πιθανών επιπτώσεών του όσο και το διευθυντικό επίπεδο και το επίπεδο εκπροσώπησης που αφορά. Για τον σκοπό αυτό, διακρατικά θεωρούνται τα ζητήματα που αφορούν το σύνολο της επιχείρησης ή του ομίλου ή τουλάχιστον δύο κράτη μέλη. Τα ανωτέρω συμπεριλαμβάνουν ζητήματα τα οποία, ανεξαρτήτως του αριθμού των εμπλεκομένων κρατών μελών, είναι σημαντικά για το ευρωπαϊκό εργατικό δυναμικό τόσο σε σχέση με την έκταση των πιθανών αποτελεσμάτων τους όσο και σε σχέση με μεταφορές δραστηριοτήτων μεταξύ των κρατών μελών.

(17)

Είναι αναγκαίο να ορισθεί η ελέγχουσα επιχείρηση, όσον αφορά μόνον την παρούσα οδηγία χωρίς αυτό να προδικάζει τους ορισμούς του ομίλου ή του ελέγχου που περιλαμβάνονται σε άλλα κείμενα.

(18)

Οι μηχανισμοί για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς στις επιχειρήσεις ή στους ομίλους επιχειρήσεων που λειτουργούν σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη πρέπει να καλύπτουν όλες τις εγκαταστάσεις ή, ανάλογα με την περίπτωση, όλες τις επιχειρήσεις-μέλη του ομίλου, οι οποίες βρίσκονται εγκατεστημένες στα κράτη μέλη, είτε η κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης ή, στην περίπτωση ομίλου, της ελέγχουσας επιχείρησης, ευρίσκεται ή όχι στην επικράτεια των κρατών μελών.

(19)

Σύμφωνα με την αρχή της αυτονομίας των μερών, εναπόκειται στους εκπροσώπους των εργαζομένων και στη διοίκηση της επιχείρησης ή της ελέγχουσας επιχείρησης, στην περίπτωση ομίλου, να προσδιορίσουν με κοινή συμφωνία τη φύση, τη σύνθεση, τα καθήκοντα, τον τρόπο λειτουργίας, τις διαδικασίες και τους πόρους του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή της όποιας άλλης διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, κατά τρόπον ώστε να τα προσαρμόσουν στη δική τους ιδιαίτερη κατάσταση.

(20)

Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, εναπόκειται στα κράτη μέλη να προσδιορίσουν ποιοι είναι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, και ιδίως να προβλέψουν, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, την ισόρροπη εκπροσώπηση των διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων.

(21)

Είναι σκόπιμο να αποσαφηνισθούν οι έννοιες της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς σε συνάφεια με τους σχετικούς ορισμούς που περιλαμβάνονται σε πιο πρόσφατες οδηγίες στον ίδιο τομέα και που εφαρμόζονται σε εθνικό πλαίσιο με στόχο να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του διακρατικού επιπέδου του διαλόγου, να εξασφαλισθεί επαρκής διασύνδεση μεταξύ εθνικού και διακρατικού επιπέδου αυτού του διαλόγου και να επιτευχθεί η απαραίτητη ασφάλεια δικαίου κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(22)

O όρος «ενημέρωση» πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον στόχο της επαρκούς εξέτασης των δεδομένων από τους εκπροσώπους των εργαζομένων, γεγονός που προϋποθέτει ότι η ενημέρωση πραγματοποιείται την κατάλληλη χρονική στιγμή, με τον κατάλληλο τρόπο και με το κατάλληλο περιεχόμενο χωρίς να επιβραδύνεται η διαδικασία της λήψης αποφάσεων στις επιχειρήσεις.

(23)

O όρος «διαβούλευση» πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον στόχο της έκφρασης γνώμης από τους εκπροσώπους των εργαζομένων, γνώμη η οποία θα είναι χρήσιμη για τη λήψη αποφάσεων, γεγονός που προϋποθέτει ότι η διαβούλευση θα πραγματοποιείται την κατάλληλη χρονική στιγμή, με τον κατάλληλο τρόπο και με το κατάλληλο περιεχόμενο.

(24)

Στην περίπτωση επιχείρησης ή ελέγχουσας επιχείρησης ομίλου, της οποίας η κεντρική διεύθυνση βρίσκεται εκτός της επικράτειας των κρατών μελών, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς εφαρμόζονται μέσω του, ενδεχομένως διορισμένου, εκπροσώπου της σε κάποιο κράτος μέλος, ή, εφόσον δεν έχει τέτοιο εκπρόσωπο, μέσω της εγκατάστασης ή της ελεγχόμενης επιχείρησης που απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων στα κράτη μέλη.

(25)

Η ευθύνη επιχείρησης ή ομίλου επιχειρήσεων για τη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών για την έναρξη διαπραγματεύσεων πρέπει να προσδιορισθεί έτσι ώστε να είναι σε θέση οι εργαζόμενοι να αποφασίσουν εάν η επιχείρηση ή ο όμιλος επιχειρήσεων για την οποία (ή τον οποίο) εργάζονται είναι κοινοτικής κλίμακας και να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες επαφές για τη διατύπωση αιτήματος έναρξης διαπραγματεύσεων.

(26)

Η ειδική διαπραγματευτική ομάδα πρέπει να αντιπροσωπεύει ισόρροπα τους εργαζομένους των διάφορων κρατών μελών. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων πρέπει να είναι ικανοί να συνεργάζονται για να καθορίζουν τις θέσεις τους όσον αφορά τη διαπραγμάτευση με την κεντρική διεύθυνση.

(27)

Είναι σκόπιμο να αναγνωρισθεί ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν οι αναγνωρισμένες συνδικαλιστικές οργανώσεις στη διαπραγμάτευση ή επαναδιαπραγμάτευση των συμφωνιών ίδρυσης των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων, υποστηρίζοντας τους εκπροσώπους των εργαζομένων που εκφράζουν ανάγκη για τέτοιου είδους στήριξη. Για να έχουν τη δυνατότητα οι αρμόδιες εργατικές και εργοδοτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, που αναγνωρίζονται ως ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι, να παρακολουθούν τη σύσταση νέων ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων και να προάγουν τις ορθές πρακτικές, πρέπει να ενημερώνονται για την έναρξη διαπραγματεύσεων. Οι αναγνωρισμένες αρμόδιες ευρωπαϊκές συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις είναι οι οργανώσεις κοινωνικών εταίρων οι οποίες διαβουλεύονται με την Επιτροπή στο πλαίσιο του άρθρου 138 της συνθήκης. Ο κατάλογος των εν λόγω οργανώσεων ενημερώνεται και δημοσιεύεται από την Επιτροπή.

(28)

Οι συμφωνίες που διέπουν τη σύσταση και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων πρέπει να περιλαμβάνουν όρους τροποποίησης, καταγγελίας ή επαναδιαπραγμάτευσης των συμφωνιών, όταν είναι αναγκαίο, ιδίως όταν αλλάζει η μορφή ή η δομή της επιχείρησης ή του ομίλου.

(29)

Οι εν λόγω συμφωνίες πρέπει να καθορίζουν τις ρυθμίσεις για τη διασύνδεση του εθνικού και του διακρατικού επιπέδου ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς, ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να ορίζονται στο πλαίσιο του σεβασμού των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και τομέων παρέμβασης των οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά την πρόβλεψη και τη διαχείριση της αλλαγής.

(30)

Οι συμφωνίες αυτές πρέπει να προβλέπουν, όπου είναι απαραίτητο, τησύσταση και τη λειτουργία επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης, ώστε, αφενός, να μπορεί να συντονίζεται και να είναι πιο αποτελεσματική η τακτική δραστηριότητα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και, αφετέρου, να είναι εφικτή η ενημέρωση των εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτούς το ταχύτερο δυνατό σε έκτακτες περιστάσεις.

(31)

Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων μπορούν να αποφασίσουν να μην ζητήσουν τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, ή ακόμη τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν για άλλες διαδικασίες για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς σε διακρατικό επίπεδο.

(32)

Θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες επικουρικές υποχρεώσεις, οι οποίες θα εφαρμόζονται εάν το αποφασίσουν τα μέρη ή εάν η κεντρική διεύθυνση αρνηθεί να ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις ή σε περίπτωση μη συμφωνίας μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων.

(33)

Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, προκειμένου να είναι σε θέση να ασκούν πλήρως τον ρόλο τους και να εξασφαλίζουν τη χρησιμότητα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, πρέπει να αναφέρονται στους εργαζομένους που εκπροσωπούν και να μπορούν να λαμβάνουν την επιμόρφωση που τους είναι απαραίτητη.

(34)

Θα πρέπει να προβλεφθεί ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που ενεργούν στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της ιδίας προστασίας καθώς και εγγυήσεων αναλόγων προς τις εγγυήσεις που προβλέπονται για τους εκπροσώπους των εργαζομένων βάσει της νομοθεσίας ή/και της πρακτικής της χώρας στην οποία εργάζονται. Δεν πρέπει να υφίστανται καμία διάκριση λόγω της νόμιμης άσκησης των δραστηριοτήτων τους και πρέπει να απολαμβάνουν κατάλληλης προστασίας όσον αφορά τις απολύσεις και άλλες κυρώσεις.

(35)

Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα στην περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

(36)

Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου: σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζονται διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες καθώς και κυρώσεις που θα είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές σε σχέση με τη σοβαρότητα των παραβάσεων.

(37)

Για λόγους αποτελεσματικότητας, συνέπειας και ασφάλειας δικαίου, είναι απαραίτητη η σύνδεση μεταξύ των οδηγιών και των επιπέδων ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς, τα οποία καθορίζονται από το κοινοτικό και το εθνικό δίκαιο ή/και την κοινοτική και εθνική πρακτική. Προτεραιότητα πρέπει να δίδεται στη διαπραγμάτευση αυτών των διαδικασιών σύνδεσης στο πλαίσιο της κάθε επιχείρησης ή ομίλου. Όταν δεν υπάρχει συμφωνία γι’ αυτό το θέμα και οι αποφάσεις που θα ληφθούν ενδέχεται να επιφέρουν σοβαρές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας ή να κινδυνεύσουν οι συμβάσεις εργασίας, η διαδικασία πρέπει να πραγματοποιείται ταυτόχρονα σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και με τέτοιο τρόπο ώστε να σέβεται τις αρμοδιότητες και τους τομείς παρέμβασης των οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων. H έκφραση γνώμης από το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων δεν θα πρέπει να θίγει την αρμοδιότητα της κεντρικής διεύθυνσης να διεξάγει τις απαραίτητες διαβουλεύσεις τηρώντας το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία ή/και την εθνική πρακτική. Οι εθνικές νομοθεσίες ή/και εθνικές πρακτικές πρέπει ενδεχομένως να προσαρμοσθούν ώστε να εξασφαλισθεί ότι το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων μπορεί, ενδεχομένως, να ενημερώνεται πριν από τους εθνικούς φορείς εκπροσώπησης των εργαζομένων ή ταυτόχρονα με αυτούς, χωρίς να μειώνεται, ωστόσο, το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων.

(38)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης που ορίζονται στην οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (4), ούτε τις ειδικές διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (5), και στο άρθρο 7 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (6).

(39)

Θα πρέπει να επιφυλαχθεί ιδιαίτερη μεταχείριση στις επιχειρήσεις και στους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας στις οποίες υπήρχε, στις 22 Σεπτεμβρίου 1996, συμφωνία εφαρμοζόμενη στο σύνολο των εργαζομένων, η οποία προέβλεπε διακρατική ενημέρωση των εργαζομένων και διακρατική διαβούλευση με αυτούς.

(40)

Όταν επέρχονται σοβαρές αλλαγές στη δομή της επιχείρησης ή του ομίλου, παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση συγχώνευσης, εξαγοράς ή διάσπασης, το υφιστάμενο ευρωπαϊκό συμβούλιο ή συμβούλια εργαζομένων θα πρέπει να προσαρμόζεται. Η προσαρμογή αυτή πρέπει να γίνεται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις ρήτρες της ισχύουσας συμφωνίας, εάν οι ρήτρες αυτές επιτρέπουν να γίνει η απαραίτητη προσαρμογή. Σε διαφορετική περίπτωση και εάν υποβάλλεται αίτημα που τεκμηριώνει την ύπαρξη τέτοιας ανάγκης, αρχίζει η διαπραγμάτευση νέας συμφωνίας, στην οποία θα πρέπει να συμμετέχουν τα μέλη του υφιστάμενου ευρωπαϊκού συμβουλίου ή συμβουλίων εργαζομένων. Για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς κατά τη συχνά αποφασιστική περίοδο αλλαγής της δομής, το υφιστάμενο ευρωπαϊκό συμβούλιο ή συμβούλια εργαζομένων πρέπει να είναι ικανό να συνεχίζει τη λειτουργία του, ενδεχομένως με προσαρμοσμένο τρόπο, για όσο διάστημα δεν έχει συναφθεί νέα συμφωνία. Μόλις υπογραφεί νέα συμφωνία, τα συμβούλια που είχαν συσταθεί προηγουμένως πρέπει να διαλύονται και οι συμφωνίες για τη σύστασή τους να τερματίζονται, ανεξαρτήτως των οικείων διατάξεων περί ισχύος ή καταγγελίας.

(41)

Εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται η παρούσα ρήτρα προσαρμογής, θα πρέπει να μπορούν να συνεχίζονται οι ισχύουσες συμφωνίες, ώστε να αποφεύγεται η υποχρεωτική επαναδιαπραγμάτευσή τους ασκόπως. Θα πρέπει να προβλεφθεί ότι, ενόσω ισχύουν οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί πριν από τις 22 Σεπτεμβρίου 1996 βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 1 της οδηγίας 94/45/ΕΚ ή βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 97/74/ΕΚ (7), οι υποχρεώσεις με βάση την παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζονται σε αυτές. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία δεν θεσπίζει γενική υποχρέωση επαναδιαπραγμάτευσης των συμφωνιών που έχουν συναφθεί βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 94/45/ΕΚ μεταξύ της 22ας Σεπτεμβρίου 1996 και 5ης Ιουνίου 2011.

(42)

Χωρίς να θίγεται η δυνατότητα των μερών να συμφωνήσουν άλλως, το ευρωπαϊκό συμβουλίου εργαζομένων, το οποίο συνιστάται εάν δεν υπάρξει συμφωνία μεταξύ τους, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της παρούσας οδηγίας, πρέπει να τηρείται ενήμερο και να ζητείται η γνώμη του σχετικά με τις δραστηριότητες της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτιμά τον ενδεχόμενο αντίκτυπο στα συμφέροντα των εργαζομένων δύο τουλάχιστον διαφορετικών κρατών μελών. Για τον σκοπό αυτό, η επιχείρηση ή η ελέγχουσα επιχείρηση υποχρεούται να ανακοινώνει στους εκπροσώπους που έχουν αναδείξει οι εργαζόμενοι γενικές πληροφορίες που αφορούν τα συμφέροντα των εργαζομένων, καθώς και πληροφορίες που αφορούν ειδικότερα εκείνες τις πλευρές των δραστηριοτήτων της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων που επηρεάζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων. Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων πρέπει να μπορεί να διατυπώνει γνώμη στο τέλος της συνεδρίασης.

(43)

Για ορισμένες αποφάσεις που επηρεάζουν σημαντικά τα συμφέροντα των εργαζομένων, πρέπει να γίνεται ενημέρωση και διαβούλευση με τους διορισμένους εκπροσώπους των εργαζομένων, το ταχύτερο δυνατόν.

(44)

Πρέπει να αποσαφηνισθεί το περιεχόμενο των επικουρικών υποχρεώσεων, οι οποίες εφαρμόζονται σε περίπτωση απουσίας συμφωνίας και χρησιμεύουν ως σημείο αναφοράς στις διαπραγματεύσεις, και να προσαρμοσθεί στην εξέλιξη των αναγκών και των πρακτικών που εφαρμόζονται στον τομέα της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς σε διακρατικό επίπεδο. Είναι σκόπιμο να γίνεται διάκριση μεταξύ των τομέων για τους οποίους πρέπει να γίνεται ενημέρωση και των τομέων για τους οποίους θα πρέπει επιπλέον να ζητείται η γνώμη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, πράγμα που συνεπάγεται τη δυνατότητα λήψης αιτιολογημένης απάντησης σε κάθε γνώμη που έχει διατυπωθεί. Για να είναι σε θέση η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης να ασκήσει τον απαραίτητο συντονιστικό ρόλο της και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά εξαιρετικές περιστάσεις, η επιτροπή αυτή πρέπει να μπορεί να περιλαμβάνει έως πέντε μέλη τα οποία να μπορούν να διαβουλεύονται τακτικά.

(45)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η βελτίωση του δικαιώματος των εργαζομένων για ενημέρωση και διαβούλευση σε κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, συνεπώς, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Επιτροπή μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ορίζεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτού του στόχου.

(46)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία αποσκοπεί να εξασφαλίσει την απόλυτη τήρηση του δικαιώματος των εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους να τους εξασφαλίζεται, στα ενδεδειγμένα επίπεδα και εγκαίρως, ενημέρωση και διαβούλευση, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές (άρθρο 27 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

(47)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιορισθεί στις διατάξεις που συνιστούν τροποποιήσεις ουσίας των προϋπαρχουσών οδηγιών στον τομέα αυτόν. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από τις προϋπάρχουσες οδηγίες.

(48)

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (8), τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδίαν χρήση και προς το συμφέρον της Κοινότητας, πίνακες στους οποίους σημειώνεται, στο μέτρο του δυνατού, η αντιστοιχία μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν.

(49)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις καταληκτικές ημερομηνίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΜΗΜΑ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Ο σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να βελτιωθεί το δικαίωμα των εργαζομένων για ενημέρωση και για διαβούλευση σε κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων.

2.   Προς τον σκοπό αυτό, συνιστάται ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων ή θεσπίζεται διαδικασία για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μ’ αυτούς, σε όλες τις επιχειρήσεις και σε όλους τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατόπιν αιτήματος, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, με σκοπό την ενημέρωση των εν λόγω εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς. Οι ρυθμίσεις για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς καθορίζονται και τίθενται σε εφαρμογή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα τους και να διευκολύνεται η αποτελεσματική λήψη αποφάσεων της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων.

3.   Η ενημέρωση των εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτούς πραγματοποιούνται στο κατάλληλο διευθυντικό επίπεδο και επίπεδο εκπροσώπησης, σε συνάρτηση με το εκάστοτε θέμα. Προς τον σκοπό αυτό, η αρμοδιότητα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς που διέπονται από την παρούσα οδηγία, περιορίζονται σε διακρατικά ζητήματα.

4.   Διακρατικά θεωρούνται τα ζητήματα που αφορούν το σύνολο της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας ή τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις της επιχείρησης ή του ομίλου που βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

5.   Παρά την παράγραφο 2, όταν όμιλος επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ), περιλαμβάνει μία ή περισσότερες επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων ευρωπαϊκής κλίμακας κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή γ), η σύσταση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων γίνεται στο επίπεδο του ομίλου, εκτός εάν οι συμφωνίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6 προβλέπουν άλλως.

6.   Εφόσον οι συμφωνίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6 δεν προβλέπουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων και η έκταση των διαδικασιών για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μ’ αυτούς, οι οποίες θεσπίζονται για την υλοποίηση του στόχου της παραγράφου 1, αφορούν, για τις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας, όλες τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται στα κράτη μέλη και, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, όλες τις επιχειρήσεις μέλη του ομίλου που βρίσκονται στα κράτη μέλη.

7.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα πληρώματα εμπορικών πλοίων.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α)

«επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας», κάθε επιχείρηση που απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζομένους στα κράτη μέλη και τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε καθένα από δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη·

β)

«όμιλος επιχειρήσεων», κάθε όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες επιχειρήσεις·

γ)

«κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων», κάθε όμιλος επιχειρήσεων που πληροί της ακόλουθες προϋποθέσεις:

απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζόμενους στα κράτη μέλη,

έχει τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις μέλη του ομίλου σε διαφορετικά κράτη μέλη

και

τουλάχιστον μία επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε κράτος μέλος και τουλάχιστον μία άλλη επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε άλλο κράτος μέλος·

δ)

«εκπρόσωποι των εργαζομένων», οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που προβλέπονται από τα εθνικά δίκαια ή/και πρακτικές·

ε)

«κεντρική διεύθυνση», η κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, της ελέγχουσας επιχείρησης·

στ)

«ενημέρωση», η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου αυτοί να κατατοπιστούν για το εκάστοτε θέμα και να το εξετάσουν· η ενημέρωση πραγματοποιείται τον κατάλληλο χρόνο, με τον κατάλληλο τρόπο και το κατάλληλο περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να εξετάσουν σε βάθος τις πιθανές συνέπειες και, ενδεχομένως, να προετοιμάζουν τις διαβουλεύσεις με το αρμόδιο όργανο της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας·

ζ)

«διαβούλευση», η καθιέρωση διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και της κεντρικής διεύθυνσης ή οποιουδήποτε άλλου καταλληλότερου οργάνου διευθυντικού επιπέδου, σε χρόνο, με τρόπο και με περιεχόμενο που δίνουν τη δυνατότητα στους εκπροσώπους των εργαζομένων, με βάση τα στοιχεία που παρασχέθηκαν, να διατυπώσουν γνώμη για τα προτεινόμενα μέτρα με τα οποία σχετίζεται η διαβούλευση, με κάθε επιφύλαξη των ευθυνών της διοίκησης και σε εύλογη προθεσμία, η οποία μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας·

η)

«ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων», το συμβούλιο που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος Ι, με σκοπό την υλοποίηση της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς·

θ)

«ειδική διαπραγματευτική ομάδα», η ομάδα που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 προκειμένου να διαπραγματευθεί με την κεντρική διεύθυνση τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ο κατώτατος αριθμός εργαζομένων καθορίζεται με βάση τον μέσο αριθμό εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων με μερική απασχόληση, που έχουν απασχοληθεί στην επιχείρηση τα δύο τελευταία χρόνια, όπως αυτός υπολογίζεται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.

Άρθρο 3

Ορισμός της έννοιας «ελέγχουσα επιχείρηση»

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως «ελέγχουσα επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση η οποία μπορεί να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε άλλη επιχείρηση, (ελεγχόμενη επιχείρηση), παραδείγματος χάριν λόγω δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοοικονομικής συμμετοχής ή κανόνων που τη διέπουν.

2.   Η δυνατότητα άσκησης δεσπόζουσας επιρροής τεκμαίρεται, υπό την επιφύλαξη αποδείξεως του εναντίου, όταν μια επιχείρηση έναντι άλλης επιχείρησης αμέσως ή εμμέσως:

α)

κατέχει την πλειοψηφία του καλυφθέντος κεφαλαίου της επιχείρησης

ή

β)

διαθέτει την πλειοψηφία των ψήφων που συνδέονται με τα μερίδια τα οποία εκδίδει η επιχείρηση

ή

γ)

μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή του διευθυντικού ή του εποπτικού οργάνου της επιχείρησης.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, τα δικαιώματα ψήφου και διορισμού που διαθέτει η ελέγχουσα επιχείρηση περιλαμβάνουν τα αντίστοιχα δικαιώματα οποιασδήποτε ελεγχόμενης επιχείρησης και οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που ενεργεί στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό της ελέγχουσας επιχείρησης ή κάθε άλλης ελεγχόμενης επιχείρησης.

4.   Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, μια επιχείρηση δεν είναι «ελέγχουσα επιχείρηση» άλλης επιχείρησης της οποίας κατέχει μετοχές, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3 παράγραφος 5 στοιχείο α) ή γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (9).

5.   Η δεσπόζουσα επιρροή δεν τεκμαίρεται μόνο από το γεγονός ότι εντεταλμένο πρόσωπο ασκεί τα καθήκοντά του δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους σχετικά με την εκκαθάριση, την πτώχευση, την αφερεγγυότητα, την παύση πληρωμών, τον πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλη ανάλογη διαδικασία.

6.   Προκειμένου να κριθεί εάν επιχείρηση είναι ελέγχουσα επιχείρηση, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται η εν λόγω επιχείρηση.

Εάν το δίκαιο που διέπει την επιχείρηση δεν είναι το δίκαιο κράτους μέλους, το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο αντιπρόσωπός της ή, όταν δεν υπάρχει τέτοιος αντιπρόσωπος, το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η κεντρική διεύθυνση εκείνης της επιχείρησης του ομίλου η οποία απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων.

7.   Όταν, σε περίπτωση σύγκρουσης νόμων κατά την εφαρμογή της παραγράφου 2, δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις ενός ομίλου πληρούν ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο αυτή, ελέγχουσα επιχείρηση θεωρείται η επιχείρηση η οποία πληροί το κριτήριο που καθορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ), εκτός αν αποδειχθεί ότι άλλη επιχείρηση ασκεί δεσπόζουσα επιρροή.

ΤΜΗΜΑ II

ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Η ΘΕΣΠΙΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΜΕ ΑΥΤΟΥΣ

Άρθρο 4

Ευθύνη για τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς

1.   Η κεντρική διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιχείρησης ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στην επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας και τον κοινοτικής κλίμακας όμιλο επιχειρήσεων.

2.   Όταν η κεντρική διεύθυνση δεν βρίσκεται σε κράτος μέλος, ο εκπρόσωπος της κεντρικής διεύθυνσης σε κράτος μέλος, ο οποίος θα πρέπει, ενδεχομένως, να ορισθεί, φέρει την ευθύνη κατά την παράγραφο 1.

Εάν δεν υπάρχει τέτοιος εκπρόσωπος, η διεύθυνση της εγκατάστασης ή της επιχείρησης του ομίλου η οποία απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος φέρει την ευθύνη κατά την παράγραφο 1.

3.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως κεντρική διεύθυνση θεωρείται ο εκπρόσωπος ή οι εκπρόσωποι ή, αν δεν υπάρχουν, η διεύθυνση κατά την παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο.

4.   Κάθε διεύθυνση επιχείρησης μέλους ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, καθώς και η κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 κεντρική διεύθυνση ή κατά τεκμήριο κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας είναι υπεύθυνη για την εξασφάλιση και τη διαβίβαση στα ενδιαφερόμενα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας μέρη των απαραίτητων πληροφοριών για την έναρξη των διαπραγματεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5, και ιδίως των πληροφοριών που αφορούν τη δομή της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων και τον αριθμό των εργαζομένων. Η υποχρέωση αυτή αφορά ιδίως τις πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων κατά το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ).

Άρθρο 5

Ειδική διαπραγματευτική ομάδα

1.   Για την υλοποίηση του στόχου του άρθρου 1 παράγραφος 1, η κεντρική διεύθυνση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις για τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν γραπτού αιτήματος τουλάχιστον 100 εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους, οι οποίοι υπάγονται τουλάχιστον σε δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη.

2.   Προς τούτο, συγκροτείται ειδική διαπραγματευτική ομάδα, η οποία ακολουθεί τις εξής κατευθυντήριες γραμμές:

α)

τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο εκλογής ή διορισμού των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας που πρέπει να εκλέγονται ή να διορίζονται στην επικράτειά τους.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι των εγκαταστάσεων ή/και επιχειρήσεων στις οποίες δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση αυτών των τελευταίων, να έχουν δικαίωμα να εκλέγουν ή να διορίζουν οι ίδιοι τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας.

Το δεύτερο εδάφιο δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές που προβλέπουν κατώτατα όρια για τη σύσταση οργάνου εκπροσώπησης των εργαζομένων·

β)

τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας εκλέγονται ή διορίζονται κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται σε έκαστο κράτος μέλος από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατανέμοντας σε κάθε κράτος μέλος μια έδρα ανά μερίδα εργαζομένων που απασχολούνται σε αυτό το κράτος μέλος ίση με το 10 % του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνται στο σύνολο των κρατών μελών ή κλάσμα της εν λόγω μερίδας·

γ)

η κεντρική διεύθυνση και οι τοπικές διευθύνσεις, καθώς και οι αρμόδιες ευρωπαϊκές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών, ενημερώνονται για τη σύνθεση της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας και για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

3.   Η ειδική διαπραγματευτική ομάδα είναι υπεύθυνη, μαζί με την κεντρική διεύθυνση,να καθορίζουν, με γραπτή συμφωνία, το πεδίο δράσης, τη σύνθεση, τα καθήκοντα και τη διάρκεια της θητείας του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων, ή τις ρυθμίσεις της διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς.

4.   Με την προοπτική σύναψης συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 6, η κεντρική διεύθυνση συγκαλεί συνεδρίαση με την ειδική διαπραγματευτική ομάδα και ενημερώνει τις τοπικές διευθύνσεις σχετικά.

Πριν και μετά από κάθε συνεδρίαση με την κεντρική διεύθυνση, η ειδική διαπραγματευτική ομάδα έχει το δικαίωμα να συνεδριάζει, με τα απαραίτητα μέσα για την επικοινωνία των μελών της, χωρίς την παρουσία των εκπροσώπων της κεντρικής διεύθυνσης.

Για τους σκοπούς των διαπραγματεύσεων, η ειδική διαπραγματευτική ομάδα μπορεί να ζητεί να επικουρείται στο έργο της από εμπειρογνώμονες της επιλογής της, στους οποίους είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται εκπρόσωποι των αρμοδίων αναγνωρισμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων κοινοτικού επιπέδου. Οι εμπειρογνώμονες και οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι μπορούν να παρευρίσκονται, με συμβουλευτική ιδιότητα, στις διαπραγματευτικές συνεδριάσεις, κατόπιν αιτήματος της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας.

5.   Η ειδική διαπραγματευτική ομάδα μπορεί να αποφασίζει, με τα δύο τρίτα των ψήφων τουλάχιστον, να μην αρχίζει διαπραγματεύσεις σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή να τερματίσει τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται ήδη.

Η απόφαση αυτή τερματίζει τη διαδικασία για τη σύναψη της συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 6. Όταν λαμβάνεται η απόφαση αυτή, οι διατάξεις του παραρτήματος Ι δεν εφαρμόζονται.

Νέο αίτημα σύγκλησης της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας μπορεί να υποβάλλεται το ενωρίτερο δύο έτη από την προαναφερθείσα απόφαση, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα μέρη ορίσουν συντομότερη προθεσμία.

6.   Η κεντρική διεύθυνση αναλαμβάνει τις δαπάνες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις κατά τις παραγράφους 3 και 4, κατά τρόπον ώστε η ειδική διαπραγματευτική ομάδα να μπορεί να εκπληρώνει την αποστολή της κατά τον κατάλληλο τρόπο.

Τηρουμένης αυτής της αρχής, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν δημοσιονομικούς κανόνες σχετικά με τη λειτουργία της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας. Μπορούν, ιδίως, να περιορίζουν τη χρηματοδότηση ώστε να καλύπτονται τα έξοδα ενός μόνον εμπειρογνώμονα.

Άρθρο 6

Περιεχόμενο της συμφωνίας

1.   Η κεντρική διεύθυνση και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα πρέπει να διαπραγματεύονται με πνεύμα συνεργασίας με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις λεπτομέρειες της υλοποίησης της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1.

2.   Με την επιφύλαξη της αυτονομίας των μερών, η συμφωνία κατά την παράγραφο 1, και η οποία διαπιστώνεται γραπτώς μεταξύ της κεντρικής διεύθυνσης και της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, προσδιορίζει:

α)

τις επιχειρήσεις μέλη του κοινοτικής κλίμακας ομίλου επιχειρήσεων ή τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας, τις οποίες αφορά η συμφωνία·

β)

τη σύνθεση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, τον αριθμό των μελών, την κατανομή των εδρών, λαμβανομένης υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, της ανάγκης ισόρροπης εκπροσώπησης των εργαζομένων κατά δραστηριότητα, κατηγορία εργαζομένων και φύλο, και τη διάρκεια της θητείας·

γ)

τα καθήκοντα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και τη διαδικασία για την ενημέρωσή του και τη διαβούλευση με αυτό, καθώς και τις ρυθμίσεις διασύνδεσης μεταξύ της ενημέρωσης και διαβούλευσης του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και της ενημέρωσης και διαβούλευσης των εθνικών οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων, τηρουμένων των αρχών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1 παράγραφος 3·

δ)

τον τόπο, τη συχνότητα και τη διάρκεια των συνεδριάσεων του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων·

ε)

ενδεχομένως, τη σύνθεση, τη διαδικασία διορισμού, τα καθήκοντα καιτους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης που συνιστάται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων·

στ)

τους οικονομικούς πόρους και τα υλικά μέσα που διατίθενται στο ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων·

ζ)

την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας και τη διάρκειά της, τις ρυθμίσεις βάσει των οποίων μπορεί να τροποποιηθεί η συμφωνία ή να καταγγελθεί, καθώς και τις περιπτώσεις στις οποίες θα πρέπει να γίνεται επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας και τη διαδικασία για την επαναδιαπραγμάτευσή της, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των περιπτώσεων κατά τις οποίες επέρχονται τροποποιήσεις στη δομή της κοινοτικής κλίμακας επιχείρησης ή ομίλου επιχειρήσεων.

3.   Η κεντρική διεύθυνση και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα μπορούν να αποφασίζουν γραπτώς να θεσπίζουν μία ή περισσότερες διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης αντί να θεσπίσουν ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων.

Η συμφωνία πρέπει να προβλέπει σύμφωνα με ποιες ρυθμίσεις οι εκπρόσωποι των εργαζομένων έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται προκειμένου να προβούν σε ανταλλαγή απόψεων με θέμα τις πληροφορίες που τους ανακοινώνονται.

Οι πληροφορίες αυτές αφορούν, ιδίως, τα διακρατικά θέματα τα οποία επηρεάζουν σημαντικά τα συμφέροντα των εργαζομένων.

4.   Οι συμφωνίες κατά τις παραγράφους 2 και 3 δεν υπόκεινται, εκτός αντίθετων διατάξεων των εν λόγω συμφωνιών, στις επικουρικές υποχρεώσεις του παραρτήματος Ι.

5.   Για τους σκοπούς της σύναψης των συμφωνιών κατά τις παραγράφους 2 και 3, η ειδική διαπραγματευτική ομάδα αποφασίζει με πλειοψηφία των μελών της.

Άρθρο 7

Επικουρικές υποχρεώσεις

1.   Προκειμένου να εξασφαλισθεί η υλοποίηση του στόχου του άρθρου 1 παράγραφος 1, οι επικουρικές υποχρεώσεις που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η κεντρική διεύθυνση, εφαρμόζονται:

εάν τούτο αποφασισθεί από την κεντρική διεύθυνση και την ειδική διαπραγματευτική ομάδα

ή

εάν η κεντρική διεύθυνση αρνηθεί την έναρξη διαπραγματεύσεων εντός εξαμήνου από την υποβολή του αιτήματος στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 5 παράγραφος 1

ή

εάν, εντός τριετίας από την ημερομηνία υποβολής του εν λόγω αιτήματος, τα μέρη δεν καταλήξουν στην κατά το άρθρο 6 συμφωνία και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα δεν λάβει την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 5.

2.   Οι επικουρικές υποχρεώσεις κατά την παράγραφο 1, όπως θεσπίζονται με τη νομοθεσία των κρατών μελών, πρέπει να ανταποκρίνονται στις διατάξεις του παραρτήματος Ι.

ΤΜΗΜΑ III

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Εμπιστευτικές πληροφορίες

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας και του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, καθώς και οι εμπειρογνώμονες που ενδεχομένως τα επικουρούν, δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν σε τρίτους τις πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές.

Το ίδιο ισχύει και για τους εκπροσώπους των εργαζομένων στο πλαίσιο διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση.

Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου βρίσκονται τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και μετά τη λήξη της θητείας τους.

2.   Κάθε κράτος μέλος προβλέπει ότι, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και υπό τους όρους και εντός των ορίων που θέτει η εθνική νομοθεσία, η κεντρική διεύθυνση που βρίσκεται εγκατεστημένη στην επικράτειά του δεν είναι υποχρεωμένη να ανακοινώνει πληροφορίες εφόσον η φύση τους είναι τέτοια που, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, ενδέχεται να δυσχεράνουν σοβαρά τη λειτουργία των συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή να τις ζημιώσουν.

Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση, για την απαλλαγή αυτή, την έκδοση προηγούμενης διοικητικής ή δικαστικής άδειας.

3.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ειδικές διατάξεις για την κεντρική διεύθυνση των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στην επικράτειά του, διατάξεις οι οποίες έχουν ως άμεσο και ουσιαστικό σκοπό τον ιδεολογικό προσανατολισμό όσον αφορά την ενημέρωση και τη διατύπωση απόψεων, υπό την προϋπόθεση ότι, την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας, υπάρχουν ήδη τέτοιες ειδικές διατάξεις στην εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 9

Λειτουργία του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και της διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς

Η κεντρική διεύθυνση και το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενες αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Το ίδιο ισχύει και για τη συνεργασία μεταξύ της κεντρικής διεύθυνσης και των εκπροσώπων των εργαζομένων στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς.

Άρθρο 10

Ρόλος και προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων

1.   Με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας άλλων οργάνων ή οργανώσεων να εκπροσωπούν εργαζομένους, τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από την παρούσα οδηγία και να εκπροσωπούν συλλογικά τα συμφέροντα των εργαζομένων της κοινοτικής κλίμακας επιχείρησης ή του κοινοτικής κλίμακας ομίλου επιχειρήσεων.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 8, τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ενημερώνουν τους εκπροσώπους των εργαζομένων στις εγκαταστάσεις ή στις επιχειρήσεις του ομίλου κοινοτικής κλίμακας, ή, εάν δεν υπάρχουν εκπρόσωποι, ενημερώνουν το σύνολο των εργαζομένων σχετικά με το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης η οποία τίθεται σε εφαρμογή σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

3.   Τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προστασίας, καθώς και εγγυήσεων ανάλογων προς την προστασία και τις εγγυήσεις που προβλέπονται για τους εκπροσώπους των εργαζομένων βάσει της νομοθεσίας ή/και της πρακτικής της χώρας στην οποία εργάζονται.

Αυτό αφορά ιδιαίτερα τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας ή του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή σε οποιαδήποτε άλλη συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της συμφωνίας κατά το άρθρο 6 παράγραφος 3, καθώς και την καταβολή των αποδοχών των μελών που ανήκουν στο προσωπικό της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του κοινοτικής κλίμακας ομίλου επιχειρήσεων, κατά την αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων τους απουσία.

4.   Στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την άσκηση των καθηκόντων εκπροσώπησης σε διεθνές περιβάλλον, παρέχεται επιμόρφωση χωρίς απώλεια μισθού στα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας ή του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων.

Άρθρο 11

Τήρηση της παρούσας οδηγίας

1.   Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι η διεύθυνση των εγκαταστάσεων επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας και η διεύθυνση των επιχειρήσεων μελών του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, οι οποίες βρίσκονται στο έδαφός του, καθώς και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων τους ή, κατά περίπτωση, οι εργαζόμενοί τους, τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία, αδιακρίτως του αν η κεντρική διεύθυνση βρίσκεται στο έδαφός του ή όχι.

2.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση που δεν τηρείται η παρούσα οδηγία, ιδίως, εξασφαλίζουν την ύπαρξη κατάλληλων διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών οι οποίες επιτρέπουν να επιτυγχάνεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

3.   Τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν το άρθρο 8, προβλέπουν διαδικασίες διοικητικών ή δικαστικών προσφυγών, τις οποίες μπορούν να κινήσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων όταν η κεντρική διοίκηση απαιτεί να τηρείται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών ή δεν δίνει τις πληροφορίες σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.

Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να συμπεριλαμβάνουν διαδικασίες με σκοπό τη διασφάλιση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εν λόγω πληροφοριών.

Άρθρο 12

Σχέση με άλλες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις

1.   Η ενημέρωση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτό συνδέονται με τις αντίστοιχες διαδικασίες που εφαρμόζονται στα εθνικά όργανα εκπροσώπησης των εργαζομένων, στο πλαίσιο του σεβασμού των αρμοδιοτήτων και των τομέων δράσης κάθε φορέα και των αρχών που εκτίθενται στο άρθρο 1 παράγραφος 3.

2.   Οι ρυθμίσεις για τη σύνδεση της ενημέρωσης και της διαβούλευσης μεταξύ του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εθνικών οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων, καθορίζονται με τη συμφωνία που προβλέπεται στο άρθρο 6. H συμφωνία αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων του εθνικού δικαίου ή/και της εθνικής πρακτικής σχετικά με την ενημέρωση και τη διαβούλευση των εργαζομένων.

3.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι αν η συμφωνία δεν καθορίζει τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις, η διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης πραγματοποιείται στο ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων καθώς και στα εθνικά όργανα εκπροσώπησης των εργαζομένων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προβλέπεται να ληφθούν αποφάσεις οι οποίες ενδέχεται να επιφέρουν σοβαρές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας.

4.   Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης της οδηγίας 2002/14/ΕΚ ούτε τις ειδικές διαδικασίες του άρθρου 2 της οδηγίας 98/59/ΕΚ και του άρθρου 7 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ.

5.   Η ενσωμάτωση της παρούσας οδηγίας δεν δύναται να αποτελέσει επαρκή αιτιολογία για οπισθοδρόμηση σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση στα κράτη μέλη όσον αφορά το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτει.

Άρθρο 13

Προσαρμογή

Όταν επέρχονται σοβαρές αλλαγές στη δομή της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας και είτε δεν προβλέπονται διατάξεις από τις ισχύουσες συμφωνίες είτε υπάρχει σύγκρουση διατάξεων δύο ή περισσότερων ισχυουσών συμφωνιών, η κεντρική διεύθυνση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις κατά το άρθρο 5 με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από γραπτή αίτηση τουλάχιστον 100 εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους σε τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις σε τουλάχιστον δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

Τουλάχιστον τρία μέλη του υφισταμένου ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή καθενός από τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά συμβούλια εργαζομένων είναι μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, επιπλέον των μελών που εκλέγονται ή διορίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφος 2.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το υφιστάμενο ευρωπαϊκό συμβούλιο ή συμβούλια εργαζομένων εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τις λεπτομερείς διατάξεις που έχουν ενδεχομένως προσαρμοσθεί με συμφωνία η οποία συνάφθηκε μεταξύ των μελών του ευρωπαϊκού συμβουλίου ή συμβουλίων εργαζομένων και της κεντρικής διεύθυνσης.

Άρθρο 14

Ισχύουσες συμφωνίες

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 13, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας ή ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας στις οποίες, είτε

α)

μια συμφωνία ή συμφωνίες που ίσχυαν για όλους τους εργαζομένους και προέβλεπαν διακρατική ενημέρωση και διακρατική διαβούλευση με αυτούς, έχουν συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 της οδηγίας 94/45/ΕΚ ή το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 97/74/ΕΚ ή οσάκις τέτοιες συμφωνίες έχουν αναπροσαρμοσθεί λόγω μεταβολών στη δομή των επιχειρήσεων ή των ομίλων επιχειρήσεων

ή

β)

μια συμφωνία που έχει συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 94/45/ΕΚ έχει υπογραφεί ή αναθεωρηθεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ 5ης Ιουνίου 2009 και 5ης Ιουνίου 2011.

Το ισχύον εθνικό δίκαιο, όταν η συμφωνία έχει υπογραφεί ή αναθεωρηθεί, εξακολουθεί να εφαρμόζεται για επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου.

2.   Κατά τη λήξη των συμφωνιών κατά την παράγραφο 1, τα μέρη στις συμφωνίες αυτές μπορούν να αποφασίσουν από κοινού την παράταση ή την αναθεώρησή τους. Εάν τούτο δεν συμβεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 15

Έκθεση

Το αργότερο στις 5 Ιουνίου 2016, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η οποία συνοδεύεται, ενδεχομένως, από κατάλληλες προτάσεις.

Άρθρο 16

Μεταφορά

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με το άρθρο 1 παράγραφοι 2, 3 και 4, το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ), το άρθρο 3 παράγραφος 4, το άρθρο 4 παράγραφος 4, το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ), το άρθρο 5 παράγραφος 4, το άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχεία β), γ), ε) και ζ), και τα άρθρα 10, 12, 13, και 14, καθώς και με το παράρτημα Ι σημείο 1 στοιχεία α), γ) και δ), και σημεία 2 και 3, το αργότερο στις 5 Ιουνίου 2011 ή διασφαλίζουν ότι, πριν από την ημερομηνία αυτή, οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα μέσω συμφωνίας, τα δε κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που τους επιτρέπει, ανά πάσα στιγμή, να είναι σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι αναφορές στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις στην οδηγία που καταργείται από την παρούσα οδηγία, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η αναφορά καθώς και τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται η δήλωση.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 17

Κατάργηση

Η οδηγία 94/45/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία ή τις οδηγίες στο παράρτημα ΙΙ μέρος A, καταργούνται από 6 Ιουνίου 2011, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙ μέρος B.

Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος III.

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 1 παράγραφοι 1, 5, 6 και 7, το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η) και θ), το άρθρο 2 παράγραφος 2, το άρθρο 3 παράγραφοι 1, 2, 3, 5, 6 και 7, το άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2 και 3, το άρθρο 5 παράγραφοι 1, 3, 5, και 6, το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο α), το άρθρο 6 παράγραφος 1, το άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχεία α), δ) και στ), το άρθρο 6 παράγραφοι 3, 4, και 5, και τα άρθρα 7, 8, 9 και 11, καθώς και το παράρτημα Ι σημείο 1 στοιχεία β), ε) και στ), και σημεία 4, 5 και 6, εφαρμόζονται από τις 6 Ιουνίου 2011.

Άρθρο 19

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 6 Μαΐου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. KOHOUT


(1)  Γνώμη η οποία διατυπώθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). και απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2008.

(3)  ΕΕ L 254 της 30.9.1994, σ. 64.

(4)  ΕΕ L 80 της 23.3.2002, σ. 29.

(5)  ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 16.

(6)  ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ. 16.

(7)  Οδηγία 97/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, βάσει της οποίας επεκτείνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας η ισχύς της οδηγίας 94/45/ΕΚ για τη θέσπιση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 10 της 16.1.1998, σ. 22).

(8)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

(κατά το άρθρο 7)

1.

Προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος του άρθρου 1 παράγραφος 1 και στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, η σύσταση,η σύνθεση και η αρμοδιότητα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων διέπονται από τους ακόλουθους κανόνες:

α)

Η αρμοδιότητα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3.

Η ενημέρωση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων αφορά ιδίως τη δομή, τη χρηματοοικονομική κατάσταση, την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων, την παραγωγή και τις πωλήσεις της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας. Η ενημέρωση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτό αφορά ιδίως την κατάσταση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης, τις επενδύσεις, τις σημαντικές οργανωτικές αλλαγές, την εισαγωγή νέων μεθόδων εργασίας ή διαδικασιών παραγωγής, τις μεταφορές παραγωγής, τις συγχωνεύσεις, τη μείωση του μεγέθους ή την παύση λειτουργίας επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή σημαντικών τμημάτων τους και τις ομαδικές απολύσεις.

Η διαβούλευση πραγματοποιείται κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συνεδριάζουν με την κεντρική διεύθυνση και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση σε κάθε γνώμη που ενδεχομένως διατυπώνουν·

β)

το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων απαρτίζεται από εργαζομένους της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας τους οποίους εκλέγουν ή διορίζουν στους κόλπους τους οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ή, ελλείψει εκπροσώπων, το σύνολο των εργαζομένων.

Τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων εκλέγονται ή διορίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·

γ)

τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων εκλέγονται ή διορίζονται κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται σε κάθε κράτος μέλος από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή από τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, με την εξής κατανομή για κάθε κράτος μέλος: μια έδρα ανά μερίδα εργαζομένων που απασχολούνται σε αυτό το κράτος μέλος ίση με το 10 % του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνται στο σύνολο των κρατών μελών ή κλάσμα της εν λόγω μερίδας·

δ)

το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων, για να εξασφαλίζει το συντονισμό των δραστηριοτήτων του, εκλέγει μεταξύ των μελών του επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης που αριθμεί πέντε μέλη κατά μέγιστο όριο, στην οποία πρέπει να εξασφαλίζονται οι κατάλληλες συνθήκες για την άσκηση της δραστηριότητάς της σε τακτά διαστήματα.

Καταρτίζει τον εσωτερικό του κανονισμό·

ε)

η κεντρική διεύθυνση και κάθε άλλο καταλληλότερο όργανο διευθυντικού επιπέδου ενημερώνονται για τη σύνθεση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων·

στ)

το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων, τέσσερα χρόνια μετά τη σύστασή του, εξετάζει εάν θα πρέπει να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 6 ή να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται οι επικουρικές υποχρεώσεις που έχουν θεσπισθεί σύμφωνα με το παρόν παράρτημα.

Τα άρθρα 6 και 7 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, εφόσον αποφασισθεί η διαπραγμάτευση συμφωνίας δυνάμει του άρθρου 6, στην περίπτωση αυτή η έκφραση «ειδική διαπραγματευτική ομάδα» αντικαθίσταται από την έκφραση «ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων».

2.

Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων έχει το δικαίωμα να συνεδριάζει με την κεντρική διεύθυνση μια φορά κατ’ έτος προκειμένου να ενημερώνεται και να δίνει τη γνώμη της, με βάση έκθεση της κεντρικής διεύθυνσης για την εξέλιξη των δραστηριοτήτων και τις προοπτικές της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας. Οι τοπικές διευθύνσεις ενημερώνονται σχετικά.

3.

Σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων ή αποφάσεων που επηρεάζουν σημαντικά τα συμφέροντα των εργαζομένων, ιδίως σε περίπτωση μετεγκατάστασης, παύσης της λειτουργίας επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων ή ομαδικών απολύσεων, η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης ή, εάν αυτή δεν υπάρχει, το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων, δικαιούται να ενημερώνεται. Έχει το δικαίωμα να συνεδριάζει, μετά από αίτησή της, με την κεντρική διεύθυνση ή οποιοδήποτε άλλο καταλληλότερο όργανο διευθυντικού επιπέδου στα πλαίσια της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, που είναι αρμόδιο να λαμβάνει ίδιες αποφάσεις, προκειμένου να ενημερώνεται και να γνωμοδοτεί.

Σε περίπτωση που η συνεδρίαση διεξάγεται με την επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης, δικαιούνται επίσης να συμμετάσχουν τα μέλη, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, τα οποία έχουν εκλεγεί ή διορισθεί από τις εγκαταστάσεις ή/και τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν άμεσα οι εν λόγω περιστάσεις ή αποφάσεις.

Η εν λόγω συνεδρίαση ενημέρωσης και διαβούλευσης πραγματοποιείται, το ταχύτερο δυνατό, με βάση την έκθεση που καταρτίζει η κεντρική διεύθυνση ή οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο όργανο διευθυντικού επιπέδου της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας· επί της έκθεσης μπορεί να διατυπώνεται γνώμη στο τέλος της συνεδρίασης ή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

Η συνεδρίαση αυτή δεν επηρεάζει τα προνόμια της κεντρικής διεύθυνσης.

Η ενημέρωση και η διαβούλευση που προβλέπονται για τις προαναφερθείσες περιστάσεις διεξάγονται με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 2 και του άρθρου 8.

4.

Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με την προεδρία των συνεδριάσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης.

Πριν από κάθε συνάντηση με την κεντρική διεύθυνση, το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων ή η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης, διευρυμένη, ενδεχομένως, σύμφωνα με την παράγραφο 3, δεύτερο εδάφιο, έχουν το δικαίωμα να συνεδριάζουν χωρίς να είναι παρούσα η διεύθυνση.

5.

Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων ή η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης μπορεί να επικουρείται από εμπειρογνώμονες της επιλογής τους, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

6.

Οι δαπάνες λειτουργίας του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων βαρύνουν την κεντρική διεύθυνση.

Η κεντρική διεύθυνση παρέχει στα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων τους οικονομικούς πόρους και τα λοιπά υλικά μέσα που απαιτούνται για να εκπληρώνουν την αποστολή τους κατά τον δέοντα τρόπο.

Ειδικότερα η κεντρική διεύθυνση αναλαμβάνει, εκτός αν έχει συμφωνηθεί άλλως, τα έξοδα διοργάνωσης των συνεδριάσεων, τα έξοδα διερμηνείας, καθώς και τα έξοδα διαμονής και μετακίνησης των μελών του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και της επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης.

Τηρουμένων των αρχών αυτών, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν δημοσιονομικούς κανόνες σχετικά με τη λειτουργία του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων. Μπορούν, ιδίως, να περιορίζουν τη χρηματοδότηση ώστε να καλύπτεται ένας μόνον εμπειρογνώμονας.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΜΕΡΟΣ Α

Καταργούμενη οδηγία με τις διαδοχικές τροποποιήσεις της

(κατά το άρθρο 17)

Οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 254 της 30.9.1994, σ. 64).

Οδηγία 97/74/ΕΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 10 της 16.1.1998, σ. 22).

Οδηγία 2006/109/ΕΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 416).

ΜΕΡΟΣ B

Κατάλογος καταληκτικών ημερομηνιών μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο

(κατά το άρθρο 17)

Οδηγία

Καταληκτική ημερομηνία μεταφοράς

94/45/ ΕΚ

22.9.1996

97/74/ ΕΚ

15.12.1999

2006/109/ ΕΚ

1.1.2007


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Πίνακας αντιστοιχίας

Οδηγία 94/45/ΕΚ

Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 1 παράγραφος 2 πρώτη πρόταση

Άρθρο 1 παράγραφος 2 δεύτερη πρόταση

Άρθρο 1 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 1 παράγραφος 3

Άρθρο 1 παράγραφος 5

Άρθρο 1 παράγραφος 4

Άρθρο 1 παράγραφος 6

Άρθρο 1 παράγραφος 5

Άρθρο 1 παράγραφος 7

Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε)

Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε)

Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο στ)

Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο στ)

Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ζ)

Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία ζ) και η)

Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία η) έως θ)

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 5 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 5 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ)

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφοι 5 και 6

Άρθρο 5 παράγραφοι 5 και 6

Άρθρο 6 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο στ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο στ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο ζ)

Άρθρο 6 παράγραφοι 3, 4 και 5

Άρθρο 6 παράγραφοι 3, 4 και 5

Άρθρο 7

Άρθρο 7

Άρθρο 8

Άρθρο 8

Άρθρο 9

Άρθρο 9

Άρθρο 10 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 10

Άρθρο 10 παράγραφος 3

Άρθρο 10 παράγραφος 4

Άρθρο 11 παράγραφος 1

Άρθρο 11 παράγραφος 1

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 4

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 12 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 13

Άρθρο 13 παράγραφος 1

Άρθρο 14 παράγραφος 1

Άρθρο 13 παράγραφος 2

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 15

Άρθρο 14

Άρθρο 16 παράγραφος 1

Άρθρο 17

Άρθρο 18

Άρθρο 16

Άρθρο 19

Παράρτημα

Παράρτημα I

Σημείο 1 εισαγωγικό μέρος

Σημείο 1 εισαγωγικό μέρος

Σημείο 1 στοιχείο α) (εν μέρει) και σημείο 2 δεύτερο εδάφιο (εν μέρει)

Σημείο 1 στοιχείο α) (εν μέρει)

Σημείο 1 στοιχείο β)

Σημείο 1 στοιχείο β)

Σημείο1 στοιχείο γ) (εν μέρει) και σημείο 1 στοιχείο δ)

Σημείο1 στοιχείο γ)

Σημείο 1 στοιχείο γ) (εν μέρει)

Σημείο 1 στοιχείο δ)

Σημείο 1 στοιχείο ε)

Σημείο 1 στοιχείο ε)

Σημείο 1 στοιχείο στ)

Σημείο 1 στοιχείο στ)

Σημείο 2 πρώτο εδάφιο

Σημείο 2

Σημείο 3

Σημείο 3

Σημείο 4

Σημείο 4

Σημείο 5

Σημείο 6

Σημείο 5

Σημείο 7

Σημείο 6

Παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

16.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 122/45


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 15ης Μαΐου 2009

για το διορισμό τριών μελών της ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων που συστάθηκε με την απόφαση 2006/505/ΕΚ για τη σύσταση ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων προκειμένου να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με την αντικειμενικότητα και την ουδετερότητα των γνωμών της συμβουλευτικής επιτροπής για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EFRAG)

(2009/386/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την απόφαση 2006/505/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2006, για τη σύσταση ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων προκειμένου να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με την αντικειμενικότητα και την ουδετερότητα των γνωμών της συμβουλευτικής επιτροπής για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EFRAG) (1), και ιδίως το άρθρο 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης 2006/505/EK., η Επιτροπή διορίζει επτά το πολύ μέλη της ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, των οποίων η πείρα και η επάρκεια στον τομέα της λογιστικής, και ειδικότερα σε ζητήματα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, είναι ευρέως αναγνωρισμένες σε κοινοτικό επίπεδο.

(2)

Με την απόφαση 2007/73/EK (2), η Επιτροπή διόρισε τα επτά μέλη της ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων στις 8 Φεβρουαρίου 2007 για τριετή ανανεώσιμη θητεία. Για να καταστεί δυνατή η ομαλή εναλλαγή των μελών της ομάδας, η ομάδα μπορεί να αποφασίσει τη μερική αντικατάσταση των μελών ανά ομάδες των 2 ή των 3 μελών. Η ομάδα αποφάσισε να αντικαταστήσει 3 μέλη εντός του 2009,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Η Επιτροπή διορίζει τρία μέλη της ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Η απόφαση αρχίζει να ισχύει από την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2009.

Για την Επιτροπή

Charlie McCREEVY

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 199 της 21.7.2006, σ. 33.

(2)  ΕΕ L 32 της 6.2.2007, σ. 181.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

 

Rien VAN HOEPEN

 

Bernard RAFFOURNIER

 

Mari PAANANEN


ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

16.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 122/47


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 12ης Μαΐου 2009

για την εφαρμογή αρχών προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων στις εφαρμογές που υποστηρίζονται από ραδιοσυχνική αναγνώριση

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2009) 3200]

(2009/387/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 211,

Κατόπιν διαβουλεύσεων με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η ραδιοσυχνική αναγνώριση (RFID) σηματοδοτεί νέα εξέλιξη στην κοινωνία της πληροφορίας όπου αντικείμενα εξοπλισμένα με μικροηλεκτρονικά συστήματα τα οποία μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα αυτομάτως θα αποτελούν ολοένα και περισσότερο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής.

(2)

Η ραδιοσυχνική αναγνώριση γενικεύεται όλο και περισσότερο, και συνεπώς αποτελεί μέρος της ζωής των φυσικών προσώπων σε διάφορους τομείς όπως αυτόν της εφοδιαστικής (1), της υγειονομικής περίθαλψης, των μέσων μαζικής μεταφοράς, του λιανικού εμπορίου, ιδίως όσον αφορά τη βελτίωση της ασφάλειας των προϊόντων και την ταχύτερη ανάκληση προϊόντων, της ψυχαγωγίας, της εργασίας, της διαχείρισης διοδίων και αποσκευών, και, τέλος, των ταξιδιωτικών εγγράφων.

(3)

Η τεχνολογία RFID έχει το δυναμικό να καταστεί κινητήρια δύναμη ανάπτυξης και απασχόλησης, και συνεπώς ισχυρός συντελεστής στη στρατηγική της Λισαβόνας, καθώς είναι πολλά υποσχόμενη από οικονομικής απόψεως, όπου μπορεί να επιφέρει νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες, μείωση του κόστους και αύξηση της αποτελεσματικότητας, ιδίως όσον αφορά την αντιμετώπιση της παραποίησης και τη διαχείριση αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ηλεκτρονικά απόβλητα), επικίνδυνων υλικών, και τέλος, όσον αφορά την ανακύκλωση προϊόντων στο τέλος του κύκλου ζωής τους.

(4)

Η τεχνολογία RFID επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από μικρές αποστάσεις χωρίς φυσική επαφή ή οπτική αλληλεπίδραση μεταξύ της συσκευής ανάγνωσης ή εγγραφής και της ετικέτας, με τρόπο που η αλληλεπίδραση αυτή μπορεί να συμβαίνει εν αγνοία του φυσικού προσώπου.

(5)

Οι εφαρμογές RFID έχουν τη δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων που αναφέρονται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, ή σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να προσδιορισθεί άμεσα ή έμμεσα. Οι εν λόγω εφαρμογές μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποθηκεύονται στην ετικέτα, όπως όνομα, ημερομηνία γέννησης ή διεύθυνση ενός ατόμου ή δεδομένα βιομετρικής αναγνώρισης ή δεδομένα τα οποία συνδέουν τον αριθμό συγκεκριμένου αντικειμένου RFID με προσωπικά δεδομένα τα οποία είναι αποθηκευμένα σε άλλα σημεία του συστήματος. Επιπλέον, η εν λόγω τεχνολογία έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση φυσικών προσώπων μέσω ενός ή περισσότερων αντικειμένων με αριθμό αντικειμένου RFID που έχουν στην κατοχή τους.

(6)

Η εξάπλωση της ραδιοσυχνικής αναγνώρισης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά ζητήματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων εξαιτίας του δυναμικού της να είναι πανταχού παρούσα και πρακτικά αόρατη. Επομένως, στις εφαρμογές RFID πρέπει να ενσωματωθούν χαρακτηριστικά ασφάλειας της ιδιωτικής ζωής και των πληροφοριών πριν από την ευρεία χρήση τους (αρχή της «ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής εκ κατασκευής»).

(7)

Η RFID θα μπορέσει να προσφέρει τα πολυάριθμα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη της μόνο με τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων διασφάλισης της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της ιδιωτικής ζωής και των συναφών δεοντολογικών αρχών που αποτελούν τον πυρήνα της συζήτησης γύρω από τη δημόσια αποδοχή της RFID.

(8)

Τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν, ιδιαίτερα στην παρούσα αρχική φάση εφαρμογής της RFID, να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια ώστε να διασφαλισθεί ότι οι εφαρμογές RFID υπόκεινται σε παρακολούθηση και ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των φυσικών προσώπων γίνονται σεβαστά.

(9)

Με την ανακοίνωση της 15ης Μαρτίου 2007, με τίτλο «Η ραδιοσυχνική αναγνώριση (RFID) στην Ευρώπη: βήματα προς την κατεύθυνση χάραξης πλαισίου πολιτικής» (2) η Επιτροπή ανήγγειλε ότι θα παρασχεθεί αποσαφήνιση και καθοδήγηση σχετικά με ζητήματα προστασίας των δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής αναφορικά με τις εφαρμογές RFID μέσω μιας ή περισσότερων συστάσεων της Επιτροπής.

(10)

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αφορούν την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω δεδομένων, όπως προβλέπεται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (3) και στην οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (4) εφαρμόζονται πλήρως στη χρήση εφαρμογών RFID που επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

(11)

Οι αρχές που καθορίζονται στην οδηγία 1999/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1999, σχετικά με το ραδιοεξοπλισμό και τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητας των εξοπλισμών αυτών (5) πρέπει να εφαρμοστούν στην ανάπτυξη των εφαρμογών RFID.

(12)

Η γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (6) παρέχει καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο χειρισμού προϊόντων με ετικέτες, τα οποία προορίζονται για φυσικά πρόσωπα και ζητάει να προσδιορισθούν και να αναπτυχθούν οι «βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές» για τη διασφάλιση της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ασφάλειας των συστημάτων RFID στις εκτιμήσεις των επιπτώσεων στην ιδιωτική ζωή και την ασφάλεια.

(13)

Οι φορείς εκμετάλλευσης των εφαρμογών RFID πρέπει να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλισθεί ότι τα δεδομένα δεν σχετίζονται με φυσικά πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί με οποιοδήποτε μέσο το οποίο πιθανώς να χρησιμοποιηθεί από τον φορέα εκμετάλλευσης ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός και αν η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες αρχές και τους νομικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων.

(14)

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2007, για την «προώθηση της προστασίας των δεδομένων μέσω τεχνολογιών για τη βελτίωση της προστασίας της ιδιωτικότητας (ΤΒΙ)» (7) καθορίζονται σαφείς ενέργειες για την επίτευξη του στόχου ελαχιστοποίησης της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και της μη χρησιμοποίησης ανώνυμων ή ψευδώνυμων δεδομένων, όπου αυτό είναι δυνατό, μέσω της υποστήριξης της ανάπτυξης των ΤΒΙ και τη χρησιμοποίησή τους από υπεύθυνους επεξεργασίας δεδομένων και ιδιώτες.

(15)

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2006, με τίτλο «Στρατηγική για ασφαλή κοινωνία της πληροφορίας — διάλογος, πνεύμα συνεργασίας και ενίσχυση των ικανοτήτων» (8) αναγνωρίζεται ότι η ποικιλομορφία, ο ανοιχτός χαρακτήρας, η διαλειτουργικότητα, η χρηστικότητα και ο ανταγωνισμός αποτελούν καίριες κινητήριες δυνάμεις για μια ασφαλή κοινωνία της πληροφορίας, υπογραμμίζεται ο ρόλος που διαδραματίζουν τα κράτη μέλη και οι δημόσιες διοικήσεις για τη βελτίωση της ευαισθητοποίησης και την προώθηση ορθής πρακτικής αναφορικά με την ασφάλεια, και οι εμπλεκόμενοι παράγοντες του ιδιωτικού τομέα καλούνται να αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε να εργαστούν για την εκπόνηση οικονομικά προσιτών προγραμμάτων πιστοποίησης της ασφάλειας για προϊόντα, διεργασίες και υπηρεσίες που θα αναφέρονται σε ιδιαίτερες κοινοτικές ανάγκες, ιδίως όσον αφορά την προστασίας της ιδιωτικής ζωής.

(16)

Το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2007, (9) σχετικά με τη στρατηγική για ασφαλή κοινωνία της πληροφορίας στην Ευρώπη καλεί τα κράτη μέλη να δώσουν τη δέουσα προσοχή στην ανάγκη πρόληψης και καταπολέμησης των νέων και υφιστάμενων απειλών κατά την ασφάλειας στα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(17)

Ένα πλαίσιο ανεπτυγμένο σε κοινοτικό επίπεδο για την εκπόνηση εκτιμήσεων των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων θα διασφαλίσει τη συνεκτική τήρηση των διατάξεων της παρούσας σύστασης από όλα τα κράτη μέλη. Η ανάπτυξη του εν λόγω πλαισίου πρέπει να βασιστεί στις υφιστάμενες πρακτικές και εμπειρίες που αποκτήθηκαν στα κράτη μέλη, σε τρίτες χώρες και στο πλαίσιο της εργασίας που διεξήγαγε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια δικτύων και Πληροφοριών (ENISA) (10).

(18)

Η Επιτροπή θα διασφαλίσει την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών σε κοινοτικό επίπεδο σχετικά με τη διαχείριση ασφάλειας πληροφοριών για τις εφαρμογές RFID, βασιζόμενη σε υφιστάμενες πρακτικές και εμπειρίες που αποκτήθηκαν στα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες. Τα κράτη μέλη πρέπει να συνεισφέρουν στην εν λόγω διαδικασία και να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή ιδιωτικών φορέων και δημόσιων αρχών.

(19)

Μια έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων, την οποία θα εκπονεί ο φορέας εκμετάλλευσης πριν την εγκατάσταση μιας εφαρμογής RFID, θα παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προστασίας. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αναθεωρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής της εφαρμογής RFID.

(20)

Στον τομέα του λιανικού εμπορίου, η έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων των προϊόντων που περιέχουν ετικέτες και πωλούνται σε καταναλωτές πρέπει να παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες για τον προσδιορισμό πιθανής απειλής κατά της ιδιωτικής ζωής ή της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(21)

Η χρήση διεθνών προτύπων, όπως αυτών που αναπτύσσονται από το Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO), κώδικες δεοντολογίας και βέλτιστες πρακτικές, που συμμορφώνονται με το κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο, μπορούν να συμβάλλουν στη διαχείριση των μέτρων ασφάλειας των πληροφοριών και προστασίας της ιδιωτικής ζωής σε όλες τις επιχειρηματικές διεργασίες που υλοποιούνται με RFID.

(22)

Οι εφαρμογές RFID με επιπτώσεις στο ευρύ κοινό, όπως η ηλεκτρονική έκδοση εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, καθιστούν απαραίτητη τη λήψη κατάλληλων μέτρων προστασίας. Οι εφαρμογές RFID οι οποίες έχουν αντίκτυπο σε φυσικά πρόσωπα μέσω της επεξεργασίας, λόγου χάρη, δεδομένων βιομετρικής αναγνώρισης ή δεδομένων που σχετίζονται με την υγεία, θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμες όσον αφορά την ασφάλεια πληροφοριών και την προστασία της ιδιωτικής ζωής, και συνεπώς, απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή.

(23)

Η ευρύτερη κοινωνία πρέπει να γνωρίζει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που ισχύουν σε σχέση με τη χρήση των εφαρμογών RFID. Επομένως, οι φορείς που εγκαθιστούν την τεχνολογία έχουν την ευθύνη ενημέρωσης του κοινού σχετικά με τη χρήση των εφαρμογών αυτών.

(24)

Η ευαισθητοποίηση του κοινού και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες της RFID θα επιτρέψει στην εν λόγω τεχνολογία να εκπληρώσει την οικονομική της υπόσχεση, ενώ ταυτόχρονα, θα αμβλύνει τον κίνδυνο χρήσης της εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος, ενισχύοντας έτσι την ευρεία αποδοχή της.

(25)

Η Επιτροπή θα συνεισφέρει στην εφαρμογή της παρούσας σύστασης, άμεσα και έμμεσα, διευκολύνοντας το διάλογο και τη συνεργασία μεταξύ των ενδιαφερόμενων, ιδίως μέσω του προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (ΠΑΚ) που θεσπίστηκε με την απόφαση αριθ. 1639/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) και του έβδομου προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα (ΠΠ7) που θεσπίστηκε με την απόφαση αριθ. 1982/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12).

(26)

Η έρευνα και η ανάπτυξη σε τεχνολογίες χαμηλού κόστους για τη βελτίωση της προστασίας της ιδιωτικότητας και σε τεχνολογίες ασφάλειας των πληροφοριών κρίνεται απαραίτητη, σε κοινοτικό επίπεδο, για την προώθηση μιας ευρύτερης υιοθέτησης των τεχνολογιών αυτών υπό αποδεκτούς όρους.

(27)

Η παρούσα σύσταση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις βασικές αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα σύσταση επιδιώκει τη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,

ΣΥΝΙΣΤΑ:

Πεδίο εφαρμογής

1.

Η παρούσα σύσταση παρέχει καθοδήγηση στα κράτη μέλη σχετικά με το σχεδιασμό και τη λειτουργία των εφαρμογών RFID με νόμιμο, ηθικό και κοινωνικά και πολιτικά αποδεκτό τρόπο, σεβόμενη το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής και διασφαλίζοντας την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.

Η παρούσα σύσταση παρέχει καθοδήγηση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την εγκατάσταση εφαρμογών RFID προκειμένου να διασφαλιστεί ο σεβασμός της εθνικής νομοθεσίας για την εφαρμογή των οδηγιών 95/46/ΕΚ, 99/5/ΕΚ και 2002/58/ΕΚ, όπου είναι σκόπιμο, κατά την εγκατάσταση των σχετικών εφαρμογών.

Ορισμοί

3.

Για τους σκοπούς της παρούσας σύστασης, ισχύουν οι ορισμοί της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Επιπλέον, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

ως «ραδιοσυχνική αναγνώριση» (RFID) νοείται η χρήση κυμάτων ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας ή επαγωγικής σύζευξης πεδίων στο τμήμα ραδιοσυχνότητας του φάσματος για την αμφίδρομη επικοινωνία με ετικέτα μέσω μιας σειράς συστημάτων διαμόρφωσης και κωδικοποίησης με αντικείμενο την αποκλειστική ανάγνωση μιας ραδιοσυχνικής ετικέτας ή άλλων αποθηκευμένων δεδομένων·

β)

ως «ετικέτα RFID» ή «ετικέτα» νοείται μια συσκευή RFID που έχει τη δυνατότητα να παράγει ένα ραδιοηλεκτρικό σήμα ή μια συσκευή RFID που προκαλεί επανασύζευξη, οπισθοσκέδαση ή αντανάκλαση (ανάλογα με τον τύπο της συσκευής) και διαμόρφωση ενός φέροντος σήματος που λαμβάνεται από μια συσκευή ανάγνωσης ή εγγραφής·

γ)

ως «συσκευή ανάγνωσης ή εγγραφής RFID» νοείται μια σταθερή ή κινητή συσκευή λήψης και αναγνώρισης δεδομένων που χρησιμοποιεί ένα ραδιοσυχνικό ηλεκτρομαγνητικό κύμα ή επαγωγική σύζευξη πεδίων για την ενίσχυση και την πραγματοποίηση ανταπόκρισης διαμορφωμένων δεδομένων από μια ετικέτα ή ομάδα ετικετών·

δ)

ως «εφαρμογή RFID» ή «εφαρμογή» νοείται μια εφαρμογή η οποία επεξεργάζεται δεδομένα μέσω της χρήσης ετικετών ή συσκευών ανάγνωσης, και η οποία υποστηρίζεται από ένα σύστημα βάσης δεδομένων (back-end system) και μια δικτυωμένη επικοινωνιακή υποδομή·

ε)

ως «φορέας εκμετάλλευσης εφαρμογής RFID» ή «φορέας εκμετάλλευσης» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, που, μόνος ή από κοινού με άλλους, καθορίζει τους σκοπούς και τα μέσα εκμετάλλευσης μιας εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένων των υπεύθυνων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που χρησιμοποιούν μια εφαρμογή RFID·

στ)

ως «ασφάλεια πληροφοριών» νοείται η τήρηση του απορρήτου, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των πληροφοριών·

ζ)

ως «παρακολούθηση» νοείται οποιαδήποτε δραστηριότητα η οποία εκτελείται με σκοπό την ανίχνευση, την παρατήρηση, την αντιγραφή ή την καταγραφή της θέσης, της κίνησης, της δραστηριότητας ή της κατάστασης ενός φυσικού προσώπου.

Εκτιμήσεις των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων

4.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο κλάδος, σε συνεργασία με τους σχετικούς φορείς της κοινωνίας των πολιτών, αναπτύσσει ένα πλαίσιο εκπόνησης εκτιμήσεων των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων. Το εν λόγω πλαίσιο πρέπει να υποβληθεί προς έγκριση στην ομάδα εργασίας για την προστασία δεδομένων του άρθρου 29 εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας σύστασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς εκμετάλλευσης, χωρίς να θίγονται οι λοιπές υποχρεώσεις τους δυνάμει της οδηγίας 95/46/ΕΚ:

α)

εκπονούν εκθέσεις για την εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η εγκατάσταση της εφαρμογής στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής χρήσης της εφαρμογής για την παρακολούθηση ενός φυσικού προσώπου. Το επίπεδο λεπτομέρειας της εκτίμησης πρέπει να είναι το ενδεδειγμένο για τους κινδύνους αναφορικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής που ενδεχομένως να συνδέονται με την εφαρμογή·

β)

λαμβάνουν τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής·

γ)

αναθέτουν σε ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων την ευθύνη αναθεώρησης των εκτιμήσεων και της συνεχούς καταλληλότητας των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ούτως ώστε να διασφαλισθεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής·

δ)

θέτουν στη διάθεση της αρμόδιας αρχής την έκθεση αξιολόγησης τουλάχιστον έξι εβδομάδες πριν την εγκατάσταση της εφαρμογής·

ε)

από τη στιγμή που θα είναι διαθέσιμο το πλαίσιο εκτιμήσεων των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων όπως αναφέρεται στο σημείο 4, εφαρμόζουν τις ανωτέρω διατάξεις σύμφωνα με αυτό.

Ασφάλεια πληροφοριών

6.

Τα κράτη μέλη υποστηρίζουν την Επιτροπή στις εργασίες προσδιορισμού των εφαρμογών εκείνων που ενδεχομένως να αποτελούν απειλή για την ασφάλεια των πληροφοριών με επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον. Όσον αφορά τις εν λόγω εφαρμογές, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς εκμετάλλευσης, σε συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, αναπτύσσουν νέα ή εφαρμόζουν υφιστάμενα συστήματα, όπως πιστοποίηση ή αυτο-αξιολόγηση του φορέα εκμετάλλευσης, προκειμένου να αποδείξουν την ύπαρξη του δέοντος επιπέδου ασφάλειας των πληροφοριών και προστασίας της ιδιωτικής ζωής ανάλογα με τους εκτιμώμενους κινδύνους.

Πληροφόρηση και διαφάνεια σχετικά με τη χρήση της RFID

7.

Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των υπεύθυνων επεξεργασίας δεδομένων, σύμφωνα με τις οδηγίες 95/46/ΕΚ και 2002/58/ΕΚ, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς εκμετάλλευσης αναπτύσσουν και δημοσιεύουν μια συνοπτική, ακριβή και εύκολα κατανοητή πολιτικής ενημέρωσης για κάθε μια από τις εφαρμογές τους. Η πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

την ταυτότητα και τη διεύθυνση των φορέων εκμετάλλευσης·

β)

το σκοπό της εφαρμογής·

γ)

τα δεδομένα που θα επεξεργαστεί η εφαρμογή, ιδίως εάν πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, και αν θα παρακολουθείται η θέση των ετικετών·

δ)

μια σύνοψη της εκτίμησης των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων·

ε)

τους πιθανούς κινδύνους στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, εάν υπάρχουν, οι οποίοι σχετίζονται με τη χρήση ετικετών στην εφαρμογή και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τα φυσικά πρόσωπα, για τη μείωση των εν λόγω κινδύνων.

8.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς εκμετάλλευσης λαμβάνουν μέτρα για την ενημέρωση των φυσικών προσώπων σχετικά με την παρουσία συσκευών αναγνώρισης βάσει μιας κοινής ευρωπαϊκής σήμανσης, που αναπτύσσεται από Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης, με την υποστήριξη των ενδιαφερόμενων φορέων. Η σήμανση περιλαμβάνει την ταυτότητα του φορέα εκμετάλλευσης και ένα σημείο επικοινωνίας ούτως ώστε τα φυσικά πρόσωπα να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την πολιτική ενημέρωσης της εφαρμογής.

Εφαρμογές RFID που χρησιμοποιούνται στον τομέα του λιανικού εμπορίου

9.

Βάσει μιας κοινής ευρωπαϊκής σήμανσης, που αναπτύσσεται από Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης, με την υποστήριξη των ενδιαφερόμενων φορέων, οι φορείς εκμετάλλευσης ενημερώνουν τα φυσικά πρόσωπα σχετικά με την παρουσία ετικετών που είναι τοποθετημένες ή ενσωματωμένες σε προϊόντα.

10.

Κατά την εκπόνηση της έκθεσης εκτίμησης των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων, όπως αναφέρεται στα σημεία 4 και 5, ο φορέας εκμετάλλευσης μιας εφαρμογής καθορίζει συγκεκριμένα κατά πόσο οι ετικέτες που είναι τοποθετημένες ή ενσωματωμένες σε προϊόντα τα οποία έχουν πωληθεί σε καταναλωτές μέσω πωλητών λιανικής οι οποίοι δεν είναι φορείς εκμετάλλευσης της εν λόγω εφαρμογής αποτελούν πιθανή απειλή για την προστασία της ιδιωτικής ζωής ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

11.

Οι έμποροι λιανικής πώλησης απενεργοποιούν ή αφαιρούν, στο σημείο πώλησης, τις ετικέτες οι οποίες χρησιμοποιούνται στις εφαρμογές τους, εκτός εάν οι καταναλωτές, κατόπιν ενημέρωσής τους σχετικά με την πολιτική που αναφέρεται στο σημείο 7, συναινέσουν να διατηρηθούν ενεργές οι ετικέτες. Ως απενεργοποίηση των ετικετών νοείται οποιαδήποτε διαδικασία διακοπής της αλληλεπίδρασης μιας ετικέτας με το περιβάλλον της χωρίς να απαιτείται η ενεργή συμμετοχή του καταναλωτή. Η απενεργοποίηση ή η αφαίρεση των ετικετών από τον έμπορο λιανικής πώλησης πρέπει να γίνεται αμέσως και χωρίς χρέωση του καταναλωτή. Οι καταναλωτές πρέπει να είναι σε θέση να επιβεβαιώνουν ότι η απενεργοποίηση ή αφαίρεση συνέβη πραγματικά.

12.

Το σημείο 11 δεν ισχύει εάν από την έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής ή των δεδομένων εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι ετικέτες οι οποίες χρησιμοποιούνται σε μια εφαρμογή λιανικής πώλησης και παραμένουν ενεργοποιημένες μετά την απομάκρυνση από το σημείο πώλησής τους δεν αποτελούν πιθανή απειλή για την προστασία της ιδιωτικής ζωής ή των δεδομένων. Εν τούτοις, οι έμποροι λιανικής πώλησης φροντίζουν να παρέχουν δωρεάν έναν εύκολο τρόπο άμεσης ή μεταγενέστερης απενεργοποίησης ή αφαίρεσης των εν λόγω ετικετών.

13.

Η απενεργοποίηση ή η αφαίρεση ετικετών δεν συνεπάγεται μείωση ή παύση των νομικών υποχρεώσεων των πωλητών λιανικής διάθεσης ή των κατασκευαστών απέναντι στους καταναλωτές.

14.

Τα σημεία 11 και 12 ισχύουν μόνο για πωλητές λιανικής διάθεσης οι οποίοι είναι φορείς εκμετάλλευσης.

Δράσεις ευαισθητοποίησης

15.

Τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με τον κλάδο, την Επιτροπή και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση των δημόσιων αρχών και των εταιρειών, ιδίως των ΜΜΕ, σχετικά με τα πιθανά οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση της τεχνολογίας RFID. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε ζητήματα ασφάλειας των πληροφοριών και προστασίας της ιδιωτικής ζωής.

16.

Τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με τον κλάδο, οργανισμούς της κοινωνίας των πολιτών, την Επιτροπή και άλλους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς, προσδιορίζουν και παρέχουν παραδείγματα ορθής πρακτικής σχετικά με τη χρήση εφαρμογών RFID, ούτως ώστε να ενημερωθεί και να ευαισθητοποιηθεί το ευρύ κοινό. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης κατάλληλα μέτρα, όπως πιλοτικά προγράμματα μεγάλης κλίμακας, για την αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού όσον αφορά την τεχνολογία RFID, τα οφέλη, τους κινδύνους και τις επιπτώσεις της χρήσης της, ως προϋπόθεση για την ευρεία υιοθέτηση αυτής της τεχνολογίας.

Έρευνα και ανάπτυξη

17.

Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με τον κλάδο, τους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς της κοινωνίας των πολιτών και την Επιτροπή, με σκοπό την τόνωση και τη στήριξη της εισαγωγής της αρχής της «ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής εκ κατασκευής» σε πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης εφαρμογών RFID.

Ακόλουθες ενέργειες

18.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη γνωστοποίηση της παρούσας σύστασης σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς οι οποίοι συμμετέχουν στο σχεδιασμό και την εκμετάλλευση εφαρμογών RFID εντός της Κοινότητας.

19.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή το αργότερο 24 μήνες μετά τη δημοσίευση της παρούσας σύστασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με οποιοδήποτε μέτρο έλαβαν στο πλαίσιο της παρούσας σύστασης.

20.

Μέσα σε διάστημα τριών ετών από τη δημοσίευση της παρούσας σύστασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή θα καταρτίσει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας σύστασης, την αποτελεσματικότητά της και τις επιπτώσεις της στους φορείς εκμετάλλευσης και τους καταναλωτές, ιδίως όσον αφορά τα μέτρα που συστήνονται στα σημεία 9 έως 14.

Αποδέκτες

21.

Η παρούσα σύσταση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 12 Μαΐου 2009.

Για την Επιτροπή

Viviane REDING

Μέλος της Επιτροπής


(1)  COM(2007) 607 τελικό.

(2)  COM(2007) 96 τελικό.

(3)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(4)  ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.

(5)  ΕΕ L 91 της 7.4.1999, σ. 10.

(6)  ΕΕ C 101 της 23.4.2008, σ. 1.

(7)  COM(2007) 228 τελικό.

(8)  COM(2006) 251 τελικό.

(9)  ΕΕ C 68 της 24.3.2007, σ. 1.

(10)  Άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 460/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 77 της 13.3.2004, σ. 1).

(11)  ΕΕ L 310 της 9.11.2006, σ. 15.

(12)  ΕΕ L 412 της 30.12.2006, σ. 1.