ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

51ό έτος
6 Σεπτεμβρίου # 2008


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 871/2008 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 872/2008 της Επιτροπής, της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, περί της θέσπισης απαγόρευσης της αλιείας πεσκαντρίτσας στις ζώνες VΙΙΙc, IX και X, καθώς και στα κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1, από σκάφη που φέρουν σημαία Πορτογαλίας

3

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 873/2008 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 712/2007 σχετικά με το άνοιγμα διαρκών δημοπρασιών για την επαναπώληση, στην κοινοτική αγορά, σιτηρών που έχουν στην κατοχή τους οι οργανισμοί παρέμβασης των κρατών μελών

5

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2008/85/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, για την τροποποίηση της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την καταχώριση του θειαβενδαζολίου ως δραστικής ουσίας στο παράρτημα I ( 1 )

6

 

*

Οδηγία 2008/86/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, για την τροποποίηση της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την καταχώριση της τεβουκοναζόλης (tebuconazole) ως δραστικής ουσίας στο παράρτημα I ( 1 )

9

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2008/717/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 46/07 (πρώην NN 59/07) την οποία χορήγησε η Ρουμανία στην Automobile Craiova (πρώην Daewoo Ρουμανίας) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 700]  ( 1 )

12

 

 

2008/718/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 2008, σχετικά με το μέτρο C 29/07 (πρώην N 310/06) το οποίο σχεδιάζει να εφαρμόσει η Ουγγαρία υπό μορφή βραχυπρόθεσμων εγγυήσεων εξαγωγικών πιστώσεων για ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 1332]  ( 1 )

26

 

 

2008/719/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2008, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 56/06 (πρώην NN 77/06) που προτίθεται να χορηγήσει η Αυστρία για την ιδιωτικοποίηση της τράπεζας Burgenland [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 1625]  ( 1 )

32

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 116/2008 της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 423/2007 του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 35 της 9.2.2008)

55

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 117/2008 της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 329/2007 του Συμβουλίου σχετικά με την επιβολή περιοριστικών μέτρων κατά της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας (ΕΕ L 35 της 9.2.2008)

56

 

 

 

*

Σημείωση για τον αναγνώστη (βλέπε σελίδα 3 του εξωφύλλου)

s3

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 871/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 5ης Σεπτεμβρίου 2008

σχετικά με τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XV μέρος A, του εν λόγω κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 6 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 5 Σεπτεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός των τρίτων χωρών (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

MK

20,7

ZZ

20,7

0707 00 05

JO

156,8

MK

64,6

TR

106,2

ZZ

109,2

0709 90 70

TR

95,3

ZZ

95,3

0805 50 10

AR

73,6

UY

72,4

ZA

81,4

ZZ

75,8

0806 10 10

IL

235,4

TR

102,2

US

188,9

XS

61,0

ZZ

146,9

0808 10 80

BR

55,2

CL

104,1

CN

111,7

NZ

104,5

US

94,6

ZA

81,6

ZZ

92,0

0808 20 50

CN

60,9

TR

139,7

ZA

93,1

ZZ

97,9

0809 30

TR

138,3

US

166,3

XS

61,2

ZZ

121,9

0809 40 05

IL

137,8

MK

53,9

TR

69,0

XS

53,4

ZZ

78,5


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 872/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 3ης Σεπτεμβρίου 2008

περί της θέσπισης απαγόρευσης της αλιείας πεσκαντρίτσας στις ζώνες VΙΙΙc, IX και X, καθώς και στα κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1, από σκάφη που φέρουν σημαία Πορτογαλίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμό αριθ. 2847/93 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 40/2008 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2008, περί καθορισμού, για το 2008, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (3), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2008.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2008.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση της αλιείας του εν λόγω αποθέματος, καθώς και η διατήρησή του επί του σκάφους, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωσή του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2008, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Η αλιεία του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό απαγορεύεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της ημέρας δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 3 Σεπτεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Φωκίων ΦΩΤΙΆΔΗΣ

Γενικός Διευθυντής Θαλάσσιων Υποθέσεων και Αλιείας


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(2)  ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 19 της 23.1.2008, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθ.

33/T&Q

Κράτος μέλος

Πορτογαλία

Απόθεμα

ANF/8C3411

Είδος

Πεσκαντρίτσα (Lophidae)

Ζώνη

ICES VIIIc, IX και X, κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1

Ημερομηνία

4.8.2008


6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/5


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 873/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 5ης Σεπτεμβρίου 2008

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 712/2007 σχετικά με το άνοιγμα διαρκών δημοπρασιών για την επαναπώληση, στην κοινοτική αγορά, σιτηρών που έχουν στην κατοχή τους οι οργανισμοί παρέμβασης των κρατών μελών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (1), και ιδίως το άρθρο 43 σε συνδυασμό με το άρθρο 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 712/2007 της Επιτροπής (2) προκηρύχτηκαν διαρκείς δημοπρασίες για την επαναπώληση, στην κοινοτική αγορά, σιτηρών που έχουν στην κατοχή τους οι οργανισμοί παρέμβασης των κρατών μελών. Η προθεσμία υποβολής προσφορών για την τελευταία μερική δημοπρασία λήγει στις 10 Σεπτεμβρίου 2008.

(2)

Για να εξασφαλιστεί ο εφοδιασμός, σε ανταγωνιστικές τιμές, των κτηνοτρόφων καθώς και της βιομηχανίας ζωοτροφών κατά την έναρξη της περιόδου 2008/2009, είναι σκόπιμο να εξακολουθήσουν να είναι διαθέσιμα στην αγορά σιτηρών τα αποθέματα παρέμβασης που έχει στην κατοχή του ο ουγγρικός οργανισμός παρέμβασης, ο μόνος που διαθέτει αποθέματα μέχρι σήμερα, και να διευκρινιστούν οι ημέρες και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες μπορούν να υποβληθούν οι προσφορές από τους εμπορευόμενους, σύμφωνα με τις συνεδριάσεις που έχουν προγραμματιστεί από τη διαχειριστική επιτροπή για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών.

(3)

Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 712/2007.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της διαχειριστικής επιτροπής για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 712/2007, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Από τις 15 Σεπτεμβρίου 2008, η προθεσμία υποβολής προσφορών για τις μερικές δημοπρασίες λήγει την Τετάρτη, ώρα 13:00 (ώρα Βρυξελλών), στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, 15 Οκτωβρίου 2008, 29 Οκτωβρίου 2008, 12 Νοεμβρίου 2008, 26 Νοεμβρίου 2008, 3 Δεκεμβρίου 2008 και 17 Δεκεμβρίου 2008.».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 5 Σεπτεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 163 της 23.6.2007, σ. 7.


ΟΔΗΓΙΕΣ

6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/6


ΟΔΗΓΊΑ 2008/85/ΕΚ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 5ης Σεπτεμβρίου 2008

για την τροποποίηση της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την καταχώριση του θειαβενδαζολίου ως δραστικής ουσίας στο παράρτημα I

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (1), και ιδίως το άρθρο 16 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1451/2007 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη δεύτερη φάση του δεκαετούς προγράμματος εργασιών που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (2), θεσπίστηκε κατάλογος δραστικών ουσιών που πρέπει να αξιολογηθούν, με σκοπό την ενδεχόμενη καταχώρισή τους στο παράρτημα I ή IA ή IB της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Στον κατάλογο αυτό περιλαμβάνεται το θειαβενδαζόλιο.

(2)

Κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007, το θειαβενδαζόλιο αξιολογήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ για χρήση στον τύπο προϊόντων 8, συντηρητικά ξύλου, που ορίζεται στο παράρτημα V της οδηγίας 98/8/ΕΚ.

(3)

Ως κράτος μέλος εισηγητής ορίστηκε η Ισπανία, η οποία, στις 9 Μαΐου 2006, υπέβαλε στην Επιτροπή την έκθεση της αρμόδιας αρχής, συνοδευόμενη από σύσταση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 4 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007.

(4)

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εξέτασαν την έκθεση της αρμόδιας αρχής. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007, οι διαπιστώσεις της εξέτασης ενσωματώθηκαν σε έκθεση αξιολόγησης, στις 22 Φεβρουαρίου 2008, στο πλαίσιο της μόνιμης επιτροπής για τα βιοκτόνα προϊόντα.

(5)

Από τις διενεργηθείσες έρευνες συνάγεται ότι τα βιοκτόνα που χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά ξύλου και περιέχουν θειαβενδαζόλιο αναμένεται να ικανοποιούν τις απαιτήσεις του άρθρου 5 της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Είναι επομένως σκόπιμο να καταχωριστεί το θειαβενδαζόλιο στο παράρτημα I, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι εγκρίσεις βιοκτόνων που χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά ξύλου και περιέχουν θειαβενδαζόλιο θα μπορούν να χορηγούνται, να τροποποιούνται ή να ανακαλούνται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 98/8/ΕΚ σε όλα τα κράτη μέλη.

(6)

Ωστόσο, εντοπίστηκαν μη αποδεκτοί κίνδυνοι στις περιπτώσεις της επιτόπιας κατεργασίας ξύλου στο ύπαιθρο και της έκθεσης κατεργασμένου ξύλου στις καιρικές συνθήκες. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να χορηγούνται εγκρίσεις για τις ανωτέρω χρήσεις, εάν δεν έχουν υποβληθεί δεδομένα που να καταδεικνύουν ότι τα προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς να δημιουργούν μη αποδεκτούς κινδύνους για το περιβάλλον.

(7)

Με βάση τις διαπιστώσεις της έκθεσης αξιολόγησης, θεωρείται σκόπιμο να απαιτείται, στο επίπεδο της έγκρισης των προϊόντων, η εφαρμογή μέτρων μετριασμού του κινδύνου στα προϊόντα που περιέχουν θειαβενδαζόλιο και χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά ξύλου, ώστε να εξασφαλιστεί ο περιορισμός των κινδύνων σε αποδεκτό επίπεδο σύμφωνα με το άρθρο 5 και το παράρτημα VI της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Ειδικότερα, πρέπει να λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα για την προστασία του εδάφους και των υδάτων, δεδομένου ότι κατά την αξιολόγηση εντοπίστηκαν μη αποδεκτοί κίνδυνοι για τα συγκεκριμένα στοιχεία του περιβάλλοντος, τα δε προϊόντα βιομηχανικής ή/και επαγγελματικής χρήσης πρέπει να χρησιμοποιούνται με κατάλληλο προστατευτικό εξοπλισμό, εάν ο κίνδυνος που έχει εντοπιστεί για τους βιομηχανικούς ή/και επαγγελματίες χρήστες δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί με άλλα μέσα.

(8)

Για να εξασφαλιστεί η ισότιμη αντιμετώπιση στην αγορά των βιοκτόνων που περιέχουν τη δραστική ουσία θειαβενδαζόλιο και να διευκολυνθεί, γενικότερα, η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς βιοκτόνων, είναι σημαντικό να εφαρμοστούν ταυτόχρονα οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σε όλα τα κράτη μέλη.

(9)

Πρέπει να προβλέπεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα πριν από την καταχώριση δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, αφενός στα κράτη μέλη και στα ενδιαφερόμενα μέρη να προετοιμάζονται για την ικανοποίηση των συνεπαγόμενων νέων απαιτήσεων και, αφετέρου, στους αιτούντες που έχουν καταρτίσει φακέλους, να επωφελούνται πλήρως από τη δεκαετή περίοδο προστασίας των δεδομένων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο ii) της οδηγίας 98/8/ΕΚ, αρχίζει την ημερομηνία καταχώρισης.

(10)

Μετά την καταχώριση, τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν εύλογα χρονικά περιθώρια για να εφαρμόσουν το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 98/8/ΕΚ και, ειδικότερα, για να χορηγήσουν, να τροποποιήσουν ή να ανακαλέσουν εγκρίσεις βιοκτόνων του τύπου προϊόντων 8 που περιέχουν θειαβενδαζόλιο, ώστε να εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους με την οδηγία 98/8/ΕΚ.

(11)

Κατά συνέπεια, πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως η οδηγία 98/8/ΕΚ.

(12)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για τα βιοκτόνα προϊόντα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα I της οδηγίας 98/8/ΕΚ τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2009, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών και της παρούσας οδηγίας.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από 1ης Ιουλίου 2010.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 5 Σεπτεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Σταύρος ΔΉΜΑΣ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 123 της 24.4.1998, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 325 της 11.12.2007, σ. 3.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στο παράρτημα Ι της οδηγίας 98/8/ΕΚ παρεμβάλλεται η ακόλουθη εγγραφή «αριθ. 13»:

Αριθ.

Κοινή ονομασία

Ονομασία IUPAC

Αριθμοί αναγνώρισης

Ελάχιστη καθαρότητα της δραστικής ουσίας στο βιοκτόνο, όπως διατίθεται στην αγορά

Ημερομηνία καταχώρισης

Προθεσμία για τη συμμόρφωση με το άρθρο 16 παράγραφος 3

(στην περίπτωση των προϊόντων που περιέχουν περισσότερες της μιας δραστικές ουσίες, η προθεσμία για τη συμμόρφωση με το άρθρο 16 παράγραφος 3 είναι εκείνη που καθορίζεται στην τελευταία από τις αποφάσεις καταχώρισης των δραστικών ουσιών τους)

Ημερομηνία λήξης της καταχώρισης

Τύπος προϊόντων

Ειδικές διατάξεις (1)

«13

Θειαβενδαζόλιο

2-θειαζολ-4-υλο-1Hβενζιμιδαζόλιο

Αριθ. ΕΚ: 205-725-8

Αριθ. CAS: 148-79-8

985 g/kg

1η Ιουλίου 2010

30 Ιουνίου 2012

30 Ιουνίου 2020

8

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εγκρίσεις να υπόκεινται στους ακόλουθους όρους:

 

Λαμβανομένων υπόψη των παραδοχών της εκτίμησης κινδύνων, τα εγκεκριμένα για βιομηχανική ή/και επαγγελματική χρήση προϊόντα πρέπει να χρησιμοποιούνται με κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, όσον αφορά τις εργασίες εφαρμογής υπό διπλό κενό και με εμβάπτιση, εφόσον η αίτηση έγκρισης του προϊόντος δεν καταδεικνύει ότι είναι εφικτός ο περιορισμός των κινδύνων για τους βιομηχανικούς ή/και επαγγελματίες χρήστες σε αποδεκτά επίπεδα με άλλα μέσα.

 

Λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που έχουν εντοπιστεί για το έδαφος και τα ύδατα, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα μετριασμού του κινδύνου με σκοπό την προστασία των συγκεκριμένων στοιχείων του περιβάλλοντος. Ειδικότερα, στις ετικέτες ή/και στα δελτία δεδομένων ασφαλείας των εγκεκριμένων για βιομηχανική χρήση προϊόντων πρέπει να αναφέρεται ότι η ξυλεία που έχει υποστεί πρόσφατα κατεργασία με το προϊόν πρέπει να αποθηκεύεται, μετά την κατεργασία, κάτω από υπόστεγο ή σε στεγανές σκληρές επιφάνειες, ώστε να αποτρέπονται οι άμεσες απώλειες στο έδαφος ή στα ύδατα, και ότι οι ενδεχόμενες απώλειες πρέπει να συλλέγονται για επαναχρησιμοποίηση ή τελική διάθεση.

 

Δεν εγκρίνονται προϊόντα για την επιτόπια κατεργασία ξύλου στο ύπαιθρο ή για χρήση σε ξύλο που πρόκειται να εκτεθεί στις καιρικές συνθήκες, εάν δεν έχουν υποβληθεί δεδομένα που να καταδεικνύουν ότι το εξεταζόμενο προϊόν θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 5 και του παραρτήματος VI, εάν είναι απαραίτητο με την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων μετριασμού του κινδύνου.»


(1)  Για την τήρηση των κοινών αρχών του παραρτήματος VI, το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα των εκθέσεων αξιολόγησης διατίθενται στο δικτυακό τόπο της Επιτροπής: http://ec.europa.eu/comm/environment/biocides/index.htm


6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/9


ΟΔΗΓΊΑ 2008/86/ΕΚ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 5ης Σεπτεμβρίου 2008

για την τροποποίηση της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την καταχώριση της τεβουκοναζόλης (tebuconazole) ως δραστικής ουσίας στο παράρτημα I

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (1), και ιδίως το άρθρο 16 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1451/2007 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη δεύτερη φάση του δεκαετούς προγράμματος εργασιών που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (2), θεσπίστηκε κατάλογος δραστικών ουσιών που πρέπει να αξιολογηθούν, με σκοπό την ενδεχόμενη καταχώρισή τους στο παράρτημα I ή IA ή IB της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Στον κατάλογο αυτό περιλαμβάνεται η τεβουκοναζόλη.

(2)

Κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007, η τεβουκοναζόλη αξιολογήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ για χρήση στον τύπο προϊόντων 8, συντηρητικά ξύλου, που ορίζεται στο παράρτημα V της οδηγίας 98/8/ΕΚ.

(3)

Ως κράτος μέλος εισηγητής ορίστηκε η Δανία, η οποία, στις 11 Ιανουαρίου 2006, υπέβαλε στην Επιτροπή την έκθεση της αρμόδιας αρχής, συνοδευόμενη από σύσταση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 4 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007.

(4)

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εξέτασαν την έκθεση της αρμόδιας αρχής. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007, οι διαπιστώσεις της εξέτασης ενσωματώθηκαν σε έκθεση αξιολόγησης, στις 29 Νοεμβρίου 2007, στο πλαίσιο της μόνιμης επιτροπής για τα βιοκτόνα προϊόντα.

(5)

Από την αξιολόγηση της τεβουκοναζόλης δεν προέκυψαν ερωτηματικά ή προβληματισμοί που θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν από την επιστημονική επιτροπή για την υγεία και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους.

(6)

Από τις διενεργηθείσες έρευνες συνάγεται ότι τα βιοκτόνα που χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά ξύλου και περιέχουν τεβουκοναζόλη αναμένεται να ικανοποιούν τις απαιτήσεις του άρθρου 5 της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Είναι επομένως σκόπιμο να καταχωριστεί η τεβουκοναζόλη στο παράρτημα I για τον τύπο προϊόντων 8, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι εγκρίσεις βιοκτόνων που χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά ξύλου και περιέχουν τεβουκοναζόλη θα μπορούν να χορηγούνται, να τροποποιούνται ή να ανακαλούνται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 98/8/ΕΚ σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, εντοπίστηκαν μη αποδεκτοί κίνδυνοι στις περιπτώσεις της επιτόπιας κατεργασίας ξύλου στο ύπαιθρο και της συνεχούς επαφής κατεργασμένου ξύλου με νερό. Για την έγκριση των χρήσεων αυτών θα απαιτείται η υποβολή δεδομένων που να καταδεικνύουν ότι τα προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς να εκθέτουν το περιβάλλον σε μη αποδεκτούς κινδύνους.

(7)

Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων της έκθεσης αξιολόγησης, θεωρείται σκόπιμο να απαιτείται η παροχή οδηγιών για την υποχρεωτική αποθήκευση της ξυλείας, μετά την κατεργασία της, σε στεγανή σκληρή επιφάνεια, ώστε να αποτρέπονται οι άμεσες απώλειες στο έδαφος και να είναι δυνατή η συλλογή των απωλειών για επαναχρησιμοποίηση ή τελική διάθεση, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 σημείο i) στοιχείο δ) της οδηγίας 98/8/ΕΚ.

(8)

Για να εξασφαλιστεί η ισότιμη αντιμετώπιση στην αγορά των βιοκτόνων που περιέχουν τη δραστική ουσία τεβουκοναζόλη και να διευκολυνθεί, γενικότερα, η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς βιοκτόνων, είναι σημαντικό να εφαρμοστούν ταυτόχρονα οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σε όλα τα κράτη μέλη.

(9)

Πρέπει να προβλέπεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα πριν από την καταχώριση δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, αφενός στα κράτη μέλη και στα ενδιαφερόμενα μέρη να προετοιμάζονται για την ικανοποίηση των συνεπαγόμενων νέων απαιτήσεων και, αφετέρου, στους αιτούντες που έχουν καταρτίσει φακέλους, να επωφελούνται πλήρως από τη δεκαετή περίοδο προστασίας των δεδομένων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο ii) της οδηγίας 98/8/ΕΚ, αρχίζει την ημερομηνία καταχώρισης.

(10)

Μετά την καταχώριση, τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν εύλογα χρονικά περιθώρια για να εφαρμόσουν το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 98/8/ΕΚ και, ειδικότερα, για να χορηγήσουν, να τροποποιήσουν ή να ανακαλέσουν εγκρίσεις βιοκτόνων του τύπου προϊόντων 8 που περιέχουν τεβουκοναζόλη, ώστε να εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους με την οδηγία 98/8/ΕΚ.

(11)

Κατά συνέπεια, πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως η οδηγία 98/8/ΕΚ.

(12)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για τα βιοκτόνα προϊόντα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα I της οδηγίας 98/8/ΕΚ τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου 2009, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών και της παρούσας οδηγίας.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από 1ης Απριλίου 2010.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 5 Σεπτεμβρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Σταύρος ΔΉΜΑΣ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 123 της 24.4.1998, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 325 της 11.12.2007, σ. 3.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στο παράρτημα Ι της οδηγίας 98/8/ΕΚ παρεμβάλλεται η ακόλουθη εγγραφή «αριθ. 6»:

Αριθ.

Κοινή ονομασία

Ονομασία IUPAC

Αριθμοί αναγνώρισης

Ελάχιστη καθαρότητα της δραστικής ουσίας στο βιοκτόνο, όπως διατίθεται στην αγορά

Ημερομηνία καταχώρισης

Προθεσμία για τη συμμόρφωση με το άρθρο 16 παράγραφος 3

(στην περίπτωση των προϊόντων που περιέχουν περισσότερες της μιας δραστικές ουσίες, η προθεσμία για τη συμμόρφωση με το άρθρο 16 παράγραφος 3 είναι εκείνη που καθορίζεται στην τελευταία από τις αποφάσεις καταχώρισης των δραστικών ουσιών τους)

Ημερομηνία λήξης της καταχώρισης

Τύπος προϊόντων

Ειδικές διατάξεις (1)

«6

τεβουκοναζόλη (tebuconazole)

1-(4-χλωροφαινυλο)-4,4-διμεθυλο-3-(1,2,4-τριαζολ-1-υλομεθυλο)πεντανόλη-3

Αριθ. ΕΚ: 403-640-2

Αριθ. CAS: 107534-96-3

950 g/kg

1η Απριλίου 2010

31 Μαρτίου 2012

31 Μαρτίου 2020

8

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εγκρίσεις να υπόκεινται στους ακόλουθους όρους:

 

Λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που έχουν εντοπιστεί για το έδαφος και τα ύδατα, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα μετριασμού του κινδύνου με στόχο την προστασία των συγκεκριμένων στοιχείων του περιβάλλοντος. Ειδικότερα, στις ετικέτες ή/και στα δελτία δεδομένων ασφαλείας των εγκεκριμένων για βιομηχανική χρήση προϊόντων πρέπει να αναφέρεται ότι η ξυλεία που έχει υποστεί πρόσφατα κατεργασία με το προϊόν πρέπει να αποθηκεύεται, μετά την κατεργασία, κάτω από υπόστεγο ή σε στεγανές σκληρές επιφάνειες, ώστε να αποτρέπονται οι άμεσες απώλειες στο έδαφος ή στα ύδατα, και ότι οι ενδεχόμενες απώλειες πρέπει να συλλέγονται για επαναχρησιμοποίηση ή τελική διάθεση.

 

Επιπλέον, δεν είναι δυνατή η έγκριση προϊόντων για την επιτόπια κατεργασία ξύλου στο ύπαιθρο ή για χρήση σε ξύλο που πρόκειται να βρίσκεται συνεχώς σε επαφή με νερό, χωρίς την υποβολή δεδομένων που να καταδεικνύουν ότι το εξεταζόμενο προϊόν θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 5 και του παραρτήματος VI, εάν είναι απαραίτητο με την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων μετριασμού του κινδύνου.»


(1)  Για την τήρηση των κοινών αρχών του παραρτήματος VI, το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα των εκθέσεων αξιολόγησης διατίθενται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής: http://ec.europa.eu/comm/environment/biocides/index.htm


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/12


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 27ης Φεβρουαρίου 2008

σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 46/07 (πρώην NN 59/07) την οποία χορήγησε η Ρουμανία στην Automobile Craiova (πρώην Daewoo Ρουμανίας)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 700]

(Το κείμενο στη ρουμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2008/717/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (1) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στις 17 Ιανουαρίου 2007 η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες σχετικά με ορισμένες δημόσιες ρουμανικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της SC Automobile Craiova SA (εφεξής Automobile Craiova), πρώην Daewoo Romania (2), στο πλαίσιο της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης που διενεργεί η χώρα. Η Ρουμανία υπέβαλε πληροφορίες με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 2007. Η Επιτροπή ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες στις 8 Μαρτίου και στις 22 Μαΐου 2007, τις οποίες οι ρουμανικές αρχές υπέβαλαν με επιστολές τους στις 21 Μαρτίου, 25 Μαΐου και 31 Μαΐου 2007. Στις 3 Μαΐου 2007 πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τις ρουμανικές αρχές.

(2)

Με επιστολή της τής 5ης Ιουλίου 2007, η Επιτροπή ζήτησε από τις ρουμανικές αρχές να άρουν τους ειδικούς όρους που προβλέπονταν στη σύμβαση ιδιωτικοποίησης της Automobile Craiova, αναφέροντας συγχρόνως ότι, εάν δεν ανασταλεί κάθε παράνομη ενίσχυση, η Επιτροπή θα αναγκαστεί ενδεχομένως να εκδώσει απόφαση για να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ και διαταγή αναστολής δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 (3).

(3)

Με επιστολή της 18ης Ιουλίου 2007, οι ρουμανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι η ιδιωτικοποίηση της Automobile Craiova θα κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Με επιστολή της 20ής Αυγούστου 2007, η Επιτροπή υπενθύμισε στη Ρουμανία ότι η ιδιωτικοποίηση της Automobile Craiova πρέπει να κοινοποιηθεί πριν από τη λήψη τυχόν μέτρων δεσμευτικών για τις δημόσιες αρχές.

(4)

Το Σεπτέμβριο του 2007, η Επιτροπή πληροφορήθηκε από τον Τύπο ότι στις 12 Σεπτεμβρίου 2007 η Ρουμανία υπέγραψε σύμβαση αγοραπωλησίας με το μοναδικό μειοδότη, τη Ford.

(5)

Με επιστολή της 10ης Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Ρουμανία σχετικά με την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την παράνομη ενίσχυση και να εκδώσει διαταγή αναστολής. Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία μαζί με διαταγή αναστολής δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (4). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την ενίσχυση.

(6)

Η Ρουμανία υπέβαλε τα σχόλιά της με επιστολή της 24ης Οκτωβρίου 2007. Με επιστολή της 23ης Νοεμβρίου 2007, η Ford υπέβαλε τις παρατηρήσεις της, οι οποίες διαβιβάστηκαν στις ρουμανικές αρχές στις 30 Νοεμβρίου 2007. Η Ρουμανία υπέβαλε σχόλια επί των παρατηρήσεων της Ford με επιστολή της 7ης Δεκεμβρίου 2007.

(7)

Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες στις 12, 17 και 19 Οκτωβρίου και στις 14 Νοεμβρίου 2007, καθώς και στις 14 Ιανουαρίου 2008. Η Ρουμανία υπέβαλε τις συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολές της στις 18 και 24 Οκτωβρίου, στις 6, 12, 19 και 23 Νοεμβρίου και στις 7 Δεκεμβρίου 2007, καθώς και στις 8 και 23 Ιανουαρίου 2008.

(8)

Η Επιτροπή συναντήθηκε με τις ρουμανικές αρχές και τους εκπροσώπους της Ford στις 5 και 12 Οκτωβρίου, στις 7 και 15 Νοεμβρίου και στις 17 Δεκεμβρίου 2007 και στις 24 Ιανουαρίου 2008.

2.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

2.1.   Η επιχείρηση

(9)

Η Automobile Craiova δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Κατασκευάζει επίσης δοχεία εξάτμισης και στοιχεία σύνδεσης από PVC. Το ρουμανικό κράτος κατέχει το 72,4 % των μετοχών της εταιρείας μέσω της ρουμανικής υπηρεσίας ιδιωτικοποιήσεων, AVAS. Το υπόλοιπο 27,6 % των μετοχών ανήκουν σε ιδιωτική εταιρεία επενδύσεων (SIF Oltenia) και σε φυσικά και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Οι μετοχές της εταιρείας είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Βουκουρεστίου. Τα κέρδη της Automobile Craiova ανήλθαν σε 83 479 ευρώ το 2005 και σε 51 125 ευρώ το 2006. Ο κύκλος εργασιών της ανήλθε σε 2,15 εκατ. ευρώ το 2005 και σε 2,14 εκατ. ευρώ το 2006.

(10)

Η εταιρεία έχει μια θυγατρική, την Daewoo Romania (DWAR), η οποία είναι πλειοψηφικός μέτοχος της Mecatim. Η αυτοκινητοβιομηχανία DWAR ιδρύθηκε το 1994 με τη μορφή κοινοπραξίας, στην οποία το ρουμανικό κράτος κατείχε το 49 % των μετοχών και η Daewoo Motors South Korea το 51 %. Έπειτα από την πτώχευση της Daewoo Motors, η DWAR εξαγόρασε το 2006 το 51 % των δικών της μετοχών. Σύμφωνα με τη ρουμανική νομοθεσία περί εταιρειών, το 51 % των μετοχών ακυρώθηκαν το Νοέμβριο του 2007 με αποτέλεσμα να περιέλθει η DWAR εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία της Automobile Craiova.

(11)

Το 2007 η DWAR απασχολούσε 3 959 άτομα. Το 2006 η παραγωγή αυτοκινήτων ανήλθε σε 24 898 αυτοκίνητα, κυρίως μικρά μοντέλα. Για το 2007 προγραμματιζόταν η παραγωγή περίπου 19 000 αυτοκινήτων. Τον Ιανουάριο του 2008 διακόπηκε η κατασκευή αυτοκινήτων. Η DWAR κατασκευάζει επίσης κινητήρες για διάφορες θυγατρικές της GM Daewoo. Το εργοστάσιο της Craiova έχει παραγωγική ικανότητα 100 000 αυτοκινήτων ετησίως.

(12)

Η DWAR σημείωσε απώλειες ύψους 350 εκατ. ευρώ περίπου το 2006 και 3,4 εκατ. ευρώ περίπου έως τις 30 Απριλίου 2007. Το 2006 το συνολικό χρέος της εταιρείας ανήλθε σε 88 εκατ. ευρώ περίπου, εκ των οποίων τα 56 εκατ. ευρώ προς το δημόσιο προϋπολογισμό και τα 25 εκατ. ευρώ σε προμηθευτές.

(13)

Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις, το 2006 η αξία των γηπέδων και των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας ήταν 193 εκατ. ευρώ, των πρώτων υλών και άλλων υλικών 55 εκατ. ευρώ, των διαθεσίμων 96 εκατ. ευρώ, ενώ η συνολική αξία των απαιτήσεων και εξοφλήσεων ανερχόταν σε 108 εκατ. ευρώ. Συμπερασματικά, σύμφωνα με τον ισολογισμό κατά τη λήξη του 2006, το καθαρό ενεργητικό της DWAR ανερχόταν το 2006 στο ποσό των 419 εκατ. ευρώ.

(14)

Η Mecatim είναι θυγατρική της DWAR η οποία κατέχει το 75 % των μετοχών της· 20 % ανήκει στην AVAS και το υπόλοιπο 5 % ανήκει σε ιδιώτες μειοψηφικούς μετόχους. Η έδρα της εταιρείας βρίσκεται στην Timișoara. Η κύρια δραστηριότητά της είναι η κατασκευή ανταλλακτικών για οχήματα και κινητήρες οχημάτων. Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία διέκοψε την παραγωγή και επί του παρόντος δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας αυτοκινήτων.

(15)

Η έδρα της Automobile Craiova βρίσκεται σε περιοχή επιλέξιμη για ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης ΕΚ.

2.2.   Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης

(16)

Στις 19 και 21 Μαΐου 2007 η ρουμανική υπηρεσία ιδιωτικοποιήσεων, AVAS, ανήγγειλε την πώληση της συμμετοχής της κατά 72 % στην Automobile Craiova. Παρότι αρκετές εταιρείες είχαν υποβάλει νωρίτερα μη δεσμευτικές επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος, μόνο δυο δυνητικοί επενδυτές, η Ford Motor Company (Ford) και η General Motors (GM), αγόρασαν το Ενημερωτικό μνημόνιο (ήτοι, το φάκελο παρουσίασης), με τον οποίο είχαν πρόσβαση στις πληροφορίες που περιείχε η αίθουσα δεδομένων (Data room) και το οποίο τους επέτρεπε να υποβάλλουν οριστική και δεσμευτική προσφορά.

(17)

Ο φάκελος παρουσίασης περιείχε ορισμένους όρους που αφορούσαν συγκεκριμένα τα ελάχιστα επίπεδα παραγωγής, απασχόλησης και επενδύσεων. Από τον πίνακα βαθμολόγησης προέκυπτε ότι η τιμή προσφοράς αντιστοιχούσε μόνο στο 35 % της συνολικής βαθμολογίας, οι συνολικές επενδύσεις στο 25 %, η επίτευξη επιπέδου ολοκλήρωσης παραγωγής ίσου με το 60 % στο τέταρτο έτος ανερχόταν στο 20 %, ενώ η δέσμευση για την παραγωγή 200 000 αυτοκινήτων κατά το τέταρτο έτος αντιστοιχούσε στο 20 %. Εάν το προσφερόμενο επίπεδο ολοκλήρωσης ήταν χαμηλότερο από 60 % ή/και το επίπεδο αυτό επρόκειτο να επιτευχθεί μόνο μετά από τέσσερα χρόνια, ο επενδυτής θα λάμβανε 0 βαθμούς. Το ίδιο ίσχυε για το επίπεδο παραγωγής, όπου, εάν το προσφερόμενο επίπεδο παραγωγής ήταν χαμηλότερο από 200 000 αυτοκίνητα κατά το τέταρτο έτος ή/και εάν απαιτείτο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την επίτευξή του, ο επενδυτής θα λάμβανε επίσης 0 βαθμούς.

(18)

Η προθεσμία για την υποβολή των οριστικών προσφορών ήταν η 5η Ιουλίου 2007. Ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε στη Ford, δεδομένου ότι ήταν η μόνη που υπέβαλε δεσμευτική προσφορά. Η αρχική προσφορά ήταν 55 εκατ. ευρώ, η οποία έπειτα από τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν διαμορφώθηκε στα 57 εκατ. ευρώ.

(19)

Κατά τη διάρκεια της φάσης των διαπραγματεύσεων που ακολούθησε τη διαδικασία υποβολής προσφορών, τα μέρη συμφώνησαν ότι η Ford, ο αγοραστής, θα αποκτούσε μέσω αναδιοργάνωσης την κυριότητα των βιομηχανικών παγίων στοιχείων των Automobile Craiova, DWAR και Mecatim, ενώ τα μη βασικά στοιχεία του ενεργητικού (κυρίως ακίνητη περιουσία και επιπλέον καθαρά διαθέσιμα) θα εξαιρούνταν και θα παρέμεναν υπό κρατική ιδιοκτησία. Το ρουμανικό κράτος δεσμεύτηκε επίσης να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την απόκτηση του υπόλοιπου 28 % από τους ιδιώτες μέτοχους και την πώλησή του στη Ford.

(20)

Η σύμβαση αγοραπωλησίας υπεγράφη στις 12 Σεπτεμβρίου 2007.

3.   ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

(21)

Η επίσημη διαδικασία έρευνας κινήθηκε διότι υπήρχαν υποψίες ότι η διαδικασία ιδιωτικοποίησης συνεπαγόταν κρατική ενίσχυση.

(22)

Πρώτον, η Επιτροπή αμφέβαλε για το αν ο ίδιος ο διαγωνισμός ήταν ανοικτός, διαφανής και χωρίς διακρίσεις. Σύμφωνα με τις τότε διαθέσιμες πληροφορίες, οι οποίες βασίζονταν κυρίως στα άρθρα που δημοσιεύονταν στον Τύπο, η Επιτροπή είχε λόγο να υποθέτει ότι κάποιοι δυνητικοί επενδυτές είχαν βρεθεί σε μειονεκτική θέση κατά το αρχικό στάδιο, πράγμα που τους απέτρεψε από την υποβολή προσφοράς.

(23)

Δεύτερον, η Επιτροπή αμφέβαλε κατά πόσον οι σχετικοί με την ιδιωτικοποίηση όροι δεν οδήγησαν σε μείωση της τιμής πώλησης, παρέχοντας ως εκ τούτου πλεονέκτημα στην προς ιδιωτικοποίηση επιχείρηση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες κατά τη στιγμή της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, η AVAS είχε θέσει τέσσερις όρους, οι οποίοι πιθανώς να οδηγούσαν σε μείωση της τιμής πώλησης και να αποθάρρυναν άλλα πιθανά ενδιαφερόμενα μέρη από την υποβολή προσφοράς. Η βαρύτητα της προσφερόμενης τιμής επί της συνολικής βαθμολογίας ήταν μόλις 35 %.

(24)

Επιπλέον, η Επιτροπή δεν γνώριζε εάν οι ρουμανικές αρχές είχαν θέσει εγγύηση απασχόλησης στο πλαίσιο της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης. Σύμφωνα με το φάκελο παρουσίασης, οι δυνητικοί υποψήφιοι έπρεπε να υποβάλουν επιχειρηματικό σχέδιο, το οποίο θα περιελάμβανε τη δέσμευσή τους να διατηρήσουν τον τρέχοντα αριθμό εργαζομένων. Επίσης, το επισυναπτόμενο στο φάκελο παρουσίασης σχέδιο της σύμβασης αγοραπωλησίας ορίζει την υποχρέωση του αγοραστή να διατηρήσει τον τρέχοντα αριθμό εργαζομένων για την επόμενη πενταετία. Σε περίπτωση αθέτησης από τον αγοραστή της υποχρέωσης αυτής, η σύμβαση εξαγοράς θα θεωρηθεί νομικά άκυρη, χωρίς περαιτέρω κοινοποίηση ή πρόσθετες διατυπώσεις. Τέλος, οι ρουμανικές αρχές ενημέρωσαν τους πιθανούς αγοραστές πριν από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης ιδιωτικοποίησης ότι ένας από τους κύριους στόχους της ιδιωτικοποίησης ήταν η διατήρηση του υφιστάμενου εργατικού δυναμικού.

(25)

Τέλος, η Επιτροπή είχε υποψίες ότι η επαναδιαπραγμάτευση συγκεκριμένων όρων κατά τη φάση των διαπραγματεύσεων που ακολούθησε το διαγωνισμό παρείχαν πλεονέκτημα στη Ford, ως αγοραστή. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες κατά το στάδιο εκείνο, φαινόταν ότι το ρουμάνικο κράτος είχε δεσμευτεί να αναλάβει πραγματικές και δυνητικές αξιώσεις έναντι της Automobile Craiova, συμπεριλαμβανομένης τελωνειακής αξίωσης ύψους 800 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν, το ρουμανικό κράτος και η Ford συμφώνησαν στην αναδιοργάνωση της εταιρείας κατά τρόπο ώστε να υπάρξει διαχωρισμός μεταξύ της κύριας δραστηριότητας (κατασκευή αυτοκινήτων) και των μη βασικών στοιχείων του ενεργητικού (συγκεκριμένα, της ακίνητης περιουσίας). Κατόπιν της διαπραγμάτευσης αυτής, η Ford θα αποκτούσε και θα κατέβαλλε χρηματικό ποσό για τη βιομηχανική δραστηριότητα μόνο και το κράτος θα διατηρούσε την κυριότητα των γηπέδων.

(26)

Δεδομένου ότι Ρουμανία προχώρησε στην υπογραφή της σύμβασης ιδιωτικοποίησης παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, η Επιτροπή εξέδωσε ταυτόχρονα διαταγή αναστολής.

4.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ

(27)

Πρώτον, η Ρουμανία τονίζει ότι η διαδικασία του διαγωνισμού ήταν ανοικτή, διαφανής, χωρίς διακρίσεις και όρους. Η πρώτη ανακοίνωση σχετικά με την πρόθεση ιδιωτικοποίησης της DWAR που δημοσιεύθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2006, καθώς και η ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 9/12 Μαρτίου 2007, δεν περιείχαν κριτήρια προεπιλογής ή επιλογής, πόσο μάλλον τυχόν όρους τους οποίους θα έπρεπε να πληρούν οι υποψήφιοι. Επίσης, η ανακοίνωση της ιδιωτικοποίησης που δημοσιεύθηκε στις 18/21 Μαΐου 2007 δεν περιείχε υποχρεωτικούς όρους, αλλά μόνο κριτήρια ανάθεσης βάσει των οποίων θα πραγματοποιείτο η αξιολόγηση των διάφορων προσφορών. Επιπλέον, η Ρουμανία ισχυρίζεται ότι η αύξηση του επιπέδου απασχόλησης δεν τέθηκε ποτέ ως κριτήριο στη διαδικασία του διαγωνισμού. Εν κατακλείδι, όλοι οι δυνητικοί υποψήφιοι είχαν πρόσβαση σε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες καθώς ολόκληρη η διαδικασία ιδιωτικοποίησης ήταν διαφανής. Ως εκ τούτου, κανείς δυνητικός υποψήφιος δεν αποτράπηκε από την υποβολή προσφοράς.

(28)

Δεύτερον, η Ρουμανία υποστήριξε ότι ούτε ο φάκελος παρουσίασης ούτε το σχέδιο της σύμβασης εξαγοράς δεν έθεταν υποχρεωτικούς όρους τους οποίους δεν θα μπορούσαν να διαπραγματευθούν οι δυνητικοί υποψήφιοι. Εξηγεί ότι η AVAS σκόπευε αρχικά να ιδιωτικοποιήσει ολόκληρη τη DWAR αλλά αποφάσισε, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης, να δώσει στους δυνητικούς υποψήφιους την επιλογή υποβολής προσφορών μόνο για τα βιομηχανικά πάγια στοιχεία (εξαιρώντας δηλαδή την ακίνητη περιουσία). Τονίζει ότι όλοι οι δυνητικοί υποψήφιοι γνώριζαν εξαρχής ότι η ακίνητη περιουσία δεν περιλαμβανόταν στην προσφορά ιδιωτικοποίησης, αλλά θα πωλείτο χωριστά.

(29)

Τρίτον, η Ρουμανία τόνισε ότι τα κριτήρια του φακέλου παρουσίασης δεν επηρέαζαν τους υποψηφίους, ιδίως αφού όλα τα δυνητικά ενδιαφερόμενα μέρη ήταν αυτοκινητοβιομηχανίες. Δήλωσε επίσης ότι τα κριτήρια αυτά δεν επηρέασαν καθόλου την τιμή αγοράς που προσέφερε η Ford, διότι ήταν συμβατά με το επιχειρηματικό της σχέδιο. Σύμφωνα με τη Ρουμανία, το επίπεδο παραγωγής των 200 000 αυτοκινήτων ανά έτος, όπως απαιτεί η AVAS στο φάκελο παρουσίασης, πρέπει να επιτευχθεί για οικονομικούς λόγους. Λόγω του μεγέθους και της δυνατότητας του εργοστασίου αυτοκινήτων, το οποίο διαθέτει εξοπλισμό για την κατασκευή μικρών μοντέλων, η κατασκευή λιγότερων από 200 000 αυτοκινήτων το χρόνο δεν θα ήταν επικερδής.

(30)

Τέταρτον, η Ρουμανία ισχυρίζεται ότι ενήργησε ως επενδυτής στην οικονομία της αγοράς κατά την πώληση της συμμετοχής της στην Automobile Craiova. Ισχυρίζεται ότι η τιμή που επετεύχθη αντιπροσωπεύει την αγοραία αξία και προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα. Η DWAR αγόρασε το 51 % των μετοχών το 2006 από την πρώην μητρική εταιρεία Daewoo Motors Ltd. σε τιμή πώλησης 50 εκατ. USD. Ως εκ τούτου, η τότε συνολική αξία όλων των μετοχών ήταν 78 εκατ. ευρώ. Η Ford προσέφερε 57 εκατ. ευρώ για το 72,4 % των μετοχών της Automobile Craiova, ενώ η τιμή για το σύνολο των μετοχών ανερχόταν σε 78 εκατ. ευρώ. Επίσης, δεδομένης της αξίας ανά μετοχή υπό διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, η αξία όλων των μετοχών της Automobile Craiova στις 16 Μαρτίου 2007 ήταν σχεδόν 59 εκατ. ευρώ. Συνεπώς, η τιμή αγοράς των 57 εκατ. ευρώ που κατέβαλε η Ford για το 72 % των μετοχών υπερβαίνει την αγοραία αξία. Επίσης, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναδιάρθρωσης, η AVAS θα παραμείνει επίσης ιδιοκτήτης των μη βασικών στοιχείων του ενεργητικού. Τέλος, σύμφωνα με την αποτίμηση της DWAR που πραγματοποιήθηκε από τον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα KPMG έπειτα από την πτώχευση της μητρικής εταιρείας, η αξία της εταιρείας το 2004 αποτιμήθηκε μεταξύ 8 εκατ. και 81 εκατ. USD, ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο αποτίμησης.

(31)

Πέμπτον, όσον αφορά την εικαζόμενη αποζημίωση, η Ρουμανία υπέβαλε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το διακανονισμό του χρέους που περιλαμβάνεται στον ειδικό νόμο σχετικά με την ιδιωτικοποίηση της Automobile Craiova. Ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με τις συνήθεις επιχειρηματικές πρακτικές, η AVAS αναλαμβάνει μόνο οφειλές οι οποίες δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν και δεν μπορούν να εκτιμηθούν ποσοτικά. Τονίζει ότι η Automobile Craiova και η DWAR δεν έχουν εκκρεμείς οφειλές προς το κράτος, εκτός εκείνων που προκύπτουν στο πλαίσιο συνήθων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Επίσης, λόγω πληρωμών ύψους 10 εκατ. ευρώ που καταβλήθηκαν το 2006 προς τη μητρική εταιρεία (5), η DWAR δεν έχει εκκρεμείς οφειλές προς πρώην θυγατρικές της Daewoo.

(32)

Έκτον, όσον αφορά την τελωνειακή αξίωση ύψους 800 εκατ. ευρώ, η Ρουμανία έδωσε εξηγήσεις σχετικά με την προέλευσή της. Σύμφωνα με το νόμο 71/1994 σχετικά με την προσέλκυση ξένων επενδυτών, οι ρουμανικές εταιρείες εξαιρούνταν από τελωνειακούς δασμούς και φόρους επί των κερδών σε περίπτωση που πληρούνταν οι παρακάτω τέσσερις όροι: το ξένο εγγεγραμμένο κεφάλαιο ανέρχεται τουλάχιστον σε 50 εκατ. ευρώ· εξάγεται τουλάχιστον το 50 % της παραγωγής· επιτυγχάνεται επίπεδο ολοκλήρωσης παραγωγής τουλάχιστον 60 % και το μετοχικό κεφάλαιο παραμένει αμείωτο για 14 έτη από την ημερομηνία της ξένης εγγραφής ώστε η ξένη συμμετοχή να μη μειώνεται κάτω από 50 εκατ. USD.

(33)

Η τοπική τελωνειακή αρχή υπολόγισε το επίπεδο ολοκλήρωσης παραγωγής της εταιρείας για το 2005 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε επιτευχθεί το ανώτατο όριο του 60 %. Συνεπώς, αξίωσε την αποπληρωμή των φορολογικών απαλλαγών ύψους 800 εκατ. ευρώ. Η DWAR αμφισβήτησε την απόφαση ενώπιον της Εθνικής Τελωνειακής Αρχής. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο αποφάσισε υπέρ της απόφασης αποπληρωμής, η DWAR κατέθεσε εκ νέου έφεση. Το Εφετείο, με απόφασή του στις 27 Ιουνίου 2007, ακύρωσε τη διαταγή αποπληρωμής.

(34)

Εν κατακλείδι, η Ρουμανία τόνισε ότι η DWAR δεν επωφελήθηκε από καμία διαγραφή χρεών.

(35)

Έβδομο, οι ρουμανικές αρχές υποστηρίζουν ότι η διατήρηση του υφιστάμενου εργατικού δυναμικού δεν αποτέλεσε ποτέ όρο της ιδιωτικοποίησης αφού δεν τέθηκε ως κριτήριο ανάθεσης. Επιπλέον, το σχέδιο της σύμβασης εξαγοράς, το οποίο επισυνάπτεται στο φάκελο παρουσίασης υπήρξε απλώς ενδεικτικό και ως εκ τούτου οι δυνητικοί υποψήφιοι θα μπορούσαν να κατανοήσουν ότι οι μεμονωμένοι όροι του συμβολαίου ενδεχομένως θα υπέκειντο σε διμερείς διαπραγματεύσεις. Συνεπώς, οι δυνητικοί υποψήφιοι που δεν σχεδίαζαν να διατηρήσουν το υφιστάμενο εργατικό δυναμικό μπορούσαν, εντούτοις, να έχουν υποβάλει προσφορά με διαφορετικό επιχειρηματικό σχέδιο.

(36)

Τέλος, όσον αφορά μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις επί λοιπών συμβατικών όρων, η Ρουμανία ισχυρίζεται ότι αυτές ήταν μέρος της τυπικής διαδικασίας διαπραγμάτευσης που προηγείται της υπογραφής της σύμβασης αγοραπωλησίας.

5.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ

(37)

Με επιστολή της στις 23 Νοεμβρίου 2007, η Ford παρενέβη ως ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή.

(38)

Πρώτον, η Ford ισχυρίζεται ότι η διαδικασία ιδιωτικοποίησης ήταν ανοικτή, διαφανής, δίχως διακρίσεις και λοιπούς όρους. Όλη η αλληλογραφία μεταξύ της Ford και της AVAS κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης ήταν διαθέσιμη στην αίθουσα δεδομένων (Data Room).

(39)

Δεύτερον, τα κριτήρια ανάθεσης δεν αποτελούσαν υποχρεωτικούς όρους, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτρέψουν δυνητικούς υποψήφιους. Αντιθέτως, η Ford δήλωσε πως είχε αντιληφθεί ότι τα συγκεκριμένα κριτήρια ήταν διαπραγματεύσιμα. Επιπλέον, τα κριτήρια βαθμολόγησης δεν επηρέαζαν την προσφορά της Ford, αφού το επιχειρηματικό της σχέδιο υπερκάλυπτε άνετα τις απαιτήσεις που όριζε ο φάκελος παρουσίασης.

(40)

Τρίτον, η αξία αγοράς την οποία κατέβαλε η Ford στην AVAS αποτελεί την αγοραία αξία των μετοχών που καλύπτονται από τη διαδικασία του διαγωνισμού. Η Ford δήλωσε την πρόθεσή της να καταβάλει μέγιστη αξία αγοράς ύψους 100 εκατ. ευρώ (ήτοι, 71.4 εκατ. ευρώ) για όλες τις μετοχές, ποσό που θα αντιστοιχούσε σε αξία ίση με 51,7 εκατ. ευρώ για το 72,4 % (6). Πρόθεσή της δεν ήταν η προσφορά υψηλότερης τιμής, ακόμη και σε περίπτωση απουσίας κριτηρίων ανάθεσης. Αρχικά η Ford πρότεινε ως τιμή αγοράς ποσό ύψους 55 εκατ. ευρώ και, μετά από τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν με τις ρουμανικές αρχές, η τιμή διαμορφώθηκε στα 57 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, η Ford ήταν ο μοναδικός υποψήφιος και ως εκ τούτου η προσφορά της αντιπροσωπεύει την αγοραία αξία.

(41)

Τέλος, η Ford ισχυρίζεται ότι οι αποζημιώσεις που περιέχονται στη σύμβαση εξαγοράς αποτελούσαν συνήθη επιχειρηματική πρακτική όσον αφορά την αγορά εταιρειών και ως εκ τούτου συνάδουν με τους όρους της αγοράς και δεν οδηγούν σε πώληση σε τιμή κατώτερη από την υψηλότερη δυνατή προσφορά. Η Ford τονίζει ότι οι εν λόγω αποζημιώσεις σχετίζονται μόνο με κινδύνους εκτός της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας και είναι αδύνατον να εκτιμηθούν από νέο επενδυτή κατά την εξαγορά μιας εταιρείας. Η Ford ανέλαβε όλες τις οφειλές και τις υποχρεώσεις της Automobile Craiova, συμπεριλαμβανομένης της DWAR, που είχαν ανακύψει κατά τη διάρκεια της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας και προσδιοριστεί ποσοτικά και ανακοινωθεί στην αίθουσα δεδομένων. Ωστόσο, η Ford δεν ήταν πρόθυμη να αναλάβει ενδεχόμενους κινδύνους, τους οποίους δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει και να προσδιορίσει ποσοτικά βάσει της δέουσας επιμέλειας.

6.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

6.1.   Ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ

(42)

Το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό μέσω της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός εάν η παρούσα συνθήκη ορίζει άλλως.

6.1.1.   Κρατικοί πόροι και παροχή πλεονεκτήματος

(43)

Οι σχετικοί με τη σύμβαση ιδιωτικοποίησης όροι είχαν τεθεί από τη ρουμανική υπηρεσία ιδιωτικοποιήσεων, AVAS. Με τον καθορισμό των όρων αυτών, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μείωση της τιμής πώλησης, όπως παρουσιάζεται παρακάτω, το ρουμανικό κράτος αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν θα επιτύγχανε την υψηλότερη δυνατή τιμή. Συνεπώς, η χαμηλότερη τιμή πώλησης για το μερίδιο του 72,4 % καταβάλλεται από τις απώλειες εσόδων του κράτους. Συνεπώς, τα μέτρα περιλαμβάνουν κρατικούς πόρους.

(44)

Επιπλέον, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι ενέργειες της δημόσιας υπηρεσίας ιδιωτικοποιήσεων AVAS, καταλογίζονται στο κράτος. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται από τις ρουμανικές αρχές.

(45)

Ένα συγκεκριμένο μέτρο δεν μπορεί να θεωρείται ότι αποτελεί ενίσχυση εάν δεν παρέχει πλεονέκτημα (7). Ακολούθως, η Επιτροπή πρέπει να προσδιορίσει εάν το εν λόγω μέτρο παρέχει πλεονέκτημα.

(46)

Μια επιχείρηση επωφελείται από πλεονέκτημα εάν λαμβάνει κάτι θετικό από το κράτος, το οποίο δεν θα λάμβανε υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Προς τούτο, πρέπει πρώτα να εκτιμηθεί εάν το κράτος ενήργησε ως επενδυτής σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς ή ως κρατική αρχή η οποία πώλησε την εταιρεία υπό συνθήκες που δεν αντιστοιχούν σε κανονικές συνθήκες αγοράς.

(47)

Σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, οι δημόσιες εταιρείες υπόκεινται σε κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Το άρθρο 295 της συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι «η παρούσα συνθήκη δεν προδικάζει με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη».

(48)

Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομολογία των Ευρωπαϊκών δικαστηρίων (8) και τους κανόνες και την πρακτική που έχουν αναπτυχθεί από την Επιτροπή όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις στο πλαίσιο των ιδιωτικοποιήσεων (9), όταν ένα κράτος μέλος αγοράζει ή πωλεί μετοχές εταιρειών, δεν παρέχεται πλεονέκτημα εάν η συμπεριφορά των κρατών μελών είναι ίδια με εκείνη ενός επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς.

(49)

Συνεπώς, όταν πραγματοποιείται ιδιωτικοποίηση μέσω της πώλησης μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, θεωρείται εν γένει ότι η πράξη αυτή διέπεται από τους κανόνες της αγοράς και δεν υφίσταται ενίσχυση. Ωστόσο, όταν η ιδιωτικοποίηση λαμβάνει χώρα μέσω πώλησης σε θεσμικό ή στρατηγικό επενδυτή, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχει δοθεί ενίσχυση μόνον εφόσον πληρούνται οι παρακάτω όροι: πρώτον, η εταιρεία πωλείται μέσω διαδικασίας ανταγωνισμού ανοικτού σε όλους τους συμμετέχοντες, διαφανούς και απαλλαγμένου από διακρίσεις, δεύτερον, οι τυχόν τιθέμενοι όροι είναι συνήθεις σε συγκρίσιμες συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών και δεν είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε μείωση της τιμής πώλησης, τρίτον, η εταιρεία πωλείται στον πλειοδότη και τέταρτον οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο και πληροφορίες προκειμένου να προβούν στη σωστή αποτίμηση των στοιχείων για τα οποία πλειοδοτούν (10). Σε άλλες περιπτώσεις, οι πωλήσεις σε στρατηγικό ή θεσμικό επενδυτή πρέπει να ελέγχονται για τυχόν πιθανή ενίσχυση και συνεπώς πρέπει να κοινοποιούνται.

(50)

Στις περιπτώσεις αυτές, η εκτίμηση του εάν η συναλλαγή στην οποία εμπλέκονται κρατικά στοιχεία ενεργητικού περιέχει ενίσχυση συνεπάγεται εν γένει τον προσδιορισμό της περίπτωσης κατά την οποία ένας επενδυτής σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, ο οποίος βρίσκεται σε αντίστοιχη κατάσταση θα είχε επιδείξει παρόμοια συμπεριφορά, δηλαδή, θα είχε πωλήσει την εταιρεία στην ίδια τιμή. Κατά την εφαρμογή της αρχής του επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, μη οικονομικές πτυχές, όπως λόγοι βιομηχανικής πολιτικής, θέματα απασχόλησης ή στόχοι περιφερειακής ανάπτυξης, οι οποίες δεν θα γίνονταν δεκτές από επενδυτή στην οικονομία της αγοράς, δεν μπορούν να θεωρούνται λόγοι αποδοχής χαμηλότερης τιμής, αλλά αντιθέτως ένδειξη ύπαρξης ενίσχυσης. Για την αρχή αυτή έχουν δοθεί κατ’ επανάληψη εξηγήσεις από την Επιτροπή (11) και παρέχονται συνεχώς επιβεβαιώσεις από το Δικαστήριο (12).

(51)

Ως εκ τούτου, εάν δεν πληρούνται οποιεσδήποτε από τις παραπάνω απαιτήσεις, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ιδιωτικοποίηση πρέπει να ελεγχθεί προκειμένου να διαπιστωθεί αν εμπεριέχει κρατική ενίσχυση και συνεπώς πρέπει να κοινοποιηθεί (13). Κατά συνέπεια, η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές θα διασφάλιζε ότι το κράτος επιτυγχάνει την υψηλότερη τιμή, ήτοι, την αγοραία τιμή, για τις μετοχές του και δεν υφίσταται ως εκ τούτου κρατική ενίσχυση.

(52)

Με την επιβολή συγκεκριμένων όρων στον αγοραστή κατά την ιδιωτικοποίηση, το κράτος μειώνει δυνητικά την τιμή πώλησης και χάνει επιπλέον έσοδα. Επίσης, ορισμένες προϋποθέσεις ενδέχεται να αποτρέψουν δυνητικούς ενδιαφερόμενους επενδυτές ακόμα και από την υποβολή προσφοράς, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί το ανταγωνιστικό περιβάλλον του διαγωνισμού, ώστε ακόμη και η μεγαλύτερη από τις προσφορές που τελικά υποβάλλονται να μην αποτελεί απαραιτήτως την πραγματική αγοραία αξία (14).

(53)

Το ρουμανικό κράτος, επιβάλλοντας αυτούς τους όρους και συνεπώς αποδεχόμενο ότι δεν θα λάβει την καλύτερη τιμή για τις μετοχές ή τα στοιχεία ενεργητικού που κατέχει, δεν ενεργεί ως επενδυτής σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς ο οποίος θα επιχειρούσε να επιτύχει την υψηλότερη δυνατή τιμή. Αντίθετα, επιλέγει να πουλήσει την επιχείρηση σε τιμή χαμηλότερη από την αγοραία αξία. Ένας επενδυτής σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς δεν θα είχε οικονομικό συμφέρον να θέσει ανάλογους όρους (συγκεκριμένα, διατήρηση του επιπέδου απασχόλησης, όρους επωφελείς για την εν λόγω γεωγραφική περιοχή ή όρους που εξασφαλίζουν συγκεκριμένο επίπεδο επενδύσεων), αλλά θα πωλούσε την εταιρεία στον πλειοδότη, ο οποίος θα ήταν εν συνεχεία ελεύθερος να προσδιορίσει το μέλλον της εταιρείας ή των παγίων στοιχείων που θα είχε αποκτήσει (15).

(54)

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι όροι μιας ιδιωτικοποίησης οδηγούν αυτόματα στην παρουσία στοιχείων κρατικής ενίσχυσης. Πρώτον, οι όροι που επίσης εμφανίζονται συνήθως σε συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών (συγκεκριμένες τυπικές μορφές αποζημίωσης σχετικά με τη φερεγγυότητα του υποψηφίου ή τη συμμόρφωση με την εθνική νομοθεσία περί εργασιακών σχέσεων) δεν αποτελούν πρόβλημα. Δεύτερον, οι όροι που δεν εμφανίζονται συνήθως σε συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών οδηγούν στην παρουσία κρατικής ενίσχυσης μόνο στο βαθμό που είναι δυνατό να μειώσουν την τιμή πώλησης και να προσφέρουν πλεονέκτημα. Το γεγονός ότι οι όροι αυτοί δεν οδηγούν σε κρατική βοήθεια πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται (16).

(55)

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαδικασία διαγωνισμού που διοργανώθηκε από τις ρουμανικές αρχές στόχευε κυρίως στην επίτευξη συγκεκριμένου επιπέδου παραγωγής και απασχόλησης στην Craiova. Οι ρουμανικές αρχές δεν έχουν προσκομίσει αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι οι όροι αυτοί έχουν τεθεί για λόγους τους οποίους θα είχε λάβει υπόψη του ένας επενδυτής σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς.

(56)

Κατά την ιδιωτικοποίηση της Automobile Craiova, η υπηρεσία ιδιωτικοποιήσεων έθεσε τέσσερις όρους με τη μορφή κριτηρίων ανάθεσης ώστε να επιλεγεί ο υπερθεματιστής: η προσφερόμενη τιμή αντιστοιχούσε στο 35 % της συνολικής βαθμολογίας, οι συνολικές επενδύσεις στο 25 %, η επίτευξη επιπέδου ολοκλήρωσης παραγωγής ύψους 60 % κατά το τέταρτο έτος στο 20 %, και η δέσμευση για επίπεδο παραγωγής ύψους 200 000 αυτοκινήτων κατά το τέταρτο έτος στο 20 %. Εάν δεν πληρούνταν οι τελευταίοι δυο όροι από το δυνητικό επενδυτή, η βαθμολογία της προσφοράς θα ήταν 0 βαθμοί βάσει των συγκεκριμένων αυτών κριτηρίων. Ως εκ τούτου, ήταν πρακτικά αδύνατο για ένα δυνητικό επενδυτή που κάνει διαφορετική βιομηχανική χρήση του εργοστασίου αυτοκινήτων να επιτύχει αποκλειστικά λόγω της υψηλότερης τιμής πώλησης, χωρίς να επιτύχει το απαιτούμενο επίπεδο παραγωγής και ολοκλήρωσης (λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίπεδο επένδυσης παραμένει το ίδιο).

(57)

Αν λάβουμε υπόψη ότι ένας ανταγωνιστής επενδυτής πιθανώς να είχε προτείνει παρόμοιο επίπεδο επενδύσεων αλλά χωρίς να πληροί το κριτήριο του επιπέδου παραγωγής, ο εν λόγω ανταγωνιστής επενδυτής θα έπρεπε (προκειμένου να θεωρηθεί επιτυχών) να προτείνει τιμή ισοδύναμη με το 230 % της τιμής που πρότεινε η Ford (17). Συγκεκριμένα, για να ξεπεράσει την προσφορά της Ford ύψους 57 εκατ. ευρώ, κάποιος δυνητικός επενδυτής θα έπρεπε να προτείνει τιμή πώλησης άνω των 133 εκατ. ευρώ (ήτοι, 76 εκατ. ευρώ υψηλότερη) προκειμένου να αντισταθμιστεί η μη πλήρωση του όρου του επιπέδου παραγωγής. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ληφθεί υπόψη τόσο από την Ford όσο και από τους δυνητικούς ανταγωνιστές της και ως εκ τούτου επηρέασαν την απόφασή τους για την υποβολή προσφοράς και την προσφερόμενη τιμή.

(58)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι, παρότι η επίσημη ανακοίνωση της ιδιωτικοποίησης της Automobile Craiova δεν έκανε αναφορά σε όρους και ενώ οι ακριβείς όροι ορίζονταν μόνο στο Ενημερωτικό μνημόνιο που ακολούθησε, ο γενικός στόχος των ρουμανικών αρχών όσον αφορά τη διατήρηση συγκεκριμένου επιπέδου απασχόλησης και παραγωγής αυτοκινήτων στο εργοστάσιο ήταν ευρέως γνωστός. Για την Επιτροπή, υπάρχουν ενδείξεις ότι συγκεκριμένοι δυνητικοί επενδυτές, οι οποίοι ενδεχομένως να είχαν λάβει υπόψη τους διαφορετική βιομηχανική στρατηγική, αποτράπηκαν από το να επιδείξουν συγκεκριμένο ενδιαφέρον στην εταιρεία κατά το αρχικό αυτό στάδιο.

(59)

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί ότι η παραγωγή 200 000 αυτοκινήτων το χρόνο είναι διπλάσια της τρέχουσας παραγωγικής ικανότητας, της οποίας, κυρίως προς το παρόν, χρησιμοποιείται σημαντικά μειωμένο τμήμα. Το επίπεδο παραγωγής που πρέπει να επιτευχθεί ορίζεται λεπτομερώς και ως εκ τούτου θα οδηγήσει σίγουρα σε σημαντική αύξηση της παρουσίας στην αγορά. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κατάσταση αυτή συγκρίνεται με την κατάσταση κατά την οποία η οικονομική συμπεριφορά της εταιρείας επηρεάζεται από κρατικά μέτρα για μείωση του κόστους που υπό κανονικές συνθήκες αναλαμβάνουν οι εταιρείες ή από άμεσες επιδοτήσεις.

(60)

Όσον αφορά το διαχωρισμό που εφαρμόζουν οι ρουμανικές αρχές μεταξύ των όρων και του μοντέλου βαθμολόγησης, η Επιτροπή δεν αναγνωρίζει συνάφεια στο επιχείρημα αυτό. Η βαθμολόγηση των επιπέδων παραγωγής και ολοκλήρωσης είναι de facto ανάλογη με τους πραγματικούς όρους που έχουν τεθεί ως προς την ιδιωτικοποίηση, οι οποίοι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, οδήγησαν σε μείωση της τιμής πώλησης. Δεν μπορεί να αποδεχθεί το επιχείρημα ότι η τιμή πώλησης αντανακλά την αγοραία αξία της επιχείρησης. Και σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή έχει ενδείξεις ότι δυνητικοί επενδυτές με διαφορετική στρατηγική παραγωγής ή βιομηχανική δραστηριότητα που δεν είχαν την πρόθεση να παράγουν 200 000 αυτοκίνητα το χρόνο και να επιτύχουν επίπεδο ολοκλήρωσης 60 % ενδεχομένως να αποτράπηκαν εξαρχής από την υποβολή προσφοράς και η ανταγωνιστική τους θέση στο διαγωνισμό είχε αδιαμφισβήτητα πληγεί σημαντικά. Αυτές φαίνεται να είναι οι συνθήκες τις οποίες προτίμησαν οι ρουμανικές αρχές για τη μέθοδο βαθμολόγησης που περιγράφεται παραπάνω. Πράγματι, ένας υποψήφιος με διαφορετική βιομηχανική στρατηγική αποφάσισε στο τέλος να μην υποβάλει προσφορά, ενώ είχε συμμετάσχει στη διαδικασία του διαγωνισμού.

(61)

Όσον αφορά τη διαπραγματευσιμότητα των όρων που είχαν τεθεί, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί το επιχείρημα της Ρουμανίας ότι η διαπραγματευσιμότητα των όρων ήταν γνωστή σε όλους τους δυνητικούς επενδυτές και μπορούσε εύκολα να συναχθεί από τα έγγραφα του διαγωνισμού. Είναι αλήθεια ότι η AVAS, απαντώντας στις ερωτήσεις της Ford, επιβεβαίωσε ότι το σχέδιο της σύμβασης εξαγοράς ήταν απλώς ενδεικτικό και εξυπηρετούσε ως βάση για περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, αυτή η δήλωση αναφέρεται μόνο στις συμβατικές διαπραγματεύσεις που πραγματοποιούνται σε περιπτώσεις πώλησης μετοχών με τη μορφή διαπραγματεύσεων βάσει οριστικών, βελτιωμένων και αμετάκλητων προσφορών και εν γένει δεν επιβεβαίωνε ότι ήταν δυνατές περαιτέρω διαπραγματεύσεις των υποχρεωτικών όρων που περιέχονται στη δημόσια ανακοίνωση και, συγκεκριμένα, των στοιχείων του πίνακα βαθμολόγησης. Η Ρουμανία δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι τα κριτήρια του πίνακα βαθμολόγησης θα μπορούσαν να θεωρηθούν διαπραγματεύσιμα. Μάλιστα, εάν τα κριτήρια βαθμολόγησης ήταν διαπραγματεύσιμα, το μοντέλο βαθμολόγησης θα έχανε κάθε πρακτική σπουδαιότητα.

(62)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με το επιχείρημα της Ρουμανίας σύμφωνα με το οποίο η AVAS επιβεβαίωσε ότι ήταν δυνατή η αλλαγή της θέσης της κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Η απάντηση αυτή αφορά αποκλειστικά στην ερώτηση της Ford ως προς τη σχεδιασμένη απαίτηση να αποποιηθεί ο αγοραστής του δικαιώματός του να αξιώσει προστασία και επιστροφή χρημάτων από το κράτος σε περίπτωση που εκδηλωνόταν επιτυχής αξίωση τρίτων για τα στοιχεία ενεργητικού της Automobile Craiova. Η Επιτροπή φρονεί ότι δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από τη δήλωση αυτή ότι όλοι οι όροι θα ήταν σε γενικές γραμμές διαπραγματεύσιμοι.

(63)

Η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί τους υπολογισμούς που παρουσίασε η Ρουμανία, οι οποίοι έχουν ως στόχο να αποδείξουν ότι η τιμή που κατέβαλε η Ford αντιπροσωπεύει την αγοραία αξία της Automobile Craiova. Πρώτον, η τιμή πώλησης που κατέβαλε η Ford για το 72 % της Automobile Craiova, συμπεριλαμβανομένων των DWAR και Mecatim, δεν μπορεί να συγκριθεί με την τιμή που κατέβαλε η DWAR το 2006 για το 51 % των ίδιων μετοχών της. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γενικότερο οικονομικό πλαίσιο κατά τη στιγμή της τελευταίας αυτής πώλησης: όταν η χρεοκοπημένη Daewoo Motors συμφώνησε να πωλήσει το ποσοστό της του 51 % το 2006, η DWAR αντιμετώπισε σημαντικές υποχρεώσεις (εκκρεμής τελωνειακή αξίωση, οφειλές προς άλλες θυγατρικές της Daewoo κ.λπ.).

(64)

Δεύτερον, δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή η σύγκριση μεταξύ της τιμής πώλησης και της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών της Automobile Craiova, η οποία ήταν περίπου 50 εκατ. ευρώ. Δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για την απόκτηση πλειοψηφικής συμμετοχής, η αξία των μετοχών είναι σημαντικά υψηλότερη από το σύνολο της αξίας των μεμονωμένων μετοχών. Επιπλέον, δεδομένου ότι μόνο πολύ μικρό μέρος των μετοχών είναι πραγματικά διαθέσιμο στην αγορά, η χρηματιστηριακή τιμή πιθανώς να μην αντανακλά την πραγματική αξία της εταιρείας.

(65)

Συνεπώς, η Επιτροπή πρέπει να καταλήξει ότι οι όροι που τίθενται σχετικά με την ιδιωτικοποίηση της Automobile Craiova έχουν μειώσει την τιμή πώλησης και έχουν αποτρέψει άλλους πιθανούς επενδυτές από την υποβολή προσφοράς. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν να αποποιηθεί το ρουμανικό κράτος τα έσοδα από την ιδιωτικοποίηση.

(66)

Ενόψει των παραπάνω εκτιμήσεων, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρασχέθηκε οικονομικό πλεονέκτημα με τη μορφή κρατικών πόρων επί των ιδιωτικοποιημένων οικονομικών δραστηριοτήτων.

(67)

Κατά την εκκίνηση της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης, η Επιτροπή είχε αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο ο διαγωνισμός ήταν διαφανής και απαλλαγμένος από διακρίσεις και συγκεκριμένα εάν όλα τα πιθανώς ενδιαφερόμενα μέρη είχαν ίση πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με την υπό ιδιωτικοποίηση εταιρεία, στα κριτήρια ανάθεσης και τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης συγκεκριμένων συμβατικών όρων με την υπηρεσία ιδιωτικοποιήσεων. Σύμφωνα με τις τότε διαθέσιμες πληροφορίες, οι ρουμανικές αρχές διεξήγαγαν προκαταρκτικές συζητήσεις με συγκεκριμένες αυτοκινητοβιομηχανίες πριν από τη δημοσίευση της επίσημης ανακοίνωσης της ιδιωτικοποίησης.

(68)

Η Ρουμανία ισχυρίζεται ότι όλοι οι δυνητικοί επενδυτές είχαν ίση πρόσβαση σε πληροφορίες και ότι κανένας από αυτούς δεν ευνοήθηκε. Οι προκαταρκτικές συμβάσεις της κυβέρνησης με τα δυνητικά ενδιαφερόμενα μέρη δεν επηρέασαν τη στρατηγική και τη διαδικασία της ιδιωτικοποίησης.

(69)

Βάσει των πληροφοριών που της υπέβαλαν, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι ρουμανικές αρχές πραγματοποίησαν άτυπες προκαταρκτικές συζητήσεις με διάφορους πιθανούς επενδυτές σχετικές με παρόμοιες πτυχές της υπό ιδιωτικοποίησης εταιρείας: πλήρης κυριότητα των βιομηχανικών πάγιων στοιχείων, οφειλές και υποχρεώσεις της εταιρείας και ταχεία διαδικασία ιδιωτικοποίησης. Λαμβάνεται υπόψη ότι το ρουμανικό κράτος με την ιδιότητα του πωλητή θα προέβαινε σε αυτές τις συζητήσεις με σκοπό να λάβει προκαταρκτικές πληροφορίες όπως είναι η ζήτηση στην αγορά, η ελάχιστη τιμή πώλησης κ.λπ. Εκτός εάν οι συζητήσεις αυτές πραγματοποιούνται με σκοπό ή αποτέλεσμα την καθιέρωση των όρων που θα ισχύουν για το διαγωνισμό, η Επιτροπή συμφωνεί ότι μπορεί να θεωρηθεί συνήθης πρακτική για την κυβέρνηση να προβαίνει σε διαβουλεύσεις και προκαταρκτικές συζητήσεις με πιθανούς επενδυτές πριν από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης ιδιωτικοποίησης.

(70)

Έπειτα από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης ιδιωτικοποίησης, μόνο δύο δυνητικοί προσφέροντες, η Ford και η GM, αγόρασαν τον φάκελο παρουσίασης που τους έδινε τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στην αίθουσα δεδομένων και να υποβάλλουν οριστική και δεσμευτική προσφορά. Είναι αλήθεια ότι, μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης ιδιωτικοποίησης, όλη η αλληλογραφία μεταξύ της AVAS, αφενός, και της Ford και της GM, αφετέρου, ήταν διαθέσιμη στα μέρη στην αίθουσα δεδομένων. Συνεπώς, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο συγκεκριμένο στάδιο της ιδιωτικοποίησης και οι δυο δυνητικοί επενδυτές είχαν ίση πρόσβαση στις πληροφορίες.

(71)

Εν κατακλείδι, βάσει των πληροφοριών που παρείχε η Ρουμανία, διαλύθηκαν οι αμφιβολίες της Επιτροπής για το αν ο διαγωνισμός για την ιδιωτικοποίηση της Automobile Craiova ήταν ανοικτός, διαφανής και άνευ διακρίσεων.

(72)

Κατά την εκκίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο η AVAS ενδέχεται να προβεί στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης σε απαλλαγή από ορισμένες οφειλές της εταιρείας (συγκεκριμένα, από την τελωνειακή αξίωση ύψους 800 εκατ. ευρώ) και να προσφέρει εγγύηση για την πληρωμή των οφειλών προς άλλες πρώην θυγατρικές της Daewoo.

(73)

Όσον αφορά την τελωνειακή αξίωση, η Ρουμανία παρείχε αναμφισβήτητες πληροφορίες από τις οποίες προκύπτει ότι η αξίωση κηρύχθηκε αβάσιμη από εθνικό δικαστήριο: η αξίωση προήλθε από λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, η τελωνειακή αξίωση ακυρώθηκε. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν πλήρως την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Επίσης, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να αρνηθούν, εάν αυτό είναι απαραίτητο, την εφαρμογή οποιασδήποτε διάταξης της εθνικής νομοθεσίας που αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία (18). Η Επιτροπή εκτίμησε τους λόγους της ακύρωσης με δικαστική απόφαση της τελωνειακής αξίωσης και συμπέρανε ότι η απόφαση δεν οδήγησε στην παροχή εκ νέου ενίσχυσης.

(74)

Όσον αφορά τις τρέχουσες υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική, η Ρουμανία πρόβαλε το επιχείρημα ότι δεν θα αναλάβει η AVAS τις υποχρεώσεις αυτές, αλλά θα καταβληθούν από την DWAR.

(75)

Όσον αφορά την εγγύηση που παρέχεται από την AVAS έναντι ενδεχόμενων υποχρεώσεων, οι ρουμανικές αρχές εξήγησαν ότι η κρατική εγγύηση ισχύει μόνο σε περίπτωση άγνωστων αξιώσεων σχετικών με παλαιότερες δραστηριότητες της DWAR, τις οποίες δεν θα μπορούσε να αξιολογήσει και να εκτιμήσει ποσοτικά με τη δέουσα επιμέλεια ένας νέος επενδυτής. Περαιτέρω, η Ρουμανία δηλώνει ότι η ανάληψη τέτοιου είδους υποχρεώσεων αποτελεί συνήθη επιχειρηματική πρακτική στο πλαίσιο συνήθων συμβατικών διαπραγματεύσεων.

(76)

Εν κατακλείδι, οι αμφιβολίες της Επιτροπής όσον αφορά την πιθανή απαλλαγή από οφειλές που εκφράστηκε στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας διαλύθηκαν.

(77)

Κατά την εκκίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης, η Επιτροπή είχε αμφιβολίες για το κατά πόσο η AVAS θα άλλαζε, κατά τη φάση των διαπραγματεύσεων, τους όρους του διαγωνισμού σε τέτοιο βαθμό ώστε να ωφελείται το επιχειρηματικό σχέδιο της Ford. Η Ρουμανία έδειξε ότι οι αλλαγές σε άλλους συμβατικούς όρους που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της φάσης των διαπραγματεύσεων αποτελούν συνήθη επιχειρηματική πρακτική και επιτρέπονται στο πλαίσιο της στρατηγικής ιδιωτικοποιήσεων που έχει επιλεγεί για την εταιρεία αυτή (ήτοι, διαπραγματεύσεις βάσει οριστικών, βελτιωμένων και αμετάκλητων προσφορών). Η Ρουμανία τόνισε επίσης ότι η προσφορά της Ford περιείχε σχέδιο απόκτησης της μονάδας παραγωγής (επί του παρόντος της DWAR). Σε αντάλλαγμα, η Ford προσέφερε πακέτο αποτελούμενο από την τιμή πώλησης ύψους 57 εκατ. ευρώ πλέον των παρεπόμενων παγίων στοιχείων, τα οποία θα παρέμεναν υπό κρατική κυριότητα.

(78)

Κατά τη διάρκεια της φάσης των διαπραγματεύσεων, η AVAS και η Ford συμφώνησαν σε μία διαδικασία εταιρικής αναδιάρθρωσης η οποία περιλαμβανόταν επίσης στη σύμβαση αγοραπωλησίας. Στο πλαίσιο αυτής της εταιρικής αναδιάρθρωσης, η Automobile Craiova και η Mecatim θα συγχωνευτούν με την DWAR. Τα βασικά στοιχεία του ενεργητικού (ήτοι, βιομηχανικά πάγια στοιχεία) και των τριών εταιρειών παραμένουν στην κυριότητα της DWAR. Τα υπόλοιπα μη βασικά στοιχεία του ενεργητικού (συγκεκριμένα η ακίνητη περιουσία) θα χωριστούν και θα μεταβιβαστούν σε νέα εταιρεία (Newco). Τα επιπλέον καθαρά διαθέσιμα της DWAR θα μεταβιβαστούν επίσης στη Newco. Επιπλέον, η AVAS ανέλαβε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αποκτήσει τις υπολειπόμενες μετοχές της νέας DWAR (ήτοι, βασικά στοιχεία ενεργητικού) από τους μειοψηφικούς μετόχους και να τα πουλήσει στη Ford.

(79)

Τα επιχειρήματα που παρουσίασε η Ρουμανία διέλυσαν τις αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς τη φάση διαπραγματεύσεων.

6.1.2.   Επιλεκτικότητα

(80)

Το μέτρο είναι επιλεκτικό δεδομένου ότι ευνοεί μόνο την Automobile Craiova, καθώς και την αυτοκινητοβιομηχανία DWAR.

6.1.3.   Στρέβλωση του ανταγωνισμού και αντίκτυπος στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών

(81)

Η Automobile Craiova είναι εταιρεία κατασκευής αυτοκινήτων και ανταλλακτικών και η DWAR είναι εταιρεία κατασκευής αυτοκινήτων. Τα προϊόντα αυτά πωλούνται ευρέως σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως εκ τούτου, το μέτρο απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

6.1.4.   Συμπέρασμα

(82)

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι οι σχετικοί όροι συνεπάγονται κρατική ενίσχυση καθώς οδηγούν σε μείωση της τιμής πώλησης της συμμετοχής 72,4 % στην Automobile Craiova και παρέχουν πλεονέκτημα επί της ιδιωτικοποιημένης οικονομικής μονάδας. Η παρούσα απόφαση ισχύει μόνο για την πώληση του ποσοστού 72,4 % από την AVAS στη Ford. Δεν προδικάζει τυχόν μελλοντική εκτίμηση πιθανής πώλησης του υπόλοιπου 27,6 % των μετοχών.

(83)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι η οικονομική δραστηριότητα ωφελείται από το πλεονέκτημα που παρέχεται και από την κρατική ενίσχυση.

6.2.   Ποσοτικός προσδιορισμός της ενίσχυσης

(84)

Το ύψος της κρατικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε είναι ίσο με τη διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας της εταιρείας (ήτοι, της υψηλότερης δυνατής τιμής την οποία θα λάμβανε η AVAS για τη συμμετοχή του 72,4 % στην Automobile Craiova εάν δεν υπήρχαν όροι) και της ληφθείσας τιμής. Η διαφορά βαρύνει το κράτος.

(85)

Φυσικά είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ποια θα ήταν η τιμή που θα είχε επιτευχθεί σε έναν ανοικτό, διαφανή, άνευ διακρίσεων και όρων διαγωνισμό. Η καλύτερη δυνατή λύση θα ήταν να ακυρωθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και να αναδιοργανωθεί η ιδιωτικοποίηση, άνευ όρων, εξασφαλίζοντας έτσι τη μη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης. Η λύση αυτή προτάθηκε στις ρουμανικές αρχές αλλά δεν έγινε αποδεκτή από αυτές.

(86)

Προκειμένου να εκτιμηθεί το στοιχείο της ενίσχυσης που χορηγήθηκε στην ιδιωτικοποιημένη οικονομική δραστηριότητα συνεπεία της ιδιωτικοποίησης, είναι απαραίτητο να εκτιμηθεί η αγοραία αξία της εταιρείας. Κατόπιν συζητήσεων με τις ρουμανικές αρχές και τη Ford, και υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης αυτής, η Επιτροπή θεωρεί πρέπον στη συγκεκριμένη υπόθεση να βασίσει την ανάλυση της αγοραίας αξίας στην καθαρή αξία του ενεργητικού της εταιρείας που πουλήθηκε.

(87)

Κατά την εξέταση της λογιστικής αξίας της εταιρείας τη στιγμή του διαγωνισμού, σύμφωνα με τον ισολογισμό της 31ης Μαρτίου 2007 (ήτοι, τα τελευταία στοιχεία που ήταν διαθέσιμα στους πιθανούς υποψήφιους για τον προσδιορισμό των προσφορών τους), η συνολική αξία των πάγιων στοιχείων της εταιρείας μείον τις συνολικές οφειλές ήταν – 465 εκατ. ευρώ. Στην αξία αυτή δεν περιλαμβάνεται η ακίνητη περιουσία, η οποία τελικά δεν αγοράστηκε από τη Ford. Επιπλέον, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, στη σύμβαση εξαγοράς και τα δύο μέρη αποφάσισαν ότι την πώληση θα ακολουθούσε η διαδικασία εταιρικής αναδιάρθρωσης. Πρώτον, η Ford δεν θα λάμβανε το σύνολο των παρεπόμενων πάγιων στοιχείων, τα οποία θα παρέμεναν στην AVAS. Δεύτερον, η AVAS θα διατηρούσε επίσης τα επιπλέον καθαρά διαθέσιμα ύψους 310 εκατ. νέων ρουμανικών λέι (περίπου 92 εκατ. ευρώ), μαζί με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις της εταιρείας (είχε εκτιμηθεί ότι τα διαθέσιμα θα επαρκούσαν για την καταβολή των υποχρεώσεων). Τέλος, ο ισολογισμός του Μαρτίου 2007 περιελάμβανε προβλέψεις για πιθανή αποπληρωμή της τελωνειακής αξίωσης (περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 25 και 73), η οποία μείωνε σημαντικά την καθαρή αξία του ενεργητικού της εταιρείας. Μετά την απόφαση του δικαστηρίου, η αξίωση αυτή εξαλείφθηκε και ήταν δυνατή η αποδέσμευση της πρόβλεψης.

(88)

Επιπλέον των στοιχείων αυτών, οι ρουμανικές αρχές υπέβαλαν επιχειρήματα υπέρ συγκεκριμένων αναπροσαρμογών των αξιών στον ισολογισμό ώστε να αντανακλάται η πραγματική αξία του ενεργητικού. Συγκεκριμένα, η αξία των γηπέδων και των κτηρίων, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού, των λοιπών ενσώματων παγίων και των αποθεμάτων τροποποιήθηκε ανάλογα ώστε να αντανακλάται η πραγματική τους αγοραία αξία.

(89)

Εάν ληφθούν υπόψη όλοι αυτοί οι παράγοντες, ήτοι, εάν αφαιρεθούν τα επιπλέον καθαρά διαθέσιμα, δεν ληφθούν υπόψη οι υποχρεώσεις και οι προβλέψεις για την τελωνειακή αξίωση και εάν, τέλος, εφαρμοστούν οι παραπάνω αναπροσαρμογές, η προκύπτουσα συνολική καθαρή αξία του 100 % του ενεργητικού της DWAR θα ανέλθει σε 115 923 000 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι η καθαρή αξία του ενεργητικού του 72,4 % της DWAR ανέρχεται σε 83 928 000 ευρώ.

(90)

Η διαφορά μεταξύ της καθαρής αξίας του ενεργητικού όπως προσδιορίζεται και της αξίας που καταβάλλεται από την Ford (57 εκατ. ευρώ) ανέρχεται σε 26 928 000 ευρώ. Συνεπώς, η κρατική ενίσχυση ανέρχεται σε 26 928 000 ευρώ.

6.3.   Χαρακτηρισμός του κρατικού μέτρου ως παράνομη ενίσχυση

(91)

Σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου ως «παράνομη ενίσχυση» νοείται κάθε νέα ενίσχυση η οποία χορηγείται κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(92)

Οι ρουμανικές αρχές δεν κοινοποίησαν το μέτρο πριν από την υλοποίησή του και προχώρησαν στην εφαρμογή του κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3. Κατά συνέπεια, το μέτρο αποτελεί παράνομη ενίσχυση.

6.4.   Συμβιβάσιμο της παράνομης ενίσχυσης

(93)

Εφόσον καθορίστηκε ότι το κρατικό μέτρο αποτελεί ενίσχυση βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, είναι αναγκαίο να καθοριστεί εάν το μέτρο θα μπορούσε να συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

(94)

Οι εξαιρέσεις του άρθρου 87 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ δεν ισχύουν στην παρούσα περίπτωση δεδομένου ότι η ενίσχυση δεν έχει κοινωνικό χαρακτήρα ούτε χορηγείται προς μεμονωμένους καταναλωτές. Επιπλέον, το μέτρο δεν εξυπηρετεί στην επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα συμβάντα και η ενίσχυση δεν χορηγείται προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της Γερμανίας.

(95)

Δεν ισχύουν επίσης οι εξαιρέσεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχεία β) και δ) της συνθήκης ΕΚ. Αναφέρονται σε ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους και σε ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

(96)

Ως εκ τούτου, μένουν μόνο οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της συνθήκης ΕΚ και στις σχετικές κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές.

(97)

Η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες από τις οποίες να προκύπτει ότι η ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με τη συνθήκη ΕΚ βάσει των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (19).

(98)

Στο πλαίσιο αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών, η εταιρεία που λαμβάνει ενίσχυση αναδιάρθρωσης πρέπει να είναι προβληματική, ήτοι, να μην είναι ικανή, με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με τους πόρους που είναι ικανή να εξασφαλίσει από τους ιδιοκτήτες/μετόχους της και τους πιστωτές της να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της, η οποία, χωρίς εξωτερική παρέμβαση από το κράτος, θα την οδηγήσει προς μία σχεδόν βέβαιη οικονομική εξαφάνιση βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Είναι αλήθεια ότι η DWAR σημείωσε ζημία ύψους 350 εκατ. ευρώ το 2006 και είχε οφειλές ύψους 88 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η αξία του ενεργητικού της υπολογιζόταν σε 419 εκατ. ευρώ (κυρίως ακίνητη περιουσία). Επιπλέον, έπειτα από την ιδιωτικοποίηση και την πώληση στη Ford, η DWAR θα αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου επιχειρηματικού ομίλου, υπό την έννοια των κατευθυντηρίων γραμμών, που πιθανώς θα μπορούσε να στηρίξει την εταιρεία οικονομικά έτσι ώστε να ξεπεράσει τις δυσκολίες της. Επομένως, βάσει των κατευθυντήριων γραμμών η DWAR δεν θεωρείται προβληματική επιχείρηση.

(99)

Επιπλέον, η παροχή ενίσχυσης αναδιάρθρωσης εξαρτάται από την ύπαρξη ενός υγιούς σχεδίου αναδιάρθρωσης του οποίου η διάρκεια πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και θα αποκαταστήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της εταιρείας εντός ευλόγου χρονοδιαγράμματος και βάσει ρεαλιστικών υποθέσεων ως προς τις μελλοντικές συνθήκες λειτουργίας. Η Ρουμανία δεν παρείχε τέτοιου είδους σχέδιο αναδιάρθρωσης.

(100)

Επιπλέον, πρέπει να αποτρέπεται η αθέμιτη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται συχνά ως περιορισμός της παρουσίας την οποία μπορεί να απολαμβάνει η εταιρεία στην αγορά ή τις αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται έπειτα από το τέλος της περιόδου αναδιάρθρωσης (ήτοι, αντισταθμιστικά μέτρα). Όσον αφορά την Automobile Craiova, οι όροι που έχουν τεθεί για την ιδιωτικοποίηση εξασφαλίζουν σημαντική αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της εταιρείας, και ως εκ τούτου, αυξημένη παρουσία στη σχετική αγορά.

(101)

Παρά τις αμφιβολίες της Επιτροπής κατά την εκκίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Ρουμανία δεν απέδειξε την πλήρωση αυτών των όρων. Συνεπώς, η Επιτροπή καταλήγει ότι δεν έχουν εκπληρωθεί οι όροι που τίθενται στις κατευθυντήριες γραμμές.

(102)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης ΕΚ, η Automobile Craiova βρίσκεται σε ενισχυόμενη περιοχή, η οποία είναι επιλέξιμη για περιφερειακή ενίσχυση. Ωστόσο, η Ρουμανία δεν έχει παράσχει πληροφορίες από τις οποίες να προκύπτει ότι πληρούνται οι όροι για τη χορήγηση περιφερειακής ενίσχυσης όπως ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα.

(103)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι όροι που τίθενται στη σύμβαση ιδιωτικοποίησης έχουν πράγματι σχέση με τις σχεδιαζόμενες επενδύσεις και τη διατήρηση της απασχόλησης, που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τους στόχους της περιφερειακής ενίσχυσης. Ωστόσο, το ζήτημα είναι ότι δεν υπήρχε εξάρτηση της μειωμένης τιμής που επιτεύχθηκε από την Ford από τη συμμόρφωση με τους κανόνες που ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, όπως η διατήρηση του σχεδίου στην περιοχή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η επαλήθευση των επιλέξιμων δαπανών ή των κανόνων σώρευσης των ενισχύσεων, η διαφάνεια και ο έλεγχος.

(104)

Επιπλέον, η Επιτροπή σημειώνει ότι η Ρουμανία παρείχε χωριστή ενημέρωση για την περιφερειακή ενίσχυση (20). Η ενίσχυση αυτή θα εκτιμηθεί βάσει άλλης απόφασης.

(105)

Περαιτέρω, η Επιτροπή σημειώνει ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με άλλες κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές ή πλαίσια. Σε κάθε περίπτωση, οι ρουμανικές αρχές δεν αναφέρονται σε καμία τέτοια διάταξη.

(106)

Βάσει των παραπάνω, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

7.   ΑΝΑΚΤΗΣΗ

(107)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, σε περίπτωση έκδοσης αρνητικής απόφασης σε υποθέσεις παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από το δικαιούχο.

(108)

Είναι δυνατή η ανάκτηση μόνο μη συμβιβάσιμων ενισχύσεων. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι χορηγήθηκε παράνομα ενίσχυση ύψους 26 928 000 ευρώ. Η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με καμία κοινοτική διάταξη σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και ως εκ τούτου επιβάλλεται η ανάκτησή της.

(109)

Η Επιτροπή καταλήγει ότι ο δικαιούχος της κρατικής ενίσχυσης είναι η οικονομική μονάδα που ιδιωτικοποιήθηκε, ήτοι, τα βασικά βιομηχανικά πάγια στοιχεία της Automobile Craiova και της DWAR ή άλλης μεταγενέστερης οντότητας. Σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης αγοραπωλησίας, μετά τη διαδικασία εταιρικής αναδιάρθρωσης, η εν λόγω οικονομική οντότητα θα είναι κάτοχος μόνο των βασικών βιομηχανικών πάγιων στοιχείων που έχουν ευνοηθεί από τους όρους που τέθηκαν για την ιδιωτικοποίηση, και όχι των μη βασικών στοιχείων του ενεργητικού.

(110)

Ενόψει των ειδικών ρητρών αναστολής της σύμβασης αγοραπωλησίας, καθώς και της διαταγής αναστολής που εξέδωσε η Επιτροπή, η σύμβαση αγοραπωλησίας μεταξύ της AVAS και της Ford δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η ενίσχυση δεν έχει ακόμη τεθεί στη διάθεση του δικαιούχου και ως εκ τούτου δεν απαιτείται η καταβολή τόκου ανάκτησης.

(111)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι τα επιπλέον καθαρά διαθέσιμα της Automobile Craiova και της DWAR (καθώς και άλλα μη βασικά στοιχεία του ενεργητικού) δεν αποτελούν μέρος της συναλλαγής μεταξύ της AVAS και της Ford και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αναληφθούν από την τελευταία. Συνεπώς, κατά τον υπολογισμό της καθαρής αξίας του ενεργητικού της εταιρείας για την ποσοτική εκτίμηση της ενίσχυσης, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τυχόν επιπλέον καθαρά διαθέσιμα. Επομένως, βάσει της παρούσας απόφασης, η ενίσχυση δεν θα αποπληρωθεί από τα συγκεκριμένα επιπλέον καθαρά διαθέσιμα. Συνεπώς, η Επιτροπή ζητά να παραμείνει ενήμερη σχετικά με την εταιρική αναδιάρθρωση και συγκεκριμένα να λάβει αποδείξεις σχετικά με το επίπεδο των επιπλέον καθαρών διαθεσίμων κατά την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης αγοραπωλησίας και κατά την ημέρα της αποπληρωμής, και επίσης να ενημερωθεί για τυχόν διαφορές που θα προκύψουν μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση ύψους 26 928 000 ευρώ που χορήγησε η Ρουμανία στο πλαίσιο της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης της Automobile Craiova δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

Άρθρο 2

1.   Η Ρουμανία λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ανακτήσει από το δικαιούχο την παράνομη ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1.

2.   Επί των ποσών των ενισχύσεων που πρέπει να ανακτηθούν οφείλονται τόκοι από την ημερομηνία που τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι την ημερομηνία ανάκτησής τους.

3.   Ο τόκος υπολογίζεται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (21).

4.   Η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής.

Άρθρο 3

1.   Η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1 είναι άμεση και αποτελεσματική.

2.   Η Ρουμανία διασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 4

1.   Εντός δυο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Ρουμανία υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:

α)

το συνολικό ποσό που πρέπει να ανακτηθεί από το δικαιούχο·

β)

λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση·

γ)

έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι έχει δοθεί εντολή στο δικαιούχο να επιστρέψει την ενίσχυση·

δ)

έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι η ενίσχυση έχει επιστραφεί·

ε)

έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι η ενίσχυση δεν έχει επιστραφεί μέσω των μη βασικών βιομηχανικών πάγιων στοιχείων τα οποία πρέπει να μεταβιβαστούν στη νεοσυσταθείσα εταιρεία της AVAS και στους μειοψηφικούς μετόχους (συγκεκριμένα, επιπλέον καθαρά διαθέσιμα και ακίνητη περιουσία), όπως ορίζεται στη σύμβαση αγοραπωλησίας·

στ)

λεπτομερή περιγραφή της υλοποίησης της διαδικασίας εταιρικής αναδιάρθρωσης όπως ορίζεται στη σύμβαση αγοραπωλησίας.

2.   Η Ρουμανία ενημερώνει τακτικά την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται προς υλοποίηση της παρούσας απόφασης έως την πλήρη ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1. Υποβάλλει άμεσα, κατόπιν απλής αίτησης της Επιτροπής, πληροφορίες σχετικές με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά της ενίσχυσης και τους τόκους ανάκτησης που έχουν ήδη ανακτηθεί από το δικαιούχο.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Ρουμανία.

Βρυξέλλες, 27 Φεβρουαρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Neelie KROES

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 248 της 23.10.2007, σ. 25.

(2)  [Λάθος: το κείμενο πρέπει να αναφέρει: «και της θυγατρικής της, Daewoo Romania»].

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1).

(4)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(5)  Το 2006, η DWAR αγόρασε το 51 % των μετοχών από την Daewoo Motors Ltd. με τίμημα 50 εκατ. USD συν την καταβολή ποσού εξόφλησης 10 εκατ. USD για τυχόν εκκρεμείς υποχρεώσεις προς άλλες θυγατρικές της Daewoo.

(6)  Βάσει της ισοτιμίας 1 EUR = 1,4 USD.

(7)  Βλέπε υπόθεση T-471/93 Tiercé Ladbroke SA κατά Επιτροπής, σκέψεις 54 και 56 έως 63.

(8)  Βλέπε, για παράδειγμα, την υπόθεση T-296/97 Alitalia, τις υποθέσεις T-228/99 και T-233/99 WestLB κατά Επιτροπής, την υπόθεση T-366/00 Scott SA, τις υποθέσεις C-328/99 και C-399/00 Italy και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής και την υπόθεση T-358/94 Air France κατά Επιτροπής.

(9)  23η έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1993), σ. 255. Οι συγκεκριμένοι κανόνες, ειδικά για τον τομέα της αεροπορίας, είναι διαθέσιμοι στην έκδοση «Εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ στις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της αεροπορίας» (ΕΕ C 350 της 10.12.1994, σ. 5) που ορίζει ότι «η ενίσχυση αποκλείεται […] εάν, κατά την ιδιωτικοποίηση πληρούνται οι ακόλουθοι όροι: η διάθεση γίνεται διαμέσου μιας άνευ όρων πρόσκλησης για την υποβολή προσφορών […]. Εξάλλου, οι ακόλουθες πωλήσεις υπόκεινται στις απαιτήσεις έγκυρης ενημέρωσης του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ γιατί υπάρχει τεκμήριο ότι μπορεί να ενέχουν ενίσχυση: […] όλες οι πωλήσεις οι οποίες πραγματοποιούνται σε συνθήκες οι οποίες δεν θα ήταν αποδεκτές για μια συναλλαγή μεταξύ επενδυτών υπό συνθήκες οικονομίας αγοράς».

(10)  Σημεία 402 και επόμενα της 23ης έκθεσης επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1993). Βλέπε επίσης την παράγραφο 248 της 21ης έκθεσης επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1991): «[…] δεν συνεπάγεται χορήγηση ενίσχυσης σε περιπτώσεις όπου οι μετοχές πωλούνται στον πλειοδότη ως αποτέλεσμα μιας ανοικτής και άνευ όρων διαδικασίας πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών. Σε περιπτώσεις όπου οι μετοχές πωλούνται υπό διαφορετικούς όρους, ενδεχομένως ενυπάρχουν στοιχεία ενίσχυσης».

(11)  Βλέπε επί παραδείγματι την απόφαση της Επιτροπής επί της TASQ της 3ης Μαΐου 2000, σύμφωνα με την οποία «Οι γαλλικές αρχές έδειξαν επίσης ότι η πρόσκληση υπήρξε διαφανής και αμερόληπτη […]. Συγκεκριμένα, τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή δείχνουν ότι για την πώληση της TASQ δεν υπήρξε καμία ιδιαίτερη προϋπόθεση διατήρησης των θέσεων απασχόλησης, εντοπισμού ή συνέχειας της δραστηριότητας». Το γεγονός αυτό έδωσε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συμπεράνει ότι δεν υπήρχε κρατική ενίσχυση στη συγκεκριμένη ιδιωτικοποίηση.

(12)  Βλέπε, επί παραδείγματι, τις υποθέσεις T-228/99 και T-233/99 WestLB κατά Επιτροπής, την υπόθεση T-366/00 Scott SA, τις υποθέσεις C-328/99 και C-399/00 Italy και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής και την Υπόθεση T-358/94 Air France κατά Επιτροπής. Στην υπόθεση T-296/97 Alitalia, το Δικαστήριο δηλώνει ότι «πρέπει να υπομνησθεί ότι η συμπεριφορά του ιδιώτη επενδυτή σε οικονομία αγοράς κατευθύνεται από τις προοπτικές αποδοτικότητας. Όμως, η συμμετοχή των εργαζομένων εμπνεύστηκε από σκέψεις διατηρήσεως της απασχολήσεως και, επομένως, προπαντός από σκέψεις βιωσιμότητας και επιβιώσεως της προσφεύγουσας μάλλον παρά από τις προοπτικές αποδοτικότητας».

(13)  Βλέπε την 23η έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1993), σ. 255.

(14)  Σε αρκετές από τις αποφάσεις της Επιτροπής, η απουσία προϋποθέσεων, ήτοι, διαγωνισμοί άνευ όρων, αποτελούσε αποφασιστικό επιχείρημα, το οποίο επέτρεπε στην Επιτροπή να συνάγει ότι οι διαδικασίες ιδιωτικοποίησης δεν εμπεριείχαν κρατική βοήθεια. Βλέπε για παράδειγμα, τις αποφάσεις της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 2000, σχετικά με τη Dessauer Geräteindustrie (ΕΕ L 1 της 4.1.2001, σ. 10), της 13ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την SKET Walwerkstechnik (ΕΕ L 301 της 17.11.2001, σ. 37) και της 30ής Ιανουαρίου 2002 σχετικά με την Gothaer Fahrzeugtechnik (ΕΕ L 314 της 18.11.2002, σ. 62), στην οποία η Επιτροπή εξηγεί ότι: «Για να αποκλεισθεί ότι η ανωτέρω πράξη εμπεριείχε στοιχεία κρατικής ενίσχυσης, πρέπει η BvS να αξίωσε τίμημα ανταποκρινόμενο στην αγοραία αξία της επιχείρησης. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή οφείλει να ελέγξει κατά πόσον η διαδικασία εκποίησης ήταν κατάλληλη για τον καθορισμό της αγοραίας τιμής. […] η τιμή πώλησης γίνεται δεκτό ότι αντιστοιχεί στην αγοραία τιμή όταν η πώληση έχει γίνει μέσω ανοικτού και άνευ λοιπών όρων διαγωνισμού και τα περιουσιακά στοιχεία της πωλούμενης επιχείρησης περιέρχονται στον πλειοδότη ή σε αυτόν που υπέβαλε τη μοναδική προσφορά».

(15)  Βλέπε για παράδειγμα, την απόφαση 97/81/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1996, σχετικά με την Head Tyrolia Mares, όπου η Επιτροπή αναφέρει ότι «Κατά τη σύναψη συμφωνιών αγοράς οι επενδυτές της ελεύθερης αγοράς δεν ενδιαφέρονται για την εξασφάλιση κάποιου επιπέδου απασχόλησης, εάν δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι προς το σκοπό αυτό. Χωρίς τη σχετική ρήτρα ο αγοραστής θα είχε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Η αξία της ΗΤΜ θα αυξανόταν και θα μπορούσε να επιτευχθεί υψηλότερη τιμή πώλησης ή θα απαιτούνταν μικρότερες εισφορές κεφαλαίου από μέρους της ΑΤ» και την απόφαση 2000/628/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Απριλίου 2000, που αφορά την ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Centrale del Latte di Roma, στην οποία η Επιτροπή διευκρινίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων η ιδιωτικοποίηση μιας δημόσιας εταιρείας δεν ενέχει κρατική ενίσχυση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 32 και επόμενες και ιδίως την αιτιολογική σκέψη 36): «Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αγοραστική αξία της επιχείρησης θα ήταν η τιμή που ο ιδιώτης επενδυτής θα πλήρωνε εν απουσία όλων των όρων πώλησης, ειδικότερα των όρων που αφορούν τη διασφάλιση κάποιου επιπέδου απασχόλησης και προμήθειας των πρώτων υλών από τους τοπικούς παραγωγούς».

(16)  Μία τέτοια ανάλυση έλαβε χώρα για παράδειγμα ενόψει της απόφασης της Επιτροπής της 20ής Ιουνίου 2001 σχετικά με την GSG και επέτρεψε στην Επιτροπή να συμπεράνει ότι δεν υπήρχε κρατική ενίσχυση ακόμη και παρουσία ασυνήθιστων προϋποθέσεων αφού διαπίστωσε ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μείωση της τιμής πώλησης.

(17)  Στους παραπάνω υπολογισμούς, η Επιτροπή θεώρησε ότι ο αντίκτυπος του όρου που σχετίζεται με το επίπεδο ολοκλήρωσης μπορεί να αγνοηθεί. Όπως σωστά τόνισε η Ford και σύμφωνα με την πρακτική της Επιτροπής, η απαίτηση αυτή παραβιάζει τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς ως προς την ελεύθερη διακίνηση των αγαθών. Συνεπώς, η Ford ανέλαβε να επιτύχει το 60 % του επιπέδου ολοκλήρωσης εντός τεσσάρων ετών από την ιδιωτικοποίηση «σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Εφόσον η Ford τόνισε την πτυχή στην αλληλογραφία της με την AVAS που ήταν επίσης διαθέσιμη στη GM, θεωρείται ότι η GM εννόησε επίσης ότι η συγκεκριμένη αυτή απαίτηση μπορούσε υπό όρους να γίνει αποδεκτή χωρίς στην πράξη να υπάρχουν συνέπειες για την προσφορά της. Ωστόσο, εάν η τιμή έπρεπε να αντισταθμίζει επίσης την αποτυχία πλήρωσης του συγκεκριμένου κριτηρίου, οι διαφορές των τιμών θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες από ότι αναφέρεται παραπάνω.

(18)  Βλέπε επί παραδείγματι, την υπόθεση C-119/05 Ιταλία κατά Lucchini.

(19)  ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.

(20)  Κρατική ενίσχυση N 767/07: Μεγάλο επενδυτικό σχέδιο — Ρουμανία — Ford Craiova.

(21)  ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης της Επιτροπής στην υπόθεση C 46/07 (πρώην NN 59/07) όσον αφορά κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε η Ρουμανία στην Automobile Craiova

Πληροφορίες σχετικά με τα ποσά ενισχύσεων που έχουν ληφθεί, πρόκειται να ανακτηθούν και έχουν ήδη ανακτηθεί

Ταυτότητα του δικαιούχου

Συνολικό ποσό της ληφθείσας ενίσχυσης (1)

Συνολικό ποσό της προς ανάκτηση ενίσχυσης (1)

(Κεφάλαιο)

Συνολικό ποσό της ήδη επιστραφείσας ενίσχυσης (1)

Κεφάλαιο

Τόκος ανάκτησης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


(1)  

(°)

Ποσά στα εκατομμύρια εθνικού νομίσματος.


6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/26


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 16ης Απριλίου 2008

σχετικά με το μέτρο C 29/07 (πρώην N 310/06) το οποίο σχεδιάζει να εφαρμόσει η Ουγγαρία υπό μορφή βραχυπρόθεσμων εγγυήσεων εξαγωγικών πιστώσεων για ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 1332]

(Το κείμενο στην ουγγρική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2008/718/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις (1), και λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με ηλεκτρονική κοινοποίηση της 17ης Μαΐου 2006, οι ουγγρικές αρχές γνωστοποίησαν το προαναφερθέν μέτρο (στο εξής «το μέτρο») σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. Η κοινοποίηση συμπληρώθηκε με επιστολή της 21ης Ιουνίου 2006, η οποία πρωτοκολλήθηκε από την Επιτροπή στις 22 Ιουνίου 2006.

(2)

Με επιστολές της 1ης Αυγούστου 2006, της 30ής Οκτωβρίου 2006 και της 30ής Απριλίου 2007, η Επιτροπή ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες, τις οποίες η Ουγγαρία της διαβίβασε με επιστολές στις 12 Σεπτεμβρίου 2006, 21 Μαρτίου και 30 Μαΐου 2007, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν από την Επιτροπή αυθημερόν.

(3)

Με επιστολή της 18ης Ιουλίου 2007 (στο εξής «η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας»), η Επιτροπή ενημέρωσε την Ουγγαρία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το μέτρο.

(4)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2). Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την ενίσχυση.

(5)

Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από ενδιαφερόμενους τρίτους. Οι παρατηρήσεις των ουγγρικών αρχών παρελήφθησαν με επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 2007.

2.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

2.1.   Στόχος

(6)

Στόχος του μέτρου είναι η παροχή βραχυπρόθεσμων εγγυήσεων εξαγωγικών πιστώσεων για τη χρηματοδότηση συναλλαγών που αφορούν τις εξαγωγές που πραγματοποιούν ΜΜΕ (3) με ετήσιο εξαγωγικό κύκλο εργασιών που δεν υπερβαίνει τα 2 εκατ. ευρώ (στο εξής «ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών»). Η Ουγγαρία επιθυμεί να εφαρμόσει το μέτρο που προβλέπεται στο σημείο 2.5 της ανακοίνωσης της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης στη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων (4) (στο εξής «η ανακοίνωση σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων» ή «η ανακοίνωση»).

2.2.   Όροι και προϋποθέσεις της εγγύησης

(7)

Εγγύηση σε σχέση με την αποπληρωμή ενός δανείου για τη χρηματοδότηση συναλλαγών με αντικείμενο τις εξαγωγές μπορεί να χορηγηθεί:

α)

σε εξαγωγική εγχώρια ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών για να αυξήσει τη δανειοληπτική της ικανότητα έναντι εμπορικής τράπεζας. Στην περίπτωση αυτή, οι κίνδυνοι μπορεί να συνδέονται άμεσα με τον πωλητή (δηλαδή την εξαγωγική ΜΜΕ) και έμμεσα με τον αγοραστή·

β)

σε αλλοδαπό αγοραστή αγαθών και υπηρεσιών από εγχώρια ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών για να αυξήσει τη δανειοληπτική του ικανότητα έναντι εμπορικής τράπεζας. Στην περίπτωση αυτή, οι κίνδυνοι συνδέονται άμεσα με τον αγοραστή. Δεν υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη χώρα του αγοραστή, δηλαδή ο αγοραστής μπορεί να είναι εγκατεστημένος είτε σε κάποια από τις χώρες που παρατίθενται στο παράρτημα της ανακοίνωσης είτε σε άλλη χώρα. Επίσης δεν υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά το μέγεθος του αλλοδαπού αγοραστή (δηλαδή μπορεί να είναι μεγάλη επιχείρηση).

(8)

Οι ουγγρικές αρχές αναφέρουν ότι, σε αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, η εγγύηση πρέπει να χρηματοδοτεί συναλλαγή που αφορά εξαγωγές. Η μέγιστη διάρκεια της εγγύησης είναι δύο έτη.

(9)

Το ποσό της εγγύησης δεν είναι δυνατό να υπερβαίνει το 70 % της αξίας της εξαγωγικής σύμβασης (μειωμένη κατά προκαταβολή ίση τουλάχιστον με το 15 %) ή το 70 % του υποκείμενου δανείου.

(10)

Οι εξαγωγικές ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών δεν είναι επιλέξιμες για την εγγύηση εάν εμπλέκονται σε διαδικασίες πτώχευσης ή εκκαθάρισης ή τελούν υπό αναγκαστική διαχείριση. Δεν υποβλήθηκαν πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων περιορισμών όσον αφορά τις εγγυήσεις που παρέχονται σε αλλοδαπούς αγοραστές.

(11)

Σε περίπτωση εγγυήσεων που καλύπτουν εγχώριους κινδύνους (δηλαδή εγγύηση για την εξαγωγική ΜΜΕ), η αμοιβή εξαρτάται από την πιστοληπτική ικανότητα της εξαγωγικής ΜΜΕ και καθορίζεται σύμφωνα με σύστημα αξιολόγησης πέντε βαθμίδων βασισμένο σε αντικειμενικά κριτήρια, καθώς και βάσει υποκειμενικής αξιολόγησης η οποία διενεργείται σύμφωνα με την πρακτική των εμπορικών τραπεζών.

(12)

Στην περίπτωση εγγυήσεων που καλύπτουν εξωτερικούς κινδύνους (δηλαδή εγγύηση για τον αλλοδαπό αγοραστή), οι αγοραστές κατανέμονται σε κατηγορίες κινδύνου ανάλογα με τη χώρα τους.

(13)

Όσον αφορά τις αμοιβές της εγγύησης, οι ουγγρικές αρχές διευκρίνισαν ότι θα κυμαίνονται μεταξύ 0,5 % και 2,0 % ετησίως.

(14)

Πέραν των ανωτέρω αμοιβών, πρέπει επίσης να καταβληθεί εφάπαξ αμοιβή διαχείρισης ίση με το 0,1 % του εγγυημένου ποσού.

(15)

Οι ουγγρικές αρχές ισχυρίζονται ότι τα έσοδα από τις αμοιβές θα καλύψουν τα λειτουργικά έξοδα του καθεστώτος και τις απαιτήσεις της εγγύησης. Οι αμοιβές υπόκεινται σε τριμηνιαία επανεξέταση.

(16)

Οι ουγγρικές αρχές ανέφεραν επίσης ότι δεν προβλέπεται στην ουγγρική αγορά εγγυητική κάλυψη για το συγκεκριμένο είδος κινδύνων. Για την τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού, η Ουγγαρία υπέβαλε δηλώσεις δύο ουγγρικών εμπορικών τραπεζών με διεθνή δραστηριότητα, στις οποίες αναφέρεται ότι η παροχή εγγυήσεων για τη χρηματοδότηση εξαγωγικών δραστηριοτήτων ΜΜΕ με περιορισμένο κύκλο εργασιών εξαγωγών δεν στρεβλώνει τη δραστηριότητα στην αγορά των εμπορικών τραπεζών και αυξάνει την προθυμία τους να αναλάβουν κινδύνους. Εξάλλου, η Ουγγαρία υπέβαλε επίσης δηλώσεις δύο μεγάλων διεθνών ασφαλιστών εξαγωγικών πιστώσεων και ενός εθνικού ασφαλιστή πιστώσεων, στις οποίες επιβεβαιώνεται το κενό στην αγορά και αναφέρεται ότι δεν δραστηριοποιούνται στο συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς.

2.3.   Φορέας υλοποίησης

(17)

Η εγγύηση εκδίδεται από την Hungarian Export-Import Bank (στο εξής «Eximbank»), ένα αμιγώς κρατικό οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων.

(18)

Η Eximbank τυγχάνει κρατικής στήριξης υπό μορφή εγγύησης η οποία καλύπτει κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την εφαρμογή του μέτρου.

2.4.   Νομική βάση

(19)

Το μέτρο βασίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) του Νόμου XLII του 1994 σχετικά με την Hungarian Export-Import Bank Corporation και την Hungarian Export Credit Insurance Corporation, καθώς και στα άρθρα 1 παράγραφος 2 και 11/A παράγραφος 13 του κυβερνητικού διατάγματος 85/1998 (V.6.).

2.5.   Προϋπολογισμός

(20)

Το συνολικό ποσό της εγγυητικής κάλυψης που πρόκειται να χορηγήσει η Eximbank κατά τη διετή περίοδο διάρκειας του μέτρου ανέρχεται σε 15 δισεκατ. HUF (60 εκατ. ευρώ).

2.6.   Διάρκεια

(21)

Η διάρκεια του μέτρου περιορίζεται σε δύο έτη από την έγκρισή του από την Επιτροπή.

2.7.   Λόγοι για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας

(22)

Στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή ανέφερε ότι το μέτρο ήγειρε αμφιβολίες, δεδομένου ότι η εξαγωγική εγγύηση που πρόκειται να χορηγήσει η Eximbank και η ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων που καλύπτεται από την ανακοίνωση φαίνεται να διαφέρουν από αρκετές απόψεις, και ειδικότερα:

α)

καλύπτουν διαφορετικούς τύπους κινδύνου. Ενώ η ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων καλύπτει πάντοτε κινδύνους που συνδέονται με τον αγοραστή (δηλαδή τον κίνδυνο να μην πληρώσει ο αγοραστής τον προμηθευτή), η εγγύηση που πρόκειται να χορηγηθεί από την Eximbank σε μια εξαγωγική ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών καλύπτει τους κινδύνους μη αποπληρωμής ενός δανείου από τον ίδιο τον εξαγωγέα, δηλαδή στην ουσία πρόκειται για στήριξη εξαγωγικών δραστηριοτήτων μιας ΜΜΕ με περιορισμένο κύκλο εργασιών, χωρίς να συνδέεται αποκλειστικά με τους κινδύνους του αγοραστή. Οι αγοραστές (συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων εταιρειών), μπορούν επίσης να λάβουν την εγγύηση που χορηγεί η Eximbank και, στην περίπτωση αυτή, η εγγύηση καλύπτει τους κινδύνους που συνδέονται με τον αγοραστή. Ωστόσο, οι κίνδυνοι αυτοί καλύπτουν τη μη αποπληρωμή ενός εμπορικού δανείου από τον αγοραστή, ενώ η ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων καλύπτει κινδύνους μη πληρωμής για αγορασθέντα αγαθά και υπηρεσίες από τον αλλοδαπό αγοραστή. Συνεπώς, η εγγύηση που παρέχεται στον αλλοδαπό αγοραστή του επιτρέπει να λαμβάνει δάνεια με ευνοϊκότερους όρους, ενώ η ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων δεν έχει ανάλογο αποτέλεσμα·

β)

στην Ουγγαρία, οι νομικές βάσεις των δύο αυτών δραστηριοτήτων είναι σαφώς καθορισμένες και διακριτές: η εγγύηση αποτελεί χρηματοοικονομική υπηρεσία, την οποία μπορούν να χορηγήσουν μόνο χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ενώ η ασφάλιση μπορεί να χορηγηθεί μόνον από ασφαλιστή που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περί ασφαλίσεων. Το γεγονός αυτό εξηγεί ενδεχομένως τις δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τους ασφαλιστές εξαγωγικών πιστώσεων, στις οποίες αναφέρεται ότι δεν δραστηριοποιούνται σε αυτό το τμήμα της αγοράς (εγγυήσεις εξαγωγικών πιστώσεων), πράγμα που απαγορεύεται εκ του νόμου. Οι δηλώσεις των δύο ουγγρικών τραπεζών είναι επίσης διφορούμενες, διότι η εγγύηση της Eximbank θα μειώσει τους κινδύνους που θα έπρεπε να αναλάβουν σε περίπτωση μη χορήγησής της και, επομένως, φαίνεται να επωφελούνται από αυτό το μέτρο.

(23)

Στον βαθμό που η ανακοίνωση δεν εφαρμόζεται, το μέτρο ενδέχεται να συνιστά κρατική ενίσχυση άμεσα συνδεόμενη με εξαγωγές (εντός και εκτός της Κοινότητας), η οποία δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή καταδικάζει πάντοτε αυστηρά τις εξαγωγικές ενισχύσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, η δε χορήγηση εξαγωγικών ενισχύσεων εκτός Κοινότητας μπορεί επίσης να επηρεάσει τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας.

(24)

Τέλος, ακόμη και αν η ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων και η εγγύηση της Eximbank ήταν ισοδύναμες και η ανακοίνωση τύγχανε εφαρμογής, παραμένουν ορισμένοι προβληματισμοί. Αφότου εγκρίθηκε από την Επιτροπή, στις 22 Ιανουαρίου 2007, για περίοδο δύο ετών, το μέτρο N 488/06 — «Ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων για ΜΜΕ με περιορισμένο κύκλο εργασιών εξαγωγών», η MEHIB (ο έτερος ουγγρικός κρατικός οργανισμός εξαγωγικών πιστώσεων) παρέχει ήδη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών, συνεπώς η κάλυψη αυτή διατίθεται ήδη στην αγορά. Επιπλέον, το γεγονός ότι επιτρέπεται σε δύο κρατικούς οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων η παροχή υπηρεσιών και η δημιουργία πελατειακής βάσης στο συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς θα μπορούσε να αναβάλει την είσοδο ενδεχόμενων νέων ανταγωνιστών στην αγορά.

3.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΓΓΡΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ

(25)

Κανένας τρίτος δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία. Τα σχόλια των ουγγρικών αρχών μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:

α)

η Ουγγαρία συμφωνεί ότι, ενώ η ασφάλιση καλύπτει πάντοτε κινδύνους που συνδέονται με τον αγοραστή, η εγγύηση που πρόκειται να χορηγήσει η Eximbank σε μια εξαγωγική ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών καλύπτει τους κινδύνους μη αποπληρωμής ενός δανείου από τον ίδιο τον εξαγωγέα. Ωστόσο, η Ουγγαρία θεωρεί ότι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, οι κίνδυνοι συνδέονται πρωτίστως με τον αγοραστή, δεδομένου ότι η αποπληρωμή του δανείου που λαμβάνεται από την εξαγωγική ΜΜΕ εξαρτάται κυρίως από την πληρωμή των αγορασθέντων αγαθών από τον αγοραστή·

β)

η Ουγγαρία συμφωνεί ότι οι κίνδυνοι που καλύπτονται από την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων και εκείνοι που καλύπτονται από την εγγύηση της Eximbank που παρέχεται στον αλλοδαπό αγοραστή είναι διαφορετικοί. Επιπλέον, η Ουγγαρία παραπέμπει επίσης στην πρακτική των εμπορικών τραπεζών, οι οποίες αντιμετωπίζουν τις εγγυήσεις ευνοϊκότερα σε σχέση με την ασφάλιση, ως εξασφάλιση για το δάνειο, αφού οι ασφαλιστές συχνά αρνούνται να πληρώσουν χαρακτηρίζοντας την υπόθεση εμπορική διαφορά·

γ)

η Ουγγαρία σημειώνει το γεγονός ότι υπέβαλε τις δηλώσεις των ασφαλιστών, τις οποίες η Επιτροπή είχε ήδη δεχθεί για το μέτρο N 488/06. Η Ουγγαρία συμφωνεί, επίσης, ότι η εγγύηση που πρόκειται να χορηγήσει η Eximbank μειώνει τον κίνδυνο που θα αναλάμβαναν οι εμπορικές τράπεζες σε περίπτωση μη χορήγησής της, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι τράπεζες πραγματοποίησαν τις δηλώσεις τους ως ενδιαφερόμενα μέρη·

δ)

η Ουγγαρία αναφέρει ότι το καθεστώς δεν θα εφαρμοσθεί παράλληλα με το ήδη ισχύον καθεστώς ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων N 488/06 σε σχέση με την ίδια συναλλαγή. Τονίζει επίσης ότι ένας μοναδικός οργανισμός εξαγωγικών πιστώσεων δεν μπορεί να καλύπτει όλες τις ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών και ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιζήμια επιλογή των ΜΜΕ. Η Ουγγαρία υποστηρίζει επίσης ότι το καθεστώς εγγύησης της Eximbank θα επιτρέψει στις εμπορικές τράπεζες να αποκτήσουν εμπειρία όσον αφορά τους εγγενείς στις συναλλαγές αυτές κινδύνους και να οικοδομήσουν μια εμπορική αγορά εγγυήσεων εξαγωγικών πιστώσεων σε διάστημα 2 έως 3 ετών·

ε)

σύμφωνα με την Ουγγαρία, οι κανόνες που αφορούν τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες εξαγωγικές πιστώσεις (5) ισχύουν επίσης και στην ασφάλιση, τις εγγυήσεις και την αναχρηματοδότηση των εξαγωγικών πιστώσεων. Επομένως, δεν είναι ορθό να ερμηνεύεται η ανακοίνωση που θεσπίζει τους κανόνες για τη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων κατά τρόπο που να καλύπτει μόνον την ασφάλιση και να αποκλείει άλλες βραχυπρόθεσμες συναλλαγές, διότι αυτό θα συνιστούσε διάκριση εις βάρος των ιδρυμάτων που παρέχουν εγγυήσεις εξαγωγικών πιστώσεων.

4.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

(26)

Η κοινοποίηση αφορά μέρος μόνον των δημόσιων δραστηριοτήτων της Eximbank, και ειδικότερα το καθεστώς εγγυήσεων για εξαγωγικές συμβάσεις. Προς τούτο, η αξιολόγηση του παρόντος καθεστώτος εγγυήσεων δεν επηρεάζει τη θέση της Επιτροπής σχετικά με τις συνολικές σχέσεις μεταξύ κράτους και Eximbank ή σχετικά με τα άλλα προϊόντα της Eximbank.

4.1.   Δυνατότητα εφαρμογής της ανακοίνωσης σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων

(27)

Τα επιχειρήματα των ουγγρικών αρχών (όπως συνοψίζονται στην παράγραφο 25 ανωτέρω) δεν διασκέδασαν τις αρχικές αμφιβολίες της Επιτροπής. Ειδικότερα:

α)

στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας αναφέρεται ότι, αντίθετα με την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, οι εγγυήσεις της Eximbank που παρέχονται σε εξαγωγικές ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών δεν συνδέονται αποκλειστικά με τους κινδύνους του αγοραστή. Η διαφορά αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις ουγγρικές αρχές, αφού, κατά τα λεγόμενά τους, ο κίνδυνος μη αποπληρωμής ενός δανείου από την εξαγωγική ΜΜΕ δεν συνδέεται αποκλειστικά, αλλά μόνον κατά κύριο λόγο, με τον αγοραστή·

β)

στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας αναφερόταν επίσης ότι οι κίνδυνοι που καλύπτονται από την εγγύηση της Eximbank που χορηγείται στον αλλοδαπό αγοραστή και οι κίνδυνοι που καλύπτονται από την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων είναι διαφορετικοί. Το επιχείρημα της Ουγγαρίας δεν αντικρούει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό·

γ)

στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας αναφερόταν ότι οι δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τους εμπορικούς ασφαλιστές, με τις οποίες επιβεβαιώνεται ότι δεν δραστηριοποιούνται στο συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς εγγυήσεων, είναι άνευ αντικειμένου, καθώς αυτοί δεν έχουν, εκ του νόμου, δικαίωμα παροχής εγγυήσεων. Οι δηλώσεις αυτές ήταν σχετικές στην υπόθεση N 488/06, δεδομένου ότι το μέτρο αφορούσε βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων·

δ)

στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας αναφερόταν ότι, παρότι τα δύο μέσα (εγγύηση και ασφάλιση) δεν θα εφαρμοσθούν στην ίδια συναλλαγή, ένα δεύτερο μέτρο θα μπορούσε να ευνοήσει περαιτέρω τις ουγγρικές εξαγωγικές ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι ουγγρικές αρχές ανέφεραν ότι οι εμπορικές τράπεζες είναι γενικά πιο πρόθυμες να δεχθούν ως εξασφάλιση δανείου μια εγγύηση, πράγμα που σημαίνει ότι η διαθεσιμότητα τέτοιων εγγυήσεων συνεπάγεται πρόσθετα οφέλη για τις ΜΜΕ·

ε)

όσον αφορά τους κανόνες που ανέφερε η Ουγγαρία ότι εφαρμόζονται στις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες εξαγωγικές πιστώσεις, αυτοί βασίζονται στις διατάξεις της συνθήκης για το εξωτερικό εμπόριο (άρθρο 132). Όπως απεφάνθη το Δικαστήριο, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν συνεπώς να αποκλείσουν την εφαρμογή των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων της συνθήκης ΕΚ (6). Επιπλέον, δηλωμένος σκοπός της ανακοίνωσης σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων είναι η άρση της στρέβλωσης του ανταγωνισμού που προκαλείται από κρατικές ενισχύσεις στον επιχειρηματικό τομέα της ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων, όπου υφίσταται ανταγωνισμός μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών ασφαλιστών εξαγωγικών πιστώσεων· συνεπώς η ανακοίνωση αναφέρεται και εφαρμόζεται μόνον σε θέματα ασφάλισης.

(28)

Οι παρατηρήσεις των ουγγρικών αρχών επιβεβαιώνουν την ερμηνεία που περιέχεται στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία η εγγύηση που πρόκειται να χορηγήσει η Eximbank διαφέρει από ορισμένες απόψεις από την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων. Επομένως, το μέτρο δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί βάσει της ανακοίνωσης για τη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση των εξαγωγικών πιστώσεων.

4.2.   Ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης

(29)

Δεδομένου ότι το μέτρο δεν μπορεί να αξιολογηθεί βάσει της ανακοίνωσης σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ (7).

(30)

Προκειμένου ένα μέτρο να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, πρέπει να πληρούνται τέσσερα κριτήρια:

να αφορά τη χρήση κρατικών πόρων,

να παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στον δικαιούχο,

να επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών,

να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.

(31)

Το μέτρο αποδίδεται στο κράτος, δεδομένου ότι εφαρμόζεται από ένα αμιγώς κρατικό οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων, ο οποίος έχει συσταθεί με κρατικά κονδύλια, εκτελεί συναλλαγές όπως απαιτείται από τους κρατικούς κανονισμούς και επωφελείται κρατικής αντεγγύησης για τους συναφείς τύπους κινδύνων.

(32)

Η αμοιβή της εγγύησης ορίζεται βάσει ενός συστήματος αξιολόγησης του κινδύνου, το οποίο πρέπει κανονικά να συνεπάγεται υψηλότερη αμοιβή για τους πιο επισφαλείς πελάτες. Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι το σύστημα αξιολόγησης του κινδύνου λαμβάνει υπόψη ευρύ φάσμα παραγόντων όσον αφορά τους εγχώριους κινδύνους, αλλά βασίζεται σε ένα μόνο κριτήριο (τη χώρα του αγοραστή) όσον αφορά τους κινδύνους από το εξωτερικό.

(33)

Οι ουγγρικές αρχές ισχυρίζονται ότι οι αμοιβές της εγγύησης είναι εναρμονισμένες με τις αμοιβές που έχουν καθιερωθεί στην αγορά από διεθνείς εμπορικούς ασφαλιστές ή εγγυητές για το συγκεκριμένο είδος κινδύνων. Ωστόσο, η Ουγγαρία δεν απέδειξε (π.χ. μέσω ανεξάρτητων δεδομένων ή ανεξάρτητης μελέτης) ότι οι αμοιβές που προκύπτουν από την αξιολόγηση του κινδύνου είναι πράγματι σύμφωνες με το επίπεδο της αγοράς.

(34)

Ο ισχυρισμός ότι οι αμοιβές της εγγύησης καλύπτουν τα λειτουργικά έξοδα του καθεστώτος και τις απαιτήσεις της εγγύησης πρέπει να θεωρηθεί θετικό στοιχείο. Ωστόσο, η Ουγγαρία δεν τεκμηρίωσε με δεδομένα τον εν λόγω ισχυρισμό.

(35)

Επιπλέον, οι ουγγρικές αρχές ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει στην ουγγρική αγορά εγγύηση για την κάλυψη του συγκεκριμένου τύπου κινδύνων. Επομένως, το υπό εξέταση μέτρο παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα και μέσω της παροχής εγγυητικής κάλυψης, η οποία δεν θα ήταν διαφορετικά διαθέσιμη στην αγορά.

(36)

Οι ουγγρικές αρχές δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με τις πτυχές αυτές. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα στους δικαιούχους.

(37)

Το μέτρο είναι επιλεκτικό επειδή αφορά μόνον τις συναλλαγές που έχουν αντικείμενο εξαγωγές που εκτελούνται από ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών και επειδή ο νόμος για τον ετήσιο προϋπολογισμό θεσπίζει συνολικό όριο στο ποσό των εγγυήσεων που χορηγεί η Eximbank και οι οποίες τυγχάνουν κρατικής αντεγγύησης.

(38)

Το μέτρο μπορεί να έχει επίπτωση στον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, διότι συνδέεται άμεσα με εξαγωγικές συναλλαγές ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών. Επιπλέον, δεν αποκλείονται από αυτό οι ενδοκοινοτικές εξαγωγές.

(39)

Κατά συνέπεια, το μέτρο πρέπει να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

4.3.   Συμβιβάσιμο του μέτρου

(40)

Η κρατική ενίσχυση μπορεί να χαρακτηριστεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, εάν αφορά μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στη συνθήκη ΕΚ. Το άρθρο 87 παράγραφος 2 προβλέπει αυτόματες εξαιρέσεις από τη γενική απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων· ωστόσο, είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει καμία από τις εν λόγω εξαιρέσεις.

(41)

Στο άρθρο 87 παράγραφος 3 προσδιορίζονται τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες η κρατική ενίσχυση κρίνεται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. Το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) αφορά τις ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης μειονεκτουσών περιοχών. Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις της εγγύησης δεν διαμορφώνονται ανάλογα με το επίπεδο υστέρησης της περιοχής στην οποία δραστηριοποιείται η εξαγωγική ΜΜΕ. Επίσης, το καθεστώς καλύπτει ολόκληρη την επικράτεια της Ουγγαρίας, ενώ βάσει του ισχύοντος χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων της Ουγγαρίας 2007-2013 (8), μόνο μέρος της Ουγγαρίας είναι επιλέξιμο για ενισχύσεις στο πλαίσιο του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α). Το μέτρο δεν πληροί επίσης άλλες προϋποθέσεις των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013 (9). Επομένως, η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση.

(42)

Το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο β) ορίζει ότι οι ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Δεν εφαρμόζεται επίσης το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) που αφορά την ενίσχυση για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

(43)

Το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) ορίζει ότι οι ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Η Επιτροπή έχει εκπονήσει διάφορες κατευθυντήριες γραμμές και ανακοινώσεις, όπου διευκρινίζει πώς προτίθεται να εφαρμόσει αυτές τις διατάξεις. Δεδομένου ότι καμία εξ αυτών δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, κάθε κρατική ενίσχυση που περιλαμβάνεται στο υπό εξέταση μέτρο πρέπει να αξιολογηθεί απευθείας βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης.

(44)

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει ήδη και έχει εγκριθεί από την Επιτροπή (10), σύμφωνα με τις διατάξεις της ανακοίνωσης για τη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, ένα καθεστώς ασφάλισης εξαγωγών που αφορά εξαγωγικές συναλλαγές ΜΜΕ που διαθέτουν περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ουγγαρία δεν απέδειξε την αναγκαιότητα ενός πρόσθετου μέσου για τη στήριξη των εξαγωγικών συναλλαγών των ΜΜΕ που εμφανίζουν περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών.

(45)

Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή καταδικάζει καταρχήν, αυστηρά τις εξαγωγικές ενισχύσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, διότι οι επιδοτήσεις κατά την εξαγωγή επηρεάζουν άμεσα τον ανταγωνισμό στην αγορά μεταξύ δυνητικών ανταγωνιστικών προμηθευτών αγαθών και υπηρεσιών. Δεδομένου ότι οι εξαγωγικές αυτές ενισχύσεις συνδέονται στενά και άρρηκτα με την υποκείμενη εμπορική συναλλαγή, θα επηρεάσουν αναμφίβολα λίαν δυσμενώς τους όρους του ανταγωνισμού. Στις προηγούμενες αποφάσεις της (11), η Επιτροπή κατέδειξε σαφώς ότι οι εγγυήσεις που χορηγούνται σε τιμή κατώτερη της αγοράς στο πλαίσιο εξαγωγικών συμβάσεων εντός της Κοινότητας συνιστούν κρατικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Επιπλέον, οι εξαγωγικές ενισχύσεις εκτός της Κοινότητας εκ μέρους των κρατών μελών μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας.

5.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(46)

Για τους ανωτέρω λόγους, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο συνεπάγεται κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Δεδομένου ότι δεν διευκολύνει την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, χωρίς να αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον, το μέτρο δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και, ως εκ τούτου, δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Δεδομένου ότι το μέτρο δεν έχει εφαρμοσθεί, δεν συντρέχει περίπτωση ανάκτησης κρατικής ενίσχυσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση την οποία σχεδιάζει να εφαρμόσει η Ουγγαρία υπό μορφή βραχυπρόθεσμης εγγύησης εξαγωγικών πιστώσεων για ΜΜΕ με περιορισμένο εξαγωγικό κύκλο εργασιών δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

Συνεπώς, η ενίσχυση δεν δύναται να εφαρμοστεί.

Άρθρο 2

Η Ουγγαρία ενημερώνει την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, για τα μέτρα που έλαβε για την εφαρμογή της.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Ουγγαρίας.

Βρυξέλλες, 16 Απριλίου 2008.

Για την Επιτροπή

Neelie KROES

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 234 της 6.10.2007, σ. 18.

(2)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(3)  Όπως ορίζονται στον ουγγρικό νόμο XXXIV του 2004. Ο εν λόγω ορισμός των ΜΜΕ συνάδει με τα συναφή κριτήρια που περιέχονται στη σύσταση της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).

(4)  ΕΕ C 281 της 17.9.1997.

(5)  Οδηγία 98/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εναρμόνιση των κυριότερων διατάξεων που διέπουν την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων για πράξεις μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης κάλυψης.

(6)  Υπόθεση C-142/87 Βέλγιο κατά Επιτροπής («Tubemeuse») Συλλογή [1990] σ. I-959, σκέψη 32.

(7)  Η Επιτροπή σημειώνει ότι το καθεστώς δεν εμπίπτει ούτε στην «ανακοίνωση για τις εγγυήσεις» (ΕΕ C 71 της 11.3.2000). Στο σημείο 1.2 της ανακοίνωσης για τις εγγυήσεις αναφέρεται ότι δεν εφαρμόζεται στις εγγυήσεις εξαγωγικών πιστώσεων. Δεδομένου ότι το μέτρο παρέχει εγγύηση για το ενδεχόμενο μη αποπληρωμής δανείων τα οποία συνάφθηκαν για τη χρηματοδότηση μιας συναλλαγής με αντικείμενο τις εξαγωγές, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι εφαρμοστέα η ανακοίνωση για τις εγγυήσεις.

(8)  N 487/06 — Επιστολή της Επιτροπής της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 (ΕΕ C 256 της 24.10.2006, σ. 7).

(9)  ΕΕ C 54 της 4.3.2006, σ. 13.

(10)  Κρατική ενίσχυση N 488/06.

(11)  Απόφαση της Επιτροπής της 17ης Μαΐου 1982 για την επιδότηση επιτοκίων εξαγωγικών πιστώσεων από τη Γαλλία προς την Ελλάδα μετά την προσχώρηση της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΕ L 159 της 10.6.1982, σ. 44)· απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουνίου 1984 σχετικά με την πρόθεση της γαλλικής κυβέρνησης να χορηγήσει ειδική κάλυψη έναντι του κινδύνου μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας προς τους γάλλους εξαγωγείς όσον αφορά πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για την κατασκευή σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα (ΕΕ L 230 της 28.8.1984, σ. 25).


6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/32


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 30ής Απριλίου 2008

σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 56/06 (πρώην NN 77/06) που προτίθεται να χορηγήσει η Αυστρία για την ιδιωτικοποίηση της τράπεζας Burgenland

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2008) 1625]

(Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2008/719/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις απόψεις τους σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις (1) και έλαβε υπόψη τις εν λόγω παρατηρήσεις,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στις 4 Απριλίου 2006, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία από κοινοπραξία Ουκρανών και Αυστριακών επενδυτών (εφεξής «κοινοπραξία»), ότι η Αυστρία παρέβη τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις κατά τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης της HYPO Bank Burgenland AG (εφεξής «BB») (2). Ειδικότερα, καταγγελλόταν ότι η διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών, η οποία κατά τους ισχυρισμούς ήταν άνιση, αδιαφανής και μεροληπτική σε βάρος του καταγγέλλοντα, δεν οδήγησε στην πώληση της ΒΒ στον υποβάλλοντα τη μεγαλύτερη προσφορά (δηλαδή στον καταγγέλλοντα), αλλά στην αυστριακή ασφαλιστική εταιρεία Grazer Wechselseitige Versicherung AG και την GW Beteiligungserwerbs- und -verwaltungs-G.m.b.H. (εφεξής «GRAWE»)

(2)

Από την Αυστρία ζητήθηκαν πληροφορίες πρώτη φορά στις 12 Απριλίου 2006. Στις 25 Απριλίου 2006, η Αυστρία ζήτησε παράταση, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε εν μέρει με επιστολή της 28ης Απριλίου 2006. Η Αυστρία απάντησε εγγράφως στις 15 Μαΐου 2006 και την 1η Ιουνίου 2006. Στις 27 Ιουνίου 2006 πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τις αυστριακές αρχές. Απεστάλη και δεύτερη αίτηση παροχής πληροφοριών στις 17 Ιουλίου 2006· η πλήρης απάντηση ελήφθη στις 18 Σεπτεμβρίου 2006.

(3)

Εν τω μεταξύ, η κοινοπραξία διαβίβασε περαιτέρω πληροφορίες στην Επιτροπή μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και με επιστολή στις 21 Απριλίου 2006 και στις 2 Ιουνίου 2006, αντιστοίχως.

(4)

Με επιστολή της 21ης Δεκεμβρίου 2006, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Αυστρία την απόφασή της, όσον αφορά το εν λόγω μέτρο, να κινήσει τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ.

(5)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας (εφεξής «απόφαση κίνησης της διαδικασίας») δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (3). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το εν λόγω μέτρο.

(6)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων μερών. Ένα ενδιαφερόμενο μέρος από την Ουγγαρία διαβίβασε πληροφορίες, τόσο εντός όσο και εκτός (χωρίς καμία επιπλέον αιτιολογία) της προθεσμίας που όριζε η απόφαση. Εντός της προθεσμίας διαβιβάστηκαν παρατηρήσεις στις 22, 26 και 27 Φεβρουαρίου 2007, καθώς και στις 9 Μαρτίου 2007. Το εν λόγω μέρος διαβίβασε περαιτέρω πληροφορίες μετά το πέρας της προθεσμίας στις 19 και 28 Μαρτίου 2007.

(7)

Ο υπερθεματιστής και δυνητικός δικαιούχος της ενίσχυσης, η GRAWE, υπέβαλε επίσης παρατηρήσεις οι οποίες διαβιβάστηκαν στη Επιτροπή στις 9 Μαρτίου 2007, συνοδευόμενες από αίτηση παράτασης της προθεσμίας. Η αίτηση έγινε δεκτή. Στις 19 Απριλίου 2007, η GRAWE διαβίβασε περαιτέρω πληροφορίες· η Επιτροπή έλαβε τις πλήρεις παρατηρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων, στις 26 Απριλίου 2007. Κατόπιν συνάντησης με την Επιτροπή στις 8 Ιανουαρίου 2008, η GRAWE υπέβαλε πρόσθετες πληροφορίες στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

(8)

Η Αυστρία υπέβαλε τις δικές της παρατηρήσεις την 1η Μαρτίου 2007, μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας και την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας.

(9)

Όλες οι παρατηρήσεις, οι οποίες ελήφθησαν εντός της αρχικής προθεσμίας (από την πλευρά της Ουγγαρίας) και μετά την παράταση της προθεσμίας (GRAWE), διαβιβάστηκαν στη συνέχεια στην Αυστρία, προκειμένου να εκφράσει τις απόψεις της. Η Αυστρία εξέφρασε τις παρατηρήσεις της με επιστολή της 5ης Ιουνίου 2007. Στις 8 Φεβρουαρίου 2008, σε μετέπειτα δηλαδή στάδιο της διαδικασίας, η Επιτροπή διαβίβασε στην Αυστρία για σχολιασμό όλες τις άλλες παρατηρήσεις, τις οποίες έλαβε εκπρόθεσμα από την GRAWE και το ουγγρικό ενδιαφερόμενο μέρος αντιστοίχως.

(10)

Πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω συναντήσεις με εκπροσώπους της Αυστρίας, της GRAWE και των ουκρανικών αρχών. Η τελευταία συνάντηση με την Αυστρία πραγματοποιήθηκε την 1η Απριλίου 2008. Η Αυστρία απέστειλε επιπλέον παρατηρήσεις μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 14 Δεκεμβρίου 2007, τις 23 Ιανουαρίου, τις 25 Φεβρουαρίου, τις 5 Μαρτίου και τις 9 Απριλίου 2008.

(11)

Στις 22 Μαρτίου 2007, ο καταγγέλλων, ο οποίος δεν είχε λάβει ακόμη θέση επί της απόφασης κίνησης της επίσημης διαδικασίας έρευνας, ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις σε μία από τις δικαστικές διαδικασίες που τον αφορούσαν στην Αυστρία (απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2007 του εφετείου Βιέννης και επακόλουθη προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας). Ο καταγγέλλων έχει ασκήσει αρκετές προσφυγές ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων, καμία όμως δεν είχε επιτυχή έκβαση μέχρι τώρα.

II.   ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

1.   Η κοινοπραξία (ο καταγγέλλων)

(12)

Ο καταγγέλλων αποτελεί αυστριακή και ουκρανική κοινοπραξία, η οποία τη χρονική στιγμή της πώλησης της ΒΒ περιλάμβανε δύο ουκρανικές συμμετοχικές εταιρείες, την «Ukrpodshipnik» και την «Ilyich», και δύο αυστριακές εταιρείες, τη SLAV AG και τη SLAV Finanzbeteiligung GmbH, από τις οποίες η τελευταία συστάθηκε ειδικά για την αγορά της ΒΒ. Η Ukrpodshipnik και η Ilyich είναι μεγάλοι ουκρανικοί όμιλοι εταιρειών με σχεδόν 100 000 υπαλλήλους και συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών της τάξεως των 4 δισεκατ. USD. Μεταξύ άλλων βιομηχανικών τομέων, δραστηριοποιούνται επίσης στην παραγωγή χάλυβα, τη ναυπηγική, την κατασκευή αγωγών, την επεξεργασία μετάλλων και τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Επιπλέον, η Ukrpodshipnik εκπροσωπείται στις χρηματοπιστωτικές αγορές από την «Commercial Bank ACTIVE BANK Ltd» (εφεξής «Active Bank»), η οποία από το 2002 λειτουργεί στην Ουκρανία με πλήρη τραπεζική άδεια. Η SLAV AG ήταν θυγατρική της Ukrpodshipnik και συστάθηκε το 1992 στη Βιέννη ως εμπορική εταιρεία. Οι μετοχές της εταιρείας είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο της Βιέννης. Η αναδιάρθρωση στους κόλπους της κοινοπραξίας που ακολούθησε την πώληση της ΒΒ, έχοντας ως αποτέλεσμα η SLAV AG να είναι αυτήν τη στιγμή ιδιοκτήτρια των εταιρειών με έδρα την Ουκρανία, δεν έχει σημασία για την εκτίμηση του υπό εξέταση μέτρου ενίσχυσης.

(13)

Με την επίτευξη της αγοράς της ΒΒ, η κοινοπραξία επεδίωκε δύο μεγάλους στρατηγικούς στόχους. Πρώτον, η κοινοπραξία, η οποία στην Ουκρανία δραστηριοποιείτο ήδη στο χρηματοπιστωτικό τομέα, επιθυμούσε να αναπτύξει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες σε αυτό τον τομέα της αγοράς. Δεύτερον, η κοινοπραξία, η οποία πωλεί μεγάλο μέρος των προϊόντων της σε όλο τον κόσμο, επεδίωκε με την αγορά της ΒΒ να εξασφαλίσει πρόσβαση στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, για να προωθήσει τη διεθνή της επέκταση. Το επιχειρηματικό σχέδιο της κοινοπραξίας για τη ΒΒ αντανακλούσε τους στρατηγικούς αυτούς στόχους, μεταβάλλοντας ως εκ τούτου τον περιφερειακό προσανατολισμό της ΒΒ.

(14)

Η οικονομική ευρωστία της κοινοπραξίας δεν αμφισβητήθηκε ούτε στα στοιχεία τα οποία έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή ούτε στις παρατηρήσεις τις οποίες απέστειλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη μετά την κίνηση της διαδικασίας. Στη διάρκεια της εξέτασης δεν ελήφθη κανένα στοιχείο το οποίο να υποδηλώνει ότι η κοινοπραξία δεν αποτελεί σοβαρή επιχείρηση. Σε μετέπειτα μόνο στάδιο της έρευνας, οι αυστριακές αρχές επέστησαν την προσοχή της Επιτροπής σε μια γερμανική υπόθεση, στην οποία η γερμανική αρχή εποπτείας του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht (εφεξής «BaFin»), δεν επέτρεψε σε μια γερμανική τράπεζα να αγοράσει μερίδια από έναν μη καθοριζόμενο ουκρανικό όμιλο λόγω της ασάφειας της προέλευσης των κεφαλαίων – εκτίμηση η οποία επιβεβαιώθηκε από γερμανικό διοικητικό δικαστήριο (4).

2.   Η GRAWE (η δικαιούχος)

(15)

Στην αγοράστρια GRAWE ανήκουν η Grazer Wechselseitige Versicherung AG και η GW Beteiligungserwerbs- und verwaltungs-G.m.b.H. Η εταιρεία GRAWE είναι ένας μεγάλος και καταξιωμένος αυστριακός όμιλος χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η GRAWE δραστηριοποιείται στην Αυστρία στον τομέα των ασφαλίσεων, των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των ακινήτων και εκπροσωπείται σε μεγάλο αριθμό χωρών της Κεντρικής Ευρώπης με θυγατρικές στη Σλοβενία, την Κροατία, το Βελιγράδι, το Σεράγεβο, την Μπάνια Λούκα, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία, τη Μολδαβία και την Ποντγκόριτσα. Οι διοικήσεις βρίσκονται κυρίως στις εκάστοτε πρωτεύουσες. Η Grazer Wechselseitige Versicherung AG προσφέρει όλο το φάσμα των ασφαλιστικών υπηρεσιών, αλλά και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες χρηματοδοτικής μίσθωσης. Η γενική διεύθυνση του ομίλου εδρεύει στο Graz, ενώ εκπροσωπείται από διευθύνσεις σε όλες τις πρωτεύουσες των ομοσπονδιακών κρατιδίων. Το 2006, τα έσοδα από προμήθειες εγγυήσεων ανήλθαν σε περίπου 660 εκατ. ευρώ από τη διαχείριση συνολικά 3,3 εκατ. ασφαλιστικών συμβάσεων.

(16)

Το 2006, η Grazer Wechselseitige Versicherung AG διέθετε άμεσες συμμετοχές σε δύο χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις του τραπεζικού και του επενδυτικού τομέα. Πρόκειται για συμμετοχή 43,43 % στη HYPO Group Alpe Adria, μια ομάδα χρηματοπιστωτικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Άλπεων και της Αδριατικής και οι οποίες είναι εγκατεστημένες στην Αυστρία, τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, τη Βουλγαρία, την Κροατία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία, την Ιταλία, το Λιχτενστάιν, την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία, τη Σλοβενία και την Ουκρανία. Η HYPO Group Alpe Adria εξυπηρετεί με περισσότερους από 6 500 υπαλλήλους περίπου 1,1 εκατ. πελάτες, ενώ το 2006, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της ανήλθε σε 30 δισεκατ. ευρώ. Το 1989, η GRAWE εξαγόρασε την Capital Bank, μια ανεξάρτητη τράπεζα, η οποία κατά τα τελευταία χρόνια εξειδικεύεται στα πεδία επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ιδιωτικής και της επενδυτικής τραπεζικής και διαχειρίζεται περίπου 70 αμοιβαία κεφάλαια.

(17)

Το επιχειρηματικό σχέδιο της GRAWE για την εξαγορά της ΒΒ δεν προέβλεπε ούτε αλλαγή του επιχειρηματικού μοντέλου της ΒΒ ούτε ενσωμάτωση της ΒΒ στην υφιστάμενη τραπεζική δραστηριότητα του ομίλου.

(18)

Το 2007, η GRAWE πώλησε το 15 % περίπου της συμμετοχής της στην HYPO Group Alpe Adria, επιτυγχάνοντας έτσι σημαντικά λογιστικά κέρδη. Με τη μεταφορά φορολογικών ζημιών της BB ύψους […] (5) εκατ. ευρώ (6) η GRAWE κατόρθωσε να εξασφαλίσει μειώσεις φόρου (7), με τις οποίες κατάφερε να αντισταθμίσει το καταβληθέν τίμημα αγοράς της ΒΒ ύψους […] εκατ. ευρώ (8).

3.   Hypo Bank Burgenland AG (BB)

(19)

Μέχρι την πώληση της, η Hypo Bank Burgenland AG αποτελούσε μετοχική εταιρεία υποκείμενη στην αυστριακή νομοθεσία με έδρα την πόλη Eisenstadt στην Αυστρία. Πριν από την πώληση της BB στον αυστριακό ασφαλιστικό όμιλο GRAWE (πρόκειται για το υπό εξέταση μέτρο ενίσχυσης) και μετά τη γενική συνέλευση του Μαρτίου 2005, το ομόσπονδο κράτος Burgenland κατέχει το 100 % των ιδίων κεφαλαίων της ΒΒ (9). Το 2005, με σύνολο ισολογισμού περίπου 3,3 δισεκατ. ευρώ, η εμβέλεια του ομίλου ΒΒ ήταν περιορισμένη περιφερειακά.

(20)

Πριν από την πώληση, η BB λειτουργούσε με πλήρη τραπεζική άδεια στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland (εφεξής καλούμενο «ομόσπονδο κράτος του Burgenland»), καθώς και στη Δυτική Ουγγαρία, όπου είχε την πλήρη κυριότητα μιας θυγατρικής, της Sopron Bank RT. Με την ίδρυσή της ως περιφερειακή τράπεζα υποθηκών, η ΒΒ ήταν επιφορτισμένη με την ανάπτυξη της πίστης και της κυκλοφορίας του χρήματος στο κρατίδιο Burgenland. Αρχικά, κύρια δραστηριότητα της ΒΒ ήταν η παροχή ενυπόθηκων δανείων και η έκδοση ενυπόθηκων ομολογιών καθώς και δημοτικών χρεογράφων. Τη χρονική στιγμή της πώλησης, η ΒΒ αποτελούσε τράπεζα γενικών εργασιών, η οποία πρόσφερε όλα τα είδη τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

(21)

Έως την ιδιωτικοποίησή της, η ΒΒ καλυπτόταν από εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, την αποκαλούμενη «Ausfallhaftung» (10). Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και της Αυστρίας, βάσει της οποίας εκδόθηκε η απόφαση C (2003) 1329 τελικό (11), η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης έπρεπε να καταργηθεί έως την 1η Απριλίου 2007. Για όλες τις υποχρεώσεις οι οποίες υφίσταντο στις 2 Απριλίου 2003, η εγγύηση μη εκπλήρωσης υπόσχεσης ίσχυε κατά κύριο λόγο έως ότου εκπνεύσει η χρονική διάρκεια ισχύος τους. Η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης για νέες υποχρεώσεις συνέχισε να ισχύει στο διάστημα μεταξύ 2 Απριλίου 2003 και 1ης Απριλίου 2007, εφόσον ήταν ληξιπρόθεσμες έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2017. Λόγω της ιδιωτικοποίησης της BB, αυτή η μεταβατική περίοδος τερματίστηκε πρόωρα την ημέρα της σύναψης της πώλησης στην GRAWE, δηλαδή στις 12 Μαΐου 2006 (12). Από εκείνη την ημέρα δεν ισχύει πλέον καμία εγγύηση μη εκπλήρωσης για νέες υποχρεώσεις. Στις 31 Δεκεμβρίου 2005, οι υποχρεώσεις οι οποίες καλύπτονταν από την εγγύηση μη εκπλήρωσης ανέρχονταν σε περίπου 3,1 δισεκατ. ευρώ (χωρίς την περιγραφόμενη στην παράγραφο (44) έκδοση των επιπρόσθετων ομολογιών).

(22)

Λόγω προηγούμενων ζημιών, στις 31 Δεκεμβρίου 2004, η ΒΒ παρουσίασε μεταφερόμενες φορολογικές ζημίες ύψους περίπου 376,9 εκατ. ευρώ. Κατά την αυστριακή φορολογική νομοθεσία, από την 1η Ιανουαρίου 2005, οι επιχειρήσεις δύνανται να αντισταθμίζουν κέρδη και ζημίες (στο πλαίσιο του ίδιου ομίλου). Ο βαθμός κατά τον οποίο αυτό είναι εφικτό, εξαρτάται από τη δομή της επιχείρησης.

4.   Η αναδιάρθρωση της ΒΒ

(23)

Με απόφαση της 7ης Μαΐου 2004 (13) (εφεξής «απόφαση αναδιάρθρωσης») η Επιτροπή ενέκρινε τη χορήγηση ενίσχυσης για την αναδιάρθρωση της ΒΒ συνολικής αξίας 360 εκατ. ευρώ, η οποία περιλάμβανε δύο μέτρα: πρώτον, την υπογραφή μιας συμφωνίας εγγύησης μεταξύ του ομόσπονδου κράτους του Burgenland και της ΒΒ στις 20 Ιουνίου 2000 (171 εκατ. ευρώ, συν τους τόκους 5 % (14) και δεύτερον, την υπογραφή στις 3 Οκτωβρίου 2000 της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία προέβλεπε την παραίτηση της τράπεζας Austria από τις αξιώσεις της έναντι της ΒΒ, ύψους συνολικά 189 εκατ. ευρώ, καθώς και την υπογραφή μιας συμφωνίας βελτίωσης μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών (15) και μιας συμφωνίας εγγύησης από την πλευρά του ομόσπονδου κράτους του Burgenland υπέρ της BB ύψους 189 εκατ. ευρώ (16).

(24)

Η απόφαση αναδιάρθρωσης προέβλεπε τις ακόλουθες μεταγενέστερες τροποποιήσεις της συμφωνίας εγγύησης της 20ής Ιουνίου 2000 και της συμφωνίας-πλαισίου. Η εγγύηση της 20ής Ιουνίου 2000 τροποποιήθηκε έτσι, ώστε το ετήσιο κέρδος της ΒΒ να μην χρησιμοποιείται πλέον για τη μείωση του ποσού για το οποίο εγγυάται το ομόσπονδο κράτος του Burgenland. Επιπλέον, η ΒΒ μπορεί να αξιώσει την εγγύηση του ομόσπονδου κράτους του Burgenland κατόπιν διακρίβωσης του ετήσιου ισολογισμού του διαχειριστικού έτους 2010. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland έχει ωστόσο την ευχέρεια, μετά τη διακρίβωση του ετήσιου ισολογισμού του έτους χρήσης 2010, να καταβάλει τη ληξιπρόθεσμη εγγύηση εν συνόλω ή και εν μέρει στη ΒΒ. Η συμφωνία-πλαίσιο της 23ης Οκτωβρίου 2000 τροποποιήθηκε σε τέτοιον βαθμό, ώστε το ετήσιο κέρδος της ΒΒ να μην χρησιμοποιείται πλέον για την εξυπηρέτησης της υποχρέωσης βελτίωσης απέναντι στην τράπεζα Austria AG. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα εκπληρώσει την υποχρέωση βελτίωσης απέναντι στην τράπεζα Austria AG και θα καταβάλει το υπόλοιπο από την εγγύηση αμελλητί πριν από την ιδιωτικοποίηση της ΒΒ με εφάπαξ πληρωμή.

(25)

Οι τροποποιήσεις, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση του ετήσιου κέρδους για τη μείωση των ποσών της εγγύησης, δεν θα ίσχυαν σε περίπτωση που η ιδιωτικοποίηση της ΒΒ ήταν ανέφικτη. Εάν το ομόσπονδο κράτος του Burgenland παρέμενε κύριος της ΒΒ, εάν δεν τροποποιούνταν οι δύο εγγυήσεις, οι εγγυήσεις θα μειώνονταν στη συνέχεια κατά το ποσό του ετήσιου κέρδους της ΒΒ και η υποχρέωση βελτίωσης της ΒΒ θα παρέμενε αμετάβλητη.

(26)

Η ιδιωτικοποίηση της ΒΒ αποτελούσε ουσιαστικό μέρος του εγκεκριμένου από την Επιτροπή σχεδίου αναδιάρθρωσης. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θεωρεί ότι η ιδιωτικοποίηση της ΒΒ συνιστά την καλύτερη δυνατή μέριμνα για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της τράπεζας.

(27)

Μετά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland επιχείρησε δύο φορές από το 2003, αν και ανεπιτυχώς, να πωλήσει και να ιδιωτικοποιήσει τη ΒΒ. Η τρίτη προσπάθεια, η οποία αφορά το μέτρο το οποίο περιγράφεται παρακάτω, ξεκίνησε με κοινοποίηση στα μέσα ενημέρωσης στις 18 Οκτωβρίου 2005.

5.   Η ιδιωτικοποίηση της ΒΒ

5.1.   Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης

(28)

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά την πώληση της ΒΒ, περιγράφουν διαφορετικά τη διαδικασία πώλησης, κατά την οποία η Επιτροπή φρονεί ότι τα στοιχεία της πώλησης της ΒΒ που περιγράφονται ακολούθως, καθώς και τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας και τα οποία συμπληρώνονται από τις παρατηρήσεις της Αυστρίας και της GRAWE, είναι αμφιλεγόμενα.

(29)

Το 2005, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland κίνησε για τρίτη φορά διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών για την ιδιωτικοποίηση της ΒΒ. Η διεθνής επενδυτική τράπεζα HSBC Trinkaus & Burkhardt KGaA, στο Düsseldorf, στην οποία μαζί με την HSBC plc, στο Λονδίνο (εφεξής HSBC) είχε ανατεθεί η εκτέλεση της ιδιωτικοποίησης, ανακοίνωσε δημόσια, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, την πώληση της ΒΒ στην επίσημη εφημερίδα της Βιέννης, Amtsblatt zur Wiener Zeitung και στην αγγλόφωνη έκδοση της Financial Times Europe, αντίστοιχα, στις 19 Οκτωβρίου 2005, προσκαλώντας τα ενδιαφερόμενη μέρη να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για την αγορά μεριδίων της ΒΒ.

(30)

Αν και στην ανακοίνωση ανταποκρίθηκαν 24 δυνητικοί πλειοδότες εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο 14 εξέφρασαν επίσημα το ενδιαφέρον τους να υποβάλουν προσφορά και έλαβαν ως εκ τούτου μία συνοδευτική επιστολή (εφεξής «συνοδευτική επιστολή») για το επόμενο στάδιο της υποβολής προσφορών. Στην εν λόγω επιστολή προσκαλούνταν οι δυνητικοί πλειοδότες να υποβάλουν έως τις 6 Δεκεμβρίου 2005 μια ενδεικτική, μη δεσμευτική προσφορά για την αγορά της τράπεζας.

(31)

Μόνο τρεις από τους 14 δυνητικούς υποβάλλοντες υπέβαλαν εμπρόθεσμα ενδεικτικές προσφορές 65 εκατ. ευρώ, 100 εκατ. ευρώ και 140 εκατ. ευρώ αντιστοίχως (17) και έλαβαν μέρος στο επόμενο στάδιο της υποβολής προσφορών, κατά το οποίο έπρεπε να υποβληθούν δεσμευτικές προσφορές έως τις 6 Φεβρουαρίου 2006. Στο πλαίσιο του δεύτερου αυτού σταδίου, ειδικότερα μέσω της ενεργοποίησης μιας αίθουσας δεδομένων διαδικτύου από τις 7 έως τις 30 Ιανουαρίου 2006, κατέστη δυνατός ένας δεόντως επιμελής έλεγχος με συμπληρωματικές παρουσιάσεις και συναντήσεις. Επιπλέον, στη φάση του δεόντως επιμελούς ελέγχου, οι πλειοδότες είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν ερωτήματα.

(32)

Στις 6 Φεβρουαρίου 2006, δύο ανταγωνιστές, η GRAWE και η κοινοπραξία, υπέβαλαν δεσμευτικές προσφορές.

(33)

Η διαπραγμάτευση των δεσμευτικών προσφορών συνεχίστηκε με καθέναν από τους δύο αυτούς ανταγωνιστές ξεχωριστά. Οι εν λόγω διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν στις 4 Μαρτίου 2006.

(34)

Στις 5 Μαρτίου 2006, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland ανέθεσε τη σύμβαση στη GRAWE, παρότι η τιμή αγοράς την οποία είχε προτείνει η GRAWE (100,3 εκατ. ευρώ) ήταν εμφανώς χαμηλότερη από την τιμή την οποία είχε προσφέρει η κοινοπραξία (155 εκατ. ευρώ). Η απόφαση αυτή βασίστηκε σε γραπτή σύσταση της HSBC με ημερομηνία 4 Μαρτίου 2006 (εφεξής «σύσταση»), η οποία συμπληρώθηκε με προφορικές επεξηγήσεις για τα μέλη της κυβέρνησης του ομόσπονδου κράτους του Burgenland την ημέρα της απόφασης. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους του Burgenland συναίνεσε επίσημα στην πώληση στις 7 Μαρτίου 2006. Η σύναψη της πώλησης πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαΐου 2006.

(35)

Την ημέρα πριν από την πώληση, η ΒΒ εξέδωσε ομόλογα αξίας 700 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια του 2005, πριν από την ιδιωτικοποίηση θα έπρεπε να εκδοθούν ομόλογα αξίας μόνο 320 εκατ. ευρώ. Τα επιπρόσθετα ομόλογα καλύπτονταν από την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης. Από τα ομόλογα αυτά συνολικής αξίας 700 εκατ. ευρώ, η Capital Bank, θυγατρική της GRAWE, εγγράφηκε για την αγορά ομολόγων αξίας 350 εκατ. ευρώ.

5.2.   Τα κριτήρια επιλογής που αναφέρει η συνοδευτική επιστολή

(36)

Τα παρακάτω κριτήρια αξιολόγησης των προσφορών, τα οποία περιλαμβάνονται στη συνοδευτική επιστολή, καθορίστηκαν με απόφαση της κυβέρνησης του ομόσπονδου κράτους του Burgenland:

α)

το ύψος της τιμής αγοράς και η αξιοπιστία της καταβολής της τιμής αγοράς·

β)

Διατήρηση της αυτονομίας της ΒΒ·

γ)

Διατήρηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων χωρίς επίκληση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης του ομόσπονδου κράτους·

δ)

Προθυμία εκτέλεσης όλων των απαραίτητων αυξήσεων κεφαλαίου·

ε)

Ασφάλεια των συναλλαγών·

στ)

Προϋποθέσεις όσον αφορά τα χρονοδιαγράμματα για την εκτέλεση της συναλλαγής.

(37)

Στη συνοδευτική επιστολή επισημάνθηκε επίσης ότι βάσει της σύστασης εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια του μεριδιούχου της ΒΒ να επιλέξει τους προσφέροντες οι οποίοι μπορούν να λάβουν μέρος στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας πώλησης.

5.3.   Η ρήτρα ασφαλείας στη σύμβαση με τη GRAWE

(38)

Η σύμβαση με τη GRAWE περιλαμβάνει μια ρήτρα, στην οποία το ομόσπονδο κράτος του Burgenland διασφαλίζει ότι οι κανόνες για τις ενισχύσεις δεν θα παραβιάζονταν ούτε στο πλαίσιο των συμφωνιών εγγύησης, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της απόφασης αναδιάρθρωσης, ούτε στο πλαίσιο της σύμβασης πώλησης. Η ρήτρα ασφαλείας συμπληρώνεται από μια ρήτρα η οποία εξουσιοδοτεί την αγοράστρια (GRAWE) να αξιώνει από το ομόσπονδο κράτος του Burgenland κάθε ποσό, την ανάκτηση του οποίου απαιτεί η Επιτροπή με αρνητική απόφαση. Εάν δεν είναι εφικτή η εν λόγω προσαρμογή της τιμής αγοράς λόγω των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, η ρήτρα αυτή δίνει στην αγοράστρια τη δυνατότητα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

5.4.   Η σύσταση της HSBC

(39)

Η σύσταση περιλάμβανε σύγκριση της προσφοράς της GRAWE με την προσφορά της κοινοπραξίας βάσει των προαναφερθέντων κριτηρίων επιλογής και διαπιστώθηκε ότι σύμφωνα με την τιμή αγοράς, έπρεπε να ληφθεί απόφαση υπέρ της κοινοπραξίας. Λαμβανομένων υπόψη των άλλων κριτηρίων (αξιοπιστία καταβολής της τιμής αγοράς, διατήρηση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης χωρίς επίκληση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, αυξήσεις κεφαλαίου και ασφάλεια συναλλαγών) η HSBC ωστόσο συνέστησε την πώληση της ΒΒ στη GRAWE (βλέπε σχετικά τις αιτιολογικές σκέψεις 27 έως 29 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας).

III.   ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 88 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΚ

(40)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ στηρίχθηκε ιδίως στους παρακάτω λόγους.

(41)

Με βάση τις θεμελιώδεις αρχές που διατυπώνονται στην ΧΧΙΙΙη έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (18), η Επιτροπή δεν κατάφερε να βεβαιωθεί ότι η πώληση δεν εμπεριείχε ενίσχυση, ιδίως με βάση το γεγονός ότι η κοινοπραξία, αν και είχε προτείνει σημαντικά μεγαλύτερη τιμή για την αγορά, δεν επιλέχθηκε από το ομόσπονδο κράτος του Burgenland ως αγοραστής. Επιπλέον, υφίσταντο ορισμένες αποκλίσεις όσον αφορά την περιγραφή της διαδικασίας υποβολής προσφορών μεταξύ του καταγγέλλοντα και της Αυστρίας.

(42)

Η Επιτροπή αμφέβαλλε αν η διαδικασία υποβολής προσφορών μπορούσε να θεωρηθεί πραγματικά διαφανής, άνευ όρων και αμερόληπτη. Ειδικότερα, η Επιτροπή αμφέβαλλε αν κατά τον διαγωνισμό εξασφαλίστηκε ίση μεταχείριση των υποψηφίων και αν ορισμένοι από τους όρους που προβλέπονταν στη συνοδευτική επιστολή της HSBC και συνδέονταν με την πώληση θα είχαν τεθεί από έναν πωλητή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς.

(43)

Επίσης, η Επιτροπή αμφέβαλλε για τη διαφάνεια της τελικής επιλογής, καθώς δεν υπήρχαν ενδείξεις για την αξιολόγηση των μεμονωμένων κριτηρίων. Εξάλλου, το επιπλέον κριτήριο της «αναχρηματοδότησης της ΒΒ από το ομόσπονδο κράτος του Burgenland μετά την πώληση», στο οποίο δόθηκε ιδιαίτερο βάρος κατά τη διαπραγμάτευση, δεν περιλαμβανόταν καν στον κατάλογο των κριτηρίων (βλέπε σχετικά τις παραγράφους της απόφασης κίνησης της διαδικασίας (65) έως (69)).

(44)

Επιπλέον, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο η GRAWE να είχε εξασφαλίσει οικονομικό πλεονέκτημα, για τους παρακάτω λόγους:

α)

η διαφορά μεταξύ των προτεινόμενων τιμών έδειχνε ότι η ΒΒ δεν πωλήθηκε στην GRAWE στην αγοραία τιμή·

β)

η έκδοση επιπλέον ομολόγων, τα οποία καλύπτονταν από την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, αξίας 380 εκατ. ευρώ, δεν προβλεπόταν στο επιχειρηματικό σχέδιο της ΒΒ που υποβλήθηκε στους δυνητικούς αγοραστές και προφανώς η δυνατότητα αυτή δεν προσφέρθηκε καν στην κοινοπραξία·

γ)

δεν ήταν βέβαιο αν θα υποβάλλονταν υψηλότερες προσφορές ή εάν στη διαδικασία πώλησης θα συμμετείχαν και άλλοι υποψήφιοι αν δεν είχαν επιβληθεί οι προαναφερθέντες όροι.

(45)

Η Επιτροπή επεσήμανε επίσης ότι η μεταφορά φορολογικών ζημιών θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην οικονομική αξία των προσφορών. Αμφιβολίες εξέφρασε η Επιτροπή και όσον αφορά τη ρήτρα ασφαλείας η οποία περιλαμβάνεται στη σύμβαση με τη GRAWE.

(46)

Όσον αφορά την αποζημίωση λόγω πρόωρης εξόφλησης η οποία προβλέπεται στη σύμβαση σε σχέση με τη συμφωνία εγγύησης της 20ής Ιουνίου 2000, η Επιτροπή αμφέβαλλε για το κατά πόσον η Αυστρία εκτέλεσε πλήρως την απόφαση αναδιάρθρωσης.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

(47)

Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τη δικαιούχο GRAWE και από ένα ενδιαφερόμενο μέρος από την Ουγγαρία (19). Οι παρατηρήσεις της GRAWE επιβεβαιώνουν και συμπληρώνουν τα επιχειρήματα της Αυστρίας και σχολιάζονται μαζί παρακάτω.

(48)

Το ενδιαφερόμενο μέρος από την Ουγγαρία διαβίβασε μια σειρά εγγράφων σχετικά με προηγούμενη εικαζόμενη περίπτωση απάτης, η οποία αφορούσε κυρίως τις δραστηριότητες της ΒΒ στην Ουγγαρία, όπου λειτουργεί η θυγατρική της ΒΒ, Sopron Bank RT. Κατά το ενδιαφερόμενο μέρος από την Ουγγαρία, η απάτη θα μπορούσε να μην αποκαλυφθεί, μόνο εάν η ΒΒ επωλείτο σε Αυστριακό προσφέροντα. Κατατέθηκαν πολλά έγγραφα τα οποία αφορούσαν ειδικότερα πολλές θυγατρικές οι οποίες εδρεύουν στην Ουγγαρία και συνδέονται με τη ΒΒ (π.χ. αποσπάσματα από το μητρώο εμπόρων, τα καταστατικά των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, πρωτόκολλα των ετήσιων γενικών συνελεύσεων ή άλλα στοιχεία των επιχειρήσεων σχετικά με τα χρονικά διαστήματα ιδίως πριν την πώληση της ΒΒ). Επειδή κατά την άποψη της Επιτροπής δεν φαινόταν να υπάρχει άμεσος συσχετισμός μεταξύ των εν λόγω εγγράφων και της υπό εξέταση διαδικασίας ιδιωτικοποίησης βάσει των κανόνων για τις ενισχύσεις, οι παρατηρήσεις αυτές δεν ελήφθησαν υπόψη.

V.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ GRAWE

(49)

Η Αυστρία συμπλήρωσε τα επιχειρήματα τα οποία είχαν ήδη προβληθεί πριν από την απόφαση κίνησης της διαδικασίας με επιπλέον πληροφορίες. Τα επιχειρήματα της Αυστρίας υποστηρίζονται κατά κύριο λόγο από τη GRAWE.

1.   Παραδεκτό

(50)

Σύμφωνα με τις διαδικαστικές διατάξεις, η Αυστρία ενέμεινε στην άποψη ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να εξετάσει εγγύτερα τις καταγγελίες, επειδή η κοινοπραξία, η οποία δεν είχε δραστηριοποιηθεί ακόμη στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά και ως εκ τούτου δεν αποτελούσε ανταγωνιστή, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί «ενδιαφερόμενο μέρος» υπό την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, σχετικά με ειδικούς κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου 93 [νυν άρθρο 88] της συνθήκης ΕΚ (20). Κάθε εικαζόμενη διάκριση αποτελεί ζήτημα του δικαιώματος εγκατάστασης και της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων· η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά τραπεζών δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω μιας διαδικασίας κρατικής ενίσχυσης. Επιπλέον, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της ότι η κοινοπραξία δεν δραστηριοποιήθηκε μετά την απόφαση κίνησης της διαδικασίας και ότι γνωστοποίησε δημοσίως ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον για την αγορά της τράπεζας.

(51)

Με μια έρευνα του εν λόγω ζητήματος, η Επιτροπή θα ξεπερνούσε τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας. Η Αυστρία επεσήμανε ότι τα αυστριακά δικαστήρια μελέτησαν εκτενώς την υπόθεση σύμφωνα τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, εξέτασαν τους μάρτυρες και έλεγξαν πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι διεξήχθη μια ανοικτή, δίκαιη και διαφανής διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Η Επιτροπή θα έπρεπε να αποδεχθεί την εν λόγω άποψη, αντί να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας.

2.   Γενικές παράμετροι της διαδικασίας υποβολής προσφορών και το αποτέλεσμά της

(52)

Η Αυστρία τονίζει ότι η διαδικασία υποβολής προσφορών ήταν ανοικτή, δίκαιη και διαφανής. Το ίδιο επιβεβαίωσαν και τα αυστριακά δικαστήρια που ήταν επιφορτισμένα με την εξέταση της υπόθεσης. Η οριστική απόφαση εξεδόθη μόλις στις 4 Μαρτίου 2006. Κρίθηκε ότι είχαν δοθεί σε όλους τους προσφέροντες οι ίδιες δυνατότητες λήψης των απαιτούμενων πληροφοριών για τη διεξαγωγή δεόντως επιμελούς ελέγχου, ακόμη και αν ο καθένας τις αξιοποίησε διαφορετικά.

(53)

Ακόμη και αν εξαρχής εγείρονταν αμφιβολίες σχετικά με την κοινοπραξία, θα ήταν θεμιτό να επιτραπεί στην κοινοπραξία να λάβει μέρος στη διαδικασία υποβολής προσφορών, στο βαθμό που αυτό ήταν εφικτό, αντί να αποκλειστεί από τη διαδικασία με βάση τις ενδεικτικές προσφορές. Ο εν λόγω τρόπος δράσης θα ανταποκρινόταν στη συμπεριφορά ενός πωλητή που δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς και ο οποίος θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό μεταξύ των προσφερόντων με στόχο την επίτευξη της υψηλότερης δυνατής τιμής αγοράς. Επιπλέον, η Αυστρία θεωρούσε, όπως είχε ειπωθεί στις διαπραγματεύσεις, ότι η κοινοπραξία θα αποτελούσε έναν οικονομικά ισχυρό επιχειρηματικό εταίρο. Ένας τέτοιος εταίρος θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά την κατάσταση.

(54)

Η GRAWE εξήγησε ότι δεν έτυχε ποτέ ευνοϊκής μεταχείρισης κατά τη διαδικασία υποβολής προσφορών ούτε από το ομόσπονδο κράτος του Burgenland, ούτε από την αυστριακή αρχή εποπτείας της χρηματοπιστωτικής αγοράς (FMA).

(55)

Η Αυστρία ισχυρίστηκε ότι η σύσταση της HSBC αφορούσε απλώς μια περίληψη της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης και ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί καθεαυτή ως η μοναδική βάση στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση. Η σύσταση έπρεπε απλώς να παράσχει μια σύνοψη της διαδικασίας και των προσφορών. Τα αποτελέσματα συμπληρώθηκαν με επεξηγήσεις και μεταφέρθηκαν προφορικά στους υπευθύνους. Η Αυστρία πρόσθεσε στις εν λόγω πληροφορίες μια εισήγηση, την οποία συνέταξε η HSBC για το ομόσπονδο κράτος του Burgenland, προκειμένου να προετοιμάσει τις παρατηρήσεις του για το αίτημα της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών στις 12 Απριλίου 2008, και στο οποίο παρουσιάζονταν τα αποτελέσματα περαιτέρω. Κατά την Αυστρία, η σύσταση δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως εμπειρογνωμοσύνη για την επιχειρηματική αξία της τράπεζας, κάτι το οποίο δεν απαιτείται από το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η απόφαση της 5ης Μαρτίου 2006 βασίστηκε κυρίως στη μέχρι τώρα εμπειρία από τις προηγούμενες προσπάθειες ιδιωτικοποίησης καθώς και στις συστάσεις, τις προφορικές αξιολογήσεις και τις εμπιστευτικές επεξηγήσεις των αντιπροσώπων της HSBC.

(56)

Στα επιχειρήματα της Αυστρίας καθώς και στις παρατηρήσεις της GRAWE γίνεται συχνή αναφορά στη δυνατότητα σύγκρισης των προσφορών μεταξύ των δύο ανταγωνιστών.

(57)

Σε συνδυασμό με την αποζημίωση λόγω πρόωρης εξόφλησης όσον αφορά τη συμφωνία εγγύησης της 20ής Ιουνίου 2000, η Αυστρία υποστήριξε ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε τις σχετικές ρυθμίσεις, οι οποίες προβλέπονταν στις προσφορές των δύο τελευταίων πλειοδοτών. Το ποσό της αποζημίωσης το οποίο προέβλεπαν στηριζόταν στο γεγονός ότι το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα κατέβαλλε τις πληρωμές στο πλαίσιο της συμφωνίας εγγύησης πολλά έτη νωρίτερα από ό,τι προβλεπόταν (21). Το εν λόγω ποσό, εντούτοις, όπως προφανώς υπέθεσε η Επιτροπή, δεν αποτελούσε μέρος της τιμής αγοράς. Επίσης, η ρύθμιση αυτή δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση την προηγούμενη απόφαση αναδιάρθρωσης της ΒΒ, αλλά θα συνέβαλε στη μείωση της ενίσχυσης την οποία είχε εγκρίνει τότε η Επιτροπή.

(58)

Όσον αφορά τις ρήτρες ασφαλείας και τις περιόδους εγγύησης, οι οποίες προβλέπονται στα συμβόλαια πώλησης τα οποία συνάφθηκαν με τη GRAWE και την κοινοπραξία, η Αυστρία υποστηρίζει ότι ήταν αποτέλεσμα των συμβατικών διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν με κάθε πλειοδότη ξεχωριστά. Οι διαφορετικές ρυθμίσεις για τα όρια ευθύνης, τα ποσά απαλλαγής και τις περιόδους εγγύησης (δύο έτη για την κοινοπραξία και τρία έτη για τη GRAWE) δεν συνιστούσαν άνιση μεταχείριση των πλειοδοτών.

(59)

Μόνο στο σχέδιο της σύμβασης πώλησης με την κοινοπραξία προβλεπόταν ετήσια προμήθεια 100 000 ευρώ για την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, η οποία έπρεπε να καταβληθεί στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland έως το 2017. Στη σύμβαση με τη GRAWE δεν αναφερόταν η εν λόγω προμήθεια, επειδή, σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε η Αυστρία, περιλαμβανόταν ήδη στην τιμή την οποία είχε προτείνει η GRAWE.

(60)

Όσον αφορά την έκδοση νέων ομολόγων, η Αυστρία υποστήριξε ότι η απόφαση του εποπτικού συμβουλίου να εκδώσει επιπρόσθετα ομόλογα αξίας 380 εκατ. ευρώ, εκτός από τα ομόλογα αξίας 320 εκατ. ευρώ που είχαν εκδοθεί με προηγούμενη απόφαση τον Σεπτέμβριο του 2005 βασιζόμενη στο επιχειρηματικό σχέδιο της ΒΒ, ήταν ανεξάρτητη από την επικείμενη ιδιωτικοποίηση και το μελλοντικό ιδιοκτήτη. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θεώρησε ότι η έκδοση των εν λόγω επιπρόσθετων ομολόγων για την πώληση δεν ήταν καθοριστική και για το λόγο αυτό η έκδοσή τους δεν αναφέρθηκε στη συνοδευτική επιστολή. Ωστόσο, και οι δύο πλειοδότες είχαν ενημερωθεί για την έκδοση των εν λόγω ομολόγων κατά τη διάρκεια του επιμελούς ελέγχου και η έκδοση θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα από την ταυτότητα του αγοραστή. Εντούτοις, το γεγονός αυτό ελήφθη υπόψη μόνο από τη GRAWE στο σχέδιο της σύμβασής της. Η Αυστρία επεσήμανε ότι τα επιπρόσθετα ομόλογα ύψους 380 εκατ. ευρώ εκδόθηκαν, προκειμένου να αξιοποιηθούν κατά το μέγιστο δυνατόν οι ευνοϊκές δυνατότητες αναχρηματοδότησης στο πλαίσιο της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, κάτι το οποίο αναφέρθηκε επανειλημμένως στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την κοινοπραξία. Εάν η ΒΒ είχε πωληθεί στην κοινοπραξία, η κοινοπραξία θα επωφελούταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις καλύτερες δυνατότητες αναχρηματοδότησης από ό,τι η GRAWE. Η Αυστρία υποστήριξε ότι οι δαπάνες αναχρηματοδότησης της ΒΒ σε περίπτωση πώλησης στην κοινοπραξία θα ήταν μεγαλύτερες, επειδή η κοινοπραξία, σε αντίθεση με τη GRAWE, δεν διέθετε πιστοληπτική διαβάθμιση και επιπλέον είχε την έδρα της στην Ουκρανία, με αποτέλεσμα οι όροι αναχρηματοδότησης της ΒΒ να εξαρτώνται από «υποθετική» διαβάθμιση της κατηγορίας «ΒΒ» ή «Β», στη καλύτερη περίπτωση.

(61)

Όσον αφορά την ειδική συμφωνία με τη GRAWE για τη μεταβίβαση τεσσάρων θυγατρικών εταιρειών ακινήτων της ΒΒ στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland πριν από την πώληση στη λογιστική τους αξία των 25 εκατ. ευρώ, η Αυστρία επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι η εντολοδόχος εταιρεία διαχείρισης της ΒΒ επιβεβαίωσε στις 31 Δεκεμβρίου 2005 ότι η αγοραία αξία της ιδιοκτησίας αντιστοιχούσε στη λογιστική της αξία, η μεταβίβαση θα οδηγούσε απλώς σε ρευστότητα. Η ρευστότητα, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίο να ληφθεί υπόψη στη σύγκριση των δύο προσφορών.

(62)

Την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης η κοινοπραξία κατέθεσε προκαταβολή 15 εκατ. ευρώ σε λογαριασμό διαχείρισης στην Active Bank με έδρα την Ουκρανία. Η GRAWE όφειλε να καταθέσει τη συνολική τιμή αγοράς την ημέρα της πώλησης.

(63)

Η Αυστρία υποστηρίζει ότι η ρήτρα, η οποία περιλαμβάνεται επίσης στο σχέδιο της σύμβασης πώλησης με την κοινοπραξία (22), είναι συνήθης σε συμβάσεις πώλησης για αυτού του είδους τις δικαιοπραξίες ως μέρος των όρων πώλησης και της τιμής και ότι συνάδει με τους κανόνες για τις ενισχύσεις. Η εν λόγω ρήτρα συνιστά έννομο συμφέρον του αγοραστή της ΒΒ, ο οποίος δεν είναι πρόθυμος να προσφέρει υψηλότερη τιμή, ενώ θα μπορούσε να υποχρεωθεί από εντολή ανάκτησης κατόπιν απόφασης χορήγησης κρατικής ενίσχυσης, να καταβάλει υψηλότερη τιμή. Επίσης, η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη της ότι η ρήτρα εμπεριέχει το δικαίωμα του αγοραστή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η ρήτρα είναι αναποτελεσματική από άποψη παροχής κρατικής ενίσχυσης.

(64)

Η GRAWE κρίνει ότι οι αμφιβολίες της Επιτροπής δεν είναι σκόπιμες, εφόσον δεν έχει δοθεί εντολή ανάκτησης. Η GRAWE υπογράμμισε ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών, ένας πλειοδότης έχει περιορισμένες μόνο δυνατότητες να αποτρέψει μια ενδεχομένως σχετική με τις κρατικές ενισχύσεις συμπεριφορά ενός δημόσιου πωλητή. Κατά τη GRAWE, η εν λόγω ρήτρα θα συνέβαλε ακόμη περισσότερο στη συμμόρφωση του κράτους τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, γεγονός το οποίο αποβαίνει κατ’ επέκταση προς το συμφέρον της Επιτροπής.

3.   Η συμβατότητα με την τιμή αγοράς που κατέβαλε η GRAWE

(65)

Κατά την άποψη της Αυστρίας, το γεγονός ότι η διαδικασία υποβολής προσφορών ήταν ανοικτή και διαφανής και ότι η διαδικασία αυτή επέτρεψε την πώληση σε αγοραία τιμή, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τρεις προσφέροντες υπέβαλαν μια ενδεικτική προσφορά, μεταξύ των οποίων η προσφορά της GRAWE ήταν η δεύτερη καλύτερη. Ως εκ τούτου συνάγεται το συμπέρασμα ότι η προσφορά της GRAWE δεν ήταν κατώτερη από την αγοραία αξία της ΒΒ.

(66)

Η Αυστρία αναφέρεται στο αποτέλεσμα της δεύτερης προσπάθειας ιδιωτικοποίησης της ΒΒ. Και οι τέσσερις προσφορές σε εκείνη τη φάση κυμαίνονταν μεταξύ 85 εκατ. ευρώ και 93 εκατ. ευρώ. Επομένως η τιμή αγοράς στα 100,3 εκατ. ευρώ που κατέβαλε η GRAWE θα μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με τους όρους της αγοράς.

(67)

Σύμφωνα με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, η Αυστρία δεν ήταν καν υποχρεωμένη, να πωλήσει την τράπεζα στο πλαίσιο ανοικτής διαδικασίας υποβολής προσφορών. Αντ’ αυτού θα μπορούσε να ζητήσει μια έκθεση αξιολόγησης. Εφόσον η τιμή αγοράς ανταποκρινόταν στην έκθεση αξιολόγησης που ζητήθηκε πριν από την πώληση, δεν θα προσφερόταν κρατική ενίσχυση. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή παρέβλεψε το γεγονός ότι η Αυστρία σε προηγούμενη φάση της έρευνας, είχε παραγγείλει την εκπόνηση πολλών εκθέσεων, οι οποίες επιβεβαίωναν την άποψη της Αυστρίας, ότι η καταβληθείσα από τη GRAWE τιμή ήταν σύμφωνη με τους όρους της αγοράς.

(68)

Η Αυστρία και η GRAWE τεκμηριώνουν το επιχείρημά τους με τις μελέτες και τα έγγραφα που ακολουθούν:

α)

ενδεικτική αξιολόγηση της ΒΒ από την HSBC: Από την έκθεση αυτή συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αξία της ΒΒ σε περίπτωση ιδιωτικοποίησης και πώλησης σε έναν φερέγγυο αγοραστή, θα κυμαινόταν μεταξύ 50 και 70 εκατ. ευρώ, ανάλογα με την αξιολόγηση της μεταφοράς φορολογικών ζημιών. Σε αυτή την περίπτωση η επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων θα ανερχόταν σε 33,4 εκατ. ευρώ (23)·

β)

διεξαγωγή αξιολόγησης της αυτοτελούς αξίας της ΒΒ από την gmc-unitreu Wirtschaftsprüfungs- und Steuerberatungs GmbH με την αφορμή της πώλησης όλων των μετοχών από το ομόσπονδο κράτος του Burgenland για την προετοιμασία της ιδιωτικοποίησης της ΒΒ. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, για την οποία χρησιμοποιήθηκαν τα ίδια αριθμητικά στοιχεία με την αξιολόγηση της HSBC, η αξία της ΒΒ στις 30 Ιουνίου 2004 κυμαινόταν μεταξύ 44,4 και 53,9 εκατ. ευρώ (24)·

γ)

αξιολόγηση την οποία εκπόνησε η κοινοπραξία, η οποία έδειξε αυτοτελή αξία των στοιχείων ενεργητικού της ΒΒ, κυμαινόμενη μεταξύ 50 και 75 εκατ. ευρώ.

(69)

Επιπλέον, η Αυστρία υποστήριξε ότι οι προσφέροντες συνυπολόγισαν τους όρους της διαδικασίας υποβολής προσφορών, και έτσι και οι δύο προσφορές τιμών ξεπερνούσαν την πραγματική αγοραία αξία.

(70)

Η Αυστρία πρότεινε να εκπονηθεί μία ακόμη έκθεση από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, προκειμένου να αποδειχθεί ότι για την πώληση καταβλήθηκε τιμή σύμφωνη με τους όρους της αγοράς.

4.   Η σημασία της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης για την πώληση της ΒΒ

(71)

Καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας επεσήμαινε επανειλημμένως τη σπουδαιότητα της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης και του συνεπακόλουθου χρηματοοικονομικού συμφέροντος για το ομόσπονδο κράτος του Burgenland στο πλαίσιο της πώλησης της ΒΒ, ενώ τα επιχειρήματά της στηρίζονταν και από τη GRAWE. Το κριτήριο «διατήρηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της τράπεζας Burgenland, χωρίς επίκληση της εγγύησης του ομόσπονδου κράτους για μη εκπλήρωση υποχρέωσης», αποτελούσε έναν από τους όρους στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών τους οποίους η Αυστρία κοινοποίησε δημοσίως, και επομένως όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν ενήμερα. Η Αυστρία και η GRAWE προβάλλουν όσον αφορά το πιο πάνω κριτήριο ιδίως τα παρακάτω επιχειρήματα.

(72)

Η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης θα μπορούσε να στηρίζεται σε νόμο. Επειδή όμως η ΒΒ λειτουργεί ως ανώνυμη εταιρεία ιδιωτικού δικαίου και η εγγύηση αίσιας περατώσεως αποτελεί θεσμό του ιδιωτικού δικαίου (§ 1356 ABGB), οι προϋποθέσεις και ο βαθμός της ευθύνης του ομόσπονδου κράτους του Burgenland καθορίζονται βάσει των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου· στην περίπτωση αυτή το κράτος θα ενεργούσε ως ιδιοκτήτης της τράπεζας Burgenland και όχι με την ιδιότητά του βάσει του δημοσίου δικαίου. Μη αποδεχόμενη το εν λόγω επιχείρημα, η Επιτροπή θα παρέβλεπε το διαχωρισμό των εξουσιών στην Αυστρία: Πηγή της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης αποτελεί η νομοθετική εξουσία, ενώ από την εκτελεστική, δηλαδή το ομόσπονδο κράτος του Burgenland, πηγάζει η απόφαση πώλησης της ΒΒ. Η σχέση του ομόσπονδου κράτους του Burgenland με τη BB μπορεί να συγκριθεί με τη σχέση μεταξύ μιας μητρικής εταιρείας και της θυγατρικής της, υπέρ της οποίας εγγυάται με επιστολή υποστήριξης. Η εν λόγω ευθύνη –όπως και κάθε άλλος κίνδυνος εκτός ισολογισμού– θα λαμβανόταν υπόψη κατά την πώληση μιας θυγατρικής εταιρείας. Για την τεκμηρίωση αυτού του επιχειρήματος, Αυστρία παραπέμπει σε μια απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου της Αυστρίας της 4ης Απριλίου 2006 (25).

(73)

Επιπλέον, η Επιτροπή και η Αυστρία συμφώνησαν για την κατάργηση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης ως υφιστάμενης ενίσχυσης έπειτα από μια μεταβατική περίοδο. Μέχρι την κατάργησή της, η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης «νομιμοποιείται», έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη από το ομόσπονδο κράτος του Burgenland και κατά την πώληση της ΒΒ. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland δεν προέβλεψε την ευθύνη βάσει της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης και η Αυστρία δεν είχε καμία νομική δυνατότητα, προκειμένου να τερματίσει την ευθύνη αυτή πριν από την πώληση της ΒΒ. Εάν υπό αυτές τις συνθήκες, δεν ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος ο οποίος συνδέεται με την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, η Επιτροπή θα εμπόδιζε ουσιωδώς το ομόσπονδο κράτος του Burgenland στην ιδιωτικοποίηση της ΒΒ. Το γεγονός αυτό θα αντέβαινε στην απαίτηση ιδιωτικοποίησης της ΒΒ στο πλαίσιο της προηγούμενης απόφασης της Επιτροπής και θα περιόριζε παράνομα το δικαίωμα των κρατών μελών να ιδιωτικοποιούν στοιχεία του ενεργητικού τους.

(74)

Η πρακτική την οποία ακολουθούν η Επιτροπή και τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων θα ενδυνάμωνε τη θέση της Αυστρίας. Έτσι, ειδικότερα η Επιτροπή συμφώνησε ότι στο πλαίσιο μιας ιδιωτικοποίησης θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη δεσμεύσεις και κίνδυνοι εκτός ισολογισμού (26). Στην υπόθεση Gröditzer Stahlwerke και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνώρισε ρητώς ότι θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη μια κρατική εγγύηση, η οποία θα συνδέεται με την εκκαθάριση επιχείρησης (27). Η αναγνώριση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης ως διαθέσιμη ενίσχυση θα ήταν ως εκ τούτου σημαντική.

(75)

Ο κίνδυνος της εφαρμογής της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης εξαρτάται από τα μελλοντικά χαρακτηριστικά κινδύνου της τράπεζας και κατά συνέπεια από το προφίλ κινδύνου του νέου ιδιοκτήτη. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θεώρησε απαράδεκτους τους κινδύνους τους οποίους θα συνεπαγόταν η αγορά της ΒΒ από την κοινοπραξία. Επίσης, το γεγονός ότι η ΒΒ θα παρέμενε υπό τον έλεγχο της αρχής της χρηματοπιστωτικής αγοράς (FMA), δεν θα μετέβαλε την εκτίμηση αυτή, καθώς η αρχή της χρηματοπιστωτικής αγοράς θα ενεργούσε μόνο εκ των υστέρων.

(76)

Η Αυστρία κοινοποίησε έναν υπολογισμό του καλυπτόμενου από την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης ποσού και ένα σενάριο εκκαθάρισης, επισημαίνοντας ότι η προσέγγιση η οποία ακολουθήθηκε για τον υπολογισμό ήταν ταυτόσημη με εκείνη που παρουσιάστηκε στην Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση αναδιάρθρωσης.

(77)

Η GRAWE υποστήριξε ότι στο πλαίσιο αυτό, η προσφυγή σε ένα σενάριο εκκαθάρισης θα ήταν λανθασμένη κίνηση, καθώς το ομόσπονδο κράτος του Burgenland δεν έπρεπε να αποφασίσει για την εκκαθάριση της ΒΒ, αλλά μάλλον για την επιλογή ενός αγοραστή. Το σενάριο εκκαθάρισης είχε καθοριστεί για άλλες περιστάσεις (απόφαση σχετικά με χορήγηση κρατικής ενίσχυσης για αναδιάρθρωση). Επιπλέον, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland, σε περίπτωση εφαρμογής της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, δεν θα ήταν σε θέση να αξιώσει τη ρευστοποίηση όλων των στοιχείων του ενεργητικού, ενώ όλοι οι πιστωτές θα μπορούσαν να απευθυνθούν απευθείας στο ομόσπονδο κράτος για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους.

(78)

Σύμφωνα με την Αυστρία, η παράμετρος αυτή συνδέεται με το κριτήριο «διατήρηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της τράπεζας Burgenland, χωρίς επίκληση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης του ομόσπονδου κράτους». Η Αυστρία υποστηρίζει ότι η γνωστοποίηση της πώλησης της ΒΒ στην κοινοπραξία, θα πυροδοτούσε αύξηση της αναγκαιότητας χρηματοδότησης και σημαντικά έξοδα, ενώ στη συνέχεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε εφαρμογή της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης. Ως εκ τούτου η εκκαθάριση της ΒΒ μετά την πώληση αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της διαδικασίας λήψης απόφασης. Ούτε η κοινοπραξία απέκλεισε τον κίνδυνο απόσυρσης καταθέσεων και διατραπεζικών πιστωτικών διευκολύνσεων, εκτιμώντας όμως ότι ο βαθμός του κινδύνου ήταν κατά πολύ μικρότερος από αυτόν που ανάφερε η Αυστρία. Ενώ η κοινοπραξία υπολόγιζε ότι οι εκροές θα ξεπερνούσαν τα 500 εκατ. ευρώ, η Αυστρία κοινοποίησε υπολογισμούς, βάσει των οποίων οι καθαρές εκροές κεφαλαίων θα ανέρχονταν στην καλύτερη περίπτωση σε 750 εκατ. ευρώ και στη χειρότερη, σε 1,25 εκατ. ευρώ. Η κοινοπραξία θα έπρεπε να αποδείξει ότι θα μπορούσε να διασφαλίσει την αναχρηματοδότηση. Εντούτοις, δεν προσκόμισε την απόδειξη αυτή, αλλά αρκέστηκε μόνο στην παρουσίαση μη δεσμευτικών δηλώσεων πρόθεσης άλλων τραπεζών.

(79)

Επιπλέον, η Αυστρία τόνισε ότι θα ανησυχούσε λιγότερο επί του εν λόγω ζητήματος, εάν η κοινοπραξία είχε αποτελέσει έναν ισχυρό οικονομικά επιχειρηματικό εταίρο, όπως είχε ανακοινωθεί στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

5.   Ερωτήματα σχετικά με τη χορήγηση άδειας πώλησης από την αρχή της χρηματοπιστωτικής αγοράς (FMA)

(80)

Όπως εξήγησε η Αυστρία, η FMA δύναται σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου για το τραπεζικό σύστημα (BWG) να υποβάλει τον αγοραστή μιας τράπεζας στο λεγόμενο Fit & Proper-test, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν ήδη συνάψει μια δεσμευτική σύμβαση πώλησης. Η υποθετική αξιολόγηση παραπάνω του ενός δυνητικού αγοραστή, θα συνιστούσε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της FMA. Για τον ίδιο λόγο δεν θα ήταν δυνατόν να κατατεθεί εκ των υστέρων μια αξιολόγηση στην Επιτροπή, όπως απαιτούσε η απόφαση κίνησης της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η FMA αρνήθηκε να εξετάσει τα έγγραφα τα οποία είχαν διαβιβάσει τόσο η κοινοπραξία όσο και η GRAWE, οι οποίες ζητούσαν εγγράφως άδεια πριν από την πώληση (28). Η FMA ήταν υποχρεωμένη να εξετάζει αμερόληπτα κάθε αγορά.

(81)

Η Αυστρία εξήγησε ότι εντούτοις προσπάθησε να εξασφαλίσει μια εκτίμηση των δύο τελευταίων πλειοδοτών. Η FMA επεσήμανε ότι η αξιολόγηση της GRAWE, την οποία η FMA γνώριζε πολύ καλά, θα απαιτούσε μερικές μόνο εβδομάδες. Αντιθέτως, επειδή στην αξιολόγηση της κοινοπραξίας συμμετείχαν και αρχές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα διαρκούσε ενδεχομένως περισσότερο από τρεις μήνες. Η FMA ήταν ωστόσο νομικά υποχρεωμένη να εκδώσει οιαδήποτε αρνητική απάντηση εντός τριών μηνών, διαφορετικά η πώληση θα θεωρούταν ισχύουσα. Για αυτόν το λόγο, η FMA θα έπρεπε να απορρίψει προσωρινά οιαδήποτε πώληση προς την κοινοπραξία εντός τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης χορήγησης άδειας. Παρά ταύτα, η FMA θα μπορούσε να συνεχίσει να διερευνά την πρόθεση της κοινοπραξίας να αγοράσει τη ΒΒ και ενδεχομένως να ανακαλέσει την αρχική της απορριπτική απάντηση. Η συνολική διαδικασία θα μπορούσε να διαρκέσει έως ένα έτος. Σύμφωνα με πληροφορίες της FMA, η έκβαση της διαδικασίας αξιολόγησης ήταν «πλήρως ανοικτή».

(82)

Η Αυστρία τόνισε ότι το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα έπρεπε το ίδιο να εκτιμήσει βάσει όλων αυτών, εάν θα μπορούσε να αναμένει άδεια για την πώληση της ΒΒ από την FMA. Σχετικά με αυτό, η Αυστρία υποστήριξε ότι η FMA δεν θα ενέκρινε ποτέ την πώληση της ΒΒ στην κοινοπραξία. Οι σημαντικότερες παράμετροι, στις οποίες στηρίχτηκε η εν λόγω πρόβλεψη του ομόσπονδου κράτους του Burgenland, αναλύονται παρακάτω.

(83)

Η SLAV International Bank AG είχε ζητήσει ήδη το 1994 τραπεζική άδεια λειτουργίας στην Αυστρία, η αίτησή της όμως απορρίφθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1997. Ως αιτιολογία για την απόρριψη της αίτησης μεταξύ άλλων προβλήθηκε το γεγονός ότι ο τότε ιδιοκτήτης, τα ουκρανικά κεφάλαια, δεν εφάρμοζαν τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (IAS). Επιπλέον, ο όμιλος με εξαίρεση ενός μικρού μέλους, της αποκλειστικά στην Ουκρανία εκπροσωπούμενης Active Bank Ltd, δεν δραστηριοποιούταν στις τραπεζικές επιχειρήσεις. Κανένα μέλος της κοινοπραξίας δεν διέθετε διαβάθμιση της πιστοληπτικής τους ικανότητας από διεθνώς αναγνωρισμένο οργανισμό διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας. Αντιθέτως, με την GRAWE η τράπεζα Burgenland θα αποκτούσε έναν έμπειρο εταίρο στον τομέα της τραπεζικής αγοράς και της αγοράς κεφαλαίων με πιστοληπτική διαβάθμιση «Α» και τον οποίο η FMA τον γνώριζε καλά.

(84)

Επιπλέον, η Αυστρία αναφέρθηκε στη εμπειρία της από τις πρώτες δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες ιδιωτικοποίησης. Συγκεκριμένα, στο δεύτερο γύρο της υποβολής προσφορών, ο οποίος έληξε τον Αύγουστο του 2005 δίχως να αποφέρει κανένα αποτέλεσμα, συμμετείχε μια τράπεζα με έδρα στη Λιθουανία και Ρώσους ιδιοκτήτες, για την οποία η Αυστρία είχε σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η FMA δεν θα ενέκρινε την αγορά.

(85)

Επίσης, η Αυστρία επεσήμανε ότι η λήψη της απόφασης θα απαιτούσε σημαντικά περισσότερο χρόνο, επειδή δεν υπήρχε κάποια «κοινή δήλωση προθέσεων» ως βάση για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της FMA και της ουκρανικής εθνικής τράπεζας.

(86)

Εξάλλου, θα συνέφερε τη GRAWE να παρέμβει σε περίπτωση δυσκολιών της ΒΒ, λόγω της καλής της φήμης. Κάτι τέτοιο όμως δεν ίσχυε για την κοινοπραξία. Η Αυστρία επεσήμανε επίσης ότι αν η ΒΒ είχε ιδιοκτήτη με έδρα την Ουκρανία, η διαβάθμισή της πιστοληπτικής της ικανότητας δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με τη διαβάθμιση κατηγορίας «Α» της GRAWE, αλλά βάσει της αρχής ότι η διαβάθμιση μιας επιχείρησης δεν μπορεί να είναι καλύτερη από τη διαβάθμιση του κράτους στο οποίο έχει την έδρα της, η διαβάθμισή της θα μπορούσε να είναι μεταξύ «ΒΒ» και «Β».

6.   Επιπλέον παράμετροι της πρόβλεψης του ομόσπονδου κράτους του Burgenland

(87)

Η Αυστρία παρουσίασε επίσης ένα σημείωμα της HSBC, στο οποίο επιβεβαιώθηκαν όλες οι επεξηγήσεις του ομόσπονδου κράτους για την πιθανότητα χορήγησης άδειας από την FMA για την αγορά και η πιθανότητα επίκλησης της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης σε περίπτωση απόφασης πώλησης υπέρ της GRAWE. Οι σημαντικά μειωμένοι κίνδυνοι στην περίπτωση πώλησης στην GRAWE θα αντιστάθμιζαν με το παραπάνω τη διαφορά μεταξύ των προτεινόμενων τιμών.

(88)

Στην περίπτωση της κοινοπραξίας υπήρχαν αμφιβολίες και όσον αφορά το επιχειρηματικό σχέδιο. Το εν λόγω σχέδιο είχε κατατεθεί σε μετέπειτα στάδιο της έρευνας (27 Φεβρουαρίου 2006) και προέβλεπε την ενσωμάτωση της Active Bank Ltd με έδρα την Ουκρανία. Η κοινοπραξία θεώρησε την ένταξη της Active Bank ως προϋπόθεση για την αγορά της τράπεζας Burgenland. Εντούτοις, το επιχειρηματικό σχέδιο περιλάμβανε σύμφωνα με το ομόσπονδο κράτος του Burgenland ορισμένα στοιχεία τα οποία θα έθεταν σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της ΒΒ.

(89)

Συγκεκριμένα, προβλεπόταν μόνο ένα πολύ μικρό μέρος της εγγυημένης από την κοινοπραξία εισφοράς κεφαλαίου για την ενίσχυση των περιφερειακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ΒΒ (17 εκατ. ευρώ από συνολικά 85 εκατ. ευρώ), ενώ το υπόλοιπο προοριζόταν για την Active Bank με έδρα την Ουκρανία. Βάσει του επιχειρηματικού σχεδίου, οι κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες έπρεπε να εκτελούνται στην Ουκρανία και όχι στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland, γεγονός το οποίο εγκυμονούσε νομισματικούς κινδύνους.

(90)

Επίσης, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland δεν κατάφερε ποτέ να εξακριβώσει πώς συγκεκριμένα οραματιζόταν η κοινοπραξία την ενσωμάτωση της Active Bank, η αξία της οποίας είχε υπερεκτιμηθεί. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland προέβλεψε ένα απαισιόδοξο σενάριο για τη ΒΒ, σύμφωνα με το οποίο μια αποτυχία της Active Bank, θα έθετε σε μεγάλο κίνδυνο τη ΒΒ και στη συνέχεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε αφερεγγυότητα της ΒΒ.

(91)

Βάσει του εν λόγω επιχειρηματικού σχεδίου, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland δεν θα πωλούσε τη BB, ακόμη κι αν η κοινοπραξία ήταν ο μοναδικός προσφέρων (29).

(92)

Επιπλέον, η Αυστρία εξέφρασε ανησυχίες για το γεγονός ότι η FMA χρειαζόταν σημαντικά περισσότερο χρόνο για την εξέταση της πώλησης της ΒΒ στην κοινοπραξία. Σύμφωνα με την απόφαση αναδιάρθρωσης η ιδιωτικοποίηση της ΒΒ έπρεπε να είναι άμεση. Επίσης, η τιμή την οποία πρότεινε η GRAWE ίσχυε μόνο έως την 31η Μαρτίου 2006. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο, σε περίπτωση απορριπτικής απάντησης από την FMA, να μείνει χωρίς κανέναν αγοραστή για τη ΒΒ.

(93)

Στις 5 Μαρτίου 2008, η Αυστρία αναφέρθηκε σε μια γερμανική δικαστική απόφαση, η οποία επιβεβαίωνε μια απόφαση της γερμανικής εποπτεύουσας τραπεζικής αρχής (BaFin), με την οποία απαγορευόταν η πώληση μετοχών μιας γερμανικής τράπεζας σε έναν ουκρανικό όμιλο επιχειρήσεων. Η Αυστρία δεν ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω ουκρανικός όμιλος στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορούσε την κοινοπραξία, όμως η απόφαση αυτή, στην οποία η BaFin κατέληξε 13 μήνες αργότερα, επιβεβαίωσε την πρόβλεψή της.

(94)

Κατά την Αυστρία, το ζήτημα της έγκαιρης πώλησης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την απαιτούμενη ασφάλεια των συναλλαγών. Εάν ο τρίτος γύρος της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης αποτύγχανε, θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο η τράπεζα, έχοντας ως αποτέλεσμα κατ’ επέκταση την αφερεγγυότητα της ΒΒ και ως εκ τούτου την εφαρμογή της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης.

7.   Άλλες μέθοδοι της αξιολόγησης κινδύνου, τις οποίες παρουσίασαν η Αυστρία και η GRAWE

(95)

Η Αυστρία διαβίβασε πρόσθετες επεξηγήσεις όσον αφορά τη σύσταση της HSBC σχετικά με την προσέγγιση των συνολικών υποχρεώσεων οι οποίες καλύπτονται με εγγύηση. Μια ήπια αύξηση της πιθανότητας να εφαρμοστεί η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης σε περίπτωση πώλησης της ΒΒ στην κοινοπραξία, θα αντιστάθμιζε τη διαφορά των προτεινόμενων τιμών, οδηγώντας έτσι σε απόφαση υπέρ της GRAWE.

(96)

Η GRAWE διαβίβασε μια επιπλέον έκθεση, την οποία υποστήριζε η Αυστρία, η οποία εφαρμόζει ένα μοντέλο αξιολόγησης για ευθύνες ως προαιρέσεις αγοράς ή πώλησης, προκειμένου να ερμηνεύσει και να δικαιολογήσει την πώληση της ΒΒ στη GRAWE. Στην έκθεση αυτή συνάγεται το συμπέρασμα ότι ακόμη και με ελάχιστη αύξηση της μεταβλητότητας των στοιχείων ενεργητικού κατά 1,83 % σε περίπτωση πώλησης της ΒΒ στην κοινοπραξία, ο επακόλουθος κίνδυνος για το ομόσπονδο κράτος του Burgenland στο πλαίσιο της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης θα αυξανόταν σημαντικά, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η απόφαση πώλησης της ΒΒ στη GRAWE.

(97)

Στις 22 Φεβρουαρίου 2008, η Αυστρία διαβίβασε σε πολύ μετέπειτα στάδιο της διαδικασίας, μια ανάλυση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι κεφαλαιαγορές «συνυπολογίζουν» μια ευθύνη, όπως η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης. Στις 9 Απριλίου 2008, η Morgan Stanley διαβίβασε μια λεπτομερέστερη παρουσίαση της προσέγγισης η οποία ακολουθήθηκε στην εν λόγω ανάλυση. Αφορμή για την ανάλυση αποτελεί η πεποίθηση ότι στην κεφαλαιαγορά το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα μπορούσε να καλυφθεί από τον κίνδυνο εφαρμογής της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης με ένα πιστωτικό παράγωγο τύπου «credit default swap». Η Αυστρία υποστηρίζει ότι και τα αποτελέσματα της εν λόγω ανάλυσης θα έδειχναν ότι η απόφαση του ομόσπονδου κράτους του Burgenland για την πώληση, ήταν δικαιολογημένη. Η Αυστρία εκτιμά ότι το κόστος μιας τέτοιας ασφάλισης θα κυμαίνεται μεταξύ 51,3 εκατ. ευρώ και 64,1 εκατ. ευρώ, σε περίπτωση πώλησης της ΒΒ στη GRAWE, και ότι θα ανέρχεται σε 521,6 εκατ. ευρώ, αν η ΒΒ πωληθεί στην κοινοπραξία. Οι εκτιμήσεις της Morgan Stanley ήταν μεν χαμηλότερες (354 εκατ. ευρώ για τις 12 Μαΐου 2006), επιβεβαίωναν δε τα αποτελέσματα της Αυστρίας.

8.   Συμβατότητα της ενίσχυσης με την κοινή αγορά

(98)

Η Αυστρία δεν έλαβε θέση όσον αφορά τη συμβατότητα της ενίσχυσης με την κοινή αγορά.

(99)

Η GRAWE ισχυρίστηκε ότι το μέτρο της ενίσχυσης, εάν λαμβανόταν υπόψη ως κρατική ενίσχυση, θα έπρεπε να κηρυχθεί συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ. Η ιδιωτικοποίηση της ΒΒ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προηγούμενη απόφαση αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με την οποία η ΒΒ θα έπρεπε να συνεχίσει να λειτουργεί στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland ως περιφερειακή τράπεζα. Βάσει του επιχειρηματικού της σχεδίου, η κοινοπραξία δεν θα είχε προβλέψει αυτό τον προσανατολισμό ως ιδιοκτήτρια. Αυτό θα έθετε σε επιπρόσθετο κίνδυνο τη σωστή υλοποίηση της απόφασης αναδιάρθρωσης.

VI.   ΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

1.   Δυνατότητα αποδοχής

(100)

Καταρχήν, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, οφείλει να εξετάζει πληροφορίες, ανεξαρτήτως της πηγής τους, από τις οποίες απορρέει ότι υπήρξαν παράνομες ενισχύσεις. Έτσι, η Αυστρία ενεργεί υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας, το οποίο όμως δεν διαθέτει στην πραγματικότητα η Επιτροπή, καθώς δεσμεύεται νομικά με την εξέταση καταγγελιών, όπως της εν λόγω κοινοπραξίας. Η κοινοπραξία, ως μοναδικός ανταγωνιστής της GRAWE στην τελική φάση της διαδικασίας πρόσκλησης υποβολής προσφορών για τη ΒΒ, αποτελεί αναμφίβολα «ενδιαφερόμενο μέρος» υπό την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο η του εν λόγω κανονισμού. Οι μετέπειτα εξελίξεις –όπως δημοσιεύσεις πληροφοριών στον Τύπο, από τις οποίες προκύπτει ότι η κοινοπραξία έχει εγκαταλείψει τα αρχικά της σχέδια περί αγοράς της τράπεζας– δεν θίγουν την υποχρέωση της Επιτροπής να συνεχίσει την έρευνά της. Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η κοινοπραξία δεν απέσυρε την καταγγελία της (30).

(101)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι αποφάσεις αυστριακών δικαστηρίων τις οποίες ανέφερε η Αυστρία, ούτε προκαθορίζουν ούτε περιορίζουν την αρμοδιότητα της Επιτροπής όσον αφορά την εξέταση της υπόθεσης βάσει των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρατηρεί ότι καμίας από τις διαβιβασθείσες δικαστικές αποφάσεις το αποτέλεσμα δεν στηρίζεται στο δίκαιο κρατικών ενισχύσεων (31).

2.   Ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ

(102)

Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Η ιδιωτικοποίηση της ΒΒ πρέπει να πληροί όλα τα κριτήρια τα οποία προβλέπονται στο προαναφερθέν άρθρο, προκειμένου να μπορεί να αξιολογηθεί ως κρατική ενίσχυση.

2.1.   Οι κρατικές ενισχύσεις στο πλαίσιο ιδιωτικοποιήσεων — Το νομικό πλαίσιο

(103)

Όπως αποδεικνύεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή βασίζεται σε πολλές αρχές κατά την εκτίμηση των ενισχύσεων στο πλαίσιο μιας ιδιωτικοποίησης, τις οποίες έχει διευκρινίσει στην ΧΧΙΙΙη έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (εφεξής «έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού») καθώς και στην ευρύτερη πρακτική της (32).

(104)

Στις περιστάσεις οι οποίες περιγράφονται στην εν λόγω έκθεση, βάσει των οποίων η Επιτροπή δύναται να υποστηρίξει, χωρίς περαιτέρω εξέταση, ότι δεν υπάρχει καμία κρατική ενίσχυση, συμπεριλαμβάνεται και ότι η επιχείρηση πωλείται στον υποβάλλοντα τη μεγαλύτερη προσφορά. Είναι όμως απολύτως προφανές ότι η ΒΒ δεν πωλήθηκε στον υποβάλλοντα τη μεγαλύτερη προσφορά. Το γεγονός αυτό καθεαυτό δικαιολογεί την απόφαση κίνησης της επίσημης διαδικασίας έρευνας (33).

(105)

Ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο μιας ιδιωτικοποίησης, είναι οι όροι από τους οποίους εξαρτάται μια τέτοια πώληση. Στην απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας, η Επιτροπή τόνισε τη σπουδαιότητα η οποία δόθηκε στην παράμετρο αυτή στην έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού, απαιτώντας σε περίπτωση ιδιωτικοποίησης να τηρείται η ακόλουθη προϋπόθεση, ώστε να συνεπάγεται ότι δεν περιλαμβάνει κρατική ενίσχυση: «Θα πρέπει να υπάρξει δημόσια πρόσκληση υποβολής προσφορών, ανοικτή σε όλους τους ενδιαφερόμενους, διαφανής και ανεξάρτητη από τα αποτελέσματα άλλων πράξεων, όπως είναι η απόκτηση άλλων περιουσιακών στοιχείων εκτός από αυτά για τα οποία υποβάλλεται προσφορά ή η συνέχιση της άσκησης ορισμένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων»

(106)

Η Επιτροπή αναφέρθηκε και στην επόμενη απόφασή της σχετικά με τη Stardust Marine, στην οποία τόνισε ακόμη περισσότερο τη σπουδαιότητα του «αμερόληπτου χαρακτήρα» της διαδικασίας (34). Σε συμμόρφωση με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με στοιχεία κρατικών ενισχύσεων στις πωλήσεις γηπέδων ή οικοπέδων από τις δημόσιες αρχές (35) (εφεξής «ανακοίνωση σχετικά με τις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων»), η Επιτροπή πρεσβεύει στο εξής την άποψη ότι καταρχήν μπορούν να επιβληθούν όροι, εφόσον κάθε δυνητικός αγοραστής ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείται εμπορικά, θα όφειλε και θα μπορούσε να τηρεί τους εν λόγω όρους (36). Η Επιτροπή διαπίστωσε στο πλαίσιο αυτό ότι τα κριτήρια επιλογής για την πώληση της τράπεζας μπορούν να περιλαμβάνουν όρους και ότι πρέπει να αξιολογούνται ανάλογα (για περισσότερες πληροφορίες βλέπε τις αιτιολογικές σκέψεις 141 έως 143).

(107)

Στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Αυστρία στηρίχτηκε προφανώς πρώτα απ’ όλα στην πεποίθηση ότι η ανακοίνωση σχετικά με τις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων μπορούσε να εφαρμοστεί στην ιδιωτικοποίηση μιας επιχείρησης, και, δεύτερον, ότι οι πιθανές ανεπάρκειες κατά την πρόσκληση υποβολής προσφορών, θα μπορούσαν να ξεπεραστούν με την προσφυγή σε προηγούμενες ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις οι οποίες είχαν συνταχθεί στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της ΒΒ. Η Αυστρία μάλιστα πρότεινε την ανάθεση εκπόνησης μιας νέας μελέτης για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας της ΒΒ.

(108)

Στις αιτιολογικές σκέψεις 141 έως 143 σχολιάζεται η συνάφεια των όρων που απορρέουν από τη δικαιοπραξία. Εν πρώτοις παρατηρείται γενικά ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των κανόνων που εφαρμόζονται σε περίπτωση ιδιωτικοποιήσεων και των κανόνων σε περίπτωση πωλήσεων κτιρίων και οικοπέδων. Χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση η πρόσκληση υποβολής προσφορών ως μοναδική πιθανή διαδικασία για την εκτέλεση μιας ιδιωτικοποίησης, έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού αναφέρεται ρητά σε ιδιωτικοποιήσεις και θέτει πολλές προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να πληροί μια διαδικασία ιδιωτικοποίησης, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν συνεπάγεται κρατική ενίσχυση. Στην έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού δεν αναφέρεται ότι επαρκεί μια ανεξάρτητη έκθεση η οποία έχει συνταχθεί πριν από την πώληση, ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί αυτόματα στην περίπτωση πώλησης στην επιτυγχανόμενη τιμή, ότι δεν συνεπάγεται κρατική ενίσχυση. Τούτο ισχύει ιδίως όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει διεξαχθεί διαδικασία υποβολής προσφορών.

(109)

Η δυνατότητα καθορισμού της αγοραίας αξίας με έκθεση ελλείψει διαδικασίας υποβολής προσφορών, προβλέπεται μόνο στην ανακοίνωση σχετικά με τις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων. Ήδη όμως στην περίπτωση πώλησης γηπέδου ή οικοπέδου, το κείμενο και η δομή της ανακοίνωσης σχετικά με τις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων προϋποθέτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να δικαιολογήσει με μια έκθεση την πώληση σε ένα άλλο άτομο ως υποβάλλοντα τη μεγαλύτερη προσφορά. Τόσο στην περίπτωση πώλησης γηπέδου ή οικοπέδου, όσο και στην περίπτωση ιδιωτικοποίησης αποτελεί προϋπόθεση ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών καθορίζεται μία αγοραία τιμή.

(110)

Η Επιτροπή, εντούτοις, υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και αν –χάριν του επιχειρήματος– μπορούσε να υποστηριχτεί η θέση της Αυστρίας περί της δυνατότητας εφαρμογής της ανακοίνωσης σχετικά με τις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων. Είναι γεγονός ότι στην ανακοίνωση σχετικά με τις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων είναι αποδεκτές και η ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών και η εκ των προτέρων έκθεση ως απόδειξη ότι δεν υπάρχει κρατική ενίσχυση. Η τελευταία προσέγγιση ωστόσο επιτρέπεται μόνο εκ των προτέρων, όταν η αξιολόγηση διενεργείται πριν από την πώληση. Επειδή το ομόσπονδο κράτος του Burgenland επέλεξε την ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών, κατά την οποία οι συμμετέχοντες στην αγορά υπέβαλαν ισχύουσες προσφορές, δεν θα ήταν συνεπές να γίνει αποδεκτή μια εκ των προτέρων έκθεση και να παραμεριστούν υψηλότερες προσφορές, όπως προτείνει η Αυστρία στο δεύτερο σημείο που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 107.

(111)

Η πρόταση της Αυστρίας θα έπρεπε να εφαρμοστεί μόνο, εάν το αποτέλεσμα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί υπόψη, επειδή δεν θα επρόκειτο για ανοικτή, διαφανή και άνευ όρων πρόσκληση υποβολής προσφορών.

(112)

Σε σχέση με τα ανωτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών υπεβλήθησαν δύο ισχύουσες προσφορές, ακόμη κι αν δεν μπορεί να αποκλείσει το γεγονός ότι οι προσφορές θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι υψηλότερες, εάν δε οι όροι δεν είχαν επιβληθεί στην αγορά (οι επιπτώσεις των όρων αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 141 έως 143). Εάν υφίσταται και μια ανεξάρτητη έκθεση και μια υψηλότερη τιμή αγοράς για τη ΒΒ, τότε αναμφίβολα η τελευταία προσέγγιση δίνει την καλύτερη αντιπροσωπευτική αξία για την αγοραία αξία του αντικειμένου προς πώληση, επειδή δεν πρόκειται μόνο για μια υποθετική αξιολόγηση, αλλά και για μια πραγματική προσφορά.

(113)

Βάσει αυτών των διαπιστώσεων, οι εκ των προτέρων γνωμοδοτήσεις τις οποίες έχει καταθέσει η Αυστρία για την αξία της ΒΒ δεν έχουν πλέον καμία σημασία για την εκτίμηση της εν λόγω περίπτωσης (37). Κανένα ενδιαφέρον επίσης δεν παρουσιάζει μια εκ των υστέρων έκθεση, όπως πρότεινε η Αυστρία, ενόψει της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων και των ισχυουσών προσφορών οι οποίες υποβάλλονται στο πλαίσιο της εν λόγω πρόσκλησης υποβολής προσφορών.

(114)

Βάσει των όρων οι οποίοι ελήφθησαν υπόψη, η Επιτροπή οδηγείται στο εξής συμπέρασμα: Ακόμη κι αν η επιχείρηση πωλούταν στον υποβάλλοντα τη μεγαλύτερη προσφορά σε τιμή εμφανώς υψηλότερη από την τιμή εκτίμησης, είναι ακόμη δυνατόν να υπάρχει κρατική ενίσχυση, εφόσον ο επενδυτής που δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς καταβάλει χαμηλότερη τιμή από αυτή την οποία θα κατέβαλε χωρίς τους εν λόγω όρους (38).

(115)

Έτσι, η Επιτροπή πρέπει να μελετήσει την ιδιωτικοποίηση της ΒΒ βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 1 συνθήκη ΕΚ, χωρίς αναφορά στην ανακοίνωση σχετικά με τις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων ή της έκθεσης επί της πολιτικής ανταγωνισμού, επειδή στην περίπτωση αυτή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονται στην έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού, βάσει των οποίων δεν υφίσταται κρατική ενίσχυση.

2.2.   Ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης

(116)

Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland είναι ένα από τα εννέα ομόσπονδα κράτη της Αυστρίας. Οι πόροι του ομόσπονδου κράτους του Burgenland μπορούν κατά κύριο λόγο να θεωρηθούν ως «πόροι που χορηγούνται από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους» υπό την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 συνθήκη ΕΚ.

(117)

Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η GRAWE δραστηριοποιείται σε διασυνοριακό και διεθνές επίπεδο, και ως εκ τούτου οιοδήποτε πλεονέκτημα προερχόμενο από κρατικούς πόρους θα είχε αντίκτυπο στον τραπεζικό τομέα και θα επηρέαζε το ενδοκοινοτικό εμπόριο (39).

(118)

Η πώληση της ΒΒ στη GRAWE δεν περιλαμβάνει εντούτοις κρατική ενίσχυση, μόνο εάν το ομόσπονδο κράτος του Burgenland δεν έχει ενεργήσει ως οικονομικός φορέας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται στον αγοραστή το δικαίωμα της επιλογής. Αυτό θα ίσχυε, εάν το ομόσπονδο κράτος του Burgenland δεν είχε ενεργήσει ως οικονομικός φορέας και αν είχε αποδεχθεί μια τιμή αγοράς της ΒΒ χαμηλότερη από την αγοραία αξία. Κατά τη μελέτη του εν λόγω ζητήματος, η Επιτροπή εξετάζει, εάν ο ενδιαφερόμενος πωλητής ενήργησε όπως κάθε άλλος πωλητής ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς («private vendor test»).

(119)

Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, εάν και σε ποιον βαθμό είχε εξασφαλίσει πλεονέκτημα η GRAWE, είναι αναγκαία η εξέταση της πραγματικής διαδικασίας πρόσκλησης υποβολής προσφορών και των προσφορών, οι οποίες υπεβλήθησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Ουσιαστικά, στην περίπτωση αυτή ενυπάρχουν δύο στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει πλεονέκτημα. Πρώτον, το γεγονός ότι η επιχείρηση πωλήθηκε στον υποβάλλοντα τη δεύτερη υψηλότερη προσφορά, και δεύτερον, οι επιπτώσεις των όρων στην αξία της επιχείρησης για όλους τους πλειοδότες.

(120)

Η κοινοπραξία υπέβαλε προσφορά στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland, η ονομαστική αξία της οποίας υπερέβαινε την προσφορά της GRAWE κατά 54,7 εκατ. ευρώ. Ένας οικονομικός παράγοντας ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας της αγοράς θα μπορούσε κατ’ εξαίρεση να επιλέξει τη χαμηλότερη προσφορά, εάν:

α)

πρώτον, είναι προφανές ότι η πώληση στον υποβάλλοντα τη μεγαλύτερη προσφορά είναι αδύνατη και

β)

δεύτερον, δικαιολογείται να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες. Το γεγονός ότι η πώληση δεν κατακυρώθηκε υπέρ του υποβάλλοντα τη μεγαλύτερη προσφορά, δεν αποτελεί καθαυτό αδιαμφισβήτητη απόδειξη ενίσχυσης. Η έννοια του υποβάλλοντα τη μεγαλύτερη προσφορά μπορεί να ερμηνευθεί ευρύτερα, εάν ληφθούν υπόψη οι διαφορές των κινδύνων εκτός ισολογισμού μεταξύ των προσφορών (40).

(121)

Η πρώτη παράμετρος αφορά ουσιαστικά το κατά πόσον το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα μπορούσε να έχει την εμπιστοσύνη ότι πράγματι θα εισέπραττε την καταβολή της τιμής αγοράς (γενικά αποκαλούμενη ασφάλεια των συναλλαγών – πρώτο στοιχείο), και αν μπορούσε να βασιστεί στο ότι η κοινοπραξία θα λάμβανε την απαιτούμενη άδεια από την εποπτική αρχή της χρηματοπιστωτικής αγοράς (ή οιασδήποτε άλλης αρχής συμμετείχε στη διαδικασία – δεύτερο στοιχείο).

(122)

Η δεύτερη παράμετρος αφορά το ενδεχόμενο ύπαρξης άλλων παραγόντων, όπως ευθυνών ή κινδύνων εκτός ισολογισμού, τους οποίους μπορεί να λάβει υπόψη του το ομόσπονδο κράτος του Burgenland και οι οποίοι μπορούν να αντισταθμίσουν τη διαφορά στην τιμή σε σύγκριση με τη μεγαλύτερη προσφορά.

(123)

Όσον αφορά την ασφάλεια των συναλλαγών ως πρώτο στοιχείο της πρώτης παραμέτρου, η Επιτροπή επισημαίνει για λόγους σαφήνειας ότι ασφάλεια των συναλλαγών σε αυτό το πλαίσιο δεν αφορά τίποτα άλλο παρά τη δυνατότητα του αγοραστή να καταβάλει την τιμή αγοράς (41). Η Επιτροπή συμφωνεί με την Αυστρία ότι το στοιχείο αυτό διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία πώλησης. Κανένας πωλητής που δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς δεν είναι δυνατόν να επιλέξει έναν αγοραστή, για τον οποίο υπάρχει η ρεαλιστική πιθανότητα να μην καταβάλει την τιμή αγοράς.

(124)

Σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, η Αυστρία δεν υποστήριξε ότι η κοινοπραξία δεν ήταν σε θέση να καταβάλει την τιμή αγοράς. Δεδομένης της οικονομικής ισχύος των εταιρειών της κοινοπραξίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 12), η Επιτροπή δεν είχε λόγο να αμφιβάλει ότι ήταν εφικτό να καταβληθεί η τιμή αγοράς ύψους 155 εκατ. ευρώ. Η κοινοπραξία πρότεινε την κατάθεση προκαταβολής ύψους 15 εκατ. ευρώ σε λογαριασμό διαχείρισης της Active Bank η οποία είναι εγκατεστημένη στην Ουκρανία, προκειμένου να αποδείξει ότι μπορούσε να καταβάλει το ποσό των 155 εκατ. ευρώ.

(125)

Επίσης, είναι απολύτως βέβαιο ότι ένας πωλητής, ο οποίος δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς, δεν θα επέλεγε έναν αγοραστή που κατά πάσα δυνατότητα δεν θα είχε την απαιτούμενη άδεια από την FMA (ή από μια άλλη αρχή που θα συμμετείχε στη διαδικασία). Η Αυστρία υποστήριξε ότι η FMA δεν θα ενέκρινε ποτέ την πώληση της ΒΒ στην κοινοπραξία, ακόμη και αν η προσφορά της ήταν η μοναδική. Κατά την Αυστρία, η προσφορά της GRAWE δεν ήταν η υψηλότερη, αλλά η «καλύτερη».

(126)

Όσον αφορά τη διαδικασία, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι κατά την αυστριακή νομοθεσία απαγορευόταν στην FMA η διεξαγωγή του λεγόμενου Fit & Proper-Test βάσει του άρθρου 20 του νόμου για το τραπεζικό σύστημα (BWG), λόγω της ύπαρξης δύο δυνητικών πλειοδοτών. Όντως, σε όλες τις παρόμοιες διαδικασίες η έγκριση χορηγείται μόνο αφού καθοριστεί ένας συγκεκριμένος αγοραστής. Επομένως ήταν λογικό η FMA να απορρίψει την «αίτηση» χορήγησης άδειας την οποία υπέβαλαν τόσο η κοινοπραξία όσο και η GRAWE πριν από την απόφαση πώλησης. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι κατά την αυστριακή νομοθεσία η FMA δεν επιτρέπεται να υποβάλει δήλωση εκ των υστέρων.

(127)

Εντούτοις, η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι κατά τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία και την προηγούμενη αίτηση της SLAV AG, η FMA δεν τάχθηκε καμία στιγμή ανοικτά υπέρ της θέσης της Αυστρίας στην εν λόγω υπόθεση και διαβεβαίωσε την Επιτροπή ότι το αποτέλεσμα της έρευνας της θα ήταν «απολύτως ανοικτό».

(128)

Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω ότι η FMA, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη περίπτωση, απέφυγε γενικές δηλώσεις περί στοιχείων, τα οποία θα θεωρούσε ουσιαστικής σημασίας στην έρευνά της (π.χ. την πιστοληπτική διαβάθμιση του αγοραστή). Ως εκ τούτου δεν υφίστανται στοιχεία ότι οι εν λόγω ή άλλες επεξηγήσεις της Αυστρίας επηρέασαν αρνητικά την έρευνα της FMA ή ότι θα οδηγούσαν αναγκαστικά σε αρνητικό αποτέλεσμα

(129)

Ελλείψει σχετικών δηλώσεων από την FMA και άλλων αποδείξεων, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίξει το επιχείρημα της Αυστρίας ότι η FMA θα απαγόρευε μετά βεβαιότητας την πώληση στην κοινοπραξία.

(130)

Ακόμη και η διάρκεια της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από την FMA –λιγότερο από τρεις μήνες στην περίπτωση της GRAWE, αλλά έως και ένα έτος στην περίπτωση της κοινοπραξίας– δεν αρκεί ως στοιχείο για να αποκλειστεί η κοινοπραξία ως αγοραστής. Η Αυστρία υποστήριξε ότι η ΒΒ θα ταλανιζόταν από τη διαρκή αβεβαιότητα, γεγονός το οποίο θα έφερνε εντέλει προβλήματα στην τράπεζα. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχθεί το εν λόγω επιχείρημα, ούτε επί της αρχής ούτε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Καταρχήν τούτο θα ισοδυναμούσε με διάκριση εις βάρος όλων των πλειοδοτών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενδεχομένως και πλειοδοτών από ένα άλλο κράτος μέλος, καθώς το ίδιο επιχείρημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για κάθε άλλον υποβάλλοντα προσφορά που τη δεδομένη χρονική στιγμή θα ήταν άγνωστος στην FMA, δηλαδή για κάθε μη αυστριακή επιχείρηση. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ΒΒ δεν αντιμετώπιζε δυσκολίες τη στιγμή της πώλησης. Καθώς η πώληση βρισκόταν σε εξέλιξη ήδη από το 2003, δεν είναι αρκετά σαφές γιατί η κατάσταση ήταν επείγουσα. Το προβαλλόμενο επιχείρημα σχετικά με την κατάσταση αυτή, ότι η προσφορά της GRAWE περιλάμβανε χρονικό περιορισμό δεν είναι επίσης αποδεκτό, καθώς έτσι θα είχαν δοθεί άπειρες ευκαιρίες να επηρεαστεί μεροληπτικά η διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών.

(131)

Σχετικά με τις επεξηγήσεις του ομόσπονδου κράτους του Burgenland για την πιθανή έκβαση της διαδικασίας της FMA, η Επιτροπή για άλλη μια φορά δεν μπορεί να υποστηρίξει το επιχείρημα της Αυστρίας, ότι το 1994 απορρίφθηκε η αίτηση χορήγησης τραπεζικής άδειας, την οποία είχε υποβάλει ένας προκάτοχος της SLAV AG. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι δύο καταστάσεις δεν είναι παρόμοιες, ακόμη και αν το Fit & Proper-Test, η διεξαγωγή του οποίου απαιτείται στο πλαίσιο της διαδικασίας πώλησης της ΒΒ, εντάσσεται στις –πολύ ευρύτερες– προϋποθέσεις για τη χορήγηση μιας πλήρους τραπεζικής άδειας, για την οποία είχε υποβληθεί αίτηση στην προηγούμενη περίπτωση (42). Εντούτοις, η δομή της ιδιοκτησίας στην περίπτωση του προηγούμενου αιτούντα ήταν σαφώς διαφορετική, ενώ επίσης η πολιτική κατάσταση στην Ουκρανία έχει αλλάξει σημαντικά έκτοτε. Ο μοναδικός λόγος τον οποίο προέβαλε η Αυστρία για την απόφαση απόρριψης –η μη εφαρμογή των διεθνών λογιστικών προτύπων (IAS) από το ταμείο στο οποίο ανήκε η επιχείρηση– φαίνεται να είναι καθαρά τυπικής φύσης· τίποτα δεν υποδεικνύει ότι η τήρηση των διεθνών λογιστικών προτύπων θα εξακολουθούσε να αποτελεί θέμα προβληματισμού, εάν η κοινοπραξία είχε διαφορετική σύνθεση τη χρονική στιγμή της πώλησης της ΒΒ Επειδή η FMA υποχρεούται νομικά να προβαίνει σε αμερόληπτη εξέταση μιας νέας αίτησης, η Επιτροπή δεν πιστεύει ότι θα διαδραμάτιζε κάποιον ρόλο αυτή η προγενέστερη διαδικασία, η οποία αφορούσε ένα άλλο μέρος, εάν το ομόσπονδο κράτος του Burgenland είχε πωλήσει τη ΒΒ στην κοινοπραξία.

(132)

Η Επιτροπή πρέπει επίσης να απορρίψει τα αναπόδεικτα επιχειρήματα της Αυστρίας για τον αποκλεισμό της κοινοπραξίας ως σοβαρό αγοραστή. Η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να στηρίζεται σε γεγονότα. Τούτο αφορά πρώτον την αναφορά της Αυστρίας στη δεύτερη διαδικασία ιδιωτικοποίησης, κατά την οποία, σύμφωνα με την Αυστρία, η FMA είχε διευκρινίσει ότι δεν εγκρινόταν η πώληση σε μια τράπεζα ρωσικής ιδιοκτησίας με έδρα στη Λιθουανία. Για τον ισχυρισμό αυτό δεν υπήρχαν στοιχεία και επιπλέον αφορούσε ένα τελείως διαφορετικό μέρος. Δεύτερον, σε ένα πολύ μετέπειτα στάδιο της διαδικασίας, η Αυστρία παρέπεμψε στην απόφαση ενός γερμανικού δικαστηρίου που επιβεβαίωνε μια απόφαση της γερμανικής εποπτεύουσας τραπεζικής αρχής (BaFin) η οποία απαγόρευε την πώληση μεριδίων μιας γερμανικής τράπεζας σε έναν μη επακριβώς προσδιοριζόμενο ουκρανικό όμιλο επιχειρήσεων (43). Η πληροφορία αυτή δεν ήταν διαθέσιμη την κατάλληλη στιγμή και επομένως δεν ήταν δυνατόν να διαδραματίσει κάποιον ρόλο στη λήψη απόφασης από την FMA. Επίσης, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η FMA, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οφείλει να εξετάζει κάθε αίτηση αμερόληπτα.

(133)

Βάσει των παραπάνω διαπιστώσεων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστανται ούτε στοιχεία ούτε ενδείξεις ότι η FMA θα απαγόρευε την πώληση στην κοινοπραξία. Ως εκ τούτου, ένας πωλητής ο οποίος δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς, δεν θα απέκλειε την κοινοπραξία ως αγοραστή.

(134)

Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, η Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι μόνο οι παράγοντες οι οποίοι έχουν ληφθεί υπόψη από έναν επενδυτή ο οποίος δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς, μπορούν να μελετηθούν (44). Έτσι, αποκλείονται κίνδυνοι οι οποίοι προέρχονται από την ενδεχόμενη υποχρέωση καταβολής κρατικής ενίσχυσης, καθώς ένας επενδυτής ο οποίος δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς δεν θα συνεπαγόταν τέτοιους κινδύνους (45). Το αποφασιστικό αυτό στοιχείο στην περίπτωση της ιδιωτικοποίησης της ΒΒ είναι η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, την οποία η Αυστρία προβάλλει ως δικαιολογία για την πώληση της ΒΒ στη GRAWE.

(135)

Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης. Εάν λαμβανόταν υπόψη η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, όπως προαναφέρθηκε στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, θα προκαλούσε σύγχυση του ρόλου του ομόσπονδου κράτους του Burgenland ως χορηγού κρατικών ενισχύσεων και του ρόλου του ως πωλητή της τράπεζας.

(136)

Πρώτα απ’ όλα, η Επιτροπή πρέπει να απορρίψει όλα τα επιχειρήματα τα οποία χρησιμοποιεί η Αυστρία με στόχο να αμφισβητήσει την κατάταξη της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης ως (υπάρχουσα) κρατική ενίσχυση. Βάσει της απόφασης Ε(2003) 1329 τελικό της Επιτροπής σχετικά με την κατάργηση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης (46), η οποία εκδόθηκε κατόπιν συμφωνίας ανάμεσα στην Αυστρία και την Επιτροπή και η οποία δεν προσβλήθηκε από την Αυστρία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων, το επιχείρημα αυτό απορρίπτεται. Εάν η Αυστρία — όπως φαίνεται στην εν λόγω διαδικασία — όντως δεν συμφωνούσε με τη διαπίστωση ότι η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης πρέπει να θεωρηθεί ως κρατική ενίσχυση, θα μπορούσε να την προσβάλει ενώπιον του δικαστηρίου.

(137)

Ως απάντηση στο επιχείρημα της Αυστρίας ότι η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης, θα πρέπει να επισημαίνεται ότι μια υπάρχουσα ενίσχυση εξακολουθεί να αποτελεί ενίσχυση χορηγούμενη από έναν φορέα δημόσιας εξουσίας. Όλες οι μέχρι τώρα δικαστικές αποφάσεις βασίζονται στην αρχή ότι, κατά την εξέταση της συμπεριφοράς ενός επενδυτή που δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς, δεν πρέπει να συγχέεται από τη μία πλευρά ο ρόλος του κράτους ως πωλητή μιας επιχείρησης, και από την άλλη, οι υποχρεώσεις οι οποίες του επιβάλλονται ως φορέα δημόσιας εξουσίας (47). Η θέση της Αυστρίας δεν στηρίζεται σε προηγούμενη παρόμοια υπόθεση, κατά την οποία ένας επενδυτής που δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς θα λάμβανε υπόψη του μια εγγύηση που χαρακτηρίζεται ως κρατική ενίσχυση. Βάσει υποθέσεως, κανένας επενδυτής ο οποίος δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς δεν θα εξέδιδε εγγύηση η οποία δεν θα συμμορφωνόταν με την αρχή του επενδυτή που δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς, και η απόφαση για κατάργηση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης επιβεβαιώνει ότι η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης δεν συμβιβαζόταν με τους όρους της αγοράς. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι εγγυήσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως παράνομες ενισχύσεις, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του ενδεχόμενου κόστους της εκκαθάρισης (48). Αυτό από την άλλη πλευρά, δεν σημαίνει ότι μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μια υπάρχουσα ενίσχυση. Κατά την Επιτροπή δεν έχει σημασία εάν επρόκειτο για παράνομη ή υπάρχουσα ενίσχυση. Εφόσον το μέτρο μπορεί να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση, κανένας πωλητής ο οποίος δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς δεν θα το χορηγούσε ούτε θα το λάμβανε υπόψη του (49).

(138)

Η κατάσταση θα ήταν πιθανότατα διαφορετική, εάν το ομόσπονδο κράτος του Burgenland είχε εκδώσει ως επενδυτής δραστηριοποιούμενος σε οικονομία της αγοράς, μια εγγύηση βάσει των εμπορικών όρων αντί μιας εγγύησης η οποία συνιστά κρατική ενίσχυση. Στην εν λόγω περίπτωση όμως αυτό δεν ισχύει.

(139)

Η Αυστρία δεν ανέφερε άλλους παράγοντες, όπως οι κίνδυνοι εκτός ισολογισμού ή άλλες εγγυήσεις εκτός από την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση των προσφορών.

(140)

Επειδή η «διατήρηση των δραστηριοτήτων της ΒΒ, αποφεύγοντας την επίκληση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης του ομόσπονδου κράτους» ήταν ένας από τους λόγους, εάν όχι ο καθοριστικός ρόλος, που οδήγησαν στην απόφαση του ομόσπονδου κράτους του Burgenland να πωλήσει τη ΒΒ στη GRAWE παρά τη χαμηλότερη προσφορά, η Επιτροπή υποστηρίζει βάσει αυτών των διαπιστώσεων ότι η Αυστρία δεν ενήργησε ως πωλητής ο οποίος δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς. Το οικονομικό πλεονέκτημα, το οποίο εξασφάλισε η GRAWE, αντιστοιχεί τουλάχιστον στη διαφορά μεταξύ της προσφοράς της κοινοπραξίας και της πραγματικής τιμής αγοράς (50).

2.3.   Οι όροι πώλησης της ΒΒ

(141)

Παρότι στην περίπτωση αυτή, ήδη το γεγονός ότι έγινε δεκτή η χαμηλότερη τιμή, αποδεικνύει ότι υφίσταται κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή έπρεπε επίσης να εξετάσει σε ποιον βαθμό ενδεχομένως επηρέασαν την τιμή αγοράς οι όροι της πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Όπως προαναφέρθηκε, στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας η Επιτροπή αμφέβαλε αν η διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών ήταν ανοικτή, διαφανής και αμερόληπτη. Επιπλέον, η Επιτροπή αμφέβαλε για τις επιπτώσεις των όρων στους δυνητικούς πλειοδότες (οι οποίοι ενδεχομένως να απείχαν από την υποβολή προσφορών), καθώς και για τις επιπτώσεις των όρων στις προσφερόμενες τιμές (οι οποίες ήταν ενδεχομένως χαμηλότερες από ό,τι στην περίπτωση μιας άνευ όρων πρόσκλησης υποβολής προσφορών).

(142)

Βάσει των πληροφοριών οι οποίες ελήφθησαν στη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι από καθαρά διαδικαστική άποψη (δεόντως επιμελής έλεγχος, δυνατότητα συναντήσεων, FMA), η κοινοπραξία προφανώς δεν επηρεάστηκε αρνητικά από τους εμπειρογνώμονες της HSBC, στους οποίους είχε ανατεθεί η διεξαγωγή της πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από την εκτεταμένη διερεύνηση πραγματικών περιστατικών από το Landesgerichts Eisenstadt, η οποία μαρτυρείται στην απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου της 20ής Μαΐου 2006 (51).

(143)

Η Επιτροπή εξέτασε τις επιπτώσεις των όρων στις προσφορές. Οι όροι με τους οποίους συνδέεται η ιδιωτικοποίηση, υποδηλώνουν ότι το ομόσπονδο κράτος του Burgenland επιδίωκε να επιτύχει την υψηλότερη τιμή για την τράπεζα. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έχει κανέναν λόγο να υποστηρίζει ότι κατ’ αυτό τον τρόπο μειώθηκε ο αριθμός των πλειοδοτών ή ότι επηρεάστηκε η τιμή. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις ενδιαφερόμενων μερών, οι οποίες θα έδειχναν τα εν λόγω μέρη ενδιαφέρονταν αρχικά για την αγορά της ΒΒ, αλλά μετά αποτράπηκαν από τους όρους που προβλέπονταν στη συνοδευτική επιστολή για τη συνέχιση της συμμετοχής στην υποβολή προσφορών. Η πρόσκληση υποβολής προσφορών δημοσιοποιήθηκε επίσης επαρκώς. Ακόμη και αν ορισμένοι άλλοι όροι της πρόσκλησης υποβολής προσφορών («χρονική προϋπόθεση», «προθυμία διεκπεραίωσης τυχόν αναγκαίων αυξήσεων κεφαλαίου» και «διατήρηση της αυτονομίας της ΒΒ») παραμένουν διφορούμενοι, δεν φαίνεται να έχουν επηρεάσει το ύψος των προσφορών. Έτσι, η Επιτροπή δεν διαθέτει στοιχεία ή ενδείξεις που θα δικαιολογούσαν το συμπέρασμα ότι μια διαδικασία που θα καθιστούσε δυνατή την πώληση της ΒΒ με βάση το πλήρες της δυναμικό, θα οδηγούσε στην επίτευξη υψηλότερης προσφοράς. Ούτε και η κοινοπραξία υποστήριξε ότι υπέβαλε χαμηλότερη προσφορά λόγω των όρων, οι οποίοι προβλέπονταν στη συνοδευτική επιστολή. Αναγνωρίζει ότι η τιμή αγοράς και η ασφάλεια των συναλλαγών ήταν κατάλληλο κριτήριο για κάθε πωλητή, επεσήμανε ότι στο μέλλον δεν θα ήταν δυνατή η τήρηση ενός όρου, όπως η «διατήρηση των δραστηριοτήτων της ΒΒ, αποφεύγοντας την επίκληση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης του ομόσπονδου κράτους» καθώς και η «διεκπεραίωση όλων των αναγκαίων αυξήσεων κεφαλαίου». Επειδή δεν είναι φανερό ότι οι όροι επηρέασαν την τιμή αγοράς, σε αυτή την ιδιαίτερη περίπτωση, κατά την οποία υπεβλήθησαν δύο ισχύουσες προσφορές στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών (52), θεωρείται ότι η υψηλότερη προσφορά συνιστά μια καλή αντιπροσωπευτική αξία της αγοραίας τιμής (53).

2.4.   Λοιπές επεξηγήσεις σε σχέση με την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης

(144)

Παρότι η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίξει την άποψη της Αυστρίας σχετικά με τη σημασία της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης για την εν λόγω περίπτωση, εξέτασε τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε η Αυστρία σε σχέση με την αντίστοιχη -λανθασμένη– υπόθεση. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η προσφορά της GRAWE ακόμη και αν είχε τηρηθεί η θέση της Αυστρίας και είχε ληφθεί υπόψη η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, θα εξακολουθούσε να μην αποτελεί την καλύτερη προσφορά.

(145)

Σε περίπτωση εκκαθάρισης της ΒΒ, τα περιουσιακά στοιχεία της ΒΒ θα ρευστοποιούνταν και τα έσοδα θα χρησιμοποιούνταν για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των άλλων πιστωτών. Εάν τα έσοδα από τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, θα χρησιμοποιούνταν οι ίδιοι πόροι της ΒΒ ύψους περίπου 90 εκατ. ευρώ. Οιοδήποτε εναπομένον έλλειμμα θα κατανεμόταν ισόποσα στις εισπρακτέες αξιώσεις, έχοντας έτσι ως αποτέλεσμα ένα ποσοστό αθέτησης για τους πιστωτές. Η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, ως άμεση αξίωση των πιστωτών της ΒΒ απέναντι στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland, θα δημιουργούσε υποχρέωση εγγυήσεως του ομόσπονδου κράτους του Burgenland, το οποίο θα όφειλε να αποζημιώσει πλήρως τους πιστωτές για την αθέτηση των αξιώσεων οι οποίες καλύπτονταν με εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης. Το 2017, το ποσοστό των αξιώσεων που καλύπτονται με εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης θα μειωθεί από 100 % τη στιγμή της πώλησης (Μάιος 2006) σε περίπου 0 %.

(146)

Μια τέτοιου τύπου εκκαθάριση της ΒΒ θα μπορούσε να οφείλεται σε δυσκολίες της τράπεζας όσον αφορά την αναχρηματοδότηση στις κεφαλαιαγορές ή την τήρηση των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, όπως οι ελάχιστοι συντελεστές κεφαλαιακής επάρκειας.

(147)

Η Αυστρία υποστήριξε ότι το πρόβλημα εκκαθάρισης θα προέκυπτε κυρίως αφότου δημοσιοποιούταν στον Τύπο η πώληση στην κοινοπραξία. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε κόστος εκκαθάρισης ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ και στη χειρότερη, ύψους έως και 1,25 εκατ. ευρώ. Η κοινοπραξία δεν είχε αποδείξει ότι ήταν σε θέση να διαθέσει ένα νέο κεφάλαιο στο ύψος αυτών των ποσών. Ως εκ τούτου η πώληση της ΒΒ στην κοινοπραξία αποκλείστηκε.

(148)

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η δημοσιοποίηση της πώλησης της ΒΒ από το ομόσπονδο κράτος του Burgenland στην κοινοπραξία, θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόσυρση καταθέσεων και σε διακοπή τραπεζικών πιστωτικών διευκολύνσεων, φαίνεται όμως ότι οι υπολογισμοί της Αυστρίας είναι λανθασμένοι για πολλούς λόγους. Βάσει παρόμοιων περιπτώσεων, η υπόθεση ότι 50 % – 60 % των καταθέσεων αποσύρθηκαν είναι μη ρεαλιστική (54). Σε μια παρόμοια κατάσταση κρίσης, η ΒΒ θα περιόριζε το κόστος εκκαθάρισης για τη νέα επιχειρηματική δραστηριότητα στο απαιτούμενο ελάχιστο (55). Στους υπολογισμούς της Αυστρίας, διαπραγματεύσιμα περιουσιακά στοιχεία δεν ρευστοποιούνται ή ρευστοποιούνται εν μέρει (56), και οι εκροές για ορισμένες θέσεις δεν είναι κατανοητές (57). Η Επιτροπή πιστεύει ότι το αναμενόμενο κόστος εκκαθάρισης ακόμη και σε κατάσταση κρίσης θα μπορούσε να αντισταθμιστεί από μια αποτελεσματική και προληπτική διαχείριση της εκκαθάρισης της ΒΒ και η καθαρή εκροή που θα προέκυπτε θα μπορούσε να τεθεί υπό έλεγχο. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή τονίζει ότι η ΒΒ και ο ιδιοκτήτης της θα μπορούσαν να έχουν ενεργήσει προληπτικά, προκειμένου να περιορίσουν την εκροή ρευστότητας, και παρατηρεί ότι το ομόσπονδο κράτος του Burgenland είχε υποχρεωθεί ήδη πριν από την πώληση της τράπεζας με την έκδοση ομολόγων καλυπτόμενων με εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, να αποφέρει νέο κεφάλαιο ύψους 380 εκατ. ευρώ. Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίξει το επιχείρημα της Αυστρίας ότι η έκδοση περισσότερων ομολόγων, μέσω της οποίας η ΒΒ εξασφάλισε επιπλέον 380 εκατ. ευρώ, δεν ήταν σημαντική για κανέναν ενδιαφερόμενο υποβάλλοντα προσφορά για την αγορά της τράπεζας, όταν η Αυστρία υποστήριζε ταυτόχρονα ότι η αναμενόμενη έλλειψη ρευστότητας ήταν ένας λόγος για να μην πωληθεί η τράπεζα στην κοινοπραξία. Θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα ρευστότητας, εάν κατά τη γνώμη του ήταν ουσιαστικής σημασίας, με την έκδοση περισσότερων ομολόγων στο ποσό των ελλειπόντων ρευστών, όπως έπραξε το ομόσπονδο κράτος του Burgenland στην περίπτωση της GRAWE με τη διάθεση επιπλέον 380 εκατ. ευρώ.

(149)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αφερεγγυότητα ή η εκκαθάριση της ΒΒ θα οφειλόταν μάλλον σε λόγους που αφορούν την εποπτεία και όχι σε ανεπάρκεια ρευστότητας κατόπιν της κοινοποίησης της πώλησης. Η Αυστρία υποστήριξε ότι ο κίνδυνος αφερεγγυότητας στην περίπτωση πώλησης της ΒΒ στην κοινοπραξία θα ήταν πολύ υψηλότερος από ό,τι αν πωλούταν στη GRAWE. Η GRAWE θα ανέπτυσσε τις περιφερειακές επιχειρηματικές δραστηριότητες της ΒΒ οι οποίες προσανατολίζονται σε ιδιώτες και επιχειρήσεις, και θα διατηρούσε το υπάρχον επιχειρηματικό μοντέλο. Αντιθέτως, βάσει του επιχειρηματικού σχεδίου της κοινοπραξίας προκύπτει ότι το επιχειρηματικό μοντέλο της ΒΒ έτσι όπως θα είχε διαμορφωθεί από την κοινοπραξία θα ήταν πιο επικίνδυνο και θα περιελάμβανε δραστηριότητες, όπως χρηματοδότηση διεθνών εμπορικών συναλλαγών. Με την πιθανή ένταξη της Active Bank στη BB, η ΒΒ θα μπορούσε να εκθέσει τη ΒΒ σε διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ του ευρώ και της ουκρανικής γρίβνας, το κόστος κάλυψης των οποίων θα ήταν πολύ υψηλό. Επίσης, η Αυστρία υποστήριξε ότι άλλοι παράγοντες, όπως η ελλιπής τραπεζική εμπειρία και η χαμηλή πιστοληπτική διαβάθμιση της κοινοπραξίας αύξαναν σαφώς τον κίνδυνο για αφερεγγυότητα της ΒΒ.

(150)

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι δηλώσεις σχετικά με τη μελλοντική μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ΒΒ και στα δύο σενάρια πώλησης δεν είναι εξακριβωμένες. Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland οφείλει να παραδεχθεί ότι μετά την πώληση της ΒΒ σε ένα νέο ιδιοκτήτη –ανεξάρτητα από το αν αυτός είναι η GRAWE ή η κοινοπραξία– θα είχε εξαιρετικά περιορισμένη επιρροή στο μελλοντικό στρατηγικό προσανατολισμό της τράπεζας. Στο πλαίσιο αυτό είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι το μελλοντικό επιχειρηματικό μοντέλο της ΒΒ δεν μπορεί να προσδιοριστεί δεσμευτικά στη σύμβαση πώλησης, αλλά είναι καθήκον του νέου ιδιοκτήτη να καθορίσει το μελλοντικό στρατηγικό προσανατολισμό της τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των απαιτούμενων αυξήσεων κεφαλαίου και της μετέπειτα ένταξης άλλων επιχειρήσεων.

(151)

Ωστόσο, οι νέοι ιδιοκτήτες περιορίζονται κατά τη διαχείριση της επιχείρησης στους ισχύοντες τραπεζικούς κανονισμούς. Από τη μια πλευρά, ως αυστριακή τράπεζα με αυστριακή τραπεζική άδεια, η ΒΒ παραμένει υπό την επίβλεψη της αυστριακής εποπτικής τραπεζικής αρχής και οφείλει επομένως να πληροί τις ίδιες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας (π.χ. τήρηση των ελάχιστων συντελεστών κεφαλαιακής επάρκειας), όπως άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Από την άλλη, ως αναπόσπαστο μέρος του διεθνή χρηματοπιστωτικού κόσμου, η ΒΒ οφείλει να διαθέτει πιστοληπτική διαβάθμιση τουλάχιστον πιστοληπτικής ποιότητας (investment grade), προκειμένου να μπορεί να αναχρηματοδοτηθεί από άλλες τράπεζες. Έτσι, η ΒΒ περιορίζεται και από τις απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων των οργανισμών διαβάθμισης. Εάν είναι αναγκαία η ανάληψη μεγαλύτερων κινδύνων, οι ιδιοκτήτες πρέπει ταυτόχρονα να διοχετεύουν νέα κεφάλαια στο βαθμό που απαιτείται.

(152)

Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίξει επίσης το επιχείρημα της Αυστρίας ότι ο νέος ιδιοκτήτης της ΒΒ πρέπει να διαθέτει απαραιτήτως ευρεία εμπειρία στον τραπεζικό τομέα. Η διοίκηση της ΒΒ δεν αποτελεί καθήκον του ιδιοκτήτη, αλλά της διεύθυνσης της ΒΒ. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν μπορεί να κατανοήσει το επιχείρημα της Αυστρίας ότι η πιστοληπτική διαβάθμιση της ΒΒ μετά την πώληση θα ήταν η ίδια με τη διαβάθμιση της GRAWE και του ουκρανικού κράτους. Από τη μία πλευρά, η GRAWE δεν είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε να εκδώσει δήλωση μητρικής εταιρείας έναντι δανειστή της ΒΒ (Patronatserklärung), και έτσι η πιστοληπτική διαβάθμιση της ΒΒ θα βασιστεί στη δική της απόδοση. Από την άλλη, η ΒΒ παραμένει αυστριακή τράπεζα με έδρα την Αυστρία, με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός της πιστοληπτικής διαβάθμισης του ουκρανικού κράτους με «Β» –γεγονός το οποίο θα ήταν σημαντικό για μια τράπεζα με έδρα στην Ουκρανία– δεν φαίνεται να διαδραματίζει κάποιον ρόλο. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η ΒΒ θα εξακολουθούσε να καλύπτεται από την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης.

(153)

Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως το ενδεχόμενο η ΒΒ, όποιος κι αν θα είναι ο νέος της ιδιοκτήτης, να αντιμετωπίσει στο μέλλον σοβαρές δυσκολίες, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να αποφευχθεί η αφερεγγυότητα/εκκαθάριση. Εν όψει ενός τέτοιου σεναρίου πρέπει να καταστεί κατανοητό ότι η ΒΒ είναι μια πολύ μικρή τράπεζα (το σύνολο του ισολογισμού της αντιστοιχεί σε λιγότερο από 1 % του συνόλου του ισολογισμού μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών) και ότι η εκκαθάρισή της θα είχε ασήμαντες μόνο, εάν όχι αμελητέες, συνέπειες για το αυστριακό και το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, αντιστοίχως. Η πώληση των περιουσιακών στοιχείων της ΒΒ ύψους περίπου 3,5 δισεκατ. ευρώ (δάνεια, ομόλογα, συμμετοχές, παράγωγα, ακίνητα) στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, δεν θα επηρέαζε τη λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς, κι έτσι οι αγορές και ειδικότερα οι τιμές της αγοράς θα παρέμεναν σταθερές.

(154)

Η Αυστρία υπέβαλε ένα σενάριο ρευστοποίησης. Σύμφωνα με το εν λόγω σενάριο τα περιουσιακά στοιχεία θα ρευστοποιηθούν το 2006 και η επιδιωκόμενη τιμή των περιουσιακών στοιχείων εξαρτάται από το σταθμισμένο κίνδυνο τον οποίο παρουσιάζουν. Οι μειώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί για τη ρευστοποίηση κυμαίνονται από 2 % για σταθμισμένα κατά 0 % κίνδυνο περιουσιακά στοιχεία έως και 20 % για σταθμισμένα κατά 100 % κίνδυνο περιουσιακά στοιχεία 100 %. Το σενάριο ρευστοποίησης περιλαμβάνει διορθώσεις ύψους 90 εκατ. ευρώ για τη ρευστοποίηση στοιχείων εκτός ισολογισμού. Μετά την αφαίρεση των ίδιων πόρων, το σενάριο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση ρευστοποίησης ύψους περίπου 270 εκατ. ευρώ, το κόστος θα κάλυπτε η ευθύνη μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, και ως εκ τούτου το ομόσπονδο κράτος του Burgenland.

(155)

Η Επιτροπή συμφωνεί με τη γενική μέθοδο η οποία εφαρμόζεται στο σενάριο ρευστοποίησης της Αυστρίας για μια πρώτη εκτίμηση των ενδεχόμενων ζημιών σε περίπτωση αφερεγγυότητας της ΒΒ. Εντούτοις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι προσαρμογές των στοιχείων του ενεργητικού είναι ιδιαίτερα υψηλές (π.χ. διορθώσεις ύψους από 10 %-20 % σε ενυπόθηκα δάνεια, τα οποία μπορούν να πωληθούν τιτλοποιημένα ή σε πακέτα) και δεν μπορεί να κατανοήσει τις προσαρμογές στις επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός ισολογισμού. Επιπλέον, η Αυστρία υπολόγισε ότι η ρευστοποίηση θα πραγματοποιούταν 100 % το 2006, λαμβάνοντας επομένως υπόψη τις ονομαστικές αξίες των στοιχείων του ενεργητικού. Το σενάριο αυτό δεν φαίνεται ρεαλιστικό.

(156)

Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές σχετικά με το σενάριο ρευστοποίησης, η Επιτροπή θα κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι για κάθε ποσοστό πιθανότητας να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα μπορούσε να υπολογίζει το πολύ 1 εκατ. ευρώ. Όσον αφορά την αντιστάθμιση της διαφοράς της τιμής σε σχέση με την προσφορά της κοινοπραξίας, αυτό σημαίνει ότι η πιθανότητα αφερεγγυότητας της ΒΒ με νέο ιδιοκτήτη την κοινοπραξία θα έπρεπε να εκτιμηθεί περισσότερο από 50 % από ό,τι στην περίπτωση της GRAWE ως νέου ιδιοκτήτη. Η Επιτροπή δεν θεωρεί την εν λόγω εκτίμηση δικαιολογημένη και καταλήγει ως εκ τούτου στο συμπέρασμα, ότι ακόμη και αν το ομόσπονδο κράτος του Burgenland μπορούσε να επιλέξει την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης ως κριτήριο αξιολόγησης, η προσφορά της GRAWE δεν ήταν η καλύτερη.

(157)

Η Αυστρία και η GRAWE ανέφεραν και άλλες μεθόδους (58) για την αξιολόγηση των κινδύνων που συνδέονται με καθέναν από τους δύο πλειοδότες. Κατά την άποψη της Επιτροπής η μέθοδος που εφαρμόζεται στο σενάριο ρευστοποίησης αντανακλά με τον καλύτερο τρόπο την ειδική κατάσταση στην περίπτωση αφερεγγυότητας, κι επομένως αυτή η μέθοδος δεν είναι μόνο η καταλληλότερη, αλλά και πιο διαφανής και η πιο κατανοητή για την εκτίμηση των κινδύνων οι οποίοι απορρέουν από την εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης. Οι υπόλοιπες μέθοδοι τις οποίες ανέφερε η Αυστρία δεν είναι σχετικές με τη συγκεκριμένη περίπτωση και επιπλέον, είτε δυσνόητες, βασιζόμενες σε λανθασμένες υποθέσεις είτε αδύνατον να εφαρμοστούν στις ειδικές συνθήκες της εν λόγω περίπτωσης.

2.5   Η ρήτρα ασφαλείας για κρατικές ενισχύσεις στη σύμβαση με τη GRAWE

(158)

Η σύναψη της σύμβασης πώλησης μεταξύ του ομόσπονδου κράτους του Burgenland και της GRAWE περιλαμβάνει επιπλέον μια ρήτρα ασφαλείας, σύμφωνα με την οποία το ομόσπονδο κράτος του Burgenland υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στη GRAWE ως αποζημίωση το ποσό, το οποίο οφείλει να ορίσει η Επιτροπή σε μια απόφαση ανάκτησης (συν όλων των σχετικών διαδικαστικών δαπανών που βαρύνουν τον αγοραστή). Ακόμη και αν ο αγοραστής διατηρεί το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εάν μια προσαρμογή της τιμής αγοράς αποδειχθεί παράνομη, αυτό το στοιχείο της σύμβασης πώλησης πρέπει να προσδιοριστεί στο πλαίσιο απόφασης. Πρώτον, η εν λόγω ρήτρα, η οποία αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μετά την πρόσκληση υποβολής προσφορών, μεταβάλλει τους όρους της πώλησης για τον ενδιαφερόμενο αγοραστή και θα μπορούσε να παρακινήσει τη GRAWE να υποβάλει μια υψηλότερη προσφορά· δεύτερον –κι αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό– η εν λόγω ρήτρα ασφαλείας ισοδυναμεί με παράκαμψη οιασδήποτε απόφασης ανάκτησης της Επιτροπής. Κάτι τέτοιο είναι σαφώς αντίθετο προς την υποχρέωση των κρατών μελών να εφαρμόζουν τις αποφάσεις της Επιτροπής και να συνεργάζονται μαζί της. Επομένως, η εν λόγω ρήτρα δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται, γιατί διαφορετικά θα σημαίνει ότι έχει χορηγηθεί στη GRAWE νέα κρατική ενίσχυση.

2.6.   Οριστικό συμπέρασμα για την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης

(159)

Ως εκ τούτου, η πώληση της ΒΒ στη GRAWE συνιστά κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

3.   Συμβατότητα με την κοινή αγορά

(160)

Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας η Επιτροπή επεσήμανε ότι προφανώς βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών καμία προϋπόθεση δεν τηρήθηκε προκειμένου να χαρακτηριστεί η ενίσχυση ως συμβατή με την κοινή αγορά σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2 και 3 της συνθήκης ΕΚ.

(161)

Η Αυστρία επικεντρώθηκε στην προσπάθεια απόδειξης ότι το εν λόγω μέτρο δεν αφορά κρατική ενίσχυση. Μόνο η δικαιούχος εξέφρασε επιχειρήματα για μια ενδεχόμενη συμβατότητα της ενίσχυσης με την κοινή αγορά. Σύμφωνα με τη GRAWE, από την προηγούμενη απόφαση αναδιάρθρωσης προκύπτει ότι ακόμη και ιδιωτικοποιημένη η ΒΒ (η ιδιωτικοποίηση αποτελούσε προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της ενίσχυσης ως συμβατή με την κοινή αγορά) θα έπρεπε να διατηρήσει τον περιφερειακό προσανατολισμό. Μόνο το επιχειρηματικό σχέδιο της GRAWE τηρούσε την εν λόγω προϋπόθεση.

(162)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι η απόφαση αναδιάρθρωσης δεν στηρίζει σε καμία περίπτωση το εν λόγω επιχείρημα. Εκτός από τα επιχειρησιακά, λειτουργικά και χρηματοπιστωτικά μέτρα τα οποία πρότεινε η Αυστρία και αποδέχθηκε η Επιτροπή, η ιδιωτικοποίηση αποτελεί ένα επιπλέον μέτρο για τη διασφάλιση της αποδοτικότητας της τράπεζας. Στην προηγούμενη απόφαση εξετάζονται οι επιπτώσεις μιας πιθανής εκκαθάρισης της ΒΒ, κατά την οποία η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι «είναι πιθανό να υπάρξει ανεπάρκεια βασικών χρηματοδοτικών υπηρεσιών σε ορισμένες αγροτικές περιοχές του ομόσπονδου κράτους του Burgenland» (59). Η διαπίστωση αυτή, εντούτοις, δεν συνεπάγεται ότι ισχύει ένας παρόμοιος όρος και για την ιδιωτικοποίηση, ο οποίος όμως δεν αναφέρεται πουθενά αλλού.

(163)

Βάσει των ανωτέρω επεξηγήσεων, η Επιτροπή επιβεβαιώνει την αρχική της διαπίστωση. Η ενίσχυση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συμβατή με την κοινή αγορά.

4.   Πλήρης εφαρμογή της απόφασης 2005/691/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με την αναδιάρθρωση της τράπεζας Burgenland

(164)

Στην απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες για το ότι η αποζημίωση λόγω πρόωρης εξόφλησης σε σχέση με τη συμφωνία εγγύησης της 20ής Ιουνίου 2000, η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση της Επιτροπής της 7ης Μαΐου 2004, είναι επιτρεπτή, καθώς θα μπορούσε να αντιβαίνει στην απόφαση αναδιάρθρωσης της ΒΒ. Αφού η Επιτροπή εξέτασε προσεκτικότερα το εν λόγω ζήτημα, διαπιστώνει ότι η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με την απόφαση αναδιάρθρωσης.

5.   Ανάκτηση

(165)

Καθώς το μέτρο υλοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή και επειδή είναι ασυμβίβαστη με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, η Αυστρία θα έπρεπε να υποχρεούται να απαιτήσει την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο.

(166)

Το πού θα πρέπει να ανακτηθεί, θα πρέπει να καθορίζεται έτσι, ώστε να αποκλείεται η ενίσχυση. Βάσει των διαπιστώσεων στα κεφάλαια VI. 2.2 και 2.3, σε αυτή την περίπτωση η ενίσχυση ισούται με τη διαφορά μεταξύ της προσφερόμενης τιμής της κοινοπραξίας και της πραγματικής τιμής αγοράς.

(167)

Η εν λόγω διαφορά ωστόσο, δεν αντιστοιχεί απλώς στην ονομαστική διαφορά μεταξύ των δύο προσφορών, η οποία θα ανερχόταν σε ποσό ύψους 54,7 εκατ. ευρώ. Προκειμένου να εξισωθούν πλήρως οι δύο προσφορές, πρέπει να πραγματοποιηθούν προσαρμογές, καθώς οι συμβατικές συμφωνίες με τη GRAWE, από τη μία πλευρά, και με την κοινοπραξία, από την άλλη πλευρά, είναι μεταξύ τους διαφορετικές. Και οι δύο προσφορές συνεπάγονται πολλούς επιμέρους όρους, οι οποίοι πρέπει να προσδιοριστούν ποσοτικά και να συγκριθούν κάθε φορά με τους αντίστοιχους όρους της προσφοράς του άλλου υποβάλλοντα προσφορά. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η προαναφερθείσα διαφορά μεταξύ των δύο προσφερόμενων τιμών πρέπει κατά την ανάκτηση της ενίσχυσης να προσαρμοστεί από την Αυστρία όπως περιγράφεται παρακάτω.

(168)

Όσον αφορά την αποζημίωση λόγω πρόωρης εξόφλησης σε σχέση με τη συμφωνία εγγύησης, της 20ής Ιουνίου 2000, το ποσό το οποίο προβλέπεται να καταβάλει το ομόσπονδο κράτος του Burgenland στην κοινοπραξία ύψους 15 εκατ. ευρώ, είναι κατά 2,1 εκατ. ευρώ υψηλότερο από το καταβαλλόμενο στη GRAWE ποσό ύψους 12,9 εκατ. ευρώ. Έτσι, πρέπει να γίνει προσαρμογή της διαφοράς μεταξύ της προσφερόμενης τιμής της κοινοπραξίας και της πραγματικής τιμής πώλησης και να μειωθεί κατά 2,1 εκατ. ευρώ.

(169)

Οι συνέπειες των μεμονωμένων συμφωνιών στα όρια της εγγύησης, στα ποσά απαλλαγής και στις περιόδους εγγύησης, είναι δύσκολο να προσδιοριστούν ποσοτικά. Η Αυστρία υποστήριξε ότι η γενική προσέγγιση η οποία αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τη GRAWE και την κοινοπραξία, ήταν ισορροπημένη και δεν εξασφάλιζε αξιόλογο πλεονέκτημα σε κανέναν υποβάλλοντα προσφορά. Η Επιτροπή συμφωνεί με την Αυστρία ότι η επίδραση των συμφωνιών εγγύησης στη διαφορά της τιμής είναι αμελητέα, ενώ θεωρεί ότι είναι σημαντικό η επίδραση αυτή να προσδιοριστεί ποσοτικά. Βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να κρίνει, εάν οι συμφωνίες εγγύησης εξασφάλισαν πλεονέκτημα σε κάποιον υποβάλλοντα προσφορά, και έτσι η Αυστρία θα πρέπει να παράσχει μια συγκριτική σύνοψη όλων των συμφωνιών εγγύησης. Επιπλέον, η Αυστρία πρέπει να προσδιορίσει πιστωτικά τις χρηματοπιστωτικές επιδράσεις των εν λόγω συμφωνιών στις προσφερόμενες τιμές των δύο πλειοδοτών.

(170)

Η ετήσια προμήθεια ύψους 100 000 ευρώ την οποία θα έπρεπε να καταβάλει η κοινοπραξία για τη διατήρηση της εγγύησης μη εκπλήρωσης υποχρέωσης έως το 2017, αποτελεί επιπλέον έσοδο για το ομόσπονδο κράτος του Burgenland και έτσι απαιτείται προσαρμογή, η οποία αυξάνει τη διαφορά μεταξύ της προσφερόμενης τιμής της κοινοπραξίας και της πραγματικής τιμής αγοράς κατά την αξία σε μετρητά των πληρωτέων προμηθειών έως το 2017.

(171)

Η έκδοση επιπλέον ομολόγων ύψους 380 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο της ευθύνης του κράτους, δεν αναφέρθηκε ούτε στη συνοδευτική επιστολή ούτε στο σχέδιο της σύμβασης με τη GRAWE. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η συμφωνία αυτή διαδραμάτισε προεξέχοντα ρόλο κατά τη διαδικασία πώλησης και θα έπρεπε να αναφέρεται στο σχέδιο της σύμβασης με την κοινοπραξία. Επιπλέον, η κοινοπραξία επιβεβαίωσε ότι δεν είχε λάβει υπόψη στην προσφορά της την έκδοση επιπλέον ομολόγων. Σύμφωνα με την Επιτροπή το πλεονέκτημα, το οποίο εξασφάλισε η GRAWE με τις ευνοϊκότερες συνθήκες αναχρηματοδότησης ως αποτέλεσμα της διάθεσης 380 εκατ. ευρώ επιπλέον, απαιτεί προσαρμογή με τη μορφή αύξησης της διαφοράς μεταξύ της προσφοράς της κοινοπραξίας και της πραγματικής τιμής αγοράς. Τη βάση του υπολογισμού αποτελούν οι τόκοι, τους οποίους καταβάλει η ΒΒ για την έκδοση των επιπρόσθετων ομολόγων ύψους 380 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τις δαπάνες αναχρηματοδότησης της ΒΒ μετά την πώληση.

(172)

Η Επιτροπή δεν διαθέτει τις απαιτούμενες πληροφορίες για να μπορέσει εντέλει να κρίνει, εάν με τη συμφωνία μεταβίβασης τεσσάρων εταιρειών ακινήτων της ΒΒ στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland πριν από την πώληση και στη λογιστική τους αξία των 25 εκατ. ευρώ, εξασφαλίστηκε πλεονέκτημα, το οποίο απαιτεί την προσαρμογή της διαφοράς μεταξύ της προσφερόμενης τιμής της κοινοπραξίας και της πραγματικής τιμής πώλησης. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει, εάν η αγοραία αξία του ακινήτου ήταν χαμηλότερη ή υψηλότερη από τη λογιστική αξία. Η Αυστρία θα πρέπει να καταθέσει έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, ο οποίος θα έχει οριστεί από ανεξάρτητο όργανο, για την αγοραία αξία των τεσσάρων εταιρειών ακινήτων της ΒΒ. Στην εν λόγω έκθεση θα πρέπει να υπολογιστούν τα προϊόντα εκμισθώσεως, τα οποία μπορούν να επιτευχθούν στην αγορά.

(173)

Όσον αφορά τους οφειλόμενους τόκους μεταξύ της ημέρας υπογραφής της σύμβασης και της πώλησης που προορίζονται για την προκαταβολή ύψους 15 εκατ. ευρώ, την οποία θα είχε καταθέσει η κοινοπραξία σε λογαριασμό διαχείρισης της Active Bank με έδρα την Ουκρανία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν απαιτούν προσαρμογή, εφόσον πιστωθούν στην κοινοπραξία.

(174)

Όσον αφορά το ζήτημα της μεταφοράς φορολογικών ζημιών που αναφέρεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέτασε εάν η παράμετρος αυτή έπρεπε να ληφθεί υπόψη στον καθορισμό του ποσού της ενίσχυσης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Εντούτοις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να προκύψει για τρίτα μέρα από τη μεταφορά φορολογικών ζημιών, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη στην αξιολόγηση της ΒΒ.

VII.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(175)

Η Επιτροπή κρίνει ότι η Αυστρία χορήγησε κρατική ενίσχυση στη GRAWE στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της ΒΒ κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και πρόκειται ως εκ τούτου για παράνομη ενίσχυση. Η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η Αυστρία πρέπει να υπολογίσει το συνολικό ποσό της ενίσχυσης βάσει της διαφοράς, η προσαρμογή της οποίας απαιτείται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, μεταξύ των δύο τελικών προσφερόμενων τιμών οι οποίες υπεβλήθησαν στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε η Αυστρία υπέρ της GRAWE κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και ως εκ τούτου παράνομα δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η ενίσχυση ισοδυναμεί με τη διαφορά μεταξύ των δύο τελικών προσφερόμενων τιμών στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών, η οποία πρέπει να προσαρμοστεί σύμφωνα με τις παραμέτρους των αιτιολογικών σκέψεων 167 έως 174 της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 2

1.   Η Αυστρία υποχρεούται να ανακτήσει από τον δικαιούχο την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1.

2.   Το προς ανάκτηση ποσό βαρύνεται με τόκους από το χρόνο κατά τον οποίο τέθηκε στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι το χρόνο της πραγματικής του ανάκτησης.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 794/2004.

Άρθρο 3

1.   Η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1 είναι άμεση και αποτελεσματική.

2.   Η Αυστρία εξασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 4

1.   Εντός διμήνου από την κοινοποίηση της παρούσας συμφωνίας, η Αυστρία οφείλει να υποβάλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:

α)

το συνολικό ποσό (κεφάλαιο και τόκοι) που πρέπει να ανακτηθεί από το δικαιούχο και να προσαρμοστεί σύμφωνα με τις παραμέτρους που έθεσε η Επιτροπή στην παρούσα απόφαση, καθώς και επακριβή επεξήγηση της μεθόδου υπολογισμού του εν λόγω ποσού και αξιολόγηση της ιδιοκτησίας από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα·

β)

αναλυτική περιγραφή των μέτρων που έλαβε ή προγραμματίζει να λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση·

γ)

έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν ότι ζητήθηκε από το δικαιούχο η επιστροφή της ενίσχυσης.

2.   Η Αυστρία ενημερώνει την Επιτροπή για την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται προς εκτέλεση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοκλήρωση της ανάκτησης της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1. Η Αυστρία υποβάλλει αμελλητί, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έλαβε ή προγραμματίζει να λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση. Επίσης, παρέχει αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τα ποσά των ενισχύσεων και των τόκων που ανακτώνται από τον δικαιούχο.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Αυστρίας.

Βρυξέλλες, 30 Απριλίου 2008.

Για την Επιτροπή

Neelie KROES

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 28 της 8.2.2007, σ. 8.

(2)  Για αναλυτική περιγραφή βλέπε κατωτέρω.

(3)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(4)  Βλέπε την ανακοίνωση τύπου αριθ. 7/2008 του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main της 22ας Φεβρουαρίου 2008, την οποία κατέθεσε η Αυστρία (http://www.vg-frankfurt.justiz.hessen.de).

(5)  Επαγγελματικό απόρρητο.

(6)  Μεταφορά ζημίας στις 31 Δεκεμβρίου 2004.

(7)  Ο αυστριακός φόρος εταιρειών αντιστοιχεί σε 25 %.

(8)  Τέσσερις εταιρείες ακινήτων με ονομαστική αξία […] εκατ. ευρώ μεταβιβάστηκαν πριν από τη σύναψη της πώλησης απευθείας στο ομόσπονδο κρατίδιο στην τιμή των […] εκατ. ευρώ.

(9)  Στη γενική συνέλευση του Μαρτίου 2005 αποφασίστηκε η συγχώνευση των μετοχών ελεύθερης διασποράς και η καταβολή αποζημίωσης στους μεριδιούχους, οι οποίοι κατείχαν 6,79 % των ιδίων κεφαλαίων.

(10)  Η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης, «Ausfallhaftung», αποτελεί μέτρο ρύθμισης της εγγύησης για δημόσια πιστωτικά ιδρύματα, η οποία τον Απρίλιο του 2003 κάλυπτε περίπου 27 ταμιευτήρια και επτά περιφερειακές τράπεζες υποθηκών. Η εν λόγω κρατική εγγύηση μπορεί να ερμηνευτεί ως εγγυοδοτική δέσμευση. Σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμών ή εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων, ο εγγυητής (το κράτος, το κρατίδιο ή οι δήμοι) υποχρεούται να παρέμβει. Οι πιστωτές των τραπεζών έχουν άμεσες αξιώσεις από τον εγγυητή, ο οποίος εντούτοις υποχρεούται να ενεργήσει, μόνο όταν δεν επαρκούν τα στοιχεία του ενεργητικού της τράπεζας, προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των πιστωτών. Η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης δεν περιοριζόταν ούτε χρονικά ούτε βάσει ορισμένου ποσού. Η ΒΒ δεν καταβάλλει καμία αμοιβή για την εγγύηση.

(11)  ΕΕ C 175 της 24.7.2003, σ. 8. Η Αυστρία απεδέχθη με επιστολή στις 15 Μαΐου 2003, η οποία καταχωρίσθηκε στις 21 Μαΐου 2003, τα απαραίτητα μέτρα που περιγράφονται στην απόφαση.

(12)  Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 7 του Landes-Hypothekenbank Burgenland-Gesetzes (νόμου του ομόσπονδου κράτους Burgenland για την τράπεζα υποθηκών), η μεταβατική περίοδος λήγει για όλες τις υποχρεώσεις οι οποίες υπάγονται στην εγγύηση μη εκπλήρωσης, όσον αφορά όλες τις νέες υποχρεώσεις, εάν η τράπεζα Burgenland (ή η πλειοψηφία των μετοχών) πωληθεί πριν το πέρας της συμφωνημένης με την Επιτροπή μεταβατικής περιόδου.

(13)  Απόφαση 2005/691/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 44/03 (πρώην NN 158/01), την οποία η Αυστρία επιθυμεί να χορηγήσει υπέρ της Bank Burgenland AG (ΕΕ L 263 της 8.10.2005, σ. 8).

(14)  Η συμφωνία εγγύησης αφορά τις δανειακές υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπόθεση HOWE. Τα θετικά ετήσια οικονομικά αποτελέσματα της ΒΒ θα αξιοποιηθούν για την κάλυψη του ποσού της εγγύησης. Ως εκ τούτου, το ποσό της εγγύησης μειώνεται κατά το ποσό του ετήσιου κέρδους της ΒΒ, εφόσον αυτό δεν απαιτείται για την πληρωμή μερίσματος σε προνομιούχες μετοχές. Την εγγύηση μπορεί να τη διεκδικήσει η ΒΒ το νωρίτερο μετά τη διαπίστωση του ετήσιου αποτελέσματος του διαχειριστικού έτους 2010.

(15)  Η παραίτηση από τις απαιτήσεις γίνεται έναντι έντοκης υποχρέωσης βελτίωσης της ΒΒ και προβλέπει επιστροφή ολόκληρου του ποσού της απαίτησης της τράπεζας Austria πλέον τόκων σε επτά δόσεις με αρχή την 30ή Ιουνίου 2004. Αρχίζοντας από εκείνη τη χρονική στιγμή, λοιπόν, η ΒΒ υποχρεούται να επιστρέψει το πλήρες ποσό της απαίτησης συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιοποιημένων τόκων. Η μελλοντική εξόφληση της υποχρέωσης βελτίωσης γίνεται από το ετήσιο πλεόνασμα της ΒΒ.

(16)  Για την περίπτωση που η ΒΒ δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις βελτίωσης, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland ανέλαβε ανέκκλητη εγγύηση υπέρ της τράπεζας Austria AG, η οποία ισχύει για κάθε έτος του χρονικού διαστήματος 2004-2010 και σύμφωνα με την οποία το ομόσπονδο κράτος του Burgenland θα πρέπει να καλύψει το εκάστοτε έλλειμμα έναντι της τράπεζας Austria AG. Σύμφωνα με αυτήν τη συμφωνία, τόσο η ΒΒ όσο και το ομόσπονδο κράτος του Burgenland είναι ελεύθερα να εκπληρώσουν την υποχρέωση βελτίωσης έναντι της τράπεζας Austria AG και πριν από τις καθορισμένες προθεσμίες.

(17)  Δεν κατέστη δυνατό να ληφθεί υπόψη μια τέταρτη ενδεικτική προσφορά ύψους 115,5 εκατ. ευρώ, η οποία κατατέθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας και ήταν ελλιπής.

(18)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 23η έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 1993, σημείο 402 και επόμενα.

(19)  Δεν είναι απαραίτητος ο σχολιασμός των τεκμηριωμένων πληροφοριών τις οποίες διαβίβασε ο καταγγέλλων, στο πλαίσιο αυτό.

(20)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(21)  Σύμφωνα με την τροποποιημένη συμφωνία εγγύησης της 20ής Ιουνίου 2000, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland είχε την ευχέρεια, αμέσως μετά τη διακρίβωση του ετήσιου ισολογισμού για το έτος χρήσης 2010, να καταβάλει τη ληξιπρόθεσμη εγγύηση εν συνόλω ή και εν μέρει στη ΒΒ.

(22)  Η εγγύηση ασφαλείας στο σχέδιο της σύμβασης με την κοινοπραξία δεν εμπεριείχε εντούτοις τη δέσμευση, ότι η σύμβαση πώλησης καθαυτή δεν περιελάμβανε ενισχύσεις.

(23)  Η HSBC υπολόγισε αποκλειστικά τη μεταφορά των φορολογικών ζημιών, την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η ΒΒ με βάση την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η HSBC υποστήριξε ότι η καλή διαβάθμιση του αγοραστή θα ίσχυε αυτόματα λίγο ή πολύ και για τη ΒΒ (η λεγόμενη «μεταφορά φήμης» — Bonitätstransfer). Γενικά, η HSBC αξιολόγησε τη ΒΒ λαμβάνοντας υπόψη τρία ενδεχόμενα σενάρια, δηλαδή ένα ευρύτερο σενάριο σύμφωνα με το οποίο δεν προβλέπεται ιδιωτικοποίηση και η ΒΒ παραμένει στα χέρια του ομόσπονδου κράτους του Burgenland, και ένα κατά το οποίο η ΒΒ πωλείται σε ένα τρίτο μέρος χωρίς φερεγγυότητα/διαβάθμιση (όπως η κοινοπραξία).

(24)  Παράλληλα υπολογίστηκε μεταφορά φορολογικών ζημιών ύψους 5,6 εκατ. ευρώ.

(25)  Απόφαση του OGH της 4ης Απριλίου 2006, 1 Ob251/05a (η εν λόγω απόφαση υποβλήθηκε και από την GRAWE), η οποία προβλέπει ότι η εγγύηση μη εκπλήρωσης υποχρέωσης του ομόσπονδου κράτους του Burgenland συνδέεται αδιάρρηκτα με την ιδιότητα του εταίρου του ομόσπονδου κράτους του Burgenland.

(26)  Απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε η Γαλλία στην επιχείρηση «Stardust Marine», αιτιολογική σκέψη 82 (ΕΕ L 206 της 15.8.2000, σ. 6)· απόφαση 2000/628/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Απριλίου 2000, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε η Ιταλία στην «Centrale del Latte di Roma» αιτιολογική σκέψη 91 (ΕΕ L 265 της 19.10.2000, σ. 15).

(27)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2003 στην υπόθεση C-334/99, Gröditzer Stahlwerke, Συλλογή 2003, σ. I- 1139, σκέψη 136 και οι επόμενες.

(28)  Η κοινοπραξία απευθύνθηκε στην FMA εγγράφως στις 6 Δεκεμβρίου 2005 και η GRAWE στις 10 Ιανουαρίου 2006, ενώ στη συνέχεια πληροφορήθηκαν ότι η FMA δεν μπορούσε να εξετάσει τα έγγραφά τους τη δεδομένη χρονική στιγμή.

(29)  Το σημείο αυτό επεσήμαναν ιδιαίτερα η Αυστρία και η GRAWE παραπέμποντας ταυτόχρονα σε ανάλογα συμπεράσματα του δικαστηρίου του Eisenstadt.

(30)  Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενίσχυσης δεν είναι απαραίτητο να σχολιαστούν τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε η Αυστρία σχετικά με το δικαίωμα εγκατάστασης. Βλέπε σκέψη 314 της απόφασης του Πρωτοδικείου της 12ης Φεβρουαρίου 2008 στην υπόθεση T-289/03, BUPA, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί· διαθέσιμη στην ιστοθέση www.curia.europa.eu.

(31)  Βλέπε π.χ. την απόφαση του δικαστηρίου του Eisenstadt, 27 Cg 90/06 p-40 της 20.5.2006, ιδίως σ. 28, και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βιέννης, 2 R 150/06b, της 5ης Φεβρουαρίου 2007, ιδίως σ. 15, σε καθεμία από τις οποίες καθίσταται σαφές ότι δεν είναι απαραίτητο να σχολιαστεί η ύπαρξη κρατικών ενισχύσεων.

(32)  Βλέπε Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 23η έκθεση περί της πολιτικής ανταγωνισμού 1993, σημείο 402 και επόμενα και παράγραφος 61 και επόμενες της απόφασης έναρξης.

(33)  Βλέπε επίσης την έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού, σημείο 402 και επόμενα.

(34)  Απόφαση 2000/513/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Σεπτεμβρίου 1999, σχετικά με τις ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε η Γαλλία στην επιχείρηση Stardust Marine, αιτιολογική σκέψη 7 (ΕΕ L 206 της 15.8.2000, σ. 6). Η μετέπειτα ακύρωση της εν λόγω απόφασης από το δικαστήριο δεν αφορά αυτή την παράγραφο.

(35)  ΕΕ C 209 της 10.7.1997, σ. 3.

(36)  Βλέπε τμήμα ΙΙ παράγραφος 1 στοιχείο γ) της ανακοίνωσης σχετικά με τις πωλήσεις γηπέδων-οικοπέδων.

(37)  Αυτό ισχύει ιδίως για την εκτίμηση από την HSBC στη σύσταση ενεργειών προς το ομόσπονδο κράτος του Burgenland, την αξιολόγηση της αυτοτελούς αξίας της ΒΒ από την gmc-unitreu στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης της ΒΒ πριν από τις διάφορες προσπάθειες ιδιωτικοποίησης και την αξιολόγηση της αυτοτελούς αξίας της ΒΒ από την ίδια την κοινοπραξία (η οποία δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς η κοινοπραξία έχει την ευχέρεια να μελετήσει την αξία περαιτέρω παραγόντων, οι οποίοι είναι σημαντικοί μόνο για την κοινοπραξία).

(38)  Απόφαση 2000/628/ΕΚ της Επιτροπής της 11ης Απριλίου 2000 σχετικά με τις ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε η Ιταλία στην επιχείρηση «Centrale del Latte di Roma», αιτιολογική σκέψη 82 (ΕΕ L 265 της 19.10.2000, σ. 15).

(39)  Βλέπε επίσης την απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση C50/2006 της 27.6.2007, BAWAG, αιτιολογική σκέψη 125 (ΕΕ L 83 της 26.3.2008, σ. 7).

(40)  Απόφαση 2000/513/ΕΚ της Επιτροπής της 8ης Σεπτεμβρίου 1999 σχετικά με τις ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε η Γαλλία στην επιχείρηση Stardust Marine, αιτιολογική σκέψη 78 (ΕΕ L 206 της 15.8.2000, σ. 6).

(41)  Η Αυστρία αναφέρεται στην «ασφάλεια των συναλλαγών» και όταν επεξηγεί ότι πρέπει να αποφευχθεί ο μακροχρόνιος έλεγχος από την FMA, καθώς η συνεχής ανασφάλεια η οποία συνδέεται με τον έλεγχο μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της ΒΒ.

(42)  Και οι δύο περιπτώσεις καλύπτονται από το άρθρο 20 του νόμου για το τραπεζικό σύστημα (BWG) ή μέρη αυτού.

(43)  Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην ανακοίνωση Τύπου της Αυστρίας δεν κοινοποιήθηκε η ταυτότητα του ουκρανικού ομίλου επιχειρήσεων. Θα μπορούσε να αφορά έναν άλλον όμιλο επιχειρήσεων και όχι την κοινοπραξία.

(44)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 στις συνδικασθείσες υποθέσεις C-278/92, C-279/92 και C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής (Hytasa), Συλλογή 1994, I-E4103, σκέψη 22.

(45)  Βλέπε υπόθεση C-334/99, Gröditzer Stahlwerke, σκέψη 134 και επόμενες.

(46)  ΕΕ C 175 της 24.7.2003, σ. 8, για λεπτομέρειες βλέπε ανωτέρω.

(47)  Για παράδειγμα η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-334/99, Gröditzer Stahlwerke.

(48)  Βλέπε παραδείγματος χάριν την υπόθεση C-334/99, Gröditzer Stahlwerke, σκέψη 138.

(49)  Μπορεί επίσης να γίνει αναφορά στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 στην υπόθεση T-11/95, BP Chemicals, συλλογή 1998, σ. II-3235, σκέψεις 170-171, 179-180 και 198. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, εάν το κράτος χορηγεί κρατική ενίσχυση και λίγο μετά επεμβαίνει ξανά με νέα μέτρα υπέρ της επιχείρησης, υποστηρίζοντας ότι το δεύτερο μέτρο συνάδει με την αρχή του επενδυτή ο οποίος δραστηριοποιείται στην αγορά, η Επιτροπή οφείλει να εξετάζει πάντοτε το δεύτερο μέτρο ενόψει της τήρησης της προαναφερθείσας αρχής και να λαμβάνει υπόψη της τις επιπτώσεις του πρώτου μέτρου ενίσχυσης. Εάν ήταν εφικτή η κρατική ενίσχυση βάσει των ακόλουθων κρατικών μέτρων, δεν είναι σαφές ότι η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης μπορεί να επηρεάσει το ομόσπονδο κράτος του Burgenland κατά την πώληση της ΒΒ.

(50)  Στο κεφάλαιο VI.5 γίνεται αναφορά στο βαθμό στον οποίο έπρεπε να προσαρμοστούν οι προσφερόμενες τιμές προκειμένου να είναι παρόμοιες.

(51)  Landesgericht Eisenstadt, 20.5.2006, 27 Cg 90/06 p – 40.

(52)  Η Αυστρία κατήγγειλε επίσης ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της την πρόσκληση υποβολής προσφορών στην υπόθεση Craiova, προτιμώντας αντιθέτως την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων, επειδή η πρόσκληση υποβολής προσφορών εξαρτιόταν από όρους. Η Αυστρία υποστήριξε ότι η Επιτροπή όφειλε και στην εν λόγω υπόθεση να αποδεχθεί την εκτίμηση εμπειρογνωμόνων. Και οι δύο υποθέσεις κατά την άποψη της Επιτροπής ενόψει των ανωτέρω δεν είναι παρόμοιες, επειδή οι όροι στην υπόθεση Craiova τίθονταν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η πρόσκληση υποβολής προσφορών (κατά την οποία υποβλήθηκε μόνο μία προσφορά) δεν προτιμήθηκε για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας, ενώ κατά την πρόσκληση υποβολής προσφορών στην εν λόγω υπόθεση, δύο ανταγωνιστές υπέβαλαν προσφορές, οι οποίες παρουσιάζουν μια καλή αντιπροσωπευτική αξία για την αγοραία τιμή.

(53)  Βλέπε ακόμη την απόφαση της Επιτροπής της 8.9.1999 σχετικά με τις ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε η Γαλλία στην επιχείρηση Stardust Marine (ΕΕ L 206 της 15.8.2000, σ. 6, αιτιολογική σκέψη 82), στην οποία ακολουθήθηκε παρόμοια προσέγγιση. Το συγκεκριμένο ζήτημα δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο της μετέπειτα κατάργησης της εν λόγω απόφασης του δικαστηρίου.

(54)  Στην περίπτωση μάλιστα της BAWAG, όταν λόγω δόλου της διεύθυνσης η τράπεζα ήρθε αντιμέτωπη με μαζικές αναλήψεις των καταθέσεων, οι εκροές περιορίστηκαν στο 20 % – 30 %.

(55)  Στην πρόβλεψη της εκκαθάρισης προβλέπονται 300 εκατ. ευρώ για την αγορά νέων ομολογιών/αξιογράφων και τη δημιουργία νέων διατραπεζικών πιστωτικών διευκολύνσεων.

(56)  Σε μία περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται ανάγκη εκκαθάρισης, η ΒΒ θα πωλούσε συμμετοχές και άλλα διαπραγματεύσιμα αξιόγραφα, τα οποία μπορούν να πωληθούν χωρίς ζημίες με στόχο την επίτευξη ρευστότητας.

(57)  Θεωρείται ότι η διακοπή ανταλλαγών (swaps) με συμφωνία αμοιβαίων οψιόν πώλησης, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στη ρευστότητα, το εύρος της οποίας θα αντιστοιχούσε στην ονομαστική αξία των ανταλλαγών.

(58)  Έκθεση της HSBC, επιστημονική προσέγγιση βάσει χρηματοδότησης, προσέγγιση προσανατολιζόμενη στην κεφαλαιαγορά.

(59)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 80 της απόφασης αναδιάρθρωσης.


Διορθωτικά

6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/55


Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 116/2008 της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 423/2007 του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 35 της 9ης Φεβρουαρίου 2008 )

Στη σελίδα 54, στο σημείο I.9B.004:

αντί:

«των αγαθών των εδαφίων ή παραγράφων 9A005, I.9A.002,»

διάβαζε:

«των αγαθών των εδαφίων ή παραγράφων I.9A.002,».


6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/56


Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 117/2008 της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 329/2007 του Συμβουλίου σχετικά με την επιβολή περιοριστικών μέτρων κατά της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 35 της 9ης Φεβρουαρίου 2008 )

Στη σελίδα 121, στο σημείο I.9B.004:

αντί:

«των αγαθών των εδαφίων ή παραγράφων 9A005, I.9A.002,»

διάβαζε:

«των αγαθών των εδαφίων ή παραγράφων I.9A.002,».


6.9.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/s3


ΣΗΜΕΊΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΏΣΤΗ

Τα θεσμικά όργανα αποφάσισαν να μην εμφανίζουν πλέον στα κείμενά τους τη μνεία της τελευταίας τροποποίησης των πράξεων στις οποίες παραπέμπουν.

Εάν δεν υπάρχει μνεία περί του αντιθέτου, οι πράξεις στις οποίες γίνεται παραπομπή στα κείμενα που δημοσιεύονται στο παρόν τεύχος νοούνται στην εκάστοτε ισχύουσα μορφή τους.