ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 339

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

51ό έτος
18 Δεκεμβρίου 2008


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1273/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

*

Κανονισμος (ΕΚ) αριθ. 1274/2008 της Επιτροπης, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1126/2008 για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά το διεθνές λογιστικό πρότυπο (ΔΛΠ) 1 ( 1 )

3

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1275/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, για την εφαρμογή της οδηγίας 2005/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού οικιακού και γραφειακού εξοπλισμού σε λειτουργία αναμονής ή εκτός λειτουργίας ( 1 )

45

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1276/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την παρακολούθηση, μέσω φυσικών ελέγχων, των εξαγωγών γεωργικών προϊόντων για τα οποία χορηγούνται επιστροφές ή άλλα ποσά

53

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1277/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 όσον αφορά την ποσότητα ενεργοποίησης των πρόσθετων δασμών για τα αχλάδια, τα λεμόνια, τα μήλα και τα κολοκύθια

76

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1278/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση έκτακτων μέτρων στήριξης για την αγορά χοιρείου κρέατος με τη μορφή ενίσχυσης στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στην Ιρλανδία

78

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1279/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2008 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1399/2007 για την εισαγωγή λουκάνικων και ορισμένων προϊόντων με βάση το κρέας καταγωγής Ελβετίας

82

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1280/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2008 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1382/2007 για το χοίρειο κρέας

83

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1281/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2008 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 812/2007 για το χοιρινό κρέας

84

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1282/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2008 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 979/2007 για το χοιρινό κρέας

85

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1283/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2008 στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίχθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 806/2007 για το χοιρινό κρέας

86

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1284/2008 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τον καθορισμό του συντελεστή κατανομής για την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής που ζητήθηκαν από τις 8 έως τις 12 Δεκεμβρίου 2008 για προϊόντα του τομέα της ζάχαρης στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και των προτιμησιακών συμφωνιών

88

 

 

IV   Λοιπές πράξεις

 

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

 

 

Μεικτή Επιτροπή του ΕΟΧ

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 110/2008, της 5ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου 32 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σχετικά με τις χρηματοδοτικές διαδικασίες για την εφαρμογή του άρθρου 82

93

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 111/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος Ι (Κτηνιατρικά και φυτοϋγειονομικά θέματα) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

98

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 112/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙ (Τεχνικοί κανόνες, πρότυπα, δοκιμές και πιστοποίηση) και του παραρτήματος XX (Περιβάλλον) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

100

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 113/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος VI (σχετικά με τις κοινωνικές ασφαλίσεις) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

102

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 114/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος IX (Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες) και του παραρτήματος XIX (Προστασία των καταναλωτών) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

103

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 115/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος ΧΙ (Υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

105

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 116/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

106

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 117/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

108

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 118/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

109

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 119/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

110

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 120/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος XV (Κρατικές ενισχύσεις) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

111

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 121/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος XX (Περιβάλλον) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

113

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 122/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος XX (Περιβάλλον) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

114

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 123/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος ΧΧΙ (Στατιστικές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

115

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 124/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος ΧΧΙ (Στατιστικές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

117

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 125/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος ΧΧΙ (Στατιστικές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

118

 

*

Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 126/2008, της 7ης Νοεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του παραρτήματος XXI (Στατιστικές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

119

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

18.12.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 339/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1273/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 17ης Δεκεμβρίου 2008

σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 18 Δεκεμβρίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Δεκεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός των τρίτων χωρών (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

CR

110,3

MA

83,1

TR

72,4

ZZ

88,6

0707 00 05

JO

167,2

MA

51,5

TR

133,9

ZZ

117,5

0709 90 70

MA

112,5

TR

140,3

ZZ

126,4

0805 10 20

AR

17,0

BR

44,6

CL

52,1

EG

51,1

MA

72,8

TR

46,9

UY

30,6

ZA

42,3

ZZ

44,7

0805 20 10

MA

72,5

TR

64,0

ZZ

68,3

0805 20 30, 0805 20 50, 0805 20 70, 0805 20 90

CN

49,3

HR

54,2

IL

75,7

TR

52,3

ZZ

57,9

0805 50 10

MA

64,0

TR

53,6

ZZ

58,8

0808 10 80

CA

82,7

CN

84,2

MK

34,6

US

103,1

ZA

118,0

ZZ

84,5

0808 20 50

CN

61,6

TR

104,0

US

122,0

ZZ

95,9


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


18.12.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 339/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1274/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 17ης Δεκεμβρίου 2008

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1126/2008 για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά το διεθνές λογιστικό πρότυπο (ΔΛΠ) 1

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (1), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1126/2008 της Επιτροπής (2) υιοθετήθηκαν ορισμένα από τα υφιστάμενα στις 15 Οκτωβρίου 2008 διεθνή λογιστικά πρότυπα και διερμηνείες.

(2)

Στις 6 Σεπτεμβρίου 2007, το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB) εξέδωσε το αναθεωρημένο διεθνές λογιστικό πρότυπο (ΔΛΠ) 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων, εφεξής «αναθεωρημένο ΔΛΠ 1». Το αναθεωρημένο ΔΛΠ 1 τροποποιεί ορισμένες από τις απαιτήσεις για την παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων και απαιτεί ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες· επίσης, τροποποιεί ορισμένα άλλα λογιστικά πρότυπα. Το αναθεωρημένο ΔΛΠ 1 αντικαθιστά το διεθνές λογιστικό πρότυπο (ΔΛΠ) 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων που αναθεωρήθηκε το 2003, όπως τροποποιήθηκε το 2005.

(3)

Οι διαβουλεύσεις με την ομάδα τεχνικών εμπειρογνωμόνων (TEG) της ευρωπαϊκής συμβουλευτικής ομάδας για θέματα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (EFRAG) επιβεβαιώνουν ότι το αναθεωρημένο ΔΛΠ 1 πληροί τα τεχνικά κριτήρια έγκρισης που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002. Σύμφωνα με την απόφαση 2006/505/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2006, για τη σύσταση ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων προκειμένου να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με την αντικειμενικότητα και την ουδετερότητα των γνωμών της συμβουλευτικής επιτροπής για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EFRAG) (3), η ομάδα εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων μελέτησε τη γνώμη της EFRAG σχετικά με την έγκριση και διαβίβασε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την άποψη ότι η γνώμη αυτή είναι ισόρροπη και αντικειμενική.

(4)

Κατά συνέπεια, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1126/2008 πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα.

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της κανονιστικής επιτροπής λογιστικών θεμάτων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1126/2008, το διεθνές λογιστικό πρότυπο (ΔΛΠ) 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων (αναθεωρημένο το 2003), όπως τροποποιήθηκε το 2005, αντικαθίσταται από το διεθνές λογιστικό πρότυπο (ΔΛΠ) 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων (αναθεωρημένο το 2007) όπως ορίζεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Οι εταιρείες εφαρμόζουν το ΔΛΠ 1 (αναθεωρημένο το 2007), όπως ορίζεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, το αργότερο από την ημερομηνία έναρξης του πρώτου οικονομικού τους έτους που αρχίζει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2008.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Δεκεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Charlie McCREEVY

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 320 της 29.11.2008, σ. 1

(3)  ΕΕ L 199 της 21.7.2006, σ. 33.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΔΙΕΘΝΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ

ΔΛΠ 1

«ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων (αναθεωρημένο το 2007)»

Η αναπαραγωγή επιτρέπεται εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου προστατεύονται όλα τα δικαιώματα, εξαιρουμένου του δικαιώματος αναπαραγωγής για προσωπική χρήση ή άλλους θεμιτούς σκοπούς. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθύνεστε στο Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB) στη διεύθυνση www.iasb.org

ΔΙΕΘΝΕΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ 1

Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων

ΣΚΟΠΟΣ

1

Το παρόν Πρότυπο περιγράφει τη βάση παρουσίασης των οικονομικών καταστάσεων γενικής χρήσης, ώστε να εξασφαλίζεται συγκρισιμότητα τόσο με τις οικονομικές καταστάσεις των προηγούμενων περιόδων της οικονομικής οντότητας όσο και με τις οικονομικές καταστάσεις άλλων οικονομικών οντοτήτων. Θέτει γενικές απαιτήσεις για την παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων, κατευθυντήριες γραμμές για τη δομή τους και τις ελάχιστες απαιτήσεις για το περιεχόμενό τους.

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2

Οι οικονομικές οντότητες εφαρμόζουν το παρόν Πρότυπο για την κατάρτιση και την παρουσίαση οικονομικών καταστάσεων γενικής χρήσης σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Π.Χ.Α.).

3

Άλλα Δ.Π.Χ.Α. θέτουν τις απαιτήσεις αναγνώρισης, επιμέτρησης και γνωστοποίησης συγκεκριμένων συναλλαγών και άλλων γεγονότων.

4

Το παρόν Πρότυπο δεν εφαρμόζεται στη δομή και το περιεχόμενο συνοπτικών ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων που καταρτίζονται σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 34 Ενδιάμεση Χρηματοοικονομική Αναφορά. Ωστόσο, οι παράγραφοι 15-35 εφαρμόζονται σε τέτοιες οικονομικές καταστάσεις. Το παρόν Πρότυπο εφαρμόζεται εξ ίσου σε όλες τις οικονομικές οντότητες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρουσιάζουν ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και εκείνων που παρουσιάζουν ατομικές οικονομικές καταστάσεις καθώς ορίζεται στο Δ.Λ.Π. 27 Ενοποιημένες και Ατομικές Οικονομικές Καταστάσεις.

5

Το παρόν Πρότυπο χρησιμοποιεί ορολογία που είναι κατάλληλη για μία οικονομική οντότητα κερδοσκοπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα. Εάν οικονομικές οντότητες με μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα εφαρμόζουν αυτό το Πρότυπο, μπορεί να χρειάζεται να αλλάξουν τις περιγραφές που χρησιμοποιούνται για ορισμένα συγκεκριμένα κονδύλια των οικονομικών καταστάσεων, αλλά και για τις ίδιες τις οικονομικές καταστάσεις.

6

Ομοίως, οικονομικές οντότητες που δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο Δ.Λ.Π. 32 Χρηματοοικονομικά Μέσα: Παρουσίαση (π.χ., κάποια αμοιβαία κεφάλαια) και οικονομικές οντότητες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο δεν αποτελείται από ίδια κεφάλαια (π.χ., κάποιες συλλογικές οικονομικές οντότητες) μπορεί να χρειαστεί να προσαρμόσουν την παρουσίαση στις οικονομικές καταστάσεις των συμμετοχών των μελών ή των μεριδιούχων.

ΟΡΙΣΜΟΙ

7

Οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται σε αυτό το Πρότυπο με τις έννοιες που καθορίζονται:

Οι οικονομικές καταστάσεις γενικής χρήσης (εφεξής «οικονομικές καταστάσεις») είναι εκείνες που προορίζονται για την ικανοποίηση των αναγκών των χρηστών οι οποίοι δεν είναι σε θέση να ζητήσουν από τις οικονομικές οντότητες οικονομικές αναφορές ειδικά καταρτιζόμενες για να καλύπτουν τις δικές τους συγκεκριμένες ανάγκες πληροφόρησης.

Ανέφικτη Η εφαρμογή μιας απαίτησης είναι ανέφικτη όταν η οικονομική οντότητα δεν μπορεί να την εφαρμόσει έχοντας καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση.

Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Π.Χ.Α.) είναι Πρότυπα και Διερμηνείες που έχουν υιοθετηθεί από το Συμβούλιο των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (Σ.Δ.Λ.Π.). Περιλαμβάνουν:

(α)

Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς,

(β)

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και

(γ)

Διερμηνείες που αναπτύχθηκαν από την Επιτροπή Διερμηνειών των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Ε.Δ.Δ.Π.Χ.Α.), ή την πρώην Μόνιμη Επιτροπή Διερμηνειών (Μ.Ε.Δ.).

Σημαντικές είναι οι παραλείψεις ή ανακρίβειες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συλλογικά, να επηρεάσουν τις οικονομικές αποφάσεις των χρηστών, που λαμβάνονται βάσει των οικονομικών καταστάσεων. Η σημαντικότητα εξαρτάται από το μέγεθος και το είδος της παράλειψης ή της ανακρίβειας, κρινόμενη βάσει των συνθηκών που την περιστοιχίζουν. Το είδος ή το μέγεθος του στοιχείου ή ένας συνδυασμός των δύο, θα μπορούσε να είναι ο καθοριστικός παράγοντας.

Η αξιολόγηση αν μία παράλειψη ή ανακρίβεια θα μπορούσε να επηρεάσει τις οικονομικές αποφάσεις των χρηστών και συνεπώς να καταστεί σημαντική, απαιτεί εξέταση των χαρακτηριστικών των εν λόγω χρηστών. Το Πλαίσιο Κατάρτισης και Παρουσίασης των Οικονομικών Καταστάσεων δηλώνει στην παράγραφο 25 ότι «οι χρήστες υποτίθεται ότι διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις των επιχειρηματικών και οικονομικών δραστηριοτήτων και της λογιστικής, καθώς και τη θέληση να μελετήσουν τις πληροφορίες με εύλογη επιμέλεια». Συνεπώς, η αξιολόγηση πρέπει να λάβει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο χρήστες με τέτοιες ιδιότητες θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι θα επηρεαστούν στη λήψη οικονομικών αποφάσεων.

Οι Σημειώσεις εμπεριέχουν πληροφορίες πέραν όσων παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης, την κατάσταση συνολικών εσόδων, την ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον παρουσιάζεται), την κατάσταση μεταβολών των ίδιων κεφαλαίων και την κατάσταση των ταμιακών ροών. Οι σημειώσεις παρέχουν αφηγηματικές περιγραφές ή αναλύσεις των στοιχείων που παρουσιάζονται στις καταστάσεις αυτές και πληροφορίες για στοιχεία που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για αναγνώριση σε εκείνες τις καταστάσεις.

Στα λοιπά συνολικά έσοδα συμπεριλαμβάνονται στοιχεία εσόδων και εξόδων (συμπεριλαμβανομένων των προσαρμογών από ανακατάταξη) που δεν αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα όπως απαιτείται ή επιτρέπεται από άλλα Δ.Π.Χ.Α.

Τα συστατικά στοιχεία των συνολικών εσόδων αποτελούνται από:

(α)

μεταβολές στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής (βλέπε το Δ.Λ.Π. 16 Ενσώματα Πάγια και το Δ.Λ.Π. 38 Άυλα Περιουσιακά Στοιχειά).

(β)

αναλογιστικά κέρδη και ζημίες επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών που αναγνωρίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 93Α του Δ.Λ.Π. 19 Παροχές σε Εργαζομένους,

(γ)

κέρδη και ζημίες που προκύπτουν κατά τη μετατροπή των οικονομικών καταστάσεων μιας εκμετάλλευσης στο εξωτερικό (βλέπε το Δ.Λ.Π. 21 Οι Επιδράσεις Μεταβολών των Τιμών Συναλλάγματος)

(δ)

κέρδη και ζημίες από την εκ νέου επιμέτρηση διαθέσιμων προς πώληση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (βλέπε Δ.Λ.Π. 39 Χρηματοοικονομικά Μέσα: Αναγνώριση και Επιμέτρηση):

(ε)

το αποτελεσματικό μέρος των κερδών και των ζημιών από μέσα αντιστάθμισης, σε μία αντιστάθμιση ταμιακών ροών (βλέπε Δ.Λ.Π. 39).

Ιδιοκτήτες είναι οι κάτοχοι των μέσων που κατατάσσονται ως ίδια κεφάλαια.

Αποτελέσματα είναι το σύνολο των εσόδων μείον τα έξοδα, μη συμπεριλαμβανομένων των συστατικών στοιχείων των λοιπών συνολικών εσόδων.

Προσαρμογές από ανακατάταξη είναι τα ποσά που ανακατατάσσονται ως κέρδη ή ζημίες κατά την τρέχουσα περίοδο που είχαν αναγνωριστεί ως λοιπά συνολικά έσοδα στην τρέχουσα ή σε προηγούμενες περιόδους.

Συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα, είναι η μεταβολή των ιδίων κεφαλαίων σε μία περίοδο, που οφείλεται σε συναλλαγές και άλλα γεγονότα, εκτός εκείνων που οφείλονται σε συναλλαγές με ιδιοκτήτες που ενεργούν με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτήτες.

Τα συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία των «αποτελεσμάτων» και των «λοιπών συνολικών εσόδων».

8

Αν και στο παρόν Πρότυπο χρησιμοποιούνται όροι όπως «λοιπά συνολικά έσοδα», «αποτελέσματα» και «συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα», μια οικονομική οντότητα μπορεί να περιγράφει τα σύνολα με άλλους όρους, εφόσον η έννοια παραμένει ξεκάθαρη. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να περιγράφει τα αποτελέσματα με τον όρο «καθαρά έσοδα».

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

Σκοπός των οικονομικών καταστάσεων

9

Οι οικονομικές καταστάσεις είναι μια δομημένη απεικόνιση της οικονομικής θέσης και επίδοσης μιας οικονομικής οντότητας. Σκοπός των οικονομικών καταστάσεων είναι να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την οικονομική θέση, την επίδοση και τις ταμιακές ροές της οικονομικής οντότητας, που είναι χρήσιμες για τις οικονομικές αποφάσεις ευρέος κύκλου χρηστών. Οι οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζουν επίσης τα αποτελέσματα της διαχείρισης από τη διοίκηση των πόρων που της εμπιστεύθηκαν. Για να επιτύχουν αυτό το σκοπό, οι οικονομικές καταστάσεις παρέχουν πληροφορίες σχετικές με τα ακόλουθα στοιχεία της οικονομικής οντότητας:

(α)

τα περιουσιακά στοιχεία,

(β)

τις υποχρεώσεις,

(γ)

τα ίδια κεφάλαια,

(δ)

τα έσοδα και τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των κερδών και ζημιών,

(ε)

τις εισφορές από τους ιδιοκτήτες υπό την ιδιότητά τους αυτή καθώς και τις διανομές προς αυτούς, και

(στ)

τις ταμιακές ροές.

Αυτές οι πληροφορίες, παράλληλα με άλλες πληροφορίες στις σημειώσεις, βοηθούν τους χρήστες να προεκτιμήσουν τις μελλοντικές ταμιακές ροές της οικονομικής οντότητας και ειδικότερα το χρόνο και τη βεβαιότητα αυτών.

Πλήρης σειρά οικονομικών καταστάσεων

10

Μια πλήρης σειρά οικονομικών καταστάσεων περιλαμβάνει:

(α)

κατάσταση οικονομικής θέσης στο τέλος της περιόδου,

(β)

κατάσταση συνολικών εσόδων για την περίοδο,

(γ)

κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων για την περίοδο,

(δ)

κατάσταση των ταμιακών ροών για την περίοδο,

(ε)

σημειώσεις που περιλαμβάνουν περίληψη των σημαντικών λογιστικών πολιτικών και άλλες επεξηγηματικές σημειώσεις και

(στ)

κατάσταση οικονομικής θέσης κατά την έναρξη της πρώτης συγκριτικής περιόδου όπου μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει αναδρομικά μια λογιστική πολιτική ή που επαναδιατυπώνει αναδρομικά στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων ή που ανακατατάσσει στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων.

Οι οικονομικές οντότητες επιτρέπεται να χρησιμοποιούν ονομασίες για τις καταστάσεις διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται στο παρόν Πρότυπο.

11

Η οικονομική οντότητα αναδεικνύει ισότιμα όλες τις οικονομικές καταστάσεις που συνθέτουν την πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων.

12

Όπως επιτρέπεται από την παράγραφο 81, στοιχεία των αποτελεσμάτων μπορούν να παρουσιάζονται από μια οικονομική οντότητα, ως τμήμα μιας μεμονωμένης κατάστασης συνολικών εσόδων ή σε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων. Όταν παρουσιάζεται μια κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων, αποτελεί μέρος μιας πλήρους σειράς οικονομικών καταστάσεων και εμφανίζεται αμέσως πριν την κατάσταση συνολικών εσόδων.

13

Πολλές οικονομικές οντότητες παρουσιάζουν, πέραν των οικονομικών καταστάσεων, μια χρηματοοικονομική επισκόπηση της διοίκησής τους, που περιγράφει και επεξηγεί τα κύρια χαρακτηριστικά της χρηματοοικονομικής επίδοσης και της οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας, καθώς και τις κύριες αβεβαιότητες που αντιμετωπίζει. Η αναφορά αυτή μπορεί να περιλαμβάνει μια επισκόπηση:

(α)

των κύριων παραγόντων και επιδράσεων που προσδιορίζουν την χρηματοοικονομική επίδοση, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολών στο περιβάλλον στο οποίο η οικονομική οντότητα λειτουργεί, της ανταπόκρισης της οικονομικής οντότητας σε αυτές τις μεταβολές και την επίδρασή τους, καθώς και την επενδυτική πολιτική της οικονομικής οντότητας για τη διατήρηση και ενίσχυση της χρηματοοικονομικής επίδοσης, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής της για τα μερίσματα.

(β)

των πηγών χρηματοδότησης της οικονομικής οντότητας και της στοχευόμενης αναλογίας υποχρεώσεων προς ίδια κεφάλαια και

(γ)

τους πόρους της οικονομικής οντότητας που δεν αναγνωρίζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α.

14

Πέραν από τις οικονομικές καταστάσεις, πολλές οικονομικές οντότητες επίσης παρουσιάζουν αναφορές και καταστάσεις, όπως περιβαλλοντολογικές αναφορές και καταστάσεις προστιθέμενης αξίας, ειδικά σε κλάδους όπου οι περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι σημαντικοί και όπου οι εργαζόμενοι θεωρούνται ότι είναι μια σημαντική ομάδα χρηστών. Αναφορές και καταστάσεις που παρουσιάζονται εκτός των οικονομικών καταστάσεων είναι εκτός του πεδίου εφαρμογής των Δ.Π.Χ.Α.

Γενικά χαρακτηριστικά

Ακριβοδίκαιη παρουσίαση και συμμόρφωση προς τα Δ.Π.Χ.Α.

15

Οι οικονομικές καταστάσεις θα παρουσιάζουν ακριβοδίκαια την οικονομική θέση, τη χρηματοοικονομική επίδοση και τις ταμιακές ροές μιας επιχείρησης. Η ακριβοδίκαιη παρουσίαση απαιτεί την πιστή απεικόνιση των επιδράσεων των συναλλαγών, άλλων γεγονότων και συνθηκών σύμφωνα με τους ορισμούς και τα κριτήρια αναγνώρισης για περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, έσοδα και έξοδα τα οποία παρατίθενται στο Πλαίσιο. Θεωρείται ότι από την εφαρμογή των Δ.Π.Χ.Α., με επιπρόσθετες γνωστοποιήσεις όταν είναι αναγκαίες, προκύπτουν οικονομικές καταστάσεις που επιτυγχάνουν μία ακριβοδίκαιη παρουσίαση.

16

Μια οικονομική οντότητα της οποίας οι οικονομικές καταστάσεις έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. προβαίνει σε ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση συμμόρφωσης εντός των σημειώσεων. Οι οικονομικές καταστάσεις δεν περιγράφονται από μια οικονομική οντότητα ως σύμμορφες με τα Δ.Π.Χ.A. εκτός αν πληρούν όλες τις απαιτήσεις των Δ.Π.Χ.A.

17

Σε σχεδόν όλες τις περιστάσεις, μια οικονομική οντότητα εξασφαλίζει την ακριβοδίκαιη παρουσίαση με τη συμμόρφωση προς τα εφαρμοστέα Δ.Π.Χ.A. Η ακριβοδίκαιη παρουσίαση επίσης προϋποθέτει ότι μια οικονομική οντότητα:

(α)

επιλέγει και εφαρμόζει λογιστικές πολιτικές σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 8 Λογιστικές Πολιτικές, Μεταβολές των Λογιστικών Εκτιμήσεων και Λάθη. Το Δ.Λ.Π. 8 διατυπώνει μία ιεραρχία έγκυρης καθοδήγησης την οποία λαμβάνει υπόψη η διοίκηση εν απουσία Δ.Π.Χ.A. που εφαρμόζεται ειδικώς σε ένα στοιχείο.

(β)

παρουσιάζει στοιχεία που περιλαμβάνουν και τις λογιστικές πολιτικές, κατά τρόπο που παρέχει συναφή, αξιόπιστη, συγκρίσιμη και κατανοητή πληροφόρηση.

(γ)

παρέχει επιπρόσθετες γνωστοποιήσεις, όταν η συμμόρφωση με τις ειδικές απαιτήσεις των Δ.Π.Χ.Α. είναι ανεπαρκής για να καταστήσει τους χρήστες ικανούς να αντιληφθούν την επίδραση των συναλλαγών, ή άλλων γεγονότων και συνθηκών στη χρηματοοικονομική θέση και επίδοση της οικονομικής οντότητας.

18

Μια οικονομική οντότητα δεν δύναται να αποκαταστήσει ακατάλληλες λογιστικές πολιτικές με τη γνωστοποίηση των λογιστικών πολιτικών που χρησιμοποιήθηκαν, με σημειώσεις ή με επεξηγηματικό υλικό.

19

Στην εξαιρετικά σπάνια περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με απαίτηση σε Δ.Π.Χ.Α. θα ήταν τόσο παραπλανητική ώστε να είναι αντίθετη με το σκοπό των οικονομικών καταστάσεων που παρατίθεται στο Πλαίσιο, η οικονομική οντότητα θα παρεκκλίνει από την απαίτηση εκείνη με τον τρόπο που καθορίζεται στην παράγραφο 20 αν έτσι απαιτεί, ή άλλως δεν απαγορεύει, το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο.

20

Όταν μια οικονομική οντότητα παρεκκλίνει από απαίτηση ενός Δ.Π.Χ.Α. σύμφωνα με την παράγραφο 19, θα γνωστοποιεί:

(α)

ότι η διοίκηση έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζουν ακριβοδίκαια την οικονομική θέση, τη χρηματοοικονομική επίδοση και τις ταμιακές ροές της οικονομικής οντότητας.

(β)

ότι έχει συμμορφωθεί με τα εφαρμοστέα Δ.Π.Χ.Α., με εξαίρεση την παρέκκλιση από μία συγκεκριμένη απαίτηση προκειμένου να επιτύχει την ακριβοδίκαιη παρουσίαση,

(γ)

τον τίτλο του Δ.Π.Χ.Α. από το οποίο έχει παρεκκλίνει η οικονομική οντότητα, το είδος της παρέκκλισης, συμπεριλαμβανόμενου του χειρισμού που το Δ.Π.Χ.Α. θα απαιτούσε, το λόγο για τον οποίο αυτός ο χειρισμός θα ερχόταν σε σύγκρουση με το σκοπό των οικονομικών καταστάσεων καθώς παρατίθεται στο Πλαίσιο και το χειρισμό που υιοθετήθηκε και,

(δ)

για κάθε παρουσιαζόμενη περίοδο, την οικονομική επίδραση της παρέκκλισης από κάθε στοιχείο των οικονομικών καταστάσεων που θα είχε παρουσιαστεί σύμφωνα με την απαίτηση.

21

Όταν μία οικονομική οντότητα έχει παρεκκλίνει από απαίτηση Δ.Π.Χ.A. σε προγενέστερη περίοδο, και η παρέκκλιση αυτή επιδρά στα ποσά που αναγνωρίστηκαν στις οικονομικές καταστάσεις για την τρέχουσα περίοδο, θα προβαίνει στις γνωστοποιήσεις που παρατίθενται στις παραγράφους 20(γ) και (δ).

22

Η παράγραφος 21 εφαρμόζεται, για παράδειγμα, όταν μία οικονομική οντότητα παρέκκλινε σε προγενέστερη περίοδο από απαίτηση Δ.Π.Χ.A. περί επιμέτρησης περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων και η παρέκκλιση αυτή επηρεάζει την επιμέτρηση των μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναγνωρίστηκαν στις οικονομικές καταστάσεις της τρέχουσας περιόδου.

23

Στην εξαιρετικά σπάνια περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με απαίτηση σε Δ.Π.Χ.A. θα ήταν τόσο παραπλανητική ώστε να είναι αντίθετη με τον σκοπό των οικονομικών καταστάσεων που παρατίθεται στο Πλαίσιο, αλλά το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο απαγορεύει την παρέκκλιση από την απαίτηση, η οικονομική οντότητα θα μειώσει τις πτυχές της συμμόρφωσης που αντιλαμβάνεται ως παραπλανητικές στη μέγιστη δυνατή έκταση, γνωστοποιώντας:

(α)

τον τίτλο του εν λόγω Δ.Π.Χ.A., το είδος της απαίτησης και το λόγο για τον οποίο η διοίκηση έχει συμπεράνει ότι η συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή είναι τόσο παραπλανητική υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες που έρχεται σε σύγκρουση με το σκοπό των οικονομικών καταστάσεων όπως αυτός παρατίθεται στο Πλαίσιο και,

(β)

για κάθε παρουσιαζόμενη περίοδο, τις προσαρμογές σε κάθε στοιχείο των οικονομικών καταστάσεων που η διοίκηση έχει συμπεράνει ότι θα ήταν απαραίτητες προκειμένου να επιτευχθεί μία ακριβοδίκαιη παρουσίαση.

24

Για τον σκοπό των παραγράφων 19-23, ένα στοιχείο πληροφόρησης θα αντιβαίνει στο σκοπό των οικονομικών καταστάσεων όταν δεν παρουσιάζει ακριβοδίκαια τις συναλλαγές, άλλα γεγονότα ή συνθήκες που είτε φέρεται να αντικατοπτρίζει ή που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι αντικατοπτρίζει και συνεπώς, θα ήταν πιθανό να επηρεάσει τις οικονομικές αποφάσεις των χρηστών των οικονομικών καταστάσεων. Κατά την αξιολόγηση αν η συμμόρφωση με συγκεκριμένη απαίτηση Δ.Π.Χ.Α. θα ήταν τόσο παραπλανητική ώστε να αντιβαίνει προς το σκοπό των οικονομικών καταστάσεων καθώς παρατίθεται στο Πλαίσιο, η διοίκηση λαμβάνει υπόψη:

(α)

το λόγο για τον οποίο ο σκοπός των οικονομικών καταστάσεων δεν επιτυγχάνεται υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και

(β)

με ποιον τρόπο οι περιστάσεις της οικονομικής οντότητας διαφέρουν από εκείνες άλλων οικονομικών οντοτήτων, οι οποίες συμμορφώνονται με την απαίτηση. Αν άλλες οικονομικές οντότητες σε παρόμοιες συνθήκες συμμορφώνονται με την απαίτηση, υπάρχει μαχητή εκδοχή ότι η συμμόρφωση της οικονομικής οντότητας με την απαίτηση δεν θα ήταν τόσο παραπλανητική ώστε να αντιβαίνει προς το σκοπό των οικονομικών καταστάσεων καθώς τίθεται στο Πλαίσιο.

Συνεχιζόμενη δραστηριότητα

25

Όταν καταρτίζονται οι οικονομικές καταστάσεις, η διοίκηση θα προβαίνει σε εκτίμηση της δυνατότητας της οικονομικής οντότητας να διατηρηθεί ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα. Μια οικονομική οντότητα θα καταρτίζει τις οικονομικές καταστάσεις βάσει της αρχής της συνεχιζόμενης δραστηριότητας, εκτός εάν η διοίκηση προτίθεται να εκκαθαρίσει την οικονομική οντότητα ή να παύσει κάθε συναλλαγή ή εάν δεν έχει εναλλακτική λύση παρά να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Όταν κατά την πραγματοποίηση της εκτίμησής της, η διοίκηση γνωρίζει την ύπαρξη σημαντικών αβεβαιοτήτων, οι οποίες σχετίζονται με γεγονότα ή συνθήκες που μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα της οικονομικής οντότητας να διατηρηθεί ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα, αυτές οι αβεβαιότητες πρέπει να γνωστοποιούνται. Όταν οι οικονομικές καταστάσεις δεν καταρτίζονται στη βάση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας, το γεγονός αυτό γνωστοποιείται από την οικονομική οντότητα, μαζί με τη βάση στην οποία οι οικονομικές καταστάσεις καταρτίζονται και το λόγο για τον οποίο η οικονομική οντότητα δεν θεωρείται συνεχιζόμενη δραστηριότητα.

26

Κατά την εκτίμηση για το αν συντρέχει η παραδοχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας, η διοίκηση λαμβάνει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για το μέλλον, το οποίο πρέπει να εκτείνεται σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον δώδεκα μηνών από το τέλος της περιόδου αναφοράς, χωρίς να περιορίζεται στο διάστημα αυτό. Το βάθος της σχετικής έρευνας εξαρτάται από τα δεδομένα σε κάθε περίπτωση. Όταν μια οικονομική οντότητα έχει ένα παρελθόν κερδοφόρων δραστηριοτήτων και άμεση πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους, δεν χρειάζεται λεπτομερή ανάλυση για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η λογιστική βάση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας είναι ορθή. Σε άλλες περιπτώσεις η διοίκηση μπορεί να χρειάζεται να λάβει υπόψη έναν ευρύ κύκλο παραγόντων, που σχετίζονται με την τρέχουσα και την αναμενόμενη κερδοφορία, τα προγράμματα εξόφλησης χρεών και τις πιθανές εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η βάση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας είναι η ορθή.

Λογιστικός χειρισμός με βάση την αρχή του δουλευμένου

27

Η οικονομική οντότητα καταρτίζει τις οικονομικές καταστάσεις της με βάση την αρχή του δουλευμένου, με εξαίρεση τις πληροφορίες των ταμιακών ροών.

28

Όταν γίνεται χρήση του λογιστικού χειρισμού με βάση την αρχή του δουλευμένου, μια οικονομική οντότητα αναγνωρίζει τα στοιχεία ως περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, ίδια κεφάλαια, έσοδα και έξοδα (τα στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων) όταν πληρούν τους όρους και τα κριτήρια αναγνώρισης που έχουν τεθεί για τα στοιχεία εκείνα στο Πλαίσιο.

Σημαντικότητα και συγκέντρωση

29

Μια οικονομική οντότητα θα παρουσιάζει τα παρόμοια στοιχεία κάθε σημαντικής κατηγορίας μεμονωμένα. Μια οικονομική οντότητα θα παρουσιάζει στοιχεία διαφορετικής φύσης ή λειτουργίας ξεχωριστά εκτός αν είναι επουσιώδη.

30

Οι οικονομικές καταστάσεις είναι αποτέλεσμα της επεξεργασίας μεγάλου αριθμού συναλλαγών ή άλλων γεγονότων που συγκεντρώνονται σε κατηγορίες σύμφωνα με τη φύση ή τη λειτουργία τους. Το τελικό στάδιο στη διαδικασία της συγκέντρωσης και κατάταξης είναι η παρουσίαση των συμπυκνωμένων και ταξινομημένων στοιχείων, που σχηματίζουν συγκεκριμένα κονδύλια στις οικονομικές καταστάσεις. Αν ένα συγκεκριμένο στοιχείο δεν είναι σημαντικό σε μεμονωμένη βάση, αυτό συγκεντρώνεται μαζί με άλλα στοιχεία είτε στις καταστάσεις εκείνες είτε στο προσάρτημα. Ένα στοιχείο το οποίο δεν είναι επαρκώς σημαντικό ενδέχεται να μην απαιτείται να παρουσιαστεί στις οικονομικές καταστάσεις μεμονωμένα, αλλά να πρέπει ωστόσο να αναφερθεί στις σημειώσεις.

31

Μια οικονομική οντότητα δεν υποχρεούται να παρέχει τη συγκεκριμένη γνωστοποίηση που απαιτεί ένα Δ.Π.Χ.Α. εφόσον η πληροφορία δεν είναι σημαντική.

Συμψηφισμός

32

Η οικονομική οντότητα δεν συμψηφίζει περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις ή έσοδα και έξοδα εκτός αν αυτό απαιτείται ή επιτρέπεται από ένα Δ.Π.Χ.Α.

33

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει ξεχωριστά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις καθώς και έσοδα και έξοδα. Ο συμψηφισμός στην κατάσταση συνολικών εσόδων ή οικονομικής θέσης ή στην ιδιαίτερη κατάσταση του λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον αυτή παρουσιάζεται), εκτός αν αυτός αντικατοπτρίζει την ουσία της συναλλαγής ή άλλου γεγονότος, αποστερεί από τους χρήστες τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται τις συναλλαγές, τα λοιπά γεγονότα και τις περιστάσεις που έχουν λάβει χώρα και να εκτιμούν τις μελλοντικές ταμιακές ροές της οικονομικής οντότητας. Η επιμέτρηση των περιουσιακών στοιχείων μετά την αφαίρεση υποτιμήσεων — για παράδειγμα λόγω απαξίωσης αποθεμάτων και επισφάλειας απαιτήσεων — δεν είναι συμψηφισμός.

34

Το Δ.Λ.Π. 18 Έσοδα προσδιορίζει τα έσοδα και απαιτεί από μια οικονομική οντότητα να προσμετρά την εύλογη αξία του τιμήματος που εισπράχθηκε ή είναι εισπρακτέο, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά των εμπορικών εκπτώσεων ή εκπτώσεων τζίρου που παραχωρεί η οικονομική οντότητα. Η οικονομική οντότητα αναλαμβάνει, κατά την πορεία των συνηθισμένων δραστηριοτήτων της, άλλες συναλλαγές που δεν δημιουργούν έσοδα, αλλά οι οποίες είναι συναφείς των κύριων δραστηριοτήτων που δημιουργούν έσοδα. Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει τα αποτελέσματα τέτοιων συναλλαγών όταν αυτή η παρουσίαση αντανακλά την ουσία της συναλλαγής ή άλλου γεγονότος, ύστερα από τον συμψηφισμό κάθε εσόδου με τις σχετικά έξοδα που προκύπτουν από την ίδια συναλλαγή. Για παράδειγμα:

(α)

μια οικονομική οντότητα εμφανίζει κέρδη και ζημίες από τη διάθεση μη κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων και των λειτουργικών περιουσιακών στοιχείων, αφού από το προϊόν της διάθεσης αφαιρεθεί η λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου και τα σχετικά έξοδα πώλησης και

(β)

μια οικονομική οντότητα μπορεί να συμψηφίσει μια δαπάνη που σχετίζεται με πρόβλεψη που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 37 Προβλέψεις, Ενδεχόμενες Υποχρεώσεις και Ενδεχόμενα Περιουσιακά Στοιχεία και επιστρέφεται με συμβατικό διακανονισμό με τρίτο μέρος (για παράδειγμα μια εγγύηση προμηθευτή) με τη σχετική επιστροφή.

35

Επιπροσθέτως, μια οικονομική οντότητα απεικονίζει κέρδη και ζημίες που προκύπτουν από μία ομάδα ομοίων συναλλαγών σε καθαρή βάση, όπως για παράδειγμα τα συναλλαγματικά κέρδη και ζημίες ή τα κέρδη και τις ζημίες που προκύπτουν από χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται για διαπραγμάτευση. Ωστόσο, μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει κέρδη και ζημίες αυτού του τύπου ξεχωριστά εάν είναι σημαντικά.

Συχνότητα αναφορών

36

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων (που συμπεριλαμβάνουν συγκριτικές πληροφορίες) τουλάχιστον ετησίως. Όταν μια οικονομική οντότητα αλλάζει το τέλος της περιόδου αναφοράς της και παρουσιάζει οικονομικές καταστάσεις μιας περιόδου μεγαλύτερης ή μικρότερης του ενός έτους, θα γνωστοποιεί, επιπροσθέτως της περιόδου που καλύπτεται από τις οικονομικές καταστάσεις:

(α)

το λόγο που χρησιμοποιείται μεγαλύτερη ή μικρότερη περίοδος και

(β)

το γεγονός ότι ποσά που παρουσιάζονται στις οικονομικές καταστάσεις δεν είναι πλήρως συγκρίσιμα.

37

Συνήθως, μια οικονομική οντότητα καταρτίζει με συνέπεια οικονομικές καταστάσεις για περίοδο ενός έτους. Όμως, μερικές οικονομικές οντότητες προτιμούν για πρακτικούς λόγους να παρέχουν πληροφόρηση παραδείγματος χάρη για μια περίοδο 52 εβδομάδων. Το Πρότυπο αυτό δεν αποκλείει την πρακτική αυτή.

Συγκριτική πληροφόρηση

38

Εκτός όταν ένα Δ.Π.Χ.A. επιτρέπει ή απαιτεί διαφορετικά, η οικονομική οντότητα θα γνωστοποιεί τη συγκριτική πληροφόρηση σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο για όλα τα ποσά που απεικονίζονται στις οικονομικές καταστάσεις της τρέχουσας περιόδου. Η οικονομική οντότητα θα περιλαμβάνει συγκριτική πληροφόρηση στην αφηγηματική και περιγραφική πληροφόρηση, όταν είναι απαραίτητη για την κατανόηση των οικονομικών καταστάσεων της τρέχουσας περιόδου.

39

Μια οικονομική οντότητα που γνωστοποιεί συγκριτικές πληροφορίες θα παρουσιάζει, κατ’ελάχιστον, δύο καταστάσεις οικονομικής θέσης, δύο από κάθε μία από τις άλλες καταστάσεις και τις σχετικές σημειώσεις. Όταν μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει αναδρομικά μία λογιστική πολιτική ή ανακατατάσσει αναδρομικά τα στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων της ή όταν ανακατατάσσει στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων, θα παρουσιάζει, κατ’ελάχιστο, τρεις καταστάσεις οικονομικής θέσης και δύο από για κάθε μία από τις άλλες καταστάσεις και τις σχετικές σημειώσεις. Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει καταστάσεις οικονομικής θέσης για:

(α)

το τέλος της τρέχουσας περιόδου,

(β)

το τέλος της προηγούμενης περιόδου (που ισοδυναμεί με την έναρξη της τρέχουσας περιόδου) και

(γ)

την έναρξη της πρώτης συγκριτικής περιόδου.

40

Σε μερικές περιπτώσεις η αφηγηματική πληροφόρηση που παρέχεται στις οικονομικές καταστάσεις για την προηγούμενη περίοδο (προηγούμενες περιόδους), συνεχίζει να αφορά και την τρέχουσα περίοδο. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στην τρέχουσα περίοδο τις λεπτομέρειες για μία δικαστική διένεξη, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν αβέβαιο κατά το τέλος της αμέσως προηγούμενης περιόδου αναφοράς και η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί. Οι χρήστες ωφελούνται από τις πληροφορίες για το ότι η αβεβαιότητα υπήρχε κατά το τέλος της αμέσως προηγούμενης περιόδου αναφοράς και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου για την άρση της αβεβαιότητας.

41

Όταν η οικονομική οντότητα τροποποιεί την παρουσίαση ή κατάταξη των στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις, ανακατατάσσει τα συγκριτικά ποσά εκτός αν αυτό είναι ανέφικτο. Όταν η οικονομική οντότητα ανακατατάσσει συγκριτικά ποσά, θα γνωστοποιεί:

(α)

το είδος της ανακατάταξης,

(β)

το ποσό κάθε στοιχείου ή κατηγορίας στοιχείων που ανακατατάσσεται και

(γ)

τους λόγους της ανακατάταξης.

42

Όταν είναι ανέφικτο να ανακαταταχθεί η συγκριτική πληροφόρηση, η οικονομική οντότητα θα γνωστοποιεί:

(α)

τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε η ανακατάταξη και

(β)

το είδος των προσαρμογών που θα είχαν γίνει εάν είχαν ανακαταταχθεί τα ποσά.

43

Η αναβάθμιση της συγκρισιμότητας των πληροφοριών μεταξύ των περιόδων βοηθάει τους χρήστες στις οικονομικές τους αποφάσεις, επειδή επιτρέπει την εκτίμηση των τάσεων της οικονομικής πληροφόρησης για προγνωστικούς σκοπούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν είναι εφικτό να γίνει ανακατάταξη των συγκριτικών πληροφοριών για μία συγκεκριμένη περίοδο ώστε να επιτευχθεί η συγκρισιμότητα με την τρέχουσα περίοδο. Για παράδειγμα, μπορεί σε προηγούμενη περίοδο (προηγούμενες περιόδους) μία οικονομική οντότητα να μην έχει συγκεντρώσει στοιχεία κατά τρόπο που να επιτρέπει την ανακατάταξη και μπορεί να μην είναι εφικτό να αναπαραχθούν οι πληροφορίες.

44

Το Δ.Λ.Π. 8 παραθέτει προσαρμογές που απαιτούνται για τη συγκριτική πληροφόρηση, όταν η οικονομική οντότητα αλλάζει μία λογιστική πολιτική ή διορθώνει ένα λάθος.

Ομοιομορφία της παρουσίασης

45

Η οικονομική οντότητα διατηρεί την εμφάνιση και την κατάταξη των στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις από περίοδο σε περίοδο, εκτός αν:

(α)

είναι φανερό, μετά από σημαντική αλλαγή στο είδος των δραστηριοτήτων της οικονομικής οντότητας ή επανεξέταση των οικονομικών καταστάσεών της, ότι άλλη παρουσίαση ή κατάταξη θα ήταν πιο κατάλληλη βάσει των κριτηρίων για την επιλογή και εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών του Δ.Λ.Π. 8 ή

(β)

απαιτούνται αλλαγές στην παρουσίαση βάσει ενός Δ.Π.Χ.Α.

46

Για παράδειγμα. μια σημαντική απόκτηση ή διάθεση ή μια επανεξέταση του τρόπου παρουσίασης των οικονομικών καταστάσεων ενδέχεται να υποδεικνύει την ανάγκη διαφορετικής παρουσίασης των καταστάσεων αυτών. Μια οικονομική οντότητα αλλάζει την παρουσίαση των οικονομικών της καταστάσεων μόνον εφόσον η νέα παρουσίαση παρέχει αξιόπιστη πληροφόρηση που είναι περισσότερο χρήσιμη στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων και η αναθεωρημένη δομή πιθανολογείται ότι θα συνεχιστεί, ώστε να μη βλάπτεται η συγκρισιμότητα. Όταν γίνονται τέτοιες αλλαγές στην παρουσίαση, μια οικονομική οντότητα ανακατατάσσει τη συγκριτική πληροφόρησή της σύμφωνα με τις παραγράφους 41 και 42.

ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Εισαγωγή

47

Το παρόν Πρότυπο απαιτεί συγκεκριμένες γνωστοποιήσεις στην κατάσταση οικονομικής θέσης ή συνολικών εσόδων, την ιδιαίτερη κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον παρουσιάζεται) ή στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων και απαιτεί γνωστοποίηση των λοιπών συγκεκριμένων κονδυλίων είτε στις καταστάσεις αυτές είτε στις σημειώσεις. Το Δ.Λ.Π. 7 Καταστάσεις Ταμιακών Ροών παραθέτει τις απαιτήσεις για την παρουσίαση των πληροφοριών στις καταστάσεις ταμιακών ροών.

48

Κάποιες φορές αυτό το Πρότυπο χρησιμοποιεί τον όρο «γνωστοποίηση» με τη γενική έννοια, που εμπερικλείει στοιχεία τα οποία παρουσιάζονται στις οικονομικές καταστάσεις. Τα υπόλοιπα Δ.Π.Χ.Α. επίσης απαιτούν γνωστοποιήσεις. Εκτός αν προσδιορίζεται διαφορετικά σε άλλο σημείο του παρόντος Προτύπου ή σε άλλο Δ.Π.Χ.Α., οι γνωστοποιήσεις αυτές μπορούν να γίνονται στις οικονομικές καταστάσεις.

Εξατομίκευση των οικονομικών καταστάσεων

49

Η οικονομική οντότητα εξατομικεύει σαφώς τις οικονομικές καταστάσεις και τις διακρίνει από άλλες πληροφορίες στο ίδιο δημοσιευόμενο έντυπο.

50

Τα Δ.Π.Χ.A. εφαρμόζονται μόνο στις οικονομικές καταστάσεις και όχι αναγκαστικά σε άλλες πληροφορίες που παρουσιάζονται στην ετήσια αναφορά, σε έγγραφα που υποβάλλονται σε ρυθμιστική αρχή ή σε άλλο έγγραφο. Συνεπώς, είναι σημαντικό οι χρήστες να είναι σε θέση να διακρίνουν τις πληροφορίες που καταρτίστηκαν με βάση τα Δ.Π.Χ.Α. από άλλες πληροφορίες που μπορεί να είναι χρήσιμες στους χρήστες, αλλά δεν αποτελούν αντικείμενο των απαιτήσεων αυτών.

51

Η οικονομική οντότητα εξατομικεύει σαφώς κάθε οικονομική κατάσταση και τις σημειώσεις. Επιπρόσθετα, η οικονομική οντότητα εκθέτει με εμφανή τρόπο τις ακόλουθες πληροφορίες, τις οποίες επαναλαμβάνει όταν αυτό είναι αναγκαίο για την πρέπουσα κατανόηση των πληροφοριών:

(α)

το όνομα της αναφέρουσας οικονομικής οντότητας ή άλλος προσδιορισμός της ταυτότητας και κάθε αλλαγή των πληροφοριών αυτών από το τέλος της προηγούμενης περιόδου αναφοράς.

(β)

αν οι οικονομικές καταστάσεις αφορούν μια οικονομική οντότητα μεμονωμένα ή όμιλο οικονομικών οντοτήτων,

(γ)

την ημερομηνία του τέλους της περιόδου αναφοράς ή την περίοδο που καλύπτει μία σειρά οικονομικών καταστάσεων ή σημειώσεων,

(δ)

το νόμισμα παρουσίασης, όπως αυτό ορίζεται στο Δ.Λ.Π. 21 και

(ε)

το βαθμό της στρογγυλοποίησης που χρησιμοποιήθηκε στην παρουσίαση των ποσών στις οικονομικές καταστάσεις.

52

Μια οικονομική οντότητα πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η παράγραφος 51 παρουσιάζοντας κατάλληλα τις επικεφαλίδες των σελίδων, των καταστάσεων, των σημειώσεων, των στηλών, κλπ. Απαιτείται κρίση για να προσδιοριστεί ο καλύτερος τρόπος παρουσίασης τέτοιων πληροφοριών. Για παράδειγμα, όταν μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει τις οικονομικές καταστάσεις ηλεκτρονικά, μπορεί να μη χρησιμοποιούνται πάντα χωριστές σελίδες· στην περίπτωση αυτή, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει τα προαναφερόμενα στοιχεία προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι πληροφορίες που συμπεριλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις είναι κατανοητές.

53

Η οικονομική οντότητα καθιστά συχνά τις οικονομικές καταστάσεις περισσότερο κατανοητές με την παρουσίαση πληροφοριών σε χιλιάδες ή εκατομμύρια μονάδων του νομίσματος παρουσίασης. Αυτό είναι αποδεκτό εφόσον η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί το βαθμό της στρογγυλοποίησης και δεν παραλείπει σημαντικές πληροφορίες.

Κατάσταση οικονομικής θέσης

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης

54

Η κατάσταση οικονομικής θέσης περιλαμβάνει, κατ’ελάχιστον, συγκεκριμένα κονδύλια που παρουσιάζουν τα ακόλουθα ποσά:

(α)

ενσώματα πάγια,

(β)

επενδύσεις σε ακίνητα,

(γ)

άυλα περιουσιακά στοιχεία,

(δ)

χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (εξαιρουμένων των ποσών που εμφανίζονται με τα στοιχεία (ε), (η) και (θ)),

(ε)

επενδύσεις που λογιστικοποιούνται με τη χρήση της μεθόδου της καθαρής θέσης,

(στ)

βιολογικά περιουσιακά στοιχεία,

(ζ)

αποθέματα,

(η)

εμπορικές και λοιπές απαιτήσεις,

(i)

ταμιακά διαθέσιμα και ταμιακά ισοδύναμα,

(ι)

τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία που κατατάσσονται ως κατεχόμενα προς πώληση και τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται σε ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως κατεχόμενες προς πώληση σύμφωνα με το Δ.Π.Χ.Α. 5 Μη Κυκλοφορούντα Περιουσιακά Στοιχεία που Κατέχονται προς Πώληση και Διακοπείσες Δραστηριότητες,

(ια)

εμπορικοί και λοιποί πληρωτέοι λογαριασμοί,

(ιβ)

προβλέψεις,

(ιγ)

χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις (εξαιρουμένων των ποσών που εμφανίζονται με τα στοιχεία (ια) και (ιβ)),

(ιδ)

υποχρεώσεις και περιουσιακά στοιχεία για τρέχοντα φόρο, όπως απαιτείται από το Δ.Λ.Π. 12 Φόροι Εισοδήματος,

(ιε)

αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις και αναβαλλόμενα φορολογικά περιουσιακά στοιχεία, όπως απαιτείται από το Δ.Λ.Π. 12,

(ιστ)

υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται σε ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως κατεχόμενες προς πώληση σύμφωνα με το Δ.Π.Χ.Α. 5,

(ιζ)

δικαιώματα μειοψηφίας, που παρουσιάζονται εντός της καθαρής θέσης και

(ιη)

εκδοθέν κεφάλαιο και αποθεματικά που αναλογούν σε ιδιοκτήτες της μητρικής εταιρίας.

55

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει επιπρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια, επικεφαλίδες και μερικά αθροίσματα στην κατάσταση οικονομικής θέσης όταν μία τέτοια παρουσίαση είναι αναγκαία για την κατανόηση της οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας.

56

Όταν μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει κυκλοφορούντα και μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία και βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις ως ξεχωριστές κατατάξεις στην κατάσταση της οικονομικής θέσης της, δεν θα εντάσσει τα αναβαλλόμενα φορολογικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) στην κατηγορία των κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων (υποχρεώσεων).

57

Το παρόν Πρότυπο δεν περιγράφει την τάξη ή τη μορφή με την οποία μία οικονομική οντότητα πρέπει να παρουσιάζει τα στοιχεία. Η παράγραφος 54 παρέχει απλώς καταλόγους στοιχείων που είναι επαρκώς διαφορετικά στο είδος ή στη λειτουργία, ώστε να δικαιολογούν ιδιαίτερη παρουσίαση στην κατάσταση οικονομικής θέσης. Επιπρόσθετα:

(α)

συγκεκριμένα κονδύλια συμπεριλαμβάνονται όταν το μέγεθος, το είδος ή η λειτουργία ενός στοιχείου ή συνάθροιση όμοιων στοιχείων είναι τέτοια που η ιδιαίτερη παρουσίαση είναι συναφής προς μία κατανόηση της οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας και

(β)

οι περιγραφές που χρησιμοποιούνται και η διάταξη ή συνάθροιση των όμοιων στοιχείων μπορεί να τροποποιηθούν ανάλογα με το είδος της οικονομικής οντότητας και των συναλλαγών της, για να παρέχουν πληροφορίες που είναι συναφείς για την κατανόηση της οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας. Για παράδειγμα ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα τροποποιεί τις προαναφερόμενες περιγραφές ώστε να παρέχει πληροφόρηση που είναι σχετική με τις δραστηριότητες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.

58

Η οικονομική οντότητα αποφασίζει εάν θα παρουσιάσει πρόσθετα στοιχεία ιδιαίτερα, βασιζόμενη σε μία εκτίμηση:

(α)

του είδους και της ρευστότητας των περιουσιακών στοιχείων,

(β)

της λειτουργίας των περιουσιακών στοιχείων εντός της οικονομικής οντότητας και

(γ)

των ποσών, του είδους και του χρονοδιαγράμματος των υποχρεώσεων.

59

Η χρήση διαφορετικών βάσεων επιμέτρησης για διαφορετικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων υποδηλώνει ότι διαφέρει το είδος ή η λειτουργία τους και συνεπώς ότι πρέπει μια οικονομική οντότητα να τα παρουσιάζει ως ξεχωριστά συγκεκριμένα κονδύλια. Για παράδειγμα, διαφορετικές κατηγορίες ενσώματων παγίων μπορεί να τηρούνται λογιστικά στο κόστος ή σε αναπροσαρμοσμένα ποσά σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 16.

Διαχωρισμός κυκλοφορούντων/μη κυκλοφορούντων στοιχείων

60

Μια οικονομική οντότητα θα παρουσιάζει κυκλοφορούντα και μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία και βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις, ως ξεχωριστές κατατάξεις στην κατάσταση οικονομικής θέσης της σύμφωνα με τις παραγράφους 66-76 εκτός όταν μία παρουσίαση που βασίζεται στη ρευστότητα παρέχει πληροφόρηση που είναι αξιόπιστη και περισσότερο σχετική. Όταν εφαρμόζεται η εξαίρεση αυτή, μια οικονομική οντότητα θα παρουσιάζει όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις κατά σειρά ρευστότητας.

61

Ανεξάρτητα από τη μέθοδο παρουσίασης που υιοθετείται, μία οικονομική οντότητα θα γνωστοποιεί το ποσό που αναμένεται να εισπραχθεί ή να διακανονιστεί σε περισσότερους από δώδεκα μήνες για κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που συνδυάζει ποσά που αναμένεται να εισπραχθούν ή να διακανονιστούν:

(α)

όχι περισσότερο από δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς και

(β)

σε περισσότερους από δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς.

62

Όταν μια οικονομική οντότητα παρέχει εμπορεύματα ή υπηρεσίες εντός ενός σαφώς εξατομικευμένου κύκλου εκμετάλλευσης, η χωριστή κατάταξη των κυκλοφορούντων και των μη κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην κατάσταση οικονομικής θέσης παρέχει χρήσιμες πληροφορίες με το διαχωρισμό των καθαρών περιουσιακών στοιχείων που συνεχώς ανακυκλώνονται ως κεφάλαιο κίνησης, από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούνται στις μακροπρόθεσμες δραστηριότητες της οικονομικής οντότητας. Αυτή η κατάταξη επίσης φανερώνει τα περιουσιακά στοιχεία που αναμένεται να ρευστοποιηθούν μέσα στον τρέχοντα κύκλο εκμετάλλευσης και τις υποχρεώσεις που οφείλεται να διακανονιστούν μέσα στην ίδια περίοδο.

63

Για κάποιες οικονομικές οντότητες, όπως είναι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, η παρουσίαση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων κατά αύξουσα ή φθίνουσα σειρά ρευστότητας παρέχει πληροφόρηση που είναι αξιόπιστη και περισσότερο σχετική από την παρουσίαση κυκλοφορούντων/μη κυκλοφορούντων διότι η οικονομική οντότητα δεν παρέχει εμπορεύματα ή υπηρεσίες μέσα σε καθαρά εξατομικευμένο κύκλο εκμετάλλευσης.

64

Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 60, μια οικονομική οντότητα επιτρέπεται να παρουσιάσει κάποια περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις με τη χρήση της κατάταξης κυκλοφορούντων/μη κυκλοφορούντων στοιχείων και κάποια άλλα με τη σειρά ρευστότητάς τους όταν αυτό εξασφαλίζει την αξιόπιστη και περισσότερο σχετική πληροφόρηση. Η ανάγκη μιας μικτής βάσης για τους σκοπούς της παρουσίασης μπορεί να προκύψει όταν η οικονομική οντότητα έχει διαφοροποιημένες δραστηριότητες.

65

Πληροφορίες για τις αναμενόμενες ημερομηνίες λήξης των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων είναι χρήσιμες για την εκτίμηση της ρευστότητας και της φερεγγυότητας μιας οικονομικής οντότητας. Το Δ.Π.Χ.Α. 7 Χρηματοοικονομικά Μέσα: Γνωστοποιήσεις απαιτεί να γνωστοποιούνται οι ημερομηνίες λήξης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν τις εμπορικές και άλλες απαιτήσεις και οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις περιλαμβάνουν τις εμπορικές υποχρεώσεις και άλλους πληρωτέους λογαριασμούς. Η παροχή πληροφοριών για την αναμενόμενη ημερομηνία ρευστοποίησης των μη χρηματικών περιουσιακών στοιχείων όπως είναι τα αποθέματα και την αναμενόμενη ημερομηνία διακανονισμού των υποχρεώσεων όπως είναι οι προβλέψεις είναι επίσης χρήσιμη, ανεξαρτήτως αν τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις κατατάσσονται ως κυκλοφορούντα ή μη κυκλοφορούντα στοιχεία. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα γνωστοποιεί το ποσό των αποθεμάτων που αναμένεται να ρευστοποιηθεί σε περισσότερους από δώδεκα μήνες μετά την περίοδο της αναφοράς.

Κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία

66

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει ένα περιουσιακό στοιχείο ως κυκλοφορούν όταν:

(α)

αναμένει να ρευστοποιήσει το περιουσιακό στοιχείο ή σκοπεύει να το πωλήσει ή να το αναλώσει κατά την κανονική πορεία του κύκλου εκμετάλλευσής της,

(β)

κατέχει το περιουσιακό στοιχείο κυρίως για εμπορικούς σκοπούς,

(γ)

αναμένει να ρευστοποιήσει το περιουσιακό στοιχείο εντός δώδεκα μηνών από την περίοδο αναφοράς ή

(δ)

το περιουσιακό στοιχείο αποτελείται από μετρητά ή ταμιακά ισοδύναμα (καθώς προσδιορίζονται στο Δ.Λ.Π. 7) εκτός αν υπάρχει περιορισμός ανταλλαγής ή χρήσης του για τον διακανονισμό υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει όλα τα λοιπά στοιχεία ως μη κυκλοφορούντα.

67

Το παρόν Πρότυπο χρησιμοποιεί τον όρο «μη κυκλοφορούντα» για να συμπεριλάβει ενσώματα, άυλα και μακροπρόθεσμα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Δεν απαγορεύεται η χρήση εναλλακτικών περιγραφών, εφόσον η έννοια είναι σαφής.

68

Ο κύκλος εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας είναι ο χρόνος μεταξύ της απόκτησης των περιουσιακών στοιχείων για επεξεργασία και της ρευστοποίησής τους σε μετρητά ή ταμιακά ισοδύναμα. Όταν ο κανονικός κύκλος εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας δεν είναι σαφώς εξατομικευμένος, η διάρκεια του θεωρείται ότι είναι δώδεκα μηνών. Τα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν περιουσιακά στοιχεία (όπως αποθέματα και εμπορικές απαιτήσεις) που πωλούνται, αναλώνονται ή ρευστοποιούνται στο πλαίσιο του κανονικού κύκλου εκμετάλλευσης, ακόμη και όταν δεν αναμένεται η ρευστοποίησή τους εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς. Στα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται επίσης περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται κυρίως για εμπορικούς σκοπούς (τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία της κατηγορίας αυτής κατατάσσονται ως προοριζόμενα για εμπορική εκμετάλλευση σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 39) και το κυκλοφορούν τμήμα των μη κυκλοφορούντων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.

Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις

69

Η οικονομική οντότητα θα κατατάσσει μια υποχρέωση ως βραχυπρόθεσμη όταν:

(α)

αναμένει να διακανονίσει την υποχρέωση κατά την κανονική πορεία του κύκλου εκμετάλλευσης της,

(β)

κατέχει την υποχρέωση κυρίως για εμπορικούς σκοπούς,

(γ)

η υποχρέωση αναμένεται να διακανονιστεί εντός δώδεκα μηνών από την περίοδο αναφοράς ή

(δ)

η οικονομική οντότητα δεν κατέχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα αναβολής του διακανονισμού της υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει όλες τις λοιπές υποχρεώσεις ως μακροπρόθεσμες.

70

Μερικές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, όπως οι εμπορικοί πληρωτέοι λογαριασμοί, κάποια δεδουλευμένα κόστη μισθοδοσίας και λοιπά κόστη εκμετάλλευσης, συνιστούν τμήμα του κεφαλαίου κίνησης που χρησιμοποιείται στον κανονικό κύκλο εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας. Μια οικονομική οντότητα κατατάσσει τέτοια στοιχεία της εκμετάλλευσης ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, ακόμα και όταν πρέπει να διακανονιστούν σε περισσότερους από δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς. Ο ίδιος κανονικός κύκλος εκμετάλλευσης ισχύει για την κατάταξη των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της οικονομικής οντότητας. Όταν ο κανονικός κύκλος εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας δεν είναι σαφώς εξατομικευμένος, η διάρκεια του θεωρείται ότι είναι δώδεκα μηνών.

71

Άλλες βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις δεν διακανονίζονται ως μέρος του κανονικού κύκλου εκμετάλλευσης, αλλά πρέπει να διακανονιστούν εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς ή διακατέχονται κυρίως για εμπορικούς σκοπούς. Παραδείγματα αποτελούν οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που κατατάσσονται ως προοριζόμενες για εμπορική εκμετάλλευση σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 39, οι τραπεζικές υπεραναλήψεις και το βραχυπρόθεσμο τμήμα των μη βραχυπρόθεσμων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, τα πληρωτέα μερίσματα, οι φόροι εισοδήματος και άλλοι μη εμπορικοί πληρωτέοι λογαριασμοί. Οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που παρέχουν χρηματοδότηση σε μακροπρόθεσμη βάση (ήτοι δεν αποτελούν μέρος του κεφαλαίου κίνησης που χρησιμοποιείται στον κανονικό κύκλο εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας) και δεν πρέπει να διακανονιστούν εντός δώδεκα μηνών από την περίοδο αναφοράς είναι μη βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις παραγράφους 74 και 75.

72

Μια οικονομική οντότητα κατατάσσει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις αυτές ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, όταν πρέπει να διακανονιστούν εντός δώδεκα μηνών από την περίοδο αναφοράς, ακόμη και στην περίπτωση που:

(α)

η αρχική προθεσμία ήταν για περίοδο μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών και

(β)

ολοκληρώνεται συμφωνία αναχρηματοδότησης ή επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της εξόφλησης σε μακροπρόθεσμη βάση, μετά την περίοδο αναφοράς και πριν εγκριθούν για έκδοση οι οικονομικές καταστάσεις.

73

Αν μία οικονομική οντότητα αναμένει και έχει την ευχέρεια να αναχρηματοδοτήσει ή να μετακυλήσει μία υποχρέωση για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς σύμφωνα με υφιστάμενη δανειακή διευκόλυνση, κατατάσσει την υποχρέωση ως μακροπρόθεσμη, ακόμη και αν θα έληγε σε μικρότερο χρονικό διάστημα διαφορετικά. Ωστόσο, όταν η αναχρηματοδότηση ή η μετακύλιση δεν είναι στην ευχέρεια της οικονομικής οντότητας (για παράδειγμα, δεν υπάρχει συμφωνία αναχρηματοδότησης), μια οικονομική οντότητα δεν λαμβάνει υπόψη τη δυνατότητα αναχρηματοδότησης και η υποχρέωση κατατάσσεται ως βραχυπρόθεσμη.

74

Όταν μία οικονομική οντότητα αθετεί έναν όρο μιας μακροπρόθεσμης συμφωνίας δανεισμού στο τέλος ή πριν το τέλος της περιόδου αναφοράς ώστε η υποχρέωση να καθίσταται πληρωτέα κατ’ απαίτηση, η υποχρέωση κατατάσσεται ως βραχυπρόθεσμη, έστω και αν ο δανειστής είχε συμφωνήσει, μετά την περίοδο αναφοράς και πριν την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων για έκδοση, να μην απαιτήσει την πληρωμή εξαιτίας της αθέτησης. Μια οικονομική οντότητα κατατάσσει την υποχρέωση ως βραχυπρόθεσμη επειδή, στο τέλος της περιόδου αναφοράς, δεν κατείχε ανεπιφύλακτο δικαίωμα αναβολής του διακανονισμού για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία αυτή.

75

Όμως, η υποχρέωση κατατάσσεται ως μακροπρόθεσμη αν ο δανειστής συμφώνησε στο τέλος της περιόδου αναφοράς να παράσχει περίοδο χάριτος που λήγει τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς, στη διάρκεια της οποίας η οικονομική οντότητα μπορεί να αποκαταστήσει την αθέτηση και κατά τη διάρκεια της οποίας ο δανειστής δεν δύναται να απαιτήσει την άμεση εξόφληση.

76

Αναφορικά με δάνεια που κατατάσσονται ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, εάν τα ακόλουθα γεγονότα λάβουν χώρα μεταξύ του τέλους της περιόδου αναφοράς και της ημερομηνίας έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων, τα γεγονότα εκείνα γνωστοποιούνται ως μη διορθωτικά γεγονότα σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 10 Γεγονότα μετά την Περίοδο Αναφοράς:

(α)

αναχρηματοδότηση σε μακροπρόθεσμη βάση,

(β)

αποκατάσταση αθέτησης μακροπρόθεσμης συμφωνίας δανεισμού και

(γ)

η παροχή περιόδου χάριτος από δανειστή προκειμένου να διορθωθεί η αθέτηση μακροπρόθεσμης συμφωνίας δανεισμού που λήγει τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς.

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται είτε στην κατάσταση οικονομικής θέσης είτε στις σημειώσεις

77

Η οικονομική οντότητα πρέπει να γνωστοποιεί, είτε στην κατάσταση οικονομικής θέσης είτε στις σημειώσεις, περαιτέρω υποκατηγορίες των συγκεκριμένων κονδυλίων που παρουσιάσθηκαν, κατεταγμένα με τρόπο που αρμόζει στις δραστηριότητες της οικονομικής οντότητας.

78

Η λεπτομέρεια που παρέχεται στις υποκατηγορίες εξαρτάται από τις απαιτήσεις των Δ.Π.Χ.Α. και το μέγεθος, το είδος και τη λειτουργία των σχετικών ποσών. Μια οικονομική οντότητα κάνει χρήση και των παραγόντων που παρατίθενται στην παράγραφο 58 προκειμένου να αποφασιστεί η βάση της υποκατάταξης. Οι γνωστοποιήσεις θα ποικίλουν για κάθε στοιχείο, π.χ.:

(α)

στοιχεία των ενσωμάτων παγίων διαχωρίζονται σε κατηγορίες σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 16,

(β)

οι απαιτήσεις διαχωρίζονται σε ποσά εισπρακτέα από πελάτες, σε εισπρακτέους λογαριασμούς συνδεδεμένων μερών, σε προπληρωμές και άλλα ποσά,

(γ)

τα αποθέματα αναλύονται, σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 2 Αποθέματα, σε κατηγορίες εμπορεύματα, προμήθειες παραγωγής, υλικά, παραγωγή σε εξέλιξη και έτοιμα προϊόντα,

(δ)

οι προβλέψεις διαχωρίζονται σε προβλέψεις για παροχές σε εργαζομένους και άλλα κονδύλια και

(ε)

το μετοχικό κεφάλαιο και τα αποθεματικά διαχωρίζονται σε διάφορες κατηγορίες όπως εκείνες του καταβεβλημένου κεφαλαίου, της διαφοράς υπέρ το άρτιο και των αποθεματικών.

79

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τα ακόλουθα, είτε στην κατάσταση οικονομικής θέσης είτε στην κατάσταση μεταβολών των ίδιων κεφαλαίων είτε στις σημειώσεις:

(α)

για κάθε κατηγορία μετοχικού κεφαλαίου:

(i)

τον αριθμό των εγκεκριμένων μετοχών,

(ii)

τον αριθμό των μετοχών που εκδόθηκαν και έχουν ολοσχερώς εξοφληθεί και των μετοχών που εκδόθηκαν αλλά δεν έχουν εξοφληθεί,

(iii)

την αξία στο άρτιο ανά μετοχή ή ότι οι μετοχές δεν έχουν αξία στο άρτιο,

(iv)

συμφωνία του αριθμού των μετοχών που κυκλοφορούν στην αρχή και το τέλος της περιόδου,

(v)

τα δικαιώματα, τα προνόμια και τους περιορισμούς που αφορούν σε εκείνη την κατηγορία μετοχών, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στη διανομή των μερισμάτων και την αποπληρωμή του κεφαλαίου,

(vi)

μετοχές της οικονομικής οντότητας, που κατέχονται από την ίδια ή από θυγατρικές ή συγγενείς επιχειρήσεις και

(vii)

μετοχές που διατηρούνται προς έκδοση, σύμφωνα με δικαιώματα προαίρεσης και συμβάσεις για την πώληση μετοχών, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών όρων και των ποσών και

(β)

περιγραφή του είδους και του σκοπού κάθε αποθεματικού που περιλαμβάνεται στα ίδια κεφάλαια.

80

Μια οικονομική οντότητα χωρίς μετοχικό κεφάλαιο, όπως ένας συνεταιρισμός ή ένα καταπίστευμα, θα γνωστοποιεί πληροφορίες ισοδύναμες προς εκείνες που απαιτούνται από την παράγραφο 79(α), που δείχνουν τις μεταβολές κατά τη διάρκεια της περιόδου σε κάθε κατηγορία συμμετοχής καθώς και τα δικαιώματα, τα προνόμια και τους περιορισμούς που αφορούν κάθε κατηγορία δικαιωμάτων.

Κατάσταση συνολικών εσόδων

81

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κάθε στοιχείο των εσόδων και των εξόδων που αναγνωρίζεται σε μία περίοδο:

(α)

σε μια μεμονωμένη κατάσταση συνολικών εσόδων ή

(β)

σε δύο καταστάσεις: μία κατάσταση που απεικονίζει στοιχεία των αποτελεσμάτων (ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων) και μία δεύτερη κατάσταση που ξεκινά από τα αποτελέσματα και απεικονίζει στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων (κατάσταση συνολικών εσόδων).

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην κατάσταση συνολικών εσόδων

82

Η κατάσταση συνολικών εσόδων θα περιλαμβάνει, κατ’ελάχιστον, συγκεκριμένα κονδύλια που παρουσιάζουν τα ακόλουθα ποσά για την περίοδο:

(α)

έσοδα,

(β)

χρηματοοικονομικά κόστη,

(γ)

μερίδιο των κερδών ή ζημιών από συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης,

(δ)

έξοδο φόρου,

(ε)

ένα μοναδικό ποσό που περιλαμβάνει το σύνολο:

(i)

του μετά από φόρους κέρδους ή ζημίας των διακοπεισών δραστηριοτήτων και

(ii)

του μετά από φόρους κέρδους ή ζημίας που αναγνωρίστηκε κατά την επιμέτρηση της εύλογης αξίας απομειωμένης κατά τα κόστη της πώλησης ή κατά τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων ή της ομάδας (των ομάδων) διάθεσης που συνιστούν τη διακοπείσα δραστηριότητα.

(στ)

του κέρδους ή της ζημίας,

(ζ)

κάθε στοιχείο των λοιπών συνολικών εσόδων καταταγμένο κατ’είδος (εκτός των ποσών του (η)),

(η)

του μεριδίου των λοιπών συνολικών εσόδων από συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης και

(i)

των συγκεντρωτικών συνολικών εσόδων.

83

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τα ακόλουθα στοιχεία στην κατάσταση συνολικών εσόδων ως επιμερισμούς του κέρδους ή της ζημίας για την περίοδο:

(α)

κέρδος ή ζημία περιόδου που αναλογεί σε:

(i)

δικαιώματα μειοψηφίας και

(ii)

ιδιοκτήτες της μητρικής εταιρίας.

(β)

συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα της περιόδου που αναλογούν σε:

(i)

δικαιώματα μειοψηφίας και

(ii)

ιδιοκτήτες της μητρικής εταιρίας.

84

Η οικονομική οντότητα επιτρέπεται να παρουσιάσει σε ιδιαίτερη κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (βλέπε παράγραφο 81), τα συγκεκριμένα κονδύλια της παραγράφου 82 (α)-(στ) και τις γνωστοποιήσεις της παραγράφου 83 (α).

85

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει επιπρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια, επικεφαλίδες και μερικά αθροίσματα στην κατάσταση συνολικών εσόδων και την ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον αυτή παρουσιάζεται), όταν μία τέτοια παρουσίαση έχει ουσιαστική σημασία για την κατανόηση της χρηματοοικονομικής επίδοσης της οικονομικής οντότητας.

86

Επειδή οι επιδράσεις των διαφορετικών δραστηριοτήτων μιας οικονομικής οντότητας, οι συναλλαγές και άλλα γεγονότα διαφέρουν σε συχνότητα, ενδεχόμενο κέρδους ή ζημίας και προβλεψιμότητα, η γνωστοποίηση των στοιχείων της χρηματοοικονομικής επίδοσης βοηθά τους χρήστες στην κατανόηση της επίδοσης αυτής και στην εκτίμηση της μελλοντικής επίδοσης. Μια οικονομική οντότητα περιλαμβάνει επιπρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια στην κατάσταση συνολικών εσόδων και την ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον αυτή παρουσιάζεται) και τροποποιεί τις περιγραφές και την κατάταξη των κονδυλίων όταν αυτό είναι απαραίτητο για να αποσαφηνιστούν οι παράγοντες της χρηματοοικονομικής επίδοσης. Μια οικονομική οντότητα λαμβάνει υπόψη παράγοντες που περιλαμβάνουν τη σημαντικότητα και το είδος και τη λειτουργία των κονδυλίων των εσόδων και των εξόδων. Για παράδειγμα, ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα τροποποιεί τις προαναφερόμενες περιγραφές ώστε να παρέχει πληροφόρηση που είναι σχετική με τις δραστηριότητες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Μια οικονομική οντότητα δεν συμψηφίζει στοιχεία των εσόδων και των εξόδων εκτός αν πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 32.

87

Η οικονομική οντότητα δεν παρουσιάζει κονδύλια των εσόδων και των εξόδων ως έκτακτα κονδύλια στην κατάσταση συνολικών εσόδων, την ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον αυτή παρουσιάζεται) ή τις σημειώσεις.

Κέρδος ή ζημία περιόδου

88

Η οικονομική οντότητα αναγνωρίζει όλα τα στοιχεία των εσόδων και των εξόδων σε μία περίοδο εκτός αν ένα Δ.Π.Χ.Α. ορίζει ή επιτρέπει διαφορετικά.

89

Ορισμένα Δ.Π.Χ.Α. ορίζουν τις περιπτώσεις όπου μια οικονομική οντότητα αναγνωρίζει συγκεκριμένα στοιχεία εκτός των αποτελεσμάτων κατά την τρέχουσα περίοδο. Το Δ.Λ.Π. 8 ορίζει δύο τέτοιες περιπτώσεις: τη διόρθωση των λαθών και την επίδραση των μεταβολών των λογιστικών πολιτικών. Άλλα Δ.Π.Χ.Α. απαιτούν ή επιτρέπουν συστατικά στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων που ανταποκρίνονται στον ορισμό των εσόδων ή των εξόδων του Πλαισίου να εξαιρεθούν από τα αποτελέσματα (βλέπε παράγραφο 7).

Λοιπά συνολικά έσοδα της περιόδου

90

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί το ποσό του φόρου εισοδήματος που αναλογεί σε κάθε συστατικό στοιχείο των λοιπών συνολικών εσόδων, συμπεριλαμβανομένων των προσαρμογών από ανακατάταξη, είτε στην κατάσταση συνολικών εσόδων είτε στις σημειώσεις.

91

Μια οικονομική οντότητα μπορεί να παρουσιάζει στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων είτε:

(α)

καθαρά από τις σχετικές φορολογικές επιδράσεις είτε

(β)

προ των σχετικών φορολογικών επιδράσεων με ένα ποσό για το συγκεντρωτικό ποσό του φόρου εισοδήματος που αφορά εκείνα τα συστατικά στοιχεία.

92

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τις προσαρμογές από ανακατάταξη που σχετίζονται με στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων.

93

Άλλα Δ.Π.Χ.Α. ορίζουν εάν και πότε ποσά που είχαν αναγνωριστεί προηγουμένως στα λοιπά συνολικά έσοδα ανακατατάσσονται στα αποτελέσματα. Οι ανακατατάξεις αυτές αναφέρονται ως προσαρμογές από ανακατάταξη στο παρόν Πρότυπο. Μια προσαρμογή από ανακατάταξη συμπεριλαμβάνεται με το σχετικό στοιχείο των λοιπών συνολικών εσόδων στην περίοδο που η προσαρμογή ανακατατάσσεται στα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, τα κέρδη από τη διάθεση διαθέσιμων προς πώληση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων συμπεριλαμβάνονται στα αποτελέσματα της τρέχουσας περιόδου. Τα ποσά αυτά ενδέχεται να είχαν αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα ως μη εισέτι πραγματοποιηθέντα κέρδη κατά την τρέχουσα ή σε προηγούμενες περιόδους. Αυτά τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη πρέπει να αφαιρούνται από τα λοιπά συνολικά έσοδα στην περίοδο κατά την οποία τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη ανακατατάσσονται στα αποτελέσματα, προκειμένου να αποφευχθεί να συμπεριληφθούν στα συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα δύο φορές.

94

Μια οικονομική οντότητα μπορεί να παρουσιάσει προσαρμογές από ανακατάταξη στην κατάσταση συνολικών εσόδων ή στις σημειώσεις. Μια οικονομική οντότητα που παρουσιάζει προσαρμογές από ανακατάταξη στις σημειώσεις παρουσιάζει τα στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων μετά από οποιεσδήποτε σχετικές προσαρμογές από ανακατάταξη.

95

Οι προσαρμογές από ανακατάταξη προκύπτουν, για παράδειγμα, κατά τη διάθεση μιας εκμετάλλευσης στο εξωτερικό (βλέπε Δ.Λ.Π. 21), κατά την παύση αναγνώρισης διαθέσιμων προς πώληση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (βλέπε Δ.Λ.Π. 39) και όταν μία αντισταθμισμένη προσδοκώμενη συναλλαγή επηρεάζει τα αποτελέσματα (βλέπε την παράγραφο 100 του Δ.Λ.Π. 39, σχετικά με τις αντισταθμίσεις ταμιακών ροών).

96

Οι προσαρμογές από ανακατάταξη δεν προκύπτουν από μεταβολές στο πλεόνασμα προσαρμογής που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 16 ή το Δ.Λ.Π. 38 ή σε αναλογιστικά κέρδη και ζημιές από προγράμματα καθορισμένων παροχών που αναγνωρίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 93Α του Δ.Λ.Π. Τα συστατικά αυτά στοιχεία αναγνωρίζονται ως λοιπά συνολικά έσοδα και δεν ανακατατάσσονται στα αποτελέσματα σε μεταγενέστερες περιόδους. Οι μεταβολές στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής μπορούν να μεταφερθούν στα κέρδη εις νέον σε μεταγενέστερες περιόδους καθώς το περιουσιακό στοιχείο αναλώνεται ή όταν διαγραφεί (βλέπε Δ.Λ.Π. 16 και Δ.Λ.Π. 38). Τα αναλογιστικά κέρδη και ζημιές παρουσιάζονται στα κέρδη εις νέον της περιόδου στην οποία αναγνωρίζονται ως λοιπά συνολικά έσοδα (βλέπε Δ.Λ.Π. 19).

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην κατάσταση συνολικών εσόδων ή στις σημειώσεις

97

Όταν τα κονδύλια των εσόδων και των εξόδων είναι σημαντικά, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί το είδος και τα ποσά τους ξεχωριστά.

98

Οι περιπτώσεις που θα έδιναν αφορμή για ξεχωριστή γνωστοποίηση των κονδυλίων των εσόδων και των εξόδων περιλαμβάνουν:

(α)

την μείωση της λογιστικής αξίας των αποθεμάτων στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία ή των ενσώματων παγίων στο ανακτήσιμο ποσό, όπως επίσης και τις αναστροφές τέτοιων μειώσεων της λογιστικής αξίας,

(β)

την αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων μιας οικονομικής οντότητας και την αντιστροφή των οποιωνδήποτε προβλέψεων για δαπάνες αναδιάρθρωσης,

(γ)

διαθέσεις στοιχείων των ενσωμάτων παγίων,

(δ)

διαθέσεις επενδύσεων,

(ε)

διακοπείσες δραστηριότητες

(στ)

νομικοί διακανονισμοί, και

(ζ)

άλλες αναστροφές προβλέψεων.

99

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει ανάλυση των εξόδων που αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα με τη χρήση κατάταξης, που βασίζεται είτε στο είδος είτε στη λειτουργία τους στην οικονομική οντότητα, αναλόγως της κατάταξης που παρέχει αξιόπιστη και περισσότερο σχετική πληροφόρηση.

100

Οι οικονομικές οντότητες προτρέπονται να παρουσιάζουν την ανάλυση της παραγράφου 99 στην κατάσταση συνολικών εσόδων ή στην ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον παρουσιάζεται).

101

Τα έξοδα ταξινομούνται σε υποκατηγορίες ώστε να επισημαίνεται μία σειρά στοιχείων της χρηματοοικονομικής επίδοσης, τα οποία μπορεί να διαφέρουν σε συχνότητα, πιθανότητα κέρδους ή ζημίας και προβλεψιμότητα. Η ανάλυση αυτή παρέχεται σε μία εκ των δύο κατωτέρων μορφών:

102

Η πρώτη μορφή ανάλυσης είναι η μέθοδος «βάσει της φύσης των εξόδων». Μια οικονομική οντότητα συναθροίζει τα έξοδα στα αποτελέσματα, σύμφωνα με τη φύση τους (για παράδειγμα αποσβέσεις, αγορές υλών, κόστη μεταφοράς, παροχές σε εργαζομένους και κόστη διαφήμισης) και δεν τα ανακατανέμει μεταξύ των λειτουργιών εντός της οικονομικής οντότητας. Η μέθοδος αυτή δύναται να είναι απλή στην εφαρμογή της επειδή δεν απαιτείται επιμερισμός των εξόδων στις λειτουργικές κατατάξεις. Ένα παράδειγμα κατάταξης, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο των κατά είδος εξόδων, έχει ως ακολούθως:

Έσοδα

 

Χ

Άλλα έσοδα,

 

Χ

Μεταβολές στα αποθέματα ετοίμων προϊόντων και στην παραγωγή σε εξέλιξη

Χ

 

Αναλώσεις πρώτων υλών και υλικών

Χ

 

Έξοδα παροχών σε εργαζόμενους

Χ

 

Έξοδο αποσβέσεων

Χ

 

Άλλα έξοδα,

Χ

 

Σύνολο εξόδων

 

(Χ)

Κέρδη προ φόρων

 

Χ

103

Η δεύτερη μορφή ανάλυσης είναι η μέθοδος της «λειτουργίας του εξόδου» ή του «κόστους πωληθέντων» που κατατάσσει τα έξοδα σύμφωνα με τη λειτουργία τους ως μέρος του κόστους πωληθέντων ή, για παράδειγμα, του κόστους διάθεσης ή διοικητικών λειτουργιών. Κατ’ελάχιστο, με τη χρήση αυτής της μεθόδου η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί το κόστος πωληθέντων της ξεχωριστά από άλλα έξοδα. Αυτή η μέθοδος συχνά παρέχει στους χρήστες πιο σχετικές πληροφορίες από ότι η μέθοδος των κατά είδος εξόδων, αλλά ο επιμερισμός του κόστους στις λειτουργίες μπορεί να είναι αυθαίρετος και απαιτεί σημαντικό βαθμό κρίσης. Ένα παράδειγμα κατάταξης με τη μέθοδο της κατηγορίας εξόδου έχει ως ακολούθως:

Έσοδα

Χ

 

Κόστος πωληθέντων

(Χ)

 

Μικτό κέρδος

Χ

 

Άλλα έσοδα,

Χ

 

Κόστος διάθεσης

(Χ)

 

Έξοδα διοικητικής λειτουργίας

(Χ)

 

Άλλα έξοδα,

(Χ)

 

Κέρδη προ φόρων

Χ

 

104

Οι οικονομικές οντότητες που κατατάσσουν τα έξοδα κατά λειτουργία, πρέπει να γνωστοποιούν πρόσθετες πληροφορίες ως προς το είδος των εξόδων, συμπεριλαμβάνοντας τα έξοδα αποσβέσεων και το έξοδο των παροχών σε εργαζομένους.

105

Η επιλογή της ανάλυσης με μία από τις μεθόδους της κατηγορίας εξόδου ή των κατά είδος εξόδων εξαρτάται τόσο από ιστορικούς και κλαδικούς παράγοντες όσο και από το είδος της οικονομικής οντότητας. Αμφότερες οι μέθοδοι παρέχουν μια ένδειξη του κόστους εκείνου που αναμένεται να επηρεάζεται, άμεσα ή έμμεσα, από το επίπεδο των πωλήσεων ή της παραγωγής της οικονομικής οντότητας. Επειδή κάθε μέθοδος παρουσίασης έχει πλεονεκτήματα για διαφορετικούς τύπους οικονομικών οντοτήτων, το παρόν Πρότυπο απαιτεί από τη διοίκηση να επιλέξει την περισσότερο σχετική και αξιόπιστη παρουσίαση. Όμως, επειδή οι πληροφορίες ως προς το είδος των εξόδων είναι χρήσιμες για την πρόβλεψη των μελλοντικών ταμιακών ροών, απαιτούνται επιπρόσθετες γνωστοποιήσεις, όταν χρησιμοποιείται η κατάταξη με τη μέθοδο της κατηγορίας εξόδου. Στην παράγραφο 104, ο όρος «παροχές σε εργαζομένους» έχει την ίδια έννοια που έχει στο Δ.Λ.Π. 19.

Κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων

106

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων η οποία εμφανίζει τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α)

τα συνολικά συγκεντρωτικά έσοδα της περιόδου, με ξεχωριστή παρουσίαση των συνολικών ποσών που αναλογούν σε ιδιοκτήτες της μητρικής εταιρείας και στα δικαιώματα μειοψηφίας,

(β)

για κάθε συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων, τις επιδράσεις της αναδρομικής εφαρμογής ή της αναδρομικής επαναδιατύπωσης που αναγνωρίστηκε σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 8,

(γ)

τα ποσά των συναλλαγών με τους ιδιοκτήτες υπό την ιδιότητα τους αυτή, με ξεχωριστή παρουσίαση των εισφορών τους ή των διανομών προς αυτούς και

(δ)

για κάθε συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων, συμφωνία μεταξύ της λογιστικής αξίας στην αρχή και το τέλος της περιόδου, γνωστοποιώντας ξεχωριστά κάθε μεταβολή.

107

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί, είτε στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων είτε στις σημειώσεις, το ποσό των μερισμάτων που αναγνωρίστηκε ως διανομή σε ιδιοκτήτες κατά τη διάρκεια της περιόδου και το αναλογούν ποσό ανά μετοχή.

108

Στην παράγραφο 106, τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, κάθε κατηγορία εισφερομένων κεφαλαίων, το σωρευόμενο υπόλοιπο κάθε κατηγορίας λοιπών συνολικών εσόδων και τα κέρδη εις νέον.

109

Οι μεταβολές στα ίδια κεφάλαια μιας οικονομικής οντότητας μεταξύ της αρχής και του τέλους της περιόδου αναφοράς, αντανακλούν την αύξηση ή μείωση των καθαρών περιουσιακών στοιχείων της κατά τη διάρκεια της περιόδου. Εκτός των μεταβολών που προκύπτουν από συναλλαγές με ιδιοκτήτες που δρουν υπό την ιδιότητά τους αυτή (όπως εισφορές κεφαλαίου, επαναγορές των ίδιων συμμετοχικών τίτλων της οικονομικής οντότητας και μερισμάτων) και το κόστος των συναλλαγών που σχετίζεται άμεσα με τις συναλλαγές αυτές, η συνολική μεταβολή των ιδίων κεφαλαίων σε μία περίοδο αντιπροσωπεύει τα συνολικά έσοδα και έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των κερδών και των ζημιών, που δημιουργούνται από τις δραστηριότητες της οικονομικής οντότητας κατά την περίοδο εκείνη.

110

Το Δ.Λ.Π. 8 απαιτεί αναδρομικές προσαρμογές για την πραγματοποίηση μεταβολών στις λογιστικές πολιτικές, στην έκταση που αυτό είναι εφικτό, εκτός αν οι μεταβατικές διατάξεις άλλου Δ.Π.Χ.Α. απαιτούν διαφορετικά. Το Δ.Λ.Π. 8 επίσης απαιτεί οι επαναδιατυπώσεις για τη διόρθωση λαθών να γίνονται αναδρομικά, στην έκταση που αυτό είναι εφικτό. Οι αναδρομικές προσαρμογές και επαναδιατυπώσεις δεν αποτελούν μεταβολές των ίδιων κεφαλαίων αλλά εφαρμόζονται στο υπόλοιπο έναρξης των κερδών εις νέον, εκτός όταν ένα Δ.Π.Χ.Α. απαιτεί την αναδρομική προσαρμογή άλλου στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων. Η παράγραφος 106(β) απαιτεί γνωστοποίηση στην κατάσταση μεταβολών των ίδιων κεφαλαίων της συνολικής προσαρμογής κάθε στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων που προκύπτει ξεχωριστά, από μεταβολές στις λογιστικές πολιτικές και διορθώσεις λαθών. Οι προσαρμογές αυτές γνωστοποιούνται για κάθε προηγούμενη περίοδο και την αρχή της περιόδου.

Κατάσταση ταμιακών ροών

111

Οι πληροφορίες περί ταμιακών ροών παρέχουν στους χρήστες μια βάση εκτίμησης της ικανότητας της οικονομικής οντότητας να δημιουργεί ταμιακά διαθέσιμα και ταμιακά ισοδύναμα και των αναγκών της οικονομικής οντότητας να χρησιμοποιεί αυτές τις ταμιακές ροές. Το Δ.Λ.Π. 7 θέτει τις απαιτήσεις για την παρουσίαση της κατάστασης ταμιακών ροών και των σχετικών γνωστοποιήσεων.

Σημειώσεις

Δομή

112

Οι σημειώσεις:

(α)

παρουσιάζουν πληροφορίες για τη βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων και για τις συγκεκριμένες λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν σύμφωνα με τις παραγράφους 117-124,

(β)

γνωστοποιούν πληροφορίες που απαιτούνται από τα Δ.Π.Χ.Α., οι οποίες δεν παρουσιάζονται σε άλλο σημείο των οικονομικών καταστάσεων και

(γ)

παρέχουν πληροφόρηση που δεν παρουσιάζεται σε άλλο σημείο των οικονομικών καταστάσεων, αλλά που είναι σημαντική για την κατανόηση οποιωνδήποτε εξ’αυτών.

113

Στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό, μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει τις σημειώσεις με συστηματικό τρόπο. Μια οικονομική οντότητα περιλαμβάνει παραπομπές για κάθε στοιχείο των καταστάσεων οικονομικής θέσης και συνολικών εσόδων, της ξεχωριστής κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον παρουσιάζεται) και των καταστάσεων μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων και ταμιακών ροών, οι οποίες θα παραπέμπουν στις σχετικές πληροφορίες των σημειώσεων.

114

Κανονικά, μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει τις σημειώσεις κατά την ακόλουθη σειρά, που βοηθά τους χρήστες να κατανοήσουν τις οικονομικές καταστάσεις και να τις συγκρίνουν με τις οικονομικές καταστάσεις άλλων οικονομικών οντοτήτων:

(α)

δήλωση συμμόρφωσης με τα Δ.Π.Χ.Α. (βλέπε παράγραφο 16),

(β)

περίληψη των σημαντικών λογιστικών πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί (βλέπε παράγραφο 117),

(γ)

επεξηγηματικές πληροφορίες για κάθε στοιχείο των καταστάσεων οικονομικής θέσης και συνολικών εσόδων, της ξεχωριστής κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον παρουσιάζεται) και των καταστάσεων μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων και ταμιακών ροών, με τη σειρά που παρουσιάζεται κάθε κατάσταση και συγκεκριμένο κονδύλιο και

(δ)

άλλες γνωστοποιήσεις, που περιλαμβάνουν:

(i)

ενδεχόμενες υποχρεώσεις (βλέπε Δ.Λ.Π. 37) και μη αναγνωρισμένες συμβατικές δεσμεύσεις και

(ii)

μη χρηματοοικονομικές γνωστοποιήσεις, όπως τους στόχους της οικονομικής οντότητας αναφορικά με τις πολιτικές και τη διαχείριση κινδύνου (βλέπε Δ.Π.Χ.Α. 7).

115

Σε μερικές περιπτώσεις, μπορεί να είναι αναγκαίο ή επιθυμητό να διαφοροποιείται η διάταξη συγκεκριμένων στοιχείων εντός των σημειώσεων. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να συνδυάσει πληροφορίες για μεταβολές στην εύλογη αξία που αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα με πληροφορίες για τις ημερομηνίες λήξης των χρηματοοικονομικών μέσων, μολονότι οι πρώτες αφορούν γνωστοποιήσεις της κατάστασης συνολικών εσόδων ή την ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (εάν παρουσιάζεται) και οι τελευταίες σχετίζονται με την κατάσταση οικονομικής θέσης. Παρόλα αυτά, μια οικονομική οντότητα διατηρεί μία συστηματική δομή των σημειώσεων, στο βαθμό που αυτό είναι πρακτικά δυνατό.

116

Μια οικονομική οντότητα μπορεί να παρουσιάζει σημειώσεις που παρέχουν πληροφορίες για τη βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων και να παρουσιάζει τις συγκεκριμένες λογιστικές πολιτικές ως ένα ξεχωριστό τμήμα των οικονομικών καταστάσεων.

Γνωστοποίηση λογιστικών πολιτικών

117

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τα ακόλουθα στην περίληψη των σημαντικών λογιστικών πολιτικών:

(α)

τη βάση (ή τις βάσεις) επιμέτρησης που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων και

(β)

τις λοιπές λογιστικές πολιτικές, που χρησιμοποιήθηκαν και που είναι απαραίτητες για την κατανόηση των οικονομικών καταστάσεων.

118

Είναι σημαντικό η οικονομική οντότητα να πληροφορεί τους χρήστες για τη βάση ή τις βάσεις επιμέτρησης που χρησιμοποιήθηκαν στις οικονομικές καταστάσεις (για παράδειγμα ιστορικό κόστος, τρέχον κόστος, καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, εύλογη αξία ή ανακτήσιμο ποσό) διότι η βάση στην οποία η οικονομική οντότητα καταρτίζει τις οικονομικές καταστάσεις επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ανάλυσή τους εκ μέρους των χρηστών. Όταν η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί περισσότερες από μία βάσεις επιμέτρησης στις οικονομικές καταστάσεις, για παράδειγμα, όταν ορισμένες κατηγορίες των περιουσιακών στοιχείων αναπροσαρμόζονται, είναι επαρκές να παρέχεται μία ένδειξη των κατηγοριών των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων στις οποίες εφαρμόζεται η κάθε μέθοδος.

119

Για να αποφασίσει αν πρέπει να γίνει γνωστοποίηση μιας συγκεκριμένης λογιστικής πολιτικής, η διοίκηση λαμβάνει υπόψη αν η γνωστοποίηση θα βοηθούσε τους χρήστες να αντιληφθούν πώς οι συναλλαγές, τα λοιπά γεγονότα και οι συνθήκες αντικατοπτρίζονται στην παρουσιαζόμενη χρηματοοικονομική επίδοση και την οικονομική θέση. Η γνωστοποίηση ιδιαίτερων λογιστικών πολιτικών είναι ιδιαζόντως χρήσιμη για τους χρήστες όταν οι πολιτικές αυτές επιλέγονται ανάμεσα στις εναλλακτικές λύσεις που επιτρέπουν τα Δ.Π.Χ.Α. Ένα παράδειγμα είναι η γνωστοποίηση αν ένας κοινοπρακτών αναγνωρίζει τα δικαιώματά του σε από κοινού ελεγχόμενη οικονομική οντότητα με τη χρήση της αναλογικής ενοποίησης ή της μεθόδου της καθαρής θέσης (βλέπε Δ.Λ.Π. 31 Συμμετοχές σε Κοινοπραξίες). Μερικά Δ.Π.Χ.Α. απαιτούν συγκεκριμένα τη γνωστοποίηση ιδιαίτερων λογιστικών πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων των επιλογών της διοίκησης μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών που αυτά επιτρέπουν. Για παράδειγμα, το Δ.Λ.Π. 16 απαιτεί γνωστοποίηση των βάσεων επιμέτρησης που εφαρμόζονται σε κατηγορίες των ενσωμάτων παγίων.

120

Κάθε οικονομική οντότητα εξετάζει το είδος των δραστηριοτήτων της και τις πολιτικές, που οι χρήστες θα ανέμεναν να γνωστοποιηθούν για το συγκεκριμένο εκείνο τύπο οικονομικής οντότητας. Για παράδειγμα, οι χρήστες θα ανέμεναν μια οικονομική οντότητα που υπόκειται σε φόρους εισοδήματος να γνωστοποιεί τις λογιστικές πολιτικές της που αφορούν τους φόρους εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εφαρμόζονται στις αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις και στα αναβαλλόμενα φορολογικά περιουσιακά στοιχεία. Όταν μια οικονομική οντότητα έχει σημαντικές δραστηριότητες στο εξωτερικό ή συναλλαγές σε ξένα νομίσματα, θα αναμενόταν η γνωστοποίηση των λογιστικών πολιτικών για την αναγνώριση των συναλλαγματικών διαφορών.

121

Μία λογιστική πολιτική μπορεί να είναι σημαντική λόγω του είδους των δραστηριοτήτων της οικονομικής οντότητας, ακόμη και όταν τα ποσά για την τρέχουσα και τις προηγούμενες περιόδους δεν είναι σημαντικά. Είναι επίσης ορθό να γνωστοποιείται κάθε σημαντική λογιστική πολιτική που δεν απαιτείται ειδικά από τα Δ.Π.Χ.Α., αλλά που η οικονομική οντότητα επιλέγει και εφαρμόζει σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 8.

122

Η οικονομική οντότητα θα γνωστοποιεί, στην περίληψη των σημαντικών λογιστικών πολιτικών ή σε άλλες σημειώσεις, τις κρίσεις της διοίκησης κατά τη διαδικασία της εφαρμογής των λογιστικών πολιτικών της οικονομικής οντότητας που έχουν την σημαντικότερη επίδραση στα ποσά που αναγνωρίζονται στις οικονομικές καταστάσεις, εκτός εκείνων που αφορούν σε εκτιμήσεις (βλέπε παράγραφο 125).

123

Κατά τη διαδικασία της εφαρμογής των λογιστικών πολιτικών της οικονομικής οντότητας, η διοίκηση προβαίνει σε διάφορες κρίσεις, εκτός εκείνων που αφορούν στις εκτιμήσεις, που έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τα ποσά που αναγνωρίζονται στις οικονομικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, η διοίκηση προβαίνει σε κρίσεις για τον προσδιορισμό:

(α)

αν τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αποτελούν επενδύσεις διακρατούμενες μέχρι τη λήξη,

(β)

πότε ουσιωδώς όλοι οι σημαντικοί κίνδυνοι και τα οφέλη της ιδιοκτησίας των χρηματοοικονομικών και των μισθωμένων περιουσιακών στοιχείων μεταφέρονται σε άλλες οικονομικές οντότητες,

(γ)

αν, στην ουσία, συγκεκριμένες πωλήσεις αγαθών αποτελούν είδος χρηματοδότησης και συνεπώς δεν δημιουργούν έσοδο και

(δ)

αν η ουσία της σχέσης μεταξύ της οικονομικής οντότητας και μιας οικονομικής οντότητας ειδικού σκοπού υποδηλώνει ότι η τελευταία ελέγχεται από την πρώτη.

124

Κάποιες γνωστοποιήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 122 απαιτούνται από άλλα Δ.Π.Χ.Α. Για παράδειγμα, το Δ.Λ.Π. 27 απαιτεί η οικονομική οντότητα να γνωστοποιεί τους λόγους που η συμμετοχή της δεν συνιστά έλεγχο, σχετικά με εκδότρια που δεν είναι θυγατρική έστω και αν περισσότερο από το ήμισυ των δικαιωμάτων ή των δυνητικών δικαιωμάτων ψήφου της ανήκει άμεσα ή έμμεσα μέσω θυγατρικών. Το Δ.Λ.Π. 40 Επενδύσεις σε Ακίνητα απαιτεί γνωστοποίηση των κριτηρίων που αναπτύσσονται από την οικονομική οντότητα για να διαχωρίσει την επένδυση σε ακίνητα από τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα και από ακίνητα που κατέχονται για πώληση κατά τη συνήθη πορεία της οικονομικής οντότητας, όταν η κατάταξη των ακινήτων είναι δύσκολη.

Πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων

125

Κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες για τις παραδοχές για το μέλλον και άλλες κύριες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων, που παρουσιάζουν σημαντικό κίνδυνο να προκαλέσουν σημαντικές προσαρμογές στις λογιστικές αξίες των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων εντός του επόμενου οικονομικού έτους. Αναφορικά με τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις, οι σημειώσεις θα περιλαμβάνουν λεπτομέρειες σχετικά με:

(α)

το είδος τους και

(β)

τη συνολική λογιστική αξία τους στο τέλος της περιόδου αναφοράς.

126

Ο προσδιορισμός των λογιστικών αξιών κάποιων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων απαιτεί εκτίμηση των επιδράσεων των αβέβαιων μελλοντικών γεγονότων σε εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς. Για παράδειγμα, ελλείψει προσφάτως παρατηρούμενων αγοραίων τιμών, απαιτούνται μελλοντικές προβλέψεις για την επιμέτρηση των ανακτήσιμων ποσών κατηγοριών των ενσώματων παγίων, της επίδρασης της τεχνολογικής απαξίωσης στα αποθέματα, προβλέψεις που εξαρτώνται από την μελλοντική έκβαση εκκρεμοδικιών και υποχρεώσεις που απορρέουν από μακροπρόθεσμες παροχές σε εργαζόμενους όπως είναι οι συντάξεις. Οι εκτιμήσεις αυτές αφορούν παραδοχές για στοιχεία όπως είναι η προσαρμογή κινδύνου στις ταμιακές ροές ή τα προεξοφλητικά επιτόκια και τις μελλοντικές μεταβολές των μισθών και των τιμών που επηρεάζουν άλλα κόστη.

127

Οι παραδοχές και άλλες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων που γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 125, σχετίζονται με τις εκτιμήσεις που απαιτούνται για τις πιο δύσκολες, υποκειμενικές ή σύνθετες κρίσεις της διοίκησης. Καθώς ο αριθμός των μεταβλητών και των παραδοχών που άπτονται της πιθανής μελλοντικής επίλυσης των αβεβαιοτήτων αυξάνει, οι κρίσεις γίνονται περισσότερο υποκειμενικές και σύνθετες και η πιθανότητα μιας συνεπακόλουθης σημαντικής προσαρμογής των λογιστικών αξιών των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων συνήθως αυξάνει αναλόγως.

128

Οι γνωστοποιήσεις της παραγράφου 125 δεν απαιτούνται για περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που υπόκεινται σε σημαντικό κίνδυνο ότι οι λογιστικές αξίες τους δύνανται να μεταβληθούν σημαντικά εντός του επόμενου οικονομικού έτους, αν, κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς, επιμετρώνται στην εύλογη αξία βάσει προσφάτως παρατηρημένων αγοραίων τιμών. Οι εύλογες αξίες αυτές δύνανται να μεταβληθούν σημαντικά εντός του επόμενου οικονομικού έτους, αλλά οι αλλαγές αυτές δεν θα προέκυπταν από παραδοχές ή άλλες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων, κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς.

129

Μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει τις γνωστοποιήσεις της παραγράφου 125 με τέτοιο τρόπο ώστε να βοηθούν τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να κατανοήσουν τις κρίσεις της διοίκησης αναφορικά με το μέλλον και άλλες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων. Το είδος και η έκταση των παρεχόμενων πληροφοριών ποικίλλουν ανάλογα με το είδος της παραδοχής και άλλες συνθήκες. Παραδείγματα των ειδών των γνωστοποιήσεων μιας οικονομικής οντότητας είναι:

(α)

το είδος της παραδοχής ή άλλη αβεβαιότητα των εκτιμήσεων,

(β)

η ευαισθησία των λογιστικών αξιών στις μεθόδους, τις παραδοχές και τις εκτιμήσεις που διέπουν τον υπολογισμό τους, συμπεριλαμβανομένων των αιτιών της ευαισθησίας,

(γ)

η αναμενόμενη επίλυση μιας αβεβαιότητας και το φάσμα των λογικά πιθανών εκβάσεων εντός του επόμενου οικονομικού έτους σχετικά με τις λογιστικές αξίες των επηρεαζόμενων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και

(δ)

μία επεξήγηση των μεταβολών σε προηγούμενες παραδοχές σχετικά με τα περιουσιακά εκείνα στοιχεία και τις υποχρεώσεις, αν η αβεβαιότητα παραμένει.

130

Το παρόν Πρότυπο δεν απαιτεί από μια οικονομική οντότητα να γνωστοποιεί πληροφορίες που αφορούν τον προϋπολογισμό ή τις προγνώσεις για τις γνωστοποιήσεις της παραγράφου 125.

131

Ενίοτε είναι ανέφικτη η γνωστοποίηση της έκτασης των πιθανών επιδράσεων μιας παραδοχής ή άλλης πηγής αβεβαιότητας των εκτιμήσεων, κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς. Στις περιπτώσεις αυτές, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί ότι είναι εύλογα πιθανό, βάσει της υπάρχουσας γνώσης, να απαιτηθεί προσαρμογή στη λογιστική αξία των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων που επηρεάζονται από τις εκβάσεις των γεγονότων εντός του επόμενου οικονομικού έτους, που διαφέρουν από τις παραδοχές. Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί το είδος και τη λογιστική αξία του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης (ή κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων) που επηρεάστηκε από την παραδοχή.

132

Οι γνωστοποιήσεις της παραγράφου 122 συγκεκριμένων κρίσεων της διοίκησης που έγιναν κατά την εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών της οικονομικής οντότητας δεν σχετίζονται με γνωστοποιήσεις των κύριων πηγών της αβεβαιότητας των εκτιμήσεων της παραγράφου 125.

133

Άλλα Δ.Π.Χ.Α. απαιτούν να γνωστοποιούνται ορισμένες παραδοχές που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν υποχρεωτικές, σύμφωνα με την παράγραφο 125. Για παράδειγμα, το Δ.Λ.Π. 37 απαιτεί γνωστοποίηση, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μειζόνων παραδοχών που αφορούν σε μελλοντικά γεγονότα τα οποία επηρεάζουν κατηγορίες προβλέψεων. Το Δ.Π.Χ.Α. 7 απαιτεί γνωστοποίηση των σημαντικών παραδοχών που εφαρμόζει μια οικονομική οντότητα κατά την εκτίμηση των εύλογων αξιών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που τηρούνται λογιστικά στην εύλογη αξία. Το Δ.Λ.Π. 16 απαιτεί γνωστοποίηση των σημαντικών παραδοχών που εφαρμόζονται από μια οικονομική οντότητα κατά την εκτίμηση των εύλογων αξιών των αναπροσαρμοσμένων στοιχείων των ενσώματων παγίων.

Κεφάλαιο

134

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες που επιτρέπουν στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεών της να αξιολογήσουν τους στόχους, τις πολιτικές και τις διαδικασίες που εφαρμόζει για τη διαχείριση κεφαλαίου.

135

Προκειμένου να συμμορφωθεί με την παράγραφο 134, μια οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τα κάτωθι:

(α)

ποιοτικές πληροφορίες σχετικά με τους στόχους, τις πολιτικές και τις διαδικασίες που εφαρμόζει για τη διαχείριση κεφαλαίου, που περιλαμβάνουν:

(i)

περιγραφή των στοιχείων που διαχειρίζεται ως κεφάλαιο,

(ii)

όταν η οικονομική οντότητα υπόκειται σε έξωθεν επιβεβλημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις, τον χαρακτήρα των απαιτήσεων αυτών και τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνονται στη διαχείριση του κεφαλαίου, και

(iii)

τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνει τους στόχους της όσον αφορά τη διαχείριση του κεφαλαίου.

(β)

Συνοπτικά ποσοτικά δεδομένα σχετικά με τα στοιχεία τα οποία διαχειρίζεται ως κεφάλαιο. Ορισμένες οικονομικές οντότητες θεωρούν ορισμένες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις (π.χ. ορισμένες μορφές χρέους μειωμένης εξασφάλισης ) ως μέρος του κεφαλαίου. Άλλες οντότητες θεωρούν ότι το κεφάλαιο δεν περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων (π.χ. στοιχεία προερχόμενα από αντισταθμίσεις χρηματορροών).

(γ)

οποιεσδήποτε μεταβολές στα στοιχεία (α) και (β) από την προηγούμενη περίοδο.

(δ)

εάν, κατά την διάρκεια της περιόδου, συμμορφώθηκε με οποιεσδήποτε έξωθεν επιβεβλημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται.

(ε)

σε περίπτωση που η οικονομική οντότητα δεν συμμορφώθηκε με τέτοιες έξωθεν επιβεβλημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις, τις συνέπειες της μη συμμόρφωσής της.

Η οικονομική οντότητα βασίζει τις εν λόγω γνωστοποιήσεις σε πληροφορίες παρεχόμενες ενδοεταιρικά στα βασικά διοικητικά στελέχη.

136

Η οικονομική οντότητα δύναται να διαχειρίζεται κεφάλαια με διάφορους τρόπους και να υπάγεται σε περισσότερες διαφορετικές κεφαλαιακές απαιτήσεις. Για παράδειγμα, ένας όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων μπορεί να περιλαμβάνει οικονομικές οντότητες που διεξάγουν τόσο ασφαλιστικές όσο και τραπεζικές δραστηριότητες, ενώ οι οικονομικές οντότητες αυτές ενδέχεται να δραστηριοποιούνται σε περιοχές που υπόκεινται σε διαφορετικές δικαιοδοσίες. Εάν υπάρχει πιθανότητα η συγκεντρωτική γνωστοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων και του τρόπου διαχείρισης του κεφαλαίου να μην παρέχει χρήσιμες πληροφορίες ή να αλλοιώσει τις εντυπώσεις ενός χρήστη οικονομικών καταστάσεων όσον αφορά τους κεφαλαιακούς πόρους μιας οντότητας, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί χωριστές πληροφορίες για κάθε κεφαλαιακή απαίτηση στην οποία υπόκειται.

Άλλες γνωστοποιήσεις

137

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τα ακόλουθα εντός των σημειώσεων:

(α)

το ποσό των μερισμάτων που προτείνεται ή δηλώνεται πριν την έγκριση της έκδοσης των οικονομικών καταστάσεων αλλά δεν αναγνωρίζεται ως διάθεση στους κατόχους μετοχών κατά τη διάρκεια της περιόδου και το αναλογούν ποσό ανά μετοχή και

(β)

τα ποσό οποιωνδήποτε σωρευμένων μερισμάτων προνομιούχων μετοχών δεν έχουν αναγνωριστεί.

138

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τα ακόλουθα, αν δεν γνωστοποιήθηκαν αλλού στις δημοσιευόμενες με τις οικονομικές καταστάσεις πληροφορίες:

(α)

την έδρα και τη νομική μορφή της οικονομικής οντότητας, τη χώρα της ιδρύσεώς της και τη διεύθυνση της έδρας (ή του κύριου τόπου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, αν διαφέρει από τον τόπο της έδρας),

(β)

μια περιγραφή του είδους των εργασιών της οικονομικής οντότητας και των κυριότερων δραστηριοτήτων της και

(γ)

την επωνυμία της μητρικής εταιρίας, καθώς και της τελικής μητρικής εταιρίας του ομίλου.

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

139

Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το παρόν Πρότυπο για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Η εφαρμογή νωρίτερα επιτρέπεται. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει αυτό το Δ.Π.Χ.Α. για προγενέστερη λογιστική περίοδο, το γεγονός αυτό γνωστοποιείται.

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ Δ.Λ.Π. 1 (ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΟ ΤΟ 2003)

140

Το παρόν Πρότυπο αντικαθιστά το Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων, όπως τροποποιήθηκε το 2005.

Προσάρτημα

Τροποποιήσεις σε άλλες ανακοινώσεις

Οι τροποποιήσεις του παρόντος προσαρτήματος εφαρμόζονται για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το παρόν Πρότυπο για προγενέστερη λογιστική περίοδο, οι τροποποιήσεις θα εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο. Στις τροποποιημένες παραγράφους, το νέο κείμενο υπογραμμίζεται και το απαλειφόμενο κείμενο διαγράφεται.

A1   [Η τροποποίηση δεν εφαρμόζεται σε βασικά, αριθμημένα Πρότυπα.]

A2   [Η τροποποίηση δεν εφαρμόζεται σε βασικά, αριθμημένα Πρότυπα.]

A3   Στα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (συμπεριλαμβανομένων των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και των Διερμηνειών) και τις εισαγωγές των Δ.Π.Χ.Α., οι ακόλουθες αναφορές προστίθενται όπως περιγράφεται κατωτέρω, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά στο παρόν προσάρτημα.

οι λέξεις «στην όψη του» αντικαθίστανται από τη λέξη «στο».

ο όρος «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τον όρο «κατάσταση συνολικών εσόδων».

ο όρος «ισολογισμός» αντικαθίσταται από τον όρο «κατάσταση οικονομικής θέσης».

ο όρος «κατάσταση ταμιακών ροών» αντικαθίσταται με τον όρο «κατάσταση των ταμιακών ροών».

ο όρος «ημερομηνία ισολογισμού» αντικαθίσταται με τον όρο «τέλος της περιόδου αναφοράς».

ο όρος «μεταγενέστερη ημερομηνία ισολογισμού» αντικαθίσταται από τον όρο «τέλος της μεταγενέστερης περιόδου αναφοράς».

η φράση «κάθε ημερομηνία ισολογισμού» αντικαθίσταται από τη φράση «τέλος κάθε περιόδου αναφοράς».

η φράση «μετά την ημερομηνία ισολογισμού» αντικαθίστανται από τη φράση «μετά την περίοδο αναφοράς».

ο όρος «ημερομηνία αναφοράς» αντικαθίσταται από τον όρο «τέλος της περιόδου αναφοράς».

η φράση «κάθε ημερομηνία αναφοράς» αντικαθίσταται από τη φράση «τέλος κάθε περιόδου αναφοράς».

η φράση «ημερομηνία της τελευταίας ετήσιας αναφοράς» αντικαθίσταται από τη φράση «τέλος της τελευταίας ετήσιας περιόδου αναφοράς».

ο όρος «κάτοχοι μετοχών» μετατρέπεται σε «ιδιοκτήτες» (εκτός από το Δ.Λ.Π. 33 Κέρδη κατά Μετοχή).

Οι φράσεις «αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαια και αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα» και «αφαιρέθηκε από τα ίδια κεφάλαια και περιλήφθηκε στα αποτελέσματα» αντικαθίστανται από τη φράση «ανακατατάσσεται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη».

Η φράση «Πρότυπο ή Διερμηνεία» αντικαθίσταται από τη σύντμηση Δ.Π.Χ.Α.

Η φράση «Πρότυπο ή Διερμηνεία» αντικαθίσταται από τον όρο «Δ.Π.Χ.Α.».

Η φράση «Πρότυπα και Διερμηνείες» αντικαθίσταται από τη σύντμηση «Δ.Π.Χ.Α» (Εκτός από την παράγραφο 5 του Δ.Λ.Π. 8 Λογιστικές Πολιτικές, Μεταβολές των Λογιστικών Εκτιμήσεων και Λάθη).

Οι αναφορές στην τρέχουσα έκδοση του Δ.Λ.Π. 7 Καταστάσεις Ταμιακών Ροών αντικαθίστανται από φράση Δ.Λ.Π. 7 Κατάσταση των Ταμιακών Ροών.

Οι αναφορές στην τρέχουσα έκδοση του Δ.Λ.Π. 10 Τα Γεγονότα Μετά την Ημερομηνία του Ισολογισμού αντικαθίστανται από τη φράση Δ.Λ.Π. 10 Γεγονότα Μετά την Περίοδο Αναφοράς.

Δ.Π.Χ.Α.   Πρώτη Εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς

A4   Το Δ.Π.Χ.Α. 1 τροποποιείται ως ακολούθως:

Οι παράγραφοι 6 και 7 τροποποιούνται ως εξής:

«6

Η οικονομική οντότητα καταρτίζει και παρουσιάζει μια κατάσταση έναρξης της οικονομικής θέσης καταρτισμένη σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. κατά την ημερομηνία μετάβασης στα Δ.Π.Χ.Α. Αυτό είναι το σημείο έναρξης της λογιστικής της οικονομικής οντότητας σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α.

7

Μια οικονομική οντότητα … Οι λογιστικές πολιτικές αυτές συμμορφώνονται με κάθε Δ.Π.Χ.Α. που ισχύει κατά το τέλος της πρώτης περιόδου αναφοράς σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α., με εξαίρεση τα καθοριζόμενα στις παραγράφους 13-34B και 37.»

Το Παράδειγμα μετά την παράγραφο 8 τροποποιείται ως ακολούθως:

Οι αναφορές στα έτη «2003» και «2005» μετατρέπονται σε «20Χ3» και «20Χ5» αντίστοιχα,

Οι παράγραφοι Ιστορικό και Εφαρμογή των Απαιτήσεων τροποποιούνται ως εξής:

«Ιστορικό

Το τέλος της πρώτης περιόδου αναφοράς της οικονομικής οντότητας Α σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. είναι η 31η Δεκεμβρίου 20Χ5. Η οικονομική οντότητα Α αποφασίζει να παρουσιάσει συγκριτική πληροφόρηση σε εκείνες τις οικονομικές καταστάσεις για ένα μόνο έτος (βλέπε παράγραφο 36) …

Εφαρμογή των απαιτήσεων

Η οικονομική οντότητα Α … στην

(α)

κατάρτιση και παρουσίαση της κατάστασης οικονομικής θέσης έναρξης σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. την 1η Ιανουαρίου 20Χ4 και …»

Οι παράγραφοι 10, 12(α) και 21 τροποποιούνται ως εξής:

«10

Με εξαίρεση τα καθοριζόμενα στις παραγράφους 13-34Β, στην κατάσταση οικονομικής θέσης έναρξης σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. μια οικονομική οντότητα …

12

Το παρόν Δ.Π.Χ.Α καθιερώνει δύο κατηγορίες εξαιρέσεων από την αρχή ότι η κατάσταση οικονομικής θέσης έναρξης μιας οικονομικής οντότητας σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α συμμορφώνεται προς κάθε Δ.Π.Χ.Α:

(α)

οι παράγραφοι 13-25Θ προβλέπουν εξαιρέσεις από κάποιες απαιτήσεις άλλων Δ.Π.Χ.Α

21

Το Δ.Λ.Π. 21 Οι Επιδράσεις Μεταβολών στις Τιμές Συναλλάγματος απαιτεί μια οικονομική οντότητα:

(α)

να αναγνωρίζει κάποιες διαφορές μετατροπής στα λοιπά συνολικά έσοδα και να τις συγκεντρώνει σε διακεκριμένο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων και

(β)

κατά τη διάθεση μιας εκμετάλλευσης στο εξωτερικό, να ανακατατάσσει τις σωρευμένες διαφορές μετατροπής που αφορούν την εν λόγω εκμετάλλευση (συμπεριλαμβανομένων, αν συντρέχει λόγος, των κερδών και των ζημιών από τις σχετικές αντισταθμίσεις κινδύνου) από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως τμήμα του κέρδους ή της ζημίας από τη διάθεση αυτής της εκμετάλλευσης.»

Στην παράγραφο 32, οι αναφορές στα έτη «2003» και «2004» τροποποιούνται σε «20Χ4» και «20Χ5» αντίστοιχα.

Οι παράγραφοι 32, 35 και 36 τροποποιούνται ως εξής:

«32

Μια οικονομική οντότητα … Αντίθετα, η οικονομική οντότητα απεικονίζει τη νέα πληροφόρηση στα αποτελέσματα (ή, αν αρμόζει, στα λοιπά συνολικά έσοδα) για το έτος που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 20Χ4.

35

Με εξαίρεση όσα αναφέρονται στην παράγραφο 37, το παρόν Δ.Π.Χ.Α. δεν παρέχει εξαιρέσεις από τις απαιτήσεις άλλων Δ.Π.Χ.Α. σε θέματα παρουσίασης και γνωστοποίησης.

36

Προκειμένου να είναι σύμμορφες προς το Δ.Λ.Π. 1, οι πρώτες οικονομικές καταστάσεις που καταρτίζει μια οικονομική οντότητα σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α., θα περιλαμβάνουν τουλάχιστον τρεις καταστάσεις οικονομικής θέσης, δύο καταστάσεις συνολικών εσόδων, δύο ξεχωριστές καταστάσεις λογαριασμού αποτελεσμάτων (εφόσον παρουσιάζονται), δύο καταστάσεις των ταμιακών ροών και δύο καταστάσεις μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων με τις σχετικές σημειώσεις, συμπεριλαμβανομένων των συγκριτικών πληροφοριών.»

Οι παράγραφοι 36Α-36Γ και οι επικεφαλίδες τους απαλείφονται.

Οι παράγραφοι 39 και 45(α) τροποποιούνται ως εξής:

«39

Για τη συμμόρφωση με τα οριζόμενα στην παράγραφο 38, οι πρώτες οικονομικές καταστάσεις καταρτισμένες σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. μιας οικονομικής οντότητας περιλαμβάνουν …

(α)

(ii)

το τέλος … σύμφωνα με προηγούμενες Γ.Π.Λ.Α.

(β)

συμφωνία των συγκεντρωτικών συνολικών εσόδων σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. για την τελευταία περίοδο στις πιο πρόσφατες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της οικονομικής οντότητας. Η συμφωνία ξεκινά από τα συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα σύμφωνα με τις προηγούμενες Γ.Π.Λ.Α. για την ίδια περίοδο ή, εάν η οικονομική οντότητα δεν παρουσίασε τέτοιο σύνολο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα βάσει των προηγούμενων Γ.Π.Λ.Α.

(γ)

45

Προκειμένου να συμμορφωθεί με …

(α)

Εφόσον μία οικονομική οντότητα παρουσίασε ενδιάμεση οικονομική αναφορά για τη συγκρίσιμη ενδιάμεση περίοδο του αμέσως προηγούμενου οικονομικού έτους, κάθε τέτοια ενδιάμεση οικονομική αναφορά περιλαμβάνει:

(i)

συμφωνία των ιδίων κεφαλαίων της σύμφωνα με τις προηγούμενες Γ.Π.Λ.Α. στη λήξη της εν λόγω συγκρίσιμης ενδιάμεσης περιόδου με τα ίδια κεφάλαιά της σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α., της ημερομηνίας εκείνης και

(ii)

συμφωνία προς τα συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. για εκείνη τη συγκρίσιμη ενδιάμεση περίοδο (τρέχουσα και σωρευτικά μέχρι τέλους περιόδου). Το σημείο εκκίνησης για εκείνη τη συμφωνία θα είναι τα συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα σύμφωνα με τις προηγούμενες Γ.Π.Λ.Α. για την ίδια περίοδο, ή, εάν η οικονομική οντότητα δεν παρουσίασε τέτοιο σύνολο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα βάσει των προηγούμενων Γ.Π.Λ.Α.»

Η παράγραφος 47γ απαλείφθηκε.

Η παράγραφος 47Η προστίθεται ως εξής:

«47H

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπροσθέτως, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 6, 7, 8 (Παράδειγμα), 10, 12(α), 21, 32, 35, 36, 39(β) και 45(α), το Προσάρτημα Α και η παράγραφος Β2(θ) στο Προσάρτημα Β ενώ απαλείφθηκαν οι παράγραφοι 36Α-36Γ και 47Γ. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Στο Προσάρτημα Α, οι καθοριζόμενοι όροι τροποποιούνται ως εξής:

«πρώτη περίοδος αναφοράς σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α.

Η τελευταία περίοδος αναφοράς που καλύπτουν οι πρώτες οικονομικές καταστάσεις μιας οικονομικής οντότητας που είναι καταρτισμένες σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α.

Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Π.Χ.Α.)

Πρότυπα και Διερμηνείες που έχουν υιοθετηθεί από το Συμβούλιο των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (Σ.Δ.Λ.Π.). Περιλαμβάνουν:

(α)

(β)

(γ)

Διερμηνείες που αναπτύχθηκαν από την Επιτροπή Διερμηνειών των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Ε.Δ.Δ.Π.Χ.Α.), ή την πρώην Μόνιμη Επιτροπή Διερμηνειών (Μ.Ε.Δ.).»

Στο παράρτημα A, ο ορισμός του ισολογισμού έναρξης σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Π. τροποποιείται ως εξής:

«Εναρκτήρια κατάσταση οικονομικής θέσης σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α.

Η κατάσταση οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας κατά την ημερομηνία μετάβασης στα Δ.Π.Χ.Α.»

Στο παράρτημα A, ο ορισμός της ημερομηνίας αναφοράς διαγράφεται.

Στο Προσάρτημα Β, η παράγραφος Β2(θi) τροποποιείται ως εξής:

«Β2

Εάν ένας υιοθετών για πρώτη φορά …

(i)

Εάν ο υιοθετών για πρώτη φορά αναγνώρισε, σύμφωνα με τις προηγούμενες Γ.Π.Λ.Α., την υπεραξία ως μειωτικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων:

(i)

δεν θα αναγνωρίσει αυτή την υπεραξία στην εναρκτήρια κατάσταση οικονομικής θέσης σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α. Επίσης, δεν θα μεταφέρει αυτή την υπεραξία στα αποτελέσματα, στην περίπτωση που διαθέσει τη θυγατρική ή στην περίπτωση που απομειωθεί η αξία της επένδυσης στη θυγατρική.»

Δ.Π.Χ.Α. 4   Ασφαλιστήρια Συμβόλαια

A5   Στο Δ.Π.Χ.Α. 4, οι παράγραφοι 30 και 39(α) τροποποιούνται ως εξής:

«30

Σε κάποια λογιστικά μοντέλα … Η σχετική προσαρμογή στην ασφαλιστική υποχρέωση (ή στο αναβαλλόμενο κόστος απόκτησης ή στα άυλα περιουσιακά στοιχεία) αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα όταν και μόνον όταν τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη ή οι μη πραγματοποιηθείσες ζημίες αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα. Η πρακτική αυτή …

39A

Προκειμένου να συμμορφωθεί με …

(α)

μια ανάλυση ευαισθησίας που δείχνει τις επιπτώσεις στα αποτελέσματα και τα ίδια κεφάλαια της οικονομικής οντότητας που θα προέκυπταν στην περίπτωση υλοποίησης λογικά πιθανών μεταβολών της σχετικής μεταβλητής κινδύνου στο τέλος της περιόδου αναφοράς, τις μεθόδους και τις παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση της ανάλυσης ευαισθησίας, και τις τυχόν μεταβολές, σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, στις μεθόδους και τις παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν. Ωστόσο …»

Η παράγραφος 41Β προστίθεται ως εξής:

«41B

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκε η παράγραφος 30. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές σε ετήσιες περιόδους που ξεκινούν από την 1η Ιανουαρίου 2009. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Π.Χ.Α. 5   Μη Κυκλοφορούντα Περιουσιακά Στοιχεία που Κατέχονται προς Πώληση και Διακοπείσες Δραστηριότητες

A6   Το Δ.Π.Χ.Α. 5 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 3, η φράση «(καθώς αναθεωρήθηκε το 2003)» απαλείφεται.

Στην παράγραφο 28, η φράση «στην ίδια επεξήγηση για την παρουσίαση κέρδους ή ζημίας» αντικαθίσταται από τη φράση «στην ίδια εγγραφή της κατάστασης των συνολικών εσόδων».

Η παράγραφος 33Α προστίθεται ως εξής:

«33A

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), θα παρουσιάζεται μία παράγραφος που αναφέρεται στις διακοπείσες δραστηριότητες σε εκείνη την ξεχωριστή κατάσταση.»

Στην παράγραφο 38, η φράση «αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια» αντικαθίσταται από τη φράση «αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Η παράγραφος 44Α προστίθεται ως εξής:

«44A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 3 και 38, ενώ προστέθηκε η παράγραφος 33Α. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Στο Προσάρτημα Α, ο ορισμός του όρου κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο τροποποιείται ως εξής:

«Μια οικονομική οντότητα κατατάσσει ένα περιουσιακό στοιχείο ως κυκλοφορούν όταν:

(α)

αναμένει να ρευστοποιήσει το περιουσιακό στοιχείο ή σκοπεύει να το πωλήσει ή να το αναλώσει κατά την κανονική πορεία του κύκλου εκμετάλλευσης της,

(β)

κατέχει το περιουσιακό στοιχείο κυρίως για εμπορικούς σκοπούς,

(γ)

αναμένει να ρευστοποιήσει το περιουσιακό στοιχείο εντός δώδεκα μηνών από την περίοδο αναφοράς ή

(δ)

το περιουσιακό στοιχείο αποτελείται από μετρητά ή ταμιακά ισοδύναμα (καθώς προσδιορίζονται στο Δ.Λ.Π. 7) εκτός αν υπάρχει περιορισμός ανταλλαγής ή χρήσης του για τον διακανονισμό υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς. »

Το Δ.Π.Χ.Α. 7   Χρηματοοικονομικά Μέσα: Γνωστοποιήσεις

A7   Το Δ.Π.Χ.Α. 7 τροποποιείται ως ακολούθως:

Η επικεφαλίδα πριν από την παράγραφο 20 τροποποιείται ως εξής:

«Κατάσταση συνολικών εσόδων»

Η παράγραφος 20 τροποποιείται ως εξής:

«20

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τα ακόλουθα στοιχεία έσοδα, έξοδα, κέρδη ή ζημίες είτε στην κατάσταση συνολικών εσόδων είτε στις σημειώσεις:

(α)

καθαρά κέρδη ή καθαρές ζημίες από:

(i)

(ii)

διαθέσιμα προς πώληση χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, εμφανίζοντας χωριστά τα κέρδη ή τις ζημίες που αναγνωρίσθηκαν απευθείας στα λοιπά συνολικά έσοδα κατά τη διάρκεια της περιόδου και το ποσό που ανακατατάχθηκε από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα για την περίοδο,

(iii)

…»

Η παράγραφος 21 τροποποιείται ως εξής:

«21

Σύμφωνα με την παράγραφο 117 του Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί, στην περίληψη των σημαντικών λογιστικών πολιτικών, την βάση (ή τις βάσεις) επιμέτρησης που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων και τις λοιπές λογιστικές πολιτικές που χρησιμοποιήθηκαν και που είναι απαραίτητες για την κατανόηση των οικονομικών καταστάσεων.»

Η παράγραφος 23 (γ) και (δ) τροποποιείται ως εξής:

«23

Όσον αφορά τις αντισταθμίσεις ταμιακών ροών, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί: …

(γ)

το ποσό που αναγνωρίσθηκε στα λοιπά συνολικά έσοδα κατά την περίοδο,

(δ)

το ποσό που ανακατατάχθηκε από τα ίδια κεφάλαια και περιλήφθηκε στα αποτελέσματα για την περίοδο, εμφανίζοντας το ποσό που περιλαμβάνεται σε κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο της κατάστασης συνολικών εσόδων και …»

Στην παράγραφο 27(γ), η φράση «στα ίδια κεφάλαια» αντικαθίσταται από τη φράση «στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Η παράγραφος 44Α προστίθεται ως εξής:

«44A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπροσθέτως, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 20, 21, 23 (γ) και (δ), 27(γ) και Β5 του Προσαρτήματος Β. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Η παράγραφος Β5 τροποποιείται ως εξής:

«Β5

… Η παράγραφος 122 του Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) απαιτεί επίσης από τις οικονομικές οντότητες να γνωστοποιούν στην περίληψη των σημαντικών λογιστικών πολιτικών ή άλλες σημειώσεις, τις κρίσεις της διοίκησης κατά τη διαδικασία της εφαρμογής των λογιστικών πολιτικών της οικονομικής οντότητας που έχουν την σημαντικότερη επίδραση στα ποσά που αναγνωρίζονται στις οικονομικές καταστάσεις, εκτός εκείνων που αφορούν σε εκτιμήσεις.»

Στην παράγραφο Β14 του Προσαρτήματος Β, η φράση «ποσό που περιλαμβάνεται στον ισολογισμό» αντικαθίσταται από τη φράση «το ποσό που περιλαμβάνεται στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Δ.Π.Χ.Α. 8   Λειτουργικοί Τομείς

A8   Στο Δ.Π.Χ.Α. 8, οι παράγραφοι 21 και 23(στ) τροποποιούνται ως εξής:

«21

Προκειμένου να … Για κάθε ημερομηνία κατά την οποία παρουσιάζεται μια κατάσταση οικονομικής θέσης, απαιτούνται συμφωνίες των ποσών που περιλαμβάνονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης για τομείς προς αναφορά με τα ποσά που περιλαμβάνονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας. Οι πληροφορίες που αφορούν σε προγενέστερες περιόδους θα επαναδιατυπώνονται σύμφωνα με τις οδηγίες που παραθέτονται στις παραγράφους 29 και 30.

23

Η οικονομική οντότητα …

(στ)

σημαντικά στοιχεία των εσόδων και των εξόδων που γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 97 του Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007).»

Η παράγραφος 36Α προστίθεται ως εξής:

«36A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκε η παράγραφος 23(στ). Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 7   Κατάσταση των Ταμιακών Ροών

A9   Το Δ.Λ.Π. 7 τροποποιείται ως ακολούθως:

Ο τίτλος τροποποιείται σε «Κατάσταση των Ταμιακών Ροών».

Ο τίτλος (όπως έχει τροποποιηθεί) επάνω από τον Σκοπό φέρει την ακόλουθη υποσημείωση: «Τον Σεπτέμβριο του 2007, το Σ.Δ.Λ.Π. τροποποίησε τον τίτλο του Δ.Λ.Π. 7 από Καταστάσεις Ταμιακών Ροών σε Κατάσταση των Ταμιακών Ροών ως συνέπεια της αναθεώρησης του Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων το 2007.»

Στην παράγραφο 32, ο όρος «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» τροποποιείται σε «αποτελέσματα».

Δ.Λ.Π. 8   Λογιστικές Πολιτικές, Μεταβολές των Λογιστικών Εκτιμήσεων και Λάθη

A10   Το Δ.Λ.Π. 8 τροποποιείται ως ακολούθως:

Η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

στον ορισμό του όρου Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Π.Χ.Α.), το ρήμα «δημιουργήθηκαν» αντικαθίσταται από το ρήμα «αναπτύχθηκαν».

στην επεξήγηση του όρου Σημαντικές, η φράση «των χρηστών που λαμβάνονται» αντικαθίσταται από τη φράση «που λαμβάνουν οι χρήστες».

Δ.Λ.Π. 10   Γεγονότα μετά την Περίοδο Αναφοράς

A11   Το Δ.Λ.Π. 10 τροποποιείται ως ακολούθως:

Ο τίτλος μετατρέπεται σε «Γεγονότα μετά την Περίοδο Αναφοράς».

Στην παράγραφο 21, η φράση «που παίρνουν οι χρήστες» αντικαθίσταται από τη φράση «που λαμβάνουν οι χρήστες».

Δ.Λ.Π. 11   Συμβάσεις Κατασκευής

A12   Στις παραγράφους 26, 28 και 38 του Δ.Λ.Π. 11, ο όρος «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τον όρο «αποτελέσματα».

Δ.Λ.Π. 12   Φόροι Εισοδήματος

A13   Το Δ.Λ.Π. 12 τροποποιείται ως ακολούθως:

Η τρίτη παράγραφος του «Σκοπού» του Δ.Λ.Π. 12 τροποποιείται ως εξής:

«… Για συναλλαγές και άλλα γεγονότα που αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσμάτων (είτε στα λοιπά συνολικά έσοδα είτε απευθείας στα ίδια κεφάλαια), οποιεσδήποτε σχετικές φορολογικές επιπτώσεις αναγνωρίζονται επίσης εκτός των αποτελεσμάτων (είτε στα λοιπά συνολικά έσοδα είτε απευθείας στα ίδια κεφάλαια, αντίστοιχα).»

Στις παραγράφους 22(β), 59, 60 και 65, ο όρος «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τον όρο «αποτελέσματα» και στην παράγραφο 81(ζ)(ii) ο όρος «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίστανται από τον όρο «αποτελέσματα».

Η παράγραφος 23 τροποποιείται ως εξής:

«23

… Σύμφωνα με την παράγραφο 61Α, ο αναβαλλόμενος φόρος χρεώνεται απ ευθείας στη λογιστική αξία του στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων. Σύμφωνα με την παράγραφο 58, μεταγενέστερες μεταβολές στην αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα ως αναβαλλόμενο έξοδο (έσοδο) φόρου.»

Στην παράγραφο 52, στις σημειώσεις στο τέλος του Παραδείγματος Β και του Παραδείγματος Γ, οι λέξεις «παράγραφος 61» αντικαθίστανται από τις λέξεις «παράγραφος 61Α» και οι λέξεις «χρεώνεται κατ ευθείαν στα ίδια κεφάλαια» μετατρέπονται σε «αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Η επικεφαλίδα πριν από την παράγραφο 58 και η παράγραφος 58 τροποποιούνται ως εξής:

«Στοιχεία που αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα

58

Ο τρέχων και ο αναβαλλόμενος φόρος αναγνωρίζονται στα έσοδα ή στα έξοδα και περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα της περιόδου, εκτός από τις περιπτώσεις που ο φόρος προκύπτει από:

(α)

συναλλαγή ή γεγονός αναγνωρισμένο εκτός των αποτελεσμάτων, είτε στα λοιπά συνολικά έσοδα είτε απευθείας στα ίδια κεφάλαια, κατά την ίδια ή σε διαφορετική περίοδο (βλέπε παραγράφους 61Α μέχρι 65), …»

Στην παράγραφο 60, η φράση «χρεωθεί ή πιστωθεί στα ίδια κεφάλαια» γίνεται «αναγνωριστεί εκτός των αποτελεσμάτων».

Στην επικεφαλίδα πριν την παράγραφο 61, η φράση «πιστούμενα ή χρεούμενα απ ευθείας στα ίδια κεφάλαια» γίνεται «που αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσμάτων».

Η παράγραφος 61 απαλείφεται και η παράγραφος 61 Α προστίθεται ως εξής:

«61A

Ο τρέχων και ο αναβαλλόμενος φόρος αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσμάτων εφόσον ο φόρος σχετίζεται με τα στοιχεία που αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσμάτων, είτε στην τρέχουσα είτε σε διαφορετική περίοδο. Κατά συνέπεια, ο τρέχων και ο αναβαλλόμενος φόρος που σχετίζονται, κατά την ίδια ή σε διαφορετική περίοδο, με στοιχεία που αναγνωρίζονται:

(α)

στα λοιπά συνολικά έσοδα, αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα (βλέπε παράγραφο 62).

(β)

απευθείας στα ίδια κεφάλαια αναγνωρίζονται απευθείας στα ίδια κεφάλαια (βλέπε παράγραφο 62Α).»

Οι παράγραφοι 62 και 63 τροποποιούνται και η παράγραφος 62Α προστίθεται ως εξής:

«62

Τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς απαιτούν ή επιτρέπουν ορισμένα στοιχεία να αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα. Παραδείγματα τέτοιων στοιχείων είναι:

(α)

μια μεταβολή στη λογιστική αξία που προκύπτει από την αναπροσαρμογή των ενσώματων παγίων (βλέπε Δ.Λ.Π. 16), και

(β)

[απαλείφθηκε]

(γ)

συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν κατά τη μετατροπή των οικονομικών καταστάσεων μιας εκμετάλλευσης στο εξωτερικό (βλέπε Δ.Λ.Π. 21).

(δ)

[απαλείφθηκε]

62A

Τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς απαιτούν ή επιτρέπουν ορισμένα στοιχεία να πιστώνονται ή να χρεώνονται απ ευθείας στα ίδια κεφάλαια. Παραδείγματα τέτοιων στοιχείων είναι:

(α)

προσαρμογή στο υπόλοιπο έναρξης των κερδών εις νέον που προκύπτει είτε από μεταβολή λογιστικής πολιτικής που εφαρμόζεται αναδρομικά είτε από διόρθωση λάθους (βλέπε Δ.Λ.Π. 8 Λογιστικές Πολιτικές, Μεταβολές των Λογιστικών Εκτιμήσεων και Λάθη) και

(β)

ποσά που προκύπτουν κατά την αρχική αναγνώριση του στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων ενός σύνθετου χρηματοοικονομικού μέσου (βλέπε παράγραφο 23).

63

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το ποσό του τρέχοντος και του αναβαλλόμενου φόρου που αφορά σε στοιχεία που αναγνωρίστηκαν εκτός των αποτελεσμάτων (είτε στα λοιπά συνολικά έσοδα είτε απευθείας στα ίδια κεφάλαια). Αυτό μπορεί να συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν:

(α)

(β)

μία μεταβολή του συντελεστή φόρου … που αφορά στοιχείο το οποίο είχε προηγουμένως αναγνωριστεί εκτός των αποτελεσμάτων ή

(γ)

μια οικονομική οντότητα … και ο αναβαλλόμενος φόρος σχετίζεται (εν όλω ή εν μέρει) με στοιχείο που είχε προηγουμένως αναγνωριστεί εκτός των αποτελεσμάτων.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο τρέχων και ο αναβαλλόμενος φόρος που σχετίζονται με στοιχεία που αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσμάτων βασίζεται σε μία εύλογη αναλογική κατανομή του τρέχοντος και του αναβαλλόμενου φόρου της οικονομικής οντότητας, στην αρμόδια φορολογική δικαιοδοσία ή με άλλη μέθοδο που επιτυγχάνει μία περισσότερο ορθή κατανομή υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες.»

Στην παράγραφο 65, οι λέξεις «πιστώνονται ή χρεώνονται στα ίδια κεφάλαια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Η παράγραφος 68Γ τροποποιείται ως εξής:

«68Γ

Καθώς επισημάνθηκε … (α) μια συναλλαγή ή ένα γεγονός που αναγνωρίζεται, στην τρέχουσα ή σε άλλη περίοδο, εκτός των αποτελεσμάτων ή (β) μια συνένωση επιχειρήσεων. …»

Η παράγραφος 77 τροποποιείται και η παράγραφος 77Α προστίθεται ως εξής:

«77

Το έξοδο (έσοδο) φόρου που αφορά σε κέρδος ή ζημία από συνήθεις δραστηριότητες, θα παρουσιάζεται στην κατάσταση των συνολικών εσόδων.

77A

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε ιδιαίτερη κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), θα παρουσιάζει το έξοδο (ή το έσοδο) φόρου που σχετίζεται με το κέρδος ή τη ζημία από συνήθεις δραστηριότητες σε εκείνη την ιδιαίτερη κατάσταση.»

Η παράγραφος 81 τροποποιείται ως εξής:

«81

Τα ακόλουθα θα γνωστοποιούνται ξεχωριστά επίσης:

(α)

το σύνολο του τρέχοντος και αναβαλλόμενου φόρου που αφορά σε στοιχεία που χρεώθηκαν ή πιστώθηκαν απευθείας στα ίδια κεφάλαια (παράγραφος 62Α),

(αβ)

το ποσό του φόρου εισοδήματος που σχετίζεται με κάθε στοιχείο των λοιπών συνολικών εσόδων (βλέπε παράγραφο 62 και Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007),

(β)

[απαλείφθηκε] …»

Η παράγραφος 92 προστίθεται ως εξής:

«92

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 23, 52, 58, 60, 62, 63, 65, 68Γ, 77 και 81, απαλείφθηκε η παράγραφος 61 και προστέθηκαν οι παράγραφοι 61A, 62A και 77A. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 14   Οικονομικές Αναφορές κατά Τομέα

A14   Το Δ.Λ.Π. 14 τροποποιείται ως ακολούθως:

Οι παράγραφοι 2, 52Α και 54 τροποποιούνται ως εξής:

«2

Οι πλήρεις οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν κατάσταση οικονομικής θέσης, κατάσταση συνολικών εσόδων, κατάσταση των ταμιακών ροών, κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων και σημειώσεις, όπως προβλέπεται από το Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007). Όταν παρουσιάζεται ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 1, η κατάσταση αυτή αποτελεί μέρος εκείνης της πλήρους σειράς.

52A

Μια οικονομική οντότητα … κάθε δραστηριότητα που έχει καταταχθεί ως διακοπείσα κατά το τέλος της τελευταίας παρουσιαζόμενης περιόδου αναφοράς.

54

Παράδειγμα ενός μέτρου της επίδοσης ενός τομέα, που παρατίθεται πριν από το αποτέλεσμα του τομέα στην κατάσταση συνολικών εσόδων, είναι το μικτό περιθώριο κέρδους πωλήσεων. Παραδείγματα μέτρων της επίδοσης ενός τομέα μετά από το αποτέλεσμα του τομέα στην κατάσταση συνολικών εσόδων αποτελούν το κέρδος ή η ζημία από συνήθεις δραστηριότητες (είτε πριν είτε μετά από φόρους εισοδήματος) και τα αποτελέσματα.»

Η παράγραφος 85 προστίθεται ως εξής:

«85

Στο Δ.Λ.Π.1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκε η παράγραφος 2. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει το ΔΛΠ 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) σε ετήσιες περιόδους που ξεκινούν από την 1η Ιανουαρίου 2009. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 16   Ενσώματα Πάγια

A15   Το Δ.Λ.Π. 16 τροποποιείται ως ακολούθως:

Οι παράγραφοι 39 και 40 τροποποιούνται ως εξής:

«39

Αν η λογιστική αξία ενός περιουσιακού στοιχείου αυξάνεται ως αποτέλεσμα μιας αναπροσαρμογής, η αύξηση θα αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και θα σωρεύεται στα ίδια κεφάλαια στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής. Ωστόσο …

40

Αν η λογιστική αξία ενός περιουσιακού στοιχείου … Όμως, η μείωση θα αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα μέχρι το όριο του εκάστοτε πιστωτικού υπολοίπου που υφίσταται στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής για εκείνο το περιουσιακό στοιχείο. Η μείωση που αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα μειώνει το ποσό που συσσωρεύεται στα ίδια κεφάλαια στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής.»

Στην παράγραφο 73(ε)(iv), η φράση «αναγνωρίσθηκαν ή αναστράφηκαν απευθείας στην καθαρή θέση» αντικαθίσταται από τη φράση «αναγνωρίσθηκαν ή αναστράφηκαν στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Η παράγραφος 81Β προστίθεται ως εξής:

«81B

Στο Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 39, 40 και 73(ε)(iv). Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 19   Παροχές σε Εργαζομένους

A16   Το Δ.Λ.Π. 19 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 69, φράση «σε κάθε διαδοχική ημερομηνία ισολογισμού» γίνεται «στο τέλος κάθε διαδοχικής περιόδου αναφοράς».

Οι παράγραφοι 93Α-93Δ τροποποιούνται ως εξής:

«93A

Αν, όπως επιτρέπεται από την παράγραφο 93, μια οικονομική οντότητα υιοθετεί μία πολιτική αναγνώρισης των αναλογιστικών κερδών και ζημιών κατά την περίοδο που λαμβάνουν χώρα, μπορεί να τα αναγνωρίσει στα λοιπά συνολικά έσοδα, σύμφωνα με τις παραγράφους 93Β-93Δ, εφόσον …

93B

Τα αναλογιστικά κέρδη και ζημίες που αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα όπως επιτρέπεται από την παράγραφο 93Α θα παρουσιάζονται στην κατάσταση των συνολικών εσόδων.

93Γ

Μια οικονομική οντότητα που αναγνωρίζει αναλογιστικά κέρδη και ζημίες σύμφωνα με την παράγραφο 93Α θα αναγνωρίζει επίσης και οποιεσδήποτε προσαρμογές απορρέουν από το όριο που τίθεται στην παράγραφο 58(β) στα λοιπά συνολικά έσοδα.

93Δ

Τα αναλογιστικά κέρδη και ζημίες και οι προσαρμογές που προκύπτουν από το όριο που τίθεται από την παράγραφο 58(β) που έχουν αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα θα αναγνωρίζονται αμέσως στα κέρδη εις νέον. Δεν θα ανακατατάσσονται στα αποτελέσματα μεταγενέστερης περιόδου.»

Στην παράγραφο 105 και στην τρίτη παράγραφο του Παραδείγματος που επεξηγεί την παράγραφο 106, ο όρος «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τον όρο «αποτελέσματα».

Η παράγραφος 120Α τροποποιείται ως εξής:

«120A

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τα προγράμματα καθορισμένων παροχών: …

(η)

το συνολικό ποσό που αναγνωρίστηκε στα λοιπά συνολικά έσοδα για το κάθε ένα από τα ακόλουθα: …

(i)

για οικονομικές οντότητες που αναγνωρίζουν αναλογιστικά κέρδη και ζημίες στην κατάσταση λοιπών συνολικών εσόδων σύμφωνα με την παράγραφο 93Α, το σωρευτικό ποσό των αναλογιστικών κερδών και ζημιών που αναγνωρίστηκαν στα λοιπά συνολικά έσοδα.»

Η παράγραφος 161 προστίθεται ως εξής:

«161

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 93Α-93Δ (Παράδειγμα) και 120Α. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 20   Λογιστική των Κρατικών Επιχορηγήσεων και Γνωστοποίηση της Κρατικής Υποστήριξης

A17   Το Δ.Λ.Π. 20 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στις παραγράφους 14 και 15, ο όρος «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τον όρο «αποτελέσματα».

Στην παράγραφο 28, η φράση «για τους σκοπούς παρουσίασης στον ισολογισμό» αντικαθίστανται με τη φράση «για τους σκοπούς της παρουσίασης στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Η παράγραφος 29Α προστίθεται ως εξής:

«29A

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), θα παρουσιάζονται στην εν λόγω ξεχωριστή κατάσταση οι επιχορηγήσεις που αφορούν τα έσοδα, όπως υποδεικνύει η παράγραφος 29.»

Η παράγραφος 42 προστίθεται ως εξής:

«42

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Προστέθηκε επίσης η παράγραφος 29Α. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 21   Οι Επιδράσεις Μεταβολών των Τιμών Συναλλάγματος

A18   Το Δ.Λ.Π. 21 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 7, «… μια κατάσταση ταμιακών ροών, των ταμιακών ροών που προκύπτουν …» τροποποιείται ως εξής «… μια κατάσταση των ταμιακών ροών που αφορά τις ταμιακές ροές που προκύπτουν …»

Η επικεφαλίδα της παραγράφου 23 «Παρουσίαση σε ισολογισμούς μεταγενέστερων ημερομηνιών» αντικαθίσταται από «Παρουσίαση κατά τις λήξεις μεταγενέστερων περιόδων αναφοράς».

Στην παράγραφο 27, η φράση «απεικονίζονται απευθείας στα ίδια κεφάλαια» μετατρέπεται σε «αναγνωρίζονται αρχικά στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Στις παραγράφους 30 και 31, οι φράσεις «αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια» και «αναγνωρίζεται στα ίδια κεφάλαια» αντικαθίσταται από τη φράση «αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Στην παράγραφο 32, η φράση «θα αναγνωρίζονται αρχικά σε ιδιαίτερο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων και στα αποτελέσματα» αντικαθίσταται από τη φράση «θα αναγνωρίζονται αρχικά στα λοιπά συνολικά έσοδα και θα ανακατατάσσονται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα».

Στην παράγραφο 33, η φράση «επανακατατάσσονται στο ιδιαίτερο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων» μετατρέπεται σε «αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Η παράγραφος 37 τροποποιείται ως εξής:

«37

Η επίδραση … Συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν από τη μετατροπή εκμετάλλευσης στο εξωτερικό που παλαιότερα κατατάσσοντο στα λοιπά συνολικά έσοδα σύμφωνα με τις παραγράφους 32 και 39(γ) δεν ανακατατάσσονται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα μέχρι τη διάθεση της εκμετάλλευσης.»

Στην παράγραφο 39(α), η φράση «με τις ισοτιμίες κλεισίματος που υπάρχουν κατά την ημερομηνία του σχετικού ισολογισμού» αντικαθίσταται από τη φράση «με τις ισοτιμίες κλεισίματος κατά την ημερομηνία εκείνης της κατάστασης οικονομικής θέσης».

Στην παράγραφο 39(β), η φράση «κάθε κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τη φράση «κάθε κατάσταση συνολικών εσόδων ή ιδιαίτερη κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων που παρουσιάζεται».

Στην παράγραφο 39(γ), η φράση «ως ιδιαίτερο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων» αντικαθίσταται από τη φράση «στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Οι παράγραφοι 41, 45, 46, 48 και 52 τροποποιούνται ως εξής:

«41

Οι συναλλαγματικές διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 39(γ) προκύπτουν από:

(α)

τη μετατροπή εσόδων και εξόδων με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των ημερομηνιών των συναλλαγών και των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων με την ισοτιμία κλεισίματος.

Οι συναλλαγματικές διαφορές αυτές δεν αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα επειδή οι μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών έχουν ελάχιστη ή καμία άμεση επίδραση στις τρέχουσες και τις μελλοντικές ταμιακές ροές από τις δραστηριότητες της οικονομικής οντότητας. Το σωρευμένο ποσό των συναλλαγματικών διαφορών παρουσιάζεται σε διακεκριμένο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων μέχρι τη διάθεση της εκμετάλλευσης στο εξωτερικό. Όταν οι συναλλαγματικές διαφορές σχετίζονται με εκμετάλλευση στο εξωτερικό που ενοποιείται, χωρίς όμως να κατέχεται στο σύνολό της …

45

Η ενσωμάτωση … Κατά συνέπεια, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της αναφέρουσας οικονομικής οντότητας, μία τέτοια συναλλαγματική διαφορά συνεχίζει να αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα ή, αν προκύπτει από τις συνθήκες που περιγράφονται στην παράγραφο 32, αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και σωρεύεται ως διακεκριμένο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων μέχρι τη διάθεση της εκμετάλλευσης στο εξωτερικό.

46

Όταν … Το Δ.Λ.Π. 27 επιτρέπει τη χρήση διαφορετικής ημερομηνίας αναφοράς εφόσον η διαφορά δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες και γίνονται προσαρμογές για τις επιδράσεις οποιωνδήποτε σημαντικών συναλλαγών ή άλλων γεγονότων που συμβαίνουν μεταξύ των δύο ημερομηνιών. …

48

Κατά τη διάθεση της εκμετάλλευσης στο εξωτερικό, το σωρευμένο ποσό των συναλλαγματικών διαφορών που σχετίζονται με εκείνη την εκμετάλλευση στο εξωτερικό που αναγνωρίστηκαν στα λοιπά συνολικά έσοδα και σωρεύτηκαν σε διακεκριμένο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων, θα ανακατατάσσεται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα (ως προσαρμογή από ανακατάταξη) όταν αναγνωριστεί το κέρδος ή η ζημία από αυτή την διάθεση (βλέπε Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007).

52

H οικονομική οντότητα θα γνωστοποιεί: …

(β)

τις καθαρές συναλλαγματικές διαφορές που αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα και σωρεύονται σε ξεχωριστό συνθετικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων, μαζί με μια συμφωνία του ποσού αυτών των συναλλαγματικών διαφορών στην αρχή και το τέλος της περιόδου.»

Η παράγραφος 60Α προστίθεται ως εξής:

«60A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 27, 30-33, 37, 39, 41, 45, 48 και 52. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές σε ετήσιες περιόδους που ξεκινούν από την 1η Ιανουαρίου 2009. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 24   Γνωστοποιήσεις Συνδεδεμένων Μερών

A19   Στο Δ.Λ.Π. 24, στην παράγραφο 19, οι λέξεις «στον ισολογισμό» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Δ.Λ.Π. 27   Ενοποιημένες και Ατομικές Οικονομικές Καταστάσεις

Α20   Το Δ.Λ.Π. 27 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 4, στον ορισμό της μεθόδου κόστους ο όρος «σωρευμένα κέρδη» αντικαθίσταται από τον όρο «κέρδη εις νέον».

Οι παράγραφοι 26, 27, 30 και 40 (ε) τροποποιούνται ως εξής:

«26

Οι οικονομικές καταστάσεις της μητρικής εταιρίας και των θυγατρικών της που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων καταρτίζονται με την ίδια ημερομηνία. Όταν το τέλος της περιόδου αναφοράς της μητρικής και της θυγατρικής διαφέρουν, για τους σκοπούς της ενοποίησης, η θυγατρική καταρτίζει επιπρόσθετες οικονομικές καταστάσεις με την ίδια ημερομηνία των οικονομικών καταστάσεων της μητρικής, εκτός αν αυτό είναι πρακτικά αδύνατον.

27

Όταν … οι οικονομικές καταστάσεις μιας θυγατρικής που χρησιμοποιούνται στην κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων καταρτίζονται σε ημερομηνία που διαφέρει από εκείνη της μητρικής εταιρίας θα πρέπει να γίνουν προσαρμογές για τις επιδράσεις των σημαντικών συναλλαγών ή γεγονότων που συνέβησαν μεταξύ εκείνης της ημερομηνίας και της ημερομηνίας κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων της μητρικής εταιρίας. Σε κάθε περίπτωση, η διαφορά μεταξύ της περιόδου αναφοράς της θυγατρικής και εκείνη της μητρικής εταιρίας δεν θα είναι μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Η διάρκεια των περιόδων αναφοράς και κάθε διαφορά στις λήξεις των περιόδων αναφοράς δεν θα διαφέρει από περίοδο σε περίοδο.

30

Τα έσοδα … που αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 21 Οι Επιδράσεις Μεταβολών των Τιμών Συναλλάγματος, ανακατατάσσονται στα ενοποιημένα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη του κέρδους ή της ζημίας από τη διάθεση της θυγατρικής.

40

Οι ακόλουθες γνωστοποιήσεις …

(ε)

το τέλος της περιόδου αναφοράς των οικονομικών καταστάσεων μιας θυγατρικής όταν αυτές χρησιμοποιούνται στην κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων και έχουν ημερομηνία ή καλύπτουν περίοδο που διαφέρει εκείνης της μητρικής εταιρίας καθώς και τον λόγο χρήσης διαφορετικής ημερομηνίας αναφοράς ή περιόδου, …»

Η παράγραφος 43Α προστίθεται ως εξής:

«43A

Στο Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκε η παράγραφος 30. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές σε ετήσιες περιόδους που ξεκινούν από την 1η Ιανουαρίου 2009. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 28   Επενδύσεις σε Συγγενείς Επιχειρήσεις

Α21   Το Δ.Λ.Π. 28 τροποποιείται ως ακολούθως:

Οι παράγραφοι 11, 24, 25, 37 (ε) και 39 τροποποιούνται ως εξής:

«11

Σύμφωνα με τη μέθοδο της καθαρής θέσης … Προσαρμογές στη λογιστική αξία μπορεί επίσης να είναι αναγκαίες, για τις μεταβολές στην αναλογία των δικαιωμάτων του επενδυτή στην εκδότρια, που προκύπτουν από μεταβολές στα λοιπά συνολικά έσοδα της εκδότριας. Στις μεταβολές αυτές περιλαμβάνονται εκείνες που προκύπτουν από αναπροσαρμογές ενσωμάτων πάγιων και από συναλλαγματικές διαφορές μετατροπής. Το μερίδιο του επενδυτή σε εκείνες τις μεταβολές αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα του επενδυτή (βλέπε Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007).

24

Τις πιο πρόσφατες … Όταν το τέλος της περιόδου αναφοράς του επενδυτή και της συγγενούς διαφέρουν, η συγγενής εταιρία καταρτίζει, προς χρήση του επενδυτή, οικονομικές καταστάσεις με την ίδια ημερομηνία των οικονομικών καταστάσεων του επενδυτή, εκτός αν αυτό είναι πρακτικά αδύνατον.

25

Όταν … οι οικονομικές καταστάσεις της συγγενούς που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή της μεθόδου της καθαρής θέσης καταρτίζονται με ημερομηνία που διαφέρει από εκείνη του επενδυτή … Σε κάθε περίπτωση, η διαφορά μεταξύ του τέλους της περιόδου αναφοράς της συγγενούς και εκείνης του επενδυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Η διάρκεια των περιόδων αναφοράς και κάθε διαφορά στις λήξεις των περιόδων αναφοράς δεν θα διαφέρει από περίοδο σε περίοδο.

37

Οι ακόλουθες γνωστοποιήσεις …

(ε)

το τέλος της περιόδου αναφοράς των οικονομικών καταστάσεων μιας συγγενούς επιχείρησης, όταν αυτές χρησιμοποιούνται στην εφαρμογή της μεθόδου της καθαρής θέσης ή έχουν ημερομηνία ή καλύπτουν περίοδο που διαφέρει εκείνης του επενδυτή καθώς και το λόγο χρήσης διαφορετικής ημερομηνίας αναφοράς ή περιόδου,

39

Το μερίδιο του επενδυτή επί των μεταβολών που αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα από τη συγγενή, θα αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα από τον επενδυτή.»

Η παράγραφος 41Α προστίθεται ως εξής:

«41A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 11 και 39. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π.29   Χρηματοοικονομική Αναφορά σε Υπερπληθωριστικές Οικονομίες

A22   Το Δ.Λ.Π. 29 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 27, η φράση «κονδυλίων της κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τη φράση «κονδύλια στην κατάσταση συνολικών εσόδων».

Στην παράγραφο 28, η φράση «κονδυλίων της κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τη φράση «στοιχεία εσόδων και εξόδων».

Στην παράγραφο 36, οι λέξεις «ημερομηνίες αναφοράς» αντικαθίστανται από τις λέξεις «λήξεις των περιόδων αναφοράς».

Το Δ.Λ.Π. 32   Χρηματοοικονομικά Μέσα: Παρουσίαση

A23   Το Δ.Λ.Π. 32 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 18, η φράση «στον ισολογισμό της οικονομικής οντότητας» αντικαθίσταται από τη φράση «στην κατάσταση οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας».

Στην τελευταία φράση της παραγράφου 29, η φράση «στον ισολογισμό της» αντικαθίσταται από τη φράση «στην κατάσταση οικονομικής θέσης της».

Στην παράγραφο 40 η φράση «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίσταται από τη φράση «κατάσταση συνολικών εσόδων ή ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων (αν παρουσιάζεται)» (δύο φορές).

Η παράγραφος 97Α προστίθεται ως εξής:

«97A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επίσης τροποποιήθηκε η παράγραφος 40. Μια οικονομική οντότητα θα εφαρμόσει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις θα εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Οι Οδηγίες Εφαρμογής τροποποιούνται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο ΟΕ31, η φράση «στον ισολογισμό» αντικαθίσταται από τη φράση «στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Στην παράγραφο ΟΕ39, η φράση «στον ισολογισμό της οικονομικής οντότητας» αντικαθίσταται από τη φράση «στην κατάσταση οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας».

Δ.Λ.Π. 33   Κέρδη κατά Μετοχή

A24   Το Δ.Λ.Π. 33 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 4, «στην όψη της ξεχωριστής κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων» μετατρέπεται σε «στην κατάσταση συνολικών εσόδων της».

Η παράγραφος 4Α προστίθεται ως εξής:

«4A

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), θα παρουσιάζονται κέρδη κατά μετοχή μόνο στην εν λόγω ξεχωριστή κατάσταση.»

Στην παράγραφο 13 διαγράφονται οι λέξεις «Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων».

Η παράγραφος 67 τροποποιείται ως εξής: «… η διπλή παρουσίαση μπορεί να γίνει σε μία γραμμή της κατάστασης συνολικών εσόδων».

Οι παράγραφοι 67A, 68Α 73A και 74A προστίθενται ως εξής:

«67A

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), θα παρουσιάζονται στην εν λόγω ξεχωριστή κατάσταση τα βασικά και τα απομειωμένα κέρδη ανά μετοχή, όπως απαιτείται από τις παραγράφους 66 και 67.

68A

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), θα παρουσιάζονται στην εν λόγω ξεχωριστή κατάσταση ή στις σημειώσεις τα βασικά και τα απομειωμένα κέρδη ανά μετοχή για την διακοπτόμενη δραστηριότητα, όπως απαιτείται από την παράγραφο 68.

73A

Η παράγραφος 73 έχει εφαρμογή και σε μια οικονομική οντότητα που γνωστοποιεί, πέρα των βασικών και απομειωμένων κερδών ανά μετοχή, τα ποσά ανά μετοχή χρησιμοποιώντας ένα παρουσιαζόμενο στοιχείο της χωριστής κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων (όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), εκτός εκείνου που απαιτείται από το παρόν Πρότυπο.

74A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επίσης, προστέθηκαν οι παράγραφοι 4Α, 67Α, 68Α και 73Α. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εκείνες εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 34   Ενδιάμεση Οικονομική Αναφορά

A25   Το Δ.Λ.Π. 34 τροποποιείται ως ακολούθως:

Οι παράγραφοι 4, 5 και 8 τροποποιούνται ως εξής:

«4

Ενδιάμεση χρηματοοικονομική αναφορά σημαίνει μια οικονομική αναφορά που περιέχει είτε πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων (όπως περιγράφονται στο Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)) είτε μια σειρά συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων (όπως περιγράφονται σε αυτό το Πρότυπο) για μία ενδιάμεση περίοδο.

5

Το Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) ορίζει ως πλήρη μια σειρά οικονομικών καταστάσεων που αποτελείται από:

(α)

κατάσταση οικονομικής θέσης στο τέλος της περιόδου,

(β)

κατάσταση συνολικών εσόδων για την περίοδο,

(γ)

κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων για την περίοδο,

(δ)

κατάσταση των ταμιακών ροών για την περίοδο,

(ε)

σημειώσεις που περιλαμβάνουν περίληψη των σημαντικών λογιστικών πολιτικών και άλλες επεξηγηματικές σημειώσεις και

(στ)

κατάσταση οικονομικής θέσης κατά την έναρξη της πρώτης συγκριτικής περιόδου όπου μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει αναδρομικά μια λογιστική πολιτική ή που επαναδιατυπώνει αναδρομικά στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων ή που ανακατατάσσει στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων.

8

Μία ενδιάμεση οικονομική αναφορά θα περιλαμβάνει …

(α)

συνοπτική κατάσταση οικονομικής θέσης,

(β)

συνοπτική κατάσταση των συνολικών εσόδων, που παρουσιάζεται ως

(i)

συνοπτική ενιαία κατάσταση ή

(ii)

συνοπτική ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων και συνοπτική κατάσταση συνολικών εσόδων,

(γ)

συνοπτική κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων,

(δ)

συνοπτική κατάσταση των ταμιακών ροών και

(ε)

επιλεγμένες επεξηγηματικές σημειώσεις.»

Η παράγραφος 8Α προστίθεται ως εξής:

«8A

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), θα παρουσιάζει ενδιάμεση συνοπτική πληροφόρηση ξεκινώντας από εκείνη την ξεχωριστή κατάσταση.»

Η παράγραφος 11 τροποποιείται ως εξής:

«11

Στην κατάσταση όπου παρουσιάζονται τα στοιχεία των αποτελεσμάτων για μια ενδιάμεση περίοδο, μια οικονομική οντότητα θα παρουσιάζει βασικά και απομειωμένα κέρδη ανά μετοχή για εκείνη την περίοδο.»

Η παράγραφος 11Α προστίθεται ως εξής:

«11A

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων όπως περιγράφηκε στην παράγραφο 81 του Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), θα παρουσιάζονται στην εν λόγω ξεχωριστή κατάσταση τα βασικά και τα απομειωμένα κέρδη ανά μετοχή.»

Η παράγραφος 12 τροποποιείται ως εξής:

«12

Το Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) παρέχει καθοδήγηση σχετικά με τη δομή των οικονομικών καταστάσεων. …»

Η παράγραφος 13 απαλείφθηκε.

Στην παράγραφο 16(ι), η φράση «ημερομηνία του τελευταίου ετήσιου ισολογισμού» αντικαθίσταται από τη φράση «στο τέλος της τελευταίας ετήσιας περιόδου αναφοράς».

Η παράγραφος 20 τροποποιείται ως εξής:

«20

Οι ενδιάμεσες αναφορές θα …

(α)

οικονομικού έτους.

(β)

καταστάσεις συνολικών εσόδων της τρέχουσας ενδιάμεσης περιόδου και σωρευτικά για το τρέχον οικονομικό έτος μέχρι τέλους περιόδου με συγκριτικές καταστάσεις συνολικών εσόδων για τις συγκρίσιμες ενδιάμεσες περιόδους (τρέχουσα και σωρευτικά μέχρι τέλους περιόδου) του αμέσως προηγούμενου οικονομικού έτους, Όπως επιτρέπεται από το Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007), μία ενδιάμεση αναφορά μπορεί να περιλαμβάνει για την περίοδο είτε μια ενιαία κατάσταση των λοιπών συνολικών εσόδων είτε μία κατάσταση με στοιχεία των αποτελεσμάτων (ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων) και μία δεύτερη κατάσταση που ξεκινά από τα αποτελέσματα και παρουσιάζει και στοιχεία των συνολικών εσόδων (κατάσταση συνολικών εσόδων).

(γ)

κατάσταση μεταβολών της καθαρής θέσης … προηγούμενου οικονομικού έτους

(δ)

…»

Στην παράγραφο 21, οι λέξεις «που λήγουν κατά την ημερομηνία της ενδιάμεσης αναφοράς» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέχρι το τέλος της ενδιάμεσης περιόδου».

Στην παράγραφο 30(β), οι λέξεις «στον ισολογισμό» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Στην παράγραφο 31, η φράση «σε αμφότερες τις ημερομηνίες, των ετήσιων και ενδιάμεσων ημερομηνιών αναφοράς» αντικαθίσταται από τη φράση «στο τέλος αμφότερων των ετήσιων και ενδιάμεσων περιόδων αναφοράς».

Στην παράγραφο 32, οι λέξεις «σε μία ημερομηνία ενδιάμεσης αναφοράς» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο τέλος της ενδιάμεσης περιόδου αναφοράς» και οι λέξεις «κατά την ημερομηνία της ετήσιας αναφοράς» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο τέλος μιας ετήσιας περιόδου αναφοράς».

Η παράγραφος 47 προστίθεται ως εξής:

«47

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 4, 5, 8, 11, 12 και 20, απαλείφθηκε η παράγραφος 13 και προστέθηκαν οι παράγραφοι 8A και 11A. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 36   Απομείωση Αξίας Περιουσιακών Στοιχείων

A26   Το Δ.Λ.Π. 36 τροποποιείται ως ακολούθως:

Οι παράγραφοι 61 και 120 τροποποιούνται ως εξής:

«61

Μα ζημία απομείωσης σε ένα μη αναπροσαρμοσμένο περιουσιακό στοιχείο αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα. Όμως, μια ζημία απομείωσης σε ένα αναπροσαρμοσμένο περιουσιακό στοιχείο αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα εφόσον η ζημία απομείωσης δεν υπερβαίνει το ποσό που παραμένει στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής για αυτό το ίδιο περιουσιακό στοιχείο. Μια τέτοια ζημία απομείωσης επί ενός αναπροσαρμοσμένου περιουσιακού στοιχείου μειώνει το πλεόνασμα αναπροσαρμογής για εκείνο το περιουσιακό στοιχείο.

120

Μα αναστροφή ζημίας απομείωσης σε αναπροσαρμοσμένο περιουσιακό στοιχείο αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και αυξάνει το πλεόνασμα αναπροσαρμογής για εκείνο το περιουσιακό στοιχείο. Ωστόσο …»

Στις παραγράφους 126 και 129, οι λέξεις «κατ ευθείαν στην καθαρή θέση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Η παράγραφος 140Α προστίθεται ως εξής:

«140A

Στο Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 61, 120, 126 και 129. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές σε ετήσιες περιόδους που ξεκινούν από την 1η Ιανουαρίου 2009. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 37   Προβλέψεις, Ενδεχόμενες Υποχρεώσεις και Ενδεχόμενα Περιουσιακά Στοιχεία

A27   Το Δ.Λ.Π. 37 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 25, οι λέξεις «στοιχεία του ισολογισμού» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στοιχεία στην κατάσταση συνολικών εσόδων».

Στην παράγραφο 75, οι λέξεις «που παίρνουν οι χρήστες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που λαμβάνουν οι χρήστες».

Δ.Λ.Π. 38   Άυλα Περιουσιακά Στοιχεία

A28   Το Δ.Λ.Π. 38 τροποποιείται όπως περιγράφεται κατωτέρω.

Οι παράγραφοι 85 και 86 τροποποιούνται ως εξής:

«85

Αν η λογιστική αξία ενός άυλου περιουσιακού στοιχείου αυξάνεται ως αποτέλεσμα μιας αναπροσαρμογής, η αύξηση θα πιστώνεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και θα σωρεύεται στα ίδια κεφάλαια κάτω από την επικεφαλίδα του πλεονάσματος αναπροσαρμογής. Ωστόσο …

86

Αν η λογιστική αξία ενός άυλου περιουσιακού στοιχείου … Ωστόσο, η μείωση θα αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα στην έκταση του εκάστοτε πιστωτικού υπολοίπου που υφίσταται στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής για εκείνο το περιουσιακό στοιχείο. Η μείωση που αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα μειώνει το ποσό που συσσωρεύεται στα ίδια κεφάλαια στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής.»

Στην παράγραφο 87, η φράση «μέσω της κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων.» αντικαθίσταται από τη φράση «μέσω των αποτελεσμάτων».

Στην παράγραφο 118 (ε)(iii), η φράση «απ ευθείας στην καθαρή θέση» αντικαθίσταται από τη φράση «στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Η παράγραφος 130Β προστίθεται ως εξής:

«130B

Στο Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 85, 86 και 118(ε)(iii). Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 39   Χρηματοοικονομικά Μέσα: Αναγνώριση και Επιμέτρηση

A29   Δ.Λ.Π. 39 τροποποιείται ως ακολούθως:

Οι λέξεις:

«αναγνωρίζεται στα ίδια κεφάλαια» και «αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα».

οι λέξεις «ιδιαίτερο συγκεκριμένο κονδύλιο του ισολογισμού» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ιδιαίτερο συγκεκριμένο κονδύλιο στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Στην τελευταία φράση της παραγράφου 11, οι λέξεις «στην όψη των οικονομικών καταστάσεων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Στην παράγραφο 12, οι λέξεις «μεταγενέστερη ημερομηνία αναφοράς» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο τέλος μιας μεταγενέστερης περιόδου αναφοράς».

Στην παράγραφο 14, οι λέξεις «στον ισολογισμό της» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην κατάσταση οικονομικής θέσης της».

Οι παράγραφοι 54 και 55 τροποποιούνται ως εξής:

«54

Κάθε προγενέστερο κέρδος ή ζημία από αυτό το περιουσιακό στοιχείο που έχει αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα σύμφωνα με την παράγραφο 55(β), θα αντιμετωπίζεται λογιστικά ως ακολούθως:

(α)

Στην περίπτωση … Αν το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο απομειωθεί μεταγενέστερα, κάθε κέρδος ή ζημία που είχε αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα σύμφωνα με την παράγραφο 67.

(β)

Στην περίπτωση χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου που δεν έχει καθορισμένη λήξη, το κέρδος ή η ζημία θα αναγνωριστεί στα αποτελέσματα όταν πωληθεί ή διατεθεί το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο. Αν το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο απομειωθεί μεταγενέστερα, κάθε προγενέστερο κέρδος ή ζημία που είχε αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα ανακατατάσσεται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα σύμφωνα με την παράγραφο 67.

55

Κέρδη ή ζημίες … θα αντιμετωπίζεται λογιστικά ως ακολούθως:

(α)

(β)

Κέρδος ή ζημία επί διαθέσιμου προς πώληση χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου θα αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα, εκτός από ζημίες απομείωσης (βλέπε παραγράφους 67-70) και συναλλαγματικά κέρδη και ζημίες (βλέπε Προσάρτημα Α παράγραφο ΟΕ83), έως ότου παύσει η αναγνώριση του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου. Τότε, το σωρευτικό κέρδος ή η σωρευτική ζημία που είχε προηγουμένως αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα θα ανακαταταχθεί από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλέπε Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007). Ωστόσο …»

Στην παράγραφο 68, οι λέξεις «αφαιρείται από το ίδια κεφάλαια και αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ανακατατάσσεται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα».

Στην παράγραφο 95(α), οι λέξεις «αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια μέσω της κατάστασης μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων (βλέπε Δ.Λ.Π. 1)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Στην παράγραφο 97, οι λέξεις «ανακαταταχθούν στα αποτελέσματα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ανακαταταχθούν από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλέπε Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007))».

Οι παράγραφοι 98 και 100 τροποποιούνται ως εξής:

«98

Αν μία αντιστάθμιση …

(α)

Θα ανακατατάξει τα συνδεόμενα κέρδη ή ζημίες που είχαν αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα σύμφωνα με την παράγραφο 95 στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλέπε Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)), κατά την ίδια περίοδο ή περιόδους που το αποκτηθέν περιουσιακό στοιχείο ή η αναληφθείσα υποχρέωση επηρεάζει τα αποτελέσματα (όπως κατά τις περιόδους που αναγνωρίζεται έξοδο απόσβεσης ή κόστος πωληθέντων). Όμως, αν η οικονομική οντότητα αναμένει ότι το σύνολο ή μέρος μιας ζημίας που αναγνωρίστηκε στα λοιπά συνολικά έσοδα δεν θα ανακτηθεί σε μία ή περισσότερες μελλοντικές περιόδους, θα ανακατατάξει το ποσό που δεν αναμένεται να ανακτηθεί από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα.

(β)

Θα αφαιρεί τα συνδεόμενα κέρδη και ζημίες που αναγνωρίστηκαν απευθείας στα λοιπά συνολικά έσοδα σύμφωνα με την παράγραφο 95 …

100

Σε όλες τις περιπτώσεις αντιστάθμισης ταμιακών ροών, με εξαίρεση εκείνων που προβλέπονται στις παραγράφους 97 και 98, τα αναγνωρισθέντα στα λοιπά συνολικά έσοδα ποσά μεταφέρονται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως ανακατάταξη από προσαρμογή (βλέπε Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)) στην περίοδο ή στις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων η αντισταθμισμένη προσδοκώμενη συναλλαγή επηρεάζει τα αποτελέσματα (για παράδειγμα, όταν πραγματοποιείται μία προσδοκώμενη πώληση).»

Στην παράγραφο 101 οι λέξεις «συνεχίζει να αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έχει αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα», οι λέξεις «θα αναγνωρίζεται ξεχωριστά στα ίδια κεφάλαια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «θα παραμένει ξεχωριστά στα ίδια κεφάλαια» και οι λέξεις «θα αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «θα ανακατατάσσονται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη».

Η παράγραφος 102 τροποποιείται ως εξής:

«102

Οι αντισταθμίσεις μιας καθαρής επένδυσης …

(α)

το σκέλος του κέρδους ή της ζημίας του αντισταθμίζοντος μέσου που τεκμηριώνεται ως αποτελεσματική αντιστάθμιση (βλέπε παράγραφο 88) θα αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και

(β)

το αναποτελεσματικό σκέλος θα αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα.

Το κέρδος ή η ζημία από το μέσο αντιστάθμισης που αφορά στο αποτελεσματικό σκέλος της αντιστάθμισης που έχει αναγνωριστεί απευθείας στα λοιπά συνολικά έσοδα θα ανακατατάσσεται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως ανακατάταξη από προσαρμογή (βλέπε Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)) κατά τη διάθεση της εκμετάλλευσης στο εξωτερικό.»

Η παράγραφος 103Γ προστίθεται ως εξής:

«103Γ

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 26, 27, 34, 54, 55, 57, 67, 68, 95(α), 97, 98, 100, 102, 105, 108, ΟΕ4Δ, ΟΕ4E(δ)(i), ΟΕ56, ΟΕ67, ΟΕ83 και ΟΕ99B. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Οι παράγραφοι 105 και 108 τροποποιούνται ως εξής:

«105

Όταν … Για κάθε χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο, η οικονομική οντότητα θα αναγνωρίζει κάθε σωρευμένη μεταβολή της εύλογης αξίας σε διακεκριμένο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων μέχρι την μεταγενέστερη παύση αναγνώρισης ή απομείωση, όταν η οικονομική οντότητα θα ανακατατάσσει εκείνο το σωρευμένο κέρδος ή τη ζημία από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως ανακατάταξη από προσαρμογή (βλέπε Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)). Η οικονομική οντότητα …

108

Η οικονομική οντότητα δεν θα προσαρμόζει τη λογιστική αξία μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και μη χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων για τον αποκλεισμό κερδών ή ζημιών που συνδέονται με αντισταθμίσεις ταμιακών ροών οι οποίες είχαν συμπεριληφθεί στη λογιστική αξία πριν την έναρξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το παρόν Πρότυπο. Κατά την έναρξη της οικονομικής περιόδου κατά την οποία εφαρμόζεται για πρώτη φορά το παρόν Πρότυπο, κάθε ποσό που αναγνωρίζεται εκτός των αποτελεσμάτων (είτε στα λοιπά συνολικά έσοδα είτε απευθείας στα ίδια κεφάλαια) για αντιστάθμιση βέβαιης δέσμευσης που σύμφωνα με το Πρότυπο αυτό αντιμετωπίζεται λογιστικά ως αντιστάθμιση εύλογης αξίας, θα ανακατατάσσεται ως περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση, εκτός από αντιστάθμιση συναλλαγματικού κινδύνου που συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως αντιστάθμιση ταμιακής ροής.»

Το Προσάρτημα Α Οδηγίες Εφαρμογής τροποποιείται ως ακολούθως:

Στις παραγράφους ΟΕ4Ε(δ)(i), οι λέξεις «αναφορά των μεταβολών στα ίδια κεφάλαια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «αναφορά των μεταβολών στα λοιπά συνολικά έσοδα».

Στην παράγραφο ΟΕ25, οι λέξεις «κάθε μεταγενέστερη ημερομηνία ισολογισμού.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τέλος κάθε μεταγενέστερης περιόδου αναφοράς».

Στην παράγραφο ΟΕ51(α), οι λέξεις «στον ισολογισμό της» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην κατάσταση οικονομικής θέσης της».

Στην παράγραφο ΟΕ67, οι λέξεις «επόμενη ημερομηνία χρηματοοικονομικής αναφοράς» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το τέλος της επόμενης περιόδου αναφοράς».

Η παράγραφος ΟΕ99Β τροποποιείται ως εξής:

«ΟΕ99B

Εάν η αντιστάθμιση κινδύνου μιας ενδοεταιρικής συναλλαγής κρίνεται κατάλληλη για λογιστική αντιστάθμισης, οποιαδήποτε κέρδη ή ζημίες αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα βάσει της παραγράφου 95(α) θα ανακατατάσσονται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα της περιόδου ή των περιόδων κατά τις οποίες ο συναλλαγματικός κίνδυνος της αντισταθμισμένης συναλλαγής επηρεάζει τα ενοποιημένα αποτελέσματα.»

Στην παράγραφο ΟΕ129, οι λέξεις «στον ισολογισμό» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Δ.Λ.Π. 40   Επενδύσεις σε Ακίνητα

A30   Στο Δ.Λ.Π. 40 Άυλα Περιουσιακά Στοιχεία η παράγραφος 62 τροποποιείται ως εξής:

«62

Μέχρι την ημερομηνία … Δηλαδή:

(α)

κάθε μείωση που προκύπτει στη λογιστική αξία του ακινήτου αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα. Όμως, κατά την έκταση που ένα ποσό συμπεριλαμβάνεται στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής για αυτό το ακίνητο, η μείωση αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και μειώνει το πλεόνασμα αναπροσαρμογής στα ίδια κεφάλαια.

(β)

κάθε αύξηση που προκύπτει στη λογιστική αξία αντιμετωπίζεται ως εξής:

(i)

(ii)

κάθε υπόλοιπο που απομένει από την αύξηση αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και αυξάνει το πλεόνασμα αναπροσαρμογής στα ίδια κεφάλαια. Σε μεταγενέστερη …»

Η παράγραφος 85Α προστίθεται ως εξής:

«85A

Στο Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκε η παράγραφος 62. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Δ.Λ.Π. 41   Γεωργία

A31   Στην παράγραφο 24(α) του Δ.Λ.Π. 41, η φράση «μία ημερομηνία ισολογισμού» γίνεται «στο τέλος μιας περιόδου αναφοράς».

Ε.Δ.Δ.Π.Χ.A. 1   Μεταβολές σε Υφιστάμενες Υποχρεώσεις Παροπλισμού, Αποκατάστασης και Συναφείς Υποχρεώσεις

A32   Το Ε.Δ.Δ.Π.Χ.A. 1 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στις «Παραπομπές», οι λέξεις «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)».

Η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

«6

Εάν το σχετιζόμενο περιουσιακό στοιχείο επιμετράται με τη μέθοδο της αναπροσαρμογής:

(α)

οι μεταβολές της υποχρέωσης … ώστε:

(i)

μία μείωση της υποχρέωσης (υποκείμενη στη (β)) θα αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και θα αυξάνει το πλεόνασμα αναπροσαρμογής που περιλαμβάνεται στα ίδια κεφάλαια, …

(ii)

μία αύξηση της υποχρέωσης θα αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα, με τη διαφορά ότι θα αναγνωρίζεται απευθείας στα λοιπά συνολικά έσοδα και θα μειώνει το πλεόνασμα αναπροσαρμογής που περιλαμβάνεται στα ίδια κεφάλαια κατά την έκταση που …

(β)

(γ)

μια μεταβολή … Κάθε τέτοια αναπροσαρμογή θα λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των ποσών που αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα ή τα συνολικά έσοδα βάσει της (α). Αν απαιτείται αναπροσαρμογή, όλα τα περιουσιακά στοιχεία εκείνης της κατηγορίας θα αναπροσαρμόζονται

(δ)

Το Δ.Λ.Π. 1 απαιτεί γνωστοποίηση στην κατάσταση των συνολικών εσόδων κάθε στοιχείου των λοιπών συνολικών εσόδων ή εξόδων. Κατά τη συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή, η μεταβολή του πλεονάσματος αναπροσαρμογής που ανακύπτει από τη μεταβολή της υποχρέωσης θα εξατομικεύεται και θα γνωστοποιείται αναλόγως.»

Η παράγραφος 9Α προστίθεται ως εξής:

«9A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπροσθέτως, τροποποιήθηκε η παράγραφος 6. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν, Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Διερμηνεία Ε.Δ.Δ.Π.Χ.Α. 7   Εφαρμογή της Προσέγγισης της Επαναδιατύπωσης βάσει του Δ.Λ.Π. 29 Χρηματοοικονομική Αναφορά σε Υπερπληθωριστικές Οικονομίες

A33   Το Ε.Δ.Δ.Π.Χ.A. 7 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 3. οι λέξεις «ισολογισμό κλεισίματος της περιόδου αναφοράς.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τέλος της περιόδου αναφοράς».

Στην παράγραφο 4, οι λέξεις «ισολογισμό κλεισίματος της περιόδου αναφοράς.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τέλος της περιόδου αναφοράς» και οι λέξεις «του ισολογισμού κλεισίματος της ίδιας περιόδου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τέλος εκείνης της περιόδου αναφοράς».

Ε.Δ.Δ.Π.Χ.Α. 10   Ενδιάμεση Οικονομική Αναφορά και Απομείωση

A34   Το Ε.Δ.Δ.Π.Χ.A. 10 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 1, η φράση «σε κάθε ημερομηνία αναφοράς» αντικαθίσταται από τη φράση «στο τέλος κάθε περιόδου αναφοράς», η φράση «σε κάθε ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού» με τη φράση «στο τέλος κάθε περιόδου αναφοράς» και η φράση «σε μεταγενέστερη ημερομηνία αναφοράς ή κλεισίματος του ισολογισμού» με τη φράση «στο τέλος μιας μεταγενέστερης περιόδου αναφοράς».

Στην παράγραφο 7, η φράση «σε μεταγενέστερη ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων» αντικαθίσταται από τη φράση «στο τέλος μιας μεταγενέστερης περιόδου αναφοράς».

Ε.Δ.Δ.Π.Χ.Α. 14   Δ.Λ.Π. 19 — Το όριο πάνω σε ένα περιουσιακό στοιχείο καθορισμένων παροχών, οι ελάχιστες κεφαλαιακές υποχρεώσεις και οι αλληλεπιδράσεις τους

A34A   Το Ε.Δ.Δ.Π.Χ.A. 14 τροποποιείται όπως περιγράφεται κατωτέρω.

Στην παράγραφο 10, η φράση «καθαρή υποχρέωση ή καθαρό περιουσιακό στοιχείο του ισολογισμού» αντικαθίσταται από τις λέξεις «καθαρή υποχρέωση ή καθαρό περιουσιακό στοιχείο που αναγνωρίζεται στην κατάσταση οικονομικής θέσης».

Στην παράγραφο 26(β), η φράση «κατάσταση των αναγνωρισμένων εσόδων και εξόδων» αντικαθίσταται από τις λέξεις «λοιπά συνολικά έσοδα».

Η παράγραφος 27Α προστίθεται ως εξής:

«27A

Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπροσθέτως, τροποποιήθηκε η παράγραφος 26. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Μ.Ε.Δ. 7   Εισαγωγή του Ευρώ

A35   Η Διερμηνεία Μ.Ε.Δ. 7 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στις «Παραπομπές», προστίθενται οι λέξεις «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)».

Η παράγραφος 4(β) τροποποιείται ως εξής:

«4

Αυτό ειδικότερα σημαίνει ότι:

(α)

(β)

σωρευμένες συναλλαγματικές διαφορές που αφορούν στη μετατροπή οικονομικών καταστάσεων εκμεταλλεύσεων στο εξωτερικό που αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα, σωρεύονται στα ίδια κεφάλαια και πρέπει να ανακατατάσσονται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα μόνο κατά τη διάθεση της καθαρής επένδυσης στην εκμετάλλευση στο εξωτερικό και …»

Κάτω από την επικεφαλίδα «Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος» προστίθεται μία νέα παράγραφος μετά από τις λέξεις «Δ.Λ.Π. 8», ως εξής:

«Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπροσθέτως, τροποποιήθηκε η παράγραφος 4. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Διερμηνεία Μ.Ε.Δ.-10   Κρατική Υποστήριξη — Καμία Ειδική Σχέση με Επιχειρηματικές Δραστηριότητες

A36   Στη Διερμηνεία Μ.Ε.Δ. 10, στην παράγραφο 3, η λέξη «ίδια κεφάλαια» γίνεται «δικαιώματα των μετόχων».

Μ.Ε.Δ.-13   Από Κοινού Ελεγχόμενες Οικονομικές Οντότητες — Μη Χρηματικές Συνεισφορές από Κοινοπρακτούντες

A37   Στην παράγραφο 3(α) της Διερμηνείας Μ.Ε.Δ. 13, οι λέξεις «κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων» αντικαθίστανται από τη λέξη«αποτελέσματα».

Μ.Ε.Δ. 15   Λειτουργικές Μισθώσεις — Κίνητρα

A38   Στις «Παραπομπές» της Διερμηνείας Μ.Ε.Δ. 15, οι λέξεις «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)».

Μ.Ε.Δ. 25   Φόροι Εισοδήματος — Μεταβολές στο Φορολογικό Καθεστώς μιας Οικονομικής Οντότητας ή των Μετόχων της.

A39   Η Διερμηνεία Μ.Ε.Δ. 25 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στις «Παραπομπές», προστίθενται οι λέξεις «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)».

Η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

«4

Μία μεταβολή στο φορολογικό καθεστώς μιας οικονομικής οντότητας ή των μετόχων της δεν καταλήγει σε αυξήσεις ή μειώσεις των ποσών που αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσμάτων. Οι τρέχουσες και αναβαλλόμενες φορολογικές συνέπειες μιας μεταβολής στο φορολογικό καθεστώς θα περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα για την περίοδο, εκτός αν αυτές οι συνέπειες αφορούν σε συναλλαγές και γεγονότα που καταλήγουν, στην ίδια ή σε διαφορετική περίοδο, σε μία άμεση πίστωση ή χρέωση στο αναγνωρισμένο ποσό των ιδίων κεφαλαίων ή σε ποσά που αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα. Αυτές οι φορολογικές συνέπειες που αφορούν σε μεταβολές στο αναγνωρισμένο ποσό της καθαρής θέσης, στην ίδια ή σε διαφορετική περίοδο (μη συμπεριλαμβανόμενο στο καθαρό κέρδος ή ζημία), θα χρεώνονται ή θα πιστώνονται άμεσα στα ίδια κεφάλαια. Οι φορολογικές συνέπειες που σχετίζονται με ποσά τα οποία αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα θα αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα.»

Κάτω από την επικεφαλίδα «Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος» προστίθεται μία νέα παράγραφος μετά από το «Δ.Λ.Π. 8», ως εξής:

«Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπροσθέτως, τροποποιήθηκε η παράγραφος 4. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»

Μ.Ε.Δ. 29   Συμφωνίες Παραχώρησης Δικαιωμάτων Παροχής Υπηρεσιών: Γνωστοποιήσεις

A40   Στις «Παραπομπές» της Διερμηνείας Μ.Ε.Δ. 15, οι λέξεις «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)».

Μ.Ε.Δ. 32   Άυλα Περιουσιακά Στοιχεία — Κόστη Δικτυακού Τόπου

A41   Η Διερμηνεία Μ.Ε.Δ. 32 τροποποιείται ως ακολούθως:

Στις «Παραπομπές», η φράση «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)» αντικαθίσταται από τη φράση «Δ.Λ.Π. 1 Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2007)».

Η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

«5

Η παρούσα Διερμηνεία … Επιπροσθέτως, όταν μία οικονομική οντότητα προβαίνει σε δαπάνες που αφορούν πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου που φιλοξενεί το δικτυακό τόπο της οικονομικής οντότητας, η δαπάνη αναγνωρίζεται ως έξοδο σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 1.88 και το Πλαίσιο όταν παρέχονται οι υπηρεσίες.»

Κάτω από την επικεφαλίδα «Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος» προστίθεται μία δεύτερη παράγραφος ως εξής:

«Στο Δ.Λ.Π. 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2007) τροποποιήθηκε η ορολογία που χρησιμοποιείται στα Δ.Π.Χ.Α. Επιπροσθέτως, τροποποιήθηκε η παράγραφος 5. Μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2009 ή μετά από αυτήν. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το Δ.Λ.Π. 1 (που αναθεωρήθηκε το 2007) για προγενέστερη περίοδο, οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε εκείνη την προγενέστερη περίοδο.»


18.12.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 339/45


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1275/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 17ης Δεκεμβρίου 2008

για την εφαρμογή της οδηγίας 2005/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού οικιακού και γραφειακού εξοπλισμού σε λειτουργία αναμονής ή εκτός λειτουργίας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 2005/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2005, για θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια και για τροποποίηση της οδηγίας 92/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 96/57/ΕΚ και 2000/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 15 παράγραφος 1,

Κατόπιν διαβουλεύσεων με το φόρουμ διαβούλευσης οικολογικού σχεδιασμού,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Βάσει της οδηγίας 2005/32/ΕΚ θεσπίζονται από την Επιτροπή απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια, τα οποία αντιπροσωπεύουν σημαντικό όγκο πωλήσεων και εμπορικών συναλλαγών, έχουν σημαντικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο και παρουσιάζουν σημαντικές δυνατότητες βελτίωσης όσον αφορά τον περιβαλλοντικό τους αντίκτυπο χωρίς υπερβολικό κόστος.

(2)

Το άρθρο 16 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση της οδηγίας 2005/32/ΕΚ ορίζει ότι, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 3 και τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2, και κατόπιν διαβούλευσης με το φόρουμ διαβούλευσης, η Επιτροπή θεσπίζει, όπως ενδείκνυται, χωριστό μέτρο εφαρμογής που αφορά τη μείωση της ενεργειακής απώλειας όλων των προϊόντων σε λειτουργία αναμονής.

(3)

Η Επιτροπή εκπόνησε προπαρασκευαστική μελέτη, στην οποία αναλύθηκαν οι τεχνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές πτυχές των απωλειών των προϊόντων σε λειτουργία αναμονής και θέση εκτός λειτουργίας. Η μελέτη εκπονήθηκε σε συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς από την ΕΕ και τρίτες χώρες και τα αποτελέσματα δημοσιοποιήθηκαν.

(4)

Στην προπαρασκευαστική μελέτη αναφέρεται ότι απώλειες σε λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας υπάρχουν στην πλειονότητα των προϊόντων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού οικιακού και γραφειακού εξοπλισμού που πωλούνται στην Κοινότητα, ενώ η ετήσια κατανάλωση ενέργειας που σχετίζεται με τη λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας εκτιμήθηκε σε 47 TWh το 2005 και αντιστοιχεί σε 19 Mt εκπομπών CO2. Εάν δεν ληφθούν ειδικά μέτρα, η κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί σε 49 TWh το 2020. Διαπιστώθηκε ότι οι απώλειες από την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας μπορεί να μειωθεί σημαντικά.

(5)

Πρέπει να επιτευχθούν βελτιώσεις στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας όσον αφορά τις απώλειες σε λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας εφαρμόζοντας τις υπάρχουσες κοινόχρηστες οικονομικά αποδοτικές τεχνολογίες, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των συνδυασμένων δαπανών αγοράς και λειτουργίας εξοπλισμού.

(6)

Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού οικιακού και γραφειακού εξοπλισμού σε λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας πρέπει να καθορισθούν με στόχο την εναρμόνιση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για τη λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας σε ολόκληρη την Κοινότητα και τη συμβολή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των επηρεαζόμενων προϊόντων.

(7)

Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού δεν πρέπει να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη λειτουργικότητα του προϊόντος και δεν πρέπει να επηρεάζουν δυσμενώς την υγεία, την ασφάλεια και το περιβάλλον. Ειδικότερα, τα οφέλη της μείωσης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας κατά το στάδιο της χρήσης πρέπει να αντισταθμίζουν κατά πολύ τις ενδεχόμενες πρόσθετες περιβαλλοντικές επιπτώσεις κατά τη διάρκεια του σταδίου παραγωγής εξοπλισμού με απώλειες σε λειτουργία αναμονής ή/και θέση εκτός λειτουργίας.

(8)

Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να περιορίζεται σε προϊόντα που αντιστοιχούν σε οικιακό και γραφειακό εξοπλισμό που προορίζεται για χρήση σε οικιακό περιβάλλον, ο οποίος, όσον αφορά τον εξοπλισμό πληροφορικής, αντιστοιχεί σε εξοπλισμό κλάσης Β όπως ορίζεται στο πρότυπο EN 55022:2006. Το πεδίο εφαρμογής πρέπει να ορισθεί κατά τρόπο ώστε ο εξοπλισμός που δεν είναι ακόμη διαθέσιμος στην αγορά, αλλά εμφανίζει παρεμφερείς λειτουργικότητες με εκείνες προϊόντων που κατονομάζονται ρητά στον παρόντα κανονισμό, να σχεδιασθεί έτσι ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις. Εφόσον ενδείκνυται, ο κατάλογος των προϊόντων μπορεί να συμπληρωθεί μέσω τροποποίησης του παρόντος κανονισμού.

(9)

Οι λειτουργίες που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, όπως η λειτουργία ACPI S3 για τους υπολογιστές, πρέπει να εξετασθούν σε μέτρα εφαρμογής για συγκεκριμένα προϊόντα δυνάμει της οδηγίας 2005/32/ΕΚ.

(10)

Κατά κανόνα, οι απαιτήσεις για τη λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας που καθορίζονται σε μέτρα εφαρμογής για συγκεκριμένα προϊόντα δυνάμει της οδηγίας 2005/32/ΕΚ δεν πρέπει να είναι λιγότερο φιλόδοξες από τις προβλεπόμενες στον παρόντα κανονισμό.

(11)

Προκειμένου να αποφευχθούν περιττές απώλειες ενέργειας, τα προϊόντα πρέπει, υπό ιδανικές συνθήκες, να περνούν σε κατάσταση κατανάλωσης «0 Watt» όταν δεν παρέχουν καμία λειτουργία. Η τεχνική εφικτότητα και καταλληλότητα πρέπει να εξετασθεί για κάθε επιμέρους προϊόν στο οικείο μέτρο εφαρμογής δυνάμει της οδηγίας 2005/32/ΕΚ.

(12)

Η έναρξη ισχύος των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού σε δύο στάδια θα πρέπει να παράσχει τον κατάλληλο χρόνο στους κατασκευαστές ώστε να ανασχεδιάσουν τα προϊόντα όσον αφορά τη λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας. Τα στάδια πρέπει να προγραμματισθούν κατά τρόπο ώστε να αποφευχθούν οι αρνητικές συνέπειες που σχετίζονται με λειτουργικότητες εξοπλισμού που κυκλοφορεί στην αγορά και να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες κόστους για τους κατασκευαστές, και ιδίως για τις ΜΜΕ, διασφαλίζοντας παράλληλα την έγκαιρη επίτευξη των στόχων πολιτικής. Οι μετρήσεις της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να διενεργούνται λαμβάνοντας υπόψη τη γενικά αναγνωρισμένη πρόοδο της τεχνικής· οι κατασκευαστές μπορούν να εφαρμόζουν εναρμονισμένα πρότυπα σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2005/32/ΕΚ.

(13)

Ο παρών κανονισμός πρέπει να αυξήσει τη διείσδυση στην αγορά τεχνολογιών που παρέχουν βελτιωμένη ενεργειακή απόδοση για τις απώλειες της λειτουργίας αναμονής/θέσης εκτός λειτουργίας, οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα εκτιμώμενες εξοικονομήσεις ενέργειας 35 TWh το 2020, σε σύγκριση με το σενάριο της διατήρησης της παρούσας κατάστασης.

(14)

Δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 2 της οδηγίας 2005/32/ΕΚ, ο παρών κανονισμός πρέπει να διευκρινίζει ότι οι εφαρμοστέες διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι ο εσωτερικός έλεγχος σχεδιασμού που αναφέρεται στο παράρτημα ΙV και το σύστημα διαχείρισης που αναφέρεται στο παράρτημα V της οδηγίας 2005/32/ΕΚ.

(15)

Για τη διευκόλυνση των ελέγχων συμμόρφωσης, πρέπει να ζητηθεί από τους κατασκευαστές να παρέχουν πληροφορίες στην τεχνική τεκμηρίωση που αναφέρεται στα παραρτήματα IV και V της οδηγίας 2005/32/ΕΚ σχετικά με τις συνθήκες λειτουργίας που υπόκεινται στους ορισμούς της λειτουργίας αναμονής/θέσης εκτός λειτουργίας και σχετικά με τα αντίστοιχα επίπεδα κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

(16)

Πρέπει να προσδιορισθούν κριτήρια αξιολόγησης για τις τρέχουσες διαθέσιμες τεχνολογίες με χαμηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ευρεία διαθεσιμότητα και εύκολη πρόσβαση στις πληροφορίες, ιδίως για τις ΜΜΕ και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, διευκολύνοντας περαιτέρω την ενσωμάτωση τεχνολογιών βέλτιστου σχεδιασμού για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας σε λειτουργία αναμονής/θέση εκτός λειτουργίας.

(17)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που συστάθηκε βάσει του άρθρου 19 παράγραφος 1 της οδηγίας 2005/32/ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που σχετίζονται με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε λειτουργία αναμονής και σε θέση εκτός λειτουργίας. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στον ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό οικιακό και γραφειακό εξοπλισμό.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί που αναφέρονται στην οδηγία 2005/32/ΕΚ. Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.

«ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός οικιακός και γραφειακός εξοπλισμός» (εφεξής «εξοπλισμός»): κάθε προϊόν που καταναλώνει ενέργεια, το οποίο:

α)

διατίθεται εμπορικά ως ενιαία λειτουργική μονάδα και προορίζεται για τον τελικό χρήστη,

β)

υπάγεται στον κατάλογο των προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια που παρατίθεται στο παράρτημα I,

γ)

εξαρτάται ως προς την ενεργειακή εισροή από την πηγή ενέργειας του ηλεκτρικού δικτύου, προκειμένου να λειτουργήσει όπως προορίζεται, και

δ)

έχει σχεδιασθεί για χρήση με ονομαστική τάση έως 250 V,

ακόμη και όταν διατίθεται στην αγορά για μη οικιακή ή μη γραφειακή χρήση·

2.

«λειτουργία αναμονής»: κατάσταση κατά την οποία ο εξοπλισμός είναι συνδεδεμένος στην πηγή ενέργειας του ηλεκτρικού δικτύου, εξαρτάται ως προς την ενεργειακή εισροή από την πηγή ενέργειας του ηλεκτρικού δικτύου για να λειτουργήσει όπως προορίζεται και παρέχει μόνον τις ακόλουθες λειτουργίες, οι οποίες μπορούν να διατηρηθούν επ’ αόριστον:

λειτουργία επανενεργοποίησης, ή λειτουργία επανενεργοποίησης και μόνον μια ένδειξη ενεργοποιημένης λειτουργίας ενεργοποίησης, ή/και

απεικόνιση πληροφοριών ή κατάστασης·

3.

«λειτουργία επανενεργοποίησης»: λειτουργία η οποία διευκολύνει την ενεργοποίηση άλλων λειτουργιών, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης ενεργού λειτουργίας, μέσω απομακρυσμένου μεταγωγέα, συμπεριλαμβανομένου τηλεχειρισμού, εσωτερικού αισθητήρα, χρονομέτρου μετάβασης σε κατάσταση που παρέχει πρόσθετες λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της κύριας λειτουργίας·

4.

«απεικόνιση πληροφοριών ή κατάστασης»: συνεχής λειτουργία η οποία παρέχει πληροφορίες ή αναφέρει την κατάσταση του εξοπλισμού σε μέσο απεικόνισης, συμπεριλαμβανομένων ρολογιών·

5.

«κατάσταση ενεργού λειτουργίας»: κατάσταση κατά την οποία ο εξοπλισμός είναι συνδεδεμένος με την πηγή ενέργειας του ηλεκτρικού δικτύου και έχει ενεργοποιηθεί τουλάχιστον μία από τις κύριες λειτουργίες που παρέχουν τη σκοπούμενη υπηρεσία του εξοπλισμού·

6.

«θέση εκτός λειτουργίας»: κατάσταση κατά την οποία ο εξοπλισμός είναι συνδεδεμένος με την πηγή ενέργειας του ηλεκτρικού δικτύου και δεν παρέχει καμία λειτουργία· οι ακόλουθες καταστάσεις θεωρούνται επίσης θέσεις εκτός λειτουργίας:

α)

καταστάσεις που παρέχουν μόνον μια ένδειξη της κατάστασης θέσης εκτός λειτουργίας,

β)

καταστάσεις που παρέχουν μόνον λειτουργικότητες που προορίζονται να διασφαλίζουν την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα δυνάμει της οδηγίας 2004/108/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2)·

7.

«εξοπλισμός πληροφορικής»: κάθε εξοπλισμός του οποίου η πρωταρχική λειτουργία συνίσταται είτε στην καταχώριση, την αποθήκευση, την απεικόνιση, την ανάκτηση, τη μετάδοση, την επεξεργασία, τη μεταγωγή ή τον έλεγχο δεδομένων και μηνυμάτων τηλεπικοινωνίας είτε σε συνδυασμό των λειτουργιών αυτών, και ο οποίος μπορεί να εξοπλισθεί με μία ή περισσότερες τερματικές θύρες που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη μεταφορά πληροφοριών·

8.

«οικιακό περιβάλλον»: περιβάλλον στο οποίο η χρήση συσκευών λήψης ραδιοφωνίας και τηλεόρασης μπορεί να αναμένεται σε απόσταση έως 10 m από την οικεία συσκευή.

Άρθρο 3

Απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού

Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που σχετίζονται με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε λειτουργία αναμονής και σε θέση εκτός λειτουργίας καθορίζονται στο παράρτημα II.

Άρθρο 4

Αξιολόγηση συμμόρφωσης

Η διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της οδηγίας 2005/32/ΕΚ είναι το σύστημα εσωτερικού ελέγχου σχεδιασμού που καθορίζεται στο παράρτημα IV της οδηγίας 2005/32/ΕΚ ή στο σύστημα διαχείρισης που καθορίζεται στο παράρτημα V της οδηγίας 2005/32/ΕΚ.

Άρθρο 5

Διαδικασία επαλήθευσης για σκοπούς επιτήρησης της αγοράς

Οι έλεγχοι επιτήρησης διενεργούνται σύμφωνα με τη διαδικασία επαλήθευσης που καθορίζεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 6

Κριτήρια αξιολόγησης

Τα ενδεικτικά κριτήρια αξιολόγησης για τα προϊόντα και την τεχνολογία με τις βέλτιστες επιδόσεις που είναι διαθέσιμα επί του παρόντος στην αγορά προσδιορίζονται στο παράρτημα IV.

Άρθρο 7

Αναθεώρηση

Το αργότερο 6 έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή προβαίνει σε επανεξέτασή του ενόψει της συντελεσθείσας τεχνολογικής προόδου και παρουσιάζει τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης στο φόρουμ διαβούλευσης.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ισχύς του σημείου 1 του παραρτήματος ΙΙ θα αρχίσει μετά από ένα έτος από την ημερομηνία που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο.

Η ισχύς του σημείου 2 του παραρτήματος ΙΙ θα αρχίσει μετά από τέσσερα έτη από την ημερομηνία που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Δεκεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Andris PIEBALGS

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 191 της 22.7.2005, σ. 29.

(2)  ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 24.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κατάλογος προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια τα οποία υπάγονται στον παρόντα κανονισμό

1.

Οικιακές συσκευές

Πλυντήρια ρούχων

Στεγνωτήρια ρούχων

Πλυντήρια πιάτων

Συσκευές μαγειρικής

Ηλεκτρικοί φούρνοι

Ηλεκτρικά μάτια

Φούρνοι μικροκυμάτων

Φρυγανιέρες

Συσκευές τηγανίσματος (φριτέζες)

Μύλοι, καφετιέρες και συσκευές ανοίγματος ή σφραγίσματος περιεκτών ή συσκευασιών

Ηλεκτρικά μαχαίρια

Άλλες συσκευές μαγειρικής και άλλης επεξεργασίας τροφίμων, καθαρισμού και συντήρησης ρούχων

Συσκευές κοπής και στεγνώματος μαλλιών, βουρτσίσματος δοντιών, ξυρίσματος, μασάζ και άλλες συσκευές περιποίησης του σώματος

Ζυγαριές

2.

Εξοπλισμός πληροφορικής που προορίζεται για χρήση κυρίως σε οικιακό περιβάλλον

3.

Καταναλωτικά είδη

Ραδιόφωνα

Τηλεοράσεις

Κάμερες μαγνητοσκόπησης (βιντεοκάμερες)

Μαγνητοσκόπια (συσκευές αναπαραγωγής εικόνας)

Συσκευές ηχογράφησης υψηλής πιστότητας

Ενισχυτές ήχου

Συστήματα οικιακού κινηματογράφου

Μουσικά όργανα

και άλλα είδη εξοπλισμού για την εγγραφή ή αναπαραγωγή ήχου ή εικόνων, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων ή άλλων τεχνολογιών διανομής ήχου και εικόνας με άλλα πλην των τηλεπικοινωνιακών μέσα

4.

Παιχνίδια και εξοπλισμός ψυχαγωγίας και αθλητισμού

Ηλεκτρικά τρένα ή αυτοκινητοδρόμια

Φορητές κονσόλες βίντεο παιχνιδιών

Αθλητικός εξοπλισμός με ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά κατασκευαστικά στοιχεία

Άλλα παιχνίδια και εξοπλισμός ψυχαγωγίας και αθλητισμού


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού

1.

Ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού:

α)

Κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε «θέση εκτός λειτουργίας»:

Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εξοπλισμού σε οποιαδήποτε κατάσταση εκτός λειτουργίας δεν υπερβαίνει το 1,00 W.

β)

Κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε «λειτουργία αναμονής»:

Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εξοπλισμού σε οποιαδήποτε κατάσταση η οποία παρέχει μόνον λειτουργία επανενεργοποίησης ή παρέχει μόνον λειτουργία επανενεργοποίησης και μια απλή ένδειξη ενεργοποιημένης λειτουργίας επανενεργοποίησης δεν υπερβαίνει το 1,00 W.

Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εξοπλισμού σε οποιαδήποτε κατάσταση η οποία παρέχει μόνον απεικόνιση πληροφοριών ή κατάστασης ή παρέχει μόνον συνδυασμό λειτουργίας επανενεργοποίησης και απεικόνισης πληροφοριών ή κατάστασης δεν υπερβαίνει τα 2,00 W.

γ)

Διαθεσιμότητα θέσης εκτός λειτουργίας ή/και λειτουργίας αναμονής

Εκτός εάν κάτι τέτοιο δεν αρμόζει προς τη σκοπούμενη χρήση, ο εξοπλισμός παρέχει θέση εκτός λειτουργίας και λειτουργία αναμονής ή/και άλλη κατάσταση, η οποία δεν υπερβαίνει τις εφαρμοστέες απαιτήσεις κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας για τη θέση εκτός λειτουργίας ή/και τη λειτουργία αναμονής όταν ο εξοπλισμός είναι συνδεδεμένος στην πηγή ηλεκτρικής ενέργειας του δικτύου.

2.

Τέσσερα έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού:

α)

Κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε «θέση εκτός λειτουργίας»:

Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εξοπλισμού σε οποιαδήποτε κατάσταση εκτός λειτουργίας δεν υπερβαίνει το 0,50 W.

β)

Κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε «λειτουργία αναμονής»:

Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εξοπλισμού σε οποιαδήποτε κατάσταση η οποία παρέχει μόνον λειτουργία επανενεργοποίησης ή παρέχει μόνον λειτουργία επανενεργοποίησης και μια απλή ένδειξη ενεργοποιημένης λειτουργίας επανενεργοποίησης δεν υπερβαίνει το 0,50 W.

Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εξοπλισμού σε οποιαδήποτε κατάσταση η οποία παρέχει μόνον απεικόνιση πληροφοριών ή κατάστασης ή παρέχει μόνον συνδυασμό λειτουργίας επανενεργοποίησης και απεικόνισης πληροφοριών ή κατάστασης δεν υπερβαίνει το 1,00 W.

γ)

Διαθεσιμότητα θέσης εκτός λειτουργίας ή/και λειτουργίας αναμονής

Εκτός εάν κάτι τέτοιο δεν αρμόζει προς τη σκοπούμενη χρήση, ο εξοπλισμός παρέχει θέση εκτός λειτουργίας και λειτουργία αναμονής ή/και άλλη κατάσταση, η οποία δεν υπερβαίνει τις εφαρμοστέες απαιτήσεις κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας για τη θέση εκτός λειτουργίας ή/και τη λειτουργία αναμονής όταν ο εξοπλισμός είναι συνδεδεμένος στην πηγή ηλεκτρικής ενέργειας του δικτύου.

δ)

Διαχείριση ηλεκτρικής ενέργειας

Όταν ο εξοπλισμός δεν παρέχει την κύρια λειτουργία ή όταν άλλα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια δεν εξαρτώνται από τις λειτουργίες του, ο εξοπλισμός παρέχει, εκτός εάν κάτι τέτοιο δεν αρμόζει προς τη σκοπούμενη χρήση, μια λειτουργία διαχείρισης της ηλεκτρικής ενέργειας, ή άλλη παρεμφερή λειτουργία, η οποία μεταφέρει αυτόματα τον εξοπλισμό, μετά την παρέλευση του συντομότερου δυνατού χρονικού διαστήματος που είναι κατάλληλο για τη σκοπούμενη χρήση του εξοπλισμού, σε

λειτουργία αναμονής, ή

θέση εκτός λειτουργίας, ή

άλλη κατάσταση η οποία δεν υπερβαίνει τις ισχύουσες απαιτήσεις κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας για τη θέση εκτός λειτουργίας ή/και τη λειτουργία αναμονής όταν ο εξοπλισμός είναι συνδεδεμένος στην πηγή ηλεκτρικής ενέργειας του δικτύου. Η λειτουργία διαχείρισης της ηλεκτρικής ενέργειας ενεργοποιείται πριν από την παράδοση.

3.

Μετρήσεις

Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που αναφέρεται στα σημεία 1. α), 1. β), 2. α) και 2. β) καθορίζεται με αξιόπιστη, ακριβή και αναπαραγώγιμη διαδικασία μέτρησης, η οποία λαμβάνει υπόψη τη γενικά αναγνωρισμένη πρόοδο της τεχνικής.

Οι μετρήσεις ισχύος 0,50 W και άνω πραγματοποιούνται με αβεβαιότητα μικρότερη ή ίση του 2 % σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %. Οι μετρήσεις ισχύος κάτω των 0,50 W πραγματοποιούνται με αβεβαιότητα μικρότερη ή ίση του 0,01 W σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %.

4.

Παροχή πληροφοριών από τους κατασκευαστές

Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της συμμόρφωσης δυνάμει του άρθρου 4, η τεχνική τεκμηρίωση περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

Για κάθε λειτουργία αναμονής ή/και θέση εκτός λειτουργίας

τα δεδομένα ηλεκτρικής κατανάλωσης σε Watt στρογγυλευμένα στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο

τη χρησιμοποιηθείσα μέθοδο μέτρησης

περιγραφή του τρόπου επιλογής ή προγραμματισμού της κατάστασης της συσκευής

αλληλουχία συμβάντων για την επίτευξη της κατάστασης στην οποία ο εξοπλισμός αλλάζει αυτομάτως λειτουργία

τυχόν σημειώσεις σχετικά με τη λειτουργία του εξοπλισμού

β)

Παράμετροι δοκιμών για τις μετρήσεις

θερμοκρασία περιβάλλοντος

τάση δοκιμής σε V και συχνότητα σε Hz

ολική αρμονική παραμόρφωση του συστήματος παροχής ηλεκτρικής ενέργειας

πληροφορίες και τεκμηρίωση σχετικά με τα όργανα, την εγκατάσταση και τα κυκλώματα που χρησιμοποιήθηκαν για την ηλεκτρική δοκιμή

γ)

Τα χαρακτηριστικά του εξοπλισμού που έχουν σημασία για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο 1. γ) ή τις απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο 2. γ) ή/και 2. δ), ανάλογα με την περίπτωση, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που απαιτείται για την αυτόματη επίτευξη της λειτουργίας αναμονής ή της θέσης εκτός λειτουργίας ή άλλης κατάστασης η οποία δεν υπερβαίνει τις ισχύουσες απαιτήσεις κατανάλωσης ενέργειας για τη θέση εκτός λειτουργίας ή/και τη λειτουργία αναμονής.

Ειδικότερα, εφόσον συντρέχει περίπτωση, παρέχεται τεχνική αιτιολόγηση του γεγονότος ότι οι απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο 1. γ) ή οι απαιτήσεις που ορίζονται στα σημεία 2. γ) ή/και 2. δ) δεν αρμόζουν στη σκοπούμενη χρήση του εξοπλισμού.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Διαδικασία επαλήθευσης

Κατά τη διενέργεια των ελέγχων επιτήρησης της αγοράς που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2005/32/ΕΚ, οι αρχές των κρατών μελών εφαρμόζουν την ακόλουθη διαδικασία επαλήθευσης για τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα II, σημεία 1. α) και 1. β) ή σημεία 2. α) και 2. β), ανάλογα με την περίπτωση.

Για απαιτήσεις κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας άνω του 1,00 W: οι αρχές του κράτους μέλους ελέγχουν μία και μοναδική μονάδα.

Το μοντέλο θεωρείται ότι είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις που ορίζονται στο παράρτημα II, σημεία 1. α) και 1. β) ή σημεία 2. α) και 2. β), ανάλογα με την περίπτωση, του παρόντος κανονισμού, εάν τα αποτελέσματα για τις καταστάσεις θέσης εκτός λειτουργίας και λειτουργίας αναμονής, ανάλογα με την περίπτωση, δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές κατά περισσότερο από 10 %.

Διαφορετικά, ελέγχονται τρεις ακόμη μονάδες. Το μοντέλο θεωρείται ότι είναι σύμφωνο προς τον παρόντα κανονισμό, εάν ο μέσος όρος των αποτελεσμάτων των τριών αυτών δοκιμών για τις καταστάσεις θέσης εκτός λειτουργίας και λειτουργίας αναμονής, ανάλογα με την περίπτωση, δεν υπερβαίνει τις οριακές τιμές κατά περισσότερο από 10 %.

Για απαιτήσεις κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας ίσες ή κάτω του 1,00 W: οι αρχές του κράτους μέλους ελέγχουν μία και μοναδική μονάδα.

Το μοντέλο θεωρείται ότι είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις που ορίζονται στο παράρτημα II, σημεία 1. α) και 1. β) ή σημεία 2. α) και 2. β), ανάλογα με την περίπτωση, του παρόντος κανονισμού, εάν τα αποτελέσματα για τις καταστάσεις θέσης εκτός λειτουργίας ή/και λειτουργίας αναμονής, ανάλογα με την περίπτωση, δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές κατά περισσότερο από 0,10 W.

Διαφορετικά, ελέγχονται τρεις ακόμη μονάδες. Το μοντέλο θεωρείται ότι είναι σύμφωνο προς τον παρόντα κανονισμό, εάν ο μέσος όρος των αποτελεσμάτων των τριών αυτών δοκιμών για τις καταστάσεις θέσης εκτός λειτουργίας ή/και λειτουργίας αναμονής, ανάλογα με την περίπτωση, δεν υπερβαίνει τις οριακές τιμές κατά περισσότερο από 0,10 W.

Διαφορετικά, το μοντέλο θεωρείται ότι δεν είναι σύμφωνο προς τις απαιτήσεις.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Κριτήρια αξιολόγησης

Τα ακόλουθα κριτήρια αξιολόγησης προσδιορίζονται για τον σκοπό του παραρτήματος I μέρος 3 σημείο 2 της οδηγίας 2005/32/ΕΚ:

Θέση εκτός λειτουργίας: 0 W-0,3 W με διακόπτη απενεργοποίησης στην πρωτεύουσα πλευρά, ανάλογα, μεταξύ άλλων, με τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα δυνάμει της οδηγίας 2004/108/ΕΚ.

Λειτουργία αναμονής — λειτουργία επανενεργοποίησης: 0,1 W

Λειτουργία αναμονής — απεικόνιση: απλές απεικονίσεις και φωτοδίοδοι (LED) χαμηλής ισχύος 0,1 Wοι μεγαλύτερες απεικονίσεις (π.χ. για ρολόγια) απαιτούν μεγαλύτερη ισχύ.


18.12.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 339/53


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1276/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 17ης Δεκεμβρίου 2008

σχετικά με την παρακολούθηση, μέσω φυσικών ελέγχων, των εξαγωγών γεωργικών προϊόντων για τα οποία χορηγούνται επιστροφές ή άλλα ποσά

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1), και ιδίως το άρθρο 170 στοιχείο γ) και το άρθρο 194 στοιχείο α), σε συνδυασμό με το άρθρο 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (2), τα κράτη μέλη θεσπίζουν, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις και λαμβάνουν όλα τα άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, ειδικότερα για την εξακρίβωση της πραγματικής εκτέλεσης και της κανονικότητας των πράξεων που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και για την ανάκτηση των ποσών που απωλέσθηκαν εξαιτίας παρατυπιών ή αμέλειας.

(2)

Το άρθρο 201 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 καταργεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 1990, για τον έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφών ή άλλων ποσών (3), και το άρθρο 194 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού επιβάλλει στην Επιτροπή να καθορίζει τους κανόνες σχετικά με τους διοικητικούς και φυσικούς ελέγχους που πρέπει να διενεργούν τα κράτη μέλη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2090/2002 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2002, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 1990, όσον αφορά τον φυσικό έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφής (4), έχει τροποποιηθεί ουσιαστικά. Συνεπώς, για λόγους σαφήνειας και διοικητικής αποτελεσματικότητας, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2090/2002 και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3122/94 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τον καθορισμό των κριτηρίων σχετικά με την ανάλυση κινδύνου όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα που απολαύουν επιστροφών (5) πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν από νέους συνεκτικούς κανόνες.

(3)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 793/2006 της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 2006, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 247/2006 του Συμβουλίου περί καθορισμού ειδικών μέτρων για τη γεωργία στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης (6), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 967/2006 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 του Συμβουλίου όσον αφορά την παραγωγή εκτός ποσόστωσης στον τομέα της ζάχαρης (7), και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1914/2006 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1405/2006 του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό ειδικών μέτρων για τη γεωργία στα μικρά νησιά του Αιγαίου (8), αναφέρονται στη διενέργεια φυσικών ελέγχων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 όταν δεν τίθεται θέμα επιστροφών κατά την εξαγωγή. Είναι συνεπώς σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι επιτρέπεται να διενεργούνται σύμφωνα με αυτούς τους νέους συνεκτικούς κανόνες φυσικοί έλεγχοι σε πράξεις που αφορούν άλλα ποσά και συνδέονται με χρηματοδοτικά μέτρα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης.

(4)

Πρέπει να ληφθούν υπόψη τα υφιστάμενα μέτρα ελέγχου, κυρίως στο πλαίσιο των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (9) και (ΕΚ) αριθ. 2298/2001 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2001, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εξαγωγής των προϊόντων που παρέχονται στο πλαίσιο επισιτιστικής βοήθειας (10).

(5)

Για τη βελτίωση και την εναρμόνιση των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη, πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται κοινοτικό σύστημα παρακολούθησης, βασιζόμενο κυρίως σε φυσικούς επιτόπιους ελέγχους των προϊόντων κατά την εξαγωγή, περιλαμβανομένων των προϊόντων που εξάγονται στο πλαίσιο απλοποιημένης διαδικασίας, καθώς και σε εξέταση των φακέλων με τις αιτήσεις πληρωμών από τους οργανισμούς πληρωμών.

(6)

Για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος υποκατάστασης στην περίπτωση διασαφήσεων εξαγωγής που έγιναν δεκτές από τελωνείο στο εσωτερικό κράτους μέλους, πρέπει να διενεργείται ένας ελάχιστος αριθμός «ελέγχων υποκατάστασης» από το τελωνείο εξόδου από την Κοινότητα. Λαμβανομένου υπόψη του τόπου διεξαγωγής των «ελέγχων υποκατάστασης», οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να είναι απλοποιημένοι.

(7)

Για να αποφασίσει κατά πόσον επιβάλλεται η διενέργεια ελέγχων υποκατάστασης ή ειδικών ελέγχων υποκατάστασης, το τελωνείο εξόδου πρέπει να εξακριβώνει ενεργά ότι οι σφραγίδες δεν έχουν αφαιρεθεί ούτε παραβιαστεί.

(8)

Για να εξασφαλιστεί ότι τα τελωνεία εξόδου ή τα τελωνεία προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5 ακολουθούν ενιαία πρακτική και για να μην υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα των προϊόντων, απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση των επιστροφών, θα πρέπει να προβλέπεται ειδικός έλεγχος υποκατάστασης στις περιπτώσεις που τα τελωνεία αυτά διαπιστώνουν ότι οι σφραγίδες που είχαν τοποθετηθεί κατά την αναχώρηση έχουν αφαιρεθεί χωρίς τον έλεγχο του τελωνείου ή έχουν παραβιαστεί ή ότι δεν έχει χορηγηθεί απαλλαγή από την υποχρέωση σφράγισης. Επειδή στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει σαφής υπόνοια υποκατάστασης, οι ειδικοί έλεγχοι υποκατάστασης πρέπει να διενεργούνται με μεγάλη προσοχή και να περιλαμβάνουν, ενδεχομένως, φυσικό έλεγχο των προϊόντων.

(9)

Ο αριθμός των φυσικών ελέγχων πρέπει να είναι ανάλογος του αριθμού των διασαφήσεων εξαγωγής που υποβάλλονται ετησίως στα τελωνεία. Η πείρα έχει δείξει ότι οι φυσικοί έλεγχοι σε ποσοστό τουλάχιστον 5 % των διασαφήσεων εξαγωγής είναι αποτελεσματικοί, ανάλογοι του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και αποτρεπτικοί, ενώ παράλληλα επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επιλέξουν, βάσει διαχείρισης κινδύνων, αν θα εφαρμόσουν τον κανόνα της διενέργειας ελέγχων σε ποσοστό τουλάχιστον 5 % σε κάθε τομέα προϊόντων ή στο σύνολο των τομέων, με ελάχιστο ποσοστό 2 % ανά τομέα προϊόντων. Για να διασφαλιστεί η πλήρης κάλυψη του καθεστώτος, τα τελωνεία εξαγωγής που δέχονται πολύ χαμηλό αριθμό διασαφήσεων εξαγωγής ανά τομέα προϊόντων θα πρέπει ωστόσο να διασφαλίζουν ότι κάθε τομέας προϊόντων υπόκειται σε ένα τουλάχιστον έλεγχο. Το ποσοστό των επιστροφών που χορηγούνται κατά την εξαγωγή εμπορευμάτων εκτός παραρτήματος Ι της συνθήκης δεν αντιπροσωπεύει υψηλό κίνδυνο, ενώ ο αριθμός των διασαφήσεων εξαγωγής είναι υψηλός στον τομέα αυτό. Για την καλύτερη χρήση των μέσων ελέγχου, είναι επομένως απαραίτητο να μειωθεί το ελάχιστο ποσοστό ελέγχου για τα εμπορεύματα εκτός παραρτήματος I της συνθήκης. Για τον ίδιο λόγο, είναι σκόπιμο να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να μην λαμβάνουν υπόψη τους τις διασαφήσεις εξαγωγής που αφορούν μικρές ποσότητες ή ποσά επιστροφών που δεν υπερβαίνουν τα 1 000 EUR.

(10)

Από την πείρα προκύπτει ότι ένα ελάχιστο ποσοστό 10 % ελέγχων σφραγίδων είναι αποτελεσματικό, ανάλογο του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και αποτρεπτικό.

(11)

Ο αριθμός των ελέγχων υποκατάστασης και των ειδικών ελέγχων υποκατάστασης που διενεργούνται από τα τελωνεία εξόδου πρέπει να είναι ανάλογος του ετήσιου αριθμού των τελωνειακών συνοδευτικών εγγράφων. Η πείρα έχει δείξει ότι ένα ελάχιστο ποσοστό 8 % του συνόλου των τελωνειακών συνοδευτικών εγγράφων είναι αποτελεσματικό, ανάλογο του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και αποτρεπτικό.

(12)

Σύμφωνα με το άρθρο 4στ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (11), οι τελωνειακές αρχές εφαρμόζουν τη διαχείριση κινδύνων, προκειμένου να διαφοροποιήσουν τα επίπεδα κινδύνου που συνδέονται με εμπορεύματα υπό τελωνειακό έλεγχο ή τελωνειακή επιτήρηση και να καθορίσουν εάν και πού τα εμπορεύματα θα υποβληθούν σε ειδικούς τελωνειακούς ελέγχους. Η διαχείριση κινδύνων περιλαμβάνει την ανάλυση κινδύνου που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 26 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92. Σύμφωνα με το άρθρο 592ε του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, το αρμόδιο τελωνείο, αμέσως μετά την παραλαβή της διασάφησης, διενεργεί κατάλληλη ανάλυση κινδύνου και τελωνειακούς ελέγχους, πριν χορηγήσει άδεια παραλαβής των προϊόντων για εξαγωγή. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1875/2006 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (12), η διαχείριση κινδύνων, με ηλεκτρονικά μέσα, είναι υποχρεωτική από την 1η Ιουλίου 2009 Συνεπώς, οι τελωνειακοί έλεγχοι των διασαφήσεων εξαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999 πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο ανάλυσης κινδύνου από την εν λόγω ημερομηνία.

(13)

Η ανάλυση κινδύνου ως προαιρετικό μέσο ελέγχου θεσπίστηκε για τους φυσικούς ελέγχους των διασαφήσεων εξαγωγής το 1994 με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 386/90, και για τους ελέγχους υποκατάστασης, το 1995 με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2221/95 της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 1995, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 όσον αφορά τον φυσικό έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφής (13). Μια σειρά κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3122/94. Η διεξαγωγή ανάλυσης κινδύνου υπόκειται στην προστασία δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92.

(14)

Η πείρα που έχει αποκτηθεί ειδικά με τη διεξαγωγή ανάλυσης κινδύνου στο πλαίσιο των ελέγχων των επιστροφών κατά την εξαγωγή πρέπει να αξιοποιηθεί μετά τη γενικευμένη εφαρμογή της διαχείρισης κινδύνων.

(15)

Η οργάνωση η οποία προσφέρει, καταρχήν, τις καλύτερες εγγυήσεις χωρίς να συνεπάγεται υπερβολικές οικονομικές πιέσεις και διοικητικές δαπάνες σε σχέση με τα αναμενόμενα κέρδη για τα οικονομικά της Κοινότητας είναι εκείνη που συνδυάζει τους φυσικούς ελέγχους των εξαγωγών και τους λογιστικούς ελέγχους. Για το λόγο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να συντονίζουν τους φυσικούς ελέγχους με τους λογιστικούς ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται εκ των υστέρων στις σχετικές επιχειρήσεις από τους αρμόδιους φορείς οι οποίοι διέπονται από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2008, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (14).

(16)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 159/2008 της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 800/1999 και (ΕΚ) αριθ. 2090/2002 όσον αφορά τους φυσικούς ελέγχους που διενεργούνται κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφής (15), αυξήθηκαν ορισμένα όρια για τη διενέργεια ελέγχων και την υποβολή εκθέσεων από 200 ευρώ σε 1 000 EUR. Είναι σκόπιμο να υιοθετηθεί το όριο των 1 000 EUR για τις σχετικές υφιστάμενες απαιτήσεις διενέργειας ελέγχων και υποβολής εκθέσεων.

(17)

Για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της ανάλυσης κινδύνου και της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη οφείλουν να συντάσσουν εκθέσεις ελέγχων και να υποβάλλουν ετήσιες αξιολογήσεις για την εκτέλεση και την αποτελεσματικότητα των διενεργούμενων ελέγχων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό καθώς και των διαδικασιών που ακολουθούνται για την επιλογή των προϊόντων που υποβάλλονται σε φυσικούς ελέγχους. Δεδομένης της προόδου στον τομέα της τεχνολογίας της πληροφορικής, είναι σκόπιμο να μετατραπεί η υποχρέωση υποβολής ετήσιας έκθεσης σε CD-ROM συμβατό με το πρότυπο ISO 9660 ή σε ισοδύναμο ηλεκτρονικό μέσο, σε υποχρέωση υποβολής της εν λόγω έκθεσης σε ηλεκτρονικό μέσο που δεν επιτρέπει την επανεγγραφή δεδομένων.

(18)

Η εφαρμογή της διαχείρισης κινδύνων θα είναι υποχρεωτική βάσει του τελωνειακού κώδικα από την 1η Ιουλίου 2009, αλλά ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται να την εφαρμόσουν νωρίτερα. Όταν διεξάγεται η ενδεδειγμένη διαχείριση κινδύνων, δικαιολογείται η εφαρμογή ελαστικών κανόνων ελέγχου. Ως εκ τούτου, πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ελαστικούς κανόνες ελέγχου, εφόσον αρχίσουν να εφαρμόζουν την ενδεδειγμένη διαχείριση κινδύνου και ενημερώσουν σχετικά την Επιτροπή.

(19)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της διαχειριστικής επιτροπής για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται ορισμένες διαδικασίες για τον έλεγχο της ορθής εκτέλεσης των πράξεων που παρέχουν το δικαίωμα καταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή και όλων των άλλων ποσών κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α).

Εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999.

Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις εξαγωγές στο πλαίσιο κοινοτικής ή εθνικής επισιτιστικής βοήθειας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2298/2001.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

ως «άλλα ποσά» νοούνται οι πράξεις που συνδέονται με χρηματοδοτικά μέτρα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 793/2006, (ΕΚ) αριθ. 967/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1914/2006.

β)

ως «προϊόντα» νοούνται τα προϊόντα που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999.

γ)

ως «τελωνείο εξαγωγής» νοείται το τελωνείο που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999·

δ)

ως «τελωνείο εξόδου» νοείται το τελωνείο που αναφέρεται στο άρθρο 793 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93·

ε)

ως «τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5» νοείται το τελωνείο προορισμού που αναφέρεται στο άρθρο 912γ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, περιλαμβανομένου του τελωνείου στο οποίο αποστέλλεται ισοδύναμο έγγραφο·

στ)

ως «φυσικός έλεγχος» νοείται η επαλήθευση της αντιστοιχίας μεταξύ της διασάφησης εξαγωγής ή, προκειμένου για άλλα ποσά, των εγγράφων που αναφέρονται στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 793/2006, (ΕΚ) αριθ. 967/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1914/2006, συμπεριλαμβανομένων των παραστατικών που προσκομίζονται κατά την υποβολή τους, και των προϊόντων όσον αφορά την ποσότητα, τη φύση και τα χαρακτηριστικά τους υπό τους όρους του άρθρου 5·

ζ)

ως «έλεγχος υποκατάστασης» νοείται ο έλεγχος που διενεργείται με οπτική επαλήθευση της αντιστοιχίας μεταξύ των προϊόντων και του παραστατικού που τα έχει συνοδεύσει από το τελωνείο εξαγωγής έως το τελωνείο εξόδου ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου T5 υπό τους όρους του άρθρου 8·

η)

ως «ειδικός έλεγχος υποκατάστασης» νοείται ο έλεγχος υποκατάστασης που μπορεί να είναι οπτικός ή φυσικός και πρέπει να διενεργείται εάν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το αλύμαντο της σφράγισης των εξαγόμενων προϊόντων υπό τους όρους του άρθρου 9·

θ)

ως «οπτικός έλεγχος» νοείται ο έλεγχος που βασίζεται στην αντίληψη με βάση τις αισθήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων του είδους αυτού που διενεργούνται με τη χρήση τεχνικού εξοπλισμού·

ι)

ως «έγγραφο» νοείται έγγραφο σε χαρτί ή ηλεκτρονικό μέσο που έχει εγκριθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 885/2006 της Επιτροπής (16) ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) και περιέχει χρήσιμες πληροφορίες στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού·

ια)

ως «ισοδύναμο έγγραφο», σε σχέση με το αντίτυπο ελέγχου T5, νοείται το εθνικό έγγραφο που αναφέρεται στα άρθρα 8, 8α και 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999, το οποίο χρησιμοποιείται όταν εφαρμόζεται εθνική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 912α παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93·

ιβ)

ως «τομείς προϊόντων» νοούνται οι τομείς που απαριθμούνται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, με εξαίρεση τα σιτηρά και το ρύζι που καλύπτονται από τα μέρη Ι και ΙΙ του παραρτήματος Ι του εν λόγω κανονισμού και τα οποία θεωρούνται ένας και μόνο τομέας προϊόντων, και τα εμπορεύματα εκτός παραρτήματος I της συνθήκης, τα οποία θεωρούνται ένας και μόνο τομέας προϊόντων.

Άρθρο 3

Είδη ελέγχων

Τα κράτη μέλη προβαίνουν:

α)

σε φυσικούς ελέγχους των προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 4 κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής και πριν από τη χορήγηση της άδειας εξαγωγής των εν λόγω προϊόντων, βάσει των παραστατικών που συνυποβάλλονται με τη διασάφηση εξαγωγής·

β)

σε ελέγχους της ακεραιότητας των σφραγίδων σύμφωνα με το άρθρο 7·

γ)

σε ελέγχους υποκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 8·

δ)

σε ειδικούς ελέγχους υποκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 9· και

ε)

σε εξέταση των εγγράφων του φακέλου της αίτησης πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 12.

Για τα άλλα ποσά, η διενέργεια φυσικών ελέγχων καθορίζεται στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 793/2006, (ΕΚ) αριθ. 967/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1914/2006.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΦΥΣΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ

Άρθρο 4

Μορφή και χρόνος διεξαγωγής των ελέγχων

1.   Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που απαιτούν πιο διεξοδικούς ελέγχους, οι φυσικοί έλεγχοι λαμβάνουν τη μορφή συχνών και αιφνιδιαστικών επιτόπιων ελέγχων.

2.   Δεν μπορούν να θεωρηθούν φυσικοί έλεγχοι οι έλεγχοι για τους οποίους ο εξαγωγέας είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων, ρητώς ή σιωπηρώς. Η παράγραφος αυτή δεν εφαρμόζεται όταν διενεργείται λογιστικός έλεγχος μιας επιχείρησης σύμφωνα με το σημείο 3 του παραρτήματος I.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ώρα έναρξης του φυσικού ελέγχου στις εγκαταστάσεις του εξαγωγέα να διαφέρει από τη δηλούμενη ώρα έναρξης της φόρτωσης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999.

Άρθρο 5

Λεπτομερείς μέθοδοι ελέγχων

1.   Στις περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί με τον οπτικό έλεγχο αν τα προϊόντα αντιστοιχούν στην περιγραφή της ονοματολογίας των επιστροφών κατά την εξαγωγή και όπου η ταξινόμηση ή η ποιότητα των προϊόντων απαιτεί πολύ ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τα συστατικά τους, το τελωνείο εξαγωγής επαληθεύει την περιγραφή αυτή ανάλογα με το είδος του προϊόντος.

2.   Στις περιπτώσεις στις οποίες το τελωνείο εξαγωγής κρίνει απαραίτητο, προβαίνει σε εργαστηριακό έλεγχο από εργαστήρια που διαθέτουν ειδικό εξοπλισμό και είναι διαπιστευμένα ή επισήμως εγκεκριμένα για το σκοπό αυτό, αναφέροντας τους λόγους που οδήγησαν στη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων. Όταν το ύψος της επιστροφής ή των άλλων ποσών εξαρτάται από την περιεκτικότητα του προϊόντος σ’ ένα συγκεκριμένο συστατικό, το τελωνείο εξαγωγής λαμβάνει αντιπροσωπευτικά δείγματα, στο πλαίσιο του φυσικού ελέγχου, για ανάλυση των συστατικών σε διαπιστευμένο ή επισήμως εγκεκριμένο εργαστήριο.

Όταν ο ίδιος εξαγωγέας εξάγει τακτικά προϊόντα με τον ίδιο κωδικό ονοματολογίας των επιστροφών κατά την εξαγωγή ή κωδικό συνδυασμένης ονοματολογίας και το ύψος της επιστροφής εξαρτάται από την περιεκτικότητα σ’ ένα συγκεκριμένο συστατικό, το τελωνείο εξαγωγής μπορεί να λάβει αντιπροσωπευτικά δείγματα μόνο σε ποσοστό 50 % των φυσικών ελέγχων που διενεργούνται στον εν λόγω εξαγωγέα, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τους εργαστηριακούς ελέγχους των τελευταίων έξι μηνών δεν έχει διαπιστωθεί μη συμμόρφωση με δημοσιονομικές επιπτώσεις που υπερβαίνουν τα 1 000 EUR όσον αφορά το ακαθάριστο ποσό της επιστροφής για τον εν λόγω εξαγωγέα. Αν κατά τους εργαστηριακούς ελέγχους διαπιστωθεί μη συμμόρφωση με δημοσιονομικές επιπτώσεις που υπερβαίνουν τα 1 000 EUR όσον αφορά το ακαθάριστο ποσό της επιστροφής για τον εν λόγω εξαγωγέα, το τελωνείο εξαγωγής προβαίνει σε δειγματοληψία σε όλους τους φυσικούς ελέγχους που διενεργούνται στον εν λόγω εξαγωγέα κατά τους επόμενους έξι μήνες.

3.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στο παρόν άρθρο διενεργούνται με την επιφύλαξη των μέτρων που ενδέχεται να λάβουν οι τελωνειακές αρχές για να εξασφαλίσουν ότι τα προϊόντα εγκαταλείπουν το τελωνειακό έδαφος ως είχαν κατά τη στιγμή της χορήγησης άδειας εξαγωγής.

4.   Το τελωνείο εξαγωγής διασφαλίζει την τήρηση του άρθρου 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999. Όταν υπάρχουν συγκεκριμένες υπόνοιες σχετικά με τη σταθερή, ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα ενός προϊόντος, τα τελωνεία εξαγωγής εξακριβώνουν τη συμφωνία με τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, ιδίως σε θέματα που αφορούν την υγεία των ζώων και των φυτών.

5.   Οι φυσικοί έλεγχοι σε χύδην προϊόντα, σε συσκευασμένα προϊόντα και σε εμπορεύματα εκτός παραρτήματος Ι της συνθήκης, διενεργούνται λαμβάνοντας υπόψη τις μεθόδους που εκτίθενται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 6

Ποσοστά ελέγχων

1.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 έως 7, οι φυσικοί έλεγχοι αφορούν αντιπροσωπευτικό δείγμα τουλάχιστον 5 % των διασαφήσεων εξαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 5 του παραρτήματος (ΕΚ) αριθ. 800/1999, για τις οποίες υποβάλλονται αιτήσεις επιστροφών και καταβολής των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Το ποσοστό αυτό εφαρμόζεται:

α)

ανά τελωνείο εξαγωγής·

β)

ανά ημερολογιακό έτος· και

γ)

ανά τομέα προϊόντων.

2.   Ωστόσο, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει:

α)

να αντικαταστήσει το ποσοστό 5 % ανά τομέα προϊόντων, με ποσοστό 5 % που καλύπτει όλους τους τομείς προϊόντων, οπότε θα εφαρμόζεται υποχρεωτικά ελάχιστο ποσοστό 2 % ανά τομέα προϊόντων·

β)

να αντικαταστήσει το ποσοστό 5 % ανά τελωνείο, με ποσοστό 5 % για το σύνολο της επικράτειάς του και το ποσοστό 5 % ανά τομέα προϊόντων με ποσοστό 5 % που καλύπτει όλους τους τομείς προϊόντων, εφαρμόζοντας ελάχιστο ποσοστό 2 % ανά τομέα προϊόντων.

3.   Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 στοιχείο α), όταν το τελωνείο εξαγωγής δέχεται λιγότερες από 20 διασαφήσεις εξαγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ανά τομέα προϊόντων ετησίως, τουλάχιστον μία διασάφηση εξαγωγής ανά τομέα προϊόντων ετησίως πρέπει να αποτελεί αντικείμενο φυσικού ελέγχου.

Η απαίτηση αυτή δεν ισχύει αν το τελωνείο δεν έχει ελέγξει τις δύο πρώτες διασαφήσεις βάσει των αποτελεσμάτων της ανάλυσης κινδύνου που έχει διεξαγάγει όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 και εφόσον στη συνέχεια δεν πραγματοποιούνται άλλες εξαγωγές στον εν λόγω τομέα προϊόντων.

4.   Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 και 2:

α)

για τα εμπορεύματα εκτός παραρτήματος Ι της συνθήκης εφαρμόζεται ελάχιστο ποσοστό 0,5 % ανά τελωνείο ή 0,5 % για το σύνολο της επικράτειας του κράτους μέλους. Το ποσοστό φυσικών ελέγχων που διενεργούνται στα εν λόγω προϊόντα δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ποσοστού 5 % ανά τομέα προϊόντων ή του συνολικού ποσοστού 5 % που καλύπτει όλους τους τομείς προϊόντων·

β)

στα τελωνεία εξαγωγής, όπου προσκομίζεται για εξαγωγή ένα φάσμα προϊόντων δύο το πολύ τομέων από πέντε το πολύ εξαγωγείς, οι φυσικοί έλεγχοι μπορούν να μειωθούν σε ένα ελάχιστο ποσοστό 2 % ανά τομέα προϊόντων. Οι τομείς με λιγότερες από 20 διασαφήσεις εξαγωγής ανά τελωνείο ετησίως δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του αριθμού των τομέων προϊόντων. Τα τελωνεία εξαγωγής μπορούν να εφαρμόζουν τους εν λόγω κανόνες για ένα πλήρες ημερολογιακό έτος, βασιζόμενα στα στατιστικά στοιχεία του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, ακόμη και όταν υποβάλλονται διασαφήσεις εξαγωγής από επιπλέον εξαγωγείς ή για επιπλέον τομείς προϊόντων κατά τη διάρκεια του έτους.

5.   Με την επιφύλαξη των μέτρων ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 4, στο άρθρο 37 παράγραφος 4 και στο άρθρο 44 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999, τα κράτη μέλη μπορούν να μην διενεργούν τους φυσικούς ελέγχους και τους ελέγχους υποκατάστασης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό στις παραδόσεις που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 44 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999.

6.   Κατά τον υπολογισμό των ελάχιστων ποσοστών ελέγχων που πρέπει να διενεργηθούν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν υπόψη τις διασαφήσεις εξαγωγής για τους φυσικούς ελέγχους που αφορούν:

α)

είτε ποσότητα που δεν υπερβαίνει:

i)

τα 25 000 kg όσον αφορά τον τομέα των σιτηρών και του ρυζιού,

ii)

τα 5 000 kg όσον αφορά τα εμπορεύματα εκτός παραρτήματος I της συνθήκης,

iii)

τα 2 500 kg όσον αφορά τα λοιπά προϊόντα·

β)

είτε ποσά επιστροφής μικρότερα από 1 000 EUR.

7.   Κατά την εφαρμογή των παραγράφων 5 και 6 τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες διατάξεις για να αποφεύγονται απάτες και καταχρήσεις. Αν πραγματοποιηθεί έλεγχος για το σκοπό αυτό, μπορεί να καταχωριστεί ως έλεγχος για τον υπολογισμό της τήρησης των ελάχιστων ποσοστών ελέγχου που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΛΕΓΧΟΙ ΤΩΝ ΣΦΡΑΓΙΔΩΝ

Άρθρο 7

Υποχρέωση και ποσοστά ελέγχων

1.   Το τελωνείο εξόδου ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5 ελέγχει το αλύμαντο των σφραγίδων.

2.   Το ποσοστό των ελέγχων των σφραγίδων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10 % του συνολικού αριθμού των αντιτύπων ελέγχου T5 ή των ισοδύναμων εγγράφων εκτός εκείνων που έχουν επιλεγεί για έλεγχο υποκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 8.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΛΕΓΧΟΙ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Άρθρο 8

Τόπος και αναλυτικές μέθοδοι ελέγχων

1.   Αν η διασάφηση εξαγωγής έχει γίνει δεκτή σε τελωνείο εξαγωγής που δεν είναι το τελωνείο εξόδου ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5 και αν το τελωνείο εξαγωγής δεν έχει διενεργήσει φυσικό έλεγχο, το τελωνείο εξόδου διενεργεί έλεγχο υποκατάστασης σύμφωνα με το παρόν άρθρο και με την επιφύλαξη των ελέγχων που διενεργούνται βάσει άλλων διατάξεων.

Εάν το τελωνείο εξόδου και το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5 δεν είναι τα ίδια, ο έλεγχος υποκατάστασης διενεργείται από το τελευταίο.

2.   Εάν ο οπτικός έλεγχος ολόκληρου του φορτίου δεν επιτρέπει να εξακριβωθεί αν υπήρξε υποκατάσταση ή όχι, χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι φυσικού ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 5, οι οποίες περιλαμβάνουν ενδεχομένως και τη μερική εκφόρτωση.

Δειγματοληψία για ανάλυση πραγματοποιείται μόνο στην περίπτωση που το τελωνείο εξόδου δεν δύναται να επαληθεύσει την αντιστοιχία μεταξύ των προϊόντων και του παραστατικού οπτικώς και με χρήση των πληροφοριών που προέρχονται από τη συσκευασία και από τα συνοδευτικά έγγραφα.

3.   Όταν, για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της τρίτης χώρας προορισμού, εκτός από την τελωνειακή έχει τεθεί και κτηνιατρική σφραγίδα, διενεργείται έλεγχος υποκατάστασης μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει υπόνοια απάτης.

Άρθρο 9

Ειδικοί έλεγχοι υποκατάστασης

1.   Το τελωνείο εξόδου ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5 προβαίνει σε ειδικό έλεγχο υποκατάστασης αν διαπιστώσει ότι:

α)

οι σφραγίδες που είχαν τοποθετηθεί κατά την αναχώρηση έχουν αφαιρεθεί χωρίς τον έλεγχο του τελωνείου·

β)

οι σφραγίδες που είχαν τοποθετηθεί κατά την αναχώρηση έχουν παραβιαστεί·

γ)

δεν έχει χορηγηθεί απαλλαγή από την υποχρέωση σφράγισης, σύμφωνα με το άρθρο 357 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93.

2.   Το τελωνείο εξόδου ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου T5 αποφασίζει βάσει της ανάλυσης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 11 αν ο ειδικός έλεγχος υποκατάστασης θα περιλαμβάνει μόνο έλεγχο υποκατάστασης ή και φυσικό έλεγχο.

Άρθρο 10

Ποσοστά ελέγχων

1.   Ο συνολικός ελάχιστος αριθμός ελέγχων υποκατάστασης που αναφέρονται στο άρθρο 8 και ειδικών ελέγχων υποκατάστασης που αναφέρονται στο άρθρο 9, οι οποίοι διενεργούνται κάθε ημερολογιακό έτος από το τελωνείο εξόδου ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου T5 από το οποίο τα προϊόντα εγκαταλείπουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, δεν πρέπει να είναι μικρότερος από το 8 % του αριθμού των αντιτύπων ελέγχου T5 και των ισοδυνάμων εγγράφων που καλύπτουν τα προϊόντα για τα οποία ζητείται επιστροφή.

2.   Τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν υπόψη, για τον υπολογισμό των ελάχιστων ποσοστών ελέγχου σύμφωνα με το παρόν άρθρο, τα αντίτυπα ελέγχου T5 ή τα ισοδύναμα έγγραφα για τους ελέγχους υποκατάστασης που αφορούν:

α)

είτε ποσότητα που δεν υπερβαίνει:

i)

τα 25 000 kg όσον αφορά τον τομέα των σιτηρών και του ρυζιού,

ii)

τα 5 000 kg όσον αφορά τα εμπορεύματα εκτός παραρτήματος I της συνθήκης,

iii)

τα 2 500 kg όσον αφορά τα λοιπά προϊόντα·

β)

είτε ποσά επιστροφής μικρότερα από 1 000 EUR.

3.   Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 2 τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες διατάξεις για να αποφεύγονται απάτες και καταχρήσεις. Αν πραγματοποιηθεί έλεγχος για το σκοπό αυτό, μπορεί να καταχωριστεί ως έλεγχος για τον υπολογισμό της τήρησης των ελάχιστων ποσοστών ελέγχου που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ

Άρθρο 11

Ανάλυση κινδύνου

1.   Η επιλογή για τους φυσικούς ελέγχους και τους ελέγχους υποκατάστασης βασίζεται σε σύστημα διαχείρισης κινδύνων.

2.   Τα κράτη μέλη διεξάγουν ανάλυση κινδύνου ώστε να καταστεί δυνατή η εστίαση των φυσικών ελέγχων σε εκείνα τα προϊόντα, τους ιδιώτες, τις νομικές οντότητες και τους τομείς προϊόντων όπου ο κίνδυνος παρατυπιών κατά την εκτέλεση των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 είναι μεγαλύτερος.

3.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 592ε του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, τα κράτη μέλη καταρτίζουν την ανάλυση κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη τον παρόντα κανονισμό και, ανάλογα με την περίπτωση, τα κριτήρια που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙ.

4.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εκτιμούν από κοινού την αξιοπιστία και την καταλληλότητα των κριτηρίων που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙ βάσει της κτηθείσας πείρας με σκοπό την αναπροσαρμογή, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, του συστήματος και των παραμέτρων επιλογής ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και η στόχευση των φυσικών ελέγχων.

5.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α)

τα μέτρα που λαμβάνουν, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών προς τις εθνικές υπηρεσίες, για την εφαρμογή του συστήματος επιλογής βάσει ανάλυσης κινδύνου, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο σημείο 1 του παραρτήματος ΙΙ·

β)

τα εφαρμοστέα ποσοστά ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6·

γ)

μεμονωμένες περιπτώσεις που ενδεχομένως παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τα λοιπά κράτη μέλη.

Τα κράτη μέλη στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 18 τρίτη παράγραφος στοιχείο α) ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή μέχρι την 1η Ιουλίου 2009.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Συντονισμός

Άρθρο 12

Εξέταση από τον οργανισμό πληρωμών

Οι οργανισμοί πληρωμών προβαίνουν, βάσει των φακέλων των αιτήσεων πληρωμής και άλλων διαθέσιμων πληροφοριών, και ειδικότερα των εγγράφων που έχουν σχέση με την εξαγωγή και των διαπιστώσεων των τελωνειακών υπηρεσιών, σε εξέταση όλων των στοιχείων των φακέλων αυτών τα οποία αποτελούν τα δικαιολογητικά για την καταβολή των εν λόγω ποσών.

Άρθρο 13

Συντονισμός της ανάλυσης κινδύνου και των ελέγχων

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ένας ενιαίος φορέας να συντονίζει τις πληροφορίες για την ανάλυση κινδύνου.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για τον συντονισμό των ελέγχων που διενεργούνται στην ίδια επιχείρηση και για τον συνδυασμό των ελέγχων που προβλέπονται στα άρθρα 5, 8 και 9 και εκείνων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 485/2008.

Οι συντονισμένοι αυτοί έλεγχοι διενεργούνται με πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος είτε της Επιτροπής ή των τελωνειακών αρχών που διενεργούν τον φυσικό έλεγχο είτε των οργανισμών πληρωμών που εξετάζουν τον φάκελο της αίτησης πληρωμής ή των αρμοδίων αρχών που ελέγχουν τους λογαριασμούς.

ΤΜΗΜΑ 2

Διοικητικές εκθέσεις

Άρθρο 14

Εκθέσεις σχετικά με τους φυσικούς ελέγχους

1.   Κάθε τελωνείο εξαγωγής προβαίνει στις απαιτούμενες διευθετήσεις για να εξασφαλίσει ότι είναι δυνατόν να εξακριβωθεί, ανά πάσα στιγμή, αν έχει τηρηθεί το ποσοστό φυσικών ελέγχων που αναφέρεται στο άρθρο 6.

Με τις διευθετήσεις αυτές διαπιστώνεται, για κάθε τομέα προϊόντων:

α)

ο αριθμός των διασαφήσεων εξαγωγής που έχουν ληφθεί υπόψη για τον φυσικό έλεγχο·

β)

ο αριθμός των φυσικών ελέγχων που έχουν διενεργηθεί.

2.   Ο αρμόδιος τελωνειακός υπάλληλος συντάσσει διεξοδική έκθεση ελέγχου για κάθε φυσικό έλεγχο που διενεργεί.

Οι εκθέσεις ελέγχου περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τον τόπο, την ημερομηνία, την ώρα άφιξης, την ώρα ολοκλήρωσης του φυσικού ελέγχου, τα μέσα μεταφοράς των προϊόντων, αν τα μέσα μεταφοράς ήταν άδεια, μερικώς ή πλήρως φορτωμένα κατά την έναρξη της διαδικασίας ελέγχου, τον αριθμό των δειγμάτων που ελήφθησαν για εργαστηριακή ανάλυση, καθώς και το όνομα και την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου και

β)

την ημερομηνία και την ώρα παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 7 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999, τη δηλούμενη ώρα έναρξης της φόρτωσης και ολοκλήρωσης της φόρτωσης των προϊόντων στα μέσα μεταφοράς.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006, οι εκθέσεις ελέγχου και τα έγγραφα που εκθέτουν τον λόγο επιλογής της διασάφησης εξαγωγής για τη διενέργεια φυσικού ελέγχου αρχειοθετούνται στο τελωνείο που διενήργησε τον φυσικό έλεγχο ή σε άλλο τόπο στο κράτος μέλος, όπου και φυλάσσονται επί τριετία μετά το έτος εξαγωγής ώστε να είναι προσβάσιμα για διαβούλευση.

Άρθρο 15

Αντίτυπο ελέγχου Τ5

1.   Το τελωνείο εξαγωγής αναγράφει στο αντίτυπο ελέγχου T5 ή στο ισοδύναμο έγγραφο που συνοδεύει τα προϊόντα, στη θέση Δ:

α)

μία από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, εφόσον έχει διενεργηθεί φυσικός έλεγχος·

β)

μία από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα IV, στην περίπτωση εξαγωγών στο πλαίσιο επισιτιστικής βοήθειας.

2.   Κάθε τελωνείο εξόδου ή τελωνείο στο οποίο αποστέλλεται το αντίτυπο ελέγχου Τ5 λαμβάνει μέτρα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος στην Επιτροπή ο αριθμός των:

α)

αντιτύπων ελέγχου Τ5 και ισοδυνάμων εγγράφων που ελήφθησαν υπόψη για τους ελέγχους του αλύμαντου των σφραγίδων που αναφέρονται στο άρθρο 7, τους ελέγχους υποκατάστασης που αναφέρονται στο άρθρο 8 και τους ειδικούς ελέγχους υποκατάστασης που αναφέρονται στο άρθρο 9·

β)

διενεργηθέντων ελέγχων του αλύμαντου των σφραγίδων που αναφέρονται στο άρθρο 7·

γ)

διενεργηθέντων ελέγχων υποκατάστασης που αναφέρονται στο άρθρο 8·

δ)

διενεργηθέντων ειδικών ελέγχων υποκατάστασης που αναφέρονται στο άρθρο 9.

Σε περίπτωση που το τελωνείο εξόδου ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5 έχει προβεί σε δειγματοληψία, μία από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα V αναγράφεται στο αντίτυπο ελέγχου T5 ή στο ισοδύναμο έγγραφο το οποίο επιστρέφεται στην αρμόδια αρχή.

Στο τελωνείο εξόδου ή στο τελωνείο προορισμού του T5 ή του ισοδύναμου εγγράφου παραμένει ένα αντίτυπο ή αντίγραφο του εγγράφου, ανάλογα με την περίπτωση, το οποίο θα είναι προσβάσιμο για διαβούλευση σύμφωνα με την παράγραφο 3.

3.   Όλοι οι έλεγχοι υποκατάστασης και ειδικοί έλεγχοι υποκατάστασης που αναφέρονται στα άρθρα 8 και 9 αποτελούν αντικείμενο έκθεσης που συντάσσει ο αρμόδιος τελωνειακός υπάλληλος που τους διενήργησε. Η έκθεση αυτή παρέχει τη δυνατότητα παρακολούθησης των διενεργηθέντων ελέγχων και φέρει την ημερομηνία και το όνομα του τελωνειακού υπαλλήλου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006, η έκθεση αρχειοθετείται και είναι προσβάσιμη για διαβούλευση για περίοδο τριών ετών μετά το έτος εξαγωγής, στο τελωνείο που διενήργησε τον έλεγχο ή σε άλλον τόπο στο κράτος μέλος.

Οι έλεγχοι του αλύμαντου των σφραγίδων, που αναφέρονται στο άρθρο 7, και οι περιπτώσεις αφαίρεσης ή παραβίασης των σφραγίδων καταχωρίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 912γ παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93.

4.   Το τελωνείο εξαγωγής ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5 ενημερώνει την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 912α παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 εγγράφως, χρησιμοποιώντας αντίγραφο του αντίτυπου ελέγχου T5 ή του ισοδύναμου εγγράφου, για τα αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων, αναφέροντας:

α)

είτε μια από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙ·

β)

ή τα αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων, εάν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των αποτελεσμάτων και του προϊόντος που δηλώθηκε.

5.   Όταν από τον έλεγχο υποκατάστασης προκύπτει ότι ενδέχεται να μην έχουν τηρηθεί οι κανόνες σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή, το τελωνείο εξόδου ή το τελωνείο προορισμού του αντιτύπου ελέγχου Τ5 αναγράφουν μια από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα VII στο αντίτυπο ελέγχου Τ5 ή στο ισοδύναμο έγγραφο που πρόκειται να επιστραφεί στην αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 912α παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93. Ο οργανισμός πληρωμών ενημερώνει το τελωνείο για τη συνέχεια που δόθηκε στις διαπιστώσεις αυτές.

Άρθρο 16

Ετήσια έκθεση

Πριν από την 1η Μαΐου κάθε έτους, τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την αξιολόγηση της εκτέλεσης και της αποτελεσματικότητας των ελέγχων που διενεργήθηκαν βάσει του παρόντος κανονισμού, καθώς και των διαδικασιών που ακολούθησαν για την επιλογή των προϊόντων που υποβλήθηκαν σε φυσικούς ελέγχους. Η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που απαριθμούνται στο παράρτημα VIII και καλύπτουν τις διασαφήσεις εξαγωγής που έγιναν δεκτές μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 31ης Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους.

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν τις εκθέσεις στην Επιτροπή σε ηλεκτρονικό μέσο που δεν επιτρέπει την επανεγγραφή δεδομένων και εγγράφως ή, ανάλογα με την περίπτωση, με ηλεκτρονικά μέσα χρησιμοποιώντας το έντυπο που έχει τεθεί στη διάθεση των κρατών μελών από την Επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17

Καταργούμενες διατάξεις

Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 3122/94 και (ΕΚ) αριθ. 2090/2002 καταργούνται.

Οι παραπομπές στους κανονισμούς που καταργούνται και στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και πρέπει να διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος IX.

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2009

Ωστόσο, το κεφάλαιο V όσον αφορά τους φυσικούς ελέγχους, καθώς και το άρθρο 5 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 6 παράγραφος 2, παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο και παράγραφος 4 εφαρμόζονται:

α)

για τα κράτη μέλη που έχουν αποστείλει την οικεία κοινοποίηση στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3122/94, από την 1η Ιανουαρίου 2009

β)

για τα λοιπά κράτη μέλη, από την ημερομηνία την οποία κάθε κράτος μέλος θα καθορίσει και θα κοινοποιήσει στην Επιτροπή ή από την 1η Ιουλίου 2009, αν η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη.

Το κεφάλαιο V όσον αφορά τους ελέγχους υποκατάστασης εφαρμόζεται από την ημερομηνία την οποία κάθε κράτος μέλος θα καθορίσει και θα κοινοποιήσει στην Επιτροπή ή από την 1η Ιουλίου 2009, αν η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Δεκεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 209 της 11.8.2005, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 42 της 16.2.1990, σ. 6.

(4)  ΕΕ L 322 της 27.11.2002, σ. 4.

(5)  ΕΕ L 330 της 21.12.1994, σ. 31.

(6)  ΕΕ L 145 της 31.5.2006, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 176 της 30.6.2006, σ. 22.

(8)  ΕΕ L 365 της 21.12.2006, σ. 64.

(9)  ΕΕ L 102 της 17.4.1999, σ. 11.

(10)  ΕΕ L 308 της 27.11.2001, σ. 16.

(11)  ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1.

(12)  ΕΕ L 360 της 19.12.2006, σ. 64.

(13)  ΕΕ L 224 της 21.9.1995, σ. 13.

(14)  ΕΕ L 143 της 3.6.2008, σ. 1.

(15)  ΕΕ L 48 της 22.2.2008, σ. 19.

(16)  ΕΕ L 171 της 23.6.2006, σ. 90.

(17)  ΕΕ L 145 της 4.6.2008, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣ

1.   Χύδην προϊόντα

1.1.

Εάν ο εξαγωγέας χρησιμοποιεί κλειστές εγκαταστάσεις αυτόματης φόρτωσης και βαθμονομημένης αυτόματης ζύγισης χύδην προϊόντων, το τελωνείο εξαγωγής ελέγχει τη μεν αντιστοιχία μεταξύ των προϊόντων και της διασάφησης εξαγωγής με μέτρηση της ποσότητας με τη βοήθεια των ενδείξεων της βαθμονομημένης αυτόματης ζύγισης, τη δε φύση και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων με αντιπροσωπευτικές δειγματοληψίες.

Το τελωνείο εξαγωγής επαληθεύει επιπλέον με δειγματοληψία ότι:

i)

το σύστημα ζύγισης και φόρτωσης δεν επιτρέπει εκτροπή των προϊόντων στο εσωτερικό αυτών των κλειστών κυκλωμάτων, ούτε άλλου είδους χειρισμούς·

ii)

οι προθεσμίες που προβλέπονται για τη βαθμονόμηση του εξοπλισμού ζύγισης δεν έχουν λήξει και ότι οι σφραγίδες είναι ανέπαφες, εφόσον πρόκειται για κλειστά συστήματα ζύγισης·

iii)

οι παρτίδες που έχουν ζυγιστεί έχουν πράγματι φορτωθεί στο προβλεπόμενο μέσο μεταφοράς·

iv)

τα στοιχεία που αναγράφονται στα δελτία ή τις βεβαιώσεις ζύγισης αντιστοιχούν στα στοιχεία που αναγράφονται στις φορτωτικές.

1.2.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η ποσότητα των χύδην προϊόντων δεν καταγράφεται από αυτόματο σύστημα ζύγισης, το τελωνείο χρησιμοποιεί άλλο μέσο ελέγχου που είναι ικανοποιητικό από εμπορική άποψη.

1.3.

Εφόσον η διασάφηση εξαγωγής καλύπτει μόνο ένα μέρος του φορτίου πλοίου, το τελωνείο εξαγωγής διασφαλίζει την επίβλεψη της φυσικής αναχώρησης όλου του φορτίου. Προς το σκοπό αυτό, όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία φόρτωσης, το τελωνείο ελέγχει το συνολικό βάρος του φορτίου που φορτώθηκε με τη βοήθεια των πληροφοριών του σημείου 1.1 ή 1.2 και, ενδεχομένως, των στοιχείων των εμπορικών εγγράφων.

2.   Συσκευασμένα προϊόντα

2.1.

Αν ο εξαγωγέας έχει δηλώσει προϊόντα, για τη συσκευασία των οποίων χρησιμοποιήθηκαν αυτόματα συστήματα συσκευασίας σε σάκους, κουτιά, φιάλες κ.λπ., και βαθμονομημένος εξοπλισμός αυτόματης ζύγισης/μέτρησης ή συσκευασίες ή φιάλες κατά την έννοια των οδηγιών 75/106/ΕΟΚ (1), 75/107/ΕΟΚ (2) και 76/211/ΕΟΚ (3), πρέπει να μετράται καταρχήν ο συνολικός αριθμός των σάκων, κουτιών, φιαλών κ.λπ., και να ελέγχονται η φύση και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων με αντιπροσωπευτική επιλογή από το τελωνείο εξαγωγής. Το βάρος ή ο όγκος προσδιορίζονται με την αυτόματη βαθμονομημένη ζύγιση/μέτρηση ή από τη συσκευασία ή τις φιάλες, κατά την έννοια των ανωτέρω οδηγιών. Το τελωνείο εξαγωγής μπορεί να ζυγίσει ή να μετρήσει ένα σάκο, ένα κουτί ή μία φιάλη.

2.2.

Εάν ο εξοπλισμός περιλαμβάνει αυτόματο βαθμονομημένο μετρητή, οι ενδείξεις του αυτόματου μετρητή είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη για τον φυσικό έλεγχο της ποσότητας. Το σημείο 1.1 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.

2.3.

Εάν ο εξαγωγέας χρησιμοποιεί παλέτες στις οποίες έχουν φορτωθεί κιβώτια, κουτιά κ.λπ., το τελωνείο εξαγωγής επιλέγει αντιπροσωπευτικές παλέτες και επαληθεύει τον δηλωθέντα αριθμό κιβωτίων, κουτιών κ.λπ. επί της παλέτας. Από τις παλέτες αυτές επιλέγει έναν αριθμό αντιπροσωπευτικών κιβωτίων, κουτιών κ.λπ. και επαληθεύει τον αριθμό των φιαλών, τεμαχίων κ.λπ. που έχει δηλωθεί.

2.4.

Εάν ο εξαγωγέας δεν χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις που αναφέρονται στα σημεία 2.1 και 2.2, το τελωνείο εξαγωγής πρέπει να μετρήσει τον αριθμό σάκων, κουτιών κ.λπ. Η φύση, τα χαρακτηριστικά και το βάρος/όγκος ελέγχονται με αντιπροσωπευτικά δείγματα. Το σημείο 2.3 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.

2.5.

Εφόσον, στην περίπτωση των σημείων 2.1 και 2.2, το περιεχόμενο και το ακριβές βάρος αναγράφονται στην άμεση συσκευασία των προϊόντων, τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξακριβώνονται μόνο για το 50 % των φυσικών ελέγχων, εάν τα προϊόντα είναι συσκευασμένα σε περιέκτες ή σε συσκευασίες που προορίζονται για τη χονδρική πώληση και αν πρόκειται για προϊόντα που εξάγονται τακτικά από τον ίδιο εξαγωγέα και, κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών, δεν έχει διαπιστωθεί μη συμμόρφωση με δημοσιονομικές επιπτώσεις που υπερβαίνουν τα 1 000 ευρώ.

3.   Εμπορεύματα εκτός παραρτήματος Ι της συνθήκης

3.1.

Όσον αφορά τα εμπορεύματα εκτός παραρτήματος Ι της συνθήκης που συσκευάζονται για λιανική πώληση ή υπόκεινται σε κατάλληλη σήμανση, με την αναγραφή ενδείξεων που αφορούν το περιεχόμενο και το βάρος στην άμεση συσκευασία, και τα οποία είτε πληρούν τους όρους του άρθρου 10 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1043/2005 της Επιτροπής (4) είτε οι ποσότητες των χρησιμοποιούμενων προϊόντων είναι αυτές που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού, το τελωνείο εξαγωγής παραβάλλει πρώτα το βάρος και το περιεχόμενο του εμπορεύματος εκτός παραρτήματος Ι της συνθήκης σε άμεση συσκευασία, με τις ενδείξεις που αναγράφονται σ’ αυτή. Το τελωνείο δύναται να ζυγίσει ένα τεμάχιο χωρίς συσκευασία. Στη συνέχεια, μετρά ή/και ζυγίζει, καταρχήν, τη συνολική ποσότητα των εμπορευμάτων εκτός παραρτήματος Ι σε άμεση συσκευασία.

Τα σημεία 2.1 έως 2.5 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

3.2.

Το τελωνείο δύναται να προβεί σε δειγματοληψία για να επαληθεύσει ότι δεν έχει διαπραχθεί υποκατάσταση.

3.3.

Η ποσότητα των προϊόντων που έχουν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή των εμπορευμάτων εκτός παραρτήματος I της συνθήκης δύναται να θεωρηθεί ορθή από το τελωνείο εξαγωγής εάν η περιγραφή και το περιεχόμενο που αναγράφονται στην άμεση συσκευασία συμφωνούν με τη διασάφηση εξαγωγής ή με τον καταχωρισμένο τύπο παρασκευής.

Αν ο τύπος παρασκευής δεν έχει ακόμη ελεγχθεί από τις αρμόδιες αρχές, το τελωνείο εξαγωγής μεριμνά ώστε να επαληθευθούν εκ των υστέρων ο τύπος παρασκευής και η ταυτότητα των εμπορευμάτων από τον ελεγκτή της αρμόδιας αρχής.

Για την εφαρμογή αυτής της μεθόδου επαλήθευσης της σύστασης εμπορευμάτων εκτός παραρτήματος I της συνθήκης, τα κράτη μέλη θεσπίζουν εκ των προτέρων μια διαδικασία με την οποία:

i)

μπορεί να ελεγχθεί η σύσταση εμπορευμάτων εκτός παραρτήματος I της συνθήκης μέσω των λογιστικών βιβλίων και συγκεκριμένων εγγράφων που αφορούν την παραγωγή·

ii)

εξακριβώνεται, μέσω των εγγράφων της επιχείρησης που αφορούν την παραγωγή, ότι τα παραχθέντα εμπορεύματα εκτός παραρτήματος I της συνθήκης είναι τα ίδια με εκείνα που καλύπτονται από τη διασάφηση εξαγωγής και τον τύπο παρασκευής και με τα προς εξαγωγή εμπορεύματα· και

iii)

ο ελεγκτής της αρμόδιας αρχής μπορεί να επαληθεύσει εκ των υστέρων ότι τα εξαχθέντα εμπορεύματα αντιστοιχούν στη διασάφηση εξαγωγής, στον τύπο παρασκευής και στα παραχθέντα εμπορεύματα.

3.4.

Στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στα σημεία 3.1 έως 3.3, το τελωνείο εξαγωγής λαμβάνει αντιπροσωπευτικά δείγματα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 49 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1043/2005.


(1)  ΕΕ L 42 της 15.2.1975, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 42 της 15.2.1975, σ. 14.

(3)  ΕΕ L 46 της 21.2.1976, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 172 της 5.7.2005, σ. 24.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 11

1.

Κριτήρια σχετικά με τα προϊόντα:

α)

η καταγωγή τους·

β)

η φύση τους·

γ)

τα χαρακτηριστικά τους σε σχέση με την ονοματολογία των επιστροφών·

δ)

η αξία τους·

ε)

το τελωνειακό καθεστώς τους·

στ)

ο κίνδυνος λανθασμένου κωδικού δασμολογικής κατάταξης·

ζ)

το ύψος της επιστροφής από την άποψη των τεχνικών χαρακτηριστικών και της παρουσίασης των προϊόντων (η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, σε νερό, σε κρέας, σε τέφρα, η συσκευασία κ.λπ.)·

η)

η πρόσφατη επιλεξιμότητα για επιστροφή του προϊόντος·

θ)

η ποσότητα·

ι)

προηγούμενες αναλύσεις δειγμάτων·

ια)

δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες (ΔΔΠ).

2.

Κριτήρια σχετικά με τις συναλλαγές:

α)

η συχνότητα των συναλλαγών·

β)

η εμφάνιση ασυνήθιστων συναλλαγών ή/και η ανάπτυξη νέων συναλλαγών·

γ)

οι εκτροπές εμπορίου.

3.

Κριτήρια σχετικά με την ονοματολογία των επιστροφών:

α)

το ύψος της επιστροφής·

β)

οι κωδικοί ονοματολογίας με τη συχνότερη ζήτηση για την καταβολή επιστροφών·

γ)

οι κίνδυνοι εσφαλμένου ύψους επιστροφής σε σχέση με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και την παρουσίαση των προϊόντων (η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, σε νερό, σε κρέας, σε τέφρα, η συσκευασία κ.λπ.).

4.

Κριτήρια σχετικά με τους εξαγωγείς:

α)

η ιδιότητά τους βάσει της τελωνειακής νομοθεσίας (π.χ. εξουσιοδοτημένος οικονομικός φορέας)·

β)

η φήμη και η αξιοπιστία τους·

γ)

η οικονομική τους κατάσταση·

δ)

η εμφάνιση νέων εξαγωγέων·

ε)

εξαγωγές που, εκ πρώτης όψεως, δεν δικαιολογούνται από οικονομική άποψη·

στ)

προηγούμενες διαφορές, και συγκεκριμένα περιπτώσεις απάτης.

5.

Κριτήρια σχετικά με παρατυπίες: εντοπισθείσες ή εικαζόμενες σε ορισμένους τομείς προϊόντων

6.

Κριτήρια σχετικά με τις χρησιμοποιούμενες τελωνειακές διαδικασίες:

α)

κανονική διαδικασία υποβολής διασάφησης·

β)

απλουστευμένη διαδικασία υποβολής διασάφησης·

γ)

αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής κατ’ εφαρμογή των άρθρων 790 και 791 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93.

7.

Κριτήρια σχετικά με τις διαδικασίες χορήγησης των επιστροφών κατά την εξαγωγή:

α)

άμεση εξαγωγή·

β)

ανεφοδιασμοί.

8.

Κριτήρια που αφορούν ειδικότερα τους ελέγχους υποκατάστασης:

α)

ο προορισμός των εξαγόμενων προϊόντων·

β)

τα στοιχεία του τελωνείου εξόδου όσον αφορά τη διακίνηση φορτίων: νέο ή ασυνήθιστο δρομολόγιο, προϊόντα που έχουν μεταφερθεί από άλλο τελωνείο εξόδου·

γ)

υπερβολικός χρόνος διαδρομής από το τελωνείο εξαγωγής·

δ)

άφιξη στον λιμένα/μεθοριακό σταθμό εκτός του κανονικού προγράμματος·

ε)

ο αριθμός της σφραγίδας είναι διαφορετικός από εκείνον που δηλώθηκε·

στ)

ασυμφωνία μεταξύ του κωδικού και της περιγραφής προϊόντος·

ζ)

σφάλμα όσον αφορά το δηλωθέν βάρος·

η)

ακατάλληλο μέσο μεταφοράς των προϊόντων·

θ)

το ποσό της επιστροφής.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο α)

:

Στη βουλγαρική γλώσσα

:

Физическа проверка Регламент (ЕО) № 1276/2008

:

Στην ισπανική γλώσσα

:

Control físico — Reglamento (CE) no 1276/2008

:

Στην τσεχική γλώσσα

:

fyzická kontrola nařízení (ES) č. 1276/2008

:

Στη δανική γλώσσα

:

fysisk kontrol forordning (EF) nr. 1276/2008

:

Στη γερμανική γλώσσα

:

Warenkontrolle Verordnung (EG) Nr. 1276/2008

:

Στην εσθονική γλώσσα

:

füüsiline kontroll Määrus (EÜ) nr 1276/2008

:

Στην ελληνική γλώσσα

:

φυσικός έλεγχος — κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1276/2008

:

Στην αγγλική γλώσσα

:

physical check Regulation (EC) No 1276/2008

:

Στη γαλλική γλώσσα

:

contrôle physique règlement (CE) no 1276/2008

:

Στην ιταλική γλώσσα

:

controllo fisico regolamento (CE) n. 1276/2008

:

Στη λεττονική γλώσσα

:

fiziska pārbaude, Regula (ΕΚ) Nr. 1276/2008

:

Στη λιθουανική γλώσσα

:

fizinė patikra, Reglamentas (EB) Nr. 1276/2008

:

Στην ουγγρική γλώσσα

:

fizikai ellenőrzés 1276/2008/ΕΚ rendelet

:

Στη μαλτεζική γλώσσα

:

spezzjoni fiżika Regolament (KE) Nru 1276/2008

:

Στην ολλανδική γλώσσα

:

fysieke controle Verordening (EG) nr. 1276/2008

:

Στην πολωνική γλώσσα

:

kontrola bezpośrednia – rozporządzenie (WE) nr 1276/2008

:

Στην πορτογαλική γλώσσα

:

controlo físico Regulamento (CE) n.o 1276/2008

:

Στη ρουμανική γλώσσα

:

control fizic Regulamentul (CE) nr. 1276/2008

:

Στη σλοβακική γλώσσα

:

fyzická kontrola – nariadenie (ES) č. 1276/2008

:

Στη σλοβενική γλώσσα

:

fizični pregled Uredba (ES) št. 1276/2008

:

Στη φινλανδική γλώσσα

:

fyysinen tarkastus – Asetus (EY) N:o 1276/2008

:

Στη σουηδική γλώσσα

:

Fysisk kontroll förordning (EG) nr 1276/2008


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο β)

:

Στη βουλγαρική γλώσσα

:

Регламент (ЕО) № 2298/2001

:

Στην ισπανική γλώσσα

:

Reglamento (CE) no 2298/2001

:

Στην τσεχική γλώσσα

:

Nařízení (ES) č. 2298/2001

:

Στη δανική γλώσσα

:

Nařízení (ES) č. 2298/2001

:

Στη γερμανική γλώσσα

:

Verordnung (EG) Nr. 2298/2001

:

Στην εσθονική γλώσσα

:

Määrus (EÜ) nr 2298/2001

:

Στην ελληνική γλώσσα

:

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2298/2001

:

Στην αγγλική γλώσσα

:

Regulation (EC) No 2298/2001

:

Στη γαλλική γλώσσα

:

Règlement (CE) no 2298/2001

:

Στην ιταλική γλώσσα

:

Regolamento (CE) n. 2298/2001

:

Στη λεττονική γλώσσα

:

Regula (ΕΚ) Nr. 2298/2001

:

Στη λιθουανική γλώσσα

:

Reglamentas (EB) Nr. 2298/2001

:

Στην ουγγρική γλώσσα

:

2298/2001/ΕΚ rendelet

:

Στη μαλτεζική γλώσσα

:

Regolament (KE) Nru 2298/2001

:

Στην ολλανδική γλώσσα

:

Verordening (EG) nr. 2298/2001

:

Στην πολωνική γλώσσα

:

Rozporządzenie (WE) nr 2298/2001

:

Στην πορτογαλική γλώσσα

:

Regulamento (CE) n.o 2298/2001

:

Στη ρουμανική γλώσσα

:

Regulamentul (CE) nr. 2298/2001

:

Στη σλοβακική γλώσσα

:

Nariadenie (ES) č. 2298/2001

:

Στη σλοβενική γλώσσα

:

Uredba (ES) št. 2298/2001

:

Στη φινλανδική γλώσσα

:

Asetus (EY) N:o 2298/2001

:

Στη σουηδική γλώσσα

:

Förordning (EG) nr 2298/2001


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

:

Στη βουλγαρική γλώσσα

:

Взета проба

:

Στην ισπανική γλώσσα

:

Muestra recogida

:

Στην τσεχική γλώσσα

:

odebraný vzorek

:

Στη δανική γλώσσα

:

udtaget prøve

:

Στη γερμανική γλώσσα

:

Probe gezogen

:

Στην εσθονική γλώσσα

:

võetud proov

:

Στην ελληνική γλώσσα

:

ελήφθη δείγμα

:

Στην αγγλική γλώσσα

:

Sample taken

:

Στη γαλλική γλώσσα

:

échantillon prélevé

:

Στην ιταλική γλώσσα

:

campione prelevato

:

Στη λεττονική γλώσσα

:

paraugs paņemts

:

Στη λιθουανική γλώσσα

:

Mėginys paimtas

:

Στην ουγγρική γλώσσα

:

ellenőrzési mintavétel megtörtént

:

Στη μαλτεζική γλώσσα

:

kampjun meħud

:

Στην ολλανδική γλώσσα

:

monster genomen

:

Στην πολωνική γλώσσα

:

pobrana próbka

:

Στην πορτογαλική γλώσσα

:

Amostra colhida

:

Στη ρουμανική γλώσσα

:

Eșantion prelevat

:

Στη σλοβακική γλώσσα

:

odobratá vzorka

:

Στη σλοβενική γλώσσα

:

vzorec odvzet

:

Στη φινλανδική γλώσσα

:

näyte otettu

:

Στη σουηδική γλώσσα

:

varuprov har tagits


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

Ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 4 στοιχείο α)

:

Στη βουλγαρική γλώσσα

:

Съответствие на резултатите