ISSN 1725-2547 |
||
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 403 |
|
![]() |
||
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Νομοθεσία |
49ό έτος |
|
|
II Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση |
|
|
Συνδιάσκεψη των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών |
|
* |
|
|
|
(1) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) |
EL |
Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος. Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνουν |
I Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση
30.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 403/1 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) ΑΡΙΘ. 1921/2006 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ
της 18ης Δεκεμβρίου 2006
σχετικά με την υποβολή στατιστικών στοιχείων για τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1382/91 του Συμβουλίου
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη
τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 285, παράγραφος 1,
έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης (1),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) |
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1382/91 του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την υποβολή στοιχείων για τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη (2) υποχρεώνει τα κράτη μέλη να υποβάλλουν δεδομένα σχετικά με τις ποσότητες και τις μέσες τιμές των αλιευτικών προϊόντων που εκφορτώνονται στην επικράτειά τους. |
(2) |
Η πείρα έχει δείξει ότι οι αναλύσεις της αγοράς αλιευτικών προϊόντων και άλλες οικονομικές αναλύσεις δεν πρόκειται να θιγούν εάν τα δεδομένα υποβάλλονταν δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας ανά έτος και όχι ανά μήνα. |
(3) |
Οι αναλύσεις θα βελτιώνονταν εάν τα δεδομένα κατανέμονταν ανά κράτος σημαίας των αλιευτικών σκαφών που εκφορτώνουν. |
(4) |
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1382/91 επιβάλλει όριο στη δειγματοληψία που επιτρέπεται όταν η συλλογή και η επεξεργασία των δεδομένων δημιουργεί υπερβολικό φόρτο σε ορισμένες εθνικές αρχές. Για να βελτιωθεί και να απλουστευθεί το σύστημα υποβολής δεδομένων, θα πρέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1382/91 να αντικατασταθεί. Συνεπώς ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1382/91 θα πρέπει να καταργηθεί. |
(5) |
Επειδή ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η καθιέρωση κοινού νομικού πλαισίου για τη συστηματική παραγωγή κοινοτικών στατιστικών με βάση τα δεδομένα που αφορούν τις εκφορτώσεις των αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και, επομένως, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού. |
(6) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 322/97 του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1997, σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές (3) αποτελεί το πλαίσιο αναφοράς για τις στατιστικές στον κλάδο της αλιείας. Συγκεκριμένα, απαιτεί συμμόρφωση προς τις αρχές της αμεροληψίας, αξιοπιστίας, καταλληλότητας, σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας, στατιστικού απορρήτου και διαφάνειας. |
(7) |
Είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και, για τον σκοπό αυτόν, να προβλεφθεί κοινοτική διαδικασία η οποία θα συμβάλει στον καθορισμό των ρυθμίσεων εφαρμογής εντός του καταλλήλου χρονοδιαγράμματος, επιφέροντας παράλληλα τις αναγκαίες τεχνικές προσαρμογές. |
(8) |
Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (4). |
(9) |
Δεδομένου ότι τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων αποτελούν ουσιαστικό εργαλείο για τη διαχείριση της Κοινής Πολιτικής Αλιείας, θα πρέπει να εισαχθεί η δυνατότητα προσφυγής στην διαδικασία επιτροπής διαχείρισης της απόφασης 1999/468/ΕΚ για να δοθούν στα κράτη μέλη μεταβατικές περίοδοι προς εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και παρεκκλίσεις που θα τους επιτρέψουν να εξαιρέσουν στατιστικά στοιχεία που καλύπτουν κάποιο τομέα της αλιευτικής βιομηχανίας από τα υποβαλλόμενα εθνικά στατιστικά στοιχεία. |
(10) |
Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να δοθεί στην Επιτροπή η εξουσία να θέτει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα Παραρτήματα θα πρέπει να αναπροσαρμοσθούν τεχνικώς. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβελείας που προορίζονται να τροποποιήσουν μη ουσιώδη στοιχεία του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να θεσπισθούν με τη διαδικασία κανονιστικής επιτροπής με έλεγχο, όπως προβλέπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ. |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1) |
Ως «κοινοτικά αλιευτικά σκάφη» νοούνται τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους και είναι νηολογημένα στην Κοινότητα. |
2) |
Ως «αλιευτικά σκάφη της ΕΖΕΣ» νοούνται τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα σε χώρα της ΕΖΕΣ. |
3) |
Ως «μοναδιαία αξία» νοούνται τα εξής:
|
Άρθρο 2
Υποχρεώσεις των κρατών μελών
1. Κάθε κράτος μέλος υποβάλλει σε ετήσια βάση στην Επιτροπή στατιστικά δεδομένα σχετικά με τα αλιευτικά προϊόντα που εκφορτώθηκαν στην επικράτειά του από αλιευτικά σκάφη της Κοινότητας και της ΕΖΕΣ (στο εξής «στατιστικά δεδομένα»).
2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα ακόλουθα αλιευτικά προϊόντα θεωρούνται ότι εκφορτώνονται στην επικράτεια του κράτους μέλους που υποβάλλει τη σχετική έκθεση:
α) |
προϊόντα που εκφορτώνονται από αλιευτικά σκάφη ή άλλα μέρη του αλιευτικού στόλου στους εθνικούς λιμένες εντός της Κοινότητος· |
β) |
προϊόντα που εκφορτώνονται από αλιευτικά σκάφη του κράτους μέλους που υποβάλλει την έκθεση σε μη κοινοτικούς λιμένες και τα οποία καλύπτονται από το έντυπο T2M που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 43 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (5). |
Άρθρο 3
Συγκέντρωση στατιστικών δεδομένων
1. Τα στατιστικά δεδομένα καλύπτουν τις συνολικές εκφορτώσεις σε εθνικό έδαφος εντός της Κοινότητας.
2. Δειγματοληπτικές τεχνικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν όταν λόγω των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών συγκεκριμένου τομέα της αλιείας ενός κράτους μέλους, η ολοκληρωμένη συλλογή δεδομένων θα δημιουργούσε δυσχέρειες για τις εθνικές αρχές, δυσανάλογες με τη σημασία του εν λόγω τομέα.
Άρθρο 4
Στατιστικά δεδομένα
Τα στατιστικά δεδομένα αφορούν τις συνολικές ποσότητες και τις μοναδιαίες αξίες των προϊόντων που εκφορτώνονται κατά το ημερολογιακό έτος αναφοράς.
Οι μεταβλητές για τις οποίες πρέπει να υποβάλλονται στατιστικά δεδομένα, οι ορισμοί τους και η σχετική ονοματολογία παρατίθενται στα Παραρτήματα II, III και IV.
Άρθρο 5
Υποβολή των στατιστικών δεδομένων
Τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα στατιστικά δεδομένα στην Επιτροπή σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τον μορφότυπο που καθορίζει το Παράρτημα I και με χρήση των κωδικών που καθορίζουν τα Παραρτήματα II, III και IV.
Τα στατιστικά δεδομένα υποβάλλονται εντός έξι μηνών από το τέλος του ημερολογιακού έτους αναφοράς.
Άρθρο 6
Μεθοδολογία
1. Μέχρι τις 19 Ιανουαρίου 2008, κάθε κράτος μέλος υποβάλλει λεπτομερή μεθοδολογική έκθεση στην Επιτροπή, με την οποία περιγράφει τον τρόπο συλλογής των δεδομένων και κατάρτισης των στατιστικών. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει λεπτομέρειες των διαφόρων τεχνικών δειγματοληψίας καθώς και αξιολόγηση της ποιότητας των εκτιμήσεων που απορρέουν από αυτές.
2. Η Επιτροπή εξετάζει τις εκθέσεις και διατυπώνει τα συμπεράσματά της στην αρμόδια ομάδα εργασίας της μόνιμης επιτροπής γεωργικών στατιστικών που ιδρύθηκε με το άρθρο 1 της απόφασης 72/279/ΕΟΚ του Συμβουλίου (6) (εφεξής «επιτροπή»).
3. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τυχόν τροποποιήσεις στα στοιχεία που προβλέπει η παράγραφος 1 εντός τριών μηνών από τη διενέργεια της τροποποίησης. Επίσης, κοινοποιούν στην Επιτροπή λεπτομέρειες σχετικά με τυχόν ουσιαστικές αλλαγές στις μεθόδους συλλογής που εφαρμόζουν.
Άρθρο 7
Μεταβατική περίοδος
Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11, παράγραφος 2, μπορεί να χορηγείται στα κράτη μέλη μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η οποία δεν πρέπει να διαρκεί περισσότερο από τρία έτη από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του.
Άρθρο 8
Παρεκκλίσεις
1. Όταν η προσθήκη συγκεκριμένου αλιευτικού τομέα κράτους μέλους στις στατιστικές δημιουργεί στις εθνικές αρχές δυσκολίες δυσανάλογες προς τη σημασία του τομέα αυτού, μπορεί να επιτραπεί παρέκκλιση με τη διαδικασία του άρθρου 11, παράγραφος 2, βάσει της οποίας το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να μην υποβάλει εθνικά στατιστικά στοιχεία για τον τομέα αυτόν.
2. Όταν κράτος μέλος ζητεί παρέκκλιση κατά την παράγραφο 1, υποβάλλει στην Επιτροπή, εις επίρρωση του αιτήματός του, έκθεση σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στις συνολικές εκφορτώσεις στην επικράτειά του.
Άρθρο 9
Ενημέρωση των Παραρτημάτων
Τα μέτρα τεχνικής προσαρμογής των Παραρτημάτων θεσπίζονται με τη διαδικασία κανονιστικής επιτροπής του άρθρου 11, παράγραφος 3.
Άρθρο 10
Αξιολόγηση
Μέχρι τις 19 Ιανουαρίου 2010, και στη συνέχεια κάθε τρία χρόνια, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης σχετικά με τα στατιστικά δεδομένα που συγκεντρώνονται κατ' εφαρμογήν του παρόντος κανονισμού και ιδίως ως προς τη χρησιμότητα και την ποιότητά τους. Η έκθεση προβαίνει επίσης σε ανάλυση κόστους-οφέλους του συστήματος συλλογής και επεξεργασίας των στατιστικών στοιχείων και υποδεικνύει τις βέλτιστες πρακτικές για τη μείωση του φόρτου εργασίας για τα κράτη μέλη και την αύξηση της χρησιμότητας και της ποιότητας των στοιχείων αυτών.
Άρθρο 11
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή.
2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.
Η προθεσμία του άρθρου 4, παράγραφος 3, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.
3. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5α, παράγραφοι 1 έως 4, και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.
Άρθρο 12
Κατάργηση
Καταργείται ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1382/91.
Άρθρο 13
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 18 Δεκεμβρίου 2006
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
J. BORREL FONTELLES
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
J.-E. ENESTAM
(1) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιουνίου 2006 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2006 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα).
(2) ΕΕ L 133, 28.5.1991, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284, 31.10.2003, σ. 1).
(3) ΕΕ L 52, 22.2.1997, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003.
(4) ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200, 22.7.2006, σ. 11).
(5) ΕΕ L 253, 11.10.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 402/2006 (ΕΕ L 70, 9.3.2006, σ. 35).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΜΟΡΦΉ ΤΩΝ ΥΠΟΒΑΛΛΟΜΈΝΩΝ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΏΝ ΔΕΔΟΜΈΝΩΝ
Μορφότυπος του αρχείου στατιστικών δεδομένων
Τα στατιστικά δεδομένα πρέπει να υποβάλλονται σε αρχείο, κάθε εγγραφή του οποίου περιλαμβάνει τα κατωτέρω πεδία. Τα εν λόγω πεδία πρέπει να χωρίζονται με κόμμα («,»).
Πεδίο |
Σημείωση |
Παράρτημα |
Έτος αναφοράς |
4 ψηφία (π.χ. 2003) |
|
Δηλούσα χώρα |
Κωδικός αποτελούμενος από 3 γράμματα (Alpha-3) |
Παράρτημα II |
Είδος ή ομάδα ειδών |
Διεθνής κωδικός Alpha-3 (1) |
– |
Κράτος σημαίας |
Κωδικός Alpha-3 |
Παράρτημα II |
Παρουσίαση |
|
Παράρτημα III |
Προβλεπόμενη χρήση |
|
Παράρτημα IV |
Ποσότητα |
Τόνοι που εκφορτώθηκαν (με ακρίβεια ενός δεκαδικού ψηφίου) |
|
Μοναδιαία αξία |
Εθνικό νόμισμα ανά τόνο |
|
Ποσότητες μικρότερες των 50 kg εκφορτωμένου βάρους καταγράφονται ως «0,0».
(1) Ο πλήρης κατάλογος των διεθνών κωδικών τριών γραμμάτων (alpha-3) για τα είδη των ψαριών βρίσκεται στο ηλεκτρονικό αρχείο ASFIS του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) του ΟΗΕ: (http://www.fao.org/fi/statist/fisoft/asfis/asfis.asp)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΚΩΔΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ
Χώρα |
Κωδικός |
Βέλγιο |
BEL |
Τσεχική Δημοκρατία |
CZE |
Δανία |
DNK |
Γερμανία |
DEU |
Εσθονία |
EST |
Ελλάς |
GRC |
Ισπανία |
ESP |
Γαλλία |
FRA |
Ιρλανδία |
IRL |
Ιταλία |
ITA |
Κύπρος |
CYP |
Λεττονία |
LVA |
Λιθουανία |
LTU |
Λουξεμβούργο |
LUX |
Ουγγαρία |
HUN |
Μάλτα |
MLT |
Κάτω Χώρες |
NLD |
Αυστρία |
AUT |
Πολωνία |
POL |
Πορτογαλία |
PRT |
Σλοβενία |
SVN |
Σλοβακική Δημοκρατία |
SVK |
Φινλανδία |
FIN |
Σουηδία |
SWE |
Ηνωμένο Βασίλειο |
GBR |
Ισλανδία |
ISL |
Νορβηγία |
NOR |
άλλες |
OTH |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΚΩΔΙΚΩΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ
Μέρος A
Κατάλογος
Παρουσίαση |
Κωδικός |
Νωπά (αδιευκρίνιστα) |
10 |
Νωπά (ολόκληρα) |
11 |
Νωπά (χωρίς εντόσθια) |
12 |
Νωπά (ουρές) |
13 |
Νωπά (φιλέτα) |
14 |
Νωπά (χωρίς εντόσθια και κεφάλι) |
16 |
Νωπά (ζωντανά) |
18 |
Νωπά (άλλα) |
19 |
Κατεψυγμένα (αδιευκρίνιστα) |
20 |
Κατεψυγμένα (ολόκληρα) |
21 |
Κατεψυγμένα (χωρίς εντόσθια) |
22 |
Κατεψυγμένα (ουρές) |
23 |
Κατεψυγμένα (φιλέτα) |
24 |
Κατεψυγμένα (όχι σε φιλέτα) |
25 |
Κατεψυγμένα (χωρίς εντόσθια και κεφάλι) |
26 |
Κατεψυγμένα (καθαρισμένα) |
27 |
Κατεψυγμένα (μη καθαρισμένα) |
28 |
Κατεψυγμένα (άλλα) |
29 |
Αλατισμένα (αδιευκρίνιστα) |
30 |
Αλατισμένα (ολόκληρα) |
31 |
Αλατισμένα (χωρίς εντόσθια) |
32 |
Αλατισμένα (φιλέτα) |
34 |
Αλατισμένα (χωρίς εντόσθια και κεφάλι) |
36 |
Αλατισμένα (άλλα) |
39 |
Καπνιστά |
40 |
Ψημένα |
50 |
Ψημένα (κατεψυγμένα και συσκευασμένα) |
60 |
Αποξηραμένα (αδιευκρίνιστα) |
70 |
Αποξηραμένα (ολόκληρα) |
71 |
Αποξηραμένα (χωρίς εντόσθια) |
72 |
Αποξηραμένα (φιλέτα) |
74 |
Αποξηραμένα (χωρίς εντόσθια και κεφάλι) |
76 |
Αποξηραμένα (χωρίς δέρμα) |
77 |
Αποξηραμένα (άλλα) |
79 |
Ολόκληρα (αδιευκρίνιστα) |
91 |
Δαγκάνες |
80 |
Αυγά |
85 |
Άγνωστη παρουσίαση |
99 |
Μέρος B
Παρατηρήσεις
1. |
Φιλέτα: Ως φιλέτα νοούνται οι λωρίδες σάρκας που κόβονται παράλληλα προς τη σπονδυλική στήλη του ψαριού και αποτελούνται από τη δεξιά ή αριστερή πλευρά του ψαριού, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν αφαιρεθεί το κεφάλι, τα εντόσθια, τα πτερύγια (νωτιαία, εδρικά, ουραία, κοιλιακά, θωρακικά) και τα κόκκαλα (σπόνδυλοι ή μακρά σπονδυλική στήλη, κοιλιακά ή πλευρικά, βραγχιακά ή ακουστικά οστάρια κ.λπ.), και ότι δεν συνδέονται οι δύο πλευρές, για παράδειγμα, από την πλάτη ή το στομάχι. |
2. |
Ολόκληρο ψάρι: Ως ολόκληρο νοείται το ψάρι με τα εντόσθιά του. |
3. |
Καθαρισμένα: Ως καθαρισμένα νοούνται τα καλαμάρια από τα οποία έχουν αφαιρεθεί τα πλοκάμια, το κεφάλι και τα εντόσθια. |
4. |
Κατεψυγμένο ψάρι: Ως κατεψυγμένο νοείται το ψάρι το οποίο καταψύχεται κατά τρόπο που να διατηρούνται τα φυσικά του χαρακτηριστικά, σε μέση θερμοκρασία -18 °C ή χαμηλότερη, και το οποίο στη συνέχεια διατηρείται σε θερμοκρασία -18 °C ή χαμηλότερη. |
5. |
Νωπό ψάρι: Ως νωπό νοείται το ψάρι που δεν έχει κονσερβοποιηθεί, παστωθεί ή καταψυχθεί και το οποίο δεν έχει υποβληθεί σε άλλη επεξεργασία εκτός από τη διατήρηση με απλή ψύξη. Συνήθως παρουσιάζεται ολόκληρο ή χωρίς εντόσθια. |
6. |
Αλατισμένο ψάρι: Ως αλατισμένο νοείται το ψάρι που διατηρείται σε αλάτι ή σε άλμη, συνήθως μετά την αφαίρεση των εντοσθίων και του κεφαλιού. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΚΩΔΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΛΙΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
Μέρος A
Κατάλογος
Προορισμός |
Κωδικός |
Υποβολή |
Κατανάλωση από τον άνθρωπο |
1 |
Υποχρεωτική |
Βιομηχανικές χρήσεις |
2 |
Υποχρεωτική |
Έχει αποσυρθεί από την αγορά |
3 |
Εθελοντική |
Δολώματα |
4 |
Εθελοντική |
Ζωοτροφές |
5 |
Εθελοντική |
Απορρίμματα |
6 |
Εθελοντική |
Άγνωστη προβλεπόμενη χρήση |
9 |
Εθελοντική |
Μέρος B
Παρατηρήσεις
1. |
Κατανάλωση από τον άνθρωπο: περιλαμβάνονται όλα τα αλιευτικά προϊόντα, τα οποία πωλούνται εξ αρχής για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή εκφορτώνονται προοριζόμενα βάσει συμβάσεως ή άλλης συμφωνίας για κατανάλωση από αυτόν. Εξαιρούνται οι ποσότητες που, αν και προοριζόμενες για κατανάλωση από τον άνθρωπο, κατά την πρώτη πώληση αποσύρονται από την αγορά ειδών διατροφής για τον άνθρωπο λόγω συνθηκών της εν λόγω αγοράς, υγειονομικών κανόνων ή άλλων ανάλογων αιτίων. |
2. |
Βιομηχανικές χρήσεις: στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται όλα τα αλιευτικά προϊόντα που εκφορτώνονται ειδικά για να μετατραπούν σε άλευρα και έλαια με σκοπό την κατανάλωσή τους από τα ζώα, καθώς και οι ποσότητες οι οποίες, παρόλο που αρχικά προορίζονταν για ανθρώπινη διατροφή, δεν πωλήθηκαν εξ αρχής για τον σκοπό αυτό. |
3. |
Έχει αποσυρθεί από την αγορά: περιλαμβάνονται οι ποσότητες που αρχικά προορίζονταν για κατανάλωση από τον άνθρωπο, κατά τη στιγμή όμως της πρώτης πώλησης, αποσύρονται από την αγορά λόγω των συνθηκών της αγοράς ή λόγω υγειονομικών κανονισμών ή για παρόμοιους λόγους. |
4. |
Δολώματα: περιλαμβάνονται οι ποσότητες νωπών ψαριών που προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν ως δολώματα σε άλλες αλιευτικές δραστηριότητες. Παράδειγμα αποτελεί το δόλωμα που χρησιμοποιείται για το ψάρεμα του τόνου και την αλιεία με παραγάδι. |
5. |
Ζωοτροφές: περιλαμβάνονται οι ποσότητες νωπών ψαριών που προορίζονται για άμεση διατροφή των ζώων. Αποκλείονται οι ποσότητες που προορίζονται για τη μεταποίηση ιχθυαλεύρων και ελαίου. |
6. |
Απορρίμματα: περιλαμβάνονται ψάρια ή τμήματά τους, τα οποία λόγω της κατάστασής τους καταστρέφονται πριν από την εκφόρτωση. |
7. |
Άγνωστη προβλεπόμενη χρήση: περιλαμβάνονται οι ποσότητες ψαριών που δεν μπορούν να κατανεμηθούν σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω κατηγορίες. |
30.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 403/9 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) ΑΡΙΘ. 1922/2006 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ
της 20ής Δεκεμβρίου 2006
περί ιδρύσεως Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη:
τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 13, παράγραφος 2, και το άρθρο 141, παράγραφος 3,
την πρόταση της Επιτροπής,
τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) |
Η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα άρθρα 21 και 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύουν κάθε διάκριση λόγω φύλου και ορίζουν ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών πρέπει να εξασφαλίζεται σε όλους τους τομείς. |
(2) |
Το άρθρο 2 της Συνθήκης ορίζει ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών συνιστά ένα από τα ουσιαστικά καθήκοντα της Κοινότητας. Ομοίως, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Συνθήκης απαιτεί από την Κοινότητα να επιδιώξει να εξαλειφθούν οι ανισότητες και να προαχθεί ενεργά η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλες τις δραστηριότητές της διασφαλίζοντας έτσι την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές. |
(3) |
Το άρθρο 13 της Συνθήκης παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία να αναλαμβάνει κατάλληλη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων, μεταξύ άλλων, λόγω φύλου σε όλους τους τομείς κοινοτικής αρμοδιότητας. |
(4) |
Η αρχή των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης θεσπίζεται στο άρθρο 141 της Συνθήκης και ήδη εφαρμόζεται σύνολο νομοθετικών διατάξεων για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της ίσης αμοιβής. |
(5) |
Στην πρώτη ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, που υποβλήθηκε στο εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2004, διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημαντικού χάσματος μεταξύ των φύλων στους περισσότερους τομείς πολιτικής· διαπιστώθηκε επίσης ότι η ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών συνιστά πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί με σφαιρικό συνδυασμό μέτρων πολιτικής, και ότι απαιτούνται εντονότερες προσπάθειες για να επιτευχθούν οι στόχοι της στρατηγικής της Λισσαβώνας. |
(6) |
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας, που διεξήχθη στις 7-9 Δεκεμβρίου 2000, ζήτησε να «αναπτυχθεί η γνώση, η κοινή χρησιμοποίηση πόρων και η ανταλλαγή εμπειριών, ιδίως με τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για τα ζητήματα των φύλων». |
(7) |
Η μελέτη σκοπιμότητας (3) που εκπονήθηκε για την Επιτροπή συμπεραίνει ότι ενδείκνυται η δημιουργία Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων, το οποίο θα εκτελεί ορισμένα από τα καθήκοντα με τα οποία δεν ασχολούνται σήμερα τα υφιστάμενα όργανα, ιδίως στους τομείς του συντονισμού, της συγκέντρωσης και της διάδοσης ερευνητικών δεδομένων και πληροφοριών, της δημιουργίας δικτύων, της μεγαλύτερης προβολής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, με έμφαση στην προοπτική της διάστασης των φύλων καθώς και της ανάπτυξης εργαλείων για την αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση της ισότητας των φύλων σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές. |
(8) |
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμα που εξέδωσε στις 10 Μαρτίου 2004 για τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την ισότητα των φύλων (4), κάλεσε την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για την ίδρυση ενός Ινστιτούτου. |
(9) |
Το Συμβούλιο «Απασχόληση, Κοινωνική Πολιτική, Υγεία και Καταναλωτές» της 1-2 Ιουνίου 2004 και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17-18 Ιουνίου 2004 υποστήριξαν τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση. |
(10) |
Η συλλογή, η ανάλυση και η διάδοση αντικειμενικών, αξιόπιστων και συγκρίσιμων πληροφοριών και δεδομένων σχετικά με την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, η ανάπτυξη κατάλληλων εργαλείων για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης λόγω φύλου και για την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων σε όλους τους τομείς πολιτικής, η προώθηση του διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερομένων παραγόντων και η αύξηση της ευαισθητοποίησης των πολιτών της ΕΕ είναι απαραίτητα προκειμένου η Κοινότητα να μπορέσει όντως να προαγάγει και να υλοποιήσει την πολιτική για την ισότητα των φύλων, ιδίως στο πλαίσιο της διευρυμένης Ένωσης. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να ιδρυθεί Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων, το οποίο θα επικουρεί τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη στην εκτέλεση αυτών των καθηκόντων. |
(11) |
Η ισότητα των φύλων δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με πολιτική για την άρση των διακρίσεων, αλλά απαιτεί μέτρα για την αρμονική συνύπαρξη και την προώθηση της ισόρροπης συμμετοχής των ανδρών και γυναικών στην κοινωνία· το Ινστιτούτο θα πρέπει να συμβάλει στην επίτευξη αυτού του στόχου. |
(12) |
Δεδομένου ότι είναι πολύ σημαντικό να εξαλειφθούν τα σχετικά με το φύλο στερεότυπα σε όλους τους τομείς ζωής της ευρωπαϊκής κοινωνίας, και να προβάλλονται θετικά παραδείγματα τα οποία μπορούν να ακολουθήσουν γυναίκες και άνδρες, θα πρέπει να συμπεριληφθεί δράση, για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, στα καθήκοντα του Ινστιτούτου. |
(13) |
Η συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και με τις σχετικές στατιστικές υπηρεσίες, ιδίως με την Eurostat, είναι βασική για την προώθηση της συλλογής συγκρίσιμων και αξιόπιστων δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεδομένου ότι οι πληροφορίες για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αφορούν όλα τα επίπεδα εντός της Κοινότητας, τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και κοινοτικό, θα ήταν χρήσιμο οι πληροφορίες αυτές να τίθενται στη διάθεση των αρχών των κρατών μελών προκειμένου να τις βοηθούν να εκπονούν πολιτικές και μέτρα σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, στους τομείς της αρμοδιότητάς τους. |
(14) |
Το Ινστιτούτο θα πρέπει να συνεργάζεται όσο το δυνατόν στενότερα με όλα τα κοινοτικά προγράμματα και τους κοινοτικούς φορείς ώστε να αποφεύγεται η επικάλυψη και να διασφαλίζεται βέλτιστη αξιοποίηση των πόρων, ιδίως όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (5), τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (6), το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (7) και τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (8). |
(15) |
Το Ινστιτούτο θα πρέπει να αναπτύσσει συνεργασία και διάλογο με μη κυβερνητικές οργανώσεις και οργανώσεις για ίσες ευκαιρίες, ερευνητικά κέντρα, κοινωνικούς εταίρους και άλλους συναφείς φορείς που επιδιώκουν την επίτευξη της ισότητας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και σε τρίτες χώρες. Για λόγους αποτελεσματικότητας, είναι σκόπιμο το Ινστιτούτο να δημιουργήσει και να συντονίζει ηλεκτρονικό Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Ισότητα των Φύλων με αυτούς τους φορείς και εμπειρογνώμονες στα κράτη μέλη. |
(16) |
Για να εξασφαλισθεί η αναγκαία ισορροπία μεταξύ κρατών μελών και η αδιάλειπτη διαδοχή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, οι αντιπρόσωποι του Συμβουλίου διορίζονται για κάθε θητεία σύμφωνα με τη σειρά εναλλαγής των Προεδριών του Συμβουλίου, αρχής γενομένης από το 2007. |
(17) |
Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Συνθήκης, κρίνεται σκόπιμο να ενισχυθεί η ισόρροπη συμμετοχή ανδρών και γυναικών στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου. |
(18) |
Το Ινστιτούτο θα πρέπει να έχει τη μεγίστη δυνατή ανεξαρτησία στην εκτέλεση των καθηκόντων του. |
(19) |
Το Ινστιτούτο θα πρέπει να εφαρμόζει την οικεία κοινοτική νομοθεσία περί προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 (9), και προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 (10). |
(20) |
Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11), εφαρμόζεται στο Ινστιτούτο. |
(21) |
Όσον αφορά τη συμβατική ευθύνη του Ινστιτούτου, που διέπεται από το δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτει το Ινστιτούτο, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι αρμόδιο να εκδίδει αποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας, η οποία περιέχεται στη σύμβαση και να είναι αρμόδιο για διαφορές για την αποκατάσταση τυχόν ζημιών που προκύπτουν από την εξωσυμβατική ευθύνη του Ινστιτούτου. |
(22) |
Θα πρέπει να διενεργηθεί ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση του αντίκτυπου του Ινστιτούτου, της σκοπιμότητας μιας ενδεχόμενης τροποποίησης ή επέκτασης των καθηκόντων του και του καταλλήλου χρόνου για περαιτέρω τέτοιες αναθεωρήσεις. |
(23) |
Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η συμβολή και η ενίσχυση της προώθησης της ισότητας των φύλων, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσης της διάστασης της ισότητας σε όλες τις κοινοτικές και στις συνακόλουθες εθνικές πολιτικές, η καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω του φύλου και η προώθηση της συνειδητοποίησης του πολίτη της Ένωσης του θέματος της ισότητας των φύλων, με την παροχή τεχνικής βοήθειας στα κοινοτικά όργανα και στις αρχές των κρατών μελών, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και, συνεπώς, λόγω της κλίμακας της δράσης, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών. |
(24) |
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης επιτρέπει την έκδοση κοινοτικών μέτρων που υποστηρίζουν και προωθούν τον στόχο της καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω φύλου εκτός του τομέα της απασχόλησης. Το άρθρο 141, παράγραφος 3, της Συνθήκης είναι η ειδική νομική βάση για μέτρα που εξασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός του άρθρου 13, παράγραφος 2, και του άρθρου 141, παράγραφος 3, συνιστά την κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση του παρόντος κανονισμού, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Ίδρυση του Ινστιτούτου
Ιδρύεται Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (εφεξής επονομαζόμενο «Ινστιτούτο»).
Άρθρο 2
Στόχοι
Οι γενικοί στόχοι του Ινστιτούτου είναι η συμβολή και η ενίσχυση της προώθησης της ισότητας των φύλων, ενσωματώνοντας, μεταξύ άλλων, τη διάσταση της ισότητας των φύλων σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές και τις συνακόλουθες εθνικές πολιτικές, καθώς και η καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, και η προώθηση της συνειδητοποίηση του θέματος της ισότητας των φύλων από τον πολίτη της ΕΕ, με την παροχή τεχνικής βοηθείας στα κοινοτικά όργανα, ιδίως στην Επιτροπή, και στις αρχές των κρατών μελών, όπως ορίζεται στο άρθρο 3.
Άρθρο 3
Καθήκοντα
1. Για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 2, το Ινστιτούτο:
α) |
συλλέγει, αναλύει και διαδίδει συναφείς αντικειμενικές, συγκρίσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες για την ισότητα των φύλων, συμπεριλαμβανομένων αποτελεσμάτων ερευνών και βέλτιστης πρακτικής που του διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη, τα κοινοτικά όργανα, τα ερευνητικά κέντρα, τους εθνικούς φορείς ισότητας, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, τους κοινωνικούς εταίρους, τις τρίτες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς, και επίσης προτείνει τομείς για περαιτέρω έρευνα· |
β) |
αναπτύσσει μεθόδους για τη βελτίωση της αντικειμενικότητας,της συγκρισιμότητας, και της αξιοπιστίας των δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με την καθιέρωση κριτηρίων που βελτιώνουν τη συνοχή των πληροφοριών και συνυπολογίζουν τα θέματα φύλου κατά τη συλλογή των δεδομένων· |
γ) |
αναπτύσσει, αναλύει, αξιολογεί και διαδίδει μεθοδολογικά εργαλεία που υποβοηθούν την ενσωμάτωση της ισότητας των φύλων σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές και τις συνακόλουθες εθνικές πολιτικές και στηρίζει την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων σε όλα τα κοινοτικά όργανα και οργανισμούς· |
δ) |
ερευνά την κατάσταση στην Ευρώπη όσον αφορά την ισότητα των φύλων· |
ε) |
ιδρύει και συντονίζει Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Ισότητα των Φύλων, στο οποίο συμμετέχουν κέντρα, φορείς, οργανισμοί και εμπειρογνώμονες που ασχολούνται με την ισότητα των φύλων και την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας, προκειμένου να ενισχυθεί και να ενθαρρυνθεί η έρευνα, να βελτιστοποιηθεί η αξιοποίηση των διαθεσίμων πόρων και να ενισχυθεί η ανταλλαγή και η διάδοση πληροφοριών· |
στ) |
διοργανώνει ad hoc συναντήσεις εμπειρογνωμόνων προς υποστήριξη του ερευνητικού έργου του Ινστιτούτου, ενθαρρύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ερευνητών και προωθεί τη συμπερίληψη της προοπτικής της ισότητας στις έρευνές τους· |
ζ) |
οργανώνει, με σκοπό να αυξηθεί η συνειδητοποίηση του πολίτη της ΕΕ όσον αφορά την ισότητα των φύλων, και από κοινού με ενδιαφερομένους παράγοντες, διασκέψεις, εκστρατείες και συναντήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο και διαβιβάζει στην Επιτροπή τα αποτελέσματα και συμπεράσματα αυτών· |
η) |
παρέχει ενημέρωση σχετικά με θετικά παραδείγματα μη στερεότυπων ρόλων γυναικών και ανδρών σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, παρουσιάζει τα ευρήματά του και πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στη δημοσιοποίηση και αξιοποίηση τέτοιων επιτευγμάτων· |
θ) |
προωθεί τον διάλογο και τη συνεργασία με μη κυβερνητικούς οργανισμούς και οργανώσεις για τις ίσες ευκαιρίες, πανεπιστήμια και εμπειρογνώμονες, ερευνητικά κέντρα, κοινωνικούς εταίρους και συναφείς οργανισμούς που επιδιώκουν την επίτευξη της ισότητας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο· |
ι) |
καταρτίζει πηγές τεκμηρίωσης προσιτές στο κοινό· |
ια) |
παρέχει ενημέρωση σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων σε δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς· και |
ιβ) |
παρέχει πληροφορίες στα κοινοτικά όργανα όσον αφορά την ισότητα των φύλων και την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων στις υπό προσχώρηση και τις υποψήφιες χώρες. |
2. Το Ινστιτούτο δημοσιεύει ετήσια έκθεση πεπραγμένων.
Άρθρο 4
Τομείς δραστηριότητας και μέθοδοι εργασίας
1. Το Ινστιτούτο εκτελεί τα καθήκοντά του εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και υπό το πρίσμα των στόχων που εγκρίνονται και των τομέων προτεραιότητας που καθορίζονται στο ετήσιο πρόγραμμά του, έχοντας δεόντως υπόψη τους διαθέσιμους δημοσιονομικούς πόρους.
2. Το πρόγραμμα εργασίας του Ινστιτούτου ευθυγραμμίζεται με τις προτεραιότητες της Κοινότητας στον τομέα της ισότητας των φύλων και με το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου του στατιστικού και ερευνητικού έργου της.
3. Το Ινστιτούτο, κατά την υλοποίηση των δραστηριοτήτων του, προκειμένου να αποφύγει την επικάλυψη και να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή χρήση των πόρων, λαμβάνει υπόψη τις υπάρχουσες πληροφορίες, ανεξαρτήτως πηγής, και ιδίως τις δραστηριότητες που έχουν ήδη διεξαχθεί από τα κοινοτικά όργανα και από άλλους οργανισμούς, φορείς και αρμόδιες εθνικές και διεθνείς οργανώσεις, και συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της Eurostat. Το Ινστιτούτο εξασφαλίζει τον κατάλληλο συντονισμό με όλους τους σχετικούς κοινοτικούς οργανισμούς και φορείς της Ένωσης οι οποίοι θα καθορισθούν σε μνημόνιο συμφωνίας, οσάκις ενδείκνυται.
4. Το Ινστιτούτο διασφαλίζει ότι οι διαδιδόμενες πληροφορίες είναι κατανοητές από τους τελικούς χρήστες τους.
5. Το Ινστιτούτο δύναται να συνάπτει συμβατικές σχέσεις, ιδίως συμφωνίες υπεργολαβίας, με άλλους οργανισμούς, για την εκτέλεση των καθηκόντων που ενδεχομένως τους αναθέτει.
Άρθρο 5
Νομική προσωπικότητα και δικαιοπρακτική ικανότητα
Το Ινστιτούτο έχει νομική προσωπικότητα. Απολαύει, σε κάθε κράτος μέλος, της ευρύτερης δικαιοπρακτικής ικανότητας που αναγνωρίζεται στα νομικά πρόσωπα δυνάμει της νομοθεσίας τους. Ιδίως, δύναται να αποκτά ή να διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.
Άρθρο 6
Ανεξαρτησία του Ινστιτούτου
Το Ινστιτούτο εκτελεί τις δραστηριότητές του με ανεξαρτησία και με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.
Άρθρο 7
Πρόσβαση στα έγγραφα
1. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 εφαρμόζεται για τα έγγραφα εις χείρας του Ινστιτούτου.
2. Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 εντός έξι μηνών από την ίδρυση του Ινστιτούτου.
3. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το Ινστιτούτο δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 μπορεί να οδηγήσουν στην υποβολή καταγγελίας στο Διαμεσολαβητή ή στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό τους όρους των άρθρων 195 και 230 της Συνθήκης, αντίστοιχα.
4. Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων από το Ινστιτούτο, εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001.
Άρθρο 8
Συνεργασία με εθνικούς και ευρωπαϊκούς φορείς με διεθνείς οργανισμούς και με τρίτες χώρες
1. Το Ινστιτούτο, προς εκτέλεση των καθηκόντων του, συνεργάζεται με οργανισμούς και εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, όπως φορείς ισότητας, ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια, μη κυβερνητικές οργανώσεις, κοινωνικούς εταίρους, καθώς και με συναφείς οργανισμούς, σε ευρωπαϊκό ή διεθνές επίπεδο, και με τρίτες χώρες.
2. Εφόσον η σύναψη συμφωνιών με διεθνείς οργανισμούς ή με τρίτες χώρες κρίνεται απαραίτητη για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του Ινστιτούτου, η Κοινότητα, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 300 της Συνθήκης, συνάπτει τέτοιες συμφωνίες με τους διεθνείς οργανισμούς ή με τρίτες χώρες προς το συμφέρον του Ινστιτούτου. Η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει την ad hoc συνεργασία με αυτούς τους οργανισμούς ή με τρίτες χώρες.
Άρθρο 9
Σύνθεση του Ινστιτούτου
Το Ινστιτούτο περιλαμβάνει:
α) |
το Διοικητικό Συμβούλιο· |
β) |
το Σώμα Εμπειρογνωμόνων· |
γ) |
τον Διευθυντή/Διευθύντρια και το προσωπικό του/της. |
Άρθρο 10
Διοικητικό Συμβούλιο
1. Το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από:
α) |
δεκαοκτώ εκπροσώπους διοριζόμενους από το Συμβούλιο βάσει προτάσεως κάθε ενδιαφερόμενου κράτους μέλους· |
β) |
ένα μέλος που εκπροσωπεί την Επιτροπή και διορίζεται από αυτήν. |
2. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζονται κατά τρόπο ο οποίος διασφαλίζει τα αυστηρότερα κριτήρια επάρκειας και ευρύ, συναφές και διεπιστημονικό φάσμα εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της ισότητας των φύλων.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιδιώκουν την ισόρροπη εκπροσώπηση ανδρών και γυναικών στο Διοικητικό Συμβούλιο.
Οι αναπληρωτές, οι οποίοι εκπροσωπούν μέλος κατά την απουσία του, διορίζονται με την ίδια διαδικασία.
Ο κατάλογος των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δημοσιεύεται από το Συμβούλιο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου και σε άλλες σχετικές ιστοσελίδες.
3. Η θητεία είναι τριετής. Για κάθε θητεία, τα μέλη που διορίζει το Συμβούλιο εκπροσωπούν δεκαοκτώ κράτη μέλη με την σειρά των αλληλοδιαδόχων Προεδριών, ενώ ένα μέλος διορίζεται από κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
4. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρο και τον αντιπρόεδρό του για θητεία τριών ετών.
5. Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχεία α) ή β), ή, σε περίπτωση απουσίας του, ο αναπληρωτής του, διαθέτει μία ψήφο.
6. Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις για τη λειτουργία του Ινστιτούτου. Ιδίως:
α) |
εγκρίνει, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή και βάσει σχεδίου που καταρτίζει ο Διευθυντής, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 12, το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα εργασίας, που καλύπτει τριετή περίοδο, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό και τους διαθέσιμους πόρους. Τα προγράμματα μπορούν να επανεξετάζονται, οποτεδήποτε. Το πρώτο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται το αργότερο εννέα μήνες μετά τον διορισμό του Διευθυντή· |
β) |
εγκρίνει την ετήσια έκθεση κατ' άρθρο 3, παράγραφος 2, συγκρίνοντας ιδίως τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί με τους στόχους του ετήσιου προγράμματος εργασίας. Η έκθεση διαβιβάζεται το αργότερο έως τις 15 Ιουνίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών και δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου· |
γ) |
ασκεί πειθαρχική εξουσία επί του Διευθυντή, τον οποίο διορίζει ή παύει δυνάμει του άρθρου 12· και |
δ) |
εγκρίνει το σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού και τον τελικό ετήσιο προϋπολογισμό του Ινστιτούτου. |
7. Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει τους εσωτερικούς κανόνες λειτουργίας του Ινστιτούτου βάσει πρότασης που καταρτίζεται από τον Διευθυντή κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή.
8. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται με την πλειοψηφία των μελών του. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6, και στο άρθρο 12, παράγραφος 1, οι αποφάσεις λαμβάνονται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
9. Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του βάσει πρότασης που καταρτίζεται από τον Διευθυντή κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή.
10. Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο τουλάχιστον άπαξ ετησίως. Ο Πρόεδρος συγκαλεί επιπλέον συνεδριάσεις ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
11. Το Ινστιτούτο διαβιβάζει ετησίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο («αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή»), κάθε πληροφορία σχετικά με την έκβαση των διαδικασιών αξιολόγησης.
12. Οι Διευθυντές του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης και του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν, κατά περίπτωση, να καλούνται να παρίστανται στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ως παρατηρητές, προκειμένου να συντονίζουν τα αντίστοιχα προγράμματα εργασιών όσον αφορά την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων.
Άρθρο 11
Σώμα Εμπειρογνωμόνων
1. Το Σώμα Εμπειρογνωμόνων απαρτίζεται από μέλη αρμοδίων φορέων ειδικευμένων σε θέματα ισότητας των φύλων, με βάση έναν αντιπρόσωπο οριζόμενο από κάθε κράτος μέλος, δύο μέλη που αντιπροσωπεύουν άλλους αρμόδιους φορείς ειδικευμένους σε θέματα ισότητας των φύλων και που ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και τρία μέλη οριζόμενα από την Επιτροπή, τα οποία αντιπροσωπεύουν τα ενδιαφερόμενα μέρη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με έναν αντιπρόσωπο για καθένα από:
α) |
σχετική μη κυβερνητική οργάνωση σε κοινοτικό επίπεδο, η οποία έχει έννομο συμφέρον να συμβάλλει στην καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου και στην προαγωγή της ισότητας των φύλων· |
β) |
ενώσεις εργοδοτών σε κοινοτικό επίπεδο· και |
γ) |
ενώσεις εργαζομένων σε κοινοτικό επίπεδο. |
Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή επιδιώκουν την επίτευξη ισόρροπης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών στο Σώμα Εμπειρογνωμόνων.
Τα μέλη μπορούν να αντικαθίστανται από αναπληρωματικά μέλη που διορίζονται ταυτόχρονα.
2. Τα μέλη του Σώματος Εμπειρογνωμόνων δεν είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.
3. Το Σώμα Εμπειρογνωμόνων επικουρεί τον Διευθυντή με σκοπό τη διασφάλιση της αριστείας και της ανεξαρτησίας των δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου.
4. Το Σώμα Εμπειρογνωμόνων συνιστά μηχανισμό για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την ισότητα των φύλων και για τη συγκέντρωση γνώσεων. Διασφαλίζει τη στενή συνεργασία μεταξύ του Ινστιτούτου και των αρμόδιων φορέων στα κράτη μέλη.
5. Το Σώμα Εμπειρογνωμόνων προεδρεύεται από τον Διευθυντή/ Διευθύντρια ή, κατά την απουσία του/ της, από τον αναπληρωτή του που προέρχεται από το Ινστιτούτο. Συνεδριάζει τακτικά, ύστερα από πρόσκληση του διευθυντή ή κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον του ενός τρίτου των μελών του, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Οι διαδικασίες λειτουργίας του καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Ινστιτούτου και δημοσιοποιούνται.
6. Στις εργασίες του Σώματος Εμπειρογνωμόνων συμμετέχουν εκπρόσωποι των υπηρεσιών της Επιτροπής.
7. Το Ινστιτούτο παρέχει την τεχνική υποστήριξη και τη διοικητική μέριμνα που είναι αναγκαίες για το Σώμα Εμπειρογνωμόνων και παρέχει γραμματειακή υποστήριξη κατά τις συνεδριάσεις του.
8. Ο διευθυντής δύναται να προσκαλεί εμπειρογνώμονες ή εκπροσώπους ενδιαφερομένων οικονομικών τομέων, ενώσεων εργοδοτών, συνδικαλιστικών φορέων, επαγγελματικών ή ερευνητικών φορέων ή μη κυβερνητικών οργανώσεων με αναγνωρισμένη εμπειρία σε συναφείς με το έργο του Ινστιτούτου τομείς με σκοπό τη συνεργασία σε ειδικά καθήκοντα και τη συμμετοχή τους στις σχετικές δραστηριότητες του Σώματος Εμπειρογνωμόνων.
Άρθρο 12
Διευθυντής
1. Το Ινστιτούτο διοικείται από Διευθυντή διοριζόμενο από το Διοικητικό Συμβούλιο βάσει καταλόγου υποψηφίων που υποβάλλει η Επιτροπή μετά από γενικό διαγωνισμό, ο οποίος ακολουθεί τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αλλού πρόσκλησης για την εκδήλωση ενδιαφέροντος. Πριν διορισθεί, ο επιλεγμένος από το Διοικητικό Συμβούλιο υποψήφιος καλείται να προβεί σε δήλωση ενώπιον της ή των αρμοδίων επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών τους.
2. Η θητεία του Διευθυντή είναι πενταετής. Προτάσει της Επιτροπής και ύστερα από αξιολόγηση, η θητεία αυτή δύναται να ανανεωθεί μια φορά για μέγιστη περίοδο 5 ετών. Κατά την αξιολόγηση, η Επιτροπή εκτιμά ιδίως τα εξής:
α) |
τα αποτελέσματα της πρώτης θητείας και το πώς επετεύχθησαν· |
β) |
τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις του Ινστιτούτου κατά τα προσεχή έτη. |
3. Ο Διευθυντής είναι αρμόδιος, υπό την εποπτεία του Διοικητικού Συμβουλίου, για:
α) |
την εκτέλεση των καθηκόντων κατ' άρθρο 3· |
β) |
την κατάρτιση και την εφαρμογή του ετήσιου και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου· |
γ) |
την προετοιμασία των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και του Σώματος Εμπειρογνωμόνων· |
δ) |
τη σύνταξη και τη δημοσίευση της ετήσιας έκθεσης κατ' άρθρο 3, παράγραφος 2· |
ε) |
όλα τα συναφή με το προσωπικό ζητήματα και, ιδίως, την άσκηση των εξουσιών κατ' άρθρο 13, παράγραφος 3· |
στ) |
καθημερινά διοικητικά ζητήματα, και |
ζ) |
την εφαρμογή αποτελεσματικών διαδικασιών παρακολούθησης και αξιολόγησης όσον αφορά την επίδοση του Ινστιτούτου ως προς τους στόχους του, σύμφωνα με επαγγελματικώς εγκεκριμένα πρότυπα. Ο Διευθυντής υποβάλλει ετησίως εκθέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα του συστήματος παρακολούθησης. |
4. Ο Διευθυντής/Διευθύντρια είναι υπόλογος έναντι του Διοικητικού Συμβουλίου για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων του και συμμετέχει στις συνεδριάσεις του χωρίς δικαίωμα ψήφου. Μπορεί επίσης να κληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για ακρόαση προκειμένου να αναφέρει για κάθε σημαντικό ζήτημα σε σχέση με τις δραστηριότητες του Ινστιτούτου.
5. Ο Διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του Ινστιτούτου.
Άρθρο 13
Προσωπικό
1. Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων αυτών, που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 259/68 (12) και οι κανόνες που θεσπίσθηκαν με κοινή συμφωνία των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εφαρμογή τους εφαρμόζονται έναντι του προσωπικού του Ινστιτούτου.
2. Το Διοικητικό Συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα απαραίτητα μέτρα εφαρμογής, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να θεσπίζει διατάξεις οι οποίες θα επιτρέπουν σε εθνικούς εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη να απασχολούνται με απόσπαση στο Ινστιτούτο.
3. Το Ινστιτούτο ασκεί επί του προσωπικού του τις εξουσίες που ανατίθενται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Άρθρο 14
Κατάρτιση του προϋπολογισμού
1. Καταρτίζονται προβλέψεις για όλα τα έσοδα και τις δαπάνες του Ινστιτούτου και για κάθε οικονομικό έτος, που αντιστοιχεί με το ημερολογιακό έτος, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Ινστιτούτου.
2. Ο προϋπολογισμός του Ινστιτούτου είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.
3. Τα έσοδα του Ινστιτούτου περιλαμβάνουν, υπό την επιφύλαξη άλλων πόρων, τα εξής:
α) |
επιχορήγηση από την Κοινότητα, που εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα Επιτροπής)· |
β) |
τις εισπράξεις του έναντι παρεχόμενων υπηρεσιών· |
γ) |
τις τυχόν οικονομικές συνεισφορές των οργανισμών ή των τρίτων χωρών που αναφέρονται στο άρθρο 8· και |
δ) |
τυχόν εθελοντικές εισφορές από τα κράτη μέλη. |
4. Οι δαπάνες του Ινστιτούτου περιλαμβάνουν τις αποδοχές του προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες και τις δαπάνες υποδομής, καθώς και τα έξοδα λειτουργίας.
5. Κάθε έτος, το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει σχεδίου που καταρτίζεται από τον Διευθυντή, συντάσσει κατάσταση των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών του Ινστιτούτου για το επόμενο οικονομικό έτος. Η εν λόγω κατάσταση προβλέψεων, που συμπεριλαμβάνει σχέδιο του πίνακα προσωπικού, διαβιβάζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο στην Επιτροπή έως τις 31 Μαρτίου το αργότερο.
6. Η κατάσταση προβλέψεων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή μαζί με το προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
7. Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες όσον αφορά τον πίνακα προσωπικού και το ύψος της επιδότησης από τον γενικό προϋπολογισμό, και το καταθέτει στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το άρθρο 272 της Συνθήκης.
8. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την επιδότηση του Ινστιτούτου και θεσπίζει τον πίνακα προσωπικού του Ινστιτούτου.
9. Ο προϋπολογισμός του Ινστιτούτου εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν χρειασθεί, προσαρμόζεται αναλόγως.
10. Το Διοικητικό Συμβούλιο κοινοποιεί, το συντομότερο δυνατόν, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, την πρόθεσή του να υλοποιήσει κάθε σχέδιο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως σχέδια περί ακινήτων, όπως η μίσθωση ή η αγορά κτιρίων. Το Διοικητικό Συμβούλιο ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.
Αν ένα σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής κοινοποιήσει ότι προτίθεται να διατυπώσει γνώμη, διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στο Διοικητικό Συμβούλιο εντός έξη εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχεδίου.
Άρθρο 15
Εκτέλεση του προϋπολογισμού
1. Ο Διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό του Ινστιτούτου.
2. Ο υπόλογος του Ινστιτούτου γνωστοποιεί στον υπόλογο της Επιτροπής, το αργότερο την 1η Μαρτίου μετά από κάθε οικονομικό έτος, τους προσωρινούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από την έκθεση για τη δημοσιονομική και την οικονομική διαχείριση του εν λόγω οικονομικού έτους. Ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς των οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών, σύμφωνα με το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002.
3. Το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου μετά από κάθε οικονομικό έτος, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς του Ινστιτούτου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, συνοδευόμενους από την έκθεση της παραγράφου 2. Η έκθεση διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
4. Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς του Ινστιτούτου, βάσει του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, ο Διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς του Ινστιτούτου ιδία ευθύνη και τους διαβιβάζει προς γνωμοδότηση στο Διοικητικό Συμβούλιο.
5. Το Διοικητικό Συμβούλιο διατυπώνει γνώμη για τους οριστικούς λογαριασμούς του Ινστιτούτου.
6. Ο Διευθυντής διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου, το αργότερο την 1η Ιουλίου μετά από κάθε οικονομικό έτος.
7. Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.
8. Ο Διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου. Αποστέλλει επίσης την απάντηση αυτή στο Διοικητικό Συμβούλιο.
9. Ο Διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατ' αίτησή του, κάθε πληροφορία που απαιτείται για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος, όπως προβλέπεται από το άρθρο 146, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002.
10. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που ενεργεί με ειδική πλειοψηφία, προβαίνει, έως τις 30 Απριλίου του έτους Ν + 2, στην απαλλαγή του Διευθυντή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους N.
11. Οι δημοσιονομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στο Ινστιτούτο θεσπίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι διατάξεις αυτές δεν δύνανται να αποκλίνουν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002, εκτός εάν τούτο απαιτείται ρητά για τη λειτουργία του Ινστιτούτου και με την προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής.
Άρθρο 16
Γλώσσες
1. Οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1 της 15ης Απριλίου 1958 περί του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (13), εφαρμόζονται στο Ινστιτούτο.
2. Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του Ινστιτούτου εξασφαλίζονται, κατ' αρχήν, από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2965/94 (14).
Άρθρο 17
Προνόμια και ασυλίες
Το Πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζεται στο Ινστιτούτο.
Άρθρο 18
Ευθύνη
1. Η συμβατική ευθύνη του Ινστιτούτου διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.
Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίζει δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε κάθε σύμβαση που συνάπτει το Ινστιτούτο.
2. Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, το Ινστιτούτο αποκαθιστά, σύμφωνα με τις κοινές γενικές αρχές των δικαίων των κρατών μελών, τη ζημία που προκαλεί το ίδιο ή οι υπάλληλοί του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για διαφορές για την αποκατάσταση τυχόν ζημιών.
Άρθρο 19
Συμμετοχή τρίτων χωρών
1. Το Ινστιτούτο είναι ανοικτό στη συμμετοχή χωρών που έχουν συνάψει συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δυνάμει των οποίων έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν κοινοτική νομοθεσία στον τομέα που καλύπτει ο παρών κανονισμός.
2. Στο πλαίσιο των συναφών διατάξεων των εν λόγω συμφωνιών προβλέπονται ρυθμίσεις, οι οποίες καθορίζουν ιδίως τη φύση, την έκταση και τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες αυτές συμμετέχουν στο έργο του Ινστιτούτου, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με τη συμμετοχή στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει το Ινστιτούτο, τις χρηματοδοτικές συνεισφορές και το προσωπικό. Στα ζητήματα προσωπικού, οι εν λόγω συμφωνίες τηρούν πάντοτε τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων αυτών.
Άρθρο 20
Αξιολόγηση
1. Έως την 18η Ιανουαρίου 2010, το Ινστιτούτο ζητεί τη διενέργεια ανεξάρτητης εξωτερικής αξιολόγησης των επιτευγμάτων του βάσει συγγραφής υποχρεώσεων που εκδίδεται από το Διοικητικό Συμβούλιο σε συμφωνία με την Επιτροπή. Η αξιολόγηση αφορά τον αντίκτυπο του Ινστιτούτου στην προώθηση της ισότητας των φύλων και περιλαμβάνει ανάλυση των αποτελεσμάτων των συνεργιών. Ιδίως, εξετάζει τη σκοπιμότητα τροποποίησης ή διεύρυνσης των καθηκόντων του Ινστιτούτου, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών επιπτώσεων οιασδήποτε τέτοιας τροποποίησης ή διεύρυνσης. Αυτή η αξιολόγηση εξετάζει επίσης την επάρκεια της διαχειριστικής δομής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του Ινστιτούτου. Η αξιολόγηση συνυπολογίζει τις απόψεις των ενδιαφερομένων παραγόντων, τόσο σε κοινοτικό όσο και εθνικό επίπεδο.
2. Το Διοικητικό Συμβούλιο, με τη συμφωνία της Επιτροπής, αποφασίζει τον χρόνο διενεργείας των μελλοντικών αξιολογήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της έκθεσης αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 21
Ρήτρα επανεξέτασης
Το Διοικητικό Συμβούλιο εξετάζει τα συμπεράσματα της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 20 και υποβάλλει στην Επιτροπή τις συστάσεις που κρίνει απαραίτητες για τις μεταβολές στο Ινστιτούτο, στις εργασιακές πρακτικές του και στο πεδίο της αποστολής του. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης και τις συστάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών και τις δημοσιεύει. Μετά την εξέταση της έκθεσης αξιολόγησης και των συστάσεων, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει τις προτάσεις που κρίνει ενδεδειγμένες σε ό,τι αφορά τον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 22
Διοικητικός έλεγχος
Η λειτουργία του Ινστιτούτου τελεί υπό την εποπτεία του Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 195 της Συνθήκης.
Άρθρο 23
Έναρξη των εργασιών του Ινστιτούτου
Το Ινστιτούτο αρχίζει να λειτουργεί το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, όχι αργότερα από τις 19 Ιανουαρίου 2008.
Άρθρο 24
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 20 Δεκεμβρίου 2006
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
J. BORRELL FONTELLES
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
J. KORKEAOJA
(2) Γνώμη τoυ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2006 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2006 (ΕΕ C 295 Ε, 5.12.2006, σ. 57) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της14ης Δεκεμβρίου 2006 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Απόφαση του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2006.
(3) Μελέτη σκοπιμότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (διεξαχθείσα από το PLS Ramboll Management, DK, 2002).
(4) ΕΕ C 102 Ε, 28.4.2004, σ. 638.
(5) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1365/75 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1975, περί της δημιουργίας Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβιώσεως και Εργασίας (EE L 139, 30.5.1975, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1111/2005 (ΕΕ L 184, 15.7.2005, σ. 1).
(6) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2062/94 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1994, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (ΕΕ L 216, 20.8.1994, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1112/2005 (ΕΕ L 184, 15.7.2005, σ. 5).
(7) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 337/75 του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί δημιουργίας Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως (ΕΕ L 39, 13.2.1975, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2051/2004 (ΕΕ L 355, 1.12.2004, σ. 1).
(8) Τα κράτη μέλη που συνεδρίασαν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 2003 ζήτησαν από την Επιτροπή να εκπονήσει πρόταση για έναν Οργανισμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επεκτείνοντας τη θητεία του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας.
(9) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, 31.5.2001, σ. 43).
(10) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8, 12.1.2001, σ. 1).
(11) ΕΕ L 357, 31.12.2002, σ. 72.
(12) ΕΕ L 56, 4.3.1968, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 723/2004 (ΕΕ L 124, 27.4.2004, σ. 1).
(13) ΕΕ 17, 6.10.1958, σ. 385. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 920/2005 (ΕΕ L 156, 18.6.2005, σ. 3).
(14) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2965/94 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 1994, για τη δημιουργία Μεταφραστικού Κέντρου των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 314, 7.12.1994, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 920/2005.
30.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 403/18 |
ΟΔΗΓΊΑ 2006/126/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ
της 20ής Δεκεμβρίου 2006
για την άδεια οδήγησης (αναδιατύπωση)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη
τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 71,
την πρόταση της Επιτροπής,
τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) |
Η οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουλίου 1991 για την άδεια οδήγησης (3) έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα κατά τρόπο ουσιαστικό. Με την ευκαιρία των νέων τροποποιήσεων της εν λόγω οδηγίας, ενδείκνυται για λόγους σαφήνειας η αναδιατύπωση των σχετικών διατάξεων. |
(2) |
Οι κανόνες σχετικά με την άδεια οδήγησης αποτελούν απαραίτητο στοιχείο της κοινής πολιτικής μεταφορών, συμβάλλουν στην βελτίωση της ασφάλειας της οδικής κυκλοφορίας και διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που χορήγησε την άδεια. Λόγω της σημασίας των ατομικών μέσων μεταφοράς, η κατοχή άδειας οδήγησης που αναγνωρίζεται νόμιμα από το κράτος υποδοχής προωθεί την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στον τομέα της εναρμόνισης των κανόνων που αφορούν την άδεια οδήγησης, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ κρατών μελών στους κανόνες για την περιοδική ανανέωση των αδειών και στις υποκατηγορίες οχημάτων, οι οποίες απαιτούσαν πιο προωθημένη εναρμόνιση προκειμένου να προωθηθεί η υλοποίηση κοινοτικών πολιτικών. |
(3) |
Η δυνατότητα θέσπισης εθνικών διατάξεων σχετικά με την διάρκεια ισχύος, που προβλέπεται στην οδηγία 91/439/ΕΟΚ, έχει ως αποτέλεσμα τη συνύπαρξη διαφορετικών κανόνων στα διάφορα κράτη μέλη και την κυκλοφορία πάνω από 110 διαφορετικών υποδειγμάτων άδειας οδήγησης τα οποία ισχύουν στα κράτη μέλη. Αυτό δημιουργεί προβλήματα διαφάνειας για τους πολίτες, τις αστυνομικές δυνάμεις και τις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την διαχείριση των αδειών οδήγησης και οδηγεί στην πλαστογράφηση εγγράφων που ενίοτε χρονολογούνται από αρκετές δεκαετίες. |
(4) |
Προκειμένου να μην καταστεί η ενιαία άδεια οδήγησης ένα ακόμη πρότυπο που θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα 110 πρότυπα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν κάθε απαιτούμενο μέτρο για την έκδοση του ενιαίου αυτού προτύπου για όλους τους κάτοχους άδειας. |
(5) |
Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τα υπάρχοντα δικαιώματα οδήγησης που έχουν χορηγηθεί ή αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της. |
(6) |
Οι άδειες οδήγησης αναγνωρίζονται αμοιβαία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν τη διοικητική διάρκεια ισχύος που ορίζει η παρούσα οδηγία σε άδεια οδήγησης χωρίς περιορισμένη διοικητική ισχύ, την οποία έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος και της οποίας ο κάτοχος έχει ήδη διαμείνει στο έδαφός τους για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. |
(7) |
Η εισαγωγή διάρκειας διοικητικής ισχύος για νέες άδειες οδήγησης θα πρέπει να καθιστά δυνατή, τη στιγμή της περιοδικής ανανέωσης, την εφαρμογή των πλέον πρόσφατων μεθόδων κατά της πλαστογράφησης, καθώς και την πραγματοποίηση ιατρικών εξετάσεων ή άλλων μέτρων που προβλέπονται από τα κράτη μέλη. |
(8) |
Για λόγους οδικής ασφάλειας, θα πρέπει να καθορισθούν οι ελάχιστες απαιτήσεις για την έκδοση άδειας οδήγησης. Θα πρέπει να εναρμονισθούν οι κανόνες οι σχετικοί με τις εξετάσεις στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται οι οδηγοί. Προς τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να προσδιορισθούν οι γνώσεις, τα προσόντα και η συμπεριφορά που συνδέονται με την οδήγηση μηχανοκίνητων οχημάτων, επίσης δε να καταρτισθούν οι εξετάσεις οδήγησης με βάση τις έννοιες αυτές και να επανακαθορισθούν οι ελάχιστες απαιτήσεις σωματικής και διανοητικής ικανότητας κατά την οδήγηση των οχημάτων αυτών. |
(9) |
Η απόδειξη της πλήρους τήρησης των ελάχιστων προδιαγραφών σωματικής και διανοητικής ικανότητας κατά την οδήγηση για τους οδηγούς οχήματος που προορίζεται για μεταφορά επιβατών ή αγαθών θα πρέπει να παρέχεται κατά τη στιγμή της έκδοσης της άδειας οδήγησης και περιοδικά στη συνέχεια. Ο περιοδικός αυτός έλεγχος σύμφωνα με εθνικούς κανόνες συμμόρφωσης με ελάχιστες απαιτήσεις θα συντελέσει στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, στην αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και στο να ληφθεί περισσότερο υπόψη η ευθύνη των οδηγών αυτών των οχημάτων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν ιατρικές εξετάσεις προκειμένου να διασφαλίσουν την τήρηση ελάχιστων απαιτήσεων σωματικής και διανοητικής ικανότητας για την οδήγηση άλλων μηχανοκίνητων οχημάτων. Για λόγους διαφάνειας, οι εξετάσεις αυτές θα πρέπει να συμπίπτουν με την ανανέωση της άδειας οδήγησης και να καθορίζονται συνεπώς από την διάρκεια ισχύος της άδειας. |
(10) |
Απαιτείται η περαιτέρω ενίσχυση της αρχής της σταδιακής πρόσβασης στις κατηγορίες δίκυκλων οχημάτων καθώς και για τις κατηγορίες οχημάτων που προορίζονται για τη μεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων. |
(11) |
Ωστόσο θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν μεγαλύτερο όριο ηλικίας για την οδήγηση ορισμένων κατηγοριών οχημάτων προκειμένου να προωθηθεί περισσότερο η οδική ασφάλεια· στα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιστάσεις να θεσπίζουν χαμηλότερα όρια ούτως ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές περιστάσεις. |
(12) |
Οι ορισμοί των κατηγοριών θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν περισσότερο τα τεχνικά χαρακτηριστικά των σχετικών οχημάτων καθώς και την δεξιότητα που είναι αναγκαία για την οδήγηση των οχημάτων. |
(13) |
Η εισαγωγή κατηγορίας άδειας οδήγησης για τα μοτοποδήλατα αποβλέπει ιδιαίτερα στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας όσον αφορά τους νεαρότερους οδηγούς, οι οποίοι σύμφωνα με τις στατιστικές θίγονται περισσότερο από τα οδικά ατυχήματα. |
(14) |
Θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις ώστε να διευκολυνθεί η οδήγηση οχημάτων από τα άτομα με σωματική αναπηρία. |
(15) |
Για λόγους ασφαλείας της οδικής κυκλοφορίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις εθνικές τους διατάξεις όσον αφορά την ανάκληση, αναστολή, ανανέωση και ακύρωση της άδειας οδήγησης, σε κάθε κάτοχο αδείας οδήγησης που αποκτά κανονική διαμονή στο έδαφός τους. |
(16) |
Το υπόδειγμα της άδειας οδήγησης όπως ορίζεται στην οδηγία 91/439/ΕΟΚ θα πρέπει να αντικατασταθεί από ενιαίο υπόδειγμα με τη μορφή πλαστικής κάρτας. Ταυτόχρονα, το εν λόγω υπόδειγμα άδειας οδήγησης απαιτεί προσαρμογή λόγω της εισαγωγής νέας κατηγορίας άδειας οδήγησης για τα μοτοποδήλατα και νέας κατηγορίας άδειας οδήγησης για τις μοτοσικλέτες. |
(17) |
Η προαιρετική εισαγωγή μικροεπεξεργαστή στη νέα πλαστική κάρτα υποδείγματος της άδειας οδήγησης θα πρέπει να επιτρέψει στα κράτη μέλη να βελτιώσουν περαιτέρω το επίπεδο προστασίας κατά της πλαστογράφησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιλαμβάνουν εθνικά δεδομένα στον μικροεπεξεργαστή κατά τρόπον που να μην παρεμποδίζει τη χρήση των δεδομένων στα οποία υπάρχει κοινή πρόσβαση. Οι τεχνικές προδιαγραφές του μικροεπεξεργαστή θα πρέπει να καθορισθούν από την Επιτροπή, με τη βοήθεια της επιτροπής για την άδεια οδήγησης. |
(18) |
Ενδείκνυται ο καθορισμός των ελάχιστων απαιτήσεων σχετικά με την πρόσβαση στο επάγγελμα του εξεταστή και των απαιτήσεων κατάρτισης των εξεταστών προκειμένου να βελτιωθούν οι γνώσεις και οι δεξιότητες των εξεταστών, εξασφαλίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την αντικειμενικότερη αξιολόγηση των υποψηφίων οδηγών και επιτυγχάνοντας μεγαλύτερη εναρμόνιση των εξετάσεων οδήγησης. |
(19) |
Θα πρέπει να επιτραπεί στην Επιτροπή να προβαίνει σε προσαρμογή των Παραρτημάτων Ι έως VΙ στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο. |
(20) |
Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (4). |
(21) |
Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίσει τα κριτήρια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα είναι γενικής εμβέλειας και αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ. |
(22) |
Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορούν συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών. |
(23) |
Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που παρατίθενται στο Παράρτημα VΙΙ, Μέρος Β, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1
Υπόδειγμα άδειας
1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν τις εθνικές άδειες οδήγησης που βασίζονται στο κοινοτικό υπόδειγμα του Παραρτήματος I, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Το διακριτικό σήμα του εκδώσαντος την άδεια κράτους μέλους τίθεται εντός του εμβλήματος που απεικονίζεται στη σελίδα 1 του κοινοτικού υποδείγματος άδειας οδήγησης.
2. Με την επιφύλαξη των κανόνων περί προστασίας των δεδομένων, τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν υπόστρωμα αποθήκευσης (μικροεπεξεργαστή) ως μέρος της άδειας οδήγησης από τη στιγμή που η Επιτροπή καθορίσει, με τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 2, τις προδιαγραφές σχετικά με τον μικροεπεξεργαστή που προβλέπεται στο Παράρτημα Ι, οι οποίες αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με τη συμπλήρωσή της. Οι προδιαγραφές αυτές προβλέπουν έγκριση τύπου ΕΚ η οποία χορηγείται μόνον όταν αποδειχθεί η ικανότητα αντίστασης σε προσπάθειες παραποίησης ή μεταβολής των δεδομένων.
3. Ο μικροεπεξεργαστής περιλαμβάνει τα εναρμονισμένα δεδομένα της άδειας οδήγησης που ορίζονται στο Παράρτημα Ι.
Ύστερα από διαβούλευση με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη μπορούν να αποθηκεύουν πρόσθετα δεδομένα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν παρεμποδίζει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιεί το Παράρτημα Ι για να εξασφαλίζεται η μελλοντική διαλειτουργικότητα.
4. Με συμφωνία της Επιτροπής, τα κράτη μέλη μπορούν να επιφέρουν, στο υπόδειγμα του Παραρτήματος Ι τις προσαρμογές που είναι αναγκαίες για τη μηχανογραφική επεξεργασία της άδειας οδήγησης.
Άρθρο 2
Αμοιβαία αναγνώριση
1. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν.
2. Όταν ο κάτοχος έγκυρης εθνικής άδειας οδήγησης χωρίς τη διάρκεια διοικητικής ισχύος που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, αποκτά την κανονική του διαμονή σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο που εξέδωσε την άδεια οδήγησης, το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να εφαρμόζει στην άδεια τις διάρκειες διοικητικής ισχύος που προβλέπονται στο ανωτέρω άρθρο, ανανεώνοντας την άδεια οδήγησης, μετά παρέλευση δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο κάτοχος απέκτησε την κανονική του διαμονή στο έδαφός του.
Άρθρο 3
Μέτρα κατά της πλαστογράφησης
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποφευχθεί ο κίνδυνος πλαστογράφησης των αδειών οδήγησης, συμπεριλαμβανομένων των υποδειγμάτων αδειών που εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά.
2. Το υλικό που χρησιμοποιείται για την άδεια οδήγησης του Παραρτήματος Ι προστατεύεται κατά της πλαστογράφησης κατ' εφαρμογή των προδιαγραφών οι οποίες αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με τη συμπλήρωσή της, και τις οποίες θα καθορίσει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να εισαγάγουν πρόσθετα χαρακτηριστικά ασφαλείας.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, έως τις 19 Ιανουαρίου 2033, όλες οι εκδιδόμενες ή υπό κυκλοφορία άδειες οδήγησης πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 4
Κατηγορίες, ορισμοί και κατώτατα όρια ηλικίας
1. Η άδεια οδήγησης που προβλέπεται στο άρθρο 1 παρέχει δικαίωμα οδήγησης μηχανοκίνητων οχημάτων των κατηγοριών που ορίζονται κατωτέρω. Μπορεί να εκδίδεται από το κατώτατο όριο ηλικίας που ορίζεται για κάθε κατηγορία. Ως «μηχανοκίνητο όχημα» νοείται κάθε αυτοπροωθούμενο όχημα που κυκλοφορεί σε δρόμους με δικά του μέσα, εκτός από τα οχήματα που κινούνται πάνω σε τροχιές.
2. μοτοποδήλατα:
|
κατηγορία ΑΜ
|
3. μοτοσικλέτες με ή χωρίς πλευρικό κάνιστρο και μηχανοκίνητα τρίκυκλα:
— |
ως «μοτοσικλέτα» νοείται το δίτροχο όχημα με ή χωρίς πλευρικό κάνιστρο, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β), της οδηγίας 2002/24/ΕΚ, |
— |
ως «μηχανοκίνητο τρίκυκλο» νοείται το όχημα με τρεις συμμετρικά διατεταγμένους τροχούς, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ), της οδηγίας 2002/24/ΕΚ, |
α) |
κατηγορία Α1:
|
β) |
κατηγορία Α2:
|
γ) |
κατηγορία Α:
|
4. αυτοκίνητα:
— |
ως «αυτοκίνητο» νοείται το μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιείται συνήθως για την οδική μεταφορά προσώπων ή αγαθών ή για την έλξη, επί οδού, οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων ή αγαθών. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει τα ηλεκτροκίνητα λεωφορεία (τρόλεϊ), δηλαδή τα οχήματα τα οποία συνδέονται με γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος και δεν κυκλοφορούν σε τροχιά. Δεν περιλαμβάνει τους γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες· |
— |
ως «γεωργικός ή δασικός ελκυστήρας» νοείται κάθε τροχοφόρο ή ερπυστριοφόρο μηχανοκίνητο όχημα με δύο τουλάχιστον άξονες, η βασική λειτουργία του οποίου στηρίζεται ουσιαστικά στην ελκτική του δύναμη, και το οποίο έχει σχεδιασθεί για την έλξη, ώθηση, μεταφορά ή ενεργοποίηση ορισμένων εργαλείων, μηχανημάτων ή ρυμουλκουμένων που χρησιμοποιούνται στις γεωργικές ή δασικές εργασίες και η χρήση του οποίου για την οδική μεταφορά προσώπων ή αγαθών ή για την έλξη, επί οδού, οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων ή αγαθών, είναι δευτερεύουσα. |
α) |
Κατηγορία Β1:
|
β) |
κατηγορία Β: Αυτοκίνητα με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα μέχρι 3 500 kg, και σχεδιασμένα και κατασκευασμένα για τη μεταφορά οκτώ το πολύ επιβατών εκτός από τον οδηγό· αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο, η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του οποίου δεν υπερβαίνει τα 750 kg. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των κανόνων έγκρισης τύπου για τα συναφή οχήματα, τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να συνδυάζονται με οποιοδήποτε ρυμουλκούμενο, με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα 750 kg, υπό τον όρον ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του συνδυασμού αυτού δεν υπερβαίνει τα 4 250 kg. Εάν ο συνδυασμός αυτός υπερβαίνει τα 3 500 kg, τα κράτη μέλη απαιτούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Παραρτήματος V, η οδήγησή του να γίνεται μόνον μετά
Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν τόσο την εν λόγω εκπαίδευση όσο και την επιτυχή δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς. Τα κράτη μέλη αναγράφουν το δικαίωμα οδήγησης του εν λόγω συνδυασμού στην άδεια οδήγησης, μέσω του κατάλληλου κοινοτικού κωδικού. Το κατώτατο όριο ηλικίας για την κατηγορία Β είναι 18 έτη. |
γ) |
κατηγορία ΒΕ:
|
δ) |
κατηγορία C1: αυτοκίνητα πλην εκείνων των κατηγοριών D1 ή D, η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα των οποίων υπερβαίνει τα 3 500 kg όχι όμως τα 7 500 kg και τα οποία σχεδιάζονται και κατασκευάζονται για τη μεταφορά οκτώ, το πολύ, επιβατών εκτός του οδηγού· τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg, |
ε) |
κατηγορία C1Ε:
|
στ) |
κατηγορία C: αυτοκίνητα πλην εκείνων των κατηγοριών D1 ή D, η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα των οποίων υπερβαίνει τα 3 500 kg και τα οποία σχεδιάζονται και κατασκευάζονται για τη μεταφορά το πολύ οκτώ επιβατών, εκτός του οδηγού· τα αυτοκίνητα αυτής της κατηγορίας μπορούν να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του οποίου δεν υπερβαίνει τα 750 kg, |
ζ) |
κατηγορία CΕ:
|
η) |
κατηγορία D1: αυτοκίνητα που σχεδιάζονται και κατασκευάζονται για τη μεταφορά μέχρι 16 επιβατών, εκτός του οδηγού, μεγίστου μήκους 8 m· τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg, |
θ) |
κατηγορία D1Ε:
|
ι) |
κατηγορία D: αυτοκίνητα τα οποία σχεδιάζονται και κατασκευάζονται για τη μεταφορά άνω των 8 επιβατών, εκτός του οδηγού· τα αυτοκίνητα των οποίων η οδήγηση επιτρέπεται με άδεια κατηγορίας D μπορούν να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg, |
ια) |
κατηγορία DΕ:
|
5. Κατόπιν συμφωνίας με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ορισμένους ιδιαίτερους τύπους μηχανοκίνητων οχημάτων, όπως τα ειδικά αναπηρικά οχήματα.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας τα οχήματα που χρησιμοποιούνται από τις ένοπλες δυνάμεις και την πολιτική προστασία, ή που τελούν υπό τον έλεγχό τους.
6. Τα κράτη μέλη μπορούν να αυξάνουν ή να μειώνουν το κατώτατο όριο ηλικίας για την έκδοση άδειας οδήγησης:
α) |
για την κατηγορία ΑΜ, το εν λόγω όριο μπορεί να μειωθεί ως τα 14 έτη ή να αυξηθεί ως τα 18 έτη, |
β) |
για την κατηγορία Β1, μπορεί να αυξηθεί ως τα 18 έτη, |
γ) |
για την κατηγορία Α1, μπορεί να αυξηθεί ως τα 17 ή τα 18 έτη,
|
δ) |
για τις κατηγορίες Β και ΒΕ, το κατώτατο όριο ηλικίας μπορεί να μειωθεί ως τα 17 έτη. |
Τα κράτη μέλη μπορούν να μειώνουν το κατώτατο όριο ηλικίας για την κατηγορία C στα 18 έτη και για την κατηγορία D στα 21 έτη, προκειμένου για:
α) |
οχήματα που χρησιμοποιούνται από την πυροσβεστική υπηρεσία και οχήματα που χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης· |
β) |
οχήματα που υποβάλλονται σε οδικές δοκιμασίες χάριν επισκευής ή συντήρησης. |
Οι άδειες οδήγησης που χορηγούνται σε άτομα ηλικίας κατώτερης από αυτήν που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 4 σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο ισχύουν μόνον στην επικράτεια του εκδίδοντος κράτους μέλους μέχρις ότου ο κάτοχος της άδειας φθάσει το κατώτατο όριο ηλικίας που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 4.
Τα κράτη μέλη μπορούν να αναγνωρίζουν την ισχύ, στην επικράτειά τους, των αδειών οδήγησης που χορηγούνται σε οδηγούς ηλικίας κατώτερης των κατώτατων ορίων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4.
Άρθρο 5
Προϋποθέσεις και περιορισμοί
1. Στην άδεια οδήγησης αναγράφονται οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται στον οδηγό να οδηγεί.
2. Εάν, λόγω σωματικής αναπηρίας, η οδήγηση επιτρέπεται μόνο για ορισμένους τύπους οχημάτων ή για ειδικά προσαρμοσμένα οχήματα, η δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 7 γίνεται σε τέτοιο όχημα.
Άρθρο 6
Κλιμάκωση και ισοδυναμίες μεταξύ κατηγοριών
1. Η χορήγηση της άδειας οδήγησης εξαρτάται από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) |
η άδεια για τις κατηγορίες C1, C, D1 και D χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας για την κατηγορία Β· |
β) |
η άδεια για τις κατηγορίες ΒΕ, C1E, CΕ, D1E και DΕ χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας για τις κατηγορίες Β, C1, C, D1 και D αντίστοιχα. |
2. Η ισχύς της άδειας οδήγησης ορίζεται ως εξής:
α) |
οι άδειες που χορηγούνται για τις κατηγορίες C1E, CΕ, D1E ή DΕ ισχύουν για τα σύνολα συζευγμένων οχημάτων της κατηγορίας ΒΕ· |
β) |
οι άδειες που χορηγούνται για την κατηγορία CΕ ισχύουν για την κατηγορία DΕ εφόσον οι κάτοχοί τους δικαιούνται να οδηγούν οχήματα της κατηγορίας D· |
γ) |
οι άδειες που χορηγούνται για τις κατηγορίες CΕ και DΕ ισχύουν για τα σύνολα συζευγμένων οχημάτων των κατηγοριών C1Ε και D1Ε αντίστοιχα· |
δ) |
οι άδειες που χορηγούνται για οποιαδήποτε κατηγορία ισχύουν για οχήματα της κατηγορίας ΑΜ. Ωστόσο, για άδειες οδήγησης που εκδίδονται στο έδαφός του, ένα κράτος μέλος μπορεί να περιορίζει τις ισοδυναμίες για την κατηγορία ΑΜ στις κατηγορίες Α1, Α2 και Α, στην περίπτωση που το εν λόγω κράτος μέλος επιβάλλει ως όρο για την απόκτηση της κατηγορίας ΑΜ πρακτική δοκιμασία· |
ε) |
οι άδειες που χορηγούνται για την κατηγορία Α2 ισχύουν και για την κατηγορία Α1· |
στ) |
οι άδειες που χορηγούνται για τις κατηγορίες Α, Β, C ή D ισχύουν για τις κατηγορίες Α1, Α2, Β1, C1 ή D1 αντίστοιχα. |
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εγκρίνουν, για την οδήγηση στο έδαφός τους, τις ακόλουθες ισοτιμίες:
α) |
μηχανοκίνητα τρίκυκλα με άδεια κατηγορίας Β, για τρίκυκλα με ισχύ άνω των 15 kW, υπό τον όρον ότι ο κάτοχος της άδειας για την κατηγορία Β είναι τουλάχιστον 21 ετών· |
β) |
μοτοσικλέτες κατηγορίας Α1 με άδεια κατηγορίας Β. |
Δεδομένου ότι η παρούσα παράγραφος ισχύει μόνον στο έδαφός τους, τα κράτη μέλη δεν αναγράφουν στην άδεια οδήγησης ότι ο κάτοχος δικαιούται να οδηγεί τα οχήματα αυτά.
4. Έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν να οδηγούνται στο έδαφός τους:
α) |
οχήματα κατηγορίας D1 (μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας 3 500 kg χωρίς να περιλαμβάνεται ο ειδικός εξοπλισμός για τη μεταφορά αναπήρων) από οδηγούς ηλικίας τουλάχιστον 21 ετών που είναι τουλάχιστον από διετίας κάτοχοι άδειας οδήγησης κατηγορίας Β, υπό την προϋπόθεση ότι τα οχήματα αυτά χρησιμοποιούνται από μη εμπορικούς φορείς για κοινωνικούς σκοπούς και ότι ο οδηγός παρέχει τις υπηρεσίες του εθελοντικώς· |
β) |
οχήματα των οποίων η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 3 500 kg από οδηγούς ηλικίας τουλάχιστον 21 ετών και κατόχους, από διετίας τουλάχιστον, άδειας οδήγησης κατηγορίας Β, υπό την προϋπόθεση ότι τα οχήματα αυτά πρόκειται να χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο, εν στάσει, για εκπαιδευτικούς ή ψυχαγωγικούς σκοπούς, χρησιμοποιούνται από μη εμπορικούς φορείς για κοινωνικούς σκοπούς, και έχουν διαρρυθμιστεί εις τρόπον ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά περισσότερων των εννέα ατόμων ή για τη μεταφορά αγαθών άλλων από τα απολύτως αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού τους. |
Άρθρο 7
Χορήγηση, ισχύς και- ανανέωση
1. Η άδεια οδήγησης χορηγείται μόνο σε όσους υποψηφίους:
α) |
έχουν επιτύχει σε δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων και πληρούν τις απαιτήσεις υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις των Παραρτημάτων II και III· |
β) |
έχουν επιτύχει σε θεωρητική εξέταση μόνον όσον αφορά την κατηγορία ΑΜ· τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την επιτυχία σε δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς και σε ιατρική εξέταση για την κατηγορία αυτή. Για τα τρίκυκλα και τα τετράκυκλα της κατηγορίας αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν ειδική δοκιμασία ικανοτήτων και συμπεριφοράς. Για τη διαφοροποίηση οχημάτων της κατηγορίας ΑΜ, στην άδεια οδήγησης μπορεί να εισάγεται εθνικός κωδικός· |
γ) |
όσον αφορά την κατηγορία Α2 ή την κατηγορία Α, έχουν σωρεύσει πείρα τουλάχιστον 2 ετών σε μοτοσικλέτα της κατηγορίας Α ή της κατηγορίας Α2 αντίστοιχα, έχουν επιτύχει σε δοκιμασία ικανοτήτων και συμπεριφοράς μόνον, ή έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευση σύμφωνα με το Παράρτημα VI· |
δ) |
έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευση ή έχουν επιτύχει σε δοκιμασία ικανοτήτων και συμπεριφοράς, ή έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευση και έχουν επιτύχει σε δοκιμασία ικανοτήτων και συμπεριφοράς σύμφωνα με το Παράρτημα V όσον αφορά την κατηγορία Β για την οδήγηση συνόλου συζευγμένων οχημάτων όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 4, στοιχείο β· |
ε) |
διαμένουν κανονικά στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδήγησης ή μπορούν να αποδείξουν ότι ακολουθούν εκεί σπουδές επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών. |
2. |
|
3. Η ανανέωση της άδειας οδήγησης τη στιγμή της λήξης της διοικητικής της ισχύος υπόκειται στα ακόλουθα:
α) |
σε συνεχή εκπλήρωση των ελάχιστων προδιαγραφών για τη σωματική και διανοητική ικανότητα οδήγησης που περιγράφονται στο παράρτημα ΙΙΙ για τις άδειες οδήγησης των κατηγοριών C, CΕ, C1, C1Ε, D, DΕ, D1, D1Ε· και |
β) |
κανονική διαμονή στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδήγησης, ή απόδειξη σπουδαστικής ιδιότητας επί έξι τουλάχιστον μήνες στο κράτος μέλος αυτό. |
Κατά την ανανέωση άδειας οδήγησης των κατηγοριών ΑΜ, Α, Α1, Α2, Β, Β1 και ΒΕ, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν έλεγχο των ελάχιστων απαιτήσεων για τη σωματική και διανοητική ικανότητα οδήγησης που περιγράφονται στο Παράρτημα ΙΙΙ.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη διάρκεια διοικητικής ισχύος που ορίζεται στην παράγραφο 2, αδειών οδήγησης που χορηγούνται σε νέους οδηγούς για οποιαδήποτε κατηγορία προκειμένου να εφαρμόζουν στους οδηγούς αυτούς ειδικά μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση της οδικής ασφάλειας.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη διάρκεια διοικητικής ισχύος της πρώτης άδειας που χορηγείται σε νέους οδηγούς για τις κατηγορίες C και D σε 3 έτη προκειμένου να μπορούν να εφαρμόζουν στους οδηγούς αυτούς ειδικά μέτρα για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειάς τους.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη διάρκεια διοικητικής ισχύος που ορίζεται στην παράγραφο 2, επιμέρους αδειών οδήγησης για οποιαδήποτε κατηγορία στην περίπτωση που κρίνεται αναγκαία η συχνότερη διεξαγωγή ιατρικών ελέγχων ή η λήψη άλλων ειδικών μέτρων, όπως οι περιορισμοί για τους παραβάτες του κώδικα οδικής κυκλοφορίας.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη διάρκεια διοικητικής ισχύος που ορίζεται στην παράγραφο 2, αδειών οδήγησης κατόχων που διαμένουν στην επικράτειά τους και έχουν φθάσει την ηλικία των 50 ετών προκειμένου να διεξάγουν συχνότερους ιατρικούς ελέγχους ή να λαμβάνουν άλλα ειδικά μέτρα, όπως η επανεκπαίδευση. Αυτή η μειωμένη διάρκεια διοικητικής ισχύος μπορεί να εφαρμόζεται μόνον κατά την ανανέωση της άδειας οδήγησης.
4. Με την επιφύλαξη των εθνικών, ποινικών και αστυνομικών διατάξεων, τα κράτη μέλη, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, μπορούν να εφαρμόζουν στη χορήγηση της άδειας οδήγησης τις εθνικές τους διατάξεις που αφορούν προϋποθέσεις άλλες, εκτός αυτών της παρούσας οδηγίας.
5. |
|
Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, τα κράτη μέλη που εκδίδουν άδεια ασκούν τη δέουσα επιμέλεια για να εξασφαλίσουν ότι ένα άτομο πληροί τις προδιαγραφές που καθορίζονται στην παράγραφο 1 και εφαρμόζει τις εθνικές του διατάξεις περί ακύρωσης ή αφαίρεσης του δικαιώματος οδήγησης, εάν αποδειχθεί ότι μια άδεια έχει εκδοθεί χωρίς να πληρούνται οι προδιαγραφές.
Άρθρο 8
Προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο
Οι αναγκαίες τροποποιήσεις για την προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο των παραρτημάτων Ι έως VΙ, εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 2.
Άρθρο 9
Επιτροπή
1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για την άδεια οδήγησης.
2. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α, παράγραφοι 1 έως 4, και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.
Άρθρο 10
Εξεταστές
Από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, οι εξεταστές οδήγησης οφείλουν να ανταποκρίνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις του Παραρτήματος IV.
Οι εξεταστές οδήγησης που ασκούν ήδη τα καθήκοντά τους πριν από την 19 Ιανουαρίου 2013 υπόκεινται μόνον στις απαιτήσεις για ποιοτικό έλεγχο και για μέτρα τακτικής διαρκούς επιμόρφωσης.
Άρθρο 11
Διάφορες διατάξεις σχετικά με την ανταλλαγή, την αφαίρεση, την αντικατάσταση και την αναγνώριση αδειών οδήγησης
1. Σε περίπτωση που ο κάτοχος άδειας οδηγήσεως, της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει και η οποία έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος, έχει πλέον την κανονική του διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να ζητήσει την ανταλλαγή της άδειάς του με νέα ισοδύναμη. Το κράτος μέλος που ανταλλάσσει την άδεια ελέγχει την κατηγορία για την οποία όντως ισχύει η υποβαλλόμενη άδεια.
2. Με την επιφύλαξη της αρχής της εδαφικότητας όσον αφορά την ισχύ των ποινικών και αστυνομικών διατάξεών του, το κράτος μέλος κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο άδειας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδήγησης και, ενδεχομένως, να προβεί, για τους σκοπούς αυτούς, σε ανταλλαγή της άδειας αυτής.
3. Το κράτος μέλος που ανταλλάσσει την άδεια αποστέλλει την παλαιά άδεια στις αρχές του κράτους μέλους που την έχει εκδώσει, παρέχοντας τις δέουσες διευκρινίσεις.
4. Ένα κράτος μέλος αρνείται να αναγνωρίσει την ισχύ οποιασδήποτε άδειας οδήγησης έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος και έχει χορηγηθεί σε έναν υποψήφιο η άδεια οδήγησης του οποίου υπόκειται σε περιορισμούς, έχει ανασταλεί ή ανακληθεί στο πρώτο κράτος μέλος.
Ένα κράτος μέλος αρνείται να αναγνωρίσει σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, ένα από τα μέτρα της παραγράφου 2, την ισχύ άδειας οδήγησης που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος.
Ένα κράτος μέλος μπορεί επίσης να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια οδήγησης σε υποψήφιο, η άδεια του οποίου έχει ακυρωθεί σε άλλο κράτος μέλος.
5. Η αντικατάσταση μιας άδειας οδήγησης, ιδίως λόγω απώλειας ή κλοπής, μπορεί να γίνει μόνον από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου ο κάτοχος της άδειας έχει τη συνήθη διαμονή του. Οι αρχές αυτές αντικαθιστούν την άδεια με βάση τις πληροφορίες που διαθέτουν ή, ενδεχομένως, με βάση βεβαίωση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους που είχε εκδώσει την αρχική άδεια.
6. Όταν ένα κράτος μέλος ανταλλάσσει μια άδεια οδήγησης που έχει εκδοθεί από τρίτη χώρα με το κοινοτικό υπόδειγμα άδεια οδήγησης, η ανταλλαγή αυτή καταγράφεται στο κοινοτικό υπόδειγμα άδεια οδήγησης, καθώς και κάθε μετέπειτα ανανέωση ή αντικατάσταση.
Η αντικατάσταση μπορεί να γίνεται μόνον αν η εκδοθείσα από τρίτη χώρα άδεια παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές του αντικαθιστούντος κράτους μέλους. Αν ο κάτοχος της αδείας αυτής μεταφέρει την συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος, το τελευταίο αυτό δύναται να μην εφαρμόσει την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 2.
Άρθρο 12
Συνήθης διαμονή
Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ως «συνήθης διαμονή» νοείται ο τόπος στον οποίο ένα πρόσωπο διαμένει συνήθως, δηλαδή επί 185 τουλάχιστον ημέρες ανά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών ή επαγγελματικών δεσμών, ή, όταν πρόκειται για άτομο χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών, που συνεπάγονται στενή σχέση του με τον τόπο όπου κατοικεί.
Εντούτοις, ως συνήθης διαμονή ενός ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο διαφορετικό από εκείνο των προσωπικών του δεσμών, και το οποίο, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, υποχρεούται να διαμένει εναλλάξ σε διαφορετικούς τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, θεωρείται ο τόπος στον οποίο βρίσκονται οι προσωπικοί του δεσμοί, υπό τον όρον ότι το άτομο αυτό επιστρέφει εκεί τακτικά. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν χρειάζεται να πληρούται, όταν το άτομο διαμένει σε ένα κράτος μέλος για την εκτέλεση αποστολής συγκεκριμένης διάρκειας. Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή σε σχολείο δεν συνεπάγεται μεταφορά της συνήθους διαμονής.
Άρθρο 13
Ισοδυναμία αδειών οδήγησης που δεν ακολουθούν το κοινοτικό υπόδειγμα
1. Με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, τα κράτη μέλη ορίζουν την ισοδυναμία μεταξύ των δικαιωμάτων που είχαν αποκτηθεί πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και των κατηγοριών που προβλέπονται στο άρθρο 4.
Ύστερα από διαβούλευση με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη μπορούν να επιφέρουν, στις εθνικές νομοθεσίες, τις προσαρμογές που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφοι 4, 5 και 6.
2. Οποιοδήποτε δικαίωμα οδήγησης που χορηγείται πριν από την 19 Ιανουαρίου 2013 δεν αφαιρείται ούτε περιορίζεται άλλως πως από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 14
Αξιολόγηση
Το νωρίτερο στις 19 Ιανουαρίου 2018, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεών της στην οδική ασφάλεια.
Άρθρο 15
Αμοιβαία Συνδρομή
Τα κράτη μέλη αλληλοβοηθούνται στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και ανταλλάσσουν πληροφορίες για τις άδειες που χορηγούν, ανταλλάσσουν, αντικαθιστούν, ανανεώνουν ή αφαιρούν. Χρησιμοποιούν το ενωσιακό δίκτυο αδειών οδήγησης που συνίσταται για το σκοπόν αυτόν, όταν το δίκτυο αυτό τεθεί σε λειτουργία.
Άρθρο 16
Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν το αργότερο έως τις 19 Ιανουαρίου 2011, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 3, το άρθρο 4, παράγραφοι 1, 2, 3 και 4, στοιχεία β) έως ια), το άρθρο 6, παράγραφοι 1, 2, στοιχεία α), γ), δ) και ε), το άρθρο 7, παράγραφοι 1, στοιχεία β), γ) και δ), 2, 3 και 5, το άρθρο 8, το άρθρο 10, το άρθρο 13, το άρθρο 14, το άρθρο 15, καθώς και τα Παραρτήματα Ι, σημείο 2, ΙΙ, σημείο 5.2 σχετικά με τις κατηγορίες Α1, Α2 και Α, IV, V και VI. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.
2. Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 19 Ιανουαρίου 2013.
3. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος της αναφοράς και της διατύπωσης της δήλωσης καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
4. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 17
Κατάργηση
Η οδηγία 91/439/ΕΟΚ καταργείται από τις 19 Ιανουαρίου 2013, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες του Παραρτήματος VII, Μέρος Β, για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
Το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ καταργείται από τις 19 Ιανουαρίου 2007.
Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται αναφορές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχιών που παρατίθεται στο Παράρτημα VIΙΙ.
Άρθρο 18
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, το άρθρο 5, το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β), το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α), το άρθρο 9, το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 3, 4, 5 και 6, το άρθρο 12, και τα Παραρτήματα I, II και III εφαρμόζονται από τις 19 Ιανουαρίου 2009.
Άρθρο 19
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες, 20 Δεκεμβρίου 2006.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
J. BORRELL FONTELLES
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
J. KORKEAOJA
(1) ΕΕ C 112, 30.4.2004, σ. 34.
(2) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ C 304 E, 1.12.2005, σ. 202), κοινή θέση του Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2006 (ΕΕ C 295 E, 5.12.2006, σ. 1), θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14 Δεκεμβρίου 2006 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2006.
(3) ΕΕ L 237, 24.8.1999, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284, 31.10.2003, σ. 1).
(4) ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200, 22.7.2006, σ. 11).
(5) ΕΕ L 124, 9.5.2002, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/30/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 106, 27.4.2005, σ. 17).
(6) ΕΕ L 226, 10.9.2003, σ. 4. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/66/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 168, 1.5.2004, σ. 35).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
1. |
Τα φυσικά χαρακτηριστικά της κάρτας του κοινοτικού υποδείγματος άδειας οδήγησης είναι σύμφωνα με τα πρότυπα ISO 7810 και ISO 7816-1. Η κάρτα κατασκευάζεται από πολυανθρακικό Οι μέθοδοι επαλήθευσης των χαρακτηριστικών των αδειών οδήγησης οι οποίες έχουν σκοπό να διασφαλίσουν τη συμφωνία τους με τα διεθνή πρότυπα είναι σύμφωνες με το πρότυπο ISO 10373. |
2. |
Υλική ασφάλεια των αδειών οδήγησης: Οι κίνδυνοι κατά της υλικής ασφάλειας των αδειών οδήγησης είναι οι εξής:
Η εν γένει ασφάλεια παρέχεται από το συνολικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από τη διαδικασία εφαρμογής, τη διαβίβαση στοιχείων, το υλικό του κυρίως σώματος της κάρτας, την τεχνική εκτύπωσης, μια ελάχιστη δέσμη διαφόρων χαρακτηριστικών ασφαλείας και τη διαδικασία εξατομίκευσης.
|
3. |
Η άδεια αποτελείται από δύο όψεις: Η σελίδα 1 περιλαμβάνει:
Η σελίδα 2 περιλαμβάνει:
|
4. Ειδικές διατάξεις
α) |
Όταν ο κάτοχος άδειας οδήγησης την οποία έχει εκδώσει κράτος μέλος σύμφωνα με το παρόν παράρτημα αποκτά κανονική διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να αναγράψει στην άδεια τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διαχείρισή της, υπό την επιφύλαξη ότι αναγράφει επίσης τα στοιχεία αυτά στις άδειες που εκδίδει και ότι υπάρχει, ο απαιτούμενος, για το σκοπό αυτό, χώρος. |
β) |
Μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη μπορούν να προσθέτουν χρώματα ή σημάνσεις, όπως ραβδωτούς κωδικούς και εθνικά σύμβολα, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος παραρτήματος. Στα πλαίσια της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών, οι ραβδωτοί κωδικοί δεν μπορούν να περιέχουν άλλες πληροφορίες εκτός από αυτές που περιλαμβάνονται ήδη κατά αναγνώσιμο τρόπο στην άδεια οδήγησης ή είναι απαραίτητες για τη διαδικασία έκδοσης της άδειας. |
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
Σελίδα 1 ΑΔΕΙΑ ΟΔΗΓΗΣΗΣ [ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ]
Σελίδα 2 |
1. Επίθετο 2. Όνομα 3. Ημερομηνία και τόπος γέννησης 4α. Ημερομηνία έκδοσης της άδειας 4β. Διοικητική ημερομηνία λήξης 4γ. Εκδίδουσα αρχή 5. Αριθμός άδειας 8. Διεύθυνση 9. Κατηγορία (1) 10. Ημερομηνία έκδοσης κατηγορίας 11. Ημερομηνία λήξης κατηγορίας 12. Περιορισμοί |
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
ΒΕΛΓΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ (ενημερωτικά)
Σημείωση: θα προστεθεί εικονόγραμμα και γραμμή για την κατηγορία ΑΜ.
Σημείωση: θα προστεθεί «Α2» στο τμήμα για τις κατηγορίες μοτοσικλετών.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
Ι. ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι υποψήφιοι κάτοχοι άδειας οδήγησης διαθέτουν τις αναγκαίες γνώσεις και προσόντα και επιδεικνύουν την απαιτούμενη συμπεριφορά στην οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος. Οι εξετάσεις προς το σκοπό αυτό συνίστανται σε:
— |
θεωρητική εξέταση, και στη συνέχεια, |
— |
εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς. |
Οι όροι υπό τους οποίους διεξάγονται οι εξετάσεις αυτές καθορίζονται κατωτέρω.
A. ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
1. Μορφή
Η μορφή εξέτασης που επιλέγεται εξασφαλίζει ότι ο υποψήφιος έχει τις απαιτούμενες γνώσεις των θεμάτων που αναφέρονται στα σημεία 2, 3 και 4.
Κάθε υποψήφιος οδηγός μίας κατηγορίας οχήματος, ο οποίος έχει περάσει τη θεωρητική εξέταση για άδεια διαφορετικής κατηγορίας, μπορεί να απαλλαγεί από τις κοινές διατάξεις που προβλέπονται στα σημεία 2, 3 και 4.
2. Περιεχόμενο της θεωρητικής εξέτασης για όλες τις κατηγορίες οχημάτων
2.1. |
Τίθενται ερωτήσεις για καθένα από τα σημεία που αναφέρονται στη συνέχεια, το περιεχόμενο και η μορφή των οποίων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους μέλους:
|
3. Ειδικές διατάξεις σχετικά με τις κατηγορίες Α1, Α2 και Α
3.1. |
Υποχρεωτικός έλεγχος γενικών γνώσεων σε ό,τι αφορά:
|
4. Ειδικές διατάξεις για τις κατηγορίες C, CΕ, C1, C1Ε, D, DΕ, D1, D1Ε
4.1. |
Υποχρεωτικός έλεγχος γενικών γνώσεων σχετικά με:
|
4.2. |
Υποχρεωτικός έλεγχος γενικών γνώσεων στις ακόλουθες πρόσθετες διατάξεις σχετικά με τις κατηγορίες C, CΕ, D, και DΕ:
|
B. ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ
5. Το όχημα και ο εξοπλισμός του
5.1. |
Η οδήγηση οχήματος με χειροκίνητη μετάδοση της κίνησης υπόκειται στην επιτυχή εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς σε όχημα με χειροκίνητη μετάδοση της κίνησης. Εφόσον ο υποψήφιος υποβάλλεται σε εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς σε όχημα με αυτόματη μετάδοση της κίνησης, καταγράφεται το γεγονός σε κάθε άδεια που θα εκδοθεί με βάση την εν λόγω εξέταση. Οι άδειες που φέρουν τη σχετική μνεία χρησιμοποιούνται μόνο για την οδήγηση οχημάτων με αυτόματη μετάδοση της κίνησης. «Όχημα με αυτόματη μετάδοση της κίνησης» νοείται το όχημα, στο οποίο οι σχέσεις μετάδοσης μεταξύ κινητήρα και τροχών μπορούν να αλλάξουν με τη χρήση μόνο του επιταχυντή ή των πεδών. |
5.2. |
Τα οχήματα που χρησιμοποιούνται στις εξετάσεις προσόντων και συμπεριφοράς είναι σύμφωνα με τα ελάχιστα κριτήρια που καθορίζονται κατωτέρω. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν διατάξεις με πιο αυστηρά κριτήρια ή να προσθέσουν και άλλα. Κατηγορία Α1: Μοτοσικλέτα της κατηγορίας Α1 χωρίς πλευρικό κάνιστρο, ελάχιστου κυβισμού 120 cm3 που έχει δυνατότητα να αναπτύξει ταχύτητα τουλάχιστον 90 km/h Κατηγορία Α2: Μοτοσικλέτα χωρίς πλευρικό κάνιστρο, ελάχιστου κυλινδρισμού 400 cm3 ισχύος τουλάχιστον 25 kW Κατηγορία Α: Μοτοσικλέτα χωρίς πλευρικό κάνιστρο, ελάχιστου κυλινδρισμού 600 cm3 ισχύος τουλάχιστον 40 kW Κατηγορία Β: Τετράτροχο όχημα της κατηγορίας Β ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 100 km/h. Κατηγορία ΒΕ: Συνδυασμός αποτελούμενος από όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας Β και ρυμουλκούμενο μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 1 000 kg ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 100 km/h, το οποίο δεν εντάσσεται στην κατηγορία Β· το διαμέρισμα φορτίου του ρυμουλκούμενου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του μηχανοκίνητου οχήματος· το κλειστό αμάξωμα μπορεί επίσης να είναι ελαφρώς στενότερο από το μηχανοκίνητο όχημα αρκεί η θέα προς τα όπισθεν να είναι δυνατή μόνο με τη χρήση των εξωτερικών κατόπτρων οδήγησης του μηχανοκίνητου οδήγησης· το ρυμουλκούμενο κατά την εξέταση έχει συνολική πραγματική μάζα, τουλάχιστον 800 kg. Κατηγορία Β1: Μηχανοκίνητο τετράτροχο ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 60 km/h· Κατηγορία C: Όχημα της κατηγορίας C μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 12 000 kg, μήκους τουλάχιστον 8 m, πλάτους τουλάχιστον 2,40 m και ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών, με κιβώτιο ταχυτήτων που έχει τουλάχιστον 8 εμπρόσθιες ταχύτητες και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85· το διαμέρισμα φορτίου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του θαλάμου· το όχημα κατά την δοκιμασία έχει συνολική πραγματική μάζα, τουλάχιστον 10 000 kg. Κατηγορία CΕ: Είτε αρθρωτό όχημα, είτε συνδυασμός οχήματος δοκιμασίας στην κατηγορία C και ρυμουλκούμενου τουλάχιστον 7,5 m μήκους· τόσο το αρθρωτό όχημα όσο και ο συνδυασμός έχουν μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα τουλάχιστον 20 000 kg, μήκος τουλάχιστον 14 m και πλάτος τουλάχιστον 2,40 m, είναι δε ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h και είναι εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών, με κιβώτιο ταχυτήτων με 8 τουλάχιστον εμπρόσθιες ταχύτητες και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85· το διαμέρισμα φορτίου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του θαλάμου· τόσο το αρθρωτό όχημα όσο και ο συνδυασμός κατά τη δοκιμασία έχουν πραγματική συνολική μάζα, τουλάχιστον 15 000 kg. Κατηγορία C1: Όχημα της κατηγορίας C1 με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα τουλάχιστον 4 000 kg, μήκους τουλάχιστον 5 m και ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85· το διαμέρισμα φορτίου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του θαλάμου. Κατηγορία C1Ε: Συνδυασμός αποτελούμενος από όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας C1 και ρυμουλκούμενο μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 1 250 kg· ο συνδυασμός έχει μήκος τουλάχιστον 8 m και είναι ικανός να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h το διαμέρισμα φορτίου του ρυμουλκούμενου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του θαλάμου· το κλειστό αμάξωμα μπορεί επίσης να είναι ελαφρώς στενότερο από το θάλαμο, αρκεί η θέα προς τα όπισθεν να είναι δυνατή μόνο με τη χρήση των εξωτερικών κατόπτρων οδήγησης του μηχανοκίνητου οχήματος· το ρυμουλκούμενο κατά τη δοκιμασία έχει πραγματική συνολική μάζα τουλάχιστον 800 kg. Κατηγορία D: Όχημα της κατηγορίας D μήκους τουλάχιστον 10 m, πλάτους τουλάχιστον 2,40 m και ικανό να αναπτύσσει, ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85. Κατηγορία DΕ: Συνδυασμός αποτελούμενος από όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας D και ρυμουλκούμενο μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 1 250 kg, πλάτους τουλάχιστον 2,40 m, ικανός να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· το διαμέρισμα φορτίου του ρυμουλκούμενου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον 2 m πλάτος και 2 m ύψος· το ρυμουλκούμενο κατά τη δοκιμασία έχει πραγματική συνολική μάζα, τουλάχιστον 800 kg. Κατηγορία D1: Όχημα της κατηγορίας D1 μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 4 000 kg με ελάχιστο μήκος 5 m και ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85. Κατηγορία D1Ε: Συνδυασμός αποτελούμενος από όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας D1 και ρυμουλκούμενο μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 1 250 kg και ικανός να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· το διαμέρισμα φορτίου του ρυμουλκούμενου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον 2 m πλάτος και 2 m ύψος· το όχημα κατά τη δοκιμασία έχει ελάχιστη συνολική πραγματική μάζα τουλάχιστον 800 kg. Τα οχήματα δοκιμασίας για τις κατηγορίες ΒΕ, C, CΕ, C1, C1Ε, D, DΕ, D1 και D1Ε τα οποία δεν είναι σύμφωνα με τα ελάχιστα ανωτέρω κριτήρια αλλά ήταν εν χρήσει την ημέρα έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας ή πριν την έναρξη ισχύος της, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για μία περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη μετά την εν λόγω ημερομηνία. Οι απαιτήσεις που περιέχονται στο παράρτημα, σχετικά με το φορτίο που μεταφέρεται από αυτά τα οχήματα, εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη, το αργότερο μέσα σε δέκα χρόνια από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2000/56/ΕΟΚ της Επιτροπής (3). |
6. Εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς για τις κατηγορίες Α1, Α2 και Α
6.1. Προετοιμασία και τεχνικός έλεγχος του οχήματος σε ό,τι αφορά την οδική ασφάλεια
Οι υποψήφιοι πρέπει να αποδεικνύουν ότι είναι ικανοί να προετοιμάζονται για να οδηγούν με ασφάλεια εκπληρώνοντας τις ακόλουθες απαιτήσεις:
6.1.1. |
τοποθέτηση προστατευτικών εφοδίων, όπως γάντια, μπότες, ρουχισμός και κράνος· |
6.1.2. |
διενέργεια δειγματοληπτικού ελέγχου της κατάστασης των ελαστικών, των πεδών του συστήματος διεύθυνσης, του διακόπτη στάθμευσης έκτακτης ανάγκης (εφόσον μπορεί να χρησιμοποιηθεί), του ιμάντα, της στάθμης λαδιού, των φώτων, των ανακλαστήρων, των δεικτών κατεύθυνσης και του ηχητικού οργάνου. |
6.2. Δοκιμασία ειδικών ελιγμών που αφορούν την οδική ασφάλεια:
6.2.1. |
εκκίνηση, ακινητοποίηση και κίνηση της μοτοσικλέτας χωρίς τη βοήθεια του κινητήρα με βάδισμα δίπλα στο όχημα· |
6.2.2. |
στάθμευση της μοτοσικλέτας στο πόδι της· |
6.2.3. |
πρέπει να εκτελούνται με αργή ταχύτητα τουλάχιστον δύο ελιγμοί, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ελιγμός τύπου slalom· με τον τρόπο αυτό πρέπει να δίνεται η δυνατότητα αξιολόγησης της ικανότητας χειρισμού του συμπλέκτη σε συνδυασμό με την πέδηση, την ισορροπία, την κατεύθυνση ορατότητας και τη θέση της μοτοσικλέτας και τη θέση των ποδιών στα υποπόδια· |
6.2.4. |
πρέπει να εκτελούνται με μεγαλύτερη ταχύτητα τουλάχιστον δύο ελιγμοί, από τους οποίους ένας με τη δεύτερη ή τρίτη ταχύτητα, τουλάχιστον 30 km/h και ένας με αποφυγή εμποδίου με ελάχιστη ταχύτητα 50 km/h· με τον τρόπο αυτό πρέπει να δίνεται η δυνατότητα αξιολόγησης της θέσης του οδηγού επί της μοτοσικλέτας, της κατεύθυνσης του βλέμματος, της ισορροπίας, της τεχνικής διεύθυνσης και της τεχνικής αλλαγής των ταχυτήτων· |
6.2.5. |
πέδηση: εκτελούνται τουλάχιστον δύο ασκήσεις πέδησης στις οποίες περιλαμβάνεται η πέδηση εκτάκτου ανάγκης με ελάχιστη ταχύτητα 50 km/h· με τον τρόπο αυτό πρέπει να δίνεται η δυνατότητα αξιολόγησης της ικανότητας χειρισμού της εμπρόσθιας και πίσω πέδης, της κατεύθυνσης του βλέμματος και της θέσης του οδηγού επί της μοτοσικλέτας. Οι ειδικοί ελιγμοί των σημείων 6.2.3 έως 6.2.5 τίθενται σε εφαρμογή τουλάχιστον πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2000/56/ΕΟΚ. |
6.3. Συμπεριφορά κατά την κυκλοφορία
Οι υποψήφιοι οφείλουν να επιτελούν όλες τις ενέργειες που ακολουθούν υπό φυσιολογικές συνθήκες κυκλοφορίας, με πλήρη ασφάλεια και λαμβάνοντας όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις:
6.3.1. |
εκκίνηση: από θέση στάθμευσης, μετά από στάση κατά την κυκλοφορία, κατά την έξοδο από δευτερεύοντα δρόμο· |
6.3.2. |
οδήγηση σε ευθεία οδό· συμπεριφορά απέναντι στα οχήματα του αντίθετου ρεύματος, ακόμη και σε περιορισμένο χώρο· |
6.3.3. |
οδήγηση επί καμπύλης οδού· |
6.3.4. |
διασταυρώσεις: προσέγγιση και διέλευση από συμβολές δρόμων και κόμβους· |
6.3.5. |
αλλαγή διεύθυνσης: αριστερή και δεξιά στροφή, αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας· |
6.3.6. |
προσέγγιση/έξοδος από αυτοκινητοδρόμους ή παρεμφερείς δρόμους (εφόσον υπάρχουν): είσοδος από την λωρίδα επιτάχυνσης· έξοδος από τη λωρίδα επιβράδυνσης· |
6.3.7. |
προσπέρασμα/διέλευση: προσπέρασμα άλλων οχημάτων (εφόσον είναι δυνατόν)· οδήγηση κατά μήκος εμποδίων π.χ. σταθμευμένων αυτοκινήτων· άφεση προσπεράσματος από άλλα αυτοκίνητα (εφόσον επιτρέπεται)· |
6.3.8. |
ειδικά οδικά χαρακτηριστικά (εφόσον υπάρχουν): ισόπεδοι κυκλικοί κόμβοι, διέλευση ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης· στάσεις τραμ/λεωφορείων· διαβάσεις πεζών· οδήγηση σε απότομη ανωφέρεια/κατωφέρεια· |
6.3.9. |
αναγκαίες προφυλάξεις κατά την αποβίβαση από το όχημα. |
7. Εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς για τις κατηγορίες Β, Β1 και ΒΕ
7.1. Προετοιμασία και τεχνικός έλεγχος του οχήματος για την οδική ασφάλεια
Οι υποψήφιοι αποδεικνύουν ότι είναι ικανοί να προετοιμάζονται για να οδηγήσουν ασφαλώς εκπληρώνοντας τις ακόλουθες απαιτήσεις:
7.1.1. |
προσαρμογή του καθίσματος εφόσον χρειάζεται για την επίτευξη ορθής θέσης καθημένου· |
7.1.2. |
προσαρμογή κατόπτρων, τοποθέτηση ζωνών ασφαλείας και προσκεφάλων εφόσον υπάρχουν· |
7.1.3. |
έλεγχος ορθής ασφάλισης των θυρών· |
7.1.4. |
διενέργεια δειγματοληπτικού ελέγχου της κατάστασης των ελαστικών, του συστήματος διεύθυνσης και πέδησης, των υγρών (π.χ. λάδι κινητήρα, ψυκτικού, υγρού υαλοκαθαριστήρα), των φώτων, των ανακλαστήρων, των δεικτών διεύθυνσης και των ηχητικών οργάνων· |
7.1.5. |
έλεγχος των παραγόντων ασφαλείας που συνδέονται με την φόρτωση του οχήματος: αμάξωμα, ελάσματα, θύρες του διαμερίσματος φορτίου, μανδάλωση του θαλάμου, τρόπος φόρτωσης στερέωση φορτίου (κατηγορία Β+Ε μόνο)· |
7.1.6. |
έλεγχος του μηχανισμού ζεύξης και της πέδης και των ηλεκτρολογικών συνδέσεων (κατηγορία ΒΕ μόνο). |
7.2. Κατηγορίες Β και Β1: δοκιμασία ειδικών ελιγμών για την οδική ασφάλεια
Ελέγχεται μία επιλογή από τους ελιγμούς που ακολουθούν (τουλάχιστον δύο ελιγμοί για τα τέσσερα σημεία, συμπεριλαμβανομένου ενός με οπισθοπορεία):
7.2.1. |
οπισθοπορεία σε ευθεία γραμμή ή οπισθοπορεία με στροφή δεξιά ή αριστερά διατηρούμενης ταυτόχρονα της ορθής λωρίδας κυκλοφορίας· |
7.2.2. |
στροφή του οχήματος για να έλθει κατά μέτωπο προς το αντίθετο ρεύμα, με χρήση των εμπρός και όπισθεν ταχυτήτων· |
7.2.3. |
στάθμευση του οχήματος και εγκατάλειψη του χώρου στάθμευσης (παράλληλα, πλάγια ή δεξιά, εμπρός ή όπισθεν, σε επίπεδο χώρο, σε ανωφέρεια ή κατωφέρεια)· |
7.2.4. |
κατάλληλη πέδηση μπροστά από σήμα stop· η εκτέλεση πάντως ακινητοποίησης έκτακτης ανάγκης είναι προαιρετική. |
7.3. Κατηγορία ΒΕ: δοκιμασία ειδικών ελιγμών για την οδική ασφάλεια:
7.3.1. |
αποσύνδεση ρυμουλκούμενου από μηχανοκίνητο όχημα και επανασύνδεσή του με αυτό· ο ελιγμός αυτός αρχίζει με το όχημα παρακείμενο στο ρυμουλκούμενο (για παράδειγμα όχι στην ίδια ευθεία) έτσι ώστε να αξιολογείται η ικανότητα του οδηγού να ευθυγραμμίζει με ασφάλεια το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο όπως και η ικανότητά του να αποσυνδέει και να επανασυνδέει το όχημα από/στο ρυμουλκούμενο· |
7.3.2. |
οπισθοπορεία σε καμπύλη, η γραμμή της οποίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών· |
7.3.3. |
Ασφαλής στάθμευση για φόρτωση/εκφόρτωση. |
7.4. Συμπεριφορά στην κυκλοφορία
Οι υποψήφιοι οφείλουν να επιτελέσουν όλες τις ενέργειες που ακολουθούν υπό φυσιολογικές συνθήκες κυκλοφορίας, με πλήρη ασφάλεια και λαμβάνοντας όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις:
7.4.1. |
εκκίνηση: από χώρο στάθμευσης, μετά από στάση στην κυκλοφορία, κατά την έξοδο από δευτερεύοντα δρόμο· |
7.4.2. |
οδήγηση σε ευθεία οδό· συμπεριφορά προς τα οχήματα του αντιθέτου ρεύματος, ακόμη και σε περιορισμένο χώρο· |
7.4.3. |
οδήγηση σε καμπύλη· |
7.4.4. |
διασταυρώσεις: προσέγγιση και διέλευση από συμβολές δρόμων και κόμβους· |
7.4.5. |
αλλαγή κατεύθυνσης: στροφή αριστερά και δεξιά· αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας· |
7.4.6. |
είσοδος σε αυτοκινητόδρομο ή παρεμφερή δρόμο (εφόσον υπάρχει)/έξοδος από αυτόν: είσοδος από τη λωρίδα επιτάχυνσης· έξοδος από τη λωρίδα επιβράδυνσης· |
7.4.7. |
προσπέρασμα/διέλευση: προσπέρασμα άλλων οχημάτων του αυτού ρεύματος (κατά το δυνατόν)· οδήγηση κατά μήκος εμποδίων π.χ. σταθμευμένα αυτοκίνητα· προσπέρασμα του οδηγούμενου αυτοκινήτου από άλλα αυτοκίνητα της κυκλοφορίας (κατά περίπτωση)· |
7.4.8. |
ειδικά οδικά χαρακτηριστικά (εφόσον υπάρχουν): ισόπεδος κυκλικός κόμβος, ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις· στάσεις τραμ/λεωφορείων· διαβάσεις πεζών· οδήγηση σε επιμήκη ανωφέρεια/κατωφέρεια· |
7.4.9. |
λήψη των αναγκαίων προφυλάξεων κατά την αποβίβαση από το όχημα. |
8. Εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς για τις κατηγορίες C, CΕ, C1, C1Ε, D, DΕ, D1 και D1Ε
8.1. Προετοιμασία και τεχνικός έλεγχος του οχήματος για την οδική ασφάλεια
Οι υποψήφιοι οφείλουν να αποδείξουν ότι είναι ικανοί να προετοιμάζονται να οδηγούν με ασφάλεια ικανοποιώντας τις ακόλουθες απαιτήσεις:
8.1.1. |
προσαρμογή του καθίσματος για να επιτευχθεί η ορθή θέση καθημένου· |
8.1.2. |
προσαρμογή κατόπτρων, τοποθέτηση ζωνών ασφαλείας· |
8.1.3. |
εκτέλεση δειγματοληπτικών ελέγχων της κατάστασης των ελαστικών, του συστήματος διεύθυνσης και πέδησης, των φώτων, των ανακλαστήρων, των δεικτών κατεύθυνσης και του ηχητικού οργάνου· |
8.1.4. |
έλεγχος του σερβομηχανισμού των συστημάτων πέδησης προσαρμογή προσκεφάλων εφόσον υπάρχουν· και μετάδοσης της κίνησης· έλεγχος της κατάστασης των τροχών, των κοχλιών, των λασπωτήρων, του εμπρόσθιου υαλοπίνακα, των παραθύρων και των υαλοκαθαριστήρων, των υγρών (π.χ. λάδι μηχανής ψυκτικό, υγρό υαλοκαθαριστήρων)· έλεγχος και χρήση των χειριστηρίων, καθώς και της συσκευής ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85· |
8.1.5. |
έλεγχος της πίεσης του αέρα, των δεξαμενών αέρα και της ανάρτησης· |
8.1.6. |
έλεγχος των παραγόντων ασφαλείας που συνδέονται με τη φόρτωση του οχήματος: αμάξωμα, ελάσματα, θύρες διαμερίσματος φορτίου, μηχανισμός φόρτωσης (αν υπάρχει), ασφάλιση του θαλάμου (εάν υπάρχει), τρόπος φόρτωση, στερέωση φορτίου (κατηγορίες C, CΕ, C1, C1Ε μόνο)· |
8.1.7. |
έλεγχος του μηχανισμού ζεύξης και της πέδης και των ηλεκτρολογικών συνδέσεων (κατηγορίες CΕ, C1Ε, DΕ, D1Ε μόνο)· |
8.1.8. |
ικανότητα λήψης ειδικών μέτρων ασφαλείας στο αυτοκίνητο· έλεγχος αμαξώματος, θυρών, εξόδων κινδύνου, εξοπλισμού πρώτων βοηθειών, πυροσβεστήρων και άλλων εξοπλισμών ασφαλείας (κατηγορίες D, DΕ, D1, D1Ε μόνο)· |
8.1.9. |
ανάγνωση οδικού χάρτη (προαιρετική). |
8.2. Δοκιμασία ειδικών ελιγμών για την οδική ασφάλεια:
8.2.1. |
αποσύνδεση ρυμουλκούμενου ή ημιρυμουλκούμενου από μηχανοκίνητο όχημα και επανασύνδεσή του με αυτό· ο ελιγμός πρέπει να αρχίζει με το όχημα παρακείμενο στο ρυμουλκούμενό του (για παράδειγμα όχι στην ίδια ευθεία) έτσι ώστε να αξιολογείται η ικανότητα του οδηγού να ευθυγραμμίζει με ασφάλεια το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο όπως και ικανότητά του να αποσυνδέει και να επανασυνδέει το όχημα από/στο ρυμουλκούμενο (κατηγορίες CΕ, C1Ε, DΕ, D1Ε μόνο)· |
8.2.2. |
οπισθοπορεία σε καμπύλη, η γραμμή της οποίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών· |
8.2.3. |
ασφαλής στάθμευση για φόρτωση/εκφόρτωση σε κεκλιμένο επίπεδο/εξέδρα ή παρόμοια εγκατάσταση (κατηγορίες C, CΕ, C1, C1Ε μόνο)· |
8.2.4. |
στάθμευση για την ασφαλή επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών λεωφορείου (κατηγορίες D, DΕ, D1, D1Ε μόνο). |
8.3. Συμπεριφορά κατά την κυκλοφορία
Οι υποψήφιοι οφείλουν να επιτελούν τις ακόλουθες ενέργειες υπό φυσιολογικές συνθήκες κυκλοφορίας, με πλήρη ασφάλεια και λαμβάνοντας όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις:
8.3.1. |
εκκίνηση: από χώρο στάθμευσης, μετά από στάση κατά την κυκλοφορία κατά την έξοδο από δευτερεύοντα δρόμο· |
8.3.2. |
συμπεριφορά προς τα οχήματα του αντιθέτου ρεύματος, ακόμη και σε περιορισμένο χώρο· |
8.3.3. |
οδήγηση σε καμπύλη· |
8.3.4. |
διασταυρώσεις: προσέγγιση και διέλευση από συμβολές δρόμων και κόμβους· |
8.3.5. |
αλλαγή κατεύθυνσης: αριστερή και δεξιά στροφή· αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας· |
8.3.6. |
είσοδος/έξοδος από αυτοκινητόδρομο ή παρεμφερή δρόμο (εφόσον υπάρχει): είσοδος από τη λωρίδα επιτάχυνσης· έξοδος από τη λωρίδα επιβράδυνσης· |
8.3.7. |
προσπέρασμα/διέλευση: προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων (κατά το δυνατόν)· οδήγηση κατά μήκος εμποδίων π.χ. σταθμευμένα αυτοκίνητα προσπέρασμα του οδηγούμενου αυτοκινήτου από άλλα αυτοκίνητα (κατά περίπτωση)· |
8.3.8. |
ειδικά οδικά χαρακτηριστικά (εφόσον υπάρχουν): ισόπεδοι κυκλικοί κόμβοι, ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, στάσεις τραμ/λεωφορείων, διαβάσεις πεζών, οδήγηση σε επιμήκη ανωφέρεια/κατωφέρεια· |
8.3.9. |
λήψη των αναγκαίων προφυλάξεων κατά την αποβίβαση από το όχημα. |
9. Βαθμολόγηση της εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς
9.1. |
Για κάθε μία από τις προαναφερθείσες καταστάσεις οδήγησης, η αξιολόγηση πρέπει να αντανακλά το βαθμό άνεσης με τον οποίο ο υποψήφιος χειρίζεται τα χειριστήρια του οχήματος και την ικανότητα που επέδειξε κατά την οδήγηση στην κυκλοφορία με πλήρη ασφάλεια. Ο εξεταστής οφείλει να αισθάνεται ασφαλής καθόλη τη διάρκεια της δοκιμασίας. Τα σφάλματα οδήγησης ή η επικίνδυνη συμπεριφορά που θέτει αμέσως σε κίνδυνο την ασφάλεια του οχήματος εξέτασης, τους επιβάτες του ή άλλους χρήστες της οδού πρέπει να κυρώνονται με αποτυχία του εξεταζομένου, είτε πρέπει είτε δεν πρέπει να παρέμβει ο εξεταστής ή ο συνοδός. Παρόλα αυτά, ο εξεταστής είναι ελεύθερος να αποφασίσει κατά πόσον η εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς πρέπει να ολοκληρωθεί ή όχι. Οι εξεταστές οφείλουν να είναι εκπαιδευμένοι ούτως ώστε να αξιολογούν ορθά την ικανότητα ασφαλούς οδήγησης των υποψηφίων. Το έργο των εξεταστών πρέπει να παρακολουθείται και να επιτηρείται, από φορέα εξουσιοδοτημένο από το κράτος μέλος, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ορθή και συνεπής εφαρμογή της αξιολόγησης των σφαλμάτων σύμφωνα με τα πρότυπα που ορίζει το παρόν παράρτημα. |
9.2. |
Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης, οι εξεταστές οφείλουν να προσέχουν ιδιαίτερα εάν ο υποψήφιος επιδεικνύει αμυντική και κοινωνική συμπεριφορά οδήγησης. Η συμπεριφορά αυτή πρέπει να αντανακλάται σε όλον τον τρόπο οδήγησης και ο εξεταστής οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη γενική εικόνα του υποψηφίου. Στην εικόνα αυτή περιλαμβάνεται η προσαρμοσμένη και αποφασιστική (ασφαλής) οδήγηση, λαμβανομένων υπόψη των οδικών και καιρικών συνθηκών, της υπόλοιπης κυκλοφορίας, των συμφερόντων των υπόλοιπων χρηστών της οδού (ιδιαίτερα των πλέον ευάλωτων) και της πρόβλεψης των κινήσεων. |
9.3. |
Ο εξεταστής εξετάζει επίσης κατά πόσον ο υποψήφιος:
|
10. Διάρκεια της εξέτασης
Η διάρκεια της εξέτασης και η διανυόμενη απόσταση πρέπει να επαρκούν για να αξιολογηθούν τα προσόντα και η συμπεριφορά σύμφωνα με όσα ορίζει η παράγραφος Β του παρόντος παραρτήματος. Σε καμία περίπτωση η διάρκεια της δοκιμασίας οδήγησης επί της οδού δεν πρέπει να είναι μικρότερη των 25 λεπτών για τις κατηγορίες Α, Α1, Α2 Β, Β1 και ΒΕ και των 45 λεπτών για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Στον χρόνο αυτό δεν περιλαμβάνεται η υποδοχή του υποψηφίου, η προετοιμασία του οχήματος, ο τεχνικός έλεγχος του οχήματος για την οδική ασφάλεια, οι ειδικοί ελιγμοί και η αναγγελία του αποτελέσματος της πρακτικής εξέτασης.
11. Τόπος της εξέτασης
Η δοκιμασία για την αξιολόγηση των ειδικών ελιγμών μπορεί να πραγματοποιηθεί σε ειδικό γήπεδο εξέτασης. Εφόσον πρακτικά είναι δυνατόν, η δοκιμασία για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς σε κατάσταση κυκλοφορίας πρέπει να διενεργείται σε δρόμους εκτός δομημένων περιοχών, σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας και αυτοκινητοδρόμους (ή παρόμοιους), καθώς και σε όλων των ειδών τις αστικές οδούς (περιοχές κατοικίας, περιοχές όπου επιτρέπεται η ταχύτητα από 30 έως 50 km/h, αστικούς άξονες ταχείας κυκλοφορίας), οι οποίοι πρέπει να αντιπροσωπεύουν τους διαφόρους τύπους δυσκολίας που ενδέχεται να συναντήσουν οι οδηγοί. Κρίνεται επίσης σκόπιμο να διενεργείται η δοκιμασία υπό ποικίλες συνθήκες πυκνότητας της κυκλοφορίας. Ο χρόνος οδήγησης επί της οδού πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το βέλτιστο τρόπο ούτως ώστε να αξιολογείται ο υποψήφιος σε όλες τις περιοχές κυκλοφορίας που μπορεί να συναντήσει, με ιδιαίτερη έμφαση στη μεταβολή των συνθηκών μεταξύ αυτών των περιοχών.
II. ΓΝΩΣΕΙΣ, ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΗ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΟΥ ΟΧΗΜΑΤΟΣ
Οι οδηγοί όλων των μηχανοκίνητων οχημάτων οφείλουν ανά πάσα στιγμή να διαθέτουν τις γνώσεις, τα προσόντα και τη συμπεριφορά που περιγράφεται στα σημεία 1 έως 9, προκειμένου να:
— |
αναγνωρίζουν τους κυκλοφοριακούς κινδύνους και να εκτιμούν τη σοβαρότητά τους, |
— |
να έχουν επαρκή έλεγχο του αυτοκινήτου τους ώστε να μην δημιουργούν επικίνδυνες καταστάσεις και να μην αντιδρούν ακατάλληλα σε περίπτωση επικίνδυνης κατάστασης, |
— |
να συμμορφώνονται προς τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, και ιδίως εκείνους που αφορούν την αποφυγή οδικών ατυχημάτων και τη διατήρηση της κυκλοφοριακής ροής, |
— |
να ανιχνεύουν τυχόν πρωτίστης σημασίας τεχνικές βλάβες του οχήματός τους, ιδίως εκείνες που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια, και να τις επισκευάζουν με κατάλληλο τρόπο, |
— |
να λαμβάνουν υπόψη όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά οδήγησης (π.χ. κατανάλωση οινοπνεύματος, κόπωση, κακή όραση, κ.λπ.) έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλες τις σωματικές και διανοητικές τους ικανότητες που χρειάζονται για την ασφαλή οδήγηση, |
— |
να συνεπικουρούν την ασφάλεια όλων των χρηστών της οδού, και ιδίως των πλέον αδύναμων και των πλέον εκτεθειμένων επιδεικνύοντας τον δέοντα σεβασμό προς τους άλλους. |
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι οδηγοί που έχουν απωλέσει τις γνώσεις, τα προσόντα και τη συμπεριφορά σύμφωνα με όσα ορίζουν τα σημεία 1 έως 9 ανωτέρω να μπορέσουν να ανακτήσουν τις εν λόγω γνώσεις και προσόντα και να εξακολουθήσουν να επιδεικνύουν τη συμπεριφορά που απαιτείται για την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος.
(1) ΕΕ L 370, 31.12.1985, σ. 1. Κανονισμός που καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 102, 11.4.2006, σ. 1).
(2) ΕΕ L 370, 31.12.1985, σ. 8. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 561/2006.
(3) Οδηγία 2000/56/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την άδεια οδήγησης (ΕΕ L 237, 21.9.2000, σ. 45).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΟΔΗΓΗΣΗΣ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΟΥ ΟΧΗΜΑΤΟΣ
ΟΡΙΣΜΟΙ
1. |
Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, οι οδηγοί κατατάσσονται σε δύο ομάδες:
|
2. |
Κατ' αναλογία, οι υποψήφιοι για τη χορήγηση ή την ανανέωση μιας άδειας οδήγησης κατατάσσονται στην ομάδα στην οποία θα ανήκουν μετά τη χορήγηση ή την ανανέωση της άδειας. |
ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
3. |
Ομάδα 1 Οι υποψήφιοι πρέπει να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση, εάν κατά τη διεκπεραίωση των απαιτούμενων διατυπώσεων ή κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται για την απόκτηση άδειας, διαφανεί ότι παρουσιάζουν μία ή περισσότερες από τις ανικανότητες που αναφέρονται στο παρόν παράρτημα. |
4. |
Ομάδα 2 Οι υποψήφιοι πρέπει να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση πριν από την αρχική χορήγηση άδειας και στη συνέχεια, οι οδηγοί ελέγχονται δυνάμει του ισχύοντος εθνικούς συστήματος στο κράτος μέλος της κανονικής διαμονής στα πλαίσια κάθε ανανέωσης της άδειας οδήγησης. |
5. |
Κατά τη χορήγηση ή για κάθε μεταγενέστερη ανανέωση μιας άδειας οδήγησης, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την τήρηση αυστηρότερων κανόνων από αυτούς που προβλέπει το παρόν παράρτημα. |
ΟΡΑΣΗ
6. |
Κάθε υποψήφιος για την απόκτηση άδειας οδήγησης οφείλει να υποβάλλεται στις κατάλληλες εξετάσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι η όρασή του έχει την οξύτητα που απαιτείται για την οδήγηση μηχανοκίνητων οχημάτων. Σε περίπτωση αμφιβολιών όσον αφορά την επάρκεια της όρασής του, ο υποψήφιος πρέπει να εξετάζεται από την αρμόδια ιατρική αρχή. Κατά την εξέταση αυτή, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην οξύτητα της όρασης, το οπτικό πεδίο, την όραση υπό ατελή φωτισμό και τις προϊούσες οφθαλμικές ασθένειες. Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, οι ενδοφθάλμιοι φακοί δεν θεωρούνται διορθωτικοί φακοί. |
Ομάδα 1
6.1. |
Κάθε υποψήφιος για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας οδήγησης πρέπει να έχει διοφθαλμική οξύτητα όρασης, με οπτική διόρθωση εφόσον χρειάζεται, τουλάχιστον 0,5 με την ταυτόχρονη χρησιμοποίηση και των δύο οφθαλμών. Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται εφόσον προκύπτει από την ιατρική εξέταση ότι το οπτικό πεδίο είναι μικρότερο των 120o σε οριζόντιο επίπεδο, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων που δικαιολογούνται δεόντως από ευνοϊκή ιατρική γνωμάτευση και θετική πρακτική δοκιμασία, ή ότι ο ενδιαφερόμενος πάσχει από κάποια άλλη πάθηση της όρασης που μπορεί να υπονομεύσει την ασφάλεια της οδήγησής του. Εφόσον εντοπισθεί ή δηλωθεί μια προϊούσα οφθαλμική πάθηση, η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται, υπό την προϋπόθεση περιοδικής εξέτασης που πραγματοποιείται από μία αρμόδια ιατρική αρχή. |
6.2. |
Κάθε υποψήφιος για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας οδήγησης που πάσχει από λειτουργική ολική απώλεια της όρασης από τον ένα οφθαλμό, ή που χρησιμοποιεί μόνο έναν οφθαλμό, λόγου χάριν σε περίπτωση διπλωπίας, πρέπει να έχει οξύτητα όρασης τουλάχιστον 0,6, με οπτική διόρθωση, εφόσον χρειάζεται. Η αρμόδια ιατρική αρχή πρέπει να βεβαιώνει ότι αυτή η κατάσταση μονόφθαλμης όρασης προϋπάρχει από αρκετό χρόνο ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει προσαρμοστεί σ' αυτή και ότι το οπτικό πεδίο του οφθαλμού αυτού είναι φυσιολογικό. |
Ομάδα 2
6.3. |
Κάθε υποψήφιος για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας οδήγησης πρέπει να έχει οξύτητα όρασης και από τους δύο οφθαλμούς, με οπτική διόρθωση εφόσον χρειάζεται, τουλάχιστον 0,8 για τον οφθαλμό με την καλύτερη όραση και τουλάχιστον 0,5 για τον οφθαλμό με τη λιγότερο καλή όραση. Στην περίπτωση που οι τιμές 0,8 και 0,5 επιτυγχάνονται με τη βοήθεια οπτικής διόρθωσης, πρέπει η μη διορθωμένη οξύτητα του καθενός των δύο οφθαλμών να φθάνει το 0,05, ή η διόρθωση της ελάχιστης απαιτούμενης οξύτητας (0,8 και 0,5) να επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ομματοϋαλίων των οποίων η ισχύς δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 8 διοπτρίες περίπου, ή με την βοήθεια φακών επαφής (μη διορθωμένη όραση = 0,05). Η διόρθωση πρέπει να είναι καλώς ανεκτή. Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στην περίπτωση που ο υποψήφιος ή ο οδηγός δεν έχει φυσιολογικό διοφθαλμικό οπτικό πεδίο ή πάσχει από διπλωπία. |
ΑΚΟΗ
7. |
Η άδεια οδήγησης χορηγείται ή ανανεώνεται σε κάθε υποψήφιο ή οδηγό της ομάδας 2, υπό την επιφύλαξη γνωμοδότησης των αρμόδιων ιατρικών αρχών· κατά τις ιατρικές εξετάσεις πρέπει να λαμβάνονται ιδίως υπόψη οι δυνατότητες αντιστάθμισης. |
ΑΤΟΜΑ ΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
8. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται σε υποψηφίους ή οδηγούς που πάσχουν από πάθηση ή ανωμαλία του κινητικού συστήματος η οποία καθιστά επικίνδυνη την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος. |
Ομάδα 1
8.1. |
Μετά από γνωμάτευση αρμόδιας ιατρικής αρχής είναι δυνατό να χορηγείται, εφόσον είναι σκόπιμο, άδεια οδήγησης με περιοριστικούς όρους, σε οποιοδήποτε υποψήφιο ή οδηγό που μειονεκτεί σωματικά. Η γνωμάτευση αυτή πρέπει να στηρίζεται σε ιατρική αξιολόγηση της εν λόγω πάθησης ή ανωμαλίας και, εφόσον χρειάζεται, σε πρακτική δοκιμασία, πρέπει δε να συνοδεύεται από την ένδειξη του τύπου της διάταξης με την οποία πρέπει να είναι εφοδιασμένο το όχημα καθώς και του κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος οφείλει να φέρει ορθοπεδική συσκευή, στο μέτρο που ο έλεγχος της ικανότητας και της συμπεριφοράς αποδεικνύει ότι, με τα μέσα αυτά, η οδήγηση δεν είναι επικίνδυνη. |
8.2. |
Η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται στους υποψήφιους που πάσχουν από προϊούσα πάθηση, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλονται σε περιοδικές εξετάσεις προκειμένου να ελέγχεται η ικανότητά τους να οδηγούν το όχημά τους με ασφάλεια. Εφόσον η αναπηρία είναι στατική, η άδεια οδήγησης είναι δυνατόν να χορηγείται ή να ανανεώνεται χωρίς να επιβάλλεται τακτική ιατρική εξέταση. |
Ομάδα 2
8.3. |
Η αρμόδια ιατρική αρχή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη της τους πρόσθετους κινδύνους που συνδέονται με την οδήγηση οχημάτων από άτομα που εμπίπτουν στον ορισμό της ομάδας αυτής. |
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ
9. |
Οι παθήσεις που μπορούν να εκθέσουν τους υποψηφίους ή τους οδηγούς για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας οδήγησης σε αιφνίδια ανεπάρκεια του καρδιαγγειακού συστήματός τους η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει αιφνίδια αλλοίωση των εγκεφαλικών λειτουργιών, συνιστούν κινδύνους για την οδική ασφάλεια. |
Ομάδα 1
9.1. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψήφιους που πάσχουν από σοβαρές διαταραχές του καρδιακού ρυθμού. |
9.2. |
Η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται στους υποψήφιους ή οδηγούς που φέρουν συσκευή διέγερσης της καρδιακής λειτουργίας, υπό την επιφύλαξη έγκυρης ιατρικής γνωμάτευσης και τακτικού ιατρικού ελέγχου. |
9.3. |
Η χορήγηση ή η ανανέωση μιας άδειας οδήγησης στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που πάσχουν από ανωμαλίες της αρτηριακής πίεσης πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα στοιχεία της εξέτασης, τις ενδεχόμενες σχετικές επιπλοκές και τον κίνδυνο που ενδέχεται να συνιστούν για την ασφάλεια της κυκλοφορίας. |
9.4. |
Κατά κανόνα, η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψήφιους ή τους οδηγούς που πάσχουν από στηθάγχη αναπαύσεως ή κινήσεως. Η χορήγηση ή η ανανέωση άδειας οδήγησης στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που έχουν στο ιστορικό τους έμφραγμα του μυοκαρδίου υπόκειται σε έγκυρη ιατρική γνωμάτευση και, εφόσον χρειάζεται, σε τακτικό ιατρικό έλεγχο. |
Ομάδα 2
9.5. |
Η αρμόδια ιατρική αρχή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη της τους πρόσθετους κινδύνους που συνδέονται με την οδήγηση οχημάτων από άτομα που εμπίπτουν στον ορισμό της ομάδας αυτής. |
ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ
10. |
Η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, υπό την προϋπόθεση έγκυρης ιατρικής γνωμάτευσης και κατάλληλου για κάθε περίπτωση τακτικού ιατρικού ελέγχου. |
Ομάδα 2
10.1. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που υπάγονται στην ομάδα αυτή και πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη που απαιτεί θεραπεία με ινσουλίνη, εκτός πολύ εξαιρετικών περιπτώσεων, δεόντως αιτιολογημένων με έγκυρη ιατρική γνωμάτευση και υπό την προϋπόθεση τακτικού ιατρικού ελέγχου. |
ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
11. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που πάσχουν από σοβαρή νευρολογική πάθηση, εκτός εάν η αίτηση υποστηρίζεται από έγκυρη ιατρική γνωμάτευση. Προς το σκοπό αυτό, οι νευρολογικές διαταραχές που οφείλονται σε παθήσεις ή εγχειρήσεις του κεντρικού ή του περιφερειακού νευρικού συστήματος, και οι οποίες εκφράζονται με κινητικά, αισθητικά ή τροφικά συμπτώματα που διαταράσσουν την ισορροπία και το συντονισμό, πρέπει να αντιμετωπίζονται ανάλογα με τις λειτουργικές δυνατότητες και την εξελιξιμότητά τους. Στις περιπτώσεις αυτές, η χορήγηση ή η ανανέωση άδειας οδήγησης μπορεί να εξαρτάται από περιοδικές εξετάσεις, σε περίπτωση κινδύνου επιδείνωσης. |
12. |
Οι κρίσεις επιληψίας και οι άλλες βίαιες διαταραχές της συνειδησιακής κατάστασης συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για την οδική ασφάλεια, εφόσον εκδηλώνονται κατά τη διάρκεια της οδήγησης ενός μηχανοκίνητου οχήματος. |
Ομάδα 1
12.1. |
Η χορήγηση ή η ανανέωση άδειας είναι δυνατή υπό την προϋπόθεση εξέτασης από αρμόδια αρχή και τακτικού ιατρικού ελέγχου. Η αρχή αυτή πρέπει να κρίνει αν όντως υπάρχει επιληψία ή άλλες συνειδησιακές διαταραχές καθώς και τη μορφή και την κλινική εξέλιξή τους (λόγου χάριν απουσία κρίσεων από διετίας), την ακολουθούμενη θεραπεία και τα θεραπευτικά αποτελέσματα. |
Ομάδα 2
12.2. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψήφιους ή τους οδηγούς που προβάλλονται από, ή που ενδέχεται να έχουν κρίσεις επιληψίας ή άλλες βίαιες διαταραχές της συνειδησιακής κατάστασης. |
ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
Ομάδα 1
13.1. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς:
εκτός εάν η αίτηση υποστηρίζεται από έγκυρη ιατρική γνωμάτευση και υπό την προϋπόθεση, εάν υπάρχει ανάγκη, τακτικού ιατρικού ελέγχου. |
Ομάδα 2
13.2. |
Η αρμόδια ιατρική αρχή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη της τους πρόσθετους κινδύνους που συνδέονται με την οδήγηση των οχημάτων από άτομα που εμπίπτουν στον ορισμό της ομάδας αυτής. |
ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ
14. |
Η κατανάλωση οινοπνεύματος συνιστά σοβαρούς κινδύνους για την οδική ασφάλεια. Λόγω της σοβαρότητας του προβλήματος, επιβάλλεται αυστηρή επαγρύπνηση σε ιατρικό επίπεδο. |
Ομάδα 1
14.1. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που τελούν σε κατάσταση εξάρτησης από το οινόπνευμα, ή που δεν μπορούν να αποσυνδέσουν την οδήγηση από την κατανάλωση οινοπνεύματος. Η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που έχουν περάσει από κατάσταση εξάρτησης από το οινόπνευμα, αφού περατωθεί μια περίοδος αποδεδειγμένης αποχής και υπό την προϋπόθεση έγκυρης ιατρικής γνωμάτευσης και τακτικού ιατρικού ελέγχου. |
Ομάδα 2
14.2. |
Η αρμόδια ιατρική αρχή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη της τους πρόσθετους κινδύνους που συνδέονται με την οδήγηση οχημάτων από άτομα που εμπίπτουν στον ορισμό της ομάδας αυτής. |
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΑ
15. |
Κατάχρηση: Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που τελούν σε κατάσταση εξάρτησης από ουσίες με ψυχοτρόπο δράση ή που, χωρίς να είναι εξαρτημένοι, καταναλώνουν τακτικά τις ουσίες αυτές, ανεξάρτητα από την κατηγορία της αιτούμενης άδειας. |
Τακτική κατανάλωση:
Ομάδα 1
15.1. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που καταναλίσκουν τακτικά ψυχότροπες ουσίες, υπό οποιανδήποτε μορφή και οι οποίες ενδέχεται να υπονομεύουν την ικανότητά τους να οδηγούν χωρίς κίνδυνο, εφόσον η λαμβανόμενη ποσότητα είναι τέτοια που να επιδρά δυσμενώς στην οδήγηση. Το ίδιο ισχύει για οποιοδήποτε άλλο φάρμακο ή συνδυασμό φαρμάκων που επιδρά στην ικανότητα οδήγησης. |
Ομάδα 2
15.2. |
Η αρμόδια ιατρική αρχή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη της τους πρόσθετους κινδύνους που συνδέονται με την οδήγηση οχημάτων από άτομα που εμπίπτουν στον ορισμό της ομάδας αυτής. |
ΝΕΦΡΙΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ
Ομάδα 1
16.1. |
Η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που πάσχουν από σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, υπό την προϋπόθεση έγκυρης ιατρικής γνωμάτευσης και υπό τον όρο ότι οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλονται σε περιοδικούς ιατρικούς ελέγχους. |
Ομάδα 2
16.2. |
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που πάσχουν από μη αναστρέψιμη σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων δεόντως αιτιολογημένων από έγκυρη ιατρική γνωμάτευση και με την προϋπόθεση τακτικού ιατρικού ελέγχου. |
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Ομάδα 1
17.1. |
Η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που έχουν υποστεί μεταμόσχευση οργάνου ή τεχνητή εμφύτευση που μπορεί να έχει επίδραση στην ικανότητα οδήγησης, υπό την προϋπόθεση έγκυρης ιατρικής γνωμάτευσης και, εφόσον χρειάζεται, τακτικού ιατρικού ελέγχου. |
Ομάδα 2
17.2. |
Η αρμόδια ιατρικά αρχή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη της τους πρόσθετους κινδύνους που συνδέονται με την οδήγηση οχημάτων από άτομα που εμπίπτουν στον ορισμό της ομάδας αυτής. |
18. |
Κατά κανόνα, η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που πάσχουν από πάθηση που δεν αναφέρεται στις προηγούμενες παραγράφους, η οποία ενδέχεται να αποτελεί ή να προκαλεί λειτουργική ανικανότητα που μπορεί να υπονομεύσει την οδική ασφάλεια κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός εάν η αίτηση υποστηρίζεται από έγκυρη γνωμάτευση και υπό την επιφύλαξη, εφόσον χρειάζεται, τακτικού ιατρικού ελέγχου. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΔΙΕΞΑΓΟΥΝ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
1. Προσόντα που πρέπει να διαθέτει ο εξεταστής οδήγησης
1.1 |
Ένα άτομο που είναι αρμόδιο να διεξάγει πρακτικές αξιολογήσεις, ως επιβάτης αυτοκινήτου, των επιδόσεων οδήγησης ενός υποψηφίου πρέπει να διαθέτει γνώσεις, δεξιότητες και κατανόηση των θεμάτων που αναφέρονται στα σημεία 1.2 έως 1.6. |
1.2 |
Τα προσόντα ενός εξεταστή πρέπει να σχετίζονται με την αξιολόγηση των επιδόσεων ενός υποψηφίου που ζητά άδεια οδήγησης της κατηγορίας στην οποία αντιστοιχεί η δοκιμασία οδήγησης στην οποία υποβάλλεται. |
1.3 |
Γνώσεις και κατανόηση της οδήγησης και αξιολόγηση:
|
1.4 |
Δεξιότητες αξιολόγησης:
|
1.5 |
Προσωπικές δεξιότητες οδήγησης:
|
1.6 |
Ποιότητα υπηρεσιών
|
1.7 |
Γνώσεις σχετικά με την τεχνική και τη φυσική του οχήματος
|
1.8 |
Οδήγηση κατά οικονομικό και φιλοπεριβαλλοντικό τρόπο. |
2. Γενικές προϋποθέσεις
2.1. |
Ο εξεταστής άδειας οδήγησης κατηγορίας Β:
|
2.2 |
Ο εξεταστής άδειας οδήγησης των λοιπών κατηγοριών:
|
2.3 Ισοδυναμίες
2.3.1 |
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε έναν εξεταστή να διεξάγει δοκιμασίες οδήγησης για τις κατηγορίες ΑΜ, Α1, Α2 και Α αφού αποκτήσει τα τυπικά προσόντα που αναφέρονται στο σημείο 3 για μία από τις κατηγορίες αυτές. |
2.3.2 |
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε έναν εξεταστή να διεξάγει δοκιμασίες οδήγησης για τις κατηγορίες C1, C, D1 και D αφού αποκτήσει τα τυπικά προσόντα που αναφέρονται στο σημείο 3 για μία από τις κατηγορίες αυτές. |
2.3.3 |
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε έναν εξεταστή να διεξάγει δοκιμασίες οδήγησης για τις κατηγορίες ΒΕ, C1Ε, CΕ, D1Ε και DΕ αφού αποκτήσει τα τυπικά προσόντα που αναφέρονται στο σημείο 3 για μία από τις κατηγορίες αυτές. |
3. Τυπικά προσόντα
3.1 Αρχική κατάρτιση
3.1.1 |
Πριν επιτραπεί σε ένα άτομο να διεξαγάγει δοκιμασίες οδήγησης, το άτομο αυτό πρέπει να έχει ολοκληρώσει ικανοποιητικά το πρόγραμμα κατάρτισης που μπορεί να ορίζει το κράτος μέλος προκειμένου να αποκτήσει τα προσόντα που αναφέρονται στο σημείο 1. |
3.1.2 |
Τα κράτη μέλη πρέπει να διευκρινίζουν εάν το περιεχόμενο ενός συγκεκριμένου προγράμματος κατάρτισης σχετίζεται με την αρμοδιότητα διεξαγωγής δοκιμασιών οδήγησης για μία ή για περισσότερες κατηγορίας άδειας οδήγησης. |
3.2 Εξετάσεις
3.2.1 |
Πριν επιτραπεί σε ένα άτομο να διεξαγάγει δοκιμασίες οδήγησης, το άτομο αυτό πρέπει να αποδεικνύει ικανοποιητικό επίπεδο γνώσεων, κατανόησης, δεξιοτήτων και ικανοτήτων όσον αφορά τα θέματα που αναφέρονται στο σημείο 1. |
3.2.2 |
Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν μια διαδικασία εξετάσεων κατά την οποία αξιολογούνται, κατά παιδαγωγικώς κατάλληλο τρόπο, τα προσόντα του ατόμου που ορίζονται στο σημείο 1, ιδίως δε στο σημείο 1.4. Η διαδικασία εξέτασης πρέπει να περιλαμβάνει και θεωρητική και πρακτική συνιστώσα. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, επιτρέπεται να χρησιμοποιείται αξιολόγηση βάσει υπολογιστή. Οι λεπτομέρειες όσον αφορά τη φύση και τη διάρκεια των τυχόν δοκιμασιών και αξιολογήσεων στο πλαίσιο της εξέτασης καθορίζονται από τα επιμέρους κράτη μέλη. |
3.2.3 |
Τα κράτη μέλη πρέπει να διευκρινίζουν εάν το περιεχόμενο μιας συγκεκριμένης εξέτασης σχετίζεται με την αρμοδιότητα διεξαγωγής δοκιμασιών οδήγησης για μία ή για περισσότερες κατηγορίας άδειας οδήγησης. |
4. Εξασφάλιση της ποιότητας και διαρκής επιμόρφωση
4.1 Εξασφάλιση της ποιότητας
4.1.1 |
Τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν ρυθμίσεις εξασφάλισης της ποιότητας για τη διατήρηση του επιπέδου των εξεταστών οδήγησης. |
4.1.2 |
Οι ρυθμίσεις εξασφάλισης της ποιότητας θα πρέπει να συνεπάγονται την εποπτεία των εξεταστών κατά την εργασία τους, την μετεκπαίδευσή τους και την επαναδιαπίστευσή τους, τη συνεχή επαγγελματική τους εξέλιξη, καθώς και περιοδική επανεξέταση των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών οδήγησης που έχουν διεξαγάγει. |
4.1.3 |
Τα κράτη μέλη πρέπει να ορίζουν ότι κάθε εξεταστής υπόκειται σε ετήσια εποπτεία κατά την οποία εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις εξασφάλισης της ποιότητας που αναφέρονται στο σημείο 4.1.2. Εξάλλου, τα κράτη μέλη πρέπει να ορίζουν ότι κάθε εξεταστής επιτηρείται κατά τη διεξαγωγή των δοκιμασιών μια φορά ανά 5ετία, επί συνολική διάρκεια τουλάχιστον μισής ημέρας, ώστε να είναι δυνατή η επιτήρηση περισσότερων της μιας δοκιμασιών. Όταν διαπιστώνονται προβλήματα, θα πρέπει να λαμβάνονται επανορθωτικά μέτρα. Το άτομο που ασκεί την εποπτεία πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτόν από το κράτος μέλος. |
4.1.4 |
Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι, όταν ένας εξεταστής είναι αρμόδιος να διεξάγει δοκιμασίες οδήγησης σε περισσότερες της μιας κατηγορίες, η εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας για τις δοκιμασίες μιας κατηγορίας συνεπάγεται εκπλήρωση της υποχρέωσης για περισσότερες της μιας κατηγορίες. |
4.1.5 |
Οι εξετάσεις οδήγησης πρέπει να παρακολουθούνται και να εποπτεύονται από φορέα εξουσιοδοτημένο από το κράτος μέλος, ώστε να εξασφαλίζεται ορθή και συνεπής εφαρμογή της αξιολόγησης. |
4.2 Διαρκής επιμόρφωση
4.2.1 |
Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι, για να παραμένουν αρμόδιοι, οι εξεταστές οδήγησης, ανεξάρτητα από τον αριθμό κατηγοριών για τις οποίες είναι διαπιστευμένοι, παρακολουθούν:
|
4.2.2 |
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι παρέχεται αμέσως ειδική κατάρτιση στους εξεταστές για τους οποίους, μέσω του υφιστάμενου συστήματος εξασφάλισης της ποιότητας, διαπιστώθηκε ότι εκτελούν πλημμελώς τα καθήκοντά τους. |
4.2.3 |
Η διαρκής επιμόρφωση μπορεί να έχει τη μορφή ενημέρωσης, διδασκαλίας σε τάξη, συμβατικής ή ηλεκτρονικής μάθησης, είναι δε δυνατόν να παρέχεται είτε σε ατομική είτε σε ομαδική βάση. Μπορεί να περιλαμβάνει την επαναδιαπίστευση επιπέδου που κρίνουν κατάλληλη τα κράτη μέλη. |
4.2.4 |
Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι, όταν ένας εξεταστής είναι αρμόδιος να διεξάγει δοκιμασίες οδήγησης σε περισσότερες της μιας κατηγορίες, η εκπλήρωση της υποχρέωσης διαρκούς επιμόρφωσης για τις δοκιμασίες μιας κατηγορίας συνεπάγεται εκπλήρωση της υποχρέωσης για περισσότερες της μιας κατηγορίες, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στο σημείο 4.2.5. |
4.2.5 |
Όταν ένας εξεταστής δεν έχει διεξαγάγει δοκιμασίες για μια κατηγορία κατά τη διάρκεια μιας 24μηνης περιόδου, ο εξεταστής υποβάλλεται σε κατάλληλη επαναξιολόγηση πριν του επιτραπεί να διεξαγάγει δοκιμασίες οδήγησης για την κατηγορία αυτήν. Η επαναξιολόγηση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται ως μέρος της απαίτησης που αναφέρεται στο σημείο 4.2.1. |
5. Κεκτημένα δικαιώματα
5.1 |
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα άτομα που είναι αρμόδια να διεξάγουν δοκιμασίες οδήγησης πριν από την έναρξη ισχύος των παρουσών διατάξεων να εξακολουθούν να διεξάγουν δοκιμασίες οδήγησης, ανεξαρτήτως του εάν τους έχει χορηγηθεί η σχετική αρμοδιότητα σύμφωνα με τις γενικές προϋποθέσεις του σημείου 2 ή με τη διαδικασία τυπικών προσόντων του σημείου 3. |
5.2 |
Ωστόσο, οι εξεταστές αυτοί υπόκεινται στις ρυθμίσεις τακτικής εποπτείας και εξασφάλισης της ποιότητας που αναφέρονται στο σημείο 4. |
(1) ΕΕ L 199, 31.7.1985, σ. 56.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΟΔΗΓΩΝ ΓΙΑ ΣΥΝΟΛΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΟΠΩΣ ΚΑΘΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΔΑΦΙΟ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4, ΣΤΟΙΧΕΙΟ Β)
1. |
Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου:
|
2. |
Διάρκεια της εκπαίδευσης οδηγών
|
3. |
Περιεχόμενο της εκπαίδευσης οδηγών Η εκπαίδευση οδηγών καλύπτει τις γνώσεις, τις ικανότητες και τη συμπεριφορά όπως περιγράφονται στα στοιχεία 2 και 7 του παραρτήματος ΙΙ. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται:
το πρακτικό μέρος περιλαμβάνει τις ακόλουθες ασκήσεις: επιτάχυνση, επιβράδυνση, οπισθοπορεία, πέδηση, απόσταση ακινητοποίησης, αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, πέδηση/αποφυγή, ταλάντευση ρυμουλκούμενου, αποσύνδεση ρυμουλκούμενου από το μηχανοκίνητο όχημά του και επανασύνδεσή του, στάθμευση·
|
4. |
Διάρκεια και περιεχόμενο της δοκιμασίας ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς |
Η διάρκεια της δοκιμασίας και η απόσταση που διανύεται πρέπει να είναι επαρκείς για την αξιολόγηση των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς όπως καθορίζονται στο σημείο 3.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙ
ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΟΔΗΓΩΝ ΓΙΑ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΕΣ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Α (ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ)
1. |
Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου:
|
2. |
Διάρκεια της εκπαίδευσης οδηγών
|
3. |
Περιεχόμενο της εκπαίδευσης οδηγών
|
4. |
Διάρκεια και περιεχόμενο της δοκιμασίας ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς |
Η διάρκεια της δοκιμασίας και η απόσταση που διανύεται πρέπει να είναι επαρκείς για την αξιολόγηση των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς που καθορίζονται στο σημείο 3. του παρόντος παραρτήματος.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙ
Μέρος A
ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΗ ΟΔΗΓΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
(περί των οποίων το άρθρο 17)
Οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1) |
|
Οδηγία 94/72/ΕΚ του Συμβουλίου |
|
Οδηγία 96/47/ΕΚ του Συμβουλίου |
|
Οδηγία 97/26/ΕΚ του Συμβουλίου |
|
Οδηγία 2000/56/ΕΚ της Επιτροπής |
|
Οδηγία 2003/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, μόνον το άρθρο 10, παράγραφος 2 |
|
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, μόνο το Παράρτημα ΙΙ, σημείο 24 |
Μέρος B
ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
(περί των οποίων το άρθρο 17)
Οδηγία |
Προθεσμία μεταφοράς |
Ημερομηνία εφαρμογής |
Οδηγία 91/439/ΕΟΚ |
1η Ιουλίου 1994 |
1η Ιουλίου 1996 |
Οδηγία 94/72/ΕΚ |
- |
1η Ιανουαρίου 1995 |
Απόφαση 96/427/ΕΚ |
- |
16η Ιουλίου 1996 |
Οδηγία 96/47/ΕΚ |
1η Ιουλίου 1996 |
1η Ιουλίου 1996 |
Οδηγία 97/26/ΕΚ |
1η Ιανουαρίου 1998 |
1η Ιανουαρίου 1998 |
Οδηγία 2000/56/ΕΚ |
30ή Σεπτεμβρίου 2003 |
30ή Σεπτεμβρίου 2003, 30ή Σεπτεμβρίου 2008 (Παράρτημα II, σημείο 6.2.5) και 30ή Σεπτεμβρίου 2013 (Παράρτημα II, σημείο 5.2) |
Οδηγία 2003/59/ΕΚ |
10η Σεπτεμβρίου 2006 |
10η Σεπτεμβρίου 2008 (μεταφορά επιβατών) και 10η Σεπτεμβρίου 2009 (μεταφορά εμπορευμάτων) |
(1) Η οδηγία 91/439/EOK τροποποιήθηκε επίσης από την ακόλουθη μη καταργούμενη πράξη: Πράξη προσχώρησης του 1994
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIΙΙ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ
Οδηγία 91/439/EEC |
Παρούσα οδηγία |
Άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη φράση |
Άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη φράση |
Άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερη φράση |
— |
- |
Άρθρο 1, παράγραφος 2 |
Άρθρο 1, παράγραφος 2 |
Άρθρο 2, παράγραφος 1 |
- |
Άρθρο 2, παράγραφος 2 |
Άρθρο 1, παράγραφος 3 |
- |
Άρθρο 2, παράγραφος 1 |
Άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερη φράση |
Άρθρο 2, παράγραφος 2 |
Άρθρο 3, παράγραφος 1 |
|
Άρθρο 3, παράγραφος 2 |
|
Άρθρο 3, παράγραφος 3 |
Άρθρο 2, παράγραφος 3 |
- |
Άρθρο 2, παράγραφος 4 |
- |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, εισαγωγικές λέξεις |
Άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτη φράση |
- |
Άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση |
- |
Άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο β), πρώτο εδάφιο |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο β), δεύτερο εδάφιο |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τέταρτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο γ) |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πέμπτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο στ) |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, έκτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο ζ) |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, έβδομη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο ι) |
Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, όγδοη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο ια) |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εισαγωγικές λέξεις |
- |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α) |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο α) |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο δ) |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τέταρτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο ε) |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, πέμπτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο η) |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, έκτη περίπτωση, εισαγωγικές λέξεις |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο θ) |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, έκτη περίπτωση, πρώτη υποπερίπτωση |
- |
Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, έκτη περίπτωση, δεύτερη υποπερίπτωση |
- |
Άρθρο 3, παράγραφος 3, εισαγωγικές λέξεις |
- |
Άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 1, τρίτη φράση |
Άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, πρώτο εδάφιο |
Άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, δεύτερο εδάφιο |
- |
Άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 3, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 3, παράγραφος 3, πέμπτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση |
- |
Άρθρο 4, παράγραφος 3 |
Άρθρο 3, παράγραφος 4 |
- |
Άρθρο 3, παράγραφος 5 |
- |
Άρθρο 3, παράγραφος 6 |
Άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτη φράση |
- |
Άρθρο 4, παράγραφος 5, δεύτερη φράση |
Άρθρο 4 |
Άρθρο 5 |
Άρθρο 5, παράγραφος 1 |
Άρθρο 6, παράγραφος 1 |
Άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α) |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α) |
Άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β) |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β) |
Άρθρο 5, παράγραφος 2, εισαγωγικές λέξεις |
Άρθρο 6, παράγραφος 2, εισαγωγικές λέξεις |
Άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο α) |
Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο α) |
Άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β) |
Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β) |
- |
Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο γ) |
- |
Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο δ) |
- |
Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο ε) |
- |
Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο στ) |
Άρθρο 5, παράγραφος 3 |
- |
Άρθρο 5, παράγραφος 4 |
Άρθρο 6, παράγραφος 4 |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, εισαγωγικές λέξεις |
Άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερη φράση |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α), τρίτη περίπτωση |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), πρώτη περίπτωση |
Άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση |
|
Άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ), δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση, πρώτη εναλλακτική λύση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο β), πέμπτο εδάφιο |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση, δεύτερη εναλλακτική λύση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο γ), δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), τρίτη περίπτωση, πρώτη και δεύτερη εναλλακτική λύση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο ζ), δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), τρίτη περίπτωση, τρίτη και τέταρτη εναλλακτική λύση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο ε), τρίτη περίπτωση |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), πρώτη περίπτωση, πρώτη και δεύτερη εναλλακτική λύση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο ια), δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), πρώτη περίπτωση, τρίτη και τέταρτη εναλλακτική λύση |
Άρθρο 4, παράγραφος 4, σημείο (i), δεύτερη περίπτωση |
Άρθρο 6, παράγραφος 2 |
Άρθρο 4, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο |
- |
Άρθρο 4, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο |
Άρθρο 6, παράγραφος 3 |
Άρθρο 4, παράγραφος 6, τρίτο και τέταρτο εδάφιο |
Άρθρο 7, παράγραφος 1, εισαγωγικές λέξεις |
Άρθρο 7, παράγραφος 1, εισαγωγικές λέξεις |
Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α) |
Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α) |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β) |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ) |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δ) |
Άρθρο 7, παράγραφος 1(b) |
Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε) |
Άρθρο 7, παράγραφος 2 |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 3 |
- |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 2 |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 3 |
Άρθρο 7, παράγραφος 4 |
Άρθρο 7, παράγραφος 4 |
Άρθρο 7, παράγραφος 5 |
Άρθρο 7, παράγραφος 5, στοιχείο α) |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 5, στοιχείο β) |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 5, στοιχείο γ) |
- |
Άρθρο 7, παράγραφος 5, στοιχείο δ) |
Άρθρο 7α, παράγραφος 1 |
- |
Άρθρο 7α, παράγραφος 2 |
Άρθρο 8 |
Άρθρο 7β |
Άρθρο 9 |
- |
Άρθρο 10 |
Άρθρο 8 |
Άρθρο 11 |
Άρθρο 9 |
Άρθρο 12 |
Άρθρο 10 |
Άρθρο 13, παράγραφος 1 |
- |
Άρθρο 13, παράγραφος 2 |
Άρθρο 11 |
Άρθρο 14 |
Άρθρο 12, παράγραφος 1 |
- |
Άρθρο 12, παράγραφος 2 |
- |
Άρθρο 12, παράγραφος 3 |
Άρθρο 15 |
- |
Άρθρο 16 |
Άρθρο 13 |
Άρθρο 17, πρώτο εδάφιο |
- |
Άρθρο 17, δεύτερο εδάφιο |
- |
Άρθρο 18 |
Άρθρο 14 |
Άρθρο 19 |
Παράρτημα I |
- |
Παράρτημα Iα |
Παράρτημα I |
Παράρτημα II |
Παράρτημα II |
Παράρτημα III |
Παράρτημα III |
- |
Παράρτημα IV |
- |
Παράρτημα V |
- |
Παράρτημα VI |
II Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση
Συνδιάσκεψη των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών
30.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 403/61 |
AΠΌΦΑΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΊΑ ΈΛΑΒΑΝ ΜΕ ΚΟΙΝΉ ΣΥΜΦΩΝΊΑ ΟΙ ΑΝΤΙΠΡΌΣΩΠΟΙ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΉΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΏΝ ΜΕΛΏΝ
της 11ης Δεκεμβρίου 2006
σχετικά με τον καθορισμό της έδρας του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων
(2006/996/EK)
ΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ,
Έχοντας υπόψη το άρθρο 289 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) |
Η ίδρυση Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων προβλέπεται βάσει της πρότασης που υπέβαλε η Επιτροπή στις 10 Μαρτίου 2005, όπως τροποποιήθηκε με την πρότασή της τής 8ης Μαΐου 2006, |
(2) |
Πρέπει να καθορισθεί ο τόπος της έδρας του εν λόγω Ινστιτούτου, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ:
Άρθρο 1
Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων έχει την έδρα του στη Βίλνα.
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση, η οποία θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων.
Βρυξέλλες, 11 Δεκεμβρίου 2006.
Ο Πρόεδρος
E. TUOMIOJA