ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

50ό έτος
6 Φεβρουαρίου 2007


Περιεχόμενα

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2007/51/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 18ης Φεβρουαρίου 2004, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 27/2001 (ex NN 2/2001) για την εκτέλεση του προγράμματος ελέγχου της ρύπανσης γεωργικής προέλευσης (PMPOA) κατά την περίοδο 1994-2000 από την Γαλλία [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 415]

1

 

 

2007/52/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 2004, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που σχεδιάζει να εφαρμόσει η Ιταλία υπέρ των πτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων — Πρόγραμμα A.I.M.A. πτηνοτροφικός τομέας C 59/2001 (ex N 97/1999) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 1802]

14

 

 

2007/53/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 2004, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 82 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 54 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά της Microsoft Corporation (Υπόθεση COMP/C-3/37.792 — Microsoft) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 900]  ( 1 )

23

 

 

2007/54/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 2ας Ιουνίου 2004, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που προβλέπονται από την Ιταλία, Περιφέρεια Σικελίας, υπέρ της προώθησης και της διαφήμισης γεωργικών προϊόντων [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 1923]  ( 1 )

29

 

 

2007/55/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με το καθεστώς ενίσχυσης που σχεδιάζει να εφαρμόσει η Γαλλία υπέρ των παραγωγών και εμπόρων των οίνων λικέρ: Pineau des Charentes, Floc de Gascogne, Pommeau de Normandie και Macvin du Jura [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 4189]

37

 

 

2007/56/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 2006, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 26/2004 (ex NN 38/2004) την οποία η Γερμανία εφάρμοσε υπέρ της Schneider Technologies AG [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006)1857]  ( 1 )

49

 

 

2007/57/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2006, όσον αφορά την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γερμανία για την αγορά εταιρικών μεριδίων σε συνεταιρισμούς οινοπαραγωγών [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 2070]

56

 

 

2007/58/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 28ης Αυγούστου 2006, σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας

64

 

*

Συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας

65

 

 

2007/59/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησαν οι Κάτω Χώρες στην εταιρεία Holland Malt BV [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 4196]

76

 

 

2007/60/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 2006, για την ίδρυση του εκτελεστικού οργανισμού του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 58/2003 του Συμβουλίου

88

 

 

2007/61/ΕΚ

 

*

Απόφαση αριθ. 1/2006 της μεικτής κτηνιατρικής επιτροπής που έχει θεσπιστεί με τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, της 1ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την τροποποίηση των προσαρτημάτων 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 10 του παραρτήματος 11 της συμφωνίας

91

 

 

2007/62/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με εθνικές διατάξεις που κοινοποίησε η Δανία για ορισμένα βιομηχανικά αέρια του θερμοκηπίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 5934]

130

 

 

2007/63/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής αριθ. 2/2006, της 13ης Δεκεμβρίου 2006, που συστάθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την αμοιβαία αναγνώριση, όσον αφορά την προσθήκη φορέων εκτίμησης της συμμόρφωσης στο σχετικό κατάλογο του τομεακού κεφαλαίου για ατομικό εξοπλισμό προστασίας

135

 

 

2007/64/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, περί καθορισμού αναθεωρημένων οικολογικών κριτηρίων και των σχετικών απαιτήσεων αξιολόγησης και εξακρίβωσης για την απονομή κοινοτικού οικολογικού σήματος σε καλλιεργητικά μέσα [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6962]  ( 1 )

137

 

 

2007/65/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση τυποποιημένων μέτρων ασφαλείας και διαβαθμίσεων ασφαλείας της Επιτροπής, και την τροποποίηση του εσωτερικού της κανονισμού όσον αφορά τις επιχειρησιακές διαδικασίες διαχείρισης των καταστάσεων κρίσεως

144

 

 

2007/66/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την οργάνωση προσωρινού πειράματος όσον αφορά την αύξηση του μέγιστου βάρους των παρτίδων σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών σύμφωνα με την οδηγία 66/401/EΟΚ του Συμβουλίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6572]  ( 1 )

161

 

 

2007/67/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρατείνουν τη διάρκεια των προσωρινών εγκρίσεων οι οποίες έχουν χορηγηθεί για τη νέα δραστική ουσία tritosulfuron [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6573]  ( 1 )

164

 

 

2007/68/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με αίτημα της Δημοκρατίας της Λεττονίας για την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στην παροχή τηλεθέρμανσης, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας στα νοικοκυριά [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6592]

165

 

 

2007/69/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, με την οποία επιτρέπεται στη Ρουμανία να αναβάλει την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2002/53/EK του Συμβουλίου όσον αφορά την εμπορία σπόρων προς σπορά ορισμένων ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6568]  ( 1 )

167

 

 

2007/70/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την παράταση της προθεσμίας για τη διάθεση στην αγορά βιοκτόνων τα οποία περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες που δεν έχουν εξεταστεί στο πλαίσιο του δεκαετούς προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6707]

174

 

 

2007/71/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη συγκρότηση επιστημονικής ομάδας εμπειρογνωμόνων για τις ονομασίες προέλευσης, τις γεωγραφικές ενδείξεις και τα εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα προϊόντα

177

 

 

2007/72/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την παράταση ορισμένων αποφάσεων για κρατικές ενισχύσεις [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6927]  ( 1 )

180

 

 

2007/73/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για το διορισμό μελών της ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων που δημιουργήθηκε με την απόφαση 2006/505/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2006, για τη σύσταση ομάδας εξέτασης γνωμών επί των λογιστικών προτύπων προκειμένου να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με την αντικειμενικότητα και την ουδετερότητα των γνωμών της συμβουλευτικής επιτροπής για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EFRAG)

181

 

 

2007/74/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2006, περί καθορισμού εναρμονισμένων τιμών αναφοράς απόδοσης για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6817]  ( 1 )

183

 

 

2007/75/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων για τις τιμές μεταβίβασης

189

 

 

2007/76/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών όσον αφορά την αμοιβαία συνδρομή [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 6903]  ( 1 )

192

 

 

2007/77/ΕΚ

 

*

Απόφαση αριθ. 35/2006, της 22ας Δεκεμβρίου 2006, της μεικτής επιτροπής που συστάθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για την αμοιβαία αναγνώριση, όσον αφορά την προσθήκη φορέων διαπίστωσης της συμμόρφωσης στο σχετικό κατάλογο του τομεακού παραρτήματος για τον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό

198

 

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

 

Επιτροπή

 

 

2007/78/ΕΚ

 

*

Σύσταση της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με ασφαλή και αποτελεσματικά συστήματα πληροφοριών και επικοινωνιών επί οχημάτων: επικαιροποίηση της ευρωπαϊκής δήλωσης αρχών για τη διεπαφή ανθρώπου-μηχανής

200

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στην απόφαση αριθ. 1/2006 (2006/919/ΕΚ) της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ Απλοποίηση των διατυπώσεων, της 25ης Οκτωβρίου 2006, για την τροποποίηση της σύμβασης σχετικά με την απλοποίηση των διατυπώσεων κατά τις εμπορικές συναλλαγές ( ΕΕ L 357 της 15.12.2006 )

242

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Επιτροπή

6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/1


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 18ης Φεβρουαρίου 2004

σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 27/2001 (ex NN 2/2001) για την εκτέλεση του προγράμματος ελέγχου της ρύπανσης γεωργικής προέλευσης (PMPOA) κατά την περίοδο 1994-2000 από την Γαλλία

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 415]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(2007/51/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο,

αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο (1) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με βάση πληροφορίες που περιήλθαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη, στη Γαλλία, ενός προγράμματος ελέγχου της ρύπανσης γεωργικής προέλευσης (στο εξής καλούμενου «ΡΜΡΟΑ» ή «προγράμματος»), η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στις γαλλικές αρχές, στις 24 Φεβρουαρίου 2000, για να ζητήσει διευκρινήσεις ως προς την εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος από το 1994. Με επιστολή της 31ης Μαΐου 2000, η Γαλλία έστειλε ορισμένες πληροφορίες, εκ των οποίων ορισμένες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του PMPOA από το 1994. Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολή της 11ης Ιουλίου 2000. Οι γαλλικές αρχές απήντησαν με επιστολή της 26ης Δεκεμβρίου 2000.

(2)

Οι γαλλικές αρχές είχαν κοινοποιήσει στις 13 Φεβρουαρίου 1991 μια κρατική ενίσχυση υπέρ του περιβάλλοντος των χοιροτροφικών εκμεταλλεύσεων που αφορούσε ενισχύσεις για μεμονωμένες επενδύσεις. Η Επιτροπή ενέκρινε την ενίσχυση με επιστολή της 11ης Δεκεμβρίου 1991 (2). Επιπλέον, οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν, στις 20 Απριλίου 1993, στο πλαίσιο ενός συγχρηματοδοτούμενου διαρθρωτικού προγράμματος και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91 του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1991 για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων (3), τις εγκυκλίους DEPSE/SDEE αριθ. 93-7005 της 2ας Μαρτίου 1993 και DEPSE/SDEE αριθ. 7027 της 5ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με τις ενισχύσεις για επενδύσεις στον τομέα του βοείου κρέατος. Η Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91, εξέδωσε απόφαση στις 29 Ιουλίου 1993, με την οποία ενέκρινε τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας στην εν λόγω κοινή δράση (4). Εντούτοις, η εθνική ενίσχυση δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή κατά την έννοια του άρθρου 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης (5). Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, οι διατάξεις αυτές, προγενέστερες της έναρξης ισχύος του PMPOA, ενσωματώθηκαν σε αυτό με την εγκύκλιο DEPSE αριθ. 7016 της 22ας Απριλίου 1994. Συνιστούν επομένως το σκέλος για τη βοοτροφία και τη χοιροτροφία του PMPOA. Ούτε η εν λόγω εγκύκλιος έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά την έννοια του άρθρου 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης.

(3)

Οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν, με επιστολή της 13ης Ιουνίου 1994, μια κρατική ενίσχυση για επενδύσεις με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος στην πτηνοτροφία. Το καθεστώς αυτό, το οποίο ενσωματώθηκε στη συνέχεια στο PMPOA, του οποίου συνιστά το σκέλος της πτηνοτροφίας, εγκρίθηκε από την Επιτροπή με επιστολή της 26ης Απριλίου 1995 (6).

(4)

Οι γαλλικές αρχές δεν κοινοποίησαν, κατά την έννοια του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης, τη συμφωνία της 8ης Οκτωβρίου 1993 με την οποία δημιουργήθηκε το πρόγραμμα ούτε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να αναφέρει λεπτομερώς τα χαρακτηριστικά του PMPOA τα σχετικά ιδίως με την κλείδα χρηματοδότησης του προγράμματος (7). Η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε, ιδίως, για τη συμμετοχή των οργανισμών υδάτινων πόρων στη χρηματοδότηση του εν λόγω προγράμματος.

(5)

Επίσης, σε ό,τι αφορά τον τομέα της βοοτροφίας, οι γαλλικές αρχές δεν κοινοποίησαν στην Επιτροπή τις προβλεπόμενες ενισχύσεις για επενδύσεις.

(6)

Καμία κοινοποίηση σχετική με τους νέους γεωργούς δεν υποβλήθηκε στην Επιτροπή.

(7)

Με επιστολή της 11ης Απριλίου 2001, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Γαλλία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης κατά του ΡMPOA. Η παρούσα απόφαση αφορά μόνο την εφαρμογή του ΡMPOA στη διάρκεια της περιόδου 1994—2000.

(8)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (8). Η Επιτροπή κάλεσε τα άλλα κράτη μέλη και τους ενδιαφερομένους τρίτους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις επίμαχες ενισχύσεις. Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις εκ μέρους τρίτων. Οι γαλλικές αρχές έστειλαν τα σχόλιά τους με επιστολή της 21ης Ιουνίου 2001.

(9)

Η ανανέωση του PMPOA από το έτος 2001 εγκρίθηκε από την Επιτροπή με επιστολή της 30ής Οκτωβρίου 2001 (9).

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

1.   Ο μηχανισμός ενίσχυσης

(10)

Το ΡMPOA είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ του γαλλικού κράτους και των γαλλικών γεωργικών επαγγελματικών οργανώσεων στις 8 Οκτωβρίου 1993. Άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1994. Το πρόγραμμα σκοπό έχει να δώσει τη δυνατότητα στους γεωργούς να προσαρμόσουν τον εξοπλισμό τους και τις πρακτικές τους με στόχο τη βελτίωση της προστασίας του περιβάλλοντος και ειδικότερα της προστασίας των υδάτων. Οι τύποι ρύπανσης που έχουν εντοπισθεί και οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο του προγράμματος είναι η ρύπανση των υδάτων από φυτοϋγειονομικά προϊόντα και από λιπάσματα ανόργανης και οργανικής προέλευσης.

(11)

Το PMPOA αποβλέπει ειδικότερα στην τήρηση της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991 για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης (10) (εφεξής «η οδηγία για τη νιτρορρύπανση»), καθώς και των εθνικών διατάξεων για τη θέσπιση ενός κώδικα ορθών γεωργικών πρακτικών. Αφορά το σύνολο των τρόπων παραγωγής: κτηνοτροφία και καλλιέργειες.

(12)

Για την τήρηση των ως άνω διατάξεων και για την πρόληψη της ρύπανσης των υδάτινων πόρων από τα περιττώματα των ζώων, κρίθηκε αναγκαία η υλοποίηση εργασιών για τη βελτίωση των κτιρίων της κτηνοτροφίας και για τη βελτίωση της διαχείρισης των λυμάτων. Το κόστος των εργασιών που έπρεπε να εκτελεστούν μόνο για τα κτίρια εκτιμήθηκε την εποχή εκείνη, ενδεικτικά, σε περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ, με χρονοδιάγραμμα που έφθανε μέχρι το 2002. Εκπονήθηκε ένα πρόγραμμα επενδύσεων, του οποίου το συνολικό σχέδιο χρηματοδότησης ήταν το εξής: κτηνοτρόφοι, 1/3· κράτος (Υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας) και οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, 1/3 σε ίσα μερίδια· οργανισμοί υδάτινων πόρων (11), 1/3. Σε αντάλλαγμα, οι κτηνοτρόφοι που μπορούν να επωφεληθούν από τις ενισχύσεις υπόκεινται στο τέλος ρύπανσης που εισπράττουν οι οργανισμοί υδάτινων πόρων.

(13)

Με σημείωμα της 24ης Φεβρουαρίου 1994 προς τα ενδιαφερόμενα διοικητικά όργανα, τα γαλλικά υπουργεία περιβάλλοντος και γεωργίας διευκρίνισαν τα διαδικαστικά στοιχεία που αποφασίστηκαν από την εθνική επιτροπή παρακολούθησης, η οποία είχε επιφορτιστεί με την υλοποίηση του προγράμματος: χρονοδιάγραμμα, κλείδες χρηματοδότησης, εφαρμογή στους κτηνοτρόφους.

(14)

Όσον αφορά τη σχέση του προγράμματος με τις υπαγόμενες εγκαταστάσεις, οι γαλλικές αρχές επεσήμαιναν στο εν λόγω σημείωμα ότι είναι προς το συμφέρον του κτηνοτρόφου, όταν θα έχουν εκτελεστεί οι εργασίες που προβλέπονται από τη σύμβαση ή τις συμβάσεις ελέγχου της ρύπανσης, να είναι σύμφωνες με τις υπουργικές αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1992 σχετικά με τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, ως προς τις διατάξεις που αφορούν την προστασία των υδάτων.

(15)

Η θέση σε εφαρμογή του PMPOA ακολούθησε τομεακή προσέγγιση και πραγματοποιήθηκε μέσω εγκυκλίων, οι οποίες περιείχαν τις λεπτομέρειες για την ενίσχυση, του Υπουργείου Γεωργίας και Αλιείας προς τους διοικητές των περιφερειών και των διαμερισμάτων. Οι γαλλικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως της τελευταίας, αντίγραφο των ακόλουθων εγκυκλίων:

εγκύκλιος DEPSE/SDEEA αριθ. 7016 της 22ας Απριλίου 1994, «Ενισχύσεις για τη συμμόρφωση των βοοτροφικών και χοιροτροφικών εκμεταλλεύσεων»·

εγκύκλιος DEPSE/SDEEA αριθ. 7021 της 18ης Απριλίου 1995, «Ενισχύσεις για τη συμμόρφωση των πτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων»·

εγκύκλιος DEPSE/SDEEA αριθ. 7028 της 19ης Ιουνίου 1995, «Ενισχύσεις για τη συμμόρφωση των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων»·

εγκύκλιος DEPSE/SDEEA αριθ. 7001 της 15ης Ιανουαρίου 1996, «Ενίσχυση για τη συμμόρφωση των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων. Περίπτωση των νέων γεωργών που εγκαθίστανται από την 1η Ιανουαρίου 1996».

(16)

Δικαιούχοι των ενισχύσεων ήσαν οι κάτοχοι εκμεταλλεύσεων ή οι ιδιοκτήτες γης για γεωργική χρήση, ιδίως στους τομείς της βοοτροφίας, της χοιροτροφίας και της πτηνοτροφίας. Οι επενδύσεις, από την πλευρά τους, αποσκοπούσαν στη διευθέτηση υφισταμένων κτιρίων, ώστε να αυξηθεί η χωρητικότητα αποθήκευσης των ζωικών περιττωμάτων και να βελτιωθεί ο εξοπλισμός αποθήκευσης για την αναβάθμιση στο επίπεδο που απαιτείται από τους κανόνες της οδηγίας για τη νιτρορρύπανση (12).

(17)

Η χρηματοδότηση συνίστατο σε παρέμβαση του κράτους μέχρι ποσοστού 35 % των δαπανών, υπό μορφή επιχορήγησης κεφαλαίου που κάλυπτε το 30 % των δαπανών, στην οποία μπορεί να προστεθεί το ευεργέτημα δανείου με επιδοτούμενο επιτόκιο, του οποίου το ισοδύναμο επιχορήγησης αντιστοιχεί στο 5 % των δαπανών. Η συμμετοχή των οργανισμών υδάτινων πόρων μέχρις ύψους 1/3 των δαπανών δεν αναφερόταν στις εγκυκλίους που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 15.

(18)

Όσον αφορά τους τομείς της βοοτροφίας και της χοιροτροφίας, προβλέπονταν επίσης ενισχύσεις για τους κατόχους εκμεταλλεύσεων που υλοποιούσαν το σχέδιό τους στο πλαίσιο σχεδίου υλικής βελτίωσης (ΡΑΜ) στις μειονεκτικές περιοχές υπό μορφή κεφαλαιακής ενίσχυσης 30 % και δανείου με ισοδύναμο επιχορήγησης 15 %. Τα ποσοστά αυξάνονται, όταν επιπλέον πρόκειται για νέους γεωργούς (43,75 % σε πεδινή περιοχή και 56,25 % σε μειονεκτική περιοχή). Στον τομέα της πτηνοτροφίας, για τους νέους γεωργούς, προβλέπεται προσαύξηση κατά 5 % μέσω δανείου με επιδοτούμενο επιτόκιο.

(19)

Η εγκύκλιος DEPSE/SDEEA αριθ. 7001 της 15ης Ιανουαρίου 1996 τροποποίησε τα ποσοστά ενίσχυσης για τους νέους γεωργούς που εγκαθίστανται από την 1η Ιανουαρίου 1996. Το ποσοστό της επιχορήγησης κεφαλαίου αυξάνεται από 30 % σε 35 % στις μειονεκτικές περιοχές και τις αγροτικές αναπτυξιακές περιοχές προτεραιότητας. Δεν προβλέπεται δάνειο με επιδοτούμενο επιτόκιο. Στις άλλες περιοχές, το ποσοστό της κεφαλαιακής ενίσχυσης αυξάνεται από 30 % σε 32,5 %. Επιτρέπεται η χορήγηση συμπληρωματικού δανείου το οποίο έχει ισοδύναμο επιχορήγησης 2,5 %.

(20)

Για να έχουν πρόσβαση στις ενισχύσεις, οι παραγωγοί έπρεπε να υποβάλουν προκαταρκτική μελέτη, η οποία εκπονείτο για λογαριασμό τους από εγκεκριμένους τεχνικούς, μετά την οποία εκπονείτο το σχέδιο επένδυσης του παραγωγού. Η διάγνωση χρησίμευε ως βάση για τη σύμβαση ελέγχου της ρύπανσης (βλ. αιτιολογική σκέψη 21) και επομένως για τον ορισμό της βάσης που ήταν επιλέξιμη από καθένα από τα συμμετέχοντα μέρη για τη δημόσια χρηματοδότηση των έργων. Οι εν λόγω μελέτες αντιπροσώπευαν το 2 % του κόστους των επενδύσεων και ενισχύονταν σε ποσοστό 50 % από το κράτος και σε ποσοστό 50 % από τους οργανισμούς υδάτινων πόρων, με όριο τα 6 000 γαλλικά φράγκα (FRF) εκτός φόρων (ήτοι 914 ευρώ).

(21)

Η σύμβαση ελέγχου της ρύπανσης ήταν το στοιχείο που εξασφάλιζε στον κτηνοτρόφο την εφαρμογή του μηχανισμού ενίσχυσης που προβλέπεται στο PMPOA, καθώς και τον συμψηφισμό του ενδεχόμενου τέλους προς τον οργανισμό υδάτινων πόρων. Πρόκειται για μια σύμβαση εμπιστοσύνης, η οποία φέρει κατ’ ανάγκη στο φως την ύπαρξη περιβαλλοντικών προβλημάτων σε μια κτηνοτροφική εκμετάλλευση, αλλά σκοπός της οποίας είναι να βοηθήσει στην επίλυσή τους. Υπογράφεται από το σύνολο των εταίρων της χρηματοδότησης, μεταξύ των οποίων και ο κτηνοτρόφος.

2.   Τα επιχειρήματα που πρόβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της κίνησης της διαδικασίας έρευνας

(22)

Η Επιτροπή θεώρησε, εν πρώτοις, ότι η συμμετοχή των οργανισμών υδάτινων πόρων στο PMPOA αποτελούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Πράγματι, οι οργανισμοί υδάτινων πόρων συμμετείχαν στην χρηματοδότηση των επενδυτικών δαπανών του PMPOA μέχρις ύψους 1/3 αυτών. Η συμμετοχή τους έγινε γνωστή στις υπηρεσίες της Επιτροπής μετά τη δημοσίευση μιας έκθεσης αξιολόγησης σχετικά με τη διαχείριση και τον απολογισμό του PMPOA, η οποία είχε εκπονηθεί από τη γενική επιθεώρηση οικονομικών, τη μόνιμη επιτροπή συντονισμού των επιθεωρήσεων του Υπουργείου Γεωργίας και Αλιείας και το γενικό Συμβούλιο αγρονομίας, υδάτων και δασών (13).

(23)

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το άρθρο 2 του γαλλικού διατάγματος αριθ. 66—700 της 14ης Σεπτεμβρίου 1966 σχετικά με τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς υδρολογικής λεκάνης προβλέπει ότι οι οργανισμοί υδάτινων πόρων είναι δημόσια ιδρύματα του κράτους, τα οποία διαθέτουν νομική προσωπικότητα και οικονομική αυτονομία και επομένως ότι η γαλλική νομοθεσία δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς το δημόσιο χαρακτήρα των οργανισμών.

(24)

Η Επιτροπή συμπέρανε, στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, ότι, ενόψει των νομοθετικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί στη Γαλλία σχετικά με τους οργανισμούς υδατίνων πόρων και τις μεθόδους λειτουργίας τους, καθώς και ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (14), οι οργανισμοί υδατίνων πόρων πρέπει να θεωρηθούν προέκταση του κράτους και ότι η χρηματοδότηση, εκ μέρους των οργανισμών αυτών, επενδύσεων σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις συνιστά επομένως κρατική ενίσχυση (15).

(25)

Η Επιτροπή θεώρησε ότι τα ποσά που χορηγούνται στους βοοτρόφους, χοιροτρόφους και πτηνοτρόφους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από τους οργανισμούς υδατίνων πόρων, παρέχουν στους εν λόγω παραγωγούς ένα πλεονέκτημα από το οποίο άλλοι κλάδοι παραγωγής δεν μπορούσαν να επωφεληθούν. Επρόκειτο επομένως για ενίσχυση χορηγούμενη από τη Γαλλία, η οποία, νοθεύοντας ή απειλώντας να νοθεύσει τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων και ορισμένων κλάδων παραγωγής, ήταν ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, το μέτρο εμπίπτει στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης.

(26)

Η Επιτροπή συμπέρανε επίσης ότι οι κρατικές ενισχύσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή από τη Γαλλία αποτελούσαν νέες ενισχύσεις μη κοινοποιηθείσες στην Επιτροπή, οι οποίες, ως εκ τούτου, συνιστούσαν ενδεχομένως παράνομες ενισχύσεις κατά την έννοια της συνθήκης. Η Επιτροπή βασιζόταν ιδίως στο άρθρο 1, στοιχείο στ), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (16), το οποίο ορίζει την παράνομη ενίσχυση ως νέα ενίσχυση η οποία εφαρμόζεται κατά παράβαση του παλαιού άρθρου 93 (νυν άρθρου 88) παράγραφος 3 της συνθήκης. Η έννοια της νέας ενίσχυσης καλύπτει, από την πλευρά της, κάθε ενίσχυση, δηλαδή κάθε καθεστώς ενισχύσεων ή κάθε μεμονωμένη ενίσχυση, η οποία δεν αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε τροποποίησης υφισταμένων ενισχύσεων.

(27)

Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι κάθε καθεστώς ενισχύσεων εγκεκριμένο από την Επιτροπή, στο οποίο επιφέρονται στη συνέχεια σημαντικές μεταβολές — στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετικές με τη συμμετοχή ενός δημόσιου οργανισμού στη χρηματοδότηση της ενίσχυσης που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, τροποποιώντας σημαντικά την κλείδα χρηματοδότησης και, ως εκ τούτου, την ένταση της ενίσχυσης — αποτελεί νέα ενίσχυση η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, κατά την έννοια του άρθρου 88 της συνθήκης και να εγκριθεί από αυτή. Η εν λόγω υποχρέωση κοινοποίησης καθιερώνεται με το άρθρο 1, στοιχείο γ), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η μεταβολή της έντασης της ενίσχυσης φαινόταν να αποτελεί καθαυτή στοιχείο τροποποιητικό της ουσίας της ενίσχυσης, το οποίο καθιστά υποχρεωτική την κοινοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης.

(28)

Η Επιτροπή στη συνέχεια προχώρησε στην αξιολόγηση των επίμαχων ενισχύσεων, λαμβάνοντας υπόψη το σημείο 23.3 των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (17) (στο εξής καλούμενων «οι γεωργικές κατευθυντήριες γραμμές»), σύμφωνα με το οποίο οι παράνομες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 θα κρίνονται σύμφωνα με τους κανόνες και τις κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν τη στιγμή κατά την οποία χορηγείται η ενίσχυση.

(29)

Όσον αφορά τις επιχορηγούμενες επενδύσεις και τη μορφή των ενισχύσεων, η Επιτροπή θεώρησε ότι, ως προς τον τομέα της χοιροτροφίας, η φύση των επενδύσεων είχε πράγματι παραμείνει αναλλοίωτη κατά την ενσωμάτωσή τους στο PMPOA και ότι οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν κατ’ ουσία προς εκείνες που είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και είχαν εγκριθεί από αυτή. Όσον αφορά τον τομέα της βοοτροφίας, η Επιτροπή, αν και δεν είχε την εποχή εκείνη εξετάσει την ενίσχυση υπό το πρίσμα των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, διαπίστωσε, όταν κίνησε τη διαδικασία, ότι ήταν συμβατή με τους κανόνες αυτούς. Σε ό,τι αφορά τον τομέα της πτηνοτροφίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στο PMPOA είχαν επαναληφθεί επακριβώς οι διατάξεις που είχε εγκρίνει προηγουμένως. Τέλος, σε ό,τι αφορά το καθεστώς υπέρ των νέων γεωργών που εγκαθίστανται από την 1η Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το καθεστώς δεν επέφερε μεταβολές του καθεστώτος στο μέρος του που αφορούσε τις επιλέξιμες επενδύσεις, αλλά περιοριζόταν σε τροποποίηση της μορφής της ενίσχυσης κατά το τμήμα της που χρηματοδοτείτο από το κράτος.

(30)

Έτσι, η Επιτροπή συμπέρανε ότι, όσον αφορά τη φύση των επενδύσεων και τις μορφές ενίσχυσης που προέβλεπαν οι γαλλικές αρχές, οι ενισχύσεις αν και είχαν παράνομο χαρακτήρα, τέθηκαν σε εφαρμογή σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού που εφαρμόζονταν την εποχή εκείνη. Η Επιτροπή επομένως δεν αμφισβήτησε αυτή την πλευρά της εφαρμογής της ενίσχυσης.

(31)

Όσον αφορά την κλείδα χρηματοδότησης των ενισχύσεων, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο που εφαρμοζόταν τη στιγμή της έναρξης ισχύος του προγράμματος, το ανώτατο όριο για τις επενδυτικές ενισχύσεις υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος ήταν 35 % των δαπανών (45 % στις μειονεκτικές περιοχές). Πράγματι, το άρθρο 12 παράγραφος 5, πέμπτη περίπτωση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91, το οποίο προέβλεπε εξέταση των εθνικών ενισχύσεων με βάση τα παλαιά άρθρα 92 και 93 (νυν 87 και 88) της συνθήκης και το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, επέτρεπε τις ενισχύσεις για επενδύσεις που απέβλεπαν στην προστασία του περιβάλλοντος, εφόσον αυτές δεν επέφεραν αύξηση της παραγωγής. Στην απόφασή της σχετικά με την κρατική ενίσχυση αριθ. Ν 136/91, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η πρακτική της ήταν να θεωρεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά γι’ αυτό το είδος ενισχύσεων ποσοστό 35 % των επιλέξιμων δαπανών (45 % στις μειονεκτικές περιοχές κατά την έννοια της οδηγίας 75/268/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 28ης Απριλίου 1975 περί της ορεινής γεωργίας και της γεωργίας σε ορισμένες μειονεκτικές περιοχές (18). Αυτά τα ποσοστά ενίσχυσης επιβεβαιώθηκαν στο σημείο 3.2.3 του κοινοτικού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων για την προστασία του περιβάλλοντος (19), λίγο μετά την έναρξη ισχύος του προγράμματος.

(32)

Η ύπαρξη και η φύση αυτών των ανωτάτων ορίων είχαν εξάλλου αποσαφηνιστεί από τις γαλλικές αρχές στις τομεακές εγκυκλίους εφαρμογής του PMPOA που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 15. Πράγματι, αναγράφεται σε αυτές ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση επέτρεψε οι δημόσιες ενισχύσεις γι’ αυτό τον τύπο επενδύσεων που συνδέονται με τη βελτίωση του περιβάλλοντος να φθάσουν κατά παρέκκλιση το ποσοστό 35 %».

(33)

Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η κλείδα χρηματοδότησης του προγράμματος προβλέπει συμμετοχή στις δαπάνες των επενδύσεων κατά 1/3 για το κράτος και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (σε ίσα μερίδια, δηλαδή 1/6 για κάθε μέρος), 1/3 για τους οργανισμούς υδάτινων πόρων και 1/3 για τους κατόχους των εκμεταλλεύσεων και αν ληφθεί υπόψη, ειδικότερα, το γεγονός ότι η συνεισφορά των οργανισμών υδάτινων πόρων συνιστά κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή συμπέρανε στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας ότι τα ανώτατα όρια ενίσχυσης που επιτρέπονται γι’ αυτό το είδος επενδύσεων δεν φαινόταν να έχουν τηρηθεί. Πράγματι, η συνεισφορά των οργανισμών υδάτινων πόρων στη χρηματοδότηση του PMPOA έχει ως αποτέλεσμα να ανέλθει το ποσοστό της δημόσιας χρηματοδότησης στα 2/3 του κόστους των επενδύσεων, δηλαδή σε περίπου 66,6 % των δαπανών. Αυτό αντιπροσωπεύει, κατά την Επιτροπή, υπέρβαση του επιτρεπόμενου ποσοστού κατά περίπου 31,6 % (21,6 % στις μειονεκτικές περιοχές) των δαπανών. Η ίδια υπέρβαση υπάρχει όσον αφορά το καθεστώς υπέρ των νέων γεωργών που εγκαθίστανται από την 1η Ιανουαρίου 1996, δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις που επήλθαν στο καθεστώς αφορούν απλώς τη μορφή της ενίσχυσης κατά το μέρος που χρηματοδοτείται από το κράτος και δεν οδηγούν επομένως σε συνολική αύξηση του ποσοστού παρέμβασης υπέρ αυτών.

(34)

Η Επιτροπή θεώρησε επίσης ότι, από την 1η Ιανουαρίου 2000, ημερομηνία εφαρμογής των γεωργικών κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή επιτρέπει πάντως, βάσει του σημείου 4.1.1.2 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, ποσοστά ενίσχυσης γι’ αυτό το είδος επενδύσεων 40 % των δαπανών (50 % για τις μειονεκτικές περιοχές). Για τους νέους γεωργούς, το ποσοστό που γίνεται δεκτό είναι 45 % (55 % σε μειονεκτική περιοχή). Αυτό σημαίνει ότι, κατ’ εφαρμογή αυτών των ευνοϊκότερων όρων, για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν το 2000, η υπέρβαση των ποσοστών ενίσχυσης είναι μόνο 26,6 % (16,6 % στις μειονεκτικές περιοχές) και, για τους νέους γεωργούς 21,6 % (11,6 % στις μειονεκτικές περιοχές), ως προς τις επενδύσεις που υλοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2000 και πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις γεωργικές κατευθυντήριες γραμμές.

(35)

Επειδή οι ενισχύσεις που επέτρεπε η Επιτροπή για επενδύσεις βασίζονταν σε επιτρεπόμενο ποσοστό δημόσιας χρηματοδότησης κατ’ ανώτατο όριο 35 % των δαπανών των εν λόγω επενδύσεων (45 % στις μειονεκτικές περιοχές), ή και 40 % έως 55 %, ανάλογα με την περίπτωση, από 1ης Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να διαπιστώσει, στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας έρευνας, ότι το ύψος των ενισχύσεων που χορηγούνται κατ’ εφαρμογή του PMPOA ενδεχομένως δεν αντιστοιχούσε στο ποσοστό ενίσχυσης που επέτρεπε η Επιτροπή και ότι, ως εκ τούτου, κάθε δημόσια χρηματοδότηση χορηγούμενη πέραν των επιτρεπόμενων ανωτάτων ορίων συνιστούσε κρατική ενίσχυση που δεν συμβιβάζεται με τη συνθήκη.

(36)

Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν από τις γαλλικές αρχές, είχε αμφιβολίες ως προς το εάν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η ενίσχυση για τις επενδύσεις που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του PMPOA κατά την περίοδο 1994-2000, ιδίως όσον αφορά τα ποσά ενίσχυσης που ενδεχομένως χορηγούνταν καθ’ υπέρβαση των επιτρεπόμενων ποσοστών 35 % ή και 45 %. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης.

(37)

Η Επιτροπή συμπέρανε επίσης ότι το ποσοστό ενίσχυσης που χρησιμοποιούσαν οι γαλλικές αρχές για την εκτέλεση των διαγνώσεων στις εκμεταλλεύσεις ήταν σύμφωνο προς τους εφαρμοστέους κανόνες ανταγωνισμού.

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

(38)

Με επιστολή της 21ης Ιουνίου 2001, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης κατά της κοινοποιηθείσας ενίσχυσης.

(39)

Οι γαλλικές αρχές έλαβαν υπό σημείωση τη νομική ανάλυση της Επιτροπής ως προς τον δημόσιο χαρακτήρα των ενισχύσεων των οργανισμών υδάτινων πόρων. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, η γαλλική κυβέρνηση σκοπεύει να αναθεωρήσει το νόμο αριθ. 64/1245 της 16ης Δεκεμβρίου 1964 σχετικά με το καθεστώς και την κατανομή των υδάτων και την καταπολέμηση της ρύπανσης αυτών, ο οποίος ορίζει ειδικότερα τις θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας των οργανισμών υδάτινων πόρων, με σκοπό ιδίως να υποβάλλονται στο μέλλον προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο, ο τρόπος υπολογισμού των τελών και οι κατευθύνσεις των προγραμμάτων χρηματοδοτικής παρέμβασης των εν λόγω οργανισμών.

(40)

Οι γαλλικές αρχές θεωρούν ωστόσο ότι θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί, για την υπέρβαση των ποσοστών 35 % και 45 %, οι διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91, και στη συνέχεια του άρθρου 12 παράγραφος 3, στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 950/97 του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997 για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων (20). Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν, κατά τις γαλλικές αρχές, να μην εφαρμόζονται οι απαγορεύσεις ενισχύσεων και οι περιορισμοί ως προς την υπέρβαση των εν λόγω ποσοστών σε ορισμένες επενδύσεις, μεταξύ των οποίων εκείνες που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος.

(41)

Όσον αφορά την επίδραση στον ανταγωνισμό της συμμετοχής των οργανισμών υδάτινων πόρων στο PMPOA, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι οι εν λόγω οργανισμοί δεν ευνοούν αδικαιολόγητα ένα συγκεκριμένο εθνικό τομέα, για τους εξής λόγους. Πρόκειται πράγματι για μη παραγωγικές επενδύσεις, οι οποίες, ακόμη και με υψηλά ποσοστά ενίσχυσης, επιβαρύνουν την οικονομία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και θέτουν τους εν λόγω κτηνοτρόφους σε δυσμενή θέση σε σχέση με εκείνους που δεν υλοποιούν παρόμοιες επενδύσεις. Οι τελευταίοι άλλωστε είναι κατά πολύ περισσότεροι στη Γαλλία. Κατά τη γνώμη των γαλλικών αρχών, η στρέβλωση του ανταγωνισμού επομένως ασκείται γενικά εις βάρος των ενδιαφερόμενων κτηνοτρόφων και όχι προς όφελός τους.

(42)

Κατά τις γαλλικές αρχές, εάν μπορούσε να υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 87 της συνθήκης, αυτό θα μπορούσε να ισχύει μόνο σε σχέση με κτηνοτρόφους σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι έχουν εκτελέσει παρόμοιες εργασίες, αλλά με χρηματοδοτικές ενισχύσεις που περιορίζονται στο ανώτατο όριο του 35 % ή 45 % στις μειονεκτικές περιοχές. Κατά τις γαλλικές αρχές, η πραγματική ύπαρξη στρέβλωσης του είδους αυτού δεν μπορεί όντως να εκτιμηθεί παρά μόνον κατά περίπτωση.

(43)

Οι γαλλικές αρχές συνεχίζουν το συλλογισμό τους υποστηρίζοντας ότι τα πραγματικά ποσοστά ενισχύσεων που εφαρμόζονται σε παρόμοιες εργασίες διαφέρουν αισθητά μεταξύ των κτηνοτρόφων, λαμβανομένων υπόψη των επακριβών όρων εφαρμογής του προγράμματος. Οι εν λόγω αρχές εξηγούν ότι τα ποσοστά αυτά είναι κατά γενικό κανόνα σαφώς κατώτερα από το 60 %, εάν τα υπολογίσει κανείς λαμβάνοντας την αξία της ενίσχυσης εκφραζόμενη ως ποσοστό του ύψους της επένδυσης, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91 και με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 950/97.

(44)

Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, οι λεπτομέρειες εφαρμογής των ενισχύσεων που χορηγεί το κράτος, οι οποίες έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, ορίζουν το γενικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος. Οι οργανισμοί υδάτινων πόρων από την πλευρά τους έχουν υιοθετήσει τον ίδιο κατάλογο επιλέξιμων εργασιών, αλλά τα ανώτατα όρια ενίσχυσης δεν ταυτίζονται πάντοτε. Εξάλλου, προστέθηκαν σε τοπικό επίπεδο τεχνικοί περιορισμοί (σε m2 καλυμμένων χώρων άσκησης για παράδειγμα), τόσο για τις ενισχύσεις των οργανισμών υδάτινων πόρων όσο και για εκείνες του κράτους ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, περιορισμοί που μειώνουν συχνά το προς χρηματοδότηση τμήμα των επιλέξιμων εργασιών. Τέλος, για ορισμένους οργανισμούς υδάτινων πόρων, επεβλήθη επίσης συνολικό ανώτατο όριο για τη βάση της ενίσχυσης ανά «unité gros bétail azote — UGBN» (άζωτο μονάδας μεγάλου ζώου).

(45)

Έτσι, λόγω αυτών των διάφορων ανώτατων ορίων, το πραγματικό χορηγούμενο ποσοστό ενίσχυσης, συσχετιζόμενο με τη δαπάνη του κτηνοτρόφου για τις επιλέξιμες εργασίες, είναι, κατά τις γαλλικές αρχές, πάντοτε στην πράξη κατώτερο από τα μέγιστα ποσοστά που επιτρέπει το πρόγραμμα.

(46)

Οι γαλλικές αρχές εξήγησαν ότι, επ’ ευκαιρία των αναγκαίων εργασιών για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητας, ορισμένοι κτηνοτρόφοι υλοποιούν εργασίες εκσυγχρονισμού. Οι εργασίες αυτές δεν είναι επιλέξιμες και δεν τυγχάνουν επομένως ενίσχυσης στο πλαίσιο του PMPOA.

(47)

Στην βοοτροφία, η οποία αντιπροσωπεύει το 80 % του αριθμού των εκμεταλλεύσεων που μπορούν να υπαχθούν στο PMPOA, το πραγματικό μέσο ποσοστό ενίσχυσης είναι μάλλον χαμηλό και κυμαίνεται ως επί το πλείστον μεταξύ 35 % και 50 %, με μεγάλες διακυμάνσεις εξάλλου ανάλογα με τα συστήματα παραγωγής. Αυτό εξηγείται από τη μεγάλη ποικιλία τύπων περιττωμάτων, υγρών, στερεών και συχνότατα μεικτών, και άρα τύπων αποθήκευσης τόσο ως προς τη φύση τους (κοπροσωροί, δεξαμενές υγρής κόπρου) όσο και ως προς τη χωρητικότητά τους και από το γεγονός ότι οι επενδύσεις αυτές σε αποθηκευτικούς χώρους, καθώς και το εμβαδόν των χώρων από σκυρόδεμα και η κάλυψη των χώρων άσκησης υπόκεινται σε τεχνικούς περιορισμούς ή σε ιδιαίτερα χαμηλά χρηματοδοτικά ανώτατα όρια.

(48)

Στις εκτροφές χοίρων και πουλερικών σε κλειστό χώρο, η υφιστάμενη χωρητικότητα αποθήκευσης λυμάτων είναι τις περισσότερες φορές επαρκής, λαμβανομένων υπόψη των περιόδων απαγόρευσης της λίπανσης. Οι εργασίες συνίστανται τότε στην αποκατάσταση της στεγανότητας των χώρων αποθήκευσης ή των υφισταμένων χώρων από σκυρόδεμα ή στην εγκατάσταση συστημάτων τροφοδοσίας δύο φάσεων, που μειώνουν τη ρύπανση στην πηγή στις χοιροτροφικές εκμεταλλεύσεις ή και βελτιώνουν τη διαχείριση των περιττωμάτων στα πτηνοτροφεία. Το πραγματικό ποσοστό ενίσχυσης μπορεί τότε να φθάσει μέχρι 60 % του ποσού των επιλέξιμων εργασιών, όπως απεικονίζει ο πίνακας 1. Συχνότατα πάντως, το ποσό των εργασιών είναι σαφώς χαμηλότερο από ό,τι για τα βοοειδή.

(49)

Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, μια μελέτη που καλύπτει 20 000 φακέλους στην υδρολογική λεκάνη του οργανισμού υδάτινων πόρων Loire-Bretagne αποδεικνύει ότι το μέσο ποσοστό ενίσχυσης είναι 40 %.

(50)

Πράγματι, ένα μέρος των φακέλων αυτών αντιστοιχεί σε νέες κατασκευές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος, όταν για διάφορους λόγους κρίθηκε απρόσφορο να γίνουν οι συνιστώμενες εργασίες στα υφιστάμενα κτίρια. Κατά τις γαλλικές αρχές, οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να εξετάζονται χωριστά, διότι η ενίσχυση δεν υπάγεται πλέον στις ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά στις ενισχύσεις για εκσυγχρονισμό, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91 και στο άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχείο γ), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 950/97. Το ποσό της ενίσχυσης δεν μπορεί τότε να υπερβεί το 35 % ή το 26,25 % (αντιστοίχως 45 ή 38,75 % στις μειονεκτικές περιοχές) του κόστους των εργασιών, ανάλογα με τη δυνατότητα ή μη του κτηνοτρόφου να διαθέτει σχέδιο υλικής βελτίωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, το πραγματικό ποσοστό των ενισχύσεων είναι, στα παραδείγματα του πίνακα 2, πάντοτε πολύ κατώτερο από τα ποσοστά αυτά, όπου η στήλη (α) απεικονίζει ποιο θα ήταν το κόστος υλοποίησης των περιβαλλοντικών εργασιών, εάν είχαν διατηρηθεί τα κτίρια.

(51)

Άλλωστε, στην ίδια εκμετάλλευση μπορούν να υλοποιηθούν εργασίες στα υφιστάμενα κτίρια αλλά και νέες κατασκευές.

(52)

Τέλος, εάν η σύγκριση γινόταν κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, θα έπρεπε, αναγκαστικά να αποκλεισθούν από το πεδίο της σύγκρισης βάσει του άρθρου 87 της συνθήκης οι κτηνοτρόφοι που καταβάλλουν ετήσιο τέλος σε οργανισμό υδάτινων πόρων.

Πίνακας 1

Παραδείγματα πραγματικών ποσοστών ενίσχυσης για τη συμμόρφωση με τα πρότυπα στο πλαίσιο του PMPOA

(ποσά σε FRF)

Τύπος εκτροφής

Αναγκαίες βελτιώσεις

Συνολικό ποσό εργασιών (α)

Ποσό επιλέξιμων εργασιών (β)

Εγκριθέν ποσό: κράτος (γ)

Εγκριθέν ποσό: οργανισμός υδάτινων πόρων (δ)

Συνολική ενίσχυση (ε)

Πραγματικό ποσοστό (ε/β)

Μεικτή εκτροφή:

52 γαλακτοπαραγωγικές, 20 θηλάζουσες και ανανέωση, ήτοι 120 UGBN

Στεγάνωση και κάλυψη χώρου άσκησης. Αύξηση χωρητικότητας κοπροσωρού. Κατασκευή δεξαμενής υγρής κόπρου

334 154

257 372

236 550

236 550

141 930

55,1  %

60 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες και ανανέωση, ήτοι 80 UGBN

Στεγανότητα υφιστάμενης δεξαμενής. Κατασκευή ακάλυπτης δεξαμενής. Στεγάνωση χώρου άσκησης

328 178

328 178

272 038

272 038

163 222

49,7  %

90 γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες και ανανέωση, ήτοι 120 UGBN

Δημιουργία κοπροσωρού. Αύξηση χωρητικότητας δεξαμενής. Διαχωρισμός ομβρίων. Σχέδιο διασποράς

1 220 700

671 020

495 800

495 800

252 780

36,7  %

Μεικτή εκτροφή: 450 χοίροι κρεοπαραγωγής, 84 βοοειδή κρεοπαραγωγής και γαλακτοπαραγωγής, ήτοι 115 UGBN

Αύξηση σε 9 μήνες της διάρκειας αποθήκευσης λυμάτων. Κάλυψη χώρου άσκησης. Κρήνη ύδατος χοίρων.

196 380

188 330

177 225

177 225

115 195

57,5  %

147 χοιρομητέρες, 27 κάπροι, 1 840 χοίροι πάχυνσης, ήτοι 223 UGBN

Χωριστικό δίκτυο υδάτων. Κάλυψη αύλειων χώρων

93 180

305 510

16 163

16 163

10 505

34,4  %

210 χοιρομητέρες, 1 318 χοίροι πάχυνσης, ήτοι 167 UGBN

Στεγάνωση κοπροσωρού. Δίκτυο αποχέτευσης. Τροφοδοσία πολλαπλών φάσεων.

100 293

55 375

55 375

55 375

33 225

60 %

242 000 όρνιθες αναπαραγωγής, ήτοι 1 128 UGBN

Εγκατάσταση απομάκρυνσης και ξήρανσης περιττωμάτων.

1 575 200

547 700

310 930

310 930

186 558

34,6  %


Πίνακας 2

Παραδείγματα πραγματικών ποσοστών ενίσχυσης στην περίπτωση κατασκευής νέων κτιρίων

(ποσά σε FRF)

Τύπος εκτροφής

Αναγκαίες βελτιώσεις

Εκτιμώμενο κόστος παλαιών κτιρίων (α)

Συνολικό ποσό εργασιών (β)

Εγκριθέν ποσό: κράτος (γ)

Εγκριθέν ποσό: οργανισμός υδάτινων πόρων (δ)

Συνολική ενίσχυση (ε)

Πραγματικό ποσοστό (ε/β)

80 γαλακτοπαραγωγικές και ανανέωση, ήτοι 123 UGBN

Κατασκευή βουστασίου με χρήση στρωμνής για όλα τα ζώα. Τοποθέτηση υδρορροών

380 120

468 502

328 640

90 880

118 592

25,3  %

75 θηλάζουσες και ανανέωση, ήτοι 116 UGBN

Κατασκευή βουστασίου ελεύθερου σταβλισμού. Αύξηση αποθήκευσης υγρής κόπρου και κοπροσωρού.

280 634

741 807

212 436

111 211

97 094

13,1  %

82 θηλάζουσες και ανανέωση, ήτοι 134 UGBN

Κατασκευή βουστασίου ελεύθερου σταβλισμού. Στεγανότητα χώρων από σκυρόδεμα. Αύξηση αποθήκευσης υγρής κόπρου και κοπροσωρού.

605 565

1 197 152

437 153

196 951

190 231

15,9  %

70 θηλάζουσες και ανανέωση, ήτοι 110 UGBN

Κατασκευή βουστασίου ελεύθερου σταβλισμού. Στεγανότητα χώρων από σκυρόδεμα. Κατασκευή τάφρου υγρής κόπρου.

160 940

565 612

88 550

6 000

26 565

4,7  %

34 650 όρνιθες ωοτοκίας, ήτοι 214 UGBN

Κατασκευή ορνιθώνων. Χώρος αποθήκευσης περιττωμάτων. Εγκατάσταση ξήρανσης περιττωμάτων.

368 454

2 309 993

368 454

176 454

163 472

7,1  %

IV.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ

1.   Εισαγωγή: το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης

(53)

Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, «ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η [εν λόγω] συνθήκη ορίζει άλλως.»

(54)

Τα άρθρα 87 έως 89 της συνθήκης κατέστησαν εφαρμοστέα στον τομέα του χοιρείου κρέατος με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2759/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος (22). Κατέστησαν εφαρμοστέα στον τομέα του βοείου κρέατος με το άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/99 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (23). Πριν από την έκδοση του εν λόγω κανονισμού, εφαρμόζονταν στον ίδιο τομέα δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (24). Κατέστησαν εφαρμοστέα στον τομέα του κρέατος πουλερικών με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΟΚ αριθ. 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (25).

1.1.   Ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος που χρηματοδοτείται με κρατικούς πόρους

(55)

Όσον αφορά τη φύση της ενίσχυσης, αυτή πρέπει να καθοριστεί στο επίπεδο των κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων που πραγματοποίησαν επενδύσεις στο πλαίσιο του PMPOA. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η χρηματοδότηση του PMPOA παρέσχε ένα επιλεκτικό πλεονέκτημα στους γάλλους γεωργούς.

(56)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι, αντίθετα από όσα υποστηρίζουν οι γαλλικές αρχές στις παρατηρήσεις τους, ο μη παραγωγικός χαρακτήρας των επενδύσεων δεν αναιρεί το πλεονέκτημα της ενίσχυσης με καθαρά οικονομικούς όρους, καθόσον καλύπτει ένα κόστος που κανονικά βαρύνει τον δικαιούχο, θέτοντάς τον έτσι σε πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών που δεν λαμβάνουν παρόμοια ενίσχυση.

(57)

Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτές οι μη παραγωγικές επενδύσεις θα μπορούσαν να επιβαρύνουν σε πρώτη φάση την οικονομία των εκμεταλλεύσεων, θέτοντας, κατά τις γαλλικές αρχές, τους ενδιαφερόμενους κτηνοτρόφους σε δυσμενή θέση σε σχέση με εκείνους που δεν πραγματοποιούν παρόμοιες επενδύσεις, αληθεύει πάντως ότι οι επενδύσεις αυτές υπακούουν σε μια συγκεκριμένη νομική υποχρέωση και ότι, μακροπρόθεσμα, όλοι οι ενδιαφερόμενοι κάτοχοι εκμετάλλευσης θα πρέπει να πραγματοποιήσουν αυτό το είδος επένδυσης, για να αποφύγουν να ευρεθούν σε κατάσταση παραβίασης της νομοθεσίας.

1.2.   Επηρεασμός των συναλλαγών

(58)

Για να διαπιστωθεί, κατά πόσο η ενίσχυση που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, πρέπει τελικά να κριθεί, εάν είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

(59)

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, όταν ένα πλεονέκτημα χορηγούμενο από κράτος μέλος επιρρωνύει τη θέση μιας κατηγορίας επιχειρήσεων σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις εντός του ενδοκοινοτικού εμπορίου, οι τελευταίες πρέπει να θεωρούνται θιγόμενες από το πλεονέκτημα αυτό (26).

(60)

Φαίνεται ότι οι ενισχύσεις που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι ικανές να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών κατά το μέτρο που ευνοούν την εθνική παραγωγή εις βάρος της παραγωγής των άλλων κρατών. Πράγματι, οι σχετικοί τομείς είναι ιδιαίτερα ανοικτοί στον ανταγωνισμό σε κοινοτικό επίπεδο και, ως εκ τούτου, ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε κάθε μέτρο προς όφελος της παραγωγής σε κάποιο κράτος μέλος.

(61)

Ο πίνακας 3 παρουσιάζει το επίπεδο των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ της Γαλλίας και των άλλων κρατών μελών για τα σχετικά προϊόντα, κατά το πρώτο έτος από την έναρξη ισχύος του PMPOA.

Πίνακας 3

Γαλλία/ΕΕ 11

Βόειο κρέας

Χοίρειο κρέας

Πουλερικά

Εισαγωγές 1994

 

 

 

Τόνοι

525 000

463 000

85 000

εκατ. ECU

1 664

860

170

Εξαγωγές 1994

 

 

 

Τόνοι

796 000

361 000

389 000

εκατ. ECU

2 368

669

863

1.3.   Συμπεράσματα ως προς τον χαρακτήρα ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης

(62)

Τα μέτρα που εξετάζονται στην παρούσα απόφαση συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια της συνθήκης, διότι παρέχουν στους δικαιούχους ένα οικονομικό πλεονέκτημα, από το οποίο δεν μπορούν να επωφεληθούν άλλοι τομείς. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι τα μέτρα αυτά εμπίπτουν στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης.

2.   Ο παράνομος χαρακτήρας των επίμαχων ενισχύσεων

(63)

Το άρθρο 1, στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 ορίζει την παράνομη ενίσχυση ως νέα ενίσχυση η οποία εφαρμόζεται κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης. Η έννοια της νέας ενίσχυσης καλύπτει, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού, κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και τις ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και τις μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων.

(64)

Κάθε καθεστώς ενισχύσεων που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή, στο οποίο επιφέρονται στη συνέχεια σημαντικές μεταβολές — στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετικές με τη συμμετοχή ενός δημόσιου οργανισμού στη χρηματοδότηση της ενίσχυσης που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, τροποποιώντας σημαντικά την κλείδα χρηματοδότησης και, ως εκ τούτου, την ένταση της ενίσχυσης, συνιστά νέα ενίσχυση, η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά την έννοια του άρθρου 88 της συνθήκης και να εγκριθεί από αυτή.

(65)

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η υποχρέωση ενημέρωσης της Επιτροπής επί των σχεδίων που αποβλέπουν στη θέσπιση ή την τροποποίηση ενισχύσεων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 3, πρώτη φράση της συνθήκης, δεν έχει εφαρμογή μόνο στο αρχικό σχέδιο, αλλά επεκτείνεται επίσης και στις τροποποιήσεις που επιφέρονται μεταγενεστέρως σ’ αυτό το σχέδιο, εξυπακούεται δε ότι οι πληροφορίες αυτές μπορούν να παρασχεθούν στην Επιτροπή στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων που διεξήχθησαν πριν από την αρχική γνωστοποίηση (27).

(66)

Αυτή η υποχρέωση κοινοποίησης κατοχυρώνεται με το άρθρο 1, στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(67)

Πρέπει να διευκρινιστεί, εξάλλου, ότι η συμπερίληψη ενός ενημερωτικού δελτίου στην απογραφή των ενισχύσεων που εκπονήθηκε από το γαλλικό Υπουργείο Γεωργίας, έχει αξία απλώς ενημερωτική και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κοινοποίηση κατά τους όρους της συνθήκης. Άλλωστε, οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό δεν αναφέρονται στη συμμετοχή των οργανισμών υδάτινων πόρων στο πρόγραμμα, βεβαιώνοντας παράλληλα ότι η συμμετοχή του κράτους ανέρχεται σε 35 % του κόστους των επενδύσεων.

(68)

Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τη συμμετοχή των οργανισμών υδάτινων πόρων στο πρόγραμμα και τις επιπτώσεις που ενδεχομένως θα είχε το ύψος της συμμετοχής τους στη δημόσια παρέμβαση σε σχέση με τις αντίστοιχες επενδύσεις. Πιο συγκεκριμένα, δεν μπόρεσε να εξετάσει τον πιθανό αντίκτυπο που ενδέχεται να έχει η συμμετοχή ενός δημόσιου ιδρύματος στη χρηματοδότηση της ενίσχυσης όσον αφορά την ένταση της ενίσχυσης. Εξ αυτών προκύπτει ότι οι ενισχύσεις που πράγματι χορηγούνταν από τις γαλλικές αρχές δεν ανταποκρίνονταν κατ’ ανάγκη στις διατάξεις που είχαν εγκριθεί από την Επιτροπή στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων αριθ. N 136/91 και N 342/94.

(69)

Η μεταβολή της έντασης της ενίσχυσης συνιστά καθαυτή στοιχείο τροποποιητικό της ουσίας της ενίσχυσης, το οποίο καθιστά υποχρεωτική την κοινοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης.

(70)

Όσον αφορά ειδικότερα τον τομέα της βοοτροφίας, οι γαλλικές αρχές δεν κοινοποίησαν στην Επιτροπή τις προβλεπόμενες ενισχύσεις για επενδύσεις. Οι γαλλικές αρχές υποστήριξαν ωστόσο ότι, εφόσον η Επιτροπή έκρινε τον μηχανισμό επιλέξιμο για χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας, βασίμως μπορούσαν να συναγάγουν ότι αυτός συμβιβάζεται με την κοινοτική νομοθεσία. Πλην όμως, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91, ο οποίος εφαρμοζόταν την εποχή εκείνη, προέβλεπε στο άρθρο 12 παράγραφος 5 ότι οι ενισχύσεις για επενδύσεις που αφορούν την προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος επιτρέπονται υπό την επιφύλαξη ότι δεν συνεπάγονται αύξηση της παραγωγής και ότι συμμορφώνονται προς τα άρθρα 92 έως 94 της Συνθήκης (νυν 87 έως 89). Αυτό περικλείει την υποχρέωση να κοινοποιείται κάθε καθεστώς κρατικών ενισχύσεων κατά την έννοια του παλαιού άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης, καθόσον μάλιστα οι όροι που ίσχυαν για τις ενισχύσεις το 1994 δεν αντιστοιχούσαν στους όρους που ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή το 1991.

(71)

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι οι κρατικές ενισχύσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή από τη Γαλλία αποτελούσαν νέες ενισχύσεις μη κοινοποιηθείσες στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, παράνομες κατά την έννοια της συνθήκης.

3.   Εξέταση του συμβιβαστού της ενίσχυσης

(72)

Το άρθρο 87 της συνθήκης προβλέπει πάντως εξαιρέσεις, έστω και αν ορισμένες από αυτές προδήλως δεν τυγχάνουν εφαρμογής, ιδίως εκείνες που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Των εξαιρέσεων αυτών δεν έγινε επίκληση από τις γαλλικές αρχές.

(73)

Όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 της συνθήκης, πρέπει να ερμηνεύονται στενά κατά την εξέταση οποιουδήποτε προγράμματος ενίσχυσης περιφερειακού ή τομεακού χαρακτήρα ή οποιασδήποτε μεμονωμένης περίπτωσης εφαρμογής γενικών καθεστώτων ενισχύσεων. Μπορούν ειδικότερα να γίνουν δεκτές μόνο στην περίπτωση που η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει ότι η ενίσχυση είναι αναγκαία για την υλοποίηση ενός από τους επιδιωκόμενους στόχους. Η παροχή του ευεργετήματος των εν λόγω παρεκκλίσεων σε ενισχύσεις που δεν συνεπάγονται τέτοιο αντάλλαγμα θα ισοδυναμούσε με το να επιτραπούν πλήγματα στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στερούμενες δικαιολογίας έναντι του κοινοτικού συμφέροντος και, κατ’ ακολουθία, να επιτραπούν αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα για τους επιχειρηματίες ορισμένων κρατών μελών.

(74)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν αποσκοπούν στην προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο α) της συνθήκης. Δεν αποσκοπούν επίσης στην προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή στην άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας του κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο β) της συνθήκης. Επίσης, δεν πρόκειται για ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης.

(75)

Το άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο γ) της συνθήκης προβλέπει ότι δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Για να μπορούν να επωφεληθούν από την παρέκκλιση αυτή, οι ενισχύσεις πρέπει να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του συγκεκριμένου τομέα.

(76)

Όσον αφορά τις επιχορηγούμενες επενδύσεις και τη μορφή των ενισχύσεων, η Επιτροπή συμπέρανε στην αρχή της διαδικασίας ότι, αν και παράνομες, οι ενισχύσεις τέθηκαν σε εφαρμογή σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού που εφαρμόζονταν την εποχή εκείνη. Η Επιτροπή δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει και πάλι αυτό το τμήμα της εκτέλεσης της ενίσχυσης.

(77)

Η εξέταση του συμβιβαστού των ενισχύσεων που ακολουθεί θα έχει επομένως ως αντικείμενο αποκλειστικά τα ποσοστά ενίσχυσης που εφαρμόζουν οι γαλλικές αρχές.

(78)

Η Επιτροπή επεσήμανε κατά την έναρξη της διαδικασίας έρευνας ότι, σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο που εφαρμοζόταν τη στιγμή της έναρξης ισχύος του προγράμματος, το ανώτατο όριο για τις ενισχύσεις σε επενδύσεις υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος ήταν 35 % των δαπανών (45 % στις μειονεκτικές περιοχές).

(79)

Οι γαλλικές αρχές θεωρούν ωστόσο ότι θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί, προς υπέρβαση των ποσοστών 35 % και 45 %, οι διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91, και στη συνέχεια του άρθρου 12 παράγραφος 3, στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 950/97. Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν, κατά τις γαλλικές αρχές, να μην εφαρμόζονται οι απαγορεύσεις ενισχύσεων και οι περιορισμοί υπέρβασης των εν λόγω ποσοστών για ορισμένες επενδύσεις, μεταξύ των οποίων εκείνες που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος.

(80)

Η Επιτροπή σημειώνει προκαταρκτικά ότι το άρθρο 12 παράγραφος 5, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91, το οποίο προέβλεπε εξέταση των εθνικών ενισχύσεων με βάση τα παλαιά άρθρα 92 και 93 της συνθήκης (νυν 87 και 88) και με το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, επέτρεπε τις ενισχύσεις για επενδύσεις που αποσκοπούσαν στην προστασία του περιβάλλοντος, εφόσον δεν συνεπάγονται αύξηση της παραγωγής. Η Επιτροπή θεωρεί αποδεδειγμένο ότι οι επενδύσεις προς τις οποίες στρέφονταν οι συγκεκριμένες ενισχύσεις δεν συνεπάγονταν πράγματι αύξηση της παραγωγής, δεδομένου ότι αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην προστασία του περιβάλλοντος στις αγροτικές περιοχές (αποθήκευση και επεξεργασία λυμάτων, ειδικότερα).

(81)

Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα το αποδεκτό ποσοστό ενίσχυσης, η Επιτροπή, στην απόφασή της που αφορούσε την κρατική ενίσχυση αριθ. Ν 136/91 και απευθυνόταν στη Γαλλία, υπενθύμισε ότι ακολουθούσε την πρακτική να θεωρεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά ποσοστό 35 % των επιλέξιμων δαπανών γι’ αυτό το είδος ενισχύσεων (45 % στις μειονεκτικές περιοχές).

(82)

Αυτά τα ποσοστά ενίσχυσης επιβεβαιώθηκαν από το κοινοτικό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, λίγο μετά τη θέση σε εφαρμογή του PMPOA. Έτσι, το σημείο 3.2.3 του εν λόγω πλαισίου προέβλεπε ότι, κατά γενικό κανόνα, οι ενισχύσεις προς επενδύσεις με περιβαλλοντικούς σκοπούς μπορούν να επιτραπούν, εάν δεν υπερβαίνουν ορισμένα επίπεδα. Η υποσημείωση αριθ. 14 διευκρίνιζε στο δεύτερο εδάφιό της ότι «για επενδύσεις που καλύπτονται από το άρθρο 12 παράγραφος 1 και το άρθρο 12 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91 του Συμβουλίου (...), το μέγιστο ύψος ενίσχυσης είναι 35 % ή 45 % στις (...) λιγότερο ευνοημένες περιοχές. Τα ανώτατα αυτά επίπεδα ενίσχυσης εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του μεγέθους της επιχείρησης. Κατά συνέπεια, τα ανώτατα όρια ενδέχεται να μην αυξηθούν για την περίπτωση των ΜΜΕ όπως αναφέρεται παρακάτω. Για επενδύσεις στο πλαίσιο των στόχων 1 ή 5β), η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα, προβαίνοντας σε εξέταση κατά περίπτωση, να δέχεται υψηλότερα επίπεδα ενίσχυσης από τα προαναφερθέντα, εφόσον το κράτος μέλος αποδεικνύει στην Επιτροπή ότι είναι αιτιολογημένα.»

(83)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91 καταργήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 950/97. Το άρθρο 12 παράγραφος 2, στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 950/97 διευκρίνιζε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν ενισχύσεις για επενδύσεις που αποσκοπούν «στην προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος, εφόσον αυτές οι επενδύσεις δεν επιφέρουν αύξηση της παραγωγικής ικανότητας». Το άρθρο 12 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού διευκρίνιζε ότι «στις ατομικές ή συνεργαζόμενες εκμεταλλεύσεις που πληρούν τους όρους επιλεξιμότητας που ορίζονται στα άρθρα 5 και 9, οι ενισχύσεις στις επενδύσεις που υπερβαίνουν τις αξίες και τα ποσά που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 2 και 3 και στο άρθρο 11 απαγορεύονται». Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ) του εν λόγω κανονισμού, η απαγόρευση αυτή δεν εφαρμοζόταν στις ενισχύσεις που προορίζονται «για τις επενδύσεις που προορίζονται για την προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος».

(84)

Πλην όμως, το άρθρο 12 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 950/97 προέβλεπε ότι τα άρθρα 92 έως 94 της συνθήκης (νυν 87 έως 89) εφαρμόζονταν στις ενισχύσεις αυτές. Αυτό ισοδυναμούσε με παραπομπή στους κανόνες ανταγωνισμού που είχαν εφαρμογή την εποχή εκείνη, δηλαδή στην κοινοτική πρακτική που ήδη αναφέρθηκε στην απόφαση που αφορούσε την κρατική ενίσχυση αριθ. Ν 136/91 και στους όρους που περιλαμβάνονταν στο κοινοτικό πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος.

(85)

Η Επιτροπή, βασιζόμενη στις διατάξεις που εφαρμόζονταν κατά την περίοδο 1994-1999, όπως περιγράφονται στην παρούσα απόφαση, δεν μπορεί παρά να συμπεράνει ότι το ανώτατο ποσοστό ενίσχυσης που εφαρμοζόταν στις συγκεκριμένες ενισχύσεις ήταν 35 % των δαπανών (45 % στις μειονεκτικές περιοχές) και ότι, ως εκ τούτου, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν καθ’ υπέρβαση των ποσοστών αυτών δεν ήταν σύμφωνες με τις εν λόγω διατάξεις.

(86)

Όσον αφορά εντούτοις το έτος 2000, εφόσον πρόκειται για ενισχύσεις προς επενδύσεις σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, το σημείο 4.1.1.2 των γεωργικών κατευθυντήριων γραμμών, οι οποίες εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2000, ορίζει ότι το μέγιστο ποσοστό δημόσιας στήριξης, εκφραζόμενο ως μέγεθος επιλέξιμης επένδυσης περιορίζεται σε ανώτατο όριο 40 % ή 50 % στις μειονεκτικές περιοχές. Εντούτοις, στην περίπτωση επενδύσεων που πραγματοποιούνται από νέους γεωργούς εντός πενταετίας από την εγκατάστασή τους, το μέγιστο ποσοστό ενίσχυσης αυξάνεται σε 45 % ή 55 % στις μειονεκτικές περιοχές.

(87)

Το σημείο 4.1.2.4 των γεωργικών κατευθυντήριων γραμμών προβλέπει, κατ’ εξαίρεση, ότι, όταν από τις επενδύσεις προκύπτει αυξημένο κόστος σχετικά με την προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος, τα ανώτατα ποσοστά ενίσχυσης που αναφέρονται στο σημείο 4.1.1.2 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, ήτοι 40 % και 50 %, μπορούν να αυξάνονται κατά 20 ή 25 ποσοστιαίες μονάδες αντιστοίχως. Η αύξηση αυτή μπορεί έτσι να χορηγηθεί για επενδύσεις που αποβλέπουν στη συμμόρφωση προς νέα θεσπιζόμενα ελάχιστα πρότυπα, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1750/1999 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) (28). Η αύξηση πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις πρόσθετες επιλέξιμες δαπάνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του ως άνω στόχου και δεν ισχύει στην περίπτωση επενδύσεων οι οποίες οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.

(88)

Η έναρξη ισχύος, στις 23 Ιανουαρίου 2004, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων (29) μετέβαλε τη νομική κατάσταση σε σχέση με την εξεταζόμενη περίπτωση. Ο κανονισμός αυτός επιτρέπει, υπό ορισμένους όρους, τις ενισχύσεις προς τις μικρομεσαίες γεωργικές επιχειρήσεις, απαλλάσσοντάς τις από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης.

(89)

Οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν ότι οι δικαιούχοι των ενισχύσεων για τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνταν στο πλαίσιο του PMPOA στη διάρκεια της περιόδου 1994-2000 ήσαν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004.

(90)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2004 προβλέπει, στο άρθρο 20 παράγραφος 2, ότι οι μεμονωμένες ενισχύσεις και τα καθεστώτα ενισχύσεων που εφαρμόζονται πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω κανονισμού, καθώς και οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει αυτών των καθεστώτων χωρίς έγκριση της Επιτροπής και κατά παράβαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρεωτικής κοινοποίησης, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται, εφόσον πληρούν τους όρους του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού, εκτός από τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2, στοιχεία β) και γ) του εν λόγω άρθρου.

(91)

Το άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004 προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει του καθεστώτος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3, στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, υπό τον όρο ότι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού.

(92)

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004 περιέχει τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση ενός καθεστώτος ενισχύσεων για επενδύσεις υπέρ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων το οποίο δεν έχει κοινοποιηθεί.

(93)

Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004, μια ενίσχυση για επενδύσεις σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις με σκοπό την παραγωγή γεωργικών προϊόντων συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και απαλλάσσεται από την υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον ειδικότερα η ακαθάριστη ένταση της ενίσχυσης δεν υπερβαίνει το 50 % των επιλέξιμων επενδύσεων στις μειονεκτικές περιοχές και το 40 % στις άλλες περιοχές.

(94)

Εντούτοις, εάν οι επενδύσεις συνεπάγονται πρόσθετες δαπάνες για την προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος, τα ανώτατα ποσοστά ενίσχυσης 50 % και 40 %, είναι δυνατόν να αυξηθούν κατά 25 και 20 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Η αύξηση αυτή επιτρέπεται να χορηγείται αποκλειστικά για επενδύσεις που υπερβαίνουν τις ισχύουσες ελάχιστες κοινοτικές απαιτήσεις ή για επενδύσεις που πραγματοποιούνται με σκοπό τη συμμόρφωση με προσφάτως θεσπισθέντα ελάχιστα πρότυπα. Η αύξηση πρέπει να αφορά μόνο τις πρόσθετες επιλέξιμες δαπάνες που είναι απαραίτητες και δεν εφαρμόζεται σε επενδύσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.

(95)

Στην προκείμενη περίπτωση, είναι προφανές ότι πρόκειται για επενδύσεις που αποσκοπούν στην προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος, ως προς τις οποίες το εφαρμοστέο περιβαλλοντικό πρότυπο ήταν, ειδικότερα, η οδηγία για τη νιτρορρύπανση. Το πρότυπο αυτό εκδόθηκε το 1991 και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε πλέον να χαρακτηρισθεί ως νέο πρότυπο το 2000.

(96)

Αλλ’ όμως, η Επιτροπή έχει ήδη αποφανθεί σε σχέση με το πρόβλημα αυτό στο πλαίσιο της κρατικής ενίσχυσης αριθ. Ν 355/2000, επιτρέποντας τη συνέχιση του PMPOA από το 2001 έως και το 2006. Επαναλαμβάνοντας το σκεπτικό που ακολουθήθηκε την εποχή εκείνη, η Επιτροπή επιμένει σήμερα στο γεγονός ότι δεν μπορεί να αγνοήσει ότι το πρώτο γαλλικό πρόγραμμα δράσης για την εφαρμογή της οδηγίας για τη νιτρορρύπανση εγκρίθηκε μόλις το 1997 και ότι οι πρώτες ουσιαστικές υποχρεώσεις για αποτελέσματα, οι οποίες επιβλήθηκαν στους κτηνοτρόφους επί του πεδίου με βάση το εν λόγω πρόγραμμα, είναι μεταγενέστερες από την ημερομηνία αυτή. Έστω και αν φαίνεται σαφές ότι η Γαλλία δεν επέδειξε επιμέλεια στη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και ότι θα έπρεπε να είχε εκδώσει τις αναγκαίες διατάξεις εντός προθεσμιών που έχουν λήξει από μακρού (30), παραμένει αναντίρρητο ότι οι πρώτες υποχρεώσεις που βάρυναν τους κτηνοτρόφους είναι πολύ πιο πρόσφατες.

(97)

Επιπλέον, αντίθετα από ορισμένα άλλα κοινοτικά πρότυπα, η οδηγία για τη νιτρορρύπανση δεν περιέχει επακριβείς υποχρεώσεις, με τις οποίες οι οικονομικοί παράγοντες θα έπρεπε να ευθυγραμμιστούν χωρίς προηγούμενη παρέμβαση του κράτους μέλους. Η οδηγία αυτή δεν περιέχει επίσης καταληκτική ημερομηνία για την προσαρμογή των εγκαταστάσεων.

(98)

Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή είναι πάντοτε της γνώμης ότι, ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων που σχετίζονται με την οδηγία για τη νιτρορρύπανση, οι υποχρεώσεις που βάρυναν τους κτηνοτρόφους μπορούσαν να θεωρηθούν νέα πρότυπα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004. Πράγματι, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα οδηγούσε σε τιμωρία των κτηνοτρόφων λόγω αδράνειας της Γαλλίας σε νομικό επίπεδο.

(99)

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι οι επενδύσεις που υλοποιήθηκαν σε περιοχές μη ευπρόσβλητες κατά την έννοια της οδηγίας για τη νιτρορρύπανση, όπου οι όροι που απαιτεί η οδηγία δεν έχουν εφαρμογή, μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να επωφεληθούν από τα υψηλά ποσοστά, λόγω του ότι είχαν εφαρμογή πρότυπα λιγότερο απαιτητικά από τα προβλεπόμενα στην εν λόγω οδηγία και οι προβλεπόμενες εργασίες υπερέβαιναν τις υφιστάμενες ελάχιστες απαιτήσεις στις περιφέρειες αυτές.

(100)

Όσον αφορά τις επενδύσεις που πρέπει να υλοποιηθούν στις ευπρόσβλητες περιοχές, η Επιτροπή, παραμένοντας συνεπής με τον συλλογισμό της που έχει ήδη αναπτυχθεί σε σχέση με τη φύση των προτύπων που βάρυναν τους κτηνοτρόφους ως νέων, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούσε να εφαρμοστεί προσαύξηση των ποσοστών ενίσχυσης. Έτσι, τα ποσοστά αυτά μπορούσαν να καθοριστούν σε 60 % του κόστους των επενδύσεων ή και σε 75 % στις μειονεκτικές περιοχές.

(101)

Επειδή τα αριθμητικά στοιχεία που παρασχέθηκαν από τις γαλλικές αρχές αποδεικνύουν ότι το επίπεδο των ενισχύσεων ποτέ δεν υπερέβη στην πράξη το 60 % των δαπανών, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν κατά την περίοδο 1994-1999 στο πλαίσιο του PMPOA μπορούν να εγκριθούν.

(102)

Η Επιτροπή θεωρεί, με βάση το ανωτέρω σκεπτικό, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο συμβιβάζεται με τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού και, ειδικότερα, με το άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο γ) της συνθήκης.

V.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(103)

Το μέτρο που συνίσταται στη χορήγηση ενίσχυσης για επενδύσεις υπέρ των κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων στο πλαίσιο του προγράμματος ελέγχου της ρύπανσης γεωργικής προέλευσης (PMPOA) κατά την περίοδο 1994-2000 μπορεί να υπαχθεί στην παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο γ) της συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων που υλοποιούσαν οι κάτοχοι γεωργικών εκμεταλλεύσεων στο πλαίσιο του προγράμματος ελέγχου της ρύπανσης γεωργικής προέλευσης (PMPOA) από το 1994 έως το 2000 συμβιβάζεται με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3, στοιχείο γ) της συνθήκης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 18 Φεβρουαρίου 2004.

Για την Επιτροπή

Franz FISCHLER

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 179 της 23.6.2001, σ. 18.

(2)  Κρατική ενίσχυση αριθ. N 136/91.

(3)  ΕΕ L 218 της 6.8.1991, σ. 1.

(4)  C(93) 1988.

(5)  Βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-126/96 και C-127/96, Breda Fucine Meridionali SpA και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή, σ. II-3437. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο μια ανακοίνωση κράτους μέλους δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως έγκυρη κοινοποίηση στο βαθμό που δεν αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης και δεν υποβλήθηκε στη Γενική Γραμματεία. Ως εκ τούτου, η ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί μη κοινοποιηθείσα.

(6)  Κρατική ενίσχυση αριθ. N 342/94.

(7)  Βλ. υποσημείωση αριθ. 5.

(8)  Βλ. υποσημείωση αριθ. 1.

(9)  Κρατική ενίσχυση αριθ. N 355/2000.

(10)  ΕΕ L 375 της 31.12.1991, σ. 1.

(11)  Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή — οι οποίες έχουν εν μέρει αντληθεί από την ιστοσελίδα των οργανισμών υδάτινων πόρων (http://www.eaufrance.tm) — οι οργανισμοί υδάτινων πόρων είναι δημόσια ιδρύματα του κράτους που δημιουργήθηκαν το 1964, τα οποία διαθέτουν νομική προσωπικότητα και οικονομική αυτονομία. Έχουν τεθεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και διευθύνονται από διοικητικό συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι αντιπροσωπευτική των διαφόρων χρηστών υδάτινων πόρων. Οι οργανισμοί κατανέμονται σε έξι μεγάλες υδρολογικές λεκάνες, οι οποίες καλύπτουν το σύνολο του μητροπολιτικού εθνικού εδάφους: Adour—Garonne, Artois—Picardie, Loire—Bretagne, Rhin—Meuse, Rhône—Méditerrannée—Corse και Seine—Normandie. Διαθέτουν όλοι ταυτόσημη οργάνωση, αποτελούμενη από μια επιτροπή υδρολογικής λεκάνης, ένα οργανισμό υδάτινων πόρων και το διοικητικό συμβούλιο αυτού. Η πολιτική τους ορίζεται από την επιτροπή υδρολογικής λεκάνης και διαρθρώνεται γύρω από τέσσερις μεγάλους άξονες: τη διαχείριση και την εξασφάλιση υδάτινων πόρων· την καταπολέμηση της ρύπανσης· τη διαφύλαξη του υδατικού περιβάλλοντος και την παρακολούθηση της ποιότητας των εσωτερικών και παράκτιων υδάτων.

Μεταξύ 1997 και 2001, οι οργανισμοί υδάτινων πόρων προέβλεψαν παροχή ενισχύσεων για τη χρηματοδότηση εργασιών που αποτιμήθηκαν σε περίπου 16 δισεκατ. ευρώ για τη διαφύλαξη των υδάτινων πόρων και για την καταπολέμηση της ρύπανσης. Προσφέρουν τεχνικές συμβουλές στους αιρετούς άρχοντες, στους βιομηχάνους και στους γεωργούς και τους παρέχουν οικονομική βοήθεια, για να πραγματοποιήσουν τις αναγκαίες εργασίες για την καταπολέμηση της ρύπανσης των υδάτων και για την προστασία των υδάτινων πόρων. Οι χρηματοδοτήσεις των οργανισμών προέρχονται από αναλογικά τέλη εισπραττόμενα από τους ρυπαίνοντες, από τους υδρολήπτες και από τους καταναλωτές ύδατος. Τα τέλη αυτά στη συνέχεια αναδιανέμονται υπό μορφή ενισχύσεων (επιχορηγήσεων και δανείων) στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στις βιομηχανίες και στη γεωργία (και γενικότερα στους κυρίους των έργων) για την εκτέλεση έργων όπως σταθμοί καθαρισμού, δίκτυα αποχέτευσης, έργα παραγωγής πόσιμου ύδατος, διευθετήσεις κοίτης ποταμών, μελέτες, δίκτυα μέτρησης.

(12)  Οι λεπτομέρειες σχετικά με τις επιχορηγούμενες επενδύσεις υπάρχουν στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας.

(13)  Έκθεση που συντάχθηκε στις 26 Ιουλίου 1999 και δημοσιεύθηκε το 2000 στον κόμβο του γαλλικού Υπουργείου Γεωργίας: http://www.agriculture.gouv.fr.

(14)  Βλ. ιδίως: απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Compagnie nationale Air France κατά Επιτροπής, υπόθεση T-358/94, Συλλογή, σ. II-2109· απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 1977, υπόθεση 78/76, Steinike & Weinlig κατά ΟΔΓ, Συλλογή, σ. 595· απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Ιανουαρίου 2001, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-197/97 και T-198/97, Weyl Beef Products BV και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή, σ. II-303· απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Ιανουαρίου 1985, υπόθεση 290/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή, σ. 439· ανακοίνωση της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τους περιβαλλοντικούς φόρους και επιβαρύνσεις στην ενιαία αγορά [COM (97) 9 τελικό].

(15)  Βλ. εξαντλητική επιχειρηματολογία της Επιτροπής σχετικά με το δημόσιο χαρακτήρα των οργανισμών υδατίνων πόρων στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας.

(16)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(17)  ΕΕ C 28 της 1.2.2000, σ. 2 και διορθωτικό, ΕΕ C 232 της 12.8.2000, σ. 17.

(18)  ΕΕ L 128 της 19.5.1975, σ. 1.

(19)  ΕΕ C 72 της 10.3.1994, σ. 3.

(20)  ΕΕ L 142 της 2.6.1997, σ. 1.

(21)  1 FRF = 0,15 ευρώ

(22)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 1.

(23)  ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 21.

(24)  ΕΕ L 148 της 28.6.1968, σ. 24.

(25)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 77.

(26)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, υπόθεση 730/79, Philip Morris Holland BV κατά Επιτροπής, Συλλογή, σ. 2671, σημείο 11.

(27)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Οκτωβρίου 1984, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 91 και 127/83, Heineken Brouwerijen BV κατά Inspecteur der Vennootschapsbelasting του Άμστερνταμ και της Ουτρέχτης, Συλλογή, σ. 3435.

(28)  ΕΕ L 214 της 13.8.1999, σ. 31. Το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 2 προβλέπει ότι «όταν οι επενδύσεις πραγματοποιούνται με σκοπό τη συμμόρφωση με ελάχιστες απαιτήσεις που έχουν θεσπιστεί πρόσφατα όσον αφορά το περιβάλλον [...], είναι δυνατόν να χορηγηθεί ενίσχυση για τη συμμόρφωση με τις νέες αυτές απαιτήσεις. Στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατόν να προβλεφθεί προθεσμία για τη συμμόρφωση με τις ελάχιστες αυτές απαιτήσεις, εφόσον η προθεσμία αυτή είναι απαραίτητη για την επίλυση ειδικών προβλημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με τις νέες αυτές απαιτήσεις και εφόσον είναι σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία.»

(29)  ΕΕ L 1 της 3.1.2004, σ. 1.

(30)  Πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι η Επιτροπή, αφού κίνησε διαδικασία παράβασης κατά της Γαλλίας, προσέφυγε στο Δικαστήριο για κακή εφαρμογή της οδηγίας για τη νιτρορρύπανση στο εν λόγω κράτος. Το Δικαστήριο στη συνέχεια καταδίκασε τη Γαλλία γιατί δεν είχε προβεί με τον προσήκοντα τρόπο στον προσδιορισμό των υδάτων που πλήττονται από τη ρύπανση και, κατά συνέπεια, στον καθορισμό των σχετικών ευπρόσβλητων περιοχών (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2002, υπόθεση C-258/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή, σ. I-05959).


6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/14


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Μαΐου 2004

σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που σχεδιάζει να εφαρμόσει η Ιταλία υπέρ των πτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων — Πρόγραμμα A.I.M.A. πτηνοτροφικός τομέας — C 59/2001 (ex N 97/1999)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 1802]

(Το κείμενο στην ιταλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(2007/52/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ι.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με επιστολή της στις 17 Δεκεμβρίου 1999, η οποία καταχωρίστηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1999, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε το εν λόγω μέτρο στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης, σχετικά με ορισμένες παρεμβάσεις του προγράμματος Α.Ι.Μ.Α. (ιταλικός σύνδεσμος γεωργικών αγορών) υπέρ του πτηνοτροφικού τομέα της ιταλικής αγοράς, ο οποίος επλήγη σοβαρά από τη μείωση της κατανάλωσης και των πωλήσεων πουλερικών ύστερα από την «κρίση της διοξίνης» το 1999.

(2)

Με επιστολές της στις 8 Αυγούστου 2000, η οποία καταχωρίστηκε στις 9 Αυγούστου 2000, στις 15 Νοεμβρίου 2000, η οποία καταχωρίστηκε στις 21 Νοεμβρίου 2000, στις 27 Φεβρουαρίου 2001, η οποία καταχωρίστηκε την 1η Μαρτίου 2001, και στις 23 Μαΐου 2001, η οποία καταχωρίστηκε στις 28 Μαΐου 2001, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή τις συμπληρωματικές πληροφορίες που ζητήθηκαν από τις ιταλικές αρχές με επιστολή στις 18 Φεβρουαρίου 2000 (αναφ. AGR 5073), στις 2 Οκτωβρίου 2000 (αναφ. AGR 25123), στις 10 Ιανουαρίου 2001 (αναφ. AGR 000449) και στις 24 Απριλίου 2001 (αναφ. AGR 009825).

(3)

Με επιστολή της στις 30 Ιουλίου 2001, η Επιτροπή ενημέρωσε την Ιταλία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης κατά της ενίσχυσης αυτής.

(4)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (1). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το εν λόγω μέτρο.

(5)

Οι ιταλικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με επιστολή της 24ης Οκτωβρίου 2001, η οποία καταχωρίστηκε στις 26 Οκτωβρίου 2001. Η Επιτροπή δεν έχει λάβει παρατηρήσεις εκ μέρους των άλλων ενδιαφερομένων.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Νομική βάση

(6)

Εθνικό πρόγραμμα παρεμβάσεων Α.Ι.Μ.Α. για το έτος 1999. Η νομική βάση της προτεινόμενης ενίσχυσης είναι το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του νόμου αριθ. 610/82, το οποίο εξουσιοδοτεί το φορέα Α.Ι.Μ.Α. «χρησιμοποιώντας τα μέσα που έχει στη χρηματοοικονομική του διαχείριση, σε συνάρτηση με την εξέλιξη στην εσωτερική αγορά και τις διαθεσιμότητες (...), να προσφέρει γεωργικά προϊόντα διατροφής σε αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες καθορίζονται σε συμφωνία με το υπουργείο Εξωτερικών και κατόπιν διαβούλευσης με το Εθνικό Ινστιτούτο Διατροφής».

Πλαίσιο

(7)

Η εθνική ένωση πτηνοτρόφων (UNA) της Ιταλίας ζήτησε από τον A.I.M.A. να παρέμβει στην αγορά με σκοπό την αποκατάσταση των σοβαρών συνεπειών της «κρίσης της διοξίνης» στον τομέα του κρέατος των πουλερικών.

(8)

Σε ένα πρώτο στάδιο (βλ. την επιστολή της 17ης Δεκεμβρίου 1999), ύστερα από την άρνηση του A.I.M.A. να αγοράσει 17 000 τόνους απώλητου κρέατος, αξίας 40 δισ. ITL (20 εκατ. EUR περίπου), η UNA πρότεινε την εμπορική διάθεση ενός μέρους του κρέατος αυτού (11 450 τόνων) σε πλεονεκτικές τιμές στις αγορές των αναπτυσσόμενων χωρών· τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής εμπορικής αξίας του εμπορεύματος και της τιμής πώλησής του (20 δισ. ITL περίπου, δηλ. το 50 % της εμπορικής αξίας της αγοράς) θα την επιβαρυνόταν ο A.I.M.A.

(9)

Σε συνέχεια των παρατηρήσεων των υπηρεσιών της Επιτροπής (βλ. την επιστολή της 18ης Φεβρουαρίου 2000), από τις οποίες προέκυπτε ότι η ενίσχυση εμφανιζόταν περισσότερο ως επιστροφή κατά την εξαγωγή η οποία θα κάλυπτε τη διαφορά μεταξύ της τιμής των πουλερικών στις αγορές του τρίτου κόσμου και της τιμής στην ιταλική αγορά (και, κατά συνέπεια, ως ενίσχυση εξ ορισμού ασύμβατη με την κοινή αγορά, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων της Κοινότητας έναντι του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της κοινής οργάνωσης αγορών), οι ιταλικές αρχές, στην επιστολή τους της 10ης Αυγούστου 2000, δεν ανέφεραν πλέον το αρχικό αντικείμενο της ενίσχυσης, αλλά εκτιμούσαν ότι οι ζημίες τις οποίες είχαν υποστεί οι ιταλοί πτηνοτρόφοι μπορούσαν να θεωρηθούν ως αποτέλεσμα έκτακτου γεγονότος (και όχι ως συνέπεια κανονικών κινδύνων της αγοράς) και για το λόγο αυτό μπορούσαν να περιληφθούν στην παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης.

Mέτρο

(10)

Το εν λόγω πρόγραμμα προβλέπει τη χορήγηση αντιστάθμισης στους πτηνοτρόφους που υπέστησαν μείωση των τιμών και των πωλήσεων εξ αιτίας της «κρίσης της διοξίνης» και της ανησυχίας που εξαπλώθηκε στους καταναλωτές. Η ενίσχυση αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μέσων τιμών που καταγράφηκαν στις χώρες οι οποίες δεν επλήγησαν από την κρίση και στις ιταλικές τιμές κατά την περίοδο Ιουνίου-Ιουλίου 1999 (περίοδος την οποία θα κάλυπτε η αντιστάθμιση). Οι μέσες τιμές στις χώρες που δεν επλήγησαν από την κρίση (εκτός της Ιταλίας) ήταν, σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, 137,89 EUR/100 kg για το μήνα Ιούνιο και 132,35 EUR/100 kg για το μήνα Ιούλιο. Η διαφορά της τιμής είναι επομένως 53,966 EUR/100 kg για το μήνα Ιούνιο και 46,218 EUR/100 kg για το μήνα Ιούλιο (2). Η ενίσχυση ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο σε 21 150 ITL/100 kg (δηλ. 10,92 EUR/100 kg) και σε 15 400 ITL/100 kg (δηλ. 7,95 EUR/100 kg). Η ενίσχυση χορηγείται για το κρέας που παρήχθη και διετέθη στην αγορά κατά τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2001, συνολικού ύψους 10 329 138 EUR.

(11)

Για να αιτιολογήσουν την ενίσχυση αυτή, οι ιταλικές αρχές διευκρινίζουν ότι η «κρίση της διοξίνης» επέφερε όχι μόνο σημαντική μείωση της παραγωγής και της εμπορίας (λόγω των διαταραχών στην αγορά που ακολούθησαν την κρίση), αλλά και εξίσου σημαντική μείωση της κατανάλωσης πτηνοτροφικών προϊόντων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν οι ιταλικές αρχές, οι πωλήσεις σε χαμηλή τιμή των ιταλών παραγωγών έφτασαν τα 34 700 000 kg κρέατος τον Ιούνιο του 1999 (έναντι 52 000 000 kg τον Ιούνιο 1998) και 30 200 000 kg τον Ιούλιο του 1999 (έναντι 51 000 000 kg τον Ιούλιο του 1998 (3). Παρά τα προληπτικά μέτρα που έλαβε η UNA για να αποφευχθεί μια κρίση υπερπαραγωγής κρέατος πουλερικών (μέτρα που αφορούσαν τη σφαγή κατά το μήνα Μάρτιο νεοσσών οι οποίοι θα έπρεπε να σφαγούν κατά τους επόμενους μήνες), η «κρίση της διοξίνης» εμπόδισε την επίτευξη ικανοποιητικών αποτελεσμάτων στον τομέα αυτόν.

(12)

Στις επιστολές τους, με ημερομηνίες 21 Νοεμβρίου 2000 και 28 Μαΐου 2001, οι ιταλικές αρχές επεσήμαναν τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατά τη διάρκεια των μηνών της κρίσης: η ανησυχία την οποία δημιούργησαν επιδείνωσε τη μεγάλη πτώση της κατανάλωσης κρέατος πουλερικών (μικρότερη, σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, κατά 29,1 % για τον Ιούνιο, κατά 10,1 % για τον Ιούλιο, κατά 16,2 % για τον Αύγουστο και κατά 5,9 % για όλη τη χρονιά). Η πτώση της ζήτησης προκάλεσε σαφή συρρίκνωση των τιμών, ιδίως κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο (-30 % και -30,1 % συγκριτικά με τους ίδιους μήνες της προηγούμενης χρονιάς). Εξάλλου, για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτή, οι ιταλοί παραγωγοί έπρεπε να αποθηκεύσουν 4 150 τόνους κρέατος κοτόπουλου τον Ιούνιο, 9 271 τόνους τον Ιούλιο και 2 595 τόνους τον Αύγουστο, διότι δεν ήταν δυνατόν να διοχετευτούν στην αγορά.

(13)

Η ενίσχυση δεν προβλέπει καμία αποζημίωση για τη θανάτωση των ζώων ή την εξάλειψη των προϊόντων ζωικής προέλευσης που είναι ακατάλληλα για κατανάλωση και διάθεση στην αγορά.

Ποσό της ενίσχυσης

(14)

Το ανώτατο συνολικό ύψος της προβλεπόμενης συνδρομής είναι 20 δισ. ITL (δηλ. 10 329 138 EUR).

Λόγοι για την κίνηση της διαδικασίας

(15)

Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης επειδή είχε αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα του συστήματος με την κοινή αγορά. Οι αμφιβολίες αυτές αφορούσαν τη δυνατότητα εξομοίωσης της εν λόγω ενίσχυσης με ενίσχυση η οποία προορίζεται για την αποζημίωση των ζημιών που οφείλονται σε έκτακτο γεγονός. Μάλιστα οι ιταλικές αρχές αναφέρθηκαν στο άρθρο 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που προορίζονται για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από έκτακτα γεγονότα συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Η κοινοποίηση αναφέρεται στην «κρίση της διοξίνης» ως έκτακτο γεγονός.

(16)

Η έννοια του έκτακτου γεγονότος δεν καθορίζεται στη Συνθήκη. Η Επιτροπή εφαρμόζει τη διάταξη αυτή κατά περίπτωση αφού εκτιμήσει το συγκεκριμένο γεγονός. Στην περίπτωση της «κρίσης της διοξίνης» στα τρόφιμα και στις ζωοτροφές που παράγονταν στο Βέλγιο, η Επιτροπή είχε καταλήξει ότι επρόκειτο για έκτακτο γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης, δεδομένης της φύσης και της έκτασης των περιορισμών που έπρεπε να επιβληθούν με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας στη χώρα αυτή (4).

(17)

Είχαν υπάρξει κι άλλα προηγούμενα όσον αφορά τον ορισμό του έκτακτου γεγονότος ιδίως στο πλαίσιο πολυάριθμων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο (5) κατά τη διάρκεια της κρίσης της ΣΕΒ: η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για έκτακτο γεγονός λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την απαγόρευση των εξαγωγών βοείου κρέατος και τη μείωση της κατανάλωσης βοείου κρέατος λόγω της ανασφάλειας και της ανησυχίας που είχαν προκαλέσει οι πληροφορίες σχετικά με τη ΣΕΒ. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα συγκεκριμένα παραδείγματα δεν αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σε μια χώρα της οποίας η αγορά διαταράχθηκε λόγω της επιφυλακτικής στάσης των καταναλωτών λόγω της διοξίνης, αλλά σε χώρες που επλήγησαν άμεσα από τη νόσο (τη ΣΕΒ όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο και τη διοξίνη όσον αφορά το Βέλγιο).

(18)

Στις προαναφερθείσες περιπτώσεις η Επιτροπή ενέκρινε την αποζημίωση που δόθηκε στους παραγωγούς σε αντιστάθμισμα των απωλειών που υπέστη το εισόδημά τους λόγω του ότι οι απώλειες στο μερίδιο της αγοράς και η πτώση της κατανάλωσης οφείλονταν όχι μόνο στην ανησυχία του κοινού, αλλά και σε ειδικούς παράγοντες που εμπόδιζαν την κανονική εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων (σειρά μέτρων που έλαβαν οι αρχές σε συνδυασμό με μια πολύ ιδιαίτερη συμπεριφορά των καταναλωτών και των μαζικών μέσων ενημέρωσης). Σε όλες τις προαναφερθείσες αποφάσεις υπήρχε απευθείας και άμεση σύνδεση μεταξύ του συνόλου των καταστάσεων που καθορίζουν ένα έκτακτο γεγονός και των απωλειών που υπέστησαν οι επιχειρήσεις.

(19)

Αν και ζητήθηκε από τις ιταλικές αρχές να αποδείξουν τη σύνδεση των απωλειών του εισοδήματος που υπέστησαν οι παραγωγοί και της ύπαρξης έκτακτου γεγονότος ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να εγκρίνει την αντιστάθμιση των απωλειών αυτών κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης, δεν μπόρεσαν έως τώρα να παράσχουν μια πειστική εξήγηση. Η ταχεία εξάπλωση μιας κατάστασης συναγερμού μεταξύ των καταναλωτών, η οποία μεταφράζεται σε έντονη διαταραχή της αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται οι ιταλοί πτηνοτρόφοι, σε απώλεια μεριδίου της αγοράς και, κατά συνέπεια, σε μείωση του κανονικού κύκλου εργασιών, δεν φαίνεται να αποτελεί, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, έκτακτο γεγονός κατά την έννοια της Συνθήκης. Επιπλέον, τίποτε δεν αποδεικνύει ότι οι εθνικές ή κοινοτικές αρχές έλαβαν μέτρα για την αποτροπή των πωλήσεων.

(20)

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο αντίκτυπος των μαζικών μέσων ενημέρωσης ήταν μεγαλύτερος στην Ιταλία απ’ ό, τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, λόγω της αυξημένης ευαισθησίας του κοινού σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων και της ύπαρξης μιας πολύ κριτικής κοινής γνώμης όσον αφορά τα συστήματα παραγωγής του κτηνοτροφικού τομέα, δεν αποδεικνύεται και πάλι ότι το γεγονός αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί έκτακτο.

(21)

Η Επιτροπή αναρωτήθηκε μάλιστα γιατί οι ιταλοί παραγωγοί δεν εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση αυτή για να αυξήσουν τις πωλήσεις των πτηνοτροφικών προϊόντων τους στο εξωτερικό (ή ακόμη και στην εθνική επικράτεια) δεδομένου ότι η Ιταλία, αντίθετα από το Βέλγιο, δεν περιλαμβανόταν στις χώρες που επλήγησαν άμεσα από την «κρίση της διοξίνης».

(22)

Μία ακόμη πλευρά του θέματος που πρέπει να διευκρινιστεί είναι η δήλωση των ιταλικών αρχών ότι οι παραγωγοί αναγκάστηκαν να καταψύξουν το απώλητο κρέας (4 150,8 τόνους τον Ιούνιο, 9 271,3 τόνους τον Ιούλιο και 2 595,9 τόνους τον Αύγουστο). Με βάση τη δήλωση αυτή, τα πτηνοτροφικά προϊόντα που έμειναν απώλητα κατά την περίοδο της κρίσης θα μπορούσαν να πωληθούν αργότερα. Εάν πράγματι συνέβαινε αυτό, οι απώλειες θα ήταν μικρότερες από εκείνες που δηλώθηκαν κατά την εξέταση του φακέλου. Επίσης, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει ούτε τις ποσότητες κρέατος που έμειναν απώλητες εξαιτίας της μείωσης της ζήτησης η οποία συνδέθηκε με το φόβο της διοξίνης, ούτε το μέγεθος της υπερπαραγωγής λόγω κακής εκτίμησης της καλοκαιρινής ζήτησης.

(23)

Με βάση τις σκέψεις αυτές, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποκλείσει την περίπτωση να πρόκειται για μια ενίσχυση που σκοπό είχε όχι να συμβάλει στην ανάπτυξη του τομέα, αλλά απλώς στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των παραγωγών, ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε με αποκλειστική βάση την τιμή, την ποσότητα ή τη μονάδα παραγωγής, δηλαδή ενίσχυση λειτουργίας ασύμβατη με την κοινή αγορά σύμφωνα με το σημείο 3.5 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (6) (στο εξής «κατευθυντήριες γραμμές»).

(24)

Η Επιτροπή εξέφρασε επομένως αμφιβολίες σχετικά με την ύπαρξη σύνδεσης των απωλειών του εισοδήματος που υπέστησαν οι παραγωγοί του πτηνοτροφικού τομέα στην Ιταλία και του χαρακτηρισμού του γεγονότος ως εκτάκτου, καθώς και για το γεγονός ότι οι εν λόγω ενισχύσεις πληρούν τις προϋποθέσεις για να εγκριθούν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 2 σημείο β) ή του άρθρου 87 παράγραφος 3 σημείο γ) της Συνθήκης (αφού, όσον αφορά την τελευταία παράγραφο, ούτε φαίνεται να συμβάλουν στην ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων) ή για να εγκριθούν σύμφωνα με κάποιο από τα σημεία των κατευθυντήριων γραμμών.

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ

(25)

Σε επιστολή τους της 24ης Οκτωβρίου 2001, η οποία καταχωρίστηκε στις 26 Οκτωβρίου 2001, οι ιταλικές αρχές υπενθύμισαν, κυρίως, ότι η μείωση της κατανάλωσης των πτηνοτροφικών προϊόντων κατά τη διάρκεια των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και, σε μικρότερη έκταση, έως και το Δεκέμβριο του 1999, δεν είχε αμφισβητηθεί στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας.

(26)

Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, δεδομένου ότι οι απώλειες που προκλήθηκαν από την πτώση των πωλήσεων και τη μείωση των τιμών δεν είχαν αμφισβητηθεί από την Επιτροπή, το μοναδικό θέμα ήταν να αποδειχτεί η σύνδεση των απωλειών αυτών με την «κρίση της διοξίνης». Η σύνδεση αυτή, όπως υποστηρίζουν, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι πρώτες πληροφορίες σχετικά με τη διοξίνη στα κοτόπουλα κυκλοφόρησαν στις 28 Μαΐου 1999, στις 19.00 και η αιφνίδια πτώση των πωλήσεων εμφανίστηκε από τον Ιούνιο του 1999 (μείωση των πωλήσεων κατά 29 % σε σχέση με τον Ιούνιο του 1998). Η καταναλωτική τάση στην Ιταλία ήταν ευθέως ανάλογη με την ανησυχία που δημιουργήθηκε στο κοινό από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, με αποτέλεσμα την πολύ μεγάλη πτώση των πωλήσεων τη στιγμή της πρώτης μετάδοσης των πληροφοριών σχετικά με τη διοξίνη, μια ανάκαμψή τους κατά το μήνα Ιούλιο, όταν μειώθηκε το ενδιαφέρον των μέσων, και την εκ νέου μείωση των πωλήσεων τον Αύγουστο, ύστερα από τη μετάδοση της απόφασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διπλασιάσει τα όρια ανοχής για τη διοξίνη σε ορισμένα προϊόντα. Από το μήνα Σεπτέμβριο κι έπειτα το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης μειωνόταν όλο και περισσότερο για το θέμα αυτό και η κατανάλωση των πτηνοτροφικών προϊόντων επανήλθε προοδευτικά σε κανονικά επίπεδα.

(27)

Συνεπώς, σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, η σύνδεση της ανησυχίας του κοινού η οποία δημιουργήθηκε ύστερα από τη μετάδοση των πληροφοριών σχετικά με τη διοξίνη στο Βέλγιο με την πτώση της κατανάλωσης και των τιμών είναι αδιαμφισβήτητη.

(28)

Επομένως, απομένει να αποδειχτεί ότι η «κρίση της διοξίνης» που δημιουργήθηκε στην Ιταλία μπορεί να θεωρηθεί έκακτο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης. Η Επιτροπή έχει ήδη αναγνωρίσει το χαρακτηρισμό της «κρίσης της διοξίνης» που εκδηλώθηκε στο Βέλγιο ως έκτακτο γεγονός, δεδομένης της φύσης και του εύρους των περιορισμών που επιβλήθηκαν με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας. Είναι αλήθεια ότι η Ιταλία δεν επλήγη άμεσα από την «κρίση της διοξίνης». Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επιπτώσεις της κρίσης ξεπέρασαν τα εθνικά σύνορα και έπληξαν γειτονικές χώρες, μεταξύ των οποίων και την Ιταλία.

(29)

Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, πρέπει να νοείται «έκτακτο γεγονός», κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης, κάθε μη προβλέψιμο ή δύσκολα προβλέψιμο γεγονός, όπως οι φυσικές καταστροφές. Επομένως, πρέπει να αξιολογηθεί το ίδιο το γεγονός και όχι τα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπισή του, τα οποία ήταν απλώς μια συνέπεια του γεγονότος αυτού. Εξάλλου, στην περίπτωση της ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο έκτακτος χαρακτήρας του γεγονότος είχε γίνει δεκτός από την Επιτροπή, λόγω της απαγόρευσης που έπληξε τις εξαγωγές κρέατος, αλλά κυρίως λόγω της πτώσης της κατανάλωσης βοείου κρέατος η οποία οφειλόταν στην αβεβαιότητα και στην ανησυχία που δημιουργήθηκαν στο κοινό από τις πληροφορίες σχετικά με τη ΣΕΒ. Η ίδια κατάσταση δημιουργήθηκε στην Ιταλία το 1999 ύστερα από την ανησυχία του κοινού σχετικά με τη διοξίνη. Η απαγόρευση των εξαγωγών που επιβλήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχε σημαντική επίπτωση στη μείωση της κατανάλωσης, αφού, ακόμη και αν δεν είχε επιβληθεί η απαγόρευση, οι ξένοι καταναλωτές (όπως και οι άγγλοι καταναλωτές) θα είχαν έτσι κι αλλιώς περιορίσει την κατανάλωσή τους σε βόειο κρέας, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό κάθε άλλη διέξοδο προς το εξωτερικό για τα συγκεκριμένα προϊόντα. Στην περίπτωση της διοξίνης το 1999, πρέπει να προστεθεί ότι όλες οι τρίτες χώρες είχαν απαγορεύσει, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, τις εισαγωγές κρέατος πουλερικών από την ΕΕ.

(30)

Ο λόγος για τον οποίο οι ιταλοί παραγωγοί δεν στράφησαν ούτε προς τις ξένες αγορές ούτε προς την ιταλική αγορά συνδέεται με τον υπερεθνικό χαρακτήρα του γεγονότος, το οποίο ξεπέρασε κατά πολύ τα σύνορα του Βελγίου.

(31)

Τα εισοδήματα ορισμένων ιταλικών πτηνοτροφικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου Ιουνίου-Αυγούστου 1999, μαρτυρούν σαφώς, σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, την πτώση που καταγράφηκε σε επίπεδο τιμών και πωλήσεων.

IV.   ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Ύπαρξη της ενίσχυσης

(32)

Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης, οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και οι οποίες νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(33)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (7), προβλέπει, στο άρθρο 19, ότι με την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα άρθρα 87, 88 και 89 της Συνθήκης εφαρμόζονται στην παραγωγή και το εμπόριο των προϊόντων που αναφέρονται στον εν λόγω κανονισμό.

(34)

Το προτεινόμενο μέτρο προβλέπει την καταβολή δημόσιων κεφαλαίων σε ορισμένες επιχειρήσεις· η εν λόγω ενίσχυση (η οποία ανέρχεται σε 20 δισ. ITL) χορηγείται επιλεκτικά στους πτηνοτρόφους οι οποίοι θεωρείται ότι είχαν υποστεί απώλειες λόγω της «κρίσης της διοξίνης». Εξάλλου, το μέτρο αυτό ευνοεί ορισμένες παραγωγές (του πτηνοτροφικού τομέα) και είναι πιθανόν να διαταράξει τις συναλλαγές, λαμβανομένου υπόψη του μεριδίου της Ιταλίας στη συνολική παραγωγή πουλερικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (13,2 %). Το 2001, η ιταλική μεικτή παραγωγή πουλερικών ανερχόταν σε 1 134 000 τόνους και η αντίστοιχη παραγωγή της ΕΕ των 15 σε 9 088 000 τόνους (8).

(35)

Το εν λόγω μέτρο ανταποκρίνεται επομένως στον ορισμό των κρατικών ενισχύσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

Συμβατότητα της ενίσχυσης

(36)

Η απαγόρευση της χορήγησης μιας κρατικής ενίσχυσης δεν είναι απόλυτη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ιταλικές αρχές επικαλέστηκαν τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης, σύμφωνα με τις οποίες μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις που προορίζονται για την αποκατάσταση ζημιών οι οποίες προκλήθηκαν από φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα.

(37)

Επειδή στη Συνθήκη δεν περιλαμβάνεται ο ορισμός του όρου «έκτακτο γεγονός», πρέπει να επαληθευτεί ότι η «κρίση της διοξίνης» που δημιουργήθηκε στην Ιταλία μπορεί να θεωρηθεί έκτακτο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης.

(38)

Σύμφωνα με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (9), στο πλαίσιο της αξιολόγησης των μέτρων που αποσκοπούν στην αντιστάθμιση των απωλειών που απορρέουν από φυσικές καταστροφές ή έκτακτα γεγονότα, η Επιτροπή εκτίμησε, λογικότατα, ότι έπρεπε να δοθεί περιοριστική ερμηνεία στις έννοιες «φυσική καταστροφή» και «έκτακτο γεγονός» που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 2, στοιχείο β), αφού οι έννοιες αυτές αποτελούν εξαιρέσεις από τη γενική αρχή της ασυμβατότητας των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά, που ορίζεται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Έως τώρα, η Επιτροπή έχει δεχτεί ότι οι σεισμοί, οι χιονοστιβάδες, οι κατολισθήσεις και οι πλυμμύρες μπορούν να θεωρηθούν φυσικές καταστροφές. Τα έκτακτα γεγονότα που έχουν γίνει δεκτά έως τώρα από την Επιτροπή είναι ο πόλεμος, οι εσωτερικές διαταραχές ή οι απεργίες, όπως επίσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και σύμφωνα με την έκτασή τους, τα σοβαρά πυρηνικά ή βιομηχανικά ατυχήματα ή οι πυρκαγιές που οδηγούν σε πολύ σοβαρές απώλειες. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν έχει δεχτεί ως έκτακτο γεγονός πυρκαγιά η οποία εκδηλώθηκε σε απλή μεταποιητική μονάδα με κάλυψη από κανονική εμπορική ασφάλεια. Κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή δεν δέχεται τις εστίες νόσων ζώων ή φυτών ως φυσικές καταστροφές ή έκτακτα γεγονότα. Ωστόσο, σε μία περίπτωση έχει αναγνωρίσει ως έκτακτο γεγονός την εξαιρετικά εκτεταμένη διάδοση μιας άγνωστης έως τότε νόσου των ζώων. Λόγω των εγγενών δυσκολιών για την πρόβλεψη τέτοιου είδους γεγονότων, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να αξιολογεί τις προτάσεις χορήγησης ενισχύσεων σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) κατά περίπτωση, ακολουθώντας την καθιερωμένη στον τομέα αυτόν πρακτική. Αυτή η κατά περίπτωση ανάλυση είναι ιδιαιτέρως απαραίτητη όταν πρόκειται για ενίσχυση σε ευαίσθητο τομέα, όπως είναι η πτηνοτροφία, όπου κάθε μέτρο παρέμβασης στις αγορές θα μπορούσε να πλήξει τα μέτρα που προβλέπονται από την κοινή οργάνωση αγορών.

(39)

Κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχτεί ότι η χημική μόλυνση των τροφίμων που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο θα μπορούσε να αποτελέσει, αυτή καθαυτή, έκτακτο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης. Αντίθετα, ο κίνδυνος της μόλυνσης αποτελεί συνέπεια του γεγονότος ότι δεν εξασφαλίζονται τα υψηλότατα επίπεδα ποιότητας σε όλη την τροφική αλυσίδα.

(40)

Στην περίπτωση της «κρίσης της διοξίνης» στο Βέλγιο, χρειάστηκε να ληφθούν υπόψη πολλά στοιχεία πριν τελικά αποφασιστεί ότι η κρίση αυτή αποτελούσε έκτακτο γεγονός. Η Επιτροπή εκτίμησε κατ’ αρχάς την έκταση των μέτρων που είχαν ληφθεί για να αντιμετωπιστεί η κρίση και να προστατευτεί η ανθρώπινη υγεία, μεταξύ των οποίων ήταν η απαγόρευση της διάθεσης στην αγορά και της λιανικής πώλησης κρέατος πουλερικών, η απαγόρευση των συναλλαγών και των εξαγωγών προς τρίτες χώρες ορισμένων προϊόντων ζωικής προέλευσης που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και τα ζώα και την επιβολή μιας σειράς συνθηκών, μεταξύ των οποίων η επιτήρηση, η ιχνηλασιμότητα και ο έλεγχος των εν λόγω προϊόντων (10). Επομένως, ο χαρακτηρισμός του γεγονότος ως εκτάκτου βασιζόταν σε δύο στοιχεία, αφενός στην ανακοίνωση των βελγικών αρχών και στη λήψη έκτακτων μέτρων που ακολούθησε, και αφετέρου στο γεγονός ότι ήταν αδύνατον να διατεθεί στην αγορά η παραγωγή, με αποτέλεσμα οι βέλγοι παραγωγοί να βυθιστούν σε κατάσταση κρίσης. Η κρίση αυτή από τη φύση της και τις επιπτώσεις της στους ενδιαφερόμενους παράγοντες διέφερε πολύ από τη συνήθη κατάσταση και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί κανονικά η αγορά. Η ραγδαία εξάπλωση της ανησυχίας μεταξύ των καταναλωτών και η απαγόρευση που επέβαλαν πολλές τρίτες χώρες στις εισαγωγές ζώων και ζωικών προϊόντων από το Βέλγιο επιδείνωσε την κατάσταση και προκάλεσε μεγάλες διαταράχες στην αγορά στην οποία δραστηριοποιούνταν οι βέλγοι παραγωγοί, απώλεια μεριδίων της αγοράς και, κατά συνέπεια, μείωση του κύκλου εργασιών συγκριτικά με ό, τι θα αναμενόταν από μια κανονική κατάσταση της αγοράς.

(41)

Ούτε η χημική μόλυνση των προϊόντων ούτε η πτώση των πωλήσεων ήταν αρκετή για να αποδοθεί ο χαρακτηρισμός «έκτακτο γεγονός», ο οποίος προέκυψε από το συνδυασμό των σημαντικών περιοριστικών μέτρων για την εμπορία και τις εξαγωγές των προϊόντων αυτών και της μείωσης των πωλήσεων και των τιμών. Το κλίμα συναγερμού και η αντίδραση των καταναλωτών απέναντι στη μόλυνση του κρέατος των πουλερικών από τη διοξίνη συνέβαλαν απλώς στο να χαρακτηριστεί το συγκεκριμένο γεγονός έκτακτο.

(42)

Στην περίπτωση των ιταλών παραγωγών, διαπιστώνεται ότι δεν επιβλήθηκε κανένα περιοριστικό μέτρο για την εμπορία και τις εξαγωγές ούτε για την προστασία της υγείας των καταναλωτών, αφού η χώρα δεν είχε πληγεί ευθέως από την κρίση. Ο μόνος απρόβλεπτος παράγοντας που δημιούργησε διαταραχή στην αγορά ήταν η εξάπλωση της ανησυχίας μεταξύ των καταναλωτών και η αντίδρασή τους σε μια μόλυνση που είχε εμφανιστεί αλλού.

(43)

Η κατάσταση στην Ιταλία δεν μπορεί να εξομοιωθεί με εκείνη των χωρών που επλήγησαν ευθέως από την κρίση. Έκτακτο γεγονός χαρακτηρίστηκε η «κρίση της διοξίνης» στο Βέλγιο και όχι η κρίση αυτή καθαυτή. Όπως αναφέρθηκε στις αιτιολογικές σκέψεις 35 έως 38 ούτε η χημική μόλυνση των τροφίμων που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο ούτε η εκδήλωση ενός κλίματος συναγερμού αποτελούν έκτακτο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης.

(44)

Οι ιταλικές αρχές αναφέρθηκαν επίση στην πρώτη «κρίση ΣΕΒ» στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, η έκτακτη κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο τομέας του βοείου κρέατος συνδεόταν απόλυτα με τη γενική απαγόρευση των εξαγωγών ζώντων ζώων και βοείου κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τις ευρωπαϊκές και τις τρίτες χώρες. Οι επιπτώσεις των εμπορικών μέτρων που ελήφθησαν στο πλαίσιο της ΣΕΒ είχαν μία άνευ προηγουμένου έκταση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Επιτροπή τόνισε ότι, μεταξύ των μέτρων που είχαν ληφθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής, ήταν η συνολική απαγόρευση που επιβλήθηκε στα βρετανικά κρέατα, καθώς και σε κάθε προϊόν με βάση τα κρέατα αυτά που θα μπορούσε να εισέλθει στην τροφική αλυσίδα του ανθρώπου ή των ζώων, και η οποία προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου μείωση της εσωτερικής κατανάλωσης κρέατος. Η πτώση της κατανάλωσης συνδέθηκε, στην περίπτωση αυτή, με σοβαρούς περιορισμούς της αγοράς και δημιούργησε μια κατάσταση η οποία μπορούσε να χαρακτηριστεί έκτακτη.

(45)

Εξάλλου, στις πιο πρόσφατες περιπτώσεις ΣΕΒ στην Ευρώπη (11), η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η μείωση των πωλήσεων ή των εισοδημάτων δεν χαρακτηρίστηκε έκτακτο γεγονός. Η μείωση των πωλήσεων θεωρείται συνέπεια ενός έκτακτου γεγονότος, το οποίο προκύπτει από το σπάνιο συνδυασμό διαφόρων παραγόντων. Όπως και στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, ενισχύσεις που προορίζονται για την αντιμετώπιση έκτακτων γεγονότων κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης εγκρίθηκαν για τις χώρες που επλήγησαν ευθέως, χώρες στις οποίες διάφοροι παράγοντες συνέβαλαν για να χαρακτηριστεί η κρίση έκτακτο γεγονός: οι πολύ αρνητικές επιπτώσεις για τους ευρωπαίους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων, η κατάσταση συναγερμού που εξαπλώθηκε μεταξύ των καταναλωτών, η απαγόρευση που επιβλήθηκε από μεγάλο αριθμό τρίτων χωρών στις εισαγωγές ζώων και προϊόντων με βάση το κρέας από την ΕΕ, καθώς και πολλά περιστατικά που δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθούν από τους κτηνοτρόφους που συνέβαλαν στην επιδείνωση της κατάστασης της κρίσης και στη δημιουργία ανησυχίας στους καταναλωτές. Ακολούθησε πολύ σοβαρή διαταραχή της αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται οι ευρωπαίοι παραγωγοί, η διαδοχική απώλεια μεριδίων της αγοράς και, κατά συνέπεια, μείωση του κύκλου εργασιών συγκριτικά με ό, τι θα αναμενόταν από μια κανονική κατάσταση της αγοράς.

(46)

Ένα σημαντικό στοιχείο που ελήφθη υπόψη για να αναγνωριστεί η κρίση αυτή ως έκτακτο γεγονός από την Επιτροπή ήταν η σταθερότητα και η ισορροπία της αγοράς βοείου κρέατος πριν την εκδήλωση της κρίσης. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 52 έως 55) και όπως δήλωσαν και οι ίδιες οι ιταλικές αρχές (βλ. επιστολές της 28ης Αυγούστου 2000 και της 15ης Νοεμβρίου 2000) αυτό δεν ίσχυε στην περίπτωση της αγοράς πουλερικών στην Ιταλία, η οποία βρισκόταν ήδη σε κατάσταση υπερπαραγωγής και πτώσης των τιμών.

(47)

Σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις και ιδίως σε αυτές που αναφέρθηκαν από τις ιταλικές αρχές, το έκτακτο γεγονός δημιουργηθήκε στην εν λόγω χώρα και προκάλεσε τη λήψη σειράς περιοριστικών μέτρων, μέτρων ελέγχου της αγοράς και υγειονομικών μέτρων, τα οποία συνέβαλαν στη μείωση των πωλήσεων και στην πτώση των τιμών των συγκεκριμένων προϊόντων.

(48)

Εξάλλου, ένα έκτακτο γεγονός πρέπει τουλάχιστον να παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ενός γεγονότος το οποίο, από τη φύση του και τις επιπτώσεις του στους ενδιαφερόμενους παράγοντες, διακρίνεται σαφώς από τις συνήθεις καταστάσεις και υπερβαίνει το πλαίσιο των κανονικών συνθηκών λειτουργίας της αγοράς. Η απρόβλεπτη φύση ενός γεγονότος ή η δυσκολία πρόβλεψης ενός τέτοιου γεγονότος μπορεί να συνηγορήσει στο να του αποδοθεί ο χαρακτηρισμός έκτακτο, αλλά δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί ένα γεγονός έκτακτο κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης.

(49)

Στην προκειμένη περίπτωση, η επικαλούμενη πτώση δεν διαφοροποιείται από άλλα γεγονότα που επηρεάζουν τη ζήτηση, όπως το κλείσιμο μιας αγοράς εξαγωγών. Ένα τέτοιο γεγονός είναι εξίσου απρόβλεπτο, αλλά αποτελεί μέρος των εμπορικών κινδύνων στους οποίους εκτίθεται μια επιχείρηση και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί έκτακτο κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης.

(50)

Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, οι ιταλοί παραγωγοί δεν διέθεταν καμία άλλη διέξοδο, επειδή η κρίση είχε εξαπλωθεί κατά πολύ πέρα από τα βελγικά σύνορα και η μείωση της κατανάλωσης κρέατος πουλερικών είχε πλήξει ολόκληρη την Ευρώπη.

(51)

Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες διαθέτει η Επιτροπή, οι ενδοκοινοτικές εξαγωγές πουλερικών τους μήνες Ιούνιο και Αύγουστο 1999 είχαν παραμείνει σταθερές σε σχέση με την ετήσια τάση και μάλιστα είχαν αυξηθεί σε σχέση με το 1998. Οι ενδοκοινοτικές εξαγωγές για το μήνα Ιούλιο ήταν υψηλότερες από το μέσο όρο που καταγράφτηκε για το 1999 και τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Αν και η αύξηση αυτή δεν ήταν αρκετή για να διατεθεί το σύνολο του πλεονάζοντος αποθέματος που δήλωσαν οι ιταλικές αρχές, περιόρισε τις επιπτώσεις της κρίσης στους παραγωγούς, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να πωλήσουν ένα μέρος της παραγωγής τους στην κοινοτική αγορά. Οι ιταλικές αρχές δεν παρείχαν κανένα αριθμητικό στοιχείο που να αποδεικνύει την απουσία άλλων διεξόδων στην κοινοτική αγορά, περιοριζόμενες απλώς στο να βεβαιώσουν ότι λόγω της κρίσης στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχε μειωθεί η κατανάλωση κρέατος πουλερικών. Σύμφωνα με τις ίδιες αρχές, όμως, ορισμένες χώρες, όπως η Δανία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Αυστρία, η Πορτογαλία, η Φινλανδία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, μπορούσαν να θεωρηθούν χώρες αναφοράς για τη σύγκριση των τιμών (βλ. αιτιολογική σκέψη 7 πιο πάνω) λόγω του ότι δεν είχαν πληγεί από την κρίση αυτή. Θα μπορούσαν επομένως να είναι και αποδέκτες ενός μέρους τουλάχιστον της πλεονάζουσας αυτής παραγωγής.

(52)

Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της πολιτικής της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή του του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης στο γεωργικό τομέα, οποιαδήποτε υπεραντιστάθμιση των απωλειών πρέπει να αποκλειστεί.

(53)

Ο προβλεπόμενος από τις ιταλικές αρχές μηχανισμός αντιστάθμισης βασίζεται σε ενίσχυση για το κρέας που είχε παραχθεί και διατεθεί στην αγορά κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 1999, η οποία υπολογίστηκε βάσει της διαφοράς μεταξύ των μέσων τιμών στις χώρες που δεν επλήγησαν από την κρίση και των μέσων ιταλικών τιμών. Η διαφορά αυτή ανέρχεται, σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, σε 53,966 EUR/100 kg για τον Ιούνιο και σε 46,218 EUR/100 kg για τον Ιούλιο. Η ενίσχυση ανέρχεται σε 21 150 ITL/100 kg (δηλ. 10,92 EUR/100 kg) και σε 15 400 ITL/100 kg (δηλ. 7,95 EUR/100 kg).

(54)

Αυτή μέθοδος υπολογισμού παρουσιάζει δύο προβλήματα. Το πρώτο αφορά τη δήλωση των ιταλικών αρχών σύμφωνα με την οποία το απώλητο απόθεμα καταψύχθηκε (12). Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να πωληθούν αργότερα τα πτηνοτροφικά προϊόντα που έμειναν απώλητα κατά την περίοδο της κρίσης. Εάν πράγματι συνέβαινε αυτό, οι απώλειες θα ήταν μικρότερες από εκείνες που δηλώθηκαν κατά την εξέταση του φακέλου. Οι ιταλικές αρχές δεν έκαναν κανένα σχόλιο επ’ αυτού. Επομένως, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο της υπεραντιστάθμισης των απωλειών μέσω της μετατοπισμένης χρονικά πώλησης ενός μέρους της παραγωγής σε κανονικές πιθανότατα τιμές. Επιπλέον, οι ιταλικές αρχές δήλωσαν ότι τον Ιούνιο του 1999 εσφάγησαν 43 170,1 τόνοι κοτόπουλων και το μήνα Ιούλιο 47 485,9 τόνοι, δηλαδή συνολικά 90 656 τόνοι (βλ. την επιστολή της 15ης Νοεμβρίου 2000), ενώ οι ποσότητες που πωλήθηκαν ανέρχονται σε 34 700 000 kg κρέατος για το μήνα Ιούνιο 1999 και σε 30 200 000 kg για το μήνα Ιούλιο, δηλαδή συνολιά σε 64 900 τόνους. Το μήνα Ιούνιο καταψύχθηκαν 4 150,8 τόνοι και το μήνα Ιούλιο 9 271,3 τόνοι, δηλαδή συνολικά 13 422,1 τόνοι. Δεν δόθηκε κανένα στοιχείο σχετικά με τον προορισμό του παραχθέντος κρέατος που ούτε πωλήθηκε ούτε καταψύχθηκε, γεγονός που δεν αποκλείει κάποιον άλλον εμπορικό προορισμό.

(55)

Η Ιταλία στη συνέχεια αναφέρεται στις μέσες τιμές των άλλων ευρωπαϊκών χωρών που δεν επλήγησαν από την κρίση, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι στην Ιταλία η τάση των τιμών ήταν πτωτική πριν από τον Ιούνιο του 1999 ούτε τη μεταβλητότητα που παρουσιάζουν οι τιμές του κρέατος των πουλερικών. Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζεται η καταγεγραμμένη τάση στην Ιταλία κατά τα έτη 1998, 1999 και 2000 (13):

Μηνιαίες τιμές αγοράς για ολόκληρα κοτόπουλα

EUR/100 kg

Image

(56)

Σύμφωνα με τη δήλωση των ιταλικών αρχών, στον τομέα του κρέατος των πουλερικών υπήρχε ήδη υπερπαραγωγή και εξαιτίας αυτού οι παραγωγοί είχαν αποφασίσει, κατά το μήνα Μάρτιο, να σφαγιάσουν ένα μέρος των πουλερικών που επρόκειτο να σφαγούν τους μήνες Απρίλιο και Μάιο ώστε να μειώσουν την προσφορά κρέατος κατά το μήνα Ιούνιο κατά 4,8 %. Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, λόγω της «κρίσης της διοξίνης», η σφαγή και η διάθεση στην αγορά του 10 % της παραγωγής του Ιουνίου μεταφέρθηκαν στους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, προκαλώντας έτσι αύξηση της προσφοράς κατά τους δύο αυτούς μήνες. Βάσει των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, η εκτροφή νεοσσών αυξήθηκε κατά πολύ τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο ώστε να εκτιμάται ότι τον Ιούνιο η παραγωγή αυξήθηκε κατά 5,6 %.

(57)

Από τη σύγκριση των στοιχείων που αφορούν τη σφαγή κατόπουλων μεταξύ των μηνών Μαΐου και Αυγούστου 1999 με τα στοιχεία των αντίστοιχων μηνών του προηγούμενου έτους προκύπτει ότι υπήρξε, τουλάχιστον κατά το μήνα Μάιο του 1999, αύξηση της σφαγής και κατά συνέπεια αύξηση της προσφοράς κοτόπουλων σχεδόν κατά 9 %. Τον Ιούνιο του 1999 η προσφορά μειώθηκε κατά 10 % σε σχέση με τον Ιούνιο του 1998 και τον Ιούλιο του 1999 ο αριθμός των κοτόπουλων που εσφάγησαν ήταν υψηλότερος σχεδόν κατά 10 % του αριθμού που καταγράφτηκε το 1998. Η ανοδική αυτή τάση της προσφοράς συνεχίστηκε και τον Αύγουστο του 1999 (+6,5 %). Δεδομένου ότι οι τιμές ακολουθούν γενικά την τάση της προσφοράς, θα μπορούσαμε να συνάγουμε μια μείωση των τιμών σε σχέση με τις τιμές του Απριλίου, οι οποίες ήταν ήδη μειωμένες σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, λόγω της υπερπαραγωγής. Επομένως, μια σύγκριση μεταξύ των τιμών των πουλερικών στην Ιταλία τον Ιούνιο και τον Ιούλιο και του μέσου όρου των τιμών στις χώρες που δεν επλήγησαν από την «κρίση της διοξίνης» θα οδηγούσε σε υπερκτίμηση της αξίας των κοτόπουλων στην Ιταλία.

(58)

Λόγω της μεταβλητότητας των τιμών των κοτόπουλων στην Ιταλία και της πτωτικής τάσης των τιμών που είχε ήδη καταγραφεί πριν από την «κρίση της διοξίνης», οποιαδήποτε σύγκριση των τιμών πώλησης του Ιουνίου 1999 και εκείνων του Ιουνίου 1998 δεν θα ήταν σωστή και δεν θα αντικατόπτριζε την υπερπαραγωγή που γνώριζε ήδη η αγορά κοτόπουλου στην Ιταλία και τη συνακόλουθη πτώση των τιμών που είχε ήδη καταγραφεί. Η δήλωση των ιταλικών αρχών σύμφωνα με την οποία οι παραγωγοί είχαν ήδη λάβει μέτρα για τη διόρθωση της κατάστασης της αγοράς, προχωρώντας από το μήνα Μάρτιο στη σφαγή νεοσσών που κανονικά θα εσφάζοντο τους μήνες Απρίλιο και Μάιο με σκοπό να περιορίσουν την προσφορά κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο, έρχεται σε αντίφαση με τα στοιχεία που αφορούν την εκτροφή νεοσσών και, κατά συνέπεια, με τις προβλέψεις παραγωγής, που μαρτυρούν μια αύξηση της προσφοράς το μήνα Ιούνιο και μια μικρή μείωση (-1,6 %) το μήνα Ιούλιο. Βάσει των στοιχείων αυτών, οποιαδήποτε πρόβλεψη των τιμών για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 1999 (σε σχέση με τις τιμές του Ιουνίου 1998 ή με τις τιμές που καταγράφτηκαν στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που δεν επλήγησαν από την «κρίση της διοξίνης») θα ήταν εικοτολογία.

(59)

Επομένως, η Επιτροπή μπορεί να συμπεράνει ότι δεδομένου ότι το κλίμα συναγερμού δεν αποτελεί έκτακτο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης και ότι η μέθοδος υπολογισμού των απωλειών που προτείνεται από τις ιταλικές αρχές μπορεί να οδηγήσει σε υπερκτίμηση των απωλείων που υπέστησαν οι ιταλοί παραγωγοί κρέατος πουλερικών, το μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατό με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης.

(60)

Ακόμη και αν αναλυθεί βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 της Συνθήκης, η ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με την κοινή αγορά. Το άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο α) δεν εφαρμόζεται επειδή σκοπός της ενίσχυσης δεν ήταν να προωθηθεί η οικονομική ανάπτυξη περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθιστα χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση.

(61)

Όσον αφορά το άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο β) της Συνθήκης, η εν λόγω ενίσχυση δεν προορίζεται για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους.

(62)

Εάν βασιστούμε στο άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο δ), σκοπός της εν λόγω ενίσχυσης δεν είναι η επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό.

(63)

Όσον αφορά το άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο γ) της Συνθήκης, δεδομένου ότι ο εν λόγω νόμος κοινοποιήθηκε σωστά, σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3, από τις ιταλικές αρχές, για την αξιολόγησή του ισχύουν οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (14) (στο εξής «κατευθυντήριες γραμμές»). Σύμφωνα με το σημείο 23.3 των κατευθυντήριων γραμμών, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές εφαρμόζονται στις νέες κρατικές ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν ήδη κοινοποιηθεί από τα κράτη μέλη, αλλά για τις οποίες η Επιτροπή δεν έχει ακόμη αποφασίσει, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2000.

(64)

Οι ενισχύσεις για την αντιστάθμιση των απωλειών εισοδήματος που συνδέονται με επιζωοτία διέπονται από το σημείο 11.4. Η κρατική ενίσχυση μπορεί να περιλαμβάνει εύλογη αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών που αφορούν την ανασύσταση της αγέλης ή την εκ νέου φύτευση καθώς και της τυχόν περιόδου απομόνωσης ή αναμονής που επιβάλλεται ή συνιστάται από τις αρμόδιες αρχές, ώστε να καταστεί δυνατή η εξάλειψη της ασθένειας πριν την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου ή την εκ νέου φύτευση της εκμετάλλευσης. Η υποχρεωτική σφαγή των ζώων κατόπιν εντολής της υγειονομικής/κτηνιατρικής αρχής, στο πλαίσιο σχεδίου πρόληψης και εξάλειψης της επιζωοτίας, αποτελεί επομένως προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενίσχυσης αυτής.

(65)

Από την κοινοποίηση προκύπτει σαφώς ότι καμία εντολή σφαγής ζώων στο πλαίσιο σχεδίου πρόληψης και εξάλειψης της επιζωοτίας δεν δόθηκε από τις υγειονομικές/κτηνιατρικές αρχές, δεδομένου ότι η χημική μόλυνση δεν επηρέασε τις ιταλικές επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, το εν λόγω μέτρο δεν πληροί τους όρους που προβλέπονται στο σημείο 11.4 των κατευθυντηρίων γραμμών.

(66)

Βάσει των όσων προαναφέρθηκαν, η ενίσχυση υπέρ των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής πουλερικών δεν μπορεί να θεωρηθεί ενίσχυση για την αποζημίωση ζημιών που προκλήθηκαν από έκτακτο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2, στοιχείο β) της Συνθήκης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ενίσχυση που εμπίπτει στις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3. Επομένως, η εν λόγω ενίσχυση εμφανίζεται ως ενίσχυση λειτουργίας, ασύμβατη με την κοινή αγορά, σύμφωνα με το σημείο 3.5 των κατευθυντηρίων γραμμών (15).

(67)

Η ενίσχυση αποτελεί επίσης παραβίαση των κανόνων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2777/75, σύμφωνα με τον οποίο μόνο τα ακόλουθα μέτρα είναι δυνατόν να λαμβάνονται για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού: μέτρα για την προαγωγή μιας καλύτερης οργάνωσης της παραγωγής, της μεταποίησης και της εμπορίας τους· μέτρα για την ποιοτική βελτιώση· μέτρα για να καταστεί δυνατή η κατάρτιση βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προβλέψεων βάσει των χρησιμοποιουμένων μέσων παραγωγής· μέτρα για να διευκολυνθεί η διαπίστωση της εξέλιξης των τιμών τους στην αγορά. Εξάλλου, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας που θα επέφερε η εφαρμογή μέτρων για την καταπολέμηση της διάδοσης των ασθενειών στα ζώα, είναι δυνατόν να ληφθούν έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς που θίγεται από αυτούς τους περιορισμούς, κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται μόνο κατά το μέτρο και για το χρονικό διάστημα που είναι αυστηρώς αναγκαία για τη στήριξη αυτής της αγοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, κανένα τέτοιου είδους μέτρο δεν ελήφθη στην Ιταλία. Κανένα άλλο είδος κρατικής ενίσχυσης δεν μπορεί να χορηγείται σύμφωνα με τα άρθρα 87 έως 89 της Συνθήκης. Όπως αναφέρεται και στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη, η εν λόγω ενίσχυση δεν είναι σύμφωνη με τους κανόνες που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις και επομένως δεν είναι συμβατή με την κοινή αγορά.

V.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(68)

Λαμβανομένων υπόψη των όσων προαναφέρθηκαν, η Επιτροπή μπορεί να συμπεράνει ότι οι ενισχύσεις που προβλέπονται από το πρόγραμμα Α.Ι.Μ.Α. υπέρ του πτηνοτροφικού τομέα αποτελούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 και δεν μπορεί να ισχύσει καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3.

(69)

Δεδομένου ότι το πρόγραμμα κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει ότι τα μέτρα ενίσχυσης δεν μπορούν να εφαρμοστούν παρά μόνο μετά την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν συντρέχει λόγος για να ζητηθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο

Οι ενισχύσεις που σκοπεύει να χορηγήσει η Ιταλία στο πλαίσιο του «εθνικού προγράμματος παρεμβάσεων Α.Ι.Μ.Α. για το έτος 1999» είναι ασύμβατες προς την κοινή αγορά.

Η Ιταλία δεν μπορεί να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα ενίσχυσης.

Άρθρο 2

Η Ιταλία ενημερώνει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για την εφαρμογή της.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ιταλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 19 Μαΐου 2004.

Για την Επιτροπή

Franz FISCHLER

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 254 της 13.9.2001, σ. 2.

(2)  Οι αντίστοιχες τιμές στην Ιταλία ήταν 83,924 EUR/100 kg και 86,132 EUR/100 kg.

(3)  Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν τις ποσότητες των προϊόντων που αγοράστηκαν από ιδιώτες καταναλωτές και από συνεταιρισμούς.

(4)  Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων αριθ. NN 87/99, NN 88/99, NN 89/99, N 380/99, N 386/99 και αριθ. NN 95/99, N 384/99.

(5)  Βλ. κρατικές ενισχύσεις αριθ. N 299/96, N 290/96, N 278/96 και N 289/96.

(6)  ΕΕ C 232 της 12.8.2000.

(7)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 77.

(8)  Πηγή: Eurostat και Ευρωπαϊκή Επιτροπή

(9)  ΕΕ C 28 της 1.2.2000, σ. 2.

(10)  Τα μέτρα αυτά υλοποιήθηκαν μέσω τριών αποφάσεων της Επιτροπής: απόφαση 1999/363/ΕΚ, της 3ης Ιουνίου 1999, για μέτρα προστασίας όσον αφορά την μόλυνση από διοξίνες ορισμένων ζωικών προϊόντων που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα (EE L 141 της 4.6.1999, σ. 24). Τα μέτρα αυτά αφορούν κυρίως το κρέας των πουλερικών και όλα τα προϊόντα που προέρχονται από πουλερικά, όπως τα αυγά και τα προϊόντα τους, τα λίπη, οι ζωικές πρωτεΐνες, πρώτες ύλες που προορίζονται για τα τρόφιμα κ.λπ. αποφάσεις 1999/368/ΕΚ, της 4ης Ιουνίου 1999 και 1999/389/ΕΚ, της 11ης Ιουνίου 1999, για μέτρα προστασίας όσον αφορά τη μόλυνση από διοξίνες προϊόντων που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα, και προέρχονται από βοοειδή και χοίρους (ΕΕ L 142 της 5.6.1999, σ. 46 και ΕΕ L 147 της 12.6.1999, σ. 26). Τα μέτρα αυτά αφορούν κυρίως το βόειο και χοίρειο κρέας, το γάλα και όλα τα προϊόντα που προέρχονται από αυτά.;

(11)  Βλ., μεταξύ άλλων, τις ενισχύσεις N 113/A/2001 (απόφαση SG 01 290550 της 27.7.2001), N 437/2001 (απόφαση SG 01 290526D της 27.7.2001), N 657/2001 (απόφαση SG 01 292096 της 9.11.2001) και NN 46/2001 (απόφαση SG 01 290558 D της 27.7.2001).

(12)  Βλ. την επιστολή της 23.5.2001, στην οποία οι ιταλικές αρχές δηλώνουν ότι οι παραγωγοί αναγκάστηκαν να καταψύξουν 4 150,8 τόνους τον Ιούνιο, 9 271,3 τόνους τον Ιούλιο και 2 595,9 τόνους τον Αύγουστο.

(13)  Δεδομένα που αφορούν τις ενδοκοινοτικές εξαγωγές κάθε είδους κρέατος πουλερικών (σε βάρος σφαγίων).

(14)  ΕΕ C 28 της 1.2.2000, σ. 2.

(15)  Απόφαση του Πρωτοδικείου της 8.6.1995 για την υπόθεση Τ459/1993 (Siemens SA — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) Συλλογή (1995) 1675.


6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/23


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Μαΐου 2004

σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 82 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 54 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά της Microsoft Corporation

(Υπόθεση COMP/C-3/37.792 — Microsoft)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 900]

(Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/53/ΕΚ)

Στις 24 Μαρτίου 2004 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 82 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 54 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του κανονισμού 17 (1), η Επιτροπή δημοσιεύει τα ονόματα των μερών και το ουσιώδες τμήμα της απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη το νόμιμο συμφέρον των επιχειρήσεων ως προς τη διαφύλαξη των επιχειρηματικών τους απορρήτων. Το πλήρες κείμενο της απόφασης στη μη εμπιστευτική μορφή του υπάρχει στις αυθεντικές γλώσσες της υπόθεσης και στις γλώσσες εργασίας της Επιτροπής στο δικτυακό τόπο της ΓΔ Ανταγωνισμού http://europa.eu.int/comm/competition/index_el.html

I.   ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ

Αποδέκτης, χαρακτήρας και διάρκεια της παράβασης

(1)

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Microsoft Corporation.

(2)

Η Microsoft Corporation παρέβη το άρθρο 82 της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 54 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, δεδομένου ότι:

αρνείται να παράσχει πληροφορίες διαλειτουργικότητας και να επιτρέψει τη χρήση τους για την ανάπτυξη και τη διανομή προϊόντων λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων, από τον Οκτώβριο του 1998 έως την ημερομηνία της παρούσας απόφασης,

θέτει ως όρο για την παροχή του λειτουργικού συστήματος Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη την ταυτόχρονη αγορά της εφαρμογής αναπαραγωγής μέσων Windows (Windows Media Player — WMP) από τον Μάιο του 1999 έως την ημερομηνία της παρούσας απόφασης.

Οι σχετικές αγορές

Λειτουργικά συστήματα ΠΥ

(3)

Τα λειτουργικά συστήματα είναι προϊόντα λογισμικού τα οποία ελέγχουν τις βασικές λειτουργίες ενός υπολογιστή. Οι «προσωπικοί υπολογιστές πελάτη» («ΠΥ») είναι υπολογιστές γενικού σκοπού που έχουν σχεδιαστεί για να χρησιμοποιούνται από ένα άτομο κάθε φορά και μπορούν να συνδεθούν με ένα δίκτυο υπολογιστών.

(4)

Τα λειτουργικά συστήματα μπορούν να χωριστούν σε i) λειτουργικά συστήματα για τους λεγόμενους προσωπικούς ΠΥ «συμβατούς Intel» και ii) τα λειτουργικά συστήματα για τους μη συμβατούς Intel ΠΥ. Στο πλαίσιο αυτό η συμβατότητα Intel αφορά ένα συγκεκριμένο τύπο αρχιτεκτονικής υλικού εξοπλισμού. Η προσαρμογή (porting) ενός λειτουργικού συστήματος που δεν έχει συμβατότητα Intel (για παράδειγμα το Macintosh της Apple), ώστε να χρησιμοποιηθεί σε υλικό εξοπλισμό που είναι συμβατό με την Intel, αποτελεί χρονοβόρα και πολυέξοδη διαδικασία. Ωστόσο, το εάν θα συμπεριληφθούν τα λειτουργικά συστήματα για συμβατούς και μη συμβατούς με την Intel ΠΥ στον ορισμό της σχετικής αγοράς είναι θέμα που μπορεί να παραμείνει ανοικτό δεδομένου ότι η διαφορά δεν είναι τέτοια που να επηρεάζει το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της ισχύος της Microsoft στην αγορά.

(5)

Τα λειτουργικά συστήματα για συσκευές χειρός, όπως οι προσωπικοί ψηφιακοί βοηθοί (Personal Digital Assistant — PDA) ή τα «έξυπνα» κινητά τηλέφωνα και τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές δεν μπορούν προς το παρόν να θεωρηθούν ως ανταγωνιστικά υποκατάστατα για τα λειτουργικά συστήματα ΠΥ πελάτη.

(6)

Όσον αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης στην πλευρά της προσφοράς, ένα προϊόν λογισμικού το οποίο δεν κυκλοφορεί προς το παρόν στην αγορά για τα λειτουργικά συστήματα ΠΥ πελάτη θα πρέπει να υποστεί σημαντικές τροποποιήσεις προκειμένου να προσαρμοστεί στις ειδικές ανάγκες των καταναλωτών της εν λόγω αγοράς. Αυτό συνεπάγεται μία διαδικασία ανάπτυξης και δοκιμής που απαιτεί σημαντικό χρόνο (συχνά περισσότερο από ένα έτος) και δαπάνες, καθώς και σημαντικό εμπορικό κίνδυνο. Επιπλέον, όπως διαπιστώθηκε κατά την εξέταση της κυριαρχίας της Microsoft στη σχετική αγορά, μια τέτοια νέα εταιρεία θα αντιμετώπιζε σημαντικούς φραγμούς εισόδου στην αγορά.

Λειτουργικά συστήματα διακομιστή ομάδας εργαζομένων

(7)

«Υπηρεσίες διακομιστή ομάδας εργαζομένων» είναι οι βασικές υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται από υπαλλήλους γραφείου στην καθημερινή τους εργασία, συγκεκριμένα για την κοινή χρήση τόσο αρχείων αποθηκευμένων σε διακομιστές όσο και εκτυπωτών, και για την κεντρική «διαχείριση» των δικαιωμάτων τους ως χρηστών δικτύου από την υπηρεσία πληροφορικής του οργανισμού τους. Τα «λειτουργικά συστήματα διακομιστή ομάδας εργαζομένων» είναι λειτουργικά συστήματα που έχουν σχεδιαστεί και διατίθενται στην αγορά για να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες συλλογικά σε σχετικά μικρό αριθμό ΠΥ που συνδέονται μεταξύ τους και σχηματίζουν μικρά έως μεσαίου μεγέθους δίκτυα.

(8)

Από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνάς της, επιβεβαιώθηκε ότι οι υπηρεσίες διακομιστή ομάδας εργαζομένων θεωρούνται από τους πελάτες ότι αποτελούν ένα ξεχωριστό σύνολο υπηρεσιών που παρέχουν οι διακομιστές. Συγκεκριμένα, η παροχή υπηρεσιών αρχείου και εκτύπωσης, αφενός, και υπηρεσιών διαχείρισης χρηστών, αφετέρου, είναι αλληλένδετες: εάν δεν υπήρχε σωστή διαχείριση ομάδας και χρηστών, οι χρήστες δεν θα είχαν αποτελεσματική και ασφαλή πρόσβαση στις υπηρεσίες επιμερισμού αρχείων και εκτυπωτών.

(9)

Οι διακομιστές ομάδας εργαζομένων (διακομιστές που χρησιμοποιούν λειτουργικό σύστημα διακομιστή ομάδας εργαζομένων) είναι διαφορετικοί από τους διακομιστές υψηλής ποιότητας που γενικά απαιτούνται για τη στήριξη εργασιών «καθοριστικής σημασίας», όπως ο έλεγχος αποθεμάτων, οι αεροπορικές κρατήσεις ή οι τραπεζικές συναλλαγές. Οι εργασίες αυτές ενδέχεται να απαιτούν την αποθήκευση τεράστιου αριθμού δεδομένων, καθώς και μέγιστη («απόλυτη») αξιοπιστία και διαθεσιμότητα (2). Οι εργασίες αυτές εκτελούνται από ακριβά μηχανήματα (αποκαλούμενα ενίοτε «διακομιστές επιχείρησης») ή από κεντρικούς υπολογιστές. Αντίθετα, τα λειτουργικά συστήματα διακομιστή ομάδας εργαζομένων εγκαθίστανται κατά κανόνα σε φθηνότερους υπολογιστές.

(10)

Ωστόσο, δεν χρησιμοποιούνται όλα τα μηχανήματα φθηνού διακομιστή ως διακομιστές ομάδας εργαζομένων. Για παράδειγμα, φθηνοί διακομιστές μπορούν επίσης να εγκατασταθούν στις «παρυφές» δικτύων και να ειδικεύονται στην εξυπηρέτηση ιστού (Web serving) (3) ή να παρέχουν υπηρεσίες κρυφής μνήμης ιστού (Web caching) (4), ή αντιπυρικής ζώνης (firewall) (5), αποκλείοντας τις βασικές υπηρεσίες διακομιστή ομάδας εργαζομένων.

(11)

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ενώ μόνον οι υπηρεσίες αρχείου, εκτύπωσης και διαχείρισης ομάδας και χρηστών συνιστούν τον πυρήνα των υπηρεσιών διακομιστή ομάδας εργαζομένων, τα λειτουργικά συστήματα διακομιστή ομάδας εργαζομένων, όπως και άλλα λειτουργικά συστήματα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για τη λειτουργία εφαρμογών. Οι εν λόγω εφαρμογές συχνά είναι στενά συνδεδεμένες με την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης ομάδας και χρηστών. Καθώς τα λειτουργικά συστήματα διακομιστή ομάδας εργαζομένων χρησιμοποιούνται κατά κανόνα με φθηνό υλικό εξοπλισμό, οι εν λόγω εφαρμογές δεν απαιτούν εξαιρετικά υψηλή αξιοπιστία.

Εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων με ροή δεδομένων

(12)

Οι εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων είναι εφαρμογές λογισμικού στην πλευρά των πελατών, κύρια λειτουργία των οποίων είναι να αποκωδικοποιούν, να αποσυμπιέζουν και να αναπαράγουν (και να επιτρέπουν την επεξεργασία) ψηφιακών αρχείων ήχου και βίντεο που έχουν μεταφορτωθεί ή μεταδοθεί μέσω του διαδικτύου (και άλλων δικτύων). Οι εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων μπορούν επίσης να αναπαράγουν αρχεία ήχου και βίντεο αποθηκευμένα σε μέσα όπως CD και DVD.

(13)

Όσον αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης στην πλευρά της ζήτησης, τα κλασικά μηχανήματα αναπαραγωγής, όπως οι συσκευές ανάγνωσης CD και DVD δεν υποκαθιστούν τις εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων, δεδομένου ότι προσφέρουν ένα πολύ περιορισμένο υποσύνολο των λειτουργιών των εφαρμογών αυτών. Οι εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων που εξαρτώνται από τεχνολογίες που ανήκουν σε τρίτους, σε αντίθεση με τον WMP, τον RealOne Player της RealNetworks και τον QuickTime Player της Apple, δεν θεωρείται πιθανό να περιορίσουν τη συμπεριφορά των τρίτων ενδιαφερομένων. Εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων που δεν είναι σε θέση να δεχθούν περιεχόμενο ήχου και βίντεο μεταδιδόμενο με ροή δεδομένων μέσω του Διαδικτύου δεν αποτελούν υποκατάστατα εφαρμογών αναπαραγωγής μέσων με ροή δεδομένων, δεδομένου ότι δεν ικανοποιούν τη συγκεκριμένη καταναλωτική ζήτηση για ροή δεδομένων.

(14)

Όσον αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης στην πλευρά της προσφοράς, οι σημαντικές επενδύσεις σε Ε&Α που απαιτούνται, η προστασία των υφιστάμενων τεχνολογιών μέσων με δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και οι έμμεσες επιπτώσεις δικτύου που χαρακτηρίζουν την αγορά γεννούν φραγμούς για τους παραγωγούς άλλων εφαρμογών λογισμικού περιλαμβανομένων των εφαρμογών αναπαραγωγής μέσων χωρίς ροή δεδομένων.

Δεσπόζουσα θέση

Λειτουργικά συστήματα προσωπικών υπολογιστών

(15)

Η Microsoft παραδέχθηκε ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά λειτουργικών συστημάτων προσωπικών υπολογιστών.

(16)

Η δεσπόζουσα αυτή θέση χαρακτηρίζεται από μερίδια αγοράς που παρέμειναν πολύ υψηλά τουλάχιστον από το 1996 (90 % + τα τελευταία χρόνια) και από την ύπαρξη πολύ υψηλών φραγμών εισόδου στην αγορά. Οι φραγμοί τούτοι συνδέονται ιδίως με την παρουσία έμμεσων επιπτώσεων δικτύου. Όντως, το εάν ένα λειτουργικό σύστημα ΠΥ είναι δημοφιλές μεταξύ χρηστών εξαρτάται από το εάν είναι δημοφιλές μεταξύ πωλητών εφαρμογών ΠΥ, που με τη σειρά τους επιλέγουν να εστιάσουν τις προσπάθειές τους στο λειτουργικό σύστημα ΠΥ που είναι το πιο δημοφιλές μεταξύ χρηστών. Αυτό δημιουργεί μια αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική που προστατεύει τη θέση των Windows ως το de facto πρότυπο λειτουργικών συστημάτων ΠΥ (φραγμός εισόδου από άποψη εφαρμογών).

Λειτουργικά συστήματα διακομιστή ομάδας εργαζομένων

(17)

Η Microsoft παραδέχθηκε ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων. Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται, συγκεκριμένα, στα εξής:

Η Επιτροπή εξέτασε διάφορα δεδομένα προκειμένου να μετρήσει το μερίδιο αγοράς της Microsoft στην αγορά λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων. Όλα τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν επιβεβαιώνουν ότι η Microsoft κατέχει με απόσταση την πρώτη θέση στην αγορά με μερίδιο που κατά μία εκδοχή υπερβαίνει το 50 %, ενώ για την πλειονότητα κυμαίνεται μεταξύ 60 και 75 %.

Υπάρχουν φραγμοί εισόδου στην αγορά λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων. Συγκεκριμένα, όσο πιο εύκολο είναι να βρεθούν τεχνίτες ειδικευμένοι στη διαχείριση ενός δεδομένου λειτουργικού συστήματος διακομιστή ομάδας εργαζομένων, τόσο περισσότεροι πελάτες είναι διατεθειμένοι να προμηθευτούν το σύστημα αυτό. Αντίθετα, όσο πιο δημοφιλές είναι ένα λειτουργικό σύστημα διακομιστή ομάδας εργαζομένων μεταξύ των πελατών, τόσο ευκολότερο είναι για τους τεχνίτες (και τόσο πιο πρόθυμοι είναι οι τεχνίτες) να αποκτήσουν τις γνώσεις που απαιτούνται για το προϊόν αυτό. Ο μηχανισμός αυτός μπορεί να εκφραστεί από οικονομικής πλευράς ως επιπτώσεις δικτύου.

Υπάρχουν ισχυροί εμπορικοί και τεχνικοί δεσμοί μεταξύ αγοράς λειτουργικών συστημάτων ΠΥ και αγοράς λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων. Ως αποτέλεσμα, η δεσπόζουσα θέση της Microsoft στον τομέα των λειτουργικών συστημάτων ΠΥ έχει σημαντικό αντίκτυπο στην παρακείμενη αγορά λειτουργικών συστημάτων διακομιστών ομάδων εργαζομένων.

Άρνηση παροχής πληροφοριών

(18)

Η απόφαση καταλήγει στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

Η Microsoft αρνήθηκε να προμηθεύσει στην Sun πληροφορίες που θα επέτρεπαν στην τελευταία να σχεδιάσει λειτουργικά συστήματα διακομιστή ομάδας εργαζομένων που θα μπορούσαν να ενταχθούν απόλυτα στην αρχιτεκτονική τομέα ενεργού καταλόγου (active directory domain architecture), ενός δικτύου διασυνδεόμενων πρωτοκόλλων ΠΥ πελάτη προς διακομιστή (client PC-to server) και διακομιστή προς διακομιστή (server-to-server) με τα οποία οργανώνονται τα δίκτυα ομάδων εργαζομένων στα Windows. Αξίζει να σημειωθεί ότι προκειμένου να επιτρέψει στη Sun να παράσχει τέτοια απόλυτη ένταξη, το μόνο που είχε να κάνει η Microsoft ήταν να διαβιβάσει τις προδιαγραφές των σχετικών πρωτοκόλλων, δηλαδή, τεχνική τεκμηρίωση και όχι να παράσχει πρόσβαση στον κωδικό λογισμικού των Windows, πόσω μάλλον να επιτρέψει την αναπαραγωγή του από την Sun. Υπάρχουν δύο ακόμη περιπτώσεις εκ των πραγμάτων άρνησης που πρέπει να επισημανθούν. Πρώτον, η άρνηση της Microsoft αποτελεί μέρος μιας γενικότερης άρνησης να παράσχει τις σχετικές πληροφορίες σε οποιονδήποτε πωλητή λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων. Δεύτερον, η άρνηση της Microsoft έρχεται σε αντίθεση με προγενέστερα επίπεδα παροχής πληροφοριών, δεδομένου ότι ανάλογες πληροφορίες για προηγούμενες εκδόσεις των προϊόντων της Microsoft είχαν τεθεί έμμεσα στη διάθεση της Sun και του ευρύτερου κλάδου, μέσω μιας άδειας εκμετάλλευσης προς την AT&T.

Η άρνηση της Microsoft κινδυνεύει να εξαλείψει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων διότι οι σχετικές πληροφορίες είναι απαραίτητες για τους ανταγωνιστές που κινούνται στην εν λόγω αγορά. Μαρτυρίες πελατών επιβεβαιώνουν την αλληλένδετη σχέση μεταξύ, αφενός, της προνομιακής διαλειτουργικότητας των λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων της Microsoft με το δικό της λειτουργικό σύστημα ΠΥ και, αφετέρου, την ταχύτατη κατάκτηση από μέρους της δεσπόζουσας θέσης στην αγορά (και την αυξανόμενη μίμηση των χαρακτηριστικών της αρχιτεκτονικής τομέα ενεργού καταλόγου που είναι ασύμβατα με τα προϊόντα των ανταγωνιστών της). Η έρευνα της Επιτροπής δείχνει, επίσης, ότι δεν υπάρχει τρέχον ή δυνητικό υποκατάστατο των πληροφοριών τις οποίες η Microsoft αρνείται να παράσχει.

Η άρνησή της περιορίζει την τεχνική ανάπτυξη εις βάρος των καταναλωτών, κατά παράβαση ιδίως του άρθρου 82, στοιχείο β). Εάν οι ανταγωνιστές είχαν πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες, θα ήταν σε θέση να παράσχουν νέα και βελτιωμένα προϊόντα στους καταναλωτές. Συγκεκριμένα, από τις μαρτυρίες της αγοράς απορρέει ότι οι καταναλωτές αξιολογούν θετικά χαρακτηριστικά όπως η ασφάλεια και η αξιοπιστία, μολονότι αυτά καθίστανται δευτερεύοντα εξαιτίας του πλεονεκτήματος της διαλειτουργικότητας που διαθέτει η Microsoft. Ως εκ τούτου, η άρνησή της να παράσχει τις πληροφορίες αυτές, βλάπτει έμμεσα τους καταναλωτές.

(19)

Οι εν λόγω έκτακτες περιστάσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η άρνηση της Microsoft συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ασυμβίβαστης με το άρθρο 82, εκτός εάν δικαιολογείται αντικειμενικά.

(20)

Η δικαιολογία που επικαλείται η Microsoft για την άρνησή της είναι ότι το να παράσχει τις υπόψη πληροφορίες και επιτρέποντας στους ανταγωνιστές της να τις χρησιμοποιήσουν προκειμένου να παράγουν συμβατά προϊόντα θα ισοδυναμούσε με την παροχή άδειας εκμετάλλευσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Η Επιτροπή δεν έλαβε θέση ως προς το βάσιμο του γενικού επιχειρήματος της Microsoft περί διανοητικής ιδιοκτησίας, που εν πάση περιπτώσει μπορεί να εξακριβωθεί μόνον σε μεμονωμένη βάση αφού πρώτα η Microsoft καταρτίσει τις σχετικές προδιαγραφές. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, το συμφέρον μιας επιχείρησης να ασκήσει τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας τα οποία έχει δεν δύναται καθεαυτό να αποτελέσει αντικειμενική αιτιολόγηση σε περίπτωση που διαπιστωθούν έκτακτες περιστάσεις όπως οι προαναφερόμενες.

(21)

Η Επιτροπή διερεύνησε κατά πόσο, υπό τις ειδικές περιστάσεις που διέπουν την υπόθεση, η αιτιολόγηση που προβάλλει η Microsoft βαρύνει περισσότερο από τις εν λόγω έκτακτες περιστάσεις και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εταιρεία δεν είχε παράσχει στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, μια διαταγή παροχής των σχετικών πληροφοριών δεν θα είχε ως συνέπεια την κλωνοποίηση του προϊόντος της Microsoft. Η Επιτροπή έλαβε, επίσης, υπόψη το γεγονός ότι η δημοσιοποίηση πληροφοριών όπως αυτές τις οποίες αρνήθηκε να παράσχει η Microsoft ήταν κάτι το σύνηθες στον κλάδο.

(22)

Επιπλέον, η Επιτροπή εμπνεύσθηκε από τη δέσμευση της IBM (6) έναντι της Επιτροπής το 1984 (δέσμευση ΙΒΜ), και από την οδηγία περί λογισμικού του 1991 (7). Η Microsoft όντως παραδέχεται ότι η δέσμευση της ΙΒΜ και η οδηγία περί λογισμικού παρέχουν χρήσιμη καθοδήγηση στην προκειμένη περίπτωση. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια διαταγή παροχής των πληροφοριών στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν ανάλογη προς τη δέσμευση ΙΒΜ κατά το ότι θα αφορούσε μόνον τις προδιαγραφές διεπαφής. Η Επιτροπή κατέληξε, επίσης, στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη άρνηση αποτελούσε άρνηση παροχής πληροφοριών διαλειτουργικότητας κατά την έννοια της οδηγίας περί λογισμικού. Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή σημείωσε ότι η οδηγία περί λογισμικού περιόριζε την άσκηση των δικαιωμάτων δημιουργού για λογισμικό (περιλαμβανομένης της άσκησης των δικαιωμάτων αυτών από μη δεσπόζουσες επιχειρήσεις) υπέρ της διαλειτουργικότητας, τονίζοντας με τον τρόπο αυτόν τη σημασία της διαλειτουργικότητας στον κλάδο λογισμικού. Σημείωσε, επίσης, ότι η οδηγία περί λογισμικού προβλέπει ρητά ότι οι διατάξεις της δεν επηρεάζουν την εφαρμογή του άρθρου 82, ιδίως όταν μια δεσπόζουσα επιχείρηση αρνείται να διαθέσει πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη διαλειτουργικότητα.

(23)

Επιπλέον, η Microsoft επικαλέσθηκε το επιχείρημα ότι η άρνησή της να παράσχει πληροφορίες διαλειτουργικότητας δεν μπορούσε να στοχεύει στον περιορισμό του ανταγωνισμού στην αγορά λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων, διότι δεν διέθετε οικονομικό κίνητρο για την εφαρμογή μιας τέτοιας στρατηγικής. Η Επιτροπή απέρριψε το επιχείρημα της Microsoft, επισημαίνοντας ότι βασιζόταν σε ένα οικονομικό υπόδειγμα το οποίο δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και ότι δεν συμφωνούσε με τις απόψεις που εξέφρασαν στελέχη της Microsoft σε εσωτερικά έγγραφα της εταιρείας τα οποία αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας.

Σύνδεση προϊόντων

(24)

Η απόφαση καταλήγει στη διαπίστωση ότι η Microsoft παραβαίνει το άρθρο 82 της συνθήκης, καθώς συνδέει το λογισμικό WMP με το λειτουργικό σύστημα ΠΥ Windows (στο εξής «Windows»). H Επιτροπή βασίζει τη διαπίστωση μιας καταχρηστικής σύνδεσης προϊόντων σε τέσσερα στοιχεία: i) η Microsoft κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά λειτουργικών συστημάτων ΠΥ, ii) το λειτουργικό σύστημα ΠΥ Windows και το WMP είναι δύο διαφορετικά προϊόντα, iii) η Microsoft δεν παρέχει στους πελάτες της τη δυνατότητα να αποκτήσουν τα Windows χωρίς WMP, και iv) η σύνδεση των εν λόγω δύο προϊόντων αποκλείει τον ανταγωνισμό. Εκτός αυτού, η απόφαση απορρίπτει τα επιχειρήματα της Microsoft για την αιτιολόγηση της σύνδεσης του WMP.

(25)

Η Microsoft δεν αμφισβητεί ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά λειτουργικών συστημάτων ΠΥ.

(26)

H απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνει ότι οι εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων με ροή δεδομένων (streaming media players) και τα λειτουργικά συστήματα ΠΥ αποτελούν δύο διαφορετικά προϊόντα (απορρίπτοντας έτσι το επιχείρημα της Μicrosoft ότι το WMP αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Windows). Η απόφαση πρώτα ορίζει ότι μολονότι, εδώ και καιρό, η Microsoft συνδέει τη δική της εφαρμογή αναπαραγωγής μέσων με το Windows, εξακολουθεί να υφίσταται σήμερα χωριστή καταναλωτική ζήτηση για μεμονωμένες εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων, διακριτή από τη ζήτηση για λειτουργικά συστήματα ΠΥ. Δεύτερον, ορισμένοι πωλητές αναπτύσσουν και πωλούν εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων σε μεμονωμένη βάση. Τρίτον, η ίδια η Microsoft αναπτύσσει και διανέμει εκδόσεις του WMP για άλλα λειτουργικά συστήματα ΠΥ. Τέλος η Microsoft προωθεί το WMP σε άμεσο ανταγωνισμό με εφαρμογές τρίτων.

(27)

Όσον αφορά το τρίτο στοιχείο σύνδεσης, η απόφαση διαπιστώνει ότι η Microsoft δεν παρέχει στους πελάτες της τη δυνατότητα να αποκτήσουν το πρόγραμμα Windows χωρίς το WMP. Οι κατασκευαστές ΠΥ είναι αναγκασμένοι να αποκτήσουν την άδεια για το Windows μαζί με το WMP. Εάν επιθυμούν να εγκαταστήσουν μια διαφορετική εφαρμογή αναπαραγωγής μέσων στο Windows, μπορούν να το πράξουν μόνον επιπλέον του WMP. Τα ίδια ισχύουν όταν ένας χρήστης αγοράσει το πρόγραμμα Windows σε κατάστημα λιανικής. Η απόφαση θεωρεί τα επιχειρήματα της Microsoft ότι οι πελάτες δεν πληρώνουν «επιπλέον» προκειμένου να αποκτήσουν την εφαρμογή WMP και ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να την χρησιμοποιήσουν ως άσχετα στο πλαίσιο της διαπίστωσης εξαναγκασμού βάσει του άρθρου 82 της συνθήκης.

(28)

Η απόφαση, στη συνέχεια, εξηγεί για ποιο λόγο η σύνδεση προϊόντων στη συγκεκριμένη περίπτωση δύναται να δημιουργήσει συνθήκες αποκλεισμού του ανταγωνισμού. Η απόφαση αναφέρει ότι η σύνδεση του WMP με το Windows παρέχει στην Microsoft απαράμιλλη «πανταχού παρουσία» της δικής της εφαρμογής αναπαραγωγής μέσων σε ΠΥ παγκοσμίως. Τα σχετικά στοιχεία αποκαλύπτουν ότι οι άλλοι διανεμητικοί δίαυλοι είναι υποδεέστεροι. Με τη σύνδεση του WMP στο Windows, η Microsoft μπορεί να παράσχει στους προμηθευτές περιεχομένου και τους παραγωγούς λογισμικού που χρησιμοποιούν τις τεχνολογίες μέσων Windows τη δυνατότητα να βασισθούν στο μονοπώλιο των Windows προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε σχεδόν όλους τους χρήστες ΠΥ παγκοσμίως. Από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν απορρέει ότι η υποστήριξη περισσότερων τεχνολογιών μέσων συνεπάγεται πρόσθετο κόστος. Η πανταχού παρουσία του WMP οδηγεί τους προμηθευτές περιεχομένου και τους παραγωγούς λογισμικού να βασίζονται κατά κύριο λόγο στην τεχνολογία μέσων Windows. Με τη σειρά τους οι καταναλωτές θα προτιμήσουν το WMP, καθώς διατίθεται ένα ολόκληρο φάσμα συμπληρωματικού λογισμικού και περιεχομένου για αυτό. Η σύνδεση προϊόντων την οποία κάνει η Microsoft ενισχύει και στρεβλώνει αυτές τις «επιπτώσεις δικτύου» προς το συμφέρον της και με τον τρόπο αυτόν υποσκάπτει σοβαρά τον ανταγωνισμό στην αγορά εφαρμογών αναπαραγωγής μέσων. Από τα αποδεικτικά στοιχεία απορρέει ότι η χρήση του WMP αυξάνει χάρη στη σύνδεση προϊόντων, μολονότι άλλες εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων θεωρούνται από τους χρήστες καλύτερες από άποψη ποιότητας. Τα δεδομένα της αγοράς όσον αφορά τη χρήση των εφαρμογών αναπαραγωγής μέσων, τη χρήση μορφοτύπων καθώς και το περιεχόμενο που προσφέρεται σε δικτυακούς τόπους δείχνουν μια τάση υπέρ της χρήσης του WMP και των μορφοτύπων Windows Media σε βάρος των κυριότερων ανταγωνιστικών εφαρμογών αναπαραγωγής μέσων (και σχετικών τεχνολογιών). Μολονότι η απόφαση επισημαίνει την εν λόγω τάση, τονίζει επίσης ότι βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, ειδικά, δεν οφείλει να αποδείξει ότι υφίσταται ήδη αποκλεισμός ανταγωνισμού ή ότι υπάρχει κίνδυνος εξάλειψης κάθε ανταγωνισμού προκειμένου να διαπιστώσει κατάχρηση με σύνδεση προϊόντων. Ειδάλλως, η αντιμονοπωλιακή διαδικασία σε ορισμένες αγορές λογισμικού θα ερχόταν πολύ αργά, καθώς η απόδειξη του αντίκτυπου στην αγορά θα ήταν δυνατή μόνον αφού η αγορά είχε πλέον αλλοιωθεί.

(29)

Τέλος, η απόφαση πραγματεύεται τα επιχειρήματα με τα οποία η Microsoft προσπάθησε να δικαιολογήσει τη σύνδεση του WMP με το Windows και ειδικότερα τις εικαζόμενες συνέργειες που προέκυψαν από αυτήν. Όσον αφορά τις εικαζόμενες διανεμητικές συνέργειες, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα της Microsoft ότι η σύνδεση προϊόντων μειώνει το κόστος συναλλαγής για τους καταναλωτές, καθώς με την ύπαρξη ενός συνόλου βασικών επιλογών σε έναν καινούργιο προσωπικό υπολογιστή εξοικονομείται χρόνος και αποφεύγεται η ταλαιπωρία. Το πλεονέκτημα που προσφέρει η προεγκατάσταση μιας εφαρμογής αναπαραγωγής μέσων μαζί με το λειτουργικό σύστημα του υπολογιστή δεν σημαίνει ότι η Microsoft μπορεί να επιλέγει εξ ονόματος των καταναλωτών την σχετική εφαρμογή αναπαραγωγής μέσων. Οι κατασκευαστές προσωπικών υπολογιστών είναι σε θέση να εξασφαλίσουν την κάλυψη της ζήτησης από μέρους των καταναλωτών για προεγκατεστημένες εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων της επιλογής τους. Η απόφαση διαπιστώνει επίσης ότι η Microsoft δεν προέταξε κάποια τεχνική συνέργεια για την οποία η «ενσωμάτωση» του WMP θα αποτελούσε προϋπόθεση. Η σύνδεση του WMP με το Windows μάλλον προστατεύει την Microsoft από τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό που μπορούν να της ασκήσουν άλλοι δυνητικά αποτελεσματικότεροι πωλητές εφαρμογών αναπαραγωγής μέσων, που θα μπορούσαν να προσβάλουν τη θέση της στην αγορά. Με τον τρόπο αυτόν ελαττώνονται οι δεξιότητες και τα κεφάλαια που επενδύονται σε καινοτομίες στον τομέα των εφαρμογών αναπαραγωγής μέσων.

II.   ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Άρνηση παροχής πληροφοριών

(30)

Η απόφαση διατάσσει τη Microsoft να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες τις οποίες έχει αρνηθεί να παράσχει και να επιτρέψει τη χρήση τους για την ανάπτυξη συμβατών προϊόντων. Η εντολή γνωστοποίησης περιορίζεται στις προδιαγραφές πρωτοκόλλου και στην εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας με τα βασικά χαρακτηριστικά ενός τυπικού δικτύου ομάδας εργαζομένων. Δεν αφορά μόνον τη Sun αλλά και κάθε επιχείρηση που έχει συμφέροντα στην ανάπτυξη προϊόντων που συνιστούν ανταγωνιστικό περιορισμό για τη Microsoft στην αγορά λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων. Στο μέτρο που η απόφαση ενδέχεται να απαιτήσει από την Microsoft να μην εφαρμόσει πλήρως κάποιο από τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας τα οποία έχει, αυτό θα δικαιολογείτο από την ανάγκη να δοθεί τέλος στην κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.

(31)

Οι όροι υπό τους οποίους η Microsoft θα γνωστοποιήσει τις πληροφορίες αυτές και θα επιτρέψει τη χρήση τους, πρέπει να είναι εύλογοι και να μην εισάγουν διακρίσεις. Η απαίτηση αυτή ισχύει ιδίως όσον αφορά το αντίτιμο το οποίο ενδέχεται να ζητήσει η Microsoft για την παροχή των σχετικών πληροφοριών. Για παράδειγμα, το αντίτιμο αυτό δεν πρέπει να αντικατοπτρίζει την στρατηγική αξία που απορρέει από την ισχύ της Microsoft στην αγορά λειτουργικών συστημάτων προσωπικών υπολογιστών ή στην αγορά λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων. Εκτός αυτού, δεν επιτρέπεται στη Microsoft να επιβάλει περιορισμούς όσον αφορά τον τύπο των προϊόντων στα οποία δύνανται να εφαρμοσθούν οι προδιαγραφές, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί δημιουργούν αντικίνητρα όσον αφορά τον ανταγωνισμό με τη Microsoft ή περιορίζουν αδικαιολόγητα την ικανότητα των δικαιούχων να καινοτομήσουν. Τέλος, οι όροι που θα επιβάλλει η Microsoft στο μέλλον πρέπει να είναι επαρκώς προβλέψιμοι.

(32)

Η Microsoft υποχρεούται να γνωστοποιεί εγκαίρως τις σχετικές προδιαγραφές πρωτοκόλλου, δηλαδή, μόλις επιτύχει μια λειτουργούσα και επαρκώς σταθερή εφαρμογή των εν λόγω πρωτοκόλλων στα προϊόντα της.

Σύνδεση προϊόντων

(33)

Όσον αφορά την κατάχρηση που σχετίζεται με τη σύνδεση προϊόντων, η απόφαση διατάσσει τη Microsoft να προσφέρει προς πώληση σε τελικούς χρήστες και κατασκευαστές αρχικού εξοπλισμού (ΚΑΕ) στον ΕΟΧ μια πλήρως λειτουργούσα έκδοση του λογισμικού Windows η οποία δεν θα ενσωματώνει το WMP. Η Microsoft διατηρεί το δικαίωμα να προσφέρει μια δέσμη που θα περιλαμβάνει τα Windows και το WMP.

(34)

Η Microsoft οφείλει να μη χρησιμοποιήσει κανένα μέσο που θα ισοδυναμούσε με σύνδεση του WMP με το Windows, όπως η παροχή προνομιακής διαλειτουργικότητας μεταξύ Windows και WMP, η παροχή επιλεκτικής πρόσβασης σε Windows API, ή η προώθηση του λογισμικού WMP σε βάρος των προϊόντων άλλων ανταγωνιστών, μέσω του λογισμικού Windows. Επίσης απαγορεύεται στη Microsoft να παρέχει σε ΚΑΕ ή σε χρήστες εκπτώσεις υπό τον όρο να αγοράσουν τα Windows μαζί με το WMP, ή να καταργεί ή να περιορίζει εκ των πραγμάτων, οικονομικά ή με άλλο τρόπο, την ελευθερία των χρηστών να επιλέξουν να προμηθευτούν την έκδοση Windows χωρίς το WMP. Η έκδοση των Windows χωρίς το WMP, η οποία, εξ ορισμού, δεν θα περιλαμβάνει το WMP, οφείλει να μην είναι κατώτερης αποδοτικότητας από την έκδοση Windows με το WMP, ιδίως από άποψη λειτουργικότητας WMP.

III.   ΠΡΟΣΤΙΜΑ

Βασικό ποσό

(35)

H Επιτροπή θεωρεί ότι η παράβαση συνιστά από τη φύση της σοβαρότατη παράβαση του άρθρου 82 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 54 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

(36)

Επιπλέον, η τακτική της αναγκαστικής αποκλειστικότητας την οποία εφάρμοσε η Microsoft έχει σημαντικό αντίκτυπο στις αγορές λειτουργικών συστημάτων διακομιστή ομάδας εργαζομένων και για εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων με ροή δεδομένων.

(37)

Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρότητας των καταχρήσεων, οι αγορές για λειτουργικά συστήματα για ΠΥ πελάτη, για λειτουργικά συστήματα διακομιστή ομάδας εργαζομένων και για εφαρμογές αναπαραγωγής μέσων καλύπτουν ολόκληρο τον ΕΟΧ.

(38)

Το αρχικό ποσό του προστίμου που θα επιβληθεί στη Microsoft προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η σοβαρότητα της παράβασης πρέπει να ανέλθει, με βάση τα ανωτέρω, σε 165 732 101 ευρώ. Λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικές οικονομικές δυνατότητες της Microsoft (8), και προκειμένου να εξασφαλισθεί ένα αρκούντως αποτρεπτικό για την εν λόγω επιχείρηση αποτέλεσμα, το ποσό αυτό προσαρμόζεται προς τα πάνω και διπλασιάζεται σε 331 464 203 ευρώ.

(39)

Τέλος, το βασικό ποσό του προστίμου αυξάνεται κατά 50 % προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της παράβασης (πέντε έτη και έξι μήνες). Το βασικό πρόστιμο καθορίζεται, συνεπώς, στο ποσό των 497 196 304 ευρώ.

Επιβαρυντικά και ελαφρυντικά στοιχεία

(40)

Δεν υπάρχουν επιβαρυντικά ή ελαφρυντικά στοιχεία σχετικά με την παρούσα απόφαση.


(1)  ΕΕ  13 της 21.2.1962, σ. 204/62. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1/2003 (ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1).

(2)  Αξιοπιστία είναι η ικανότητα ενός λειτουργικού συστήματος να λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να παρουσιάσει προβλήματα ούτε να πρέπει να τεθεί εκ νέου σε κίνηση. Διαθεσιμότητα είναι η ικανότητα ενός λειτουργικού συστήματος να λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να πρέπει να τεθεί εκτός υπηρεσίας για τις συνήθεις εργασίες συντήρησης ή αναβάθμισης. Άλλο στοιχείο διαθεσιμότητας είναι η ταχύτητα με την οποία ένα λειτουργικό σύστημα μπορεί να επαναλειτουργήσει ύστερα από βλάβη.

(3)  Ένας διακομιστής ιστού περιέχει ιστοσελίδες στις οποίες παρέχει πρόσβαση μέσω τυποποιημένων πρωτοκόλλων.

(4)  Κρυφή μνήμη είναι ένας τόπος στον οποίο φυλάσσονται προσωρινά αντίγραφα αντικειμένων ιστού. Ως εκ τούτου, η παροχή υπηρεσιών κρυφής μνήμης ιστού αποτελεί έναν τρόπο αποθήκευσης αρχείων ιστού για μεταγενέστερη επαναχρησιμοποίηση κατά τρόπο που επιταχύνει την πρόσβαση για τον τελικό χρήστη.

(5)  Αντιπυρική ζώνη είναι μία λύση υλικού εξοπλισμού/λογισμικού που απομονώνει τα δίκτυα ηλεκτρονικού υπολογιστή των οργανισμών και κατ’ αυτό τον τρόπο τα προστατεύει από εξωτερικές απειλές.

(6)  Υπόθεση IV/29.479. Η Επιτροπή ανέστειλε τη διαδικασία την οποία είχε κινήσει τη δεκαετία του '70, μετά τη δέσμευση της IBM.

(7)  Οδηγία 91/250/EΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 122 της 17.5.1991, σ. 42).

(8)  Η Microsoft αποτελεί, σήμερα, τη μεγαλύτερη επιχείρηση του κόσμου με βάση την κεφαλαιοποίησή της. (βλ.http://news.ft.com/servlet/ContentServer? pagename=FT.com/StoryFT/FullStory&c=StoryFT&cid=1051390342368&p=1051389855198 και http://specials.ft.com/spdocs/global5002003.pdf — εφημερίδα Financial Times «World’s largest Companies» (Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κόσμου), που επικαιροποιήθηκε στις 27 Μαΐου 2003, και τυπώθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2004). Η Microsoft συνέχισε να συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου με βάση την κεφαλαιοποίησή της στην αγορά. Το 2000 ήταν πρώτη στον κόσμο, το 2001 πέμπτη και δεύτερη το 2002 (βλ. http://specials.ft.com/ln/specials/global5002a.htm (για το 2000, τυπώθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2003), http://specials.ft.com/ft500/may2001/FT36H8Z8KMC.html (για το 2001, τυπώθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2003), http://specials.ft.com/ft500/may2002/FT30M8IPX0D.html (για το 2002, τυπώθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2003). Οι πόροι και τα κέρδη της Microsoft είναι εξίσου σημαντικά. Από τα στοιχεία που κατέθεσε η Microsoft στην Securities and Exchange Commission για το οικονομικό έτος ΗΠΑ Ιούλιος 2002 — Ιούνιος 2003 απορρέει ότι στις 30 Ιουνίου 2003 τα ρευστά διαθέσιμά της (συν τις βραχυπρόθεσμες επενδύσεις της) ανέρχονταν σε 49 048 εκατ. USD. Όσον αφορά τα κέρδη, τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι κατά το οικονομικό έτος ΗΠΑ Ιούλιος 2002 — Ιούνιος 2003, τα κέρδη της Microsoft ανήλθαν σε 13 217 εκατ. USD επί εσόδων ύψους32 187 εκατ. USD (περιθώριο κέρδους 41 %). Από το λειτουργικό σύστημα ΠΥ πελάτη Windows, την ίδια περίοδο (κατηγορία προϊόντων «Πελάτη»), η Microsoft σημείωσε κέρδη ύψους 8 400 εκατ. USD επί εσόδων ύψους 10 394 εκατ. USD (περιθώριο κέρδους 81 %).


6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/29


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 2ας Ιουνίου 2004

σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που προβλέπονται από την Ιταλία, Περιφέρεια Σικελίας, υπέρ της προώθησης και της διαφήμισης γεωργικών προϊόντων

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 1923]

(Το κείμενο στην ιταλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/54/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο (1) και έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με την επιστολή της 2ας Σεπτεμβρίου 1997, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1997, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποιούσε στην Επιτροπή το άρθρο 6 του περιφερειακού νόμου αριθ. 27 του 1997 της Περιφέρειας Σικελίας, σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(2)

Με το τηλέτυπο VI/41836 της 28ης Οκτωβρίου 1997 οι υπηρεσίες της Επιτροπής κάλεσαν τις αρμόδιες αρχές να παράσχουν διευκρινίσεις σχετικά με την ενίσχυση που προβλέπεται από το άρθρο 6 και τον περιφερειακό νόμο αριθ. 27 του 1997.

(3)

Με την επιστολή της 19ης Ιανουαρίου 1998 οι αρμόδιες αρχές διαβίβασαν συμπληρωματικές πληροφορίες και ανακοίνωσαν ότι ο νόμος έχει ήδη αρχίσει να ισχύει. Η κοινοποίηση ωστόσο μεταγράφηκε στο αρχείο των ενισχύσεων που δεν έχουν κοινοποιηθεί με τον αριθμό NN 36/98, όπως ανακοινώθηκε στην Ιταλία με την επιστολή SG(98)D/32328 της 3ης Απριλίου 1998. Οι αρμόδιες αρχές ωστόσο, ανέφεραν σαφώς ότι οι προβλεπόμενες από το νόμο ενισχύσεις δεν επρόκειτο να καταβληθούν πριν από την ευνοϊκή ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης.

(4)

Με το τηλέτυπο VI/13937 της 31ης Μαΐου 2000 (του οποίου προηγήθηκε η αγγλική έκδοση με το τηλέτυπο 2000/VI/10442 της 14ης Απριλίου) οι υπηρεσίες της Επιτροπής κάλεσαν τις αρμόδιες αρχές να παράσχουν εξηγήσεις σχετικά με τις διατάξεις που περιέχονται στον περιφερειακό νόμο αριθ. 27/1997 και να διαβιβάσουν αντίγραφο του κειμένου του εν λόγω νόμου.

(5)

Με την επιστολή της 31ης Ιουλίου 2002, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 5 Αυγούστου 2002, οι αρμόδιες αρχές διαβίβασαν συμπληρωματικές πληροφορίες για το άρθρο 5 του νόμου.

(6)

Με το τηλέτυπο AGR 024925 της 22ας Οκτωβρίου 2002, οι υπηρεσίες της Επιτροπής κάλεσαν τις αρμόδιες αρχές να παράσχουν εξηγήσεις και διευκρινίσεις για τις συμπληρωματικές πληροφορίες που είχαν διαβιβάσει πρόσφατα και για τα προβλεπόμενα στον περιφερειακό νόμο αριθ. 27/1997 μέτρα. Στην ίδια επιστολή οι υπηρεσίες της Επιτροπής πρότειναν στις αρμόδιες αρχές να αποσυρθεί η επίμαχη κοινοποίηση εφόσον τα μέτρα ενίσχυσης που προβλέπονται στο άρθρο 6 του περιφερειακού νόμου αριθ. 27 του 1997 και πιθανώς σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου δεν είχαν ακόμη εγκριθεί και εφόσον οι αρμόδιες αρχές ήταν σε θέση να βεβαιώσουν ότι στο πλαίσιο του επίμαχου νόμου δεν είχαν καταβληθεί ενισχύσεις και δεν επρόκειτο να καταβληθούν.

(7)

Καθώς δεν έλαβαν απάντηση στο ως άνω τηλέτυπο, με το τηλέτυπο AGR 30657 της 20ής Δεκεμβρίου 2002, οι υπηρεσίες της Επιτροπής απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή με την οποία καλούσαν τις ιταλικές αρχές να υποβάλουν τις πληροφορίες που τους είχαν ζητηθεί εντός μηνός διευκρινίζοντας ότι, εάν εντός της ταχθείσας προθεσμίας οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν είχαν λάβει ικανοποιητικές απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα που είχαν θέσει θα είχαν το δικαίωμα να προτείνουν στην Επιτροπή να διατυπώσει αίτημα παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερειών εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (2).

(8)

Με την επιστολή της 10ης Ιουλίου 2003 SG(2003)D/230470, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ιταλία την απόφασή της η οποία περιείχε το αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικά με το άρθρο 6 και το άρθρο 4 του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997, την οποία η Επιτροπή είχε εκδώσει στις 9 Ιουλίου 2003 [C(2003) 2054 τελικό] σύμφωνα προς το άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(9)

Με την ίδια πρόσκληση υποβολής πληροφοριών, η Επιτροπή είχε ζητήσει να της υποβάλει η Ιταλία, εντός 20 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της σχετικής απόφασής της, όλα τα απαραίτητα έγγραφα, πληροφορίες και στοιχεία προκειμένου η Επιτροπή να διαπιστώσει εάν οι προβλεπόμενες από τον επίμαχο νόμο ενισχύσεις είχαν καταβληθεί και ήταν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Επιπλέον, του αιτήματος να υποβάλει η Ιταλία όσες πρόσθετες πληροφορίες θεωρούσε χρήσιμες για την αξιολόγηση των ως άνω μέτρων, η πρόσκληση υποβολής πληροφοριών καλούσε την Ιταλία να υποβάλει μια σειρά συγκεκριμένων πληροφοριών.

(10)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν έλαβαν ούτε απάντηση στην ως άνω πρόσκληση ούτε αίτημα παράτασης της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να κοινοποιηθεί η απάντηση.

(11)

Με την επιστολή της 17ης Δεκεμβρίου 2003 [SG(2003)D/233550], η Επιτροπή πληροφόρησε τις ιταλικές αρχές για την απόφασή της C(2003) 4473 τελικό της 16ης Δεκεμβρίου 2003 με την οποία κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με τα μέτρα καταβολής ενίσχυσης που προβλέπονται στο άρθρο 4 (διαφήμιση των προϊόντων της Σικελίας) και στο άρθρο 6 (συνεταιρισμοί, συνεταιριστικές οιναποθήκες) του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997.

(12)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (3). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να διαβιβάσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το θέμα.

(13)

Με την επιστολή της 10ης Φεβρουαρίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2004, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από την Επιτροπή, εξ ονόματος της Περιφέρειας Σικελίας, παράταση 20 εργάσιμων ημερών για την υποβολή των πληροφοριών που είχε ζητήσει η Επιτροπή με την απόφαση C(2003) 4473 τελικό της 16ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με το άρθρο 4 (διαφήμιση σικελικών προϊόντων) του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997. Με την ίδια επιστολή οι ιταλικές αρχές ανήγγειλαν την πρόθεσή τους να αποσύρουν την κοινοποίηση του μέτρου καταβολής ενίσχυσης που προβλέπεται δυνάμει του άρθρου 6 (συνεταιρισμοί, συνεταιριστικές οιναποθήκες) του οποίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην επιστολή, η εκτέλεση δεν προχώρησε.

(14)

Με το τηλέτυπο AGR 05312 της 23ης Φεβρουαρίου 2004 οι υπηρεσίες της Επιτροπής επιβεβαίωσαν ότι η παράταση που ζήτησε η Ιταλία παραλήφθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2004.

(15)

Με την επιστολή της 18ης Φεβρουαρίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2004, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλίας διαβίβασε αίτηση παράτασης κατά 20 εργάσιμες ημέρες αναφορικά με το ίδιο μέτρο καταβολής ενίσχυσης.

(16)

Με την επιστολή της 24ης Φεβρουαρίου 2004, που πρωτοκολλήθηκε την 1η Μαρτίου 2004, η οποία επιβεβαιώθηκε με την επιστολή της 12ης Μαρτίου 2004, που πρωτοκολλήθηκε στις 17 Μαρτίου 2004, οι ιταλικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι αποσύρθηκε η κοινοποίηση σχετικά με το μέτρο καταβολής ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 6 (συνεταιρισμοί, συνεταιριστικές οιναποθήκες) του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997 του οποίου, η εκτέλεση δεν προχώρησε και δεν προβλέπεται να προχωρήσει.

(17)

Με το τηλέτυπο AGR 07074 της 11ης Μαρτίου 2004, οι ιταλικές αρχές ενημερώθηκαν για το γεγονός ότι δεν θα χορηγούνταν καμία παράταση για τη διαβίβαση των πληροφοριών ή/και των παρατηρήσεων μετά την ημερομηνία της 24ης Μαρτίου 2004, αφού η απόφαση κίνησης της διαδικασίας είχε δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24ης Φεβρουαρίου 2004 και η λήξη για τη διαβίβαση των παρατηρήσεων εκ μέρους τρίτων επ’ αυτού του θέματος προβλεπόταν για την ίδια ημερομηνία. Στο ίδιο τηλέτυπο οι υπηρεσίες της Επιτροπής δήλωσαν ότι έλαβαν γνώση της απόσυρσης της κοινοποίησης σχετικά με το άρθρο 6 (συνεταιρισμοί, συνεταιριστικές οιναποθήκες) του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997.

(18)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις των ιταλικών αρχών αναφορικά με το άρθρο 4 (διαφήμιση σικελικών προϊόντων) του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997 με την επιστολή της 15ης Μαρτίου 2004 (η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 18 Μαρτίου 2004).

(19)

Σύμφωνα με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας (4), η παρούσα απόφαση αφορά αποκλειστικά τις κρατικές ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 (διαφήμιση των σικελικών προϊόντων) του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997 υπέρ των γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης, οι οποίες ενδεχομένως καταβλήθηκαν ή θα καταβληθούν αφού άρχισαν να ισχύουν οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν στη διαφήμιση προϊόντων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι της συνθήκης ΕΚ και ορισμένων προϊόντων εκτός παραρτήματος  (5), (εφεξής «κατευθυντήριες γραμμές περί διαφήμισης») δηλαδή μετά την 1η Ιανουαρίου 2002.

(20)

Δεδομένου ότι η κοινοποίηση σχετικά με το άρθρο 6 (συνεταιρισμοί, συνεταιριστικές οιναποθήκες) του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997 αποσύρθηκε από την Ιταλία με την επιστολή της 24ης Φεβρουαρίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε την 1η Μαρτίου 2004, δεν υπάρχει λόγος να περιγραφούν και να αξιολογηθούν τα μέτρα ενίσχυσης που προβλέπονται κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 6.

II.   ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(21)

Το άρθρο 4 (διαφήμιση σικελικών προϊόντων) τροποποιεί το άρθρο 17 του περιφερειακού νόμου αριθ. 14/1966 και προβλέπει τα εξής: «1. Οι διαφημιστικές εκστρατείες εκτελούνται άμεσα από τη Διεύθυνση Γεωργίας ή από τον Οργανισμό Εξωτερικού Εμπορίου ή μέσω ειδικευμένων οργανισμών ή μέσω συμπράξεων αποτελούμενων από τον Οργανισμό Προώθησης της περιοχής της Μεσογείου και από τον Οργανισμό Προώθησης της περιοχής της Messina ή μεταξύ αυτών και ενός ή περισσοτέρων εμπορικών επιμελητηρίων της Περιφέρειας, στηριζόμενες στα προγράμματα που αναφέρονται στο άρθρο 15 ανωτέρω. Τα εν λόγω προγράμματα μπορούν να είναι τριετούς διάρκειας. 2. Με εξαίρεση τις συμπράξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο σημείο, όταν η εκτέλεση των προγραμμάτων ανατίθεται σε εξωτερικούς ως προς την κρατική ή περιφερειακή διοικητική αρχή οργανισμούς, η ανάθεση θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες για την ανάθεση υπηρεσιών που ισχύουν για τη δημόσια διοίκηση».

(22)

Παρά τις επαναλαμβανόμενες οχλήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής και παρά το αίτημα για παροχή πληροφοριών που διατύπωσε η Επιτροπή με την απόφασή της της 9ης Ιουλίου 2003, οι ιταλικές αρχές δεν διαβίβασαν τις πληροφορίες που θα είχαν επιτρέψει να διαλυθούν οι αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς την πιθανότητα να προβλέπει το άρθρο 4 κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και, εάν αυτό συμβαίνει, να αξιολογήσει εάν οι εν λόγω ενισχύσεις μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Δεν ήταν επίσης σαφές εάν οι επίμαχες ενισχύσεις είχαν ήδη καταβληθεί.

(23)

Στην απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης για το υπόψη μέτρο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, σε αυτή τη φάση της διαδικασίας, η λήψη πληροφοριών εκ μέρους των ιταλικών αρχών, αγνοούσε ότι το άρθρο 4 του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997 προέβλεπε την εισαγωγή ή την τροποποίηση κρατικών ενισχύσεων με την προώθηση ή/και τη διαφήμιση των γεωργικών προϊόντων που προβλέπονται στο παράρτημα I της συνθήκης.

(24)

Επιπλέον, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το εάν τα μέτρα ενίσχυσης είναι συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά, δεδομένου ότι, ελλείψει απάντησης εκ μέρους των ιταλικών αρχών, δεν ήταν καθόλου σαφές στην Επιτροπή εάν τα μέτρα προς χρηματοδότηση δυνάμει του άρθρου 4 του νόμου ήταν συμβιβάσιμα με τους ισχύοντες κανόνες γι’αυτού του είδους μέτρα ενίσχυσης, δηλαδή με τους κανόνες που προβλέπουν οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαφήμιση.

(25)

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τις λεπτομέρειες εφαρμογής των προγραμμάτων και των εκστρατειών διαφήμισης και προώθησης που προβλέπονται στο άρθρο 4, οι οποίες περιγράφονται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 21, η Επιτροπή αμφέβαλε ότι τα πιθανά μέτρα κρατικής ενίσχυσης που προβλέπονταν θα εφαρμόζονταν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες σε θέματα δημοσίων διαγωνισμών. Όσον αφορά ιδίως την άμεση επιλογή των υπηρεσιών και οργανισμών που αναλαμβάνουν τις διαφημιστικές εκστρατείες, η Επιτροπή αμφέβαλε ότι θα συνάπτονταν γραπτή σύμβαση με οικονομικούς όρους μεταξύ των συμβαλλομένων αρχών και των προεπιλεχθέντων φορέων παροχής υπηρεσιών και ότι, εάν αυτό συνέβαινε, θα τηρούνταν οι αυστηρές προϋποθέσεις που καθορίστηκαν με την απόφαση Teckal  (6). Στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία αυτές οι προϋποθέσεις δεν θα τηρούνταν, η Επιτροπή αμφέβαλε ότι η επιλογή των ενδιάμεσων θα συνέβαινε σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7), στο βαθμό που είναι εφαρμόσιμη, και πάντα σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη συνθήκη, ιδίως αυτές για την ίση πληρωμή και τη διαφάνεια, εξασφαλίζοντας «επαρκή βαθμό διαφήμισης» όπως προβλέπεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (8).

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ

(26)

Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από τρίτα μέρη.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ

(27)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις της Ιταλίας, για λογαριασμό της περιφέρειας Σικελίας, με την επιστολή της 15ης Μαρτίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 18 Μαρτίου 2004.

(28)

Στην επιστολή οι ιταλικές αρχές επιβεβαίωναν την απόσυρση της κοινοποίησης του άρθρου 6 του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997 και ανακοίνωναν τις παρατηρήσεις τους σε σχέση με το άρθρο 4.

(29)

Οι ιταλικές αρχές ανέφεραν ιδίως ότι η τροποποίηση που εισήγαγε το άρθρο 4 (διαφήμιση των σικελικών προϊόντων) στο άρθρο 17 του περιφερειακού νόμου αριθ. 14/1966, σχετικά με τη διενέργεια των διαφημιστικών εκστρατειών από πλευράς συμπράξεων αποτελούμενων από τον οργανισμό εμπορικής προβολής της Μεσογείου και από τον οργανισμό εμπορικής προβολής της Messina ή μεταξύ αυτών και ενός ή περισσοτέρων εμπορικών επιμελητηρίων της Περιφέρειας, δεν εφαρμόστηκε καθώς οι αναφερόμενες συμπράξεις ποτέ δεν δημιουργήθηκαν.

(30)

Με βάση τις παρασχεθείσες πληροφορίες, τα προγράμματα προώθησης εκτελούνται άμεσα από τη διοικητική αρχή ή μέσω του οργανισμού εξωτερικού εμπορίου (συμβάσεις των ετών 1993-1998 και 1999-2001-2003 στο πλαίσιο των συμφωνιών μεταξύ του Υπουργείου Παραγωγικών Δραστηριοτήτων και των Περιφερειών). Οι υπεύθυνοι επιλέγουν τα έργα μεταξύ αυτών που υποβάλλονται κάθε χρόνο προς χρηματοδότηση και προχωρούν στην ανάθεση των απαραίτητων για την εκτέλεσή τους υπηρεσιών, κατά την έννοια των κανόνων που τη διέπουν, τηρώντας τους κανόνες αγοράς, εκτός των περιπτώσεων όπου υπάρχουν συμβάσεις αποκλειστικότητας με τους οργανωτές.

(31)

Οι αρμοδιότητες της διοικητικής αρχής αφορούν όχι μόνο τον γεωργοδιατροφικό κλάδο αλλά και άλλους κλάδους (βιοτεχνικό, εκδοτικό, κλωστοϋφαντουργικό κ.λπ.). Όσον αφορά τον εξεταζόμενο κλάδο, οι δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται με δημόσια χρηματοδότηση σε ποσοστό 100 % του πραγματικού κόστους είναι οι ακόλουθες:

α)

συμμετοχή σε εμπορικές εκθέσεις στην Ιταλία και στο εξωτερικό: άμεσα έξοδα αναγκαία για την ενοικίαση του εκθεσιακού χώρου, τον εξοπλισμό του εκθετηρίου, τις ηλεκτρικές και υδραυλικές παροχές, την εγγραφή στον επίσημο κατάλογο της εκδήλωσης, τη σχετική διαφήμιση, τις υπηρεσίες διερμηνείας, τις μεταφορές και τις ασφάλειες·

β)

διοργάνωση διεθνών ημερίδων στην Ιταλία και στο εξωτερικό: τα αναγκαία έξοδα για τη διοργάνωση και τη διεξαγωγή των συναντήσεων (ενοικίαση αιθουσών, εξοπλισμός, επιλογή των συναντήσεων, υπηρεσίες διερμηνείας και σχετική διαφήμιση)·

γ)

διαφήμιση μέσω των ΜΜΕ (τύπος, φυλλάδια, ραδιόφωνο, τηλεόραση).

(32)

Αποδέκτες των χρηματοδοτήσεων για τα έξοδα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) είναι οι συμπράξεις επιχειρήσεων και οι επιχειρήσεις που είναι κανονικά εγγεγραμμένες στα εμπορικά επιμελητήρια στη Σικελία. Η επιλογή των δικαιούχων γίνεται μέσω ετήσιας προκήρυξης για την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής και με παραμέτρους επιλογής οι οποίες έχουν προηγουμένως καθοριστεί και δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Περιφέρειας Σικελίας. Με βάση την αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις μικρότερης σημασίας («de minimis») (9), οι ενισχύσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β) δεν υπάγονται στις ενισχύσεις για την εξαγωγή και, από το 2002, στις εν λόγω ενισχύσεις εφαρμόζονται οι κανόνες «de minimis». Όσον αφορά το γεωργοδιατροφικό κλάδο, υπό το φως των κατευθυντηρίων γραμμών για τις διαφημίσεις, οι επίμαχες ενισχύσεις μπορούν να υπαχθούν στις «ήπιες» ενισχύσεις, οι οποίες διέπονται από τα προβλεπόμενα στο σημείο 14.1 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα (10) και αφορούν τη «διοργάνωση διαγωνισμών, εκθέσεων και πανηγύρεων». Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι ο περιφερειακός νόμος δεν αναφέρει ρητώς το μέγιστο ποσό των 100 000 ευρώ ανά δικαιούχο στη διάρκεια της τριετίας, οι ενισχύσεις που καταβάλλονται για κάθε δικαιούχο επιχείρηση για τη συμμετοχή σε εκθέσεις και ημερίδες θα παρέμεναν μικρότερες από το μέγιστο αυτό ποσό.

(33)

Όσον αφορά τη διαφήμιση στα ΜΜΕ, οι ιταλικές αρχές διευκρίνισαν ότι οι διαφημιστικές εκστρατείες που πραγματοποιήθηκαν, στην εθνική ή κοινοτική επικράτεια, δεν αφορούν με συγκεκριμένο τρόπο τα προϊόντα μιας μόνο επιχείρησης ή ομίλου επιχειρήσεων, αλλά διαφημίζουν τα προϊόντα με γενικό τρόπο, χωρίς έμφαση στην προέλευσή τους, ακόμη και όταν πρόκειται για τυπικά προϊόντα της περιοχής. Για τις διαφημιστικές εκστρατείες που αφορούν το γεωργοδιατροφικό κλάδο, το μήνυμα που απευθύνεται στους καταναλωτές αφορά ένα προϊόν ή μια ομάδα προϊόντων, χωρίς αναφορά στις παραγωγικές επιχειρήσεις της περιοχής. Η διαφήμιση είναι γενικού χαρακτήρα, δεν καλεί τους καταναλωτές να αγοράσουν προϊόντα με μοναδικό λόγο τη συγκεκριμένη περιοχή προέλευσής τους και δεν μπορεί να θεωρηθεί αρνητική διαφήμιση ως προς τα προϊόντα άλλων κρατών μελών. Η διαφήμιση επομένως δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 28 της συνθήκης.

(34)

Οι παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι ιταλικές αρχές αφορούν τις πρωτοβουλίες προώθησης και διαφήμισης που πραγματοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ή σε τρίτες χώρες εφόσον, σε κάθε περίπτωση, τηρούνται τα ίδια κριτήρια.

V.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(35)

Δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, στο βαθμό που επηρεάζουν τις ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών, οι ενισχύσεις που καταβάλλονται από τα κράτη, μέσω κρατικών πόρων, με οποιαδήποτε μορφή οι οποίες, ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένα προϊόντα, στρεβλώνουν ή απειλούν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό.

(36)

Το εξεταζόμενο μέτρο προβλέπει την καταβολή ενισχύσεων, μέσω δημόσιων περιφερειακών πόρων, στις συγκεκριμένες γεωργικές επιχειρήσεις στη Σικελία οι οποίες θα τύχουν άνισα ενός οικονομικού και χρηματοδοτικού πλεονεκτήματος εις βάρος άλλων επιχειρήσεων δεν λαμβάνουν ανάλογη χρηματοδότηση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης μιας επιχείρησης, λόγω κρατικής ενίσχυσης, γενικά επιφέρει στρέβλωση του ανταγωνισμού σε σχέση με τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις που δεν λαμβάνουν παρόμοια ενίσχυση (11).

(37)

Το μέτρο επηρεάζει τις ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών στο βαθμό που οι διακοινοτικές ανταλλαγές γεωργικών προϊόντων είναι σημαντικές, όπως φαίνεται από τον ακόλουθο πίνακα (12) στον οποίο αναγράφεται η συνολική αξία των εισαγωγών και των εξαγωγών γεωργικών προϊόντων μεταξύ Ιταλίας και Κοινότητας κατά την περίοδο 1997-2001 (13). Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι μεταξύ των ιταλικών περιφερειών, η Σικελία είναι μεγάλος παραγωγός γεωργικών προϊόντων.

 

Γεωργικός κλάδος (στο σύνολό του)

 

Εκατ. ECU-EUR

Εκατ. ECU-EUR

 

Εξαγωγές

Εισαγωγές

1997

9 459

15 370

1998

9 997

15 645

1999

10 666

15 938

2000

10 939

16 804

2001

11 467

16 681

(38)

Σχετικά με τα προαναφερόμενα, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μια ενίσχυση που καταβάλλεται σε μια επιχείρηση μπορεί να είναι τέτοια ώστε να αλλοιώνει τον ανταγωνισμό όταν η ίδια η επιχείρηση βρίσκεται σε ανταγωνισμό με προϊόντα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη, χωρίς να πραγματοποιεί η ίδια εξαγωγές. Όταν ένα κράτος μέλος παρέχει μια επιδότηση σε μια επιχείρηση, η εγχώρια παραγωγή μπορεί να παραμείνει αμετάβλητη ή να αυξηθεί, με αποτέλεσμα να μειωθεί η δυνατότητα των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη να εξαγάγουν τα προϊόντα τους στην αγορά αυτού του κράτους μέλους. Αυτού του είδους η ενίσχυση, είναι τέτοιας φύσης ώστε να βλάπτει τις ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να αλλοιώνει τον ανταγωνισμό (14).

(39)

Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι το επίμαχο μέτρο εμπίπτει στην απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 87, παράγραφος 1 της συνθήκης. Οι ιταλικές αρχές δεν αμφισβήτησαν ποτέ αυτό το σημείο.

(40)

Η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 περιορίζεται από τις απαγορεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3.

(41)

Οι παρεκκλίσεις που παρατηρούνται στο άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ) προφανώς δεν είναι εφαρμόσιμες δεδομένης της φύσης των επίμαχων μέτρων ενίσχυσης και των στόχων τους. Πράγματι οι ιταλικές αρχές δεν επικαλέστηκαν την εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) ή γ).

(42)

Το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) επίσης δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση γιατί οι ενισχύσεις δεν έχουν στόχο να προωθήσουν την οικονομική εξέλιξη περιφερειών στις οποίες το επίπεδο ζωής είναι εξαιρετικά χαμηλό, ή το επίπεδο ενεργείας εξαιρετικά υψηλό. Επιπλέον, η Ιταλία δεν επικαλέστηκε την εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α).

(43)

Το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο β) δεν είναι ούτε αυτό εφαρμόσιμο στις επίμαχες ενισχύσεις καθώς αυτές δεν προορίζονται να προωθήσουν την πραγματοποίηση ενός σημαντικού έργου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή να επανορθώσουν μια σοβαρή διατάραξη της ιταλικής οικονομίας. Επιπλέον, η Ιταλία δεν επικαλέστηκε την εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο β).

(44)

Οι επίμαχες ενισχύσεις δεν προορίζονται ούτε είναι κατάλληλες για την επίτευξη των στόχων προώθησης του πολιτισμού και διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) ούτε η Ιταλία επικαλέστηκε την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

(45)

Λαμβανομένης υπόψη της φύσης των ενισχύσεων και των στόχων τους, η μοναδική εφαρμόσιμη παρέκκλιση είναι αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ.

Εφαρμοστέες διατάξεις

(46)

Η εφαρμοσιμότητα της παρέκκλισης που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 45 πρέπει να αξιολογηθεί υπό το φως των διατάξεων περί χορήγησης κρατικών ενισχύσεων για προώθηση και διαφήμιση στον γεωργικό τομέα, δηλαδή των κανόνων που προβλέπονται στις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαφήμιση (15).

(47)

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σημείο 7.1 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση, η Επιτροπή θα εφαρμόσει τις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές στις νέες κρατικές ενισχύσεις, συμπεριλαμβανόμενων των κοινοποιήσεων από κράτη μέλη οι οποίες ακόμη εκκρεμούν, αρχής γενομένης την 1η Ιανουαρίου 2002. Οι παράνομες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο στ), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 θα αξιολογηθούν σύμφωνα με τους κανόνες και τις κατευθυντήριες γραμμές που ίσχυαν την ημερομηνία καταβολής τους.

(48)

Σύμφωνα με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας, στην οποία η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με τη συμβιβασιμότητα των επίμαχων μέτρων με τους ισχύοντες κανόνες γι’αυτού του είδους τα μέτρα ενίσχυσης (16), η παρούσα απόφαση αφορά μόνον τις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί και που θα χορηγηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2002 υπέρ της προώθησης και της διαφήμισης των γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα I της συνθήκης.

(49)

Όσον αφορά τις ενισχύσεις για την προώθηση, στο σημείο αυτό των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση προβλέπεται ότι δεν εντάσσονται στην έννοια της διαφήμισης οι ενέργειες προώθησης όπως η διάθεση επιστημονικών γνώσεων, η διοργάνωση εμπορικών εκθέσεων ή η συμμετοχή σε παρόμοιες εκδηλώσεις και σε ανάλογες πρωτοβουλίες στον κλάδο των δημοσίων σχέσεων, συμπεριλαμβανόμενων των δημοσκοπήσεων της κοινής γνώμης και των ερευνών αγοράς. Οι κρατικές ενισχύσεις υπέρ δραστηριοτήτων προώθησης με τη στενή έννοια, διέπονται από τα προβλεπόμενα στα σημεία 13 και 14 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό κλάδο (17). Αν ληφθεί υπόψη ότι η κοινοποίηση δεν διευκρινίζει ότι οι εξεταζόμενες ενισχύσεις εφαρμόζονται μόνο στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, στην παρούσα περίπτωση δεν βρίσκει εφαρμογή ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2004 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις υπέρ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της παραγωγής, του μετασχηματισμού και της εμπορικής κυκλοφορίας των γεωργικών προϊόντων (18).

(50)

Όσον αφορά τις ενισχύσεις για διαφήμιση το σημείο 7 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση προβλέπει ότι η έννοια «διαφήμιση» —αντικείμενο των ίδιων εφαρμοστέων κατευθυντηρίων γραμμών — δεν εφαρμόζεται μόνο σε οποιαδήποτε δράση εκτελούμενη μέσω των ΜΜΕ (τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση, έντυπα) με σκοπό να ωθήσει τους καταναλωτές να αγοράσουν ένα συγκεκριμένο προϊόν, αλλά περιλαμβάνει και οποιαδήποτε δράση που έχει ως σκοπό να ωθήσει τους οικονομικούς φορείς ή τους καταναλωτές να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο προϊόν, και όλο το υλικό που διανέμεται απευθείας στους καταναλωτές για τον ίδιο σκοπό, συμπεριλαμβανόμενων των διαφημιστικών δράσεων που απευθύνονται στους καταναλωτές στα σημεία πώλησης.

Ενισχύσεις για δράσεις προώθησης

(51)

Από τις διαθέσιμες πληροφορίες συνάγεται ότι οι ενισχύσεις που προορίζονται για τη συμμετοχή σε εμπορικές εκθέσεις και ημερίδες εντός και εκτός Κοινότητας, οι οποίες περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 31 στοιχεία α) και β) και στην αιτιολογική σκέψη 32 της παρούσας απόφασης, μπορούν να θεωρηθούν εξ ολοκλήρου ενισχύεις προοριζόμενες για την προώθηση μόνο στο βαθμό που οι περιγραφόμενες δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν ούτε δράσεις που έχουν ως στόχο να ωθήσουν τους οικονομικούς φορείς ή τους καταναλωτές στην αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος, ούτε υλικό το οποίο διανέμεται απευθείας στους καταναλωτές για τον ίδιο σκοπό. Με βάση το σημείο 7 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση, οι ενισχύσεις για δράσεις οι οποίες έχουν ως στόχο να ωθήσουν τους οικονομικούς φορείς για τους καταναλωτές στην αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος και για υλικό το οποίο διανέμεται απευθείας στους καταναλωτές για τον ίδιο σκοπό θεωρούνται ενισχύσεις για διαφήμιση.

(52)

Στο βαθμό που τα μέτρα που προορίζονται για τη συμμετοχή σε εμπορικές εκθέσεις και ημερίδες εντός και εκτός Κοινότητας πρέπει πράγματι να θεωρηθούν ενισχύσεις για την προώθηση, κατά την έννοια των σημείων 13 και 14 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό κλάδο, οι ενισχύσεις μπορούν να χορηγηθούν σε ποσοστό έως 100 % αλλά δεν πρέπει να υπερβούν τα 100 000 ευρώ ανά δικαιούχο και ανά τριετία. Υπέρβαση του μέγιστου αυτού ποσού είναι δυνατή, εφόσον δεν είναι μεγαλύτερη του 50 % των επιλέξιμων δαπανών, στην περίπτωση ενισχύσεων που χορηγούνται σε επιχειρήσεις οι οποίες υπάγονται στον ορισμό των ΜΜΕ που περιέχεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 70/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις υπέρ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (19). Για τους σκοπούς του υπολογισμού του ύψους της ενίσχυσης, δικαιούχος θεωρείται ο αποδέκτης των υπηρεσιών. Όπως συνάγεται από την παρατήρηση που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές, τα επίμαχα μέτρα προώθησης χρηματοδοτούνται με τήρηση του μέγιστου ύψους της ενίσχυσης και είναι συμβιβάσιμα με τους εφαρμοστέους κανόνες (20).

(53)

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σημείο 14 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας, για να αποτραπεί η δημιουργία στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, όλοι όσοι είναι επιλέξιμοι στη συγκεκριμένη περιοχή πρέπει να μπορούν να επωφεληθούν από αυτό το είδος μέτρων ενίσχυσης, με βάση αντικειμενικά οριζόμενα κριτήρια. Βάσει των πληροφοριών που ανακοίνωσε η Ιταλία και προαναφέρθηκαν στην αιτιολογική σκέψη 32 της παρούσας απόφασης, φαίνεται πως αυτή η προϋπόθεση εκπληρώνεται (21). Οι ενισχύσεις που προορίζονται για συγκεκριμένες μόνο ενώσεις και πρόκειται να καταβληθούν στα μέλη αυτών των ενώσεων και μόνο, δεν διευκολύνουν την ανάπτυξη του κλάδου στο σύνολό του και πρέπει να θεωρούνται ενισχύσεις λειτουργίας. Συνεπώς, είτε παρέχονται από ενώσεις παραγωγών, ή από άλλους γεωργικούς οργανισμούς αλληλοβοήθειας, οι εν λόγω υπηρεσίες πρέπει να είναι διαθέσιμες σε όλους τους γεωργούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι πιθανές συνεισφορές στο διοικητικό κόστος της σχετικής ένωσης ή οργανισμού πρέπει να περιορίζονται στο κόστος της παροχής της υπηρεσίας.

Ενισχύσεις για διαφήμιση

(54)

Στο βαθμό που οι ενισχύσεις αυτές περιλαμβάνουν και δράσεις που έχουν ως στόχο να ωθήσουν τους οικονομικούς φορείς ή τους καταναλωτές στην αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος, ή υλικού το οποίο διανέμεται απευθείας στους καταναλωτές με τον ίδιο στόχο (για παράδειγμα, διαφήμιση στα σημεία πώλησης ή διαφήμιση απευθυνόμενη στους οικονομικούς φορείς, όπως γεωργοδιατροφικές επιχειρήσεις, διανομής χονδρικής ή λιανικής, εστιατόρια, ξενοδοχεία και άλλες επιχειρήσεις εστίασης), τα προαναφερόμενα μέτρα υπέρ της συμμετοχής σε εμπορικές εκθέσεις και ημερίδες πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των κανόνων που ισχύουν για τις ενισχύσεις ή για διαφήμιση, όπως και τα μέτρα διαφήμισης στα ΜΜΕ (τύπος, φυλλάδια, ραδιόφωνο, τηλεόραση) που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 31 στοιχείο γ) και στην αιτιολογική σκέψη 33 της παρούσας απόφασης.

(55)

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαφήμιση, τα έξοδα διαφήμισης πρέπει κανονικά να επιβαρύνουν τους ίδιους τους παραγωγούς ή επιχειρήσεις, ως αναπόσπαστο τμήμα των κανονικών οικονομικών δραστηριοτήτων τους.

(56)

Συνεπώς, προκειμένου να μην θεωρούνται οι ενισχύσεις λειτουργίας, αλλά να θεωρούνται συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, είναι απαραίτητο οι ενισχύσεις για διαφήμιση να μην αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών σε βαθμό που να αντιβαίνει στο κοινό συμφέρον (αρνητικά κριτήρια) και να ευνοούν την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών περιφερειών (θετικά κριτήρια). Επιπλέον, οι κρατικές ενισχύσεις πρέπει να τηρούν τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, οι οποίες προβλέπονται, όσον αφορά το γεωργικό κλάδο, στη συνθήκη για τη γεωργία ΠΟΕ-GATT του 1994.

(57)

Προκειμένου να πληρούν τα αρνητικά κριτήρια, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σημείο 3.1 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση, οι ενισχύσεις δεν πρέπει να χορηγούνται για διαφημιστικές εκστρατείες που παραβαίνουν το άρθρο 28 της συνθήκης ΕΚ (σημείο 3.1.1) ή εκστρατείες που αντιβαίνουν στο κοινοτικό παράγωγο δίκαιο (σημείο 3.1.2) ή για διαφήμιση σχετική με συγκεκριμένες επιχειρήσεις (σημείο 3.1.3). Επιπλέον, όταν η εκτέλεση διαφημιστικών δράσεων χρηματοδοτούμενη με δημόσια κεφάλαια ανατίθεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, προκειμένου να αποκλειστεί η πιθανότητα καταβολής ενισχύσεων σ’αυτές τις επιχειρήσεις, η επιλογή της ιδιωτικής επιχείρησης πρέπει να πραγματοποιείται με τήρηση των κανόνων της αγοράς, με τρόπο που να μην εισάγει διακρίσεις, εάν είναι αναγκαίο με διαδικασία διαγωνισμού σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και την κοινοτική νομολογία (22) ειδικότερα, με κατάλληλη δημοσιοποίηση αυτών των πρωτοβουλιών, ώστε η αγορά υπηρεσιών να παραμένει ανοιχτή στον ανταγωνισμό και να είναι δυνατόν να πιστοποιηθεί ότι οι διαδικασίες διαγωνισμού εκτελέστηκαν με αμερόληπτο τρόπο.

(58)

Όσον αφορά τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν, τα κριτήρια που προβλέπονται στο σημείο 3.1.1 (εκστρατείες κατά παράβαση του άρθρου 28 της συνθήκης) και στο σημείο 3.1.3 (διαφήμιση συγκεκριμένων επιχειρήσεων) φαίνεται ότι πληρούνται από τα μέτρα διαφήμισης που περιγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις 30 και 31 στοιχείο γ) και στην αιτιολογική σκέψη 33 της παρούσας απόφασης. Οι ιταλικές αρχές δεν παρείχαν καμία ένδειξη ότι τηρείται και το κριτήριο που προβλέπεται στο σημείο 3.1.2 (εκστρατείες οι οποίες αντιβαίνουν στο κοινοτικό παράγωγο δίκαιο).

(59)

Εκτός από την εκπλήρωση των αρνητικών κριτηρίων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σημείο 3.2 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση, η επιδοτούμενη διαφήμιση πρέπει να πληροί τουλάχιστον ένα από τα θετικά κριτήρια που στοχεύουν να αποδείξουν ότι η ενίσχυση διευκολύνει πραγματικά την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών περιφερειών. Αυτή η θετική προϋπόθεση θεωρείται ότι εκπληρώνεται εάν η επιδοτούμενη διαφήμιση αφορά μία από τις ακόλουθες δραστηριότητες: πλεονάζουσα γεωργική παραγωγή ή λιγότερο χρησιμοποιούμενα είδη· νέες παραγωγές ή παραγωγές υποκατάστασης που δεν έχουν ακόμη καταστεί πλεονάζουσες· προϊόντα υψηλής ποιότητας, συμπεριλαμβανόμενων των προϊόντων που λαμβάνονται με μεθόδους παραγωγής ή συλλογής οι οποίες σέβονται το περιβάλλον, όπως τα βιολογικά προϊόντα· ανάπτυξη συγκεκριμένων περιφερειών· ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων όπως αυτές ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 70/2001· έργα πραγματοποιούμενα από οργανισμούς που αναγνωρίζονται επισήμως κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με την κοινή οργάνωση των αγορών των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας (23)· έργα πραγματοποιούμενα από κοινού από οργανώσεις παραγωγών ή άλλες οργανώσεις του κλάδου της αλιείας αναγνωρισμένες από εθνικές αρχές.

(60)

Όσον αφορά τις ενισχύσεις για διαφήμιση, οι παρατηρήσεις που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές δεν δείχνουν ότι τα επίμαχα μέτρα διαφήμισης πληρούν ένα από τα προαναφερόμενα θετικά κριτήρια.

(61)

Όσον αφορά το ανώτατο επίπεδο των κρατικών ενισχύσεων για τη διαφήμιση γεωργικών προϊόντων, στο σημείο 5 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση προβλέπεται ότι, κατά κανόνα, μια άμεση ενίσχυση από το γενικό κρατικό προϋπολογισμό δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό που ο ίδιος ο τομέας διαθέτει για μια συγκεκριμένη διαφημιστική εκστρατεία. Τοιουτοτρόπως, στην περίπτωση ενισχύσεων για διαφήμιση, το ποσοστό της άμεσης ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει το 50 % και οι επιχειρήσεις του τομέα θα πρέπει να συνεισφέρουν τουλάχιστον κατά 50 % του κόστους, είτε μέσω εθελοντικών εισφορών είτε μέσω της είσπραξης λοιπών φόρων και τελών ή υποχρεωτικών εισφορών. Για να ληφθεί υπόψη η σημασία ορισμένων θετικών κριτηρίων που αναφέρονται στο σημείο 3.2 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση, η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει την αύξηση του ανώτατου ποσοστού άμεσης ενίσχυσης σε 75 % των δαπανών στην περίπτωση διαφήμισης προϊόντων που παράγονται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε περιοχές επιλέξιμες για ενίσχυση βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης ΕΚ.

(62)

Από τις πληροφορίες που διαβιβάστηκαν και προαναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 31 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι όλα τα μέτρα προώθησης και διαφήμισης που προβλέπονται στο καθεστώς των επίμαχων ενισχύσεων χρηματοδοτούνται κατά 100 % από δημόσιους πόρους. Συνεπώς δεν τηρείται η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία, ποσοστό 50 % (ή 25 %, κατά περίπτωση) της χρηματοδότησης πρέπει να προέρχεται από τον κλάδο.

(63)

Από την ανωτέρω αξιολόγηση, η Επιτροπή μπορεί συνεπώς να συνάγει ότι οι ενισχύσεις για διαφήμιση δεν πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται στο σημείο 3.1.2 (εκστρατείες που παραβιάζουν δευτερογενή κοινοτική νομοθεσία), στο σημείο 3.2 (θετικά κριτήρια) και στο σημείο 5 (ανώτατο επίπεδο των κρατικών ενισχύσεων) των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση.

(64)

Το ανωτέρω συμπέρασμα ισχύει για τα μέτρα που εκτελούνται τόσο εντός όσο και εκτός Κοινότητας λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενισχύσεις για διαφήμιση που εκτελούνται εκτός Κοινότητας δεν εξετάζονται ρητώς στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να τις αξιολογήσει ανάλογα. Σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Επιτροπής, εάν είναι σύμφωνες με τους ανάλογους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που εφαρμόζονται στην κοινοτική επικράτεια, τα επίμαχα μέτρα μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά, και η χρηματοδότησή τους μπορεί να επιτραπεί σε ποσοστό έως 80 % (24). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως συνάγεται από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν και παρουσιάζονται στις αιτιολογικές σκέψεις 31 και 33 της παρούσας απόφασης, τα εφαρμοζόμενα εντός και εκτός Κοινότητας μέτρα είναι τα ίδια και η χορηγούμενη ενίσχυση ανέρχεται σε ποσοστό 100 %. Ως εκ τούτου, και στην παρούσα περίπτωση επίσης δεν τηρούνται ούτε τα κριτήρια που προβλέπονται στο σημείο 3.1.2 (εκστρατείες που παραβιάζουν δευτερογενή κοινοτική νομοθεσία) και στο σημείο 3.2 (θετικά κριτήρια) των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαφήμιση, ούτε το ανώτατο επίπεδο των κρατικών ενισχύσεων που είναι αποδεκτό από την Επιτροπή (25). Επομένως και αυτές οι ενισχύσεις δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

(65)

Η παρούσα απόφαση αφορά αποκλειστικά τα μέτρα ενίσχυσης στον τομέα της γεωργίας για την προώθηση και τη διαφήμιση των γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα I της συνθήκης. Αυτή δεν αποτελεί την επίσημη θέση της Επιτροπής σχετικά με τη συμμόρφωση όσον αφορά την επιλογή των παροχέων υπηρεσιών προς τους κοινοτικούς κανόνες σε θέματα δημοσίων διαγωνισμών και προς τη σχετική νομολογία. Η Επιτροπή επιφυλάσσεται να εμβαθύνει στην εξέταση του ζητήματος σύμφωνα προς τους κανόνες που διέπουν τους δημόσιους διαγωνισμούς.

VI.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(66)

Με βάση τα προαναφερόμενα, συνάγεται ότι τα μέτρα ενίσχυσης υπέρ της προώθησης, στο βαθμό που συμμορφώνονται προς τα προβλεπόμενα στα τμήματα 13 και 14 των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας, μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ), στο βαθμό που πρόκειται για ενισχύσεις προοριζόμενες να διευκολύνουν την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων.

(67)

Τα μέτρα ενίσχυσης υπέρ της διαφήμισης, τα οποία δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις που προβλέπονται στις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαφήμιση προϊόντων τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης ΕΚ, καθώς και συγκεκριμένων προϊόντων που δεν περιλαμβάνονται στο εν λόγω παράρτημα, δεν είναι συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά και μπορούν να εφαρμοστούν μόνο με τροποποίηση με σκοπό τη συμμόρφωσή τους προς τις αναφερόμενες διατάξεις.

(68)

Οι ενισχύσεις για διαφήμιση οι οποίες δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, πρέπει εφόσον έχουν χορηγηθεί, να ανακτηθούν από τους δικαιούχους,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Οι κρατικές ενισχύσεις που προβλέπονται από την Ιταλία υπέρ της προώθησης γεωργικών προϊόντων τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997 της Περιφέρειας Σικελίας, είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

Συνεπώς επιτρέπεται η χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων.

Άρθρο 2

Οι κρατικές ενισχύσεις που προβλέπονται από την Ιταλία υπέρ της διαφήμισης γεωργικών προϊόντων τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του περιφερειακού νόμου αριθ. 27/1997 της Περιφέρειας Σικελίας, δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

Συνεπώς δεν επιτρέπεται η χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων.

Άρθρο 3

Η Ιταλία λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 από τους δικαιούχους, εφόσον τις έχει ήδη παρανόμως χορηγήσει σε αυτούς.

Η ανάκτηση εκτελείται χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τις διαδικασίες του εσωτερικού δικαίου υπό την προϋπόθεση ότι αυτές επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της παρούσας απόφασης. Η ενίσχυση προς ανάκτηση περιλαμβάνει τους τόκους, οι οποίοι λογίζονται από την ημερομηνία κατά την οποία η ενίσχυση τέθηκε στη διάθεση του ή των δικαιούχων έως την ημερομηνία ανάκτησης. Οι τόκοι υπολογίζονται βάσει του επιτοκίου αναφοράς το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της ισοδύναμης επιδότησης στο πλαίσιο των ενισχύσεων για περιφερειακούς σκοπούς.

Άρθρο 4

Η Ιταλία τροποποιεί τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου που αφορούν τις ενισχύσεις για διαφήμιση γεωργικών προϊόντων τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης, με τρόπο ώστε να τις καταστήσει σύμφωνες με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις διαφήμισης προϊόντων τα οποία προβλέπονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης καθώς και συγκεκριμένων προϊόντων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 5

Εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, η Ιταλία ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει για να συμμορφωθεί προς την παρούσα απόφαση.

Άρθρο 6

Η Ιταλική Δημοκρατία είναι αποδέκτης της παρούσας απόφασης.

Βρυξέλλες, 2 Ιουνίου 2004.

Για την Επιτροπή

Franz FISCHLER

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 48 της 24.2.2004, σ. 2 .

(2)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχώρησης του 2003.

(3)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(4)  Βλέπε σημεία 27, 28 και 29 της δημοσιευμένης απόφασης στην ΕΕ C 48 της 24.2.2004, σ. 2.

(5)  ΕΕ C 252 της 12.9.2001, σ. 5.

(6)  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1999 στην υπόθεση C-107/98, Teckal κατά Comune di Viano Azienda Gas-Acqua Consorziale (AGAC) di Reggio Emilia, Συλλογή 1999, σ. I-8121.

(7)  ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την πράξη προσχώρησης του 2003.

(8)  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2000 στην υπόθεση C-324/98, Teleaustria Verlags GmbH κατά Telekom Austria AG, Συλλογή 2000, σ. I-10745.

(9)  ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 30.

(10)  ΕΕ C 28 της 1.2.2000, σ. 2, όπως διορθώθηκε στην ΕΕ C 232 της 12.8.2000, σ. 17.

(11)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 στην υπόθεση C-730/79, Philip Morris Holland BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1980, σ. 2671, σημεία 11 και 12.

(12)  Πηγή: Eurostat.

(13)  Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η προϋπόθεση του επηρεασμού των συναλλαγών πληρούται όταν η αποδέκτρια επιχείρηση ασκεί οικονομική δραστηριότητα που αποτελεί αντικείμενο εμπορίου μεταξύ κρατών μελών. Το γεγονός και μόνο ότι μια ενίσχυση ενδυναμώνει τη θέση αυτής της επιχείρησης σε σχέση με τις υπόλοιπες ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, επιτρέπει να θεωρηθεί ότι επηρεάζονται αυτές οι συναλλαγές. Όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις στο γεωργικό κλάδο, αποτελεί πλέον παγιωμένη νομολογία ότι μια συγκεκριμένη ενίσχυση επηρεάζει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τον ανταγωνισμό ακόμη και όταν το ύψος της είναι μικρό και διαμοιράζεται σε μεγάλο αριθμό γεωργών. Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2002 στην υπόθεση C-113/00, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 2002, σ. 7601, σημεία 30 έως 36 και 54 έως 56 και υπόθεση C-114/00, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 2002, σ. 7657, σημεία 46 έως 52 και 68 έως 69.

(14)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 102/87 Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1988, σ. 4067.

(15)  Βλέπε υποσημείωση 5.

(16)  Βλέπε σημεία 27, 28 και 29 της απόφασης που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 48 της 24.2.2004, σ. 2.

(17)  Βλέπε υποσημείωση 9.

(18)  ΕΕ L 1 της 3.1.2004, σ. 1.

(19)  ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 33. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 364/2004 (ΕΕ L 63 της 28.2.2004, σ. 22).

(20)  Όσον αφορά το γεωργικό κλάδο, οι ενισχύσεις υπέρ της προώθησης και της διαφήμισης που εφαρμόζονται εκτός της Κοινότητας δεν καλύπτονται ρητά από τους κοινοτικούς προσανατολισμούς για τις κρατικές ενισχύσεις στο γεωργικό κλάδο. Συνεπώς, κατά την αξιολόγησή τους, η Επιτροπή ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια. Σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Επιτροπής, εάν τα εξεταζόμενα μέτρα είναι σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που ισχύουν εντός της κοινοτικής επικράτειας, αυτές μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την κοινή αγορά. Βλέπε για παράδειγμα Ιταλία/Τοσκάνη ενίσχυση N 656/02, ενίσχυση NN 150/02 (πρώην N 109/02) [επιστολή της Επιτροπής C(2003) 1747 της 11.6.2003] και ενίσχυση NN 44/03 (πρώην N 6/03) [επιστολή της Επιτροπής C(2003) 2534 της 23.7.2003].

(21)  Όπως αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής C(2002)1768f τελικό της 7.5.2002 (Ενίσχυση N 241/01 Ιταλία/Εμπορικά επιμελητήρια), η εγκατάσταση μιας ευρωπαϊκής επιχείρησης και η εγγραφή της στο τοπικά αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό, νομικό ή πραγματικό. Βλ. επίσης την ενίσχυση N 62/01 (Ιταλία/Ένωση Εμπορικών Επιμελητηρίων του Piemonte και του Veneto) απόφαση της Επιτροπής SG(2001) D/290914 της 8.8.2001.

(22)  Yπόθεση C-324/98, όπως προηγουμένως.

(23)  ΕΕ L 17, 21.1.2000, σ. 22. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχώρησης του 2003.

(24)  Βλέπε για παράδειγμα Ιταλία/Τοσκάνη ενίσχυση N 656/02, ενίσχυση NN 150/02 (πρώην N 109/02) [επιστολή της Επιτροπής C(2003) 1747 της 11.6.2003] και ενίσχυση NN 44/03 (πρώην N 6/03) [επιστολή της Επιτροπής C(2003) 2534 της 23.7.2003].

(25)  Βλέπε υποσημείωση 23 ανωτέρω.


6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/37


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 9ης Νοεμβρίου 2005

σχετικά με το καθεστώς ενίσχυσης που σχεδιάζει να εφαρμόσει η Γαλλία υπέρ των παραγωγών και εμπόρων των οίνων λικέρ: Pineau des Charentes, Floc de Gascogne, Pommeau de Normandie και Macvin du Jura

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 4189]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(2007/55/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο,

αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο (1)

εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με επιστολή της 23ης Ιουνίου 2003, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή, με βάση το άρθρο 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης, καθεστώς ενίσχυσης που σχεδίαζε να εφαρμόσει υπέρ των παραγωγών και εμπόρων των οίνων λικέρ: Pineau de Charentes, Floc de Gascogne, Pommeau de Normandie και Macvin du Jura. Με επιστολές της 9ης Αυγούστου, της 24ης και της 28ης Νοεμβρίου 2003 και της 17ης και 24ης Φεβρουαρίου 2004 η Γαλλία παρέσχε συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή.

(2)

Με επιστολή της 20ης Απριλίου 2004 η Επιτροπή ενημέρωσε τη Γαλλία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ έναντι του μέτρου αυτού.

(3)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (2). Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το εν λόγω μέτρο.

(4)

Η Επιτροπή δεν έλαβε σχετικές παρατηρήσεις εκ μέρους των ενδιαφερομένων.

(5)

Με επιστολή της 11ης Ιουνίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 14 Ιουνίου 2004, η Γαλλία κοινοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της.

II.   ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

(6)

Οι ενισχύσεις που κοινοποιήθηκαν αποτελούν τη συνέχεια ενισχύσεων που είχαν κοινοποιηθεί και εγκριθεί προηγουμένως από την Επιτροπή, στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων αριθ. N 703/95 (3) και αριθ. 327/98 (4), και αφορούν δράσεις διαφήμισης και προώθησης, προγράμματα έρευνας και πειραματισμού, δράσεις τεχνικής στήριξης, καθώς και δράσεις που αποσκοπούν να ενθαρρύνουν την παραγωγή ποιοτικών προϊόντων.

(7)

Η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση αριθ. N 703/95 ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οποία αναλύεται λεπτομερώς κατωτέρω.

(8)

Οι ενισχύσεις αριθ. N 703/95 και 327/98, που αρχικώς είχε προγραμματιστεί να διαρκέσουν μια πενταετία, από το 1995/1996, χορηγήθηκαν σε επτά δόσεις, εκ των οποίων η τελευταία κάλυπτε την περίοδο Μάιος 2001 — Απρίλιος 2002. Λόγω δημοσιονομικών περιορισμών που επέβαλε η Κυβέρνηση, οι πόροι για την τελευταία δόση δεν έχουν μέχρι σήμερα αποδεσμευτεί. Η ημερομηνία λήξης του προηγούμενου καθεστώτος μετατέθηκε στις 30 Απριλίου 2002.

(9)

Όσον αφορά τους δικαιούχους παραγωγούς, έχουν μεσολαβήσει αλλαγές ως προς τα προηγούμενα καθεστώτα. Οι επαγγελματίες του κλάδου παραγωγής αποσταγμάτων (Armagnac, Calvados, Cognac) δεν ζήτησαν παράταση του καθεστώτος. Κατά συνέπεια, οι γαλλικές αρχές αποφάσισαν να περιορίσουν το καθεστώς σε ορισμένους οίνους λικέρ ονομασίας προέλευσης ελεγχόμενης (Ο.Π.Ε.).

(10)

Για το σύνολο των σχετικών διεπαγγελματικών οργανώσεων και το σύνολο των ενισχύσεων που περιγράφονται παρακάτω προβλέπεται, για πέντε έτη, συνολικός προϋπολογισμός ενισχύσεων 12 000 000 ευρώ, που κατανέμεται ως εξής: Pineau des Charentes, 9 360 000 EUR· Floc de Gascogne, 2 040 000 EUR· Pommeau de Normandie, 360 000 EUR και Macvin du Jura, 240 000 EUR.

(11)

Οι δράσεις έρευνας, τεχνικής υποστήριξης και ανάπτυξης της παραγωγής ποιοτικών προϊόντων θα χρηματοδοτηθούν αποκλειστικά από το κράτος με δημοσιονομικούς πόρους. Οι δράσεις διαφήμισης και προώθησης θα χρηματοδοτηθούν εν μέρει από το κράτος και εν μέρει από τις οικείες διεπαγγελματικές οργανώσεις, μέσω αυτόβουλων υποχρεωτικών εισφορών (εφεξής ΑΥΕ) των μελών τους. Για τις δράσεις διαφήμισης στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κράτος θα συμβάλει σε ποσοστό 50 % κατ' ανώτατο όριο.

(12)

Οι ΑΥΕ εφαρμόζονται στις ποσότητες οίνου λικέρ Ο.Π.Ε. που διατίθενται στην αγορά από τους αμπελουργούς, τις επιχειρήσεις απόσταξης, τους εμπόρους και τους χονδρεμπόρους που είναι εγκατεστημένοι στη οικείες περιοχές παραγωγής οίνων λικέρ Ο.Π.Ε..

(13)

Το 2002, οι ΑΥΕ ανερχόταν σε 12,96 EUR/hl Pineau de Charentes· σε 0,25 EUR/φιάλη Floc de Gascogne· σε 30,79 EUR/hl Pommeau de Normandie και σε 2,75 EUR/hl Macvin de Jura.

1.   Οι δράσεις διαφήμισης και προώθησης

(14)

Οι γαλλικές αρχές εξήγησαν ότι τα προγράμματα προβλέπεται να υλοποιηθούν σε ορισμένες αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ των οποίων η Γαλλία, και σε αγορές τρίτων χωρών. Ο σκοπός των προβλεπομένων μέτρων διαφήμισης είναι να προωθηθεί η αύξηση της πρόθεσης αγοράς, με την ενημέρωση σχετικά με τους οίνους λικέρ, χωρίς ωστόσο να περιοριστεί η διαφήμιση σε προϊόντα συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Τα προϊόντα που θα διαφημιστούν είναι όλα προϊόντα ονομασίας προέλευσης ελεγχόμενης: Pineau des Charentes, Floc de Gascogne, Pommeau de Normandie και Macvin du Jura.

(15)

Οι δράσεις αυτές θα απευθύνονται σε όλους τους οργανωμένους παραγωγούς οίνων λικέρ οι οποίοι, σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, δεν θα ήταν σε θέση από μόνοι τους να αναλάβουν ανάλογη δράση για να βελτιωθεί η πώληση των προϊόντων τους.

(16)

Θα ληφθεί μέριμνα ώστε το περιεχόμενο των μηνυμάτων των δράσεων διαφήμισης να μην έχουν ως σκοπό να αποτρέψουν τους καταναλωτές να αγοράσουν προϊόντα άλλων κρατών μελών ή να δυσφημίσουν τα προϊόντα αυτά.

(17)

Πρόκειται για εκστρατείες διαφήμισης, ενημέρωσης και επικοινωνίας, που θα περιλαμβάνουν διάφορα είδη δράσεων, συγκεκριμένα: διαφήμιση στα ΜΜΕ, δημιουργία και διάδοση άλλου διαφημιστικού υλικού, δράσεις διαφήμισης των σημείων πώλησης που συνδέονται με την διαφημιστική εκστρατεία. Οι εκστρατείες αυτές ενδέχεται να συνδέονται με μέτρα προώθησης όπως: δημόσιες σχέσεις, συμμετοχή σε εκθέσεις, διοργάνωση σεμιναρίων ή εκδηλώσεων, έκδοση φυλλαδίων και άλλων ενημερωτικών εντύπων, εκπόνηση μελετών σχετικά με την εικόνα των προϊόντων στους καταναλωτές και την καταλληλότητα των διαφημιστικών εκστρατειών.

(18)

Οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν τη δέσμευση να παρουσιάσουν τα πρωτότυπα ή αντίγραφα του διαφημιστικού υλικού που θα χρησιμοποιηθεί για αυτές τις εκστρατείες.

(19)

Το ποσοστό των ενισχύσεων που προγραμματίζουν οι διεπαγγελματικές οργανώσεις για τη διαφήμιση θα είναι 50 % για δράσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, και 80 % για δράσεις σε τρίτες χώρες.

(20)

Οι ενισχύσεις που προβλέπονται για τις προβλεπόμενες δράσεις, ανέρχονται, σε ευρώ, σε:

 

ΕΕ

Τρίτες χώρες

Σύνολο

Floc de Gascogne

1 490 000

212 500

1 702 500

Pineau des Charentes

6 956 000

1 000 000

7 956 000

Pommeau de Normandie

360 000

360 000

Macvin du Jura

175 000

175 000

Συνολο

8 981 000

1 212 500

10 193 500

2.   Οι δράσεις έρευνας

(21)

Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, οι δράσεις υποστήριξης της έρευνας και του πειραματισμού θα αφορούν αποκλειστικώς κάθε είδους γενική έρευνα προς όφελος όλου του κλάδου.

(22)

Όσον αφορά τον οίνο λικέρ Pineau des Charentes: μικροβιολογία, βακτηριακές αλλοιώσεις και συνέπειες (ταυτοποίηση των παραγόντων ανάπτυξης βακτηρίων γαλακτικής ζύμωσης στο Pineau des Charentes, ανάπτυξη δοκιμών μολύνσεως και τεχνικών διόρθωσης)· μηχανισμοί παλαίωσης του Pineau des Charentes (προσδιορισμός αναλυτικών κριτηρίων που χαρακτηρίζουν τα φαινόμενα οξείδωσης και ανάδειξη των παραγόντων παλαίωσης)· συγκρότηση βάσης αναλυτικών δεδομένων (γενικές αναλύσεις — τίτλος οινοποιήσιμης αλκοόλης, σάκχαρα, pH —, ενδεχόμενες μολύνσεις χημικές και βακτηριακές, με μέταλλα, κατιόντα, πτητικές ενώσεις, υπόλοιπα φυτοϋγειονομικών προϊόντων).

(23)

Όσον αφορά τον οίνο λικέρ Floc de Gascogne: μελέτες σχετικά με τις ποικιλίες και τους συνδυασμούς τους, με στόχο τη βελτιστοποίηση της εναρμόνισης των συνδυασμών ποικιλιών για να ενισχυθεί η ανάλαφρη και φρουτώδης γεύση κατά την παρασκευή του Floc de Gascogne (επιδίωξη υψηλής περιεκτικότητας σε σάκχαρα, ζωηρού χρώματος, και ενιαίας ολικής οξύτητας)· μελέτη του οίνου Armagnac που καθιστά δυνατή την παρασκευή του Floc de Gascogne (αναλυτική παρακολούθηση — περιεκτικότητα σε χαλκό, αιθανόλη, οξικό αιθύλιο, αλκοολικός τίτλος —, βελτίωση των χρησιμοποιούμενων οίνων Armagnac)· μελέτες και ανάπτυξη Floc de Gascogne κατάλληλου για συγκεκριμένα είδη κατανάλωσης, εφαρμογή ποιοτικών και ποσοτικών δοκιμών, διατήρηση.

(24)

Όσον αφορά τον οίνο λικέρ Macvin du Jura: ανάπτυξη της τεχνικής (παρακολούθηση της ωρίμανσης ομάδων ποικιλιών Jura για να καθοριστεί ο βαθμός παλαίωσης και οι ποικιλίες που ανταποκρίνονται καλύτερα στην παρασκευή Macvin du Jura)· διαλογή και βαθμολόγηση αμπελώνων· ποιότητα των γλευκών και έκθλιψη (επιπτώσεις στην ποιότητα αρωμάτων των Macvin du Jura των μεθόδων λήψης των γλεύκων — προσθήκη ενζύμων και ψύξη — και της διαβροχής τους με το φλοιό)· συνέπειες των δόσεων SO2 στην απολάσπωση· διαύγαση και επεξεργασία για την εμφιάλωση (σύγκριση των διαφορετικών μεθόδων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση και τη διατήρηση της διαύγειας του οίνου Macvin du Jura μετά την εμφιάλωσή του).

(25)

Προγραμματίζεται η πλήρης χρηματοδότηση των προβλεπόμενων ερευνητικών εργασιών. Οι ενισχύσεις για αυτές τις δράσεις έρευνας πενταετούς διάρκειας, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για την πληροφορική και την βιβλιογραφία και όλων των δαπανών για τη διάθεση των αποτελεσμάτων αυτών των μέτρων σε όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου, προβλέπεται να κατανεμηθούν ως εξής: Pineau des Charentes, 912 600 EUR· Floc de Gascogne, 118 000 EUR και Macvin du Jura, 65 000 EUR.

3.   Οι δράσεις τεχνικής υποστήριξης

(26)

Οι γαλλικές αρχές έχουν περιγράψει τις προβλεπόμενες δράσεις τεχνικής υποστήριξης, οι οποίες συνίστανται κυρίως σε τεχνική κατάρτιση με σκοπό τη βελτίωση και τον πλήρη έλεγχο των διεργασιών παραγωγής σε όλα τα επίπεδα (πρωτογενής παραγωγή, υλοποίηση, οργανοληπτικές δοκιμές), καθώς και μέτρα διάδοσης των γνώσεων.

(27)

Οι δαπάνες για τις εργασίες αυτές θα χρηματοδοτηθούν εξ ολοκλήρου, με την επιφύλαξη του προαναφερομένου ανωτάτου ορίου. Οι ενισχύσεις για αυτές τις εργασίες κατά την πενταετή περίοδο προβλέπεται να κατανεμηθούν ως εξής: Pineau des Charentes, 280 800 EUR και Floc de Gascogne, 169 000 EUR.

4.   Οι δράσεις υπέρ της παραγωγής ποιοτικών προϊόντων

(28)

Ενισχύσεις για την παραγωγή ποιοτικών προϊόντων έχουν προβλεφθεί για τους οίνους λικέρ Pineau des Charentes και Floc de Gascogne. Πρόκειται για τις εξής δράσεις: HACCP (ανάλυση κινδύνων και κρίσιμα σημεία ελέγχου) και ιχνηλασιμότητα (εκπόνηση και διάδοση πλαισίου αναφοράς σύμφωνα με τις τεχνικές και κανονιστικές απαιτήσεις)· τεχνικές και οικονομικές μελέτες για την ενθάρρυνση μέτρων ποιοτικής βελτίωσης.

(29)

Οι ενισχύσεις για αυτές τις δράσεις κατά την πενταετή περίοδο προβλέπεται να κατανεμηθούν ως εξής: Pineau des Charentes, 210 600 EUR και Floc de Gascogne, 50 500 EUR.

III.   ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 88, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

(30)

Όσον αφορά τη φύση, τις προϋποθέσεις χορήγησης ή την μέθοδο χρηματοδότησης των προβλεπόμενων ενισχύσεων, από την προκαταρκτική εξέταση των μέτρων δεν προέκυψαν ουσιαστικές αμφιβολίες, παρότι όσον αφορά τις ενισχύσεις για την διαφήμιση, η Επιτροπή έκρινε απαραίτητο να αναλάβει η Γαλλία τη γραπτή δέσμευση να είναι επουσιώδης οποιαδήποτε αναφορά της εθνικής προέλευσης των προϊόντων.

(31)

Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης για λόγους σχετικούς με το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων με άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, συγκεκριμένα το άρθρο 90 της Συνθήκης.

(32)

Πρέπει εν προκειμένω να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (5) ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση αριθ. N 703/95, ενίσχυση που παρατείνεται με το κοινοποιηθέν μέτρο.

(33)

Στην απόφασή του το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι κατά τη διάρκεια των ετών 1992 και 1993 (6) η γαλλική κυβέρνηση είχε θεσπίσει καθεστώς διαφορετικής τιμολόγησης για τους οίνους λικέρ και τους φυσικούς γλυκούς οίνους. Έτσι, από 1ης Ιουλίου 1993, επιβλήθηκε στους οίνους αυτούς ειδικός φόρος κατανάλωσης 1 400 FRF (7) /εκατόλιτρο (ήτοι 9 FRF ανά φιάλη) οίνου λικέρ και 350 FRF/εκατόλιτρο φυσικού γλυκού οίνου.

(34)

Τα έτη 1993/1994, ορισμένοι γάλλοι παραγωγοί οίνων λικέρ αρνήθηκαν να πληρώσουν το συμπληρωματικό φόρο κατανάλωσης για τους οίνους λικέρ. Τον Ιούνιο του 1994, όταν ανεστάλη αυτή η «παρακράτηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης», ο πρόεδρος της εθνικής συνομοσπονδίας παραγωγών οίνων λικέρ Ο.Π.Ε. δικαιολόγησε την αναστολή αυτή με βάση το γεγονός ότι, κατ'αυτόν, η γαλλική κυβέρνηση σκόπευε να καταβάλει στους γάλλους παραγωγούς οίνων λικέρ ετήσια αποζημίωση, καθώς και αποζημίωση για τα έτη 1994 μέχρι 1997.

(35)

Το 1995, η Associação dos Exportadores de Vinho do Porto (Ένωση Επιχειρήσεων Εξαγωγής Οίνου Porto, εφεξής AEVP) υπέβαλε στην Επιτροπή δύο καταγγελίες. Η AEVP υποστήριζε ότι συνδεόταν η διαφορά στη φορολόγηση μεταξύ των οίνων λικέρ και των φυσικών γλυκών οίνων, αφενός, και η ενίσχυση υπέρ των γάλλων παραγωγών οίνων λικέρ, αφετέρου. Σύμφωνα με την AEVP, η εν λόγω ενίσχυση προοριζόταν να αντισταθμίσει την υψηλότερη φορολόγηση των γάλλων παραγωγών οίνων λικέρ, γεγονός που συνεπαγόταν στην ουσία ότι μόνον οι αλλοδαποί παραγωγοί οίνων λικέρ θα έπρεπε να καταβάλουν υψηλότερο φόρο. Η δυσμενής αυτή φορολόγηση συνιστούσε λοιπόν παράβαση του άρθρου 95 (νυν άρθρο 90) της Συνθήκης.

(36)

Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι μέρος των εν λόγω ενισχύσεων φαινόταν να ευνοεί μια κατηγορία παραγωγών που συνέπιπτε ουσιαστικά με εκείνη των γάλλων παραγωγών οίνων λικέρ οι οποίοι, βάσει του συστήματος φορολόγησης, ευρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, και ότι ενδεχόμενη ύπαρξη σχέσης μεταξύ του συστήματος φορολόγησης και του σχεδίου των εν λόγω ενισχύσεων αποτελεί σημαντική δυσκολία προκειμένου να εκτιμηθεί το συμβιβάσιμο του εν λόγω σχεδίου με τις διατάξεις της Συνθήκης.

(37)

Το Δικαστήριο τόνισε ότι υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή θα ήταν σε θέση να κατανοήσει τα εγειρόμενα με τις κατατεθείσες από την AEVP καταγγελίες ζητήματα μόνον εφόσον κινούσε τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 (νυν άρθρο 88 παράγραφος 2) της Συνθήκης.

(38)

Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση της Επιτροπής στερείτο αιτιολόγησης, επειδή η Επιτροπή δεν είχε εξηγήσει για ποιο λόγο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν αβάσιμη η αιτίαση της AEVP όσον αφορά ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 95 (νυν άρθρο 90) της Συνθήκης.

(39)

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη λόγω τόσο της παραλείψεως κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93 παράγραφος 2 (νυν άρθρο 88 παράγραφος 2) της Συνθήκης όσο και της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 190 (νυν άρθρο 253) της Συνθήκης.

(40)

Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή έκρινε απαραίτητο να εξετάσει ενδελεχώς κατά πόσον συμβιβάζεται με το άρθρο 90 της Συνθήκης το κοινοποιηθέν μέτρο το οποίο συνιστούσε παράταση των ενισχύσεων που εγκρίθηκαν με την ακυρωθείσα από το Δικαστήριο απόφαση.

(41)

Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης του μέτρου, η Επιτροπή απηύθυνε το ερώτημα στην Γαλλία κατά πόσον η εν λόγω κρατική ενίσχυση δεν αποτελούσε, εκ των πραγμάτων, μερική επιστροφή αποκλειστικώς στους γάλλους παραγωγούς οίνου λικέρ του φόρου που προβλέπεται στο άρθρο 402α του γενικού φορολογικού κώδικα (code général des impôts).

(42)

Στις απαντήσεις κατά την πρώτη φάση, η Γαλλία υπογράμμισε ότι, όπως και στο παρελθόν, εξακολουθεί να μην υφίσταται σύνδεση μεταξύ των μέτρων ενίσχυσης που προτάθηκαν και των ειδικών φόρων κατανάλωσης, για τους ακόλουθους λόγους:

(43)

Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, το ποσό της ενίσχυσης (2,4 εκατομ. EUR ανά έτος, 12 εκατομ. EUR για πέντε έτη) είναι δυσανάλογα χαμηλό ως προς τα έσοδα από τα τέλη κατανάλωσης (ειδικός φόρος κατανάλωσης) του εν λόγω κλάδου. Από την πώληση 150 000 εκατόλιτρων οίνων λικέρ Ο.Π.Ε., για τους οποίους ο ειδικός φόρος κατανάλωσης είναι 214 EUR/hl, εισπράττονται ετησίως περισσότερα από 32 εκατομ. EUR ειδικοί φόροι κατανάλωσης.

(44)

Επειδή στους οίνους λικέρ επιβάλλεται ειδικός φόρος, 214 EUR/hl αντί 54 EUR/hl που επιβάλλεται στους φυσικούς γλυκούς οίνους, ο κλάδος φορολογείται με επιπλέον 24 εκατομ. EUR ειδικούς φόρους. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές το ποσό αυτό είναι δυσανάλογα χαμηλό προς το ύψος των προτεινομένων ενισχύσεων.

(45)

Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές ποτέ δεν είχε εφαρμοστεί διάταξη σύμφωνα με την οποία τα έσοδα που εισπράττονται με βάση το άρθρο 402α του γενικού φορολογικού κώδικα να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν υπέρ των εθνικών παραγωγών οίνων λικέρ. Για παράδειγμα, τα έσοδα που προέκυψαν από την 1η Ιανουαρίου 1995 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2000 διατέθηκαν στο «fonds de solidarité vieillesse» (ταμείο αλληλεγγύης για τους ηλικιωμένους). Τα έσοδα που συγκεντρώθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 2001 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003 διατέθηκαν σε ταμείο για τη χρηματοδότηση της μείωσης του χρόνου απασχόλησης. Από την 1η Ιανουαρίου 2004 τα έσοδα καταχωρούνται στον κρατικό προϋπολογισμό.

(46)

Αφού εξέτασε τις πληροφορίες αυτές η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν να αρθούν κατηγορηματικώς οι αμφιβολίες που διατυπώθηκαν όσον αφορά την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ των φόρων που καταβάλλονται και της ενίσχυσης.

(47)

Η Επιτροπή θεώρησε ότι η έλλειψη άμεσης αντιστοιχίας μεταξύ του ύψους της ενίσχυσης (2,4 εκατομ. EUR) και των εσόδων από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στους οίνους λικέρ (32 εκατομ. EUR), ή μεταξύ του ποσού της ενίσχυσης (2,4 εκατομ. EUR) και των ειδικών φόρων κατανάλωσης που καταβάλλονται συμπληρωματικώς για τους οίνους λικέρ σε σύγκριση προς τους φυσικούς γλυκούς οίνους (24 εκατομ. EUR), δεν αποτελούσε επαρκή απόδειξη ότι ο φόρος και η ενίσχυση δεν σχετίζονται. Δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστεί, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η δυνατότητα να χρησιμοποιείται, τουλάχιστον εν μέρει, η ενίσχυση για την αποζημίωση των γάλλων παραγωγών οίνων λικέρ, αποζημίωση την οποία δεν δικαιούνται άλλοι παραγωγοί της Κοινότητας.

(48)

Εξάλλου, η Επιτροπή έκρινε ότι θα έπρεπε να ανταποκριθεί στην επιθυμία του Δικαστηρίου να δοθεί η δυνατότητα σε ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη να υποβάλουν τα επιχειρήματα τους σχετικά με τυχόν παράβαση του άρθρου 90 της Συνθήκης.

(49)

Στην απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης, η Επιτροπή ζήτησε λοιπόν από τη Γαλλία να διαβιβάσει συμπληρωματικές κατάλληλες πληροφορίες και αριθμητικά στοιχεία προς επίρρωση των επιχειρημάτων της.

(50)

Ζητήθηκε κατ'αρχάς από την Γαλλία να απαντήσει εάν το Δημόσιο είχε ήδη αναλάβει τη δέσμευση προς τους γάλλους παραγωγούς οίνων λικέρ να καταβάλει αποζημίωση ή αντιστάθμιση, έστω και εν μέρει, για το φόρο που θεσπίστηκε το 1993.

(51)

Η Επιτροπή ζήτησε εν συνεχεία από την Γαλλία να διαβιβάσει αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τα ποσά που εισπράχθηκαν από την φορολόγηση των γαλλικών και των εισαγομένων οίνων λικέρ, καθώς και σχετικά με τα ποσά που εισπράχθηκαν ανά προϊόν (γαλλικό ή κοινοτικό).

(52)

Αφού διαπίστωσε ότι ο οίνος λικέρ Pineau de Charentes είναι, μακράν, ο κύριος δικαιούχος της κοινοποιηθείσας ενίσχυσης, με 78 % του συνολικού ποσού, ακολουθούμενος από τον Floc de Gascogne με 17 %, τον Pommeau de Normandie με 3 %, και, τέλος, τον Macvin du Jura, με 2 %, η Επιτροπή ζήτησε από την Γαλλία να διευκρινίσει εάν τα ποσοστά αυτά αντιστοιχούν, για καθένα απ'αυτά τα προϊόντα, με τα ποσοστά των εσόδων του Δημοσίου από την φορολόγηση των οίνων λικέρ.

(53)

Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των ενισχύσεων καταλαμβάνουν οι δράσεις διαφήμισης, η Γαλλία κλήθηκε να διευκρινίσει εάν η επιλογή αυτή είναι αντιπροσωπευτική των επιλογών του γαλλικού Δημοσίου για άλλους κλάδους της γεωργικής παραγωγής, ιδίως όσον αφορά τα προϊόντα ποιότητας.

(54)

Η Επιτροπή ζήτησε από την Γαλλία να διαβιβάσει τον προϋπολογισμό των ενισχύσεων για τις εκστρατείες διαφήμισης καθενός από τα τέσσερα προϊόντα στην Γαλλία.

(55)

Ζητήθηκε επίσης από τη Γαλλία να δώσει εξηγήσεις σχετικά με τυχόν σχέση μεταξύ των εισπράξεων από τις αυτόβουλες υποχρεωτικές εισφορές και των κονδυλίων του κρατικού προϋπολογισμού για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων.

IV.   ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ

(56)

Με επιστολή της 10ης Ιανουαρίου 2005, η Γαλλία διαβίβασε τις ακόλουθες πληροφορίες και παρατηρήσεις:

(57)

Όσον αφορά τις δράσεις διαφήμισης [βλ. αιτιολογική σκέψη 30], οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν τη δέσμευση να μη τονιστεί στις διαφημίσεις των προϊόντων, στο πλαίσιο των προς χρηματοδότηση δράσεων, η γαλλική προέλευση των εν λόγω οίνων λικέρ.

(58)

Ως προς τη σχέση μεταξύ του φόρου στους οίνους λικέρ και της ενίσχυσης, η Γαλλία τόνισε εκ νέου ότι δεν σχετίζονται τα έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και το ποσό των ενισχύσεων που προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Τα έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών φόρων κατανάλωσης οίνων λικέρ, καταχωρούνται στον γενικό προϋπολογισμό του κράτους. Σύμφωνα με τη Γαλλία, οι δημόσιες αρχές λαμβάνουν ανεξάρτητα αποφάσεις επί θεμάτων ενισχύσεων υπέρ ορισμένων οικονομικών κλάδων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενισχύσεις αποσκοπούν στην διόρθωση ορισμένων διαρθρωτικών μειονεκτημάτων που αντιμετωπίζουν αυτοί οι οίνοι, συγκεκριμένα η περιορισμένη αναγνωρισιμότητά τους από τους καταναλωτές, το μικρό μέγεθος και περιορισμένη γεωγραφική διασπορά των παραγωγών επιχειρήσεων καθώς και η έλλειψη μέσων για τη διείσδυσή τους στις αγορές.

(59)

Η Γαλλία επιβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει κανένα νομικό κείμενο που να επιτρέπει την αποζημίωση για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καταβάλλουν οι παραγωγοί οίνων λικέρ [βλ. αιτιολογική σκέψη 50].

(60)

Ως προς το ύψος των εσόδων που αντιστοιχούν στην κατανάλωση γαλλικών και εισαγομένων οίνων λικέρ [βλ. αιτιολογική σκέψη 51], η Γαλλία εξήγησε κατ'αρχάς ότι τα στατιστικά φορολογικά δεδομένα (που ταξινομούνται ανά είδος ειδικού φόρου κατανάλωσης) δεν καθιστούν δυνατή τη διάκριση μεταξύ γαλλικών προϊόντων και προϊόντων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.

(61)

Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπηρεσίας Τελωνείων, το ποσό των ειδικών φόρων κατανάλωσης που εισπράχθηκε το 2003 για τους φυσικούς γλυκούς οίνους και τους οίνους λικέρ ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ανήλθε σε 142,5 εκατομ. EUR, που κατανέμεται ως εξής: 25,2 εκατομ. EUR για 467 000 hl της κατηγορίας φυσικών γλυκών οίνων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης 54 EUR/hl, και 117,3 εκατομ. EUR για 548 000 hl οίνων λικέρ που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης 214 EUR/hl.

(62)

Στην τελευταία αναφερόμενη ποσότητα περιλαμβάνεται η παραγωγή των γαλλικών οίνων λικέρ που, με βάση τις δηλώσεις συγκομιδής, κατανέμεται ως εξής: 94 477 hl Pineau des Charentes, 2 091 hl Macvin du Jura, 5 680 hl Pommeau και 6 057 hl Floc de Gascogne.

(63)

Η Γαλλία διαβίβασε πίνακα όπου εμφαίνεται η κατανομή των προβλεπομένων ενισχύσεων μεταξύ των τεσσάρων διεπαγγελματικών οργανώσεων και η κατανομή των ποσοτήτων που παράχθηκαν ανά είδος οίνου λικέρ [βλ. αιτιολογική σκέψη 52].

Ονομασία

Όγκος παραγωγής

Ποσοστό παραγωγής

Ποσοστό προβλεπόμενης ενίσχυσης

Pineau des Charentes

112 436 hl (2001)

87 %

78 %

Floc de Gascogne

8 413 hl (2003)

7 %

17 %

Pommeau

5 111 hl (2002)

4 %

3 %

Macvin du Jura

2 717 hl (2002)

2 %

2 %

(64)

Η Γαλλία επισήμανε ότι το ποσοστό κάθε είδους οίνου λικέρ στην συνολική παραγωγή και το ποσοστό της προβλεπόμενης ενίσχυσης είναι παραπλήσια, χωρίς ωστόσο να συμπίπτουν πλήρως. Η Γαλλία υπογραμμίζει ότι η κατανομή των προβλεπόμενων ενισχύσεων είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης μεταξύ των δικαιούχων διεπαγγελματικών οργανώσεων και όχι επιλογή που επιβλήθηκε από τις δημόσιες αρχές.

(65)

Όσον αφορά το ερώτημα της Επιτροπής σχετικά με τον προϋπολογισμό για τις δράσεις διαφήμισης [βλ. αιτιολογική σκέψη 53], η Γαλλία διαβίβασε αριθμητικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι, ιδίως στο κλάδο των επιτραπέζιων οίνων με γεωγραφική ένδειξη (VQPRD), τα ποσά για τις δράσεις διαφήμισης ανέρχονται σε ποσοστό μεταξύ 50 % και 74 % του συνολικού προϋπολογισμού που τέθηκε στη διάθεση των διεπαγγελματικών οργανώσεων.

(66)

Η Γαλλία γνωστοποίησε, για καθεμία από τις τέσσερις διεπαγγελματικές οργανώσεις, το ποσοστό του προϋπολογισμού για τις διαφημιστικές εκστρατείες στη Γαλλία. Η κατανομή αυτή, που θα παραμείνει αμετάβλητη εάν εγκριθεί το καθεστώς των ενισχύσεων, ήταν επίσης αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής των διεπαγγελματικών οργανώσεων.

Οίνοι λικέρ Ο.Π.Ε.

Προϋπολογισμός 2003 για την διαφήμιση

Ποσοστό για τη διαφήμιση στη Γαλλία

Προβλεπόμενες ενισχύσεις (2,4 εκατομ. EUR/έτος)

Ποσοστό για τη διαφήμιση στη Γαλλία

Pineau

1 671 000 EUR

74 %

1 872 000 EUR

74 %

Floc

279 000 EUR

64 %

408 000 EUR

64 %

Pommeau

166 000 EUR

100 %

72 000 EUR

100 %

Macvin

22 600 EUR

100 %

48 000 EUR

100 %

(67)

Η Γαλλία διαβίβασε τον ακόλουθο πίνακα που αφορά τυχόν συσχέτιση μεταξύ των εσόδων από ΑΥΕ και των φόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων:

Ονομασία προέλευσης

Ποσότητα

Ύψος των ΑΥΕ

Έσοδα από ΑΥΕ που διατέθηκαν για τη διαφήμιση

Ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για την προώθηση των προϊόντων

Pineau

112 436 hl

12,96 EUR/hl

1 457 000 EUR

1 591 000 EUR

Floc

8 413 hl

0,25 EUR/φιάλη

279 000 EUR

340 000 EUR

Pommeau

5 111 hl

30,79 EUR/hl

157 000 EUR

72 000 EUR

Macvin

2 717 hl

2,75 EUR/hl

75 000 EUR

35 000 EUR

(68)

Τα έσοδα που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για τη διαφήμιση δεν προέρχονται μόνον από τα ποσά που συγκεντρώνονται μέσω των ΑΥΕ. Συγκεκριμένα, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν και άλλους πόρους, που προέρχονται, για παράδειγμα, από προσφορά υπηρεσιών, πωλήσεις διαφημιστικών αντικειμένων και άλλες δραστηριότητες. Η Γαλλία επιβεβαίωσε ότι οι δράσεις διαφήμισης χρηματοδοτούνται εν μέρει από ιδιωτικούς πόρους κατά τουλάχιστον 50 % του επιλέξιμου κόστους.

(69)

Προς σύγκριση των προβλεπόμενων ενισχύσεων και των εσόδων από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, που υπολογίσθηκαν κατ'εκτίμηση με βάση τις ποσότητες που συγκομίστηκαν (8), η Γαλλία διαβίβασε τα ακόλουθα σχετικά στοιχεία:

Ονομασία προέλευσης

Εκτιμώμενα έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης/έτος

Προβλεπόμενες ενισχύσεις

Ενισχύσεις/ειδικοί φόροι κατανάλωσης

Pineau des Charentes

20 218 078 EUR

1 872 000 EUR

9,3  %

Floc de Gascogne

1 296 198 EUR

408 000 EUR

31,5  %

Pommeau

1 215 520 EUR

72 000 EUR

5,9  %

Macvin du Jura

447 474 EUR

48 000 EUR

10,7  %

(70)

Η Γαλλία υπεγράμμισε ότι ο τελευταίος αυτός πίνακας είναι ιδιαιτέρως ενδεικτικός, επειδή προκύπτει ότι δεν επιδιώχθηκε η αποζημίωση της επιβάρυνσης από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης με τη χορήγηση ενισχύσεων, καθώς δεν υφίσταται καμία ποσοτική συσχέτιση μεταξύ τους.

V.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

1.   Χαρακτήρας ενίσχυσης. Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης

(71)

Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα συνθήκη ορίζει άλλως.

(72)

Για να εμπίπτει μέτρο στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς οι ακόλουθες τέσσερις προϋποθέσεις: (1) το μέτρο πρέπει να χρηματοδοτείται από το κράτος ή από κρατικούς πόρους, (2) πρέπει να αφορά επιλεκτικώς ορισμένες επιχειρήσεις ή κλάδους παραγωγής, (3) να παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα στις δικαιούχες επιχειρήσεις, (4) να επηρεάζει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.

(73)

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις.

1.1.   Κρατικοί πόροι

(74)

Οι δράσεις έρευνας, τεχνικής υποστήριξης και παραγωγής ποιοτικών προϊόντων θα χρηματοδοτούνται αποκλειστικώς από το Δημόσιο μέσω των δημοσιονομικών πόρων.

(75)

Αντιθέτως, οι δράσεις προώθησης και διαφήμισης θα χρηματοδούνται εν μέρει από το Δημόσιο, και εν μέρει (τουλάχιστον κατά 50 %) από τις οικείες επαγγελματικές οργανώσεις μέσω των πόρων που συγκεντρώνονται ουσιαστικώς από τις αυτόβουλες υποχρεωτικές εισφορές (ΑΥΕ) των μελών τους.

(76)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο προϋπολογισμός για τις δράσεις προώθησης και διαφήμισης των προϊόντων χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από κρατικούς πόρους, με βάση τις σκέψεις που αναπτύσσονται κατωτέρω.

(77)

Σύμφωνα με πάγια πρακτική της Επιτροπής, οι υποχρεωτικές εισφορές των επιχειρήσεων ενός κλάδου που χρησιμοποιούνται για την χρηματοδότηση μέτρου χρηματοδοτικής ενίσχυσης εξομοιούνται με επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων και, ως εκ τούτου, συνιστούν κρατικούς πόρους, όταν οι εισφορές αυτές επιβάλλονται από το κράτος ή το προϊόν των εισφορών αυτών προέρχεται από οργανισμό ο οποίος έχει συσταθεί με νόμο.

(78)

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εισφορές που συγκεντρώθηκαν κατέστησαν υποχρεωτικές από την γαλλική κυβέρνηση στο πλαίσιο διαδικασίας διεύρυνσης των διεπαγγελματικών συμφωνιών. Η διεύρυνση των συμφωνιών πραγματοποιήθηκε με την θέσπιση διατάγματος το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας. Χρειάστηκε λοιπόν πράξη δημόσιας αρχής για να εφαρμοστούν πλήρως οι εισφορές αυτές.

(79)

Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την εκτίμηση της φύσης κρατικής ενίσχυσης πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον το εν λόγω μέτρο είναι δυνατόν να καταλογιστεί στο Δημόσιο  (9). Η πρόσφατη νομολογία παρέχει τα στοιχεία που πρέπει να εξεταστούν εν προκειμένω (10).

(80)

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ορισμένα μέτρα που χρηματοδοτούνται με πόρους που κατέβαλαν τα μέλη επαγγελματικών οργανώσεων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης, επειδή: (α) οι εισφορές διατέθηκαν υποχρεωτικά για τη χρηματοδότηση του μέτρου· (β) η οργάνωση ή οι δημόσιες αρχές ουδέποτε είχαν εξουσία ελεύθερης διαθέσεως των πόρων αυτών· (γ) το μέτρο έπρεπε να καταλογισθεί αποκλειστικώς στα μέλη της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης και δεν αποτελούσε μέρος κρατικής πολιτικής.

(81)

Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, όταν είναι αμιγώς διαμεσολαβητικός ο ρόλος του Δημοσίου, επειδή το Δημόσιο δεν παρεμβαίνει στον καθορισμό των επιλογών πολιτικής των επαγγελματικών οργανώσεων και ουδέποτε αποφασίζει σχετικά με τους πόρους που συγκεντρώνονται και χρησιμοποιούνται υποχρεωτικώς προς χρηματοδότηση των μέτρων για τα οποία συγκεντρώθηκαν, δεν ικανοποιείται το κριτήριο του καταλογισμού στο Δημόσιο. Ως εκ τούτου, είναι δυνατόν τα μέτρα να μην χαρακτηριστούν ως κρατικές ενισχύσεις.

(82)

Στην προκειμένη περίπτωση ωστόσο δεν πληρούνται τα κριτήρια που θεσπίστηκαν με την απόφαση Pearle. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι το κράτος συμμετέχει με ποσοστό 50 % στη χρηματοδότηση των δράσεων προώθησης και διαφήμισης αποδεικνύει σαφώς ότι οι δράσεις εντάσσονται σε κρατική πολιτική, και ως εκ τούτου, οι πόροι που χρησιμοποιήθηκαν για την χρηματοδότησή τους, πρέπει να θεωρηθούν στο σύνολό τους ως κρατικοί πόροι που διατέθηκαν για δράσεις που είναι δυνατόν να καταλογισθούν στο Δημόσιο.

1.2.   Επιλεκτικότητα

(83)

Δικαιούχοι των μέτρων είναι αποκλειστικώς οι γάλλοι παραγωγοί οίνων λικέρ, και ως εκ τούτου τα μέτρα είναι επιλεκτικά.

1.3.   Ύπαρξη πλεονεκτήματος

(84)

Οι παραγωγοί οίνων λικέρ απολαύουν οικονομικού πλεονεκτήματος υπό μορφή χρηματοδότησης διαφόρων δράσεων (προγραμμάτων έρευνας, τεχνικής υποστήριξης, ανάπτυξης ποιοτικών προϊόντων, προώθησης και διαφήμισης). Το πλεονέκτημα αυτό βελτιώνει την ανταγωνιστική θέση των δικαιούχων. Σύμφωνα με πάγια νομοθεσία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης επιχείρησης που προκύπτει από κρατική ενίσχυση σημαίνει, εν γένει, νόθευση του ανταγωνισμού έναντι άλλων επιχειρήσεων που δεν λαμβάνουν την ίδια ενίσχυση (11).

1.4.   Επηρεασμός του εμπορίου και νόθευση του ανταγωνισμού

(85)

Οι ενισχύσεις αυτές είναι δυνατόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών στο βαθμό που ευνοούν την εθνική παραγωγή εις βάρος της παραγωγής άλλων κρατών μελών. Ο αμπελοοινικός τομέας είναι άκρως ανταγωνιστικός σε επίπεδο Κοινότητας, όπως αποδεικνύει η ύπαρξη κοινής οργάνωσης της αγοράς του τομέα αυτού.

(86)

Στον ακόλουθο πίνακα εμφαίνεται, για παράδειγμα, το μέγεθος του εμπορίου ενδοκοινοτικών και γαλλικών αμπελοοινικών προϊόντων τα έτη 2001, 2002 και 2003 (12).

Οίνος (1 000 hl)

Έτος

Εισαγωγές ΕΕ

Εξαγωγές ΕΕ

Εισαγωγές Γαλλίας

Εξαγωγές Γαλλίας

2001

39 774

45 983

5 157

15 215

2002

40 453

46 844

4 561

15 505

2003

43 077

48 922

4 772

14 997

(87)

Ορισμένα από τα προβλεπόμενα μέτρα πρόκειται να υλοποιηθούν εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την αλληλεξάρτηση των αγορών όπου δραστηριοποιούνται οι κοινοτικές επιχειρήσεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα να νοθεύσει η ενίσχυση τον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό, λόγω της ενδυνάμωσης της ανταγωνιστικής θέσης επιχειρήσεων (13), έστω και αν πρόκειται για ενίσχυση υπέρ προϊόντων προς εξαγωγή εκτός Κοινότητας (14).

(88)

Με βάση τα ανωτέρω, τα εν λόγω μέτρα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης και είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι συμβιβάζονται με τη Συνθήκη μόνον εάν υπαχθούν σε μία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στη Συνθήκη.

2.   Συμβιβάσιμο των ενισχύσεων

(89)

Η μόνη δυνατή παρέκκλιση στο παρόν στάδιο είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο 87 παράγραφος 3, στοιχείο γ) όπου ορίζεται ότι δύναται να θεωρηθεί ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.

(90)

Για να είναι δυνατόν να υπαχθούν οι εν λόγω ενισχύσεις στην παρέκκλιση αυτή πρέπει να πληρούν τη νομοθεσία για τις κρατικές ενισχύσεις. Η Επιτροπή ελέγχει κατ'αρχάς τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων (15). Σε περίπτωση που ο κανονισμός αυτός δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί, η Επιτροπή ελέγχει εάν είναι δυνατό να εφαρμοστούν άλλες νομικές βάσεις, όπως κατευθυντήριες γραμμές ή κοινοτικά πλαίσια.

(91)

Δεδομένου ότι οι προβλεπόμενες ενισχύσεις δεν περιορίζονται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2004. Κατά την εκτίμησή της η Επιτροπή βασίστηκε λοιπόν στις εξής πράξεις: (α) κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (16) (εφεξής «κατευθυντήριες γραμμές για τη γεωργία»)· (β) κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τη διαφήμιση προϊόντων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι της συνθήκης ΕΚ και ορισμένων προϊόντων εκτός παραρτήματος Ι (17) (εφεξής «κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη διαφήμιση») και (γ) κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη (18) (εφεξής «το πλαίσιο»).

(92)

Δεδομένου ότι οι προβλεπόμενες ενισχύσεις πρόκειται να χρηματοδοτηθούν, τουλάχιστον εν μέρει, από υποχρεωτικές εισφορές εξομοιούμενες με επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων, η Επιτροπή περιέλαβε επίσης στην εκτίμησή της τους τρόπους χρηματοδότησης της ενίσχυσης.

2.1.   Τα μέτρα

2.1.1.   Ενισχύσεις για τη διαφήμιση και την προώθηση προϊόντων

(93)

Στις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν για τις κρατικές ενισχύσεις με σκοπό τη διαφήμιση των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης ΕΚ (19) (στο εξής: «κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη διαφήμιση») προβλέπονται αρνητικά και θετικά κριτήρια τα οποία πρέπει να τηρούνται από όλα τα καθεστώτα εθνικών ενισχύσεων. Έτσι, σύμφωνα με τα σημεία 16 έως 30 των κατευθυντήριων γραμμών, πρέπει να μην πρόκειται για δράσεις διαφήμισης που αντίκεινται στο άρθρο 28 της Συνθήκης ή στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, ούτε για δράσεις που προορίζονται για συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

(94)

Οι γαλλικές αρχές εξήγησαν ότι οι δράσεις δεν αφορούν συγκεκριμένες επιχειρήσεις, ότι η διαφήμιση δεν θα δυσφημίζει προϊόντα άλλων κρατών μελών της Κοινότητας και δεν θα περιλαμβάνει δυσμενή σύγκριση προβάλλοντας τη χώρα προέλευσης των προϊόντων.

(95)

Οι αναφορές στην εθνική προέλευση πρέπει να είναι δευτερεύουσες ως προς το κύριο μήνυμα που περνά η διαφημιστική εκστρατεία στους καταναλωτές και να μην αποτελούν το βασικό λόγο για τον οποίο παροτρύνονται οι καταναλωτές να αγοράσουν το προϊόν. Στην προκειμένη περίπτωση είναι σημαντικό να μην είναι η γαλλική προέλευση των προϊόντων το κύριο μήνυμα των διαφημιστικών εκστρατειών στο γαλλικό έδαφος.

(96)

Τα δείγματα που διαβίβασαν οι γαλλικές αρχές, καθώς και η ρητή δέσμευση της Γαλλίας εν προκειμένω καθιστούν δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν θα τονιστεί ιδιαιτέρως η γαλλική προέλευση των εν λόγω προϊόντων και ότι κάθε αναφορά στην προέλευση θα είναι δευτερεύουσα σε σύγκριση προς το κύριο μήνυμα των διαφημιστικών εκστρατειών.

(97)

Όσον αφορά τα θετικά κριτήρια, σύμφωνα με τα σημεία 31 έως 33 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τη διαφήμιση, τα προϊόντα που είναι το αντικείμενο διαφημιστικών εκστρατειών πρέπει να πληρούν τουλάχιστον μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: να είναι πλεονασματικά γεωργικά προϊόντα ή υποεκμεταλλευόμενα ή, νέα προϊόντα ή προϊόντα αντικατάστασης που δεν είναι πλεονασματικά, ή προϊόντα για την ανάπτυξη ορισμένων περιοχών, ή για την ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων από οργανικές καλλιέργειες.

(98)

Οι γαλλικές αρχές εξήγησαν εν προκειμένω ότι τα μέτρα θα αποσκοπούν στην ανάπτυξη των οικείων περιοχών παραγωγής με την προώθηση στην αγορά των τυπικών τους προϊόντων. Τα μέτρα ανταποκρίνονται στην ανάγκη να στηριχθεί το δίκτυο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων των οικείων γεωγραφικών περιοχών: οι επιχειρήσεις του αμπελοοινικού κλάδου είναι ουσιαστικώς μικρού μεγέθους, απασχολούν λίγους εργαζόμενους, και συχνά είναι οικογενειακές. Τα μέτρα θα αποσκοπούν επίσης στην ανάπτυξη των προϊόντων υψηλής ποιότητας (Ο.Π.Ε.).

(99)

Όσον αφορά ειδικότερα τις ενισχύσεις για τη διαφήμιση γεωργικών προϊόντων με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης ή γεωγραφικής ένδειξης που έχει καταχωρηθεί σε μητρώα από την Κοινότητα (20), η Επιτροπή, για να εγγυηθεί ότι οι ενισχύσεις δεν θα χορηγηθούν σε μεμονωμένους παραγωγούς, επαληθεύει ότι έχουν το ίδιο δικαίωμα ενίσχυσης όλοι οι παραγωγοί προϊόντος που καλύπτεται από Ο.Π.Ε.. Αυτό σημαίνει ότι τα μέτρα διαφήμισης πρέπει να αφορούν την Ο.Π.Ε. και όχι λογότυπο ή ετικέτα, εκτός εάν όλοι οι παραγωγοί είναι εξουσιοδοτημένοι να χρησιμοποιούν το ίδιο λογότυπο ή ετικέτα. Επίσης, στις περιπτώσεις που, για πρακτικούς λόγους, η ενίσχυση παρέχεται σε ομάδα παραγωγών, η Επιτροπή απαιτεί την διαβεβαίωση ότι ενίσχυση θα δικαιούνται όλοι οι τους παραγωγοί, ανεξαρτήτως εάν είναι μέλη της ομάδας παραγωγών.

(100)

Οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν τη δέσμευση να είναι δικαιούχοι των εν λόγω ενισχύσεων, μέσω των συλλογικώς εκτελούμενων δράσεων, όλοι αδιακρίτως οι παραγωγοί του διαφημιζόμενου προϊόντος, καθώς και οι επαγγελματίες διάθεσης του προϊόντος στην αγορά.

(101)

Όσον αφορά τον καθορισμό του ανωτάτου ορίου για τις ενισχύσεις που προβλέπεται στο σημείο 60 των κατευθυντηρίων γραμμών, οι δράσεις διαφήμισης επιτρέπεται να χρηματοδοτούνται μέχρι 50 % από κρατικούς πόρους, ενώ το υπόλοιπο πρέπει να αναλαμβάνουν οι δικαιούχες επαγγελματικές οργανώσεις ή διεπαγγελματικές οργανώσεις.

(102)

Οι γαλλικές αρχές αναλαμβάνουν τη δέσμευση να περιοριστεί η κρατική χρηματοδότηση σε 50 % κατ'ανώτατο όριο για τις διαφημιστικές δράσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το υπόλοιπο θα αναλάβουν οι επιχειρήσεις του ενδιαφερόμενου γεωργικού κλάδου.

(103)

Οι δράσεις που εκτελούνται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπεται να χρηματοδοτούνται μέχρι 80 %. Αυτό προκύπτει από τη θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή (21) σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή των παραγωγών σε αυτό το είδος δράσεων έχει ήδη προβλεφθεί, συγκεκριμένα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2702/1999 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης για τα γεωργικά προϊόντα στις τρίτες χώρες (22), ο οποίος αναφέρεται στο θέμα των συγχρηματοδοτούμενων δράσεων. Όταν πρόκειται για δράσεις που θα υλοποιήσει η Κοινότητα σε τρίτες χώρες, σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού, μέρος της χρηματοδότησης των δράσεων δημοσίων σχέσεων, προώθησης και διαφήμισης των γεωργικών προϊόντων ή των προϊόντων διατροφής πρέπει να βαρύνει τις προτείνουσες οργανώσεις. Έτσι, για τις δράσεις διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών, οι προτείνουσες οργανώσεις αναλαμβάνουν, κατά γενικό κανόνα, 20 % του κόστους, ενώ η μέγιστη συμμετοχή της Κοινότητας είναι 60 % και η συμμετοχή των κρατών μελών 20 % . Κατά συνέπεια, η χρηματοδοτική συμμετοχή των δικαιούχων σε αυτού του είδους δράσεις, ελάχιστου ύψους 20 % του κόστους, είναι η ενδεδειγμένη για να περιοριστεί η νόθευση του ανταγωνισμού με παραγωγούς από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας.

(104)

Οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή δείγματα των δραστηριοτήτων προώθησης και διαφήμισης χρηματοδοτούμενων από την ενίσχυση που κοινοποιήθηκε, βάσει των οποίων είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν οι δεσμεύσεις που ανέλαβαν.

(105)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ενισχύσεις αυτές πληρούν τις προϋποθέσεις που έχουν καθορισθεί σε κοινοτικό επίπεδο.

2.1.2.   Ενισχύσεις για την έρευνα

(106)

Όσον αφορά τις δράσεις έρευνας και πειραματισμού, καθώς και τις δράσεις για τη διάδοση των επιστημονικών επιτευγμάτων, στο σημείο 17 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη γεωργία προβλέπεται ότι οι ενισχύσεις για έρευνα και ανάπτυξη πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τα κριτήρια που τίθενται με το εφαρμοστέο κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη (23). Στο πλαίσιο αυτό ορίζεται ότι ποσοστό ενίσχυσης μέχρι 100 % συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, ακόμα και στην περίπτωση που η έρευνα και ανάπτυξη εκτελούνται από επιχειρήσεις, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες τέσσερις προϋποθέσεις:

α)

η ενίσχυση παρουσιάζει γενικό ενδιαφέρον για τον συγκεκριμένο τομέα (ή υποτομέα) χωρίς να προκαλεί αδικαιολόγητη νόθευση του ανταγωνισμού σε άλλους τομείς,

β)

οι πληροφορίες θα πρέπει να δημοσιεύονται σε κατάλληλες εφημερίδες που θα κυκλοφορούν τουλάχιστον σε ολόκληρη τη χώρα και δεν θα περιορίζονται στα μέλη ενός ειδικού οργανισμού, σε τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε φορέας που ενδέχεται να ενδιαφερθεί για αυτή την εργασία να μπορέσει εύκολα να ενημερωθεί ότι έχει προγραμματιστεί ή έχει ήδη ξεκινήσει και ότι τα αποτελέσματα διατίθενται ή ότι θα διατεθούν κατόπιν σε κάθε ενδιαφερόμενο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να δημοσιεύονται μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα δοθεί οποιαδήποτε πληροφορία στα μέλη ενός συγκεκριμένου οργανισμού,

γ)

τα αποτελέσματα αυτής της εργασίας διατίθενται για αξιοποίηση σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη περιλαμβανομένων και των δικαιούχων της ενίσχυσης υπό τους ίδιους όρους όσον αφορά το κόστος και τον χρόνο,

δ)

η ενίσχυση πληροί τους όρους του παραρτήματος 2 — «Εσωτερική ενίσχυση: βάση για την απαλλαγή από την υποχρέωση μείωσης» βάσει της συμφωνίας σχετικά με τη γεωργία η οποία συνήθη κατά τη διάρκεια των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του κύκλου της Ουρουγουάης (24).

(107)

Οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν τις εξής δεσμεύσεις:

α)

θα πρόκειται αποκλειστικώς για έρευνες γενικού ενδιαφέροντος για τον υπόψη τομέα, που θα αποσκοπούν στη χρησιμοποίηση και την γενική διάδοση, κατά τρόπο που να μην αλλοιώνονται οι όροι των συναλλαγών και χωρίς να προκαλούν αδικαιολόγητη νόθευση του ανταγωνισμού σε άλλους τομείς,

β)

τα δεδομένα που θα συγκεντρωθούν μετά το τέλος κάθε προγράμματος, αφού επικυρωθούν, θα δημοσιευθούν σε διάφορες εφημερίδες που είναι οι πλέον διαδεδομένες μεταξύ των ενδιαφερομένων. Τα αποτελέσματα της έρευνας θα δημοσιευθούν και θα διαδοθούν με τρόπο ώστε να ενημερωθούν και να έχουν πρόσβαση σε αυτά οι ενδιαφερόμενοι επαγγελματίες και έμποροι, χωρίς διακρίσεις, ταυτοχρόνως και κατόπιν απλού αιτήματος. Τα πορίσματα των εργασιών ή οι περιλήψεις τους θα δημοσιευθούν σε έντυπα που απευθύνονται στο «ευρύ κοινό» των σχετικών διεπαγγελματικών οργανώσεων, σε ειδικά έντυπα τεχνικών φορέων που συνδέονται με την εκτέλεση αυτών των μελετών και ερευνών, σε διάφορα φυλλάδια και έντυπα. Θα τεθούν στη διάθεση των επαγγελματιών του κλάδου μέσω των συνήθων διαύλων του γεωργικού τομέα ή του Υπουργείου Γεωργίας και Αλιείας,

γ)

δεδομένου ότι πρόκειται για έρευνες γενικού ενδιαφέροντος, δεν προβλέπεται κανενός είδους εμπορική εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων. Κατά συνέπεια δεν θα τεθεί θέμα του κόστους παραχώρησης δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή των όρων πρόσβασης σε δικαιώματα εκμετάλλευσης,

δ)

Οι γαλλικές αρχές εγγυώνται ότι οι δράσεις που θα χρηματοδοτηθούν δεν συνεπάγονται καμία απευθείας πληρωμή σε επιχειρήσεις παραγωγής ή μεταποίησης και ότι θα πληρούν όλα τα διεθνή εμπορικά κριτήρια που έχει αναγνωρίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

(108)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτές οι ενισχύσεις πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο.

2.1.3.   Ενισχύσεις για τεχνική υποστήριξη

(109)

Στο σημείο 14 των κατευθυντήριων γραμμών για τη γεωργία προβλέπεται ότι επιτρέπεται να χορηγούνται αυτού του είδους ενισχύσεις, σε ποσοστό μέχρι 100 % του κόστους, εφόσον είναι διαθέσιμες σε όλους όσοι είναι επιλέξιμοι στην συγκεκριμένη περιοχή με βάση αντικειμενικά οριζόμενα κριτήρια και εφόσον το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται δεν υπερβαίνει 100 000 ευρώ ανά δικαιούχο σε διάστημα τριών ετών ή, εφόσον πρόκειται για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το 50 % του επιλέξιμου κόστους (εφαρμόζεται το υψηλότερο ποσό). Οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν τη δέσμευση να τηρήσουν αυτούς τους όρους.

(110)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτές οι ενισχύσεις πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο.

2.1.4.   Ενισχύσεις για την παραγωγή ποιοτικών προϊόντων

(111)

Στο σημείο 13 των κατευθυντήριων γραμμών για τη γεωργία προβλέπεται ότι επιτρέπεται να χορηγούνται αυτού του είδους ενισχύσεις, σε ποσοστό μέχρι 100 % του κόστους, εφόσον είναι διαθέσιμες σε όλους όσοι είναι επιλέξιμοι στην συγκεκριμένη περιοχή με βάση αντικειμενικά οριζόμενα κριτήρια και εφόσον το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται δεν υπερβαίνει 100 000 ευρώ ανά δικαιούχο σε διάστημα τριών ετών ή, εφόσον πρόκειται για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το 50 % του επιλέξιμου κόστους (εφαρμόζεται το υψηλότερο ποσό). Οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν τη δέσμευση να τηρήσουν αυτούς τους όρους.

(112)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτές οι ενισχύσεις πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο.

2.2.   Χρηματοδότηση των ενισχύσεων

2.2.1.   Οι αυτόβουλες υποχρεωτικές εισφορές (ΑΥΕ)

(113)

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (25), η Επιτροπή θεωρεί κατά κανόνα ότι η χρηματοδότηση κρατικής ενίσχυσης με υποχρεωτικές επιβαρύνσεις ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στην ενίσχυση, έχοντας προστατευτικό αποτέλεσμα που βαίνει πέραν της καθαυτή ενισχύσεως. Οι εν λόγω εισφορές (ΑΥΕ) συνιστούν υποχρεωτική επιβάρυνση. Σύμφωνα με την ίδια νομολογία, η Επιτροπή θεωρεί ότι ενίσχυση δεν επιτρέπεται να χρηματοδοτείται από επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων που να επιβαρύνουν επίσης τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα.

(114)

Οι ΑΥΕ εφαρμόζονται επίσης στις ποσότητες οίνων λικέρ Ο.Π.Ε. που εμπορεύονται οι αμπελουργοί, οι επιχειρήσεις απόσταξης, οι έμποροι και οι μεγαλέμποροι που βρίσκονται στις περιοχές παραγωγής των εν λόγω οίνων λικέρ Ο.Π.Ε.. Οι γαλλικές αρχές εξήγησαν επίσης ότι, σε αντίθεση προς τα τέλη που εισπράττονται με βάση τις κοινοτικές οδηγίες για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης επί της αλκοόλης και των αλκοολούχων ποτών, οι εισφορές από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις, εξ ορισμού, επιβάλλονται μόνο στους οίνους λικέρ που καλύπτονται από τις εν λόγω προστατευόμενες ονομασίες ελεγχόμενης προέλευσης, δηλαδή αποκλειστικώς για προϊόντα των περιοχών που καθορίζονται στην κανονιστική νομοθεσία, πράγμα που σημαίνει ότι οι ΑΥΕ δεν επιβάλλονται για οίνους λικέρ που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.

(115)

Όσον αφορά ιδίως τους χονδρεμπόρους, δεν αποκλείεται να εμπορεύονται και εισαγόμενα προϊόντα. Ωστόσο, οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν ότι οι εισφορές των διεπαγγελματικών οργανώσεων θα καταβάλλονται από τους χονδρεμπόρους μόνον για τις ποσότητες οίνων λικέρ Ο.Π.Ε. που αφορά η κοινοποίηση, δηλαδή για τους οίνους λικέρ Pineau des Charentes, Floc de Gascogne, Pommeau de Normandie και Macvin du Jura. Κατά συνέπεια, εξαιρούνται από την καταβολή αυτών των φόρων οι ποσότητες εισαγομένων οίνων.

(116)

Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η εισφορά επιβάλλεται μόνο στην εθνική παραγωγή των οίνων λικέρ Ο.Π.Ε. τους οποίους αφορά το μέτρο, είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εισφορά δεν επιβάλλεται σε κανένα εισαγόμενο προϊόν.

(117)

Όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις που χρηματοδοτούνται από επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθόρισε επίσης άλλα κριτήρια, τα οποία πρέπει να εξεταστούν εν προκειμένω. Στην υπόθεση Nygard (26), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι φορολογική επιβάρυνση πρέπει να θεωρηθεί ως συνιστώσα παράβαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 90 της Συνθήκης, σε περίπτωση που τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται ο προορισμός των εσόδων της φορολογίας είναι επωφελή, ειδικώς, για όσα από τα πληττόμενα με τον φόρο προϊόντα μεταποιούνται ή διατίθενται στην εγχώρια αγορά, αντισταθμίζοντας μερικώς το επιβαλλόμενο σ' αυτά βάρος και υποβάλλοντας, έτσι, σε δυσμενή μεταχείριση τα εξαγόμενα εγχώρια προϊόντα.

(118)

Οι ενισχύσεις για την προώθηση και την διαφήμιση των προϊόντων, που είναι οι μόνες οι οποίες θα χρηματοδοτηθούν μέσω των ΑΥΕ, θα αφορούν μόνον τον κλάδο της εμπορίας και ενδέχεται να ενδιαφέρουν σε διαφορετικό βαθμό τους εμπόρους που θα στρέφονταν αποκλειστικά στις πωλήσεις εκτός Γαλλίας ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(119)

Οι γαλλικές αρχές διαβεβαίωσαν ωστόσο ότι τόσο η εθνική επιτροπή Pineau des Charentes όσο και η διεπαγγελματική επιτροπή Floc de Gascogne χρηματοδοτούν τις δράσεις διαφήμισης ή προώθησης των προϊόντων τους στη Γαλλία, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις τρίτες χώρες. Οι επιλογές τους εν προκειμένω καθορίστηκαν ανεξαρτήτως της απόφασης των διοικητικών τους συμβουλίων, όπου εκπροσωπούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι των οικείων κλάδων.

(120)

Αντιθέτως, η διεπαγγελματική οργάνωση των προστατευόμενων οίνων από μηλίτη και η διεπαγγελματική ή επιτροπή των οίνων Jura δεν σχεδιάζουν επί τους παρόντος να χρηματοδοτήσουν δράσεις εκτός της γαλλικής αγοράς. Ωστόσο, σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, η απόφαση να επικεντρωθούν οι δράσεις στη γαλλική αγορά είναι επιλογή της πολιτικής του εν λόγω κλάδου, ο οποίος θεωρεί ως θέμα προτεραιότητας να εδραιώσει την θέση του στην εθνική αγορά, γνωρίζοντας ότι η πώληση στο εξωτερικό των οίνων λικέρ που παράγει δεν αποτελεί ακόμη πρακτική του εμπορίου. Οι γαλλικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι η επικέντρωση αυτή δεν είναι δυσμενής για κανέναν έμπορο, επειδή οι πωλήσεις εκτός της γαλλικής αγοράς παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και δεν υπάρχουν έμποροι που έχουν εξειδικευθεί στις εξαγωγές.

(121)

Εν πάση περιπτώσει, οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν τη δέσμευση να μεριμνήσουν ώστε δράσεις χρηματοδοτούμενες από τις εισφορές των διεπαγγελματικών οργανώσεων να μην ενισχύουν λιγότερο τα εξαγόμενα προϊόντα απ'ότι τα προϊόντα που πωλούνται στην εθνική επικράτεια της Γαλλίας.

(122)

Η Επιτροπή σημειώνει αυτή τη δέσμευση και θεωρεί ότι, βάσει των πληροφοριών που διαβίβασε η Γαλλία, δεν προκύπτουν στοιχεία που να δείχνουν, επί του παρόντος, διακριτική μεταχείριση έναντι των εξαγομένων οίνων λικέρ.

(123)

Η Επιτροπή εφιστά ωστόσο την προσοχή των γαλλικών αρχών στις συνέπειες της απόφασης Nygard στο θέμα της διακριτικής μεταχείρισης μεταξύ εξαγομένων προϊόντων και προϊόντων που πωλούνται στην εθνική επικράτεια. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει την έκταση της τυχόν διακρίσεως σε βάρος των εξαγομένων προϊόντων. Για τον σκοπό αυτό, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να ελέγξει, στο πλαίσιο μιας περιόδου αναφοράς, τη χρηματική αντιστοιχία μεταξύ των ποσών της εν λόγω φορολογικής επιβαρύνσεως που εισπράττονται συνολικώς επί των εγχωρίων προϊόντων που μεταποιούνται ή διατίθενται στην εγχώρια αγορά και των πλεονεκτημάτων των οποίων αποκλειστικώς απολαύουν τα προϊόντα αυτά.

2.2.2.   Συμβιβάσιμο με άλλες διατάξεις της Συνθήκης

(124)

Πρέπει ωστόσο να υπενθυμιστεί εν προκειμένω ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση της οποίας ορισμένοι όροι παραβαίνουν άλλες διατάξεις της Συνθήκης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον ευσταθεί η αιτίαση που διατύπωσε η AEVP ως προς την ενίσχυση αριθ. N 703/95 σχετικά με ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 90 της Συνθήκης. Η Επιτροπή επισημαίνει εξάλλου ότι η AEVP δεν υπέβαλε καμία παρατήρηση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

(125)

Στο άρθρο 90 της Συνθήκης προβλέπεται ότι «Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα».

(126)

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που εφαρμόζεται στους γαλλικούς οίνους λικέρ είναι ο ίδιος για τους οίνους λικέρ από άλλα κράτη μέλη.

(127)

Θα υφίστατο πράγματι εσωτερικός φόρος που θα συνεπαγόταν δυσμενή διάκριση κατά παράβαση του άρθρου 90 της Συνθήκης μόνο στην περίπτωση που ο καταβαλλόμενος από τους γάλλους παραγωγούς φόρους αντισταθμιζόταν εν μέρει με ενισχύσεις αποκλειστικώς υπέρ των γάλλων παραγωγών, διότι μόνο οι μη γάλλοι παραγωγοί θα έπρεπε να καταβάλουν εξ ολοκλήρου αυτόν τον φόρο.

(128)

Πρέπει κατ'αρχάς να επισημανθεί ότι οι φόροι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις εφόσον δεν συνιστούν τρόπο χρηματοδότησης μέτρου ενίσχυσης και αναπόσπαστο μέρος της ενίσχυσης.

(129)

Ως εκ τούτου, ο φόρος επί των οίνων λικέρ αφορά την εκτίμηση του συμβιβάσιμου των προβλεπόμενων ενισχύσεων, και θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω, μόνον εάν υφίσταται επαρκής σχέση μεταξύ του εν λόγω φόρου και των μέτρων ενίσχυσης.

(130)

Στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 13ης Ιανουαρίου 2005 στην υπόθεση Streekgewest Westelijk Noord-Brabant (27), η οποία εκδόθηκε αφού κινήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης σχετικά με τις ενισχύσεις που αφορά η παρούσα απόφαση, διευκρινίζονται οι περιστάσεις υπό τις οποίες πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται επαρκής σχέση μεταξύ φόρου και μέτρου ενίσχυσης ώστε ο φόρος να θεωρηθεί αναπόσπαστο μέρος της ενίσχυσης.

(131)

Στη σκέψη 26 της ανωτέρω αναφερόμενης απόφασης ορίζεται, συγκεκριμένα, ότι για να είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι φόρος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μέτρου ενισχύσεως, πρέπει απαραιτήτως να υφίσταται αναγκαστική σχέση μεταξύ του φόρου και της ενισχύσεως βάσει της συναφούς εθνικής νομοθεσίας, υπό την έννοια ότι το προϊόν του φόρου επηρεάζει άμεσα το μέγεθος της ενισχύσεως και, κατά συνέπεια, την εκτίμηση περί του αν συμβιβάζεται η ενίσχυση αυτή με την κοινή αγορά.

(132)

Στην υπόθεση Streekgewest, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ακόμη και εάν, για τις ανάγκες εκτίμησης του προϋπολογισμού του κράτους μέλους, η αύξηση του ποσού της φορολογίας ισοσταθμίζεται από το παρεχόμενο πλεονέκτημα (την ενίσχυση), το γεγονός αυτό καθ'αυτό δεν συνιστά επαρκή απόδειξη αναγκαστικής σχέσης μεταξύ του φόρου και του πλεονεκτήματος (28).

(133)

Στην προκειμένη περίπτωση, η Γαλλία ανέφερε ότι οι φόροι καταχωρούνται στον γενικό προϋπολογισμό του κράτους και ότι δεν υπάρχει κανένα νομικό κείμενο που να επιτρέπει την αποζημίωση για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καταβάλλουν οι παραγωγοί οίνων λικέρ. Η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες περί του αντιθέτου. Με βάση τη διαπίστωση αυτή η Επιτροπή δύναται να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται αναγκαστική σχέση μεταξύ του προϊόντος της φορολόγησης των οίνων λικέρ και της ενίσχυσης που χορηγείται για τα προϊόντα αυτά, και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι δεν υφίσταται ποσοτική συσχέτιση μεταξύ των ποσών που εισέπραξε η Γαλλία και των ποσών που δαπανήθηκαν στο πλαίσιο του μέτρου ενίσχυσης.

(134)

Εντελώς επικουρικά, η Επιτροπή διαπιστώνει εξάλλου ότι οι πίνακες με τα αριθμητικά στοιχεία που διαβίβασε η Γαλλία αφού κινήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης, αποδεικνύουν ότι δεν υφίσταται ποσοτική συσχέτιση μεταξύ των φορολογικών εσόδων από τα διάφορα προϊόντα και της ενίσχυσης που χορηγήθηκε για αυτά.

(135)

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει επαρκής σχέση μεταξύ του φόρου και των προβλεπόμενων ενισχύσεων, δεν χρειάζεται εκτίμηση των αποτελεσμάτων αυτού του φόρου ως προς το συμβιβάσιμο των κοινοποιηθέντων μέτρων με την κοινή αγορά, συγκεκριμένα προς το άρθρο 90 της Συνθήκης, στο πλαίσιο της διαδικασίας για τις κρατικές ενισχύσεις σύμφωνα με το άρθρο 88 της Συνθήκης.

VI.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(136)

Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προβλεπόμενες από την Γαλλία ενισχύσεις είναι δυνατόν να υπαχθούν στην παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης και να κριθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση που προτίθεται να θέσει σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ των παραγωγών και των εμπόρων οίνων λικέρ, ύψους 12 000 000 EUR, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, της Συνθήκης.

Κατά συνέπεια, επιτρέπεται η θέση σε εφαρμογή αυτής της ενίσχυσης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλία.

Βρυξέλλες, 9 Νοεμβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 42, 18.2.2005, σ. 2.

(2)  Πρβλ. υποσημείωση 1.

(3)  Επιστολή των γαλλικών αρχών της 21ης Νοεμβρίου 1996, αριθ. SG(96) D/9957)

(4)  Επιστολή των γαλλικών αρχών της 4ης Αυγούστου 1998, αριθ. SG(98) D/6737

(5)  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 3ης Μαΐου 2001, υπόθεση C-204/97, Πορτογαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή σ. I-03175.

(6)  Διορθωτικός δημοσιονομικός νόμος αριθ. 93-859 της 22ας Ιουνίου 1993.

(7)  1 FRF (γαλλικό φράγκο) = 0,15 EUR

(8)  οι ποσότητες ενδέχεται να διαφέρουν από τις ποσότητες που διατέθηκαν στην κατανάλωση)

(9)  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 16ης Μαΐου 2002, υπόθεση C-482/99, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002 σ. I-4397, σκέψη 24 και υπόθεση C-126/01 GEMO, Απόφαση της 20ης Νοεμβρίου 2003, Συλλογή 2003, σ. I-13769.

(10)  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 15ης Ιουλίου 2004, υπόθεση C/345/02, Pearle κατά Hoofdbedrijfschap Ambachten, Συλλογή 2004, σ. I-7139.

(11)  Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, υπόθεση 730/79, Philippe Morris κατά Επιτροπής, Συλλογή 1980, p-2671, σκέψεις 11 και 12.

(12)  Agriculture in the European Union, Statistical and economic information 2004 (Η γεωργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Στατιστικά και οικονομικά στοιχεία 2004) Γενική Διεύθυνση Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(13)  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 10ης Δεκεμβρίου 1969, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6 και 11-69, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Συλλογή, σκέψη 20.

(14)  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 21ης Μαρτίου 1990, υπόθεση C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή, σκέψη 35.

(15)  ΕΕ L 1 της 1.1.2004, σ. 1.

(16)  ΕΕ C 232 της 12.8.2000, σ. 17.

(17)  ΕΕ C 252 της 12.9.2001, σ. 5.

(18)  ΕΕ C 45 της 17.2.1996, σ. 5, τροποποιήθηκε τελευταία όσον αφορά την εφαρμογή του στον γεωργικό τομέα, ΕΕ C 48 της 13.2.1998, σ. 2.

(19)  ΕΕ C 252 της 12.9.2001, σ. 5.

(20)  Σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992 για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208 της 24.7.1992 σ,. 1.).

(21)  Κρατική ενίσχυση αριθ. N 166/2002.

(22)  ΕΕ L 327 της 21.12.1999, σ. 7.

(23)  Βλ. υποσημείωση 18.

(24)  ΕΕ L 336 της 23.12.1994, σ. 22.

(25)  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 25ης Ιουνίου 1970, υπόθεση 47/69, Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1970, σ. 487.

(26)  Απόφαση της 23ης Απριλίου 2002, υπόθεση C-234/99, Niels Nygard κατά Svineafgiftsfonden, Συλλογή 2002, σ. I-3657.

(27)  Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή της Νομολογίας.

(28)  Σκέψη 27 της προαναφερόμενης απόφασης.


6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/49


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 16ης Μαΐου 2006

σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 26/2004 (ex NN 38/2004) την οποία η Γερμανία εφάρμοσε υπέρ της Schneider Technologies AG

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006)1857]

(Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/56/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (1) σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα και έχοντας υπόψη της παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα εξής:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στις 24 Μαρτίου 2003, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία σχετικά με την εφαρμογή μέτρων κρατικής ενίσχυσης υπέρ της Schneider Technologies AG («Schneider AG»). Ο καταγγέλλων, Gebrüder Schneider GmbH & Co. KG, είναι εταιρεία χαρτοφυλακίου, η οποία ήταν κάτοχος των μετοχών της Schneider AG και η οποία ανήκει στους δύο αδελφούς Schneider.

(2)

Στις 14 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας σχετικά με τρία δάνεια που χορηγήθηκαν από την Bayrische Landesanstalt für Aufbaufinanzierung («LfA») και δύο επιδοτήσεις έρευνας και ανάπτυξης («Ε&Α») που χορηγήθηκαν από την Bayrische Forschungsstiftung («BFS»). Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 22 Φεβρουαρίου 2005 (2). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εικαζόμενη ενίσχυση. Ωστόσο κανένα τρίτο μέρος δεν υπέβαλε παρατηρήσεις (3). Η Γερμανία υπέβαλε την απάντησή της σχετικά με την έναρξη της επίσημης διαδικασίας έρευνας με επιστολές της 16ης και 24ης Σεπτεμβρίου 2004, οι οποίες καταχωρήθηκαν κατά τις ίδιες αντίστοιχες ημερομηνίες.

(3)

Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες στις 6 Σεπτεμβρίου 2005, τις οποίες η Γερμανία διαβίβασε με επιστολή της 5ης Οκτωβρίου 2005, η οποία καταχωρήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2005. Στις 6 Φεβρουαρίου 2006 υποβλήθηκαν με επιστολή, η οποία καταχωρήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2006, συμπληρωματικές πληροφορίες.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

1.   Ο ΑΠΟΔΕΚΤΗΣ

(4)

Η Schneider AG ήταν μία μεγάλη γερμανική επιχείρηση με έδρα στο Türkheim της Βαυαρίας, η οποία παρήγε έγχρωμες τηλεοράσεις. Εκτός από τις παραγωγικές της δραστηριότητες, η εταιρεία είχε αρχίσει, στη δεκαετία του ’90, ένα φιλόδοξο σχέδιο για την ανάπτυξη τεχνολογίας οθόνης λέιζερ, η οποία θα βελτίωνε τη σαφήνεια, τη φωτεινότητα, θα παρείχε απεριόριστο μέγεθος οθόνης και θα εξασφάλιζε ευελιξία όσον αφορά την επιφάνεια προβολής. Μεταξύ των ετών 2000 και 2002, οι δύο αυτοί βασικοί τομείς δραστηριότητας ανατέθηκαν στις δύο νέες θυγατρικές της Schneider AG, την Schneider Electronics AG («SE»), η οποία συνέχισε την παραγωγή τηλεοράσεων, και την Schneider Laser Technologies AG («SLT»).

(5)

Η LfA, κρατική τράπεζα σκοπός της οποίας είναι η προώθηση της περιφερειακής οικονομικής ανάπτυξης, κατείχε μετοχές της Schneider AG από το 1998. Το 1999/2000, η LfA κατείχε το 35,6 % των μετοχών και ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχος. Η Lehman Brothers, μία ιδιωτική τράπεζα επενδύσεων κατείχε το 26,6 %, η Gebr. Schneider GmbH & Co. KG το 14,6 % και άλλοι ιδιώτες επενδυτές το 23,2 %.

(6)

Εκείνη την περίοδο, η αγορά υπολόγιζε ότι η Schneider AG θα σημείωνε μεγάλη επιτυχία λόγω του ηγετικού της ρόλου στην τεχνολογία οθόνης λέιζερ. Μεταξύ 1998 και 2000, η τιμή της μετοχής της Schneider σχεδόν δεκαπλασιάστηκε, και μεταξύ 1999 και 2000 αυξήθηκε κατά δυόμιση περίπου φορές. Με τη θετική αυτή πρόβλεψη για το μέλλον της εταιρείας συμφωνούσε και ο δεύτερος μεγαλύτερος επενδυτής Lehman Brothers, όπως προκύπτει από μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2000, η οποία προέβλεπε ότι το νεκρό σημείο στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρονικών ειδών ευρείας κατανάλωσης θα ήταν στο τέλος του 2000, ενώ στον τομέα της τεχνολογίας οθόνης λέιζερ στο τελευταίο τρίμηνο του 2001. Από τα μέσα του 1999 έως τα μέσα του 2000, η Lehman Brothers αγόρασε [...] (*1) μετοχές από την LfA.

(7)

Ωστόσο, τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων δεν ήταν τα αναμενόμενα. Η SE παρήγαγε τηλεοράσεις χαμηλότερης ποιότητας και δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τα φθηνά προϊόντα που εισάγονταν κυρίως από την Ασία. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν έσοδα από την παραγωγή τηλεοράσεων, η Schneider ΑG εξάντλησε τα ποσά που χρειαζόταν η SLT για να συνεχίσει τις δραστηριότητες της στον τομέα της τεχνολογίας οθόνης με λέιζερ, οι οποίες προχωρούσαν με πολύ αργότερο ρυθμό από αυτόν που αναμενόταν αρχικά. Τον Μάιο του 2000, πολύ αργότερα δηλαδή απ’ ό,τι είχε προγραμματιστεί, ήταν διαθέσιμο ένα αρχικό πρωτότυπο, το οποίο ήταν κατάλληλο μόνο για βιομηχανική χρήση. Το 2002, η εταιρεία δεν είχε καταφέρει ακόμα να δημιουργήσει ένα προϊόν τρέχουσας κατανάλωσης, το οποίο ήταν ο πραγματικός οικονομικός στόχος της SLT.

(8)

Τον Μάρτιο του 2002, κινήθηκαν τρεις ξεχωριστές διαδικασίες αφερεγγυότητας για την Schneider AG και τις δύο θυγατρικές της. Ο σύνδικος πτώχευσης πούλησε τα περιουσιακά στοιχεία της Schneider AG και της SE στην κινεζική εταιρεία ηλεκτρονικών TCL, και τα περιουσιακά στοιχεία της SLT στην Jenoptik Laser, Optik, Systeme GmbH (εφεξής «LOS»). Η TCL και η LOS είχαν κάνει τις μεγαλύτερες προσφορές.

2.   ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

(9)

Στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με το συμβιβάσιμο των εξής δύο σειρών μέτρων :

2.1.   ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΑΝΕΙΑ ΤΗΣ LFA

(10)

Τα τρία δάνεια της LfA αποτελούσαν μέρος μιας συνολικής προσέγγισης που συμφωνήθηκε το φθινόπωρο του 1999 μεταξύ LfA, Lehman Brothers, του καταγγέλλοντος και ενός ομίλου τραπεζών. Η Γερμανία εξήγησε ότι, το 1998, η εταιρεία υπέστη ζημία, διότι η προσπάθεια να αυξηθούν οι πωλήσεις τηλεοράσεων μέσω εξειδικευμένων λιανεμπόρων είχε αποτύχει. Η διεύθυνση αποφάσισε τότε να αναδιαρθρώσει την εταιρεία και να ενισχύσει τη δραστηριότητα OEM (original equipment manufacturer, κατασκευαστής αρχικού εξοπλισμού). Για να χρηματοδοτηθεί η αναδιάρθρωση, να προχρηματοδοτηθεί η παραγωγή για παραγγελίες μεγάλης κλίμακας και να καλυφθούν οι ζημίες χρειαζόταν ρευστότητα.

(11)

Το πρώτο δάνειο LfA («δάνειο 1») ανερχόταν σε 2,1 εκατομμύρια ευρώ και χορηγήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1999 με επιτόκιο [...] %. Το δεύτερο δάνειο («δάνειο 2») ανερχόταν σε 5,1 εκατομμύρια ευρώ και χορηγήθηκε επίσης τον Σεπτέμβριο του 1999 με επιτόκιο [...] %. Το τρίτο δάνειο («δάνειο 3») ανερχόταν σε 5,6 εκατομμύρια ευρώ και χορηγήθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 με επιτόκιο [...] %. Τα δύο πρώτα δάνεια χορηγήθηκαν για περίοδο ενός έτους και το δάνειο 3 χορηγήθηκε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001, δηλαδή για δύο περίπου έτη.

(12)

Τον Σεπτέμβριο του 2000, τα δύο πρώτα δάνεια παρατάθηκαν έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2002, δηλαδή κατά δύο ακόμη έτη, και τα επιτόκια αυξήθηκαν για το δάνειο 1 σε [...] % και για το δάνειο 2 σε [...] %. Τον Δεκέμβριο του 2000, το δάνειο 3 παρατάθηκε επίσης έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2002 και το επιτόκιο αυξήθηκε σε [...] %.

(13)

Το δάνειο 1 συνοδευόταν από διάφορες εγγυήσεις, όπως κτηματικό χρέος, εκχώρηση των απαιτήσεων και μεταβίβαση με εγγύηση των προϊόντων της εταιρείας. Οι εγγυήσεις αυτές ήταν ωστόσο κατώτερες από εκείνες που είχαν συσταθεί υπέρ των τραπεζών του ομίλου, των οποίων τα δάνεια είχαν χορηγηθεί σε προηγούμενη ημερομηνία. Τα δάνεια 2 και 3 είχαν χορηγηθεί χωρίς εγγυήσεις. Η Γερμανία εξήγησε ότι οι εγγυήσεις είχαν αντικατασταθεί από υψηλότερο επιτόκιο. Η πραγματική αξία των εγγυήσεων που είχαν συσταθεί για την LfA ως μέτοχο ήταν πολύ χαμηλή δεδομένου ότι δυνάμει του γερμανικού δικαίου (§ 30 GmbHG), το μετοχικό δάνειο είχε προφανώς εξομοιωθεί με εισφορά κεφαλαίου.

(14)

Οι συνεισφορές των ιδιωτών στη συνολική προσέγγιση ήταν η εξής:

(α)

Η Lehman Brothers διέθεσε καταρχάς 25 εκατ. ευρώ στην εταιρεία στο τέλος του 1999 για να αγοράσει τις μετοχές της SLT, οι οποίες ανήκαν τότε στη Daimler Chrysler, και επιπλέον υπήρξε ο κύριος επενδυτής με νέα αύξηση του κεφαλαίου, τον Φεβρουάριο του 2000, κατά 46 επιπλέον εκατ. ευρώ για τη χρηματοδότηση της περαιτέρω ανάπτυξης της επιχείρησης λέιζερ.

(β)

Ο όμιλος ιδιωτικών τραπεζών είχε χορηγήσει στη Schneider AG πιστωτική γραμμή 31 εκατ. ευρώ το 1998. Το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν [...] %. Η πιστωτική αυτή γραμμή επιβεβαιώθηκε ρητά τον Σεπτέμβριο του 1999 στο πλαίσιο της συνολικής χρηματοδοτικής προσέγγισης. Επιπλέον, οι τράπεζες του ομίλου αποδέχθηκαν βραχυπρόθεσμες υπερβάσεις της γραμμής πίστωσης ύψους [...] ευρώ. Τον ίδιο μήνα, ο επικεφαλής του ομίλου αύξησε το επιτόκιό του σε [...] %. Η Γερμανία εξήγησε ότι δεν διέθετε καμία πληροφορία σχετικά με τυχόν παρέκκλιση εκ μέρους των άλλων τραπεζών του ομίλου από το αρχικά συμφωνηθέν επιτόκιο ύψους [...] %.

(γ)

Ο καταγγέλλων χορήγησε μετοχικό δάνειο ύψους 7,7 εκατ. ευρώ με τους ίδιους όρους όπως οι τράπεζες του ομίλου.

2.2.   ΟΙ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ Ε&Α

(15)

Το 1994 και το 1997, η Bayrische Forschungsstiftung («BFS») χορήγησε δύο επιδοτήσεις στη Schneider AG συνολικού ύψους 9 050 121,88 ευρώ (4).

Σχέδιο 1 («Laser-Display-Technologie»)

(16)

Η πρώτη επιδότηση ανερχόταν σε 6 498 468,68 ευρώ (5). Χορηγήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1994 με σκοπό τη συγχρηματοδότηση του σχεδίου «Laser-Display-Technologie» («σχέδιο 1»). Η ενίσχυση αυτή καταβλήθηκε σε πολλές δόσεις καθόλη τη διάρκεια του σχεδίου, δηλαδή μεταξύ Ιανουαρίου 1995 και Ιουνίου 1997. Οι επιλέξιμες δαπάνες ανέρχονταν σε 12 484 972,74 ευρώ, ενώ η ένταση ενίσχυσης ανερχόταν σε 48,9 %.

(17)

Στόχος του σχεδίου 1 ήταν η δημιουργία των βάσεων για νέες μεθόδους εργασίας για την προβολή μεγάλων έγχρωμων εικόνων υψηλής ευκρίνειας για διάφορες εφαρμογές, καθώς και των επιστημονικών και τεχνολογικών βάσεων για τα διάφορα στοιχεία του μελλοντικού συστήματος.

(18)

Για τη χορήγηση της ενίσχυσης ελήφθησαν υπόψη οι εξής προβλεπόμενες δαπάνες (*2):

Κόστος σχεδίου

Κόστος (σε ευρώ)

Έξοδα προσωπικού (περιλαμβανομένων των εξόδων ταξιδίου)

4 304 566,36

Άλλες δαπάνες λειτουργίας (υλικά και προμήθειες)

4 399 666,63

Δαπάνες για όργανα και εξοπλισμό

667 235,91

Δαπάνες έρευνας από τρίτους

2 296 459,41

Λοιπά γενικά έξοδα

817 044,43

Συνολικές δαπάνες

12 484 972,74

(19)

Η Γερμανία επιβεβαίωσε ότι οι δαπάνες προέκυπταν άμεσα από το ερευνητικό έργο.

(20)

Σύμφωνα με τις συμφωνίες επιδότησης, τα αποτελέσματα του σχεδίου παρουσιάστηκαν σε ευρύ κοινό και η πρόσβαση σ'αυτά κατέστη δυνατή γενικά στο κοινό.

(21)

Η BFS χρηματοδότησε επίσης εξ ολοκλήρου ένα ερευνητικό σχέδιο «Blauer Laser» του πανεπιστημίου του Würzburg. Το κόστος αυτού του σχεδίου ανήλθε σε 0,26 εκατ. ευρώ. Μετά από αίτημα της BFS, το σχέδιο 1 και το σχέδιο «Blauer Laser» συνδέθηκαν μεταξύ τους με την ελπίδα ότι θα αποτελέσουν το αντικείμενο αμοιβαίας ανταλλαγής τεχνογνωσίας.

Σχέδιο 2 («Laser-Display-Technologie — Systemintegration und Prototypen»)

(22)

Η δεύτερη επιδότηση ανερχόταν σε 2 551 653,20 ευρώ και χορηγήθηκε στις 23 Ιουλίου 1997, με στόχο τη χρηματοδότηση του σχεδίου «Laser-Display-Technologie — Systemintegration und Prototypen» (εφεξής «σχέδιο 2») μετά το σχέδιο 1. Η ενίσχυση καταβλήθηκε σε πολλές δόσεις καθόλη τη διάρκεια του σχεδίου, δηλαδή μεταξύ Απριλίου 1997 και Σεπτεμβρίου 1999. Οι προβλεπόμενες επιλέξιμες δαπάνες ανέρχονταν σε 5 103 293,22 ευρώ, οπότε η ένταση ενίσχυσης ανήλθε σε 50 %.

(23)

Στο πλαίσιο του σχεδίου 2 προβλεπόταν η περαιτέρω επεξεργασία των αποτελεσμάτων του σχεδίου 1 και η ένταξη των διαφόρων βασικών στοιχείων σε ένα γενικό σύστημα. Το σχέδιο αυτό περιλάμβανε τις μελέτες για την παραγωγή εικόνων με παλμικά λέιζερ της τάξης του pico-δευτερολέπτου, για την αντίσταση λέιζερ των διαφόρων στοιχείων και για την πραγματοποίηση της βασικής έρευνας για τη μικρογράφηση μονόχρωμων συστημάτων λέιζερ.

(24)

Για τη χορήγηση της ενίσχυσης ελήφθησαν υπόψη οι εξής προβλεπόμενες δαπάνες:

Κόστος σχεδίου

Κόστος (σε ευρώ)

Έξοδα προσωπικού

2 584 273,68

Άλλες δαπάνες λειτουργίας (υλικά και προμήθειες)

1 061 850,98

Δαπάνες έρευνας από τρίτους

1 123 308,26

Λοιπά γενικά έξοδα

817 044,43

Συνολικές δαπάνες

5 103 293,22

(25)

Η Γερμανία επιβεβαίωσε ότι οι δαπάνες προέκυπταν άμεσα από το ερευνητικό έργο.

(26)

Σύμφωνα με τις συμφωνίες επιδότησης, τα αποτελέσματα του σχεδίου παρουσιάστηκαν σε ευρύ κοινό και η πρόσβαση σ'αυτά κατέστη δυνατή γενικά στο κοινό. Σε περίπτωση αιτήματος, έπρεπε να χορηγηθούν δικαιώματα χρήσης με τις τιμές της αγοράς.

III.   ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

(27)

Όσον αφορά τα τρία δάνεια, η Επιτροπή έκρινε καταρχάς ότι προφανώς ανταποκρίνονταν στο κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς. Ωστόσο, δεν διέθετε λεπτομερείς πληροφορίες, ώστε να ολοκληρώσει την εκτίμησή της. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα των δύο σχεδίων για την τεχνολογία λέιζερ με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ

(28)

Δεν διατυπώθηκαν παρατηρήσεις από τρίτους.

V.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

(29)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Γερμανία προέβαλε το επιχείρημα ότι τα δάνεια δεν αποτελούσαν κρατική ενίσχυση εφόσον πληρούσαν το κριτήριο του επενδυτή στην οικονομία της αγοράς.

(30)

Όσον αφορά τις επιδοτήσεις Ε&Α, η Γερμανία έκρινε ότι τα δύο σχέδια πρέπει να θεωρηθούν ως σχετικά με τη βιομηχανική έρευνα και ότι η επιδότηση έως το 50 % των επιλέξιμων δαπανών ήταν επομένως συμβατή με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων που ίσχυαν για τις επιδοτήσεις Ε&Α όταν χορηγήθηκαν οι αντίστοιχες ενισχύσεις. Όσον αφορά το σχέδιο 2, η Γερμανία τόνισε ότι ο τίτλος του σχεδίου «Systemintegration und Prototyp» (ολοκλήρωση του συστήματος και πρωτότυπο) ήταν παραπλανητικός και ότι το σχέδιο αποσκοπούσε ουσιαστικά στην εμβάθυνση της έρευνας σχετικά με τα διάφορα στοιχεία του σχεδίου.

VI.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

1.   ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ LFA

1.1.   ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

(31)

Σύμφωνα με το άρθρο 87 της Συνθήκης ΕΚ, οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Για να καθοριστεί κατά πόσο τα δάνεια μετόχων που χορηγήθηκαν από δημόσια αρχή συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 της Συνθήκης ΕΚ, πρέπει να εξεταστεί εάν, υπό παρόμοιες συνθήκες, ένας ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς θα μπορούσε να έχει χορηγήσει δάνεια υπό όρους συγκρίσιμους με εκείνους που παρέσχε η δημόσια αρχή.

(32)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα τρία δάνεια δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση, διότι πληρούται το κριτήριο του επενδυτή στην οικονομία της αγοράς. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή, η χορήγηση δανείων στην Schneider AG με επιτόκιο που κυμαινόταν μεταξύ [...] %, [...] % και [...] % (επιτόκιο αναφοράς της Επιτροπής: 4,76 %), το οποίο στη συνέχεια αυξήθηκε σε [...] %,[...] % και [...] % (επιτόκιο αναφοράς της Επιτροπής: 5,7 %), ήταν από οικονομικής πλευράς εύλογο δεδομένων των περιστάσεων του 1999/2000. Η εμπιστοσύνη της αγοράς όσον αφορά τα μελλοντικά κέρδη της Schneider AG, κυρίως λόγω της ηγετικής θέσης που κατείχε στον τομέα της τεχνολογίας λέιζερ, αποδεικνύεται για παράδειγμα από την αύξηση της τιμής των μετοχών της Schneider, οι οποίες σχεδόν δεκαπλασιάστηκαν μεταξύ 1998 και 2000 και από την πολύ ευνοϊκή μελέτη που πραγματοποίησε η τράπεζα επενδύσεων Lehman Brothers, η οποία αγόρασε [...] συμπληρωματικές μετοχές της Schneider AG εκείνη την εποχή. Τον Ιούλιο του 2000, το 50 % σχεδόν του κεφαλαίου κατείχαν 40 περίπου βασικοί επενδυτές. Δεύτερον, η LfA συμπεριφέρθηκε ουσιαστικά πιο προσεκτικά από τον ιδιώτη μέτοχο Lehman Brothers. Η Lehman Brothers αύξησε το κεφάλαιο της Schneider AG κατά 25 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 1999 και υπήρξε ο κύριος επενδυτής στην αύξηση του κεφαλαίου κατά 46 εκατ. ευρώ τον Φεβρουάριο του 2000. Εκτός από τη συνεισφορά της στην αύξηση του κεφαλαίου τον Φεβρουάριο κατά περίπου 8,74 εκατ. ευρώ (η οποία, στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, είχε ήδη αναγνωριστεί ότι ανταποκρινόταν στο κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς), η LfA χορήγησε συμπληρωματικό ποσό 12,8 εκατ. ευρώ, μόνο υπό τη μορφή επιστρεπτέου δανείου με τόκους. Τρίτον, τα επιτόκια της LfA ήταν υψηλότερα από τα επιτόκια των τραπεζών του ομίλου, τόσο κατά την αρχική χορήγηση των δανείων (Σεπτέμβριος 1999 και Φεβρουάριος 2000) όσο και κατά την παράτασή τους (Σεπτέμβριος και Δεκέμβριος 2002).

(33)

Ωστόσο, υφίστανται ορισμένες αμφιβολίες όσον αφορά τη φύση των δανείων. Δεδομένου του ρόλου της LfA στην προώθηση της περιφερειακής οικονομίας και με βάση τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες σήμερα, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλείσει ότι σκοπός της επένδυσης ήταν να αντιμετωπίσει μία δύσκολη περίοδο για τη Schneider AG και να διασώσει θέσεις απασχόλησης στην περιοχή. Εξάλλου, δεν είναι σαφές αν τα υψηλότερα επιτόκια ήταν αρκετά για να αντισταθμίσουν την έλλειψη άλλων εγγυήσεων. Η Schneider AG βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση όταν χορηγήθηκαν τα δάνεια και δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αποτυχίας της τεχνολογίας λέιζερ. Ωστόσο, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί κατά πόσον τα υψηλότερα επιτόκια ήταν αρκετά για να αντισταθμίσουν αυτόν τον κίνδυνο.

1.2.   ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΕΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ

(34)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν είναι απαραίτητο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον τα δάνεια LfA αποτελούν κρατική ενίσχυση. Ακόμη και αν έπρεπε να θεωρηθούν ασυμβίβαστη κρατική ενίσχυση, μία αρνητική απόφαση για την επιστροφή της ενίσχυσης θα ήταν άνευ αντικειμένου, εφόσον δεν υπάρχει πλέον καμία επιχείρηση η οποία θα επωφελείτο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από την υποτιθέμενη κρατική ενίσχυση.

(35)

Ο επίσημος δικαιούχος των δανείων ήταν η Schneider AG. Οι SE και SLT δημιουργήθηκαν μετά τη χορήγηση των εν λόγω δανείων, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι επωφελήθηκαν από τα δάνεια. Η διαδικασία αφερεγγυότητας κατά των τριών εταιρειών Schneider κινήθηκε τον Μάρτιο του 2002 και οι τρεις εταιρείες ρευστοποιήθηκαν. Το οφειλόμενο ποσό του δανείου συμπεριλήφθηκε στην πτωχευτική περιουσία.

(36)

Τα περιουσιακά στοιχεία των τριών εταιρειών πωλήθηκαν από τον σύνδικο πτώχευσης, υπό την εποπτεία των δικαστηρίων που εκδικάζουν υποθέσεις πτώχευσης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα διάφορα περιουσιακά στοιχεία πωλήθηκαν στην τιμή της αγοράς και ότι επομένως το πλεονέκτημα της ενίσχυσης δεν διαβιβάστηκε σε κανέναν από τους αγοραστές.

(α)

Τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στη Schneider AG συνίσταντο σε εμπορικά σήματα. Μετά από διεθνή έρευνα για ενδεχόμενους επενδυτές με τη βοήθεια ενός συμβούλου M&A (ειδικού στις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές επιχειρήσεων), ο σύνδικος πτώχευσης πούλησε τα εμπορικά σήματα στην κινεζική εταιρεία TCL, η οποία παράγει ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης έναντι 3,48 εκατ. ευρώ. Συγχρόνως, ζητήθηκε από ένα δεύτερο σύμβουλο να εκτιμήσει τα εμπορικά σήματα. Ο σύμβουλος αυτός έλαβε διάφορες προσφορές οι οποίες ήταν κατά πολύ χαμηλότερες από την προσφορά της TCL. Η Επιτροπή θεωρεί επομένως ότι τα εμπορικά σήματα πωλήθηκαν στην τιμή της αγοράς.

(β)

Τα περιουσιακά στοιχεία της SE, τα οποία συνίσταντο στη γραμμή παραγωγής τηλεοράσεων και στα αποθέματα τηλεοράσεων, πωλήθηκαν από το σύνδικο πτώχευσης στη TCL έναντι συνολικής τιμής αγοράς 5 745 480 ευρώ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Γερμανία, ο σύνδικος πτώχευσης πραγματοποίησε διεξοδικές συζητήσεις με διάφορους πιθανούς επενδυτές. Ωστόσο, ήταν πολύ περιορισμένο το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για την αγορά μιας γραμμής παραγωγής τηλεοράσεων ήδη παλαιάς κατά αρκετά έτη και προσαρμοσμένης για την Schneider AG, και κανένα απολύτως ενδιαφέρον δεν εκδηλώθηκε για το απόθεμα τηλεοπτικών συσκευών, για τις οποίες δεν μπορούσε να παρασχεθεί καμία εγγύηση ή υπηρεσία. Η TCL υπέβαλε την καλύτερη προσφορά και επομένως θεωρείται ότι κατέβαλε την τιμή της αγοράς.

(γ)

Όσον αφορά την SLT, ο σύνδικος πτώχευσης χρησιμοποίησε σύμβουλο ειδικό στις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές επιχειρήσεων, ο οποίος έστειλε τα έγγραφα πώλησης σε 150 περίπου πιθανούς επενδυτές. Πραγματοποιήθηκαν δε εμπεριστατωμένες συζητήσεις με μία σειρά από πιθανούς ενδιαφερομένους. Ωστόσο, λόγω των τεχνικών προβλημάτων σχετικά με την ανάπτυξη της τεχνολογίας οθόνης με λέιζερ, το πραγματικό ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε ήταν πολύ περιορισμένο. Δεν υποβλήθηκε καμιά υψηλότερη προσφορά από εκείνη της LOS, ακόμη και στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να πωληθούν χωριστά τα υφιστάμενα και τα καταχωρήσιμα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Τα περιουσιακά στοιχεία της SLT πωλήθηκαν σε δύο στάδια (6) στην LOS έναντι συνολικής τιμής αγοράς 6 025 000 ευρώ. Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι τα περιουσιακά στοιχεία της SLT αγοράστηκαν επίσης στην τιμή της αγοράς.

2.   ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ Ε&Α

2.1.   ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

(37)

Η δημόσια χρηματοδότηση παρέχεται από το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας μέσω της BFS. Η χρηματοδότηση εξασφαλίζεται από τους κρατικούς πόρους και καταλογίζεται στο κράτος. Η χρηματοδότηση του μέρους του σχεδίου 1 που πραγματοποιήθηκε από την SLT και του σχεδίου 2 παρέσχε πλεονέκτημα στη Schneider AG. Δεδομένου ότι τα ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης αποτελούν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών, το μέτρο απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν στα σχέδια 1 και 2 συνιστούν επομένως κρατική ενίσχυση.

(38)

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση του σχεδίου «Blauer Laser» του πανεπιστημίου του Würzburg, η Επιτροπή θεωρεί ότι η δημόσια χρηματοδότηση δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση. Το εν λόγω σχέδιο αφορούσε βασική έρευνα, η οποία αποσκοπούσε στη γενική αύξηση των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων. Σύμφωνα με το σημείο 2.2 του κοινοτικού πλαισίου για την έρευνα και την ανάπτυξη του 1986 (7) (που ίσχυε το 1994 όταν χορηγήθηκε η επιδότηση), η χρηματοδότηση βασικής έρευνας δεν θεωρείται κανονικά κρατική ενίσχυση. «Αντίθετα, στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου μια τέτοια έρευνα πραγματοποιείται σε ορισμένες επιχειρήσεις ή ειδικά για λογαριασμό ορισμένων επιχειρήσεων η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλείσει ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 παράγραφος 1 [σήμερα 87 παράγραφος 1] της Συνθήκης ΕΟΚ». Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ισχύει αυτό. Το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε υπέρ της Schneider. Η αίτηση χρηματοδότησης υποβλήθηκε ανεξάρτητα από το πανεπιστήμιο του Würzburg και οι επιδοτήσεις καταβλήθηκαν απευθείας στο πανεπιστήμιο. Η Γερμανία ενημέρωσε την Επιτροπή ότι τα αποτελέσματα της έρευνας του πανεπιστημίου δεν παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την Schneider AG, η οποία είχε δική της άποψη για την επίλυση των προβλημάτων σχετικά με το «Blauer Laser». Η Schneider AG συνέχισε τις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης ανεξάρτητα από το σχέδιο «Blauer Laser» και δεν χρησιμοποίησε τα αποτελέσματα του πανεπιστημιακού σχεδίου για τη δική της τεχνική λύση. Τα δύο σχέδια συνδέθηκαν μετά από αίτημα της BFS, η οποία ήλπιζε σε συνέργιες, οι οποίες τελικά δεν προέκυψαν.

2.2.   ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 87 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΚ

(39)

Οι επιδοτήσεις έρευνας και ανάπτυξης πρέπει να εκτιμώνται με βάση το κοινοτικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη (εφεξής «κοινοτικό πλαίσιο για την Ε&Α») του 1986 (8) και 1996 (9), το οποίο επιτρέπει τις κρατικές ενισχύσεις για βασική έρευνα, (βασική) βιομηχανική έρευνα και για δραστηριότητα ανάπτυξης σε προανταγωνιστικό στάδιο.

Σχέδιο 1

Στάδιο Ε&Α – Ένταση της ενίσχυσης

(40)

Το σχέδιο 1 μπορεί να θεωρηθεί σχέδιο βασικής βιομηχανικής έρευνας κατά την έννοια του παραρτήματος 1 του κοινοτικού πλαισίου για την Ε&Α του 1986 (10). Στόχος των δραστηριοτήτων έρευνας ήταν η απόκτηση, με νέες θεωρητικές και πειραματικές εργασίες, εξ ολοκλήρου νέων γνώσεων στον τομέα της προβολής έγχρωμων εικόνων μεγάλων διαστάσεων και μεγάλης ευκρίνειας για διάφορους τομείς εφαρμογών, καθώς και η επεξεργασία των επιστημονικών και τεχνολογικών βάσεων για τα διάφορα στοιχεία ενός μελλοντικού συστήματος οθόνης λέιζερ.

(41)

Η BFS στήριξε το σχέδιο κατά 48,98 %, δηλαδή η ένταση της ενίσχυσης δεν φθάνει το ανώτατο όριο του 50 % που ισχύει για τη βασική βιομηχανική έρευνα.

Δημιουργία κινήτρων

(42)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση στην Ε&Α δημιούργησε κίνητρα, διότι το σχέδιο δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς την κρατική στήριξη. Το σχέδιο περιέκλειε πολύ υψηλό τεχνικό και οικονομικό κίνδυνο, και η τεχνολογία ήταν πολύ καινοτόμος· απαιτούσε πολύ βασική έρευνα και μεγάλη συνεισφορά μέσων. Αυτό επιβεβαιώθηκε από εξωτερική έρευνα, την οποία παράγγειλε η BFS, προτού αποφασίσει σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων. Οι εμπειρογνώμονες που ρωτήθηκαν έκριναν ότι, λόγω της μεγάλης πολυπλοκότητας και του ιδιαίτερα φιλόδοξου στόχου του, το σχέδιο θα μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο με ουσιαστική στήριξη. Ο μεγαλύτερος τεχνικός κίνδυνος ήταν η ακριβής αναπαραγωγή της εικόνας. Οι εμπειρογνώμονες επιβεβαίωσαν εξάλλου ότι αυτή η εντελώς νέα τεχνολογία δημιουργούσε πολλά και διάφορα προβλήματα, τα οποία θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μόνο με ένα εντατικό, συμπυκνωμένο και εφοδιασμένο με επαρκείς οικονομικούς πόρους σχέδιο Ε&Α.

Σχέδιο 2

Στάδιο Ε&Α – Ένταση της ενίσχυσης

(43)

Όσον αφορά το σχέδιο 2, η Γερμανία υποστηρίζει ότι το σχέδιο πρέπει να θεωρηθεί επίσης βασική έρευνα (11). Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι, παρά τον παραπλανητικό υπότιτλο του σχεδίου («Systemintegration und Prototypen»), οι δραστηριότητες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου ήταν τέτοιες ώστε να εμπίπτουν στον παραπάνω ορισμό. Η Γερμανία εξήγησε ότι ο στόχος του σχεδίου ήταν να αναπτυχθούν περαιτέρω τα διάφορα στοιχεία της τεχνολογίας. Γι’αυτό το λόγο, κατά τη γνώμη της BFS, το σχέδιο χαρακτηρίστηκε εξ ολοκλήρου ως βιομηχανική έρευνα. Επίσης, το πρώτο πρωτότυπο αναπτύχθηκε μερικούς μήνες μετά το τέλος του σχεδίου 2 και προοριζόταν μόνο για βιομηχανική χρήση και όχι για την κατανάλωση, όπως προβλεπόταν αρχικά. Η πραγματική προανταγωνιστική έρευνα πραγματοποιήθηκε μετά το σχέδιο 2 και χωρίς άλλη δημόσια χρηματοδότηση.

(44)

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι το σχέδιο θα πρέπει μάλλον να χαρακτηριστεί, τουλάχιστον εν μέρει, ως δραστηριότητα ανάπτυξης σε προανταγωνιστικό στάδιο (12). Σύμφωνα με τα σημεία 5.5 και 5.9 του κοινοτικού πλαισίου για την Ε&Α του 1996, η χρηματοδότηση περιορίζεται στο 25 %, ή θα πρέπει να αντιπροσωπεύει τον σταθμισμένο μέσο όρο των επιτρεπόμενων εντάσεων ενίσχυσης. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ενσωμάτωση των διαφόρων στοιχείων σε ένα γενικό σύστημα θα μπορούσε να εμπίπτει στον ορισμό των δραστηριοτήτων ανάπτυξης σε προανταγωνιστικό στάδιο. Εξάλλου, το πρώτο πρωτότυπο ολοκληρώθηκε μόνο μερικούς μήνες μετά το τέλος του σχεδίου 2, και αυτό σημαίνει ότι το σχέδιο αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός αρχικού πρωτοτύπου.

(45)

Ωστόσο, μία περαιτέρω ανάλυση του θέματος θα ήταν άνευ αντικειμένου, εφόσον μία τυχόν ασυμβίβαστη ενίσχυση δεν θα προκαλούσε πλέον στρέβλωση της αγοράς. Οι επιδοτήσεις Ε&Α χορηγήθηκαν στη Schneider AG. Οι SE και SLT δημιουργήθηκαν αργότερα. Είναι πολύ απίθανο ο παραγωγός τηλεοράσεων SE να επωφελήθηκε από την ενίσχυση στην Ε&Α για τις έρευνές του στην τεχνολογία λέιζερ, η οποία χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου κατά το συμφωνηθέντα τρόπο. Η SLT θα μπορούσε να έχει επωφεληθεί από την ενίσχυση. Ωστόσο, οι εταιρείες ρευστοποιήθηκαν εν τω μεταξύ, οι ενισχύσεις στην Ε&Α συμπεριλήφθηκαν στην πτωχευτική περιουσία (13) και τα περιουσιακά στοιχεία πωλήθηκαν στην τιμή αγοράς (βλέπε αιτιολογική σκέψη 36).

Δημιουργία κινήτρων

(46)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο τεχνολογικός και οικονομικός κίνδυνος του σχεδίου 2 ήταν ακόμη πολύ υψηλός και ότι η SLT δεν θα είχε μπορέσει να πραγματοποιήσει το σχέδιο χωρίς τη στήριξη της BFS. Όπως το σχέδιο 1, το σχέδιο 2 ήταν εξαιρετικά καινοτόμο και απαιτούσε μεγάλη συνεισφορά μέσων.

VII.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(47)

Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η ενίσχυση στην Ε&Α για το σχέδιο 1, η οποία ανερχόταν σε 6 498 468,68 ευρώ, και το 50 % της ενίσχυσης στην Ε&Α για το σχέδιο 2, δηλαδή 1 275 826,60 ευρώ, ήταν σύμφωνα με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις της Κοινότητας.

(48)

Όσον αφορά τα τρία δάνεια συνολικού ύψους 12,8 εκατ. ευρώ και το 50 % της ενίσχυσης στην Ε&Α για το σχέδιο 2, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν είναι επαρκείς για να ολοκληρωθεί η εκτίμηση. Ωστόσο, τα βασικά ερωτήματα κατά πόσον τα δάνεια αποτελούσαν κρατική ενίσχυση και σε ποιο βαθμό το σχέδιο 2 αποτελούσε σχέδιο βιομηχανικής έρευνας μπορούν να παραμείνουν ανοικτά. Οποιαδήποτε ασυμβίβαστη κρατική ενίσχυση δεν θα μπορούσε να ανακτηθεί, δεδομένου ότι η ενίσχυση δεν θα προκαλούσε πλέον στρέβλωση στην αγορά μετά την εκκαθάριση όλων των πραγματικών ή πιθανών δικαιούχων και την πώληση των περιουσιακών στοιχείων τους στην τιμή της αγοράς.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η επίσημη διαδικασία έρευνας, η οποία κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με τα τρία δάνεια και ένα τμήμα του σχεδίου 2 στερείται πλέον αντικειμένου.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ :

Άρθρο 1

Οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη Schneider AG, Türkheim, ύψους 6 498 468,68 ευρώ, για το σχέδιο έρευνας «Laser-Display-Technologie», και 1 275 826,60 ευρώ, για το σχέδιο Ε&Α «Laser-Display-Technologie-Systemintegration und Prototypen» συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

Άρθρο 2

Η επίσημη διαδικασία έρευνας περατώνεται στο μέτρο που αφορούσε τα δάνεια που χορηγήθηκαν από την Bayrische Landesanstalt für Aufbaufinanzierung συνολικού ποσού 12,8 εκατ. ευρώ και την επιδότηση ύψους 1 275 826,60 ευρώ στο σχέδιο Ε&Α «Laser-Display-Technologie — Systemintegration und Prototypen».

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Βρυξέλλες, 16 Μαΐου 2006.

Για την Επιτροπή

Neelie KROES

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 46 της 22.2.2005, σ. 12.

(2)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(3)  Ορισμένες παρατηρήσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου και μετά δεν μπορούν να θεωρηθούν επίσημες παρατηρήσεις (πρόκειται κυρίως για άρθρα του Τύπου που δεν έχουν σχέση με το θέμα και δεν περιέχουν άλλα σχόλια, καθώς και για μια προσφορά παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών προς την Επιτροπή σχετικά με την υπόθεση χωρίς ουσιαστικές παρατηρήσεις).

(*1)  Επιχειρηματικό απόρρητο.

(4)  Συμπεριλαμβανομένης της επιδότησης για το σχέδιο «Blauer Laser» το οποίο πραγματοποίησε το πανεπιστήμιο του Würzburg.

(5)  Συμπεριλαμβανομένης της επιδότησης για το σχέδιο «Blauer Laser» το οποίο πραγματοποίησε το πανεπιστήμιο του Würzburg.

(*2)  Ο παρών πίνακας περιλαμβάνει μόνο τις δαπάνες για τις έρευνες που πραγματοποίησε η Schneider ΑG, και όχι την επιδότηση ύψους 0,26 εκατ. ευρώ για το σχέδιο «Blauer Laser», το οποίο πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο του Würzburg και το οποίο συνδέθηκε με το σχέδιο Schneider μετά από αίτημα της BFS.

(6)  Στο πρώτο στάδιο, δημιουργήθηκε μία κοινή επιχείρηση, στην οποία διαβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της SLT. Η LOS συμμετείχε στην κοινή επιχείρηση κατά το 60 %, το δε 40 % υπαγόταν στην πτωχευτική περιουσία. Σκοπός αυτού του ενδιάμεσου σταδίου, το οποίο διάρκεσε ένα έτος, ήταν να καταβληθεί προσπάθεια να βρεθεί ένας βασικός επενδυτής ο οποίος θα αγόραζε το 40 % που ανήκε στην πτωχευτική περιουσία. Τέτοιος επενδυτής δεν βρέθηκε, οπότε η LOS μπόρεσε να αποκτήσει το 100 %.

(7)  ΕΕ C 83 της 11.04.1986, σ. 2.

(8)  Βλέπε υποσημείωση 8.

(9)  ΕΕ C 45 της 17.2.1996, σ. 5.

(10)  Σύμφωνα με το παράρτημα 1 του κοινοτικού πλαισίου για την Ε&Α του 1986, «η βασική βιομηχανική έρευνα ορίζεται σαν μια πρωτότυπη θεωρητική ή πειραματική δραστηριότητα που αποσκοπεί στην απόκτηση νέων γνώσεων ή στην καλύτερη κατανόηση των νόμων της επιστήμης και της τεχνολογίας στα πλαίσια μιας ενδεχομένης εφαρμογής τους σε ένα βιομηχανικό τομέα ή στις δραστηριότητες μιας συγκεκριμένης επιχείρησης».

(11)  Στο παράρτημα 1 του κοινοτικού πλαισίου για την Ε&Α του 1996, ως βιομηχανική έρευνα νοείται η σχεδιασμένη έρευνα ή έρευνες που αποσκοπούν στην απόκτηση νέων γνώσεων με στόχο οι γνώσεις αυτές να είναι χρήσιμες για την οριστική διαμόρφωση νέων προϊόντων, μεθόδων ή υπηρεσιών ή να συνεπάγονται σημαντική βελτίωση των υφισταμένων προϊόντων, μεθόδων ή υπηρεσιών.

(12)  Σύμφωνα με το παράρτημα 1 του κοινοτικού πλαισίου για την Ε&Α του 1996, με τον όρο δραστηριότητα ανάπτυξης σε προανταγωνιστικό στάδιο νοείται «η συγκεκριμενοποίηση των αποτελεσμάτων της βιομηχανικής έρευνας σε ένα σχέδιο, πρόγραμμα ή σχεδιασμό για νέα προϊόντα, νέες μεθόδους παραγωγής ή νέες υπηρεσίες, τροποποιημένες ή βελτιωμένες, που προορίζονται για πώληση ή για χρήση, περιλαμβανομένης και της δημιουργίας ενός πρώτου πρωτοτύπου που δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εμπορικούς σκοπούς»

(13)  Όταν κατέστη σαφές ότι τα περιουσιακά στοιχεία της SLT επρόκειτο να πωληθούν εκτός Βαυαρίας, έπαψε να πληρούται πλέον μία από τις τυπικές προϋποθέσεις για την ενίσχυση.


6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/56


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Ιουνίου 2006

όσον αφορά την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γερμανία για την αγορά εταιρικών μεριδίων σε συνεταιρισμούς οινοπαραγωγών

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 2070]

(Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(2007/57/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2,

αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο (1) να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους τις οποίες έλαβε υπόψη της,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα :

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Το μέτρο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με την επιστολή της 19ης Απριλίου 2001, έπειτα από γραπτό αίτημα που είχαν απευθύνει οι υπηρεσίες της Επιτροπής. Επειδή το μέτρο είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή εκείνη την χρονική στιγμή, η ενίσχυση καταχωρίσθηκε στο μητρώο των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων (ενίσχυση αριθ. NN 32/01).

(2)

Συμπληρωματικές πληροφορίες διαβιβάστηκαν με την επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 2002, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2002, με την επιστολή της 5ης Ιουλίου 2002, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 9 Ιουλίου 2002, και με την επιστολή της 5ης Δεκεμβρίου 2002, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2002. Στις 25 Ιουνίου 2002 εξάλλου πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο κτίριο της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας.

(3)

Με την επιστολή της της 2ας Οκτωβρίου 2003, με τα στοιχεία SG (2003) D/232035 η Επιτροπή κοινοποίησε στη Γερμανία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ λόγω του μέτρου αυτού (ενίσχυση αριθ. C 60/2003).

(4)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση.

(5)

Οι τοποθετήσεις των ενδιαφερόμενων καθώς και των γερμανικών περιφερειακών υπηρεσιών οι οποίες είχαν χορηγήσει την σχετική ενίσχυση περιήλθαν στην Επιτροπή με την επιστολή της 18ης Νοεμβρίου 2003, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2003, με την επιστολή της 23ης Δεκεμβρίου 2003, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2004 και με την επιστολή της 12ης Φεβρουαρίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2004.

(6)

Η Γερμανία κοινοποίησε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή με την επιστολή της 5ης Νοεμβρίου 2003, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 2003.

(7)

Η Γερμανία κοινοποίησε την συμπληρωματική της παρατήρηση στην Επιτροπή με την επιστολή της 7ης Μαρτίου 2005, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 9 Μαρτίου 2005, με την οποία ζητούσε από την Επιτροπή να κριθεί το μέτρο βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 της Επιτροπής, της 6ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας (3).

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

II.1.   Τίτλος του μέτρου

(8)

Ενίσχυση για την αγορά εταιρικών μεριδίων από οινοπαραγωγούς στη Ρηνανία-Παλατινάτο (Rheinland-Pfalz).

II.2.   Νομική βάση

(9)

Το μέτρο τέθηκε σε εφαρμογή με βάση τις ακόλουθες τέσσερις κατευθυντήριες γραμμές :

την κατευθυντήρια γραμμή υποστήριξης με σκοπό την παροχή επιχορηγήσεων από πόρους του αγροτικού διαμερίσματος Bernkastel-Wittlich προς υποστήριξη οινοπαραγωγών, οι οποίοι προσχωρούν σε συνεταιρισμό οινοπαραγωγών·

την κατευθυντήρια γραμμή υποστήριξης με σκοπό την παροχή επιχορηγήσεων από πόρους του αγροτικού διαμερίσματος Cochem-Zell προς υποστήριξη οινοπαραγωγών, οι οποίοι προσχωρούν σε συνεταιρισμό οινοπαραγωγών/οργάνωση παραγωγών·

την κατευθυντήρια γραμμή υποστήριξης με σκοπό την παροχή επιχορηγήσεων από πόρους του αγροτικού διαμερίσματος Trier-Saarburg προς υποστήριξη οινοπαραγωγών, οι οποίοι προσχωρούν σε συνεταιρισμό οινοπαραγωγών/οργάνωση παραγωγών·

την ανακοίνωση του συνδέσμου κοινοτήτων Schweich σχετικά με την προσαύξηση των επιχορηγήσεων του αγροτικού διαμερίσματος Trier-Saarburg προς υποστήριξη οινοπαραγωγών, οι οποίοι προσχωρούν σε συνεταιρισμό οινοπαραγωγών/οργάνωση παραγωγών.

(10)

Η κατευθυντήρια γραμμή της περιφερειακής διοίκησης (Kreisverwaltung) Bernkastel-Wittlich προέβλεπε την χορήγηση ενίσχυσης για την αγορά εταιρικών μεριδίων σε ένα συγκεκριμένο συνεταιρισμό, το συνεταιρισμό Moselland. Οι κατευθυντήριες γραμμές της περιφερειακής διοίκησης Cochem-Zell προέβλεπαν παρόμοιες διατάξεις, οι οποίες είχαν στην ουσία ως αποτέλεσμα να προωθηθούν αποκλειστικά τα εταιρικά μερίδια στον συνεταιρισμό Moselland. Οι κατευθυντήριες γραμμές της περιφερειακής διοίκησης Trier Saarburg και του ενιαίου συνδέσμου κοινοτήτων Schweich δεν προσανατολίζονταν ειδικότερα με γνώμονα μία συγκεκριμένη επιχείρηση, αλλά απευθύνονταν εν γένει σε συνεταιρισμούς ή οργανώσεις παραγωγών που αναγνωρίζονται βάσει του γερμανικού νόμου για τη διάρθρωση της αγοράς.

II.3.   Στόχος του μέτρου

(11)

Στόχος του μέτρου ήταν η αύξηση του ποσοστού απορρόφησης σταφυλιών από τις οργανώσεις παραγωγών αλλά και η μείωση του ποσοστού του βαρελίσιου κρασιού το οποίο διοχετεύεται ελεύθερα προς πώληση, το οποίο δηλαδή δεν μεταπωλείται μέσω των οργανώσεων παραγωγών. Απώτερος στόχος του μέτρου αυτού ήταν να υπάρξει σταθεροποίηση των τιμών στην αγορά βαρελίσιου κρασιού. Με τον τρόπο αυτό επιδιωκόταν παράλληλα ο στόχος να καταργηθούν μακροπρόθεσμα οι παραγωγικές δυνατότητες στον χώρο των οινοπαραγωγικών μονάδων, ιδίως στις μικρής κλίμακας οινοπαραγωγικές μονάδες στην οινοπαραγωγική περιοχή Mosel-Saar-Ruwer.

(12)

Με τις ενισχύσεις καλυπτόταν για τις οινοπαραγωγικές μονάδες ένα μέρος του κόστους που προέκυπτε για την αγορά εταιρικών μεριδίων στους συνεταιρισμούς οινοπαραγωγών ή στις οργανώσεις παραγωγών (στο εξής: οργανώσεις παραγωγών). Η ενίσχυση καταβαλλόταν σε περίπτωση που ο οινοπαραγωγός ανελάμβανε τη δέσμευση να διατηρήσει στην κατοχή του τα εταιρικά μερίδια επί χρονικό διάστημα μιας πενταετίας από τη στιγμή της υποβολής της αίτησης. Η παραγωγική μονάδα τελούσε περαιτέρω υπό την υποχρέωση να προσχωρήσει με τις οινοκαλλιεργητικές εκτάσεις που εκμεταλλευόταν στην οργάνωση παραγωγών και να παραδίδει το σύνολο της παραγωγής της σταφυλιών, μούστου ή κρασιού στην οργάνωση παραγωγών. Η οινοπαραγωγική επιχείρηση δεσμευόταν εξάλλου να σταματήσει να εκμεταλλεύεται όλες τις αντίστοιχες οινοπαραγωγικές της εγκαταστάσεις.

II.4.   Χρηματοδοτικοί πόροι της ενίσχυσης

(13)

Η ενίσχυση παρεχόταν υπό τη μορφή άμεσων επιχορηγήσεων καθώς και υπό τη μορφή επιδότησης επιτοκίου για δάνεια που δίνονταν με τους όρους της κεφαλαιαγοράς.

(14)

Το κόστος για την αγορά ενός εταιρικού μεριδίου ανερχόταν κανονικά στο ποσό των EUR 293,99. Στο βαθμό που το κόστος ήταν χαμηλότερο για ένα εταιρικό μερίδιο, μειωνόταν ανάλογα και το ποσό της επιχορήγησης.

(15)

Για κάθε εταιρικό μερίδιο καταβλήθηκαν οι εξής επιχορηγήσεις :

Αγροτικό διαμέρισμα ή δήμος/κοινότητα

Για την αγορά 1 έως 5 μεριδίων

Πέραν αυτού ανά μερίδιο

Μέγιστη επιχορήγηση ανά νεοπροσχωρούσα επιχείρηση

Bernkastel-Wittlich

EUR 76,69

EUR 38,35

EUR 766,94

Cochem-Zell

EUR 76,69

EUR 76,69

Χωρίς κανένα ανώτατο όριο

Trier-Saarburg

EUR 76,69

EUR 38,35

EUR 766,94

Schweich

EUR 51,13

EUR 255,65

(16)

Οι επιχορηγήσεις του συνδέσμου κοινοτήτων Schweich καταβλήθηκαν επιπροσθέτως (σωρευτικά),προσαυξάνοντας τις πληρωμές που δόθηκαν στο αγροτικό διαμέρισμα Trier-Saarburg.

(17)

Στο αγροτικό διαμέρισμα Cochem-Zell χορηγήθηκαν επιχορηγήσεις επιτοκίου για οποιαδήποτε δάνεια είχαν συναφθεί για την αγορά εταιρικών μεριδίων με ύψος μέχρι και 4,95 % επί χρονικό διάστημα το πολύ μιας τετραετίας.

(18)

Κατά το 2000 καταβλήθηκαν οι εξής πληρωμές στις οργανώσεις παραγωγών :

Αγροτικό διαμέρισμα ή δήμος/κοινότητα

Συνεταιρισμός οινοπαραγωγών Moselland

Οργάνωση παραγωγών Moselherz

Οργάνωση παραγωγών Mosel Gate

Bernkastel-Wittlich

EUR 44 022

EUR —

EUR —

Cochem-Zell

EUR 20 171

EUR —

EUR —

Trier-Saarburg

EUR 51 270

EUR 6 990

EUR 7 631

Schweich

EUR 16 975

EUR 3 390

EUR 5 011

Συνολο

EUR 132 438

EUR 10 380

EUR 12 642

(19)

Το 2000 καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των EUR 155 460. Το μέτρο χρηματοδοτήθηκε από τους πόρους των περιφερειακών διοικήσεων καθώς και της κοινότητας Schweich.

II.5.   Διάρκεια του μέτρου

(20)

Η διάρκεια ισχύος του μέτρου στο αγροτικό διαμέρισμα Cochem-Zell ήταν τετραετής (2000 έως 2003). Τα άλλα καθεστώτα καταβολής ενισχύσεων περιορίζονταν στο 2000.

II.6.   Δικαιούχοι

(21)

Η ενίσχυση καταβλήθηκε απευθείας στις οργανώσεις παραγωγών οι οποίες πώλησαν εταιρικά μερίδια με μειωμένη τιμή στους οινοπαραγωγούς και τις οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις που προσχώρησαν στις οργανώσεις αυτές ως νέα μέλη.

(22)

Οι οινοπαραγωγοί και οι οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις στο κάθε αγροτικό διαμέρισμα είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν με τον τρόπο αυτό εταιρικά μερίδια στις οργανώσεις παραγωγών με χαμηλότερο κόστος.

(23)

Οι οργανώσεις παραγωγών μπόρεσαν με το μέτρο αυτό να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά τους και να εξασφαλίσουν τον εφοδιασμό τους σε πρώτες ύλες.

II.7.   Λόγοι για την κίνηση της τυπικής διαδικασίας έρευνας

(24)

Μετά από ένα προσωρινό έλεγχο, το μέτρο αυτό κρίθηκε ότι ισοδυναμεί με λειτουργικές ενισχύσεις που χορηγούνται στις οινοπαραγωγικές μονάδες και τις οργανώσεις παραγωγών, οι οποίες δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή κίνησε ως εκ τούτου την τυπική διαδικασία έρευνας.

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

III.1.   Υποβληθείσες καταγγελίες οι οποίες στρέφονται κατά του επίμαχου μέτρου

(25)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν μία καταγγελία σε συνδυασμό με τη θέσπιση του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων. Όπως υπέδειξε ο καταγγέλλων, με την ενίσχυση παρέχεται στους οινοπαραγωγούς η δυνατότητα να αγοράσουν εταιρικά μερίδια στις τοπικές οργανώσεις οινοπαραγωγών με χαμηλότερο κόστος. Εκτός από το πλεονέκτημα της αύξησης του κεφαλαίου, οι οργανώσεις οινοπαραγωγών ήταν με τον τρόπο αυτό σε θέση να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό τους σε πρώτες ύλες, μούστο και ακατέργαστο κρασί.. Με τον τρόπο αυτό περιέρχονταν οι ανταγωνιστές τους σε μειονεκτική θέση, στο βαθμό που αυτό αφορούσε την προμήθεια μούστου και ακατέργαστου κρασιού.

III.2.   Παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας

(26)

Στις παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων καθώς και των γερμανικών περιφερειακών αρχών οι οποίες είχαν χορηγήσει την ενίσχυση τονίζεται ότι η ενίσχυση δόθηκε για τις αναγκαίες διαρθρωτικές μεταβολές σε μία διχιλιετή οινοπαραγωγική περιοχή της οποίας οι αμπελουργικές εκτάσεις βρίσκονται σε απότομες πλαγιές και η διαφύλαξή της έχει τεράστια σημασία για τον τουρισμό και τη γαστρονομία. Το μέτρο εξυπηρετεί τους σκοπούς της κατάργησης παραγωγικού δυναμικού. Υποβλήθηκε εξάλλου αίτημα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

(27)

Στις παρατηρήσεις της Γερμανίας επισημαίνεται η ανάγκη υποστήριξης των αναγκαίων διαρθρωτικών μεταβολών σε μία διχιλιετή οινοπαραγωγική περιοχή οι αμπελουργικές εκτάσεις της οποίας βρίσκονται σε απότομες πλαγιές και η διαφύλαξη έχει τεράστια σημασία για τον τουρισμό και την γαστρονομία. Στόχος της ενίσχυσης είναι να αντισταθμιστούν τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζουν οι οινοπαραγωγοί και οι οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις, που ήταν υποχρεωμένοι να παύσουν να εκμεταλλεύονται το δικό τους οινοπαραγωγικό δυναμικό μετά τις πενταετείς δεσμεύσεις που ανέλαβαν για την παράδοση των προϊόντων τους στις οινοπαραγωγικές οργανώσεις και δικαιολογείται συνεπώς ως μέτρο μείωσης του παραγωγικού δυναμικού.

(28)

Στη συμπληρωματική της τοποθέτηση η Γερμανία ζήτησε να εφαρμοστεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1860/2004.

V.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

ΚΟΑ

(29)

Το άρθρο 36 της συνθήκης ΕΚ εφαρμόζεται στην καλλιέργεια και τη μεταποίηση των αμπελώνων, που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999 για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (4).

(30)

Σύμφωνα με την παρατήρηση της Γερμανίας και τις αντίστοιχες τοποθετήσεις των ενδιαφερόμενων, οι οικονομικές δυσχέρειες των οινοπαραγωγών και των οινοπαραγωγικών επιχειρήσεων οφείλονται στις διαρθρωτικές μεταβολές που είχαν επέλθει όσον αφορά τις δυνατότητες πώλησης των προϊόντων. Η συνήθης εμπορία του βαρελίσιου κρασιού με ιδιόκτητες οινοπαραγωγικές εγκαταστάσεις γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η αγορά ζητούσε πλέον είτε τις πρώτες ύλες (σταφύλια ή νωπό συμπιεσμένο μούστο) ή κρασιά ποιότητας, με γνώμονα τα κριτήρια της αγοράς. Οι ιδιωτικές εταιρίες θα μπορούσαν να συνάψουν παρόμοιες συμβάσεις με τις οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις και να επωμισθούν οι ίδιες τους κινδύνους διοχέτευσης των προϊόντων στην αγορά.

(31)

Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως αναλύθηκε προηγουμένως στην παράγραφο 12, οι περιφερειακές αρχές επιβαρύνθηκαν με ένα μέρος του κόστους της αγοράς από τους οινοπαραγωγούς των μεριδίων στις οργανώσεις οινοπαραγωγών. Οι αγοραστές εταιρικών μεριδίων στις αντίστοιχες οργανώσεις οινοπαραγωγών υποχρεώνονταν να συνεισφέρουν το σύνολο των καλλιεργούμενων εκτάσεων στην οργάνωση οινοπαραγωγών και να παραδίνουν τις συνολικές ποσότητες σταφυλιών, μούστου και κρασιού στην οργάνωση παραγωγών. Οι οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις έπρεπε να αναλάβουν τη δέσμευση να διατηρήσουν στην κατοχή τους τα εταιρικά μερίδια επί μία πενταετία, γεγονός που σε τελική ανάλυση ισοδυναμεί με παύση της εκμετάλλευσης των οινοπαραγωγικών εγκαταστάσεων. Σε σύγκριση με άλλες εταιρίες οι οποίες ασκούν δραστηριότητες στον χώρο της οινοπαραγωγής και της εμπορίας οίνου, οι οργανώσεις των οινοπαραγωγών είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν την αγορά των πρώτων υλών μέσω της υποχρέωσης των οινοπαραγωγών και των οινοπαραγωγικών μονάδων να παραδίδουν το σύνολο της παραγωγής σταφυλιών, μούστου και κρασιού επί μια πενταετία στην οργάνωση παραγωγών (βλ. τμήμα II.2 ανωτέρω).

(32)

Η ευνοϊκή μεταχείριση των οργανώσεων παραγωγών, η οποία συνίσταται στην εξασφάλιση της διαβεβαίωσης από την πλευρά των οινοπαραγωγικών μονάδων ότι θα προβαίνουν σε παράδοση της συνολικής ποσότητας σταφυλιών, μούστου και κρασιού αλλά και ότι θα παύσουν να εκμεταλλεύονται τις δικές τους οινοπαραγωγικές εγκαταστάσεις, συνιστά διαρθρωτικό μέτρο, το οποίο ενίσχυσε τις οργανώσεις παραγωγών. Το πλεονέκτημα του εξασφαλισμένου εφοδιασμού των προαναφερόμενων οργανώσεων παραγωγών είναι δυνατόν, εξεταζόμενο μεμονωμένα, να δικαιολογηθεί ως μέτρο αναδιάρθρωσης της αγοράς που συμβαδίζει με τους στόχους του άρθρου 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999.

ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ

(33)

Σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999,

«Εκτός αντίθετης διάταξης του παρόντος κανονισμού […] τα άρθρα 87, 88 και 89 της συνθήκης εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.»

(34)

Στο άρθρο 71 παράγραφος 2 ορίζεται ότι

«Το Κεφάλαιο II του Τίτλου II [Πριμοδοτήσεις για την οριστική εγκατάλειψη της αμπελοκαλλιέργειας] δεν αποκλείει την χορήγηση εθνικών ενισχύσεων προς επίτευξη στόχων παρόμοιων με εκείνους που επιδιώκονται από το εν λόγω κεφάλαιο. Ωστόσο, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται στις εν λόγω ενισχύσεις.»

(35)

Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(36)

Το προαναφερόμενο καθεστώς ενισχύσεων χρηματοδοτήθηκε από κρατικούς πόρους των διαμερισμάτων και από μία κοινότητα στο γερμανικό κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου. Η ενίσχυση είναι σε θέση να οδηγήσει σε νόθευση του ανταγωνισμού (5) και να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (6).

V.1.   Ευνοϊκή μεταχείριση των οινοπαραγωγών και των οινοπαραγωγικών επιχειρήσεων μέσω των επιχορηγήσεων για την απόκτηση εταιρικών μεριδίων και μέσω των επιδοτήσεων επιτοκίου

(37)

Ορισμένοι οινοπαραγωγοί και οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις στη Ρηνανία-Παλατινάτο αγόρασαν εταιρικά μερίδια από οργανώσεις παραγωγών με την οικονομική υποστήριξη των περιφερειακών αρχών, με αποτέλεσμα να πληρώσουν μειωμένη τιμή για τα εταιρικά μερίδια (βλ. παράγραφο 15 ανωτέρω). Το ποσό το οποίο αφαιρέθηκε από τη συνήθη τιμή για τα εταιρικά μερίδια θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να επιβαρύνει τους ιδίους. Αυτό συνιστά κατά συνέπεια άμεσο οικονομικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις αυτές, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από κρατικούς πόρους.

(38)

Οι επιδοτήσεις επιτοκίου που έφθασαν μέχρι το 4,95 %, οι οποίες χορηγήθηκαν σε μεμονωμένους οινοπαραγωγούς και οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις για αγορές της μορφής αυτής (βλ. παράγραφο 17 ανωτέρω) συνιστούν επίσης οικονομικό πλεονέκτημα για τους εν λόγω γεωργούς, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από κρατικούς πόρους.

(39)

Κατά συνέπεια, εφαρμόζεται το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ της συνθήκης.

(40)

Στο κείμενο που ακολουθεί (στο Κεφάλαιο V.3) θα εξεταστεί εάν για την ευνοϊκή μεταχείριση που αναφέρθηκε προηγουμένως εφαρμόζεται το σημείο 9 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (7) (στο εξής: «κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές») όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται για την παύση εκμετάλλευσης παραγωγικού δυναμικού,

V.2.   Ευνοϊκή μεταχείριση των οργανώσεων παραγωγών

(41)

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει την άποψη που περιέχεται στην επιστολή της για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, ότι δηλαδή οι οργανώσεις παραγωγών ευνοήθηκαν μέσω της ενίσχυσης που χορηγήθηκε στους οινοπαραγωγούς και τις οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις για την αγορά των εταιρικών τους μεριδίων. Η ενίσχυση για την αγορά των εταιρικών μεριδίων περιοριζόταν σε ορισμένες αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών (βλ. παράγραφο 10 ανωτέρω). Οι αμπελουργοί και οι αμπελουργικές επιχειρήσεις ήταν υποχρεωμένες να διατηρήσουν στην κατοχή τους τα εταιρικά μερίδια επί μία πενταετία.

(42)

Κατά την άποψη των γερμανικών αρχών η αναδιάρθρωση της αμπελοοινικής αγοράς ήταν αναπότρεπτη. Παρόλο που οι αμπελουργοί θα είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν εταιρικά μερίδια στους οινοπαραγωγικούς συνεταιρισμούς, επειδή η τιμή των εταιρικών μεριδίων δεν ήταν εξαιρετικά υψηλή, αυτή η διαρθρωτική μεταβολή δεν συντελέστηκε, έως τη στιγμή που εγκαινιάστηκε η εφαρμογή του καθεστώτος παροχής ενισχύσεων από τις περιφερειακές και κοινοτικές δημοτικές αρχές.

(43)

Οι εν λόγω οργανώσεις παραγωγών μπορούσαν — σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες στο χώρο της αμπελοοινικής παραγωγής και της εμπορίας αμπελοοινικών προϊόντων — να αυξήσουν το κεφάλαιο και τη ρευστότητά τους και να αποκομίσουν πρόσθετα εισοδήματα με την πρόσθετη προσχώρηση εταίρων οι οποίοι μπορούσαν να αγοράσουν τα εταιρικά μερίδια σε μειωμένες τιμές ή με τη βοήθεια επιδοτήσεων επιτοκίου. Ένα περαιτέρω πλεονέκτημα για τις οργανώσεις παραγωγών αντιπροσώπευε και η υποχρέωση που ανελάμβαναν οι αμπελουργοί, σε συνδυασμό με τις επιδοτήσεις για την αγορά εταιρικών μεριδίων, να παραδίνουν τις συνολικές ποσότητες σταφυλιών, μούστου και κρασιού, αλλά και να σταματήσουν να εκμεταλλεύονται τις αμπελοοινικές τους εγκαταστάσεις.

(44)

Εξάλλου, η παράγραφος 26 της απόφασης που εξέδωσε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-156/98 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (8) προβλέπει ότι:

«Το πλεονέκτημα που εμμέσως παρέχεται στις επιχειρήσεις του άρθρου 52 παράγραφος 8, του 8 EStG απορρέει από το γεγονός ότι το κράτος μέλος παραιτήθηκε από την είσπραξη των φορολογικών εσόδων που θα εισέπραττε κανονικά, καθόσον, λόγω της παραιτήσεως αυτής, οι επενδυτές απέκτησαν τη δυνατότητα να λάβουν υπό ευνοϊκότερες φορολογικές συνθήκες τις συμμετοχές στις επιχειρήσεις αυτές.»

(45)

Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε στη σκέψη 95 της υπόθεσης της GEI T-93/02, Confédération nationale du Crédit Mutuel κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (9), στην οποία αναφέρεται:

«… [Δεδομένου ότι δεν είναι αναγκαίο για τη διαπίστωση της υπάρξεως παρεμβάσεως υπέρ μιας επιχειρήσεως μέσω κρατικών πόρων, να είναι η ίδια ο ευθέως ωφελούμενος. Πράγματι, από το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο α), ΕΚ προκύπτει ότι ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα χορηγούμενες στους ιδιώτες καταναλωτές μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Επίσης, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος παραιτείται από την είσπραξη των φορολογικών εσόδων μπορεί να συνεπάγεται την έμμεση μεταβίβαση κρατικών πόρων, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση υπέρ επιχειρηματιών διαφορετικών από αυτούς υπέρ των οποίων χορηγείται άμεσα το φορολογικό πλεονέκτημα [απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2000 C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-6857, σκέψεις 24 έως 28].»

(46)

Υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας νομολογίας η Επιτροπή έκρινε ότι η ενίσχυση στους αμπελουργούς και τις αμπελουργικές επιχειρήσεις προς το σκοπό της αγοράς εταιρικών μεριδίων σε ορισμένες οργανώσεις παραγωγών και η κατοχή των μεριδίων αυτών επί χρονικό διάστημα τουλάχιστον μίας πενταετίας οδήγησε σε αδικαιολόγητη αύξηση του κεφαλαίου της οργάνωσης παραγωγών. Η αγορά εταιρικών μεριδίων του είδους αυτού με κρατική υποστήριξη συνιστά έμμεση μεταφορά κρατικών πόρων προς τις οργανώσεις παραγωγών. Η συνακόλουθη αύξηση του κεφαλαίου της οργάνωσης παραγωγών συνιστά έμμεσο οικονομικό πλεονέκτημα, το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως διαφορετική από το πλεονέκτημα το οποίο παραχωρήθηκε στους αμπελουργούς και τις αμπελουργικές επιχειρήσεις κρατική ενίσχυση.

(47)

Κατά συνέπεια, εφαρμόζεται το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

V.3.   Το ενδεχόμενο να συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης βάσει του άρθρου 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης ΕΚ

(48)

Στη συνέχεια θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης ή απαλλαγής από την βασική απαγόρευση χορήγησης ενισχύσεων βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(49)

Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 2 και του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχεία α, β, και δ, της συνθήκης ΕΚ, επειδή εν προκειμένω δεν πρόκειται για

ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, αλλά ούτε για

ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους ή για

ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους συναλλαγών και ανταγωνισμού στην Κοινότητα σε βαθμό αντίθετο με το κοινό συμφέρον.

(50)

Ως εκ τούτου η μόνη εξαιρετική περίπτωση είναι αυτή που προβλέπει το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ).

Συμβιβάσιμος χαρακτήρας της ενίσχυσης προς τους αμπελουργούς και τις αμπελοοινικές επιχειρήσεις

(51)

Οι γερμανικές αρχές πρότειναν με την επιστολή τους της 13ης Φεβρουαρίου 2002 να αξιολογηθεί το επίμαχο μέτρο βάσει του σημείου 9 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών.

(52)

Σύμφωνα με το σημείο 9 οι ενισχύσεις για την παύση της εκμετάλλευσης παραγωγικού δυναμικού επιτρέπεται να χορηγούνται, υπό τον όρο ότι συνάδουν με τις τυχόν κοινοτικές ρυθμίσεις για τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας και ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)

Η ενίσχυση πρέπει να εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον του οικείου τομέα και να είναι χρονικά περιορισμένη.

β)

Ο δικαιούχος είναι υποχρεωμένος να παρέχει επαρκές αντάλλαγμα, το οποίο υπό ομαλές συνθήκες συνίσταται στη σταθερή και οριστική απόφασή του να διαλύσει πράγματι το σχετικό παραγωγικό δυναμικό και να παύσει οριστικά να το εκμεταλλεύεται.

γ)

Πρέπει να αποκλείεται η δυνατότητα η ενίσχυση να εξυπηρετεί το σκοπό της διάσωσης και αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων.

δ)

Δεν επιτρέπεται η υπέρμετρη αντιστάθμιση των απωλειών παραγωγής και εισοδημάτων στο μέλλον. Τουλάχιστον το ήμισυ του κόστους που συνεπάγονται τα μέτρα ενισχύσεων θα πρέπει να καλυφθεί από συνεισφορές του αντίστοιχου οικονομικού κλάδου και μάλιστα είτε μέσω οικειοθελών συνεισφορών ή με την επιβολή υποχρεωτικών τελών.

ε)

Δεν επιτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεων οι οποίες ζημιώνουν τους μηχανισμούς της κοινής οργανώσεως αγορών.

Αναφορικά με το σημείο α) προς εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος του οικείου τομέα

(53)

Η ενίσχυση φαίνεται να είχε θετικό αντίκτυπο μέσω της συγκέντρωσης της γεωργικής παραγωγής και φαίνεται να οδήγησε σε κάποια σταθεροποίηση του καθεστώτος των τιμών στην αγορά βαρελίσιου κρασιού. Η ενίσχυση περιοριζόταν σε τρία αγροτικά διαμερίσματα και ένα δήμο στη Ρηνανία - Παλατινάτο. Η κατευθυντήρια γραμμή του περιφερειακού διαμερίσματος Bernkastel-Wittlich προέβλεπε τη χορήγηση ενισχύσεων για την αγορά εταιρικών μεριδίων σε ένα συγκεκριμένο συνεταιρισμό, το συνεταιρισμό Moselland. Με τις κατευθυντήριες γραμμές της περιφερειακής διοίκησης Cochem-Zell προβλεπόταν η εφαρμογή παρόμοιων διατάξεων, οι οποίες οδήγησαν στην πράξη στην αποκλειστική ενίσχυση των εταιρικών μεριδίων του συνεταιρισμού Moselland. Οι κατευθυντήριες γραμμές της περιφερειακής διοίκησης Trier-Saarburg και του ενιαίου συνδέσμου κοινοτήτων Schweich δεν προσανατολίζονταν ειδικότερα με γνώμονα μια συγκεκριμένη επιχείρηση, αλλά ευνοούσαν τους συνεταιρισμούς ή τις οργανώσεις παραγωγών που αναγνωρίζονταν βάσει του γερμανικού νόμου για τις διαρθρώσεις της αγοράς. Συνεπώς οι ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες ασκούσαν τις δραστηριότητες της παραγωγής ή της εμπορίας κρασιού και οι οποίες δεν πληρούσαν τους προαναφερόμενους όρους δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στο μέτρο αυτό. Η χρονική διάρκεια εφαρμογής του καθεστώτος ήταν τετραετής.

(54)

Σύμφωνα με το σημείο 9.6 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών, στα καθεστώτα ενισχύσεων για την παύση της εκμετάλλευσης του παραγωγικού δυναμικού πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι οικονομικοί φορείς. Όπως αναλύθηκε προηγουμένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται ο όρος αυτός. Η Επιτροπή έλαβε εξάλλου την καταγγελία ενός οικονομικού παράγοντα της αγοράς σύμφωνα με την οποία η ενίσχυση συγκεκριμένων συνεταιρισμών στο πλαίσιο του εν λόγω μέτρου δεν εξυπηρετεί ουδόλως το γενικό συμφέρον του οινοπαραγωγικού τομέα, ακριβώς επειδή οι ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες ασχολούνται με τις δραστηριότητες της παραγωγής ή της εμπορίας οίνου δεν είχαν καμία δυνατότητα να συμμετάσχουν στο μέτρο.

Αναφορικά με το σημείο β) αντάλλαγμα

(55)

Όπως ανακοίνωσαν οι γερμανικές αρχές, η ενίσχυση δεν συνιστά ενίσχυση η οποία εξυπηρετεί τους σκοπούς της μείωσης του παραγωγικού δυναμικού οινοπαραγωγικών επιχειρήσεων. Αιτιολογήθηκε μάλιστα με το σκεπτικό ότι οι γεωργοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να παραδώσουν τις συνολικές τους ποσότητες σταφυλιών, μούστου και κρασιού στην οργάνωση παραγωγών και ότι για το λόγο αυτό έπαυαν να εκμεταλλεύονται μακροπρόθεσμα το δικό τους παραγωγικό δυναμικό στον τομέα των οινοπαραγωγικών δραστηριοτήτων.

(56)

Σύμφωνα με το σημείο 9.2 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών οι ενισχύσεις για τη μείωση του παραγωγικού δυναμικού μπορεί να γίνονται αποδεκτές μόνον εφόσον αποτελούν μέρος ενός προγράμματος αναδιάρθρωσης του τομέα, προγράμματος το οποίο έχει καθορισμένους στόχους και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Το επίμαχο μέτρο τέθηκε σε εφαρμογή χωρίς την εκπόνηση ενός αντίστοιχου προγράμματος αναδιάρθρωσης.

(57)

Σύμφωνα με το σημείο 9.4 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών ο δικαιούχος της ενίσχυσης οφείλει να παρέχει επαρκές αντάλλαγμα, το οποίο συνήθως συνίσταται στην οριστική και αμετάκλητη απόφαση να θέσει εκτός λειτουργίας ή να κλείσει αμετάκλητα το σχετικό δυναμικό παραγωγής. Ο δικαιούχος οφείλει να αναλαμβάνει νομικές δεσμεύσεις ως προς την οριστική διακοπή της λειτουργίας. Οι γερμανικές αρχές ανέφεραν ότι οι οινοπαραγωγοί δεν ανέλαβαν από την πλευρά τους νομικές δεσμεύσεις για την παύση της εκμετάλλευσης του δικού τους παραγωγικού δυναμικού. Σε ό, τι αφορά την παραγωγή κρασιού, η υποχρέωση της παράδοσης σταφυλιών, μούστου και κρασιού είναι ισοδύναμη με την παύση της εκμετάλλευσης του δυναμικού αυτού, αλλά μόνο για το πενταετές χρονικό διάστημα που αφορά η αντίστοιχη υποχρέωση. Η Επιτροπή καταλήγει ως εκ τούτου στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούται ο όρος αυτός.

Αναφορικά με το σημείο γ) να μη χορηγούνται ενισχύσεις σε προβληματικές επιχειρήσεις

(58)

Ο όρος αυτός δεν προβλέπεται ρητά στις κατευθυντήριες γραμμές για τις ενισχύσεις.

Αναφορικά με το σημείο δ) καμία υπέρμετρη αποζημίωση και συνεισφορά του τομέα

(59)

Όπως ορίζεται στο σημείο 9.6 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών, το ποσό των ενισχύσεων πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στην αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού, προσαυξανόμενο κατά ένα ποσό παροχής κινήτρου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το 20 % της αξίας των στοιχείων ενεργητικού. Στο σημείο 9.7 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπεται περαιτέρω ότι τουλάχιστον το ήμισυ του κόστους των εν λόγω ενισχύσεων πρέπει να καλύπτεται με συνεισφορά του τομέα, είτε με εθελοντικές εισφορές ή με την επιβολή υποχρεωτικών τελών.

(60)

Οι γερμανικές αρχές δεν έχουν υποβάλει ακριβή στοιχεία σχετικά με το ύψος της μείωσης της αξίας που έχουν υποστεί τα περιουσιακά στοιχεία των οινοπαραγωγικών επιχειρήσεων (εάν έχουν υποστεί μείωση). Κατά συνέπεια, τη στιγμή αυτή δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρχει υπέρμετρη αντιστάθμιση των απωλειών και η ενίσχυση να υπερβαίνει το 50 % του πραγματικού κόστους των μέτρων ενίσχυσης. Η Επιτροπή θεωρεί ως εκ τούτου ότι δεν πληρούνται οι όροι αυτοί.

Αναφορικά με το σημείο 5 Κοινή Οργάνωση της Αγοράς

(61)

Το καθεστώς ενισχύσεων δεν ζημιώνει τους στόχους των κοινών οργανώσεων της αμπελοοινικής αγοράς.

(62)

Η ενίσχυση που χορηγήθηκε στους αμπελουργούς και στις αμπελοοινικές επιχειρήσεις δεν είναι συμβιβάσιμη με το σημείο 9 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν προηγουμένως, επειδή είναι λειτουργική ενίσχυση και δεν είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά.

(63)

Δεν συντρέχουν άλλες αιτιολογίες βάσει των διατάξεων του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο (γ) της συνθήκης ΕΚ.

Συμβιβάσιμος χαρακτήρας της ενίσχυσης προς τις οργανώσεις παραγωγών

(64)

Η στάση της Επιτροπής είναι θετική στο θέμα της σύστασης οργανώσεων παραγωγών στον γεωργικό τομέα, στις οποίες συνασπίζονται οι γεωργοί, για να προσφέρουν συγκεντρωτικά τα προϊόντα τους και να προσαρμόζουν την παραγωγή τους στις απαιτήσεις της αγοράς. Οι κρατικές ενισχύσεις είναι δυνατόν να χορηγούνται για τη σύσταση τέτοιων οργανώσεων (σημείο 10.5 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών) ή μπορεί να χορηγούνται στην περίπτωση της σημαντικής ποσοτικής επέκτασης του πεδίου των δραστηριοτήτων τους σε νέα προϊόντα ή νέους τομείς (σημείο 10.6 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών). Στην περίπτωση που εξετάζεται εν προκειμένω δεν πληρούται κανένας από τους όρους αυτούς.

(65)

Σύμφωνα με το σημείο 10.8 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών οι ενισχύσεις που χορηγούνται σε οργανώσεις παραγωγών οι οποίες δεν καλύπτουν άμεσο κόστος σύστασης, όπως για παράδειγμα οι επενδύσεις, πρέπει να αντιμετωπίζονται με βάση τους κανόνες που ισχύουν για τις ενισχύσεις αυτές. Το μέτρο που εξετάζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται απλώς στην αύξηση του κεφαλαίου των οργανώσεων παραγωγών και δεν έγινε κάποια επένδυση που θα μπορούσε να αποτελέσει συνεπώς τη βάση για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου χαρακτήρα.

(66)

Για τους λόγους που αναπτύχθηκαν προηγουμένως η ενίσχυση που χορηγήθηκε στις οργανώσεις παραγωγών δεν είναι συμβιβάσιμη με το σημείο 10 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών. Κατά συνέπεια η ενίσχυση αυτή συνιστά λειτουργική ενίσχυση, η οποία δεν είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά.

(67)

Δεν συντρέχουν άλλες αιτιολογίες βάσει των διατάξεων του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ.

V.4.   Η χορήγηση ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, σε οργανώσεις παραγωγών και σε αμπελοοινικές επιχειρήσεις

(68)

Όπως έχει αποδείξει η πείρα της Επιτροπής, οι ενισχύσεις ελάχιστου ύψους δεν υπάγονται υπό ορισμένες συνθήκες στα περιστατικά που καλύπτονται από το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(69)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 οι ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν ανώτατο ποσό 3 000 ευρώ ανά δικαιούχο μέσα σε χρονικό διάστημα μιας 3τίας, με παράλληλο περιορισμό του συνολικού όγκου της ενίσχυσης στο 0,3 % περίπου της ετήσιας αξίας της παραγωγής της γεωργίας, δεν επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, δεν νοθεύουν τον ανταγωνισμό αλλά ούτε και απειλούν να τον νοθεύσουν και δεν εμπίπτουν ως εκ τούτου στις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(70)

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 αυτό ισχύει και για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν αρχίσει να εφαρμόζεται ο εν λόγω κανονισμός, εάν πληρούν τους όρους που προβλέπουν τα άρθρα 1 και 3.

(71)

Το άρθρο 1 περιορίζει την εφαρμογή στο γεωργικό τομέα. Η ενίσχυση χορηγείται για τη διάθεση του κρασιού στην αγορά. Οι περιορισμοί του άρθρου 1 στοιχεία α) έως γ) δεν εφαρμόζονται.

(72)

Για το λόγο αυτό, τα προαναφερόμενα μέτρα δεν συνιστούν ενίσχυση μέχρι το ποσό των 3 000 ευρώ, επειδή δεν πληρούνται όλοι οι όροι του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Για να αποφευχθεί ο διπλοϋπολογισμός, το όριο αυτό θα πρέπει να εφαρμοστεί μόνο στο επίπεδο των αμπελοοινικών επιχειρήσεων.

(73)

Βασιζόμενη στους λόγους που αναπτύχθηκαν προηγουμένως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η καταβολή επιχορηγήσεων για την απόκτηση εταιρικών μεριδίων μέχρι το ποσό των 3 000 ευρώ δεν συνιστά ενίσχυση, εφόσον πληρούνται οι όροι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004. Κάθε ποσό το οποίο υπερβαίνει αυτό το όριο στο επίπεδο των ευνοούμενων αμπελουργών και αμπελοοινικών επιχειρήσεων συνιστά ενίσχυση στο σύνολό του.

VI.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(74)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις επιτοκίου που χορηγήθηκαν συνιστούν λειτουργική ενίσχυση, η οποία δεν υπάγεται σε καμία από τις εξαιρέσεις από τη γενική απαγόρευση χορήγησης ενισχύσεων και ότι δεν είναι συνεπώς συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή διαπιστώνει επίσης ότι η Γερμανία έθεσε παράνομα σε εφαρμογή το μέτρο που εξετάζεται εν προκειμένω.

(75)

Όταν μία παράνομα χορηγηθείσα κρατική ενίσχυση κρίνεται ότι δεν είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, φυσιολογική συνέπεια της διαπίστωσης αυτής είναι η ανάκτησή της για να αποκατασταθούν, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, οι συνθήκες του ανταγωνισμού όπως αυτές ίσχυαν πριν από την χορήγηση της ενίσχυσης.

(76)

Η απόφαση αφορά το καθεστώς που κρίνεται εν προκειμένω και θα πρέπει να τεθεί αμέσως σε εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης της ενίσχυσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση ειδικών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (10).

(77)

Για να τεθεί τέρμα στην άμεση και έμμεση ευνοϊκή μεταχείριση των αμπελουργών, των αμπελοοινικών επιχειρήσεων καθώς και των οργανώσεων παραγωγών, αλλά και για να αποφευχθεί ταυτόχρονα ο διπλοϋπολογισμός της ενίσχυσης, η Γερμανία θα πρέπει να ανακτήσει την ενίσχυση από τις επιχειρήσεις στις οποίες καταβλήθηκαν οι κρατικοί πόροι. Η υποχρέωση της ανάκτησης της ενίσχυσης από τις οργανώσεις παραγωγών ισχύει ωστόσο με την επιφύλαξη της δυνατότητας ότι η υποστήριξη που χορηγήθηκε στους αμπελουργούς και τις αμπελοοινικές επιχειρήσεις μέχρι το ύψος των 3 000 ευρώ δεν συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, εφόσον πληρούνται οι όροι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004. Κάθε ποσό το οποίο υπερβαίνει το εν λόγω ανώτατο όριο στο επίπεδο των ευνοούμενων αμπελουργών ή αμπελοοινικών επιχειρήσεων συνιστά στο σύνολό του ενίσχυση και θα πρέπει να ανακτηθεί από την οργάνωση παραγωγών, τα μερίδια της οποίας απέκτησε ο τελικός δικαιούχος.

(78)

Η απόφαση αυτή εκδίδεται με την επιφύλαξη της δυνατότητας για τις θιγόμενες οργανώσεις παραγωγών να ζητήσουν την επιστροφή ενός αντίστοιχου ποσού από τους αμπελουργούς και τις αμπελοοινικές επιχειρήσεις ή να κάνουν χρήση άλλων μέσων παροχής έννομης προστασίας, εάν προβλέπεται η αντίστοιχη δυνατότητα από το εθνικό δίκαιο.

(79)

Στο διαμέρισμα Cochem-Zell θα πρέπει, στο βαθμό που αυτό αφορά τις επιδοτήσεις επιτοκίου, η ενίσχυση η οποία πρέπει να ανακτηθεί από τους αμπελουργούς και τις αμπελοοινικές επιχειρήσεις να είναι ανάλογη προς την επιδότηση επιτοκίου που εισέπραξαν. Η υποχρέωση ανάκτησης της ενίσχυσης από τους αμπελουργούς και τις αμπελοοινικές επιχειρήσεις ισχύει ωστόσο με την επιφύλαξη της δυνατότητας ότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε στους αμπελουργούς και στις αμπελοοινικές επιχειρήσεις μέχρι και 3 000 ευρώ δεν συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, εφόσον πληρούνται οι όροι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004. Κάθε ποσό το οποίο υπερβαίνει αυτό το όριο στο επίπεδο των ευνοημένων αμπελουργών ή αμπελοοινικών επιχειρήσεων συνιστά στο σύνολό του ενίσχυση και πρέπει να ανακτηθεί εξολοκλήρου.

(80)

Η εν λόγω απόφαση λαμβάνεται με την επιφύλαξη της δυνατότητας που υπάρχει για τους θιγόμενους αμπελουργούς και αμπελοοινικές επιχειρήσεις να κάνουν χρήση άλλων μέσων παροχής έννομης προστασίας έναντι των οργανώσεων παραγωγών, εάν προβλέπεται η δυνατότητα αυτή από το εθνικό δίκαιο.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων υπό τη μορφή των άμεσων επιχορηγήσεων ή των επιδοτήσεων επιτοκίου σε αμπελουργούς και αμπελοοινικές επιχειρήσεις για τις επενδύσεις σε εταιρικά μερίδια οργανώσεων παραγωγών και υπό τη μορφή των άμεσων επιχορηγήσεων προς υποστήριξη οργανώσεων παραγωγών, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή παράνομα κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν είναι συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά, με την επιφύλαξη του άρθρου 2.

Άρθρο 2

Τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 1, τα οποία έλαβε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν συνιστούν ενίσχυση, εφόσον πληρούν τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004.

Άρθρο 3

1.   Εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία της απόφασης για την επίμαχη υπόθεση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα πρέπει να ενημερώσει όλες τις αμπελοοινικές επιχειρήσεις και τις οργανώσεις παραγωγών που θίγονται από την εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής ότι το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 1 είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.

2.   Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα πρέπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει από τις αμπελοοινικές επιχειρήσεις ή, κατά περίπτωση, από τις οργανώσεις παραγωγών, κάθε ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1 και η οποία χορηγήθηκε με την επιφύλαξη του άρθρου 2 ή παρεπόμενων αξιώσεων βάσει του εθνικού δικαίου. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να ενημερώσει την Επιτροπή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης της παρούσας απόφασης σχετικά με την ταυτότητα των εν λόγω δικαιούχων, το ποσό της ενίσχυσης που χορηγήθηκε σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση και τις μεθόδους προς υπολογισμό των ποσών αυτών.

3.   Η ανάκτηση πρέπει να πραγματοποιηθεί χωρίς καθυστέρηση και σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, οι οποίες επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης.

4.   Στο ποσό το οποίο πρέπει να ανακτηθεί πρέπει να συμπεριλαμβάνονται οι τόκοι για το συνολικό χρονικό διάστημα, αρχής γενομένης από την ημερομηνία κατά την οποία το ποσό αυτό τέθηκε για πρώτη φορά στη διάθεση του δικαιούχου, μέχρι την επιστροφή του.

5.   Οι τόκοι πρέπει να υπολογιστούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ.

Άρθρο 4

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οφείλει να ενημερώσει την Επιτροπή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και σχεδιάζει να λάβει προς εκτέλεσή της. Η Γερμανία θα πρέπει επίσης να υποβάλει μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα όλα τα έγγραφα με τα οποία στοιχειοθετείται ότι η διαδικασία ανάκτησης των εν λόγω παράνομων ενισχύσεων έχει ήδη κινηθεί κατά των δικαιούχων.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Βρυξέλλες, 7 Ιουνίου 2006.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 267 της 6.11.2003, σ. 2.

(2)  Βλ. υποσημείωση 1.

(3)  ΕΕ L 325 της 28.10.2004, σ. 4.

(4)  ΕΕ L 179 της 14.7.1999, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2165/2005 (ΕΕ L 345 της 28.12.2005, σ. 1).

(5)  Με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης κάποιας επιχείρησης η οποία οφείλεται σε μία κρατική ενίσχυση είναι ενδεικτική, εν γένει, για τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού έναντι των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων οι οποίες δεν λαμβάνουν ανάλογη υποστήριξη (υπόθεση C-730/79, Philip Morris, Συλλ. [1980] σ. 2671, σημεία 11 και 12).

(6)  Οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές της Γερμανίας στον χώρο των γεωργικών προϊόντων και ιδιαίτερα όσον αφορά το κρασί ανήλθαν σε 10 364 600 εκατ. εκατόλιτρα όσον αφορά τις εισαγωγές και σε 1 881 900 εκατ. εκατόλιτρα όσον αφορά τις εξαγωγές το 1999. Δεν υπάρχουν χωριστά στοιχεία για τη Ρηνανία-Παλατινάτο. (Πηγή: German Federal Statistics Office).

(7)  ΕΕ C 232 της 12.8.2000, σ. 19.

(8)  Υπόθεση C-156/98, Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2000, σ. I-/6857, σκέψη 26.

(9)  Υπόθεση T-93/02, Confédération nationale du Crédit Mutuel κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή της Νομολογίας, σκέψη 95.

(10)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχώρησης 2003.


6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/64


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 28ης Αυγούστου 2006

σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας

(2007/58/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 101 δεύτερη παράγραφος,

την απόφαση του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2006, για την έγκριση σύναψης συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας,

Εκτιμώντας ότι πρέπει να εγκριθεί η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Εγκρίνεται εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας.

Το κείμενο της συμφωνίας επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 2

Ο αρμόδιος για την ενέργεια Επίτροπος θα προβεί, εκ μέρους της Κοινότητας, στην κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 της συμφωνίας.

Βρυξέλλες, 28 Αυγούστου 2006.

Για την Επιτροπή

A. PIEBALGS

Μέλος της Επιτροπής


6.2.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/65


ΣΥΜΦΩΝΊΑ

συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινώτητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (ΣΤΟ ΕΞΗΣ «Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ»)·

επιθυμώντας να συνεχίσουν και να αναπτύξουν περαιτέρω μια μακροπρόθεσμη και σταθερή συνεργασία προς όφελος της Ιαπωνίας, της Κοινότητας και τρίτων μερών όσον αφορά τις ειρηνικές και μη εκρηκτικές εφαρμογές της πυρηνικής ενέργειας στη βάση του κοινού οφέλους και της αμοιβαιότητας·

αναγνωρίζοντας ότι η Ιαπωνία, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της έχουν φθάσει σε ένα συγκρίσιμο προηγμένο επίπεδο στις ειρηνικές εφαρμογές της πυρηνικής ενέργειας και σε θέματα ασφαλείας μέσω των αντίστοιχων νομοθεσιών τους και των κανόνων που ισχύουν στους τομείς της υγείας, της ασφάλειας, των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας και της προστασίας του περιβάλλοντος·

επιθυμώντας επίσης τη μακροπρόθεσμη ρύθμιση της συνεργασίας στον τομέα των ειρηνικών και μη εκρηκτικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας με προβλέψιμο και πρακτικό τρόπο, που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των αντίστοιχων τους προγραμμάτων πυρηνικής ενέργειας και να διευκολύνει το εμπόριο, την έρευνα και την ανάπτυξη και άλλες δραστηριότητες συνεργασίας μεταξύ της Ιαπωνίας και της Κοινότητας·

επιβεβαιώνοντας την ισχυρή δέσμευση της κυβέρνησης της Ιαπωνίας, της Κοινότητας και των κυβερνήσεων των κρατών μελών της για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης και αποτελεσματικής εφαρμογής των σχετικών διασφαλίσεων και καθεστώτων εξαγωγικού ελέγχου επί των οποίων πρέπει να βασιστεί η συνεργασία μεταξύ Ιαπωνίας και Κοινότητας για τη χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας σε ειρηνικές εφαρμογές·

επιβεβαιώνοντας την υποστήριξη της κυβέρνησης της Ιαπωνίας, της Κοινότητας και των κυβερνήσεων των κρατών μελών της στην υλοποίηση των στόχων του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (στο εξής «ο Οργανισμός») και του συστήματος διασφαλίσεων και την επιθυμία τους να προωθήσουν παγκοσμίως την προσχώρηση στην συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων της 1ης Ιουλίου 1968 (στο εξής «η συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων»)·

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πυρηνικές διασφαλίσεις εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, της 25ης Μαρτίου 1957 (στο εξής «η συνθήκη Ευρατόμ»)·

αναγνωρίζοντας την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας πυρηνικού υλικού, εξοπλισμού και μη πυρηνικού υλικού εντός της Κοινότητας που περιλαμβάνεται στην συνθήκη Ευρατόμ· και

αναγνωρίζοντας επίσης την σημασία μιας υψηλού επιπέδου διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση του πλουτωνίου ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος διάδοσης των πυρηνικών όπλων και να διασφαλιστεί η προστασία των εργαζομένων, του κοινού και του περιβάλλοντος,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:

Αρθρο 1

Ορισμοί

Στην παρούσα συμφωνία:

α)

Ο όρος «συμβαλλόμενα μέρη» σημαίνει την κυβέρνηση της Ιαπωνίας και την Κοινότητα. Ο όρος «συμβαλλόμενο μέρος» σημαίνει ένα από τα ανωτέρω «συμβαλλόμενα μέρη».

β)

Ο όρος «η Κοινότητα» σημαίνει:

(i)

το νομικό πρόσωπο που δημιουργήθηκε από την συνθήκη Ευρατόμ· και