ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

50ό έτος
13 Δεκεμβρίου 2007


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1463/2007 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2007, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1464/2007 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2007, για καθορισμό του κατά πόσον μπορούν να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υπεβλήθησαν τον Νοεμβρίου του 2007 για ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα στο πλαίσιο ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων που θεσπίσθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2535/2001

3

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1465/2007 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση του παραρτήματος V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 752/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ποσοτικά όρια ορισμένων προϊόντων χάλυβα από την Ουκρανία

6

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/2007 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2007, περί της θέσπισης απαγόρευσης της αλιείας μπακαλιάρου μερλούκιου στις ζώνες ICES VIII c, IX και X καθώς και στα κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1 από σκάφη που φέρουν σημαία Πορτογαλίας

8

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Συμβούλιο

 

 

2007/829/ΕΚ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 2007, για το καθεστώς που εφαρμόζεται στους αποσπασμένους στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου εθνικούς εμπειρογνώμονες και στρατιωτικούς των κρατών μελών και την κατάργηση της απόφασης 2003/479/ΕΚ

10

 

 

IV   Λοιπές πράξεις

 

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

 

 

Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ

 

*

Απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 90/04/COL, της 23ης Απριλίου 2004, για τεσσαρακοστή έκτη τροποποίηση των διαδικαστικών και ουσιωδών κανόνων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με εισαγωγή νέου κεφαλαίου 24Γ: Η εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση

21

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1875/2006 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 360 της 19.12.2006)

32

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1459/2007 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1858/2005 του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συρματόσχοινων και καλωδίων από χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Νότιας Αφρικής (ΕΕ L 326 της 12.12.2007)

32

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

13.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1463/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 12ης Δεκεμβρίου 2007

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν, όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3223/94 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 66. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 756/2007 (ΕΕ L 172 της 30.6.2007, σ. 41).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2007, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

IL

168,9

MA

91,0

TN

157,6

TR

108,7

ZZ

131,6

0707 00 05

JO

209,9

MA

47,6

TR

89,2

ZZ

115,6

0709 90 70

JO

149,8

MA

56,0

TR

108,3

ZZ

104,7

0709 90 80

EG

359,4

ZZ

359,4

0805 10 20

AR

12,5

AU

10,4

BR

25,6

SZ

31,4

TR

100,7

ZA

38,2

ZW

20,3

ZZ

34,2

0805 20 10

MA

79,8

ZZ

79,8

0805 20 30, 0805 20 50, 0805 20 70, 0805 20 90

HR

32,2

IL

66,9

TR

72,7

ZZ

57,3

0805 50 10

EG

80,9

IL

82,7

TR

105,4

ZA

65,9

ZZ

83,7

0808 10 80

AR

79,2

CA

97,8

CL

86,0

CN

76,4

MK

30,6

US

87,4

ZA

82,4

ZZ

77,1

0808 20 50

AR

71,4

CN

40,6

TR

145,7

US

107,8

ZZ

91,4


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


13.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1464/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 12ης Δεκεμβρίου 2007

για καθορισμό του κατά πόσον μπορούν να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υπεβλήθησαν τον Νοεμβρίου του 2007 για ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα στο πλαίσιο ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων που θεσπίσθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2535/2001

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τον τρόπο διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής γεωργικών προϊόντων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται με σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής (2), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν από την 20 έως τις 30 Νοεμβρίου 2007 για ορισμένες ποσοστώσεις που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2535/2001 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά το καθεστώτος εισαγωγής γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και για το άνοιγμα δασμολογικών ποσοστώσεων (3), αφορούν ποσότητες ανώτερες από τις διαθέσιμες. Πρέπει, συνεπώς, να καθοριστούν συντελεστές κατανομής για τις ποσότητες που ζητούνται,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι ποσότητες για τις οποίες ζητούνται πιστοποιητικά εισαγωγής για τα προϊόντα που υπάγονται στις ποσοστώσεις που αναφέρονται στα τμήματα Ι.Α, Ι.D, Ι.Ε, Ι.F, Ι.H και I.I, του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2535/2001, που υποβλήθηκαν από την 20 έως τις 30 Νοεμβρίου 2007, εξαρτώνται από τους συντελεστές κατανομής που εμφαίνονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 48. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1152/2007 (ΕΕ L 258 της 4.10.2007, σ. 3). Από την 1η Ιουλίου 2008 ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 (ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 238 της 1.9.2006, σ. 13. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 289/2007 (ΕΕ L 78 της 17.3.2007, σ. 17).

(3)  ΕΕ L 341 της 22.12.2001, σ. 29. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 487/2007 (ΕΕ L 114 της 1.5.2007, σ. 8).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I.Α

Αριθμός της ποσόστωσης

Συντελεστής κατανομής

09.4590

100 %

09.4599

100 %

09.4591

100 %

09.4592

09.4593

09.4594

100 %

09.4595

1,396665 %

09.4596

100 %


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι.D

Προϊόντα καταγωγής Τουρκίας

Αριθμός της ποσόστωσης

Συντελεστής κατανομής

09.4101


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I.E

Προϊόντα καταγωγής Νότιας Αφρικής

Αριθμός της ποσόστωσης

Συντελεστής κατανομής

09.4151


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I.F

Προϊόντα καταγωγής Ελβετίας

Αριθμός της ποσόστωσης

Συντελεστής κατανομής

09.4155


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I.Η

Προϊόντα καταγωγής Νορβηγίας

Αριθμός της ποσόστωσης

Συντελεστής κατανομής

09.4179

100 %


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I.I

Προϊόντα καταγωγής Ισλανδίας

Αριθμός της ποσόστωσης

Συντελεστής κατανομής

09.4205

100 %

09.4206

100 %


13.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327/6


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1465/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 12ης Δεκεμβρίου 2007

για την τροποποίηση του παραρτήματος V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 752/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ποσοτικά όρια ορισμένων προϊόντων χάλυβα από την Ουκρανία

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 752/2007 του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2007, για τη διαχείριση ορισμένων περιορισμών κατά την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων χάλυβα από την Ουκρανία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η κυβέρνηση της Ουκρανίας συνήψαν συμφωνία για το εμπόριο ορισμένων προϊόντων χάλυβα στις 18 Ιουνίου 2007 (2) (εφεξής «η συμφωνία»).

(2)

Το άρθρο 10 παράγραφος 1 της συμφωνίας ορίζει ότι η ισχύς της συμφωνίας θα παρατείνεται αυτόματα κάθε έτος με την προϋπόθεση ότι κανένα από τα δύο μέρη δεν διαβιβάζει στο άλλο μέρος γραπτή καταγγελία της συμφωνίας έξι μήνες τουλάχιστον πριν από την εκπνοή της και ότι με κάθε παράταση οι ποσότητες κάθε ομάδας προϊόντων θα αυξάνονται κατά 2,5 %.

(3)

Η Ουκρανία δεν έχει κοινοποιήσει στην Κοινότητα την πρόθεσή της να καταγγείλει τη συμφωνία. Επομένως, η ισχύς της συμφωνίας παρατείνεται αυτόματα και οι ποσότητες κάθε ομάδας προϊόντων αυξάνονται κατά 2,5 %.

(4)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 752/2007 πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα ποσοτικά όρια για το έτος 2007 που καθορίζονται στο παράρτημα V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 752/2007 αντικαθίστανται από αυτά που καθορίζονται για το έτος 2008 στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2008. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Peter MANDELSON

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 178 της 6.7.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 178 της 6.7.2007, σ. 24.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΟΣΟΤΙΚΑ ΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2008

(τόνοι)

Προϊόντα

2008

SA. Πλατέα προϊόντα έλασης

SA1. Ρόλλοι

194 750

SA2. Χοντρές λαμαρίνες

399 750

SA3. Άλλα πλατέα προϊόντα έλασης

143 500

SB. Επιμήκη προϊόντα

SB1. Δοκοί

51 250

SB2. Χονδρόσυρμα

199 875

SB3. Άλλα επιμήκη προϊόντα

363 875

Σημείωση: SA και SB είναι κατηγορίες προϊόντων.

SA1 έως SA3 και SB1 έως SB3 είναι ομάδες προϊόντων.


13.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327/8


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1466/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 12ης Δεκεμβρίου 2007

περί της θέσπισης απαγόρευσης της αλιείας μπακαλιάρου μερλούκιου στις ζώνες ICES VIII c, IX και X καθώς και στα κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1 από σκάφη που φέρουν σημαία Πορτογαλίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμό αριθ. 2847/93 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 41/2007 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2006, περί καθορισμού, για το 2007, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (3), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2007.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2007.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση της αλιείας του εν λόγω αποθέματος, καθώς και η διατήρησή του επί του σκάφους, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωσή του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2007 θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Η αλιεία του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό απαγορεύεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Φωκίων ΦΩΤΙΆΔΗΣ

Γενικός Διευθυντής Αλιείας και Ναυτιλιακών Υποθέσεων


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 865/2007 (ΕΕ L 192 της 24.7.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1967/2006 (ΕΕ L 409 της 30.12.2006, σ. 11)· διορθώθηκε στην EE L 36 της 8.2.2007, σ. 6.

(3)  ΕΕ L 15 της 20.1.2007, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 898/2007 της Επιτροπής (ΕΕ L 196 της 28.7.2007, σ. 22).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθ.

86

Κράτος μέλος

Πορτογαλία

Απόθεμα

HKE/8C3411

Είδος

Μπακαλιάρος μερλούκιος (Merluccius merluccius)

Ζώνη

VIII c, IX και X, κοινοτικά ύδατα της CECAF 34.1.1

Ημερομηνία

24.11.2007


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Συμβούλιο

13.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327/10


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 5ης Δεκεμβρίου 2007

για το καθεστώς που εφαρμόζεται στους αποσπασμένους στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου εθνικούς εμπειρογνώμονες και στρατιωτικούς των κρατών μελών και την κατάργηση της απόφασης 2003/479/ΕΚ

(2007/829/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 28 παράγραφος 1,

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 207 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες (ΑΕΕ) και οι αποσπασμένοι εθνικοί στρατιωτικοί (στο εξής «αποσπασμένοι στρατιωτικοί») θα πρέπει να παρέχουν στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου (ΓΓΣ) τη δυνατότητα να αξιοποιεί τις γνώσεις τους και την υψηλού επιπέδου επαγγελματική τους πείρα, ιδιαίτερα σε τομείς για τους οποίους δεν υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα τέτοια προσόντα.

(2)

Με την παρούσα απόφαση θα πρέπει να ευνοηθεί η ανταλλαγή επαγγελματικής πείρας και γνώσεων στο πεδίο των ευρωπαϊκών πολιτικών, με την τοποθέτηση εμπειρογνωμόνων των δημοσίων διοικήσεων των κρατών μελών ή διεθνών οργανισμών στις υπηρεσίες της ΓΓΣ σε προσωρινή βάση.

(3)

Οι ΑΕΕ θα πρέπει να προέρχονται από τις δημόσιες διοικήσεις των κρατών μελών ή από διεθνείς οργανισμούς.

(4)

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ΑΕΕ και των αποσπασμένων στρατιωτικών, που καθορίζονται με την παρούσα απόφαση, θα πρέπει να παρέχουν την εγγύηση ότι οι ανωτέρω εκτελούν τα καθήκοντά τους με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα της ΓΓΣ.

(5)

Δεδομένου του προσωρινού χαρακτήρα του έργου τους και του ειδικού καθεστώτος που τους διέπει, οι ΑΕΕ και οι αποσπασμένοι στρατιωτικοί δεν θα πρέπει να αναλαμβάνουν την άσκηση, εξ ονόματος της ΓΓΣ, καθηκόντων που εμπίπτουν στη σφαίρα αρμοδιοτήτων δημοσίου δικαίου της τελευταίας, εκτός των παρεκκλίσεων που προβλέπονται από την παρούσα απόφαση.

(6)

Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να προσδιορίζει όλους τους όρους απασχόλησης των ΑΕΕ και των αποσπασμένων στρατιωτικών, και να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την προέλευση των δημοσιονομικών πιστώσεων που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των σχετικών δαπανών.

(7)

Ειδικές διατάξεις θα πρέπει εξάλλου να προβλεφθούν για τους αποσπασμένους στην ΓΓΣ στρατιωτικούς, ώστε να συγκροτηθεί το Στρατιωτικό Επιτελείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(8)

Δεδομένου ότι το παρόν καθεστώς αντικαθιστά αυτό της απόφασης 2003/479/ΕΚ του Συμβουλίου (1), η απόφαση αυτή θα πρέπει να καταργηθεί, με την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζεται σε όλες τις τρέχουσες, κατά τη στιγμή της έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης, αποσπάσεις,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Στις διατάξεις του παρόντος καθεστώτος υπάγονται οι αποσπασμένοι στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου (ΓΓΣ) εθνικοί εμπειρογνώμονες (ΑΕΕ) από τις δημόσιες διοικήσεις των κρατών μελών. Το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται επίσης στους αποσπασμένους εμπειρογνώμονες που προέρχονται από κάποιο διεθνή οργανισμό.

2.   Τα πρόσωπα τα υπαγόμενα στο παρόν καθεστώς παραμένουν στην υπηρεσία του εργοδότη τους κατά τη διάρκεια της απόσπασής τους και εξακολουθούν να αμείβονται από τον εργοδότη αυτόν.

3.   Η ΓΓΣ αποφασίζει για την πρόσληψη ΑΕΕ, ανάλογα με τις ανάγκες και με τις δυνατότητες του προϋπολογισμού. Ο αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας καθορίζει τους όρους πρόσληψης.

4.   Εκτός παρέκκλισης παραχωρουμένης από τον αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα, η οποία απαγορεύεται στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας (ΕΠΑΑ), οι ΑΕΕ πρέπει να έχουν την υπηκοότητα κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόσληψη ΑΕΕ γίνεται με την κατά το δυνατόν ευρύτερη γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη και η ΓΓΣ συνεργάζονται για την κατά το δυνατόν διατήρηση της ισορροπίας ανδρών και γυναικών και το σεβασμό της αρχής των ίσων ευκαιριών.

5.   Η απόσπαση διενεργείται με ανταλλαγή επιστολών μεταξύ της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοίκησης της ΓΓΣ και της Μόνιμης Αντιπροσωπείας του οικείου κράτους μέλους, ή, κατά περίπτωση, του διεθνούς οργανισμού. Ο τόπος απόσπασης πρέπει να αναφέρεται στην ανταλλαγή επιστολών. Στην ανταλλαγή επιστολών επισυνάπτεται αντίγραφο του καθεστώτος που εφαρμόζεται στους αποσπασμένους στην ΓΓΣ εθνικούς εμπειρογνώμονες.

Άρθρο 2

Διάρκεια της απόσπασης

1.   Η διάρκεια της απόσπασης δεν μπορεί να είναι συντομότερη των έξι μηνών ούτε να υπερβαίνει τα δύο έτη, δύναται δε να ανανεώνεται διαδοχικά για μέγιστο χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η διάρκεια της απόσπασης ενός ΑΕΕ για συμμετοχή στην προετοιμασία στρατιωτικών ή μη στρατιωτικών επιχειρήσεων ή/και στη μελέτη της διεξαγωγής τους μπορεί να είναι συντομότερη των έξι μηνών.

3.   Η σκοπουμένη διάρκεια της απόσπασης καθορίζεται τη στιγμή κατά την οποία ο εθνικός εμπειρογνώμονας τίθεται στη διάθεση της ΓΓΣ, στην ανταλλαγή επιστολών που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 1. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται στην περίπτωση που η περίοδος απόσπασης ανανεώνεται.

4.   Ο ΑΕΕ ο οποίος είχε στο παρελθόν αποσπασθεί στην ΓΓΣ μπορεί να αποσπασθεί εκ νέου στο ίδιο όργανο, τηρουμένων των εσωτερικών κανόνων που αφορούν το μέγιστο διάστημα παρουσίας του προσωπικού αυτού του είδους στις υπηρεσίες της ΓΓΣ, και πάντοτε υπό τους εξής όρους:

α)

ο ΑΕΕ εξακολουθεί να πληροί τους όρους επιλεξιμότητας για απόσπαση·

β)

να έχουν παρέλθει τουλάχιστον έξι χρόνια μεταξύ του τέλους της προηγούμενης περιόδου απόσπασης και της αρχής της νέας· εάν, κατά τη λήξη της πρώτης απόσπασης, ο ΑΕΕ προσελήφθη με μια διαφορετική συμπληρωματική σύμβαση από τη ΓΓΣ, η εξαετία αρχίζει να τρέχει από την εκπνοή της συμβάσεως αυτής. Η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει τη ΓΓΣ να δεχθεί την απόσπαση ενός ΑΕΕ του οποίου η αρχική απόσπαση είχε διαρκέσει λιγότερο από τέσσερα έτη, αλλά, στην περίπτωση αυτή, η διάρκεια της νέας απόσπασης δεν υπερβαίνει το εναπομένον διάστημα της συνολικής τετραετούς περιόδου·

γ)

η περίοδος που αναφέρεται στο στοιχείο β) μειώνεται σε τρία έτη σε περίπτωση που η διάρκεια της πρώτης απόσπασης είναι μικρότερη των έξι μηνών.

Άρθρο 3

Τόπος της απόσπασης

Οι ΑΕΕ αποσπώνται στις Βρυξέλλες, σε γραφείο συνδέσμου της ΓΓΣ ή σε οιονδήποτε άλλο τόπο όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση δρα βάσει απόφασης του Συμβουλίου. Ο τόπος απόσπασης μπορεί να τροποποιηθεί κατά τη διάρκεια της απόσπασης μέσω νέας ανταλλαγής επιστολών σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 5, εάν η δυνατότητα τροποποίησης του εν λόγω τόπου δεν είχε προβλεφθεί στην αρχική ανταλλαγή επιστολών. Η διοίκηση που αποσπά τον ΑΕΕ ενημερώνεται για τις τυχόν τροποποιήσεις του τόπου απόσπασης.

Άρθρο 4

Καθήκοντα

1.   Ο ΑΕΕ επικουρεί τους υπαλλήλους της ΓΓΣ ή τους έκτακτους υπαλλήλους και εκτελεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται.

Τα καθήκοντα που ασκούνται καθορίζονται διά κοινής συμφωνίας μεταξύ της ΓΓΣ και της διοίκησης που αποσπά τον εθνικό εμπειρογνώμονα, προς το συμφέρον των υπηρεσιών και βάσει των προσόντων των υποψηφίων.

2.   Ο ΑΕΕ συμμετέχει σε αποστολές και συνεδριάσεις μόνον:

α)

εφόσον συνοδεύει υπάλληλο της ΓΓΣ ή έκτακτο υπάλληλο· ή

β)

εάν δεν συνοδεύεται, εφόσον συμμετέχει ως παρατηρητής ή μόνο για ενημερωτικούς λόγους.

Πλην ειδικής εντολής χορηγουμένης, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα/Υπάτου Αντιπροσώπου, από το γενικό διευθυντή της οικείας υπηρεσίας, ο ΑΕΕ δεν δύναται να δεσμεύσει τη ΓΓΣ έναντι τρίτων.

3.   Η ΓΓΣ παραμένει η μόνη αρμόδια να εγκρίνει τα αποτελέσματα των καθηκόντων που επιτελούνται από τον ΑΕΕ.

4.   Οι οικείες υπηρεσίες της ΓΓΣ, ο εργοδότης του ΑΕΕ και ο ίδιος ο ΑΕΕ καταβάλλουν πάσα δυνατή προσπάθεια να αποφεύγεται ή και να προλαμβάνεται κάθε σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά τα καθήκοντα που θα εκτελεί ο ΑΕΕ κατά τη διάρκεια της απόσπασής του. Προς τούτο, η ΓΓΣ ενημερώνει εγκαίρως τον ΑΕΕ και τον εργοδότη του σχετικά με τα προς ανάληψη καθήκοντα και τους ζητεί να επιβεβαιώσουν γραπτώς ότι δεν διαπιστώνουν κανέναν λόγο για τον οποίο τα καθήκοντα αυτά δεν θα πρέπει να ανατεθούν στον ΑΕΕ. Ζητείται ιδιαίτερα από τον ΑΕΕ να δηλώσει κάθε ενδεχόμενο ασυμβιβάστου μεταξύ συγκεκριμένων οικογενειακών του περιστάσεων (και ειδικότερα τυχόν επαγγελματικές δραστηριότητες στενών συγγενών του ή ορισμένα εκ των βασικών οικονομικών συμφερόντων, του ιδίου ή των στενών συγγενών του) και των καθηκόντων που προβλέπεται ότι θα εκτελεί κατά τη διάρκεια της απόσπασής του.

Ο εργοδότης και ο ΑΕΕ δεσμεύονται να δηλώσουν στη ΓΓΣ οποιαδήποτε μεταβολή εξαιτίας της οποίας κατά τη διάρκεια της απόσπασης, είναι δυνατόν να προκύψει σύγκρουση ή ασυμβίβαστο αυτού του είδους.

5.   Οσάκις η ΓΓΣ θεωρεί ότι η φύση των καθηκόντων του ΑΕΕ απαιτεί να ληφθούν ιδιαίτερες προφυλάξεις ως προς την ασφάλεια, χορηγείται πριν από την απόσπαση του ΑΕΕ διαβάθμιση ασφαλείας.

6.   Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4 και 7, η ΓΓΣ δύναται να τερματίσει την απόσπαση του ΑΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο γ).

7.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο και της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο, ο αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας μπορεί, κατόπιν πρότασης του γενικού διευθυντή της υπηρεσίας στην οποία εργάζεται ο ΑΕΕ, να αναθέτει συγκεκριμένα καθήκοντα στον ΑΕΕ και να του δίνει εντολή για τη διεξαγωγή μιας ή περισσοτέρων ειδικών αποστολών αφού προηγουμένως βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει καμία πιθανή σύγκρουση συμφερόντων.

Άρθρο 5

Δικαιώματα και υποχρεώσεις

1.   Κατά τη διάρκεια της περιόδου απόσπασης:

α)

ο ΑΕΕ εκπληρώνει τα καθήκοντά του και ρυθμίζει τη συμπεριφορά του με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα του Συμβουλίου·

β)

ο ΑΕΕ οφείλει να απέχει από κάθε πράξη, και ειδικότερα κάθε δημόσια έκφραση γνώμης, που δύναται να θίξει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του·

γ)

ο ΑΕΕ ο οποίος κατά την άσκηση των καθηκόντων του πρέπει να εκφέρει γνώμη για υπόθεση, για τη διεκπεραίωση ή την επίλυση της οποίας έχει προσωπικό συμφέρον που πιθανόν να θέτει εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία του, οφείλει να ενημερώσει σχετικά τον προϊστάμενο της υπηρεσίας στην οποία έχει τοποθετηθεί·

δ)

ο ΑΕΕ δεν δημοσιεύει ούτε δίνει για δημοσίευση, ούτε μόνος ούτε σε συνεργασία με άλλους, οποιοδήποτε κείμενο του οποίου το θέμα συνδέεται με τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να λάβει σχετική άδεια υπό τις προϋποθέσεις και σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στην ΓΓΣ. Η άδεια μπορεί να μη δοθεί μόνο αν η δημοσίευση θα μπορούσε να θίξει τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ε)

όλα τα δικαιώματα τα σχετικά με εργασίες εκτελούμενες από τον ΑΕΕ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μεταβιβάζονται στην ΓΓΣ·

στ)

ο ΑΕΕ έχει την υποχρέωση να διαμένει στον τόπο απόσπασής του ή σε τόση απόσταση από αυτόν ώστε να μην παρεμποδίζεται κατά την άσκηση των καθηκόντων του·

ζ)

ο ΑΕΕ υποχρεούται να επικουρεί ή να συμβουλεύει τους ιεραρχικά ανωτέρους του, όπου έχει αποσπασθεί, και είναι υπεύθυνος απέναντί τους για την εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατίθενται·

η)

ο ΑΕΕ δεν δέχεται, σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, καμία οδηγία από τον εργοδότη του ή από την κυβέρνησή του. Απέχει από την ανάληψη οποιασδήποτε δραστηριότητας για λογαριασμό του εργοδότη του ή κυβερνήσεων ή άλλων προσώπων, ιδιωτικών επιχειρήσεων ή δημόσιων φορέων.

2.   Τόσο κατά τη διάρκεια της απόσπασης όσο και μετά τη λήξη της, ο ΑΕΕ τηρεί τη μεγαλύτερη δυνατή εχεμύθεια όσον αφορά τα γεγονότα και τις πληροφορίες που ενδέχεται να έχουν υποπέσει στην αντίληψή του κατά την άσκηση των καθηκόντων του η ένεκα αυτής. Δεν κοινοποιεί, υπό οιαδήποτε μορφή και προς οιονδήποτε μη εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει γνώση τους, έγγραφα και πληροφορίες που δεν έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί νομίμως ούτε τα χρησιμοποιεί για προσωπικό όφελος.

3.   Μετά το τέλος της απόσπασης, ο ΑΕΕ παραμένει υποχρεωμένος να ενεργεί με εντιμότητα και διακριτικότητα για την άσκηση των νέων καθηκόντων που του ανατίθενται και για την αποδοχή ορισμένων νέων θέσεων και πλεονεκτημάτων.

Προς τούτο, εντός της τριετίας μετά την απόσπαση, ο ΑΕΕ ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τη ΓΓΣ για τα καθήκοντα ή εργασίες που πρέπει να εκτελέσει για τον εργοδότη του, που δύνανται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων οφειλομένη στα καθήκοντα που ασκούσε κατά την απόσπαση.

4.   Ο ΑΕΕ υπόκειται στους κανόνες ασφαλείας που ισχύουν στη ΓΓΣ.

5.   Η μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του παρόντος άρθρου κατά τη διάρκεια της απόσπασης παρέχει στη ΓΓΣ το δικαίωμα να τερματίσει την απόσπαση του ΑΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο γ).

Άρθρο 6

Επίπεδο καθηκόντων, επαγγελματική πείρα και γλωσσικές γνώσεις

1.   Για να αποσπασθεί στην ΓΓΣ, ο ΑΕΕ απαιτείται να διαθέτει επαγγελματική πείρα πλήρους τριετούς απασχόλησης στην εκτέλεση διοικητικών, επιστημονικών, τεχνικών, συμβουλευτικών ή εποπτικών καθηκόντων αντιστοιχούντων προς εκείνα των ομάδων καθηκόντων ΑD ή AST, όπως ορίζονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στους λοιπούς υπαλλήλους των Κοινοτήτων. Ο εργοδότης του ΑΕΕ υποβάλλει στην ΓΓΣ, πριν από την απόσπαση, βεβαίωση απασχόλησης του εμπειρογνώμονα η οποία να καλύπτει τους τελευταίους δώδεκα μήνες.

2.   Ο ΑΕΕ απαιτείται να γνωρίζει άριστα μία από τις κοινοτικές γλώσσες και να έχει ικανοποιητική γνώση μιας δεύτερης γλώσσας ώστε να εκπληρώνει τα καθήκοντά του.

Άρθρο 7

Αναστολή της απόσπασης

1.   Η ΓΓΣ δύναται να εγκρίνει μία ή περισσότερες αναστολές της απόσπασης και να καθορίζει τους σχετικούς όρους. Στη διάρκεια των αναστολών αυτών:

α)

δεν καταβάλλονται οι αποζημιώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 15 και 16·

β)

τα έξοδα των άρθρων 18 και 19 αποδίδονται μόνον εφόσον η αναστολή γίνεται αιτήσει της ΓΓΣ.

2.   Η ΓΓΣ ενημερώνει τον εργοδότη του ΑΕΕ σχετικά με τη αναστολή.

Άρθρο 8

Λήξη της απόσπασης

1.   Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2, η απόσπαση μπορεί να λήξει, τη αιτήσει της ΓΓΣ ή του εργοδότη του ΑΕΕ, με προειδοποίηση τριών μηνών, ή τη αιτήσει του ΑΕΕ, με την ίδια προειδοποίηση και εφόσον συμφωνεί η ΓΓΣ.

2.   Η απόσπαση, υπό ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, είναι δυνατόν να τερματισθεί, και χωρίς προειδοποίηση:

α)

από τον εργοδότη του ΑΕΕ, εάν το απαιτούν τα ουσιώδη του συμφέροντα·

β)

με συμφωνία μεταξύ της ΓΓΣ και του εργοδότη, κατόπιν αιτήσεως που απευθύνει ο ΑΕΕ και στα δύο μέρη, εάν το απαιτούν ουσιώδη συμφέροντα του ΑΕΕ, είτε προσωπικά είτε επαγγελματικά·

γ)

από την ΓΓΣ, σε περίπτωση που ο ΑΕΕ αθετήσει υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει δυνάμει του παρόντος καθεστώτος, και αφού προηγουμένως δοθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να απολογηθεί.

3.   Σε περίπτωση τερματισμού της απόσπασης βάσει του στοιχείου γ) της παραγράφου 2, η ΓΓΣ ενημερώνει αμέσως τον εργοδότη σχετικά με το γεγονός αυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΟΡΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 9

Κοινωνική ασφάλιση

1.   Πριν την απόσπαση, ο εργοδότης από την υπηρεσία του οποίου αποσπάται ο ΑΕΕ βεβαιώνει τη ΓΓΣ ότι ο ΑΕΕ εξακολουθεί, καθ’ όλη τη διάρκεια της απόσπασής του, να υπάγεται στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης η οποία ισχύει για τη δημόσια υπηρεσία ή το διεθνή οργανισμό που τον απασχολεί και που αναλαμβάνει το βάρος των εξόδων τα οποία προκύπτουν στην αλλοδαπή.

2.   Από την ημέρα ανάληψης της υπηρεσίας του, ο ΑΕΕ καλύπτεται κατά των κινδύνων ατυχημάτων. Η ΓΓΣ του προμηθεύει αντίγραφο για τους ισχύοντες όρους κάλυψής του την ημέρα κατά την οποία εμφανίζεται στην αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοίκησης για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων των σχετικών με την απόσπαση.

3.   Όταν απαιτείται συμπληρωματική ή ειδική ασφάλιση, στο πλαίσιο αποστολής στην οποία ο ΑΕΕ συμμετέχει κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4 παράγραφος 2 και 20, ή λόγω κινδύνων που χαρακτηρίζουν τον τόπο της απόσπασης, τα συναφή έξοδα καλύπτονται από τη ΓΓΣ.

Άρθρο 10

Ωράριο εργασίας

1.   Ο ΑΕΕ υπόκειται, ως προς το ωράριο εργασίας, στους κανόνες που ισχύουν στην ΓΓΣ. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να τροποποιηθούν λόγω υπηρεσιακών αναγκών, από τον αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα.

2.   Ο ΑΕΕ εργάζεται με πλήρες ωράριο καθ’ όλη τη διάρκεια της απόσπασης. Μετά από δεόντως αιτιολογημένο αίτημα μιας Γενικής Διεύθυνσης, ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού και Διοίκησης δύναται να επιτρέψει στον ΑΕΕ να εργάζεται με μειωμένο ωράριο από συμφώνου με τον εργοδότη του, και εφόσον δεν αντιβαίνει προς τα συμφέροντα της ΓΓΣ.

3.   Στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η εργασία με μειωμένο ωράριο, ο ΑΕΕ εργάζεται τουλάχιστον το ήμισυ του κανονικού χρόνου εργασίας.

4.   Οι αποζημιώσεις που ισχύουν στην ΓΓΣ για συνεχή ή εκ περιτροπής εργασία ή επιφυλακή δύνανται να χορηγούνται στους ΑΕΕ.

Άρθρο 11

Απουσία λόγω ασθένειας και ατυχήματος

1.   Στην περίπτωση απουσίας λόγω ασθένειας ή ατυχήματος, ο ΑΕΕ ειδοποιεί τον προϊστάμενό του το συντομότερο δυνατόν, προσδιορίζοντας τον τόπο όπου ευρίσκεται. Ο ΑΕΕ υποχρεούται να προσκομίσει, εφόσον απουσιάσει πέραν των τριών ημερών, ιατρικό πιστοποιητικό και ενδέχεται να υποβληθεί σε ιατρικό έλεγχο διοργανούμενο από την ΓΓΣ.

2.   Όταν οι απουσίες του ΑΕΕ λόγω ασθενείας ή ατυχήματος δεν υπερβαίνουν μεν τις τρεις ημέρες, εντός όμως περιόδου δώδεκα μηνών έχουν υπερβεί το όριο των δώδεκα ημερών, ο ΑΕΕ υποχρεούται να προσκομίζει ιατρικό πιστοποιητικό για κάθε νέα απουσία λόγω ασθενείας.

3.   Αν η άδεια λόγω ασθενείας υπερβαίνει τον ένα μήνα ή τη διάρκεια του χρόνου που έχει ήδη υπηρετήσει ο ΑΕΕ, της μακρότερης των δύο περιόδων λαμβανομένης αποκλειστικά υπόψη, αναστέλλεται αυτομάτως η καταβολή των αποζημιώσεων του άρθρου 15 παράγραφοι 1 και 2. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση ασθένειας συνδεόμενης με κυοφορία. Η άδεια ασθένειας δεν δύναται να παραταθεί πέραν της διάρκειας απόσπασης του ενδιαφερομένου.

4.   Ωστόσο, ο ΑΕΕ ο οποίος υπήρξε θύμα ατυχήματος συνδεόμενου με την εργασία του, το οποίο συνέβη στη διάρκεια της απόσπασης, συνεχίζει να εισπράττει το πλήρες ποσό των αποζημιώσεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 15, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία και μέχρι το τέλος της διάρκειας της απόσπασης.

Άρθρο 12

Ετήσια άδεια, ειδική άδεια και αργίες

1.   Ο ΑΕΕ δικαιούται δυόμισι εργάσιμες ημέρες αδείας ανά πλήρη μήνα υπηρεσίας (30 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος).

2.   Η άδεια υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση της υπηρεσίας στην οποία έχει τοποθετηθεί ο ΑΕΕ.

3.   Ο ΑΕΕ δύναται, με αιτιολογημένη αίτησή του, να λαμβάνει ειδική άδεια στις εξής περιπτώσεις:

γάμος του ΑΕΕ: δύο ημέρες,

σοβαρή ασθένεια του/της συζύγου: μέχρι τρεις ημέρες το χρόνο,

θάνατος του/της συζύγου: τέσσερις ημέρες,

σοβαρή ασθένεια ανιόντος: μέχρι δύο ημέρες το χρόνο,

θάνατος ανιόντος: δύο ημέρες,

γέννηση τέκνου: δέκα ημέρες που λαμβάνονται το μήνα που έπεται της γέννησης,

μετακόμιση ενόψει της ανάληψης καθηκόντων: έως δύο ημέρες,

σοβαρή ασθένεια τέκνου: μέχρι δύο ημέρες το χρόνο,

θάνατος τέκνου: τέσσερις ημέρες.

Πρόσθετη ειδική άδεια δύο ημερών ανά δωδεκάμηνο δύναται να ληφθεί με δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του ενδιαφερομένου.

4.   Κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αίτησης του εργοδότη του ΑΕΕ, είναι δυνατόν να χορηγηθούν από τη ΓΓΣ, έως και δύο ημέρες ειδικής άδειας ανά περίοδο δώδεκα μηνών. Οι αιτήσεις εξετάζονται για κάθε περίπτωση μεμονωμένα.

5.   Στην περίπτωση εργασίας με μειωμένο ωράριο η ετήσια άδεια ελαττώνεται ανάλογα.

6.   Καμία απόδοση χρημάτων δεν διενεργείται για ημέρες ετήσιας άδειας που δεν έχουν ληφθεί στο τέλος της περιόδου απόσπασης.

7.   Η παράγραφος 3 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στους ΑΕΕ των οποίων η διάρκεια απόσπασης είναι κατώτερη των έξι μηνών. Ωστόσο, ο ΑΕΕ του οποίου η διάρκεια απόσπασης είναι κατώτερη των έξι μηνών δύναται να λαμβάνει, βάσει αιτιολογημένης αίτησης εκ μέρους του, ειδική άδεια βάσει απόφασης του γενικού διευθυντή της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί. Η εν λόγω ειδική άδεια δεν δύναται να υπερβαίνει τρεις ημέρες για ολόκληρη την περίοδο της απόσπασης. Πριν παραχωρήσει την άδεια, ο προαναφερόμενος αρμόδιος πρέπει να συμβουλεύεται το γενικό διευθυντή του προσωπικού και της διοίκησης.

Άρθρο 13

Άδεια μητρότητας

1.   Σε περίπτωση τοκετού, η ΑΕΕ δικαιούται άδεια μητρότητας είκοσι εβδομάδων, κατά την οποία εισπράττει τις αποζημιώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 15. Η άδεια αρχίζει το νωρίτερο έξι εβδομάδες πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό και λήγει το νωρίτερο δεκατέσσερις εβδομάδες μετά την ημερομηνία του τοκετού. Σε περίπτωση πολλαπλού ή πρόωρου τοκετού ή γέννησης ανάπηρου τέκνου, η διάρκεια της άδειας ανέρχεται σε εικοσιτέσσερις εβδομάδες. Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, πρόωρος είναι ο τοκετός ο οποίος λαμβάνει χώρα πριν από το τέλος της 34ης εβδομάδας της εγκυμοσύνης.

2.   Στις περιπτώσεις που η εθνική νομοθεσία του εργοδότη της ΑΕΕ προβλέπει μεγαλύτερη άδεια μητρότητας, η απόσπαση αναστέλλεται για το διάστημα που υπερβαίνει την περίοδο που χορηγήθηκε από την ΓΓΣ. Στην περίπτωση αυτή, στο τέλος της απόσπασης, και εφόσον δικαιολογείται από το συμφέρον της ΓΓΣ, προστίθεται στην απόσπαση περίοδος ίση προς τη διάρκεια της αναστολής της.

3.   Η ΑΕΕ έχει την εναλλακτική δυνατότητα να ζητήσει αναστολή της απόσπασης για διάστημα ίσο προς τη συνολική άδεια μητρότητας που χορηγήθηκε. Στην περίπτωση αυτή, στο τέλος της απόσπασης και εφόσον το επιτρέπουν τα συμφέροντα της ΓΓΣ, προστίθεται περίοδος ίση προς τη διάρκεια της αναστολής.

Άρθρο 14

Διαχείριση και έλεγχος

Η διαχείριση και ο έλεγχος των αδειών ανατίθενται στη διοίκηση της ΓΓΣ. Ο έλεγχος του ωραρίου εργασίας και των απουσιών ανατίθεται στη Γενική Διεύθυνση ή στην υπηρεσία στην οποία υπηρετεί ο ΑΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΕΣ

Άρθρο 15

Αποζημίωση

1.   Ο ΑΕΕ δικαιούται, για όλο το διάστημα της απόσπασής του, ημερήσια αποζημίωση διαμονής. Εάν η απόσταση μεταξύ του τόπου προέλευσης και του τόπου απόσπασης είναι ίση ή κατώτερη των 150 χιλιομέτρων, η αποζημίωση ανέρχεται σε 29,44 ευρώ. Εάν η απόσταση αυτή είναι ανώτερη των 150 χιλιομέτρων, η αποζημίωση ανέρχεται σε 117,74 ευρώ.

2.   Εάν τα έξοδα μετακόμισης δεν του αποδόθηκαν ούτε από την ΓΓΣ ούτε από τον εργοδότη του, ο ΑΕΕ δικαιούται πρόσθετη μηνιαία αποζημίωση καταβαλλόμενη σύμφωνα με τον κατωτέρω πίνακα:

Απόσταση μεταξύ του τόπου προέλευσης και του τόπου απόσπασης (km)

Ποσό σε ευρώ

0 έως 150

0

> 150

75,68

> 300

134,54

> 500

218,65

> 800

353,20

> 1 300

555,03

> 2 000

664,37

Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται στο τέλος κάθε μηνός. Οφείλεται έως το τέλος του μηνός κατά τον οποίο ο ΑΕΕ έχει, ενδεχομένως, μετακομίσει, δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 1.

3.   Οι αποζημιώσεις αυτές οφείλονται για τα χρονικά διαστήματα αποστολής, ετήσιας άδειας, άδειας μητρότητας, ειδικής άδειας και αργιών που χορηγούνται από την ΓΓΣ.

4.   Κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο ΑΕΕ δικαιούται προκαταβολή ίση προς 75 ημερήσιες αποζημιώσεις διαμονής, η δε καταβολή της συνεπάγεται απώλεια κάθε δικαιώματος νέων αποζημιώσεων διαβίωσης για την περίοδο στην οποία αντιστοιχεί. Σε περίπτωση που τα καθήκοντα του ΑΕΕ στη ΓΓΣ λήξουν οριστικά προτού παρέλθει η περίοδος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προκαταβολής, ο ΑΕΕ επιστρέφει υποχρεωτικά το τμήμα της προκαταβολής που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της περιόδου αυτής.

5.   Κατά την ανταλλαγή επιστολών που προβλέπεται από την παράγραφο 5 του άρθρου 1, η ΓΓΣ ενημερώνεται σχετικά με κάθε παροχή ανάλογη με εκείνες των παραγράφων 1, 2, 7 και 8 του παρόντος άρθρου την οποία εισπράττει ο ΑΕΕ. Τα σχετικά ποσά αφαιρούνται από τις αντίστοιχες αποζημιώσεις που καταβάλλει η ΓΓΣ.

6.   Οι ημερήσιες και μηνιαίες αποζημιώσεις αναπροσαρμόζονται κάθε χρόνο, δίχως αναδρομικό αποτέλεσμα, ανάλογα με την αναπροσαρμογή των βασικών αποδοχών των υπαλλήλων της Κοινότητας στις Βρυξέλλες και στο Λουξεμβούργο.

7.   Για τον ΑΕΕ τον τοποθετημένο σε γραφείο συνδέσμου της ΓΓΣ ή σε οιονδήποτε άλλο τόπο στον οποίο η Ένωση δρα βάσει απόφασης του Συμβουλίου, οι αναφερόμενες στις παραγράφους 1 και 2 αποζημιώσεις είναι δυνατόν να αντικατασταθούν από επίδομα στέγης, με αιτιολογημένη απόφαση του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης, εφόσον δικαιολογείται από συνθήκες που συνδέονται με το κόστος της διαμονής στη χώρα όπου βρίσκεται ο τόπος απόσπασης.

8.   Μια ειδική αποζημίωση, καθοριζόμενη σε συνάρτηση με τον τόπο απόσπασης, σε περίπτωση που ο τόπος αυτός βρίσκεται εκτός της ΕΕ, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το κόστος ζωής ή οι ιδιαιτέρως δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, δύναται να λαμβάνεται με αιτιολογημένη απόφαση του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης. Η εν λόγω αποζημίωση καταβάλλεται μηνιαίως και καθορίζεται σε 10 έως 15 % του βασικού μισθού υπαλλήλου βαθμού AD 6 ή AST 4, κλιμάκιο 1, ανάλογα με την ομάδα καθηκόντων προς την οποία εξομοιώνεται ο ΑΕΕ.

Άρθρο 16

Πρόσθετη κατ’ αποκοπή αποζημίωση

1.   Ο ΑΕΕ, εκτός εάν ο τόπος προέλευσής του ευρίσκεται σε απόσταση ίση ή κατώτερη των 150 χιλιομέτρων από τον τόπο της απόσπασής του, δικαιούται κατά περίπτωση πρόσθετη κατ’ αποκοπή αποζημίωση, ίση προς τη διαφορά μεταξύ των ακαθάριστων ετήσιων αποδοχών (μείον τα οικογενειακά επιδόματα) που του καταβάλλει ο εργοδότης του συν το ποσό των ενδεχόμενων αποζημιώσεων που του καταβάλλει η ΓΓΣ, δυνάμει του άρθρου 15, αφενός, και των βασικών αποδοχών υπαλλήλου κλιμακίου 1 των βαθμών AD 6 ή AST 4, κλιμάκιο 1, αφετέρου, ανάλογα με την ομάδα καθηκόντων προς την οποία εξομοιώνεται ο ΑΕΕ.

2.   Η αποζημίωση αυτή αναπροσαρμόζεται άπαξ του έτους, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ανάλογα με την αναπροσαρμογή των βασικών αποδοχών των υπαλλήλων της Κοινότητας.

Άρθρο 17

Τόπος πρόσληψης, απόσπασης, προέλευσης και επιστροφής

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος καθεστώτος, νοείται ως:

τόπος πρόσληψης, ο τόπος στον οποίο ο ΑΕΕ ασκούσε τα καθήκοντά του για τον εργοδότη του ακριβώς πριν από την απόσπασή του,

τόπος απόσπασης, ο τόπος στον οποίο ευρίσκεται η υπηρεσία ή το γραφείο της ΓΓΣ στην οποία έχει τοποθετηθεί ο ΑΕΕ, ή ο τόπος στον οποίο ο ΑΕΕ δρα βάσει απόφασης του Συμβουλίου,

τόπος προέλευσης, ο τόπος στον οποίο βρίσκεται η έδρα του εργοδότη του,

τόπος επιστροφής, ο τόπος στον οποίο ο ΑΕΕ θα ασκήσει την κύρια δραστηριότητά του μετά τη λήξη της απόσπασης.

2.   Εάν είτε ο τόπος πρόσληψης είτε ο τόπος επιστροφής βρίσκεται εκτός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο βρίσκεται η έδρα του εργοδότη του ΑΕΕ, ή εάν ο ΑΕΕ δεν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα μετά τη λήξη της απόσπασής του, ο τόπος προέλευσης θεωρείται είτε ως τόπος πρόσληψης είτε ως τόπος επιστροφής, κατά περίπτωση.

Ο τόπος πρόσληψης, ο ή οι τόποι απόσπασης και ο τόπος προέλευσης καθορίζονται στην ανταλλαγή επιστολών που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 5. Ο τόπος επιστροφής καθορίζεται βάσει δήλωσης του εργοδότη του ΑΕΕ.

3.   Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, περιστάσεις προκύπτουσες από καθήκοντα που εκτελεί ο ΑΕΕ για κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του τόπου απόσπασης ή για διεθνή οργανισμό, δεν λαμβάνονται υπόψη.

Άρθρο 18

Έξοδα ταξιδίου

1.   Ο ΑΕΕ του οποίου ο τόπος πρόσληψης ευρίσκεται σε απόσταση άνω των 150 χιλιομέτρων από τον τόπο απόσπασής του, δικαιούται απόδοση των εξόδων ταξιδίου κατά την έναρξη της απόσπασης:

α)

για τον ίδιο/την ίδια·

β)

για την/τον σύζυγο του/της και τα συντηρούμενα τέκνα, υπό τον όρο ότι τα πρόσωπα αυτά συμβιώνουν με τον ΑΕΕ και εφόσον τα έξοδα μετακόμισης επιστρέφονται από την ΓΓΣ.

2.   Πλην της περιπτώσεως αεροπορικού ταξιδίου, το αποδιδόμενο ποσό είναι κατ’ αποκοπή και περιορίζεται στην τιμή σιδηροδρομικού εισιτηρίου δεύτερης θέσης, χωρίς επιβάρυνση. Το ίδιο ισχύει για τα ταξίδια με ιδιωτικό αυτοκίνητο. Εάν η σιδηροδρομική διαδρομή υπερβαίνει τα 500 χιλιόμετρα ή εάν η συνήθης διαδρομή περιλαμβάνει θαλάσσιο διάπλου, η επιστροφή του αεροπορικού εισιτηρίου μπορεί να φθάνει μέχρι το κόστος αεροπορικού εισιτηρίου με μειωμένο τιμολόγιο (PEX ή APEX), εφόσον προσκομισθούν τα εισιτήρια και τα δελτία επιβίβασης.

3.   Ο ΑΕΕ δικαιούται για τον ίδιο και, κατά περίπτωση, για τα πρόσωπα που αναφέρει το στοιχείο β) της παραγράφου 1, απόδοση εξόδων ταξιδίου προς τον τόπο επιστροφής κατά τη λήξη της απόσπασης και μέχρι των ανωτέρω ορίων. Η απόδοση αυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται καταβολή ποσού υψηλότερου από εκείνο που θα εδικαιούτο εάν επέστρεφε στον τόπο πρόσληψής του.

4.   Εάν ο ΑΕΕ έχει προβεί σε μετακόμιση από τον τόπο πρόσληψης στον τόπο της απόσπασής του, δικαιούται κάθε έτος ένα κατ’ αποκοπή ποσό ίσο προς την τιμή εισιτηρίου επιστροφής από τον τόπο απόσπασης στον τόπο προέλευσής του, για τον ίδιο, την/τον σύζυγό του/της και τα τυχόν εξαρτώμενα τέκνα, με βάση τις ισχύουσες στην ΓΓΣ διατάξεις.

Άρθρο 19

Έξοδα μετακόμισης

1.   Ο ΑΕΕ δικαιούται να μετακομίσει την οικοσκευή και τα προσωπικά του αντικείμενα από τον τόπο πρόσληψής του στον τόπο απόσπασής του, με έξοδα της ΓΓΣ και κατόπιν της εκ των προτέρων έγκρισής της, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες της ΓΓΣ όσον αφορά την απόδοση των εξόδων μετακόμισης, και εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

η διάρκεια της αρχικής περιόδου απόσπασης πρέπει να είναι δύο ετών·

β)

η απόσταση μεταξύ του τόπου πρόσληψης του ΑΕΕ και του τόπου της απόσπασης πρέπει να είναι τουλάχιστον 100 χιλιόμετρα·

γ)

η μετακόμιση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός εξαμήνου από την ημερομηνία έναρξης της απόσπασης·

δ)

η σχετική έγκριση πρέπει να έχει ζητηθεί τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία μετακόμισης·

ε)

τα έξοδα μετακόμισης δεν καλύπτονται από τον εργοδότη·

στ)

ο ΑΕΕ οφείλει να προσκομίσει το πρωτότυπο των προσφορών, αποδείξεων και τιμολογίων στην ΓΓΣ, καθώς και ένα πιστοποιητικό του εργοδότη του με το οποίο να βεβαιώνεται ότι ο τελευταίος δεν αναλαμβάνει τα έξοδα μετακόμισης.

2.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3, στις περιπτώσεις που τα έξοδα της μετακόμισης στον τόπο απόσπασης έχουν αποδοθεί από τη ΓΓΣ, ο ΑΕΕ δικαιούται στο τέλος της απόσπασης και μετά από προηγούμενη έγκριση, απόδοση των εξόδων μετακόμισης από τον τόπο της απόσπασης στον τόπο επιστροφής, σύμφωνα με τους ισχύοντες στη ΓΓΣ κανόνες τους σχετικούς με την απόδοση εξόδων μετακόμισης, εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω όροι των στοιχείων δ) και ε) της παραγράφου 1 και οι εξής περαιτέρω όροι:

α)

η μετακόμιση δεν μπορεί να γίνει ενωρίτερα από έξι μήνες πριν από τη λήξη της απόσπασης·

β)

η μετακόμιση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός των έξι μηνών που έπονται της λήξης της απόσπασης·

γ)

το ποσό των εξόδων μετακόμισης που αποδίδεται από τη ΓΓΣ για τη μετακόμιση στο τέλος της απόσπασης δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των εξόδων της μετακόμισης που θα εδικαιούτο εάν επέστρεφε στον τόπο πρόσληψής του·

δ)

διαβιβάζονται στη ΓΓΣ τα πρωτότυπα έντυπα των προσφορών και η απόδειξη της μετακόμισης, καθώς και βεβαίωση του εργοδότη του ΑΕΕ ότι δεν αναλαμβάνει να καλύψει το σύνολο ή μέρος των εξόδων της μετακόμισης.

3.   Ο ΑΕΕ η απόσπαση του οποίου τερματίζεται με δική του αίτηση ή κατόπιν αιτήσεως του εργοδότη του, εντός δύο ετών από την έναρξη της απόσπασης, δεν δικαιούται απόδοση των εξόδων μετακόμισης στο τέλος της απόσπασης.

Άρθρο 20

Αποστολές και έξοδα αποστολής

1.   Ο ΑΕΕ μπορεί να σταλεί σε αποστολή, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4.

2.   Τα έξοδα αποστολής του αποδίδονται σύμφωνα με τους κανόνες και όρους που ισχύουν στη ΓΓΣ.

Άρθρο 21

Επιμόρφωση

Ο ΑΕΕ δικαιούται να συμμετέχει στις επιμορφωτικές δράσεις που διοργανώνει η ΓΓΣ, εφόσον το δικαιολογεί το συμφέρον της ΓΓΣ. Κατά τη λήψη της απόφασης για συμμετοχή του ΑΕΕ σε δράσεις αυτού του είδους, λαμβάνονται υπόψη τα εύλογα συμφέροντά του, ιδίως από την άποψη της εξέλιξης της σταδιοδρομίας του μετά την απόσπαση.

Άρθρο 22

Διοικητικές διατάξεις

1.   Ο ΑΕΕ παρουσιάζεται την πρώτη ημέρα της απόσπασής του στην αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοίκησης για τη διεκπεραίωση των σχετικών διοικητικών διατυπώσεων. Αναλαμβάνει υπηρεσία την πρώτη ή τη δέκατη έκτη ημέρα του μηνός.

2.   Ο ΑΕΕ ο αποσπασμένος σε γραφείο συνδέσμου της ΓΓΣ παρουσιάζεται στην αρμόδια υπηρεσία της ΓΓΣ στον τόπο της απόσπασής του.

3.   Οι πληρωμές γίνονται από την αρμόδια υπηρεσία της ΓΓΣ σε ευρώ προς τραπεζικό λογαριασμό που ανοίγεται σε τραπεζικό ίδρυμα στις Βρυξέλλες. Όσον αφορά τον ΑΕΕ τον αποσπασμένο σε άλλο τόπο πλην των Βρυξελλών, οι πληρωμές δύνανται να γίνονται σε ευρώ προς τραπεζικό λογαριασμό που ανοίγεται σε τραπεζικό ίδρυμα είτε στις Βρυξέλλες είτε στον τόπο προέλευσης του ΑΕΕ. Το επίδομα στέγης δύναται να καταβάλλεται σε άλλο νόμισμα σε τραπεζικό λογαριασμό που ανοίγεται σε τραπεζικό ίδρυμα στον τόπο απόσπασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΠΟΣΠΑΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ ΒΡΑΧΕΙΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΔΑ

Άρθρο 23

ΑΕΕ βραχείας διάρκειας χωρίς έξοδα

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ως ΑΕΕ βραχείας διάρκειας χωρίς έξοδα (ΑΕΕ-ΒΔΧΕ) νοείται ο πολύ εξειδικευμένος ΑΕΕ η απόσπαση του οποίου πραγματοποιείται με σκοπό την εκτέλεση εξειδικευμένων καθηκόντων για διάστημα τριών μηνών το πολύ. Η απόσπαση αυτή δεν συνεπάγεται την καταβολή καμίας αποζημίωσης ή δαπάνης από το Συμβούλιο πλην, κατά περίπτωση, εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 28 και με την επιφύλαξη διαφορετικής συμφωνίας μεταξύ της ΓΣΣ και της διοίκησης που αποσπά τον ΑΕΕ-ΒΔΧΕ.

2.   Ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ δεν δύναται να αποσπασθεί παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατόπιν άδειας του αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα. Η απόσπαση ενός ΑΕΕ-ΒΔΧΕ δεν δύναται να αφορά παρά μόνον την εκτέλεση καθηκόντων τα οποία θα ήταν δύσκολο να εξασφαλίσει η ΓΣΣ εντός πολύ σύντομης χρονικής προθεσμίας. Πρόκειται για:

διερευνητικές αποστολές,

τον προγραμματισμό και την αξιολόγηση συγκεκριμένων επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων,

τη συμμετοχή σε συγκεκριμένες ασκήσεις διαχείρισης κρίσεων.

3.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 23 έως 28, το καθεστώς που προβλέπεται στα άρθρα 1 έως 14 και 20 έως 22 εφαρμόζεται επίσης στους ΑΕΕ-ΒΔΧΕ.

4.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 5, η συμπεριφορά του ΑΕΕ-ΒΔΧΕ πρέπει πάντα να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι είναι αποσπασμένος στο Συμβούλιο και πρέπει πάντα να είναι προσαρμοσμένη στην αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του.

Άρθρο 24

Διάρκεια της απόσπασης

1.   Το διάστημα του άρθρου 23 παράγραφος 1 μπορεί να παραταθεί άπαξ για μέγιστη περίοδο τριών μηνών.

2.   Ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ ο οποίος έχει ήδη αποσπασθεί στη ΓΓΣ δύναται να αποσπασθεί εκ νέου σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση και πάντοτε υπό τους ακόλουθους όρους:

να έχει παρέλθει περίοδος τουλάχιστον ενός έτους μεταξύ του τέλους της προηγούμενης περιόδου απόσπασης και της αρχής της νέας εάν ο ΑΕΕ αποσπάται με το καθεστώς του παρόντος κεφαλαίου,

να έχει παρέλθει περίοδος τουλάχιστον τριών ετών μεταξύ του τέλους της προηγούμενης περιόδου απόσπασης και της αρχής της νέας εάν ο ΑΕΕ αποσπάται με το καθεστώς του άρθρου 1 της παρούσας απόφασης.

3.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η περίοδος που αναφέρεται στην πρώτη περίπτωση της παραγράφου 2 δύναται να συντομευθεί με απόφαση του αναπληρωτή γενικού γραμματέα.

Άρθρο 25

Πεδίο εφαρμογής

1.   Στην ανταλλαγή επιστολών που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 αναφέρεται το αρμόδιο πρόσωπο εντός της γενικής διεύθυνσης ή διεύθυνσης, μονάδας, αποστολής ή άσκησης στην οποία θα αποσπασθεί ο ΑΕΕ-ΧΕ, καθώς και λεπτομερής περιγραφή των καθηκόντων που αυτός καλείται να εκτελέσει.

2.   Όσον αφορά τα συγκεκριμένα καθήκοντά του, ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ λαμβάνει οδηγίες από το αρμόδιο πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 26

Ασφάλιση

Με την επιφύλαξη του άρθρου 28 και κατά παρέκκλιση του άρθρου 9 παράγραφος 2, ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ δεν καλύπτεται από τη ΓΓΣ κατά των κινδύνων ατυχημάτων.

Άρθρο 27

Όροι εργασίας

1.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 10 παράγραφος 1, ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ οφείλει να τηρεί τους κανόνες ως προς το ωράριο εργασίας που ισχύουν στον τόπο απόσπασής του. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να τροποποιηθούν από το αρμόδιο πρόσωπο εντός της διοικητικής μονάδας, αποστολής ή άσκησης στην οποία έχει αποσπασθεί ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ λόγω των υπηρεσιακών αναγκών.

2.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 10 παράγραφος 2 δεύτερη φράση, ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ εργάζεται αποκλειστικά με πλήρες ωράριο κατά τη διάρκεια της απόσπασής του.

3.   Το άρθρο 10 παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται στους ΑΕΕ-ΒΔΧΕ.

4.   Η διαχείριση και ο έλεγχος των παρουσιών και των αδειών του ΑΕΕ-ΒΔΧΕ ανατίθενται στο αρμόδιο πρόσωπο του άρθρου 25 παράγραφος 2.

5.   Οι παράγραφοι 3, 4 και 7 του άρθρου 12 δεν βρίσκουν εφαρμογή στον ΑΕΕ-ΒΔΧΕ. Πάντως, ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ δύναται να λαμβάνει, βάσει δεόντως αιτιολογημένης αίτησης του ίδιου, ειδική άδεια με απόφαση του γενικού διευθυντή της υπηρεσίας στην οποία βρίσκεται αποσπασμένος. Η εν λόγω ειδική άδεια δεν δύναται να υπερβαίνει τις 3 ημέρες καθ’ όλη τη διάρκεια της απόσπασης. Προτού χορηγήσει την άδεια, ο προαναφερόμενος υπεύθυνος οφείλει να υποβάλει το σχετικό αίτημα στο γενικό διευθυντή προσωπικού και διοίκησης.

Άρθρο 28

Αποστολές

1.   Εάν ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ συμμετέχει σε αποστολές σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο απόσπασής του, τα έξοδα του αποδίδονται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για την επιστροφή των εξόδων των αποστολών των υπαλλήλων, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί άλλος διακανονισμός μεταξύ της ΓΓΣ και της διοίκησης που αποσπά τον ΑΕΕ-ΒΔΧΕ.

2.   Εάν, στο πλαίσιο αποστολής, η ΓΓΣ παρέχει στους υπαλλήλους ειδική ασφάλιση υψηλού κινδύνου, η ασφάλιση αυτή παρέχεται επίσης στον ΑΕΕ-ΒΔΧΕ που συμμετέχει στην ίδια αποστολή.

3.   Ο ΑΕΕ-ΒΔΧΕ που συμμετέχει σε αποστολή εκτός του εδάφους της ΕΕ υπόκειται στις ρυθμίσεις ασφαλείας που ισχύουν στη ΓΓΣ στο πλαίσιο των εν λόγω αποστολών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΕΝΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 29

Καθεστώς των αποσπασμένων στρατιωτικών

Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 30 έως 42, το καθεστώς των προηγούμενων κεφαλαίων εφαρμόζεται και στο αποσπασμένο στη ΓΓΣ στρατιωτικό προσωπικό για να συγκροτήσει το Στρατιωτικό Επιτελείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την απόφαση 2001/80/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 22ας Ιανουαρίου 2001, για τη σύσταση του Στρατιωτικού Επιτελείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2).

Άρθρο 30

Όροι

Οι αποσπασμένοι στρατιωτικοί απαιτείται να υπηρετούν εμμίσθως στις ένοπλες δυνάμεις ενός κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της απόσπασής τους και να έχουν την υπηκοότητα κράτους μέλους.

Άρθρο 31

Πρόσληψη

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1, τους όρους πρόσληψης των αποσπασμένων στρατιωτικών ορίζει ο Γενικός Γραμματέας/Ύπατος Εκπρόσωπος.

Άρθρο 32

Ανταλλαγή επιστολών

Για την εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 1, η ανταλλαγή επιστολών πραγματοποιείται μεταξύ του Γενικού Γραμματέα/Ύπατου Εκπροσώπου και της Μόνιμης Αντιπροσωπείας του οικείου κράτους μέλους. Η εν λόγω ανταλλαγή επιστολών πρέπει επίσης να αναφέρει οιονδήποτε τυχόν περιορισμό όσον αφορά τη συμμετοχή του ΑΕΕ σε αποστολές.

Άρθρο 33

Διάρκεια απόσπασης

1.   Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 1, η διάρκεια απόσπασης δεν μπορεί να είναι μικρότερη εξαμήνου ούτε ανώτερη των τριών ετών και μπορεί να παραταθεί διαδοχικά έως τέσσερα έτη συνολικά.

2.   Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο β) του άρθρου 2 παράγραφος 4, και πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, πρέπει να έχουν παρέλθει τουλάχιστον τρία έτη μεταξύ του τέλους της προηγούμενης περιόδου απόσπασης και της αρχής νέας, εφόσον τη δικαιολογούν περιστάσεις και σε συμφωνία με το Γενικό Γραμματέα /Ύπατο Εκπρόσωπο.

Άρθρο 34

Καθήκοντα

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του άρθρου 4, οι αποσπασμένοι στρατιωτικοί που ενεργούν υπό την εποπτεία του Γενικού Γραμματέα/Ύπατου Εκπροσώπου, εκτελούν τις αποστολές και εκπληρώνουν τα καθήκοντα και τις λειτουργίες που τους ανατίθενται σύμφωνα με το παράρτημα της απόφασης 2001/80/ΚΕΠΠΑ.

Άρθρο 35

Δέσμευση προς τα έξω

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 2, οι αποσπασμένοι στρατιωτικοί δεν δύνανται να δεσμεύουν τη ΓΓΣ προς τα έξω εκτός εάν τους χορηγηθεί ειδική εντολή κατ’ εξουσιοδότηση του Γενικού Γραμματέα/Ύπατου Εκπροσώπου.

Άρθρο 36

Διαβάθμιση ασφάλειας

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 5 του άρθρου 4, το επίπεδο διαβάθμισης ασφαλείας για τον αποσπασμένο στρατιωτικό, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο του ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ, ορίζεται με την ανταλλαγή επιστολών που αναφέρει η παράγραφος 5 του άρθρου 1.

Άρθρο 37

Επαγγελματική πείρα

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του άρθρου 6, μπορεί να αποσπασθεί στη ΓΓΣ στρατιωτικός που εκτελεί καθήκοντα σχεδιασμού ή μελέτης, ο οποίος επιδεικνύει υψηλό βαθμό ικανότητας για τα προς εκτέλεση καθήκοντα.

Άρθρο 38

Αναστολή και λήξη της απόσπασης

1.   Για την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1, η άδεια στον αποσπασμένο στρατιωτικό δίδεται από το Γενικό Γραμματέα/Ύπατο Εκπρόσωπο.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8 παράγραφος 2, η απόσπαση μπορεί να τερματιστεί χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση αν το απαιτούν τα συμφέροντα της ΓΓΣ ή της εθνικής διοίκησης στην οποία υπάγεται ο αποσπασμένος στρατιωτικός, ή για οποιαδήποτε άλλη ικανή αιτία.

Άρθρο 39

Σοβαρή αθέτηση υποχρεώσεων

1.   Μια απόσπαση είναι δυνατόν να τερματισθεί χωρίς προειδοποίηση σε περίπτωση σοβαρής αθέτησης, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, υποχρεώσεων τις οποίες όφειλε να τηρήσει ο αποσπασμένος στρατιωτικός. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο γ), η απόφαση λαμβάνεται από το Γενικό Γραμματέα/Ύπατο Εκπρόσωπο και αφού προηγουμένως δοθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να απολογηθεί. Ο Γενικός Γραμματέας/Ύπατος Εκπρόσωπος προτού λάβει απόφαση, ενημερώνει σχετικά τον μόνιμο αντιπρόσωπο του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος ο αποσπασμένος στρατιωτικός. Συνεπεία της απόφασης αυτής, οι αποζημιώσεις των άρθρων 18 και 19 δεν χορηγούνται.

Πριν από την απόφαση περί της οποίας το πρώτο εδάφιο, ο Γενικός Γραμματέας/Ύπατος Εκπρόσωπος δύναται να θέσει σε αναστολή τον αποσπασμένο στρατιωτικό, εφόσον του αποδίδεται σοβαρή αθέτηση υποχρεώσεων και αφού προηγουμένως του δοθεί η δυνατότητα να απολογηθεί. Οι αποζημιώσεις των άρθρων 15 και 16 δεν χορηγούνται κατά τη διάρκεια της αναστολής η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες.

2.   Ο Γενικός Γραμματέας/Ύπατος Εκπρόσωπος ενημερώνει τις εθνικές αρχές για κάθε παράβαση από τον αποσπασμένο στρατιωτικό του καθεστώτος που καθορίζεται ή των κανόνων που θεσπίζονται με την παρούσα απόφαση.

3.   Ο αποσπασμένος στρατιωτικός εξακολουθεί να υπόκειται στους εθνικούς πειθαρχικούς κανόνες.

Άρθρο 40

Ωράριο εργασίας

Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 δεν ισχύει για τον αποσπασμένο στρατιωτικό.

Άρθρο 41

Ειδική άδεια

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του άρθρου 12, η ΓΓΣ δύναται να χορηγεί πρόσθετη ειδική άδεια άνευ αποδοχών, προκειμένου για επιμόρφωση από τον εργοδότη και μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτησή του.

Άρθρο 42

Αποζημιώσεις

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του άρθρου 15 και από το άρθρο 16, η ανταλλαγή επιστολών περί της οποίας η παράγραφος 5 του άρθρου 1 δύναται να ορίζει ότι οι αποζημιώσεις που προβλέπονται στα άρθρα αυτά δεν καταβάλλονται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 43

Κατάργηση

Η απόφαση 2003/479/ΕΚ καταργείται. Ωστόσο, εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε όλες τις τρέχουσες, κατά τη στιγμή της έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης, αποσπάσεις, με την επιφύλαξη του άρθρου 44.

Άρθρο 44

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται σε κάθε νέα απόσπαση ή παράταση απόσπασης από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την έναρξη ισχύος.

Βρυξέλλες, 5 Δεκεμβρίου 2007.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. VIEIRA DA SILVA


(1)  ΕΕ L 160 της 28.6.2003, σ. 72. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2007/456/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 3.7.2007, σ. 27).

(2)  ΕΕ L 27 της 30.1.2001, σ. 7. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2005/395/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ L 132 της 26.5.2005, σ. 17).


IV Λοιπές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ

13.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327/21


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΫΟΥΣΑΣ ΑΡΧΉΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ

αριθ. 90/04/COL

της 23ης Απριλίου 2004

για τεσσαρακοστή έκτη τροποποίηση των διαδικαστικών και ουσιωδών κανόνων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με εισαγωγή νέου κεφαλαίου 24Γ: Η εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση

Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) (1), και ιδίως τα άρθρα 61 έως 63 και το πρωτόκολλο 26,

τη συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση μιας Εποπτεύουσας Αρχής και ενός Δικαστηρίου (2), και ιδίως το άρθρο 24, το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β) και το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 3 αυτής,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΟΤΙ βάσει του άρθρου 24 της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ θέτει σε ισχύ τις διατάξεις της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΟΤΙ βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 2 στοιχείο β της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ εκδίδει ανακοινώσεις ή κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με ζητήματα που αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, εφόσον κάτι τέτοιο προβλέπεται ρητώς από τη συμφωνία ή τη συμφωνία περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου ή εφόσον κρίνεται απαραίτητο από την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ,

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ τους διαδικαστικούς και ουσιώδεις κανόνες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (3) που εγκρίθηκαν στις 19 Ιανουαρίου 1994 από την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ (4),

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΟΤΙ στις 17 Οκτωβρίου 2001, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε νέα ανακοίνωση όπου θεσπίζονται οι αρχές σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση (5),

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΟΤΙ η εν λόγω ανακοίνωση αφορά και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΟΤΙ πρέπει να διασφαλιστεί η ομοιογενής εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις του ΕΟΧ σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΟΤΙ σύμφωνα με το σημείο II υπό τον τίτλο «ΓΕΝΙΚΑ» στο τέλος του παραρτήματος XV της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ πρόκειται να εγκρίνει, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, πράξεις οι οποίες αντιστοιχούν σε αυτές που εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,

ΜΕΤΑ από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ έχει διαβουλευτεί με τα κράτη μέλη σε πολυμερή σύσκεψη επί του θέματος,

ΕΞΈΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΎΣΑ ΑΠΌΦΑΣΗ:

1.

Οι κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις τροποποιούνται με την εισαγωγή ενός νέου κεφαλαίου 24Γ, «εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση». Το νέο κεφάλαιο περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της παρούσας απόφασης.

2.

Τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ ενημερώνονται μέσω επιστολής στην οποία περιλαμβάνεται αντίγραφο της παρούσας απόφασης και του παραρτήματός της.

3.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερώνεται, σύμφωνα με το στοιχείο δ) του πρωτοκόλλου 27 της συμφωνίας ΕΖΕΣ, μέσω αντιγράφου της παρούσας απόφασης, περιλαμβανομένου του παραρτήματος.

4.

Η απόφαση, περιλαμβανομένου του παραρτήματος I, δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ καθώς και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.

Το κείμενο της παρούσας απόφασης στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό.

Βρυξέλλες, 23 Απριλίου 2004.

Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ

Hannes HAFSTEIN

Πρόεδρος

Einar M. BULL

Μέλος του Κολεγίου


(1)  Εφεξής συμφωνία για τον ΕΟΧ.

(2)  Εφεξής συμφωνία περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου.

(3)  Στο εξής καλούμενες κατευθυντήριες γραμμές κρατικών ενισχύσεων.

(4)  Οι κανόνες αυτοί δημοσιεύθηκαν αρχικά στην ΕΕ L 231 της 3.9.1994, και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ αριθ. 32 την ίδια ημερομηνία, η οποία τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 62/4/COL της 31ης Μαρτίου 2004 (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη).

(5)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, ΕΕ C 320 της 15.11.2001, σ. 5.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

24Γ.   Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΔΟΣΕΩΝ (1)

24Γ.1.   Εισαγωγή

1.

Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα. Η κατάργηση των μονοπωλίων, η εμφάνιση νέων φορέων και η ταχύτητα των τεχνολογικών επιτευγμάτων μετέβαλαν ουσιωδώς το ανταγωνιστικό πλαίσιο. Η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση αποτελούσε παραδοσιακά δραστηριότητα με περιορισμένη πρόσβαση. Από το ξεκίνημά της, η δραστηριότητα αυτή ασκείτο κυρίως από δημόσιες επιχειρήσεις με μονοπωλιακό καθεστώς, λόγω, κυρίως, του περιορισμένου αριθμού διαθέσιμων ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων και των σημαντικών εμποδίων για την είσοδο στον τομέα.

2.

Τη δεκαετία του 1970, ωστόσο, οι οικονομικές και τεχνικές εξελίξεις έδωσαν ολοένα και περισσότερο τη δυνατότητα στα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ να επιτρέψουν την είσοδο και άλλων φορέων στις ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις. Τα κράτη μέλη αποφάσισαν έτσι να ανοίξουν την αγορά στον ανταγωνισμό. Οι καταναλωτές μπόρεσαν να επωφεληθούν από περισσότερες επιλογές, και, ειδικότερα, μεγαλύτερο αριθμό σταθμών και νέες υπηρεσίες που αφενός ενθάρρυναν την εμφάνιση και την ανάπτυξη σημαντικών ευρωπαϊκών φορέων και την τελειοποίηση νέων τεχνικών και, αφετέρου, ενίσχυσαν την πολυφωνία στον τομέα. Ανοίγοντας την αγορά στον ανταγωνισμό, τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ θεώρησαν ότι πρέπει να διατηρηθεί η δημόσια ραδιοτηλεόραση προκειμένου να διασφαλίζεται η κάλυψη ορισμένων περιοχών και αναγκών, κάτι που δεν θα έκαναν απαραίτητα οι ιδιωτικοί φορείς στον επιθυμητό βαθμό.

3.

Ο αυξημένος αυτός ανταγωνισμός, καθώς και η παρουσία φορέων που χρηματοδοτούνται από το κράτος, δημιούργησαν αυξανόμενο προβληματισμό σε σχέση με την ίση μεταχείριση, προβληματισμό που μεταφέρθηκε από τους ιδιωτικούς φορείς στην Αρχή. Οι καταγγελίες αφορούν εικαζόμενες παραβάσεις του άρθρου 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σε συνδυασμό με τα συστήματα δημόσιας χρηματοδότησης των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

4.

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν τις βασικές αρχές που θα πρέπει να ακολουθήσει η Αρχή στην εφαρμογή των άρθρων 61 και 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σχετικά με τη δημόσια χρηματοδότηση των ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών. Η τήρηση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών θα καταστήσει την πολιτική της Αρχής στον συγκεκριμένο τομέα όσο το δυνατόν πιο διαφανή.

24Γ.2.   Ρόλος των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών

1.

Όπως διευκρινίζεται στο ψήφισμα της 1ης Ιανουαρίου 1999 του Συμβουλίου της ΕΕ και των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ σχετικά με τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς (εφεξής «Ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση») (2), «δεδομένου του πολιτιστικού, κοινωνικού και δημοκρατικού ρόλου της στην εξυπηρέτηση του κοινού οφέλους, η δημόσια ραδιοτηλεόραση αποτελεί παράγοντα ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της δημοκρατίας, της πολυφωνίας, της κοινωνικής συνοχής και της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας».

2.

Η δημόσια ραδιοτηλεόραση, μολονότι έχει αναμφισβήτητα οικονομικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις δημόσιες υπηρεσίες άλλων οικονομικών τομέων. Δεν υπάρχει άλλη υπηρεσία που να καλύπτει ταυτόχρονα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, να του παρέχει παρόμοια πληθώρα πληροφοριών και μέσω αυτών να πολλαπλασιάζει και επηρεάζει τις προσωπικές απόψεις και την κοινή γνώμη.

3.

Η δημόσια ραδιοτηλεόραση οφείλει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την προώθηση των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων του πληθυσμού κάθε κράτους, παρέχοντας εκπαιδευτικά προγράμματα, αντικειμενική ενημέρωση της κοινής γνώμης, εχέγγυα για την πολυφωνία καθώς και κατά δημοκρατικό τρόπο και δωρεάν ψυχαγωγία ποιότητας (3).

4.

Επιπλέον, η ραδιοτηλεόραση αντιμετωπίζεται γενικά ως ιδιαίτερα αξιόπιστη πηγή πληροφοριών και αντιπροσωπεύει, για ένα μη αμελητέο τμήμα του πληθυσμού, την κύρια πηγή ενημέρωσης. Με τον τρόπο αυτό εμπλουτίζει το δημόσιο διάλογο, ενδεχομένως, διασφαλίζει ένα ισότιμο βαθμό συμμετοχής όλων των πολιτών στη δημόσια ζωή.

5.

Ο ρόλος της δημόσιας υπηρεσίας (4) αναγνωρίζεται γενικά από τη συμφωνία για τον ΕΟΧ. Τη βασική σχετική διάταξη αποτελεί το άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, το οποίο έχει ως εξής: «Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας συμφωνίας, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών».

6.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνώρισε σε δύο υποθέσεις ότι η εκπομπή τηλεοπτικών υπηρεσιών μπορεί να θεωρηθεί ως «υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος» βάσει του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ (5). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τόνισε ότι οι εν λόγω υπηρεσίες υπόκεινται στις διατάξεις περί ανταγωνισμού, εκτός εάν αποδειχθεί ότι οι εν λόγω κανόνες θα ήταν ασύμβατοι με την επιτέλεση των καθηκόντων τους (6).

7.

Το ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα του τομέα ραδιοτηλεοπτικών μέσων, ανέφερε τις αρχές και τους όρους σύμφωνα με τους οποίους οι διατάξεις της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας θα πρέπει να εφαρμόζονται στον εν λόγω τομέα:

«Οι διατάξεις της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ισχύουν υπό την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να μεριμνούν για τη χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας εφόσον η χρηματοδότηση αυτή παρέχεται σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για την εκπλήρωση του στόχου της δημόσιας υπηρεσίας, έτσι όπως την έχει θεσμοθετήσει, οριοθετήσει και οργανώσει κάθε κράτος μέλος και εφόσον η χρηματοδότηση αυτή δεν επηρεάζει τις συνθήκες του εμπορίου και τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας σε βαθμό αντιβαίνοντα προς το κοινό συμφέρον, ενώ λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποίηση του στόχου που εξυπηρετεί αυτή η δημόσια υπηρεσία».

Δεδομένου ότι το ψήφισμα έχει ενσωματωθεί στη συμφωνία για τον ΕΟΧ ως πράξη την οποία λαμβάνουν υπόψη τα συμβαλλόμενα μέρη (7), παρόμοιες βασικές αρχές με τις προαναφερθείσες θα ισχύουν στον ΕΟΧ.

8.

Το ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση επαναβεβαίωνε περαιτέρω τη σημασία αυτής για την κοινωνική, δημοκρατική και πολιτιστική ζωή. «η εκτεταμένη πρόσβαση του κοινού, χωρίς διακρίσεις και επί τη βάσει ίσης μεταχείρισης, σε διάφορους σταθμούς και διάφορες υπηρεσίες αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να ικανοποιηθεί η ιδιαίτερη υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας της ραδιοτηλεόρασης». Επιπλέον, η δημόσια ραδιοτηλεόραση πρέπει «να επωφεληθεί από την τεχνολογική πρόοδο», να μεταφέρει «στο κοινό τα πλεονεκτήματα από τις νέες οπτικοακουστικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες πληροφόρησης και τις νέες τεχνολογίες» και να αναλάβει «την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση δραστηριοτήτων στην ψηφιακή εποχή». Τέλος, «η δημόσια ραδιοτηλεόραση πρέπει να είναι σε θέση να συνεχίσει να προτείνει ένα ευρύ φάσμα προγραμμάτων σύμφωνα με την αποστολή της όπως καθορίζεται από τα κράτη μέλη, ώστε να απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, είναι θεμιτό η δημόσια ραδιοτηλεόραση να προσπαθεί να απευθύνεται σε ευρύ κοινό».

9.

Δεδομένων των χαρακτηριστικών του ραδιοτηλεοπτικού τομέα, μια δημόσια υπηρεσία που θα καλύπτει «ένα ευρύ φάσμα προγραμμάτων, σύμφωνα με την αποστολή της» μπορεί, όπως διαπιστώνεται στο ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, καταρχήν να θεωρηθεί θεμιτή, επειδή στοχεύει σε ένα ισορροπημένο και διαφοροποιημένο προγραμματισμό κατάλληλο ώστε οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς να διατηρήσουν ένα ποσοστό τηλεθέασης, και να διασφαλίσουν την πραγματοποίηση της αποστολής τους, δηλαδή να ικανοποιήσουν τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας και να διασφαλίσουν την πολυφωνία.

10.

Να σημειωθεί ότι οι εμπορικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς, ορισμένοι από τους οποίους υπόκεινται στην υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως προς την εκπλήρωση των στόχων του ψηφίσματος, στο μέτρο που συμβάλλουν στη διασφάλιση της πολυφωνίας, εμπλουτίζουν τις πολιτιστικές και πολιτικές συζητήσεις και διευρύνουν τις επιλογές των προγραμμάτων.

24Γ.3.   Το νομικό πλαίσιο

1.

Η εφαρμογή στη δημόσια ραδιοτηλεόραση των κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις συνεπάγεται ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών στοιχείων. Στη συμφωνία για τον ΕΟΧ περιλαμβάνεται το άρθρο 61 σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις καθώς και το άρθρο 59 παράγραφος 2 σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και ειδικότερα των κανόνων ανταγωνισμού για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Το πρωτόκολλο 3 της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου θεσπίζει τους διαδικαστικούς κανόνες σε περιπτώσεις κρατικών ενισχύσεων.

2.

Για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η συνθήκη του Άμστερνταμ εισήγαγε ένα άρθρο (άρθρο 16 της συνθήκης ΕΚ) ειδικά για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος και ένα ερμηνευτικό πρωτόκολλο για το σύστημα δημοσιάς ραδιοτηλεόρασης. Η συνθήκη του Μάαστριχτ είχε ήδη εισαγάγει ένα άρθρο που καθορίζει τον ρόλο της Κοινότητας στον τομέα του πολιτισμού (άρθρο 151 της συνθήκης ΕΚ) και μια ρήτρα για το ενδεχόμενο του συμβιβάσιμου των κρατικών ενισχύσεων που αποβλέπει στην προώθηση του πολιτισμού (άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης ΕΚ). Η συμφωνία για τον ΕΟΧ δεν περιλαμβάνει «παρέκκλιση πολιτιστικού χαρακτήρα» παρόμοια με αυτήν του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο Δ της συνθήκης ΕΚ, εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η εφαρμογή παρέκκλισης πολιτιστικού χαρακτήρα για παρόμοια μέτρα. Όπως έγινε αποδεκτό από την Εποπτεύουσα Αρχή σε προηγούμενες υποθέσεις, παρόμοια μέτρα υποστήριξης ενδέχεται να εγκρίνονται για πολιτιστικούς λόγους βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (8).

3.

Η οδηγία 89/552/ΕΟΚ της 3ης Οκτωβρίου 1989 για το συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (9) όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/36/ΕΚ (10), ενσωματώθηκε στο παράρτημα X της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (11). Η οδηγία 80/723/ΕΟΚ της 25ης Ιουνίου 1980 σχετικά με τη διαφάνεια των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη διαφάνεια στο εσωτερικό ορισμένων επιχειρήσεων (12), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2000/52/ΕΚ (13) της 26ης Ιουλίου 2000, ενσωματώθηκε στο νομικό πλαίσιο της συμφωνίας για τον ΕΟΧ από την απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 6/2001 (14). Οι εν λόγω κανόνες υπόκεινται σε ερμηνεία από το δικαστήριο της ΕΖΕΣ στο πλαίσιο του «πυλώνα ΕΖΕΣ» και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και το ευρωπαϊκό Πρωτοδικείο στο πλαίσιο του «κοινοτικού πυλώνα». Η Εποπτεύουσα Αρχή έχει επίσης εγκρίνει αρκετές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις οι οποίες αντιστοιχούν σε παρόμοιες ανακοινώσεις της Επιτροπής της ΕΚ.

24Γ.4.   Εφαρμογή του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

24Γ.4.1.   Χαρακτήρας κρατικής ενίσχυσης της χρηματοδότησης των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών τομέων

1.

Το άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ αναφέρει: «Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη της ΕΚ, κράτη μέλη της ΕΖΕΣ ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την παρούσα συμφωνία, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συναλλαγές, εκτός εάν η παρούσα συμφωνία ορίζει αλλιώς».

2.

Μόνο το αποτέλεσμα, και όχι το αντικείμενο της δημόσιας παρέμβασης είναι καθοριστικό προκειμένου να κριθεί ο χαρακτήρας της ως κρατικής ενίσχυσης δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Η χρηματοδότηση δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων θεωρείται συνήθως κρατική ενίσχυση, εφόσον πληροί τα παραπάνω κριτήρια. Συνήθως, οι οργανισμοί αυτοί χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό του κράτους ή από εισφορά που επιβάλλεται στους κατόχους τηλεοπτικών συσκευών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το κράτος συνεισφέρει κεφάλαια ή παραγράφει χρέη δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Τα χρηματοδοτικά μέτρα αυτού του είδους απορρέουν συνήθως από τις δημόσιες αρχές και συνεπάγονται τη μεταφορά κρατικών πόρων. Επιπλέον, και στον βαθμό που τα μέσα αυτά δεν πληρούν το κριτήριο του επενδυτή σε οικονομία αγοράς σύμφωνα με το κεφάλαιο 19 των κατευθυντήριων γραμμών της Αρχής για τις κρατικές ενισχύσεις σχετικά με τις δημόσιες θυγατρικές εταιρείες και το κεφάλαιο 20 σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων για τις κρατικές ενισχύσεις στις δημόσιες επιχειρήσεις του μεταποιητικού τομέα (15), στις περισσότερες περιπτώσεις ευνοούν ορισμένους μόνο ραδιοτηλεοπτικούς φορείς και, συνεπώς, νοθεύουν τον ανταγωνισμό. Φυσικά, η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης θα εξετάζεται κατά περίπτωση και ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χρηματοδότησης (16).

3.

Όπως απεφάνθη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: «Όταν μια κρατική ενίσχυση ή ενίσχυση μέσω κρατικών πόρων ενισχύει τη θέση μιας επιχείρησης σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, θεωρείται ότι οι επιχειρήσεις αυτές επηρεάζονται από την ενίσχυση» (17). Γενικά, η χρηματοδότηση δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών τομέων από το κράτος μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Αυτό ισχύει προφανώς στην περίπτωση αγοράς και πώλησης δικαιωμάτων μετάδοσης, που συχνά πραγματοποιούνται σε διεθνές επίπεδο. Επίσης η διαφήμιση, στην περίπτωση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων στους οποίους επιτρέπεται να πωλούν διαφημιστικό χώρο, έχει διασυνοριακές επιπτώσεις, ιδιαίτερα στις ομοιογενείς γλωσσικές ζώνες που εκτείνονται και στις δύο πλευρές των εθνικών συνόρων. Επιπλέον, η μετοχική σύνθεση των εμπορικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων μπορεί να επεκτείνεται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη του ΕΟΧ.

4.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (18), οι δημόσιοι πόροι που μεταφέρονται σε συγκεκριμένη επιχείρηση γενικά πρέπει να θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις (εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ). Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση Altmark Trans GmbH (19) (εφεξής «Απόφαση Altmark») αποφάσισε ότι «στον βαθμό που μια κρατική παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί ως αντιστάθμιση αποτελούσα την αντιπαροχή έναντι παρεχομένων εκ μέρους των δικαιούχων επιχειρήσεων υπηρεσιών προς εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις αυτές να μην επωφελούνται στην πραγματικότητα από ένα οικονομικό πλεονέκτημα, με αποτέλεσμα να μην περιέρχονται λόγω της ως άνω παρεμβάσεως οι επιχειρήσεις αυτές σε ευνοϊκότερη θέση ως προς τον ανταγωνισμό σε σχέση με τις επιχειρήσεις που τις ανταγωνίζονται, η παρέμβαση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 παράγραφος 1 [τώρα άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ]».

5.

Εντούτοις, σύμφωνα με την απόφαση Altmark του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, για να μην πρέπει να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση μια τέτοια αντιστάθμιση, πρέπει να πληρούνται οι παρακάτω τέσσερις προϋποθέσεις:

«—

πρώτον, η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ενώ η υποχρέωση αυτή πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη,

δεύτερον, οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση πρέπει να έχουν προσδιοριστεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια, με σκοπό να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιλαμβάνει η αντιστάθμιση αυτή ένα οικονομικό πλεονέκτημα ικανό να ευνοήσει τη δικαιούχο επιχείρηση έναντι των ανταγωνιστριών της,

τρίτον, η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός ευλόγου κέρδους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών,

τέταρτον, όταν η επιλογή της επιχειρήσεως στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, παρέχουσας τη δυνατότητα επιλογής του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες με το μικρότερο, για το κοινωνικό σύνολο κόστος, το επίπεδο της απαραίτητης αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα προς ικανοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έσοδα και ένα εύλογο κέρδος από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών».

6.

Η Αρχή θα λαμβάνει υπόψη της την προαναφερθείσα ερμηνεία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, κατά την αξιολόγηση πληρωμών αποζημιώσεων δημόσιων φορέων βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Η κρατική υποστήριξη που πληροί τα προαναφερθέντα κριτήρια δεν συνιστά, ως εκ τούτου, κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και δεν είναι απαραίτητη η κοινοποίησή της στην Αρχή.

24Γ.4.2.   Χαρακτήρας της ενίσχυσης: υφιστάμενες και νέες ενισχύσεις

1.

Τα καθεστώτα χρηματοδότησης που ισχύουν σήμερα στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ εγκαθιδρύθηκαν πριν από πολλά χρόνια. Συνεπώς, η Αρχή πρέπει να ελέγξει προηγουμένως αν τα καθεστώτα αυτά μπορούν να θεωρηθούν «υφιστάμενες ενισχύσεις» με την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου (20).

2.

Η υφιστάμενη ενίσχυση ρυθμίζεται από το άρθρο 1 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου στην οποία αναφέρεται ότι: «η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ σε συνεργασία με τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η εφαρμογή της συμφωνίας για τον ΕΟΧ».

3.

Δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος β σημείο i του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, η υφιστάμενη ενίσχυση περιλαμβάνει «όλες τις ενισχύσεις οι οποίες υφίσταντο πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας για τον ΕΟΧ στο οικείο κράτος μέλος της ΕΖΕΣ, δηλαδή καθεστώτα ενισχύσεων και ατομικές ενισχύσεις που είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν, και εφαρμόζονται ακόμη έπειτα από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας για τον ΕΟΧ».

4.

Το άρθρο 1 παράγραφος β σημείο v του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου θεωρεί υφιστάμενη ενίσχυση «κάθε ενίσχυση εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι όταν τέθηκε σε ισχύ δεν αποτελούσε ενίσχυση, αλλά στη συνέχεια κατέστη ενίσχυση λόγω της εξέλιξης του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου και χωρίς να μεταβληθεί από το κράτος μέλος της ΕΖΕΣ […]».

5.

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο 3 της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (21), η Αρχή θα ελέγχει εάν το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο χορηγήθηκε η ενίσχυση έχει αλλάξει μετά την έγκρισή του. Η Αρχή θα λαμβάνει υπόψη το σύνολο των νομικών και οικονομικών στοιχείων που συνδέονται με το ραδιοτηλεοπτικό σύστημα του συγκεκριμένου κράτους μέλους της ΕΖΕΣ. Μολονότι τα εν λόγω στοιχεία που συνυπολογίζονται για την εν λόγω εξέταση παρουσιάζουν κοινά σημεία σε όλα τα κράτη μέλη του ΕΟΧ, η Αρχή εκτιμά ότι η καταλληλότερη μέθοδος είναι η εξέταση κατά περίπτωση.

24Γ.5.   Εκτίμηση του συμβιβάσιμου των κρατικών ενισχύσεων δυνάμει των άρθρων 61 παράγραφος 2 και 61 παράγραφος 3 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

1.

Η Αρχή είναι υποχρεωμένη, προκειμένου να εκτιμήσει το συμβιβάσιμο με την εφαρμογή της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, να εξετάζει τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς. Μπορούν να εφαρμοστούν ενδεχομένως οι παρεκκλίσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 61 παράγραφος 2 και στο άρθρο 61 παράγραφος 3 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

2.

Η συμφωνία για τον ΕΟΧ δεν περιλαμβάνει διάταξη που να αντιστοιχεί στο άρθρο 151 παράγραφος 4 της συνθήκης ΕΚ που να υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη τις πολιτιστικές πτυχές στο πλαίσιο δράσεών της βάσει άλλων διατάξεων, ούτε περιλαμβάνει παρέκκλιση πολιτιστικού χαρακτήρα παρόμοια με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης ΕΚ. Αυτό, εντούτοις, δεν σημαίνει ότι η εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις δεν αφήνει περιθώρια μέριμνας για τις πολιτιστικές πτυχές. Υπενθυμίζεται, από αυτήν την άποψη, ότι η Αρχή, με απόφασή της σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την παραγωγή ταινιών και τις συναφείς με αυτές δραστηριότητες στη Νορβηγία, όρισε ότι θα ήταν εφικτή η έγκριση μέτρων στήριξης της παραγωγής ταινιών για λόγους πολιτιστικού χαρακτήρα δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, υπό την προϋπόθεση ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση λαμβάνει υπόψη επαρκώς τα κριτήρια που ανέπτυξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς ότι η προσέγγιση δεν παρεκκλίνει από την πρακτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προ της έγκρισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης ΕΚ. Δεύτερον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην απόφασή της NN 49/97 και N 357/99 σχετικά με ένα πακέτο στήριξης της ιρλανδικής κινηματογραφικής και τηλεοπτικής παραγωγής, επισήμανε ρητώς ότι η εισαγωγή των άρθρων 151 παράγραφος 1 και 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης ΕΚ δεν αντανακλούσε απαραιτήτως αλλαγή της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ό,τι αφορά τον πολιτιστικό τομέα. Τρίτον, σε ό,τι αφορά τη ραδιοτηλεόραση, το ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση αναγνωρίζει τον πολιτιστικό ρόλο αυτής καθώς και το ότι κατά την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποίηση της αποστολής της ως δημόσιας υπηρεσίας.

3.

Εναπόκειται στην Αρχή να αποφασίσει σχετικά με την εφαρμογή οιασδήποτε διάταξης παρέκκλισης του άρθρου 61 παράγραφος 3 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ καθώς και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πολιτιστικές πτυχές. Υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις που αφορούν παρεκκλίσεις από την απαγόρευση χορήγησης κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Συνεπώς, κατά την άποψη της Επιτροπής, περιοριστικά πρέπει να ερμηνευτεί και ο όρος «πολιτισμός» όταν χρησιμοποιείται για λόγους παρέκκλισης από την απαγόρευση χορήγησης κρατικών ενισχύσεων και με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ της συνθήκης ΕΚ. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία η Αρχή εξετάζει εάν μπορεί, για λόγους πολιτιστικού χαρακτήρα, να εφαρμοστεί παρέκκλιση για ένα μέτρο, δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Όπως έκρινε ήδη η Επιτροπή στην απόφασή της για την Kinderkanal και Phoenix, οι εκπαιδευτικές και δημοκρατικές ανάγκες της κοινωνίας ενός κράτους μέλους πρέπει να εξετάζονται χωριστά από την προώθηση του πολιτισμού (22). Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι υφίσταται διάκριση μεταξύ πολιτιστικών, κοινωνικών και δημοκρατικών αναγκών κάθε κοινωνίας. Φυσικά, η εκπαίδευση μπορεί να έχει μια πολιτιστική πτυχή.

4.

Συχνά, οι κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς δεν κάνουν διάκριση μεταξύ αυτών των τριών αναγκών που αναφέρει το πρωτόκολλο. Συνεπώς, εκτός αν ένα κράτος μέλος της ΕΖΕΣ προβλέπει χωριστούς ορισμούς και χωριστές χρηματοδοτήσεις σε ό,τι αφορά τις κρατικές ενισχύσεις μόνο για την προώθηση του πολιτισμού, οι ενισχύσεις αυτές δεν επιτρέπονται. Ωστόσο, μπορούν να εξετάζονται, συνήθως, βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ που αφορά τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Εν πάση περιπτώσει, με όποια νομική βάση και αν εξετάζεται το συμβιβάσιμο, η Αρχή θα προβαίνει στην κατ’ ουσίαν εξέταση του καθεστώτος βασιζόμενη στα ίδια κριτήρια, δηλαδή αυτά που αναφέρονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές.

24Γ.6.   Εκτίμηση του συμβιβάσιμου των κρατικών ενισχύσεων δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

1.

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το άρθρο 86 της συνθήκης ΕΚ (23) αποτελεί εξαίρεση που πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι για να επωφεληθεί ένα μέτρο από την εξαίρεση αυτή, είναι απαραίτητο να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η εν λόγω υπηρεσία πρέπει να είναι υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος και να ορίζεται σαφώς ως τέτοια υπηρεσία από το κράτος μέλος (ορισμός),

ii)

πρέπει να έχει ανατεθεί ρητά στην εν λόγω επιχείρηση από το κράτος μέλος η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας (ανάθεση),

iii)

η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της συνθήκης (στην περίπτωση αυτή, η απαγόρευση κρατικών ενισχύσεων) πρέπει να εμποδίζει την πραγματοποίηση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην επιχείρηση και η παρέκκλιση από τους εν λόγω κανόνες δεν πρέπει να επηρεάζει την ανάπτυξη των συναλλαγών σε βαθμό που να αντιβαίνει στο συμφέρον της Κοινότητας (κριτήριο αναλογικότητας).

2.

Εναπόκειται στην Αρχή να εκτιμήσει αν πληρούνται αυτά τα κριτήρια κατά την εφαρμογή του αντίστοιχου άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και σε σχέση με τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ.

3.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, η προαναφερθείσα προσέγγιση πρέπει να προσαρμοσθεί στις επιταγές του ψηφίσματος για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, το οποίο αναφέρεται στην «υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας όπως ανατίθεται, ορίζεται και οργανώνεται από κάθε κράτος μέλος» (ορισμός και ανάθεση) και επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της συνθήκης για τη χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης «στον βαθμό που η χρηματοδότηση αυτή χορηγείται σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δημόσιας υπηρεσίας… και… δεν επηρεάζει τους όρους του εμπορίου και του ανταγωνισμού στην Κοινότητα σε βαθμό που θα αντίβαινε στο κοινό συμφέρον, ενώ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποίηση αυτής της δημόσιας υπηρεσίας» (αναλογικότητα).

4.

Όπως αποδεικνύεται και από την πρόσφατη πρακτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμη και αν ένα μέτρο δεν πληροί όλα τα κριτήρια Altmark πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ και του αντίστοιχου άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (24).

24Γ.6.1.   Ορισμός της δημόσιας υπηρεσίας

1.

Προκειμένου να πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στο 24Γ.6 παράγραφος 1 για την εφαρμογή του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, απαιτείται ένας επίσημος ορισμός της δημόσιας υπηρεσίας. Μόνο με έναν τέτοιο επίσημο ορισμό μπορεί να αξιολογήσει η Επιτροπή αν ισχύει η παρέκκλιση του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

2.

Ο ορισμός της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας είναι αρμοδιότητα των κρατών μελών της ΕΖΕΣ τα οποία μπορούν να λάβουν σχετικές αποφάσεις σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Γενικά, η αρμοδιότητα αυτή ασκείται λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική έννοια των «υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος». Ωστόσο, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ραδιοτηλεοπτικού τομέα, ένας «ευρύς» ορισμός που αναθέτει σε συγκεκριμένο ραδιοτηλεοπτικό φορέα την αποστολή να προσφέρει ισορροπημένο και διαφοροποιημένο πρόγραμμα κατ’ εφαρμογή της εντολής, διατηρώντας κάποιο επίπεδο τηλεθέασης, μπορεί να θεωρηθεί θεμιτός δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ δεδομένου ότι έχει ως στόχο την ικανοποίηση των δημοκρατικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών της κοινωνίας και τη διασφάλιση της πολυφωνίας, περιλαμβανομένων και των πολιτιστικών και γλωσσικών διαφορών.

3.

Επίσης, η ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας μπορεί να περιλαμβάνει και ορισμένες υπηρεσίες που δεν αποτελούν «προγράμματα» με την παραδοσιακή έννοια, δηλαδή υπηρεσίες πληροφόρησης σε πραγματικό χρόνο (on-line) στο βαθμό που απαντούν -λαμβάνοντας υπόψη την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων στην ψηφιακή εποχή- στις ίδιες δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας.

4.

Όταν το εύρος της εντολής δημόσιας υπηρεσίας εκτείνεται ώστε να καλύψει νέες υπηρεσίες, ο ορισμός και η πράξη ανάθεσης θα πρέπει να τροποποιούνται ανάλογα εντός των ορίων του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

5.

Η Αρχή οφείλει να ελέγχει αν τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ τηρούν τις διατάξεις της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Σε ό,τι αφορά τον ορισμό της δημόσιας υπηρεσίας στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, ο ρόλος της Αρχής περιορίζεται στον έλεγχο προφανών παραβάσεων. Δεν εναπόκειται στην Αρχή να αποφασίσει αν ένα πρόγραμμα πρέπει να παρέχεται στο πλαίσιο των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, ούτε για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά κάποιου προϊόντος. Προφανώς, λανθασμένη ερμηνεία του ορισμού της εντολής δημόσιας υπηρεσίας θα ήταν αν περιλαμβάνονταν δραστηριότητες που δεν θα μπορούσαν, λογικά, να θεωρηθούν ότι ανταποκρίνονται σε «δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας». Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε στην περίπτωση, για παράδειγμα, του ηλεκτρονικού εμπορίου. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να τονισθεί ότι η ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας περιγράφει τις υπηρεσίες που προσφέρονται προς το κοινό και είναι γενικού συμφέροντος. Το θέμα του ορισμού της εντολής δημόσιας υπηρεσίας δεν θα πρέπει να συγχέεται με το θέμα του χρηματοοικονομικού μηχανισμού που επιλέγεται για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Συνεπώς, ενώ η δημόσια ραδιοτηλεόραση μπορεί να ασκεί εμπορικές δραστηριότητες όπως την πώληση διαφημιστικού χρόνου προκειμένου να επιτύχει ορισμένα έσοδα, τέτοιες δραστηριότητες δεν μπορούν κανονικά να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος της ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας.

6.

Ο ορισμός της ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να είναι κατά το δυνατόν ακριβέστερος. Δεν πρέπει να αφήνει αμφιβολίες ως προς αν κάποια δραστηριότητα την οποία ασκεί ο εντολοδόχος φορέας θεωρείται από το κράτος μέλος της ΕΖΕΣ ότι περιλαμβάνεται στην ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας ή όχι. Χωρίς σαφή και ακριβή ορισμό των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα, η Αρχή δεν θα έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντά της βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και, συνεπώς, δεν μπορεί να χορηγήσει καμία παρέκκλιση βάσει της διάταξης αυτής.

7.

Ο σαφής προσδιορισμός των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στην ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας έχει επίσης σημασία και για τους μη δημόσιους φορείς προκειμένου να σχεδιάσουν τις δραστηριότητές τους.

8.

Τέλος, η ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να είναι ακριβής ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της ΕΖΕΣ, όπως περιγράφεται στο ακόλουθο κεφάλαιο.

24Γ.6.2.   Ανάθεση και εποπτεία

1.

Προκειμένου να τύχει της παρέκκλισης δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να έχει δοθεί σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μέσω επίσημης πράξης (π.χ. νομοθετικά, με σύμβαση, με όρους αναφοράς).

2.

Για να εφαρμοσθεί η απαλλαγή αυτή, δεν αρκεί να έχει ανατεθεί επίσημα σε ένα δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα η παροχή σαφώς ορισμένης δημόσιας υπηρεσίας. Πρέπει ακόμα η δημόσια αυτή υπηρεσία να παρέχεται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται στην επίσημη συμφωνία μεταξύ του κράτους και της εντολοδόχου επιχείρησης. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να ελέγχει την εφαρμογή της μία αρμόδια αρχή ή ένας δημόσιος οργανισμός που να έχει υποδειχθεί για το σκοπό αυτό. Η ανάγκη για μια τέτοια αρχή ή οργανισμό που θα ασκεί την εποπτεία είναι πρόδηλη στην περίπτωση των ποιοτικών κριτηρίων που επιβάλλονται στην εντολοδόχο επιχείρηση. Δεν είναι αρμοδιότητα της Αρχής να κρίνει αν πληρούνται τα ποιοτικά κριτήρια: η Αρχή θα πρέπει να βασίζεται στην κατάλληλη εποπτεία από τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ.

3.

Εναπόκειται στο κράτος μέλος του ΕΟΧ να επιλέξει τους μηχανισμούς που θα διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό έλεγχο ως προς την πραγματοποίηση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας. Ένας τέτοιος οργανισμός θα ασκεί αποτελεσματικά τα καθήκοντά του μόνο αν είναι ανεξάρτητος από την εντολοδόχο επιχείρηση.

4.

Αν δεν υπάρχουν επαρκείς και αξιόπιστες ενδείξεις ότι η δημόσια υπηρεσία παρέχεται βάσει της σχετικής ανάθεσης, η Αρχή δεν θα έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντά της δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και, συνεπώς, δεν θα μπορεί να χορηγήσει παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου αυτού.

24Γ.6. 3.   Χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και τεστ αναλογικότητας

24Γ.6.3.1.   Επιλογή της χρηματοδότησης

1.

Η δημόσια υπηρεσία μπορεί να είναι ποσοτική, ποιοτική ή και τα δύο. Ανεξάρτητα από τη μορφή της, δικαιολογεί αντιστάθμιση εφόσον συνεπάγεται συμπληρωματικό κόστος το οποίο δεν θα επιβάρυνε κανονικά τον παροχέα.

2.

Τα συστήματα χρηματοδότησης μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: «Ενιαία χρηματοδότηση» και «μεικτή χρηματοδότηση». Η κατηγορία της «ενιαίας χρηματοδότησης» περιλαμβάνει τα συστήματα στα οποία η χρηματοδότηση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων προέρχεται μόνο από κρατικούς πόρους, ανεξάρτητα από τη μορφή τους. Στα «μεικτά συστήματα χρηματοδότησης» περιλαμβάνεται ένα ευρύ φάσμα συστημάτων, στο πλαίσιο των οποίων οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς χρηματοδοτούνται με διάφορους συνδυασμούς από κρατικούς πόρους και έσοδα από διαφημιστικές δραστηριότητες, όπως πώληση διαφημιστικού χρόνου ή προγραμμάτων.

3.

Όπως αναφέρεται στο ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση: «Οι διατάξεις της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν επηρεάζουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να χρηματοδοτούν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση …». «Η επιλογή του συστήματος χρηματοδότησης είναι αρμοδιότητα του κάθε κράτους μέλους, και δεν υπάρχει καταρχήν αντίρρηση να επιλέξει ένα διπλό σύστημα (που να συνδυάζει δηλαδή κρατικούς πόρους και διαφημιστικά έσοδα) αντί για ένα ενιαίο σύστημα (αποκλειστικά κρατικοί πόροι) όσο δεν επηρεάζει τον ανταγωνισμό στις εν λόγω αγορές (για παράδειγμα τη διαφήμιση και την αγορά ή/και πώληση προγραμμάτων) σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον».

4.

Μολονότι τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ είναι ελεύθερα να επιλέξουν τα χρηματοδοτικά μέσα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, η Αρχή πρέπει να ελέγχει, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, ότι η παρέκκλιση από τη συνήθη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού για την παροχή υπηρεσίας κοινής ωφέλειας δεν επηρεάζει τον ανταγωνισμό στη ζώνη του ΕΟΧ κατά τρόπο δυσανάλογο. Το σχετικό τεστ έχει «αρνητικό» χαρακτήρα: εξετάζει αν το μέτρο που έχει εγκριθεί δεν είναι δυσανάλογο. Επίσης, η ενίσχυση δεν πρέπει να επηρεάζει την ανάπτυξη του εμπορίου σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον.

5.

Το ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση επιβεβαιώνει την προσέγγιση αυτή και για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, αναφέροντας ότι η χρηματοδότηση δεν πρέπει «να επηρεάζει τους όρους του εμπορίου και του ανταγωνισμού στην Κοινότητα σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον, ενώ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποίηση της ανάθεσης της δημόσιας αυτής υπηρεσίας».

24Γ.6.3.2.   Απαιτήσεις διαφάνειας για την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων

1.

Η εκτίμηση της Αρχής, που περιγράφεται παραπάνω, απαιτεί να καθορίζεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή η έννοια της «ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας» και να γίνεται σαφής και ακριβής διάκριση μεταξύ δραστηριοτήτων δημόσιας υπηρεσίας και μη δημόσιας υπηρεσίας. Ο διαχωρισμός των λογαριασμών μεταξύ των δύο αυτών τομέων απαιτείται συνήθως ήδη σε εθνικό επίπεδο ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και ο έλεγχος ως προς τη χρήση των κρατικών πόρων. Ο διαχωρισμός των λογαριασμών είναι επίσης απαραίτητος ώστε να επιτρέψει στην Αρχή να πραγματοποιεί το τεστ αναλογικότητας. Της παρέχει και ένα μέσο για να εξετάζει ενδεχόμενες σταυροειδείς επιδοτήσεις, αλλά και να προασπίζεται την καταβολή δικαιολογημένων αντισταθμίσεων για υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Μόνο βάσει της κατάλληλης στάθμισης του κόστους και των εσόδων μπορεί να καθορισθεί αν η δημόσια χρηματοδότηση περιορίζεται πραγματικά στο κόστος της ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας και είναι συνεπώς αποδεκτή βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

2.

Οι απαιτήσεις διαφάνειας στις χρηματοοικονομικές σχέσεις μεταξύ δημοσίων αρχών και δημοσίων επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων στις οποίες έχουν χορηγηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα ή στις οποίες έχει ανατεθεί η παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, περιλαμβάνονται στην οδηγία 80/723/ΕΟΚ (25).

3.

Με την οδηγία 80/723/ΕΟΚ απαιτείται από τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν -για οποιαδήποτε επιχείρηση στην οποία χορηγούνται ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα ή στην οποία ανατίθεται εντολή για την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και δέχεται κρατική ενίσχυση με οποιαδήποτε μορφή και η οποία ασκεί και άλλες δραστηριότητες, δηλαδή δραστηριότητες που δεν αποτελούν δημόσια υπηρεσία- ότι: α) οι λογαριασμοί που αντιστοιχούν στις διάφορες δραστηριότητες, για παράδειγμα δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας και μη δημόσιας υπηρεσίας, τηρούνται χωριστά· β) όλα τα κόστη και τα έσοδα χρεώνονται και πιστώνονται βάσει συνεκτικών και αντικειμενικά αιτιολογήσιμων λογιστικών αρχών και, γ) οι λογιστικές αρχές βάσει των οποίων τηρούνται οι χωριστοί λογαριασμοί καθορίζονται σαφώς.

4.

Οι γενικές απαιτήσεις διαφάνειας ισχύουν και για τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς. Όπως υπενθυμίζεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/52/ΕΚ (26), οι νέες απαιτήσεις ισχύουν και για τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, στο βαθμό που είναι αποδέκτες κρατικής ενίσχυσης και τους έχει ανατεθεί η παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, για την οποία η κρατική ενίσχυση δεν καθορίστηκε για συγκεκριμένη περίοδο μετά από ανοικτή, διαφανή διαδικασία και που να μην συνιστά διάκριση. Η υποχρέωση τήρησης χωριστών λογαριασμών δεν ισχύει για τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς οι δραστηριότητες των οποίων περιορίζονται στην παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και που δεν δραστηριοποιούνται εκτός του εύρους αυτών των συγκεκριμένων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

5.

Στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, η χωριστή τήρηση των λογαριασμών δεν δημιουργεί ιδιαίτερο πρόβλημα από την άποψη των εσόδων, αλλά δεν είναι το ίδιο απλή ή, ακόμη και εφικτή σε ό,τι αφορά το κόστος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ μπορεί να θεωρήσουν ότι το σύνολο των προγραμμάτων των φορέων καλύπτεται από την ανάθεση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπεται η εμπορική εκμετάλλευσή του. Με άλλα λόγια, οι διάφορες δραστηριότητες μοιράζονται τα ίδια έσοδα σε σημαντικό βαθμό.

6.

Για τους λόγους αυτούς, η Αρχή θεωρεί ότι, σε ό,τι αφορά τα έσοδα, οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς πρέπει να τηρούν λεπτομερείς λογαριασμούς σχετικά με τις πηγές και τα ποσά όλων των εσόδων που προέρχονται από δραστηριότητες οι οποίες δεν συνιστούν δημόσια υπηρεσία.

7.

Σε ό,τι αφορά τις δαπάνες, το κόστος που αναφέρεται σε δραστηριότητες οι οποίες δεν αποτελούν δημόσια υπηρεσία πρέπει να αναγνωρίζεται με σαφήνεια. Επιπλέον, όταν χρησιμοποιούνται κοινοί πόροι -προσωπικό, εξοπλισμός, σταθερές εγκαταστάσεις κ.λπ.- για την παροχή δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας, το κόστος θα πρέπει να κατανέμεται βάσει της διαφοράς που θα προέκυπτε για το συνολικό κόστος της επιχείρησης με ή χωρίς τις δραστηριότητες που δεν αποτελούν δημόσια υπηρεσία (27).

8.

Τα παραπάνω συνεπάγονται ότι, αντίθετα με την προσέγγιση που χρησιμοποιείται συνήθως για άλλους τομείς παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, τα κόστη που αφορούν αποκλειστικά τις δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας, ενώ αφορούν και τις εμπορικές δραστηριότητες, δεν είναι απαραίτητο να κατανεμηθούν μεταξύ των δύο και μπορεί να χρεωθούν εξ ολοκλήρου στη δημόσια υπηρεσία. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για το κόστος παραγωγής ενός προγράμματος, το οποίο μεταδίδεται στο πλαίσιο της ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, αλλά πωλείται επίσης και σε άλλους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς. Ωστόσο, το βασικό παράδειγμα είναι της τηλεθέασης, που οφείλεται τόσο στην ανάθεση παροχής δημόσιας υπηρεσίας όσο και στην πώληση διαφημιστικού χρόνου. Θεωρείται ότι η πλήρης κατανομή του κόστους μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων είναι πιθανόν να είναι αυθαίρετη και μη αντιπροσωπευτική. Πάντως, η κατανομή του κόστους από την άποψη της διαφάνειας των λογαριασμών δεν θα πρέπει να συγχέεται με την κάλυψη του κόστους στον καθορισμό των τιμολογιακών πολιτικών. Το θέμα αυτό εξετάζεται στο τμήμα 24 C.6.3.3. παράγραφος 2 παρακάτω.

24Γ.6.3.3.   Αναλογικότητα

1.

Όταν εφαρμόζει το τεστ αναλογικότητας, η Αρχή ξεκινά από το ότι η χρηματοδότηση αυτή είναι συνήθως απαραίτητη ώστε να μπορέσει η επιχείρηση να εκπληρώσει την υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Ωστόσο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτό το τεστ, είναι απαραίτητο οι κρατικές ενισχύσεις να μην υπερβαίνουν το καθαρό κόστος λόγω της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των άλλων άμεσων και έμμεσων εσόδων. Για το λόγο αυτό, τα καθαρά κέρδη που απορρέουν για τις δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας από τις δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας θα λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας της ενίσχυσης.

2.

Από την άλλη πλευρά, είναι πιθανόν να υπάρξουν νοθεύσεις στην αγορά που να μην είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας. Ένας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, στο βαθμό που τα χαμηλότερα έσοδα καλύπτονται από την κρατική ενίσχυση, θα μπορούσε, για παράδειγμα, να έχει κίνητρα ώστε να μειώσει τις τιμές της διαφήμισης ή άλλων δραστηριοτήτων μη δημόσιας υπηρεσίας στην αγορά, έτσι ώστε να μειώσει τα έσοδα των ανταγωνιστών του. Η συμπεριφορά αυτή του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, αν αποδειχθεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι συνυφασμένη με την αποστολή δημόσιας υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Όταν ένας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας περικόπτει τις τιμές σε δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας κάτω από το επίπεδο που είναι απαραίτητο ώστε να καλύψει το κόστος που θα βάρυνε κανονικά έναν αποτελεσματικό εμπορικό φορέα σε παρόμοια κατάσταση, μια τέτοια πρακτική δείχνει την παρουσία υπεραντιστάθμισης της υποχρέωσης δημόσιας υπηρεσίας και, σε οποιαδήποτε περίπτωση, επηρεάζει τους όρους του εμπορίου και του ανταγωνισμού στην Κοινότητα σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον.

3.

Κατά συνέπεια, πραγματοποιώντας το τεστ αναλογικότητας, η Αρχή εξετάζει αν οποιαδήποτε νόθευση του ανταγωνισμού που προκύπτει από την ενίσχυση μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη παροχής δημόσιας υπηρεσίας όπως έχει ορισθεί από το κράτος μέλος της ΕΖΕΣ και εάν έχει προβλεφθεί η χρηματοδότησή της. Αν είναι απαραίτητο, η Αρχή μπορεί να αναλάβει δράση και επί τη βάσει άλλων διατάξεων της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

4.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων της κρατικής ενίσχυσης επί του ανταγωνισμού και της ανάπτυξης των συναλλαγών θα βασίζεται αναγκαστικά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης. Η παρούσα ανακοίνωση δεν μπορεί να περιγράψει την ανταγωνιστική διάρθρωση και τα άλλα χαρακτηριστικά κάθε αγοράς, διότι συνήθως υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Για τον ίδιο λόγο, οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές δεν μπορούν να καθορίσουν εκ προοιμίου τους όρους βάσει των οποίων οι τιμές των φορέων που παρέχουν δημόσια υπηρεσία είναι ευθυγραμμισμένες με τις αρχές που εξηγούνται στο τμήμα 24.C.6.3.3. (2). Έτσι, η αξιολόγηση του συμβιβάσιμου μιας κρατικής ενίσχυσης υπέρ ενός δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού τομέα δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ δεν μπορεί να γίνεται παρά ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με την πρακτική της Αρχής.

5.

Στην εκτίμησή της, η Αρχή θα λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, στο μέτρο που μια κρατική ενίσχυση για την εκπλήρωση υποχρέωσης δημόσιας υπηρεσίας είναι απαραίτητη, το σύστημα στο σύνολό του θα μπορούσε να έχει ως θετικό αποτέλεσμα τη διατήρηση μιας εναλλακτικής λύσης, ως προς την προσφορά, σε ορισμένες αγορές (28). Ωστόσο το εν λόγω αποτέλεσμα πρέπει να αντισταθμίζει τις ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις της ενίσχυσης, όπως το ότι παρεμποδίζεται η είσοδος άλλων φορέων να εισέλθουν στις αγορές και, συνεπώς, ενισχύεται η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς ή ότι οδηγούνται οι δημόσιοι φορείς σε ενδεχόμενη αντιανταγωνιστική συμπεριφορά στις εν λόγω αγορές.

6.

Η Αρχή θα λάβει υπόψη τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν ορισμένα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ για τη συγκέντρωση των απαραίτητων κεφαλαίων, αν το κόστος της δημόσιας υπηρεσίας ανά κάτοικο είναι, ceteris paribus, υψηλότερο (29).


(1)  Το παρόν κεφάλαιο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, ΕΕ C 320 της 15.11.2001, σ. 5.

(2)  ΕΕ C 30 της 5.2.1999, σ. 1, ενσωματωθείσα στη συμφωνία για τον ΕΟΧ, στο παράρτημα X σημείο 4, ως πράξη την οποία λαμβάνουν υπόψη τους τα συμβαλλόμενα μέρη, βάσει της απόφασης αριθ. 118/1999, ΕΕ L 325 της 21.12.2000, σ. 33 και συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ αριθ. 60, 21.12.2000, σ. 423 (Ισλανδικά) και σ. 424 (Νορβηγικά), έναρξη ισχύος 1.10.1999.

(3)  «Η ψηφιακή εποχή της ευρωπαϊκής οπτικοακουστικής πολιτικής. Έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου της ΕΚ για τη ραδιοτηλεοπτική πολιτική», 1998.

(4)  Για λόγους των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών, ο όρος «δημόσια υπηρεσία» αντιστοιχεί στον όρο «υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

(5)  Το άρθρο 86 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ αντιστοιχεί στο άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

(6)  Υπόθεση T-69/89 Radio Telefis Eireann κατά Επιτροπής [1991] συλλογή II 485, αιτιολογική σκέψη 82. Υπόθεση 155/73 Giuseppe Sacchi [1974] Συλλογή 409, αιτιολογική σκέψη 15.

(7)  Βλέπε υποσημείωση 2.

(8)  Απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ 32/02/COL της 20.2.2002 σχετικά με την παραγωγή ταινιών και τις συναφείς με αυτές δραστηριότητες στη Νορβηγία. Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στο τμήμα 24.C. 5 (2) των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών.

(9)  ΕΕ L 298 της 17.10.1989, σ. 23.

(10)  ΕΕ L 202 της 30.7.1997, σ. 60.

(11)  Απόφαση μεικτής επιτροπής αριθ. 82/19999, ΕΕ L 296 της 23.11.2000, σ. 39 και συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 54, 23.11.2000, σ. 99 (Ισλανδικά) και Del. 2, σ. 69 (Νορβηγικά) e.i.f. 1.7.2000.

(12)  ΕΕ L 195 της 29.7.1980, σ. 35, ενσωματωθείσα στη συμφωνία για τον ΕΟΧ, στο παράρτημα XV αυτής.

(13)  ΕΕ L 193 της 29.7.2000, σ. 75.

(14)  ΕΕ L 66 της 8.3.2001, σ. 48 και συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ αριθ. 12, 8.3.2001, σ. 6, e.i.f 1.6.2002.

(15)  Το κεφάλαιο 19 των κατευθυντήριων γραμμών της αρχής για τις κρατικές ενισχύσεις βασίζεται στο δελτίο ΕΚ 9-1984 σχετικά με την εφαρμογή των [πρώην] άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΟΚ στις δημόσιες θυγατρικές εταιρείες. Το κεφάλαιο 20 αντιστοιχεί στην ανακοίνωση της επιτροπής προς τα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή των [πρώην] άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΚ (τώρα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ) και στο άρθρο 5 της οδηγίας της Επιτροπής 80/723/ΕΟΚ προς τις δημόσιες επιχειρήσεις του μεταποιητικού τομέα, ΕΕ C 307 της 13.11.1993, σ. 3.

(16)  Βλέπε αποφάσεις της Επιτροπής ΕΚ NN 88/98 «Χρηματοδότηση ειδησεογραφικού σταθμού 24ώρου λειτουργίας χωρίς διαφημίσεις, με τέλος αδειοδότησης από το BBC», ΕΕ C 78 της 18.3.2000, σ. 6 και ενίσχυση NN 70/98, «Κρατική ενίσχυση στους κρατικούς τηλεοπτικούς σταθμούς»«Kinderkanal και Phoenix», ΕΕ C 238 της 21.8.1999, σ. 3.

(17)  Υποθέσεις 730/79 Philip Morris Holland κατά Επιτροπής [1980] Συλλογή 2671, αιτιολογική σκέψη 11, C-303/88 Ιταλίας κατά Επιτροπής [1991] Συλλογή I-1433, αιτιολογική σκέψη 27, C-156/98 Γερμανία κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή I-6857, αιτιολογική σκέψη 33.

(18)  Υποθέσεις T-106/95 FFSA και λοιποί κατά Επιτροπής [1997] Συλλογή II-229, T-46/97 SIC κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή II-2125 και C-332/98 Γαλλία κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή I-4833.

(19)  Υπόθεση C-280/00 Altmark Trans GmbH, Regierungspräsidium Magdeburg κατά Nahverkehrsgesellschaft Altmark GmbH [2003] Συλλογή I-7747, αιτιολογική σκέψη 89 και επόμενες.

(20)  Αντιστοιχεί στο άρθρο 88 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(21)  Υπόθεση C-44/93 Namur-Les Assurances du Crédit SA κατά Office National du Ducroire and the Belgian State [1994] Συλλογή I-3829.

(22)  Βλέπε υποσημείωση 16.

(23)  Το άρθρο 86 της συνθήκης ΕΚ αντιστοιχεί στο άρθρο 59 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

(24)  Απόφαση της Επιτροπής C62/1999, RAI, αιτιολογική σκέψη 99 και C 85/2001, RTP, αιτιολογική σκέψη 158.

(25)  Βλέπε υποσημείωση 12.

(26)  Βλέπε υποσημείωση 13 και 14.

(27)  Στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία πρόκειται να διακοπεί η παροχή των δραστηριοτήτων που δεν αποτελούν δημόσια υπηρεσία: το κόστος που θα εξοικονομούνταν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντιπροσωπεύει το ποσό του κοινού κόστους για δραστηριότητες που δεν αποτελούν δημόσια υπηρεσία.

(28)  Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν να δικαιολογηθούν ως εργαλείο το οποίο αυξάνει την προσφορά και τον ανταγωνισμό σε μια αγορά. Η κρατική ενίσχυση που παρέχει τη δυνατότητα σε μια επιχείρηση να παραμείνει στην αγορά παρά τις επαναλαμβανόμενες απώλειές της, προκαλεί νόθευση του ανταγωνισμού, διότι οδηγεί μακροπρόθεσμα σε υψηλότερη αναποτελεσματικότητα, μικρότερη προσφορά και υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές. Η άρση των νομικών και οικονομικών εμποδίων για την είσοδο στον τομέα, η διασφάλιση αποτελεσματικής πολιτικής αντι-τραστ και η προώθηση της πολυφωνίας αποτελούν, από αυτή την άποψη, αποτελεσματικότερα μέσα. Τα φυσικά μονοπώλια υπόκεινται, κανονικά, σε ρύθμιση.

(29)  Παρόμοιες δυσκολίες μπορεί να προκύψουν επίσης όταν η δημόσια ραδιοτηλεόραση απευθύνεται σε γλωσσικές μειονότητες ή ικανοποιεί ανάγκες σε τοπικό επίπεδο.


Διορθωτικά

13.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327/32


Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1875/2006 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 360 της 19ης Δεκεμβρίου 2006 )

Στη σελίδα 99, σημείο 15, πρώτη παράγραφος, δεύτερη περίοδος:

αντί:

«Το σχετικό τελωνειακό καθεστώς αναγράφεται με τον τύπο και τον κωδικό που χρησιμοποιείται στη δεύτερη ή τρίτη υποδιαίρεση της θέσης 1 του ενιαίου διοικητικού εγγράφου.»,

διάβαζε:

«Το σχετικό τελωνειακό καθεστώς αναγράφεται χρησιμοποιώντας τα γράμματα στους τίτλους στηλών (Α έως Κ) που αναφέρονται σε τελωνειακά καθεστώτα στον πίνακα του παραρτήματος 37, τίτλος Ι, σημείο Β.».


13.12.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 327/32


Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1459/2007 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1858/2005 του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συρματόσχοινων και καλωδίων από χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Νότιας Αφρικής

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 326 της 12ης Δεκεμβρίου 2007 )

Στη σελίδα 19, αιτιολογική σκέψη 14:

αντί:

«Η απόφαση 2007/1459/ΕΚ της Επιτροπής …»,

διάβαζε:

«Η απόφαση 2007/814/ΕΚ της Επιτροπής …».

Στη σελίδα 19, υποσημείωση 1:

αντί:

«(1)

Βλέπε σελίδα 18 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.»,

διάβαζε:

«(1)

Βλέπε σελίδα 25 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.».