ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

51ό έτος
16 Οκτωβρίου 2008


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1000/2008 του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ινδίας ύστερα από επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1001/2008 του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων σωληνώσεων από σίδηρο ή χάλυβα, καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Μαλαισίας μετά από επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96

18

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1002/2008 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 2008, σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

32

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1003/2008 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 2008, για τον καθορισμό των εισαγωγικών δασμών στον τομέα των σιτηρών από την 16η Οκτωβρίου 2008

34

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1004/2008 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1725/2003 περί της υιοθέτησης ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο (ΔΛΠ) 39 κα το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) 7 ( 1 )

37

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2008/799/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2008, περί καθορισμού της οριστικής κατανομής των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη για το οικονομικό έτος 2008, όσον αφορά ορισμένο αριθμό εκταρίων, για την αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 5738]

42

 

 

IV   Λοιπές πράξεις

 

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

 

 

Μεικτή Επιτροπή του ΕΟΧ

 

*

Απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 318/05/COL, της 14ης Δεκεμβρίου 2005, για την περάτωση της επίσημης διαδικασίας έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του μέρους Ι του Πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή απαλλαγών από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης σε σχέση με τη σύσταση της εταιρείας Entra Eiendom AS (Noρβηγία)

45

 

*

Σύσταση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 119/07/COL, της 16ης Απριλίου 2007, για την παρακολούθηση των βασικών επιπέδων διοξινών, παρόμοιων με τις διοξίνες PCB και μη παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα

65

 

 

 

*

Σημείωση για τον αναγνώστη (βλέπε σελίδα 3 του εξωφύλλου)

s3

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1000/2008 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 13ης Οκτωβρίου 2008

για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ινδίας ύστερα από επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) («ο βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 9 και το άρθρο 11 παράγραφος 2,

την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή ύστερα από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Α.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.   Ισχύοντα μέτρα

(1)

Τον Ιούλιο του 2002, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1339/2002 (2), το Συμβούλιο επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ (τα «ισχύοντα μέτρα») της τάξης του 21 %, στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ ex 2921 42 10 (κωδικός TARIC 2921421060) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας («ΛΔΚ») και δασμό υπολοίπων εταιρειών 18,3 % στις εισαγωγές καταγωγής Ινδίας. Τα μέτρα που επιβλήθηκαν βασίζονταν στα αποτελέσματα μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ που ξεκίνησε σύμφωνα με το άρθρο 5 του βασικού κανονισμού («η αρχική έρευνα»).

(2)

Συγχρόνως, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1338/2002 (3), το Συμβούλιο επέβαλε οριστικό αντισταθμιστικό δασμό 7,1 % στις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος καταγωγής Ινδίας.

(3)

Στο πλαίσιο των προαναφερθεισών διαδικασιών αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων, η Επιτροπή, με την απόφαση 2002/611/ΕΚ (4) αποδέχτηκε μια ανάληψη υποχρέωσης ως προς την τιμή, που προσφέρθηκε από έναν ινδό παραγωγό-εξαγωγέα, την εταιρεία Kokan Synthetics and Chemicals Pvt. Ltd («Kokan»).

(4)

Το Φεβρουάριο του 2004, ύστερα από νέα έρευνα κατά των απορροφήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 12 του βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 236/2004 (5), αύξησε το ποσοστό του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος καταγωγής ΛΔΚ από 21 % σε 33,7 %.

(5)

Το Δεκέμβριο του 2003 η Kokan ενημέρωσε την Επιτροπή ότι επιθυμεί να ανακαλέσει την ανάληψη υποχρέωσής της εθελοντικά. Συνεπώς, η απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης ακυρώθηκε με την απόφαση 2004/255/ΕΚ της Επιτροπής (6).

(6)

Τον Απρίλιο του 2005, ύστερα από αίτημα που υποβλήθηκε από την Kokan, η Επιτροπή κίνησε (7) μερική ενδιάμεση επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού και το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2026/97 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (8) («ο βασικός κανονισμός κατά των επιδοτήσεων»), της οποίας το πεδίο περιορίστηκε στην εξέταση της δυνατότητας αποδοχής μιας ανάληψης υποχρέωσης που προτείνεται από την Kokan.

(7)

Με την απόφαση 2006/37/ΕΚ (9), η Επιτροπή δέχτηκε τη συνεπακόλουθη ανάληψη υποχρέωσης που προσφέρθηκε από την Kokan σχετικά με τη διαδικασία αντιντάμπινγκ και τη διαδικασία με αντικείμενο τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων για εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος καταγωγής Ινδίας.

(8)

Συγχρόνως, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1338/2002 για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος καταγωγής Ινδίας και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1339/2002 για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ινδίας τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 123/2006 του Συμβουλίου (10), ώστε να ληφθεί υπόψη η αποδοχή της εν λόγω ανάληψης υποχρέωσης.

2.   Αίτημα επανεξέτασης

(9)

Μετά τη δημοσίευση ανακοίνωσης για την επικείμενη λήξη ισχύος των μέτρων (11), η Επιτροπή έλαβε, στις 24 Απριλίου 2007, αίτηση για επανεξέταση λόγω λήξης των μέτρων, βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Αυτή η αίτηση υποβλήθηκε από δύο κοινοτικούς παραγωγούς (οι «αιτούντες») που αντιπροσωπεύουν το 100 % της κοινοτικής παραγωγής σουλφανιλικού οξέος.

(10)

Οι υποψήφιοι ισχυρίστηκαν και παρείχαν επαρκή εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ότι υπήρχε πιθανότητα συνέχισης ή/και επανάληψης της πρακτικής ντάμπινγκ και επανεμφάνισης της ζημίας στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής όσον αφορά τις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος καταγωγής ΛΔΚ και Ινδίας (οι «ενδιαφερόμενες χώρες»).

(11)

Έχοντας διαπιστώσει, ύστερα από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή, ότι υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την έναρξη επανεξέτασης λόγω λήξης ισχύος των μέτρων, η Επιτροπή ανακοίνωσε, στις 24 Ιουλίου 2007, με κοινοποίηση έναρξης που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (12), την έναρξη επανεξέτασης λόγω λήξης ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού.

3.   Παράλληλες έρευνες

(12)

Με την ανακοίνωση έναρξης που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 24 Ιουλίου 2007 (13), η Επιτροπή άρχισε επίσης μια έρευνα επανεξέτασης λόγω λήξης των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων σχετικά με τα ισχύοντα αντισταθμιστικά μέτρα για τις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος καταγωγής Ινδίας. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη.

(13)

Με την ανακοίνωση έναρξης που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Σεπτεμβρίου 2007 (14), η Επιτροπή κίνησε με ιδία πρωτοβουλία μερική ενδιάμεση επανεξέταση περιορισμένη στο επίπεδο επιδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 19 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της επαρκή εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ότι οι περιστάσεις όσον αφορά την επιδότηση βάσει της οποίας θεσπίστηκαν τα μέτρα είχαν αλλάξει και ότι οι αλλαγές αυτές ήταν διαρκούς χαρακτήρα. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη.

4.   Έρευνα

4.1.   Περίοδος έρευνας

(14)

Η έρευνα με αντικείμενο τη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ κάλυψε την περίοδο από την 1η Απριλίου 2006 έως τις 31 Μαρτίου 2007 («περίοδος έρευνας επανεξέτασης» ή «ΠΕΕ»). Η εξέταση των τάσεων που είχαν σημασία για την εκτίμηση της πιθανότητας συνέχισης ή επανάληψης της ζημίας κάλυψε την περίοδο από το 2003 έως το τέλος της περιόδου έρευνας επανεξέτασης («η υπό εξέταση περίοδος»).

4.2.   Μέρη τα οποία αφορά η έρευνα

(15)

Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσημα τους παραγωγούς-εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους χρήστες που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται, τους εκπροσώπους των χωρών εξαγωγής και τους αιτούντες σχετικά με την έναρξη της επανεξέτασης λόγω λήξης ισχύος των μέτρων. Οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που οριζόταν στην ανακοίνωση.

(16)

Δόθηκε η δυνατότητα ακρόασης σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία ζήτησαν και απέδειξαν ότι είχαν ιδιαίτερους λόγους να τύχουν ακρόασης.

(17)

Τα ερωτηματολόγια εστάλησαν σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται, δηλαδή στους δύο κοινοτικούς παραγωγούς και σε όλους τους γνωστούς παραγωγούς-εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους χρήστες.

(18)

Απαντήσεις στα ερωτηματολόγια απέστειλαν οι δύο κοινοτικοί παραγωγοί και ένας παραγωγός-εξαγωγέας στην Ινδία, καθώς επίσης και τέσσερις χρήστες. Κανένας από τους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ και κανένας από τους εισαγωγείς δεν απάντησαν στο ερωτηματολόγιο ούτε αναγγέλθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας.

(19)

Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλα τα στοιχεία που έκρινε απαραίτητα για τον προσδιορισμό, αφενός, της πιθανής συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ και της επακόλουθης ζημίας και, αφετέρου, του συμφέροντος της Κοινότητας. Εν προκειμένω, η Επιτροπή πραγματοποίησε επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων επιχειρήσεων:

α)

παραγωγοί-εξαγωγείς στην Ινδία:

Kokan Synthetics & Chemicals Pvt Ltd, Mumbai, Ινδία·

β)

κοινοτικοί παραγωγοί:

Ardenity, Givet, Γαλλία,

CUF Químicos Industriais, Estarreja, Πορτογαλία·

γ)

χρήστες:

Kemira Germany GmbH, Leverkusen, Γερμανία,

Robama SA, Palafolls, Ισπανία.

Β.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΙΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΙΟΝ

1.   Υπό εξέταση προϊόν

(20)

Το υπό εξέταση προϊόν είναι το ίδιο με την αρχική έρευνα, δηλαδή σουλφανιλικό οξύ που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ ex 2921 42 10. Υπάρχουν βασικά δύο ποιότητες σουλφανιλικού οξέος, που προσδιορίζονται ανάλογα με το βαθμό καθαρότητάς τους: ένα προϊόν τεχνικής καθαρότητας και ένα καθαρό προϊόν. Επιπλέον, το καθαρό προϊόν μερικές φορές διατίθεται στο εμπόριο υπό μορφή άλατος του σουλφανιλικού οξέος. Το σουλφανιλικό οξύ χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στην παραγωγή φθοριζόντων λευκαντικών, πρόσθετων σκυροδέματος, χρωστικών τροφίμων και βαφών ειδικών χρήσεων. Παρόλο που υπάρχουν διάφορες χρήσεις του σουλφανιλικού οξέος, οι χρήστες θεωρούν ότι όλες οι ποιότητες και οι μορφές μπορούν σε λογικό βαθμό να αλληλοϋποκατασταθούν, να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά στις περισσότερες εφαρμογές και, συνεπώς, αντιμετωπίζονται, όπως έγινε και στην αρχική έρευνα, ως ενιαίο προϊόν.

2.   Ομοειδές προϊόν

(21)

Όπως διαπιστώθηκε στην αρχική έρευνα, η επανεξέταση επιβεβαίωσε ότι το σουλφανιλικό οξύ είναι ένα χημικώς καθαρό βασικό προϊόν και τα βασικά χημικά χαρακτηριστικά του είναι συγκρίσιμα, ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσής του. Επομένως, διαπιστώθηκε ότι, το υπό εξέταση προϊόν και τα προϊόντα που κατασκευάζονται και πωλούνται από τον παραγωγό-εξαγωγέα στην Ινδία στην εγχώρια αγορά του και σε τρίτες χώρες, καθώς επίσης και εκείνα που κατασκευάζονται και πωλούνται από τους κοινοτικούς παραγωγούς στην κοινοτική αγορά, έχουν τα ίδια βασικά φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά και ουσιαστικά τις ίδιες χρήσεις και, επομένως, θεωρούνται ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Γ.   ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ Ή/ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

(22)

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε εάν υπήρχε πρακτική ντάμπινγκ κατά την ΠΕΕ και εάν η λήξη της ισχύος των μέτρων θα ήταν πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ.

1.   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(23)

Πρέπει να σημειωθεί ότι, καθώς η Κοινότητα διευρύνθηκε και περιλαμβάνει 25 κράτη μέλη από το 2004 και 27 κράτη μέλη από το 2007, οι ποσότητες εξαγωγής και τα μερίδια αγοράς στην προηγούμενη έρευνα και στην τρέχουσα επανεξέταση λόγω λήξης των μέτρων δεν μπορούν να συγκριθούν άμεσα.

1.1.   Ινδία

(24)

Με σκοπό να τηρηθεί το απόρρητο των επιχειρηματικών πληροφοριών και λόγω του γεγονότος ότι η Kokan αντιπροσωπεύει το 100 % των εισαγωγών καταγωγής Ινδίας, είναι απαραίτητο να παρουσιαστούν οι σχετικές πληροφορίες με μορφή δεικτών ή ως εύρος τιμών.

(25)

Αυτή η εξέταση βασίστηκε στην επαληθευμένη απάντηση του ερωτηματολογίου από το συνεργαζόμενο παραγωγό-εξαγωγέα στην Ινδία που συνεργάστηκε πλήρως με την έρευνα. Από τις πληροφορίες που παρείχε η επιχείρηση και τα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, προκύπτει ότι όλες οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ πραγματοποιήθηκαν από αυτόν τον παραγωγό-εξαγωγέα.

(26)

Διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ περίπου 800 έως 1 000 τόνοι σουλφανιλικού οξέος εισήχθησαν από την Ινδία στην Κοινότητα, δηλαδή περίπου 8-10 % της κοινοτικής κατανάλωσης. Στην αρχική έρευνα, οι εισαγωγές από την Ινδία ανέρχονταν σε 1 712 τόνους.

1.2.   Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

(27)

Ελλείψει συνεργασίας από οποιονδήποτε από τους κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς, η εξέταση για το κατά πόσον η πρακτική ντάμπινγκ πραγματοποιούνταν ή όχι αυτήν την περίοδο έπρεπε να βασιστεί στις πληροφορίες που διέθετε η Επιτροπή από άλλες πηγές. Από αυτή την άποψη, και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού, χρησιμοποιήθηκαν επίσημα στοιχεία της Eurostat, ώστε να προσδιοριστούν οι ποσότητες και οι τιμές των εισαγωγών.

(28)

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ εισήχθησαν από τη ΛΔΚ στην Κοινότητα 1 482 τόνοι σουλφανιλικού οξέος, δηλαδή περίπου το 15 % της κοινοτικής κατανάλωσης. Στην περίοδο της αρχικής έρευνας, οι εισαγωγές από τη ΛΔΚ ανέρχονταν σε 2 950 τόνους.

2.   Πιθανότητα συνέχισης της πρακτικής ντάμπινγκ

2.1.   Ινδία

(29)

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, για τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ χρησιμοποιήθηκε η ίδια μεθοδολογία όπως και στην προηγούμενη έρευνα. Υπενθυμίζεται ότι στην αρχική έρευνα είχε καθοριστεί περιθώριο ντάμπινγκ 24,6 %.

α)   Κανονική αξία

(30)

Όσον αφορά τον καθορισμό της κανονικής αξίας, προσδιορίστηκε καταρχάς για το συνεργαζόμενο παραγωγό-εξαγωγέα κατά πόσον οι συνολικές εγχώριες πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος ήταν αντιπροσωπευτικές σε σύγκριση με τις συνολικές εξαγωγικές πωλήσεις του στην Κοινότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, οι εγχώριες πωλήσεις θεωρούνται αντιπροσωπευτικές όταν ο συνολικός όγκος των εγχώριων πωλήσεων ανέρχεται τουλάχιστον στο 5 % του συνολικού όγκου των εξαγωγικών πωλήσεών του στην Κοινότητα. Από την έρευνα προέκυψε ότι οι εγχώριες πωλήσεις ήταν αντιπροσωπευτικές.

(31)

Στη συνέχεια προσδιορίστηκαν τα είδη του υπό εξέταση προϊόντος που πωλούνται στην εγχώρια αγορά από τον παραγωγό-εξαγωγέα που πραγματοποιεί συνολικά αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις, τα οποία ήταν πανομοιότυπα ή άμεσα συγκρίσιμα με τα είδη που πωλούνται για εξαγωγή στην Κοινότητα. Τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό των διαφορετικών τύπων προϊόντων ήταν η ποιότητα (καθαρό προϊόν ή προϊόν τεχνικής καθαρότητας), η μορφή (όξινο άλας σκονών ή νατρίου) και η συγκέντρωση οξέος.

(32)

Για καθέναν από τους τύπους του προϊόντος που πωλήθηκαν από τον παραγωγό-εξαγωγέα στην εγχώρια αγορά, που αποδείχθηκε ότι ήταν άμεσα συγκρίσιμος με τον τύπο που πωλήθηκε προς εξαγωγή στην Κοινότητα, εξετάστηκε κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις ήταν επαρκώς αντιπροσωπευτικές, για τους σκοπούς του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Οι εγχώριες πωλήσεις ενός συγκεκριμένου τύπου προϊόντος θεωρήθηκαν επαρκώς αντιπροσωπευτικές όταν, κατά την ΠΕΕ, ο συνολικός όγκος των εγχώριων πωλήσεων του εν λόγω τύπου αντιπροσώπευε το 5 % ή περισσότερο του συνολικού όγκου πωλήσεων του συγκρίσιμου τύπου προϊόντος που εξήχθη στην Κοινότητα. Η έρευνα έδειξε ότι από τους τρεις τύπους που εξήχθησαν από τον ενδιαφερόμενο παραγωγό-εξαγωγέα, δύο πωλήθηκαν σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες στην εγχώρια αγορά.

(33)

Εξετάστηκε επίσης εάν οι εγχώριες πωλήσεις της επιχείρησης θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι έγιναν κατά τη συνήθη εμπορική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

(34)

Αυτό έγινε με τον προσδιορισμό του ποσοστού των εγχώριων πωλήσεων σε ανεξάρτητους πελάτες, για καθέναν από τους δύο τύπους που πωλήθηκαν σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες, που δεν πωλήθηκαν με απώλεια κατά τη διάρκεια ΠΕΕ. Γι’ αυτούς τους τύπους προϊόντων, δεδομένου ότι περισσότερο από 80 % κατ’ όγκο δεν πωλήθηκε με απώλεια στην εγχώρια αγορά, και η σταθμισμένη μέση τιμή πώλησης ήταν ίση ή υψηλότερη από το σταθμισμένο μέσο κόστος παραγωγής, η κανονική αξία, ανά τύπο προϊόντος, υπολογίστηκε ως σταθμισμένος μέσος όρος όλων των εγχώριων τιμών πωλήσεων, πληρωμένος ή πληρωτέος από τους ανεξάρτητους πελάτες, του εν λόγω τύπου προϊόντος, όπως καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

(35)

Για τον τύπο προϊόντος που δεν πωλήθηκε σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες στην εγχώρια αγορά, η κανονική αξία έπρεπε να κατασκευαστεί. Με σκοπό να καθοριστεί η κατασκευασμένη κανονική αξία, οι πωλήσεις του συνεργαζόμενου παραγωγού-εξαγωγέα, οι πραγματοποιηθείσες γενικές και διοικητικές δαπάνες και το σταθμισμένο μέσο κέρδος που πραγματοποιήθηκε από τις εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος, κατά τη συνήθη εμπορική πράξη, κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ, προστέθηκαν στο μέσο κόστος παραγωγής κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 3 και 6 του βασικού κανονισμού.

β)   Τιμή εξαγωγής

(36)

Η έρευνα έδειξε ότι οι εξαγωγές του ινδού παραγωγού-εξαγωγέα έγιναν μόνο προς μη συνδεδεμένους πελάτες στην Κοινότητα.

(37)

Συνεπώς, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε με βάση τις τιμές εξαγωγής που έχουν πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού.

γ)   Σύγκριση

(38)

Η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής συγκρίθηκαν σε επίπεδο τιμών εκ του εργοστασίου. Για να εξασφαλιστεί η δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, πραγματοποιήθηκαν οι δέουσες προσαρμογές, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τόσο τις τιμές όσο και τη συγκρισιμότητα των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Αυτές οι προσαρμογές έγιναν για τις δαπάνες μεταφοράς και ασφάλισης.

δ)   Περιθώριο ντάμπινγκ

(39)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 11 και 12 του βασικού κανονισμού, η σταθμισμένη μέση κανονική αξία κάθε είδους του υπό εξέταση προϊόντος που εξήχθη στην Κοινότητα κατά την ΠΕΕ συγκρίθηκε με τη σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής κάθε αντίστοιχου είδους του υπό εξέταση προϊόντος.

(40)

Αυτή η σύγκριση έδειξε την απουσία πρακτικής ντάμπινγκ για το συνεργαζόμενο παραγωγό-εξαγωγέα στην Ινδία που εξήγαγε στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ.

(41)

Όσον αφορά την απουσία πρακτικής ντάμπινγκ από το συνεργαζόμενο εξαγωγέα κατά την ΠΕΕ, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 7 ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ ίσχυε ανάληψη υποχρέωσης ως προς τις τιμές, με την οποία απαιτείτο από τον ενδιαφερόμενο παραγωγό-εξαγωγέα να σεβαστεί ένα ορισμένο επίπεδο τιμών για τις εξαγωγές στην Κοινότητα. Διαπιστώθηκε ότι ορισμένες συναλλαγές ήταν ελαφρώς υψηλότερες από το επίπεδο των ελάχιστων τιμών εισαγωγών («ΕΤΕ») της ανάληψης υποχρέωσης, αλλά η πλειονότητα των πωλήσεων διατιμήθηκε στο επίπεδο των ΕΤΕ.

2.2.   Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

(42)

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, για τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ χρησιμοποιήθηκε η ίδια μεθοδολογία όπως και στην προηγούμενη έρευνα. Υπενθυμίζεται ότι στην αρχική έρευνα είχε καθοριστεί περιθώριο ντάμπινγκ 21 %. Εντούτοις, ύστερα από νέα έρευνα κατά των απορροφήσεων, που άρχισε τον Ιούνιο του 2003, το περιθώριο αντιντάμπινγκ επαναξιολογήθηκε και διαπιστώθηκε ότι αυξήθηκε σε 33,7 %, όπως περιγράφεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 236/2004.

ε)   Ανάλογη χώρα

(43)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού, η ΛΔΚ δεν είναι χώρα με οικονομία της αγοράς και, επομένως, η κανονική αξία για τις εισαγωγές από τη ΛΔΚ έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τα στοιχεία από μια τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς.

(44)

Στην ανακοίνωση έναρξης της διαδικασίας, η Ινδία θεωρήθηκε η κατάλληλη τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς όσον αφορά τις εξαγωγές της ΛΔΚ στην Κοινότητα. Η Ινδία επελέγη επίσης ως ανάλογη χώρα και στην αρχική έρευνα.

(45)

Ωστόσο, οι αιτούντες πρότειναν ότι θα ήταν περισσότερο ενδεδειγμένο να χρησιμοποιηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής («ΗΠΑ») ως ανάλογη χώρα σε αυτήν την περίπτωση. Υποστηρίχτηκε ότι, σε αντίθεση με την Ινδία, οι τιμές του σουλφανιλικού οξέος στις ΗΠΑ καθορίζονται από κανονικές μη διαστρεβλωμένες δυνάμεις της αγοράς. Επιπλέον, υποστηρίχτηκε ότι η διαδικασία παραγωγής σουλφανιλικού οξέος στις ΗΠΑ εκτελείται κατά τρόπο συγκρίσιμο με αυτόν στη ΛΔΚ και ότι οι ποσότητες που παράγονται και που πωλούνται στις ΗΠΑ είναι αντιπροσωπευτικές. Επίσης, οι αιτούντες υποστήριξαν ότι η πρόσβαση σε πρώτες ύλες στην Ινδία δεν είναι συγκρίσιμη με την πρόσβαση σε πρώτες ύλες στη ΛΔΚ, δεδομένου ότι οι ινδοί παραγωγοί, λόγω του καθεστώτος έκδοσης προηγούμενων αδειών, προτιμούν να εισάγουν τις πρώτες ύλες αντί να αγοράζουν εγχώριες.

(46)

Όσον αφορά την πρόταση να χρησιμοποιηθούν οι ΗΠΑ ως ανάλογη χώρα, σημειώνεται ότι οι ΗΠΑ, επί σειρά ετών, εφάρμοζαν προστατευτικά μέτρα, υπό μορφή μέτρων αντιντάμπινγκ, έναντι των εισαγωγών από τη ΛΔΚ και την Ινδία και αντισταθμιστικά μέτρα έναντι των εισαγωγών από την Ινδία. Για το λόγο αυτό, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι τιμές επηρεάστηκαν από τα εν λόγω μέτρα εμπορικής προστασίας.

(47)

Σχετικά με την πρόσβαση στις πρώτες ύλες, διαπιστώθηκε επίσης ότι οι ινδοί παρασκευαστές σουλφανιλικού οξέος αγοράζουν τις πρώτες ύλες στην εγχώρια αγορά. Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι η πρόσβαση στις πρώτες ύλες καθιστά την Ινδία ακατάλληλη ως ανάλογη χώρα. Επιπλέον, υπάρχουν πολλοί παραγωγοί σουλφανιλικού οξέος στην Ινδία και εισαγωγές, για παράδειγμα από τη ΛΔΚ, διατίθενται επίσης στην αγορά. Δεν υπάρχουν επομένως αποδεικτικά στοιχεία που να φανερώνουν έλλειψη ανταγωνισμού στην Ινδία.

(48)

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, και ελλείψει άλλων πειστικών επιχειρημάτων για την αλλαγή των συνθηκών από την αρχική έρευνα και μετά, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Ινδία αποτελεί κατάλληλη ανάλογη χώρα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, στο πλαίσιο της παρούσας επανεξέτασης λόγω λήξης των μέτρων.

στ)   Προσδιορισμός της κανονικής αξίας

(49)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία καθορίστηκε βάσει επαληθευμένων πληροφοριών που διαβίβασε ο συνεργαζόμενος παραγωγός-εξαγωγέας από την ανάλογη χώρα. Πιο συγκεκριμένα, η κανονική αξία προσδιορίστηκε βάσει της καταβληθείσας ή πληρωτέας τιμής στην Ινδία από μη συνδεδεμένους πελάτες για συγκρίσιμους τύπους προϊόντων, αφού διαπιστώθηκε ότι έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη συνήθη εμπορική πράξη.

ζ)   Τιμή εξαγωγής

(50)

Λόγω της έλλειψης συνεργασίας από την πλευρά των κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων, η τιμή εξαγωγής έπρεπε να υπολογιστεί βάσει των διαθέσιμων πραγματικών στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat επελέγησαν ως κατάλληλη βάση υπολογισμού της τιμής εξαγωγής.

η)   Σύγκριση

(51)

Για την ορθή σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, έγιναν οι δέουσες προσαρμογές, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στη συγκρισιμότητα τιμών. Οι προσαρμογές αυτές πραγματοποιήθηκαν, όσον αφορά τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Στη συνέχεια, η κανονική αξία σε ινδικό επίπεδο τιμών «εκ του εργοστασίου» συγκρίθηκε με την προσαρμοσμένη κινεζική τιμή εξαγωγής στο ίδιο επίπεδο.

θ)   Περιθώριο ντάμπινγκ

(52)

Από τη σύγκριση της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής διαπιστώθηκε η ύπαρξη ντάμπινγκ· το περιθώριο ντάμπινγκ αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της κανονικής αξίας, αφενός, και της τιμής εξαγωγής στην Κοινότητα, αφετέρου. Το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε κατά τον τρόπο αυτό, ως ποσοστό της τιμής CIF στα σύνορα της Κοινότητας ήταν της τάξης του 15 % έως 20 %.

3.   Εξέλιξη των εισαγωγών σε περίπτωση κατάργησης των μέτρων

3.1.   Ινδία

ι)   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(53)

Ελλείψει της πρακτικής ντάμπινγκ κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ, εξετάστηκε εάν η πρακτική ντάμπινγκ από την Ινδία θα ήταν πιθανό να επαναληφθεί σε περίπτωση κατάργησης των μέτρων. Προκειμένου να αξιολογηθεί εάν υπάρχει πιθανότητα επανάληψης της πρακτικής ντάμπινγκ, εξετάστηκαν η πολιτική τιμολόγησης της Kokan, δηλαδή οι τιμές της σε άλλες αγορές εξαγωγών σε σύγκριση με τις τιμές εξαγωγής της στην Κοινότητα και με τις εγχώριες τιμές της, και η παραγωγή της, η παραγωγική της ικανότητα και τα αποθέματα. Η ανάλυση βασίστηκε στις πληροφορίες που δόθηκαν στην απάντηση του ερωτηματολογίου και που επαληθεύθηκαν στις εγκαταστάσεις της Kokan κατά τη διάρκεια της έρευνας.

ια)   Σχέση μεταξύ των τιμών στην Κοινότητα και των τιμών στην Ινδία

(54)

Οι τιμές στην κοινοτική αγορά ήταν υψηλότερες από αυτές που επιτεύχθηκαν από Kokan στην εγχώρια αγορά της κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη πρέπει να εξεταστεί λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι τιμές εξαγωγής αυτής της εταιρείας υπόκειντο στην εφαρμογή των ΕΤΕ της ανάληψης υποχρέωσης.

ιβ)   Σχέση μεταξύ των τιμών εξαγωγής σε τρίτες χώρες των τιμών εξαγωγής στην Κοινότητα και των εγχώριων τιμών στην Ινδία

(55)

Διαπιστώθηκε ότι η μέση τιμή εξαγωγής που χρέωνε η Kokan σε τρίτες χώρες ήταν σημαντικά κάτω από τη μέση τιμή εξαγωγής της στην Κοινότητα. Επίσης διαπιστώθηκε ότι αυτές οι τιμές υπόκειντο σε ντάμπινγκ, εφόσον διαπιστώθηκε να είναι αρκετά κάτω από τις τιμές που χρέωνε η Kokan στην εγχώρια αγορά της.

(56)

Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 41 ανωτέρω, η Kokan υπόκειτο σε ανάληψη υποχρέωσης όσον αφορά την ελάχιστη τιμή για τις εξαγωγές της στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ, ενώ οι τιμές που χρεώθηκαν στους πελάτες σε άλλες τρίτες χώρες προσδιορίστηκαν ελεύθερα. Σε αυτές τις περιστάσεις, οι τελευταίες τιμές είναι μια ένδειξη του πιθανού επιπέδου τιμών για την εξαγωγή στην Κοινότητα εάν καταργηθούν τα μέτρα. Συμπεραίνεται λοιπόν ότι η Kokan είναι πιθανό να μειώσει τις τιμές εξαγωγής της στην Κοινότητα και ότι η πρακτική ντάμπινγκ είναι πιθανό να επαναληφθεί στην κοινοτική αγορά σε περίπτωση που καταργηθούν τα μέτρα.

ιγ)   Σχέση μεταξύ των τιμών εξαγωγής σε τρίτες χώρες και του επιπέδου των τιμών στην κοινοτική αγορά

(57)

Σημειώνεται επίσης ότι οι τιμές εξαγωγής σε τρίτες χώρες διαπιστώθηκε ότι είναι κατά μέσον όρο κάτω από τις τιμές πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην κοινοτική αγορά. Αυτό σημαίνει ότι το τρέχον επίπεδο τιμών για το υπό εξέταση προϊόν στην κοινοτική αγορά καθιστά αυτή την αγορά πολύ ελκυστική για τον παραγωγό-εξαγωγέα στην Ινδία. Με βάση τα στοιχεία αυτά, κρίνεται ότι υπάρχει πράγματι οικονομικό κίνητρο για τη μετατόπιση των πωλήσεων στην ακριβότερη κοινοτική αγορά, σε περίπτωση ανάκλησης των ισχυόντων μέτρων.

ιδ)   Μη χρησιμοποιηθείσες ικανότητες και αποθέματα

(58)

Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο συνεργαζόμενος παραγωγός-εξαγωγέας δεν αύξησε τα αποθέματα κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ. Εντούτοις, διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία θα ήταν σε θέση να αυξήσει την παραγωγή της δεδομένου ότι το ποσοστό χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητάς της ήταν περίπου στο 65 % κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ. Ως προς αυτό, σημειώνεται ότι η αχρησιμοποίητη παραγωγική ικανότητα του συνεργαζόμενου παραγωγού-εξαγωγέα διαπιστώθηκε ότι αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 30 % της κοινοτικής κατανάλωσης.

ιε)   Συμπέρασμα για την Ινδία

(59)

Η έρευνα έδειξε σαφώς ότι το επίπεδο της τιμής στην Ινδία και σε άλλες αγορές τρίτων χωρών είναι σημαντικά χαμηλότερο από το επίπεδο της τιμής στην κοινοτική αγορά. Εάν τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ καταργηθούν, θα υπάρξει ισχυρό κίνητρο για τον συνεργαζόμενο ινδό παραγωγό-εξαγωγέα να αξιοποιήσει αχρησιμοποίητες παραγωγικές ικανότητες, αλλά και να κατευθύνει περισσότερες πωλήσεις στην κοινοτική αγορά και, επομένως, να συνεχίσει την εξαγωγή, ακόμη και σε αυξημένες ποσότητες. Η παραπάνω αξιολόγηση δείχνει ότι οι αυξημένες ποσότητες εξαγωγών στην Κοινότητα θα γίνονταν κατά πάσα πιθανότητα σε τιμές ντάμπινγκ.

3.2.   Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

ιστ)   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(60)

Εκτός από τη διαπίστωση πρακτικής ντάμπινγκ κατά τη διάρκεια τους ΠΕΕ, εξετάστηκε η πιθανότητα συνέχισης της πρακτικής ντάμπινγκ σε περίπτωση κατάργησης των μέτρων. Ελλείψει συνεργασίας από οποιονδήποτε κινέζο παραγωγό-εξαγωγέα, τα συμπεράσματα που ακολουθούν στηρίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία, δηλαδή στις πληροφορίες που υποβλήθηκαν από τους αιτούντες, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού, και τα στοιχεία που εξάγονται από την Eurostat.

ιζ)   Παραγωγική ικανότητα

(61)

Δημοσιοποιημένα στοιχεία δείχνουν ότι ο κινεζικός όγκος παραγωγής είναι περίπου 22 000 τόνοι, ποσότητα πάνω από τη διπλάσια κατανάλωση στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ. Ελλείψει συνεργασίας από οποιονδήποτε κινέζο παραγωγό-εξαγωγέα, δεν υπήρχαν διαθέσιμες πληροφορίες ως προς το εάν υπάρχουν πλεονάζουσες ικανότητες στη ΛΔΚ. Εντούτοις, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι κινέζοι παραγωγοί έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τη σχετικά απλή επεξεργασία κατά παρτίδα που χρησιμοποιείται σήμερα για την παρασκευή ειδικών βαφών και χημικών ουσιών με σκοπό την παραγωγή σουλφανιλικού οξέος. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 63 κατωτέρω, η κοινοτική αγορά εξακολουθούσε για πολλά χρόνια να αποτελεί μια ελκυστική αγορά για τους κινέζους εξαγωγείς. Επομένως, είναι λογικό να υποτεθεί ότι οποιεσδήποτε πλεονάζουσες παραγωγικές ικανότητες που υπάρχουν ενδεχομένως στη ΛΔΚ θα χρησιμοποιηθούν για να διοχετευτούν πρόσθετες ποσότητες στην κοινοτική αγορά ή/και ότι η υπάρχουσα παραγωγή, αυξημένη με εναλλαγές παραγωγής ειδικών βαφών και παραγωγής χημικών ουσιών θα επαναπροσανατολιστεί στην Κοινότητα, σε περίπτωση κατάργησης των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ.

ιη)   Σχέση μεταξύ των τιμών εξαγωγής σε τρίτες χώρες και των τιμών εξαγωγής στην Κοινότητα

(62)

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι κινεζικές τιμές εξαγωγής σε τρίτες χώρες ήταν χαμηλότερες από τις κινεζικές τιμές εξαγωγής στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ. Επομένως, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα ότι, εάν καταργηθούν τα μέτρα, οι κινέζοι εξαγωγείς θα επαναπροσανατόλιζαν τις τρέχουσες εξαγωγές τους σε τρίτες χώρες στην κοινοτική αγορά και ότι οι εξαγωγές αυτές θα συνέχιζαν να αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

ιθ)   Πρακτικές απορρόφησης

(63)

Όπως αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 236/2004, διαπιστώθηκε ότι η απορρόφηση του δασμού αντιντάμπινγκ είχε πραγματοποιηθεί για τις εξαγωγές από τη ΛΔΚ στην Κοινότητα. Αυτή η πρακτική κατέδειξε τη συνεχή ελκυστικότητα της κοινοτικής αγοράς για τους κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς. Δεδομένου ότι διαπιστώθηκε ότι οι εξαγωγές κατά τη διάρκεια της ΠΠΕ γίνονταν σε τιμές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η πρακτική ντάμπινγκ είναι πιθανό να συνεχιστεί και να αυξηθούν οι όγκοι των εξαγωγών εάν εγκριθεί η κατάργηση των μέτρων.

κ)   Συμπέρασμα για τη ΛΔΚ

(64)

Η έρευνα έδειξε ότι οι κινέζοι εξαγωγείς εξακολούθησαν να εφαρμόζουν πρακτικές ντάμπινγκ κατά την ΠΕΕ σε μεγάλο βαθμό. Βάσει των συμπερασμάτων στις αιτιολογικές σκέψεις 62 και 63 ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχει η πιθανότητα να συνεχιστεί σε σημαντικό βαθμό η πρακτική ντάμπινγκ εάν καταργηθούν τα ισχύοντα μέτρα. Επίσης, εάν εκλείψουν τα μέτρα, υπάρχει η πιθανότητα σημαντικής αύξησης του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

4.   Συμπέρασμα σχετικά με την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης της πρακτικής ντάμπινγκ

(65)

Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η πρακτική ντάμπινγκ είναι πιθανόν να συνεχιστεί όσον αφορά στους κινέζους εξαγωγείς και είναι πιθανόν να επαναληφθεί όσον αφορά τους ινδούς παραγωγούς-εξαγωγείς, εάν καταργηθούν τα ισχύοντα μέτρα.

Δ.   ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΙΗΣ

(66)

Εντός της Κοινότητας, το ομοειδές προϊόν κατασκευάζεται από δύο παραγωγούς, των οποίων η παραγωγή κρίνεται ότι συνιστά το σύνολο της κοινοτικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

(67)

Πρέπει να σημειωθεί ότι, σε σύγκριση με την αρχική έρευνα, οι εταιρείες «Sorochimie Chimie Fine» και «Quimigal SA» μετονομάστηκαν σε «Ardenity» και «CUF Químicos Industriais» αντίστοιχα.

(68)

Αυτοί οι δύο παραγωγοί συνεργάστηκαν στην έρευνα και υποστήριξαν το αίτημα για επανεξέταση. Επομένως, συνιστούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Ε.   ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

1.   Κατανάλωση στην κοινοτική αγορά

(69)

Η φαινόμενη κοινοτική κατανάλωση καθορίστηκε βάσει:

των εισαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος στην κοινοτική αγορά, από στοιχεία της Eurostat,

των συνολικών πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην κοινοτική αγορά, από τις απαντήσεις στα ερωτηματολόγια.

(70)

Η κοινοτική κατανάλωση σουλφανιλικού οξέος κατά την ΠΕΕ ήταν περίπου 10 000 τόνοι. Κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου παρατηρήθηκε μείωση στην κατανάλωση 6 %.

Πίνακας 1

Κατανάλωση στην κοινοτική αγορά

 

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Κατανάλωση (σε τόνους)

10 684

10 443

10 899

9 939

9 997

Δείκτης

100

98

102

93

94

2.   Τρέχουσες εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες

(71)

Για να τηρηθεί το απόρρητο των επιχειρηματικών πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Kokan αντιπροσωπεύει 100 % των εισαγωγών καταγωγής Ινδίας και ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αποτελείται από δύο μόνον παραγωγούς, θεωρήθηκε απαραίτητο να υποβληθούν οι πληροφορίες στους πίνακες 2 έως 5 κατωτέρω υπό μορφή δεικτών.

2.1.   Όγκος εισαγωγών και μερίδιο των εν λόγω εισαγωγών στην αγορά κατά την ΠΕΕ

(72)

Οι ποσότητες και τα μερίδια στην αγορά των εισαγωγών από τη ΛΔΚ και την Ινδία εξελίχθηκαν όπως αναφέρεται στους πίνακες κατωτέρω. Τα στοιχεία για τον όγκο των εισαγωγών βασίζονται στην Eurostat.

Πίνακας 2

Εισαγωγές από τις εξεταζόμενες χώρες

Εισαγωγές (δείκτης)

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

ΛΔΚ

100

106

128

86

84

Ινδία

100

54

59

56

60

Σύνολο για τις οικείες χώρες

100

81

95

72

73

Πηγή: Eurostat.

Πίνακας 3

Μερίδιο αγοράς των ενδιαφερόμενων χωρών

Μερίδιο αγοράς (δείκτης)

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

ΛΔΚ

100

109

126

92

90

Ινδία

100

55

58

60

64

Σύνολο για τις οικείες χώρες

100

83

94

77

78

(73)

Οι εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες μειώθηκαν κατά 27 % κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Το μερίδιο αγοράς των ενδιαφερόμενων χωρών μειώθηκε κατά 22 % από το 2003 έως την ΠΕΕ.

(74)

Εξετάζοντας κάθε χώρα χωριστά, οι ποσότητες εισαγωγών από την Ινδία μειώθηκαν κατά 40 % από το 2003 έως την ΠΕΕ και το μερίδιο αγοράς των ινδικών εισαγωγών μειώθηκε κατά 36 %.

(75)

Ο όγκος των εισαγωγών καταγωγής ΛΔΚ μειώθηκε κατά 16 % κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου και το μερίδιο αγοράς μειώθηκε κατά 10 % κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.

2.2.   Εξέλιξη των τιμών και πολιτική τιμών κατά τις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος

Πίνακας 4

Τιμές των υπό εξέταση εισαγωγών

Τιμές μονάδας (ευρώ/τόνο)

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

ΛΔΚ

773

876

1 138

1 128

1 040

Δείκτης

100

113

147

146

135

Ινδία (σε μορφή δείκτη)

100

85

96

110

111

Σύνολο για τις οικείες χώρες

956

910

1 131

1 180

1 138

Δείκτης

100

95

118

123

119

Πηγή: Eurostat.

(76)

Η μέση τιμή των εν λόγω εισαγωγών καταγωγής ΛΔΚ αυξήθηκε κατά 35 % κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου η μέση τιμή των εν λόγω εισαγωγών καταγωγής Ινδίας αυξήθηκε κατά 11 %.

(77)

Για τον υπολογισμό του επιπέδου των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ, συγκρίθηκαν οι τιμές εργοστασίου του κοινοτικού κλάδου παραγωγής προς μη συνδεδεμένους καταναλωτές με τις τιμές εισαγωγής CIF στα κοινοτικά σύνορα των οικείων χωρών, δεόντως προσαρμοσμένες, ώστε να αντικατοπτρίζεται η τιμή του εκφορτωθέντος προϊόντος. Αυτή η προσαρμογή έγινε με την αύξηση των τιμών από τον κανονικό τελωνειακό δασμό και τις δαπάνες μετά την εισαγωγή, τόσο για τη ΛΔΚ όσο και για την Ινδία, και με περαιτέρω αύξηση των κινεζικών τιμών με το δασμό αντιντάμπινγκ. Η σύγκριση έδειξε ότι οι προσαρμοσμένες κινεζικές και ινδικές τιμές δεν ήταν χαμηλότερες των τιμών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

3.   Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες

Πίνακας 5

Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες

Αλλοδαπή

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Εισαγωγές (δείκτης)

100

80

100

97

97

Μερίδιο αγοράς (δείκτης)

100

82

98

104

104

Μέσες τιμές (ευρώ/τόνο)

935

927

1 100

1 255

1 285

Δείκτης

100

99

118

134

137

Πηγή: Eurostat.

(78)

Ο όγκος των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες μειώθηκε ελαφρώς κατά 3 % κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Εντούτοις, λόγω της συρρίκνωσης της ζήτησης, το μερίδιό τους στην αγορά αυξήθηκε κατά 0,7 %. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εισαγωγών κατά την εξεταζόμενη περίοδο αποδίδεται στην κύρια χώρα εξαγωγής, δηλαδή τις ΗΠΑ.

(79)

Οι τιμές σουλφανιλικού οξέος από άλλες τρίτες χώρες ήταν ελαφρώς χαμηλότερες από εκείνες του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και ακολούθησαν τις τάσεις των ινδικών τιμών από το 2005 και μετά.

4.   Οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

α)   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(80)

Για να τηρηθεί το απόρρητο των επιχειρηματικών πληροφοριών, θεωρήθηκε απαραίτητο να υποβληθούν οι πληροφορίες σχετικά με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής υπό μορφή δεικτών.

(81)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκαν όλοι οι σχετικοί οικονομικοί παράγοντες και οι δείκτες σχετικά με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

β)   Στοιχεία σχετικά με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής

—   Παραγωγή, εγκατεστημένη παραγωγική ικανότητα και ποσοστό χρησιμοποίησης της ικανότητας

Πίνακας 6

Παραγωγή, εγκατεστημένη παραγωγική ικανότητα, χρησιμοποίηση της ικανότητας

 

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Ικανότητα σε τόνους (δείκτης)

100

100

100

105

112

Παραγωγή σε τόνους (δείκτης)

100

119

115

115

117

Χρησιμοποίηση παραγωγικής ικανότητας (δείκτης)

100

119

115

109

105

Πηγή: Απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(82)

Το επίπεδο παραγωγής του κοινοτικού κλάδου κατά την ΠΕΕ ήταν 17 % υψηλότερο από το επίπεδο που καταγράφηκε στην έναρξη της εξεταζόμενης περιόδου. Η παραγωγική ικανότητα του κοινοτικού κλάδου αυξήθηκε επίσης κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου κατά 12 %, δεδομένου ότι ένας κοινοτικός παραγωγός αύξησε την ικανότητά του με επενδύσεις σε εξοπλισμό, ώστε να παράγει καθαρό σουλφανιλικό οξύ. Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων οδήγησε σε μια γενική αύξηση στο ποσοστό χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής πέτυχε ένα ικανοποιητικό επίπεδο χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας κατά την ΠΕΕ (της τάξης του 75-80 %).

—   Αποθέματα

(83)

Τα επίπεδα αποθεμάτων τέλους έτους του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου κατά 22 %. Τα επίπεδα αποθέματος έπεσαν σημαντικά το 2004 και το 2005 αλλά σταδιακά αυξήθηκαν το 2006 και στην ΠΕΕ.

Πίνακας 7

Τελικά αποθέματα κατ’ όγκο

 

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Αποθέματα σε τόνους (δείκτης)

100

35

38

64

78

Πηγή: Απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

—   Όγκος πωλήσεων, μερίδιο αγοράς και ανάπτυξη

(84)

Οι ποσότητες πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕΕ ήταν κατά 5 % υψηλότεροι σε σύγκριση με την αρχή της εξεταζόμενης περιόδου. Καθώς η κοινοτική κατανάλωση μειώθηκε κατά 6 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο (βλέπε αιτιολογική σκέψη 70 ανωτέρω), το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά 12 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κέρδισε ένα μερίδιο αγοράς περίπου 7 ποσοστιαίων μονάδων κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου διατηρήθηκε πάνω από το 50 % καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου.

Πίνακας 8

Όγκος πωλήσεων και μερίδιο αγοράς

 

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Όγκος πωλήσεων — τόνοι (δείκτης)

100

114

107

105

105

Μερίδιο αγοράς επί τοις εκατό (δείκτης)

100

116

105

113

112

Πηγή: Απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(85)

Πρέπει να σημειωθεί ότι η μείωση στην κοινοτική κατανάλωση το 2006 και στη διάρκεια της ΠΕΕ είχε κάποιες επιπτώσεις στη μεγέθυνση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Η αύξηση στο μερίδιο αγοράς εξηγείται σχεδόν εξίσου από μια αύξηση στους όγκους πωλήσεων και από τη μειωμένη κατανάλωση προς το τέλος της εξεταζόμενης περιόδου.

—   Παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις κοινοτικές τιμές

(86)

Οι μέσες τιμές πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκαν σημαντικά, κατά 26 %, κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Οι εξελίξεις που παρατηρούνται από το 2005 φαίνεται να απεικονίζουν ιδιαίτερα τα αποτελέσματα των μέτρων κατά της απορρόφησης που επιβλήθηκαν το 2004. Οι μέσες τιμές πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκαν σημαντικά μεταξύ 2004 και 2005 και έκτοτε παρέμειναν μάλλον σταθερές. Εντούτοις, αυτή η αύξηση ήταν σε ποσοστό χαμηλότερο από την αύξηση στην τιμή της ανιλίνης, η οποία είναι η σημαντικότερη πρώτη ύλη για την παραγωγή σουλφανιλικού οξέος. Πράγματι, η ανιλίνη, που είναι ένα παράγωγο βενζολίου, που αντιπροσώπευε περίπου το 50 % του συνολικού κόστους παραγωγής κατά την ΠΕΕ, προκάλεσε αύξηση της τιμής κατά περίπου 45 %, από το 2003 έως την ΠΕΕ.

Πίνακας 9

Τιμές πωλήσεων

 

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Μέση τιμή πώλησης (δείκτης)

100

104

124

125

126

Πηγή: Απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

—   Απασχόληση και παραγωγικότητα

(87)

Το επίπεδο απασχόλησης μειώθηκε κατά 9 % από το 2003 έως την ΠΕΕ, ενώ η παραγωγή αυξήθηκε, αντικατοπτρίζοντας έτσι μια αύξηση στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Ωστόσο, το μέσο κόστος ανά εργαζόμενο αυξήθηκε την ίδια περίοδο κατά 15 %.

Πίνακας 10

Απασχόληση και παραγωγικότητα

 

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Απασχόληση (δείκτης)

100

96

96

98

91

Παραγωγικότητα (δείκτης)

100

125

120

117

129

Μέσο εργατικό κόστος (δείκτης)

100

82

94

106

115

Πηγή: Απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

—   Αποδοτικότητα

Πίνακας 11

Αποδοτικότητα

 

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Δείκτης

100

–1 286

1 519

335

191

Πηγή: Απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(88)

Η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, με εξαίρεση το έτος 2005, ήταν γύρω ή κάτω από το 1 % του κύκλου εργασιών του. Σημαντικές απώλειες καταγράφηκαν το 2004, ενώ ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατέγραψε κέρδη το 2005, το 2006 και στην ΠΕΕ. Δεδομένου ότι η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ήταν εντυπωσιακά χαμηλή το 2003, η προφανής αύξηση κατά την εξεταζόμενη περίοδο οδήγησε σε ένα επίπεδο αποδοτικότητας πολύ χαμηλότερο από το επίπεδο που θα μπορούσε να είναι αποδεκτό σε αυτόν τον τύπο βιομηχανίας.

(89)

Επίσης διαπιστώνεται ότι η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής επηρεάστηκε από την εξέλιξη των τιμών της πρώτης ύλης. Το μέσο κόστος παραγωγής αυξήθηκε κατά 25 % μεταξύ του 2003 και της ΠΕΕ. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 86 ανωτέρω, η ανιλίνη είναι η βασική ύλη για την παραγωγή σουλφανιλικού οξέος και αντιστοιχεί περίπου στο μισό του κόστους παραγωγής. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι τιμές της ανιλίνης αυξήθηκαν σημαντικά το 2004, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν μπόρεσε να μεταβιβάσει αυτήν την αύξηση τιμών στους πελάτες του και υπέστη απώλειες. Η κατάσταση για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής βελτιώθηκε το 2005, δεδομένου ότι οι τιμές της ανιλίνης σταθεροποιήθηκαν, και ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής μπόρεσε να αυξήσει τις τιμές σουλφανιλικού οξέος στο βαθμό που απαιτείτο για να καλύψει την αύξηση του κόστους των πρώτων υλών. Το 2006 και στην ΠΕΕ, λόγω νέας ανόδου των τιμών της ανιλίνης, η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε σε επίπεδα κάτω από 1 % σε σχέση με τον κύκλο εργασιών.

—   Επενδύσεις, απόδοση των επενδύσεων και δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων

Πίνακας 12

Επενδύσεις, απόδοση των επενδύσεων

 

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Επενδύσεις (δείκτης)

100

39

57

255

305

Απόδοση των επενδύσεων (δείκτης)

100

–1 779

2 498

420

224

Πηγή: Απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(90)

Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής συνέχισε να επενδύει στην παραγωγή σουλφανιλικού οξέος καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Το 2006 και στην ΠΕΕ, εκτός από τις επενδύσεις που αφορούσαν πρώτιστα τη συντήρηση των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού, ένας κοινοτικός παραγωγός έκανε επενδύσεις με σκοπό να αυξηθεί η ικανότητά του όσον αφορά την παραγωγή καθαρού σουλφανιλικού οξέος. Πρέπει εντούτοις να σημειωθεί ότι αυτή η νέα ικανότητα αναμένεται να είναι πλήρως λειτουργική μόνον από το 2008 και μετά.

(91)

Δεδομένου ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής πραγματοποίησε χαμηλά κέρδη καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, το μέγεθος που αφορά την απόδοση των επενδύσεων, που εκφράζει το αποτέλεσμα προ φόρου ως ποσοστό της μέσης καθαρής λογιστικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού που διατίθενται για την παραγωγή σουλφανιλικού οξέος, παρέμεινε επίσης πολύ χαμηλό, δηλαδή περίπου 2 % κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ.

(92)

Η έρευνα έδειξε ότι οι κεφαλαιουχικές απαιτήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, επηρεάστηκαν αρνητικά από τη δυσχερή οικονομική κατάσταση. Παρότι ένας από τους κοινοτικούς παραγωγούς αποτελεί μέλος ενός μεγάλου ομίλου, οι κεφαλαιουχικές απαιτήσεις δεν καλύπτονται πάντα στο επιθυμητό επίπεδο, αφού οι οικονομικοί πόροι διατίθενται γενικά στο πλαίσιο του ομίλου στις πιο κερδοφόρες ενότητες.

—   Ταμειακές ροές

(93)

Οι ταμειακές ροές μειώθηκαν σημαντικά, κατά 85 %, από το 2003 έως την ΠΕΕ, αλλά παρέμειναν ακόμη θετικές. Οι ταμειακές ροές δεν ακολουθούν την τάση της αποδοτικότητας, αφού επηρεάστηκαν από μη ταμειακά στοιχεία όπως απόσβεση των στοιχείων του ενεργητικού και κινήσεις απογραφής.

Πίνακας 13

Ταμειακές ροές

Ταμειακές ροές

2003

2004

2005

2006

ΠΕΕ

Δείκτης

100

41

64

32

15

Πηγή: Απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

5.   Συμπέρασμα

(94)

Από το 2003 έως την ΠΕΕ, οι περισσότεροι από τους δείκτες σχετικά με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής εξελίσσονταν θετικά: οι ποσότητες πωλήσεων, η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας, ο όγκος παραγωγής, τα τελικά αποθέματα, η παραγωγικότητα, οι επενδύσεις και η απόδοση των επενδύσεων. Εντούτοις, η αποδοτικότητά του παρέμεινε κάτω από το 1 % του κύκλου εργασιών κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ.

(95)

Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχει ωφεληθεί από την αύξηση της τιμής μονάδας του σουλφανιλικού οξέος, ειδικότερα από το 2004 έως το τέλος της ΠΕΕ. Εντούτοις, η αύξηση της τιμής πώλησης δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει πλήρως την αύξηση του κόστους παραγωγής και, επομένως, τα περιθώρια κέρδους μειώθηκαν.

(96)

Επιπλέον, η μείωση της κοινοτικής κατανάλωσης το 2006 και στην ΠΕΕ εμπόδισε κάπως την ανάκαμψη του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(97)

Συνολικά, είναι σαφές ότι η θέσπιση των μέτρων αντιντάμπινγκ επέτρεψε μεν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να σταθεροποιηθεί, όχι όμως και να ανακάμψει πλήρως από τη ζημιογόνο κατάσταση λόγω της συνέχισης των εισαγωγών από τη ΛΔΚ που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καθώς και της αύξησης του κόστους των πρώτων υλών που ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν μπόρεσε να μεταφέρει στους πελάτες του. Εντούτοις, η έρευνα έδειξε ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής άρχισε να επενδύει σε νέο εξοπλισμό κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου.

(98)

Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω ανάλυση, διαπιστώνεται, αφενός, ότι οι δείκτες όγκου εξελίχθηκαν θετικά κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Αφετέρου, οι οικονομικοί δείκτες σχετικά με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, όπως η αποδοτικότητα και οι ταμειακές ροές, έδειξαν ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής βρίσκεται ακόμη σε ευάλωτη οικονομική κατάσταση. Επομένως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η κοινοτική βιομηχανία δεν μπόρεσε να ανακάμψει πλήρως από τα αποτελέσματα της ζημιογόνου πρακτικής ντάμπινγκ.

ΣΤ.   ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ

1.   Γενικά

(99)

Πραγματοποιήθηκε ανάλυση της πιθανότητας επανάληψης της ζημίας σε περίπτωση κατάργησης των ισχυόντων μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Από αυτή την άποψη, εξετάστηκε ιδίως η πιθανή εξέλιξη των ποσοτήτων και των τιμών εξαγωγής από τις ενδιαφερόμενες χώρες, καθώς επίσης και τα πιθανά αποτελέσματά τους στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ελλείψει των μέτρων.

2.   Αύξηση των ποσοτήτων και των τιμών εισαγωγών από τις ενδιαφερόμενες χώρες εάν καταργηθούν τα μέτρα

(100)

Υπενθυμίζεται ότι ακόμη και με τα μέτρα αντιντάμπινγκ σε ισχύ, οι εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες είχαν ένα μερίδιο αγοράς 24,6 % κατά την ΠΕΕ.

(101)

Η έρευνα έδειξε ότι ο συνεργαζόμενος ινδός παραγωγός-εξαγωγέας έχει σημαντική πλεονασματική ικανότητα, που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 30 % της κοινοτικής κατανάλωσης. Επιπλέον, οι πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή δείχνουν ότι η υφιστάμενη παραγωγή σουλφανιλικού οξέος στη ΛΔΚ ανέρχεται περίπου σε 22 000 τόνους, που αντιστοιχεί στο διπλάσιο και περισσότερο της κοινοτικής κατανάλωσης. Βάσει των ίδιων πληροφοριών, φαίνεται επίσης ότι οι κινέζοι παραγωγοί είναι σε θέση να μεταστρέψουν εύκολα την παραγωγή από τις ειδικές βαφές και τις χημικές ουσίες στο σουλφανιλικό οξύ. Αυτές οι ικανότητες που μπορούν να είναι διαθέσιμες στις ενδιαφερόμενες χώρες δείχνουν ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν την τρέχουσα παραγωγή τους και, έτσι, να αυξήσουν επίσης τις εξαγωγές σουλφανιλικού οξέος στην Κοινότητα.

(102)

Επίσης διαπιστώνεται ότι η κοινοτική κατανάλωση μειώθηκε ελαφρώς κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου και δεν αναμένεται ότι η ζήτηση τα επόμενα χρόνια θα ήταν τέτοια ώστε να απορροφηθεί πιθανή αύξηση στις εισαγωγές από τη ΛΔΚ και την Ινδία, σε περίπτωση λήξης ισχύος των μέτρων. Σε αυτό το σενάριο, οι εξαγωγές σουλφανιλικού οξέος από τη ΛΔΚ και την Ινδία πολύ πιθανώς θα αντικαταστήσουν ένα μεγάλο μερίδιο των πωλήσεων που πραγματοποιούνται από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, δεδομένου ότι οι τιμές των εισαγωγών είναι πιθανό να είναι χαμηλότερες.

(103)

Η έρευνα έδειξε ότι η κοινοτική αγορά παραμένει ελκυστική και για τους κινέζους και τους ινδούς παραγωγούς-εξαγωγείς. Πράγματι, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 57 και 62 ανωτέρω, διαπιστώθηκε ότι η μέση τιμή εξαγωγής των ινδικών και των κινεζικών πωλήσεων σε άλλες τρίτες χώρες ήταν σημαντικά κάτω από τη μέση τιμή εξαγωγής στην Κοινότητα. Παρά το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε ότι είχαν πραγματοποιηθεί πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές, όσον αφορά τις κινεζικές και ινδικές τιμές εξαγωγής όταν προσαρμόστηκαν με τους ισχύοντες δασμούς αντιντάμπινγκ και τους κανονικούς τελωνειακούς δασμούς, οι κινεζικές και ινδικές τιμές εξαγωγής CIF βρέθηκαν, κατά μέσο όρο, να είναι αρκετά χαμηλότερες (περίπου 18 %) από τη μέση τιμή του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Επομένως, χωρίς την εφαρμογή μέτρων, οι εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος από τις ενδιαφερόμενες χώρες στην Κοινότητα είναι πιθανό να αυξηθούν σημαντικά λαμβάνοντας υπόψη: i) τις αχρησιμοποίητες παραγωγικές ικανότητες (συγκεκριμένα στην Ινδία), ii) τον επαναπροσανατολισμό των εξαγωγών από άλλες τρίτες χώρες προς την κοινοτική αγορά, iii) τη δυνατότητα μετατροπής της παραγωγής από τις ειδικές βαφές και τις χημικές ουσίες στο σουλφανιλικό οξύ (συγκεκριμένα στη ΛΔΚ), σε επίπεδα τιμών σημαντικά κάτω από τα τρέχοντα επίπεδα τιμών στην Κοινότητα.

3.   Συμπέρασμα για την πιθανότητα επανάληψης του ντάμπινγκ

(104)

Με βάση τα προηγούμενα, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, εάν καταργηθούν τα μέτρα, οι εισαγωγές στην κοινοτική αγορά από τις ενδιαφερόμενες χώρες είναι πολύ πιθανόν να πραγματοποιούνται σε σημαντικές ποσότητες και σε τιμές που θα αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και θα είναι κάτω από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, θα έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της τάσης συμπίεσης των τιμών στην κοινοτική αγορά, με αναμενόμενο αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Αυτό, ειδικότερα, θα ακυρώσει την ανάκαμψη που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, οδηγώντας σε πιθανή επανάληψη της ζημίας.

Ζ.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

1.   Εισαγωγή

(105)

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε κατά πόσο η διατήρηση των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ αντίκειται στο συμφέρον της Κοινότητας συνολικά. Ο καθορισμός του συμφέροντος της Κοινότητας βασίστηκε σε εκτίμηση όλων των διάφορων εμπλεκόμενων συμφερόντων.

(106)

Επιπλέον, το γεγονός ότι η παρούσα έρευνα αποτελεί επανεξέταση, που αναλύει μια κατάσταση στην οποία έχουν ήδη εφαρμοστεί μέτρα αντιντάμπινγκ, επιτρέπει την αξιολόγηση των ενδεχόμενων αθέμιτων αρνητικών επιπτώσεων που είχαν στα ενδιαφερόμενα μέρη τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ.

(107)

Βάσει αυτών, εξετάστηκε κατά πόσον, παρά τα συμπεράσματα σχετικά με την πιθανότητα επανάληψης του ζημιογόνου ντάμπινγκ, υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η διατήρηση μέτρων στην παρούσα περίπτωση αντίκειται στο συμφέρον της Κοινότητας.

2.   Συμφέρον του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(108)

Αναμένεται ευλόγως ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα εξακολουθήσει να επωφελείται από τα μέτρα που έχουν επιβληθεί και να ανακάμπτει με την ανάκτηση μεριδίου αγοράς και με τη βελτίωση της αποδοτικότητάς του. Εάν δεν διατηρηθούν τα μέτρα, είναι πιθανό ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής να αρχίσει και πάλι να υφίσταται ζημία από τις αυξημένες εισαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ από τις εν λόγω χώρες και η σημερινή ευάλωτη οικονομική του κατάσταση να επιδεινωθεί.

(109)

Με βάση τα στοιχεία αυτά, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διατήρηση των μέτρων θα ήταν προς το συμφέρον του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

3.   Συμφέρον των εισαγωγέων

(110)

Υπενθυμίζεται ότι στην αρχική έρευνα διαπιστώθηκε ότι η επιβολή των μέτρων δεν θα ασκούσε σοβαρή επίδραση στους κοινοτικούς εμπόρους σουλφανιλικού οξέος. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, κανένας εισαγωγέας δεν συνεργάσθηκε με την παρούσα έρευνα. Επομένως, δεν αναφέρθηκε κανένας επιτακτικός λόγος από τον οποίο να προκύπτει ότι η επιβολή των μέτρων θα ήταν ενάντια στο συμφέρον των εισαγωγέων.

4.   Συμφέρον των χρηστών

(111)

Η Επιτροπή έστειλε τα ερωτηματολόγια και στους 31 γνωστούς χρήστες, εκ των οποίων μόνο τέσσερις υπέβαλαν απάντηση στο ερωτηματολόγιο. Τρεις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο παραλήφθηκαν από κοινοτικές εταιρείες παραγωγής φθοριζόντων λευκαντικών και μια απάντηση στο ερωτηματολόγιο από μια εταιρεία παραγωγής βαφών. Εντούτοις, οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν από αυτούς τους χρήστες σχετικά με την επίδραση των μέτρων και την αναλογία που αντιπροσωπεύει το σουλφανιλικό οξύ στο κόστος παραγωγής τους δεν ήταν ουσιαστικές.

(112)

Οι ποσότητες του υπό εξέταση προϊόντος που εισήγαγαν αυτοί οι τέσσερις χρήστες αντιπροσώπευαν το 47,3 % των συνολικών εισαγωγών στην Κοινότητα. Επιπλέον, δεδομένου ότι αυτοί οι τέσσερις χρήστες αγοράζουν σημαντικές ποσότητες σουλφανιλικού οξέος από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, αντιπροσώπευαν συνολικά περίπου το 40 % της κοινοτικής κατανάλωσης κατά την ΠΕΕ.

(113)

Τρεις χρήστες έχουν κάνει τα ίδια σχόλια κατά της διατήρησης των μέτρων λόγω του ότι η παραγωγική ικανότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής είναι ανεπαρκής για να ικανοποιήσει την εγχώρια ζήτηση και λόγω του ότι τα μέτρα βλάπτουν την ανταγωνιστικότητά τους στα κατάντη προϊόντα. Ο τέταρτος χρήστης δεν τοποθετήθηκε εάν ήταν υπέρ ή κατά της διατήρησης των μέτρων.

(114)

Όσον αφορά την κατάσταση εφοδιασμού της κοινοτικής αγοράς, πρέπει να σημειωθεί ότι η τρέχουσα παραγωγική ικανότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής θα μπορούσε να ικανοποιήσει περίπου το 80 % της κοινοτικής κατανάλωσης. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχει επενδύσει σε νέες εγκαταστάσεις προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγή του καθαρού σουλφανιλικού οξέος. Εν πάση περιπτώσει, σκοπός των μέτρων δεν είναι να αποτραπούν οι εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες στην κοινοτική αγορά αλλά να εξασφαλιστεί ότι πραγματοποιούνται σε τιμές που δεν αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και που δεν είναι επιβλαβείς. Επομένως, αναμένεται ότι οι εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες θα συνεχίσουν να εισέρχονται στην αγορά, όπως συνέβη μετά την επιβολή των μέτρων το 2002.

(115)

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η παραγωγή σουλφανιλικού οξέος εκτός της Κοινότητας περιορίζεται πλέον σε λίγες χώρες στον κόσμο, όπως η Ινδία, η ΛΔΚ και οι ΗΠΑ. Είναι επομένως σημαντικό να μπορεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής να λειτουργεί κάτω από αποτελεσματικούς όρους ανταγωνισμού έτσι ώστε οι εγχώριες προμήθειες του προϊόντος να εξακολουθήσουν να είναι διαθέσιμες σε όλους τους χρήστες στην Κοινότητα.

(116)

Όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα των χρηστών, πρέπει να σημειωθεί ότι, παρά την έλλειψη πληροφοριών από τους χρήστες στα πλαίσια της παρούσας έρευνας, αποδείχθηκε στην αρχική έρευνα ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ θα αύξαναν το συνολικό κόστος των φθοριζόντων λευκαντικών και των βαφών που περιέχουν σουλφανιλικό οξύ κατά λιγότερο από 1 %.

(117)

Βάσει των ανωτέρω, κρίνεται επίσης, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας επανεξέτασης λόγω λήξης ισχύος των μέτρων, ότι η διατήρηση των μέτρων δεν θα ασκούσε σημαντική δυσμενή επίδραση στην κατάσταση των χρηστών.

5.   Συμπέρασμα σχετικά με το συμφέρον της Κοινότητας

(118)

Για τους προαναφερόμενους λόγους, θεωρείται ότι δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους δεν πρέπει να διατηρηθούν τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ.

Η.   ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

(119)

Όλα τα μέρη ενημερώθηκαν για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό βάσει του οποίου επρόκειτο να προταθεί η διατήρηση της ισχύος των υφιστάμενων μέτρων. Τους χορηγήθηκε επίσης προθεσμία εντός της οποίας μπορούσαν να υποβάλουν τις θέσεις και τα σχόλιά τους. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη μεταβολή των ανωτέρω συμπερασμάτων.

(120)

Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα που συνάγονται όσον αφορά την πιθανότητα συνέχισης της πρακτικής ντάμπινγκ στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος από τη ΛΔΚ, την πιθανότητα επανάληψης της πρακτικής ντάμπινγκ στις εισαγωγές από την Ινδία, την πιθανότητα επανάληψης της ζημίας και το κοινοτικό συμφέρον, τα μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος πρέπει να διατηρηθούν, ώστε να αποτραπεί επανάληψη της ζημίας για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής από εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

(121)

Το ποσοστό του δασμού δεν θα ισχύει για τις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος που παρασκευάζονται και πωλούνται για εξαγωγή στην Κοινότητα από μια ινδική εταιρεία της οποίας η ανάληψη υποχρέωσης έχει γίνει δεκτή με την απόφαση 2006/37/ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σουλφανιλικού οξέος που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ ex 2921 42 10 (κωδικός TARIC 2921421060) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ινδίας.

2.   Ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή «ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας», πριν από το δασμό, του προϊόντος που περιγράφεται στην παράγραφο 1, έχει ως εξής:

Χώρα

Οριστικός δασμός (%)

Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

33,7

Ινδία

18,3

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, σύμφωνα με το άρθρο 2.

4.   Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους δασμούς.

Άρθρο 2

1.   Εισαγωγές που έχουν δηλωθεί για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και τιμολογούνται από εταιρείες των οποίων οι αναλήψεις υποχρεώσεων έχουν γίνει δεκτές από την Επιτροπή και των οποίων οι επωνυμίες περιλαμβάνονται στην απόφαση 2006/37/ΕΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε επανειλημμένα, απαλλάσσονται από το δασμό αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται με το άρθρο 1, υπό τον όρο ότι:

έχουν κατασκευαστεί, φορτωθεί και τιμολογηθεί απευθείας από τις εν λόγω εταιρείες στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη στην Κοινότητα, και

οι εν λόγω εισαγωγές συνοδεύονται από τιμολόγιο ανάληψης υποχρέωσης το οποίο είναι ένα εμπορικό τιμολόγιο και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που απαριθμούνται και τη δήλωση που προβλέπεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, και

τα εμπορεύματα που δηλώνονται και προσκομίζονται στο τελωνείο αντιστοιχούν επακριβώς στην περιγραφή του τιμολογίου ανάληψης υποχρέωσης.

2.   Γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την αποδοχή της διασάφησης για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, όταν διαπιστώνεται, όσον αφορά τα εμπορεύματα που περιγράφονται στο άρθρο 1 και απαλλάσσονται από δασμούς υπό τους όρους που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, ότι ένας ή περισσότεροι από τους όρους αυτούς δεν πληρούνται. Ο όρος που καθορίζεται στην παράγραφο 1 δεύτερη περίπτωση θεωρείται ως μη εκπληρωθείς στην περίπτωση που το τιμολόγιο ανάληψης υποχρέωσης δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παραρτήματος ή δεν είναι αυθεντικό ή όταν η Επιτροπή έχει ανακαλέσει την αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 ή το άρθρο 13 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων με κανονισμό ή απόφαση που αναφέρονται σε συγκεκριμένη(-ες) συναλλαγή(-ες) και κηρύσσουν το (τα) σχετικό(-α) τιμολόγιο(-α) ανάληψης υποχρέωσης άκυρο(-α).

3.   Οι εισαγωγείς αποδέχονται ως συνήθη εμπορικό κίνδυνο το γεγονός ότι η μη εκπλήρωση, από οποιοδήποτε εκ των μερών, ενός ή περισσοτέρων από τους όρους που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 και καθορίζονται περαιτέρω στην παράγραφο 2, μπορεί να προκαλέσει τη γένεση τελωνειακής οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 201 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (15). Η τελωνειακή οφειλή που γεννάται εισπράττεται με την ανάκληση από μέρους της Επιτροπής της αποδοχής της ανάληψης υποχρέωσης.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Λουξεμβούργο, 13 Οκτωβρίου 2008.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

B. KOUCHNER


(1)  ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 196 της 25.7.2002, σ. 11.

(3)  ΕΕ L 196 της 25.7.2002, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 196 της 25.7.2002, σ. 36.

(5)  ΕΕ L 40 της 12.2.2004, σ. 17.

(6)  ΕΕ L 80 της 18.3.2004, σ. 29.

(7)  ΕΕ C 101 της 27.4.2005, σ. 34.

(8)  ΕΕ L 288 της 21.10.1997, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 22 της 26.1.2006, σ. 52.

(10)  ΕΕ L 22 της 26.1.2006, σ. 5.

(11)  ΕΕ C 272 της 9.11.2006, σ. 18.

(12)  ΕΕ C 171 της 24.7.2007, σ. 18.

(13)  ΕΕ C 171 της 24.7.2007, σ. 14.

(14)  ΕΕ C 229 της 29.9.2007, σ. 9.

(15)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τα ακόλουθα στοιχεία αναφέρονται στο εμπορικό τιμολόγιο που συνοδεύει τις πωλήσεις σουλφανιλικού οξέος της εταιρείας στην Κοινότητα, η οποία αποτελεί αντικείμενο ανάληψης υποχρέωσης:

1.

Ο τίτλος «ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ ΤΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΛΗΨΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ».

2.

Η επωνυμία της εταιρείας που αναφέρεται στο άρθρο 1 της απόφασης 2006/37/ΕΚ με την οποία γίνεται αποδεκτή η ανάληψη υποχρέωσης, η οποία εξέδωσε το εμπορικό τιμολόγιο.

3.

Ο αριθμός του εμπορικού τιμολογίου.

4.

Η ημερομηνία έκδοσης του εμπορικού τιμολογίου.

5.

Ο πρόσθετος κωδικός TARIC βάσει του οποίου γίνεται ο εκτελωνισμός των εμπορευμάτων του τιμολογίου στα σύνορα της Κοινότητας.

6.

Η ακριβής περιγραφή των εμπορευμάτων, η οποία περιλαμβάνει:

τον κωδικό αριθμό του προϊόντος (PCN) που χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της ανάληψης υποχρέωσης (π.χ. «PA99», «PS85» ή «TA98»),

τις τεχνικές/φυσικές προδιαγραφές του PCN, δηλαδή για «PA99» και «PS85» λευκή σκόνη ελεύθερης ροής, και για «TA98» αλεύκαστη σκόνη ελεύθερης ροής,

τον κωδικό παραγωγής της εταιρείας (ΚΠΕ) (εφόσον ισχύει),

τον κωδικό ΣΟ,

την ποσότητα (σε τόνους).

7.

Η περιγραφή των όρων πώλησης, στην οποία περιλαμβάνονται και τα εξής:

τιμές ανά τόνο,

ισχύοντες όροι πληρωμής,

ισχύοντες όροι παράδοσης,

συνολικές εκπτώσεις και μειώσεις τιμών.

8.

Η επωνυμία της εταιρείας που ενεργεί ως εισαγωγέας στην Κοινότητα, προς την οποία εκδίδεται απευθείας το τιμολόγιο που συνοδεύει τα εμπορεύματα τα οποία υπόκεινται σε ανάληψη υποχρέωσης.

9.

Το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου της εταιρείας που εξέδωσε το τιμολόγιο ανάληψης υποχρέωσης και η ακόλουθη υπογεγραμμένη δήλωση:

«Ο υπογεγραμμένος, πιστοποιώ ότι η πώληση για άμεση εξαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα των εμπορευμάτων που καλύπτονται από το παρόν τιμολόγιο πραγματοποιείται στο πλαίσιο και με τους όρους της ανάληψης υποχρέωσης που προτάθηκε από [ΕΤΑΙΡΕΙΑ], και έγινε αποδεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την απόφαση 2006/37/ΕΚ. Δηλώνω ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στο παρόν τιμολόγιο είναι πλήρη και ακριβή.».


16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/18


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1001/2008 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 13ης Οκτωβρίου 2008

για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων σωληνώσεων από σίδηρο ή χάλυβα, καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Μαλαισίας μετά από επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) (εφεξής ο «βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 9 και το άρθρο 11 παράγραφος 2,

Κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Α.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.   Ισχύοντα μέτρα

(1)

Τον Αύγουστο του 2002, το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1514/2002 (2) (εφεξής «η αρχική έρευνα»), επέβαλε οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων σωληνώσεων (εφεξής «εξαρτήματα σωληνώσεων (ΕΣ)» ή «το υπό εξέταση προϊόν») καταγωγής, μεταξύ άλλων, Δημοκρατίας της Κορέας και Μαλαισίας (εφεξής «εξεταζόμενες χώρες»). Οι ισχύοντες δασμοί αντιντάμπινγκ για τη Μαλαισία είναι: 59,2 % για την εταιρεία Anggerik Laksana Sdn Bhd και 75 % για όλες τις άλλες εταιρείες· για τη Δημοκρατία της Κορέας ο δασμός είναι 44 % για όλες τις εταιρείες.

(2)

Εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας διαδικασίας, ισχύουν μέτρα αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 964/2003 του Συμβουλίου (3) στις εξαγωγές από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (58,6 %) και από την Ταϊλάνδη (58,9 %), εκτός από τις εξαγωγές δύο εταιρειών στην Ταϊλάνδη και αυτές που αποστέλλονται από την Ταϊβάν, ανεξάρτητα αν δηλώνονται ως καταγωγής Ταϊβάν ή όχι. Τα μέτρα για το υπό εξέταση προϊόν καταγωγής Κίνας επεκτάθηκαν στις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος που αποστέλλονται από την Ινδονησία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2052/2004 του Συμβουλίου (4), τη Σρι Λάνκα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2053/2004 του Συμβουλίου (5) και τις Φιλιππίνες με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 655/2006 του Συμβουλίου (6), ανεξάρτητα αν δηλώνονται ως καταγωγής Φιλιππίνων, Ινδονησίας, Σρι Λάνκα ή όχι.

2.   Αίτηση επανεξέτασης

(3)

Μετά τη δημοσίευση ανακοίνωσης για την επικείμενη λήξη (7) των μέτρων αντιντάμπινγκ που ισχύουν επί των εισαγωγών εξαρτημάτων σωληνώσεων (ΕΣ) καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Μαλαισίας, η Επιτροπή έλαβε αίτηση επανεξέτασης των εν λόγω μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού.

(4)

Η αίτηση υποβλήθηκε στις 23 Μαΐου 2007 από την Defence Committee of the Steel Butt-Welded Fittings Industry της Ευρωπαϊκής Ένωσης (επιτροπή άμυνας του κλάδου παραγωγής συγκολλημένων κατ’ άκρον εξαρτημάτων από χάλυβα) (εφεξής «ο αιτών»), εξ ονόματος των παραγωγών που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος, σ’ αυτή την περίπτωση πάνω από το 50 %, της συνολικής κοινοτικής παραγωγής ορισμένων εξαρτημάτων σωληνώσεων.

(5)

Η αίτηση βασίστηκε στο επιχείρημα ότι η λήξη της ισχύος των μέτρων θα ήταν πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη της πρακτικής ντάμπινγκ και της ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(6)

Η Επιτροπή, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα, κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη επανεξέτασης ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων, άρχισε έρευνα (8), σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού.

3.   Έρευνα

(7)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν επισήμως τους αιτούντες κοινοτικούς παραγωγούς, τους λοιπούς κοινοτικούς παραγωγούς, τους παραγωγούς-εξαγωγείς των οικείων χωρών, τους εισαγωγείς/εμπόρους, τους χρήστες και τις γνωστές ως ενδιαφερόμενες ενώσεις τους, καθώς και τους αντιπροσώπους των κυβερνήσεων των δύο χωρών εξαγωγής για την έναρξη της επανεξέτασης.

(8)

Η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγιο σε όλα τα μέρη καθώς και σε αυτούς που αναγγέλθηκαν εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας επανεξέτασης.

(9)

Η Επιτροπή έδωσε επίσης τη δυνατότητα στα ενδιαφερόμενα μέρη να εκθέσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που προβλεπόταν στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας.

(10)

Ενόψει του εμφανώς υψηλού αριθμού παραγωγών-εξαγωγέων της Δημοκρατίας της Κορέας και εισαγωγέων/εμπόρων του υπό εξέταση προϊόντος καθώς και των παραγωγών της Κοινότητας, στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας εξετάστηκε η πιθανότητα διενέργειας δειγματοληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού. Για να μπορέσουν να αποφασίσουν κατά πόσο ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί δειγματοληψία και, στην περίπτωση αυτή, να επιλεγεί δείγμα, η Επιτροπή έστειλε έντυπα δειγματοληψίας στα οποία ζητούσε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον μέσο όγκο πωλήσεων και τον μέσο όρο των τιμών κάθε παραγωγού-εξαγωγέα και εισαγωγέα που αφορούσε η έρευνα. Ουδεμία απάντηση ελήφθη από τους παραγωγούς-εξαγωγείς της Κορέας, ενώ έντεκα απαντήσεις ελήφθησαν από τους εισαγωγείς. Μόνον τέσσερις κοινοτικοί παραγωγοί απάντησαν στα έντυπα δειγματοληψίας. Επομένως, αποφασίστηκε ότι η δειγματοληψία δεν ήταν απαραίτητη.

(11)

Τέσσερις κοινοτικοί παραγωγοί απάντησαν στο ερωτηματολόγιο αλλά ένας έστειλε απάντηση με ελλιπή στοιχεία και δεν απάντησε σε επιστολή με την οποία επισημάνθηκε η ανεπάρκεια των στοιχείων. Όσον αφορά τη Μαλαισία, ελήφθησαν δύο απαντήσεις του ερωτηματολογίου, η μία από μια νεοεισερχόμενη στην αγορά εταιρεία και η άλλη από μια εταιρεία η οποία αργότερα αρνήθηκε να δεχθεί την επίσκεψη επαλήθευσης. Κανείς Κορεάτης παραγωγός-εξαγωγέας δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο. Δύο εισαγωγείς υπέβαλαν απάντηση στο ερωτηματολόγιο.

(12)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής αναζήτησαν και επαλήθευσαν όλες τις πληροφορίες που θεώρησαν αναγκαίες για να προσδιοριστούν οι πιθανότητες συνέχισης ή επανεμφάνισης πρακτικής ντάμπινγκ και ζημίας και το κοινοτικό συμφέρον. Πραγματοποιήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

α)

αιτούντες κοινοτικοί παραγωγοί

Erne Fittings GmbΗ, Schlins, Αυστρία,

Interfit SA, Maubeuge, Γαλλία,

Virgilio Cena & Figli SpA, Brescia, Ιταλία·

β)

νεοεισερχόμενος στην αγορά παραγωγός στη Μαλαισία

Pantech Steel Industries Sdn Bhd, Selangor, Μαλαισία.

4.   Περίοδος έρευνας

(13)

Η έρευνα για τη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2006 έως τις 30 Ιουνίου 2007 (εφεξής «ΠΕ»). Η εξέταση των τάσεων που είχαν σημασία για την εκτίμηση της πιθανότητας συνέχισης ή επανάληψης της ζημίας κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως το τέλος της ΕΠ (εφεξής «η εξεταζόμενη περίοδος»).

Β.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

1.   Υπό εξέταση προϊόν

(14)

Το υπό εξέταση προϊόν είναι εξαρτήματα σωληνώσεων (εκτός από τα χυτά, τους συζευκτήρες και τους συζευκτήρες με βόλτες), από σίδηρο ή χάλυβα (μη συμπεριλαμβανομένου του ανοξείδωτου χάλυβα), με μέγιστη εξωτερική διάμετρο μη υπερβαίνουσα τα 609,6 mm, από αυτά που χρησιμοποιούνται για συγκόλληση κατ’ άκρον ή για άλλους σκοπούς, καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Μαλαισίας, και τα οποία υπάγονται επί του παρόντος στους κωδικούς ΣΟ ex 7307 93 11, ex 7307 93 19, ex 7307 99 30 και ex 7307 99 90.

(15)

Τα εξαρτήματα σωληνώσεων κατασκευάζονται κυρίως με κοπή και μορφοποίηση σωληνώσεων κάθε είδους. Χρησιμοποιούνται για τη σύνδεση σωλήνων και υπάρχουν σε διάφορες μορφές, όπως η γωνία, το ταυ, ο συστολικός σύνδεσμος και ο κάλυκας, καθώς και σε διάφορα μεγέθη και ποιότητες. Χρησιμοποιούνται κυρίως στην πετροχημική βιομηχανία, στις κατασκευές, στην παραγωγή ενέργειας, στη ναυπηγική βιομηχανία και στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Όταν πωλούνται στην πετροχημική βιομηχανία, χρησιμοποιείται το διεθνές πρότυπο ANSI. Όταν πωλούνται για άλλους σκοπούς, το συνηθέστερο πρότυπο που χρησιμοποιείται στην Κοινότητα είναι το πρότυπο DIN.

2.   Ομοειδές προϊόν

(16)

Όπως και στην αρχική διαδικασία, από την έρευνα προέκυψε ότι τα εξαρτήματα σωληνώσεων που παράγονται στις εξεταζόμενες χώρες, τα οποία πωλούνται στην εγχώρια αγορά ή/και εξάγονται στην Κοινότητα, έχουν τα ίδια βασικά φυσικά, τεχνικά και χημικά χαρακτηριστικά και τελικές χρήσεις με τα προϊόντα που πωλούνται στην Κοινότητα από τους αιτούντες κοινοτικούς παραγωγούς και ως εκ τούτου θεωρούνται ως ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Γ.   ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΟΥ ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

(17)

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε κατά πόσον η λήξη της ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση της πρακτικής ντάμπινγκ.

1.   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(18)

Όπως αναφέρεται παραπάνω, λόγω έλλειψης συνεργασίας από παραγωγούς/εξαγωγείς στην Κορέα και Μαλαισία, εκτός από μία νεοεισερχόμενη στην αγορά εταιρεία, η παρούσα εξέταση βασίστηκε αναγκαστικά σε πληροφορίες που διατέθηκαν στην Επιτροπή από άλλες πηγές. Εν προκειμένω, και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία της Eurostat που βασίζονται στον οκταψήφιο κωδικό ΣΟ, τα οποία επαληθεύθηκαν από άλλες πηγές και χρησιμοποιήθηκαν για να καθοριστούν οι ποσότητες των εισαγωγών και οι τιμές τους. Τα διαθέσιμα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, δηλαδή στην εν λόγω περίπτωση τα στοιχεία που περιείχε η αίτηση και οι στατιστικές των ΗΠΑ.

(19)

Λόγω του μικρού όγκου, σήμερα, των εισαγωγών εξαρτημάτων σωληνώσεων από την Κορέα και τη Μαλαισία στην ΕΕ, η Επιτροπή έπρεπε να χρησιμοποιήσει δεδομένα από άλλη χώρα. Οι ΗΠΑ θεωρήθηκαν κατάλληλη χώρα, επειδή η αγορά έχει όμοιο μέγεθος, με πολλούς εγχώριους παραγωγούς αλλά επίσης με μεγάλο ποσοστό εισαγωγών, γεγονός που καθιστά την εν λόγω αγορά πολύ ανταγωνιστική. Επιπλέον, οι ΗΠΑ είναι ο σημαντικότερος προορισμός των εξαγωγών από την Κορέα και τη Μαλαισία.

2.   Ντάμπινγκ εισαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας

α)   Κανονική αξία

(20)

Σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού και λόγω έλλειψης κάθε συνεργασίας με τους παραγωγούς-εξαγωγείς από την Κορέα και τη Μαλαισία, εκτός από μια νεοεισερχόμενη στην αγορά εταιρεία, η κανονική αξία βασίστηκε στα στοιχεία που περιείχε η αίτηση, δηλαδή στο εκτιμώμενο κόστος κατασκευής στο οποίο προστίθενται 12,3 % και 15,1 % για ΓΔΕΠ και 5,6 % και 6 % για κέρδος για την Κορέα και τη Μαλαισία αντιστοίχως, αμφότερα εκφραζόμενα ως ποσοστό του κύκλου εργασιών. Θεωρείται ότι τα προαναφερόμενα ποσοστά είναι μάλλον συντηρητικά.

β)   Τιμή εξαγωγής

(21)

Σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού και λόγω έλλειψης κάθε συνεργασίας με τους παραγωγούς-εξαγωγείς από την Κορέα και τη Μαλαισία, εκτός από μία νεοεισερχόμενη στην αγορά εταιρεία, η τιμή εξαγωγής υπολογίστηκε με βάση τις τιμές εξαγωγής της Κορέας και Μαλαισίας για το υπό εξέταση προϊόν στις ΗΠΑ, που προκύπτουν από τις στατιστικές εισαγωγών των ΗΠΑ. Αυτοί οι αριθμοί προσαρμόστηκαν στους τύπους προϊόντος ανάλογα με την ποσότητα του εκάστοτε τύπου προϊόντος που βασίζεται σε πληροφορίες που περιέχονται στην αίτηση.

γ)   Σύγκριση

(22)

Η σταθμισμένη μέση κανονική αξία συγκρίθηκε με τη σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής των εξαρτημάτων σωληνώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 11 του βασικού κανονισμού, στο στάδιο εκ του εργοστασίου, σε αμφότερες τις περιπτώσεις.

(23)

Προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, ελήφθησαν υπόψη οι διαφορές που οφείλονται σε παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Για το σκοπό αυτό, πραγματοποιήθηκαν προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στις εσωτερικές και θαλάσσιες μεταφορές, την ασφάλιση, τις εργασίες διεκπεραίωσης και φόρτωσης, καθώς και τα παρεπόμενα έξοδα.

δ)   Περιθώριο ντάμπινγκ

(24)

Από τη σύγκριση της κατασκευασμένης κανονικής αξίας και της κατασκευασμένης τιμής εξαγωγής διαπιστώθηκε η ύπαρξη ντάμπινγκ σε αμφότερες εξεταζόμενες χώρες· το περιθώριο ντάμπινγκ αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της κανονικής αξίας, όπως αυτή καθορίστηκε, αφενός, και της τιμής εξαγωγής, αφετέρου. Το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε κατά τον τρόπο αυτό, ως ποσοστό της τιμής εισαγωγής cif στα σύνορα της Κοινότητας ήταν της τάξης του 15,1 % για την Κορέα και 61,3 % για τη Μαλαισία.

3.   Εξέλιξη των εισαγωγών σε περίπτωση κατάργησης των μέτρων

α)   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(25)

Πέρα από την εξέταση της ύπαρξης πρακτικής ντάμπινγκ κατά την ΠΕ, εξετάστηκε επίσης η πιθανότητα συνέχισης της πρακτικής ντάμπινγκ. Λόγω έλλειψης συνεργασίας με παραγωγούς-εξαγωγείς από την Κορέα ή τη Μαλαισία, εκτός από μια νεοεισερχόμενη στην αγορά εταιρεία, και λόγω της έλλειψης δημόσια διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη βιομηχανία εξαρτημάτων σωληνώσεων, τα παρακάτω συμπεράσματα βασίζονται κυρίως στα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού, δηλαδή στοιχεία της Eurostat, της αίτησης επανεξέτασης και των στατιστικών των ΗΠΑ.

β)   Ικανότητα παραγωγής της Κορέας και της Μαλαισίας

(26)

Η διαθέσιμη ικανότητα παραγωγής τόσο στην Κορέα όσο και στη Μαλαισία εκτιμάται σε 35 300 τόνους και η ικανότητα εξαγωγής τους σε 20 000 τόνους. Αυτό αντιπροσωπεύει άνω του ενός τετάρτου της κοινοτικής κατανάλωσης.

γ)   Τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα της Κορέας και της Μαλαισίας

(27)

Όπως αναφέρθηκε και στις προκαταρκτικές παρατηρήσεις, οι εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος από τις δύο εν λόγω χώρες προς την αγορά της Κοινότητας είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Όσον αφορά τις εξαγωγές σε άλλες τρίτες χώρες, στην αίτηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος στις ΗΠΑ πραγματοποιούνται σε τιμές ντάμπινγκ.

δ)   Συμπέρασμα για την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ

(28)

Λόγω των ανωτέρω, δηλαδή των υψηλών περιθωρίων ντάμπινγκ, της τεράστιας πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας που διαθέτουν οι χώρες αυτές σε συνδυασμό με τις μεγάλες ικανότητες εξαγωγής, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από αυτές τις δύο χώρες προς την ΕΕ θα επαναληφθούν, εάν επιτραπεί η λήξη ισχύος των μέτρων. Επιπλέον, παρά το υψηλό επίπεδο των δασμών αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν στις εξαγωγές τους, οι οποίες θεωρητικά έχουν σταματήσει, κανένας από τους παραγωγούς-εξαγωγείς στη Μαλαισία δεν ζήτησε ενδιάμεση εξέταση. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι εξάγουσες εταιρείες της Κορέας δεν είχαν συνεργαστεί καθόλου στην αρχική έρευνα. Η έλλειψη συνεργασίας στην εν λόγω έρευνα επίσης συνεπάγεται ότι οι εν λόγω παραγωγοί-εξαγωγείς δεν ήταν πρόθυμοι ή σε θέση να αποδείξουν ότι δεν θα σημειωνόταν ντάμπινγκ, αν επιτρεπόταν η λήξη των μέτρων.

Δ.   ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

(29)

Τρεις εταιρείες συνεργάστηκαν πλήρως στην έρευνα. Οι εν λόγω εταιρείες έχουν την έδρα τους στη Γαλλία (Interfit), Αυστρία (Erne Fittings) και Ιταλία (Virgilio Cena). Η αυστριακή ομάδα έχει επίσης συνδεόμενη εταιρεία στη Γερμανία (Siekmann Fittings). Η έρευνα κατέδειξε ότι οι τρεις κοινοτικοί παραγωγοί που υπέβαλαν την αίτηση και συνεργάστηκαν πλήρως στην έρευνα αντιπροσώπευαν άνω του 50 % περίπου της κοινοτικής παραγωγής εξαρτήματα σωληνώσεων (ΕΣ) και ότι, επομένως, αποτελούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Ε.   Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

1.   Η κατανάλωση στην κοινοτική αγορά

(30)

Η κοινοτική κατανάλωση βασίστηκε στον συνδυασμένο όγκο πωλήσεων που πραγματοποίησαν οι αιτούντες κοινοτικοί παραγωγοί και άλλοι κοινοτικοί παραγωγοί, με βάση την αίτηση, και στις εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες και στις εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες, αμφότερες με βάση τα στοιχεία της Eurostat.

(31)

Με βάση τα ανωτέρω, στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, η κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 26 %, από 58 561 τόνους το 2002 στους 73 519 τόνους κατά την ΠΕ. Τα εξαρτήματα σωληνώσεων χρησιμοποιούνται κυρίως στην πετροχημική βιομηχανία, στον κλάδο της οικοδομής, στην παραγωγή ενέργειας, στη ναυπηγική βιομηχανία και στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις γεγονός που, σε συνδυασμό με την ανάκαμψη της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, μπορεί να εξηγήσει την αύξηση αυτή.

(32)

Πίνακας 1

Κοινοτική κατανάλωση

Κοινοτική κατανάλωση

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι

58 561

62 122

64 480

56 255

65 667

73 519

Δείκτης

100

106

110

96

112

126

Ετήσια τάση

100

6

4

–14

16

13

Πηγή: Eurostat, αίτηση και επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

2.   Εισαγωγές από τις εξεταζόμενες χώρες

α)   Όγκος και μερίδιο αγοράς

(33)

Οι όγκοι εισαγωγών από τη Μαλαισία και την Κορέα μειώθηκαν δραστικά από τους 404 τόνους στους 11. Αυτό φαίνεται να είναι η συνέπεια των μέτρων αντιντάμπινγκ που ισχύουν από τον Φεβρουάριο 2002 και μετά. Το μερίδιο αγοράς τους είναι ελάχιστο.

(34)

Πίνακας 2

Εισαγωγές από τις εξεταζόμενες χώρες

Εισαγωγές από τις εξεταζόμενες χώρες

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι

404

22

54

94

17

11

Δείκτης

100

5

13

23

4

3

Ετήσια τάση

100

–95

8

10

–19

–1

Μερίδιο αγοράς της κοινοτικής κατανάλωσης σε %

1

0,04

0,08

0,17

0,03

0,01

Πηγή: Eurostat.

β)   Εξέλιξη των τιμών των εισαγωγών και πραγματοποίηση πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες των κοινοτικών

(35)

Λόγω των πολύ περιορισμένων εισαγωγών από τις εξεταζόμενες χώρες και ενόψει της μεγάλης ποικιλίας διαφορετικών τύπων προϊόντων, οι τιμές της Eurostat δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστη πηγή για λεπτομερή ανάλυση.

(36)

Λόγω έλλειψης συνεργασίας στις εξεταζόμενες χώρες, τα περιθώρια πώλησης σε τιμές κατώτερες των κοινοτικών υπολογίζονται με τη χρήση της ίδιας μεθοδολογίας όπως στην αίτηση, δηλαδή συγκρίνοντας τις τιμές εξαγωγής των εξεταζόμενων χωρών στις ΗΠΑ με τις τιμές που χρεώνουν οι αιτούντες στην κοινοτική αγορά. Το περιθώριο πώλησης σε τιμές κατώτερες των κοινοτικών είναι 25,2 % για την Κορέα και 53,3 % για τη Μαλαισία.

3.   Οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

α)   Παραγωγή, παραγωγική ικανότητα και χρησιμοποίηση της ικανότητας

(37)

Η παραγωγή του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 5 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ενώ η κατανάλωση στην Κοινότητα αυξήθηκε κατά 26 %.

(38)

Πίνακας 3

Όγκος παραγωγής

Όγκος παραγωγής

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι

46 454

43 504

47 155

40 881

49 300

48 922

Δείκτης

100

94

102

88

106

105

Ετήσια τάση

100

–6

8

–14

18

–1

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(39)

Κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, η ικανότητα παραγωγής του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 6 %, μολονότι σημειώθηκε μικρή μείωση το 2003.

(40)

Πίνακας 4

Ικανότητα παραγωγής

Ικανότητα παραγωγής

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι

89 400

87 800

89 700

90 300

94 800

95 000

Δείκτης

100

98

100

101

106

106

Ετήσια τάση

100

–2

2

1

5

0

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(41)

Στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας μειώθηκε κατά 1 %.

(42)

Πίνακας 5

Χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας

Χρήση παραγωγικής ικανότητας

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

%

52

50

53

45

52

51

Δείκτης

100

95

101

87

100

99

Ετήσια τάση

100

–5

6

–14

13

–1

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

β)   Όγκος και τιμές των πωλήσεων

(43)

Μεταξύ του 2002 και της ΠΕ, οι πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε μη συνδεόμενους πελάτες στην κοινοτική αγορά αυξήθηκαν κατά 11 %.

(44)

Πίνακας 6

Πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε μη συνδεδεμένα μέρη

Πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε μη συνδεδεμένα μέρη

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι

34 968

34 893

38 401

32 841

36 908

38 750

Δείκτης

100

100

110

94

106

111

Ετήσια τάση

100

–0,2

10

–16

12

5

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(45)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι μέσες τιμές πώλησης που εφάρμοσε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στην κοινοτική αγορά αυξήθηκε σταδιακά. Η συνολική αύξηση μεταξύ του 2002 και της ΠΕ ανήλθε σε 63 %. Η αύξηση αυτή εξηγείται εν μέρει με την αύξηση του κόστους των κύριων πρώτων υλών, των χαλυβδοσωλήνων, και εν μέρει από τη μετατόπιση του πεδίου παραγωγής δύο κοινοτικών παραγωγών οι οποίοι επικεντρώθηκαν στην πιο ακριβή παραγωγή ειδικών τύπων.

(46)

Πίνακας 7

Τιμή πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

Τιμή πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

EUR/τόνο

1 553

1 652

1 783

2 133

2 217

2 528

Δείκτης

100

106

115

137

143

163

Ετήσια τάση

100

6

8

23

5

20

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

γ)   Μερίδιο αγοράς

(47)

Το συνολικό μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε από το 2002 έως την ΠΕ κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες.

(48)

Πίνακας 8

Μερίδιο αγοράς των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

Μερίδιο αγοράς των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Ποσοστό της αγοράς

60 %

56 %

60 %

58 %

56 %

53 %

Πηγή: Eurostat και επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

δ)   Μεγέθυνση

(49)

Ενώ η κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 26 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ο όγκος των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην αγορά αυξήθηκε μόνο κατά 11 % και το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην αγορά μειώθηκε κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες. Έτσι, η αυξητική τάση της κοινοτικής κατανάλωσης δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

ε)   Κερδοφορία και απόδοση των επενδύσεων

(50)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η κερδοφορία, εκφραζόμενη ως ποσοστό της καθαρής αξίας πώλησης σε μη συνδεόμενα μέρη, εξελίχθηκε ως εξής:

(51)

Πίνακας 9

Κερδοφορία

Κερδοφορία

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Ποσοστό της καθαρής αξίας των πωλήσεων

2 %

1 %

4 %

1 %

6 %

10 %

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(52)

Η κερδοφορία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ακολούθησε θετική τάση, ανάλογα με την αύξηση των τιμών πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Μολονότι σημειώθηκε σημαντική μείωση το 2003 και 2005, η συνολική κερδοφορία ανήλθε στο 10 %. Αυτό οφειλόταν στη μετάβαση στην παραγωγή προϊόντων με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία κατά την εξεταζόμενη περίοδο, όταν το μέσο κέρδος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ήταν 4 %.

(53)

Η απόδοση των επενδύσεων, εκφραζόμενη σε κέρδη/ζημίες σε σχέση με την καθαρή λογιστική αξία των επενδύσεων, ακολούθησε την ίδια τάση με την κερδοφορία.

(54)

Πίνακας 10

Απόδοση των επενδύσεων

Απόδοση των επενδύσεων

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

%

6

2

11

4

18

37

Δείκτης

100

37

184

62

310

618

Ετήσια τάση

100

–63

147

– 122

248

309

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

στ)   Ταμειακές ροές

(55)

Υπήρξαν σημαντικές διακυμάνσεις στις ταμειακές ροές μεταξύ του 2002 και του 2005 και μια δραματική αύξηση το 2006 και κατά την ΠΕ. Η εν λόγω αύξηση των ταμειακών ροών αποτελεί επίσης ένδειξη ανάκαμψης του κλάδου παραγωγής. Αυτό το επίπεδο ταμειακής ροής επιτρέπει επίσης τις εταιρείες να επενδύσουν και πάλι στη δραστηριότητα κατασκευής εξαρτημάτων σωληνώσεων μετά από χαμηλές περιόδους.

(56)

Πίνακας 11

Ταμειακές ροές

Ταμειακές ροές

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

EUR

1 310 693

3 826 570

2 378 520

1 233 797

7 559 501

10 040 180

Δείκτης

100

292

181

94

577

766

Ετήσια τάση

100

192

– 110

–87

483

189

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

ζ)   Επενδύσεις και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων

(57)

Οι επενδύσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκαν κατά 65 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Οι περισσότερες από αυτές επικεντρώθηκαν σε μηχανές για την αύξηση της παραγωγικότητας. Καμία από τις εξεταζόμενες εταιρείες δεν ανέφερε δυσκολίες στην άντληση κεφαλαίων.

(58)

Πίνακας 12

Επενδύσεις

Επενδύσεις

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

EUR

5 839 416

5 824 908

3 438 352

7 422 926

9 986 636

9 643 822

Δείκτης

100

100

59

127

171

165

Ετήσια τάση

100

–0,2

–41

68

44

–6

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

η)   Αποθέματα

(59)

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει ότι τα τελικά αποθέματα διατήρησαν σταθερή καμπύλη· ωστόσο, κατά την εξεταζόμενη περίοδο σημειώθηκε μικρή μείωση περίπου 1 %.

(60)

Πίνακας 13

Αποθέματα

Τελικό απόθεμα σε όγκο

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι

7 233

7 115

7 449

7 206

7 580

7 190

Δείκτης

100

98

103

100

105

99

Ετήσια τάση

100

–2

5

–3

5

–5

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

θ)   Απασχόληση, παραγωγικότητα και κόστος εργασίας

(61)

Μετά από μείωση κατά 5 % το 2003, κατά την εξεταζόμενη περίοδο το συνολικό εργατικό δυναμικό μειώθηκε κατά 2 %.

(62)

Πίνακας 14

Απασχόληση

Απασχόληση

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Αριθμός εργαζομένων

760

725

719

692

729

741

Δείκτης

100

95

95

91

96

98

Ετήσια τάση

100

–5

–0,8

–3

5

2

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(63)

Ανάλογα με την αύξηση της παραγωγής και τη μείωση της απασχόλησης, η παραγωγικότητα βελτιώθηκε κατά 8 % κατά την περίοδο έρευνας.

(64)

Πίνακας 15

Παραγωγικότητα

Παραγωγικότητα

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι/εργαζόμενο

61

60

66

59

68

66

Δείκτης

100

98

107

97

111

108

Ετήσια τάση

100

–2

9

–11

14

–3

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

(65)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, το κόστος εργασίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε σταδιακά. Η συνολική αύξηση του κόστους εργασίας για την εξεταζόμενη περίοδο ανήλθε σε 22 %. Η κύρια αύξηση του κόστους εργασίας προέκυψε για μία εταιρεία η οποία άλλαξε το φάσμα των προϊόντων της από πρώτες ύλες σε εξειδικευμένα προϊόντα, με συνέπεια να απαιτούνται επαγγελματικά προσόντα υψηλότερου επιπέδου.

(66)

Πίνακας 16

Κόστος εργασίας

Κόστος εργασίας/Μισθοί

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

EUR

28 941 652

28 436 139

29 607 915

29 754 664

33 069 402

35 312 821

Δείκτης

100

98

102

103

114

122

Ετήσια τάση

100

–2

4

1

11

8

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

4.   Συνέπειες άλλων παραγόντων

α)   Εξαγωγική δραστηριότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(67)

Οι εξαγωγές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής εξαρτημάτων σωληνώσεων κατά την εξεταζόμενη περίοδο δεν ήταν πολύ σταθερές και παρουσίαζαν έντονες διακυμάνσεις. Συνολικά, το επίπεδο εξαγωγών σε τρίτες χώρες μειώθηκε κατά 15 %, μείωση η οποία οφείλεται κυρίως στη μη συμφέρουσα τιμή συναλλάγματος ευρώ/δολαρίου.

(68)

Πίνακας 17

Εξαγωγές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

Εξαγωγές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι

10 893

8 003

9 358

8 410

11 890

9 278

Δείκτης

100

73

86

77

109

85

Ετήσια τάση

100

–27

12

–9

32

–24

Πηγή: Επαληθευμένες απαντήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο ερωτηματολόγιο.

β)   Όγκος και τιμές εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες

(69)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 964/2003 επέβαλε δασμούς αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές εξαρτημάτων σωληνώσεων από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (58,6 %) και την Ταϊλάνδη (58,9 %). Τα μέτρα ισχύουν για το υπό εξέταση προϊόν καταγωγής Κίνας το οποίο αποστέλλεται από μία από τις ακόλουθες χώρες: τις Φιλιππίνες, την Ινδονησία, τη Σρι Λάνκα και την Ταϊβάν. Παρ’ όλα τα ισχύοντα μέτρα κατά των εισαγωγών από την Κίνα, οι εξαγωγές από την Κίνα προς την ΕΕ αυξάνονται σταθερά.

(70)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ο συνολικός όγκος εισαγωγής εξαρτημάτων σωληνώσεων από τρίτες χώρες άλλες από τις εξεταζόμενες χώρες υπερδιπλασιάστηκε στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, από 9 654 τόνους το 2002 σε 24 105 τόνους στο τέλος της ΠΕ.

(71)

Ο όγκος των εισαγωγών εξαρτημάτων σωληνώσεων στην Κοινότητα από χώρες άλλες εκτός της Κορέας και της Μαλαισίας εξελίχθηκε ως εξής:

(72)

Πίνακας 18

Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες

Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Τόνοι

9 654

12 453

11 488

13 344

19 020

24 105

Δείκτης

100

129

119

138

197

250

Ετήσια τάση

100

29

–10

19

59

53

Πηγή: Eurostat.

(73)

Το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών καταγωγής τρίτων χωρών άλλων από τις εξεταζόμενες χώρες ανήλθε σε 33 % της κατανάλωσης της ΕΕ. Αυτό συνεπάγεται μια αύξηση 99 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο από 16 % στο 33 %.

(74)

Πίνακας 19

Μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες

Μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Ποσοστό της αγοράς

16 %

20 %

18 %

24 %

29 %

33 %

Δείκτης

100

122

108

144

176

199

Ετήσια τάση

100

22

–14

36

32

23

Πηγή: Eurostat και πληροφορίες της αγοράς που έχουν παράσχει οι αιτούντες παραγωγοί.

(75)

Πίνακας 20

Κύριες εισαγωγές στην ΕΕ

Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες, σε τόνους

2002

2003

2004

2005

2006

ΠΕ

Κίνα

859

1 428

1 772

2 236

5 846

8 339

Ταϊβάν

1 101

2 372

1 894

2 540

4 774

5 854

Βιετνάμ

1 835

1 214

767

694

1 224

1 475

Ινδία

1 522

1 569

1 537

1 763

1 552

2 096

Ταϊλάνδη

676

1 508

778

558

1 622

2 334

γ)   Ανάκαμψη από τις συνέπειες πρακτικών ντάμπινγκ

(76)

Όπως φαίνεται από τη θετική εξέλιξη των περισσότερων δεικτών που παρατίθενται ανωτέρω, κατά τα έτη 2002 έως τα μέσα του 2007 η οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής έχει εν μέρει συνέλθει από τη ζημιογόνο επίδραση των εισαγωγών ντάμπινγκ καταγωγής των δύο εξεταζόμενων χωρών.

5.   Συμπέρασμα για την κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(77)

Από το 2002 και μετά, τα ισχύοντα μέτρα οδήγησαν εν μέρει σε ανάκαμψη του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατόρθωσε να αυξήσει τους όγκους πωλήσεών του και τις τιμές του. Δείκτες ζημίας όπως η παραγωγή, η παραγωγική ικανότητα, η αποδοτικότητα, οι επενδύσεις, η απόδοση των επενδύσεων και η παραγωγικότητα παρουσίασαν επίσης θετική εξέλιξη. Αυτό αποδεικνύει ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατέβαλε προσπάθειες για να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά του. Συνεπώς, οι πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην Κοινότητα ήταν επικερδείς από το 2002 και μετά.

(78)

Ωστόσο, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί τη σημαντική αύξηση της κατανάλωσης στην Κοινότητα και ορισμένοι θετικοί παράγοντες αποτελούν επίσης συνέπεια της εξαφάνισης σημαντικού κοινοτικού παραγωγού στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι δραστηριότητες του οποίου αναλήφθηκαν από δύο εταιρείες οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση.

(79)

Ωστόσο, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εισαγωγή μέτρων κατά της Κορέας και της Μαλαισίας είχε θετικό αντίκτυπο στην οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(80)

Λαμβανομένης υπόψη της ελαφράς ανάκαμψης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής που είχε αρχίσει να διαφαίνεται, δεν μπόρεσε να καθοριστεί η συνέχιση της ζημίας που προκλήθηκε από τις εισαγωγές με ντάμπινγκ. Συνεπώς, εξετάστηκε κατά πόσο θα επαναλαμβανόταν η ζημία αν επιτρεπόταν η λήξη ισχύος των μέτρων.

ΣΤ.   ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ

(81)

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι παραγωγοί της Κορέας και της Μαλαισίας έχουν το δυναμικό να ανακατευθύνουν τεράστιους όγκους εξαγωγών προς την κοινοτική αγορά αν επιτραπεί η λήξη ισχύος των μέτρων. Σύμφωνα με την αίτηση, οι εν λόγω χώρες είναι έντονα εξαρτημένες από τις αγορές εξαγωγών: 75 % για την Κορέα και 84 % για τη Μαλαισία. Εξάλλου, φαίνεται ότι άλλες αγορές εξαγωγών, όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, δεν θα μπορούσαν να απορροφήσουν την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, επειδή οι όγκοι εξαγωγών προς τις χώρες αυτές είναι ήδη σημαντικοί, και, συνεπώς, η παραγωγική αυτή ικανότητα θα κατευθυνθεί προς την κοινοτική αγορά. Επιπλέον, φαίνεται ότι υπάρχει γενικά πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στην ασιατική αγορά.

(82)

Όσον αφορά τις τιμές, από στατιστικές των ΗΠΑ διαπιστώθηκε ότι οι τιμές εξαγωγής της Μαλαισίας και της Κορέας προς τις ΗΠΑ ήταν χαμηλότερες από αυτές προς τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Μολονότι δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί διεξοδική ανάλυση, λόγω των πολλών και διαφορετικών τύπων προϊόντων, ενδέχεται οι εξαγωγείς αυτοί να ευθυγραμμίσουν τις τιμές με τις πολύ χαμηλότερες από τις άλλες ασιατικές χώρες προκειμένου να ανακτήσουν το απολεσθέν μερίδιο αγοράς τους. Αυτού του είδους η πολιτική τιμών, που επιβεβαιώνεται από τη μη συνεργασία τους σε συνδυασμό με την ικανότητά τους να διαθέσουν σημαντικές ποσότητες του υπό εξέταση προϊόντος στην κοινοτική αγορά, συνεπάγεται αρνητικό αντίκτυπο για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

(83)

Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής πρέπει να παραμείνει ανταγωνιστικός στην παραγωγή ορισμένου όγκου τυποποιημένων προϊόντων, τα οποία συνεπώς βρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό με τις εισαγωγές από την Κορέα και τη Μαλαισία, προκειμένου να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας.

(84)

Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, αν επιτραπεί η λήξη ισχύος των μέτρων, είναι πολύ πιθανό ότι θα επαναληφθεί η ζημία που προκάλεσαν οι εισαγωγές με ντάμπινγκ εις βάρος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

Ζ.   ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

1.   Εισαγωγή

(85)

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε αν η παράταση των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ θα αντίκειτο στα συμφέροντα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής συνολικά. Ο προσδιορισμός του κοινοτικού συμφέροντος βασίζεται σε εκτίμηση όλων των διαφορετικών συμφερόντων που διακυβεύονται, δηλαδή αυτών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, των εισαγωγέων/εμπόρων, καθώς και των χρηστών του υπό εξέταση προϊόντος. Δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις από χρήστες.

(86)

Για να εκτιμηθούν οι πιθανές επιπτώσεις της συνέχισης ή μη των μέτρων, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από όλα τα προαναφερόμενα ενδιαφερόμενα μέρη. Η Επιτροπή έστειλε δειγματοληπτικά ερωτηματολόγια σε 64 εισαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος και έλαβε έντεκα απαντήσεις. Η Επιτροπή έστειλε ένα ερωτηματολόγιο στις εν λόγω έντεκα εταιρείες και έλαβε δύο μόνον μερικές απαντήσεις οι οποίες δεν παρείχαν κανένα στοιχείο σχετικά με το αν τις επηρέαζαν ουσιαστικά τα ισχύοντα μέτρα. Προφανώς, οι εισαγωγείς βρήκαν άλλες πηγές προμήθειας, όπως φαίνεται από το σημαντικό μερίδιο αγοράς (33 %) που κατέχεται από άλλες τρίτες χώρες, γεγονός που αποδεικνύει ότι είναι εξασφαλισμένες οι συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά της Κοινότητας.

(87)

Επιπλέον, το γεγονός ότι η παρούσα έρευνα αποτελεί επανεξέταση, που αναλύει μια κατάσταση στην οποία έχουν ήδη εφαρμοστεί μέτρα αντιντάμπινγκ, επιτρέπει την αξιολόγηση των ενδεχόμενων αθέμιτων αρνητικών επιπτώσεων που είχαν στα ενδιαφερόμενα μέρη τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ.

(88)

Βάσει αυτών, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον, παρά τα συμπεράσματα για τη συνέχιση του ντάμπινγκ και την πιθανότητα επανάληψης της ζημίας, υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι που θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να διατηρηθούν τα μέτρα σε αυτή τη συγκεκριμένη υπόθεση.

2.   Τα συμφέροντα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(89)

Έχει αποδειχθεί ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής είναι διαρθρωτικά βιώσιμος. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε από τη θετική εξέλιξη της οικονομικής του κατάστασης σε εποχή κατά την οποία είχε αποκατασταθεί ο πραγματικός ανταγωνισμός μετά την επιβολή των μέτρων αντιντάμπινγκ που ισχύουν τη στιγμή αυτή. Πράγματι, οι προσπάθειες που κατέβαλε το κοινοτικός κλάδος παραγωγής για τον εξορθολογισμό της παραγωγής του και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς του οδήγησαν σε εύλογο κέρδος κατά τα τελευταία δύο έτη της εξεταζόμενης περιόδου.

(90)

Βάσει των ανωτέρω, κρίνεται αναγκαίο να διατηρηθούν τα ισχύοντα μέτρα, ώστε να αποτραπούν οι δυσμενείς επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να υπονομεύσουν τη διαδικασία ανάκαμψης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και, σε τελική ανάλυση, της ίδιας της ύπαρξής του. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι εάν εξαφανιστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στον βιομηχανικό κλάδο των επόμενων σταδίων του προϊόντος, δεδομένου ότι θα μειωθούν σημαντικά οι δυνατότητες επιλογής των προμηθευτών του.

3.   Τα συμφέροντα των εισαγωγέων/εμπόρων

(91)

Όπως αναφέρεται παραπάνω, μόνον δύο από τους 64 μη συνδεδεμένους εισαγωγείς απάντησαν στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν εξέφρασαν αρνητικές απόψεις σχετικά με την πιθανή συνέχιση των μέτρων. Η έλλειψη συνεργασίας αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι η οικονομική κατάσταση του τομέα αυτού δεν εθίγη ουσιωδώς από την επιβολή των μέτρων. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι εισαγωγείς εξακολούθησαν να πωλούν το υπό εξέταση προϊόν σε μεγάλες ποσότητες, αυξάνοντας μάλιστα τον εισαγόμενο όγκο κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

(92)

Συνάγεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι η οικονομική κατάσταση των εισαγωγέων του υπό εξέταση προϊόντος δεν επηρεάστηκε αρνητικά από την επιβολή των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ. Για τους ίδιους λόγους, είναι επίσης μάλλον απίθανο να επιδεινωθεί η οικονομική τους κατάσταση στο μέλλον εξαιτίας της συνέχισης των μέτρων.

4.   Τα συμφέροντα των χρηστών

(93)

Στην τρέχουσα έρευνα δεν αναγγέλθηκαν χρήστες. Οι χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος είναι κυρίως ο πετροχημικός και οικοδομικός κλάδος. Η έλλειψη συνεργασίας φαίνεται να επιβεβαιώνει το γεγονός ότι τα εξαρτήματα σωληνώσεων αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό μέρος του συνολικού κόστους παραγωγής τους και ότι τα ισχύοντα μέτρα δεν φαίνεται να έχουν προκαλέσει κάποια απώλεια ανταγωνιστικότητας γι’ αυτούς.

(94)

Συνήχθη το συμπέρασμα ότι, η διατήρηση των μέτρων στο ίδιο επίπεδο δεν συνεπάγεται τυχόν επιδείνωση της κατάστασης των χρηστών.

5.   Συμπέρασμα σχετικά με το συμφέρον της Κοινότητας

(95)

Η έρευνα κατέδειξε ότι τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ επέτρεψαν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να ανακάμψει σε ορισμένο βαθμό. Αν επιτραπεί η λήξη ισχύος των μέτρων, θα τεθεί σε κίνδυνο η διαδικασία ανάκαμψης και, πιθανώς, θα εξαφανιστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. Επομένως, η συνέχιση των μέτρων είναι προς το συμφέρον του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(96)

Επιπλέον, κατά το παρελθόν, φάνηκε ότι τα ισχύοντα μέτρα δεν είχαν ουσιαστικές αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση των χρηστών και των εισαγωγέων. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι που να συνηγορούν κατά της συνέχισης των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ.

Η.   ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

(97)

Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό βάσει των οποίων πρόκειται να προταθεί η διατήρηση των υφιστάμενων μέτρων. Μετά την ενημέρωση αυτή, τους χορηγήθηκε επίσης προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Δεν υποβλήθηκαν παρατηρήσεις από την Κορέα· παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από μία εταιρεία της Μαλαισίας αλλά δεν επαρκούσαν για να αλλάξουν τα προαναφερόμενα συμπεράσματα.

(98)

Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, τα μέτρα αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές εξαρτημάτων σωληνώσεων, καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Μαλαισίας, που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1514/2002, πρέπει να διατηρηθούν,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές εξαρτημάτων σωληνώσεων (με εξαίρεση τα χυτά, τους συζευκτήρες και τους συζευκτήρες με βόλτες) από σίδηρο ή χάλυβα (μη συμπεριλαμβανομένου του ανοξείδωτου χάλυβα), με μέγιστη εξωτερική διάμετρο μη υπερβαίνουσα τα 609,6 mm, από αυτά που χρησιμοποιούνται για συγκόλληση κατ’ άκρον ή για άλλους σκοπούς, καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Μαλαισίας και υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ ex 7307 93 11, ex 7307 93 19, ex 7307 99 30 και ex 7307 99 90 (κωδικοί TARIC 7307931191, 7307931193, 7307931194, 7307931195, 7307931199, 7307931991, 7307931993, 7307931994, 7307931995, 7307931999, 7307993092, 7307993093, 7307993094, 7307993095, 7307993098, 7307999092, 7307999093, 7307999094, 7307999095, 7307999098).

2.   Ο συντελεστής του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή «ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας», πριν από την επιβολή δασμού, για τα προϊόντα που περιγράφονται στην παράγραφο 1 και παράγονται από τις εταιρείες που απαριθμούνται κατωτέρω, καθορίζεται ως εξής:

Χώρα

Εταιρεία

Δασμός

(%)

Πρόσθετος κωδικός TARIC

Μαλαισία

 

Anggerik Laksana Sdn Bhd,

Selangor Darul Ehsan

59,2

A324

 

Όλες οι άλλες εταιρείες

75

A999

Δημοκρατία της Κορέας

 

Όλες οι εταιρείες

44

3.   Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 13 Οκτωβρίου 2008.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

B. KOUCHNER


(1)  ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 228 της 24.8.2002, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 139 της 6.6.2003, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 355 της 1.12.2004, σ. 4.

(5)  ΕΕ L 355 της 1.12.2004, σ. 9.

(6)  ΕΕ L 116 της 29.4.2006, σ. 1.

(7)  ΕΕ C 286 της 23.11.2006, σ. 8.

(8)  ΕΕ C 192 της 18.8.2007, σ. 15.


16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/32


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1002/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 15ης Οκτωβρίου 2008

σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 16 Οκτωβρίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Οκτωβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός των τρίτων χωρών (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

MA

73,5

MK

51,9

TR

86,7

ZZ

70,7

0707 00 05

MK

81,9

TR

100,5

ZZ

91,2

0709 90 70

TR

117,4

ZZ

117,4

0805 50 10

AR

77,7

TR

104,7

UY

95,7

ZA

84,1

ZZ

90,6

0806 10 10

BR

261,2

TR

97,8

US

224,7

ZZ

194,6

0808 10 80

AR

67,2

CL

64,0

CN

53,8

MK

37,6

NZ

89,9

US

121,5

ZA

82,2

ZZ

73,7

0808 20 50

CL

60,3

CN

50,9

TR

128,9

ZA

83,4

ZZ

80,9


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/34


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1003/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 15ης Οκτωβρίου 2008

για τον καθορισμό των εισαγωγικών δασμών στον τομέα των σιτηρών από την 16η Οκτωβρίου 2008

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1249/96 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1996, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1766/92 του Συμβουλίου όσον αφορά τους εισαγωγικούς δασμούς στον τομέα των σιτηρών (2), και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 136 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 προβλέπει ότι, για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 1001 10 00, 1001 90 91, ex 1001 90 99 (μαλακό σιτάρι υψηλής ποιότητας), 1002, ex 1005 εκτός από τα υβρίδια προς σπορά, και ex 1007 εκτός από τα υβρίδια προς σπορά, ο εισαγωγικός δασμός ισούται με την τιμή παρέμβασης που ισχύει για τα προϊόντα αυτά κατά την εισαγωγή τους, προσαυξημένη κατά 55 %, μείον την τιμή εισαγωγής cif που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο φορτίο. Ωστόσο, ο δασμός αυτός δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τον δασμολογικό συντελεστή του κοινού δασμολογίου.

(2)

Το άρθρο 136 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 προβλέπει ότι, για τον υπολογισμό του εισαγωγικού δασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, καθορίζονται σε τακτικά διαστήματα αντιπροσωπευτικές τιμές εισαγωγής cif για τα προϊόντα αυτά.

(3)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96, η τιμή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του εισαγωγικού δασμού για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 1001 10 00, 1001 90 91, ex 1001 90 99 (μαλακό σιτάρι υψηλής ποιότητας), 1002 00, 1005 10 90, 1005 90 00 και 1007 00 90 είναι η ημερήσια αντιπροσωπευτική τιμή εισαγωγής cif που ορίζεται βάσει της μεθόδου που προβλέπεται στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού.

(4)

Είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι εισαγωγικοί δασμοί για την περίοδο από την 16η Οκτωβρίου 2008, οι οποίοι θα ισχύουν έως τον εκ νέου καθορισμό τους.

(5)

Ωστόσο, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2008 της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 2008, περί προσωρινής αναστολής των δασμών κατά την εισαγωγή ορισμένων σιτηρών για την περίοδο εμπορίας 2008/2009 (3), αναστέλλεται η εφαρμογή ορισμένων δασμών που καθορίζονται με τον παρόντα κανονισμό,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Από την 16η Οκτωβρίου 2008, οι εισαγωγικοί δασμοί στον τομέα των σιτηρών οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 καθορίζονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού βάσει των στοιχείων του παραρτήματος II.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 16 Οκτωβρίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Οκτωβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 161 της 29.6.1996, σ. 125.

(3)  ΕΕ L 166 της 27.6.2008, σ. 19.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Εισαγωγικοί δασμοί για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, οι οποίοι εφαρμόζονται από την 16η Οκτωβρίου 2008

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή των εμπορευμάτων

Εισαγωγικός δασμός (1)

(EUR/t)

1001 10 00

ΣΙΤΑΡΙ σκληρό εκλεκτής ποιότητας

0,00 (2)

μέσης ποιότητας

0,00 (2)

βασικής ποιότητας

0,00 (2)

1001 90 91

ΣΙΤΑΡΙ μαλακό, για σπορά

0,00

ex 1001 90 99

ΣΙΤΑΡΙ μαλακό εκλεκτής ποιότητας, εκτός από αυτό που προορίζεται για σπορά

0,00 (2)

1002 00 00

ΣΙΚΑΛΗ

19,11 (2)

1005 10 90

ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ για σπορά, εκτός από το υβρίδιο

0,00

1005 90 00

ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ, εκτός από αυτό που προορίζεται για σπορά (3)

0,00 (2)

1007 00 90

ΣΟΡΓΟ σε κόκκους, εκτός από το υβρίδιο που προορίζεται για σπορά

19,11 (2)


(1)  Για τα εμπορεύματα που φθάνουν στην Κοινότητα από τον Ατλαντικό Ωκεανό ή μέσω της διώρυγας του Σουέζ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96, ο εισαγωγέας μπορεί να επωφεληθεί μείωσης των δασμών κατά:

3 EUR/t, εάν το λιμάνι εκφόρτωσης βρίσκεται στη Μεσόγειο θάλασσα,

2 EUR/t, εάν το λιμάνι εκφόρτωσης βρίσκεται στη Δανία, στην Εσθονία, στην Ιρλανδία, στη Λεττονία, στη Λιθουανία, στην Πολωνία, στη Φινλανδία, στη Σουηδία, στο Ηνωμένο Βασίλειο ή από την πλευρά του Ατλαντικού της Ιβηρικής Χερσονήσου.

(2)  Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 608/2008 η εφαρμογή του εν λόγω δασμού αναστέλλεται.

(3)  Ο εισαγωγέας μπορεί να επωφεληθεί κατ’ αποκοπή μείωσης 24 EUR/t όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Στοιχεία υπολογισμού των δασμών που καθορίζονται στο παράρτημα Ι

1.10.2008-14.10.2008

1.

Μέσοι όροι κατά την περίοδο αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96:

(EUR/t)

 

Σιτάρι μαλακό (1)

Καλαμπόκι

Σκληρό σιτάρι, εκλεκτής ποιότητας

Σκληρό σιτάρι, μέσης ποιότητας (2)

Σκληρό σιτάρι, χαμηλής ποιότητας (3)

Κριθή

Χρηματιστήριο

Minnéapolis

Chicago

Τιμή

195,25

123,95

Τιμή fob USA

281,83

271,83

251,83

116,56

Πριμοδότηση για τον Κόλπο

15,20

Πριμοδότηση για τις Μεγάλες Λίμνες

4,76

2.

Μέσοι όροι κατά την περίοδο αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96:

Ναύλος/κόστος: Κόλπος του Μεξικού–Ρότερνταμ:

22,09 EUR/t

Ναύλος/κόστος: Μεγάλες Λίμνες–Ρότερνταμ:

21,36 EUR/t


(1)  Θετική πριμοδότηση 14 EUR/t ενσωματωμένη [άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96].

(2)  Αρνητική πριμοδότηση 10 EUR/t [άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96].

(3)  Αρνητική πριμοδότηση 30 EUR/t [άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1249/96].


16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/37


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1004/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 15ης Οκτωβρίου 2008

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1725/2003 περί της υιοθέτησης ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο (ΔΛΠ) 39 κα το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) 7

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή των διεθνών λογιστικών προτύπων (1), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1725/2003 της Επιτροπής (2) υιοθετήθηκαν ορισμένα διεθνή πρότυπα και διερμηνείες που υφίσταντο στις 14 Σεπτεμβρίου 2002.

(2)

Στις 13 Οκτωβρίου 2008, το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB) ενέκρινε τροποποιήσεις του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 39 Χρηματοοικονομικά μέσα: αναγνώριση και επιμέτρηση και του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: γνωστοποιήσεις, αναφερόμενες εφεξής ως «τροποποιήσεις των ΔΛΠ 39 και ΔΠΧΑ 7». Οι τροποποιήσεις των ΔΛΠ 39 και ΔΠΧΑ 7 επιτρέπουν, σε σπάνιες περιστάσεις, την επαναταξινόμηση ορισμένων χρηματοοικονομικών μέσων από την κατηγορία των «κατεχόμενων για εμπορική εκμετάλλευση» σε άλλη κατηγορία. Η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση θεωρείται σπάνια περίσταση αυτού του είδους, πράγμα που δικαιολογεί τη χρήση αυτής της δυνατότητας από τις επιχειρήσεις.

(3)

Σύμφωνα με τις τροποποιήσεις των ΔΛΠ 39 και ΔΠΧΑ 7, πρέπει να επιτρέπεται στις επιχειρήσεις να επαναταξινομούν ορισμένα χρηματοοικονομικά μέσα από την 1η Ιουλίου 2008.

(4)

Οι διαβουλεύσεις με την ομάδα τεχνικών εμπειρογνωμόνων (TEG) της ευρωπαϊκής συμβουλευτικής ομάδας για θέματα χρηματοοικονομικής αναφοράς (EFRAG) επιβεβαιώνουν ότι οι τροποποιήσεις των ΔΛΠ 39 και ΔΠΧΑ 7 πληρούν τα τεχνικά κριτήρια έγκρισης που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002. Σύμφωνα με την απόφαση 2006/505/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2006, για τη σύσταση ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων προκειμένου να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με την αντικειμενικότητα και την ουδετερότητα των γνωμών της συμβουλευτικής επιτροπής για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EFRAG) (3), η ομάδα εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων εξέτασε τη γνώμη της EFRAG σχετικά με την έγκριση προτύπων και συμβούλευσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι αυτή είναι ισορροπημένη και αντικειμενική.

(5)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1725/2003 πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αναλόγως.

(6)

Λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής αναταραχής και του γεγονότος ότι έχει πλέον παύσει η διαπραγμάτευση ορισμένων χρηματοοικονομικών μέσων και ότι ορισμένες αγορές έχουν καταστεί ανενεργές ή έχουν πληγεί σοβαρά, υπάρχει ανάγκη άμεσης εφαρμογής των τροποποιήσεων ώστε να καταστεί δυνατή η επαναταξινόμηση ορισμένων χρηματοοικονομικών μέσων και, συνεπώς, επείγει η έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(7)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της κανονιστικής επιτροπής λογιστικών θεμάτων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1725/2003, το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 39 Χρηματοοικονομικά μέσα: αναγνώριση και επιμέτρηση και το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: γνωστοποιήσεις, τροποποιούνται όπως ορίζεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Οκτωβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Charlie McCREEVY

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 261 της 13.10.2003, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 199 της 21.7.2006, σ. 33.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΔΙΕΘΝΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ

ΔΛΠ 39

Τροποποιήσεις στο ΔΛΠ 39 Χρηματοοικονομικά μέσα: αναγνώριση και επιμέτρηση

ΔΠΧΑ 7

Τροποποιήσεις στο ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: γνωστοποιήσεις

Η αναπαραγωγή επιτρέπεται εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου προστατεύονται όλα τα δικαιώματα, εξαιρουμένου του δικαιώματος αναπαραγωγής για προσωπική χρήση ή άλλους θεμιτούς σκοπούς. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθύνεστε στο Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB) στη διεύθυνση www.iasb.org

Επαναταξινόμηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (Τροποποιήσεις του ΔΛΠ 39 Χρηματοοικονομικά μέσα: αναγνώριση και επιμέτρηση και του ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: γνωστοποιήσεις)

Τροποποιήσεις του ΔΛΠ 39

Τροποποιείται η παράγραφος 50 και προστίθενται οι παράγραφοι 50B-50ΣΤ και 103Ζ.

ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ

Επαναταξινομήσεις

50

Μια οικονομική οντότητα:

α)

δεν επαναταξινομεί παράγωγο μέσο από την κατηγορία των επιμετρώμενων στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων σε άλλη κατηγορία, ενόσω το παράγωγο είναι υπό κατοχή ή έκδοση·

β)

δεν επαναταξινομεί χρηματοοικονομικό μέσο από την κατηγορία των επιμετρώμενων στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων σε άλλη κατηγορία, εάν κατά την αρχική αναγνώριση είχε λογιστικοποιηθεί από την οικονομική οντότητα στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων· και

γ)

μπορεί, εάν χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο δεν κατέχεται πλέον για πώληση ή επαναγορά στο εγγύς μέλλον (μολονότι το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο μπορεί να έχει αποκτηθεί ή να διατηρείται κυρίως με σκοπό την πώληση ή επαναγορά του στο εγγύς μέλλον), να επαναταξινομήσει το εν λόγω χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο εκτός κατηγορίας επιμετρώμενων στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων εάν πληρούνται οι απαιτήσεις των παραγράφων 50B ή 50Δ.

Η οικονομική οντότητα δεν επαναταξινομεί οιοδήποτε χρηματοοικονομικό μέσο στην κατηγορία των επιμετρώμενων στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, μετά την αρχική αναγνώριση.

50B

Χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο στο οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος 50 στοιχείο γ) (πλην του είδους του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου που περιγράφεται στην παράγραφο 50Δ) μπορεί να επαναταξινομηθεί από την κατηγορία της εύλογης αξίας μέσω των αποτελεσμάτων σε σπάνιες μόνο περιστάσεις.

50Γ

Εάν οικονομική οντότητα επαναταξινομήσει χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο από την κατηγορία της εύλογης αξίας μέσω των αποτελεσμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 50Β, το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο θα επαναταξινομηθεί στην εύλογη αξία του κατά την ημερομηνία της επαναταξινόμησης. Τυχόν κέρδη ή ζημίες που έχουν ήδη αναγνωριστεί στα αποτελέσματα δεν αντιλογίζονται. Η εύλογη αξία του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου κατά την ημερομηνία της επαναταξινόμησης καθίσταται το νέο ή το αποσβεσμένο του κόστος, κατά περίπτωση.

50Δ

Χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο στο οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος 50 στοιχείο γ), το οποίο θα πληρούσε τον ορισμό των δανείων και των απαιτήσεων (εάν το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο δεν είχε καθοριστεί να ταξινομηθεί ως κατεχόμενο για εμπορική εκμετάλλευση στην αρχική αναγνώριση) μπορεί να επαναταξινομηθεί από την κατηγορία της εύλογης αξίας μέσω των αποτελεσμάτων εάν η οικονομική οντότητα έχει την πρόθεση και τη δυνατότητα να διατηρήσει το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο για το προσεχές μέλλον ή μέχρι τη λήξη.

50Ε

Χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ταξινομημένο ως διαθέσιμο για πώληση, το οποίο θα πληρούσε τον ορισμό των δανείων και των απαιτήσεων (εάν δεν είχε χαρακτηριστεί ως διαθέσιμο για πώληση) μπορεί να επαναταξινομηθεί από την κατηγορία των διαθέσιμων προς πώληση στην κατηγορία των δανείων και απαιτήσεων εάν η οικονομική οντότητα έχει την πρόθεση και τη δυνατότητα να διατηρήσει το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο για το προσεχές μέλλον ή μέχρι τη λήξη.

50ΣΤ

Εάν η οικονομική οντότητα επαναταξινομήσει χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο από την κατηγορία της εύλογης αξίας μέσω των αποτελεσμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 50Δ ή από την κατηγορία των διαθέσιμων προς πώληση σύμφωνα με την παράγραφο 50E, θα επαναταξινομήσει το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο στην εύλογη αξία του κατά την ημερομηνία της επαναταξινόμησης. Για χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που έχει επαναταξινομηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 50Δ, τυχόν κέρδη ή ζημίες που έχουν ήδη αναγνωριστεί στα αποτελέσματα δεν αντιλογίζονται. Η εύλογη αξία του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου κατά την ημερομηνία επαναταξινόμησης καθίσταται το νέο του κόστος ή το αποσβεσμένο κόστος, κατά περίπτωση. Για χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που έχει επαναταξινομηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 50E, τυχόν προηγούμενα κέρδη ή ζημίες επί του στοιχείου αυτού που έχουν αναγνωριστεί σε άλλα συνολικά έσοδα σύμφωνα με την παράγραφο 55 στοιχείο β) λογιστικοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 54.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

103Ζ

Η Επαναταξινόμηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (Τροποποιήσεις των ΔΛΠ 39 και ΔΠΧΑ 7), που εκδόθηκε τον Οκτώβριο 2008, τροποποίησε τις παραγράφους 50 και AG8, και πρόσθεσε τις παραγράφους 50B-50ΣΤ. Οι οικονομικές οντότητες εφαρμόζουν τις εν λόγω τροποποιήσεις από την 1η Ιουλίου 2008. Οι οικονομικές οντότητες δεν επαναταξινομούν χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με τις παραγράφους 50Β, 50Δ ή 50Ε πριν από την 1η Ιουλίου 2008. Οιαδήποτε επαναταξινόμηση χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου πραγματοποιηθεί σε περιόδους που αρχίζουν την 1η Νοεμβρίου 2008 ή μετέπειτα, αρχίζουν να ισχύουν μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η επαναταξινόμηση. Οιαδήποτε επαναταξινόμηση χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου σύμφωνα με τις παραγράφους 50Β, 50Δ ή 50Ε δεν εφαρμόζεται αναδρομικά σε περιόδους αναφοράς που έληξαν πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.

Στο προσάρτημα A Οδηγίες εφαρμογής, τροποποιείται η παράγραφος ΟΕ8.

Αποτελεσματικό επιτόκιο

ΟΕ8

Αν η οικονομική οντότητα αναθεωρήσει τις εκτιμήσεις καταβολών και εισπράξεών της, θα προσαρμόσει τη λογιστική αξία του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου ή της χρηματοοικονομικής υποχρέωσης (ή της ομάδας χρηματοοικονομικών μέσων) ώστε να αντανακλά τις πραγματικές και αναθεωρημένες εκτιμώμενες ταμιακές ροές. Η οικονομική οντότητα υπολογίζει εκ νέου τη λογιστική αξία υπολογίζοντας την παρούσα αξία των εκτιμώμενων μελλοντικών ταμιακών ροών στο αρχικό αποτελεσματικό επιτόκιο του χρηματοοικονομικού μέσου. Η προσαρμογή αναγνωρίζεται ως έσοδο ή έξοδο στα αποτελέσματα. Εάν επαναταξινομηθεί χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με τις παραγράφους 50Β, 50Δ ή 50Ε, και η οικονομική οντότητα αυξήσει στη συνέχεια τις εκτιμήσεις της των μελλοντικών ταμειακών εισπράξεων ως αποτέλεσμα της υψηλής ανακτησιμότητας των εν λόγω ταμειακών εισπράξεων, το αποτέλεσμα της αύξησης αυτής αναγνωρίζεται ως προσαρμογή μάλλον στο αποτελεσματικό επιτόκιο από την ημερομηνία της αλλαγής της εκτίμησης παρά ως προσαρμογή στην λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου κατά την ημερομηνία της αλλαγής της εκτίμησης.

Τροποποιήσεις στο ΔΠΧΑ 7

Τροποποιείται η παράγραφος 12 και προστίθενται οι παράγραφοι 12A και 44E.

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ

Κατάσταση οικονομικής θέσης

Επαναταξινόμηση

12

Εάν η οικονομική οντότητα έχει επαναταξινομήσει χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο (σύμφωνα με τις παραγράφους 51-54 του ΔΛΠ 39) ως επιμετρώμενο:

α)

στο κόστος ή στο αποσβεσμένο κόστος αντί στην εύλογη αξία· ή

β)

στην εύλογη αξία του αντί στο κόστος ή στο αποσβεσμένο,

γνωστοποιεί το ποσό που έχει επαναταξινομηθεί από τη μια κατηγορία στην άλλη, καθώς και τους λόγους για την νέα αυτή κατάταξη.

12Α

Εάν η οικονομική οντότητα έχει επαναταξινομήσει χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο από την κατηγορία της εύλογης αξίας μέσω των αποτελεσμάτων σύμφωνα με τις παραγράφους 50Β ή 50Δ του ΔΛΠ 39 ή από την κατηγορία των διαθέσιμων για πώληση σύμφωνα με την παράγραφο 50E του ΔΛΠ 39, γνωστοποιεί:

α)

το ποσό που έχει επαναταξινομηθεί από τη μια κατηγορία στην άλλη·

β)

για κάθε περίοδο αναφοράς μέχρι την παύση της αναγνώρισης, τις λογιστικές αξίες και τις εύλογες αξίες όλων των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία επαναταξινομήθηκαν στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους αναφοράς·

γ)

εάν χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο έχει επαναταξινομηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 50B, την σπάνια κατάσταση και τα γεγονότα και τις περιστάσεις που να τεκμηριώνουν τον σπάνιο χαρακτήρα της κατάστασης·

δ)

για την περίοδο αναφοράς στην οποία επαναταξινομήθηκε το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο, την εύλογη αξία του κέρδους ή της ζημίας επί του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου που αναγνωρίστηκε στα αποτελέσματα ή σε άλλα συνολικά έσοδα κατά την εν λόγω περίοδο αναφοράς και στις προηγούμενες περιόδους αναφοράς·

ε)

για κάθε περίοδο αναφοράς μετά την επαναταξινόμηση (συμπεριλαμβανομένης της περιόδου αναφοράς στην οποία επαναταξινομήθηκε το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο) μέχρι την παύση αναγνώρισης του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, την εύλογη αξία του κέρδους ή της ζημίας που θα είχε αναγνωριστεί στα αποτελέσματα ή σε άλλα συνολικά έσοδα εάν το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο δεν είχε επαναταξινομηθεί, και το κέρδος, τη ζημία, το έσοδο και τη δαπάνη που αναγνωρίστηκαν στα αποτελέσματα· και

στ)

το αποτελεσματικό επιτόκιο και τα εκτιμώμενα ποσά των ταμειακών ροών που αναμένει να εισπράξει η οικονομική οντότητα, κατά την ημερομηνία επαναταξινόμησης του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

44E

Η Επαναταξινόμηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (Τροποποιήσεις των ΔΛΠ 39 και ΔΠΧΑ 7), που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2008, τροποποίησε την παράγραφο 12 και πρόσθεσε την παράγραφο 12Α. Οι οικονομικές οντότητες εφαρμόζουν τις εν λόγω τροποποιήσεις από την 1η Ιουλίου 2008.


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/42


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Οκτωβρίου 2008

περί καθορισμού της οριστικής κατανομής των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη για το οικονομικό έτος 2008, όσον αφορά ορισμένο αριθμό εκταρίων, για την αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 5738]

(Τα κείμενα στη βουλγαρική, ισπανική, τσεχική, γερμανική, ελληνική, γαλλική, ιταλική, ουγγρική, μαλτέζικη, πορτογαλική, ρουμάνικη, σλοβενική και σλοβακική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

(2008/799/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (1), και ιδίως το άρθρο 14 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι κανόνες για την αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων έχουν καθοριστεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1227/2000 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2000, περί καθορισμού λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς και ιδίως σχετικά με το δυναμικό παραγωγής (2).

(2)

Οι λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τον οικονομικό σχεδιασμό και τη συμμετοχή στη χρηματοδότηση του καθεστώτος αναδιάρθρωσης και μετατροπής, που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1227/2000, προβλέπουν ότι οι αναφορές σε δεδομένο οικονομικό έτος γίνονται ως προς τις πληρωμές που πραγματοποιούνται όντως από τα κράτη μέλη στο διάστημα μεταξύ της 16ης Οκτωβρίου και της 15ης Οκτωβρίου του επόμενου έτους.

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999, η Επιτροπή χορηγεί κατ’ έτος μια πρώτη δόση των πιστώσεων στα κράτη μέλη, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές καταστάσεις και ανάγκες καθώς και τις προσπάθειες που πρέπει να καταβληθούν για την επίτευξη του στόχου του καθεστώτος.

(4)

Η Επιτροπή έχει καθορίσει την ενδεικτική κατανομή κονδυλίων για την περίοδο εμπορίας 2007/2008 με την απόφαση 2007/719/ΕΚ (3).

(5)

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1227/2000, επιβάλλεται μείωση όταν οι πραγματικές δαπάνες ενός κράτους μέλους ανά εκτάριο υπερβαίνουν αυτές που προβλέπονται στην αρχική χορήγηση. Στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 2008, η μείωση αυτή όσον αφορά τη Σλοβακία ανέρχεται σε 6 169 EUR.

(6)

Δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1227/2000, τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να υποβάλουν μεταγενέστερη αίτηση κατά το τρέχον οικονομικό έτος. Στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 2008, αυτό έπραξαν η Τσεχική Δημοκρατία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία.

(7)

Δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1227/2000, οι αιτήσεις για μεταγενέστερη χρηματοδότηση που υποβάλλονται στην Επιτροπή από τα κράτη μέλη γίνονται αποδεκτές κατ’ αναλογία, με τη χρήση του διαθέσιμου ποσού μετά από αφαίρεση του αθροίσματος, για όλα τα κράτη μέλη, των ποσών που κοινοποιήθηκαν, δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του εν λόγω κανονισμού, από το συνολικό κονδύλιο που διατέθηκε στα κράτη μέλη. Η διάταξη αυτή ισχύει για το οικονομικό έτος 2008 όσον αφορά την Τσεχική Δημοκρατία, την Ισπανία, την Ιταλία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Δεδομένου ότι οι αιτήσεις για μεταγενέστερη χρηματοδότηση που υποβλήθηκαν από τα εν λόγω κράτη μέλη αφορούσαν ποσά μικρότερα από τα διαθέσιμα για ανακατανομή, έγιναν δεκτές όλες οι σχετικές αιτήσεις των κρατών μελών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Στο παράρτημα της παρούσας απόφασης εμφαίνεται η οριστική κατανομή των κονδυλίων της περιόδου εμπορίας 2007/2008 στα οικεία κράτη μέλη, για έναν ορισμένο αριθμό εκταρίων, με στόχο την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή αμπελώνων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999, για το οικονομικό έτος 2008.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας, την Τσεχική Δημοκρατία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία, την Ιταλική Δημοκρατία, την Κυπριακή Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, τη Δημοκρατία της Ουγγαρίας, τη Δημοκρατία της Μάλτας, τη Δημοκρατία της Αυστρίας, την Πορτογαλική Δημοκρατία, τη Ρουμανία, τη Δημοκρατία της Σλοβενίας και τη Σλοβακική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 10 Οκτωβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 179 της 14.7.1999, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 143 της 16.6.2000, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 289 της 7.11.2007, σ. 59.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΚΟΝΔΥΛΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΕΜΠΟΡΙΑΣ 2007/2008

(οικονομικό έτος 2008)

Κράτος μέλος

Έκταση (σε εκτάρια)

Κατανομή κονδυλίων (ευρώ)

Βουλγαρία

1 200

9 013 796

Τσεχική Δημοκρατία

706

11 883 827

Γερμανία

1 406

12 097 072

Ελλάδα

647

6 360 118

Ισπανία

21 154

169 516 302

Γαλλία

8 977

69 071 668

Ιταλία

12 358

101 761 476

Κύπρος

150

2 131 684

Λουξεμβούργο

5

38 001

Ουγγαρία

1 852

14 813 090

Μάλτα

3

38 157

Αυστρία

888

5 068 342

Πορτογαλία

2 711

23 511 590

Ρουμανία

4 205

35 050 228

Σλοβενία

124

2 401 900

Σλοβακία

228

863 646

Σύνολο

56 614

463 620 897


IV Λοιπές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

Μεικτή Επιτροπή του ΕΟΧ

16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/45


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΫΟΥΣΑΣ ΑΡΧΉΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ

αριθ. 318/05/COL

της 14ης Δεκεμβρίου 2005

για την περάτωση της επίσημης διαδικασίας έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του μέρους Ι του Πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή απαλλαγών από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης σε σχέση με τη σύσταση της εταιρείας Entra Eiendom AS (Noρβηγία)

Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (1), και ιδίως τα άρθρα 61 έως 63, και το πρωτόκολλο αριθ. 26,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου (2), και ιδίως το άρθρο 24 και το άρθρο 1 του μέρους 1 του πρωτοκόλλου 3,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τις κατευθυντήριες γραμμές της Εποπτεύουσας Αρχής (3) για την εφαρμογή και ερμηνεία των άρθρων 61 και 62 της συμφωνίας ΕΟΧ,

ΑΦΟΥ ΚΑΛΕΣΕ τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις (4) και λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω παρατηρήσεις,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

I.   ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

1.   Διαδικασία και ανταλλαγή επιστολών

Με επιστολή της 22ας Μαΐου 2002 (έγγρ. αριθ. 02-3856 D), η Αρχή ζήτησε από τις νορβηγικές αρχές να υποβάλουν πληροφορίες σχετικά με τη σύσταση της εταιρείας Entra Eiendom AS (εφεξής: η «Entra») ώστε να μπορέσει να αξιολογήσει κατά πόσον η σύσταση της εταιρείας ήταν σύμφωνη με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Οι νορβηγικές αρχές απάντησαν στις 25 Ιουνίου 2002 με επιστολή της αποστολής της Νορβηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία διαβιβάστηκε επιστολή της 20ής Ιουνίου 2002 του υπουργείου Εργασίας και Δημόσιας Διοίκησης. Αμφότερες οι επιστολές παραλήφθηκαν και καταχωρήθηκαν από την Αρχή στις 26 Ιουνίου 2002 (έγγρ. αριθ. 02-4850 A).

Με επιστολή της 10ης Οκτωβρίου 2002 (έγγρ. αριθ. 02-7036 D), η Αρχή ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες. Η επιστολή αναφέρεται, στο σημείο 1, στην απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης στο πλαίσιο μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτων και, στο σημείο 2, στη μείωση της εκτιμηθείσας αξίας βάσει ειδικών όρων καταγγελίας. Οι νορβηγικές αρχές υπέβαλαν τις πρόσθετες πληροφορίες με επιστολή της αποστολής της Νορβηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση της 14ης Νοεμβρίου 2002, με την οποία διαβιβάστηκε επιστολή του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της 7ης Νοεμβρίου 2002. Αμφότερες οι επιστολές παραλήφθηκαν και καταχωρήθηκαν από την Αρχή στις 14 Νοεμβρίου 2002 (έγγρ. αριθ. 02-8219 A).

Με φαξ του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της 9ης Δεκεμβρίου 2002, το οποίο παραλήφθηκε και καταχωρήθηκε από την Αρχή την ίδια ημέρα (έγγρ. αριθ. 02-8912 A), η νορβηγική κυβέρνηση ζήτησε από την Αρχή να της υποβάλει τα συμπεράσματά της σχετικά με τη σύσταση της Entra. Με επιστολή της 17ης Δεκεμβρίου 2002 (έγγρ. αριθ. 02-9062 D) προς την αποστολή της Νορβηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αρχή πληροφόρησε τις νορβηγικές αρχές ότι ήταν διατεθειμένη να κλείσει εκείνο το μέρος της υπόθεσης που αφορά τη μείωση της εκτιμηθείσας αξίας βάσει των ειδικών όρων καταγγελίας, εφόσον υποβάλλονταν επιπρόσθετα συγκεκριμένα και λεπτομερή έγγραφα σχετικά με το ζήτημα.

Αυτά τα λεπτομερή έγγραφα υπέβαλε το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας με φαξ της 23ης Ιανουαρίου 2003, το οποίο παραλήφθηκε και καταχωρήθηκε από την Αρχή στις 23 Ιανουαρίου 2003 (έγγρ. αριθ. 03-424 A). Με επιστολή προς την αποστολή της Νορβηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση της 31ης Ιανουαρίου 2003 (έγγρ. αριθ. 03-588 D), η Αρχή πληροφόρησε τις νορβηγικές αρχές ότι, καθώς δεν φαίνεται να έχει χορηγηθεί οικονομική ενίσχυση, «δεν προτίθεται να προβάλει αντιρρήσεις ως προς την εκτιμηθείσα αξία που αναφέρεται στο ισοζύγιο έναρξης των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν από το νορβηγικό κράτος στην επιχείρηση Entra Eiendom AS». Ωστόσο, η Αρχή υπογράμμισε ότι η δήλωση αυτή έγινε με την επιφύλαξη του ζητήματος σχετικά με τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης.

Με επιστολή της 2ας Απριλίου 2003 (έγγρ. αριθ. 03-1827 D), η Αρχή έθιξε εκ νέου το ζήτημα της απαλλαγής από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης και κάλεσε τις νορβηγικές αρχές να υποβάλουν επιπρόσθετες διευκρινιστικές πληροφορίες. Με επιστολή της αποστολής της Νορβηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση της 5ης Ιουνίου 2003, με την οποία διαβιβάστηκε επιστολή του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της 4ης Ιουνίου 2003 (επιστολές που παραλήφθηκαν και καταχωρήθηκαν από την Αρχή στις 10 Ιουνίου 2003 (έγγρ. αριθ. 03-3631 A), υποβλήθηκαν οι πρόσθετες πληροφορίες που ζητήθηκαν.

Στις 16 Ιουνίου 2004, η Αρχή αποφάσισε να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας (έγγρ. αριθ. 132/04/COL). Η απόφαση για την κίνηση επίσημης διαδικασία έρευνας δημοσιεύθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2004.

Με φαξ της 13ης Αυγούστου 2004 (περιστατικό αριθ.: 290206) και με επιστολή της αποστολής της Νορβηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση της 17ης Αυγούστου 2004, που παραλήφθηκε και καταχωρήθηκε από την Αρχή στις 18 Αυγούστου 2004 (περιστατικό αριθ.: 290456), οι νορβηγικές αρχές ζήτησαν να παραταθεί για ένα μήνα η προθεσμία για την υποβολή παρατηρήσεων.

Με επιστολή της 17ης Αυγούστου 2004 (περιστατικό αριθ.: 290305), η Αρχή συμφώνησε να παραταθεί η προθεσμία κατά ένα μήνα.

Με φαξ της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 (περιστατικό αριθ.: 292867) και με επιστολή της αποστολής της Νορβηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση της 20ής Σεπτεμβρίου 2004, με την οποία διαβιβάστηκε επιστολή του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, που παραλήφθηκε και καταχωρήθηκε από την Αρχή στις 21 Σεπτεμβρίου 2004 (περιστατικό αριθ.: 293392), οι νορβηγικές αρχές υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας. Οι νορβηγικές αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης σε σχέση με τη σύσταση της Entra δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

Η Αρχή δεν έλαβε παρατηρήσεις από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας εντός της προθεσμίας του ενός μηνός μετά από τη δημοσίευση της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με επιστολή της 4ης Μαΐου 2005, που παραλήφθηκε και καταχωρήθηκε από την Αρχή στις 9 Μαΐου 2005 (περιστατικό αριθ.: 318691), το δικηγορικό γραφείο Selmer, το οποίο εκπροσωπούσε την Entra, υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση της Αρχής να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας (βλ. σημείο 3.4 κατωτέρω).

Η υπόθεση συζητήθηκε σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στο Όσλο στις 19 Μαΐου 2005 με την παρουσία αντιπροσώπων διαφόρων νορβηγικών υπουργείων και εκπροσώπων της Αρχής.

Με φαξ του υπουργείου Εκσυγχρονισμού της 26ης Ιουλίου 2005 (περιστατικό αριθ.: 327938), και με επιστολή της αποστολής της Νορβηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση της 1ης Αυγούστου 2005, που παραλήφθηκε και καταχωρήθηκε στις 3 Αυγούστου 2005 (περιστατικό αριθ.: 329110), με την οποία διαβιβάστηκε επιστολή της 30ής Ιουνίου 2005 του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας, οι νορβηγικές αρχές υπέβαλαν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το ερώτημα εάν η απαλλαγή αποτελούσε οικονομικό πλεονέκτημα για την Entra. Το συμπέρασμα του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας ήταν ότι η απαλλαγή δεν συνιστούσε πλεονέκτημα για την Entra.

2.   H σύσταση της Entra

2.1.   Πρόταση νόμου σχετικά με τη σύσταση νέας κεφαλαιουχικής εταιρείας

Η νορβηγική κυβέρνηση υπέβαλε πρόταση νόμου σχετικά με την αναδιοργάνωση του δημόσιου οργανισμού, της Διεύθυνσης Δημόσιων Κατασκευών και Περιουσίας («Statsbygg»), καθώς και για τη σύσταση της Entra, στις 4 Ιουνίου 1999 (5). Την ίδια ημερομηνία η κυβέρνηση υπέβαλε πρόταση ειδικού νόμου για τη μετατροπή μέρους των δραστηριοτήτων της Statsbygg στον τομέα της ακίνητης περιουσίας σε κεφαλαιουχική εταιρεία, με σκοπό να επιλυθούν ορισμένα μεταβατικά προβλήματα που αφορούσαν τη μετατροπή και τη σύσταση της Entra (6). Η παράγραφος 3 της πρότασης νόμου (εφεξής «ο προσβαλλόμενος νόμος») προβλέπει ότι εκ νέου καταχώρηση στο κτηματολόγιο και σε άλλα δημόσια μητρώα πρέπει να πραγματοποιείται με τη μορφή αλλαγής ονομασίας. Κατά συνέπεια, η Entra δεν υποχρεώθηκε να καταβάλει τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης, μολονότι καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτήτης των ακινήτων.

Η Statsbygg αποτελεί οργανισμό διαχείρισης («Forvaltningsbedrift») που υπάγεται στο υπουργείο Εκσυγχρονισμού. Η Statsbygg ενεργεί εξ ονόματος της νορβηγικής κυβέρνησης ως διαχειριστής και σύμβουλος σε υποθέσεις που αφορούν κατασκευές και ακίνητα και διαθέτει κτιριακές εγκαταστάσεις σε δημόσιους οργανισμούς. Η Statsbygg συνέχισε τη λειτουργία και τη διαχείριση των κτιρίων που δεν είχαν μεταβιβαστεί στην Entra. Σήμερα η Statsbygg διαχειρίζεται κτιριακές εγκαταστάσεις έκτασης περίπου 2,2 εκατομμυρίων m2 στη Νορβηγία και το εξωτερικό. Το χαρτοφυλάκιο των ακίνητων της εταιρείας περιλαμβάνει γραφεία, σχολεία, κατοικίες και εξειδικευμένα κτίρια στο σύνολο της χώρας, πρεσβείες και κατοικίες εκτός Νορβηγίας. Ο ετήσιος κτιριακός προϋπολογισμός ανέρχεται σε περίπου 2,3 δισεκατ. NOK (περίπου 288 εκατ. ευρώ). Η Statsbygg απασχολεί 669 εργαζομένους (Οκτώβριος 2005) (7).

Στο νομοσχέδιο αριθ. 84 (1998-1999) αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι στόχος της αναδιοργάνωσης είναι η σαφής διάκριση των διαφόρων ρόλων της Statsbygg, αφενός, και η αποτελεσματικότερη χρήση των κτιριακών εγκαταστάσεων που βρίσκονται στην κυριότητα του νορβηγικού κράτους, αφετέρου. Για να βελτιωθούν οι εν γένει συνθήκες για εκείνο το τμήμα της Statsbygg που βρίσκεται σε ανταγωνισμό με άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι κτιριακές εγκαταστάσεις που ήταν εκτεθειμένες στον ελεύθερο ανταγωνισμό («konkuranseutsatte bygg») διαχωρίσθηκαν από τα κτίρια που χρησιμοποιούνται για ειδικούς σκοπούς και περιλήφθηκαν σε νέο χαρτοφυλάκιο ακινήτων στοιχείων ενεργητικού υπό την κυριότητα της Entra. Η κυβέρνηση δήλωσε ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική λύση η εκποίηση μέρους της εταιρείας σε ιδιωτικούς φορείς.

Στο καταστατικό της Entra η εταιρεία περιγράφει τους σκοπούς της ως εξής: «Κύριος σκοπός της εταιρείας είναι η διάθεση κτιριακών εγκαταστάσεων σε δημόσιους οργανισμούς. Η εταιρεία μπορεί να κατέχει, να αγοράζει, να πωλεί, να θέτει σε λειτουργία και να διαχειρίζεται ακίνητη περιουσία και να πραγματοποιεί άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες στο πλαίσιο αυτό. Η εταιρεία μπορεί επίσης να αποκτά μετοχές ή μερίδια και να συμμετέχει σε άλλες εταιρείες οι οποίες ασκούν δραστηριότητες όπως αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη πρόταση» (ανεπίσημη μετάφραση από την Αρχή).

2.2.   Ο ισολογισμός έναρξης της Entra

Στην πρόταση νόμου που υπέβαλε στο Κοινοβούλιο, η νορβηγική κυβέρνηση καθόρισε τις βασικές αρχές για τη μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού στη νέα επιχείρηση. Στο νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνονται εκτιμήσεις της πραγματικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού προς μεταβίβαση αλλά αναφέρεται ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς: «ο τελικός ισολογισμός έναρξης της εταιρείας θα υποβληθεί στον προϋπολογισμό της χρήσης του 2000» (8). Επίσης, δεν καθορίστηκε συγκεκριμένη μεθοδολογία για την εκτίμηση της αξίας αυτής.

Από την 4η Ιουνίου 1999 και μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εκτίμηση της πραγματικής αξίας με το βασιλικό διάταγμα της 22.6.2000, η αξία των στοιχείων ενεργητικού προς μεταβίβαση αποτέλεσε αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης με σκοπό να εκτιμηθεί επακριβώς η συναλλαγματική αξία σύμφωνα με τις αρχές του νομοσχεδίου αριθ. 84 (1998-99) για τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού. Εξετάστηκαν διάφορες μέθοδοι και αρχές για τον καθορισμό του συγκεκριμένου τιμήματος.

Καταρχάς, η Statsbygg ανέθεσε στην ανεξάρτητη εταιρεία συμβούλων Catella Eiendom Consult AS (CEC) να διενεργήσει εκτίμηση των προς μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Η εκτίμηση αυτή διενεργήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της Νορβηγικής Ένωσης Εκτιμητών και Τοπογράφων (NTF): εκτιμήθηκε κάθε περιουσιακό στοιχείο χωριστά και στη συνέχεια προστέθηκε η αξία των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων ώστε να εκτιμηθεί έτσι η συνολική αξία του χαρτοφυλακίου. Αυτή υπολογίστηκε σε 3 852 110 000 NOK. Για την εκτίμηση αυτή διενεργήθηκε στη συνέχεια λογιστικός έλεγχος από την NTF, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τιμή που υπολογίστηκε υπήρξε λογική, αν και συντηρητική.

Δεύτερον, η Statsbygg διενήργησε δική της εκτίμηση των περιουσιακών της στοιχείων. Για την εκτίμηση αυτή εφαρμόστηκε διαφορετική μέθοδος. Η Statsbygg χρησιμοποίησε τις προεξοφλημένες ταμιακές ροές για το σύνολο του χαρτοφυλακίου ως βάση για τον υπολογισμό της αξίας αντί να υπολογίσει χωριστά κάθε περιουσιακό στοιχείο και να προσθέσει στο τέλος τις επιμέρους αξίες. Η εκτίμηση αυτή κατέληξε σε ποσό 3 137 500 000 NOK.

Τέλος, το υπουργείο Δημόσιας Διοίκησης διενήργησε επίσης εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού, ακολουθώντας τις ίδιες αρχές που χρησιμοποίησε η Statsbygg, αλλά εφαρμόζοντας διαφορετικά κριτήρια. Η εκτίμηση αυτή κατέληξε σε ποσό 3 337 500 000 NOK.

Η διαφορά μεταξύ της κατώτατης και της ανώτατης τιμής που υπολογίστηκε στο στάδιο αυτό ανήλθε σε 714 610 000 NOK, δηλ. στο 22 % της κατώτατης αξίας που υπολογίστηκε. Χωρίς να αναφέρουμε περισσότερες λεπτομέρειες, σημειώνουμε ότι οι μέθοδοι που εφαρμόστηκαν διέφεραν σημαντικά μεταξύ τους. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε επίσης και ανεξάρτητος λογιστικός έλεγχος που διενεργήθηκε από την PricewaterhouseCoopers (PWC), η οποία αξιολόγησε τις τρεις εκτιμήσεις που αναφέρονται ανωτέρω.

Στην αξιολόγησή της, η PWC κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένων των σημαντικών μεθοδολογικών διαφορών, θα ήταν πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί λεπτομερής αντιπαραβολή των τριών εκτιμήσεων και, ακόμα σημαντικότερο, μια τέτοια σύγκριση δεν θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη. Η PWC καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «κατά την άποψή μας, οι τρεις τιμές που υπολογίστηκαν κινούνται σε λογικά πλαίσια». Επιπλέον, η PWC υπογράμμισε ότι ήταν αδύνατον να υπολογιστεί μία και μόνο τιμή ως «η σωστή». Η τιμή αυτή θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και θα μπορούσε, επομένως, να διαφέρει ανάλογα με τα κριτήρια που εφαρμόσθηκαν.

Τέταρτον, το υπουργείο αποφάσισε να προβεί σε νέα εκτίμηση της αξίας. Καταρχάς, συζητήθηκε εκτενώς ο αντίκτυπος που θα μπορούσε να έχει στην αγοραία αξία των ακινήτων το γεγονός ότι οι κυβερνητικοί οργανισμοί μπόρεσαν να τερματίσουν τις μισθωτήριες συμβάσεις τους με δωδεκάμηνη προειδοποίηση. Στη συνέχεια η αξία των στοιχείων ενεργητικού καθορίστηκε με τη νέα εκτίμηση σε 2 837 550 000 NOK. Αυτή ήταν η αξία που υποβλήθηκε στο νορβηγικό κοινοβούλιο (Stortinget) (9) κατά τη συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού για το 1999-2000. Ωστόσο, στην πρόταση νόμου η κυβέρνηση επιφυλάχτηκε του δικαιώματός της να πραγματοποιήσει αργότερα ορισμένες αναπροσαρμογές.

Πέμπτον, το υπουργείο άσκησε αυτό το δικαίωμα αναπροσαρμόζοντας τον τελικό ισολογισμό έναρξης και, αφού αναπροσάρμοσε, μεταξύ άλλων, ορισμένες από τις μισθωτήριες συμβάσεις της Entra, αλλάζοντας έτσι εκ νέου τα κριτήρια της μεθόδου που εφαρμόστηκε, κατέληξε σε υψηλότερη αξία. Με βασιλικό διάταγμα η αξία στον τελικό ισολογισμό έναρξης καθορίστηκε σε 3 222 871 000 NOK.

Η διαδικασία αυτή παρουσιάζεται συνοπτικά στη συνέχεια. Όπως δείχνουν τα στοιχεία που αναφέρονται κατωτέρω, οι αξίες στις οποίες κατέληξαν οι διάφορες εκτιμήσεις κυμαίνονται από 3 852 110 000 NOK σε 2 837 550 000 NOK. Αυτή η διαφορά ύψους 1 014 560 000 NOK (δηλ. 35,8 % της κατώτατης τιμής), οφείλεται τόσο στις διαφορετικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν, όσο και στα κριτήρια που εφαρμόστηκαν στις μεθόδους αυτές.

Εκτίμηση της Catella Eiendoms Consult (CEC) (10)

3 852 110 000 NOK

Σύσταση της Statsbygg

3 137 500 000 NOK

Εκτίμηση του υπουργείου

3 337 500 000 NOK

Επανεκτιμηθείσα αξία του υπουργείου λόγω των όρων καταγγελίας των συμβάσεων (11)

2 837 550 000 NOK

Τελικός ισολογισμός έναρξης (12)

3 222 871 000 NOK

Ο τελικός ισολογισμός έναρξης βασίστηκε στις προεξοφλημένες ταμιακές ροές του συνολικού χαρτοφυλακίου, όπως χρησιμοποιήθηκαν στην αρχική σύσταση της Statsbygg, αλλά υπολογίστηκε με κάπως διαφορετικά κριτήρια.

Η Entra συστήθηκε αρχικά ως «ελάχιστη» επιχείρηση βασιζόμενη σε εισφορές κεφαλαίου. Στη συνέχεια, μεταβιβάστηκαν από το δημόσιο στην Entra περιουσιακά στοιχεία, κεφάλαια και προσωπικό (στοιχεία ενεργητικού και στοιχεία παθητικού) με αντάλλαγμα την έκδοση μετοχών από την 1η Ιουλίου 2000. Η κυριότητα και οι τίτλοι των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων μεταβιβάστηκαν από το νορβηγικό δημόσιο στην Entra και καταχωρήθηκαν στο όνομα της τελευταίας. Βάσει της πράξης σύστασης της Entra, δεν καταβλήθηκαν τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης. Η εν λόγω εταιρεία αποτελεί κεφαλαιουχική εταιρεία η οποία βρίσκεται κατά 100 % στην κυριότητα του νορβηγικού δημοσίου.

Η εταιρεία [ή για την ακρίβεια ο όμιλος (13)] είχε έσοδα εκμετάλλευσης ύψους 1 072 δισ. NOK [περίπου 128 εκατ. ευρώ (14)] το 2004 και κέρδη προ φόρων ύψους 134 εκατ. NOK [περίπου 16 εκατ. ευρώ]. Η λογιστική αξία της περιουσίας του ομίλου ανερχόταν στις 31.12.2004 σε 1 288 δισ. NOK (περίπου 154 εκατ. ευρώ). Στο τέλος του έτους, η λογιστική αξία του χαρτοφυλακίου των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου ανερχόταν σε 8 768 δισ. NOK (περίπου 1 047 δισ. ευρώ.). Στις 31.12.2004, η Entra απασχολούσε προσωπικό 133 ατόμων. Το συνολικό χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων του ομίλου αποτελείται από περίπου 110 ακίνητα στοιχεία ενεργητικού με συνολική επιφάνεια 900 000 m2 περίπου (15).

Σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, τα συνολικά τέλη μεταβίβασης υπολογίζονται βάσει προσομοίωσης σε 80 571 775 NOK, τα δε σωρευμένα τέλη καταχώρησης υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε 147 300 NOK (150 ακίνητα* 982 NOK), συνολικά 80 719 075 NOK (περίπου 9,87 εκατ. ευρώ) (16).

3.   Η άποψη της νορβηγικής κυβέρνησης σχετικά με το εάν η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης είναι σύμφωνη με τις διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων της συμφωνίας ΕΟΧ

3.1.   Οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης όπως υποβλήθηκαν σε σχέση με τη σύσταση της Entra

Εκτίμηση της νορβηγικής κυβέρνησης σχετικά με το εάν η απαλλαγή από τα τέλη χαρτοσήμου και τα τέλη καταχώρησης είναι σύμφωνη με τις διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων της συμφωνίας ΕΟΧ περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 7.6.1 του νομοσχεδίου αριθ. 84 (1998-99). Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής (ανεπίσημη μετάφραση από την Αρχή):

«Τίθεται κατόπιν το ερώτημα εάν η εταιρεία μπορεί να απαλλαγεί από τα τέλη καταχώρησης για τη μεταβίβαση των τίτλων κυριότητας της Statsbygg στην Statens utleiebygg AS και να μην καταβάλει, επομένως, τέλη καταχώρησης και χαρτοσήμου. Σύμφωνα με το νόμο περί δικαστικών εξόδων, κεφάλαιο 6 και σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου περί τελών μεταβίβασης, καταβάλλονται στο Δημόσιο τέλη για την καταχώρηση εγγράφων μεταβίβασης κυριότητας. Τα τέλη είναι, επομένως, πληρωτέα μόνον κατά την καταχώρηση του τίτλου μεταβίβασης κυριότητας στο κτηματολόγιο. Δεν απαιτείται η καταβολή τέλους για την αλλαγή ονομασίας στο κτηματολόγιο.

Το υπουργείο θεωρεί πολύ αβέβαιο εάν η διανομή της κυριότητας μεταξύ του Δημοσίου και της Statens utleiebygg AS συνεπάγεται μεταβίβαση τίτλου η οποία πρέπει να καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο. Φαίνεται λογικότερο να θεωρηθεί ότι πρόκειται για οργανωτική αλλαγή στο χαρτοφυλάκιο ακινήτων του Δημοσίου, κατά την οποία το Δημόσιο διατηρεί τα καταχωρημένα δικαιώματα επί των ακινήτων. Δεν πρόκειται για μεταβίβαση τίτλου, αλλά απλώς για αλλαγή ονομασίας στο κτηματολόγιο. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται η καταβολή σχετικού τέλους. Ως εκ τούτου, η εταιρεία δεν οφείλει να καταβάλει τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης. Το υπουργείο, ωστόσο, σε χωριστή πρόταση νόμου που υπέβαλε στην Άνω Βουλή (Odelsting), περιλαμβάνει διάταξη που προβλέπει ότι εκ νέου καταχώρηση στο πλαίσιο οργανωτικών αλλαγών πραγματοποιείται απλώς και μόνον ως αλλαγή ονομασίας. Όσον αφορά το κτηματολόγιο, αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει ανάγκη μεταβίβασης τίτλου κυριότητας. Βάσει της διάταξης αυτής, αναμφίβολα δεν θα χρειαστεί να γίνει μεταβίβαση τίτλου κυριότητας. Η εν λόγω πρόταση νόμου είναι σύμφωνη με κανόνες που θεσπίστηκαν σε σχέση με άλλες μετατροπές δημοσίων επιχειρήσεων, πρβλ. λ.χ. το νόμο της 24ης Ιουνίου 1994 αριθ. 45 για τη σύσταση της Televerket ως κεφαλαιουχικής εταιρείας και το νόμο της 22ας Νοεμβρίου 1996 αριθ. 65 για τη σύσταση της δημόσιας επιχείρησης ταχυδρομείων, άρθρο 73. Τίθεται το ερώτημα εάν η προσέγγιση αυτή μεταβάλλει τις συνθήκες ανταγωνισμού για τις ανώνυμες εταιρείες του Δημοσίου σε σχέση με τους αντίστοιχους ιδιωτικούς φορείς οι οποίοι μεταβιβάζουν μέρος των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της ακίνητης περιουσίας σε κεφαλαιουχική εταιρεία που βρίσκεται υπό την πλήρη κυριότητά τους.

Η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ (ΕΑ-ΕΖΕΣ) δημοσίευσε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 61 της συμφωνίας ΕΟΧ σε περιπτώσεις οικονομικών συναλλαγών μεταξύ δημοσίων επιχειρήσεων και αρχών, πρβλ. κεφάλαια 19-20 των κατευθυντήριων γραμμών περί κρατικών ενισχύσεων. Σύμφωνα με αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, το κύριο κριτήριο για την ύπαρξη ή όχι κρατικής ενίσχυσης είναι η λεγόμενη “αρχή του επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς”. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, στις οικονομικές του δραστηριότητες το Δημόσιο οφείλει να ενεργεί όπως θα έκανε ένας ιδιώτης επενδυτής σε ανάλογη κατάσταση έναντι όμοιας ή ανάλογης ιδιωτικής εταιρείας.

Η βασική αρχή που εφαρμόζει η νορβηγική νομοθεσία είναι ότι η μεταβίβαση τίτλων κυριότητας από ένα νομικό πρόσωπο σε άλλο πρέπει να καταχωρείται προκειμένου να θεωρείται έγκυρη έναντι τρίτων. Ως εκ τούτου, οι ιδιώτες επενδυτές υποχρεούνται, ευθύς εξαρχής να καταχωρούν τις μεταβιβάσεις τίτλων κυριότητας και να καταβάλλουν τέλη χαρτοσήμου. Βάσει ανάλογης αρχής, μία δημόσια κεφαλαιουχική εταιρεία οφείλει με τη σειρά της να καταχωρεί τις μεταβιβάσεις τίτλων από το Δημόσιο.

Εξάλλου, σε περίπτωση διαχωρισμού μέρους της επιχείρησης το οποίο αφορά ακίνητη περιουσία, δεν θα ήταν πιθανόν να επιλέξει ένας συνετός επενδυτής να καταχωρήσει τη μεταβίβαση του τίτλου κυριότητας, αφού στην περίπτωση αυτή θα όφειλε να καταβάλει τέλη χαρτοσήμου. Αυτό σημαίνει ότι η μεταβίβαση τίτλου κυριότητας θα ήταν δαπανηρή για την εταιρεία και, ως εκ τούτου, δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να επιλέξει τη λύση αυτή ένας συνετός επενδυτής. Θα ήταν περισσότερο πιθανό να αναζητήσει λύση που δεν θα συνεπέφερε καταβολή των τελών, π.χ. διατηρώντας τον τίτλο κυριότητας στη μητρική εταιρεία ή μέσω της σύστασης εταιρείας χαρτοφυλακίου. Το Δημόσιο δεν διαθέτει τέτοιες δυνατότητες επιλογής. Όταν αποφασίζει να δραστηριοποιηθεί στην αγορά, είναι ευκολότερο να διαχωρίσει αυτό το μέρος των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και να το οργανώσει με τη μορφή χωριστής εταιρείας. Αναγκάζεται, επομένως, το Δημόσιο να μεταβιβάσει τα ακίνητά του σε άλλο νομικό πρόσωπο. Το γεγονός αυτό αποτελεί ισχυρό επιχείρημα υπέρ του ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση καταχώρησης της μεταβίβασης δικαιωμάτων κυριότητας δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.

Για τους λόγους αυτούς, το υπουργείο πρέπει να θεωρήσει ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση καταχώρησης της μεταβίβασης δικαιωμάτων κυριότητας δεν μεταβάλλει την ανταγωνιστική θέση της Statens utleiebygg AS σε σχέση με αντίστοιχο ιδιώτη επενδυτή στην αγορά. Η απαλλαγή αυτή δεν θεωρείται αντίθετη με τη συμφωνία ΕΟΧ.

Επιπλέον, θεωρείται ότι γενικώς η εκτιμηθείσα αξία των ακινήτων που πρόκειται να μεταβιβαστούν στη Statens utleiebygg AS ανταποκρίνεται στην αγοραία αξία τους, και ότι σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί στο μέλλον μεταβίβαση κεφαλαίων από το Δημόσιο, αυτή θα πραγματοποιηθεί με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ιδιώτης επενδυτής συνεισφέρει οικονομικά στο κεφάλαιο μιας επιχείρησης.»

3.2.   Επιχειρήματα που προέβαλαν οι νορβηγικές αρχές πριν από την κίνηση της διαδικασίας έρευνας από την Αρχή

Με επιστολή της 20ής Ιουνίου 2002, το υπουργείο Εργασίας και Δημόσιας Διοίκησης υπέβαλε πληροφορίες σχετικά με τις εν γένει συνθήκες που αφορούν την Entra και με την κατάρτιση του ισολογισμού έναρξης. Το υπουργείο περιέγραψε τη μέθοδο ταμειακής ροής που χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση της συνολικής αξίας του χαρτοφυλακίου ακίνητων περιουσιακών στοιχείων και δήλωσε ότι η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε «διότι θα μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα στις απαιτήσεις της νομοθετικής πρότασης προς το Storting αριθ. 84 (1998-99) για την παροχή στην εταιρεία ίσων όρων με άλλους φορείς στον ίδιο τομέα». Η επιστολή δεν εξηγεί εάν, και, εάν ναι, πώς και σε ποιο βαθμό, η μη καταβολή των σχετικών τελών είχε συνέπειες στον ισολογισμό έναρξης. Επίσης δεν εξετάζει εάν η παράγραφος 3 του προσβαλλόμενου νόμου προέβλεπε ότι η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης πρέπει να αντισταθμίζεται με αύξηση της εκτιμώμενης αξίας του χαρτοφυλακίου αντίστοιχη προς το ποσό που θα είχε καταβληθεί εάν η καταχώρηση στο κτηματολόγιο είχε χαρακτηρισθεί αλλαγή τίτλου κυριότητας και όχι αλλαγή ονομασίας.

Με επιστολή της 7ης Νοεμβρίου 2002, το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το επιχείρημα που είχε ήδη προβάλει στα προκαταρτικά έγγραφα, ότι οι ιδιώτες επενδυτές θα μπορούσαν να είχαν επιλέξει λύσεις οι οποίες θα απέφευγαν την επίσημη μεταβίβαση της κυριότητας και, ως εκ τούτου, την καταβολή τελών μεταβίβασης και καταχώρησης. Δεδομένου ότι η καταχώρηση της μεταβίβασης τίτλου κυριότητας δεν ήταν υποχρεωτική, οι επιχειρήσεις, ιδιωτικές ή δημόσιες, θα μπορούσαν να αποφύγουν νομίμως την καταβολή τελών μεταβίβασης και καταχώρησης εφόσον δεν καταχωρούσαν οιαδήποτε μεταβίβαση κυριότητας. Αφήνοντας τον τίτλο κυριότητας να παραμείνει στον αρχικό κάτοχο, ο νέος ιδιοκτήτης αναλάμβανε κίνδυνο όσον αφορά την αρχή της «καλής πίστεως» έναντι τρίτων. Ωστόσο, ήταν δυνατό να εξουδετερωθεί ο κίνδυνος αυτός μέσω της καταχώρησης δήλωσης περί «περιορισμού δικαιώματος ιδιοκτησίας». Η καταχώρηση τέτοιας δήλωσης δεν απέκλειε τον κίνδυνο της κίνησης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ή της απόσβεσης της πτωχευτικής περιουσίας από τα δικαιώματα του νομίμου διαδόχου στην περιουσία του οφειλέτη. Σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται ευρέως από ιδιωτικές επιχειρήσεις, ιδίως μεταξύ συνδεόμενων μερών.

Κατά την άποψη του υπουργείου, ένα ιδιώτης ιδιοκτήτης της Statsbygg θα είχε, κατά πάσα πιθανότητα, διαχωρίσει τη Statsbygg χωρίς να εξαιρεθεί από την υποχρέωση καταβολής τελών. Η μέθοδος αυτή δεν αποτελούσε ρεαλιστική δυνατότητα στην περίπτωση της σύστασης της Entra, λόγω και των εμποδίων που γεννώνται από το γεγονός ότι η Statsbygg υπόκειται σε έλεγχο από τις δημόσιες και κυβερνητικές αρχές. Μέθοδοι όπως η διατήρηση από τη Statsbygg του τίτλου κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων, θα σήμαιναν ότι η Entra θα χρειαζόταν την έγκριση δημόσιου οργανισμού για οποιαδήποτε πράξη αφορούσε τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Εάν η Statsbygg διατηρούσε τον τίτλο κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων, αυτό θα σήμαινε ότι το Δημόσιο θα ήταν συγχρόνως ενοικιαστής και επίσημος ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων. Η εφαρμογή τέτοιων μεθόδων από την Statsbygg/Entra καθιστούσε ασαφή τη διάκριση μεταξύ των ρόλων των δύο οντοτήτων. Η Statsbygg έχει αναλάβει την κυριότητα και τη λειτουργία μη εμπορικών δημοσίων κτιρίων, ενώ η Entra λειτουργεί σε εμπορική βάση.

Στην επιστολή της 7ης Νοεμβρίου 2002, το υπουργείο προέβαλε επίσης ένα επιχείρημα κατά της εφαρμογής του άρθρου 61 της συμφωνίας ΕΟΧ, το οποίο δεν είχε αναφερθεί στα προκαταρτικά έγγραφα που αναφέρονται ανωτέρω. Το υπουργείο επανέλαβε ότι η αξία του χαρτοφυλακίου ακίνητης περιουσίας είχε βασιστεί στη μέθοδο της «καθαρής κεφαλαιοποίησης». Εν συντομία, η μέθοδος αυτή σήμαινε ότι οι μελλοντικές ταμειακές ροές από τα ακίνητα (καθαρά ενοίκια από τα ισχύοντα μισθωτήρια συμβόλαια συν εκτίμηση των μελλοντικών καθαρών ενοικίων μετά την εκπνοή των ισχυόντων συμβολαίων) είχαν αναχθεί στην παρούσα αξία με συντελεστή που λάμβανε υπόψη την απαίτηση για το σχετικό συντελεστή απόδοσης. Ο συντελεστής αυτός είχε καθοριστεί στο 9,5 % καθώς το ποσοστό αυτό προέκυπτε από τη συγκριτική αξιολόγηση αντίστοιχων ιδιωτικών επιχειρήσεων στον τομέα. Σύμφωνα με το υπουργείο, εάν τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης έπρεπε να καταβληθούν, το σχετικό κόστος θα είχε ενεργοποιηθεί ως στοιχείο του ενεργητικού, ενώ συγχρόνως η αξία των περιουσιακών στοιχείων θα είχε μειωθεί αντιστοίχως. Κατά τον τρόπο αυτό, δεν θα είχε μειωθεί το ύψος του συνολικού ισολογισμού της Entra ή η συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού της. Αντίθετα, εάν είχαν θεσπιστεί τα ειδικά τέλη χωρίς να προσαρμοστεί η αξία των περιουσιακών στοιχείων, θα είχε προκύψει «υψηλότερη αξία των συνολικών στοιχείων του ενεργητικού, με συνέπεια συντελεστή απόδοσης μόνον 9,1 %, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το απαιτούμενο επίπεδο της Entra Eiendom AS. Το γεγονός αυτό θα είχε αποτελέσει σημαντικό μειονέκτημα για την Entra Eiendom AS σε σύγκριση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις».

Με επιστολή της 4ης Ιουνίου 2003, το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας υπέβαλε πρόσθετες πληροφορίες και επιχειρήματα σχετικά, μεταξύ άλλων, με τα μέτρα που εφάρμοσαν ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το υπουργείο, εξάλλου, επανέλαβε τα επιχειρήματα που περιλαμβάνονται στην επιστολή της 7ης Νοεμβρίου 2002 όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι η μη καταβολή των τελών δεν έθιγε τη διάρθρωση του κεφαλαίου, την ευρωστία και τη συνολική αξία της επιχείρησης.

Ως πρόσθετο, τρίτο, επιχείρημα για το μη χαρακτηρισμό της απαλλαγής από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης ως ενίσχυση, το υπουργείο ανέφερε τη λεγόμενη «αρχή της συνέχειας», η οποία ισχύει στη νορβηγική νομοθεσία. Ανέφερε ότι η αρχή αυτή αποτελεί γενικό όρο που αναφέρεται σε ένα σύνολο κανόνων οι οποίοι προϋποθέτουν ότι η αποκτώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τη νομική κατάσταση της εισφέρουσας εταιρείας. Στόχος της αρχής της συνέχειας είναι η διευκόλυνση των συγχωνεύσεων και των διαχωρισμών επιχειρήσεων. Βάσει της αρχής της συνέχειας, θεωρείται ότι η νομική κατάσταση της εισφέρουσας εταιρείας συνεχίζεται στην αποκτώσα εταιρεία. Σύμφωνα με το υπουργείο, η συνέχεια όσον αφορά τις οφειλές φόρων και τελών αποτελούσε σημαντική πτυχή της εν λόγω αρχής. Πράγματι, ο νόμος περί των καταχωρήσεων, ο οποίος καταρτίστηκε βάσει του εταιρικού δικαίου, σήμαινε ότι η αναδιάρθρωση ιδιωτικών δραστηριοτήτων πολύ συχνά θα μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς να γεννώνται απαιτήσεις καταβολής τελών καταχώρησης και μεταβίβασης. Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο υποστήριξε ότι η απαλλαγή αποτελούσε μέτρο γενικής φύσεως, το οποίο δεν αποτελούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ. Το σημείο 9, με τίτλο «Συμπέρασμα», της επιστολής της 4ης Ιουνίου 2003, αναφέρει τα εξής:

«Το κοινό σύστημα σχετικά με τα τέλη καταχώρησης και μεταβίβασης προβλέπει ότι η αρχή της συνέχειας καθορίζει εάν διαδικασίες μετατροπής επιχειρήσεων, τόσο δημόσιων όσο και ιδιωτικών, μπορούν να λαμβάνουν χώρα ως αλλαγή ονομασίας όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τους κανόνες για τα τέλη καταχώρησης και μεταβίβασης. Στόχος της αρχής της συνέχειας είναι να διευκολύνει την πραγματοποίηση συγχωνεύσεων, διαχωρισμών και αναδιαρθρώσεων, οι οποίες θεωρούνται σκόπιμες για κοινωνικοοικονομικούς λόγους. Η ειδική νομοθεσία και η επιστροφή των σωρευμένων τελών μεταβίβασης λόγω της αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων παραγωγής ηλεκτρικής/υδροηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν απόρροια των ίδιων επιχειρημάτων. Κατά συνέπεια, η πρακτική αυτή αποτελεί μέτρο γενικής φύσεως, το οποίο, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 της συμφωνίας ΕΟΧ.»

3.3.   Επιχειρήματα που προέβαλαν οι νορβηγικές αρχές μετά την κίνηση της διαδικασίας έρευνας από την Αρχή

Με την επιστολή του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, οι νορβηγικές αρχές σχολίασαν την απόφαση της Αρχής να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας. Άποψη της νορβηγικής κυβέρνησης ήταν ότι δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ. Κατά συνέπεια, η μη καταβολή τελών μεταβίβασης και καταχώρησης εκ μέρους της Entra δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

Το υπουργείο επανέλαβε, πρώτον, το επιχείρημα που είχε προβάλει προηγουμένως, δηλ. ότι το μέτρο δεν δημιουργούσε πλεονέκτημα για την Entra, καθώς δεν μετέβαλλε τη διάρθρωση του κεφαλαίου, την ευρωστία και τη συνολική αξία της εταιρείας. Εάν τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης είχαν σωρευτεί στον ισολογισμό έναρξης, θα είχε υπάρξει ένας εναλλακτικός ισολογισμός έναρξης. Το υπουργείο ανέφερε ότι κατά την άποψη της νορβηγικής κυβέρνησης το εν λόγω φορολογικό μέτρο δεν έπρεπε να διαχωρίζεται από τον ισολογισμό έναρξης της εταιρείας. Επιπλέον, στόχος του βασικού κανόνα όσον αφορά τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης είναι η φορολόγηση πραγματικών μεταβιβάσεων μεταξύ διαφορετικών οικονομικών οντοτήτων. Σε περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση είναι φαινομενική και μόνον, και οι εισφέρουσες και αποκτώσες επιχειρήσεις είναι κατ’ ουσίαν οι ίδιες, η κύρια αρχή στη νορβηγική νομοθεσία, σύμφωνα με το υπουργείο, θα ήταν να επιτραπεί στην αποκτώσα εταιρεία να διατηρήσει τη νομική θέση της εισφέρουσας επιχείρησης (αρχή της συνέχειας). Το υπουργείο θεωρεί ότι η αρχή της συνέχειας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες μεταβιβάσεις, αλλά θεωρείται ως κύριος κανόνας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εισφέρουσα και η αποκτώσα εταιρεία είναι κατ’ουσίαν η ίδια. Κατά συνέπεια, η Entra δεν απαλλάχτηκε από την καταβολή τελών τα οποία, σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, θα επιβάρυναν κανονικά τον προϋπολογισμό της εταιρείας.

Δεύτερον, το υπουργείο υπογράμμισε το γεγονός ότι η μεταβίβαση του τίτλου κυριότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με το σημείο 3 του προσβαλλόμενου νόμου πραγματοποιήθηκε ως αλλαγή ονομασίας και όχι ως μεταβίβαση τίτλου κυριότητας. Κατά συνέπεια, η Entra δεν απαλλάχτηκε από την υποχρέωση καταβολής τελών μεταβίβασης και, σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, δεν υπήρξε απώλεια φορολογικών εσόδων ούτε, ως εκ τούτου, κατανάλωση κρατικών πόρων.

Τρίτον, οι νορβηγικές αρχές υποστήριξαν ότι το εν λόγω μέτρο δεν επηρέασε τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Το υπουργείο θεώρησε ότι μία έρευνα της αγοράς μπορεί να δείξει εάν η αγορά ακινήτων σε αστικές περιοχές στη Νορβηγία είχε ή όχι αποκλειστικά εθνικό χαρακτήρα και δεν αποτελούσε αντικείμενο διασυνοριακού ανταγωνισμού. Το υπουργείο έκρινε ότι, εκτός από τις περιπτώσεις ξένων επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δεν δραστηριοποιήθηκαν μη Νορβηγοί επενδυτές στη νορβηγική αγορά ακινήτων.

Τέταρτον, το υπουργείο υποστήριξε ότι η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης δεν αποτελούσε επιλεκτικό μέτρο. Το υπουργείο αναφέρθηκε στο γεγονός ότι κύριο κριτήριο για την εφαρμογή του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ σε ένα φορολογικό μέτρο είναι εάν με το συγκεκριμένο μέτρο παρέχεται απαλλαγή από την εφαρμογή του φορολογικού συστήματος υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων στο κράτος μέλος της ΕΖΕΣ. Κατά συνέπεια, πρέπει να προσδιοριστεί το κοινό σύστημα που θα εφαρμοστεί. Εάν ένα φορολογικό μέτρο παρέχει παρέκκλιση από το κοινό σύστημα, πρέπει να εξετάζεται εάν η παρέκκλιση αυτή δικαιολογείται από τη φύση ή από τη γενική διάρθρωση του φορολογικού συστήματος. Το υπουργείο θεώρησε ότι η πρακτική των αλλαγών ονομασίας ως διαδικασία για τη μεταβίβαση τίτλου κυριότητας δεν συνιστούσε παρέκκλιση από το φορολογικό σύστημα. Σε περίπτωση κατά την οποία η αρχή θεωρήσει ότι η πρακτική αυτή συνιστούσε παρέκκλιση από το φορολογικό σύστημα, το υπουργείο θεωρεί ότι η παρέκκλιση αυτή δικαιολογείται λόγω της φύσης ή της γενικής διάρθρωσης του φορολογικού συστήματος.

Τέλος, το υπουργείο παρέπεμψε στην απόφαση C 27/99 της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 2002 (17), σχετικά με την απαλλαγή από τους φόρους μεταβίβασης των στοιχείων ενεργητικού που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της μετατροπής ειδικών επιχειρήσεων και δημοτικών επιχειρήσεων σε συμμετοχικές επιχειρήσεις στην Ιταλία. Σύμφωνα με το υπουργείο, η ιταλική περίπτωση ήταν παρόμοια με τη συγκεκριμένη υπόθεση και ισχύουν, ως εκ τούτου, τα ίδια επιχειρήματα. Το υπουργείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απαλλαγή ήταν δικαιολογημένη λόγω της φύσεως ή της γενικής διάρθρωσης του φορολογικού συστήματος και δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

Με επιστολή της 30ής Ιουνίου 2005, το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας προέβαλε περαιτέρω επιχειρήματα σχετικά με το ερώτημα εάν η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης συνιστούσε ή όχι οικονομικό πλεονέκτημα για την Entra. Το υπουργείο υπογράμμισε το γεγονός ότι ο ισολογισμός έναρξης της Entra είχε καταρτιστεί με τη μέθοδο της Καθαρής Τρέχουσας Αξίας (ΚΤΑ). Οι αναμενόμενες ταμειακές ροές από κάθε ακίνητο είχαν υπολογιστεί και προεξοφληθεί με τον απαιτούμενο συντελεστή απόδοσης. Ο συντελεστής απόδοσης καθορίστηκε σύμφωνα με το μοντέλο αποτίμησης ενεργητικού και κεφαλαίων (CAPM) και αφού πραγματοποιήθηκαν συγκρίσεις με άλλες ανταγωνιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά ακινήτων. Το ίδιο κεφάλαιο της εταιρείας υπολογίστηκε στο 40 % περίπου, ποσοστό ανάλογο αυτού που υπάρχει σε ομοειδείς εταιρείες.

Το υπουργείο θεώρησε ότι η υπολογισθείσα αξία των στοιχείων ενεργητικού αντιπροσωπεύει την καλύτερη εκτίμηση των ποσών που θα ήταν πρόθυμος να καταβάλει για το εν λόγω χαρτοφυλάκιο επενδυτής ο οποίος «δεν θα όφειλε να καταβάλει τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης». Εάν ο αγοραστής του χαρτοφυλακίου (στη συγκεκριμένη περίπτωση η Entra) όφειλε να καταβάλει τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης, το τίμημα που θα ήταν διατεθειμένος να καταβάλει ο επενδυτής θα είχε μειωθεί κατά ποσό ίσο με τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης. Η αξία των πάγιων στοιχείων ενεργητικού στον ισολογισμό χρήσης θα είχε μειωθεί κατά το ίδιο ποσό, οπότε η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού θα ήταν η ίδια. Στο παθητικό του ισολογισμού, τα ίδια κεφάλαια και τα συνολικά χρέη της εταιρείας δεν θα είχαν μεταβληθεί, παρόλο που τα βραχυπρόθεσμα χρέη θα είχαν αυξηθεί αντίστοιχα με την αξία των τελών μεταβίβασης και καταχώρησης. Καταλήγοντας το υπουργείο υπογράμμισε ότι η οικονομική θέση της Entra δεν μεταβλήθηκε ως συνέπεια της απαλλαγής από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης.

Το υπουργείο παραδέχτηκε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γενικό συμπέρασμα ότι ο πωλητής ακινήτου επιβαρύνεται πάντοτε de facto με τα σχετικά τέλη, καθώς το αποτέλεσμα εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την επιβάρυνση αναλαμβάνει ο αγοραστής, καθώς η μέθοδος που εφαρμόστηκε για την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων στον ισολογισμό έναρξης της Entra σήμαινε ότι (ανεπίσημη μετάφραση από την Αρχή): «σε τέτοια περίπτωση, και όταν εφαρμοστεί η μέθοδος της ΚΤΑ, κάθε μορφή κόστους σε σχέση με την αγορά αφαιρείται από την τιμή αγοράς, καθώς όλα τα στοιχεία αποτελούν μέρος της ίδιας της μεθόδου υπολογισμού της αξίας, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση ο αγοραστής δεν εξασφαλίζει τον απαιτούμενο συντελεστή απόδοσης».

3.4.   Παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων μερών

Με επιστολή της 4ης Μαΐου 2005, το δικηγορικό γραφείο Selmer, το οποίο εκπροσωπούσε την Entra, υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση της Αρχής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας. Η Selmer υποστήριξε ότι η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης δεν αποτελούσε πλεονέκτημα για την Entra και ότι η απαλλαγή αυτή ανήκε στη φύση και τη γενική λογική του νορβηγικού συστήματος.

Κατ’ αρχάς, η Selmer αναφερόταν στο γεγονός ότι είχε αποφασισθεί να συσταθεί η εταιρεία με συμμετοχή 40 % επί του συνολικού κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, εάν η Entra έπρεπε να καταβάλει τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης, η αξία των ακινήτων θα μειωνόταν κατά το ισόποσο των τελών μεταβίβασης και καταχώρησης και το κράτος της Νορβηγίας θα έπρεπε να συνεισφέρει το ίδιο ποσό στην εταιρεία, ώστε η συμμετοχή να διατηρηθεί στο 40 %. Κατά τη Selmer, αυτό δεν άλλαζε την οικονομική κατάσταση της εταιρείας και επομένως δεν είχε δοθεί στην Entra κανένα οικονομικό πλεονέκτημα.

Δεύτερον, η Selmer ανέφερε ότι όλες οι κρατικές αναδιοργανώσεις πραγματοποιήθηκαν με συνέπεια βάσει της αρχής της συνέχειας, και αναφέρθηκε στις αναδιοργανώσεις του Νορβηγικού Οργανισμού Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης (NRK), της Telenor, της εθνικής εταιρείας σιδηροδρόμων (NSB), της Posten Norge, της Avinor, της Mesta και της Statkraft. Η Selmer θεωρεί ως εκ τούτου ότι η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης ανήκει στη φύση και τη γενική λογική του νορβηγικού συστήματος.

4.   Η νορβηγική νομοθεσία περί τελών μεταβίβασης και καταχώρησης για την καταγραφή της μεταβίβασης ακινήτων

4.1.   Τι συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τελών μεταβίβασης και καταχώρησης;

Στη Νορβηγία όλα τα ακίνητα είναι εγγεγραμμένα στο κτηματολόγιο («Eiendomsregisteret»), το οποίο από το 1995 και μετά περιέχει στοιχεία από το «Tinglysingsregisteret/Grunnboken» και το «GAB-registeret (Grunneiendommer, Adresser og Bygninger (18).

Το Tinglysingsregisteret θεσπίσθηκε δυνάμει του νόμου για την καταχώρηση 1935 αριθ. 2 («Lov om tinglysing»). Κάθε ακίνητο είναι εγγεγραμμένο στο κτηματολόγιο και στην καταχώρηση μπορούν να εισαχθούν στοιχεία σχετικά με την κυριότητα, τον τίτλο και τα βάρη κλπ. Το κτηματολόγιο περιέχει, μεταξύ άλλων, πληροφορίες σχετικά με τα διάφορα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ως προς το ακίνητο. Τα ενδιαφερόμενα μέρη που ενεργούν με καλή πίστη νομιμοποιούνται να βασίζονται στις πληροφορίες που περιλαμβάνει το κτηματολόγιο.

Σύμφωνα με το τμήμα 7 παράγραφος 1 του νόμου περί τελών μεταβίβασης αριθ. 59 («Lov om dokumentavgift»), η καταχώρηση της μεταβίβασης του τίτλου ιδιοκτησίας («hjemmelsoverføring») σε ακίνητα απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής τελών μεταβίβασης («dokumentavgift»). Ο φορολογικός συντελεστής είναι 2,5 % με βάση την αξία πώλησης του ακινήτου. Ο νέος κάτοχος του τίτλου είναι υπεύθυνος για την καταβολή των τελών· βλ. μέρος 2-6 της ρύθμισης περί τελών μεταβίβασης, του υπουργείου Οικονομικών, της 16ης Σεπτεμβρίου 1975, και μεταγενέστερες τροποποιήσεις.

Επιπλέον, η καταχώρηση της μεταβίβασης των τίτλων ιδιοκτησίας στο κτηματολόγιο υπόκειται σε τέλη καταχώρησης («tinglysingsgebyr») σύμφωνα με τη δικαστική πράξη περί τελών του 1982 αριθ. 86 («Rettsgebyrloven»). Κατά τη σύσταση της Entra, τα τέλη αυτά καθορίστηκαν σε 982 NOK (περίπου 123 ευρώ) ανά καταχώρηση. Οι διατάξεις σχετικά με τους όρους πληρωμής τελών μεταβίβασης και καταχώρησης είναι ίδιες.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν καταβάλλονται τέλη μεταβίβασης για την καταχώρηση της μεταβίβασης των τίτλων ιδιοκτησίας σε άλλο νομικό πρόσωπο («hjemmelsoverføring»). Συνεπώς, εάν δεν πραγματοποιείται μεταβίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας σε άλλο νομικό πρόσωπο, αλλά μόνο αλλαγή της επωνυμίας του ίδιου νομικού προσώπου στο μητρώο («grunnboken»), δεν πρέπει να καταβληθούν τέτοια τέλη.

Δεν προβλέπεται νομική υποχρέωση καταχώρησης («tinglyse») των δικαιωμάτων σχετικά με τα ακίνητα (κυριότητα κλπ) στο μητρώο. Δεν είναι απαραίτητο να καταγραφεί η μεταβίβαση τίτλου ιδιοκτησίας για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση της κυριότητας. Ο κάτοχος των δικαιωμάτων μπορεί ωστόσο να επιλέξει να καταχωρήσει τα δικαιώματά του, για να τα προστατεύσει από τρίτα μέρη.

4.2.   Πότε μπορεί να αλλάξει ο προσδιορισμός του κατόχου του τίτλου χωρίς αυτό να συνεπάγεται πληρωμή τελών;

Η πρακτική όσον αφορά την πληρωμή τελών από το 1990 έως την 1η Ιουλίου 2005 – και επομένως κατά το χρόνο σύστασης της Entra – περιγράφεται σε δύο σειρές εγκυκλίων, και συγκεκριμένα στην εγκύκλιο G-37/90 της 25ης Μαΐου 1990 του υπουργείου Δικαιοσύνης της Νορβηγίας και σε ετήσιες εγκυκλίους των νορβηγικών τελωνειακών και φορολογικών υπηρεσιών («Toll- og Avgiftsdirektoratet») (19). Σύμφωνα με το σημείο 1.1 των τελευταίων εγκυκλίων, απαλλαγή από το τέλος χαρτοσήμου παρέχεται μόνο εάν υφίσταται άμεση νομική βάση στο νόμο περί τελών μεταβίβασης ή σε κοινοβουλευτικές αποφάσεις (20).

i)   Συγχωνεύσεις

Σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης της Νορβηγίας, στην περίπτωση συγχωνεύσεων δεν προβλέπεται στο νόμο περί τελών μεταβίβασης η μεταβίβαση τίτλου ιδιοκτησίας. Επομένως, αρκεί να εγγραφεί στο κτηματολόγιο η συγχώνευση με την επιβεβαίωση ότι η εταιρεία συγχωνεύθηκε με άλλη. Η επιβεβαίωση αυτή μπορεί να εκδοθεί από το εμπορικό μητρώο και δεν συνεπάγεται την πληρωμή τελών καταχώρησης και μεταβίβασης. Αυτό ισχύει για τις συγχωνεύσεις μεταξύ κεφαλαιουχικών εταιρειών κατά την έννοια του τμήματος 14 παράγραφος 7 του νόμου αριθ. 59 της 4ης Ιουνίου 1976 («νόμος περί κεφαλαιουχικών εταιρειών») (21), καθώς και για τις άλλες συγχωνεύσεις που πραγματοποιήθηκαν βάσει του κεφαλαίου 14 του ίδιου νόμου και τις συγχωνεύσεις μεταξύ τραπεζών (κεφάλαιο 8 του νόμου αριθ. 1 της 24ης Μαΐου 1961, «νόμος περί τραπεζών καταθέσεων ταμιευτηρίου») (22).

ii)   Διασπάσεις δυνάμει του νόμου περί κεφαλαιουχικών εταιρειών του 1976

Στις περιπτώσεις διασπάσεων, εάν η κυριότητα του ακινήτου μεταβιβάστηκε από την αρχική εταιρεία («A») στην εταιρεία που διαχωρίστηκε («B»), και η εγκύκλιος G-37/90 και το σημείο 1.4 στις ετήσιες εγκυκλίους της Διεύθυνσης Τελωνείων και Τελών της Νορβηγίας προβλέπουν την υποχρέωση πληρωμής των τελών καταχώρησης και μεταβίβασης (23).

Αντίθετα, εάν το ακίνητο παρέμεινε στην αρχική εταιρεία (Α) από την οποία ένα μέρος (Β) έχει διαχωριστεί, δεν είναι υποχρεωτική η πληρωμή τελών καταχώρησης και μεταβίβασης (24). Ο λόγος είναι ότι σ’ αυτή την περίπτωση το ακίνητο δεν μεταβιβάζεται σε νέο νομικό πρόσωπο (όπως θα συνέβαινε εάν το ακίνητο είχε μεταβιβασθεί στην εταιρεία που διαχωρίστηκε).

iii)   Μεταβίβαση της κυριότητας από συνιδιοκτησία σε μια μορφή σύμπραξης

Κατά τη σχετική περίοδο, η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου από συνιδιοκτησία σε μια γενική σύμπραξη ή ετερόρρυθμη εταιρεία (ή αντίστροφα) συνεπαγόταν μεταβίβαση από ένα νομικό πρόσωπο σε άλλο. Γι’ αυτό, και η εγκύκλιος G-37/90 και το σημείο 1.5 στις ετήσιες εγκυκλίους της Διεύθυνσης Τελωνείων και Τελών της Νορβηγίας αναφέρουν ότι αυτό συνεπάγεται την πληρωμή τελών.

iv)   Μετατροπή από μια μορφή εταιρείας σε άλλη

Μία κατάσταση που δεν αναφέρεται στην εγκύκλιο είναι αυτή στην οποία η εταιρική μορφή μιας επιχείρησης μετατρέπεται σε άλλη. Στην επιστολή της κυβέρνησης της Νορβηγίας της 4ης Ιουνίου 2002 αναφέρεται ότι ο βασικός κανόνας σ’ αυτές τις περιπτώσεις ήταν ότι «πρέπει να υπάρχει μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας. Επομένως, πρέπει να καταβάλλονται τα τέλη καταχώρησης και μεταβίβασης. Με αυτό τον τρόπο εφαρμόζεται η νομοθεσία». Η κυβέρνηση της Νορβηγίας, ωστόσο, υποστηρίζει ότι θα πρέπει να είναι δυνατόν να εξετάζονται εξαιρέσεις αυτού του κανόνα βάσει παρατηρήσεων που συνδέονται με την αρχή της συνέχειας (25).

Σχετικά με αυτό, η Αρχή σημειώνει ότι το Εφετείο (Frostating Lagmannsrett) σε διάταγμα της 9-10-1997 που δημοσιεύθηκε στο LF-1997-671 έκρινε ότι η μετατροπή από «kommandittselskap» σε «aksjeselskap» («North West Terminalen AS») συνεπάγεται την καταβολή τελών. Ως προς αυτό, το Lagmannsrett παρέπεμψε στις προαναφερθείσες εγκυκλίους του υπουργείου Δικαιοσύνης και της Διεύθυνσης Τελωνείων και Τελών και δήλωσε ότι από το νόμο περί τελών μεταβίβασης προκύπτει ότι τα τέλη πρέπει να καταβληθούν, εκτός εάν αναφέρεται άμεσα στον ίδιο νόμο προβλέπονται συναφείς διατάξεις. Εφόσον η νέα εταιρεία ήταν διαφορετικό νομικό πρόσωπο από το αρχικό, δεν είχε σημασία το ότι οι ίδιοι κάτοχοι συνέχισαν στη νέα εταιρεία και, επομένως, το μόνο που άλλαξε στην πραγματικότητα ήταν η μορφή υπό την οποία λειτουργούσε η εταιρεία.

Επιπλέον, μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα μία υπόθεση που αναφέρεται στο παράρτημα 1 της επιστολής της κυβέρνησης της Νορβηγίας της 4ης Ιουνίου 2002 στο οποίο οι νορβηγικές αρχές αρνήθηκαν την απαλλαγή από τα τέλη για μετατροπή από «selveiende institusjon» σε «allmenaksjeselskap».

v)   Μεταβίβαση της κυριότητας από δημοτικές αρχές σε χωριστό νομικό πρόσωπο κάτοχος του οποίου είναι οι δημοτικές αρχές

Κατά τη συνάντηση μεταξύ των νορβηγικών αρχών και της Αρχής στις 19 Μαΐου 2005, οι νορβηγικές αρχές ανέφεραν ότι ήταν πολύ πιθανό, βάσει των εγκυκλίων που ίσχυαν κατά το χρόνο σύστασης της Entra, να είχε απαιτηθεί τέλος χαρτοσήμου σχετικά με την αναδιοργάνωση κατά την οποία η κυριότητα ενός κτιρίου μεταβιβάστηκε από τις δημοτικές αρχές σε μία κεφαλαιουχική εταιρεία κάτοχος της οποίας ήταν οι εν λόγω αρχές. Αντίθετα, επί ορισμένο χρονικό διάστημα η πρακτική ήταν να μην καταβάλλεται τέλος χαρτοσήμου για τη μεταβίβαση τίτλων λόγω αναδιοργανώσεων, σύμφωνα με το νορβηγικό νόμο της 29ης Ιανουαρίου 1999 περί δημοτικών επιχειρήσεων (26).

vi)   Η πρακτική μετά από την 1η Ιουλίου 2005

Δεδομένου ότι η καταχώρηση της αλλαγής επωνυμίας στο κτηματολόγιο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της σύστασης της Entra, οι κανόνες που περιγράφονται ανωτέρω συνιστούν το μέτρο σύγκρισης με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του προσβαλλόμενου νόμου. Θα πρέπει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι στις 21 Ιουνίου 2005, το υπουργείο Δικαιοσύνης εξέδωσε μία νέα εγκύκλιο (G-6/05) σχετικά με τη διαδικασία μεταβίβασης ακινήτου στο πλαίσιο συγχωνεύσεων, διασπάσεων και μετατροπής εταιρειών (27). Η νέα εγκύκλιος εισήγαγε, με ισχύ από 1ης Ιουλίου 2005, μία νέα πρακτική όσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες ο κάτοχος του τίτλου μπορεί να αλλάξει χωρίς αυτό να θεωρείται μεταβίβαση του τίτλου. Σύμφωνα με τη νέα εγκύκλιο, καταχώρηση σχετική με διασπάσεις που βασίζονται στην αρχή της συνέχειας θα εξετάζεται πλέον κατά τον ίδιο τρόπο με τις συγχωνεύσεις όσον αφορά τους κανόνες για τα εν λόγω τέλη και επομένως δεν θα υπόκειται πλέον στην καταβολή τέλους χαρτοσήμου. Το ίδιο ισχύει για τις μετατροπές που πραγματοποιήθηκαν βάσει των κανόνων των κεφαλαίων 13, 14 και 15 του νόμου περί κεφαλαιουχικών εταιρειών και του νόμου περί εισηγμένων ανωνύμων εταιρειών.

Αντίθετα, σύμφωνα με τη νέα εγκύκλιο, τα τέλη θα εξακολουθήσουν να καταβάλλονται όταν το ακίνητο μεταβιβάζεται σύμφωνα με κανόνες που δεν βασίζονται στη συνέχεια (για παράδειγμα, μία συγχώνευση γενικών συμπράξεων («ansvarlige selskaper»)). Η μεταβίβαση από τη μία μορφή εταιρείας σε άλλη, για παράδειγμα από γενική σύμπραξη σε κεφαλαιουχική εταιρεία, θα συνεχίσει επίσης να υπόκειται σε τέλη.

5.   Άλλες αναδιοργανώσεις δημόσιων επιχειρήσεων

Όπως αναφέρεται στην επιστολή των νορβηγικών αρχών της 4ης Ιουνίου 2003, σε άλλες αναδιοργανώσεις περιλαμβάνονταν διατάξεις παρόμοιες με τον προσβαλλόμενο νόμο (Posten AS, NSB AS, Mesta AS, Avinor AS, Telenor AS και επιχειρήσεις παροχής υγειονομικών υπηρεσιών) (28).

Η Αρχή παρατηρεί ότι πραγματοποιήθηκαν και άλλες αναδιοργανώσεις στις οποίες δεν εγκρίθηκε διάταξη παρόμοια με αυτή που περιέχει ο προσβαλλόμενος νόμος. Οι αναδιοργανώσεις των οποίων έλαβε γνώση η Αρχή, στις οποίες δεν εκδόθηκε παρόμοια διάταξη περιλαμβάνουν τη σύσταση των BaneTele AS, Secora AS και Statkraft AS.

Η BaneTele AS είναι πάροχος ενός ευρυζωνικού δικτύου οπτικών ινών σε εθνική κλίμακα. Η ανώνυμος εταιρεία ιδρύθηκε την 1η Ιουλίου 2001. Πριν από αυτή την ημερομηνία, οι σχετικές δραστηριότητες αποτελούσαν μέρος της εθνικής διοίκησης σιδηροδρόμων («Jernbaneverket»). Η BaneTele αποτελεί 100 % ανώνυμο εταιρεία που ανήκει στο νορβηγικό δημόσιο, το οποίο αντιπροσωπεύει το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας. Η εθνική διοίκηση σιδηροδρόμων είναι αρμόδια για τη διαχείριση του εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου, για λογαριασμό του υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Η πρόταση να συσταθεί η ανώνυμος εταιρεία BaneTele υποβλήθηκε στο Κοινοβούλιο με τα νομοσχέδια αριθ. 80 (2000-2001) Omdanning av BaneTele til aksjeselskap  (29) και αριθ. 93 (2000-2001) Om lov om omdanning av Jernbaneverkets kommersielle televirksomhet til aksjeselskap  (30). Το νομοσχέδιο αριθ. 93 (2000-2001) και ο μεταγενέστερος νόμος (νόμος της 15ης Ιουνίου 2001) δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη παρόμοια με την παράγραφο 3 του προσβαλλόμενου νόμου.

Η Secora AS αποτελεί εργολάβο ειδικευμένο στη δημιουργία ασφαλών και αποτελεσματικών λιμένων και παράκτιας ναυσιπλοΐας. Η ανώνυμος εταιρεία ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 2005. Τις δραστηριότητές της ασκούσε προηγουμένως η παραγωγική μονάδα της νορβηγικής υπηρεσίας ακτών («Kystverket»). Η Secora AS ανήκει κατά 100 % στο νορβηγικό δημόσιο το οποίο αντιπροσωπεύει το υπουργείο Αλιείας και Ακτών. Η νορβηγική διοίκηση ακτών αποτελεί την εθνική νορβηγική υπηρεσία διαχείρισης των ακτών, ασφάλειας στη θάλασσα και επικοινωνίας. Η πρόταση για τη σύσταση της Secora AS υποβλήθηκε με το νομοσχέδιο αριθ. 1 (2004-2005) Om omdanning av Kystverkets produksjonsvirksomhet til statlig aksjeselskap m.m. (31) και το νομοσχέδιο αριθ. 20 (2004-2005) Om lov om omdanning av Kystverkets produksjonsvirksomhet til statsaksjeselskap  (32). Το νομοσχέδιο αριθ. 20 (2004-2005) και ο μεταγενέστερος νόμος (νόμος της 17ης Δεκεμβρίου 2004) δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη παρόμοια με την παράγραφο 3 του προσβαλλόμενου νόμου.

Η Statkraft AS αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό ηλεκτρικού ρεύματος στη Νορβηγία. Η ανώνυμος εταιρεία ιδρύθηκε την 1η Οκτωβρίου 2004. Η εταιρεία αποτελούσε προηγουμένως δημόσια επιχείρηση («Statsforetak (SF)»), η δε δημόσια επιχείρηση Statkraft SF εξακολουθεί να υπάρχει ως επίσημος κάτοχος της Statkraft AS. Η πρώτη πρόταση για τη σύσταση της κεφαλαιουχικής εταιρείας υποβλήθηκε στο κοινοβούλιο με το νομοσχέδιο αριθ. 22 (2001-2002) Et mindre og bedre statlig eierskap  (33) και στη συνέχεια με το νομοσχέδιο αριθ. 53 (2003-2004) Statens eierskap i Statkraft SF  (34) και το νομοσχέδιο αριθ. 63 (2003-2004) Om lov om omorganisering av Statkraft SF  (35). Στο νομοσχέδιο αριθ. 53 (2003-2004) η κυβέρνηση ανέφερε ότι η αναδιοργάνωση συνεπάγεται ότι η Statkraft AS θα πρέπει να πληρώσει τέλη (ανεπίσημη μετάφραση από την Αρχή) «σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες του νόμου» περί των τελών και ότι το κόστος θα περιόριζε το πλεόνασμα για την επιχείρηση και συνεπώς και τη βάση για τα μερίσματα. Τα εν λόγω τέλη υπολογίστηκαν σε 1 500 εκατ. NOK (περίπου 188 εκατ. ευρώ) (36).

II.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ

1.   Ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης

Το άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ έχει ως εξής:

«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη της ΕΚ, τα κράτη της ΕΖΕΣ ή με κρατικούς πόρους, και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, είναι ασυμβίβαστες με τη λειτουργία της παρούσας συμφωνίας, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συναλλαγές, εκτός εάν η παρούσα συμφωνία ορίζει άλλως.»

Για να θεωρείται κρατική ενίσχυση δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ, ένα μέτρο πρέπει να ανταποκρίνεται στα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:

1.

η ενίσχυση πρέπει να χορηγείται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους·

2.

η ενίσχυση πρέπει να παραχωρεί πλεονέκτημα στους δικαιούχους, το οποίο περιορίζει το κόστος που βαρύνει κανονικά τη λειτουργία της επιχείρησης·

3.

το πλεονέκτημα πρέπει να είναι ειδικό ή επιλεκτικό ως προς το ότι ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων προϊόντων·

4.

η ενίσχυση πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάζει τις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συναλλαγές.

Δεδομένου ότι η Αρχή, στην απόφασή της να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας, συνήγαγε το προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η νορβηγική κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν πληρούται καμία από τις προϋποθέσεις (37). Η Αρχή πρέπει, ως εκ τούτου, να εξετάσει την απαλλαγή από τα τέλη με βάση τη σχετική νομολογία, για να διαπιστώσει κατά πόσον αυτή η απαλλαγή αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

1.1.   Η ενίσχυση πρέπει να χορηγείται από το κράτος ή μέσω κρατικών πόρων

Όσον αφορά την πρώτη από τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, σύμφωνα με την πάγια νομολογία (38), η προϋπόθεση αυτή πληρούται εφόσον ένα μέτρο συνεπάγεται άμεσα ή έμμεσα κάποια μορφή χρηματοοικονομικής επιβάρυνσης του δημοσίου.

Στην απόφασή της να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας, η Αρχή συνήγαγε το προκαταρτικό συμπέρασμα ότι η διάταξη της παραγράφου 3 του προσβαλλόμενου νόμου συνεπάγεται τη μη καταβολή των τελών τα οποία υπό άλλους όρους έπρεπε να καταβληθούν. Η απαλλαγή αυτή από την καταβολή των τελών συνεπάγεται άμεση απώλεια φορολογικών εσόδων για το νορβηγικό κράτος, που ισοδυναμεί με την κατανάλωση κρατικών πόρων. Συνεπώς, η Αρχή συνήγαγε το προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούνταν.

Στις παρατηρήσεις τους για την απόφαση για την έναρξη της διαδικασίας, οι νορβηγικές αρχές, ωστόσο, ισχυρίστηκαν (37) ότι, δεδομένου ότι η υποχρέωση της Entra να καταβάλει τα τέλη μεταβίβασης δεν είχε ποτέ αρθεί (λόγω του ότι «η μεταβίβαση των τίτλων κυριότητας στην προκειμένη περίπτωση συνίστατο σε αλλαγή της επωνυμίας και όχι σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας»), δεν σημειώθηκε απώλεια φορολογικών εσόδων και, επομένως, ούτε και κατανάλωση κρατικών πόρων.

Η Αρχή δεν μπορεί να δεχθεί αυτό το επιχείρημα. Ένα πλεονέκτημα υπό τη μορφή φορολογικής απαλλαγής βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 1 παρέχεται συνήθως με ρητή απαλλαγή. Ωστόσο, δεδομένου ότι το άρθρο 61 παράγραφος 1 εστιάζεται στο αποτέλεσμα, και όχι στους τύπους, του εθνικού νομικού συστήματος, καλύπτει επίσης περιπτώσεις στις οποίες η φορολογική απαλλαγή απορρέει έμμεσα από μία ιδιαίτερη νομική έννοια (στη συγκεκριμένη περίπτωση από την «αλλαγή επωνυμίας»), που έχει ως αποτέλεσμα να μην πρέπει να καταβληθεί κανένας φόρος. Και στις δύο περιπτώσεις, και σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση, το αποτέλεσμα είναι ότι μία καταχώρηση στο κτηματολόγιο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς να συνεπάγεται την καταβολή τελών μόνο λόγω της ειδικής νομοθετικής διάταξης. Καμία καταχώρηση δεν μπορεί να απαλλάσσεται από τα τέλη εάν αυτό δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη.

Στην πρόταση προς το κοινοβούλιο (39), η νορβηγική κυβέρνηση ανέφερε ότι δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι η μεταβίβαση των ακινήτων από τη Statsbygg στην Entra θα συνεπαγόταν την καταβολή των εν λόγω τελών. Ωστόσο, όπως διαπιστώνεται παρακάτω στο σημείο 1.2, η νορβηγική κυβέρνηση δεν απέδειξε με πειστικό τρόπο ότι η καταχώρηση της μεταβίβασης ακινήτων από το κράτος στην Entra μπορούσε να απαλλαγεί από τα εν λόγω τέλη ελλείψει της ειδικής διάταξης στην παράγραφο 3 του νόμου της 18ης Φεβρουαρίου 2000. Καμία άλλη διάταξη του νορβηγικού νόμου δεν όριζε ρητά ότι μια τέτοια πράξη εξαιρείται από το γενικό κανόνα ότι η καταχώρηση της αλλαγής κυριότητας συνεπάγεται την καταβολή των σχετικών τελών. Εξάλλου, η Αρχή δεν μπορεί να κατανοήσει πώς η αναδιοργάνωση της Statsbygg –ελλείψει της παραγράφου 3 του νόμου της 18ης Φεβρουαρίου 2000– θα μπορούσε να απαλλαγεί δυνάμει του νόμου περί καταχώρησης, όπως ερμηνεύθηκε τότε.

Η Αρχή θεωρεί επομένως ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται.

1.2.   Το μέτρο πρέπει να είναι ειδικό ή επιλεκτικό, δηλαδή να ευνοεί «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής»

1.2.1.   Υλική επιλεκτικότητα

Στην απόφασή της να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας, η Αρχή συνήγαγε το προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η θέσπιση ειδικού νόμου περί απαλλαγής από την καταβολή των σχετικών τελών (μόνο για μία εταιρεία, την Entra), πρέπει να θεωρηθεί επιλεκτικό μέτρο.

Όσον αφορά, αντίθετα, τα επιχειρήματα που εκτίθενται ανωτέρω σχετικά με την αρχή της συνέχειας, οι νορβηγικές αρχές υποστήριξαν ότι η πρακτική της αλλαγής επωνυμίας ως διαδικασία μεταβίβασης τίτλου ιδιοκτησίας δεν αποτελεί εκ των πραγμάτων παρέκκλιση από το κοινό φορολογικό σύστημα.

Η Αρχή παραπέμπει στο κεφάλαιο 17B.3.1 των κατευθυντήριων γραμμών της για τις κρατικές ενισχύσεις σχετικά με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων όσον αφορά την ιδιαιτερότητα ή την επιλεκτικότητα των φορολογικών μέτρων, που ορίζει τα εξής:

«Τα φορολογικά μέτρα που εφαρμόζονται σε όλους τους οικονομικούς φορείς που δραστηριοποιούνται εντός των κρατών ΕΖΕΣ είναι, καταρχήν, γενικά μέτρα. Πρέπει πράγματι να εφαρμόζονται με ίσους όρους σε όλες τις επιχειρήσεις και το πεδίο τους δεν μπορεί να περιορίζεται εκ των πραγμάτων με διακρίσεις που επιβάλλει το κράτος κατά τη θέσπισή τους ή με άλλα στοιχεία που περιορίζουν το πρακτικό τους αποτέλεσμα.»

Ο προσβαλλόμενος νόμος εφαρμόζεται μόνο για μια συγκεκριμένη συναλλαγή μεταξύ της Statsbygg και της Entra. Είναι αλήθεια ότι παρόμοιοι νόμοι εκδόθηκαν όταν ιδρύθηκαν κεφαλαιουχικές εταιρείες του δημοσίου (βλέπε ανωτέρω μέρος I). Ωστόσο, το γεγονός ότι παρόμοιοι κανόνες θεσπίστηκαν στο πλαίσιο και άλλων ιδιωτικοποιήσεων στις οποίες προέβη το κράτος δεν συνεπάγεται ότι ο συγκεκριμένος ειδικός νόμος καθίσταται μη επιλεκτικός.

Πρώτον, πρέπει να τονιστεί ότι, σε άλλες κρατικές αναδιοργανώσεις, δεν θεσπίστηκαν διατάξεις παρόμοιες με τον προσβαλλόμενο νόμο. Για παράδειγμα, όταν ιδρύθηκε η BaneTele AS (40), η νέα ανώνυμος εταιρεία δεν απαλλασσόταν από την καταβολή των εν λόγω τελών. Το ίδιο και όταν ιδρύθηκε η Secora AS (41). Στην περίπτωση της αναδιοργάνωσης της Statkraft, η νορβηγική κυβέρνηση δήλωσε ότι η εταιρεία έπρεπε να καταβάλει τα σχετικά τέλη σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες (42).

Δεύτερον, αυτό, εν πάση περιπτώσει, θα ίσχυε εάν η φορολογική νομοθεσία που αντιμετωπίζει την αναδιοργάνωση κρατικών επιχειρήσεων κατά τρόπο ευνοϊκότερο από την αναδιάρθρωση ιδιωτικών επιχειρήσεων ήταν επιλεκτική κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1. Ωστόσο, σύμφωνα με το νόμο περί τελών μεταβίβασης, το θέμα άρχισε από το ότι κάθε μεταβίβαση τίτλου μεταξύ διαφορετικών νομικών προσώπων απαλλάσσεται από την καταβολή τελών, ανεξάρτητα από το εάν ο νέος κάτοχος συνεχίζει ή όχι την ίδια δραστηριότητα με τον προηγούμενο. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, έως τον Ιούλιο του 2005, αφενός η εγκύκλιος του 1990 του υπουργείου Δικαιοσύνης, αφετέρου μια σειρά από διαδοχικές εγκυκλίους της Διεύθυνσης Τελωνείων και Τελών προέβλεπαν μόνο μία σχετική εξαίρεση από αυτό τον κανόνα. Και οι δύο σειρές εγκυκλίων ανέφεραν σαφώς ότι μόνο στην περίπτωση που η μεταβίβαση τίτλου κυριότητας πραγματοποιείται στο πλαίσιο συγχωνεύσεων μεταξύ κεφαλαιουχικών εταιρειών για λόγους συνέχειας μπορεί να πραγματοποιηθεί καταχώρηση με τον νέο κάτοχο του τίτλου με την αλλαγή επωνυμίας και όχι με την αλλαγή τίτλου που συνεπάγεται την καταβολή των σχετικών τελών. Αντίθετα, έπρεπε να καταβληθούν τα σχετικά τέλη για την καταχώρηση, τη μεταβίβαση ή την κυριότητα του τίτλου στο κτηματολόγιο για τις διασπάσεις, τις μετατροπές από μία μορφή εταιρείας σε άλλη, τις μεταβιβάσεις κυριότητας ενός δήμου ή κοινότητας σε διαφορετικό νομικό πρόσωπο που ανήκει εξ ολοκλήρου στο δήμο (43). Αυτό κατέστη επίσης σαφές στην απόφαση του Frostating lagmannsrett, που αναφέρθηκε ανωτέρω, που έκρινε ότι τα σχετικά τέλη πρέπει να καταβάλλονται εφόσον μία προσωπική εταιρεία («kommandittselskap») μετατρέπεται σε κεφαλαιουχική εταιρεία, ακόμη και αν οι κάτοχοι της νέας εταιρείας είναι οι ίδιοι και η μόνη πραγματική αλλαγή έγκειται στη μορφή υπό την οποία λειτουργεί η εταιρεία.

Η Αρχή είναι της γνώμης ότι η σύσταση της Entra δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη με συγχώνευση. Μοιάζει πολύ περισσότερο με διάσπαση, μετατροπή ενός νομικού προσώπου σε άλλο ή στο διαχωρισμό συγκεκριμένης δραστηριότητας δήμου ή κοινότητας σε ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Επομένως, απαλλαγές από τέλη παρόμοια με αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του προσβαλλόμενου νόμου δεν προβλέπονταν, κατά το χρόνο σύστασης της Entra, για τις πράξεις που παρουσίαζαν το μεγαλύτερο αριθμό ομοιοτήτων.

Συνεπώς, το άρθρο 3 του προσβαλλόμενο νόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί προέκταση ενός ήδη γενικού (μη επιλεκτικού κανόνα) σχετικά με την απαλλαγή όσον αφορά ορισμένους τύπους μεταβίβασης τίτλων στο κτηματολόγιο. Το μέτρο, ως εκ τούτου, ήταν επιλεκτικό από υλικής πλευράς.

1.2.2.   Δικαιολογείται η απαλλαγή από την καταβολή τελών από τη φύση ή τη γενική μορφή του φορολογικού συστήματος;

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (44), είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ:

της διαφοροποιημένης μεταχείρισης που είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής, σε ειδικές καταστάσεις, των ίδιων αρχών με αυτές στις οποίες βασίζονται οι συνήθεις κανόνες (καμία ενίσχυση)·

της διαφοροποιημένης μεταχείρισης η οποία, επειδή ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις, παρεκκλίνει από την εσωτερική λογική των συνήθων κανόνων (ενίσχυση) (45).

Η διάκριση αυτή περιγράφεται επίσης στο κεφάλαιο 17B.3.4(1) των κατευθυντήριων γραμμών της Αρχής για τις κρατικές ενισχύσεις σχετικά με την άμεση φορολόγηση των επιχειρήσεων όσον αφορά την αιτιολόγηση μιας παρέκκλισης «λόγω της φύσης ή της γενικής μορφής του συστήματος»: «Η διαφορετική φύση ορισμένων μέτρων δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι αυτά πρέπει να θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις. Αυτό συμβαίνει με τα μέτρα τα οποία είναι για οικονομικούς λόγους απαραίτητα για την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του φορολογικού συστήματος. Ωστόσο, η αιτιολόγηση αυτή πρέπει να δίνεται από τα ίδια τα κράτη ΕΖΕΣ». Ο τελευταίος αυτός κανόνας της απόδειξης επιβεβαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (46).

Οι νορβηγικές αρχές υποστήριξαν ότι «ακόμη και αν η Εποπτεύουσα Αρχή θεωρεί ότι η πρακτική (σύμφωνα με την οποία οι αλλαγές επωνυμίας αποτελούν διαδικασία μεταβίβασης του τίτλου ιδιοκτησίας χωρίς να απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των τελών) αποτελεί εξαίρεση από το βασικό κανόνα, δικαιολογείται από τη φύση ή τη γενική μορφή του φορολογικού συστήματος». Για την υποστήριξη αυτής της θέσης, οι νορβηγικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι η αρχή της συνέχειας και οι παρατηρήσεις σχετικά με την αποτελεσματική εφαρμογή αυτής της αρχής, μεταξύ άλλων, για την επιβολή των τελών στη συγκεκριμένη υπόθεση προϋπέθεταν ότι η απαλλαγή από τα τέλη εντάσσεται στη λογική και τη φύση της συναφούς νορβηγικής νομοθεσίας. Κατά την άποψή τους, ο προσβαλλόμενος νόμος αντικατοπτρίζει την αρχή της συνέχειας και είναι σύμφωνος με τους γενικούς κανόνες που διέπουν τις αναδιαρθρώσεις.

Σχετικά με αυτό το επιχείρημα, η Αρχή παρατηρεί ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, το θέμα είναι το πεδίο εφαρμογής της αρχής της συνέχειας όσον αφορά την υποχρέωση καταβολής των τελών μεταβίβασης και όχι το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αρχής καθεαυτής, δηλαδή η εφαρμογή της στο εταιρικό δίκαιο.

Με βάση την ανάλυση των κανόνων οι οποίοι αφορούν τα σχετικά τέλη, και η οποία έγινε ανωτέρω στο σημείο I.4, η Αρχή κρίνει ότι, αν και η αρχή της συνέχειας ίσως είχε ουσιαστική θέση στο νορβηγικό νόμο κατά το χρόνο σύστασης της Entra, δεν αποτελούσε τότε αναπόσπαστο και γενικό μέρος των κανόνων και της πρακτικής σχετικά με τα τέλη που συνδέονται με άλλους τύπους αναδιοργάνωσης επιχειρήσεων.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, έως τον Ιούλιο του 2005, μόνο στην περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας, στο πλαίσιο συγχωνεύσεων μεταξύ κεφαλαιουχικών εταιρειών, για λόγους συνέχειας μία καταχώρηση με το νέο κάτοχο του τίτλου ιδιοκτησίας μπορούσε να πραγματοποιηθεί ως αλλαγή της επωνυμίας και όχι ως αλλαγή του τίτλου, η οποία συνεπάγεται την καταβολή τελών. Αντίθετα, οφείλονταν τέλη για την καταχώρηση, τη μεταβίβαση ή την κυριότητα του τίτλου στο κτηματολόγιο για τις διασπάσεις, τη μετατροπή από μία μορφή εταιρείας σε άλλη, τις μεταβιβάσεις κυριότητας από κοινή ιδιοκτησία σε μία μορφή εταιρικής σχέσης, καθώς και τη μεταβίβαση της κυριότητας από δήμο ή κοινότητα σε διαφορετικό νομικό πρόσωπο, κάτοχος του οποίου ήταν οι δημοτικές αρχές (47).

Σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, η λογική στην οποία βασίζονται οι εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα για την καταβολή τελών απορρέει από την αρχή της συνέχειας. Ωστόσο, δεν διευκρίνισαν σε ποια λογική βασίζεται η διαφορετική μεταχείριση των τύπων μεταβίβασης που αναφέρονται ανωτέρω. Αντίθετα, η νορβηγική κυβέρνηση απλώς ανέφερε ότι πράγματι θα ήταν πιο λογικό οι συγχωνεύσεις και ορισμένες άλλες αναδιοργανώσεις να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, μόνο από τον Ιούλιο του 2005, περίπου πέντε έτη μετά από την ίδρυση της Entra, η ερμηνεία του νόμου περί τελών μεταβίβασης τροποποιήθηκε ώστε να εναρμονιστεί η μεταχείριση ορισμένων διαφορετικών περιπτώσεων. Σ’ αυτή τη βάση, η Αρχή θεωρεί ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί άλλη λογική όσον αφορά την ερμηνεία του νόμου περί τελών μεταβίβασης όταν ιδρύθηκε η Entra, διαφορετική από αυτή που απορρέει από τις προαναφερθείσες εγκυκλίους, και συγκεκριμένα ότι μόνο οι συγχωνεύσεις μεταξύ κεφαλαιουχικών εταιρειών θα απαλλάσσονταν από τα τέλη τα οποία διαφορετικά θα έπρεπε να καταβληθούν. Η εφαρμογή της αρχής της συνέχειας σε σχέση με το νόμο περί τελών μεταβίβασης περιοριζόταν σε τέτοιες περιπτώσεις και όχι στις άλλες που αναφέρονται ανωτέρω.

Όπως αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 1.2.1, η Αρχή, εν πάση περιπτώσει, θεωρεί ότι η σύσταση της Entra μοιάζει πολύ περισσότερο με τις περιπτώσεις στις οποίες η καταχώρηση στο κτηματολόγιο σε εύθετο χρόνο συνεπάγεται την καταβολή τελών απ’ ό,τι με τις περιπτώσεις στις οποίες δεν συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Σε αυτή τη βάση, η Αρχή δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η απαλλαγή που προβλέπεται από τον προσβαλλόμενο νόμο μπορεί να αιτιολογηθεί από τη φύση και τη λογική των νορβηγικών κανόνων σχετικά με τα εν λόγω τέλη κατά το χρόνο που εφαρμόστηκε η απαλλαγή. Αυτό δεν αλλάζει την εκτίμηση ότι παρόμοιες αναδιοργανώσεις δημόσιων εμπορικών δραστηριοτήτων έχουν επίσης τύχει απαλλαγής από τα τέλη. Η επιδίωξη των βασικών στόχων της αρχής της συνέχειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εξαίρεση από τον γενικό κανόνα περί τελών σε ειδικές αναδιοργανώσεις, εάν οι αναδιοργανώσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων που παρουσιάζουν τις περισσότερες ομοιότητες δεν τυγχάνουν παρόμοιων εξαιρέσεων.

1.2.3.   Η «ιταλική υπόθεση»

Οι νορβηγικές αρχές αναφέρονται σε απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και προβάλλουν το επιχείρημα ότι τα πραγματικά δεδομένα αυτής της υπόθεσης είναι ίδια με εκείνα της υπόθεσης Entra.

Στην απόφαση της Επιτροπής της 5ης Ιουνίου 2002 (48), η Επιτροπή εξέτασε τον ιταλικό νόμο που προβλέπει ειδικό φορολογικό καθεστώς για τις συμμετοχικές εταιρείες με πλειοψηφική συμμετοχή του δημοσίου που συστάθηκαν με ειδικό νόμο. Σχετικά με αυτό, ο ιταλικός νόμος προβλέπει ειδικά απαλλαγή από όλους τους φόρους μεταβίβασης των στοιχείων ενεργητικού που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της μετατροπής ειδικών επιχειρήσεων και δημοτικών επιχειρήσεων σε συμμετοχικές επιχειρήσεις (εφεξής «απαλλαγή από τους φόρους μεταβίβασης»). Στο ιταλικό νομικό σύστημα, οι φόροι μεταβίβασης εφαρμόζονται καταρχήν κατά την ίδρυση νέας οικονομικής οντότητας ή στη μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού μεταξύ διαφόρων οικονομικών οντοτήτων. Ωστόσο, οι ιταλικές αρχές εξήγησαν ότι ο ιταλικός νόμος εκφράζει γενικά την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας (δηλαδή τη μη επιβολή φόρων) στο πλαίσιο της μετατροπής της νομικής μορφής μιας επιχείρησης (δηλαδή «όταν μία επιχείρηση αλλάζει νομική μορφή, αλλά παραμένει η ίδια από οικονομικής απόψεως») (49).

Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, αν και κατά τα φαινόμενα η διάλυση της δημοτικής επιχείρησης και η σύσταση «νέας» συμμετοχικής εταιρείας ισοδυναμούσε με τη δημιουργία νέας οικονομικής οντότητας, αυτό οφειλόταν προφανώς μόνο σε νομικούς τύπους. Στην πραγματικότητα, η νέα συμμετοχική εταιρεία ήταν η ίδια οικονομική οντότητα με τη δημοτική επιχείρηση που ασκούσε δραστηριότητες με διαφορετική νομική μορφή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παραδέχτηκε ότι η γενική αρχή της φορολογικής ουδετερότητας που προβλέπεται στον ιταλικό νόμο εφαρμοζόταν με τον ίδιο τρόπο στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο ειδικό φορολογικό καθεστώς. Συνεπώς, δεν έπρεπε να καταβληθεί φόρος μεταβίβασης (50).

Η Αρχή κατανοεί από το σκεπτικό της Επιτροπής ότι όταν η εθνική νομοθεσία για την είσπραξη τελών χαρτοσήμου για τη μετατροπή ιδιωτικών επιχειρήσεων βασίζεται σε μια γενική αρχή φορολογικής ουδετερότητας -ώστε το κύριο κριτήριο να είναι η συνέχιση της ίδιας οικονομικής οντότητας και όχι το κατά πόσον το νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιείται είναι το ίδιο- σύμφωνα με τη λογική ενός τέτοιου φορολογικού καθεστώτος, η αρχή αυτή επεκτείνεται και σε περιπτώσεις στις οποίες το κράτος ή οι δημοτικές αρχές διαχωρίζουν μία οικονομική οντότητα που λειτουργούσε ως τμήμα του κράτους ή των δημοτικών αρχών σε ξεχωριστή νομική οντότητα.

Η Αρχή συμφωνεί απόλυτα με αυτή την προσέγγιση. Ωστόσο, η λογική του κάθε φορολογικού συστήματος πρέπει να εκτιμάται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η απόφαση της Επιτροπής βασιζόταν στο γεγονός ότι το ιταλικό νομικό σύστημα προέβλεπε τη δυνατότητα απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης για τη μετατροπή από μία μορφή εταιρείας σε άλλη. Αντίθετα, η νορβηγική νομοθεσία, όπως ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από τις φορολογικές αρχές, δεν προέβλεπε αυτή τη δυνατότητα. Πράγματι, όπως ήδη αναφέρθηκε, περιπτώσεις συγκρίσιμες με της Entra σχετικά με ιδιωτικές αναδιοργανώσεις (διασπάσεις ή μετατροπή από μία μορφή εταιρείας σε άλλη) δεν απαλλάχθηκαν από τα τέλη. Κατά την άποψη της Αρχής, τα πραγματικά δεδομένα των δύο περιπτώσεων είναι επομένως διαφορετικά. Κατά την εκτίμηση των ομοιοτήτων μεταξύ της ιταλικής και της νορβηγικής κατάστασης, δεν μπορεί να δοθεί βάρος στο γεγονός ότι η αρχή της συνέχειας ενδεχομένως εφαρμόστηκε σε άλλους τομείς της νορβηγικής νομοθεσίας, και ιδιαίτερα στο εταιρικό δίκαιο και τη νομοθεσία που αφορά την άμεση φορολογία της εν λόγω οντότητας.

1.2.4.   Συμπέρασμα σχετικά με την επιλεκτικότητα

Συμπερασματικά, το μέτρο πρέπει να θεωρηθεί επιλεκτικό κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ και δεν είναι δυνατόν να μην χαρακτηριστεί επιλεκτικό λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της λογικής των νορβηγικών κανόνων περί τελών μεταβίβασης και καταγραφής.

1.3.   Το μέτρο πρέπει να παρέχει στους δικαιούχους πλεονέκτημα το οποίο περιορίζει τις συνήθεις επιβαρύνσεις κατά την άσκηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) (51) και το κεφάλαιο 17Β.3.1 (2) των κατευθυντήριων γραμμών της Αρχής «το μέτρο πρέπει να παρέχει στους δικαιούχους πλεονέκτημα το οποίο περιορίζει τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού τους. Το πλεονέκτημα μπορεί να παρέχεται με τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων της εταιρείας με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης:» (…) «συνολικής ή μερικής μείωσης του ποσού του φόρου (όπως φοροαπαλλαγή ή έκπτωση φόρου)».

Με τη θέσπιση της νομοθετικής διάταξης της παραγράφου 3 του προσβαλλόμενου νόμου, η Entra έτυχε απαλλαγής από το κόστος των τελών που ανέρχονταν σε 81 εκατ. NOK περίπου (10 εκατ. ευρώ περίπου). Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στα σημεία 1.1 και 1.2, διαφορετικά τα τέλη αυτά θα έπρεπε να καταβληθούν από τον προϋπολογισμό της. Ως εκ τούτου, στην απόφασή της να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας, η Αρχή συνήγαγε το προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η Entra έτυχε πλεονεκτήματος κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

Οι νορβηγικές αρχές, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται για δύο λόγους: πρώτον, η απαλλαγή δεν παρέσχε στην Entra καλύτερη ανταγωνιστική θέση από εκείνη ιδιώτη επενδυτή. Δεύτερον, η καταβολή των τελών δεν θα επηρέαζε σε τίποτα τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη σταθερότητα και τη συνολική αξία της επιχείρησης. Στη συνέχεια, η Αρχή εξετάζει διαδοχικά αυτά τα επιχειρήματα.

1.3.1.   Σύγκριση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις

Όπως αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 1.3.1, στην πρόταση προς το κοινοβούλιο, η νορβηγική κυβέρνηση ανέφερε ότι ένας ιδιώτης ιδιοκτήτης θα μπορούσε να επιλέξει να μην μεταβιβάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας, αλλά, όταν ιδρύεται, για παράδειγμα, νέα εταιρεία να διατηρήσει τον τίτλο σε μια εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου. Το κράτος, κατά τις νορβηγικές αρχές, πρέπει να μεταβιβάσει τα ακίνητα σε νέα νομική οντότητα. Συνεπώς, κατά τις νορβηγικές αρχές, το γεγονός ότι η Entra απαλλάσσεται από τα τέλη μεταβίβασης, δεν νοθεύει τον ανταγωνισμό.

Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ένα πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ (που αντιστοιχεί στο άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ) δεν υφίσταται απαραίτητα σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ένα μέτρο θεσπίζεται για να απαλλάξει μια δημόσια επιχείρηση από διαρθρωτικό μειονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές της του ιδιωτικού τομέα (52). Σκοπός του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ είναι απλώς η απαγόρευση της παροχής πλεονεκτημάτων σε ορισμένες επιχειρήσεις, η δε έννοια της βοήθειας καλύπτει μόνο τα πλεονεκτήματα ή την ελάφρυνση από επιβαρύνσεις που βαρύνουν συνήθως τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης και τα οποία πρέπει να θεωρούνται οικονομικό πλεονέκτημα, του οποίου δεν θα είχε τύχει η δικαιούχος επιχείρηση υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Ωστόσο, η Αρχή δεν συμφωνεί με τις νορβηγικές αρχές ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η Νορβηγία μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι μια σύγκριση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις δείχνει ότι η απαλλαγή από τα εν λόγω τέλη δεν παρέσχε πλεονέκτημα στην Entra.

Οι μέθοδοι που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας ιδιώτης ιδιοκτήτης για να αποφύγει την καταβολή των τελών μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν από επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί στο πλαίσιο ιδιωτικοποιήσεων. Το διαρθρωτικό μειονέκτημα το οποίο οι νορβηγικές αρχές ισχυρίζονται ότι αντιμετώπισαν δεν ήταν νομικής φύσεως. Ο νορβηγικός νόμος δεν θα είχε εμποδίσει τη σύσταση και τη μεταβίβαση των ακινήτων στην Entra χωρίς την καταχώρησή τους στο κτηματολόγιο. Επίσης, η Entra και οι νορβηγικές αρχές θα μπορούσαν να είχαν λάβει τις ίδιες προφυλάξεις με μια ιδιωτική επιχείρηση. Οι μέθοδοι αυτές δεν εφαρμόστηκαν στην περίπτωση της Statsbygg και της Entra για τον απλό λόγο ότι οι νορβηγικές αρχές θεώρησαν ότι τα πολιτικά, διαχειριστικά και πρακτικά προβλήματα που συνδέονται με αυτές τις μεθόδους ήταν τόσο αρνητικά ώστε η Entra έπρεπε να καταστεί ο νέος ιδιοκτήτης.

Κατά την άποψη της Αρχής, οι παρατηρήσεις αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η Entra δεν έτυχε πλεονεκτήματος με την απαλλαγή από τα τέλη. Αυτό συνάγεται ήδη από το γεγονός ότι όλες οι μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποφυγή καταβολής των τελών βασίζονται στη μη καταχώρηση της μεταβίβασης της κυριότητας (διατήρηση του τίτλου κυριότητας). Εάν ο τίτλος («grunnbokshjemmel») δεν μεταβιβαστεί, δεν πρέπει να καταβληθούν τέλη. Η προστασία, ωστόσο, που παρέχει η καταχώρηση δεν υφίσταται για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις που δεν μεταβιβάζουν τον τίτλο, ενώ η Entra έτυχε αυτής της προστασίας. Οι μέθοδοι αυτοί δεν ισοδυναμούν, επομένως, με τη διαδικασία που εφαρμόστηκε στην παρούσα περίπτωση, όταν η Entra κατέστη νέος ιδιοκτήτης.

Εκτός αυτού, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, η Αρχή δεν θεωρεί ότι το προβαλλόμενο ως διαρθρωτικό πρόβλημα για το νορβηγικό κράτος διαφέρει ουσιαστικά από αυτό που αντιμετωπίζουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Θα μπορούσε βέβαια η μη μεταβίβαση του τίτλου στην πράξη να προκαλεί, από ορισμένες απόψεις, μεγαλύτερα προβλήματα σε μια δημόσια οντότητα απ' ό,τι σε μια ιδιωτική εταιρεία. Ωστόσο, κατά την άποψη της Αρχής, τα θέματα που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ των μερών, του προηγούμενου και του παρόντος κατόχου των ακινήτων, πρέπει να εξετάζονται χωριστά από την καταχώρηση στο κτηματολόγιο. Αυτή η καταχώρηση κανονικά δεν επηρεάζει τη σχέση μεταξύ των δύο νομικών προσώπων, αλλά έχει σημασία μόνον έναντι τρίτων. Επομένως, η καταχώρηση μπορεί να είναι σημαντική για να αποφύγει ο αγοραστής την περίπτωση ένας τρίτος, ο οποίος, καλή τη πίστη, αγοράζει αργότερα τα ακίνητα από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, να έχει περισσότερα δικαιώματα επί των ακινήτων. Επίσης έχει σημαντική επίπτωση όσον αφορά την προστασία έναντι των πιστωτών του προηγούμενου ιδιοκτήτη, απλώς επειδή μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα του αγοραστή να λάβει ενυπόθηκα και άλλα δάνεια. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα μειονεκτήματα που παρουσιάζει η μη καταχώρηση στο κτηματολόγιο είναι ουσιαστικά τα ίδια για τις ιδιωτικές και τις δημόσιες επιχειρήσεις. Πράγματι, σε ορισμένες πτυχές, οι μέθοδοι που περιγράφονται μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις απ’ ό,τι για τις δημόσιες, δεδομένου ότι η καταχώρηση της δήλωσης σχετικά με τον περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας δεν αποκλείει τον κίνδυνο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ή απώλειας των δικαιωμάτων του νέου ιδιοκτήτη του ακινήτου του οφειλέτη.

Τέλος, η Αρχή τονίζει ότι οι νορβηγικές αρχές δεν απέδειξαν ότι ένας ιδιώτης θα επέλεγε οπωσδήποτε να μην μεταβιβάσει τον τίτλο. Η Νορβηγία απλώς υποστήριξε ότι ήταν πιθανότερο, σε παρόμοιες περιστάσεις, μια ιδιωτική επιχείρηση να είχε αποφασίσει να μην μεταβιβάσει τον τίτλο στο κτηματολόγιο.

1.3.2.   Τα επιχειρήματα σχετικά με τον ισολογισμό έναρξης

Όπως αναφέρθηκε ήδη, οι νορβηγικές αρχές ισχυρίστηκαν (53) ότι η απαλλαγή από τα τέλη δεν πρέπει να εξετάζεται χωριστά από τον ισολογισμό έναρξης της εταιρείας. Υποστηρίζουν δε ότι το εν λόγω μέτρο δεν άλλαξε τη διάρθρωση του κεφαλαίου, την ευρωστία και τη συνολική αξία της επιχείρησης. Θεωρητικά αν τα τέλη είχαν σωρευτεί στον ισολογισμό έναρξης, θα είχε υπάρξει ένας εναλλακτικός ισολογισμός έναρξης στον οποίο η αξία των ακινήτων θα είχε μειωθεί κατά ποσό ίσο με αυτό των τελών.

Όπως αποδείχθηκε ανωτέρω στο σημείο 1.2, σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες του νορβηγικού φορολογικού συστήματος, η Entra υποχρεούτο να καταβάλει τα τέλη. Συνεπώς, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο καταρτίσθηκε ο ισολογισμός έναρξης, τη φορολογική βάση για τα τέλη αποτελεί η συναλλακτική αξία μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή. Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις του αγοραστή (Entra) ή του πωλητή (το κράτος) σχετικά με τη τιμή που συμφωνήθηκε, οι φορολογικές αρχές, για να υπολογίσουν τα καταβλητέα τέλη, θα βασιστούν αποκλειστικά σ’αυτή την τιμή.

Κατ’ αρχήν, η Αρχή διαφωνεί με το επιχείρημα των νορβηγικών αρχών ότι η ύπαρξη αυτής της φορολογικής ελάφρυνσης δεν αποτελούσε πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ, εφόσον η απαλλαγή από τα τέλη επηρέασε την κατάρτιση του ισολογισμού έναρξης της Entra κατά τρόπο που, σύμφωνα με τον ισχυρισμό, εξουδετέρωνε το πλεονέκτημα που απορρέει από τη φορολογική απαλλαγή. Σύμφωνα με τη νορβηγική νομοθεσία, η Entra θα υποχρεούτο, αν δεν υπήρχε η παράγραφος 3 στον προσβαλλόμενο νόμο, να καταβάλει στις φορολογικές αρχές τα τέλη επί της συμφωνηθείσας τιμής συναλλαγής για την καταχώρηση που πραγματοποιήθηκε, ανεξάρτητα από το αν η τιμή συναλλαγής μπορεί να ήταν διαφορετική. Τα τέλη δεν καταβλήθηκαν ποτέ και αυτή η μη καταβολή των τελών είναι που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση. Η παρουσίαση του ισολογισμού έναρξης της Entra, που επηρεάστηκε από άλλες περιστάσεις, και ιδίως από το γεγονός ότι ο πωλητής θα είχε δεχθεί χαμηλότερη αξία για τα κτίρια, αν η Entra είχε καταβάλει τα τέλη, αποτελεί στοιχείο που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για να καθοριστεί εάν η εταιρία αποκόμισε κάποιο πλεονέκτημα ή όχι.

Το επιχείρημα των νορβηγικών αρχών ότι η φορολογική απαλλαγή θα πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με τιμή των ακινήτων κατά τα άλλα διαφορετική, βασίζεται στο συλλογισμό ότι η βοήθεια που προκύπτει από τη φορολογική απαλλαγή είχε ως αποτέλεσμα για την Entra σαφή ζημία λόγω του καθορισμού υψηλότερης τιμής των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν. Ωστόσο, ο συνυπολογισμός όλων των λίγο πολύ άμεσων πιθανών οικονομικών επιπτώσεων που απορρέουν από ένα μέτρο ενίσχυσης για το δικαιούχο της θα ήταν, κατά τη γνώμη της Αρχής, αντίθετος με την προσέγγιση που εφαρμόζεται γενικά στις υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων. Με το ίδιο σκεπτικό, κανονικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι οικονομικές συνέπειες του μέτρου ενίσχυσης στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ του δικαιούχου της ενίσχυσης και άλλου νομικού προσώπου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εκτιμάται κατά πόσον και σε ποιο βαθμό το μέτρο ενίσχυσης χαρακτηρίζεται ως πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ. Ως προς αυτό, η Αρχή τονίζει ότι το νορβηγικό κράτος ως εισπράκτορας φόρων και ως πωλητής ακινήτων πρέπει να θεωρείται δύο ξεχωριστές οντότητες για τους σκοπούς του καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων.

Η Αρχή δεν συμφωνεί επομένως με τη νορβηγική κυβέρνηση ότι η Entra δεν αποκόμισε πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ με την απαλλαγή από τα τέλη, καθώς και με τη συνέχιση της προστασίας που παρέχει η καταχώρηση στο κτηματολόγιο.

Στην επιστολή της 4ης Ιουνίου 2003, το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας αναφέρει ότι: «Θεωρητικά, αν τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης περιλαμβάνονταν στον ισολογισμό έναρξης, ο προσαρμοσμένος και εναλλακτικός ισολογισμός έναρξης θα ήταν όπως περιγράφεται στο παράρτημα 2». Στο παράρτημα 2 περιγράφεται ένας εναλλακτικός ισολογισμός έναρξης, όπου το σύνολο του ενεργητικού και το σύνολο του παθητικού είναι ίδια, αλλά όπου η αξία των ακινήτων μειώνεται, συγκεκριμένα κατά το ποσό των τελών. Το υπουργείο καταλήγει ότι η Entra δεν αποκόμισε κανένα οικονομικό πλεονέκτημα λόγω της απαλλαγής από τα τέλη.

Ο υποθετικός ισολογισμός έναρξης που περιγράφουν οι νορβηγικές αρχές βασίζεται στην υπόθεση ότι ο αγοραστής (Entra) δεν θα μείωνε τον απαιτούμενο συντελεστή απόδοσής της (9,5 %) και το ποσοστό ιδίων κεφαλαίων της (40 %) αν έπρεπε να καταβάλει τα τέλη. Αυτό σημαίνει ότι ο υποθετικός ισολογισμός έναρξης βασίζεται στην υπόθεση ότι ο πωλητής θα καταβάλει πάντα το 100 % των τελών και ότι η αξία των κτιρίων που αναφέρονται σε άλλο ισολογισμό έναρξης θα μειωθεί κατά το ίδιο ακριβώς ποσό με το ποσό των τελών.

Η Αρχή δεν έχει κανένα λόγο να αμφισβητεί τη νομιμότητα της μεθόδου της καθαρής παρούσας αξίας που χρησιμοποιήθηκε όταν καταρτίσθηκε ο ισολογισμός έναρξης της Entra. Ωστόσο, όπως δείχνουν οι προσπάθειες της νορβηγικής κυβέρνησης να καθορίσει την ακριβή αξία των ακινήτων (βλ. ανωτέρω σημείο 1.2.2 και τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων αξιών), θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί άλλες μέθοδοι. Επίσης θα μπορούσαν να έχουν γίνει άλλες υποθέσεις, και οι άλλες αυτές μέθοδοι και υποθέσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν καταλήξει σε μια κατάσταση στην οποία τη φορολογική επιβάρυνση δεν θα είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο πωλητής. Σε κανονική κατάσταση της αγοράς με πολλούς πλειοδότες, είναι πιθανότερο ότι η πρόσθετη επιβάρυνση από τα τέλη που αντιστοιχούν στη συμφωνηθείσα τιμή της συναλλαγής θα είχε μοιραστεί μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή.

Κατά την Αρχή δεν είναι δυνατόν να οριστεί ένας γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η τιμή αγοράς ενός κτιρίου θα αυξάνεται διαρκώς κατά ποσό αντίστοιχο ακριβώς με τους έμμεσους φόρους που ο αγοραστής πρέπει κανονικά να καταβάλει για την καταγραφή αυτού του κτιρίου, σε περιπτώσεις όπου αυτοί οι φόροι είτε έχουν ήδη καταβληθεί είτε δεν οφείλονται λόγω απαλλαγής από το νόμο. Πράγματι, στην επιστολή του της 30ής Ιουνίου 2005, το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας παραδέχεται ότι δεν μπορεί κανείς να καταλήγει σε τόσο απόλυτο συμπέρασμα και ότι το επιχείρημα της κυβέρνησης σχετικά με το τελικό αποτέλεσμα της μη καταβολής των τελών βασίζεται απλά στην εφαρμογή της ειδικής μεθόδου εκτίμησης της αξίας που η κυβέρνηση επέλεξε να εφαρμόσει στην Entra.

Στην παρούσα υπόθεση, η Νορβηγία επέλεξε να μην εισπράξει τα τέλη από την Entra και διευκρίνισε ότι η μεταγενέστερη εκτίμηση της αξίας του ακινήτου βασίστηκε σ’ αυτό το συλλογισμό. Συνεπώς, η Νορβηγία βασικά ισχυρίζεται ότι εάν, υποθετικά, είχε αποφασίσει ότι η Entra έπρεπε να καταβάλει τα συνήθη τέλη, θα είχε και πάλι επιλέξει τη μέθοδο της καθαρής παρούσας αξίας και θα είχε βασιστεί στις ίδιες υποθέσεις για τον υπολογισμό της τιμής πώλησης. Η αποδοχή ενός τέτοιου επιχειρήματος θα σήμαινε ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ εξαρτάται από την ικανότητα ενός κράτους του ΕΟΧ να πείσει την Αρχή και το Δικαστήριο της ΕΖΕΣ ότι θα είχε λάβει υποθετικά μέτρα σε υποθετικές καταστάσεις.

Τέλος, η Αρχή τονίζει ότι στις ελάχιστες υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο -σε διαφορετικές καταστάσεις- δέχθηκε το επιχείρημα της αντιστάθμισης, έθεσε πάντα ως προϋπόθεση ότι ο αντισταθμιστικός μηχανισμός είχε αποφασισθεί προηγουμένως (και όχι αναδρομικά) κατά τρόπο σαφή, αντικειμενικό και διαφανή (54). Ωστόσο, οι προπαρασκευαστικές εργασίες για τη συναφή νομοθεσία δεν διευκρινίζουν πουθενά ότι προϋπόθεση για την παροχή του πλεονεκτήματος της απαλλαγής από τα τέλη ήταν να απορρέει το πλεονέκτημα αυτό από εκτίμηση της αξίας του εν λόγω ακινήτου υψηλότερη από την τιμή που θα είχε καταβάλει ένας ιδιώτης για το ίδιο ακίνητο στην ελεύθερη αγορά. Αντίθετα, το επιχείρημα των νορβηγικών αρχών ότι η Entra δεν αποκόμισε πλεονέκτημα, σε σύγκριση με την περίπτωση που θα είχε καταβάλει τα τέλη, είναι σαφές ότι έρχεται σε αντίθεση με τον ρητό στόχο της απαλλαγής της Entra από τα τέλη. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στο σημείο I.3.1, η κυβέρνηση εξήγησε στην πρότασή της στο νορβηγικό κοινοβούλιο, ότι σκοπός αυτής της παρέκκλισης ήταν να μπορέσει η Entra να μην επιβαρυνθεί οικονομικά με τα τέλη, δεδομένου ότι οι ιδιώτες ανταγωνιστές της μπορούσαν, σε μεγάλο βαθμό, να αποφύγουν αυτή την επιβάρυνση με άλλα μέσα. Με άλλα λόγια, η πρόταση αυτή προς το κοινοβούλιο στηρίζεται στην υπόθεση ότι η καταβολή των τελών θα έθετε πράγματι την Entra σε λιγότερο ευνοϊκή οικονομική θέση απ’ ό,τι εάν δεν έπρεπε να καταβάλει τα εν λόγω τέλη. Επίσης, πρόθεση του κοινοβουλίου ήταν να μη βρεθεί η Entra σ’ αυτή τη δυσμενή θέση.

1.3.3.   Συμπέρασμα σχετικά με το πλεονέκτημα

Συμπερασματικά, η Αρχή είναι της γνώμης ότι η παράγραφος 3 του προσβαλλόμενου νόμου δεν απέφερε στην Entra πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

1.4.   Το μέτρο πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών

Στην απόφαση έναρξης της διαδικασίας, η Αρχή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι το μέτρο απειλούσε πράγματι να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και επηρέαζε τις συναλλαγές στα πλαίσια του ΕΟΧ κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ. Οι νορβηγικές αρχές, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι το εν λόγω μέτρο δεν θα επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και ότι η Αρχή πρέπει να αξιολογήσει την εν λόγω αγορά. Επιπλέον, οι νορβηγικές αρχές ισχυρίζονται ότι στη νορβηγική αγορά ακινήτων δεν ασκούσαν δραστηριότητες μη Νορβηγοί επενδυτές  (55).

Το ΔΕΚ έκρινε (56) ότι νοθεύεται ο ανταγωνισμός εφόσον η χρηματοδοτική ενίσχυση που χορήγησε το κράτος ενισχύει τη θέση μιας επιχείρησης σε σχέση με άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Η παροχή βοήθειας περιορίζει τις δαπάνες και επομένως παρέχει στους δικαιούχους ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των επιχειρήσεων που πρέπει να αναλάβουν το σύνολο του κόστους των δαπανών τους. Σ' αυτή τη βάση, η Αρχή θεωρεί ότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε στην Entra υπό τη μορφή απαλλαγής από τα τέλη νόθευσε τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ. Πράγματι, οι νορβηγικές αρχές δεν ισχυρίστηκαν ότι δεν νοθεύεται ο ανταγωνισμός (αλλά μόνο ότι δεν επηρεάζονται οι συναλλαγές).

Όσον αφορά το θέμα των επιπτώσεων στις συναλλαγές, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η εν λόγω ενίσχυση μπορεί να ενισχύσει τη θέση μιας επιχείρησης σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές της στο πλαίσιο του ΕΟΧ (57). Κατά την άποψη του δικαστηρίου της ΕΖΕΣ, η Αρχή δεν οφείλει να καθορίσει αν η ενίσχυση έχει σημαντική επίπτωση στις συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, αλλά μόνο να εξετάσει κατά πόσον μπορεί να έχει τέτοια επίπτωση (58). Ως εκ τούτου, το κριτήριο της επίδρασης στις συναλλαγές ερμηνεύεται πάντα χωρίς περιορισμούς ως προς το ότι, γενικά, ένα μέτρο θεωρείται ότι συνιστά κρατική ενίσχυση, εάν μπορεί να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών του ΕΟΧ (59).

Σύμφωνα με το κεφάλαιο 17B.3(2) των κατευθυντήριων γραμμών της Αρχής σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, «κατά την πάγια νομολογία, για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, πληρούται ο όρος επιρροής του εμπορίου, εφόσον η δικαιούχος επιχείρηση ασκεί οικονομική δραστηριότητα που συνεπάγεται συναλλαγή μεταξύ των συμβαλλομένων μερών». Ωστόσο η ενίσχυση μπορεί να επηρεάζει τις συναλλαγές στο πλαίσιο του ΕΟΧ έστω και αν η ωφελούμενη επιχείρηση δεν μετέχει η ίδια στις διασυνοριακές δραστηριότητες (60). Αυτό οφείλεται στο ότι η παροχή κρατικής ενίσχυσης σε μια επιχείρηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση ή αύξηση της εσωτερικής προσφοράς, οπότε περιορίζονται οι ευκαιρίες των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη του ΕΟΧ να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στην αγορά του εν λόγω κράτους (61).

Σύμφωνα με τους ετήσιους λογαριασμούς για το 2001 της Entra, η Entra ασχολείται με την «ανάπτυξη, τη μίσθωση, τη διαχείριση και την εκμετάλλευση, την πώληση και την αγορά ακινήτων στη Νορβηγία».

Η Entra είναι μέλος της «Ένωσης Εμπορικών Ακινήτων» («Foreningen Næringseiendom») (62), της οποίας τα μέλη ασκούν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τον ίδιο τύπο δραστηριοτήτων με αυτή. Η Ένωση Εμπορικών Ακινήτων αριθμεί 74 μέλη (Οκτώβριος 2005). Μεταξύ των μελών περιλαμβάνονται εταιρείες όπως οι ABB AS–Eiendom, Aberdeen Property Investors, Avantor AS, ICA Eiendom Norge AS, KLP Eiendom AS, Linstow ASA, Mustad Eiendom AS, NCC Property Development AS, Reitan Eiendom AS, Skanska Eiendomsutvikling AS, Smedvig Eiendom AS, Steen & Strøm ASA, Storebrand Eiendom AS, Umoe Sterkorder AS, Veidekke Eiendom AS, Vesta Forsikring AS-Eiendom και Vital Eiendomsforvaltning AS (63).

Η μεγαλύτερη νορβηγική οικοδομική εταιρεία (ή όμιλος επιχειρήσεων) είναι η Olav Thon Gruppen, η οποία λειτουργούσε επίσης το 2000 όταν ιδρύθηκε η Entra. Σήμερα στην Olav Thon Gruppen ανήκουν 320 ακίνητα στη Νορβηγία και 18 στο εξωτερικό (κυρίως στις Βρυξέλλες). Το πρώτο ακίνητο στις Βρυξέλλες αγοράστηκε το 1988 (Thon Belgium SA). Ο όμιλος απασχολεί περίπου 3 400 άτομα. Εκτός από τη μίσθωση ακινήτων, ο όμιλος ασχολείται επίσης με ξενοδοχεία, εστιατόρια και εμπορικά κέντρα (64).

Μια από τις ανωτέρω εταιρίες, η Linstow AS, κατέχει και προωθεί ακίνητα στη Νορβηγία και στα κράτη της Βαλτικής, στην Πορτογαλία και στη Σουηδία. Η Linstow AS ανήκει εξ ολοκλήρου στον όμιλο Anders Wilhelmsen, ο οποίος αγόρασε και διέγραψε την εταιρεία από το χρηματιστήριο του Όσλο το 1999. Ο όμιλος Anders Wilhelmsen είναι ένας από τους ιδιοκτήτες της ναυτιλιακής εταιρείας Royal Caribbean Cruise Line (RCCL). Η Linstow AS i.a. διαχειρίζεται, μεταξύ άλλων, το νορβηγικό χαρτοφυλάκιο (χαρτοφυλάκιο Nordea) ακινήτων που ανήκουν στην Curzon Global Partners. Το χαρτοφυλάκιο αυτό περιλαμβάνει 31 ακίνητα (Νοέμβριος του 2005) που βρίσκονται σε όλη τη Νορβηγία. Η Curzon Global Partners είναι εταιρεία διαχείρισης χαρτοφυλακίου που βρίσκεται στο Λονδίνο και ανήκει στην IXIS AEW Europe (IAE). Η IAE είναι μια ευρωπαϊκή εταιρεία διαχείρισης επενδύσεων σε ακίνητα που ανήκει στην Groupe Caisse d'Epargne and Caisse des Dépôts in France. Η IAE είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση στοιχείων του ενεργητικού που ανέρχονται σε 11 δισ. ευρώ περίπου (65).

Μια από τις άλλες εταιρείες, η ICA Eiendom Norge AS, είναι θυγατρική εταιρεία της σουηδικής ICA Fastigheter AB, η οποία είναι θυγατρική εταιρεία που ανήκει εξ ολοκλήρου στην ICA ΑΒ. Η ICA Fastigheter AB κατασκευάζει, διαχειρίζεται και πωλεί ακίνητα στη Σκανδιναβία και τις Βαλτικές χώρες. Το χαρτοφυλάκιό της έχει λογιστική αξία 5,7 δισ. SEK και αποτελείται κυρίως από καταστήματα και αποθήκες. Εκτός από αυτά, η εταιρεία ICA διαθέτει επίσης ακίνητα σε εξωτερικούς πελάτες. Ο όμιλος ICA (ICA AB) αποτελεί μια από τις βασικές επιχειρήσεις λιανικής πώλησης της Σκανδιναβίας, με πάνω από 2 600 δικά της και συνδεδεμένα καταστήματα στη Σκανδιναβία και τις χώρες της Βαλτικής (66).

Όταν ιδρύθηκε η Entra (το 2000), ιδρύθηκε και η Aberdeen Property Investors Norway AS ως θυγατρική της Aberdeen Property Investors. Η Aberdeen Property Investors ανήκει στην Aberdeen Asset Management PLC, ανεξάρτητο όμιλο διαχείρισης κεφαλαίων, που έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Σήμερα, η Aberdeen Property Investors διαχειρίζεται επενδύσεις σε ακίνητα στη Βόρεια Ευρώπη που ανέρχονται σε 7,8 δις ευρώ, εκ των οποίων 9 δις NOK (1,1 δις ευρώ περίπου) στη Νορβηγία. Το 2001, η Aberdeen Property Investors Norway AS αγόρασε τη Norske Liv Eiendom, μια άλλη εταιρεία ακινήτων της νορβηγικής αγοράς, και η εταιρεία διαχειρίζεται σήμερα τα χαρτοφυλάκια ακινήτων των NSB, Nordea Liv και API Eiendomsfond. Η Aberdeen Property Investors απασχολεί 200 άτομα στη Νορβηγία (67).

Είναι λοιπόν σαφές ότι πολλές από τις προαναφερθείσες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά με την Entra (ανάπτυξη, μίσθωση, διαχείριση, εκμετάλλευση, πώληση και αγορά ακινήτων στη Νορβηγία), και που δραστηριοποιούνταν και το 2000 όταν ιδρύθηκε η Entra, ανήκαν σε μη Νορβηγούς, ασκούσαν τις δραστηριότητές τους τόσο στη Νορβηγία όσο και εκτός Νορβηγίας και πολλές διαχειρίζονταν χαρτοφυλάκια ακινήτων που ανήκαν σε αλλοδαπούς πελάτες.

Από την περιγραφή στο σημείο Ι ανωτέρω προκύπτει ότι τα στοιχεία ενεργητικού και οι δραστηριότητες που μεταβιβάστηκαν στην Entra ήταν εκτεθειμένα στον ανταγωνισμό. Συνεπώς, η Entra ανταγωνίζεται με άλλους προμηθευτές ακινήτων, ως ιδιοκτήτης, αγοραστής, πωλητής, διαχειριστής και διευθυντής ακινήτων. Η Entra είναι παρούσα σε όλη τη Νορβηγία σε μια αγορά όπου δραστηριοποιούνται οικονομικοί φορείς από άλλα κράτη του ΕΟΧ. Κατά συνέπεια, η τέταρτη προϋπόθεση πληρούται επίσης, εφόσον το μέτρο επηρεάζει ή απειλεί να επηρεάσει τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

2.   Συμβατότητα της ενίσχυσης

Βάσει των ανωτέρω παρατηρήσεων, οι εν λόγω φορολογικές απαλλαγές συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΧ.

Οι νορβηγικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι το εν λόγω μέτρο δεν περιλαμβάνει ενίσχυση και δεν προέβαλαν κανένα επιχείρημα όσον αφορά τη συμβατότητα. Ωστόσο, μετά την αξιολόγηση της πιθανής ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο μια τέτοια βοήθεια θα ήταν συμβατή με τη συμφωνία ΕΟΧ δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφοι 2 και 3 της συμφωνίας.

Η εφαρμογή των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 61 παράγραφος 2 δεν ενδείκνυται. Η ίδρυση της Entra δεν συνεπάγεται ενίσχυση κοινωνικού χαρακτήρα που χορηγείται σε μεμονωμένους καταναλωτές ή ενίσχυση για την αποκατάσταση ζημιών που προκλήθηκαν από θεομηνίες ή έκτακτα γεγονότα.

Δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο α) η ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με τη συμφωνία ΕΟΧ όταν αποσκοπεί στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιωτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση. Δεδομένου ότι το εν λόγω μέτρο δεν περιορίζεται σε τέτοιες περιοχές, η διάταξη αυτή δεν ισχύει. Επίσης δεν μπορεί να ισχύσει η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 61 παράγραφος 3 στοιχείο β). Τέλος, όσον αφορά την απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ), η Αρχή κρίνει ότι η ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προωθεί την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Συνεπώς, η ενίσχυση δεν πληροί τις προϋποθέσεις των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 61 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΧ.

3.   Διαδικαστικές απαιτήσεις και χαρακτήρας της ενίσχυσης

3.1.   Η υποχρέωση κοινοποίησης

Το άρθρο 1 παράγραφος 3 του Μέρους Ι του Πρωτοκόλλου 3 της Συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου ορίζει: «Η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της». Οι ενισχύσεις που χορηγούνται χωρίς κοινοποίηση ή που κοινοποιούνται καθυστερημένα, δηλαδή αφού «έχουν τεθεί σε ισχύ», θεωρούνται παράνομες.

Η απαλλαγή από τα τέλη που εγκρίθηκε για τη σύσταση της Entra τέθηκε σε ισχύ χωρίς να κοινοποιηθεί στην Αρχή.

3.2.   Ανάκτηση

Η Αρχή εφιστά την προσοχή της νορβηγικής κυβέρνησης στο άρθρο 1 του Μέρους ΙΙ του Πρωτοκόλλου 3 της Συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου. Η απαλλαγή από τα τέλη χορηγήθηκε μετά από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας ΕΟΧ. Οποιαδήποτε ενίσχυση σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει, επομένως, να χαρακτηρισθεί ως νέα ενίσχυση. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν γνωστοποιήθηκε καμία ενίσχυση. Σ’ αυτή την περίπτωση, η ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί παράνομη, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 στοιχείο στ) του Μέρους 2 του Πρωτοκόλλου 3 της Συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του μέρους ΙΙ του Πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου, σε περίπτωση παράνομης ενίσχυσης, η οποία θεωρείται μη συμβατή, η Αρχή διατάσσει, κατά κανόνα, το ενδιαφερόμενο κράτος της ΕΖΕΣ να ανακτήσει την ενίσχυση από το δικαιούχο.

Κατά τη γνώμη της Αρχής, καμία γενική αρχή δεν αποκλείει την επιστροφή της ενίσχυσης στην παρούσα υπόθεση. Κατά πάγια νομολογία, η κατάργηση παράνομης ενίσχυσης με επιστροφή της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπίστωσης ότι είναι παράνομη. Κατά συνέπεια, η επιστροφή κρατικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε παράνομα, με σκοπό την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, δεν μπορεί κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ως μέτρο δυσανάλογο προς τους στόχους της συμφωνίας ΕΟΧ στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Με την ανάκτηση της ενίσχυσης, ο αποδέκτης χάνει το πλεονέκτημα που διέθετε στην αγορά έναντι των ανταγωνιστών του και αποκαθίσταται η κατάσταση που επικρατούσε πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης (68). Επίσης, από αυτό το σκοπό της επιστροφής της ενίσχυσης προκύπτει ότι, κατά κανόνα, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, η Αρχή δεν υπερβαίνει τη διακριτική της ευχέρεια, την οποία έχει αναγνωρίσει η νομολογία του Δικαστηρίου, όταν ζητεί από το ενδιαφερόμενο κράτος της ΕΖΕΣ να αποδώσει τα ποσά που χορηγήθηκαν υπό μορφή παράνομων ενισχύσεων, διότι απλώς αποκαθιστά την προηγούμενη κατάσταση (69). Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του επιτακτικού χαρακτήρα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που πραγματοποιεί η Αρχή δυνάμει του Πρωτοκόλλου 3 της Συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου, οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγήθηκε ενίσχυση μπορούν να έχουν, κατ’ αρχήν, θεμιτή προσδοκία ως προς τη νομιμότητα της ενίσχυσης, μόνο εάν η ενίσχυση χορηγήθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις του εν λόγω Πρωτοκόλλου (70).

4.   Συμπέρασμα

Βάσει των ανωτέρω παρατηρήσεων, η Αρχή θεωρεί ότι η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της σύστασης της Entra συνιστά κρατική ενίσχυση που δεν συμβιβάζεται με τη λειτουργία της συμφωνίας ΕΟΧ. Κατά συνέπεια, η Αρχή περατώνει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του Μέρους Ι του Πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου με αρνητική απόφαση και διατάσσει τις νορβηγικές αρχές να ανακτήσουν από την Entra την κρατική ενίσχυση προσαυξημένη με τους δεδουλευμένους τόκους,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

1.

Η απαλλαγή από τα τέλη μεταβίβασης και καταχώρησης που προβλεπόταν στο πλαίσιο της σύστασης της Entra Eiendom AS (σύμφωνα με την παράγραφο 3 του νόμου αριθ. 11 της 18ης Φεβρουαρίου 2000) συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ. Η ενίσχυση αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση των διαδικαστικών διατάξεων του άρθρου 1 παράγραφος 3 του Μέρους 1 του Πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου, και δεν εμπίπτει στις ρήτρες απαλλαγής που προβλέπονται στο άρθρο 61 παράγραφοι 2 και 3 της συμφωνίας ΕΟΧ.

2.

Η νορβηγική κυβέρνηση ανακτά από την Entra τα διαφυγόντα τέλη χαρτοσήμου και τα τέλη καταχώρησης προσαυξημένα με τους σχετικούς τόκους που υπολογίζονται με βάση το σχετικό επιτόκιο αναφοράς, από την ημερομηνία κατά την οποία γεννήθηκε η οφειλή των τελών έως την ημερομηνία επιστροφής.

3.

Η νορβηγική κυβέρνηση θα ενημερωθεί με επιστολή και επισυναπτόμενο αντίγραφο της παρούσας απόφασης.

4.

Η νορβηγική κυβέρνηση θα ενημερώσει την Αρχή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, για τα μέτρα που έλαβε ώστε να συμμορφωθεί με την απόφαση.

5.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ενημερωθεί, σύμφωνα με το στοιχείο δ) του Πρωτοκόλλου 27 της συμφωνίας ΕΟΧ, με την αποστολή αντιγράφου της παρούσας απόφασης.

6.

Τα άλλα κράτη της ΕΖΕΣ, τα κράτη μέλη των ΕΚ και τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώνονται με τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης στην αυθεντική γλωσσική απόδοση στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

7.

Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό.

Βρυξέλλες, 14 Δεκεμβρίου 2005

Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ

Einar M. BULL

Πρόεδρος

Kurt JÄGER

Μέλος της Αρχής


(1)  Εφεξής: «συμφωνία ΕΟΧ».

(2)  Εφεξής: «συμφωνία περί Εποπτείας και Δικαστηρίου».

(3)  Διαδικαστικοί και ουσιαστικοί κανόνες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων), που εγκρίθηκαν και εκδόθηκαν από την Εποπτεύουσα Αρχή ΕΖΕΣ στις 19 Ιανουαρίου 1994. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα L 231 της 3.9.1994. Οι κατευθυντήριες γραμμές είναι διαθέσιμες στον ιστοχώρο της Εποπτεύουσας Αρχής: www.eftasurv.int .

(4)  Απόφαση αριθ. 132/04/COL. Η εν λόγω απόφαση σχετικά με την κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 319 της 23.12.2004, σ. 17, και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ αριθ. 64, την ίδια ημερομηνία, στη σ. 46. Η απόφαση είναι επίσης διαθέσιμη στον ιστοχώρο της Εποπτεύουσας Αρχής: http://www.eftasurv.int/fieldsofwork/fieldstateaid/stateaidregistry/sadecinor04/132_04_entra.DOC .

(5)  «Πρόταση νόμου προς την Κάτω Βουλή αριθ. 84 (1998-99) Om ny strategi for Statsbygg og etablering av Statens utleiebygg AS». Η αρχική ονομασία της εταιρείας ήταν «Statens utleiebygg AS». Εφεξής χρησιμοποιείται η ονομασία «Entra» για την Entra Eiendom AS και την Statens utleiebygg AS.

(6)  «Πρόταση νόμου προς την Άνω Βουλή αριθ. 83 (1998-99) Om lov om omdanning av deler av Statsbyggs eiendomsvirksomhet til aksjeselskap». Νόμος της 18ης Φεβρουαρίου 2000, αριθ. 11.

(7)  Πηγή: http://www.statsbygg.no/english/

(8)  Ανεπίσημη μετάφραση από την Αρχή.

(9)  «St.prp. nr. 1 Tillegg nr. 10 (1999-2000). Σχετικά με τη σύσταση της εταιρείας Statens utleiebygg AS».

(10)  «Porteføljevurdering konkurransebyggene Statsbygg» Επιστολή στη Statsbygg της 10.08.99 με την εκτίμηση της CEC.

(11)  «St.prp. nr. 1 Tillegg nr. 10 (1999-2000) Σχετικά με τη σύσταση της εταιρείας Statens utleiebygg AS».

(12)  «Statens utleiebygg AS — Fastsettelse av åpningsbalanse og endelige bevilgninger til egenkapital og lån». Βασιλικό διάταγμα της 22.6.2000.

(13)  Ο όμιλος, εκτός από την Entra eiendom AS, αποτελείται από την Entra Service AS, την Universitetsgaten 2 AS, την Biskop Gunnerus gate 14 AS, την Instituttveien 24 AS, την Entra Kultur 1 AS, την Langkaia 1 AS, την Kr Augustgate 23 AS, την Nonnen utbygging AS και την Krambugt 3 AS. Πηγή: Ετήσια έκθεση 2004. Βλ. http://www.entraeiendom.no/files/Entra_Eiendom_Arsrapport_2004.pdf

(14)  Μέση συναλλαγματική ισοτιμία το 2004: 1 ευρώ = 8,3715 NOK.

(15)  Πηγή: Ετήσια έκθεση Entra 2004.

(16)  Συναλλαγματική ισοτιμία της 30ής Ιουνίου 2000: 1 ευρώ = 8,1815 NOK.

(17)  ΕΕ L 77 της 24.3.2003, σ. 21.

(18)  Πηγή: Statens Kartverk – Tinglysingen, βλέπε: http://www.statkart.no/IPS/tinglysing/?module=Articles;action=ArticleFolder.publicOpenFolder;ID=2207

(19)  Βλ. μεταξύ άλλων Dokumentavgift 2000 – S12-DOK-2001 και Rundskriv nr. 12/2005 S, στα οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω. Βλ. επίσης http://www.toll.no/upload/dokumentavgift1_1.pdf

(20)  Το κείμενο έχει ως εξής στα νορβηγικά: «Det gis ikke fritak for dokumentavgift med mindre det er direkte hjemmel i loven eller stortingsvedtak».

(21)  Βλέπε επίσης νόμο αριθ. 44 και 45 της 13ης Ιουνίου 1997 περί κεφαλαιουχικών εταιρειών και εισηγμένων ανωνύμων εταιρειών, αντίστοιχα.

(22)  Βλέπε εγκύκλιο G-37/90, σελ. 1 σημείο 1.3. στο Dokumentavgift 2000 και στο σημείο 1. 3. στο Rundskriv nr. 12/2005 S.

(23)  Η Αρχή σημειώνει την παρατήρηση της νορβηγικής κυβέρνησης στο σημείο 4.3 της επιστολής της της 4ης Ιουνίου 2003 ότι θα μπορούσε να συζητηθεί «κατά πόσον εξακολουθεί να απαιτείται η καταχώρηση ενός εγγράφου ως έκφραση της μεταβίβασης τίτλου ιδιοκτησίας. Το θέμα εξετάζεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης». Ωστόσο, παραμένει το γεγονός ότι οι διαδοχικές εγκύκλιοι της κυβέρνησης διατήρησαν αυτή τη θέση έως τον Ιούνιο του 2005 και άλλαξαν μόνο την πρακτική καταχώρησης για τις καταχωρήσεις μετά την ημερομηνία αυτή.

(24)  Αυτό ισχύει έστω και αν η εταιρεία που διαχωρίστηκε (Β) αποκτά την επωνυμία της αρχικής εταιρείας (A) εφόσον στην πραγματικότητα ο κάτοχος του ακινήτου παραμένει ο ίδιος, δηλαδή η αρχική εταιρεία. Αυτό θεωρείται απλή αλλαγή επωνυμίας. Βλέπε επίσης τη γνώμη του υπουργείου Δικαιοσύνης της Νορβηγίας που δημοσιεύθηκε στο U87-4.

(25)  Βλ. σημείο 7h) της επιστολής.

(26)  Βλ. πχ. σημείο 3.9 στο Rundskriv αριθ. 12/2005 S.

(27)  «Rundskriv G-6/05: Den tinglysingsmessige fremgangsmåten når fast eiendom blir overført i forbindelse med fusjon, fisjon og omdanning». Η εγκύκλιος ευρίσκεται στην αρχική σελίδα του υπουργείου Δικαιοσύνης: http://odin.dep.no/jd/norsk/dok/regelverk/rundskriv/012081-250018/dok-bn.html

(28)  Για ορισμένες από τις αναδιοργανώσεις δεν προβάλλονται, στις προπαρασκευαστικές εργασίες, λόγοι για τις απαλλαγές. Για άλλες, η διάταξη θεωρείται παρέκκλιση από τους συνήθεις κανόνες που αφορούν τα εν λόγω τέλη. Αναφέρεται, επίσης, ότι η διάταξη αντιστοιχεί σε παρόμοια διάταξη σχετικά με άλλες μετατροπές κρατικών επιχειρήσεων σε ανώνυμες εταιρείες. Τέλος, συχνά αναφέρεται ότι η εν λόγω διάταξη αντιστοιχεί στην προσέγγιση σχετικά με τη μεταβίβαση ακινήτου σε περίπτωση συγχωνεύσεων ανώνυμων εταιρειών και τραπεζών.

(29)  Βλέπε http://www.odin.dep.no/repub/00-01/stprp/80

(30)  Βλέπε http://www.odin.dep.no/repub/00-01/otprp/93

(31)  Βλέπε http://www.odin.dep.no/filarkiv/226433/STP0405001-T06-TS.pdf

(32)  Βλέπε http://www.odin.dep.no/repub/04-05/otprp/20.

(33)  Βλέπε http://odin.dep.no/nhd/norsk/dok/regpubl/stmeld/024001-040006/dok-bn.html

(34)  Βλέπε http://www.odin.dep.no/filarkiv/208116/STP0304053-TS.pdf

(35)  Βλέπε http://odin.dep.no/filarkiv/207892/OTP0304063-TS.pdf

(36)  Το κείμενο έχει ως εξής στα νορβηγικά: «Den foreslåtte omorganiseringen av Statkraft vil medføre at det påløper dokumentavgift til staten, jf Stortingets vedtak om dokumentavgift § 1 første ledd. Utgiften vil være i størrelsesorden 1,5 milliarder kroner. Departementet legger til grunn at Statkraft betaler dokumentavgift i tråd med lovens normalordning. Utgifter til dokumentavgift vil redusere overskuddet til selskapet og dermed også utbyttegrunnlaget».

(37)  Επιστολή του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της 16ης Σεπτεμβρίου 2004.

(38)  Πρβλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις 67/85, 68/85 και 70/85 Van der Kooy κατά Επιτροπής Συλλογή [1988], σ. 219· υπόθεση C-290/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή [1985], σ. 439· υπόθεση C-482/99 Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Συλλογή [2002], σ. I-4397· υπόθεση C-379/98 Preussen Elektra AG κατά Schleswag AG, Συλλογή [2001], σ. I-2099.

(39)  St.prp.αριθ.84 (1998-99) «Om ny strategi for Statsbygg og etablering av Statens utleiebygg AS». Υποβλήθηκε στις 4 Ιουνίου 1999.

(40)  Lov av 15.6.2001«Om omdanning av Jernbaneverkets kommersielle televirksomhet til aksjeselskap».

(41)  Lov av 17.12.2004«Om omdanning av Kystverkets produksjonsvirksomhet til statsaksjeselskap».

(42)  Το κείμενο στα νορβηγικά έχει ως εξής: «Departementet legger til grunn at Statkraft betaler dokumentavgift i tråd med lovens normalordning».

(43)  Βλέπε σημείο I.4 ανωτέρω.

(44)  Βλέπε στο πλαίσιο αυτό: υπόθεση 173/73 Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή [1974], σ. 709 (σκέψη 33) και υπόθεση C-75/97 Βασίλειο του Βελγίου κατά Επιτροπής, Συλλογή [1999], σ. I-3671.

(45)  Πρβλ., μεταξύ άλλων, τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις E-5/04, E-6/04 και E-7/04 Fesil, Pil και το Βασίλειο της Νορβηγίας κατά της Εποπτεύουσας Αρχή της ΕΖΕΣ, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005 (σκέψεις 82-85)· υπόθεση 173/73 Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή [1974], σ. 709 (σκέψη 33), υπόθεση C-143/99 Adria Wien Pipeline, Συλλογή [2001], σ. I-8365 (σκέψη 42)· υπόθεση C-157/01 Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά Επιτροπής, που αναφέρεται ανωτέρω (σκέψη 42), και υπόθεση C-308/01 GIL Insurance Ltd, που αναφέρεται ανωτέρω.

(46)  Πρβλ. π.χ. υπόθεση C-157/01 Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά Επιτροπής, που αναφέρεται ανωτέρω, σκέψη 43.

(47)  Βλέπε ανωτέρω σημείο I.4.

(48)  Υπόθεση C 27/99 που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 77 της 24.3.2003, σ. 21.

(49)  Πρβλ. σκέψη 37 της απόφασης.

(50)  Πρβλ. σκέψεις 76-81 της απόφασης.

(51)  Πρβλ. υπόθεση 173/73 Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή [1974], σ. 709.

(52)  Πρβλ. υπόθεση T-157/01 Danske Busvognmænd κατά Επιτροπής, απόφαση της 16ης Μαρτίου 2004, σκέψη 57.

(53)  Επιστολές της 4ης Ιουνίου 2003, της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 30ής Ιουνίου 2005 του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας.

(54)  Πρβλ. για αντίστοιχη προσέγγιση σε συναφή τομέα κρατικών ενισχύσεων, υπόθεση C-280/00 Altmark Trans GmbH, Συλλογή [2003], σ. I-7747 (σκέψεις 83-95). Βλ. επίσης τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Jacobs σημεία 117-129 της υπόθεσης C-126/01 GEMO, Συλλογή [2003], σ. I-13769.

(55)  Βλ. επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας.

(56)  Υπόθεση 730/79 Philip Morris Holland BV κατά Επιτροπής, Συλλογή [1980], σ. 2671, σκέψη 11.

(57)  Πρβλ. μεταξύ άλλων, υπόθεση C-126/01 Gemo, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003· υπόθεση ase E-6/98 κυβέρνηση της Νορβηγίας κατά της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ [1999] Έκθεση του δικαστηρίου ΕΖΕΣ, σ. 76, σκέψη 59· υπόθεση 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής, Συλλογή [1980], σ. 2671, σκέψη 11.

(58)  Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Ε-5/04, E-6/04 και E-7/04 Fesil, Pil και Βασίλειο της Νορβηγίας κατά της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, σκέψη 94.

(59)  Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-298/97 - T-312/97 κ.ά., Alzetta a.o. κατά Επιτροπής, Συλλογή [2000], σ. 2319, σκέψεις 76-78.

(60)  Υπόθεση T-55/99 CETM κατά Επιτροπής, Συλλογή [2000], σ. ΙΙ-3207, σκέψη 86.

(61)  Υπόθεση C-303/88 Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή [1991], σ. I-1433, σκέψη 27· συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-278/92 έως C-280/92 Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή [1994], σ. I-4103, σκέψη 40.

(62)  Η Ένωση Εμπορικών Ακινήτων αποτελεί τμήμα της Εθνικής Ομοσπονδίας του Κατασκευαστικού Τομέα της Νορβηγίας(«Byggenæringens Landsforening (BNL)»). Η BNL αποτελεί τμήμα της Συνομοσπονδίας Νορβηγικών Επιχειρήσεων (NHO).

(63)  Πηγή: http://www.foreningen-naringseiendom.no/medlemsbedriftene.

(64)  Πηγή: http://www.olavthon.no/

(65)  Πηγή: http://www.ne.no/linstow

(66)  Πηγή: http://www.ica.no/FrontServlet?s=eiendom&state=eiendom_dynamic&viewid=919&expand=1

(67)  Πηγή: http://www.aberdeenpropertyinvestors.no

(68)  Πρβλ. υπόθεση C-350/93 Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή [1995], σ. Ι-699, σκέψη 22.

(69)  Πρβλ. υπόθεση C-75/97 Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή [1999], σ. I-3671, σκέψη 66, και υπόθεση C-310/99 Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή [2002], σ.I-2289, σκέψη 99.

(70)  Πρβλ. υπόθεση C-169/95 Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή [1997], σ. I-135, σκέψη 51.


16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/65


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΫΟΥΣΑΣ ΑΡΧΉΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ

αριθ. 119/07/COL

της 16ης Απριλίου 2007

για την παρακολούθηση των βασικών επιπέδων διοξινών, παρόμοιων με τις διοξίνες PCB και μη παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα

Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (εφεξής «συμφωνία ΕΟΧ»), και ιδίως το άρθρο 109 και το πρωτόκολλο 1,

τη συμφωνία μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ σχετικά με τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β) και το πρωτόκολλο 1,

την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 54μ του κεφαλαίου XII του παραρτήματος II της συμφωνίας ΕΟΧ,

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 466/2001 της Επιτροπής της 8ης Μαρτίου 2001 για τον καθορισμό μέγιστων τιμών ανοχής για ορισμένες προσμείξεις στα τρόφιμα  (1),

όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε στη συμφωνία ΕΟΧ με το πρωτόκολλο 1,

την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 54νε του κεφαλαίου XII του παραρτήματος II της συμφωνίας ΕΟΧ,

Οδηγία 2002/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 2002, για καθορισμό των μεθόδων δειγματοληψίας και των μεθόδων ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των διοξινών και τον προσδιορισμό των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα  (2),

όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε στη συμφωνία ΕΟΧ με το πρωτόκολλο 1,

την απόφαση 37/07/COL της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ, της 27ης Φεβρουαρίου 2007, βάσει της οποίας το αρμόδιο μέλος της Αρχής καλείται να εγκρίνει τη σύσταση, εάν το σχέδιο σύστασης συμφωνεί με τη γνώμη της επιτροπής τροφίμων της ΕΖΕΣ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 466/2001 της Επιτροπής καθορίζει τις μέγιστες τιμές ανοχής για τις διοξίνες και για το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες πολυχλωριωμένων διφαινυλίων (PCB) στα τρόφιμα,

είναι αναγκαία η παραγωγή αξιόπιστων δεδομένων σε όλο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο σχετικά με την παρουσία διοξινών, φουρανίων και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB για όσο το δυνατό περισσότερα τρόφιμα, ώστε να διαμορφωθεί σαφής εικόνα σχετικά με τη χρονολογική εξέλιξη της βασικής παρουσίας των ουσιών αυτών στα τρόφιμα,

η σύσταση 144/06/COL της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ, της 11ης Μαΐου 2006, για τη μείωση της παρουσίας διοξινών, φουρανίων και πολυχλωριωμένων διφαινυλίων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα συνιστά στα κράτη της ΕΖΕΣ να διενεργούν έλεγχο με τυχαία δειγματοληψία για την παρουσία διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, καθώς και — εφόσον κρίνεται αναγκαίο — μη παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα σύμφωνα με τη σύσταση 2004/705/ΕΚ της Επιτροπής (3),

η σύσταση 2004/705/ΕΚ συνιστά στα κράτη μέλη την ελάχιστη συχνότητα για τα δείγματα που πρέπει να αναλύονται ετησίως για τις διάφορες κατηγορίες τροφίμων, καθώς και τη μορφή της αναφοράς των αποτελεσμάτων σχετικά με την παρακολούθηση της βασικής παρουσίας διοξινών, φουρανίων και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα,

είναι αναγκαία η τροποποίηση του τρέχοντος προγράμματος παρακολούθησης, που θεσπίζεται στη σύσταση 2004/705/ΕΚ, με βάση την πείρα που έχει αποκτηθεί, και η συμμετοχή των κρατών ΕΟΧ ΕΖΕΣ στην έρευνα για τα επίπεδα διοξινών, παρόμοιων με τις διοξίνες PCB και μη παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα,

είναι σημαντικό τα δεδομένα που συγκεντρώνονται βάσει της παρούσας σύστασης να υποβάλλονται σε τακτικά διαστήματα στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ και, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου 1 της συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ να διαβιβάζει τις συγκεκριμένες πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία θα διασφαλίζει τη συγκέντρωση των δεδομένων αυτών σε μια βάση δεδομένων. Επίσης, πρέπει να παρέχονται τα δεδομένα των τελευταίων ετών, τα οποία συγκεντρώθηκαν με τη χρήση μιας μεθόδου ανάλυσης σύμφωνης με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2002/69/ΕΚ της Επιτροπής,

τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα σύσταση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής τροφίμων της ΕΖΕΣ, η οποία επικουρεί την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ,

ΣΥΝΙΣΤΑ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ:

1.

Να ελέγχουν από το 2007 και έως τις 31 Δεκεμβρίου 2008 τη βασική παρουσία διοξινών, φουρανίων και παρόμοιων με τις διοξίνες πολυχλωριωμένων διφαινυλίων (PCB) στα τρόφιμα, κάνοντας χρήση της συνιστώμενης ελάχιστης συχνότητας για τα δείγματα που πρέπει να αναλύονται ετησίως, όπως προβλέπεται ενδεικτικά στον πίνακα του παραρτήματος I.

2.

Εάν είναι δυνατό, να διενεργούν, επίσης, ανάλυση για τα μη παρόμοια με τις διοξίνες PCB στα ίδια δείγματα.

3.

Να παρέχουν τακτικά στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ τα στοιχεία παρακολούθησης με το περιεχόμενο και τη μορφή που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ, προκειμένου να συγκεντρωθούν αυτά σε ενιαία βάση δεδομένων. Επίσης, πρέπει να παρέχονται τα δεδομένα των τελευταίων ετών, τα οποία συγκεντρώθηκαν με τη χρήση μεθόδου ανάλυσης σύμφωνης με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2002/69/ΕΚ της Επιτροπής, και αφορούν τα βασικά επίπεδα.

4.

Οι παραπομπές στη σύσταση 2004/705/ΕΚ που περιέχονται στη σύσταση 144/06/COL της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ, της 11ης Μαΐου 2006, θεωρούνται παραπομπές στην παρούσα σύσταση.

Βρυξέλλες, 16 Απριλίου 2007.

Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ

Kristján Andri STEFÁNSSON

Μέλος της Εποπτεύουσας Αρχής

Niels FENGER

Διευθυντής


(1)  ΕΕ L 77 της 16.3.2001, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 209 της 6.8.2002, σ. 5.

(3)  ΕΕ L 321 της 22.10.2004, σ. 45.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Πίνακας:

Γενική επισκόπηση του ελάχιστου αριθμού δειγμάτων τροφίμων που συνιστάται να αναλύονται ετησίως. Η κατανομή των δειγμάτων βασίζεται στην παραγωγή κάθε χώρας. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται σε τρόφιμα που αναμένεται να παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές στα βασικά επίπεδα διοξινών, φουρανίων και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα ψάρια.


Προϊόν, συμπεριλαμβανομένων των παράγωγων προϊόντων

Υδατοκαλλιέργεια

(*)

Ψάρια ελεύθερης αλιείας

(**)

Κρέας

(***)

Γάλα

(****)

Αυγά

(*****)

Άλλα

(******)

Σύνολο

Αριθμός δειγμάτων

 

 

 

 

 

 

 

Νορβηγία

 

 

 

 

 

 

 

Ισλανδία

 

 

 

 

 

 

 

Παρατηρήσεις σχετικά με τον πίνακα

Οι αριθμοί που αναφέρονται στον πίνακα αντιστοιχούν στις ελάχιστες τιμές. Τα κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ καλούνται να λαμβάνουν περισσότερα δείγματα.

(*)   Υδατοκαλλιέργειες: Τα δείγματα για τις υδατοκαλλιέργειες πρέπει να υποδιαιρούνται σε είδη ψαριών αναλογικά με την παραγωγή.

(**)   Ψάρια ελεύθερης αλιείας: Τα δείγματα για τα ψάρια ελεύθερης αλιείας πρέπει να υποδιαιρούνται σε είδη ψαριών αναλογικά με την παραγωγή. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο χέλι.

(***)   Κρέας: Εκτός από το κρέας και τα προϊόντα κρέατος που προέρχονται από βοοειδή, χοίρους, πουλερικά και πρόβατα, πρέπει να συλλέγεται σημαντικός αριθμός δειγμάτων από κρέας αλόγου, ταράνδου, αίγας, κουνελιού, ελαφιού και θηράματος.

(****)   Γάλα: Μεγάλη ποσότητα δειγμάτων γάλακτος πρέπει να λαμβάνεται από γάλα αγροκτήματος (κυρίως αγελαδινό). Είναι επίσης σκόπιμο να λαμβάνονται δείγματα από γάλα ή προϊόντα γάλακτος εκτός από αγελαδινό (γάλα αίγας κ.λπ.).

(*****)   Αυγά: Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε αυγά ορνίθων ελευθέρας βοσκής, ενώ πρέπει επίσης να λαμβάνονται δείγματα από αυγά πάπιας, χήνας και ορτυκιών.

(******)   Άλλα: Στην κατηγορία αυτή πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή:

στα συμπληρώματα διατροφής (ιδίως αυτά που βασίζονται σε ιχθυέλαια),

σε τροφές για βρέφη και παιδιά μικρής ηλικίας,

σε τρόφιμα που προέρχονται από περιοχές όπου, λόγω π.χ. καιρικών συνθηκών που προκάλεσαν πλημμύρες, σημειώθηκαν αλλαγές στις συνθήκες παραγωγής που θα μπορούσαν ενδεχομένως να επηρεάσουν τη συγκέντρωση διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα της περιοχής.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

A.   Επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με τη μορφή των αναλυτικών αποτελεσμάτων για τις διοξίνες, τα φουράνια και τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB και λοιπά PCB στα τρόφιμα

1.   Γενικές πληροφορίες για τα αναλυθέντα δείγματα

Κωδικός δείγματος: κωδικός ταυτοποίησης του δείγματος.

Χώρα: όνομα του κράτους μέλους όπου διεξήχθη ο έλεγχος.

Έτος: το έτος κατά το οποίο διεξήχθη ο έλεγχος.

Προϊόν: τρόφιμο που υποβλήθηκε σε ανάλυση — όσο το δυνατόν πιο ακριβής περιγραφή του τροφίμου.

Στάδιο εμπορίας: μέρος όπου συλλέχθηκε το προϊόν (δείγμα).

Ιστός: μέρος που προϊόντος που υποβάλλεται σε ανάλυση.

Έκφραση αποτελεσμάτων: τα αποτελέσματα πρέπει να αναφέρονται βάσει των ανώτατων ορίων που έχουν καθοριστεί. Σε περίπτωση ανάλυσης μη παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, συνιστάται ιδιαίτερα να εκφράζονται τα αποτελέσματα στην ίδια βάση.

Είδος δειγματοληψίας: τυχαία δειγματοληψία — μπορούν επίσης να κοινοποιούνται αναλυτικά αποτελέσματα από στοχοθετημένη δειγματοληψία, αλλά πρέπει να επισημαίνεται ρητώς ότι η δειγματοληψία ήταν στοχοθετημένη και δεν αντικατοπτρίζει υποχρεωτικά τα κανονικά βασικά επίπεδα.

Αριθμός επιμέρους δειγμάτων: εάν το αναλυθέν δείγμα είναι ενοποιημένο δείγμα, πρέπει να αναφέρεται ο αριθμός των επιμέρους (μεμονωμένων) δειγμάτων. Εάν το αναλυτικό αποτέλεσμα βασίζεται μόνο σε ένα δείγμα, πρέπει να δηλώνεται 1. Ο αριθμός των επιμέρους δειγμάτων σε ένα ενοποιημένο δείγμα μπορεί να ποικίλλει· για το λόγο αυτό πρέπει να αναφέρεται για κάθε δείγμα.

Μέθοδος παραγωγής: συμβατική/βιολογική (όσο το δυνατό πιο αναλυτικά).

Περιοχή: εφόσον κρίνεται σκόπιμο, αναφέρατε την περιοχή ή την περιφέρεια από όπου συλλέχθηκε το δείγμα, αναφέροντας, εάν είναι δυνατό, κατά πόσο πρόκειται για αγροτική περιοχή, αστική περιοχή, βιομηχανική ζώνη, λιμάνι, ανοικτή θάλασσα κ.λπ.· π.χ. Βρυξέλλες — αστική περιοχή, Μεσόγειος-ανοικτή θάλασσα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δηλώνεται με σαφήνεια η περιοχή στην περίπτωση που το δείγμα συλλέχθηκε από τρόφιμα που παράγονται σε πλημμυροπαθείς περιοχές.

Περιεκτικότητα σε λίπος (%): το ποσοστό περιεκτικότητας του δείγματος σε λίπος.

Περιεκτικότητα σε υγρασία (%): το ποσοστό περιεκτικότητας του δείγματος σε υγρασία (εφόσον υπάρχει).

2.   Γενικές πληροφορίες σχετικά με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο ανάλυσης

Μέθοδος ανάλυσης: αναφέρεται η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε.

Διαπίστευση: διευκρινίζεται εάν η αναλυτική μέθοδος είναι διαπιστευμένη ή όχι.

Αβεβαιότητα: το όριο απόφασης ή το ποσοστό της διευρυμένης αβεβαιότητας μέτρησης που εμπεριέχει η αναλυτική μέθοδος.

Μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την εκχύλιση λιπιδίων: να προσδιοριστεί η μέθοδος εκχύλισης λιπιδίων που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της περιεκτικότητας του δείγματος σε λίπος.

3.   Αναλυτικά αποτελέσματα

Διοξίνες, φουράνια, PCB παρόμοια με διοξίνες: τα αποτελέσματα για κάθε ομοειδή ουσία πρέπει να εκφράζονται σε ppt — picogram/gram (pg/g).

PCB μη παρόμοια με διοξίνες: τα αποτελέσματα για κάθε ομοειδή ουσία πρέπει να εκφράζονται σε ppb — nanogram/gram ή microgram/kilo (ng/g ή μg/kg).

LOQ: όριο ποσοτικού προσδιορισμού σε pg/g (για διοξίνες, φουράνια και παρόμοια με τις διοξίνες PCB) ή μg/kg — ng/g (για μη παρόμοια με τις διοξίνες PCB).

Για τις ομοειδείς ουσίες που εντοπίστηκαν, αλλά βρέθηκαν κάτω του ορίου ποσοτικού προσδιορισμού (LOQ) το πλαίσιο των αποτελεσμάτων πρέπει να συμπληρώνεται ως < LOQ (το LOQ πρέπει να αναφέρεται ως τιμή).

Για τις ομοειδείς ουσίες PCB που αναλύθηκαν επιπλέον των PCB-6 και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, ο αριθμός της ομοειδούς ουσίας PCB πρέπει να προστεθεί στο έντυπο, π.χ. 31, 99, 110 κ.λπ. Εάν το δείγμα αναλύεται για περισσότερες ομοειδείς ουσίες PCB από τις διαθέσιμες σειρές, προσθέστε απλώς νέες σειρές στο κάτω μέρος του εντύπου.

4.   Γενικές παρατηρήσεις για τον πίνακα

Αναφορά του ποσοστού ανάκτησης

Η αναφορά του ποσοστού ανάκτησης είναι προαιρετική, εάν το ποσοστό ανάκτησης για μεμονωμένες ομοειδείς ουσίες κυμαίνεται μεταξύ 60-120 %. Στην περίπτωση που το ποσοστό ανάκτησης για μεμονωμένες ομοειδείς ουσίες δεν εμπίπτει στο φάσμα αυτό, η αναφορά του ποσοστού ανάκτησης είναι υποχρεωτική.

Αναφορά του LOQ

Η αναφορά του LOQ δεν είναι υποχρεωτική, αλλά στη στήλη των αποτελεσμάτων πρέπει να αναφέρονται οι μη ποσοτικοποιημένες ομοειδείς ουσίες ως < LOQ (πραγματική τιμή).

Αναφορά της τιμής TEQ για μεμονωμένες ομοειδείς ουσίες

Η στήλη για τις τιμές TEQ για μεμονωμένες ομοειδείς ουσίες είναι προαιρετική.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

B.   Έντυπο αναφοράς των αναλυτικών αποτελεσμάτων ομοειδών ουσιών για τις διοξίνες, τα φουράνια, τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB και άλλα PCB στα τρόφιμα

Image

Image

Image


16.10.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 275/s3


ΣΗΜΕΊΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΏΣΤΗ

Τα θεσμικά όργανα αποφάσισαν να μην εμφανίζουν πλέον στα κείμενά τους τη μνεία της τελευταίας τροποποίησης των πράξεων στις οποίες παραπέμπουν.

Εάν δεν υπάρχει μνεία περί του αντιθέτου, οι πράξεις στις οποίες γίνεται παραπομπή στα κείμενα που δημοσιεύονται στο παρόν τεύχος νοούνται στην εκάστοτε ισχύουσα μορφή τους.