ISSN 1725-2547

doi:10.3000/17252547.L_2009.121.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 121

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

52ό έτος
15 Μαΐου 2009


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 371/2009 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, που τροποποιεί τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12, του άρθρου 13 δεύτερο εδάφιο και του άρθρου 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων

1

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Συμβούλιο

 

 

2009/370/ΕΚ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό καθώς και στο πρωτόκολλό της σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό, που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001

3

Σύμβαση για τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί κινητού εξοπλισμού

8

Πρωτόκολλο της Σύμβασης περί Διεθνών Εμπράγματων Ασφαλειών επί Κινητού Εξοπλισμού για θέματα που φορούν ειδικά τον εξοπλισμό αεροσκαφών

25

 

 

III   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει της συνθήκης ΕΕ

 

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΓΚΡΙΘΕΙΣΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΩΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΕ

 

 

2009/371/ΔΕΥ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ)

37

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

15.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 121/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 371/2009 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2008

που τροποποιεί τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12, του άρθρου 13 δεύτερο εδάφιο και του άρθρου 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 291,

το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ιδίως το άρθρο 16,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

τη γνώμη του Δικαστηρίου (2),

τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) (4), το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται να συμμετέχει, με επικουρικό ρόλο, σε κοινές ομάδες έρευνας που έχουν δημιουργηθεί από δύο τουλάχιστον κράτη μέλη και με πρωτοβουλία τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι ομάδες αυτές ερευνούν αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η Ευρωπόλ είναι αρμόδια. Οι εν λόγω κοινές ομάδες έρευνας διευθύνονται από έναν επικεφαλής ομάδας ο οποίος, συμμετέχοντας στις ποινικές έρευνες, εκπροσωπεί την αρμόδια εθνική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η ομάδα. Στο πλαίσιο της λειτουργίας κοινής ομάδας έρευνας, το προσωπικό της Ευρωπόλ υπόκειται, σε σχέση με τις αξιόποινες πράξεις που έχουν διαπραχθεί εις βάρος του ή από αυτό, στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου διεξάγονται οι εργασίες της ομάδας, η οποία ισχύει για πρόσωπα που ασκούν ανάλογα καθήκοντα.

(2)

Όταν, με το πρωτόκολλο που τροποποίησε τη σύμβαση Ευρωπόλ (5), θεσπίσθηκε η δυνατότητα συμμετοχής των στελεχών της Ευρωπόλ σε κοινές ομάδες έρευνας, θεωρήθηκε ότι, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της συμμετοχής των στελεχών της Ευρωπόλ σε κοινές ομάδες έρευνας συσταθείσες από κράτη μέλη στο πλαίσιο ποινικών ερευνών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ, τα στελέχη της Ευρωπόλ δεν θα πρέπει να απολαύουν του προνομίου της ετεροδικίας για τις επίσημες πράξεις που εκτελούνται στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στις εν λόγω ομάδες.

(3)

Τα προνόμια και οι ασυλίες που παρέχονται, αποκλειστικά προς το συμφέρον των Κοινοτήτων, στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό τους, δυνάμει του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν αμιγώς λειτουργικό χαρακτήρα, στο βαθμό που αποσκοπούν στην αποφυγή κάθε παρεμβολής στη λειτουργία και την ανεξαρτησία των Κοινοτήτων. Δεδομένου ότι η απόφαση 2009/371/ΔΕΥ δεν τροποποιεί τις ιδιαιτερότητες της συμμετοχής του προσωπικού της Ευρωπόλ σε κοινές ομάδες έρευνας, η έγκρισή της δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την παροχή του προνομίου της ετεροδικίας στο προσωπικό της Ευρωπόλ που συμμετέχει στις εν λόγω ομάδες. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 (6) θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να αποσαφηνιστεί, στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης και αποκλειστικά για τους σκοπούς της εφαρμογής της, το εύρος της ετεροδικίας του προσωπικού της Ευρωπόλ που τίθεται στη διάθεση μιας κοινής ομάδας έρευνας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 1a

Το άρθρο 12 στοιχείο α) του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων δεν εφαρμόζεται στο προσωπικό της Ευρωπόλ που τίθεται στη διάθεση κοινής ομάδας έρευνας, όσον αφορά τις επίσημες πράξεις που απαιτούνται για την επιτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 6 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) (7).

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 27 Νοεμβρίου 2008.

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

M. ALLIOT-MARIE


(1)  Γνώμη της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  Γνώμη της 11ης Ιουνίου 2008.

(3)  Γνώμη της 17ης Ιουλίου 2008.

(4)  Βλέπε σ. 37 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(5)  ΕΕ C 312 της 16.12.2002, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 74 της 27.3.1969, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 121 της 15.5.2009, σ. 37


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Συμβούλιο

15.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 121/3


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 6ης Απριλίου 2009

για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό καθώς και στο πρωτόκολλό της σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό, που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001

(2009/370/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 61 στοιχείο γ) σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα καταβάλλει προσπάθειες για την εγκαθίδρυση ενός κοινού χώρου δικαιοσύνης, βασισμένου στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων.

(2)

Η σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό (στο εξής «η σύμβαση του Κέιπ Τάουν») καθώς και το πρωτόκολλό της σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα αεροναυτικού εξοπλισμού (στο εξής «το αεροναυτικό πρωτόκολλο»), που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001, συμβάλλουν επωφελώς στη ρύθμιση σε διεθνές επίπεδο των αντίστοιχων τομέων τους. Επομένως, είναι ευκταία η όσο το δυνατόν ταχύτερη εφαρμογή των διατάξεων των δύο πράξεων που αφορούν θέματα τα οποία εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.

(3)

Η Επιτροπή διεξήγαγε εξ ονόματος της Κοινότητας διαπραγματεύσεις με αντικείμενο τα εμπίπτοντα στην αποκλειστική κοινοτική αρμοδιότητα τμήματα της σύμβασης του Κέιπ Τάουν, καθώς και του αεροναυτικού της πρωτοκόλλου.

(4)

Οι περιφερειακοί οργανισμοί οικονομικής ολοκλήρωσης, οι οποίοι είναι αρμόδιοι για ορισμένα θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και από το αεροναυτικό της πρωτόκολλο, δύνανται να προσχωρήσουν στην εν λόγω σύμβαση και το εν λόγω πρωτόκολλο μετά την έναρξη ισχύος τους.

(5)

Μερικά από τα θέματα που ρυθμίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (3) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I) (4), αποτελούν επίσης αντικείμενο της σύμβασης του Κέιπ Τάουν και του αεροναυτικού της πρωτοκόλλου.

(6)

Η Κοινότητα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για ορισμένα από τα θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και το αεροναυτικό της πρωτόκολλο, ενώ τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για ορισμένα άλλα από τα θέματα που ρυθμίζονται από τις δύο αυτές πράξεις.

(7)

Επομένως, η Κοινότητα πρέπει να προσχωρήσει στη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και στο αεροναυτικό πρωτόκολλο.

(8)

Το άρθρο 48 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν και το άρθρο XXVII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου προβλέπουν ότι κατά την προσχώρηση, ένας περιφερειακός οργανισμός οικονομικής ολοκλήρωσης προβαίνει σε δήλωση στην οποία προσδιορίζονται τα θέματα που ρυθμίζονται από την εν λόγω σύμβαση και το εν λόγω πρωτόκολλο για τα οποία τα κράτη μέλη του έχουν εκχωρήσει τις αρμοδιότητές τους στον οργανισμό. Επομένως, κατά την προσχώρηση στα δύο νομοθετήματα η Κοινότητα θα πρέπει να προβεί σε ανάλογη δήλωση.

(9)

Το άρθρο 55 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν προβλέπει ότι ένα συμβαλλόμενο κράτος δύναται να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόζει, είτε ολικώς είτε εν μέρει, τις διατάξεις του άρθρου 13 ή του άρθρου 43 ή αμφοτέρων. Κατά την προσχώρηση στην εν λόγω σύμβαση η Κοινότητα πρέπει να προβεί σε ανάλογη δήλωση.

(10)

Τα άρθρα X, XI και XII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου εφαρμόζονται μόνο όπου ένα συμβαλλόμενο κράτος προβαίνει σε δήλωση για το σκοπό αυτό δυνάμει του άρθρου XXX του εν λόγω πρωτοκόλλου και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τη δήλωση αυτή. Κατά την προσχώρηση στο αεροναυτικό πρωτόκολλο, η Κοινότητα πρέπει να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόσει το άρθρο ΧΙΙ και δεν θα προβεί σε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο XXX παράγραφοι 2 και 3. Η αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου περί αφερεγγυότητας δεν επηρεάζεται.

(11)

Η εφαρμογή του άρθρου VIII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου σχετικά με την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου υπόκειται επίσης σε δήλωση στην οποία μπορεί να προβεί οποιοδήποτε συμβαλλόμενο κράτος κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXX παράγραφος 1. Κατά την προσχώρηση στο αεροναυτικό πρωτόκολλο η Κοινότητα πρέπει να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόσει το άρθρο VIII.

(12)

Το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξακολουθεί να δεσμεύεται από τη σύμβαση της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (5) μέχρις ότου δεσμευθεί από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008. Υποτίθεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, εάν προσχωρήσει προηγουμένως στο αεροναυτικό πρωτόκολλο, θα προβεί κατά την προσχώρηση σε δήλωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXX παράγραφος 1 που δεν θα θίγει την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού.

(13)

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία συμμετέχουν στη θέσπιση και την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

(14)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

1.   Η σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό (στο εξής «η σύμβαση του Κέιπ Τάουν») καθώς και το πρωτόκολλο σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό (στο εξής «το αεροναυτικό πρωτόκολλο»), που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001, εγκρίνονται εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Τα κείμενα της σύμβασης του Κέιπ Τάουν και του αεροναυτικού πρωτοκόλλου επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση.

2.   Στην παρούσα απόφαση, ως «κράτος μέλος» νοούνται όλα τα κράτη μέλη εκτός από τη Δανία.

Άρθρο 2

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου εξουσιοδοτείται να ορίσει το πρόσωπο που θα επιφορτισθεί να καταθέσει, εξ ονόματος της Κοινότητας, την πράξη που προβλέπεται στο άρθρο 47 παράγραφος 4 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν καθώς και στο άρθρο XXVI παράγραφος 4 του αεροναυτικού πρωτοκόλλου.

Άρθρο 3

1.   Κατά την προσχώρηση στη σύμβαση του Κέιπ Τάουν, η Κοινότητα προβαίνει στις δηλώσεις που παρατίθενται στο σημείο Ι των παραρτημάτων Ι και ΙΙ.

2.   Κατά την προσχώρηση στο αεροναυτικό πρωτόκολλο, η Κοινότητα προβαίνει στις δηλώσεις που παρατίθενται στο σημείο ΙΙ των παραρτημάτων Ι και II.

Λουξεμβούργο, 6 Απριλίου 2009.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. POSPÍŠIL


(1)  Γνώμη της 18ης Δεκεμβρίου 2008 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 160 της 30.6.2000, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6.

(5)  ΕΕ L 266 της 9.10.1980, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Γενικές δηλώσεις σχετικά με την αρμοδιότητα της Κοινότητας στις οποίες πρέπει να προβεί η Κοινότητα κατά την προσχώρησή της στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό («σύμβαση του Κέιπ Τάουν») καθώς και στο πρωτόκολλο σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό («αεροναυτικό πρωτόκολλο»), που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001

Ι.

Δήλωση που υπεβλήθη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48 παράγραφος 2 σχετικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και για τα οποία τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει την αρμοδιότητά τους στην Κοινότητα

1.

Σύμφωνα με το άρθρο 48 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν, οι περιφερειακοί οργανισμοί οικονομικής ολοκλήρωσης οι οποίοι συγκροτούνται από κυρίαρχα κράτη και είναι αρμόδιοι για ορισμένα θέματα τα οποία ρυθμίζονται από την εν λόγω σύμβαση δύνανται να προσχωρήσουν σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι θα προβούν στη δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου. Η Κοινότητα αποφάσισε να προσχωρήσει στη σύμβαση και προβαίνει συνεπώς στην εν λόγω δήλωση.

2.

Τα σημερινά μέλη της Κοινότητας είναι το Βασίλειο του Βελγίου, η Δημοκρατία της Βουλγαρίας, η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Ιρλανδία, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Κύπρου, η Δημοκρατία της Λεττονίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ρουμανία, η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Δημοκρατία της Σλοβακίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

3.

Εντούτοις, η παρούσα δήλωση δεν ισχύει ως προς το Βασίλειο της Δανίας, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που επισυνάπτεται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

4.

Η παρούσα δήλωση δεν είναι εφαρμοστέα στα εδάφη των κρατών μελών ως προς τα οποία δεν ισχύει η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ισχύει με την επιφύλαξη των μέτρων και των θέσεων που ενδεχομένως θεσπίζονται δυνάμει της σύμβασης του Κέιπ Τάουν από τα οικεία κράτη μέλη εξ ονόματος και προς το συμφέρον των εν λόγω εδαφών.

5.

Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα τις αρμοδιότητές τους για τα θέματα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1), από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (2) και από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I) (3).

6.

Κατά την προσχώρηση στη σύμβαση του Κέιπ Τάουν, η Κοινότητα δεν θα προβεί σε καμία από τις δηλώσεις που επιτρέπονται από τα άρθρα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 55 της εν λόγω σύμβασης εκτός από τη δήλωση για το άρθρο 55. Τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητά τους όσον αφορά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου περί αφερεγγυότητας.

7.

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα κατ’ εφαρμογή της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπόκειται, ως εκ της φύσεώς της, σε συνεχείς μεταβολές. Στο πλαίσιο της συνθήκης αυτής, τα αρμόδια όργανα δύνανται να λαμβάνουν αποφάσεις για τον καθορισμό της έκτασης των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διατηρεί το δικαίωμα να τροποποιήσει την παρούσα δήλωση αναλόγως, χωρίς αυτό να συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σχετικά με τα θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν.

ΙΙ.

Δήλωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXVII παράγραφος 2 σχετικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε θέματα που ρυθμίζονται από το αεροναυτικό πρωτόκολλο, και για τα οποία τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει την αρμοδιότητά τους στην Κοινότητα

1.

Σύμφωνα με το άρθρο ΧΧVII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου, οι περιφερειακοί οργανισμοί οικονομικής ολοκλήρωσης οι οποίοι συγκροτούνται από κυρίαρχα κράτη και είναι αρμόδιοι για ορισμένα θέματα τα οποία ρυθμίζονται από το εν λόγω πρωτόκολλο δύνανται να προσχωρήσουν σε αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα προβούν στη δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου. Η Κοινότητα αποφάσισε να προσχωρήσει στο αεροναυτικό πρωτόκολλο και προβαίνει συνεπώς στην εν λόγω δήλωση.

2.

Τα σημερινά μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας είναι το Βασίλειο του Βελγίου, η Δημοκρατία της Βουλγαρίας, η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Ιρλανδία, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Κύπρου, η Δημοκρατία της Λεττονίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ρουμανία, η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Δημοκρατία της Σλοβακίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

3.

Εντούτοις, η παρούσα δήλωση δεν ισχύει ως προς το Βασίλειο της Δανίας, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που επισυνάπτεται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

4.

Η παρούσα δήλωση δεν είναι εφαρμοστέα στα εδάφη των κρατών μελών ως προς τα οποία δεν ισχύει η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ισχύει με την επιφύλαξη των μέτρων και των θέσεων που ενδεχομένως θεσπίζονται δυνάμει του αεροναυτικού πρωτοκόλλου από τα οικεία κράτη μέλη εξ ονόματος και προς το συμφέρον των εν λόγω εδαφών.

5.

Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα τις αρμοδιότητές τους για τα θέματα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (4), από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (5) και από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I) (6).

6.

Κατά την προσχώρηση στο αεροναυτικό πρωτόκολλο, η Κοινότητα δεν θα προβεί σε δήλωση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου VIII, κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXX παράγραφος 1, ούτε θα προβεί σε οποιαδήποτε δήλωση από τις επιτρεπόμενες στο άρθρο XXX παράγραφοι 2 και 3. Τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητά τους όσον αφορά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου περί αφερεγγυότητας.

7.

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα κατ’ εφαρμογή της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπόκειται, ως εκ της φύσεώς της, σε συνεχείς μεταβολές. Στο πλαίσιο της συνθήκης αυτής, τα αρμόδια όργανα δύνανται να λαμβάνουν αποφάσεις για τον καθορισμό της έκτασης των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διατηρεί το δικαίωμα να τροποποιήσει την παρούσα δήλωση αναλόγως, χωρίς αυτό να συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τα θέματα που ρυθμίζονται από το αεροναυτικό πρωτόκολλο.


(1)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 160 της 30.6.2000, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6.

(4)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 160 της 30.6.2000, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Δηλώσεις στις οποίες θα προβεί η Κοινότητα τη στιγμή της προσχώρησης στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό («σύμβαση του Κέιπ Τάουν») καθώς και στο πρωτόκολλο σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό («αεροναυτικό πρωτόκολλο»), που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001, όσον αφορά ορισμένες διατάξεις και μέτρα που περιέχουν

Ι.

Δήλωση της Κοινότητας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 55 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν

Δυνάμει του άρθρου 55 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν, όταν ο εναγόμενος έχει τη νόμιμη κατοικία του στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Κοινότητας, τα κράτη μέλη τα οποία δεσμεύονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1), θα εφαρμόζουν τα άρθρα 13 και 43 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν για την έγκριση προσωρινών μέτρων μόνο σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο του άρθρου 24 της σύμβασης των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 (2).

ΙΙ.

Δήλωση της Κοινότητας κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXX του αεροναυτικού πρωτοκόλλου

Σύμφωνα με το άρθρο XXX παράγραφος 5 του αεροναυτικού πρωτοκόλλου, το άρθρο XXI του πρωτοκόλλου δεν θα εφαρμόζεται στην Κοινότητα, ενώ ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3), θα εφαρμόζεται για τα θέματα αυτά προκειμένου για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από τον εν λόγω κανονισμό ή βάσει οποιασδήποτε συμφωνίας η οποία αποσκοπεί στην επέκταση των αποτελεσμάτων του.


(1)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 299 της 31.12.1972, σ. 32.

(3)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΣΫΜΒΑΣΗ

για τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί κινητού εξοπλισμού

ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ,

ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ την ανάγκη απόκτησης και χρήσης κινητού εξοπλισμού μεγάλης αξίας ή ιδιαίτερης οικονομικής σπουδαιότητας, καθώς και διευκόλυνσης της χρηματοδότησης για την απόκτηση και τη χρήση του εξοπλισμού αυτού με αποτελεσματικό τρόπο,

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τα πλεονεκτήματα των χορηγήσεων βάσει των στοιχείων ενεργητικού και της χρηματοδοτικής μίσθωσης για το σκοπό αυτό, και επιθυμώντας να διευκολύνουν τους συγκεκριμένους τύπους συναλλαγής, θεσπίζοντας σαφείς κανόνες που θα τους διέπουν,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανάγκη διασφάλισης της διεθνούς αναγνώρισης και προστασίας των εμπράγματων ασφαλειών επί του συγκεκριμένου εξοπλισμού,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να παράσχουν σημαντικά και αμοιβαία οικονομικά οφέλη προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη,

ΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ότι οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να αντανακλούν τις αρχές που διέπουν τις χορηγήσεις βάσει των στοιχείων ενεργητικού και τη χρηματοδοτική μίσθωση και να προωθούν την απαραίτητη αυτονομία των συμβαλλομένων μερών στις συναλλαγές αυτές,

ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΑ για την ανάγκη καθιέρωσης ενός νομικού πλαισίου για τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί του εξοπλισμού αυτού και δημιουργίας, για το σκοπό αυτό, ενός διεθνούς συστήματος νηολόγησης για την προστασία τους,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τους αντικειμενικούς σκοπούς και τις αρχές που διατυπώνονται στις ήδη υπάρχουσες Συμβάσεις για τον εξοπλισμό αυτό,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ στις ακόλουθες διατάξεις:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Ορισμοί

Στην παρούσα Σύμβαση, εκτός από τις περιπτώσεις που το κείμενο ορίζει διαφορετικά, οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με τις παρακάτω σημασίες:

α)

«συμφωνία» σημαίνει σύμβαση παροχής εμπραγμάτου ασφάλειας, συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας ή σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης·

β)

«εκχώρηση» σημαίνει σύμβαση με την οποία, είτε με εμπράγματη ασφάλεια είτε με άλλο τρόπο, παραχωρούνται στον εκδοχέα σχετικά δικαιώματα με ή χωρίς μεταβίβαση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας·

γ)

«συνδεόμενα δικαιώματα» είναι όλα τα δικαιώματα για εξόφληση ή για εκτέλεση άλλων υποχρεώσεων του οφειλέτη επί τη βάσει συμφωνίας, τα οποία ασφαλίζονται από το αντικείμενο ή σχετίζονται με αυτό·

δ)

«έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας» είναι ο χρόνος κατά τον οποίο θεωρείται ότι αρχίζουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το εφαρμοστέο περί αφερεγγυότητας δίκαιο·

ε)

«υπό όρους αγοραστής» είναι ο αγοραστής που υπόκειται σε συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας·

στ)

«υπό όρους πωλητής» είναι ο πωλητής που υπόκειται σε συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας·

ζ)

«σύμβαση πώλησης» είναι η σύμβαση πώλησης ενός αντικειμένου από τον πωλητή στον αγοραστή που δεν αποτελεί συμφωνία με βάση τον παραπάνω ορισμό του στοιχείου α),

η)

«δικαστήριο» είναι το πολιτικό, διοικητικό ή διαιτητικό δικαστήριο Συμβαλλόμενου Κράτους·

θ)

«πιστωτής» είναι ο δανειστής σε σύμβαση παροχής εμπραγμάτου ασφάλειας, ο υπό όρους πωλητής σε συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας ή ο εκμισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης·

ι)

«οφειλέτης» είναι ο οφειλέτης σε σύμβαση παροχής εμπραγμάτου ασφάλειας, ο υπό όρους αγοραστής σε συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας, ο μισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή το άτομο του οποίου η εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου βαρύνεται από καταχωρητέο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια·

ια)

«διαχειριστής αφερεγγυότητας» είναι το άτομο το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται την ανασυγκρότηση ή την εκκαθάριση, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν εξουσιοδοτηθεί προσωρινά, και περιλαμβάνει και τον κάτοχο οφειλέτη, εφόσον το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο περί αφερεγγυότητας·

ιβ)

«διαδικασία αφερεγγυότητας» σημαίνει πτώχευση, εκκαθάριση ή άλλη συλλογική δικαστική ή διοικητική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών διαδικασιών, σύμφωνα με την οποία τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποθέσεις του οφειλέτη υπόκεινται στον έλεγχο ή την επίβλεψη του δικαστηρίου για τους σκοπούς της ανασυγκρότησης ή εκκαθάρισης·

ιγ)

«ενδιαφερόμενα πρόσωπα» είναι:

i)

ο οφειλέτης,

ii)

οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, με σκοπό τη διασφάλιση της εκτέλεσης κάθε υποχρέωσης έναντι του πιστωτή, παρέχει ή εκδίδει τριτεγγύηση, εγγύηση άμεσα καταβλητέα, πιστωτική επιστολή ή άλλη μορφή ασφάλισης πιστώσεων,

iii)

οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει δικαιώματα επί του αντικειμένου·

ιδ)

«εσωτερική συναλλαγή» είναι η συναλλαγή του τύπου που προβλέπει το Άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ), όπου το κέντρο των κύριων εμπράγματων ασφαλειών όλων των συμβαλλομένων μερών καθώς και το σχετικό αντικείμενο (όπως καθορίζεται στο Πρωτόκολλο) βρίσκονται στο ίδιο Συμβαλλόμενο Κράτος κατά το χρόνο κατάρτισης της Σύμβασης και όπου η εμπράγματη ασφάλεια η οποία συστάθηκε από τη συναλλαγή έχει καταχωρηθεί στο εθνικό νηολόγιο αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους, το οποίο έχει προβεί στη δήλωση του Άρθρου 50 παράγραφος 1·

ιε)

«διεθνής εμπράγματη ασφάλεια» σημαίνει την εμπράγματη ασφάλεια του πιστωτή, στην οποία εφαρμόζεται το Άρθρο 2·

ιστ)

«Διεθνές Νηολόγιο» είναι οι διεθνείς διευκολύνσεις νηολόγησης που δημιουργήθηκαν για τους σκοπούς της Σύμβασης ή του Πρωτοκόλλου·

ιζ)

«σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης» είναι η σύμβαση διά της οποίας ένα πρόσωπο (ο εκμισθωτής) παρέχει δικαίωμα κατοχής ή ελέγχου επί ενός αντικειμένου (με ή χωρίς δυνατότητα αγοράς του) σε άλλο πρόσωπο (το μισθωτή) με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος ή άλλη πληρωμή·

ιη)

«εθνική εμπράγματη ασφάλεια» είναι η εμπράγματη ασφάλεια του πιστωτή επί αντικειμένου η οποία συστάθηκε με εσωτερική συναλλαγή, καλυπτόμενη από τη δήλωση του Άρθρου 50 παράγραφος 1·

ιθ)

«μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια» είναι το δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια που παραχωρούνται από το δίκαιο Συμβαλλομένου Κράτους που έχει προβεί στη δήλωση του Άρθρου 39, προκειμένου να διασφαλίσουν την εκπλήρωση υποχρέωσης, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης προς Κράτος, κρατική οντότητα, διακυβερνητικό ή ιδιωτικό οργανισμό·

κ)

«γνωστοποίηση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας» είναι η γνωστοποίηση που καταχωρήθηκε ή πρόκειται να καταχωρηθεί στο Διεθνές Νηολόγιο και αφορά τη σύσταση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας·

κα)

«αντικείμενο» είναι ένα αντικείμενο που υπάγεται σε μία από τις κατηγορίες για τις οποίες εφαρμόζεται το Άρθρο 2·

κβ)

«προϋπάρχον δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια» είναι το δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια οποιουδήποτε είδους επί ενός αντικειμένου, που συστάθηκε ή προέκυψε πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης, όπως ορίζεται στο Άρθρο 60 παράγραφος 2 στοιχείο α)·

κγ)

«προϊόντα αποζημίωσης» είναι οι χρηματικές ή μη πρόσοδοι οι οποίες απορρέουν από την ολική ή μερική απώλεια ή φυσική καταστροφή ενός αντικειμένου ή από την ολική ή μερική κατάσχεση, απαλλοτρίωση ή επίταξη αυτού·

κδ)

«μελλοντική εκχώρηση» είναι η εκχώρηση που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον, εφόσον συντελεσθεί συγκεκριμένο γεγονός, ανεξαρτήτως της βεβαιότητας ή μη επέλευσής του·

κε)

«μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια» είναι η εμπράγματη ασφάλεια η οποία πρόκειται να συσταθεί ή να παραχωρηθεί επί αντικειμένου ως διεθνής εμπράγματη ασφάλεια στο μέλλον, εφόσον συντελεστεί συγκεκριμένο γεγονός, (το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει και την απόκτηση εμπράγματης ασφάλειας επί του αντικειμένου από πλευράς του οφειλέτη), ανεξαρτήτως της βεβαιότητας ή μη επέλευσής του·

κστ)

«μελλοντική πώληση» είναι η πώληση που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον, εφόσον συντελεστεί συγκεκριμένο γεγονός, ανεξαρτήτως της βεβαιότητας ή μη επέλευσής του·

κζ)

«Πρωτόκολλο» είναι, όσον αφορά οποιαδήποτε κατηγορία αντικειμένων και σχετικών δικαιωμάτων στα οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση, το Πρωτόκολλο που αφορά αυτή την κατηγορία αντικειμένων και σχετικών δικαιωμάτων·

κη)

«καταχωρημένος» σημαίνει καταχωρημένος στο Διεθνές Νηολόγιο σύμφωνα με το Κεφάλαιο V·

κθ)

«καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια» είναι η διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, το καταχωρητέο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια, ή η εθνική εμπράγματη ασφάλεια, όπως αυτά ορίζονται στη γνωστοποίηση της εθνικής εμπράγματης ασφάλειας που καταχωρήθηκε σύμφωνα με το Κεφάλαιο V·

κι)

«καταχωρητέο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια» είναι το μη συμβατικό δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια που είναι καταχωρητέα βάσει της δήλωσης που έχει κατατεθεί σύμφωνα με το Άρθρο 40·

λ)

«Νηολόγος», όσον αφορά το Πρωτόκολλο, είναι το πρόσωπο ή το όργανο που καθορίζεται από το Πρωτόκολλο ή έχει ορισθεί σύμφωνα με το Άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο β)·

λα)

«κανονισμοί» είναι οι κανονισμοί οι οποίοι έχουν θεσπιστεί ή εγκριθεί από την Αρχή Ελέγχου σύμφωνα με το Πρωτόκολλο·

λβ)

«πώληση» είναι η μεταβίβαση κυριότητας ενός αντικειμένου σύμφωνα με μία σύμβαση πώλησης·

λγ)

«ασφαλισμένη υποχρέωση» είναι η υποχρέωση που διασφαλίζεται με παροχή εμπράγματης ασφάλειας·

λδ)

«σύμβαση παροχής εμπράγματης ασφάλειας» είναι η σύμβαση με την οποία ο οφειλέτης παρέχει ή συμφωνεί να παράσχει στο δανειστή εμπράγματη ασφάλεια (συμπεριλαμβανομένης της εμπράγματης ασφάλειας κυριότητας) επί αντικειμένου, ώστε να διασφαλισθεί η εκπλήρωση υφιστάμενης ή μελλοντικής υποχρέωσης του οφειλέτη ή τρίτου·

λε)

«παροχή ασφάλειας» σημαίνει την εμπράγματη ασφάλεια που συστάθηκε με σύμβαση παροχής εμπράγματης ασφάλειας·

λστ)

«Αρχή Ελέγχου» είναι, όσον αφορά το Πρωτόκολλο, η αναφερόμενη στο Άρθρο 17 παράγραφος 1 Αρχή Ελέγχου·

λζ)

«συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας» είναι η συμφωνία πώλησης ενός αντικειμένου, υπό τον όρο ότι η κυριότητα δεν μεταβιβάζεται μέχρι την εκπλήρωση του όρου ή των όρων της συμφωνίας·

λη)

«μη καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια» είναι η συμβατική εμπράγματη ασφάλεια ή το μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια (εκτός της εμπράγματης ασφάλειας επί της οποίας εφαρμόζεται το Άρθρο 39) που δεν έχει καταχωρηθεί, ανεξαρτήτως του αν είναι καταχωρητέα ή όχι σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση· και

λθ)

«έγγραφο» είναι αρχείο πληροφοριών (συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που μεταδίδονται με τηλεδιαβίβαση) υλικής ή άλλης μορφής, το οποίο μπορεί να αναπαραχθεί μεταγενέστερα σε υλική μορφή και στο οποίο δηλώνεται, με εύλογο τρόπο, η έγκρισή του από κάποιο πρόσωπο.

Άρθρο 2

Διεθνής εμπράγματη ασφάλεια

1.   Η παρούσα Σύμβαση προβλέπει τη σύσταση και τα αποτελέσματα διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας επί ορισμένων κατηγοριών κινητού εξοπλισμού και συνδεόμενων δικαιωμάτων.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, διεθνής εμπράγματη ασφάλεια επί κινητού εξοπλισμού είναι η εμπράγματη ασφάλεια που έχει συσταθεί δυνάμει του Άρθρου 7 επί ενός μεμονωμένου αντικειμένου μιας από τις κατηγορίες τέτοιου είδους αντικειμένων, που καταγράφονται στην παράγραφο 3 και καθορίζονται στο Πρωτόκολλο, η οποία:

α)

παραχωρείται από τον οφειλέτη επί τη βάσει σύμβασης παροχής εμπράγματης ασφάλειας·

β)

παρέχεται σε πρόσωπο το οποίο είναι ο υπό όρους πωλητής επί τη βάσει συμφωνίας επιφύλαξης κυριότητας· ή

γ)

παρέχεται σε πρόσωπο που είναι ο εκμισθωτής με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Εμπράγματη ασφάλεια που εμπίπτει στο στοιχείο α) δεν εμπίπτει και στις υποπαραγράφους β) ή γ).

3.   Οι αναφερόμενες στις προηγούμενες παραγράφους κατηγορίες είναι οι εξής:

α)

άτρακτοι, κινητήρες αεροσκαφών και ελικόπτερα·

β)

τροχαίο σιδηροδρομικό υλικό· και

γ)

διαστημικό υλικό.

4.   Το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζει κατά πόσον η εμπράγματη ασφάλεια στην οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 2 εμπίπτει στα στοιχεία α), β) ή γ) της παραγράφου αυτής.

5.   Η διεθνής εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου εκτείνεται και στα προϊόντα του αντικειμένου αυτού.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται όταν, κατά το χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας με την οποία συνιστάται ή προβλέπεται διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, ο οφειλέτης βρίσκεται σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη.

2.   Το γεγονός ότι ο πιστωτής βρίσκεται σε μη Συμβαλλόμενο Κράτος δεν θίγει τη δυνατότητα εφαρμογής της Σύμβασης.

Άρθρο 4

Έδρα οφειλέτη

1.   Για τους σκοπούς του Άρθρου 3 παράγραφος 1, ο οφειλέτης βρίσκεται σε κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος:

α)

βάσει του δικαίου του οποίου συνεστήθη ή απέκτησε νομική προσωπικότητα·

β)

όπου βρίσκεται η καταστατική του έδρα·

γ)

όπου βρίσκεται η κεντρική διοίκησή του· ή

δ)

όπου βρίσκεται ο τόπος της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.

2.   Ως τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη που αναφέρεται στο στοιχείο δ) της προηγουμένης παραγράφου θεωρείται, σε περίπτωση που ο οφειλέτης διαθέτει περισσότερους του ενός τόπους επιχειρηματικής δραστηριότητας, ο κύριος τόπος της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή, εάν δεν διαθέτει τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, ο συνήθης τόπος διαμονής του.

Άρθρο 5

Ερμηνεία και εφαρμοστέο δίκαιο

1.   Κατά την ερμηνεία της παρούσας Σύμβασης, ιδιαίτερο βάρος πρέπει να δοθεί στους σκοπούς της, όπως αυτοί ορίζονται στο προοίμιο, στο διεθνή χαρακτήρα της και στην ανάγκη προώθησης της ομοιομορφίας και της προβλεψιμότητας της εφαρμογής της.

2.   Ζητήματα σχετικά με θέματα που διέπονται από την παρούσα Σύμβαση, τα οποία δεν ρυθμίζονται ρητά σε αυτήν, πρέπει να ρυθμίζονται σύμφωνα με τις γενικές αρχές στις οποίες βασίζεται η Σύμβαση ή, απουσία αυτών, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

3.   Οι αναφορές στο εφαρμοστέο δίκαιο αφορούν τους εσωτερικούς κανόνες του δικαίου που εφαρμόζεται, σύμφωνα με τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του Κράτους του δικάζοντος δικαστή.

4.   Όταν ένα Κράτος περιλαμβάνει πολλές εδαφικές ενότητες, κάθε μία από τις οποίες έχει τους δικούς της κανόνες δικαίου όσον αφορά το ζήτημα το οποίο πρέπει να ρυθμισθεί, και όταν δεν δηλώνεται ποια είναι η αρμόδια εδαφική ενότητα, το δίκαιο του Κράτους αυτού αποφασίζει ποια είναι η εδαφική ενότητα οι κανόνες της οποίας θα διέπουν το ζήτημα αυτό. Απουσία τέτοιων κανόνων, εφαρμόζεται το δίκαιο της εδαφικής ενότητας η οποία συνδέεται στενότερα με την υπόθεση.

Άρθρο 6

Σχέση μεταξύ Σύμβασης και Πρωτοκόλλου

1.   Η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο πρέπει να διαβάζονται και να ερμηνεύονται από κοινού, ως ενιαία νομική πράξη.

2.   Σε περίπτωση ανακολουθίας μεταξύ Σύμβασης και Πρωτοκόλλου, υπερισχύει το Πρωτόκολλο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Άρθρο 7

Τυπικές προϋποθέσεις

Μία εμπράγματη ασφάλεια θεωρείται διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, δυνάμει της παρούσας Σύμβασης, όταν η συμφωνία που τη συνιστά ή την προβλέπει:

α)

είναι γραπτή·

β)

αναφέρεται σε αντικείμενο επί του οποίου ο οφειλέτης, ο υπό όρους πωλητής ή ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα διάθεσης·

γ)

παρέχει τη δυνατότητα ταυτοποίησης του αντικειμένου σύμφωνα με το Πρωτόκολλο· και

δ)

σε περίπτωση σύμβασης παροχής εμπράγματης ασφάλειας, παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού των ασφαλισμένων υποχρεώσεων, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσδιορισμού ασφαλιζόμενου ποσού ή ανώτατου ασφαλιζόμενου ποσού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

Άρθρο 8

Ένδικα βοηθήματα δανειστή

1.   Σε περίπτωση μη εκτέλεσης, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 11, ο δανειστής μπορεί, εφόσον ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει σχετικά σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, και με την επιφύλαξη κάθε δήλωσης που μπορεί να γίνει από Συμβαλλόμενο Κράτος δυνάμει του Άρθρου 54, να ασκήσει ένα ή περισσότερα από τα κατωτέρω ένδικα βοηθήματα:

α)

να λάβει στην κατοχή του ή να αναλάβει τον έλεγχο του βεβαρημένου αντικειμένου·

β)

να πωλήσει ή να προβεί σε χρηματοδοτική μίσθωση του αντικειμένου·

γ)

να εισπράξει ή να λάβει οποιοδήποτε εισόδημα ή κέρδος που απορρέει από τη διαχείριση ή χρήση οποιουδήποτε τέτοιου αντικειμένου.

2.   Ο δανειστής μπορεί εναλλακτικά να υποβάλει αίτηση για έκδοση δικαστικής απόφασης η οποία επιτρέπει ή διατάσσει κάποια από τις ενέργειες της προηγούμενης παραγράφου.

3.   Κάθε ένδικο βοήθημα το οποίο προβλέπεται από τα στοιχεία α), β) ή γ) της παραγράφου 1 ή από το Άρθρο 13, ασκείται κατά τρόπο εμπορικά εύλογο. Ένα ένδικο βοήθημα θεωρείται ότι ασκείται κατά τρόπο εμπορικά εύλογο, όταν ασκείται σύμφωνα με διάταξη της σύμβασης παροχής εμπράγματης ασφάλειας, εκτός αν η διάταξη αυτή είναι εμφανώς παράλογη.

4.   Κάθε δανειστής που προτίθεται να πωλήσει ή να προβεί σε χρηματοδοτική μίσθωση αντικειμένου σύμφωνα με την παράγραφο 1, γνωστοποιεί εκ των προτέρων γραπτώς σε εύλογο χρόνο την προτεινόμενη πώληση ή τη χρηματοδοτική μίσθωση:

α)

στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, όπως αυτά ορίζονται στο Άρθρο 1 στοιχείο ιγ) σημεία i) και ii)· και

β)

στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, όπως αυτά ορίζονται στο Άρθρο 1 στοιχείο ιγ) σημεία iii), τα οποία έχουν γνωστοποιήσει τα δικαιώματά τους στο δανειστή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος πριν από την πώληση ή τη χρηματοδοτική μίσθωση.

5.   Κάθε ποσό το οποίο εισέπραξε ή έλαβε ο δανειστής ως αποτέλεσμα της άσκησης οιουδήποτε από τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στις παραγράφους 1 ή 2 υπολογίζεται για την εξόφληση του ποσού των ασφαλισμένων υποχρεώσεων.

6.   Όταν τα ποσά τα οποία εισέπραξε ή έλαβε ο δανειστής ως αποτέλεσμα της άσκησης οιουδήποτε από τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στις παραγράφους 1 ή 2 υπερβαίνουν το ποσόν που ασφαλίζεται με την παροχή εμπράγματης ασφάλειας και τα εύλογα έξοδα που προέκυψαν κατά την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος, τότε, εκτός αν το δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, ο δανειστής διανέμει το πλεόνασμα κατά σειρά προτεραιότητας στους επόμενους στην κατάταξη δικαιούχους εμπράγματων ασφαλειών οι οποίες έχουν καταχωρηθεί ή για τις οποίες έχει ενημερωθεί ο δανειστής και καταβάλλει στον οφειλέτη τυχόν υπόλοιπο.

Άρθρο 9

Μεταβίβαση κυριότητας του αντικειμένου για εξόφληση, απόσβεση

1.   Οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά την προβλεπόμενη από το Άρθρο 11 μη εκτέλεση, ο δανειστής και όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα μπορούν να συμφωνήσουν ότι η κυριότητα (ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα του οφειλέτη) επί αντικειμένου που καλύπτεται από παροχή ασφάλειας μεταβιβάζεται στο δανειστή για την εξόφληση του συνόλου ή μέρους των ασφαλισμένων υποχρεώσεων.

2.   Το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αιτήσεως του δανειστή, να διατάξει όπως η κυριότητα (ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα του οφειλέτη) επί αντικειμένου που καλύπτεται από παροχή ασφάλειας μεταβιβάζεται στο δανειστή για την εξόφληση του συνόλου ή μέρους των ασφαλισμένων υποχρεώσεων.

3.   Το δικαστήριο δέχεται την αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, μόνον εάν το ποσό των ασφαλισμένων υποχρεώσεων που θα εξοφληθεί από τη μεταβίβαση αυτή είναι ανάλογο της αξίας του αντικειμένου, αφού ληφθεί υπόψη κάθε καταβολή του δανειστή σε οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

4.   Οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά την προβλεπόμενη από το Άρθρο 11 μη εκτέλεση και πριν από την πώληση του βεβαρημένου αντικειμένου ή την έκδοση της δικαστικής απόφασης της παραγράφου 2, ο οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να επιτύχει την απόσβεση της παρασχεθείσας ασφάλειας, καταβάλλοντας όλο το ασφαλισμένο ποσό, με την επιφύλαξη τυχόν χρηματοδοτικής μίσθωσης που παραχωρήθηκε από το δανειστή δυνάμει του Άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή διατάχθηκε δυνάμει του Άρθρου 8 παράγραφος 2. Όταν, μετά τη μη εκτέλεση, η καταβολή του ασφαλισμένου ποσού γίνεται εξ ολοκλήρου από ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκτός του οφειλέτη, το πρόσωπο αυτό υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

5.   Η κυριότητα ή άλλο δικαίωμα του οφειλέτη που μεταβιβάζεται με πώληση δυνάμει του Άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή που μεταβιβάζεται δυνάμει της παραγράφου 1 ή 2 του παρόντος Άρθρου, είναι ελεύθερη παντός άλλου βάρους έναντι του οποίου η εμπράγματη ασφάλεια του δανειστή έχει προτεραιότητα, βάσει των διατάξεων του Άρθρου 29.

Άρθρο 10

Ένδικα βοηθήματα του υπό όρους πωλητή ή του εκμισθωτή σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης

Σε περίπτωση μη εκτέλεσης κατά τα προβλεπόμενα από το Άρθρο 11 επί συμφωνίας επιφύλαξης κυριότητας ή επί σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο υπό όρους πωλητής ή ο εκμισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί:

α)

με την επιφύλαξη κάθε δήλωσης η οποία μπορεί να γίνει από Συμβαλλόμενο Κράτος δυνάμει του Άρθρου 54, να λύσει τη συμφωνία και να αναλάβει υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του κάθε αντικείμενο που αποτελεί αντικείμενο της συμφωνίας· ή

β)

να υποβάλει αίτηση για έκδοση δικαστικής απόφασης η οποία να επιτρέπει ή να διατάσσει οποιαδήποτε από αυτές τις ενέργειες.

Άρθρο 11

Η έννοια της μη εκτέλεσης

1.   Ο οφειλέτης και ο πιστωτής μπορούν, οποιαδήποτε στιγμή, να συμφωνήσουν εγγράφως ως προς τα γεγονότα που συνιστούν μη εκτέλεση ή διαφορετικά επιτρέπουν την άσκηση των δικαιωμάτων και των ενδίκων βοηθημάτων που ορίζονται στα Άρθρα 8 έως 10 και 13.

2.   Όταν δεν υφίσταται τέτοια συμφωνία μεταξύ του πιστωτή και του οφειλέτη, ο όρος «μη εκτέλεση» για τους σκοπούς των Άρθρων 8 έως 10 και 13, σημαίνει τη μη εκτέλεση που στερεί ουσιαστικά τον πιστωτή από αυτό που δικαιούται να περιμένει από τη συμφωνία αυτή.

Άρθρο 12

Πρόσθετα ένδικα βοηθήματα

Οποιαδήποτε προβλεπόμενα από το εφαρμοστέο δίκαιο πρόσθετα ένδικα βοηθήματα, συμπεριλαμβανομένων των ένδικων βοηθημάτων που συμφωνήθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη, ασκούνται, εφόσον δεν αντιτίθενται στις υποχρεωτικές διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου όπως αναφέρονται στο Άρθρο 15.

Άρθρο 13

Προστασία εκκρεμούσης της κύριας δίκης

1.   Με την επιφύλαξη κάθε δήλωσης στην οποία μπορεί να προβεί δυνάμει του Άρθρου 55, ένα Συμβαλλόμενο Κράτος διασφαλίζει ότι ο πιστωτής που προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία μη εκτέλεσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη μπορεί, εκκρεμούσης της κύριας δίκης επί της απαίτησής του, και εφόσον ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει σχετικά σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, να ζητήσει από το δικαστήριο ταχεία προστασία με τη μορφή ενός ή περισσοτέρων από τα παρακάτω μέτρα, όπως απαιτεί ο πιστωτής:

α)

διατήρησης του αντικειμένου και της αξίας αυτού·

β)

κατοχής, ελέγχου ή φύλαξης του αντικειμένου·

γ)

ακινητοποίησης του αντικειμένου· και

δ)

χρηματοδοτικής μίσθωσης ή, εκτός από τις περιπτώσεις που καλύπτονται από τις υποπαραγράφους α) έως γ), διαχείρισης του αντικειμένου και των εσόδων που αποδίδει.

2.   Κατά την έκδοση απόφασης δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει τους όρους που θεωρεί απαραίτητους για την προστασία των ενδιαφερομένων προσώπων στην περίπτωση που ο πιστωτής:

α)

κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης που παρέχει τέτοια προστασία, αδυνατεί να εκπληρώσει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του έναντι του οφειλέτη σύμφωνα με την Σύμβαση ή το Πρωτόκολλο· ή

β)

αποτυγχάνει να αποδείξει την απαίτηση του, εν όλω ή εν μέρει, κατά τον οριστικό διακανονισμό αυτής.

3.   Πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης δυνάμει της παραγράφου 1, το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει να γίνει κοινοποίηση της αίτησης σε οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

4.   Καμία διάταξη του παρόντος Άρθρου δεν θίγει την εφαρμογή του Άρθρου 8 παράγραφος 3, ούτε περιορίζει τη δυνατότητα λήψης μέτρων προσωρινής προστασίας, άλλων από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 14

Δικονομικές προϋποθέσεις

Με την επιφύλαξη του Άρθρου 54 παράγραφος 2, κάθε προβλεπόμενο στο παρόν Κεφάλαιο ένδικο βοήθημα ασκείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του τόπου όπου ασκείται το ένδικο βοήθημα.

Άρθρο 15

Παρέκκλιση

Δύο ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη, που αναφέρονται στο παρόν Κεφάλαιο, και σε ό,τι αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις, μπορούν οποιαδήποτε στιγμή, με γραπτή συμφωνία, να παρεκκλίνουν από ή να τροποποιήσουν τα αποτελέσματα οποιασδήποτε από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, εκτός του άρθρου 8 παράγραφοι 3 έως 6, του άρθρου 9 παράγραφοι 3 και 4, του άρθρου 13 παράγραφοι 2 και του άρθρου 14.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΝΗΟΛΟΓΗΣΗΣ

Άρθρο 16

Το Διεθνές Νηολόγιο

1.   Διεθνές Νηολόγιο δημιουργείται για την καταχώρηση:

α)

διεθνών εμπράγματων ασφαλειών, μελλοντικών διεθνών εμπράγματων ασφαλειών και καταχωρητέων μη συμβατικών δικαιωμάτων και εμπράγματων ασφαλειών·

β)

εκχωρήσεων και μελλοντικών εκχωρήσεων διεθνών εμπράγματων ασφαλειών·

γ)

απόκτησης διεθνών εμπράγματων ασφαλειών μέσω νομικής ή συμβατικής υποκατάστασης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο·

δ)

κοινοποιήσεων εθνικών εμπράγματων ασφαλειών· και

ε)

συμφωνιών για την κατάταξη σε επόμενη τάξη των εμπράγματων ασφαλειών που αναφέρονται σε οποιαδήποτε από τις προηγούμενες υποπαραγράφους.

2.   Διαφορετικά διεθνή νηολόγια μπορούν να δημιουργηθούν για διαφορετικές κατηγορίες αντικειμένων και συνδεόμενων δικαιωμάτων.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου και του Κεφαλαίου V, ο όρος «νηολόγηση» περιλαμβάνει, όταν απαιτείται, τροποποίηση, επέκταση ή διαγραφή της νηολόγησης.

Άρθρο 17

Η Αρχή Ελέγχου και ο Νηολόγος

1.   Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, πρέπει να υπάρχει μία Αρχή Ελέγχου.

2.   Η Αρχή Ελέγχου:

α)

ιδρύει ή προβλέπει την ίδρυση του Διεθνούς Νηολογίου·

β)

διορίζει και απολύει το Νηολόγο, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από το Πρωτόκολλο·

γ)

διασφαλίζει ότι κάθε δικαίωμα που απαιτείται για τη συνεχή, αποτελεσματική λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου, σε περίπτωση αλλαγής του Νηολόγου, μεταβιβάζεται ή εκχωρείται στον νέο Νηολόγο·

δ)

μετά από διαβουλεύσεις με τα Συμβαλλόμενα Κράτη, καταρτίζει ή εγκρίνει και διασφαλίζει τη δημοσίευση των κανονισμών που διέπουν τη λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο·

ε)

καθιερώνει διοικητικές διαδικασίες μέσω των οποίων τα παράπονα για τη λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου μπορούν να υποβάλλονται στην Αρχή Ελέγχου·

στ)

εποπτεύει το Νηολόγο και τη λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου·

ζ)

κατόπιν αιτήματος του Νηολόγου, παρέχει σε αυτόν τις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η Αρχή Ελέγχου θεωρεί κατάλληλες·

η)

καθορίζει και αναθεωρεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα τη δομή των ποσών που καταβάλλονται για τις υπηρεσίες και τις διευκολύνσεις του Διεθνούς Νηολογίου·

θ)

προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να διασφαλίσει την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού βασιζόμενου στην κοινοποίηση ηλεκτρονικού συστήματος νηολόγησης για την εφαρμογή των σκοπών της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου· και

ι)

υποβάλλει αναφορά, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στα Συμβαλλόμενα Κράτη σχετικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από τη Σύμβαση και το Πρωτόκολλο.

3.   Η Αρχή Ελέγχου μπορεί να καταρτίσει οποιαδήποτε συμφωνία που απαιτείται για την εκτέλεση των λειτουργιών της, συμπεριλαμβανομένης κάθε συμφωνίας που αναφέρεται στο Άρθρο 27 παράγραφος 3.

4.   Η Αρχή Ελέγχου κατέχει όλα τα εκ της κυριότητας δικαιώματα επί των βάσεων δεδομένων και των αρχείων του Διεθνούς Νηολογίου.

5.   Ο Νηολόγος διασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου και εκτελεί τις λειτουργίες που του έχουν ανατεθεί από την παρούσα Σύμβαση, το Πρωτόκολλο και τους κανονισμούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΝΗΟΛΟΓΗΣΗ

Άρθρο 18

Προϋποθέσεις νηολόγησης

1.   Το Πρωτόκολλο και οι κανονισμοί καθορίζουν τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων για την ταυτοποίηση του αντικειμένου:

α)

για την πραγματοποίηση της νηολόγησης (περιλαμβανομένης διάταξης για την προηγούμενη ηλεκτρονική διαβίβαση της συναίνεσης κάθε προσώπου του οποίου η συναίνεση απαιτείται δυνάμει του Άρθρου 20)·

β)

για τη διεξαγωγή ερευνών και την έκδοση πιστοποιητικών έρευνας, και, υπό την επιφύλαξη των προηγουμένων·

γ)

για τη διασφάλιση του απορρήτου των πληροφοριών και των εγγράφων του Διεθνούς Νηολογίου, εκτός εκείνων που αφορούν κάποια νηολόγηση.

2.   Ο Νηολόγος δεν υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσο έχει πράγματι δοθεί ή είναι έγκυρη η συναίνεση για τη νηολόγηση, σύμφωνα με το Άρθρο 20.

3.   Όταν εμπράγματη ασφάλεια που έχει καταχωρηθεί ως μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια καθίσταται διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, δεν απαιτείται περαιτέρω καταχώρηση, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες που έχουν καταχωρηθεί είναι επαρκείς για την καταχώρηση μιας διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

4.   Ο Νηολόγος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα, ώστε οι καταχωρήσεις να εισαχθούν στη βάση δεδομένων του Διεθνούς Νηολογίου, να υπάρχει πρόσβαση σε αυτές κατά χρονολογική σειρά λήψης και να καταγράφεται στο φάκελο η ημερομηνία και η ώρα λήψης τους.

5.   Το Πρωτόκολλο μπορεί να προβλέπει ότι ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να ορίσει μία ή περισσότερες νομικές οντότητες στην επικράτειά του ως σημείο ή σημεία εισόδου, μέσω των οποίων οι απαιτούμενες για τη νηολόγηση πληροφορίες διαβιβάζονται ή μπορεί να διαβιβάζονται στο Διεθνές Νηολόγιο. Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος κατά τον ορισμό αυτό μπορεί να καθορίσει τις τυχόν προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται πριν από τη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών στο Διεθνές Νηολόγιο.

Άρθρο 19

Εγκυρότητα και χρόνος νηολόγησης

1.   Η νηολόγηση είναι έγκυρη μόνο αν έχει γίνει σύμφωνα με το Άρθρο 20.

2.   Η νηολόγηση, εάν είναι έγκυρη, ολοκληρώνεται με την εισαγωγή των απαιτούμενων πληροφοριών στη βάση δεδομένων του Διεθνούς Νηολογίου, κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση σε αυτές.

3.   Πρόσβαση σε μία νηολόγηση για τους σκοπούς της προηγούμενης παραγράφου υπάρχει όταν:

α)

Το Διεθνές Νηολόγιο της έχει παραχωρήσει έναν αύξοντα αριθμό φακέλου· και

β)

οι πληροφορίες που αφορούν τη νηολόγηση, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού του φακέλου, έχουν αποθηκευθεί μόνιμα και υπάρχει πρόσβαση σε αυτές στο Διεθνές Νηολόγιο.

4.   Αν κάποια εμπράγματη ασφάλεια, που έχει αρχικά καταχωρηθεί ως μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, καταστεί διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, τότε αυτή θεωρείται ότι έχει καταχωρηθεί από το χρόνο της καταχώρησης της μελλοντικής διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, υπό τον όρο ότι η καταχώρηση ίσχυε ακόμη αμέσως πριν τη σύσταση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας σύμφωνα με το Άρθρο 7.

5.   Η προηγούμενη παράγραφος, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις, εφαρμόζεται στην καταχώρηση μελλοντικής εκχώρησης μιας διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

6.   Η πρόσβαση σε μία καταχώρηση στη βάση δεδομένων του Διεθνούς Νηολογίου πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το Πρωτόκολλο κριτήρια.

Άρθρο 20

Συναίνεση για την καταχώρηση

1.   Μια διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, μια μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια ή εκχώρηση ή μελλοντική εκχώρηση διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας μπορεί να καταχωρηθεί, και η καταχώρηση αυτή να τροποποιηθεί ή να παραταθεί, πριν από τη λήξη της, από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος με τη γραπτή συναίνεση του ετέρου.

2.   Η συμφωνία για την κατάταξη διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας σε επόμενη τάξη έναντι άλλης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας μπορεί να καταχωρηθεί από το συμβαλλόμενο μέρος του οποίου η εμπράγματη ασφάλεια συμφωνήθηκε να καταταγεί σε επόμενη τάξη ή με τη γραπτή συναίνεσή του σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

3.   Η καταχώρηση μπορεί να διαγραφεί από το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου έγινε ή με τη γραπτή συναίνεσή του σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

4.   Η απόκτηση διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας με εκ του νόμου ή συμβατική υποκατάσταση μπορεί να καταχωρηθεί από τον υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του άλλου.

5.   Καταχωρητέο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια μπορούν να καταχωρηθούν από τον δικαιούχο τους.

6.   Κοινοποίηση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας μπορεί να καταχωρηθεί από τον δικαιούχο της.

Άρθρο 21

Διάρκεια καταχώρησης

Η καταχώρηση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας ισχύει μέχρι την απόσβεσή της ή τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην καταχώρηση.

Άρθρο 22

Έρευνες

1.   Οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί, κατά τον προβλεπόμενο από το Πρωτόκολλο και τους κανονισμούς τρόπο, να προβεί σε έρευνα ή να υποβάλει αίτηση για έρευνα στο Διεθνές Νηολόγιο με ηλεκτρονικά μέσα σχετικά με εμπράγματες ασφάλειες ή μελλοντικές διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες που είναι καταχωρημένες σε αυτό.

2.   Μετά τη λήψη της αίτησης, ο Νηολόγος εκδίδει, κατά τον προβλεπόμενο από το Πρωτόκολλο και τους κανονισμούς τρόπο, με ηλεκτρονικά μέσα πιστοποιητικό έρευνας νηολογίου όσον αφορά κάποιο αντικείμενο:

α)

στο οποίο αναγράφονται όλες οι καταχωρημένες πληροφορίες σχετικά με αυτό, καθώς και η ημερομηνία και ώρα καταχώρησης των πληροφοριών αυτών· ή

β)

στο οποίο αναγράφεται ότι δεν υπάρχουν καταχωρημένες πληροφορίες στο Διεθνές Νηολόγιο σχετικά με αυτό.

3.   Το εκδοθέν, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, πιστοποιητικό έρευνας αναφέρει ότι ο κατονομαζόμενος στις πληροφορίες καταχώρησης πιστωτής απέκτησε ή προτίθεται να αποκτήσει διεθνή εμπράγματη ασφάλεια επί του αντικειμένου, αλλά δεν αναφέρει εάν αυτό που έχει καταχωρηθεί είναι διεθνής ή μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, έστω και αν αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από τις σχετικές πληροφορίες καταχώρησης.

Άρθρο 23

Κατάλογος δηλώσεων και δηλωθέντα μη συμβατικά δικαιώματα ή εμπράγματες ασφάλειες

Ο Νηολόγος διατηρεί κατάλογο των δηλώσεων, των αποσύρσεων δηλώσεων και των κατηγοριών των μη συμβατικών δικαιωμάτων ή εμπράγματων ασφαλειών που κοινοποιήθηκαν σε αυτόν από το Θεματοφύλακα ως δηλωθείσες από τα Συμβαλλόμενα Κράτη δυνάμει των Άρθρων 39 και 40, καθώς και των ημερομηνιών κάθε τέτοιας δήλωσης ή απόσυρσης δήλωσης. Ο κατάλογος αυτός καταχωρείται και υπάρχει πρόσβαση σε αυτόν σύμφωνα με το όνομα του δηλούντος Κράτους, είναι δε διαθέσιμος σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποβάλλει σχετικό αίτημα, όπως προβλέπεται από το Πρωτόκολλο και τους κανονισμούς.

Άρθρο 24

Αποδεικτική αξία πιστοποιητικών

Έγγραφο, με τη μορφή που προβλέπεται από τους κανονισμούς, το οποίο εμφανίζεται ως πιστοποιητικό που εκδόθηκε από το Διεθνές Νηολόγιο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη:

α)

του γεγονότος ότι έχει εκδοθεί με αυτό τον τρόπο· και

β)

των αναφερομένων σε αυτό στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας και ώρας καταχώρησης.

Άρθρο 25

Διαγραφή καταχώρησης

1.   Όταν έχουν αποσβεσθεί οι υποχρεώσεις που έχουν ασφαλισθεί με καταχωρημένη παροχή ασφάλειας ή οι υποχρεώσεις που δημιουργούν καταχωρημένο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια, ή όταν οι προϋποθέσεις μεταβίβασης της κυριότητας σύμφωνα με καταχωρημένη συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας έχουν πληρωθεί, ο δικαιούχος της εμπράγματης ασφάλειας προβαίνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στη διαγραφή της καταχώρησης μετά από γραπτή αίτηση του οφειλέτη, η οποία παραδόθηκε ή παρελήφθη στην αναφερόμενη στην καταχώρηση διεύθυνσή του.

2.   Όταν μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια ή μελλοντική εκχώρηση διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας έχει καταχωρηθεί, ο μελλοντικός πιστωτής ή ο μελλοντικός εκδοχέας προβαίνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στη διαγραφή της καταχώρησης, μετά από γραπτή αίτηση του μελλοντικού οφειλέτη ή εκχωρητή, η οποία παραδόθηκε ή παρελήφθη στην αναφερόμενη στην καταχώρηση διεύθυνσή του πριν ο μελλοντικός πιστωτής ή εκδοχέας καταβάλει το ποσόν ή αναλάβει την υποχρέωση καταβολής του.

3.   Όταν υποχρεώσεις που έχουν ασφαλισθεί με εθνική εμπράγματη ασφάλεια, όπως προσδιορίζονται σε καταχωρημένη κοινοποίηση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας, έχουν αποσβεσθεί, ο δικαιούχος της εμπράγματης ασφάλειας προβαίνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στη διαγραφή της καταχώρησης, μετά από γραπτή αίτηση του οφειλέτη, η οποία παραδόθηκε ή παρελήφθη στην αναφερόμενη στην καταχώρηση διεύθυνσή του.

4.   Όταν μια καταχώρηση δεν έπρεπε να έχει γίνει ή είναι λανθασμένη, το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η καταχώρηση προβαίνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στη διαγραφή ή τροποποίηση της καταχώρησης, μετά από γραπτή αίτηση του οφειλέτη, η οποία παραδόθηκε ή παρελήφθη στην αναφερόμενη στην καταχώρηση διεύθυνσή του.

Άρθρο 26

Πρόσβαση στις υπηρεσίες του Διεθνούς Νηολογίου

Δεν υφίσταται ουδείς λόγος άρνησης πρόσβασης οποιουδήποτε προσώπου στις παρεχόμενες από το Διεθνές Νηολόγιο υπηρεσίες καταχώρησης και έρευνας, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο αιτών αδυνατεί να συμμορφωθεί με τις προβλεπόμενες στο παρόν Κεφάλαιο διαδικασίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΗΟΛΟΓΟΥ

Άρθρο 27

Νομική προσωπικότητα, ασυλία

1.   Η Αρχή Ελέγχου αποκτά διεθνή νομική προσωπικότητα, όταν δεν την διαθέτει ήδη.

2.   Η Αρχή Ελέγχου, τα στελέχη και οι υπάλληλοί της απολαύουν ασυλίας έναντι δικαστικών ή διοικητικών ενεργειών, όπως καθορίζεται στο Πρωτόκολλο.

3.

α)

Η Αρχή Ελέγχου απολαύει φορολογικής απαλλαγής και άλλων προνομίων, όπως μπορεί να προβλέπεται από συμφωνία με το Κράτος υποδοχής.

β)

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, «Κράτος υποδοχής» είναι το Κράτος όπου έχει την έδρα της η Αρχή Ελέγχου.

4.   Τα περιουσιακά στοιχεία, τα έγγραφα, οι βάσεις δεδομένων και τα αρχεία του Διεθνούς Νηολογίου είναι απαραβίαστα και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης ή άλλης δικαστικής ή διοικητικής ενέργειας.

5.   Για τους σκοπούς οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Νηολόγου δυνάμει των Άρθρων 28 παράγραφος 1 ή 44, ο αιτών δικαιούται πρόσβασης στις πληροφορίες και τα έγγραφα που είναι απαραίτητα για να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του.

6.   Η Αρχή Ελέγχου μπορεί να άρει το απαραβίαστο και την ασυλία που προβλέπεται από την παράγραφο 4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΝΗΟΛΟΓΟΥ

Άρθρο 28

Ευθύνη και οικονομική ασφάλεια

1.   Ο Νηολόγος ευθύνεται για αποζημίωση για θετική ζημία από απώλεια την οποία έχει υποστεί πρόσωπο και η οποία απορρέει άμεσα από σφάλμα ή παράλειψη του ιδίου, των στελεχών και των υπαλλήλων του ή από δυσλειτουργία του διεθνούς συστήματος νηολόγησης, εκτός αν η δυσλειτουργία προκλήθηκε από αναπόφευκτο και μη δυνάμενο να αντιμετωπισθεί γεγονός, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να προληφθεί ακόμα και με τη χρήση των άριστων υφιστάμενων πρακτικών στον τομέα του σχεδιασμού και της λειτουργίας ηλεκτρονικού νηολογίου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την παραγωγή αντιγράφων ασφαλείας και την ασφάλειας συστημάτων και δικτύου.

2.   Ο Νηολόγος δεν ευθύνεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ούτε για πραγματικές ανακρίβειες των σχετικών με την καταχώρηση πληροφοριών τις οποίες έλαβε ή διαβίβασε στη μορφή με την οποία τις έλαβε, ούτε για πράξεις ή περιστατικά για τα οποία δεν είναι υπεύθυνος ο ίδιος, τα στελέχη και οι υπάλληλοί του και τα οποία συνέβησαν πριν τη λήψη των σχετικών με την καταχώρηση πληροφοριών στο Διεθνές Νηολόγιο.

3.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 αποζημίωση μπορεί να μειωθεί, εφόσον το πρόσωπο που υπέστη τη ζημία την προκάλεσε ή συνέβαλε στην πρόκλησή της.

4.   Ο Νηολόγος παρέχει ασφάλεια ή οικονομική εγγύηση που καλύπτει την αναφερόμενη στο παρόν Άρθρο ευθύνη, στην έκταση που καθορίζει η Αρχή Ελέγχου, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΩΝ

Άρθρο 29

Προτεραιότητα των συντρεχουσών εμπράγματων ασφαλειών

1.   Μια καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια έχει προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης ασφάλειας που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα, καθώς και έναντι μη καταχωρημένης εμπράγματης ασφάλειας.

2.   Η προτεραιότητα της πρώτης κατά σειρά αναφερόμενης εμπράγματης ασφάλειας, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ισχύει:

α)

ακόμη και στην περίπτωση που η πρώτη κατά σειρά αναφερόμενη εμπράγματη ασφάλεια αποκτήθηκε ή καταχωρήθηκε με πραγματική γνώση της ύπαρξης της άλλης εμπράγματης ασφάλειας· και

β)

ακόμα και όσον αφορά το ποσό που καταβλήθηκε από το δικαιούχο της πρώτης κατά σειρά αναφερόμενης εμπράγματης ασφάλειας ο οποίος διέθετε αυτή τη γνώση.

3.   Ο αγοραστής ενός αντικειμένου αποκτά εμπράγματη ασφάλεια επί αυτού:

α)

υπό την επιφύλαξη κάθε εμπράγματης ασφάλειας που είναι καταχωρημένη κατά το χρόνο απόκτησης από αυτόν της εμπράγματης ασφάλειας· και

β)

χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε μη καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια, έστω και αν διαθέτει πραγματική γνώση της ύπαρξης παρόμοιας εμπράγματης ασφάλειας.

4.   Ο υπό όρους αγοραστής ή ο μισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αποκτά την εμπράγματη ασφάλεια ή το δικαίωμά του επί του αντικειμένου:

α)

υπό την επιφύλαξη κάθε εμπράγματης ασφάλειας που είναι καταχωρημένη πριν από την καταχώρηση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας της οποίας ήταν δικαιούχος ο υπό όρους πωλητής ή ο εκμισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης· και

β)

χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε εμπράγματη ασφάλεια που δεν είχε καταχωρηθεί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έστω και αν διαθέτει πραγματική γνώση της ύπαρξης παρόμοιας εμπράγματης ασφάλειας.

5.   Η προτεραιότητα μεταξύ συντρεχουσών εμπράγματων ασφαλειών ή δικαιωμάτων σύμφωνα με το παρόν Άρθρο μπορεί να τροποποιείται με συμφωνία των δικαιούχων των εμπράγματων αυτών ασφαλειών, ο εκδοχέας, όμως, εμπράγματης ασφάλειας η οποία συμφωνήθηκε να καταταγεί σε επόμενη τάξη δεν δεσμεύεται από μία τέτοια συμφωνία, εκτός εάν, κατά το χρόνο της εκχώρησης, είχε καταχωρηθεί η κατάταξη σε επόμενη τάξη που προκύπτει από τη συμφωνία αυτή.

6.   Η παραχωρούμενη από το παρόν Άρθρο προτεραιότητα σε εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου εκτείνεται και στα προϊόντα αποζημίωσης αυτού.

7.   Η παρούσα Σύμβαση:

α)

δεν θίγει τα δικαιώματα προσώπου επί ενός πράγματος, άλλου από το αντικείμενο, των οποίων ήταν δικαιούχος το εν λόγω πρόσωπο πριν από την εγκατάσταση του πράγματος επί αντικειμένου, εάν, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, τα δικαιώματα αυτά συνεχίζουν να ισχύουν και μετά την εγκατάσταση·

β)

δεν εμποδίζει τη σύσταση δικαιωμάτων επί ενός πράγματος, άλλου από το αντικείμενο, το οποίο είχε ήδη εγκατασταθεί επί αντικειμένου, εφόσον, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, προβλέπεται η σύσταση τέτοιων δικαιωμάτων.

Άρθρο 30

Αποτελέσματα αφερεγγυότητας

1.   Στην περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη, μία διεθνής εμπράγματη ασφάλεια παράγει αποτελέσματα, εάν, πριν από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η εμπράγματη αυτή ασφάλεια είχε καταχωρηθεί σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.

2.   Καμία διάταξη του παρόντος Άρθρου δεν θίγει την αποτελεσματικότητα διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, όταν η συγκεκριμένη εμπράγματη ασφάλεια παράγει αποτελέσματα σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

3.   Οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου δεν θίγουν:

α)

τους κανόνες του εφαρμοστέου δικαίου στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν την αποφυγή προνομιακής συναλλαγής ή τη μεταβίβαση για καταδολίευση των πιστωτών· ή

β)

δικονομικούς κανόνες που αφορούν την άσκηση δικαιωμάτων επί περιουσίας η οποία τελεί υπό τον έλεγχο ή υπό την επίβλεψη του διαχειριστή της αφερεγγυότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Άρθρο 31

Αποτελέσματα εκχώρησης

1.   Εκτός από την περίπτωση όπου υπάρχει διαφορετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, με την εκχώρηση συνδεόμενων δικαιωμάτων που έγινε δυνάμει του Άρθρου 32 εκχωρούνται επίσης στον εκδοχέα:

α)

η σχετική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια· και

β)

όλες οι εμπράγματες ασφάλειες και προτεραιότητες του εκχωρητή σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.

2.   Καμία διάταξη της παρούσας Σύμβασης δεν εμποδίζει τη μερική εκχώρηση των συνδεόμενων δικαιωμάτων του εκχωρητή. Σε περίπτωση παρόμοιας μερικής εκχώρησης, ο εκχωρητής και ο εκδοχέας δύνανται να συμφωνήσουν ως προς τα αντίστοιχα δικαιώματά τους που αφορούν τη σχετική διεθνή εμπράγματη ασφάλεια και τα οποία εκχωρήθηκαν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κατά τρόπο όμως που να μη θίγει τον οφειλέτη χωρίς τη συγκατάθεσή του.

3.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζει τα μέσα άμυνας και τα δικαιώματα αποζημίωσης που διαθέτει ο οφειλέτης κατά του εκδοχέα.

4.   Ο οφειλέτης μπορεί ανά πάσα στιγμή να παραιτηθεί, μετά από γραπτή συμφωνία, από όλα ή από κάποια από τα μέσα άμυνας και τα δικαιώματα αποζημίωσης της προηγούμενης παραγράφου, εξαιρουμένων των αμυντικών μέσων που σχετίζονται με δόλιες ενέργειες εκ μέρους του εκδοχέα.

5.   Στην περίπτωση εκχώρησης εν είδει εμπράγματης ασφάλειας, τα εκχωρηθέντα συνδεόμενα δικαιώματα μεταβιβάζονται εκ νέου στον εκχωρητή, εφόσον ακόμη υφίστανται, όταν έχουν αποσβεσθεί οι υποχρεώσεις που έχουν ασφαλισθεί με την εκχώρηση.

Άρθρο 32

Τυπικές προϋποθέσεις εκχώρησης

1.   Η εκχώρηση συνδεόμενων δικαιωμάτων μεταβιβάζει τη σχετική διεθνή εμπράγματη ασφάλεια μόνο όταν:

α)

είναι γραπτή·

β)

παρέχει τη δυνατότητα αναγνώρισης της σύμβασης από την οποία απορρέουν τα συνδεόμενα δικαιώματα·

γ)

στην περίπτωση εκχώρησης εν είδει εμπράγματης ασφάλειας, παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, των υποχρεώσεων που ασφαλίζονται μέσω της εκχώρησης χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει ανάγκη καθορισμού ενός ασφαλισμένου ποσού ή του μέγιστου ασφαλισμένου ποσού.

2.   Εκχώρηση διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας που συστάθηκε ή προβλέπεται από σύμβαση παροχής εμπράγματης ασφάλειας δεν είναι έγκυρη αν δεν εκχωρούνται επίσης κάποια ή όλα τα σχετικά συνδεόμενα δικαιώματα.

3.   Η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση εκχώρησης συνδεόμενων δικαιωμάτων που δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

Άρθρο 33

Υποχρεώσεις του οφειλέτη έναντι του εκδοχέα

1.   Στο βαθμό που τα συνδεόμενα δικαιώματα και η αντίστοιχη διεθνής εμπράγματη ασφάλεια έχουν μεταβιβασθεί σύμφωνα με τα Άρθρα 31 και 32, ο οφειλέτης σε σχέση με αυτά τα δικαιώματα και αυτή την ασφάλεια δεσμεύεται από την εκχώρηση και είναι υποχρεωμένος να προβεί σε πληρωμή ή να εκτελέσει άλλη υποχρέωση προς τον εκδοχέα, μόνο όταν:

α)

η εκχώρηση έχει γνωστοποιηθεί γραπτώς στον οφειλέτη από τον εκχωρητή, ή κατόπιν εξουσιοδότησης αυτού· και

β)

στη γνωστοποίηση προσδιορίζονται τα συνδεόμενα δικαιώματα.

2.   Ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου λόγου για τον οποίο η πληρωμή ή η εκτέλεση υποχρέωσης εκ μέρους του οφειλέτη τον απαλλάσσουν από οποιαδήποτε ευθύνη, η πληρωμή και η εκτέλεση υποχρέωσης θα ισχύουν για το σκοπό αυτό, εάν έχουν γίνει σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.

3.   Καμία διάταξη του παρόντος Άρθρου δεν θίγει τη σειρά προτεραιότητας των συντρεχουσών εκχωρήσεων.

Άρθρο 34

Ένδικα βοηθήματα σε περίπτωση μη εκτέλεσης εκχώρησης εν είδει εμπράγματης ασφάλειας

Σε περίπτωση μη εκτέλεσης από πλευράς του εκχωρητή των υποχρεώσεών του δυνάμει της εκχώρησης των συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας που έχει παραχωρηθεί εν είδει εμπράγματης ασφάλειας, τα Άρθρα 8, 9 και 11 έως 14 εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα (και, αναφορικά με τα συνδεόμενα δικαιώματα, ισχύουν εφόσον οι διατάξεις αυτές μπορούν να εφαρμοσθούν σε άυλη περιουσία), ως αν οι αναφορές:

α)

στην ασφαλισμένη υποχρέωση και την παροχή ασφάλειας να ήταν αναφορές στην ασφαλισμένη με την εκχώρηση των συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας υποχρέωση, καθώς και στην παροχή ασφάλειας που συστάθηκε με αυτή την εκχώρηση·

β)

στο δανειστή ή τον πιστωτή, καθώς και στον οφειλέτη να ήταν αναφορές στον εκδοχέα και τον εκχωρητή·

γ)

στο δικαιούχο της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας να ήταν αναφορές στον εκδοχέα· και

δ)

στο αντικείμενο να ήταν αναφορές στα εκχωρηθέντα συνδεόμενα δικαιώματα και την αντίστοιχη διεθνή εμπράγματη ασφάλεια.

Άρθρο 35

Προτεραιότητα συντρεχουσών εκχωρήσεων

1.   Όταν υπάρχουν συντρέχουσες εκχωρήσεις συνδεόμενων δικαιωμάτων και μία τουλάχιστον από αυτές τις εκχωρήσεις περιλαμβάνει την αντίστοιχη διεθνή εμπράγματη ασφάλεια και έχει καταχωρηθεί, οι διατάξεις του Άρθρου 29 εφαρμόζονται ως αν οι αναφορές σε καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια να ήταν αναφορές σε εκχώρηση των συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης καταχωρημένης εμπράγματης ασφάλειας και ως αν οι αναφορές σε καταχωρημένη ή μη εμπράγματη ασφάλεια να ήταν αναφορές σε καταχωρημένη ή μη εκχώρηση.

2.   Το Άρθρο 30 εφαρμόζεται σε εκχώρηση συνδεόμενων δικαιωμάτων ως αν οι αναφορές σε διεθνή εμπράγματη ασφάλεια να ήταν αναφορές σε εκχώρηση των συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

Άρθρο 36

Προτεραιότητα του εκδοχέα σε σχέση με τα συνδεόμενα δικαιώματα

1.   Ο εκδοχέας συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, του οποίου η εκχώρηση έχει καταχωρηθεί, έχει προτεραιότητα, σύμφωνα με το Άρθρο 35 παράγραφος 1, έναντι άλλου εκδοχέα συνδεόμενων δικαιωμάτων μόνο εάν:

α)

η σύμβαση από την οποία απορρέουν τα συνδεόμενα δικαιώματα ορίζει ότι ασφαλίζονται διά του αντικειμένου ή συνδέονται με αυτό, και

β)

τα συνδεόμενα δικαιώματα σχετίζονται με το αντικείμενο.

2.   Για τους σκοπούς του στοιχείου β) της προηγούμενης παραγράφου, τα συνδεόμενα δικαιώματα σχετίζονται με το αντικείμενο μόνο εφόσον συνίστανται σε δικαιώματα καταβολής ή εκτέλεσης υποχρέωσης που αφορά:

α)

ποσό που προκαταβλήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του αντικειμένου·

β)

ποσό που προκαταβλήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για την αγορά άλλου αντικειμένου επί του οποίου ο εκχωρητής κατείχε άλλη διεθνή εμπράγματη ασφάλεια, εάν ο εκχωρητής μεταβίβασε αυτήν την εμπράγματη ασφάλεια στον εκδοχέα και η σχετική εκχώρηση έχει καταχωρηθεί·

γ)

την καταβλητέα για το αντικείμενο τιμή·

δ)

τα καταβλητέα για το αντικείμενο μισθώματα· ή

ε)

άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από συναλλαγή που αναφέρεται σε οποιασδήποτε από τις προηγούμενες υποπαραγράφους.

3.   Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, η προτεραιότητα των συντρεχουσών εκχωρήσεων των συνδεόμενων δικαιωμάτων καθορίζεται από το εφαρμοστέο δίκαιο.

Άρθρο 37

Αποτελέσματα αφερεγγυότητας εκχωρητή

Οι διατάξεις του Άρθρου 30 εφαρμόζονται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας σε βάρος του εκχωρητή ως αν οι αναφορές στον οφειλέτη να ήταν αναφορές στον εκχωρητή.

Άρθρο 38

Υποκατάσταση

1.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, καμία διάταξη της παρούσας Σύμβασης δεν θίγει την απόκτηση συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, μέσω υποκατάστασης εκ του νόμου ή συμβατικής υποκατάστασης σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

2.   Η προτεραιότητα μεταξύ οποιασδήποτε εμπράγματης ασφάλειας που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο και μιας συντρέχουσας εμπράγματης ασφάλειας μπορεί να τροποποιηθεί με γραπτή συμφωνία μεταξύ των δικαιούχων των αντίστοιχων εμπράγματων ασφαλειών· ο εκδοχέας, όμως, εμπράγματης ασφάλειας η οποία συμφωνήθηκε να καταταγεί σε επόμενη τάξη δεν δεσμεύεται από μια τέτοια συμφωνία, εκτός εάν, κατά το χρόνο της εκχώρησης, είχε καταχωρηθεί η κατάταξη σε επόμενη τάξη, που προκύπτει από τη συμφωνία αυτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ Η ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΚΡΑΤΩΝ

Άρθρο 39

Δικαιώματα που έχουν προτεραιότητα χωρίς καταχώρηση

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί οποιαδήποτε στιγμή, με δήλωση που κατατίθεται στο Θεματοφύλακα του Πρωτοκόλλου, να δηλώσει γενικά ή ειδικά:

α)

τις κατηγορίες των μη συμβατικών δικαιωμάτων ή εμπραγμάτων ασφαλειών (εκτός δικαιώματος ή εμπράγματης ασφάλειας επί των οποίων εφαρμόζεται το Άρθρο 40), που, σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους αυτού, έχουν προτεραιότητα έναντι εμπράγματης ασφάλειας επί αντικειμένου ισοδύναμης με εκείνη του δικαιούχου καταχωρημένης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας και που έχουν προτεραιότητα έναντι καταχωρημένης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, ανεξαρτήτως του αν αυτό συμβαίνει ή όχι στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας· και

β)

ότι καμία διάταξη της παρούσας Σύμβασης δεν θίγει το δικαίωμα Κράτους ή κρατικής οντότητας, διακυβερνητικού οργανισμού ή άλλου ιδιωτικού προμηθευτή δημοσίων υπηρεσιών να κατάσχουν ή να παρακρατήσουν αντικείμενο, σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους αυτού για εξόφληση ποσών που οφείλονται στη συγκεκριμένη οντότητα, τον οργανισμό ή τον προμηθευτή και τα οποία συνδέονται άμεσα με τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με αυτό ή ένα άλλο αντικείμενο.

2.   Δήλωση που έγινε σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, μπορεί να καλύπτει κατηγορίες που δημιουργήθηκαν μετά την κατάθεσή της.

3.   Μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια έχουν προτεραιότητα έναντι διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, μόνον εφόσον εμπίπτουν σε κατηγορία που καλύπτεται από δήλωση που κατατέθηκε πριν από την καταχώρηση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

4.   Παρά την ύπαρξη της προηγούμενης παραγράφου, κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει ότι ένα δικαίωμα ή μία εμπράγματη ασφάλεια που εμπίπτει σε κατηγορία που καλύπτεται από δήλωση που έγινε σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1 έχει προτεραιότητα έναντι διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας που καταχωρήθηκε πριν από την ημερομηνία της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.

Άρθρο 40

Καταχωρητέα μη συμβατικά δικαιώματα ή εμπράγματες ασφάλειες

Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί οποιαδήποτε στιγμή, με δήλωση που κατατίθεται στο Θεματοφύλακα του Πρωτοκόλλου, να καταρτίσει κατάλογο των κατηγοριών μη συμβατικών δικαιωμάτων ή εμπραγμάτων ασφαλειών που είναι καταχωρητέες σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση σε σχέση με οποιαδήποτε κατηγορία αντικειμένων, ως αν τα δικαιώματα αυτά ή οι εμπράγματες ασφάλειες να ήταν διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες, και που αντιμετωπίζονται στο εξής ανάλογα. Η δήλωση αυτή μπορεί να τροποποιείται κατά διαστήματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ

Άρθρο 41

Πώληση και μελλοντική πώληση

Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται επί πώλησης ή μελλοντικής πώλησης αντικειμένου, όπως προβλέπεται από το Πρωτόκολλο με τις σχετικές τροποποιήσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Άρθρο 42

Επιλογή δικαστηρίου

1.   Με την επιφύλαξη των Άρθρων 43 και 44, τα δικαστήρια ενός Συμβαλλόμενου Κράτους που επελέγησαν από τα συμβαλλόμενα μέρη μίας συναλλαγής έχουν δικαιοδοσία σε σχέση με κάθε απαίτηση που βασίζεται στην παρούσα Σύμβαση, ανεξαρτήτως του εάν το επιλεγέν δικαστήριο συνδέεται ή όχι με τα συμβαλλόμενα μέρη ή τη συναλλαγή. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός εάν υφίσταται διαφορετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων.

2.   Κάθε σχετική συμφωνία είναι γραπτή ή συνάπτεται με άλλο τρόπο, σύμφωνα με τις τυπικές προϋποθέσεις του δικαίου του επιλεγέντος δικαστηρίου.

Άρθρο 43

Δικαιοδοσία σύμφωνα με το Άρθρο 13

1.   Τα επιλεγέντα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαστήρια ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Κράτους στην επικράτεια του οποίου βρίσκεται το αντικείμενο είναι αρμόδια να παράσχουν προστασία σχετικά με το αντικείμενο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ) και το άρθρο 13 παράγραφος 4.

2.   Δικαιοδοσία για παροχή προστασίας, σύμφωνα με το Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ), ή άλλη προσωρινή προστασία, σύμφωνα με το Άρθρο 13 παράγραφος 4, μπορούν να ασκήσουν:

α)

είτε τα επιλεγέντα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαστήρια·

β)

είτε τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Κράτους στην επικράτεια του οποίου βρίσκεται ο οφειλέτης, εφόσον η παρεχόμενη προστασία, σύμφωνα με τους όρους της απόφασης που τη διατάσσει, είναι εκτελεστή μόνο στην επικράτεια του συγκεκριμένου Συμβαλλόμενου Κράτους.

3.   Ένα δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δυνάμει των προηγούμενων παραγράφων, ακόμη και αν ο τελικός διακανονισμός της απαίτησης του Άρθρου 13 παράγραφος 1 γίνει ή μπορεί να γίνει από δικαστήριο άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή υποβληθεί σε διαιτησία.

Άρθρο 44

Δικαιοδοσία για έκδοση αποφάσεων κατά του Νηολόγου

1.   Τα δικαστήρια του τόπου όπου ο Νηολόγος έχει το διοικητικό του κέντρο έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για επιδίκαση αποζημίωσης ή για έκδοση αποφάσεων κατά του Νηολόγου.

2.   Όταν ένα πρόσωπο αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αίτηση που υποβλήθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 25 και το πρόσωπο αυτό δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή ή δεν μπορεί να εντοπισθεί, ώστε να είναι δυνατή η έκδοση απόφασης σε βάρος του που να τον διατάσσει να προβεί στη διαγραφή της καταχώρησης, τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο δικαστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη ή του μελλοντικού οφειλέτη, για έκδοση απόφασης που να διατάσσει το Νηολόγο να προβεί στη διαγραφή της καταχώρησης.

3.   Όταν ένα πρόσωπο αδυνατεί να συμμορφωθεί με απόφαση δικαστηρίου που έχει αρμοδιότητα δυνάμει της παρούσας Σύμβασης ή, στην περίπτωση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας, με την απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου η οποία διατάσσει το πρόσωπο αυτό να προβεί στην τροποποίηση ή τη διαγραφή της καταχώρησης, τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 δικαστήρια μπορούν να διατάξουν το Νηολόγο να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης αυτής.

4.   Εκτός αν άλλως προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους, κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να εκδίδει διαταγές ή αποφάσεις κατά του Νηολόγου ή δεσμευτικές για αυτόν.

Άρθρο 45

Δικαιοδοσία σε σχέση με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας

Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙΙ

ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Άρθρο 45α

Σχέση με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Εκχώρηση των Απαιτήσεων στο Διεθνές Εμπόριο

Η παρούσα Σύμβαση υπερισχύει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Εκχώρηση των Απαιτήσεων στο Διεθνές Εμπόριο, που άνοιξε για υπογραφή στη Νέα Υόρκη στις 12 Δεκεμβρίου 2001, εφόσον συνδέεται με την εκχώρηση απαιτήσεων που συνιστούν συνδεόμενα δικαιώματα που αφορούν διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί αεροναυτικού εξοπλισμού, τροχαίου σιδηροδρομικού υλικού και διαστημικού υλικού.

Άρθρο 46

Σχέση με τη Σύμβαση UNIDRΟΙΤ για τη Διεθνή Χρηματοδοτική Μίσθωση

Το Πρωτόκολλο μπορεί να καθορίσει τη σχέση μεταξύ της παρούσας Σύμβασης και της Σύμβασης UNIDRΟΙΤ για τη Διεθνή Χρηματοδοτική Μίσθωση, που υπογράφηκε στην Οττάβα στις 28 Μαΐου 1988.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 47

Υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση

1.   Η παρούσα Σύμβαση ανοίγει για υπογραφή στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001 από τα Κράτη που μετέχουν στη Διπλωματική Διάσκεψη για την Υιοθέτηση Σύμβασης επί Κινητού Εξοπλισμού και ενός Αεροναυτικού Πρωτοκόλλου, που διεξήχθη στο Κέιπ Τάουν από τις 29 Οκτωβρίου έως τις 16 Νοεμβρίου 2001. Μετά τη 16η Νοεμβρίου 2001, η Σύμβαση θα είναι ανοικτή για υπογραφή από όλα τα Κράτη στα Κεντρικά Γραφεία του Διεθνούς Ινστιτούτου για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT), στη Ρώμη, μέχρι την έναρξη ισχύος της σύμφωνα με το Άρθρο 49.

2.   Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση από τα Κράτη που την υπέγραψαν.

3.   Κράτος που δεν έχει υπογράψει την παρούσα Σύμβαση μπορεί να προσχωρήσει σε αυτή οποιαδήποτε στιγμή.

4.   Η επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση γίνεται με την κατάθεση επίσημου εγγράφου για το σκοπό αυτό στο Θεματοφύλακα.

Άρθρο 48

Περιφερειακοί Οργανισμοί Οικονομικής Ενοποίησης

1.   Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης ο οποίος αποτελείται από κυρίαρχα Κράτη και έχει αρμοδιότητα επί ορισμένων θεμάτων τα οποία ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση μπορεί επίσης να υπογράψει, αποδεχθεί, εγκρίνει ή προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση. Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης έχει, στην περίπτωση αυτή, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις Συμβαλλόμενου Κράτους, εφόσον ο Οργανισμός αυτός έχει αρμοδιότητα επί θεμάτων τα οποία ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση. Όταν στη Σύμβαση γίνεται λόγος για τον αριθμό των Συμβαλλομένων Κρατών, ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης δεν θα προσμετράται ως επιπλέον Συμβαλλόμενο Κράτος στα κράτη μέλη που συμμετέχουν σε αυτόν και τα οποία είναι Συμβαλλόμενα Κράτη.

2.   Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης, κατά το χρόνο της υπογραφής, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, υποβάλλει δήλωση στο Θεματοφύλακα, στην οποία προσδιορίζονται τα θέματα που ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση και η αρμοδιότητα για τα οποία έχει μεταβιβασθεί στον Οργανισμό από τα κράτη μέλη του. Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στο Θεματοφύλακα κάθε τροποποίηση που επήλθε στην κατανομή των αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των νέων μεταβιβάσεων αρμοδιοτήτων, που προσδιορίζονται στη δήλωση της παρούσας παραγράφου.

3.   Όταν απαιτείται από το κείμενο, κάθε αναφορά στην παρούσα Σύμβαση σε «Συμβαλλόμενο Κράτος» ή «Συμβαλλόμενα Κράτη» ή «Κράτος Μέρος» ή «Κράτη Μέρη» ισχύει επίσης και για Περιφερειακό Οργανισμό Οικονομικής Ενοποίησης.

Άρθρο 49

Έναρξη ισχύος

1.   Η παρούσα Σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του τρίτου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, μόνο όμως σε σχέση με μία κατηγορία αντικειμένων επί της οποίας εφαρμόζεται ένα Πρωτόκολλο:

α)

από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του συγκεκριμένου Πρωτοκόλλου·

β)

υπό την επιφύλαξη των όρων του συγκεκριμένου Πρωτοκόλλου· και

γ)

μεταξύ Κρατών Μερών στην παρούσα Σύμβαση και το συγκεκριμένο Πρωτόκολλο.

2.   Για τα υπόλοιπα Κράτη, η παρούσα Σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του δικού τους εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, μόνο όμως σε σχέση με μία κατηγορία αντικειμένων επί της οποίας εφαρμόζεται ένα Πρωτόκολλο και με την επιφύλαξη, όσον αφορά το Πρωτόκολλο αυτό, των απαιτήσεων των στοιχείων α), β) και γ) της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο 50

Εσωτερικές συναλλαγές

1.   Ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει ότι η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε συναλλαγή που είναι εσωτερική συναλλαγή για το κράτος αυτό όσον αφορά όλους ή κάποιους από τους τύπους αντικειμένων.

2.   Παρά την ύπαρξη της προηγούμενης παραγράφου, οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 4, του άρθρου 9 παράγραφος 1, του άρθρου 16, του Κεφαλαίου V, του Άρθρου 29, καθώς και οποιαδήποτε διάταξη της παρούσας Σύμβασης που αφορά καταχωρημένες εμπράγματες ασφάλειες εφαρμόζονται σε εσωτερική συναλλαγή.

3.   Όταν έχει καταχωρηθεί στο Διεθνές Νηολόγιο κοινοποίηση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας, η προτεραιότητα του δικαιούχου αυτής της εμπράγματης ασφάλειας, σύμφωνα με το Άρθρο 29, δεν θίγεται από το γεγονός ότι αυτή μεταβιβάσθηκε σε άλλο πρόσωπο με εκχώρηση ή υποκατάσταση, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

Άρθρο 51

Μελλοντικά Πρωτόκολλα

1.   Ο Θεματοφύλακας μπορεί, σε συνεργασία με σχετικούς μη κυβερνητικούς οργανισμούς κατά τον τρόπο που θεωρεί κατάλληλο, να συστήσει ομάδες εργασίας, που θα μελετήσουν αν είναι εφικτή η επέκταση της εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης, μέσω ενός ή περισσοτέρων Πρωτοκόλλων, επί αντικειμένων κάθε κατηγορίας κινητού εξοπλισμού μεγάλης αξίας, άλλης από εκείνες τις κατηγορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 2 παράγραφος 3, κάθε αντικείμενο της οποίας μπορεί να προσδιορισθεί μεμονωμένα, καθώς και επί συνδεόμενων δικαιωμάτων που αφορούν τα αντικείμενα αυτά.

2.   Ο Θεματοφύλακας κοινοποιεί το κείμενο κάθε προκαταρκτικού σχεδίου Πρωτοκόλλου που αφορά μια κατηγορία αντικειμένων, το οποίο κατάρτισε η ομάδα εργασίας, σε όλα τα Κράτη Μέρη της παρούσας Σύμβασης, σε όλα τα Κράτη μέλη του Θεματοφύλακα, στα κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών που δεν είναι μέλη του Θεματοφύλακα και στους σχετικούς διακυβερνητικούς οργανισμούς και καλεί τα συγκεκριμένα Κράτη και οργανισμούς να συμμετάσχουν σε διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση ενός σχεδίου Πρωτοκόλλου με βάση το προκαταρκτικό αυτό σχέδιο Πρωτοκόλλου.

3.   Ο Θεματοφύλακας κοινοποιεί επίσης το κείμενο κάθε προκαταρκτικού σχεδίου Πρωτοκόλλου που κατάρτισε η ομάδα εργασίας στους σχετικούς μη κυβερνητικούς οργανισμούς, κατά τον τρόπο που αυτός θεωρεί κατάλληλο. Οι μη κυβερνητικοί αυτοί οργανισμοί καλούνται χωρίς καθυστέρηση να υποβάλουν στο Θεματοφύλακα σχόλια επί του κειμένου του προκαταρκτικού σχεδίου Πρωτοκόλλου και να μετάσχουν, ως παρατηρητές, στην κατάρτιση του σχεδίου Πρωτοκόλλου.

4.   Όταν τα αρμόδια όργανα του Θεματοφύλακα κρίνουν ότι το σχέδιο Πρωτοκόλλου είναι ώριμο προς υιοθέτηση, ο Θεματοφύλακας συγκαλεί διπλωματική διάσκεψη για την υιοθέτησή του.

5.   Μετά την υιοθέτηση του Πρωτοκόλλου, υπό την επιφύλαξη του Άρθρου 6, η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στην καλυπτόμενη από αυτό κατηγορία αντικειμένων.

6.   Το άρθρο 45α της παρούσας Σύμβασης εφαρμόζεται και στο εν λόγω Πρωτόκολλο, μόνο εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά από το Πρωτόκολλο αυτό.

Άρθρο 52

Εδαφικές ενότητες

1.   Εάν Συμβαλλόμενο Κράτος διατηρεί εδαφικές ενότητες στις οποίες εφαρμόζονται διαφορετικά συστήματα δικαίου όσον αφορά τα θέματα που ρυθμίζει η Σύμβαση, μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, να δηλώσει ότι η παρούσα Σύμβαση επεκτείνεται σε όλες τις εδαφικές του ενότητες ή μόνο σε μία ή περισσότερες εξ αυτών και μπορεί να τροποποιεί τη δήλωσή του, υποβάλλοντας άλλη δήλωση οποιαδήποτε στιγμή.

2.   Κάθε τέτοια δήλωση αναφέρει ρητώς τις εδαφικές ενότητες στις οποίες εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση.

3.   Εάν Συμβαλλόμενο Κράτος δεν έχει υποβάλει δήλωση σύμφωνα με την παράγραφο 1, η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται σε όλες τις εδαφικές του ενότητες.

4.   Όταν Συμβαλλόμενο Κράτος επεκτείνει την παρούσα Σύμβαση σε μία ή περισσότερες από τις εδαφικές του ενότητες, οι δηλώσεις που επιτρέπονται από την παρούσα Σύμβαση μπορεί να υποβληθούν για κάθε τέτοια εδαφική ενότητα, ενώ οι δηλώσεις που υποβλήθηκαν για μία εδαφική ενότητα μπορεί να είναι διαφορετικές από αυτές που υποβλήθηκαν για άλλη.

5.   Αν, δυνάμει δήλωσης που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, η παρούσα Σύμβαση επεκτείνεται σε μία ή περισσότερες εδαφικές ενότητες ενός Συμβαλλόμενου Κράτους:

α)

ο οφειλέτης θεωρείται ότι βρίσκεται σε Συμβαλλόμενο Κράτος μόνον όταν έχει συσταθεί ή αποκτήσει νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το ισχύον στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση δίκαιο ή έχει την καταστατική έδρα του, την κεντρική διοίκησή του, τον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή τη συνήθη διαμονή του στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση·

β)

κάθε αναφορά στη θέση του αντικειμένου σε Συμβαλλόμενο Κράτος αφορά τη θέση του αντικειμένου σε εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση· και

γ)

κάθε αναφορά στις διοικητικές αρχές αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους, νοείται ως αναφορά στις διοικητικές αρχές που έχουν δικαιοδοσία σε εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση.

Άρθρο 53

Καθορισμός δικαστηρίων

Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να ορίσει αρμόδιο «δικαστήριο» ή αρμόδια «δικαστήρια» για τους σκοπούς του Άρθρου 1 και του Κεφαλαίου XII της παρούσας Σύμβασης.

Άρθρο 54

Δηλώσεις για τα ένδικα βοηθήματα

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει ότι, όταν το βεβαρημένο αντικείμενο βρίσκεται εντός της επικράτειάς του ή ελέγχεται από αυτήν, ο δανειστής δεν μπορεί να προβεί σε χρηματοδοτική μίσθωση του αντικειμένου στην επικράτεια αυτή.

2.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει εάν κάθε ένδικο βοήθημα που έχει στη διάθεσή του ο πιστωτής, σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη της παρούσας Σύμβασης, και για την εφαρμογή του οποίου οι διατάξεις της Σύμβασης δεν απαιτούν αίτηση ενώπιον δικαστηρίου, μπορεί να ασκηθεί μόνο με παρέμβαση του δικαστηρίου.

Άρθρο 55

Δηλώσεις που αφορούν την προστασία εκκρεμούσης της κύριας δίκης

Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόζει τις διατάξεις του Άρθρου 13 ή του Άρθρου 43, ή αμφοτέρων, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει. Η δήλωση καθορίζει υπό ποιες προϋποθέσεις θα εφαρμόζεται το σχετικό Άρθρο, σε περίπτωση μερικής εφαρμογής, ή διαφορετικά, ποιες άλλες μορφές προσωρινής προστασίας θα εφαρμόζονται.

Άρθρο 56

Επιφυλάξεις και δηλώσεις

1.   Καμία επιφύλαξη δεν επιτρέπεται στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης ενώ οι επιτρεπόμενες δηλώσεις από τα Άρθρα 39, 40, 50, 52, 53, 54, 55, 57, 58 και 60 υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.

2.   Κάθε δήλωση ή μεταγενέστερη δήλωση ή απόσυρση δήλωσης που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση κοινοποιείται εγγράφως στο Θεματοφύλακα.

Άρθρο 57

Μεταγενέστερες δηλώσεις

1.   Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να υποβάλει μεταγενέστερη δήλωση, εκτός της προβλεπόμενης από το Άρθρο 60, σε οποιαδήποτε στιγμή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης, με κοινοποίηση στο Θεματοφύλακα γι’ αυτό το σκοπό.

2.   Η μεταγενέστερη αυτή δήλωση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία λήψης της κοινοποίησης από το Θεματοφύλακα. Όταν στην κοινοποίηση ορίζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την έναρξη ισχύος της δήλωσης, αυτή τίθεται σε ισχύ μετά την παρέλευση του μεγαλύτερου αυτού χρονικού διαστήματος μετά τη λήψη της κοινοποίησης από το Θεματοφύλακα.

3.   Με την επιφύλαξη των προηγούμενων παραγράφων, η παρούσα Σύμβαση συνεχίζει να εφαρμόζεται, ως αν να μην είχε υποβληθεί μεταγενέστερη δήλωση, όσον αφορά όλα τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες που έχουν συσταθεί πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος κάθε τέτοιας μεταγενέστερης δήλωσης.

Άρθρο 58

Ανάκληση δηλώσεων

1.   Κάθε Κράτος Μέρος που έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, εκτός της προβλεπόμενης από το Άρθρο 60 δήλωσης, μπορεί να την αποσύρει οποιαδήποτε στιγμή, με κοινοποίηση στο Θεματοφύλακα. Η συγκεκριμένη ανάκληση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία λήψης της κοινοποίησης από το Θεματοφύλακα.

2.   Παρά την ύπαρξη της προηγούμενης παραγράφου, η παρούσα Σύμβαση συνεχίζει να εφαρμόζεται, ως αν να μην είχε γίνει ανάκληση της δήλωσης, όσον αφορά όλα τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες που έχουν συσταθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος κάθε τέτοιας ανάκλησης.

Άρθρο 59

Καταγγελίες

1.   Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση με έγγραφη κοινοποίηση προς το Θεματοφύλακα.

2.   Η καταγγελία ισχύει από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση δώδεκα μηνών από την ημερομηνία λήψης της κοινοποίησης από το Θεματοφύλακα.

3.   Παρά την ύπαρξη των προηγούμενων παραγράφων, η παρούσα Σύμβαση εξακολουθεί να εφαρμόζεται, ως αν να μην είχε γίνει η συγκεκριμένη καταγγελία, όσον αφορά όλα τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες που έχουν συσταθεί πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος κάθε τέτοιας καταγγελίας

Άρθρο 60

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Εκτός από τις περιπτώσεις όπου Συμβαλλόμενο Κράτος έχει υποβάλει διαφορετική δήλωση σε οποιαδήποτε στιγμή, η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται επί προϋπάρχοντος δικαιώματος ή εμπράγματης ασφάλειας, που διατηρεί την προτεραιότητα που είχε σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης.

2.   Για τους σκοπούς του Άρθρου 1 παράγραφος 5 και για τον καθορισμό της προτεραιότητας δυνάμει της παρούσας Σύμβασης:

α)

«ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης» νοείται, για τον οφειλέτη, ο χρόνος έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης ή ο χρόνος κατά τον οποίο το Κράτος στο οποίο βρίσκεται ο οφειλέτης καθίσταται Συμβαλλόμενο Κράτος, λαμβανομένης υπόψη της μεταγενέστερης ημερομηνίας· και

β)

ο οφειλέτης βρίσκεται σε Κράτος στο οποίο έχει την κεντρική του διοίκηση ή, αν δεν διαθέτει κεντρική διοίκηση, το οποίο αποτελεί τον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή, αν διαθέτει περισσότερους του ενός τόπους επιχειρηματικής δραστηριότητας, τον κύριο τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή, ελλείψει αυτού, τον τόπο της συνήθους διαμονής του.

3.   Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί στη δήλωσή του που υποβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 1, να καθορίσει μια ημερομηνία, όχι νωρίτερα από τρία έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της δήλωσης, κατά την οποία τίθενται σε εφαρμογή η παρούσα Σύμβαση και το Πρωτόκολλο, για το σκοπό καθορισμού της προτεραιότητας, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας οποιασδήποτε υφισταμένης προτεραιότητας, σε σχέση με προϋπάρχοντα δικαιώματα ή εμπράγματες ασφάλειες που έχουν συσταθεί με συμφωνία που καταρτίσθηκε κατά το χρόνο που ο οφειλέτης βρισκόταν στο Κράτος που αναφέρεται στο στοιχείο β) της προηγούμενης παραγράφου, αλλά μόνο στο βαθμό και κατά τον τρόπο που καθορίζονται στη δήλωση του Συμβαλλόμενου Κράτους.

Άρθρο 61

Αναθεωρητικές Διασκέψεις, τροποποιήσεις και άλλα συναφή ζητήματα

1.   Ο Θεματοφύλακας συντάσσει, είτε ετησίως είτε όποτε το απαιτούν οι περιστάσεις, εκθέσεις προς τα Κράτη Μέρη όσον αφορά τον τρόπο που λειτουργεί στην πράξη το διεθνές καθεστώς που εγκαθιδρύεται με την παρούσα Σύμβαση. Κατά την προετοιμασία αυτών των εκθέσεων, ο Θεματοφύλακας λαμβάνει υπόψη του τις εκθέσεις της Αρχής Ελέγχου σχετικά με τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος νηολόγησης.

2.   Κατόπιν αιτήματος του εικοσιπέντε τοις εκατό τουλάχιστον των Κρατών Μερών, ο Θεματοφύλακας συγκαλεί κατά καιρούς Αναθεωρητικές Διασκέψεις των Κρατών Μερών, σε συνεννόηση με την Αρχή Ελέγχου, προκειμένου να εξετασθούν:

α)

η πρακτική εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης και η αποτελεσματικότητά της όσον αφορά τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης, με βάση τα στοιχεία ενεργητικού, και της χρηματοδοτικής μίσθωσης των αντικειμένων που καλύπτονται από τους όρους της·

β)

η δοθείσα δικαστική ερμηνεία και η εφαρμογή των όρων της παρούσας Σύμβασης και των κανονισμών·

γ)

η λειτουργία του διεθνούς συστήματος νηολόγησης, οι δραστηριότητες του Νηολόγου και η επιθεώρησή του από την Αρχή Ελέγχου, βάσει των εκθέσεων της Αρχής Ελέγχου, και

δ)

κατά πόσον είναι επιθυμητές οποιεσδήποτε τροποποιήσεις της παρούσας Σύμβασης ή των ρυθμίσεων που αφορούν το Διεθνές Νηολόγιο.

3.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4, κάθε τροποποίηση της παρούσας Σύμβασης πρέπει να εγκριθεί από πλειοψηφία των δύο τρίτων τουλάχιστον των Κρατών Μερών που συμμετέχουν στην αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο Διάσκεψη, τίθεται δε στη συνέχεια σε ισχύ έναντι των Κρατών τα οποία έχουν επικυρώσει, αποδεχθεί ή εγκρίνει την τροποποίηση, μετά την επικύρωση, αποδοχή ή έγκρισή της από τρία Κράτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 49 που αφορά την έναρξη ισχύος της.

4.   Όταν η προτεινόμενη τροποποίηση της παρούσας Σύμβασης πρόκειται να εφαρμοσθεί σε περισσότερες της μιας κατηγορίες εξοπλισμού, η τροποποίηση αυτή πρέπει να εγκριθεί από πλειοψηφία των δύο τρίτων τουλάχιστον των Κρατών Μερών του κάθε Πρωτοκόλλου που συμμετέχουν στην αναφερόμενη στην παράγραφο 2 Διάσκεψη.

Άρθρο 62

Ο Θεματοφύλακας και τα καθήκοντά του

1.   Τα έγγραφα επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης κατατίθενται στο Διεθνές Ινστιτούτο για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT), που καλείται στο εξής Θεματοφύλακας.

2.   Ο Θεματοφύλακας:

α)

πληροφορεί όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη για:

i)

κάθε νέα υπογραφή ή κατάθεση εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης καθώς και για την ημερομηνία αυτών,

ii)

την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης,

iii)

κάθε δήλωση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση καθώς και για την ημερομηνία αυτής,

iv)

ανάκληση ή τροποποίηση κάθε δήλωσης καθώς και για την ημερομηνία αυτών, και

v)

την κοινοποίηση κάθε καταγγελίας της παρούσας Σύμβασης, την ημερομηνία της καταγγελίας και την ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτής·

β)

διαβιβάζει γνήσια επικυρωμένα αντίγραφα της παρούσας Σύμβασης σε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη·

γ)

παρέχει στην Αρχή Ελέγχου και στο Νηολόγο αντίγραφο κάθε εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης με την ημερομηνία κατάθεσής τους, κάθε δήλωσης, ή ανάκλησης ή τροποποίησης μίας δήλωσης και κάθε κοινοποίησης καταγγελίας με την ημερομηνία κοινοποίησης της, κατά τρόπον ώστε όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτές να είναι εύκολα και πλήρως διαθέσιμες· και

δ)

εκτελεί όλα τα άλλα συνήθη καθήκοντα των Θεματοφυλάκων.

ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες Πληρεξούσιοι, έχοντας πλήρη εξουσιοδότηση, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση.

ΕΓΙΝΕ στο Κέιπ Τάουν στις δεκαέξι Νοεμβρίου του έτους δύο χιλιάδες ένα, σε ένα μόνο αντίτυπο στην αγγλική, αραβική, κινεζική, γαλλική, ρωσική και ισπανική γλώσσα, και όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Η αυθεντικότητα των κειμένων αρχίζει να ισχύει μετά την εξακρίβωση από την Κοινή Γραμματεία της Διάσκεψης κατόπιν εντολής του Προέδρου της Διάσκεψης, εντός ενενήντα ημερών, της συμφωνίας των κειμένων μεταξύ τους.


ΠΡΩΤΌΚΟΛΛΟ

της Σύμβασης περί Διεθνών Εμπράγματων Ασφαλειών επί Κινητού Εξοπλισμού για θέματα που φορούν ειδικά τον εξοπλισμό αεροσκαφών

ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ,

ΚΡΙΝΟΝΤΑΣ απαραίτητη την εφαρμογή της Σύμβασης περί Διεθνών Εμπράγματων Ασφαλειών επί Κινητού Εξοπλισμού (η οποία θα αποκαλείται στο εξής «η Σύμβαση») σχετικά με τον εξοπλισμό αεροσκαφών και με βάση τους σκοπούς που ορίζονται στο προοίμιο,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανάγκη προσαρμογής της Σύμβασης, ώστε αυτή να ανταποκριθεί στις ειδικότερες απαιτήσεις της χρηματοδότησης αεροσκαφών, και της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής της, ώστε να συμπεριλάβει συμβάσεις πώλησης εξοπλισμού αεροσκαφών,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τις αρχές και τους αντικειμενικούς σκοπούς της Σύμβασης για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία που υπεγράφη στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ως προς τις ακόλουθες διατάξεις αναφορικά με τον εξοπλισμό των αεροσκαφών:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο I

Ορισμοί

1.   Στο παρόν Πρωτόκολλο, οι όροι που χρησιμοποιούνται έχουν τη σημασία που αναφέρεται στη Σύμβαση, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά.

2.   Στο παρόν Πρωτόκολλο, οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με τις σημασίες που ορίζονται παρακάτω:

α)

«αεροσκάφος», σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου, σημαίνει είτε άτρακτος με τους επ’ αυτής τοποθετημένους κινητήρες, είτε ελικόπτερο·

β)

«κινητήρες αεροσκαφών» είναι οι κινητήρες (εκτός εκείνων που χρησιμοποιούνται από τις στρατιωτικές, τελωνειακές ή αστυνομικές υπηρεσίες) που λειτουργούν με αεριοπροώθηση ή με αεροστροβίλους ή με τεχνολογία εμβόλου:

i)

στην πρώτη περίπτωση, οι κινητήρες αεριοπροώθησης έχουν τουλάχιστον 1 750 λίβρες ώσης ή το ισοδύναμο αυτής, και

ii)

στη δεύτερη περίπτωση, οι κινητήρες αεροστροβίλων ή εμβόλου έχουν τουλάχιστον 550 ίππους πιστοποιημένη ιπποδύναμη απογείωσης ή το ισοδύναμο αυτής, μαζί με όλα τους τα εξαρτήματα, καθώς και τα λοιπά εγκατεστημένα, ενσωματωμένα ή προσαρτημένα παρελκόμενα, ανταλλακτικά και εξοπλισμό, και όλα τα δεδομένα, εγχειρίδια και σχετικά στοιχεία·

γ)

«αντικείμενα αεροσκάφους» είναι οι άτρακτοι, οι κινητήρες αεροσκαφών και τα ελικόπτερα·

δ)

«νηολόγιο αεροσκαφών» είναι το νηολόγιο αεροσκαφών ενός Κράτους ή μιας αρχής καταχωρούσας κοινή εκμετάλλευση, σύμφωνα με τους σκοπούς της Σύμβασης του Σικάγου·

ε)

«άτρακτοι» είναι οι άτρακτοι (εκτός αυτών που χρησιμοποιούνται από τις στρατιωτικές, τελωνειακές ή αστυνομικές υπηρεσίες) οι οποίες, εφόσον επ’ αυτών έχουν τοποθετηθεί οι κατάλληλοι κινητήρες, εμπίπτουν στον τύπο που είναι πιστοποιημένος από τις αρμόδιες αεροπορικές αρχές για τη μεταφορά:

i)

τουλάχιστον οκτώ ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του πληρώματος, ή

ii)

εμπορευμάτων βάρους άνω των 2 750 χιλιόγραμμων, μαζί με όλα τα εγκατεστημένα, ενσωματωμένα ή προσαρτημένα παρελκόμενα, ανταλλακτικά και εξοπλισμό (εκτός των κινητήρων) και όλα τα δεδομένα, εγχειρίδια και σχετικά στοιχεία·

στ)

«εξουσιοδοτημένο μέρος» είναι το μέρος που αναφέρεται στο άρθρο XIII παράγραφος 3·

ζ)

«Σύμβαση του Σικάγου» είναι η Σύμβαση για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία που υπεγράφη στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944, όπως αυτή τροποποιήθηκε, μαζί με τα παραρτήματά της·

η)

«αρχή καταχωρούσα την κοινή εκμετάλλευση» είναι η αρχή που τηρεί νηολόγιο, σύμφωνα με το Άρθρο 77 της Σύμβασης του Σικάγου, όπως εφαρμόζεται βάσει της Απόφασης που υιοθετήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1967 από το Συμβούλιο του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας για την εθνικότητα και νηολόγηση των αεροσκαφών τα οποία χρησιμοποιούν διεθνείς οργανισμοί εκμετάλλευσης·

θ)

«διαγραφή αεροσκάφους από το νηολόγιο» είναι η διαγραφή ή η αφαίρεση της καταχώρησης αεροσκάφους από το νηολόγιο αεροσκαφών σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου·

ι)

«σύμβαση εγγύησης» είναι η σύμβαση που συνάπτεται από πρόσωπο με την ιδιότητα του εγγυητή·

ια)

«εγγυητής» είναι το πρόσωπο που παρέχει ή εκδίδει εγγύηση ή εγγυητική όψεως ή πίστωση άμεσης ετοιμότητας ή οποιαδήποτε άλλη μορφή ασφάλισης πιστώσεων, με σκοπό τη διασφάλιση της τήρησης των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων έναντι του πιστωτή, η οποία εξασφαλίζεται με σύμβαση παροχής εμπραγμάτου ασφαλείας ή με άλλη συμφωνία·

ιβ)

«ελικόπτερα» είναι μηχανές βαρύτερες του αέρος (εκτός αυτών που χρησιμοποιούνται από τις στρατιωτικές, τελωνειακές ή αστυνομικές υπηρεσίες) που υποστηρίζονται κατά την πτήση κυρίως από τις αντιδράσεις του αέρα επί ενός ή περισσοτέρων στροφίων, κινουμένων μηχανικά επί κατακόρυφων αξόνων, και είναι πιστοποιημένα ως προς τον τύπο από τις αρμόδιες αεροπορικές αρχές για τη μεταφορά:

i)

πέντε τουλάχιστον ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του πληρώματος, ή

ii)

εμπορευμάτων βάρους άνω των 450 χιλιόγραμμων, μαζί με όλα τα εγκατεστημένα, ενσωματωμένα ή προσαρτημένα παρελκόμενα, ανταλλακτικά και εξοπλισμό (συμπεριλαμβανομένων των στροφίων), και όλα τα δεδομένα, εγχειρίδια και σχετικά στοιχεία·

ιγ)

«περιπτώσεις αφερεγγυότητας» συνιστούν:

i)

η έναρξη διαδικασίας κήρυξης αφερεγγυότητας, ή

ii)

η εκδήλωση πρόθεσης αναστολής ή η αναστολή πληρωμών από τον οφειλέτη, όταν παρεμποδίζεται ή αναστέλλεται από το Νόμο ή με πράξη του Κράτους το δικαίωμα του πιστωτή να ξεκινήσει διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη ή να ασκήσει τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τη Σύμβαση·

ιδ)

«κύριος τόπος δικαιοδοσίας αφερεγγυότητας (κυρία δωσιδικία αφερεγγυότητας)» είναι το Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ευρίσκεται το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη. Ως κέντρο θεωρείται είτε η καταστατική του έδρα του οφειλέτη είτε, όταν δεν υπάρχει τέτοια, ο τόπος όπου ο οφειλέτης συνεστήθη ή απέκτησε νομική προσωπικότητα, εκτός εάν υφίσταται απόδειξη περί του αντιθέτου·

ιε)

«Νηολογούσα Αρχή» είναι η εθνική αρχή ή η αρχή η καταχωρούσα την κοινή εκμετάλλευση, που τηρεί νηολόγιο αεροσκαφών σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και είναι υπεύθυνη για τη νηολόγηση ή τη διαγραφή αεροσκάφους σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου·

ιστ)

«Κράτος Νηολόγησης» είναι, σε ό,τι αφορά το αεροσκάφος, το Κράτος στο εθνικό νηολόγιο του οποίου έχει καταχωρηθεί ένα αεροσκάφος ή το Κράτος στο οποίο βρίσκεται η αρχή η καταχωρούσα την κοινή εκμετάλλευση που τηρεί νηολόγιο αεροσκαφών.

Άρθρο II

Εφαρμογή της Σύμβασης σε ό,τι αφορά τα αντικείμενα αεροσκάφους

1.   Η Σύμβαση εφαρμόζεται επί των αντικειμένων αεροσκάφους σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Πρωτοκόλλου.

2.   Η Σύμβαση και το παρόν Πρωτόκολλο αποκαλούνται Σύμβαση για τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί κινητού εξοπλισμού, όπως εφαρμόζονται επί των αντικειμένων αεροσκαφών.

Άρθρο III

Εφαρμογή της σύμβασης σε πωλήσεις

Οι ακόλουθες διατάξεις της Σύμβασης εφαρμόζονται ωσάν οι αναφορές στη συμφωνία που δημιουργεί ή παρέχει διεθνή εμπράγματη ασφάλεια να ήσαν αναφορές σε σύμβαση πώλησης και ωσάν οι αναφορές σε διεθνή εμπράγματη ασφάλεια (ή σε μελλοντική διεθνή εμπράγματη ασφάλεια) στον οφειλέτη και στον πιστωτή να ήσαν αναφορές σε πώληση (ή μελλοντική πώληση) στον πωλητή και στον αγοραστή αντίστοιχα:

Άρθρα 3 και 4,

Άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Άρθρο 19 παράγραφος 4,

Άρθρο 20 παράγραφος 1(όσον αφορά την καταχώρηση σύμβασης πώλησης ή μελλοντικής πώλησης),

Άρθρο 25 παράγραφος 2 (όσον αφορά μελλοντική πώληση), και

Άρθρο 30.

Επιπλέον, οι γενικές διατάξεις του Άρθρου 1, του Άρθρου 5, των Κεφαλαίων IV έως VII, του Άρθρου 29 [εκτός του Άρθρου 29 παράγραφος 3, το οποίο αντικαταστάθηκε από το Άρθρο XVI παράγραφοι 1 και 2], του Κεφαλαίου X, του Κεφαλαίου XII (εκτός του Άρθρου 43), του Κεφαλαίου XIII και του Κεφαλαίου XIV (εκτός του Άρθρου 60), εφαρμόζονται τόσο σε συμβάσεις πώλησης, όσο και σε συμβάσεις μελλοντικών πωλήσεων.

Άρθρο IV

Πεδίο εφαρμογής

1.   Με την επιφύλαξη του Άρθρου 3 παράγραφος 1 της Σύμβασης, η Σύμβαση επίσης ισχύει επί ελικοπτέρων και ατράκτων αεροσκαφών, καταχωρημένων σε νηολόγιο αεροσκαφών Συμβαλλόμενου Κράτους το οποίο είναι και το Κράτος νηολόγησης. Κάθε νηολόγηση που έχει γίνει βάσει της συμφωνίας νηολόγησης αεροσκάφους θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας.

2.   Κατά την έννοια του ορισμού της «συναλλαγής εσωτερικού» του Άρθρου 1 της Σύμβασης:

α)

η άτρακτος βρίσκεται στο Κράτος νηολόγησης του αεροσκάφους του οποίου αποτελεί μέρος·

β)

ο κινητήρας βρίσκεται στο Κράτος νηολόγησης του αεροσκάφους στο οποίο είναι τοποθετημένος, ή, εάν δεν έχει τοποθετηθεί σε αεροσκάφος, στον τόπο της φυσικής του παρουσίας· και

γ)

ένα ελικόπτερο βρίσκεται στο Κράτος νηολόγησής του κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας η οποία δημιουργεί ή προβλέπει την εμπράγματη ασφάλεια.

3.   Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν, με γραπτή συμφωνία, να αποκλείσουν την εφαρμογή του Άρθρου XI και, στις μεταξύ τους σχέσεις, να παρεκκλίνουν από την ισχύ ή να διαφοροποιήσουν την ισχύ οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου εξαιρουμένου του Άρθρου IX παράγραφοι 2 έως 4.

Άρθρο V

Διατυπώσεις, ισχύς και καταχώρηση των συμβάσεων πώλησης

1.   Κατά την έννοια του παρόντος Πρωτοκόλλου, σύμβαση πώλησης είναι η σύμβαση που:

α)

είναι γραπτή·

β)

αναφέρεται σε αντικείμενο του αεροσκάφους, επί του οποίου ο πωλητής έχει εξουσία διάθεσης·

γ)

επιτρέπει την αναγνώριση του αντικειμένου του αεροσκάφους σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο.

2.   Η σύμβαση πώλησης μεταβιβάζει την εμπράγματη ασφάλεια του πωλητή επί του αντικειμένου του αεροσκάφους στον αγοραστή σύμφωνα με τους όρους της.

3.   Η καταχώρηση σύμβασης πώλησης παραμένει σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα. Η καταχώρηση μελλοντικής πώλησης παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου εκτελεσθεί ή παρέλθει το τυχόν χρονικό διάστημα ισχύος της, το οποίο πρέπει να ορίζεται στην καταχώρηση.

Άρθρο VI

Ιδιότητες αντιπροσώπου

Ένα πρόσωπο μπορεί να συνάψει συμφωνία ή πώληση και να καταχωρήσει διεθνή εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου αεροσκάφους ή την πώληση αυτού με την ιδιότητα του αντιπροσώπου εταιρείας, οργανισμού ή άλλου φορέα. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο είναι εξουσιοδοτημένο, σύμφωνα με τη Σύμβαση, να διεκδικήσει δικαιώματα και εμπράγματες ασφάλειες.

Άρθρο VII

Περιγραφή αντικειμένων αεροσκάφους

Η περιγραφή αντικειμένου αεροσκάφους, που περιλαμβάνει τον αύξοντα αριθμό του κατασκευαστή, την επωνυμία αυτού και τον προσδιορισμό του μοντέλου του, είναι απαραίτητη και αρκεί για την αναγνώριση του αντικειμένου κατά την έννοια του Άρθρου 7 στοιχείο γ) της Σύμβασης και του Άρθρου V παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος Πρωτοκόλλου.

Άρθρο VIII

Επιλογή δικαίου

1.   Το παρόν Άρθρο εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που το Συμβαλλόμενο Κράτος έχει προβεί στη δήλωση του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 1.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνίας, σύμβασης πώλησης, σχετικής σύμβασης εγγύησης ή συμφωνίας υπαγωγής μπορούν να συμφωνήσουν όσον αφορά το δίκαιο που θα διέπει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, τα συμβατικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

3.   Αν δεν έχει υπάρξει άλλη συμφωνία, η αναφορά της προηγούμενης παραγράφου στο επιλεγέν από τα συμβαλλόμενα μέρη δίκαιο συνεπάγεται την εφαρμογή των εσωτερικών κανόνων δικαίου του συγκεκριμένου Κράτους ή, όταν το Κράτος αποτελείται από περισσότερες της μιας εδαφικές ενότητες, του εσωτερικού δικαίου της συγκεκριμένης εδαφικής ενότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΘΕΤΗΣΕΩΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ, ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΚΧΩΡΗΣΕΙΣ

Άρθρο IX

Τροποποίηση των διατάξεων για τα ένδικα βοηθήματα για την αντιμετώπιση αθετήσεως υποχρεώσεων

1.   Εκτός των ένδικων βοηθημάτων που προβλέπονται στο Κεφάλαιο III της Σύμβασης, ο πιστωτής, εφόσον ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και υπό τις συνθήκες που καθορίζονται στο παρόν Κεφάλαιο, μπορεί να προβεί:

α)

στη διαγραφή του αεροσκάφους· και

β)

στην εξαγωγή και φυσική μεταφορά του αντικειμένου του αεροσκάφους από την επικράτεια στην οποία βρίσκεται.

2.   Ο πιστωτής δεν θα ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο χωρίς προηγούμενη γραπτή συναίνεση του κατόχου οποιασδήποτε καταχωρημένης εμπράγματης ασφάλειας που έχει προτεραιότητα έναντι αυτής του πιστωτή.

3.   Το Άρθρο 8 παράγραφος 3 της Σύμβασης δεν ισχύει επί αντικειμένων αεροσκάφους. Οποιοδήποτε προβλεπόμενο από τη Σύμβαση ένδικο βοήθημα από αθέτηση υποχρεώσεων σε σχέση με αντικείμενο αεροσκάφους πρέπει να ασκείται με εμπορικά λογικό τρόπο. Ένα ένδικο βοήθημα από αθέτηση υποχρεώσεων θεωρείται ότι ασκείται κατά εμπορικά λογικό τρόπο όταν ασκείται σύμφωνα με διάταξη της συμφωνίας, εκτός εάν η διάταξη αυτή είναι καταφανώς παράλογη.

4.   Ο δικαιούχος βάρους που προβαίνει σε έγγραφη γνωστοποίηση προθεσμίας δέκα ή περισσοτέρων εργασίμων ημερών σχετικά με μία προτεινόμενη πώληση ή μίσθωση στα ενδιαφερόμενα μέρη θεωρείται ότι ικανοποιεί τις απαιτήσεις παροχής «προηγούμενης γνωστοποίησης εύλογης προθεσμίας», η οποία ορίζεται στο Άρθρο 8 παράγραφος 4 της Σύμβασης. Τα ανωτέρω δεν εμποδίζουν τον δικαιούχο του βάρους, τον δότη του βάρους και τον εγγυητή να συμφωνήσουν ως προς γνωστοποίηση μεγαλύτερης προθεσμίας.

5.   Η νηολογούσα αρχή σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θα ικανοποιεί κάθε αίτημα διαγραφής και εξαγωγής, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς που ρυθμίζουν θέματα ασφαλείας, όταν:

α)

η αίτηση υποβάλλεται νομίμως από το εξουσιοδοτημένο συμβαλλόμενο μέρος στα πλαίσια μίας καταχωρημένης και αμετάκλητης αίτησης για διαγραφή και εξαγωγή και

β)

στην περίπτωση που του ζητηθεί από την νηολογούσα αρχή, το εξουσιοδοτημένο συμβαλλόμενο μέρος πιστοποιεί ότι όλες οι καταχωρημένες εμπράγματες ασφάλειες που έχουν προτεραιότητα έναντι αυτών του πιστωτή υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εξουσιοδότηση, έχουν εξαλειφθεί ή ότι οι κάτοχοι των εμπράγματων ασφαλειών έχουν συναινέσει στη διαγραφή και εξαγωγή.

6.   Ο δανειστής που προτίθεται να προβεί στη διαγραφή και εξαγωγή αεροσκάφους σύμφωνα με την παράγραφο 1 χωρίς δικαστική απόφαση, πρέπει να προβεί σε εύλογη πρότερη έγγραφη γνωστοποίηση σε σχέση με την προτιθέμενη διαγραφή και εξαγωγή:

α)

προς τους ενδιαφερόμενους που ορίζονται στο Άρθρο 1 στοιχείο ιγ) σημεία i) και ii) της Σύμβασης· και

β)

προς τους ενδιαφερόμενους που ορίζονται στο Άρθρο 1 στοιχείο ιγ) σημείο iii) της Σύμβασης, οι οποίοι έχουν γνωστοποιήσει τα δικαιώματά τους στον δικαιούχο του βάρους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος προ της διαγραφής και εξαγωγής.

Άρθρο X

Τροποποίηση των διατάξεων που αφορούν στην λήψη μέτρων εκκρεμούντος του τελικού καθορισμού

1.   Το παρόν Άρθρο εφαρμόζεται μόνο όταν κάποιο Συμβαλλόμενο Κράτος έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με το Άρθρο ΧΧΧ παράγραφος 2 και στο βαθμό που καθορίζεται σε αυτήν.

2.   Υπό την έννοια του Άρθρου 13 παράγραφος 1 της Σύμβασης, ο όρος «ταχεία», όσον αφορά την επίτευξη της λήψης μέτρων, σημαίνει τόσες εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης περί λήψεως μέτρων όσες καθορίζονται στη δήλωση του Συμβαλλόμενου Κράτους όπου έγινε η αίτηση.

3.   Το Άρθρο 13 παράγραφος 1 της Σύμβασης εφαρμόζεται με την προσθήκη του κατωτέρω κειμένου αμέσως μετά την υποπαράγραφο δ):

«ε)

εάν, οποτεδήποτε, υπάρξει ειδική συμφωνία μεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτή, πώληση και χρησιμοποίηση του προϊόντος αυτής » και το Άρθρο 43 παράγραφος 2 εφαρμόζεται με την προσθήκη των λέξεων «και ε)» μετά τις λέξεις «Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ)».

4.   Η κυριότητα ή οποιαδήποτε άλλη εμπράγματη ασφάλεια του οφειλέτη, μεταβιβαζόμενη με πώληση δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου, απαλλάσσεται από οποιαδήποτε άλλη εμπράγματη ασφάλεια επί της οποίας η διεθνής εμπράγματη ασφάλεια του πιστωτή έχει προτεραιότητα δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 29 της Σύμβασης.

5.   Ο πιστωτής και ο οφειλέτης ή οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος μπορούν να συμφωνήσουν γραπτώς να αποκλείσουν την εφαρμογή του Άρθρου 13 παράγραφος 2 της Σύμβασης.

6.   Όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα του Άρθρου IX παράγραφος 1:

α)

καθίστανται διαθέσιμα από την νηολογούσα αρχή και άλλες διοικητικές αρχές, ανάλογα με την περίπτωση, σε Συμβαλλόμενο Κράτος το αργότερο εντός πέντε εργάσιμων ημερών μετά τη γνωστοποίηση του πιστωτή προς τις αρχές αυτές ότι η καθοριζόμενη στο Άρθρο ΙΧ παράγραφος 1 λήψη μέτρων έχει πραγματοποιηθεί ή, στην περίπτωση που η λήψη μέτρων πραγματοποιήθηκε από αλλοδαπό δικαστήριο, ότι αυτή η λήψη μέτρων έχει αναγνωρισθεί από τα δικαστήρια του εν λόγω Συμβαλλόμενου Κράτους και ότι ο πιστωτής δικαιούται να καταστεί δέκτης αυτών των ενδίκων βοηθημάτων σύμφωνα με τη Σύμβαση· και

β)

οι αρμόδιες αρχές θα συνεργασθούν αμέσως και θα βοηθήσουν τον πιστωτή στην άσκηση των ενδίκων αυτών βοηθημάτων σύμφωνα με τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς της ασφάλειας της αεροπλοΐας.

7.   Οι παράγραφοι 2 και 6 δεν επηρεάζουν τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς της ασφάλειας της αεροπλοΐας.

Άρθρο XI

Ένδικα βοηθήματα σε περίπτωση αφερεγγυότητας

1.   Το παρόν Άρθρο εφαρμόζεται μόνο όταν το Συμβαλλόμενο Κράτος που αποτελεί τον κύριο τόπο δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας έχει προβεί στη δήλωση του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 3.

2.   Κατά την επέλευση γεγονότος αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, παραδίδει, δυνάμει της παραγράφου 7, την κατοχή του αντικειμένου του αεροσκάφους στον πιστωτή το αργότερο μέχρι του χρονικώς προηγουμένου από τα κάτωθι χρονικά σημεία:

α)

του τέλους της περιόδου αναμονής· και

β)

της ημερομηνίας κατά την οποία ο πιστωτής θα εδικαιούτο της κατοχής του αντικειμένου του αεροσκάφους, σε περίπτωση μη εφαρμογής του παρόντος Άρθρου.

3.   Υπό την έννοια του παρόντος Άρθρου, «περίοδος αναμονής» είναι το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στη δήλωση του Συμβαλλόμενου Κράτους το οποίο αποτελεί τον κύριο τόπο δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας.

4.   Η αναφορά του παρόντος Άρθρου στο «διαχειριστή της περιουσίας του αφερέγγυου» αφορά την επίσημη και όχι την προσωπική ιδιότητα του συγκεκριμένου ατόμου.

5.   Εάν δεν δοθεί και μέχρις ότου δοθεί η δυνατότητα στον πιστωτή να λάβει την κατοχή δυνάμει της παραγράφου 2:

α)

ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, θα διαφυλάσσει το αντικείμενο του αεροσκάφους και θα συντηρεί αυτό και θα διατηρεί την αξία του, όπως ορίζεται στη συμφωνία· και

β)

ο πιστωτής θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση για τη λήψη κάθε μορφής προσωρινού μέτρου που διατίθεται δυνάμει του ισχύοντος δικαίου.

6.   Το στοιχείο α) της προηγούμενης παραγράφου δεν αποκλείει τη χρήση του αντικειμένου του αεροσκάφους, βάσει ρυθμίσεων που θα έχουν ως στόχο τη διαφύλαξη του αντικειμένου του αεροσκάφους και τη συντήρηση του ιδίου και τη διατήρηση της αξίας του.

7.   Ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να συνεχίσει να έχει την κατοχή του αντικειμένου του αεροσκάφους όταν έχει αποκαταστήσει, μέχρι το χρονικό σημείο που καθορίζεται στην παράγραφο 2, όλες τις περιπτώσεις αθέτησης υποχρεώσεων, εκτός αυτής που συντελέστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, και έχει συμφωνήσει ως προς την εκπλήρωση όλων των μελλοντικών υποχρεώσεων που ορίζονται στη Σύμβαση. Δεν δίδεται δεύτερη περίοδος αναμονής σε σχέση με την αθέτηση της εκπλήρωσης των μελλοντικών αυτών υποχρεώσεων.

8.   Όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα του Άρθρου ΙΧ παράγραφος 1:

α)

διατίθενται από τη νηολογούσα αρχή ή άλλη διοικητική αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, του Συμβαλλομένου Κράτους το αργότερο εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση του πιστωτή στις εν λόγω αρχές ότι δικαιούται να ασκήσει τα συγκεκριμένα ένδικα βοηθήματα δυνάμει της Σύμβασης· και

β)

οι αρμόδιες αρχές πρέπει να συνεργασθούν χωρίς καθυστέρηση και να βοηθήσουν τον πιστωτή στην άσκηση αυτών των ενδίκων βοηθημάτων δυνάμει των ισχυόντων νόμων και κανονισμών ασφάλειας της αεροπλοΐας.

9.   Η άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων που ορίζονται από τη Σύμβαση ή από το παρόν Πρωτόκολλο δεν μπορεί να παρεμποδισθεί ή να καθυστερήσει μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

10.   Οι υποχρεώσεις του οφειλέτη, όπως ορίζονται στη συμφωνία, δεν μπορούν να τροποποιηθούν χωρίς τη συναίνεση του πιστωτή.

11.   Καμία διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν μπορεί να ερμηνευτεί κατά τρόπο που να επηρεάζει την τυχόν εξουσία του διαχειριστή της περιουσίας του αφερέγγυου να καταγγείλει τη συμφωνία με βάση το ισχύον δίκαιο.

12.   Κανένα δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια, εκτός των μη συμβατικών δικαιωμάτων ή εμπράγματων ασφαλειών κατηγορίας που καλύπτεται από δήλωση δυνάμει του Άρθρου 39 παράγραφος 1, δεν έχει προτεραιότητα έναντι καταχωρημένων εμπράγματων ασφαλειών στην διαδικασία αφερεγγυότητας.

13.   Η Σύμβαση, μετά την τροποποίηση από το Άρθρο ΙΧ του παρόντος Πρωτοκόλλου, εφαρμόζεται στην άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος που ορίζει το παρόν Άρθρο.

2.   Κατά την επέλευση περιστατικού αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, γνωστοποιεί στον πιστωτή, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, εντός του χρονικού διαστήματος που καθορίζεται στη δήλωση του Συμβαλλόμενου Κράτους και δυνάμει του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 3, εάν:

α)

θα αποκαταστήσει τις περιπτώσεις αθέτησης υποχρεώσεων εκτός αυτής που συντελέστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και θα συμφωνήσει ως προς την εκτέλεση όλων των μελλοντικών υποχρεώσεων, όπως ορίζει η συμφωνία και τα σχετικά με τη συναλλαγή έγγραφα· ή

β)

θα δώσει τη δυνατότητα στον πιστωτή να περάσει στην κατοχή του το αντικείμενο του αεροσκάφους, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

3.   Το αναφερόμενο στο στοιχείο β) της προηγούμενης παραγράφου εφαρμοστέο δίκαιο μπορεί να επιτρέψει στο δικαστήριο να απαιτήσει τη λήψη οποιωνδήποτε πρόσθετων μέτρων ή την παροχή πρόσθετης εγγύησης.

4.   Ο πιστωτής θα προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την αξίωσή του, καθώς και σχετικά με το γεγονός ότι η διεθνής εμπράγματη ασφάλειά του είναι καταχωρημένη.

5.   Αν ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, δεν προβεί στη γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2, ή, όταν ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ενώ έχει δηλώσει ότι θα δώσει τη δυνατότητα στον πιστωτή να περάσει στην κατοχή του το αντικείμενο του αεροσκάφους, παραλείπει να το πράξει, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον πιστωτή να περάσει στην κατοχή του το αντικείμενο του αεροσκάφους σύμφωνα με τους όρους που αυτό θα διατάξει και μπορεί επίσης να απαιτήσει τη λήψη πρόσθετων μέτρων ή την παροχή πρόσθετης εγγύησης.

6.   Το αντικείμενο του αεροσκάφους δεν μπορεί να πωληθεί εκκρεμούσης της έκδοσης απόφασης από το δικαστήριο όσον αφορά την αξίωση και τη διεθνή εμπράγματη ασφάλεια.

Άρθρο ΧΙΙ

Παροχή συνδρομής κατά τη διαδικασία αφερεγγυότητας

1.   Το παρόν Άρθρο ισχύει μόνο όταν το Συμβαλλόμενο Κράτος έχει προβεί σε δήλωση δυνάμει του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 1.

2.   Τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται το αντικείμενο του αεροσκάφους συνεργάζονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό, σύμφωνα με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Κράτους, με τα αλλοδαπά δικαστήρια και τους αλλοδαπούς διαχειριστές της περιουσίας του αφερέγγυου για την εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου ΧΙ.

Άρθρο ΧΙΙΙ

Έγκριση της αίτησης για διαγραφή και εξαγωγή

1.   Το παρόν Άρθρο ισχύει μόνο όταν το Συμβαλλόμενο Κράτος έχει προβεί σε δήλωση του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 1.

2.   Όταν ο οφειλέτης έχει προχωρήσει στην έκδοση αμετάκλητης έγκρισης της αίτησης για διαγραφή και εξαγωγή, σύμφωνα με τον συνημμένο στο παρόν Πρωτόκολλο τύπο και την έχει υποβάλει για καταχώρηση στη νηολογούσα αρχή, η έγκριση αυτή πρέπει επίσης να καταχωρηθεί.

3.   Το πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η έγκριση («το εξουσιοδοτημένο μέρος») ή ο νόμιμος εκπρόσωπός του, είναι το μόνο που δικαιούται να ασκήσει τα προβλεπόμενα από το Άρθρο ΙΧ παράγραφος 1 ένδικα μέσα, πράγμα που μπορεί να κάνει μόνο σύμφωνα με την έγκριση και τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς ασφαλείας της αεροπλοΐας. Ο οφειλέτης δεν μπορεί να ανακαλέσει την εν λόγω έγκριση χωρίς τη γραπτή συναίνεση του εξουσιοδοτημένου μέρους. Η νηολογούσα αρχή διαγράφει την έγκριση από το νηολόγιο, κατόπιν αιτήματος του εξουσιοδοτημένου μέρους.

4.   Η νηολογούσα αρχή και οι άλλες διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους πρέπει να συνεργασθούν ταχέως και να βοηθήσουν το εξουσιοδοτημένο μέρος στην άσκηση των προβλεπόμενων από το Άρθρο ΙΧ ενδίκων βοηθημάτων.

Άρθρο XIV

Τροποποίηση των διατάξεων περί προτεραιότητας

1.   Ο αγοραστής αντικειμένου αεροσκάφους με καταχωρημένη πώληση αποκτά την εμπράγματη ασφάλεια επί του αντικειμένου απαλλαγμένη από εμπράγματη ασφάλεια που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα και από μη καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια, ακόμη και όταν ο αγοραστής είχε πραγματική γνώση της μη καταχωρημένης εμπράγματης ασφάλειας.

2.   Ο αγοραστής αντικειμένου αεροσκάφους αποκτά την εμπράγματη ασφάλεια επί του συγκεκριμένου αντικειμένου, υπό τον όρο ότι η εμπράγματη ασφάλεια έχει καταχωρηθεί κατά το χρόνο της αγοράς.

3.   Η κυριότητα ή άλλο δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια επί κινητήρα αεροσκάφους δεν επηρεάζεται από την εγκατάσταση ή την απομάκρυνση αυτού από το αεροσκάφος.

4.   Το Άρθρο 29 παράγραφος 7 της Σύμβασης αναφέρεται σε εξάρτημα, πλην αυτού καθ’ εαυτού του αντικειμένου, που έχει τοποθετηθεί στην άτρακτο, στον κινητήρα ή στο ελικόπτερο.

Άρθρο ΧV

Τροποποίηση των διατάξεων περί εκχωρήσεως

Το Άρθρο 33 παράγραφος 1 της Σύμβασης εφαρμόζεται ωσάν τα ακόλουθα να είχαν προστεθεί αμέσως μετά την υποπαράγραφο β):

«και γ) ο οφειλέτης έχει συναινέσει εγγράφως, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η συναίνεση έχει δοθεί πριν από την εκχώρηση ή προσδιορίζει τον εκδοχέα».

Άρθρο ΧVI

Διατάξεις που αφορούν τον οφειλέτη

1.   Εν απουσία υπερημερίας/αθετήσεως υποχρεώσεων στο πλαίσιο του Άρθρου 11 της Σύμβασης, ο οφειλέτης δικαιούται της αδιατάρακτης κατοχής και χρήσης του αντικειμένου, όπως ορίζεται στη συμφωνία, έναντι:

α)

του πιστωτή και κατόχου οποιασδήποτε εμπράγματης ασφάλειας από την οποία ο οφειλέτης απαλλάσσεται, δυνάμει του Άρθρου 29 παράγραφος 4 της Σύμβασης ή με την ιδιότητα του αγοραστή, σύμφωνα με το Άρθρο ΧΙV παράγραφος 1 του παρόντος Πρωτοκόλλου, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει διαφορετικά·

β)

του κατόχου οποιασδήποτε εμπράγματης ασφάλειας στην οποία υπόκειται το δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια του οφειλέτη δυνάμει του Άρθρου 29 παράγραφος 4 της Σύμβασης ή με την ιδιότητα του αγοραστή, σύμφωνα με το Άρθρο ΧΙV παράγραφος 2 του παρόντος Πρωτοκόλλου, μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος αυτός έχει συμφωνήσει.

2.   Καμία διάταξη της Σύμβασης ή του παρόντος Πρωτοκόλλου δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του πιστωτή για οποιαδήποτε παραβίαση της συμφωνίας κατά το εφαρμοστέο δίκαιο, στο μέτρο που η συμφωνία αυτή αφορά αντικείμενο του αεροσκάφους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΗΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΥΣ

Άρθρο XVII

Η Αρχή Ελέγχου και ο Νηολόγος

1.   Η Αρχή Ελέγχου αποτελεί το διεθνές όργανο, που προσδιορίζεται με Απόφαση που έχει ληφθεί από τη Διπλωματική Διάσκεψη για την Υιοθέτηση Σύμβασης επί Κινητού Εξοπλισμού και Πρωτοκόλλου για τα Αεροσκάφη.

2.   Όταν το αναφερθέν στην προηγούμενη παράγραφο διεθνές όργανο αδυνατεί και δεν επιθυμεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του ως Αρχή Ελέγχου, συγκαλείται η Διάσκεψη των Υπογραψάντων και Συμβαλλομένων Κρατών για τον διορισμό άλλης Αρχής Ελέγχου.

3.   Η Αρχή Ελέγχου, τα στελέχη και το προσωπικό αυτής απολαμβάνουν ασυλίας από δικαστικές και διοικητικές διώξεις είτε σύμφωνα με τους εφαρμοστέους σε σχέση με το διεθνές όργανο κανόνες, είτε με άλλο τρόπο.

4.   Η Αρχή Ελέγχου μπορεί να συστήσει επιτροπή εμπειρογνωμόνων, από πρόσωπα που θα υποδείξουν τα Υπογράψαντα και Συμβαλλόμενα Κράτη και τα οποία θα διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα και εμπειρία, και να αναθέσει σε αυτήν το έργο της παροχής υποστήριξης στην Αρχή Ελέγχου σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων της.

5.   Ο πρώτος Νηολόγος διαχειρίζεται το Διεθνές Νηολόγιο για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου. Εν συνεχεία, διορίζεται ή επαναδιορίζεται από την Αρχή Ελέγχου κάθε πέντε χρόνια.

Άρθρο XVIII

Πρώτοι κανονισμοί

Οι πρώτοι κανονισμοί πρέπει να τεθούν από την Αρχή Ελέγχου, ώστε να ισχύσουν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου.

Άρθρο XIX

Καθορισμός Σημείων Καταγραφής

1.   Σύμφωνα με την παράγραφο 2, κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερα όργανα στην επικράτειά του τα οποία θα λειτουργούν ως σημεία καταγραφής, μέσω των οποίων θα διαβιβάζονται ή θα μπορούν να διαβιβάζονται στο Διεθνές Νηολόγιο οι απαιτούμενες για την καταχώρηση πληροφορίες, εκτός όσων αφορούν την καταχώρηση γνωστοποίησης εθνικής εμπράγματης ασφάλειας ή δικαιώματος ή εμπράγματης ασφάλειας δυνάμει του Άρθρου 40, τα οποία σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις απορρέουν από τους νόμους άλλου Κράτους.

2.   Ο προσδιορισμός που έγινε σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο μπορεί να επιτρέψει, όχι όμως και να υποχρεώσει, τη χρήση του ορισθέντος σημείου ή των ορισθέντων σημείων καταγραφής για πληροφορίες που απαιτούνται για την καταχώρηση κινητήρων αεροσκάφους.

Άρθρο ΧΧ

Πρόσθετες τροποποιήσεις στις διατάξεις για το Νηολόγιο

1.   Υπό την έννοια του Άρθρου 19 παράγραφος 6 της Σύμβασης, τα κριτήρια έρευνας για αντικείμενο αεροσκάφους είναι η επωνυμία του κατασκευαστή, ο αύξων αριθμός του κατασκευαστή και ο καθορισμός του μοντέλου, συμπληρωμένα ως δει, ώστε να διασφαλίζεται η μοναδικότητα. Οι συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες διευκρινίζονται στους κανονισμούς.

2.   Υπό την έννοια του Άρθρου 25 παράγραφος 2 της Σύμβασης και στο πλαίσιο των συνθηκών που καθορίζονται σε αυτό, ο κάτοχος καταχωρημένης μελλοντικής διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας ή καταχωρημένης μελλοντικής εκχώρησης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει καταχωρηθεί μελλοντική πώληση, προβαίνει σε όλες τις ενέργειες που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του για την κατάργηση της καταχώρησης το αργότερο εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη λήψη του αιτήματος που περιγράφεται στην παρούσα παράγραφο.

3.   Οι εισφορές που αναφέρονται στο Άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο η) της Σύμβασης καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να καλύπτουν τα εύλογα έξοδα της δημιουργίας, διαχείρισης και ρύθμισης του Διεθνούς Νηολογίου, καθώς και τις εύλογες δαπάνες που αφορούν την επιτέλεση των λειτουργιών, την ενάσκηση των εξουσιών και την εκτέλεση των καθηκόντων της Αρχής Ελέγχου, όπως αυτά περιγράφονται στο Άρθρο 17 παράγραφος 2 της Σύμβασης.

4.   Ο Νηολόγος διαχειρίζεται και επιβλέπει τις κεντρικές λειτουργίες του Διεθνούς Νηολογίου σε εικοσιτετράωρη βάση. Τα διάφορα σημεία καταγραφής λειτουργούν στις αντίστοιχες επικράτειές τους τουλάχιστον κατά τις εργάσιμες ώρες.

5.   Το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης ή της χρηματοοικονομικής εγγύησης που αναφέρεται στο Άρθρο 28 παράγραφος 4 της Σύμβασης, αναφορικά με κάθε συμβάν, δεν πρέπει να είναι μικρότερο της μέγιστης αξίας του αντικειμένου του αεροσκάφους, όπως αυτή θα καθοριστεί από την Αρχή Ελέγχου.

6.   Καμία διάταξη της Σύμβασης δεν εμποδίζει τον Νηολόγο να επιβάλει ασφαλιστική κάλυψη ή χρηματοοικονομική εγγύηση στις περιπτώσεις για τις οποίες ο Νηολόγος δεν ευθύνεται δυνάμει του Άρθρου 28 της Σύμβασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Άρθρο XXI

Τροποποίηση των διατάξεων περί δικαιοδοσίας

Για τους σκοπούς του Άρθρου 43 της Σύμβασης και σύμφωνα με το Άρθρο 42 αυτής, κάθε δικαστήριο Συμβαλλόμενου Κράτους έχει επίσης δικαιοδοσία, όταν το αντικείμενο είναι ελικόπτερο ή άτρακτος αεροσκάφους για τα οποία το συγκεκριμένο Κράτος είναι το Κράτος νηολόγησης.

Άρθρο XXII

Λόγοι παραίτησης από την προνομιακή προστασία

1.   Σύμφωνα με την παράγραφο 2, η παραίτηση από την προνομιακή προστασία σε σχέση με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων η οποία καθορίζεται στα Άρθρα 42 και 43 της Σύμβασης και η οποία αφορά την αναγκαστική εκτέλεση δικαιωμάτων και εμπράγματων ασφαλειών επί αντικειμένου αεροσκάφους είναι δεσμευτική. Εάν ικανοποιηθούν οι λοιποί όροι μιας τέτοιας δικαιοδοσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης, υφίσταται η συγκεκριμένη δικαιοδοσία και επιτρέπεται η εκτέλεση, ανάλογα με την περίπτωση.

2.   Η παραίτηση από την προνομιακή προστασία της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να γίνεται εγγράφως και να περιλαμβάνει περιγραφή του αντικείμενου του αεροσκάφους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Άρθρο ΧΧΙΙΙ

Σχέση με τη Σύμβαση για τη Διεθνή Αναγνώριση Δικαιωμάτων επί Αεροσκαφών

Η παρούσα Σύμβαση υπερισχύει της Σύμβασης για τη Διεθνή Αναγνώριση των Δικαιωμάτων επί Αεροσκαφών, που υπεγράφη στη Γενεύη στις 19 Ιουνίου 1948, για τα Κράτη εκείνα που είναι συμβαλλόμενα μέρη και των δύο συμβάσεων, όσον αφορά τα αεροσκάφη και τα αντικείμενα αεροσκάφους, όπως αυτά καθορίζονται στο παρόν Πρωτόκολλο. Σε ό,τι αφορά, ωστόσο, τα δικαιώματα ή τις εμπράγματες ασφάλειες που δεν καλύπτονται ή δεν επηρεάζονται από την παρούσα Σύμβαση, ισχύει η Σύμβαση της Γενεύης.

Άρθρο ΧΧΙV

Σχέση με τη Σύμβαση για την Ενοποίηση Συγκεκριμένων Κανόνων που αφορούν τη Συντηρητική Κατάσχεση Αεροσκάφους

1.   Η παρούσα Σύμβαση υπερισχύει της Σύμβασης για την Ενοποίηση Συγκεκριμένων Κανόνων που αφορούν στη Συντηρητική Κατάσχεση Αεροσκάφους, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 29 Μαΐου 1933, για τα Κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη και των δύο Συμβάσεων, όσον αφορά αεροσκάφη, όπως αυτά καθορίζονται στο παρόν Πρωτόκολλο.

2.   Το Συμβαλλόμενο Κράτος που είναι μέρος της ανωτέρω Σύμβασης μπορεί να δηλώσει κατά το χρόνο της επικύρωσης, έγκρισης, αποδοχής ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο ότι δεν θα εφαρμόσει το Άρθρο αυτό.

Άρθρο ΧΧV

Σχέση με τη Σύμβαση UNIDROIT για τη Διεθνή Χρηματοδοτική Μίσθωση

Η Σύμβαση υπερισχύει της Σύμβασης UNIDROIT για τη Διεθνή Χρηματοδοτική Μίσθωση που υπεγράφη στην Οττάβα στις 28 Μαΐου 1988, όσον αφορά αντικείμενα αεροσκάφους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο ΧΧVI

Υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση

1.   Το Πρωτόκολλο αυτό θα ανοιχτεί προς υπογραφή στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001 από τα Κράτη που συμμετέχουν στη Διπλωματική Διάσκεψη για την Υιοθέτηση της Σύμβασης επί Κινητού Εξοπλισμού και του Πρωτοκόλλου για Αεροσκάφη, η οποία λαμβάνει χώρα από τις 29 Οκτωβρίου έως τις 16 Νοεμβρίου 2001 στο Κέιπ Τάουν. Μετά την 16η Νοεμβρίου 2001, το παρόν Πρωτόκολλο θα είναι ανοικτό προς όλα τα Κράτη για υπογραφή στα Κεντρικά Γραφεία του Διεθνούς Ινστιτούτου για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT) στη Ρώμη, μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του δυνάμει του Άρθρου ΧΧVIII.

2.   Το παρόν Πρωτόκολλο υποβάλλεται προς επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση από τα Κράτη που το υπέγραψαν.

3.   Κράτος που δεν έχει υπογράψει το παρόν Πρωτόκολλο μπορεί να προσχωρήσει σε αυτό οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

4.   Η επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση γίνεται με την κατάθεση επίσημου εγγράφου στο Θεματοφύλακα.

5.   Κανένα Κράτος δεν μπορεί να γίνει συμβαλλόμενο μέρος του παρόντος Πρωτοκόλλου, χωρίς να είναι συμβαλλόμενο μέρος και της Σύμβασης.

Άρθρο XXVII

Περιφερειακοί Οργανισμοί Οικονομικής Ενοποίησης

1.   Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης που συνίσταται από κυρίαρχα Κράτη και έχει αρμοδιότητα για συγκεκριμένα θέματα που διέπονται από το παρόν Πρωτόκολλο μπορεί ομοίως να υπογράψει, αποδεχθεί, εγκρίνει ή προσχωρήσει στο παρόν Πρωτόκολλο. Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης θα έχει, στην περίπτωση αυτή, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις Συμβαλλόμενου Κράτους στο βαθμό που ο εν λόγω Οργανισμός έχει αρμοδιότητα σε θέματα του παρόντος Πρωτοκόλλου. Όταν στο Πρωτόκολλο γίνεται λόγος για τον αριθμό των Συμβαλλομένων Κρατών, ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης δεν πρέπει να προσμετράται ως επιπλέον Συμβαλλόμενο Κράτος στα Κράτη Μέλη που είναι Συμβαλλόμενα Κράτη.

2.   Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης, κατά το χρόνο υπογραφής, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, υποβάλλει στο Θεματοφύλακα δήλωση, όπου καθορίζονται τα θέματα που διέπονται από το Πρωτόκολλο, η αρμοδιότητα των οποίων έχει μεταβιβασθεί στον Οργανισμό αυτό από τα Κράτη Μέλη του. Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης γνωστοποιεί αμέσως στο Θεματοφύλακα κάθε αλλαγή στην κατανομή των αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και των νέων μεταβιβάσεων αρμοδιοτήτων που θα καθορίζονται στη δήλωση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

3.   Όταν το απαιτεί το κείμενο, οποιαδήποτε αναφορά σε «Συμβαλλόμενο Κράτος» ή «Συμβαλλόμενα Κράτη» ή «Κράτος Μέλος» ή «Κράτη Μέλη» στο παρόν Πρωτόκολλο ισχύει εξ ίσου για τον Περιφερειακό Οργανισμό Οικονομικής Ενοποίησης.

Άρθρο ΧΧVIII

Έναρξη ισχύος

1.   Το παρόν Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία της κατάθεσης του όγδοου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης μεταξύ των Κρατών που έχουν καταθέσει τα έγγραφα αυτά.

2.   Για τα άλλα Κράτη, το Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.

Άρθρο ΧΧΙΧ

Εδαφικές ενότητες

1.   Εάν Συμβαλλόμενο Κράτος διαθέτει εδαφικές ενότητες όπου ισχύουν διαφορετικά νομικά συστήματα σχετικά με τα ζητήματα που ρυθμίζει το Πρωτόκολλο, είναι δυνατόν κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης να δηλώσει ότι το Πρωτόκολλο ισχύει για όλες ή μόνο για μία ή για περισσότερες εδαφικές ενότητες και να τροποποιήσει τη δήλωσή του, με την υποβολή άλλης δήλωσης σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

2.   Κάθε παρόμοια δήλωση πρέπει να αναφέρει ρητά τις εδαφικές ενότητες στις οποίες ισχύει το παρόν Πρωτόκολλο.

3.   Εάν Συμβαλλόμενο Κράτος δεν έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με την παράγραφο 1, το Πρωτόκολλο ισχύει για όλες τις εδαφικές του ενότητες.

4.   Όταν Συμβαλλόμενο Κράτος επεκτείνει το παρόν Πρωτόκολλο σε μία ή περισσότερες εδαφικές του ενότητες, οι επιτρεπόμενες από το παρόν Πρωτόκολλο δηλώσεις μπορεί να γίνουν για κάθε μία εδαφική ενότητα και οι δηλώσεις για κάθε εδαφική ενότητα μπορεί να είναι διαφορετικές από τις δηλώσεις άλλης.

5.   Εάν, λόγω της δήλωσης που έγινε δυνάμει της παραγράφου 1, το παρόν Πρωτόκολλο επεκταθεί σε μία ή περισσότερες εδαφικές ενότητες Συμβαλλόμενου Κράτους:

α)

ο οφειλέτης θεωρείται ότι βρίσκεται σε Συμβαλλόμενο Κράτος μόνο όταν έχει ιδρυθεί ή αποκτήσει νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το ισχύον στην εδαφική ενότητα δίκαιο στην οποία εφαρμόζεται το Πρωτόκολλο και η Σύμβαση ή, όταν έχει το ειδικό γραφείο του ή την καταστατική του έδρα, το διοικητικό του κέντρο, τον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή τον τόπο της συνήθους διαμονής του στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζονται η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο·

β)

οποιαδήποτε αναφορά στη θέση του αντικειμένου στο Συμβαλλόμενο Κράτος αφορά τη θέση του αντικειμένου στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζονται η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο· και

γ)

οποιαδήποτε αναφορά στις διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους πρέπει να ερμηνεύεται ως αναφορά στις διοικητικές αρχές που έχουν δικαιοδοσία στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζονται η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο και οποιαδήποτε αναφορά σε εθνικό νηολόγιο ή στην νηολογούσα αρχή του Συμβαλλόμενου Κράτους πρέπει να ερμηνεύεται ως αναφορά στο ισχύον νηολόγιο αεροσκαφών ή στη νηολογούσα αρχή που έχει δικαιοδοσία στην εδαφική ενότητα ή ενότητες όπου εφαρμόζονται η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο.

Άρθρο ΧΧΧ

Δηλώσεις που αφορούν συγκεκριμένες διατάξεις

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο να δηλώσει ότι θα εφαρμόσει ένα ή περισσότερα από τα Άρθρα VIII, XII και XIII του Πρωτοκόλλου.

2.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο να δηλώσει ότι θα εφαρμόσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει το Άρθρο Χ του Πρωτοκόλλου. Εάν προβεί στη δήλωση αυτή σύμφωνα με το Άρθρο Χ παράγραφος 2, πρέπει να καθορίσει την απαιτούμενη χρονική περίοδο.

3.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο να δηλώσει ότι θα εφαρμόσει συνολικά την εναλλακτική διαδικασία Α ή τη διαδικασία Β του Άρθρου ΧΙ και, εφόσον προβεί στη δήλωση αυτή, πρέπει να καθορίσει τους τυχόν τύπους της διαδικασίας αφερεγγυότητας στους οποίους θα εφαρμόζεται η εναλλακτική διαδικασία Α και τους τυχόν τύπους στους οποίους θα εφαρμόζεται η εναλλακτική διαδικασία Β. Εάν προβεί στη δήλωση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, πρέπει να καθορίσει την απαιτούμενη από το Άρθρο XI χρονική περίοδο.

4.   Τα δικαστήρια των Συμβαλλομένων Κρατών εφαρμόζουν το Άρθρο ΧΙ σύμφωνα με τη δήλωση που έγινε από το Συμβαλλόμενο Κράτος που αποτελεί τον κύριο τόπο δικαιοδοσίας αναφορικά με τη διαδικασία αφερεγγυότητας.

5.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόσει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, τις διατάξεις του Άρθρου ΧΧΙ. Η δήλωση καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους θα εφαρμόζεται το σχετικό Άρθρο σε περίπτωση που εφαρμόζεται εν μέρει, ή σε άλλη περίπτωση, τους τύπους προσωρινών μέτρων που θα εφαρμοστούν.

Άρθρο XXXI

Δηλώσεις σύμφωνα με τη Σύμβαση

Δηλώσεις που έγιναν δυνάμει της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων όσων έγιναν δυνάμει των Άρθρων 39, 40, 50, 53, 54, 55, 57, 58 και 60 αυτής, θεωρούνται επίσης ότι έγιναν σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά.

Άρθρο ΧΧΧΙΙ

Επιφυλάξεις και δηλώσεις

1.   Το παρόν Πρωτόκολλο δεν επιτρέπει την έκφραση επιφυλάξεων. Οι επιτρεπόμενες από τα Άρθρα ΧΧΙV, XXIX, XXX, XXXI, XXXIII και XXXIV δηλώσεις μπορούν, ωστόσο, να γίνουν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.

2.   Οποιαδήποτε δήλωση ή μεταγενέστερη δήλωση ή απόσυρση δήλωσης, που έγινε σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, πρέπει να γνωστοποιούνται εγγράφως στο Θεματοφύλακα.

Άρθρο XXXIII

Μεταγενέστερες δηλώσεις

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να προβεί σε μεταγενέστερη δήλωση, εξαιρουμένης αυτής του Άρθρου XXXI δυνάμει του Άρθρου 60 της Σύμβασης, οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Πρωτοκόλλου, η οποία και γνωστοποιείται, για τον σκοπό αυτό, στο Θεματοφύλακα.

2.   Κάθε μεταγενέστερη δήλωση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Θεματοφύλακα.

Εάν στη γνωστοποίηση καθορίζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα όσον αφορά την έναρξη ισχύος της δήλωσης, η τελευταία τίθεται σε ισχύ μετά την παρέλευση της εν λόγω μεγαλύτερης περιόδου μετά την παραλαβή της γνωστοποίησης από το Θεματοφύλακα.

3.   Με την επιφύλαξη των προηγούμενων παραγράφων, το παρόν Πρωτόκολλο συνεχίζει να εφαρμόζεται, ωσάν να μην είχε υπάρξει μεταγενέστερη δήλωση, όσον αφορά το σύνολο των δικαιωμάτων και τις εμπράγματες ασφάλειες που ανακύπτουν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος παρόμοιας μεταγενέστερης δήλωσης.

Άρθρο ΧΧΧΙV

Απόσυρση δηλώσεων

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος που έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, εξαιρουμένης αυτής του Άρθρου ΧΧΧΙ δυνάμει του Άρθρου 60 της Σύμβασης, μπορεί να την αποσύρει οποιαδήποτε στιγμή, αφού ενημερώσει το Θεματοφύλακα. Η εν λόγω απόσυρση θα ισχύει από την πρώτη ημέρα του μηνός μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Θεματοφύλακα.

2.   Με την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου, το παρόν Πρωτόκολλο θα συνεχίσει να εφαρμόζεται, ωσάν να μην είχε γίνει απόσυρση της δήλωσης, όσον αφορά όλα τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες που ανακύπτουν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτής της απόσυρσης.

Άρθρο ΧΧΧV

Καταγγελίες

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να καταγγείλει το Πρωτόκολλο με γραπτή γνωστοποίηση στο Θεματοφύλακα.

2.   Κάθε παρόμοια καταγγελία πρέπει να τεθεί σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός μετά την παρέλευση δώδεκα μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Θεματοφύλακα.

3.   Με την επιφύλαξη των προηγούμενων παραγράφων, το παρόν Πρωτόκολλο συνεχίζει να εφαρμόζεται, ωσάν να μην είχε γίνει η καταγγελία αυτή, όσον αφορά το σύνολο των δικαιωμάτων και τις εμπράγματες ασφάλειες που ανακύπτουν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της καταγγελίας.

Άρθρο ΧΧΧVI

Διασκέψεις αναθεώρησης, τροποποιήσεις και σχετικά ζητήματα

1.   Ο Θεματοφύλακας, σε συνεννόηση με την Αρχή Ελέγχου, συντάσσει αναφορές για τα Συμβαλλόμενα Κράτη είτε σε ετήσια βάση, είτε όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, όσον αφορά τον τρόπο που λειτουργεί στην πράξη το διεθνές καθεστώς που καθιερώθηκε με την παρούσα Σύμβαση και τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο. Κατά τη σύνταξη των αναφορών αυτών, ο Θεματοφύλακας πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τις αναφορές της Αρχής Ελέγχου σε ό,τι αφορά τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος νηολόγησης.

2.   Κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον του εικοσιπέντε τοις εκατό των Συμβαλλομένων Κρατών, ο Θεματοφύλακας πρέπει να συγκαλεί Διασκέψεις Αναθεώρησης σε τακτά χρονικά διαστήματα, ύστερα από συνεννόηση με την Αρχή Ελέγχου, με στόχο την εξέταση:

α)

της πρακτικής εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο, και της αποτελεσματικότητάς της όσον αφορά τη διευκόλυνση χορηγήσεων βάσει των στοιχείων ενεργητικού και της μίσθωσης των αντικειμένων τα οποία καλύπτονται από τους όρους της·

β)

της δικαστικής ερμηνείας που δόθηκε και της εφαρμογής των όρων του Πρωτοκόλλου και των κανονισμών·

γ)

της λειτουργίας του διεθνούς συστήματος νηολόγησης, της απόδοσης του Νηολόγου και της επίβλεψής του από την Αρχή Ελέγχου, λαμβανομένων υπόψη των αναφορών της Αρχής Ελέγχου· και

δ)

του κατά πόσον είναι επιθυμητές οποιεσδήποτε τροποποιήσεις του Πρωτοκόλλου ή ρυθμίσεις που αφορούν το Διεθνές Νηολόγιο.

3.   Οποιαδήποτε τροποποίηση του παρόντος Πρωτοκόλλου, θα πρέπει να εγκριθεί τουλάχιστον από τα δύο τρίτα των Συμβαλλομένων Κρατών που συμμετέχουν στην αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο Διάσκεψη και να τεθεί σε ισχύ στα κράτη που έχουν επικυρώσει, αποδεχθεί ή εγκρίνει την τροποποίηση, εφόσον έχει επικυρωθεί, γίνει αποδεκτή ή εγκριθεί από οκτώ Κράτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου ΧΧVΙΙΙ που αφορούν στην έναρξη της ισχύος του.

Άρθρο ΧΧΧVII

Θεματοφύλακας και λειτουργίες του

1.   Τα έγραφα επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης κατατίθενται στο Διεθνές Ινστιτούτο για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT) που ορίζεται στο εξής ως Θεματοφύλακας.

2.   Ο Θεματοφύλακας:

α)

πληροφορεί όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη για:

i)

κάθε νέα υπογραφή ή κατάθεση εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης και την ημερομηνία αυτών,

ii)

την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου,

iii)

κάθε δήλωση που έχει γίνει σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο και την ημερομηνία αυτής,

iv)

την απόσυρση ή τροποποίηση οποιασδήποτε δήλωσης και την ημερομηνία αυτών, και

v)

τη γνωστοποίηση κάθε καταγγελίας του Πρωτοκόλλου, την ημερομηνία καταγγελίας και την έναρξη ισχύος της·

β)

διαβιβάζει γνήσια επικυρωμένα αντίγραφα του Πρωτοκόλλου σε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη·

γ)

παρέχει στην Αρχή Ελέγχου και στο Νηολόγο αντίγραφα κάθε εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης μαζί με την ημερομηνία κατάθεσής τους, κάθε δήλωσης ή απόσυρσης ή τροποποίησης δήλωσης και κάθε γνωστοποίησης καταγγελίας μαζί με την ημερομηνία αυτών, ώστε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη να έχουν εύκολη και πλήρη πρόσβαση στις πληροφορίες· και

δ)

εκτελεί όλα τα άλλα καθήκοντα για τα οποία είναι αρμόδιοι οι Θεματοφύλακες.

ΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες Πληρεξούσιοι υπέγραψαν το Πρωτόκολλο, έχοντας πλήρη εξουσιοδότηση.

ΚΑΤΑΡΤΙΣΤΗΚΕ στο Κέιπ Τάουν τη δέκατη έκτη ημέρα του μηνός Νοεμβρίου του έτους δύο χιλιάδες ένα, σε ένα μόνο πρωτότυπο στην αγγλική, αραβική, κινεζική, γαλλική, ρωσική και ισπανική γλώσσα, με όλα τα κείμενα να θεωρούνται εξίσου αυθεντικά. Τη γνησιότητα των κειμένων τεκμηρίωσε η Μεικτή Γραμματεία της Διάσκεψης, βασιζόμενη στην μεταξύ τους πιστότητα, κατόπιν εξουσιοδότησης του Προέδρου της Διάσκεψης, εντός ενενήντα ημερών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΥΠΟΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ

Image


III Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει της συνθήκης ΕΕ

ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΓΚΡΙΘΕΙΣΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΩΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΕ

15.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 121/37


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 6ης Απριλίου 2009

για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ)

(2009/371/ΔΕΥ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 30 παράγραφος 2 και το άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο γ),

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση της 7ης Φεβρουαρίου 1992, ενώ οι σχετικές ρυθμίσεις περιλαμβάνονται στη σύμβαση για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας («σύμβαση Ευρωπόλ») (2) δυνάμει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

(2)

Η σύμβαση Ευρωπόλ υπέστη σειρά τροποποιήσεων οι οποίες έχουν περιληφθεί σε τρία πρωτόκολλα τα οποία τέθηκαν σε ισχύ κατόπιν χρονοβόρας διαδικασίας επικύρωσης. Ως εκ τούτου, η αντικατάσταση της σύμβασης από απόφαση θα διευκολύνει τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις.

(3)

Η απλούστευση και η βελτίωση του νομικού πλαισίου που διέπει την Ευρωπόλ μπορούν εν μέρει να επιτευχθούν με την καθιέρωση της Ευρωπόλ ως φορέα της Ένωσης χρηματοδοτούμενο από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χάρη στην επακόλουθη εφαρμογή των γενικών κανόνων και διαδικασιών.

(4)

Οι νομικές πράξεις που εκδόθηκαν πρόσφατα με σκοπό την ίδρυση τέτοιων φορέων της Ένωσης σε τομείς που εμπίπτουν στον τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση [απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (3) και απόφαση 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (ΕΑΑ) (4)] προσέλαβαν τη μορφή αποφάσεων του Συμβουλίου, διότι οι αποφάσεις αυτές μπορούν να προσαρμοσθούν ευκολότερα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και στις αναφαινόμενες πολιτικές προτεραιότητες.

(5)

Η ίδρυση της Ευρωπόλ ως φορέα της Ένωσης που θα χρηματοδοτείται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ενισχύσει τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε σχέση με τον έλεγχο της Ευρωπόλ, μέσω της συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην έγκριση του προϋπολογισμού, περιλαμβανομένου του πίνακα προσωπικού, και στη διαδικασία απαλλαγής.

(6)

Η υπαγωγή της Ευρωπόλ στους γενικούς κανόνες και διαδικασίες που ισχύουν για τους παρόμοιους φορείς της Ένωσης θα διασφαλίσει την απλούστευση σε διοικητικό επίπεδο, οπότε η Ευρωπόλ θα έχει τη δυνατότητα να αφιερώνει μεγαλύτερο μέρος των μέσων που διαθέτει στην εκπλήρωση των κύριων καθηκόντων της.

(7)

Περαιτέρω απλούστευση και βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπόλ μπορεί να επιτευχθεί με την εφαρμογή μέτρων που θα κατατείνουν στη διεύρυνση των δυνατοτήτων της Ευρωπόλ να επικουρεί και να στηρίζει τις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών, χωρίς την παραχώρηση εκτελεστικών εξουσιών στο προσωπικό της Ευρωπόλ.

(8)

Μία από τις βελτιώσεις αυτές είναι να διασφαλισθεί η δυνατότητα της Ευρωπόλ να υποβοηθά τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για την καταπολέμηση συγκεκριμένων μορφών σοβαρών αξιόποινων πράξεων, χωρίς τον περιορισμό που ισχύει σήμερα σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις για την εμπλοκή οργανωμένου εγκληματικού κυκλώματος.

(9)

Η σύσταση κοινών ομάδων έρευνας θα πρέπει να ενθαρρυνθεί και είναι σημαντικό για το προσωπικό της Ευρωπόλ να μπορεί να συμμετέχει στις ομάδες αυτές. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι θα υπάρχει δυνατότητα συμμετοχής σε κάθε κράτος μέλος, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι τα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ δεν απολαύουν ασυλιών όταν συμμετέχουν με βοηθητικό ρόλο σε κοινές ομάδες έρευνας. Αυτό θα καταστεί δυνατό μετά την έκδοση σχετικού κανονισμού βάσει του άρθρου 16 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(10)

Οι εθνικές μονάδες της Ευρωπόλ θα πρέπει να έχουν άμεση πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που είναι καταχωρισμένα στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ προς αποφυγή περιττών διαδικασιών.

(11)

Για την πραγματοποίηση των στόχων της, η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αυτοματοποιημένο τρόπο ή σε μη αυτοματοποιημένα διαρθρωμένα αρχεία. Επομένως, θα πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλισθεί επίπεδο προστασίας των δεδομένων αντίστοιχο τουλάχιστον με εκείνο που απορρέει από την εφαρμογή των αρχών της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των προσώπων έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 1981, και των μεταγενέστερων τροποποιήσεων αυτής, μόλις οι τροποποιήσεις αυτές αρχίσουν να ισχύουν μεταξύ των κρατών μελών.

(12)

Η απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις εφαρμόζεται για τη μεταφορά δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ. Η δέσμη διατάξεων περί προστασίας των δεδομένων στην παρούσα απόφαση δεν θίγεται από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, η παρούσα δε απόφαση περιέχει ειδικές διατάξεις για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίες ρυθμίζουν λεπτομερέστερα αυτά τα θέματα λόγω της ιδιαιτερότητας της φύσεως, των λειτουργιών και των αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ.

(13)

Είναι αναγκαίο να καθιερωθεί θέση υπεύθυνου προστασίας δεδομένων, ο οποίος θα είναι αρμόδιος για τη διασφάλιση, υπό καθεστώς ανεξαρτησίας, της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων και της τήρησης των διατάξεων της παρούσας απόφασης σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, περιλαμβανομένης της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικών με το προσωπικό της Ευρωπόλ το οποίο προστατεύεται βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (5).

(14)

Οι υφιστάμενες δυνατότητες της Ευρωπόλ όσον αφορά τη δημιουργία και τη διαχείριση συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών προς στήριξη των καθηκόντων της θα πρέπει να διευρυνθούν. Τα εν λόγω πρόσθετα συστήματα επεξεργασίας πληροφοριών θα πρέπει να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν σύμφωνα με τις γενικές αρχές της προστασίας δεδομένων που κατοχυρώνονται στη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981 και της σύστασης αριθ. R(87) 15 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, μέσω απόφασης του διοικητικού συμβουλίου η οποία εγκρίνεται από το Συμβούλιο.

(15)

Η παρούσα απόφαση δεν παρακωλύει την τήρηση της αρχής της πρόσβασης του κοινού στα επίσημα έγγραφα.

(16)

Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Ευρωπόλ θα πρέπει να συνεργάζεται με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οργανισμούς, περιλαμβανομένης της Eurojust, διασφαλίζοντας ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των δεδομένων.

(17)

Η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι ικανή να συνάπτει συμφωνίες ή ρυθμίσεις συνεργασίας με θεσμικά όργανα, φορείς και οργανισμούς της Ένωσης ή της Κοινότητας, με στόχο την αύξηση της αμοιβαίας αποτελεσματικότητας για την καταπολέμηση σοβαρών μορφών εγκληματικότητας οι οποίες υπάγονται στην αντίστοιχη αρμοδιότητα των μερών, καθώς και προς αποφυγή αλληλεπικαλύψεων.

(18)

Είναι σκόπιμος ο εξορθολογισμός των δυνατοτήτων της Ευρωπόλ να συνεργάζεται με τρίτες χώρες και οργανισμούς, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτικότητα με τη γενική πολιτική της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα, με τη θέσπιση νέων διατάξεων για τον τρόπο υλοποίησης της συνεργασίας αυτής στο μέλλον.

(19)

Η διοίκηση της Ευρωπόλ θα πρέπει να βελτιωθεί με την καθιέρωση απλουστευμένων διαδικασιών, με γενικότερες περιγραφές των καθηκόντων του διοικητικού της συμβουλίου και με την καθιέρωση κοινού κανόνα που να προβλέπει ότι όλες οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται με πλειοψηφία δύο τρίτων.

(20)

Είναι επίσης ευκταίο να προβλεφθεί η αναβάθμιση του ελέγχου που ασκεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί της Ευρωπόλ, ούτως ώστε να διασφαλισθεί ότι η Ευρωπόλ θα παραμείνει ένας πλήρως υπεύθυνος και διαφανής οργανισμός, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης κατοχύρωσης του απορρήτου των επιχειρησιακών πληροφοριών.

(21)

Ο δικαστικός έλεγχος επί της Ευρωπόλ θα ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 35 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

(22)

Για να είναι η Ευρωπόλ σε θέση να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντά της με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των ικανοτήτων της, ενδείκνυται να θεσπισθούν προσεκτικά σχεδιασμένες μεταβατικές ρυθμίσεις.

(23)

Επειδή ο στόχος της παρούσας απόφασης, δηλαδή η ίδρυση φορέα επιφορτισμένου με τη συνεργασία για την επιβολή του νόμου σε επίπεδο Ένωσης, δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, ως εκ τούτου, λόγω της κλίμακας και των συνεπειών της σχετικής δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας την οποία ορίζει το άρθρο 5 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου.

(24)

Η παρούσα απόφαση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ

Άρθρο 1

Ίδρυση

1.   Με την παρούσα απόφαση αντικαθίστανται οι διατάξεις της σύμβασης που βασίζεται στο άρθρο Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας («σύμβαση Ευρωπόλ»).

Η έδρα της Ευρωπόλ είναι στη Χάγη των Κάτω Χωρών.

2.   Η Ευρωπόλ, όπως αναφέρεται στην παρούσα απόφαση, λογίζεται ως διάδοχος της Ευρωπόλ, ως αυτή ιδρύθηκε με τη σύμβαση Ευρωπόλ.

3.   Η Ευρωπόλ συνδέεται σε κάθε κράτος μέλος με μία μόνον εθνική μονάδα, η οποία θα συσταθεί ή θα ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 8.

Άρθρο 2

Ικανότητα δικαίου

1.   Η Ευρωπόλ διαθέτει νομική προσωπικότητα.

2.   Σε κάθε κράτος μέλος, η Ευρωπόλ διαθέτει την ευρύτερη δυνατή δικαιοπρακτική ικανότητα που αναγνωρίζεται στα νομικά πρόσωπα από τη νομοθεσία του εκάστοτε κράτους μέλους. Η Ευρωπόλ δύναται ιδίως να αποκτά ή να εκποιεί κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

3.   Η Ευρωπόλ εξουσιοδοτείται να συνάψει συμφωνία περί της έδρας της με το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.

Άρθρο 3

Σκοπός

Σκοπός της Ευρωπόλ είναι η υποστήριξη και η ενίσχυση της δράσης των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και της αμοιβαίας συνεργασίας τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και άλλων μορφών σοβαρού εγκλήματος που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.

Ως «αρμόδιες αρχές» κατά την έννοια της παρούσας απόφασης νοούνται όλες οι δημόσιες αρχές που υπάρχουν στα κράτη μέλη και είναι επιφορτισμένες, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, με την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων.

Άρθρο 4

Αρμοδιότητα

1.   Στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ εμπίπτουν το οργανωμένο έγκλημα, η τρομοκρατία και άλλες μορφές σοβαρού εγκλήματος όπως απαριθμούνται στο παράρτημα, οι οποίες επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη κατά τρόπο που απαιτεί κοινή προσέγγιση από τα κράτη μέλη, λαμβανομένων υπόψη του εύρους, της σημασίας και των συνεπειών των αξιόποινων πράξεων.

2.   Κατόπιν συστάσεως του διοικητικού συμβουλίου, το Συμβούλιο καθορίζει τις προτεραιότητές του για την Ευρωπόλ, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών που εκπονεί η Ευρωπόλ.

3.   Στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ εμπίπτουν επίσης οι συναφείς αξιόποινες πράξεις. Ως συναφείς αξιόποινες πράξεις νοούνται οι εξής:

α)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την απόκτηση των μέσων για την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

β)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση ή την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

γ)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση της ατιμωρησίας για πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ.

Άρθρο 5

Καθήκοντα

1.   Τα κύρια καθήκοντα της Ευρωπόλ είναι τα εξής:

α)

η συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων·

β)

η άμεση ενημέρωση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, μέσω της εθνικής μονάδας που αναφέρεται στο άρθρο 8 για πληροφορίες που τις αφορούν και για τη συνάφεια που ενδεχομένως διαπιστώνεται μεταξύ αξιόποινων πράξεων·

γ)

η διευκόλυνση ερευνών που διεξάγονται στα κράτη μέλη, ιδίως, με τη διαβίβαση όλων των συναφών πληροφοριών στις εθνικές μονάδες·

δ)

η υποβολή αιτήματος στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών για την έναρξη, διεξαγωγή ή τον συντονισμό ερευνών, και η πρόταση σύστασης κοινών ομάδων έρευνας σε συγκεκριμένες υποθέσεις·

ε)

η παροχή στοιχείων και αναλυτικής υποστήριξης στα κράτη μέλη σε σχέση με μείζονος σημασίας διεθνή συμβάντα·

στ)

η εκπόνηση αξιολόγησης απειλών, στρατηγικών αναλύσεων και γενικών εκθέσεων για την πρόοδο των εργασιών σχετικά με την εκπλήρωση του στόχου της, περιλαμβανομένης της αξιολόγησης απειλών όσον αφορά το οργανωμένο έγκλημα.

2.   Τα καθήκοντα που καθορίζονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν την παροχή υποστήριξης στα κράτη μέλη για την άσκηση των καθηκόντων τους που συνίστανται στη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών από το Διαδίκτυο με σκοπό την παροχή βοήθειας για τον εντοπισμό εγκληματικών δραστηριοτήτων που διευκολύνονται ή διενεργούνται με τη χρήση του Διαδικτύου.

3.   Η Ευρωπόλ επιφορτίζεται με τα εξής πρόσθετα καθήκοντα:

α)

την ανάπτυξη ειδικών γνώσεων για τις διαδικασίες έρευνας των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και την παροχή συμβουλών σε σχέση με διεξαγόμενες έρευνες·

β)

την παροχή στρατηγικής σημασίας στοιχείων, προκειμένου να διευκολύνει και να προάγει την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση των πόρων που είναι διαθέσιμοι σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης για επιχειρησιακές δραστηριότητες και για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων αυτών.

4.   Επιπλέον, στο πλαίσιο του στόχου της βάσει του άρθρου 3, η Ευρωπόλ δύναται, ανάλογα με το δυναμικό προσωπικού και τις δημοσιονομικές της δυνατότητες, καθώς και εντός των ορίων που θέτει το διοικητικό συμβούλιο, να επικουρεί τα κράτη μέλη μέσω υποστήριξης, παροχής συμβουλών και διεξαγωγής ερευνών στους ακόλουθους τομείς:

α)

την εκπαίδευση των μελών των αρμόδιων αρχών τους, οσάκις ενδείκνυται σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία·

β)

την οργάνωση και τον εξοπλισμό των εν λόγω αρχών, μέσω της διευκόλυνσης της παροχής τεχνικής υποστήριξης μεταξύ των κρατών μελών·

γ)

τις μεθόδους πρόληψης της εγκληματικότητας·

δ)

τις τεχνικές και εγκληματολογικές μεθόδους και τη σχετική ανάλυση, καθώς και διαδικασίες διεξαγωγής ερευνών.

5.   Η Ευρωπόλ ενεργεί επίσης ως Κεντρική Υπηρεσία για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ σύμφωνα με την απόφαση 2005/511/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2005, σχετικά με την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και κιβδηλεία μέσω του ορισμού της Ευρωπόλ ως κεντρικής υπηρεσίας για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ (6). Η Ευρωπόλ μπορεί επίσης να ενθαρρύνει τον συντονισμό των μέτρων που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ ή στα πλαίσια κοινών ομάδων έρευνας, ενδεχομένως σε συνεννόηση με φορείς της Ένωσης ή τρίτων χωρών. Κατόπιν αιτήματος, η Ευρωπόλ μπορεί να στηρίξει οικονομικά έρευνες κατά της παραχάραξης του ευρώ.

Άρθρο 6

Συμμετοχή σε κοινές ομάδες έρευνας

1.   Το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται να συμμετέχει με βοηθητικό ρόλο σε κοινές ομάδες έρευνας, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων που συγκροτούνται δυνάμει του άρθρου 1 της απόφασης-πλαίσιο 2002/465/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τις κοινές ομάδες έρευνας (7), δυνάμει του άρθρου 13 της σύμβασης της 29ης Μαΐου 2000 για την αμοιβαία συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (8) ή δυνάμει του άρθρου 24 της σύμβασης της 18ης Δεκεμβρίου 1997 περί αμοιβαίας συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών (9), στο βαθμό που οι ομάδες αυτές ερευνούν αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η Ευρωπόλ είναι αρμόδια δυνάμει του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης.

Το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται, εντός των ορίων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η εκάστοτε κοινή ομάδα έρευνας και με βάση τη συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 2, να παρέχει βοήθεια για όλες τις δραστηριότητες και να ανταλλάσσει πληροφορίες με όλα τα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας, σύμφωνα με την παράγραφο 4. Δεν συμμετέχει ωστόσο στη λήψη αναγκαστικών μέτρων.

2.   Οι διοικητικές παράμετροι της συμμετοχής μελών του προσωπικού της Ευρωπόλ σε κοινές ομάδες έρευνας καθορίζονται σε συμφωνία μεταξύ του διευθυντή της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών που μετέχουν στην κοινή ομάδα έρευνας, με τη σύμπραξη των εθνικών μονάδων. Οι κανόνες που διέπουν τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο.

3.   Στους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 διευκρινίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ τίθενται στη διάθεση της κοινής ομάδας έρευνας.

4.   Με βάση τη συμφωνία που προβλέπει η παράγραφος 2, το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται να συνεννοείται απευθείας με τα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας και να παρέχει στα μέλη και στα αποσπασμένα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας, σύμφωνα με την παρούσα απόφαση, πληροφορίες από οποιεσδήποτε συνιστώσες των συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 10. Σε περίπτωση απευθείας συνεννόησης, η Ευρωπόλ ενημερώνει συγχρόνως τις εθνικές μονάδες των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στην ομάδα, καθώς και εκείνες των κρατών μελών που παρείχαν τις σχετικές πληροφορίες.

5.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ, κατά τη συμμετοχή του σε κοινή ομάδα έρευνας, μπορούν, με τη συγκατάθεση και υπό την ευθύνη του κράτους μέλους που παρέσχε την πληροφορία, να καταχωρίζονται σε οποιοδήποτε τμήμα του συστήματος επεξεργασίας πληροφοριών του άρθρου 10 υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα απόφαση.

6.   Κατά τη διάρκεια των εργασιών μιας κοινής ομάδας έρευνας, τα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ υπόκεινται, σε σχέση με τις αξιόποινες πράξεις που έχουν διαπραχθεί εις βάρος τους ή από αυτά, στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου διεξάγονται οι εργασίες της ομάδας η οποία ισχύει για πρόσωπα που ασκούν ανάλογα καθήκοντα.

Άρθρο 7

Αιτήματα της Ευρωπόλ για την έναρξη ποινικών ερευνών

1.   Τα κράτη μέλη επιλαμβάνονται κάθε αιτήματος της Ευρωπόλ για την έναρξη, τη διενέργεια ή τον συντονισμό ερευνών για συγκεκριμένες υποθέσεις και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τέτοιου είδους αιτήματα. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Ευρωπόλ σχετικά με το ενδεχόμενο έναρξης της αιτηθείσας έρευνας.

2.   Προτού απευθύνει αίτημα για την έναρξη ποινικών ερευνών, η Ευρωπόλ ενημερώνει σχετικά την Eurojust.

3.   Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποφασίσουν να μη συμμορφωθούν με αίτημα της Ευρωπόλ, την ενημερώνουν για την απόφασή τους και για τους λόγους που τους οδηγούν σ’ αυτή, εκτός αν αδυνατούν να παραθέσουν τους σχετικούς λόγους επειδή:

α)

η παράθεση των λόγων θα έθιγε ουσιώδη εθνικά συμφέροντα ασφαλείας· ή

β)

η παράθεση των λόγων θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση ερευνών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή την ασφάλεια φυσικών προσώπων.

4.   Οι απαντήσεις σε αιτήματα της Ευρωπόλ για την έναρξη, τη διενέργεια ή τον συντονισμό ερευνών για συγκεκριμένες υποθέσεις και οι πληροφορίες προς την Ευρωπόλ σχετικά με τα πορίσματα ερευνών διαβιβάζονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση και στη σχετική εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 8

Εθνικές μονάδες

1.   Κάθε κράτος μέλος συγκροτεί ή ορίζει μια εθνική μονάδα υπεύθυνη για την άσκηση των καθηκόντων που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. Σε κάθε κράτος μέλος διορίζεται ένας δημόσιος λειτουργός ως προϊστάμενος της εθνικής μονάδας.

2.   Η εθνική μονάδα αποτελεί τη μοναδική υπηρεσία-σύνδεσμο μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Εντούτοις, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν τις απευθείας επαφές μεταξύ των αρμόδιων αρχών που έχουν ορίσει και της Ευρωπόλ υπό όρους που καθορίζει το εκάστοτε κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένης της προηγούμενης ανάμειξης της εθνικής μονάδας.

Η εθνική μονάδα λαμβάνει ταυτόχρονα από την Ευρωπόλ όλες τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια των απευθείας επαφών μεταξύ της Ευρωπόλ και των οικείων αρμόδιων αρχών. Οι σχέσεις μεταξύ της εθνικής μονάδας και των αρμόδιων αρχών διέπονται από το εκάστοτε εθνικό δίκαιο και, ιδίως, από τους σχετικούς εθνικούς συνταγματικούς κανόνες.

3.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζουν ότι οι εθνικές μονάδες είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντά τους και, ιδίως, ότι διαθέτουν πρόσβαση στα συναφή εθνικά δεδομένα.

4.   Οι εθνικές μονάδες:

α)

παρέχουν στην Ευρωπόλ, με δική τους πρωτοβουλία, τις πληροφορίες και τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων της·

β)

απαντούν στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών, στοιχείων και συμβουλών της Ευρωπόλ·

γ)

επικαιροποιούν τις πληροφορίες και τα στοιχεία·

δ)

αξιολογούν τις πληροφορίες και τα στοιχεία σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για λογαριασμό των αρμόδιων αρχών και τους διαβιβάζουν το σχετικό υλικό·

ε)

ζητούν από την Ευρωπόλ συμβουλές, πληροφορίες, στοιχεία και αναλύσεις·

στ)

διαβιβάζουν πληροφορίες στην Ευρωπόλ προς αποθήκευση στις βάσεις δεδομένων της·

ζ)

μεριμνούν ώστε κάθε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και των ιδίων να γίνεται σύμφωνα με το νόμο.

5.   Υπό την επιφύλαξη της εκ μέρους των κρατών μελών άσκησης των καθηκόντων τους αναφορικά με την τήρηση του νόμου και της τάξης και τη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας, μια εθνική μονάδα δεν υποχρεούται, σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, να διαθέσει πληροφορίες και στοιχεία, εάν κάτι τέτοιο:

α)

θα έθιγε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφαλείας·

β)

θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση διεξαγόμενης έρευνας ή την ασφάλεια φυσικών προσώπων· ή

γ)

θα συνεπάγετο την κοινολόγηση πληροφοριών σχετικά με οργανώσεις ή συγκεκριμένες δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών στον τομέα της κρατικής ασφάλειας.

6.   Τα έξοδα επικοινωνίας των εθνικών μονάδων με την Ευρωπόλ βαρύνουν τα κράτη μέλη και, με εξαίρεση τα έξοδα διασύνδεσης, δεν βαρύνουν την Ευρωπόλ.

7.   Οι προϊστάμενοι των εθνικών μονάδων συνεδριάζουν τακτικά για να συνδράμουν την Ευρωπόλ σε επιχειρησιακά θέματα, είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήσεως του διοικητικού συμβουλίου ή του διευθυντή, προκειμένου:

α)

να μελετήσουν και να αναπτύξουν προτάσεις για τη βελτίωση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Ευρωπόλ και να ενθαρρύνουν τη δέσμευση των κρατών μελών έναντι της Ευρωπόλ·

β)

να αξιολογήσουν τις εκθέσεις και τις αναλύσεις που εκπονούνται από την Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο στ), και να αναπτύξουν μέτρα προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή τα πορίσματά τους·

γ)

να υποστηρίξουν τη σύσταση κοινών ομάδων έρευνας με τη συμμετοχή της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και το άρθρο 6.

Άρθρο 9

Αξιωματικοί-σύνδεσμοι

1.   Έκαστη εθνική μονάδα αποσπά τουλάχιστον έναν αξιωματικό-σύνδεσμο στην Ευρωπόλ. Υπό την επιφύλαξη τυχόν αντίθετων ειδικών διατάξεων της παρούσας απόφασης, οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους που τους έχει αποσπάσει.

2.   Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι συνιστούν τα εθνικά γραφεία σύνδεσης στην Ευρωπόλ και είναι επιφορτισμένοι από την εθνική τους μονάδα να εκπροσωπούν τα συμφέροντά της στα πλαίσια της Ευρωπόλ, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που τους έχει αποσπάσει και με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στη διοίκηση της Ευρωπόλ.

3.   Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφοι 4 και 5, οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι:

α)

παρέχουν στην Ευρωπόλ πληροφορίες προερχόμενες από την εκάστοτε εθνική μονάδα που τους έχει αποσπάσει·

β)

διαβιβάζουν πληροφορίες της Ευρωπόλ προς την εκάστοτε εθνική μονάδα που τους έχει αποσπάσει·

γ)

συνεργάζονται με τους υπαλλήλους της Ευρωπόλ μέσω της παροχής πληροφοριών και συμβουλών· και

δ)

βοηθούν στην ανταλλαγή πληροφοριών που προέρχονται από τις εθνικές τους μονάδες με τους αξιωματικούς-συνδέσμους άλλων κρατών μελών, υπό την ευθύνη τους και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Αντικείμενο αυτών των διμερών ανταλλαγών μπορεί επίσης να είναι αξιόποινες πράξεις που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ, στο μέτρο που τούτο επιτρέπεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

4.   Το άρθρο 35 ισχύει κατ’ αναλογία για τις δραστηριότητες των αξιωματικών-συνδέσμων.

5.   Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των αξιωματικών-συνδέσμων σε σχέση με την Ευρωπόλ καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο.

6.   Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι απολαύουν των αναγκαίων για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους προνομίων και ασυλιών σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 51.

7.   Η Ευρωπόλ λαμβάνει μέριμνα ούτως ώστε οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι να ενημερώνονται πλήρως και να μετέχουν στην άσκηση του συνόλου των δραστηριοτήτων της, στον βαθμό που τούτο συνάδει με τη θέση τους.

8.   Η Ευρωπόλ θέτει δωρεάν στη διάθεση των κρατών μελών τους αναγκαίους χώρους στο κτίριό της και κατάλληλη στήριξη για την εκπλήρωση των δραστηριοτήτων των αξιωματικών-συνδέσμων. Όλα τα υπόλοιπα έξοδα που ανακύπτουν σε σχέση με την απόσπαση των αξιωματικών-συνδέσμων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους του εξοπλισμού που τους παρέχεται, βαρύνουν το κράτος μέλος απόσπασης, υπό την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης εισήγησης του διοικητικού συμβουλίου, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στο πλαίσιο της κατάρτισης του προϋπολογισμού της Ευρωπόλ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 10

Επεξεργασία πληροφοριών

1.   Στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων της, η Ευρωπόλ επεξεργάζεται πληροφορίες και στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης. Η Ευρωπόλ συγκροτεί και διατηρεί σε λειτουργία το Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ, το οποίο μνημονεύεται στο άρθρο 11, και τα «αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση», που μνημονεύονται στο άρθρο 14. Η Ευρωπόλ μπορεί επίσης να συγκροτεί και να διατηρεί σε λειτουργία άλλα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία συγκροτούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Το διοικητικό συμβούλιο, έπειτα από πρόταση του διευθυντή και αφού λάβει υπόψη του τις δυνατότητες που προσφέρουν τα υφιστάμενα συστήματα επεξεργασίας πληροφοριών της Ευρωπόλ και ζητήσει τη γνώμη της Κοινής Εποπτικής Αρχής, αποφασίζει για τη συγκρότηση νέου συστήματος επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου υποβάλλεται στο Συμβούλιο προς έγκριση.

3.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς υπό τους οποίους η Ευρωπόλ μπορεί να συγκροτήσει το νέο σύστημα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικών με τις κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1, αλλά όχι την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τις πολιτικές απόψεις, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, και την επεξεργασία δεδομένων που αναφέρονται στην υγεία και τη σεξουαλική ζωή. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου διασφαλίζει ότι οι αρχές και τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 18, 19, 20, 27, 29 και 35 εφαρμόζονται ορθά. Συγκεκριμένα, η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου καθορίζει τον σκοπό του νέου συστήματος, την πρόσβαση στα δεδομένα και τη χρήση τους, καθώς και τις προθεσμίες για την αποθήκευση και τη διαγραφή των δεδομένων.

4.   Η Ευρωπόλ μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα για να εξακριβώνει κατά πόσον τα δεδομένα αυτά έχουν σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων της και δύνανται να συμπεριληφθούν στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ που αναφέρεται στο άρθρο 11, στα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση που αναφέρονται στο άρθρο 14 ή σε άλλα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συγκροτούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Το διοικητικό συμβούλιο, έπειτα από πρόταση του διευθυντή και αφού ζητήσει τη γνώμη της Κοινής Εποπτικής Αρχής, καθορίζει τις προϋποθέσεις επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα και τη χρήση τους, καθώς και τις προθεσμίες για την αποθήκευση και τη διαγραφή των δεδομένων οι οποίες δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν τους έξι μήνες, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 27. Η απόφαση αυτή του διοικητικού συμβουλίου υποβάλλεται στο Συμβούλιο προς έγκριση.

Άρθρο 11

Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ

1.   Η Ευρωπόλ διατηρεί σε λειτουργία το Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ.

2.   Η Ευρωπόλ διασφαλίζει την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας απόφασης σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος πληροφοριών Ευρωπόλ. Είναι υπεύθυνη για την προσήκουσα λειτουργία του συστήματος πληροφοριών από τεχνικής και επιχειρησιακής πλευράς και λαμβάνει, ιδίως, τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλίζεται η προσήκουσα εφαρμογή των μέτρων που μνημονεύονται στα άρθρα 20, 29, 31 και 35 σε σχέση με το σύστημα πληροφοριών Ευρωπόλ.

3.   Η εθνική μονάδα κάθε κράτους μέλους είναι υπεύθυνη για την επικοινωνία με το σύστημα πληροφοριών Ευρωπόλ. Ειδικότερα δε είναι υπεύθυνη για τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται στο άρθρο 35 σε σχέση με τον εξοπλισμό επεξεργασίας δεδομένων που χρησιμοποιείται στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, για την επανεξέταση που προβλέπεται στο άρθρο 20, καθώς επίσης, στον βαθμό που τούτο απαιτείται σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις και διαδικασίες αυτού του κράτους μέλους, για την ενδεδειγμένη εφαρμογή της παρούσας απόφασης από κάθε άλλη άποψη.

Άρθρο 12

Περιεχόμενο του Συστήματος Πληροφοριών Ευρωπόλ

1.   Το Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την επεξεργασία δεδομένων που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση της αποστολής της Ευρωπόλ. Τα δεδομένα που καταχωρίζονται αφορούν:

α)

πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, είναι ύποπτα για διάπραξη ή συμμετοχή σε αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ ή που έχουν καταδικασθεί για τη διάπραξη μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης·

β)

πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους για να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ.

2.   Τα δεδομένα που αφορούν πρόσωπα από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 επιτρέπεται να περιέχουν μόνον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

επώνυμο, πατρικό όνομα γυναίκας, ονόματα και ενδεχομένως προσωνυμίες ή ψευδώνυμα·

β)

ημερομηνία και τόπο γέννησης·

γ)

ιθαγένεια·

δ)

φύλο·

ε)

τόπο διαμονής, επάγγελμα και τόπο όπου ενδέχεται να βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος·

στ)

αριθμούς κοινωνικής ασφάλισης, άδειες οδήγησης, έγγραφα ταυτότητας και στοιχεία του διαβατηρίου· και

ζ)

εφόσον απαιτείται, άλλα χαρακτηριστικά που πιθανόν να διευκολύνουν την εξακρίβωση της ταυτότητας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ιδιαίτερων, αντικειμενικών και σταθερών σωματικών χαρακτηριστικών, όπως δακτυλοσκοπικά αποτυπώματα και προφίλ DNA (που έχουν καταρτισθεί από το μη κωδικοποιητικό τμήμα του DNA).

3.   Πέραν των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, το Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ επιτρέπεται επίσης να χρησιμοποιείται για την επεξεργασία των ακόλουθων κατηγοριών δεδομένων σχετικά με τα πρόσωπα για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1:

α)

αξιόποινες πράξεις, εικαζόμενες αξιόποινες πράξεις, καθώς και χρόνος, τόπος και τρόπος τέλεσης των (εικαζόμενων) αξιόποινων πράξεων·

β)

μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν με σκοπό την τέλεση των αξιόποινων πράξεων, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για νομικά πρόσωπα·

γ)

αρμόδιες για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης μονάδες και σχετικά στοιχεία καταχώρισης·

δ)

υποψία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση·

ε)

ποινικές καταδίκες, εφόσον αφορούν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ·

στ)

μέρος που έχει εισαγάγει τα δεδομένα.

Τα δεδομένα αυτά επιτρέπεται επίσης να συμπεριλαμβάνονται έστω και αν δεν περιέχουν ακόμη αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Οσάκις η Ευρωπόλ προβαίνει η ίδια στην καταχώριση δεδομένων και παρέχει τα σχετικά στοιχεία καταχώρισης, οφείλει να επισημαίνει επίσης την πηγή των δεδομένων.

4.   Οι συμπληρωματικές πληροφορίες που αφορούν τις κατηγορίες προσώπων που προβλέπει η παράγραφος 1 και τις οποίες κατέχει η Ευρωπόλ ή οι εθνικές μονάδες μπορούν να κοινολογηθούν, κατόπιν αιτήσεως, σε οποιαδήποτε εθνική μονάδα ή στην Ευρωπόλ. Οι εθνικές μονάδες τηρούν εν προκειμένω τις διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας.

Στις περιπτώσεις που οι συμπληρωματικές πληροφορίες αφορούν μία ή περισσότερες συναφείς αξιόποινες πράξεις από τις οριζόμενες στο άρθρο 4 παράγραφος 3, τα σχετικά δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στο σύστημα πληροφοριών Ευρωπόλ συνοδεύονται από ένδειξη που φανερώνει την ύπαρξη αυτών των συναφών αξιοποίνων πράξεων, ώστε οι εθνικές μονάδες και η Ευρωπόλ να μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες όσον αφορά τις συναφείς αξιόποινες πράξεις.

5.   Αν η διαδικασία κατά του εμπλεκομένου προσώπου περατωθεί οριστικά ή αν το πρόσωπο αυτό αθωωθεί οριστικά, τα δεδομένα σχετικά με την υπόθεση για την οποία αποφασίστηκε η οριστική περάτωση ή αθώωση διαγράφονται.

Άρθρο 13

Χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Ευρωπόλ

1.   Οι εθνικές μονάδες, οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι, ο διευθυντής, οι αναπληρωτές διευθυντές και τα δεόντως εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ έχουν δικαίωμα να καταχωρίζουν απευθείας δεδομένα στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ και να τα ανακτούν απ’ αυτό. Η ανάκτηση δεδομένων από την Ευρωπόλ επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπόλ σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Η ανάκτηση από μέρους των εθνικών μονάδων και των αξιωματικών-συνδέσμων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις και διαδικασίες του μέρους που συμβουλεύεται το σύστημα πληροφοριών, υπό την επιφύλαξη τυχόν πρόσθετων διατάξεων της παρούσας απόφασης.

2.   Μόνον το μέρος που καταχώρισε τα δεδομένα επιτρέπεται να τα μεταβάλει, διορθώσει ή διαγράψει. Αν κάποιο άλλο μέρος έχει ενδείξεις ότι δεδομένα κατά το άρθρο 12 παράγραφος 2 είναι ανακριβή ή εάν επιθυμεί να τα συμπληρώσει, ενημερώνει αμέσως σχετικά το μέρος που καταχώρισε τα δεδομένα. Το μέρος που καταχώρισε τα δεδομένα εξετάζει την πληροφορία αυτή αμελλητί και, εφόσον επιβάλλεται, τροποποιεί, συμπληρώνει, διορθώνει ή διαγράφει πάραυτα τα δεδομένα.

3.   Αν το σύστημα περιέχει δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 3 σχετικά με συγκεκριμένο πρόσωπο, οποιοδήποτε μέρος δύναται να εισαγάγει συμπληρωματικά δεδομένα κατά τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο. Εάν τα εισαχθέντα δεδομένα παρουσιάζουν προφανείς αντιφάσεις, τα οικεία μέρη συνεννοούνται μεταξύ τους και καταλήγουν σε σχετική συμφωνία.

4.   Εάν ένα μέρος έχει την πρόθεση να διαγράψει εξ ολοκλήρου δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 2 τα οποία έχει εισαγάγει για ένα πρόσωπο και άλλα μέρη έχουν εισαγάγει για το ίδιο πρόσωπο δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 3, η ευθύνη από την άποψη της νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 και το δικαίωμα τροποποίησης, συμπλήρωσης, διόρθωσης και διαγραφής των εν λόγω δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 περιέρχονται στο επόμενο μέρος που καταχώρισε δεδομένα για το συγκεκριμένο πρόσωπο κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 παράγραφος 3. Το μέρος που σκοπεύει να διαγράψει δεδομένα γνωστοποιεί την πρόθεσή του αυτή στο μέρος στο οποίο έχει περιέλθει η ευθύνη για την προστασία των δεδομένων.

5.   Η ευθύνη για τον σύννομο χαρακτήρα της ανάκτησης, καταχώρισης και τροποποίησης δεδομένων στο σύστημα πληροφοριών Ευρωπόλ βαρύνει το μέρος που προβαίνει στην ανάκτηση, καταχώριση ή τροποποίηση. Πρέπει να είναι δυνατή η εξακρίβωση του μέρους αυτού. Η διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ των εθνικών μονάδων και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών διέπεται από το εθνικό δίκαιο.

6.   Επιπλέον των εθνικών μονάδων και των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές που έχουν ορισθεί για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να ανατρέχουν στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της αναζήτησης επισημαίνει απλώς κατά πόσον τα αναζητηθέντα δεδομένα περιλαμβάνονται στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ. Η απόκτηση περαιτέρω πληροφοριών είναι στη συνέχεια δυνατή μέσω της εθνικής μονάδας.

7.   Οι πληροφορίες σχετικά με τις αρμόδιες αρχές που έχουν ορισθεί δυνάμει της παραγράφου 6, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων, διαβιβάζονται στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου η οποία τις δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 14

Αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση

1.   Οσάκις είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να αποθηκεύει, να τροποποιεί και να χρησιμοποιεί δεδομένα σχετικά με αξιόποινες πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητά της, περιλαμβανομένων δεδομένων για συναφείς αξιόποινες πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3, σε αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση. Τα εν λόγω αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση είναι δυνατό να περιέχουν δεδομένα για τις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων:

α)

τα πρόσωπα που προβλέπει το άρθρο 12 παράγραφος 1·

β)

πρόσωπα τα οποία ενδέχεται να κληθούν να καταθέσουν σε έρευνες σχετικές με τις εκάστοτε αξιόποινες πράξεις ή στο πλαίσιο συνακόλουθης ποινικής διαδικασίας·

γ)

πρόσωπα τα οποία υπήρξαν θύματα μιας εκ των επίμαχων αξιοποίνων πράξεων ή για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι θα μπορούσαν να είναι θύματα μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης·

δ)

πρόσωπα επαφής και συμπράττοντα πρόσωπα· και

ε)

πρόσωπα που δύνανται να παράσχουν πληροφορίες για τις εκάστοτε αξιόποινες πράξεις.

Δεν επιτρέπεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τις πολιτικές απόψεις, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, καθώς και η επεξεργασία δεδομένων που αναφέρονται στην υγεία και τη σεξουαλική ζωή, εκτός αν είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς του εκάστοτε αρχείου και εφόσον τα σχετικά δεδομένα συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ήδη καταχωρισθεί στο συγκεκριμένο αρχείο. Απαγορεύεται η επιλογή συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων με βάση αποκλειστικά και μόνον τα προαναφερόμενα ευαίσθητα δεδομένα κατά παράβαση των προαναφερθέντων κανόνων που αφορούν τον σκοπό.

Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία κατόπιν διαβουλεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει κανόνες εφαρμογής για τα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση τα οποία καταρτίζονται από το διοικητικό συμβούλιο ύστερα από γνωμοδότηση της Κοινής Εποπτικής Αρχής και περιλαμβάνουν πρόσθετες ρυθμίσεις, ιδίως για τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μνημονεύονται στο παρόν άρθρο, για την ασφάλεια των οικείων δεδομένων και για την εσωτερική επιτήρηση της χρήσης τους.

2.   Τα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση ανοίγονται με σκοπό την ανάλυση, η οποία ορίζεται ως η συγκέντρωση, η επεξεργασία ή η χρήση δεδομένων προς υποβοήθηση ποινικής έρευνας. Για κάθε σχέδιο ανάλυσης συγκροτείται ομάδα ανάλυσης, στο πλαίσιο της οποίας συνεργάζονται στενά τα εξής μέρη:

α)

οι αναλυτές και άλλα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ που ορίζονται από τον διευθυντή·

β)

οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι ή/και οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών από τους οποίους προέρχονται οι πληροφορίες ή τους οποίους αφορά η ανάλυση, κατά την έννοια της παραγράφου 4.

Μόνον αναλυτές νομιμοποιούνται να καταχωρίζουν δεδομένα στο οικείο αρχείο και να τα τροποποιούν. Όλοι οι συμμετέχοντες στην ομάδα ανάλυσης δύνανται να ανακτούν δεδομένα από το αρχείο.

3.   Ύστερα από αίτηση της Ευρωπόλ ή με δική τους πρωτοβουλία, οι εθνικές μονάδες τής διαβιβάζουν, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφος 5, όλες τις πληροφορίες που της είναι ενδεχομένως αναγκαίες σε σχέση με το εκάστοτε αρχείο δεδομένων εργασίας προς ανάλυση. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τα δεδομένα μόνον εφόσον επιτρέπεται η επεξεργασία τους βάσει του εθνικού τους δικαίου για την πρόληψη, την καταπολέμηση ή την ανάλυση αξιοποίνων πράξεων. Ανάλογα με τον βαθμό επείγοντος, δεδομένα από τις οριζόμενες αρμόδιες αρχές μπορούν να διαβιβάζονται απευθείας στα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2.

4.   Σε περίπτωση που η ανάλυση είναι γενική και έχει στρατηγικό χαρακτήρα, λαμβάνουν πλήρως γνώση των πορισμάτων όλα τα κράτη μέλη μέσω των αξιωματικών-συνδέσμων ή/και των εμπειρογνωμόνων, και δη με την κοινοποίηση εκθέσεων που εκπονεί η Ευρωπόλ.

Εάν η ανάλυση αφορά ειδικές περιπτώσεις οι οποίες δεν αφορούν όλα τα κράτη μέλη και εξυπηρετεί άμεσο επιχειρησιακό σκοπό, συμμετέχουν σε αυτήν αντιπρόσωποι από τα εξής κράτη μέλη:

α)

τα κράτη μέλη από τα οποία προέρχονται οι πληροφορίες που οδήγησαν στην απόφαση για τη δημιουργία αρχείου δεδομένων εργασίας προς ανάλυση ή τα κράτη μέλη που επηρεάζονται άμεσα από τις πληροφορίες καθώς και τα κράτη μέλη που εκλήθησαν μεταγενέστερα από την ομάδα ανάλυσης να συμμετάσχουν στην ανάλυση λόγω του ότι αρχίζει να ανακύπτει και δική τους εμπλοκή·

β)

τα κράτη μέλη που διαπιστώνουν, έπειτα από αναδρομή στο ευρετηριακό σύστημα για το οποίο γίνεται λόγος στο άρθρο 15, ότι επιβάλλεται να λάβουν γνώση και επικαλούνται την ανάγκη αυτή υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

5.   Οι εξουσιοδοτημένοι αξιωματικοί-σύνδεσμοι δύνανται να επικαλεστούν την ανάγκη να λάβουν γνώση. Κάθε κράτος μέλος διορίζει και εξουσιοδοτεί περιορισμένο αριθμό αξιωματικών-συνδέσμων.

Για να επικαλεσθεί την ανάγκη να λάβει γνώση κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β), ο αξιωματικός-σύνδεσμος προσκομίζει έγγραφη αιτιολογημένη δήλωση, η οποία πρέπει να είναι θεωρημένη από την αρχή στην οποία υπάγεται στο κράτος μέλος του και η οποία κοινοποιείται σε όλους τους συμμετέχοντες στην ανάλυση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συμμετέχει αυτομάτως στη διεξαγόμενη ανάλυση.

Σε περίπτωση που προβληθεί αντίρρηση στο πλαίσιο της ομάδας ανάλυσης, η αυτόματη συμμετοχή του αξιωματικού-συνδέσμου αναβάλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής, η οποία περιλαμβάνει τα εξής τρία στάδια:

α)

οι συμμετέχοντες στην ανάλυση καταβάλλουν προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας με τον αξιωματικό-σύνδεσμο που επικαλέστηκε την ανάγκη να λάβει γνώση. Η μέγιστη προθεσμία που έχουν στη διάθεσή τους οι συμμετέχοντες για τον σκοπό αυτό είναι οκτώ ημέρες·

β)

εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, οι προϊστάμενοι των οικείων εθνικών μονάδων και ο διευθυντής συνέρχονται εντός τριών ημερών προκειμένου να επιδιώξουν την επίτευξη συμφωνίας·

γ)

σε περίπτωση που η διαφωνία εξακολουθεί, οι αντιπρόσωποι των ενδιαφερομένων μερών στο διοικητικό συμβούλιο συνέρχονται εντός οκτώ ημερών. Εάν το οικείο κράτος μέλος δεν παραιτηθεί από την αξίωση να λάβει γνώση, η συμμετοχή του εν λόγω κράτους μέλους αποφασίζεται με ομοφωνία.

6.   Το κράτος μέλος που κοινοποιεί ένα συγκεκριμένο δεδομένο στην Ευρωπόλ είναι και ο μόνος κριτής του βαθμού και της διαβάθμισης της ευαισθησίας του και νομιμοποιείται να καθορίσει τους όρους χρήσης του δεδομένου. Οποιαδήποτε διάδοση ή επιχειρησιακή χρήση κοινοποιηθέντων δεδομένων αποφασίζεται από το κράτος μέλος που κοινοποίησε τα εκάστοτε δεδομένα στην Ευρωπόλ. Αν είναι αδύνατο να διαπιστωθεί ποιο κράτος μέλος κοινοποίησε τα δεδομένα στην Ευρωπόλ, η απόφαση για τη διάδοση ή επιχειρησιακή χρήση τους λαμβάνεται από τους συμμετέχοντες στην ανάλυση. Ένα κράτος μέλος ή ένας εμπειρογνώμονας που καλείται να συμμετάσχει σε διεξαγόμενη ανάλυση δεν δύναται, ιδίως, να διαδώσει ή να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα χωρίς τη συγκατάθεση των κρατών μελών που επηρεάζονταν αρχικά από αυτά.

7.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 6, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Ευρωπόλ διαπιστώνει, μετά την καταχώριση δεδομένων σε αρχείο δεδομένων εργασίας προς ανάλυση, ότι τα δεδομένα αυτά αφορούν ένα πρόσωπο ή αντικείμενο για το οποίο δεδομένα υποβληθέντα από ένα άλλο κράτος μέλος ή τρίτο μέρος έχουν ήδη συμπεριληφθεί στον φάκελο, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή τρίτο μέρος ενημερώνονται πάραυτα για τη διαπιστωθείσα συνάφεια κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17.

8.   Η Ευρωπόλ δύναται να καλεί εμπειρογνώμονες των φορέων που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 23 παράγραφος 1 να μετάσχουν στις εργασίες μιας ομάδας ανάλυσης, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

υφίστανται συμφωνίες ή ρυθμίσεις συνεργασίας, όπως οι αναφερόμενες στο άρθρο 22 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 23 παράγραφος 2, οι οποίες περιλαμβάνουν κατάλληλες διατάξεις για την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για την εμπιστευτική μεταχείριση των ανταλλασσόμενων πληροφοριών, μεταξύ της Ευρωπόλ και του οικείου φορέα·

β)

η συμμετοχή των εμπειρογνωμόνων του φορέα στις εργασίες εξυπηρετεί το συμφέρον των κρατών μελών·

γ)

οι εργασίες ανάλυσης αφορούν άμεσα τον φορέα· και

δ)

όλοι οι συμμετέχοντες συμφωνούν με τη συμμετοχή των εμπειρογνωμόνων του φορέα στις εργασίες της ομάδας ανάλυσης.

Υπό τις προϋποθέσεις των στοιχείων β), γ) και δ) του πρώτου εδαφίου, η Ευρωπόλ καλεί εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης να μετάσχουν στις εργασίες της ομάδας ανάλυσης, εάν το σχέδιο ανάλυσης αφορά απάτη ή άλλες παράνομες δραστηριότητες που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η συμμετοχή εμπειρογνωμόνων ενός φορέα στις δραστηριότητες ομάδας ανάλυσης υπόκειται σε σχετική συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ της Ευρωπόλ και του φορέα. Οι κανόνες που ισχύουν για τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο.

Το αναλυτικό περιεχόμενο των συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ευρωπόλ και φορέων αποστέλλεται στην Κοινή Εποπτική Αρχή η οποία δύναται να απευθύνει στο διοικητικό συμβούλιο τυχόν παρατηρήσεις που κρίνει αναγκαίες.

Άρθρο 15

Ευρετηριακό σύστημα

1.   Η Ευρωπόλ συγκροτεί ευρετηριακό σύστημα για τα δεδομένα που αποθηκεύονται στα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση.

2.   Δικαίωμα πρόσβασης στο ευρετηριακό σύστημα έχουν ο διευθυντής, οι αναπληρωτές διευθυντές, τα δεόντως εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ, οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι και δεόντως εξουσιοδοτημένα μέλη των εθνικών μονάδων. Το ευρετηριακό σύστημα πρέπει να έχει τέτοια χαρακτηριστικά ώστε να καθίσταται σαφές σε εκείνον που το χρησιμοποιεί, από τα δεδομένα στα οποία ανατρέχει, κατά πόσον ένα αρχείο δεδομένων εργασίας προς ανάλυση περιέχει δεδομένα τα οποία είναι χρήσιμα για την εκτέλεση των καθηκόντων του προσώπου που χρησιμοποιεί το ευρετηριακό σύστημα.

3.   Η πρόσβαση στο ευρετηριακό σύστημα καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατόν να εξακριβωθεί κατά πόσον μια πληροφορία είναι αποθηκευμένη ή όχι σε ένα αρχείο δεδομένων εργασίας προς ανάλυση, αλλά να μην είναι δυνατό να γίνουν συσχετίσεις ή να συναχθούν περαιτέρω συμπεράσματα αναφορικά με το περιεχόμενό του.

4.   Το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει τις λεπτομερείς διαδικασίες για τη σχεδίαση του ευρετηριακού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων πρόσβασης στο ευρετηριακό σύστημα, έπειτα από γνωμοδότηση της Κοινής Εποπτικής Αρχής.

Άρθρο 16

Εντολή δημιουργίας αρχείου δεδομένων εργασίας προς ανάλυση

1.   Για κάθε αρχείο δεδομένων εργασίας προς ανάλυση, ο διευθυντής απευθύνει εντολή για τη δημιουργία του αρχείου, στην οποία προσδιορίζονται τα εξής:

α)

η ονομασία του αρχείου·

β)

ο σκοπός του αρχείου·

γ)

οι ομάδες προσώπων σχετικά με τις οποίες αποθηκεύονται δεδομένα·

δ)

ο χαρακτήρας των προς αποθήκευση δεδομένων και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τις πολιτικές απόψεις, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, καθώς και τα δεδομένα που αναφέρονται στην υγεία και τη σεξουαλική ζωή και τα οποία πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία·

ε)

οι γενικές περιστάσεις που οδήγησαν στην απόφαση για τη δημιουργία του αρχείου·

στ)

οι συμμετέχοντες στην ομάδα ανάλυσης κατά τον χρόνο δημιουργίας του αρχείου·

ζ)

οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν αποθηκευθεί στο αρχείο μπορούν να διαβιβασθούν, προς ποιους αποδέκτες και βάσει ποιας διαδικασίας·

η)

οι προθεσμίες εξέτασης των δεδομένων και η διάρκεια αποθήκευσης·

θ)

ο τρόπος σύνταξης του πρωτοκόλλου.

2.   Το διοικητικό συμβούλιο και η Κοινή Εποπτική Αρχή ενημερώνονται πάραυτα από τον διευθυντή σχετικά με την εντολή για τη δημιουργία του αρχείου ή για τυχόν μετέπειτα μεταβολή των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και τους διαβιβάζεται ο σχετικός φάκελος. Η Κοινή Εποπτική Αρχή δύναται να απευθύνει στο διοικητικό συμβούλιο τυχόν παρατηρήσεις που κρίνει αναγκαίες. Ο διευθυντής δύναται να τάξει προθεσμία στην Κοινή Εποπτική Αρχή για την υποβολή των παρατηρήσεών της.

3.   Τα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση διατηρούνται για μέγιστο χρονικό διάστημα τριών ετών. Πριν από την παρέλευση της τριετίας η Ευρωπόλ επανεξετάζει την ανάγκη διατήρησης του εκάστοτε αρχείου. Οσάκις είναι απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού του αρχείου, ο διευθυντής δύναται να δώσει εντολή για τη διατήρησή του για επιπλέον χρονικό διάστημα τριών ετών. Το διοικητικό συμβούλιο και η Κοινή Εποπτική Αρχή ενημερώνονται πάραυτα από τον διευθυντή σχετικά με τα στοιχεία του αρχείου εξαιτίας των οποίων είναι απολύτως αναγκαία η διατήρηση του αρχείου. Η Κοινή Εποπτική Αρχή απευθύνει στο διοικητικό συμβούλιο τυχόν παρατηρήσεις που κρίνει αναγκαίες. Ο διευθυντής δύναται να τάξει προθεσμία στην Κοινή Εποπτική Αρχή για την υποβολή των παρατηρήσεών της.

4.   Ανά πάσα στιγμή, το διοικητικό συμβούλιο δύναται να απευθύνει εντολή στον διευθυντή για την τροποποίηση εντολής δημιουργίας ή για το κλείσιμο του σχετικού αρχείου δεδομένων εργασίας προς ανάλυση. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει για την ημερομηνία από την οποία ισχύει η τροποποίηση ή το κλείσιμο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 17

Υποχρέωση ενημέρωσης

Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 14 παράγραφοι 6 και 7, η Ευρωπόλ γνωστοποιεί αμελλητί στις εθνικές μονάδες και, εφόσον αυτές το ζητήσουν, στους αξιωματικούς-συνδέσμους τους, τυχόν πληροφορίες οι οποίες αφορούν το κράτος μέλος τους καθώς και ενδεχόμενες ενδείξεις συνάφειας μεταξύ αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες είναι αρμόδια η Ευρωπόλ δυνάμει του άρθρου 4. Επιτρέπεται επίσης να διαβιβάζονται πληροφορίες και στοιχεία για άλλα σοβαρά εγκλήματα για τα οποία έλαβε γνώση η Ευρωπόλ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της.

Άρθρο 18

Μέτρα για τον έλεγχο της ανάκτησης δεδομένων

Σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, η Ευρωπόλ θεσπίζει κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου οι οποίοι να επιτρέπουν την επαλήθευση της νομιμότητας των ανακτήσεων από οποιοδήποτε εκ των αυτοματοποιημένων αρχείων δεδομένων της Ευρωπόλ που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και παρέχει, κατόπιν σχετικού αιτήματος, στα κράτη μέλη πρόσβαση στα πρωτόκολλα. Τα δεδομένα που συγκεντρώνονται με αυτόν τον τρόπο επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό της επαλήθευσης από την Ευρωπόλ και από τις αναφερόμενες στα άρθρα 33 και 34 εποπτικές αρχές και πρέπει να διαγράφονται μετά από δεκαοκτώ μήνες, εκτός εάν εξακολουθούν να είναι αναγκαία για τρέχοντες ελέγχους. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει για τα ακριβή χαρακτηριστικά των εν λόγω μηχανισμών ελέγχου, κατόπιν διαβουλεύσεων με την Κοινή Εποπτική Αρχή.

Άρθρο 19

Κανόνες για τη χρήση των δεδομένων

1.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ανακτώνται από οποιοδήποτε εκ των αρχείων επεξεργασίας δεδομένων της Ευρωπόλ ή κοινοποιούνται με οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέσο διαβιβάζονται ή χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών με στόχο την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ, καθώς και για την πρόληψη και καταπολέμηση άλλων σοβαρών μορφών εγκληματικότητας. Η Ευρωπόλ χρησιμοποιεί τα δεδομένα μόνο για την άσκηση των καθηκόντων της.

2.   Εάν, για ορισμένα δεδομένα, το διαβιβάζον κράτος μέλος ή τρίτο κράτος ή ο διαβιβάζων τρίτος φορέας θέτει ειδικούς περιορισμούς στους οποίους υπόκειται η χρήση των δεδομένων στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, τρίτο κράτος ή τρίτο φορέα, οι περιορισμοί αυτοί πρέπει επίσης να γίνονται σεβαστοί από τον χρήστη των δεδομένων, εκτός της ειδικής περίπτωσης κατά την οποία το εθνικό δίκαιο προβλέπει παρέκκλιση από τους περιορισμούς χρήσης υπέρ των δικαστικών αρχών, των νομοθετικών οργάνων ή οποιασδήποτε άλλης ανεξάρτητης αρχής που έχει συσταθεί βάσει της νομοθεσίας και στην οποία έχει ανατεθεί η ευθύνη της επιτήρησης των εθνικών αρμόδιων αρχών. Σε αυτή την περίπτωση, επιτρέπεται η χρήση των δεδομένων μόνον αφού ζητηθεί προηγουμένως η γνώμη του διαβιβάζοντος κράτους μέλους, του οποίου τα συμφέροντα και οι απόψεις πρέπει να ληφθούν κατά το δυνατόν υπόψη.

3.   Η χρήση των δεδομένων για άλλους σκοπούς ή από άλλες αρχές πλην των εθνικών αρμόδιων αρχών επιτρέπεται μόνον αφού ζητηθεί η γνώμη του κράτους μέλους που διαβίβασε τα δεδομένα, στο μέτρο που τούτο επιτρέπεται με βάση την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους.

Άρθρο 20

Προθεσμίες αποθήκευσης και διαγραφής δεδομένων

1.   Η Ευρωπόλ διατηρεί δεδομένα σε αρχεία μόνον κατά το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της. Το αργότερο τρία έτη μετά την καταχώριση των δεδομένων επανεξετάζεται η σκοπιμότητα της περαιτέρω διατήρησής τους. Η επανεξέταση και η διαγραφή δεδομένων που είναι αποθηκευμένα στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ πραγματοποιούνται από τη μονάδα που τα καταχώρισε. Η επανεξέταση και η διαγραφή δεδομένων που έχουν αποθηκευθεί σε άλλα αρχεία δεδομένων της Ευρωπόλ πραγματοποιούνται από την Ευρωπόλ. Τρεις μήνες πριν από την παρέλευση την προθεσμίας που ισχύει για την επανεξέταση της σκοπιμότητας διατήρησης των δεδομένων, η Ευρωπόλ ενημερώνει αυτομάτως τα κράτη μέλη σχετικά.

2.   Κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, οι μονάδες που μνημονεύονται στην τρίτη και την τέταρτη πρόταση της παραγράφου 1 δύνανται να αποφασίσουν σχετικά με την περαιτέρω διατήρηση των δεδομένων μέχρι την επόμενη επανεξέταση η οποία πραγματοποιείται έπειτα από άλλη μία τριετία, εάν αυτό εξακολουθεί να είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπόλ. Εάν δεν ληφθεί απόφαση για την περαιτέρω διατήρηση των δεδομένων, αυτά διαγράφονται αυτομάτως.

3.   Εάν ένα κράτος μέλος διαγράψει από τα εθνικά του αρχεία δεδομένα τα οποία έχει διαβιβάσει στην Ευρωπόλ και τα οποία έχουν αποθηκευθεί σε άλλα αρχεία δεδομένων της Ευρωπόλ, οφείλει να ενημερώσει την Ευρωπόλ σχετικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Ευρωπόλ διαγράφει τα δεδομένα, εκτός εάν θεωρεί ότι εξακολουθούν να της είναι χρήσιμα, βασιζόμενη σε στοιχεία μεγαλύτερου εύρους από εκείνα που κατέχει το διαβιβάζον κράτος μέλος. Η Ευρωπόλ ενημερώνει το οικείο κράτος μέλος για τη συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων.

4.   Τα δεδομένα αυτά δεν διαγράφονται αν η διαγραφή θα έθιγε τα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων το οποίο χρήζει προστασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα δεδομένα επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο με τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων.

Άρθρο 21

Πρόσβαση σε δεδομένα άλλων συστημάτων πληροφοριών

Στον βαθμό που η Ευρωπόλ δικαιούται, βάσει της νομοθεσίας της Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή της νομοθεσίας των κρατών μελών, να έχει ηλεκτρονική πρόσβαση σε δεδομένα που είναι αποθηκευμένα σε άλλα συστήματα πληροφοριών, είτε αυτά έχουν εθνικό είτε έχουν διεθνή χαρακτήρα, η Ευρωπόλ νομιμοποιείται να ανακτά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αυτόν τον τρόπο εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση της αποστολής της. Η πρόσβαση και χρήση τέτοιων δεδομένων από την Ευρωπόλ υπόκεινται στις εφαρμοστέες διατάξεις των σχετικών νομικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή της νομοθεσίας των κρατών μελών, στον βαθμό που αυτές προβλέπουν αυστηρότερους κανόνες για την πρόσβαση και τη χρήση σε σύγκριση με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΤΑΙΡΟΥΣ

Άρθρο 22

Σχέσεις με θεσμικά όργανα, φορείς και οργανισμούςτης Ένωσης ή της Κοινότητας

1.   Στον βαθμό που είναι χρήσιμο για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Ευρωπόλ δύναται να συνάπτει και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με θεσμικά όργανα, φορείς και οργανισμούς που έχουν ιδρυθεί δυνάμει της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ή των συνθηκών για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ειδικότερα:

α)

την Eurojust·

β)

την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (10)·

γ)

τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Frontex) (11)·

δ)

την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (ΕΑΑ)·

ε)

την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα·

στ)

το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ) (12).

2.   Η Ευρωπόλ συνάπτει συμφωνίες ή ρυθμίσεις συνεργασίας με τους φορείς που μνημονεύονται στην παράγραφο 1. Οι εν λόγω συμφωνίες ή ρυθμίσεις συνεργασίας είναι δυνατόν να αφορούν την ανταλλαγή πληροφοριών επιχειρησιακού, στρατηγικού ή τεχνικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των διαβαθμισμένων πληροφοριών. Οι εν λόγω συμφωνίες ή ρυθμίσεις συνεργασίας συνάπτονται μόνον έπειτα από έγκριση του διοικητικού συμβουλίου το οποίο, στο μέτρο που αφορούν την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έχει λάβει προηγουμένως τη γνωμοδότηση της Κοινής Εποπτικής Αρχής.

3.   Πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας ή της ρύθμισης συνεργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Ευρωπόλ δύναται να λαμβάνει άμεσα και να χρησιμοποιεί πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από τους φορείς της παραγράφου 1, εφόσον είναι απαραίτητο για τη νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων της, και δύναται, υπό τους όρους του άρθρου 24 παράγραφος 1, να διαβιβάζει άμεσα τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, στους εν λόγω φορείς, εφόσον είναι απαραίτητο για τη νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων του αποδέκτη.

4.   Η διαβίβαση διαβαθμισμένων πληροφοριών από την Ευρωπόλ στους φορείς της παραγράφου 1 επιτρέπεται μόνον εφόσον υπάρχει συμφωνία περί προστασίας του απορρήτου μεταξύ της Ευρωπόλ και του αποδέκτη.

Άρθρο 23

Σχέσεις με τρίτα κράτη και οργανισμούς

1.   Εφόσον είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται επίσης να δημιουργεί και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με:

α)

τρίτα κράτη·

β)

οργανισμούς όπως:

i)

διεθνείς οργανισμοί και οι υπαγόμενοι σε αυτούς φορείς δημοσίου δικαίου·

ii)

άλλοι φορείς δημοσίου δικαίου, οι οποίοι υφίστανται δυνάμει συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών· και

iii)

ο Διεθνής Οργανισμός Εγκληματολογικής Αστυνομίας (Interpol).

2.   Η Ευρωπόλ συνάπτει συμφωνίες με τους φορείς της παραγράφου 1 οι οποίοι έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο του άρθρου 26 παράγραφος 1 στοιχείο α). Οι εν λόγω συμφωνίες είναι δυνατόν να αφορούν την ανταλλαγή πληροφοριών επιχειρησιακού, στρατηγικού ή τεχνικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των διαβαθμισμένων πληροφοριών, εφόσον διαβιβάζονται μέσω καθορισμένου σημείου επαφής το οποίο περιλαμβάνεται στη συμφωνία της παραγράφου 6 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω συμφωνίες είναι δυνατόν να συναφθούν μόνον έπειτα από έγκριση του Συμβουλίου, το οποίο έχει προηγουμένως ζητήσει τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου και, στο μέτρο που αφορά την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έχει λάβει τη γνωμοδότηση της Κοινής Εποπτικής Αρχής μέσω του διοικητικού συμβουλίου.

3.   Πριν από την έναρξη ισχύος των συμφωνιών της παραγράφου 2, η Ευρωπόλ δύναται να λαμβάνει απευθείας πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των διαβαθμισμένων πληροφοριών, εφόσον είναι απαραίτητο για τη νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων της.

4.   Πριν από την έναρξη ισχύος των συμφωνιών της παραγράφου 2, η Ευρωπόλ δύναται, υπό τους όρους του άρθρου 24 παράγραφος 1, να διαβιβάζει στους φορείς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απευθείας πληροφορίες, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των διαβαθμισμένων πληροφοριών, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για τη νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων του αποδέκτη.

5.   Η Ευρωπόλ δύναται, υπό τους όρους του άρθρου 24 παράγραφος 1, να διαβιβάζει απευθείας πληροφορίες, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των διαβαθμισμένων πληροφοριών, στους φορείς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 26 παράγραφος 1 στοιχείο α), εφόσον αυτό είναι απολύτως απαραίτητο σε μεμονωμένες περιπτώσεις για τους σκοπούς της πρόληψης ή της καταπολέμησης αξιόποινων πράξεων για τις οποίες είναι αρμόδια η Ευρωπόλ.

6.   Η Ευρωπόλ δύναται υπό τους όρους του άρθρου 24 παράγραφος 1 να διαβιβάζει στους φορείς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου:

α)

δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και διαβαθμισμένες πληροφορίες, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο σε μεμονωμένες περιπτώσεις για την πρόληψη ή την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων για τις οποίες είναι αρμόδια η Ευρωπόλ· και

β)

δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στις περιπτώσεις που η Ευρωπόλ έχει συνάψει με τον οικείο φορέα συμφωνία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η οποία επιτρέπει τη διαβίβαση αυτών των δεδομένων έπειτα από εξέταση του κατά πόσον ο εν λόγω φορέας διασφαλίζει την ύπαρξη ικανοποιητικού επιπέδου προστασίας των δεδομένων.

7.   Η διαβίβαση διαβαθμισμένων πληροφοριών από την Ευρωπόλ στους φορείς της παραγράφου 1 επιτρέπεται μόνον εφόσον υπάρχει συμφωνία περί προστασίας του απορρήτου μεταξύ της Ευρωπόλ και του αποδέκτη.

8.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 6 και 7 και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 24 παράγραφος 1, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και διαβαθμισμένες πληροφορίες που κατέχει στους φορείς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον ο διευθυντής κρίνει ότι η διαβίβαση των δεδομένων είναι απολύτως αναγκαία για τη διασφάλιση ουσιωδών συμφερόντων των οικείων κρατών μελών στα πλαίσια των στόχων της Ευρωπόλ ή για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου σε σχέση με τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων ή πράξεων τρομοκρατίας. Ο διευθυντής εξετάζει σε κάθε περίπτωση τον βαθμό προστασίας δεδομένων που ισχύει για τον εκάστοτε φορέα, προκειμένου να σταθμίσει τον εν λόγω βαθμό προστασίας των δεδομένων σε συνάρτηση με τα προαναφερθέντα συμφέροντα. Ο διευθυντής ενημερώνει το συντομότερο δυνατό το διοικητικό συμβούλιο και την Κοινή Εποπτική Αρχή για την απόφασή του και για τη βάση της αξιολόγησης που διενήργησε όσον αφορά την επάρκεια του βαθμού προστασίας των δεδομένων που παρέχουν οι συγκεκριμένοι φορείς.

9.   Πριν από τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 8, η επάρκεια του βαθμού προστασίας των δεδομένων που παρέχουν οι συγκεκριμένοι φορείς αξιολογείται από τον διευθυντή με τη συνεκτίμηση όλων των παραμέτρων που συνδέονται με τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και στις οποίες συγκαταλέγονται οι εξής:

α)

ο χαρακτήρας των δεδομένων·

β)

ο σκοπός για τον οποίο προορίζονται τα δεδομένα·

γ)

η διάρκεια της προβλεπόμενης επεξεργασίας·

δ)

οι γενικές ή ειδικές διατάξεις περί προστασίας δεδομένων στις οποίες υπόκειται ο φορέας·

ε)

το κατά πόσον ο φορέας έχει συγκατανεύσει σε ειδικούς όρους που θέτει η Ευρωπόλ σχετικά με τα δεδομένα.

Άρθρο 24

Διαβίβαση δεδομένων

1.   Εάν τα εν λόγω δεδομένα διαβιβάστηκαν στην Ευρωπόλ από κράτος μέλος, η Ευρωπόλ τα διαβιβάζει στους φορείς του άρθρου 22 παράγραφος 1 και του άρθρου 23 παράγραφος 1 μόνο με τη συγκατάθεση του κράτους μέλους. Το οικείο κράτος μέλος δύναται να δώσει, για τη διαβίβαση, την προηγούμενη συγκατάθεσή του, η οποία μπορεί να είναι γενική ή να συνοδεύεται από ειδικούς όρους. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

Εάν τα δεδομένα δεν διαβιβάστηκαν από κράτος μέλος, η Ευρωπόλ βεβαιώνεται ότι η διαβίβασή τους δεν πρόκειται:

α)

να παρεμποδίσει την ενδεδειγμένη εκπλήρωση των καθηκόντων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους·

β)

να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη ενός κράτους μέλους, ούτε να βλάψει άλλως πως το γενικό συμφέρον του.

2.   Η Ευρωπόλ φέρει την ευθύνη για τη νομιμότητα της διαβίβασης των δεδομένων. Η Ευρωπόλ τηρεί μητρώο όπου καταγράφονται όλες οι διαβιβάσεις δεδομένων βάσει του παρόντος άρθρου και οι λόγοι της διαβίβασης. Η διαβίβαση δεδομένων επιτρέπεται μόνον εφόσον ο αποδέκτης αναλαμβάνει τη δέσμευση ότι τα δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν.

Άρθρο 25

Πληροφορίες από ιδιωτικούς φορείς και ιδιώτες

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης:

α)

ως «ιδιωτικοί φορείς» νοούνται οι φορείς και οι οργανισμοί που έχουν συσταθεί κατά το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτου κράτους, ιδίως επιχειρήσεις και εταιρείες, επιχειρηματικές ενώσεις, οργανισμοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και άλλα νομικά πρόσωπα που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και δεν υπάγονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1·

β)

ως «ιδιώτες» νοούνται όλα τα φυσικά πρόσωπα.

2.   Εφόσον είναι απαραίτητο για τη νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται πληροφοριακά στοιχεία από ιδιωτικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υπό τους όρους της παραγράφου 3.

3.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς είναι δυνατόν να υποβληθούν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ υπό τους ακόλουθους όρους:

α)

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς που έχουν συσταθεί κατά το δίκαιο κράτους μέλους είναι δυνατό να υποβληθούν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ μόνον εάν διαβιβάζονται μέσω της εθνικής μονάδας του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η Ευρωπόλ δεν δύναται να έλθει σε απευθείας επαφή με ιδιωτικούς φορείς στα κράτη μέλη με σκοπό την ανάκτηση πληροφοριών.

β)

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς που έχουν συσταθεί κατά το δίκαιο τρίτου κράτους με το οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει, δυνάμει του άρθρου 23, συμφωνία συνεργασίας επιτρέπουσα την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μπορούν να διαβιβάζονται στην Ευρωπόλ μόνο μέσω του σημείου επαφής του εν λόγω κράτους όπως ορίζεται και προβλέπεται στην ισχύουσα συμφωνία συνεργασίας.

γ)

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς που έχουν συσταθεί κατά το δίκαιο τρίτου κράτους με το οποίο η Ευρωπόλ δεν έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας επιτρέπουσα την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ μόνον εάν:

i)

ο οικείος ιδιωτικός φορέας περιλαμβάνεται στον κατάλογο του άρθρου 26 παράγραφος 2· και

ii)

η Ευρωπόλ και ο οικείος ιδιωτικός φορέας έχουν συνάψει μνημόνιο συμφωνίας σχετικά με τη διαβίβαση πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο βεβαιώνει τη νομιμότητα της συλλογής και της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον ιδιωτικό φορέα και ορίζει ότι τα διαβιβασθέντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τη νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπόλ. Το εν λόγω μνημόνιο συμφωνίας συνάπτεται μόνον έπειτα από έγκριση του διοικητικού συμβουλίου το οποίο έχει λάβει προηγουμένως τη γνωμοδότηση της Κοινής Εποπτικής Αρχής.

Εάν τα διαβιβασθέντα δεδομένα θίγουν συμφέροντα κράτους μέλους, η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα την εθνική μονάδα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

4.   Επιπλέον της επεξεργασίας των δεδομένων από ιδιωτικούς φορείς σύμφωνα με την παράγραφο 3, η Ευρωπόλ έχει τη δυνατότητα απευθείας ανάκτησης και επεξεργασίας δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από πηγές διαθέσιμες στο κοινό, όπως τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και οι πάροχοι δημόσιων δεδομένων και εμπορικών πληροφοριών βάσει των διατάξεων περί προστασίας των δεδομένων της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 17, η Ευρωπόλ διαβιβάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες στις εθνικές μονάδες.

5.   Οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από ιδιώτες, μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ εάν έχουν ληφθεί μέσω εθνικής μονάδας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή μέσω του σημείου επαφής τρίτου κράτους με το οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 23. Εάν η Ευρωπόλ λάβει πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από ιδιώτη που κατοικεί σε τρίτο κράτος με το οποίο η Ευρωπόλ δεν έχει συμφωνία συνεργασίας, η Ευρωπόλ δύναται να τις διαβιβάσει μόνο στο οικείο κράτος μέλος ή τρίτο κράτος με το οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 23. Η Ευρωπόλ δεν δύναται να έλθει σε απευθείας επαφή με ιδιώτες με σκοπό την ανάκτηση πληροφοριών.

6.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται ή ανακτώνται από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο της παραγράφου 3 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία μόνο με σκοπό την καταχώρισή τους στο σύστημα πληροφοριών της Ευρωπόλ όπως αναφέρεται στο άρθρο 11, στα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση όπως αναφέρονται στο άρθρο 14 ή σε άλλα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 2 και 3, εφόσον τα εν λόγω δεδομένα σχετίζονται με άλλα δεδομένα που έχουν ήδη καταχωρισθεί σε ένα από τα προαναφερόμενα συστήματα ή τα δεδομένα αυτά αφορούν προηγούμενη αναζήτηση από εθνική μονάδα εντός ενός από τα προαναφερόμενα συστήματα.

Την ευθύνη για τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ και τα οποία έχουν διαβιβαστεί σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 3 στοιχεία β) και γ) και της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, καθώς και τις πληροφορίες που διαβιβάζονται μέσω του σημείου επαφής τρίτου κράτους με το οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 23, φέρει η Ευρωπόλ βάσει του άρθρου 29 παράγραφος 1 στοιχείο β).

7.   Ο διευθυντής υποβάλλει γενική έκθεση στο διοικητικό συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου δύο έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης. Κατόπιν γνωμοδότησης της Κοινής Εποπτικής Αρχής ή ιδία πρωτοβουλία, το διοικητικό συμβούλιο δύναται να λάβει κάθε μέτρο που κρίνει κατάλληλο σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 9 στοιχείο β).

Άρθρο 26

Κανόνες εφαρμογής που διέπουν τις σχέσεις της Ευρωπόλ

1.   Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία έπειτα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:

α)

καταρτίζει κατάλογο όπου καθορίζει τα τρίτα κράτη και τους οργανισμούς, κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 1, με τα οποία η Ευρωπόλ συνάπτει συμφωνίες· ο κατάλογος καταρτίζεται από το διοικητικό συμβούλιο και αναθεωρείται εφόσον κριθεί σκόπιμο· και

β)

υιοθετεί τους κανόνες εφαρμογής που διέπουν τις σχέσεις της Ευρωπόλ με τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 και στο άρθρο 23 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διαβαθμισμένων πληροφοριών. Οι κανόνες εφαρμογής προετοιμάζονται από το διοικητικό συμβούλιο κατόπιν γνωμοδότησης της Κοινής Εποπτικής Αρχής.

2.   Το διοικητικό συμβούλιο καταρτίζει και αναθεωρεί, εφόσον απαιτείται, κατάλογο όπου καθορίζει τους ιδιωτικούς φορείς με τους οποίους η Ευρωπόλ δύναται να συνάψει μνημόνια συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3 στοιχείο γ) δεύτερη περίπτωση και θεσπίζει τους κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο και τη διαδικασία σύναψης των εν λόγω μνημονίων συμφωνίας αφού λάβει γνωμοδότηση της Κοινής Εποπτικής Αρχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 27

Επίπεδο προστασίας δεδομένων

Υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της παρούσας απόφασης, η Ευρωπόλ λαμβάνει υπόψη τις αρχές της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της 28ης Ιανουαρίου 1981, και της σύστασης αριθ. R(87) 15 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης της 17ης Σεπτεμβρίου 1987. Η Ευρωπόλ οφείλει να συμμορφώνεται με τις εν λόγω αρχές κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα αυτοματοποιημένα και τα μη αυτοματοποιημένα δεδομένα που φυλάσσονται υπό μορφή αρχείων δεδομένων, ιδίως δε κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το οποίο είναι προσπελάσιμο υπό ειδικές προϋποθέσεις.

Άρθρο 28

Υπεύθυνος προστασίας δεδομένων

1.   Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει, βάσει πρότασης του διευθυντή, έναν υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος πρέπει να είναι μέλος του προσωπικού της. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων απολαύει πλήρους ανεξαρτησίας.

2.   Η αποστολή του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα εξής:

α)

διασφάλιση, υπό καθεστώς ανεξαρτησίας, της νομιμότητας και της τήρησης των διατάξεων της παρούσας απόφασης σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν το προσωπικό της Ευρωπόλ·

β)

διασφάλιση της τήρησης έγγραφου μητρώου για τη διαβίβαση και την παραλαβή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης·

γ)

διασφάλιση της κατόπιν αιτήσεως ενημέρωσης των υποκειμένων των δεδομένων για τα δικαιώματά τους βάσει της παρούσας απόφασης·

δ)

συνεργασία με το προσωπικό της Ευρωπόλ που είναι υπεύθυνο για τις διαδικασίες, την εκπαίδευση και την παροχή συμβουλών σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων·

ε)

συνεργασία με την Κοινή Εποπτική Αρχή·

στ)

προπαρασκευή ετήσιας έκθεσης και κοινοποίηση αυτής της έκθεσης στο διοικητικό συμβούλιο και στην Κοινή Εποπτική Αρχή.

3.   Στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διαθέτει πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ και σε όλους τους χώρους της Ευρωπόλ.

4.   Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων θεωρεί ότι έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις της παρούσας απόφασης σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημερώνει σχετικά τον διευθυντή ζητώντας την επίλυση του ζητήματος της παραβίασης μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Αν ο διευθυντής δεν δώσει λύση στο ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων περί επεξεργασίας εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων ενημερώνει σχετικά το διοικητικό συμβούλιο και συμφωνεί με αυτό να λάβει απάντηση μέσα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Αν το διοικητικό συμβούλιο δεν δώσει λύση στο ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων περί επεξεργασίας μέσα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων παραπέμπει το θέμα στην Κοινή Εποπτική Αρχή.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει περαιτέρω κανόνες εφαρμογής σχετικά με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής αφορούν, ιδίως, την επιλογή, την παύση, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις, τις εξουσίες και τα μέτρα διασφάλισης της ανεξαρτησίας του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων.

Άρθρο 29

Ευθύνη για τα θέματα προστασίας δεδομένων

1.   Η ευθύνη για τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ, ιδίως όσον αφορά τη νομιμότητα της συλλογής τους, τη διαβίβαση των δεδομένων στην Ευρωπόλ και την καταχώρισή τους, καθώς επίσης την ακρίβεια και την ενημέρωση του περιεχομένου τους και τον έλεγχο της τήρησης των χρονικών περιορισμών στους οποίους υπόκειται η αποθήκευσή τους βαρύνει:

α)

το κράτος μέλος που καταχώρισε ή διαβίβασε άλλως τα δεδομένα·

β)

την Ευρωπόλ όσον αφορά τα δεδομένα που της διαβίβασαν τρίτοι, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που διαβίβασαν ιδιώτες σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ) και το άρθρο 25 παράγραφος 4 καθώς επίσης των δεδομένων που διαβιβάστηκαν μέσω του σημείου επαφής τρίτου κράτους με το οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 23 ή που προκύπτουν από εργασίες ανάλυσης της ίδιας της Ευρωπόλ.

2.   Τα δεδομένα που έχουν διαβιβασθεί στην Ευρωπόλ αλλά δεν έχουν συμπεριληφθεί ακόμη σε κάποιο από τα αρχεία δεδομένων της παραμένουν, σε ό,τι αφορά την προστασία τους, υπό την ευθύνη του μέρους που τα διαβίβασε. Ωστόσο, η Ευρωπόλ είναι υπεύθυνη για την ασφάλεια των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2 υπό την έννοια ότι τέτοιου είδους δεδομένα, μέχρι να συμπεριληφθούν σε αρχείο δεδομένων, είναι προσιτά μόνο σε εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ με σκοπό να εξακριβωθεί κατά πόσον είναι δυνατή η επεξεργασία τους από τις μονάδες της Ευρωπόλ ή από εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους του μέρους που διέθεσε τα δεδομένα. Αν η Ευρωπόλ, κατόπιν αξιολόγησης, έχει λόγους να πιστεύει ότι δεδομένα που της έχουν παρασχεθεί είναι ανακριβή ή έχουν παύσει να είναι ενημερωμένα, ενημερώνει σχετικά το μέρος που τα διέθεσε.

3.   Επιπροσθέτως, υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων της παρούσας απόφασης, η Ευρωπόλ είναι υπεύθυνη για όλα τα δεδομένα τα οποία επεξεργάζεται.

4.   Σε περίπτωση που η Ευρωπόλ διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία ότι τα δεδομένα που έχουν εισαχθεί σε ένα από τα συστήματά της που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ είναι ανακριβή, ή έχουν αποθηκευτεί παρανόμως, ενημερώνει το κράτος μέλος ή άλλο ενδιαφερόμενο μέρος ανάλογα με την περίπτωση.

5.   Η Ευρωπόλ αποθηκεύει τα δεδομένα κατά τρόπο που να επιτρέπει να εξακριβωθεί το κράτος μέλος ή το τρίτο μέρος που διαβίβασε τα δεδομένα ή να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτά είναι αποτέλεσμα αναλύσεων της Ευρωπόλ.

Άρθρο 30

Δικαίωμα πρόσβασης των ατόμων

1.   Κάθε πρόσωπο δικαιούται να λαμβάνει, σε τακτά χρονικά διαστήματα, πληροφορίες σχετικά με το αν η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, να λαμβάνει κοινοποίηση των εν λόγω δεδομένων υπό κατανοητή μορφή ή να απαιτεί τον έλεγχο των δεδομένων αυτών, σε κάθε δε περίπτωση υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.   Κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του βάσει του παρόντος άρθρου δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση χωρίς υπερβολικά έξοδα στο κράτος μέλος της επιλογής του προς την αρχή που έχει ορισθεί για τον σκοπό αυτό στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Η εν λόγω αρχή διαβιβάζει την αίτηση στην Ευρωπόλ αμελλητί και, σε κάθε περίπτωση, εντός μηνός από την παραλαβή της.

3.   Η Ευρωπόλ απαντά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αίτηση και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της από την Ευρωπόλ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

4.   Η Ευρωπόλ συμβουλεύεται τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών προτού λάβει απόφαση για την απάντησή της σε αίτηση βάσει της παραγράφου 1. Απόφαση για την παραχώρηση πρόσβασης σε δεδομένα τελεί υπό την αίρεση της στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών που επηρεάζονται άμεσα από την κοινοποίηση των εν λόγω δεδομένων. Σε οποιαδήποτε περίπτωση στην οποία ένα κράτος μέλος έχει αντίρρηση για την απάντηση που προτίθεται να δώσει η Ευρωπόλ, γνωστοποιεί τους λόγους της διαφωνίας του στην Ευρωπόλ.

5.   Η αίτηση παροχής πληροφοριών δυνάμει της παραγράφου 1 απορρίπτεται στον βαθμό που η απόρριψη αυτή είναι αναγκαία:

α)

για να μπορέσει η Ευρωπόλ να εκπληρώσει καταλλήλως τα καθήκοντά της·

β)

για την προστασία της ασφάλειας και της δημόσιας τάξης στα κράτη μέλη ή για την πρόληψη της εγκληματικότητας·

γ)

για να διασφαλιστεί ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο μια εθνική έρευνα·

δ)

για να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τρίτων.

Κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εφαρμογής μιας εξαίρεσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου φυσικού προσώπου.

6.   Σε περίπτωση που απορριφθεί μια αίτηση παροχής πληροφοριών δυνάμει της παραγράφου 1, η Ευρωπόλ γνωστοποιεί στο ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο ότι διενήργησε ελέγχους, χωρίς να δώσει οιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία ενδέχεται να του αποκαλύψει κατά πόσο η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

7.   Κάθε φυσικό πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει από την Κοινή Εποπτική Αρχή, σε εύλογα χρονικά διαστήματα, να ελεγχθεί κατά πόσον ο τρόπος με τον οποίον συνελέγησαν, αποθηκεύτηκαν, υποβλήθηκαν σε επεξεργασία και χρησιμοποιήθηκαν προσωπικά του δεδομένα από την Ευρωπόλ ήταν σύμφωνος με την παρούσα απόφαση όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Κοινή Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί στο εν λόγω φυσικό πρόσωπο ότι προέβη στους σχετικούς ελέγχους, χωρίς να του διαθέσει οποιαδήποτε πληροφορία από την οποία να μπορεί να συναχθεί κατά πόσον η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο.

Άρθρο 31

Δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένωνγια διόρθωση και διαγραφή δεδομένων

1.   Κάθε πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει από την Ευρωπόλ τη διόρθωση ή τη διαγραφή ανακριβών δεδομένων που το αφορούν. Αν διαπιστωθεί, είτε έπειτα από άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος είτε με άλλον τρόπο, ότι δεδομένα τα οποία διαθέτει η Ευρωπόλ και τα οποία της έχουν κοινοποιηθεί από τρίτους ή προέρχονται από δικές της αναλύσεις είναι ανακριβή ή ότι έχουν εισαχθεί ή αποθηκευθεί κατά παράβαση της παρούσας απόφασης, η Ευρωπόλ προβαίνει στη διόρθωση ή διαγραφή των δεδομένων.

2.   Αν δεδομένα που είναι ανακριβή ή υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά παράβαση της παρούσας απόφασης έχουν διαβιβασθεί στην Ευρωπόλ απευθείας από κράτη μέλη, τα εν λόγω κράτη μέλη προβαίνουν στη διόρθωση ή διαγραφή των δεδομένων σε συνεργασία με την Ευρωπόλ.

3.   Σε περίπτωση που ανακριβή δεδομένα έχουν διαβιβασθεί με άλλον κατάλληλο τρόπο ή σε περίπτωση που τα λάθη σε δεδομένα τα οποία έχουν διαβιβάσει κράτη μέλη οφείλονται σε εσφαλμένη διαβίβαση ή έχουν διαβιβασθεί κατά παράβαση της παρούσας απόφασης ή εάν είναι αποτέλεσμα της καταχώρισης, της απόκτησης ή της αποθήκευσής τους με εσφαλμένο τρόπο ή κατά παράβαση της παρούσας απόφασης από την Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ διορθώνει ή διαγράφει τα δεδομένα σε συνεργασία με τα οικεία κράτη μέλη.

4.   Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1, 2 και 3, ενημερώνονται πάραυτα σχετικά τα κράτη μέλη ή οι τρίτοι που έλαβαν τα δεδομένα. Τα κράτη μέλη και οι τρίτοι που έλαβαν τα δεδομένα προβαίνουν ομοίως στη διόρθωση ή διαγραφή τους. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η διαγραφή, τα δεδομένα «κλειδώνονται» ώστε να αποτραπεί οιαδήποτε περαιτέρω επεξεργασία.

5.   Η Ευρωπόλ ενημερώνει τον αιτούντα γραπτώς χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών, σχετικά με τη διόρθωση ή διαγραφή δεδομένων που τον αφορούν.

Άρθρο 32

Προσφυγές

1.   Στην απάντησή της προς αίτηση για τη διενέργεια ελέγχου ή για την παραχώρηση πρόσβασης σε δεδομένα ή για τη διόρθωση ή διαγραφή δεδομένων, η Ευρωπόλ ενημερώνει τον αιτούντα για το δικαίωμά του να προσφύγει στην Κοινή Εποπτική Αρχή αν δεν μείνει ικανοποιημένος με την απόφαση. Ο αιτών δικαιούται επίσης να προσφύγει στην Κοινή Εποπτική Αρχή εφόσον δεν εδόθη απάντηση στην αίτησή του εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 30 ή 31.

2.   Εάν ο αιτών υποβάλει προσφυγή ενώπιον της Κοινής Εποπτικής Αρχής, η προσφυγή εξετάζεται από την εν λόγω αρχή.

3.   Όταν η προσφυγή αφορά απόφαση από τις αναφερόμενες στα άρθρα 30 ή 31, η Κοινή Εποπτική Αρχή λαμβάνει προηγουμένως τη γνώμη των εθνικών εποπτικών αρχών ή της αρμόδιας δικαστικής αρχής του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται τα δεδομένα, ή τη γνώμη του άμεσα ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Η απόφαση της Κοινής Εποπτικής Αρχής, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και την άρνηση κοινοποίησης οποιασδήποτε πληροφορίας, λαμβάνεται σε στενή συνεργασία με την εθνική εποπτική αρχή ή την αρμόδια δικαστική αρχή.

4.   Όταν η προσφυγή αφορά πρόσβαση σε δεδομένα που έχουν εισαχθεί στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ από την Ευρωπόλ, σε δεδομένα αποθηκευμένα σε αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση ή σε οποιοδήποτε άλλο σύστημα το οποίο έχει συγκροτηθεί από την Ευρωπόλ με σκοπό την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10, και εφόσον έχουν διατυπωθεί επίμονες αντιρρήσεις από μέρους της Ευρωπόλ, η Κοινή Εποπτική Αρχή δύναται να υπερκεράσει τις αντιρρήσεις αυτές μόνον αν αποφασίσει με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών της και αφού προηγουμένως ακούσει τις απόψεις της Ευρωπόλ και του κράτους μέλους ή των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 4. Αν δεν επιτευχθεί τέτοια πλειοψηφία, η Κοινή Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί την άρνηση στον αιτούντα, χωρίς να του διαθέσει οποιαδήποτε πληροφορία από την οποία να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τον αιτούντα.

5.   Όταν η προσφυγή αφορά τον έλεγχο δεδομένων που έχουν εισαχθεί από κράτος μέλος στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ, δεδομένων που έχουν αποθηκευτεί στα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση ή σε οποιοδήποτε άλλο σύστημα που έχει θεσπίσει η Ευρωπόλ για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του άρθρου 10, η Κοινή Εποπτική Αρχή βεβαιώνεται ότι διενεργήθηκαν πράγματι οι αναγκαίοι έλεγχοι με τον προσήκοντα τρόπο σε στενή συνεργασία με την εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους που καταχώρισε τα δεδομένα. Η Κοινή Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί στον αιτούντα ότι διενήργησε τους ελέγχους, χωρίς να του διαθέσει οποιαδήποτε πληροφορία από την οποία να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τον αιτούντα.

6.   Όταν η προσφυγή αφορά τον έλεγχο δεδομένων που έχουν εισαχθεί στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ από την Ευρωπόλ ή δεδομένων αποθηκευμένων σε αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση ή σε οποιοδήποτε άλλο σύστημα που έχει θεσπίσει η Ευρωπόλ για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του άρθρου 10, η Κοινή Εποπτική Αρχή διασφαλίζει τη διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων από την Ευρωπόλ. Η Κοινή Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί στον αιτούντα ότι διενήργησε τους ελέγχους, χωρίς να του διαθέσει οποιαδήποτε πληροφορία από την οποία να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τον αιτούντα.

Άρθρο 33

Εθνική εποπτική αρχή

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια εθνική εποπτική αρχή, αποστολή της οποίας είναι να ελέγχει, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο και υπό καθεστώς ανεξαρτησίας, τη νομιμότητα κάθε καταχώρισης, ανάκτησης και κοινοποίησης στην Ευρωπόλ δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από το οικείο κράτος μέλος, καθώς επίσης να εξετάζει κατά πόσον μια τέτοια καταχώριση, ανάκτηση ή κοινοποίηση παραβιάζει τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων. Για τον σκοπό αυτό, η εθνική εποπτική αρχή έχει πρόσβαση, στους χώρους της οικείας εθνικής μονάδας ή στους χώρους που χρησιμοποιούν οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι, στα δεδομένα που έχουν εισαχθεί από το κράτος μέλος στο Σύστημα Πληροφοριών Ευρωπόλ ή σε οποιοδήποτε άλλο σύστημα το οποίο έχει συγκροτηθεί από την Ευρωπόλ με σκοπό την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες.

Με σκοπό την άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων, οι εθνικές εποπτικές αρχές έχουν πρόσβαση στα γραφεία και στα έγγραφα των αντίστοιχων αξιωματικών-συνδέσμων τους στην Ευρωπόλ.

Επιπλέον, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες, οι εθνικές εποπτικές αρχές εποπτεύουν τις δραστηριότητες των εθνικών μονάδων και τις δραστηριότητες των αξιωματικών-συνδέσμων, στο μέτρο που οι δραστηριότητες αυτές έχουν σημασία για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι εθνικές εποπτικές αρχές τηρούν την Κοινή Εποπτική Αρχή ενήμερη για κάθε ενέργεια στην οποία προβαίνουν σε σχέση με την Ευρωπόλ.

2.   Κάθε πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει από την εθνική εποπτική αρχή να διασφαλίσει τη νομιμότητα της καταχώρισης ή της κοινοποίησης στην Ευρωπόλ δεδομένων που το αφορούν υπό οιανδήποτε μορφή, καθώς και της πρόσβασης στα δεδομένα από μέρους του οικείου κράτους μέλους.

Το δικαίωμα αυτό ασκείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση.

Άρθρο 34

Κοινή Εποπτική Αρχή

1.   Ιδρύεται ανεξάρτητη Κοινή Εποπτική Αρχή, η οποία έχει ως έργο, τηρουμένων των διατάξεων της παρούσας απόφασης, να ελέγχει τις δραστηριότητες της Ευρωπόλ προκειμένου να διασφαλίζει ότι η αποθήκευση, επεξεργασία και χρήση δεδομένων που κατέχει η Ευρωπόλ δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα του οικείου φυσικού προσώπου. Επιπροσθέτως, η Κοινή Εποπτική Αρχή ελέγχει τη νομιμότητα της διαβίβασης δεδομένων προερχόμενων από την Ευρωπόλ. Η Κοινή Εποπτική Αρχή αποτελείται το πολύ από δύο μέλη ή αντιπροσώπους, επικουρούμενους εφόσον χρειάζεται από αναπληρωματικά μέλη, εκάστης ανεξάρτητης εθνικής εποπτικής αρχής, που διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα και διορίζονται για μία πενταετία από κάθε κράτος μέλος. Έκαστη αντιπροσωπεία διαθέτει μία ψήφο.

Η Κοινή Εποπτική Αρχή επιλέγει τον πρόεδρό της μεταξύ των μελών της.

Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα μέλη της Κοινής Εποπτικής Αρχής δεν λαμβάνουν εντολές από καμία άλλη αρχή.

2.   Η Ευρωπόλ επικουρεί την Κοινή Εποπτική Αρχή κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων της. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπόλ οφείλει ιδίως:

α)

να παρέχει τις πληροφορίες που ζητεί η Κοινή Εποπτική Αρχή, να της παραχωρεί πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων και των φακέλων με έγγραφα, καθώς και στα δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στα αρχεία δεδομένων της·

β)

να παραχωρεί στην Κοινή Εποπτική Αρχή ελεύθερη πρόσβαση ανά πάσα στιγμή σε όλους τους χώρους που χρησιμοποιεί·

γ)

να εφαρμόζει τις αποφάσεις που η Κοινή Εποπτική Αρχή εκδίδει επί προσφυγών.

3.   Η Κοινή Εποπτική Αρχή είναι αρμόδια να εξετάζει ζητήματα εφαρμογής και ερμηνείας σε σχέση με τις δραστηριότητες της Ευρωπόλ όσον αφορά την επεξεργασία και τη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να εξετάζει ζητήματα σχετικά με ανεξάρτητους ελέγχους που διενεργούνται από τις εθνικές εποπτικές αρχές των κρατών μελών ή σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, και να αναπτύσσει εναρμονισμένες προτάσεις για την εξεύρεση κοινών λύσεων σε υφιστάμενα προβλήματα.

4.   Εάν η Κοινή Εποπτική Αρχή διαπιστώσει παραβάσεις των διατάξεων της παρούσας απόφασης κατά την αποθήκευση, επεξεργασία ή χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, απευθύνει τις αιτιάσεις που κρίνει αναγκαίες στον διευθυντή και του τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία για να απαντήσει. Ο διευθυντής τηρεί ενήμερο το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με την όλη διαδικασία. Σε περίπτωση που η Κοινή Εποπτική Αρχή δεν μείνει ικανοποιημένη από την απάντηση του διευθυντή στην αίτησή της, παραπέμπει το ζήτημα στο διοικητικό συμβούλιο.

5.   Για την εκπλήρωση της αποστολής της και την προώθηση της αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων και διαδικασιών που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων, η Κοινή Εποπτική Αρχή συνεργάζεται, αναλόγως των αναγκών, με άλλες εποπτικές αρχές.

6.   Η Κοινή Εποπτική Αρχή καταρτίζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκθέσεις πεπραγμένων. Οι εν λόγω εκθέσεις διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Το διοικητικό συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις, οι οποίες επισυνάπτονται στις εκθέσεις.

Η Κοινή Εποπτική Αρχή αποφασίζει κατά πόσον είναι σκόπιμη η δημοσίευση της εκθέσεως πεπραγμένων της και, εάν αποφασίσει να το πράξει, καθορίζει τον τρόπο της τυχόν δημοσίευσης.

7.   Η Κοινή Εποπτική Αρχή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών της και τον υποβάλλει στο Συμβούλιο προς έγκριση. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

8.   Η Κοινή Εποπτική Αρχή συγκροτεί εσωτερική επιτροπή στην οποία μετέχει ένας αντιπρόσωπος από κάθε κράτος μέλος με δικαίωμα ψήφου. Καθήκον της επιτροπής αυτής είναι να εξετάζει με όλα τα κατάλληλα μέσα τις προσφυγές του άρθρου 32. Τα ενδιαφερόμενα μέρη, επικουρούμενα εάν το επιθυμούν από τους συμβούλους τους, μπορούν να ζητήσουν και να γίνουν δεκτά σε ακρόαση από την επιτροπή. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό είναι οριστικές έναντι όλων των ενδιαφερομένων μερών.

9.   Η Κοινή Εποπτική Αρχή δύναται επίσης να συστήσει μία ή περισσότερες άλλες επιτροπές πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 8.

10.   Είναι υποχρεωτικό να ζητείται η γνώμη της Κοινής Εποπτικής Αρχής για το μέρος του προϋπολογισμού της Ευρωπόλ που την αφορά. Η γνώμη της επισυνάπτεται στο σχετικό σχέδιο προϋπολογισμού.

11.   Η Κοινή Εποπτική Αρχή επικουρείται από γραμματεία, τα καθήκοντα της οποίας καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό.

Άρθρο 35

Ασφάλεια δεδομένων

1.   Η Ευρωπόλ λαμβάνει τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής της παρούσας απόφασης. Κάθε τέτοιο μέτρο θεωρείται αναγκαίο μόνον εφόσον η προσπάθεια την οποία συνεπάγεται είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό προστασίας.

2.   Όσον αφορά την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων από τις μονάδες της Ευρωπόλ, κάθε κράτος μέλος και η Ευρωπόλ εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου:

α)

να απαγορεύεται σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα η πρόσβαση σε εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος της πρόσβασης σε εγκαταστάσεις)·

β)

να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή απομάκρυνση υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος των υποθεμάτων δεδομένων)·

γ)

να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης καταχώριση δεδομένων, καθώς και η άνευ εξουσιοδότησης εξέταση, τροποποίηση ή διαγραφή αποθηκευμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος της αποθήκευσης)·

δ)

να εμποδίζεται η χρήση συστημάτων αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με τη χρήση εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος των χρηστών)·

ε)

να διασφαλίζεται ότι πρόσωπα που διαθέτουν εξουσιοδότηση για τη χρήση συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων διαθέτουν πρόσβαση μόνο στα δεδομένα που καλύπτονται από το δικαίωμα πρόσβασης που τους αναγνωρίζεται (έλεγχος της πρόσβασης σε δεδομένα)·

στ)

να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται σε ποιους φορείς επιτρέπεται να διαβιβάζονται ή έχουν διαβιβαστεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με τη χρήση εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος της διαβίβασης)·

ζ)

να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται ποια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν εισαχθεί στα συστήματα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, πότε και από ποιον (έλεγχος της καταχώρισης)·

η)

να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος της μεταφοράς)·

θ)

να διασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης αποκατάστασης της λειτουργίας εγκατεστημένων συστημάτων σε περίπτωση διακοπής (αποκατάσταση)·

ι)

να διασφαλίζεται ότι το σύστημα λειτουργεί αλάνθαστα, ότι γνωστοποιείται αμέσως κάθε ελαττωματική λειτουργία που παρουσιάζεται (αξιοπιστία) και ότι τα αποθηκευμένα δεδομένα δεν είναι δυνατό να υποστούν αλλοίωση εξαιτίας κακής λειτουργίας του συστήματος (ακεραιότητα).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Άρθρο 36

Τα όργανα της Ευρωπόλ

Τα όργανα της Ευρωπόλ είναι:

α)

το διοικητικό συμβούλιο·

β)

ο διευθυντής.

Άρθρο 37

Διοικητικό συμβούλιο

1.   Το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους και έναν αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου διαθέτει μία ψήφο. Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να αντικατασταθεί από αναπληρωματικό μέλος· το αναπληρωματικό μέλος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα ψήφου του τακτικού μέλους σε περίπτωση απουσίας του τελευταίου.

2.   Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου επιλέγονται από την ομάδα των τριών κρατών μελών τα οποία έχουν από κοινού ετοιμάσει το δεκαοκτάμηνο πρόγραμμα του Συμβουλίου και υπηρετούν για το χρονικό διάστημα των 18 μηνών που αντιστοιχεί στο εν λόγω πρόγραμμα του Συμβουλίου. Κατά το διάστημα αυτό, ο πρόεδρος δεν ενεργεί πλέον ως αντιπρόσωπος του αντιστοίχου κράτους μέλους καταγωγής του στο διοικητικό συμβούλιο. Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά αυτοδικαίως τον πρόεδρο σε περίπτωση που κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του.

3.   Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την αποδοτική λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου κατά την άσκηση των καθηκόντων του που ορίζονται στην παράγραφο 9, προσδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή σε στρατηγικά ζητήματα και στα κύρια καθήκοντα της Ευρωπόλ που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1.

4.   Ο πρόεδρος επικουρείται από τη Γραμματεία του διοικητικού συμβουλίου η οποία, ειδικότερα:

α)

συμμετέχει εκ του σύνεγγυς και συνεχώς στη διοργάνωση, στον συντονισμό και στη διασφάλιση της συνοχής των εργασιών του διοικητικού συμβουλίου. Υπό την ευθύνη και με την καθοδήγησή του, επικουρεί τον πρόεδρο στην εξεύρεση λύσεων·

β)

παρέχει στο διοικητικό συμβούλιο την αναγκαία διοικητική υποστήριξη για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

5.   Ο διευθυντής μετέχει στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου.

6.   Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή οι αναπληρωτές τους και ο διευθυντής είναι δυνατό να συνοδεύονται από εμπειρογνώμονες.

7.   Το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο.

8.   Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του εκτός εάν ορίζει άλλως η παρούσα απόφαση.

9.   Το διοικητικό συμβούλιο:

α)

υιοθετεί στρατηγική για την Ευρωπόλ, η οποία περιλαμβάνει κριτήρια αξιολόγησης του κατά πόσον έχουν επιτευχθεί οι τεθέντες στόχοι·

β)

επιβλέπει τις επιδόσεις του διευθυντή, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου·

γ)

λαμβάνει αποφάσεις ή μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με την παρούσα απόφαση·

δ)

θεσπίζει τους κανόνες εφαρμογής στους οποίους υπόκειται το προσωπικό της Ευρωπόλ, βάσει προτάσεως του διευθυντή και αφού ζητηθεί η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής·

ε)

θεσπίζει τον δημοσιονομικό κανονισμό και διορίζει υπόλογο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (13), κατόπιν διαβουλεύσεων με την Επιτροπή·

στ)

συστήνει το σύστημα εσωτερικού ελέγχου και διορίζει το προσωπικό για τη διενέργεια των ελέγχων που είναι μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει περαιτέρω κανόνες εφαρμογής σχετικά με το σύστημα εσωτερικού ελέγχου. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής καλύπτουν, ιδίως, την επιλογή, την παύση, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις, τις εξουσίες του προσωπικού και τα μέτρα διασφάλισης της ανεξαρτησίας του συστήματος. Το προσωπικό που απασχολείται στο σύστημα εσωτερικού ελέγχου είναι αποκλειστικά και μόνο υπόλογο στο διοικητικό συμβούλιο και έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που είναι αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων του·

η)

καταρτίζει κατάλογο τουλάχιστον τριών υποψηφίων για τη θέση του διευθυντή και των αναπληρωτών διευθυντών, ο οποίος υποβάλλεται στο Συμβούλιο·

θ)

ευθύνεται για την εκτέλεση κάθε άλλου καθήκοντος που του αναθέτει το Συμβούλιο, ιδίως με διατάξεις για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης,

ι)

θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό, περιλαμβανομένων των διατάξεων περί ανεξαρτησίας της Γραμματείας.

10.   Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει σε ετήσια βάση:

α)

την κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων, περιλαμβανομένου του σχεδίου πίνακα προσωπικού, προς υποβολή στην Επιτροπή και τον τελικό προϋπολογισμό·

β)

πρόγραμμα εργασιών σχετικό με τις μελλοντικές δραστηριότητες της Ευρωπόλ, για το οποίο λαμβάνονται υπόψη οι επιχειρησιακές ανάγκες των κρατών μελών, καθώς και οι σχετικές επιπτώσεις για την Ευρωπόλ από δημοσιονομική άποψη και από την άποψη του προσωπικού, κατόπιν γνωμοδότησης της Επιτροπής·

γ)

γενική έκθεση πεπραγμένων της Ευρωπόλ για το προηγούμενο έτος, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί σχετικά με τις προτεραιότητες τις οποίες έθεσε το Συμβούλιο.

Τα έγγραφα αυτά υποβάλλονται στο Συμβούλιο προς έγκριση. Το Συμβούλιο τα διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς ενημέρωση.

11.   Εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης και ακολούθως ανά τετραετία, το διοικητικό συμβούλιο αναθέτει ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας απόφασης και των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ.

Προς τον σκοπό αυτό το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει ειδικούς σχετικούς όρους εντολής.

Η έκθεση αξιολόγησης διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

12.   Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να αποφασίζει τη σύσταση ομάδων εργασίας. Οι κανόνες που διέπουν τη σύσταση και λειτουργία των εν λόγω ομάδων εργασίας καθορίζονται στον εσωτερικό του κανονισμό.

13.   Το διοικητικό συμβούλιο ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 39 παράγραφος 3 σε σχέση με τον διευθυντή, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 38 παράγραφοι 1 και 7.

Άρθρο 38

Διευθυντής

1.   Επικεφαλής της Ευρωπόλ τίθεται διευθυντής ο οποίος διορίζεται για τέσσερα έτη από το Συμβούλιο, που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία βάσει καταλόγου τουλάχιστον τριών υποψηφίων, ο οποίος υποβάλλεται από το διοικητικό συμβούλιο. Το Συμβούλιο, βάσει πρότασης του διοικητικού συμβουλίου το οποίο έχει αξιολογήσει τις επιδόσεις του διευθυντή, δύναται να παρατείνει άπαξ τη θητεία του διευθυντή για διάστημα όχι μεγαλύτερο των τεσσάρων ετών.

2.   Ο διευθυντής επικουρείται από τρεις αναπληρωτές διευθυντές με τετραετή θητεία η οποία δύναται να παραταθεί άπαξ, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η παράγραφος 1. Τα καθήκοντά τους προσδιορίζονται λεπτομερέστερα από τον διευθυντή.

3.   Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει κανόνες για την επιλογή των υποψηφίων για τη θέση του διευθυντή και αναπληρωτή διευθυντή, καθώς και για την παράταση της θητείας τους. Οι κανόνες αυτοί εγκρίνονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία προτού αρχίσουν να ισχύουν.

4.   Ο διευθυντής είναι επιφορτισμένος με τα εξής καθήκοντα:

α)

εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπόλ·

β)

τρέχουσα διοίκηση της Ευρωπόλ·

γ)

άσκηση, ως προς το προσωπικό της Ευρωπόλ και τους αναπληρωτές διευθυντές και υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 7 του παρόντος άρθρου, των εξουσιών που προβλέπει το άρθρο 39 παράγραφος 3·

δ)

προπαρασκευή και εφαρμογή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και απάντηση στα αιτήματα του διοικητικού συμβουλίου·

ε)

υποστήριξη του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου κατά την προετοιμασία των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου·

στ)

κατάρτιση της κατάστασης προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων, περιλαμβανομένου του σχεδίου πίνακα προσωπικού, καθώς και κατάρτιση του προκαταρκτικού προγράμματος εργασίας·

ζ)

εκπόνηση της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 10 στοιχείο γ)·

η)

εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπόλ·

θ)

ενημέρωση σε τακτική βάση του διοικητικού συμβουλίου σχετικά με την υλοποίηση των προτεραιοτήτων που καθορίζει το Συμβούλιο, καθώς και σχετικά με τις εξωτερικές σχέσεις της Ευρωπόλ·

ι)

καθιέρωση και εφαρμογή, σε συνεργασία με το διοικητικό συμβούλιο, αποτελεσματικής και αποδοτικής διαδικασίας παρακολούθησης και αξιολόγησης των επιδόσεων της Ευρωπόλ ως προς την επίτευξη των στόχων της. Ο διευθυντής υποβάλλει τακτικά έκθεση στο διοικητικό συμβούλιο για τα αποτελέσματα αυτής της παρακολούθησης·

ια)

εκτέλεση κάθε άλλου καθήκοντος που ανατίθεται στον διευθυντή βάσει της παρούσας απόφασης.

5.   Ο διευθυντής λογοδοτεί για την εκτέλεση των καθηκόντων του στο διοικητικό συμβούλιο.

6.   Ο διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ευρωπόλ.

7.   Ο διευθυντής και οι αναπληρωτές διευθυντές είναι δυνατό να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους με απόφαση του Συμβουλίου η οποία λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία έπειτα από γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τους κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι κανόνες αυτοί εγκρίνονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία προτού αρχίσουν να ισχύουν.

Άρθρο 39

Προσωπικό

1.   Ο διευθυντής, οι αναπληρωτές διευθυντές και το προσωπικό της Ευρωπόλ το οποίο προσλαμβάνεται μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης υπόκεινται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στο καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής: «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης» και «καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού» αντιστοίχως), το οποίο ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (14), καθώς και στις διατάξεις που έχουν υιοθετήσει από κοινού τα θεσμικά όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

2.   Στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, η Ευρωπόλ θεωρείται οργανισμός κατά την έννοια του άρθρου 1α παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

3.   Οι εξουσίες που ανατίθενται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή με διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και οι εξουσίες που ανατίθενται στην αρχή που νομιμοποιείται να συνάπτει συμβάσεις βάσει του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού ασκούνται από την Ευρωπόλ ως προς το προσωπικό και τον διευθυντή της κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 37 παράγραφος 13 και στο άρθρο 38 παράγραφος 4 στοιχείο γ) της παρούσας απόφασης.

4.   Το προσωπικό της Ευρωπόλ είναι έκτακτο ή/και επί συμβάσει. Το διοικητικό συμβούλιο συναινεί επί ετησίας βάσεως εφόσον ο διευθυντής σκοπεύει να συνάψει συμβάσεις αορίστου χρόνου. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει για τον αριθμό των προσωρινών θέσεων του πίνακα προσωπικού που μπορούν να πληρούνται μόνον από προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Το προσλαμβανόμενο για τις εν λόγω θέσεις προσωπικό αποτελείται από έκτακτους υπαλλήλους σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού και συνάπτει μόνο συμβάσεις ορισμένου χρόνου ανανεώσιμες μία φορά για ορισμένο χρόνο.

5.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αποσπούν στην Ευρωπόλ εθνικούς εμπειρογνώμονες. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τις αναγκαίες προς τούτο ρυθμίσεις εφαρμογής.

6.   Η Ευρωπόλ εφαρμόζει τις αρχές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικών με το προσωπικό της Ευρωπόλ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙ

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 40

Εμπιστευτικότητα

1.   Η Ευρωπόλ και τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πληροφοριών που καλύπτονται από την υποχρέωση εμπιστευτικότητας και οι οποίες αποκτώνται από την Ευρωπόλ ή ανταλλάσσονται στο πλαίσιο της λειτουργίας της δυνάμει της παρούσας απόφασης. Για τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία κατόπιν διαβουλεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει κατάλληλες ρυθμίσεις περί εμπιστευτικότητας, τις οποίες προετοιμάζει το διοικητικό συμβούλιο. Οι εν λόγω ρυθμίσεις περιλαμβάνουν διατάξεις για τις περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπόλ δύναται να ανταλλάσσει με τρίτους πληροφορίες οι οποίες καλύπτονται από την υποχρέωση εμπιστευτικότητας.

2.   Όταν η Ευρωπόλ σκοπεύει να αναθέσει σε κάποιο πρόσωπο μια ευαίσθητη αποστολή, τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν να φροντίσουν, κατόπιν σχετικού αιτήματος του διευθυντή, για τη διενέργεια ελέγχου ασφαλείας όσον αφορά τα άτομα που έχουν την ιθαγένειά τους, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, και να παράσχουν αμοιβαία συνδρομή για τον σκοπό αυτό. Η οικεία αρχή ενημερώνει βάσει των εθνικών της διατάξεων την Ευρωπόλ και μόνον αυτήν για τα πορίσματα του ελέγχου ασφαλείας. Τα εν λόγω πορίσματα είναι δεσμευτικά για την Ευρωπόλ.

3.   Κάθε κράτος μέλος και η Ευρωπόλ δύνανται να αναθέτουν τη στο πλαίσιο της Ευρωπόλ επεξεργασία δεδομένων μόνο σε ειδικά καταρτισμένα πρόσωπα τα οποία έχουν υποβληθεί σε έλεγχο ασφαλείας. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει κανόνες για τον έλεγχο ασφαλείας επί του προσωπικού της Ευρωπόλ. Ο διευθυντής ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο σε τακτική βάση για την κατάσταση του ελέγχου ασφαλείας επί του προσωπικού της Ευρωπόλ.

Άρθρο 41

Υποχρέωση εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας

1.   Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ο διευθυντής, οι αναπληρωτές διευθυντές, το προσωπικό της Ευρωπόλ και οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι οφείλουν να απέχουν από κάθε πράξη και από κάθε έκφραση γνώμης η οποία ενδέχεται να βλάψει την Ευρωπόλ ή τις δραστηριότητές της.

2.   Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ο διευθυντής, οι αναπληρωτές διευθυντές, το προσωπικό της Ευρωπόλ και οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο υπόκειται σε συγκεκριμένη υποχρέωση εχεμύθειας ή εμπιστευτικότητας υποχρεούνται να μην κοινολογούν σε μη εξουσιοδοτημένα άτομα ή στο κοινό γεγονότα ή πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων ή την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για γεγονότα ή πληροφορίες οι οποίες, λόγω της περιορισμένης σημασίας τους, δεν χρήζουν εμπιστευτικής μεταχείρισης. Η υποχρέωση εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας ισχύει και μετά την παύση άσκησης του αξιώματος, τη λήξη της σύμβασης εργασίας ή τον τερματισμό των δραστηριοτήτων. Η Ευρωπόλ ενημερώνει σχετικά με την ειδική υποχρέωση για την οποία γίνεται λόγος στο πρώτο εδάφιο και προειδοποιεί για τις έννομες συνέπειες τυχόν παράβασης. Για κάθε τέτοια ενημέρωση συντάσσεται έγγραφο πρακτικό.

3.   Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ο διευθυντής, οι αναπληρωτές διευθυντές, το προσωπικό της Ευρωπόλ και οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι, καθώς και άλλα πρόσωπα τα οποία υπέχουν την υποχρέωση της παραγράφου 2, δεν επιτρέπεται να καταθέτουν ενώπιον ή εκτός δικαστηρίου ούτε να προβαίνουν σε δηλώσεις σχετικά με γεγονότα ή πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων ή την άσκηση των δραστηριοτήτων τους χωρίς να το αναφέρουν στον διευθυντή ή, εφόσον πρόκειται για τον ίδιο τον διευθυντή, στο διοικητικό συμβούλιο.

Το διοικητικό συμβούλιο ή ο διευθυντής, ανάλογα με την περίπτωση, έρχεται σε επαφή με το εκάστοτε δικαστικό ή άλλο αρμόδιο όργανο προκειμένου να διασφαλισθεί η λήψη των αναγκαίων μέτρων βάσει της εθνικής νομοθεσίας στην οποία υπόκειται το συγκεκριμένο όργανο.

Τέτοια μέτρα μπορούν να συνίστανται στην προσαρμογή των διαδικασιών κατάθεσης ούτως ώστε να διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών ή, αν επιτρέπεται σύμφωνα με την οικεία εθνική νομοθεσία, στην άρνηση πραγματοποίησης οποιασδήποτε γνωστοποίησης σχετικά με δεδομένα, στον βαθμό που τούτο έχει ζωτική σημασία για την προστασία των συμφερόντων της Ευρωπόλ ή κράτους μέλους.

Σε περίπτωση που η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει δικαίωμα άρνησης κατάθεσης, ένα πρόσωπο κατά την έννοια της παραγράφου 2 το οποίο καλείται να καταθέσει πρέπει προηγουμένως να λάβει σχετική άδεια. Η άδεια χορηγείται από τον διευθυντή ή, σε περίπτωση που καλείται να καταθέσει ο ίδιος ο διευθυντής, από το διοικητικό συμβούλιο. Όταν ένας αξιωματικός-σύνδεσμος καλείται να καταθέσει σχετικά με πληροφορίες που έχει λάβει από την Ευρωπόλ, η εν λόγω άδεια χορηγείται αφού προηγουμένως εξασφαλισθεί η συγκατάθεση του κράτους μέλους υπό την ευθύνη του οποίου τελεί ο αξιωματικός. Η υποχρέωση λήψης αδείας με σκοπό την κατάθεση ισχύει και μετά την παύση άσκησης του αξιώματος, τη λήξη της σύμβασης εργασίας ή τον τερματισμό των δραστηριοτήτων.

Περαιτέρω, αν υπάρχει δυνατότητα να επεκταθεί η κατάθεση σε πληροφορίες και γνώσεις που έχει διαβιβάσει κράτος μέλος στην Ευρωπόλ ή οι οποίες σαφώς εμπλέκουν συγκεκριμένο κράτος μέλος, επιβάλλεται να ληφθεί η γνώμη αυτού του κράτους μέλους σχετικά με την κατάθεση πριν από τη χορήγηση της άδειας.

Αίτηση άδειας για την παροχή κατάθεσης μπορεί να απορριφθεί μόνον εφόσον κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την προάσπιση υπέρτερων συμφερόντων της Ευρωπόλ, ενός κράτους μέλους ή περισσοτέρων κρατών μελών.

4.   Κάθε κράτος μέλος θεωρεί κάθε παράβαση της κατά τις παραγράφους 2 και 3 υποχρέωσης εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας ως παραβίαση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η εθνική του νομοθεσία περί υπηρεσιακού ή επαγγελματικού απορρήτου ή οι εθνικές του διατάξεις περί προστασίας διαβαθμισμένου υλικού.

Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι σχετικοί κανόνες και διατάξεις να εφαρμόζονται και στους δικούς του υπαλλήλους οι οποίοι έχουν επαφές με την Ευρωπόλ στο πλαίσιο της εργασίας τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 42

Προϋπολογισμός

1.   Υπό την επιφύλαξη τυχόν άλλων ειδών εσόδων, τα έσοδα της Ευρωπόλ συνίστανται σε κοινοτική επιχορήγηση, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα που αφορά την Επιτροπή) από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης. Η χρηματοδότηση της Ευρωπόλ εξαρτάται από τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (εφεξής «αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή»), όπως προβλέπει η διοργανική συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για δημοσιονομική πειθαρχία και χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (15).

2.   Οι δαπάνες της Ευρωπόλ περιλαμβάνουν τις δαπάνες προσωπικού και διοίκησης και τις δαπάνες υποδομής και λειτουργίας.

3.   Ο διευθυντής καταρτίζει κατάσταση των προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων της Ευρωπόλ για το επόμενο οικονομικό έτος, περιλαμβανομένου σχεδίου πίνακα προσωπικού, και τη διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο. Το σχέδιο πίνακα προσωπικού περιλαμβάνει τις μόνιμες ή έκτακτες θέσεις προσωπικού, μνεία των αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων και διευκρίνιση του αριθμού, του βαθμού και της κατηγορίας του προσωπικού που απασχολείται από την Ευρωπόλ ως προς το εκάστοτε οικονομικό έτος.

4.   Τα έσοδα και οι δαπάνες πρέπει να είναι ισοσκελισμένα.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει την κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων, περιλαμβανομένου του σχεδίου πίνακα προσωπικού, καθώς και το προκαταρκτικό πρόγραμμα εργασίας που τη συνοδεύει, και τα διαβιβάζει στην Επιτροπή το αργότερο στις 31 Μαρτίου εκάστου έτους. Σε περίπτωση που η Επιτροπή διαφωνεί με την κατάσταση προβλέψεων, ενημερώνει σχετικά το διοικητικό συμβούλιο εντός 30 ημερών από την παραλαβή της.

6.   Η Επιτροπή διαβιβάζει την κατάσταση προβλέψεων στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή μαζί με το προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

7.   Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες σε σχέση με τον πίνακα προσωπικού και το ύψος της επιχορήγησης από τον γενικό προϋπολογισμό, καταθέτει δε το προσχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το άρθρο 272 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

8.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την επιχορήγηση προς την Ευρωπόλ καθώς και τον πίνακα προσωπικού κατά την έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

9.   Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τον προϋπολογισμό και τον πίνακα προσωπικού της Ευρωπόλ. Αυτοί καθίστανται οριστικοί μετά την τελική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οσάκις είναι απαραίτητο, επιφέρονται σε αυτούς οι κατάλληλες προσαρμογές με την έγκριση αναθεωρημένου προϋπολογισμού.

10.   Κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένου του πίνακα προσωπικού, γίνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 έως 9.

11.   Το διοικητικό συμβούλιο γνωστοποιεί, το ταχύτερο δυνατόν, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να υλοποιήσει τυχόν σχέδιο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως δε σχέδια που αφορούν ακίνητα, όπως είναι η μίσθωση ή η αγορά κτιρίων. Το διοικητικό συμβούλιο ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Σε περίπτωση που ένας από τους κλάδους της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής εκδηλώσει την πρόθεση να εκδώσει σχετική γνώμη, διαβιβάζει τη γνώμη του στο διοικητικό συμβούλιο εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχεδίου στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή.

Άρθρο 43

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1.   Ο διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπόλ.

2.   Το αργότερο στις 28 Φεβρουαρίου εκάστου οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Ευρωπόλ κοινοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς στον υπόλογο της Επιτροπής μαζί με έκθεση σχετική με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση για το εν λόγω οικονομικό έτος. Ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών σύμφωνα με το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (16).

3.   Το αργότερο στις 31 Μαρτίου εκάστου οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ στο Ελεγκτικό Συνέδριο μαζί με έκθεση σχετική με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση για το εν λόγω οικονομικό έτος. Η έκθεση για τη δημοσιονομική και τη χρηματοοικονομική διαχείριση του συγκεκριμένου οικονομικού έτους διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4.   Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ βάσει του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, ο διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ με δική του ευθύνη και τους διαβιβάζει προς γνωμοδότηση στο διοικητικό συμβούλιο.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο γνωμοδοτεί επί των οριστικών λογαριασμών της Ευρωπόλ.

6.   Το αργότερο την 1η Ιουλίου εκάστου οικονομικού έτους, ο διευθυντής αποστέλλει τους οριστικούς λογαριασμούς, μαζί με τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

7.   Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

8.   Ο διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου. Αποστέλλει επίσης αντίγραφο της απάντησης αυτής στο διοικητικό συμβούλιο.

9.   Ο διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 146 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος.

10.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει τον διευθυντή, πριν από τις 30 Απριλίου του έτους n + 2, από την ευθύνη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το έτος n.

Άρθρο 44

Δημοσιονομικός κανονισμός

Το διοικητικό συμβούλιο, αφού ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής, θεσπίζει τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στη Ευρωπόλ. Ο κανονισμός αυτός δεν επιτρέπεται να αποκλίνει από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002, εκτός αν τούτο είναι αναγκαίο για τη λειτουργία της Ευρωπόλ. Για τη θέσπιση οποιουδήποτε κανόνα που αποκλίνει από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή τηρείται ενήμερη για κάθε τέτοια απόκλιση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 45

Κανόνες για την πρόσβαση στα έγγραφα της Ευρωπόλ

Βάσει πρότασης του διευθυντή, και το αργότερο εντός εξαμήνου από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει κανόνες για την πρόσβαση στα έγγραφα της Ευρωπόλ, λαμβανομένων υπόψη των αρχών και των περιορισμών που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (17).

Άρθρο 46

Διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ

Η Ευρωπόλ εφαρμόζει τις αρχές ασφαλείας και τις στοιχειώδες προδιαγραφές που καθορίζονται με την απόφαση 2001/264/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την έγκριση κανονισμών ασφαλείας του Συμβουλίου (18), όσον αφορά τις διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ.

Άρθρο 47

Γλώσσες

1.   Για τη λειτουργία της Ευρωπόλ είναι εφαρμοστέος ο κανονισμός αριθ. 1 της 15ης Απριλίου 1958 περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (19).

2.   Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα σχετικά με τις εσωτερικές γλωσσικές ρυθμίσεις της Ευρωπόλ.

3.   Τις απαραίτητες για τη λειτουργία της Ευρωπόλ μεταφραστικές εργασίες αναλαμβάνει το Μεταφραστικό Κέντρο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (20).

Άρθρο 48

Ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Η προεδρία του Συμβουλίου, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ο διευθυντής εμφανίζονται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, για τη συζήτηση ζητημάτων που άπτονται της Ευρωπόλ, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας.

Άρθρο 49

Καταπολέμηση της απάτης

Εφαρμόζονται στην Ευρωπόλ οι κανόνες του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (21). Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει, βάσει της πρότασης του διευθυντή και το αργότερο εντός εξαμήνου από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα τα οποία ενδέχεται να αποκλείουν επιχειρησιακά δεδομένα από το πεδίο εφαρμογής των ερευνών της OLAF.

Άρθρο 50

Συμφωνία περί της έδρας

Οι απαραίτητες ρυθμίσεις σχετικά με την εγκατάσταση της Ευρωπόλ στο κράτος έδρας και σχετικά με τις διευκολύνσεις που οφείλει να προσφέρει το κράτος αυτό, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο κράτος έδρας της Ευρωπόλ ως προς τον διευθυντή, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τους αναπληρωτές διευθυντές, τους υπαλλήλους της Ευρωπόλ και τα μέλη της οικογενείας τους καθορίζονται σε συμφωνία περί της έδρας μεταξύ της Ευρωπόλ και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, η οποία θα συναφθεί μετά από έγκριση του διοικητικού συμβουλίου.

Άρθρο 51

Προνόμια και ασυλίες

1.   Το πρωτόκολλο για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ο κανονισμός που πρόκειται να εγκριθεί βάσει του άρθρου 16 του πρωτοκόλλου για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζονται στο διευθυντή και τους αναπληρωτές διευθυντές της Ευρωπόλ και στο προσωπικό τους.

2.   Το πρωτόκολλο για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζεται στην Ευρωπόλ.

3.   Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και τα άλλα κράτη μέλη συμφωνούν ότι οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι που αποσπώνται από τα άλλα κράτη μέλη καθώς και τα μέλη της οικογένειάς τους απολαύουν ομοίως των προνομίων και ασυλιών που απαιτούνται για την προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων των αξιωματικών-συνδέσμων στο πλαίσιο της Ευρωπόλ.

Άρθρο 52

Ευθύνη λόγω της άνευ εξουσιοδότησης ή της λανθασμένης επεξεργασίας δεδομένων

1.   Κάθε κράτος μέλος ευθύνεται, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, για τυχόν ζημία που υπέστη κάποιο φυσικό πρόσωπο λόγω νομικών ή αντικειμενικών σφαλμάτων σε δεδομένα τα οποία έχει αποθηκεύσει ή επεξεργασθεί η Ευρωπόλ. Η αγωγή αποζημιώσεως του θιγέντος δύναται να στραφεί μόνον κατά του κράτους μέλους εντός του οποίου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και ασκείται ενώπιον των δικαστηρίων που είναι αρμόδια με βάση το εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους. Προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη που το βαρύνει σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία απέναντι στο ζημιωθέν μέρος, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεσθεί το γεγονός ότι ένα άλλο κράτος μέλος ή η Ευρωπόλ διαβίβασε ανακριβή δεδομένα.

2.   Εάν το νομικό ή αντικειμενικό σφάλμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι αποτέλεσμα πλημμελούς διαβίβασης δεδομένων ή παράλειψης τήρησης των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση εκ μέρους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών ή οφείλεται σε άνευ εξουσιοδότηση ή σε λανθασμένη αποθήκευση ή επεξεργασία από μέρους της Ευρωπόλ, τότε η Ευρωπόλ ή το εκάστοτε άλλο κράτος μέλος υποχρεούται σε απόδοση, στον ζημιωθέντα, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, των ποσών που έχουν καταβληθεί ως αποζημίωση δυνάμει της παραγράφου 1, εκτός εάν τα δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου προκλήθηκε η ζημία κατά παράβαση των διατάξεων της παρούσας απόφασης.

3.   Οι σχετικές με την αξίωση ή το ποσό της επιστροφής διαφορές μεταξύ του κράτους μέλους που έχει καταβάλει αποζημίωση βάσει της παραγράφου 1 και της Ευρωπόλ ή άλλου κράτους μέλους παραπέμπονται στο διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται επ’ αυτών με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του.

Άρθρο 53

Λοιπή ευθύνη

1.   Η συμβατική ευθύνη της Ευρωπόλ διέπεται από το δίκαιο το οποίο διέπει την εκάστοτε σύμβαση.

2.   Όσον αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη, η Ευρωπόλ υποχρεούται, ανεξάρτητα από την ευθύνη που ενδεχομένως υπέχει από το άρθρο 52, να αποκαταστήσει κάθε ζημία η οποία προκλήθηκε υπαιτίως από τα όργανά της ή από το προσωπικό της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εφόσον είναι καταλογιστέα και ασχέτως των διαφόρων διαδικασιών που προβλέπονται για την έγερση αξίωσης αποζημίωσης δυνάμει του δικαίου των κρατών μελών.

3.   Ο ζημιωθείς δικαιούται να ζητήσει από την Ευρωπόλ να μην προβεί ή να παύσει οποιεσδήποτε νομικές ενέργειες.

4.   Τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών που είναι αρμόδια για την εκδίκαση διαφορών με αντικείμενο την ευθύνη της Ευρωπόλ βάσει του παρόντος άρθρου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (22).

Άρθρο 54

Ευθύνη για τη συμμετοχή της Ευρωπόλσε κοινές ομάδες έρευνας

1.   Το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου προκλήθηκε βλάβη από προσωπικό της Ευρωπόλ στο πλαίσιο ενεργειών τους στο εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 6, κατά τη διάρκεια της παροχής από μέρους τους συνδρομής για μέτρα επιχειρησιακού χαρακτήρα, υποχρεούται να προβεί σε αποκατάσταση της βλάβης σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν για τη βλάβη που προκαλείται από δικούς του δημόσιους υπαλλήλους.

2.   Αν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως με το οικείο κράτος μέλος, η Ευρωπόλ αποδίδει στο ακέραιο τα τυχόν ποσά που το εν λόγω κράτος μέλος έχει καταβάλει ως αποζημίωση βάσει της παραγράφου 1 στα θύματα ή σε πρόσωπα που δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση επ’ ονόματι του θύματος. Οι διαφορές μεταξύ αυτού του κράτους μέλους και της Ευρωπόλ σχετικά με την αξίωση ή το ποσό της επιστροφής παραπέμπονται στο διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται επ’ αυτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 55

Γενική νομική διαδοχή

1.   Η παρούσα απόφαση δεν θίγει τη νομική ισχύ συμφωνιών που έχουν συναφθεί από την Ευρωπόλ κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης Ευρωπόλ πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

2.   Η παράγραφος 1 ισχύει ιδίως για τη συμφωνία περί της έδρας η οποία έχει συναφθεί βάσει του άρθρου 38 της σύμβασης Ευρωπόλ, για τις συμφωνίες μεταξύ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και των άλλων κρατών μελών οι οποίες έχουν συναφθεί δυνάμει του άρθρου 41 παράγραφος 2 της σύμβασης Ευρωπόλ, καθώς και για το σύνολο των διεθνών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεών τους περί ανταλλαγής πληροφοριών, και για τις συμβάσεις που έχει συνάψει η Ευρωπόλ, τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει και τα περιουσιακά στοιχεία που έχει αποκτήσει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης Ευρωπόλ.

Άρθρο 56

Διευθυντής και αναπληρωτές διευθυντές

1.   Ο διευθυντής και οι αναπληρωτές διευθυντές που έχουν διορισθεί βάσει του άρθρου 29 της σύμβασης Ευρωπόλ παραμένουν, μέχρι τη λήξη της θητείας τους, στη θέση του διευθυντή και των αναπληρωτών διευθυντών, αντίστοιχα, κατά την έννοια του άρθρου 38 της παρούσας απόφασης. Σε περίπτωση που η θητεία τους λήγει εντός ενός έτους από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, τότε η θητεία τους παρατείνεται αυτομάτως μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

2.   Σε περίπτωση που ο διευθυντής ή ένας ή περισσότεροι αναπληρωτές διευθυντές δεν επιθυμούν ή αδυνατούν να ενεργήσουν σύμφωνα με την παράγραφο 1, το διοικητικό συμβούλιο διορίζει προσωρινό διευθυντή ή έναν ή πλείονες προσωρινούς αναπληρωτές διευθυντές, αναλόγως της περιπτώσεως, για μέγιστο χρονικό διάστημα 18 μηνών, μέχρι να πραγματοποιηθούν οι διορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 38 παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 57

Προσωπικό

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 39, η ισχύς όλων των συμβάσεων εργασίας που έχει συνάψει η Ευρωπόλ κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης Ευρωπόλ και οι οποίες ισχύουν κατά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης δεν θίγεται μέχρι την ημερομηνία λήξης τους και δεν μπορεί να ανανεωθεί βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπόλ (23) μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

2.   Σε όλα τα μέλη του προσωπικού τα οποία απασχολούνται βάσει συμβάσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1 δίδεται η ευκαιρία να συνάψουν σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, στις διάφορες βαθμίδες προσωπικού, όπως αυτές καθορίζονται στον πίνακα προσωπικού, ή συμβασιούχου υπαλλήλου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3α του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

Για τον σκοπό αυτό, μετά την έναρξη ισχύος και εντός διετίας από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων αρχή θα διενεργήσει εσωτερική διαδικασία επιλογής που θα αφορά μόνον το προσωπικό που έχει σύμβαση με την Ευρωπόλ κατά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, προκειμένου να ελεγχθούν οι ικανότητες, η αποτελεσματικότητα και η ακεραιότητα των προς πρόσληψη προσώπων.

Αναλόγως του τύπου και του επιπέδου των εκτελούμενων καθηκόντων, στους επιτυχείς υποψηφίους θα δοθεί η ευκαιρία σύναψης συμβάσεως είτε έκτακτου υπαλλήλου είτε συμβασιούχου υπαλλήλου για διάστημα που αντιστοιχεί τουλάχιστον στο χρόνο που υπολείπεται στο πλαίσιο της σύμβασης που συνάφθηκε πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

3.   Εάν είχε συναφθεί από την Ευρωπόλ δεύτερη σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης και το μέλος του προσωπικού αποδέχθηκε σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου ή συμβασιούχου υπαλλήλου υπό τους όρους του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2, κάθε επακόλουθη ανανέωση μπορεί να συναφθεί μόνο για αόριστο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 4.

4.   Εάν είχε συναφθεί από την Ευρωπόλ σύμβαση αορίστου χρόνου πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης και το μέλος του προσωπικού αποδέχθηκε σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου ή συμβασιούχου υπαλλήλου υπό τους όρους του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2, η σύμβαση αυτή θα συναφθεί για αόριστο χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 8 πρώτη παράγραφος και το άρθρο 85 παράγραφος 1 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

5.   Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Ευρωπόλ και άλλα συναφή μέσα εξακολουθούν να ισχύουν για τα μέλη του προσωπικού που δεν προσλαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 2. Κατά παρέκκλιση από το κεφάλαιο 5 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Ευρωπόλ, το ποσοστό της ετήσιας προσαρμογής των αποδοχών που αποφασίζεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ισχύει και για το προσωπικό της Ευρωπόλ.

Άρθρο 58

Προϋπολογισμός

1.   Η διαδικασία απαλλαγής ως προς τους προϋπολογισμούς που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 5 της σύμβασης Ευρωπόλ διεξάγεται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 36 παράγραφος 5 της σύμβασης Ευρωπόλ και του δημοσιονομικού κανονισμού που θεσπίζεται βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 9 της σύμβασης Ευρωπόλ.

2.   Κατά τη διενέργεια της διαδικασίας απαλλαγής που περιγράφεται στην παράγραφο 1, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)

για τον σκοπό της διεξαγωγής της διαδικασίας απαλλαγής ως προς τους ετήσιους λογαριασμούς για το έτος που προηγείται της ημερομηνίας εφαρμογής της παρούσας απόφασης, η κοινή ελεγκτική επιτροπή συνεχίζει το έργο της βάσει των διαδικασιών που προβλέπει το άρθρο 36 της σύμβασης Ευρωπόλ. Οι διαδικασίες απαλλαγής που καθιερώνει η σύμβαση Ευρωπόλ ισχύουν στο βαθμό που απαιτείται για τον εν λόγω σκοπό· και

β)

το διοικητικό συμβούλιο που αναφέρεται στο άρθρο 36 της παρούσας απόφασης έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την αναπλήρωση των καθηκόντων που εκτελούσε προηγουμένως ο δημοσιονομικός ελεγκτής και η δημοσιονομική επιτροπή βάσει της σύμβασης Ευρωπόλ.

3.   Όλες οι δαπάνες που προκύπτουν από τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ευρωπόλ, σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό που θεσπίζεται βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 9 της σύμβασης Ευρωπόλ, πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης και οι οποίες δεν έχουν μέχρι τότε καλυφθεί, καλύπτονται όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

4.   Πριν από τη λήξη περιόδου δώδεκα μηνών από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει το ποσό προς κάλυψη των δαπανών που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Αντίστοιχο ποσό, χρηματοδοτούμενο από το σωρευτικό πλεόνασμα των προϋπολογισμών που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 5 της σύμβασης Ευρωπόλ, μεταφέρεται στον πρώτο προϋπολογισμό που καταρτίζεται δυνάμει της παρούσας απόφασης και αποτελεί έσοδο με ειδικό προορισμό την κάλυψη της σχετικής δαπάνης.

Αν τα πλεονάσματα δεν επαρκούν για την κάλυψη της αναφερόμενης στην παράγραφο 3 δαπάνης, τα κράτη μέλη παρέχουν την απαιτούμενη χρηματοδότηση βάσει των διαδικασιών που καθιερώνει η σύμβαση Ευρωπόλ.

5.   Το υπόλοιπο των πλεονασμάτων των προϋπολογισμών που έχουν εγκριθεί βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 5 της σύμβασης Ευρωπόλ επιστρέφεται στα κράτη μέλη. Το ποσό που πρέπει να καταβληθεί σε κάθε κράτος μέλος υπολογίζεται βάσει των ετήσιων συνεισφορών των κρατών μελών στους προϋπολογισμούς της Ευρωπόλ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 35 παράγραφος 2 της σύμβασης Ευρωπόλ.

Η πληρωμή πραγματοποιείται εντός τριών μηνών από τον προσδιορισμό του αναφερόμενου στην παράγραφο 3 ποσού προς κάλυψη της δαπάνης και την ολοκλήρωση των διαδικασιών απαλλαγής όσον αφορά τους προϋπολογισμούς που έχουν εγκριθεί βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 5 της σύμβασης Ευρωπόλ.

Άρθρο 59

Μέτρα προς κατάρτιση και έγκριση πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης

1.   Το διοικητικό συμβούλιο που συγκροτείται βάσει της σύμβασης Ευρωπόλ, ο διευθυντής που διορίζεται βάσει της ίδιας συμβάσεως και η Κοινή Εποπτική Αρχή που συγκροτείται βάσει της σύμβασης αυτής προετοιμάζουν τη θέσπιση των εξής πράξεων:

α)

των κανόνων που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ισχύουν για τους αξιωματικούς-συνδέσμους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παράγραφος 5·

β)

των κανόνων που ισχύουν για τα αρχεία δεδομένων εργασίας προς ανάλυση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο·

γ)

των κανόνων που ισχύουν για τις σχέσεις της Ευρωπόλ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

δ)

των κανόνων εφαρμογής για το προσωπικό της Ευρωπόλ που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 9 στοιχείο δ)·

ε)

των κανόνων περί επιλογής και παύσης του διευθυντή και των αναπληρωτών διευθυντών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38 παράγραφοι 3 και 7·

στ)

των κανόνων περί εμπιστευτικότητας που μνημονεύονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1·

ζ)

του δημοσιονομικού κανονισμού που αναφέρεται στο άρθρο 44·

η)

κάθε άλλου μέσου που είναι απαραίτητο για την προετοιμασία της εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

2.   Για τους σκοπούς της θέσπισης των μέτρων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), δ), ε), ζ) και η), η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου καθορίζεται βάσει του άρθρου 37 παράγραφος 1. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τα εν λόγω μέτρα σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στις διατάξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 στοιχεία α), δ), ε) και ζ) του παρόντος άρθρου.

Το Συμβούλιο θεσπίζει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) και στ) σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου 1 στοιχεία β), γ) και στ).

Άρθρο 60

Χρηματοδοτικές δράσεις και αποφάσεις ληπτέες πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης

1.   Το διοικητικό συμβούλιο, με τη σύνθεσή του όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1, αναλαμβάνει όλες τις χρηματοδοτικές δράσεις και λαμβάνει τις αποφάσεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του νέου δημοσιονομικού πλαισίου.

2.   Οι δράσεις και οι αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

α)

την προετοιμασία και έγκριση όλων των δράσεων και αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 42 σε σχέση με το πρώτο οικονομικό έτος μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης·

β)

τον διορισμό του υπόλογου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 9 στοιχείο ε), έως τις 15 Νοεμβρίου του έτους που προηγείται του πρώτου οικονομικού έτους μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης·

γ)

σύσταση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου όπως προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 9 στοιχείο στ).

3.   Η έγκριση πράξεων που εμπίπτουν στο πρώτο οικονομικό έτος μετά την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας απόφασης διενεργείται από τον διευθυντή που έχει διορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 29 της σύμβασης Ευρωπόλ, αρχής γενομένης από τις 15 Νοεμβρίου του έτους που προηγείται του πρώτου οικονομικού έτους μετά την ημερομηνία εφαρμογής της. Από αυτή την ημερομηνία και μετά, ο διευθυντής έχει επίσης το δικαίωμα να μεταβιβάζει τις αρμοδιότητες του διατάκτη αναλόγως των αναγκών. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο διατάκτης τηρεί τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002.

4.   Η εκ των προτέρων επαλήθευση πράξεων που εμπίπτουν στο πρώτο οικονομικό έτος μετά την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας απόφασης διενεργείται από τον δημοσιονομικό ελεγκτή που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 της σύμβασης Ευρωπόλ κατά το διάστημα από 15 Νοεμβρίου έως 31 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του πρώτου οικονομικού έτους μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης. Ο δημοσιονομικός ελεγκτής εκτελεί το εν λόγω καθήκον σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002.

5.   Μέρος των μεταβατικών δαπανών στις οποίες υποβάλλεται η Ευρωπόλ ώστε να προετοιμαστεί για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο, αρχής γενομένης από το έτος που προηγείται του πρώτου δημοσιονομικού έτους μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρηματοδότηση των δαπανών αυτών μπορεί να λάβει τη μορφή κοινοτικής επιχορήγησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 61

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ούτως ώστε η εθνική τους νομοθεσία να συνάδει με την παρούσα απόφαση το αργότερο κατά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 62

Αντικατάσταση

Η παρούσα απόφαση αντικαθιστά τη σύμβαση Ευρωπόλ και το πρωτόκολλο σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες της Ευρωπόλ, των μελών των οργάνων της, των αναπληρωτών διευθυντών και του προσωπικού της Ευρωπόλ από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 63

Καταργούμενες διατάξεις

Υπό την επιφύλαξη τυχόν αντίθετων διατάξεων της παρούσας απόφασης, όλες οι ρυθμίσεις για την εφαρμογή της σύμβασης Ευρωπόλ καταργούνται από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 64

Έναρξη ισχύος και ημερομηνία εφαρμογής

1.   Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2010 ή από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού που αναφέρεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

Ωστόσο, το άρθρο 57 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και τα άρθρα 59, 60 και 61 εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης.

Λουξεμβούργο, 6 Απριλίου 2009.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. POSPÍŠIL


(1)  Γνώμη της 17ης Ιανουαρίου 2008 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ C 316 της 27.11.1995, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 63 της 6.3.2002, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 256 της 1.10.2005, σ. 63.

(5)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 185 της 16.7.2005, σ. 35.

(7)  ΕΕ L 162 της 20.6.2002, σ. 1.

(8)  ΕΕ C 197 της 12.7.2000, σ. 3.

(9)  ΕΕ C 24 της 23.1.1998, σ. 2.

(10)  Απόφαση 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 20).

(11)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 349 της 25.11.2004, σ. 1).

(12)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1920/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 1).

(13)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.

(14)  ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1.

(15)  ΕΕ C 139 της 14.6.2006, σ. 1.

(16)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

(17)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(18)  ΕΕ L 101 της 11.4.2001, σ. 1.

(19)  ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385/58.

(20)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2965/94 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 1994, για τη δημιουργία Μεταφραστικού Κέντρου των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 314 της 7.12.1994, σ. 1).

(21)  ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.

(22)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(23)  Πράξη του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1998 για την έγκριση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Ευρωπόλ (ΕΕ C 26 της 30.1.1999, σ. 23).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογος άλλων μορφών σοβαρής εγκληματικότητας για τις οποίες είναι αρμόδια η Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1:

παράνομη διακίνηση ναρκωτικών,

παράνομες πράξεις ξεπλύματος χρημάτων,

εγκλήματα συνδεόμενα με πυρηνικές και ραδιενεργές ουσίες,

κυκλώματα παράνομης μετανάστευσης,

εμπορία ανθρώπων,

εγκλήματα σχετικά με μηχανοκίνητα οχήματα,

ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαριά σωματική βλάβη,

παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών,

απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και περιαγωγή σε ομηρία,

ρατσισμός και ξενοφοβία,

οργανωμένη ληστεία,

παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

υπεξαίρεση και απάτη,

«προστασία» έναντι χρημάτων και εκβίαση,

παραποίηση/απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,

πλαστογραφία και διακίνηση διοικητικών εγγράφων,

πλαστογραφία χρημάτων και μέσων πληρωμής,

εγκλήματα στον τομέα της πληροφορικής,

διαφθορά,

παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,

παράνομο εμπόριο απειλούμενων ζωικών ειδών,

παράνομο εμπόριο απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,

περιβαλλοντικά αδικήματα,

παράνομη διακίνηση ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων.

Όσον αφορά τις μορφές εγκληματικότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης νοούνται ως:

α)

«εγκλήματα συνδεόμενα με πυρηνικές και ραδιενεργές ουσίες», τα ποινικά αδικήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 της σύμβασης για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού, που υπεγράφη στη Βιέννη και στη Νέα Υόρκη στις 3 Μαρτίου 1980, και που αφορούν τα πυρηνικά ή ραδιενεργά υλικά, όπως ορίζονται στο άρθρο 197 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρατόμ και στην οδηγία 96/29/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 1996, για τον καθορισμό των βασικών κανόνων ασφάλειας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες (1)·

β)

«κυκλώματα παράνομης μετανάστευσης», οι δράσεις που διευκολύνουν εσκεμμένα, επί σκοπώ πλουτισμού και κατά παράβαση των νομοθεσιών και προϋποθέσεων που ισχύουν στα κράτη μέλη, την είσοδο, τη διαμονή ή την ανάληψη εργασίας στο έδαφος των κρατών μελών·

γ)

«εμπορία ανθρώπων», η στρατολόγηση, μεταφορά, απόκρυψη ή παραλαβή ατόμων, μέσω απειλής ή χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, μέσω απαγωγής, απάτης, εξαπάτησης, κατάχρησης εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή μέσω πληρωμής ή ωφελημάτων για την εξασφάλιση της συμφωνίας ατόμου που ασκεί έλεγχο επί άλλου, με σκοπό την εκμετάλλευση. Στην εκμετάλλευση συγκαταλέγεται κατ’ ελάχιστον η εκμετάλλευση της πορνείας άλλων ή άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης, η παραγωγή, η πώληση και η διανομή πορνογραφικού υλικού στο οποίο εικονίζονται παιδιά, η καταναγκαστική παροχή εργασίας ή υπηρεσιών, η δουλεία ή άλλες πρακτικές παρεμφερείς προς τη δουλεία, τη δουλοπαροικία ή την αφαίρεση οργάνων·

δ)

«εγκλήματα σχετικά με μηχανοκίνητα οχήματα», η κλοπή ή η υπεξαίρεση αυτοκινήτων, φορτηγών, ημιρυμουλκών, των φορτίων φορτηγών ή ημιρυμουλκών, λεωφορείων μοτοσικλετών, τροχόσπιτων και γεωργικών οχημάτων, οχημάτων για οικοδομικές εργασίες και των εξαρτημάτων τους, καθώς και η παράνομη αποδοχή των αντικειμένων αυτών·

ε)

«παράνομες πράξεις ξεπλύματος χρημάτων», τα ποινικά αδικήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 έως 3 της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την εξακρίβωση, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος, η οποία υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 8 Νοεμβρίου 1990·

στ)

«παράνομη διακίνηση ναρκωτικών», τα ποινικά αδικήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της 20ής Δεκεμβρίου 1988, και στις διατάξεις που τροποποιούν ή αντικαθιστούν τη σύμβαση αυτή.

Οι μορφές εγκληματικότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 4 και στο παρόν παράρτημα αξιολογούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, σύμφωνα με τη νομοθεσία των κρατών μελών στα οποία αυτές ανήκουν.


(1)  ΕΕ L 159 της 29.6.1996, σ. 1.