ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 55

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

51ό έτος
28 Φεβρουαρίου 2008


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 171/2008 του Συμβουλιου, της 25ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με τη διατήρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 71/97 για την επέκταση του δασμού αντιντάμπινγκ, που επεβλήθη στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων ποδηλάτων από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 172/2008 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας

6

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 173/2008 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

21

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 174/2008 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/2007 της Επιτροπής για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας

23

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 175/2008 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής ρυζιού στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχτηκε για την υποπερίοδο του Φεβρουαρίου του 2008 με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 327/98

25

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2008/166/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 2007 — Κρατική ενίσχυση C 39/06 (πρώην ΝΝ 94/05) — Καθεστώς ενισχύσεων σε νέους μετόχους που εφαρμόζεται από το Ηνωμένο Βασίλειο [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 5398]  ( 1 )

27

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

28.2.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 55/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 171/2008 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 25ης Φεβρουαρίου 2008

σχετικά με τη διατήρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 71/97 για την επέκταση του δασμού αντιντάμπινγκ, που επεβλήθη στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων ποδηλάτων από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) («ο βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 9, το άρθρο 11 παράγραφος 3 και το άρθρο 13 παράγραφος 4,

Κατόπιν διαβούλευσης με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

A.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.   Ισχύοντα μέτρα

(1)

Τον Σεπτέμβριο 1993 το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2474/93 (2), επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 30,6 % στις εισαγωγές ποδηλάτων, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας («ΛΔΚ»). Μετά την τελευταία επανεξέταση, ο εν λόγω δασμός αυξήθηκε σε 48,5 %, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1095/2005 του Συμβουλίου (3) («το αρχικό μέτρο»).

(2)

Τον Ιανουάριο 1997, μετά την έρευνα σχετικά με την εικαζόμενη καταστρατήγηση του ανωτέρω δασμού αντιντάμπινγκ μέσω της συναρμολόγησης ποδηλάτων στην Κοινότητα χρησιμοποιώντας κινεζικά εξαρτήματα ποδηλάτων, το Συμβούλιο επέκτεινε, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 71/97 (4), τον δασμό αντιντάμπινγκ, που επεβλήθη στα ποδήλατα, καταγωγής ΛΔΚ, στις εισαγωγές βασικών εξαρτημάτων ποδηλάτων, καταγωγής ΛΔΚ, σύμφωνα με το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού («το μέτρο κατά της καταστρατήγησης»). Το μέτρο κατά της καταστρατήγησης προέβλεπε επίσης τη θέσπιση καθεστώτος απαλλαγής, έτσι ώστε να μπορούν οι επιχειρήσεις συναρμολόγησης που δεν καταστρατηγούν το μέτρο για τα ποδήλατα να εισάγουν κινεζικά εξαρτήματα ποδηλάτων χωρίς την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ απαλλασσόμενες από την επέκταση του μέτρου στα εξαρτήματα ποδηλάτων.

(3)

Τον Ιούνιο 1997, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 88/97 (5) σχετικά με την άδεια για απαλλαγή της εισαγωγής ορισμένων εξαρτημάτων ποδηλάτων, καταγωγής ΛΔΚ, από την ανωτέρω επέκταση, θεσπίζοντας με τον τρόπο αυτόν το νομικό πλαίσιο λειτουργίας του καθεστώτος απαλλαγής («το καθεστώς απαλλαγής»).

(4)

Ως αποτέλεσμα των τριών ανωτέρω μέτρων, σήμερα ισχύει δασμός αντιντάμπινγκ της τάξεως του 48,5 % για τα ποδήλατα, καταγωγής ΛΔΚ και ο εν λόγω δασμός επεκτείνεται σε ορισμένα εξαρτήματα ποδηλάτων, καταγωγής ΛΔΚ, αλλά οι κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης που δεν προβαίνουν σε καταστρατήγηση επιτρέπεται να απαλλάσσονται από τον τελευταίο δασμό, δηλαδή τον δασμό για τα εξαρτήματα ποδηλάτων.

2.   Λόγοι της επανεξέτασης

(5)

Μετά την επέκταση των μέτρων στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων ποδηλάτων, η Επιτροπή χορήγησε απαλλαγή από το μέτρο κατά της καταστρατήγησης σε πολλές εταιρείες με έδρα την Κοινότητα. Η Επιτροπή συνέχισε να λαμβάνει αιτήσεις απαλλαγής και, κατά συνέπεια, ο αριθμός των μερών που ζητούσαν απαλλαγή αυξήθηκε σημαντικά. Παράλληλα, δεν υπήρχαν σαφείς ενδείξεις πρακτικών καταστρατήγησης από εταιρείες στις οποίες είχε χορηγηθεί απαλλαγή.

(6)

Επιπλέον, η Επιτροπή διέθετε επαρκή, εκ πρώτης όψεως, στοιχεία ότι εάν αρθεί το μέτρο κατά της καταστρατήγησης δεν θα συνεχισθούν ούτε θα επαναληφθούν οι πρακτικές καταστρατήγησης.

(7)

Εξάλλου, το μέτρο κατά της καταστρατήγησης ήταν σε ισχύ δέκα έτη και δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο επανεξέτασης μετά την υιοθέτησή του.

(8)

Η Επιτροπή, αφού διαπίστωσε, μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4 και με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, στις 28 Νοεμβρίου 2006 άρχισε επανεξέταση του μέτρου κατά της καταστρατήγησης, με την έκδοση σχετικής ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (6).

3.   Έρευνα

(9)

Στόχος της έρευνας ήταν η αξιολόγηση της ανάγκης για συνέχιση του μέτρου κατά της καταστρατήγησης.

3.1.   Περίοδος έρευνας

(10)

Η έρευνα κάλυψε την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2005 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2006 («η περίοδος έρευνας της επανεξέτασης» ή «ΠΕΕ»). Η εξέταση των τάσεων που είχαν σημασία για την εκτίμηση της πιθανότητας συνέχισης ή επανάληψης της καταστρατήγησης κάλυψε την περίοδο από το 2003 έως το τέλος της ΠΕΕ («η υπό εξέταση περίοδος»).

3.2.   Μέρη τα οποία αφορά η έρευνα

(11)

Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσημα τις γνωστές επιχειρήσεις συναρμολόγησης της Κοινότητας και τις ενώσεις τους σχετικά με την έναρξη της επανεξέτασης. Παρασχέθηκε η δυνατότητα στα ενδιαφερόμενα μέρη να καταστήσουν τις απόψεις τους γνωστές εγγράφως και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που οριζόταν στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας.

(12)

Έγινε ακρόαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών που υπέβαλαν σχετική αίτηση και απέδειξαν ότι είχαν ειδικούς λόγους για να γίνουν δεκτά σε ακρόαση.

(13)

Λόγω του προδήλως μεγάλου αριθμού των κοινοτικών επιχειρήσεων συναρμολόγησης που αφορούσε η εν λόγω έρευνα επανεξέτασης, κρίθηκε σκόπιμο να πραγματοποιηθεί δειγματοληψία σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού. Για να μπορέσει η Επιτροπή να επιλέξει δείγμα, κλήθηκαν τα ανωτέρω μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, να αναγγελθούν εντός 15 ημερών από την έναρξη της έρευνας και να παράσχουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που ζητούνταν στην ανακοίνωση σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας.

(14)

Πολλές κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης — 158 εταιρείες — συμπλήρωσαν δεόντως το δελτίο δειγματοληψίας και συμφώνησαν να συνεργασθούν περαιτέρω στο πλαίσιο της έρευνας. Για το δείγμα επιλέχθηκαν οκτώ από αυτές τις 158 εταιρείες, που αποδείχθηκαν αντιπροσωπευτικές του κοινοτικού κλάδου όσον αφορά τον όγκο της συναρμολόγησης και των πωλήσεων ποδηλάτων στην Κοινότητα. Οι οκτώ κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης που αποτέλεσαν αντικείμενο της δειγματοληψίας συνιστούσαν το ένα τρίτο περίπου της συνολικής παραγωγής του κοινοτικού κλάδου κατά την ΠΕΕ, ενώ οι ανωτέρω 158 κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης αντιστοιχούσαν στο σύνολο σχεδόν της παραγωγής στην Κοινότητα. Αυτό το δείγμα αποτελούσε τον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής και πωλήσεων ποδηλάτων στην Κοινότητα, ο οποίος θα μπορούσε εύλογα να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

(15)

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, ζητήθηκε η γνώμη των ενδιαφερόμενων μερών όσον αφορά το δείγμα που επιλέχθηκε και δεν υπήρξαν ενστάσεις.

(16)

Ως εκ τούτου, απεστάλησαν ερωτηματολόγια στους οκτώ συναρμολογητές της Κοινότητας που αποτελούσαν αντικείμενο δειγματοληψίας και ελήφθησαν οι απαντήσεις τους στα ερωτηματολόγια.

(17)

Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες για την ανάλυσή της και πραγματοποίησε επισκέψεις επαλήθευσης στις εγκαταστάσεις των εξής κοινοτικών επιχειρήσεων συναρμολόγησης που αποτέλεσαν αντικείμενο δειγματοληψίας:

Planet’Fun SA, Périgny, Γαλλία,

Decathlon Italia SRL, Milano, Ιταλία,

F.lli Masciaghi SpA, Basiano, Ιταλία,

Denver SRL, Dronero-Cuneo, Ιταλία.

B.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ

(18)

Το υπό εξέταση προϊόν είναι βασικά εξαρτήματα ποδηλάτων:

βαμμένα ή ανοδιωμένα ή στιλβωμένα ή/και βερνικωμένα πλαίσια ποδηλάτων, που ταξινομούνται σήμερα στον κωδικό ΣΟ ex 8714 91 10,

βαμμένες ή ανοδιωμένες ή στιλβωμένες ή/και βερνικωμένες περόνες ποδηλάτων, που ταξινομούνται σήμερα στον κωδικό ΣΟ ex 8714 91 30,

ντεραγιέρ, που ταξινομούνται σήμερα στον κωδικό ΣΟ 8714 99 50,

μηχανισμοί ποδομοχλών (πεντάλ), που ταξινομούνται σήμερα στον κωδικό ΣΟ 8714 96 30,

οδοντωτοί τροχοί κίνησης ελεύθερων τροχών, που ταξινομούνται σήμερα στον κωδικό ΣΟ 8714 93 90, έστω και αν παρουσιάζονται σε σύνολο,

άλλα φρένα, που ταξινομούνται σήμερα στον κωδικό ΣΟ 8714 94 30,

μέρη φρένων, που ταξινομούνται σήμερα στον κωδικό ΣΟ 8714 94 90, έστω και αν παρουσιάζονται σε σύνολο,

πλήρεις τροχοί με ή χωρίς αεροθαλάμους, επίσωτρα και οδοντωτοί τροχοί κίνησης, που ταξινομούνται σήμερα στον κωδικό ΣΟ ex 8714 99 90 και

τιμόνια, που ταξινομούνται σήμερα στο κωδικό ΣΟ 8714 99 10, έστω και αν παρουσιάζονται με στέλεχος, φρένο ή/και μοχλό ταχυτήτων,

καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας («το υπό εξέταση προϊόν»). Οι προαναφερόμενοι κωδικοί ΣΟ αναφέρονται για πληροφοριακούς και μόνο λόγους.

Γ.   ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΗΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ

1.   Νομικό πλαίσιο

(19)

Για να αξιολογηθεί η ανάγκη διατήρησης του μέτρου κατά της καταστρατήγησης, όπως αναφέρεται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 9, διερευνήθηκε, στο πλαίσιο της εν λόγω επανεξέτασης, κατά πόσο υπήρξε καταστρατήγηση με τη μορφή εργασιών συναρμολόγησης κατά την ΠΕΕ καθώς και κατά πόσο οι περιστάσεις αυτές έχουν διαρκή χαρακτήρα.

(20)

Πιο συγκεκριμένα, εξετάσθηκε εάν κατά την ΠΕΕ πληρούνταν τα κριτήρια καταστρατήγησης με τη μορφή εργασιών συναρμολόγησης, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, και εάν είναι πιθανόν να πληρούνται τα εν λόγω κριτήρια σε περίπτωση άρσης του μέτρου κατά της καταστρατήγησης.

(21)

Για ενδεικτικούς λόγους, τα κριτήρια αυτά παρατίθενται κατωτέρω:

«α)

η συναρμολόγηση άρχισε ή αυξήθηκε σημαντικά από την έναρξη της έρευνας αντιντάμπινγκ ή αμέσως πριν από αυτήν, και τα χρησιμοποιούμενα μέρη προέρχονται από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα και

β)

τα μέρη αντιπροσωπεύουν ποσοστό 60 % τουλάχιστον της συνολικής αξίας των μερών του συναρμολογημένου προϊόντος, αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι υπάρχει καταστρατήγηση, αν η προστιθέμενη αξία των μερών που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης υπερβαίνει το 25 % του κόστους κατασκευής και

γ)

οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού όσον αφορά τις τιμές ή/και τις ποσότητες του συναρμολογημένου ομοειδούς προϊόντος εξουδετερώνονται και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ σχετικά με τις κανονικές αξίες που έχουν ήδη προσδιορισθεί για το ομοειδές προϊόν».

2.   Ύπαρξη καταστρατήγησης κατά την ΠΕΕ

(22)

Εξετάσθηκε εάν κατά την ΠΕΕ οι κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης καταστρατήγησαν τα ισχύοντα μέτρα κατά της καταστρατήγησης.

(23)

Όλες οι εταιρείες που συνεργάσθηκαν κατά την έρευνα ήταν κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης που είχαν απαλλαχθεί από το μέτρο κατά της καταστρατήγησης, μπορούσαν δηλαδή να εισάγουν και να χρησιμοποιούν κινεζικά εξαρτήματα ποδηλάτων κατά τη συναρμολόγηση των ποδηλάτων τους χωρίς δασμό αντιντάμπινγκ εάν το ποσοστό των κινεζικών αυτών εξαρτημάτων δεν υπερέβαινε το 60 % της συνολικής αξίας των μερών των συναρμολογούμενων ποδηλάτων. Η έρευνα έδειξε ότι οι κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης που αποτέλεσαν αντικείμενο δειγματοληψίας συμμορφώθηκαν με τον κανόνα αυτόν καθώς δεν κατέστη δυνατή η διαπίστωση ότι η χρήση κινεζικών εξαρτημάτων από μέρους τους υπερέβαινε το 60 %.

(24)

Βάσει της αξιολόγησης των οκτώ κοινοτικών επιχειρήσεων συναρμολόγησης που αποτέλεσαν αντικείμενο δειγματοληψίας και των 158 δεόντως συμπληρωμένων δελτίων δειγματοληψίας που απεστάλησαν, διαπιστώθηκε ότι το μέσο ποσοστό κινεζικών εξαρτημάτων που χρησιμοποιήθηκαν από τις οκτώ επιχειρήσεις συναρμολόγησης οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο δειγματοληψίας ήταν 37 %, δηλαδή κατά πολύ μικρότερο από το όριο του 60 %. Το συνολικό ποσοστό όλων των επιχειρήσεων συναρμολόγησης που συνεργάσθηκαν ήταν ακόμη μικρότερο και αντιστοιχούσε στο 29 % κατά την ΠΕΕ.

(25)

Τα ανωτέρω ποσοστά για τα έτη 2003, 2004 και 2005 παρατίθενται στον πίνακα που ακολουθεί:

Image

(26)

Λόγω του ότι δεν πληρούνταν ένα από τα κριτήρια καταστρατήγησης, διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις συναρμολόγησης δεν καταστρατηγούν τα υφιστάμενα μέτρα και ότι τηρούν τους όρους τους σχετικούς με την απαλλαγή που τους έχει χορηγηθεί.

(27)

Το ποσοστό των κοινοτικών επιχειρήσεων συναρμολόγησης που συνεργάσθηκαν ήταν πολύ υψηλό, συγκεκριμένα πάνω από το 90 % όσον αφορά τον όγκο των πωλήσεων ποδηλάτων από τις επιχειρήσεις συναρμολόγησης της ΕΚ, και δεν βρέθηκαν στοιχεία που να δείχνουν ότι το αρχικό μέτρο είχε καταστρατηγηθεί από άλλες επιχειρήσεις συναρμολόγησης ποδηλάτων. Για τον λόγο αυτόν και ελλείψει στοιχείων που να αποδεικνύουν το αντίθετο, είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε καταστρατήγηση του αρχικού μέτρου κατά την ΠΕΕ.

3.   Διαρκής χαρακτήρας

(28)

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, εξετάσθηκε στη συνέχεια εάν η μη ύπαρξη πρακτικών καταστρατήγησης έχει διαρκή χαρακτήρα, δηλαδή εάν είναι πιθανό να μην επαναληφθούν οι πρακτικές αυτές στην περίπτωση που αρθεί το μέτρο κατά της καταστρατήγησης.

3.1.   Έναρξη ή σημαντική αύξηση των εργασιών συναρμολόγησης

(29)

Κατά πρώτον, εξετάσθηκε εάν μετά την άρση του μέτρου κατά της καταστρατήγησης θα άρχιζαν ή θα αυξάνονταν σημαντικά οι εργασίες συναρμολόγησης. Όσον αφορά το σημείο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας κατά της καταστρατήγησης, διαπιστώθηκε ότι, μετά την επιβολή των αρχικών μέτρων για τα κινεζικά ποδήλατα το 1993, η συναρμολόγηση κάνοντας χρήση κινεζικών εξαρτημάτων ποδηλάτων αυξήθηκε σημαντικά έως το 1997 οπότε επιβλήθηκε το μέτρο κατά της καταστρατήγησης. Υπήρξαν σημαντικές μεταβολές του τρόπου διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών: μειώθηκαν σημαντικά οι εισαγωγές κινεζικών ποδηλάτων ενώ αντίθετα οι εισαγωγές κινεζικών εξαρτημάτων άρχισαν να παρουσιάζουν ταχεία αύξηση. Η προηγούμενη αυτή εμπειρία δείχνει ότι, ελλείψει μέτρων κατά της καταστρατήγησης, υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν και πάλι οι εισαγωγές κινεζικών εξαρτημάτων καθώς και η συναρμολόγηση ποδηλάτων κάνοντας χρήση των εξαρτημάτων αυτών.

(30)

Η έρευνα έδειξε επίσης ότι τα κινεζικά εξαρτήματα ποδηλάτων είναι σε γενικές γραμμές φθηνότερα από τα εξαρτήματα ποδηλάτων καταγωγής οιασδήποτε άλλης χώρας. Συνεπώς, εάν ορισμένες κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης αυξήσουν τη χρήση των κινεζικών εξαρτημάτων, είναι πιθανόν ότι οι λοιπές εταιρείες θα αρχίσουν επίσης να χρησιμοποιούν περισσότερα κινεζικά εξαρτήματα προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές.

(31)

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η άρση του μέτρου κατά της καταστρατήγησης να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των εισαγωγών κινεζικών εξαρτημάτων και των εργασιών συναρμολόγησης.

3.2.   Κριτήριο σχετικά με το όριο του 60 % για τα κινεζικά εξαρτήματα

(32)

Εξετάσθηκε εάν το ποσοστό των κινεζικών εξαρτημάτων που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις συναρμολόγησης της ΕΚ είναι πιθανό να αυξηθεί πέραν του 60 % της αξίας όλων των εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται κατά τη συναρμολόγηση ποδηλάτων στην περίπτωση που αρθεί το μέτρο κατά της καταστρατήγησης.

(33)

Υπενθυμίζεται ότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 24, το συνολικό μέσο ποσοστό των κινεζικών εξαρτημάτων ήταν 29 % κατά την ΠΕΕ, δηλαδή κατά πολύ μικρότερο του ορίου του 60 %. Το μέσο ποσοστό των οκτώ παραγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο δειγματοληψίας ήταν κατά τι υψηλότερο, ήτοι 37 %.

(34)

Η έρευνα έδειξε ότι οι κατωτέρω παρατηρήσεις συνιστούν, ενδεχομένως, τους λόγους για τους οποίους οι επιχειρήσεις συναρμολόγησης της ΕΚ χρησιμοποίησαν κινεζικά εξαρτήματα σε πολύ μικρότερα ποσοστά από το 60 % που επιτρεπόταν βάσει των κανόνων του καθεστώτος απαλλαγής:

Το πιο σημαντικό είναι ότι κάθε μοντέλο των παραγωγών της ΕΚ που έχουν λάβει απαλλαγή πρέπει να είναι σύμφωνο με τον κανόνα του 60 % και τα μοντέλα υψηλής ποιότητας (στα οποία χρησιμοποιούνται λιγότερα ή καθόλου κινεζικά εξαρτήματα) στρεβλώνουν το μέσο ποσοστό των κινεζικών εξαρτημάτων.

Οι συνεχείς διακυμάνσεις των τιμών των εισαγόμενων εξαρτημάτων, του κόστους μεταφοράς και των συναλλαγματικών ισοτιμιών καθώς και άλλοι πρακτικοί λόγοι απαιτούν τη διατήρηση από μέρους των κοινοτικών επιχειρήσεων συναρμολόγησης ενός περιθωρίου χειρισμών, έτσι ώστε να μην έρθουν αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να απολέσουν το δικαίωμα απαλλαγής.

(35)

Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί εάν τα ανωτέρω επιχειρήματα παρέχουν επαρκή εξήγηση για τη σημαντική διαφορά μεταξύ του σημερινού ποσοστού των κινεζικών εξαρτημάτων ποδηλάτων που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις συναρμολόγησης της ΕΚ και του ορίου του 60 % βάσει των κανόνων των σχετικών με την καταστρατήγηση και το καθεστώς απαλλαγής.

(36)

Επιπροσθέτως, ορισμένες κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης ισχυρίσθηκαν ότι έχουν εισαγάγει κινεζικά εξαρτήματα ποδηλάτων σε ποσοστό μικρότερο του 60 % μόνον προκειμένου να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις απαλλαγές που τους έχουν χορηγηθεί.

(37)

Όπως έχει ήδη αναφερθεί στην αιτιολογική σκέψη 30, τα κινεζικά εξαρτήματα ποδηλάτων είναι σε γενικές γραμμές φθηνότερα από τα εξαρτήματα ποδηλάτων καταγωγής οιασδήποτε άλλη χώρας και, για τον λόγο αυτόν, οι κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης ενδέχεται να αρχίσουν να χρησιμοποιούν περισσότερα κινεζικά εξαρτήματα προκειμένου να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό.

(38)

Ως εκ τούτου, η εικόνα παρουσιάζει διαφορές. Από τη μία, λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής διαφοράς μεταξύ του πραγματικού και του επιτρεπόμενου ποσοστού των χρησιμοποιούμενων κινεζικών εξαρτημάτων, δεν φαίνεται να υπάρχει προφανής κίνδυνος να υπερβούν οι εταιρείες συναρμολόγησης ποδηλάτων το όριο του 60 %.

(39)

Από την άλλη, οι επιχειρήσεις συναρμολόγησης κινεζικών ποδηλάτων θα εξακολουθήσουν να έχουν ισχυρό κίνητρο να προβαίνουν σε εισαγωγές που υπερβαίνουν το επιτρεπόμενο όριο του 60 % και, ως εκ τούτου, είναι δυνατό να αρχίσουν και πάλι να καταστρατηγούν το αρχικό μέτρο εξάγοντας προς την ΕΚ τα λεγόμενα εν μέρει ή πλήρως αποσυναρμολογημένα ποδήλατα, δηλαδή σχεδόν ολόκληρα ποδήλατα σε χωριστά εμπορευματοκιβώτια. Το γεγονός αυτό θα σήμαινε επανάληψη της καταστρατήγησης που σημειώθηκε τη δεκαετία του 1990 πριν από την εισαγωγή του μέτρου κατά της καταστρατήγησης και θα είχε ως αποτέλεσμα τη σαφή υπέρβαση του ορίου του 60 %.

(40)

Καθώς το κίνητρο για εισαγωγές άνω του επιτρεπόμενου ορίου του 60 % είναι πράγματι αρκετά ισχυρό, φαίνεται ότι υπάρχει ορισμένος κίνδυνος για υπέρβαση του ορίου αυτού σε περίπτωση άρσης των μέτρων.

(41)

Όσον αφορά τον κανόνα του 25 % προστιθέμενης αξίας, ο οποίος αποτελεί εξαίρεση από το όριο του 60 %, διαπιστώθηκε ότι η μέση προστιθέμενη αξία από τις επιχειρήσεις συναρμολόγησης της ΕΚ —βάσει των 158 απαντήσεων στα δελτία δειγματοληψίας— ήταν 20 % κατά την ΠΕΕ. Όσον αφορά τις οκτώ εταιρείες που αποτέλεσαν αντικείμενο δειγματοληψίας, η μέση προστιθέμενη αξία τους ήταν 22 % κατά την ΠΕΕ. Λαμβανομένου υπόψη του χαμηλού ποσοστού παραγωγής εξαρτημάτων στην Κοινότητα, αυτή η προστιθέμενη αξία είναι πολύ πιθανόν να μην υπερβεί το όριο του 25 % στην περίπτωση που το ποσοστό των κινεζικών εξαρτημάτων υπερβεί το όριο του 60 %. Είναι, κατά συνέπεια, απίθανο να προσθέσουν οι κοινοτικές εταιρείες συναρμολόγησης αξία άνω του 25 %.

3.3.   Εξουδετέρωση των επανορθωτικών συνεπειών του δασμού όσον αφορά τις τιμές ή τις ποσότητες των πωλήσεων και ντάμπινγκ

(42)

Έπρεπε να εξετασθεί εάν οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού αντιντάμπινγκ θα εξουδετερωθούν και εάν θα υπάρξει επανάληψη των πρακτικών ντάμπινγκ σε περίπτωση που αρθεί το μέτρο κατά της καταστρατήγησης. Ωστόσο, υπό τις σημερινές συνθήκες αγοράς, δηλαδή καθώς ισχύει το μέτρο κατά της καταστρατήγησης και το συναφές καθεστώς απαλλαγής, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί λογική ανάλυση σχετικά με το εάν οι δασμοί θα εξουδετερωθούν όσον αφορά τις τιμές πωλήσεων και εάν θα υπάρξουν πρακτικές ντάμπινγκ, διότι, για τον υπολογισμό αυτόν, ως βάση για τις τιμές ΕΚ έπρεπε να ληφθούν υπόψη συνθήκες κατά τις οποίες τα ποδήλατα θα αποτελούνται αποκλειστικά από κινεζικά εξαρτήματα. Αντιθέτως, τα ποδήλατα ΕΚ που συναρμολογήθηκαν κατά την ΠΕΕ αποτελούνταν από εξαρτήματα καταγωγής διαφόρων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των χωρών της ΕΚ, της ΛΔΚ και άλλων τρίτων χωρών.

(43)

Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι κατά την έρευνα που είχε ως αποτέλεσμα τη λήψη του μέτρου κατά της καταστρατήγησης το 1997 αποδείχθηκε ότι οι επανορθωτική συνέπεια του δασμού στα κινεζικά ποδήλατα εξουδετερωνόταν όσον αφορά τις τιμές των πωλήσεων και ότι υπήρχαν πρακτικές ντάμπινγκ. Λόγω της έλλειψης συγκρίσιμων τιμών κατά την ΠΕΕ, τα αποτελέσματα αυτής της προηγούμενης έρευνας σχετικά με την εξουδετέρωση και το ντάμπινγκ, όπως αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 19 έως 24 του μέτρου κατά της καταστρατήγησης, εξακολουθούν να ισχύουν.

Δ.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(44)

Η επανεξέταση έδειξε ότι επί του παρόντος δεν φαίνεται να υπάρχει καταστρατήγηση. Παρ’ όλα αυτά, η επανεξέταση έδειξε επίσης ότι ο κίνδυνος επανάληψης της καταστρατήγησης δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί με βεβαιότητα. Βάσει της ανάλυσης που προηγήθηκε, φαίνεται ότι υπάρχει κίνδυνος, αν και περιορισμένος, να μην διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα η σημερινή μη καταστρατήγηση σε περίπτωση που αρθεί το μέτρο κατά της καταστρατήγησης, διότι οι κοινοτικές επιχειρήσεις συναρμολόγησης ενδέχεται να αυξήσουν σημαντικά τις εργασίες συναρμολόγησης χρησιμοποιώντας περισσότερα κινεζικά εξαρτήματα ποδηλάτων καθ’ υπέρβασιν του ορίου του 60 %, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση των επανορθωτικών συνεπειών του δασμού αντιντάμπινγκ στα κινεζικά ποδήλατα.

(45)

Ως εκ τούτου, το μέτρο κατά της καταστρατήγησης θα διατηρηθεί, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ότι το αρχικό μέτρο, δηλαδή ο δασμός αντιντάμπινγκ στα ποδήλατα, είναι αποτελεσματικό και δεν είναι δυνατό να εξουδετερωθεί μέσω καταστρατήγησης με τη μορφή εργασιών συναρμολόγησης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η επέκταση του δασμού αντιντάμπινγκ, που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 71/97 του Συμβουλίου διατηρείται και η επανεξέταση με αντικείμενο τις εν λόγω εξαγωγές λαμβάνει τέλος.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2008.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. VIZJAK


(1)  ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2117/2005 (ΕΕ L 340 της 23.12.2005, σ. 17).

(2)  ΕΕ L 228 της 9.9.1993, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 183 της 14.7.2005, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 16 της 18.1.1997, σ. 55.

(5)  ΕΕ L 17 της 21.1.1997, σ. 17.

(6)  ΕΕ C 289 της 28.11.2006, σ. 15.


28.2.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 55/6


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 172/2008 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Φεβρουαρίου 2008

για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) (εφεξής «ο βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 9,

την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή ύστερα από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1.   Προσωρινά μέτρα

(1)

Η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/2007 (2) («κανονισμός για την επιβολή προσωρινού δασμού»), επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου («FeSi») που εμπίπτουν στους κωδικούς ΣΟ 7202 21 00, 7202 29 10 και 7202 29 90 και είναι καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας («ΛΔΚ»), Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας.

1.2.   Ακόλουθη διαδικασία

(2)

Μετά τη γνωστοποίηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού βάσει των οποίων αποφασίστηκε η επιβολή προσωρινών μέτρων αντιντάμπινγκ («κοινοποίηση προσωρινών συμπερασμάτων»), αρκετά ενδιαφερόμενα μέρη υπέβαλαν γραπτώς παρατηρήσεις για να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους σχετικά με τα προσωρινά συμπεράσματα. Τα μέρη τα οποία το ζήτησαν, έγιναν δεκτά σε ακρόαση. Η Επιτροπή συνέχισε να αναζητεί και να επαληθεύει όλες τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες για τα οριστικά της συμπεράσματα.

(3)

Η Επιτροπή διερεύνησε περαιτέρω την εν λόγω υπόθεση σε σχέση με το κοινοτικό συμφέρον και πραγματοποίησε ανάλυση δεδομένων βάσει απαντήσεων σε ερωτηματολόγιο που απέστειλαν ορισμένοι χρήστες στην Κοινότητα μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων αντιντάμπινγκ.

(4)

Στην αιτιολογική σκέψη 166 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού η Επιτροπή δεσμεύτηκε να εξετάσει περαιτέρω και αναλυτικότερα τις επιπτώσεις των προσωρινών μέτρων στην κατάσταση των χρηστών, πριν λάβει οριστική απόφαση.

(5)

Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή επικοινώνησε και απέστειλε ερωτηματολόγια απευθείας ή μέσω ενώσεων σε 500 περίπου χυτήρια που βρίσκονται στην Κοινότητα, επειδή η συγκεκριμένη αυτή κατηγορία χρηστών της βιομηχανίας δεν είχε δείξει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά την τρέχουσα διαδικασία πριν από την επιβολή των προσωρινών μέτρων. Επιπλέον, ζητήθηκε από όλους τους παραγωγούς χάλυβα που συνεργάστηκαν σε προκαταρκτικό στάδιο να παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να αναλύσει τις πιθανές επιπτώσεις των προσωρινών μέτρων στη δραστηριότητά τους.

(6)

Στο ερωτηματολόγιο απάντησαν επτά μόνο χυτήρια και συμπληρωματικές πληροφορίες έδωσαν οκτώ παραγωγοί χάλυβα. Οι επτά απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο και οι συμπληρωματικές πληροφορίες που έδωσαν οι τρεις από τις οκτώ επιχειρήσεις παραγωγής χάλυβα προσέφεραν τα αναγκαία στοιχεία για την εις βάθος ανάλυση των επιπτώσεων των προσωρινών μέτρων στην οικονομική τους κατάσταση.

(7)

Λόγω της σύνθετης διάρθρωσης με την οποία λειτουργούσε ο κινέζος παραγωγός-εξαγωγέας, στον οποίο χορηγήθηκε καθεστώς οικονομίας αγοράς (ΚΟΑ), κατά την υπό εξέταση περίοδο, ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες για την εξαγωγή των οριστικών πορισμάτων. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 49 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, λόγω του γεγονότος ότι ο κινέζος παραγωγός-εξαγωγέας αγόραζε ηλεκτρική ενέργεια από έναν συνδεδεμένο προμηθευτή, το κόστος του που σχετίζεται με την παραγωγή FeSi διερευνήθηκε περαιτέρω.

(8)

Με βάση τα ανωτέρω, πραγματοποιήθηκαν τρεις συμπληρωματικοί επιτόπιοι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

Erdos, Ordos City, εσωτερική Μογγολία, προμηθεύτρια εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας στη ΛΔΚ,

Trompetter Guss, Chemnitz, Γερμανία, χρήστης (χυτήριο) στην Κοινότητα,

Arcelor Mittal, Γάνδη, Βέλγιο, χρήστης (παραγωγός χάλυβα) στην Κοινότητα.

(9)

Οι προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη εξετάστηκαν και, όπου κρίθηκε σκόπιμο, τα συμπεράσματα τροποποιήθηκαν ανάλογα.

(10)

Όλα τα μέρη ενημερώθηκαν για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και για το σκεπτικό βάσει των οποίων επρόκειτο να προταθεί η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές FeSi καταγωγής ΛΔΚ, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας και η οριστική είσπραξη των ποσών που είχαν καταβληθεί ως εγγύηση υπό μορφήν προσωρινού δασμού. Επίσης, τους παραχωρήθηκε προθεσμία εντός της οποίας μπορούσαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μετά την εν λόγω κοινοποίηση.

(11)

Υπενθυμίζεται ότι η έρευνα για την πρακτική ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε την περίοδο από 1ης Οκτωβρίου 2005 έως 30 Σεπτεμβρίου 2006 (εφεξής «περίοδος της έρευνας» ή «ΠΕ»). Όσον αφορά τις τάσεις που είχαν σχέση με την εκτίμηση της ζημίας, η Επιτροπή ανέλυσε τα στοιχεία που καλύπτουν την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2003 έως το τέλος της περιόδου έρευνας («εξεταζόμενη περίοδος»).

2.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

2.1.   Υπό εξέταση προϊόν

(12)

Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 15 και 16 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, διάφοροι εξαγωγείς ισχυρίσθηκαν ότι η σκωρία, η οποία συχνά περιέχει πολύ λιγότερο από 45 % πυρίτιο, δηλαδή FeSi χαμηλής καθαρότητας, πρέπει να αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής της έρευνας λόγω της, κατά τους ισχυρισμούς, έλλειψης των ίδιων βασικών φυσικών χαρακτηριστικών και των ίδιων βασικών χρήσεων. Η Επιτροπή ανέλαβε να διευκρινίσει το θέμα αυτό. Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, παρελήφθησαν περαιτέρω σχόλια από πολλά ενδιαφερόμενα μέρη για το συγκεκριμένο θέμα.

(13)

Ως προς το ανωτέρω ζήτημα, σημειώνεται, καταρχάς, ότι από την άποψη αυτή το υπό εξέταση προϊόν είναι το FeSi περιεκτικότητας 4 % τουλάχιστον σιδήρου και από 8 % έως 96 % πυριτίου. Η έρευνα αποκάλυψε επίσης ότι η σκωρία με περιεκτικότητα πυριτίου κάτω του 45 % μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη χαλυβουργία με τη μορφή πλίνθων όπως συμβαίνει με το FeSi περιεκτικότητας πυριτίου πάνω από 45 %. Επομένως, είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σκωρία έχει τα ίδια βασικά φυσικά χαρακτηριστικά και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί άλλων τύπων FeSi με υψηλότερη περιεκτικότητα πυριτίου. Με βάση τα παραπάνω, επιβεβαιώνεται ότι το χαμηλής καθαρότητας FeSi πρέπει να θεωρείται υπό εξέταση προϊόν όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(14)

Ένας μη συνδεδεμένος εισαγωγέας ισχυρίστηκε ότι το κονιορτοποιημένο FeSi περιεκτικότητας 15 % και 45 % πυριτίου πρέπει να εξαιρεθεί από το πεδίο της έρευνας αυτής. Ωστόσο, δεν αιτιολογείται η εξαίρεση του «κονιορτοποιημένου FeSi» από την παρούσα έρευνα, ιδίως αφού το FeSi με περιεκτικότητα 15 % και 45 % πυριτίου εμπίπτει στον ορισμό του υπό εξέταση προϊόντος. Επιπλέον, μετά την ακρόαση, ο συγκεκριμένος εισαγωγέας δεν υπέβαλε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, παρά το αίτημα της Επιτροπής. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

2.2.   Ομοειδές προϊόν

(15)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων σχετικά με το ομοειδές προϊόν, επιβεβαιώνεται η αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

3.   ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

3.1.   Καθεστώς οικονομίας της αγοράς (ΚΟΑ)

(16)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ένας κινέζος εξαγωγέας επανέλαβε τα σχόλιά του που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 26 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού σχετικά με την αλλαγή στην εκτιμώμενη χρήσιμη ζωή των στοιχείων του ενεργητικού του. Ωστόσο, ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν κατέθεσε νέα επιχειρήματα τα οποία δεν είχε καταθέσει κατά τα προηγούμενα στάδια της έρευνας, τα οποία θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό του σχετικά με το ότι δεν είναι ορθά τα προσωρινά πορίσματα όσον αφορά την κατάσταση ΚΟΑ που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(17)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά το ΚΟΑ, οι αιτιολογικές σκέψεις 18 έως 26 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

3.2.   Ατομική μεταχείριση (ΑΜ)

(18)

Ελλείψει σχετικών παρατηρήσεων, επιβεβαιώνονται οι αιτιολογικές σκέψεις 27 έως 31 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

3.3.   Κανονική αξία

3.3.1.   Ανάλογη χώρα

(19)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ένας κινέζος παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι η Νορβηγία δεν είναι κατάλληλη ανάλογη χώρα λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο κατά τον ισχυρισμό του δεν είναι αντιπροσωπευτικό της παγκόσμιας βιομηχανίας, και λόγω των διαφορών όσον αφορά την πρόσβαση στις πρώτες ύλες συγκριτικά με τους κινέζους παραγωγούς. Ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε επίσης ότι οι νορβηγοί παραγωγοί πωλούν κυρίως σε εξαγωγικές αγορές, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας κατανάλωσης τους είναι εξαρτημένο και ότι οι νορβηγοί παραγωγοί επικέντρωναν κυρίως το ενδιαφέρον τους σε ειδικής ποιότητας FeSi ενώ οι κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς κατασκεύαζαν μόνο τυποποιημένης ποιότητας FeSi κατά την ΠΕ. Με βάση τα ανωτέρω ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι έπρεπε να γίνουν προσαρμογές στην κανονική αξία της Νορβηγίας.

(20)

Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και είναι αλήθεια ότι οι νορβηγοί παραγωγοί πωλούν μεγάλες ποσότητες σε εξαγωγικές αγορές, λόγω του μεγέθους της εγχώριας αγοράς και των συνθηκών του ανταγωνισμού, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 35 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η Νορβηγία θεωρείται κατάλληλη ανάλογη χώρα.

(21)

Όσον αφορά τους άλλους ισχυρισμούς της εταιρείας, διαπιστώθηκε ότι το ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας στο κόστος παραγωγής των κινέζων παραγωγών ήταν κατά πολύ υψηλότερο από εκείνο των νορβηγικών εταιρειών. Επιπλέον, ο κινέζος εξαγωγέας δεν κατέθεσε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας ήταν υψηλότερη στη Νορβηγία ή ότι η, κατά τους ισχυρισμούς του, δυσκολία πρόσβασης στις πρώτες ύλες είχε αντίκτυπο στην κανονική αξία στη Νορβηγία. Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(22)

Διαπιστώθηκε, ωστόσο, ότι οι τύποι FeSi που επωλούντο από νορβηγούς παραγωγούς στη Νορβηγία ήταν διαφορετικοί από εκείνους που εξάγονταν από τη ΛΔΚ προς την Κοινότητα, όσον αφορά την καθαρότητά τους. Για το λόγο αυτό θεωρήθηκε ότι αιτιολογείται μια προσαρμογή, όπως εξηγείται παρακάτω στην αιτιολογική σκέψη 25.

(23)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά την ανάλογη χώρα, οι αιτιολογικές σκέψεις 32 έως 36 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

3.3.2.   Εφαρμοζόμενη μεθοδολογία για τον καθορισμό της κανονικής αξίας

(24)

Ελλείψει παρατηρήσεων όσον αφορά την εφαρμοζόμενη μεθοδολογία για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, οι αιτιολογικές σκέψεις 37 έως 47 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

3.3.3.   Προσδιορισμός της κανονικής αξίας

Α.   ΛΔΚ

(25)

Ένας κινέζος παραγωγός-εξαγωγέας στον οποίο δεν αναγνωρίστηκε ΚΟΑ ισχυρίστηκε ότι η κανονική αξία δεν είχε υπολογιστεί σωστά επειδή δεν αντικατόπτριζε τις διαφορές των τύπων του υπό εξέταση προϊόντος που επωλούντο στη Νορβηγία και του ομοειδούς προϊόντος που εξήγαγε η ΛΔΚ. Αφού εξετάστηκε ο ισχυρισμός αυτός, κρίθηκε σκόπιμο να επανυπολογιστεί η κανονική αξία έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στα φυσικά χαρακτηριστικά των τύπων του προϊόντος που επωλούντο στην εγχώρια αγορά της Νορβηγίας και εκείνων που εξήγαγε η ΛΔΚ στην Κοινότητα. Η κανονική αξία υπολογίστηκε βάσει ενός τύπου προϊόντος με προσαρμογές για να συνεκτιμηθεί η πρόσμειξη τιτανίου και οι διάφορες περιεκτικότητες FeSi για εκείνους τους τύπους του προϊόντος για τους οποίους δεν υπήρχε απευθείας αντιστοιχία.

(26)

Ο κινέζος παραγωγός-εξαγωγέας στον οποίο αναγνωρίστηκε ΚΟΑ είναι μέλος ενός πολύ μεγάλου κινεζικού ομίλου που περιλαμβάνει εκατό περίπου συνδεδεμένες εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε διάφορους βιομηχανικούς τομείς. Λόγω της σύνθετης δομής του ομίλου και των ενεργειών αναδιάρθρωσης που αφορούσαν τις εταιρείες παραγωγής και πώλησης FeSi, ζητήθηκαν και εξετάστηκαν επικαιροποιημένα στοιχεία σχετικά με τον όμιλο. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 49 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού προέβλεπε περαιτέρω διερεύνηση του κόστους που συνδέεται με την παραγωγή και την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας.

(27)

Η συμπληρωματική έρευνα έδειξε ότι η τιμή αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας του παραγωγού-εξαγωγέα από συνδεδεμένο προμηθευτή έπρεπε να απορριφθεί επειδή δεν επέτρεπε την ανάκτηση όλου του κόστους που αφορούσε την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και τα διοικητικά έξοδα του παραγωγού-εξαγωγέα προσαρμόστηκαν ώστε να ληφθεί υπόψη το πλήρες ποσό του οικονομικού κόστους που συνδέεται με την παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος. Μάλιστα, η έρευνα έδειξε ότι ορισμένα από αυτά τα έξοδα είχαν βαρύνει συνδεδεμένα μέρη και δεν είχαν ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό της προσωρινής κανονικής αξίας.

(28)

Αφού έγιναν οι παραπάνω προσαρμογές στα έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, διαπιστώθηκε ότι οι εγχώριες τιμές πώλησης όλων των τύπων του υπό εξέταση προϊόντος που πουλήθηκαν για εξαγωγή στην Κοινότητα δεν απέφεραν κέρδος. Επομένως, η κανονική αξία για την εταιρεία έπρεπε να κατασκευαστεί. Η κανονική αξία κατασκευάστηκε με βάση το ίδιον κόστος παραγωγής της εταιρείας στο οποίο προστέθηκαν τα ποσά για την προσαρμογή των εξόδων πώλησης, των γενικών και των διοικητικών εξόδων που περιγράφονται πιο πάνω. Όσον αφορά το κέρδος, ελλείψει επικερδών συναλλαγών της εταιρείας και λόγω αδυναμίας χρήσης κερδών για την ίδια γενική κατηγορία προϊόντων άλλων κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων, υπολογίστηκε ένα περιθώριο κέρδους 5 % για την κατασκευή της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού. Το περιθώριο αυτό είναι σύμφωνο με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή της κανονικής αξίας για τον παραγωγό-εξαγωγέα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 45 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Δεν κατατέθηκαν στοιχεία σχετικά με το ότι το ποσοστό αυτό κέρδους υπερβαίνει το σύνηθες κέρδος που αποκομίζουν άλλοι εξαγωγείς ή παραγωγοί από τις πωλήσεις προϊόντων της ίδιας γενικής κατηγορίας στην κινεζική αγορά.

Β.   ΑΙΓΥΠΤΟΣ

(29)

Έπειτα από την επιβολή των προσωρινών μέτρων, ένας από τους Αιγύπτιους παραγωγούς-εξαγωγείς ισχυρίστηκε ότι, κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας με βάση την κατασκευασμένη αξία, πρέπει να χρησιμοποιηθεί χαμηλότερο περιθώριο κέρδους σύμφωνα με αυτό που χρησιμοποιήθηκε για τον παραγωγό-εξαγωγέα στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

(30)

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατασκευασμένες κανονικές αξίες καθορίστηκαν σύμφωνα με τη μεθοδολογία που διατυπώνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 43 έως 45 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε αντικατοπτρίζει την κατάσταση της αγοράς στην Αίγυπτο και εφαρμόστηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εισαγωγικής φράσης του άρθρου 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού. Άρα, το περιθώριο που εφαρμόστηκε βασίστηκε στις πραγματικές επικερδείς εγχώριες πωλήσεις του ίδιου του παραγωγού-εξαγωγέα, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, του ομοειδούς προϊόντος κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Ο βασικός κανονισμός δεν προβλέπει αυτό το επίπεδο κέρδους να αντικαθίσταται από άλλο επίπεδο, όπως πρότεινε η ενδιαφερόμενη εταιρεία. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

Γ.   ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ

(31)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων σχετικά με τον καθορισμό της κανονικής αξίας για το Καζακστάν, η αιτιολογική σκέψη 51 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνεται.

Δ.   ΠΡΩΗΝ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

(32)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων σχετικά με τον καθορισμό της κανονικής αξίας για την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η αιτιολογική σκέψη 52 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνεται.

Ε.   ΡΩΣΙΑ

(33)

Έπειτα από την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ένας ρώσος παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας δεν αντιστοιχούσαν στον πραγματική χρονική στιγμή των πωλήσεων. Ύστερα από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο ισχυρισμός ήταν αιτιολογημένος και ο υπολογισμός τροποποιήθηκε ανάλογα.

(34)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ένας ρώσος παραγωγός-εξαγωγέας αμφισβήτησε την προσαρμογή των ενεργειακών του εξόδων με το επιχείρημα ότι οι τιμές της ενέργειας που ορίζονται από τις ρωσικές αρχές δεν είναι υποχρεωτικές αλλά ενδεικτικές. Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε παραπάνω από την προτεινόμενη τιμή και ότι ο προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας αποκόμισε κέρδος. Η εταιρεία ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η προμηθεύτρια εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας είναι μία από τις λίγες ανεξάρτητες προμηθεύτριες εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας στη Ρωσία που δεν ανήκει στο Ενιαίο Ενεργειακό Σύστημα της Ρωσίας και επομένως ο προμηθευτής αυτός δεν μετέχει στις πρακτικές διεπιδότησης που τονίζονται στην έκθεση του ΟΟΣΑ η οποία αναφέρεται στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(35)

Με βάση τα ουσιαστικής σημασίας στοιχεία που υποβλήθηκαν από την εταιρεία σχετικά με την ηλεκτρική ενέργεια, κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει προσαρμογή του ενεργειακού κόστους στον οριστικό υπολογισμό της κανονικής της αξίας.

3.4.   Τιμή εξαγωγής

Α.    ΛΔΚ

(36)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας επεσήμανε ότι, κατά τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής του, η συναλλαγματική ισοτιμία RMB και ευρώ που χρησιμοποιήθηκε ήταν αυτή του τέλους της ΠΕ η οποία ήταν υπερτιμημένη. Η εταιρεία πρότεινε αντί αυτής τη χρήση του μέσου όρου της συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Αφού εξετάστηκε η πρόταση αυτή, αποφασίστηκε ότι κατά τον οριστικό υπολογισμό έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ο μέσος όρος της συναλλαγματικής ισοτιμίας του μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές.

(37)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά τις κινεζικές τιμές εξαγωγής, οι αιτιολογικές σκέψεις 55 έως 56 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

Β.    ΑΙΓΥΠΤΟΣ

(38)

Μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, ένας από τους Αιγύπτιους παραγωγούς-εξαγωγείς ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν λάθη στις συναλλαγματικές ισοτιμίες που χρησιμοποιήθηκαν για τις εξαγωγές στην Κοινότητα, καθώς και στον καθορισμό της σταθμισμένης μέσης καθαρής τιμής εξαγωγής για ορισμένους τύπους του υπό εξέταση προϊόντος. Διαπιστώθηκε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν αιτιολογημένοι και οι τιμές εξαγωγής αναθεωρήθηκαν ανάλογα.

Γ.    ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ

(39)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά της τιμές εξαγωγής του Καζακστάν, η αιτιολογική σκέψη 58 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνεται.

Δ.    ΠΡΩΗΝ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

(40)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά τις τιμές εξαγωγής της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η αιτιολογική σκέψη 59 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνεται.

Ε.    ΡΩΣΙΑ

(41)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ένας ρώσος παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι το περιθώριο κέρδους του συνδεδεμένου εισαγωγέα του στην ΕΚ που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού είχε υπερτιμηθεί. Υπενθυμίζεται ότι το κέρδος που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή της τιμής εξαγωγής κατά το προκαταρκτικό στάδιο ήταν εκείνο του συνδεδεμένου εισαγωγέα. Ωστόσο, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική των θεσμικών οργάνων, το ποσό κέρδους που χρησιμοποιείται πρέπει να βασίζεται σε αυτό που έχουν επιτύχει μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς. Στην περίπτωση αυτή, το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε στο προκαταρκτικό στάδιο έπρεπε να διορθωθεί. Αποτέλεσμα της αλλαγής αυτής ήταν να αυξηθεί ελαφρά το κέρδος που χρησιμοποιήθηκε σε αντίθεση προς τον ισχυρισμό της εταιρείας ότι το επίπεδο κέρδους είχε υπερτιμηθεί.

(42)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, άλλος ένας ρώσος παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι ο προσωρινός υπολογισμός της δικής του τιμής εξαγωγής ήταν λανθασμένος αφού τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και τα διοικητικά έξοδα και το κέρδος της συνδεδεμένης με αυτόν εμπορικής εταιρείας που εδρεύει στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς, είχαν αφαιρεθεί από την τιμή που εφαρμόζεται στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη για να φτάσει σε επίπεδο τιμής «εκ του εργοστασίου». Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι η εμπορική εταιρεία είναι, πράγματι, το τμήμα πωλήσεων του κατασκευαστή. Και οι δύο εταιρείες βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο και εκτελούν συμπληρωματικές δραστηριότητες, οι οποίες κανονικά θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα μιας ενιαίας διαχειριστικής δομής. Επιπλέον, τονίστηκε ότι η εμπορική εταιρεία δεν διακινεί κανένα άλλο προϊόν. Στη βάση αυτή, η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι έγιναν υπερβολικές μειώσεις κατά τον καθορισμό της «εκ του εργοστασίου» τιμής. Σχετικά με αυτό το θέμα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκδόθηκαν τιμολόγια από την εμπορική εταιρεία σε πελάτες στην Κοινότητα και η εμπορική εταιρεία εισέπραξε πληρωμές από τους πελάτες στην Κοινότητα. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι οι πωλήσεις που πραγματοποίησε ο συνδεδεμένος έμπορος συμπεριελάμβαναν περιθώριο κέρδους. Επίσης, από τα λογιστικά στοιχεία του εμπόρου προέκυψε ότι τον βάρυναν έξοδα πώλησης, γενικά και διοικητικά έξοδα. Η εταιρεία δεν απέδειξε ότι τα έξοδα αυτά δεν οφείλονταν στην πώληση, μεταξύ άλλων, του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα. Με βάση τα στοιχεία αυτά, ο ισχυρισμός της εταιρείας απορρίφθηκε. Όπως και για την προσαρμογή που αναφέρθηκε στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη σχετικά με το επίπεδο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή της τιμής εξαγωγής για τον άλλο ρώσο παραγωγό-εξαγωγέα, το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε στο προκαταρκτικό στάδιο έπρεπε να διορθωθεί. Αποτέλεσμα της αλλαγής αυτής ήταν η ελαφρά μείωση του κέρδους που χρησιμοποιήθηκε.

3.5.   Σύγκριση

3.5.1.   Επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή

(43)

Μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, ένας από τους Αιγύπτιους παραγωγούς-εξαγωγείς υποστήριξε ότι έπρεπε να επιδοτηθεί η πληρωμή των τελωνειακών δασμών για τις εισαγόμενες πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος το οποίο επωλήθη στην εγχώρια αγορά.

(44)

Απαντώντας στο αίτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, η αξία προσαρμόζεται κατά ποσό που αντιστοιχεί στις τυχόν επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή ή στους έμμεσους φόρους στους οποίους υπόκειται το ομοειδές προϊόν, καθώς και τα φυσικώς ενσωματωμένα σε αυτό υλικά, όταν το προϊόν προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής και όταν οι εν λόγω επιβαρύνσεις και φόροι δεν εισπράττονται ή επιστρέφονται για το εξαγόμενο στην Κοινότητα προϊόν.

(45)

Το αίτημα επιδότησης των επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή μιας πρώτης ύλης που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος το οποίο επωλήθη στην εγχώρια αγορά έγινε δεκτό, αφού αποδείχτηκε ότι καταβλήθηκαν ανάλογοι τελωνειακοί δασμοί για την πρώτη ύλη που εισήχθη και ενσωματώθηκε φυσικώς στο υπό εξέταση προϊόν που επωλήθη στην Αίγυπτο. Ωστόσο, το αίτημα για την επιδότηση δύο άλλων εισαγόμενων πρώτων υλών απορρίφθηκε, διότι από την έρευνα προέκυψε ότι, κατά την ΠΕ, όλες οι εισαγωγές αυτού του είδους είχαν χρησιμοποιηθεί για εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος. Η εταιρεία δεν απέδειξε ότι κατά τη διάρκεια της ΠΕ είχε καταβάλει τελωνειακούς δασμούς οι οποίοι δεν επεστράφησαν στη συνέχεια και κατά συνέπεια επιβάρυναν το ομοειδές προϊόν κατά την πώλησή του στην εγχώρια αγορά.

3.5.2.   Στάδιο εμπορίας

(46)

Ένας από τους Αιγύπτιους παραγωγούς-εξαγωγείς ζήτησε προσαρμογή του σταδίου εμπορίας με βάση την εικαζόμενη διαφορά μεταξύ των πωλήσεων στην εγχώρια αγορά και στην εξαγωγική αγορά. Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι όλες οι πωλήσεις στην εγχώρια αγορά έγιναν σε τελικούς χρήστες ενώ οι πωλήσεις στην Κοινότητα έγιναν σε διανομείς. Η εταιρεία κατέθεσε στοιχεία και υποστήριξε ότι έπρεπε να γίνει μια ειδική προσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο ii) του βασικού κανονισμού.

(47)

Πρέπει να σημειωθεί ότι ένα αίτημα για προσαρμογή του σταδίου εμπορίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού, είναι δυνατόν να εξεταστεί μόνον όταν αποδεικνύεται ότι υπάρχουν σταθερές και σαφείς διαφορές στις λειτουργίες και στις τιμές κατά τα διάφορα στάδια εμπορίας στην εγχώρια αγορά.

(48)

Στην εν λόγω περίπτωση, μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, επιβεβαιώθηκε ότι όλες οι εγχώριες πωλήσεις στην Αίγυπτο έγιναν σε τελικούς χρήστες. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού, η διαφορά στο στάδιο εμπορίας μεταξύ των πωλήσεων στην εγχώρια και στην εξαγωγική αγορά δεν ήταν δυνατόν να ποσοτικοποιηθεί λόγω έλλειψης των σχετικών σταδίων εμπορίας στην εγχώρια αγορά της Αιγύπτου.

(49)

Όσον αφορά τις εξαγωγικές πωλήσεις της εταιρείας προς την Κοινότητα, επιβεβαιώνεται, μετά την ανάλυση των παρατηρήσεων της εταιρείας, που ακολούθησαν την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ότι όλες οι πωλήσεις έγιναν σε διανομείς. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο ii) του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε εάν θα ήταν δυνατόν να αιτιολογηθεί μια ειδική προσαρμογή σταδίου εμπορίας, όπως ζήτησε η εταιρεία με βάση τα δικά της στοιχεία.

(50)

Ωστόσο, κρίθηκε ότι τα στοιχεία που κατέθεσε η εταιρεία δεν παρείχαν την κατάλληλη βάση για την ποσοτικοποίηση οποιασδήποτε ειδικής προσαρμογής. Δεδομένου ότι το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι «το ύψος της προσαρμογής υπολογίζεται με βάση την αγοραία αξία της διαφοράς» κρίθηκε ότι, εάν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί ότι υπήρχε μια διαφορά τιμής στην κοινοτική αγορά για τις πωλήσεις σε διάφορες κατηγορίες πελατών, θα μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλη βάση για την ποσοτικοποίηση της αγοραίας αξίας της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο ii) του βασικού κανονισμού. Για το λόγο αυτό, εξετάστηκαν οι πληροφορίες που ελήφθησαν από ενδιαφερόμενα μέρη στην Κοινότητα σε σχέση με τις πωλήσεις τους σε διάφορες κατηγορίες πελατών. Διαπιστώθηκε ότι υπήρχε διαφορά στις τιμές στην κοινοτική αγορά κατά την πώληση από την κοινοτική βιομηχανία σε διάφορες κατηγορίες πελατών (στην περίπτωση αυτή, εξετάστηκαν οι τιμές πώλησης σε τελικούς χρήστες και σε διανομείς). Κατά συνέπεια, κρίθηκε ότι έπρεπε να γίνει μια ειδική προσαρμογή της κανονικής τιμής του Αιγύπτιου εξαγωγέα αντίστοιχη προς την εν λόγω διαφορά τιμών.

(51)

Μετά την τελική κοινοποίηση των πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού βάσει του οποίου επρόκειτο να προταθεί η επιβολή οριστικών μέτρων, ένας ρώσος εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι η μη αναγνώριση του αιτήματός του για προσαρμογή του σταδίου εμπορίας αποτελούσε διακριτική μεταχείριση, αφού παρόμοια προσαρμογή είχε αναγνωριστεί σε έναν από τους Αιγύπτιους εξαγωγείς. Στην περίπτωση του ρώσου εξαγωγέα διαπιστώθηκε ότι το αίτημα για τέτοιου είδους προσαρμογή δεν ήταν αιτιολογημένο. Με βάση τα ελεγμένα στοιχεία που κατέθεσε η εταιρεία, δεν υπήρχε σταθερή διαφορά τιμών στις πωλήσεις FeSi κατά τα διάφορα στάδια εμπορίας στη ρωσική αγορά. Βάσει αυτού, δεν αιτιολογείται προσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i).

(52)

Εκτός από την προσαρμογή που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 50 πιο πάνω, οι αιτιολογικές σκέψεις 61 έως 63 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

3.6.   Περιθώρια ντάμπινγκ

3.6.1.   Γενική μεθοδολογία

(53)

Περαιτέρω ανάλυση μετά το προκαταρκτικό στάδιο απέδειξε ότι ο βαθμός συνεργασίας της Ρωσίας δεν είχε εκτιμηθεί σωστά. Μάλιστα, ενώ ο βαθμός συνεργασίας ήταν γύρω στο 100 % είχε λανθασμένα υπολογιστεί σε 32 % (βλέπε αιτιολογική σκέψη 76 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού). Επομένως, το υπολειπόμενο περιθώριο ντάμπινγκ πρέπει να καθοριστεί στο επίπεδο της εταιρείας με το υψηλότερο περιθώριο ντάμπινγκ (και όχι στη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε κατά το προκαταρκτικό στάδιο, δηλαδή το σταθμισμένο μέσο περιθώριο ντάμπινγκ του αντιπροσωπευτικότερου τύπου προϊόντος με το υψηλότερο περιθώριο ντάμπινγκ).

(54)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων σχετικά με τη γενική μεθοδολογία για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, οι αιτιολογικές σκέψεις 64 έως 68 (εκτός από την αλλαγή που περιγράφεται πιο πάνω στην αιτιολογική σκέψη 46) επιβεβαιώνονται.

3.6.2.   Περιθώρια ντάμπινγκ

Α.   ΛΔΚ

(55)

Για τις εταιρείες στις οποίες αναγνωρίστηκε ΚΟΑ ή ΑΜ, η σταθμισμένη μέση κανονική αξία κάθε τύπου του υπό εξέταση προϊόντος που εξήχθη στην Κοινότητα συγκρίθηκε με τη σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής του αντίστοιχου τύπου του υπό εξέταση προϊόντος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 11 και 12 του βασικού κανονισμού.

(56)

Με βάση τα παραπάνω, τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ εκφραζόμενα ως ποσοστό της τιμής CIF, «ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας», πριν από την καταβολή του δασμού, καθορίζονται ως εξής:

Erdos Xijin Kuangye Co., Ltd: 15,6 %,

Lanzhou Good Land Ferroalloy Factory Co., Ltd: 29,0 %.

(57)

Η βάση για τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ σε εθνική κλίμακα ορίστηκε στην αιτιολογική σκέψη 71 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Λόγω των αλλαγών στις κινεζικές κανονικές αξίες και στις εξαγωγικές τιμές, όπως καθορίζονται πιο πάνω, το περιθώριο ντάμπινγκ σε εθνική κλίμακα προσαρμόστηκε και ορίζεται πλέον σε 55,6 % της τιμής CIF, «ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας», πριν την καταβολή του δασμού.

Β.   ΑΙΓΥΠΤΟΣ

(58)

Μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, μία από τις αιγυπτιακές εταιρείες διαμαρτυρήθηκε σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού του δασμού αντιντάμπινγκ, χωρίς να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις. Απαντώντας σ’ αυτό, σημειώνεται ότι η εταιρεία δεν τεκμηρίωσε τις παρατηρήσεις της. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός έπρεπε να απορριφθεί.

(59)

Τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ, εκφραζόμενα ως ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή δασμού, καθορίζονται ως εξής:

The Egyptian Ferroalloys Company, Κάιρο: 15,4 %,

Egyptian Chemical Industries KIMA, Κάιρο: 24,8 %,

Όλες οι υπόλοιπες εταιρείες: 24,8 %.

Γ.   ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ

(60)

Ελλείψει συνεργασίας, καθορίστηκε μόνο ένα περιθώριο ντάμπινγκ σε εθνική κλίμακα. Το οριστικό περιθώριο ντάμπινγκ, εκφραζόμενο ως ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή δασμού, καθορίζεται σε 37,1 %.

Δ.   ΠΡΩΗΝ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

(61)

Ο συνεργασθείς παραγωγός-εξαγωγέας είναι ο μόνος γνωστός παραγωγός FeSi στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ, εκφραζόμενα ως ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή δασμού, καθορίζονται ως εξής:

SILMAK DOOEL Export Import, Jegunovce: 5,4 %,

Όλες οι υπόλοιπες εταιρείες: 5,4 %.

Ε.   ΡΩΣΙΑ

(62)

Οι δύο συνεργασθέντες ρώσοι παραγωγοί-εξαγωγείς είναι οι μόνοι γνωστοί παραγωγοί FeSi στη Ρωσία. Τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ, εκφραζόμενα ως ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή δασμού, καθορίζονται ως εξής:

Chemk Group (Chelyabinsk Electrometallurgical Integrated Plant και Kuznetsk Ferroalloy Works), Chelyabinsk και Novokuznetsk: 22,7 %,

Όμιλος εταιρειών ICT (Bratsk Ferroalloy Plant, TD North West Ferro Alloy Company και Bakersfield Marketing Ltd), Bratsk και Αγία Πετρούπολη: 17,8 %,

Όλες οι υπόλοιπες εταιρείες: 22,7 %.

4.   ΖΗΜΙΑ

4.1.   Ορισμός της κοινοτικής βιομηχανίας

(63)

Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι η εκτίμηση της ζημίας δεν πρέπει να γίνεται συνολικά αλλά ανά εταιρεία, λόγω της απόκλισης των τάσεων όσον αφορά τις ζημίες, όπως υποστήριξαν, μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών παραγωγών.

(64)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού η εξέταση της ζημίας πρέπει να περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των συναφών παραγόντων που έχουν σημασία για την κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας. Ο όρος «κοινοτική βιομηχανία», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του βασικού κανονισμού, θεωρείται ότι περιλαμβάνει το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών ομοειδών προϊόντων ή εκείνους εξ αυτών των οποίων αθροιστικά η παραγωγή αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής των εν λόγω προϊόντων. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η ζημία καθορίζεται σε επίπεδο συνόλου της κοινοτικής βιομηχανίας, και όχι μεμονωμένα ανάλογα με την κατάσταση του κάθε κοινοτικού παραγωγού.

(65)

Βάσει αυτού, οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν και οι αιτιολογικές σκέψεις 78 έως 80 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

4.2.   Κοινοτική κατανάλωση

(66)

Ένα ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν παρείχε στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού ουσιαστικές πληροφορίες σχετικά με την ανάλυση ζημίας που το αφορούσε, όπως μηνιαία ανάλυση της ζήτησης FeSi, εξέλιξη τιμών στην αγορά της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων της τιμής της κοινοτικής βιομηχανίας και των στοιχείων κόστους.

(67)

Σύμφωνα με το βασικό κανονισμό δεν απαιτείται οι κοινοτικοί παραγωγοί ή άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να παρέχουν στοιχεία για την υπό εξέταση περίοδο σε μηνιαία βάση. Κρίνεται ότι κάτι τέτοιο θα επιβάρυνε ιδιαίτερα όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και είναι κοινή πρακτική να ζητούνται στοιχεία σε ετήσια βάση για την έρευνα σχετικά με την πρακτική ντάμπινγκ και τη ζημία. Επιπλέον, το συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο μέρος δεν παρείχε στοιχεία με τα οποία να αποδεικνύεται ότι ήταν απαραίτητη η μηνιαία ανάλυση για την αξιολόγηση της ζημίας. Μάλιστα, οι πίνακες που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 81, 85, 96 και 97 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντικατοπτρίζουν ικανοποιητικά την κοινοτική κατανάλωση, τις τιμές στην αγορά της Κοινότητας, το κέρδος και επομένως την εξέλιξη του κόστους της κοινοτική βιομηχανίας κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

4.3.   Εισαγωγές στην Κοινότητα από τις εξεταζόμενες χώρες

(68)

Ένα ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι οι εισαγωγές από τη Ρωσία δεν πρέπει να αξιολογούνται σωρευτικώς με εκείνες από τη ΛΔΚ όσον αφορά τη ζημία, επειδή οι εισαγωγές αυτές, όπως ισχυρίστηκε, δεν πραγματοποιούνται με ανάλογες συνθήκες ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι i) η πλειονότητα των κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων λειτουργούν σε καθεστώς ελεγχόμενης οικονομίας, ii) οι ρωσικές εταιρείες πωλούν μέσω συνδεδεμένων εταιρειών ενώ οι κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς πωλούν απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες, iii) τα περιθώρια ντάμπινγκ και πώλησης σε χαμηλότερες τιμές για τις κινεζικές εταιρείες είναι πολύ υψηλότερα από εκείνα των ρωσικών εταιρειών και ότι iv) οι κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς διεισδύουν όλο και περισσότερο στην αγορά της ΕΕ και η διείσδυση αυτή κατά το πρώτο εξάμηνο του 2006 ήταν κατά 50 % υψηλότερη από εκείνη των ρώσων παραγωγών-εξαγωγέων.

(69)

Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, το γεγονός ότι η πλειονότητα των κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων λειτουργεί σε καθεστώς ελεγχόμενης οικονομίας δεν αποτελεί έναν από τους λόγους για τη μη σωρευτική αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Επομένως, το γεγονός ότι το υπό εξέταση προϊόν παράγεται ή όχι σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς στην εγχώρια αγορά δεν αποτελεί επιχείρημα σχετικά με τη σώρευση των εισαγωγών.

(70)

Όσον αφορά το δεύτερο ισχυρισμό σχετικά με τους διαφορετικούς διαύλους πωλήσεων, σημειώνεται ότι, παρόλο που οι ρώσοι παραγωγοί-εξαγωγείς χρησιμοποιούσαν συνδεδεμένους εμπόρους, τα ομοειδή προϊόντα που εισήχθησαν τόσο από τη ΛΔΚ όσο και από τη Ρωσία πωλήθηκαν στην ίδια κατηγορία τελικών καταναλωτών στην Κοινότητα, δηλαδή σε χρήστες και διανομείς.

(71)

Σχετικά με τον τρίτο ισχυρισμό για τα περιθώρια ντάμπινγκ και πώλησης σε χαμηλότερες τιμές, σημειώνεται ότι και για τις δύο χώρες τα περιθώρια ντάμπινγκ καθορίστηκαν πάνω από το ελάχιστο όριο, όπως απαιτείται από το άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού και ότι και για τις δύο χώρες διαπιστώθηκε ύπαρξη πωλήσεων σε χαμηλότερες τιμές.

(72)

Όσον αφορά τον τελευταίο ισχυρισμό για τον όγκο των εισαγωγών, σημειώνεται ότι οι όγκοι που εισήχθησαν από τη Ρωσία (και τη ΛΔΚ) δεν ήταν αμελητέοι, όπως απαιτείται από το άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, αφού έφθασαν μερίδιο αγοράς 18 % και 21 % αντίστοιχα κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

(73)

Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν αιτιολογείται η μη σωρευτική αξιολόγηση των εισαγωγών από τη Ρωσία και οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

(74)

Ένα άλλο ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν ανέλυσε τις συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των προϊόντων που εισάγονται από τις εξεταζόμενες χώρες και δήλωσε ότι οι επιπτώσεις από τις εισαγωγές από την Αίγυπτο που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στην κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας πρέπει, επομένως, να αξιολογηθούν ξεχωριστά.

(75)

Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 83 και 89 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, αναλύθηκαν οι συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγομένων προϊόντων όσον αφορά την ομοιότητα του προϊόντος και την ομοιότητα της συμπεριφοράς των εξαγωγέων (δηλαδή η σπουδαιότητα του όγκου των εισαγωγών, η εξέλιξη και το επίπεδο της τιμής των εισαγωγών και η πώληση σε χαμηλότερες τιμές από αυτές της κοινοτικής βιομηχανίας και η ομοιότητα των διαύλων πωλήσεων). Από την ανάλυση αυτή διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις που αιτιολογούν τη σωρευτική αξιολόγηση των εισαγωγών από τις εξεταζόμενες χώρες. Με βάση τα παραπάνω, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε και η αιτιολογική σκέψη 84 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώθηκε.

(76)

Ένας Αιγύπτιος παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε επίσης ότι ο περιορισμένος όγκος εξαγωγών του κατά τη διάρκεια της ΠΕ δεν είχε προκαλέσει ζημία στην κοινοτική βιομηχανία και ότι για το λόγο αυτό η περίπτωσή του έπρεπε να εξεταστεί ξεχωριστά. Για το θέμα αυτό σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, οι επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ αξιολογούνται σωρευτικώς εάν, μεταξύ άλλων, ο όγκος των εισαγωγών από κάθε χώρα ξεχωριστά δεν είναι αμελητέος. Εφόσον οι εισαγωγές από την Αίγυπτο αντιπροσώπευαν μερίδιο αγοράς 3,7 % κατά τη διάρκεια της ΠΕ, δεν αποτελούσαν αμελητέο όγκο κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(77)

Ελλείψει άλλων σχετικών παρατηρήσεων, οι αιτιολογικές σκέψεις 82 έως 89 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

4.4.   Πώληση σε χαμηλότερες τιμές

(78)

Ένα ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι τα περιθώρια πώλησης σε χαμηλότερες τιμές που περιλαμβάνονται στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού πρέπει να μειωθούν κατά 3 % έως 5 % ώστε να αντικατοπτρίζουν το «τοπικής προέλευσης» FeSi, αφού ο παραγωγός χάλυβα στην Κοινότητα θα πλήρωνε, όπως ισχυρίστηκε, ακριβότερη τιμή για «τοπικής (ΕΕ) προέλευσης» υλικό λόγω της αξιοπιστίας, της ποιότητας και του χρόνου παράδοσής του.

(79)

Στις αιτιολογικές σκέψεις 38 και 87 έως 89 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού εξηγείται η βάση της σύγκρισης των τιμών που χρεώνει η κοινοτική βιομηχανία με εκείνες που χρεώνουν οι ενδιαφερόμενοι εξαγωγείς. Στη σύγκριση ελήφθησαν υπόψη οι διάφορες ποιότητες του υπό εξέταση προϊόντος όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Επιπλέον, όσον αφορά την αξιοπιστία και το χρόνο παράδοσης, η έρευνα δεν έδειξε να υπήρξε υπερτίμηση ή το πιθανό αυτό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα να είχε περιληφθεί στην τιμή που χρέωνε η κοινοτική βιομηχανία στους παραγωγούς χάλυβα. Τέλος, το ενδιαφερόμενο μέρος δεν κατέθεσε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό και κατά συνέπεια ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

4.5.   Κατάσταση της κοινοτική βιομηχανίας

(80)

Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη αμφισβήτησαν τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στην αιτιολογική σκέψη 93 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού για τον υπολογισμό της παραγωγικής ικανότητας της κοινοτικής βιομηχανίας. Ειδικότερα, πρότειναν ότι στην παραγωγική ικανότητα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη οι διακοπές για συντήρηση και οι διακοπές παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και όχι να εμφανίζεται μια «θεωρητική ονομαστική ικανότητα» όπως χρησιμοποιείται στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(81)

Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι στην κοινοτική βιομηχανία οι διακοπές για τη συντήρηση των μηχανημάτων ή οι διακοπές παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ήταν προσωρινού χαρακτήρα και δεν συνέβαιναν σε τακτική βάση κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ακόμη και αν γίνονταν προσαρμογές στην παραγωγική ικανότητα, όπως πρότειναν αυτά τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι τάσεις που αφορούν την παραγωγική ικανότητα ή τη χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού θα παρέμεναν αμετάβλητες. Αμετάβλητα θα παρέμεναν, επίσης, τα συμπεράσματα σχετικά με τη σημαντική ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός για την εφαρμογή διαφορετικού ορισμού της παραγωγικής ικανότητας απορρίφθηκε.

(82)

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και το ανωτέρω σκεπτικό, το συμπέρασμα ότι η κοινοτική βιομηχανία υπέστη σημαντική ζημία, που αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 107 έως 110 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, επιβεβαιώνεται.

5.   ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

(83)

Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι η αξιολόγηση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία και των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ δεν πρέπει να γίνεται συνολικά αλλά ανά εταιρεία, λόγω της απόκλισης, όπως υποστήριξαν, των συντελεστών αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών παραγωγών.

(84)

Όπως σημειώνεται ήδη στην αιτιολογική σκέψη 64 σχετικά με τη ζημία, δεν υπάρχει νομική βάση στο άρθρο 3 παράγραφοι 5, 6 και 7 του βασικού κανονισμού η οποία να αιτιολογεί την αξιολόγηση της αιτιώδους συνάφειας μεμονωμένα για κάθε κοινοτικό παραγωγό που περιλαμβάνεται στον ορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας. Η κοινοτική βιομηχανία, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του βασικού κανονισμού, περιλαμβάνει το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών ομοειδών προϊόντων ή εκείνους εξ αυτών των οποίων αθροιστικά η παραγωγή αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής των εν λόγω προϊόντων.

5.1.   Συνέπειες των εισαγωγών σε τιμές ντάμπινγκ

(85)

Υπενθυμίζεται ότι ο όγκος των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ από τις εξεταζόμενες χώρες και το μερίδιο αγοράς αυξήθηκαν αισθητά κατά την υπό εξέταση περίοδο. Επίσης, υπήρξε σαφής χρονική σύμπτωση μεταξύ της εμφάνισης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της κοινοτικής βιομηχανίας. Η βιομηχανία αυτή δεν κατόρθωσε να αυξήσει τις τιμές των πωλήσεών του στο επίπεδο που απαιτούνταν προκειμένου να καλύψει το πλήρες κόστος του, καθώς οι τιμές των πωλήσεών του περιεκόπησαν κατά την ΠΕ από τις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.

(86)

Με βάση τα παραπάνω, τα πορίσματα και τα συμπεράσματα που παρουσιάζονται στις αιτιολογικές σκέψεις 112 έως 114 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

5.2.   Καθορισμός της τιμής του σιδηροπυριτίου

(87)

Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι το σιδηροπυρίτιο (FeSi) είναι προϊόν το οποίο διακινείται στην παγκόσμια αγορά και ότι οι τιμές αγοράς για το FeSi είχαν καθοριστεί από τη διακύμανση της ζήτησης στη χαλυβουργία και όχι βάσει του κόστους.

(88)

Στις οικονομίες της αγοράς και σε κανονικές συνθήκες αγοράς, οι τιμές γενικά καθορίζονται από τα επίπεδα της ζήτησης και της προσφοράς ενός ορισμένου προϊόντος. Ωστόσο, είναι πιθανόν να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως η εμφάνιση εισαγωγών σε χαμηλές τιμές, που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του επιπέδου των τιμών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η έρευνα έδειξε ότι, πράγματι, οι μηχανισμοί καθορισμού της τιμής του FeSi επηρεάστηκαν από την εμφάνιση σημαντικών ποσοτήτων εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Παρά το ότι είναι, βεβαίως, γεγονός ότι η παγκόσμια ζήτηση FeSi, ιδίως από την πλευρά της χαλυβουργίας, επηρέασε τον καθορισμό της τιμής σε ορισμένα χρονικά διαστήματα της υπό εξέταση περιόδου, από τα διαθέσιμα στοιχεία προέκυψε ότι υπήρχαν περίοδοι κατά τις οποίες οι συμβατικές τιμές του FeSi μειώθηκαν παρά την αυξανόμενη ζήτηση.

(89)

Τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη παρείχαν πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη της παραγωγής ακατέργαστου και ανοξείδωτου χάλυβα στην ΕΕ και των τρεχουσών τιμών (spot) FeSi από το 2002 και έπειτα. Από τα στοιχεία αυτά τα ενδιαφερόμενα μέρη κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι τιμές του FeSi είχαν καθοριστεί αποκλειστικά από τη ζήτηση (που προερχόταν, κατά πρώτο λόγο, από τους παραγωγούς χάλυβα). Ωστόσο, από την ανάλυση των πληροφοριών αυτών επιβεβαιώθηκε το συμπέρασμα το οποίο αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 88, δηλαδή ότι ακόμη και σε κοινοτικό επίπεδο, οι τιμές FeSi σε ορισμένες περιόδους μειώθηκαν παρά την αυξανόμενη ζήτηση από την πλευρά της χαλυβουργίας.

(90)

Επομένως, ο ισχυρισμός ότι το χαμηλό επίπεδο των τιμών του FeSi καθορίστηκε από τη ζήτηση και όχι από τις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ απορρίφθηκε.

5.3.   Ανταγωνιστικότητα της κοινοτικής βιομηχανίας

(91)

Ένα ενδιαφερόμενο μέρος υποστήριξε ότι η ζημία την οποία υπέστη η κοινοτική βιομηχανία έπρεπε να αποδοθεί αποκλειστικά στην έλλειψη, όπως υποστήριξε, ανταγωνιστικότητας των κοινοτικών παραγωγών και όχι στις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Ειδικότερα, το ενδιαφερόμενο αυτό μέρος παρέθεσε ένα έγγραφο εργασίας (3) στο οποίο οι πρώτες ύλες και η ενέργεια αναφέρονται ως οι σημαντικότεροι παράγοντες ανταγωνιστικότητας για τη μεταλλουργία στην ΕΕ.

(92)

Ωστόσο, από την ανάλυση του προαναφερθέντος εγγράφου εργασίας προέκυψε ότι δεν συνάγεται κανένα συμπέρασμα το οποίο να αναφέρεται σε έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σιδηροκραμάτων. Αντιθέτως, στο συγκεκριμένο έγγραφο εργασίας αναφέρεται ότι οι παραγωγοί σιδηροκραμάτων «αντιμετωπίζουν σημαντική αύξηση των εισαγωγών από τρίτες χώρες π.χ. από τη ΛΔΚ, τη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Βραζιλία και το Καζακστάν. Το γεγονός αυτό μπορεί να αποτελέσει απειλή για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του κλάδου παραγωγής σιδηροκραμάτων της ΕΕ εάν δεν εξασφαλιστούν σύντομα ισότιμοι όροι ανταγωνισμού με τους ανταγωνιστές από τις τρίτες χώρες (4)». Βάσει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(93)

Το ίδιο ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι περισσότεροι κοινοτικοί παραγωγοί δεν είχαν κέρδος ήδη πριν από το τυχόν επιζήμιο ντάμπινγκ στην αγορά της Κοινότητας. Επομένως, η αδύναμη οικονομική κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας δεν οφειλόταν στις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ αλλά στις ευάλωτες διαρθρώσεις του κόστους.

(94)

Όπως αποδεικνύεται σαφώς στην αιτιολογική σκέψη 97 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η κοινοτική βιομηχανία ήταν κερδοφόρα το 2003 με περιθώριο κέρδους προ φόρων 2,3 %, το οποίο αυξήθηκε σε 2,4 % το 2004. Ωστόσο, το 2005 σημειώθηκε σημαντική πτωτική τάση του ποσοστού κερδοφορίας και οι απώλειες έφτασαν το – 9,2 % του κύκλου εργασιών. Οι υψηλότερες απώλειες (– 12,9 %) σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Υπενθυμίζεται ότι η ΠΕ καλύπτει και μέρος του 2005. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα ότι η κοινοτική βιομηχανία είχε ήδη ζημία πριν από το επιζήμιο ντάμπινγκ απορρίφθηκε.

5.4.   Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες

(95)

Όσον αφορά τις εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες, ελλείψει νέων παρατηρήσεων, το συμπέρασμα, που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 121 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, σχετικά με το ότι οι εισαγωγές αυτές δεν συνέβαλαν σημαντικά στη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, επιβεβαιώνεται.

5.5.   Επιπτώσεις άλλων παραγόντων

5.5.1.   Παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων μερών

(96)

Πολλά ενδιαφερόμενα μέρη επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που είχαν προβάλει πριν από την επιβολή των προσωρινών μέτρων, σχετικά με το ότι η σημαντική ζημία που υπέστη κοινοτική βιομηχανία οφειλόταν, όπως υποστήριξαν, σε άλλους παράγοντες και όχι στις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν εξεταστεί δεόντως στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους η ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία προκλήθηκε από την ίδια αντικρούονται στις αιτιολογικές σκέψεις 134 έως 136 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, και οι ισχυρισμοί για την πτωτική τάση στη ζήτηση του χάλυβα αντικρούονται στην αιτιολογική σκέψη 124 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Παρόλο που δεν κατατέθηκαν νέα στοιχεία για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών αυτών, τα κύρια πορίσματα και συμπεράσματα, που διατυπώνονται στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού, διευκρινίζονται περαιτέρω στη συνέχεια.

5.5.1.1.   Αύξηση στο κόστος παραγωγής της κοινοτικής βιομηχανίας

(97)

Πολλά ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι η μεγάλη αύξηση του κόστους, ιδίως των πρώτων υλών και της ηλεκτρικής ενέργειας, που σημειώθηκε στην κοινοτική βιομηχανία, και η μείωση της παραγωγικής ικανότητας ενός κοινοτικού παραγωγού προκάλεσαν τη σημαντική ζημία που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

(98)

Όσον αφορά τη μείωση, όπως υποστήριξαν, της παραγωγικής ικανότητας ενός κοινοτικού παραγωγού, υπενθυμίζεται ότι έγινε προσαρμογή της ικανότητας όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 93 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού ώστε να ληφθεί πλήρως υπόψη η συγκεκριμένη περίπτωση.

(99)

Όσον αφορά την αύξηση του κόστους, η κοινοτική βιομηχανία υποστήριξε ότι η αύξηση του κόστους που παρατηρήθηκε στον κλάδο παραγωγής σιδηροκραμάτων συνήθως συμβαίνει σε παγκόσμια κλίμακα και επηρεάζει εξίσου τον κλάδο παραγωγής παγκοσμίως. Από την ανάλυση της εξέλιξης των τιμών στα σημαντικότερα στοιχεία του κόστους κατά την υπό εξέταση περίοδο διαπιστώθηκε ότι σημειώθηκε αύξηση (ηλεκτρική ενέργεια, χαλαζίτης και πάστα ηλεκτροδίων). Ωστόσο, η έρευνα έδειξε ότι παρά το γεγονός ότι οι αυξήσεις αυτές αντισταθμίστηκαν εν μέρει από τις αυξήσεις στην τιμή πώλησης, η εμφάνιση εισαγωγών σε χαμηλές τιμές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ δεν επέτρεψαν στην κοινοτική βιομηχανία να αντισταθμίσει πλήρως τις συνέπειες από την αύξηση του κόστους με την αύξηση της τιμής πώλησης. Κατά συνέπεια, οι αιτιολογικές σκέψεις 131 έως 140 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

(100)

Αρκετά ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι ένας συγκεκριμένος κοινοτικός παραγωγός είχε προβλήματα με την προμηθεύτρια εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής του κατά το 2005 και το 2006. Ισχυρίστηκαν ότι το γεγονός αυτό εξηγεί πλήρως τη μείωση της παραγωγής και του όγκου των πωλήσεων της κοινοτικής βιομηχανίας, καθώς και την απώλεια κερδών.

(101)

Όπως προαναφέρθηκε ήδη στην αιτιολογική σκέψη 84, η αιτία της ζημίας αναλύεται σε επίπεδο κοινοτικής βιομηχανίας συνολικά. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα στοιχεία που αφορούν τον παραγωγό αυτόν θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από την αξιολόγηση της ζημίας, οι τάσεις που παρατηρούνται για την υπόλοιπη κοινοτική βιομηχανία θα εξακολουθούσαν να είναι πολύ αρνητικές και θα εξακολουθούσε να υπάρχει σημαντική ζημία. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

5.5.2.   Συμπέρασμα σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια

(102)

Με βάση την ανωτέρω ανάλυση κατά την οποία διαχωρίστηκαν οι επιπτώσεις όλων των άλλων γνωστών παραγόντων στην κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας από τις ζημιογόνες επιπτώσεις των εισαγωγών με ντάμπινγκ, επιβεβαιώνεται ότι οι άλλοι αυτοί παράγοντες δεν αρκούν για να ανατρέψουν το γεγονός ότι η εκτιμώμενη σημαντική ζημία πρέπει να αποδοθεί στις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.

(103)

Με βάση τους προαναφερθέντες λόγους συμπεραίνεται ότι οι εισαγωγές FeSi που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής ΛΔΚ, Καζακστάν, Αιγύπτου, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας προκάλεσαν σημαντική ζημία στην κοινοτική βιομηχανία κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

(104)

Ελλείψει άλλων σχετικών παρατηρήσεων, τα συμπεράσματα που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 137 έως 140 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

6.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

6.1.   Συμφέρον της κοινοτικής βιομηχανίας και του άλλου κοινοτικού παραγωγού

(105)

Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι η αγορά FeSi ανέκαμψε μετά το τέλος της ΠΕ και ότι οι τιμές έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ. Κατά συνέπεια, η κοινοτική βιομηχανία θα μπορούσε να συνεχίσει την παραγωγή και να αυξήσει την κερδοφορία της χωρίς να χρειαστεί να επιβάλει δασμούς αντιντάμπινγκ. Επιπλέον, υποστήριξαν ότι οι μόνοι που ωφελήθηκαν από την επιβολή των δασμών ήταν οι παραγωγοί-εξαγωγείς που εδρεύουν σε άλλες τρίτες χώρες εκτός από εκείνες στις οποίες επιβλήθηκαν οι δασμοί, και όχι η κοινοτική βιομηχανία.

(106)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, κατά κανόνα, δεν λαμβάνονται υπόψη για την εξαγωγή συμπερασμάτων τυχόν πληροφορίες που αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της περιόδου έρευνας. Οπωσδήποτε, αν και από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι οι τιμές FeSi ακολούθησαν πράγματι ανοδική τάση κατά τους μήνες που ακολούθησαν την ΠΕ, κατά την ίδια περίοδο αυξήθηκαν και οι τιμές των σημαντικότερων στοιχείων κόστους του FeSi. Βάσει αυτού, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η κοινοτική βιομηχανία ανέκαμψε σε σημείο τέτοιο που να μην αιτιολογείται η επιβολή των δασμών. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

(107)

Όσον αφορά το επιχείρημα ότι ουσιαστικά ωφελήθηκαν μόνο οι παραγωγοί-εξαγωγείς που εδρεύουν σε άλλες τρίτες χώρες εκτός από εκείνες στις οποίες επιβλήθηκαν οι δασμοί και όχι η κοινοτική βιομηχανία, υπενθυμίζεται ότι στόχος των δασμών αντιντάμπινγκ είναι η διόρθωση των στρεβλώσεων του εμπορίου που προκαλούνται από την πρακτική ντάμπινγκ και η αποκατάσταση του γνήσιου ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά. Επομένως, τίποτε δεν θα εμποδίσει τις εισαγωγές από τις εξεταζόμενες χώρες να εισέλθουν στην κοινοτική αγορά όπου θα επικρατεί γνήσιος ανταγωνισμός προς το συμφέρον όλων των παραγόντων. Αντίστοιχα, η κοινοτική βιομηχανία θα αντλήσει τα οφέλη από την αποκατάσταση του γνήσιου ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά. Στη βάση αυτή, το επιχείρημα αυτό κρίθηκε αβάσιμο και απορρίφθηκε.

(108)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων ως προς το θέμα αυτό, τα πορίσματα των αιτιολογικών σκέψεων 143 έως 149 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

6.2.   Συμφέρον των προμηθευτών πρώτων υλών

(109)

Ελλείψει παρατηρήσεων από την πλευρά των προμηθευτών, οι αιτιολογικές σκέψεις 150 έως 152 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

6.3.   Συμφέρον των εισαγωγέων

(110)

Ένα ενδιαφερόμενο μέρος, που πραγματοποιεί εισαγωγές FeSi από τη ΛΔΚ και παραδίδει το προϊόν κυρίως σε χυτήρια, υποστήριξε ότι η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ θα έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στη βιομηχανία χύτευσης σιδήρου με αποτέλεσμα το κλείσιμο επιχειρήσεων στον κλάδο αυτό και κατά συνέπεια την απώλεια θέσεων εργασίας στην κοινοτική αγορά.

(111)

Ωστόσο, όπως περιγράφεται πιο κάτω στην αιτιολογική σκέψη 115, παρά τον πολύ μικρό βαθμό συνεργασίας από την πλευρά των χυτηρίων, η περαιτέρω έρευνα που διεξήχθη μετά την επιβολή των προσωρινών δασμών έδειξε ότι τα μέτρα αυτά δεν προβλέπεται να έχουν σημαντικές αρνητικές συνέπειες στα χυτήρια. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(112)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων ως προς το θέμα αυτό, τα πορίσματα των αιτιολογικών σκέψεων 153 έως 158 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

6.4.   Το συμφέρον των χρηστών

(113)

Όπως περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 5 πιο πάνω, η πιθανή επίπτωση των προσωρινών δασμών στην κατάσταση των βιομηχανιών-χρηστών, ιδίως στα χυτήρια και στους παραγωγούς χάλυβα, εξετάστηκε αναλυτικότερα. Παρά το γεγονός ότι εστάλησαν περισσότερα από 500 ερωτηματολόγια σε ενδιαφερόμενα μέρη, ο βαθμός συνεργασίας τους, όπως προαναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 5, ήταν πολύ μικρός.

(114)

Η περαιτέρω ανάλυση εξέτασε κυρίως τις δύο βασικές ομάδες χρηστών, δηλαδή τους παραγωγούς χάλυβα και τα χυτήρια. Από τα συμπληρωματικά στοιχεία που κατατέθηκαν, επιβεβαιώθηκε ότι κατά μέσο όρο το FeSi αντιστοιχεί στο 0,7 % περίπου του κόστους παραγωγής για τους παραγωγούς χάλυβα. Για τα χυτήρια, το ποσοστό αυτό διαπιστώθηκε ότι είναι υψηλότερο (1,4 % του κόστους παραγωγής).

(115)

Βάσει αυτών και λαμβανομένου υπόψη ότι ο μέσος συντελεστής οριστικού δασμού είναι 23,4 %, η επίπτωση των μέτρων στη χαλυβουργία και στα χυτήρια δεν αναμένεται να είναι μεγάλη, καθώς τα οικονομικά τους αποτελέσματα θα επηρεαστούν κατά 0,16 % και 0,33 % αντίστοιχα κατ’ ανώτατο όριο. Το σενάριο για τη χειρότερη περίπτωση πρέπει να εξεταστεί με βάση τις ευεργετικές επιπτώσεις από τη διόρθωση της στρέβλωσης του εμπορίου στην κοινοτική αγορά συνολικά. Επιπλέον, εάν ληφθεί υπόψη ότι οι εισαγωγές από τις εξεταζόμενες χώρες αντιστοιχούν στο 50 % περίπου της κοινοτικής κατανάλωσης, τότε η επίπτωση των μέτρων στα οικονομικά αποτελέσματα των βιομηχανιών-χρηστών θα είναι πράγματι πολύ μικρότερη.

(116)

Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, η αιτιολογική σκέψη 166 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνεται.

6.5.   Προηγούμενη διαδικασία

(117)

Πολλά ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι επειδή τα μέτρα αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν στο παρελθόν δεν είχαν τη διορθωτική επίδραση που αναμενόταν στην κοινοτική βιομηχανία, τα θεσμικά όργανα αποφάσισαν την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ το 2001, βλέπε αιτιολογική σκέψη 129 της απόφασης 2001/230/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 2001, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας, Ουκρανίας και Βενεζουέλας (5).

(118)

Χωρίς να σχολιάζεται η ορθότητα του παραπάνω ισχυρισμού, διευκρινίζεται ότι ο βασικός κανονισμός απαιτεί οι αποφάσεις να λαμβάνονται βάσει των στοιχείων που συγκεντρώνονται και αναλύονται κατά τη διάρκεια της σχετικής έρευνας και όχι με βάση προηγούμενες έρευνες. Επομένως, η παραπάνω υπόθεση που έγινε από αυτά τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν συνδέεται με την παρούσα περίπτωση και απορρίπτεται.

6.6.   Συμπέρασμα σχετικά με το συμφέρον της Κοινότητας

(119)

Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της περαιτέρω έρευνας για το κοινοτικό συμφέρον σχετικά με την προαναφερθείσα περίπτωση, τα πορίσματα και τα συμπεράσματα που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 141 έως 168 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

7.   ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

7.1.   Επίπεδο εξάλειψης ζημίας

(120)

Πολλά ενδιαφερόμενα μέρη αμφισβήτησαν το προσωρινό πόρισμα ότι ένα περιθώριο κέρδους 5 % είναι το περιθώριο κέρδους που μπορεί λογικά να επιτευχθεί από μια βιομηχανία του κλάδου αυτού υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού.

(121)

Ένα ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι το περιθώριο κέρδους της κοινοτικής βιομηχανίας που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό του επιπέδου εξάλειψης ζημίας έπρεπε να είναι το επίπεδο κέρδους που πραγματοποίησε η κοινοτική βιομηχανία το έτος 2003, δηλαδή 2,3 % και σε καμία περίπτωση να μην είναι μεγαλύτερο από εκείνο του έτους 2004 το οποίο ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρο για τον κλάδο παραγωγής σιδηροκραμάτων.

(122)

Ο καθορισμός του επιπέδου εξάλειψης ζημίας πρέπει να βασίζεται σε μια αξιολόγηση του επιπέδου του περιθωρίου κέρδους, το οποίο μπορεί λογικά να αναμένει η κοινοτική βιομηχανία, χωρίς εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, από τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην κοινοτική αγορά. Το περιθώριο κέρδους που πραγματοποιήθηκε στην αρχή της υπό εξέταση περιόδου σε συγκεκριμένη έρευνα μπορεί να θεωρηθεί ως το κέρδος που πραγματοποιήθηκε χωρίς εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Ωστόσο, υπενθυμίζεται επίσης ότι κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης ενόψει της λήψης της ισχύος των μέτρων που οδήγησε στην περάτωση των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονταν στις εισαγωγές FeSi καταγωγής Βραζιλίας, ΛΔΚ, Καζακστάν, Ρωσίας, Ουκρανίας και Βενεζουέλας, τα κέρδη που πραγματοποίησε η κοινοτική βιομηχανία, χωρίς να υπάρχουν εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, έφτασε το 11,2 %, βλέπε αιτιολογική σκέψη 105 της απόφασης 2001/230/ΕΚ της Επιτροπής. Αντίστοιχα, ο στόχος κέρδους 5 % που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα έρευνα, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 171 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, αντικατοπτρίζει μια μάλλον συντηρητική προσέγγιση. Βάσει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(123)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά το επίπεδο εξάλειψης της ζημίας, οι αιτιολογικές σκέψεις 169 έως 171 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού επιβεβαιώνονται.

7.2.   Μορφή και επίπεδο των δασμών

(124)

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, πρέπει να επιβληθεί οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ σε επίπεδο επαρκές για την εξάλειψη της ζημίας από τις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, χωρίς αυτός να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε.

(125)

Με βάση τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν από ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων και με βάση τις αναθεωρήσεις που περιγράφονται στον παρόντα κανονισμό, ορισμένα περιθώρια τροποποιήθηκαν.

(126)

Το ποσοστό των οριστικών δασμών προσδιορίζεται οριστικά ως εξής:

Χώρα

Εταιρεία

Περιθώριο εξάλειψης της ζημίας

Περιθώριο ντάμπινγκ

Συντελεστής δασμού αντιντάμπινγκ

ΛΔΚ

Erdos Xijin Kuang Co., Ltd., Qipanjing Industry Park

21,4 %

15,6 %

15,6 %

Lanzhou Good Land Ferroalloy Factory Co., Ltd., Xicha Village

31,4 %

29,0 %

29,0 %

Όλες οι άλλες εταιρείες

31,2 %

55,6 %

31,2 %

Ρωσία

Chelyabinsk Electrometallurgical Integrated Plant, Chelyabinsk και Kuznetsk Ferroalloy Works, Novokuznetsk

31,3 %

22,7 %

22,7 %

Bratsk Ferroalloy Plant, Bratsk

18,8 %

17,8 %

17,8 %

Όλες οι άλλες εταιρείες

31,3 %

22,7 %

22,7 %

Αίγυπτος

The Egyptian Ferroalloys Company, Κάιρο

27,1 %

15,4 %

15,4 %

Egyptian Chemical Industries KIMA, Κάιρο

18,0 %

24,8 %

18,0 %

Όλες οι άλλες εταιρείες

18,0 %

24,8 %

18,0 %

Καζακστάν

Όλες οι εταιρείες

33,9 %

37,1 %

33,9 %

Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας

Όλες οι εταιρείες

19,0 %

5,4 %

5,4 %

(127)

Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη πρότειναν να επιβληθεί μια ελάχιστη τιμή εισαγωγής αντί του δασμού ad valorem. Ωστόσο, κρίθηκε ότι η επιβολή μιας ελάχιστης τιμής εισαγωγής δεν ήταν η καταλληλότερη λύση στην περίπτωση αυτή. Διαπιστώθηκε ότι το FeSi εισάγεται σε διάφορους τύπους με μεγάλες διαφορές στις τιμές. Επιπλέον, όλοι οι συνεργαζόμενοι εξαγωγείς έχουν διαφορετικά επίπεδα δασμών (ορισμένα βασίζονται σε περιθώρια ντάμπινγκ, ορισμένα στα περιθώρια ζημίας) που απαιτούν πολλές διαφορετικές ελάχιστες τιμές εισαγωγής. Η επιβολή μιας ελάχιστης τιμής εισαγωγής, υπό αυτές τις συνθήκες, θα ήταν πολύ αναποτελεσματικό μέτρο. Κατά συνέπεια, η πρόταση αυτή απορρίφθηκε.

(128)

Οι ατομικοί συντελεστές δασμών αντιντάμπινγκ των εταιρειών που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό καθορίστηκαν με βάση τα πορίσματα της παρούσας έρευνας. Επομένως, οι δασμοί αυτοί αντικατοπτρίζουν την κατάσταση που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας όσον αφορά τις συγκεκριμένες εταιρείες. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω συντελεστές δασμών (σε αντιδιαστολή προς τους δασμούς σε επίπεδο χώρας, που ισχύουν για «όλες τις άλλες εταιρείες») εφαρμόζονται αποκλειστικά στις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής των εξεταζομένων χωρών, τα οποία έχουν παραχθεί από τις εταιρείες, και, επομένως, από τις συγκεκριμένες νομικές οντότητες που έχουν αναφερθεί. Τα εισαγόμενα προϊόντα που παράγονται από κάθε άλλη εταιρεία, η οποία δεν κατονομάζεται ρητώς στο διατακτικό του παρόντος κανονισμού με την επωνυμία και τη διεύθυνσή της, συμπεριλαμβανομένων των νομικών προσώπων που συνδέονται με τις εταιρείες που κατονομάζονται ρητώς, δεν μπορούν να τύχουν αυτών των συντελεστών και υπόκεινται στο δασμολογικό συντελεστή που ισχύει για «όλες τις άλλες εταιρείες».

(129)

Οποιοδήποτε αίτημα για την εφαρμογή των εν λόγω ατομικών συντελεστών δασμών αντιντάμπινγκ για μεμονωμένες εταιρείες (π.χ. κατόπιν αλλαγής της επωνυμίας του φορέα ή μετά τη δημιουργία νέου φορέα παραγωγής ή πωλήσεων) πρέπει να απευθύνεται αμελλητί στην Επιτροπή (6) μαζί με όλες τις σχετικές πληροφορίες, ιδίως για οποιαδήποτε αλλαγή των δραστηριοτήτων της εταιρείας που σχετίζεται με την παραγωγή και τις εγχώριες ή τις εξαγωγικές πωλήσεις και που συνδέεται π.χ. με την εν λόγω αλλαγή επωνυμίας ή με τη μεταβολή των φορέων παραγωγής και πωλήσεων. Αν κριθεί σκόπιμο, ο κανονισμός θα τροποποιηθεί στη συνέχεια ανάλογα, με επικαιροποίηση του καταλόγου των εταιρειών για τις οποίες ισχύουν ατομικοί συντελεστές δασμών.

7.3.   Αναλήψεις υποχρεώσεων

(130)

Η προσφορά ανάληψης υποχρεώσεων από τον παραγωγό-εξαγωγέα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας έγινε δεκτή κατά το προκαταρκτικό στάδιο στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού. Μετά την κοινοποίηση των οριστικών συμπερασμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας στην Αίγυπτο, δύο συνεργαζόμενοι παραγωγοί στη Ρωσία και ένας κινέζος εξαγωγέας πρότειναν αναλήψεις υποχρεώσεων ως προς τις τιμές σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

(131)

Ωστόσο, σημειώνεται ότι μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων το υπό εξέταση προϊόν και το ομοειδές προϊόν παρουσίασαν σημαντική μεταβλητότητα τιμών και επομένως το FeSi δεν προσφερόταν πλέον για την ανάληψη υποχρέωσης ως προς μια καθορισμένη τιμή. Για να λυθεί το πρόβλημα αυτό, εξετάστηκε το ενδεχόμενο να συναρτηθεί η ελάχιστη τιμή εισαγωγής με την τιμή των κύριων στοιχείων κόστους. Ωστόσο, συνήχθη το συμπέρασμα ότι η μεταβλητότητα των τιμών στην αγορά δεν μπορεί απλώς να εξηγηθεί με μια αύξηση στην τιμή των κύριων στοιχείων κόστους, άρα δεν είναι δυνατόν να συναρτηθεί η ελάχιστη τιμή εισαγωγής με την τιμή των κύριων στοιχείων κόστους. Με βάση τα προαναφερθέντα, αποφασίστηκε ότι οι προσφορές ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους των εξαγωγέων δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές.

(132)

Κατά την εξέταση της δυνατότητας να γίνει δεκτή η προσφορά για τις τέσσερις αναλήψεις υποχρεώσεων που έγινε μετά την κοινοποίηση των οριστικών συμπερασμάτων, η Επιτροπή μελέτησε επίσης τη λειτουργικότητα της ανάληψης υποχρεώσεων από τον παραγωγό-εξαγωγέα στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, που έγινε δεκτή σε προκαταρκτικό στάδιο, με βάση τις νέες συνθήκες που συνδέονται με τη μεταβλητότητα των τιμών. Λόγω της προαναφερθείσας υψηλής μεταβλητότητας της τιμής, η ελάχιστη τιμή εισαγωγής της ανάληψης υποχρεώσεων δεν επαρκεί πλέον για την εξάλειψη της επιζήμιας επίπτωσης του ντάμπινγκ, όπως διαπιστώθηκε από την έρευνα. Πράγματι, οι τιμές αυξήθηκαν σε σημαντικό βαθμό στη διάρκεια των μηνών που ακολούθησαν την αποδοχή της ανάληψης υποχρεώσεων. Δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να διαμορφωθεί ένας δείκτης ελάχιστης τιμής εισαγωγής, συνήχθη το συμπέρασμα ότι η ανάληψη υποχρεώσεων στην τρέχουσα μορφή της, δηλαδή με τις σταθερές ελάχιστες τιμές, δεν είναι πλέον λειτουργική. Για το λόγο αυτόν, η ανάληψη υποχρεώσεων που πρόσφερε ο παραγωγός-εξαγωγέας από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας απορρίπτεται. Επομένως, η Επιτροπή απέσυρε την αποδοχή της ανάληψης υποχρεώσεων με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 174/2008 (7).

7.4.   Οριστική είσπραξη των προσωρινών δασμών και ειδική παρακολούθηση

(133)

Δεδομένου του μεγέθους των διαπιστωθέντων περιθωρίων ντάμπινγκ και λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου ζημίας που προκλήθηκε στην κοινοτική βιομηχανία, θεωρείται απαραίτητο τα ποσά που καταβλήθηκαν ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, που επιβλήθηκε με τον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού, να εισπραχθούν οριστικά στο ύψος του οριστικά επιβληθέντος δασμού. Εάν οι οριστικοί δασμοί είναι χαμηλότεροι από τους προσωρινούς δασμούς, τα ποσά που καταβλήθηκαν ως εγγύηση πέραν του οριστικού συντελεστή του δασμού αντιντάμπινγκ, αποδεσμεύονται. Εάν οι οριστικοί δασμοί είναι υψηλότεροι από τους προσωρινούς δασμούς, εισπράττονται οριστικά μόνο τα ποσά που καταβλήθηκαν ως εγγύηση στο ύψος του προσωρινού δασμού.

(134)

Για να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι καταστρατήγησης λόγω της μεγάλης διαφοράς μεταξύ των δασμολογικών συντελεστών, κρίνεται ότι στην περίπτωση αυτή απαιτούνται ειδικές διατάξεις προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των δασμών αντιντάμπινγκ. Αυτά τα ειδικά μέτρα, τα οποία ισχύουν μόνο για τις εταιρείες στις οποίες έχει καθοριστεί ατομικός συντελεστής δασμού, περιλαμβάνουν την προσκόμιση στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών έγκυρου εμπορικού τιμολογίου που πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος. Οι εισαγωγές που δεν συνοδεύονται από τέτοιο τιμολόγιο υπόκεινται στον υπολειπόμενο δασμό αντιντάμπινγκ που ισχύει για όλους τους άλλους εξαγωγείς.

(135)

Υπενθυμίζεται ότι, εάν οι εξαγωγές των εταιρειών που επωφελούνται από χαμηλότερους ατομικούς δασμολογικούς συντελεστές αυξηθούν σημαντικά σε όγκο μετά την επιβολή των μέτρων αντιντάμπινγκ, αυτή καθαυτή η αύξηση του όγκου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά μεταβολή του εμπορικού πλαισίου, λόγω της επιβολής μέτρων κατά την έννοια του άρθρου 13 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις και με τον όρο ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, ενδέχεται να πραγματοποιηθεί έρευνα κατά της καταστρατήγησης. Η έρευνα αυτή θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να εξετάσει την ανάγκη κατάργησης των ατομικών συντελεστών δασμών και τη συνακόλουθη επιβολή δασμού σε επίπεδο χώρας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου που εμπίπτουν στους κωδικούς ΣΟ 7202 21 00, 7202 29 10 και 7202 29 90 και είναι καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Καζακστάν, Αιγύπτου, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας.

2.   Ο συντελεστής του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή «ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας», πριν από την καταβολή δασμού, όσον αφορά τα προϊόντα που κατασκευάζονται από τις ακόλουθες εταιρείες είναι ο εξής:

Χώρα

Εταιρεία

Συντελεστής δασμού αντιντάμπινγκ

(%)

Πρόσθετος κωδικός Taric

Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

Erdos Xijin Kuangye Co., Ltd, Qipanjing Industry Park

15,6

A829

Lanzhou Good Land Ferroalloy Factory Co., Ltd, Xicha Village

29,0

A830

Όλες οι άλλες εταιρείες

31,2

A999

Αίγυπτος

The Egyptian Ferroalloys Company, Κάιρο

15,4

A831

Όλες οι άλλες εταιρείες

18,0

A999

Καζακστάν

Όλες οι εταιρείες

33,9

Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας

Όλες οι εταιρείες

5,4

Ρωσία

Bratsk Ferroalloy Plant, Bratsk

17,8

A835

Όλες οι άλλες εταιρείες

22,7

A999

3.   Η επιβολή του ατομικού συντελεστή δασμού που ορίζεται για τις εταιρείες της παραγράφου 2 εξαρτάται από την προσκόμιση στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών έγκυρου εμπορικού τιμολογίου που πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος. Εάν δεν προσκομίζεται το τιμολόγιο αυτό, επιβάλλεται ο συντελεστής δασμού που ισχύει σε όλες τις άλλες εταιρείες.

4.   Εκτός εάν ορίζεται άλλως, εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις για τους τελωνειακούς δασμούς.

Άρθρο 2

Τα ποσά που έχουν καταβληθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/2007, στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου που εμπίπτουν στους κωδικούς ΣΟ 7202 21 00, 7202 29 10 και 7202 29 90 και είναι καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας, εισπράττονται οριστικά. Τα ποσά που καταβλήθηκαν ως εγγύηση πέραν του οριστικού συντελεστή του δασμού αντιντάμπινγκ αποδεσμεύονται. Στην περίπτωση που οι οριστικοί δασμοί είναι υψηλότεροι από τους προσωρινούς δασμούς, εισπράττονται οριστικά μόνον τα ποσά που καταβλήθηκαν ως εγγύηση στο επίπεδο των προσωρινών δασμών.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2008.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. VIZJAK


(1)  ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2117/2005 (ΕΕ L 340 της 23.12.2005, σ. 17).

(2)  ΕΕ L 223 της 29.8.2007, σ. 1.

(3)  Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, Analysis of economic indicators of the EU metals industry: the impact of raw materials and energy supply on competitiveness, Βρυξέλλες, 2.8.2006, SEC(2006) 1069.

(4)  Βλέπε έγγραφο προηγούμενης υποσημείωσης, σ. 88.

(5)  ΕΕ L 84 της 23.3.2001, σ. 36.

(6)  European Commission, Directorate-General for Trade, Directorate H, Office J-79 4/23, 1049 Brussels, Belgium.

(7)  Βλέπε σελίδα 23 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το έγκυρο εμπορικό τιμολόγιο που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση υπογεγραμμένη από υπάλληλο της εταιρείας, η οποία να περιέχει τα ακόλουθα:

1.

Το ονοματεπώνυμο και τα καθήκοντα του υπαλλήλου της εταιρείας που εξέδωσε το εμπορικό τιμολόγιο.

2.

Την ακόλουθη δήλωση: «Ο υπογράφων βεβαιώνω ότι [ο όγκος] σιδηροπυριτίου που πωλήθηκε προς εξαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και καλύπτεται από το παρόν τιμολόγιο, κατασκευάστηκε από (επωνυμία και έδρα της εταιρείας) (πρόσθετος κωδικός Taric) στη (χώρα). Δηλώνω ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στο παρόν τιμολόγιο είναι πλήρη και ακριβή.

Ημερομηνία και υπογραφή»


28.2.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 55/21


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 173/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 27ης Φεβρουαρίου 2008

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 138 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 28 Φεβρουαρίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 27 Φεβρουαρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 350 της 31.12.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

JO

69,6

MA

47,6

TN

129,8

TR

92,1

ZZ

84,8

0707 00 05

JO

190,5

MA

64,7

TR

203,0

ZZ

152,7

0709 90 70

MA

90,3

TR

142,6

ZZ

116,5

0709 90 80

EG

54,8

ZZ

54,8

0805 10 20

AR

69,8

EG

43,5

IL

52,7

MA

49,3

TN

47,3

TR

73,3

ZA

57,8

ZZ

56,2

0805 20 10

IL

116,5

MA

113,8

ZZ

115,2

0805 20 30, 0805 20 50, 0805 20 70, 0805 20 90

IL

84,3

MA

152,0

PK

48,1

TR

73,3

ZZ

89,4

0805 50 10

AR

48,9

EG

85,4

IL

90,4

TR

114,7

UY

52,4

ZA

79,7

ZZ

78,6

0808 10 80

AR

102,3

CA

86,4

CL

63,5

CN

76,6

MK

42,4

US

108,6

UY

89,9

ZA

106,7

ZZ

84,6

0808 20 50

AR

89,9

CL

76,0

CN

113,3

US

123,2

ZA

97,7

ZZ

100,0


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


28.2.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 55/23


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 174/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 27ης Φεβρουαρίου 2008

σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/2007 της Επιτροπής για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) («ο βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 8,

Κατόπιν διαβούλευσης με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 30 Νοεμβρίου 2006, η Επιτροπή, με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2), ανήγγειλε την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ για τις εισαγωγές στην Κοινότητα σιδηροπυριτίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας.

(2)

Η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/2007 (3), επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου (FeSi), που σήμερα κατατάσσονται στους κωδικούς ΣΟ 7202 21 00, 7202 29 10 και 7202 29 90 και είναι καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας. Τα μέτρα που εφαρμόζονται στις εν λόγω εισαγωγές συνίστανται σε ένα δασμό ad valorem, με εξαίρεση έναν παραγωγό-εξαγωγέα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας από τον οποίο έγινε δεκτή ανάληψη υποχρέωσης με τον εν λόγω κανονισμό.

(3)

Ύστερα από εξέταση της σκοπιμότητας της ανάληψης υποχρέωσης, διαπιστώθηκε ότι, μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων και την αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης, οι τιμές FeSi εξακολούθησαν να παρουσιάζουν διακυμάνσεις. Συνολικά, διαπιστώθηκε ότι οι τιμές FeSi ήταν αρκετά ευμετάβλητες. Λόγω της ως άνω μεταβλητότητας των τιμών συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι σταθερές ελάχιστες τιμές εισαγωγής της ανάληψης υποχρέωσης δεν αποτελούν πλέον έγκυρη μορφή μέτρου, σύμφωνα με τα πορίσματα που προέκυψαν από την έρευνα.

(4)

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό, εξετάστηκε το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής της ελάχιστης τιμής εισαγωγής σε συνάρτηση με την τιμή του βασικού συντελεστή του κόστους παραγωγής. Ωστόσο, τελικά επικράτησε η άποψη ότι η μεταβλητότητα των τιμών στην αγορά δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την αύξηση της τιμής του βασικού συντελεστή του κόστους παραγωγής και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να αναπροσαρμοστεί η ελάχιστη τιμή εισαγωγής. Ως εκ τούτου, η ανάληψη υποχρέωσης στην τρέχουσα μορφή της, δηλαδή με τη θέσπιση σταθερών ελάχιστων τιμών, δεν έχει πλέον αποτέλεσμα και το πρόβλημα που δημιουργεί ο σταθερός χαρακτήρας της ελάχιστης τιμής δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την τιμαριθμική αναπροσαρμογή της. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι το σιδηροπυρίτιο δεν προσφέρεται πλέον για ανάληψη υποχρέωσης σταθερής τιμής [βλέπε επίσης αιτιολογικές σκέψεις 131 και 132 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 172/2008 του Συμβουλίου (4)] και ότι θα πρέπει να ανακληθεί η αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης που προσέφερε η εν λόγω επιχείρηση.

(5)

Η εν λόγω επιχείρηση έλαβε γνώση των συμπερασμάτων της Επιτροπής και της δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.

(6)

Η επιχείρηση υποστήριξε ότι η συλλογιστική της Επιτροπής για την ανάκληση της ανάληψης υποχρέωσης αντιφάσκει με την ανάλυση που διεξήγαγε για το κοινοτικό συμφέρον, επειδή στα σχετικά συμπεράσματα που κοινοποίησε στην επιχείρηση δήλωνε: «αν και από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι οι τιμές FeSi ακολούθησαν πράγματι ανοδική τάση κατά τους μήνες που ακολούθησαν την ΠΕ, κατά την ίδια περίοδο αυξήθηκαν και οι τιμές των σημαντικότερων στοιχείων κόστους του FeSi».

(7)

Στο πλαίσιο αυτό σημειώνεται ότι η προαναφερόμενη δήλωση, όπως επιβεβαιώνεται στην αιτιολογική σκέψη 106 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 172/2008, δεν συναρτά την εξέλιξη των τιμών του FeSi από το κόστος των συντελεστών παραγωγής, αλλά επιδιώκει να εξηγήσει την οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Πράγματι, σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των ελάχιστων τιμών εισαγωγής, αυτές μπορούν να αναπροσαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η τιμή του προϊόντος που υπόκειται σε ανάληψη υποχρέωσης παρουσιάζει διακύμανση σε συνάρτηση με το βασικό συντελεστή παραγωγής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κόστος του βασικού συντελεστή παραγωγής (ηλεκτρική ενέργεια) δεν φάνηκε να προκάλεσε την αύξηση της τιμής του FeSi. Ακόμη και εάν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της τιμής του FeSi και του βασικού συντελεστή παραγωγής, λόγω των αποκλίσεων στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στις διάφορες αγορές, δεν υπάρχει κάποια κατάλληλη πηγή στοιχείων για τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για την αναπροσαρμογή της ελάχιστης τιμής εισαγωγής, σε αντίθεση με τις τιμές άλλων προϊόντων, όπως το πετρέλαιο. Επιπλέον, άλλες πρώτες ύλες, όπως ο οπτάνθρακας και ο χαλαζίτης, αποτελούν επίσης σημαντικούς αλλά μεταβαλλόμενους συντελεστές του κόστους παραγωγής του FeSi. Επομένως, εάν οι ελάχιστες τιμές εισαγωγής αναπροσαρμόζονταν με βάση την τιμή καθενός από τους συντελεστές του κόστους παραγωγής, θα έπρεπε να καθοριστούν σύνθετοι μαθηματικοί τύποι αναπροσαρμογής, γεγονός που θα καθιστούσε εξαιρετικά πολύπλοκο τον προσδιορισμό των παραμέτρων των τύπων της αναπροσαρμογής και την εφαρμογή στην πράξη των αναλήψεων υποχρεώσεων. Επομένως, από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν είναι δυνατή η αναπροσαρμογή της ελάχιστης τιμής εισαγωγής με βάση την τιμή του βασικού συντελεστή του κόστους παραγωγής, και για το λόγο αυτό απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της εταιρείας.

(8)

Η εταιρεία υποστήριξε επίσης ότι διαφωνεί με την πρακτική της Επιτροπής να μεταβάλει το επίπεδο ή τη μορφή του μέτρου που έχει καθοριστεί προσωρινά ή/και έχει προταθεί σε οριστικό στάδιο, βασιζόμενη σε στοιχεία που καλύπτουν περίοδο μεταγενέστερη της ΠΕ. Με βάση τις ρήτρες της ανάληψης υποχρέωσης, η εταιρεία γνώριζε ότι η Επιτροπή μπορεί να ανακαλέσει την αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής της, σε περίπτωση που δεν υφίστανται πλέον οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης ή επειδή η παρακολούθηση και η επιβολή της εφαρμογής της ανάληψης υποχρέωσης είναι πλέον αδύνατες και δεν βρίσκεται άλλη λύση που να θεωρείται αποδεκτή από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου απορρίφθηκε το εν λόγω επιχείρημα.

(9)

Η εταιρεία ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η Επιτροπή κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα κατά την εκτίμηση της σκοπιμότητας της ανάληψης υποχρέωσης, εν μέρει επειδή χρησιμοποίησε ανεξακρίβωτα στοιχεία, μεταγενέστερα της ΠΕ. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνεται ότι η Επιτροπή ακολούθησε την πρακτική που εφαρμόζει συνήθως, αφού για την ανάλυσή της χρησιμοποίησε κατά κύριο λόγο στοιχεία της Eurostat καθώς και την περιοδική έκθεση για την ανάληψη υποχρέωσης που υπέβαλε η εταιρεία. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(10)

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού και σύμφωνα, επίσης, με τις σχετικές ρήτρες της ανάληψης υποχρέωσης, που επιτρέπουν στην Επιτροπή να προβεί σε μονομερή ανάκληση της αποδοχής της ανάληψης υποχρέωσης, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης που προσέφερε η Silmak Dooel Export Import, Jegunovce πρέπει να ανακληθεί.

(11)

Παράλληλα με τον ισχύοντα κανονισμό, το Συμβούλιο επέβαλε, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 172/2008, οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής, μεταξύ άλλων, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας που θα πρέπει να εφαρμόζεται στις εισαγωγές των προϊόντων αυτών που παρασκευάζονται από τον εν λόγω παραγωγό-εξαγωγέα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης που προσέφερε η Silmak Dooel Export Import, Jegunovce σε σχέση με τη διαδικασία αντιντάμπινγκ, για τις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής, μεταξύ άλλων, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ανακαλείται.

Άρθρο 2

Διαγράφεται το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/2007.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 27 Φεβρουαρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Peter MANDELSON

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2117/2005 (ΕΕ L 340 της 23.12.2005, σ. 17).

(2)  ΕΕ C 291 της 30.11.2006, σ. 34.

(3)  ΕΕ L 223 της 29.8.2007, σ. 1.

(4)  Βλέπε σελίδα 6 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.


28.2.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 55/25


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 175/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 27ης Φεβρουαρίου 2008

σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής ρυζιού στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχτηκε για την υποπερίοδο του Φεβρουαρίου του 2008 με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 327/98

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1785/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με την κοινή οργάνωση αγοράς του ρυζιού (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 327/98 της Επιτροπής, της 10ης Φεβρουαρίου 1998, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής ρυζιού και θραυσμάτων ρυζιού (2), και ιδίως το άρθρο 5 πρώτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 327/98 άνοιξε ορισμένες δασμολογικές ποσοστώσεις εισαγωγής ρυζιού και θραυσμάτων ρυζιού και καθόρισε τον τρόπο διαχείρισης των ποσοστώσεων αυτών που κατανέμονται ανά χώρα καταγωγής και υποδιαιρούνται σε πολλές υποπεριόδους σύμφωνα με το παράρτημα IX του εν λόγω κανονισμού και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 60/2008 της Επιτροπής (3) για το άνοιγμα ειδικής υποπεριόδου τον Φεβρουάριο του 2008, για τη δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής λευκασμένου και ημιλευκασμένου ρυζιού καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής..

(2)

Η υποπερίοδος του Φεβρουαρίου είναι η δεύτερη υποπερίοδος το 2008 για την ποσόστωση με αύξοντα αριθμό 09.4127, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 327/98.

(3)

Από την ανακοίνωση που διαβιβάστηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 327/98 προκύπτει ότι για την ποσόστωση που φέρει τον αύξοντα αριθμό 09.4127 οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τις δέκα πρώτες εργάσιμες ημέρες του μηνός Φεβρουαρίου του 2008, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, αφορούν ποσότητα μικρότερη από τη διαθέσιμη ποσότητα.

(4)

Είναι συνεπώς σκόπιμο να καθοριστεί για την ποσόστωση που φέρει τον αύξοντα αριθμό 09.4127 η συνολική διαθέσιμη ποσότητα για την επόμενη υποπερίοδο των ποσοστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 5 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 327/98,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η συνολική διαθέσιμη ποσότητα, στο πλαίσιο της ποσόστωσης που φέρει τον αύξοντα αριθμό 09.4127 και αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 327/98 για την επόμενη υποπερίοδο των ποσοστώσεων, καθορίζεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 27 Φεβρουαρίου 2008.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 96. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 797/2006 (ΕΕ L 144 της 31.5.2006, σ. 1). Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1785/2003 θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 (ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1) από την 1η Σεπτεμβρίου 2008.

(2)  ΕΕ L 37 της 11.2.1998, σ. 5. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1538/2007 (ΕΕ L 337 της 21.12.2007, σ. 49).

(3)  ΕΕ L 22 της 25.1.2008, σ. 6.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ποσότητα που κατανέμεται για την υποπερίοδο του μηνός Φεβρουαρίου του 2008 και διαθέσιμη ποσότητα για την επόμενη υποπερίοδο, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 327/98

Ποσόστωση λευκασμένου ή μισολευκασμένου ρυζιού του κωδικού ΣΟ 1006 30 που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 327/98:

Καταγωγή

Αύξων αριθμός

Συντελεστής κατανομής για την υποπερίοδο του μηνός Φεβρουαρίου του 2008

Συνολική διαθέσιμη ποσότητα για την υποπερίοδο του μηνός Απριλίου του 2008

(σε kg)

Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής

09.4127

 (1)

12 365 684


(1)  Οι αιτήσεις που καλύπτουν ποσότητες μικρότερες ή ίσες με τις διαθέσιμες ποσότητες: όλες οι αιτήσεις είναι συνεπώς δεκτές.


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

28.2.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 55/27


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 13ης Νοεμβρίου 2007

Κρατική ενίσχυση C 39/06 (πρώην ΝΝ 94/05) — Καθεστώς ενισχύσεων σε νέους μετόχους που εφαρμόζεται από το Ηνωμένο Βασίλειο

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 5398]

(Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2008/166/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (1), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1 και το άρθρο 14,

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με επιστολή της 15ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή ενημερώθηκε από πολίτη του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με παράνομη ενίσχυση την οποία χορήγησε το Συμβούλιο των Νήσων Shetland, η δημόσια αρχή των Νήσων Shetland του Ηνωμένου Βασιλείου. Με επιστολές της 24ης Αυγούστου 2004, της 4ης Φεβρουαρίου 2005, της 11ης Μαΐου 2005 και της 16ης Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή ζήτησε από το Ηνωμένο Βασίλειο να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την υπόψη ενίσχυση. Το Ηνωμένο Βασίλειο διαβίβασε στην Επιτροπή συμπληρωματικά στοιχεία με επιστολές της 10ης Δεκεμβρίου 2004, της 6ης Απριλίου 2005, της 8ης Σεπτεμβρίου 2005 και της 31ης Ιανουαρίου 2006.

(2)

Με επιστολή της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή ενημέρωσε το Ηνωμένο Βασίλειο για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ όσον αφορά την ενίσχυση. Το Ηνωμένο Βασίλειο διατύπωσε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την ενίσχυση με επιστολή της 16ης Οκτωβρίου 2006.

(3)

Η απόφαση της Επιτροπής για την κίνηση της διαδικασίας δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 30 Νοεμβρίου 2006 (3). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την ενίσχυση. Ωστόσο, δεν έλαβε παρατηρήσεις.

II.   ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

(4)

Το Συμβούλιο των Νήσων Shetland κατέβαλε ενισχύσεις στον τομέα της αλιείας δυνάμει δύο γενικών μέτρων ενίσχυσης, με τίτλο «Ενίσχυση στη βιομηχανία αλίευσης και μεταποίησης» και «Ενίσχυση στον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας», οι οποίες συνίσταντο σε πολλών διαφορετικών ειδών μορφές καθεστώτων ενισχύσεων τα οποία εφαρμόζονται από τη δεκαετία του 1970. Ένα από τα καθεστώτα αυτά ήταν το ονομαζόμενο «Καθεστώς ενισχύσεων σε νέους μετόχους» («το καθεστώς»). Στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος, το οποίο ίσχυσε από το 1982 έως τις 14 Ιανουαρίου 2005, μπορούσαν να δοθούν επιχορηγήσεις ως συμπλήρωμα της ιδίας χρηματοδοτικής συνεισφοράς για την αγορά μεριδίου σε υφιστάμενο ή νέο αλιευτικό σκάφος. Η ενίσχυση εχορηγείτο σε άτομα άνω των 18 ετών, τα οποία δεν κατείχαν ήδη μερίδιο σε αλιευτικό σκάφος.

(5)

Η ενίσχυση ανερχόταν στο 50 % του κόστους για την απόκτηση του μεριδίου, με ανώτατο όριο 7 500 GBP στην περίπτωση υφιστάμενου σκάφους και 15 000 GBP στην περίπτωση νέου σκάφους. Το υπόλοιπο 50 % μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μόνο από την ιδία συμμετοχή των δικαιούχων, προερχόμενη είτε από τη δική τους αποταμίευση είτε από οικογενειακό δάνειο. Το ποσό της ενίσχυσης δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να υπερβεί το 25 % της αξίας του σκάφους.

(6)

Οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν υπό την προϋπόθεση ότι το σκάφος θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για αλιευτικές δραστηριότητες κατά την επόμενη πενταετία και ότι ο δικαιούχος θα διατηρήσει το μερίδιό του στο σκάφος για πενταετή περίοδο από τη λήψη της ενίσχυσης.

(7)

Η Επιτροπή είχε σοβαρές αμφιβολίες, κατά πόσον η ενίσχυση που εχορηγείτο στο πλαίσιο του καθεστώτος σε άτομα που αποκτούσαν για πρώτη φορά μερίδιο σε μεταχειρισμένο σκάφος θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις του σημείου 2.2.3.3. των κατευθυντήριων γραμμών για την εξέταση κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας του 1994, 1997 και 2001 αντιστοίχως (4). Ειδικότερα, είχε αμφιβολίες ως προς την συμμόρφωση του καθεστώτος με την προϋπόθεση να χορηγείται ενίσχυση μόνο για σκάφη που δεν ήταν παλαιότερα από 10 (5) ή 20 (6) έτη αντιστοίχως και που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ακόμη 10 έτη τουλάχιστον. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε αμφιβολίες για τη συμβατότητα του ποσοστού ενίσχυσης που προέβλεπε το καθεστώς, ήτοι 25 % του πραγματικού κόστους απόκτησης του σκάφους, που δεν φαινόταν να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2001, οι οποίες εφαρμόζονταν στα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων από την 1η Ιουλίου 2001 και επέτρεπαν ποσοστό ενίσχυσης μόνο μέχρι 20 % (7).

Όσον αφορά την ενίσχυση που χορηγήθηκε για την απόκτηση μεριδίου σε νέα σκάφη, η Επιτροπή θεώρησε ότι το καθεστώς δεν φαινόταν να αναφέρεται στο μέγεθος του αλιευτικού στόλου ούτε στις απαιτήσεις υγιεινής και ασφάλειας και στην υποχρέωση εγγραφής του σκάφους στο μητρώο αλιευτικού στόλου, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 6, 7, 9 και 10 καθώς και του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2792/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, για καθορισμό των λεπτομερών κανόνων και ρυθμίσεων σχετικά με την κοινοτική διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας (8), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2369/2002 τις 20ής Δεκεμβρίου 2002 (9). Επιπλέον, το καθεστώς δεν φαινόταν να περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τις πρόσθετες απαιτήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2792/1999, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2369/2002.

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

(8)

Στην απάντησή του της 16ης Οκτωβρίου 2006, το Ηνωμένο Βασίλειο διαβίβασε συμπληρωματικές πληροφορίες για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος. Υπογράμμισε ότι το συνολικό ποσό των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος ήταν 581 750 GBP και όχι 8 000 000 GBP που αναφερόταν από την Επιτροπή στην απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ. Το Ηνωμένο Βασίλειο υπογράμμισε επίσης ότι μετά την 1η Ιουλίου 2001 δεν είχε χορηγηθεί καμία ενίσχυση για νέα σκάφη και ότι, επομένως, το ζήτημα της μη συμβατότητας του καθεστώτος μετά την εν λόγω ημερομηνία ήταν άνευ αντικειμένου.

(9)

Όσον αφορά τις ενισχύσεις για την απόκτηση μεριδίου σε μεταχειρισμένο σκάφος, το Ηνωμένο Βασίλειο επιβεβαίωσε ότι το καθεστώς δεν περιελάμβανε όρους σχετικά με την ηλικία του σκάφους ούτε διάταξη που να απαιτεί να μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα σκάφη επί 10 ακόμη έτη τουλάχιστον. Ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι το καθεστώς περιελάμβανε όρο πενταετούς επιχορήγησης και ότι η διάταξη αυτή αντιπροσώπευε σιωπηρή δέσμευση ότι το σκάφος θα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται για αλιεία τουλάχιστον γι’ αυτό το χρονικό διάστημα.

(10)

Το Ηνωμένο Βασίλειο υπέβαλε πίνακα του συνόλου των 78 μεμονωμένων ενισχύσεων, ύψους 7 500 GBP καθεμία, οι οποίες χορηγήθηκαν μεταξύ 25 Απριλίου 1996 και 15 Ιουλίου 2003 για την απόκτηση μεριδίου σε μεταχειρισμένο σκάφος, αναφέροντας το όνομα του δικαιούχου καθώς και το όνομα και την ηλικία του σκάφους. Το ποσοστό της ενίσχυσης κυμαινόταν μεταξύ 0,12 % και 25 %. Μετά την 1η Ιανουαρίου 2001, το ποσοστό της ενίσχυσης δεν υπερέβη ποτέ το 3,75 %.

(11)

Το Ηνωμένο Βασίλειο επισήμανε ότι 36 από τις εν λόγω 78 επιχορηγήσεις φαίνονταν μη συμβατές, αλλά ότι 28 από αυτές είχαν ανακτηθεί ή επρόκειτο να ανακτηθούν, κατόπιν απώλειας, κατάσχεσης, πώλησης ή παροπλισμού του αντίστοιχου σκάφους. Στην περίπτωση των δύο από τις οκτώ υπόλοιπες επιχορηγήσεις, δεν είχε επιδιωχθεί η ανάκτηση, καθόσον η απώλεια είχε επέλθει μετά τη λήξη της πενταετούς περιόδου επιχορήγησης. Έτσι, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι απέμεναν μόνο έξι δυνητικά μη συμβατές επιχορηγήσεις, οι οποίες αφορούσαν σκάφη που ήσαν ακόμη εν ενεργεία ή επόμενα σκάφη, στα οποία είχε μεταβιβασθεί το όφελος της υπόψη επιχορήγησης.

(12)

Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι, σε περίπτωση αρνητικής απόφασης της Επιτροπής, δεν απαιτείται ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν πριν από τις 3 Ιουνίου 2003, διότι τούτο θα αντέβαινε στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Συναφώς, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέπεμψε στην απόφαση 2003/612/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 2003, σχετικά με δάνεια για την αγορά αλιευτικών ποσοστώσεων στις Νήσους Shetland (Ηνωμένο Βασίλειο) (10) και στην απόφαση 2006/226/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2005, για τις επενδύσεις της Shetland Leasing and Property Developments Ltd στις Νήσους Shetland (Ηνωμένο Βασίλειο) (11),δηλώνοντας ότι μέχρι τις 3 Ιουνίου 2003, το Συμβούλιο των Νήσων Shetland νομίμως έκρινε ότι τα κονδύλια τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τις ενισχύσεις αυτές ήταν ιδιωτικά και όχι δημόσια.

IV.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(13)

Πρέπει κατά πρώτον να κριθεί εάν το μέτρο μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, και εάν ναι, αν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

(14)

Η ενίσχυση χορηγήθηκε σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων στον τομέα της αλιείας, και συνεπώς έχει επιλεκτικό χαρακτήρα. Η ενίσχυση χορηγήθηκε από το Συμβούλιο των Νήσων Shetland με κρατικούς πόρους και ωφέλησε επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται ευθέως άλλες επιχειρήσεις στον αλιευτικό τομέα, τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και σε άλλα κράτη μέλη. Συνεπώς, η ενίσχυση νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, φαίνεται δε να συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 της Συνθήκης ΕΚ.

(15)

Σύμφωνα με το Ηνωμένο Βασίλειο, τα δύο γενικά καθεστώτα που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη αριθ. 4 εφαρμόστηκαν πριν από την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Ωστόσο, η Επιτροπή σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που δόθηκαν, το καθεστώς ενίσχυσης για νέους μετόχους τέθηκε σε εφαρμογή μόλις το 1982. Ούτως ή άλλως, λόγω της μη τήρησης αρχείων κατά το παρελθόν, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι η ενίσχυση υπήρχε ήδη πριν από την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα. Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο επιβεβαίωσε ότι με την πάροδο των ετών τα καθεστώτα ενισχύσεων είχαν τροποποιηθεί και ότι οι τροποποιήσεις αυτές δεν κοινοποιήθηκαν ποτέ στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρο 93 παράγραφος 3). Ως εκ τούτου, η ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί νέα ενίσχυση.

(16)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 δεν προβλέπει προθεσμία παραγραφής για την εξέταση των «παράνομων ενισχύσεων» κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο στ), δηλαδή των ενισχύσεων που τέθηκαν σε εφαρμογή πριν η Επιτροπή αποφανθεί κατά πόσον συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Ωστόσο, το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι οι εξουσίες της Επιτροπής σε θέματα ανακτήσεως ενίσχυσης υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής, ότι η προθεσμία παραγραφής αρχίζει την ημέρα κατά την οποία η ενίσχυση χορηγείται στο δικαιούχο και ότι κάθε μέτρο που λαμβάνει η Επιτροπή έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της προθεσμίας αυτής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο στην παρούσα περίπτωση να εξετάσει τις ενισχύσεις για τις οποίες ισχύει η παραγραφή αυτή, δηλαδή τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν περισσότερο από δέκα χρόνια πριν ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο γι’ αυτές από την Επιτροπή.

(17)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι στην παρούσα περίπτωση η προθεσμία αυτή έχει διακοπεί από την αίτηση πληροφοριών που απηύθυνε η Επιτροπή στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 24 Αυγούστου 2004. Κατά συνέπεια, η παραγραφή εφαρμόζεται για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στους δικαιούχους πριν τις 24 Αυγούστου 1994. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή περιόρισε την αξιολόγησή της στις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μεταξύ 24 Αυγούστου 1994 και Ιανουαρίου 2005.

(18)

Οι κρατικές ενισχύσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά εάν συμφωνούν με μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στη συνθήκη ΕΚ. Όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της αλιείας, τα μέτρα κρατικής ενίσχυσης θεωρείται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εάν συμφωνούν με τους όρους των κατευθυντήριων γραμμών για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του σημείου 5.3 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2004: «Μια ενίσχυση κρίνεται ως “παράνομη ενίσχυση” κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν κατά τη χρονική στιγμή έναρξης ισχύος της διοικητικής πράξης σύστασης της ενίσχυσης». Τούτο είναι επίσης σύμφωνο προς τους γενικούς κανόνες που διατυπώνονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τον καθορισμό των εφαρμοστέων κανόνων για την αξιολόγηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης (12). Επομένως, η ενίσχυση πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τη συμβατότητά της με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1994, 1997 και 2001.

(19)

Όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για την απόκτηση μεριδίου σε νέο σκάφος, η Επιτροπή, στην απόφασή της για κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, τόνισε ότι οι ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί πριν από την 1η Ιουλίου 2001 μπορούσε να θεωρηθεί ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Μετά την ημερομηνία αυτή, όμως, οι όροι του καθεστώτος δεν φαινόταν πλέον να συμβιβάζονται με τους εφαρμοστέους όρους και ως εκ τούτου η Επιτροπή είχε σοβαρές αμφιβολίες για το αν ήταν συμβατές οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή.

(20)

Από τις πληροφορίες που υπέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να διαπιστωθεί ότι δεν χορηγήθηκε καμία ενίσχυση μετά την 1η Ιουλίου 2001 για την απόκτηση μεριδίου σε νέο σκάφος και ότι από τις 14 Ιανουαρίου 2005 το καθεστώς δεν είναι πλέον σε ισχύ.

(21)

Σύμφωνα με το σημείο 2.2.3.3 των κατευθυντήριων γραμμών 1994, 1997 και 2001, οι ενισχύσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά μόνον όταν το σκάφος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ακόμη 10 έτη τουλάχιστον. Επιπλέον, βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών 1994 και 1997, το σκάφος πρέπει να είναι τουλάχιστον 10 ετών, βάσει δε των κατευθυντήριων γραμμών 2001, τουλάχιστον 20 ετών.

(22)

Το καθεστώς δεν περιλαμβάνει όρους σχετικούς με την ηλικία των σκαφών και το Ηνωμένο Βασίλειο επιβεβαίωσε ότι κανένας άλλος όρος ή ενέργεια δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη συμβατότητα με τον όρο αυτό. Επιπλέον, το καθεστώς δεν προέβλεπε απαίτηση να χρησιμοποιηθούν τα σκάφη επί 10 ακόμη έτη τουλάχιστον. Αυτό καθιστά το καθεστώς σαφώς ασύμβατο με τις κατευθυντήριες γραμμές 1994, 1997 και 2001.

(23)

Η ασυμβατότητα αυτή δεν μπορεί να αρθεί με την απαίτηση του καθεστώτος να διατηρηθεί το μερίδιο στο σκάφος επί τουλάχιστον πέντε έτη ακόμη και να χρησιμοποιείται το σκάφος για αλιεία στη διάρκεια των ετών αυτών. Η διάταξη αυτή απλώς εξασφάλιζε ότι τα σκάφη θα ήσαν σε ενέργεια κατά τα πρώτα πέντε έτη, ήτοι μόνο για το ήμισυ του διαστήματος που απαιτούν οι κατευθυντήριες γραμμές.

(24)

Επομένως, κρίνεται ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος για την απόκτηση μεριδίου σε μεταχειρισμένο σκάφος δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

(25)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο.

(26)

Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης, εφόσον τούτο αντιβαίνει στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, και ισχυρίζεται ότι η εν λόγω αρχή εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

(27)

Τα κονδύλια που χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση του καθεστώτος είναι τα ίδια κονδύλια που χρησιμοποιούνται για τις ενισχύσεις που αποτελούν αντικείμενο των αρνητικών αποφάσεων της Επιτροπής, 2003/612/ΕΚ και 2006/226/ΕΚ, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 12 της παρούσας απόφασης. Στις περιπτώσεις εκείνες, η Επιτροπή έκρινε ότι τα κονδύλια αυτά έπρεπε να θεωρηθούν κρατικοί πόροι για τους σκοπούς του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι υπό τις ειδικές περιστάσεις των υπόψη υποθέσεων, είχε δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά την ιδιωτική φύση των υπόψη κονδυλίων από την πλευρά των αρχών των Νήσων Shetland και των εμπλεκόμενων φορέων μέσω του συνδυασμού ορισμένων στοιχείων τα οποία αποκλείουν την ανάκτηση των μη συμβατών κρατικών ενισχύσεων.

(28)

Η Επιτροπή εκτιμά ωστόσο ότι στην παρούσα περίπτωση τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη στις αποφάσεις 2003/612/ΕΚ και 2006/226/ΕΚ δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν με τον ίδιο τρόπο και ότι δεν έχει δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Η Επιτροπή σημειώνει, συγκεκριμένα, τα μέτρα και τις δηλώσεις των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, που δείχνουν σαφώς ότι, κατά τη χορήγηση της εκάστοτε ενίσχυσης, οι αρμόδιες αρχές είχαν την βεβαιότητα ότι το καθεστώς συνιστούσε όντως καθεστώς κρατικής ενίσχυσης και ότι εφαρμόζονταν οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

(29)

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό η Επιτροπή παρατηρεί ότι, σε αντίθεση με τις ενισχύσεις που καλύπτονται από τις αποφάσεις 2003/612/ΕΚ και 2006/226/ΕΚ, το υπόψη καθεστώς θεσπίστηκε ως κανονικό καθεστώς ενίσχυσης και αφορά άμεσες επιχορηγήσεις σε αλιείς, οι οποίες χορηγούνται απευθείας από το Συμβούλιο των Νήσων Shetland. Επιπλέον, οι ειδικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δείχνουν σαφώς ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θεώρησε πως εφαρμόζονται οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, καθώς συμπεριλάμβανε συστηματικά τις δαπάνες βάσει του καθεστώτος στις ετήσιες εκθέσεις περί κρατικών ενισχύσεων που υπέβαλε το ΗΒ στην Επιτροπή σύμφωνα με τις κοινοτικές υποχρεώσεις. Όντως, σε απάντηση ερωτημάτων που έθεσε η Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε στην επιστολή του της 10ης Δεκεμβρίου 2004 ότι: «οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν βάσει των καθεστώτων έχουν συμπεριληφθεί στην ετήσια απογραφή κρατικών ενισχύσεων και υποβάλλονταν στην Επιτροπή κάθε έτος, όπως απαιτείται, και τούτο επί σειρά ετών» και στην επιστολή του με ημερομηνία 6 Απριλίου 2005 ότι: «Οι αρχές μου, επί σειρά ετών, ενεργούσαν καλόπιστα και με την πεποίθηση ότι τα καθεστώτα ικανοποιούσαν τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις».

(30)

Έχοντας υπόψη τις δηλώσεις αυτές και τις περιστάσεις της υπόθεσης, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απαίτηση ανάκτησης της ενίσχυσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει σε γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, η Επιτροπή θεωρεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει την ενίσχυση από τους δικαιούχους του καθεστώτος (ανεξαρτήτως των ενεργειών που έχουν ήδη γίνει), με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού ΕΚ) αριθ. 875/2007 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2007, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στον τομέα της αλιείας και για την τροποίησι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 (13).

(31)

Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, για να αποκατασταθεί πραγματικά ο ανταγωνισμός, η ανάκτηση πρέπει να περιλαμβάνει και τόκους. Οι εν λόγω τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (14). Επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να εξασφαλίσει ότι και οι ανακτήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ή βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη θα πληρούν τον όρο αυτό, στις δε περιπτώσεις που η ανάκτηση δεν περιλάμβανε τόκους, πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση και του ποσού των τόκων από τους δικαιούχους.

(32)

Η Επιτροπή ζητεί από το Ηνωμένο Βασίλειο να της επιστρέψει το συνημμένο ερωτηματολόγιο σχετικά με τη σημερινή κατάσταση της διαδικασίας ανάκτησης και να συντάξει πίνακα των δικαιούχων τους οποίους αφορά η διαδικασία ανάκτησης.

V.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(33)

Βάσει της αξιολόγησης που έγινε στο τμήμα IV, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, χορήγησε παράνομα κρατική ενίσχυση στο πλαίσιο του καθεστώτος.

(34)

Η Επιτροπή κρίνει ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εφόσον πρόκειται για ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για την απόκτηση για πρώτη φορά μεριδίου σε μεταχειρισμένο αλιευτικό σκάφος.

(35)

Επειδή μετά την 1η Ιουλίου 2001 δεν χορηγήθηκε καμία ενίσχυση για την απόκτηση για πρώτη φορά μεριδίου σε νέο αλιευτικό σκάφος, όλες οι ενισχύσεις του είδους αυτού που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος κρίνεται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

1.   Οι κρατικές ενισχύσεις που εφήρμοσε το Ηνωμένο Βασίλειο βάσει του καθεστώτος ενισχύσεων σε νέους μετόχους («του καθεστώτος») συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εφόσον πρόκειται για ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για την απόκτηση για πρώτη φορά μεριδίου σε νέο αλιευτικό σκάφος.

2.   Οι κρατικές ενισχύσεις που εφήρμοσε το Ηνωμένο Βασίλειο βάσει του καθεστώτος δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εφόσον πρόκειται για ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για την απόκτηση για πρώτη φορά μεριδίου σε μεταχειρισμένο αλιευτικό σκάφος.

Άρθρο 2

Οι μεμονωμένες ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της παρούσας απόφασης δεν συνιστούν ενισχύσεις, εάν πληρούν τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 875/2007.

Άρθρο 3

1.   Το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει από τους δικαιούχους τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, πλην εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 2.

2.   Επί των ποσών των ενισχύσεων που πρέπει να ανακτηθούν οφείλονται τόκοι από την ημερομηνία που τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι τον χρόνο της πραγματικής τους ανάκτησης.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής.

4.   Το Ηνωμένο Βασίλειο ακυρώνει την καταβολή κάθε εκκρεμούσας ενίσχυσης βάσει του καθεστώτος που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 με ισχύ από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 4

1.   Η ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 είναι άμεση και πραγματική.

2.   Το Ηνωμένο Βασίλειο εξασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 5

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, το Ηνωμένο Βασίλειο υποβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

κατάλογο των δικαιούχων που έχουν λάβει τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσας απόφασης οι οποίες δεν πληρούν τους όρους που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 875/2007 και το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που έχει λάβει κάθε ένας,

β)

το συνολικό ποσό (κεφάλαιο και τόκοι) που θα πρέπει να ανακτηθεί από κάθε δικαιούχο,

γ)

λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση, και

δ)

έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στους δικαιούχους να επιστρέψουν την ενίσχυση.

2.   Το Ηνωμένο Βασίλειο τηρεί ενήμερη την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, μέχρις ότου ολοκληρωθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Υποβάλλει αμέσως, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση.

Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά των ενισχύσεων και των τόκων ανάκτησης που έχουν ήδη ανακτηθεί από τους δικαιούχους.

Άρθρο 6

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας.

Βρυξέλλες, 13 Νοεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Joe BORG

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 1).

(2)  ΕΕ C 291 της 30.11.2006, σ. 5.

(3)  ΕΕ C 291 της 30.11.2006, σ. 5.

(4)  ΕΕ C 260 της 17.9.1994, σ. 3· ΕΕ C 100 της 27.3.1997, σ. 12· και EE C 19 της 20.1.2001, σ. 7.

(5)  Κατευθυντήριες γραμμές 1994 και 1997.

(6)  Κατευθυντήριες γραμμές 2001.

(7)  Σημείο 2.2.3.3 στοιχείο γ) των κατευθυντήριων γραμμών για την εξέταση κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας του 2001.

(8)  ΕΕ L 337 της 30.12.1999, σ. 10. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1421/2004 (ΕΕ L 260 της 6.8.2004, σ. 1).

(9)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 49.

(10)  ΕΕ L 211 της 21.8.2003, σ. 63.

(11)  ΕΕ L 81 της 18.3.2006, σ. 36.

(12)  ΕΕ C 119 της 22.5.2002, σ. 22.

(13)  ΕΕ L 193 της 25.7.2007, σ. 6.

(14)  ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1935/2006 (ΕΕ L 407 της 30.12.2006).