ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

50ό έτος
3 Οκτωβρίου 2007


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1145/2007 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2007, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1146/2007 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2007, σχετικά με την έγκριση σχεδίου κατανομής, στα κράτη μέλη, των πόρων που θα καταλογιστούν στο δημοσιονομικό έτος 2008 για την παροχή τροφίμων από τα αποθέματα παρέμβασης στους απόρους της Κοινότητας

3

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1147/2007 της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 2007, περί της θέσπισης απαγόρευσης της αλιείας ιππόγλωσσας Γροιλανδίας στη ζώνη NAFO 3LMNO από σκάφη με σημαία Πορτογαλίας

9

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1148/2007 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2007, περί απαγόρευσης της αλιείας του είδους μπερυτσίδες στις ζώνες I, II, III, IV, V, VI, VII, VIII, IX, X, XII και XIV (κοινοτικά ύδατα και ύδατα που δεν υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τρίτων χωρών) από σκάφη με σημαία Ισπανίας

11

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδήγια 2007/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με περιορισμούς διάθεσης στην αγορά ορισμένων οργάνων μέτρησης που περιέχουν υδράργυρο ( 1 )

13

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΥΙΟΘΕΤΗΘΕΙΣΕΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

*

Απόφαση αριθ. 1149/2007/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση, για την περίοδο 2007-2013, του ειδικού προγράμματος Αστική δικαιοσύνη στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη

16

 

*

Απόφαση αριθ. 1150/2007/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση, για την περίοδο 2007-2013, του ειδικού προγράμματος Πρόληψη των ναρκωτικών και σχετική ενημέρωση στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη

23

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

2007/636/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2007, περί της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας για τη διενέργεια μελέτης στα κράτη μέλη σχετικά με τον επιπολασμό της Salmonella spp. σε αγέλες χοίρων αναπαραγωγής [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 4434]

30

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

3.10.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1145/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 2ας Οκτωβρίου 2007

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν, όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3223/94 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 3 Οκτωβρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 2 Οκτωβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 66. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 756/2007 (ΕΕ L 172 της 30.6.2007, σ. 41).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2007, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

MK

42,1

TR

97,2

XS

28,3

ZZ

55,9

0707 00 05

EG

135,3

JO

151,2

TR

110,0

ZZ

132,2

0709 90 70

JO

139,2

TR

115,1

ZZ

127,2

0805 50 10

AR

83,7

TR

91,9

UY

82,6

ZA

70,8

ZZ

82,3

0806 10 10

BR

275,6

IL

284,6

MK

11,8

TR

104,7

US

230,0

ZZ

181,3

0808 10 80

AR

87,7

AU

173,8

BR

45,1

CL

83,4

NZ

91,9

US

96,7

ZA

79,6

ZZ

94,0

0808 20 50

CN

69,7

TR

124,2

ZA

78,1

ZZ

90,7


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


3.10.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1146/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 2ας Οκτωβρίου 2007

σχετικά με την έγκριση σχεδίου κατανομής, στα κράτη μέλη, των πόρων που θα καταλογιστούν στο δημοσιονομικό έτος 2008 για την παροχή τροφίμων από τα αποθέματα παρέμβασης στους απόρους της Κοινότητας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3730/87 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1987, που καθορίζει τους γενικούς κανόνες για την παροχή τροφίμων από τα αποθέματα παρέμβασης σε ορισμένους οργανισμούς με σκοπό τη διανομή τους στα πιο άπορα άτομα της Κοινότητας (1), και ιδίως το άρθρο 6,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2799/98 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1998, για τη θέσπιση του γεωργονομισματικού καθεστώτος του ευρώ (2), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1992, περί λεπτομερών κανόνων για τη χορήγηση τροφίμων προερχόμενων από τα αποθέματα παρέμβασης στους απόρους της Κοινότητας (3), η Επιτροπή οφείλει να εγκρίνει σχέδιο διανομής που θα χρηματοδοτηθεί από τους διαθέσιμους πόρους για το δημοσιονομικό έτος 2008. Στο σχέδιο πρέπει να καθορίζονται κυρίως, για κάθε κράτος μέλος που υλοποιεί τη δράση, το μέγιστο ποσό χρηματοδοτικών πόρων που διατίθενται για την εκτέλεση του μέρους του σχεδίου που το αφορά, καθώς και η ποσότητα κάθε είδους προϊόντων, η οποία μπορεί να αποσυρθεί από τα αποθέματα που κατέχουν οι οργανισμοί παρέμβασης.

(2)

Τα κράτη μέλη τα οποία αφορά το σχέδιο για το οικονομικό έτος 2008 κοινοποίησαν τις απαιτούμενες πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

(3)

Για την κατανομή των πόρων, πρέπει να ληφθούν υπόψη η πείρα και ο βαθμός στον οποίο τα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν τους πόρους που τους διατέθηκαν τα προηγούμενα οικονομικά έτη.

(4)

Το άρθρο 2 παράγραφος 3 σημείο 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 προβλέπει τη διάθεση πόρων με σκοπό την προμήθεια από την αγορά προϊόντων τα οποία δεν είναι προσωρινά διαθέσιμα στα αποθέματα παρέμβασης. Δεδομένου ότι τα αποθέματα σιτηρών, σκόνης αποβουτυρωμένου γάλακτος, καθώς και ρυζιού, που κατέχουν επί του παρόντος οι οργανισμοί παρέμβασης, βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα και ότι έχουν ήδη ρυθμιστεί αντιστοίχως τα θέματα της πώλησής τους στην αγορά και της διανομής τους στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92, και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει προβλεφθεί καμιά αγορά των ειδών αυτών για το 2007, είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι εν λόγω πόροι προκειμένου να επιτραπεί η προμήθεια από την αγορά των σιτηρών, της σκόνης αποβουτυρωμένου γάλακτος, καθώς και του ρυζιού, που απαιτούνται για την υλοποίηση του σχεδίου κατά το δημοσιονομικό έτος 2008.

(5)

Το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92 προβλέπει τη μεταφορά μεταξύ κρατών μελών προϊόντων που δεν είναι διαθέσιμα στα αποθέματα παρέμβασης του κράτους μέλους στο οποίο χρειάζονται τα εν λόγω προϊόντα στο πλαίσιο της εφαρμογής του ετήσιου σχεδίου. Πρέπει άρα να επιτραπούν οι ενδοκοινοτικές μεταφορές που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση του σχεδίου για το 2008, βάσει των όρων που προβλέπονται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

(6)

Για την υλοποίηση του σχεδίου, πρέπει να ληφθεί ως γενεσιουργός αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2799/98, η ημερομηνία έναρξης του οικονομικού έτους διαχείρισης των δημόσιων αποθεμάτων.

(7)

Στο πλαίσιο της κατάρτισης του σχεδίου αυτού, η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη των κυριότερων οργανώσεων που έχουν πείρα των προβλημάτων των απόρων της Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

(8)

Η επιτροπή διαχείρισης σιτηρών δεν εξέδωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που όρισε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Για το 2008, η διανομή τροφίμων στους απόρους της Κοινότητας, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3730/87, εκτελείται σύμφωνα με το ετήσιο σχέδιο διανομής που παρατίθεται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Η διάθεση πόρων στα κράτη μέλη για την προμήθεια από την αγορά των σιτηρών, της σκόνης αποβουτυρωμένου γάλακτος και του ρυζιού που απαιτούνται στο πλαίσιο του σχεδίου που αναφέρεται στο άρθρο 1, καθορίζεται στο παράρτημα II.

Άρθρο 3

Επιτρέπονται οι ενδοκοινοτικές μεταφορές των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού υπό τους όρους του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3149/92.

Άρθρο 4

Για την εκτέλεση του σχεδίου που αναφέρεται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, η ημερομηνία της γενεσιουργού αιτίας που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2799/98 είναι η 1η Οκτωβρίου 2007.

Άρθρο 5

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 2 Οκτωβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 352 της 15.12.1987, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2535/95 (ΕΕ L 260 της 31.10.1995, σ. 3).

(2)  ΕΕ L 349 της 24.12.1998, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 313 της 30.10.1992, σ. 50. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 758/2007 (ΕΕ L 172 της 30.6.2007, σ. 47).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΤΗΣΙΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ 2008

α)

Χρηματοδοτικοί πόροι που διατίθενται για την εκτέλεση του σχεδίου σε κάθε κράτος μέλος:

(EUR)

Κράτος μέλος

Κατανομή

Belgique/België

8 461 690

България

6 883 712

Česká republika

155 443

Eesti

192 388

Éire/Ireland

155 965

Ελλάδα

13 228 830

España

50 419 083

France

48 605 224

Italia

66 367 975

Latvija

153 910

Lietuva

4 249 149

Luxembourg

81 090

Magyarország

7 788 270

Malta

360 603

Polska

47 640 750

Portugal

12 568 188

România

23 126 824

Slovenija

1 429 303

Suomi/Finland

2 631 603

Σύνολο

294 500 000

β)

Ποσότητα κάθε είδους προϊόντων προς απόσυρση από τα αποθέματα παρέμβασης της Κοινότητας, προκειμένου να διανεμηθεί σε κάθε κράτος μέλος, εντός των ορίων των ποσών που καθορίζονται στο στοιχείο α):

(τόνοι)

Κράτος μέλος

Ζάχαρη

Belgique/België

4 154

България

6 385

Česká republika

67

España

6 500

France

3 718

Italia

7 000

Lietuva

2 889

Magyarország

1 544

Malta

397

Polska

14 826

Portugal

1 627

România

15 157

Slovenija

769

Σύνολο

65 034


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Πόροι που διατίθενται στα κράτη μέλη για την προμήθεια προϊόντων από την κοινοτική αγορά εντός των ορίων των ποσών που καθορίζονται στο παράρτημα Ι στοιχείο α):

(EUR)

Κράτος μέλος

Σιτηρά

Ρύζι

Σκόνη αποβουτυρωμένου γάλακτος

Belgique/België

2 120 960

800 000

3 300 000

България

1 990 461

1 768 251

 

Česká republika

36 472

 

81 843

Eesti

182 358

 

 

Éire/Ireland

 

 

147 834

Ελλάδα

4 535 189

 

8 003 986

España

11 144 100

1 800 000

32 030 700

France

8 718 857

5 225 181

30 516 427

Italia

10 637 550

2 800 000

46 438 083

Latvija

145 886

 

 

Lietuva

1 463 223

606 607

706 455

Luxembourg

 

 

76 864

Magyarország

5 713 309

 

1 000 000

Malta

62 275

25 078

82 327

Polska

16 569 956

 

22 164 340

Portugal

1 208 732

1 423 588

8 575 856

România

15 355 270

 

 

Slovenija

173 087

102 509

746 140

Suomi/Finland

1 620 960

 

873 450

Σύνολο

81 678 645

14 551 214

154 744 304


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Επιτρεπόμενες ενδοκοινοτικές μεταφορές ζάχαρης στο πλαίσιο του σχεδίου για το δημοσιονομικό έτος 2008

 

Ποσότητα

(σε τόνους)

Κάτοχος

Παραλήπτης

1.

3 718

BIRB, Belgique

ONIGC, France

2.

2 889

BIRB, Belgique

The Lithuanian Agricultural and Food Products Market regulation Agency, Lietuva

3.

6 385

MVH, Magyarország

ДФЗ, България

4.

14 826

MVH, Magyarország

ARR, Polska

5.

15 157

MVH, Magyarország

APIA, România

6.

769

MVH, Magyarország

AAMRD, Slovenija

7.

397

AGEA, Italia

National Research and Development Centre, Malta

8.

1 627

FEGA, España

INGA, Portugal


3.10.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257/9


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1147/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 1ης Οκτωβρίου 2007

περί της θέσπισης απαγόρευσης της αλιείας ιππόγλωσσας Γροιλανδίας στη ζώνη NAFO 3LMNO από σκάφη με σημαία Πορτογαλίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 41/2007 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2006, περί καθορισμού, για το 2007, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (3) καθορίζει ποσοστώσεις για το 2007.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2007.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση της αλιείας του εν λόγω αποθέματος, καθώς και η διατήρησή του επί του σκάφους, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωσή του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2007 θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Η αλιεία του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό απαγορεύεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 1 Οκτωβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Φωκίων ΦΩΤΙΆΔΗΣ

Γενικός Διευθυντής Αλιείας και Ναυτιλιακών Υποθέσεων


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 865/2007 (ΕΕ L 192 της 24.7.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1967/2006 (ΕΕ L 409 της 30.12.2006, σ. 11)· διορθώθηκε στην EE L 36 της 8.2.2007, σ. 6.

(3)  ΕΕ L 15 της 20.1.2007, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 898/2007 της Επιτροπής (ΕΕ L 196 της 28.7.2007, σ. 22).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθ.

21

Κράτος μέλος

Πορτογαλία

Απόθεμα

GHL/N3LMNO

Είδος

Ιππόγλωσσα Γροιλανδίας (Reinhardtius hippoglossoides)

Ζώνη

NAFO 3LMNO

Ημερομηνία

28.8.2007


3.10.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257/11


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1148/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 2ας Οκτωβρίου 2007

περί απαγόρευσης της αλιείας του είδους μπερυτσίδες στις ζώνες I, II, III, IV, V, VI, VII, VIII, IX, X, XII και XIV (κοινοτικά ύδατα και ύδατα που δεν υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τρίτων χωρών) από σκάφη με σημαία Ισπανίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμό αριθ. 2847/93 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2015/2006 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τον καθορισμό για το 2007 και το 2008 των αλιευτικών δυνατοτήτων για τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη και για ορισμένα αποθέματα ιχθύων βαθέων υδάτων (3) καθορίζει ποσοστώσεις για το 2007 και το 2008.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2007.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση της αλιείας του εν λόγω αποθέματος, καθώς και η διατήρησή του επί του σκάφους, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωσή του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2007 θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Η αλιεία του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται σε αυτό απαγορεύεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 2 Οκτωβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Φωκίων ΦΩΤΙΆΔΗΣ

Γενικός Διευθυντής Αλιείας και Ναυτιλιακών Υποθέσεων


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 865/2007 (ΕΕ L 192 της 24.7.2007, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 261της 20.10.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1967/2006 (ΕΕ L 409 της 30.12.2006, σ. 11)· διορθώθηκε στην ΕΕ L 36 της 8.2.2007, σ. 6.

(3)  ΕΕ L 15 της 20.1.2007, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 898/2007 της Επιτροπής (ΕΕ L 196 της 28.7.2007, σ. 22).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθμός

38

Κράτος μέλος

Ισπανία

Απόθεμα

ALF/1X14-

Είδος

Μπερυτσίδες (Beryx spp.)

Ζώνη

Κοινοτικά ύδατα και ύδατα που δεν υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τρίτων χωρών των ζωνών I, II, III, IV,V, VI, VII, VIII, IX, X, XII και XIV

Ημερομηνία

10.8.2007


ΟΔΗΓΙΕΣ

3.10.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257/13


ΟΔΉΓΙΑ 2007/51/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Σεπτεμβρίου 2007

για την τροποποίηση της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με περιορισμούς διάθεσης στην αγορά ορισμένων οργάνων μέτρησης που περιέχουν υδράργυρο

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 2005, σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για τον υδράργυρο, στην οποία εξετάστηκαν όλες οι χρήσεις του υδραργύρου, διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι είναι σκόπιμο να εισαχθούν σε κοινοτικό επίπεδο περιορισμοί για ορισμένα είδη μη ηλεκτρικού ή μη ηλεκτρονικού εξοπλισμού μέτρησης και ελέγχου που περιέχουν υδράργυρο, τα οποία αποτελούν την κύρια ομάδα προϊόντων με υδράργυρο που δεν καλύπτονται μέχρι στιγμής από κοινοτική δράση.

(2)

Η πρόληψη της εισόδου του υδραργύρου στη ροή αποβλήτων αναμένεται να προσπορίσει οφέλη για το περιβάλλον και, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, για την ανθρώπινη υγεία, εάν εισαχθούν περιορισμοί στην εμπορία των οργάνων μέτρησης με υδράργυρο.

(3)

Ο συνυπολογισμός του εφικτού από τεχνική και οικονομική άποψη, των διαθέσιμων στοιχείων σχετικά με τα όργανα μέτρησης και ελέγχου καταδεικνύει ότι τα άμεσα μέτρα περιορισμού θα πρέπει να καλύψουν μόνο τα όργανα μέτρησης που προορίζονται για χρήση από το ευρύ κοινό και ιδίως όλα τα θερμόμετρα πυρετού.

(4)

Η εισαγωγή οργάνων μέτρησης που περιέχουν υδράργυρο παλαιότερων των πενήντα ετών αφορά είτε παλαιά αντικείμενα (αντίκες) είτε πολιτιστικά αγαθά, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3911/92 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1992, σχετικά με την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών (3). Το εμπόριο αυτό είναι περιορισμένο σε έκταση και δεν φαίνεται να θέτει κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον και δεν θα πρέπει, επομένως, να του επιβληθούν περιορισμοί.

(5)

Επί του παρόντος, τα βαρόμετρα υδραργύρου κατασκευάζονται μόνο από μερικές μικρές εξειδικευμένες επιχειρήσεις και πωλούνται στο ευρύ κοινό κυρίως ως διακοσμητικά αντικείμενα. Μια συμπληρωματική περίοδος σταδιακής κατάργησης θα πρέπει να χορηγηθεί για τη διάθεση των εν λόγω βαρομέτρων στην αγορά, προκειμένου να επιτραπεί στους κατασκευαστές να προσαρμόσουν τις επιχειρήσεις τους στον περιορισμό αυτό και να μεταπηδήσουν στην παραγωγή βαρομέτρων χωρίς υδράργυρο.

(6)

Προκειμένου να μειωθεί στο ελάχιστο η απελευθέρωση υδραργύρου στο περιβάλλον και να εξασφαλιστεί η σταδιακή απόσυρση των υπόλοιπων οργάνων μέτρησης που περιέχουν υδράργυρο από τις επαγγελματικές και βιομηχανικές χρήσεις, ειδικότερα των σφυγμομανομέτρων στην υγειονομική περίθαλψη, η Επιτροπή θα πρέπει να διερευνήσει τη διαθεσιμότητα ασφαλέστερων εναλλακτικών επιλογών που να είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτές. Όσον αφορά τα σφυγμομανόμετρα στην υγειονομική περίθαλψη, θα πρέπει να ζητηθεί η γνώμη ιατρικών εμπειρογνωμόνων ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η επαρκής κάλυψη των αναγκών διάγνωσης και θεραπείας ειδικών ιατρικών παθήσεων.

(7)

Σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, θα πρέπει να περιορίζεται μόνο η διάθεση στην αγορά των νέων οργάνων μέτρησης. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός αυτός δεν αφορά όργανα που χρησιμοποιούνται ήδη ή πωλούνται μεταχειρισμένα.

(8)

Οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών ή των διοικητικών μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τον περιορισμό του υδραργύρου σε διάφορα όργανα μέτρησης και ελέγχου ενδέχεται να δημιουργήσουν φραγμούς στο εμπόριο, να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό στην Κοινότητα και, ως εκ τούτου, να έχουν άμεσο αντίκτυπο στη δημιουργία και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι είναι απαραίτητη η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα των οργάνων μέτρησης και ελέγχου με την εισαγωγή εναρμονισμένων διατάξεων όσον αφορά τα προϊόντα που περιέχουν υδράργυρο, ώστε να διαφυλαχθεί η εσωτερική αγορά και συγχρόνως να εξασφαλισθεί υψηλού επιπέδου προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος.

(9)

Η οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (4), θα πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα.

(10)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμοστεί με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας που προβλέπει ελάχιστες απαιτήσεις για την προστασία των εργαζομένων, οι οποίες περιέχονται στην οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (5), καθώς και σε ειδικές οδηγίες βασιζόμενες σε αυτήν, ιδιαιτέρως την οδηγία 98/24/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998, για την προστασία της υγείας και ασφαλείας των εργαζομένων κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες (6).

(11)

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (7), τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίσουν, για λογαριασμό τους και προς το συμφέρον της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, στους οποίους θα εμφαίνεται, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ο συσχετισμός μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, και να τους δημοσιοποιήσουν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα I της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ τροποποιείται όπως ορίζεται στο παράρτημα της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως τις 3 Οκτωβρίου 2008, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 3 Απριλίου 2009.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 25 Σεπτεμβρίου 2007.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LOBO ANTUNES


(1)  ΕΕ C 318 της 23.12.2006, σ. 115.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ C 314 Ε της 21.12.2006, σ. 111), κοινή θέση του Συμβουλίου της 19ης Απριλίου 2007 (ΕΕ C 109 Ε της 15.5.2007, σ. 1) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Ιουλίου 2007 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  ΕΕ L 395 της 31.12.1992, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 806/2003 (ΕΕ L 122 της 16.5.2003, σ. 1).

(4)  ΕΕ L 262 της 27.9.1976, σ. 201. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/139/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 384 της 29.12.2006, σ. 94).

(5)  ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2007/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 165 της 27.6.2007, σ. 21).

(6)  ΕΕ L 131 της 5.5.1998, σ. 11. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/30/ΕΚ.

(7)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στο παράρτημα I της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«19a.

Υδράργυρος

CAS αριθ. 7439-97-6

1.

Δεν επιτρέπεται να διατίθεται στην αγορά:

α)

σε θερμόμετρα πυρετού·

β)

σε άλλα όργανα μέτρησης που προορίζονται για πώληση στο ευρύ κοινό (π.χ. μανόμετρα, βαρόμετρα, σφυγμομανόμετρα, θερμόμετρα άλλα από τα θερμόμετρα πυρετού).

2.

Ο περιορισμός της παραγράφου 1 στοιχείο β) δεν ισχύει για:

α)

όργανα μέτρησης παλαιότερα των 50 ετών κατά τις 3 Οκτωβρίου 2007, ή

β)

βαρόμετρα [εκτός των βαρομέτρων που εμπίπτουν στο στοιχείο α)] έως τις 3 Οκτωβρίου 2009.

3.

Μετά τις 3 Οκτωβρίου 2009 η Επιτροπή διερευνά τη διαθεσιμότητα αξιόπιστων ασφαλέστερων εναλλακτικών επιλογών που να είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτές για τα σφυγμομανόμετρα που περιέχουν υδράργυρο καθώς και τα λοιπά όργανα μέτρησης που χρησιμοποιούνται στην υγειονομική περίθαλψη και για άλλες επαγγελματικές και βιομηχανικές χρήσεις.

Βάσει της εξέτασης αυτής ή μόλις καταστούν διαθέσιμες νέες πληροφορίες σχετικά με αξιόπιστες ασφαλέστερες εναλλακτικές επιλογές για τα σφυγμομανόμετρα και τα λοιπά όργανα μέτρησης που περιέχουν υδράργυρο, η Επιτροπή υποβάλλει, εφόσον είναι σκόπιμο, νομοθετική πρόταση για επέκταση των περιορισμών της παραγράφου 1 στα σφυγμομανόμετρα και τα λοιπά όργανα μέτρησης που χρησιμοποιούνται στην υγειονομική περίθαλψη και για άλλες επαγγελματικές και βιομηχανικές χρήσεις, ούτως ώστε ο υδράργυρος να καταργηθεί σταδιακά από τα όργανα μέτρησης οποτεδήποτε είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό.».


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΥΙΟΘΕΤΗΘΕΙΣΕΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

3.10.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257/16


ΑΠΌΦΑΣΗ αριθ. 1149/2007/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Σεπτεμβρίου 2007

για τη θέσπιση, για την περίοδο 2007-2013, του ειδικού προγράμματος «Αστική δικαιοσύνη» στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος «Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη»

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 61 στοιχείο γ) και το άρθρο 67 παράγραφος 5,

την πρόταση της Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Κοινότητα έχει θέσει ως στόχο τη διατήρηση και την ανάπτυξη χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, εντός του οποίου διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Για το σκοπό αυτό, η Κοινότητα θα πρέπει να θεσπίζει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(2)

Μετά τη λήξη των παλαιότερων προγραμμάτων, όπως το Grotius (2) και η δράση Robert Schuman (3), θεσπίσθηκε, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 743/2002 του Συμβουλίου (4) και για την περίοδο 2002-2006, γενικό κοινοτικό πλαίσιο δραστηριοτήτων προς διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις.

(3)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών ενέκρινε στις 4 και 5 Νοεμβρίου 2004 το πρόγραμμα της Χάγης που τιτλοφορείται «Ενίσχυση της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (5) (εφεξής «πρόγραμμα της Χάγης»).

(4)

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενέκριναν τον Ιούνιο του 2005 πρόγραμμα δράσης για την υλοποίηση του προγράμματος της Χάγης (6).

(5)

Οι φιλόδοξοι στόχοι της συνθήκης και του προγράμματος της Χάγης θα πρέπει να υλοποιηθούν με τη θέσπιση ευέλικτου και αποτελεσματικού προγράμματος που θα διευκολύνει τον προγραμματισμό και την υλοποίηση.

(6)

Το πρόγραμμα για την αστική δικαιοσύνη θα πρέπει να προβλέπει πρωτοβουλίες που θα αναλάβει η Επιτροπή, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, ενέργειες υποστήριξης οργανισμών που προωθούν και διευκολύνουν τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις και μέτρα υποστήριξης ειδικών σχεδίων.

(7)

Ένα γενικό πρόγραμμα αστικής δικαιοσύνης για τη βελτίωση της αμοιβαίας κατανόησης των νομικών και δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών θα συμβάλει στη μείωση των εμποδίων κατά τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις και κατά συνέπεια στην ομαλότερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(8)

Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Χάγης, η ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης απαιτεί σαφή προσπάθεια για τη βελτίωση της αλληλοκατανόησης των δικαστικών αρχών και των διαφορετικών νομικών συστημάτων. Εν προκειμένω, τα ευρωπαϊκά δίκτυα εθνικών δημόσιων αρχών θα πρέπει να τύχουν ειδικής προσοχής και στήριξης.

(9)

Η απόφαση θα πρέπει να προβλέπει δυνατότητα να συγχρηματοδοτηθούν οι δραστηριότητες ορισμένων ευρωπαϊκών δικτύων στο μέτρο που οι δαπάνες προκύπτουν κατά την επιδίωξη ενός στόχου γενικού ευρωπαϊκού συμφέροντος. Εντούτοις, η συγχρηματοδότηση αυτή δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την κάλυψη των δικτύων αυτών από μελλοντικό πρόγραμμα ούτε να κωλύει την υποστήριξη των δραστηριοτήτων άλλων ευρωπαϊκών δικτύων βάσει της απόφασης.

(10)

Όλα τα όργανα, ενώσεις ή δίκτυα που λαμβάνουν επιχορήγηση από το πρόγραμμα για την αστική δικαιοσύνη θα πρέπει να γνωστοποιούν δημοσίως ότι δέχθηκαν ενίσχυση της Κοινότητας, σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές δημοσιότητας που θα καθορίσει η Επιτροπή.

(11)

Η παρούσα απόφαση καθορίζει για όλη τη διάρκεια του προγράμματος χρηματοδοτικό κονδύλιο, το οποίο αποτελεί προνομιακή αναφορά, κατά την έννοια του σημείου 37 της διοργανικής συμφωνίας της 17ης Μαΐου 2006 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για δημοσιονομική πειθαρχία και χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (7), για την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή κατά την ετήσια διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού.

(12)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας απόφασης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, και μπορούν κατά συνέπεια, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων του προγράμματος, να υλοποιηθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(13)

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (8), εφεξής καλούμενος «δημοσιονομικός κανονισμός», και ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (9), οι οποίοι διασφαλίζουν τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, πρέπει να εφαρμόζονται με γνώμονα τις αρχές της απλότητας και της συνέπειας στην επιλογή των δημοσιονομικών μέσων, τον περιορισμό του αριθμού περιπτώσεων όπου η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να έχει την άμεση ευθύνη για την εφαρμογή και τη διαχείρισή τους, καθώς και την απαιτούμενη αναλογικότητα μεταξύ του ύψους των πόρων και του διοικητικού φόρτου που συνεπάγεται η χρησιμοποίησή τους.

(14)

Θα πρέπει επίσης να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη παρατυπιών και απάτης και να αναληφθούν οι απαιτούμενες ενέργειες για την ανάκτηση απολεσθέντων, αχρεωστήτως καταβληθέντων ή μη ορθώς χρησιμοποιηθέντων κονδυλίων, σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, για τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας (10), (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (11), και (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (12).

(15)

Ο δημοσιονομικός κανονισμός απαιτεί την πρόβλεψη βασικής πράξης για να καλυφθούν οι επιδοτήσεις λειτουργίας.

(16)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης ενδείκνυται να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (13), με διάκριση μεταξύ των μέτρων που υπάγονται στη διαδικασία της διαχειριστικής επιτροπής και εκείνων που υπάγονται στη διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής, δεδομένου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής είναι καταλληλότερη διότι εγγυάται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

(17)

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να ενημερώνεται από την Επιτροπή για τις εργασίες των επιτροπών που αφορούν την εκτέλεση του παρόντος προγράμματος. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να λαμβάνει το σχέδιο ετήσιου προγράμματος όταν υποβάλλεται στη επιτροπή διαχείρισης. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να λαμβάνει τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών και τα συνοπτικά πρακτικά των συνεδριάσεων της εν λόγω επιτροπής.

(18)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία κοινοποίησαν την επιθυμία τους να μετάσχουν στην έκδοση και την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

(19)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και συνεπώς δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.

(20)

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έδωσε τη γνώμη της για την παρούσα απόφαση (14).

(21)

Για να διασφαλισθεί η αποτελεσματική και έγκαιρη εφαρμογή του παρόντος προγράμματος, η παρούσα απόφαση θα πρέπει να εφαρμοσθεί από την 1η Ιανουαρίου 2007,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ:

Άρθρο 1

Θέσπιση του προγράμματος

1.   Με την παρούσα απόφαση θεσπίζεται ειδικό πρόγραμμα «Αστική δικαιοσύνη», εφεξής καλούμενο «πρόγραμμα», στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος «Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη», προκειμένου να συμβάλει στη σταδιακή εγκαθίδρυση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

2.   Το πρόγραμμα καλύπτει την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013.

3.   Στην παρούσα απόφαση ο όρος «κράτος μέλος» καλύπτει όλα τα κράτη μέλη πλην της Δανίας.

Άρθρο 2

Γενικοί στόχοι

1.   Το παρόν πρόγραμμα έχει τους ακόλουθους γενικούς στόχους:

α)

να προωθήσει τη δικαστική συνεργασία συμβάλλοντας στη δημιουργία πραγματικού ευρωπαϊκού χώρου δικαιοσύνης για αστικές υποθέσεις, με βάση την αμοιβαία αναγνώριση και την αμοιβαία εμπιστοσύνη·

β)

να προωθήσει την εξάλειψη των εμποδίων στην ομαλή διεξαγωγή των διασυνοριακών αστικών διαδικασιών στα κράτη μέλη·

γ)

να βελτιώσει την καθημερινή ζωή των ατόμων και των επιχειρήσεων, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να διεκδικούν τα δικαιώματά τους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως με την ενίσχυση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη·

δ)

να βελτιώσει τις επαφές, την ανταλλαγή πληροφοριών και τη δικτύωση μεταξύ των νομικών, δικαστικών και διοικητικών αρχών, αφενός, και αφετέρου των ασκούντων νομικά επαγγέλματα, μεταξύ άλλων μέσω στήριξης της δικαστικής επιμόρφωσης, με στόχο την καλύτερη αλληλοκατανόηση των εν λόγω αρχών και επαγγελματιών.

2.   Με την επιφύλαξη των στόχων και των εξουσιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι γενικοί στόχοι του προγράμματος συμβάλλουν στην ανάπτυξη των κοινοτικών πολιτικών, και ειδικότερα στη δημιουργία ενός δικαστικού χώρου.

Άρθρο 3

Ειδικοί στόχοι

Το πρόγραμμα έχει τους ακόλουθους ειδικούς στόχους:

α)

να προαγάγει τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, με σκοπό:

i)

την εμπέδωση της ασφάλειας του δικαίου και τη βελτίωση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη,

ii)

την προώθηση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,

iii)

την εξάλειψη των εμποδίων στη διασυνοριακή εκδίκαση υποθέσεων τα οποία προκύπτουν από τις διαφορές στο αστικό δίκαιο και στην πολιτική δικονομία καθώς και την προώθηση της αναγκαίας συμβατότητας των νομοθεσιών για το σκοπό αυτό,

iv)

τη διασφάλιση της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης με την αποφυγή συγκρούσεων δικαιοδοσίας·

β)

να βελτιώσει την αμοιβαία γνώση των νομικών και δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών για αστικές υποθέσεις, αλλά και να προωθήσει και να ενισχύσει τη δικτύωση, την αμοιβαία συνεργασία, την ανταλλαγή και τη διάδοση πληροφοριών, εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών·

γ)

να διασφαλίσει την έγκυρη υλοποίηση, την ορθή και συγκεκριμένη εφαρμογή και την αξιολόγηση των κοινοτικών πράξεων στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις·

δ)

να βελτιώσει την πληροφόρηση σχετικά με τα νομικά συστήματα των κρατών μελών και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη·

ε)

να προωθήσει την κατάρτιση των ασκούντων νομικά επαγγέλματα σε θέματα ενωσιακού και κοινοτικού δικαίου·

στ)

να αξιολογήσει τις γενικές προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, με πλήρη σεβασμό της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης·

ζ)

να διευκολύνει τη λειτουργία του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το οποίο δημιουργήθηκε με την απόφαση 2001/470/ΕΚ του Συμβουλίου (15).

Άρθρο 4

Ενέργειες

Για την επίτευξη των γενικών και ειδικών στόχων των άρθρων 2 και 3, το παρόν πρόγραμμα υποστηρίζει τα ακόλουθα είδη ενεργειών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα ετήσια προγράμματα εργασίας του άρθρου 9 παράγραφος 2:

α)

ειδικές ενέργειες που αναλαμβάνονται με πρωτοβουλία της Επιτροπής, όπως μελέτες και έρευνα, δημοσκοπήσεις και έρευνες κοινής γνώμης, διαμόρφωση δεικτών και κοινών μεθοδολογιών, συλλογή, επεξεργασία και διάδοση δεδομένων και στατιστικών, σεμινάρια, συνέδρια και συσκέψεις εμπειρογνωμόνων, διοργάνωση δημόσιων εκστρατειών και εκδηλώσεων, σχεδιασμός και επιμέλεια δικτυακών τόπων, επεξεργασία και διάδοση πληροφοριακού υλικού, υποστήριξη και διαχείριση δικτύων εθνικών εμπειρογνωμόνων, δραστηριότητες ανάλυσης, παρακολούθησης και αξιολόγησης, ή

β)

ειδικά διακρατικά σχέδια κοινοτικού ενδιαφέροντος, τα οποία υποβάλλονται από αρχή ή άλλο φορέα κράτους μέλους ή από διεθνή ή μη κυβερνητική οργάνωση και στα οποία συμμετέχουν τουλάχιστον δύο κράτη μέλη ή ένα κράτος μέλος και ένα άλλο κράτος το οποίο μπορεί να είναι υπό προσχώρηση ή υποψήφια χώρα, ή

γ)

τις δραστηριότητες μη κυβερνητικών οργανώσεων ή άλλων φορέων, που επιδιώκουν σκοπούς γενικού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος που συνάδουν με τους γενικούς στόχους του προγράμματος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα ετήσια προγράμματα εργασίας, ή

δ)

επιδοτήσεις λειτουργίας για τη συγχρηματοδότηση δαπανών στο πλαίσιο του μόνιμου προγράμματος εργασίας του ευρωπαϊκού δικτύου των Ανωτάτων Συμβουλίων του δικαστικού σώματος και του δικτύου των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο μέτρο που προκύπτουν κατά την επιδίωξη στόχου γενικού ευρωπαϊκού συμφέροντος με την προώθηση των ανταλλαγών απόψεων και εμπειρίας σε θέματα σχετικά με τη νομολογία, την οργάνωση και το ρόλο των μελών των δικτύων αυτών κατά την εκτέλεση των δικαστικών ή/και συμβουλευτικών λειτουργιών τους όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο.

Άρθρο 5

Συμμετοχή

1.   Οι ακόλουθες χώρες μπορούν να συμμετέχουν στις ενέργειες του προγράμματος: οι υπό προσχώρηση χώρες, οι υποψήφιες χώρες καθώς και οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων που περιλαμβάνονται στη διαδικασία σταθεροποίησης και σύνδεσης, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στις συμφωνίες σύνδεσης ή στα πρόσθετα πρωτόκολλά τους για συμμετοχή σε κοινοτικά προγράμματα, όπως έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν με τις χώρες αυτές.

2.   Στα σχέδια μπορούν να συμμετέχουν οι ασκούντες νομικά επαγγέλματα που προέρχονται από τη Δανία, από τις υποψήφιες για προσχώρηση χώρες που δεν συμμετέχουν στο παρόν πρόγραμμα, εφόσον αυτό συμβάλλει στην προετοιμασία της προσχώρησής τους, ή από άλλες τρίτες χώρες που δεν συμμετέχουν στο παρόν πρόγραμμα, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τους στόχους των σχεδίων.

Άρθρο 6

Ομάδες-στόχοι

1.   Το πρόγραμμα απευθύνεται, μεταξύ άλλων, στους ασκούντες νομικά επαγγέλματα, στις εθνικές αρχές και εν γένει στους πολίτες της Ένωσης.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ο όρος «ασκούντες νομικά επαγγέλματα» καλύπτει τους δικαστές, τους εισαγγελείς, τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους, το ακαδημαϊκό και επιστημονικό προσωπικό, τους υπαλλήλους υπουργείων, τους δικαστικούς υπαλλήλους, τους δικαστικούς κλητήρες, τους διερμηνείς δικαστηρίων και λοιπούς επαγγελματίες που έχουν σχέση με τη δικαιοσύνη σε υποθέσεις αστικού δικαίου.

Άρθρο 7

Πρόσβαση στο πρόγραμμα

Πρόσβαση στο παρόν πρόγραμμα έχουν ιδρύματα και δημόσιοι ή ιδιωτικοί οργανισμοί, όπως επαγγελματικές οργανώσεις, πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα και ιδρύματα επιμόρφωσης σε νομικά και δικαστικά θέματα για ασκούντες νομικά επαγγέλματα, διεθνείς οργανισμοί και μη κυβερνητικές οργανώσεις των κρατών μελών.

Άρθρο 8

Είδη παρέμβασης

1.   Η κοινοτική χρηματοδότηση μπορεί να λαμβάνει τις ακόλουθες νομικές μορφές:

α)

επιδοτήσεις·

β)

δημόσιες συμβάσεις προμηθειών.

2.   Οι κοινοτικές επιδοτήσεις χορηγούνται κατόπιν σχετικών προσκλήσεων για την υποβολή προτάσεων και παρέχονται με τη μορφή επιδοτήσεων λειτουργίας και επιδοτήσεων ενεργειών. Το μέγιστο ποσοστό συγχρηματοδότησης καθορίζεται στα ετήσια προγράμματα εργασίας.

3.   Επιπλέον, προβλέπονται δαπάνες για συνοδευτικά μέτρα, μέσω δημόσιων συμβάσεων προμηθειών. Σε αυτή την περίπτωση, τα κοινοτικά κονδύλια καλύπτουν την αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Καλύπτονται εν προκειμένω, μεταξύ άλλων, δαπάνες για πληροφόρηση και επικοινωνία, προετοιμασία, υλοποίηση, παρακολούθηση, έλεγχο και αξιολόγηση σχεδίων, πολιτικών, προγραμμάτων και νομοθεσίας.

Άρθρο 9

Μέτρα εφαρμογής

1.   Η Επιτροπή υλοποιεί την κοινοτική οικονομική στήριξη σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό.

2.   Για την υλοποίηση του προγράμματος, η Επιτροπή εκδίδει, εντός των ορίων των γενικών στόχων του άρθρου 2, ετήσιο πρόγραμμα εργασίας στο οποίο προσδιορίζει ειδικούς στόχους, τις θεματικές προτεραιότητες, τα συνοδευτικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3, και επισυνάπτει, εφόσον κριθεί αναγκαίο, κατάλογο άλλων ενεργειών.

3.   Το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 10 παράγραφος 2.

4.   Κατά τις διαδικασίες αξιολόγησης και χορήγησης όσον αφορά τις επιδοτήσεις ενεργειών λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, τα εξής κριτήρια:

α)

συμμόρφωση της προτεινόμενης ενέργειας με το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας, με τους στόχους των άρθρων 2 και 3 και με τους τύπους ενεργειών του άρθρου 4·

β)

ποιότητα της προτεινόμενης ενέργειας όσον αφορά το σχεδιασμό, την οργάνωση, την παρουσίαση και τα αναμενόμενα αποτελέσματα·

γ)

ζητούμενο ποσό κοινοτικής χρηματοδότησης και επαρκής κάλυψη των σχετικών αναγκών σε σχέση με τα αναμενόμενα αποτελέσματα·

δ)

αντίκτυπος των αναμενόμενων αποτελεσμάτων επί των στόχων του άρθρου 2 και του άρθρου 3 και επί των ενεργειών του άρθρου 4.

5.   Οι αιτήσεις για επιδοτήσεις λειτουργίας, που αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχείο δ), αξιολογούνται με γνώμονα:

α)

τη συνέπεια με τους στόχους του προγράμματος·

β)

την ποιότητα των προγραμματιζόμενων δραστηριοτήτων·

γ)

το πιθανό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στους αποδέκτες των δραστηριοτήτων αυτών·

δ)

το γεωγραφικό αντίκτυπο των υλοποιούμενων δραστηριοτήτων·

ε)

τη συμμετοχή των πολιτών στην οργάνωση των συμμετεχόντων φορέων·

στ)

το λόγο κόστους/ωφελείας της προτεινόμενης δραστηριότητας.

6.   Η Επιτροπή εξετάζει όλες τις προτάσεις ενεργειών που της υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 4 στοιχεία β) και γ). Οι αποφάσεις σχετικά με τις ενέργειες αυτές λαμβάνονται με τη διαδικασία του άρθρου 11 παράγραφος 2.

Άρθρο 10

Επιτροπή διαχείρισης

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή διαχείρισης.

2.   Στις περιπτώσεις παραπομπής στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

Άρθρο 11

Συμβουλευτική επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από συμβουλευτική επιτροπή.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 12

Συμπληρωματικότητα

1.   Επιδιώκονται συνέργειες και συμπληρωματικότητα με άλλα κοινοτικά μέσα, ιδίως με το ειδικό πρόγραμμα για την ποινική δικαιοσύνη στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος «Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη» καθώς και με τα γενικά προγράμματα «Ασφάλεια και διασφάλιση των ελευθεριών» και «Αλληλεγγύη και διαχείριση των μεταναστευτικών ρευμάτων». Η στατιστική πτυχή της πληροφόρησης σχετικά με την αστική δικαιοσύνη θα αναπτυχθεί σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, με τη βοήθεια του κοινοτικού στατιστικού προγράμματος.

2.   Το πρόγραμμα μπορεί κατ’ εξαίρεση να μοιράζεται πόρους με άλλα κοινοτικά μέσα, και ιδίως με το ειδικό πρόγραμμα για την ποινική δικαιοσύνη στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος «Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη», με σκοπό την υλοποίηση ενεργειών που επιδιώκουν τους στόχους και των δύο προγραμμάτων.

3.   Ενέργειες που χρηματοδοτούνται βάσει της παρούσας απόφασης δεν λαμβάνουν οικονομική στήριξη για τον ίδιο σκοπό από άλλα χρηματοδοτικά μέσα της Ένωσης ή της Κοινότητας. Οι δικαιούχοι του προγράμματος παρέχουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση που έλαβαν από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από άλλες πηγές καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις υπό εξέταση αιτήσεις χρηματοδότησης.

Άρθρο 13

Δημοσιονομικοί πόροι

1.   Το χρηματοδοτικό κονδύλιο για την υλοποίηση της παρούσας απόφασης καθορίζεται σε 109 300 000 ευρώ για την περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 1.

2.   Οι δημοσιονομικοί πόροι που διατίθενται για τις ενέργειες που προβλέπονται στο παρόν πρόγραμμα εγγράφονται ως ετήσιες πιστώσεις στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις διαθέσιμες πιστώσεις για κάθε έτος, εντός των ορίων του δημοσιονομικού πλαισίου.

Άρθρο 14

Παρακολούθηση

1.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι για κάθε ενέργεια χρηματοδοτούμενη από το πρόγραμμα ο δικαιούχος υποβάλλει τεχνικές και οικονομικές εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο των εργασιών και τελική έκθεση εντός τριών μηνών από την περάτωση της ενέργειας. Η Επιτροπή καθορίζει τη μορφή και το περιεχόμενο των εκθέσεων. Η Επιτροπή θέτει τις εκθέσεις στη διάθεση των κρατών μελών.

2.   Με την επιφύλαξη των ελέγχων που διενεργούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο σε συνεργασία με τα αρμόδια εθνικά όργανα ή υπηρεσίες ελέγχου δυνάμει του άρθρου 248 της συνθήκης ή όλων των ελέγχων που διενεργούνται βάσει του άρθρου 279 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της συνθήκης, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους, περιλαμβανομένων των δειγματοληπτικών ελέγχων, με αντικείμενο τις ενέργειες που χρηματοδοτούνται βάσει του προγράμματος.

3.   Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι συμβάσεις και οι συμφωνίες που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας απόφασης προβλέπουν ρητώς την εποπτεία και τον οικονομικό έλεγχο από την Επιτροπή (ή οποιονδήποτε αντιπρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτήν), εν ανάγκη και επιτόπου, καθώς και ελέγχους από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

4.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που ακολουθούν την τελευταία πληρωμή για μια ενέργεια ο δικαιούχος της χρηματοδοτικής συνδρομής διατηρεί στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα δικαιολογητικά για τις σχετικές με την ενέργεια δαπάνες.

5.   Με βάση τα πορίσματα των εκθέσεων και των δειγματοληπτικών ελέγχων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι, εάν χρειασθεί, προσαρμόζονται η κλίμακα και οι προϋποθέσεις χορήγησης της χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε εγκριθεί αρχικά καθώς και το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών.

6.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι λαμβάνεται κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο για να εξακριβωθεί εάν οι χρηματοδοτούμενες ενέργειες υλοποιούνται σωστά και σύμφωνα με την παρούσα απόφαση και το δημοσιονομικό κανονισμό.

Άρθρο 15

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας

1.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι, κατά την υλοποίηση ενεργειών που χρηματοδοτούνται δυνάμει της παρούσας απόφασης, τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας προστατεύονται με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, με τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και με την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και, αν διαπιστωθούν παρατυπίες, με την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινών, σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 και (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, καθώς και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.

2.   Για τις κοινοτικές ενέργειες που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης, ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 και ο κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 εφαρμόζονται για κάθε παράβαση του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένης της αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης που υφίσταται με βάση το πρόγραμμα, η οποία προκύπτει από πράξη ή παράλειψη οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί με αδικαιολόγητη δαπάνη ο γενικός προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οι προϋπολογισμοί που διαχειρίζονται οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

3.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι το ποσό της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί για μια ενέργεια μειώνεται, αναστέλλεται ή ανακτάται, εάν διαπιστώσει παρατυπίες, περιλαμβανομένης της μη τήρησης των διατάξεων της παρούσας απόφασης ή της επιμέρους απόφασης ή της σύμβασης ή της συμφωνίας για τη χορήγηση της υπό εξέταση χρηματοδοτικής συνδρομής, ή εάν αποκαλυφθεί ότι, χωρίς να έχει ζητηθεί προηγουμένως η έγκριση της Επιτροπής, η ενέργεια έχει υποστεί σημαντική μεταβολή, ασυμβίβαστη με τη φύση ή τους όρους εκτέλεσής της.

4.   Εάν οι προθεσμίες δεν τηρηθούν ή εάν η πρόοδος στην υλοποίηση ενέργειας δικαιολογεί μέρος μόνον της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε, ο δικαιούχος υποβάλλει τις παρατηρήσεις του στην Επιτροπή εντός καθορισμένης προθεσμίας. Εάν ο δικαιούχος δεν απαντήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό, η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι είναι δυνατόν να ακυρωθεί το υπόλοιπο της χρηματοδοτικής συνδρομής και να ζητηθεί η επιστροφή των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί.

5.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι κάθε ποσό που έχει καταβληθεί αχρεωστήτως επιστρέφεται στην Επιτροπή. Τα ποσά που δεν επιστρέφονται εγκαίρως επιβαρύνονται με τόκους σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο δημοσιονομικό κανονισμό.

Άρθρο 16

Αξιολόγηση

1.   Το πρόγραμμα παρακολουθείται τακτικά, ούτως ώστε να ελέγχεται η υλοποίηση των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στο πλαίσιό του.

2.   Η Επιτροπή διασφαλίζει την τακτική, ανεξάρτητη, εξωτερική αξιολόγηση του προγράμματος.

3.   Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο:

α)

ετήσια παρουσίαση για την εφαρμογή του προγράμματος·

β)

ενδιάμεση έκθεση αξιολόγησης σχετικά με τα επιτευχθέντα αποτελέσματα καθώς και τις ποιοτικές και ποσοτικές πτυχές της υλοποίησης του παρόντος προγράμματος, η οποία αφορά και τις εργασίες των δικαιούχων των επιδοτήσεων λειτουργίας που αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχείο δ), έως τις 31 Μαρτίου 2011 το αργότερο·

γ)

ανακοίνωση για τη συνέχιση του παρόντος προγράμματος, έως τις 30 Αυγούστου 2012 το αργότερο·

δ)

έκθεση σχετικά με την εκ των υστέρων αξιολόγηση, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014 το αργότερο.

Άρθρο 17

Δημοσιοποίηση των ενεργειών

Κάθε χρόνο η Επιτροπή δημοσιεύει κατάλογο των ενεργειών που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του παρόντος προγράμματος, με σύντομη περιγραφή κάθε σχεδίου.

Άρθρο 18

Προβολή

Η Επιτροπή θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές για να εξασφαλίζεται η προβολή της χρηματοδότησης η οποία διενεργείται δυνάμει της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 19

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2007.

Στρασβούργο, 25 Σεπτεμβρίου 2007.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LOBO ANTUNES


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2006 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2007 (ΕΕ C της 171 Ε της 24.7.2007, σ. 1), θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2007.

(2)  .Κοινή δράση 96/636/ΔΕΥ της 28ης Οκτωβρίου 1996 εγκριθείσα από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη θέσπιση προγράμματος ενθάρρυνσης και ανταλλαγών απευθυνόμενο στα συναφή προς τη δικαιοσύνη επαγγέλματα (Grotius) (ΕΕ L 287 της 8.11.1996, σ. 3)· κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 290/2001 του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2001, για την ανανέωση του προγράμματος ενθάρρυνσης και ανταλλαγών που απευθύνεται στα συναφή προς τη δικαιοσύνη επαγγέλματα επί αστικών υποθέσεων (Grotius - αστικό δίκαιο) (ΕΕ L 43 της 14.2.2001, σ. 1).

(3)  Απόφαση αριθ. 1496/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για τη θέσπιση του προγράμματος δράσης σχετικά με τη βελτίωση της ευαισθητοποίησης των ασκούντων νομικά επαγγέλματα στο κοινοτικό δίκαιο (δράση Robert Schuman) (ΕΕ L 196 της 14.7.1998, σ. 24).

(4)  ΕΕ L 115 της 1.5.2002, σ. 1.

(5)  ΕΕ C 53 της 3.3.2005, σ. 1.

(6)  ΕΕ C 198 της 12.8.2005, σ. 1.

(7)  ΕΕ C 139 της 14.6.2006, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1995/2006 (ΕΕ L 390 της 30.12.2006, σ. 1).

(9)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007 (ΕΕ L 111 της 28.4.2007, σ. 13).

(10)  ΕΕ L 312 της 23.12.1995, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2.

(12)  ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.

(13)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).

(14)  ΕΕ C 69 της 21.3.2006, σ. 1.

(15)  ΕΕ L 174 της 27.6.2001, σ. 25.


3.10.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257/23


ΑΠΌΦΑΣΗ αριθ. 1150/2007/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Σεπτεμβρίου 2007

για τη θέσπιση, για την περίοδο 2007-2013, του ειδικού προγράμματος «Πρόληψη των ναρκωτικών και σχετική ενημέρωση» στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος «Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη»

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 152,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η συνθήκη ορίζει ότι, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δραστηριοτήτων της Κοινότητας, θα πρέπει να εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της ανθρώπινης υγείας. Η δράση της Κοινότητας πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας.

(2)

Η δράση της Κοινότητας θα πρέπει να συμπληρώνει τις εθνικές πολιτικές που έχουν ως στόχο τη βελτίωση της δημόσιας υγείας, την απομάκρυνση των πηγών κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία και τη μείωση των επιβλαβών επιπτώσεων της τοξικομανίας στην υγεία, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών ενημέρωσης και πρόληψης.

(3)

Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την έρευνα, η νοσηρότητα και η θνησιμότητα που συνδέονται με την τοξικομανία επηρεάζουν σημαντικό αριθμό ευρωπαίων πολιτών, οι επιβλαβείς συνέπειές της συνιστούν μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας.

(4)

Η ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα της τελικής αξιολόγησης της στρατηγικής και του σχεδίου δράσης της ΕΕ για τα ναρκωτικά (2000-2004) επισήμανε την ανάγκη τακτικής συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών στη διαμόρφωση των πολιτικών της ΕΕ για τα ναρκωτικά.

(5)

Η απόφαση αριθ. 1786/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης στον τομέα της δημόσιας υγείας (2003-2008) (4) συμπεριλαμβάνει την ανάπτυξη στρατηγικών και μέτρων κατά της εξάρτησης από τα ναρκωτικά ως έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες για την προστασία της υγείας, ο οποίος σχετίζεται με τον τρόπο ζωής.

(6)

Στη σύστασή του 2003/488/ΕΚ της 18ης Ιουνίου 2003 σχετικά με την πρόληψη και τη μείωση των επιβλαβών συνεπειών για την υγεία που συνδέονται με την τοξικομανία (5), το Συμβούλιο συνέστησε στα κράτη μέλη να καθορίσουν ως στόχο της δημόσιας υγείας την πρόληψη της τοξικομανίας και τη μείωση των συναφών κινδύνων καθώς και να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν ολοκληρωμένες συναφείς στρατηγικές.

(7)

Τον Δεκέμβριο του 2004, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προσυπέγραψε τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ναρκωτικά για την περίοδο 2005-2012, η οποία καλύπτει το σύνολο των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τα ναρκωτικά και ορίζει τους κύριους στόχους. Οι στόχοι περιλαμβάνουν την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας, ευημερίας και κοινωνικής συνοχής μέσω της πρόληψης και της μείωσης της χρήσης ναρκωτικών, της εξάρτησης καθώς και των επιβλαβών συνεπειών των ναρκωτικών για την υγεία και την κοινωνία.

(8)

Το Συμβούλιο υιοθέτησε το σχέδιο δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2005-2008) (6) ως μέσο μείζονος σημασίας για τη συγκεκριμένη υλοποίηση της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ναρκωτικά 2005-2012. Τελικός στόχος του σχεδίου δράσης είναι να μειώσει σημαντικά την τοξικομανία και να περιορίσει τη ζημία στην κοινωνία και στην υγεία από χρήση και το εμπόριο παράνομων ναρκωτικών.

(9)

Το ειδικό πρόγραμμα «Πρόληψη των ναρκωτικών και σχετική ενημέρωση» που θεσπίζεται με την παρούσα απόφαση (εφεξής «το πρόγραμμα») αποσκοπεί στην υλοποίηση των στόχων που τίθενται στη στρατηγική της ΕΕ για τα ναρκωτικά 2005-2012 και στα σχέδια δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών 2005-2008 και 2009-2012, με την υποστήριξη σχεδίων που έχουν ως στόχο την πρόληψη της χρήσης ναρκωτικών, μεταξύ άλλων εξετάζοντας τη μείωση της βλάβης από τα ναρκωτικά, και θεραπευτικές μεθόδους βασισμένες στις τελευταίες επιστημονικές γνώσεις.

(10)

Είναι σκόπιμο και αναγκαίο να αναγνωρισθούν οι σοβαρές άμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ναρκωτικών στα άτομα, τις οικογένειες και τις κοινότητες όσον αφορά την υγεία, την ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη και την παροχή ίσων ευκαιριών καθώς επίσης και το υψηλό κοινωνικό και οικονομικό κόστος για το κοινωνικό σύνολο.

(11)

Θα πρέπει να καταβληθεί ιδιαίτερη προσοχή στην πρόληψη της χρήσης ναρκωτικών από τους νέους οι οποίοι αποτελούν το πλέον ευάλωτο τμήμα του πληθυσμού. Το κύριο στοιχείο της πρόληψης είναι η ενθάρρυνση των νέων να υιοθετήσουν υγιεινούς τρόπους ζωής.

(12)

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί να φέρει προστιθέμενη αξία στις ενέργειες που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη στον τομέα της ενημέρωσης και της πρόληψης όσον αφορά τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας και της μείωσης των επιβλαβών συνεπειών των ναρκωτικών, με τη συμπλήρωση των εθνικών ενεργειών και την προώθηση συνεργειών.

(13)

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (7), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να ενημερώνεται τακτικά από την Επιτροπή για τις εργασίες των επιτροπών σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος προγράμματος. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να λάβει το σχέδιο του ετησίου προγράμματος όταν υποβληθεί στη διαχειριστική επιτροπή. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να λάβει τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών και τα συνοπτικά πρακτικά των συνεδριάσεων της εν λόγω επιτροπής.

(14)

Θα πρέπει να εξασφαλισθεί η συμπληρωματικότητα με την τεχνική πείρα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, με τη χρήση της μεθοδολογίας και των βέλτιστων πρακτικών που έχει αναπτύξει το Κέντρο και με τη συμμετοχή του Κέντρου στην κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος εργασίας.

(15)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας απόφασης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, λόγω της ανάγκης για ανταλλαγή πληροφοριών σε κοινοτικό επίπεδο και για διακοινοτική διασπορά ορθών πρακτικών, και μπορούν, συνεπώς, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο λόγω της ανάγκης για μια συντονισμένη και πολυτομεακή προσέγγιση και ενόψει της κλίμακας και του αντικτύπου του προγράμματος, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(16)

Έχοντας υπόψη τη σημασία που έχει η προβολή της κοινοτικής χρηματοδότησης, η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει κατευθυντήριες γραμμές ώστε να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε αρχή, μη κυβερνητική οργάνωση, διεθνής οργανισμός ή άλλη οντότητα που επιχορηγείται δυνάμει του προγράμματος θα αναγνωρίζει κατάλληλα τη συνδρομή που έλαβε.

(17)

Η παρούσα απόφαση θεσπίζει, για όλη τη διάρκεια του προγράμματος, ένα χρηματοδοτικό κονδύλιο, το οποίο θα αποτελεί την κύρια αναφορά, κατά την έννοια του σημείου 37 της διοργανικής συμφωνίας, της 17ης Μαΐου 2006, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για δημοσιονομική πειθαρχία και χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (8), για την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή κατά την ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού.

(18)

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (9), εφεξής «δημοσιονομικός κανονισμός», και ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (10), οι οποίοι διασφαλίζουν τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, θα πρέπει να εφαρμόζονται, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της απλότητας και της συνέπειας στην επιλογή των δημοσιονομικών μέσων, του περιορισμού των περιπτώσεων όπου η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να έχει την άμεση ευθύνη για την εφαρμογή και τη διαχείρισή τους καθώς και της απαιτούμενης αναλογικότητας μεταξύ του ύψους των πόρων και του διοικητικού φόρτου που συνεπάγεται η χρησιμοποίησή τους.

(19)

Θα πρέπει επίσης να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη παρατυπιών και απάτης και να αναληφθούν οι απαιτούμενες ενέργειες για την ανάκτηση απολεσθέντων, αχρεωστήτως καταβληθέντων ή μη ορθώς χρησιμοποιηθέντων κονδυλίων, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, για τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11), τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (12) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (13).

(20)

Ο δημοσιονομικός κανονισμός απαιτεί την πρόβλεψη βασικής πράξης για να καλυφθούν οι επιδοτήσεις λειτουργίας.

(21)

Τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ, με διάκριση μεταξύ των μέτρων που υπάγονται στη διαχειριστική διαδικασία και εκείνων που υπάγονται στη συμβουλευτική διαδικασία, δεδομένου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η συμβουλευτική διαδικασία είναι καταλληλότερη από άποψη αποτελεσματικότητας.

(22)

Για να διασφαλισθεί η αποτελεσματική και έγκαιρη εφαρμογή του προγράμματος, η παρούσα απόφαση θα πρέπει να εφαρμοσθεί από την 1η Ιανουαρίου 2007,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ:

Άρθρο 1

Θέσπιση και πεδίο του προγράμματος

1.   Με την παρούσα απόφαση θεσπίζεται το ειδικό πρόγραμμα «Πρόληψη των ναρκωτικών και σχετική ενημέρωση», εφεξής καλούμενο «πρόγραμμα», στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος «Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη», προκειμένου να συμβάλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και να μειώσει τις βλάβες της υγείας που σχετίζονται με τα ναρκωτικά.

2.   Το πρόγραμμα καλύπτει την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013.

Άρθρο 2

Γενικοί στόχοι

Το παρόν πρόγραμμα έχει τους ακόλουθους γενικούς στόχους:

α)

να προλάβει και να μειώσει τη χρήση ναρκωτικών, την τοξικομανία και τις επιβλαβείς συνέπειες των ναρκωτικών·

β)

να συμβάλει στη βελτίωση της ενημέρωσης όσον αφορά τη χρήση ναρκωτικών, και

γ)

να στηρίξει την εφαρμογή της στρατηγικής της ΕΕ για τα ναρκωτικά.

Άρθρο 3

Ειδικοί στόχοι

Το πρόγραμμα έχει τους ακόλουθους ειδικούς στόχους:

α)

την προώθηση διακρατικών ενεργειών με στόχο:

i)

τη δημιουργία πολυτομεακών δικτύων,

ii)

τη διεύρυνση της βάσης των γνώσεων, την ανταλλαγή πληροφοριών καθώς επίσης και τον προσδιορισμό και τη διάδοση ορθών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων ενεργειών κατάρτισης, επισκέψεων μελέτης και ανταλλαγών προσωπικού,

iii)

τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση σχετικά με τα προβλήματα υγείας καθώς και τα κοινωνικά προβλήματα που προκαλούνται από τη χρήση ναρκωτικών και την προώθηση ανοικτού διαλόγου με στόχο την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου των ναρκωτικών, και

iv)

τη στήριξη μέτρων που αποσκοπούν στην πρόληψη της χρήσης ναρκωτικών, μεταξύ άλλων με την αντιμετώπιση του θέματος της μείωσης των επιβλαβών συνεπειών των ναρκωτικών, και μεθόδων θεραπείας, λαμβάνοντας υπόψη τις πλέον πρόσφατες επιστημονικές γνώσεις·

β)

τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην εφαρμογή και την ανάπτυξη της στρατηγικής και των σχεδίων δράσης της ΕΕ για τα ναρκωτικά, και

γ)

την παρακολούθηση, την εφαρμογή και την αξιολόγηση της εφαρμογής συγκεκριμένων ενεργειών στο πλαίσιο των σχεδίων δράσης 2005-2008 και 2009-2012 για τα ναρκωτικά. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει στη διαδικασία αξιολόγησης μέσω της συμμετοχής του στη διευθύνουσα ομάδα της Επιτροπής.

Άρθρο 4

Ενέργειες

Για την επίτευξη των γενικών και ειδικών στόχων που καθορίζονται στα άρθρα 2 και 3, το παρόν πρόγραμμα θα υποστηρίξει, υπό τους όρους που τίθενται στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του άρθρου 9 παράγραφος 2, τα ακόλουθα είδη ενεργειών:

α)

ειδικές ενέργειες που αναλαμβάνει η Επιτροπή, όπως μελέτες και έρευνα, δημοσκοπήσεις και έρευνες κοινής γνώμης, διαμόρφωση δεικτών και κοινών μεθοδολογιών, συλλογή, επεξεργασία και διάδοση δεδομένων και στατιστικών, σεμινάρια, συνέδρια και συσκέψεις εμπειρογνωμόνων, διοργάνωση δημόσιων εκστρατειών και εκδηλώσεων, σχεδιασμός και επιμέλεια δικτυακών τόπων, επεξεργασία και διάδοση πληροφοριακού υλικού, υποστήριξη και διαχείριση δικτύων εθνικών εμπειρογνωμόνων, δραστηριότητες ανάλυσης, παρακολούθησης και αξιολόγησης·

β)

ειδικά διακρατικά σχέδια κοινοτικού ενδιαφέροντος, τα οποία υποβάλλονται από τουλάχιστον δύο κράτη μέλη ή τουλάχιστον ένα κράτος μέλος και ένα άλλο κράτος που μπορεί να είναι είτε προσχωρούσα είτε υποψήφια χώρα σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας, ή

γ)

δραστηριότητες μη κυβερνητικών οργανώσεων ή άλλων φορέων οι οποίοι επιδιώκουν σκοπούς γενικού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος που συνάδουν με τους γενικούς στόχους του προγράμματος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα ετήσια προγράμματα εργασίας.

Άρθρο 5

Συμμετοχή

Οι ακόλουθες χώρες μπορούν να συμμετέχουν στις ενέργειες του προγράμματος:

α)

οι χώρες ΕΖΕΣ που συμμετέχουν στη συμφωνία για τον ΕΟΧ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας, και

β)

οι υποψήφιες χώρες καθώς και οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων που περιλαμβάνονται στη διαδικασία σταθεροποίησης και σύνδεσης, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στις συμφωνίες σύνδεσης ή στα πρόσθετα πρωτόκολλά τους για συμμετοχή σε κοινοτικά προγράμματα, όπως έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν με τις χώρες αυτές.

Στα σχέδια μπορούν να συμμετέχουν υποψήφιες χώρες που δεν συμμετέχουν στο πρόγραμμα, εφόσον αυτό συμβάλλει στην προετοιμασία της προσχώρησής τους, ή άλλες τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμοί που δεν συμμετέχουν στο πρόγραμμα, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τους στόχους των σχεδίων.

Άρθρο 6

Ομάδες-στόχοι

1.   Το πρόγραμμα απευθύνεται σε όλες τις ομάδες που ασχολούνται άμεσα ή έμμεσα με το φαινόμενο των ναρκωτικών.

2.   Όσον αφορά τα ναρκωτικά, οι νέοι, οι γυναίκες, οι ευάλωτες ομάδες και οι κάτοικοι κοινωνικώς μειονεκτικών περιοχών, συνιστούν ομάδες κινδύνου και πρέπει να προσδιορίζονται ως ομάδες-στόχοι. Άλλες ομάδες-στόχοι είναι, μεταξύ άλλων, οι δάσκαλοι και το εκπαιδευτικό προσωπικό, οι γονείς, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι τοπικές και εθνικές αρχές, οι εργαζόμενοι σε ιατρικά και παραϊατρικά επαγγέλματα, το δικαστικό προσωπικό, οι αρχές επιβολής του νόμου και οι σωφρονιστικές αρχές, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι θρησκευτικές κοινότητες.

Άρθρο 7

Πρόσβαση στο πρόγραμμα

Η πρόσβαση στο παρόν πρόγραμμα είναι ανοικτή σε δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς και φορείς (τοπικές αρχές στο αρμόδιο επίπεδο, πανεπιστημιακές σχολές και ερευνητικά κέντρα) που δραστηριοποιούνται στον τομέα της πρόληψης της χρήσης ναρκωτικών και της σχετικής ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης και της θεραπείας της βλάβης που σχετίζεται με τα ναρκωτικά.

Κερδοσκοπικοί φορείς και οργανώσεις έχουν πρόσβαση σε επιδοτήσεις στο πλαίσιο του προγράμματος μόνον από κοινού με μη κερδοσκοπικές ή κρατικές οργανώσεις.

Άρθρο 8

Είδη παρέμβασης

1.   Η κοινοτική χρηματοδότηση μπορεί να λαμβάνει τις ακόλουθες νομικές μορφές:

α)

επιδοτήσεις, ή

β)

συμβάσεις δημόσιων προμηθειών.

2.   Οι κοινοτικές επιδοτήσεις χορηγούνται κατόπιν σχετικών προσκλήσεων για την υποβολή προτάσεων, εκτός από περιπτώσεις εξαιρετικού χαρακτήρα και δεόντως αιτιολογημένες, όπως προβλέπεται στο χρηματοδοτικό κανονισμό, παρέχονται δε με τη μορφή επιδοτήσεων λειτουργίας και επιδοτήσεων ενεργειών.

Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών προσδιορίζει το κατώτατο ποσοστό ετήσιων δαπανών για τη χορήγηση επιδοτήσεων και το μέγιστο ποσοστό συγχρηματοδότησης.

3.   Επιπλέον, προβλέπονται δαπάνες για συνοδευτικά μέτρα, μέσω δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, οπότε τα κοινοτικά κονδύλια καλύπτουν την αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Εν προκειμένω καλύπτονται, μεταξύ άλλων, δαπάνες για πληροφόρηση και επικοινωνία, κατάρτιση, υλοποίηση, παρακολούθηση, έλεγχο και αξιολόγηση σχεδίων, πολιτικών, προγραμμάτων και νομοθεσίας.

Άρθρο 9

Μέτρα εφαρμογής

1.   Η Επιτροπή υλοποιεί την κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό.

2.   Για την εκτέλεση του προγράμματος, η Επιτροπή εγκρίνει, εντός των ορίων των γενικών στόχων του άρθρου 2, ετήσιο πρόγραμμα εργασίας στο οποίο λαμβάνεται υπόψη η τεχνική πείρα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας. Το πρόγραμμα περιέχει τους ειδικούς στόχους, τις θεματικές προτεραιότητες, περιγραφή των συνοδευτικών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 8 και, εφόσον κριθεί αναγκαίο, κατάλογο άλλων ενεργειών.

Το πρώτο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών υιοθετείται μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 2008.

3.   Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών θα υιοθετείται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10 παράγραφος 3.

4.   Κατά τις διαδικασίες αξιολόγησης και χορήγησης όσον αφορά τις επιδοτήσεις ενεργειών λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

συμβατότητα της προτεινόμενης δράσης προς το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών, τους στόχους όπως ορίζονται στα άρθρα 2 και 3 και τους τύπους δράσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4·

β)

ποιότητα της προτεινόμενης ενέργειας όσον αφορά το σχεδιασμό της, την οργάνωσή της, την παρουσίασή της και τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα·

γ)

αιτούμενο ποσό κοινοτικής χρηματοδότησης και επαρκής κάλυψη των σχετικών αναγκών σε σχέση με τα αναμενόμενα αποτελέσματα, και

δ)

αντίκτυπος των αναμενόμενων αποτελεσμάτων στους στόχους όπως ορίζονται στα άρθρα 2 και 3, καθώς και στις δράσεις του άρθρου 4.

5.   Οι αιτήσεις για τη χορήγηση επιδοτήσεων λειτουργίας, που αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχείο γ), αξιολογούνται με γνώμονα:

α)

τη συνεκτικότητα με τους στόχους του προγράμματος·

β)

την ποιότητα των προγραμματιζόμενων δραστηριοτήτων·

γ)

το πιθανό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στους αποδέκτες των δραστηριοτήτων αυτών·

δ)

τον γεωγραφικό και κοινωνικό αντίκτυπο των διεξαγόμενων δραστηριοτήτων·

ε)

τη συμμετοχή των πολιτών στην οργάνωση των αρμόδιων φορέων, και

στ)

τη σχέση κόστους/οφέλους της προταθείσας δραστηριότητας.

6.   Οι αποφάσεις σχετικά με τις ενέργειες που προτείνονται δυνάμει του άρθρου 4 στοιχείο α) εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαχειριστική διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3. Οι αποφάσεις σχετικά με σχέδια και δραστηριότητες του άρθρου 4 στοιχεία β) και γ), αντιστοίχως, εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2.

Οι αποφάσεις σχετικά με αιτήσεις επιδοτήσεων που αφορούν και κερδοσκοπικούς φορείς ή οργανώσεις εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαχειριστική διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3.

Άρθρο 10

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

3.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

Άρθρο 11

Συμπληρωματικότητα

1.   Επιδιώκονται συνέργειες και συμπληρωματικότητα με άλλα κοινοτικά μέσα και ιδίως με τα γενικά προγράμματα «Ασφάλεια και προστασία των ελευθεριών», το 7ο πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και ανάπτυξης καθώς και το κοινοτικό πρόγραμμα για τη δημόσια υγεία. Διασφαλίζεται η συμπληρωματικότητα με τη μεθοδολογία και τις βέλτιστες πρακτικές που έχει αναπτύξει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, ειδικότερα όσον αφορά τη στατιστική πτυχή της ενημέρωσης για τα ναρκωτικά.

2.   Το πρόγραμμα μπορεί να χρησιμοποιεί από κοινού πόρους με άλλα κοινοτικά μέσα και ιδίως με τα γενικά προγράμματα «Ασφάλεια και προστασία των ελευθεριών», «Αλληλεγγύη και διαχείριση των μεταναστευτικών ροών» και το 7ο πρόγραμμα-πλαίσιο, με σκοπό την εκτέλεση ενεργειών που καλύπτουν τους στόχους όλων των προγραμμάτων.

3.   Ενέργειες που χρηματοδοτούνται δυνάμει της παρούσας απόφασης δεν λαμβάνουν χρηματοδοτική συνδρομή για τον ίδιο σκοπό από άλλα κοινοτικά χρηματοδοτικά μέσα. Οι δικαιούχοι του παρόντος προγράμματος παρέχουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση που έλαβαν από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από άλλες πηγές καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις υπό εξέταση αιτήσεις χρηματοδότησης που έχουν υποβάλει.

Άρθρο 12

Δημοσιονομικοί πόροι

1.   Το συνολικό ποσό για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013 ανέρχεται σε 21 350 000 EUR.

2.   Οι δημοσιονομικοί πόροι οι οποίοι διατίθενται για τις ενέργειες που προβλέπονται στο παρόν πρόγραμμα εγγράφονται ως ετήσιες πιστώσεις στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διαθέσιμες ετήσιες πιστώσεις εγκρίνονται από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εντός των ορίων του δημοσιονομικού πλαισίου.

Άρθρο 13

Παρακολούθηση

1.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι, για κάθε ενέργεια που χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα, ο δικαιούχος υποβάλλει τεχνικές και οικονομικές εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο των εργασιών. Επίσης, υποβάλλεται τελική έκθεση εντός τριών μηνών από την περάτωση της ενέργειας. Η Επιτροπή καθορίζει τη μορφή και το περιεχόμενο των εκθέσεων.

2.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι οι συμβάσεις και οι συμφωνίες που απορρέουν από την εφαρμογή του προγράμματος προβλέπουν ειδικότερα την εποπτεία και τον οικονομικό έλεγχο από την Επιτροπή (ή οποιονδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό της), εν ανάγκη μέσω επιτόπιων ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων δειγματοληπτικών ελέγχων, και ελέγχων από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

3.   Κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που ακολουθούν την τελευταία πληρωμή για μια ενέργεια, η Επιτροπή απαιτεί από τον δικαιούχο της χρηματοδοτικής συνδρομής να διατηρεί στη διάθεσή της όλα τα δικαιολογητικά για τις σχετικές με την ενέργεια δαπάνες.

4.   Με βάση τα πορίσματα των εκθέσεων και των επιτοπίων ελέγχων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, η Επιτροπή προσαρμόζει, εάν χρειασθεί, την κλίμακα και τις προϋποθέσεις χορήγησης της χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε εγκριθεί αρχικά καθώς και το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών.

5.   Η Επιτροπή λαμβάνει κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο για να ελέγχεται ότι οι χρηματοδοτούμενες ενέργειες εκτελούνται σωστά και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης και του δημοσιονομικού κανονισμού.

Άρθρο 14

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας

1.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι, κατά την εκτέλεση ενεργειών που χρηματοδοτούνται δυνάμει της παρούσας απόφασης, τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας προστατεύονται με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, με τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και με την είσπραξη των αδικαιολογήτως καταβληθέντων ποσών και, σε περίπτωση που διαπιστωθούν παρατυπίες, με την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινών, σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 και (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.

2.   Για τις κοινοτικές ενέργειες που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης, εφαρμόζονται ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 και ο κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 για κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των παραβάσεων συμβατικής υποχρέωσης που ορίζεται με βάση το πρόγραμμα, η οποία προκύπτει από πράξη ή παράλειψη οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθούν με αδικαιολόγητη δαπάνη ο γενικός προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οι προϋπολογισμοί τους οποίους διαχειρίζονται οι Κοινότητες.

3.   Η Επιτροπή μειώνει, αναστέλλει ή ανακτά το ποσό της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί για μια ενέργεια εάν διαπιστώσει παρατυπίες, συμπεριλαμβανομένης της μη τήρησης των διατάξεων της παρούσας απόφασης ή της επιμέρους απόφασης ή της σύμβασης ή της απόφασης για τη χορήγηση της δεδομένης χρηματοδοτικής συνδρομής, ή εάν αποκαλυφθεί ότι, χωρίς να έχει ζητηθεί προηγουμένως η έγκριση της Επιτροπής, η ενέργεια έχει υποστεί σημαντική μεταβολή, ασυμβίβαστη με τη φύση ή τους όρους εκτέλεσης του σχεδίου.

4.   Εάν δεν έχουν τηρηθεί οι προθεσμίες ή εάν μόνον ένα μέρος της χορηγούμενης χρηματοδοτικής συνδρομής δικαιολογείται από την πρόοδο που έχει σημειώσει η εκτέλεση της ενέργειας, η Επιτροπή ζητεί από το δικαιούχο να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός καθορισμένης προθεσμίας. Εάν ο δικαιούχος δεν απαντήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό, η Επιτροπή μπορεί να ακυρώσει το υπόλοιπο της χρηματοδοτικής συνδρομής και να ζητήσει την επιστροφή των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί.

5.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι κάθε ποσό που έχει καταβληθεί αχρεωστήτως επιστρέφεται στην Επιτροπή. Τα ποσά που δεν επιστρέφονται εγκαίρως επιβαρύνονται με τόκους, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο δημοσιονομικό κανονισμό.

Άρθρο 15

Αξιολόγηση

1.   Το πρόγραμμα θα παρακολουθείται τακτικά ούτως ώστε να ελέγχεται η εκτέλεση των σχετικών δραστηριοτήτων.

2.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει την τακτική, ανεξάρτητη και εξωτερική αξιολόγηση του προγράμματος.

3.   Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο:

α)

ετήσια παρουσίαση για την εφαρμογή του προγράμματος·

β)

ενδιάμεση έκθεση αξιολόγησης σχετικά με τα επιτευχθέντα αποτελέσματα καθώς και τις ποιοτικές και ποσοτικές πτυχές της υλοποίησης του προγράμματος έως τις 31 Μαρτίου 2011 το αργότερο·

γ)

ανακοίνωση για τη συνέχιση του προγράμματος, έως τις 30 Αυγούστου 2012 το αργότερο, και

δ)

έκθεση εκ των υστέρων αξιολόγησης, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014 το αργότερο.

Άρθρο 16

Δημοσίευση των σχεδίων

Η Επιτροπή δημοσιεύει ετησίως τον κατάλογο των σχεδίων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του προγράμματος, με σύντομη περιγραφή κάθε σχεδίου.

Άρθρο 17

Προβολή

Η Επιτροπή θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές για την εξασφάλιση της δέουσας προβολής της χρηματοδότησης που χορηγείται δυνάμει της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2007, εξαιρουμένων του άρθρου 9 παράγραφοι 2 και 3 και του άρθρου 10 παράγραφος 3, που εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης.

Στρασβούργο, 25 Σεπτεμβρίου 2007.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LOBO ANTUNES


(1)  ΕΕ C 69 της 21.3.2006, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 192 της 16.8.2006, σ. 25.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2006 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2007 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Σεπτεμβρίου 2007 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(4)  ΕΕ L 271 της 9.10.2002, σ. 1. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 768/2004/ΕΚ (ΕΕ L 138 της 30.4.2004, σ. 7).

(5)  ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 31.

(6)  ΕΕ C 168 της 8.7.2005, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).

(8)  ΕΕ C 139 της 14.6.2006, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1995/2006 (ΕΕ L 390 της 30.12.2006, σ. 1).

(10)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007 (ΕΕ L 111 της 28.4.2007, σ. 13).

(11)  ΕΕ L 312 της 23.12.1995, σ. 1.

(12)  ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2.

(13)  ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

3.10.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 257/30


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 28ης Σεπτεμβρίου 2007

περί της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας για τη διενέργεια μελέτης στα κράτη μέλη σχετικά με τον επιπολασμό της Salmonella spp. σε αγέλες χοίρων αναπαραγωγής

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 4434]

(2007/636/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την απόφαση 90/424/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα (1), και ιδίως το άρθρο 20,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η απόφαση 90/424/ΕΟΚ καθορίζει τις διαδικασίες για τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας σε συγκεκριμένα κτηνιατρικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων τεχνικών και επιστημονικών μέτρων. Προβλέπει επίσης ότι η Κοινότητα πρέπει να λάβει ή να βοηθήσει τα κράτη μέλη να λάβουν τα τεχνικά και επιστημονικά μέτρα που είναι αναγκαία για την ανάπτυξη της κοινοτικής νομοθεσίας και εκπαίδευσης ή κατάρτισης στον κτηνιατρικό τομέα.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 και το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2160/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 2003, για τον έλεγχο της σαλμονέλας και άλλων συγκεκριμένων τροφιμογενών ζωονοσογόνων παραγόντων (2), πρέπει να καθοριστεί κοινοτικός στόχος για τη μείωση του επιπολασμού της σαλμονέλας σε αγέλες χοίρων αναπαραγωγής.

(3)

Η ειδική ομάδα της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ) για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με τις ζωονόσους εξέδωσε στις 30 Απριλίου 2007 έκθεση σχετικά με μια πρόταση τεχνικών προδιαγραφών για τη διενέργεια βασικής μελέτης για τον επιπολασμó της σαλμονέλας σε χοίρους αναπαραγωγής (3) (στο εξής «έκθεση ΕΑΑΤ»).

(4)

Για να καθοριστεί ο κοινοτικός στόχος πρέπει να υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία για το ποσοστό των εκμεταλλεύσεων με χοίρους αναπαραγωγής που έχουν μολυνθεί από σαλμονέλα στα κράτη μέλη. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι διαθέσιμα και, κατά συνέπεια, πρέπει να διεξαχθεί ειδική μελέτη με αντικείμενο την παρακολούθηση του επιπολασμού της σαλμονέλας στους χοίρους αναπαραγωγής για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο ώστε να συνεκτιμηθούν πιθανές εποχικές διακυμάνσεις. Η μελέτη πρέπει να βασίζεται στην έκθεση ΕΑΑΤ.

(5)

Η έκθεση ΕΑΑΤ εισηγείται πρόσθετη δειγματοληψία για την αξιολόγηση του επιπολασμού εντός των εκμεταλλεύσεων. Η εν λόγω δειγματοληψία πρέπει να διεξαχθεί από αριθμό κρατών μελών τα οποία να αντιπροσωπεύουν γεωγραφικά τις διαφορετικές καταστάσεις στην Κοινότητα.

(6)

Σκοπός της μελέτης είναι η παροχή των τεχνικών πληροφοριών οι οποίες είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη κοινοτικής νομοθεσίας στον κτηνιατρικό τομέα. Δεδομένου ότι είναι σημαντικό να συλλεχθούν συγκρίσιμα στοιχεία για τον επιπολασμό της σαλμονέλας σε χοίρους αναπαραγωγής στα κράτη μέλη, πρέπει να δοθεί χρηματοδοτική συνεισφορά από την Κοινότητα για την τήρηση των ειδικών απαιτήσεων της μελέτης. Είναι σκόπιμο να επιστραφεί το 100 % των δαπανών που πραγματοποιούνται για εργαστηριακές δοκιμές, έως ένα ανώτατο όριο. Όλες οι άλλες δαπάνες, όπως δειγματοληψία, οδοιπορικά, διαχείριση κ.λπ. δεν είναι επιλέξιμες για κοινοτική χρηματοδοτική συνεισφορά.

(7)

Η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας χορηγείται εφόσον η μελέτη διεξάγεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας και υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένες άλλες προϋποθέσεις.

(8)

Η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας χορηγείται εφόσον οι προβλεπόμενες ενέργειες όντως πραγματοποιούνται και υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες εντός των καθορισμένων προθεσμιών.

(9)

Για λόγους διοικητικής αποτελεσματικότητας όλες οι δαπάνες που υποβάλλονται για χρηματοδοτική συνεισφορά από την Κοινότητα εκφράζονται σε ευρώ. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (4), η ισοτιμία μετατροπής για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται σε άλλο νόμισμα πλην του ευρώ πρέπει να είναι η τελευταία συναλλαγματική ισοτιμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που βρίσκεται σε ισχύ πριν από την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

(10)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα απόφαση θεσπίζει κανόνες ως προς την κοινοτική χρηματοδοτική συνεισφορά για τη διενέργεια μελέτης στα κράτη μέλη σχετικά με την αξιολόγηση του επιπολασμού της Salmonella spp. εντός της Κοινότητας σε χοίρους αναπαραγωγής που υποβάλλονται σε δειγματοληψία σε επίπεδο εκμετάλλευσης (στο εξής «η μελέτη»).

Τα αποτελέσματα της μελέτης χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό ενός κοινοτικού στόχου όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2160/2003 καθώς και για την εξέταση της βέλτιστης προσέγγισης για τη μελλοντική αξιολόγηση της επίτευξης του στόχου.

Άρθρο 2

Ορισμός

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ως «αρμόδια αρχή» νοείται η αρχή ή οι αρχές ενός κράτους μέλους, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2160/2003.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής της μελέτης

1.   Τα κράτη μέλη καλούνται να διεξαγάγουν μελέτη για την αξιολόγηση του επιπολασμού της Salmonella spp. σε χοίρους αναπαραγωγής που υποβάλλονται σε δειγματοληψία σε επίπεδο εκμετάλλευσης σύμφωνα με το παράρτημα I.

2.   Η μελέτη καλύπτει περίοδο διάρκειας ενός έτους αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2008.

Άρθρο 4

Διεξαγωγή δειγματοληψίας και αναλύσεων

Η δειγματοληψία και η ανάλυση για τους σκοπούς της μελέτης διενεργούνται από την αρμόδια αρχή ή υπό την εποπτεία της σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του παραρτήματος Ι.

Άρθρο 5

Όροι για τη χορήγηση της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας

1.   Η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας στις δαπάνες των αναλύσεων χορηγείται στα κράτη μέλη μέχρι του μέγιστου συνολικού ποσού συγχρηματοδότησης που ορίζεται στο παράρτημα II για ολόκληρη τη διάρκεια της μελέτης.

2.   Η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας η οποία προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο χορηγείται στα κράτη μέλη υπό την προϋπόθεση ότι η μελέτη διεξάγεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τον ανταγωνισμό και την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων, και εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

θέση σε ισχύ, έως την 1η Ιανουαρίου 2008 το αργότερο, των κατάλληλων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για τη διεξαγωγή της μελέτης·

β)

υποβολή στην Επιτροπή, έως την 31η Μαΐου 2008 το αργότερο, έκθεσης προόδου η οποία περιλαμβάνει τα στοιχεία που απαριθμούνται στο σημείο 5.1 του παραρτήματος I και καλύπτει την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως την 31η Μαρτίου 2008·

γ)

υποβολή στην Επιτροπή, έως την 28η Φεβρουαρίου 2009 το αργότερο, τελικής έκθεσης σχετικά με την εκτέλεση της μελέτης, συνοδευόμενης από τα παραστατικά των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη για τις αναλύσεις και τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως την 31η Δεκεμβρίου 2008·

δ)

αποτελεσματική εφαρμογή της μελέτης.

Τα παραστατικά των πραγματοποιούμενων δαπανών που αναφέρονται στο στοιχείο γ) της δεύτερης παραγράφου πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα III.

3.   Η μη υποβολή της τελικής έκθεσης που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της δεύτερης παραγράφου συνεπάγεται προοδευτική μείωση της συνεισφοράς που καταβάλλεται από την Κοινότητα, ίση με το 25 % του συνολικού ποσού έως την 31η Μαρτίου 2009, με το 50 % έως την 30ή Απριλίου 2009 και με το 100 % έως την 31η Μαΐου 2009.

Άρθρο 6

Μέγιστα επιστρεφόμενα ποσά

Τα μέγιστα ποσά της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας που επιστρέφονται στα κράτη μέλη για τις δαπάνες των αναλύσεων που καλύπτονται από τη μελέτη δεν υπερβαίνουν τα ακόλουθα:

α)

20 ευρώ ανά δοκιμή βακτηριολογικής ανίχνευσης της Salmonella spp.·

β)

30 ευρώ ανά δοκιμή για τον προσδιορισμό του οροτύπου των σχετικών απομονωθέντων στελεχών.

Άρθρο 7

Συλλογή στοιχείων, αξιολόγηση και υποβολή εκθέσεων

1.   Η αρχή που είναι αρμόδια για την εκπόνηση της ετήσιας εθνικής έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) συλλέγει και αξιολογεί τα αποτελέσματα της μελέτης.

2.   Η Επιτροπή διαβιβάζει τα εθνικά στοιχεία και την αξιολόγηση που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο στην Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων, η οποία τα εξετάζει.

3.   Τα εθνικά στοιχεία και τα αποτελέσματα δημοσιοποιούνται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα.

Άρθρο 8

Συντελεστής μετατροπής για τις δαπάνες

Όταν οι δαπάνες ενός κράτους μέλους πραγματοποιούνται σε άλλο νόμισμα πλην του ευρώ, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος το μετατρέπει σε ευρώ εφαρμόζοντας την τελευταία συναλλαγματική ισοτιμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που βρίσκεται σε ισχύ πριν από την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η αίτηση για χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας.

Άρθρο 9

Εφαρμογή

Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2008.

Άρθρο 10

Αποδέκτες

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 28 Σεπτεμβρίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 19. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 325 της 12.12.2003, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006.

(3)  The EFSA Journal (2007) 99, 1-28.

(4)  ΕΕ L 209 της 11.8.2005, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 378/2007 (ΕΕ L 95 της 5.4.2007, σ. 1).

(5)  ΕΕ L 325 της 12.12.2003, σ. 31.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Τεχνικές προδιαγραφές σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1, το άρθρο 4 και το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β)

1.   ΣΧΗΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Η μελέτη πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με την περιγραφή του σχήματος 1.

Σχήμα 1:   Περιγραφή της μελέτης

Image

2.   ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ

2.1.   Οριοθέτηση του πληθυσμού

Η μελέτη πρέπει να διεξάγεται σε εκμεταλλεύσεις που φιλοξενούν το 80 % τουλάχιστον του πληθυσμού χοίρων αναπαραγωγής σε ένα κράτος μέλος. Σε δειγματοληψία υποβάλλονται κατά προτίμηση εκμεταλλεύσεις με 50 και άνω χοίρους αναπαραγωγής. Σε περίπτωση, όμως, που αυτές δεν αντιπροσωπεύουν το 80 % της εθνικής αγέλης χοίρων αναπαραγωγής, σε δειγματοληψία υποβάλλονται ομοίως εκμεταλλεύσεις με λιγότερους από 50 χοίρους αναπαραγωγής.

Οι εκμεταλλεύσεις με χοίρους αναπαραγωγής ταξινομούνται είτε ως «εκμεταλλεύσεις εκτροφής» είτε ως «εκμεταλλεύσεις παραγωγής». Οι εκμεταλλεύσεις εκτροφής πωλούν μικρούς θηλυκούς χοίρους ή/και κάπρους για σκοπούς αναπαραγωγής. Κατά κανόνα, πωλούν το 40 % και άνω των εκτρεφόμενων για αναπαραγωγή μικρών θηλυκών χοίρων, ενώ το υπόλοιπο διατίθεται για σφαγή. Απεναντίας, οι εκμεταλλεύσεις παραγωγής πωλούν κυρίως χοίρους για πάχυνση ή σφαγή.

Ο επιπολασμός της σαλμονέλας στις εκμεταλλεύσεις εκτροφής (μέρος 1 της μελέτης) και στις εκμεταλλεύσεις παραγωγής (μέρος 2 της μελέτης) πρέπει να υπολογίζεται χωριστά και κατά τρόπο αντιπροσωπευτικό για τις αγέλες που υποδεικνύονται στο σχήμα 2, εξαιρουμένων ωστόσο των αγελών στο στάδιο απογαλακτισμού προοριζόμενων για πλήρη πάχυνση.

Σχήμα 2:   Περιγραφή των εκμεταλλεύσεων

Image

2.2.   Δείγμα και στρατηγική δειγματοληψίας

Αμφότερα τα μέρη της μελέτης περιλαμβάνουν ένα παρόμοιο σχέδιο δειγματοληψίας δύο σταδίων. Κατά το πρώτο στάδιο, σε κάθε κράτος μέλος επιλέγεται τυχαίο δείγμα εκμεταλλεύσεων εκτροφής καθώς και ένα δεύτερο τυχαίο δείγμα εκμεταλλεύσεων παραγωγής. Ο αριθμός των απαιτούμενων εκμεταλλεύσεων αναφέρεται στο τμήμα 2.3. Στο δεύτερο στάδιο, από κάθε επιλεγμένη εκμετάλλευση επιλέγονται διαμερίσματα σταβλισμού για υποβολή σε δειγματοληψία (βλέπε τμήμα 2.2.2).

2.2.1.   Πρώτο στάδιο: επιλογή εκμεταλλεύσεων

Κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να δημιουργήσει δύο πλαίσια δειγματοληψίας. Στο πρώτο απαριθμούνται όλες οι επιλέξιμες εκμεταλλεύσεις εκτροφής (συνήθως, όσες φιλοξενούν 50 και άνω χοίρους αναπαραγωγής — βλέπε τμήμα 2.1) και στο δεύτερο όλες οι επιλέξιμες εκμεταλλεύσεις παραγωγής. Ο αριθμός εκμεταλλεύσεων που απαιτείται για κάθε μέρος της μελέτης επιλέγεται τυχαία από κάθε απαρίθμηση. Σκοπός της τυχαιοποίησης των δειγμάτων είναι να διασφαλίζεται η συμπερίληψη στη μελέτη εκμεταλλεύσεων που φιλοξενούν ένα ευρύ φάσμα μεγεθών αγέλης και οι οποίες προέρχονται από όλες τις χοιροτροφικές περιοχές ενός κράτους μέλους. Είναι, ωστόσο, γνωστό ότι σε ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται οι εκμεταλλεύσεις με πολύ μεγάλες αγέλες να είναι λιγοστές (π.χ. κάτω του 10 % όλων των επιλέξιμων εκμεταλλεύσεων). Ως εκ τούτου, η τυχαιοποίηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μη επιλογή καμίας από τις πολύ μεγάλες αγέλες. Τα κράτη μέλη δύνανται να χρησιμοποιούν ένα κριτήριο στρωματοποίησης πριν από την επιλογή εκμεταλλεύσεων — για παράδειγμα, μπορούν να ορίζουν μια βαθμίδα για το 10 % των μεγαλύτερων αγελών και στη συνέχεια να λαμβάνουν από αυτήν το 10 % του απαιτούμενου μεγέθους δείγματος. Ομοίως, τα κράτη μέλη δύνανται να στρωματοποιούν το δείγμα ανά διοικητική περιφέρεια ανάλογα με τον αριθμό των επιλέξιμων αγελών σε κάθε περιφέρεια. Ο τρόπος στρωματοποίησης που εφαρμόζεται πρέπει να περιγράφεται στην έκθεση που υποβάλλουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 5.1).

Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η δειγματοληψία σε μια επιλεγμένη εκμετάλλευση (για παράδειγμα, εάν η εκμετάλλευση δεν υφίσταται πλέον τη στιγμή της δειγματοληψίας), τότε επιλέγεται τυχαία νέα εκμετάλλευση από το ίδιο πλαίσιο δειγματοληψίας. Σε περίπτωση που είχε εφαρμοστεί στρωματοποίηση (π.χ. ανά μέγεθος αγέλης ή περιφέρεια), η νέα εκμετάλλευση πρέπει να επιλέγεται από το ίδιο στρώμα.

Το μέγεθος πρωτογενούς δείγματος (αριθμός εκμεταλλεύσεων για υποβολή σε δειγματοληψία) πρέπει να κατανέμεται κατά το δυνατόν ισομερώς κατά τη διάρκεια του έτους, ούτως ώστε να καλύπτει τις διάφορες εποχές, στο μέτρο του εφικτού. Τα δείγματα λαμβάνονται από το ένα δωδέκατο περίπου του αριθμού των εκμεταλλεύσεων σε μηναία βάση.

Οι υπαίθριες εκμεταλλεύσεις πρέπει να περιλαμβάνονται στη μελέτη χωρίς να είναι υποχρεωτική η στρωματοποίηση για το συγκεκριμένο είδος παραγωγής.

2.2.2.   Δεύτερο στάδιο: δειγματοληψία εντός της εκμετάλλευσης

Σε κάθε επιλεγμένη αγέλη εκτροφής και σε κάθε αγέλη παραγωγής, τα διαμερίσματα και οι ανοιχτοί χώροι σταβλισμού ή οι ομάδες χοίρων αναπαραγωγής ηλικίας άνω των έξι μηνών που προορίζονται για υποβολή σε δειγματοληψία θα επιλέγονται τυχαία.

Ο αριθμός των διαμερισμάτων και των ανοιχτών χώρων σταβλισμού ή των ομάδων που προορίζονται για υποβολή σε δειγματοληψία πρέπει να κατανέμεται αναλογικά βάσει του αριθμού των χοίρων αναπαραγωγής στα διάφορα στάδια παραγωγής (θηλυκοί χοίροι σε κατάσταση ή μη κύησης και άλλες κατηγορίες χοίρων αναπαραγωγής). Οι επακριβείς ηλικιακές κατηγορίες που προορίζονται για υποβολή σε δειγματοληψία δεν προδιαγράφονται, όμως τα συγκεκριμένα στοιχεία συλλέγονται κατά τη δειγματοληψία.

Οι χοίροι αναπαραγωγής που κατέφθασαν πρόσφατα στην αγέλη και κρατούνται σε απομόνωση (καραντίνα) δεν περιλαμβάνονται στη μελέτη.

2.3.   Υπολογισμός του μεγέθους αγέλης

2.3.1.   Μέγεθος πρωτογενούς δείγματος (μέγεθος δείγματος πρώτου σταδίου)

Για τις εκμεταλλεύσεις εκτροφής διεξάγεται υπολογισμός του κανονικού μεγέθους του πρωτογενούς δείγματος και για τις εκμεταλλεύσεις παραγωγής διεξάγεται δεύτερος υπολογισμός του κανονικού μεγέθους του πρωτογενούς δείγματος. Το μέγεθος του πρωτογενούς δείγματος είναι ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων εκτροφής και των εκμεταλλεύσεων παραγωγής που πρέπει να υποβληθούν σε δειγματοληψία σε κάθε κράτος μέλος και, για την τυχαία απλή δειγματοληψία, το μέγεθος αυτό υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων κριτηρίων:

α)

συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων εκτροφής (εκμεταλλεύσεις εκτροφής, μέρος 1 της μελέτης)·

β)

συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων παραγωγής (εκμεταλλεύσεις παραγωγής, μέρος 2 της μελέτης)·

γ)

ετήσιος αναμενόμενος επιπολασμός (p): 50 %·

δ)

επιθυμητό διάστημα εμπιστοσύνης (Z): 95 %, για τιμή Zα ίση με 1,96·

ε)

ακρίβεια (L): 7,5 %·

στ)

χρήση των τιμών αυτών καθώς και του τύπου:

Formula

Ο υπολογισμός πραγματοποιείται πρώτα για τις εκμεταλλεύσεις εκτροφής και στη συνέχεια για τις εκμεταλλεύσεις παραγωγής. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι υποθέσεις των παραπάνω βημάτων γ) έως ε) είναι οι ίδιες.

Στην πράξη, εάν υπάρχουν 100 000 ή περισσότερες εκμεταλλεύσεις είτε στο πλαίσιο δειγματοληψίας των αγελών εκτροφής είτε στο πλαίσιο δειγματοληψίας των αγελών παραγωγής, ο συγκεκριμένος πληθυσμός μπορεί να θεωρείται άπειρος και ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων που πρέπει να επιλεγούν τυχαία από το συγκεκριμένο πλαίσιο δειγματοληψίας είναι 171 (βλέπε πίνακα 1). Εάν ο πληθυσμός των αγελών εκτροφής ή παραγωγής αριθμεί λιγότερα από 100 000 άτομα, τότε εφαρμόζεται συντελεστής διόρθωσης πεπερασμένου πληθυσμού και οι εκμεταλλεύσεις που πρέπει να υποβληθούν σε δειγματοληψία μπορούν να είναι λιγότερες, όπως υποδεικνύεται στον πίνακα 1.

Για παράδειγμα, εάν σε ένα κράτος μέλος υπάρχουν 1 000 εκμεταλλεύσεις στην ομάδα των εκμεταλλεύσεων παραγωγής και 250 εκμεταλλεύσεις στην ομάδα των εκμεταλλεύσεων εκτροφής, πρέπει να υποβληθούν σε δειγματοληψία 147 εκμεταλλεύσεις από την ομάδα των εκμεταλλεύσεων παραγωγής και 102 εκμεταλλεύσεις από την ομάδα των εκμεταλλεύσεων εκτροφής.

Πίνακας 1

Αριθμός εκμεταλλεύσεων με χοίρους αναπαραγωγής που πρέπει να υποβληθούν σε δειγματοληψία σε αμφότερα τα μέρη της μελέτης ως συνάρτηση του μεγέθους του πεπερασμένου πληθυσμού (συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων με χοίρους αναπαραγωγής στα κράτη μέλη)

Αριθμός εκμεταλλεύσεων με χοίρους αναπαραγωγής (N)

Μέγεθος δείγματος (n) για ακρίβεια μεγέθους πεπερασμένου πληθυσμού ίση με 7,5 %

100 000

171

10 000

169

5 000

166

2 000

158

1 000

147

500

128

250

102

150

80

125

73

100

64

90

59

80

55

70

50

60

45

50

39

40

33

30

26

20

18

10

10

Τυχόν μη απόκριση αντιμετωπίζεται μέσω π.χ. αύξησης του μεγέθους του δείγματος κατά 10 %. Τυχόν ακατάλληλες εκμεταλλεύσεις αντικαθίστανται κατά την πορεία διεξαγωγής της μελέτης (βλέπε τμήμα 2.2.1).

Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτός ο υπολογισμός του αριθμού των εκμεταλλεύσεων εκτροφής πριν από την έναρξη της μελέτης, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων που επιλέγονται για τη διενέργεια δειγματοληψίας σύμφωνα με τον πίνακα 1 υπολογίζεται βάσει του συνολικού αριθμού των εκμεταλλεύσεων με χοιρομητέρες (X εκμεταλλεύσεις). Ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων στις οποίες πρέπει να διενεργηθεί δειγματοληψία πρέπει να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 30 % ((X + 30 %) εκμεταλλεύσεις). Πριν από την έναρξη της μελέτης, η αρμόδια αρχή καθορίζει έναν αριθμό εκμεταλλεύσεων εκτροφής ο οποίος αντιστοιχεί τουλάχιστον στο επιπρόσθετο 30 %. Κατά τη διεξαγωγή επισκέψεων στις εκμεταλλεύσεις, η εκάστοτε εκμετάλλευση ταξινομείται ως εκμετάλλευση εκτροφής ή παραγωγής, ανάλογα με τους παραπάνω ορισμούς.

2.3.2.   Μέγεθος δευτερογενούς δείγματος (μέγεθος δείγματος δευτέρου σταδίου)

Σε κάθε επιλεγμένη εκμετάλλευση λαμβάνονται περιττωματικά δείγματα ρουτίνας (βλέπε τμήμα 3.1) από δέκα τυχαία επιλεγμένα διαμερίσματα, ανοιχτούς χώρους σταβλισμού ή ομάδες χοίρων αναπαραγωγής. Εφόσον είναι απαραίτητο (για παράδειγμα, σε διαμερίσματα τοκετού ή όταν οι χοιρομητέρες σταβλίζονται σε μικρές ομάδες κάτω των δέκα ατόμων), μια ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα διαμερίσματα σταβλισμού. Κάθε δείγμα ρουτίνας πρέπει να αποτελείται από τουλάχιστον δέκα μεμονωμένους χοίρους αναπαραγωγής.

Σε μικρές, ωστόσο, εκμεταλλεύσεις ή εκμεταλλεύσεις με μεγάλο αριθμό χοίρων αναπαραγωγής που σταβλίζονται σε υπαίθριους περιφραγμένους χώρους, οι οποίες περιλαμβάνουν λιγότερα από δέκα διαμερίσματα σταβλισμού, ανοιχτούς χώρους ή ομάδες, απαιτείται η διενέργεια δειγματοληψίας στο ίδιο διαμέρισμα σταβλισμού, ανοιχτό χώρο ή ομάδα, ούτως ώστε να υποβληθεί σύνολο δέκα δειγμάτων ρουτίνας.

3.   ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΣΤΙΣ ΑΓΕΛΕΣ

3.1.   Τύπος και λεπτομερή στοιχεία του δείγματος ρουτίνας

Το υλικό που συλλέγεται για βακτηριολογική ανάλυση πρέπει να αποτελείται από νωπά περιττώματα αντιπροσωπευτικά ολόκληρης της εκμετάλλευσης που συνιστά τη μονάδα ενδιαφέροντος. Δεδομένου ότι κάθε εκμετάλλευση είναι μοναδική, τα διαμερίσματα σταβλισμού, οι ανοιχτοί χώροι ή οι ομάδες της εκμετάλλευσης στις οποίες πρόκειται να διενεργηθεί η δειγματοληψία αποφασίζονται πριν από την έναρξή της. Το συλλεχθέν δείγμα πρέπει να τοποθετείται σε χωριστό δοχείο προς αποφυγή τυχόν επιμόλυνσης και να αποστέλλεται στο εργαστήριο.

Κάθε ομαδοποιημένο δείγμα πρέπει να έχει συνολική μάζα τουλάχιστον 25 g, ενώ για τη συλλογή των ομαδοποιημένων δειγμάτων περιττωμάτων μπορούν να χρησιμοποιούνται δύο μέθοδοι:

1.

στην περίπτωση συγκεντρωμένων περιττωμάτων που έχουν αναμειχθεί σε μια επιφάνεια ενός διαμερίσματος ή ενός ανοιχτού χώρου σταβλισμού, η συλλογή τουλάχιστον 25 g αναμεμειγμένου υλικού μπορεί να επιτευχθεί με ένα μεγάλο μάκτρο (π.χ. 20 cm × 20 cm) το οποίο πρέπει να διέρχεται από τη μάζα των περιττωμάτων, π.χ. διαγράφοντας τεθλασμένη (ζιγκ-ζαγκ) διαδρομή μήκους δύο μέτρων, ούτως ώστε να επιχρίεται επαρκώς με το περιττωματικό υλικό. Εφόσον χρειάζεται, παραδείγματος χάριν λόγω υψηλών θερμοκρασιών ή εσχαρωτού δαπέδου, το μάκτρο μπορεί να υγραίνεται με κατάλληλο υγρό όπως το πόσιμο νερό.

2.

σε περίπτωση που τα περιττώματα είναι διεσπαρμένα, για παράδειγμα σε αγροτεμάχιο, μεγάλο ανοιχτό χώρο, εγκατάσταση τοκετού, ή σε διαμερίσματα σταβλισμού ή άλλες εγκαταστάσεις με μικρό αριθμό χοίρων ανά ομάδα, τότε λαμβάνονται μεμονωμένα επιχρίσματα νωπών περιττωμάτων από ξεχωριστές μάζες ή από διαφορετικά σημεία, κατά τρόπο ώστε να συλλέγεται από δέκα τουλάχιστον άτομα συνολική ποσότητα δείγματος ίση με τουλάχιστον 25 g. Τα σημεία από τα οποία λαμβάνονται τα επιχρίσματα πρέπει να κατανέμονται με αντιπροσωπευτικό τρόπο σε ολόκληρη την επιλεγμένη επιφάνεια.

Εφόσον είναι πρακτικώς εφικτό, προτιμητέα είναι η μέθοδος 1. Στο πλαίσιο της μεθόδου αυτής κάθε συλλεχθέν δείγμα πρέπει να λαμβάνεται από τουλάχιστον δέκα διαφορετικούς χοίρους, ειδάλλως πρέπει να εφαρμόζεται η μέθοδος 2.

3.2.   Πρόσθετη δειγματοληψία για τη μελέτη επιπολασμού εντός της εκμετάλλευσης

Δέκα συνολικά εκμεταλλεύσεις, οι οποίες επιλέγονται τυχαία από το συνολικό δείγμα των εκμεταλλεύσεων εκτροφής και των εκμεταλλεύσεων παραγωγής, υποβάλλονται σε πιο εντατική δειγματοληψία. Στις συγκεκριμένες εκμεταλλεύσεις πρέπει να συλλέγονται δέκα δείγματα ρουτίνας κατά τον ίδιο τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω (τμήμα 3.1). Επιπλέον, από κάθε επιλεγμένο διαμέρισμα σταβλισμού πρέπει να συλλέγονται δέκα επιμέρους δείγματα μάζας τουλάχιστον 30 g, τα οποία πρέπει να ταυτοποιούνται κατά τρόπο ώστε και τα δέκα να μπορούν να συσχετίζονται με το αντίστοιχο δείγμα ρουτίνας από το συγκεκριμένο διαμέρισμα σταβλισμού. Ως εκ τούτου, από έκαστη εκ των δέκα εκμεταλλεύσεων πρέπει να συλλέγονται συνολικά δέκα δείγματα ρουτίνας και 100 (10 × 10) επιμέρους δείγματα. Η επεξεργασία αυτών των δειγμάτων περιγράφεται στο τμήμα 4.3.1.

Η συγκεκριμένη δειγματοληψία πρέπει να εφαρμόζεται στην Τσεχική Δημοκρατία, στη Δανία, στη Ρουμανία, στη Σλοβενία, στη Σουηδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

3.3.   Στοιχεία δείγματος

Όλα τα σχετικά στοιχεία που λαμβάνονται από το δείγμα πρέπει να καταχωρούνται σε έντυπο δειγματοληψίας που καταρτίζεται από την αρμόδια αρχή, ούτως ώστε να καθίσταται εφικτή η τήρηση των απαιτήσεων δεδομένων που παρατίθενται στο μέρος 5.

Κάθε δείγμα και το σχετικό έντυπο πρέπει να σημαίνονται με έναν μοναδικό αριθμό ο οποίος χρησιμοποιείται για όλα τα στάδια από τη δειγματοληψία έως τη δοκιμή, καθώς και με τον κωδικό του διαμερίσματος σταβλισμού. Η αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη για τη σήμανση καθώς και για τη χρήση ενός συστήματος μονοσήμαντης αρίθμησης.

3.4.   Μεταφορά δειγμάτων

Τα δείγματα πρέπει να φυλάσσονται κατά προτίμηση σε θερμοκρασία από + 2 έως + 8 °C και να είναι απαλλαγμένα από εξωτερικές μολύνσεις κατά τη μεταφορά. Τα δείγματα πρέπει να αποστέλλονται στο εργαστήριο το συντομότερο δυνατόν εντός 36 ωρών ως επείγοντα δέματα, με το ταχυδρομείο ή με υπηρεσία ταχυμεταφορών, και πρέπει να φτάνουν στο εργαστήριο όχι αργότερα από 72 ώρες μετά τη δειγματοληψία.

4.   ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ

4.1.   Εργαστήρια

Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς είναι το εργαστήριο όπου πραγματοποιείται η ανάλυση και ο προσδιορισμός του οροτύπου. Σε περίπτωση που το εθνικό εργαστήριο αναφοράς δεν έχει τη δυνατότητα να διεξαγάγει όλες τις αναλύσεις ή αν δεν ασχολείται συστηματικά με την ανίχνευση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέσουν τη διεξαγωγή των αναλύσεων σε περιορισμένο αριθμό άλλων εργαστηρίων, τα οποία ασχολούνται με τον επίσημο έλεγχο της σαλμονέλας. Τα εργαστήρια αυτά πρέπει να διαθέτουν αποδεδειγμένη πείρα στη χρήση της απαιτούμενης μεθόδου ανίχνευσης, να διαθέτουν σύστημα διασφάλισης ποιότητας κατά το πρότυπο ISO 17025 και να επιβλέπονται από το εθνικό εργαστήριο αναφοράς.

4.2.   Παραλαβή δειγμάτων

Στο εργαστήριο τα δείγματα διατηρούνται υπό ψύξη έως τη βακτηριολογική εξέτασή τους, η οποία πρέπει κατά προτίμηση να διενεργείται εντός 24 ωρών από την παραλαβή τους και εντός 96 ωρών το αργότερο από τη συλλογή του δείγματος.

4.3.   Ανάλυση δειγμάτων

Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη είναι επαρκώς καταρτισμένα για τη διεξαγωγή των αναλύσεων.

4.3.1.   Προετοιμασία

Στο εργαστήριο, τα δείγματα ρουτίνας πρέπει να αναμειγνύονται προσεκτικά και σχολαστικά πριν από τη συλλογή των 25 g που προορίζονται για ανάλυση.

Για την αξιολόγηση του επιπολασμού εντός της εκμετάλλευσης σύμφωνα με την παράγραφο 3.2, έκαστο από τα επιμέρους συλλεχθέντα δείγματα (30 g) πρέπει να χωρίζεται σε δύο μέρη. Το ένα μέρος, βάρους τουλάχιστον 25 g, πρέπει να αναμειγνύεται προσεκτικά και σχολαστικά και κατόπιν να υποβάλλεται χωριστά σε καλλιέργεια. Το δεύτερο μέρος πρέπει να χρησιμοποιείται για την παρασκευή δείγματος που προκύπτει με τεχνητή ομαδοποίηση των δέκα επιμέρους δειγμάτων από το διαμέρισμα σταβλισμού, την ομάδα ή τον ανοιχτό χώρο σταβλισμού που έχει επιλεγεί. Το εναπομείναν δεύτερο μέρος παρασκευάζεται με την προσθήκη 2,5 g των επιμέρους δειγμάτων δέκα φορές, ούτως ώστε να προκύψει ένα τεχνητά ομαδοποιημένο δείγμα των 25 g. Τα τεχνητά ομαδοποιημένα δείγματα αναμειγνύονται προσεκτικά και σχολαστικά πριν από την έναρξη της ανάλυσης. Συνολικά, από κάθε μία από τις δέκα εκμεταλλεύσεις που επιλέγηκαν για την αξιολόγηση του επιπολασμού εντός της εκμετάλλευσης, πρέπει να υποβάλλονται σε ανάλυση δέκα δείγματα ρουτίνας, δέκα τεχνητά ομαδοποιημένα δείγματα και 100 επιμέρους δείγματα.

4.3.2.   Μέθοδοι ανίχνευσης και ταυτοποίησης

4.3.2.1.   Ανίχνευση της σαλμονέλας

Χρησιμοποιείται η μέθοδος που συνιστάται από το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς (CRL) για τη σαλμονέλα στο Bilthoven (Κάτω Χώρες). Αυτή η μέθοδος περιγράφεται στο παράρτημα Δ του προτύπου ISO 6579: «Detection of Salmonella spp. in animal faeces and in samples of the primary production stage» (Ανίχνευση ειδών Salmonella spp. σε περιττώματα ζώων και σε δείγματα του σταδίου της πρωτογενούς παραγωγής). Πρέπει να χρησιμοποιείται η τελευταία έκδοση του παραρτήματος Δ.

4.3.2.2.   Προσδιορισμός του οροτύπου της σαλμονέλας

Όλα τα στελέχη που απομονώθηκαν και επιβεβαιώθηκαν ως Salmonella spp. προσδιορίζονται οροτυπικά, σύμφωνα με το σύστημα Kaufmann-White, από το εθνικό εργαστήριο αναφοράς για τη σαλμονέλα.

Για τη διασφάλιση της ποιότητας, 16 απομονωθέντα στελέχη με προσδιορίσιμο ορότυπο και 16 απομονωθέντα στελέχη με μη προσδιορίσιμο ορότυπο αποστέλλονται στο κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς. Εάν έχουν απομονωθεί λιγότερα στελέχη αποστέλλονται όλα.

4.3.2.3.   Βακτηριοφαγική τυπολόγηση της σαλμονέλας

Σε περίπτωση που τα απομονωθέντα στελέχη Salmonella Enteritidis και Salmonella Typhimurium είναι βακτηριοφαγικού τύπου (προαιρετικά), τότε πρέπει να χρησιμοποιούνται οι μέθοδοι που περιγράφονται από το κέντρο αναφοράς της ΠΟΥ για τη βακτηριοφαγική τυπολόγηση της σαλμονέλας με τη χρήση του πρωτοκόλλου που καθόρισε ο Οργανισμός Προστασίας της Υγείας (Health Protection Agency — HPA), Colindale, στο Ηνωμένο Βασίλειο.

5.   ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

5.1.   Γενική περιγραφή της υλοποίησης της μελέτης

Οι εκθέσεις σε μορφή κειμένου πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α)

Το κράτος μέλος·

β)

Περιγραφή του πληθυσμού των εκμεταλλεύσεων με χοίρους αναπαραγωγής·

1.

Εκμεταλλεύσεις εκτροφής:

i)

Συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων εκτροφής·

ii)

Συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων επιλεκτικής εκτροφής·

iii)

Συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων χοίρων προς πολλαπλασιασμό·

iv)

Αριθμός εκμεταλλεύσεων εκτροφής που προορίζονται για υποβολή σε δειγματοληψία και αριθμός εκμεταλλεύσεων στις οποίες όντως διενεργήθηκε δειγματοληψία· αριθμός εκμεταλλεύσεων που προορίζονταν για υποβολή σε δειγματοληψία η οποία δεν διεξήχθη ποτέ και σχετική αιτιολόγηση·

v)

Παρατηρήσεις σχετικά με τη συνολική αντιπροσωπευτικότητα του σχεδίου δειγματοληψίας των εκμεταλλεύσεων εκτροφής·

2.

Εκμεταλλεύσεις παραγωγής:

i)

Συνολικός αριθμός των εκμεταλλεύσεων παραγωγής·

ii)

Συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων με χοίρους από το στάδιο του τοκετού έως το στάδιο του απογαλακτισμού/ανάπτυξης·

iii)

Συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων κλειστού κυκλώματος (από το στάδιο του τοκετού μέχρι την πλήρη πάχυνση)·

iv)

Αριθμός εκμεταλλεύσεων παραγωγής που προορίζονται για υποβολή σε δειγματοληψία και αριθμός εκμεταλλεύσεων στις οποίες όντως διενεργήθηκε δειγματοληψία· αριθμός εκμεταλλεύσεων που προορίζονταν για υποβολή σε δειγματοληψία η οποία δεν διεξήχθη ποτέ και σχετική αιτιολόγηση·

v)

Παρατηρήσεις σχετικά με τη συνολική αντιπροσωπευτικότητα του σχεδίου δειγματοληψίας των εκμεταλλεύσεων παραγωγής·

γ)

Αριθμός δειγμάτων που ελήφθησαν και υποβλήθηκαν σε ανάλυση:

i)

Από εκμεταλλεύσεις εκτροφής·

ii)

Από εκμεταλλεύσεις παραγωγής·

iii)

Από εκμεταλλεύσεις στις οποίες διεξήχθη δειγματοληψία για τη μελέτη επιπολασμού εντός της εκμετάλλευσης·

δ)

Συνολικά αποτελέσματα:

i)

Επιπολασμός εκμεταλλεύσεων εκτροφής και εκμεταλλεύσεων παραγωγής που έχουν προσβληθεί από σαλμονέλα και οροτύπους σαλμονέλας·

ii)

Έκβαση της μελέτης εντός της εκμετάλλευσης·

ε)

Κατάλογος αρμόδιων εργαστηρίων στο πλαίσιο της βασικής μελέτης για τη σαλμονέλα:

i)

ανίχνευση·

ii)

προσδιορισμός του οροτύπου·

iii)

βακτηριοφαγική τυπολόγηση (εφόσον διεξάγεται).

5.2.   Πλήρη στοιχεία για κάθε εκμετάλλευση που υποβάλλεται σε δειγματοληψία και αντίστοιχα αποτελέσματα δοκιμών:

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν ηλεκτρονικά τα αποτελέσματα της έρευνας με τη μορφή μη επεξεργασμένων δεδομένων χρησιμοποιώντας ένα λεξικό στοιχείων και έντυπα συλλογής στοιχείων που παρέχονται από την Επιτροπή. Το λεξικό και τα έντυπα δημιουργούνται από την Επιτροπή.

5.2.1.   Οι παρακάτω πληροφορίες πρέπει να συλλέγονται στα κράτη μέλη για κάθε εκμετάλλευση που υποβάλλεται σε δειγματοληψία:

α)

Κωδικός της εκμετάλλευσης·

β)

Είδος παραγωγής της εκμετάλλευσης:

i)

Παραγωγή σε εσωτερικούς χώρους σε αντιδιαστολή με «οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής χοίρων που σταβλίζονται σε υπαίθριους χώρους»·

ii)

Επιλεκτική παραγωγή, παραγωγή χοίρων προς πολλαπλασιασμό, παραγωγή από το στάδιο του τοκετού έως το στάδιο του απογαλακτισμού, παραγωγή κλειστού κυκλώματος (από το στάδιο του τοκετού έως την πλήρη πάχυνση) και παραγωγή από το στάδιο του τοκετού έως το στάδιο της ανάπτυξης·

γ)

Μέγεθος της εκμετάλλευσης: ο αριθμός των χοίρων αναπαραγωγής που είναι παρόντες τη στιγμή της δειγματοληψίας (απογραφή ενήλικων χοίρων)·

δ)

Πολιτική αντικατάστασης: όλοι οι χοίροι αντικατάστασης για σκοπούς αναπαραγωγής οι οποίοι έχουν αγορασθεί· ορισμένοι χοίροι αντικατάστασης για σκοπούς αναπαραγωγής εκτρεφόμενοι εγχώρια ή όλοι οι χοίροι αντικατάστασης για σκοπούς αναπαραγωγής εκτρεφόμενοι εγχώρια·

ε)

(Προαιρετικά:) Κλινικά συμπτώματα διάρροιας: Εμφανίστηκαν συμπτώματα διάρροιας στους τρεις μήνες που προηγήθηκαν της δειγματοληψίας;

5.2.2.   Οι παρακάτω πληροφορίες πρέπει να συλλέγονται στα κράτη μέλη για κάθε δείγμα που αποστέλλεται στο εργαστήριο:

α)

Κωδικός του δείγματος·

β)

Κωδικός του εργαστηρίου που συμμετείχε στην αρχική ανάλυση·

γ)

Ημερομηνία της συλλογής του δείγματος·

δ)

Ημερομηνία έναρξης της εργαστηριακής ανάλυσης·

ε)

Ανίχνευση σαλμονέλας: Ποιοτικό αποτέλεσμα (θετικό/αρνητικό)·

στ)

Προσδιορισμός οροτύπου της σαλμονέλας: Ανιχνευθείς(-έντες) ορότυπος(-οι) (ενδεχομένως περισσότεροι του ενός)·

ζ)

Ηλικία των χοίρων: όλοι οι μικροί θηλυκοί χοίροι σε αντιδιαστολή με χοίρους εκτροφής μικτών ηλικιών·

η)

Φύλο: μόνο χοιρομητέρες· χοιρομητέρες και κάπροι ή μόνο κάπροι·

θ)

Στάδιο παραγωγής: μητρότητα· ζευγάρωμα, κύηση (άλλο;)·

ι)

Σταβλισμός: εσχαρωτό δάπεδο (πλήρως/μερικώς)· ενιαίο δάπεδο· στρωμνή ή άλλο·

ια)

Διατροφή: οι χοίροι στο συγκεκριμένο διαμέρισμα σταβλισμού, ανοιχτό χώρο ή ομάδα τρέφονται αποκλειστικά με σύνθετες ζωοτροφές·

ιβ)

Συμπληρώματα ζωοτροφών: προστίθενται στη ζωοτροφή ουσίες για τη μείωση της σαλμονέλας (όπως οργανικά οξέα, προβιοτικά)·

ιγ)

Συστηματική χρήση αντιβιοτικών: χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά σε όλα τα ζώα της συγκεκριμένης ομάδας μέσω οποιασδήποτε οδού χορήγησης·

ιδ)

Η τελευταία ημερομηνία χορήγησης αντιμικροβιακών παραγόντων στα ζώα (εντός των τεσσάρων τελευταίων εβδομάδων).

5.2.3.   Οι ακόλουθες συμπληρωματικές πληροφορίες πρέπει να συλλέγονται από τα κράτη μέλη για κάθε επιμέρους δείγμα και να αποστέλλονται στο εργαστήριο στο πλαίσιο της δειγματοληψίας για την αξιολόγηση του επιπολασμού εντός της εκμετάλλευσης

α)

Κωδικός του ομαδοποιημένου δείγματος·

β)

Ανίχνευση της σαλμονέλας σε κάθε επιμέρους δείγμα: ποιοτικό αποτέλεσμα (θετικό/αρνητικό)·

γ)

Προσδιορισμός του οροτύπου της σαλμονέλας σε κάθε επιμέρους δείγμα: ανιχνευθείς(-έντες) ορότυπος(-οι) (ενδεχομένως περισσότεροι του ενός).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Μέγιστη κοινοτική χρηματοδοτική συνεισφορά προς τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5

Κράτος μέλος

Μέγιστο συνολικό ποσό για τη συγχρηματοδότηση των αναλύσεων

(ευρώ)

Βέλγιο – BE

59 800

Βουλγαρία – BG

52 260

Τσεχική Δημοκρατία – CZ

102 960

Δανία – DK

98 280

Γερμανία – DE

57 980

Εσθονία – EE

9 360

Ιρλανδία – IE

43 420

Ελλάδα – EL

39 260

Ισπανία – ES

82 680

Γαλλία – FR

82 680

Ιταλία – IT

79 300

Κύπρος – CY

20 020

Λεττονία – LV

3 380

Λιθουανία – LT

13 780

Λουξεμβούργο – LU

11 960

Ουγγαρία – HU

74 360

Μάλτα – MT

0

Κάτω Χώρες – NL

87 100

Αυστρία – AT

59 020

Πολωνία – PL

85 020

Πορτογαλία – PT

54 860

Ρουμανία – RO

107 900

Σλοβενία – SI

81 120

Σλοβακία – SK

54 080

Φινλανδία – FI

64 740

Σουηδία – SE

81 120

Ηνωμένο Βασίλειο – UK

102 960

Σύνολο

1 609 400


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Image