ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

50ό έτος
20 Δεκεμβρίου 2007


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1510/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1511/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1385/2007 για το κρέας πουλερικών

3

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1512/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1384/2007 για το κρέας πουλερικών

5

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1513/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1383/2007 για το κρέας πουλερικών

7

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1514/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1382/2007 για το χοίρειο κρέας

8

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1515/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1399/2007 για ορισμένα προϊόντα με βάση το κρέας καταγωγής Ελβετίας

9

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1516/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, περί θεσπίσεως, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των στοιχειωδών προδιαγραφών των ελέγχων για τον εντοπισμό διαρροής σε σταθερό εξοπλισμό ψύξης, κλιματισμού και αντλιών θερμότητας που περιέχουν ορισμένα φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου ( 1 )

10

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1517/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου όσον αφορά την παρέκκλιση για το διαχωρισμό των γραμμών παραγωγής βιολογικών και μη βιολογικών ζωοτροφών

13

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1518/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, για το άνοιγμα και τη διαχείριση δασμολογικής ποσόστωσης όσον αφορά το βερμούτ

14

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1519/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2430/1999, (ΕΚ) αριθ. 418/2001 και (ΕΚ) αριθ. 162/2003 όσον αφορά τους όρους έγκρισης ορισμένων προσθέτων ζωοτροφών τα οποία ανήκουν στην ομάδα των κοκκιδιοστατικών και άλλων φαρμακευτικών ουσιών ( 1 )

15

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1520/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη χορήγηση μόνιμης άδειας κυκλοφορίας για ορισμένες πρόσθετες ύλες ζωοτροφών ( 1 )

17

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1521/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, για την έγκριση νέας χρήσης του σκευάσματος Enterococcus faecium DSM 7134 (Bonvital) ως πρόσθετης ύλης ζωοτροφών ( 1 )

24

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1522/2007 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου

27

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων ( 1 )

31

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2007/851/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των αποφάσεων 2006/687/ΕΚ, 2006/875/ΕΚ και 2006/876/ΕΚ όσον αφορά την ανακατανομή της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής στα προγράμματα ορισμένων κρατών μελών για την εκρίζωση και την επιτήρηση των ασθενειών των ζώων και τους ελέγχους που αποσκοπούν στην πρόληψη των ζωονόσων για το 2007 [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 5985]

47

 

 

2007/852/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση της απόφασης 2005/5/ΕΚ σχετικά με τις κοινοτικές συγκριτικές εξετάσεις και δοκιμές στους σπόρους προς σπορά και στο πολλαπλασιαστικό υλικό του είδους Asparagus officinalis σύμφωνα με την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 6168]  ( 1 )

57

 

 

2007/853/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη συνέχιση κατά το έτος 2008 των κοινοτικών συγκριτικών εξετάσεων και δοκιμών που άρχισαν το 2005 στους σπόρους προς σπορά και στο πολλαπλασιαστικό υλικό του είδους Asparagus officinalis σύμφωνα με την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου ( 1 )

59

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στην οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 347 της 11.12.2006)

60

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1510/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν, όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3223/94 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 66. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 756/2007 (ΕΕ L 172 της 30.6.2007, σ. 41).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

IL

191,0

MA

97,9

TN

157,6

TR

116,2

ZZ

140,7

0707 00 05

JO

237,0

MA

57,0

TR

86,3

ZZ

126,8

0709 90 70

MA

74,3

TR

106,5

ZZ

90,4

0709 90 80

EG

290,4

ZZ

290,4

0805 10 20

AR

36,7

MA

76,3

TR

81,0

ZA

38,1

ZW

28,6

ZZ

52,1

0805 20 10

MA

72,4

ZZ

72,4

0805 20 30, 0805 20 50, 0805 20 70, 0805 20 90

HR

15,2

IL

66,8

TR

75,2

ZZ

52,4

0805 50 10

EG

49,3

MA

119,9

TR

102,7

ZZ

90,6

0808 10 80

CA

86,7

CN

87,6

MK

29,7

US

77,3

ZZ

70,3

0808 20 50

AR

71,1

CN

44,6

US

122,8

ZZ

79,5


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1511/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1385/2007 για το κρέας πουλερικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τον τρόπο διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής γεωργικών προϊόντων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται με σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής (2), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 2,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1385/2007 της Επιτροπής, της 26 Νοεμβρίου 2007, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 774/94 του Συμβουλίου για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων στον τομέα του κρέατος πουλερικών (3), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 6,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2008 αφορούν, για ορισμένες ποσοστώσεις, ποσότητες ανώτερες από τις διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό μπορούν να εκδοθούν τα πιστοποιητικά εισαγωγής, με τον καθορισμό συντελεστή κατανομής που πρέπει να εφαρμόζεται στις αιτούμενες ποσότητες.

(2)

Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2008 αφορούν, για ορισμένες ποσοστώσεις, ποσότητες κατώτερες από τις διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστούν οι ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις, οι οποίες εν συνεχεία πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα που καθορίζεται για την επόμενη υποπερίοδο ποσόστωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Στις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1385/2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2008 έως τις 31 Μαρτίου 2008 εφαρμόζονται οι συντελεστές κατανομής που προβλέπονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι ποσότητες για τις οποίες δεν έχουν υποβληθεί αιτήσεις πιστοποιητικών και οι οποίες πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα της υποπεριόδου από 1ης Απριλίου 2008 έως τις 30 Ιουνίου 2008 καθορίζονται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 77. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 679/2006 (ΕΕ L 119 της 4.5.2006, σ. 1). Από την 1η Ιουλίου 2008 ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2777/75 θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 (ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 238 της 1.9.2006, σ. 13. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 289/2007 (ΕΕ L 78 της 17.3.2007, σ. 17).

(3)  ΕΕ L 309 της 27.11.2007, σ. 47.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθμός ομάδας

Αύξων αριθμός

Συντελεστής κατανομής για τις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν για την υποπερίοδο από 1.1.2008-31.3.2008

(%)

Ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκε αίτηση, οι οποίες θα προστεθούν στην ποσότητα της υποπεριόδου από 1.4.2008-30.6.2008

(kg)

1

09.4410

1,077885

2

09.4411

 (1)

1 275 000

3

09.4412

1,095290

4

09.4420

1,474926

5

09.4421

2,293577

6

09.4422

1,644736


(1)  Άνευ αντικειμένου: δεν διαβιβάστηκε στην Επιτροπή καμία αίτηση πιστοποιητικού.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/5


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1512/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1384/2007 για το κρέας πουλερικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τον τρόπο διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής γεωργικών προϊόντων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται με σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής (2), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 2,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1384/2007 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2007, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2398/96 του Συμβουλίου όσον αφορά το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων ποσοστώσεων για την εισαγωγή στην Κοινότητα προϊόντων του τομέα του κρέατος πουλερικών καταγωγής Ισραήλ (3), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 5,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2008 αφορούν ποσότητες ανώτερες από τις διαθέσιμες [για τα πιστοποιητικά που υπάγονται στην ποσόστωση με αύξοντα αριθμό 09.4092]. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό μπορούν να εκδοθούν τα πιστοποιητικά εισαγωγής, με τον καθορισμό συντελεστή κατανομής που πρέπει να εφαρμόζεται στις αιτούμενες ποσότητες.

(2)

Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2008 αφορούν ποσότητες κατώτερες από τις διαθέσιμες [για τα πιστοποιητικά που υπάγονται στην ποσόστωση με αύξοντα αριθμό 09.4091]. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστούν οι ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις, οι οποίες εν συνεχεία πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα που καθορίζεται για την επόμενη υποπερίοδο ποσόστωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Στις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1384/2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2008 εφαρμόζονται οι συντελεστές κατανομής που προβλέπονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι ποσότητες για τις οποίες δεν έχουν υποβληθεί αιτήσεις πιστοποιητικών και οι οποίες πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα της υποπεριόδου από 1ης Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 2008 καθορίζονται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 77. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 679/2006 (ΕΕ L 119 της 4.5.2006, σ. 1). Από την 1η Ιουλίου 2008 ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2777/75 θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 (ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 238 της 1.9.2006, σ. 13. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 289/2007 (ΕΕ L 78 της 17.3.2007, σ. 17).

(3)  ΕΕ L 309 της 27.11.2007, σ. 40.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθμός ομάδας

Αύξων αριθμός

Συντελεστής κατανομής για τις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν για την υποπερίοδο από 1.1.2008-31.3.2008

(%)

Ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκε αίτηση και οι οποίες θα προστεθούν στην ποσότητα της υποπεριόδου από 1.4.2008-30.6.2008

(kg)

IL1

09.4092

3,012048

IL2

09.4091

 (1)

140 000


(1)  Άνευ αντικειμένου: δεν διαβιβάστηκε στην Επιτροπή καμία αίτηση πιστοποιητικού.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/7


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1513/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1383/2007 για το κρέας πουλερικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1383/2007 της Επιτροπής, της 26 Νοεμβρίου 2007, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 779/98 του Συμβουλίου όσον αφορά το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων ποσοστώσεων για την εισαγωγή στην Κοινότητα προϊόντων του τομέα του κρέατος πουλερικών καταγωγής Τουρκίας (2), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 5,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1383/2007 ανοίχθηκαν δασμολογικές ποσοστώσεις για την εισαγωγή προϊόντων του τομέα κρέατος πουλερικών.

(2)

Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2008 αφορούν ποσότητες μικρότερες από τις διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστούν οι ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις, οι οποίες εν συνεχεία πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα που καθορίζεται για την επόμενη υποπερίοδο ποσόστωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υπάγονται στην ποσόστωση με αύξοντα αριθμό 09.4103 δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2007 και οι οποίες πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα της υποπεριόδου από 1ης Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 2008, ανέρχονται σε 250 000 kg.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 77. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 679/2006 (ΕΕ L 119 της 4.5.2006, σ. 1). Από την 1η Ιουλίου 2008 ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2777/75 θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 (ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 309 της 27.11.2007, σ. 34.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/8


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1514/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1382/2007 για το χοίρειο κρέας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2759/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1382/2007 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2007, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 774/94 του Συμβουλίου όσον αφορά το καθεστώς εισαγωγής για το χοίρειο κρέας (2), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 6,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1382/2007 ανοίχθηκαν δασμολογικές ποσοστώσεις για την εισαγωγή προϊόντων του τομέα του χοιρείου κρέατος.

(2)

Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2008 αφορούν ποσότητες μικρότερες από τις διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστούν οι ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις, οι οποίες εν συνεχεία πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα που καθορίζεται για την επόμενη υποπερίοδο ποσόστωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υπάγονται στην ποσόστωση με αύξοντα αριθμό 09.4046 δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1382/2007, και οι οποίες πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα της υποπεριόδου από 1ης Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 2008, ανέρχονται σε 1 750 000 kg.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1913/2005 (ΕΕ L 307 της 25.11.2005, σ. 2). Από την 1η Ιουλίου 2008 ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2759/75 θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 (ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 309 της 27.11.2007, σ. 28.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/9


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1515/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1399/2007 για ορισμένα προϊόντα με βάση το κρέας καταγωγής Ελβετίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2759/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1399/2007 της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 2007, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης δασμολογικής ποσόστωσης όσον αφορά τα λουκάνικα και ορισμένα προϊόντα με βάση το κρέας καταγωγής Ελβετίας (2), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 5,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1399/2007 ανοίχθηκαν δασμολογικές ποσοστώσεις για την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων με βάση το κρέας.

(2)

Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν κατά το πρώτο επταήμερο του Δεκεμβρίου 2007 για την υποπερίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2008 αφορούν ποσότητες μικρότερες από τις διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, πρέπει να προσδιοριστούν οι ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις, οι οποίες εν συνεχεία πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα που καθορίζεται για την επόμενη υποπερίοδο ποσόστωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι ποσότητες για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υπάγονται στην ποσόστωση με αύξοντα αριθμό 09.4180 βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1399/2007 και οι οποίες πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα της υποπεριόδου από 1ης Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 2008, ανέρχονται σε 475 000 kg.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1913/2005 (ΕΕ L 307 της 25.11.2005, σ. 2). Από την 1η Ιουλίου 2008 ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2759/75 θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 (ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 311 της 29.11.2007, σ. 7.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/10


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1516/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

περί θεσπίσεως, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των στοιχειωδών προδιαγραφών των ελέγχων για τον εντοπισμό διαρροής σε σταθερό εξοπλισμό ψύξης, κλιματισμού και αντλιών θερμότητας που περιέχουν ορισμένα φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 842/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για ορισμένα φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου (1), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 7,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 842/2006, τα αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό ψύξης, κλιματισμού και αντλιών θερμότητας πρέπει να περιλαμβάνουν ορισμένες πληροφορίες. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η αναγραφή περαιτέρω πληροφοριών στα αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό.

(2)

Τα αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες για την ποσότητα πλήρωσης με φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου. Όποτε είναι άγνωστη η ποσότητα πλήρωσης με φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου, ο χειριστής του επίμαχου εξοπλισμού πρέπει να μεριμνά για τον προσδιορισμό της ποσότητας από πιστοποιημένο προσωπικό, ώστε να διευκολύνεται ο εντοπισμός της διαρροής.

(3)

Το πιστοποιημένο προσωπικό, πριν διενεργήσει έλεγχο διαρροής, εξετάζει προσεκτικά τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό για τη διαπίστωση προγενέστερων προβλημάτων και συμβουλεύεται προηγούμενες καταχωρίσεις.

(4)

Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική συγκράτηση των διαρροών, οι έλεγχοι πρέπει να επικεντρώνονται στα μέρη του εξοπλισμού με τη μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν διαρροή.

(5)

Οι έλεγχοι διαρροής πρέπει να διενεργούνται με τη χρήση άμεσων ή έμμεσων μεθόδων μέτρησης. Με τις άμεσες μεθόδους μέτρησης, η διαρροή εντοπίζεται από συσκευές ανίχνευσης που μπορούν να διαπιστώσουν εάν η ποσότητα πλήρωσης με φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου διαφεύγει από το σύστημα. Οι έμμεσες μέθοδοι μέτρησης βασίζονται στην ανώμαλη συμπεριφορά του συστήματος και στην ανάλυση των σχετικών παραμέτρων.

(6)

Οι έμμεσες μέθοδοι μέτρησης πρέπει να εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που η εξέλιξη της διαρροής είναι βραδεία και όταν ο εξοπλισμός είναι τοποθετημένος σε καλά αεριζόμενο χώρο που καθιστά δυσχερή την ανίχνευση της διαφυγής φθοριούχων αερίων θερμοκηπίου στον ατμοσφαιρικό αέρα. Οι άμεσες μέθοδοι μέτρησης είναι απαραίτητες για τον επακριβή εντοπισμό του σημείου διαρροής. Την απόφαση για την επιλογή της μεθόδου μέτρησης λαμβάνει πιστοποιημένο προσωπικό το οποίο έχει την κατάλληλη κατάρτιση και πείρα για να καθορίσει την καλύτερα ενδεδειγμένη μέθοδο μέτρησης για την κάθε περίπτωση.

(7)

Κάθε ένδειξη διαρροής πρέπει να διερευνάται με έλεγχο για τον εντοπισμό και την αποκατάστασή της.

(8)

Για να εξασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία του επισκευασμένου συστήματος, ο επακόλουθος έλεγχος που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 842/2006 πρέπει να επικεντρώνεται στα μέρη του συστήματος στα οποία έχει ανιχνευθεί διαρροή καθώς και στα γειτονικά τους μέρη.

(9)

Η πλημμελής εγκατάσταση νέων συστημάτων συνιστά σημαντικό κίνδυνο διαρροής. Κατά συνέπεια, νεοεγκατεστημένα συστήματα πρέπει να ελέγχονται για διαρροή αμέσως μετά τη θέση τους σε λειτουργία.

(10)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2037/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006, οι στοιχειώδεις προδιαγραφές των ελέγχων για τον εντοπισμό διαρροής σε λειτουργούντα ή προσωρινά εκτός λειτουργίας σταθερό εξοπλισμό ψύξης, κλιματισμού και αντλιών θερμότητας ο οποίος περιέχει τουλάχιστον 3 kg φθοριούχων αερίων θερμοκηπίου.

Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε εξοπλισμό με ερμητικά σφραγισμένο σύστημα ο οποίος επισημαίνεται αναλόγως και περιέχει ποσότητα μικρότερη από 6 kg φθοριούχων αερίων θερμοκηπίου.

Άρθρο 2

Αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό

1.   Ο χειριστής αναφέρει το ονοματεπώνυμό του, την ταχυδρομική του διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου του στα αρχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006, που καλούνται στο εξής «αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό».

2.   Η ποσότητα φθοριούχων αερίων θερμοκηπίου για τον εξοπλισμό ψύξης, κλιματισμού και αντλιών θερμότητας δηλώνεται στα αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό.

3.   Όποτε η ποσότητα φθοριούχων αερίων θερμοκηπίου για τον εξοπλισμό ψύξης, κλιματισμού και αντλιών θερμότητας δεν δηλώνεται στις τεχνικές προδιαγραφές του κατασκευαστή ή στην επισήμανση του συστήματος, ο χειριστής μεριμνά για τον προσδιορισμό της ποσότητας από πιστοποιημένο προσωπικό.

4.   Όταν το αίτιο της διαρροής διαπιστωθεί, δηλώνεται στα αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό.

Άρθρο 3

Εξέταση αρχείων σχετικά με τον εξοπλισμό

1.   Πριν διενεργήσει έλεγχο διαρροής, το πιστοποιημένο προσωπικό ανατρέχει στα αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό.

2.   Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται εν προκειμένω στις πληροφορίες που αφορούν επαναλαμβανόμενα προβλήματα ή προβληματικές περιοχές.

Άρθρο 4

Συστηματικοί έλεγχοι

Ελέγχονται συστηματικά τα ακόλουθα μέρη του εξοπλισμού ψύξης, κλιματισμού και αντλιών θερμότητας:

1.

σύνδεσμοι,

2.

βαλβίδες συμπεριλαμβανομένων των βάκτρων,

3.

στεγανοδακτύλιοι, συμπεριλαμβανομένων στεγανοδακτυλίων σε αντικαταστάσιμα ξηραντήρια ή φίλτρα,

4.

μέρη του συστήματος που υφίστανται δονήσεις,

5.

συνδέσεις με διατάξεις ασφαλείας ή λειτουργίας.

Άρθρο 5

Επιλογή μεθόδου μέτρησης

1.   Το πιστοποιημένο προσωπικό εφαρμόζει άμεση μέθοδο μέτρησης όπως καθορίζεται στο άρθρο 6 ή έμμεση μέθοδο μέτρησης όπως καθορίζεται στο άρθρο 7 όταν διενεργεί έλεγχο διαρροής σε εξοπλισμό ψύξης, κλιματισμού και αντλίες θερμότητας.

2.   Άμεσες μέθοδοι μέτρησης επιτρέπεται να εφαρμόζονται για κάθε περίπτωση.

3.   Έμμεσες μέθοδοι μέτρησης χρησιμοποιούνται μόνον όταν οι αναφερόμενες στο άρθρο 7 παράγραφος 1 προς ανάλυση παράμετροι του εξοπλισμού παρέχουν αξιόπιστα στοιχεία για την ποσότητα πλήρωσης με φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου που δηλώνεται στα αρχεία σχετικά με τον εξοπλισμό και για την πιθανότητα διαρροής.

Άρθρο 6

Άμεσες μέθοδοι μέτρησης

1.   Για τον εντοπισμό διαρροής, το πιστοποιημένο προσωπικό χρησιμοποιεί μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες άμεσες μεθόδους μέτρησης:

α)

έλεγχος των κυκλωμάτων και κατασκευαστικών μερών στα οποία υφίσταται κίνδυνος διαρροής χρησιμοποιώντας ανιχνευτές αερίου κατάλληλους για το ψυκτικό μέσο του συστήματος·

β)

έγχυση, στο κύκλωμα, ρευστού για ανίχνευση υπεριώδους (UV) ή κατάλληλης χρωστικής ουσίας·

γ)

ειδικά αφρώδη διαλύματα/σαπουνόφουσκες.

2.   Οι ανιχνευτές αερίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) ελέγχονται ανά δώδεκα μήνες για να εξασφαλιστεί η ορθή λειτουργία τους. Η ευαισθησία φορητών ανιχνευτών αερίου είναι τουλάχιστον 5 γραμμάρια ανά έτος.

3.   Η έγχυση στο κύκλωμα ρευστού για ανίχνευση UV ή κατάλληλης χρωστικής ουσίας διενεργείται μόνον εάν ο κατασκευαστής του εξοπλισμού εγκρίνει αυτές τις μεθόδους ανίχνευσης ως τεχνικώς εφικτές. Η μέθοδος εφαρμόζεται από προσωπικό πιστοποιημένο να εκτελεί δραστηριότητες οι οποίες συνεπάγονται παρέμβαση σε κύκλωμα ψύξης που περιέχει φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου.

4.   Σε περίπτωση που, μολονότι δεν εντοπίζεται διαρροή με τις μεθόδους που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και τα μέρη που αναφέρονται στο άρθρο 4 δεν παρουσιάζουν ένδειξη διαρροής, το πιστοποιημένο προσωπικό θεωρεί ότι υπάρχει διαρροή, το προσωπικό επιθεωρεί άλλα μέρη του εξοπλισμού.

5.   Πριν από δοκιμή πίεσης με άζωτο απαλλαγμένο από οξυγόνο (Oxygen Free Nitrogen, OFN) ή με άλλο κατάλληλο αέριο δοκιμής πίεσης για τον έλεγχο διαρροής, ανακτώνται από όλο το σύστημα τα φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου από προσωπικό πιστοποιημένο να ανακτά φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου από το συγκεκριμένο είδος εξοπλισμού.

Άρθρο 7

Έμμεσες μέθοδοι μέτρησης

1.   Για τον εντοπισμό διαρροής, το πιστοποιημένο προσωπικό ελέγχει οπτικά και με το χέρι τον εξοπλισμό και αναλύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες παραμέτρους:

α)

πίεση·

β)

θερμοκρασία·

γ)

ρεύμα συμπιεστή·

δ)

στάθμη υγρών·

ε)

ποσότητα επαναπλήρωσης.

2.   Κάθε ένδειξη διαρροής φθοριούχων αερίων θερμοκηπίου διερευνάται με εξέταση διαρροής χρησιμοποιώντας άμεση μέθοδο που καθορίζεται στο άρθρο 6.

3.   Μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες καταστάσεις συνιστά ένδειξη διαρροής:

α)

ένα σταθερό σύστημα ανίχνευσης διαρροής δείχνει ότι συμβαίνει διαρροή·

β)

ασυνήθεις θόρυβοι ή δονήσεις ή ανεπαρκής ψυκτική απόδοση του εξοπλισμού ή σχηματισμός πάγου·

γ)

συμπτώματα διάβρωσης, διαρροή λιπαντικών ελαίων και βλάβες κατασκευαστικών μερών σε σημεία όπου είναι πιθανή διαρροή·

δ)

ενδείξεις διαρροής από διαφανείς θυρίδες επιθεωρήσεως ή δείκτες στάθμης ή άλλες οπτικές βοηθητικές ενδείξεις·

ε)

ενδείξεις βλάβης σε διακόπτες ασφαλείας, διακόπτες πίεσης, μετρητές και συνδέσεις αισθητήρων·

στ)

αποκλίσεις από τις κανονικές συνθήκες λειτουργίας οι οποίες προκύπτουν από τις παραμέτρους που αναλύθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των μετρήσεων πραγματικού χρόνου από ηλεκτρονικά συστήματα·

ζ)

άλλες ενδείξεις απώλειας ψυκτικού μέσου.

Άρθρο 8

Επισκευή διαρροής

1.   Ο χειριστής μεριμνά για την εκτέλεση της επισκευής από προσωπικό πιστοποιημένο να εκτελεί τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Πριν από την επισκευή πραγματοποιείται, εάν χρειάζεται, απάντληση ή ανάκτηση.

2.   Ο χειριστής εξασφαλίζει ότι διενεργείται, εάν χρειάζεται, δοκιμή διαρροής με άζωτο απαλλαγμένο από οξυγόνο ή με άλλο κατάλληλο ξηρό αέριο δοκιμής πίεσης και, ακολούθως, εκκένωση, επαναπλήρωση και δοκιμή στεγανότητας.

Πριν από δοκιμή πίεσης με άζωτο απαλλαγμένο από οξυγόνο (Oxygen Free Nitrogen, OFN) ή με άλλο κατάλληλο αέριο δοκιμής πίεσης για τον έλεγχο διαρροής ανακτώνται από όλο το σύστημα τα φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου από προσωπικό πιστοποιημένο να ανακτά φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου από το συγκεκριμένο είδος εξοπλισμού.

3.   Εφόσον είναι δυνατόν, διαπιστώνεται το αίτιο της διαρροής, ούτως ώστε να αποφευχθεί επανάληψή της.

Άρθρο 9

Επακόλουθος έλεγχος

Όταν διενεργεί επακόλουθο έλεγχο όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006, το πιστοποιημένο προσωπικό επικεντρώνεται στα μέρη όπου διαπιστώθηκαν και επισκευάστηκαν διαρροές, καθώς και σε γειτονικά μέρη που καταπονήθηκαν κατά την επισκευή.

Άρθρο 10

Απαιτήσεις για εξοπλισμό που τίθεται σε λειτουργία πρώτη φορά

Νεοεγκατεστημένος εξοπλισμός υποβάλλεται σε έλεγχο διαρροής αμέσως μετά τη θέση του σε λειτουργία.

Άρθρο 11

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Σταύρος ΔΉΜΑΣ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 161 της 14.6.2006, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 244 της 29.9.2000, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2007/540/ΕΚ (ΕΕ L 198 της 31.7.2007, σ. 35).


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/13


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1517/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου όσον αφορά την παρέκκλιση για το διαχωρισμό των γραμμών παραγωγής βιολογικών και μη βιολογικών ζωοτροφών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1991, περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής (1), και ιδίως το άρθρο 13 δεύτερη περίπτωση,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το παράρτημα III μέρος E σημείο 3 δεύτερη παράγραφος του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 προβλέπει παρέκκλιση από την υποχρέωση βάσει της οποίας όλος ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται στις μονάδες για την παρασκευή σύνθετων ζωοτροφών οι οποίες υπάγονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου πρέπει να είναι τελείως χωριστός από τον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για την παρασκευή σύνθετων ζωοτροφών που δεν υπάγονται στον κανονισμό αυτό. Η εν λόγω παρέκκλιση λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2007.

(2)

Η πείρα έδειξε ότι η εν λόγω παρέκκλιση εφαρμόζεται ευρέως από τις επιχειρήσεις. Η χρήση της ίδιας γραμμής παραγωγής για την παραγωγή βιολογικών και μη βιολογικών ζωοτροφών που διαχωρίζονται χρονικά απαιτεί την εφαρμογή των κατάλληλων μέτρων καθαρισμού για να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της παραγωγής των βιολογικών ζωοτροφών. Έχει αποδειχθεί ότι τα εν λόγω μέτρα όταν εφαρμόζονται υπό αυστηρό έλεγχο μπορεί να είναι αποτελεσματικά.

(3)

Το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για την βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 (2) προβλέπει ότι η παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών ζωοτροφών διαχωρίζεται χρονικά ή τοπικά από την παραγωγή μεταποιημένων μη βιολογικών ζωοτροφών.

(4)

Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να παραταθεί η παρέκκλιση μέχρι να αρχίσει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 834/2007 από την 1η Ιανουαρίου 2009.

(5)

Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(6)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο παράρτημα III μέρος E σημείο 3 δεύτερη παράγραφος του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91, η ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2007» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2008».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 198 της 22.7.1991, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1319/2007 της Επιτροπής (ΕΕ L 293 της 10.11.2007, σ. 3).

(2)  ΕΕ L 189 της 20.7.2007, σ. 1.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/14


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1518/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

για το άνοιγμα και τη διαχείριση δασμολογικής ποσόστωσης όσον αφορά το βερμούτ

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3448/93 του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1993, για τον καθορισμό του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται για ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (1), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η συμφωνία υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αργεντινής σχετικά με την τροποποίηση των παραχωρήσεων που προβλέπονται στους πίνακες της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λεττονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (2), που εγκρίθηκε με την απόφαση 2006/930/ΕΚ του Συμβουλίου (3), προβλέπει το άνοιγμα δασμολογικής ποσόστωσης erga omnes για το βερμούτ. Αυτή η ποσόστωση πρέπει να ανοίξει.

(2)

Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (4), ορίστηκαν οι κανόνες διαχείρισης για δασμολογικές ποσοστώσεις με στόχο να χρησιμοποιούνται ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά ημερομηνιών των τελωνειακών διασαφήσεων. Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι η διαχείριση της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίγει με τον παρόντα κανονισμό πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς.

(3)

Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της Επιτροπής βάσει της συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών, κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2007.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης οριζόντιων θεμάτων σχετικών με το εμπόριο μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων που δεν υπάγονται στο παράρτημα Ι,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ανοίγεται ετήσια δασμολογική ποσόστωση (αύξων αριθμός 09.0098) 13 810 hl (erga omnes) για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα το βερμούτ και άλλα κρασιά από νωπά σταφύλια, παρασκευασμένα με τη βοήθεια φυτών ή αρωματικών ουσιών σε δοχεία περιεκτικότητας μεγαλύτερης των 2 λίτρων που έχουν κατ’ όγκον αλκοολικό τίτλο όχι μεγαλύτερο από 18 % vol και υπάγονται στην κλάση 2205 90 10, με συντελεστή 7 ευρώ/hl για τη δασμολογική ποσόστωση.

Άρθρο 2

Η Επιτροπή διαχειρίζεται την ετήσια δασμολογική ποσόστωση που προβλέπεται στο άρθρο 1, σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στα άρθρα 308α, 308β και 308γ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Günter VERHEUGEN

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ L 318 της 20.12.1993, σ. 18. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2580/2000 (ΕΕ L 298 της 25.11.2000, σ. 5).

(2)  ΕΕ L 355 της 15.12.2006, σ. 92.

(3)  ΕΕ L 355 της 15.12.2006, σ. 91.

(4)  ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 214/2007 (ΕΕ L 62 της 1.3.2007, σ. 6).


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/15


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1519/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2430/1999, (ΕΚ) αριθ. 418/2001 και (ΕΚ) αριθ. 162/2003 όσον αφορά τους όρους έγκρισης ορισμένων προσθέτων ζωοτροφών τα οποία ανήκουν στην ομάδα των κοκκιδιοστατικών και άλλων φαρμακευτικών ουσιών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (1), και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 προβλέπει δυνατότητα αλλαγής των όρων της άδειας που έχει χορηγηθεί σε πρόσθετη ύλη ύστερα από την υποβολή σχετικής αίτησης του κατόχου της άδειας.

(2)

Η χρήση του προσθέτου diclazuril 0,5 g/100 g («Clinacox 0,5 % Premix») και diclazuril 0,2 g/100 g («Clinacox 0,2 % Premix»), που ανήκει στην ομάδα των «κοκκιδιοστατικών και άλλων φαρμακευτικών ουσιών», εγκρίθηκε για περίοδο δέκα ετών για τα κοτόπουλα που εκτρέφονται για πάχυνση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2430/1999 της Επιτροπής (2). Η άδεια που χορηγήθηκε συνδέθηκε με τον υπεύθυνο κυκλοφορίας του προσθέτου.

(3)

Η χρήση του προσθέτου diclazuril 0,5 g/100 g («Clinacox 0,5 % Premix») και diclazuril 0,2 g/100 g («Clinacox 0,2 % Premix»), που ανήκει στην ομάδα των «κοκκιδιοστατικών και άλλων φαρμακευτικών ουσιών», εγκρίθηκε για περίοδο δέκα ετών για τις γαλοπούλες που εκτρέφονται για πάχυνση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 418/2001 της Επιτροπής (3). Η άδεια που χορηγήθηκε συνδέθηκε με τον υπεύθυνο κυκλοφορίας του προσθέτου.

(4)

Η χρήση του προσθέτου diclazuril 0,5 g/100 g («Clinacox 0,5 % Premix») και diclazuril 0,2 g/100 g («Clinacox 0,2 % Premix»), που ανήκει στην ομάδα των «κοκκιδιοστατικών και άλλων φαρμακευτικών ουσιών», εγκρίθηκε για περίοδο δέκα ετών για τα κοτόπουλα που εκτρέφονται για ωοπαραγωγή με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 162/2003 της Επιτροπής (4). Η άδεια που χορηγήθηκε συνδέθηκε με τον υπεύθυνο κυκλοφορίας του προσθέτου.

(5)

Ο κάτοχος των αδειών, Janssen Animal Health BVBA, υπέβαλε αιτήσεις βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 προτείνοντας να αλλάξει η επωνυμία του υπευθύνου κυκλοφορίας στην αγορά των προσθέτων που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 του παρόντος κανονισμού. Με την αίτηση υποβλήθηκαν στοιχεία που αποδείκνυαν ότι τα δικαιώματα κυκλοφορίας στην αγορά για τα πρόσθετα αυτά είχαν εκχωρηθεί στη Janssen Pharmaceutica NV, τη βελγική μητρική εταιρεία του κατόχου των αδειών, με ισχύ από 2ας Ιουλίου 2007.

(6)

Η μεταβίβαση της άδειας ενός προσθέτου που συνδέεται με ένα πρόσωπο υπεύθυνο για την κυκλοφορία του στην αγορά σε άλλο πρόσωπο βασίζεται σε μια καθαρά διοικητική διαδικασία και δεν είχε ως αποτέλεσμα νέα αξιολόγηση των προσθέτων. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων ήταν ενημερωμένη για την αίτηση.

(7)

Για να μπορέσει η εταιρεία Janssen Pharmaceutica NV να εκμεταλλευθεί τα δικαιώματα κυριότητάς της από 2ας Ιουλίου 2007, είναι απαραίτητο να αλλάξει αναλόγως το όνομα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την κυκλοφορία στην αγορά από 2ας Ιουλίου 2007. Συνεπώς, είναι αναγκαίο ο παρών κανονισμός να έχει αναδρομική ισχύ.

(8)

Ως εκ τούτου πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 2430/1999, (ΕΚ) αριθ. 418/2001 και (ΕΚ) αριθ. 162/2003.

(9)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος για την εξάντληση των αποθεμάτων που υπάρχουν.

(10)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2430/1999, στη στήλη 2 της καταχώρισης E 771, οι λέξεις «Janssen Animal Health BVBA» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Janssen Pharmaceutica NV».

2.   Στο παράρτημα III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 418/2001, στη στήλη 2 της καταχώρισης E 771, οι λέξεις «Janssen Animal Health BVBA» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Janssen Pharmaceutica NV».

3.   Στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 162/2003, στη στήλη 2 της καταχώρισης E 771, οι λέξεις «Janssen Animal Health BVBA» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Janssen Pharmaceutica NV».

Άρθρο 2

Τα υπάρχοντα αποθέματα που ανταποκρίνονται στις ισχύουσες διατάξεις πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού μπορούν να εξακολουθήσουν να κυκλοφορούν στην αγορά και να χρησιμοποιούνται έως τις 30 Απριλίου 2008.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 2 Ιουλίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 378/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 59 της 5.3.2005, σ. 8).

(2)  ΕΕ L 296 της 17.11.1999, σ. 3. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 249/2006 (ΕΕ L 42 της 14.2.2006, σ. 22).

(3)  ΕΕ L 62 της 2.3.2001, σ. 3.

(4)  ΕΕ L 26 της 31.1.2003, σ. 3.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/17


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1520/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

σχετικά με τη χορήγηση μόνιμης άδειας κυκλοφορίας για ορισμένες πρόσθετες ύλες ζωοτροφών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων (1), και ιδίως το άρθρο 3 και το άρθρο 9Δ παράγραφος 1,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (2), και ιδίως το άρθρο 25,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 προβλέπει τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων.

(2)

Το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 θεσπίζει μεταβατικά μέτρα για τις αιτήσεις χορήγησης άδειας κυκλοφορίας για πρόσθετες ύλες ζωοτροφών που υποβλήθηκαν σύμφωνα με την οδηγία 70/524/ΕΟΚ πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003.

(3)

Οι αιτήσεις χορήγησης άδειας κυκλοφορίας για τις πρόσθετες ύλες που παρατίθενται στα παραρτήματα του παρόντος κανονισμού υποβλήθηκαν πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003.

(4)

Οι αρχικές παρατηρήσεις σχετικά με τις αιτήσεις αυτές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ, διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003. Επομένως, οι αιτήσεις αυτές πρέπει να εξακολουθήσουν να εξετάζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ.

(5)

Η χρήση του παρασκευάσματος μικροοργανισμών Saccharomyces cerevisiae (MUCL 39885) έλαβε προσωρινή έγκριση για πρώτη φορά για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 879/2004 της Επιτροπής (3). Έχουν υποβληθεί νέα στοιχεία για την υποστήριξη της αίτησης χορήγησης άδειας κυκλοφορίας του εν λόγω παρασκευάσματος μικροοργανισμών για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής χωρίς χρονικό περιορισμό. Από την αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 3Α της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ για τη χορήγηση τέτοιας άδειας. Συνεπώς, η χρήση αυτού του παρασκευάσματος μικροοργανισμών, όπως ορίζεται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εγκριθεί χωρίς χρονικό περιορισμό.

(6)

Η χρήση του παρασκευάσματος μικροοργανισμών Enterococcus faecium (DSM 10663/NCIMB 10415) έλαβε προσωρινή έγκριση για πρώτη φορά για γαλοπούλες προς πάχυνση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1801/2003 της Επιτροπής (4). Έχουν υποβληθεί νέα στοιχεία για την υποστήριξη της αίτησης χορήγησης άδειας κυκλοφορίας του εν λόγω παρασκευάσματος μικροοργανισμών χωρίς χρονικό περιορισμό. Από την αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 3Α της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ για τη χορήγηση τέτοιας άδειας. Συνεπώς, η χρήση αυτού του παρασκευάσματος μικροοργανισμών, όπως ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εγκριθεί χωρίς χρονικό περιορισμό.

(7)

Η χρήση του παρασκευάσματος μικροοργανισμών Enterococcus faecium (DSM 10663/NCIMB 10415) έλαβε προσωρινή έγκριση για πρώτη φορά για σκύλους με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1288/2004 της Επιτροπής (5). Έχουν υποβληθεί νέα στοιχεία για την υποστήριξη της αίτησης χορήγησης άδειας κυκλοφορίας του εν λόγω παρασκευάσματος μικροοργανισμών χωρίς χρονικό περιορισμό. Από την αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 3Α της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ για τη χορήγηση τέτοιας άδειας. Συνεπώς, η χρήση αυτού του παρασκευάσματος μικροοργανισμών, όπως ορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εγκριθεί χωρίς χρονικό περιορισμό.

(8)

Η χρήση του παρασκευάσματος μικροοργανισμών Lactobacillus acidophilus (D2/CSL CECT 4529) έλαβε προσωρινή έγκριση για πρώτη φορά για ωοτόκες όρνιθες με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2154/2003 της Επιτροπής (6). Έχουν υποβληθεί νέα στοιχεία για την υποστήριξη της αίτησης χορήγησης άδειας κυκλοφορίας του εν λόγω παρασκευάσματος μικροοργανισμών χωρίς χρονικό περιορισμό. Από την αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 3Α της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ για τη χορήγηση τέτοιας άδειας. Συνεπώς, η χρήση αυτού του παρασκευάσματος μικροοργανισμών, όπως ορίζεται στο παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εγκριθεί χωρίς χρονικό περιορισμό.

(9)

Η χρήση του παρασκευάσματος ενζύμων ενδο-1,4-β-γλυκανάσης, EC 3.2.1.4 που παράγεται από το Trichoderma longibrachiatum (IMI SD 142) έλαβε προσωρινή έγκριση για πρώτη φορά για χοιρίδια με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1436/98 της Επιτροπής (7). Έχουν υποβληθεί νέα στοιχεία για την υποστήριξη της αίτησης χορήγησης άδειας κυκλοφορίας για το εν λόγω παρασκεύασμα ενζύμων χωρίς χρονικό περιορισμό. Από την αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 3Α της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ για τη χορήγηση τέτοιας άδειας. Συνεπώς, η χρήση αυτού του παρασκευάσματος ενζύμων, όπως ορίζεται στο παράρτημα V του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εγκριθεί χωρίς χρονικό περιορισμό.

(10)

Από την αξιολόγηση των εν λόγω αιτήσεων διαπιστώνεται ότι πρέπει να τηρούνται ορισμένες διαδικασίες για την προστασία των εργαζομένων από την έκθεση στις πρόσθετες ύλες που καθορίζονται στα παραρτήματα. Η προστασία αυτή πρέπει να διασφαλίζεται με την εφαρμογή της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (8).

(11)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παρασκεύασμα που ανήκει στην ομάδα «Μικροοργανισμοί», όπως προσδιορίζεται στο παράρτημα I, εγκρίνεται για χρήση χωρίς χρονικό περιορισμό ως πρόσθετη ύλη στη διατροφή των ζώων σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

Άρθρο 2

Το παρασκεύασμα που ανήκει στην ομάδα «Μικροοργανισμοί», όπως προσδιορίζεται στο παράρτημα ΙΙ, εγκρίνεται για χρήση χωρίς χρονικό περιορισμό ως πρόσθετη ύλη στη διατροφή των ζώων σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

Άρθρο 3

Το παρασκεύασμα που ανήκει στην ομάδα «Μικροοργανισμοί», όπως προσδιορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ, εγκρίνεται για χρήση χωρίς χρονικό περιορισμό ως πρόσθετη ύλη στη διατροφή των ζώων σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

Άρθρο 4

Το παρασκεύασμα που ανήκει στην ομάδα «Μικροοργανισμοί», όπως προσδιορίζεται στο παράρτημα IV, εγκρίνεται για χρήση χωρίς χρονικό περιορισμό ως πρόσθετη ύλη στη διατροφή των ζώων σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

Άρθρο 5

Το παρασκεύασμα που ανήκει στην ομάδα των ενζύμων, όπως ορίζεται στο παράρτημα V, εγκρίνεται χωρίς χρονικό περιορισμό ως πρόσθετη ύλη στη διατροφή των ζώων σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα.

Άρθρο 6

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 270 της 14.12.1970, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1800/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 317 της 16.10.2004, σ. 37).

(2)  ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 378/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 59 της 5.3.2005, σ. 8).

(3)  ΕΕ L 162 της 30.4.2004, σ. 65.

(4)  ΕΕ L 264 της 15.10.2003, σ. 16.

(5)  ΕΕ L 243 της 15.7.2004, σ. 10. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1812/2005 (ΕΕ L 291 της 5.11.2005, σ. 18).

(6)  ΕΕ L 324 της 11.12.2003, σ. 11.

(7)  ΕΕ L 191 της 7.7.1998, σ. 15.

(8)  ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2007/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 165 της 27.6.2007, σ. 21).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Αριθμός ΕΚ

Πρόσθετη ύλη

Χημικός τύπος, περιγραφή

Είδος ή κατηγορία ζώων

Μέγιστη ηλικία

Ελάχιστη περιεκτικότητα

Μέγιστη περιεκτικότητα

Άλλες διατάξεις

Λήξη της περιόδου έγκρισης

Μονάδες δραστικότητας (CFU) ανά kg πλήρους ζωοτροφής

Μικροοργανισμοί

E 1710

Saccharomyces cerevisiae

MUCL 39885

Παρασκεύασμα Saccharomyces cerevisiae με ελάχιστη περιεκτικότητα:

Με τη μορφή σκόνης, σφαιρικών και ωοειδών κόκκων:

1 × 109 CFU/g πρόσθετης ύλης

Αγελάδες γαλακτοπαραγωγής

1,23 × 109

2,33 × 109

1.

Στις οδηγίες χρήσης της πρόσθετης ύλης και του προμείγματος πρέπει να αναφέρεται η θερμοκρασία αποθήκευσης, η διάρκεια αποθήκευσης και η σταθερότητα έναντι σχηματισμού συσφαιρωμάτων.

2.

H ποσότητα Saccharomyces cerevisiae σε καθημερινή δοσολογία δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 8,4 × 109 CFU ανά 100 kg σωματικού βάρους έως τα 600 kg. Άνω των 600 kg πρέπει να προστίθεται 0,9 × 109 CFU ανά 100 kg σωματικού βάρους.

Χωρίς χρονικό περιορισμό


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Αριθμός ΕΚ

Πρόσθετη ύλη

Χημικός τύπος, περιγραφή

Είδος ή κατηγορία ζώων

Μέγιστη ηλικία

Ελάχιστη περιεκτικότητα

Μέγιστη περιεκτικότητα

Άλλες διατάξεις

Λήξη της περιόδου έγκρισης

Μονάδες δραστικότητας (CFU) ανά kg πλήρους ζωοτροφής

Μικροοργανισμοί

E 1707

Enterococcus faecium

DSM 10663/NCIMB 10415

Παρασκεύασμα Enterococcus faecium με ελάχιστη περιεκτικότητα:

 

Σε μορφή σκόνης και κόκκων:

3,5 × 1010 CFU/g πρόσθετης ύλης

 

Επικαλυμμένη μορφή:

2,0 × 1010 CFU/g πρόσθετης ύλης

 

Υγρή μορφή:

1 × 1010 CFU/ml πρόσθετης ύλης

Γαλοπούλες προς πάχυνση

1 × 107

1,0 × 109

1.

Στις οδηγίες χρήσης της πρόσθετης ύλης και του προμείγματος πρέπει να αναφέρεται η θερμοκρασία αποθήκευσης, η διάρκεια αποθήκευσης και η σταθερότητα έναντι σχηματισμού συσφαιρωμάτων.

2.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε σύνθετες ζωοτροφές που περιέχουν τα εγκεκριμένα κοκκιδιοστατικά: diclazuril, halofuginone, lasalocid sodium, maduramicin ammonium monensin sodium, robenidine.

Χωρίς χρονικό περιορισμό


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Αριθμός ΕΚ

Πρόσθετη ύλη

Χημικός τύπος, περιγραφή

Είδος ή κατηγορία ζώων

Μέγιστη ηλικία

Ελάχιστη περιεκτικότητα

Μέγιστη περιεκτικότητα

Άλλες διατάξεις

Λήξη της περιόδου έγκρισης

Μονάδες δραστικότητας (CFU) ανά kg πλήρους ζωοτροφής

Μικροοργανισμοί

E 1707

Enterococcus faecium

DSM 10663/NCIMB 10415

Παρασκεύασμα Enterococcus faecium με ελάχιστη περιεκτικότητα:

 

Σε μορφή σκόνης και κόκκων:

3,5 × 1010 CFU/g πρόσθετης ύλης

 

Επικαλυμμένη μορφή:

2,0 × 1010 CFU/g πρόσθετης ύλης

 

Υγρή μορφή:

1 × 1010 CFU/ml πρόσθετης ύλης

Σκύλοι

1 × 109

3,5 × 1010

Στις οδηγίες χρήσης της πρόσθετης ύλης και του προμείγματος πρέπει να αναφέρεται η θερμοκρασία αποθήκευσης, η διάρκεια αποθήκευσης και η σταθερότητα έναντι σχηματισμού συσφαιρωμάτων.

Χωρίς χρονικό περιορισμό


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Αριθμός ΕΚ

Πρόσθετη ύλη

Χημικός τύπος, περιγραφή

Είδος ή κατηγορία ζώων

Μέγιστη ηλικία

Ελάχιστη περιεκτικότητα

Μέγιστη περιεκτικότητα

Άλλες διατάξεις

Λήξη της περιόδου έγκρισης

Μονάδες δραστικότητας (CFU) ανά kg πλήρους ζωοτροφής

Μικροοργανισμοί

E 1715

Lactobacillus acidophilus

D2/CSL

CECT 4529

Παρασκεύασμα Lactobacillus acidophilus με ελάχιστη περιεκτικότητα:

50 × 109 CFU/g πρόσθετης ύλης

Ωοτόκες όρνιθες

1 × 109

1 × 109

Στις οδηγίες χρήσης της πρόσθετης ύλης και του προμείγματος πρέπει να αναφέρεται η θερμοκρασία αποθήκευσης, η διάρκεια αποθήκευσης και η σταθερότητα έναντι σχηματισμού συσφαιρωμάτων.

Χωρίς χρονικό περιορισμό


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Αριθμός ΕΚ

Πρόσθετη ύλη

Χημικός τύπος, περιγραφή

Είδος ή κατηγορία ζώων

Μέγιστη ηλικία

Ελάχιστη περιεκτικότητα

Μέγιστη περιεκτικότητα

Άλλες διατάξεις

Λήξη της περιόδου έγκρισης

Μονάδες δραστικότητας/kg πλήρους ζωοτροφής

Ένζυμα

E 1616

Ενδο-1,4-β-γλυκανάση

EC 3.2.1.4

Παρασκεύασμα ενδο-1,4-β-γλυκανάσης παραγόμενο από Trichoderma longibrachiatum (IMI SD 142) με ελάχιστη δραστικότητα:

 

Στερεά μορφή: 2 000 CU (1)/g

 

Υγρή μορφή: 2 000 CU/ml

Χοιρίδια (απογαλακτισμένα)

350 CU

1.

Στις οδηγίες χρήσης της πρόσθετης ύλης και του προμείγματος πρέπει να αναφέρεται η θερμοκρασία αποθήκευσης, η διάρκεια αποθήκευσης και η σταθερότητα έναντι του σχηματισμού συσφαιρωμάτων.

2.

Συνιστώμενη δόση ανά kg πλήρους ζωοτροφής: 350-1 000 CU.

3.

Προς χρήση σε σύνθετες ζωοτροφές πλούσιες σε μη αμυλούχους πολυσακχαρίτες (κυρίως Β-γλυκάνες), π.χ. που περιέχουν πάνω από 40 % κριθή.

4.

Για χρήση σε απογαλακτισμένα χοιρίδια μέγιστου βάρους περίπου 35 kg.

Χωρίς χρονικό περιορισμό


(1)  1 CU είναι η ποσότητα ενζύμου που ελευθερώνει 0,128 μικρογραμμομόρια αναγωγικών σακχάρων (ισοδυνάμων γλυκόζης) από β-γλυκάνη κριθής ανά λεπτό σε pH 4,5 και θερμοκρασία 30 °C.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/24


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1521/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

για την έγκριση νέας χρήσης του σκευάσματος Enterococcus faecium DSM 7134 (Bonvital) ως πρόσθετης ύλης ζωοτροφών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 προβλέπει τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων και τους όρους και τις διαδικασίες για τη χορήγηση της άδειας αυτής.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003, υποβλήθηκε αίτηση για την έγκριση του παρασκευάσματος που περιγράφεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω αίτηση συνοδευόταν από τα στοιχεία και τα έγγραφα που απαιτούνται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003.

(3)

Η αίτηση αφορά την έγκριση νέας χρήσης του παρασκευάσματος Enterococcus faecium DSM 7134 (Bonvital), ως πρόσθετης ύλης ζωοτροφών για χοιρομητέρες, που πρέπει να ταξινομηθεί στην κατηγορία πρόσθετων υλών «ζωοτεχνικές πρόσθετες ύλες».

(4)

Η χρήση του παρασκευάσματος Enterococcus faecium DSM 7134 εγκρίθηκε προσωρινά για χοιρίδια και για χοίρους προς πάχυνση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 666/2003 της Επιτροπής (2), προσωρινά για χοιρομητέρες με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2154/2003 της Επιτροπής (3), προσωρινά για κοτόπουλα προς πάχυνση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 521/2005 της Επιτροπής (4), και για περίοδο δέκα ετών (Bonvital) για χοιρίδια (απογαλακτισμένα) και χοίρους προς πάχυνση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 538/2007 της Επιτροπής (5).

(5)

Υποβλήθηκαν νέα στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για χοιρομητέρες. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (η Αρχή) στη γνωμοδότηση της 10ης Ιουλίου 2007, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σκεύασμα Enterococcus faecium DSM 7134 (Bonvital) δεν έχει αρνητικό αντίκτυπο στην υγεία των ζώων, στην υγεία του ανθρώπου ή στο περιβάλλον (6). Επιπλέον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω παρασκεύασμα δεν παρουσιάζει άλλους κινδύνους οι οποίοι θα μπορούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003, να απαγορεύσουν τη χορήγηση άδειας γι’ αυτήν την πρόσθετη κατηγορία ζώων. Κατά τη γνώμη της, η χρήση του εν λόγω παρασκευάσματος συμβάλλει στη βελτίωση των παραμέτρων επίδοσης των χοιρομητέρων. Η Αρχή δεν θεωρεί ότι υπάρχει ανάγκη θέσπισης ειδικών απαιτήσεων παρακολούθησης μετά τη διάθεση στην αγορά. Στην εν λόγω γνώμη επαληθεύεται, επίσης, η έκθεση σχετικά με τη μέθοδο ανάλυσης της πρόσθετης ύλης ζωοτροφών στις ζωοτροφές, που υπέβαλε το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς, το οποίο συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003.

(6)

Από την αξιολόγηση του εν λόγω παρασκευάσματος διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι όροι χορήγησης άδειας που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003. Συνεπώς, πρέπει να επιτραπεί η χρήση του εν λόγω παρασκευάσματος, όπως καθορίζεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

(7)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το σκεύασμα που παρατίθεται στο παράρτημα, το οποίο ανήκει στην κατηγορία πρόσθετων υλών «ζωοτεχνικές πρόσθετες ύλες» και στη λειτουργική ομάδα «σταθεροποιητές της χλωρίδας των εντέρων», εγκρίνεται ως πρόσθετη ύλη που μπορεί να χρησιμοποιείται στη διατροφή των ζώων υπό τους όρους που παρατίθενται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 378/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 59 της 5.3.2005, σ. 8).

(2)  ΕΕ L 96 της 12.4.2003, σ. 11.

(3)  ΕΕ L 324 της 11.12.2003, σ. 11.

(4)  ΕΕ L 84 της 2.4.2005, σ. 3. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1812/2005 (ΕΕ L 291 της 5.11.2005, σ. 18).

(5)  ΕΕ L 128 της 16.5.2007, σ. 16.

(6)  Γνωμοδότηση της επιστημονικής επιτροπής για πρόσθετες ύλες και προϊόντα ή ουσίες που χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές σχετικά με την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του προϊόντος «Bonvital», σκευάσματος του Enterococcus faecium, ως πρόσθετης ύλης στις ζωοτροφές για χοιρομητέρες. Εγκρίθηκε στις 10 Ιουλίου 2007. The EFSA Journal (2007) 521, σ. 1-8.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθμός αναγνώρισης της πρόσθετης ύλης

Όνομα του κατόχου της άδειας

Πρόσθετη ύλη

(εμπορική ονομασία)

Σύνθεση, χημικός τύπος, περιγραφή, αναλυτική μέθοδος

Είδος ή κατηγορία ζώων

Μέγιστη ηλικία

Ελάχιστη περιεκτικότητα

Μέγιστη περιεκτικότητα

Άλλες διατάξεις

Λήξη της άδειας

Μονάδες δραστικότητας (CFU) ανά kg πλήρους ζωοτροφής με ποσοστό υγρασίας 12 %

Κατηγορία ζωοτεχνικών πρόσθετων υλών. Λειτουργική ομάδα: σταθεροποιητές της χλωρίδας των εντέρων

4b1841

Lactosan Starterkulturen GmbH & Co KG

Enterococcus faecium DSM 7134

(Bonvital)

 

Σύνθεση πρόσθετης ύλης:

Παρασκεύασμα Enterococcus faecium DSM 7134 με ελάχιστη περιεκτικότητα:

Σκόνη: 1 × 1010 CFU/g πρόσθετης ύλης

Κόκκοι (με τη μορφή μικροκαψουλών): 1 × 1010 CFU/g πρόσθετης ύλης

 

Χαρακτηρισμός της δραστικής ουσίας:

Enterococcus faecium DSM 7134

 

Αναλυτική μέθοδος (1):

Καταμέτρηση: μέθοδος καταμέτρησης αποικιών σε τρυβλίο με τη χρήση bile esculin azide agar και ταυτοποίηση: ηλεκτροφόρηση παλλόμενου πεδίου (PFGE)

Χοιρομητέρες

0,5 × 109

1 × 109

1.

Στις οδηγίες χρήσης της πρόσθετης ύλης και του προμείγματος πρέπει να αναφέρεται η θερμοκρασία αποθήκευσης, η διάρκεια αποθήκευσης και η σταθερότητα έναντι σχηματισμού συσφαιρωμάτων.

2.

Εισαγωγή στη διατροφή των χοιρομητέρων από την 90ή ημέρα της κύησης έως την ολοκλήρωση του θηλασμού

9.1.2018


(1)  Πληροφορίες σχετικά με τις αναλυτικές μεθόδους διατίθενται στην ακόλουθη διεύθυνση του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς: www.irmm.jrc.be/crl-feed-additives


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/27


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1522/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2007

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001 (1), και ιδίως το άρθρο 54 παράγραφος 5 και το άρθρο 145 στοιχεία δ) και δδ),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 795/2004 της Επιτροπής (2) θεσπίστηκαν εκτελεστικές διατάξεις για το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης από το 2005.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 (3), ορίζει τους κανόνες για την αποσυνδεδεμένη ενίσχυση και την ενσωμάτωση της ενίσχυσης για τα οπωροκηπευτικά στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης. Πρέπει συνεπώς να θεσπιστούν οι σχετικοί λεπτομερείς κανόνες. Οι εν λόγω λεπτομερείς κανόνες πρέπει να εναρμονιστούν με αυτούς που προβλέπονται ήδη από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 795/2004 όσον αφορά το ελαιόλαδο, τον καπνό, το βαμβάκι, το λυκίσκο, τα ζαχαρότευτλα, το ζαχαροκάλαμο, το κιχώριο και τη μπανάνα.

(3)

Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004 πρέπει να τροποποιηθεί όσον αφορά τον ορισμό των φυτωρίων.

(4)

Το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004 προβλέπει τις διατάξεις που αφορούν τους γεωργούς οι οποίοι πραγματοποίησαν παραγωγικές επενδύσεις ή συνήψαν μακροχρόνιες συμβάσεις μίσθωσης αγροκτημάτων. Κατά συνέπεια πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως οι εν λόγω διατάξεις ώστε να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση των γεωργών στον τομέα των οπωροκηπευτικών οι οποίοι πραγματοποίησαν τέτοιες επενδύσεις ή συνήψαν συμβάσεις μακροχρόνιας μίσθωσης πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

(5)

Τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Κοινότητα την 1η Μαΐου 2004 έχουν καθιερώσει ένα σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003. Κατά τη μετάβαση από το παλιό στο νέο σύστημα αναγνώρισης τα χαρακτηριστικά ορισμένων αγροτεμαχίων που υπήρχαν το 2003 ενδέχεται να μην αντανακλώνται επαρκώς στο νέο σύστημα αναγνώρισης λόγω τεχνικών δυσκολιών. Προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή του άρθρου 54 παράγραφος 2 του κανονισμού όσον αφορά τον ορισμό των «επιλέξιμων εκταρίων για δικαιώματα από παύση καλλιέργειας» σε όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να τους επιτραπεί να παρεκκλίνουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004, από τη διάταξη όσον αφορά την προβλεπόμενη ημερομηνία για την υποβολή αιτήσεων στρεμματικής ενίσχυσης όσον αφορά το 2003 η οποία καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 54 παράγραφος 2, υπό τον όρο ότι η συνολική γεωργική γη που είναι επιλέξιμη για δικαιώματα από παύση καλλιέργειας δεν θα αυξηθεί. Κατά συνέπεια πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004. Δεδομένου ότι ορισμένα από αυτά τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης από την 1η Ιανουαρίου 2007, η παρέκκλιση αυτή πρέπει να ισχύει από την εν λόγω ημερομηνία.

(6)

Όσον αφορά τους γεωργούς στους οποίους έχουν ήδη χορηγηθεί ή οι οποίοι έχουν αγοράσει ή αποκτήσει δικαιώματα ενίσχυσης έως τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων για τον καθορισμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης σε σχέση με το έτος καθορισμού των ποσών και των επιλέξιμων εκταρίων σύμφωνα με το σημείο ΙΓ του παραρτήματος VII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, η αξία και ο αριθμός των δικαιωμάτων ενίσχυσης πρέπει να επανυπολογισθεί με βάση τα ποσά και τα εκτάρια που προέκυψαν από την ενσωμάτωση του τομέα των οπωροκηπευτικών. Τα δικαιώματα ενίσχυσης από παύση καλλιέργειας και τα δικαιώματα που υπόκεινται σε ειδικούς όρους δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη γι’ αυτό τον υπολογισμό.

(7)

Σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 το εθνικό απόθεμα πρέπει να αναπληρούται με γραμμική μείωση όλων των ποσών αναφοράς. Πρέπει συνεπώς να καθιερωθούν κανόνες που θα διευκρινίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενεργήσουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την ενσωμάτωση του ποσού αναφοράς για τα οπωροκηπευτικά στο ποσό αναπλήρωσης του εθνικού αποθέματος.

(8)

Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το περιφερειακό υπόδειγμα το οποίο περιγράφεται στο άρθρο 59 παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 πρέπει να έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν τον αριθμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης ανά γεωργό τα οποία προκύπτουν από την ενσωμάτωση των εκταρίων με οπωροκηπευτικά.

(9)

Πρέπει να καθοριστεί η ημερομηνία κοινοποίησης εκ μέρους των κρατών μελών στην Επιτροπή των πληροφοριών που αφορούν τις δυνατότητες οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003.

(10)

Κατά συνέπεια πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 795/2004.

(11)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης άμεσων ενισχύσεων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 795/2004 τροποποιείται ως εξής:

1.

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

“μόνιμες καλλιέργειες”, οι μη εναλλασσόμενες καλλιέργειες, εκτός από τους μόνιμους βοσκότοπους, οι οποίες καταλαμβάνουν τις εκτάσεις για περίοδο πέντε ετών ή μεγαλύτερη και αποδίδουν επαναλαμβανόμενες συγκομιδές, συμπεριλαμβανομένων των φυτωρίων, και τα δασύλλια περιοδικής υλοτόμησης με βραχυχρόνια αμειψισπορά (κωδικός ΣΟ ex 0602 90 41) με εξαίρεση τις πολυετείς καλλιέργειες και τα φυτώρια πολυετών καλλιεργειών».

β)

Μετά το στοιχείο ια) προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«1.

Ο ορισμός των “φυτωρίων” περιλαμβάνεται στο σημείο Ζ/5 το παραρτήματος Ι της απόφασης της Επιτροπής 2000/115/ΕΚ (4) σχετικά με τους ορισμούς των χαρακτηριστικών, τον κατάλογο των γεωργικών προϊόντων, τις εξαιρέσεις και τις περιφέρειες και περιοχές όσον αφορά τις έρευνες για τη διάρθρωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

2.

Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τις επενδύσεις στον τομέα των οπωροκηπευτικών η ημερομηνία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο είναι η 1η Νοεμβρίου 2007.».

β)

Στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τις επενδύσεις στον τομέα των οπωροκηπευτικών η ημερομηνία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο είναι η 1η Νοεμβρίου 2007.».

γ)

Στην παράγραφο 4 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τις μακροπρόθεσμες μισθώσεις στον τομέα των οπωροκηπευτικών η ημερομηνία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο είναι η 1η Νοεμβρίου 2007.».

3.

Στο άρθρο 32 παράγραφος 4 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 33 αυτού του κανονισμού, στην περίπτωση που τα νέα κράτη μέλη κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 συναντούν τεχνικές δυσκολίες προκειμένου να καθορίσουν τα όρια ορισμένων αγροτεμαχίων ως αποτέλεσμα της μετάβασης από το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων που υπήρχε κατά την ημερομηνία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 54 παράγραφος 2 αυτού του κανονισμού προς το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 20 του ιδίου κανονισμού, επιτρέπεται να παρεκκλίνουν από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και να καθορίσουν ως ημερομηνία για την υποβολή των αιτήσεων ενίσχυσης όσον αφορά το 2003 την 30ή Ιουνίου 2006. Λαμβάνουν μάλιστα τα δέοντα μέτρα ώστε να μην αυξηθεί σημαντικά η συνολική επιλέξιμη έκταση για δικαιώματα από παύση καλλιέργειας. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία πάντως επιτρέπεται να καθορίσουν ως ημερομηνία αναφοράς την 30ή Ιουνίου 2007.».

4.

Το ακόλουθο κεφάλαιο 6 γ προστίθεται πριν από το κεφάλαιο 7:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 γ

Ένταξη του τομέα των οπωροκηπευτικών στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης

Άρθρο 48στ

Γενικοί κανόνες

1.   Όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού και τον καθορισμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης στο πλαίσιο της ένταξης του τομέα των οπωροκηπευτικών στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης ισχύουν τα άρθρα 37 και 43 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 με την επιφύλαξη των κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 48ζ αυτού του κανονισμού και, στην περίπτωση που το κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 59 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, στο άρθρο 48η του παρόντος κανονισμού.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004, όσον αφορά τη χορήγηση δικαιωμάτων ενίσχυσης ως αποτέλεσμα της ένταξης του τομέα των οπωροκηπευτικών στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης, τα κράτη μέλη μπορούν να αρχίσουν να καταγράφουν τους επιλέξιμους γεωργούς από την 1η Ιανουαρίου 2008.

3.   Το άρθρο 41 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 ισχύει, ανάλογα με την περίπτωση, όσον αφορά την αξία όλων των υφισταμένων δικαιωμάτων ενίσχυσης πριν από την ένταξη της ενίσχυσης για τα οπωροκηπευτικά καθώς και όσον αφορά τα ποσά αναφοράς σχετικά με την ενίσχυση για τα οπωροκηπευτικά.

4.   Ο συντελεστής μείωσης που καθορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 εφαρμόζεται στα ποσά αναφοράς που αντιστοιχούν στα προϊόντα οπωροκηπευτικών τα οποία εντάσσονται στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης.

5.   Η πενταετής περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 δεν αρχίζει από την αρχή όσον αφορά τα προερχόμενα από το εθνικό απόθεμα δικαιώματα ενίσχυσης, των οποίων τα ποσά έχουν επανυπολογισθεί ή αυξηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 48ζ και 48η του παρόντος κανονισμού.

6.   Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1, των άρθρων 12 έως 17, του άρθρου 20 και του άρθρου 27 του παρόντος κανονισμού σε σχέση με τον τομέα των οπωροκηπευτικών, το πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης είναι το έτος καθορισμού εκ μέρους του κράτους μέλους των ποσών και των επιλέξιμων εκταρίων που προβλέπονται στο σημείο ΙΓ του παραρτήματος VII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, λαμβανομένης υπόψη της προαιρετικής μεταβατικής περιόδου των τριών ετών που προβλέπεται στην τρίτη παράγραφο αυτού του σημείου.

Άρθρο 48ζ

Ειδικοί κανόνες

1.   Εάν ο γεωργός δεν διαθέτει δικαιώματα ενίσχυσης ή διαθέτει μόνο δικαιώματα από παύση καλλιέργειας ή δικαιώματα που υπόκεινται σε ειδικούς όρους έως τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αίτησης για τον καθορισμό δικαιωμάτων ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος κανονισμού, αποκτά δικαιώματα ενίσχυσης τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 43 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 όσον αφορά τα οπωροκηπευτικά.

Το πρώτο εδάφιο ισχύει επίσης για τους γεωργούς που έχουν μισθώσει δικαιώματα ενίσχυσης από το πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης έως το έτος ένταξης του τομέα των οπωροκηπευτικών.

2.   Όσον αφορά τους γεωργούς στους οποίους έχουν χορηγηθεί ή οι οποίοι έχουν αγοράσει ή αποκτήσει δικαιώματα ενίσχυσης έως τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αίτησης για τον καθορισμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος κανονισμού η αξία και ο αριθμός των δικαιωμάτων ενίσχυσης που διαθέτουν επανυπολογίζονται ως εξής:

α)

ο αριθμός των δικαιωμάτων ενίσχυσης ισούται προς τον αριθμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης που διαθέτουν προσαυξανόμενος κατά τον αριθμό των εκταρίων που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για τα οπωροκηπευτικά, τις φαγώσιμες πατάτες και τα φυτώρια·

β)

η αξία είναι το πηλίκον της διαίρεσης του αθροίσματος της αξίας των δικαιωμάτων ενίσχυσης που διαθέτουν και του ποσού αναφοράς που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για τα οπωροκηπευτικά δια του αριθμού που καθορίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου.

Τα δικαιώματα ενίσχυσης από παύση καλλιέργειας και τα δικαιώματα ενίσχυσης που υπόκεινται σε ειδικούς όρους δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό που περιγράφεται στην παρούσα παράγραφο.

3.   Τα δικαιώματα ενίσχυσης που έχουν εκμισθωθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12, λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό που περιγράφεται στην παράγραφο 2. Εντούτοις, τα δικαιώματα ενίσχυσης που είχαν εκμισθωθεί με ρήτρα σύμβασης βάσει του άρθρου 27 πριν από τις 15 Μαΐου 2004 λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, μόνον εάν είναι δυνατή η αναπροσαρμογή των όρων της μίσθωσης.

Άρθρο 48η

Περιφερειακή εφαρμογή

1.   Εάν το κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της παρεχόμενης από το άρθρο 59 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 δυνατότητας οι γεωργοί αποκτούν δικαιώματα ενίσχυσης των οποίων ο αριθμός ισούται με τον αριθμό των νέων επιλέξιμων εκταρίων με οπωροκηπευτικά, φαγώσιμες πατάτες και φυτώρια σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

Η αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 59 και την παράγραφο 3 του άρθρου 63 του παρόντος κανονισμού.

Το πρώτο έτος εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού είναι το 2008.

2.   Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 τα κράτη μέλη επιτρέπεται να καθορίζουν τον πρόσθετο αριθμό δικαιωμάτων ανά γεωργό βάσει αντικειμενικών κριτηρίων σύμφωνα με το σημείο ΙΓ του παραρτήματος VII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 όσον αφορά τα οπωροκηπευτικά, τις φαγώσιμες πατάτες και τα φυτώρια.».

5.

Το ακόλουθο άρθρο 49β προστίθεται πριν από το άρθρο 50:

«Άρθρο 49β

Ένταξη των οπωροκηπευτικών

Το κράτος μέλος υποχρεούται να κοινοποιήσει στην Επιτροπή έως την 1η Νοεμβρίου 2008 το αργότερο την απόφαση που έχει λάβει όσον αφορά τις δυνατότητες που προβλέπονται από το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 ανά προϊόν, ανά έτος και εν ανάγκη ανά περιφέρεια.».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2008. Το άρθρο 1 παράγραφος 3 όμως εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1276/2007 της Επιτροπής (ΕΕ L 284 της 30.10.2007, σ. 11).

(2)  ΕΕ L 141 της 30.4.2004, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 608/2007 (ΕΕ L 141 της 2.6.2007, σ. 31).

(3)  ΕΕ L 273 της 17.10.2007, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 38 της 12.2.2000, σ. 1.».


ΟΔΗΓΙΕΣ

20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/31


ΟΔΗΓΊΑ 2007/66/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Δεκεμβρίου 2007

για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημόσιων έργων (4), καθώς και η οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (5) αφορούν τις διαδικασίες προσφυγής σχετικά με συμβάσεις που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 9, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (6), και τους αναθέτοντες φορείς κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (7). Οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ.

(2)

Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ ισχύουν μόνο για συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όποια διαγωνιστική διαδικασία ή μέσο προκήρυξης διαγωνισμού και να χρησιμοποιείται, π.χ. διαγωνισμοί μελετών, συστήματα προσόντων και συστήματα δυναμικών αγορών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι διατίθενται αποτελεσματικά και ταχέα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων ως προς το ζήτημα αν συγκεκριμένη σύμβαση εμπίπτει στο προσωπικό και θεματικό πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ.

(3)

Οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου απεκάλυψαν ορισμένες αδυναμίες στους μηχανισμούς προσφυγής που υπάρχουν στα κράτη μέλη. Λόγω των αδυναμιών αυτών, οι μηχανισμοί που προβλέπουν οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ δεν επιτρέπουν πάντοτε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση με τις κοινοτικές διατάξεις, ιδίως σε στάδιο στο οποίο μπορούν ακόμη να διορθωθούν οι παραβιάσεις. Ως εκ τούτου, οι εγγυήσεις διαφάνειας και αποφυγής των διακρίσεων που επιδιώκονται με τις εν λόγω οδηγίες θα πρέπει να ενισχυθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η Κοινότητα, ως σύνολο, μπορεί να επωφεληθεί πλήρως από τα θετικά αποτελέσματα του εκσυγχρονισμού και της απλούστευσης των κανόνων περί δημόσιων συμβάσεων, που έχουν επιτευχθεί με τις οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ. Ενδείκνυται λοιπόν να τροποποιηθούν οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ με την προσθήκη των απαραίτητων αποσαφηνίσεων που θα καταστήσουν δυνατή την επίτευξη των αποτελεσμάτων που επεδίωκε ο κοινοτικός νομοθέτης.

(4)

Στις αδυναμίες που εντοπίστηκαν περιλαμβάνεται συγκεκριμένα η απουσία προθεσμίας που θα καθιστά δυνατή την αποτελεσματική προσφυγή μεταξύ της απόφασης για ανάθεση σύμβασης και της σύναψης της σχετικής σύμβασης. Αυτό μερικές φορές έχει ως αποτέλεσμα οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς, που επιθυμούν να καταστήσουν αμετάκλητες τις συνέπειες της αμφισβητούμενης απόφασης για ανάθεση, να επισπεύδουν την υπογραφή της σύμβασης. Για να αντιμετωπιστεί η αδυναμία αυτή, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για την αποτελεσματική έννομη προστασία των ενδιαφερομένων προσφερόντων, ήτοι εκείνων που δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η σύναψη της σχετικής σύμβασης, ασχέτως του αν η σύναψη γίνεται τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης ή όχι.

(5)

Για τον καθορισμό της διάρκειας της ελάχιστης ανασταλτικής προθεσμίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα διάφορα μέσα επικοινωνίας. Αν χρησιμοποιούνται μέσα ταχείας επικοινωνίας είναι δυνατόν να προβλεφθεί βραχύτερη προθεσμία από εκείνη που προβλέπεται για άλλα μέσα επικοινωνίας. Η παρούσα οδηγία προβλέπει μόνο την ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέψουν ή να διατηρήσουν προθεσμίες που υπερβαίνουν τις προαναφερθείσες ελάχιστες προθεσμίες. Τα κράτη μέλη έχουν επίσης την ευχέρεια να αποφασίζουν ποια προθεσμία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση που διάφορα μέσα επικοινωνίας χρησιμοποιούνται σωρευτικά.

(6)

Η ανασταλτική προθεσμία θα πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες επαρκή χρόνο προκειμένου να εξετάσουν την απόφαση ανάθεσης και να αξιολογήσουν αν είναι σκόπιμο να κινήσουν διαδικασία προσφυγής. Κατά την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης θα πρέπει να παρέχονται στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες οι σχετικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να ασκήσουν αποτελεσματική προσφυγή. Το αυτό ισχύει κατ’ αναλογία για τους υποψήφιους στο βαθμό που η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δεν έχει παράσχει εγκαίρως πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της αίτησής τους.

(7)

Στις πληροφορίες αυτές περιλαμβάνεται, συγκεκριμένα, συνοπτική έκθεση των σχετικών λόγων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 41 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και στο άρθρο 49 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Δεδομένου ότι η διάρκεια της ανασταλτικής προθεσμίας ποικίλλει από κράτος σε κράτος, είναι επίσης σημαντικό να ενημερώνονται οι ενδιαφερόμενοι προσφέροντες και υποψήφιοι σχετικά με την προθεσμία που όντως έχουν στη διάθεσή τους για να κινήσουν διαδικασία προσφυγής.

(8)

Η ελάχιστη αυτή ανασταλτική προθεσμία δεν πρόκειται να εφαρμόζεται αν η οδηγία 2004/18/ΕΚ ή η οδηγία 2004/17/ΕΚ δεν απαιτούν προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης σύμβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ειδικότερα σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες συντρέχουν λόγοι κατεπείγουσας ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 31 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Στις περιπτώσεις αυτές, αρκεί να προβλέπονται αποτελεσματικές διαδικασίες προσφυγής μετά τη σύναψη της σύμβασης. Ομοίως, δεν απαιτείται ανασταλτική προθεσμία, αν μόνος ενδιαφερόμενος προσφέρων είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει κανείς άλλος στη διαδικασία ανάθεσης που να ενδιαφέρεται να παραλάβει τη γνωστοποίηση και να δικαιούται ανασταλτικής προθεσμίας που καθιστά δυνατή μια αποτελεσματική προσφυγή.

(9)

Τέλος, στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο ή σε δυναμικό σύστημα αγορών, η υποχρεωτική ανασταλτική προθεσμία θα μπορούσε να επηρεάσει τη βελτιωμένη αποτελεσματικότητα που επιδιώκεται με τις εν λόγω διαδικασίες υποβολής προσφορών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν επομένως, αντί για υποχρεωτική ανασταλτική προθεσμία, να προβλέψουν το ανενεργό της σύμβασης ως αποτελεσματική κύρωση σύμφωνα με το άρθρο 2δ τόσο της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ όσο και της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ, για τις παραβάσεις του άρθρου 32 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση και του άρθρου 33 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και του άρθρου 15 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.

(10)

Στις περιπτώσεις του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο θ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, οι συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο δεν απαιτούν προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανασταλτική προθεσμία δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτική.

(11)

Όταν κράτος μέλος απαιτεί από το πρόσωπο που προτίθεται να χρησιμοποιήσει διαδικασία προσφυγής να πληροφορεί την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα για την πρόθεσή του, θα πρέπει να καθίσταται σαφές ότι αυτό δεν επηρεάζει την ανασταλτική προθεσμία ή οιαδήποτε άλλη προθεσμία άσκησης προσφυγής. Επίσης, όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει πρώτα προσφυγή στην αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα, θα πρέπει το εν λόγω πρόσωπο να έχει στη διάθεσή του εύλογη ελάχιστη προθεσμία ώστε να προσφύγει στο αρμόδιο όργανο προσφυγής πριν από τη σύναψη της σύμβασης στην περίπτωση που θα επιθυμούσε να αμφισβητήσει την απάντηση ή την έλλειψη απάντησης εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα.

(12)

Η άσκηση προσφυγής λίγο πριν από τη λήξη της ελάχιστης ανασταλτικής προθεσμίας δεν θα πρέπει να στερεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για τις διαδικασίες προσφυγής τον ελάχιστο χρόνο που χρειάζεται ώστε να δράσει, ιδίως προκειμένου να παρατείνει την ανασταλτική προθεσμία για τη σύναψη της σύμβασης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπεται μια αυτόνομη ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία η οποία δεν θα πρέπει να λήγει πριν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση σχετικά με την προσφυγή. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει το όργανο προσφυγής να προβεί σε εκ των προτέρων εκτίμηση για το παραδεκτό της προσφυγής αυτής, ως έχει. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η προθεσμία αυτή λήγει είτε όταν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση για την εφαρμογή προσωρινών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω αναστολής της σύναψης της σύμβασης, ή όταν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση επί της ουσίας, ιδίως για την προσφυγή ακύρωσης παρανόμων αποφάσεων.

(13)

Προκειμένου να καταπολεμηθεί η παράνομη απευθείας ανάθεση συμβάσεων, την οποία το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει ως τη σημαντικότερη παράβαση του κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις εκ μέρους μιας αναθέτουσας αρχής ή ενός αναθέτοντος φορέα, θα πρέπει να προβλέπεται αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική κύρωση. Κάθε σύμβαση που προκύπτει από παράνομη απευθείας ανάθεση θα πρέπει συνεπώς να θεωρείται καταρχήν ανενεργή. Το ανενεργό δεν θα πρέπει να έχει αυτόματο χαρακτήρα, αλλά να κηρύσσεται από ανεξάρτητο όργανο προσφυγής ή θα πρέπει να προκύπτει από απόφαση ανεξαρτήτου οργάνου προσφυγής.

(14)

Το ανενεργό αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο για την αποκατάσταση του ανταγωνισμού και για τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών για τους οικονομικούς φορείς που στερήθηκαν παράνομα της ευκαιρίας να συναγωνιστούν. Οι απευθείας αναθέσεις κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν όλες τις αναθέσεις συμβάσεων χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18/ΕΚ. Αυτό αντιστοιχεί σε διαδικασία χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.

(15)

Η απευθείας ανάθεση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας μπορεί να δικαιολογείται μεταξύ άλλων από τις εξαιρέσεις των άρθρων 10 έως 18 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, την εφαρμογή του άρθρου 31, του άρθρου 61 ή του άρθρου 68 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 21 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή νόμιμη εσωτερική ανάθεση σύμβασης κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου.

(16)

Το ίδιο ισχύει για συμβάσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις εξαίρεσης ή ειδικών διευθετήσεων σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, τα άρθρα 18 έως 26, τα άρθρα 29 και 30 ή το άρθρο 62 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, για υποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 40 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 32 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.

(17)

Θα πρέπει να παρέχεται διαδικασία προσφυγής τουλάχιστον σε κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση.

(18)

Για την πρόληψη σοβαρών παραβάσεων της υποχρεωτικής ανασταλτικής προθεσμίας και της αυτόματης αναστολής, που αποτελούν προϋποθέσεις αποτελεσματικής προσφυγής, χρειάζονται αποτελεσματικές κυρώσεις. Οι συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται κατά παραβίαση της ανασταλτικής προθεσμίας ή της αυτόματης αναστολής θα πρέπει να θεωρούνται επομένως ανενεργές καταρχήν αν συνδυάζονται με παραβάσεις της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή της οδηγίας 2004/17/ΕΚ εφόσον οι παραβάσεις αυτές επηρέασαν τις πιθανότητες του προσφέροντος που ασκεί την προσφυγή να του ανατεθεί η σύμβαση.

(19)

Στην περίπτωση άλλων παραβάσεων τυπικών απαιτήσεων, τα κράτη μέλη ενδέχεται να θεωρήσουν ότι η αρχή του ανενεργού δεν είναι κατάλληλη. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν την ευελιξία να προβλέπουν εναλλακτικές κυρώσεις. Οι εναλλακτικές κυρώσεις θα πρέπει να περιορίζονται μόνο στην επιβολή προστίμων, τα οποία θα πρέπει να καταβάλλονται σε όργανο ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή ή φορέα, ή στη σύντμηση της διάρκειας της σύμβασης. Ο προσδιορισμός των λεπτομερειών των εναλλακτικών κυρώσεων και η θέσπιση των κανόνων εφαρμογής τους επαφίενται στα κράτη μέλη.

(20)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να αποκλείει την εφαρμογή αυστηρότερων κυρώσεων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

(21)

Ο επιδιωκόμενος στόχος όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες βάσει των οποίων θεωρείται ανενεργή μια σύμβαση, είναι η παύση της άσκησης και εκτέλεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων δυνάμει της σύμβασης. Οι συνέπειες της κήρυξης του ανενεργού των συμβάσεων θα πρέπει να προσδιορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, το εθνικό δίκαιο μπορεί, για παράδειγμα, να προβλέπει την αναδρομική ακύρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων (ex tunc) ή, αντιθέτως, να περιορίζει την εμβέλεια της ακύρωσης στις υποχρεώσεις εκείνες που δεν έχουν εκπληρωθεί ακόμη (ex nunc). Αυτό δεν θα πρέπει να οδηγεί στην απουσία αποτελεσματικών κυρώσεων, αν οι συμβατικές υποχρεώσεις έχουν ήδη εκπληρωθεί, είτε εξ ολοκλήρου είτε σχεδόν εξ ολοκλήρου. Στις περιπτώσεις αυτές τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν και εναλλακτικές κυρώσεις λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό στον οποίο μια σύμβαση παραμένει σε ισχύ σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ομοίως, οι συνέπειες όσον αφορά την ενδεχόμενη ανάκτηση τυχόν καταβληθέντων ποσών, καθώς και άλλες δυνατές μορφές επανόρθωσης, περιλαμβανομένης της χρηματικής επανόρθωσης όταν η επανόρθωση σε είδος είναι αδύνατη, πρέπει να καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

(22)

Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναλογικότητα των εφαρμοζόμενων κυρώσεων, τα κράτη μέλη δύνανται να παρέχουν στο όργανο που είναι υπεύθυνο για τις διαδικασίες προσφυγής τη δυνατότητα να μη θέτει υπό αμφισβήτηση τη σύμβαση ή να αναγνωρίζει ορισμένα ή και όλα τα χρονικά της αποτελέσματα, εφόσον οι εξαιρετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης επιβάλλουν το σεβασμό ορισμένων επιτακτικών λόγων που συνδέονται με το γενικό συμφέρον. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται εναλλακτικές κυρώσεις. Το ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα όργανο προσφυγής θα πρέπει να εξετάζει όλες τις σχετικές πτυχές, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης.

(23)

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η χρήση της διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης κατά την έννοια του άρθρου 31 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή του άρθρου 40 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ επιτρέπεται αμέσως μετά την ακύρωση της σύμβασης. Αν, στις περιπτώσεις αυτές, για τεχνικούς ή άλλους επιτακτικούς λόγους οι υπόλοιπες συμβατικές υποχρεώσεις μπορούν να εκτελούνται, σε αυτό το στάδιο, μόνο από τον οικονομικό φορέα στον οποίο έχει ανατεθεί η σύμβαση, η εφαρμογή επιτακτικών λόγων θα μπορούσε να είναι δικαιολογημένη.

(24)

Η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη διατήρηση των αποτελεσμάτων μιας σύμβασης θεωρείται ως επιτακτικός λόγος αν σε εξαιρετικές περιστάσεις το ανενεργό θα οδηγούσε σε δυσανάλογες συνέπειες. Ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία συνδέονται άμεσα με τη σύμβαση δεν θα πρέπει να συνιστούν επιτακτικούς λόγους.

(25)

Επιπλέον, η αναγκαιότητα να εξασφαλιστεί διαχρονικά η ασφάλεια δικαίου των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς απαιτεί τον καθορισμό μιας εύλογης ελάχιστης προθεσμίας παραγραφής των προσφυγών με τις οποίες ζητείται να κηρυχθεί ανενεργή μια σύμβαση.

(26)

Για να μη δημιουργηθεί ανασφάλεια δικαίου λόγω του ανενεργού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν εξαίρεση από οιαδήποτε διαπίστωση ανενεργού στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας κρίνει ότι η απευθείας ανάθεση οιασδήποτε σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης σύμβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ και έχει εφαρμόσει την ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία που επιτρέπει πραγματικές επανορθώσεις. Η εκούσια δημοσίευση με την οποία αρχίζει η ανασταλτική προθεσμία δεν συνεπάγεται επέκταση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την οδηγία 2004/18/ΕΚ ή την οδηγία 2004/17/ΕΚ.

(27)

Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία ενισχύει τις εθνικές διαδικασίες προσφυγής, ιδίως σε περιπτώσεις παράνομης απευθείας ανάθεσης, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν τους νέους αυτούς μηχανισμούς. Για λόγους ασφάλειας δικαίου η εκτελεστότητα του ανενεργού μιας σύμβασης είναι περιορισμένη χρονικά. Η αποτελεσματικότητα των προθεσμιών αυτών θα πρέπει να γίνεται σεβαστή.

(28)

Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των εθνικών διαδικασιών προσφυγής αναμένεται ότι θα ενθαρρύνει τους ενδιαφερομένους να χρησιμοποιούν περισσότερο τις δυνατότητες προσφυγής στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων πριν από τη σύναψη σύμβασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο διορθωτικός μηχανισμός θα πρέπει να αναπροσανατολιστεί στις υποθέσεις σοβαρών παραβάσεων των κοινοτικών διατάξεων για τις δημόσιες συμβάσεις.

(29)

Το εκούσιο σύστημα βεβαίωσης που προβλέπει η οδηγία 92/13/ΕΟΚ, με το οποίο οι αναθέτοντες φορείς έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν ότι διαπιστώνεται η συμμόρφωση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων που εφαρμόζουν, μέσω περιοδικών επιθεωρήσεων, παρέμεινε ουσιαστικά αχρησιμοποίητο. Επομένως, το σύστημα δεν μπορεί να επιτύχει το στόχο της πρόληψης σημαντικού αριθμού παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις. Αντίθετα, η υποχρέωση των κρατών μελών, σύμφωνα με την οδηγία 92/13/ΕΟΚ, να εξασφαλίσουν τη μόνιμη διαθεσιμότητα διαπιστευμένων για το σκοπό αυτό οργανισμών μπορεί να αντιπροσωπεύει διοικητικό κόστος συντήρησης που δεν δικαιολογείται πλέον, λόγω της έλλειψης πραγματικής ζήτησης εκ μέρους των συμβαλλόμενων φορέων. Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να καταργηθεί το σύστημα βεβαίωσης.

(30)

Επίσης, ο μηχανισμός συμβιβασμού που προβλέπει η οδηγία 92/13/ΕΟΚ δεν προκάλεσε το πραγματικό ενδιαφέρον των οικονομικών φορέων. Αυτό συμβαίνει τόσο επειδή ο μηχανισμός δεν επιτρέπει αφ’ εαυτού να λαμβάνονται δεσμευτικά προσωρινά μέτρα που θα μπορούν να εμποδίσουν εγκαίρως την παράνομη σύναψη μιας σύμβασης, όσο και λόγω της φύσης του που δεν συμβιβάζεται εύκολα με την τήρηση των ιδιαίτερα σύντομων προθεσμιών για προσφυγές με τις οποίες ζητούνται προσωρινά μέτρα και ακύρωση των παράνομων αποφάσεων. Εξάλλου, η δυνητική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού συμβιβασμού εξασθένησε ακόμη περισσότερο λόγω των δυσκολιών σχετικά με την κατάρτιση ενός πλήρους και επαρκώς εκτεταμένου καταλόγου ανεξάρτητων φορέων συμβιβασμού για κάθε κράτος μέλος, που θα ήταν διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή και θα μπορούσαν να επιλαμβάνονται των αιτήσεων συμβιβασμού σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Για τους λόγους αυτούς, ο εν λόγω μηχανισμός συμβιβασμού θα πρέπει να καταργηθεί.

(31)

Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητεί από τα κράτη μέλη να της παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία εθνικών διαδικασιών προσφυγής, αναλόγων με τον επιδιωκόμενο στόχο, με τη σύμπραξη της συμβουλευτικής επιτροπής για τις δημόσιες συμβάσεις κατά τον προσδιορισμό της έκτασης και της φύσης των πληροφοριών αυτών. Πράγματι, μόνο η διαθεσιμότητα σχετικών πληροφοριών μπορεί να επιτρέψει την ορθή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των τροποποιήσεων που εισάγονται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας μετά τη λήξη ενός σημαντικού χρονικού διαστήματος εφαρμογής της οδηγίας αυτής.

(32)

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει την πρόοδο των κρατών μελών και να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας εντός τριών ετών το αργότερο από το πέρας της προθεσμίας για την εφαρμογή της.

(33)

Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ εγκρίνονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (8).

(34)

Δεδομένου ότι, για τους προαναφερθέντες λόγους, οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών, τηρουμένης παράλληλα και της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών.

(35)

Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (9), τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση, και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν την αντιστοιχία των οδηγιών με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν.

(36)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία επιδιώκει να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση του δικαιώματος πραγματικής επανόρθωσης και δίκαιης δίκης, σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 47 του χάρτη.

(37)

Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ θα πρέπει να τροποποιηθούν ανάλογα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ

Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Τα άρθρα 1 και 2 αντικαθίστανται από τα εξής:

«Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής και διαθεσιμότητα των διαδικασιών προσφυγής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (10), εκτός εάν οι εν λόγω συμβάσεις εξαιρούνται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 10 έως 18 της ανωτέρω οδηγίας.

Οι συμβάσεις κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνουν τις δημόσιες συμβάσεις, τις συμφωνίες-πλαίσιο, τις συμβάσεις παραχώρησης δημόσιων έργων και τα δυναμικά συστήματα αγορών.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 2 έως 2στ της παρούσας οδηγίας, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές έχουν ληφθεί κατά παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων που μεταφέρουν την εν λόγω νομοθεσία.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην υφίσταται καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία στο πλαίσιο διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεως του δημοσίου, λόγω της διάκρισης που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ των εθνικών κανόνων που εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο και των άλλων εθνικών κανόνων.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατό να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον σε οιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από το πρόσωπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία προσφυγής να ενημερώνει την αναθέτουσα αρχή για την εικαζόμενη παράβαση και για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή, υπό τον όρο ότι αυτό δεν επηρεάζει την ανασταλτική προθεσμία σύμφωνα με το άρθρο 2α παράγραφος 2 ή οιαδήποτε άλλη προθεσμία άσκησης προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2γ.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει καταρχάς προσφυγή στην αναθέτουσα αρχή. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η άσκηση της εν λόγω προσφυγής να συνεπάγεται την άμεση αναστολή της δυνατότητας σύναψης της σύμβασης.

Τα κράτη μέλη αποφασίζουν ως προς τα κατάλληλα μέσα επικοινωνίας, περιλαμβανομένων της τηλεομοιοτυπίας ή των ηλεκτρονικών μέσων, που μπορούν να χρησιμοποιούνται για την άσκηση της προσφυγής που προβλέπεται με το πρώτο εδάφιο.

Η αναστολή στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο δεν λήγει πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή απέστειλε απάντηση με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή απέστειλε απάντηση ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας παραλαβής της απάντησης.

Άρθρο 2

Απαιτήσεις για τις διαδικασίες προσφυγής

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζει το άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου:

α)

να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης ή της εκτέλεσης οιασδήποτε απόφασης λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές·

β)

να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης·

γ)

να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα.

2.   Οι εξουσίες που προβλέπονται με την παράγραφο 1 και με τα άρθρα 2δ και 2ε μπορούν να ανατίθενται σε ξεχωριστά όργανα υπεύθυνα για διαφορετικές πτυχές των διαδικασιών προσφυγής.

3.   Όταν πρωτοβάθμιο όργανο, ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή, εξετάζει προσφυγή κατά αποφάσεως σχετικά με την ανάθεση σύμβασης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να συνάψει τη σύμβαση πριν αποφασίσει το όργανο προσφυγής την εφαρμογή προσωρινών μέτρων ή επί της προσφυγής. Η αναστολή δεν λήγει πριν από την εκπνοή της ανασταλτικής προθεσμίας του άρθρου 2α παράγραφος 2 και του άρθρου 2δ παράγραφοι 4 και 5.

4.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις της παραγράφου 3 και του άρθρου 1 παράγραφος 5, οι διαδικασίες προσφυγής δεν χρειάζεται απαραιτήτως να έχουν αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα επί των διαδικασιών σύναψης των συμβάσεων τις οποίες αφορούν.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές συνέπειες των προσωρινών μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, και να αποφασίσει να μην προβεί στη χορήγηση τέτοιων μέτρων, αν οι αρνητικές τους συνέπειες είναι περισσότερες από τα οφέλη τους.

Η απόφαση να μη χορηγηθούν προσωρινά μέτρα δεν θίγει τις λοιπές αξιώσεις που προβάλλει το πρόσωπο που έχει ζητήσει τη χορήγηση των εν λόγω μέτρων.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ζητείται αποζημίωση για το λόγο ότι απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα να ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση από αρμόδιο προς τούτο όργανο.

7.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 2δ έως 2στ, τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου σε σύμβαση που συνάπτεται μετά την ανάθεσή της, καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

Επιπλέον, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση πρέπει να ακυρωθεί προτού χορηγηθεί αποζημίωση, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, αφού συναφθεί σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 5, την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ή τα άρθρα 2α έως 2 στ, οι εξουσίες του υπεύθυνου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης σε οιονδήποτε υπέστη ζημία λόγω παράβασης.

8.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική εκτέλεση των αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής όργανα.

9.   Όταν τα υπεύθυνα για τις διαδικασίες προσφυγής όργανα δεν είναι δικαστικά, οι αποφάσεις τους πρέπει πάντα να αιτιολογούνται γραπτώς. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει επίσης να θεσπίζονται διατάξεις που να εγγυώνται την ύπαρξη διαδικασιών με τις οποίες κάθε μέτρο του οργάνου προσφυγής που εικάζεται ότι είναι παράνομο, ή κάθε εικαζόμενη παράλειψή του κατά την άσκηση των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί, να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προσφυγής ή προσφυγής ενώπιον άλλου οργάνου, το οποίο θεωρείται δικαιοδοτικό κατά την έννοια του άρθρου 234 της συνθήκης και είναι ανεξάρτητο και από την αναθέτουσα αρχή και από το όργανο προσφυγής.

Ο διορισμός και η λήξη της θητείας των μελών του ανεξαρτήτου αυτού οργάνου πρέπει να υπόκειται στους ίδιους όρους οι οποίοι εφαρμόζονται στους δικαστές όσον αφορά την υπεύθυνη για το διορισμό τους αρχή, τη διάρκεια της θητείας τους, και την ανάκλησή τους. Τουλάχιστον ο πρόεδρος του ανεξαρτήτου οργάνου πρέπει να έχει ίδια νομικά και επαγγελματικά προσόντα με τους δικαστές. Το ανεξάρτητο όργανο λαμβάνει τις αποφάσεις του μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας κατ’ αντιμωλίαν, οι δε αποφάσεις αυτές έχουν, με τα μέσα που καθορίζει κάθε κράτος μέλος, δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα.

2.

Παρεμβάλλονται τα εξής άρθρα:

«Άρθρο 2α

Ανασταλτική προθεσμία

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα κατά το άρθρο 1 παράγραφος 3 πρόσωπα να έχουν στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο που εξασφαλίζει αποτελεσματικές προσφυγές κατά των αποφάσεων για την ανάθεση σύμβασης που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές, με τη θέσπιση των αναγκαίων διατάξεων που πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το άρθρο 2γ.

2.   Δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση κατόπιν αποφάσεως για την ανάθεση σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερομένους προσφέροντες και υποψήφιους, εφόσον χρησιμοποιούνται τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερομένους προσφέροντες και υποψήφιους ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης.

Οι προσφέροντες θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι εφόσον δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά. Ο αποκλεισμός είναι οριστικός εφόσον έχει κοινοποιηθεί στους ενδιαφερομένους προσφέροντες και έχει θεωρηθεί νόμιμος από ανεξάρτητο όργανο προσφυγής ή, εάν δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή.

Οι υποψήφιοι θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι αν η αναθέτουσα αρχή δεν έχει παράσχει πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της αίτησής τους πριν από την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες.

Η κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης σε όλους τους ενδιαφερομένους προσφέροντες και υποψήφιους συνοδεύεται από:

συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων κατά το άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 41 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, και

σαφή δήλωση της επακριβούς ανασταλτικής προθεσμίας που ισχύει σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 2β

Παρεκκλίσεις από την ανασταλτική προθεσμία

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι προθεσμίες του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

αν η οδηγία 2004/18/ΕΚ δεν απαιτεί προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

αν ο μόνος ενδιαφερόμενος προσφέρων, κατά την έννοια του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι·

γ)

εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο, όπως προβλέπει το άρθρο 32 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και εφόσον πρόκειται για συγκεκριμένη σύμβαση η οποία βασίζεται σε δυναμικό σύστημα αγορών όπως προβλέπει το άρθρο 33 της εν λόγω οδηγίας.

Σε περίπτωση επίκλησης της παρέκκλισης αυτής, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η σύμβαση είναι ανενεργός σύμφωνα με τα άρθρα 2δ και 2στ της παρούσας οδηγίας, εφόσον:

συντρέχει παράβαση του άρθρου 32 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση ή του άρθρου 33 παράγραφος 5 ή 6 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και

εκτιμάται ότι η αξία της σύμβασης είναι ίση ή υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του άρθρου 7 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.

Άρθρο 2γ

Προθεσμίες άσκησης προσφυγής

Όταν κράτος μέλος προβλέπει ότι κάθε προσφυγή κατά αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής που έχει ληφθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση με διαδικασία ανάθεσης σύμβασης υπαγόμενης στην οδηγία 2004/18/ΕΚ πρέπει να έχει ασκηθεί πριν από την εκπνοή καθορισμένης προθεσμίας, η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση της αναθέτουσας αρχής στον προσφέροντα ή υποψήφιο εφόσον χρησιμοποιούνται τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, τουλάχιστον 15 ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση της αναθέτουσας αρχής στον προσφέροντα ή υποψήφιο ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης της αναθέτουσας αρχής. Η κοινοποίηση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής σε κάθε προσφέροντα ή υποψήφιο συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων. Στην περίπτωση άσκησης προσφυγής σχετικά με αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας, που δεν υπόκεινται σε ειδική κοινοποίηση, η προθεσμία είναι τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της οικείας απόφασης.

Άρθρο 2δ

Ανενεργό της σύμβασης

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια σύμβαση να κηρύσσεται ανενεργή από όργανο προσφυγής ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή ή το ανενεργό της να προκύπτει από απόφαση του εν λόγω ανεξάρτητου οργάνου σε οιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:

α)

εφόσον η αναθέτουσα αρχή έχει αναθέσει σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αυτό να επιτρέπεται σύμφωνα με την οδηγία 2004/18/ΕΚ·

β)

σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1 παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, αν λόγω της παράβασης αυτής ο προσφέρων ο οποίος ασκεί προσφυγή στερήθηκε της δυνατότητας άσκησης προσυμβατικών διαδικασιών προσφυγής, εφόσον η παράβαση αυτή συνδυάζεται με παράβαση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, όταν η εν λόγω παράβαση επηρέασε τις πιθανότητες του προσφέροντος που ασκεί προσφυγή να του ανατεθεί η σύμβαση·

γ)

στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2β στοιχείο γ) δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας, αν τα κράτη μέλη έχουν επικαλεσθεί την παρέκκλιση από την ανασταλτική προθεσμία για συμβάσεις βασιζόμενες σε συμφωνία-πλαίσιο και σε δυναμικό σύστημα αγορών.

2.   Οι συνέπειες της κήρυξης του ανενεργού των συμβάσεων προσδιορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

Το εθνικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει την αναδρομική ακύρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων ή να περιορίζει την εμβέλεια της ακύρωσης στις υποχρεώσεις εκείνες που δεν έχουν εκπληρωθεί ακόμη. Στην τελευταία περίπτωση, τα κράτη μέλη προβλέπουν την εφαρμογή άλλων κυρώσεων κατά την έννοια του άρθρου 2ε παράγραφος 2.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή όργανο προσφυγής δεν μπορεί να κηρύξει ανενεργή μια σύμβαση, παρά το γεγονός ότι η ανάθεσή της έχει γίνει παράνομα για τους λόγους που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, αν το όργανο προσφυγής διαπιστώσει, εφόσον έχει εξετάσει όλες τις σχετικές πτυχές, ότι επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη προβλέπουν εναλλακτικές κυρώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2ε παράγραφος 2, που εφαρμόζονται αντί του ανενεργού.

Η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη διατήρηση των αποτελεσμάτων μιας σύμβασης θεωρείται ως επιτακτικός λόγος εφόσον σε εξαιρετικές περιστάσεις το ανενεργό θα οδηγούσε σε δυσανάλογες συνέπειες.

Ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται άμεσα με την οικεία σύμβαση δεν συνιστούν επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Μεταξύ των συμφερόντων αυτών περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα έξοδα λόγω καθυστέρησης στην εκτέλεση της σύμβασης, τα έξοδα λόγω της κίνησης νέας διαγωνιστικής διαδικασίας, τα έξοδα λόγω αλλαγής του οικονομικού φορέα ο οποίος εκτελεί τη σύμβαση και τα έξοδα των νομικών υποχρεώσεων λόγω της κήρυξης της σύμβασης ως ανενεργού.

4.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται εφόσον:

η αναθέτουσα αρχή κρίνει ότι η ανάθεση σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα με την οδηγία 2004/18/ΕΚ,

η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη όπως προβλέπει το άρθρο 3α της παρούσας οδηγίας, με την οποία εκφράζει την πρόθεσή της να συνάψει τη σύμβαση, και

η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από τη λήξη προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της δημοσίευσης της προκήρυξης αυτής.

5.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται, εφόσον:

η αναθέτουσα αρχή θεωρεί ότι η ανάθεση σύμβασης είναι σύμφωνη με το άρθρο 32 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση ή με το άρθρο 33 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ,

η αναθέτουσα αρχή έχει αποστείλει την απόφαση ανάθεσης μαζί με συνοπτική έκθεση των λόγων κατά το άρθρο 2α παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο πρώτη περίπτωση της παρούσας οδηγίας στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες, και

η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες σε περίπτωση χρήσης τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικών μέσων ή, σε περίπτωση χρήσης άλλων μέσων επικοινωνίας, πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης.

Άρθρο 2ε

Παραβάσεις της παρούσας οδηγίας και εναλλακτικές κυρώσεις

1.   Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1 παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή του άρθρου 2α παράγραφος 2, η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2δ παράγραφος 1 στοιχείο β), τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η σύμβαση καθίσταται ανενεργή σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφοι 1 έως 3, ή εναλλακτικές κυρώσεις. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή όργανο προσφυγής αποφασίζει, αφού εξετάσει όλες τις σχετικές πτυχές, αν η σύμβαση πρέπει να κηρυχθεί ανενεργή ή αν θα πρέπει να επιβληθούν εναλλακτικές κυρώσεις.

2.   Οι εναλλακτικές κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Οι εναλλακτικές κυρώσεις περιλαμβάνουν:

την επιβολή προστίμων στην αναθέτουσα αρχή, ή

τη σύντμηση της διάρκειας της σύμβασης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν στο όργανο προσφυγής ευρεία διακριτική ευχέρεια να συνυπολογίζει όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρότητας της παράβασης, της συμπεριφοράς της αναθέτουσας αρχής και, στις περιπτώσεις του άρθρου 2δ παράγραφος 2, του βαθμού στον οποίο μια σύμβαση παραμένει σε ισχύ.

Η παροχή αποζημίωσης δεν αποτελεί κατάλληλη κύρωση για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 2στ

Προθεσμίες

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η άσκηση προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφος 1, πρέπει να πραγματοποιείται:

α)

πριν από την πάροδο τουλάχιστον 30 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία:

η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε απόφαση ανάθεσης σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 4, και τα άρθρα 36 και 37 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, εφόσον η δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει αιτιολόγηση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή

η αναθέτουσα αρχή ενημέρωσε τους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης, εφόσον οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 41 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας. Η δυνατότητα αυτή ισχύει και στις περιπτώσεις του άρθρου 2β στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας·

β)

και εν πάση περιπτώσει πριν από την πάροδο τουλάχιστον 6 μηνών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία συνήφθη η σύμβαση.

2.   Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2ε παράγραφος 1, οι προθεσμίες άσκησης προσφυγής καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 2γ.»

3.

Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το εξής:

«Άρθρο 3

Διορθωτικός μηχανισμός

1.   Η Επιτροπή μπορεί να επικαλεσθεί τη διαδικασία των παραγράφων 2 έως 5 όταν, πριν από τη σύναψη σύμβασης, κρίνει ότι έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση του κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.

2.   Η Επιτροπή γνωστοποιεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τους λόγους που την οδήγησαν να κρίνει ότι έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση και να ζητήσει τη διόρθωσή της με τον κατάλληλο τρόπο.

3.   Εντός 21 ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της γνωστοποίησης κατά την παράγραφο 2, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή:

α)

βεβαίωση ότι η παράβαση διορθώθηκε· ή

β)

αιτιολογημένη απάντηση με την οποία εξηγεί για ποιο λόγο δεν έγινε καμία διορθωτική ενέργεια· ή

γ)

γνωστοποίηση ότι η διαδικασία ανάθεσης της εν λόγω σύμβασης ανεστάλη, είτε με πρωτοβουλία της αναθέτουσας αρχής είτε στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α).

4.   Η διαβιβασθείσα κατά την παράγραφο 3 στοιχείο β) αιτιολογημένη απάντηση, μπορεί, μεταξύ άλλων, να βασίζεται στο γεγονός ότι, για την εικαζόμενη παράβαση, έχει ήδη ασκηθεί δικαστική προσφυγή ή προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 9. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή για το αποτέλεσμα των διαδικασιών αυτών, μόλις αυτά γίνουν γνωστά.

5.   Σε περίπτωση που έχει γνωστοποιηθεί αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 στοιχείο γ), το κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τυχόν άρση της αναστολής ή την έναρξη νέας διαδικασίας συνάψεως συμβάσεως που έχει, εν όλω ή εν μέρει, το ίδιο αντικείμενο. Η νέα αυτή γνωστοποίηση βεβαιώνει ότι η εικαζόμενη παράβαση διορθώθηκε ή περιέχει αιτιολογημένη απάντηση που εξηγεί τον λόγο για τον οποίο δεν έγινε καμιά διορθωτική ενέργεια.»

4.

Παρεμβάλλονται τα εξής άρθρα:

«Άρθρο 3α

Περιεχόμενο προκήρυξης για εκούσια εκ των προτέρων διαφάνεια

Η προκήρυξη κατά το άρθρο 2δ παράγραφος 4 δεύτερη περίπτωση, για τον τύπο της οποίας αποφασίζει η Επιτροπή σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 3β παράγραφος 2, περιέχει τις εξής πληροφορίες:

α)

όνομα και στοιχεία επικοινωνίας της αναθέτουσας αρχής·

β)

περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης·

γ)

αιτιολόγηση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

δ)

όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του οικονομικού φορέα υπέρ του οποίου ελήφθη μια απόφαση ανάθεσης μιας σύμβασης· και,

ε)

εφόσον απαιτείται, οιαδήποτε άλλη πληροφορία κρίνει χρήσιμη η αναθέτουσα αρχή.

Άρθρο 3β

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη συμβουλευτική επιτροπή δημοσίων συμβάσεων, η οποία συστάθηκε με το άρθρο 1 της απόφασης 71/306/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971 (11), εφεξής καλούμενη “επιτροπή”.

2.   Οσάκις γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (12), τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της απόφασης αυτής.

5.

Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το εξής:

«Άρθρο 4

Εφαρμογή

1.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητεί από τα κράτη μέλη, σε διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή δημόσιων συμβάσεων, να της παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των εθνικών διαδικασιών προσφυγής.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν ανά έτος στην Επιτροπή το κείμενο όλων των αποφάσεων, μαζί με την αιτιολογική τους έκθεση, τις οποίες έλαβαν τα όργανα προσφυγής των, σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφος 3.»

6.

Παρεμβάλλεται το εξής άρθρο:

«Άρθρο 4α

Επανεξέταση

Έως τις 20 Δεκεμβρίου 2012 το αργότερο, η Επιτροπή επανεξετάζει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την αποτελεσματικότητά της, και ιδίως ως προς την αποτελεσματικότητα των εναλλακτικών κυρώσεων και των προθεσμιών.»

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ

Η οδηγία 92/13/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το εξής:

«Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής και διαθεσιμότητα των διαδικασιών προσφυγής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η οδηγία 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (13), εκτός αν οι εν λόγω συμβάσεις εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, τα άρθρα 18 έως 26, τα άρθρα 29 και 30 ή το άρθρο 62 της εν λόγω οδηγίας.

Οι συμβάσεις κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνουν τις συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών, τις συμφωνίες-πλαίσιο και τα δυναμικά συστήματα αγορών.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 2 έως 2στ της παρούσας οδηγίας, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές έχουν ληφθεί κατά παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων που μεταφέρουν την εν λόγω νομοθεσία.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μη γίνεται καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που μπορούν να ισχυρισθούν ότι υπέστησαν ζημία στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης σύμβασης ως συνέπεια του διαχωρισμού που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ των εθνικών κανόνων εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και των άλλων εθνικών κανόνων.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατόν να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον από οιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από το πρόσωπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία προσφυγής να ενημερώνει τον αναθέτοντα φορέα για την εικαζόμενη παράβαση και για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή, υπό τον όρο ότι αυτό δεν επηρεάζει την ανασταλτική προθεσμία σύμφωνα με το άρθρο 2α παράγραφος 2 ή οιαδήποτε άλλη προθεσμία άσκησης προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2γ.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει καταρχάς προσφυγή στον αναθέτοντα φορέα. Στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η άσκηση της εν λόγω προσφυγής να συνεπάγεται την άμεση αναστολή της δυνατότητας σύναψης της σύμβασης.

Τα κράτη μέλη αποφασίζουν ως προς τα κατάλληλα μέσα επικοινωνίας, περιλαμβανομένων της τηλεομοιοτυπίας ή των ηλεκτρονικών μέσων, που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την άσκηση της προσφυγής κατά το πρώτο εδάφιο.

Η αναστολή στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο δεν λήγει πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία ο αναθέτων φορέας απέστειλε απάντηση με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία ο αναθέτων φορέας απέστειλε απάντηση, ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης.

2.

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται ο τίτλος «Απαιτήσεις για τις διαδικασίες προσφυγής»·

β)

οι παράγραφοι 2 έως 4 αντικαθίστανται ως εξής:

«2.   Οι εξουσίες που προβλέπουν η παράγραφος 1 και τα άρθρα 2δ και 2ε είναι δυνατό να ανατίθενται σε ξεχωριστά όργανα, υπεύθυνα για διαφορετικές πτυχές των διαδικασιών προσφυγής.

3.   Όταν πρωτοβάθμιο όργανο, ανεξάρτητο από τον αναθέτοντα φορέα, εξετάζει προσφυγή κατά αποφάσεως σχετικά με την ανάθεση σύμβασης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο αναθέτων φορέας δεν μπορεί να συνάψει τη σύμβαση πριν το όργανο προσφυγής αποφασίσει την εφαρμογή προσωρινών μέτρων ή επί της προσφυγής. Η αναστολή δεν λήγει πριν από την εκπνοή της ανασταλτικής προθεσμίας του άρθρου 2α παράγραφος 2 και του άρθρου 2δ παράγραφοι 4 και 5.

3α.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις της παραγράφου 3 και του άρθρου 1 παράγραφος 5, οι διαδικασίες προσφυγής δεν απαιτείται να έχουν αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα επί των διαδικασιών ανάθεσης των συμβάσεων τις οποίες αφορούν.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές συνέπειες των προσωρινών μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν καθώς και το για δημόσιο συμφέρον και να αποφασίσει να μην προβεί στη χορήγηση τέτοιων μέτρων, αν οι αρνητικές τους συνέπειες είναι περισσότερες από τα οφέλη τους.

Η απόφαση να μη χορηγηθούν προσωρινά μέτρα δεν θίγει τις λοιπές αξιώσεις που προβάλλει το πρόσωπο που έχει αιτηθεί τη χορήγηση τέτοιων μέτρων.»·

γ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται ως εξής:

«6.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2δ έως 2στ, τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών που προβλέπονται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σε μια σύμβαση που συνάπτεται μετά την ανάθεσή της καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

Επιπλέον, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία απόφαση πρέπει να ακυρωθεί προτού χορηγηθεί αποζημίωση, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, αφού συναφθεί σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 5, την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ή τα άρθρα 2α έως 2στ, οι εξουσίες του υπεύθυνου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης σε οιονδήποτε υπέστη ζημία λόγω παράβασης.»·

δ)

στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 177 της συνθήκης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 234 της συνθήκης».

3.

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 2α

Ανασταλτική προθεσμία

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα κατά το άρθρο 1 παράγραφος 3, πρόσωπα να έχουν στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο που να εξασφαλίζει αποτελεσματικές προσφυγές κατά των αποφάσεων για την ανάθεση σύμβασης που λαμβάνουν οι αναθέτοντες φορείς, με τη θέσπιση των αναγκαίων διατάξεων που πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το άρθρο 2γ.

2.   Δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση κατόπιν αποφάσεως για την ανάθεση σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/17/ΕΚ πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερομένους προσφέροντες και υποψηφίους, εφόσον χρησιμοποιούνται τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης.

Οι προσφέροντες θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι εφόσον δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά. Ο αποκλεισμός είναι οριστικός εφόσον έχει κοινοποιηθεί στους ενδιαφερομένους προσφέροντες και έχει θεωρηθεί νόμιμος από ανεξάρτητο όργανο προσφυγής ή δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή.

Οι υποψήφιοι θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι αν ο αναθέτων φορέας δεν έχει παράσχει πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της αίτησής τους πριν από την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες.

Η κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης σε όλους τους ενδιαφερομένους προσφέροντες και υποψήφιους συνοδεύεται από:

συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων κατά το άρθρο 49 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, και

σαφή δήλωση της επακριβούς ανασταλτικής προθεσμίας που ισχύει σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 2β

Παρεκκλίσεις από την ανασταλτική προθεσμία

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι προθεσμίες του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

αν η οδηγία 2004/17/ΕΚ δεν απαιτεί προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

αν ο μόνος προσφέρων, κατά την έννοια του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση, και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι·

γ)

εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που βασίζονται σε δυναμικό σύστημα αγορών, όπως προβλέπεται από το άρθρο 15 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.

Σε περίπτωση επίκλησης της παρούσας παρέκκλισης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η σύμβαση κηρύσσεται ανενεργή σύμφωνα με τα άρθρα 2δ και 2στ της παρούσας οδηγίας, εφόσον:

συντρέχει παράβαση του άρθρου 15 παράγραφος 5 ή 6 της οδηγίας 2001/17/ΕΚ, και

εκτιμάται ότι η αξία της σύμβασης ισούται προς ή υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του άρθρου 16 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ.

Άρθρο 2γ

Προθεσμίες άσκησης προσφυγής

Όταν κράτος μέλος προβλέπει ότι κάθε προσφυγή κατά αποφάσεως του αναθέτοντος φορέα που έχει ληφθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση με διαδικασία ανάθεσης σύμβασης που εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας 2004/17/ΕΚ πρέπει να έχει ασκηθεί πριν από την εκπνοή καθορισμένης προθεσμίας, η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση του αναθέτοντος φορέα στον προσφέροντα ή υποψήφιο εφόσον χρησιμοποιούνται τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, είναι τουλάχιστον 15 ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση του αναθέτοντος φορέα στον προσφέροντα ή υποψήφιο ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης του αναθέτοντος φορέα. Η κοινοποίηση της απόφασης του αναθέτοντος φορέα σε κάθε προσφέροντα ή υποψήφιο συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων. Στην περίπτωση άσκησης προσφυγής σχετικά με αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας, που δεν υπόκεινται σε ειδική κοινοποίηση, η προθεσμία είναι τουλάχιστον 10 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της οικείας απόφασης.

Άρθρο 2δ

Ανενεργό της σύμβασης

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια σύμβαση να κηρύσσεται ανενεργή από όργανο προσφυγής ανεξάρτητο από τον αναθέτοντα φορέα ή το ανενεργό της να προκύπτει από απόφαση του εν λόγω ανεξάρτητου οργάνου, σε οιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:

α)

εφόσον ο αναθέτων φορέας έχει αναθέσει σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αυτό να επιτρέπεται σύμφωνα με την οδηγία 2004/17/ΕΚ·

β)

σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1 παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, αν λόγω της παράβασης αυτής ο προσφέρων ο οποίος ασκεί προσφυγή στερήθηκε της δυνατότητας άσκησης προσυμβατικών διαδικασιών προσφυγής, εφόσον η παράβαση αυτή συνδυάζεται με παράβαση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, όταν η εν λόγω παράβαση επηρέασε τις πιθανότητες του προσφέροντος που ασκεί προσφυγή να του ανατεθεί η σύμβαση·

γ)

στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2β στοιχείο γ) δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας, αν τα κράτη μέλη έχουν επικαλεσθεί την παρέκκλιση από την ανασταλτική προθεσμία για συμβάσεις βασιζόμενες σε δυναμικό σύστημα αγορών.

2.   Οι συνέπειες της κήρυξης του ανενεργού μιας σύμβασης προσδιορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

Το εθνικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει την αναδρομική ακύρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων ή να περιορίζει την εμβέλεια της ακύρωσης στις υποχρεώσεις εκείνες που δεν έχουν εκπληρωθεί ακόμη. Στην τελευταία περίπτωση, τα κράτη μέλη προβλέπουν την εφαρμογή άλλων κυρώσεων κατά την έννοια του άρθρου 2ε παράγραφος 2.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το ανεξάρτητο από τον αναθέτοντα φορέα όργανο προσφυγής δεν μπορεί να κηρύξει ανενεργή μια σύμβαση, παρά το γεγονός ότι η ανάθεσή της έχει γίνει παράνομα για τους λόγους που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, αν το όργανο προσφυγής διαπιστώσει, εφόσον έχει εξετάσει όλες τις σχετικές πτυχές, ότι επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη προβλέπουν εναλλακτικές κυρώσεις κατά την έννοια του άρθρου 2ε παράγραφος 2, που εφαρμόζονται αντί του ανενεργού.

Η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη διατήρηση των αποτελεσμάτων μιας σύμβασης θεωρείται ως επιτακτικός λόγος εφόσον σε εξαιρετικές περιστάσεις το ανενεργό θα οδηγούσε σε δυσανάλογες συνέπειες.

Ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται άμεσα με την οικεία σύμβαση δεν συνιστούν επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Μεταξύ των συμφερόντων αυτών περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα έξοδα λόγω καθυστέρησης στην εκτέλεση της σύμβασης, τα έξοδα λόγω της κίνησης νέας διαγωνιστικής διαδικασίας, τα έξοδα λόγω αλλαγής του οικονομικού φορέα ο οποίος εκτελεί τη σύμβαση και τα έξοδα των νομικών υποχρεώσεων λόγω της κήρυξης της σύμβασης ως ανενεργού.

4.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται εφόσον:

ο αναθέτων φορέας κρίνει ότι η ανάθεση σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα με την οδηγία 2004/17/ΕΚ,

ο αναθέτων φορέας δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη όπως προβλέπει το άρθρο 3α της παρούσας οδηγίας, με την οποία εκφράζει την πρόθεσή του να συνάψει τη σύμβαση, και

η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από τη λήξη προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της δημοσίευσης της προκήρυξης αυτής.

5.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας, δεν εφαρμόζεται, εφόσον:

ο αναθέτων φορέας θεωρεί ότι η ανάθεση σύμβασης είναι σύμφωνη με το άρθρο 15 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ,

ο αναθέτων φορέας έχει αποστείλει την απόφαση ανάθεσης μαζί με συνοπτική έκθεση των λόγων κατά το άρθρο 2α παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο πρώτη περίπτωση της παρούσας οδηγίας στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες, και

η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες σε περίπτωση χρήσης τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικών μέσων ή, σε περίπτωση χρήσης άλλων μέσων επικοινωνίας, πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερομένους προσφέροντες ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης.

Άρθρο 2ε

Παραβάσεις της παρούσας οδηγίας και εναλλακτικές κυρώσεις

1.   Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1 παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3, ή του άρθρου 2α παράγραφος 2, η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2δ παράγραφος 1 στοιχείο β), τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η σύμβαση καθίσταται ανενεργή σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφοι 1 έως 3, ή εναλλακτικές κυρώσεις. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το ανεξάρτητο από τον αναθέτοντα φορέα όργανο προσφυγής αποφασίζει, αφού εξετάσει όλες τις σχετικές πτυχές, αν η σύμβαση θα πρέπει να κηρυχθεί ανενεργή ή αν θα πρέπει να επιβληθούν εναλλακτικές κυρώσεις.

2.   Οι εναλλακτικές κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Οι εναλλακτικές κυρώσεις περιλαμβάνουν:

την επιβολή προστίμων στον αναθέτοντα φορέα, ή

τη σύντμηση της διάρκειας της σύμβασης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν στο όργανο προσφυγής ευρεία διακριτική ευχέρεια να συνυπολογίζει όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρότητας της παράβασης, της συμπεριφοράς του αναθέτοντος φορέα και, στις περιπτώσεις του άρθρου 2δ παράγραφος 2, του βαθμού στον οποίο μια σύμβαση παραμένει σε ισχύ.

Η παροχή αποζημίωσης δεν αποτελεί κατάλληλη κύρωση για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 2στ

Προθεσμίες

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η άσκηση προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφος 1, πρέπει να πραγματοποιείται:

α)

πριν από την πάροδο τουλάχιστον 30 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία:

ο αναθέτων φορέας δημοσίευσε απόφαση ανάθεσης σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, εφόσον η δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει αιτιολόγηση της απόφασης του αναθέτοντος φορέα να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή

ο αναθέτων φορέας ενημέρωσε τους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης, εφόσον οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Η δυνατότητα αυτή ισχύει και στις περιπτώσεις του άρθρου 2β στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας·

β)

και εν πάση περιπτώσει πριν από την πάροδο τουλάχιστον 6 μηνών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία συνήφθη η σύμβαση.

2.   Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 2ε παράγραφος 1, οι προθεσμίες άσκησης προσφυγής καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 2γ.»

4.

Τα άρθρα 3 έως 7 αντικαθίστανται από το εξής:

«Άρθρο 3α

Περιεχόμενο προκήρυξης για εκούσια εκ των προτέρων διαφάνεια

Η προκήρυξη που προβλέπει το άρθρο 2δ παράγραφος 4 δεύτερη περίπτωση, τον τύπο της οποίας θα αποφασίσει η Επιτροπή σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 3β παράγραφος 2, θα περιέχει τις εξής πληροφορίες:

α)

όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του αναθέτοντος φορέα·

β)

περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης·

γ)

αιτιολόγηση της απόφασης του αναθέτοντος φορέα να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

δ)

όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του οικονομικού φορέα υπέρ του οποίου ελήφθη η απόφαση ανάθεσης της σύμβασης· και,

ε)

εφόσον απαιτείται, οιαδήποτε άλλη πληροφορία κρίνει χρήσιμη ο αναθέτων φορέας.

Άρθρο 3β

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη συμβουλευτική επιτροπή δημοσίων συμβάσεων, η οποία συστάθηκε με το άρθρο 1 της απόφασης 71/306/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971 (14), εφεξής καλούμενη «επιτροπή».

2.   Οσάκις γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (15), τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της απόφασης αυτής.

5.

Το άρθρο 8 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 8

Διορθωτικός μηχανισμός

1.   Η Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί τη διαδικασία των παραγράφων 2 έως 5, όταν πριν από τη σύναψη της σύμβασης κρίνει ότι έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση του κοινοτικού δικαίου για τις συμβάσεις στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή όσον αφορά το άρθρο 27 στοιχείο α), της ίδιας οδηγίας για τους αναθέτοντες φορείς στους οποίους εφαρμόζεται αυτή η διάταξη.

2.   Η Επιτροπή γνωστοποιεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τους λόγους που την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση και να ζητεί τη διόρθωσή της με κατάλληλα μέσα.

3.   Εντός 21 ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της γνωστοποίησης κατά την παράγραφο 2, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή:

α)

επιβεβαίωση ότι η παράβαση διορθώθηκε· ή

β)

αιτιολογημένη απάντηση με την οποία εξηγεί για ποιο λόγο δεν έγινε καμία διορθωτική ενέργεια· ή

γ)

γνωστοποίηση ότι η διαδικασία ανάθεσης της εν λόγω συμβάσεως ανεστάλη είτε με πρωτοβουλία του αναθέτοντος φορέα, είτε στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών που προβλέπει το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α).

4.   Η διαβιβασθείσα κατά την παράγραφο 3 στοιχείο β) αιτιολογημένη απάντηση μπορεί, μεταξύ άλλων, να βασίζεται στο γεγονός ότι, για την εικαζόμενη παράβαση έχει ήδη ασκηθεί δικαστική προσφυγή ή προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 9. Στην περίπτωση αυτή, το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή για τα αποτελέσματα των διαδικασιών αυτών, μόλις καταστούν γνωστά.

5.   Εφόσον έχει γνωστοποιηθεί ότι διαδικασία σύναψης σύμβασης ανεστάλη σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ), το οικείο κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τυχόν άρση της αναστολής ή έναρξη νέας διαδικασίας σύναψης σύμβασης που έχει εν όλω ή εν μέρει το ίδιο αντικείμενο. Η νέα αυτή γνωστοποίηση βεβαιώνει ότι η εικαζόμενη παράβαση διορθώθηκε ή περιέχει αιτιολογημένη απάντηση που εξηγεί τον λόγο για τον οποίο δεν έγινε καμία διορθωτική ενέργεια.»

6.

Τα άρθρα 9 έως 12 αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 12

Εφαρμογή της οδηγίας

1.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητεί από τα κράτη μέλη, σε διαβούλευση με την επιτροπή να της παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των εθνικών διαδικασιών προσφυγής.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν σε ετήσια βάση στην Επιτροπή το κείμενο όλων των αποφάσεων, μαζί με την αιτιολογική τους έκθεση, οι οποίες ελήφθησαν από τα όργανα προσφυγής των σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφος 3.

Άρθρο 12α

Επανεξέταση

Το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 2012, η Επιτροπή επανεξετάζει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την αποτελεσματικότητά της, και ιδίως ως προς την αποτελεσματικότητα των εναλλακτικών κυρώσεων και των προθεσμιών.»

7.

Το παράρτημα διαγράφεται.

Άρθρο 3

Μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 2009. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων εθνικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που καλύπτει η παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 11 Δεκεμβρίου 2007.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LOBO ANTUNES


(1)  ΕΕ C 93 της 27.4.2007, σ. 16.

(2)  ΕΕ C 146 της 30.6.2007, σ. 69.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Ιουνίου 2007 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2007.

(4)  ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 33. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ (ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 1).

(5)  ΕΕ L 76 της 23.3.1992, σ. 14. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ (ΕΕ L 363 της 20.12 2006, σ. 107).

(6)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ.

(7)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ.

(8)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).

(9)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107).»

(11)  ΕΕ L 185 της 16.8.1971, σ. 15. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 77/63/ΕΟΚ (ΕΕ L 13 της 15.1.1977, σ. 15).

(12)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).»

(13)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107)».

(14)  ΕΕ L 185 της 16.8.1971, σ. 15. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 77/63/ΕΟΚ (ΕΕ L 13 της 15.1.1977, σ. 15).

(15)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).»


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/47


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Δεκεμβρίου 2007

για την τροποποίηση των αποφάσεων 2006/687/ΕΚ, 2006/875/ΕΚ και 2006/876/ΕΚ όσον αφορά την ανακατανομή της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής στα προγράμματα ορισμένων κρατών μελών για την εκρίζωση και την επιτήρηση των ασθενειών των ζώων και τους ελέγχους που αποσκοπούν στην πρόληψη των ζωονόσων για το 2007

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 5985]

(2007/851/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την απόφαση 90/424/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα (1), και ιδίως το άρθρο 24 παράγραφοι 5 και 6 και τα άρθρα 29 και 32,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η απόφαση 90/424/ΕΟΚ ορίζει τις διαδικασίες που διέπουν τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας σε προγράμματα εκρίζωσης, ελέγχου και επιτήρησης των ασθενειών των ζώων και ζωονόσων.

(2)

Η απόφαση 2006/687/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2006, για προγράμματα που μπορούν να τύχουν χρηματοδοτικής συνδρομής από την Κοινότητα το 2007 για την εκρίζωση και την επιτήρηση ορισμένων ζωονόσων, την πρόληψη ζωονόσων, την επιτήρηση των ΜΣΕ καθώς και προγράμματα για την εκρίζωση της ΣΕΒ και της τρομώδους νόσου των προβάτων (2), καθορίζει το προτεινόμενο ποσοστό και το μέγιστο ποσό της χρηματοδοτικής συμβολής της Κοινότητας για κάθε πρόγραμμα που υποβάλλεται από τα κράτη μέλη.

(3)

Η απόφαση 2006/875/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2006, για την έγκριση προγραμμάτων για την εκρίζωση και την επιτήρηση ζωονόσων, ορισμένων ΜΣΕ και για την πρόληψη ζωονόσων, τα οποία υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη για το έτος 2007 (3) και την απόφαση 2006/876/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2006, για την έγκριση προγραμμάτων για την εκρίζωση και την επιτήρηση ασθενειών των ζώων, ορισμένων ΜΣΕ και για την πρόληψη ζωονόσων, τα οποία υποβλήθηκαν από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία για το έτος 2007 και για τροποποίηση της απόφασης που τροποποιεί την απόφαση 2006/687/ΕΚ καθόρισε το μέγιστο ποσό της χρηματοδοτικής συμβολής της Κοινότητας για κάθε πρόγραμμα που υποβλήθηκε από τα κράτη μέλη.

(4)

Η Επιτροπή εξέτασε τις εκθέσεις που διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη σχετικά με τις δαπάνες για τα εν λόγω προγράμματα. Από τα αποτελέσματα αυτής της εξέτασης προκύπτει ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν θα χρησιμοποιήσουν το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που τους χορηγήθηκε για το 2007, ενώ οι δαπάνες άλλων κρατών μελών θα υπερβαίνουν το διατεθέν ποσό.

(5)

Η κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή σε ορισμένα από αυτά τα προγράμματα πρέπει συνεπώς να προσαρμοστεί. Είναι σκόπιμο να γίνει αναδιανομή των ποσών, διοχετεύοντας πόρους από προγράμματα των κρατών μελών που δεν χρησιμοποιούν το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που τους χορηγήθηκε προς εκείνα τα οποία την υπερβαίνουν. Η αναδιανομή βασίζεται στις πλέον πρόσφατες πληροφορίες σχετικά με τις δαπάνες που έχει πραγματοποιήσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

(6)

Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις 2006/687/ΕΚ, 2006/875/ΕΚ και 2006/876/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθούν ανάλογα.

(7)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Τα παραρτήματα I έως V της απόφασης 2006/687/ΕΚ τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 2

Η απόφαση 2006/875/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο στοιχείο δ) το ποσό «1 200 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «790 000 ευρώ»·

ii)

στο στοιχείο ε) το ποσό «1 850 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «900 000 ευρώ»·

iii)

στο στοιχείο ζ) το ποσό «4 850 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «4 100 000 ευρώ»·

β)

στην παράγραφο 3, το ποσό «600 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «450 000 ευρώ».

2.

Το άρθρο 2 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο α), το ποσό «3 500 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «5 550 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο β), το ποσό «1 100 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 950 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο γ), το ποσό «2 000 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «3 000 000 ευρώ»·

δ)

στο στοιχείο δ), το ποσό «95 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «20 000 ευρώ»·

ε)

στο στοιχείο ε), το ποσό «1 600 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 280 000 ευρώ».

3.

Το άρθρο 3 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο α), το ποσό «3 000 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «8 000 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο β), το ποσό «2 500 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «2 950 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο γ), το ποσό «1 100 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 550 000 ευρώ».

4.

Το άρθρο 4 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο β), το ποσό «400 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 600 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο γ), το ποσό «35 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «85 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο ε), το ποσό «2 300 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «4 800 000 ευρώ»·

δ)

στο στοιχείο στ), το ποσό «225 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «425 000 ευρώ».

5.

Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο στοιχείο α), το ποσό «5 000 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «5 900 000 ευρώ»·

ii)

στο στοιχείο β), το ποσό «200 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «570 000 ευρώ»·

iii)

στο στοιχείο γ), το ποσό «4 000 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «5 000 000 ευρώ»·

iv)

στο στοιχείο ε), το ποσό «1 600 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 220 000 ευρώ»·

β)

στην παράγραφο 3, το ποσό «650 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «200 000 ευρώ».

6.

Το άρθρο 6 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο α), το ποσό «4 900 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «8 000 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο β), το ποσό «160 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «360 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο γ), το ποσό «1 300 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 400 000 ευρώ»·

δ)

στο στοιχείο δ), το ποσό «600 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 100 000 ευρώ».

7.

Το άρθρο 7 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο α), το ποσό «660 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «550 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο γ), το ποσό «250 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «500 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο ζ), το ποσό «2 000 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «960 000 ευρώ»·

δ)

στο στοιχείο η), το ποσό «875 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «550 000 ευρώ»·

ε)

στο στοιχείο θ), το ποσό «175 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «0 ευρώ»·

στ)

στο στοιχείο ι), το ποσό «320 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «590 000 ευρώ»·

ζ)

στο στοιχείο ιγ), το ποσό «60 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «110 000 ευρώ»·

η)

στο στοιχείο ιζ), το ποσό «450 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «20 000 ευρώ»·

θ)

στο στοιχείο ιη), το ποσό «205 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «50 000 ευρώ».

8.

Το άρθρο 8 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο α), το ποσό «800 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 100 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο β), το ποσό «500 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «650 000 ευρώ».

9.

Στο άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο α), το ποσό «250 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «350 000 ευρώ».

10.

Στο άρθρο 10 παράγραφος 2, το ποσό «120 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «350 000 ευρώ».

11.

Το άρθρο 12 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο γ), το ποσό «160 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «310 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο δ), το ποσό «243 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «460 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο ι), το ποσό «510 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «900 000 ευρώ»·

δ)

στο στοιχείο ιδ), το ποσό «10 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «15 000 ευρώ»·

ε)

στο στοιχείο κ), το ποσό «121 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «46 000 ευρώ»·

στ)

στο στοιχείο κδ), το ποσό «130 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «200 000 ευρώ»·

ζ)

στο στοιχείο κε), το ποσό «275 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 125 000 ευρώ».

12.

Το άρθρο 13 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο β), το ποσό «1 059 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 320 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο γ), το ποσό «1 680 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 950 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο στ), το ποσό «1 827 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 650 000 ευρώ»·

δ)

στο στοιχείο ζ), το ποσό «10 237 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «9 100 000 ευρώ»·

ε)

στο στοιχείο θ), το ποσό «6 755 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «6 410 000 ευρώ»·

στ)

στο στοιχείο ι), το ποσό «3 375 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «3 000 000 ευρώ»·

ζ)

στο στοιχείο ια), το ποσό «348 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «530 000 ευρώ»·

η)

στο στοιχείο ιθ), το ποσό «3 744 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «244 000 ευρώ»·

θ)

στο στοιχείο κ), το ποσό «2 115 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «2 940 000 ευρώ»·

ι)

στο στοιχείο κβ), το ποσό «1 088 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «610 000 ευρώ».

13.

Το άρθρο 14 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο δ), το ποσό «500 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «50 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο ζ), το ποσό «713 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «413 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο θ), το ποσό «800 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «70 000 ευρώ»·

δ)

στο στοιχείο ι), το ποσό «150 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «65 000 ευρώ»·

ε)

στο στοιχείο ιε), το ποσό «328 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «530 000 ευρώ»·

στ)

στο στοιχείο ιστ), το ποσό «305 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «45 000 ευρώ».

14.

Το άρθρο 15 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο γ), το ποσό «927 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «827 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο ε), το ποσό «1 306 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «516 000 ευρώ»·

γ)

στο στοιχείο στ), το ποσό «5 374 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «4 500 000 ευρώ»·

δ)

στο στοιχείο η), το ποσό «629 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «279 000 ευρώ»·

ε)

στο στοιχείο θ), το ποσό «3 076 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «620 000 ευρώ»·

στ)

στο στοιχείο ι), το ποσό «2 200 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «1 280 000 ευρώ»·

ζ)

στο στοιχείο ιβ), το ποσό «332 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «232 000 ευρώ»·

η)

στο στοιχείο ιε), το ποσό «716 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «41 000 ευρώ»·

θ)

στο στοιχείο ιζ), το ποσό «279 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «179 000 ευρώ»·

ι)

στο στοιχείο κ), το ποσό «9 178 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «5 178 000 ευρώ».

Άρθρο 3

Η απόφαση 2006/876/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Το άρθρο 1 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο α), το ποσό «830 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «0 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο β), το ποσό «800 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «0 ευρώ».

2.

Στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α), το ποσό «425 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «275 000 ευρώ».

3.

Στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α), το ποσό «508 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «5 000 ευρώ».

4.

Το άρθρο 4 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο α), το ποσό «23 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «88 000 ευρώ»·

β)

στο στοιχείο β), το ποσό «105 000 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό «505 000 ευρώ».

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 19. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 282 της 13.10.2006, σ. 52. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/876/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 5.12.2006, σ. 57).

(3)  ΕΕ L 337 της 5.12.2006, σ. 46. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2007/22/ΕΚ (ΕΕ L 7 της 12.1.2007, σ. 46).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τα παραρτήματα Ι έως V της απόφασης 2006/687/ΕΚ αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Πίνακας προγραμμάτων για την εκρίζωση και επιτήρηση ασθενειών των ζώων όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1

Ποσοστό και μέγιστο ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής συμβολής

Ασθένεια

Κράτος μέλος

Ποσοστό

Ανώτατο ποσό

(σε ευρώ)

Ψευδολύσσα ή νόσος του Aujeszky

Βέλγιο

50 %

350 000

Ισπανία

50 %

350 000

Καταρροϊκός πυρετός

Ισπανία

50 %

8 000 000

Γαλλία

50 %

360 000

Ιταλία

50 %

1 400 000

Πορτογαλία

50 %

1 100 000

Βρουκέλλωση των βοοειδών

Ιρλανδία

50 %

1 950 000

Ισπανία

50 %

5 500 000

Ιταλία

50 %

3 000 000

Κύπρος

50 %

20 000

Πορτογαλία

50 %

1 280 000

Ηνωμένο Βασίλειο (1)

50 %

1 100 000

Φυματίωση των βοοειδών

Ισπανία

50 %

8 000 000

Ιταλία

50 %

2 950 000

Πολωνία

50 %

1 550 000

Πορτογαλία

50 %

450 000

Κλασική πανώλης των χοίρων

Γερμανία

50 %

1 100 000

Γαλλία

50 %

650 000

Λουξεμβούργο

50 %

35 000

Σλοβενία

50 %

25 000

Σλοβακία

50 %

400 000

Ενζωοτική λεύκωση των βοοειδών

Εσθονία

50 %

20 000

Ιταλία

50 %

1 600 000

Λεττονία

50 %

85 000

Λιθουανία

50 %

135 000

Πολωνία

50 %

4 800 000

Πορτογαλία

50 %

425 000

Βρουκέλλωση των αιγοπροβάτων (B melitensis)

Ελλάδα

50 %

200 000

Ισπανία

50 %

5 900 000

Γαλλία

50 %

570 000

Ιταλία

50 %

5 000 000

Κύπρος

50 %

120 000

Πορτογαλία

50 %

1 220 000

Poseidom (2)

Γαλλία (3)

50 %

50 000

Λύσσα

Βουλγαρία

50 %

0

Τσεχική Δημοκρατία

50 %

490 000

Γερμανία

50 %

850 000

Εσθονία

50 %

925 000

Λεττονία

50 %

790 000

Λιθουανία

50 % της εθνικής επικράτειας/100 % παραμεθόριες περιοχές

450 000

Ουγγαρία

50 %

900 000

Αυστρία

50 %

185 000

Πολωνία

50 %

4 100 000

Ρουμανία

50 %

0

Σλοβενία

50 %

375 000

Σλοβακία

50 %

500 000

Φινλανδία

50 %

112 000

Αφρικανική πανώλη των χοίρων, κλασσική πανώλη των χοίρων

Βουλγαρία

50 %

275 000

Ιταλία

50 %

140 000

Ρουμανία

50 %

5 250 000

Φυσαλλιδώδης νόσος των χοίρων

Ιταλία

50 %

350 000

Γρίπη των πτηνών

Βέλγιο

50 %

66 000

Βουλγαρία

50 %

88 000

Τσεχική Δημοκρατία

50 %

74 000

Δανία

50 %

310 000

Γερμανία

50 %

460 000

Εσθονία

50 %

40 000

Ιρλανδία

50 %

59 000

Ελλάδα

50 %

42 000

Ισπανία

50 %

82 000

Γαλλία

50 %

280 000

Ιταλία

50 %

900 000

Κύπρος

50 %

15 000

Λεττονία

50 %

15 000

Λιθουανία

50 %

12 000

Λουξεμβούργο

50 %

15 000

Ουγγαρία

50 %

110 000

Μάλτα

50 %

5 000

Κάτω Χώρες

50 %

126 000

Αυστρία

50 %

42 000

Πολωνία

50 %

87 000

Ρουμανία

50 %

505 000

Πορτογαλία

50 %

46 000

Σλοβενία

50 %

32 000

Σλοβακία

50 %

21 000

Φινλανδία

50 %

27 000

Σουηδία

50 %

200 000

Ηνωμένο Βασίλειο

50 %

1 125 000

Σύνολο

80 171 000

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Πίνακας προγραμμάτων ελέγχων με στόχο την πρόληψη των ζωονόσων (άρθρο 2 παράγραφος 1)

Ποσοστό και μέγιστο ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής συμβολής

Ζωονόσοι

Κράτος μέλος

Ποσοστό

Ανώτατο ποσό

(ευρώ)

Σαλμονέλες

Βέλγιο

50 %

550 000

Βουλγαρία

50 %

5 000

Τσεχική Δημοκρατία

50 %

330 000

Δανία

50 %

500 000

Γερμανία

50 %

175 000

Εσθονία

50 %

27 000

Ιρλανδία

50 %

0

Ελλάδα

50 %

60 000

Ισπανία

50 %

960 000

Γαλλία

50 %

550 000

Ιταλία

50 %

590 000

Κύπρος

50 %

40 000

Λεττονία

50 %

60 000

Ουγγαρία

50 %

110 000

Κάτω Χώρες

50 %

1 350 000

Αυστρία

50 %

80 000

Πολωνία

50 %

2 000 000

Πορτογαλία

50 %

20 000

Ρουμανία

50 %

215 000

Σλοβακία

50 %

50 000

Σύνολο

7 672 000

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Πίνακας προγραμμάτων επιτήρησης των ΜΣΕ (άρθρο 3 παράγραφος 1)

Ποσοστό και μέγιστο ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής συμβολής

Ασθένεια

Κράτος μέλος

Ποσοστό εκτελεσθέντων ταχέων και διακριτικών ελέγχων

Ανώτατο ποσό

(ευρώ)

ΜΣΕ

Βέλγιο

100 %

2 084 000

Τσεχική Δημοκρατία

100 %

1 320 000

Δανία

100 %

1 950 000

Γερμανία

100 %

11 307 000

Εσθονία

100 %

233 000

Ιρλανδία

100 %

6 410 000

Ελλάδα

100 %

1 650 000

Ισπανία

100 %

9 100 000

Γαλλία

100 %

24 815 000

Ιταλία

100 %

3 000 000

Κύπρος

100 %

530 000

Λεττονία

100 %

312 000

Λιθουανία

100 %

645 000

Λουξεμβούργο

100 %

146 000

Ουγγαρία

100 %

784 000

Μάλτα

100 %

90 000

Κάτω Χώρες

100 %

5 112 000

Αυστρία

100 %

1 759 000

Πολωνία

100 %

244 000

Πορτογαλία

100 %

2 940 000

Ρουμανία

100 %

2 370 000

Σλοβενία

100 %

308 000

Σλοβακία

100 %

610 000

Φινλανδία

100 %

839 000

Σουηδία

100 %

2 020 000

Ηνωμένο Βασίλειο

100 %

6 781 000

Σύνολο

87 359 000

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Πίνακας προγραμμάτων για την εκρίζωση της ΣΕΒ (άρθρο 4 παράγραφος 1)

Ποσοστό και μέγιστο ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής συμβολής

Ασθένεια

Κράτος μέλος

Ποσοστό

Ανώτατο ποσό

(σε ευρώ)

ΣΕΒ

Βέλγιο

50 % σφαγή

50 000

Τσεχική Δημοκρατία

50 % σφαγή

750 000

Δανία

50 % σφαγή

51 000

Γερμανία

50 % σφαγή

50 000

Εσθονία

50 % σφαγή

98 000

Ιρλανδία

50 % σφαγή

70 000

Ελλάδα

50 % σφαγή

750 000

Ισπανία

50 % σφαγή

413 000

Γαλλία

50 % σφαγή

50 000

Ιταλία

50 % σφαγή

65 000

Λουξεμβούργο

50 % σφαγή

100 000

Κάτω Χώρες

50 % σφαγή

60 000

Αυστρία

50 % σφαγή

48 000

Πολωνία

50 % σφαγή

530 000

Πορτογαλία

50 % σφαγή

45 000

Σλοβενία

50 % σφαγή

25 000

Σλοβακία

50 % σφαγή

250 000

Φινλανδία

50 % σφαγή

25 000

Ηνωμένο Βασίλειο

50 % σφαγή

347 000

Σύνολο

3 777 000

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Πίνακας προγραμμάτων για την εκρίζωση της τρομώδους νόσου (άρθρο 5 παράγραφος 1)

Ποσοστό και ποσό κοινοτικής χρηματοδοτικής συμβολής

Ασθένεια

Κράτος μέλος

Ποσοστό

Ανώτατο ποσό

(σε ευρώ)

Τρομώδης νόσος

Βέλγιο

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

99 000

Τσεχική Δημοκρατία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

107 000

Γερμανία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

827 000

Εσθονία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

13 000

Ιρλανδία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

279 000

Ελλάδα

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

516 000

Ισπανία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

4 500 000

Γαλλία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

8 862 000

Ιταλία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

620 000

Κύπρος

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

1 280 000

Λουξεμβούργο

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

28 000

Ουγγαρία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

232 000

Κάτω Χώρες

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

543 000

Αυστρία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

14 000

Πορτογαλία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

41 000

Ρουμανία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

980 000

Σλοβενία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

83 000

Σλοβακία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

179 000

Φινλανδία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

11 000

Σουηδία

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

6 000

Ηνωμένο Βασίλειο

50 % σφαγή· 50 % γονοτυπικές αναλύσεις

5 178 000

Σύνολο

24 398 000

»

(1)  Ηνωμένο Βασίλειο μόνο όσον αφορά τη Βόρεια Ιρλανδία.

(2)  Η υγρή περικαρδίτιδα, πιροπλάσμωση και αναπλάσμωση μεταδίδεται μέσω εντόμων στα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα.

(3)  Γαλλία μόνο όσον αφορά τη Γουαδελούπη τη Μαρτινίκα και τη Réunion.


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/57


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 13ης Δεκεμβρίου 2007

για την τροποποίηση της απόφασης 2005/5/ΕΚ σχετικά με τις κοινοτικές συγκριτικές εξετάσεις και δοκιμές στους σπόρους προς σπορά και στο πολλαπλασιαστικό υλικό του είδους Asparagus officinalis σύμφωνα με την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 6168]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/852/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφοι 3 και 5,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η απόφαση 2005/5/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Δεκεμβρίου 2004, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων σχετικά με τις κοινοτικές συγκριτικές εξετάσεις και δοκιμές στους σπόρους προς σπορά και στο πολλαπλασιαστικό υλικό ορισμένων γεωργικών και κηπευτικών ειδών καθώς και της αμπέλου, δυνάμει των οδηγιών του Συμβουλίου 66/401/ΕΟΚ, 66/402/ΕΟΚ, 68/193/ΕΟΚ, 92/33/ΕΟΚ, 2002/54/ΕΚ, 2002/55/ΕΚ, 2002/56/ΕΚ και 2002/57/ΕΚ, για τα έτη από το 2005 έως το 2009 (2), καθορίζει τις ρυθμίσεις για τις συγκριτικές εξετάσεις και δοκιμές που πρέπει να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά το είδος Asparagus officinalis από το 2005 έως το 2009.

(2)

Ο αρμόδιος φορέας για την πραγματοποίηση αυτών των εξετάσεων και δοκιμών ενημέρωσε την Επιτροπή ότι το έργο έχει προχωρήσει ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν και ότι, λόγω της απρόσκοπτης ανάπτυξης των φυτών που παρατηρήθηκε κατά τα έτη 2005 έως 2007, αναμένει πλέον όλες οι σχετικές παρατηρήσεις που απαιτούνται από την πρόσκληση υποβολής προτάσεων, η οποία δημοσιεύτηκε στις 21 Ιουνίου 2004 (3), να ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2008 αντί του 2009. Τόνισε επίσης ότι, ως αποτέλεσμα, το συνολικό επιλέξιμο κόστος θα είναι χαμηλότερο από ό,τι είχε θεωρηθεί αρχικά, ενώ το κόστος το 2008 θα είναι υψηλότερο.

(3)

Με βάση τα γεγονότα αυτά, ο αρμόδιος φορέας υπέβαλε πρόταση εκ νέου υπολογισμού του επιλέξιμου κόστους και της κοινοτικής συνεισφοράς.

(4)

Συνεπώς, οι επιλέξιμες δαπάνες και η κοινοτική συνεισφορά πρέπει να αναπροσαρμοστούν.

(5)

Συνεπώς, η απόφαση 2005/5/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα.

(6)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής σπόρων προς σπορά και γεωργικών, δενδροκηπευτικών και δασικών φυτών προς φύτευση,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η απόφαση 2005/5/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο άρθρο 1 πρώτο εδάφιο, το έτος «2009» αντικαθίσταται από το «2008».

2.

Στο άρθρο 3 πρώτο εδάφιο, το έτος «2009» αντικαθίσταται από το «2008».

3.

Το παράρτημα τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 33. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/124/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 339 της 6.12.2006, σ. 12).

(2)  ΕΕ L 2 της 5.1.2005, σ. 12.

(3)  http://europa.eu.int/comm/food/plant/call2004/index_en.htm


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα της απόφασης 2005/5/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Ο πίνακας με τίτλο «Εξετάσεις και δοκιμές που θα διεξαχθούν το 2008» αντικαθίσταται από τον ακόλουθο πίνακα:

«Εξετάσεις και δοκιμές που θα διεξαχθούν το 2008

Είδος

Αρμόδιος φορέας

Συνθήκες προς εξέταση

Αριθμός δειγμάτων

Επιλέξιμες δαπάνες

(ευρώ)

Μέγιστη κοινοτική χρηματοδότηση (ισοδύναμη με το 80 % των επιλέξιμων δαπανών)

(ευρώ)

Asparagus officinalis (1)

BSA Αννόβερο (D)

Ταυτότητα και καθαρότητα της ποικιλίας (έδαφος).

Εξωτερική ποιότητα των σπόρων προς σπορά (εργαστήριο)

100

43 495

34 794

Συνολικό κόστος

34 794

2.

Ο πίνακας με τίτλο «Εξετάσεις και δοκιμές που θα διεξαχθούν το 2009» διαγράφεται.


(1)  Εξετάσεις και δοκιμές που διαρκούν περισσότερο από ένα έτος.»


20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/59


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 13ης Δεκεμβρίου 2007

σχετικά με τη συνέχιση κατά το έτος 2008 των κοινοτικών συγκριτικών εξετάσεων και δοκιμών που άρχισαν το 2005 στους σπόρους προς σπορά και στο πολλαπλασιαστικό υλικό του είδους Asparagus officinalis σύμφωνα με την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/853/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών (1),

την απόφαση 2005/5/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Δεκεμβρίου 2004, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων σχετικά με τις κοινοτικές συγκριτικές εξετάσεις και δοκιμές στους σπόρους προς σπορά και στο πολλαπλασιαστικό υλικό ορισμένων γεωργικών και κηπευτικών ειδών καθώς και της αμπέλου, δυνάμει των οδηγιών 66/401/ΕΟΚ, 66/402/ΕΟΚ, 68/193/ΕΟΚ, 92/33/ΕΟΚ, 2002/54/ΕΚ, 2002/55/ΕΚ, 2002/56/ΕΚ και 2005/57/ΕΚ του Συμβουλίου, για τα έτη από το 2005 έως το 2009 (2), και ιδίως το άρθρο 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στην απόφαση 2005/5/ΕΚ καθορίζονται οι ρυθμίσεις για τις συγκριτικές εξετάσεις και δοκιμές που εκτελούνται σύμφωνα με την οδηγία 2002/55/ΕΚ όσον αφορά το είδος Asparagus officinalis από το 2005 έως το 2009.

(2)

Οι εξετάσεις και δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν το 2005, το 2006 και το 2007 πρέπει να συνεχιστούν το 2008,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο μόνο

Οι κοινοτικές συγκριτικές εξετάσεις και δοκιμές που άρχισαν το 2005 στους σπόρους προς σπορά και στο πολλαπλασιαστικό υλικό του είδους Asparagus officinalis θα συνεχιστούν το 2008 σύμφωνα με την απόφαση 2005/5/ΕΚ.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 33. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/124/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 339 της 6.12.2006, σ. 12).

(2)  ΕΕ L 2 της 5.1.2005, σ. 12.


Διορθωτικά

20.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/60


Διορθωτικό στην οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 347 της 11ης Δεκεμβρίου 2006 )

Στη σελίδα 1, υποσημείωση 1:

αντί:

«(1)

ΕΕ L 145, 13.6.1977, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/98/ΕΚ (ΕΕ L 221, 12.8.2006, σ. 9).»

διάβαζε:

«(1)

ΕΕ L 145 της 13.6.1977, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/98/ΕΚ (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 129).».

Στη σελίδα 1, υποσημείωση 2:

αντί:

«(2)

ΕΕ 71, 14.4.1976, σ. 1301. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 69/463/ΕΟΚ (ΕΕ L 320, 20.12.1969, σ. 34).»

διάβαζε:

«(2)

ΕΕ 71 της 14.4.1967, σ. 1301. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 77/388/ΕΟΚ.».

Στη σελίδα 22, άρθρο 83:

αντί:

«… σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 …»

διάβαζε:

«… σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 …».

Στη σελίδα 28, άρθρο 133 τελευταίο εδάφιο:

αντί:

«Τα κράτη μέλη, … μπορούν να εφαρμόζουν τους όρους του πρώτου εδαφίου, στοιχείο δ) όταν …»

διάβαζε:

«Τα κράτη μέλη, … μπορούν επίσης να εφαρμόζουν τους όρους του πρώτου εδαφίου, στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου όταν …».

Στη σελίδα 79, παράρτημα ΧΙ μέρος Α σημείο 2, στο τέλος του καταλόγου:

αντί:

«Οδηγία 2006/98/ΕΚ (ΕΕ L .…, σ…. (*) (μόνο το σημείο 2 του παραρτήματος)»

διάβαζε:

«Οδηγία 2006/98/ΕΚ (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 129) (μόνο το σημείο 2 του παραρτήματος)».

Στη σελίδα 80, παράρτημα ΧΙ, μέρος Β, στο τέλος του πίνακα:

Μετά τη γραμμή:

«Οδηγία 2006/69/ΕΚ — 1η Ιανουαρίου 2008»

προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:

Στη σελίδα 81 και επόμενες, παράρτημα ΧΙΙ, πίνακας αντιστοιχίας:

α)

στη σελίδα 88, στήλη «Παρούσα οδηγία», δέκατη τρίτη γραμμή:

αντί

:

«Άρθρο 140, στοιχείο α)»

διάβαζε

:

«Άρθρο 143 στοιχείο α)»·

β)

στη σελίδα 92, στήλη «Οδηγία 77/388/ΕΟΚ», τέταρτη γραμμή πριν από το τέλος:

αντί

:

«Άρθρο 24α, πρώτο εδάφιο, πρώτη έως δωδέκατη περίπτωση»

διάβαζε

:

«Άρθρο 24α πρώτο εδάφιο πρώτη έως δέκατη περίπτωση».

γ)

στη σελίδα 92, μετά την τέταρτη γραμμή πριν από το τέλος, παρεμβάλλεται μια νέα γραμμή μεταξύ της τέταρτης και της τρίτης γραμμής πριν από το τέλος:

στη στήλη «Οδηγία 77/388/ΕΟΚ», παρεμβάλλεται η μνεία:

«Άρθρο 24α δεύτερο εδάφιο»,

στη στήλη «Παρούσα οδηγία», παρεμβάλλεται μια παύλα·

δ)

στη σελίδα 96, στήλη «Παρούσα οδηγία», έκτη γραμμή πριν από το τέλος:

αντί

:

«Άρθρο 198, παράγραφοι 1 και 2»

διάβαζε

:

«Άρθρο 198 παράγραφοι 1 και 3»·

ε)

στη σελίδα 117, στήλη «Άλλες πράξεις», προτελευταία γραμμή:

αντί

:

«Παράρτημα VIII, παράγραφος 7, σημείο 1), τρίτο εδάφιο, της πράξης προσχώρησης του 2003»

διάβαζε

:

«Παράρτημα VIII παράγραφος 7 σημείο 1 στοιχείο β) τρίτο εδάφιο της πράξης προσχώρησης του 2003».