ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 299

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

50ό έτος
16 Νοεμβρίου 2007


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ)

1

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

16.11.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 299/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 22ας Οκτωβρίου 2007

για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ»)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 36 και 37,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η λειτουργία και η ανάπτυξη της κοινής αγοράς γεωργικών προϊόντων θα πρέπει να συνοδεύεται από τη θέσπιση κοινής γεωργικής πολιτικής («ΚΓΠ») η οποία θα πρέπει ιδίως να περιλαμβάνει κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών («ΚΟΑ») που σύμφωνα με το άρθρο 34 της συνθήκης, μπορεί να λάβει διάφορες μορφές ανάλογα με τα προϊόντα.

(2)

Από την αρχή της ΚΓΠ, το Συμβούλιο θέσπισε 21 κοινές οργανώσεις των αγορών κάθε προϊόντος ή ομάδας προϊόντων, καθεμία από τις οποίες διέπεται από χωριστό βασικό κανονισμό του Συμβουλίου, ως εξής:

κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 234/68 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1968, περί ιδρύσεως κοινής αγοράς στον τομέα των ζώντων φυτών και των προϊόντων της ανθοκομίας (2),

κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 827/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς για ορισμένα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της συνθήκης (3),

κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2759/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος (4),

κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2771/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των αυγών (5),

κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (6),

κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2075/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για την κοινή οργάνωση αγοράς του ακατέργαστου καπνού (7),

κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (8),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών (9),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά (10),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (11),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (12),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (13),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1673/2000 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 2000, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του λίνου και της κάνναβης που προορίζονται για την παραγωγή ινών (14),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2529/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2001, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (15),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με την κοινή οργάνωση της αγοράς σιτηρών (16),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1785/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με την κοινή οργάνωση αγοράς του ρυζιού (17),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1786/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των αποξηραμένων χορτονομών (18),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 865/2004 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την κοινή οργάνωση της αγοράς ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών (19),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1947/2005 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2005, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των σπόρων προς σπορά (20),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1952/2005 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2005, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του λυκίσκου (21),

κανονισμός (ΕK) αριθ. 318/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (22).

(3)

Επιπλέον, το Συμβούλιο εξέδωσε τρεις κανονισμούς με ειδικούς κανόνες για ορισμένα προϊόντα, χωρίς όμως να δημιουργήσει κοινή οργάνωση για τις αγορές των προϊόντων αυτών:

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 670/2003 του Συμβουλίου, της 8ης Απριλίου 2003, για τη θέσπιση ειδικών μέτρων σχετικά με την αγορά αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης (23),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 797/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 2004, για ενέργειες βελτίωσης των συνθηκών παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων μελισσοκομίας (24),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1544/2006 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2006, περί ειδικών μέτρων για την προώθηση της εκτροφής μεταξοσκωλήκων (25).

(4)

Οι προαναφερόμενοι κανονισμοί («βασικοί κανονισμοί») συχνά συνοδεύονται από δέσμη παρεπόμενων κανονισμών του Συμβουλίου. Οι περισσότεροι βασικοί κανονισμοί ακολουθούν την ίδια δομή και έχουν πολυάριθμες κοινές διατάξεις. Αυτό ισχύει, ιδίως, όσον αφορά τους κανόνες για τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες και τις γενικές διατάξεις, αλλά και, ως ένα βαθμό, για τους κανόνες που αφορούν την εσωτερική αγορά. Οι βασικοί κανονισμοί συχνά περιέχουν διαφορετικές λύσεις για ίδια ή παρόμοια προβλήματα.

(5)

Η Κοινότητα επιδιώκει από καιρό την απλούστευση του κανονιστικού περιβάλλοντος της ΚΓΠ. Έτσι δημιουργήθηκε ένα οριζόντιο νομικό πλαίσιο για όλες τις άμεσες ενισχύσεις, με το οποίο μια σειρά συστημάτων στήριξης συγχωνεύθηκε στο καθεστώς της ενιαίας ενίσχυσης, με τη θέσπιση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (26). Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να ακολουθηθεί και στους βασικούς κανονισμούς. Προς τούτο, οι κανόνες τους θα πρέπει να συγχωνευθούν σε ενιαίο νομικό πλαίσιο και οι τομέακές προσεγγίσεις να αντικατασταθούν από οριζόντιες, όπου αυτό είναι δυνατό.

(6)

Υπό το φως των ανωτέρω, οι ανωτέρω βασικοί κανονισμοί θα πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν από ένα ενιαίο κανονισμό.

(7)

Η απλούστευση δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι πολιτικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί επί σειρά ετών στο πλαίσιο της ΚΓΠ. Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει ουσιαστικά να αποτελεί πράξη τεχνικής απλούστευσης. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να καταργεί ή να τροποποιεί τα υφιστάμενα νομοθετήματα, εκτός εάν έχουν καταστεί παρωχημένα, άνευ αντικειμένου ή δεν θα έπρεπε, ως εκ της φύσεώς τους, να έχουν θεσπιστεί στο επίπεδο του Συμβουλίου, ούτε και να προβλέπει νέα μέσα ή μέτρα.

(8)

Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να περιληφθούν στον παρόντα κανονισμό τα στοιχεία των ΚΟΑ τα οποία είναι υπό αναθεώρηση. Αυτό ισχύει για τις περισσότερες πτυχές στους τομείς οπωροκηπευτικών, μεταποιημένων οπωροκηπευτικών και οίνου. Επομένως, οι κανόνες που περιέχονται στους αντίστοιχους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 θα πρέπει να ενσωματωθούν στον παρόντα κανονισμό μόνον αν δεν υπόκεινται σε μεταρρυθμίσεις πολιτικής. Ωστόσο, οι ουσιαστικοί κανόνες για αυτές τις ΚΟΑ θα πρέπει να ενσωματωθούν μόνον αφού τεθούν σε ισχύ οι αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις.

(9)

Οι ΚΟΑ για τα σιτηρά, το ρύζι, τη ζάχαρη, τις αποξηραμένες χορτονομές, τους σπόρους προς σπορά, το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές, το λίνο και την κάνναβη, τις μπανάνες, το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τους μεταξοσκώληκες προβλέπουν περιόδους εμπορίας προσαρμοσμένες κυρίως στους βιολογικούς κύκλους παραγωγής καθενός από τα προϊόντα αυτά. Επομένως, οι περίοδοι εμπορίας, όπως έχουν καθοριστεί στους προαναφερόμενους τομείς, θα πρέπει να ενσωματωθούν στον παρόντα κανονισμό.

(10)

Για να σταθεροποιηθούν οι αγορές και να εξασφαλισθεί δίκαιο βιοτικό επίπεδο για τον γεωργικό πληθυσμό, έχει αναπτυχθεί ένα διαφοροποιημένο σύστημα στήριξης των τιμών ανάλογα με τους τομείς, παράλληλα με την εισαγωγή καθεστώτων άμεσης στήριξης, το οποίο λαμβάνει υπόψη, αφενός μεν, τις διαφορετικές ανάγκες καθενός από τους τομείς αυτούς, αφετέρου δε, την αλληλεξάρτηση μεταξύ των διαφόρων τομέων. Τα μέτρα αυτά λαμβάνουν τη μορφή της δημόσιας παρέμβασης ή της καταβολής ενίσχυσης για την ιδιωτική αποθεματοποίηση των προϊόντων στους τομείς των σιτηρών, του ρυζιού, της ζάχαρης, του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών, του βοείου κρέατος, του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, του χοιρείου και του κρέατος αιγοπροβάτων. Επομένως, λόγω των στόχων του παρόντος κανονισμού, είναι αναγκαίο να διατηρηθούν τα μέτρα στήριξης των τιμών, όταν προβλέπονται στα υφιστάμενα νομοθετήματα, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές σε σχέση με την προηγούμενη νομική κατάσταση.

(11)

Για λόγους σαφήνειας και διαφάνειας, οι διατάξεις που διέπουν τα μέτρα αυτά θα πρέπει να υπαχθούν σε κοινή δομή, αλλά παράλληλα να διατηρηθεί η εκάστοτε τομέακή πολιτική. Για τον σκοπό αυτόν, ενδείκνυται να γίνει διάκριση μεταξύ τιμών αναφοράς και τιμών παρέμβασης.

(12)

Οι ΚΟΑ για τα σιτηρά, το βόειο κρέας και το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα περιέχουν διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες το Συμβούλιο, ενεργώντας με τη διαδικασία του άρθρου 37 παράγραφος 2 της συνθήκης, μπορεί να τροποποιεί τα επίπεδα των τιμών. Λόγω της ευαισθησίας των συστημάτων τιμών, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η δυνατότητα που δίνει το άρθρο 37 παρ 2 να τροποποιούνται τα επιπεδα τιμών θα υπάρχει σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(13)

Εξάλλου, η ΚΟΑ για τη ζάχαρη προβλέπει ότι θα πρέπει να είναι δυνατόν να αναθεωρούνται οι ποιοτικοί τύποι ζάχαρης, όπως ορίζονται περαιτέρω στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 318/2006, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, οι εμπορικές απαιτήσεις και οι εξελίξεις όσον αφορά την τεχνική ανάλυση. Συνεπώς, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει την εξουσία της Επιτροπής να τροποποιεί το αντίστοιχο παράρτημα. Υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη να διατηρηθεί η δυνατότητα αυτή ώστε η Επιτροπή να μπορεί να ενεργεί ταχέως εφόσον απαιτείται.

(14)

Προκειμένου να υπάρχουν αξιόπιστες πληροφορίες για τις τιμές της ζάχαρης στην κοινοτική αγορά, θα πρέπει να ενσωματωθεί στον παρόντα κανονισμό το καθεστώς κοινοποίησης τιμών που περιλαμβανόταν στην ΚΟΑ για τη ζάχαρη, βάσει του οποίου πρέπει να προσδιορίζονται επίπεδα αγοραίας τιμής για τη λευκή ζάχαρη.

(15)

Για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να καταστεί το σύστημα παρέμβασης για τα σιτηρά, το ρύζι, το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη μια χωριστή αγορά, θα πρέπει να διατηρηθεί η δυνατότητα να προβλέπεται το άνοιγμα της δημόσιας παρέμβασης μόνον για ορισμένες περιόδους του έτους. Ως προς τα προϊόντα του βοείου κρέατος, το χοιρινό κρέας και το βούτυρο, η έναρξη και η λήξη της δημόσιας παρέμβασης θα πρέπει να εξαρτάται από τα επίπεδα των αγοραίων τιμών στη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου. Όσον αφορά τον αραβόσιτο, το ρυζι και τη ζάχαρη, θα πρέπει να διατηρηθεί ο περιορισμός των ποσοτήτων, μέχρι τις οποίες μπορούν να πραγματοποιούνται αγορές από τη δημόσια παρέμβαση. Όσον αφορά το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, θα πρέπει να διατηρηθεί η εξουσία της Επιτροπής να αναστέλλει τη συνήθη αγορά από την παρέμβαση μόλις συμπληρώνεται μια ορισμένη ποσότητα ή να την αντικαθιστά με αγορά βάσει διαγωνισμού.

(16)

Το επίπεδο των τιμών, στο οποίο πρέπει να πραγματοποιούνται αγορές από τη δημόσια παρέμβαση είχε, στο παρελθόν, μειωθεί στις ΚΟΑ για τα σιτηρά, το ρύζι και το βόειο κρέας και είχε καθοριστεί παράλληλα με την εισαγωγή καθεστώτων άμεσης στήριξης στους τομείς αυτούς. Επομένως, η ενίσχυση δυνάμει των εν λόγω καθεστώτων αφενός, και οι τιμές παρέμβασης αφετέρου, συνδέονται στενά. Αυτό το επίπεδο τιμών για τα προϊόντα του τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων είχε καθοριστεί με στόχο την προώθηση της κατανάλωσης των οικείων προϊόντων και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους. Στους τομείς του ρυζιού και της ζάχαρης, οι τιμές είχαν καθοριστεί με τρόπο που να συμβάλουν στη σταθεροποίηση της αγοράς σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η αγοραία τιμή σε μια συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας είναι κατώτερη από την τιμή αναφοράς που καθορίζεται για την επόμενη περίοδο εμπορίας. Αυτές οι αποφάσεις πολιτικής του Συμβουλίου εξακολουθούν να ισχύουν.

(17)

Όπως και στις προηγούμενες ΚΟΑ, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει τη δυνατότητα διάθεσης των προϊόντων που αγοράζονται από τη δημόσια παρέμβαση. Τα σχετικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται διαταραχές της αγοράς και να εξασφαλίζεται ίση πρόσβαση στα εμπορεύματα και ίση μεταχείριση των αγοραστών.

(18)

Χάρη στα αποθέματα παρέμβασης διαφόρων γεωργικών προϊόντων, η Κοινότητα διαθέτει τα μέσα για να συμβάλλει σημαντικά στην ευημερία των πιο απόρων πολιτών της. Είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να εκμεταλλευθεί τη δυνατότητα αυτή σε μόνιμη βάση, έως ότου μειωθούν τα εν λόγω αποθέματα σε κανονικό επίπεδο με τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3730/87 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1987, που καθορίζει τους γενικούς κανόνες για την παροχή τροφίμων από τα αποθέματα παρέμβασης σε ορισμένους οργανισμούς με σκοπό τη διανομή τους στα πιο άπορα άτομα της Κοινότητας (27), προέβλεπε, μέχρι σήμερα, τη διανομή τροφίμων από φιλανθρωπικές οργανώσεις. Αυτό το σημαντικό κοινωνικό μέτρο, το οποίο μπορεί να έχει ιδιαίτερη αξία για στα πιο άπορα άτομα, θα πρέπει να διατηρηθεί και να ενσωματωθεί στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

(19)

Για να συμβάλει στην εξισορρόπηση της αγοράς γάλακτος και τη σταθεροποίηση των τιμών της αγοράς, η ΚΟΑ για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα προέβλεψε τη χορήγηση ενίσχυσης για ιδιωτική αποθεματοποίηση για την κρέμα και για ορισμένα προϊόντα βουτύρου και τυριών. Επιπλέον, η Επιτροπή έχει εξουσιοδοτηθεί να αποφασίζει τη χορήγηση ενίσχυσης για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ορισμένων άλλων τυριών, καθώς και της λευκής ζάχαρης, ορισμένων ειδών ελαιολάδου και ορισμένων προϊόντων του τομέα του βοείου κρέατος, του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη, του χοίρειου κρέατος και του κρέατος αιγοπροβάτων. Λαμβανομένου υπόψη του στόχου του παρόντος κανονισμού, τα μέτρα αυτά θα πρέπει να διατηρηθούν.

(20)

Οι κανονισμοί του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1183/2006 περί της κοινοτικής κλίμακας κατάταξης σφαγίων των χονδρών βοοειδών (28), (ΕΟΚ) αριθ. 1186/90 για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της κοινοτικής κλίμακας κατάταξης σφαγίων των χονδρών βοοειδών (29), (ΕΟΚ) αριθ. 3220/84 για τον καθορισμό της κοινοτικής κλίμακας ταξινόμησης των σφαγίων χοίρου (30) και (ΕΟΚ) αριθ. 2137/92 για την κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων προβατοειδών και την κοινοτική τυποποιημένη ποιότητα των νωπών ή διατηρημένων με απλή ψύξη σφαγίων προβατοειδών (31) προβλέπουν κοινοτικές κλίμακες ταξινόμησης των σφαγίων των τομέων των βοοειδών, του χοίρειου κρέατος και του κρέατος αιγοπροβάτων. Τα συστήματα αυτά είναι ουσιώδους σημασίας για την καταγραφή των τιμών και την εφαρμογή των ρυθμίσεων παρέμβασης στους τομείς αυτούς. Επιπλέον, έχουν ως στόχο τη βελτίωση της διαφάνειας στην αγορά. Τα εν λόγω συστήματα κατάταξης σφαγίων θα πρέπει να διατηρηθούν. Επομένως, είναι σκόπιμο να ενσωματωθούν τα ουσιώδη στοιχεία τους στον παρόντα κανονισμό, και να παρασχεθεί παράλληλα στην Επιτροπή η εξουσία να ρυθμίζει ορισμένα θέματα τεχνικότερης φύσης με εκτελεστικούς κανόνες.

(21)

Οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι οποίοι προκύπτουν από την εφαρμογή μέτρων κατά της εξάπλωσης ασθενειών των ζώων, είναι δυνατόν να προκαλέσουν δυσχέρειες στην αγορά ορισμένων προϊόντων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Η πείρα αποδεικνύει ότι σοβαρές διαταραχές της αγοράς, όπως σημαντική πτώση της κατανάλωσης ή των τιμών, μπορούν να αποδοθούν στον κλονισμό της εμπιστοσύνης των καταναλωτών ως αποτέλεσμα κινδύνων για τη δημόσια υγεία ή για την υγεία των ζώων.

(22)

Επομένως, τα έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς προς αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών, τα οποία προβλέπονται στις αντίστοιχες ΚΟΑ για το βόειο κρέας, το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, το χοίρειο κρέας, το κρέας αιγοπροβάτων, τα αυγά και το κρέας πουλερικών, θα πρέπει να ενσωματωθούν στον παρόντα κανονισμό με τους ίδιους όρους που εφαρμόστηκαν μέχρι τώρα. Αυτά τα έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς θα πρέπει να λαμβάνονται από την Επιτροπή και να συνδέονται ευθέως ή να αποτελούν το επακόλουθο υγειονομικών και κτηνιατρικών μέτρων τα οποία λαμβάνονται για την αποτροπή της εξάπλωσης ασθενειών. Θα πρέπει να λαμβάνονται κατόπιν αιτήσεως των κρατών μελών, ώστε να αποφεύγεται σοβαρή διαταραχή των σχετικών αγορών.

(23)

Η δυνατότητα της Επιτροπής να θεσπίζει ειδικά μέτρα παρέμβασης, όταν αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο για να υπάρξει ουσιαστική και αποτελεσματική αντίδραση σε απειλές για διατάραξη της αγοράς στον τομέα των σιτηρών και για να προλαμβάνεται η μεγάλης κλίμακας προσφυγή στη δημόσια παρέμβαση σε ορισμένες περιφέρειες της Κοινότητας στον τομέα του ρυζιού ή για να καλύπτονται ελλείψεις αναποφλοίωτου ρυζιού μετά από θεομηνίες, όπως προβλεπόταν στις ΚΟΑ για τα σιτηρά και το ρύζι αντιστοίχως, θα πρέπει να διατηρηθεί στον παρόντα κανονισμό.

(24)

Θα πρέπει να καθορισθεί μια ελάχιστη τιμή για τα ζαχαρότευτλα ποσόστωσης τα οποία αντιστοιχούν σε ποιοτικό τύπο που θα πρέπει να ορισθεί, προκειμένου να διασφαλίζεται καλό βιοτικό επίπεδο στους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου της Κοινότητας.

(25)

Χρειάζονται ειδικά μέσα προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων ζάχαρης και των καλλιεργητών ζαχαροτεύτλων. Συνεπώς, οι τυποποιημένες διατάξεις για τις διαπαγγελματικές συμφωνίες, που περιλαμβάνονταν μέχρι τώρα στην ΚΟΑ για τη ζάχαρη, θα πρέπει να διατηρηθούν.

(26)

Η ποικιλομορφία των φυσικών, οικονομικών και τεχνικών καταστάσεων δυσχεραίνει την ενοποίηση των όρων αγοράς ζαχαροτεύτλων σε ολόκληρη την Κοινότητα. Διεπαγγελματικές συμφωνίες υφίστανται ήδη μεταξύ ενώσεων καλλιεργητών ζαχαροτεύτλων και επιχειρήσεων ζάχαρης. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις-πλαίσιο θα πρέπει να ορίζουν μόνον τις στοιχειώδεις εγγυήσεις που απαιτούνται για τους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων και για τη βιομηχανία ζάχαρης, ώστε να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ζάχαρης, με δυνατότητα παρέκκλισης από ορισμένους κανόνες στο πλαίσιο ενδοκλαδικής συμφωνίας. Λεπτομερέστεροι όροι έχουν κατά το παρελθόν προβλεφθεί στην ΚΟΑ για τη ζάχαρη, στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006. Λόγω του ιδιαίτερα τεχνικού χαρακτήρα των όρων αυτών, κρίνεται σκοπιμότερο να γίνεται ο χειρισμός των θεμάτων αυτών σε επίπεδο Επιτροπής.

(27)

Το τέλος παραγωγής που προβλέπει η ΚΟΑ για τη ζάχαρη, για να συμβάλλει στη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της ΚΟΑ αυτής, θα πρέπει να ενσωματωθεί στον παρόντα κανονισμό.

(28)

Για να διατηρηθεί η διαρθρωτική ισορροπία των αγορών ζάχαρης σε επίπεδο τιμών που να προσεγγίζει την τιμή αναφοράς, η Επιτροπή θα πρέπει και στο μέλλον να έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει την απόσυρση ζάχαρης από την αγορά για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς.

(29)

Οι ΚΟΑ για τα ζώντα φυτά, το βόειο κρέας, το χοίρειο κρέας, το κρέας αιγοπροβάτων, τα αυγά και το κρέας πουλερικών προβλέπουν τη δυνατότητα έκδοσης ορισμένων μέτρων που διευκολύνουν την προσαρμογή της προσφοράς στις απαιτήσεις της αγοράς. Τα μέτρα αυτά μπορούν να συμβάλουν στη σταθεροποίηση των αγορών και στην εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τον ενδιαφερόμενο γεωργικό πληθυσμό. Λαμβανομένων υπόψη των στόχων του παρόντος κανονισμού, η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να διατηρηθεί. Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίζει τους γενικούς κανόνες που αφορούν τα ως άνω μέτρα με τη διαδικασία του άρθρου 40 της συνθήκης. Οι στόχοι που πρέπει να επιδιώκουν τα μέτρα αυτά περιγράφονται σαφώς, οριοθετώντας ταυτόχρονα τη φύση των μέτρων που μπορούν να εκδίδονται. Επομένως, η έκδοση συμπληρωματικών γενικών κανόνων από το Συμβούλιο για τους τομείς αυτούς δεν είναι αναγκαία και δεν θα πρέπει πλέον να προβλέπεται.

(30)

Στον τομέα της ζάχαρης και στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ο ποσοτικός περιορισμός της παραγωγής, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 318/2006 και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1788/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (32), αποτέλεσε ουσιαστικό μέσο της πολιτικής για την αγορά επί πολλά έτη. Οι λόγοι που κατά το παρελθόν οδήγησαν την Κοινότητα να θεσπίσει καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής και στους δύο τομείς εξακολουθούν να ισχύουν.

(31)

Ενώ το καθεστώς ποσοστώσεων ζάχαρης προβλέφθηκε στην ΚΟΑ για τη ζάχαρη, το αντίστοιχο καθεστώς στον τομέα του γάλακτος ρυθμιζόταν μέχρι σήμερα με νομική πράξη χωριστή από αυτήν της ΚΟΑ για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προιόντα, και συγκεκριμένα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1788/2003. Επομένως, λόγω της καίριας σημασίας των καθεστώτων αυτών και των στόχων του παρόντος κανονισμού, είναι σκόπιμο να ενσωματωθούν οι σχετικές διατάξεις και των δύο τομέων στον παρόντα κανονισμό, χωρίς να πραγματοποιηθούν ουσιαστικές αλλαγές στα εν λόγω καθεστώτα και στον τρόπο λειτουργίας τους σε σχέση με την προηγούμενη νομική κατάσταση.

(32)

Επομένως, το καθεστώς ποσοστώσεων ζάχαρης δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να αντικατοπτρίζει τις ρυθμίσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 και, ειδικότερα, να διατηρεί το νομικό καθεστώς των ποσοστώσεων στο βαθμό που, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το καθεστώς των ποσοστώσεων συνιστά μηχανισμό ρύθμισης της αγοράς του τομέα της ζάχαρης, ο οποίος αποσκοπεί να διασφαλίσει την επίτευξη στόχων δημοσίου συμφέροντος.

(33)

Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει επίσης να παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προσαρμόζει τις ποσοστώσεις σε διατηρήσιμο επίπεδο μετά τη διάλυση, το 2010, του ταμείου αναδιάρθρωσης που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 320/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για τη θέσπιση προσωρινού καθεστώτος αναδιάρθρωσης του κλάδου της ζάχαρης στην Κοινότητα (33).

(34)

Λόγω της ανάγκης για κάποια εθνική ευελιξία όσον αφορά τη διαρθρωτική προσαρμογή της μεταποιητικής βιομηχανίας και της καλλιέργειας ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου κατά την περίοδο εφαρμογής των ποσοστώσεων, θα πρέπει και στο μέλλον να επιτραπεί στα κράτη μέλη να τροποποιούν τις ποσοστώσεις των επιχειρήσεων εντός ορισμένων ορίων, χωρίς όμως να περιορίζεται η λειτουργία του ταμείου αναδιάρθρωσης.

(35)

Η ΚΟΑ για τη ζάχαρη πρόβλεπε ότι για να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις της αγοράς ζάχαρης λόγω του πλεονάσματος ζάχαρης, θα πρέπει να παρασχεθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να προβλέπει, σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια, τη μεταφορά του πλεονάσματος ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης, το οποίο πρέπει να θεωρείται ποσόστωση παραγωγής της επόμενης περιόδου εμπορίας. Επιπλέον, εάν για ορισμένες ποσότητες δεν πληρούνται οι εφαρμοστέοι όροι, προβλέπεται επίσης ότι θα επιβάλλεται εισφορά επί του πλεονάσματος, ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να απειλεί η συσσώρευση των ποσοτήτων αυτών την κατάσταση στην αγορά. Οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να διατηρηθούν.

(36)

Εξακολουθεί να ισχύει ο κύριος στόχος του συστήματος γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, ήτοι η μείωση τόσο της ανισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην αντίστοιχη αγορά όσο και των συνακόλουθων διαρθρωτικών πλεονασμάτων, προκειμένου να βελτιωθεί η ισορροπία της αγοράς. Συνεπώς, θα πρέπει να διατηρηθεί η επιβολή εισφοράς στις ποσότητες γάλακτος που συλλέγονται ή πωλούνται για άμεση κατανάλωση και οι οποίες υπερβαίνουν κάποιο εγγυημένο κατώτατο όριο. Σύμφωνα με το σκοπό του παρόντος κανονισμού, υπάρχει κάποια ανάγκη ιδίως για εναρμόνιση της ορολογίας μεταξύ των καθεστώτων ζάχαρης και γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, αλλά με παράλληλη διατήρηση του νομικού καθεστώτος τους. Συνεπώς, κρίνεται σκόπιμο να εναρμονιστεί η ορολογία του τομέα του γάλακτος με την ορολογία του τομέα της ζάχαρης. Συνεπώς, οι όροι «εθνική ποσότητα αναφοράς» και «ατομική ποσότητα αναφοράς» του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1788/2003 θα πρέπει να αντικατασταθούν από τους όρους «εθνική ποσόστωση» και «ατομική ποσόστωση» χωρίς ωστόσο να μεταβληθεί η νομική έννοια που ορίζεται.

(37)

Κατ’ ουσίαν, το καθεστώς των ποσοστώσεων γάλακτος του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να διαμορφωθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1788/2003. Ειδικότερα, θα πρέπει να διατηρηθεί η διάκριση μεταξύ παραδόσεων και άμεσων πωλήσεων, το δε καθεστώς θα πρέπει να εφαρμόζεται με βάση ατομικές αντιπροσωπευτικές τιμές περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες και μια εθνική περιεκτικότητα αναφοράς σε λιπαρές ουσίες. Θα πρέπει να επιτρέπεται στους γεωργούς, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να μεταφέρουν προσωρινά την ατομική ποσόστωσή τους. Επιπλέον θα πρέπει να διατηρηθεί η αρχή της μεταβίβασης της ποσόστωσης που αντιστοιχεί σε μια εκμετάλλευση μαζί με τη σχετική έκταση στον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον κληρονόμο σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης της εκμετάλλευσης, ενώ θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή της σύνδεσης των ποσοστώσεων με την εκμετάλλευση, ώστε να συνεχιστούν η αναδιάρθρωση της γαλακτοκομικής παραγωγής και η βελτίωση του περιβάλλοντος. Ανάλογα με τους διάφορους τύπους μεταφοράς των ποσοστώσεων και με βάση αντικειμενικά κριτήρια, θα πρέπει και μελλοντικά να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επαναφέρουν μέρος των μεταφερομένων ποσοτήτων στο εθνικό απόθεμα.

(38)

Η εισφορά επί του πλεονάσματος θα πρέπει να καθοριστεί σε αποτρεπτικό επίπεδο και να είναι καταβλητέα από τα κράτη μέλη αμέσως μόλις σημειώνεται υπέρβαση της εθνικής ποσόστωσης. Στη συνέχεια, το κράτος μέλος θα πρέπει να κατανέμει το ποσό της εισφοράς στους παραγωγούς που συνετέλεσαν στην υπέρβαση αυτήν. Οι εν λόγω παραγωγοί θα πρέπει να ενέχονται έναντι του κράτους μέλους στην καταβολή του μεριδίου τους επί της οφειλόμενης εισφοράς, λόγω του γεγονότος και μόνον ότι υπερέβησαν τη διαθέσιμη ποσότητά τους. Τα κράτη μέλη καταβάλλουν στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) την εισφορά που αντιστοιχεί στην υπέρβαση της εθνικής ποσόστωσης, μειωμένη κατά ένα κατ’ αποκοπή ποσό ύψους 1 %, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι περιπτώσεις πτώχευσης ή οριστικής αδυναμίας ορισμένων παραγωγών να καταβάλουν το μερίδιό τους στην οφειλόμενη εισφορά.

(39)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (34) χαρακτηρίζει τα ποσά που προκύπτουν από την επιβολή της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος ως «έσοδα που διατίθενται», τα οποία πρέπει να καταβάλλονται στον κοινοτικό προϋπολογισμό και, σε περίπτωση επαναχρησιμοποίησης, πρέπει να διατίθενται μόνον για τη χρηματοδότηση των δαπανών του ΕΓΤΕ ή του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ). Συνεπώς, το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1788/2003, σύμφωνα με το οποίο το προϊόν της εισφοράς θεωρείται ότι αποτελεί μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και πρέπει να διατίθεται για τη χρηματοδότηση των δαπανών του γαλακτοκομικού τομέα, έχει καταστεί παρωχημένο και δεν θα πρέπει να περιληφθεί στον παρόντα κανονισμό.

(40)

Διάφορες ΚΟΑ προβλέπουν διάφορα είδη καθεστώτων ενισχύσεων.

(41)

Οι ΚΟΑ για τις αποξηραμένες χορτονομές καθώς και για το λίνο και την κάνναβη προβλέπουν ενισχύσεις μεταποίησης για τους τομείς αυτούς, ως μέσο για τη ρύθμιση της εσωτερικής αγοράς στους συγκεκριμένους τομείς. Οι οικείες διατάξεις θα πρέπει να διατηρηθούν.

(42)

Λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης της αγοράς για τα σιτηρά και το άμυλο από γεώμηλα, η ΚΟΑ για τα σιτηρά περιείχε διατάξεις οι οποίες επέτρεπαν τη χορήγηση επιστροφής κατά την παραγωγή, εάν αυτό αποδεικνυόταν αναγκαίο. Η επιστροφή κατά την παραγωγή θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε τα βασικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται από τη σχετική βιομηχανία να της διατίθενται σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη που προκύπτει από την εφαρμογή των κοινών τιμών. Η ΚΟΑ για τη ζάχαρη θέσπισε τη δυνατότητα χορήγησης επιστροφής στην παραγωγή, στις περιπτώσεις που, όσον αφορά την παρασκευή ορισμένων βιομηχανικών, χημικών ή φαρμακευτικών προϊόντων, προκύπτει ανάγκη να ληφθούν μέτρα με στόχο να καταστούν διαθέσιμα ορισμένα προϊόντα ζάχαρης. Οι οικείες διατάξεις θα πρέπει να διατηρηθούν.

(43)

Για να εξισορροπηθεί η αγορά γάλακτος και να σταθεροποιηθούν οι αγοραίες τιμές για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, πρέπει να ληφθούν που να ενισχύουν τη δυνατότητα διάθεσης των γαλακτοκομικών προϊόντων. Συνεπώς, η ΚΟΑ για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα προέβλεπε τη χορήγηση ενισχύσεων για την εμπορία ορισμένων γαλακτοκομικών προϊόντων ενόψει ειδικών χρήσεων και προορισμών. Επιπλέον, η εν λόγω ΚΟΑ προέβλεπε ότι, για να ενθαρρυνθεί η κατανάλωση γάλακτος από τους νέους, η Κοινότητα θα πρέπει να αναλάβει ένα μέρος των δαπανών που προκύπτουν από τη χορήγηση ενίσχυσης για την παροχή γάλακτος στους μαθητές των σχολικών ιδρυμάτων. Οι οικείες διατάξεις θα πρέπει να διατηρηθούν.

(44)

Είναι αναγκαία κοινοτική χρηματοδότηση, η οποία αντιστοιχεί στο ποσοστό άμεσης ενίσχυσης που μπορούν να παρακρατούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 110θ παράγραφος 4 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1782/2003, προκειμένου οι εγκεκριμένες οργανώσεις φορέων να ενθαρρύνονται να καταρτίζουν προγράμματα εργασίας που αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας παραγωγής ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών. Στο πλαίσιο αυτό, η ΚΟΑ για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές προέβλεπε ότι η κοινοτική ενίσχυση πρέπει να κατανέμεται σύμφωνα με την προτεραιότητα των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο των εν λόγω προγραμμάτων εργασίας. Οι οικοιες διατάξεις θα πρέπει να διατηρηθούν.

(45)

Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2075/92 ιδρύθηκε Κοινοτικό Ταμείο Καπνού χρηματοδοτούμενο από ορισμένες κρατήσεις από τα καθεστώτα ενίσχυσης στον τομέα αυτόν, με στόχο την υλοποίηση διαφόρων μέτρων για τον τομέα αυτόν. Το έτος 2007 θα είναι το τελευταίο κατά το οποίο οι κρατήσεις από το καθεστώς ενίσχυσης που προβλέπεται στο κεφάλαιο 10γ του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 θα διατεθούν στο Κοινοτικό Ταμείο Καπνού. Μολονότι η χρηματοδότηση του ταμείου θα λήξει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, οι διατάξεις του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2075/92 θα πρέπει να διατηρηθούν, για να χρησιμεύσουν ως νομική βάση για τα πολυετή προγράμματα που επιτρέπεται να χρηματοδοτούνται από το Κοινοτικό Ταμείο Καπνού.

(46)

Η μελισσοκομία, η οποία αποτελεί τομέα της γεωργίας, χαρακτηρίζεται από την ποικιλία των συνθηκών παραγωγής και των αποδόσεων, καθώς και από τη διασπορά και την ανομοιογένεια των οικονομικών παραγόντων τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο εμπορίας. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη την εξάπλωση της βαρρόας κατά τα τελευταία έτη σε πολλά κράτη μέλη και τις δυσχέρειες που συνεπάγεται η ασθένεια αυτή για την παραγωγή μελιού, εξακολουθεί να είναι απαραίτητη η δράση σε κοινοτικό επίπεδο, διότι πρόκειται για ασθένεια που δεν είναι δυνατόν να εκριζωθεί πλήρως και πρέπει να αντιμετωπίζεται με εγκεκριμένα προϊόντα. Υπό τις περιστάσεις αυτές και για να βελτιωθούν η παραγωγή και η εμπορία των προϊόντων μελισσοκομίας στην Κοινότητα, θα πρέπει να καταρτίζονται ανά τριετία εθνικά προγράμματα τα οποία να περιλαμβάνουν ενέργειες τεχνικής βοήθειας, καταπολέμησης της βαρρόας, εξορθολογισμού της εποχιακής μετακίνησης, διαχείρισης της ανασύστασης του κοινοτικού μελισσοκομικού κεφαλαίου, καθώς και συνεργασία σε ερευνητικά προγράμματα σε θέματα μελισσοκομίας και των προϊόντων της, με στόχο τη βελτίωση των γενικότερων συνθηκών παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων μελισσοκομίας. Τα εθνικά αυτά προγράμματα θα πρέπει να χρηματοδοτούνται εν μέρει από την Κοινότητα.

(47)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1544/2006 αντικατέστησε όλες τις εθνικές ενισχύσεις για τους μεταξοσκώληκες από ένα κοινοτικό καθεστώς ενίσχυσης για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων, η οποία χορηγείται με τη μορφή κατ’ αποκοπή ποσού ανά χρησιμοποιούμενο κουτί μεταξοσπόρου.

(48)

Δεδομένου ότι οι λόγοι πολιτικής που οδήγησαν στην εισαγωγή των καθεστώτων ενίσχυσης για τη μελισσοκομία και τους μεταξοσκώληκες εξακολουθούν να ισχύουν, αυτά τα καθεστώτα ενισχύσεων θα πρέπει να ενσωματωθούν στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

(49)

Η εφαρμογή προτύπων στην εμπορία γεωργικών προϊόντων μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των οικονομικών όρων παραγωγής και εμπορίας, καθώς και της ποιότητας των προϊόντων αυτών. Επομένως, η εφαρμογή των προτύπων αυτών είναι προς το συμφέρον των παραγωγών, των εμπόρων και των καταναλωτών. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο των ΚΟΑ για τις μπανάνες, το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές, τα ζώντα φυτά, τα αυγά και το κρέας πουλερικών, εισήχθησαν πρότυπα εμπορίας, τα οποία αφορούν, ιδίως, την ποιοτική κατηγορία, το βάρος, το μέγεθος, την πρώτη και δεύτερη συσκευασία, την αποθήκευση, τη μεταφορά, την παρουσίαση, την προέλευση και την επισήμανση. Είναι σκόπιμο να διατηρηθεί η προσέγγιση αυτή στον παρόντα κανονισμό.

(50)

Στο πλαίσιο των ΚΟΑ για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές και για τις μπανάνες, έχει ανατεθεί στην Επιτροπή, μέχρι στιγμής, η έκδοση των διατάξεων σχετικά με τα πρότυπα εμπορίας. Λόγω του λεπτομερούς τεχνικού χαρακτήρα τους και της ανάγκης συνεχούς βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς τους και προσαρμογής τους στις εξελισσόμενες εμπορικές πρακτικές, φαίνεται σκοπιμότερο να επεκταθεί η προσέγγιση αυτή και στους τομείς των ζώντων φυτών, προσδιορίζοντας παράλληλα τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή κατά τον καθορισμό των σχετικών κανόνων. Επιπλέον, ενδέχεται να χρειάζεται να θεσπιστούν ειδικά μέτρα, ιδίως δε σύγχρονες μέθοδοι ανάλυσης και άλλα μέτρα για τον προσδιορισμό των χαρακτηριστικών των σχετικών προτύπων, προκειμένου να αποφεύγονται καταχρήσεις όσον αφορά την ποιότητα και τη γνησιότητα των προϊόντων που προσφέρονται στους καταναλωτές, καθώς και οι συνακόλουθες σημαντικές διαταραχές των αγορών από τις καταχρήσεις αυτές.

(51)

Έχουν εκδοθεί διάφορες νομικές πράξεις για τη ρύθμιση της εμπορίας και της ονομασίας του γάλακτος, των γαλακτοκομικών προϊόντων και λιπαρών ουσιών. Στόχος των πράξεων αυτών είναι, αφενός μεν, να βελτιωθεί η θέση του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων στην αγορά, αφετέρου δε, να εξασφαλιστεί θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ λιπαρών ουσιών για επάλειψη προερχόμενων από το γάλα ή μη, προς όφελος των παραγωγών και των καταναλωτών. Οι κανόνες που περιέχονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1898/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο (35) αποσκοπούν, αφενός μεν, στην προστασία του καταναλωτή, αφετέρου δε, στη δημιουργία μη νοθευμένων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των γαλακτοκομικών προϊόντων και των ανταγωνιστικών προϊόντων, όσον αφορά την ονομασία, την επισήμανση και τη διαφήμιση. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2597/97 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997, περί συμπληρωματικών κανόνων της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων όσον αφορά το γάλα κατανάλωσης (36) προβλέπει κανόνες που σκοπό έχουν να προσφέρουν εγγύηση για υψηλή ποιότητα του γάλακτος κατανάλωσης και προϊόντα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις προσδοκίες των καταναλωτών, σταθεροποιώντας με τον τρόπο αυτό τη σχετική αγορά και παρέχοντας στον καταναλωτή γάλα κατανάλωσης υψηλής ποιότητας. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2991/94 του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 1994, για τον καθορισμό των κανόνων για λιπαρές ύλες για επάλειψη (37) καθορίζει τα πρότυπα εμπορίας για τα γαλακτοκομικά και μη προϊόντα με σαφή και διακριτή ταξινόμηση, συνοδευόμενη από κανόνες σχετικούς με την ονομασία. Σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού, οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να διατηρηθούν.

(52)

Όσον αφορά τους τομείς των αυγών και του κρέατος πουλερικών, υφίστανται διατάξεις που αφορούν τα πρότυπα εμπορίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την παραγωγή. Οι διατάξεις αυτές περιέχονται στους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1028/2006 σχετικά με τις προδιαγραφές εμπορίας των αυγών (38), (ΕΟΚ) αριθ. 1906/90 σχετικά με ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών (39) και (ΕΟΚ) αριθ. 2782/75 περί παραγωγής και εμπορίας των αυγών προς επώαση και των νεοσσών πουλερικών ορνιθώνος (40). Οι ουσιώδεις κανόνες των εν λόγω κανονισμών θα πρέπει να ενσωματωθούν στον παρόντα κανονισμό.

(53)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1028/2006 ορίζει ότι τα πρότυπα εμπορίας των αυγών θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να ισχύουν για όλα τα αυγά ορνίθων του είδους Gallus gallus, τα οποία διατίθενται στην αγορά της Κοινότητας καθώς και, κατά κανόνα, σε εκείνα που προορίζονται για εξαγωγή προς τρίτες χώρες. Επίσης, ο εν λόγω κανονισμός κάνει διάκριση μεταξύ, αφενός, αυγών κατάλληλων, και, αφετέρου, αυγών ακατάλληλων για ανθρώπινη κατανάλωση, μέσω της δημιουργίας δύο κατηγοριών αυτών, και ορίζει διατάξεις για την κατάλληλη ενημέρωση των καταναλωτών όσον αφορά την ποιότητα και τις κλάσεις βάρους και την αναγνώριση της χρησιμοποιούμενης μεθόδου εκτροφής. Τέλος, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ειδικούς κανόνες για τα αυγά που εισάγονται από τρίτες χώρες, σύμφωνα με τους οποίους ειδικές διατάξεις που ισχύουν σε ορισμένες τρίτες χώρες μπορεί να αιτιολογούν παρεκκλίσεις από τα πρότυπα εμπορίας εάν εξασφαλίζεται η ισοδυναμία της νομοθεσίας τους με την κοινοτική.

(54)

Όσον αφορά το κρέας πουλερικών, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1906/90 ορίζει ότι τα πρότυπα εμπορίας θα πρέπει, κατ’ αρχήν να εφαρμόζονται σε ορισμένους τύπους κρέατος πουλερικών που είναι κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση και διατίθεται στην αγορά της Κοινότητας, αλλά ότι, ωστόσο, το κρέας πουλερικών που προορίζεται για εξαγωγή προς τρίτες χώρες θα πρέπει να εξαιρείται από την εφαρμογή των προτύπων εμπορίας. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει την ταξινόμηση του κρέατος πουλερικών σε δύο κατηγορίες ανάλογα με τη διάπλαση και την εμφάνιση και τους όρους υπό τους οποίους το κρέας πρέπει να προσφέρεται προς πώληση.

(55)

Σύμφωνα με τους εν λόγω κανονισμούς, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να απαλλάσσουν από την εφαρμογή των εν λόγω προτύπων εμπορίας τα αυγά και το κρέας πουλερικών, αντιστοίχως, που πωλούνται σύμφωνα με ορισμένες μορφές άμεσης πώλησης από τον παραγωγό στον τελικό καταναλωτή, όταν πρόκειται για μικρές ποσότητες.

(56)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2782/75 θεσπίζει ειδικούς κανόνες για την εμπορία και τη μεταφορά αυγών προς επώαση και νεοσσών πουλερικών ορνιθώνος καθώς και για την επώαση των αυγών προς επώαση. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, ιδίως, την ατομική επισήμανση των αυγών προς επώαση τα οποία χρησιμοποιούνται για την παραγωγή νεοσσών, τον τρόπο συσκευασίας και το είδος του υλικού συσκευασίας για τη μεταφορά. Ωστόσο, εξαιρεί τις μικρές επιχειρήσεις επιλογής και άλλες επιχειρήσεις εκτροφής από την υποχρεωτική εφαρμογή των σχετικών προτύπων.

(57)

Σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού, οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να διατηρηθούν χωρίς να θιγεί η ουσία τους. Ωστόσο, άλλες διατάξεις των εν λόγω κανονισμών, οι οποίες είναι τεχνικής φύσεως, θα πρέπει να ρυθμίζονται μέσω των εκτελεστικών κανόνων που θεσπίζει η Επιτροπή.

(58)

Όπως συνέβαινε μέχρι τώρα στο πλαίσιο της ΚΟΑ για τον λυκίσκο, θα πρέπει να ακολουθείται, σε κοινοτικό επίπεδο, πολιτική ποιότητας με την εφαρμογή διατάξεων σχετικών με την πιστοποίηση, συνοδευόμενων από κανόνες που να απαγορεύουν, κατ’ αρχήν, την εμπορία προϊόντων για τα οποία δεν έχει χορηγηθεί πιστοποιητικό ή, στην περίπτωση των εισαγόμενων προϊόντων, που δεν ανταποκρίνονται σε ισοδύναμα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

(59)

Οι περιγραφές και οι ορισμοί του ελαιολάδου, καθώς και η ονομασία του, αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο του καθεστώτος της αγοράς, θέτοντας πρότυπα ποιότητας και παρέχοντας στους καταναλωτές επαρκή πληροφόρηση για το προϊόν, και θα πρέπει να διατηρηθούν και στον παρόντα κανονισμό.

(60)

Ένα από τα προαναφερόμενα καθεστώτα ενίσχυσης που συμβάλλει στην εξισορρόπηση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και στη σταθεροποίηση των τιμών της αγοράς στον τομέα αυτόν συνιστάται σε ένα καθεστώς ενίσχυσης για τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε καζεΐνη και καζεϊνικά άλατα, το οποίο περιλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1255/1999. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2204/90 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1990, για τον καθορισμό των συμπληρωματικών γενικών κανόνων της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων όσον αφορά τα τυριά (41) εισήγαγε κανόνες σχετικούς με τη χρησιμοποίηση της καζεΐνης και των καζεϊνικών αλάτων στην παρασκευή τυριών, με στόχο την αποφυγή δυσμενών επιπτώσεων που μπορούν να προκύψουν από το εν λόγω καθεστώς ενίσχυσης, λαμβανομένης υπόψη της ευκολίας υποκατάστασης των τυριών από καζεΐνη και καζεϊνικά άλατα, αποβλέποντας με τον τρόπο αυτόν στη σταθεροποίηση της αγοράς. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να ενσωματωθούν στον παρόντα κανονισμό.

(61)

Η μεταποίηση ορισμένων γεωργικών πρώτων υλών σε αιθυλική αλκοόλη συνδέεται στενά με την οικονομία των εν λόγω πρώτων υλών. Η μεταποίηση αυτή μπορεί να συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην αξιοποίησή τους και ενίοτε παρουσιάζει όλως ιδιαίτερο οικονομικό και κοινωνικό ενδιαφέρον για την οικονομία ορισμένων περιφερειών της Κοινότητας, ενίοτε δε αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος των εσόδων των παραγωγών των εν λόγω πρώτων υλών. Σε άλλες περιπτώσεις, επιτρέπει τη διάθεση προϊόντων μη ικανοποιητικής ποιότητας, καθώς και συγκυριακών πλεονασμάτων που ενδέχεται να δημιουργήσουν πρόσκαιρες δυσκολίες σε ορισμένους τομείς.

(62)

Στους τομείς του λυκίσκου, του ελαιόλαδου και των επιτραπέζιων ελιών, του καπνού και των μεταξοσκωλήκων η νομοθεσία επικεντρώνεται σε διάφορα είδη οργανώσεων προς επίτευξη των πολιτικών στόχων, ιδίως με στόχο τη σταθεροποίηση των αγορών, καθώς και τη βελτίωση και διασφάλιση της ποιότητας των αντίστοιχων προϊόντων μέσω κοινής δράσης. Οι διατάξεις που διέπουν το λόγω σύστημα οργανώσεων μέχρι σήμερα βασίζονται σε οργανώσεις που είναι αναγνωρισμένες από τα κράτη μέλη ή, υπό ορισμένους όρους, από την Επιτροπή, σύμφωνα με διατάξεις που εκδίδονται από την Επιτροπή. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να διατηρηθεί, οι δε διατάξεις που έχουν θεσπιστεί μέχρι στιγμής θα πρέπει να εναρμονιστούν.

(63)

Για να ενισχυθούν ορισμένες δραστηριότητες των διεπαγγελματικών οργανώσεων που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την άποψη της ισχύουσας ρύθμισης της ΚΟΑ στον τομέα του καπνού, θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα να επεκταθούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο σύνολο των παραγωγών και των ομάδων τους —μη μελών διεπαγγελματικών οργανώσεων— μίας ή περισσοτέρων περιφερειών, οι κανόνες που έχει υιοθετήσει η διεπαγγελματική οργάνωση για τα μέλη της. Το ίδιο θα πρέπει επίσης να ισχύει σε σχέση με άλλες δραστηριότητες των διεπαγγελματικών οργανώσεων οι οποίες παρουσιάζουν γενικό οικονομικό ή τεχνικό ενδιαφέρον για τον τομέα του καπνού, προς όφελος του συνόλου των δραστηριοποιουμένων στους οικείους κλάδους. Θα πρέπει να υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει μόνιμη εξουσία παρακολούθησης, ιδίως όσον αφορά τις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφαρμόζουν οι οργανώσεις αυτές.

(64)

Σε ορισμένους τομείς, εκτός από εκείνους για τους οποίους οι ισχύοντες κανόνες προβλέπουν την αναγνώριση οργανώσεων παραγωγών ή διεπαγγελματικών οργανώσεων, τα κράτη μέλη ενδέχεται να επιθυμούν να αναγνωρίσουν παρόμοιες οργανώσεις βάσει του εθνικού δικαίου στο βαθμό που συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς, η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να διευκρινιστεί. Εξάλλου, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες οι οποίοι να ορίζουν ότι η αναγνώριση οργανώσεων παραγωγών ή διεπαγγελματικών οργανώσεων σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς εξακολουθεί να ισχύει μετά την έκδοση του παρόντος κανονισμού.

(65)

Μια ενιαία κοινοτική αγορά συνεπάγεται τη θέσπιση καθεστώτος συναλλαγών στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Το εν λόγω καθεστώς συναλλαγών θα πρέπει να περιλαμβάνει εισαγωγικούς δασμούς και επιστροφές κατά την εξαγωγή και να σταθεροποιεί, κατ’ αρχήν, την κοινοτική αγορά. Το καθεστώς συναλλαγών θα πρέπει να βασίζεται στις επιχειρήσεις που έγιναν δεκτές στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης.

(66)

Η παρακολούθηση του όγκου των συναλλαγών γεωργικών προϊόντων με τρίτες χώρες στο πλαίσιο των ΚΟΑ για τα σιτηρά, το ρύζι, τη ζάχαρη, τους σπόρους προς σπορά, το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές, το λίνο και την κάνναβη, το βόειο κρέας, το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, το χοίρειο κρέας, το κρέας αιγοπροβάτων, τα αυγά, το κρέας πουλερικών, τα ζώντα φυτά και τη γεωργική αιθυλική αλκοόλη πραγματοποιείται μέχρι τώρα, τόσο για τις εισαγωγές όσο και για τις εξαγωγές, είτε βάσει συστημάτων υποχρεωτικής έκδοσης αδειών είτε βάσει συστημάτων με τα οποία εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να προβλέψει τα σχετικά με τις απαιτήσεις έκδοσης αδειών.

(67)

Η παρακολούθηση των εμπορικών ρευμάτων αποτελεί πρωτίστως θέμα διαχείρισης η οποία πρέπει να χαρακτηρίζεται από ευελιξία. Στο πλαίσιο αυτό και βάσει της πείρας που έχει αποκτηθεί στις ΚΟΑ, όταν η διαχείριση των αδειών έχει ήδη ανατεθεί στην Επιτροπή, κρίνεται σκόπιμο να επεκταθεί η προσέγγιση αυτή σε όλους τους τομείς στους οποίους χρησιμοποιούνται άδειες εισαγωγής και εξαγωγής. Η απόφαση για τη θέσπιση απαιτήσεων έκδοσης αδειών θα πρέπει να λαμβάνεται από την Επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη της αναγκαιότητας των αδειών εισαγωγής για τη διαχείριση των αντίστοιχων αγορών και, ειδικότερα, για την παρακολούθηση των εισαγωγών των συγκεκριμένων προϊόντων.

(68)

Ως επί το πλείστον, οι δασμοί που ισχύουν για τα γεωργικά προϊόντα στο πλαίσιο των συμφωνιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) περιλαμβάνονται στο κοινό δασμολόγιο. Ωστόσο, για ορισμένα προϊόντα στον τομέα των σιτηρών και του ρυζιού, η εισαγωγή επιπλέον μηχανισμών καθιστά αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα θέσπισης παρεκκλίσεων.

(69)

Για την πρόληψη ή την εξουδετέρωση των δυσμενών επιπτώσεων στην κοινοτική αγορά, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν από εισαγωγές ορισμένων γεωργικών προϊόντων, οι εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων θα πρέπει να υπόκεινται στην καταβολή συμπληρωματικού δασμού, εφόσον πληρούνται ορισμένοι όροι.

(70)

Είναι σκόπιμο, υπό ορισμένους όρους, να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να προβαίνει στο άνοιγμα και τη διαχείριση των εισαγωγικών δασμολογικών ποσοστώσεων που απορρέουν από διεθνείς συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με τη συνθήκη ή που απορρέουν από άλλες πράξεις του Συμβουλίου.

(71)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2729/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των εισφορών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται στα μίγματα σιτηρών, ορύζης και θραυσμάτων ορύζης (42) έχει στόχο να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία του δασμολογικού καθεστώτος σε περίπτωση εισαγωγών μιγμάτων σιτηρών, ρυζιού και θραυσμάτων ρυζιού. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να περιληφθούν στον παρόντα κανονισμό.

(72)

Η Κοινότητα έχει συνάψει διάφορες συμφωνίες προτιμησιακής πρόσβασης στην αγορά με τρίτες χώρες, οι οποίες επιτρέπουν στις χώρες αυτές να εξάγουν ζάχαρη ζαχαροκάλαμου στην Κοινότητα υπό ευνοϊκούς όρους. Η ΚΟΑ για τη ζάχαρη προέβλεψε ότι εκτιμώνται οι ανάγκες των εργοστασίων ραφιναρίσματος σε ζάχαρη που προορίζεται για ραφινάρισμα και, ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, χορηγούνται άδειες εισαγωγής μόνο σε ειδικευμένους χρήστες σημαντικών ποσοτήτων εισαγόμενης ακατέργαστης ζάχαρης ζαχαροκάλαμου, οι οποίοι θεωρούνται ως αποκλειστικής παραγωγής εργοστάσια ραφιναρίσματος της Κοινότητας. Οι οικείες διατάξεις θα πρέπει να διατηρηθούν.

(73)

Για να μη διαταραχθεί από παράνομες καλλιέργειες η ΚΟΑ κάνναβης που προορίζεται για την παραγωγή ινών, ο οικείος κανονισμός προβλέπει έλεγχο των εισαγωγών κάνναβης και σπόρων κάνναβης, προκειμένου να υπάρχει διασφάλιση ότι τα εν λόγω προϊόντα παρέχουν ορισμένες εγγυήσεις όσον αφορά την περιεκτικότητά τους σε τετραϋδροκανναβινόλη. Επιπλέον, η εισαγωγή σπόρων κάνναβης, εκτός εκείνων που προορίζονται για σπορά, θα πρέπει να υπόκειται σε καθεστώς ελέγχου που να προβλέπει σύστημα έγκρισης των εισαγωγέων. Οι οικείες διατάξεις θα πρέπει να διατηρηθούν.

(74)

Σε ολόκληρη την Κοινότητα ακολουθείται πολιτική ποιότητας όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα του λυκίσκου. Στην περίπτωση των εισαγόμενων προϊόντων, θα πρέπει να ενσωματωθούν στον παρόντα κανονισμό οι διατάξεις που θα εξασφαλίζουν ότι εισάγονται μόνον προϊόντα που ανταποκρίνονται στα αντίστοιχα στοιχειώδη ποιοτικά χαρακτηριστικά.

(75)

Το καθεστώς τελωνειακών δασμών επιτρέπει να μην εφαρμόζεται κανένα άλλο προστατευτικό μέτρο στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Ο μηχανισμός της εσωτερικής αγοράς και των δασμών θα μπορούσε, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αποδειχθεί ακατάλληλος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προκειμένου να μην αφεθεί απροστάτευτη η κοινοτική αγορά έναντι διαταραχών οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν από την κατάσταση αυτήν, η Κοινότητα θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα αμελλητί. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να είναι σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας.

(76)

Για να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία των ΚΟΑ, και ιδίως για να αποφεύγεται η διατάραξη των αγορών, οι ΚΟΑ για ορισμένα προϊόντα προβλέπουν κατά παράδοση τη δυνατότητα να απαγορεύεται η προσφυγή στο καθεστώς ενεργητικής ή παθητικής τελειοποίησης. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να διατηρηθεί. Επιπλέον, η πείρα αποδεικνύει ότι, όταν οι αγορές διαταράσσονται ή απειλούνται με διατάραξη από τη χρήση των καθεστώτων αυτών, πρέπει να αναλαμβάνεται δράση χωρίς σημαντική καθυστέρηση. Συνεπώς, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή οι σχετικές εξουσίες. Άρα, είναι σκόπιμο να παρασχεθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να αναστέλλει τη χρήση των ρυθμίσεων ενεργητικής και παθητικής τελειοποίησης στις περιπτώσεις αυτές.

(77)

Οι διατάξεις για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες, οι οποίες βασίζονται στη διαφορά μεταξύ των τιμών εντός της Κοινότητας και των τιμών στη διεθνή αγορά και οι οποίες εμπίπτουν εντός των ορίων που θέτουν οι δεσμεύσεις της Κοινότητας στον ΠΟΕ, θα πρέπει να χρησιμεύουν για να διασφαλίζουν τη συμμετοχή της Κοινότητας στις διεθνείς συναλλαγές ορισμένων από τα προϊόντα που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό. Οι επιδοτούμενες εξαγωγές θα πρέπει να υπόκεινται σε όρια όσον αφορά την αξία και την ποσότητα.

(78)

Η τήρηση των ορίων όσον αφορά την αξία θα πρέπει να εξασφαλίζεται τη στιγμή του καθορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή, μέσω της παρακολούθησης των πληρωμών σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για το ΕΓΤΕ. Η παρακολούθηση μπορεί να διευκολυνθεί με τον υποχρεωτικό προκαθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή, ενώ θα παρέχεται η δυνατότητα, στην περίπτωση διαφοροποιημένων επιστροφών, μεταβολής του προκαθορισμένου προορισμού εντός μιας γεωγραφικής ζώνης στην οποία εφαρμόζεται ένα ενιαίο ποσοστό επιστροφής κατά την εξαγωγή. Σε περίπτωση μεταβολής του προορισμού, θα πρέπει να καταβάλλεται η επιστροφή κατά την εξαγωγή που εφαρμόζεται στον πραγματικό προορισμό, αφού καθορισθεί ένα ανώτατο όριο για το ποσό που εφαρμόζεται στον προκαθορισμένο προορισμό.

(79)

Η συμμόρφωση με τα ποσοτικά όρια θα πρέπει να διασφαλίζεται από ένα αξιόπιστο και ουσιαστικό σύστημα ελέγχου. Για τον σκοπό αυτόν, για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή θα πρέπει να απαιτείται άδεια εξαγωγής. Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή θα πρέπει να χορηγούνται εντός των διαθέσιμων ορίων, ανάλογα με την ιδιαίτερη κατάσταση που επικρατεί για κάθε σχετικό προϊόν. Εξαιρέσεις από αυτόν τον κανόνα θα πρέπει να επιτρέπονται μόνον για τα μεταποιημένα προϊόντα που δεν απαριθμούνται στο παράρτημα I της συνθήκης, στα οποία δεν εφαρμόζονται ποσοτικά όρια. Θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα παρέκκλισης από την αυστηρή συμμόρφωση με τους κανόνες διαχείρισης όταν οι εξαγωγές για τις οποίες χορηγείται επιστροφή κατά την εξαγωγή είναι πιθανόν να μην υπερβούν τα καθοριζόμενα ποσοτικά όρια.

(80)

Στην περίπτωση εξαγωγής ζώντων βοοειδών, θα πρέπει να προβλέπεται ότι επιστροφές κατά την εξαγωγή χορηγούνται και καταβάλλονται μόνον εάν τηρούνται οι διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων, και ιδίως εκείνες που αφορούν την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.

(81)

Τα γεωργικά προϊόντα μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τύχουν ειδικής μεταχείρισης κατά την εισαγωγή σε τρίτες χώρες, εφόσον τα προϊόντα συμφωνούν με ορισμένες προδιαγραφές ή/και με προϋποθέσεις τιμής. Για να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος του είδους αυτού είναι αναγκαία η διοικητική συνεργασία μεταξύ των αρχών της τρίτης χώρας εισαγωγής και των αρχών της Κοινότητας. Για τον σκοπό αυτό, τα προϊόντα θα πρέπει να συνοδεύονται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδεται στην Κοινότητα.

(82)

Οι εξαγωγές βολβών ανθέων σε τρίτες χώρες παρουσιάζουν σημαντικό οικονομικό ενδιαφέρον για την Κοινότητα. Η συνέχιση και η ανάπτυξη των εξαγωγών αυτών μπορούν να εξασφαλιστούν με τη σταθεροποίηση των τιμών για τις συναλλαγές αυτές. Συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθούν ελάχιστες τιμές εξαγωγής των εν λόγω προϊόντων.

(83)

Σύμφωνα με το άρθρο 36 της συνθήκης, οι διατάξεις του κεφαλαίου της συνθήκης που αφορά τους κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται στην παραγωγή και το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων μόνον κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο στο πλαίσιο των διατάξεων και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 37 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης. Στις διάφορες ΚΟΑ οι διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις είχαν σε μεγάλο βαθμό κηρυχθεί εφαρμοστέες. Η εφαρμογή ιδίως των κανόνων της συνθήκης που ισχύουν για τις επιχειρήσεις ορίστηκε περαιτέρω στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1184/2006 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 2006, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (43). Σύμφωνα με το στόχο να δημιουργηθεί ένα γενικό σύνολο κανόνων πολιτικής για την αγορά, είναι σκόπιμο να ενσωματωθούν οι σχετικές διατάξεις στον παρόντα κανονισμό.

(84)

Οι κανόνες ανταγωνισμού που αφορούν τις συμφωνίες, τις αποφάσεις και τις πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 81 της συνθήκης, καθώς και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, θα πρέπει να εφαρμόζονται στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, κατά το μέτρο που η εφαρμογή τους δεν παρακωλύει τη λειτουργία εθνικών οργανώσεων γεωργικών αγορών ή δεν θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ.

(85)

Δικαιολογείται μια ειδική προσέγγιση στην περίπτωση οργανώσεων γεωργών, ειδικός στόχος των οποίων είναι η από κοινού παραγωγή ή εμπορία γεωργικών προϊόντων ή η χρήση κοινών εγκαταστάσεων, εκτός εάν η εν λόγω κοινή δράση αποκλείει τον ανταγωνισμό ή θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων του άρθρου 33 της συνθήκης.

(86)

Για να μη τεθεί σε κίνδυνο η εξέλιξη της ΚΓΠ, και για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και η αμερόληπτη μεταχείριση των σχετικών επιχειρήσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, να κρίνει κατά πόσον οι συμφωνίες, οι αποφάσεις και οι πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 81 της συνθήκης συμβιβάζονται με τους στόχους της ΚΓΠ.

(87)

Η εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς που βασίζεται σε κοινές τιμές μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο από τη χορήγηση εθνικής ενίσχυσης. Συνεπώς, στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει, κατά κανόνα, να εφαρμόζονται οι διατάξεις της συνθήκης που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να επιτρέπονται εξαιρέσεις. Ωστόσο, όταν εφαρμόζονται οι εξαιρέσεις αυτές, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να συντάσσει κατάλογο των υφισταμένων, των νέων ή των προτεινόμενων εθνικών ενισχύσεων, να υποβάλλει τις ενδεδειγμένες παρατηρήσεις στα κράτη μέλη και να προτείνει σε αυτά τη λήψη των κατάλληλων μέτρων.

(88)

Από την προσχώρησή τους, η Φινλανδία και η Σουηδία μπορούν, λόγω της ιδιαίτερης οικονομικής κατάστασης της παραγωγής και εμπορίας ταράνδων και προϊόντων ταράνδων, να χορηγούν ενισχύσεις στον τομέα αυτόν. Επιπλέον, η Φινλανδία μπορεί, εφόσον λάβει σχετική άδεια εκ μέρους της Επιτροπής, να χορηγεί ενισχύσεις για ορισμένες ποσότητες σπόρων και σπόρων σιτηρών αντιστοίχως που παράγονται αποκλειστικά στη Φινλανδία, λόγω των ιδιαίτερων κλιματικών συνθηκών που επικρατούν σε αυτήν. Οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να διατηρηθούν.

(89)

Στα κράτη μέλη στα οποία μειώνεται σημαντικά η ποσόστωση ζάχαρης, οι καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων θα αντιμετωπίσουν ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα προσαρμογής. Στις περιπτώσεις αυτές, η μεταβατική κοινοτική ενίσχυση προς τους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων η οποία προβλέπεται στο κεφάλαιο 10στ του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 δεν θα επαρκεί για την πλήρη αντιμετώπιση των δυσχερειών των καλλιεργητών ζαχαροτεύτλων. Συνεπώς, θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη που έχουν μειώσει την ποσόστωσή τους κατά περισσότερο του 50 % της ποσόστωσης ζάχαρης που καθορίστηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2006 με το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 να χορηγούν κρατική ενίσχυση στους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων κατά την περίοδο εφαρμογής της μεταβατικής κοινοτικής ενίσχυσης. Για να αποφευχθεί η χορήγηση, από τα κράτη μέλη, κρατικής ενίσχυσης που υπερβαίνει τις ανάγκες των καλλιεργητών ζαχαροτεύτλων τους, ο καθορισμός του συνολικού ποσού της σχετικής κρατικής ενίσχυσης θα πρέπει και στο μέλλον να εξαρτάται από έγκριση της Επιτροπής, πλην της περίπτωσης της Ιταλίας, στην οποία η μέγιστη ανάγκη των πλέον παραγωγικών καλλιεργητών ζαχαροτεύτλων για την προσαρμογή στις συνθήκες της αγοράς μετά τη μεταρρύθμιση έχει εκτιμηθεί σε 11 ευρώ ανά τόνο παραγόμενων ζαχαροτεύτλων. Εξάλλου, λόγω των ιδιαίτερων προβλημάτων που αναμένεται να ανακύψουν στην Ιταλία, θα πρέπει να διατηρηθούν οι ρυθμίσεις που να επιτρέπουν στους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων να επωφελούνται αμέσως ή εμμέσως από τη χορηγούμενη κρατική ενίσχυση.

(90)

Στη Φινλανδία, η καλλιέργεια ζαχαροτεύτλων υπόκειται σε ιδιαίτερες γεωγραφικές και κλιματικές συνθήκες που επηρεάζουν αρνητικά τον τομέα αυτό πέραν των γενικών επιπτώσεων της μεταρρύθμισης για τη ζάχαρη. Για το λόγο αυτόν, η πρόβλεψη που υφίσταται στην ΚΟΑ για τη ζάχαρη, κατά την οποία επιτρέπεται στο κράτος μέλος αυτό να χορηγεί μονίμως στους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων το ενδεδειγμένο ποσό κρατικής ενίσχυσης, θα πρέπει να διατηρηθεί.

(91)

Λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης στη Γερμανία, όπου χορηγούνται εθνικές ενισχύσεις σε μεγάλο αριθμό μικρών παραγωγών αλκοόλης δυνάμει των ειδικών όρων του Γερμανικού Μονοπωλίου Αλκοόλης, πρέπει να επιτραπεί, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, η συνέχιση της χορήγησης της εν λόγω ενίσχυσης. Πρέπει επίσης να προβλεφθεί, στο τέλος της εν λόγω περιόδου, η υποβολή έκθεσης εκ μέρους της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία της παρέκκλισης, συνοδευόμενης από κατάλληλες προτάσεις.

(92)

Εάν ένα κράτος μέλος επιθυμεί να στηρίξει, στην επικράτειά του, μέτρα προώθησης της κατανάλωσης γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην Κοινότητα, θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα χρηματοδότησης των μέτρων αυτών από εισφορά προώθησης που επιβάλλεται στους γαλακτοπαραγωγούς σε εθνικό επίπεδο.

(93)

Για να ληφθούν υπόψη οι πιθανές εξελίξεις της παραγωγής αποξηραμένων χορτονομών, η Επιτροπή, πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2008 και με βάση αξιολόγηση της ΚΟΑ στον τομέα των αποξηραμένων χορτονομών, θα πρέπει να υποβάλει στο Συμβούλιο έκθεση για τον τομέα. Η έκθεση θα πρέπει να συνοδεύεται, ενδεχομένως, από κατάλληλες προτάσεις. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει, τακτικά, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έκθεση σχετικά με το καθεστώς ενίσχυσης που εφαρμόζεται στον τομέα της μελισσοκομίας.

(94)

Είναι σκόπιμο να διατίθενται επαρκείς πληροφορίες για την κατάσταση και τις προοπτικές εξέλιξης της αγοράς λυκίσκου στην Κοινότητα. Επομένως, θα πρέπει να προβλεφθεί η καταχώριση όλων των συμβάσεων παράδοσης του λυκίσκου που παράγεται στην Κοινότητα.

(95)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για ορισμένα προϊόντα, μέτρα τα οποία θα λαμβάνονται σε περιπτώσεις που εμφανίζονται ή είναι πιθανόν να εμφανιστούν διαταραχές, λόγω σημαντικών μεταβολών των τιμών της εσωτερικής αγοράς ή των τιμών της διεθνούς αγοράς.

(96)

Είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο ειδικών μέτρων για την αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, το οποίο να επιτρέπει τη συλλογή οικονομικών δεδομένων και την ανάλυση στατιστικών πληροφοριών, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παρακολούθηση της αγοράς. Στο βαθμό που η αγορά της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης συνδέεται με την αγορά της αιθυλικής αλκοόλης εν γένει, είναι σκόπιμο να υπάρχουν επίσης πληροφορίες σχετικές με την αγορά αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης.

(97)

Οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα κράτη μέλη, λόγω των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1290/2005.

(98)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίζει τα μέτρα που είναι αναγκαία για την επίλυση ειδικών πρακτικών προβλημάτων σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

(99)

Δεδομένου ότι οι κοινές αγορές γεωργικών προϊόντων εξελίσσονται συνεχώς, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τις σχετικές εξελίξεις.

(100)

Για να αποφεύγονται καταχρήσεις των πλεονεκτημάτων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, τα πλεονεκτήματα αυτά δεν θα πρέπει να χορηγούνται ή, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να ανακαλούνται, όταν διαπιστώνεται ότι οι προϋποθέσεις για την απόκτηση των πλεονεκτημάτων αυτών έχουν δημιουργηθεί τεχνητά και αντίθετα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού.

(101)

Για να διασφαλίζεται η τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, χρειάζεται η διενέργεια ελέγχων και η επιβολή διοικητικών μέτρων και διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τήρησης των εν λόγω υποχρεώσεων. Επομένως, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να θεσπίζει τους αντίστοιχους κανόνες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων εκ μέρους των κρατών μελών οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(102)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει, κατά κανόνα, να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (44). Ωστόσο, όσον αφορά ορισμένα μέτρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι οποίες αφορούν αρμοδιότητες της Επιτροπής, απαιτούν ταχεία δράση ή είναι καθαρά διοικητικής φύσεως, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να ενεργεί μόνη της.

(103)

Λόγω της ενσωμάτωσης, στον παρόντα κανονισμό, ορισμένων στοιχείων των ΚΟΑ για τα νωπά και μεταποιημένα οπωροκηπευτικά και τον οίνο, θα πρέπει να εισαχθούν στις εν λόγω ΚΟΑ ορισμένες τροποποιήσεις.

(104)

Στον παρόντα κανονισμό ενσωματώνονται διατάξεις που αφορούν την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της συνθήκης. Οι διατάξεις αυτές αποτελούσαν, μέχρι σήμερα, αντικείμενο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1184/2006. Το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να τροποποιηθεί για να διευκρινιστεί ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται μόνο στα προϊόντα του παραρτήματος Ι της συνθήκης τα οποία δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(105)

Στον παρόντα κανονισμό ενσωματώνονται οι διατάξεις που περιέχονται στους βασικούς κανονισμούς που απαριθμούνται στις αιτιολογικές παραγράφους αριθ. 2 και 3, με εξαίρεση εκείνες που περιέχονται στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1493/1999. Επιπλέον, στον παρόντα κανονισμό ενσωματώνονται οι διατάξεις των ακόλουθων κανονισμών:

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2729/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των εισφορών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται στα μείγματα σιτηρών, ορύζης και θραυσμάτων ορύζης,

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2763/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί καθορισμού των γενικών κανόνων για την χορήγηση ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του χοιρείου κρέατος (45),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2782/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί παραγωγής και εμπορίας των αυγών προς επώαση και των νεοσσών πουλερικών ορνιθώνος,

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 707/76 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1976, περί αναγνωρίσεως των ομάδων παραγωγών μεταξοσκωλήκων (46),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1055/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί αποθεματοποιήσεως και διακινήσεως των προϊόντων που αγοράζονται από οργανισμό παρεμβάσεως (47),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2931/79 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί χορηγήσεως ενισχύσεως κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων τα οποία δύνανται να τύχουν ειδικής μεταχειρίσεως κατά την εισαγωγή σε τρίτη χώρα (48),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3220/84 του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 1984, για τον καθορισμό της κοινοτικής κλίμακας ταξινόμησης των σφαγίων χοίρου,

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1898/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987 σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο,

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3730/87 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1987, που καθορίζει τους γενικούς κανόνες για την παροχή τροφίμων από τα αποθέματα παρέμβασης σε ορισμένους οργανισμούς με σκοπό τη διανομή τους στα πιο άπορα άτομα της Κοινότητας,

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 1990, για τον έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφών ή άλλων ποσών (49),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1186/90 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1990, για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της κοινοτικής κλίμακας κατάταξης σφαγίων των χονδρών βοοειδών,

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1906/90 του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1990 σχετικά με ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών,

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2204/90 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1990, για τον καθορισμό των συμπληρωματικών γενικών κανόνων της κοινής οργάνωσης της αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων όσον αφορά τα τυριά,

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2077/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, σχετικά με τις διεπαγγελματικές οργανώσεις και συμφωνίες στον τομέα του καπνού (50),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2137/92 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1992 για την κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων προβατοειδών και την κοινοτική τυποποιημένη ποιότητα των νωπών ή διατηρημένων με απλή ψύξη σφαγίων προβατοειδών,

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2991/94 του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 1994, για τον καθορισμό των κανόνων για λιπαρές ύλες για επάλειψη,

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2597/97 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997 περί συμπληρωματικών κανόνων της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων όσον αφορά το γάλα κατανάλωσης,

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2250/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 1999, σχετικά με τη δασμολογική ποσόστωση βουτύρου καταγωγής Νέας Ζηλανδίας (51),

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1788/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων,

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1028/2006 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2006, σχετικά με τις προδιαγραφές εμπορίας των αυγών,

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1183/2006 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 2006, περί της κοινοτικής κλίμακας κατάταξης σφαγίων των χονδρών βοοειδών.

(106)

Κατά συνέπεια, οι εν λόγω κανονισμοί θα πρέπει να καταργηθούν. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και λόγω του αριθμού των πράξεων που καταργούνται με τον παρόντα κανονισμό και του αριθμού των πράξεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις πράξεις αυτές ή τροποποιήθηκαν από αυτές, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η κατάργηση αυτή δεν θίγει την ισχύ των νομικών πράξεων που έχουν εκδοθεί βάσει των καταργούμενων πράξεων ούτε των τροποποιήσεων άλλων νομικών πράξεων από αυτές.

(107)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, κατά κανόνα, να αρχίσει να εφαρμόζεται την 1η Ιανουαρίου 2008. Ωστόσο, για να διασφαλισθεί ότι οι νέες διατάξεις του δεν θα διαταράξουν το τρέχον έτος εμπορίας 2007/2008, θα πρέπει να προβλεφθεί μια μεταγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής για τους τομείς εκείνους στους οποίους προβλέπονται έτη εμπορίας. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει έτσι να εφαρμόζεται μόνο από την αρχή του έτους εμπορίας 2008/2009 για τους οικείους τομείς. Συνεπώς, οι αντίστοιχοι κανονισμοί που διέπουν τους τομείς αυτούς θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ μέχτι το τέλος του αντιστοίχου έτους εμπορίας 2007/2008.

(108)

Επιπλέον, για ορισμένους άλλους τομείς για τους οποίους δεν προβλέπονται έτη εμπορίας, θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί μια μεταγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής ώστε να διασφαλισθεί μια ομαλή μετάβαση από τις υφιστάμενες ΚΑΟ προς τον παρόντα κανονισμό. Κατά συνέπεια, οι κανονισμοί που διέπουν τις υφιστάμενες ΚΟΑ για τους τομείς αυτούς θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται μέχρι τη μεταγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

(109)

Όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 386/90, η αρμοδιότητα έκδοσης των ουσιαστικών διατάξεων που καλύπτονται από τον εν λόγω κανονισμό μεταβιβάζεται από τον παρόντα κανονισμό στην Επιτροπή. Εξάλλου, οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 3220/84, (ΕΟΚ) αριθ. 1186/90, (ΕΟΚ) αριθ. 2137/92 και (ΕΚ) αριθ. 1183/2006 καταργούνται με τον παρόντα κανονισμό, ενώ ορισμένες διατάξεις τους ενσωματώνονται στον παρόντα κανονισμό. Συνεπώς, άλλες λεπτομέρειες που περιέχονται στους εν λόγω κανονισμούς θα πρέπει να ρυθμίζονται μέσω των εκτελεστικών κανόνων που θα θεσπίσει η Επιτροπή. Θα πρέπει να δοθεί περισσότερος χρόνος για να θεσπίσει η Επιτροπή τους αντίστοιχους κανόνες. Συνεπώς, οι προαναφερόμενοι κανονισμοί θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2008.

(110)

Οι ακόλουθες πράξεις του Συμβουλίου έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου και θα πρέπει να καταργηθούν:

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 315/68 του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 1968, περί των κανόνων ποιότητος για τούς βολβούς, τα κρόμμυα και τούς κονδύλους πού προορίζονται για την παραγωγή ανθέων (52),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 316/68 τού Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 1968, περί καθορισμού των κανόνων ποιότητος για τα νωπά κομμένα άνθη και τα νωπά φυλλώματα (53),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2517/69 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1969, περί καθορισμού ορισμένων μέτρων εξυγιάνσεως της οπωροκηπευτικής παραγωγής της Κοινότητας (54),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2728/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των ενισχύσεων στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωμήλων που προορίζονται για τη βιομηχανία αμύλου και του αμύλου των γεωμήλων (55),

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1358/80 του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1980, περί καθορισμού, για την περίοδο εμπορίας 1980/81, της τιμής προσανατολισμού και της τιμής παρεμβάσεως των χονδρών βοοειδών, και περί της εφαρμογής κοινοτικής κλίμακος κατατάξεως σφαγίων των χονδρών βοοειδών (56),

Άρθρο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4088/87 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1987, για τον καθορισμό των όρων εφαρμογής των προτιμησιακών δασμών κατά την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων ανθοκαλλιέργειας καταγωγής Κύπρου, Ισραήλ και Ιορδανίας (57),

Απόφαση 74/583/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 1974, περί της επιβλέψεως των διακινήσεων της ζάχαρης (58).

(111)

Η μετάβαση από τις ρυθμίσεις, οι οποίες προβλέπονται στις διατάξεις και τους κανονισμούς που καταργούνται από τον παρόντα κανονισμό, ενδέχεται να δημιουργήσει δυσχέρειες τις οποίες δεν αντιμετωπίζει ο παρών κανονισμός. Για να αντιμετωπιστούν οι δυσχέρειες αυτές, θα πρέπει να παρασχεθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να θεσπίζει μεταβατικά μέτρα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΜΕΡΟΣ Ι

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Δημόσια παρέμβαση και ιδιωτική αποθεματοποίηση

Τμήμα Ι

Γενικές διατάξεις

Τμήμα ΙΙ

Δημόσια παρέμβαση

Υποτμήμα Ι

Γενικές διατάξεις

Υποτμήμα ΙΙ

Άνοιγμα και Αναστολή των Αγορών

Υποτμήμα ΙΙΙ

Τιμή παρέμβασης

Υποτμήμα ΙV

Διάθεση από την παρέμβαση

Τμήμα ΙΙI

Ιδιωτική αποθεματοποίηση

Υποτμήμα Ι

Υποχρεωτική ενίσχυση

Υποτμήμα ΙΙ

Προαιρετική ενίσχυση

Τμήμα IV

Κοινές διατάξεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Ειδικά μέτρα παρέμβασης

Τμήμα Ι

Έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς

Τμήμα ΙΙ

Μέτρα στους τομείς των σιτηρών και του ρυζιού

Τμήμα ΙΙΙ

Μέτρα στον τομέα της ζάχαρης

Τμήμα IV

Προσαρμογή της προσφοράς

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Συστήματα περιορισμού της παραγωγής

Τμήμα Ι

Γενικές διατάξεις

Τμήμα ΙΙ

Ζάχαρη

Υποτμήμα Ι

Χορήγηση και διαχείριση ποσοστώσεων

Υποτμήμα ΙΙ

Υπέρβαση ποσοστώσεων

Τμήμα ΙΙΙ

Γάλα

Υποτμήμα Ι

Γενικές διατάξεις

Υποτμήμα ΙΙ

Χορήγηση και διαχείριση ποσοστώσεων

Υποτμήμα ΙΙΙ

Υπέρβαση ποσοστώσεων

Τμήμα IV

Διαδικαστικές διατάξεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Καθεστώτα ενισχύσεων

Τμήμα Ι

Ενισχύσεις για μεταποίηση

Υποτμήμα Ι

Αποξηραμένες χορτονομές

Υποτμήμα ΙΙ

Λίνο που καλλιεργείται για παραγωγή ινών

Τμήμα ΙΙ

Επιστροφή στην παραγωγή

Τμήμα ΙΙΙ

Ενισχύσεις στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

Τμήμα IV

Ενισχύσεις στον τομέα της ελιάς

Τμήμα V

Κοινοτικό ταμείο καπνού

Τμήμα VI

Ειδικές διατάξεις για τον τομέα της μελισσοκομίας

Τμήμα VII

Ενισχύσεις στον τομέα των μεταξοσκωλήκων

ΤΙΤΛΟΣ II

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Πρότυπα εμπορίας και όροι παραγωγής

Τμήμα Ι

Πρότυπα εμπορίας

Τμήμα ΙΙ

Όροι παραγωγής

Τμήμα ΙΙΙ

Διαδικαστικοί κανόνες

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Οργανώσεις παραγωγών, διεπαγγελματικές οργανώσεις, οργανώσεις φορέων

Τμήμα Ι

Γενικές αρχές

Τμήμα ΙΙ

Κανόνες σχετικοί με τις διεπαγγελματικές οργανώσεις στον τομέα του καπνού

Τμήμα ΙΙΙ

Διαδικαστικοί κανόνες

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές διατάξεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Εισαγωγές

Τμήμα Ι

Άδειες εισαγωγής

Τμήμα ΙΙ

Εισαγωγικοί δασμοί και εισφορές

Τμήμα ΙΙΙ

Διαχείριση εισαγωγικών ποσοστώσεων

Τμήμα IV

Ειδικές διατάξεις για ορισμένα προϊόντα

Υποτμήμα Ι

Ειδικές διατάξεις για εισαγωγές στους τομείς των σιτηρών και του ρυζιού

Υποτμήμα ΙΙ

Προτιμησιακά καθεστώτα εισαγωγών ζάχαρης

Υποτμήμα ΙΙΙ

Ειδικές διατάξεις για τις εισαγωγές κάνναβης

Υποτμήμα IV

Ειδικές διατάξεις για τις εισαγωγές λυκίσκου

Τμήμα V

Μέτρα διασφάλισης και ενεργητική τελειοποίηση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Εξαγωγές

Τμήμα Ι

Άδειες εξαγωγής

Τμήμα ΙΙ

Επιστροφές κατά την εξαγωγή

Τμήμα III

Διαχείριση εξαγωγικών ποσοστώσεων στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

Τμήμα IV

Ειδική μεταχείριση κατά την εισαγωγή σε τρίτες χώρες

Τμήμα V

Ειδικές διατάξεις για τα ζώντα φυτά

Τμήμα VI

Παθητική τελειοποίηση

ΜΕΡΟΣ IV

Κανόνες ανταγωνισμού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Κανόνες εφαρμοστέοι στις επιχειρήσεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις

ΜΕΡΟΣ V

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ VI

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ VIΙ

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Εκτελεστικές διατάξεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Μεταβατικές και τελικές διατάξεις

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

Μέρος Ι:

Σιτηρά

Μέρος II:

Ρύζι

Μέρος ΙΙΙ:

Ζάχαρη

Μέρος IV:

Αποξηραμένες χορτονομές

Μέρος V:

Σπόροι προς σπορά

Μέρος VI:

Λυκίσκος

Μέρος VII:

Ελαιόλαδο και επιτραπέζιες ελιές

Μέρος VIII:

Λίνο και κάνναβη που προορίζονται για την παραγωγή ινών

Μέρος IX:

Οπωροκηπευτικά

Μέρος X:

Προϊόντα με βάση τα μεταποιημένα οπωροκηπευτικά

Μέρος XI:

Μπανάνες

Μέρος XII:

Οίνοι

Μέρος XIII:

Ζώντα δένδρα και άλλα φυτά, βολβοί, ρίζες και παρεμφερή προϊόντα, κομμένα άνθη και διακοσμητικά φυλλώματα

Μέρος XIV:

Ακατέργαστος καπνός

Μέρος XV:

Βόειο κρέας

Μέρος XVI:

Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα

Μέρος XVII:

Χοίρειο κρέας

Μέρος XVIII:

Κρέας αιγοπροβάτων

Μέρος XIX:

Αυγά

Μέρος XX:

Κρέας πουλερικών

Μέρος XXI:

Λοιπά προϊόντα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3

Μέρος Ι:

Αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης

Μέρος II:

Προϊόντα μελισσοκομίας

Μέρος III:

Μεταξοσκώληκες

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΟΡΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

Μέρος Ι:

Ορισμοί που αφορούν τον τομέα του ρυζιού

Μέρος II:

Ορισμοί που αφορούν τον τομέα της ζάχαρης

Μέρος III:

Ορισμοί που αφορούν τον τομέα του λυκίσκου

Μέρος IV:

Ορισμοί που αφορούν τον τομέα του βοείου κρέατος

Μέρος V:

Ορισμοί που αφορούν τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

Μέρος VI:

Ορισμοί που αφορούν τον τομέα των αυγών

Μέρος VII:

Ορισμοί που αφορούν τον τομέα των πουλερικών

Μέρος VIII:

Ορισμοί που αφορούν τον τομέα της μελισσοκομίας

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV

ΠΟΙΟΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΡΥΖΙΟΥ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΗΣ

Α.

Ποιοτικός τύπος ρυζιού paddy

Β.

Ποιοτικός τύπος ζάχαρης

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΚΛΙΜΑΚΕΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΦΑΓΊΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 42

Α.

Κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων των ενήλικων βοοειδών

Β.

Κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων των χοίρων

Γ.

Κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων προβάτων

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 56 ΚΑΙ 59

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙ

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΟΓΛΥΚΟΖΗ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 58 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIΙΙ

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΩΝ ΖΑΧΑΡΗΣ Ή ΙΣΟΓΛΥΚΟΖΗΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 60

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΧ

ΕΘΝΙΚΕΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΟΥ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 66

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Χ

ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΣΕ ΛΙΠΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 70

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XI

 

Α.

Κατανομή της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας μεταξύ των κρατών μελών που προβλέπεται στο άρθρο 94 παράγραφος 1

Β.

Κατανομή της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας μεταξύ των κρατών μελών που προβλέπεται στο άρθρο 89

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΧΙΙ

ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΓΑΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 114 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΧΙΙΙ

ΕΜΠΟΡΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΟΡΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 114 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIV

ΠΡΟΤΥΠΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΩΝ ΤΟΜΕΩΝ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΕΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΕΡΙΚΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 116

Α.

Πρότυπα εμπορίας για τα αυγά ή τις κλώσσες του είδους Gallus gallus

Β.

Πρότυπα εμπορίας για το κρέας πουλερικών

Γ.

Πρότυπα εμπορίας για την παραγωγή και την εμπορία αυγών προς επώαση και νεοσσών πουλερικών ορνιθώνος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XV

ΠΡΟΤΥΠΑ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΙΠΑΡΕΣ ΥΛΕΣ ΓΙΑ ΕΠΑΛΕΙΨΗ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 115

Προσάρτημα του παραρτήματος XV

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVΙ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΕΛΑΙΟΛΑΔΩΝ ΚΑΙ ΠΥΡΗΝΕΛΑΙΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 118

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVII

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΙ ΔΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΡΥΖΙ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 137 ΚΑΙ 139

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVIII

ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ ΡΥΖΙΟΥ BASMATI ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 138

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIX

ΚΡΑΤΗ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 153 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3, ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 154 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΣΤΟΙΧΕΙΟ β) ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ ΜΕΡΟΣ II ΣΗΜΕΙΟ 12

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XX

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΤΟΜΕΩΝ ΤΩΝ ΣΙΤΗΡΩΝ, ΤΟΥ ΡΥΖΙΟΥ, ΤΗΣ ΖΑΧΑΡΗΣ, ΤΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 26 ΣΤΟΙΧΕΙΟ α) ΕΔΑΦΙΟ ii) ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΑΓΩΓΗ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ ΙII, ΚΕΦΑΛΑΙΟ III, ΤΜΗΜΑ II

Μέρος Ι:

Σιτηρά

Μέρος ΙΙ:

Ρύζι

Μέρος ΙΙΙ:

Ζάχαρη

Μέρος IV:

Γάλα

Μέρος V:

Αυγά

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΧXI

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΖΑΧΑΡΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΑΓΩΓΗ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ, ΤΜΗΜΑ ΙΙ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XXII

ΠΙΝΑΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 202

ΜΕΡΟΣ Ι

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινή οργάνωση των αγορών για τα προϊόντα των ακόλουθων τομέων, οι οποίοι περιγράφονται αναλυτικότερα στο παράρτημα Ι:

α)

σιτηρά, μέρος Ι του παραρτήματος Ι·

β)

ρύζι, μέρος ΙΙ του παραρτήματος Ι·

γ)

ζάχαρη, μέρος ΙΙΙ του παραρτήματος Ι·

δ)

αποξηραμένες χορτονομές, μέρος IV του παραρτήματος Ι·

ε)

σπόροι προς σπορά, μέρος V του παραρτήματος Ι·

στ)

λυκίσκος, μέρος VI του παραρτήματος Ι·

ζ)

ελαιόλαδο και επιτραπέζιες ελιές, μέρος VII του παραρτήματος Ι·

η)

λίνο και κάνναβη, μέρος VIII του παραρτήματος Ι·

θ)

οπωροκηπευτικά, μέρος IX του παραρτήματος Ι·

ι)

μεταποιημένα οπωροκηπευτικά, μέρος X του παραρτήματος Ι·

ια)

μπανάνες, μέρος XI του παραρτήματος Ι·

ιβ)

οίνος, μέρος XII του παραρτήματος Ι·

ιγ)

ζώντα φυτά και προϊόντα ανθοκομίας, μέρος XIII του παραρτήματος Ι (στο εξής «τομέας των ζώντων φυτών»)·

ιδ)

ακατέργαστος καπνός, μέρος XIV του παραρτήματος Ι·

ιε)

βόειο κρέας, μέρος XV του παραρτήματος Ι·

ιστ)

γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, μέρος XVI του παραρτήματος Ι·

ιστ)

χοίρειο κρέας, μέρος XVII του παραρτήματος Ι·

ιη)

κρέας αιγοπροβάτων, μέρος XVIII του παραρτήματος Ι·

ιθ)

αυγά, μέρος XIX του παραρτήματος Ι·

κ)

κρέας πουλερικών, μέρος XX του παραρτήματος Ι·

κα)

λοιπά προϊόντα, μέρος XXI του παραρτήματος Ι.

2.   Όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών, των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών και του οίνου, εφαρμόζεται μόνον το άρθρο 195 του παρόντος κανονισμού.

3.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ειδικά μέτρα για τους ακόλουθους τομείς, όπως απαριθμούνται και, ενδεχομένως, ορίζονται αναλυτικότερα στο παράρτημα ΙΙ:

α)

αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, μέρος Ι του παραρτήματος ΙΙ (στο εξής «τομέας της γεωργικής αιθυλικής αλκοόλης»)·

β)

προϊόντα μελισσοκομίας, μέρος ΙΙ του παραρτήματος ΙΙ (στο εξής «τομέας της μελισσοκομίας»)·

γ)

μεταξοσκώληκες, μέρος ΙΙΙ του παραρτήματος ΙΙ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.   Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί που αφορούν ορισμένους τομείς και περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:

α)

«γεωργός»: ο γεωργός όπως ορίζεται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1782/2003·

β)

«οργανισμός πληρωμών»: ο ή οι φορείς που ορίζονται από ένα κράτος μέλος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1290/2005·

γ)

«τιμή παρέμβασης»: η τιμή στην οποία τα προϊόντα αγοράζονται από τη δημόσια παρέμβαση.

Άρθρο 3

Περίοδοι εμπορίας

Καθορίζονται οι ακόλουθες περίοδοι εμπορίας:

α)

από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου ενός έτους για τον τομέα της μπανάνας·

β)

από την 1η Απριλίου έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους για:

i)

τον τομέα των αποξηραμένων χορτονομών,

ii)

τον τομέα των μεταξοσκωλήκων·

γ)

από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους για:

i)

τον τομέα των σιτηρών,

ii)

τον τομέα των σπόρων προς σπορά,

iii)

τον τομέα του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών,

iv)

τον τομέα του λίνου και της κάνναβης,

v)

τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων·

δ)

από την 1η Σεπτεμβρίου έως τις 31 Αυγούστου του επόμενου έτους για τον τομέα του ρυζιού·

ε)

από την 1η Οκτωβρίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους για τον τομέα της ζάχαρης.

Άρθρο 4

Εξουσίες της Επιτροπής

Στις περιπτώσεις που ανατίθενται στην Επιτροπή εξουσίες για τη λήψη μέτρων, η Επιτροπή ενεργεί με τη διαδικασία του άρθρου 195 παράγραφος 2, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 5

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 2.

Η Επιτροπή μπορεί να τροποποιεί τους ορισμούς που αφορούν το ρύζι και περιλαμβάνονται στο μέρος Ι του παραρτήματος ΙΙΙ, καθώς και τον ορισμό της «ζάχαρης ΑΚΕ/Ινδίας» που περιλαμβάνεται στο σημείο 12 του μέρους ΙΙ του εν λόγω παραρτήματος.

Η Επιτροπή μπορεί επίσης να καθορίσει τους συντελεστές μετατροπής για το ρύζι στα διάφορα στάδια της επεξεργασίας, το κόστος επεξεργασίας και την αξία των υποποπροϊόντων.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Δημόσια παρέμβαση και ιδιωτική αποθεματοποίηση

Τμήμα Ι

Γενικές Διατάξεις

Άρθρο 6

Πεδίο εφαρμογής

1.   Το παρόν κεφάλαιο θεσπίζει τους κανόνες που αφορούν, ανάλογα με την περίπτωση, τις αγορές από τη δημόσια παρέμβαση και τη χορήγηση ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση όσον αφορά τους ακόλουθους τομείς:

α)

σιτηρών·

β)

ρυζιού·

γ)

ζάχαρης·

δ)

ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών·,

ε)

βοείου κρέατος·

στ)

γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων·

ζ)

χοίρειου κρέατος·

η)

κρέατος αιγοπροβάτων.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, νοούνται ως:

α)

«σιτηρά»: τα σιτηρά που συγκομίζονται στην Κοινότητα·

β)

«γάλα»: το αγελαδινό γάλα που παράγεται στην Κοινότητα·

γ)

«αποκορυφωμένο γάλα»: το αποκορυφωμένο γάλα που λαμβάνεται απευθείας και αποκλειστικά από αγελαδινό γάλα κοινοτικής παραγωγής·

δ)

«κρέμα»: η κρέμα που λαμβάνεται απευθείας και αποκλειστικά από γάλα.

Άρθρο 7

Κοινοτική καταγωγή

Με την επιφύλαξη του άρθρου 6 παράγραφος 2, μόνο προϊόντα καταγωγής Κοινότητας είναι επιλέξιμα για αγορά από τη δημόσια παρέμβαση ή για τη χορήγηση ενίσχυσης για την ιδιωτική αποθεματοποίησή τους.

Άρθρο 8

Τιμές αναφοράς

1.   Για τα προϊόντα που υπόκεινται στα μέτρα παρέμβασης που αναφέρονται στο άρθρο 68 παράγραφος 1, καθορίζονται οι εξής τιμές αναφοράς:

α)

Όσον αφορά τον τομέα των σιτηρών:

101,31 ευρώ/τόνο, που προσαυξάνεται μηνιαίως ως εξής:

Νοέμβριος: κατά 0,46 ευρώ/τόνο,

Δεκέμβριος: κατά 0,92 ευρώ/τόνο,

Ιανουάριος: κατά 1,38 ευρώ/τόνο,

Φεβρουάριος: κατά 1,84 ευρώ/τόνο,

Μάρτιος: κατά 2,30 ευρώ/τόνο,

Απρίλιος: κατά 2,76 ευρώ/τόνο,

Μάιος: κατά 3,22 ευρώ/τόνο,

Ιούνιος: κατά 3,22 ευρώ/τόνο.

Η τιμή αναφοράς που ισχύει για τον αραβόσιτο και τους σπόρους σόργου τον Ιούνιο εξακολουθεί να ισχύει τον Ιούλιο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

β)

Όσον αφορά το αναποφλοίωτο ρύζι, 150 ευρώ/τόνο για τον ποιοτικό τύπο που ορίζεται στο σημείο Α του παραρτήματος ΙV.

γ)

Όσον αφορά τη ζάχαρη:

i)

για την λευκή ζάχαρη:

541,5 ευρώ/τόνο, για την περίοδο εμπορίας 2008/2009,

404,4 ευρώ/τόνο, από την περίοδο εμπορίας 2009/2010,

ii)

για την ακατέργαστη ζάχαρη:

448,8 ευρώ/τόνο, για την περίοδο εμπορίας 2008/2009,

335,2 ευρώ/τόνο, από την περίοδο εμπορίας 2009/2010.

Οι τιμές αναφοράς που αναφέρονται στα σημεία i) και ii) ισχύουν για τη μη συσκευασμένη ζάχαρη, στη θύρα του εργοστασίου, του ποιοτικού τύπου που ορίζεται στο σημείο Β του παραρτήματος ΙV.

δ)

Όσον αφορά τον τομέα του βοείου κρέατος, 2 224 ευρώ/τόνο για τα σφάγια αρσενικών βοοειδών ποιότητας R3 όπως ορίζεται στην κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων ενήλικων βοοειδών που προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο α).

ε)

Όσον αφορά τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων:

i)

246,39 ευρώ ανά 100 kg για το βούτυρο,

ii)

174,69 ευρώ ανά 100 kg για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη.

στ)

Όσον αφορά τον τομέα του χοιρείου κρέατος, 1 509,39 ευρώ/τόνο για τα σφάγια χοίρων του ποιοτικού τύπου που ορίζεται βάσει του βάρους και της περιεκτικότητας σε άπαχο κρέας σύμφωνα με την κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων χοίρων που προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο β) ως εξής:

i)

σφάγια βάρους από 60 έως λιγότερο από 120 kg: ποιότητα Ε όπως ορίζεται στο σημείο Β ΙΙ του παραρτήματος V,

ii)

σφάγια βάρους από 120 έως 180 kg: ποιότητα R όπως ορίζεται στο σημείο Β ΙΙ του παραρτήματος V.

2.   Οι τιμές αναφοράς για τα σιτηρά και το ρύζι που προβλέπονται στα σημεία α) και β) αντίστοιχα της παραγράφου 1, αφορούν το στάδιο της χονδρικής πωλήσεως προκειμένου για εμπορεύματα που παραδίδονται στην αποθήκη, πριν από την εκφόρτωσή τους, Οι τιμές αναφοράς αυτές ισχύουν για όλα τα κοινοτικά κέντρα παρέμβασης που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 41.

3.   Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 37 παράγραφος 2 της συνθήκης, μπορεί να τροποποιεί τις τιμές αναφοράς που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ανάλογα με τις εξελίξεις στην παραγωγή και στις αγορές.

Άρθρο 9

Κοινοποίηση τιμών στην αγορά ζάχαρης

Η Επιτροπή θεσπίζει σύστημα πληροφοριών για τις τιμές στην αγορά της ζάχαρης, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ένα σύστημα δημοσίευσης των επιπέδων τιμών στην αγορά της ζάχαρης.

Το σύστημα βασίζεται στις πληροφορίες που υποβάλλουν οι επιχειρήσεις παραγωγής λευκής ζάχαρης ή άλλοι φορείς που εμπλέκονται στο εμπόριο ζάχαρης. Οι πληροφορίες αυτές θεωρούνται εμπιστευτικές.

Η Επιτροπή μεριμνά ώστε οι δημοσιευόμενες πληροφορίες να μην επιτρέπουν τον εντοπισμό των τιμών των επιμέρους επιχειρήσεων ή φορέων.

Τμήμα ΙΙ

Δημόσια παρέμβαση

Υποτμήμα Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 10

Προϊόντα επιλέξιμα για τη δημόσια παρέμβαση

1.   Η δημόσια παρέμβαση εφαρμόζεται, υπό τους όρους που προβλέπονται στο παρόν τμήμα και υπό συμπληρωματικές απαιτήσεις και όρους που καθορίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 43, για τα ακόλουθα προϊόντα:

α)

μαλακό σίτο, σκληρό σίτο, κριθή, αραβόσιτο και σόργο,

β)

αναποφλοίωτο ρύζι,

γ)

λευκή ή ακατέργαστη ζάχαρης, εφόσον η ζάχαρη αυτή έχει παραχθεί στο πλαίσιο ποσόστωσης και παρασκευασθεί από τεύτλα ή ζαχαροκάλαμο που έχουν συγκομισθεί εντός της Κοινότητας,

δ)

νωπό ή διατηρημένο με απλή ψύξη κρέας του τομέα του βοείου κρέατος που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 0201 10 00 και 0201 20 20 έως 0201 20 50,

ε)

βούτυρο που παράγεται απευθείας και αποκλειστικώς από παστεριωμένη κρέμα σε εγκεκριμένη επιχείρηση της Κοινότητας, ελάχιστης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες βουτύρου 82 % κατά βάρος και μέγιστης περιεκτικότητας σε νερό 16 % κατά βάρος,

στ)

αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη πρώτης ποιότητας που παρασκευάζεται με τη μέθοδο του ραντισμού (spray) σε εγκεκριμένη επιχείρηση της Κοινότητας, απευθείας και αποκλειστικώς από αποκορυφωμένο γάλα, με ελάχιστη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες 35,6 % κατά βάρος επί του στερεού υπολείμματος χωρίς λίπος.

2.   Η δημόσια παρέμβαση επιτρέπεται να εφαρμόζεται στον τομέα του χοιρείου κρέατος, υπό τους όρους που προβλέπονται στο παρόν τμήμα και βάσει περαιτέρω απαιτήσεων και όρων που θα καθοριστούν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 43, όσον αφορά τα σφάγια ή τα ημιμόρια σφαγίων, νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 0203 11 10, την κοιλιακή χώρα (πανσέτα), νωπή ή διατηρημένη με απλή ψύξη, της διάκρισης ex 0203 19 15, και το λαρδί, νωπό ή διατηρημένο με απλή ψύξη της διάκρισης ex 0209 00 11.

Υποτμήμα ΙΙ

Άνοιγμα και Αναστολή των Αγορών

Άρθρο 11

Σιτηρά

1.   Για τα σιτηρά, η δημόσια παρέμβαση είναι ανοικτή:

α)

από την 1η Αυγούστου έως τις 30 Απριλίου για την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία,

β)

από την 1η Δεκεμβρίου έως τις 30 Ιουνίου για τη Σουηδία,

γ)

από την 1η Νοεμβρίου έως τις 31 Μαΐου για τα άλλα κράτη μέλη.

Ωστόσο, αγορές στα πλαίσια της δημόσιας παρέμβασης για τον αραβόσιτο μπορούν να γίνονται αποκλειστικά και μόνο εντός των κάτωθι ορίων:

α)

700 000 τόνων για το έτος εμπορίας 2008/2009,

β)

0 τόνων για το έτος εμπορίας 2009/2010.

2.   Σε περίπτωση που η περίοδος παρέμβασης στη Σουηδία οδηγήσει στην εκτροπή σιτηρών από άλλα κράτη μέλη προς την παρέμβαση στη Σουηδία, η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα για τη διόρθωση της κατάστασης.

Άρθρο 12

Ρύζι

Για το αναποφλοίωτο ρύζι, η δημόσια παρέμβαση είναι ανοικτή κατά την περίοδο από την 1η Απριλίου έως τις 31 Ιουλίου. Ωστόσο, οι αγορές από τη δημόσια παρέμβαση περιορίζονται σε 75 000 τόνους ανά περίοδο.

Άρθρο 13

Ζάχαρη

1.   Για τη ζάχαρη, η δημόσια παρέμβαση είναι ανοικτή καθ’ όλη τη διάρκεια των περιόδων εμπορίας 2008/2009 και 2009/2010. Ωστόσο, η δημόσια παρέμβαση περιορίζεται σε 600 000 τόνους, εκφραζόμενους σε λευκή ζάχαρη, ανά περίοδο εμπορίας.

2.   Η ζάχαρη που αποθεματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 κατά την διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε κανένα άλλο μέτρο αποθεματοποίησης προβλεπόμενο στα άρθρα 32, 52 ή 63.

Άρθρο 14

Βόειο κρέας

1.   Η Επιτροπή, χωρίς να επικουρείται από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, ανοίγει τη δημόσια παρέμβαση για το βόειο κρέας, εάν για διάστημα δύο συναπτών εβδομάδων η μέση αγοραία τιμή σε ένα κράτος μέλος ή σε μια περιφέρεια κράτους μέλους, η οποία καταγράφεται βάσει της κοινοτικής κλίμακας για την ταξινόμηση των σφαγίων που προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1, είναι κατώτερη των 1 560 ευρώ/τόνο.

2.   Η Επιτροπή, χωρίς να επικουρείται από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, κλείνει τη δημόσια παρέμβαση, όταν επί μία τουλάχιστον εβδομάδα δεν πληρούται πλέον ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 15

Βούτυρο

1.   Η Επιτροπή, χωρίς να επικουρείται από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, ανοίγει τη δημόσια παρέμβαση για το βούτυρο στα ή στα σχετικά κράτη μέλη κατά την περίοδο από 1ης Μαρτίου έως 31 Αυγούστου εάν, κατά τη διάρκεια αντιπροσωπευτικής περιόδου, οι αγοραίες τιμές βουτύρου σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη είναι χαμηλότερες από το 92 % της τιμής αναφοράς.

2.   Μόλις οι αγοραίες τιμές βουτύρου στα εν λόγω κράτη μέλη, κατά διάρκεια αντιπροσωπευτικής περιόδου, καταστούν ίσες ή ανώτερες από το 92 % της τιμής αναφοράς, η Επιτροπή, χωρίς να επικουρείται από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, αναστέλλει τις αγορές από τη δημόσια παρέμβαση.

Επιπλέον, όταν οι ποσότητες που προσφέρονται στην παρέμβαση κατά την περίοδο που ορίζεται στην παράγραφο 1 υπερβαίνουν τους 30 000 τόνους, η Επιτροπή μπορεί να αναστέλλει τις αγορές από τη δημόσια παρέμβαση. Στην περίπτωση αυτή, οι αγορές μπορούν να πραγματοποιούνται με διαγωνισμό, βάσει προδιαγραφών που καθορίζονται από την Επιτροπή.

3.   Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες για τη διαπίστωση των αγοραίων τιμών βουτύρου.

Άρθρο 16

Αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη

Για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, η δημόσια παρέμβαση είναι ανοικτή κατά την περίοδο από την 1η Μαρτίου έως τις 31 Αυγούστου.

Ωστόσο, η Επιτροπή μπορεί να αναστέλλει τη δημόσια παρέμβαση, μόλις οι ποσότητες που προσφέρονται στην παρέμβαση κατά την περίοδο αυτή υπερβούν τους 109 000 τόνους. Στην περίπτωση αυτή, οι αγορές μπορούν να πραγματοποιούνται με διαγωνισμό, βάσει όρων που καθορίζονται από την Επιτροπή.

Άρθρο 17

Χοίρειο κρέας

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να ανοίξει τη δημόσια παρέμβαση στον τομέα του χοιρείου κρέατος όταν η μέση κοινοτική αγοραία τιμή για τα σφάγια χοίρων, η οποία καθορίζεται σε σχέση με τις τιμές που καταγράφονται σε κάθε κράτος μέλος στις αντίστοιχες αγορές της Κοινότητας και σταθμίζονται με συντελεστές που αντικατοπτρίζουν το σχετικό μέγεθος του πληθυσμού χοίρων σε κάθε κράτος μέλος, είναι σε επίπεδο χαμηλότερο του 103 % της τιμής αναφοράς και είναι πιθανόν να παραμείνει στο επίπεδο αυτό.

Υποτμήμα ΙΙΙ

Τιμή παρέμβασης

Άρθρο 18

Σιτηρά

Η τιμή παρέμβασης για τα σιτηρά είναι ίση με την τιμή αναφοράς με την επιφύλαξη των αυξήσεων ή των μειώσεων των τιμών για λόγους ποιότητας.

Άρθρο 19

Ρύζι

Η τιμή παρέμβασης για το ρύζι είναι ίση με την τιμή αναφοράς.

Ωστόσο, εάν η ποιότητα των προϊόντων που προσφέρονται στον οργανισμό πληρωμών διαφέρει από τον ποιοτικό τύπο που αναφέρεται στο σημείο Α του παραρτήματος ΙV, η τιμή παρέμβασης αυξομοιώνεται αναλόγως.

Επιπλέον, η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει αυξήσεις και μειώσεις της τιμής παρέμβασης για να εξασφαλίζεται ότι η παραγωγή προσανατολίζεται προς ορισμένες ποικιλίες.

Άρθρο 20

Ζάχαρη

Η τιμή παρέμβασης για τη ζάχαρη ισούται προς το 80 % της τιμής αναφοράς που καθορίζεται για την περίοδο εμπορίας που ακολουθεί την περίοδο εμπορίας κατά την οποία υποβάλλεται η προσφορά.

Ωστόσο, εάν η ποιότητα της ζάχαρης που προσφέρεται στον οργανισμό πληρωμών διαφέρει από τον ποιοτικό τύπο που αναφέρεται στο στοιχείο Β του παραρτήματος ΙV, για τον οποίο καθορίζεται η τιμή αναφοράς, η τιμή παρέμβασης αυξάνεται ή μειώνεται αναλόγως.

Άρθρο 21

Βόειο κρέας

1.   Για το βόειο κρέας οι τιμές παρέμβασης και οι ποσότητες που γίνονται δεκτές στην παρέμβαση καθορίζονται από την Επιτροπή μέσω διαγωνισμών. Σε ειδικές περιστάσεις, μπορούν να καθορίζονται ανά κράτος μέλος ή ανά περιφέρεια κράτους μέλους, βάσει των καταγραφόμενων μέσων αγοραίων τιμών.

2.   Μπορούν να γίνονται δεκτές μόνον προσφορές οι οποίες δεν υπερβαίνουν τη μέση αγοραία τιμή που καταγράφεται σε ένα κράτος μέλος ή σε μια περιφέρεια κράτους μέλους, προσαυξημένη κατά ένα ποσό που καθορίζεται από την Επιτροπή βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

Άρθρο 22

Βούτυρο

Με την επιφύλαξη καθορισμού της τιμής παρέμβασης μέσω διαγωνισμού στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, η τιμή παρέμβασης για το βούτυρο ισούται προς το 90 % της τιμής αναφοράς.

Άρθρο 23

Αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη

Με την επιφύλαξη του καθορισμού της τιμής παρέμβασης μέσω διαγωνισμού στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 16 δεύτερο εδάφιο, η τιμή παρέμβασης για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη ισούται προς την τιμή αναφοράς.

Ωστόσο, εάν η πραγματική περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες είναι κατώτερη από την ελάχιστη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες που καθορίζεται στο στοιχείο στ) του άρθρου 9 (δηλαδή 35,6 % κατά βάρος), αλλά δεν είναι κατώτερη του 31,4 % κατά βάρος του στερεού υπολείμματος χωρίς λίπος, η τιμή παρέμβασης ισούται προς την τιμή αναφοράς μειωμένη κατά 1,75 % ανά ποσοστιαία μονάδα κάτω της περιεκτικότητας 35,6 % κατά βάρος σε πρωτεΐνες.

Άρθρο 24

Χοίρειο κρέας

1.   Η τιμή παρέμβασης στον τομέα του χοιρείου κρέατος καθορίζεται από την Επιτροπή για τα σφάγια χοίρων ποιοτικού τύπου. Η τιμή παρέμβασης δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερη του 92 % ούτε κατώτερη του 78 % της τιμής αναφοράς.

2.   Για τα προϊόντα ποιοτικού τύπου διαφορετικά από τα σφάγια χοίρων, οι τιμές παρέμβασης υπολογίζονται βάσει της τιμής παρέμβασης για τα σφάγια χοίρων, με βάση το λόγο μεταξύ της εμπορικής αξίας των προϊόντων αυτών προς την εμπορική αξία των σφαγίων χοίρων.

3.   Για προϊόντα διαφορετικά από τα προϊόντα ποιοτικού τύπου, οι τιμές παρέμβασης υπολογίζονται βάσει των τιμών που ισχύουν για τους σχετικούς ποιοτικούς τύπους, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ποιότητας σε σχέση με τον ποιοτικό τύπο. Οι τιμές αυτές εφαρμόζονται σε καθορισμένες ποιότητες.

Υποτμήμα ΙV

Διάθεση από την παρέμβαση

Άρθρο 25

Γενικές αρχές

Τα προϊόντα που αγοράζονται από τη δημόσια παρέμβαση διατίθενται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε διαταραχή της αγοράς και να εξασφαλίζεται ίση πρόσβαση στα εμπορεύματα και ίση μεταχείριση των αγοραστών και σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης.

Άρθρο 26

Διάθεση της ζάχαρης

Όσον αφορά τη ζάχαρη που αγοράζεται από τη δημόσια παρέμβαση, οι οργανισμοί πληρωμών μπορούν να πωλούν ζάχαρη μόνον σε τιμή υψηλότερη από την τιμή αναφοράς που καθορίζεται για την περίοδο εμπορίας κατά την οποία πραγματοποιείται η πώληση.

Ωστόσο, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι οι οργανισμοί πληρωμών:

α)

μπορούν να πωλούν ζάχαρη σε τιμή ίση ή χαμηλότερη από την τιμή αναφοράς που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, εάν η ζάχαρη προορίζεται:

i)

για χρήση ως ζωοτροφή, ή

ii)

για εξαγωγή, είτε χωρίς περαιτέρω μεταποίηση είτε μετά από μεταποίηση σε προϊόντα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι της συνθήκης ή σε εμπορεύματα απαριθμούμενα στο μέρος ΙΙΙ του παραρτήματος XΧ του παρόντος κανονισμού.

β)

πρέπει να διαθέτουν την αμεταποίητη ζάχαρη που κατέχουν, για ανθρώπινη κατανάλωση στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας, σε φιλανθρωπικές οργανώσεις —αναγνωρισμένες από το οικείο κράτος μέλος ή από την Επιτροπή στις περιπτώσεις που ένα κράτος μέλος δεν έχει αναγνωρίσει καμία τέτοια οργάνωση— σε τιμή χαμηλότερη από την τρέχουσα τιμή αναφοράς ή δωρεάν προς διανομή στο πλαίσιο επιμέρους δραστηριοτήτων ενίσχυσης έκτακτης ανάγκης.

Άρθρο 27

Διανομή στους απόρους της Κοινότητας

1.   Τα προϊόντα που βρίσκονται στα αποθέματα παρέμβασης τίθενται στη διάθεση ορισμένων οργανισμών προκειμένου να καταστεί δυνατή η διανομή τροφίμων στα πιο άπορα άτομα της Κοινότητας βάσει ετήσιου σχεδίου.

Η διανομή γίνεται:

α)

δωρεάν, ή

β)

σε τιμή η οποία δεν υπερβαίνει, σε καμία περίπτωση, την τιμή που δικαιολογείται από τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι οριζόμενοι οργανισμοί για την εκτέλεση της ενέργειας.

2.   Επιτρέπεται η προμήθεια ενός προϊόντος από την κοινοτική αγορά εάν:

α)

δεν είναι διαθέσιμο προσωρινά στα κοινοτικά αποθέματα παρέμβασης κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του ετήσιου σχεδίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στον βαθμό που απαιτείται για την υλοποίηση του σχεδίου σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη και εφόσον τα έξοδα παραμένουν εντός των ορίων εξόδων που προβλέπονται για το σκοπό αυτόν από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ή

β)

η υλοποίηση του σχεδίου συνεπάγεται την προσφυγή σε μεταφορά, μεταξύ κρατών μελών, μικρών ποσοτήτων προϊόντων που κατέχει η παρέμβαση ενός κράτους μέλους άλλου από αυτό ή από αυτά όπου χρειάζεται το προϊόν.

3.   Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ορίζουν τους οργανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και ενημερώνουν εγκαίρως την Επιτροπή κάθε έτος, εάν επιθυμούν να εφαρμόσουν το καθεστώς αυτό.

4.   Τα προϊόντα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παραδίδονται δωρεάν στους οριζόμενους οργανισμούς. Η λογιστική αξία των προϊόντων αυτών ισούται προς την τιμή παρέμβασης, προσαρμοσμένη, κατά περίπτωση, με συντελεστές που λαμβάνουν υπόψη τις ποιοτικές διαφορές.

5.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 190, τα προϊόντα που διατίθενται δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου χρηματοδοτούνται με πιστώσεις εγγεγραμμένες στο σχετικό άρθρο του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το ΕΓΤΕ. Μπορεί επίσης να προβλέπεται ότι η χρηματοδότηση αυτή συμβάλλει στην κάλυψη των εξόδων μεταφοράς των προϊόντων από τα κέντρα παρέμβασης, καθώς και των διοικητικών εξόδων στα οποία υποβάλλονται οι οριζόμενοι οργανισμοί για την εφαρμογή του καθεστώτος που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, με εξαίρεση τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται ενδεχομένως οι δικαιούχοι στο πλαίσιο της εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2.

Τμήμα III

Ιδιωτική αποθεματοποίηση

Υποτμήμα Ι

Υποχρεωτική ενίσχυση

Άρθρο 28

Επιλέξιμα προϊόντα

Ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση χορηγείται, υπό τους όρους που προβλέπονται στο παρόν τμήμα και υπό συμπληρωματικές απαιτήσεις και όρους που καθορίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 43, για τα ακόλουθα προϊόντα:

α)

όσον αφορά:

i)

την κρέμα,

ii)

το μη αλατισμένο βούτυρο που παράγεται από κρέμα ή γάλα σε εγκεκριμένη επιχείρηση της Κοινότητας, ελάχιστης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες βουτύρου 82 % κατά βάρος και μέγιστης περιεκτικότητας σε νερό 16 % κατά βάρος,

iii)

το αλατισμένο βούτυρο που παράγεται από γάλα ή κρέμα σε εγκεκριμένη επιχείρηση της Κοινότητας, ελάχιστης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες βουτύρου 80 % κατά βάρος, μέγιστης περιεκτικότητας σε νερό 16 % κατά βάρος και μέγιστης περιεκτικότητας σε αλάτι 2 % κατά βάρος,

β)

όσον αφορά τα τυριά:

i)

Grana Padano ηλικίας τουλάχιστον εννέα μηνών,

ii)

Parmigiano Reggiano ηλικίας τουλάχιστον δεκαπέντε μηνών,

iii)

Provolone ηλικίας τουλάχιστον τριών μηνών.

Άρθρο 29

Όροι και ύψος της ενίσχυσης για την κρέμα και το βούτυρο

Η Επιτροπή καθορίζει τις εθνικές ποιοτικές κλάσεις βουτύρου που είναι επιλέξιμες για ενίσχυση. Το βούτυρο διατίθεται στην αγορά αναλόγως.

Το ποσό της ενίσχυσης για την κρέμα και το βούτυρο καθορίζεται από την Επιτροπή βάσει των εξόδων αποθεματοποίησης και της προβλεπόμενης εξέλιξης των τιμών νωπού βουτύρου και βουτύρου αποθεματοποίησης.

Εάν, κατά την έξοδο από τα αποθέματα, η αγορά έχει εξελιχθεί κατά δυσμενή και απρόβλεπτο τη στιγμή της εισόδου στα αποθέματα τρόπο, το ποσό της ενίσχυσης μπορεί να αυξάνεται.

Άρθρο 30

Όροι και ύψος της ενίσχυσης για τα τυριά

Οι όροι χορήγησης και το ποσό της ενίσχυσης που καταβάλλεται για τα τυριά καθορίζονται από την Επιτροπή. Το ποσό της ενίσχυσης καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τα έξοδα αποθεματοποίησης και την προβλεπόμενη εξέλιξη των τιμών της αγοράς.

Ο οργανισμός πληρωμών που ορίζεται από το κράτος μέλος στο οποίο τα εν λόγω τυριά παράγονται και στο οποίο δικαιούνται να φέρουν την ονομασία προέλευσης, αναλαμβάνει την εκτέλεση των μέτρων που λαμβάνονται από την Επιτροπή δυνάμει του πρώτου εδαφίου.

Υποτμήμα ΙΙ

Προαιρετική ενίσχυση

Άρθρο 31

Επιλέξιμα προϊόντα

1.   Επιτρέπεται να χορηγείται ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση, υπό τους όρους που προβλέπονται στο παρόν τμήμα και υπό συμπληρωματικές απαιτήσεις και όρους που καθορίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 43, για τα ακόλουθα προϊόντα:

α)

λευκή ζάχαρη,

β)

ελαιόλαδο,

γ)

νωπό ή διατηρημένο με απλή ψύξη κρέας ενήλικων βοοειδών που παρουσιάζεται υπό μορφή ολόκληρων σφαγίων, ημιμορίων σφαγίων, αλληλοσυμπληρούμενων τεταρτημορίων, εμπρόσθιων ή οπίσθιων τεταρτημορίων, ταξινομημένων σύμφωνα με την κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων ενήλικων βοοειδών που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 42,

δ)

αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη πρώτης ποιότητας, το οποίο παράγεται σε εγκεκριμένη επιχείρηση της Κοινότητας απευθείας και αποκλειστικώς από αποκορυφωμένο γάλα,

ε)

τυριά μακράς διατήρησης και τυριά, τα οποία παρασκευάζονται από πρόβειο ή/και αίγειο γάλα και απαιτούν τουλάχιστον έξι μήνες ωρίμανσης,

στ)

χοίρειο κρέας,

ζ)

κρέας αιγοπροβάτων.

Η Επιτροπή μπορεί να τροποποιεί τον κατάλογο των προϊόντων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου, εάν το απαιτεί η κατάσταση της αγοράς.

2.   Η Επιτροπή καθορίζει την ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκ των προτέρων ή μέσω διαγωνισμού.

Όσον αφορά τα προϊόντα των στοιχείων δ) και ε) της παραγράφου 1, η ενίσχυση καθορίζεται με βάση τα έξοδα αποθεματοποίησης και, αντίστοιχα:

i)

την πιθανή τάση των τιμών αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη,

ii)

την ισορροπία που πρέπει να διατηρείται μεταξύ των τυριών για τα οποία χορηγείται ενίσχυση και άλλων τυριών που διατίθενται στην αγορά.

Άρθρο 32

Προϋποθέσεις χορήγησης ενίσχυσης για τη λευκή ζάχαρη

1.   Εάν η μέση καταγραφόμενη κοινοτική τιμή της λευκής ζάχαρης είναι κατώτερη από την τιμή αναφοράς κατά τη διάρκεια μιας αντιπροσωπευτικής περιόδου και ενδέχεται να παραμείνει σε αυτό το επίπεδο, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης της αγοράς, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να χορηγήσει ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση λευκής ζάχαρης σε επιχειρήσεις που διαθέτουν ποσόστωση ζάχαρης.

2.   Η ζάχαρη που αποθεματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 κατά την διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε κανένα άλλο μέτρο αποθεματοποίησης σύμφωνα με τα άρθρα 13, 52 ή 63.

Άρθρο 33

Προϋποθέσεις χορήγησης ενίσχυσης για το ελαιόλαδο

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να επιτρέψει σε οργανισμούς που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις και έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη, να συνάπτουν συμβάσεις αποθεματοποίησης για το ελαιόλαδο που διαθέτουν στην αγορά, σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της αγοράς σε ορισμένες περιφέρειες της Κοινότητας, μεταξύ άλλων όταν η μέση τιμή που καταγράφεται στην αγορά κατά τη διάρκεια μιας αντιπροσωπευτικής περιόδου είναι χαμηλότερη από:

α)

1 779 ευρώ/τόνο για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, ή

β)

1 710 ευρώ/τόνο για το παρθένο ελαιόλαδο, ή

γ)

1 524 ευρώ/τόνο για το ελαιόλαδο λαμπάντε με ελεύθερη οξύτητα 2 βαθμών· το ποσό αυτό μειώνεται κατά 36,70 ευρώ/τόνο για κάθε επιπλέον βαθμό οξύτητας.

Άρθρο 34

Προϋποθέσεις χορήγησης ενίσχυσης για τα προϊόντα του τομέα του βοείου κρέατος

Όταν η μέση τιμή της κοινοτικής αγοράς, η οποία καταγράφεται βάσει της κοινοτικής κλίμακας ταξινόμησης των σφαγίων ενήλικων βοοειδών που προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1, ευρίσκεται σε επίπεδο χαμηλότερο από το 103 % της τιμής αναφοράς και είναι πιθανό να διατηρηθεί στο επίπεδο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να χορηγήσει ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση.

Άρθρο 35

Προϋποθέσεις χορήγησης ενίσχυσης για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να χορηγήσει ενίσχυση για την ιδιωτική αποθεματοποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη, ιδίως εάν από την εξέλιξη των τιμών και των αποθεμάτων του προϊόντος αυτού διαπιστώνεται σοβαρή αστάθεια της αγοράς που μπορεί να εξαλειφθεί ή να περιοριστεί μέσω εποχιακής αποθεματοποίησης.

Άρθρο 36

Προϋποθέσεις χορήγησης ενίσχυσης για τα τυριά

1.   Εάν από την εξέλιξη των τιμών και των αποθεμάτων των τυριών που αναφέρονται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του άρθρου 31 διαπιστώνεται σοβαρή αστάθεια της αγοράς που μπορεί να εξαλειφθεί ή να περιοριστεί μέσω εποχιακής αποθεματοποίησης, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να χορηγήσει ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση.

2.   Εάν, κατά τη στιγμή της λήξης των συμβάσεων αποθεματοποίησης, το επίπεδο των τιμών της αγοράς για τα τυριά που βρίσκονται σε αποθεματοποίηση είναι ανώτερο από αυτό που ίσχυε τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να προσαρμόσει ανάλογα το ποσό της ενίσχυσης.

Άρθρο 37

Προϋποθέσεις χορήγησης ενίσχυσης για το χοίρειο κρέας

Όταν η μέση τιμή της κοινοτικής αγοράς των σφαγίων χοίρου, η οποία ορίζεται βάσει των τιμών που καταγράφονται σε κάθε κράτος μέλος στις αντιπροσωπευτικές αγορές της Κοινότητας και σταθμίζονται με συντελεστές που εκφράζουν το σχετικό ύψος του ζωικού κεφαλαίου χοιροειδών κάθε κράτους μέλους, ευρίσκεται σε επίπεδο κατώτερο από το 103 % της τιμής αναφοράς και είναι πιθανό να διατηρηθεί στο επίπεδο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να χορηγήσει ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση.

Άρθρο 38

Προϋποθέσεις χορήγησης ενίσχυσης για το κρέας αιγοπροβάτων

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει τη χορήγηση ενίσχυσης για ιδιωτική αποθεματοποίηση, όταν υπάρχει ιδιαίτερα δυσχερής κατάσταση στην αγορά κρέατος αιγοπροβάτων σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ζώνες διαμόρφωσης τιμών:

α)

Μεγάλη Βρετανία,

β)

Βόρεια Ιρλανδία,

γ)

κάθε άλλο κράτος μέλος εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, λαμβανόμενο χωριστά.

Τμήμα IV

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 39

Κανόνες αποθεματοποίησης

1.   Οι οργανισμοί πληρωμών δεν επιτρέπεται να αποθεματοποιούν, εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγονται, τα προϊόντα τα οποία αγόρασαν, εκτός εάν έχουν λάβει προηγούμενη άδεια της Επιτροπής.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο θεωρούνται ενιαίο κράτος μέλος.

2.   Η άδεια χορηγείται εάν η αποθεματοποίηση είναι απαραίτητη και αφού ληφθούν υπόψη:

α)

οι δυνατότητες και οι ανάγκες αποθεματοποίησης στο κράτος μέλος, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο οργανισμός πληρωμών, και στα λοιπά κράτη μέλη,

β)

πρόσθετες ενδεχόμενες δαπάνες, οι οποίες προκύπτουν, αφενός, από την αποθεματοποίηση εντός του κράτους μέλους, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο οργανισμός πληρωμών, και, αφετέρου, από τη μεταφορά.

3.   Άδεια για αποθεματοποίηση σε τρίτη χώρα χορηγείται μόνον εάν, βάσει των αναφερομένων στην παράγραφο 2 κριτηρίων, η αποθεματοποίηση εντός άλλου κράτους μέλους θα προκαλούσε σημαντικές δυσχέρειες.

4.   Τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) καθορίζονται κατόπιν διαβουλεύσεως όλων των κρατών μελών.

5.   Δασμοί και άλλα ποσά που χορηγούνται ή εισπράττονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν εφαρμόζονται στα προϊόντα:

α)

που μεταφέρονται κατόπιν αδείας που χορηγείται δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3, ή

β)

που μεταβιβάζονται από έναν οργανισμό πληρωμών σε άλλον.

6.   Ο οργανισμός πληρωμών ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3, παραμένει υπεύθυνος για τα προϊόντα που αποθεματοποιούνται εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται.

7.   Αν τα κατεχόμενα από οργανισμό πληρωμών προϊόντα εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται, δεν επαναφερθούν σε αυτό το κράτος μέλος, η διάθεσή τους πραγματοποιείται στις τιμές και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται ή που θα καθοριστούν για τον τόπο αποθεματοποίησης.

Άρθρο 40

Κανόνες για τους διαγωνισμούς

Στους διαγωνισμούς πρέπει να διασφαλίζεται ισότητα πρόσβασης σε όλους τους ενδιαφερομένους.

Η επιλογή μεταξύ των συμμετεχόντων στη διαδικασία του διαγωνισμού πραγματοποιείται κατά σειρά, βάσει των πλέον ευνοϊκών για την Κοινότητα προσφορών. Σε κάθε περίπτωση, είναι δυνατό να μη δοθεί συνέχεια σε μια διαδικασία διαγωνισμού.

Άρθρο 41

Κέντρα παρέμβασης

1.   Η Επιτροπή ορίζει τα κέντρα παρέμβασης των τομέων των σιτηρών και του ρυζιού και καθορίζει τους όρους που ισχύουν για αυτά.

Όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των σιτηρών, η Επιτροπή μπορεί να ορίζει κέντρα παρέμβασης για κάθε είδος σιτηρών.

2.   Κατά τη σύνταξη του καταλόγου των κέντρων παρέμβασης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ιδίως τα εξής:

α)

θέση των κέντρων σε περιοχές πλεονασματικές ως προς τα αντίστοιχα προϊόντα,

β)

ύπαρξη επαρκών εγκαταστάσεων και τεχνικού εξοπλισμού,

γ)

ευνοϊκή θέση όσον αφορά τα μέσα μεταφοράς.

Άρθρο 42

Ταξινόμηση σφαγίων

1.   Κοινοτικές κλίμακες ταξινόμησης σφαγίων ισχύουν σύμφωνα με τους κανόνες του παραρτήματος V για τους ακόλουθους τομείς:

α)

του βοείου κρέατος όσον αφορά τα σφάγια ενήλικων βοοειδών,

β)

του χοίρειου κρέατος όσον αφορά τα σφάγια χοίρων εκτός εκείνων που έχουν χρησιμοποιηθεί για διασταυρώσεις,

Στον τομέα του κρέατος αιγοπροβάτων, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν κοινοτική κλίμακα για την ταξινόμηση των σφαγίων προβάτων σύμφωνα με τους κανόνες του σημείου Γ του παραρτήματος V.

2.   Επιτόπιες επιθεωρήσεις όσον αφορά την ταξινόμηση των σφαγίων ενήλικων βοοειδών και προβάτων διενεργούνται εξ ονόματος της Κοινότητας από κοινοτική επιτροπή επιθεώρησης που απαρτίζεται από εμπειρογνώμονες της Επιτροπής και εμπειρογνώμονες διοριζόμενους από τα κράτη μέλη. Η επιτροπή αυτή υποβάλλει στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη έκθεση σχετικά με τους ελέγχους που πραγματοποίησε.

Τα έξοδα των διενεργούμενων επιθεωρήσεων βαρύνουν την Κοινότητα.

Άρθρο 43

Εκτελεστικοί κανόνες

Με την επιφύλαξη των τυχόν ειδικών εξουσιών που ανατίθενται στην Επιτροπή από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του, οι οποίοι μπορούν να αφορούν ιδίως:

α)

τις απαιτήσεις και τους όρους που πρέπει να πληρούν και, στην περίπτωση του χοιρείου κρέατος, επιπλέον του σχετικού καταλόγου, τα προϊόντα που αγοράζονται από τη δημόσια παρέμβαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10, ή για τα οποία χορηγείται ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση, όπως αναφέρεται στα άρθρα 28 και 31, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα, τις ομάδες ποιοτήτων, τις ποιοτικές κλάσεις, τις κατηγορίες, τις ποσότητες, τη συσκευασία συμπεριλαμβανομένης της επισήμανσης, τις ανώτατες ηλικίες, τη διατήρηση, το στάδιο των προϊόντων το οποίο αφορά η τιμή παρέμβασης, τη διάρκεια της ιδιωτικής αποθεματοποίησης,

β)

τις τροποποιήσεις του μέρους Β του παραρτήματος ΙV,

γ)

ανάλογα με την περίπτωση, την κλίμακα των εφαρμοστέων προσαυξήσεων και μειώσεων,

δ)

τις διαδικασίες και τους όρους παραλαβής στη δημόσια παρέμβαση από τους οργανισμούς πληρωμών και χορήγησης της ενίσχυσης για ιδιωτική αποθεματοποίηση, και ιδίως όσον αφορά:

i)

τη σύναψη και το περιεχόμενο των συμβάσεων,

ii)

τη διάρκεια της περιόδου ιδιωτικής αποθεματοποίησης και τους όρους σύμφωνα με τους οποίους οι περίοδοι αυτές, μετά τον καθορισμό τους στις συμβάσεις, μπορούν να συντομευθούν ή να παραταθούν,

iii)

τους όρους σύμφωνα με τους οποίους μπορεί να αποφασίζεται να διατεθούν τα προϊόντα που καλύπτονται από συμβάσεις ιδιωτικής αποθεματοποίησης είτε εκ νέου στην αγορά είτε με άλλο τρόπο,

iv)

το κράτος μέλος στο οποίο μπορεί να υποβληθεί αίτηση για ιδιωτική αποθεματοποίηση.

ε)

την έγκριση του καταλόγου αντιπροσωπευτικών αγορών που αναφέρεται στα άρθρα 17 και 37,

στ)

τους κανόνες που σχετίζονται με τους όρους διάθεσης των προϊόντων που έχουν αγοραστεί από τη δημόσια παρέμβαση, ιδίως όσον αφορά τις τιμές πώλησης, τους όρους εξόδου από τα αποθέματα, ενδεχομένως την επακόλουθη χρήση ή προορισμό των προϊόντων που εξέρχονται από τα αποθέματα, τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται και, ανάλογα με την περίπτωση, το σύστημα εγγυήσεων που πρέπει να εφαρμόζεται,

ζ)

την κατάρτιση του ετήσιου σχεδίου που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 1,

η)

τις προϋποθέσεις λήψης από την κοινοτική αγορά που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 2,

θ)

τους κανόνες που αφορούν τις άδειες που αναφέρονται στο άρθρο 42, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι απολύτως αναγκαίο, των παρεκκλίσεων από τους κανόνες σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές,

ι)

τους κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται στην περίπτωση διεξαγωγής διαγωνισμών,

ια)

τους κανόνες σχετικά με τον ορισμό των κέντρων παρέμβασης που αναφέρονται στο άρθρο 41,

ιβ)

τους όρους που πρέπει να πληρούν οι αποθήκες όπου επιτρέπεται να αποθεματοποιούνται τα προϊόντα,

ιγ)

τις κοινοτικές κλίμακες ταξινόμησης των σφαγίων που προβλέπονται στο άρθρο 42 παράγραφος 1, ιδίως όσον αφορά:

i)

τους ορισμούς,

ii)

την παρουσίαση των σφαγίων για την αναφορά των τιμών όσον αφορά την ταξινόμηση των σφαγίων των ενήλικων βοοειδών,

iii)

για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται στα σφαγεία, όπως προβλέπεται στο σημείο ΙΙΙ του σημείου Α του παραρτήματος V,

τις τυχόν παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 88/409/ΕΟΚ για τα σφαγεία που θέλουν να περιορίσουν την παραγωγή τους μόνο στην τοπική αγορά,

τις τυχόν παρεκκλίσεις που είναι δυνατόν να χορηγούνται στα κράτη μέλη που το ζητούν, για τα σφαγεία όπου σφάζεται μόνον ένας μικρός αριθμός βοοειδών,

iv)

την εξουσιοδότηση των κρατών μελών να μην εφαρμόζουν την κλίμακα κατάταξης για την ταξινόμηση των σφαγίων χοίρων και να χρησιμοποιούν κριτήρια αξιολόγησης επιπλέον του βάρους και της υπολογιζόμενης περιεκτικότητας σε άπαχο κρέας,

v)

τους κανόνες για την αναφορά των τιμών ορισμένων προϊόντων από τα κράτη μέλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Ειδικά μέτρα παρέμβασης

Τμήμα Ι

Έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς

Άρθρο 44

Ασθένειες ζώων

1.   Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει έκτακτα μέτρα για τη στήριξη της θιγόμενης αγοράς, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι περιορισμοί στις συναλλαγές εντός της Κοινότητας ή με τρίτες χώρες, οι οποίοι ενδεχομένως προκύπτουν από την εφαρμογή μέτρων για την αποτροπή της εξάπλωσης ασθενειών των ζώων.

Τα μέτρα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζονται στους ακόλουθους τομείς:

α)

βοείου κρέατος,

β)

γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων,

γ)

χοίρειου κρέατος,

δ)

κρέατος αιγοπροβάτων,

ε)

αυγών,

στ)

κρέατος πουλερικών.

2.   Τα μέτρα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 λαμβάνονται κατόπιν αιτήσεως του ή των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

Τα μέτρα αυτά επιτρέπεται να λαμβάνονται μόνον εάν το ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη έχουν λάβει κτηνιατρικά και υγειονομικά μέτρα για την ταχεία εξάλειψη της ασθένειας, και στο βαθμό και για το χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαία για τη στήριξη της συγκεκριμένης αγοράς.

Άρθρο 45

Κλονισμός της εμπιστοσύνης των καταναλωτών

Όσον αφορά τους τομείς κρέατος πουλερικών και αυγών, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη σοβαρές διαταραχές της αγοράς που αποδίδονται ευθέως στον κλονισμό της εμπιστοσύνης των καταναλωτών ως αποτέλεσμα κινδύνων για τη δημόσια υγεία ή για την υγεία των ζώων.

Τα εν λόγω μέτρα λαμβάνονται κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

Άρθρο 46

Χρηματοδότηση

1.   Η Κοινότητα συμμετέχει στη χρηματοδότηση των έκτακτων μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 44 και 45 κατά το 50 % των δαπανών που βαρύνουν τα κράτη μέλη.

Ωστόσο, όσον αφορά τους τομείς του βοείου κρέατος, του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, του χοιρείου κρέατος και του κρέατος αιγοπροβάτων, η Κοινότητα συμμετέχει στη χρηματοδότηση κατά το 60 % των εν λόγω δαπανών σε περίπτωση καταπολέμησης του αφθώδους πυρετού.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν οι παραγωγοί συνεισφέρουν στις δαπάνες των κρατών μελών, αυτό να μη στρεβλώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών στα διάφορα κράτη μέλη.

3.   Τα άρθρα 87, 88 και 89 της συνθήκης δεν εφαρμόζονται στη χρηματοδοτική συμμετοχή των κρατών μελών στα έκτακτα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 44 και 45.

Τμήμα ΙΙ

Μέτρα στους τομείς των σιτηρών και του ρυζιού

Άρθρο 47

Ειδικά μέτρα για την αγορά στον τομέα των σιτηρών

1.   Όταν το υπαγορεύει η κατάσταση της αγοράς, η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει ειδικά μέτρα παρέμβασης για τον τομέα των σιτηρών. Αυτά τα μέτρα παρέμβασης μπορούν να λαμβάνονται ιδίως εάν, σε μία ή περισσότερες περιφέρειες της Κοινότητας, οι αγοραίες τιμές μειώνονται ή υπάρχει κίνδυνος να μειωθούν σε σχέση με την τιμή παρέμβασης.

2.   Η φύση και η εφαρμογή των ειδικών μέτρων παρέμβασης, καθώς και οι όροι και οι διαδικασίες της πώλησης ή των άλλων τρόπων διάθεσης των προϊόντων που υπόκεινται στα εν λόγω μέτρα, καθορίζονται από την Επιτροπή.

Άρθρο 48

Ειδικά μέτρα για την αγορά στον τομέα του ρυζιού

1.   Η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει ειδικά μέτρα:

α)

για να προλαμβάνεται η μεγάλης κλίμακας προσφυγή στη δημόσια παρέμβαση, όπως προβλέπεται στο τμήμα ΙΙ του κεφαλαίου Ι του παρόντος μέρους, στον τομέα του ρυζιού σε ορισμένες περιφέρειες της Κοινότητας,

β)

για να καλύπτονται ελλείψεις αναποφλοίωτου ρυζιού ύστερα από θεομηνίες.

2.   Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Τμήμα III

Μέτρα στον τομέα της ζάχαρης

Άρθρο 49

Ελάχιστη τιμή ζαχαροτεύτλων

1.   Η ελάχιστη τιμή για τα ζαχαρότευτλα ποσόστωσης είναι:

α)

27,83 ευρώ ανά τόνο, για την περίοδο εμπορίας 2008/2009,

β)

26,29 ευρώ ανά τόνο, από την περίοδο εμπορίας 2009/2010.

2.   Η ελάχιστη τιμή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται στα ζαχαρότευτλα του ποιοτικού τύπου που ορίζεται στο σημείο Β του παραρτήματος ΙV.

3.   Οι επιχειρήσεις ζάχαρης που αγοράζουν τεύτλα ποσόστωσης κατάλληλα για μεταποίηση σε ζάχαρη και τα οποία προορίζονται για μεταποίηση σε ζάχαρη ποσόστωσης υποχρεούνται να καταβάλλουν τουλάχιστον την ελάχιστη τιμή, η οποία αναπροσαρμόζεται προς τα άνω ή προς τα κάτω προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι αποκλίσεις από τον ποιοτικό τύπο.

Οι προσαυξήσεις και μειώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζονται σύμφωνα με κανόνες εφαρμογής που θεσπίζονται από την Επιτροπή.

4.   Για τις ποσότητες ζαχαροτεύτλων που αντιστοιχούν στις ποσότητες βιομηχανικής ζάχαρης ή πλεονάσματος ζάχαρης που υπόκεινται στην εισφορά επί του πλεονάσματος που προβλέπεται στο άρθρο 64, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ζάχαρης αναπροσαρμόζει την τιμή αγοράς, ούτως ώστε να ισούται τουλάχιστον με την ελάχιστη τιμή για τα τεύτλα ποσόστωσης.

Άρθρο 50

Διεπαγγελματικές συμφωνίες

1.   Οι διεπαγγελματικές συμφωνίες και οι συμβάσεις παράδοσης είναι σύμφωνες με την παράγραφο 3 και με τους όρους αγοράς που καθορίζονται από την Επιτροπή, ιδίως όσον αφορά τους όρους που διέπουν την αγορά, την παράδοση, την παραλαβή και την πληρωμή των τεύτλων.

2.   Οι όροι αγοράς ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου διέπονται από διεπαγγελματικές συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ κοινοτικών καλλιεργητών των εν λόγω πρώτων υλών και κοινοτικών επιχειρήσεων ζάχαρης.

3.   Στις συμβάσεις παράδοσης γίνεται διάκριση, ανάλογα με το εάν οι ποσότητες της ζάχαρης που θα παρασκευασθούν από τα ζαχαρότευτλα θα είναι:

α)

ζάχαρη ποσόστωσης,

β)

ζάχαρη εκτός ποσόστωσης.

4.   Κάθε επιχείρηση ζάχαρης παρέχει στο κράτος μέλος εντός του οποίου παράγει ζάχαρη τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τις ποσότητες τεύτλων που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 3, για τις οποίες έχει συνάψει πριν από τη σπορά συμβάσεις παράδοσης, και την περιεκτικότητα σε σάκχαρα επί της οποίας βασίζονται οι εν λόγω συμβάσεις,

β)

την αντίστοιχη προβλεπόμενη απόδοση.

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν συμπληρωματικές πληροφορίες.

5.   Οι επιχειρήσεις ζάχαρης που δεν έχουν υπογράψει συμβάσεις παράδοσης πριν από την σπορά στην ελάχιστη τιμή για τα τεύτλα ποσόστωσης για ποσότητα τεύτλων ισοδύναμη με τη ζάχαρη ποσόστωσής τους υποχρεούνται να καταβάλλουν τουλάχιστον την ελάχιστη τιμή για τα τεύτλα ποσόστωσης, για όλα τα ζαχαρότευτλα που μεταποιούν σε ζάχαρη.

6.   Με την επιφύλαξη της έγκρισης του οικείου κράτους μέλους, οι διεπαγγελματικές συμφωνίες μπορούν να παρεκκλίνουν από τις παραγράφους 3 και 4.

7.   Ελλείψει διεπαγγελματικών συμφωνιών, το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα που συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό για την προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων.

Άρθρο 51

Τέλος παραγωγής

1.   Επιβάλλεται τέλος παραγωγής στην ποσόστωση ζάχαρης, στην ποσόστωση ισογλυκόζης και στην ποσόστωση σιροπιού ινουλίνης που διαθέτουν οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης όπως αναφέρεται στο άρθρο 56 παράγραφος 2.

2.   Το τέλος παραγωγής ορίζεται σε 12,00 ευρώ ανά τόνο ζάχαρης ποσόστωσης και σιροπιού ινουλίνης ποσόστωσης. Για την ισογλυκόζη, το τέλος παραγωγής ορίζεται στο 50 % του τέλους που επιβάλλεται στη ζάχαρη.

3.   Το σύνολο του τέλους παραγωγής που καταβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιβάλλεται από το κράτος μέλος στις επιχειρήσεις της επικράτειάς του ανάλογα με την ποσόστωση που διαθέτουν για τη σχετική περίοδο εμπορίας.

Οι πληρωμές πραγματοποιούνται από τις επιχειρήσεις το αργότερο μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου της σχετικής περιόδου εμπορίας.

4.   Οι κοινοτικές επιχειρήσεις ζάχαρης και σιροπιού ινουλίνης μπορούν να απαιτούν από τους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων ή ζαχαροκάλαμου ή από τους προμηθευτές κιχωρίου να επιβαρύνονται με το 50 % κατ’ ανώτατο όριο του σχετικού τέλους παραγωγής.

Άρθρο 52

Απόσυρση ζάχαρης

1.   Προκειμένου να διατηρηθεί η διαρθρωτική ισορροπία της αγοράς σε ένα επίπεδο τιμών κοντά στην τιμή αναφοράς και λαμβάνοντας υπόψη τις δεσμεύσεις της Κοινότητας που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτει σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης, είναι δυνατόν να αποσύρεται από την αγορά ένα ποσοστό, κοινό για όλα τα κράτη μέλη, ζάχαρης ποσόστωσης, ισογλυκόζης ποσόστωσης και σιροπιού ινουλίνης ποσόστωσης, έως την έναρξη της επόμενης περιόδου εμπορίας.

Στην περίπτωση αυτήν, η παραδοσιακή ανάγκη εφοδιασμού για ραφινάρισμα εισαγόμενης ακατέργαστης ζάχαρης που αναφέρεται στο άρθρο 153 μειώνεται κατά το ίδιο ποσοστό για τη σχετική περίοδο εμπορίας.

2.   Το ποσοστό απόσυρσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζεται το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου της σχετικής περιόδου εμπορίας, βάσει των αναμενόμενων τάσεων στην αγορά κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου εμπορίας.

3.   Κάθε επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί ποσόστωση αποθεματοποιεί, με δικές της δαπάνες, κατά τη διάρκεια της περιόδου απόσυρσης, τις ποσότητες ζάχαρης που αντιστοιχούν στην εφαρμογή, επί της παραγωγής της, του ποσοστού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, βάσει της ποσόστωσης της σχετικής περιόδου εμπορίας.

Οι ποσότητες ζάχαρης που αποσύρονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας θεωρούνται ως οι πρώτες ποσότητες που παράγονται δυνάμει της ποσόστωσης της επόμενης περιόδου εμπορίας. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες τάσεις της αγοράς ζάχαρης, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει να θεωρήσει, για την τρέχουσα ή/και την επόμενη περίοδο εμπορίας, το σύνολο ή μέρος της αποσυρόμενης ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινσουλίνης, ως:

α)

πλεόνασμα ζάχαρης, πλεόνασμα ισογλυκόζης ή πλεόνασμα σιροπιού ινουλίνης που διατίθενται για βιομηχανική ζάχαρη, βιομηχανική ισογλυκόζη ή βιομηχανικό σιρόπι ινουλίνης, ή

β)

προσωρινή ποσόστωση παραγωγής, ένα μέρος της οποίας μπορεί να προορίζεται μόνον για εξαγωγές που τηρούν τις δεσμεύσεις της Κοινότητας οι οποίες απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης.

4.   Εάν ο εφοδιασμός της Κοινότητας σε ζάχαρη είναι ανεπαρκής, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι μια συγκεκριμένη ποσότητα της αποσυρθείσας ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινσουλίνης επιτρέπεται να πωληθεί στην αγορά της Κοινότητας πριν από τη λήξη της περιόδου απόσυρσης.

5.   Η ζάχαρη που αποθεματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου κατά την διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε κανένα άλλο μέτρο αποθεματοποίησης σύμφωνα με τα άρθρα 13, 32 ή 63.

Άρθρο 53

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος τμήματος, και ιδίως:

α)

τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις ζάχαρης κατά την κατανομή, μεταξύ των πωλητών τεύτλων, των ποσοτήτων τεύτλων που θα καλύπτονται από συμβάσεις παράδοσης πριν από τη σπορά, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 50 παράγραφος 4,

β)

το ποσοστό της αποσυρόμενης ζάχαρης ποσόστωσης που αναφέρεται στο άρθρο 52, παράγραφος 1,

γ)

τους όρους καταβολής της ελάχιστης τιμής στην περίπτωση που η αποσυρόμενη ζάχαρη πωλείται στην αγορά της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 4.

Τμήμα IV

Προσαρμογή της προσφοράς

Άρθρο 54

Μέτρα για τη διευκόλυνση της προσαρμογής της προσφοράς στις απαιτήσεις της αγοράς

Για να ενθαρρυνθούν οι πρωτοβουλίες των επαγγελματικών και διεπαγγελματικών οργανώσεων που διευκολύνουν την προσαρμογή της προσφοράς στις απαιτήσεις της αγοράς, εξαιρουμένων εκείνων που αφορούν την απόσυρση από την αγορά, η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει, για τους τομείς των ζώντων φυτών, του βοείου κρέατος, του χοιρείου κρέατος, του κρέατος αιγοπροβάτων, των αυγών και του κρέατος των πουλερικών, τα ακόλουθα μέτρα:

α)

μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας,

β)

μέτρα για την προαγωγή καλύτερης οργάνωσης της παραγωγής, της μεταποίησης και της εμπορίας,

γ)

μέτρα για τη διευκόλυνση της καταγραφής των τάσεων των αγοραίων τιμών,

δ)

μέτρα για την κατάρτιση βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προβλέψεων, με βάση τα χρησιμοποιούμενα μέσα παραγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Συστήματα περιορισμού της παραγωγής

Τμήμα Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 55

Καθεστώτα ποσοστώσεων

1.   Καθεστώς ποσοστώσεων εφαρμόζεται στα ακόλουθα προϊόντα:

α)

γάλα και λοιπά γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως ορίζονται στα στοιχεία α) και β) του άρθρου 65,

β)

ζάχαρη, ισογλυκόζη και σιρόπι ινουλίνης.

2.   Εάν ένας παραγωγός υπερβεί τη σχετική ποσόστωση και, όσον αφορά τη ζάχαρη, δεν προβεί σε χρήση των πλεονασματικών ποσοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 61, στις ποσότητες αυτές επιβάλλεται εισφορά επί του πλεονάσματος με την επιφύλαξη των όρων που καθορίζονται στα τμήματα ΙΙ και ΙΙΙ.

3.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1868/94 του Συμβουλίου για την καθιέρωση καθεστώτος ποσοστώσεων για την παραγωγή αμύλου γεωμήλων (59).

Τμήμα ΙΙ

Ζάχαρη

Υποτμήμα Ι

Χορήγηση και διαχείριση ποσοστώσεων

Άρθρο 56

Χορήγηση ποσοστώσεων

1.   Οι ποσοστώσεις για την παραγωγή ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, καθορίζονται στο παράρτημα VI.

2.   Τα κράτη μέλη χορηγούν ποσόστωση σε κάθε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης που είναι εγκατεστημένη στην επικράτειά τους και έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 57.

Για κάθε επιχείρηση, η χορηγούμενη ποσόστωση είναι ίση με την ποσόστωση δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006, η οποία είχε χορηγηθεί στην επιχείρηση για την περίοδο εμπορίας 2007/2008.

3.   Σε περίπτωση χορήγησης ποσόστωσης σε επιχείρηση ζάχαρης η οποία διαθέτει περισσότερες από μία μονάδες παραγωγής, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα τα οποία κρίνουν αναγκαία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των καλλιεργητών ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου.

Άρθρο 57

Εγκεκριμένες επιχειρήσεις

1.   Κατόπιν σχετικής αίτησης, τα κράτη μέλη χορηγούν έγκριση σε μια επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης ή σε επιχείρηση που μεταποιεί τα προϊόντα αυτά σε προϊόν το οποίο περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 62, παράγραφος 2, υπό τον όρον ότι η επιχείρηση:

α)

αποδεικνύει τις επαγγελματικές της δυνατότητες παραγωγής,

β)

συμφωνεί να παράσχει οιεσδήποτε πληροφορίες και να υποβληθεί σε ελέγχους που σχετίζονται με τον παρόντα κανονισμό,

γ)

δεν υπόκειται σε αναστολή ή απόσυρση έγκρισης.

2.   Οι εγκεκριμένες επιχειρήσεις παρέχουν στο κράτος μέλος, στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η συγκομιδή των τεύτλων ή του ζαχαροκαλάμου ή το ραφινάρισμα, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τις ποσότητες τεύτλων ή ζαχαροκάλαμου για τις οποίες έχει συναφθεί σύμβαση παράδοσης, καθώς και τις αντίστοιχες εκτιμώμενες αποδόσεις τεύτλων ή ζαχαροκάλαμου και ζάχαρης ανά εκτάριο,

β)

δεδομένα σχετικά με την προβλεπομένη και την πραγματική παράδοση ζαχαροτεύτλων, ζαχαροκάλαμου και ακατέργαστης ζάχαρης, καθώς και σχετικά με την παραγωγή ζάχαρης και τις δηλώσεις αποθεμάτων ζάχαρης,

γ)

τις ποσότητες λευκής ζάχαρης που πωλήθηκαν και τις αντίστοιχες τιμές και όρους.

Άρθρο 58

Πρόσθετη και συμπληρωματική ποσόστωση ισογλυκόζης

1.   Για την περίοδο εμπορίας 2008/2009, μια πρόσθετη ποσόστωση ισογλυκόζης, ύψους 100 000 τόνων, προστίθεται στην ποσόστωση της προηγούμενης περιόδου εμπορίας. Η αύξηση αυτή δεν αφορά τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Για την περίοδο εμπορίας 2008/2009, μια πρόσθετη ποσόστωση ισογλυκόζης, ύψους 11 045 τόνων για τη Βουλγαρία και 1 966 τόνων για τη Ρουμανία, προστίθεται στην ποσόστωση της προηγούμενης περιόδου εμπορίας.

Τα κράτη μέλη χορηγούν τις πρόσθετες ποσοστώσεις στις επιχειρήσεις κατ’ αναλογία των ποσοστώσεων ισογλυκόζης που τους χορηγήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 56, παράγραφος 2.

2.   Η Ιταλία, η Λιθουανία και η Σουηδία μπορούν να χορηγούν, κατόπιν αιτήσεως οιασδήποτε επιχείρησης εγκατεστημένης στην αντίστοιχη επικράτειά τους, συμπληρωματική ποσόστωση ισογλυκόζης, για τις περιόδους εμπορίας 2008/2009 και 2009/2010. Οι μέγιστες συμπληρωματικές ποσοστώσεις καθορίζονται ανά κράτος μέλος στο παράρτημα VΙΙ.

3.   Επί των ποσοστώσεων που χορηγούνται στις επιχειρήσεις σύμφωνα με τη παράγραφο 2 επιβάλλεται κατ’ αποκοπήν ποσό 730 ευρώ. Το ποσό αυτό εισπράττεται ανά τόνο χορηγούμενης συμπληρωματικής ποσόστωσης.

Άρθρο 59

Διαχείριση ποσοστώσεων

1.   Η Επιτροπή αναπροσαρμόζει τις ποσοστώσεις που ορίζονται στο παράρτημα VΙ το αργότερο στο τέλος Φεβρουαρίου της προηγούμενης περιόδου εμπορίας για κάθε μία από τις περιόδους εμπορίας 2008/2009, 2009/2010 και 2010/2011. Οι προσαρμογές προκύπτουν από την εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 58 του παρόντος κανονισμού, καθώς και του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 320/2006.

2.   Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα του καθεστώτος αναδιάρθρωσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 320/2006, η Επιτροπή καθορίζει, το αργότερο στις 28 Φεβρουαρίου 2010, το κοινό ποσοστό κατά το οποίο πρέπει να μειωθούν οι υφιστάμενες ποσοστώσεις ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης ανά κράτος μέλος ή περιφέρεια, με σκοπό να αποφευχθεί η διατάραξη της ισορροπίας της αγοράς κατά τις περιόδους εμπορίας από το 2010/2011 και μετά.

3.   Τα κράτη μέλη αναπροσαρμόζουν την ποσόστωση για κάθε επιχείρηση αναλόγως.

Άρθρο 60

Ανακατανομή εθνικών ποσοστώσεων

1.   Το κράτος μέλος μπορεί να μειώνει την ποσόστωση ζάχαρης ή ισογλυκόζης που έχει χορηγηθεί σε επιχείρηση εγκατεστημένη στην επικράτειά του κατά 10 % το πολύ για κάθε περίοδο εμπορίας.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να μεταφέρουν ποσοστώσεις μεταξύ επιχειρήσεων σύμφωνα με τους κανόνες του παραρτήματος VΙΙΙ και λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα καθενός από τα ενδιαφερόμενα μέρη, και ιδίως των καλλιεργητών ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου.

3.   Οι ποσότητες που μειώνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 χορηγούνται από το εν λόγω κράτος μέλος σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις στην επικράτειά του, είτε διαθέτουν ποσόστωση είτε όχι.

Υποτμήμα ΙΙ

Υπέρβαση ποσοστώσεων

Άρθρο 61

Πεδίο εφαρμογής

Η ζάχαρη, η ισογλυκόζη ή το σιρόπι ινουλίνης που παράγονται κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας καθ’ υπέρβαση της ποσόστωσης που αναφέρεται στο άρθρο 56, μπορούν:

α)

να χρησιμοποιούνται για τη μεταποίηση ορισμένων προϊόντων, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 6,

β)

να μεταφέρονται στην ποσόστωση παραγωγής της επόμενης περιόδου εμπορίας, σύμφωνα με το άρθρο 63,

γ)

να χρησιμοποιούνται για το ειδικό καθεστώς εφοδιασμού των αпоμακρυσμένων και δυσпρόσιτων περιοχών, σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 247/2006 του Συμβουλίου (60), ή

δ)

να εξάγονται εντός του ποσοτικού ορίου που καθορίζεται από την Επιτροπή, τηρουμένων των δεσμεύσεων που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης.

Οι λοιπές ποσότητες υπόκεινται στην εισφορά επί του πλεονάσματος που αναφέρεται στο άρθρο 64.

Άρθρο 62

Βιομηχανική ζάχαρη

1.   Η βιομηχανική ζάχαρη, η βιομηχανική ισογλυκόζη ή το βιομηχανικό σιρόπι ινουλίνης προορίζονται μόνον για την παραγωγή ενός από τα προϊόντα της παραγράφου 2, όταν:

α)

αποτελούν αντικείμενο σύμβασης παράδοσης που συνάπτεται πριν από το τέλος της περιόδου εμπορίας μεταξύ παραγωγού και χρήστη, εφόσον σε αμφότερους έχει χορηγηθεί έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 57, και

β)

παραδόθηκαν στον χρήστη έως τις 30 Νοεμβρίου της επόμενης περιόδου εμπορίας, το αργότερο.

2.   Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο προϊόντων, για την παραγωγή των οποίων χρησιμοποιούνται η βιομηχανική ζάχαρη, η βιομηχανική ισογλυκόζη ή το βιομηχανικό σιρόπι ινουλίνης.

Ο κατάλογος περιλαμβάνει ιδίως τα εξής προϊόντα:

α)

βιοαιθανόλη, αλκοόλη, ρούμι, ζύμη και ποσότητες σιροπιών για επάλειψη και για μεταποίηση σε «Rinse appelstroop»,

β)

ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα που δεν περιέχουν ζάχαρη, κατά τη μεταποίηση όμως των οποίων χρησιμοποιείται ζάχαρη, ισογλυκόζη ή σιρόπι ινουλίνης,

γ)

ορισμένα προϊόντα της χημικής ή της φαρμακευτικής βιομηχανίας τα οποία περιέχουν ζάχαρη, ισογλυκόζη ή σιρόπι ινουλίνης.

Άρθρο 63

Μεταφορά πλεονάσματος ζάχαρης

1.   Κάθε επιχείρηση μπορεί να αποφασίζει να μεταφέρει το σύνολο ή μέρος της παραγωγής της που υπερβαίνει την οικεία ποσόστωση ζάχαρης, την οικεία ποσόστωση ισογλυκόζης ή την οικεία ποσόστωση σιροπιού ινουλίνης, προκειμένου να θεωρηθεί ως μέρος της παραγωγής της επόμενης περιόδου εμπορίας. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη.

2.   Οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1:

α)

ενημερώνουν το οικείο κράτος μέλος πριν από μια ημερομηνία που καθορίζεται από αυτό το κράτος μέλος:

μεταξύ της 1ης Φεβρουαρίου και της 30ής Ιουνίου της τρέχουσας περιόδου εμπορίας για μεταφερόμενες ποσότητες ζάχαρης ζαχαροκαλάμου,

μεταξύ της 1ης Φεβρουαρίου και της 15ης Απριλίου της τρέχουσας περιόδου εμπορίας για τις λοιπές μεταφερόμενες ποσότητες ζάχαρης ή σιροπιού ινουλίνης,

β)

αναλαμβάνουν την αποθεματοποίηση των εν λόγω ποσοτήτων με δικές τους δαπάνες έως το τέλος της τρέχουσας περιόδου εμπορίας.

3.   Εάν η οριστική παραγωγή μιας επιχείρησης κατά τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας ήταν μικρότερη από την εκτιμώμενη κατά τη λήψη της απόφασης σύμφωνα με την παράγραφο 1, η μεταφερόμενη ποσότητα μπορεί να αναπροσαρμόζεται αναδρομικά το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου της επόμενης περιόδου εμπορίας.

4.   Οι μεταφερόμενες ποσότητες θεωρούνται ως οι πρώτες ποσότητες που παράγονται δυνάμει της ποσόστωσης της επόμενης περιόδου εμπορίας.

5.   Η ζάχαρη που αποθεματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου κατά την διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε κανένα άλλο μέτρο αποθεματοποίησης προβλεπόμενο από τα άρθρα 13, 32 ή 52.

Άρθρο 64

Εισφορά επί του πλεονάσματος

1.   Επιβάλλεται εισφορά επί του πλεονάσματος σε ποσότητες:

α)

πλεονάσματος ζάχαρης, πλεονάσματος ισογλυκόζης και πλεονάσματος σιροπιού ινουλίνης που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας, εκτός των ποσοτήτων που μεταφέρονται στην εντός ποσόστωσης παραγωγή της επόμενης περιόδου εμπορίας και αποθεματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 63 ή των ποσοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 61, στοιχεία γ) και δ),

β)

βιομηχανικής ζάχαρης, βιομηχανικής ισογλυκόζης και βιομηχανικού σιροπιού ινουλίνης, για τα οποία δεν έχει προσκομιστεί απόδειξη, έως την ημερομηνία που θα καθοριστεί από την Επιτροπή, ότι έχουν μεταποιηθεί σε ένα από τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 62 παράγραφος 2,

γ)

ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης οι οποίες αποσύρονται από την αγορά σύμφωνα με το άρθρο 52 και για τις οποίες δεν πληρούνται οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 52 παράγραφος 3.

2.   Η εισφορά επί του πλεονάσματος καθορίζεται από την Επιτροπή σε αρκούντως υψηλό επίπεδο, ώστε να αποφεύγεται η σώρευση των ποσοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Η εισφορά επί του πλεονάσματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εισπράττεται από το κράτος μέλος από τις επιχειρήσεις της επικράτειάς του, ανάλογα με τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 ποσότητες παραγωγής, οι οποίες έχουν διαπιστωθεί για τις εν λόγω επιχειρήσεις κατά τη σχετική περίοδο εμπορίας.

Τμήμα III

Γάλα

Υποτμήμα Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 65

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, νοούνται ως:

α)

«γάλα»: το προϊόν που προέρχεται από το άρμεγμα μιας ή περισσοτέρων αγελάδων,

β)

«άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα»: κάθε γαλακτοκομικό προϊόν διαφορετικό από το γάλα, ιδίως το αποκορυφωμένο γάλα, η κρέμα γάλακτος, το βούτυρο, το γιαούρτι και το τυρί, τα οποία, ανάλογα με την περίπτωση, εκφράζονται σε «ισοδύναμο γάλακτος» βάσει συντελεστών που θα καθοριστούν από την Επιτροπή,

γ)

«παραγωγός»: ο γεωργός του οποίου η εκμετάλλευση ευρίσκεται στο γεωγραφικό έδαφος κράτους μέλους και ο οποίος παράγει και εμπορεύεται γάλα ή προετοιμάζεται να το πράξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα,

δ)

«εκμετάλλευση»: η εκμετάλλευση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003,

ε)

«αγοραστής»: η επιχείρηση ή ένωση που αγοράζει γάλα από τον παραγωγό:

για να το υποβάλει σε μία ή περισσότερες εργασίες συλλογής, συσκευασίας, αποθήκευσης και ψύξης ή μεταποίησης, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών βάσει σύμβασης έργου «φασόν»,

για να το διαθέσει σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επεξεργασίας ή μεταποίησης γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων.

Ωστόσο, ως αγοραστής θεωρείται κάθε ομάδα αγοραστών, εγκατεστημένων στην ίδια γεωγραφική περιοχή, η οποία διενεργεί για λογαριασμό των μελών της τις εργασίες διοικητικής και λογιστικής φύσης που είναι αναγκαίες για την καταβολή της εισφοράς επί του πλεονάσματος. Για την εφαρμογή της πρώτης πρότασης του παρόντος εδαφίου, η Ελλάδα θεωρείται ενιαία γεωγραφική περιοχή και μπορεί να εξομοιώνει δημόσιο οργανισμό με ομάδα αγοραστών,

στ)

«παράδοση»: κάθε παράδοση γάλακτος, εξαιρουμένου οποιουδήποτε άλλου γαλακτοκομικού προϊόντος, από παραγωγό σε αγοραστή, η μεταφορά του οποίου εξασφαλίζεται από τον παραγωγό ή από τον αγοραστή ή από την επιχείρηση που επεξεργάζεται ή μεταποιεί αυτά τα προϊόντα ή από τρίτον,

ζ)

«απευθείας πώληση»: κάθε πώληση ή διάθεση γάλακτος από παραγωγό απευθείας στον καταναλωτή, καθώς και κάθε πώληση ή διάθεση άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων από παραγωγό. Η Επιτροπή μπορεί, τηρουμένου του ορισμού της «παράδοσης» που αναφέρεται στο στοιχείο στ), να προσαρμόζει τον ορισμό της «απευθείας πώλησης», ώστε να εξασφαλίζει ιδίως ότι καμία ποσότητα γάλακτος που διατίθεται στο εμπόριο ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων δεν εξαιρείται από το καθεστώς των ποσοστώσεων,

η)

«εμπορία»: η παράδοση γάλακτος ή η απευθείας πώληση γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων,

θ)

«ατομική ποσόστωση»: η ποσόστωση του παραγωγού την 1η Απριλίου κάθε δωδεκάμηνης περιόδου,

ι)

«εθνική ποσόστωση»: η ποσόστωση που αναφέρεται στο άρθρο 66, η οποία καθορίζεται για κάθε κράτος μέλος,

ια)

«διαθέσιμη ποσόστωση»: η ποσόστωση, την οποία έχει στη διάθεσή του ο παραγωγός στις 31 Μαρτίου της δωδεκάμηνης περιόδου για την οποία υπολογίζεται η εισφορά επί του πλεονάσματος, λαμβανομένων υπόψη όλων των μεταβιβάσεων, πωλήσεων, μετατροπών και προσωρινών ανακατανομών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και έχουν πραγματοποιηθεί στη διάρκεια αυτής της δωδεκάμηνης περιόδου.

Υποτμήμα ΙΙ

Χορήγηση και διαχείριση ποσοστώσεων

Άρθρο 66

Εθνικές ποσοστώσεις

1.   Οι εθνικές ποσοστώσεις για την παραγωγή γάλακτος και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, τα οποία διατίθενται στο εμπόριο κατά τις επτά διαδοχικές δωδεκάμηνες περιόδους που αρχίζουν την 1η Απριλίου 2008 (στο εξής καλούμενες «δωδεκάμηνες περίοδοι»), καθορίζονται στο σημείο 1 του παραρτήματος ΙΧ.

2.   Οι ποσοστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατανέμονται μεταξύ των παραγωγών σύμφωνα με το άρθρο 67, με διάκριση μεταξύ παραδόσεων και απευθείας πωλήσεων. Τυχόν υπέρβαση των εθνικών ποσοστώσεων διαπιστώνεται σε εθνικό επίπεδο σε κάθε κράτος μέλος, σύμφωνα με το παρόν τμήμα και χωριστά για τις παραδόσεις και για τις απευθείας πωλήσεις.

3.   Οι εθνικές ποσοστώσεις του σημείου 1 του παραρτήματος ΙΧ καθορίζονται με την επιφύλαξη ενδεχόμενης αναθεώρησης ανάλογα με τη γενική κατάσταση της αγοράς και τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε ορισμένα κράτη μέλη.

4.   Για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, συγκροτείται ειδικό αναδιαρθρωτικό απόθεμα, όπως ορίζεται στο σημείο 2 του παραρτήματος ΙΧ. Το απόθεμα αυτό απελευθερώνεται από την 1η Απριλίου 2009 εφόσον η κατανάλωση γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στο αγρόκτημα, σε καθεμία από τις χώρες αυτές, έχει μειωθεί από το 2002.

Την απόφαση για την απελευθέρωση του αποθέματος και την κατανομή του στις ποσοστώσεις παραδόσεων και απευθείας πωλήσεων λαμβάνει η Επιτροπή, βάσει έκθεσης που θα υποβάλουν η Βουλγαρία και η Ρουμανία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008. Στην έκθεση αυτή παρουσιάζονται λεπτομερώς τα αποτελέσματα και οι τάσεις της πραγματικής διαδικασίας αναδιάρθρωσης του γαλακτοκομικού τομέα κάθε χώρας, ιδίως δε η μεταστροφή από την παραγωγή για κατανάλωση στο αγρόκτημα προς την παραγωγή για διάθεση στην αγορά.

5.   Για τη Βουλγαρία, την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Κύπρο, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Ρουμανία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία, οι εθνικές ποσοστώσεις περιλαμβάνουν όλο το γάλα ή ισοδύναμο γάλακτος που παραδίδεται σε αγοραστή ή που πωλείται απευθείας, ανεξαρτήτως του εάν παράγεται ή διατίθεται στην αγορά δυνάμει μεταβατικού μέτρου που εφαρμόζεται στις χώρες αυτές.

Άρθρο 67

Ατομικές ποσοστώσεις

1.   Οι ατομικές ποσοστώσεις των παραγωγών στην 1η Απριλίου 2008 ισούνται προς τις ατομικές ποσότητες αναφοράς τους στις 31 Μαρτίου 2008 με την επιφύλαξη των μεταβιβάσεων, των πωλήσεων και των μετατροπών ποσοστώσεων που αρχίζουν να ισχύουν την 1η Απριλίου 2008.

2.   Ένας παραγωγός μπορεί να διαθέτει μία ή δύο ατομικές ποσοστώσεις, μία για παραδόσεις και μία για απευθείας πωλήσεις. Η μετατροπή μεταξύ των ποσοστώσεων ενός παραγωγού μπορεί να γίνεται μόνον από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αιτήσεως του παραγωγού.

3.   Όταν ένας παραγωγός διαθέτει δύο ποσοστώσεις, το μερίδιό του στην τυχόν οφειλόμενη εισφορά επί του πλεονάσματος υπολογίζεται χωριστά για κάθε ποσόστωση.

4.   Το τμήμα της φινλανδικής εθνικής ποσόστωσης που διατίθεται για τις παραδόσεις που αναφέρονται στο άρθρο 66 μπορεί να αυξάνεται από την Επιτροπή για την αποζημίωση των φινλανδών παραγωγών «SLOM», μέχρι 200 000 τόνους κατ’ ανώτατο όριο. Το απόθεμα αυτό, το οποίο κατανέμεται σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για λογαριασμό των παραγωγών των οποίων το δικαίωμα επανάληψης της παραγωγής έχει επηρεαστεί συνεπεία της προσχώρησης.

5.   Οι ατομικές ποσοστώσεις τροποποιούνται, ανάλογα με την περίπτωση, για κάθε μία από τις οικείες δωδεκάμηνες περιόδους, κατά τρόπον ώστε, για κάθε κράτος μέλος, το άθροισμα των ατομικών ποσοστώσεων για τις παραδόσεις και το άθροισμα για τις απευθείας πωλήσεις να μην υπερβαίνει το αντίστοιχο τμήμα της εθνικής ποσόστωσης, που προσαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 69, λαμβάνοντας υπόψη τις τυχόν μειώσεις που επιβάλλονται για την τροφοδότηση του εθνικού αποθέματος που προβλέπεται στο άρθρο 71.

Άρθρο 68

Κατανομή ποσοστώσεων προερχόμενων από το εθνικό απόθεμα

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για την κατανομή στους παραγωγούς, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που κοινοποιούνται στην Επιτροπή, του συνόλου ή μέρους των ποσοστώσεων που προέρχονται από το εθνικό απόθεμα το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 71.

Άρθρο 69

Διαχείριση των ποσοστώσεων

1.   Η Επιτροπή προσαρμόζει, για κάθε κράτος μέλος και για κάθε περίοδο, πριν από το τέλος αυτής, την κατανομή των εθνικών ποσοστώσεων μεταξύ «παραδόσεων» και «απευθείας πωλήσεων», λαμβάνοντας υπόψη τις μετατροπές που έχουν ζητήσει οι παραγωγοί ανάμεσα στις ατομικές ποσοστώσεις για παραδόσεις και για απευθείας πωλήσεις.

2.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν κάθε έτος στην Επιτροπή, πριν από τις ημερομηνίες και σύμφωνα με κανόνες που ορίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 192 παράγραφος 2, τις πληροφορίες που απαιτούνται για:

α)

για την προσαρμογή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου,

β)

για τον υπολογισμό της καταβλητέας εκ μέρους του κράτους μέλους εισφοράς επί του πλεονάσματος.

Άρθρο 70

Περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες

1.   Σε κάθε παραγωγό, χορηγείται μια περιεκτικότητα αναφοράς σε λιπαρές ουσίες η οποία εφαρμόζεται στην ατομική ποσόστωση για παραδόσεις που διαθέτει ο παραγωγός αυτός.

2.   Για τις ποσοστώσεις που έχουν εγκριθεί για τους παραγωγούς για την 31η Μαρτίου 2008 σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1, η περιεκτικότητα αναφοράς σε λιπαρές ουσίες που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ισούται προς την περιεκτικότητα αναφοράς αυτής της ποσόστωσης κατά την ημερομηνία αυτήν.

3.   Η περιεκτικότητα αναφοράς σε λιπαρές ουσίες τροποποιείται κατά τις μετατροπές που αναφέρονται στο άρθρο 67 παράγραφος 2 και σε περίπτωση που ποσοστώσεις αποκτώνται, μεταβιβάζονται ή μεταβιβάζονται προσωρινά σύμφωνα με κανόνες που θα καθοριστούν από την Επιτροπή.

4.   Για τους νέους παραγωγούς που διαθέτουν ατομική ποσόστωση για παραδόσεις, προερχομένη καθ’ ολοκληρία από το εθνικό απόθεμα, η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες καθορίζεται σύμφωνα με κανόνες που θα καθοριστούν από την Επιτροπή.

5.   Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 ατομικές τιμές περιεκτικότητας αναφοράς προσαρμόζονται, ανάλογα με την περίπτωση, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και εν συνεχεία, στην αρχή κάθε δωδεκάμηνης περιόδου εφόσον είναι αναγκαίο, ώστε, για κάθε κράτος μέλος, ο σταθμισμένος μέσος όρος των εν λόγω τιμών περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες να μην υπερβαίνει κατά περισσότερο από 0,1 γραμμάριο ανά χιλιόγραμμο την περιεκτικότητα αναφοράς σε λιπαρές ουσίες που καθορίζεται στο παράρτημα Χ.

Για τη Ρουμανία, η περιεκτικότητα αναφοράς σε λιπαρές ουσίες που καθορίζεται στο παράρτημα Χ αναθεωρείται βάσει των στοιχείων για ολόκληρο το έτος 2004 και, εάν χρειάζεται, αναπροσαρμόζεται από την Επιτροπή.

Άρθρο 71

Εθνικό απόθεμα

1.   Κάθε κράτος μέλος δημιουργεί εθνικό απόθεμα, εντός των εθνικών ποσοστώσεων που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΧ, ιδίως για τους σκοπούς της κατανομής των ποσοστώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 68. Το απόθεμα αυτό αναπληρώνεται, ανάλογα με την περίπτωση, με την αφαίρεση ορισμένων ποσοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 72, με την παρακράτηση μέρους των μεταβιβαζομένων ποσοτήτων βάσει του άρθρου 76 ή με γενική μείωση του συνόλου των ατομικών ποσοστώσεων. Οι ποσοστώσεις αυτές διατηρούν την αρχική κατανομή τους, δηλαδή για παραδόσεις ή απευθείας πωλήσεις.

2.   Κάθε συμπληρωματική ποσόστωση που διατίθεται σε κράτος μέλος προστίθεται αυτομάτως στο εθνικό απόθεμα και κατανέμεται μεταξύ παραδόσεων και απευθείας πωλήσεων ανάλογα με τις προβλεπόμενες ανάγκες.

3.   Οι ποσοστώσεις που προστίθενται στο εθνικό απόθεμα δεν έχουν περιεκτικότητα αναφοράς σε λιπαρές ουσίες.

Άρθρο 72

Περιπτώσεις διακοπής δραστηριότητας

1.   Όταν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει ατομικές ποσοστώσεις δεν πληροί πλέον τις αναφερόμενες στο άρθρο 65 στοιχείο γ) προϋποθέσεις κατά τη διάρκεια μιας δωδεκάμηνης περιόδου, οι αντίστοιχες ποσότητες επαναφέρονται στο εθνικό απόθεμα το αργότερο την 1η Απριλίου του επόμενου ημερολογιακού έτους, εκτός εάν το εν λόγω πρόσωπο γίνει εκ νέου παραγωγός κατά την έννοια του άρθρου 65 στοιχείο γ) πριν από την ημερομηνία αυτή.

Εάν το πρόσωπο αυτό γίνει εκ νέου παραγωγός πριν λήξει η δεύτερη δωδεκάμηνη περίοδος μετά την αφαίρεση των ποσοστώσεων, του επιστρέφεται το σύνολο ή τμήμα της ατομικής ποσόστωσης που του είχε αφαιρεθεί, το αργότερο την 1η Απριλίου που ακολουθεί την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του.

2.   Όταν ένας παραγωγός, κατά τη διάρκεια τουλάχιστον μίας δωδεκάμηνης περιόδου, δεν διαθέτει προς εμπορία ποσότητα ίση με ποσοστό τουλάχιστον 70 % της ατομικής του ποσόστωσης, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίζει εάν και υπό ποίους όρους το σύνολο ή τμήμα της αχρησιμοποίητης ποσόστωσης πρέπει να επαναφερθεί στο εθνικό απόθεμα.

Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους μια ποσόστωση διατίθεται εκ νέου στον ενδιαφερόμενο παραγωγό σε περίπτωση που αυτός επαναλάβει τη δραστηριότητα εμπορίας.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση ανωτέρας βίας και σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις οι οποίες επηρεάζουν προσωρινώς την παραγωγική ικανότητα των ενδιαφερόμενων παραγωγών και τις οποίες αναγνωρίζει η αρμόδια αρχή.

Άρθρο 73

Προσωρινές μεταβιβάσεις

1.   Πριν από το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, τα κράτη μέλη επιτρέπουν, για τη συγκεκριμένη περίοδο, την προσωρινή μεταβίβαση μέρους των ατομικών ποσοστώσεων που δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί από τον δικαιούχο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ρυθμίζουν τις πράξεις μεταβίβασης ανάλογα με τις κατηγορίες παραγωγών ή τις διαρθρώσεις γαλακτοκομικής παραγωγής, να τις περιορίζουν στο επίπεδο του αγοραστή ή εντός των περιφερειών, να επιτρέπουν την πλήρη μεταβίβαση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72 παράγραφος 3 και να καθορίζουν σε ποιο βαθμό ο μεταβιβάζων παραγωγός μπορεί να ανανεώσει τις πράξεις μεταβίβασης.

2.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίζει να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 βάσει ενός ή και των δύο ακόλουθων κριτηρίων:

α)

ανάγκη διευκόλυνσης των διαρθρωτικών αλλαγών και προσαρμογών,

β)

επιτακτικές διοικητικές ανάγκες.

Άρθρο 74

Μεταβιβάσεις ποσοστώσεων με εκτάσεις γης

1.   Οι ατομικές ποσοστώσεις μεταβιβάζονται μαζί με την εκμετάλλευση στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται, σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης, προσδοκώμενης κληρονομιάς, ή οιασδήποτε άλλης μεταβίβασης που συνεπάγεται συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα για τους παραγωγούς, σύμφωνα με λεπτομερείς κανόνες που καθορίζουν τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τις εκτάσεις γης που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή ή άλλα αντικειμενικά κριτήρια και, ενδεχομένως, μια συμφωνία μεταξύ των μερών. Το τμήμα της ποσόστωσης το οποίο, όπου εφαρμόζεται, δεν μεταβιβάζεται με την εκμετάλλευση, προστίθεται στο εθνικό απόθεμα.

2.   Εάν ποσοστώσεις έχουν μεταβιβαστεί ή μεταβιβάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέσω αγροτικών μισθώσεων ή άλλων μέσων που συνεπάγονται συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και προκειμένου να διατίθενται οι ποσοστώσεις αποκλειστικά σε παραγωγούς, ότι η ποσόστωση δεν μεταβιβάζεται μαζί με την εκμετάλλευση.

3.   Σε περίπτωση μεταβίβασης γαιών στις δημόσιες αρχές ή/και για λόγους κοινής ωφέλειας, ή όταν η μεταβίβαση πραγματοποιείται για μη γεωργικούς σκοπούς, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εφαρμόζονται τα μέτρα που απαιτούνται για τη διαφύλαξη των νόμιμων συμφερόντων των μερών, και ιδίως ώστε ο απερχόμενος παραγωγός να είναι σε θέση, εφόσον το επιθυμεί, να συνεχίσει τη γαλακτοκομική παραγωγή.

4.   Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των μερών, στην περίπτωση αγροτικών μισθώσεων που λήγουν χωρίς δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης με ανάλογους όρους, ή σε περιπτώσεις που γεννούν συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα, οι συγκεκριμένες ατομικές ποσοστώσεις μεταβιβάζονται εν όλω ή εν μέρει στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των μερών.

Άρθρο 75

Ειδικά μέτρα μεταβίβασης

1.   Για την επιτυχή αναδιάρθρωση της γαλακτοκομικής παραγωγής ή τη βελτίωση του περιβάλλοντος, τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με λεπτομερείς κανόνες τους οποίους καθορίζουν λαμβάνοντας υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των μερών:

α)

να χορηγούν στους παραγωγούς, οι οποίοι αναλαμβάνουν τη δέσμευση να εγκαταλείψουν οριστικά μέρος ή σύνολο της γαλακτοκομικής τους παραγωγής, αποζημίωση καταβαλλόμενη σε μία ή περισσότερες ετήσιες δόσεις, και να τροφοδοτούν το εθνικό απόθεμα με τις ατομικές ποσοστώσεις που αποδεσμεύονται με τον τρόπο αυτόν,

β)

να καθορίζουν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, τους όρους υπό τους οποίους οι παραγωγοί μπορούν, έναντι πληρωμής, να επιτυγχάνουν, κατά την έναρξη της δωδεκάμηνης περιόδου, την ανακατανομή από την αρμόδια αρχή ή από το φορέα που ορίζεται από την εν λόγω αρχή, των ατομικών ποσοστώσεων που αποδεσμεύτηκαν οριστικά κατά το τέλος της προηγούμενης δωδεκάμηνης περιόδου από άλλους παραγωγούς έναντι καταβολής, σε μία ή περισσότερες ετήσιες δόσεις, αποζημίωσης ίσης με την προαναφερόμενη πληρωμή,

γ)

να συγκεντρώνουν και να εποπτεύουν τις μεταβιβάσεις ποσοστώσεων χωρίς έκταση γης,

δ)

να προβλέπουν, σε περίπτωση μεταβίβασης εκτάσεων γης με σκοπό τη βελτίωση του περιβάλλοντος, τη διάθεση της οικείας ατομικής ποσόστωσης στον εγκαταλείποντα την έκταση γεωργό, εφόσον προτίθεται να συνεχίσει τη γαλακτοκομική παραγωγή,

ε)

να καθορίζουν, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, τις περιφέρειες ή ζώνες συλλογής, στο εσωτερικό των οποίων επιτρέπονται οι οριστικές μεταβιβάσεις ποσοστώσεων χωρίς μεταβίβαση των αντίστοιχων εκτάσεων, με σκοπό τη βελτίωση της διάρθρωσης της γαλακτοκομικής παραγωγής,

στ)

να επιτρέπουν, κατόπιν αιτήσεως του παραγωγού προς την αρμόδια αρχή ή τον φορέα που ορίζει η αρχή αυτή, την οριστική μεταβίβαση ποσοστώσεων χωρίς μεταβίβαση των αντίστοιχων εκτάσεων ή το αντίθετο, με σκοπό τη βελτίωση της διάρθρωσης της γαλακτοκομικής παραγωγής στο επίπεδο της εκμετάλλευσης ή την εκτατικοποίηση της παραγωγής.

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 μπορούν να εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο, στο κατάλληλο εδαφικό επίπεδο ή σε συγκεκριμένες ζώνες συλλογής.

Άρθρο 76

Παρακράτηση ποσοστώσεων

1.   Κατά τις μεταβιβάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 74 και 75, τα κράτη μέλη μπορούν να παρακρατούν για το εθνικό απόθεμα ένα τμήμα των ατομικών ποσοστώσεων, με βάση αντικειμενικά κριτήρια.

2.   Εάν ποσοστώσεις έχουν μεταβιβαστεί ή μεταβιβάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 75, με ή χωρίς τις αντίστοιχες εκτάσεις μέσω αγροτικών μισθώσεων ή άλλων μέσων που συνεπάγονται συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και προκειμένου να διατίθενται οι ποσοστώσεις αποκλειστικά σε παραγωγούς, εάν και υπό ποίους όρους το σύνολο ή τμήμα των μεταβιβαζόμενων ποσοστώσεων επαναφέρονται στο εθνικό απόθεμα.

Άρθρο 77

Ενισχύσεις για την απόκτηση ποσοστώσεων

Η πώληση, μεταβίβαση ή κατανομή ποσοστώσεων δυνάμει του παρόντος τμήματος δεν επιτρέπεται να τύχει καμίας οικονομικής συνδρομής εκ μέρους δημόσιας αρχής που να συνδέεται άμεσα με την απόκτηση ποσοστώσεων.

Υποτμήμα ΙΙΙ

Υπέρβαση ποσοστώσεων

Άρθρο 78

Εισφορά επί του πλεονάσματος

1.   Για το γάλα και τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο καθ’ υπέρβαση της εθνικής ποσόστωσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το υποτμήμα ΙΙ, οφείλεται εισφορά επί του πλεονάσματος.

Η εισφορά καθορίζεται, ανά 100 χιλιόγραμμα γάλακτος, σε 27,83 ευρώ.

2.   Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα έναντι της Κοινότητας για την εισφορά επί του πλεονάσματος λόγω υπέρβασης της εθνικής ποσόστωσης, η οποία καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο και χωριστά για τις παραδόσεις και τις απευθείας πωλήσεις, και καταβάλλουν στο ΕΓΤΕ το 99 % του οφειλόμενου ποσού μεταξύ 16ης Οκτωβρίου και 30ής Νοεμβρίου που ακολουθεί την οικεία δωδεκάμηνη περίοδο.

3.   Εάν η εισφορά επί του πλεονάσματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν έχει καταβληθεί πριν από την καθοριζόμενη ημερομηνία και μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή Γεωργικών Ταμείων, η Επιτροπή αφαιρεί το ισόποσο της μη καταβληθείσας εισφοράς επί του πλεονάσματος από τις μηνιαίες πληρωμές κατά την έννοια του άρθρου 14 και του άρθρου 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005. Πριν λάβει την απόφασή της, η Επιτροπή ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το οποίο γνωστοποιεί τις απόψεις του εντός μιας εβδομάδας. Οι διατάξεις του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2040/2000 του Συμβουλίου (61) δεν εφαρμόζονται.

4.   Η Επιτροπή καθορίζει τους κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 79

Μερίδιο των παραγωγών στην οφειλόμενη εισφορά επί του πλεονάσματος

Η εισφορά επί του πλεονάσματος κατανέμεται καθ’ ολοκληρίαν, σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 83, μεταξύ των παραγωγών που έχουν συμβάλει σε κάθε μία από τις υπερβάσεις των εθνικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 66 παράγραφος 2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 80 παράγραφος 3 και του άρθρου 83 παράγραφος 1, οι παραγωγοί ευθύνονται έναντι του κράτους μέλους για την καταβολή του μεριδίου τους για την οφειλόμενη εισφορά επί του πλεονάσματος, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 69, 70 και 80, ως εκ μόνου του γεγονότος της υπέρβασης των διαθέσιμων σε αυτούς ποσοστώσεων.

Άρθρο 80

Εισφορά επί του πλεονάσματος για τις παραδόσεις

1.   Για τον τελικό υπολογισμό της εισφοράς επί του πλεονάσματος, οι ποσότητες που παραδίδονται από κάθε παραγωγό αναπροσαρμόζονται με αύξηση ή μείωση, όταν η πραγματική του περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες διαφέρει από την περιεκτικότητα αναφοράς του σε λιπαρές ουσίες, βάσει συντελεστών και υπό τους όρους που καθορίζονται από την Επιτροπή.

2.   Όταν το άθροισμα, σε εθνικό επίπεδο, των προσαρμοσμένων σύμφωνα με την παράγραφο 1 παραδόσεων είναι κατώτερο των πραγματικών παραδόσεων, η εισφορά επί του πλεονάσματος καθορίζεται βάσει των πραγματικών παραδόσεων. Στην περίπτωση αυτήν, κάθε αρνητική προσαρμογή μειώνεται αναλογικά έτσι ώστε το άθροισμα των προσαρμοσμένων παραδόσεων να φθάσει στο επίπεδο των πραγματικών παραδόσεων.

Όταν το άθροισμα των προσαρμοσμένων σύμφωνα με την παράγραφο 1 παραδόσεων υπερβαίνει τις πραγματικές παραδόσεις, η εισφορά επί του πλεονάσματος καθορίζεται βάσει των προσαρμοσμένων παραδόσεων.

3.   Το μερίδιο εκάστου παραγωγού στην καταβολή της εισφοράς επί του πλεονάσματος καθορίζεται με απόφαση του κράτους μέλους, έπειτα από ανακατανομή ή μη του τυχόν αχρησιμοποίητου τμήματος της εθνικής ποσόστωσης που διατίθεται για τις παραδόσεις, κατ’ αναλογία προς τις ατομικές ποσοστώσεις του κάθε παραγωγού ή με βάση αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζουν τα κράτη μέλη:

α)

είτε σε εθνικό επίπεδο βάσει της υπέρβασης της ποσόστωσης του κάθε παραγωγού,

β)

είτε καταρχάς στο επίπεδο του αγοραστή, και στη συνέχεια, ενδεχομένως, σε εθνικό επίπεδο.

Άρθρο 81

Ρόλος του αγοραστή

1.   Ο αγοραστής είναι υπεύθυνος για τη συγκέντρωση των οφειλόμενων από τους παραγωγούς μεριδίων στο πλαίσιο της εισφοράς επί του πλεονάσματος και καταβάλλει στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους, πριν από ημερομηνία και με τρόπο που καθορίζεται από την Επιτροπή, το ποσό αυτών των μεριδίων εισφοράς το οποίο παρακρατεί από το τίμημα του γάλακτος που καταβάλλεται στους παραγωγούς που ευθύνονται για την υπέρβαση ή το οποίο εισπράττει με κάθε άλλο ενδεδειγμένο τρόπο.

2.   Όταν ο αγοραστής υποκαθιστά εν όλω ή εν μέρει έναν ή περισσότερους αγοραστές, οι ατομικές ποσοστώσεις που διαθέτουν οι παραγωγοί λαμβάνονται υπόψη για το υπόλοιπο διάστημα της τρέχουσας δωδεκάμηνης περιόδου, αφού αφαιρεθούν οι ποσότητες που έχουν ήδη παραδοθεί και αφού ληφθεί υπόψη η περιεκτικότητά τους σε λιπαρές ουσίες. Αυτή η παράγραφος εφαρμόζεται επίσης όταν ένας παραγωγός περνά από έναν αγοραστή σε άλλον.

3.   Εάν, στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, οι ποσότητες που παραδίδει ένας παραγωγός υπερβαίνουν την ποσόστωση που διαθέτει, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίζει ότι ο αγοραστής παρακρατεί, ως προκαταβολή για το μερίδιο εισφοράς του παραγωγού, βάσει λεπτομερών κανόνων που καθορίζει το κράτος μέλος, μέρος του τιμήματος του γάλακτος για κάθε παράδοση του συγκεκριμένου παραγωγού η οποία υπερβαίνει την ποσόστωση την οποία διαθέτει. Το κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ειδικές διατάξεις που να επιτρέπουν στους αγοραστές να παρακρατούν την προκαταβολή αυτήν όταν οι παραγωγοί προβαίνουν σε παραδόσεις σε περισσότερους του ενός αγοραστές.

Άρθρο 82

Έγκριση

Η δραστηριότητα του αγοραστή υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση από το κράτος μέλος, βάσει κριτηρίων που καθορίζονται από την Επιτροπή.

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα στοιχεία που πρέπει να παρέχονται από τον παραγωγό σε περίπτωση απευθείας πώλησης καθορίζονται από την Επιτροπή.

Άρθρο 83

Εισφορά επί του πλεονάσματος για τις απευθείας πωλήσεις

1.   Σε περίπτωση απευθείας πωλήσεων και σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, το μερίδιο κάθε παραγωγού στην καταβολή της εισφοράς επί του πλεονάσματος καθορίζεται έπειτα από ανακατανομή ή μη του αχρησιμοποίητου τμήματος της εθνικής ποσόστωσης που διατίθεται για τις απευθείας πωλήσεις, στο ενδεδειγμένο εδαφικό επίπεδο ή σε εθνικό επίπεδο.

2.   Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ως βάση υπολογισμού του μεριδίου του παραγωγού στην οφειλόμενη επί του πλεονάσματος εισφορά τη συνολική ποσότητα γάλακτος που έχει πωληθεί, μεταβιβαστεί ή χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή πωληθέντων ή μεταβιβασθέντων γαλακτοκομικών προϊόντων, εφαρμόζοντας κριτήρια που καθορίζονται από την Επιτροπή.

3.   Για τον τελικό υπολογισμό της εισφοράς επί του πλεονάσματος, δεν λαμβάνεται υπόψη ουδεμία διόρθωση συνδεόμενη προς την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες.

4.   Η Επιτροπή καθορίζει τον τρόπο και τον χρόνο καταβολής της εισφοράς στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους.

Άρθρο 84

Καθ’ υπέρβαση ή μη καταβληθέντα ποσά

1.   Εάν διαπιστωθεί, για τις παραδόσεις ή τις απευθείας πωλήσεις, ότι οφείλεται εισφορά επί του πλεονάσματος και ότι το εισπραχθέν από τους παραγωγούς μερίδιο είναι μεγαλύτερο από την εν λόγω εισφορά, το κράτος μέλος μπορεί:

α)

να διαθέτει, εν μέρει ή εν όλω, το καθ’ υπέρβαση εισπραχθέν ποσό για τη χρηματοδότηση των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 75 παράγραφος 1 στοιχείο α), ή/και

β)

να το επιστρέφει, εν μέρει ή εν όλω, στους παραγωγούς οι οποίοι:

εμπίπτουν στις κατηγορίες προτεραιότητας τις οποίες ορίζει το κράτος μέλος βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και εντός των προθεσμιών που καθορίζονται από την Επιτροπή, ή

αντιμετωπίζουν έκτακτη κατάσταση που απορρέει από εθνικές διατάξεις που δεν έχουν καμία σχέση με το σύστημα ποσοστώσεων για το γάλα και τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο.

2.   Όταν αποδεδειγμένως δεν οφείλεται εισφορά επί του πλεονάσματος, οι τυχόν προκαταβολές που έχουν εισπραχθεί από τον αγοραστή ή το κράτος μέλος επιστρέφονται το αργότερο κατά τη λήξη της επόμενης δωδεκάμηνης περιόδου.

3.   Εάν ο αγοραστής έχει αθετήσει την υποχρέωση να συγκεντρώσει το μερίδιο των παραγωγών στην εισφορά επί του πλεονάσματος σύμφωνα με το άρθρο 81, το κράτος μέλος μπορεί να εισπράττει τα μη καταβληθέντα ποσά απευθείας από τον παραγωγό, ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που μπορεί να επιβάλλει στον αγοραστή που αθετεί τις υποχρεώσεις του.

4.   Σε περίπτωση που ένας παραγωγός ή αγοραστής δεν έχει τηρήσει την προθεσμία πληρωμής, ο τόκος υπερημερίας που καθορίζεται από την Επιτροπή καταβάλλεται στο κράτος μέλος.

Τμήμα IV

Διαδικαστικές διατάξεις

Άρθρο 85

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, οι οποίοι μπορούν να αφορούν ιδίως:

α)

τις συμπληρωματικές πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται από τις εγκεκριμένες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 57, καθώς και τα κριτήρια διοικητικών κυρώσεων, αναστολών και ανάκλησης της έγκρισης των επιχειρήσεων,

β)

τον καθορισμό και την κοινοποίηση των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 58και της εισφοράς επί του πλεονάσματος που αναφέρεται στο άρθρο 64,

γ)

παρεκκλίσεις από τις ημερομηνίες που ορίζονται στο άρθρο 63.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Καθεστώτα ενισχύσεων

Τμήμα Ι

Ενισχύσεις για μεταποίηση

Υποτμήμα Ι

Αποξηραμένες χορτονομές

Άρθρο 86

Επιλέξιμες επιχειρήσεις

1.   Ενίσχυση για μεταποίηση των προϊόντων του τομέα των αποξηραμένων χορτονομών χορηγείται μόνον στις επιχειρήσεις μεταποίησης προϊόντων του εν λόγω τομέα, οι οποίες υπάγονται σε μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

επιχειρήσεις μεταποίησης που έχουν συνάψει συμβάσεις με τους παραγωγούς χορτονομών προς αποξήρανση. Εάν πρόκειται για συμβάσεις εργασίας «φασόν» για τη μεταποίηση χορτονομών που παραδίδονται από τους παραγωγούς, οι εν λόγω συμβάσεις περιλαμβάνουν ρήτρα η οποία προβλέπει την υποχρέωση των επιχειρήσεων μεταποίησης να καταβάλλουν στους παραγωγούς την ενίσχυση την οποία εισπράττουν για τις ποσότητες που μεταποιούνται δυνάμει των συμβάσεων,

β)

επιχειρήσεις που έχουν μεταποιήσει τη δική τους παραγωγή ή, στην περίπτωση ομάδας, την παραγωγή των μελών τους,

γ)

επιχειρήσεις που εφοδιάζονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν συνάψει συμβάσεις με τους παραγωγούς χορτονομών προς αποξήρανση.

2.   Η ενίσχυση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 καταβάλλεται για τις αποξηραμένες χορτονομές που έχουν εγκαταλείψει την επιχείρηση μεταποίησης και πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η μέγιστη περιεκτικότητα υγρασίας κυμαίνεται μεταξύ 11 % και 14 %, η οποία είναι δυνατόν να διαφοροποιείται αναλόγως του τρόπου παρουσίασης του προϊόντος,

β)

η ελάχιστη περιεκτικότητα σε συνολικές ακατέργαστες πρωτεΐνες σε σχέση με την ξηρά ουσία δεν είναι κατώτερη του:

i)

15 % για τα προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο α) και στο στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση του μέρους IV του παραρτήματος Ι,

ii)

45 % για τα προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση του μέρους IV του παραρτήματος Ι,

γ)

οι αποξηραμένες χορτονομές πρέπει να είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη.

Άρθρο 87

Προκαταβολές

1.   Οι επιχειρήσεις μεταποίησης δικαιούνται προκαταβολής ύψους 19,80 ευρώ ανά τόνο ή 26,40 ευρώ ανά τόνο εάν έχουν καταθέσει εγγύηση 6,60 ευρώ ανά τόνο.

Τα κράτη μέλη διενεργούν τους απαιτούμενους ελέγχους προκειμένου να επαληθεύουν το δικαίωμα στην ενίσχυση. Μόλις διαπιστωθεί η ύπαρξη του δικαιώματος, χορηγείται η προκαταβολή.

Ωστόσο, η προκαταβολή μπορεί να χορηγείται πριν από τη διαπίστωση του δικαιώματος, εάν κατατεθεί από την επιχείρηση μεταποίησης εγγύηση ίση προς το ποσό της προκαταβολής, προσαυξημένο κατά 10 %. Η εγγύηση αυτή αποτελεί επίσης εγγύηση για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου. Η εγγύηση αυτή μειώνεται στο επίπεδο της εγγύησης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο αμέσως μετά τη διαπίστωση του δικαιώματος προς ενίσχυση και αποδεσμεύεται πλήρως με την καταβολή του υπολοίπου της ενίσχυσης.

2.   Για να χορηγηθεί η προκαταβολή, οι αποξηραμένες χορτονομές πρέπει να έχουν εγκαταλείψει την επιχείρηση μεταποίησης.

3.   Στις περιπτώσεις που έχει χορηγηθεί προκαταβολή, το υπόλοιπο που ισούται με τη διαφορά μεταξύ του ποσού της προκαταβολής και του συνολικού ποσού της ενίσχυσης που οφείλεται στην επιχείρηση μεταποίησης καταβάλλεται με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 88 παράγραφος 2.

4.   Στις περιπτώσεις που η προκαταβολή υπερβαίνει το συνολικό ποσό το οποίο δικαιούται η επιχείρηση μεταποίησης μετά την εφαρμογή του άρθρου 88 παράγραφος 2, η επιχείρηση μεταποίησης επιστρέφει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατόπιν αιτήσεως.

Άρθρο 88

Ύψος της ενίσχυσης

1.   Η ενίσχυση που προβλέπεται στο άρθρο 86 ορίζεται σε 33 ευρώ/τόνο.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, εάν, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας, η ποσότητα των αποξηραμένων χορτονομών για την οποία ζητείται ενίσχυση υπερβαίνει τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται στο άρθρο 89, η ενίσχυση μειώνεται για τα κράτη μέλη στα οποία η παραγωγή υπερβαίνει την εθνική εγγυημένη ποσότητα, με μείωση των δαπανών κατ’ αναλογία προς το ποσοστό που αντιπροσωπεύει η υπέρβαση του συγκεκριμένου κράτους μέλους στο σύνολο των υπερβάσεων.

Η μείωση καθορίζεται από την Επιτροπή σε επίπεδο που διασφαλίζει ότι οι δαπάνες του προϋπολογισμού δεν υπερβαίνουν το ποσό που θα αντιπροσώπευαν εάν δεν είχε σημειωθεί υπέρβαση της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας.

Άρθρο 89

Εγγυημένη ποσότητα

Για κάθε περίοδο εμπορίας, καθορίζεται μέγιστη εγγυημένη ποσότητα που ανέρχεται σε 4 960 723 τόνους αφυδατωμένων ή/και αποξηραμένων στον ήλιο χορτονομών, για την οποία μπορεί να χορηγείται η ενίσχυση που προβλέπεται στο άρθρο 86 . Η ποσότητα αυτή κατανέμεται μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών με τη μορφή εθνικών εγγυημένων ποσοτήτων σύμφωνα με το σημείο Β του παραρτήματος XΙ.

Άρθρο 90

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος υποτμήματος, οι οποίοι μπορούν να αφορούν ιδίως:

α)

τις δηλώσεις που πρέπει να υποβάλλονται από τις επιχειρήσεις κατά την υποβολή αίτησης ενίσχυσης,

β)

τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας της ενίσχυσης, ιδίως όσον αφορά την τήρηση λογιστικών βιβλίων αποθήκης και άλλων δικαιολογητικών εγγράφων,

γ)

τη χορήγηση της ενίσχυσης που προβλέπεται στο παρόν υποτμήμα και της προκαταβολής, καθώς και την αποδέσμευση των εγγυήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 1,

δ)

τους όρους και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 86 και, στην περίπτωση που οι επιχειρήσεις εφοδιάζονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τους κανόνες σχετικά με τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχουν τα πρόσωπα αυτά,

ε)

τους όρους έγκρισης των αγοραστών χορτονομών προς αποξήρανση, τους οποίους πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη,

στ)

τα κριτήρια προσδιορισμού των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 86 παράγραφος 2,

ζ)

τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για τη σύναψη των συμβάσεων και τις πληροφορίες που αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν,

η)

την εφαρμογή της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας που αναφέρεται στο άρθρο 89,

θ)

περαιτέρω απαιτήσεις, πέραν εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 86, ιδίως όσον αφορά την περιεκτικότητα σε καροτένιο και ίνες.

Υποτμήμα ΙΙ

Λινό που καλλιεργείται για παραγωγή ινών

Άρθρο 91

Επιλεξιμότητα

1.   Η ενίσχυση για τη μεταποίηση του αχύρου λίνου που προορίζεται για την παραγωγή ινών χορηγείται στον εγκεκριμένο πρώτο μεταποιητή, σε συσχετισμό με τη ποσότητα των πραγματικά λαμβανομένων ινών από άχυρο για το οποίο έχει συναφθεί σύμβαση πώλησης με γεωργό.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο γεωργός διατηρεί την κυριότητα του αχύρου, του οποίου αναθέτει με σύμβαση τη μεταποίηση σε εγκεκριμένο πρώτο μεταποιητή, και αποδεικνύει ότι έχει διαθέσει στην αγορά τις ληφθείσες ίνες, η ενίσχυση χορηγείται στον γεωργό.

Σε περίπτωση που ο εγκεκριμένος πρώτος μεταποιητής και ο γεωργός είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, η σύμβαση πώλησης αντικαθίσταται από την ανάληψη δέσμευσης εκ μέρους τον ενδιαφερομένου να πραγματοποιήσει ο ίδιος τη μεταποίηση.

2.   Για την εφαρμογή του παρόντος υποτμήματος, ως «εγκεκριμένος πρώτος μεταποιητής» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, ανεξαρτήτως τον νομικού καθεστώτος που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο η εν λόγω ομάδα ή τα μέλη της, το οποίο έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στην επικράτεια του οποίου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις για την παραγωγή ινών λίνου.

Άρθρο 92

Ύψος της ενίσχυσης

1.   Το ποσό της ενίσχυσης μεταποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 91 καθορίζεται σε 200 ευρώ ανά τόνο μακρών ινών λίνου.

2.   Οι ποσότητες των επιλέξιμων για ενίσχυση ινών περιορίζονται συναρτήσει των εκτάσεων, για τις οποίες έχει συναφθεί σύμβαση ή έχει αναληφθεί δέσμευση σύμφωνα με το άρθρο 91.

Τα όρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καθορίζονται από τα κράτη μέλη με τρόπο ώστε να τηρούνται οι εθνικές εγγυημένες ποσότητες που αναφέρονται στο άρθρο 94.

Άρθρο 93

Προκαταβολές

Μετά από αίτηση του εγκεκριμένου πρώτου μεταποιητή, καταβάλλεται προκαταβολή επί της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 91 συναρτήσει των ποσοτήτων ινών που λαμβάνονται.

Άρθρο 94

Εγγυημένη ποσότητα

1.   Καθορίζεται μέγιστη εγγυημένη ποσότητα 80 878 τόνων ανά περίοδο εμπορίας για τις μακρές ίνες λίνου, για τις οποίες μπορεί να χορηγείται ενίσχυση. Η ποσότητα αυτή κατανέμεται μεταξύ ορισμένων κρατών μελών με τη μορφή εθνικών εγγυημένων ποσοτήτων σύμφωνα με το σημείο Α του παραρτήματος XI.

2.   Στην περίπτωση που οι ίνες που λαμβάνονται σε ένα κράτος μέλος προέρχονται από άχυρο που παράγεται σε άλλο κράτος μέλος, οι ποσότητες των εν λόγω ινών καταλογίζονται στην εθνική εγγυημένη ποσότητα τον κράτους μέλους όπου συγκομίστηκε το άχυρο. Η ενίσχυση καταβάλλεται από το κράτος μέλος, στην εθνική εγγυημένη ποσότητα τον οποίου γίνεται ο καταλογισμός.

Άρθρο 95

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος υποτμήματος, οι οποίοι μπορούν να αφορούν ιδίως:

α)

τους όρους έγκρισης των πρώτων μεταποιητών που αναφέρονται στο άρθρο 91,

β)

τους όρους που πρέπει να τηρούνται από τους εγκεκριμένους πρώτους μεταποιητές για τις συμβάσεις πώλησης και τις αναλήψεις δεσμεύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1,

γ)

τους όρους που πρέπει να τηρούνται από τους γεωργούς στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο,

δ)

τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται από τις μακρές ίνες λίνου,

ε)

τους όρους χορήγησης της ενίσχυσης και της προκαταβολής, και ιδίως τα αποδεικτικά στοιχεία για τη μεταποίηση του αχύρου,

στ)

τους όρους που πρέπει να τηρούνται για τον καθορισμό των ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 2.

Τμήμα ΙΙ

Επιστροφή στην παραγωγή

Άρθρο 96

Επιστροφή στην παραγωγή αμύλου

1.   Μπορεί να χορηγείται επιστροφή στην παραγωγή:

α)

για το άμυλο που λαμβάνεται από τον αραβόσιτο, τον σίτο ή τις πατάτες και για ορισμένα παράγωγα τα οποία χρησιμοποιούνται στην παρασκευή ορισμένων προϊόντων, κατάλογος των οποίων καταρτίζεται από την Επιτροπή,

β)

εάν δεν υπάρχει σημαντική εγχώρια παραγωγή άλλων σιτηρών για την παραγωγή αμύλου, για τις ακόλουθες ποσότητες αμύλου που παράγεται κάθε περίοδο εμπορίας στη Φινλανδία και τη Σουηδία από κριθή και βρώμη, στο μέτρο που δεν συνεπάγεται αύξηση του επιπέδου παραγωγής αμύλου από τα δύο αυτά σιτηρά:

i)

50 000 τόνοι στη Φινλανδία,

ii)

10 000 τόνοι στη Σουηδία.

2.   Η επιστροφή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα από την Επιτροπή.

Άρθρο 97

Επιστροφή στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης

1.   Στα προϊόντα του τομέα της ζάχαρης που αναφέρονται στα στοιχεία β) έως ε) του μέρους ΙΙΙ του παραρτήματος Ι, μπορεί να χορηγείται επιστροφή στην παραγωγή, εάν το πλεόνασμα ζάχαρης ή η εισαγόμενη ζάχαρη, το πλεόνασμα ισογλυκόζης ή το πλεόνασμα σιροπιού ινουλίνης δεν διατίθενται σε τιμή που να αντιστοιχεί στην τιμή της διεθνούς αγοράς για την παρασκευή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 62 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ).

2.   Η επιστροφή στην παραγωγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζεται, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το κόστος που θα προέκυπτε από τη χρήση εισαγόμενης ζάχαρης, το οποίο θα βάρυνε τη βιομηχανία σε περίπτωση εφοδιασμού της στη διεθνή αγορά, και την τιμή του πλεονάσματος ζάχαρης που υπάρχει στην αγορά της Κοινότητας ή την τιμή αναφοράς, εάν δεν υπάρχει πλεόνασμα ζάχαρης.

Άρθρο 98

Όροι χορήγησης

Η Επιτροπή θεσπίζει τους όρους χορήγησης των επιστροφών στην παραγωγή που αναφέρονται στο παρόν τμήμα, καθώς και το ποσό των εν λόγω επιστροφών και, όσον αφορά την επιστροφή στην παραγωγή για τη ζάχαρη που αναφέρεται στο άρθρο 97, τις επιλέξιμες ποσότητες.

Τμήμα III

Ενισχύσεις στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

Άρθρο 99

Ενίσχυση για το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές

1.   Χορηγείται ενίσχυση για το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές, σύμφωνα με όρους και πρότυπα των προϊόντων που καθορίζονται από την Επιτροπή.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξομοιώνονται προς το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, το βουτυρόγαλα και το βουτυρόγαλα σε σκόνη.

2.   Τα ποσά των ενισχύσεων καθορίζονται από την Επιτροπή βάσει των ακόλουθων παραμέτρων:

α)

της τιμής αναφοράς που καθορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ε) σημείο ii) για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη,

β)

της εξέλιξης της κατάστασης εφοδιασμού σε αποκορυφωμένο γάλα και αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη και των εξελίξεων όσον αφορά τη χρήση τους ως ζωοτροφών,

γ)

των τάσεων των τιμών των μοσχαριών,

δ)

των τάσεων των τιμών της αγοράς για τις ανταγωνιστικές πρωτεΐνες σε σύγκριση με αυτές για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη.

Άρθρο 100

Ενίσχυση για το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε καζεΐνη και καζεϊνικά άλατα

1.   Χορηγείται ενίσχυση για το αποκορυφωμένο γάλα που παράγεται στην Κοινότητα και μεταποιείται σε καζεΐνη και καζεϊνικά άλατα, σύμφωνα με όρους και πρότυπα που καθορίζονται από την Επιτροπή για το γάλα αυτό, καθώς και για την καζεΐνη ή τα καζεϊνικά άλατα που παράγονται από αυτό.

2.   Η ενίσχυση καθορίζεται από την Επιτροπή βάσει των ακόλουθων παραμέτρων:

α)

της τιμής αναφοράς για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη ή της τιμής της αγοράς για το αποκορυφωμένο δια ραντισμού γάλα σε σκόνη πρώτης ποιότητας, εάν η τιμή αυτή υπερβαίνει την τιμή αναφοράς,

β)

των τιμών της αγοράς για την καζεΐνη και τα καζεϊνικά άλατα στην κοινοτική και τις διεθνείς αγορές.

Η ενίσχυση μπορεί να ποικίλλει, ανάλογα με το αν το αποκορυφωμένο γάλα μεταποιείται σε καζεΐνη ή καζεϊνικά άλατα και ανάλογα με την ποιότητα των προϊόντων αυτών.

Άρθρο 101

Ενίσχυση για την αγορά κρέμας, βουτύρου και συμπυκνωμένου βουτύρου σε μειωμένη τιμή

Εάν έχουν δημιουργηθεί ή ενδέχεται να δημιουργηθούν πλεονάσματα γαλακτοκομικών προϊόντων, η Επιτροπή, ή με όρους που καθορίζονται από την ίδια, μπορεί να αποφασίζει τη χορήγηση ενίσχυσης προκειμένου να καταστεί δυνατή η αγορά κρέμας, βουτύρου και συμπυκνωμένου βουτύρου σε μειωμένη τιμή:

α)

από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα και οργανώσεις,

β)

από τις ένοπλες δυνάμεις και τις εξομοιούμενες μονάδες των κρατών μελών,

γ)

από τους παραγωγούς ειδών ζαχαροπλαστικής και παγωτών,

δ)

από τους παραγωγούς άλλων τροφίμων που καθορίζονται από την Επιτροπή,

ε)

για την άμεση κατανάλωση συμπυκνωμένου βουτύρου.

Άρθρο 102

Ενίσχυση για την παροχή γάλακτος στους μαθητές

1.   Με όρους που καθορίζονται από την Επιτροπή, χορηγείται κοινοτική ενίσχυση για την παροχή στους μαθητές, εντός των σχολικών ιδρυμάτων, ορισμένων μεταποιημένων γαλακτοκομικών προϊόντων, τα οποία καθορίζονται από την Επιτροπή και υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0401, 0403, 0404 90 και 0406 ή στον κωδικό ΣΟ 2202 90.

2.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 180, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν, ως συμπλήρωμα της κοινοτικής ενίσχυσης, εθνικές ενισχύσεις για την παροχή στους μαθητές, εντός των σχολικών ιδρυμάτων, των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρηματοδοτούν την εθνική τους ενίσχυση με εισφορά που θα βαρύνει τον γαλακτοκομικό τομέα ή με κάθε άλλη συνεισφορά του γαλακτοκομικού τομέα.

3.   Στην περίπτωση του πλήρους γάλακτος, η κοινοτική ενίσχυση ανέρχεται σε 18,15 ευρώ/100 kg.

Στην περίπτωση των άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, τα ποσά της ενίσχυσης καθορίζονται από την Επιτροπή, ανάλογα με τα γαλακτικά συστατικά του εκάστοτε προϊόντος.

4.   Η ενίσχυση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χορηγείται επί μέγιστης ποσότητας 0,25 λίτρων ισοδυνάμου γάλακτος ανά μαθητή και ανά ημέρα.

Τμήμα IV

Ενισχύσεις στον τομέα του ελαιόλαδου και των επιτραπέζιων ελιών

Άρθρο 103

Ενισχύσεις σε οργανώσεις φορέων

1.   Η Κοινότητα χρηματοδοτεί, μέσω των ποσών που παρακρατούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 110θ παράγραφος 4 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1782/2003, τριετή προγράμματα εργασίας που καταρτίζουν οι οργανώσεις φορέων που αναφέρονται στο άρθρο 125 σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τομείς:

α)

παρακολούθηση της αγοράς και διοικητική διαχείριση στον τομέα του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών,

β)

βελτίωση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου της ελαιοκαλλιέργειας,

γ)

βελτίωση της ποιότητας παραγωγής ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών,

δ)

σύστημα ιχνηλασιμότητας, πιστοποίηση και προστασία της ποιότητας του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών και, ειδικότερα, παρακολούθηση της ποιότητας του ελαιολάδου που πωλείται στους τελικούς καταναλωτές, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων των εθνικών διοικήσεων,

ε)

διάδοση πληροφοριών σχετικά με τις δραστηριότητες των οργανώσεων φορέων για τη βελτίωση της ποιότητας του ελαιολάδου.

2.   Το ανώτατο ποσό κοινοτικής χρηματοδότησης για τα προγράμματα εργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ισούται προς τα ποσά που παρακρατούνται από τα κράτη μέλη. Η χρηματοδότηση αυτή αφορά το επιλέξιμο κόστος με ανώτατο όριο:

α)

100 % για δραστηριότητες στους τομείς που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1,

β)

100 % για επενδύσεις παγίου ενεργητικού και 75 % για άλλες δραστηριότητες στον τομέα που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 1,

γ)

75 % για τα προγράμματα εργασίας που διεξάγονται σε τρεις τουλάχιστον τρίτες χώρες ή κράτη μέλη μη παραγωγής, από εγκεκριμένες οργανώσεις φορέων δύο τουλάχιστον κρατών μελών παραγωγής, στους τομείς που αναφέρονται στα στοιχεία δ) και ε) της παραγράφου 1, και 50 % για τις άλλες δραστηριότητες στους τομείς αυτούς.

Η συμπληρωματική χρηματοδότηση διασφαλίζεται από το κράτος μέλος και ανέρχεται σε ποσοστό έως 50 % του κόστους που δεν καλύπτεται από την κοινοτική χρηματοδότηση.

Η Επιτροπή καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και ιδίως τις διαδικασίες έγκρισης των προγραμμάτων εργασίας των κρατών μελών και τους τύπους δραστηριοτήτων που είναι επιλέξιμες στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών.

3.   Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων που μπορούν να εκδοθούν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 194, τα κράτη μέλη ελέγχουν την τήρηση των όρων της κοινοτικής χρηματοδότησης. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη διενεργούν λογιστικό έλεγχο των προγραμμάτων εργασίας και καταρτίζουν πρόγραμμα ελέγχου που περιλαμβάνει δείγμα, το οποίο καθορίζεται με βάση την ανάλυση κινδύνου και αφορά τουλάχιστον το 30 % κατ’ έτος των οργανώσεων παραγωγών και όλων των άλλων οργανώσεων φορέων που λαμβάνουν κοινοτική χρηματοδότηση δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Τμήμα V

Κοινοτικό ταμείο καπνού

Άρθρο 104

Ταμείο Καπνού

1.   Ιδρύεται Κοινοτικό Ταμείο Καπνού (εφεξής καλούμενο «το Ταμείο») για τη χρηματοδότηση μέτρων στους εξής τομείς:

α)

τη βελτίωση της ευαισθητοποίησης του κοινού όσον αφορά τις επιβλαβείς επιπτώσεις της κατανάλωσης καπνού υπό οποιαδήποτε μορφή, ιδίως με την ενημέρωση και την εκπαίδευση, την υποστήριξη της συλλογής δεδομένων ώστε να προσδιορίζονται οι τάσεις της κατανάλωσης καπνού και να εκπονούνται επιδημιολογικές μελέτες για το κάπνισμα σε κοινοτική κλίμακα, και τη διεξαγωγή μελέτης για την πρόληψη του καπνίσματος,

β)

ειδικά μέτρα προκειμένου οι καπνοπαραγωγοί να στραφούν προς άλλες καλλιέργειες ή άλλες οικονομικές δραστηριότητες που δημιουργούν θέσεις απασχόλησης, καθώς και μελέτες όσον αφορά τις δυνατότητες αναπροσανατολισμού των καπνοπαραγωγών προς άλλες καλλιέργειες ή δραστηριότητες.

2.   Το Ταμείο χρηματοδοτείται:

α)

για τη συγκομιδή του 2002 με κρατήσεις ύψους 2 % και για τη συγκομιδή του 2003, του 2004 και του 2005 με κρατήσεις ύψους 3 % της πριμοδότησης που προβλέπεται στον τίτλο Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2075/92, όπως ισχύει, μέχρι και τη συγκομιδή του 2005, με στόχο τη χρηματοδότηση των κάθε είδους μέτρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1,

β)

για τα ημερολογιακά έτη 2006 και 2007, σύμφωνα με το άρθρο 110ιγ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003.

3.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται από την Επιτροπή.

Τμήμα VI

Ειδικές διατάξεις για τον τομέα της μελισσοκομίας

Άρθρο 105

Πεδίο εφαρμογής

1.   Με στόχο τη βελτίωση των γενικότερων συνθηκών παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων μελισσοκομίας, τα κράτη μέλη μπορούν να καταρτίζουν εθνικό πρόγραμμα για περίοδο τριών ετών, εφεξής καλούμενο «μελισσοκομικό πρόγραμμα».

2.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 180, τα άρθρα 87, 88 και 89 της συνθήκης δεν εφαρμόζονται:

α)

στη χρηματοδοτική συνεισφορά των κρατών μελών για τα μέτρα που τυγχάνουν κοινοτικής στήριξης σύμφωνα με το παρόν τμήμα,

β)

στις ειδικές εθνικές ενισχύσεις για την προστασία των μελισσοκομικών εκμεταλλεύσεων που μειονεκτούν για λόγους διαρθρωτικούς ή φυσικούς ή στο πλαίσιο προγραμμάτων οικονομικής ανάπτυξης, με εξαίρεση τις ενισχύσεις που χορηγούνται στην παραγωγή ή την εμπορία.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ενισχύσεις του στοιχείου β), ταυτόχρονα με το μελισσοκομικό τους πρόγραμμα σύμφωνα με το άρθρο 109.

Άρθρο 106

Μέτρα επιλέξιμα για ενίσχυση

Στο μελισσοκομικό πρόγραμμα επιτρέπεται να περιλαμβάνονται τα εξής μέτρα:

α)

τεχνική βοήθεια προς τους μελισσοκόμους και τις ομάδες μελισσοκόμων,

β)

καταπολέμηση της βαρρόας,

γ)

εξορθολογισμός της εποχιακής μετακίνησης,

δ)

μέτρα στήριξης για τα εργαστήρια ανάλυσης των φυσικοχημικών ιδιοτήτων του μελιού,

ε)

μέτρα στήριξης για την ανασύσταση του κοινοτικού μελισσοκομικού κεφαλαίου,

στ)

συνεργασία με ειδικευμένους φορείς για την υλοποίηση προγραμμάτων εφαρμοσμένης έρευνας στον τομέα της μελισσοκομίας και των μελισσοκομικών προϊόντων.

Τα μέτρα που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΑΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (62) εξαιρούνται από το μελισσοκομικό πρόγραμμα.

Άρθρο 107

Μελέτη για τη διάρθρωση του τομέα της μελισσοκομίας σε επίπεδο παραγωγής και εμπορίας

Για να μπορέσουν να επωφεληθούν της συγχρηματοδότησης που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη εκπονούν μελέτη για τη διάρθρωση του τομέα της μελισσοκομίας στα αντίστοιχα εδάφη τους τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο εμπορίας.

Άρθρο 108

Χρηματοδότηση

1.   Η Κοινότητα συμμετέχει στη χρηματοδότηση των μελισσοκομικών προγραμμάτων μέχρι ποσοστού 50 % των δαπανών που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη.

2.   Οι δαπάνες που αφορούν τα μέτρα που υλοποιούνται στο πλαίσιο των μελισσοκομικών προγραμμάτων πρέπει να πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη το αργότερο έως τις 15 Οκτωβρίου κάθε έτους.

Άρθρο 109

Διαβουλεύσεις

Το μελισσοκομικό πρόγραμμα εκπονείται σε στενή συνεργασία με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις και τους συνεταιρισμούς του μελισσοκομικού κλάδου. Υποβάλλεται προς έγκριση στην Επιτροπή.

Άρθρο 110

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος τμήματος.

Τμήμα VII

Ενισχύσεις στον τομέα των μεταξοσκωλήκων

Άρθρο 111

Ενίσχυση χορηγούμενη στους εκτροφείς μεταξοσκωλήκων

1.   Χορηγείται ενίσχυση για τους μεταξοσκώληκες που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 0106 90 00 και για τον μεταξόσπορο που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ ex 0511 99 85, οι οποίοι εκτρέφονται στην Κοινότητα.

2.   Η ενίσχυση χορηγείται στους εκτροφείς μεταξοσκωλήκων για κάθε χρησιμοποιούμενο κουτί μεταξοσπόρου, υπό τον όρο ότι τα κουτιά περιέχουν μια ελάχιστη ποσότητα μεταξοσπόρων, η οποία θα καθορισθεί, και η εκτροφή μεταξοσκωλήκων έχει αποπερατωθεί επιτυχώς.

3.   Η ενίσχυση ανά χρησιμοποιούμενο κουτί μεταξοσπόρου ανέρχεται σε 133,26 ευρώ.

Άρθρο 112

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος τμήματος, οι οποίοι καλύπτουν ιδίως την ελάχιστη ποσότητα αυγών που αναφέρεται στο άρθρο 111 παράγραφος 2.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Πρότυπα εμπορίας και όροι παραγωγής

Τμήμα Ι

Πρότυπα εμπορίας

Άρθρο 113

Πρότυπα εμπορίας

1.   Η Επιτροπή μπορεί να προβλέπει πρότυπα εμπορίας για ένα ή περισσότερα από τα προϊόντα των ακόλουθων τομέων:

α)

του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών, όσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο α) του μέρους VII του παραρτήματος Ι,

β)

της μπανάνας,

γ)

των ζώντων φυτών,

2.   Τα πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

καταρτίζονται λαμβανομένων υπόψη, ιδίως:

i)

των ιδιαιτεροτήτων των σχετικών πρoϊόντων,

ii)

της ανάγκης να εξασφαλιστούν συνθήκες ομαλής διάθεσης των εν λόγω προϊόντων στην αγορά,

iii)

του συμφέροντος των καταναλωτών να λαμβάνουν κατάλληλες και διαφανείς πληροφορίες για τα προϊόντα,

iv)

όσον αφορά το ελαιόλαδο που αναφέρεται στο στοιχείο α) του μέρους VII του παραρτήματος Ι, των μεταβολών των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των φυσικών, χημικών και οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του.

β)

μπορούν ειδικότερα να αφορούν την ποιοτική κατηγορία, το βάρος, το μέγεθος, την πρώτη και δεύτερη συσκευασία, την αποθήκευση, τη μεταφορά, την παρουσίαση, την καταγωγή και την επισήμανση.

3.   Εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά από την Επιτροπή σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 2, τα προϊόντα για τα οποία έχουν θεσπιστεί πρότυπα εμπορίας μπορούν να διατίθενται στην αγορά της Κοινότητας μόνον σύμφωνα με τα εν λόγω πρότυπα.

Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που μπορούν να εκδοθούν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 194, τα κράτη μέλη ελέγχουν τη συμμόρφωση των προϊόντων αυτών με τα εν λόγω πρότυπα και επιβάλλουν κυρώσεις εφόσον χρειάζεται.

Άρθρο 114

Πρότυπα εμπορίας για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα

1.   Τα τρόφιμα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση επιτρέπεται να διατίθενται στο εμπόριο ως γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, μόνον εάν συμμορφώνονται προς τους ορισμούς και τις ονομασίες του παραρτήματος ΧΙΙ.

2.   Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο και των μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας, το γάλα που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0401 και προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση επιτρέπεται να διατίθεται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας μόνον σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΧΙΙΙ, ιδίως δε, με τους ορισμούς του σημείου Ι του εν λόγω παραρτήματος.

Άρθρο 115

Πρότυπα εμπορίας για τις λιπαρές ουσίες

Με την επιφύλαξη του άρθρου 114 παράγραφος 1 ή των διατάξεων του κτηνιατρικού τομέα και του τομέα των τροφίμων, οι οποίες αποσκοπούν στην τήρηση των κανόνων υγιεινής και καταλληλότητας των προϊόντων και στην προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων, τα πρότυπα που καθορίζονται στο παράρτημα ΧV εφαρμόζονται στα ακόλουθα προϊόντα, τα οποία έχουν περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες τουλάχιστον 10 % αλλά μικρότερη από 90 % κατά βάρος και προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση:

α)

τις λιπαρές ουσίες του γάλακτος των κωδικών ΣΟ 0405 και ex 2106,

β)

τις λιπαρές ουσίες του κωδικού ΣΟ ex 1517,

γ)

τις λιπαρές ουσίες που αποτελούνται από φυτικά ή/και ζωικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ ex 1517 και ex 2106.

Η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες πρέπει να αντιπροσωπεύει τα δύο τρίτα τουλάχιστον της ξηράς ουσίας, μετά την αφαίρεση του άλατος.

Ωστόσο, τα πρότυπα αυτά εφαρμόζονται μόνον στα προϊόντα που παραμένουν σε στερεά κατάσταση σε θερμοκρασία 20 oC και είναι κατάλληλα για επάλειψη.

Άρθρο 116

Πρότυπα εμπορίας για τα προϊόντα των τομέων των αυγών και των πουλερικών

Τα προϊόντα των τομέων των αυγών και του κρέατος των πουλερικών διατίθενται στην αγορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΧΙV.

Άρθρο 117

Πιστοποίηση για τον λυκίσκο

1.   Τα προϊόντα του τομέα του λυκίσκου, τα οποία συγκομίζονται ή παρασκευάζονται εντός της Κοινότητας, υποβάλλονται σε διαδικασία πιστοποίησης.

2.   Πιστοποιητικό μπορεί να εκδίδεται μόνον για τα προϊόντα που παρουσιάζουν τα στοιχειώδη ποιοτικά χαρακτηριστικά που είναι κατάλληλα για συγκεκριμένο στάδιο της εμπορίας τους. Για τη σκόνη λυκίσκου, τη σκόνη λυκίσκου που είναι εμπλουτισμένη με λουπουλίνη, τα εκχυλίσματα λυκίσκου και τα ανάμεικτα προϊόντα λυκίσκου, το πιστοποιητικό εκδίδεται μόνον εφόσον η περιεκτικότητα σε οξύ άλφα των εν λόγω προϊόντων δεν είναι κατώτερη από την αντίστοιχη περιεκτικότητα του λυκίσκου από τον οποίον παρασκευάσθηκαν τα προϊόντα αυτά.

3.   Το πιστοποιητικό αναφέρει τουλάχιστον:

α)

τον τόπο παραγωγής του λυκίσκου,

β)

το έτος συγκομιδής,

γ)

την ή τις ποικιλίες.

4.   Η εμπορία ή η εξαγωγή προϊόντων του τομέα του λυκίσκου επιτρέπεται μόνον εάν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3.

Για τα εισαγόμενα προϊόντα του τομέα του λυκίσκου, η βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 158 παράγραφος 2 θεωρείται ότι αντιστοιχεί σε πιστοποιητικό.

5.   Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μέτρα κατά παρέκκλιση της παραγράφου 4:

α)

για την ικανοποίηση των εμπορικών απαιτήσεων ορισμένων τρίτων χωρών, ή

β)

για τα προϊόντα που προορίζονται για ιδιαίτερες χρήσεις.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει:

α)

να μην επηρεάζουν την κανονική διάθεση των προϊόντων για τα οποία έχει εκδοθεί το πιστοποιητικό,

β)

να συνοδεύονται από εγγυήσεις που αποσκοπούν στην αποφυγή της σύγχυσης με τα προϊόντα αυτά.

Άρθρο 118

Πρότυπα εμπορίας για το ελαιόλαδο και το πυρηνέλαιο

1.   Η χρήση των περιγραφών και των ορισμών του ελαιολάδου και του πυρηνελαίου που εμφαίνονται στο παράρτημα XVΙ είναι υποχρεωτική όσον αφορά την εμπορία των εν λόγω προϊόντων εντός της Κοινότητας, καθώς και στο εμπόριο με τρίτες χώρες, εφόσον είναι συμβατή με διεθνείς υποχρεωτικούς κανόνες.

2.   Μόνον τα έλαια που αναφέρονται στο σημείο 1, στοιχεία α) και β), και στα σημεία 3 και 6 του παραρτήματος XVΙ μπορούν να διατίθενται στο λιανικό εμπόριο.

Τμήμα ΙΙ

Όροι παραγωγής

Άρθρο 119

Χρησιμοποίηση καζεΐνης και καζεϊνικών αλάτων στην παρασκευή τυριών

Για τη χρησιμοποίηση καζεΐνης και καζεϊνικών αλάτων στην παρασκευή τυριών απαιτείται προηγουμένη άδεια η οποία χορηγείται μόνον αν η χρησιμοποίηση αυτή αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την παρασκευή των προϊόντων.

Άρθρο 120

Μέθοδος παραγωγής γεωργικής αιθυλικής αλκοόλης

Η μέθοδος παραγωγής και τα χαρακτηριστικά της γεωργικής αιθυλικής αλκοόλης που παράγεται από συγκεκριμένο γεωργικό προϊόν του παραρτήματος Ι της συνθήκης μπορούν να καθορίζονται από την Επιτροπή.

Τμήμα III

Διαδικαστικοί κανόνες

Άρθρο 121

Θέσπιση προτύπων, κανόνων εφαρμογής και παρεκκλίσεων

Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, οι οποίοι μπορούν να αφορούν ιδίως:

α)

τα πρότυπα εμπορίας που αναφέρονται στο άρθρο 113, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για παρεκκλίσεις από τα πρότυπα, για την παρουσίαση των ενδείξεων που απαιτούνται από τα πρότυπα και για την εφαρμογή των προτύπων στα προϊόντα που εισάγονται στην Κοινότητα και στα προϊόντα που εξάγονται από την Κοινότητα,

β)

όσον αφορά τους ορισμούς και τις ονομασίες που μπορούν να χρησιμοποιούνται στην εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 1:

i)

την κατάρτιση και, ενδεχομένως, τη συμπλήρωση του καταλόγου των προϊόντων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του σημείου III παράγραφος 1 του παραρτήματος ΧΙΙ, με βάση τους καταλόγους που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη,

ii)

τη συμπλήρωση, ενδεχομένως, του καταλόγου των ονομασιών που περιέχεται στο στοιχείο α) του δεύτερου εδαφίου του σημείου II παράγραφος 2 του παραρτήματος ΧΙΙ,

γ)

όσον αφορά τα πρότυπα για τις λιπαρές ουσίες για επάλειψη που αναφέρονται στο άρθρο 115:

i)

τον κατάλογο των προϊόντων που αναφέρονται στο στοιχείο α) του τρίτου εδαφίου του σημείου I παράγραφος 2 του παραρτήματος XV, βάσει των καταλόγων που διαβιβάζουν στην Επιτροπή τα κράτη μέλη,

ii)

τις μεθόδους ανάλυσης που είναι αναγκαίες για τον έλεγχο της σύνθεσης και των χαρακτηριστικών παρασκευής των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 115,

iii)

τους λεπτομερείς κανόνες δειγματοληψίας,

iv)

τους λεπτομερείς κανόνες συλλογής στατιστικών πληροφοριών σχετικά με τις αγορές των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 115,

δ)

όσον αφορά τις διατάξεις για την εμπορία των αυγών που αναφέρονται στο μέρος Α του παραρτήματος XIV:

i)

τους ορισμούς,

ii)

τη συχνότητα συλλογής, την παράδοση, τη διατήρηση και την επεξεργασία των αυγών,

iii)

τα ποιοτικά κριτήρια, και ιδίως την όψη του κελύφους, την πυκνότητα του ασπραδιού και του κρόκου και το ύψος του κενού αέρος,

iv)

την ταξινόμηση ανά κατηγορία βάρους, συμπεριλαμβανομένων των εξαιρέσεων,

v)

την επισήμανση των αυγών και τις ενδείξεις της συσκευασίας, συμπεριλαμβανομένων των εξαιρέσεων και συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που εφαρμόζονται στα κέντρα συσκευασίας,

vi)

το εμπόριο με τρίτες χώρες,

vii)

τις μεθόδους εκτροφής,

ε)

όσον αφορά τις διατάξεις για την εμπορία του κρέατος πουλερικών που αναφέρονται στο μέρος Β του παραρτήματος XIV:

i)

τους ορισμούς,

ii)

τον κατάλογο των σφαγίων πουλερικών, των μερών των σφαγίων αυτών και των παραπροϊόντων τους, συμπεριλαμβανομένου του φουά γκρα, στα οποία εφαρμόζεται το μέρος Β του παραρτήματος XIV,

iii)

τα κριτήρια ταξινόμησης κατά την έννοια του σημείου ΙΙΙ (1) του μέρους Β του παραρτήματος XIV,

iv)

τους κανόνες για περαιτέρω ενδείξεις που πρέπει να αναγράφονται στα συνοδευτικά εμπορικά έγγραφα, την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση του κρέατος πουλερικών που προορίζεται για τον τελικό καταναλωτή και την ονομασία με την οποία πωλείται το προϊόν κατά την έννοια του σημείου 1) του άρθρου 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2000/13/ΕΚ,

v)

τις προαιρετικές ενδείξεις για τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο ψύξης και τον τύπο εκτροφής,

vi)

τις παρεκκλίσεις που τυχόν εφαρμόζονται σε περίπτωση παράδοσης σε μονάδες τεμαχισμού ή μεταποίησης,

vii)

τους κανόνες που εφαρμόζονται όσον αφορά το ποσοστό νερού που απορροφάται κατά την παρασκευή νωπών, κατεψυγμένων και βαθείας κατάψυξης σφαγίων και τεμαχίων τους, καθώς και τις σχετικές ενδείξεις,

στ)

όσον αφορά τις διατάξεις για τα πρότυπα παραγωγής και εμπορίας των αυγών για επώαση και των νεοσσών πουλερικών ορνιθώνος που αναφέρονται στο μέρος Γ του παραρτήματος XIV:

i)

τους ορισμούς,

ii)

την εγγραφή σε μητρώα των μονάδων που παράγουν ή διαθέτουν στο εμπόριο αυγά προς επώαση ή νεοσσούς πουλερικών ορνιθώνος,

iii)

τις ενδείξεις που πρέπει να αναγράφονται στα αυγά προς επώαση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πρόκειται να εισαχθούν από τρίτες χώρες ή να εξαχθούν προς αυτές, και στις συσκευασίες, καθώς και τους κανόνες που εφαρμόζονται στους νεοσσούς που προέρχονται από τρίτες χώρες,

iv)

τα μητρώα που πρέπει να τηρούνται στα επωαστήρια,

v)

τη χρήση, πλην της ανθρώπινης κατανάλωσης, που επιτρέπεται για τα επωασμένα αυγά που απομακρύνονται από το εκκολαπτήριο,

vi)

τις ανακοινώσεις των επωαστηρίων και άλλων μονάδων προς τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών,

vii)

στα συνοδευτικά έγγραφα,

ζ)

τα στοιχειώδη ποιοτικά χαρακτηριστικά των προϊόντων του τομέα του λυκίσκου που αναφέρονται στο άρθρο 117,

η)

τις μεθόδους ανάλυσης που πρέπει να χρησιμοποιούνται, ανάλογα με την περίπτωση,

θ)

όσον αφορά τη χρησιμοποίηση καζεΐνης και καζεϊνικών αλάτων που αναφέρεται στο άρθρο 119:

i)

τους όρους με τους οποίους τα κράτη μέλη χορηγούν τις άδειες, καθώς και τα ανώτατα ποσοστά ενσωματώσεως, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που λαμβάνουν υπόψη τις τεχνολογικές ανάγκες,

ii)

τις υποχρεώσεις που πρέπει να τηρούν οι επιχειρήσεις οι οποίες λαμβάνουν άδεια σύμφωνα με το σημείο i).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Οργανώσεις παραγωγών, διεπαγγελματικές οργανώσεις, οργανώσεις φορέων

Τμήμα Ι

Γενικές αρχές

Άρθρο 122

Οργανώσεις παραγωγών

Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις οργανώσεις παραγωγών οι οποίες:

α)

αποτελούνται από παραγωγούς ενός από τους ακόλουθους τομείς:

i)

του τομέα του λυκίσκου,

ii)

του τομέα του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών,

iii)

του τομέα των μεταξοσκωλήκων,

β)

συγκροτούνται με πρωτοβουλία των παραγωγών,

γ)

επιδιώκουν συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος μπορεί να αφορά ιδίως:

i)

τη συγκέντρωση της προσφοράς και την εμπορία των προϊόντων των μελών,

ii)

την από κοινού προσαρμογή της παραγωγής στις απαιτήσεις της αγοράς και τη βελτίωση του προϊόντος,

iii)

την προαγωγή της ορθολογικής οργάνωσης και της εκμηχάνισης της παραγωγής.

Άρθρο 123

Διεπαγγελματικές οργανώσεις

Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις διεπαγγελματικές οργανώσεις, οι οποίες:

α)

αποτελούνται από εκπροσώπους οικονομικών δραστηριοτήτων που αφορούν την παραγωγή, την εμπορία και/ή τη μεταποίηση των προϊόντων στους εξής τομείς:

i)

του τομέα του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών,

ii)

του τομέα του καπνού,

β)

συγκροτούνται με πρωτοβουλία όλων ή ορισμένων από τις οργανώσεις ή ενώσεις από τις οποίες αποτελούνται,

γ)

επιδιώκουν συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος μπορεί να αφορά ιδίως:

i)

τη συγκέντρωση και τον συντονισμό της προσφοράς και την εμπορία των προϊόντων των μελών,

ii)

την από κοινού προσαρμογή της παραγωγής και της μεταποίησης στις απαιτήσεις της αγοράς και τη βελτίωση του προϊόντος,

iii)

την προαγωγή της ορθολογικής οργάνωσης και της βελτίωσης της παραγωγής και της μεταποίησης,

iv)

τη διεξαγωγή ερευνών σχετικά με αειφόρες μεθόδους παραγωγής και με τις εξελίξεις στην αγορά.

Όταν οι διεπαγγελματικές οργανώσεις ασκούν τις δραστηριότητές τους στο έδαφος περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, η αναγνώριση χορηγείται από την Επιτροπή χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1.

Άρθρο 124

Κοινές διατάξεις για τις οργανώσεις παραγωγών και τις διεπαγγελματικές οργανώσεις

1.   Το άρθρο 122 και η πρώτη παράγραφος του άρθρου 123 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της αναγνώρισης, η οποία αποφασίζεται από τα κράτη μέλη βάσει του εθνικού δικαίου και σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, οργανώσεων παραγωγών ή διεπαγγελματικών οργανώσεων αντίστοιχα, σε κάθε τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 πλην των τομέων που αναφέρονται στο άρθρο 122 και στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 123.

2.   Οι οργανώσεις παραγωγών που αναγνωρίζονται ή εγκρίνονται σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 865/2004, (ΕΚ) αριθ. 1952/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1544/2006 θεωρούνται ως αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών δυνάμει του άρθρου 122 του παρόντος κανονισμού.

Οι διεπαγγελματικές οργανώσεις που αναγνωρίζονται ή εγκρίνονται σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2077/92 και (ΕΚ) αριθ. 865/2004 θεωρούνται ως αναγνωρισμένες διεπαγγγελματικές οργανώσεις δυνάμει του άρθρου 123 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 125

Οργανώσεις φορέων

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι οργανώσεις φορέων περιλαμβάνουν τις αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών, τις αναγνωρισμένες διεπαγγελματικές οργανώσεις ή τις αναγνωρισμένες οργανώσεις άλλων φορέων στον τομέα του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών ή των ενώσεών τους.

Τμήμα ΙΙ

Κανόνες σχετικοί με τις διεπαγγελματικές οργανώσεις στον τομέα του καπνού

Άρθρο 126

Πληρωμή εισφοράς από μη μέλη

1.   Όταν μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ασκούνται από αναγνωρισμένη διεπαγγελματική οργάνωση στον τομέα του καπνού και παρουσιάζουν γενικό οικονομικό ενδιαφέρον για τα πρόσωπα των οποίων οι δραστηριότητες είναι συναφείς προς ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω προϊόντα, το κράτος μέλος το οποίο χορήγησε την αναγνώριση, ή η Επιτροπή, χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, στις περιπτώσεις που η αναγνώριση έχει χορηγηθεί από την Επιτροπή, μπορεί να αποφασίζει ότι τα άτομα ή οι ομάδες που δεν είναι μέλη της οργάνωσης αλλά επωφελούνται από τις εν λόγω δραστηριότητες, οφείλουν στην οργάνωση το σύνολο ή μέρος των εισφορών που καταβάλλονται από τα μέλη της, στο μέτρο που οι εισφορές αυτές προορίζονται για να καλύψουν τις δαπάνες που απορρέουν άμεσα από την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων, πλην των πάσης φύσεως διοικητικών δαπανών.

2.   Οι δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αφορούν ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω αντικείμενα:

α)

έρευνα για την αξιοποίηση των προϊόντων, με νέες κυρίως χρήσεις οι οποίες να μη θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία,

β)

μελέτες για τη βελτίωση της ποιότητας του καπνού σε φύλλα ή του δεματοποιημένου καπνού,

γ)

έρευνα για τις καλλιεργητικές μεθόδους οι οποίες να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περιορισμό της χρήσης φυτοϋγειονομικών προϊόντων και να εξασφαλίζουν την προστασία του εδάφους και του περιβάλλοντος.

3.   Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη κοινοποιούν προς την Επιτροπή τις αποφάσεις που προτίθενται να λάβουν δυνάμει της παραγράφου 1. Οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να εφαρμόζονται πριν από την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης προς την Επιτροπή. Η Επιτροπή μπορεί, εντός αυτής της τρίμηνης προθεσμίας, να ζητεί απόρριψη ολόκληρου του σχεδίου απόφασης ή μέρους αυτού, εφόσον το προβαλλόμενο γενικό οικονομικό συμφέρον δεν κρίνεται βάσιμο.

4.   Όταν το γενικό οικονομικό συμφέρον εξυπηρετείται από τις δραστηριότητες μιας διεπαγγελματικής οργάνωσης που έχει αναγνωρισθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, η Επιτροπή κοινοποιεί στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη το σχέδιο απόφασής της. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τις παρατηρήσεις τους εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση.

Τμήμα III

Διαδικαστικοί κανόνες

Άρθρο 127

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, και ιδίως τους όρους και τις διαδικασίες αναγνώρισης οργανώσεων παραγωγών, διεπαγγελματικών οργανώσεων και οργανώσεων φορέων σε επιμέρους τομείς, που περιλαμβάνουν:

α)

τους συγκεκριμένους σκοπούς που πρέπει να επιδιώκουν οι εν λόγω οργανώσεις,

β)

το καταστατικό των οργανώσεων,

γ)

τις δραστηριότητες των οργανώσεων,

δ)

παρεκκλίσεις από τις απαιτήσεις των άρθρων 122, 123 και 125,

ε)

ανάλογα με την περίπτωση, τα αποτελέσματα που απορρέουν από την αναγνώριση ως διεπαγγελματικής οργάνωσης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 128

Γενικές αρχές

Εφόσον ο παρών κανονισμός ή οι διατάξεις που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή του δεν ορίζουν άλλως, απαγορεύεται κατά τις συναλλαγές με τρίτες χώρες:

α)

η επιβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμό,

β)

η εφαρμογή οποιουδήποτε ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος.

Άρθρο 129

Συνδυασμένη ονοματολογία

Οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία της συνδυασμένης ονοματολογίας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (63) («συνδυασμένη ονοματολογία») και οι ειδικοί κανόνες για την εφαρμογή της ισχύουν για τη δασμολογική ταξινόμηση των προϊόντων που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό. Η δασμολογική ονοματολογία που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως των ορισμών του παραρτήματος ΙΙΙ, ενσωματώνεται στο κοινό δασμολόγιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Εισαγωγές

Τμήμα Ι

Άδειες εισαγωγής

Άρθρο 130

Άδειες εισαγωγής

1.   Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες απαιτούνται άδειες εισαγωγής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή μπορεί να επιβάλλει την προσκόμιση άδειας εισαγωγής ως προϋπόθεση για τις εισαγωγές στην Κοινότητα ενός ή περισσοτέρων προϊόντων των ακόλουθων τομέων:

α)

των σιτηρών,

β)

του ρυζιού,

γ)

της ζάχαρης,

δ)

των σπόρων προς σπορά,

ε)

του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών, όσον αφορά τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 1509, 1510 00, 0709 90 39, 0711 20 90, 2306 90 19, 1522 00 31 και 1522 00 39,

στ)

του λίνου και της κάνναβης, όσον αφορά την κάνναβη,

ζ)

της μπανάνας,

η)

των ζώντων φυτών,

θ)

του βοείου κρέατος,

ι)

του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων,

ια)

του χοίρειου κρέατος,

ιβ)

του κρέατος αιγοπροβάτων,

ιγ)

των αυγών,

ιδ)

του κρέατος των πουλερικών,

ιε)

της γεωργικής αιθυλικής αλκοόλης.

2.   Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα των αδειών εισαγωγής για τη διαχείριση των αντίστοιχων αγορών και, ιδίως, για την παρακολούθηση των εισαγωγών των συγκεκριμένων προϊόντων.

Άρθρο 131

Έκδοση αδειών

Οι άδειες εισαγωγής εκδίδονται από τα κράτη μέλη για κάθε ενδιαφερόμενο που υποβάλλει σχετική αίτηση, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής του στην Κοινότητα, εκτός εάν προβλέπεται άλλως σε κανονισμό του Συμβουλίου ή άλλη πράξη του Συμβουλίου, και με την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 132

Ισχύς

Οι άδειες εισαγωγής ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Άρθρο 133

Εγγύηση

1.   Εάν δεν προβλέπεται άλλως από την Επιτροπή, οι άδειες εκδίδονται κατόπιν σύστασης εγγύησης, με την οποία διασφαλίζεται ότι τα προϊόντα εισάγονται κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας.

2.   Πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας, η εγγύηση καταπίπτει, εν όλω ή εν μέρει, εάν η εισαγωγή δεν πραγματοποιηθεί ή πραγματοποιηθεί μόνο εν μέρει κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας.

Άρθρο 134

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος τμήματος, συμπεριλαμβανομένων των όρων ισχύος των αδειών και του ύψους της εγγύησης.

Τμήμα ΙΙ

Εισαγωγικοί δασμοί και εισφορές

Άρθρο 135

Εισαγωγικοί δασμοί

Εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, οι συντελεστές εισαγωγικών δασμών του Κοινού Δασμολογίου εφαρμόζονται στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Άρθρο 136

Υπολογισμός των εισαγωγικών δασμών για τα σιτηρά

1.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 135, ο εισαγωγικός δασμός για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 1001 10 00, 1001 90 91, ex 1001 90 99 (μαλακός σίτος υψηλής ποιότητας), 1002 00 00, 1005 10 90, 1005 90 00 και 1007 00 90 εκτός από τα υβρίδια προς σπορά, ισούται με την τιμή παρέμβασης που ισχύει για τα προϊόντα αυτά κατά την εισαγωγή τους, προσαυξημένη κατά 55 %, μείον την τιμή εισαγωγής cif που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο φορτίο. Ωστόσο, ο δασμός αυτός δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τον συμβατικό συντελεστή δασμού που καθορίζεται βάσει της συνδυασμένης ονοματολογίας.

2.   Για τον υπολογισμό του εισαγωγικού δασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, καθορίζονται σε τακτικά διαστήματα αντιπροσωπευτικές τιμές εισαγωγής CIF για τα προϊόντα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.

Άρθρο 137

Υπολογισμός των εισαγωγικών δασμών για το αποφλοιωμένο ρύζι

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 135, ο εισαγωγικός δασμός για το αποφλοιωμένο ρύζι του κωδικού ΣΟ 1006 20 καθορίζεται από την Επιτροπή χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, εντός δέκα ημερών από τη λήξη της σχετικής περιόδου αναφοράς σύμφωνα με το σημείο 1 του παραρτήματος XVII.

Η Επιτροπή, χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, καθορίζει νέο επιβλητέο δασμό, εάν οι υπολογισμοί που έγιναν βάσει του εν λόγω παραρτήματος επιβάλλουν την τροποποίηση του δασμού. Έως τον καθορισμό του νέου επιβλητέου δασμού, ισχύει ο δασμός που καθορίστηκε προηγουμένως.

2.   Για τον υπολογισμό των εισαγωγών που αναφέρονται στο σημείο 1 του παραρτήματος XVII, λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες για τις οποίες χορηγήθηκαν άδειες εισαγωγής για αποφλοιωμένο ρύζι του κωδικού ΣΟ 1006 20 κατά την αντίστοιχη περίοδο αναφοράς, εξαιρούμενων των αδειών εισαγωγής ρυζιού Basmati που αναφέρεται στο άρθρο 138.

3.   Η ετήσια ποσότητα αναφοράς καθορίζεται σε 449 678 τόνους. Η μερική ποσότητα αναφοράς αντιστοιχεί, για κάθε περίοδο εμπορίας, στο ήμισυ της ετήσιας ποσότητας αναφοράς.

Άρθρο 138

Υπολογισμός των εισαγωγικών δασμών για το αποφλοιωμένο ρύζι Basmati

Με την επιφύλαξη του άρθρου 135, για τις ποικιλίες αποφλοιωμένου ρυζιού Basmati των κωδικών ΣΟ 1006 20 17 και ΣΟ 1006 20 98 οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα XVIII, ισχύει μηδενικός εισαγωγικός δασμός υπό τους όρους που καθορίζονται από την Επιτροπή.

Άρθρο 139

Υπολογισμός των εισαγωγικών δασμών για το λευκασμένο ρύζι

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 135, ο εισαγωγικός δασμός για το μισολευκασμένο ή λευκασμένο ρύζι του κωδικού ΣΟ 1006 30 καθορίζεται από την Επιτροπή χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, εντός δέκα ημερών από τη λήξη της σχετικής περιόδου αναφοράς σύμφωνα με το σημείο 2 του παραρτήματος XVII.

Η Επιτροπή, χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, καθορίζει νέο επιβλητέο δασμό, εάν οι υπολογισμοί που έγιναν βάσει του εν λόγω παραρτήματος επιβάλλουν την τροποποίησή του δασμού. Έως τον καθορισμό του νέου επιβλητέου δασμού, ισχύει ο δασμός που καθορίστηκε προηγουμένως.

2.   Για τον υπολογισμό των εισαγωγών που αναφέρονται στο σημείο 2 του παραρτήματος XVII, λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες για τις οποίες χορηγήθηκαν άδειες εισαγωγής για ημιλευκασμένο ή λευκασμένο ρύζι του κωδικού ΣΟ 1006 30 κατά την αντίστοιχη περίοδο αναφοράς.

Άρθρο 140

Υπολογισμός των εισαγωγικών δασμών για τα θραύσματα ρυζιού

Με την επιφύλαξη του άρθρου 135, ο εισαγωγικός δασμός για τα θραύσματα ρυζιού του κωδικού ΣΟ 1006 40 00 είναι 65 ευρώ ανά τόνο.

Άρθρο 141

Πρόσθετοι εισαγωγικοί δασμοί

1.   Επιβάλλεται πρόσθετος εισαγωγικός δασμός στις εισαγωγές που πραγματοποιούνται με τον δασμολογικό συντελεστή που προβλέπεται στα άρθρα 135 έως 140, ενός ή περισσοτέρων από τα προϊόντα του τομέα των σιτηρών, του ρυζιού, της ζάχαρης, του βοείου κρέατος, του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, του χοιρείου κρέατος, του κρέατος αιγοπροβάτων, των αυγών, του κρέατος των πουλερικών και της μπανάνας, με στόχο την πρόληψη ή την εξουδετέρωση των δυσμενών επιπτώσεων στην κοινοτική αγορά, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν από τις εισαγωγές αυτές, εάν:

α)

οι εισαγωγές πραγματοποιούνται σε τιμή κατώτερη από το επίπεδο που κοινοποιείται από την Κοινότητα στον ΠΟΕ («τιμή ενεργοποίησης»), ή

β)

ο όγκος των εισαγωγών για κάθε έτος υπερβαίνει ορισμένο επίπεδο («όγκος ενεργοποίησης»).

Ο όγκος ενεργοποίησης βασίζεται στις δυνατότητες πρόσβασης στην αγορά, οι οποίες ορίζονται, κατά περίπτωση, ως ποσοστό εισαγωγών επί της αντίστοιχης εγχώριας κατανάλωσης κατά τα τρία προηγούμενα έτη.

2.   Δεν επιβάλλεται πρόσθετος εισαγωγικός δασμός, εάν δεν θεωρείται πιθανόν ότι οι εισαγωγές θα διαταράξουν την αγορά της Κοινότητας ή εάν οι επιπτώσεις θα ήσαν δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο στόχο.

3.   Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο α), οι τιμές εισαγωγής καθορίζονται με βάση τις τιμές εισαγωγής cif του συγκεκριμένου φορτίου.

Οι τιμές εισαγωγής cif επαληθεύονται βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών για το συγκεκριμένο προϊόν στη διεθνή αγορά ή στην κοινοτική αγορά εισαγωγής του εν λόγω προϊόντος.

Άρθρο 142

Αναστολή των εισαγωγικών δασμών στον τομέα της ζάχαρης

Η Επιτροπή μπορεί να αναστέλλει, εν όλω ή εν μέρει, τους εισαγωγικούς δασμούς για ορισμένες ποσότητες των ακόλουθων προϊόντων, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο αναγκαίος εφοδιασμός για την παρασκευή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 62 παράγραφος 2:

α)

ζάχαρης που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1701,

β)

ισογλυκόζης που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 1702 30 10, 1702 40 10, 1702 60 10 και 1702 90 30.

Άρθρο 143

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος τμήματος, προσδιορίζοντας ιδίως:

α)

όσον αφορά το άρθρο 136:

i)

τις στοιχειώδεις απαιτήσεις για τον μαλακό σίτο υψηλής ποιότητας,

ii)

τις τιμές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη,

iii)

τη δυνατότητα, όταν κρίνεται σκόπιμο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να ενημερώνονται οι επιχειρηματίες, πριν από την άφιξη των συγκεκριμένων φορτίων, για το δασμό που θα επιβληθεί.

β)

όσον αφορά το άρθρο 141, τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζονται πρόσθετοι εισαγωγικοί δασμοί και τα λοιπά κριτήρια που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου.

Τμήμα III

Διαχείριση εισαγωγικών ποσοστώσεων

Άρθρο 144

Δασμολογικές ποσοστώσεις

1.   Το άνοιγμα και η διαχείριση δασμολογικών ποσοστώσεων για τις εισαγωγές των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, οι οποίες απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης ή από οιαδήποτε άλλη πράξη του Συμβουλίου, πραγματοποιούνται από την Επιτροπή, σύμφωνα με λεπτομερείς κανόνες που θεσπίζονται από την Επιτροπή.

2.   Η διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων πραγματοποιείται με τρόπο ώστε να αποφεύγεται οιαδήποτε διάκριση μεταξύ των ενδιαφερόμενων φορέων, εφαρμόζοντας μία από τις ακόλουθες μεθόδους ή συνδυασμό αυτών ή άλλη κατάλληλη μέθοδο:

α)

μέθοδος βασιζόμενη στη χρονολογική σειρά υποβολής των αιτήσεων (αρχή της «κατά προτεραιότητα εξυπηρέτησης»),

β)

μέθοδος κατανομής κατ’ αναλογία των ποσοτήτων που ζητήθηκαν κατά την κατάθεση των αιτήσεων (μέθοδος της «ταυτόχρονης εξέτασης»),

γ)

μεθόδου βασιζόμενης στη συνεκτίμηση των παραδοσιακών εμπορικών ρευμάτων (μέθοδος των «παλαιών και νέων πελατών»).

3.   Οι χρησιμοποιούμενες μέθοδοι διαχείρισης δίνουν τη δέουσα βαρύτητα, ανάλογα με την περίπτωση, στις ανάγκες εφοδιασμού της κοινοτικής αγοράς και στην ανάγκη διασφάλισης της ισορροπίας της.

Άρθρο 145

Άνοιγμα δασμολογικών ποσοστώσεων

Η Επιτροπή προβλέπει το άνοιγμα των ετήσιων δασμολογικών ποσοστώσεων, εάν χρειάζεται με την κατάλληλη κλιμάκωση στη διάρκεια του έτους, και καθορίζει την εφαρμοστέα μέθοδο διαχείρισης.

Άρθρο 146

Ειδικοί κανόνες

1.   Όσον αφορά την ποσόστωση εισαγωγής 54 703 τόνων κατεψυγμένου βοείου κρέατος που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 0202 20 30, 0202 30 και 0206 29 91 και προορίζεται για μεταποίηση, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 37 παράγραφος 2 της συνθήκης, μπορεί να προβλέπει ότι η ποσόστωση αυτή αφορά εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ισοδύναμες ποσότητες κρέατος ποιότητας, εφαρμόζοντας συντελεστή 4,375.

2.   Στην περίπτωση της δασμολογικής ποσόστωσης για την εισαγωγή 2 000 000 τόνων αραβοσίτου και 300 000 τόνων σόργου στην Ισπανία και της δασμολογικής ποσόστωσης για την εισαγωγή 500 000 τόνων αραβοσίτου στην Πορτογαλία, οι λεπτομερείς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 148 περιλαμβάνουν, επιπλέον, τις αναγκαίες διατάξεις σχετικά με τη διεξαγωγή των εισαγωγών των δασμολογικών ποσοστώσεων καθώς και, ενδεχομένως, τη δημόσια αποθεματοποίηση των εισαγομένων ποσοτήτων από τους οργανισμούς πληρωμών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και τη διάθεσή τους στην αγορά αυτών των κρατών μελών.

Άρθρο 147

Δασμοί για τις μπανάνες

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1964/2005 του Συμβουλίου (64).

Άρθρο 148

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος τμήματος, που αφορούν ιδίως:

α)

εγγυήσεις ως προς τη φύση, την προέλευση και την καταγωγή του προϊόντος,

β)

αναγνώριση του εγγράφου που χρησιμοποιείται για την επαλήθευση της ύπαρξης των εγγυήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α),

γ)

τους όρους υπό τους οποίους εκδίδονται οι άδειες εισαγωγής και τη διάρκεια ισχύος τους.

Τμήμα IV

Ειδικές διατάξεις για ορισμένα προϊόντα

Υποτμήμα Ι

Ειδικές διατάξεις για εισαγωγές στους τομείς των σιτηρών και του ρυζιού

Άρθρο 149

Εισαγωγές μειγμάτων διαφόρων σιτηρών

Ο εισαγωγικός δασμός που εφαρμόζεται σε μείγματα αποτελούμενα από σιτηρά που υπάγονται στα στοιχεία α) και β) του μέρους Ι του παραρτήματος Ι καθορίζεται ως εξής:

α)

όταν το μείγμα αποτελείται από δύο από τα εν λόγω σιτηρά, ο εισαγωγικός δασμός είναι εκείνος που εφαρμόζεται:

i)

στο κύριο συνθετικό σε βάρος, εάν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 % του βάρους του μείγματος,

ii)

στο συνθετικό που υπόκειται στον υψηλότερο εισαγωγικό δασμό, εάν κανένα από τα δύο συνθετικά δεν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 % του βάρους του μείγματος,

β)

όταν το μείγμα αποτελείται από περισσότερα από δύο από τα εν λόγω σιτηρά και όταν περισσότερα του ενός σιτηρά αντιπροσωπεύουν, το καθένα, πλέον του 10 % του βάρους του μείγματος, ο εισαγωγικός δασμός που εφαρμόζεται στο μείγμα είναι ο υψηλότερος από τους εισαγωγικούς δασμούς που εφαρμόζονται στα σιτηρά αυτά, ακόμη και αν το ποσό του εισαγωγικού δασμού είναι το ίδιο για δύο ή περισσότερα από αυτά.

Όταν μόνο ένα σιτηρό αντιπροσωπεύει πλέον του 10 % του βάρους του μείγματος, ο εισαγωγικός δασμός είναι εκείνος που εφαρμόζεται στο σιτηρό αυτό.

γ)

σε όλες τις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από τα στοιχεία α) και β), ο εισαγωγικός δασμός είναι ο υψηλότερος από τους εισαγωγικούς δασμούς που εφαρμόζονται στα σιτηρά που αποτελούν το συγκεκριμένο μείγμα, ακόμη και αν το ποσό του εισαγωγικού δασμού είναι το ίδιο για δύο ή περισσότερα από αυτά.

Άρθρο 150

Εισαγωγές μειγμάτων σιτηρών και ρυζιού

Ο εισαγωγικός δασμός που εφαρμόζεται σε μείγματα αποτελούμενα, αφενός, από ένα ή περισσότερα από τα σιτηρά που υπάγονται στα στοιχεία α) και β) του μέρους Ι του παραρτήματος Ι και, αφετέρου, από ένα ή περισσότερα από τα προϊόντα που υπάγονται στα στοιχεία α) και β) του μέρους ΙΙ του παραρτήματος Ι, είναι ο δασμός που εφαρμόζεται στο συνθετικό που υπόκειται στον υψηλότερο εισαγωγικό δασμό.

Άρθρο 151

Εισαγωγές μειγμάτων ρυζιού

Ο εισαγωγικός δασμός που εφαρμόζεται σε μείγματα αποτελούμενα είτε από ρύζι, το οποίο ανήκει σε πολλές ομάδες ή σε διαφορετικά στάδια μεταποίησης, είτε από ρύζι το οποίο ανήκει σε μία ή πολλές ομάδες ή σε διαφορετικά στάδια μεταποίησης, αφενός, και από θραύσματα ρυζιού, αφετέρου, είναι ο δασμός που εφαρμόζεται:

α)

στο κύριο συνθετικό σε βάρος, εάν αυτό αντιπροσωπεύει τουλάχιστο το 90 % του βάρους του μείγματος,

β)

στο συνθετικό που υπόκειται στον υψηλότερο εισαγωγικό δασμό, εάν κανένα από τα συνθετικά δεν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 % του βάρους του μείγματος.

Άρθρο 152

Εφαρμογή της δασμολογικής ταξινόμησης

Όταν η μέθοδος καθορισμού του εισαγωγικού δασμού που προβλέπεται στα άρθρα 149 έως 151 δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί, ο δασμός που εφαρμόζεται στα μείγματα που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα είναι εκείνος που προκύπτει από τη δασμολογική κατάταξη των μειγμάτων.

Υποτμήμα ΙΙ

Προτιμησιακά καθεστώτα εισαγωγών ζάχαρης

Άρθρο 153

Παραδοσιακή ανάγκη εφοδιασμού για ραφινάρισμα

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 52 παράγραφος 1, καθορίζεται για την Κοινότητα παραδοσιακή ανάγκη εφοδιασμού ζάχαρης για ραφινάρισμα, ύψους 2 424 735 τόνων ανά περίοδο εμπορίας, εκφραζόμενη ως λευκή ζάχαρη.

Κατά την περίοδο εμπορίας 2008/2009, η παραδοσιακή ανάγκη εφοδιασμού κατανέμεται ως εξής:

α)

198 748 τόνοι για τη Βουλγαρία,

β)

296 627 τόνοι για τη Γαλλία,

γ)

100 000 τόνοι για την Ιταλία,

δ)

291 633 τόνοι για την Πορτογαλία,

ε)

329 636 τόνοι για τη Ρουμανία,

στ)

19 585 τόνοι για τη Σλοβενία,

ζ)

59 925 τόνοι για τη Φινλανδία,

η)

1 128 581 τόνοι για το Ηνωμένο Βασίλειο.

2.   Η παραδοσιακή ανάγκη εφοδιασμού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 προσαυξάνεται κατά 65 000 τόνους. Η ποσότητα αυτή αφορά ακατέργαστη ζάχαρη ζαχαροκαλάμου και προορίζεται μόνον για την περίοδο εμπορίας 2008/2009 για το μοναδικό εργοστάσιο μεταποίησης ζαχαροτεύτλων εν λειτουργία το 2005 στην Πορτογαλία. Το εργοστάσιο αυτό μεταποίησης θεωρείται ως εργοστάσιο ραφιναρίσματος αποκλειστικής παραγωγής.

3.   Οι άδειες εισαγωγής ζάχαρης για ραφινάρισμα χορηγούνται μόνον σε εργοστάσια ραφιναρίσματος αποκλειστικής παραγωγής, υπό τον όρον ότι οι σχετικές ποσότητες δεν υπερβαίνουν τις ποσότητες που μπορούν να εισαχθούν στο πλαίσιο της παραδοσιακής ανάγκης εφοδιασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Οι άδειες μπορούν να μεταβιβάζονται μόνον μεταξύ εργοστασίων ραφιναρίσματος αποκλειστικής παραγωγής, η δε ισχύς τους λήγει στο τέλος της περιόδου εμπορίας για την οποία εκδόθηκαν.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται για την περίοδο εμπορίας 2008/2009 και για τους τρεις πρώτους μήνες των επόμενων περιόδων εμπορίας.

4.   Η επιβολή εισαγωγικών δασμών στη ζάχαρη ζαχαροκάλαμου για ραφινάρισμα που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1701 11 10, καταγωγής των κρατών που αναφέρονται στο παράρτημα XIΧ, αναστέλλεται για τη συμπληρωματική ποσότητα η οποία χρειάζεται προκειμένου να καταστεί δυνατός ο επαρκής εφοδιασμός των εργοστασίων ραφιναρίσματος αποκλειστικής παραγωγής για την περίοδο εμπορίας 2008/2009.

Η συμπληρωματική ποσότητα καθορίζεται από την Επιτροπή, με βάση το ισοζύγιο μεταξύ της παραδοσιακής ανάγκης εφοδιασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και του προβλεπόμενου εφοδιασμού σε ζάχαρη για ραφινάρισμα για τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας. Το εν λόγω ισοζύγιο μπορεί να αναθεωρείται από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας και μπορεί να βασίζεται σε ιστορικές κατ’ αποκοπή εκτιμήσεις της ποσότητας ακατέργαστης ζάχαρης που προορίζεται για κατανάλωση.

Άρθρο 154

Εγγυημένη τιμή

1.   Οι εγγυημένες τιμές που ορίζονται για τη ζάχαρη ΑΚΕ/Ινδίας ισχύουν για την εισαγωγή ακατέργαστης και λευκής ζάχαρης ποιοτικού τύπου από:

α)

τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, δυνάμει των ρυθμίσεων που αναφέρονται στα άρθρα 12 και 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 980/2005 του Συμβουλίου (65),

β)

τα κράτη που απαριθμούνται στο παράρτημα ΧIX για τη συμπληρωματική ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 153 παράγραφος 4.

2.   Οι αιτήσεις για άδειες εισαγωγής για ζάχαρη η οποία απολαύει εγγυημένης τιμής συνοδεύονται από άδεια εξαγωγής που εκδίδεται από τις αρχές της χώρας εξαγωγής και πιστοποιεί τη συμμόρφωση της ζάχαρης προς τους κανόνες που προβλέπονται στις σχετικές συμφωνίες.

Άρθρο 155

Δεσμεύσεις του πρωτοκόλλου ζάχαρης

Η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η ζάχαρη ΑΚΕ/Ινδίας εισάγεται στην Κοινότητα υπό τους όρους που ορίζονται στο πρωτόκολλο 3 του παραρτήματος V της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ, και στη συμφωνία για τη ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ινδίας. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν, εν ανάγκη, να παρεκκλίνουν από το άρθρο 153 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 156

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος υποτμήματος, με στόχο ιδίως τη συμμόρφωση προς διεθνείς συμφωνίες. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να περιλαμβάνουν τροποποιήσεις του παραρτήματος XΙΧ.

Υποτμήμα ΙΙΙ

Ειδικές διατάξεις για τις εισαγωγές κάνναβης

Άρθρο 157

Εισαγωγές κάνναβης

1.   Τα κατωτέρω προϊόντα επιτρέπεται να εισάγονται στην Κοινότητα μόνον εάν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

η ακατέργαστη κάνναβη που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 5302 10 00 πρέπει να ανταποκρίνεται στους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003,

β)

οι σπόροι που προορίζονται για σπορά ποικιλιών κάνναβης που υπάγονται στον κωδικό ex 1207 99 15 πρέπει να συνοδεύονται από την απόδειξη ότι η περιεκτικότητα σε τετραϋδροκανναβινόλη δεν είναι ανώτερη από εκείνη που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003,

γ)

οι σπόροι κάνναβης εκτός εκείνων που προορίζονται για σπορά, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 1207 99 91, εισάγονται μόνον από εγκεκριμένους από το κράτος μέλος εισαγωγείς κατά τρόπο που να εξασφαλίζει ότι δεν προορίζονται για σπορά.

2.   Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που μπορούν να εκδοθούν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 194, κάθε εισαγωγή στην Κοινότητα των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α) και β), του παρόντος άρθρου υπάγεται σε σύστημα ελέγχου που επιτρέπει να επαληθεύεται η τήρηση των όρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη πλέον περιοριστικών διατάξεων που εκδίδονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη και με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία του ΠΟΕ σχετικά με τη γεωργία.

Υποτμήμα IV

Ειδικές διατάξεις για τις εισαγωγές λυκίσκου

Άρθρο 158

Εισαγωγές λυκίσκου

1.   Η εισαγωγή προϊόντων του τομέα του λυκίσκου από τρίτες χώρες επιτρέπεται μόνον εφόσον παρουσιάζουν ποιοτικά χαρακτηριστικά τουλάχιστον ισοδύναμα με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που θεσπίζονται για τα ίδια προϊόντα που συγκομίζονται στην Κοινότητα ή παρασκευάζονται από τέτοια προϊόντα.

2.   Τα προϊόντα θεωρείται ότι παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εάν συνοδεύονται από βεβαίωση που εκδίδεται από τις αρχές της χώρας καταγωγής και αναγνωρίζεται ως ισοδύναμη του πιστοποιητικού που αναφέρεται στο άρθρο 117.

Στην περίπτωση της σκόνης λυκίσκου, της σκόνης λυκίσκου που είναι εμπλουτισμένη με λουπουλίνη, των εκχυλισμάτων λυκίσκου και των ανάμεικτων προϊόντων λυκίσκου, η βεβαίωση μπορεί να θεωρείται ισοδύναμη με το πιστοποιητικό μόνον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η περιεκτικότητα σε οξύ άλφα των προϊόντων δεν είναι κατώτερη από την αντίστοιχη περιεκτικότητα του λυκίσκου από τον οποίο παρασκευάσθηκαν.

Η ισοδυναμία των εν λόγω βεβαιώσεων επαληθεύεται σύμφωνα με λεπτομερείς κανόνες που θεσπίζονται από την Επιτροπή.

Τμήμα V

Μέτρα διασφάλισης και ενεργητική τελειοποίηση

Άρθρο 159

Μέτρα διασφάλισης

1.   Μέτρα διασφάλισης κατά των εισαγωγών στην Κοινότητα λαμβάνονται από την Επιτροπή, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 519/94 (66) και (ΕΚ) αριθ. 3285/94 (67) του Συμβουλίου.

2.   Εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά δυνάμει οιασδήποτε άλλης πράξης του Συμβουλίου, τα μέτρα διασφάλισης κατά των εισαγωγών στην Κοινότητα που προβλέπονται σε διεθνείς συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης λαμβάνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

3.   Τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 μπορούν να λαμβάνονται από την Επιτροπή χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1 μετά από αίτημα κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία. Αν η Επιτροπή λάβει αίτημα κράτους μέλους, αποφασίζει σχετικά εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του αιτήματος.

Τα εν λόγω μέτρα κοινοποιούνται στα κράτη μέλη, εφαρμόζονται δε αμέσως.

Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 μπορούν να παραπέμπονται στο Συμβούλιο από οποιοδήποτε κράτος μέλος εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησής τους. Το Συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί. Μπορεί να τροποποιεί ή να καταργεί τις σχετικές αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκαν στο Συμβούλιο.

4.   Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα μέτρο διασφάλισης που έχει ληφθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 πρέπει να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί, ακολουθεί την εξής διαδικασία:

α)

εάν το μέτρο εκδόθηκε από το Συμβούλιο, η Επιτροπή προτείνει στο Συμβούλιο την ανάκληση ή την τροποποίησή του. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία,

β)

σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα κοινοτικά μέτρα διασφάλισης ανακαλούνται ή τροποποιούνται από την Επιτροπή χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1.

Άρθρο 160

Αναστολή του καθεστώτος ενεργητικής τελειοποίησης

1.   Εάν η κοινοτική αγορά έχει διαταραχθεί ή κινδυνεύει να διαταραχθεί από το καθεστώς ενεργητικής τελειοποίησης, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, μπορεί να αναστέλλει εν όλω ή εν μέρει τη χρήση του καθεστώτος ενεργητικής τελειοποίησης για τα προϊόντα του τομέα των σιτηρών, του ρυζιού, της ζάχαρης, του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών, του βοείου κρέατος, του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, του χοιρείου κρέατος, του κρέατος αιγοπροβάτων, των αυγών, του κρέατος των πουλερικών και της γεωργικής αιθυλικής αλκοόλης. Αν η Επιτροπή λάβει αίτημα κράτους μέλους, αποφασίζει σχετικά εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του αιτήματος.

Τα εν λόγω μέτρα κοινοποιούνται στα κράτη μέλη, εφαρμόζονται δε αμέσως.

Τα μέτρα που αποφασίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο μπορούν να παραπέμπονται στο Συμβούλιο από οποιοδήποτε κράτος μέλος εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησής τους. Το Συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί. Μπορεί να τροποποιεί ή να καταργεί τα σχετικά μέτρα με ειδική πλειοψηφία, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκαν στο Συμβούλιο.

2.   Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία της κοινής οργάνωσης των αγορών, το Συμβούλιο μπορεί, με τη διαδικασία του άρθρου 37 παράγραφος 2 της συνθήκης, να απαγορεύει εν όλω ή εν μέρει τη χρήση του καθεστώτος ενεργητικής τελειοποίησης για τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Εξαγωγές

Τμήμα Ι

Άδειες εξαγωγής

Άρθρο 161

Άδειες εξαγωγής

1.   Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες απαιτούνται άδειες εξαγωγής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή μπορεί να επιβάλλει την προσκόμιση άδειας εξαγωγής ως προϋπόθεση για τις εξαγωγές από την Κοινότητα ενός ή περισσοτέρων προϊόντων των ακόλουθων τομέων:

α)

των σιτηρών,

β)

του ρυζιού,

γ)

της ζάχαρης,

δ)

του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών, όσον αφορά το ελαιόλαδο που αναφέρεται στο στοιχείο α) του μέρους VII του παραρτήματος Ι,

ε)

του βοείου κρέατος,

στ)

του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων,

ζ)

του χοίρειου κρέατος,

η)

του κρέατος αιγοπροβάτων,

θ)

των αυγών,

ι)

του κρέατοςτων πουλερικών,

ια)

της γεωργικής αιθυλικής αλκοόλης.

Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα των αδειών εξαγωγής για τη διαχείριση των αντίστοιχων αγορών και, ειδικότερα, για την παρακολούθηση των εξαγωγών των συγκεκριμένων προϊόντων.

2.   Τα άρθρα 131 έως 133 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

3.   Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2, συμπεριλαμβανομένων των όρων ισχύος των αδειών και του ύψους της εγγύησης.

Τμήμα ΙΙ

Επιστροφές κατά την εξαγωγή

Άρθρο 162

Πεδίο εφαρμογής των επιστροφών κατά την εξαγωγή

1.   Στο βαθμό που είναι αναγκαίο για να καταστούν δυνατές οι εξαγωγές με βάση τις τιμές της διεθνούς αγοράς και εντός των ορίων που απορρέουν από συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης, η διαφορά μεταξύ των εν λόγω τιμών και των τιμών στην Κοινότητα μπορεί να καλύπτεται με τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή:

α)

των προϊόντων των ακόλουθων τομέων που πρόκειται να εξαχθούν ως έχουν:

i)

των σιτηρών,

ii)

του ρυζιού,

iii)

της ζάχαρης, όσον αφορά τα προϊόντα που απαριθμούνται στα στοιχεία β), γ), δ) και ζ) του μέρους ΙΙΙ του παραρτήματος Ι,

iv)

του βοείου κρέατος,

v)

του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων,

vi)

του χοίρειου κρέατος,

vii)

των αυγών,

viii)

του κρέατος των πουλερικών,

β)

των προϊόντων του στοιχείου α) σημεία i), ii), iii), v) και vii) που πρόκειται να εξαχθούν με την μορφή εμπορευμάτων που αναφέρονται στα Παραρτήματα XΧ και XΧΙ.

Στην περίπτωση του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, τα οποία εξάγονται με τη μορφή των προϊόντων που απαριθμούνται στο μέρος IV του παραρτήματος XΧ επιτρέπεται να χορηγούνται επιστροφές κατά την εξαγωγή μόνον για τα προϊόντα που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως ε) και ζ) του μέρους XVI του παραρτήματος Ι.

2.   Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή για τα προϊόντα που εξάγονται υπό μορφή μεταποιημένων εμπορευμάτων των παραρτημάτων XΧ και XΧΙ δεν επιτρέπεται να είναι υψηλότερες από τις επιστροφές που ισχύουν για τα ίδια προϊόντα που εξάγονται χωρίς περαιτέρω μεταποίηση.

3.   Στο βαθμό που είναι αναγκαίο για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της παραγωγής ορισμένων αλκοολούχων ποτών που παράγονται από σιτηρά, τα κριτήρια για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, καθώς και η διαδικασία ελέγχου, μπορούν να προσαρμόζονται από την Επιτροπή σε αυτή την ειδική κατάσταση.

Άρθρο 163

Κατανομή των επιστροφών κατά την εξαγωγή

Οι ποσότητες οι οποίες μπορούν να εξάγονται με επιστροφή κατά την εξαγωγή κατανέμονται με μέθοδο η οποία:

α)

είναι καταλληλότερη για τη φύση του προϊόντος και την κατάσταση της συγκεκριμένης αγοράς, επιτρέπει την αποτελεσματικότερη δυνατή χρησιμοποίηση των διαθέσιμων πόρων, λαμβανομένης υπόψη της αποτελεσματικότητας και της διάρθρωσης των εξαγωγών της Κοινότητας, χωρίς διακρίσεις μεταξύ των ενδιαφερόμενων φορέων και κυρίως μεταξύ μεγάλων και μικρών φορέων,

β)

από διοικητική άποψη είναι η λιγότερο επαχθής για τους φορείς, λαμβανομένων υπόψη των διαχειριστικών απαιτήσεων,

γ)

αποφεύγει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων.

Άρθρο 164

Καθορισμός των επιστροφών κατά την εξαγωγή

1.   Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή είναι οι ίδιες για ολόκληρη την Κοινότητα. Είναι δυνατή η διαφοροποίησή τους ανάλογα με τον τόπο προορισμού, ιδίως εάν η κατάσταση της διεθνούς αγοράς, οι ειδικές ανάγκες ορισμένων αγορών ή οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης το καθιστούν αναγκαίο.

2.   Οι επιστροφές καθορίζονται από την Επιτροπή.

Οι επιστροφές καθορίζονται:

α)

τακτικά,

β)

μέσω διαγωνισμού για τα προϊόντα για τα οποία η διαδικασία είχε προβλεφθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 204 παράγραφος 2.

Εκτός των περιπτώσεων καθορισμού με διαγωνισμό, ο κατάλογος των προϊόντων για τα οποία χορηγείται επιστροφή κατά την εξαγωγή, και το ποσό της επιστροφής καθορίζονται τουλάχιστον μία φορά ανά τρίμηνο. Ωστόσο, το ποσό της επιστροφής μπορεί να διατηρείται στο ίδιο επίπεδο για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών και, εάν απαιτείται, να τροποποιείται ενδιαμέσως από την Επιτροπή χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, είτε μετά από αίτημα κράτους μέλους είτε με δική της πρωτοβουλία.

3.   Κατά τον καθορισμό των επιστροφών για ένα συγκεκριμένο προϊόν λαμβάνονται υπόψη ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

η επικρατούσα κατάσταση και οι μελλοντικές τάσεις όσον αφορά:

τις τιμές και τις διαθέσιμες ποσότητες του εν λόγω προϊόντος στην κοινοτική αγορά,

τις τιμές του εν λόγω προϊόντος στη διεθνή αγορά.

β)

οι στόχοι της κοινής οργάνωσης αγοράς, που συνίστανται στη διασφάλιση της ισορροπίας της εν λόγω αγοράς και της φυσικής ανάπτυξης των τιμών και των συναλλαγών,

γ)

η ανάγκη να αποφευχθούν διαταραχές οι οποίες ενδέχεται να δημιουργήσουν παρατεταμένη ανισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης στην κοινοτική αγορά,

δ)

η οικονομική πλευρά των σχεδιαζόμενων εξαγωγών,

ε)

τα όρια που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης,

στ)

η ανάγκη εξισορρόπησης της χρήσης κοινοτικών βασικών προϊόντων στην παρασκευή μεταποιημένων εμπορευμάτων που προορίζονται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες και της χρήσης των προϊόντων τρίτων χωρών που γίνονται δεκτά υπό καθεστώς τελειοποίησης,

ζ)

τα ευνοϊκότερα έξοδα εμπορίας και μεταφοράς από τις κοινοτικές αγορές μέχρι τα λιμάνια ή άλλους τόπους εξαγωγής της Κοινότητας καθώς και τα έξοδα διακίνησης μέχρι τις χώρες προορισμού,

η)

η ζήτηση στην κοινοτική αγορά,

θ)

όσον αφορά τους τομείς του χοιρείου κρέατος, των αυγών και του κρέατος των πουλερικών, η διαφορά μεταξύ των τιμών, στην Κοινότητα αφενός, και στη διεθνή αγορά αφετέρου, της ποσότητας κτηνοτροφικών σιτηρών που είναι αναγκαία για την παραγωγή των προϊόντων των εν λόγω τομέων στην Κοινότητα.

4.   Όσον αφορά τους τομείς των σιτηρών και του ρυζιού, η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει διορθωτικό ποσό που εφαρμόζεται στις επιστροφές κατά την εξαγωγή. Ωστόσο, όταν είναι αναγκαίο, η Επιτροπή, χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, μπορεί να τροποποιεί τα διορθωτικά ποσά.

Το πρώτο εδάφιο μπορεί επίσης να εφαρμόζεται στα προϊόντα τα οποία εξάγονται με τη μορφή εμπορευμάτων που αναφέρονται στο παράρτημα ΧΧ.

Άρθρο 165

Επιστροφή κατά την εξαγωγή αποθεματοποιημένης βύνης

Κατά τους πρώτους τρεις μήνες της περιόδου εμπορίας, η επιστροφή που εφαρμόζεται στις εξαγωγές βύνης η οποία ήταν αποθεματοποιημένη κατά το τέλος της προηγούμενης περιόδου εμπορίας ή η οποία έχει παραχθεί από βρώμη η οποία ήταν αποθεματοποιημένη κατά τη στιγμή εκείνη ισούται προς την επιστροφή που θα είχε εφαρμοστεί βάσει της εν λόγω άδειας εξαγωγής στις εξαγωγές του τελευταίου μήνα της προηγούμενης περιόδου εμπορίας.

Άρθρο 166

Προσαρμογή των επιστροφών κατά την εξαγωγή σιτηρών

Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά από την Επιτροπή, η επιστροφή για τα προϊόντα που απαριθμούνται στα στοιχεία α) και β) του μέρους Ι του παραρτήματος Ι, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 167 παράγραφος 2, προσαρμόζεται από την Επιτροπή ανάλογα με το επίπεδο των μηνιαίων προσαυξήσεων που εφαρμόζονται στην τιμή παρέμβασης και, ανάλογα με την περίπτωση, τις μεταβολές της τιμής αυτής.

Η πρώτη παράγραφος μπορεί να εφαρμόζεται, εν όλω ή εν μέρει, στα προϊόντα που απαριθμούνται στα στοιχεία γ) και δ) του μέρους Ι του παραρτήματος Ι, καθώς και στα προϊόντα που αναφέρονται στο μέρος Ι του παραρτήματος Ι και εξάγονται με τη μορφή εμπορευμάτων που αναφέρονται στο μέρος Ι του παραρτήματος XΧ. Στην περίπτωση αυτήν, η προσαρμογή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο διορθώνεται με την εφαρμογή στη μηνιαία προσαύξηση ενός συντελεστή ο οποίος εκφράζει τον λόγο μεταξύ της ποσότητας βασικού προϊόντος και της ποσότητας του προϊόντος αυτού που περιέχεται στο μεταποιημένο προϊόν που εξάγεται ή χρησιμοποιείται στα εξαγόμενα εμπορεύματα.

Άρθρο 167

Χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή

1.   Όσον αφορά τα προϊόντα που απαριθμούνται στο άρθρο 162 παράγραφος 1, στοιχείο α), τα οποία εξάγονται ως έχουν χωρίς περαιτέρω μεταποίηση, οι επιστροφές χορηγούνται μόνον ύστερα από σχετική αίτηση και με την προσκόμιση άδειας εξαγωγής.

2.   Η επιστροφή που εφαρμόζεται στα προϊόντα της παραγράφου 1 είναι εκείνη που ισχύει την ημέρα υποβολής της αίτησης για την έκδοση άδειας ή, ενδεχομένως, εκείνη που προκύπτει από τον σχετικό διαγωνισμό και, στην περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, εκείνη που ισχύει την ίδια ημέρα:

α)

για τον τόπο προορισμού που αναγράφεται στην άδεια, ή

β)

ανάλογα με την περίπτωση, για τον πραγματικό τόπο προορισμού, εάν αυτός διαφέρει από τον τόπο προορισμού που αναγράφεται στην άδεια, οπότε το ποσό που ισχύει δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό που εφαρμόζεται στον τόπο προορισμού που αναγράφεται στην άδεια.

Η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει τα ενδεδειγμένα για να αποφεύγεται η κατάχρηση της ελαστικής ρύθμισης που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο.

3.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι, στην περίπτωση των αυγών προς επώαση και των νεοσσών μιας ημέρας, οι άδειες εξαγωγής μπορούν να εκδίδονται εκ των υστέρων.

4.   Μπορεί να αποφασίζεται, με τη διαδικασία του άρθρου 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/93 του Συμβουλίου (68), να εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1 και 2 στα εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 162 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού.

5.   Η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί παρεκκλίσεις από τις παραγράφους 1 και 2 στην περίπτωση προϊόντων για τα οποία καταβάλλονται επιστροφές κατά την εξαγωγή στο πλαίσιο ενεργειών σχετικών με την επισιτιστική βοήθεια.

6.   Η επιστροφή καταβάλλεται με την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων ότι:

α)

τα προϊόντα έχουν εξαχθεί από την Κοινότητα,

β)

στην περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, τα προϊόντα έχουν φθάσει στον προορισμό που αναγράφεται στην άδεια ή σε άλλον προορισμό για τον οποίο έχει καθορισθεί επιστροφή, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 στοιχείο β).

Ωστόσο, μπορούν να επιτρέπονται εξαιρέσεις από την Επιτροπή, υπό την προϋπόθεση πρόβλεψης όρων οι οποίοι προσφέρουν ισοδύναμες εγγυήσεις.

7.   Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει και άλλες προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή ενός ή περισσότερων προϊόντων. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν να προβλέπουν:

α)

ότι επιστροφές καταβάλλονται μόνο για προϊόντα κοινοτικής καταγωγής,

β)

ότι το ποσό των επιστροφών για τα εισαγόμενα προϊόντα περιορίζεται στους δασμούς που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, εφόσον οι εν λόγω δασμοί είναι κατώτεροι από την εφαρμοζόμενη επιστροφή.

Άρθρο 168

Επιστροφές κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων του τομέα του βοείου κρέατος

Όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα του βοείου κρέατος, η χορήγηση και η πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων εξαρτάται από την τήρηση των διατάξεων που προβλέπονται στην κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων, και ειδικότερα την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.

Άρθρο 169

Όρια εξαγωγών

Η τήρηση των ποσοτικών δεσμεύσεων οι οποίες απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης, εξασφαλίζεται με βάση άδειες εξαγωγής που εκδίδονται για τις περιόδους αναφοράς που εφαρμόζονται στα εν λόγω προϊόντα. Όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία του ΠΟΕ για τη γεωργία, η ισχύς των αδειών δεν επηρεάζεται από τη λήξη μιας περιόδου αναφοράς.

Άρθρο 170

Εκτελεστικοί κανόνες

Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος τμήματος, και ιδίως:

α)

διατάξεις για την αναδιανομή των εξαγώγιμων ποσοτήτων οι οποίες δεν έχουν κατανεμηθεί ή χρησιμοποιηθεί,

β)

διατάξεις που διέπουν την ποιότητα και άλλες ειδικές απαιτήσεις και όρους σχετικά με τα προϊόντα που είναι επιλέξιμα για επιστροφή κατά την εξαγωγή,

γ)

διατάξεις σχετικά με την παρακολούθηση της πραγματοποίησης και ορθής εκτέλεσης των ενεργειών που παρέχουν το δικαίωμα πληρωμής των επιστροφών και κάθε άλλου ποσού που σχετίζεται με τις εξαγωγικές εργασίες, συμπεριλαμβανομένων φυσικών ελέγχων και ελέγχων εγγράφων.

Οι τυχόν απαιτούμενες τροποποιήσεις του παραρτήματος ΧΧ πραγματοποιούνται από την Επιτροπή λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/93.

Ωστόσο, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του άρθρου 160 για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 162 παράγραφος 1 στοιχείο β), θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/93.

Τμήμα III

Διαχείριση εξαγωγικών ποσοστώσεων στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

Άρθρο 171

Διαχείριση δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίγονται από τρίτες χώρες

1.   Όσον αφορά το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, όταν μια συμφωνία που έχει συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης προβλέπει την ολική ή μερική διαχείριση μιας δασμολογικής ποσόστωσης που έχει ανοιχθεί από τρίτη χώρα, η εφαρμοστέα μέθοδος διαχείρισης και οι σχετικές με τη μέθοδο αυτή λεπτομέρειες θεσπίζονται από την Επιτροπή.

2.   Η διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γίνεται με τρόπο που να αποκλείει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των ενδιαφερόμενων φορέων και να εγγυάται την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρονται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ποσόστωσης, με την εφαρμογή μίας από τις κάτωθι μεθόδους ή συνδυασμού αυτών ή άλλης κατάλληλης μεθόδου:

α)

μέθοδος βασιζόμενη στη χρονολογική σειρά υποβολής των αιτήσεων (αρχή της «κατά προτεραιότητα εξυπηρέτησης»),

β)

μέθοδος κατανομής κατ’ αναλογία των ποσοτήτων που ζητήθηκαν κατά την κατάθεση των αιτήσεων (μέθοδος της «ταυτόχρονης εξέτασης»),

γ)

μέθοδος βασιζόμενη στη συνεκτίμηση των παραδοσιακών εμπορικών ρευμάτων (μέθοδος των «παλαιών και νέων πελατών»).

Τμήμα IV

Ειδική μεταχείριση κατά την εισαγωγή σε τρίτες χώρες

Άρθρο 172

Πιστοποιητικά για προϊόντα που τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης κατά την εισαγωγή σε τρίτη χώρα

1.   Κατά την εξαγωγή προϊόντων τα οποία, σύμφωνα με τις συμφωνίες που συνάπτονται από την Κοινότητα σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης, μπορούν να τύχουν ειδικής μεταχείρισης κατά την εισαγωγή σε τρίτη χώρα, εφόσον τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εκδίδουν, κατόπιν αιτήσεως και καταλλήλου ελέγχου, έγγραφο το οποίο πιστοποιεί ότι οι προϋποθέσεις πληρούνται.

2.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται από την Επιτροπή.

Τμήμα V

Ειδικές διατάξεις για τα ζώντα φυτά

Άρθρο 173

Ελάχιστες τιμές εξαγωγής

1.   Κάθε έτος, η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει, εγκαίρως και πριν από την περίοδο εμπορίας, μία ή περισσότερες ελάχιστες τιμές εξαγωγής προς τρίτες χώρες για καθένα από τα προϊόντα του τομέα των ζώντων φυτών που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 0601 10.

Οι εξαγωγές των προϊόντων αυτών επιτρέπονται μόνον σε τιμή ίση ή ανώτερη από την ελάχιστη τιμή που καθορίζεται για το συγκεκριμένο προϊόν.

2.   Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής της παραγράφου 1 θεσπίζονται από την Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 παράγραφος 2 της συνθήκης.

Τμήμα VI

Παθητική τελειοποίηση

Άρθρο 174

Αναστολή του καθεστώτος παθητικής τελειοποίησης

1.   Εάν η κοινοτική αγορά έχει διαταραχθεί ή κινδυνεύει να διαταραχθεί από το καθεστώς παθητικής τελειοποίησης, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, μπορεί να αναστέλλει εν όλω ή εν μέρει τη χρήση του καθεστώτος παθητικής τελειοποίησης για τα προϊόντα του τομέα των σιτηρών, του ρυζιού, του βοείου κρέατος, του χοιρείου κρέατος, του κρέατος αιγοπροβάτων, και του κρέατος των πουλερικών. Αν η Επιτροπή λάβει αίτημα κράτους μέλους, αποφασίζει σχετικά εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του αιτήματος.

Τα εν λόγω μέτρα κοινοποιούνται στα κράτη μέλη, εφαρμόζονται δε αμέσως.

Τα μέτρα που αποφασίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο μπορούν να παραπέμπονται στο Συμβούλιο από οποιοδήποτε κράτος μέλος εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησής τους. Το Συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί. Μπορεί να τροποποιεί ή να καταργεί τα σχετικά μέτρα με ειδική πλειοψηφία, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκαν στο Συμβούλιο.

2.   Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία της κοινής οργάνωσης των αγορών, το Συμβούλιο μπορεί, με τη διαδικασία του άρθρου 37 παράγραφος 2 της συνθήκης, να απαγορεύει εν όλω ή εν μέρει τη χρήση του καθεστώτος παθητικής τελειοποίησης για τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

ΜΕΡΟΣ ΙV

ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Κανόνες εφαρμοστέοι στις επιχειρήσεις

Άρθρο 175

Εφαρμογή των άρθρων 81 έως 86 της συνθήκης

Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, τα άρθρα 81 έως 86 της συνθήκης και οι εκτελεστικές διατάξεις τους εφαρμόζονται, με την επιφύλαξη του άρθρου 169 του παρόντος κανονισμού, σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 και στο άρθρο 82 της συνθήκης, οι οποίες σχετίζονται με την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως η), στο στοιχείο ια) και στα στοιχεία ιγ) έως κα) του άρθρου 1 και στο άρθρο 1 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 176

Εξαιρέσεις

1.   Το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 175 του παρόντος κανονισμού και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργάνωσης αγοράς ή είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 33 της συνθήκης.

Ειδικότερα, το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των εν λόγω ενώσεων που ανήκουν σε ένα και μόνο κράτος μέλος, οι οποίες, χωρίς να επιβάλλουν υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϊόντων ή τη χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθήκευσης, επεξεργασίας ή μεταποίησης γεωργικών προϊόντων, εκτός εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι, με τον τρόπο αυτόν, αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι τίθενται σε κίνδυνο οι στόχοι του άρθρου 33 της συνθήκης.

2.   Μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη και ακρόαση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, καθώς και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου που κρίνει σκόπιμο, η Επιτροπή έχει την αποκλειστική εξουσία, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, να διαπιστώνει, με απόφαση η οποία δημοσιεύεται, ποιες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές πληρούν τους όρους της παραγράφου 1.

Η Επιτροπή προβαίνει στη διαπίστωση αυτή είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήσεως αρμόδιας αρχής ενός κράτους μέλους ή ενδιαφερόμενης επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων.

3.   Η δημοσίευση της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 αναφέρει τα συμμετέχοντα μέρη και το ουσιώδες περιεχόμενο της απόφασης. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία του επαγγελματικού απόρρητου.

Άρθρο 177

Συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές στον τομέα του καπνού

1.   Το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές των αναγνωρισμένων διεπαγγελματικών οργανώσεων στον τομέα του καπνού, οι οποίες αποβλέπουν στην υλοποίηση των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 123, στοιχείο γ), του παρόντος κανονισμού, υπό τον όρον ότι:

α)

οι συμφωνίες και οι εναρμονισμένες πρακτικές έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή,

β)

η Επιτροπή, εντός τριών μηνών από τη στιγμή που της κοινοποιήθηκαν όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιολόγησης, δεν έχει κηρύξει τις εν λόγω συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές ασυμβίβαστες προς τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού.

Οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές δεν μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια της εν λόγω τρίμηνης προθεσμίας.

2.   Οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές κηρύσσονται αντίθετες προς τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού στις εξής περιπτώσεις:

α)

μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία στεγανών στην ενδοκοινοτική αγορά,

β)

μπορούν να επηρεάσουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς,

γ)

μπορούν να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής που επιδιώκονται μέσω της διεπαγγελματικής δράσεως,

δ)

περιλαμβάνουν τον καθορισμό τιμών ή ποσοστώσεων, με την επιφύλαξη μέτρων που λαμβάνονται από διεπαγγελματικές οργανώσεις στο πλαίσιο της εφαρμογής ειδικών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας,

ε)

μπορούν να προκαλέσουν διακριτική μεταχείριση ή να καταργήσουν τον ανταγωνισμό για σημαντικό μέρος των εν λόγω προϊόντων.

3.   Εάν, μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1, η Επιτροπή διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι όροι εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, λαμβάνει, χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, απόφαση στην οποία αναφέρεται ότι το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης εφαρμόζεται για τη συγκεκριμένη συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική.

Η απόφαση αυτή δεν εφαρμόζεται πριν από την ημερομηνία κοινοποιήσεώς της προς την ενδιαφερόμενη διεπαγγελματική οργάνωση, εκτός εάν η τελευταία έχει δώσει ανακριβείς πληροφορίες ή έχει κάνει κατάχρηση της εξαίρεσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 178

Δεσμευτικό αποτέλεσμα συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών επί των τρίτων στον τομέα του καπνού

1.   Οι διεπαγγελματικές οργανώσεις του τομέα του καπνού μπορούν να ζητούν να καθίστανται υποχρεωτικές ορισμένες από τις συμφωνίες τους ή εναρμονισμένες πρακτικές, για περιορισμένο διάστημα, για άτομα και ομάδες του συγκεκριμένου οικονομικού τομέα που δεν είναι μέλη των επαγγελματικών κλάδων τους οποίους αντιπροσωπεύουν, στην περιοχή όπου ασκούν τις δραστηριότητές τους.

Για την εφαρμογή της επεκτάσεως των κανόνων, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις πρέπει να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τα δύο τρίτα της παραγωγής ή/και του εμπορίου στον εν λόγω τομέα. Σε περίπτωση που το σχέδιο επεκτάσεως των κανόνων καλύπτει διαπεριφερειακό πεδίο εφαρμογής, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις πρέπει να δικαιολογούν μια στοιχειώδη αντιπροσωπευτικότητα για κάθε έναν από τους κλάδους που συγκεντρώνουν σε καθεμία από τις καλυπτόμενες περιφέρειες.

2.   Οι κανόνες των οποίων ζητείται η επέκταση πρέπει να έχουν εφαρμοσθεί από έτους τουλάχιστον και να αφορούν ένα από τα παρακάτω αντικείμενα:

α)

τη γνώση της παραγωγής και της αγοράς,

β)

τον ορισμό των στοιχειωδών ποιοτήτων,

γ)

τη χρησιμοποίηση καλλιεργητικών μεθόδων που συμβιβάζονται με την προστασία του περιβάλλοντος,

δ)

τον ορισμό στοιχειωδών προτύπων όσον αφορά την παρουσίαση και τη συσκευασία,

ε)

τη χρησιμοποίηση πιστοποιημένων σπόρων για σπορά και τον ποιοτικό έλεγχο των προϊόντων.

3.   Η επέκταση των κανόνων υπόκειται στην έγκριση της Επιτροπής.

Άρθρο 179

Εκτελεστικοί κανόνες για τις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές στον τομέα του καπνού

Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής των άρθρων 177 και 178, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την κοινοποίηση και τη δημοσίευση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις

Άρθρο 180

Εφαρμογή των άρθρων 87, 88 και 89 της συνθήκης

Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, και ιδίως όσον αφορά την εξαίρεση των κρατικών ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 182 του παρόντος κανονισμού, τα άρθρα 87, 88 και 89 της συνθήκης εφαρμόζονται στην παραγωγή και την εμπορία των προϊόντων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως η), στο στοιχείο ια) και στα στοιχεία ιγ) έως κα) του άρθρου 1 και στο άρθρο 1 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 181

Ειδικές διατάξεις για τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

Με την επιφύλαξη του άρθρου 87 παράγραφος 2 της συνθήκης, απαγορεύονται οι ενισχύσεις, το ύψος των οποίων καθορίζεται σε συνάρτηση με την τιμή ή την ποσότητα των προϊόντων που παρατίθενται στο τμήμα ΧVI του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού.

Απαγορεύονται επίσης τα εθνικά μέτρα που επιτρέπουν εξίσωση των τιμών των προϊόντων που παρατίθενται στο τμήμα ΧVI του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 182

Ειδικές εθνικές διατάξεις

1.   Η Σουηδία και η Φινλανδία μπορούν, αν λάβουν άδεια εκ μέρους της Επιτροπής, να χορηγούν ενισχύσεις για την παραγωγή και εμπορία ταράνδων και προϊόντων ταράνδων (ΣΟ ex 0208 και ex 0210), εφόσον δεν αυξάνονται τα παραδοσιακά επίπεδα παραγωγής.

2.   Η Φινλανδία μπορεί, αν λάβει άδεια εκ μέρους της Επιτροπής, να χορηγεί ενισχύσεις για ορισμένες ποσότητες σπόρων και σπόρων σιτηρών αντιστοίχως που παράγονται αποκλειστικά στη Φινλανδία, λόγω των ιδιαίτερων κλιματικών συνθηκών που επικρατούν σε αυτήν.

3.   Τα κράτη μέλη που μειώνουν την οικεία ποσόστωση ζάχαρης κατά περισσότερο του 50 % της ποσόστωσης ζάχαρης που καθορίστηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2006 με το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 μπορούν να χορηγούν προσωρινή κρατική ενίσχυση κατά την περίοδο κατά την οποία καταβάλλεται η μεταβατική ενίσχυση για τους καλλιεργητές τεύτλων σύμφωνα με το κεφάλαιο 10στ του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003. Κατόπιν σχετικής αίτησης οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, η Επιτροπή αποφασίζει για το συνολικό ποσό κρατικής ενίσχυσης που διατίθεται για το μέτρο αυτό.

Για την Ιταλία, η προσωρινή ενίσχυση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν υπερβαίνει συνολικά τα 11 ευρώ ανά περίοδο εμπορίας και ανά τόνο ζαχαροτεύτλων και χορηγείται στους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων και για τη μεταφορά ζαχαροτεύτλων.

Η Φινλανδία μπορεί να χορηγεί στους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων ενίσχυση μέχρι 350 ευρώ ανά εκτάριο και ανά περίοδο εμπορίας.

Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή, εντός 30 ημερών από το τέλος κάθε περιόδου εμπορίας, το ποσό κρατικής ενίσχυσης που όντως χορηγήθηκε κατά τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας.

4.   Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 88 παράγραφος 1 και της πρώτης πρότασης του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, η Γερμανία μπορεί να χορηγεί ενίσχυση στο πλαίσιο του Γερμανικού Μονοπωλίου Αλκοόλης για προϊόντα τα οποία εμπορεύεται, μετά από περαιτέρω μεταποίηση, το Μονοπώλιο, ως αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι της συνθήκης. Το συνολικό ποσό της εν λόγω ενίσχυσης δεν υπερβαίνει τα 110 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Η Γερμανία υποβάλλει ετησίως, πριν από τις 30 Ιουνίου, έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος.

ΜΕΡΟΣ V

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ

Άρθρο 183

Εισφορά προώθησης στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων 87, 88 και 89 της συνθήκης όπως προβλέπεται στο άρθρο 180 του παρόντος κανονισμού, ένα κράτος μέλος μπορεί να εισπράττει από τους γαλακτοπαραγωγούς του εισφορά προώθησης επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που διατίθενται στο εμπόριο, με σκοπό τη χρηματοδότηση των μέτρων που αφορούν την προώθηση της κατανάλωσης γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην Κοινότητα, καθώς και τη διεύρυνση των αντίστοιχων αγορών και τη βελτίωση της ποιότητας.

Άρθρο 184

Υποβολή εκθέσεων για ορισμένους τομείς

Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση:

1.

πριν τις 30 Σεπτεμβρίου 2008 προς το Συμβούλιο για τον τομέα των αποξηραμένων χορτονομών, με βάση αξιολόγηση των διατάξεων που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό, στην οποία θα εξετάζει ειδικότερα την ανάπτυξη περιοχών παραγωγής ψυχανθών και άλλων νωπών χορτονομών, την παραγωγή αποξηραμένων χορτονομών και την επιτυγχανόμενη εξοικονόμηση ορυκτών καυσίμων. Η έκθεση συνοδεύεται, ενδεχομένως, από κατάλληλες προτάσεις,

2.

ανά τριετία και για πρώτη φορά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010 προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την υλοποίηση των μέτρων που αφορούν τον τομέα της μελισσοκομίας και προβλέπονται στο τμήμα VI του κεφαλαίου IV του τίτλου Ι του μέρους ΙΙ.

3.

πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2009, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 182 παράγραφος 4 για το Γερμανικό Μονοπώλιο Αλκοόλης, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης των ενισχύσεων που χορηγούνται στο πλαίσιο του Μονοπωλίου αυτού, μαζί με κατάλληλες προτάσεις.

Άρθρο 185

Καταχώριση των συμβάσεων στον τομέα του λυκίσκου

1.   Κάθε σύμβαση παράδοσης λυκίσκου παραγόμενου στην Κοινότητα, η οποία συνάπτεται μεταξύ, αφενός, ενός παραγωγού ή οργάνωσης παραγωγών και, αφετέρου, ενός αγοραστή, καταχωρίζεται από τους φορείς που ορίζονται προς τούτο από κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παραγωγό.

2.   Οι συμβάσεις που αφορούν την παράδοση συγκεκριμένων ποσοτήτων σε συμφωνημένες τιμές για περίοδο που καλύπτει μια ή περισσότερες εσοδείες και έχουν συναφθεί πριν από την 1η Αυγούστου του έτους της πρώτης σχετικής εσοδείας ονομάζονται «συμβάσεις συναφθείσες εκ των προτέρων». Οι συμβάσεις αυτές αποτελούν το αντικείμενο χωριστής καταχώρισης.

3.   Τα δεδομένα στα οποία βασίζεται η καταχώριση επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

4.   Η Επιτροπή θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την καταχώριση των συμβάσεων παράδοσης λυκίσκου.

Άρθρο 186

Διαταραχές των τιμών της εσωτερικής αγοράς

Η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα στην περίπτωση εμφάνισης των κατωτέρω καταστάσεων, εφόσον οι καταστάσεις αυτές είναι πιθανόν να συνεχιστούν, και ως εκ τούτου διαταράσσονται ή απειλούνται με διαταραχή οι αγορές:

α)

όσον αφορά τα προϊόντα των τομέων της ζάχαρης, του λυκίσκου, του βοείου κρέατος και του κρέατος αιγοπροβάτων, όταν οι τιμές ενός από τα προϊόντα αυτά στην κοινοτική αγορά σημειώνουν σημαντική άνοδο ή πτώση,

β)

όσον αφορά τα προϊόντα των τομέων του χοιρείου κρέατος, των αυγών και του κρέατος των πουλερικών και, όσον αφορά το ελαιόλαδο, όταν οι τιμές ενός από τα προϊόντα αυτά στην κοινοτική αγορά σημειώνουν σημαντική άνοδο.

Άρθρο 187

Διαταραχές λόγω των τιμών της διεθνούς αγοράς

Όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των σιτηρών, του ρυζιού, της ζάχαρης και του γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, όταν οι τιμές στη διεθνή αγορά για ένα ή περισσότερα προϊόντα φθάνουν σε επίπεδα που διαταράσσουν ή απειλούν να διαταράξουν τον εφοδιασμό της κοινοτικής αγοράς και εφόσον η κατάσταση αυτή ενδέχεται να συνεχισθεί ή να επιδεινωθεί, η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τον αντίστοιχο τομέα. Μπορεί ιδίως να αναστείλει τους εισαγωγικούς δασμούς εν όλω ή εν μέρει για ορισμένες ποσότητες.

Άρθρο 188

Προϋποθέσεις για τα μέτρα που εφαρμόζονται σε περίπτωση διαταραχών και εκτελεστικοί κανόνες

1.   Τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 186 και 187 μπορούν να θεσπίζονται:

α)

εφόσον τα άλλα μέτρα που είναι διαθέσιμα δυνάμει του παρόντος κανονισμού κρίνονται ανεπαρκή,

β)

λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 παράγραφος 2 της συνθήκης.

2.   Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 186 και 187 μπορούν να θεσπίζονται από την Επιτροπή.

Άρθρο 189

Κοινοποιήσεις στον τομέα της αιθυλικής αλκοόλης

1.   Όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα της αιθυλικής αλκοόλης, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης, σε εκατόλιτρα καθαρής αλκοόλης, με ανάλυση κατά χρησιμοποιούμενο αλκοολογόνο προϊόν,

β)

τον όγκο της διατεθείσας αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης, σε εκατόλιτρα καθαρής αλκοόλης, με ανάλυση κατά τομείς προορισμού,

γ)

τα αποθέματα αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης που διαθέτουν στο τέλος του προηγούμενου έτους,

δ)

τις εκτιμήσεις για την παραγωγή του τρέχοντος έτους.

Οι λεπτομερείς διατάξεις για την κοινοποίηση αυτών των στοιχείων, ιδίως όσον αφορά τη συχνότητα διαβίβασης και τον ορισμό των τομέων προορισμού, καθορίζονται από την Επιτροπή.

2.   Βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και άλλων διαθέσιμων πληροφοριών, η Επιτροπή, χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 παράγραφος 1, καταρτίζει κοινοτικό ισοζύγιο της αγοράς αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης του προηγούμενου έτους και προβαίνει σε εκτίμηση του ισοζυγίου του τρέχοντος έτους.

Το κοινοτικό ισοζύγιο περιλαμβάνει επίσης πληροφορίες σχετικά με την αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης. Το ακριβές περιεχόμενο και ο τρόπος συλλογής αυτών των πληροφοριών καθορίζονται από την Επιτροπή.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως «αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης» νοούνται τα προϊόντα των κωδικών ΣΟ 2207, 2208 90 91 και 2208 90 99, τα οποία δεν παράγονται από συγκεκριμένο γεωργικό προϊόν περιλαμβανόμενο στο παράρτημα Ι της συνθήκης.

3.   Η Επιτροπή κοινοποιεί στα κράτη μέλη τα ισοζύγια που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

ΜΕΡΟΣ VI

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 190

Δημοσιονομικές διατάξεις

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και οι διατάξεις που εκδίδονται για την εφαρμογή του εφαρμόζονται στις δαπάνες που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 191

Έκτακτη ανάγκη

Η Επιτροπή θεσπίζει τα μέτρα που είναι τόσο αναγκαία όσο και δικαιολογημένα σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, για την επίλυση ειδικών πρακτικών προβλημάτων.

Τα μέτρα αυτά μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, αλλά μόνον στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο.

Άρθρο 192

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής

1.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ανταλλάσσουν μεταξύ τους όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ή για την παρακολούθηση και ανάλυση της αγοράς και για τη συμμόρφωση με τις διεθνείς υποχρεώσεις που αφορούν τα προϊόντα του άρθρου 1.

2.   Η Επιτροπή θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για τον καθορισμό των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή της παραγράφου 1, καθώς και σχετικά με τη μορφή, το περιεχόμενο, τη συχνότητα, τις προθεσμίες και τους λεπτομερείς κανόνες σύμφωνα με τους οποίους τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής ή διαβιβάζονται σε αυτήν οι πληροφορίες και τα έγγραφα.

Άρθρο 193

Ρήτρα καταστρατήγησης

Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, τα πλεονεκτήματα που προβλέπονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν χορηγούνται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για τα οποία διαπιστώνεται ότι δημιούργησαν τεχνητά τις προϋποθέσεις για την απόκτηση των πλεονεκτημάτων αυτών, αντίθετα με τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 194

Έλεγχοι, διοικητικά μέτρα και διοικητικές κυρώσεις και η κοινοποίησή τους

Η Επιτροπή καθορίζει:

α)

τους κανόνες σχετικά με τους διοικητικούς και φυσικούς ελέγχους που πρέπει να διενεργούν τα κράτη μέλη σε σχέση με την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού,

β)

ένα σύστημα επιβολής διοικητικών μέτρων και διοικητικών κυρώσεων, στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού,

γ)

τους κανόνες που αφορούν την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού,

δ)

τους κανόνες για την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τους ελέγχους που διενεργήθηκαν και τα αποτελέσματά τους.

Οι διοικητικές κυρώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β) κλιμακώνονται ανάλογα με τη σοβαρότητα, την έκταση, τον διαρκή χαρακτήρα και την επανάληψη της διαπιστούμενης παράβασης.

ΜΕΡΟΣ VIΙ

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Εκτελεστικές διατάξεις

Άρθρο 195

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη Διαχειριστική Επιτροπή για την Κοινή Οργάνωση των Γεωργικών Αγορών (εφεξής καλούμενη «η επιτροπή»).

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε ένα μήνα.

Άρθρο 196

Οργάνωση της επιτροπής

Κατά την οργάνωση των συνεδριάσεων της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195 λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, το πεδίο των αρμοδιοτήτων της, οι ιδιαιτερότητες του υπό εξέταση θέματος και η ανάγκη σύμπραξης των κατάλληλων εμπειρογνωμόνων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Μεταβατικές και τελικές διατάξεις

Άρθρο 197

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999

Τα άρθρα 74 έως 76 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 καταργούνται.

Άρθρο 198

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96

Τα άρθρα 46 και 47 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 καταργούνται.

Άρθρο 199

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/96

Τα άρθρα 29 και 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/96 καταργούνται.

Άρθρο 200

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1184/2006

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1184/2006 τροποποιείται ως εξής:

1.

Ο τίτλος αντικαθίσταται από τον εξής:

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1184/2006 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 2006, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία ορισμένων γεωργικών προϊόντων».

2.

Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται οι κανόνες που αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 81 έως 86 και ορισμένων διατάξεων του άρθρου 88 της συνθήκης σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της συνθήκης, εξαιρουμένων των προϊόντων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως η), στο στοιχείο ια) και στα στοιχεία ιγ) έως κα) του άρθρο 1 παράγραφος 1 και στο άρθρο 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (69).

Άρθρο 1α

Τα άρθρα 81 έως 86 της συνθήκης, καθώς και οι διατάξεις εφαρμογής τους εφαρμόζονται, με την επιφύλαξη του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού, σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 και στο άρθρο 82 της συνθήκης, σχετικά με την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1».

3.

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 2 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 1α του παρόντος κανονισμού οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργάνωσης αγοράς ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 33 της συνθήκης στόχων.»

4.

Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

Οι διατάξεις του άρθρου 88 παράγραφος 1 και παράγραφος 3 πρώτη πρόταση της συνθήκης, εφαρμόζονται στις ενισχύσεις που χορηγούνται για την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1».

Άρθρο 201

Καταργούμενες διατάξεις

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, καταργούνται οι ακόλουθοι κανονισμοί:

α)

οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 234/68, (ΕΟΚ) αριθ. 827/68, (ΕΟΚ) αριθ. 2517/69, (ΕΟΚ) αριθ. 2728/75, (ΕΟΚ) αριθ. 1055/77, (ΕΟΚ) αριθ. 2931/79, (ΕΟΚ) αριθ. 1358/80, (ΕΟΚ) αριθ. 3730/87, (ΕΟΚ) αριθ. 4088/87, (ΕΟΚ) αριθ. 404/93, (ΕΚ) αριθ. 670/2003 και (ΕΚ) αριθ. 797/2004 από την 1η Ιανουαρίου 2008,

β)

οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 707/76, (ΕΚ) αριθ. 1786/2003, (ΕΚ) αριθ. 1788/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1544/2006 από την 1η Απριλίου 2008,

γ)

οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 315/68, (ΕΟΚ) αριθ. 316/68, (ΕΟΚ) αριθ. 2729/75, (ΕΟΚ) αριθ. 2759/75, (ΕΟΚ) αριθ. 2763/75, (ΕΟΚ) αριθ. 2771/75, (ΕΟΚ) αριθ. 2777/75, (ΕΟΚ) αριθ. 2782/75, (ΕΟΚ) αριθ. 1898/87, (ΕΟΚ) αριθ. 1906/90, (ΕΟΚ) αριθ. 2204/90, (ΕΟΚ) αριθ. 2075/92, (ΕΟΚ) αριθ. 2077/92, (ΕΟΚ) αριθ. 2991/94, (ΕΚ) αριθ. 2597/97, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1255/1999, (ΕΚ) αριθ. 2250/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΚ) αριθ. 2529/2001, (ΕΚ) αριθ. 1784/2003, (ΕΚ) αριθ. 865/2004 και (ΕΚ) αριθ. 1947/2005 (ΕΚ) αριθ. 1952/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1028/2006 από την 1η Ιουλίου 2008,

δ)

ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1785/2003 από την 1η Σεπτεμβρίου 2008,

ε)

ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 318/2006 από την 1η Οκτωβρίου 2008,

στ)

οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 3220/84, (ΕΟΚ) αριθ. 386/90, (ΕΟΚ) αριθ. 1186/90, (ΕΟΚ) αριθ. 2137/92 και (ΕΚ) αριθ. 1183/2006 από την 1η Ιανουαρίου 2009.

2.   Η οδηγία 74/583/ΕΚ καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2008.

3.   Η κατάργηση των κανονισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν θίγει:

α)

τη διατήρηση σε ισχύ των κοινοτικών πράξεων που θεσπίστηκαν βάσει των κανονισμών αυτών, και

β)

τη συνεχιζόμενη ισχύ των τροποποιήσεων, από τους κανονισμούς αυτούς, άλλων πράξεων του κοινοτικού δικαίου που δεν καταργούνται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 202

Ερμηνεία των παραπομπών

Κάθε παραπομπή στις διατάξεις ή τους κανονισμούς που τροποποιούνται ή καταργούνται δυνάμει των άρθρων 197 έως 201 θεωρείται ότι γίνεται στον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τους πίνακες αντιστοιχίας που περιέχονται στο παράρτημα XΧΙΙ.

Άρθρο 203

Μεταβατικές διατάξεις

Τα μέτρα που απαιτούνται για τη διευκόλυνση της μετάβασης από τις ρυθμίσεις οι οποίες προβλέπονται στους κανονισμούς που τροποποιούνται ή καταργούνται δυνάμει των άρθρων 197 έως 201, σε εκείνες του παρόντος κανονισμού μπορούν να θεσπίζονται από την Επιτροπή.

Άρθρο 204

Έναρξη ισχύος

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2008.

Ωστόσο, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται:

α)

όσον αφορά τους τομείς των σιτηρών, των σπόρων προς σπορά, του λυκίσκου, του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών, του λίνου και της κάνναβης, του ακατέργαστου καπνού, του βοείου κρέατος, του χοιρείου κρέατος, του κρέατος αιγοπροβάτων, των αυγών και του κρέατος των πουλερικών, από την 1η Ιουλίου 2008,

β)

όσον αφορά τον τομέα του ρυζιού, από την 1η Σεπτεμβρίου 2008,

γ)

όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης, από την 1η Οκτωβρίου 2008, με εξαίρεση το άρθρο 59, το οποίο εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2008,

δ)

όσον αφορά τους τομείς των αποξηραμένων χορτονομών και των μεταξοσκωλήκων, από την 1η Απριλίου 2008,

ε)

όσον αφορά τον τομέα του οίνου, καθώς και το άρθρο 191, από την 1η Αυγούστου 2008,

στ)

όσον αφορά τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, πλην των διατάξεων του κεφαλαίου ΙΙΙ του τίτλου Ι του μέρους ΙΙ, από την 1η Ιουλίου 2008,

ζ)

όσον αφορά το σύστημα περιορισμού της παραγωγής γάλακτος, το οποίο θεσπίζεται με το κεφάλαιο ΙΙΙ του τίτλου Ι του μέρους ΙΙ, από την 1η Απριλίου 2008,

η)

όσον αφορά τις κοινοτικές κλίμακες ταξινόμησης των σφαγίων που προβλέπονται στο άρθρο 42 παράγραφος 1, από την 1η Ιανουαρίου 2009.

Τα άρθρα 27, 39 και 172 εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2008, τα δε άρθρα 149 έως 152 από την 1η Ιουλίου 2008 για όλα τα σχετικά προϊόντα.

3.   Όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης, οι διατάξεις του τίτλου Ι του μέρους ΙΙ εφαρμόζονται έως το τέλος της περιόδου εμπορίας 2014/2015 για τη ζάχαρη.

4.   Οι διατάξεις που αφορούν το σύστημα περιορισμού της παραγωγής γάλακτος, το οποίο θεσπίζεται με το κεφάλαιο ΙΙΙ του τίτλου Ι του μέρους ΙΙ, εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 66, έως τις 31 Μαρτίου 2015.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Λουξεμβούργο, 22 Οκτωβρίου 2007.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. SILVA


(1)  Γνώμη της 24ης Μαΐου 2007 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ L 55, 2.3.1968, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 806/2003 (ΕΕ L 122, 16.5.2003, σ. 1).

(3)  ΕΕ L 151, 30.6.1968, σ. 16. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 865/2004 (ΕΕ L 161, 30.4.2004, σ. 97).

(4)  ΕΕ L 282, 1.11.1975, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1913/2005 (ΕΕ L 307, 25.11.2005, σ. 2).

(5)  ΕΕ L 282, 1.11.1975, σ. 49. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 679/2006 (ΕΕ L 119, 4.5.2006, σ. 1).

(6)  ΕΕ L 282, 1.11.1975, σ. 77. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 679/2006.

(7)  ΕΕ L 215, 30.7.1992, σ. 70. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1679/2005 (ΕΕ L 271, 15.10.2005, σ. 1).

(8)  ΕΕ L 47, 25.2.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2013/2006 (ΕΕ L 384, 29.12.2006, σ. 13).

(9)  ΕΕ L 297, 21.11.1996, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 (ΕΕ L 273, 17.10.2007, σ. 1).

(10)  ΕΕ L 297, 21.11.1996, σ. 29. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

(11)  ΕΕ L 160, 26.6.1999, σ. 21. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1913/2005.

(12)  ΕΕ L 160, 26.6.1999, σ. 48. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1152/2007 (ΕΕ L 258, 4.10.2007, σ. 1).

(13)  ΕΕ L 179, 14.7.1999, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 (ΕΕ L 363, 20.12.2006, σ. 1).

(14)  ΕΕ L 193, 29.7.2000, σ. 16. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 953/2006 (ΕΕ L 175, 29.6.2006, σ. 1).

(15)  ΕΕ L 341, 22.12.2001, σ. 3. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1913/2005.

(16)  ΕΕ L 270, 21.10.2003, σ. 78. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 735/2007 (ΕΕ L 169, 29.6.2007, σ. 6).

(17)  ΕΕ L 270, 21.10.2003, σ. 96. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 797/2006 (ΕΕ L 144, 31.5.2006, σ. 1).

(18)  ΕΕ L 270, 21.10.2003, σ. 114. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 456/2006 (ΕΕ L 82, 21.3.2006, σ. 1).

(19)  ΕΕ L 161, 30.4.2004, σ. 97, όπως διορθώθηκε με την ΕΕ L 206, 9.6.2004, σ. 37.

(20)  ΕΕ L 312, 29.11.2005, σ. 3. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1247/2007 (ΕΕ L 282, της 26.10.2007, σ. 1).

(21)  ΕΕ L 314, 30.11.2005, σ. 1.

(22)  ΕΕ L 58, 28.2.2006, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/2007 (ΕΕ L 283, 27.10.2007, σ. 1).

(23)  ΕΕ L 97, 15.4.2003, σ. 6.

(24)  ΕΕ L 125, 28.4.2004, σ. 1.

(25)  ΕΕ L 286, 7.10.2006, σ. 1.

(26)  ΕΕ L 270, 21.10.2003, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 552/2007 της Επιτροπής (ΕΕ L 131, 23.5.2007, σ. 10).

(27)  ΕΕ L 352, 15.12.1987, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 2535/95 (ΕΕ L 260, 31.10.1995, σ. 3).

(28)  ΕΕ L 214, 4.8.2006, σ. 1.

(29)  ΕΕ L 119, 11.5.1990, σ. 32. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχώρησης του 1994.

(30)  ΕΕ L 301, 20.11.1984, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3513/93 (ΕΕ L 320, 22.12.1993, σ. 5).

(31)  ΕΕ L 214, 30.7.1992, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006.

(32)  ΕΕ L 270, 21.10.2003, σ. 123. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1186/2007 της Επιτροπής (ΕΕ L 265, 11.10.2007, σ. 22).

(33)  ΕΕ L 58, 28.2.2006, σ. 42. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1261/2007 (ΕΕ L 283, της 27.10.2007, σ. 8).

(34)  ΕΕ L 209, 11.8.2005, σ. 1. Κανονισμός, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 378/2007 (ΕΕ L 95, 5.4.2007, σ. 1).

(35)  ΕΕ L 182, 3.7.1987, σ. 36. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.

(36)  ΕΕ L 351, 23.12.1997, σ. 13. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1153/2007 (ΕΕ L 258, 4.10.2007, σ. 6).

(37)  ΕΕ L 316, 9.12.1994, σ. 2.

(38)  ΕΕ L 186, 7.7.2006, σ. 1.

(39)  ΕΕ L 173, 6.7.1990, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1029/2006 (ΕΕ L 186, 7.7.2006, σ. 6).

(40)  ΕΕ L 282, 1.11.1975, σ. 100. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006.

(41)  ΕΕ L 201, 31.7.1990, σ. 7. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2583/2001 (ΕΕ L 345, 29.12.2001, σ. 6).

(42)  ΕΕ L 281, 1.11.1975, σ. 18. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3290/94 (ΕΕ L 349, 31.12.1994, σ. 105).

(43)  ΕΕ L 214, 4.8.2006, σ. 7.

(44)  ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/EΚ (ΕΕ L 200, 22.7.2006, σ. 11).

(45)  ΕΕ L 282, 1.11.1975, σ. 19.

(46)  ΕΕ L 84, 31.3.1976, σ. 1.

(47)  ΕΕ L 128, 24.5.1977, σ. 1.

(48)  ΕΕ L 334, 28.12.1979, σ. 8.

(49)  ΕΕ L 42, 16.2.1990, σ. 6. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 163/94 (ΕΕ L 24, 29.1.1994, σ. 2).

(50)  ΕΕ L 215, 30.7.1992, σ. 80.

(51)  ΕΕ L 275, 26.10.1999, σ. 4.

(52)  ΕΕ L 71, 21.3.1968, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4112/88 (ΕΕ L 361, 29.12.1988, σ. 7).

(53)  ΕΕ L 71, 21.3.1968, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 309/79 (ΕΕ L 42, 17.2.1979, σ. 21).

(54)  ΕΕ L 318, 18.12.1969, σ. 15. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1153/78 (ΕΕ L 144, 31.5.1978, σ. 4).

(55)  ΕΕ L 281, 1.11.1975, σ. 17.

(56)  ΕΕ L 140, 5.6.1980, σ. 4.

(57)  ΕΕ L 382, 31.12.1987, σ. 22. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1300/97 (ΕΕ L 177, 5.7.1997, σ. 1).

(58)  ΕΕ L 317, 27.11.1974, σ. 21.

(59)  ΕΕ L 197, 30.7.1994, σ. 4. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 671/2007 (ΕΕ L 156, 16.6.2007, σ. 1).

(60)  ΕΕ L 42, 14.2.2006, σ. 1.

(61)  ΕΕ L 244, 29.9.2000, σ. 27.

(62)  ΕΕ L 277, 21.10.2005, σ. 1.

(63)  ΕΕ L 256, 7.9.1987, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 733/2007 (ΕΕ L 169, 29.6.2007, σ. 1).

(64)  ΕΕ L 316, 2.12.2005, σ. 1.

(65)  ΕΕ L 169, 30.6.2005, σ. 1.

(66)  ΕΕ L 67, 10.3.1994, σ. 89.

(67)  ΕΕ L 349, 31.12.1994, σ. 53.

(68)  ΕΕ L 318, 20.12.1993, σ. 18.

(69)  ΕΕ L 299, της 16.11.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

Μέρος Ι: Σιτηρά

Όσον αφορά τα σιτηρά, ο παρών κανονισμός καλύπτει τα προϊόντα που παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα:

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή

α)

0709 90 60

Γλυκό καλαμπόκι, νωπό ή διατηρημένο με απλή ψύξη

0712 90 19

Ξερό γλυκό καλαμπόκι, ολόκληρο, κομμένο σε τεμάχια ή σε φέτες, τριμμένο ή σε σκόνη, αλλά όχι αλλιώς παρασκευασμένο, εκτός από υβρίδια για σπορά

1001 90 91

Σιτάρι μαλακό και σμιγάδι που προορίζονται για σπορά

1001 90 99

Όλυρα (σπέλτα), σιτάρι μαλακό και σιμιγδάλι που δεν προορίζονται για σπορά

1002 00 00

Σίκαλη

1003 00

Κριθάρι

1004 00

Βρώμη

1005 10 90

Καλαμπόκι για σπορά εκτός από υβρίδια

1005 90 00

Καλαμπόκι εκτός από καλαμπόκι για σπορά

1007 00 90

Σόργο σε κόκκους, εκτός από υβρίδια για σπορά

1008

Φαγόπυρο το εδώδιμο (μαύρο σιτάρι), κεχρί και κεχρί το μακρό· άλλα δημητριακά

β)

1001 10

Σιτάρι σκληρό

γ)

1101 00 00

Αλεύρια σιταριού ή σιμιγδαλιού

1102 10 00

Αλεύρι σίκαλης

1103 11

Πλιγούρια και σιμιγδάλια σιταριού

1107

Βύνη, έστω και καβουρντισμένη

δ)

0714

Ρίζες μανιόκας, αραρούτης ή σαλεπιού, κόνδυλοι ηλίανθου (ψευδοκολοκάσια), γλυκοπατάτες και παρόμοιες ρίζες και κόνδυλοι με υψηλή περιεκτικότητα σε άμυλο ή ινουλίνη, νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη, κατεψυγμένα ή αποξεραμένα, έστω και κομμένα σε τεμάχια ή συσσωματωμένα σε μορφή σβόλων· εντεριώνη (ψίχα) του φοίνικα των Μολούκων (αρτόδενδρου)

 

ex 1102

Αλεύρια δημητριακών άλλα από του σιταριού ή σμιγαδιού:

 

1102 20

Αλεύρι καλαμποκιού

 

1102 90

Άλλη:

 

1102 90 10

– –

Αλεύρι κριθαριού

 

1102 90 30

– –

Αλεύρι βρώμης

 

1102 90 90

– –

Άλλες

 

ex 1103

Πλιγούρια, σιμιγδάλια και συσσωματώματα με μορφή σβόλων από δημητριακά, με εξαίρεση τα πλιγούρια και σιμιγδάλια σιταριού (διάκριση 1103 11), τα πλιγούρια και σιμιγδάλια ρυζιού (διάκριση 1103 19 50 ) και τα συσσωματώματα με μορφή σβόλων ρυζιού (διάκριση 1103 20 50)

 

ex 1104

Σπόροι δημητριακών αλλιώς επεξεργασμένοι (π.χ. με μερική απόξεση του περικάρπιου, πλατυσμένοι, σε νιφάδες, με ολική σχεδόν απόξεση του περικάρπιου και στρογγυλεμένα τα δύο άκρα τους, τεμαχισμένοι, ή σπασμένοι), με εξαίρεση το ρύζι της κλάσης 1006 και τις νιφάδες ρυζιού της διάκρισης 1104 19 91· φύτρα δημητριακών ολόκληρα, πλατυσμένα, σε νιφάδες ή αλεσμένα

 

1106 20

Αλεύρια και σιμιγδάλια από σάγο ή ρίζες ή κονδύλους της κλάσης 0714

 

ex 1108

Άμυλα κάθε είδους. Ινουλίνη:

Άμυλα κάθε είδους:

 

1108 11 00

– –

Σιταριού

 

1108 12 00

– –

Καλαμποκιού

 

1108 13 00

– –

Άμυλο πατάτας

 

1108 14 00

– –

Μανιόκας (cassave)

 

ex 1108 19

– –

Άλλα άμυλα κάθε είδους:

 

1108 19 90

– – –

Άλλα

 

1109 00 00

Γλουτένη σιταριού, έστω και σε ξερή κατάσταση

 

1702

Άλλα ζάχαρα, στα οποία περιλαμβάνεται η λακτόζη, η μαλτόζη, η γλυκόζη και η φρουκτόζη (λεβουλόζη), χημικώς καθαρά, σε στερεή κατάσταση· σιρόπια από ζάχαρα χωρίς προσθήκη αρωματικών ή χρωστικών ουσιών· υποκατάστατα μελιού, αναμεμειγμένα ή μη με φυσικό μέλι, καραμελωμένα·

 

ex 1702 30

Γλυκόζη και σιρόπι γλυκόζης, που δεν περιέχουν φρουκτόζη ή που περιέχουν κατά βάρος, σε ξερή κατάσταση, λιγότερο από 20 % φρουκτόζη: