ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

49ό έτος
20 Δεκεμβρίου 2006


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

Σελίδα

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1879/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1880/2006 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση απαγόρευσης της αλιείας ιππόγλωσσας Γροιλανδίας στη ζώνη NAFO 3LMNO από σκάφη που φέρουν σημαία Πορτογαλίας

3

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα ( 1 )

5

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1882/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για καθορισμό μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων νιτρικών ιόντων σε ορισμένα τρόφιμα ( 1 )

25

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1883/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για καθορισμό των μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs σε ορισμένα τρόφιμα ( 1 )

32

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1884/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2402/96, (ΕΚ) αριθ. 2449/96 και (ΕΚ) αριθ. 2390/98 όσον αφορά τις λεπτομέρειες διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής για τη μανιόκα και τις γλυκοπατάτες

44

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1885/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης για το έτος 2007 για τη μανιόκα καταγωγής Ταϊλάνδης

57

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1886/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση απαγόρευσης της αλιείας ιππόγλωσσας Γροιλανδίας στη ζώνη NAFO 3LMNO από σκάφη που φέρουν σημαία Ισπανίας

64

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1887/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, περί αναστολής της απαγόρευσης της αλιείας γλώσσας στις ζώνες ICES III a, III b, c, d (ύδατα ΕΚ) από σκάφη που φέρουν σημαία Σουηδίας

66

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1888/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές παρασκευασμένου ή διατηρημένου γλυκού καλαμποκιού σε κόκκους, καταγωγής Ταϊλάνδης

68

 

 

 

*

Ανακοίνωση προς τους αναγνώστες (βλέπε σελίδα 3 του εξωφύλλου)

s3

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1879/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν, όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3223/94 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 66. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 386/2005 (ΕΕ L 62 της 9.3.2005, σ. 3).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

052

89,8

204

80,1

999

85,0

0707 00 05

052

116,3

204

51,8

628

155,5

999

107,9

0709 90 70

052

131,1

204

61,3

999

96,2

0805 10 20

052

63,2

388

72,9

999

68,1

0805 20 10

052

30,7

204

61,3

999

46,0

0805 20 30, 0805 20 50, 0805 20 70, 0805 20 90

052

69,0

624

69,1

999

69,1

0805 50 10

052

45,9

528

35,7

999

40,8

0808 10 80

388

107,5

400

95,0

404

94,2

512

57,4

720

76,0

999

86,0

0808 20 50

052

63,8

400

101,6

720

50,2

999

71,9


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 750/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 126 της 19.5.2005, σ. 12). Ο κωδικός «999» αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1880/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 14ης Δεκεμβρίου 2006

για τη θέσπιση απαγόρευσης της αλιείας ιππόγλωσσας Γροιλανδίας στη ζώνη NAFO 3LMNO από σκάφη που φέρουν σημαία Πορτογαλίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 51/2006 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2005, περί καθορισμού, για το 2006, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε ύδατα στα οποία απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (3), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2006.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2006.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση της αλιείας του εν λόγω αποθέματος, καθώς και η διατήρησή του επί του σκάφους, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωσή του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό, για το 2006, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Η αλιεία του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, απαγορεύεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 14 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Jörgen HOLMQUIST

Γενικός Διευθυντής Αλιείας και Ναυτιλιακών Υποθέσεων


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(2)  ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 768/2005 (ΕΕ L 128 της 21.5.2005, σ. 1).

(3)  ΕΕ L 16 της 20.1.2006, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1642/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 308 της 8.11.2006, σ. 5).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθ.

62

Κράτος μέλος

Πορτογαλία

Απόθεμα

GHL/N3LMNO.

Είδος

Ιππόγλωσσα Γροιλανδίας (Reinhardtius hippoglossoides)

Ζώνη

NAFO 3LMNO

Ημερομηνία

24 Νοεμβρίου 2006 — 12.00 UTC


20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/5


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

για καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 315/93 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1993, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τις προσμείξεις των τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 466/2001 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2001, για τον καθορισμό μέγιστων τιμών ανοχής για ορισμένες προσμείξεις στα τρόφιμα (2) τροποποιήθηκε σημαντικά πολλές φορές. Είναι απαραίτητο να τροποποιηθούν πάλι τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι νέες πληροφορίες και εξελίξεις του Codex Alimentarius. Παράλληλα, το κείμενο θα πρέπει, κατά περίπτωση, να αποσαφηνιστεί. Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 466/2001 πρέπει να αντικατασταθεί.

(2)

Είναι σημαντικό, προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία, να διατηρείται η περιεκτικότητα των τροφίμων σε ουσίες οι οποίες τα επιμολύνουν σε επίπεδα αποδεκτά από τοξικολογική άποψη.

(3)

Δεδομένων των διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών και της ενδεχόμενης επικινδυνότητας διαστρεβλώσεων του ανταγωνισμού που μπορούν να προκύψουν από αυτές, για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα επιβάλλεται να ληφθούν κοινοτικά μέτρα για τη διασφάλιση της ενότητας της αγοράς, ενώ, παράλληλα, να τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας.

(4)

Τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα πρέπει να καθοριστούν σε ένα αυστηρό επίπεδο, ευλόγως εφικτό, με την εφαρμογή ορθών γεωργικών, αλιευτικών και μεταποιητικών πρακτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο που σχετίζεται με την κατανάλωση των τροφίμων. Στην περίπτωση των ουσιών οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα και θεωρούνται γονιδιοτοξικά καρκινογόνα ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η τρέχουσα έκθεση του πληθυσμού ή ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού προσεγγίζει την ανεκτή πρόσληψη ή την υπερβαίνει, πρέπει να καθοριστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα στο κατώτερο ευλόγως εφικτό επίπεδο (ΚΕΕΕ). Οι προσεγγίσεις αυτές εξασφαλίζουν ότι οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων εφαρμόζουν μέτρα για την κατά το δυνατόν πρόληψη και μείωση της μόλυνσης, προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία. Επιπλέον, ενδείκνυται, για την προστασία της υγείας των βρεφών και των μικρών παιδιών, τα οποία αποτελούν ευάλωτη ομάδα, να θεσπιστούν τα κατώτερα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα, τα οποία είναι επιτεύξιμα μέσω αυστηρής επιλογής των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τροφίμων για βρέφη και μικρά παιδιά. Η αυστηρή αυτή επιλογή των πρώτων υλών ενδείκνυται επίσης για την παρασκευή ορισμένων ειδικών τροφίμων, όπως πίτουρα, για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο.

(5)

Προκειμένου να μπορούν τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα να εφαρμοστούν στα αποξηραμένα, αραιωμένα, μεταποιημένα ή αποτελούμενα από διάφορα συστατικά τρόφιμα, όπου δεν έχουν θεσπιστεί συγκεκριμένα κοινοτικά μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων πρέπει να παρέχουν τους ειδικούς συντελεστές συμπύκνωσης και αραίωσης, συνοδευόμενους από τα κατάλληλα πειραματικά στοιχεία που αιτιολογούν τον προτεινόμενο συντελεστή.

(6)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία της δημόσιας υγείας, προϊόντα τα οποία περιέχουν ουσίες οι οποίες τα επιμολύνουν που υπερβαίνουν τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα δεν πρέπει να διατίθενται στην αγορά, είτε αυτούσια, είτε κατόπιν ανάμειξης με τρόφιμα, είτε χρησιμοποιούμενα ως συστατικά σε άλλα τρόφιμα.

(7)

Έχει αναγνωριστεί ότι οι μέθοδοι διαλογής ή άλλες φυσικές διαδικασίες επιτρέπουν να μειωθεί η περιεκτικότητα σε αφλατοξίνες στα αράπικα φιστίκια, στους ξηρούς καρπούς με κέλυφος, στα ξηρά φρούτα και στον αραβόσιτο. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις στο εμπόριο, θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές υψηλότερες περιεκτικότητες σε αφλατοξίνες για τα εν λόγω προϊόντα, εφόσον αυτά δεν προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο ή για χρήση ως συστατικά τροφίμων. Στις περιπτώσεις αυτές, τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τις αφλατοξίνες πρέπει να καθοριστούν, λαμβανομένης υπόψη της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών που προαναφέρθηκαν, προκειμένου να μειωθεί η περιεκτικότητα σε αφλατοξίνες στα αράπικα φιστίκια, στους ξηρούς καρπούς με κέλυφος, στα ξηρά φρούτα και στον αραβόσιτο σε επίπεδα χαμηλότερα από τα καθορισμένα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τα εν λόγω προϊόντα, εφόσον αυτά δεν προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο ή για χρήση ως συστατικά τροφίμων.

(8)

Για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική επιβολή των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για ορισμένες ουσίες που επιμολύνουν ορισμένα τρόφιμα, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν κατάλληλες διατάξεις επισήμανσης για τις εν λόγω περιπτώσεις.

(9)

Λόγω των κλιματικών συνθηκών σε ορισμένα κράτη μέλη, είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί η μη υπέρβαση των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για τα νωπά μαρούλια και το νωπό σπανάκι. Πρέπει να επιτραπεί στα εν λόγω κράτη μέλη να εξακολουθήσουν προσωρινά να επιτρέπουν την εμπορία νωπών μαρουλιών και νωπού σπανακιού τα οποία καλλιεργούνται και προορίζονται για κατανάλωση στην επικράτειά τους και των οποίων η περιεκτικότητα σε νιτρικά υπερβαίνει τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα Οι παραγωγοί μαρουλιών και σπανακιού οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στα κράτη μέλη στα οποία έχουν δοθεί οι προαναφερθείσες άδειες πρέπει να τροποποιήσουν τις γεωργικές τους μεθόδους, εφαρμόζοντας τις ορθές γεωργικές πρακτικές οι οποίες συνιστώνται σε εθνικό επίπεδο.

(10)

Ορισμένα είδη ψαριών που προέρχονται από την περιοχή της Βαλτικής ενδέχεται να περιέχουν υψηλά επίπεδα διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες πολυχλωροδιφαινυλίων (PCB). Σημαντικό ποσοστό των εν λόγω ειδών ψαριών από την περιοχή της Βαλτικής δεν θα συμμορφώνονται προς τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα και, συνεπώς, θα αποκλείονται από τη διατροφή. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο αποκλεισμός των ψαριών από τη διατροφή μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην υγεία του ανθρώπου στην περιοχή της Βαλτικής.

(11)

Η Σουηδία και η Φινλανδία διαθέτουν ένα σύστημα με το οποίο εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές είναι πλήρως ενημερωμένοι για τις διατροφικές συστάσεις που αφορούν στους περιορισμούς σχετικά με την κατανάλωση ψαριών από την περιοχή της Βαλτικής από αναγνωρισμένες ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι δυνητικοί κίνδυνοι για την υγεία. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να επιτραπεί παρέκκλιση στη Φινλανδία και τη Σουηδία ώστε να διαθέσουν στην αγορά για προσωρινό χρονικό διάστημα ορισμένα είδη ψαριών που προέρχονται από την περιοχή της Βαλτικής και προορίζονται για κατανάλωση στην επικράτειά τους με επίπεδα διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB υψηλότερα από εκείνα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Πρέπει να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι τα ψάρια και τα προϊόντα ψαριών που δεν συμμορφώνονται προς τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα δεν διατίθενται στην αγορά άλλων κρατών μελών. Η Φινλανδία και Σουηδία υποβάλλουν κάθε έτος στην Επιτροπή έκθεση με τα αποτελέσματα της παρακολούθησης των επιπέδων διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα ψάρια από την περιοχή της Βαλτικής και τα μέτρα για τη μείωση της έκθεσης του ανθρώπου σε διοξίνες και παρόμοια με τις διοξίνες PCB από την περιοχή της Βαλτικής.

(12)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβολή των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων με ομοιόμορφο τρόπο, πρέπει να εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια δειγματοληψίας και τα ίδια κριτήρια επίδοσης των μεθόδων ανάλυσης από τις αρμόδιες αρχές σε ολόκληρη την Κοινότητα. Είναι, επιπλέον, σημαντικό τα αποτελέσματα των αναλύσεων να αναφέρονται και να ερμηνεύονται με ομοιόμορφο τρόπο. Τα μέτρα όσον αφορά τη δειγματοληψία και ανάλυση που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό προβλέπουν ομοιόμορφους κανόνες υποβολής εκθέσεων και ερμηνείας.

(13)

Για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα, τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να παρακολουθούν και να αναφέρουν τα επίπεδα καθώς και να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο όσον αφορά στην εφαρμογή των προληπτικών μέτρων, έτσι ώστε η Επιτροπή να είναι σε θέση να αξιολογήσει την ανάγκη τροποποίησης των υφιστάμενων μέτρων ή θέσπισης πρόσθετων μέτρων.

(14)

Κάθε μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο που θεσπίζεται σε κοινοτικό επίπεδο μπορεί να υπόκειται σε επανεξέταση προκειμένου να ληφθούν υπόψη η εξέλιξη των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων, καθώς και οι βελτιώσεις στις ορθές γεωργικές, αλιευτικές και μεταποιητικές πρακτικές.

(15)

Τα πίτουρα και τα φύτρα μπορούν να διατίθενται στην αγορά για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο και, συνεπώς, είναι σκόπιμο να θεσπισθεί μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο για την δεσοξυνιβαλενόλη και την ζεαραλενόνη στα εν λόγω προϊόντα.

(16)

Ο Codex Alimentarius όρισε προσφάτως μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο για το μόλυβδο στα ψάρια, το οποίο η Κοινότητα αποδέχθηκε. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί δεόντως η ισχύουσα διάταξη για το μόλυβδο στα ψάρια.

(17)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (3), ορίζει τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης και, συνεπώς, οι αναφορές στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης πρέπει να τροποποιηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιείται στον εν λόγω κανονισμό.

(18)

Πρέπει να προβλεφθεί ότι τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τις ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα, δεν εφαρμόζονται στα τρόφιμα τα οποία διατέθηκαν νομίμως στην κοινοτική αγορά πριν από την ημερομηνία εφαρμογής των εν λόγω μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων.

(19)

Όσον αφορά τα νιτρικά, τα λαχανικά είναι η κύρια πηγή πρόσληψης νιτρικών από τον άνθρωπο. Η επιστημονική επιτροπή τροφίμων (ΕΕΤ) δήλωσε, στη γνώμη της 22ας Σεπτεμβρίου 1995 (4), ότι η συνολική λήψη νιτρικών είναι συνήθως αρκετά κάτω από το αποδεκτό όριο ημερήσιας πρόσληψης (ΑπΟΗΠ) των 3,65 mg/kg σωματικού βάρους (σ.β). Εντούτοις, συνιστάται η συνέχιση των προσπαθειών προκειμένου να μειωθεί η έκθεση σε νιτρικά μέσω των τροφίμων και του νερού.

(20)

Ορισμένες κλιματικές συνθήκες έχουν σημαντική επίδραση στα επίπεδα νιτρικών σε ορισμένα λαχανικά όπως στο μαρούλι και στο σπανάκι· συνεπώς, πρέπει να καθοριστούν διαφορετικά μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τα νιτρικά ανάλογα με την εποχή.

(21)

Όσον αφορά τις αφλατοξίνες, η EET δήλωσε, στη γνώμη της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, ότι οι αφλατοξίνες είναι γονιδιοτοξικά καρκινογόνα (5). Με βάση τη γνώμη αυτή, είναι σκόπιμο να περιοριστεί η συνολική περιεκτικότητα των τροφίμων σε αφλατοξίνες (άθροισμα των αφλατοξινών B1, B2, G1 και G2) καθώς και η περιεκτικότητα της αφλατοξίνης B1 ξεχωριστά, δεδομένου ότι η αφλατοξίνη B1 είναι κατά πολύ η πλέον τοξική ένωση. Για την αφλατοξίνη M1 στα τρόφιμα για βρέφη και μικρά παιδιά πρέπει να εξεταστεί πιθανή μείωση του ισχύοντος μέγιστου επιτρεπτού επιπέδου υπό το πρίσμα των εξελίξεων στις διαδικασίες ανάλυσης.

(22)

Όσον αφορά την ωχρατοξίνη A (OTA), η EET εξέδωσε επιστημονική γνώμη στις 17 Σεπτεμβρίου 1998 (6). Αξιολόγηση της διατροφικής πρόσληψης ωχρατοξίνης Α από τον πληθυσμό της Κοινότητας διεξήχθη (7) στο πλαίσιο της οδηγίας 93/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1993, για τη συνδρομή και τη συνεργασία των κρατών μελών με την Επιτροπή σχετικά με την επιστημονική εξέταση θεμάτων που αφορούν τα τρόφιμα (SCOOP) (8). Η Ευρωπαϊκή Αρχή για τη Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ), έπειτα από αίτηση της Επιτροπής, εξέδωσε επικαιροποιημένη επιστημονική γνώμη σχετικά με την ωχρατοξίνη Α στα τρόφιμα στις 4 Απριλίου 2006 (9), λαμβάνοντας υπόψη τις νέες επιστημονικές πληροφορίες, και έθεσε ένα ανεκτό όριο εβδομαδιαίας πρόσληψης (ΑΟΕΠ) ύψους 120 ng/kg σ.β.

(23)

Με βάση τις γνώμες αυτές, είναι σκόπιμο να καθοριστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τα δημητριακά, τα προϊόντα δημητριακών, τις σταφίδες, το φρυγμένο καφέ, το κρασί, το χυμό σταφυλιών και τα τρόφιμα για βρέφη και μικρά παιδιά, όλα εκ των οποίων συμβάλλουν σημαντικά στη γενική έκθεση του ανθρώπου στην ΟΤΑ ή στην έκθεση των ευάλωτων ομάδων καταναλωτών, όπως τα παιδιά.

(24)

Η σκοπιμότητα θέσπισης μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για την ΟΤΑ σε τρόφιμα όπως τα ξηρά φρούτα, πλην των σταφίδων, το κακάο και τα προϊόντα με βάση το κακάο, τα καρυκεύματα, τα προϊόντα κρέατος, ο ωμός καφές, η μπίρα και η γλυκόριζα, καθώς και η σκοπιμότητα επανεξέτασης των υφιστάμενων μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων, ιδίως για την ΟΤΑ στις σταφίδες και στο χυμό σταφυλιών, θα εξεταστεί με βάση την πρόσφατη επιστημονική γνώμη της ΕΑΑΤ.

(25)

Όσον αφορά την πατουλίνη, η ΕΕΤ ενέκρινε, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 2000, το προσωρινό μέγιστο ανεκτό όριο ημερήσιας πρόσληψης (ΠΜΑΟΗΠ) των 0,4 μg/kg σ.β. για την πατουλίνη (10).

(26)

Το 2001 εκτελέστηκε ένα έργο της SCOOP «Αξιολόγηση της διατροφικής πρόσληψης πατουλίνης από τον πληθυσμό των κρατών μελών της ΕΕ» στο πλαίσιο της οδηγίας 93/5/ΕΟΚ (11).

(27)

Με βάση την εν λόγω αξιολόγηση και λαμβανομένου υπόψη του ΠΜΑΟΗΠ, πρέπει να θεσπιστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για την πατουλίνη σε ορισμένα τρόφιμα, προκειμένου να προστατευθούν οι καταναλωτές από μη αποδεκτή επιμόλυνση. Τα εν λόγω μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα πρέπει να επανεξεταστούν και, εφόσον χρειαστεί, να μειωθούν, λαμβανομένης υπόψη της προόδου των επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων και της εφαρμογής της σύστασης 2003/598/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Αυγούστου 2003, για τη μείωση της μόλυνσης από πατουλίνη στο χυμό μήλου και στα συστατικά από χυμό μήλου σε άλλα ποτά (12).

(28)

Όσον αφορά τις τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium, η EET εξέδωσε διάφορες γνώμες για την αξιολόγηση της δεσοξυνιβαλενόλης το Δεκέμβριο του 1999 (13) θεσπίζοντας ανεκτό όριο ημερήσιας πρόσληψης (ΑΟΗΠ) 1 μg/kg σ.β., της ζεαραλενόνης τον Ιούνιο του 2000 (14) θεσπίζοντας προσωρινό ΑΟΗΠ 0,2 μg/kg σ.β., των φουμονισινών τον Οκτώβριο του 2000 (15) (επικαιροποιήθηκε τον Απρίλιο του 2003) (16) θεσπίζοντας ΑΟΗΠ 2 μg/kg σ.β., της νιβαλενόλης τον Οκτώβριο του 2000 (17) θεσπίζοντας προσωρινό ΑΟΗΠ 0,7 μg/kg σ.β., της τοξίνης T-2 και HT-2 το Μάιο του 2001 (18) θεσπίζοντας συνδυασμένο προσωρινό ΑΟΗΠ 0,06 μg/kg σ.β. και των τριχοθηκινών ως ομάδας το Φεβρουάριο του 2002 (19).

(29)

Στο πλαίσιο της οδηγίας 93/5/ΕΟΚ, το έργο της SCOOP «Συλλογή στοιχείων σχετικά με την εμφάνιση των τοξινών από μύκητες του γένους Fusarium στα τρόφιμα και αξιολόγηση της διατροφικής πρόσληψης από τον πληθυσμό των κρατών μελών της ΕΕ» εκτελέστηκε και οριστικοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 2003 (20).

(30)

Με βάση τις επιστημονικές γνώμες και την αξιολόγηση της διατροφικής πρόσληψης, είναι σκόπιμο να καθοριστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τη δεσοξυνιβαλενόλη, τη ζεαραλενόνη και τις φουμονισίνες. Όσον αφορά τις φουμονισίνες, τα αποτελέσματα του εποπτικού ελέγχου των πρόσφατων συγκομιδών καταδεικνύουν ότι ο αραβόσιτος και τα προϊόντα αραβοσίτου μπορούν να επιμολυνθούν σε πολύ μεγάλο βαθμό από φουμονισίνες και ενδείκνυται να ληφθούν μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί η είσοδος τέτοιων μη αποδεκτά επιμολυσμένων αραβοσίτων και προϊόντων αραβοσίτου στην τροφική αλυσίδα.

(31)

Οι εκτιμήσεις για την πρόσληψη δείχνουν ότι η παρουσία των τοξινών T-2 και HT-2 μπορεί να εγείρει ανησυχίες για τη δημόσια υγεία. Συνεπώς, αποτελεί ανάγκη και άμεση προτεραιότητα η ανάπτυξη μιας αξιόπιστης και ευαίσθητης μεθόδου, η συλλογή περισσότερων στοιχείων σχετικά με την εμφάνιση των εν λόγω τοξινών και περισσότερη διερεύνηση/έρευνα σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στην παρουσία των τοξινών T-2 και HT-2 στα δημητριακά και στα προϊόντα με βάση τα δημητριακά, ιδίως δε στη βρώμη και στα προϊόντα με βάση τη βρώμη.

(32)

Δεν κρίνεται αναγκαίο, λόγω συνύπαρξης, να εξεταστεί η λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την 3-ακετυλο-δεσοξυνιβαλενόλη, την 15-ακετυλο-δεσοξυνιβαλενόλη και τη φουμονισίνη B3, καθώς μέτρα όσον αφορά ιδίως τη δεσοξυνιβαλενόλη και τη φουμονισίνη B1 και B2 θα προστατεύσουν τον ανθρώπινο πληθυσμό και από τη μη αποδεκτή έκθεση στην 3-ακετυλο-δεσοξυνιβαλενόλη, την 15-ακετυλο-δεσοξυνιβαλενόλη και τη φουμονισίνη B3. Το ίδιο ισχύει και για τη νιβαλενόλη, για την οποία, σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παρατηρηθεί συνύπαρξη με τη δεσοξυνιβαλενόλη. Επιπλέον, η έκθεση του ανθρώπου στη νιβαλενόλη εκτιμάται ότι είναι σημαντικά κάτω από το π-ΑΟΗΠ. Όσον αφορά τις άλλες τριχοθηκίνες που εξετάστηκαν στο πλαίσιο του προαναφερθέντος έργου της SCOOP, όπως η 3-ακετυλο-δεσοξυνιβαλενόλη, η 15-ακετυλο-δεσοξυνιβαλενόλη, η φουζαρενόνη-X, η T2-τριόλη, η διακετοξυσκιρπενόλη, η νεοσολανιόλη, η μονοακετοξυσκιρπενόλη και η βερρουκόλη, οι περιορισμένες διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι δεν εμφανίζονται ευρέως και ότι τα επίπεδα που διαπιστώθηκαν είναι γενικώς χαμηλά.

(33)

Οι κλιματικές συνθήκες κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, και ιδίως κατά την ανθοφορία, επηρεάζουν σημαντικά την περιεκτικότητα σε τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium. Ωστόσο, οι ορθές γεωργικές πρακτικές, με τις οποίες μειώνονται στο ελάχιστο οι παράγοντες επικινδυνότητας, μπορούν να συμβάλουν στην ως ένα βαθμό πρόληψη της επιμόλυνσης με μύκητες του γένους Fusarium. Η σύσταση 2006/583/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Αυγούστου 2006, σχετικά με την πρόληψη και τη μείωση των τοξινών από μύκητες του γένους Fusarium στα δημητριακά και τα προϊόντα δημητριακών (21) περιλαμβάνει γενικές αρχές για την πρόληψη και τη μείωση της επιμόλυνσης από τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium (ζεαραλενόνη, φουμονισίνες και τριχοθηκίνες) στα δημητριακά, οι οποίες πρέπει να εφαρμοστούν με την ανάπτυξη εθνικών κωδίκων πρακτικής που θα βασίζονται στις εν λόγω αρχές.

(34)

Πρέπει να θεσπιστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τις τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium για τα μη μεταποιημένα δημητριακά τα οποία διατίθενται στην αγορά για πρώτη μεταποίηση. Οι διεργασίες καθαρισμού, διαλογής και ξήρανσης δεν θεωρείται ότι αποτελούν «πρώτη μεταποίηση» εφόσον δεν ασκείται καμία φυσική δράση στον ίδιο τον κόκκο του δημητριακού. Η αποφλοίωση πρέπει να θεωρείται πρώτη μεταποίηση.

(35)

Δεδομένου ότι ο βαθμός στον οποίο οι τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium στα μη μεταποιημένα δημητριακά αφαιρούνται με τον καθαρισμό και τη μεταποίηση μπορεί να διαφέρει, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τα προϊόντα δημητριακών που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή και να υπάρχει νομοθεσία που να μπορεί να επιβληθεί για τα κυριότερα συστατικά τροφίμων που προέρχονται από δημητριακά, προκειμένου να εξασφαλιστεί η προστασία της δημόσιας υγείας.

(36)

Όσον αφορά τον αραβόσιτο, δεν είναι ακόμη επακριβώς γνωστοί όλοι οι παράγοντες που συντελούν στη δημιουργία τοξινών από μύκητες του γένους Fusarium, ιδίως δε της ζεαραλενόνης και των φουμονισινών B1 και B2. Ως εκ τούτου, δίνεται στους υπεύθυνους των επιχειρήσεων τροφίμων στον τομέα των δημητριακών ένα χρονικό περιθώριο για να μπορέσουν να διεξαγάγουν έρευνες σχετικά με τις πηγές δημιουργίας αυτών των μυκοτοξινών και σχετικά με τον προσδιορισμό των μέτρων διαχείρισης που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να αποτραπεί η παρουσία τους στο βαθμό που αυτό είναι ευλόγως δυνατό. Σε περίπτωση που δεν θεσπιστούν νωρίτερα συγκεκριμένα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα βάσει νέων πληροφοριών για την εμφάνιση και τη δημιουργία των εν λόγω τοξινών, προτείνεται η εφαρμογή, από το 2007, μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων βασισμένων στα μέχρι σήμερα διαθέσιμα δεδομένα.

(37)

Λόγω των χαμηλών επιπέδων επιμόλυνσης με τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium που παρατηρούνται στο ρύζι, δεν προτείνονται μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για το ρύζι και τα προϊόντα με βάση το ρύζι.

(38)

Πρέπει να εξεταστεί μέχρι την 1η Ιουλίου 2008 η αναθεώρηση των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για την δεσοξυνιβαλενόλη, τη ζεαραλενόνη και τις φουμονισίνες B1 και B2, καθώς και η σκοπιμότητα καθορισμού μέγιστου επιτρεπτού επιπέδου για τις τοξίνες T-2 και HT-2 στα δημητριακά και στα προϊόντα δημητριακών, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο των επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων σχετικά με τις εν λόγω τοξίνες στα τρόφιμα.

(39)

Όσον αφορά το μόλυβδο, η EET εξέδωσε στις 19 Ιουνίου 1992 γνώμη (22) με την οποία εγκρίνει το προσωρινό ανεκτό όριο εβδομαδιαίας πρόσληψης (π-ΑΟΕΠ) των 25 μg/kg σ.β. το οποίο πρότεινε η ΠΟΥ το 1986. Η EET κατέληξε, στη γνώμη της, στο συμπέρασμα ότι το μέσο επίπεδο στα τρόφιμα δεν φαίνεται να αποτελεί λόγο άμεσης ανησυχίας.

(40)

Στο πλαίσιο της οδηγίας 93/5/ΕΟΚ του 2004, το έργο της SCOOP 3.2.11 «Αξιολόγηση της διατροφικής έκθεσης του πληθυσμού των κρατών μελών της ΕΕ σε αρσενικό, κάδμιο, μόλυβδο και υδράργυρο» εκτελέστηκε το 2004 (23). Με βάση την εν λόγω αξιολόγηση και τη γνώμη που εξέδωσε η EET, κρίνεται σκόπιμο να ληφθούν μέτρα για την κατά το δυνατόν μείωση της παρουσίας μολύβδου στα τρόφιμα.

(41)

Όσον αφορά το κάδμιο, η ΕΕΤ ενέκρινε, στη γνώμη της 2ας Ιουνίου 1995 (24), το ΑΕΟΠ των 7 μg/kg σ.β. και συνέστησε εντονότερες προσπάθειες για τη μείωση της διατροφικής έκθεσης σε κάδμιο, δεδομένου ότι τα τρόφιμα είναι η κύρια πηγή πρόσληψης καδμίου από τον άνθρωπο. Αξιολόγηση της διατροφικής έκθεσης πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου της SCOOP 3.2.11. Με βάση την εν λόγω αξιολόγηση και τη γνώμη που εξέδωσε η EET, κρίνεται σκόπιμο να ληφθούν μέτρα για την κατά το δυνατόν μείωση της παρουσίας καδμίου στα τρόφιμα.

(42)

Όσον αφορά τον υδράργυρο, η ΕΑΑΤ εξέδωσε στις 24 Φεβρουαρίου 2004 γνώμη σχετικά με τον υδράργυρο και το μεθυλυδράργυρο στα τρόφιμα (25) και ενέκρινε το προσωρινό ανεκτό όριο εβδομαδιαίας πρόσληψης του 1,6 μg/kg σ.β. Ο μεθυλυδράργυρος είναι η χημική μορφή που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία και μπορεί να αποτελεί ποσοστό μεγαλύτερου του 90 % του ολικού υδραργύρου στα ψάρια και στα θαλασσινά. Λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος του έργου της SCOOP 3.2.11, η ΕΑΑΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα επίπεδα υδραργύρου που βρέθηκαν σε τρόφιμα, εκτός από τα ψάρια και τα θαλασσινά, δεν προκαλούν σημαντικές ανησυχίες. Η μορφή του υδραργύρου που υπάρχει στα άλλα τρόφιμα δεν είναι κυρίως αυτή του μεθυλυδραργύρου και, συνεπώς, αυτά θεωρούνται λιγότερο επικίνδυνα.

(43)

Εκτός από τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων, η παροχή επικεντρωμένων συμβουλών στους καταναλωτές αποτελεί κατάλληλη προσέγγιση στην περίπτωση του μεθυλυδραργύρου προκειμένου να προστατευθούν οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Ως εκ τούτου, δημοσιεύθηκε ενημερωτικό σημείωμα σχετικά με το μεθυλυδράργυρο στα ψάρια και στα προϊόντα αλιείας, προς το σκοπό αυτό, στο δικτυακό τόπο της Γενικής Διεύθυνσης «Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (26). Διάφορα κράτη μέλη εξέδωσαν επίσης σχετικές συμβουλές προς τον πληθυσμό τους.

(44)

Όσον αφορά τον ανόργανο κασσίτερο, η EET κατέληξε, στη γνώμη της 12ης Δεκεμβρίου 2001 (27), στο συμπέρασμα ότι επίπεδα ανόργανου κασσίτερου 150 mg/kg στα κονσερβοποιημένα ποτά και 250 mg/kg στα άλλα κονσερβοποιημένα τρόφιμα μπορεί να προκαλέσουν γαστρικό ερεθισμό σε ορισμένα άτομα.

(45)

Προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία από τον εν λόγω κίνδυνο, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τον ανόργανο κασσίτερο στα κονσερβοποιημένα τρόφιμα και στα κονσερβοποιημένα ποτά. Έως ότου υπάρξουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την ευαισθησία των βρεφών και των μικρών παιδιών στον ανόργανο κασσίτερο στα τρόφιμα, είναι απαραίτητο, σε προληπτική βάση, να προστατευθεί η υγεία αυτής της ευάλωτης ομάδας του πληθυσμού και να καθοριστούν χαμηλότερα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα.

(46)

Όσον αφορά την 3-μονοχλωροπροπανο-1,2-διόλη (3-MCPD), η EET εξέδωσε, στις 30 Μαΐου 2001, επιστημονική γνώμη σχετικά με την 3-MCPD τα τρόφιμα (28), η οποία επικαιροποιεί την γνώμη της 16ης Δεκεμβρίου 1994 (29) με βάση τις νέες επιστημονικές πληροφορίες, και θέσπισε ως ανεκτό όριο ημερήσιας πρόσληψης (ΑΟΗΠ) τα 2 μg/kg σ.β. για την 3-MCPD.

(47)

Στο πλαίσιο της οδηγίας 93/5/ΕΟΚ, το έργο της SCOOP «Συλλογή και ταξινόμηση των στοιχείων σχετικά με τα επίπεδα της 3-MCPD και συναφών ουσιών στα τρόφιμα» εκτελέστηκε και περατώθηκε τον Ιούνιο του 2004 (30). Οι κύριες τροφές που συνεισφέρουν στη διατροφική πρόσληψη της 3-MCPD ήταν η σάλτσα σόγιας και τα προϊόντα με βάση τη σάλτσα σόγιας. Ορισμένα άλλα τρόφιμα τα οποία καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες, όπως το ψωμί και τα noodles, συμβάλλουν επίσης σημαντικά στην πρόσληψη σε ορισμένες χώρες, μάλλον λόγω της υψηλής κατανάλωσης παρά λόγω των υψηλών επιπέδων 3-MCPD στα εν λόγω τρόφιμα.

(48)

Συνεπώς, πρέπει να θεσπιστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για την 3-MCPD σε υδρολυμένη φυτική πρωτεΐνη (HVP) και στη σάλτσα σόγιας, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου που συνδέεται με την κατανάλωση των εν λόγω τροφίμων. Τα κράτη μέλη καλούνται να εξετάσουν και άλλα τρόφιμα για την ύπαρξη της 3-MCPD, προκειμένου να εξεταστεί η αναγκαιότητα θέσπισης μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για επιπλέον τρόφιμα.

(49)

Όσον αφορά τις διοξίνες και τα PCB, η EET εξέδωσε, στις 30 Μαΐου 2001, γνώμη σχετικά με τις διοξίνες και τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα (31), για την επικαιροποίηση της γνώμης της 22ας Νοεμβρίου 2000 (32) για τον καθορισμό ανεκτού ορίου εβδομαδιαίας πρόσληψης (ΑΟΕΠ) 14 pg ισοδυνάμου τοξικότητας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (WHO-TEQ)/kg σ.β. για τις διοξίνες και τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB.

(50)

Ο όρος «διοξίνες», όπως αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό, καλύπτει μια ομάδα 75 πολυχλωριωμένων διβενζο-p-διοξινών (PCDD) και 135 πολυχλωριωμένων διβενζοφουρανίων (PCDF), 17 από τις οποίες είναι ιδιαίτερα τοξικές. Τα πολυχλωροδιφαινύλια (PCB) είναι μια ομάδα 209 διαφορετικών ομοειδών ουσιών που είναι δυνατόν να διαχωριστούν σε δύο υποομάδες σύμφωνα με τις τοξικολογικές τους ιδιότητες: 12 από αυτές έχουν τοξικολογικές ιδιότητες παρόμοιες με των διοξινών και, για το λόγο αυτό, συχνά αναφέρονται ως παρόμοια με τις διοξίνες PCB. Τα άλλα PCB δεν εμφανίζουν τοξικότητα παρόμοια με των διοξινών, αλλά έχουν διαφορετικά τοξικολογικά χαρακτηριστικά.

(51)

Κάθε ομοειδής ουσία της ομάδας των διοξινών ή των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB παρουσιάζει διαφορετικό επίπεδο τοξικότητας. Για να καταστεί δυνατός ο υπολογισμός της συνολικής τοξικότητας των διαφόρων αυτών ομοειδών ουσιών, χρησιμοποιήθηκαν οι συντελεστές τοξικής ισοδυναμίας (TEF), προκειμένου να διευκολυνθούν η αξιολόγηση της επικινδυνότητας και ο ρυθμιστικός έλεγχος. Αυτό σημαίνει ότι τα αναλυτικά αποτελέσματα που αφορούν όλες τις μεμονωμένες ομοειδείς ουσίες της ομάδας των διοξινών και της ομάδας των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB εκφράζονται με βάση μια ενιαία μετρήσιμη μονάδα, τη συγκέντρωση ισοδυνάμου τοξικότητας TCDD (TEQ).

(52)

Οι εκτιμήσεις έκθεσης, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη το έργο της SCOOP «Αξιολόγηση της διατροφικής πρόσληψης των διοξινών και των σχετικών PCB από τον πληθυσμό των κρατών μελών της ΕΕ», το οποίο ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2000 (33), δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό του κοινοτικού πληθυσμού έχει διατροφική πρόσληψη μεγαλύτερη του ΑΟΕΠ.

(53)

Από τοξικολογική άποψη, οποιoδήποτε μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο καθοριστεί πρέπει να ισχύει τόσο για τις διοξίνες όσο και για τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB όμως το 2001 είχαν καθοριστεί σε κοινοτικό επίπεδο μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα μόνο για τις διοξίνες και όχι για τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB, δεδομένων των πολύ περιορισμένων διαθέσιμων στοιχείων την εποχή εκείνη όσον αφορά τον επιπολασμό των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB. Εντούτοις, από το 2001 και μετά έχουν γίνει διαθέσιμα περισσότερα στοιχεία σχετικά με την παρουσία των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB και, ως εκ τούτου, το 2006 καθορίστηκαν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για το άθροισμα των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, δεδομένου ότι αυτή είναι η καταλληλότερη προσέγγιση από τοξικολογική άποψη. Για να εξασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση, τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τις διοξίνες πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν για μια μεταβατική περίοδο, παράλληλα με τα επίπεδα για το άθροισμα των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής αυτής περιόδου, τα τρόφιμα πρέπει να συμμορφώνονται προς τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τις διοξίνες και προς τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για το άθροισμα των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008 θα εξεταστεί η κατάργηση των ξεχωριστών μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για τις διοξίνες.

(54)

Προκειμένου να ενθαρρυνθεί μια δυναμική προσέγγιση όσον αφορά τη μείωση των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB που υπάρχουν στα τρόφιμα και στις ζωοτροφές, ορίστηκαν επίπεδα δράσης με τη σύσταση 2006/88/ΕΚ της Επιτροπής για τη μείωση της παρουσίας διοξινών, φουρανίων και PCB στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα (34). Τα εν λόγω επίπεδα δράσης αποτελούν εργαλείο για τις αρμόδιες αρχές και τις επιχειρήσεις τροφίμων και ζωοτροφών, για την επισήμανση των περιπτώσεων στις οποίες είναι σκόπιμο να προσδιοριστεί η πηγή μόλυνσης και να ληφθούν μέτρα για τη μείωση ή την εξάλειψή της. Δεδομένου ότι οι πηγές διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB είναι διαφορετικές, πρέπει να καθοριστούν ξεχωριστά επίπεδα δράσης για τις διοξίνες, αφενός, και για τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB, αφετέρου. Ακολουθείται μια δυναμική προσέγγιση προκειμένου να μειωθούν δραστικά οι διοξίνες και τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα και στις ζωοτροφές και, κατά συνέπεια, τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που εφαρμόζονται πρέπει να αναθεωρηθούν εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου με στόχο τον καθορισμό χαμηλότερων επιπέδων. Ως εκ τούτου, θα ληφθεί μέριμνα ώστε, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, να μειωθούν σημαντικά τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για το άθροισμα των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB.

(55)

Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων πρέπει να καταβάλουν προσπάθειες να αυξήσουν την ικανότητα να απομακρύνουν, τις διοξίνες, τα φουράνια και τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB από τα ιχθυέλαια. Το σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο, για το οποίο θα ληφθεί μέριμνα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, θα βασίζεται στις τεχνικές δυνατότητες της αποτελεσματικότερης διαδικασίας απομάκρυνσης.

(56)

Όσον αφορά τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για άλλα τρόφιμα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, θα δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγκη να καθοριστούν ειδικά χαμηλότερα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τις διοξίνες και τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB σε τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά, υπό το πρίσμα των στοιχείων παρακολούθησης που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων των ετών 2005, 2006 και 2007 για την παρακολούθηση των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα για βρέφη και μικρά παιδιά.

(57)

Όσον αφορά στους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, η ΕΕΤ κατέληξε, στη γνώμη της 4ης Δεκεμβρίου 2002 (35), στο συμπέρασμα ότι ορισμένοι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (ΠΑΥ) είναι γονιδιοτοξικά καρκινογόνα. Η κοινή επιτροπή εμπειρογνωμόνων FAO/ΠΟΥ για τα πρόσθετα τροφίμων (JECFA) διενήργησε το 2005 αξιολόγηση επικινδυνότητας σχετικά με τους ΠΑΥ και εκτίμησε τα περιθώρια έκθεσης (ΠΕ) για τους ΠΑΥ ως βάση για την παροχή συμβουλών σχετικά με τις ενώσεις που είναι τόσο γονιδιοτοξικές όσο και καρκινογόνες (36).

(58)

Σύμφωνα με την ΕΕΤ, το βενζο[a]πυρένιο μπορεί να χρησιμοποιείται ως δείκτης για την εμφάνιση και τη δράση των καρκινογόνων ΠΑΥ στα τρόφιμα, όπου συμπεριλαμβάνονται επίσης το βενζ[a]ανθρακένιο, το βενζο[b]φλουορανθένιο, το βενζο[j]φλουορανθένιο, το βενζο[k]φλουορανθένιο, το βενζο[g,h,i]περυλένιο, το χρυσένιο, το κυκλοπεντα[c,d]πυρένιο, το διβενζ[a,h]ανθρακένιο, το διβενζο[a,e]πυρένιο, το διβενζο[a,h]πυρένιο, το διβενζο[a,i]πυρένιο, το διβενζο[a,l]πυρένιο, το ινδενο[1,2,3-c,d]πυρένιο και το 5-μεθυλοχρυσένιο. Απαιτούνται περαιτέρω αναλύσεις των σχετικών συγκεντρώσεων των ΠΑΥ αυτών στα τρόφιμα, στις οποίες θα βασιστεί μια μελλοντική επανεξέταση του κατά πόσο πρέπει να διατηρηθεί το βενζο(a)πυρένιο ως δείκτης. Επιπλέον, πρέπει να αναλυθεί το βενζο[c]φλουορένιο, έπειτα από σύσταση της JECFA.

(59)

Οι ΠΑΥ δύνανται να επιμολύνουν τρόφιμα κατά τη διάρκεια των διαδικασιών καπνίσματος, θέρμανσης και ξήρανσης, που επιτρέπουν στα προϊόντα καύσης να έρχονται σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα. Επιπλέον, η ρύπανση του περιβάλλοντος μπορεί να προκαλέσει επιμόλυνση με ΠΑΥ, ιδίως στα ψάρια και στα προϊόντα αλιείας.

(60)

Στο πλαίσιο της οδηγίας 93/5/ΕΟΚ, ένα ειδικό έργο της SCOOP «Συλλογή των στοιχείων εμφάνισης ΠΑΥ στα τρόφιμα» εκτελέστηκε το 2004 (37). Βρέθηκαν υψηλά επίπεδα στα ξηρά φρούτα, στο έλαιο από ελαιοπυρήνες, σε καπνιστά ψάρια, στο έλαιο από σπόρους σταφυλιών, στα προϊόντα καπνιστού κρέατος, στα νωπά μαλάκια, στα μπαχαρικά/σάλτσες και στα αρτύματα-καρυκεύματα.

(61)

Για την προστασία της δημόσιας υγείας, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για το βενζο[a]πυρένιο σε ορισμένα τρόφιμα που περιέχουν λίπη και έλαια και σε τρόφιμα όπου οι μέθοδοι καπνισμού ή ξήρανσης θα μπορούσαν να προκαλέσουν υψηλά επίπεδα επιμόλυνσης. Η θέσπιση μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων είναι επίσης απαραίτητη για τρόφιμα όπου η περιβαλλοντική ρύπανση μπορεί να προκαλέσει υψηλά επίπεδα επιμόλυνσης, ιδίως σε ψάρια και προϊόντα αλιείας, π.χ. που προέρχονται από πετρελαιοκηλίδες οφειλόμενες στη ναυτιλία.

(62)

Σε ορισμένα τρόφιμα, όπως τα ξηρά φρούτα και τα συμπληρώματα διατροφής, έχει βρεθεί βενζο[a]πυρένιο, αλλά τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς το ποια επίπεδα είναι ευλόγως εφικτά σ’ αυτά τα τρόφιμα. Χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση για να διευκρινιστούν τα επιτρεπτά επίπεδα που είναι ευλόγως εφικτά σ’ αυτά τα τρόφιμα. Εν τω μεταξύ, θα πρέπει να εφαρμόζονται μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για το βενζο[a]πυρένιο σε ανάλογα συστατικά στοιχεία, όπως στα έλαια και τα λίπη που χρησιμοποιούνται στα συμπληρώματα διατροφής.

(63)

Τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τους ΠΑΥ και η σκοπιμότητα καθορισμού μέγιστου επιτρεπτού επιπέδου για τους ΠΑΥ στο βούτυρο κακάο πρέπει να επανεξεταστούν μέχρι την 1η Απριλίου 2007, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο στις επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις σχετικά με την ύπαρξη του βενζο[a]πυρενίου και άλλων καρκινογόνων ΠΑΥ στα τρόφιμα.

(64)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Γενικοί κανόνες

1.   Τα τρόφιμα που παρατίθενται στο παράρτημα δεν διατίθενται στην αγορά όταν περιέχουν μια από τις ουσίες που τα επιμολύνουν και παρατίθενται στο παράρτημα σε επίπεδο που υπερβαίνει το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο το οποίο καθορίζεται στο παράρτημα.

2.   Τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που καθορίζονται στο παράρτημα εφαρμόζονται στο βρώσιμο μέρος των σχετικών τροφίμων, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Τρόφιμα που έχουν υποστεί ξήρανση, αραίωση, μεταποίηση ή έχουν προκύψει από συνδυασμό περισσότερων του ενός συστατικών

1.   Κατά την εφαρμογή των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων που ορίζονται στο παράρτημα σε τρόφιμα τα οποία έχουν υποστεί ξήρανση, αραίωση, μεταποίηση ή έχουν προκύψει από συνδυασμό περισσότερων του ενός συστατικών, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

α)

οι αλλαγές που προκαλούνται από τη διαδικασία ξήρανσης ή αραίωσης στη συγκέντρωση των ουσιών που επιμολύνουν τα τρόφιμα·

β)

οι αλλαγές που προκαλούνται από τη μεταποίηση στη συγκέντρωση των ουσιών που επιμολύνουν τα τρόφιμα·

γ)

οι σχετικές αναλογίες των συστατικών στο προϊόν, και

δ)

το αναλυτικό όριο του ποσοτικού προσδιορισμού.

2.   Οι συγκεκριμένοι συντελεστές συγκέντρωσης ή αραίωσης για την ξήρανση, την αραίωση, τη μεταποίηση ή/και την ανάμειξη ή για τα ξηρά, αραιωμένα, μεταποιημένα ή/και αποτελούμενα από διάφορα συστατικά τρόφιμα παρέχονται και αιτιολογούνται από τον υπεύθυνο της επιχείρησης τροφίμων κατά τη διενέργεια επίσημου ελέγχου από την αρμόδια αρχή.

Εάν ο υπεύθυνος της επιχείρησης τροφίμων δεν παρέχει τον αναγκαίο συντελεστή συγκέντρωσης ή αραίωσης ή εάν η αρμόδια αρχή κρίνει τον συντελεστή ακατάλληλο βάσει της δοθείσας αιτιολόγησης, η αρμόδια αρχή καθορίζει η ίδια αυτό το συντελεστή, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες και με στόχο τη μέγιστη προστασία της υγείας του ανθρώπου.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται εφόσον δεν έχουν καθοριστεί μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τα εν λόγω ξηρά, αραιωμένα, μεταποιημένα ή αποτελούμενα από διάφορα συστατικά τρόφιμα.

4.   Εφόσον η κοινοτική νομοθεσία δεν προβλέπει ειδικά μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν αυστηρότερα επίπεδα.

Άρθρο 3

Απαγορεύσεις όσον αφορά τη χρήση, την ανάμειξη και την απομάκρυνση

1.   Τα τρόφιμα που δεν συμμορφώνονται προς τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα δεν χρησιμοποιούνται ως συστατικά τροφίμων.

2.   Τα τρόφιμα που συμμορφώνονται προς τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα δεν αναμειγνύονται με τρόφιμα τα οποία υπερβαίνουν τα εν λόγω μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα.

3.   Τα τρόφιμα που πρόκειται να υποβληθούν σε διαλογή ή άλλη φυσική κατεργασία προκειμένου να μειωθούν τα επίπεδα επιμόλυνσης δεν αναμειγνύονται με τρόφιμα που προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο ή με τρόφιμα που προορίζονται για χρήση ως συστατικά τροφίμων.

4.   Τα τρόφιμα που περιέχουν ουσίες που τα επιμολύνουν οι οποίες παρατίθενται στο τμήμα 2 του παραρτήματος (Μυκοτοξίνες) δεν υφίστανται χημικές κατεργασίες με σκοπό την απομάκρυνση των ουσιών αυτών.

Άρθρο 4

Ειδικές διατάξεις για τα αράπικα φιστίκια, τους ξηρούς καρπούς με κέλυφος, τα ξηρά φρούτα και τον αραβόσιτο

Τα αράπικα φιστίκια, οι ξηροί καρποί με κέλυφος, τα ξηρά φρούτα και ο αραβόσιτος που δεν συμμορφώνονται προς τα κατάλληλα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα αφλατοξινών τα οποία καθορίζονται στα σημεία 2.1.3, 2.1.5 και 2.1.6 του παραρτήματος μπορούν να διατίθεται στην αγορά, με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω τρόφιμα:

α)

δεν προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο ή για χρήση ως συστατικά τροφίμων·

β)

συμμορφώνονται προς τα κατάλληλα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που καθορίζονται στα σημεία 2.1.1, 2.1.2, 2.1.4 και 2.1.7 του παραρτήματος·

γ)

υποβάλλονται σε κατεργασία διαλογής ή σε άλλες φυσικές μεθόδους κατεργασίας και ότι, μετά την κατεργασία αυτή, δεν υπάρχει υπέρβαση των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων που καθορίζονται στα σημεία 2.1.3, 2.1.5 και 2.1.6 του παραρτήματος και η εν λόγω κατεργασία δεν δημιουργεί άλλα επιβλαβή κατάλοιπα·

δ)

επισημαίνονται ευκρινώς, με αναγραφή της χρήσης για την οποία προορίζονται, και φέρουν την ένδειξη «προϊόν προοριζόμενο να υποστεί κατεργασία διαλογής ή άλλη φυσική κατεργασία προκειμένου να μειωθεί το επίπεδο επιμόλυνσης από αφλατοξίνες πριν από κάθε κατανάλωση από τον άνθρωπο ή χρήση ως συστατικό των τροφίμων». Η ένδειξη αυτή περιλαμβάνεται στην επισήμανση κάθε επιμέρους σακούλας, κιβωτίου κ.λπ. ή στο πρωτότυπο έγγραφο που τα συνοδεύει. Ο κωδικός αναγνώρισης φορτίου/παρτίδας σημειώνεται ανεξίτηλα σε κάθε επιμέρους σακούλα, κιβώτιο κ.λπ. του φορτίου και στο πρωτότυπο του συνοδευτικού εγγράφου.

Άρθρο 5

Ειδικές διατάξεις για τα αράπικα φιστίκια, τα προϊόντα που παράγονται από αυτά και τα δημητριακά

Στην επισήμανση κάθε επιμέρους σακούλας, κιβωτίου κ.λπ. ή στο πρωτότυπο συνοδευτικό έγγραφο πρέπει να περιέχεται σαφής ένδειξη της χρήσης για την οποία προορίζονται τα προϊόντα αυτά. Το εν λόγω συνοδευτικό έγγραφο πρέπει να συνδέεται σαφώς με το φορτίο, αναφέροντας τον κωδικό αναγνώρισης του φορτίου, ο οποίος υπάρχει σε κάθε επιμέρους σακούλα, κιβώτιο του φορτίου κ.λπ. Επιπλέον, η επιχειρηματική δραστηριότητα του παραλήπτη του φορτίου, η οποία αναγράφεται στο συνοδευτικό έγγραφο, πρέπει να είναι συμβατή με τη χρήση για την οποία προορίζονται τα εν λόγω προϊόντα.

Εάν δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι η χρήση για την οποία προορίζονται δεν είναι η κατανάλωση από τον άνθρωπο, τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που καθορίζονται στα σημεία 2.1.3 και 2.1.6 του παραρτήματος ισχύουν για όλα τα αράπικα φιστίκια, τα προϊόντα που παράγονται από αυτά και τα δημητριακά τα οποία διατίθενται στην αγορά.

Άρθρο 6

Ειδικές διατάξεις για τα μαρούλια

Με εξαίρεση τα μαρούλια που καλλιεργήθηκαν σε εγκαταστάσεις υπό κάλυψη («μαρούλια προστατευμένης καλλιέργειας») και για τα οποία επισημαίνεται αυτό το γεγονός, ισχύουν τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που καθορίζονται στο παράρτημα για τα μαρούλια που καλλιεργήθηκαν στο ύπαιθρο («μαρούλια υπαίθριας καλλιέργειας»).

Άρθρο 7

Προσωρινές παρεκκλίσεις

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1, επιτρέπεται στο Βέλγιο, την Ιρλανδία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, να διαθέτουν στην αγορά νωπό σπανάκι που έχει καλλιεργηθεί και προορίζεται για κατανάλωση στην επικράτειά τους με συγκέντρωση νιτρικών μεγαλύτερη από τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που καθορίζονται στο σημείο 1.1 του παραρτήματος.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1, επιτρέπεται στην Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, να διαθέτουν στην αγορά νωπά μαρούλια που έχουν καλλιεργηθεί και προορίζονται για κατανάλωση στην επικράτειά τους και των οποίων η συγκομιδή έγινε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους με συγκέντρωση νιτρικών μεγαλύτερη από τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που καθορίζονται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1, επιτρέπεται στη Γαλλία, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, να διαθέτει στην αγορά νωπά μαρούλια που έχουν καλλιεργηθεί και προορίζονται για κατανάλωση στην επικράτειά της και των οποίων η συγκομιδή έγινε από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Μαρτίου με συγκέντρωση νιτρικών μεγαλύτερη από τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που καθορίζονται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος.

4.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1, επιτρέπεται στη Φινλανδία και τη Σουηδία, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011, να διαθέτουν στην αγορά σολωμό του Ατλαντικού (Salmo salar), ρέγγα (Clupea harengus), λάμπρενα (Lampetra fluviatilis), πέστροφα (Salmo trutta), σαλβελίνους (Salvelinus spp) και αυγά λευκοκορέγονου (Coregonus albula) που προέρχονται από τη Βαλτική και προορίζονται για κατανάλωση στην επικράτειά τους με μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα διοξινών ή/και επίπεδα για το άθροισμα των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB υψηλότερα από εκείνα που καθορίζονται στο σημείο 5.3 του παραρτήματος, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει σύστημα με το οποίο να εξασφαλίζεται ότι οι καταναλωτές είναι πλήρως ενημερωμένοι σχετικά με τις διατροφικές συστάσεις όσον αφορά στους περιορισμούς στην κατανάλωση των εν λόγω ειδών ψαριών από τη Βαλτική από συγκεκριμένες ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, ώστε να αποφεύγονται οι δυνητικοί κίνδυνοι για την υγεία. Μέχρι τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, η Φινλανδία και η Σουηδία κοινοποιούν στην Επιτροπή τα αποτελέσματα της παρακολούθησης που ασκούν στα επίπεδα των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα ψάρια από τη Βαλτική που αλιεύθηκαν το προηγούμενο έτος και υποβάλλουν έκθεση σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για να μειώσουν την έκθεση του ανθρώπου στις διοξίνες και στα παρόμοια με τις διοξίνες PCB από ψάρια που προέρχονται από τη Βαλτική.

Η Φινλανδία και η Σουηδία εξακολουθούν να εφαρμόζουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι τα ψάρια και τα προϊόντα ψαριών που δεν συμμορφώνονται με το σημείο 5.3 του παραρτήματος δεν διατίθενται στην αγορά άλλων κρατών μελών.

Άρθρο 8

Δειγματοληψία και ανάλυση

Η δειγματοληψία και ανάλυση για τον επίσημο έλεγχο των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων που καθορίζονται στο παράρτημα διενεργούνται σύμφωνα με τους κανονισμούς της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 1882/2006 (38), (ΕΚ) αριθ. 401/2006 (39) και (ΕΚ) αριθ. 1883/2006 (40) και τις οδηγίες της Επιτροπής 2001/22/ΕΚ (41), 2004/16/ΕΚ (42) και 2005/10/ΕΚ (43).

Άρθρο 9

Παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων

1.   Τα κράτη μέλη παρακολουθούν τα επίπεδα νιτρικών στα λαχανικά που ενδέχεται να περιέχουν νιτρικά σε σημαντικά επίπεδα, ιδίως στα λαχανικά με πράσινα φύλλα, και κοινοποιούν τα αποτελέσματα στην Επιτροπή μέχρι τις 30 Ιουνίου κάθε έτους. Η Επιτροπή θέτει τα αποτελέσματα αυτά στη διάθεση των κρατών μελών.

2.   Τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούν ετησίως στην Επιτροπή τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξάγουν, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων σχετικά με την εμφάνιση και της σημειούμενης προόδου, όσον αφορά την εφαρμογή προληπτικών μέτρων για την αποφυγή της επιμόλυνσης με ωχρατοξίνη Α, δεσοξυνιβαλενόλη, ζεαραλενόνη, φουμονισίνη B1 και B2 και τοξίνη T-2 και HT-2. Η Επιτροπή θέτει τα αποτελέσματα αυτά στη διάθεση των κρατών μελών.

3.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τα πορίσματα για τις αφλατοξίνες, τις διοξίνες, τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB, τα μη παρόμοια με τις διοξίνες PCB και τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, όπως καθορίζεται στην απόφαση 2006/504/ΕΚ της Επιτροπής (44), στη σύσταση 2006/794/ΕΚ της Επιτροπής (45) και στη σύσταση 2005/108/ΕΚ της Επιτροπής (46).

Άρθρο 10

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 466/2001 καταργείται.

Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό θεωρούνται παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 11

Μεταβατικά μέτρα

Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα που διατέθηκαν στην αγορά πριν από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται κατά την αντίστοιχη ημερομηνία:

α)

1η Ιουλίου 2006 όσον αφορά τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τη δεσοξυνιβαλενόλη και τη ζεαραλενόνη τα οποία καθορίζονται στα σημεία 2.4.1, 2.4.2, 2.4.4, 2.4.5, 2.4.6, 2.4.7, 2.5.1, 2.5.3, 2.5.5 και 2.5.7 του παραρτήματος·

β)

1η Ιουλίου 2007 όσον αφορά τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τη δεσοξυνιβαλενόλη και την ζεαραλενόνη τα οποία καθορίζονται στα σημεία 2.4.3, 2.5.2., 2.5.4, 2.5.6 και 2.5.8 του παραρτήματος·

γ)

1η Οκτωβρίου 2007 όσον αφορά τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τη φουμονισίνη B1 και B2 τα οποία καθορίζονται στο σημείο 2.6 του παραρτήματος·

δ)

4η Νοεμβρίου 2006 όσον αφορά τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα, για το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB τα οποία καθορίζονται στο τμήμα 5 του παραρτήματος.

Το βάρος της απόδειξης σχετικά με το πότε διατέθηκαν τα προϊόντα στην αγορά φέρουν οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων.

Άρθρο 12

Έναρξη ισχύος και εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Μαρτίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 37 της 13.2.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 77 της 16.3.2001, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 199/2006 (ΕΕ L 32 της 4.2.2006, σ. 32).

(3)  ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 55· όπως διορθώθηκε στην ΕΕ L 226 της 25.6.2004, σ. 22. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1662/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 320 της 18.11.2006, σ. 1).

(4)  Εκθέσεις της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων, 38η σειρά, γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τα νιτρικά και τα νιτρώδη, σ. 1-33, http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/reports/scf_reports_38.pdf

(5)  Εκθέσεις της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων, 35η σειρά, γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων για τις αφλατοξίνες, την ωχρατοξίνη A και την πατουλίνη, σ. 45-50, http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/reports/scf_reports_35.pdf

(6)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με την ωχρατοξίνη A (η οποία εκδόθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1998), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out14_en.html

(7)  Εκθέσεις σχετικά με τα έργα της επιστημονικής συνεργασίας, έργο 3.2.7 «Αξιολόγηση της διατροφικής πρόσληψης ωχρατοξίνης Α από το πληθυσμό των κρατών μελών της ΕΕ», http://ec.europa.eu/food/food/chemicalsafety/contaminants/task_3-2-7_en.pdf

(8)  ΕΕ L 52 της 4.3.1993, σ. 18.

(9)  Γνώμη του επιστημονικού πάνελ σχετικά με τις ουσίες οι οποίες επιμολύνουν την τροφική αλυσίδα της ΕΑΑΤ, έπειτα από αίτηση της Επιτροπής σχετικά με την ωχρατοξίνη Α στα τρόφιμα, http://www.efsa.europa.eu/etc/medialib/efsa/science/contam/contam_opinions/1521.Par.0001.File.dat/contam_op_ej365_ochratoxin_a_food_en1.pdf

(10)  Πρακτικά της 120ής συνεδρίασης της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων η οποία πραγματοποιήθηκε στις 8-9 Μαρτίου 2000 στις Βρυξέλλες, δήλωση σχετικά με την πατουλίνη, http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out55_en.pdf

(11)  Εκθέσεις σχετικά με τα έργα της επιστημονικής συνεργασίας, έργο 3.2.8 «Αξιολόγηση της διατροφικής πρόσληψης πατουλίνης από τον πληθυσμό των κρατών μελών της ΕΕ», http://ec.europa.eu/food/food/chemicalsafety/contaminants/3.2.8_en.pdf.

(12)  ΕΕ L 203 της 12.8.2003, σ. 34.

(13)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τις τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium, μέρος 1: δεσοξυνιβαλενόλη (DON) (η οποία εκδόθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1999), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out44_en.pdf

(14)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τις τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium, μέρος 2: ζεαραλενόνη (ZEA) (η οποία εκδόθηκε στις 22 Ιουνίου 2000) http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out65_en.pdf

(15)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τις τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium, μέρος 3: φουμονισίνη B1 (FB1) (η οποία εκδόθηκε στις 17 Οκτωβρίου 2000), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out73_en.pdf

(16)  Επικαιροποιημένη γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τη φουμονισίνη B1, B2 και B3 (η οποία εκδόθηκε στις 4 Απριλίου 2003), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out185_en.pdf

(17)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τις τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium, μέρος 4: νιβαλενόλη (η οποία εκδόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2000), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out74_en.pdf

(18)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τις τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium, μέρος 5: τοξίνη T-2 και HT-2 (η οποία εκδόθηκε στις 30 Μαΐου 2001), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out88_en.pdf

(19)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τις τοξίνες από μύκητες του γένους Fusarium, μέρος 6: ομαδική αξιολόγηση της τοξίνης T-2, της τοξίνης HT-2, της νιβαλενόλης και της δεσοξυνιβαλενόλης (η οποία εκδόθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2002), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out123_en.pdf

(20)  Εκθέσεις σχετικά με τα έργα της επιστημονικής συνεργασίας, έργο 3.2.10 «Συλλογή στοιχείων σχετικά με την εμφάνιση των τοξινών από μύκητες του γένους Fusarium στα τρόφιμα και εκτίμηση της διατροφικής πρόσληψης από τον πληθυσμό των κρατών μελών της ΕΕ», http://ec.europa.eu/food/fs/scoop/task3210.pdf

(21)  ΕΕ L 234 της 29.8.2006, σ. 35.

(22)  Εκθέσεις της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων, 32η σειρά, γνώμη της Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο την υγεία που παρουσιάζει ο μόλυβδος στα τρόφιμα και τα ποτά, σ. 7-8, http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/reports/scf_reports_32.pdf

(23)  Εκθέσεις σχετικά με τα έργα της επιστημονικής συνεργασίας, έργο 3.2.11 «Αξιολόγηση της διατροφικής έκθεσης του πληθυσμού των κρατών μελών της ΕΕ σε αρσενικό, κάδμιο, μόλυβδο και υδράργυρο», http://ec.europa.eu/food/food/chemicalsafety/contaminants/scoop_3-2-11_heavy_metals_report_en.pdf

(24)  Εκθέσεις της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων, 36η σειρά, γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με το κάδμιο, σ. 67-70, http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/reports/scf_reports_36.pdf

(25)  Γνώμη του επιστημονικού πάνελ σχετικά με τις ουσίες οι οποίες επιμολύνουν την τροφική αλυσίδα της Ευρωπαϊκής Αρχής για τη Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ), έπειτα από αίτηση της Επιτροπής σχετικά με τον υδράργυρο και το μεθυλυδράργυρο στα τρόφιμα (η οποία εκδόθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2004), http://www.efsa.eu.int/science/contam/contam_opinions/259/opinion_contam_01_en1.pdf

(26)  http://ec.europa.eu/food/food/chemicalsafety/contaminants/information_note_mercury-fish_12-05-04.pdf

(27)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τους υψηλούς κινδύνους που θέτει ο κασσίτερος στα κονσερβοποιημένα τρόφιμα (η οποία εκδόθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2001), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out110_en.pdf

(28)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με την 3-μονοχλωροπροπανο-1,2-διόλη (3-MCPD), η οποία επικαιροποιεί τη γνώμη της ΕΕΤ του 1994 (η οποία εκδόθηκε στις 30 Μαΐου 2001), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out91_en.pdf

(29)  Εκθέσεις της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων, 36η σειρά, γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με την 3-μονοχλωροπροπανο-1,2-διόλη 3-MCPD), σ. 31-34, http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/reports/scf_reports_36.pdf

(30)  Εκθέσεις σχετικά με τα έργα της επιστημονικής συνεργασίας, έργο 3.2.9 «Συλλογή και ταξινόμηση των στοιχείων σχετικά με τα επίπεδα της 3-MCPD και συναφών ουσιών στα τρόφιμα», σ. 256, http://ec.europa.eu/food/food/chemicalsafety/contaminants/scoop_3-2-9_final_report_chloropropanols_en.pdf

(31)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με την αξιολόγηση επικινδυνότητας των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα. Επικαιροποίηση με βάση τις νέες επιστημονικές πληροφορίες που προέκυψαν μετά την έκδοση της γνώμης της ΕΕΤ της 22ας Νοεμβρίου 2000 (η οποία εκδόθηκε στις 30 Μαΐου 2001), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out90_en.pdf

(32)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με την αξιολόγηση επικινδυνότητας των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα (η οποία εκδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2000), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out78_en.pdf

(33)  Εκθέσεις σχετικά με τα έργα της επιστημονικής συνεργασίας, έργο 3.2.5 «Αξιολόγηση της διατροφικής πρόσληψης των διοξινών και συναφών PCB από τον πληθυσμό των κρατών μελών της ΕΕ», http://ec.europa.eu/dgs/health_consumer/library/pub/pub08_en.pdf

(34)  ΕΕ L 42 της 14.2.2006, σ. 26.

(35)  Γνώμη της επιστημονικής επιτροπής τροφίμων σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου που παρουσιάζουν οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες στα τρόφιμα (η οποία εκδόθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2002), http://ec.europa.eu/food/fs/sc/scf/out153_en.pdf

(36)  Αξιολόγηση ορισμένων ουσιών οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα — Έκθεση της κοινής επιτροπής εμπειρογνωμόνων FAO/ΠΟΥ για τα πρόσθετα τροφίμων, 64η συνεδρίαση, Ρώμη 8-17 Φεβρουαρίου 2005, σ. 1-6 και σ. 61-81.

Σειρά τεχνικών εκθέσεων της ΠΟΥ, αριθ. 930, 2006 — http://whqlibdoc.who.int/trs/WHO_TRS_930_eng.pdf

(37)  Εκθέσεις σχετικά με τα έργα της επιστημονικής συνεργασίας, έργο 3.2.12 «Συλλογή των στοιχείων εμφάνισης σχετικά με τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάθρακες στα τρόφιμα», http://ec.europa.eu/food/food/chemicalsafety/contaminants/scoop_3-2-12_final_report_pah_en.pdf

(38)  Βλέπε σελίδα 25 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(39)  ΕΕ L 70 της 9.3.2006, σ. 12.

(40)  Βλέπε σελίδα 32 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(41)  ΕΕ L 77 της 16.3.2001, σ. 14. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/4/ΕΚ (ΕΕ L 19 της 21.1.2005, σ. 50).

(42)  ΕΕ L 42 της 13.2.2004, σ. 16.

(43)  ΕΕ L 34 της 8.2.2005, σ. 15.

(44)  ΕΕ L 199 της 21.7.2006, σ. 21.

(45)  ΕΕ L 322 της 22.11.2006, σ. 24.

(46)  ΕΕ L 34 της 8.2.2005, σ. 43.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα (1)

Τμήμα 1:   Νιτρικά

Τρόφιμα (1)

Μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα (mg NO3/kg)

1.1

Νωπό σπανάκι (Spinacia oleracea) (2)

Συγκομιδή από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Μαρτίου

3 000

Συγκομιδή από την 1η Απριλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου

2 500

1.2

Σπανάκι συντηρημένο, βαθειάς κατάψυξης ή κατεψυγμένο

 

2 000

1.3

Νωπά μαρούλια (Lactuca sativa L.) (μαρούλια προστατευόμενης και υπαίθριας καλλιέργειας) εξαιρουμένου του μαρουλιού που αναφέρεται στο σημείο 1.4

Συγκομιδή από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Μαρτίου:

 

μαρούλια που καλλιεργήθηκαν σε εγκατάσταση υπό κάλυψη

4 500

μαρούλια που καλλιεργήθηκαν στο ύπαιθρο

4 000

Συγκομιδή από την 1η Απριλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου:

 

μαρούλια που καλλιεργήθηκαν σε εγκατάσταση υπό κάλυψη

3 500

μαρούλια που καλλιεργήθηκαν στο ύπαιθρο

2 500

1.4

Μαρούλια τύπου «Iceberg»

Μαρούλια που καλλιεργήθηκαν σε εγκατάσταση υπό κάλυψη

2 500

Μαρούλια που καλλιεργήθηκαν στο ύπαιθρο

2 000

1.5

Μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τα δημητριακά και παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (4)

 

200


Τμήμα 2:   Μυκοτοξίνες

Τρόφιμα (1)

Μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα (μg/kg)

2.1

Αφλατοξίνες

B1

Άθροισμα των αφλατοξινών B1, B2, G1 και G2

M1

2.1.1

Αράπικα φιστίκια που υφίστανται κατεργασία διαλογής ή άλλη φυσική κατεργασία πριν από την κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τη χρήση ως συστατικά σε τρόφιμα

8,0 (5)

15,0 (5)

2.1.2

Καρποί με κέλυφος που υφίστανται κατεργασία διαλογής ή άλλη φυσική κατεργασία πριν από την κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τη χρήση ως συστατικά σε τρόφιμα

5,0 (5)

10,0 (5)

2.1.3

Αράπικα φιστίκια και ξηροί καρποί με κέλυφος και μεταποιημένα προϊόντα τους, που προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο ή για χρήση ως συστατικά σε τρόφιμα

2,0 (5)

4,0 (5)

2.1.4

Ξηρά φρούτα που υφίστανται κατεργασία διαλογής ή άλλη φυσική κατεργασία πριν από την κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τη χρήση ως συστατικά σε τρόφιμα

5,0

10,0

2.1.5

Ξηρά φρούτα και μεταποιημένα προϊόντα τους που προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο ή για χρήση ως συστατικά σε τρόφιμα

2,0

4,0

2.1.6

Όλα τα δημητριακά και όλα τα προϊόντα που παράγονται από δημητριακά, συμπεριλαμβανομένων των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα δημητριακά, εξαιρουμένων των τροφίμων που παρατίθενται στα σημεία 2.1.7, 2.1.10 και 2.1.12

2,0

4,0

2.1.7

Αραβόσιτος που υφίσταται κατεργασία διαλογής ή άλλη φυσική κατεργασία πριν από την κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τη χρήση ως συστατικό σε τρόφιμα

5,0

10,0

2.1.8

Νωπό γάλα (6), θερμικά επεξεργασμένο γάλα και γάλα για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα

0,050

2.1.9

Τα εξής είδη καρυκευμάτων:

 

Capsicum spp. (ξηροί καρποί, ολόκληροι ή αλεσμένοι, συμπεριλαμβανομένου του τσίλι, του τσίλι σε σκόνη, του καγιέν και της πάπρικας)

 

Piper spp. (καρποί, συμπεριλαμβανομένου του λευκού και μαύρου πιπεριού)

 

Myristica fragrans (μοσχοκάρυδο)

 

Zingiber officinale (πιπερόριζα)

 

Curcuma longa (κουρκούμη ή χρυσόρριζα)

5,0

10,0

2.1.10

Μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τα δημητριακά και παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (7)

0,10

2.1.11

Παρασκευάσματα για βρέφη και παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας, συμπεριλαμβανομένου του γάλακτος για βρέφη και του γάλακτος δεύτερης βρεφικής ηλικίας (4)  (8)

0,025

2.1.12

Διαιτητικά τρόφιμα για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς (9)  (10) που προορίζονται ειδικά για βρέφη

0,10

0,025

2.2

Ωχρατοξίνη A

 

2.2.1

Μη μεταποιημένα δημητριακά

5,0

2.2.2

Όλα τα προϊόντα που παράγονται από μη μεταποιημένα δημητριακά, συμπεριλαμβανομένων των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα δημητριακά και των δημητριακών που προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο, εξαιρουμένων των τροφίμων που παρατίθενται στα σημεία 2.2.9 και 2.2.10

3,0

2.2.3

Σταφίδες (κορινθιακή, ξανθή σταφίδα και σουλτανίνα)

10,0

2.2.4

Φρυγμένοι κόκκοι καφέ και φρυγμένος και αλεσμένος καφές, εξαιρουμένου του διαλυτού καφέ

5,0

2.2.5

Διαλυτός καφές (στιγμιαίος καφές)

10,0

2.2.6

Οίνοι (συμπεριλαμβανομένων των αφρωδών οίνων, εξαιρουμένων των οίνων λικέρ και των οίνων με αλκοολικό τίτλο όχι μικρότερο του 15 % vol) και ποτά που προέρχονται από ζύμωση φρούτων (11)

2,0 (12)

2.2.7

Αρωματισμένοι οίνοι, αρωματισμένα ποτά με βάση τον οίνο και αρωματισμένα κοκτέιλ αμπελοοινικών προϊόντων (13)

2,0 (12)

2.2.8

Χυμός σταφυλιών, συμπυκνωμένος χυμός σταφυλιών, όπως αυτός ανασυστάθηκε, νέκταρ σταφυλιών, γλεύκος σταφυλιών και συμπυκνωμένος γλεύκος σταφυλιών όπως αυτός ανασυστάθηκε, οι οποίοι προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο (14)

2,0 (12)

2.2.9

Μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τα δημητριακά και παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (7)

0,50

2.2.10

Διαιτητικά τρόφιμα για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς (9)  (10) που προορίζονται ειδικά για βρέφη

0,50

2.2.11

Ωμός καφές, ξηρά φρούτα εκτός από τις σταφίδες, μπίρα, κακάο και προϊόντα με βάση το κακάο, λικέρ, προϊόντα με βάση το κρέας, καρυκεύματα και γλυκόριζα

2.3

Πατουλίνη

 

2.3.1

Χυμοί φρούτων, συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων όπως αυτοί ανασυστάθηκαν και νέκταρ φρούτων (14)

50

2.3.2

Αλκοολούχα ποτά (15), μηλίτης και άλλα ποτά που έχουν υποστεί ζύμωση και προέρχονται από μήλα ή περιέχουν χυμό μήλων

50

2.3.3

Στερεά προϊόντα από μήλο, συμπεριλαμβανομένων της κομπόστας και του πολτού μήλου, που προορίζονται για άμεση κατανάλωση, εξαιρουμένων των τροφίμων που παρατίθενται στα σημεία 2.3.4 και 2.3.5

25

2.3.4

Χυμός μήλων και στερεά προϊόντα από μήλο, συμπεριλαμβανομένης της κομπόστας και του πολτού μήλου, για βρέφη και μικρά παιδιά (16), τα οποία επισημαίνονται και πωλούνται ως τέτοια (4)

10,0

2.3.5

Βρεφικές τροφές, εκτός των μεταποιημένων τροφίμων με βάση τα δημητριακά για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (4)

10,0

2.4

Δεσοξυνιβαλενόλη  (17)

 

2.4.1

Μη μεταποιημένα δημητριακά (18)  (19), εκτός του σκληρού σίτου, της βρώμης και του αραβοσίτου

1 250

2.4.2

Μη μεταποιημένος σκληρός σίτος και βρώμη (18)  (19)

1 750

2.4.3

Μη μεταποιημένος αραβόσιτος (18)

1 750 (20)

2.4.4

Δημητριακά που προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο, άλευρα δημητριακών (συμπεριλαμβανομένων του αλευριού αραβοσίτου, του σιμιγδαλιού αραβοσίτου και του χονδραλεσμένου αραβοσίτου (21)), πίτουρα ως τελικό προϊόν που διατίθεται στην αγορά για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο και φύτρα, εξαιρουμένων των τροφίμων που παρατίθεται στο σημείο 2.4.7

750

2.4.5

Ζυμαρικά (ξηρά) (22)

750

2.4.6

Ψωμί (συμπεριλαμβανομένων των μικρών αρτοσκευασμάτων), γλυκίσματα αρτοποιίας, μπισκότα, σνακ δημητριακών και δημητριακά για πρωινό

500

2.4.7

Μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τα δημητριακά και παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (7)

200

2.5

Ζεαραλενόνη  (17)

 

2.5.1

Μη μεταποιημένα δημητριακά (18)  (19), εκτός του αραβοσίτου

100

2.5.2

Μη μεταποιημένος αραβόσιτος (18)

200 (20)

2.5.3

Δημητριακά που προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο, αλεύρι δημητριακών, πίτουρα ως τελικό προϊόν που διατίθεται στην αγορά για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο και φύτρα, εξαιρουμένων των τροφίμων που παρατίθενται στα σημεία 2.5.4, 2.5.7 και 2.5.8

75

2.5.4

Αραβόσιτος που προορίζεται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο, αλεύρι αραβοσίτου, σιμιγδάλι αραβοσίτου, χονδραλεσμένος αραβόσιτος, φύτρα αραβοσίτου και ραφιναρισμένο αραβοσιτέλαιο (21)

200 (20)

2.5.5

Ψωμί (συμπεριλαμβανομένων των μικρών αρτοσκευασμάτων), γλυκίσματα αρτοποιίας, μπισκότα, σνακ δημητριακών και δημητριακά για πρωινό, εξαιρουμένων των σνακ αραβοσίτου και των δημητριακών για πρωινό με βάση τον αραβόσιτο

50

2.5.6

Σνακ αραβοσίτου και δημητριακά για πρωινό με βάση τον αραβόσιτο

50 (20)

2.5.7

Μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τα δημητριακά (εξαιρουμένων των μεταποιημένων τροφίμων με βάση τον αραβόσιτο) και παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (7)

20

2.5.8

Μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τον αραβόσιτο για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (7)

20 (20)

2.6

Φουμονισίνες

Άθροισμα της B1 και B2

2.6.1

Μη μεταποιημένος αραβόσιτος (18)

2 000 (23)

2.6.2

Αλεύρι αραβοσίτου, σιμιγδάλι αραβοσίτου, χονδραλεσμένος αραβόσιτος, φύτρα αραβοσίτου και ραφιναρισμένο αραβοσιτέλαιο (21)

1 000 (23)

2.6.3

Τρόφιμα με βάση τον αραβόσιτο για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο, εξαιρουμένων των τροφίμων που παρατίθενται στα σημεία 2.6.2 και 2.6.4

400 (23)

2.6.4

Μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τον αραβόσιτο και παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (7)

200 (23)

2.7

Τοξίνη T-2 και ΗΤ-217  (17)

Άθροισμα της τοξίνης T-2 και HT-2

2.7.1

Μη μεταποιημένα δημητριακά (18) και προϊόντα με βάση τα δημητριακά

 


Τμήμα 3:   Μέταλλα

Τρόφιμα (1)

Μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα

(mg/kg νωπού προϊόντος)

3.1

Μόλυβδος

 

3.1.1

Νωπό γάλα (6), γάλα που υφίσταται θερμική επεξεργασία και γάλα για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα

0,020

3.1.2

Παρασκευάσματα για βρέφη και παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας (4)  (8)

0,020

3.1.3

Κρέας (εξαιρουμένων των εντοσθίων) βοοειδών, προβάτων, χοίρων και πουλερικών (6)

0,10

3.1.4

Εντόσθια βοοειδών, προβάτων, χοίρων και πουλερικών (6)

0,50

3.1.5

Σάρκα ψαριών (24)  (25)

0,30

3.1.6

Μαλακόστρακα, πλην του φαιού κρέατος των καβουριών και του κρέατος κεφαλιού και θώρακα του αστακού και παρόμοιων μεγάλων μαλακοστράκων (Nephropidae και Palinuridae) (26)

0,50

3.1.7

Δίθυρα μαλάκια (26)

1,5

3.1.8

Κεφαλόποδα (χωρίς εντόσθια) (26)

1,0

3.1.9

Δημητριακά και όσπρια

0,20

3.1.10

Λαχανικά, εξαιρουμένων των κραμβών, των φυλλωδών λαχανικών, των νωπών αρωματικών φυτών και των μανιταριών (27). Στην περίπτωση της πατάτας, το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει για την αποφλοιωμένη πατάτα

0,10

3.1.11

Κράμβες, φυλλώδη λαχανικά και καλλιεργημένα μανιτάρια (27)

0,30

3.1.12

Φρούτα, εξαιρουμένων των μούρων και των μικρών καρπών (27)

0,10

3.1.13

Μούρα και μικροί καρποί (27)

0,20

3.1.14

Λίπη και έλαια, συμπεριλαμβανομένων των λιπαρών ουσιών του γάλακτος

0,10

3.1.15

Χυμοί φρούτων, συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων όπως έχουν ανασυσταθεί και νέκταρ φρούτων (14)

0,050

3.1.16

Οίνοι (συμπεριλαμβανομένων των αφρωδών οίνων, εξαιρουμένων των οίνων λικέρ), μηλίτης, απιδίτης και ποτά που προέρχονται από ζύμωση φρούτων (11)

0,20 (28)

3.1.17

Αρωματισμένοι οίνοι, αρωματισμένα ποτά με βάση τον οίνο και αρωματισμένα κοκτέιλ αμπελοοινικών προϊόντων με βάση τον οίνο (13)

0,20 (28)

3.2

Κάδμιο

 

3.2.1

Κρέας (εξαιρουμένων των εντοσθίων) βοοειδών, προβάτων, χοίρων και πουλερικών (6)

0,050

3.2.2

Κρέας ίππων, εξαιρουμένων των εντοσθίων (6)

0,20

3.2.3

Ήπαρ βοοειδών, προβάτων, χοίρων, πουλερικών και ίππων (6)

0,50

3.2.4

Νεφροί βοοειδών, προβάτων, χοίρων, πουλερικών και ίππων (6)

1,0

3.2.5

Σάρκα ψαριών (24)  (25), εξαιρουμένων των ειδών που παρατίθενται στα σημεία 3.2.6 και 3.2.7

0,050

3.2.6

Σάρκα των ακόλουθων ψαριών (24)  (25):

 

γαύροι (Engraulis spp.)

 

παλαμίδα (Sarda sarda)

 

αυλιάς (Diplodus vulgaris)

 

χέλι (Anguilla anguilla)

 

βελανίτσα (Mugil labrosus labrosus)

 

σαυρίδια (Trachurus species)

 

λούβαρος (Luvarus imperialis)

 

σαρδέλα του είδους (Sardina pilchardus)

 

σαρδέλα του είδους (Sardinops species)

 

τόνοι (Thunnus species, Euthynnus species, Katsuwonus pelamis)

 

γλώσσα (Dicologoglossa cuneata)

0,10

3.2.7

Σάρκα ξιφία (Xiphias gladius) (24)  (25)

0,30

3.2.8

Μαλακόστρακα, πλην του φαιού κρέατος των καβουριών και του κρέατος κεφαλιού και θώρακα του αστακού και παρόμοιων μεγάλων μαλακοστράκων (Nephropidae και Palinuridae) (26)

0,50

3.2.9

Δίθυρα μαλάκια (26)

1,0

3.2.10

Κεφαλόποδα (χωρίς εντόσθια) (26)

1,0

3.2.11

Δημητριακά, πλην των πίτουρων, φύτρων, σπόρων σιταριού και ρυζιού

0,10

3.2.12

Πίτουρα, φύτρα, σίτος και ρύζι

0,20

3.2.13

Σόγια

0,20

3.2.14

Λαχανικά και φρούτα, εξαιρουμένων των φυλλωδών λαχανικών, των νωπών αρωματικών φυτών, των μανιταριών, των λαχανικών με στέλεχος, των κουκουναριών, των ριζωδών λαχανικών και της πατάτας (27)

0,050

3.2.15

Φυλλώδη λαχανικά, νωπά αρωματικά φυτά, καλλιεργημένα μανιτάρια και σελινόριζα (27)

0,20

3.2.16

Λαχανικά με στέλεχος, ριζώδη λαχανικά και πατάτα, πλην της σελινόριζας (27). Στην περίπτωση της πατάτας, το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει για την αποφλοιωμένη πατάτα

0,10

3.3

Υδράργυρος

 

3.3.1

Προϊόντα αλιείας (26) και σάρκα ψαριών (24)  (25), εκτός από τα είδη που παρατίθενται στο σημείο 3.3.2. Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο εφαρμόζεται στα μαλακόστρακα, πλην του φαιού κρέατος των καβουριών και του κρέατος κεφαλιού και θώρακα του αστακού και παρόμοιων μεγάλων μαλακοστράκων (Nephropidae και Palinuridae).

0,50

3.3.2

Σάρκα των ακόλουθων ψαριών (24)  (25):

 

πεσκαντρίτσες (Lophius spp.)

 

λυκόψαρο του Ατλαντικού (Anarhichas lupus)

 

παλαμίδα (Sarda sarda)

 

χέλι (Anguilla species)

 

καθρεπτόψαρο του Ατλαντικού, καθρεπτόψαρο (Hoplostethus spp.)

 

γρεναδιέρος των βράχων (Coryphaenoides rupestris)

 

χάλιμπατ (Hippoglossus hippoglossus)

 

μάρλιν (Makaira spp.)

 

ζαγκέτες (Lepidorhombus spp.)

 

μουλίδες (Mullus spp.)

 

τούρνα (Esox lucius)

 

κοπάνι (Orcynopsis unicolor)

 

σύκο (Tricopterus minutes)

 

πορτογαλικό σκυλόψαρο (Centroscymnus coelolepis)

 

σελάχια (Raja spp.)

 

κοκκινόψαρα (Sebastes marinus, S. mentella, S. viviparus)

 

ιστιοφόρος του Ειρηνικού (Istiophorus platypterus)

 

σπαθόψαρο (Lepidopus caudatus, Aphanopus carbo)

 

λιθρίνια (Pagellus spp.)

 

καρχαρίες, σκυλόψαρα (όλα τα είδη)

 

εκσολάρ, μαυρόψαρο (Lepidocybium flavobrunneum, Ruvettus pretiosus, Gempylus serpens)

 

στουριόνια (Acipenser spp.)

 

ξιφίας (Xiphias gladius)

 

τόνοι, παλαμίδες (Thunnus spp., Euthynnus spp., Katsuwonus pelamis)

1,0

3.4

Κασσίτερος (ανόργανος)

 

3.4.1

Κονσερβοποιημένα τρόφιμα εκτός από ποτά

200

3.4.2

Κονσερβοποιημένα ποτά, συμπεριλαμβανομένων των χυμών φρούτων και των χυμών λαχανικών

100

3.4.3

Κονσερβοποιημένα τρόφιμα για βρέφη και μικρά παιδιά, εκτός από τα ξηρά προϊόντα και τα προϊόντα σε σκόνη (3)  (29)

50

3.4.4

Κονσερβοποιημένα παρασκευάσματα για βρέφη και παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας, εκτός από τα ξηρά προϊόντα και τα προϊόντα σε σκόνη (8)  (29)

50

3.4.5

Κονσερβοποιημένα διαιτητικά τρόφιμα για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς (9)  (29) που προορίζονται ειδικά για βρέφη, εκτός από τα ξηρά προϊόντα και τα προϊόντα σε σκόνη

50


Τμήμα 4:   3-μονοχλωροπροπανο-1,2-διόλη (3-MCPD)

Τρόφιμα (1)

Μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα

(μg/kg)

4.1

Υδρολυμένες φυτικές πρωτεΐνες (30)

20

4.2

Σάλτσα σόγιας (30)

20


Τμήμα 5:   Διοξίνες και PCB (31)

Τρόφιμα

Μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα

Άθροισμα διοξινών (WHO-PCDD/F-TEQ) (32)

Άθροισμα διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB (WHO-PCDD/F-PCB-TEQ) (32)

5.1

Κρέας και προϊόντα με βάση το κρέας (εξαιρουμένων των βρώσιμων εντοσθίων) των ακόλουθων ζώων (6):

 

 

βοοειδή και πρόβατα

3,0 pg/g λίπους (33)

4,5 pg/g λίπους (33)

πουλερικά

2,0 pg/g λίπους (33)

4,0 pg/g λίπους (33)

χοίροι

1,0 pg/g λίπους (33)

1,5 pg/g λίπους (33)

5.2

Ήπαρ χερσαίων ζώων που αναφέρονται στο σημείο 5.1 (6) και παράγωγα προϊόντα

6,0 pg/g λίπους (33)

12,0 pg/g λίπους (33)

5.3

Σάρκα ψαριών και προϊόντα αλιείας και παράγωγα προϊόντα, εξαιρουμένων των χελιών (25)  (34). Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο εφαρμόζεται στα μαλακόστρακα, εξαιρουμένου του φαιού κρέατος των καβουριών και του κρέατος κεφαλιού και θώρακα του αστακού και παρόμοιων μεγάλων μαλακοστράκων (Nephropidae και Palinuridae).

4,0 pg/g νωπού προϊόντος

8,0 pg/g νωπού προϊόντος

5.4

Σάρκα χελιών (Anguilla anguilla) και προϊόντα αυτής

4,0 pg/g νωπού προϊόντος

12,0 pg/g νωπού προϊόντος

5.5

Νωπό γάλα (6) και γαλακτοκομικά προϊόντα (6), συμπεριλαμβανομένων των λιπαρών ουσιών του βουτύρου

3,0 pg/g λίπους (33)

6,0 pg/g λίπους (33)

5.6

Αυγά κότας και προϊόντα με βάση τα αυγά (6)

3,0 pg/g λίπους (33)

6,0 pg/g λίπους (33)

5.7

Λίπος των ακόλουθων ζώων:

 

 

βοοειδή και πρόβατα

3,0 pg/g λίπους

4,5 pg/g λίπους

πουλερικά

2,0 pg/g λίπους

4,0 pg/g λίπους

χοίροι

1,0 pg/g λίπους

1,5 pg/g λίπους

5.8

Ανάμεικτα ζωικά λίπη

2,0 pg/g λίπους

3,0 pg/g λίπους

5.9

Φυτικά έλαια και λίπη

0,75 pg/g λίπους

1,5 pg/g λίπους

5.10

Ιχθυέλαια (λάδι από το σώμα ψαριών, λάδι από το ήπαρ ψαριών και έλαια άλλων θαλάσσιων οργανισμών που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο)

2,0 pg/g λίπους

10,0 pg/g λίπους


Τμήμα 6:   Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες

Τρόφιμα

Μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα

(μg/kg νωπού προϊόντος)

6.1

Βενζο[a]πυρένιο  (35)

 

6.1.1

Έλαια και λίπη (εξαιρουμένου του βουτύρου κακάου) που προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο ή για χρήση ως συστατικά σε τρόφιμα

2,0

6.1.2

Καπνιστά κρέατα και καπνιστά προϊόντα με βάση το κρέας

5,0

6.1.3

Σάρκα καπνιστών ψαριών και καπνιστά προϊόντα αλιείας (25)  (36), εξαιρουμένων των διθύρων μαλακίων. Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο εφαρμόζεται στα καπνιστά μαλακόστρακα, εξαιρουμένου του φαιού κρέατος των καβουριών και του κρέατος κεφαλιού και θώρακα του αστακού και παρόμοιων μεγάλων μαλακοστράκων (Nephropidae και Palinuridae).

5,0

6.1.4

Σάρκα ψαριών (24)  (25), εκτός από τα καπνιστά ψάρια

2,0

6.1.5

Μαλακόστρακα, κεφαλόποδα, εκτός από τα καπνιστά (26). Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο εφαρμόζεται στα μαλακόστρακα, εξαιρουμένου του φαιού κρέατος των καβουριών και του κρέατος κεφαλιού και θώρακα του αστακού και παρόμοιων μεγάλων μαλακοστράκων (Nephropidae και Palinuridae).

5,0

6.1.6

Δίθυρα μαλάκια (26)

10,0

6.1.7

Μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τα δημητριακά και παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (3)  (29)

1,0

6.1.8

Παρασκευάσματα για βρέφη και παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας, συμπεριλαμβανομένου του γάλακτος για βρέφη και του γάλακτος δεύτερης βρεφικής ηλικίας (8)  (29)

1,0

6.1.9

Διαιτητικά τρόφιμα για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς (9)  (29) που προορίζονται ειδικά για βρέφη

1,0


(1)  Όσον αφορά τα φρούτα, τα λαχανικά και τα δημητριακά, γίνεται παραπομπή στα τρόφιμα που απαριθμούνται στη σχετική κατηγορία όπως καθορίζεται στο σχετικό κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 70 της 16.3.2005, σ. 1) όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2006 (ΕΕ L 29 της 2.2.2006, σ. 3). Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το φαγόπυρο (Fagopyrum sp) συμπεριλαμβάνεται στα «δημητριακά» και τα προϊόντα με βάση το φαγόπυρο συμπεριλαμβάνονται στα «προϊόντα δημητριακών».

(2)  Τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα δεν ισχύουν για το νωπό σπανάκι που υφίσταται μεταποίηση και το οποίο μεταφέρεται χύμα απευθείας από τον αγρό στη μονάδα μεταποίησης.

(3)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στην οδηγία 95/5/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1996, για τις μεταποιημένες τροφές με βάση τα δημητριακά και τις παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (ΕΕ L 49 της 28.2.1996, σ. 17) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2003/13/ΕΚ (ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 33).

(4)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο αναφέρεται σε προϊόντα έτοιμα προς χρήση (τα οποία διατίθενται στην αγορά ως έχουν ή κατόπιν ανασύστασης βάσει των οδηγιών του παρασκευαστή).

(5)  Τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα αναφέρονται στο βρώσιμο μέρος των αράπικων φιστικιών και των καρπών με κέλυφος. Εάν τα αράπικα φιστίκια και οι καρποί με κέλυφος αναλυθούν, κατά τον υπολογισμό της περιεχόμενης αφλατοξίνης θεωρείται ότι όλη η μόλυνση βρίσκεται στο βρώσιμο μέρος.

(6)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 226 της 25.6.2004, σ. 22).

(7)  Τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα αναφέρονται στην ξηρή ύλη. Η ξηρή ύλη ορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 401/2006.

(8)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σε αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στην οδηγία 91/321/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1991, σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας (ΕΕ L 175 της 4.7.1991, σ. 35), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2003/14/ΕΚ (ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 37).

(9)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στην οδηγία 1999/21/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 1999, σχετικά με τα διαιτητικά τρόφιμα που προορίζονται για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς (ΕΕ L 91 της 7.4.1999, σ. 29).

(10)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο αναφέρεται, στην περίπτωση του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, στα προϊόντα που είναι έτοιμα προς χρήση (τα οποία διατίθενται στην αγορά ως έχουν ή αφού ανασυσταθούν σύμφωνα με τις οδηγίες του παρασκευαστή) και, στην περίπτωση προϊόντων πλην του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, στην ξηρή ύλη. Η ξηρή ύλη ορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 401/2006.

(11)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 179 της 14.7.1999, σ. 1) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με το πρωτόκολλο σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 157 της 21.6.2005, σ. 29).

(12)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει για τα προϊόντα που παράγονται από τη συγκομιδή 2005 και μετά.

(13)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1601/91 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αρωματισμένων οίνων, των αρωματισμένων ποτών με βάση τον οίνο και των αρωματισμένων κοκτέιλ αμπελοοινικών προϊόντων (ΕΕ L 149 της 14.6.1991, σ. 1) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με το πρωτόκολλο σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο για την ΟΤΑ που εφαρμόζεται στα ποτά αυτά εξαρτάται από την αναλογία οίνου ή/και γλεύκους σταφυλιών που περιέχεται στο τελικό προϊόν.

(14)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στην οδηγία 2001/112/ΕΚ του Συμβουλίου, τις 20ής Δεκεμβρίου 2001, για τους χυμούς φρούτων και ορισμένα ομοειδή προϊόντα που προορίζονται για τη διατροφή του ανθρώπου (ΕΕ L 10 της 12.1.2002, σ. 58).

(15)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τον ορισμό, το χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών (ΕΕ L 160 της 12.6.1989, σ. 1) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με το πρωτόκολλο σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(16)  Βρέφη και μικρά παιδιά , όπως καθορίζεται στην οδηγία 91/321/ΕΟΚ και στην οδηγία 96/5/ΕΚ.

(17)  Για τους σκοπούς της εφαρμογής των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για τη δεσοξυνιβαλενόλη, τη ζεαραλενόνη, και την τοξίνη T-2 και HT-2 που ορίζονται στα σημεία 2.4, 2.5 και 2.7, το ρύζι δεν περιλαμβάνεται στα «δημητριακά» και τα προϊόντα με βάση το ρύζι δεν περιλαμβάνονται στα «προϊόντα δημητριακών».

(18)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει για τα μη μεταποιημένα δημητριακά που διατίθεται στην αγορά για πρώτη μεταποίηση. Με τον όρο «πρώτη μεταποίηση» νοείται κάθε φυσική ή θερμική κατεργασία, εκτός της ξήρανσης, ολόκληρου του κόκκου ή της επιφάνειας του κόκκου. Οι διεργασίες καθαρισμού, διαλογής και ξήρανσης δεν θεωρείται ότι αποτελούν «πρώτη μεταποίηση», εφόσον δεν ασκείται καμία φυσική δράση στον ίδιο τον πυρήνα του κόκκου και ολόκληρος ο κόκκος παραμένει ανέπαφος μετά τον καθαρισμό και τη διαλογή. Στα ολοκληρωμένα συστήματα παραγωγής και μεταποίησης, το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει για τα μη μεταποιημένα δημητριακά σε περίπτωση που προορίζονται για πρώτη μεταποίηση.

(19)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει για τα δημητριακά που υφίστανται συγκομιδή και ισχύουν , από το έτος εμπορίας 2005/2006, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 824/2000 της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 2000, περί των διαδικασιών ανάληψης δημητριακών από οργανισμούς παρέμβασης καθώς και των αναλυτικών μεθόδων για τον καθορισμό της ποιότητας (ΕΕ L 100 της 20.4.2000, σ. 31) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1068/2005 (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 65).

(20)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2007.

(21)  Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει επίσης παρόμοια προϊόντα που φέρουν διαφορετική ονομασία, όπως είναι το σιμιγδάλι.

(22)  Ζυμαρικά (ξηρά) σημαίνει ζυμαρικά με περιεκτικότητα σε νερό περίπου 12 %.

(23)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει από την 1η Οκτωβρίου 2007.

(24)  Ψάρια που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στην κατηγορία (α), με εξαίρεση το ήπαρ ψαριών που υπόκειται στον κωδικό ΣΟ 0302 70 00, του καταλόγου του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 (ΕΕ L 17 της 21.1.2000, σ. 22) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την πράξη περί των όρων προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λεττονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας , της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 236 της 23.9.2003, σ. 33). Στην περίπτωση των τροφίμων που έχουν υποστεί ξήρανση, αραίωση, μεταποίηση ή/και έχουν προκύψει από συνδυασμό περισσότερων του ενός συστατικών, ισχύει το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2.

(25)  Όταν το ψάρι πρόκειται να καταναλωθεί ολόκληρο, το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει για ολόκληρο το ψάρι.

(26)  Τρόφιμα που εμπίπτουν στην κατηγορία (γ) και (στ) του καταλόγου του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000, κατά περίπτωση (είδη όπως απαριθμούνται στη σχετική καταχώριση). Στην περίπτωση των τροφίμων που έχουν υποστεί ξήρανση, αραίωση, μεταποίηση ή/και έχουν προκύψει από συνδυασμό περισσότερων του ενός συστατικών, ισχύει το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2.

(27)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο εφαρμόζεται μετά το πλύσιμο των φρούτων ή των λαχανικών και το διαχωρισμό του βρώσιμου μέρους.

(28)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο ισχύει για τα προϊόντα που παράγονται από τη συγκομιδή φρούτων 2001 και μετά.

(29)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο αναφέρεται στο προϊόν, όπως πωλείται.

(30)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο δίνεται για το υγρό προϊόν που περιέχει 40 % ξηρή ύλη, που αντιστοιχεί σε μέγιστη τιμή 50 mg/kg στην ξηρή ύλη. Το επιτρεπτό επίπεδο πρέπει να αναπροσαρμοστεί αναλογικά σύμφωνα με το περιεχόμενο ξηρής ύλης των προϊόντων.

(31)  Διοξίνες [άθροισμα πολυχλωριωμένων διβενζο-p-διοξινών (PCDD) και πολυχλωριωμένων διβενζοφουρανίων (PCDF), εκφρασμένο ως συγκέντρωση ισοδυνάμου τοξικότητας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ) χρησιμοποιώντας τους συντελεστές ισοδυνάμου τοξικότητας της ΠΟΥ (WHO-TEF)] και άθροισμα διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB [άθροισμα PCDD, PCDF και πολυχλωροδιφαινυλίων (PCB), εκφρασμένο ως συγκέντρωση ισοδυνάμου τοξικότητας της ΠΟΥ χρησιμοποιώντας τους WHO-TEF)]. Οι WHO-TEF για την εκτίμηση του κινδύνου για τον άνθρωπο βασίζονται στα συμπεράσματα της συνεδρίασης της ΠΟΥ στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, στις 15-18 Ιουνίου 1997 [(Van den Berg et al., 1998) Toxic Equivalency Factors (TEFs) for PCBs, PCDDs, PCDFs for Humans and for Wildlife. Environmental Health Perspectives, 106(12), 775].

Image

(32)  Ανώτατα όρια συγκέντρωσης: τα ανώτατα όρια συγκέντρωσης υπολογίζονται με την υπόθεση ότι όλες οι τιμές των διαφόρων ομοειδών ουσιών κάτω από το όριο του ποσοτικού προσδιορισμού ισούνται με το όριο του ποσοτικού προσδιορισμού.

(33)  Το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο δεν ισχύει για τρόφιμα που περιέχουν < 1 % λίπος.

(34)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στις κατηγορίες (α), (β), (γ), (ε) και (στ) του καταλόγου του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 με εξαίρεση το ήπαρ ψαριών που εμπίπτει στον κωδικό ΣΟ 0302 70 00.

(35)  Το βενζο[a]πυρένιο, για το οποίο παρατίθενται τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα, χρησιμοποιείται ως δείκτης για την εμφάνιση και την επίπτωση των καρκινογόνων πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Συνεπώς, τα μέτρα αυτά παρέχουν πλήρη εναρμόνιση όσον αφορά τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες στα απαριθμούμενα τρόφιμα σε όλα τα κράτη μέλη.

(36)  Τρόφιμα που απαριθμούνται σ’ αυτή την κατηγορία όπως καθορίζεται στις κατηγορίες (β), (γ) και (στ) του καταλόγου του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000.


20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/25


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1882/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

για καθορισμό μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων νιτρικών ιόντων σε ορισμένα τρόφιμα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για ορισμένες επιμολύνσεις στα τρόφιμα (2) προβλέπει μέγιστα επίπεδα για τα νιτρικά ιόντα στο σπανάκι, τα μαρούλια, τα μαρούλια τύπου «iceberg», τις παιδικές τροφές και τα μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τα σιτηρά για βρέφη και μικρά παιδιά.

(2)

Η δειγματοληψία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πιστότητα με την οποία προσδιορίζονται τα επίπεδα των νιτρικών ιόντων, καθώς και οι διαδικασίες προετοιμασίας δειγμάτων.

(3)

Είναι αναγκαίο να καθοριστούν γενικά κριτήρια, με τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται οι μέθοδοι ανάλυσης, ούτως ώστε τα εργαστήρια που είναι επιφορτισμένα με τη διεξαγωγή των ελέγχων να χρησιμοποιούν μεθόδους ανάλυσης συγκρίσιμου επιπέδου επιδόσεων.

(4)

Τα φρέσκα μαρούλια και το σπανάκι αποτελούν ιδιαίτερα ευπαθή προϊόντα και στις περισσότερες περιπτώσεις τα φορτία των εν λόγων προϊόντων δεν είναι δυνατόν να δεσμευτούν μέχρι να εκδοθεί το αναλυτικό αποτέλεσμα του επίσημου ελέγχου. Συνεπώς, στις περιπτώσεις αυτές οι αρμόδιες αρχές μπορεί να θεωρούν σκόπιμη και αναγκαία τη διενέργεια επίσημης δειγματοληψίας στον αγρό λίγο πριν από τη συγκομιδή.

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η δειγματοληψία, η προετοιμασία των δειγμάτων και οι αναλύσεις για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων νιτρικών ιόντων στα τρόφιμα που απαριθμούνται στο τμήμα 1 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 διεξάγονται σύμφωνα με τις μεθόδους που ορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Μαρτίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1· όπως διορθώθηκε στην ΕΕ L 191 της 28.5.2004, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 776/2006 (ΕΕ L 136 της 24.5.2006, σ. 3).

(2)  Βλέπε σελίδα 5 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΜΕΘΟΔΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑ, ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΝΙΤΡΙΚΩΝ ΙΟΝΤΩΝ ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΤΡΟΦΙΜΑ

A.   ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Οι επίσημοι έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004. Οι ακόλουθες γενικές διατάξεις ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004.

A.1.   Πεδίο εφαρμογής

Τα δείγματα που προορίζονται για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων νιτρικών ιόντων στα τρόφιμα που απαριθμούνται στο τμήμα 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 λαμβάνονται σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παρόν παράρτημα. Τα συνολικά δείγματα που λαμβάνονται κατά τον τρόπο αυτό είτε απευθείας από τον αγρό είτε από μια παρτίδα θεωρούνται αντιπροσωπευτικά των παρτίδων.

Η συμμόρφωση προσδιορίζεται βάσει των επιπέδων που διαπιστώνονται στα εργαστηριακά δείγματα.

A.2.   Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

A.2.1.

«παρτίδα»: η εκάστοτε παραδιδόμενη αναγνωρίσιμη ποσότητα τροφίμου, η συγκομιδή της οποίας γίνεται την ίδια χρονική στιγμή και για την οποία ο αρμόδιος υπάλληλος έχει διαπιστώσει ότι παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η προέλευση, η ποικιλία ή το είδος του εδάφους εντός περιοχής 2 εκταρίων το ανώτερο, το είδος συσκευασίας, ο συσκευαστής, ο αποστολέας ή η σήμανση·

A.2.2.

«υποπαρτίδα»: καθορισμένο τμήμα μεγάλης παρτίδας, στο οποίο θα εφαρμοστεί η μέθοδος δειγματοληψίας· κάθε υποπαρτίδα πρέπει να διαχωρίζεται με φυσικό τρόπο και να είναι αναγνωρίσιμη·

A.2.3.

«στοιχειώδες δείγμα ή μονάδα»: ποσότητα υλικού που λαμβάνεται από ένα μόνο σημείο της παρτίδας ή της υποπαρτίδας. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να είναι μία μόνο κεφαλή μαρουλιού ή σπανακιού ή λίγα νεαρά φύλλα ή μια σακούλα κομμένων φύλλων·

A.2.4.

«συνολικό δείγμα»: το συνδυασμένο σύνολο όλων των στοιχειωδών δειγμάτων που έχουν ληφθεί από την παρτίδα ή την υποπαρτίδα·

A.2.5.

«εργαστηριακό δείγμα»: δείγμα που προορίζεται για το εργαστήριο·

A.2.6.

«αγρός»: καθορισμένη περιοχή γης με τον ίδιο τύπο εδάφους και μέθοδο καλλιέργειας, που περιέχει μία μόνο ποικιλία μαρουλιού ή σπανακιού στο ίδιο στάδιο ανάπτυξης. Ο όρος «αγρός» μπορεί επίσης να αναφέρεται και ως «παρτίδα» στη μέθοδο δειγματοληψίας·

A.2.7.

«καλυμμένη περιοχή»: καθορισμένη περιοχή γης που καλύπτεται από γυάλινο ή πλαστικό θερμοκήπιο (τούνελ ή θερμοκήπιο από πλαστικό ή πολυαιθυλένιο) που περιέχει μία μόνο ποικιλία μαρουλιού ή σπανακιού στο ίδιο στάδιο ανάπτυξης και στην οποία η συγκομιδή πρόκειται να γίνει την ίδια περίοδο. Ο όρος «καλυμμένη περιοχή» μπορεί να αναφέρεται και ως «παρτίδα» στη μέθοδο δειγματοληψίας.

A.3.   Γενικές διατάξεις

A.3.1.   Προσωπικό

Η δειγματοληψία πραγματοποιείται από εξουσιοδοτημένο προσωπικό που ορίζει το κράτος μέλος.

A.3.2.   Υλικό που υπόκειται σε δειγματοληψία

Κάθε προς εξέταση παρτίδα υπόκειται σε δειγματοληψία χωριστά. Οι μεγάλες παρτίδες (δηλαδή οι παρτίδες άνω των 30 τόνων ή από αγρό άνω των 3 εκταρίων) διαιρούνται σε υποπαρτίδες που υπόκεινται σε δειγματοληψία χωριστά.

A.3.3.   Προληπτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται

Κατά τη διάρκεια της δειγματοληψίας και της προετοιμασίας των δειγμάτων λαμβάνονται προληπτικά μέτρα για να αποφεύγονται τυχόν αλλαγές που μπορεί να επηρεάσουν:

την περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα, να επηρεάσουν αρνητικά τον αναλυτικό καθορισμό ή να αναιρέσουν την αντιπροσωπευτικότητα των συνολικών δειγμάτων, όπως με την παρουσία χώματος στα μαρούλια ή στο σπανάκι κατά την προετοιμασία του δείγματος,

την ασφάλεια των τροφίμων ή την ακεραιότητα των παρτίδων προς δειγματοληψία.

Επίσης, λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύεται η ασφάλεια των ατόμων που συλλέγουν τα δείγματα.

A.3.4.   Στοιχειώδη δείγματα

Τα στοιχειώδη δείγματα συλλέγονται από διάφορα σημεία όσον το δυνατόν πιο διεσπαρμένα σε όλη την παρτίδα ή την υποπαρτίδα. Τυχόν παρέκκλιση από τη διαδικασία αυτή καταγράφεται στο αρχείο που ορίζεται στο σημείο A.3.8 του παρόντος παραρτήματος.

A.3.5.   Προετοιμασία του συνολικού δείγματος

Το συνολικό δείγμα σχηματίζεται με το συνδυασμό των στοιχειωδών δειγμάτων.

A.3.6.   Όμοια δείγματα

Από το ομογενοποιημένο συνολικό δείγμα λαμβάνονται όμοια δείγματα για λόγους επιβολής της νομοθεσίας, άσκησης έφεσης και διαιτησίας, εκτός εάν η διαδικασία αυτή αντίκειται στους κανόνες των κρατών μελών σχετικά με τα δικαιώματα του υπευθύνου επιχείρησης τροφίμων.

A.3.7.   Συσκευασία και διαβίβαση των δειγμάτων

Κάθε δείγμα τοποθετείται σε μία καθαρή, αδρανή, σφραγισμένη και στεγανή σακούλα, έτσι ώστε να προλαμβάνεται η απώλεια υγρασίας του και να προστατεύεται κατάλληλα από τυχόν ζημίες ή μόλυνση.

Το δείγμα πρέπει να μεταφέρεται στο εργαστήριο εντός 24 ωρών από τη δειγματοληψία και να διατηρείται δροσερό κατά τη μεταφορά. Εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, το δείγμα καταψύχεται εντός 24 ωρών και διατηρείται στην κατάψυξη (το ανώτερο για 6 εβδομάδες).

Λαμβάνονται όλα τα πρόσθετα προληπτικά μέτρα που είναι απαραίτητα για να αποφεύγεται κάθε αλλαγή στη σύνθεση του δείγματος, η οποία μπορεί να συμβεί κατά τη μεταφορά ή την αποθήκευση.

A.3.8.   Σφράγιση και σήμανση των δειγμάτων

Κάθε δείγμα που λαμβάνεται για επίσημη χρήση πρέπει να σφραγίζεται στον τόπο δειγματοληψίας και να ταυτοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους μέλους.

Τηρείται αρχείο για την κάθε δειγματοληψία με το οποίο είναι δυνατόν να ταυτοποιείται χωρίς αμφιβολία κάθε παρτίδα. Ο υπάλληλος δειγματοληψίας καταγράφει την ποικιλία, τον καλλιεργητή, τη μέθοδο παραγωγής την ημερομηνία, τον τόπο δειγματοληψίας, τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης τροφίμων που είναι υπεύθυνος για το εκάστοτε φορτίο και οποιαδήποτε άλλη χρήσιμη πληροφορία που μπορεί να βοηθήσει τους αναλυτές.

A.4.   Διάφοροι τύποι παρτίδων

Η εμπορεία των ειδών τροφίμων μπορεί να γίνεται χύμα ή σε δοχεία, όπως σε σάκους, σακούλες, κιβώτια ή σε ατομικές συσκευασίες λιανικής πώλησης. Η μέθοδος δειγματοληψίας μπορεί να εφαρμόζεται σε όλες τις διάφορες μορφές με τις οποίες τα αγαθά διατίθενται στην αγορά.

Β.   ΜΕΘΟΔΟΣ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ

Τα στοιχειώδη δείγματα συλλέγονται, όσο το δυνατόν περισσότερο, από διάφορα σημεία σε όλη την παρτίδα ή την υποπαρτίδα.

B.1.   Δειγματοληψία στον αγρό

Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή θεωρεί απαραίτητη τη δειγματοληψία μαρουλιών ή σπανακιού στον αγρό, η δειγματοληψία πρέπει να διενεργείται ως εξής:

Η συλλογή των στοιχειωδών δειγμάτων δεν γίνεται από περιοχές που δεν φαίνονται αντιπροσωπευτικές του αγρού ή της καλυμμένης περιοχής. Οι περιοχές με διαφορετικούς τύπους εδάφους, στις οποίες έχουν εφαρμοστεί διαφορετικές μέθοδοι καλλιέργειας ή που περιέχουν διαφορετικές ποικιλίες μαρουλιών ή σπανακιού ή στις οποίες η συγκομιδή πρόκειται να γίνει σε διαφορετική περίοδο, αντιμετωπίζονται ως χωριστές παρτίδες ή αγροί. Εάν ο αγρός είναι μεγαλύτερος από 3 εκτάρια, διαιρείται σε υποπαρτίδες 2 εκταρίων και κάθε υποπαρτίδα υποβάλλεται σε δειγματοληψία χωριστά.

Ο δειγματολήπτης συλλέγει τα στοιχειώδη δείγματα περπατώντας σε σχήμα «W» ή «X» στον αγρό. Στις καλλιέργειες στις οποίες η συγκομιδή διενεργείται σε στενά σπορεία ή σε καλυμμένη περιοχή η δειγματοληψία γίνεται σε σχήμα «W» ή «X» από διάφορα σπορεία και τα δείγματα συγκεντρώνονται για να σχηματίσουν το συνολικό δείγμα.

Τα φυτά πρέπει να κόβονται στο επίπεδο του εδάφους.

Το δείγμα πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 10 φυτά και το συνολικό δείγμα 10 φυτών πρέπει να ζυγίζει τουλάχιστον 1 kg. Σε δειγματοληψία υποβάλλονται μόνον εμπορεύσιμες μονάδες (1). Από την κάθε μονάδα αφαιρούνται το χώμα, τα εξωτερικά μη εδώδιμα φύλλα και τα κατεστραμμένα φύλλα.

B.2.   Δειγματοληψία παρτίδων σπανακιού, μαρουλιών, παιδικών τροφών και μεταποιημένων τροφίμων με βάση τα σιτηρά για βρέφη και μικρά παιδιά που βρίσκονται στην αγορά

Η μέθοδος δειγματοληψίας εφαρμόζεται σε παρτίδες μικρότερες από ή ίσες με 25 τόνους.

Σε περίπτωση μεγάλων παρτίδων (παρτίδες > 30 τόνους), η παρτίδα διαιρείται σε υποπαρτίδες, καταρχήν 25 τόνων, με την προϋπόθεση ότι η υποπαρτίδα μπορεί να διαχωριστεί με φυσικό τρόπο. Δεδομένου ότι το βάρος μιας παρτίδας δεν είναι πάντοτε ακριβές πολλαπλάσιο των 25 τόνων, το βάρος των υποπαρτίδων μπορεί να υπερβαίνει το αναφερόμενο βάρος κατά μέγιστο ποσοστό 20 %. Αυτό σημαίνει ότι οι υποπαρτίδες μπορεί να ζυγίζουν από 15 έως 30 τόνους. Σε περίπτωση που ο φυσικός διαχωρισμός της παρτίδας σε υποπαρτίδες έχει γίνει ή δεν είναι δυνατό να γίνει, το δείγμα λαμβάνεται από την παρτίδα.

Το συνολικό δείγμα ανέρχεται σε τουλάχιστον 1 kg, εκτός εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, π.χ. όταν λαμβάνεται δείγμα από μία μόνο κεφαλή ή συσκευασία.

Ο ελάχιστος αριθμός στοιχειωδών δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται από την παρτίδα πρέπει να είναι ο αριθμός που αναφέρεται στον πίνακα 1.

Πίνακας 1

Ελάχιστος αριθμός στοιχειωδών δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται από κάθε παρτίδα

Βάρος της παρτίδας (σε kg)

Ελάχιστος αριθμός στοιχειωδών δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται

Ελάχιστο βάρος συνολικού δείγματος (σε kg)

< 50

3

1

50 έως 500

5

1

> 500

10

1

Εάν η παρτίδα αποτελείται από μεμονωμένες συσκευασίες, τότε ο αριθμός των συσκευασιών που πρέπει να ληφθούν για να σχηματιστεί το συνολικό δείγμα αναφέρεται στον πίνακα 2.

Πίνακας 2

Αριθμός συσκευασιών (στοιχειώδη δείγματα) που πρέπει να λαμβάνονται για να σχηματιστεί το συνολικό δείγμα, εάν η παρτίδα αποτελείται από μεμονωμένες συσκευασίες

Αριθμός συσκευασιών ή μονάδων ανά παρτίδα

Αριθμός συσκευασιών ή μονάδων που πρέπει να ληφθούν

Ελάχιστο βάρος συνολικού δείγματος (σε kg)

1 έως 25

1 συσκευασία ή μονάδα

1

26 έως 100

περίπου 5 %, τουλάχιστον 2 συσκευασίες ή μονάδες

1

> 100

περίπου 5 %, το μέγιστο 10 συσκευασίες ή μονάδες

1

Σε κάθε παρτίδα ή υποπαρτίδα που πρέπει να ελέγχεται για συμμόρφωση πρέπει να γίνεται χωριστή δειγματοληψία. Ωστόσο, σε περιπτώσεις στις οποίες παρόμοια μέθοδος δειγματοληψίας ενδέχεται να έχει απαράδεκτες εμπορικές συνέπειες από ζημίες στην παρτίδα (εξαιτίας του είδους της συσκευασίας, των μέσων μεταφοράς κ.λπ.), πρέπει να εφαρμόζεται εναλλακτική μέθοδος δειγματοληψίας, εφόσον εξασφαλίζεται ότι το συνολικό δείγμα είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικό της παρτίδας που υποβάλλεται σε δειγματοληψία και συνοδεύεται από κατάλληλη περιγραφή και τεκμηρίωση. Η λήψη του δείγματος από την παρτίδα γίνεται από μια θέση που καθορίζεται τυχαία κατά προτίμηση αλλά, όταν αυτό δεν είναι εφικτό από φυσική άποψη, από μια τυχαία θέση στα προσβάσιμα μέρη της παρτίδας.

B.3.   Δειγματοληψία στο στάδιο της λιανικής πώλησης

Η δειγματοληψία τροφίμων στο στάδιο της λιανικής πώλησης πρέπει να γίνεται, εφόσον αυτό είναι δυνατόν, σύμφωνα με τις διατάξεις δειγματοληψίας που ορίζονται στο τμήμα Β.2.

Όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, μπορεί να εφαρμοστεί εναλλακτική μέθοδος δειγματοληψίας στο στάδιο της λιανικής πώλησης, υπό τον όρο ότι εξασφαλίζεται επαρκώς η αντιπροσωπευτικότητα του συνολικού δείγματος σε σχέση με την παρτίδα από την οποία ελήφθη και ότι η μέθοδος αυτή περιγράφεται και τεκμηριώνεται πλήρως (2).

B.4.   Αξιολόγηση της συμμόρφωσης των παρτίδων ή των υποπαρτίδων

Αποδοχή εφόσον το εργαστηριακό δείγμα δεν υπερβαίνει το μέγιστο όριο, λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας της μέτρησης και της διόρθωσης ως προς την ανάκτηση.

Απόρριψη εφόσον το εργαστηριακό δείγμα υπερβαίνει το μέγιστο όριο πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας της μέτρησης και της διόρθωσης ως προς την ανάκτηση (δηλαδή για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης χρησιμοποιείται το διορθωμένο ως προς την ανάκτηση αναλυτικό αποτέλεσμα μείον την εκτεταμένη αβεβαιότητα της μέτρησης).

Γ.   ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

1.

Στην περίπτωση δειγματοληψίας φρέσκων προϊόντων, η προετοιμασία του δείγματος γίνεται εντός 24 ωρών από τη δειγματοληψία, εάν αυτό είναι δυνατόν. Σε αντίθετη περίπτωση, το δείγμα διατηρείται στην κατάψυξη (έως και 6 εβδομάδες το μέγιστο).

2.

Από καθεμία από τις επιμέρους μονάδες αφαιρούνται το χώμα, τα φύλλα με χώμα και άλλα μη εδώδιμα και κατεστραμμένα φύλλα. Δεν επιτρέπεται το πλύσιμο των δειγμάτων, καθώς έτσι μπορεί να μειωθεί η περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα.

3.

Το πλήρες δείγμα πρέπει να ομογενοποιείται (η προσθήκη γνωστής ποσότητας νερού είναι προαιρετική). Ανάλογα με το μέγεθος της χρησιμοποιούμενης συσκευής ανάμειξης/εμπότισης/κοπής, μπορούν να συνδυαστούν μία ή περισσότερες ατομικές μονάδες για λόγους ομογενοποίησης. Η ανάμειξη μπορεί να βοηθηθεί με την ψύξη και την κοπή των μονάδων πριν από τη διεξαγωγή της ομογενοποίησης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι με τη χρησιμοποιούμενη διαδικασία ομογενοποίησης επιτυγχάνεται πλήρης ομογενοποίηση. Η επίτευξή της έχει ουσιαστική σημασία για τη μέγιστη εκχύλιση και ανάκτηση των νιτρικών ιόντων. Τα δείγματα υποβάλλονται στην ίδια ακριβώς επεξεργασία ανεξάρτητα από το εάν προήλθαν από τον αγρό ή από τη λιανική αγορά.

4.

Από τους συνδυασμένους πολτούς λαμβάνονται ένα ή περισσότερα αναλυτικά δείγματα για ανάλυση.

Δ.   ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ, ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Δ.1.   Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

r

=

Επαναληψιμότητα: τιμή κάτω από την οποία μπορεί να αναμένεται ότι η απόλυτη διαφορά μεταξύ των αποτελεσμάτων δυο μεμονωμένων δοκιμών, που παράγονται κάτω από συνθήκες επαναληψιμότητας, δηλαδή το ίδιο δείγμα, ο ίδιος χειριστής, ο ίδιος εξοπλισμός, το ίδιο εργαστήριο και μικρή χρονική απόσταση, βρίσκεται εντός των ορίων ειδικής πιθανότητας (κατά κανόνα 95 %) και επομένως r = 2,8 × sr.

sr

=

Τυπική απόκλιση, υπολογιζόμενη με βάση τα αποτελέσματα που παρήχθησαν υπό συνθήκες επαναληψιμότητας.

RSDr

=

Σχετική τυπική απόκλιση, υπολογιζόμενη με βάση τα αποτελέσματα που προέκυψαν υπό συνθήκες επαναληψιμότητας [(sr /

Image

) × 100].

R

=

Αναπαραγωγιμότητα, τιμή κάτω από την οποία μπορεί να αναμένεται ότι η απόλυτη διαφορά μεταξύ των αποτελεσμάτων των μεμονωμένων δοκιμών, που προέκυψαν υπό συνθήκες αναπαραγωγιμότητας, δηλαδή για το ίδιο υλικό που ελήφθη από χειριστές σε διάφορα εργαστήρια, με τη χρησιμοποίηση της τυποποιημένης μεθόδου δοκιμασίας, βρίσκεται εντός ορισμένου ορίου πιθανότητας (κατά κανόνα 95 %)· R = 2,8 × sR

sR

=

Τυπική απόκλιση, υπολογιζόμενη με βάση τα αποτελέσματα που προέκυψαν υπό συνθήκες αναπαραγωγιμότητας.

RSDR

=

Σχετική τυπική απόκλιση, υπολογιζόμενη με βάση τα αποτελέσματα που προέκυψαν υπό συνθήκες αναπαραγωγιμότητας [(sR /

Image

) × 100].

Δ.2.   Γενικές απαιτήσεις

Οι μέθοδοι ανάλυσης που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο των τροφίμων συμμορφώνονται με τις διατάξεις των σημείων 1 και 2 του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004.

Δ.3.   Ειδικές απαιτήσεις

Δ.3.1.   Διαδικασία εκχύλισης

Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη διαδικασία εκχύλισης που εφαρμόζεται. Έχει αποδειχθεί ότι την αποτελεσματική εκχύλιση των νιτρικών ιόντων εξασφαλίζουν μια σειρά διαδικασιών εκχύλισης, όπως είναι η μέθοδος εκχύλισης με ζεστό νερό ή με μεθανόλη/νερό (30/70). Η εκχύλιση με κρύο νερό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο εάν το αναλυτικό δείγμα έχει καταψυχθεί πριν από την εκχύλιση του δείγματος.

Δ.3.2.   Κριτήρια απόδοσης

Τα ειδικά κριτήρια για τις μεθόδους ανάλυσης που χρησιμοποιούνται στην παρακολούθηση των επιπέδων νιτρικών ιόντων είναι τα εξής:

Κριτήριο

Εύρος συγκέντρωσης

Συνιστώμενη τιμή

Μέγιστη επιτρεπόμενη τιμή

Ανάκτηση

< 500 mg/kg

60-120 %

 

≥ 500 mg/kg

90-110 %

 

Πιστότητα RSDR

Όλες οι συγκεντρώσεις

Παράγωγη της εξίσωσης του Horwitz

2 × παράγωγη τιμή της εξίσωσης του Horwitz

Η πιστότητα RSDr μπορεί να υπολογιστεί με πολλαπλασιασμό της τιμής πιστότητας RSDR επί 0,66 στην εκάστοτε συγκέντρωση που παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Σημειώσεις για τα κριτήρια απόδοσης

Τα εύρη συγκέντρωσης δεν παρέχονται δεδομένου ότι οι τιμές που αφορούν την πιστότητα υπολογίζονται μόνο για τις συγκεντρώσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον

Οι τιμές που αφορούν την πιστότητα υπολογίζονται βάσει της εξίσωσης του Horwitz, ήτοι:

RSDR = 2(1-0,5logC)

όπου:

RSDR αντιπροσωπεύει τη σχετική τυπική απόκλιση, η οποία υπολογίζεται βάσει των αποτελεσμάτων που λαμβάνονται υπό όρους αναπαραγωγιμότητας [(sR / Image) × 100]

C είναι το ποσοστό συγκέντρωσης (ήτοι 1 = 100 g/100 g, 0,001 = 1 000 mg/kg).

Δ.4.   Αναφορά των αποτελεσμάτων, εκτίμηση της αβεβαιότητας της μέτρησης και υπολογισμός του ποσοστού ανάκτησης (3)

Το αναλυτικό αποτέλεσμα πρέπει να καταγράφεται υπό διορθωμένη ή μη διορθωμένη μορφή ως προς την ανάκτηση. Πρέπει να ανακοινώνονται ο τρόπος καταγραφής και το ποσοστό ανάκτησης. Το αναλυτικό αποτέλεσμα με μορφή διορθωμένη ως προς την ανάκτηση χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της συμμόρφωσης.

Το αποτέλεσμα της ανάλυσης πρέπει να αναφέρεται ως × ± U, όπου × είναι το αποτέλεσμα της ανάλυσης και U η εκτεταμένη αβεβαιότητα της μέτρησης.

U είναι η εκτεταμένη αβεβαιότητα της μέτρησης, με τη χρήση ενός συντελεστή κάλυψης 2, ο οποίος επιτρέπει ποσοστό εμπιστοσύνης περίπου 95 %.

Οι παρόντες ερμηνευτικοί κανόνες για το αποτέλεσμα των αναλύσεων ενόψει της αποδοχής ή της απόρριψης μιας παρτίδας εφαρμόζονται στο αποτέλεσμα των αναλύσεων που παράγεται από το δείγμα που υποβάλλεται σε επίσημο έλεγχο. Στην περίπτωση αναλύσεων για λόγους δικαιώματος άσκησης έφεσης ή διαιτησίας, εφαρμόζεται η εθνική νομοθεσία.

Δ.5.   Πρότυπα ποιότητας των εργαστηρίων

Το εργαστήριο πρέπει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004.


(1)  Το εμπορεύσιμο μέγεθος για τα μαρούλια, τα κατσαρά και τα πλατύφυλλα αντίδια καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1543/2001 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 2001, για τον καθορισμό της εμπορικής προδιαγραφής που εφαρμόζεται στα μαρούλια, στα κατσαρά αντίδια και στα πλατύφυλλα αντίδια (ΕΕ L 203 της 28.7.2001, σ. 9) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 6/2005 της 4ης Ιανουαρίου 2005 (ΕΕ L 2 της 5.1.2005, σ. 3).

(2)  Στην περίπτωση που η παρτίδα που πρόκειται να υποβληθεί σε δειγματοληψία είναι τόσο μικρή που είναι αδύνατο να ληφθεί συνολικό δείγμα 1 kg, το βάρος του συνολικού δείγματος μπορεί να είναι μικρότερο του 1 kg. Επίσης, στην περίπτωση δειγματοληψίας για μεταποιημένα τρόφιμα με βάση τα σιτηρά για βρέφη και μικρά παιδιά, το συνολικό δείγμα μπορεί να ανέρχεται σε 0,5 kg.

(3)  Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις διαδικασίες για την εκτίμηση της αβεβαιότητας της μέτρησης και με τις διαδικασίες για την εκτίμηση του ποσοστού ανάκτησης περιέχονται στο έγγραφο με τίτλο «Report on the relationship between analytical results, measurement uncertainty, recovery factors and the provisions of EU food and feed legislation» (Έκθεση σχετικά με τη σχέση μεταξύ των αναλυτικών αποτελεσμάτων, της αβεβαιότητας της μέτρησης, των παραγόντων ανάκτησης και των διατάξεων της νομοθεσίας της ΕΕ για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές) — http://europa.eu/food/food/chemicalsafety/contaminants/report-sampling_analysis_2004_en.pdf


20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/32


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1883/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

για καθορισμό των μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs σε ορισμένα τρόφιμα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα (2) προβλέπει ανώτατα επίπεδα για τις διοξίνες και τα φουράνια και για το σύνολο των διοξινών, φουρανίων και παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs σε ορισμένα τρόφιμα.

(2)

Η οδηγία 2002/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 2002, για καθορισμό των μεθόδων δειγματοληψίας και των μεθόδων ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των διοξινών και τον προσδιορισμό των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα (3) καθορίζει ειδικές διατάξεις για τη διαδικασία δειγματοληψίας και τις μεθόδους ανάλυσης που εφαρμόζονται στον επίσημο έλεγχο.

(3)

Για την εφαρμογή νέων μέγιστων επιπέδων για το σύνολο των διοξινών, φουρανίων και παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs πρέπει να τροποποιηθεί η οδηγία 2002/69/ΕΚ. Για λόγους σαφήνειας, κρίνεται σκόπιμο να αντικατασταθεί η οδηγία 2002/69/ΕΚ από τον παρόντα κανονισμό.

(4)

Οι διατάξεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό αφορούν μόνο στη δειγματοληψία και στην ανάλυση των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 και δεν επηρεάζουν τη στρατηγική, τα επίπεδα και τη συχνότητα δειγματοληψίας όπως καθορίζονται στα παραρτήματα III και IV της οδηγίας 96/23/ΕΚ, της 29ης Απριλίου 1996, περί της λήψης μέτρων ελέγχου για ορισμένες ουσίες και τα κατάλοιπά τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους και κατάργησης των οδηγιών 85/358/ΕΟΚ και 86/469/ΕΟΚ και των αποφάσεων 89/187/ΕΟΚ και 91/664/ΕΟΚ (4). Δεν επηρεάζουν τα κριτήρια στοχοθέτησης όπως καθορίζονται στην απόφαση 98/179/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 1998, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων όσον αφορά την επίσημη δειγματοληψία για τον έλεγχο της ανίχνευσης ορισμένων ουσιών και των καταλοίπων τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους (5).

(5)

Μια μέθοδος ανάλυσης διαλογής με αποδεδειγμένη, ευρέως αποδεκτή επικύρωση και υψηλή απόδοση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιλογή των δειγμάτων με σημαντικά επίπεδα διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs. Τα επίπεδα των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs στα δείγματα αυτά πρέπει να προσδιοριστούν με μια επιβεβαιωτική μέθοδο ανάλυσης. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν αυστηρές απαιτήσεις για τις επιβεβαιωτικές μεθόδους ανάλυσης και ελάχιστες απαιτήσεις για τη μέθοδο διαλογής.

(6)

Για τη δειγματοληψία πολύ μεγάλων ψαριών, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται η δειγματοληψία ώστε να εξασφαλίζεται εναρμονισμένη προσέγγιση σε όλη την Κοινότητα.

(7)

Στα ψάρια που ανήκουν στο ίδιο είδος και τα οποία προέρχονται από την ίδια περιοχή το επίπεδο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs μπορεί να διαφέρει σε κάθε ψάρι ανάλογα με το μέγεθος ή/και την ηλικία του. Επιπλέον, το επίπεδο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs δεν είναι οπωσδήποτε το ίδιο σε όλα τα μέρη του ψαριού. Επομένως, σε περίπτωση δειγματοληψίας ψαριών, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται η δειγματοληψία και η προετοιμασία των δειγμάτων ώστε να εξασφαλίζεται εναρμονισμένη προσέγγιση σε όλη την Κοινότητα.

(8)

Έχει πρωταρχική σημασία τα αποτελέσματα των αναλύσεων να καταγράφονται και να ερμηνεύονται κατά τρόπο ομοιόμορφο, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εναρμονισμένη άποψη εφαρμογής της νομοθεσίας σε όλη την Κοινότητα.

(9)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η δειγματοληψία για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων των διοξινών, των φουρανίων και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα που παρατίθενται στο τμήμα 5 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 διεξάγεται σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 2

Η προετοιμασία των δειγμάτων και οι αναλύσεις για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων των διοξινών, των φουρανίων και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα, που παρατίθενται στο τμήμα 5 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 διεξάγονται σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 3

Η οδηγία 2002/69/ΕΚ καταργείται. Οι αναφορές στην καταργηθείσα οδηγία θεωρείται ότι αποτελούν αναφορές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 4

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Μαρτίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΫ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1, όπως διορθώθηκε με την ΕΕ L 191 της 28.5.2004, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 776/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 136 της 24.5.2006, σ. 3).

(2)  Βλέπε σελίδα 5 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(3)  ΕΕ L 209 της 6.8.2002, σ. 5. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2004/44/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 113 της 20.4.2004, σ. 17).

(4)  ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 10. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 165 L της 30.4.2004, σ. 1, όπως διορθώθηκε με την ΕΕ 191 L της 28.5.2004, σ. 1).

(5)  ΕΕ L 65 της 5.3.1998, σ. 31. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχώρησης του 2003.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΜΕΘΟΔΟΙ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΤΩΝ ΔΙΟΞΙΝΩΝ (PCDD/PCDF) ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΟΜΟΙΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΟΞΙΝΕΣ PCBs ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΤΡΟΦΙΜΑ

1.   ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Τα δείγματα που προορίζονται για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων των διοξινών (PCDD/PCDF) και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs στα τρόφιμα λαμβάνονται σύμφωνα με τις μεθόδους που περιγράφονται στο παρόν παράρτημα. Τα συνολικά δείγματα που αποκτήθηκαν με τον τρόπο αυτό θεωρούνται ως αντιπροσωπευτικά των παρτίδων ή υποπαρτίδων από τις οποίες λαμβάνονται. Η συμμόρφωση με τα ανώτατα επίπεδα που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 για τον καθορισμό μέγιστων τιμών ανοχής για ορισμένες προσμείξεις στα τρόφιμα προσδιορίζεται με βάση τα επίπεδα που διαπιστώνονται στα εργαστηριακά δείγματα.

2.   ΟΡΙΣΜΟΙ

Παρτίδα: η εκάστοτε παραδιδόμενη προσδιορίσιμη ποσότητα τροφίμου, για την οποία ο αρμόδιος υπάλληλος έχει διαπιστώσει ότι παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η προέλευση, η ποικιλία, το είδος συσκευασίας, ο συσκευαστής, ο αποστολέας ή η σήμανση. Στην περίπτωση των ψαριών και των προϊόντων αλιείας πρέπει επίσης και το μέγεθός τους να είναι συγκρίσιμο. Στην περίπτωση που το μέγεθος ή/και το βάρος των ψαριών δεν είναι συγκρίσιμο σε ένα φορτίο, το φορτίο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως παρτίδα αλλά πρέπει να εφαρμοστεί ειδική διαδικασία δειγματοληψίας.

Υποπαρτίδα: τμήμα μεγάλης παρτίδας που έχει οριστεί για την εφαρμογή της μεθόδου δειγματοληψίας στο εν λόγω ορισθέν τμήμα. Κάθε υποπαρτίδα πρέπει να διαχωρίζεται φυσικά και να είναι ταυτοποιήσιμη.

Στοιχειώδες δείγμα: ποσότητα υλικού που λαμβάνεται από ένα μόνο σημείο της παρτίδας ή της υποπαρτίδας.

Συνολικό δείγμα: το συνδυασμένο σύνολο όλων των στοιχειωδών δειγμάτων που έχουν ληφθεί από την παρτίδα ή την υποπαρτίδα.

Εργαστηριακό δείγμα: αντιπροσωπευτικό τμήμα/ποσότητα συνολικού δείγματος που προορίζεται για το εργαστήριο.

3.   ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

3.1.   Προσωπικό

Η δειγματοληψία πρέπει να πραγματοποιείται από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, το οποίο ορίζεται από το κράτος μέλος.

3.2.   Υλικό από το οποίο λαμβάνονται δείγματα

Κάθε παρτίδα ή υποπαρτίδα που πρόκειται να εξεταστεί αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής δειγματοληψίας.

3.3.   Μέτρα προφύλαξης που πρέπει να λαμβάνονται

Κατά τη διάρκεια της δειγματοληψίας και της προετοιμασίας των δειγμάτων λαμβάνονται προφυλάξεις προκειμένου να αποφεύγεται οποιαδήποτε αλλοίωση, η οποία μπορεί να επηρεάσει την περιεκτικότητα σε διοξίνες και σε παρόμοια με τις διοξίνες PCBs, να επηρεάσει αρνητικά τις αναλύσεις ή να καταστήσει μη αντιπροσωπευτικά τα συνολικά δείγματα.

3.4.   Στοιχειώδη δείγματα

Στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να λαμβάνονται στοιχειώδη δείγματα σε διαφορετικά σημεία της παρτίδας ή της υποπαρτίδας. Τυχόν παρέκκλιση από τη διαδικασία αυτή καταγράφεται στο αρχείο που προβλέπεται στο μέρος 3.8 του παρόντος παραρτήματος.

3.5.   Προετοιμασία του συνολικού δείγματος

Το συνολικό δείγμα λαμβάνεται με τη συνένωση των στοιχειωδών δειγμάτων. Πρέπει να είναι τουλάχιστον 1 kg, εκτός εάν δεν είναι πρακτικά δυνατόν, π.χ. στην περίπτωση που έχει ληφθεί για δειγματοληψία μία μόνο συσκευασία.

3.6.   Πανομοιότυπα δείγματα

Από το ομογενοποιημένο συνολικό δείγμα λαμβάνονται πανομοιότυπα δείγματα για τους σκοπούς της εφαρμογής εκτελεστικών μέτρων, της υπεράσπισης και της διαιτησίας, υπό τον όρο ότι η διαδικασία αυτή δεν αντιβαίνει στους κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος σχετικά με τα δικαιώματα των υπευθύνων επιχειρήσεων τροφίμων. Το μέγεθος των εργαστηριακών δειγμάτων που προορίζονται για την εφαρμογή μέτρων επιβολής πρέπει να είναι αρκετό ώστε να μπορεί να γίνει τουλάχιστον ανάλυση εις διπλούν.

3.7.   Συσκευασία και αποστολή των δειγμάτων

Κάθε δείγμα τοποθετείται σε έναν καθαρό περιέκτη από αδρανή ύλη, ο οποίος παρέχει την κατάλληλη προστασία από μόλυνση, από απώλεια των αναλυτικώς προσδιοριζόμενων ουσιών λόγω προσρόφησης στα εσωτερικά τοιχώματα του περιέκτη και από οποιαδήποτε βλάβη που μπορεί να προκύψει κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Πρέπει να λαμβάνονται επίσης όλες οι αναγκαίες προφυλάξεις για να αποτραπεί κάθε αλλοίωση της σύνθεσης του δείγματος, η οποία μπορεί να επέλθει κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή της αποθήκευσης.

3.8.   Σφράγιση και σήμανση των δειγμάτων

Κάθε δείγμα που λαμβάνεται για επίσημη χρήση σφραγίζεται στον τόπο της δειγματοληψίας και ταυτοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στα κράτη μέλη.

Για κάθε δειγματοληψία τηρείται αρχείο, το οποίο επιτρέπει την αναμφισβήτητη αναγνώριση της εκάστοτε παρτίδας και στο οποίο αναγράφεται η ημερομηνία και ο τόπος δειγματοληψίας, καθώς και κάθε άλλη συμπληρωματική πληροφορία που ενδέχεται να αποβεί χρήσιμη για τον αναλυτή.

4.   ΣΧΈΔΙΑ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΊΑΣ

Η μέθοδος δειγματοληψίας που εφαρμόζεται εξασφαλίζει ότι το συνολικό δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό της (υπο)παρτίδας που πρόκειται να ελεγχθεί.

4.1.   Διαίρεση των παρτίδων σε υποπαρτίδες

Οι μεγάλες παρτίδες διαιρούνται σε υποπαρτίδες υπό την προϋπόθεση ότι είναι δυνατός ο φυσικός διαχωρισμός της υποπαρτίδας. Ο πίνακας 1 εφαρμόζεται στα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο χύμα σε μεγάλα φορτία (π.χ. φυτικά έλαια). Στα άλλα προϊόντα εφαρμόζεται ο πίνακας 2. Δεδομένου ότι το βάρος των παρτίδων δεν αποτελεί πάντα ακριβές πολλαπλάσιο του βάρους των υποπαρτίδων, το βάρος των υποπαρτίδων ενδέχεται να υπερβαίνει το αναφερόμενο βάρος κατά ποσοστό έως 20 %.

Πίνακας 1

Υποδιαίρεση των παρτίδων σε υποπαρτίδες για προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο χύμα

Βάρος παρτίδας (σε τόνους)

Βάρος ή αριθμός υποπαρτίδων

≥ 1 500

500 τόνοι

> 300 και < 1 500

3 υποπαρτίδες

≥ 50 και ≤ 300

100 τόνοι

< 50


Πίνακας 2

Υποδιαίρεση των παρτίδων σε υποπαρτίδες για άλλα προϊόντα

Βάρος της παρτίδας (σε τόνους)

Βάρος ή αριθμός υποπαρτίδων

≥ 15

15-30 τόνοι

< 15

4.2.   Αριθμός στοιχειωδών δειγμάτων

Το συνολικό δείγμα που απαρτίζεται απ’ όλα τα στοιχειώδη δείγματα πρέπει να είναι τουλάχιστον 1 kg (βλέπε μέρος 3.5 του παρόντος παραρτήματος).

Ο ελάχιστος αριθμός στοιχειωδών δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται από την παρτίδα ή την υποπαρτίδα είναι αυτός που αναφέρεται στους πίνακες 3 και 4.

Στην περίπτωση χύδην υγρών προϊόντων, η παρτίδα ή η υποπαρτίδα αναμιγνύεται όσο το δυνατόν επιμελέστερα και στο βαθμό που αυτό δεν επηρεάζει την ποιότητα του προϊόντος, είτε χειρωνακτικά είτε με μηχανικά μέσα αμέσως πριν από τη δειγματοληψία. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατανομή των προσμείξεων σε μια δεδομένη παρτίδα είναι ομοιογενής. Αρκεί επομένως να λαμβάνονται τρία στοιχειώδη δείγματα από μια παρτίδα ή υποπαρτίδα για το σχηματισμό του συνολικού δείγματος.

Τα στοιχειώδη δείγματα πρέπει να έχουν παρόμοιο βάρος. Το βάρος ενός στοιχειώδους δείγματος πρέπει να είναι τουλάχιστον 100 γραμμάρια.

Τυχόν παρέκκλιση από τη διαδικασία αυτή πρέπει να καταγράφεται στο αρχείο που προβλέπεται στο μέρος 3.8. του παρόντος παραρτήματος. Σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 97/747/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 1997, για τον καθορισμό των επιπέδων και των συχνοτήτων δειγματοληψίας που προβλέπονται στην οδηγία 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου με σκοπό την ανίχνευση ορισμένων ουσιών και καταλοίπων που απαντώνται σε ορισμένα ζωικά προϊόντα (1), το μέγεθος του συνολικού δείγματος για τα αυγά κότας είναι τουλάχιστον 12 αυγά (για χύδην παρτίδες καθώς και για παρτίδες που αποτελούνται από μεμονωμένες συσκευασίες, πίνακες 3 και 4).

Πίνακας 3

Ελάχιστος αριθμός στοιχειωδών δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται από την παρτίδα ή υποπαρτίδα

Βάρος ή όγκος της παρτίδας/υποπαρτίδας (σε kg ή λίτρα)

Ελάχιστος αριθμός στοιχειωδών δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται

< 50

3

50 έως 500

5

> 500

10

Εάν η παρτίδα ή υποπαρτίδα αποτελείται από μεμονωμένες συσκευασίες ή μονάδες, τότε ο αριθμός των συσκευασιών ή μονάδων που λαμβάνονται για να αποτελέσουν το συνολικό δείγμα αναφέρεται στον πίνακα 4.

Πίνακας 4

Αριθμός συσκευασιών ή μονάδων (στοιχειώδη δείγματα) που λαμβάνονται για να αποτελέσουν το συνολικό δείγμα, εάν η παρτίδα ή η υποπαρτίδα αποτελείται από μεμονωμένες συσκευασίες ή μονάδες

Αριθμός συσκευασιών ή μονάδων ανά παρτίδα/υποπαρτίδα

Αριθμός συσκευασιών ή μονάδων που πρέπει να ληφθούν

1 έως 25

τουλάχιστον 1 συσκευασία ή μονάδα

26 έως 100

περίπου 5 %, τουλάχιστον 2 συσκευασίες ή μονάδες

> 100

περίπου 5 %, το μέγιστο 10 συσκευασίες ή μονάδες

4.3.   Ειδικές διατάξεις για τη δειγματοληψία παρτίδων που περιέχουν ολόκληρα ψάρια παρόμοιου μεγέθους και βάρους

Τα ψάρια θεωρείται ότι έχουν παρόμοιο μέγεθος και βάρος στην περίπτωση που η διαφορά μεγέθους και βάρους δεν υπερβαίνει το 50 % περίπου.

Ο αριθμός των στοιχειωδών δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται από την παρτίδα ορίζεται στον πίνακα 3. Το συνολικό δείγμα που απαρτίζεται απ’ όλα τα στοιχειώδη δείγματα είναι τουλάχιστον 1 kg (βλέπε σημείο 3.5).

Στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται δειγματοληψία σε παρτίδα η οποία περιέχει μικρά ψάρια (ατομικού βάρους < 1 kg περίπου), λαμβάνεται ολόκληρο το ψάρι ως στοιχειώδες δείγμα για να αποτελέσει το συνολικό δείγμα. Στην περίπτωση κατά την οποία το συνολικό δείγμα ζυγίζει πάνω από 3 kg, τα στοιχειώδη δείγματα μπορούν να αποτελούνται από το μεσαίο τμήμα, ατομικού βάρους τουλάχιστον 100 g, των ψαριών που αποτελούν το συνολικό δείγμα. Το ολόκληρο τμήμα στο οποίο εφαρμόζεται το ανώτατο επίπεδο χρησιμοποιείται για την ομογενοποίηση του δείγματος.

Το μεσαίο τμήμα του ψαριού είναι εκείνο στο οποίο βρίσκεται το κέντρο βάρους. Αυτό βρίσκεται στις περισσότερες περιπτώσεις στο ραχιαίο πτερύγιο (στην περίπτωση που το ψάρι έχει ραχιαίο πτερύγιο) ή στο ήμισυ της απόστασης μεταξύ του ανοίγματος του βραγχιακού επικαλύματος και της κλοάκης.

Στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται δειγματοληψία σε παρτίδα η οποία περιέχει μεγαλύτερα ψάρια (ατομικού βάρους μεγαλύτερου του 1 kg περίπου), το στοιχειώδες δείγμα αποτελείται από το μεσαίο τμήμα του ψαριού. Κάθε στοιχειώδες δείγμα ζυγίζει τουλάχιστον 100 g.

Στην περίπτωση ψαριών ενδιάμεσου μεσαίου μεγέθους (περίπου 1-6 kg), το στοιχειώδες δείγμα λαμβάνεται ως φέτα από το μεσαίο τμήμα του ψαριού ανάμεσα στο ραχιαίο ψαροκόκκαλο και στην κοιλιακή χώρα.

Στην περίπτωση πολύ μεγάλων ψαριών (π.χ. > περίπου 6 kg), το στοιχειώδες δείγμα λαμβάνεται από τη μυώδη σάρκα στη δεξιά πλευρά (πρόσθια όψη) του έξω ραχιαίου μυός στο μεσαίο τμήμα του ψαριού. Σε περίπτωση που από τη λήψη αυτού του τεμαχίου από το μεσαίο τμήμα του ψαριού θα προκύψει σημαντική οικονομική ζημία, μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική η λήψη τριών στοιχειωδών δειγμάτων ατομικού βάρους τουλάχιστον 350 g, ανεξάρτητα από το μέγεθος της παρτίδας ή, εναλλακτικά, μπορεί να ληφθεί ένα ίσο τμήμα από τη μυώδη σάρκα κοντά στην ουρά και ένα από τη μυώδη σάρκα κοντά στο κεφάλι για να αποτελέσουν το αντιπροσωπευτικό στοιχειώδες δείγμα για το επίπεδο διοξίνης σε ολόκληρο το ψάρι.

4.4.   Δειγματοληψία παρτίδων που περιέχουν ολόκληρα ψάρια διαφορετικού μεγέθους και βάρους

Εφαρμόζονται οι διατάξεις του σημείου 4.3 αναφορικά με τη δημιουργία του δείγματος.

Στην περίπτωση που μία τάξη/κατηγορία μεγέθους ή βάρους (περίπου 80 % ή περισσότερο της παρτίδας) υπερέχει, το δείγμα λαμβάνεται από ψάρια με το κυρίαρχο μέγεθος ή βάρος. Το δείγμα αυτό πρέπει να θεωρείται ότι είναι αντιπροσωπευτικό όλης της παρτίδας.

Στην περίπτωση που δεν υπερέχει καμία τάξη/κατηγορία μεγέθους ή βάρους, τότε πρέπει να εξασφαλιστεί ότι τα ψάρια που επελέγησαν για τη δειγματοληψία είναι αντιπροσωπευτικά για την παρτίδα. Το «Έγγραφο καθοδήγησης για τη δειγματοληψία σε παρτίδες ψαριών που περιέχουν ολόκληρα ψάρια διαφορετικού μεγέθους ή/και βάρους» περιέχει ειδικές κατευθυντήριες γραμμές για τις περιπτώσεις αυτές (2).

4.5.   Δειγματοληψία στο στάδιο της λιανικής πώλησης

Η δειγματοληψία τροφίμων στο στάδιο της λιανικής πώλησης γίνεται, εφόσον είναι δυνατόν, σύμφωνα με τις διατάξεις δειγματοληψίας που ορίζονται στο μέρος 4.2 του παρόντος παραρτήματος.

Όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, μπορεί να εφαρμοστεί εναλλακτική μέθοδος δειγματοληψίας στο στάδιο της λιανικής πώλησης, υπό τον όρο ότι εξασφαλίζεται επαρκώς η αντιπροσωπευτικότητα της παρτίδας ή της υποπαρτίδας στην οποία πραγματοποιήθηκε η δειγματοληψία.

5.   ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΤΙΔΑΣ Ή ΤΗΣ ΥΠΟΠΑΡΤΙΔΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ

Η παρτίδα γίνεται δεκτή εάν το αποτέλεσμα μίας μόνο ανάλυσης δεν υπερβαίνει το αντίστοιχο μέγιστο επίπεδο διοξινών και το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας της μέτρησης.

Η παρτίδα δεν συμμορφώνεται με το μέγιστο όριο που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1881/2006, εάν το αποτέλεσμα της ανάλυσης για το ανώτατο όριο συγκέντρωσης (3) , που επιβεβαιώνεται από δεύτερη ανάλυση (4), υπερβαίνει το μέγιστο επίπεδο πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας της μέτρησης.

Η αβεβαιότητα της μέτρησης μπορεί να ληφθεί υπόψη σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

με υπολογισμό της διευρυμένης αβεβαιότητας, χρησιμοποιώντας ενός συντελεστή κάλυψης 2 που δίνει επίπεδο εμπιστοσύνης περίπου 95 %. Μια παρτίδα ή υποπαρτίδα δεν συμμορφώνεται με τις προδιαγραφές εάν η τιμή που μετρήθηκε μείον U είναι μεγαλύτερη του καθορισμένου επιτρεπόμενου ορίου. Σε περίπτωση ξεχωριστού προσδιορισμού των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs, το άθροισμα των εκτιμήσεων της διευρυμένης αβεβαιότητας των ξεχωριστών αναλυτικών αποτελεσμάτων των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs πρέπει να χρησιμοποιηθεί για το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB.

καθορίζοντας το όριο απόφασης (CCα) σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 2002/657/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 2002, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την επίδοση των αναλυτικών μεθόδων και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων (5) (σημείο 3.1.2.5 του παραρτήματος — Ουσίες για τις οποίες έχει καθοριστεί επιτρεπόμενο όριο) μια παρτίδα ή υποπαρτίδα δεν συμμορφώνεται με τις προδιαγραφές εάν η τιμή που μετρήθηκε είναι ίση ή μεγαλύτερη του CCα.

Οι παρόντες ερμηνευτικοί κανόνες ισχύουν για τα αποτελέσματα των αναλύσεων που προκύπτουν από δείγμα που λαμβάνεται για επίσημο έλεγχο. Στην περίπτωση αναλύσεων για λόγους δικαιώματος προσφυγής ή διαιτησίας, εφαρμόζεται η εθνική νομοθεσία.


(1)  ΕΕ L 303 της 6.11.1997, σ. 12.

(2)  http://europa.eu.int/comm/food/food/chemicalsafety/contaminants/dioxins_en.htm

(3)  Η έννοια του «ανώτατου ορίου συγκέντρωσης» απαιτεί τη χρησιμοποίηση του ορίου του ποσοτικού προσδιορισμού για τη συμβολή κάθε μη ποσοτικά προσδιορισμένης ομοειδούς ουσίας ισοδύναμης τοξικότητας (TEQ).

Η έννοια του «κατώτατου ορίου συγκέντρωσης» απαιτεί τη χρησιμοποίηση του μηδέν για τη συμβολή κάθε μη ποσοτικά προσδιορισμένης ομοειδούς ουσίας στο TEQ.

Η έννοια του «μέσου ορίου συγκέντρωσης» απαιτεί τη χρησιμοποίηση του μισού του ορίου του ποσοτικού προσδιορισμού για τον υπολογισμό της συμβολής κάθε μη ποσοτικά προσδιορισμένης ομοειδούς ουσίας στο TEQ.

(4)  Η δεύτερη ανάλυση είναι απαραίτητη για να αποκλειστεί η πιθανότητα εσωτερικής διασταυρούμενης μόλυνσης ή τυχαία ανάμειξη δειγμάτων. Η πρώτη ανάλυση, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η αβεβαιότητα της μέτρησης, χρησιμοποιείται για την επαλήθευση της συμμόρφωσης.

Στην περίπτωση που η ανάλυση πραγματοποιείται στο πλαίσιο συμβάντος μόλυνσης από διοξίνη, η επιβεβαίωση με δεύτερη ανάλυση μπορεί να παραληφθεί όταν τα δείγματα που επελέγησαν για ανάλυση συνδέονται βάσει ιχνηλασιμότητας με το εν λόγω συμβάν.

(5)  ΕΕ L 221 της 17.8.2002, σ. 8. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2004/25/ΕΚ (ΕΕ L 6 της 10.1.2004, σ. 38).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΤΩΝ ΔΙΟΞΙΝΩΝ (PCDD/PCDF) ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΟΜΟΙΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΟΞΙΝΕΣ PCBs ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΤΡΟΦΙΜΑ

1.   ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στο παρόν παράρτημα εφαρμόζονται στις αναλύσεις τροφίμων για τον επίσημο έλεγχο των επιπέδων των διοξινών (πολυχλωριωμένες διβενζο-παρα-διοξίνες (PCDD) και πολυχλωριωμένα διβενζοφουράνια (PCDF)) και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs.

Ο έλεγχος για την παρουσία διοξινών στα τρόφιμα μπορεί να διεξαχθεί με στρατηγική που θα περιλαμβάνει μέθοδο διαλογής προκειμένου να επιλεγούν τα δείγματα με επίπεδα διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs που είναι λιγότερο από 25 % χαμηλότερα ή υπερβαίνουν το μέγιστο επίπεδο. Η συγκέντρωση διοξινών και το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα δείγματα με σημαντικά επίπεδα πρέπει να προσδιοριστεί/επιβεβαιωθεί με μια επιβεβαιωτική μέθοδο.

Οι μέθοδοι διαλογής είναι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση της παρουσίας διοξινών και παρόμοιων με διοξίνες PCBs στο επίπεδο που ενδιαφέρει. Οι μέθοδοι αυτές έχουν την ικανότητα επεξεργασίας μεγάλων ποσοτήτων και χρησιμοποιούνται για τη διύλιση μεγάλου αριθμού δειγμάτων ώστε να εντοπιστούν ενδεχομένως τα θετικά. Έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την αποφυγή ψευδώς αρνητικών.

Οι μέθοδοι επιβεβαίωσης είναι μέθοδοι που παρέχουν πλήρεις ή συμπληρωματικές πληροφορίες που επιτρέπουν τη σαφή ταυτοποίηση και ποσοτικοποίηση των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στο επίπεδο που ενδιαφέρει.

2.   ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Οι συγκεντρώσεις των μεμονωμένων ουσιών σε ένα δεδομένο δείγμα πολλαπλασιάζονται με τον αντίστοιχο συντελεστή τοξικής ισοδυναμίας τους (TEF), όπως καθορίζεται από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και καταγράφονται στο προσάρτημα του παρόντος παραρτήματος, και στη συνέχεια αθροίζονται για να εξαχθεί η συνολική συγκέντρωση των παρόμοιων με τις διοξίνες ενώσεων εκφρασμένη σε τοξικά ισοδύναμα (TEQ).

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, το αποδεκτό ειδικό όριο ποσοτικού προσδιορισμού μιας μεμονωμένης ομοειδούς ουσίας είναι η συγκέντρωση μιας αναλυτικώς προσδιοριζόμενης ουσίας στο εκχύλισμα ενός δείγματος το οποίο παράγει απόκριση του οργάνου σε δύο διαφορετικά ιόντα που πρόκειται να ελεγχθούν με λόγο S/N (σήμα/θόρυβος) 3:1, για το λιγότερο ευαίσθητο σήμα, και πλήρωση των βασικών απαιτήσεων, όπως, για παράδειγμα, του χρόνου κατακράτησης, της αναλογίας ισοτόπων σύμφωνα με διαδικασία προσδιορισμού όπως περιγράφεται στη μέθοδο 1613 της EPA, αναθεώρηση B.

3.   ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την αποφυγή διασταυρούμενης επιμόλυνσης σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δειγματοληψίας και ανάλυσης.

Τα δείγματα πρέπει να αποθηκεύονται και να μεταφέρονται σε δοχεία από γυαλί, αλουμίνιο, πολυπροπυλένιο ή πολυαιθυλένιο. Πρέπει να αφαιρούνται τα ίχνη σκόνης χαρτιού από τον περιέκτη του δείγματος. Τα γυάλινα σκεύη πρέπει να ξεπλένονται με διαλύτες, οι οποίοι έχει πιστοποιηθεί ότι είναι απαλλαγμένοι από διοξίνες ή έχουν προηγουμένως ελεγχθεί για την παρουσία διοξινών.

Η αποθήκευση και η μεταφορά των δειγμάτων πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η ακεραιότητα του δείγματος του τροφίμου.

Εφόσον ενδείκνυται, κάθε εργαστηριακό δείγμα να αλέθεται και να αναμειγνύεται ενδελεχώς χρησιμοποιώντας μια διαδικασία που έχει αποδειχθεί ότι επιτυγχάνει την πλήρη ομογενοποίηση (π.χ. έτσι ώστε το δείγμα να διαπερνά ένα κόσκινο με οπές 1 mm)· τα δείγματα πρέπει να ξηρανθούν πριν από την άλεση, αν η περιεκτικότητα σε υγρασία είναι πολύ υψηλή.

Εκτέλεση τυφλής ανάλυσης με την πραγματοποίηση του συνόλου της αναλυτικής διαδικασίας παραλείποντας μόνο το δείγμα.

Το βάρος του δείγματος που χρησιμοποιείται για την εκχύλιση πρέπει να είναι αρκετό για να πληρούνται οι απαιτήσεις όσον αφορά στην ευαισθησία.

Οι ειδικές διαδικασίες προετοιμασίας του δείγματος που χρησιμοποιούνται για τα υπό εξέταση προϊόντα επικυρώνονται σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές κατευθυντήριες γραμμές.

Στην περίπτωση των ψαριών, πρέπει να αφαιρεθεί το δέρμα επειδή το μέγιστο επίπεδο ισχύει για τη μυώδη σάρκα χωρίς το δέρμα. Ωστόσο, είναι αναγκαίο όλα τα υπολείμματα σάρκας και λιπώδους ιστού που βρίσκονται στην εσωτερική πλευρά του δέρματος να αφαιρεθούν προσεκτικά και πλήρως από το δέρμα και να προστεθούν στο δείγμα που πρόκειται να αναλυθεί.

4.   ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ

Τα εργαστήρια πρέπει να αποδεικνύουν την απόδοση μιας μεθόδου στο εύρος του επιπέδου ενδιαφέροντος, π.χ. σε επίπεδα ίσα με 0,5, 1 και 2 φορές το επίπεδο ενδιαφέροντος με έναν αποδεκτό συντελεστή μεταβλητότητας για επαναλαμβανόμενες αναλύσεις. Για τα λεπτομερή στοιχεία των κριτηρίων αποδοχής βλέπε σημείο 5.

Το όριο του ποσοτικού προσδιορισμού για μια μέθοδο επιβεβαίωσης είναι στο εύρος του ενός πέμπτου περίπου του επιπέδου ενδιαφέροντος.

Οι τακτικές τυφλές δοκιμές και πειράματα εμπλουτισμού των δειγμάτων ή η ανάλυση των δειγμάτων ελέγχου (κατά προτίμηση, εφόσον είναι διαθέσιμο, πιστοποιημένου υλικού αναφοράς) πρέπει να εκτελούνται ως μέτρα εσωτερικής διασφάλισης της ποιότητας.

Η επάρκεια των εργαστηρίων πρέπει να αποδεικνύεται με συνεχή επιτυχή συμμετοχή σε διεργαστηριακές μελέτες για τον προσδιορισμό των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στις αντίστοιχες μήτρες ζωοτροφών/τροφίμων.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Συμβουλίου, η διαπίστευση των εργαστηρίων γίνεται από αναγνωρισμένο οργανισμό που λειτουργεί σύμφωνα με τον οδηγό ISO 58, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα εργαστήρια εφαρμόζουν μεθόδους διασφάλισης της ποιότητας. Η διαπίστευση των εργαστηρίων πραγματοποιείται σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO/IEC 17025.

5.   ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΟΞΙΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΟΞΙΝΕΣ PCBs.

Βασικές απαιτήσεις για την αποδοχή των διαδικασιών ανάλυσης:

Υψηλή ευαισθησία και χαμηλά όρια ανίχνευσης. Όσον αφορά στα PCDD και στα PCDF, οι ανιχνεύσιμες ποσότητες πρέπει να είναι της τάξης των πικογραμμαρίων TEQ (10-12 g) εξαιτίας της εξαιρετικής τοξικότητας ορισμένων από τις ενώσεις αυτές. Είναι γνωστό ότι τα PCBs εμφανίζονται σε υψηλότερα επίπεδα από ό,τι τα PCDDs και τα PCDFs. Για τα περισσότερα ομοειδή PCBs, ευαισθησία της τάξεως των νανογραμμαρίων (10-9 g) είναι ήδη επαρκής. Ωστόσο, για τη μέτρηση των πιο τοξικών παρόμοιων με τις διοξίνες ομοειδών PCBs (ιδίως των μη-ορθο υποκατεστημένων ομοειδών) πρέπει να επιτυγχάνεται η ίδια ευαισθησία όπως και για τα PCDDs και τα PCDFs.

Υψηλή εκλεκτικότητα (ειδικότητα). Τα PCDDs, τα PCDFs και τα παρόμοια με τις διοξίνες PCBs πρέπει να διακρίνονται από τις άλλες ενώσεις που εκχυλίζονται ταυτόχρονα και πιθανώς παρεμποδίζουν τις ενώσεις που είναι παρούσες σε συγκεντρώσεις έως και ορισμένες τάξεις μεγέθους υψηλότερες από εκείνες των αναλυτικώς προσδιοριζομένων ουσιών που ενδιαφέρουν. Για τις μεθόδους αέριας χρωματογραφίας/φασματομετρίας μάζας (GC/MS) είναι αναγκαία μια διαφοροποίηση μεταξύ των διαφόρων ομοειδών, όπως μεταξύ των τοξικών (π.χ. των δεκαεπτά 2,3,7,8-υποκατεστημένων PCDDs και PCDFs και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs) και των άλλων ομοειδών ουσιών. Οι βιολογικές δοκιμασίες πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίζουν τις τιμές TEQ επιλεκτικά ως το σύνολο των PCDDs, των PCDFs και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs.

Υψηλή ορθότητα (αληθότητα και ακρίβεια). Ο προσδιορισμός παρέχει έγκυρη εκτίμηση της αληθούς συγκέντρωσης σε ένα δείγμα. Η υψηλή ορθότητα (ορθότητα της μέτρησης: ο βαθμός συμφωνίας μεταξύ του αποτελέσματος της μέτρησης και της αληθούς ή αποδοθείσας τιμής του μετρητέου) είναι αναγκαία για να αποφευχθεί η απόρριψη του αποτελέσματος της ανάλυσης του δείγματος λόγω έλλειψης αξιοπιστίας της εκτίμησης του TEQ. Η ορθότητα εκφράζεται ως αληθότητα (διαφορά μεταξύ της μέσης τιμής που μετρήθηκε για μια αναλυτέα ουσία σε ένα πιστοποιημένο υλικό και της πιστοποιημένης τιμής της, ως ποσοστό της τιμής αυτής) και ακρίβεια (RSDR είναι η σχετική τυπική απόκλιση, υπολογιζόμενη με βάση τα αποτελέσματα που παρήχθησαν υπό συνθήκες αναπαραγωγιμότητας).

Οι μέθοδοι διαλογής μπορούν να περιλαμβάνουν βιολογικές δοκιμασίες και μεθόδους GC/MS· οι μέθοδοι επιβεβαίωσης είναι μέθοδοι υψηλής ανάλυσης αέριας χρωματογραφίας/φασματομετρίας μάζας υψηλής ανάλυσης (HRGC/HRMS). Τα ακόλουθα κριτήρια πρέπει να τηρούνται στη συνολική τιμή TEQ:

 

Μέθοδοι διαλογής

Μέθοδοι επιβεβαίωσης

Ποσοστό ψευδώς αρνητικών

< 1 %

 

Αληθότητα

 

– 20 % έως + 20 %

ακρίβεια (RSDR)

< 30 %

< 15 %

6.   ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΕΘΟΔΟΥΣ GC/MS ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΔΙΑΛΟΓΗΣ Η ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗΣ

Η προσθήκη εσωτερικών προτύπων PCDD/F υποκατάστασης με χλώριο στις θέσεις 2,3,7,8 με ισοτοπική επισήμανση 13C και των εσωτερικών προτύπων των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs με ισοτοπική επισήμανση 13C πρέπει να πραγματοποιηθεί πολύ νωρίς στην αρχή της μεθόδου ανάλυσης, δηλαδή πριν από την εκχύλιση, προκειμένου να επικυρωθεί η αναλυτική διαδικασία. Πρέπει να προστεθεί τουλάχιστον μία ομοειδής ουσία για καθεμία από τις ομόλογες ομάδες PCDD/F των τετρα- έως οκτα-χλωριωμένων ομόλογων ομάδων και τουλάχιστον μία ομοειδής ουσία και για καθεμία από τις ομόλογες ομάδες των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB (εναλλακτικά, τουλάχιστον μία ομοειδής ουσία για κάθε φασματομετρικά επιλεγμένη συνάρτηση καταγραφής ιόντων που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση των PCDD/F και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs). Υπάρχει σαφής προτίμηση, ιδίως στην περίπτωση των μεθόδων επιβεβαίωσης, στη χρησιμοποίηση του συνόλου των 17 εσωτερικών προτύπων PCDD/F υποκατάστασης με χλώριο στις θέσεις 2,3,7,8 με ισοτοπική επισήμανση 13C και του συνόλου των 12 εσωτερικών προτύπων των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB με ισοτοπική επισήμανση 13C.

Πρέπει επίσης να προσδιοριστούν οι σχετικοί συντελεστές απόκρισης για εκείνες τις ουσίες για τις οποίες δεν προστίθεται κανένα ανάλογο με ισοτοπική επισήμανση 13C με τη χρησιμοποίηση των κατάλληλων διαλυμάτων βαθμονόμησης.

Για τα τρόφιμα φυτικής προέλευσης και τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης που περιέχουν λιγότερο από 10 % λίπος, η προσθήκη των εσωτερικών προτύπων είναι υποχρεωτική πριν από την εκχύλιση. Για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης που περιέχουν περισσότερο από 10 % λίπος, τα εσωτερικά πρότυπα μπορούν να προστεθούν είτε πριν από την εκχύλιση είτε μετά την εκχύλιση του λίπους. Πραγματοποιείται κατάλληλη επικύρωση της αποτελεσματικότητας της εκχύλισης, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο εισάγονται εσωτερικά πρότυπα και ανάλογα με το αν τα αποτελέσματα αναφέρονται με βάση το προϊόν ή το λίπος.

Πριν από την ανάλυση GC/MS, πρέπει να προστεθούν ένα ή δύο πρότυπο(-α) ανάκτησης (υποκατάσταστο).

Ο έλεγχος ανάκτησης είναι αναγκαίος. Για τις μεθόδους επιβεβαίωσης, οι ανακτήσεις των μεμονωμένων εσωτερικών προτύπων κυμαίνονται στο εύρος από 60 έως 120 %. Χαμηλότερες ή υψηλότερες ανακτήσεις για μεμονωμένες ομοειδείς ουσίες, ιδίως ορισμένες επτα- και οκτα-χλωριωμένες διβενζοδιοξίνες και διβενζοφουράνια, είναι αποδεκτές υπό τον όρο ότι η συμβολή τους στην τιμή TEQ δεν υπερβαίνει το 10 % της συνολικής τιμής TEQ (με βάση το σύνολο PCDD/F και των παρομοίων με τις διοξίνες PCB). Για τις μεθόδους διαλογής οι ανακτήσεις πρέπει να κυμαίνονται στο εύρος από 30 έως 140 %.

Πραγματοποιείται διαχωρισμός των διοξινών από τις παρεμβαλλόμενες χλωριωμένες ενώσεις, όπως τα μη παρόμοια με τις διοξίνες PCB και οι χλωριωμένοι διφαινυλικοί αιθέρες με τις κατάλληλες χρωματογραφικές τεχνικές (κατά προτίμηση με στήλη florisil, αλουμίνας ή/και άνθρακα).

Ο διαχωρισμός των ισομερών με αέρια χρωματογραφία πρέπει να είναι επαρκής (< 25 % από κορυφή σε κορυφή μεταξύ 1,2,3,4,7,8-HxCDF και 1,2,3,6,7,8-HxCDF).

Ο προσδιορισμός πραγματοποιείται σύμφωνα με τη μέθοδο της EPA 1613 αναθεώρηση B με τίτλο: «Tetra- through octa-chlorinated dioxins and furans by isotope dilution HRGC/HRMS» ή κάποια άλλη μέθοδο με ισοδύναμα κριτήρια απόδοσης.

Η διαφορά μεταξύ του ανώτατου επιπέδου και του κατώτατου επιπέδου συγκέντρωσης δεν υπερβαίνει το 20 % για τα τρόφιμα με μόλυνση από διοξίνες περίπου 1 pg WHO-TEQ/g λίπους (βασισμένη στο σύνολο των PCDD/PCDF και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCBs). Για τα τρόφιμα με χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά πρέπει να εφαρμόζονται οι ίδιες απαιτήσεις για τα επίπεδα μόλυνσης, περίπου 1 pg WHO-TEQ/g προϊόντος. Για χαμηλότερα επίπεδα μόλυνσης, π.χ. 0,50 pg WHO-TEQ/g προϊόντος, η διαφορά μεταξύ ανώτατου ορίου συγκέντρωσης και κατώτερου ορίου συγκέντρωσης μπορεί να βρίσκεται στο εύρος 25-40 %.

7.   ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΔΙΑΛΟΓΗΣ (screening)

7.1.   Εισαγωγή

Μπορούν να διεξαχθούν διάφορες αναλυτικές προσεγγίσεις με τη χρήση μιας μεθόδου διαλογής: καθαρή προσέγγιση διαλογής και ποσοτική προσέγγιση.

Προσέγγιση διαλογής

Η απόκριση των δειγμάτων συγκρίνεται με αυτήν ενός δείγματος αναφοράς στο επίπεδο ενδιαφέροντος. Τα δείγματα με απόκριση μικρότερη από την αναφορά θεωρούνται αρνητικά, ενώ εκείνα με υψηλότερη απόκριση ύποπτα για θετικά. Απαιτήσεις:

Σε κάθε σειρά δοκιμών πρέπει να συμπεριληφθεί ένα τυφλό δείγμα και ένα δείγμα αναφοράς, που εκχυλίζονται και δοκιμάζονται ταυτόχρονα υπό τις ίδιες συνθήκες. Το δείγμα αναφοράς πρέπει να παρουσιάζει σαφώς υψηλότερη απόκριση σε σύγκριση με το τυφλό.

Πρέπει να συμπεριληφθούν επιπλέον δείγματα αναφοράς με συγκέντρωση ίση με το ήμισυ και το 2πλάσιο του επιπέδου ενδιαφέροντος, ώστε να καταδειχτεί η ορθή απόδοση της δοκιμασίας στο φάσμα του ενδιαφέροντος για τον έλεγχο του επιπέδου του ενδιαφέροντος.

Κατά τη δοκιμή άλλων μητρών, πρέπει να καταδειχτεί η καταλληλότητα των δειγμάτων αναφοράς, κατά προτίμηση με τη χρήση δειγμάτων των οποίων το επίπεδο TEQ, όπως προέκυψε από τις ΗRGC/ΗRMS, είναι παρόμοιο με εκείνο του δείγματος αναφοράς ή, αλλιώς, ενός τυφλού εμπλουτισμένου στο επίπεδο αυτό.

Καθώς δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εσωτερικά πρότυπα σε βιολογικές δοκιμασίες, πραγματοποιούνται οι δοκιμές επαναληψιμότητας προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες σχετικά με την τυπική απόκλιση στα πλαίσια μιας σειράς δοκιμών. Ο συντελεστής μεταβλητότητας πρέπει να είναι μικρότερος από 30 %.

Για τις βιολογικές δοκιμασίες πρέπει να οριστούν οι ενώσεις-στόχοι, οι πιθανές παρεμποδίσεις και τα μέγιστα ανεκτά επίπεδα τυφλού.

Ποσοτική προσέγγιση

Η ποσοτική προσέγγιση απαιτεί σειρά προτύπων διαλυμάτων, διπλό ή τριπλό καθάρισμα και μέτρηση, καθώς και ελέγχους τυφλού και ανάκτησης. Το αποτέλεσμα μπορεί να εκφράζεται σε TEQ, υποθέτοντας ότι οι ενώσεις που είναι υπεύθυνες για το σήμα αντιστοιχούν στην αρχή των TEQ. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη χρήση TCDD (ή ενός τυποποιημένου μείγματος διοξίνης/φουρανίου/παρόμοιου με τις διοξίνες PCB) για τη δημιουργία καμπύλης βαθμονόμησης για τον υπολογισμό του επιπέδου TEQ στο εκχύλισμα και συνεπώς στο δείγμα. Στη συνέχεια το αποτέλεσμα αυτό διορθώνεται για το επίπεδο TEQ που υπολογίζεται για ένα τυφλό δείγμα (για να ληφθούν υπόψη οι ακαθαρσίες από διαλύτες και χημικά που χρησιμοποιήθηκαν), και για την ανάκτηση (που υπολογίζεται από το επίπεδο TEQ σε δείγμα ελέγχου ποιότητας περίπου στο επίπεδο ενδιαφέροντος). Είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι μέρος της εμφανούς φαινόμενης απώλειας ανάκτησης μπορεί να οφείλεται σε επιδράσεις υποστρώματος ή/και σε διαφορές μεταξύ των τιμών TEF στις βιολογικές δοκιμασίες και των επίσημων τιμών TEF που όρισε η ΠΟΥ.

7.2.   Απαιτήσεις για τις μεθόδους ανάλυσης που χρησιμοποιούνται για διαλογή

Οι μέθοδοι ανάλυσης GC/MS και οι βιολογικές δοκιμασίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διαλογή. Για τις μεθόδους GC/MS πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι απαιτήσεις όπως ορίζονται στο σημείο 6. Ειδικές απαιτήσεις για τις βιολογικές δοκιμασίες με βάση κύτταρα (cell based bioassays) ορίζονται στο σημείο 7.3 του παρόντος παραρτήματος και για τις βιολογικές δοκιμασίες με βάση προσυσκευασμένα αντιδραστήρια (kit-based bioassays) στο σημείο 7.4 του παρόντος παραρτήματος.

Στοιχεία για τον αριθμό των ψευδώς θετικών και ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων ενός μεγάλου αριθμού δειγμάτων κάτω και πάνω από το μέγιστο επίπεδο ή το επίπεδο δράσης είναι αναγκαία σε σύγκριση με την περιεκτικότητα σε TEQ όπως προσδιορίζεται με μια επιβεβαιωτική μέθοδο ανάλυσης. Τα πραγματικά ψευδώς αρνητικά ποσοστά πρέπει να είναι κάτω από 1 %. Το ποσοστό των ψευδώς θετικών δειγμάτων πρέπει να είναι αρκετά χαμηλό ώστε η χρήση της μεθόδου διαλογής να είναι πλεονεκτική.

Τα θετικά αποτελέσματα πρέπει πάντα να επιβεβαιώνονται με επιβεβαιωτική μέθοδο ανάλυσης (HRGC/HRMS). Επιπλέον, τα δείγματα από ένα ευρύ φάσμα TEQ πρέπει να επιβεβαιώνονται με μεθόδους HRGC/HRMS (περίπου 2-10 % των αρνητικών δειγμάτων). Πρέπει να παρέχονται ο πληροφορίες σχετικά με την αντιστοιχία μεταξύ βιολογικής δοκιμασίας και αποτελεσμάτων HRGC/HRMS.

7.3.   Ειδικές απαιτήσεις για βιολογικές δοκιμασίες με βάση κύτταρα

Κατά την εκτέλεση μιας βιολογικής δοκιμασίας, κάθε δοκιμασία απαιτεί μια σειρά συγκεντρώσεων αναφοράς του TCDD ή ένα μείγμα διοξίνης/φουρανίου/παρόμοιου με διοξίνη PCB (καμπύλη απόκρισης πλήρους δόσης με R2 > 0,95). Ωστόσο, για τη διαλογή είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί μια προέκταση της καμπύλης με χρήση χαμηλών επιπέδων συγκεντρώσεων για την ανάλυση δειγμάτων με χαμηλές συγκεντρώσεις.

Για το αποτέλεσμα της βιολογικής δοκιμασίας για μια σταθερή περίοδο πρέπει να χρησιμοποιηθεί συγκέντρωση αναφοράς TCDD (περίπου 3πλάσιο του ορίου ποσοτικού προσδιορισμού) σε ένα δελτίο ποιοτικού ελέγχου. Μια εναλλακτική λύση θα ήταν η σχετική απόκριση ενός δείγματος αναφοράς σε σύγκριση με τη γραμμή βαθμονόμησης TCDD, δεδομένου ότι η απόκριση των κυττάρων μπορεί να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Πρέπει να καταγράφονται και να ελέγχονται διαγράμματα ποιοτικού ελέγχου (ΠΕ) για κάθε είδος υλικού αναφοράς ώστε να διασφαλιστεί ότι το αποτέλεσμα είναι σύμφωνο με τις παρεχόμενες κατευθυντήριες γραμμές.

Ιδιαίτερα για τους ποσοτικούς υπολογισμούς, η επαγωγή της αραίωσης δείγματος που χρησιμοποιήθηκε πρέπει να είναι εντός του γραμμικού τμήματος της καμπύλης απόκρισης. Δείγματα πάνω από το γραμμικό τμήμα της καμπύλης απόκρισης πρέπει να αραιώνονται και να δοκιμάζονται εκ νέου. Συνεπώς, συνιστάται να δοκιμάζονται τουλάχιστον 3 ή περισσότερες αραιώσεις ταυτόχρονα.

Η ποσοστιαία τυπική απόκλιση δεν πρέπει να είναι άνω του 15 % σε ένα τριπλό προσδιορισμό για κάθε αραίωση δείγματος και όχι άνω του 30 % μεταξύ τριών ανεξάρτητων πειραμάτων.

Για το όριο της ανίχνευσης μπορεί να οριστεί τιμή 3πλάσια της τυπικής απόκλισης του τυφλού του διαλύτη ή της απόκρισης υποβάθρου σήματος. Μια άλλη προσέγγιση είναι η εφαρμογή απόκρισης που είναι άνω του υποβάθρου (συντελεστής επαγωγής πενταπλάσιος του τυφλού του διαλύτη) που υπολογίζεται από την καμπύλη βαθμονόμησης της ημέρας. Μπορεί να καθοριστεί ως όριο ποσοτικού προσδιορισμού τιμή πενταπλάσια έως εξαπλάσια της τυπικής απόκλισης του τυφλού του διαλύτη ή της απόκρισης υποβάθρου ή να εφαρμοστεί απόκριση που είναι σαφώς πάνω από το υπόβαθρο (συντελεστής επαγωγής δεκαπλάσιος του τυφλού του διαλύτη) που υπολογίζεται από την καμπύλη βαθμονόμησης της ημέρας.

7.4.   Ειδικές απαιτήσεις για βιολογικές δοκιμασίες με προσυσκευασμένα αντιδραστήρια (kit based bioassays)

Πρέπει να εξασφαλιστεί ότι οι βιολογικές δοκιμασίες με βάση συσκευασίες έχουν επαρκή ευαισθησία και αξιοπιστία ώστε να εφαρμοστούν σε τρόφιμα.

Πρέπει να τηρούνται οι οδηγίες του κατασκευαστή για την προετοιμασία των δειγμάτων και τις αναλύσεις.

Τα προσυσκευασμένα αντιδραστήρια δοκιμών (test kits) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται μετά την ημερομηνία λήξης τους.

Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται υλικά ή συστατικά που προβλέπονται για χρήση με άλλες συσκευασίες.

Οι συσκευασίες δοκιμών πρέπει να διατηρούνται σε καθορισμένο εύρος θερμοκρασιών αποθήκευσης και να χρησιμοποιούνται στη συγκεκριμένη θερμοκρασία λειτουργίας.

Το όριο ανίχνευσης για τις ανοσολογικές δοκιμασίες καθορίζεται πολλαπλασιάζοντας επί 3 την τυπική απόκλιση, που υπολογίζεται με βάση δέκα επαναληπτικές αναλύσεις του τυφλού, και διαιρώντας με την τιμή της κλίσης της γραμμικής εξίσωσης παλινδρόμησης.

Για τις δοκιμές στο εργαστήριο πρέπει να χρησιμοποιούνται πρότυπα αναφοράς ώστε να εξασφαλιστεί ότι η απόκριση στο πρότυπο κυμαίνεται εντός ενός αποδεκτού εύρους.

8.   ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ

Εφόσον η χρησιμοποιούμενη διαδικασία ανάλυσης το καθιστά δυνατό, τα αποτελέσματα της ανάλυσης πρέπει να περιέχουν τα επίπεδα των επιμέρους PCDD/F και ομοειδών PCBs και να αναφέρονται ως κατώτατο όριο συγκέντρωσης, ανώτατο όριο συγκέντρωσης και μέσο όριο συγκέντρωσης προκειμένου να περιλαμβάνουν ένα μέγιστο σύνολο πληροφοριών κατά την υποβολή της έκθεσης των αποτελεσμάτων και να διευκολύνεται έτσι η ερμηνεία των αποτελεσμάτων σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις.

Η έκθεση πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την περιεκτικότητα του δείγματος σε λιπίδια, καθώς και τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για την εκχύλιση των λιπιδίων.

Οι ανακτήσεις των μεμονωμένων εσωτερικών προτύπων πρέπει να γνωστοποιούνται στην περίπτωση που είναι εκτός του εύρους που αναφέρεται στο σημείο 6, στην περίπτωση που υπερβαίνουν το μέγιστο επίπεδο και σε άλλες περιπτώσεις κατόπιν σχετικής αίτησης.

Η αβεβαιότητα της μέτρησης πρέπει επίσης να αναφέρεται, επειδή η παράμετρος αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν πρέπει να προσδιοριστεί εάν ένα δείγμα είναι ή όχι συμβατό. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης πρέπει να αναφέρονται ως «x +/– U», όπου x είναι το αποτέλεσμα της ανάλυσης και U είναι η διευρυμένη αβεβαιότητα της μέτρησης, χρησιμοποιώντας ένα συντελεστή κάλυψης 2, ο οποίος δίνει επίπεδο εμπιστοσύνης περίπου 95 %. Σε περίπτωση ξεχωριστού προσδιορισμού των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, το σύνολο της εκτίμησης της διευρυμένης αβεβαιότητας των ξεχωριστών αναλυτικών αποτελεσμάτων των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB πρέπει να χρησιμοποιηθεί για το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB.

Εάν ληφθεί υπόψη η αβεβαιότητα της μέτρησης μέσω του CCα (όπως περιγράφεται στο παράρτημα I, μέρος 5), η παράμετρος αυτή πρέπει να αναφέρεται.

Τα αποτελέσματα εκφράζονται στις ίδιες μονάδες και με τον ίδιο (τουλάχιστον) αριθμό σημαντικών ψηφίων των ανώτατων επίπεδων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1881/2006.

Προσάρτημα στο Παράρτημα ΙΙ

Πίνακας των TEF της ΠΟΥ για την αξιολόγηση του κινδύνου για τον άνθρωπο, με βάση τα συμπεράσματα της συνεδρίασης της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (WHO ) στη Στοκχόλμη (Σουηδία), από τις 15 έως τις 18 Ιουνίου 1997 [Van den Berg et al., (1998) Toxic Equivalency Factors (TEFs) for PCBs, PCDDs, PCDFs for Humans and for Wildlife. Environmental Health Perspectives, 106(12), 775]

Ομοειδής ουσία

Τιμή TEF

Διβενζο-παρα-διοξίνες (PCDD)

2,3,7,8-TCDD

1

1,2,3,7,8-PeCDD

1

1,2,3,4,7,8-HxCDD

0,1

1,2,3,6,7,8-HxCDD

0,1

1,2,3,7,8,9-HxCDD

0,1

1,2,3,4,6,7,8-HpCDD

0,01

OCDD

0,0001

Διβενζοφουράνια (PCDF)

2,3,7,8-TCDF

0,1

1,2,3,7,8-PeCDF

0,05

2,3,4,7,8-PeCDF

0,5

1,2,3,4,7,8-HxCDF

0,1

1,2,3,6,7,8-HxCDF

0,1

1,2,3,7,8,9-HxCDF

0,1

2,3,4,6,7,8-HxCDF

0,1

1,2,3,4,6,7,8-HpCDF

0,01

1,2,3,4,7,8,9-HpCDF

0,01

OCDF

0,0001

«Παρόμοια με τις διοξίνες» PCB Μη-ορθο PCB + Μονο-ορθο PCB

Μη ορθο-PCB

PCB 77

0,0001

PCB 81

0,0001

PCB 126

0,1

PCB 169

0,01

Μονο-ορθο PCB

PCB 105

0,0001

PCB 114

0,0005

PCB 118

0,0001

PCB 123

0,0001

PCB 156

0,0005

PCB 157

0,0005

PCB 167

0,00001

PCB 189

0,0001

Συντμήσεις : «T» = τετρα· «Pe» = πεντα· «Hx» = εξα· «Hp» = επτα· «O» = οκτα· «CDD» = χλωροδιβενζοδιοξίνη· «CDF» = χλωροδιβενζοφουράνιο· «CB» = χλωροδιφαινύλιο.


20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/44


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1884/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2402/96, (ΕΚ) αριθ. 2449/96 και (ΕΚ) αριθ. 2390/98 όσον αφορά τις λεπτομέρειες διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής για τη μανιόκα και τις γλυκοπατάτες

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την απόφαση 96/317/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 1996, σχετικά με την ολοκλήρωση των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων με την Ταϊλάνδη δυνάμει του άρθρου XXIII της ΓΣΔΕ (1), και ιδίως το άρθρο 3,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1095/96 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1996, περί εφαρμογής των παραχωρήσεων του καταλόγου CXL καταρτισθέντος κατόπιν των διαπραγματεύσεων του άρθρου XXIV:6 της GATT (2), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 1,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2286/2002 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 2002, για το καθεστώς των γεωργικών προϊόντων και των προϊόντων μεταποίησης γεωργικών προϊόντων, καταγωγής κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1706/98 (3), και ιδίως το άρθρο 5,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με την κοινή οργάνωση της αγοράς σιτηρών (4) και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2 και το άρθρο 12 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τον τρόπο διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής γεωργικών προϊόντων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται με σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής (5), εφαρμόζεται στα πιστοποιητικά εισαγωγής για τις περιόδους δασμολογικής ποσόστωσης που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2007.

(2)

Οι κοινοί κανόνες που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1301/2006, ιδίως οι λεπτομέρειες σχετικά με τις αιτήσεις, την ιδιότητα του αιτούντος καθώς και την έκδοση των πιστοποιητικών που θέτουν ως όριο της περιόδου ισχύος των πιστοποιητικών εισαγωγής την τελευταία ημέρα της περιόδου της δασμολογικής ποσόστωσης εισαγωγής, εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των συμπληρωματικών όρων ή παρεκκλίσεων που θεσπίζονται από τους τομεακούς κανονισμούς. Προς αποφυγή της υπάρξης διαφορετικών κανόνων σε ορισμένους τομεακούς κανονισμούς, κρίνεται σκόπιμο να τροποποιηθούν οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 2402/96 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1996, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων αιτήσεων δασμολογικών ποσοστώσεων γλυκοπατάτας και αμύλου μανιόκας (6), (ΕΚ) αριθ. 2449/96 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, όσον αφορά το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων ετήσιων δασμολογικών ποσοστώσεων για τα προϊόντα τα οποία υπόκεινται στους κωδικούς ΣΟ 0714 10 91, 0714 10 99, 0714 90 11 και 0714 90 19 καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών άλλων από την Ταϊλάνδη (7), και (ΕΚ) αριθ. 2390/98 της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1706/98 του Συμβουλίου για το καθεστώς εισαγωγής ορισμένων υποκατάστατων σιτηρών και μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα σιτηρά και ρύζι καταγωγής κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ) ή των υπερπόντιων χωρών και εδαφών ΥΧΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2245/90 (8), ώστε να προσδιοριστούν οι αύξοντες αριθμοί κάθε ποσόστωσης και επιμέρους ποσόστωσης και να επανακαθοριστούν οι ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται ιδίως για την κατάρτιση των αιτήσεων πιστοποιητικών, την έκδοσή τους, τη διάρκεια ισχύος τους και την κοινοποίηση των στοιχείων στην Επιτροπή.

(3)

Κρίνεται σκόπιμο να εφαρμοστούν τα μέτρα αυτά από την 1η Ιανουαρίου 2007, ημερομηνία από την οποία εφαρμόζονται τα μέτρα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1301/2006.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2402/96 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Οι ακόλουθοι αύξοντες αριθμοί ορίζονται για τις ποσοστώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο:

ο αύξων αριθμός 09.4014 για την ποσόστωση που αναφέρεται στο σημείο 1,

ο αύξων αριθμός 09.4013 για την ποσόστωση που αναφέρεται στο σημείο 2,

ο αύξων αριθμός 09.4064 για τους 10 000 τ. αμύλου μανιόκας που αναφέρονται στο σημείο 3, και τους 500 τ. αμύλου μανιόκας που δεν προορίζονται για την Ταϊλάνδη σύμφωνα με το σημείο 4,

ο αύξων αριθμός 09.4065 για τους 10 000 τ. αμύλου μανιόκας που προορίζονται για την Ταϊλάνδη και αναφέρονται στο σημείο 4.».

2)

Το ακόλουθο άρθρο 1α παρεμβάλλεται πριν από τον πρώτο τίτλο:

«Άρθρο 1α

Οι διατάξεις των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 της Επιτροπής (9), (ΕΚ) αριθ. 1342/2003 της Επιτροπής (10) και (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής (11) εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

3)

Το άρθρο 4 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα πιστοποιητικά περιλαμβάνουν στο τετραγωνίδιο 24 μία από τις ενδείξεις που αναγράφονται στο παράρτημα III.».

4)

Το άρθρο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 7

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 18.00 (ώρα Βρυξελλών) κατά την εργάσιμη ημέρα που έπεται της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3, τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τις συνολικές ποσότητες, τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις πιστοποιητικών, ανά καταγωγή και ανά κωδικό προϊόντος·

β)

τα στοιχεία του πιστοποιητικού εξαγωγής καθώς και το όνομα του πλοίου, για τα προϊόντα καταγωγής Δημοκρατίας της Κίνας.».

5)

Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 8

1.   Το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται την τέταρτη εργάσιμη ημέρα που έπεται της κοινοποίησης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 7.

2.   Τα πιστοποιητικά που εκδίδονται ισχύουν σε όλη την Κοινότητα, από την ημέρα της πραγματικής έκδοσής τους, κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, έως το τέλος του τέταρτου μήνα που έπεται της εν λόγω ημερομηνίας, εντός του έτους έκδοσης.».

6)

Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 18:00 (ώρα Βρυξελλών) την επόμενη ημέρα της κατάθεσης της αίτησης που προβλέπεται στο άρθρο 9, τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τις συνολικές ποσότητες τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις πιστοποιητικών ανά καταγωγή και ανά κωδικό προϊόντος·

β)

τα στοιχεία των πιστοποιητικών εξαγωγής που εκδίδονται από τις αρχές της Ταϊλάνδης και τις αντίστοιχες ποσότητες, καθώς και το όνομα του πλοίου.».

7)

Το άρθρο 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 13

1.   Το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται την τέταρτη εργάσιμη ημέρα που έπεται της κοινοποίησης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 12.

2.   Τα πιστοποιητικά που εκδίδονται ισχύουν σε όλη την Κοινότητα, από την ημέρα της πραγματικής έκδοσής τους, κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, έως το τέλος του τρίτου μήνα που έπεται της εν λόγω ημερομηνίας, εντός του έτους έκδοσης.».

8)

Προστίθεται το παράρτημα III που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2449/96 τροποποιείται ως εξής.

1)

Στο άρθρο 1, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Οι ποσοστώσεις που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 3 αφορούν αντιστοίχως τους αύξοντες αριθμούς 09.4009, 09.4011 και 09.4010.

Για την ποσόστωση που αναφέρεται στο σημείο 4, οι αύξοντες αριθμοί 09.4021 και 09.4012 ορίζονται αντιστοίχως για το τμήμα της ποσόστωσης που προορίζεται για εισαγωγή προϊόντων των ειδών που χρησιμοποιούνται για ανθρώπινη κατανάλωση (2 000 τόνοι) και για το άλλο τμήμα (30 000 τόνοι) που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση.

Οι διατάξεις των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 της Επιτροπής (12), (ΕΚ) αριθ. 1342/2003 της Επιτροπής (13) και (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής (14) εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

2)

Στο άρθρο 6, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

στο τετραγωνίδιο 24, μία από τις ενδείξεις που αναγράφονται στο παράρτημα IV.».

3)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, την επόμενη ημέρα από την κατάθεση της αίτησης και το αργότερο έως τις 13:00 της Πέμπτης που έπεται της προθεσμίας κατάθεσης της αίτησης η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τις συνολικές ποσότητες τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις πιστοποιητικών ανά καταγωγή και ανά κωδικό προϊόντος·

β)

τον αριθμό του πιστοποιητικού καταγωγής που υποβάλλεται και τη συνολική ποσότητα η οποία περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο του εγγράφου ή σε απόσπασμά του·

γ)

τα στοιχεία των πιστοποιητικών εξαγωγής που εκδίδονται από τις αρχές της Ινδονησίας ή της Κίνας και τις αντίστοιχες ποσότητες, καθώς και το όνομα του πλοίου.».

β)

Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται την τέταρτη εργάσιμη ημέρα που έπεται της κοινοποίησης η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 3.».

4)

Στο άρθρο 10 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, η τελευταία φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμπληρωματικό πιστοποιητικό εισαγωγής περιλαμβάνει επιπλέον στο τετραγωνίδιο 20 μία από τις ενδείξεις οι οποίες αναγράφονται στο παράρτημα V.».

5)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα πιστοποιητικά που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού ισχύουν σε όλη την Κοινότητα για εξήντα ημέρες από την ημερομηνία της πραγματικής έκδοσής τους, κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000.».

β)

Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η τελευταία ημέρα ισχύος των πιστοποιητικών εισαγωγής δεν δύναται να έπεται της 31ης Δεκεμβρίου του έτους έκδοσης.».

6)

Προστίθενται το παράρτημα IV και το παράρτημα V που περιλαμβάνονται αντιστοίχως στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2390/98 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι διατάξεις των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 της Επιτροπής (15), (ΕΚ) αριθ. 1342/2003 της Επιτροπής (16) και (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής (17) εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

2)

Στο άρθρο 2, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το πιστοποιητικό εισαγωγής περιλαμβάνει στο τετραγωνίδιο 24 μία από τις ενδείξεις που αναγράφονται στο παράρτημα I.».

3)

Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4

Ενόψει της ελεύθερης κυκλοφορίας στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2286/2002 των προϊόντων των κωδικών ΣΟ 0714 10 91 και 0714 90 11, εφαρμόζονται οι ακόλουθες ειδικές διατάξεις:

α)

Η παρακολούθηση των εισαγωγών αυτών διενεργείται υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν για τις ποσοστώσεις εισαγωγής με αύξοντα αριθμό 09.4192.

β)

Η αίτηση πιστοποιητικού δεν μπορεί να αφορά ποσότητα μεγαλύτερη από 500 τόνους ανά αιτούντα.

γ)

Η αίτηση πιστοποιητικού και το πιστοποιητικό εισαγωγής περιλαμβάνουν στη θέση 8, την ένδειξη του κράτους ΑΚΕ ή ΥΧΕ από το οποίο κατάγεται το προϊόν. Το πιστοποιητικό συνεπάγεται την υποχρέωση εισαγωγής από την χώρα αυτή ή το έδαφος αυτό.

δ)

Το πιστοποιητικό εισαγωγής περιλαμβάνει στη θέση 24 μία από τις ενδείξεις που αναγράφονται στο παράρτημα II.».

4)

Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, την εργάσιμη ημέρα που έπεται της ημέρας υποβολής της αίτησης, το αργότερο έως τις 13.00 (ώρα Βρυξελλών), τις συνολικές ποσότητες τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής, ανά καταγωγή και ανά κωδικό προϊόντος.».

β)

Η παράγραφος 3 διαγράφεται.

γ)

Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται την τέταρτη εργάσιμη ημέρα που έπεται της κοινοποίησης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2.».

δ)

Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα πιστοποιητικά που εκδίδονται ισχύουν αποκλειστικά για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα από την ημέρα της πραγματικής έκδοσής τους, κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, έως το τέλος του δεύτερου μήνα που έπεται αυτής της ημερομηνίας, εντός του έτους έκδοσης.».

5)

Προστίθεται το παράρτημα I και το παράρτημα II που περιλαμβάνονται αντιστοίχως στο παράρτημα III του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 4

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 122 της 22.5.1996, σ. 15.

(2)  ΕΕ L 146 της 20.6.1996, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 348 της 21.12.2002, σ. 5.

(4)  ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 78. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1154/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 187 της 19.7.2005, σ. 11).

(5)  ΕΕ L 238 της 1.9.2006, σ. 13.

(6)  ΕΕ L 327 της 18.12.1996, σ. 14. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 777/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 50).

(7)  ΕΕ L 333 της 21.12.1996, σ. 14. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 777/2004.

(8)  ΕΕ L 297 της 6.11.1998, σ. 7. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 777/2004.

(9)  ΕΕ L 152 της 24.6.2000, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 189 της 29.7.2003, σ. 12.

(11)  ΕΕ L 238 της 1.9.2006, σ. 13.».

(12)  ΕΕ L 152 της 24.6.2000, σ. 1.

(13)  ΕΕ L 189 της 29.7.2003, σ. 12.

(14)  ΕΕ L 238 της 1.9.2006, σ. 13.».

(15)  ΕΕ L 152 της 24.6.2000, σ. 1.

(16)  ΕΕ L 189 της 29.7.2003, σ. 12.

(17)  ΕΕ L 238 της 1.9.2006, σ. 13.».


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

:

Στα βουλγαρικά

:

Освобождаване от мито [член 4 от Регламент (ЕО) № 2402/96]

:

Στα ισπανικά

:

Exención del derecho de aduana [artículo 4 del Reglamento (CE) no 2402/96]

:

Στα τσεχικά

:

Osvobozené od cla [čl. 4 nařízení (ES) č. 2402/96]

:

Στα δανικά

:

Fritagelse for toldsatser (artikel 4 i forordning (EF) nr. 2402/96)

:

Στα γερμανικά

:

Zollfrei (Artikel 4 der Verordnung (EG) Nr. 2402/96)

:

Στα εσθονικά

:

Tollimaksuvaba (määruse (EÜ) nr 2402/96 artikkel 4)

:

Στα ελληνικά

:

Απαλλαγή από τoν τελωνειακό δασμό [άρθρo 4 τoυ κανoνισμoυ (ΕΚ) αριθ. 2402/96]

:

Στα αγγλικά

:

Exemption from customs duty (Article 4 of Regulation (EC) No 2402/96)

:

Στα γαλλικά

:

exemption du droit de douane [article 4 du règlement (CE) no 2402/96]

:

Στα ιταλικά

:

Esenzione dal dazio doganale [articolo 4 del regolamento (CE) n. 2402/96]

:

Στα λεττονικά

:

Atbrīvošana no muitas nodevas (regulas (ΕΚ) Nr. 2402/96 4. pants)

:

Στα λιθουανικά

:

Atleidimas nuo muito mokesčio (reglamento (EB) Nr. 2402/96 4 straipsnis)

:

Στα ουγγρικά

:

Vámmentesség [2402/96/ΕΚ rendelet 4. cikk]

:

Στα ολλανδικά

:

Vrijgesteld van douanerecht (artikel 4 van Verordening (EG) nr. 2402/96)

:

Στα πολωνικά

:

Zwolnienie z należności celnych (Art. 4 rozporządzenia (WE) nr 2402/96)

:

Στα πορτογαλικά

:

Isenção de direito aduaneiro [artigo 4.o do Regulamento (CE) n.o 2402/96]

:

Στα ρουμανικά

:

Scutit de taxe vamale (articolul 4 din Regulamentul (CE) nr. 2402/96)

:

Στα σλοβακικά

:

Oslobodenie od cla (článok 4 nariadenia (ES) č. 2402/96)

:

Στα σλοβενικά

:

Oproščenocarinske dajatve (člen 4 Uredbe (ES) št. 2402/96)

:

Στα φινλανδικά

:

Tullivapaa (asetuksen (EY) N:o 2402/96 4 artikla)

:

Στα σουηδικά

:

Tullfri (artikel 4 i förordning (EG) nr 2402/96)»


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

«

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

:

Στα βουλγαρικά

:

Мита, ограничени до 6 % ad valorem [Регламент (ЕО) № 2449/96]

:

Στα ισπανικά

:

Derechos de aduana limitados al 6 % ad valorem [Reglamento (CE) no 2449/96]

:

Στα τσεχικά

:

Clo limitované 6 % ad valorem (nařízení (ES) č. 2449/96)

:

Στα δανικά

:

Toldsatsen begrænses til 6 % af værdien (Forordning (EF) nr. 2449/96)

:

Στα γερμανικά

:

Beschränkung des Zolls auf 6 % des Zollwerts (Verordnung (EG) Nr. 2449/96)

:

Στα εσθονικά

:

Väärtuseline tollimaks piiratud 6 protsendini (määrus (EÜ) nr 2449/96)

:

Στα ελληνικά

:

Τελωνειακός δασμός κατ’ ανώτατο όριο 6 % κατ’ αξία [Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2449/96]

:

Στα αγγλικά

:

Customs duties limited to 6 % ad valorem (Regulation (EC) No 2449/96)

:

Στα γαλλικά

:

Droits de douane limités à 6 % ad valorem [règlement (CE) no 2449/96]

:

Στα ιταλικά

:

Dazi doganali limitati al 6 % ad valorem [Regolamento (CE) n. 2449/96]

:

Στα λεττονικά

:

Muitas nodokļi nepārsniedz 6 % ad valorem (Regula (ΕΚ) Nr. 2449/96)

:

Στα λιθουανικά

:

Muito mokestis neviršija 6 % ad valorem (Reglamentas (EB) Nr. 2449/96)

:

Στα ουγγρικά

:

Mérsékelt, 6 %-os értékvám (2449/96/ΕΚ rendelet)

:

Στα ολλανδικά

:

Douanerechten beperkt tot 6 % ad valorem (Verordening (EG) nr. 2449/96)

:

Στα πολωνικά

:

Należności celne ograniczone do 6 % ad valorem (Rozporządzenie (WE) nr 2449/96)

:

Στα πορτογαλικά

:

Direitos aduaneiros limitados a 6 % ad valorem [Regulamento (CE) n.o 2449/96]

:

Στα ρουμανικά

:

Taxe vamale limitate la 6 % ad valorem (Regulamentul (CE) nr. 2449/96)

:

Στα σλοβακικά

:

Dovozné clo so stropom 6 % ad valorem (nariadenie (ES) č. 2449/96)

:

Στα σλοβενικά

:

Omejitev carinskih dajatev na 6 % ad valorem (Uredba (ES) št. 2449/96)

:

Στα φινλανδικά

:

Arvotulli rajoitettu 6 prosenttiin (asetus (EY) N:o 2449/96)

:

Στα σουηδικά

:

Tullsatsen begränsad till 6 % av värdet (Förordning (EG) nr 2449/96)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

:

Στα βουλγαρικά

:

Допълнителна лицензия, член 10, параграф 2 от Регламент (ЕО) № 2449/96

:

Στα ισπανικά

:

Certificado complementario, apartado 2 del artículo 10 del Reglamento (CE) no 2449/96

:

Στα τσεχικά

:

Licence pro dodatečné množství, čl. 10 odst. 2 nařízení (ES) č. 2449/96

:

Στα δανικά

:

Supplerende licens, forordning (EF) nr. 2449/96, artikel 10, stk. 2

:

Στα γερμανικά

:

Zusätzliche Lizenz — Artikel 10 Absatz 2 der Verordnung (EG) Nr. 2449/96

:

Στα εσθονικά

:

Lisakoguse litsents, määruse (EÜ) nr 2449/96 artikli 10 lõige 2

:

Στα ελληνικά

:

Συμπληρωματικό πιστοποιητικό — Άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2449/96

:

Στα αγγλικά

:

Licence for additional quantity, Article 10(2) of Regulation (EC) No 2449/96

:

Στα γαλλικά

:

Certificat complémentaire, règlement (CE) no 2449/96, article 10, paragraphe 2

:

Στα ιταλικά

:

Titolo complementare, regolamento (CE) n. 2449/96, articolo 10, paragrafo 2

:

Στα λεττονικά

:

Atļauja par papildu daudzumu, Regulas (ΕΚ) Nr. 2449/96 10. panta 2. punkts

:

Στα λιθουανικά

:

Papildomoji licencija, Reglamento (EB) Nr. 2449/96 10 straipsnio 2 dalis

:

Στα ουγγρικά

:

Kiegészítő engedély, 2449/96/ΕΚ rendelet 10. cikk (2) bekezdés

:

Στα ολλανδικά

:

Aanvullend certificaat — artikel 10, lid 2, van Verordening (EG) nr. 2449/96

:

Στα πολωνικά

:

Uzupełniające pozwolenie, rozporządzenie (WE) nr 2449/96 art. 10 ust. 2

:

Στα πορτογαλικά

:

Certificado complementar, n.o 2 do artigo 10.o do Regulamento (CE) n.o 2449/96

:

Στα ρουμανικά

:

Licenţă complementară, articolul 10 alineatul (2) din Regulamentul (CE) nr. 2449/96

:

Στα σλοβακικά

:

Dodatočné povolenie, článok 10 ods. 2 nariadenia (ES) č. 2449/96

:

Στα σλοβενικά

:

Dovoljenje za dodatne količine, člen 10(2), Uredba (ES) št. 2449/96

:

Στα φινλανδικά

:

Lisätodistus, asetuksen (EY) N:o 2449/96 10 artiklan 2 kohta

:

Στα σουηδικά

:

Kompletterande licens, artikel 10.2 i förordning (EG) nr 2449/96

»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

«

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

:

Στα βουλγαρικά

:

продукт АКТБ:

освобождаване от мито

Регламент (ЕО) № 2286/2002, член 1, параграф 3

:

Στα ισπανικά

:

Producto ACP:

exención del derecho de aduana

apartado 3 del artículo 1 del Reglamento (CE) no 2286/2002

:

Στα τσεχικά

:

Produkt AKT:

osvobozené od cla

nařízení (ES) č. 2286/2002 čl. 1 ods. 3

:

Στα δανικά

:

AVS-produkt:

toldfritagelse

forordning (EF) nr. 2286/2002: artikel 1, stk. 3

:

Στα γερμανικά

:

Erzeugnis AKP:

Zollfrei

Verordnung (EG) Nr. 2286/2002, Artikel 1 Absatz 3

:

Στα εσθονικά

:

AKV riikide toode:

Tollimaksuvaba

Määruse (EÜ) nr 2286/2002 artikli 1 lõige 3

:

Στα ελληνικά

:

Πρoϊόν ΑΚΕ:

Απαλλαγή από δασμoύς

Κανoνισμός (ΕΚ) αριθ. 2286/2002 άρθρo 1 παράγραφoς 3

:

Στα αγγλικά

:

ACP product:

exemption from customs duty

Regulation (EC) No 2286/2002, Article 1(3)

:

Στα γαλλικά

:

produit ACP:

exemption du droit de douane

règlement (CE) no 2286/2002, article 1, paragraphe 3

:

Στα ιταλικά

:

prodotto ACP:

esenzione dal dazio doganale

regolamento (CE) n. 2286/2002, articolo 1, paragrafo 3

:

Στα λεττονικά

:

AĀK produkts:

atbrīvots no muitas nodevas

Regulas (ΕΚ) Nr. 2286/2002 1. panta 3. daļa

:

Στα λιθουανικά

:

AKR produktas:

atleistas nuo muito mokesčio

Reglamento (EB) Nr. 2286/2002 1 straipsnio 3 dalis

:

Στα ουγγρικά

:

AKCS-termék:

vámmentes

2286/2002/ΕΚ rendelet, 1. cikk (3) bekezdés

:

Στα ολλανδικά

:

Product ACS:

vrijgesteld van douanerecht

Verordening (EG) nr. 2286/2002: artikel 1, lid 3

:

Στα πολωνικά

:

Produkt AKP:

zwolnienie z należności celnych

art. 1 ust. 3 rozporządzenia (WE) nr 2286/2002

:

Στα πορτογαλικά

:

produto ACP:

isenção do direito aduaneiro

Regulamento (CE) n.o 2286/2002, n.o 3 do artigo 1.o

:

Στα ρουμανικά

:

produs ACP:

scutit de taxe vamale

Regulamentul (CE) nr. 2286/2002, articolul 1 alineatul (3)

:

Στα σλοβακικά

:

Výrobok zo štátov AKP

oslobodenie od cla

nariadenie (ES) č. 2286/2002, článok 1 odsek 3

:

Στα σλοβενικά

:

AKP proizvodi

oproščeni carinskih dajatev

Uredba (ES) št. 2286/2002, člen 1(3)

:

Στα φινλανδικά

:

AKT-maista:

Tullivapaa

asetuksen (EY) N:o 2286/2002 1 artiklan 3 kohta

:

Στα σουηδικά

:

AVS-produkt:

Tullfri

Förordning (EG) nr 2286/2002 artikel 1.3

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

:

Στα βουλγαρικά

:

продукт АКТБ/ОСТ:

освобождаване от мито

Регламент (ЕО) № 2286/2002, член 3, параграф 4

важи изключително за пускане в свободно обръщение в отвъдморските департаменти

:

Στα ισπανικά

:

Producto ACP/PTU:

exención del derecho de aduana

apartado 4 del artículo 3 del Reglamento (CE) no 2286/2002

exclusivamente válido para el despacho a libre práctica en los departamentos de Ultramar

:

Στα τσεχικά

:

AKT/ZZÚ produkty:

osvobozeno od cla

nařízení (ES) č. 2286/2002 čl. 3 ods. 4

platné výhradně pro vydání do volného oběhu v zámořských zemích a územích

:

Στα δανικά

:

AVS/OLT-produkt:

toldfritagelse

forordning (EF) nr. 2286/2002: artikel 3, stk. 4

gælder udelukkende for overgang til fri omsætning i de oversøiske departementer

:

Στα γερμανικά

:

Erzeugnis AKP/ÜLG:

Zollfrei

Verordnung (EG) Nr. 2286/2002, Artikel 3 Absatz 4

gilt ausschließlich für die Abfertigung zum freien Verkehr in den französischen überseeischen Departements

:

Στα εσθονικά

:

AKV/ÜMT riikide toode:

Tollimaksuvaba

Määruse (EÜ) nr 2286/2002 artikli 3 lõige 4

Jõus ainult vabasse ringlusesse laskmiseks ülemeremaadel ja–territooriumitel

:

Στα ελληνικά

:

Πρoϊόν ΑΚΕ/ΥΧΕ:

Απαλλαγή από δασμoύς

Κανoνισμός (ΕΚ) αριθ. 2286/2002 άρθρo 3 παράγραφoς 4

Ισχύει απoκλειστικά για μία θέση σε ελεύθερη κυκλoφoρία στα Υπερπόντια Διαμερίσματα

:

Στα αγγλικά

:

ACP/OCT product:

exemption from customs duty

Regulation (EC) No 2286/2002, Article 3(4)

valid exclusively for release for free circulation in the overseas departments

:

Στα γαλλικά

:

produit ACP/PTOM:

exemption du droit de douane

règlement (CE) no 2286/2002, article 3, paragraphe 4

exclusivement valable pour une mise en libre pratique dans les départements d'outre-mer

:

Στα ιταλικά

:

prodotto ACP/PTOM:

esenzione dal dazio doganale

regolamento (CE) n. 2286/2002, articolo 3, paragrafo 4

valido esclusivamente per l'immissione in libera pratica nei DOM

:

Στα λεττονικά

:

AĀK/AZT produkts:

atbrīvots no muitas nodevas

Regulas (ΕΚ) Nr. 2286/2002 3. panta 4. daļa

ir derīgs laišanai brīvā apgrozībā vienīgi aizjūru teritorijās

:

Στα λιθουανικά

:

AKR/UŠT produktas:

atleistas nuo muito mokesčio

Reglamento (EB) Nr. 2286/2002 3 straipsnio 4 dalis

galioja leidimui į laisvą apyvartą tiktai užjūrio šalių teritorijose

:

Στα ουγγρικά

:

AKCS/TOT-termék:

vámmentes

2286/2002/ΕΚ rendelet, 3. cikk (4) bekezdés

kizárólag a tengerentúli területeken történő szabad forgalomba bocsátás esetén érvényes

:

Στα ολλανδικά

:

Product ACS/LGO:

vrijgesteld van douanerecht

Verordening (EG) nr. 2286/2002: artikel 3, lid 4

geldt uitsluitend voor het in het vrije verkeer brengen in de Franse overzeese departementen

:

Στα πολωνικά

:

Produkt AKP/KTZ:

zwolnienie z należności celnych

art. 3 ust. 4 rozporządzenia (WE) nr 2286/2002

ważne wyłącznie dla wprowadzenia do wolnego obrotu w departamentach zamorskich

:

Στα πορτογαλικά

:

produto ACP/PTU:

isenção do direito aduaneiro

Regulamento (CE) n.o 2286/2002, n.o 4 do artigo 3.o

válido exclusivamente para uma introdução em livre prática nos departamentos ultramarinos

:

Στα ρουμανικά

:

produs ACP/TTPM:

scutit de taxe vamale

Regulamentul (CE) nr. 2286/2002, articolul 3 alineatul (4)

valabil doar pentru punerea în liberă circulaţie în departamentele de peste mări

:

Στα σλοβακικά

:

výrobok zo štátov AKP/ZKU

oslobodenie od cla

nariadenie (ES) č. 2286/2002, článok 3 odsek 4

platné výhradne pre uvoľnenie do voľného obehu v zámorských krajinách a územiach

:

Στα σλοβενικά

:

AKP/ČDO

oproščene carinskih dajatev

Uredba (ES) št. 2286/2002, člen 3(4)

Veljavna samo za sproščenje prostega pretoka v prekomorskih področjih

:

Στα φινλανδικά

:

AKT-maista/Merentakaisista maista ja merentakaisilta alueilta peräisin oleva tuote:

Tullivapaa

asetuksen (EY) N:o 2286/2002 3 artiklan 4 kohta

voimassa ainoastaan merentakaisilla alueilla vapaaseen liikkeeseen laskemiseksi

:

Στα σουηδικά

:

AVS/ULT-produkt:

Tullfri

Förordning (EG) nr 2286/2002 artikel 3.4

Uteslutande avsedd för övergång till fri omsättning i de utomeuropeiska länderna och territorierna

»

20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/57


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1885/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης για το έτος 2007 για τη μανιόκα καταγωγής Ταϊλάνδης

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1095/96 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1996, περί εφαρμογής των παραχωρήσεων του καταλόγου CXL, καταρτισθέντος κατόπιν των διαπραγματεύσεων του άρθρου ΧΧΙV παράγραφος 6 της GATT (1), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Κοινότητα δεσμεύτηκε, στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, να ανοίξει δασμολογική ποσόστωση που περιορίζεται σε 21 εκατομμύρια τόνους για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0714 10 10, 0714 10 91 και 0714 10 99, καταγωγής Ταϊλάνδης, ανά περίοδο τεσσάρων ετών, εντός της οποίας ο δασμός μειώνεται σε 6 %. Την εν λόγω ποσόστωση ανοίγει και διαχειρίζεται η Επιτροπή.

(2)

Είναι αναγκαία η διατήρηση συστήματος διαχείρισης που εγγυάται ότι μόνο τα προϊόντα καταγωγής Ταϊλάνδης δύνανται να εισάγονται στο πλαίσιο της εν λόγω ποσόστωσης. Γι' αυτό το λόγο, η έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής πρέπει να συνεχίσει να υπόκειται στην υποβολή πιστοποιητικού εξαγωγής το οποίο εκδίδεται από τις αρχές της Ταϊλάνδης βάσει υποδείγματος το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή από την Ταϊλάνδη.

(3)

Το σύστημα διαχείρισης των εισαγωγών των εν λόγω προϊόντων στην κοινοτική αγορά βασιζόταν κατά παράδοση στο ημερολογιακό έτος, και για το λόγο αυτό θα πρέπει να διατηρηθεί. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να ανοιχθεί ποσόστωση για το έτος 2007.

(4)

Η εισαγωγή των προϊόντων που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0714 10 10, 0714 10 91 και 0714 10 99 υπόκειται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 της Επιτροπής, της 9ης Ιουνίου 2000, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (2), καθώς και με εκείνους που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1342/2003 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2003, περί ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής στον τομέα των σιτηρών και του ρυζιού (3).

(5)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τον τρόπο διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής γεωργικών προϊόντων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται με σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής (4) εφαρμόζεται στα πιστοποιητικά εισαγωγής για τις περιόδους δασμολογικής ποσόστωσης που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2007. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 θεσπίζει συγκεκριμένα τις λεπτομέρειες σχετικά με τις αιτήσεις, την ιδιότητα του αιτούντος καθώς και την έκδοση των πιστοποιητικών. Ο εν λόγω κανονισμός περιορίζει τη διάρκεια ισχύος των πιστοποιητικών στην τελευταία ημέρα της περιόδου της δασμολογικής ποσόστωσης και εφαρμόζεται με την επιφύλαξη συμπληρωματικών όρων ή παρεκκλίσεων που θεσπίζονται από τους κανονισμούς που διέπουν τους σχετικούς τομείς.

(6)

Με βάση την πείρα που αποκτήθηκε και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η κοινοτική παραχώρηση προβλέπει συνολική ποσότητα 21 000 000 τόνων για τέσσερα έτη με μέγιστη ετήσια ποσότητα 5 500 000 τόνων, πρέπει να διατηρηθούν τα μέτρα εκείνα που επιτρέπουν είτε τη διευκόλυνση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία των ποσοτήτων προϊόντων που υπερβαίνουν τις οριζόμενες στα πιστοποιητικά για την εισαγωγή, είτε να γίνει αποδεκτή η μεταφορά των ποσοτήτων που αποτελούν τη διαφορά μεταξύ της ποσότητας που αναγράφεται στα πιστοποιητικά εισαγωγής και της μικρότερης ποσότητας που πράγματι εισήχθη.

(7)

Για να εξασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή της συμφωνίας, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί σύστημα αυστηρού και συστηματικού ελέγχου που να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που αναγράφονται στο ταϊλανδικό πιστοποιητικό εξαγωγής και την πρακτική που ακολουθούν οι αρχές της Ταϊλάνδης για την έκδοση των πιστοποιητικών εξαγωγής.

(8)

Όταν οι ζητούμενες ποσότητες υπερβαίνουν τις διαθέσιμες, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μηχανισμός μείωσης των ποσοτήτων ώστε να μην υπερβαίνουν την προβλεπόμενη ετήσια ποσότητα.

(9)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΗΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΗΣ

Άρθρο 1

1.   Για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007, ανοίγεται δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής 5 500 000 τόνων μανιόκας που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 0714 10 10, 0714 10 91 και 0714 10 99, καταγωγής Ταϊλάνδης.

Στο πλαίσιο της εν λόγω ποσόστωσης, ο δασμός που εφαρμόζεται ορίζεται σε 6 % κατ’ αξία.

Η ποσόστωση αυτή φέρει τον αύξοντα αριθμό 09.4008.

2.   Τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπάγονται στο καθεστώς που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό εάν εισάγονται με πιστοποιητικά εισαγωγής η έκδοση των οποίων προϋποθέτει την προσκόμιση πιστοποιητικού εξαγωγής προς την Κοινότητα το οποίο εκδίδεται από το «Department of Foreign Trade, Ministry of Commerce, Government of Thailand», εφεξής καλούμενο «πιστοποιητικό εξαγωγής».

3.   Οι διατάξεις των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, (ΕΚ) αριθ. 1342/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1301/2006 εφαρμόζονται, πλην αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΞΑΓΩΓΗΣ

Άρθρο 2

1.   Το πιστοποιητικό εξαγωγής συντάσσεται σε ένα πρωτότυπο και τουλάχιστον σε ένα αντίγραφο επί εντύπου το υπόδειγμα του οποίου παρατίθεται στο παράρτημα Ι.

Οι διαστάσεις του εντύπου είναι περίπου 210 × 297 χιλιοστά. Το πρωτότυπο συντάσσεται σε λευκό χαρτί και φέρει σύμπλεκτες γραμμές κίτρινου χρώματος ώστε να καθίσταται εμφανής κάθε παραποίηση με μηχανικά ή χημικά μέσα.

2.   Το πιστοποιητικό εξαγωγής συμπληρώνεται στην αγγλική γλώσσα.

3.   Το πρωτότυπο και τα αντίγραφα του πιστοποιητικού εξαγωγής συμπληρώνονται είτε στη γραφομηχανή είτε χειρόγραφα. Στην τελευταία περίπτωση, πρέπει να συμπληρώνονται με μελάνι και με κεφαλαία γράμματα.

4.   Κάθε πιστοποιητικό εξαγωγής φέρει τυπωμένο αριθμό σειράς· επίσης, στο επάνω τετραγωνίδιο φέρει αύξοντα αριθμό πιστοποιητικού. Τα αντίγραφα φέρουν τους ίδιους αριθμούς με το πρωτότυπο.

Άρθρο 3

1.   Το πιστοποιητικό εξαγωγής ισχύει 120 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσής του. Η ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού συνυπολογίζεται στη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού αυτού.

Το πιστοποιητικό ισχύει μόνο εάν τα τετραγωνίδια έχουν δεόντως συμπληρωθεί σύμφωνα με τις σχετικές ενδείξεις και εφόσον έχει θεωρηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2. Το τετραγωνίδιο που αφορά το «shipped weight» (βάρος φορτίου) πρέπει να συμπληρώνεται αριθμητικώς και ολογράφως.

2.   Το πιστοποιητικό εξαγωγής θεωρείται δεόντως θεωρημένο όταν σ’ αυτό αναφέρεται η ημερομηνία έκδοσής του και φέρει τη σφραγίδα του οργανισμού που το εκδίδει και την υπογραφή του ή των προσώπων που έχουν εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Άρθρο 4

Η αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0714 10 10, 0714 10 91 και 0714 10 99, καταγωγής Ταϊλάνδης, υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, συνοδευόμενη από το πρωτότυπο του πιστοποιητικού εξαγωγής.

Το πρωτότυπο του πιστοποιητικού εξαγωγής διατηρείται από τον οργανισμό που εκδίδει το πιστοποιητικό εισαγωγής. Ωστόσο, σε περίπτωση που η αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής δεν αφορά παρά μέρος της ποσότητας που αναγράφεται στο πιστοποιητικό εξαγωγής, ο οργανισμός εκδόσεως αναφέρει στο πρωτότυπο την ποσότητα για την οποία έχει αυτό χρησιμοποιηθεί και, αφού το σφραγίσει, παραδίδει το πρωτότυπο στον ενδιαφερόμενο.

Μόνο η ποσότητα που αναφέρεται στο τετραγωνίδιο του πιστοποιητικού εξαγωγής που αφορά το «shipped weight» πρέπει να ληφθεί υπόψη για την έκδοση του πιστοποιητικού εισαγωγής.

Άρθρο 5

Όταν διαπιστώνεται ότι οι ποσότητες οι οποίες πράγματι εκφορτώθηκαν για ορισμένη παράδοση είναι μεγαλύτερες από εκείνες που αναφέρονται στο ή στα πιστοποιητικά εισαγωγής που εκδόθηκαν για τη συγκεκριμένη παράδοση, οι αρμόδιες αρχές που εκδίδουν το ή τα σχετικά πιστοποιητικά εισαγωγής, κατόπιν αιτήσεως του εισαγωγέα, ανακοινώνουν δια της ηλεκτρονικής οδού, κατά περίπτωση και σε σύντομο χρονικό διάστημα, στην Επιτροπή, τον ή τους αριθμούς των ταϊλανδικών πιστοποιητικών εξαγωγής, τον ή τους αριθμούς των πιστοποιητικών εισαγωγής, την πλεονάζουσα ποσότητα καθώς επίσης και το όνομα του πλοίου.

Η Επιτροπή επικοινωνεί με τις αρχές της Ταϊλάνδης για την έκδοση νέων πιστοποιητικών εξαγωγής.

Εν αναμονή της έκδοσης αυτών των τελευταίων πιστοποιητικών, οι πλεονάζουσες ποσότητες δεν δύνανται να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, εφόσον δεν έχουν προσκομισθεί τα νέα πιστοποιητικά εισαγωγής για τις εν λόγω ποσότητες.

Τα νέα πιστοποιητικά εισαγωγής εκδίδονται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 10.

Άρθρο 6

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5 τρίτο εδάφιο, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι ποσότητες που πράγματι εκφορτώνονται για μια δεδομένη παράδοση δεν υπερβαίνουν το 2 % των ποσοτήτων που καλύπτονται από το ή τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά εισαγωγής, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, κατόπιν αιτήσεως του εισαγωγέα, επιτρέπουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των πλεοναζουσών ποσοτήτων εφόσον έχει καταβληθεί δασμός του οποίου το ανώτατο όριο ανέρχεται σε 6 % κατ' αξία και έχει συσταθεί από τον εισαγωγέα εγγύηση ίση με τη διαφορά μεταξύ του προβλεπόμενου από το κοινό δασμολόγιο δασμού και του καταβληθέντος δασμού.

Η εγγύηση αποδεσμεύεται με την προσκόμιση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία συμπληρωματικού πιστοποιητικού εισαγωγής για τις εν λόγω ποσότητες. Η αίτηση έκδοσης συμπληρωματικού πιστοποιητικού δεν υπόκειται στην υποχρέωση σύστασης της εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 ή στο άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού.

Το συμπληρωματικό πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 και με την προσκόμιση ενός ή περισσοτέρων νέων πιστοποιητικών εξαγωγής που εκδίδονται από τις αρχές της Ταϊλάνδης.

Το συμπληρωματικό πιστοποιητικό εισαγωγής περιλαμβάνει, στο τετραγωνίδιο 20, μία από τις ενδείξεις που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ.

Η εγγύηση καταπίπτει, εκτός από τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας, για τις ποσότητες για τις οποίες δεν έχει προσκομισθεί συμπληρωματικό πιστοποιητικό εισαγωγής εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Η εγγύηση καταπίπτει κυρίως για τις ποσότητες για τις οποίες το συμπληρωματικό πιστοποιητικό εισαγωγής δεν κατέστη δυνατό να εκδοθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 παράγραφος 1.

Μετά τον καταλογισμό και τη θεώρηση από την αρμόδια αρχή του συμπληρωματικού πιστοποιητικού εισαγωγής, κατά την αποδέσμευση της εγγύησης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, το πιστοποιητικό αυτό αποστέλλεται στον οργανισμό έκδοσης το συντομότερο δυνατό.

Άρθρο 7

Οι αιτήσεις για την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού δύνανται να υποβάλλονται σε κάθε κράτος μέλος και τα εκδοθέντα πιστοποιητικά ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Το άρθρο 5 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τέταρτη περίπτωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 8

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1342/2003, η εγγύηση για τα πιστοποιητικά εισαγωγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ανέρχεται σε 5 ευρώ ανά τόνο.

Άρθρο 9

1.   Η αίτηση για την έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής και το πιστοποιητικό φέρουν στο τετραγωνίδιο 8 την ένδειξη «Ταϊλάνδη».

2.   Το πιστοποιητικό εισαγωγής φέρει:

α)

στο τετραγωνίδιο 24, μία από τις μνείες που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ·

β)

στο τετραγωνίδιο 20, τις ακόλουθες ενδείξεις:

i)

την ονομασία του πλοίου που αναγράφεται στο ταϊλανδικό πιστοποιητικό εξαγωγής·

ii)

τον αριθμό και την ημερομηνία του ταϊλανδικού πιστοποιητικού εξαγωγής.

3.   Το πιστοποιητικό εισαγωγής μπορεί να γίνει δεκτό προς επίρρωση της διασάφησης για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μόνο εάν, βάσει κυρίως αντιγράφου της φορτωτικής το οποίο προσκομίζει ο ενδιαφερόμενος, φαίνεται ότι τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία έχουν μεταφερθεί στην Κοινότητα με το πλοίο που αναφέρεται στο πιστοποιητικό εισαγωγής.

4.   Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 6 του παρόντος κανονισμού και κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, η ποσότητα που τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εκείνη που αναφέρεται στα τετραγωνίδια 17 και 18 του πιστοποιητικού εισαγωγής. Ο αριθμός 0 αναγράφεται για το σκοπό αυτό στο τετραγωνίδιο 19 του εν λόγω πιστοποιητικού.

Άρθρο 10

1.   Όταν οι αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών υπερβαίνουν την ποσότητα που προβλέπεται στο άρθρο 1, η Επιτροπή καθορίζει συντελεστή χορήγησης οποίος εφαρμόζεται στις ποσότητες που ζητούνται ή αποφασίζει την απόρριψη των αιτήσεων.

2.   Το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, με την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνει η Επιτροπή δυνάμει της παραγράφου 1.

3.   Σε περίπτωση που καθορίζεται συντελεστής χορήγησης δυνάμει της παραγράφου 1, οι αιτήσεις δύνανται να αποσυρθούν εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του εν λόγω συντελεστή.

Σε περίπτωση απόσυρσης των αιτήσεων, τα πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, επιστρέφονται.

Η απόσυρση συνοδεύεται από την αποδέσμευση της εγγύησης. Η εγγύηση αποδεσμεύεται επίσης για τις αιτήσεις που έχουν απορριφθεί.

4.   Σε περίπτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων που ορίζονται για την έκδοση του πιστοποιητικού εισαγωγής, η Επιτροπή δύναται, ενδεχομένως, κατόπιν διαβουλεύσεως με τις αρχές της Ταϊλάνδης, να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα.

Άρθρο 11

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1342/2003, η τελευταία ημέρα ισχύος του πιστοποιητικού εισαγωγής αντιστοιχεί στην τελευταία μέρα ισχύος του πιστοποιητικού εξαγωγής συν τριάντα ημέρες. Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1301/2006, η τελευταία αυτή ημέρα ισχύος δεν δύναται να είναι μεταγενέστερη της 31ης Δεκεμβρίου 2007.

Άρθρο 12

1.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, κάθε εργάσιμη ημέρα, για κάθε αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής, αποκλειστικά δια της ηλεκτρονικής οδού, μέσω εντύπων που τίθενται στη διάθεσή τους από την Επιτροπή και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το σύστημα πληροφορικής που έχει καθιερώσει η ίδια, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την ποσότητα για την οποία υποβάλλεται αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής, με την ένδειξη, ενδεχομένως, «συμπληρωματικό πιστοποιητικό εισαγωγής»·

β)

τον αριθμό του υποβληθέντος πιστοποιητικού εξαγωγής που εμφαίνεται στο επάνω τετραγωνίδιο του εν λόγω πιστοποιητικού·

γ)

την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού εξαγωγής·

δ)

τη συνολική ποσότητα για την οποία έχει εκδοθεί το πιστοποιητικό εξαγωγής·

2.   Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2008, το αργότερο, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής ανακοινώνουν στην Επιτροπή, δια της ηλεκτρονικής οδού, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τον πλήρη κατάλογο των ποσοτήτων που δεν έχουν καταλογισθεί και που εμφαίνονται στο πίσω μέρος των πιστοποιητικών εισαγωγής, το όνομα του πλοίου και τον αριθμό της σύμβασης μεταφοράς με προορισμό την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και τους αριθμούς των σχετικών πιστοποιητικών εξαγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 13

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 146 της 20.6.1996, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 152 της 24.6.2000, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1713/2006 (ΕΕ L 321 της 21.11.2006, σ. 11).

(3)  ΕΕ L 189 της 29.7.2003, σ. 12. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1713/2006.

(4)  EE L 238 της 1.9.2006, σ. 13.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Image


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

:

στη βουλγαρική γλώσσα

:

Допълнителна лицензия, член 6 от Регламент (ЕО) № 1885/2006,

:

στην ισπανική γλώσσα

:

Certificado complementario, artículo 6 del Reglamento (CE) no 1885/2006,

:

στην τσεχική γλώσσα

:

Licence pro dodatečné množství, čl. 6 nařízení (ES) č. 1885/2006,

:

στη δανική γλώσσα

:

Supplerende licens, forordning (EF) nr. 1885/2006, artikel 6,

:

στη γερμανική γλώσσα

:

Zusätzliche Lizenz — Artikel 6 der Verordnung (EG) Nr. 1885/2006,

:

στην εσθονική γλώσσα

:

Lisakoguse litsents, määruse (EÜ) nr 1885/2006 artikkel 6,

:

στην ελληνική γλώσσα

:

Συμπληρωματικό πιστοποιητικό — Άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1885/2006,

:

στην αγγλική γλώσσα

:

Licence for additional quantity, Article 6 of Regulation (EC) No 1885/2006,

:

στη γαλλική γλώσσα

:

Certificat complémentaire, règlement (CE) no 1885/2006, article 6,

:

στην ιταλική γλώσσα

:

Titolo complementare, regolamento (CE) n. 1885/2006 articolo 6,

:

στη λεττονική γλώσσα

:

Atļauja par papildu daudzumu, Regulas (ΕΚ) Nr. 1885/2006 6. pants,

:

στη λιθουανική γλώσσα

:

Papildomoji licencija, Reglamento (EB) Nr. 1885/2006 6 straipsnio,

:

στην ουγγρική γλώσσα

:

Kiegészítő engedély, 1885/2006/ΕΚ rendelet 6. cikk,

:

στην ολλανδική γλώσσα

:

Aanvullend certificaat — artikel 6 van Verordening (EG) nr. 1885/2006,

:

στην πολωνική γλώσσα

:

Uzupełniające pozwolenie, rozporządzenie (WE) nr 1885/2006 art. 6,

:

στην πορτογαλική γλώσσα

:

Certificado complementar, artigo 6.o do Regulamento (CE) n.o 1885/2006,

:

στη ρουμανική γλώσσα

:

Licenţă pentru cantitatea excedentară, articolul 6 din Regulamentul nr. 1885/2006,

:

στη σλοβακική γλώσσα

:

Dodatočné povolenie, článok 6 nariadenia (ES) č. 1885/2006,

:

στη σλοβενική γλώσσα

:

Dovoljenje za dodatne količine, člen 6, Uredba (ES) št. 1885/2006,

:

στη φινλανδική γλώσσα

:

Lisätodistus, asetus (EY) N:o 1885/2006 6 artikla,

:

στη σουηδική γλώσσα

:

Kompletterande licens, artikel 6 i förordning (EG) nr 1885/2006.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

:

Στη βουλγαρική γλώσσα

:

Мита, ограничени до 6 % ad valorem [Регламент (ЕО) № 1885/2006],

:

στην ισπανική γλώσσα

:

Derechos de aduana limitados al 6 % ad valorem [Reglamento (CE) no 1885/2006],

:

στην τσεχική γλώσσα

:

Clo limitované 6 % ad valorem (nařízení (ES) č. 1885/2006),

:

στη δανική γλώσσα

:

Toldsatsen begrænses til 6 % af værdien (forordning (EF) nr. 1885/2006),

:

στη γερμανική γλώσσα

:

Beschränkung des Zolls auf 6 % des Zollwerts (Verordnung (EG) Nr. 1885/2006),

:

στην εσθονική γλώσσα

:

Väärtuseline tollimaks piiratud 6 protsendini (määrus (EÜ) nr 1885/2006),

:

στην ελληνική γλώσσα

:

Τελωνειακός δασμός κατ’ ανώτατο όριο 6 % κατ’ αξία [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1885/2006],

:

στην αγγλική γλώσσα

:

Customs duties limited to 6 % ad valorem (Regulation (EC) No 1885/2006),

:

στη γαλλική γλώσσα

:

Droits de douane limités á 6 % ad valorem [règlement (CE) no 1885/2006],

:

στην ιταλική γλώσσα

:

Dazi doganali limitati al 6 % ad valorem [regolamento (CE) n. 1885/2006],

:

στη λεττονική γλώσσα

:

Muitas nodokļi nepārsniedz 6 % ad valorem (Regula (ΕΚ) Nr. 1885/2006),

:

στη λιθουανική γλώσσα

:

Muito mokestis neviršija 6 % ad valorem (Reglamentas (EB) Nr. 1885/2006),

:

στην ουγγρική γλώσσα

:

Mérsékelt, 6 %-os értékvám (1885/2006/ΕΚ rendelet),

:

στην ολλανδική γλώσσα

:

Douanerechten beperkt tot 6 % ad valorem (Verordening (EG) nr. 1885/2006),

:

στην πολωνική γλώσσα

:

Należności celne ograniczone do 6 % ad valorem (Rozporządzenie (WE) nr 1885/2006),

:

στην πορτογαλική γλώσσα

:

Direitos aduaneiros limitados a 6 % ad valorem [Regulamento (CE) n.o 1885/2006],

:

στη ρουμανική γλώσσα

:

Taxe vamale limitate la 6 % ad valorem (Regulamentul (CE) nr. 1885/2006),

:

στη σλοβακική γλώσσα

:

Dovozné clo so stropom 6 % ad valorem (Nariadenie (ES) č. 1885/2006),

:

στη σλοβενική γλώσσα

:

Omejitev carinskih dajatev na 6 % ad valorem (Uredba (ES) št. 1885/2006),

:

στη φινλανδική γλώσσα

:

Arvotulli rajoitettu 6 prosenttiin (asetus (EY) N:o 1885/2006),

:

στη σουηδική γλώσσα

:

Tullsatsen begränsad till 6 % av värdet (förordning (EG) nr 1885/2006).


20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/64


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1886/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

για τη θέσπιση απαγόρευσης της αλιείας ιππόγλωσσας Γροιλανδίας στη ζώνη NAFO 3LMNO από σκάφη που φέρουν σημαία Ισπανίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 51/2006 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2005, περί καθορισμού, για το 2006, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε ύδατα στα οποία απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (3), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2006.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2006.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση της αλιείας του εν λόγω αποθέματος, καθώς και η διατήρησή του επί του σκάφους, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωσή του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό, για το 2006, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Η αλιεία του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, απαγορεύεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της ημέρας δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Jörgen HOLMQUIST

Γενικός Διευθυντής Αλιείας και Ναυτιλιακών Υποθέσεων


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(2)  ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 768/2005 (ΕΕ L 128 της 21.5.2005, σ. 1).

(3)  ΕΕ L 16 της 20.1.2006, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2006 (ΕΕ L 345 της 8.12.2006, σ. 10).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθ.

53

Κράτος μέλος

Ισπανία

Απόθεμα

GHL/N3LMNO.

Είδος

Ιππόγλωσσα Γροιλανδίας (Reinhardtius hippoglossoides)

Ζώνη

NAFO 3 LMNO

Ημερομηνία

30 Νοεμβρίου 2006


20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/66


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1887/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

περί αναστολής της απαγόρευσης της αλιείας γλώσσας στις ζώνες ICES III a, III b, c, d (ύδατα ΕΚ) από σκάφη που φέρουν σημαία Σουηδίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 51/2006 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2006, περί καθορισμού, για το 2006, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε ύδατα στα οποία απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (3), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2006.

(2)

Στις 6 Οκτωβρίου 2006, η Σουηδία γνωστοποίησε στην Επιτροπή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, ότι θα ανέστελλε προσωρινά την αλιεία γλώσσας στα ύδατα της ζώνης ICES III a, III b, c, d από σκάφη που φέρουν τη σημαία της, από τις 6 Οκτωβρίου 2006.

(3)

Στις 1 Νοεμβρίου 2006, η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 και του άρθρου 26 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1631/2006 για τη θέσπιση απαγόρευσης της αλιείας γλώσσας στη ζώνη ICES III a, III b, c, d από σκάφη που φέρουν σημαία Σουηδίας ή είναι νηολογημένα στη Σουηδία, με έναρξη εφαρμογής την ίδια ημερομηνία.

(4)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, από τις σουηδικές αρχές διατίθεται ακόμη ποσότητα γλώσσας στο πλαίσιο της ποσόστωσης της Σουηδίας στη ζώνη ICES III a, III b, c, d. Συνεπώς πρέπει να επιτραπεί η αλιεία γλώσσας στα εν λόγω ύδατα, από σκάφη που φέρουν σημαία Σουηδίας ή είναι νηολογημένα στη Σουηδία.

(5)

Η άδεια αυτή πρέπει να αρχίσει να ισχύει στις 24 Νοεμβρίου 2006, ώστε να δοθεί η δυνατότητα αλιείας της υπόψη ποσότητας γλώσσας πριν από τα τέλη του τρέχοντος έτους.

(6)

Πρέπει επομένως να καταργηθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1631/2006 της Επιτροπής, με έναρξη εφαρμογής στις 24 Νοεμβρίου 2006,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1631/2006 καταργείται.

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 24 Νοεμβρίου 2006.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2006.

Για την Επιτροπή

Jörgen HOLMQUIST

Γενικός Διευθυντής Αλιείας και Ναυτιλιακών Υποθέσεων


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(2)  ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 768/2005 (ΕΕ L 128 της 21.5.2005, σ. 1).

(3)  ΕΕ L 16 της 20.1.2006, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2006 (ΕΕ L 345 της 8.12.2006, σ. 10).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Όχι

64

Κρατος μέλος

Σουηδία

Απόθεμα

SOL/3A/BCD

Είδος

Γλώσσα (Solea solea)

Ζώνη

III a, III b, c, d (ύδατα ΕΚ)

Ημερομηνία

24 Νοεμβρίου 2006 — Αναστολή απαγόρευσης


20.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 364/68


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1888/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2006

για επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές παρασκευασμένου ή διατηρημένου γλυκού καλαμποκιού σε κόκκους, καταγωγής Ταϊλάνδης

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) (εφεξής «ο βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 7,

Κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

A.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.   Έναρξη

(1)

Στις 13 Φεβρουαρίου 2006 υποβλήθηκε καταγγελία σχετικά με τις εισαγωγές παρασκευασμένου ή διατηρημένου γλυκού καλαμποκιού σε κόκκους, καταγωγής Ταϊλάνδης, από την Association Européenne des Transformateurs de Maïs Doux (AETMD) (εφεξής «ο καταγγέλλων») εξ ονόματος παραγωγών που αντιπροσωπεύουν σημαντικότατο ποσοστό και, εν προκειμένω, περίπου το 70 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής παρασκευασμένου ή διατηρημένου γλυκού καλαμποκιού.

(2)

Στο πλαίσιο αυτής της καταγγελίας προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το ανωτέρω προϊόν αποτέλεσε αντικείμενο ντάμπινγκ προκαλώντας, έτσι, σημαντική ζημία. Τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία θεωρήθηκαν επαρκή για την αιτιολόγηση της έναρξης διαδικασίας.

(3)

Η έναρξη της διαδικασίας έλαβε χώρα στις 28 Μαρτίου 2006 με τη δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης έναρξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2).

2.   Μέρη που εμπλέκονται στη διαδικασία

(4)

Η Επιτροπή ειδοποίησε επισήμως τους παραγωγούς-εξαγωγείς, τους εισαγωγείς, τους χρήστες που αναγγέλθηκαν, όπως επίσης και τις ενώσεις τους, τις ενώσεις των καταναλωτών, τους εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής και τους κοινοτικούς παραγωγούς που κίνησαν τη διαδικασία αντιντάμπινγκ. Στα ενδιαφερόμενα μέρη δόθηκε η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που προβλέπει η ανακοίνωση έναρξης.

(5)

Ενόψει του μεγάλου αριθμού παραγωγών-εξαγωγέων, κοινοτικών παραγωγών και εισαγωγέων που εμπλέκονται στην παρούσα έρευνα, η ανακοίνωση έναρξης αναφέρεται στο ενδεχόμενο εφαρμογής της δειγματοληπτικής μεθόδου σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.

(6)

Για να μπορέσει η Επιτροπή να αποφασίσει κατά πόσον είναι αναγκαία η δειγματοληψία και, εφόσον είναι αναγκαία, να επιλέξει ένα δείγμα, οι παραγωγοί-εξαγωγείς, οι κοινοτικοί παραγωγοί και εισαγωγείς, καθώς και οι αντιπρόσωποί τους που ενεργούν για λογαριασμό τους κλήθηκαν να αναγγελθούν και να παράσχουν, σύμφωνα με την ανακοίνωση έναρξης, ορισμένα βασικά στοιχεία για τις δραστηριότητές τους σε σχέση με το υπό εξέταση προϊόν εντός 15 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης έναρξης.

(7)

Μετά από εξέταση των υποβληθέντων στοιχείων και δεδομένου του σχετικά μικρού αριθμού θετικών απαντήσεων περί περαιτέρω συνεργασίας από την πλευρά τόσο των κοινοτικών παραγωγών όσο και των εισαγωγέων, αποφασίστηκε η διεξαγωγή δειγματοληψίας μόνο για τους εξαγωγείς. Η Επιτροπή επέλεξε δείγμα τεσσάρων παραγωγών-εξαγωγέων.

(8)

Η Επιτροπή προέβη σε αναζήτηση και επαλήθευση όλων των θεωρουμένων ως αναγκαίων στοιχείων για τον προσωρινό καθορισμό της πρακτικής ντάμπινγκ, της απορρέουσας από αυτήν ζημίας και του συμφέροντος της Κοινότητας. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια προς τους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος. Για τους κοινοτικούς παραγωγούς και εισαγωγείς, η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια σε όλες τις εταιρείες που αναγγέλθηκαν εντός των προβλεπομένων από την ανακοίνωση έναρξης προθεσμιών, δεδομένου ότι η δειγματοληψία θεωρήθηκε τελικά ως μη αναγκαία. Η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια και σε όλους τους κοινοτικούς λιανοπωλητές που αναφέρονται στην καταγγελία, όπως επίσης και στις ενώσεις καταναλωτών.

(9)

Απαντήσεις απέστειλαν πέντε ταϊλανδοί παραγωγοί-εξαγωγείς, έξι κοινοτικοί παραγωγοί, ένας ανεξάρτητος εισαγωγέας της Κοινότητας και ένας λιανοπωλητής της Κοινότητας. Τις απόψεις τους γνωστοποίησαν, επίσης, και οι αρχές της Ταϊλάνδης.

(10)

Επιτόπιες επαληθεύσεις διενεργήθηκαν στις παρακάτω εταιρείες:

α)

Παραγωγοί της Κοινότητας:

Bonduelle Conserve International SAS, Renescure, Γαλλία,

Bonduelle Nagykoros Kft., Nagykoros, Ουγγαρία,

Compagnie Générale de Conserve SICA SA, Theix, Γαλλία,

Conserve Italia SCA, San Lazzaro di Savena, Ιταλία·

β)

Παραγωγοί-εξαγωγείς της Ταϊλάνδης:

Malee Sampran Public Co., Ltd., Pathumthani,

Karn Corn Co., Ltd., Bangkok,

River Kwai International Food Industry Co.Ltd., Bangkok,

Sun Sweet Co., Ltd., Chiangmai.

(11)

Έγιναν δεκτά σε ακρόαση όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που το ζήτησαν, έχοντας προηγουμένως αποδείξει ότι υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι που το επιβάλλουν.

3.   Περίοδος έρευνας

(12)

Η έρευνα σχετικά με την πρακτική ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε τη χρονική περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2005 έως 31 Δεκεμβρίου 2005 (εφεξής «περίοδος έρευνας» ή «ΠΕ»). Αναφορικά με τις τάσεις που υπεισέρχονται στην εκτίμηση της ζημίας, η Επιτροπή ανέλυσε τα δεδομένα που καλύπτουν τη χρονική περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2002 έως 31 Δεκεμβρίου 2005 (εφεξής «υπό εξέταση περίοδος»).

B.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

1.   Υπό εξέταση προϊόν

(13)

Το υπό εξέταση προϊόν είναι το γλυκό καλαμπόκι (Zea mays var. saccharata) σε κόκκους, παρασκευασμένο ή διατηρημένο με ξίδι ή οξικό οξύ, μη κατεψυγμένο, το οποίο διασαφίζεται κανονικά στον κωδικό ΣΟ ex 2001 90 30, και το γλυκό καλαμπόκι (Zea mays var. saccharata) σε κόκκους, παρασκευασμένο ή διατηρημένο χωρίς ξίδι ή οξικό οξύ, μη κατεψυγμένο, εκτός των προϊόντων της κλάσης 2006, το οποίο διασαφίζεται κανονικά στον κωδικό ΣΟ ex 2005 80 00, καταγωγής Ταϊλάνδης.

(14)

Από την έρευνα προέκυψε ότι, παρά τους διαφορετικούς τρόπους διατήρησης, όλοι οι διαφορετικοί τύποι του υπό εξέταση προϊόντος έχουν τα ίδια βιολογικά και χημικά χαρακτηριστικά και χρησιμοποιούνται για τους ίδιους, κατά βάση, σκοπούς.

2.   Ομοειδές προϊόν

(15)

Διαπιστώθηκε ότι το γλυκό καλαμπόκι που παράγεται και πωλείται στην Κοινότητα από την κοινοτική βιομηχανία και οι τύποι γλυκού καλαμποκιού που πωλούνται στην Ταϊλάνδη έχουν τα ίδια, κατά βάση, φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά, καθώς και τις ίδιες βασικές χρήσεις του γλυκού καλαμποκιού που παράγεται στην Ταϊλάνδη και πωλείται στην Κοινότητα προς εξαγωγή. Κατά συνέπεια, θεωρούνται προσωρινά ως όμοια κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Γ.   ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

1.   Δειγματοληψία

(16)

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 5, το ενδεχόμενο εφαρμογής της δειγματοληπτικής μεθόδου για τους παραγωγούς-εξαγωγείς της Ταϊλάνδης προβλέπεται στην ανακοίνωση της έναρξης. Συνολικά είκοσι εταιρείες απάντησαν στο ερωτηματολόγιο της δειγματοληψίας εντός των προθεσμιών, παρέχοντας τα απαιτούμενα στοιχεία. Μία, ωστόσο, από τις εταιρείες αυτές ούτε παρήγαγε ούτε εξήγαγε το υπό εξέταση προϊόν όντας επιχείρηση της εσωτερικής αγοράς αλλά όχι παραγωγός-εξαγωγέας και, κατά συνέπεια, δεν συμπεριελήφθη στο δείγμα. Επιπλέον, τρεις εταιρείες δεν εξήγαγαν το υπό εξέταση προϊόν στην Κοινότητα κατά την ΠΕ. Συνολικά δεκαέξι εταιρείες θεωρήθηκαν ως συνεργαζόμενα μέρη.

(17)

Η επιλογή του δείγματος των εξαγωγέων έγινε σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, βάσει του μέγιστου αντιπροσωπευτικού όγκου των εξαγωγών από την Ταϊλάνδη προς την Κοινότητα που θα μπορούσε λογικά να διερευνηθεί εντός των διαθέσιμων χρονικών περιθωρίων.

(18)

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή προέβη σε διαβουλεύσεις με τις αρχές της Ταϊλάνδης και με τους εξαγωγείς σχετικά με την πρόθεσή της να επιλέξει δείγμα τεσσάρων εταιρειών που αντιστοιχούν στο 52 % των εξαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος από την Ταϊλάνδη προς την Κοινότητα. Οι αρχές της Ταϊλάνδης και ορισμένοι εξαγωγείς εξέφρασαν την αντίθεσή τους προς το επιλεγέν δείγμα, ζητώντας να συμπεριληφθούν περισσότερες εταιρείες. Δεδομένων, ωστόσο, των χρονικών ορίων της έρευνας και προκειμένου το δείγμα να είναι κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικότερο, η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να συμπεριλάβει σε αυτό μόνο τις συγκεκριμένες τέσσερις εταιρείες, καθώς i) έτσι θα καλυπτόταν μεγαλύτερος όγκος εξαγωγών και ii) η διερεύνηση των τεσσάρων αυτών εταιρειών μπορούσε να ολοκληρωθεί εντός του διαθέσιμου χρόνου.

2.   Ατομική εξέταση

(19)

Οι εκτός δείγματος εταιρείες ζήτησαν να καθοριστούν ατομικά περιθώρια ντάμπινγκ. Ωστόσο, λόγω του μεγάλου αριθμού των αιτημάτων αλλά και των εταιρειών που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα, θεωρήθηκε ότι μια τέτοια ατομική εξέταση θα απέβαινε υπερβολικά επαχθής κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, παρεμποδίζοντας την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας. Κατά συνέπεια, τα αιτήματα καθορισμού ατομικών περιθωρίων απορρίπτονται.

(20)

Μία από τις εκτός δείγματος εταιρείες που είχε ζητήσει ατομικό περιθώριο προσέβαλε την απόφαση απόρριψης της ατομικής εξέτασης, προβάλλοντας την άποψη ότι οι εντός δείγματος εταιρείες δεν ήταν αντιπροσωπευτικές επειδή απουσίαζαν οι μικρές εταιρείες και επειδή στο εν λόγω δείγμα δεν αποτυπωνόταν η γεωγραφική διασπορά των εταιρειών στην Ταϊλάνδη. Η συγκεκριμένη εταιρεία μάλιστα απέστειλε συμπληρωμένο ολόκληρο το ερωτηματολόγιο εντός της αναφερόμενης στην ανακοίνωση προθεσμίας. Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 18, το δείγμα θεωρήθηκε αντιπροσωπευτικό βάσει των όγκων των εξαγωγών. Από την άποψη αυτή πρέπει να τονιστεί ότι το κυρίαρχο κριτήριο επιλογής του δείγματος στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έρευνας ήταν το σχετικό με τον όγκο (δηλαδή τον όγκο των εξαγωγών προς την Κοινότητα στην περίπτωση των παραγωγών-εξαγωγέων) και όχι τόσο το εναλλακτικό κριτήριο του άρθρου 17 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, δηλ. η χρησιμοποίηση ενός στατιστικά έγκυρου δείγματος βάσει των διαθέσιμων κατά την επιλογή στοιχείων. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 18, δεν ήταν δυνατό να διερευνηθούν περισσότερες εταιρείες επειδή κάτι τέτοιο θα απέβαινε υπερβολικά επαχθές, παρεμποδίζοντας την έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας. Δεδομένων όλων αυτών, απορρίφθηκε το αίτημα της εταιρείας για ατομική εξέταση.

3.   Κανονική αξία

(21)

Για τον καθορισμό της κανονικής αξίας και για καθέναν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς η Επιτροπή εξακρίβωσε αρχικά κατά πόσο οι συνολικές εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος τους ήταν αντιπροσωπευτικές σε σύγκριση με τις συνολικές τους εξαγωγικές πωλήσεις προς την Κοινότητα. Σύμφωνα με την πρώτη πρόταση του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, διαπιστώθηκε ότι οι εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος ήταν αντιπροσωπευτικές μόνο για μία από τις εταιρείες του δείγματος, καθώς ο όγκος των εγχώριων πωλήσεών της υπερέβαινε το 5 % των συνολικών της εξαγωγικών πωλήσεων προς την Κοινότητα.

(22)

Για τη συγκεκριμένη εταιρεία, η Επιτροπή προχώρησε κατόπιν στον προσδιορισμό των τύπων ομοειδούς προϊόντος που διατέθηκαν στην εγχώρια αγορά και ήταν πανομοιότυποι ή άμεσα συγκρίσιμοι με τους τύπους που διατέθηκαν προς εξαγωγή στην Κοινότητα. Για καθέναν από τους τύπους αυτούς εξακριβώθηκε κατά πόσο οι εγχώριες πωλήσεις ήταν επαρκώς αντιπροσωπευτικές για τους σκοπούς του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Οι εγχώριες πωλήσεις κάθε τύπου θεωρούνταν επαρκώς αντιπροσωπευτικές όταν ο όγκος των συνολικών εγχώριων πωλήσεών του κατά την ΠΕ αντιπροσώπευε το 5 % ή περισσότερο του όγκου των συνολικών πωλήσεων του συγκρίσιμου τύπου που είχε εξαχθεί στην Κοινότητα.

(23)

Στη συνέχεια η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσο οι εγχώριες πωλήσεις κάθε τύπου του υπό εξέταση προϊόντος, που διετίθετο στην εγχώρια αγορά σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες, μπορούσαν να θεωρηθούν ως γενόμενες στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Αυτό έγινε με την εξακρίβωση του ποσοστού των επικερδών εγχώριων πωλήσεων προς ανεξάρτητους πελάτες για κάθε εξαχθέντα τύπο προϊόντος.

(24)

Για τύπους προϊόντος που πάνω από το 80 % του όγκου των πωλήσεών τους στην εγχώρια αγορά είχε πραγματοποιηθεί με καθαρή τιμή πώλησης ίση ή μεγαλύτερη του κόστους παραγωγής και που η μέση σταθμισμένη τιμή πώλησής τους ήταν ίση ή μεγαλύτερη του κόστους παραγωγής, ως κανονική αξία ανά τύπο προϊόντος υπολογίστηκε ο σταθμισμένος μέσος όρος του συνόλου των τιμών των εγχώριων πωλήσεων του συγκεκριμένου τύπου, ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι εν λόγω πωλήσεις ήταν κερδοφόρες ή όχι.

(25)

Για τύπους προϊόντος που τουλάχιστον το 10 % αλλά όχι περισσότερο από το 80 % των πωλήσεών τους στην εγχώρια αγορά δεν είχε κυμανθεί κάτω του κόστους παραγωγής, ως κανονική αξία ανά τύπο προϊόντος υπολογίστηκε ο σταθμισμένος μέσος όρος των τιμών των εγχώριων πωλήσεων που ήταν ίσες ή μεγαλύτερες του κόστους παραγωγής και μόνο.

(26)

Για τύπους προϊόντος που ποσοστό μικρότερο του 10 % του όγκου των πωλήσεών τους στην εγχώρια αγορά δεν είχε κυμανθεί κάτω του κόστους παραγωγής, θεωρήθηκε ότι ο υπό εξέταση τύπος προϊόντος δεν είχε πωληθεί στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων.

(27)

Για πωλήσεις τύπων προϊόντος εκτός του πλαισίου συνήθων εμπορικών πράξεων αλλά και για τύπους προϊόντος που δεν είχαν πωληθεί σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες στην εγχώρια αγορά χρειάστηκε να κατασκευαστεί η κανονική εταιρική αξία βάσει του 80 % περίπου του όγκου των πωλήσεων προς την Κοινότητα.

(28)

Για τους τύπους προϊόντος της αιτιολογικής σκέψης 27, η κανονική αξία κατασκευάστηκε βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, δηλαδή προσθέτοντας στο κόστος κατασκευής κάθε τύπου προϊόντος που είχε εξαχθεί προς την Κοινότητα ένα εύλογο ποσό για τα κέρδη και για γενικά και διοικητικά έξοδα και έξοδα πωλήσεων (εφεξής «ΓΔΕΠ»). Σύμφωνα με την εισαγωγική φράση του άρθρου 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού, το ποσό ΓΔΕΠ προκύπτει βάσει των ΓΔΕΠ και των κερδών της εταιρείας από τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων.

(29)

Για τους υπόλοιπους τρεις παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος, η κανονική αξία κατασκευάστηκε βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, καθώς κανείς τους δεν είχε πραγματοποιήσει αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις. Για όλους αυτούς τους παραγωγούς-εξαγωγείς, η κανονική αξία κατασκευάστηκε προσθέτοντας στο κόστος κατασκευής κάθε τύπου προϊόντος που είχε εξαχθεί προς την Κοινότητα, ενδεχομένως μετά από σχετική διόρθωση όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 32, ένα εύλογο ποσό για τα κέρδη και για γενικά και διοικητικά έξοδα και έξοδα πωλήσεων (εφεξής «ΓΔΕΠ»). Τα ΓΔΕΠ και τα κέρδη δεν μπορούσαν να προκύψουν βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 6 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, καθώς μόνο μία εταιρεία είχε πραγματοποιήσει αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις.

(30)

Για δύο εταιρείες, τα ΓΔΕΠ και τα κέρδη υπολογίστηκαν βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 6 στοιχείο β), καθώς οι συγκεκριμένοι εξαγωγείς είχαν πραγματοποιήσει αντιπροσωπευτικές πωλήσεις στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων για την ίδια γενική κατηγορία προϊόντων (δηλαδή άλλα κονσερβοποιημένα προϊόντα που συμπεριλαμβάνουν οπώρες σε κονσέρβες και κονσερβοποιημένο μίνι-καλαμπόκι).