ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 114

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

49ό έτος
27 Απριλίου 2006


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

Σελίδα

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 629/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71  ( 1 )

1

 

*

Οδηγία 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων  ( 1 )

9

 

*

Οδηγία 2006/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, για κοινοτική άδεια ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας  ( 1 )

22

 

*

Οδηγία 2006/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των ελαχίστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας όσον αφορά στην έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (τεχνητή οπτική ακτινοβολία) (19η ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ)

38

 

*

Οδηγία 2006/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2004/39/EΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, ως προς ορισμένες προθεσμίες  ( 1 )

60

 

*

Οδηγία 2006/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες και για την κατάργηση της οδηγίας 93/76/ΕΟΚ του Συμβουλίου  ( 1 )

64

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ.

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

27.4.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 114/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ 629/2006 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 5ης Απριλίου 2006

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 42 και 308,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 631/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου όσον αφορά την εξίσωση των δικαιωμάτων και την απλούστευση των διαδικασιών (3), οι διαδικασίες για την απόκτηση πρόσβασης σε παροχές ασθένειας σε είδος κατά τη διάρκεια προσωρινής διαμονής σε άλλο κράτος μέλος έχουν απλοποιηθεί. Είναι, επομένως, σκόπιμο οι απλοποιημένες διαδικασίες να επεκταθούν στις διατάξεις σχετικά με τις παροχές για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (4) και (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 (5).

(2)

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη νομοθετικές αλλαγές σε ορισμένα κράτη μέλη, ιδίως δε στα νέα κράτη μέλη μετά το πέρας των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, τα παραρτήματα του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 θα πρέπει να προσαρμοστούν.

(3)

Ως εκ τούτου, οι κανονισμοί (EΟΚ) αριθ. 1408/71 και (EΟΚ) αριθ. 574/72 θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

(4)

Χάριν ασφαλείας δικαίου, και για να προστατευθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι ορισμένες διατάξεις που τροποποιούν το παράρτημα III του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 ισχύουν αναδρομικά από την 1η Μαΐου 2004.

(5)

Η συνθήκη δεν προβλέπει εξουσίες άλλες από τις εξουσίες του άρθρου 308 για τη θέσπιση καταλλήλων διατάξεων στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης για τους μη μισθωτούς εργαζομένους,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙα, ΙΙΙ, IV και VI του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο κανονισμός (EΟΚ) αριθ. 574/72 τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο άρθρο 60, οι παράγραφοι 5 και 6 διαγράφονται.

2.

Το άρθρο 62 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 62

Παροχές εις είδος σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1.   Για να λάβει παροχές σε είδος βάσει του άρθρου 55 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) του κανονισμού, ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός εργαζόμενος υποχρεούται να προσκομίσει στον παρέχοντα περίθαλψη έγγραφο που εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα και πιστοποιεί ότι ο εργαζόμενος δικαιούται παροχές σε είδος. Το έγγραφο αυτό καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2. Εάν ο ενδιαφερόμενος δεν είναι σε θέση να προσκομίσει το εν λόγω έγγραφο, απευθύνεται στο φορέα του τόπου διαμονής ο οποίος ζητά από τον αρμόδιο φορέα βεβαίωση με την οποία πιστοποιείται ότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται παροχών σε είδος.

Το έγγραφο που εκδίδει ο αρμόδιος φορέας σχετικά με το δικαίωμα επί παροχών βάσει του άρθρου 55 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) του κανονισμού, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, επέχει έναντι του παρέχοντος περίθαλψη την ίδια θέση, με εθνικό έγγραφο που αποδεικνύει τα δικαιώματα των ασφαλισμένων στο φορέα του τόπου διαμονής.

2.   Οι διατάξεις του άρθρου 60 παράγραφος 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται αναλόγως.».

3.

Στο άρθρο 63, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι διατάξεις του άρθρου 60 παράγραφος 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται αναλόγως.».

4.

Στο άρθρο 66 παράγραφος 1, η φράση «στα άρθρα 20 και 21» αντικαθίσταται από τη φράση «στο άρθρο 21».

5.

Στο άρθρο 93 παράγραφος 1, το «22β» διαγράφεται και τα «34α ή 34β» γίνονται «ή 34α».

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το σημείο 5 στοιχείο α) σημεία ii) έως ix) και το σημείο 5 στοιχείο β) σημεία ii) και iv) του παραρτήματος εφαρμόζονται από την 1η Μαΐου 2004.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 5 Απριλίου 2006.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. WINKLER


(1)  ΕΕ C 24 της 31.1.2006, σ. 25.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2005 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 10ης Μαρτίου 2006.

(3)  EE L 100 της 6.4.2004, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 149 της 5.7.1971, σ. 2· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 117 της 4.5.2005, σ. 1).

(5)  ΕΕ L 74 της 27.3.1972, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 207/2006 της Επιτροπής (EE L 36 της 8.2.2006, σ. 3).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο παράρτημα I τμήμα II, το στοιχείο «ΚΒ. ΣΛΟΒΑΚΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

ΚΒ. ΣΛΟΒΑΚΙΑ

«Για τον καθορισμό του δικαιώματος παροχών σε είδος σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 1 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού, ως “μέλος της οικογένειας” νοείται ο (η) σύζυγος και/ή το συντηρούμενο παιδί όπως ορίζει ο νόμος περί επιδόματος τέκνου.».

2.

Στο παράρτημα II τμήμα I, το στοιχείο «H. ΓΑΛΛΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«H. ΓΑΛΛΙΑ

1.

Τα συμπληρωματικά συστήματα παροχών των μη μισθωτών στους κλάδους της βιοτεχνίας, της βιομηχανίας ή του εμπορίου, τα συμπληρωματικά συστήματα ασφάλισης γήρατος των μη μισθωτών στα ελεύθερα επαγγέλματα, τα συμπληρωματικά συστήματα ασφάλισης των μη μισθωτών στα ελεύθερα επαγγέλματα που καλύπτουν τις περιπτώσεις αναπηρίας ή θανάτου, και τα συμπληρωματικά συστήματα παροχών γήρατος των συμβασιούχων ιατρών και βοηθητικού ιατρικού προσωπικού, που προβλέπουν αντίστοιχα τα άρθρα L.615-20, L.644-1, L.644-2, L.645-1 και L.723-14 του κώδικα κοινωνικής ασφάλισης.

2.

Τα συμπληρωματικά συστήματα ασφάλισης ασθένειας και μητρότητας των μη μισθωτών που απασχολούνται στη γεωργία, κατά το άρθρο L.727-1 του αγρονομικού κώδικα.».

3.

Το παράρτημα ΙΙ τμήμα ΙΙ τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο «Ε. ΕΣΘΟΝΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«E. ΕΣΘΟΝΙΑ

α)

Επίδομα τοκετού

β)

Επίδομα υιοθεσίας»·

β)

το στοιχείο «ΙΒ. ΛΕΤΤΟΝΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΙΒ. ΛΕΤΤΟΝΙΑ

α)

Επίδομα τοκετού

β)

Επίδομα υιοθεσίας»·

γ)

το στοιχείο «ΙΘ. ΠΟΛΩΝΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΙΘ. ΠΟΛΩΝΙΑ

Επίδομα τοκετού (νόμος της 28ης Νοεμβρίου 2003 περί οικογενειακών παροχών)».

4.

Το παράρτημα ΙΙα τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο «Δ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ», η λέξη «Ουδέν» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Παροχές για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης σύμφωνα με τη βασική διάταξη για τα άτομα που ζητούν απασχόληση εκτός εάν, όσον αφορά τις παροχές αυτές, πληρούνται οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για προσωρινή συμπληρωματική παροχή μετά τη λήψη του επιδόματος ανεργίας (άρθρο 24 παράγραφος 1 του τόμου II του κοινωνικού κώδικα)»·

β)

το στοιχείο «ΙΒ. ΛΕΤΤΟΝΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΙΒ. ΛΕΤΤΟΝΙΑ

α)

Κρατική παροχή κοινωνικής ασφάλισης (νόμος περί κρατικών κοινωνικών παροχών, της 1ης Ιανουαρίου 2003)

β)

Επίδομα για αντιστάθμιση των δαπανών μετακίνησης αναπήρων ατόμων με μειωμένη κινητικότητα (νόμος περί κρατικών κοινωνικών παροχών, της 1ης Ιανουαρίου 2003)»·

γ)

το στοιχείο «ΙΘ. ΠΟΛΩΝΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΙΘ. ΠΟΛΩΝΙΑ

Κοινωνική σύνταξη (νόμος της 27ης Ιουνίου 2003 περί κοινωνικών συντάξεων)»·

δ)

Το στοιχείο «ΚΒ. ΣΛΟΒΑΚΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΚΒ. ΣΛΟΒΑΚΙΑ

Χορηγηθείσα προ της 1ης Ιανουαρίου 2004 αναπροσαρμογή των συντάξεων που αποτελούν μοναδική πηγή εισοδήματος».

5.

Το παράρτημα III τροποποιείται ως εξής:

α)

το τμήμα Α τροποποιείται ως εξής:

i)

διαγράφονται τα ακόλουθα σημεία:

σημεία 1, 4, 10, 11, 12, 14, 15, 18, 20, 21, 25, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 34, 35, 37, 38, 39, 41, 42, 43, 45, 46, 47, 49, 55, 56, 57, 59, 60, 63, 65, 66, 70, 76, 77, 78, 81, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 115, 116, 117, 119, 120, 123, 125, 126, 133, 134, 135, 137, 138, 141, 143, 144, 150, 151, 152, 154, 155, 158, 160, 161, 166, 167, 168, 170, 171, 174, 176, 177, 181, 182, 183, 185, 186, 189, 192, 196, 197, 198, 199, 200, 201, 202, 203, 204, 205, 206, 207, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 214, 215, 216, 217, 218, 219, 220, 221, 222, 223, 224, 225, 226, 227, 228, 229, 230, 231, 232, 233, 234, 235, 236, 239, 241, 246, 247, 249, 250, 252, 253, 254, 255, 256, 257, 258, 259, 260, 261, 262, 263, 264, 266, 268, 269, 280, 281, 282, 283, 284, 285, 286, 287, 291, 292, 293, 294, 295, 296, 297·

ii)

η αρίθμηση των κατωτέρω σημείων τροποποιείται ως εξής:

 

το σημείο 3, ΒΕΛΓΙΟ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 1,

 

το σημείο 26, ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 2,

 

το σημείο 33, ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΚΥΠΡΟΣ, λαμβάνει τον αριθμό 3,

 

το σημείο 36, ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ, λαμβάνει τον αριθμό 4,

 

το σημείο 40, ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 5,

 

το σημείο 44, ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΣΛΟΒΑΚΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 6,

 

το σημείο 67, ΔΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 7,

 

το σημείο 68, ΔΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 8,

 

το σημείο 71, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ, λαμβάνει τον αριθμό 9,

 

το σημείο 72, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΣΠΑΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 10,

 

το σημείο 73, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 11,

 

το σημείο 79, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ, λαμβάνει τον αριθμό 12,

 

το σημείο 80, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΟΥΓΓΑΡΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 13,

 

το σημείο 82, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ, λαμβάνει τον αριθμό 14,

 

το σημείο 83, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 15,

 

το σημείο 84, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΠΟΛΩΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 16,

 

το σημείο 86, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΣΛΟΒΕΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 17,

 

το σημείο 87, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΣΛΟΒΑΚΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 18,

 

το σημείο 90, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ, λαμβάνει τον αριθμό 19,

 

το σημείο 142, ΙΣΠΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 20,

 

το σημείο 180, IΡΛΑΝΔΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ, λαμβάνει τον αριθμό 21,

 

το σημείο 191, ΙΤΑΛΙΑ-ΣΛΟΒΕΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 22,

 

το σημείο 242, ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΣΛΟΒΑΚΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 23,

 

το σημείο 248, ΟΥΓΓΑΡΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 24,

 

το σημείο 251, ΟΥΓΓΑΡΙΑ-ΣΛΟΒΕΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 25,

 

το σημείο 267, ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 26,

 

το σημείο 273, AΥΣΤΡIA-ΠΟΛΩΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 27,

 

το σημείο 275, AΥΣΤΡΙA-ΣΛΟΒΕΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 28,

 

το σημείο 276, AΥΣΤΡΙA-ΣΛΟΒΑΚΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 29,

 

το σημείο 290, ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ, λαμβάνει τον αριθμό 30 και

 

το σημείο 298, ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 31

iii)

στο σημείο «2. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ», η φράση «Χωρίς αντικείμενο» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) της συμφωνίας περί κοινωνικής ασφάλισης της 27ης Ιουλίου 2001·

το σημείο 14 του τελικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας περί κοινωνικής ασφάλισης της 27ης Ιουλίου 2001»·

iv)

στο σημείο «3. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΚΥΠΡΟΣ», η λέξη «Ουδέν» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 32 παράγραφος 4 της συμφωνίας περί κοινωνικής ασφάλισης της 19ης Ιανουαρίου 1999»·

v)

στο σημείο «4. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ», η λέξη «Ουδέν» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 52 σημείο 8 της συμφωνίας της 17ης Νοεμβρίου 2000»·

vi)

το σημείο «6. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΣΛΟΒΑΚΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΣΛΟΒΑΚΙΑ

Τα άρθρα 12, 20 και 33 της συμφωνίας περί κοινωνικής ασφάλισης της 29ης Οκτωβρίου 1992»·

vii)

στο σημείο «18. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΣΛΟΒΑΚΙΑ», η φράση «Χωρίς αντικείμενο» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 29 παράγραφος 1 σημεία 2 και 3, της συμφωνίας της 12ης Σεπτεμβρίου 2002· η παράγραφος 9 του τελικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας της 12ης Σεπτεμβρίου 2002»·

viii)

στο σημείο «23. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΣΛΟΒΑΚΙΑ» η φράση «Χωρίς αντικείμενο» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 50 παράγραφος 5 της συνθήκης περί κοινωνικής ασφάλισης της 23ης Μαΐου 2002»·

ix)

στο σημείο «29. AΥΣΤΡIA-ΣΛΟΒΑΚΙΑ», η φράση «Χωρίς αντικείμενο» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 34 παράγραφος 3 της συμφωνίας της 21ης Δεκεμβρίου 2001 περί κοινωνικής ασφάλισης»·

β)

το μέρος B τροποποιείται ως εξής:

i

διαγράφονται τα ακόλουθα σημεία:

σημεία 1, 4, 10, 11, 12, 14, 15, 18, 20, 21, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 49, 55, 56, 57, 59, 60, 63, 65, 66, 70, 76, 77, 78, 81, 84, 87, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 115, 116, 117, 119, 120, 123, 125, 126, 133, 134, 135, 137, 138, 141, 143, 144, 150, 151, 152, 154, 155, 158, 160, 161, 166, 167, 168, 170, 171, 174, 176, 177, 181, 182, 183, 185, 186, 189, 192, 196, 197, 198, 199, 200, 201, 202, 203, 204, 205, 206, 207, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 214, 215, 216, 217, 218, 219, 220, 221, 222, 223, 224, 225, 226, 227, 228, 229, 230, 231, 232, 233, 234, 235, 236, 239, 241, 242, 246, 247, 249, 250, 252, 253, 254, 255, 256, 257, 258, 259, 260, 261, 262, 263, 264, 266, 268, 269, 280, 281, 282, 283, 284, 285, 286, 287, 291, 292, 293, 294, 295, 296, 297·

ii)

η αρίθμηση των κατωτέρω σημείων τροποποιείται ως εξής:

 

το σημείο 33, ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΚΥΠΡΟΣ, λαμβάνει τον αριθμό 1,

 

το σημείο 40, ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 2,

 

το σημείο 80, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΟΥΓΓΑΡΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 3,

 

το σημείο 86, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΣΛΟΒΕΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 4,

 

το σημείο 191, ΙΤΑΛΙΑ-ΣΛΟΒΕΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 5,

 

το σημείο 248, ΟΥΓΓΑΡΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 6,

 

το σημείο 251, ΟΥΓΓΑΡΙΑ-ΣΛΟΒΕΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 7,

 

το σημείο 273, AΥΣΤΡIA-ΠΟΛΩΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 8,

 

το σημείο 275, AΥΣΤΡIA-ΣΛΟΒΕΝΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 9 και

 

το σημείο 276, AΥΣΤΡIA-ΣΛΟΒΑΚΙΑ, λαμβάνει τον αριθμό 10·

iii)

στο σημείο «1. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΚΥΠΡΟΣ», η λέξη «Ουδέν» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 32 παράγραφος 4 της συμφωνίας περί κοινωνικής ασφάλισης της 19ης Ιανουαρίου 1999»·

iv)

στο σημείο «10. AΥΣΤΡIA-ΣΛΟΒΑΚΙΑ», η φράση «Χωρίς αντικείμενο» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 34 παράγραφος 3 της συμφωνίας της 21ης Δεκεμβρίου 2001 περί κοινωνικής ασφάλισης».

6.

Το παράρτημα IV τροποποιείται ως εξής:

α)

το μέρος A τροποποιείται ως εξής:

i)

στο στοιχείο «B. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», η λέξη «Ουδέν» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η σύνταξη πλήρους αναπηρίας για πρόσωπα που απέκτησαν ολική αναπηρία πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους και τα οποία δεν ήταν ασφαλισμένα για το απαιτούμενο χρονικό διάστημα (τμήμα 42 του νόμου αριθ. 155/1995 Συλ., περί συνταξιοδοτικής ασφάλισης)»·

ii)

στο στοιχείο «ΚΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ», η λέξη «Ουδέν» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η νομοθεσία για τις παροχές για μακρόχρονη ανικανότητα προς εργασία που συνδέονται με το εισόδημα (κεφάλαιο 8 του νόμου 1962:381 περί γενικής ασφαλίσεως, όπως ισχύει κατόπιν τροποποιήσεων)»·

β)

το μέρος Γ τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο «Β. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«B. ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Συντάξεις (πλήρους και μερικής) αναπηρίας και επιζώντων (χηρών, χήρων και ορφανών) όταν δεν προκύπτουν από τη σύνταξη γήρατος την οποία θα εδικαιούτο ο αποθανών ασφαλισμένος τη στιγμή του θανάτου»·

ii)

στο στοιχείο «E. ΕΣΘΟΝΙΑ», η λέξη «Ουδέν» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όλες οι αιτήσεις για συντάξεις αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων για τις οποίες:

έχουν συμπληρωθεί περίοδοι ασφάλισης στην Εσθονία έως τις 31 Δεκεμβρίου 1998,

ο ατομικώς καταγεγραμμένος κοινωνικός φόρος που έχει καταβάλει ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με την εσθονική νομοθεσία είναι τουλάχιστον ίσος με τον μέσο κοινωνικό φόρο για το αντίστοιχο έτος ασφάλισης»·

γ)

στο μέρος Δ, το σημείο 2 στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

Σλοβακική σύνταξη αναπηρίας και επαγομένη σύνταξη επιζώντων».

7.

Στο παράρτημα VI, το στοιχείο «ΙΖ. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ» τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 4 στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

Εάν, κατ’ εφαρμογή του στοιχείου α), ο ενδιαφερόμενος δικαιούται ολλανδική παροχή αναπηρίας, οι παροχές του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού υπολογίζονται:

i)

σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται από τον WAO αν ο ενδιαφερόμενος, πριν από την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία είχε τελευταία εργασθεί ως μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) του κανονισμού·

ii)

σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί ασφάλισης της ανικανότητας προς εργασία των μη μισθωτών (WAZ) αν ο ενδιαφερόμενος, πριν από την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία είχε τελευταία εργασθεί με ιδιότητα άλλη εκτός αυτής του μισθωτού, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) του κανονισμού.»·

β)

το σημείο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.

Για τους σκοπούς των διατάξεων του τίτλου ΙΙ του κανονισμού, οποιοσδήποτε ασκεί μισθωτή δραστηριότητα κατά την έννοια του νόμου του 1964 περί φορολόγησης των μισθών και είναι ασφαλισμένος στη βάση αυτή ως μισθωτός για την εθνική ασφάλιση, θεωρείται ότι ασκεί δραστηριότητες μισθωτής απασχόλησης».


27.4.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 114/9


ΟΔΗΓΊΑ 2006/12/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 5ης Απριλίου 2006

περί των στερεών αποβλήτων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

TO ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ KAI ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (3), έχει επανειλημμένα τροποποιηθεί ουσιαστικά (4). Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση της εν λόγω οδηγίας.

(2)

Βασικός στόχος κάθε ρύθμισης στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων πρέπει να είναι η προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, την επεξεργασία, την εναποθήκευση και την απόθεση των αποβλήτων.

(3)

Προκειμένου να γίνει αποτελεσματικότερη η διαχείριση των αποβλήτων στην Κοινότητα, απαιτούνται κοινή ορολογία και ορισμός των αποβλήτων.

(4)

Αποτελεσματική και σταθερή ρύθμιση για τη διάθεση και την αξιοποίηση των αποβλήτων θα πρέπει να εφαρμόζεται, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, στα αντικείμενα τα οποία αποβάλλει ο κάτοχος ή τα οποία προτίθεται ή υποχρεούται να αποβάλλει.

(5)

Πρέπει να ευνοηθεί η αξιοποίηση των αποβλήτων και η χρησιμοποίηση των αξιοποιηθέντων υλικών ως πρώτων υλών, προκειμένου να διαφυλάσσονται οι φυσικοί πόροι. Μπορεί να είναι αναγκαίο να θεσπισθούν ειδικοί κανόνες για τα αναχρησιμοποιήσιμα απόβλητα.

(6)

Προκειμένου να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, τα κράτη μέλη πρέπει, πέραν των ενεργειών για την υπεύθυνη διάθεση και αξιοποίηση των αποβλήτων, να λαμβάνουν μέτρα για τον περιορισμό της παραγωγής αποβλήτων, ιδίως με την προώθηση των καθαρών τεχνολογιών και των ανακυκλώσιμων και αναχρησιμοποιήσιμων προϊόντων, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες ή πιθανές δυνατότητες της αγοράς για τα αξιοποιημένα απόβλητα.

(7)

Εξάλλου, οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά τη διάθεση και την αξιοποίηση των αποβλήτων μπορούν να επιδράσουν στην ποιότητα του περιβάλλοντος και στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(8)

Είναι σημαντικό η Κοινότητα, στο σύνολό της, να καταστεί αυτάρκης όσον αφορά τη διάθεση των αποβλήτων της και είναι σκόπιμο κάθε κράτος μέλος χωριστά να τείνει προς αυτόν το στόχο.

(9)

Για την επίτευξη αυτών των στόχων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκπονούν σχέδια διαχείρισης των αποβλήτων.

(10)

Είναι σκόπιμο να μειωθούν οι μετακινήσεις αποβλήτων και, προς τούτο, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, στα πλαίσια των σχεδίων διαχείρισης τα οποία έχουν.

(11)

Για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας και αποτελεσματικού ελέγχου, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν η έγκριση και ο έλεγχος των επιχειρήσεων που εξασφαλίζουν τη διάθεση και την αξιοποίηση των αποβλήτων.

(12)

Ορισμένες εγκαταστάσεις που επεξεργάζονται τα απόβλητα τα οποία παράγουν ή αξιοποιούν απόβλητα, μπορούν να απαλλάσσονται από την ανάγκη να έχουν την απαιτούμενη άδεια, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και εφόσον συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της προστασίας του περιβάλλοντος. Οι εγκαταστάσεις αυτές θα πρέπει να εγγράφονται σε σχετικό μητρώο.

(13)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η επίβλεψη των αποβλήτων από την παραγωγή ως την οριστική τους διάθεση, είναι επίσης σκόπιμο να υπόκεινται σε έγκριση ή σε εγγραφή σε σχετικό μητρώο, καθώς και στον ανάλογο έλεγχο, οι ενδιάμεσοι φορείς, όπως οι επιχειρήσεις συλλογής και μεταφοράς των αποβλήτων και οι μεσίτες.

(14)

Το τμήμα των δαπανών που δεν καλύπτεται από την αξιοποίηση των αποβλήτων θα πρέπει να αναλαμβάνεται σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».

(15)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (5).

(16)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα III μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α)

«απόβλητο»: κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει·

β)

«παραγωγός»: κάθε πρόσωπο η δραστηριότητα του οποίου παρήγαγε απόβλητα («αρχικός παραγωγός») ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, ανάμειξης ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της σύνθεσης των αποβλήτων αυτών·

γ)

«κάτοχος»: ο παραγωγός των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα·

δ)

«διαχείριση»: η συλλογή, η μεταφορά, η αξιοποίηση και η διάθεση των αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των εργασιών αυτών, καθώς και της επίβλεψης των χώρων απόρριψης·

ε)

«διάθεση»: κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα II Α·

στ)

«αξιοποίηση»: κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα II Β·

ζ)

«συλλογή»: η περισυλλογή, διαλογή ή/και ανάμειξη των αποβλήτων για τη μεταφορά τους.

2.   Για το σκοπό της παραγράφου 1 στοιχείο α), η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 παράγραφος 3, καταρτίζει κατάλογο των αποβλήτων των κατηγοριών που απαριθμούνται στο παράρτημα I. Ο κατάλογος αυτός επανεξετάζεται τακτικά και, εν ανάγκη, αναθεωρείται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία.

Άρθρο 2

1.   Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας:

α)

τα αέρια απόβλητα που εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα·

β)

εφόσον εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής άλλης νομοθεσίας:

i)

τα ραδιενεργά απόβλητα,

ii)

τα απόβλητα που προκύπτουν από εργασίες ανίχνευσης, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθήκευσης των μεταλλευτικών πόρων καθώς και από την εκμετάλλευση των λατομείων,

iii)

τα πτώματα ζώων και τα ακόλουθα γεωργικά απόβλητα: περιττώματα και άλλες φυσικές και μη επικίνδυνες ουσίες που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια της γεωργικής εκμετάλλευσης,

iv)

τα λύματα, εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση,

v)

τα αποχαρακτηρισμένα εκρηκτικά.

2.   Ειδικές επιμέρους διατάξεις ή διατάξεις συμπληρωματικές της παρούσας οδηγίας, οι οποίες αποβλέπουν στη ρύθμιση της διαχείρισης ορισμένων κατηγοριών αποβλήτων είναι δυνατό να θεσπίζονται από χωριστές οδηγίες.

Άρθρο 3

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για να προωθούν:

α)

Κατά πρώτον, την πρόληψη ή τη μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων, ιδίως με:

i)

την ανάπτυξη καθαρών και οικονομικότερων τεχνολογιών κατά την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων,

ii)

την τεχνική τελειοποίηση και τη διάθεση στην αγορά προϊόντων σχεδιασμένων κατά τρόπο που να μη συμβάλλουν καθόλου ή να συμβάλλουν το δυνατόν λιγότερο, λόγω της παραγωγής, της χρήσης ή της διάθεσής τους, στην αύξηση της ποσότητας ή της βλαπτικότητας των αποβλήτων και των κινδύνων ρύπανσης,

iii)

την ανάπτυξη κατάλληλων τεχνικών για τη διάθεση των επικίνδυνων ουσιών που περιέχονται στα απόβλητα τα οποία προορίζονται για αξιοποίηση.

β)

Εν συνεχεία:

i)

την αξιοποίηση των αποβλήτων με ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση, ανάκτηση ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που έχει ως στόχο την παραγωγή δευτερογενών πρώτων υλών, ή

ii)

τη χρησιμοποίηση των αποβλήτων ως πηγή ενέργειας.

2.   Εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται η οδηγία 98/34/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (6), τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που προβλέπουν να λάβουν για να επιτύχουν τους στόχους της παραγράφου 1. Η Επιτροπή ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη και την επιτροπή του άρθρου 18 παράγραφος 1 σχετικά με τα μέτρα αυτά.

Άρθρο 4

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε:

α)

χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα·

β)

χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από το θόρυβο ή τις οσμές·

γ)

χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκατάλειψης, της απόρριψης και της ανεξέλεγκτης διάθεσης των αποβλήτων.

Άρθρο 5

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, σε συνεργασία με άλλα κράτη μέλη εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο ή σκόπιμο, ώστε να δημιουργηθεί ολοκληρωμένο και κατάλληλο δίκτυο εγκαταστάσεων διάθεσης των αποβλήτων, που λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος. Το δίκτυο αυτό πρέπει να επιτρέπει στην Κοινότητα ως σύνολο να καταστεί αυτάρκης στον τομέα της διάθεσης των αποβλήτων της και στα κράτη μέλη να τείνουν χωριστά προς το στόχο αυτό, λαμβανομένων υπόψη των γεωγραφικών συνθηκών ή της ανάγκης ειδικών εγκαταστάσεων για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων.

2.   Το κατά την παράγραφο 1 δίκτυο πρέπει να καθιστά δυνατή τη διάθεση των αποβλήτων σε μία από τις πλησιέστερες κατάλληλες εγκαταστάσεις, με χρησιμοποίηση των καταλληλότερων μεθόδων και τεχνολογιών για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας.

Άρθρο 6

Τα κράτη μέλη συνιστούν ή ορίζουν αρμόδια αρχή ή αρχές που είναι επιφορτισμένες με την υλοποίηση της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 7

1.   Για την επίτευξη των στόχων των άρθρων 3, 4 και 5, οι αρμόδιες αρχές που προβλέπονται με το άρθρο 6 υποχρεούνται να συντάξουν, το ταχύτερο δυνατό, ένα ή περισσότερα σχέδια διαχείρισης των αποβλήτων. Τα σχέδια αυτά αφορούν, ιδίως:

α)

τον τύπο, την ποσότητα και την προέλευση των αποβλήτων που θα πρέπει να αξιοποιηθούν ή να διατεθούν·

β)

τις γενικές τεχνικές προδιαγραφές·

γ)

όλες τις ειδικές διατάξεις που αφορούν συγκεκριμένους τύπους αποβλήτων·

δ)

τις κατάλληλες τοποθεσίες ή εγκαταστάσεις διάθεσης των αποβλήτων.

2.   Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 σχέδια μπορούν να περιλαμβάνουν, παραδείγματος χάριν:

α)

τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα για τη διαχείριση των αποβλήτων·

β)

την εκτίμηση του κόστους των εργασιών αξιοποίησης και διάθεσης·

γ)

τα κατάλληλα μέτρα για την ενθάρρυνση της ορθολογικής οργάνωσης της συλλογής, της διαλογής και της επεξεργασίας των αποβλήτων.

3.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται, ενδεχομένως, με τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή για την εκπόνηση των σχεδίων αυτών, τα οποία γνωστοποιούν στην Επιτροπή.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εμποδίζουν μεταφορές αποβλήτων οι οποίες αντιβαίνουν προς τα σχέδια διαχείρισης τα οποία έχουν. Ενημερώνουν την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για τα μέτρα αυτά.

Άρθρο 8

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου κάθε κάτοχος αποβλήτων:

α)

να τα παραδίδει σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες του παραρτήματος II Α ή Β, ή

β)

να εξασφαλίζει ο ίδιος την αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 9

1.   Για την εφαρμογή των άρθρων 4, 5 και 7, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες του παραρτήματος II Α πρέπει να διαθέτει άδεια της κατά το άρθρο 6 αρμόδιας αρχής.

Η άδεια αυτή αφορά, ιδίως:

α)

τους τύπους και τις ποσότητες αποβλήτων·

β)

τις τεχνικές προδιαγραφές·

γ)

τις ληπτέες προφυλάξεις στον τομέα της ασφάλειας·

δ)

τον τόπο διάθεσης των αποβλήτων·

ε)

τη μέθοδο επεξεργασίας.

2.   Οι άδειες αυτές μπορούν να χορηγούνται για καθορισμένη διάρκεια, μπορούν να ανανεώνονται και να συνοδεύονται από όρους και υποχρεώσεις ή είναι δυνατόν να απορρίπτονται, ιδίως όταν η προτεινόμενη μέθοδος διάθεσης είναι απαράδεκτη από την άποψη της προστασίας του περιβάλλοντος.

Άρθρο 10

Για την εφαρμογή του άρθρου 4, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που πραγματοποιεί τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα II Β, πρέπει να έχει σχετική άδεια.

Άρθρο 11

1.   Με την επιφύλαξη της οδηγίας 91/689/EΟK του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (7), μπορούν να απαλλάσσονται από την άδεια που προβλέπεται με το άρθρο 9 ή το άρθρο 10:

α)

οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που διαθέτουν οι ίδιες τα απόβλητά τους στους χώρους παραγωγής, και

β)

οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αξιοποιούν απόβλητα.

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 απαλλαγή ισχύει μόνον:

α)

όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν θεσπίσει γενικούς κανόνες για κάθε είδος δραστηριότητας, οι οποίοι ορίζουν το είδος και τις ποσότητες αποβλήτων και τους όρους υπό τους οποίους η συγκεκριμένη δραστηριότητα μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση της άδειας, και

β)

εάν το είδος και οι ποσότητες αποβλήτων και οι τρόποι διάθεσης ή αξιοποίησης είναι τέτοιοι ώστε να τηρούνται οι όροι του άρθρου 4.

3.   Οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να εγγράφονται σε σχετικό μητρώο των αρμόδιων αρχών.

4.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τους γενικούς κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει της παραγράφου 2 στοιχείο α).

Άρθρο 12

Οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που ασχολούνται επαγγελματικά με τη συλλογή ή τη μεταφορά αποβλήτων ή που φροντίζουν για τη διάθεση ή την αξιοποίηση των αποβλήτων για λογαριασμό τρίτων (εργολάβοι ή μεσίτες), εφόσον δεν υπόκεινται σε έγκριση, καταχωρίζονται σε σχετικό μητρώο των αρμόδιων αρχών.

Άρθρο 13

Οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τις εργασίες που προβλέπονται στα άρθρα 9 έως 12 υπόκεινται στους προσήκοντες περιοδικούς ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 14

1.   Κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που αναφέρεται στα άρθρα 9 και 10 πρέπει:

α)

να τηρεί μητρώο στο οποίο σημειώνονται η ποσότητα, η φύση, η καταγωγή και, όπου χρειάζεται, ο προορισμός, η συχνότητα συλλογής, το μέσο μεταφοράς και ο τρόπος επεξεργασίας των αποβλήτων, για τα απόβλητα που αναφέρονται στο παράρτημα I και τις εργασίες που αναφέρονται στο παράρτημα II Α ή II B·

β)

να διαβιβάζει κατόπιν αιτήματος τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες κατά το άρθρο 6 αρχές.

2.   α κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν από τους παραγωγούς να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις της παραγράφου 1.

Άρθρο 15

Σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η δαπάνη για τη διάθεση των αποβλήτων βαρύνει:

α)

τον κάτοχο που παραδίδει απόβλητα σε φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση προβλεπόμενη από το άρθρο 9, ή/και

β)

τους προηγούμενους κατόχους ή τον παραγωγό του προϊόντος που παράγει τα απόβλητα.

Άρθρο 16

Κάθε τρία χρόνια, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή πληροφορίες για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας μέσω μιας τομεακής έκθεσης η οποία καλύπτει και τις άλλες σχετικές κοινοτικές οδηγίες. Η έκθεση αυτή καταρτίζεται βάσει ερωτηματολογίου ή σχεδιαγράμματος το οποίο καταρτίζει η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 παράγραφος 2. Το ερωτηματολόγιο ή το σχεδιάγραμμα αυτό αποστέλλεται στα κράτη μέλη έξι μήνες πριν από την έναρξη της περιόδου που καλύπτει η έκθεση. Η έκθεση υποβάλλεται στην Επιτροπή εντός εννέα μηνών από τη λήξη της τριετίας την οποία καλύπτει.

Εντός εννέα μηνών από την παραλαβή των εκθέσεων των κρατών μελών, η Επιτροπή δημοσιεύει κοινοτική έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 17

Οι τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για να προσαρμόζονται τα παραρτήματα της παρούσας οδηγίας στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 παράγραφος 3.

Άρθρο 18

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή.

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, είναι ενός μηνός.

3.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

4.   Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό.

Άρθρο 19

Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 20

Η οδηγία 75/442/EOK καταργείται, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών που αναφέρονται στο παράρτημα III μέρος Β.

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που αναφέρεται στο παράρτημα IV.

Άρθρο 21

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 22

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 5 Απριλίου 2006.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. WINKLER


(1)  ΕΕ C 112 της 30.4.2004, σ. 46.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 2004 (ΕΕ C 102 Ε της 28.4.2004, σ. 106) και απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Ιανουαρίου 2006.

(3)  ΕΕ L 194 της 25.7.1995, σ 39· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(4)  Βλέπε παράρτημα ΙΙΙ μέρος Α.

(5)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(6)  EE L 204 της 21.7.1998, σ. 37· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(7)  EE L 377 της 31.12.1991, σ. 20· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 94/31/ΕΚ (ΕΕ L 168 της 2.7.1994, σ. 28).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ

Q1

Υπολείμματα παραγωγής ή κατανάλωσης που δεν διευκρινίζονται κατωτέρω

Q2

Προϊόντα μη σύμφωνα με τα πρότυπα

Q3

Προϊόντα που έχουν υπερβεί το όριο διατήρησής τους

Q4

Ύλες που έχουν κατά τύχη εκχυθεί, απολεσθεί ή για τις οποίες έχει σημειωθεί κάποιο περιστατικό, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους υλικού εξοπλισμού κ.λπ., ο οποίος έχει μολυνθεί εξ αιτίας αυτού του περιστατικού

Q5

Ύλες που έχουν μολυνθεί ή ρυπανθεί ύστερα από ηθελημένες δραστηριότητες (π.χ. υπολείμματα εργασιών καθαρισμού, υλικά συσκευασίας, περιέκτες κ.λπ.)

Q6

Μη χρησιμοποιήσιμα στοιχεία (π.χ. άδειες ηλεκτρικές στήλες, εξαντλημένοι καταλύτες κ.λπ.)

Q7

Ουσίες που έχουν γίνει ακατάλληλες προς χρήση (π.χ. μολυσμένα οξέα, μολυσμένοι διαλύτες, εξαντλημένα άλατα βαφής μετάλλων κ.λπ.)

Q8

Υπολείμματα βιομηχανικών μεθόδων (π.χ. σκωρίες, υποστήματα απόσταξης κ.λπ.)

Q9

Υπολείμματα μεθόδων για την καταπολέμηση της ρύπανσης (π.χ. ιλύς πλυσίματος αερίων, σκόνες φίλτρων αέρος, φθαρμένα φίλτρα κ.λπ.)

Q10

Υπολείμματα βιομηχανικής κατεργασίας/μορφοποίησης (π.χ. ρινίσματα τόρνευσης ή φραζαρίσματος κ.λπ.)

Q11

Υπολείμματα εξόρυξης και προετοιμασίας πρώτων υλών (π.χ. υπολείμματα μεταλλευτικής ή πετρελαϊκής εκμετάλλευσης κ.λπ.)

Q12

Μολυσμένες ύλες [π.χ. έλαιο που έχει ρυπανθεί από πολυχλωριωμένο διφαινύλιο (PCB) κ.λπ.]

Q13

Κάθε ύλη, ουσία ή προϊόν η χρησιμοποίηση του οποίου απαγορεύεται από το νόμο

Q14

Προϊόντα που δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ή δεν μπορούν πλέον να χρησιμεύσουν στον κάτοχό τους (π.χ. απορρίμματα γεωργίας, κατοικιών, γραφείων, καταστημάτων, εργαστηρίων κ.λπ.)

Q15

Μολυσμένες ύλες, ουσίες ή προϊόντα που προέρχονται από δραστηριότητες αποκατάστασης γαιών

Q16

Κάθε ουσία, ύλη ή προϊόν που δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες κατηγορίες.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ Α

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ

Σημείωση: Σκοπός του παρόντος παραρτήματος είναι η ανακεφαλαίωση των εργασιών διάθεσης αποβλήτων, όπως αυτές εκτελούνται στην πράξη. Σύμφωνα με το άρθρο 4, τα απόβλητα πρέπει να διατίθενται με τρόπο που να μη θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που μπορούν να βλάψουν το περιβάλλον.

D 1

Εναπόθεση εντός ή επί του εδάφους (π.χ. σε χωματερές κ.λπ.)

D 2

Επεξεργασία σε χερσαίο χώρο (π.χ. βιοαποικοδόμηση υγρών αποβλήτων ή λυματολάσπης στο έδαφος κ.λπ.)

D 3

Βαθεία έγχυση (π.χ. έγχυση αντλήσιμων αποβλήτων σε φρέατα, σε θόλους άλατος ή σε φυσικά γεωλογικά ρήγματα κ.λπ.)

D 4

Τελμάτωση (π.χ. έκχυση υγρών αποβλήτων ή λυματολάσπης σε φρέατα, μικρές λίμνες ή λεκάνες κ.λπ.)

D 5

Ειδικά διευθετημένοι χώροι απόρριψης (π.χ. τοποθέτηση σε σειρά χωριστών στεγανών κυψελοειδών κατασκευών, επικαλυμμένων και στεγανοποιημένων τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με το περιβάλλον κ.λπ.)

D 6

Απόρριψη αποβλήτων σε υδατικό περιβάλλον πλην της καταβύθισης

D 7

Καταβύθιση, συμπεριλαμβανομένης της ταφής στο θαλάσσιο βυθό

D 8

Βιολογική επεξεργασία που δεν αναφέρεται σε άλλο σημείο του παρόντος παραρτήματος, η οποία έχει αποτέλεσμα το σχηματισμό τελικών ενώσεων ή μειγμάτων που διατίθενται με κάποια από τις μεθόδους που αναφέρονται στα σημεία D 1 έως D 7 και D 9 έως D 12

D 9

Φυσικοχημική επεξεργασία που δεν αναφέρεται σε άλλο σημείο του παρόντος παραρτήματος και η οποία έχει ως αποτέλεσμα το σχηματισμό τελικών ενώσεων ή μειγμάτων που διατίθενται με κάποια από τις μεθόδους που αναφέρονται στα παραρτήματα D 1 έως D 8 και D 10 έως D 12 (π.χ. εξάτμιση, ξήρανση, διαπύρωση κ.λπ.)

D 10

Αποτέφρωση στο έδαφος

D 11

Αποτέφρωση στη θάλασσα

D 12

Μόνιμη αποθήκευση (π.χ. εναπόθεση δοχείων σε ορυχείο κ.λπ.)

D 13

Συγκέντρωση αποβλήτων πριν υποβληθούν σε μια από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία D 1 έως D 12

D 14

Επανασυσκευασία αποβλήτων πριν υποβληθούν σε μια από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία D 1 έως D 13

D 15

Εναποθήκευση, εν αναμονή μιας από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία D 1 έως D 14 (εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, πριν από τη συλλογή, στο χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα)


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ Β

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

Σημείωση: Σκοπός του παρόντος παραρτήματος είναι η ανακεφαλαίωση των εργασιών αξιοποίησης, όπως αυτές εκτελούνται στην πράξη. Σύμφωνα με το άρθρο 4, τα απόβλητα πρέπει να αξιοποιούνται με τρόπο που να μη θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που μπορούν να βλάψουν το περιβάλλον.

R 1

Κύρια χρήση ως καύσιμο ή άλλο μέσο παραγωγής ενέργειας

R 2

Ανάκτηση/αναγέννηση διαλυτών

R 3

Ανακύκλωση/ανάκτηση οργανικών ουσιών που δεν χρησιμοποιούνται ως διαλύτες (συμπεριλαμβανομένων των εργασιών λιπασματοποίησης και άλλων διεργασιών μετατροπής βιολογικού χαρακτήρα)

R 4

Ανακύκλωση/ανάκτηση μετάλλων και μεταλλικών ενώσεων

R 5

Ανακύκλωση/ανάκτηση άλλων ανοργάνων υλών

R 6

Αναγέννηση οξέων ή βάσεων

R 7

Ανάκτηση προϊόντων που χρησιμοποιούνται για τη δέσμευση των ρύπων

R 8

Ανάκτηση προϊόντων που προέρχονται από καταλύτες

R 9

Αναγέννηση ή άλλη επαναχρησιμοποίηση ελαίων

R 10

Διασπορά στο έδαφος υπέρ της γεωργίας ή της οικολογίας

R 11

Χρήση καταλοίπων από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία R 1 έως R 10

R 12

Ανταλλαγή αποβλήτων προκειμένου να υποβληθούν σε κάποια από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία R 1 έως R 11

R 13

Εναποθήκευση αποβλήτων εν αναμονή μιας από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία R 1 έως R 12 (εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, πριν από τη συλλογή, στο χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα)


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΜΕΡΟΣ Α

ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΗ ΟΔΗΓΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ

(που αναφέρονται στο άρθρο 20)

Οδηγία 75/442/EOK του Συμβουλίου (ΕΕ L 194 της 25.7.1975, σ. 39)

 

Οδηγία 91/156/EΟK του Συμβουλίου (ΕΕ L 78 της 26.3.1991, σ. 32)

 

Οδηγία 91/692/EΟK του Συμβουλίου (ΕΕ L 377 της 31.12.1991, σ. 48)

αποκλειστικά ως προς την αναφορά στην οδηγία 75/442/ΕΟΚ στο παράρτημα VI

Απόφαση 96/350/EK της Επιτροπής (ΕΕ L 135 της 6.6.1996, σ. 32)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1)

μόνον το παράρτημα ΙΙΙ σημείο 1

ΜΕΡΟΣ B

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΩΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

(που αναφέρονται στο άρθρο 20)

Οδηγία

Λήξη προθεσμίας ενσωμάτωσης

75/442/ΕΟΚ

17 Ιουλίου 1977

91/156/ΕΟΚ

1η Απριλίου 1993

91/692/ΕΟΚ

1η Ιανουαρίου 1995


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Οδηγία 75/442/ΕΟΚ

Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 1 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 1 στοιχείο α) πρώτο εδάφιο

Άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 1 στοιχείο α) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 1 στοιχεία β) — ζ)

Άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) — ζ)

Άρθρο 2

Άρθρο 2

Άρθρο 3 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) τρίτη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο iii)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) πρώτη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο i)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο ii)

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 4 πρώτο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 4 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 4 πρώτο εδάφιο τρίτη περίπτωση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 5

Άρθρο 5

Άρθρο 6

Άρθρο 6

Άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 7 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τρίτη περίπτωση

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τέταρτη περίπτωση

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 7 παράγραφος 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο τρίτη περίπτωση

Άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 7 παράγραφος 2

Άρθρο 7 παράγραφος 3

Άρθρο 7 παράγραφος 3

Άρθρο 7 παράγραφος 4

Άρθρο 8 εισαγωγική φράση

Άρθρο 8 εισαγωγική φράση

Άρθρο 8 πρώτη περίπτωση

Άρθρο 8 στοιχείο α)

Άρθρο 8 δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 8 στοιχείο β)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο τρίτη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο τέταρτη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πέμπτη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ε)

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 10

Άρθρο 10

Άρθρο 11 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 11 παράγραφος 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 11 παράγραφος 4

Άρθρο 12

Άρθρο 12

Άρθρο 13

Άρθρο 13

Άρθρο 14 πρώτο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 14 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 14 πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 14 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 14 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 15 εισαγωγική φράση

Άρθρο 15 εισαγωγική φράση

Άρθρο 15 πρώτη περίπτωση

Άρθρο 15 στοιχείο α)

Άρθρο 15 δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 15 στοιχείο β)

Άρθρο 16 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 16 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 16 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 16 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 16 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 17

Άρθρο 17

Άρθρο 18

Άρθρο 18

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρο 21

Άρθρο 21

Άρθρο 22

Παράρτημα I

Παράρτημα I

Παράρτημα II Α

Παράρτημα II Α

Παράρτημα II Β

Παράρτημα II Β

Παράρτημα III

Παράρτημα IV


27.4.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 114/22


ΟΔΗΓΊΑ 2006/23/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 5ης Απριλίου 2006

για κοινοτική άδεια ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η εφαρμογή της νομοθεσίας για τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό απαιτεί τη θέσπιση λεπτομερέστερων νομοθετικών διατάξεων, ιδίως σχετικά με την αδειοδότηση ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, προκειμένου να διασφαλιστούν τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα ευθύνης και επάρκειας, να βελτιωθεί η διαθεσιμότητα των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και να προαχθεί η αμοιβαία αναγνώριση των αδειών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (3), πάντα στο πλαίσιο της επιδίωξης του στόχου για γενική βελτίωση της ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας και της επάρκειας του προσωπικού.

(2)

Η εισαγωγή της κοινοτικής άδειας αποτελεί μέσο αναγνώρισης του ειδικού ρόλου που διαδραματίζουν οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας στην ασφαλή παροχή υπηρεσιών ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας. Η καθιέρωση κοινοτικών προτύπων επάρκειας θα μειώσει επίσης τον κατακερματισμό στο πεδίο αυτό και θα συντελέσει στην αποτελεσματικότερη οργάνωση της εργασίας στο πλαίσιο της αυξανόμενης περιφερειακής συνεργασίας μεταξύ φορέων παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας. Η παρούσα οδηγία αποτελεί, επομένως, ουσιώδες μέρος της νομοθεσίας για τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό.

(3)

Η οδηγία είναι το πλέον το κατάλληλο μέσο για τον καθορισμό προτύπων επάρκειας, διότι αφήνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποφασίσουν με ποιους τρόπους μπορούν να επιτευχθούν τέτοια πρότυπα.

(4)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να βασιστεί σε υφιστάμενα διεθνή πρότυπα. Ο Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) έχει εγκρίνει διατάξεις για την αδειοδότηση των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών απαιτήσεων. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας (Eurocontrol), που δημιουργήθηκε με τη διεθνή σύμβαση της 13ης Δεκεμβρίου 1960 σχετικά με τη συνεργασία για την ασφάλεια της αεροναυτιλίας, έχει εγκρίνει ρυθμιστικές απαιτήσεις ασφαλείας του Eurocontrol. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004, με την παρούσα οδηγία μεταφέρονται στο κοινοτικό δίκαιο οι απαιτήσεις που προβλέπονται στη ρυθμιστική απαίτηση ασφαλείας αριθ. 5 του Eurocontrol [Eurocontrol Safety Regulatory Requirement No 5 (ESARR 5)] που αφορά τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας.

(5)

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κοινοτικής εναέριας κυκλοφορίας επιβάλλουν την εισαγωγή και την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών προτύπων επάρκειας για τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας που απασχολούνται από φορείς παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας που εξυπηρετούν πρωτίστως τη γενική εναέρια κυκλοφορία. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εφαρμόζουν τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας σε μαθητευόμενους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και σε ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας που εκτελούν τα καθήκοντά τους υπό την ευθύνη των φορέων παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας, οι οποίοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους πρωτίστως σε κινήσεις αεροσκαφών εκτός της γενικής εναέριας κυκλοφορίας.

(6)

Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίσουν συμμόρφωση προς τις κοινοτικές απαιτήσεις, οι αρχές που έχουν την εποπτεία και διενεργούν εξακρίβωση της συμμόρφωσης θα πρέπει να είναι επαρκώς ανεξάρτητες από τους φορείς παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας και τους εκπαιδευτικούς φορείς. Οι αρχές θα πρέπει επίσης να εξακολουθήσουν να είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντά τους αποτελεσματικά. Η εθνική εποπτική αρχή που ορίζεται ή εγκαθίσταται δυνάμει της παρούσας οδηγίας μπορεί να είναι ο ίδιος φορέας ή φορείς που ορίζονται ή εγκαθίστανται σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη χάραξη του πλαισίου για τη δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (4).

(7)

Η παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας απαιτεί προσωπικό με υψηλή εξειδίκευση, του οποίου η επάρκεια να μπορεί να αποδειχθεί με διάφορα μέσα. Για τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας, το ενδεδειγμένο μέσο είναι η κοινοτική άδεια, θεωρούμενη ως είδος πτυχίου, η οποία ανήκει στον συγκεκριμένο ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας. Η ειδικότητα που αναγράφεται στην άδεια δηλώνει τον τύπο υπηρεσίας εναέριας κυκλοφορίας που είναι ικανός να παρέχει ο ελεγκτής. Ταυτοχρόνως, οι καταχωρίσεις που περιλαμβάνονται στην άδεια αντικατοπτρίζουν τόσο τις ειδικές ικανότητες του ελεγκτή, όσο και την εξουσιοδότηση από τις εποπτικές αρχές για παροχή υπηρεσιών σε συγκεκριμένο τομέα ή ομάδα τομέων. Για το λόγο αυτόν, οι αρχές θα πρέπει να μπορούν να αξιολογούν τις ικανότητες των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, όταν εκδίδουν άδειες ή παρατείνουν την ισχύ των καταχωρίσεων. Οι αρχές πρέπει επίσης να μπορούν να αναστέλλουν την άδεια, τις ειδικότητες, ή τις καταχωρίσεις, όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την επάρκεια. Για να προαχθεί η αναφορά των διαφόρων συμβάντων υπό πνεύμα δικαιοσύνης, στην παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να γίνεται αυτόματη σύνδεση μεταξύ συμβάντος και αναστολής της άδειας, της ειδικότητας ή της καταχώρισης. Η ανάκληση της άδειας θα πρέπει να θεωρείται ως το έσχατο μέσο για ακραίες περιπτώσεις.

(8)

Προκειμένου να εδραιωθεί η εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα εκατέρωθεν συστήματα αδειοδότησης, είναι απαραίτητη η θέσπιση κοινοτικών κανόνων σχετικά με την απόκτηση και τη διατήρηση της άδειας. Είναι επομένως σημαντικό, για να εξασφαλιστεί το ανώτατο δυνατό επίπεδο ασφάλειας, να εναρμονιστούν οι απαιτήσεις σχετικά με τα προσόντα, την επάρκεια και την πρόσβαση στο επάγγελμα του ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας. Αυτό αναμένεται να συμβάλει στην παροχή ασφαλών και ποιοτικών υπηρεσιών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας και να καταλήξει στην αναγνώριση των αδειών σε ολόκληρη την Κοινότητα, αυξάνοντας την ελεύθερη κυκλοφορία και τη διαθεσιμότητα των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας.

(9)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν οδηγεί στην καταστρατήγηση των υφισταμένων εθνικών διατάξεων που διέπουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπει η εν δυνάμει σχέση εργασίας μεταξύ του εργοδότη και των υποψηφίων ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας.

(10)

Προκειμένου τα προσόντα να καταστούν συγκρίσιμα σε ολόκληρη την Κοινότητα, χρειάζεται να διαρθρωθούν με σαφή και γενικώς αποδεκτό τρόπο, πράγμα το οποίο θα συντελέσει στην εγγύηση για την ασφάλεια, όχι μόνον εντός του εναέριου χώρου που είναι υπό τον έλεγχο ενός φορέα παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας, αλλά ιδίως στο σημείο διεπαφής μεταξύ διαφορετικών φορέων παροχής υπηρεσιών.

(11)

Σε πολλά συμβάντα και ατυχήματα, η επικοινωνία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Ως εκ τούτου, ο ICAO έχει θεσπίσει απαιτήσεις γλωσσικών γνώσεων. Η παρούσα οδηγία αναπτύσσει αυτές τις απαιτήσεις και αποτελεί τρόπο για την υλοποίηση αυτών των διεθνώς αποδεκτών προτύπων. Θα πρέπει να τηρηθούν οι βασικές αρχές της αποφυγής διακρίσεων, της διαφάνειας και της αναλογικότητας στις γλωσσικές απαιτήσεις, ούτως ώστε να ενθαρρύνεται η ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς να θίγεται η ασφάλεια.

(12)

Οι στόχοι της αρχικής εκπαίδευσης περιγράφονται στο καθοδηγητικό υλικό, που καταρτίστηκε κατόπιν αιτήματος των μελών του Eurocontrol, και θεωρούνται ως τα ενδεδειγμένα πρότυπα. Για την εκπαίδευση σε μονάδα, η έλλειψη γενικώς αποδεκτών προτύπων χρειάζεται να αντισταθμιστεί από σειρά μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της έγκρισης των εξεταστών, τα οποία αναμένεται να εξασφαλίσουν υψηλά πρότυπα επάρκειας. Πολλώ μάλλον, αφού η εκπαίδευση σε μονάδα είναι πολυδάπανη και κρίσιμη για την ασφάλεια.

(13)

Οι ιατρικές απαιτήσεις καταρτίστηκαν κατόπιν αιτήματος των κρατών μελών του Eurocontrol και θεωρούνται αποδεκτό μέσο συμμόρφωσης με την παρούσα οδηγία.

(14)

Η πιστοποίηση της παρεχόμενης εκπαίδευσης θα πρέπει να θεωρείται μία από τις καίριες για την ασφάλεια παραμέτρους, η οποία συμβάλλει στην ποιότητα της εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υπηρεσία παρεμφερής με τις υπηρεσίες αεροναυτιλίας, επίσης υποκείμενες σε διαδικασία πιστοποίησης. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προσφέρει τη δυνατότητα να πιστοποιείται η εκπαίδευση ανά τύπο εκπαίδευσης, ανά δέσμη εκπαιδευτικών υπηρεσιών ή ανά δέσμη υπηρεσιών εκπαίδευσης και αεροναυτιλίας, χωρίς να παραβλέπονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης.

(15)

Με την παρούσα οδηγία επιβεβαιώνεται η από μακρού υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στον τομέα της αμοιβαίας αναγνώρισης των πτυχίων και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Η αρχή της αναλογικότητας, η εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων και η πρόβλεψη ενδεδειγμένων διαδικασιών προσφυγής συνιστούν βασικές αρχές, οι οποίες χρειάζεται να καταστούν εφαρμοστέες στον τομέα της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας κατά πλέον εμφανή τρόπο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση αδειών που δεν έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία· εξάλλου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δικαιούνται να αναγνωρίζουν μια τέτοια άδεια αφού προβούν στην προσήκουσα αξιολόγηση της ισοτιμίας. Η οδηγία, δεδομένου ότι αποσκοπεί στο να διευκολυνθεί η αμοιβαία αναγνώριση των αδειών, δεν ρυθμίζει τις προϋποθέσεις πρόσβασης στην απασχόληση.

(16)

Το επάγγελμα του ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας υπόκειται σε τεχνολογικές καινοτομίες, οι οποίες απαιτούν τακτική επικαιροποίηση των προσόντων τους. Η οδηγία θα πρέπει να επιτρέπει την προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και την επιστημονική πρόοδο, μέσω προσφυγής στη διαδικασία επιτροπής.

(17)

Η παρούσα οδηγία ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στην καθημερινή εργασία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. Θα πρέπει να πραγματοποιείται η δέουσα ενημέρωση και διαβούλευση των κοινωνικών εταίρων σχετικά με κάθε μέτρο που επιφέρει σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις. Συνεπώς, ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής κλαδικού διαλόγου, που συστάθηκε βάσει της απόφασης 98/500/EΚ της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 1998, για σύσταση επιτροπών κλαδικού διαλόγου για την προώθηση του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο (5). Η γνώμη αυτή θα πρέπει να ζητηθεί και για τα περαιτέρω μέτρα εφαρμογής που θα λάβει η Επιτροπή.

(18)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(19)

Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εγκριθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (6).

(20)

Διετής προθεσμία μεταφοράς θεωρείται επαρκής για τη θέσπιση ενός κοινοτικού πλαισίου αδειοδότησης και για την ενσωμάτωση εντός αυτού του πλαισίου των τρεχουσών αδειών, σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικά με τους όρους διατήρησης της εγκυρότητας των ειδικοτήτων και των καταχωρίσεων, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις αυτές είναι συμβατές με τις ισχύουσες διεθνείς υποχρεώσεις. Επιπλέον, θα πρέπει να προβλεφθεί συμπληρωματική διετής περίοδος μεταφοράς για την εφαρμογή των γλωσσικών απαιτήσεων.

(21)

Οι γενικοί όροι για την παροχή άδειας, στο βαθμό που αφορούν την ηλικία και τις εκπαιδευτικές απαιτήσεις καθώς και την αρχική εκπαίδευση, δεν θα πρέπει να θίγουν τους κατόχους των υφισταμένων αδειών.

(22)

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (7), τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίσουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, και να τους δημοσιοποιήσουν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο την ενίσχυση των προτύπων ασφαλείας και τη βελτίωση της λειτουργίας του κοινοτικού συστήματος ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας, μέσω της έκδοσης κοινοτικής άδειας ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας.

2.   Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται:

στους μαθητευόμενους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και

στους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας

που εκτελούν τα καθήκοντά τους υπό την ευθύνη των φορέων παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας, οι οποίοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους πρωτίστως σε κινήσεις αεροσκαφών της γενικής εναέριας κυκλοφορίας.

3.   Με επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 2 και του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004, στις περιπτώσεις στις οποίες τακτικές και προγραμματισμένες υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας παρέχονται σε γενική εναέρια κυκλοφορία υπό την ευθύνη των φορέων παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας, οι οποίοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους πρωτίστως σε κινήσεις αεροσκαφών εκτός της γενικής εναέριας κυκλοφορίας, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το επίπεδο ασφάλειας και η ποιότητα των υπηρεσιών στη γενική εναέρια κυκλοφορία είναι τουλάχιστον ισοδύναμες προς το επίπεδο που προκύπτει από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί:

1.

Ως “υπηρεσία ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας” νοείται υπηρεσία η οποία παρέχεται με σκοπό την πρόληψη των συγκρούσεων μεταξύ αεροσκαφών, και, στην περιοχή ελιγμών, μεταξύ αεροσκαφών και εμποδίων, και τη διεκπεραίωση και διατήρηση ομαλής ροής της εναέριας κυκλοφορίας.

2.

Ως “φορέας παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας” νοείται οιαδήποτε δημόσια ή ιδιωτική οντότητα που παρέχει υπηρεσίες αεροναυτιλίας για τη γενική εναέρια κυκλοφορία.

3.

Ως “γενική εναέρια κυκλοφορία” νοείται κάθε κίνηση πολιτικού αεροσκάφους καθώς και κάθε κίνηση κρατικού αεροσκάφους (συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών, των τελωνειακών και των αστυνομικών αεροσκαφών) όταν η κίνηση αυτή πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες του ICAO.

4.

Ως “άδεια” νοείται πιστοποιητικό, με οιαδήποτε ονομασία, που εκδίδεται και καταχωρίζεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και το οποίο παρέχει στον νόμιμο κάτοχό του το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, σύμφωνα με τις ειδικότητες και τις καταχωρίσεις που περιλαμβάνει το πιστοποιητικό.

5.

Ως “ειδικότητα” νοείται η εξουσιοδότηση που αναγράφεται στην άδεια ή τη συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, η οποία αναφέρει τους ειδικούς όρους, τα δικαιώματα ή τους περιορισμούς που συνεπάγεται η συγκεκριμένη άδεια· οι ειδικότητες της άδειας είναι τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες:

α)

Έλεγχος αεροδρομίου εξ όψεως·

β)

Ενόργανος έλεγχος αεροδρομίου·

γ)

Διαδικασιακός έλεγχος προσέγγισης·

δ)

Έλεγχος προσέγγισης με επιτήρηση·

ε)

Διαδικασιακός έλεγχος περιοχής·

στ)

Έλεγχος περιοχής με επιτήρηση.

6.

Ως “καταχώριση ειδικότητας” νοείται η εξουσιοδότηση που αναγράφεται στην άδεια και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, η οποία αναφέρει τους ειδικούς όρους, τα δικαιώματα ή τους περιορισμούς που συνεπάγεται η σχετική ειδικότητα.

7.

Ως “καταχώριση μονάδας” νοείται η εξουσιοδότηση που αναγράφεται στην άδεια και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της και η οποία αναφέρει τον ενδείκτη τοπωνυμίας ICAO και τους τομείς ή/και θέσεις εργασίας όπου είναι ικανός να εργάζεται ο κάτοχος της άδειας.

8.

Ως “καταχώριση γλωσσικής επάρκειας” νοείται η εξουσιοδότηση που αναγράφεται στην άδεια και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, η οποία αναφέρει τη γλωσσική επάρκεια του κατόχου.

9.

Ως “καταχώριση εκπαιδευτή” νοείται η εξουσιοδότηση που αναγράφεται στην άδεια και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, η οποία αναφέρει την ικανότητα του κατόχου για παροχή πρακτικής εκπαίδευσης.

10.

Ως “ενδείκτης τοπωνυμίας ICAO” νοείται ο τετραψήφιος κωδικός, που σχηματίζεται σύμφωνα με κανόνες προβλεπόμενους από τον ICAO στο εγχειρίδιό του DOC 7910 και προσδιορίζει την τοποθεσία ενός σταθερού αεροναυτικού σταθμού.

11.

Ως “τομέας” νοείται ένα μέρος μιας περιοχής ελέγχου ή/και μέρος μιας περιοχής/ανώτερης περιοχής πληροφοριών πτήσης.

12.

Ως “εκπαίδευση” νοείται το σύνολο των θεωρητικών μαθημάτων, πρακτικών ασκήσεων, συμπεριλαμβανομένης της προσομοίωσης, και η πρακτική εφαρμογή (on the job training) που απαιτούνται για να αποκτηθούν και να διατηρηθούν οι αναγκαίες ικανότητες για την παροχή ασφαλών και ποιοτικών υπηρεσιών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας· η εκπαίδευση συνίσταται στα εξής:

α)

αρχική εκπαίδευση, που παρέχει βασική εκπαίδευση και εκπαίδευση ειδικότητας, η οποία οδηγεί στη χορήγηση άδειας εκπαιδευόμενου·

β)

εκπαίδευση σε μονάδα, που συμπεριλαμβάνει μεταβατική εκπαίδευση, εκπαίδευση πριν από την πρακτική εφαρμογή, και πρακτική εφαρμογή, η οποία οδηγεί στη χορήγηση άδειας ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας·

γ)

διαρκή εκπαίδευση, για τη διατήρηση της ισχύος των καταχωρίσεων·

δ)

εκπαίδευση των εκπαιδευτών πρακτικής εκπαίδευσης, η οποία οδηγεί στη χορήγηση καταχώρισης εκπαιδευτή·

ε)

εκπαίδευση εξεταστών και/ή αξιολογητών.

13.

Ως “εκπαιδευτικός φορέας” νοείται οργανισμός ο οποίος έχει πιστοποιηθεί από την εθνική εποπτική αρχή προκειμένου να παρέχει έναν ή περισσότερους τύπους εκπαίδευσης.

14.

Ως “κανονισμός επιχειρησιακής επάρκειας προσωπικού μονάδος” νοείται εγκεκριμένο σχέδιο που αναφέρει τη μέθοδο με την οποία η μονάδα διατηρεί την επάρκεια των κατόχων αδειών που απασχολούνται σε αυτήν.

15.

Ως “πλαίσιο εκπαίδευσης μονάδας” νοείται ένα εγκεκριμένο σχέδιο στο οποίο αναπτύσσονται λεπτομερώς οι διαδικασίες και το χρονοδιάγραμμα που χρειάζονται ώστε οι διαδικασίες της μονάδας να μπορούν να εφαρμόζονται στην τοπική περιοχή, υπό την εποπτεία εκπαιδευτή πρακτικής εκπαίδευσης.

Άρθρο 3

Εθνικές εποπτικές αρχές

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν ή εγκαθιστούν έναν ή περισσότερους φορείς ως εθνική εποπτική αρχή, προκειμένου να εκτελεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

2.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές είναι ανεξάρτητες από τους φορείς παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας και τους εκπαιδευτικούς φορείς. Η ανεξαρτησία επιτυγχάνεται μέσω επαρκούς διαχωρισμού, τουλάχιστον στο λειτουργικό επίπεδο, μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών και των φορέων αυτών. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές ασκούν τις εξουσίες τους κατά τρόπο αμερόληπτο και διαφανή.

3.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ονομασίες και τις διευθύνσεις των εθνικών εποπτικών αρχών και κάθε σχετική μεταβολή, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται για την εξασφάλιση συμμόρφωσης με την παράγραφο 2.

Άρθρο 4

Αρχές αδειοδότησης

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας που εμπίπτουν στο άρθρο 1 παράγραφος 2, παρέχονται μόνον από ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2.   Οι υποψήφιοι για άδεια αποδεικνύουν ότι είναι ικανοί να ασκούν καθήκοντα ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας ή εκπαιδευόμενου ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας. Η απόδειξη αναφέρεται στις γνώσεις, την πείρα, τις δεξιότητες και τη γλωσσική επάρκεια.

3.   Η άδεια παραμένει στην κυριότητα του ατόμου στο οποίο έχει χορηγηθεί και το οποίο την υπογράφει.

4.   Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1:

α)

η άδεια, οι ειδικότητες ή καταχωρίσεις είναι δυνατόν να αναστέλλονται όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την επάρκεια του ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας ή σε περίπτωση παραπτώματος·

β)

η άδεια είναι δυνατόν να ανακαλείται μόνον σε περίπτωση βαρείας αμέλειας ή κατάχρησης.

5.   Με την άδεια εκπαιδευόμενου ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας εξουσιοδοτείται ο κάτοχος να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας υπό την εποπτεία εκπαιδευτή πρακτικής εκπαίδευσης.

6.   Η άδεια περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα I.

7.   Όταν η άδεια εκδίδεται σε γλώσσα εκτός της αγγλικής, περιλαμβάνεται αγγλική μετάφραση των στοιχείων που αναφέρονται στο παράρτημα I.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είναι επαρκώς εκπαιδευμένοι στη διαχείριση ασφάλειας και κρίσεων.

Άρθρο 5

Όροι για την απόκτηση άδειας

1.   Άδειες εκπαιδευόμενου ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας χορηγούνται σε υποψηφίους οι οποίοι:

α)

είναι τουλάχιστον 18 ετών και κάτοχοι πτυχίου τουλάχιστον δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή πτυχίου που επιτρέπει την πρόσβαση σε πανεπιστημιακές ή ισοβάθμιες σπουδές.

Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν ότι η εθνική εποπτική αρχή αξιολογεί το επίπεδο εκπαίδευσης των υποψηφίων που δεν πληρούν αυτή την εκπαιδευτική απαίτηση· αν η αξιολόγηση αυτή αποδεικνύει ότι ο υποψήφιος έχει πείρα και εκπαίδευση που του παρέχουν εύλογες δυνατότητες να συμπληρώσει την εκπαίδευση ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας, αυτό πρέπει να θεωρείται επαρκές·

β)

έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς εγκεκριμένη σειρά μαθημάτων αρχικής εκπαίδευσης σχετικής με την ειδικότητα και την καταχώριση ειδικότητας, κατά περίπτωση, όπως προβλέπεται στο μέρος Α του παραρτήματος ΙΙ·

γ)

διαθέτουν εν ισχύι ιατρικό πιστοποιητικό, και

δ)

έχουν επιδείξει ικανό επίπεδο γλωσσικής επάρκειας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ.

Η άδεια περιλαμβάνει τουλάχιστον μία ειδικότητα και μία καταχώριση ειδικότητας, κατά περίπτωση.

2.   Άδειες ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας χορηγούνται σε υποψηφίους οι οποίοι:

α)

έχουν ηλικία τουλάχιστον 21 ετών. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν χαμηλότερο όριο ηλικίας, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις·

β)

είναι κάτοχοι άδειας εκπαιδευόμενου και έχουν ολοκληρώσει εγκεκριμένο πλαίσιο εκπαίδευσης μονάδας, έχουν δε επιτύχει στις ανάλογες εξετάσεις ή αξιολογήσεις, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο μέρος Β του παραρτήματος IΙ·

γ)

διαθέτουν έγκυρο ιατρικό πιστοποιητικό, και

δ)

έχουν επιδείξει επαρκές επίπεδο γλωσσικής επάρκειας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙI.

Η άδεια είναι έγκυρη αν περιλαμβάνει μία ή πλέον ειδικότητες και τις σχετικές καταχωρίσεις ειδικότητας, μονάδας και γλωσσικής επάρκειας στις οποίες η εκπαίδευση ολοκληρώθηκε επιτυχώς.

3.   Η καταχώριση εκπαιδευτή χορηγείται σε κατόχους άδειας ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας οι οποίοι:

α)

έχουν παράσχει υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας σε αμέσως προηγούμενη περίοδο διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή σε μεγαλύτερη διάρκεια όπως καθορίζεται από την εθνική εποπτική αρχή, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικότητες και τις καταχωρίσεις για τις οποίες παρασχέθηκε εκπαίδευση·

β)

έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς εγκεκριμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης εκπαιδευτή πρακτικής εκπαίδευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας αξιολογήθηκαν οι απαιτούμενες γνώσεις και παιδαγωγικές δεξιότητες, μέσω καταλλήλων εξετάσεων.

Άρθρο 6

Ειδικότητες ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας

Οι άδειες περιέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ειδικότητες προκειμένου να αναφέρεται ο τύπος υπηρεσίας την οποία δύναται να παρέχει ο κάτοχος της άδειας:

α)

Η ειδικότητα για έλεγχο αεροδρομίου εξ όψεως (ADV) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσία ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας για κυκλοφορία αεροδρομίου σε ένα αεροδρόμιο που δεν διαθέτει δημοσιευμένες διαδικασίες προσέγγισης ή αναχώρησης με όργανα.

β)

Η ειδικότητα για ενόργανο έλεγχο αεροδρομίου (ADI) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσία ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας για κυκλοφορία αεροδρομίου σε ένα αεροδρόμιο που διαθέτει δημοσιευμένες διαδικασίες προσέγγισης ή αναχώρησης με όργανα και συνοδεύεται τουλάχιστον από μία από τις καταχωρίσεις ειδικότητας, που περιγράφονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1.

γ)

Η ειδικότητα για διαδικασιακό έλεγχο προσέγγισης (APP) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσία ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας σε αφικνούμενα, αναχωρούντα ή διερχόμενα αεροσκάφη χωρίς τη χρήση εξοπλισμού επιτήρησης.

δ)

Η ειδικότητα ελέγχου προσέγγισης με επιτήρηση (APS) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσία ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας σε αφικνούμενα, αναχωρούντα ή διερχόμενα αεροσκάφη, με τη χρήση εξοπλισμού επιτήρησης, και συνοδεύεται τουλάχιστον από μία από τις καταχωρίσεις ειδικότητας που περιγράφονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.

ε)

Η ειδικότητα για διαδικασιακό έλεγχο περιοχής (ACP) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσία ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας σε αεροσκάφη, χωρίς τη χρήση εξοπλισμού επιτήρησης.

στ)

Η ειδικότητα για έλεγχο περιοχής με επιτήρηση (ACS) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσία ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας σε αεροσκάφη, με τη χρήση εξοπλισμού επιτήρησης, και συνοδεύεται τουλάχιστον από μία από τις καταχωρίσεις ειδικότητας, που περιγράφονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3.

Άρθρο 7

Καταχώριση ειδικότητας

1.   Η ειδικότητα για ενόργανο έλεγχο αεροδρομίου (ADI) πρέπει να περιέχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες καταχωρίσεις:

α)

η καταχώριση για πύργο ελέγχου (TWR) δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου όταν ο έλεγχος αεροδρομίου παρέχεται από μία θέση εργασίας·

β)

η καταχώριση για έλεγχο κινήσεων εδάφους (GMC) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου κινήσεων εδάφους·

γ)

η καταχώριση για επιτήρηση κινήσεων εδάφους (GMS), που χορηγείται επιπροσθέτως της καταχώρισης για έλεγχο κινήσεων εδάφους ή της καταχώρισης για πύργο ελέγχου, δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου κινήσεων εδάφους με τη βοήθεια συστημάτων καθοδήγησης επιφανειακής κίνησης στο αεροδρόμιο·

δ)

η καταχώριση για εναέριο έλεγχο (AIR) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει εναέριο έλεγχο·

ε)

η καταχώριση για έλεγχο αεροδρομίου με ραντάρ (RAD), που χορηγείται επιπροσθέτως της καταχώρισης για εναέριο έλεγχο ή της καταχώρισης για πύργο ελέγχου, δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει έλεγχο αεροδρομίου με τη βοήθεια εξοπλισμού ραντάρ επιτήρησης.

2.   Η ειδικότητα για έλεγχο προσέγγισης με επιτήρηση (APS) πρέπει να περιέχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες καταχωρίσεις:

α)

η καταχώριση για ραντάρ (RAD) δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσία ελέγχου προσέγγισης με τη χρήση πρωτεύοντος ή/και δευτερεύοντος ραντάρ·

β)

η καταχώριση για ραντάρ προσέγγισης ακριβείας (PAR), που χορηγείται επιπροσθέτως της καταχώρισης για ραντάρ, δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει προσεγγίσεις ακριβείας ελεγχόμενες από το έδαφος, με τη χρήση ραντάρ προσέγγισης ακριβείας, σε αεροσκάφη κατά την τελική προσέγγιση στο διάδρομο·

γ)

η καταχώριση για προσέγγιση με ραντάρ επιτήρησης (SRA), που χορηγείται επιπροσθέτως της καταχώρισης για ραντάρ, δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει προσεγγίσεις μη ακριβείας ελεγχόμενες από το έδαφος, με τη χρήση εξοπλισμού επιτήρησης, σε αεροσκάφη κατά την τελική προσέγγιση στο διάδρομο·

δ)

η καταχώριση για αυτόματη εξαρτώμενη επιτήρηση (ADS) δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει υπηρεσία ελέγχου προσέγγισης με τη χρήση επιτήρησης εξαρτώμενης από αυτόματα όργανα·

ε)

η καταχώριση για έλεγχο τερματικής περιοχής (TCL), που χορηγείται επιπροσθέτως των καταχωρίσεων για ραντάρ ή για αυτόματη εξαρτώμενη επιτήρηση, δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, με τη χρήση οιουδήποτε εξοπλισμού επιτήρησης, σε αεροσκάφη που κυκλοφορούν σε συγκεκριμένη τερματική περιοχή ή/και γειτονικούς τομείς.

3.   Η ειδικότητα για επιτήρηση ελέγχου περιοχής (ACS) πρέπει να περιέχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες καταχωρίσεις:

α)

η καταχώριση για ραντάρ (RAD) δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου περιοχής με τη χρήση εξοπλισμού ραντάρ επιτήρησης·

β)

η καταχώριση για αυτόματη εξαρτώμενη επιτήρηση (ADS) δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου περιοχής με τη χρήση επιτήρησης εξαρτώμενης από αυτόματα όργανα·

γ)

η καταχώριση για έλεγχο τερματικής περιοχής (TCL), που χορηγείται επιπροσθέτως των καταχωρίσεων για ραντάρ ή για αυτόματη εξαρτώμενη επιτήρηση, δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, με τη χρήση οιουδήποτε εξοπλισμού επιτήρησης, σε αεροσκάφη που κυκλοφορούν σε συγκεκριμένη τερματική περιοχή ή/και γειτονικούς τομείς·

δ)

η καταχώριση για έλεγχο ωκεάνιας περιοχής (OCΝ) δηλώνει ότι ο κάτοχος είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας σε αεροσκάφη που κυκλοφορούν σε ωκεάνια περιοχή ελέγχου.

4.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν εθνικές καταχωρίσεις, σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προκύπτουν λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εναέριας κυκλοφορίας στον εναέριο χώρο της αρμοδιότητάς τους. Αυτές οι εθνικές καταχωρίσεις δεν θίγουν τη γενική ελεύθερη κυκλοφορία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας.

Άρθρο 8

Καταχωρίσεις γλωσσικής επάρκειας

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας να μπορούν να αποδεικνύουν την ικανοποιητική ικανότητα ομιλίας και κατανόησης της αγγλικής γλώσσας. Η επάρκειά τους καθορίζεται σύμφωνα με την κλίμακα διαβάθμισης γλωσσικής επάρκειας του παραρτήματος ΙΙI.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν τοπικές γλωσσικές απαιτήσεις, όταν κρίνονται αναγκαίες για λόγους ασφαλείας.

3.   Το απαιτούμενο επίπεδο κατ' εφαρμογήν των παραγράφων 1 και 2 είναι το επίπεδο 4 της κλίμακας διαβάθμισης γλωσσικής επάρκειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙIΙ.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν το επίπεδο 5 της κλίμακας διαβάθμισης γλωσσικής επάρκειας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙIΙ κατ' εφαρμογήν των παραγράφων 1 ή/και 2, όταν οι επιχειρησιακές συνθήκες της συγκεκριμένης ειδικότητας ή καταχώρισης δικαιολογούν υψηλότερο επίπεδο για επιτακτικούς λόγους ασφάλειας. Η απαίτηση αυτή πρέπει να είναι αντικειμενικά αιτιολογημένη, αμερόληπτη, αναλογική και διαφανής.

5.   Η γλωσσική επάρκεια αποδεικνύεται με πιστοποιητικό που εκδίδεται μετά από διαφανή και αντικειμενική διαδικασία αξιολόγησης που έχει εγκριθεί από την εθνική εποπτική αρχή.

Άρθρο 9

Καταχωρίσεις εκπαιδευτή

Η καταχώριση εκπαιδευτή δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι επαρκής να παρέχει εκπαίδευση και εποπτεία σε θέση εργασίας για τομείς που καλύπτονται από ισχύουσα ειδικότητα.

Άρθρο 10

Καταχωρίσεις μονάδας

Η καταχώριση μονάδας δηλώνει ότι ο κάτοχος της άδειας είναι ικανός να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας για ένα συγκεκριμένο τομέα, ομάδα τομέων ή θέσεων εργασίας, υπό την ευθύνη μονάδας της υπηρεσίας ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.

Τα κράτη μέλη δύνανται, όταν κρίνεται αναγκαίο για λόγους ασφαλείας, να ορίζουν ότι δικαιώματα καταχώρισης μονάδας ασκούνται μόνο από κατόχους άδειας κάτω από μια ορισμένη ηλικία.

Άρθρο 11

Όροι για τη διατήρηση των ειδικοτήτων και της ισχύος των καταχωρίσεων

1.   Οι καταχωρίσεις μονάδας ισχύουν για αρχική περίοδο δώδεκα μηνών. Η ισχύς των καταχωρίσεων αυτών παρατείνεται για το επόμενο δωδεκάμηνο, αν ο φορέας παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας αποδεικνύει ότι:

α)

ο υποψήφιος έχει ασκήσει τα δικαιώματα της άδειας επί έναν ελάχιστο αριθμό ωρών, όπως αναφέρεται στον εγκεκριμένο κανονισμό επιχειρησιακής επάρκειας προσωπικού μονάδος, κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο·

β)

έχει αξιολογηθεί η επάρκεια του υποψηφίου σύμφωνα με το μέρος Γ του παραρτήματος ΙI, και

γ)

ο υποψήφιος διαθέτει εν ισχύι ιατρικό πιστοποιητικό.

Ο ελάχιστος αριθμός ωρών εργασίας, χωρίς καθήκοντα εκπαίδευσης, που απαιτείται για τη διατήρηση της ισχύος της καταχώρισης μονάδας, μπορεί να μειώνεται για τους εκπαιδευτές πρακτικής εκπαίδευσης, ανάλογα με το χρόνο που αφιερώνουν για την εκπαίδευση των ασκουμένων στις θέσεις εργασίας για τις οποίες ζητείται η παράταση.

2.   Σε περίπτωση που παύουν να ισχύουν οι καταχωρίσεις μονάδας, για την εκ νέου επικύρωση της καταχώρισης πρέπει να ολοκληρώνεται επιτυχώς πλαίσιο εκπαίδευσης μονάδας.

3.   Ο κάτοχος ειδικότητας ή καταχώρισης ειδικότητας, ο οποίος δεν έχει παράσχει υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, συνδεόμενες με την εν λόγω ειδικότητα ή καταχώριση ειδικότητας επί οιοδήποτε χρονικό διάστημα τεσσάρων συναπτών ετών, δύναται να αρχίζει εκπαίδευση σε μονάδα για τη συγκεκριμένη ειδικότητα ή καταχώριση ειδικότητας μόνο αν αξιολογηθεί δεόντως ότι ο κάτοχος εξακολουθεί να πληροί τους όρους αυτής της ειδικότητας ή καταχώρισης ειδικότητας, και εφόσον πληροί τις απαιτήσεις εκπαίδευσης που προκύπτουν από την αξιολόγηση αυτήν.

4.   Για τη γλωσσική επάρκεια του υποψηφίου πραγματοποιείται τακτική επίσημη αξιολόγηση, εκτός από την περίπτωση υποψηφίων οι οποίοι αποδεικνύουν γλωσσική επάρκεια επιπέδου 6.

Το διάστημα αυτό δεν υπερβαίνει τα τρία έτη για υποψηφίους που επιδεικνύουν γλωσσική επάρκεια επιπέδου 4, ούτε τα έξι έτη για υποψηφίους που αποδεικνύουν γλωσσική επάρκεια επιπέδου 5.

5.   Η καταχώριση εκπαιδευτή ισχύει για ανανεώσιμη περίοδο 36 μηνών.

Άρθρο 12

Ιατρικά πιστοποιητικά

1.   Τα ιατρικά πιστοποιητικά εκδίδονται από αρμόδιο ιατρικό φορέα της εθνικής εποπτικής αρχής ή από ιατρικούς εξεταστές οι οποίοι είναι εγκεκριμένοι από την εθνική εποπτική αρχή.

2.   Η έκδοση ιατρικών πιστοποιητικών είναι συνεπής προς τις διατάξεις του παραρτήματος Ι της σύμβασης του Σικάγου για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία και τις απαιτήσεις που ορίζονται στο έγγραφο του Eurocontrol “Requirements for European Class 3 Medical Cerification of Air Traffic Controllers”.

3.   Το ιατρικό πιστοποιητικό ισχύει από την ημερομηνία της ιατρικής εξέτασης και για 24 μήνες έως την ηλικία των 40 ετών και για δώδεκα μήνες για ηλικίες άνω των 40 ετών. Το ιατρικό πιστοποιητικό μπορεί να ανακαλείται ανά πάσα στιγμή εάν αυτό απαιτείται από την κατάσταση της υγείας του κατόχου.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν αποτελεσματικές διαδικασίες αναθεώρησης ή προσφυγής με την κατάλληλη συμμετοχή ανεξάρτητων ιατρικών συμβούλων.

5.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την καθιέρωση διαδικασιών για την αντιμετώπιση περιπτώσεων μειωμένης υγείας και παρέχουν στους κατόχους αδείας τη δυνατότητα να ειδοποιούν τον εργοδότη τους ότι αντιλαμβάνονται μείωση της υγείας τους ή ότι βρίσκονται υπό την επήρεια οιασδήποτε ψυχοτρόπου ουσίας ή φαρμάκου, που θα μπορούσε να τους καταστήσει ανίκανους να ασκήσουν τα δικαιώματα της άδειας με ασφαλή και ενδεδειγμένο τρόπο.

Άρθρο 13

Πιστοποίηση των εκπαιδευτικών φορέων

1.   Η παροχή εκπαίδευσης σε ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, καθώς και η σχετική διαδικασία αξιολόγησης, πιστοποιούνται από τις εθνικές εποπτικές αρχές.

2.   Οι απαιτήσεις πιστοποίησης αφορούν την τεχνική και επιχειρησιακή επάρκεια και καταλληλότητα για διοργάνωση εκπαιδευτικών μαθημάτων, όπως προβλέπεται στο σημείο 1 του παραρτήματος ΙV.

3.   Οι αιτήσεις πιστοποίησης υποβάλλονται στις εθνικές εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο κύριος χώρος επιχειρήσεων του υποψηφίου και, εφόσον υπάρχει, η έδρα του.

Οι εθνικές εποπτικές αρχές εκδίδουν πιστοποιητικά, όταν ο υποψήφιος εκπαιδευτικός φορέας πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο σημείο 1 του παραρτήματος ΙV.

Είναι δυνατόν να εκδίδονται πιστοποιητικά για κάθε τύπο εκπαίδευσης, ή σε συνδυασμό με άλλες υπηρεσίες αεροναυτιλίας, στα οποία ο τύπος εκπαίδευσης και ο τύπος υπηρεσίας αεροναυτιλίας πιστοποιούνται ως δέσμη υπηρεσιών.

4.   Στα πιστοποιητικά καθορίζονται επακριβώς οι πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 2 του παραρτήματος ΙV.

5.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές παρακολουθούν τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις και τους όρους που προσαρτώνται στα πιστοποιητικά. Εάν διαπιστώσουν ότι ο κάτοχος πιστοποιητικού δεν πληροί πλέον τις εν λόγω απαιτήσεις ή όρους, λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα, τα οποία μπορούν να περιλαμβάνουν ανάκληση του πιστοποιητικού.

6.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν κάθε πιστοποιητικό που εκδίδεται σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 14

Εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα πρότυπα επάρκειας

1.   Προκειμένου να εξασφαλίζονται τα επίπεδα επάρκειας που είναι απαραίτητα για να εκτελούν τα καθήκοντά τους οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας σύμφωνα με υψηλά πρότυπα ασφαλείας, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την επιτήρηση και την παρακολούθηση της εκπαίδευσής τους από τις εθνικές εποπτικές αρχές.

Τα καθήκοντά τους περιλαμβάνουν:

α)

την έκδοση και ανάκληση των αδειών, ειδικοτήτων και καταχωρίσεων για τις οποίες έχουν ολοκληρωθεί η αντίστοιχη εκπαίδευση και αξιολόγηση στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της εθνικής εποπτικής αρχής·

β)

τη διατήρηση και αναστολή των ειδικοτήτων και των καταχωρίσεων, τα δικαιώματα των οποίων ασκούνται υπ' ευθύνη της εθνικής εποπτικής αρχής·

γ)

την πιστοποίηση των εκπαιδευτικών φορέων·

δ)

την έγκριση των εκπαιδευτικών μαθημάτων, των προγραμμάτων εκπαίδευσης σε μονάδα και των κανονισμών επιχειρησιακής επάρκειας προσωπικού μονάδος·

ε)

την έγκριση των εξεταστών επάρκειας ή των αξιολογητών επάρκειας·

στ)

την παρακολούθηση και τον έλεγχο του εκπαιδευτικού συστήματος, και

ζ)

την καθιέρωση κατάλληλων μηχανισμών προσφυγής και κοινοποίησης.

2.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές παρέχουν τις δέουσες πληροφορίες και αμοιβαία συνδρομή στις εθνικές εποπτικές αρχές των λοιπών κρατών μελών προκειμένου να εξασφαλίζεται η ουσιαστική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδίως στις περιπτώσεις που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας.

3.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές μεριμνούν για την τήρηση βάσης δεδομένων, η οποία περιέχει τα στοιχεία για τις ικανότητες όλων των κατόχων αδείας που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους και για τις ημερομηνίες ισχύος των καταχωρίσεών τους. Προς το σκοπό αυτόν, οι επιχειρησιακές μονάδες των φορέων παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας τηρούν αρχεία σχετικά με τις ώρες που κάθε κάτοχος αδείας εργαζόμενος στη μονάδα πράγματι απασχολήθηκε στους τομείς, στην ομάδα τομέων ή στις θέσεις εργασίας, διαβιβάζουν δε τα δεδομένα αυτά στις εθνικές εποπτικές αρχές, εφόσον ζητηθούν.

4.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές εγκρίνουν τους κατόχους αδείας που έχουν δικαίωμα να ασκούν καθήκοντα εξεταστή επάρκειας ή αξιολογητή επάρκειας για εκπαίδευση σε μονάδα και συνεχή εκπαίδευση. Η έγκριση ισχύει επί τριετία, με δυνατότητα ανανέωσης.

5.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές διενεργούν τακτικά έλεγχο των εκπαιδευτικών φορέων, για να εξασφαλίζουν ουσιαστική συμμόρφωση με τα πρότυπα που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Επιπλέον του τακτικού ελέγχου, οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να πραγματοποιούν επιτόπιες επισκέψεις, για να ελέγχουν την ουσιαστική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και τη συμμόρφωση με τα πρότυπα που καθορίζονται σε αυτήν.

6.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να αναθέσουν, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, τα καθήκοντα ελέγχου και τις επιθεωρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου σε αναγνωρισμένους οργανισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 550/2004.

7.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας έως τις 17 Μαΐου 2011 και στη συνέχεια ανά τριετία.

Άρθρο 15

Αμοιβαία αναγνώριση των αδειών των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 8, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει την άδεια και τις σχετικές ειδικότητες, καταχωρίσεις ειδικοτήτων και καταχωρίσεις γλωσσικής επάρκειας, που εκδίδονται από την εθνική εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους βάσει της παρούσας οδηγίας, καθώς και το συνοδευτικό ιατρικό πιστοποιητικό. Ωστόσο, κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι αναγνωρίζει αποκλειστικά τις άδειες των κατόχων που έχουν ηλικία τουλάχιστον 21 ετών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο α).

2.   Όταν ο κάτοχος άδειας ασκεί τα εκ της αδείας δικαιώματα σε κράτος μέλος άλλο από αυτό που την εξέδωσε, έχει το δικαίωμα να ανταλλάσσει την άδειά του με άδεια που εκδίδει το κράτος μέλος όπου ασκεί τα σχετικά δικαιώματα, χωρίς να επιβάλλονται πρόσθετοι όροι.

3.   Προκειμένου να χορηγήσουν την καταχώριση μονάδας που έχει ζητηθεί, οι εθνικές εποπτικές αρχές απαιτούν να πληροί ο υποψήφιος τους ειδικούς όρους που συνοδεύουν την εν λόγω καταχώριση, με προσδιορισμό της μονάδας, του τομέα ή της θέσης εργασίας. Όταν καταρτίζει το πλαίσιο εκπαίδευσης μονάδας, ο εκπαιδευτικός φορέας λαμβάνει δεόντως υπόψη τις κτηθείσες ικανότητες και την πείρα του υποψηφίου.

4.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές εγκρίνουν και εκδίδουν αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το πλαίσιο εκπαίδευσης μονάδας, που περιέχει την προτεινόμενη εκπαίδευση για τον υποψήφιο, το αργότερο εντός έξι εβδομάδων από την υποβολή των δικαιολογητικών, με την επιφύλαξη ενδεχόμενης καθυστέρησης που προκύπτει από τυχόν ασκηθείσα προσφυγή. Στις αποφάσεις τους, οι εθνικές εποπτικές αρχές εξασφαλίζουν την τήρηση των αρχών της αμεροληψίας και της αναλογικότητας.

Άρθρο 16

Προσαρμογές σύμφωνα με την τεχνική ή επιστημονική πρόοδο

Λόγω της τεχνικής ή επιστημονικής προόδου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, με τη διαδικασία του άρθρου 17 παράγραφος 2, τροποποιήσεις των ειδικοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 6, των καταχωρίσεων ειδικοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 7, των διατάξεων του άρθρου 12 παράγραφος 3, σχετικά με τα ιατρικά πιστοποιητικά και των παραρτημάτων.

Άρθρο 17

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την Επιτροπή Ενιαίου Ουρανού, η οποία έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού (EK) αριθ. 549/2004.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/EΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/EΚ ορίζεται σε έναν μήνα.

3.   Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό.

Άρθρο 18

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις εν λόγω διατάξεις το αργότερο έως τις 17 Μαΐου 2008 και της κοινοποιούν αμελλητί κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των διατάξεων αυτών.

Άρθρο 19

Μεταβατικές ρυθμίσεις

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) δεν εφαρμόζεται στους κατόχους άδειας ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας που έχουν εκδώσει τα κράτη μέλη πριν από τις 17 Μαΐου 2008.

Άρθρο 20

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 17 Μαΐου 2008, με εξαίρεση το άρθρο 8, για το οποίο η προθεσμία θα είναι η 17 Μαΐου 2010. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις οι τελευταίες αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος αυτής της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 21

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 22

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 5 Απριλίου 2006.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. WINKLER


(1)  ΕΕ C 234 της 22.9.2005, σ. 17.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Μαρτίου 2005(ΕΕ C 320 Ε της 15.12.2005, σ. 50), κοινή θέση του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2005 (ΕΕ C 316 Ε της 13.12.2005, σ. 1) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2006 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  EE L 96 της 31.3.2004, σ. 10.

(4)  ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 27· απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(6)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(7)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΑΔΕΙΩΝ

Οι άδειες που εκδίδονται από ένα κράτος μέλος δυνάμει της παρούσας οδηγίας τηρούν τις ακόλουθες προδιαγραφές:

1.   Aναγραφόμενα λεπτομερή στοιχεία

1.1.

Αναγράφονται στην άδεια τα ακόλουθα λεπτομερή στοιχεία, σημειώνονται δε με αστερίσκο τα στοιχεία εκείνα που πρέπει να μεταφράζονται στα αγγλικά:

α)

*Ονομασία του κράτους ή της αρχής έκδοσης της άδειας (με έντονους μαύρους χαρακτήρες).

β)

*Tίτλος της άδειας (με πολύ έντονους μαύρους χαρακτήρες).

γ)

Αύξων αριθμός της άδειας, με αραβικούς αριθμούς, τον οποίο έχει δώσει η αρχή έκδοσης της άδειας.

δ)

Πλήρες όνομα κατόχου (και με λατινικούς χαρακτήρες εάν η εθνική γλώσσα δεν χρησιμοποιεί λατινικούς χαρακτήρες).

ε)

Ημερομηνία γεννήσεως.

στ)

Ιθαγένεια του κατόχου.

ζ)

Υπογραφή του κατόχου.

η)

*Πιστοποίηση της ισχύος και εξουσιοδότηση του κατόχου να ασκεί δικαιώματα αντίστοιχα της άδειας, η οποία θα αναφέρει:

i)

τις ειδικότητες, τις καταχωρίσεις ειδικοτήτων, τις καταχωρίσεις γλωσσικής επάρκειας, τις καταχωρίσεις εκπαιδευτή και τις καταχωρίσεις μονάδας,

ii)

την ημερομηνία πρώτης έκδοσης,

iii)

τις ημερομηνίες λήξης της ισχύος τους.

θ)

Υπογραφή του υπαλλήλου που εκδίδει την άδεια και ημερομηνία έκδοσής της.

ι)

Σφραγίδα της αρχής έκδοσης της άδειας.

1.2.

Η άδεια πρέπει να συνοδεύεται από εν ισχύι ιατρικό πιστοποιητικό.

2.   Υλικό

Χρησιμοποιείται χαρτί αρίστης ποιότητας ή άλλο κατάλληλο υλικό, τα δε στοιχεία που απαριθμούνται στο ανωτέρω σημείο 1 πρέπει να είναι ευανάγνωστα.

3.   Χρώμα

3.1.

Οσάκις χρησιμοποιείται ομοιόχρωμο υλικό για όλες τις σχετικές με την αεροπορία άδειες που εκδίδει ένα κράτος μέλος, το χρώμα αυτό είναι το λευκό.

3.2.

Οσάκις οι σχετικές με την αεροπορία άδειες που εκδίδει ένα κράτος μέλος φέρουν διακριτική χρωματική σήμανση, το χρώμα της άδειας ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας είναι το κίτρινο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IΙ

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΜΕΡΟΣ A

Απαιτήσεις αρχικής εκπαίδευσης για ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας

Με την αρχική εκπαίδευση εξασφαλίζεται ότι οι μαθητευόμενοι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας πληρούν τουλάχιστον τους στόχους βασικής εκπαίδευσης και εκπαίδευσης ειδικότητας, όπως περιγράφονται στα έγγραφα του Eurocontrol «Guidelines for air traffic controller Common Core Content Initial Training», έκδοση της 10.12.2004, ούτως ώστε οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας να είναι σε θέση να χειρίζονται την εναέρια κυκλοφορία με ασφάλεια, ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.

Η αρχική εκπαίδευση καλύπτει τα ακόλουθα θέματα: αεροπορικό δίκαιο, διαχείριση εναέριας κυκλοφορίας, που συμπεριλαμβάνει διαδικασίες για συνεργασία μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού τομέα, μετεωρολογία, αεροναυτιλία, αεροσκάφη και θεωρία πτήσης, που συμπεριλαμβάνει συνεννόηση μεταξύ ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας και χειριστή, ανθρώπινος παράγοντας, εξοπλισμός και συστήματα, επαγγελματικό περιβάλλον, ασφάλεια και καλλιέργεια νοοτροπίας ασφάλειας, συστήματα διαχείρισης ασφάλειας, ασυνήθεις καταστάσεις και καταστάσεις ανάγκης, συστήματα μειωμένης απόδοσης, γλωσσικές γνώσεις, που συμπεριλαμβάνει φρασεολογία ραδιοτηλεφωνίας.

Τα θέματα διδάσκονται κατά τρόπο ώστε οι υποψήφιοι να προετοιμάζονται για τους διάφορους τύπους υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας και να τονίζονται οι πλευρές ασφαλείας. Η αρχική εκπαίδευση περιλαμβάνει θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα, συμπεριλαμβανομένης της προσομοίωσης, η δε διάρκειά της καθορίζεται στα εγκεκριμένα σχέδια αρχικής εκπαίδευσης. Με τις αποκτηθείσες ικανότητες εξασφαλίζεται ότι ο υποψήφιος μπορεί να θεωρηθεί ικανός να χειρίζεται καταστάσεις πολύπλοκης και πυκνής κυκλοφορίας, και διευκολύνεται η μετάβαση στην εκπαίδευση σε μονάδα. Η επάρκεια του υποψηφίου μετά την αρχική εκπαίδευση αξιολογείται με κατάλληλες εξετάσεις ή βάσει συστήματος συνεχούς αξιολόγησης.

ΜΕΡΟΣ B

Απαιτήσεις εκπαίδευσης σε μονάδα για ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας

Στα προγράμματα εκπαίδευσης σε μονάδα αναπτύσσονται λεπτομερώς οι απαιτούμενες διαδικασίες και το αναγκαίο χρονοδιάγραμμα που επιτρέπουν την εφαρμογή των διαδικασιών της μονάδας στην τοπική περιοχή, υπό την εποπτεία εκπαιδευτή πρακτικής εκπαίδευσης. Το εγκεκριμένο πρόγραμμα περιλαμβάνει ενδείξεις όλων των στοιχείων του συστήματος αξιολόγησης των ικανοτήτων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι εργασιακές ρυθμίσεις, η αξιολόγηση της προόδου και οι εξετάσεις, καθώς και διαδικασίες κοινοποίησης στην εθνική εποπτική αρχή. Η εκπαίδευση σε μονάδα μπορεί να περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία της αρχικής εκπαίδευσης τα οποία προσιδιάζουν στις συνθήκες του εκάστοτε κράτους.

Η διάρκεια της εκπαίδευσης στη μονάδα καθορίζεται στο πλαίσιο εκπαίδευσης μονάδας. Οι απαιτούμενες ικανότητες θα αξιολογούνται με κατάλληλες εξετάσεις ή σύστημα συνεχούς αξιολόγησης, από εγκεκριμένους εξεταστές ή αξιολογητές επάρκειας, οι οποίοι κρίνουν με ουδετερότητα και αντικειμενικότητα. Για το σκοπό αυτόν, οι εθνικές εποπτικές αρχές δημιουργούν μηχανισμούς προσφυγής, ώστε να εξασφαλίζεται δίκαιη μεταχείριση των υποψηφίων.

ΜΕΡΟΣ Γ

Απαιτήσεις συνεχούς εκπαίδευσης για ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας

Οι καταχωρίσεις ειδικότητας και μονάδας στις άδειες των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας διατηρούνται σε ισχύ μέσω εγκεκριμένης συνεχούς εκπαίδευσης, η οποία συνίσταται σε εκπαίδευση για να διατηρηθούν οι ικανότητες των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, επαναληπτικά μαθήματα, εκπαίδευση έκτακτης ανάγκης και, ανάλογα με την περίπτωση, γλωσσική εκπαίδευση.

Η συνεχής εκπαίδευση αποτελείται από θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα, μαζί με προσομοίωση. Για το σκοπό αυτόν, ο εκπαιδευτικός φορέας καταρτίζει κανονισμούς επιχειρησιακής επάρκειας προσωπικού μονάδος, όπου αναπτύσσονται λεπτομερώς οι διαδικασίες, η επάνδρωση και το χρονοδιάγραμμα που χρειάζονται για την παροχή κατάλληλης συνεχούς εκπαίδευσης και για την απόδειξη των ικανοτήτων. Τα σχέδια αυτά επανεξετάζονται και εγκρίνονται τουλάχιστον ανά τριετία. Η διάρκεια της συνεχούς εκπαίδευσης αποφασίζεται ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας που εργάζονται στη μονάδα, ιδίως ενόψει αλλαγής ή προγραμματισμένης αλλαγής διαδικασιών ή εξοπλισμού, ή ενόψει των συνολικών απαιτήσεων διαχείρισης της ασφάλειας. Τα προσόντα κάθε ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας αξιολογούνται δεόντως τουλάχιστον ανά τριετία. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας διασφαλίζει την εφαρμογή μηχανισμών που εξασφαλίζουν τη δίκαιη μεταχείριση των κατόχων αδείας των οποίων η ισχύς των καταχωρίσεων δεν μπορεί να παραταθεί.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IIΙ

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ

Οι απαιτήσεις γλωσσικής επάρκειας του άρθρου 8, εφαρμόζονται για τη χρήση τόσο φρασεολογίας, όσο και απλής γλώσσας. Για να θεωρηθεί ότι πληροί τις απαιτήσεις γλωσσικής επάρκειας, ο υποψήφιος για άδεια ή ο κάτοχος αδείας αξιολογείται και πρέπει να επιδείξει συμμόρφωση τουλάχιστον με το επιχειρησιακό επίπεδο (επίπεδο 4) της κλίμακας διαβάθμισης γλωσσικής επάρκειας, που περιγράφεται στο παρόν παράρτημα.

Οι ομιλητές που έχουν γλωσσική επάρκεια:

α)

επικοινωνούν αποτελεσματικά σε αποκλειστικά φωνητικές (τηλεφωνικές/ραδιοτηλεφωνικές) και πρόσωπο με πρόσωπο καταστάσεις·

β)

επικοινωνούν επί κοινών, συγκεκριμένων και εργασιακών θεμάτων με ακρίβεια και σαφήνεια·

γ)

χρησιμοποιούν κατάλληλες επικοινωνιακές στρατηγικές για την ανταλλαγή μηνυμάτων και για την αναγνώριση και την άρση παρανοήσεων (π.χ. έλεγχος, επιβεβαίωση ή διευκρίνιση πληροφοριών) σε γενικό ή εργασιακό πλαίσιο·

δ)

χειρίζονται επιτυχώς και με σχετική άνεση τις γλωσσικές προκλήσεις που θέτει μια περιπλοκή ή απρόσμενη τροπή των γεγονότων, η οποία συμβαίνει στο πλαίσιο συνήθους κατάστασης εργασίας ή καθήκοντος επικοινωνίας με το οποίο είναι κανονικά εξοικειωμένοι, και

ε)

χρησιμοποιούν διάλεκτο ή προφορά που είναι κατανοητή από την αεροναυτική κοινότητα.

Κλίμακα διαβάθμισης γλωσσικής επάρκειας: Άριστο, εκτεταμένο και επιχειρησιακό επίπεδο

Επίπεδο

Προφορά

Χρησιμοποιεί διάλεκτο ή/και προφορά κατανοητή από την αεροναυτική κοινότητα.

Δομή

Οι σχετικές δομές της γραμματικής και των προτάσεων υπαγορεύονται από γλωσσικές λειτουργίες ανάλογες με τα καθήκοντα.

Λεξιλόγιο

Ευχέρεια λόγου

Κατανόηση

Ανταπόκριση

Άριστο

6

Η προφορά, ο τόνος, ο ρυθμός και ο τονισμός, αν και επηρεάζονται ενδεχομένως από την πρώτη γλώσσα ή τοπικές ιδιομορφίες, σχεδόν ποτέ δεν παρεμβάλλονται στην ευχέρεια κατανόησης.

Οι βασικές και πολύπλοκες δομές τόσο της γραμματικής, όσο και των προτάσεων είναι συνεχώς καλά ελεγχόμενες.

Το φάσμα του λεξιλογίου και η ακρίβεια είναι επαρκή για αποτελεσματική επικοινωνία σε μια ευρεία ποικιλία οικείων και μη οικείων θεμάτων. Το λεξιλόγιο περιέχει ιδιωματισμούς, εννοιολογικές αποχρώσεις και είναι ευπροσάρμοστο στα διάφορα νοηματικά πλαίσια.

Ικανότητα ομιλίας επί μακρόν με φυσική, αβίαστη ροή. Διακύμανση της ροής του λόγου για λόγους ύφους, π.χ. για να τονιστεί ένα σημείο. Αυθόρμητη χρήση κατάλληλων δεικτικών και συνδετικών στοιχείων της ομιλίας.

Η κατανόηση είναι συνεχώς ακριβής σε όλα σχεδόν τα πλαίσια και περιλαμβάνει κατανόηση των γλωσσικών και πολιτιστικών λεπτών διακρίσεων.

Ανταποκρίνεται με άνεση σε όλες σχεδόν τις καταστάσεις. Είναι ευπροσάρμοστος στις λεκτικές και μη λεκτικές νύξεις, και αποκρίνεται σε αυτές αναλόγως.

Εκτεταμένο

5

Η προφορά, ο τόνος, ο ρυθμός και ο τονισμός, αν και επηρεάζονται από την πρώτη γλώσσα ή τοπικές ιδιομορφίες, σπανίως παρεμβάλλονται στην ευχέρεια κατανόησης.

Οι βασικές δομές της γραμματικής και των προτάσεων είναι συνεχώς καλά ελεγχόμενες. Επιχειρείται η χρήση πολύπλοκων δομών, αλλά με λάθη που κάποιες φορές παρεμβάλλονται στο νόημα.

Το φάσμα του λεξιλογίου και η ακρίβεια είναι επαρκή για αποτελεσματική επικοινωνία σε κοινά, συγκεκριμένα και εργασιακά θέματα. Συνεχής και επιτυχής χρήση παραφράσεων. Το λεξιλόγιο μερικές φορές περιέχει ιδιωματισμούς.

Ικανότητα ομιλίας επί μακρόν με σχετική άνεση για οικεία θέματα, αλλά μπορεί να μην υπάρχει διακύμανση της ροής του λόγου για λόγους ύφους. Δυνατότητα χρήσης κατάλληλων δεικτικών ή συνδετικών στοιχείων της ομιλίας.

Η κατανόηση είναι ακριβής σε κοινά, συγκεκριμένα και εργασιακά θέματα και μάλλον ακριβής, όταν ο ομιλητής αντιμετωπίζει περιπλοκή της γλώσσας ή της κατάστασης ή απρόσμενη τροπή των γεγονότων. Δυνατότητα κατανόησης ενός φάσματος ποικιλιών της ομιλίας (διάλεκτο ή/και προφορά) ή νοηματικών πλαισίων.

Οι αποκρίσεις είναι άμεσες, κατάλληλες και παρέχουν πληροφορίες. Διαχειρίζεται αποτελεσματικά τη σχέση ομιλητή/ακροατή.

Επιχειρησιακό

4

Η προφορά, ο τόνος, ο ρυθμός και ο τονισμός, επηρεάζονται από την πρώτη γλώσσα ή τοπικές ιδιομορφίες, αλλά μόνον μερικές φορές παρεμβάλλονται στην ευχέρεια κατανόησης.

Οι βασικές δομές της γραμματικής και των προτάσεων χρησιμοποιούνται δημιουργικά και είναι συνήθως καλά ελεγχόμενες. Ενδέχεται να υπάρξουν λάθη, ιδίως σε ασυνήθεις ή απρόσμενες περιστάσεις, αλλά σπανίως παρεμβάλλονται στο νόημα.

Το φάσμα του λεξιλογίου και η ακρίβεια είναι συνήθως επαρκή για αποτελεσματική επικοινωνία σε κοινά, συγκεκριμένα και εργασιακά θέματα. Μπορεί συχνά να γίνεται επιτυχής χρήση παραφράσεων, όταν υπάρχει έλλειψη λεξιλογίου σε ασυνήθεις ή απρόσμενες περιστάσεις.

Εκφέρει τμήματα λόγου με κατάλληλο ρυθμό. Ενδέχεται να υπάρχει περιστασιακή απώλεια της ευχέρειας λόγου κατά τη μετάβαση από επαναλαμβανόμενες ή στερεότυπες φράσεις σε αυθόρμητη ανταπόκριση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την αποτελεσματική επικοινωνία. Δυνατότητα περιορισμένης χρήσης δεικτικών ή συνδετικών στοιχείων της ομιλίας. Οι συμπληρώσεις δεν διασπούν το λόγο.

Η κατανόηση είναι μάλλον ακριβής σε κοινά, συγκεκριμένα και εργασιακά θέματα, όταν η χρησιμοποιούμενη προφορά ή ποικιλία είναι επαρκώς κατανοητή για τη διεθνή κοινότητα χρηστών. Όταν ο ομιλητής αντιμετωπίζει περιπλοκή της γλώσσας ή της κατάστασης ή απρόσμενη τροπή των γεγονότων, η κατανόηση μπορεί να είναι βραδύτερη ή να απαιτεί στρατηγικές αποσαφήνισης.

Οι αποκρίσεις είναι συνήθως άμεσες, κατάλληλες και παρέχουν πληροφορίες. Αρχίζει και διατηρεί τη συνομιλία, ακόμη και στην αντιμετώπιση απρόσμενης τροπής των γεγονότων. Αντιμετωπίζει κατάλληλα τις φαινομενικές παρανοήσεις με έλεγχο, επιβεβαίωση ή αποσαφήνιση.


Κλίμακα διαβάθμισης γλωσσικής επάρκειας: Προεπιχειρησιακό, στοιχειώδες και προστοιχειώδες επίπεδο

Επίπεδο

Προφορά

Χρησιμοποιεί διάλεκτο ή/και προφορά κατανοητή από την αεροναυτική κοινότητα.

Δομή

Οι σχετικές δομές της γραμματικής και των προτάσεων υπαγορεύονται από γλωσσικές λειτουργίες ανάλογες με τα καθήκοντα.

Λεξιλόγιο

Ευχέρεια λόγου

Κατανόηση

Ανταπόκριση

Προεπιχειρησιακό

3

Η προφορά, ο τόνος, ο ρυθμός και ο τονισμός, επηρεάζονται από την πρώτη γλώσσα ή τοπικές ιδιομορφίες και συχνά παρεμβάλλονται στην ευχέρεια κατανόησης.

Οι βασικές δομές της γραμματικής και των προτάσεων που συνδέονται με προβλέψιμες καταστάσεις δεν είναι πάντοτε καλά ελεγχόμενες. Τα λάθη συχνά παρεμβάλλονται στο νόημα.

Το φάσμα του λεξιλογίου και η ακρίβεια είναι συχνά επαρκή για επικοινωνία σε κοινά, συγκεκριμένα ή εργασιακά θέματα, αλλά το φάσμα είναι περιορισμένο και η επιλογή των λέξεων συχνά ακατάλληλη. Συχνά υπάρχει αδυναμία επιτυχούς παράφρασης, όταν υπάρχει έλλειψη λεξιλογίου.

Εκφέρει τμήματα λόγου, αλλά η διατύπωση και οι παύσεις είναι συχνά ακατάλληλες. Οι δισταγμοί ή η βραδύτητα της επεξεργασίας του λόγου μπορεί να εμποδίσουν την αποτελεσματική επικοινωνία. Οι συμπληρώσεις μερικές φορές διασπούν το λόγο.

Η κατανόηση είναι συχνά ακριβής σε κοινά, συγκεκριμένα και εργασιακά θέματα, όταν η χρησιμοποιούμενη προφορά ή ποικιλία είναι επαρκώς κατανοητή για τη διεθνή κοινότητα χρηστών. Ενδέχεται να υπάρχει έλλειψη κατανόησης της περιπλοκής της γλώσσας ή της κατάστασης ή της απρόσμενης τροπής των γεγονότων.

Οι αποκρίσεις είναι ενίοτε άμεσες, κατάλληλες και παρέχουν πληροφορίες. Μπορεί να αρχίσει και να διατηρήσει τη συνομιλία με εύλογη άνεση σε οικεία θέματα και προβλέψιμες καταστάσεις. Γενικώς ανεπαρκής στην αντιμετώπιση απρόσμενης τροπής των γεγονότων.

Στοιχειώδες

2

Η προφορά, ο τόνος, ο ρυθμός και ο τονισμός, επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από την πρώτη γλώσσα ή τοπικές ιδιομορφίες και συνήθως παρεμβάλλονται στην ευχέρεια κατανόησης.

Επιδεικνύει μόνον περιορισμένο έλεγχο μερικών απλών αποστηθισμένων δομών της γραμματικής και των προτάσεων.

Περιορισμένο φάσμα λεξιλογίου, που αποτελείται μόνον από μεμονωμένες λέξεις και απομνημονευμένες φράσεις.

Μπορεί να αρθρώσει πολύ μικρές, απομονωμένες, απομνημονευμένες λέξεις, με συχνές παύσεις και συμπληρώσεις που διασπούν το λόγο, για την αναζήτηση εκφράσεων και την άρθρωση λιγότερο οικείων λέξεων.

Η κατανόηση περιορίζεται σε απομονωμένες, απομνημονευμένες φράσεις, όταν αρθρώνονται προσεκτικά και αργά.

Ο χρόνος απόκρισης είναι βραδύς, και η απόκριση συχνά ακατάλληλη. Η ανταπόκριση περιορίζεται σε απλή συνομιλία ρουτίνας.

Προστοιχειώδες

1

Χρήση της γλώσσας σε επίπεδο κατώτερο του στοιχειώδους επιπέδου.

Χρήση της γλώσσας σε επίπεδο κατώτερο του στοιχειώδους επιπέδου.

Χρήση της γλώσσας σε επίπεδο κατώτερο του στοιχειώδους επιπέδου.

Χρήση της γλώσσας σε επίπεδο κατώτερο του στοιχειώδους επιπέδου.

Χρήση της γλώσσας σε επίπεδο κατώτερο του στοιχειώδους επιπέδου.

Χρήση της γλώσσας σε επίπεδο κατώτερο του στοιχειώδους επιπέδου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΣΑΡΤΩΝΤΑΙ ΣΤΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΠΟΥ ΑΠΟΝΕΜΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ

1.

Η τήρηση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 13 πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία ότι οι εκπαιδευτικοί φορείς έχουν το κατάλληλο προσωπικό και εξοπλισμό και λειτουργούν εντός περιβάλλοντος κατάλληλου για την παροχή της εκπαίδευσης που απαιτείται για την απόκτηση ή τη διατήρηση άδειας εκπαιδευόμενου ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας και άδειας ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας. Ειδικότερα, οι εκπαιδευτικοί φορείς:

α)

διαθέτουν αποτελεσματική δομή διαχείρισης και επαρκές προσωπικό με κατάλληλα προσόντα και πείρα προκειμένου να παρέχουν εκπαίδευση σύμφωνα με τα πρότυπα που ορίζει η παρούσα οδηγία·

β)

διαθέτουν τις αναγκαίες εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και καταλύματα που αντιστοιχούν στο είδος της παρεχόμενης εκπαίδευσης·

γ)

γνωστοποιούν τη μεθοδολογία που θα ακολουθήσουν για να καθορίσουν λεπτομερώς το περιεχόμενο, την οργάνωση και τη διάρκεια των εκπαιδευτικών μαθημάτων, τα σχέδια εκπαίδευσης σε μονάδα και τους κανονισμούς επιχειρησιακής επάρκειας προσωπικού μονάδος· η εν λόγω μεθοδολογία θα περιλαμβάνει τον τρόπο διοργάνωσης των εξετάσεων ή των αξιολογήσεων. Για τις εξετάσεις που αφορούν την αρχική εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης προσομοίωσης, τα προσόντα των εξεταστών πρέπει να αναφέρονται λεπτομερώς·

δ)

αποδεικνύουν ότι διαθέτουν σύστημα διαχείρισης της ποιότητας προκειμένου να παρακολουθείται η καταλληλότητα και η συμμόρφωση με τα συστήματα και τις διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες εκπαίδευσης ανταποκρίνονται προς τα πρότυπα της παρούσας οδηγίας·

ε)

αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς πόρους για την πραγματοποίηση της εκπαίδευσης σύμφωνα με τα πρότυπα που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και ότι οι δραστηριότητες έχουν επαρκή ασφαλιστική κάλυψη ανάλογα με τη φύση της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

2.

Στα πιστοποιητικά αναγράφονται:

α)

η εθνική εποπτική αρχή που εκδίδει το πιστοποιητικό·

β)

ο υποψήφιος (όνομα και διεύθυνση)·

γ)

ο τύπος υπηρεσιών που πιστοποιούνται·

δ)

δήλωση της συμμόρφωσης του υποψηφίου προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο 1·

ε)

η ημερομηνία εκδόσεως και η περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού.


27.4.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 114/38


ΟΔΗΓΊΑ 2006/25/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 5ης Απριλίου 2006

περί των ελαχίστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας όσον αφορά στην έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (τεχνητή οπτική ακτινοβολία) (19η ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 137 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής (1), που υποβλήθηκε μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή για την ασφάλεια και την υγεία στο χώρο εργασίας,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3), υπό το πρίσμα του κοινού σχεδίου που ενέκρινε η επιτροπή συνδιαλλαγής στις 31 Ιανουαρίου 2006,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με τη συνθήκη, το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίζει με οδηγίες ελάχιστες προδιαγραφές για την προώθηση βελτιώσεων, ιδίως στο εργασιακό περιβάλλον, ώστε να διασφαλίζεται καλύτερο επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων. Οι οδηγίες αυτές αποσκοπούν στην αποφυγή επιβολής διοικητικών, οικονομικών και νομικών περιορισμών που ενδέχεται να εμποδίσουν τη δημιουργία και την ανάπτυξη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

(2)

Η ανακοίνωση της Επιτροπής για το πρόγραμμα δράσης της σχετικά με την εφαρμογή του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων προβλέπει τη θέσπιση ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας που αφορούν στην έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους οφειλόμενους σε φυσικούς παράγοντες. Τον Σεπτέμβριο του 1990, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα σχετικά με αυτό το πρόγραμμα δράσης (4), με το οποίο καλεί ιδίως την Επιτροπή να καταρτίσει ειδική οδηγία για τους κινδύνους που συνδέονται με το θόρυβο, τους κραδασμούς και κάθε άλλο φυσικό παράγοντα στο χώρο εργασίας.

(3)

Ως πρώτο βήμα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν στις 25 Ιουνίου 2002, την οδηγία 2002/44/ΕΚ περί των ελαχίστων προδιαγραφών υγείας και ασφαλείας όσον αφορά στην έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (κραδασμοί) (16η ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (5). Στη συνέχεια, στις 6 Φεβρουαρίου 2003, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν, την οδηγία 2003/10/ΕΚ περί των ελαχίστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας για την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος) (17η ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (6). Αργότερα, στις 29 Απριλίου 2004, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν την οδηγία 2004/40/ΕΚ περί των ελαχίστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας όσον αφορά στην έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (ηλεκτρομαγνητικά πεδία) (18η ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (7).

(4)

Κρίνεται πλέον αναγκαίο να θεσπισθούν μέτρα για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την οπτική ακτινοβολία, λόγω των επιπτώσεών της στην υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και ιδίως των βλαβών που προκαλεί στα μάτια και το δέρμα. Τα μέτρα αυτά δεν αποβλέπουν μόνο στη διασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας κάθε εργαζόμενου ξεχωριστά αλλά και στην επίτευξη, για όλους τους εργαζόμενους της Κοινότητας, ενός ελάχιστου βαθμού προστασίας, προκειμένου να αποφεύγονται ενδεχόμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

(5)

Ένας από τους σκοπούς της οδηγίας είναι η έγκαιρη διάγνωση αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία από την έκθεση σε οπτική ακτινοβολία.

(6)

Η παρούσα οδηγία καθορίζει ελάχιστες προδιαγραφές, γεγονός που παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν αυστηρότερες διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων, και ιδίως να καθορίσουν χαμηλότερες οριακές τιμές έκθεσης. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία για οιαδήποτε επιδείνωση σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί ήδη σε κάθε κράτος μέλος.

(7)

Ένα σύστημα προστασίας κατά των κινδύνων από την οπτική ακτινοβολία θα πρέπει να περιορίζεται σε έναν ορισμό, χωρίς υπερβολικές λεπτομέρειες, των επιδιωκόμενων στόχων, των αρχών που πρέπει να τηρούνται και των βασικών τιμών που πρέπει να εφαρμόζονται ώστε να μπορούν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις ελάχιστες προδιαγραφές με ισοδύναμο τρόπο.

(8)

Η μείωση του επιπέδου έκθεσης σε οπτική ακτινοβολία μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικότερα με την ενσωμάτωση προληπτικών μέτρων ήδη κατά το στάδιο του σχεδιασμού των θέσεων εργασίας, καθώς και με την επιλογή εξοπλισμού, διαδικασιών και μεθόδων εργασίας, εις τρόπον ώστε να δίδεται προτεραιότητα στη μείωση των κινδύνων στην πηγή. Με τον τρόπο αυτό, οι διατάξεις που αναφέρονται στον εξοπλισμό και τις μεθόδους εργασίας συμβάλλουν στην προστασία των εργαζομένων που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο εξοπλισμό και εφαρμόζουν τις αντίστοιχες μεθόδους εργασίας. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές πρόληψης του άρθρου 6 παράγραφος 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (8), τα μέτρα συλλογικής προστασίας έχουν προτεραιότητα έναντι των μέτρων ατομικής προστασίας.

(9)

Οι εργοδότες θα πρέπει να προσαρμόζονται στην τεχνική πρόοδο και στις επιστημονικές γνώσεις που αφορούν κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε οπτική ακτινοβολία, με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας και της προστασίας της υγείας των εργαζομένων.

(10)

Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία είναι ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, η τελευταία οδηγία εφαρμόζεται στην έκθεση των εργαζομένων σε οπτική ακτινοβολία, με την επιφύλαξη των αυστηρότερων ή/και ειδικότερων διατάξεων που περιέχονται στην παρούσα οδηγία.

(11)

Η παρούσα οδηγία αποτελεί συγκεκριμένο βήμα προς επίτευξη της κοινωνικής διάστασης της εσωτερικής αγοράς.

(12)

Μπορεί να επιτευχθεί μια συμπληρωματική προσέγγιση, η οποία αφενός προωθεί την αρχή της καλύτερης ρύθμισης και αφετέρου διασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας, εφόσον τα προϊόντα που παράγουν οι κατασκευαστές πηγών οπτικής ακτινοβολίας και συναφούς εξοπλισμού συμμορφώνονται με εναρμονισμένα πρότυπα σχεδιασμένα για να προστατεύουν την υγεία και ασφάλεια των χρηστών από τους συμφυείς με αυτά τα προϊόντα κινδύνους· δεν είναι, επομένως, αναγκαίο να επαναλαμβάνουν οι εργοδότες τις μετρήσεις ή τους υπολογισμούς που έχει ήδη κάνει ο κατασκευαστής για να εξακριβώσει τη συμμόρφωση του εν λόγω εξοπλισμού με τις βασικές προδιαγραφές ασφάλειας, όπως καθορίζονται στις οικείες κοινοτικές οδηγίες, εφόσον ο εξοπλισμός έχει συντηρηθεί καταλλήλως και συστηματικώς.

(13)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (9).

(14)

Η τήρηση των οριακών τιμών έκθεσης θα πρέπει να παρέχει υψηλό επίπεδο προστασίας όσον αφορά στις επιπτώσεις στην υγεία που ενδέχεται να απορρέουν από έκθεση σε οπτική ακτινοβολία.

(15)

Η Επιτροπή θα πρέπει να συντάξει πρακτικό οδηγό που θα βοηθήσει τους εργοδότες, ιδίως τους υπευθύνους μικρομεσαίων επιχειρήσεων, να καταλάβουν καλύτερα τις τεχνικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή θα πρέπει να προσπαθήσει να ολοκληρώσει τον εν λόγω οδηγό το ταχύτερο δυνατό για να διευκολύνει την έγκριση από τα κράτη μέλη των αναγκαίων μέτρων υλοποίησης της οδηγίας.

(16)

Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (10), τα κράτη μέλη προτρέπονται να καταρτίσουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιήσουν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΜΗΜΑ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός και πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία, η οποία αποτελεί τη 19η ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές όσον αφορά στην προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους, οι οποίοι προκύπτουν ή ενδέχεται να προκύψουν λόγω της έκθεσης σε τεχνητή οπτική ακτινοβολία κατά την εργασία τους.

2.   Η παρούσα οδηγία αφορά στους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων που οφείλονται σε δυσμενή αποτελέσματα στα μάτια και το δέρμα λόγω έκθεσης σε τεχνητή οπτική ακτινοβολία.

3.   Η οδηγία 89/391/ΕΟΚ εφαρμόζεται πλήρως στο σύνολο του αναφερομένου στην παράγραφο 1 τομέα, με την επιφύλαξη αυστηρότερων ή/και ειδικότερων διατάξεων της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

οπτική ακτινοβολία: κάθε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία στην περιοχή μήκους κύματος μεταξύ 100 nm και 1 mm. Το φάσμα της οπτικής ακτινοβολίας υποδιαιρείται σε υπεριώδη ακτινοβολία, ορατή ακτινοβολία και υπέρυθρη ακτινοβολία:

i)

υπεριώδης ακτινοβολία: οπτική ακτινοβολία στην περιοχή μήκους κύματος μεταξύ 100 nm και 400 nm. Η υπεριώδης περιοχή του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος υποδιαιρείται σε UVA (315-400 nm), UVB (280-315 nm) και UVC (100-280 nm),

ii)

ορατή ακτινοβολία: οπτική ακτινοβολία στην περιοχή μήκους κύματος μεταξύ 380 και 780 nm,

iii)

υπέρυθρη ακτινοβολία: οπτική ακτινοβολία στην περιοχή μήκους κύματος μεταξύ 780 nm και 1 mm. Η υπέρυθρη περιοχή του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος υποδιαιρείται σε IRA (780-1 400 nm), IRB (1 400-3 000 nm) και IRC (3 000 nm-1 mm)·

β)

λέιζερ (ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας): κάθε διάταξη που μπορεί να εξαναγκασθεί να παράγει ή να ενισχύει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία στην περιοχή μήκους κύματος της οπτικής ακτινοβολίας κυρίως μέσω της διεργασίας της ελεγχόμενης εξαναγκασμένης εκπομπής·

γ)

ακτινοβολία λέιζερ: οπτική ακτινοβολία που προέρχεται από λέιζερ·

δ)

ασύμφωνη ακτινοβολία: κάθε οπτική ακτινοβολία που δεν είναι ακτινοβολία λέιζερ·

ε)

οριακές τιμές έκθεσης: όρια έκθεσης σε οπτική ακτινοβολία τα οποία βασίζονται άμεσα σε διαπιστωμένες επιπτώσεις στην υγεία και σε βιολογικές μελέτες. Η τήρηση των ορίων αυτών διασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι που εκτίθενται σε τεχνητές πηγές οπτικής ακτινοβολίας προστατεύονται από όλες τις γνωστές δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία·

στ)

ακτινοβολισμός (Ε) ή πυκνότητα ισχύος: η ισχύς ακτινοβολίας που προσπίπτει πάνω σε μια επιφάνεια, ανά μονάδα επιφανείας. Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο (W m2

ζ)

έκθεση σε ακτινοβολία (Η): το ολοκλήρωμα χρόνου του ακτινοβολισμού. Εκφράζεται σε τζάουλ ανά τετραγωνικό μέτρο (J m-2

η)

ακτινοβόληση (L): η ροή ή ισχύς ακτινοβολίας που διαδίδεται ανά μονάδα στερεάς γωνίας και ανά μονάδα επιφανείας. Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο και ανά στερακτίνιο (W m-2 sr-1

θ)

επίπεδο: ο συνδυασμός ακτινοβολισμού, έκθεσης σε ακτινοβολία και ακτινοβόλησης στον οποίον εκτίθεται ένας εργαζόμενος.

Άρθρο 3

Οριακές τιμές έκθεσης

1.   Οι οριακές τιμές έκθεσης σε ασύμφωνη ακτινοβολία, πλην της εκπεμπόμενης από φυσικές πηγές οπτικής ακτινοβολίας, καθορίζονται στο παράρτημα I.

2.   Οι οριακές τιμές έκθεσης σε ακτινοβολία λέιζερ καθορίζονται στο παράρτημα II.

ΤΜΗΜΑ ΙΙ

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ

Άρθρο 4

Προσδιορισμός της έκθεσης και εκτίμηση των κινδύνων

1.   Ανταποκρινόμενος στις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 και στο άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, προκειμένου περί εργαζομένων που εκτίθενται σε τεχνητές πηγές οπτικής ακτινοβολίας, ο εργοδότης εκτιμά και, εάν είναι αναγκαίο, μετρά ή/και υπολογίζει τα επίπεδα οπτικής ακτινοβολίας στα οποία ενδέχεται να εκτεθούν οι εργαζόμενοι ώστε να είναι δυνατόν να καθοριστούν και να εφαρμοστούν τα μέτρα που απαιτούνται για να περιοριστεί η έκθεση στα αντιστοίχως προβλεπόμενα όρια. Η μεθοδολογία που ακολουθείται κατά την εκτίμηση, τη μέτρηση και τους υπολογισμούς υπακούει στα πρότυπα της Διεθνούς Ηλεκτροτεχνικής Επιτροπής (IEC) όσον αφορά στην ακτινοβολία λέιζερ και στις συστάσεις της Διεθνούς Επιτροπής Φωτισμού (CIE) καθώς και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τυποποίησης (CEN) όσον αφορά στην ασύμφωνη ακτινοβολία. Σε περιπτώσεις έκθεσης που δεν καλύπτονται από τα ανωτέρω πρότυπα και συστάσεις και εν αναμονή κατάλληλων προτύπων ή συστάσεων της ΕΕ, η εκτίμηση, η μέτρηση ή/και οι υπολογισμοί διενεργούνται βάσει των διαθέσιμων εθνικών ή διεθνών επιστημονικώς τεκμηριωμένων κατευθυντήριων οδηγιών. Και στις δύο περιπτώσεις έκθεσης, κατά την εκτίμηση είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα που παρέχουν οι κατασκευαστές του εξοπλισμού όταν αυτός καλύπτεται από οικείες κοινοτικές οδηγίες.

2.   Η εκτίμηση, η μέτρηση ή/και οι υπολογισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σχεδιάζονται και διενεργούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή πρόσωπα ανά κατάλληλα χρονικά διαστήματα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις διατάξεις των άρθρων 7 και 11 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ τις σχετικές με τις αναγκαίες αρμόδιες υπηρεσίες ή πρόσωπα καθώς και τις διαβουλεύσεις και τη συμμετοχή των εργαζομένων. Τα δεδομένα που προκύπτουν από τις εκτιμήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν από τη μέτρηση ή/και τον υπολογισμό του επιπέδου έκθεσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, φυλάσσονται υπό κατάλληλη μορφή ώστε να είναι δυνατόν να τα συμβουλευθεί κανείς σε μεταγενέστερο στάδιο.

3.   Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, ο εργοδότης αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή, κατά τη διεξαγωγή της εκτίμησης των κινδύνων, στα ακόλουθα:

α)

στο επίπεδο, την περιοχή μήκους κύματος και τη διάρκεια της έκθεσης σε τεχνητές πηγές οπτικής ακτινοβολίας·

β)

στις οριακές τιμές έκθεσης που αναφέρονται στο άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας·

γ)

σε οποιεσδήποτε επιπτώσεις επί της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων οι οποίοι ανήκουν σε ιδιαίτερα ευαίσθητες ομάδες κινδύνου·

δ)

σε κάθε ενδεχόμενη επίπτωση στην υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων που προκύπτει από αλληλεπιδράσεις, στο χώρο εργασίας, μεταξύ οπτικής ακτινοβολίας και φωτοευαισθητοποιών χημικών ουσιών·

ε)

σε οποιεσδήποτε έμμεσες επιπτώσεις, όπως προσωρινή τύφλωση, έκρηξη ή πυρκαγιά·

στ)

στην ύπαρξη εναλλακτικού εξοπλισμού σχεδιασμένου για τη μείωση των επιπέδων έκθεσης σε τεχνητή οπτική ακτινοβολία·

ζ)

σε κατάλληλες πληροφορίες που συγκεντρώνονται από την επίβλεψη της υγείας, συμπεριλαμβανομένων, στο μέτρο του δυνατού, και των σχετικών δημοσιευμένων πληροφοριών·

η)

στις πολλαπλές πηγές έκθεσης σε τεχνητή οπτική ακτινοβολία·

θ)

σε ταξινόμηση των λέιζερ σύμφωνα με το οικείο IEC πρότυπο και, όσον αφορά σε τεχνητές πηγές που ενδέχεται να προκαλέσουν βλάβες παρόμοιες με εκείνες από λέιζερ κατηγορίας 3Β ή 4, σε κάθε ανάλογη ταξινόμηση·

ι)

σε πληροφορίες που παρέχουν οι κατασκευαστές πηγών οπτικής ακτινοβολίας και συναφούς εξοπλισμού εργασίας σύμφωνα με τις οικείες κοινοτικές οδηγίες.

4.   Ο εργοδότης οφείλει να έχει στη διάθεσή του μιαν εκτίμηση των κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, και να επισημαίνει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 της παρούσας οδηγίας. Η εκτίμηση των κινδύνων πρέπει να καταγράφεται επί καταλλήλου υποθέματος, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και την εθνική πρακτική, μπορεί δε να περιλαμβάνει αιτιολόγηση εκ μέρους του εργοδότη ότι η φύση και η έκταση των κινδύνων που συνδέονται με οπτική ακτινοβολία καθιστούν μη αναγκαία μια περαιτέρω λεπτομερή εκτίμηση των κινδύνων. Η εκτίμηση των κινδύνων επικαιροποιείται τακτικά, ιδίως εάν έχουν επέλθει σημαντικές μεταβολές που μπορεί να την καθιστούν ξεπερασμένη ή εάν το επιβάλλουν τα αποτελέσματα της επίβλεψης της υγείας.

Άρθρο 5

Διατάξεις που αποσκοπούν στην αποφυγή ή τη μείωση των κινδύνων

1.   Λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική πρόοδο και τα διαθέσιμα μέτρα ελέγχου του κινδύνου στην πηγή προέλευσης, οι κίνδυνοι που προκύπτουν από την έκθεση σε τεχνητή οπτική ακτινοβολία πρέπει να εξαλείφονται ή να μειώνονται στο ελάχιστο.

Η μείωση των κινδύνων που προκύπτουν από την έκθεση σε τεχνητή οπτική ακτινοβολία γίνεται βάσει των γενικών αρχών πρόληψης που καθορίζονται στην οδηγία 89/391/ΕΟΚ.

2.   Όταν η εκτίμηση των κινδύνων που διενεργείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 1 για εργαζόμενους που εκτίθενται σε τεχνητές πηγές οπτικής ακτινοβολίας υποδεικνύει οιαδήποτε πιθανότητα υπέρβασης των οριακών τιμών έκθεσης, ο εργοδότης καταρτίζει και εφαρμόζει σχέδιο δράσης, το οποίο περιλαμβάνει τεχνικά ή/και οργανωτικά μέτρα πρόληψης της υπέρβασης των οριακών τιμών έκθεσης, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη:

α)

άλλες μεθόδους εργασίας που μειώνουν τον κίνδυνο από οπτική ακτινοβολία·

β)

την επιλογή εξοπλισμού εργασίας που εκπέμπει χαμηλότερων επιπέδων οπτική ακτινοβολία, λαμβάνοντας υπόψη την προς εκτέλεση εργασία·

γ)

τεχνικά μέτρα για τη μείωση της εκπομπής οπτικής ακτινοβολίας, συμπεριλαμβανομένης, όπου χρειάζεται, της χρήσης συστημάτων αυτόματης απενεργοποίησης, θωράκισης ή παρόμοιων μηχανισμών προστασίας της υγείας·

δ)

κατάλληλα προγράμματα συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, των χώρων εργασίας και των συστημάτων της θέσης εργασίας·

ε)

το σχεδιασμό και τη διαμόρφωση των χώρων και θέσεων εργασίας·

στ)

τον περιορισμό της διάρκειας και του επιπέδου της έκθεσης·

ζ)

τη διαθεσιμότητα κατάλληλου εξοπλισμού ατομικής προστασίας·

θ)

τις οδηγίες του κατασκευαστή του εξοπλισμού εφόσον αυτός καλύπτεται από οικείες κοινοτικές οδηγίες.

3.   Βάσει της διενεργούμενης κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 εκτίμησης των κινδύνων, οι χώροι εργασίας, στους οποίους οι εργαζόμενοι ενδέχεται να εκτεθούν σε επίπεδα οπτικής ακτινοβολίας από τεχνητές πηγές που υπερβαίνουν τις οριακές τιμές έκθεσης, επισημαίνονται με κατάλληλη σήμανση σύμφωνα με την οδηγία 92/58/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τη σήμανση ασφάλειας ή/και υγείας στην εργασία (9η ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (11). Οι εν λόγω χώροι προσδιορίζονται και η πρόσβαση σ' αυτούς περιορίζεται όπου αυτό είναι τεχνικώς εφικτό και όταν υπάρχει κίνδυνος ενδεχόμενης υπέρβασης των οριακών τιμών έκθεσης.

4.   Σε κάθε περίπτωση, η έκθεση των εργαζομένων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις οριακές τιμές έκθεσης. Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνει ο εργοδότης προς συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία όσον αφορά στις τεχνητές πηγές οπτικής ακτινοβολίας, σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών έκθεσης, ο εργοδότης λαμβάνει αμέσως τα κατάλληλα μέτρα ώστε να μειωθεί η έκθεση σε επίπεδα χαμηλότερα των οριακών τιμών έκθεσης. Ο εργοδότης προσδιορίζει τους λόγους υπέρβασης των οριακών τιμών έκθεσης και προσαρμόζει αναλόγως τα μέτρα προστασίας και πρόληψης, ώστε να αποφευχθεί η εκ νέου υπέρβαση των τιμών αυτών.

5.   Κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, ο εργοδότης προσαρμόζει τα μέτρα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο προς τις απαιτήσεις των εργαζομένων που ανήκουν σε ιδιαίτερα ευαίσθητες ομάδες κινδύνου.

Άρθρο 6

Ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων

Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 12 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, ο εργοδότης διασφαλίζει ότι στους εργαζόμενους οι οποίοι εκτίθενται σε κινδύνους από τεχνητή οπτική ακτινοβολία κατά την εργασία ή/και στους εκπροσώπους τους, παρέχεται κάθε αναγκαία πληροφόρηση και εκπαίδευση σε σχέση με το αποτέλεσμα της εκτίμησης των κινδύνων που προβλέπεται στο άρθρο 4 της παρούσας οδηγίας, και ιδίως σχετικά με:

α)

τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας·

β)

τις οριακές τιμές έκθεσης και τους συναφείς δυνητικούς κινδύνους·

γ)

τα αποτελέσματα της εκτίμησης, της μέτρησης ή/και των υπολογισμών των επιπέδων έκθεσης σε τεχνητή οπτική ακτινοβολία που διενεργούνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 της παρούσας οδηγίας, με παράλληλη εξήγηση της σημαντικότητάς τους καθώς και των δυνητικών κινδύνων·

δ)

τις μεθόδους εντοπισμού και αναφοράς των δυσμενών επιπτώσεων επί της υγείας λόγω της έκθεσης·

ε)

τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι δικαιούνται επίβλεψης της υγείας τους·

στ)

τις ασφαλείς εργασιακές πρακτικές για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων από την έκθεση·

ζ)

την ορθή χρήση κατάλληλου εξοπλισμού ατομικής προστασίας.

Άρθρο 7

Διαβουλεύσεις και συμμετοχή των εργαζομένων

Οι διαβουλεύσεις και η συμμετοχή των εργαζομένων ή/και των εκπροσώπων τους πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ επί των θεμάτων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

ΤΜΗΜΑ ΙΙΙ

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Επίβλεψη της υγείας

1.   Με στόχο την πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία, καθώς και την πρόληψη μακροπρόθεσμων κινδύνων υγείας και κινδύνων χρονίων παθήσεων από την έκθεση σε οπτική ακτινοβολία, τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις κατάλληλης υγειονομικής επίβλεψης της υγείας των εργαζομένων, κατά το άρθρο 14 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η επίβλεψη της υγείας γίνεται είτε από ιατρό, είτε από ειδικό στον τομέα της επαγγελματικής υγείας είτε από αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την επίβλεψη της υγείας βάσει της εθνικής νομοθεσίας και πρακτικής.

3.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλίζεται ότι, για κάθε εργαζόμενο ο οποίος υπόκειται σε επίβλεψη της υγείας σύμφωνα με την παράγραφο 1, τηρείται και επικαιροποιείται ατομικός ιατρικός φάκελος. Οι ιατρικοί φάκελοι περιλαμβάνουν περίληψη των αποτελεσμάτων της διενεργούμενης επίβλεψης της υγείας, τηρούνται δε υπό κατάλληλη μορφή έτσι ώστε να είναι δυνατό να τους συμβουλεύεται κανείς αργότερα, χωρίς να θίγεται το ιατρικό απόρρητο. Αντίγραφα των σχετικών φακέλων παρέχονται στην αρμόδια αρχή εφόσον ζητηθούν, χωρίς να θίγεται το ιατρικό απόρρητο. Ο εργοδότης μεριμνά ώστε ο ιατρός, ο ειδικός στον τομέα της επαγγελματικής υγείας ή η ιατρική αρχή η υπεύθυνη για την επίβλεψη της υγείας, όπως ορίζονται από τα κράτη μέλη, να έχουν πρόσβαση στα αποτελέσματα της εκτίμησης των κινδύνων κατά το άρθρο 4, όταν αυτά μπορεί να είναι σημαντικά για την επίβλεψη της υγείας. Κάθε εργαζόμενος έχει πρόσβαση, εφόσον το ζητήσει, στον προσωπικό του ιατρικό φάκελο.

4.   Εν πάση περιπτώσει, αν διαπιστωθεί έκθεση πάνω από τις οριακές τιμές, προσφέρεται στον οικείο εργαζόμενο ιατρική εξέταση κατά την εθνική νομοθεσία και πρακτική. Η εν λόγω εξέταση γίνεται επίσης όταν, από την επίβλεψη της υγείας, διαπιστώνεται ότι ένας εργαζόμενος πάσχει από διαγνώσιμη ασθένεια ή έχει υποστεί δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία του οι οποίες, κατά την εκτίμηση ιατρού ή ειδικού στον τομέα της επαγγελματικής υγείας, είναι αποτέλεσμα της έκθεσης σε τεχνητή οπτική ακτινοβολία κατά την εργασία. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, όταν γίνεται υπέρβαση οριακών τιμών ή διαπιστώνονται αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία (και ασθένειες):

α)

ο εργαζόμενος ενημερώνεται από τον ιατρό ή άλλο πρόσωπο με τα κατάλληλα προσόντα για το αποτέλεσμα που τον αφορά προσωπικά και του παρέχονται, ειδικότερα, πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με την όποια επίβλεψη της υγείας του απαιτείται μετά το πέρας της έκθεσης·

β)

ο εργοδότης ενημερώνεται για κάθε σημαντικό εύρημα στο πλαίσιο της επίβλεψης της υγείας, χωρίς να θίγεται το ιατρικό απόρρητο·

γ)

ο εργοδότης:

επανεξετάζει την εκτίμηση των κινδύνων που διενεργείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 4,

επανεξετάζει τα μέτρα που προβλέπονται για την εξάλειψη ή τη μείωση των κινδύνων κατ' εφαρμογή του άρθρου 5,

λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του ειδικού στον τομέα της επαγγελματικής υγείας ή κάθε άλλου προσώπου με τα κατάλληλα προσόντα ή της αρμόδιας αρχής κατά την εφαρμογή κάθε μέτρου που κρίνεται αναγκαίο για την εξάλειψη ή τη μείωση των κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 5, και

μεριμνά για τη συνεχή επίβλεψη της υγείας και λαμβάνει μέτρα για την επανεξέταση της κατάστασης της υγείας κάθε άλλου εργαζομένου που έχει υποστεί ανάλογη έκθεση. Στις περιπτώσεις αυτές, ο αρμόδιος ιατρός ή ο ειδικός στον τομέα της επαγγελματικής υγείας ή η αρμόδια αρχή μπορεί να προτείνει την υποβολή σε ιατρική εξέταση των εκτιθέμενων ατόμων.

Άρθρο 9

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη προβλέπουν την εφαρμογή κατάλληλων κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίζεται βάσει της παρούσας οδηγίας. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Άρθρο 10

Τροποποιήσεις τεχνικού χαρακτήρα

1.   Κάθε τροποποίηση των οριακών τιμών έκθεσης που καθορίζονται στα παραρτήματα θεσπίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 137 παράγραφος 2 της συνθήκης.

2.   Τροποποιήσεις των παραρτημάτων, αυστηρά τεχνικού χαρακτήρα, συναρτήσει:

α)

της έκδοσης οδηγιών στο πεδίο της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης σχετικά με τον σχεδιασμό, την ανέγερση, την παραγωγή ή την κατασκευή εξοπλισμού ή/και χώρων εργασίας·

β)

της τεχνικής προόδου, των μεταβολών των πλέον σχετικών εναρμονισμένων ευρωπαϊκών προτύπων ή διεθνών προδιαγραφών, και των νέων επιστημονικών ευρημάτων στον τομέα της επαγγελματικής έκθεσης σε οπτική ακτινοβολία,

θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 11 παράγραφος 2.

Άρθρο 11

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 17 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε τρεις μήνες.

3.   Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.

ΤΜΗΜΑ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 12

Εκθέσεις

Ανά πενταετία, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την πρακτική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, εκθέτοντας τις απόψεις των κοινωνικών εταίρων.

Ανά πενταετία, η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και τη συμβουλευτική επιτροπή για την ασφάλεια και την υγεία στο χώρο εργασίας σχετικά με το περιεχόμενο των εκθέσεων αυτών, σχετικά με την εκτίμησή της όσον αφορά τις εκθέσεις αυτές, και σχετικά με τις εξελίξεις στον εν λόγω τομέα καθώς και τυχόν δράσεις που ενδέχεται να δικαιολογούνται βάσει των νέων επιστημονικών γνώσεων.

Άρθρο 13

Πρακτικός οδηγός

Προς διευκόλυνση της υλοποίησης της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή καταρτίζει πρακτικό οδηγό επί των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 και των παραρτημάτων Ι και ΙΙ.

Άρθρο 14

Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 27 Απριλίου 2010. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αυτής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν ή έχουν ήδη θεσπίσει στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 15

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 16

Παραλήπτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 5 Απριλίου 2006.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. WINKLER


(1)  ΕΕ C 77 της 18.3.1993, σ. 12 και ΕΕ C 230 της 19.8.1994, σ. 3.

(2)  ΕΕ C 249 της 13.9.1993, σ. 28.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 20ής Απριλίου 1994 (ΕΕ C 128 της 9.5.1994, σ. 146) που επιβεβαιώθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1999 (ΕE C 54 της 25.2.2000, σ. 75), κοινή θέση του Συμβουλίου της 18ης Απριλίου 2005(ΕΕ C 172 Ε της 12.7.2005, σ. 26) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα). Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 2006 (το οποίο δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 23ης Φεβρουαρίου 2006.

(4)  ΕΕ C 260 της 15.10.1990, σ. 167.

(5)  ΕΕ L 177 της 6.7.2002, σ. 13.

(6)  ΕΕ L 42 της 15.2.2003, σ. 38.

(7)  EE L 159 της 30.4.2004, σ. 1· οδηγία όπως διορθώθηκε από την ΕΕ L 184 της 24.5.2004, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(9)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(10)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 245 της 26.8.1992, σ. 23.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Ασύμφωνη οπτική ακτινοβολία

Οι τιμές έκθεσης που σχετίζονται με βιολογικές επιπτώσεις εκ της οπτικής ακτινοβολίας δύνανται να προσδιοριστούν βάσει των παρακάτω τύπων. Οι χρησιμοποιητέοι τύποι εξαρτώνται από την περιοχή μήκους κύματος της ακτινοβολίας που εκπέμπεται από την πηγή, τα δε αποτελέσματα θα πρέπει να συγκρίνονται με τις αντίστοιχες οριακές τιμές έκθεσης που περιλαμβάνονται στον πίνακα 1.1. Για μια δεδομένη πηγή οπτικής ακτινοβολίας μπορεί να έχουν έννοια περισσότερες της μιας τιμές έκθεσης και αντίστοιχες οριακές τιμές έκθεσης.

Η αρίθμηση α) έως ιε) παραπέμπει στις αντίστοιχες σειρές του πίνακα 1.1.

α)

Image

(η Heff έχει έννοια μόνο στην περιοχή μήκους κύματος από 180 ως 400 nm)

β)

Image

(η HUVA έχει έννοια μόνο στην περιοχή μήκους κύματος από 315 ως 400 nm)

γ), δ)

Image

(η LB έχει έννοια μόνο στην περιοχή μήκους κύματος από 300 ως 700 nm)

ε), στ)

Image

(ο ΕΒ έχει έννοια μόνο στην περιοχή μήκους κύματος από 300 έως 700 nm)

ζ)ως ιβ)

Image

(Για τις κατάλληλες τιμές των λ1 και λ2 ανατρέξτε στον πίνακα 1.1)

ιγ, ιδ)

Image

(Ο EIR έχει έννοια μόνο στην περιοχή μήκους κύματος από 780 ως 3 000 nm)

ιε)

Image

(Η Hskin έχει έννοια μόνο στην περιοχή μήκους κύματος από 380 έως 3 000 nm)

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι παραπάνω τύποι δύνανται ν' αντικατασταθούν από τις παρακάτω μαθηματικές εκφράσεις και τη χρησιμοποίηση διακριτών τιμών, όπως αυτές καθορίζονται στους παρακάτω πίνακες:

α)

Image

και Formula

β)

Image

και Formula

γ), δ)

Image

 

ε), στ)

Image

 

ζ ως ιβ)

Image

(Για τις κατάλληλες τιμές των λ1 και λ2 ανατρέξτε στον πίνακα 1.1)

ιγ, ιδ)

Image

 

ιε)

Image

και Formula

Σημειώσεις:

Eλ (λ, t), Eλ

φασματικός ακτινοβολισμός ή φασματική πυκνότητα ισχύος: η ισχύς ακτινοβολίας που προσπίπτει πάνω σε μια επιφάνεια, ανά μονάδα επιφανείας. Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο ανά νανόμετρο [W m-2 nm-1]. Οι τιμές των Eλ (λ, t) και Eλ προέρχονται από μετρήσεις ή μπορεί να παρέχονται από τον κατασκευαστή του εξοπλισμού.

Eeff

ενεργός ακτινοβολισμός (UV περιοχή): υπολογιζόμενος ακτινοβολισμός εντός της UV περιοχής μήκους κύματος από 180 έως 400 nm, φασματικώς σταθμισμένος με τη στάθμιση S (λ). Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο [W m-2].

H

έκθεση σε ακτινοβολία, το ολοκλήρωμα χρόνου του ακτινοβολισμού. Εκφράζεται σε τζάουλ ανά τετραγωνικό μέτρο [J m-2].

Heff

ενεργός έκθεση σε ακτινοβολία: έκθεση σε ακτινοβολία φασματικώς σταθμισμένη με τη στάθμιση S (λ). Εκφράζεται σε τζάουλ ανά τετραγωνικό μέτρο [J m-2].

EUVA

ολικός ακτινοβολισμός (UVA): υπολογιζόμενος ακτινοβολισμός εντός της UVA περιοχής μήκους κύματος από 315 έως 400 nm. Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο [W m-2].

HUVA

έκθεση σε ακτινοβολία: το ολοκλήρωμα χρόνου και μήκους κύματος του ακτινοβολισμού ή το άθροισμα του ακτινοβολισμού εντός της UVA περιοχής μήκους κύματος από 315 έως 400 nm. Εκφράζεται σε τζάουλ ανά τετραγωνικό μέτρο [J m-2].

S (λ)

φασματική στάθμιση που λαμβάνει υπόψη την εξάρτηση από το μήκος κύματος των επιπτώσεων της UV ακτινοβολίας επί των ματιών και του δέρματος (πίνακας 1.2) [άνευ διαστάσεων].

t, Δt

χρόνος, διάρκεια της έκθεσης. Εκφράζεται σε δευτερόλεπτα [s].

λ

μήκος κύματος. Εκφράζεται σε νανόμετρα [nm].

Δλ

εύρος ζώνης μήκους κύματος των διαστημάτων υπολογισμού ή μέτρησης. Εκφράζεται σε νανόμετρα [nm].

Lλ(λ), Lλ

φασματική ακτινοβόληση της πηγής. Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο ανά στερακτίνιο ανά νανόμετρο [W m-2 sr –1 nm-1].

R(λ)

φασματική στάθμιση που λαμβάνει υπόψη την εξάρτηση από το μήκος κύματος των θερμικών βλαβών που προκαλούνται στα μάτια από την ορατή και την IRA ακτινοβολία (Πίνακας 1.3) [άνευ διαστάσεων].

LR

ενεργός ακτινοβόληση (θερμική βλάβη): υπολογιζόμενη ακτινοβόληση φασματικώς σταθμισμένη με τη στάθμιση R(λ). Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο ανά στερακτίνιο [W m-2 sr–1].

B(λ)

φασματική στάθμιση που λαμβάνει υπόψη την εξάρτηση από το μήκος κύματος των φωτοχημικών βλαβών που προκαλούνται στα μάτια από την ακτινοβολία «κυανού (μπλε) φωτός» (πίνακας 1.3) [άνευ διαστάσεων].

LB

ενεργός ακτινοβόληση («κυανό φως»): υπολογιζόμενη ακτινοβόληση φασματικώς σταθμισμένη με τη στάθμιση B(λ). Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο ανά στερακτίνιο [W m-2 sr–1].

EB

ενεργός ακτινοβολισμός («κυανό φως»): υπολογιζόμενος ακτινοβολισμός φασματικώς σταθμισμένος με τη στάθμιση B(λ). Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο [W m-2].

EIR

ολικός ακτινοβολισμός (θερμική βλάβη): υπολογιζόμενος ακτινοβολισμός εντός της υπέρυθρης περιοχής μήκους κύματος από 780 έως 3 000 nm. Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο [W m-2].

Eskin

ολικός ακτινοβολισμός (ορατή ακτινοβολία, IRA και IRB): υπολογιζόμενος ακτινοβολισμός εντός της περιοχής μήκους κύματος της ορατής και της υπέρυθρης ακτινοβολίας από 380 έως 3 000 nm. Εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο [W m-2].

Hskin

έκθεση σε ακτινοβολία: το ολοκλήρωμα χρόνου και μήκους κύματος του ακτινοβολισμού ή το άθροισμα του ακτινοβολισμού εντός της περιοχής μήκους κύματος της ορατής και της υπέρυθρης ακτινοβολίας από 380 έως 3 000 nm. Εκφράζεται σε τζάουλ ανά τετραγωνικό μέτρο (J m-2).

α

γωνιακή υποτέμνουσα: η οπτική γωνία που τέμνεται από μια φαινόμενη πηγή, όπως αυτή παρατηρείται σε ένα σημείο του χώρου. Εκφράζεται σε χιλιοστά του ακτινίου (mrad). Ως φαινόμενη πηγή νοείται το πραγματικό ή εικονικό αντικείμενο που σχηματίζει το μικρότερο δυνατό είδωλο πάνω στον αμφιβληστροειδή.

Πίνακας 1.1

Οριακές τιμές έκθεσης για ασύμφωνη οπτική ακτινοβολία

Δείκτης

Μήκος κύματος (nm)

Οριακή τιμή έκθεσης

Μονάδες

Παρατήρηση

Όργανο του σώματος

Κίνδυνος

α.

180-400

(UVA, UVB και UVC)

Heff = 30

για 8ωρη ημερήσια έκθεση

[J m-2]

 

οφθαλμός

κερατοειδής χιτώνας

επιπεφυκώς

κρυσταλλοειδής φακός

δέρμα

φωτοτραυματική κερατίτιδα

επιπεφυκίτιδα

καταρρακτογένεση

ερύθημα

ελάστωση

καρκίνος του δέρματος

β.

315-400

(UVA)

HUVA = 104

για 8ωρη ημερήσια έκθεση

[J m-2]

 

οφθαλμός

κρυσταλλοειδής φακός

καταρρακτογέ-νεση

γ.

300-700

(κυανό φως) βλέπε σημείωση 1

Formula

για t ≤ 10 000 s

LB :[W m-2 sr-1]

t: [sec]

για α ≥ 11 mrad

οφθαλμός αμφιβληστροειδής χιτώνας

φωτοαμφιβληστροειδίτιδα

δ.

300-700

(κυανό φως)

βλέπε σημείωση 1

LB = 100

για t > 10 000 s

[W m-2 sr-1]

ε.

300-700

(κυανό φως)

βλέπε σημείωση 1

Formula

για t ≤ 10 000 s

EB: [W m-2]

t: [sec]

για α < 11 mrad

βλέπε σημείωση 2

στ.

300-700

(κυανό φως)

βλέπε σημείωση 1

EB = 0,01

t >10 000 s

[W m-2]

ζ.

380-1 400

(ορατό και IRA)

Formula

για t >10 s

[W m-2 sr-1]

Cα = 1,7 για

α ≤ 1,7 mrad

Cα = α για

1,7 ≤ α ≤ 100 mrad

Cα = 100 για

α > 100 mrad

λ1= 380. λ2= 1 400

οφθαλμός αμφιβληστροειδής χιτώνας

έγκαυμα αμφιβληστροειδούς

η.

380-1 400

(ορατό και IRA)

Formula

για 10 μs ≤ t ≤ 10 s

LR:[W m-2 sr-1]

t: [sec]

θ.

380-1 400

(ορατό και IRA)

Formula

για t <10 μs

[W m-2 sr-1]

ι.

780-1 400

(IRA)

Formula

για t > 10 s

[W m-2 sr-1]

Cα = 11 για

α ≤ 11 mrad

Cα = α για

11≤ α ≤ 100 mrad

Cα = 100 για

α > 100 mrad

(οπτικό πεδίο μέτρησης: 11 mrad)

λ1= 780. λ2= 1 400

οφθαλμός

αμφιβληστροειδής

χιτώνας

έγκαυμα

αμφιβληστροειδούς

ια.

780-1 400

(IRA)

Formula

για 10 μs ≤ t ≤ 10 s

LR: [W m-2 sr-1]

t: [sec]

ιβ.

780-1 400

(IRA)

Formula

για t < 10 μs

[W m-2 sr-1]

ιγ.

780-3 000

(IRA και IRB)

EIR = 18 000 t-0,75

για t ≤ 1 000 s

E: [W m-2]

t: [sec]

 

οφθαλμός

κερατοειδής χιτώνας

κρυσταλλοειδής φακός

έγκαυμα κερατοειδούς

καταρρακτογένεση

ιδ.

780-3 000

(IRA και IRB)

EIR = 100

για t > 1 000 s

[W m-2]

ιε.

380-3 000

(ορατό, IRA

και IRB)

Hskin = 20 000 t0,25

για t < 10 s

H: [J m—2]

t: [sec]

 

δέρμα

έγκαυμα

Σημείωση 1:

Η περιοχή μήκους κύματος από 300 έως 700 nm καλύπτει μέρος του UVB, όλο το UVA και το μεγαλύτερο μέρος της ορατής ακτινοβολίας. Ωστόσο, ο συναφής κίνδυνος αναφέρεται συνήθως ως κίνδυνος «κυανού φωτός». Ακριβολογώντας, το κυανό φως καλύπτει μόνον την περιοχή μήκους κύματος από περίπου 400 έως 490 nm.

Σημείωση 2:

Για την ατενή παρατήρηση πολύ μικρών πηγών με γωνιακή υποτέμνουσα < 11 mrad, η LB μπορεί να μετατραπεί σε ΕB. Αυτό ισχύει κανονικά μόνο για οφθαλμιατρικά εργαλεία ή για τον ακινητοποιημένο οφθαλμό κατά τη διάρκεια της αναισθησίας. Ο μέγιστος «χρόνος προσήλωσης του βλέμματος» υπολογίζεται με τον τύπο: tmax =100/EB , όπου ο EB εκφράζεται σε W m—2. Λόγω των κινήσεων των οφθαλμών κατά τη διάρκεια των συνήθων οπτικών λειτουργιών, η τιμή αυτή δεν υπερβαίνει τα 100 s.


Πίνακας 1.2

S (λ) [άνευ διαστάσεων], 180 nm έως 400 nm

λ (nm)

S (λ)

λ (nm)

S (λ)

λ (nm)

S (λ)

λ (nm)

S (λ)

λ (nm)

S (λ)

180

0,0120

228

0,1737

276

0,9434

324

0,000520

372

0,000086

181

0,0126

229

0,1819

277

0,9272

325

0,000500

373

0,000083

182

0,0132

230

0,1900

278

0,9112

326

0,000479

374

0,000080

183

0,0138

231

0,1995

279

0,8954

327

0,000459

375

0,000077

184

0,0144

232

0,2089

280

0,8800

328

0,000440

376

0,000074

185

0,0151

233

0,2188

281

0,8568

329

0,000425

377

0,000072

186

0,0158

234

0,2292

282

0,8342

330

0,000410

378

0,000069

187

0,0166

235

0,2400

283

0,8122

331

0,000396

379

0,000066

188

0,0173

236

0,2510

284

0,7908

332

0,000383

380

0,000064

189

0,0181

237

0,2624

285

0,7700

333

0,000370

381

0,000062

190

0,0190

238

0,2744

286

0,7420

334

0,000355

382

0,000059

191

0,0199

239

0,2869

287

0,7151

335

0,000340

383

0,000057

192

0,0208

240

0,3000

288

0,6891

336

0,000327

384

0,000055

193

0,0218

241

0,3111

289

0,6641

337

0,000315

385

0,000053

194

0,0228

242

0,3227

290

0,6400

338

0,000303

386

0,000051

195

0,0239

243

0,3347

291

0,6186

339

0,000291

387

0,000049

196

0,0250

244

0,3471

292

0,5980

340

0,000280

388

0,000047

197

0,0262

245

0,3600

293

0,5780

341

0,000271

389

0,000046

198

0,0274

246

0,3730

294

0,5587

342

0,000263

390

0,000044

199

0,0287

247

0,3865

295

0,5400

343

0,000255

391

0,000042

200

0,0300

248

0,4005

296

0,4984

344

0,000248

392

0,000041

201

0,0334

249

0,4150

297

0,4600

345

0,000240

393

0,000039

202

0,0371

250

0,4300

298

0,3989

346

0,000231

394

0,000037

203

0,0412

251

0,4465

299

0,3459

347

0,000223

395

0,000036

204

0,0459

252

0,4637

300

0,3000

348

0,000215

396

0,000035

205

0,0510

253

0,4815

301

0,2210

349

0,000207

397

0,000033

206

0,0551

254

0,5000

302

0,1629

350

0,000200

398

0,000032

207

0,0595

255

0,5200

303

0,1200

351

0,000191

399

0,000031

208

0,0643

256

0,5437

304

0,0849

352

0,000183

400

0,000030

209

0,0694

257

0,5685

305

0,0600

353

0,000175

 

 

210

0,0750

258

0,5945

306

0,0454

354

0,000167

 

 

211

0,0786

259

0,6216

307

0,0344

355

0,000160

 

 

212

0,0824

260

0,6500

308

0,0260

356

0,000153

 

 

213

0,0864

261

0,6792

309

0,0197

357

0,000147

 

 

214

0,0906

262

0,7098

310

0,0150

358

0,000141

 

 

215

0,0950

263

0,7417

311

0,0111

359

0,000136

 

 

216

0,0995

264

0,7751

312

0,0081

360

0,000130

 

 

217

0,1043

265

0,8100

313

0,0060

361

0,000126

 

 

218

0,1093

266

0,8449

314

0,0042

362

0,000122

 

 

219

0,1145

267

0,8812

315

0,0030

363

0,000118

 

 

220

0,1200

268

0,9192

316

0,0024

364

0,000114

 

 

221

0,1257

269

0,9587

317

0,0020

365

0,000110

 

 

222

0,1316

270

1,0000

318

0,0016

366

0,000106

 

 

223

0,1378

271

0,9919

319

0,0012

367

0,000103

 

 

224

0,1444

272

0,9838

320

0,0010

368

0,000099

 

 

225

0,1500

273

0,9758

321

0,000819

369

0,000096

 

 

226

0,1583

274

0,9679

322

0,000670

370

0,000093

 

 

227

0,1658

275

0,9600

323

0,000540

371

0,000090

 

 


Πίνακας 1.3

B (λ), R (λ), [άνευ διαστάσεων] 380 nm έως 1 400 nm

λ (σε nm)

B (λ)

R (λ)

300 ≤ λ < 380

0,01

380

0,01

0,1

385

0,013

0,13

390

0,025

0,25

395

0,05

0,5

400

0,1

1

405

0,2

2

410

0,4

4

415

0,8

8

420

0,9

9

425

0,95

9,5

430

0,98

9,8

435

1

10

440

1

10

445

0,97

9,7

450

0,94

9,4

455

0,9

9

460

0,8

8

465

0,7

7

470

0,62

6,2

475

0,55

5,5

480

0,45

4,5

485

0,32

3,2

490

0,22

2,2

495

0,16

1,6

500

0,1

1

500 < λ ≤ 600

100,02·(450-λ)

1

600 < λ ≤ 700

0,001

1

700 < λ ≤ 1 050

100,002·(700-λ)

1 050 < λ ≤ 1 150

0,2

1 150 < λ ≤ 1 200

0,2· 100,02·(1 150-λ)

1 200 < λ <1 400

0,02


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Οπτική ακτινοβολία λέιζερ

Οι τιμές έκθεσης που σχετίζονται με βιολογικές επιπτώσεις εκ της οπτικής ακτινοβολίας δύνανται να προσδιοριστούν βάσει των παρακάτω τύπων. Οι χρησιμοποιητέοι τύποι εξαρτώνται από το μήκος κύματος και τη διάρκεια έκθεσης σε ακτινοβολία που εκπέμπεται από την πηγή, τα δε αποτελέσματα θα πρέπει να συγκρίνονται με τις αντίστοιχες οριακές τιμές έκθεσης που περιλαμβάνονται στους πίνακες 2.2 έως 2.4. Για μια δεδομένη πηγή οπτικής ακτινοβολίας λέιζερ μπορεί να έχουν έννοια περισσότερες της μιας τιμές έκθεσης και αντίστοιχες οριακές τιμές έκθεσης.

Οι συντελεστές που υπεισέρχονται στους υπολογισμούς των πινάκων 2.2 — 2.4 έχουν καταχωρηθεί στον πίνακα 2.5, οι δε διορθώσεις για επαναλαμβανόμενη έκθεση στον πίνακα 2.6.

Image

Image

Σημειώσεις:

dP

ισχύς Εκφράζεται σε βατ [W].

dA

επιφάνεια Εκφράζεται σε τετραγωνικά μέτρα [m2];

E (t), E

ακτινοβολισμός ή πυκνότητα ισχύος: η ισχύς ακτινοβολίας που προσπίπτει πάνω σε μια επιφάνεια, ανά μονάδα επιφανείας, συνήθως εκφραζόμενη σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο [W m-2]. Οι τιμές των E(t), Ε προέρχονται από μετρήσεις ή μπορεί να παρέχονται από τον κατασκευαστή του εξοπλισμού.

H

έκθεση σε ακτινοβολία, το ολοκλήρωμα χρόνου του ακτινοβολισμού. Εκφράζεται σε τζάουλ ανά τετραγωνικό μέτρο [J m-2];

t

χρόνος, διάρκεια της έκθεσης Εκφράζεται σε δευτερόλεπτα [s].

λ

μήκος κύματος Εκφράζεται σε νανόμετρα [nm].

γ

περιοριστική γωνία κώνου οπτικού πεδίου μέτρησης Εκφράζεται σε χιλιοστά του ακτινίου [mrad].

γm

οπτικό πεδίο μέτρησης Εκφράζεται σε χιλιοστά του ακτινίου [mrad].

α

γωνιακή υποτέμνουσα παρατηρούμενης πηγής Εκφράζεται σε χιλιοστά του ακτινίου [mrad].

περιοριστικό άνοιγμα: η κυκλική επιφάνεια επί της οποίας προσδιορίζεται ο μέσος όρος του ακτινοβολισμού και της έκθεσης σε ακτινοβολία.

G

ολοκληρωμένη ακτινοβόληση: το ολοκλήρωμα της ακτινοβόλησης για δεδομένη διάρκεια έκθεσης. Εκφράζεται ως ενέργεια ακτινοβολίας ανά μονάδα ακτινοβολούσας επιφανείας ανά μονάδα στερεάς γωνίας εκπομπής, σε τζάουλ ανά τετραγωνικό μέτρο ανά στερακτίνιο [J m-2 sr -1].

Πίνακας 2.1

Κίνδυνοι εκ της ακτινοβολίας

Μήκος κύματος

λ [nm]

Περιοχή ακτινοβολίας

Επηρεαζόμενο όργανο

Κίνδυνος

Πίνακας οριακών τιμών έκθεσης

180 έως 400

UV

οφθαλμός

φωτοχημική βλάβη και θερμική βλάβη

2.2, 2.3

180 έως 400

UV

δέρμα

ερύθημα

2.4

400 έως 700

Ορατή ακτινοβολία

οφθαλμός

βλάβη του αμφιβληστροειδούς

2.2

400 έως 600

Ορατή ακτινοβολία

οφθαλμός

φωτοχημική βλάβη

2.3

400 έως 700

Ορατή ακτινοβολία

δέρμα

θερμική βλάβη

2.4

700 έως 1 400

IRA

οφθαλμός

θερμική βλάβη

2.2, 2.3

700 έως 1 400

IRA

δέρμα

θερμική βλάβη

2.4

1 400 έως 2 600

IRB

οφθαλμός

θερμική βλάβη

2.2

2 600 έως 106

IRC

οφθαλμός

θερμική βλάβη

2.2

1 400 έως 106

IRB, IRC

οφθαλμός

θερμική βλάβη

2.3

1 400 έως 106

IRB, IRC

δέρμα

θερμική βλάβη

2.4

Πίνακας 2.2

Οριακές τιμές έκθεσης για την έκθεση του οφθαλμού σε ακτινοβολία λέιζερ — Βραχεία διάρκεια έκθεσης < 10 s

Image

Πίνακας 2.3

Οριακές τιμές έκθεσης για την έκθεση του οφθαλμού σε ακτινοβολία λέιζερ — Μακρά διάρκεια έκθεσης ≥ 10 s

Image

Πίνακας 2.4

Οριακές τιμές έκθεσης για την έκθεση του δέρματος σε ακτινοβολία λέιζερ

Image

Πίνακας 2.5

Χρησιμοποιούμενοι συντελεστές διόρθωσης και άλλες παράμετροι υπολογισμού

Παράμετρος όπως αναφέρεται στην ICNIRP

Ισχύουσα φασματική περιοχή (nm)

Τιμή

CA

λ < 700

CA = 1,0

700 — 1 050

CA = 10 0,002(λ - 700)

1 050 — 1 400

CA = 5,0

CB

400 — 450

CB = 1,0

450 — 700

CB = 10 0,02 (λ- 450)

CC

700 — 1 150

CC = 1,0

1 150 — 1 200

CC = 10 0,018(λ - 1 150)

1 200 — 1 400

CC = 8,0

T1

λ < 450

T1 = 10 s

450 — 500

T1 = 10 · [10 0,02 ( λ - 450)] s

λ > 500

T1 = 100 s


Παράμετρος όπως αναφέρεται στην ICNIRP

Ισχύει για βιολογικό αποτέλεσμα

Τιμή

αmin

όλα τα θερμικά αποτελέσματα

αmin = 1,5 mrad


Παράμετρος όπως αναφέρεται στην ICNIRP

Ισχύουσα περιοχή γωνιών (mrad)

Τιμή

CE

α < αmin

CE = 1,0

αmin < α < 100

CE = α/αmin

α > 100

CE = α2/(αmin · αmax) mrad όπου αmax = 100 mrad

T2

α < 1,5

T2 = 10 s

1,5 < α < 100

T2 = 10 · [10 (α - 1,5) / 98,5] s

α > 100

T2 = 100 s


Παράμετρος όπως αναφέρεται στην ICNIRP

Ισχύουσα περιοχή διάρκειας έκθεσης (s)

Τιμή

γ

t ≤ 100

γ = 11 [mrad]

100 < t < 104

γ = 1,1 t 0.5 [mrad]

t > 104

γ = 110 [mrad]

Πίνακας 2.6

Διορθώσεις για επαναλαμβανόμενη έκθεση

Σε όλες τις περιπτώσεις επαναλαμβανόμενης έκθεσης που προέρχεται από συστήματα λέιζερ επαναληπτικών παλμών ή από συστήματα λέιζερ σάρωσης θα πρέπει να εφαρμόζονται οι εξής τρεις γενικοί κανόνες:

1.

Η έκθεση που προέρχεται από ένα μόνον παλμό μιας παλμοσειράς δεν πρέπει να υπερβαίνει την οριακή τιμή έκθεσης που ισχύει για ένα μόνον παλμό ίσης διάρκειας.

2.

Η έκθεση που προέρχεται από κάθε ομάδα παλμών (ή υποομάδα παλμών μιας παλμοσειράς) που εκπέμπονται εντός χρονικού διαστήματος t δεν πρέπει να υπερβαίνει την οριακή τιμή έκθεσης που ισχύει για χρονικό διάστημα t.

3.

Η έκθεση που προέρχεται από ένα μόνον παλμό εντός μιας ομάδας παλμών δεν πρέπει να υπερβαίνει την οριακή τιμή έκθεσης που ισχύει για ένα μόνον παλμό πολλαπλασιασμένη επί ένα συντελεστή αθροιστικής θερμικής διόρθωσης Cp=N-0,25, όπου N είναι ο αριθμός των παλμών. Ο κανόνας αυτός ισχύει μόνον για τις οριακές τιμές έκθεσης που αποσκοπούν στην προστασία από θερμική βλάβη, όπου όλοι οι παλμοί που εκπέμπονται εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου του Tmin λογίζονται σαν ένας και μόνον παλμός.

Παράμετρος

Ισχύουσα φασματική περιοχή (nm)

Τιμή

Tmin

315 <λ≤ 400

Tmin = 10 -9 s (= 1 ns)

400 <λ≤ 1 050

Tmin = 18· 10 -6 s (= 18 μs)

1 050 <λ≤ 1 400

Tmin = 50· 10 -6 s (= 50 μs)

1 400 <λ≤ 1 500

Tmin = 10 -3 s (= 1 ms)

1 500 <λ≤ 1 800

Tmin = 10 s

1 800 <λ≤ 2 600

Tmin = 10 -3 s (= 1 ms)

2 600 <λ≤ 10 6

Tmin = 10 -7 s (= 100 ns)


ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Δήλωση του Συμβουλίου σχετικά με τη χρήση του όρου «penalties» στο αγγλικό κείμενο των νομικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, όταν στο αγγλικό κείμενο νομοθετημάτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας χρησιμοποιείται η λέξη «penalties», αυτή έχει ουδέτερο νόημα και δεν σημαίνει ειδικά ποινικές κυρώσεις, αλλά και διοικητικές και οικονομικές κυρώσεις, καθώς και κυρώσεις άλλης φύσεως. Όταν τα κράτη μέλη υποχρεούνται από κάποιο κοινοτικό νομοθέτημα να θεσπίσουν «penalties», τα ίδια επιλέγουν το κατάλληλο είδος κυρώσεων που συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Στην κοινοτική γλωσσική τράπεζα δεδομένων, η λέξη «penalties» μεταφράζεται ως εξής σε ορισμένες άλλες γλώσσες:

Στα τσέχικα «sankce», στα ισπανικά «sanciones», στα δανικά «sanktioner», στα γερμανικά «Sanktionen», στα εσθονικά «sanktsioonid», στα γαλλικά «sanctions», στα ελληνικά «κυρώσεις», στα ουγγρικά «jogkövetkezmények», στα ιταλικά «sanzioni», στα λεττονικά «sankcijas», στα λιθουανικά, «sankcijos», στα μαλτέζικα «penali», στα ολλανδικά «sancties», στα πολωνικά «sankcje», στα πορτογαλικά «sanções», στα σλοβένικα «kazni», στα σλοβακικά «sankcie», στα φινλανδικά «seuraamukset» και στα σουηδικά «sanktioner».

Όταν, σε αναθεωρημένα αγγλικά κείμενα νομοθετημάτων, προηγουμένως είχε χρησιμοποιηθεί η λέξη «sanctions» και αργότερα αντικαθίσταται με τη λέξη «penalties», δεν υπάρχει διαφορά ουσίας.


27.4.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 114/60


ΟΔΗΓΊΑ 2006/31/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 5ης Απριλίου 2006

σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2004/39/EΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, ως προς ορισμένες προθεσμίες

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (3), θεσπίζει ολοκληρωμένο ρυθμιστικό πλαίσιο με το οποίο εξασφαλίζεται υψηλής ποιότητας εκτέλεση των συναλλαγών των επενδυτών.

(2)

Η οδηγία 2004/39/ΕΚ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς αυτήν έως τις 30 Απριλίου 2006. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας στα κράτη μέλη, πολλές πολύπλοκες διατάξεις της πρέπει να συμπληρωθούν με μέτρα εφαρμογής τα οποία πρόκειται να θεσπίσει η Επιτροπή κατά το χρονικό διάστημα μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να καταρτίσουν και να ολοκληρώσουν τις εθνικές τους νομοθεσίες προτού διευκρινισθεί το περιεχόμενο των μέτρων εφαρμογής, ενδέχεται να δυσκολευθούν να ανταποκριθούν στην ισχύουσα προθεσμία μεταφοράς.

(3)

Προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2004/39/EΚ και την εθνική νομοθεσία εφαρμογής, οι επενδυτικές επιχειρήσεις και άλλες ρυθμιζόμενες οντότητες ενδέχεται να πρέπει να υιοθετήσουν νέα συστήματα πληροφορικής, νέες οργανωτικές δομές και διαδικασίες καταγραφής και πληροφόρησης ή να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές σε υφιστάμενα συστήματα και πρακτικές. Αυτό θα καταστεί δυνατό μόνον εφόσον το περιεχόμενο των μέτρων εφαρμογής που πρόκειται να θεσπίσει η Επιτροπή και της εθνικής νομοθεσίας μεταφοράς της οδηγίας λάβει την τελική του μορφή.

(4)

Είναι επίσης αναγκαίο η οδηγία 2004/39/EΚ και τα μέτρα εφαρμογής της να μεταφερθούν στα εθνικά δίκαια ή να τύχουν άμεσης και ταυτόχρονης εφαρμογής στα κράτη μέλη, προκειμένου να παραχθούν τα πλήρη αποτελέσματα της οδηγίας.

(5)

Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμη η παράταση της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2004/39/EΚ από τα κράτη μέλη στο εθνικό τους δίκαιο. Παρομοίως, η προθεσμία συμμόρφωσης επενδυτικών επιχειρήσεων και πιστωτικών ιδρυμάτων με τις νέες απαιτήσεις θα πρέπει να αναβληθεί για κάποιο χρονικό διάστημα, αφού τα κράτη μέλη ολοκληρώσουν τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική τους νομοθεσία.

(6)

Λαμβάνοντας υπόψη την αλληλεπίδραση των διαφόρων διατάξεων της οδηγίας 2004/39/EΚ, είναι σκόπιμο κάθε παράταση των σχετικών προθεσμιών να ισχύει για όλες τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Οποιαδήποτε παράταση των προθεσμιών μεταφοράς και εφαρμογής θα πρέπει να είναι ανάλογη προς τις ανάγκες των κρατών μελών και των ρυθμιζόμενων οντοτήτων, και να μη βαίνει πέραν αυτών. Προκειμένου να αποφευχθεί ο κατακερματισμός ο οποίος θα εμπόδιζε τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των κινητών αξιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν ταυτόχρονα τις διατάξεις της οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

(7)

Με το ψήφισμά του της 5ης Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (4), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να διαδραματίζει ισότιμο ρόλο με το Συμβούλιο κατά την εποπτεία του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή ασκεί τις εκτελεστικές της αρμοδιότητες, ώστε να αντανακλώνται οι νομοθετικές εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του άρθρου 251 της συνθήκης. Με την επίσημη δήλωση στην οποία προέβη την ίδια ημέρα ο πρόεδρός της ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή υποστήριξε το αίτημα αυτό. Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή πρότεινε τροποποιήσεις στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (5), και στη συνέχεια υπέβαλε τροποποιημένη πρόταση στις 22 Απριλίου 2004. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι η εν λόγω πρόταση δεν διασφαλίζει τη διατήρηση των νομοθετικών του προνομιών. Κατά την άποψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αξιολογούν την ανάθεση εκτελεστικών εξουσιών στην Επιτροπή εντός προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο να περιορισθεί το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα.

(8)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαθέτει τρεις μήνες από την πρώτη διαβίβαση σχεδίων τροποποιήσεων και εκτελεστικών μέτρων, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τα εξετάσει και να εκφράσει τη γνώμη του. Ωστόσο, σε επείγουσες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, θα πρέπει να είναι δυνατή η συντόμευση της προθεσμίας αυτής. Εάν, εντός της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει ψήφισμα, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τα σχέδια τροποποιήσεων ή μέτρων.

(9)

Απαιτούνται περαιτέρω τροποποιήσεις για την μετάθεση των προθεσμιών κατάργησης της οδηγίας 93/22/EΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (6), και των μεταβατικών διατάξεων που θεσπίζει η οδηγία 2004/39/EΚ, καθώς και την παράταση του χρονοδιαγράμματος που διέπει τις υποχρεώσεις της Επιτροπής όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων.

(10)

Δεδομένου ότι η προθεσμία που αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να μεταφέρουν την οδηγία 2004/39/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο λήγει πριν από την προθεσμία που προβλέπεται για τη συμμόρφωση των επενδυτικών εταιρειών και των πιστωτικών ιδρυμάτων προς τις νέες απαιτήσεις, οι διατάξεις της οδηγίας 2004/39/ΕΚ θα παραμείνουν ανενεργές έως την 1η Νοεμβρίου 2007· είναι, επομένως, σκόπιμο η οδηγία 93/22/ΕOΚ να καταργηθεί από την 1η Νοεμβρίου 2007.

(11)

Η οδηγία 2004/39/ΕΚ θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Η οδηγία 2004/39/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Η αιτιολογική σκέψη 69 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(69)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαθέτει τρεις μήνες από την πρώτη διαβίβαση σχεδίων τροποποιήσεων και εκτελεστικών μέτρων, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τα εξετάσει και να εκφράσει τη γνώμη του. Ωστόσο, σε επείγουσες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, θα πρέπει να είναι δυνατή η συντόμευση της προθεσμίας αυτής. Εάν, εντός της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει ψήφισμα, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τα σχέδια τροποποιήσεων ή μέτρων.».

2.

Το άρθρο 64 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη νέα παράγραφος:

«2α.   Κανένα από τα εκτελεστικά μέτρα που θεσπίζονται δεν μπορεί να αλλοιώσει τις ουσιώδεις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Με την επιφύλαξη των ήδη εγκριθέντων εκτελεστικών μέτρων, το αργότερο την 1η Απριλίου 2008 αναστέλλεται η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που απαιτούν τη θέσπιση τεχνικών κανόνων, τροποποιήσεων και αποφάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2. Κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να ανανεώσουν τις εν λόγω διατάξεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης και, για το σκοπό αυτό, τις αναθεωρούν πριν από την προαναφερθείσα ημερομηνία.».

3.

Το άρθρο 65 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 65

Εκθέσεις και εκ νέου εξέταση

1.   Έως τις 31 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή, ύστερα από δημόσια διαβούλευση και υπό το πρίσμα των συζητήσεων με τις αρμόδιες αρχές, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την ενδεχόμενη επέκταση του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας οδηγίας σχετικά με τις υποχρεώσεις για διαφάνεια πριν και μετά τη διαπραγμάτευση σε συναλλαγές σε κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων άλλων από μετοχές.

2.   Έως τις 31 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 27.

3.   Έως τις 30 Απριλίου 2008, η Επιτροπή, ύστερα από δημόσια διαβούλευση και υπό το πρίσμα των συζητήσεων με τις αρμόδιες αρχές, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με:

α)

τη συνεχιζόμενη καταλληλότητα της εξαίρεσης του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ια) της παρούσας οδηγίας για τις επιχειρήσεις των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό παραγώγων επί εμπορευμάτων·

β)

το περιεχόμενο και τη μορφή των αναλογικών απαιτήσεων για τη χορήγηση αδείας λειτουργίας και εποπτεία των εν λόγω επιχειρήσεων ως επιχειρήσεων επενδύσεων κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας·

γ)

την καταλληλότητα των κανόνων που αφορούν το διορισμό συνδεδεμένων αντιπροσώπων για την παροχή/άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων, ιδίως όσον αφορά την εποπτεία αυτών·

δ)

τη συνεχιζόμενη καταλληλότητα της εξαίρεσης του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο θ).

4.   Έως τις 30 Απριλίου 2008, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πρόοδο της άρσης των εμποδίων για την ενοποίηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο των πληροφοριών που υποχρεούνται να δημοσιεύουν οι τόποι συναλλαγών.

5.   Βάσει των εκθέσεων των παραγράφων 1 έως 4, η Επιτροπή δύναται να υποβάλει προτάσεις για σχετικές τροποποιήσεις της παρούσας οδηγίας.

6.   Έως τις 31 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή υποβάλλει, υπό το πρίσμα των συζητήσεων με τις αρμόδιες αρχές, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη συνεχιζόμενη καταλληλότητα των απαιτήσεων ασφάλισης επαγγελματικής αποζημίωσης που επιβάλλονται στους ενδιαμέσους σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.».

4.

Το άρθρο 69 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 69

Κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ

Η οδηγία 93/22/ΕΟΚ καταργείται από την 1η Νοεμβρίου 2007. Οι παραπομπές στην οδηγία 93/22/ΕΟΚ λογίζονται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία. Οι παραπομπές σε ορισμούς της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ ή σε άρθρα της λογίζονται ως παραπομπές σε αντίστοιχο ορισμό της παρούσας οδηγίας ή σε άρθρο της.».

5.

Το άρθρο 70 πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία έως τις 31 Ιανουαρίου 2007. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από 1ης Νοεμβρίου 2007.».

6.

Στο άρθρο 71, οι παράγραφοι 1 έως 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν ήδη λάβει άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στο κράτος μέλος καταγωγής τους, πριν από την 1η Νοεμβρίου 2007, λογίζονται ότι διαθέτουν τέτοια άδεια για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφόσον οι νόμοι του οικείου κράτους μέλους προβλέπουν ότι για να αναλάβουν τέτοιες δραστηριότητες πρέπει να πληρούν απαιτήσεις ανάλογες με τις απαιτήσεις των άρθρων 9 έως 14.

2.   Οι ρυθμιζόμενες αγορές ή διαχειριστές αγοράς που έχουν ήδη λάβει άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής τους πριν από την 1η Νοεμβρίου 2007 λογίζονται ότι διαθέτουν τέτοια άδεια για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφόσον οι νόμοι του οικείου κράτους μέλους προβλέπουν ότι οι ρυθμιζόμενες αγορές ή οι διαχειριστές αγοράς πρέπει να πληρούν απαιτήσεις ανάλογες με τις απαιτήσεις του τίτλου III.

3.   Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι οι ήδη εγγεγραμμένοι σε δημόσιο μητρώο πριν από την 1η Νοεμβρίου 2007 λογίζονται ως εγγεγραμμένοι σε δημόσιο μητρώο για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφόσον οι νόμοι του οικείου κράτους μέλους προβλέπουν ότι οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι πρέπει να πληρούν απαιτήσεις ανάλογες με τις απαιτήσεις του άρθρου 23.

4.   Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται πριν από την 1η Νοεμβρίου 2007 για τους σκοπούς των άρθρων 17, 18 ή 30 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ λογίζονται ως κοινοποιηθείσες για τους σκοπούς των άρθρων 31 και 32 της παρούσας οδηγίας.

5.   Κάθε υπάρχον σύστημα που εμπίπτει στον ορισμό ΠΜΔ τον οποίο διαχειρίζεται διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εγκρίνεται ως ΠΜΔ κατόπιν αιτήσεως του διαχειριστή αγοράς της ρυθμιζόμενης αγοράς, εφόσον πληροί όρους ισοδύναμους με τους προβλεπόμενους στην παρούσα οδηγία για την έγκριση και λειτουργία ΠΜΔ και εφόσον η σχετική αίτηση υποβληθεί εντός δεκαοκτώ μηνών από την 1η Νοεμβρίου 2007.».

Άρθρο 2

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία έως τις 31 Ιανουαρίου 2007.

Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις από την 1η Νοεμβρίου 2007.

2.   Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 5 Απριλίου 2006.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. WINKLER


(1)  ΕΕ C 323 της 20.12.2005. σ. 31.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2005 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 10ης Μαρτίου 2006.

(3)  ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 284 Ε της 21.11.2002, σ. 115.

(5)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(6)  ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1).


27.4.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 114/64


ΟΔΗΓΊΑ 2006/32/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 5ης Απριλίου 2006

για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες και για την κατάργηση της οδηγίας 93/76/ΕΟΚ του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175 παράγραφος 1,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Εντός της Κοινότητας υφίσταται η ανάγκη βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, κατά την τελική χρήση, διαχείρισης της ζήτησης ενεργείας και προώθησης της παραγωγής ανανεώσιμης ενεργείας, επειδή είναι σχετικώς περιορισμένες οι δυνατότητες, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, κάθε άλλης επιρροής στους όρους του ενεργειακού εφοδιασμού και στις συνθήκες διανομής, είτε με αύξηση της δυναμικότητας είτε με βελτίωση της μεταφοράς και διανομής. Συνεπώς, η παρούσα οδηγία συμβάλλει στη βελτίωση της ασφαλείας εφοδιασμού.

(2)

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση θα συμβάλει επίσης στη μείωση της κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας, στον περιορισμό των εκπομπών CO2 και άλλων αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και συνεπώς στην πρόληψη των επικινδύνων μεταβολών του κλίματος. Οι εκπομπές αυτές συνεχίζουν να αυξάνονται, έτσι ώστε καθίσταται όλο και πιο δύσκολη η εκπλήρωση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν στο Κιότο. Οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες του ενεργειακού τομέα προκαλούν το 78 % των εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων της Κοινότητας. Το έκτο κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον, το οποίο θέσπισε η απόφαση αριθ. 1600/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), προβλέπει περαιτέρω μειώσεις που απαιτούνται για να επιτευχθεί ο μακροπρόθεσμος στόχος της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή κλίματος, που συνίσταται στη σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων θερμοκηπιακών αερίων στην ατμόσφαιρα σε επίπεδο το οποίο θα απέτρεπε την επικίνδυνη ανθρωπογενή παρέμβαση στο κλίμα. Ως εκ τούτου, απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές και μέτρα.

(3)

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση θα καταστήσει δυνατή την εκμετάλλευση του εξοικονομούμενου ενεργειακού κόστους με οικονομικά αποτελεσματικό τρόπο. Τα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξοικονόμηση ενέργειας, βοηθώντας έτσι την Κοινότητα να μειώσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές ενέργειας. Επιπλέον, η στροφή προς τεχνολογίες με καλύτερη ενεργειακή απόδοση μπορεί να ενισχύσει την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα της Κοινότητας, όπως υπογραμμίζεται στη στρατηγική της Λισσαβόνας.

(4)

Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της πρώτης φάσης του ευρωπαϊκού προγράμματος για την αλλαγή κλίματος, προβλέπει οδηγία για τη διαχείριση της ζήτησης ενέργειας ως ένα από τα πρωτεύοντα μέτρα σχετικά με την αλλαγή του κλίματος που θα έπρεπε να ληφθεί σε κοινοτικό επίπεδο.

(5)

Η παρούσα οδηγία συνάδει με την οδηγία 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (5), και με την οδηγία 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου (6), που προβλέπει τη δυνατότητα της αξιοποίησης της ενεργειακής απόδοσης και της διαχείρισης της ζήτησης εναλλακτικά, αντί της αύξησης του εφοδιασμού, και για την προστασία του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στις αρχές των κρατών μελών, μεταξύ άλλων, να προκηρύσσουν διαγωνισμούς για νέα δυναμικότητα ή να επιλέγουν την ενεργειακή απόδοση και μέτρα διαχείρισης της ζήτησης, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων για «λευκά πιστοποιητικά».

(6)

Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, το οποίο απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι όλοι οι οικιακοί πελάτες και, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνουν σκόπιμο τα κράτη μέλη, οι μικρές επιχειρήσεις, απολαύουν της καθολικής υπηρεσίας, δηλαδή του δικαιώματος να προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια συγκεκριμένης ποιότητας εντός του εδάφους τους σε λογικές, εύκολα και άμεσα συγκρίσιμες και διαφανείς τιμές.

(7)

Στόχος της παρούσας οδηγίας δεν είναι, συνεπώς, μόνο η περαιτέρω στήριξη της προσφοράς στην παροχή υπηρεσιών στον τομέα της ενέργειας, αλλά και η δημιουργία ισχυρότερων κινήτρων για τη ζήτηση. Για το λόγο αυτόν, ο δημόσιος τομέας σε κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να δώσει το καλό παράδειγμα όσον αφορά τις επενδύσεις, τη συντήρηση και τα άλλα έξοδα για εξοπλισμό που χρησιμοποιεί ενέργεια, τις υπηρεσίες που σχετίζονται με την ενέργεια καθώς και άλλα μέτρα που αποσκοπούν στην ενεργειακή απόδοση. Συνεπώς, ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να παροτρυνθεί να ενσωματώνει μελήματα της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης στις επενδύσεις του, τις λογιστικές απόσβεσης και στους προϋπολογισμούς λειτουργίας. Επιπλέον, ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια να χρησιμοποιήσει κριτήρια ενεργειακής απόδοσης στις διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμών για δημόσιες προμήθειες, πρακτική επιτρεπόμενη κατά την οδηγία 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (7), και την οδηγία 2004/18/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (8), η αρχή της οποίας επιβεβαιώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2002 με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση C-513/99 (9). Δεδομένου ότι οι διοικητικές δομές διαφέρουν πολύ στα κράτη μέλη, τα διάφορα είδη μέτρων που μπορεί να λάβει ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να λαμβάνονται στο κατάλληλο εθνικό, περιφερειακό ή/και τοπικό επίπεδο.

(8)

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους ο δημόσιος τομέας μπορεί να διαδραματίσει τον υποδειγματικό του ρόλο: πέραν των εφαρμοστέων μέτρων που απαριθμούνται στα παραρτήματα III και VΙ, ο δημόσιος τομέας μπορεί επί παραδείγματι να ξεκινήσει πιλοτικά προγράμματα ενεργειακής απόδοσης και να παράσχει κίνητρα για συμπεριφορά των εργαζομένων που θα ευνοεί την ενεργειακή απόδοση. Προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, ορισμένες εκ των ενεργειών αυτών θα έπρεπε να κοινοποιηθούν με αποτελεσματικό τρόπο στους μεμονωμένους πολίτες ή/και στις επιχειρήσεις, δίνοντας έμφαση στα οφέλη από άποψη κόστους.

(9)

Η απελευθέρωση των αγορών λιανικής για τους τελικούς πελάτες ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, άνθρακα και λιγνίτη, θέρμανσης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, έχουν σχεδόν παντού επιφέρει βελτίωση της απόδοσης και χαμηλότερο κόστος στην παραγωγή, τη μετατροπή και τη διανομή της ενέργειας. Η απελευθέρωση αυτή δεν επέφερε σημαντικό ανταγωνισμό που να βασίζεται σε προϊόντα και υπηρεσίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βελτιωμένη ενεργειακή απόδοση από πλευράς ζήτησης.

(10)

Με το ψήφισμά του της 7ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με την ενεργειακή απόδοση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (10), το Συμβούλιο τάχθηκε υπέρ του στόχου να βελτιωθεί σε όλη την Κοινότητα η ενεργειακή ένταση της τελικής κατανάλωσης κατά μία επιπλέον ποσοστιαία μονάδα ετησίως έως το έτος 2010.

(11)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει, ως εκ τούτου, να υιοθετήσουν εθνικούς ενδεικτικούς στόχους για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση και να εξασφαλίσουν την περαιτέρω μεγέθυνση και τη βιωσιμότητα της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών, συμβάλλοντας στην υλοποίηση της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Η θέσπιση, από τα κράτη μέλη, εθνικών ενδεικτικών στόχων για την προαγωγή της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση, προσφέρει ουσιαστική συνέργεια με άλλες κοινοτικές νομοθετικές πράξεις, οι οποίες, όταν εφαρμοσθούν, θα συμβάλλουν στην επίτευξη των εθνικών αυτών στόχων.

(12)

Η παρούσα οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να αναλάβουν δράση και η επίτευξη των στόχων της εξαρτάται από τις επιπτώσεις των δράσεων αυτών στους τελικούς καταναλωτές ενέργειας. Όθεν, το τελικό αποτέλεσμα των δράσεων των κρατών μελών εξαρτάται από πολλούς εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των καταναλωτών όσον αφορά τη χρήση της ενέργειας και την προθυμία τους να χρησιμοποιούν μεθόδους και συσκευές εξοικονόμησης ενέργειας. Συνεπώς, μολονότι τα κράτη μέλη δεσμεύονται να καταβάλλουν προσπάθεια για την επίτευξη του στόχου του 9 %, ο εθνικός στόχος εξοικονόμησης ενέργειας είναι από τη φύση του ενδεικτικός και δεν περιλαμβάνει νομικώς εκτελεστή υποχρέωση των κρατών μελών να τον επιτύχουν.

(13)

Υπενθυμίζεται ότι στην προσπάθεια να επιτύχουν τον εθνικό τους ενδεικτικό στόχο, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να θέσουν στον εαυτό τους στόχο υψηλότερο του 9 %.

(14)

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης θα αυξηθεί με την ανταλλαγή πληροφοριών, εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών σε όλα τα επίπεδα, περιλαμβανομένου ιδίως του δημόσιου τομέα. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταγράψουν τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και να επανεξετάσουν τα αποτελέσματά τους στο μέτρο του δυνατού, στο πλαίσιο σχεδίων δράσης για την ενεργειακή απόδοση.

(15)

Όταν επιδιώκεται βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, βάσει των αλλαγών στην τεχνολογία, τη συμπεριφορά ή/και την οικονομία, θα πρέπει να αποφεύγονται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και να τηρούνται οι κοινωνικές προτεραιότητες.

(16)

Η χρηματοδότηση της προσφοράς και το κόστος της ζήτησης διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο για τις υπηρεσίες στον τομέα της ενέργειας. Η δημιουργία ταμείων που θα επιδοτούν την εφαρμογή των προγραμμάτων και άλλων μέτρων ενεργειακής απόδοσης και θα ενισχύουν την ανάπτυξη της αγοράς για την παροχή υπηρεσιών στον τομέα της ενέργειας συνιστά, επομένως, σημαντικό εργαλείο για την αρχική, χωρίς διακρίσεις, χρηματοδότηση σε μια τέτοια αγορά.

(17)

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την αύξηση της διάθεσης και της ζήτησης ενεργειακών υπηρεσιών ή με άλλα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

(18)

Προκειμένου να αποδώσουν οι δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας σε ορισμένα τμήματα της αγοράς, στα οποία εν γένει δεν πωλούνται στο εμπόριο ενεργειακοί έλεγχοι, όπως τα νοικοκυριά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα των ελέγχων αυτών.

(19)

Τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 2000 συμπεριλαμβάνουν, ως τομέα προτεραιότητας για δράση, την προώθηση των ενεργειακών υπηρεσιών με την κατάρτιση κοινοτικής στρατηγικής με σκοπό τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

(20)

Οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας μπορούν να βελτιώσουν την ενεργειακή απόδοση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εφόσον προσφέρονται στην αγορά ενεργειακές υπηρεσίες που περιλαμβάνουν αποτελεσματική τελική χρήση, όπως εσωτερική θερμική άνεση, ζεστό νερό για οικιακή κατανάλωση, ψύξη, κατασκευή προϊόντων, φωτισμό και κινητήρια ισχύ. Η μεγιστοποίηση του κέρδους για τους διανομείς ενέργειας, τους διαχειριστές συστημάτων διανομής και τις εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, συσχετίζεται με τον τρόπο αυτό στενότερα με την πώληση ενεργειακών υπηρεσιών σε όσους το δυνατόν περισσότερους πελάτες αντί της πώλησης όσο το δυνατόν περισσότερης ενέργειας σε κάθε μεμονωμένο πελάτη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλουν προσπάθειες για την αποφυγή οποιασδήποτε στρέβλωσης του ανταγωνισμού στον τομέα αυτό, προκειμένου να διασφαλίζονται ισότιμοι όροι μεταξύ όλων των παρόχων υπηρεσιών ενέργειας· μπορούν, ωστόσο, να αναθέσουν το καθήκον αυτό στον εθνικό ρυθμιστή.

(21)

Λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την εθνική οργάνωση των συντελεστών της αγοράς στον τομέα της ενέργειας και προκειμένου να διευκολύνουν την εφαρμογή ενεργειακών υπηρεσιών και των μέτρων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την επιλογή είτε να καταστήσουν υποχρεωτική για τους διανομείς ενέργειας ή για τους διαχειριστές συστημάτων διανομής ή για τις εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, ή εάν χρειάζεται, για δύο ή για όλους αυτούς τους συντελεστές της αγοράς, την προσφορά τέτοιων υπηρεσιών και τη συμμετοχή στα μέτρα αυτά.

(22)

Η χρήση χρηματοδοτικών διευκολύνσεων από τρίτους αποτελεί καινοτόμο πρακτική που θα πρέπει να ενθαρρυνθεί. Με τις διευκολύνσεις αυτές, ο δικαιούχος αποφεύγει επενδυτικές δαπάνες χρησιμοποιώντας μέρος της οικονομικής αξίας των εξοικονομήσεων ενέργειας που προκύπτουν από επενδύσεις τρίτου για την αποπληρωμή του επενδυτικού κόστους και των τόκων του τρίτου.

(23)

Προκειμένου να καταστούν τα τιμολόγια και οι λοιπές ρυθμίσεις για την ενέργεια μέσω δικτύου ευνοϊκότερα στην ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση, θα πρέπει να εξαλειφθούν τα αδικαιολόγητα κίνητρα με βάση τον όγκο της κατανάλωσης.

(24)

Η προώθηση της αγοράς για ενεργειακές υπηρεσίες μπορεί να επιτευχθεί με διάφορα μέσα, περιλαμβανομένων των μη δημοσιονομικών.

(25)

Οι ενεργειακές υπηρεσίες, τα προγράμματα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και κάθε μέτρο βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης προς επίτευξη του στόχου της εξοικονόμησης ενέργειας είναι δυνατόν να υποστηρίζονται ή/και να εφαρμόζονται με εκούσιες συμφωνίες μεταξύ των άμεσα ενδιαφερομένων και φορέων του δημοσίου τομέα που διορίζουν τα κράτη μέλη.

(26)

Οι εθελοντικές συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να είναι διαφανείς και να περιέχουν, εφόσον είναι δυνατόν, πληροφορίες όσον αφορά τουλάχιστον τα εξής θέματα: ποσοτικά προσδιορισμένοι και σαφώς διατυπωμένοι στόχοι, έλεγχος και υποβολή εκθέσεων.

(27)

Οι τομείς των καυσίμων και των μεταφορών έχουν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας.

(28)

Κατά τον καθορισμό των μηχανισμών εξοικονόμησης ενέργειας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ανάκτηση απόδοσης που επιτυγχάνεται με την εκτεταμένη χρήση τεχνολογικών καινοτομιών, π.χ. στον τομέα της μέτρησης της ηλεκτρικής κατανάλωσης. Στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, οι ανταγωνιστικά τιμολογημένοι μεμονωμένοι μετρητές περιλαμβάνουν τους ακριβείς θερμιδομετρητές.

(29)

Για να μπορούν οι τελικοί καταναλωτές να λαμβάνουν καλύτερα ενημερωμένες αποφάσεις σχετικά με την ατομική τους κατανάλωση ενέργειας, θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους εύλογο αριθμό πληροφοριών και άλλη συναφή ενημέρωση, π.χ. για τα υπάρχοντα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συγκριτικές περιγραφές τελικών καταναλωτών ή αντικειμενικές τεχνικές προδιαγραφές για τις συσκευές που χρησιμοποιούν ενέργεια, συμπεριλαμβανομένου, ενδεχομένως, του «τετραπλασιαστή» («factor four») ή παρόμοιων συσκευών. Υπενθυμίζεται ότι τέτοιες χρήσιμες πληροφορίες θα πρέπει ήδη να παρέχονται στον τελικό πελάτη βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Επιπλέον, οι καταναλωτές θα πρέπει να ενθαρρύνονται ενεργά να ελέγχουν τους μετρητές τους τακτικά.

(30)

Όλες οι μορφές πληροφοριών σχετικά με την ενεργειακή απόδοση θα πρέπει να παρέχονται ευρέως, και στην κατάλληλη μορφή, ακόμη και μέσω της τιμολόγησης, στο σχετικό κοινό‐στόχο. Τούτο μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες για το οικονομικό και νομικό πλαίσιο, εκστρατείες επικοινωνίας και προώθησης και την ευρεία ανταλλαγή των βελτίστων πρακτικών σε όλα τα επίπεδα.

(31)

Με την έκδοση της παρούσας οδηγίας, όλες οι σημαντικές διατάξεις της οδηγίας 93/76/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 1993, για περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος με τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης (SAVE) (11), καλύπτονται από άλλη κοινοτική νομοθεσία και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταργηθεί η οδηγία 93/76/ΕΟΚ.

(32)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η προώθηση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση και η ανάπτυξη αγοράς για ενεργειακές υπηρεσίες, δεν δύνανται να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και, συνεπώς, είναι δυνατόν να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί.

(33)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (12),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να ενισχυθεί η οικονομικώς αποτελεσματική βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση στα κράτη μέλη με:

α)

την παροχή των αναγκαίων ενδεικτικών στόχων καθώς και μηχανισμών, κινήτρων και θεσμικών, χρηματοδοτικών και νομικών πλαισίων για την άρση των υφιστάμενων φραγμών και ατελειών της αγοράς που παρεμποδίζουν την αποδοτική τελική χρήση της ενέργειας·

β)

τη δημιουργία των συνθηκών για την ανάπτυξη και την προώθηση της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών και για την παροχή, στους τελικούς καταναλωτές, άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:

α)

στους παρόχους μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, των διανομέων ενέργειας, των διαχειριστών συστημάτων διανομής και των εταιρειών λιανικής πώλησης ενέργειας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν τους μικροδιανομείς, τους μικρούς διαχειριστές συστημάτων διανομής και τις μικροεταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας από την εφαρμογή των άρθρων 6 και 13·

β)

στους τελικούς καταναλωτές. Ωστόσο, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που ασχολούνται με τις κατηγορίες δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας (13)·

γ)

στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά μόνον στο μέτρο που η εφαρμογή της δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη φύση και τον κύριο στόχο των δραστηριοτήτων των ενόπλων δυνάμεων και με την εξαίρεση του υλικού που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

«Ενέργεια»: όλες οι μορφές εμπορικώς διαθέσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου (συμπεριλαμβανομένου του υγροποιημένου φυσικού αερίου και του υγραερίου), κάθε καυσίμου που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη (συμπεριλαμβανομένης της τηλεθέρμανσης και της τηλεψύξης), του άνθρακα και του λιγνίτη, της τύρφης, των καυσίμων κίνησης (πλην των καυσίμων αεροσκαφών και των καυσίμων πλοίων), και της βιομάζας όπως ορίζεται με την οδηγία 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (14).

β)

«Ενεργειακή απόδοση»: ο λόγος της εκροής επιδόσεων, υπηρεσιών, αγαθών ή ενέργειας προς την εισροή ενέργειας.

γ)

«Βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης»: βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στην τελική χρήση λόγω τεχνολογικών, συμπεριφορικών ή/και οικονομικών αλλαγών.

δ)

«Εξοικονόμηση ενέργειας»: ποσότητα εξοικονομούμενης ενέργειας, η οποία προσδιορίζεται με τη μέτρηση ή/και τον κατ' εκτίμηση υπολογισμό της κατανάλωσης πριν και μετά την υλοποίηση ενός ή περισσότερων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, με ταυτόχρονη εξασφάλιση της σταθερότητας των εξωτερικών συνθηκών που επηρεάζουν την ενεργειακή κατανάλωση.

ε)

«Ενεργειακή υπηρεσία»: το φυσικό όφελος, χρησιμότητα ή πλεονέκτημα που προκύπτει από συνδυασμό ενέργειας με ενεργειακώς αποδοτική τεχνολογία ή/και ενέργεια, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει τις εργασίες, τη συντήρηση και τον έλεγχο που απαιτούνται για την παροχή της υπηρεσίας, παρέχεται βάσει συμβάσεως και υπό κανονικές συνθήκες έχει αποδείξει ότι οδηγεί σε επαληθεύσιμη (με μέτρηση ή εκτίμηση) βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης ή/και εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας.

στ)

«Μηχανισμοί ενεργειακής απόδοσης»: γενικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται από κυβερνήσεις ή κρατικούς φορείς για τη δημιουργία υποστηρικτικού πλαισίου ή κινήτρων για τους συντελεστές της αγοράς προκειμένου να παρέχουν και να αγοράζουν ενεργειακές υπηρεσίες και άλλα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

ζ)

«Προγράμματα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης»: δραστηριότητες που εστιάζονται σε ομάδες τελικών καταναλωτών και που, κανονικά, οδηγούν σε επαληθεύσιμη (με μέτρηση ή εκτίμηση) βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

η)

«Μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης»: όλες οι δράσεις που κανονικά οδηγούν σε επαληθεύσιμη ή μετρήσιμη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

θ)

«Εταιρεία ενεργειακών υπηρεσιών» (ΕΕΥ): φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο παρέχει ενεργειακές υπηρεσίες ή/και άλλα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης στις εγκαταστάσεις ή οίκημα ενός χρήστη, και, στο πλαίσιο αυτό, αναλαμβάνει κάποιον οικονομικό κίνδυνο. Η πληρωμή των παρεχόμενων υπηρεσιών βασίζεται (εν όλω ή εν μέρει) στην επίτευξη των βελτιώσεων της ενεργειακής απόδοσης και στην τήρηση των λοιπών συμφωνούμενων κριτηρίων επίδοσης.

ι)

«Σύμβαση ενεργειακής απόδοσης»: συμβατική συμφωνία μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου (κατά κανόνα ΕΕΥ) περί μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, σύμφωνα με την οποία πληρωμές για τις επενδύσεις πραγματοποιούνται ανάλογα με το συμβατικώς συμφωνούμενο επίπεδο βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

ια)

«Χρηματοδότηση από τρίτους»: συμβατική συμφωνία στην οποία συμμετέχει τρίτος –επιπλέον του προμηθευτή ενέργειας και του δικαιούχου του μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης– ο οποίος παρέχει το κεφάλαιο για το μέτρο και χρεώνει στον δικαιούχο τέλος ισοδύναμο προς μέρος της εξοικονόμησης ενέργειας που επιτυγχάνεται βάσει του μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Ο εν λόγω τρίτος μπορεί να είναι ή όχι η ΕΕΥ.

ιβ)

«Ενεργειακός έλεγχος»: συστηματική διαδικασία από την οποία προκύπτει επαρκής γνώση του υφιστάμενου συνόλου χαρακτηριστικών ενεργειακής κατανάλωσης ενός κτιρίου ή μιας ομάδας κτιρίων, μιας βιομηχανικής δραστηριότητας ή/και εγκατάστασης και ιδιωτικών ή δημόσιων υπηρεσιών, με την οποία εντοπίζονται και προσδιορίζονται ποσοτικά οι οικονομικώς αποτελεσματικές δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας, και μετά την οποία συντάσσεται έκθεση αποτελεσμάτων.

ιγ)

«Χρηματοοικονομικά μέσα για εξοικονόμηση ενέργειας»: όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα, όπως ταμεία, επιδοτήσεις, φορολογικές εκπτώσεις, δάνεια, χρηματοδότηση από τρίτους, συμβάσεις ενεργειακών επιδόσεων, συμβάσεις εγγυημένης εξοικονόμησης ενέργειας, συμβάσεις έξωθεν προμήθειας ενέργειας και άλλες συναφείς συμβάσεις που διατίθενται στην αγορά από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς για τη μερική μείωση ή την πλήρη κάλυψη του αρχικού κόστους του σχεδίου υλοποίησης μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

ιδ)

«Τελικός καταναλωτής»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει ενέργεια για δική του τελική χρήση.

ιε)

«Διανομέας ενέργειας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη μεταφορά ενέργειας, προκειμένου να την παραδώσει σε τελικούς καταναλωτές και σταθμούς διανομής που πωλούν ενέργεια σε τελικούς καταναλωτές. Ο παρών ορισμός εξαιρεί τους διαχειριστές συστημάτων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του στοιχείου ιστ).

ιστ)

«Διαχειριστής συστήματος διανομής»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση, την εξασφάλιση της συντήρησης και, εφόσον απαιτείται, την ανάπτυξη του συστήματος διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου σε μια συγκεκριμένη περιοχή και, ανάλογα με την περίπτωση, των διασυνδέσεών του με άλλα συστήματα και για την εξασφάλιση της μακροχρόνιας δυνατότητας του συστήματος να ανταποκρίνεται σε εύλογες απαιτήσεις διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου.

ιζ)

«Εταιρεία λιανικής πώλησης ενέργειας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πωλεί ενέργεια σε τελικούς καταναλωτές.

ιη)

«Μικροδιανομέας, μικρός διαχειριστής συστημάτων διανομής και μικροεταιρεία λιανικής πώλησης»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διανέμει ή πωλεί ενέργεια σε τελικούς καταναλωτές, και το οποίο διανέμει ή πωλεί λιγότερο από το ισοδύναμο 75 GWh ενέργειας ετησίως ή απασχολεί λιγότερο ανά δέκα άτομα ή του οποίου ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή/και ετήσιος ισολογισμός δεν υπερβαίνει τα 2 000 000 ευρώ.

ιθ)

«Λευκά πιστοποιητικά»: πιστοποιητικά τα οποία εκδίδονται από ανεξάρτητους πιστοποιούντες φορείς και επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς φορέων της αγοράς όσον αφορά την εξοικονόμηση ενέργειας ως αποτέλεσμα μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΣΤΟΧΟΙ ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Άρθρο 4

Γενικός στόχος

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και προσπαθούν να επιτύχουν εθνικό ενδεικτικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας 9 % για το ένατο έτος εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, με τη βοήθεια ενεργειακών υπηρεσιών και άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν οικονομικώς αποδοτικά, εφικτά και εύλογα μέτρα που αποσκοπούν να συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου αυτού.

Ο εν λόγω εθνικός ενδεικτικός στόχος εξοικονόμησης ενέργειας καθορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις και τη μεθοδολογία του παραρτήματος Ι. Για τη σύγκριση των εξοικονομήσεων ενέργειας και για τη μετατροπή σε συγκρίσιμες μονάδες, εφαρμόζονται οι συντελεστές μετατροπής του παραρτήματος ΙΙ, εκτός εάν μπορεί να αιτιολογηθεί η χρήση άλλων συντελεστών μετατροπής. Παραδείγματα επιλέξιμων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ. Γενικό πλαίσιο για τη μέτρηση και την επαλήθευση της εξοικονόμησης ενέργειας παρατίθεται στο παράρτημα IV. Οι εθνικές εξοικονομήσεις ενέργειας σε σχέση με το εθνικό ενδεικτικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας θα αποτελούν αντικείμενο μετρήσεων από 1ης Ιανουαρίου 2008.

2.   Για το πρώτο σχέδιο δράσης ενεργειακής απόδοσης (ΣΔEA) που θα υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 14, τα κράτη μέλη καθορίζουν επίσης ενδιάμεσο εθνικό ενδεικτικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας κατά το τρίτο έτος εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, και δίνουν μια επισκόπηση της στρατηγικής τους σχετικά με την επίτευξη του ενδιάμεσου και των γενικών στόχων. Αυτός ο ενδιάμεσος στόχος πρέπει να είναι ρεαλιστικός και να συνάδει προς τον γενικό ενδεικτικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας της παραγράφου 1.

Η Επιτροπή γνωμοδοτεί ως προς το εάν ο ενδιάμεσος εθνικός ενδεικτικός στόχος είναι ρεαλιστικός και συνάδει με το γενικό στόχο.

3.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει προγράμματα και δράσεις για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

4.   Τα κράτη μέλη αναθέτουν σε μια ή περισσότερες νέες ή υφιστάμενες αρχές ή υπηρεσίες το γενικό έλεγχο και ευθύνη για την επίβλεψη του πλαισίου που συστήνεται όσον αφορά το στόχο της παραγράφου 1. Οι φορείς αυτοί ελέγχουν εφεξής τις εξοικονομήσεις ενέργειας λόγω ενεργειακών υπηρεσιών και άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων των υφιστάμενων εθνικών μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, και συντάσσουν έκθεση αποτελεσμάτων.

5.   Αφού εξετάσει και υποβάλει έκθεση για τα τρία πρώτα έτη εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή εξετάζει εάν είναι σκόπιμο να υποβάλει πρόταση οδηγίας για την περαιτέρω ανάπτυξη της εμπορικής προσέγγισης της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης με «λευκά πιστοποιητικά».

Άρθρο 5

Ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση στο δημόσιο τομέα

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο δημόσιος τομέας να επιτελεί υποδειγματικό ρόλο στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Προς τούτο, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν με αποτελεσματικό τρόπο στους πολίτες ή/και τις εταιρείες, αναλόγως, τον υποδειγματικό ρόλο και τις δράσεις του δημόσιου τομέα.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται από το δημόσιο τομέα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, εστιαζόμενα σε οικονομικώς αποδοτικά μέτρα που οδηγούν στις μεγαλύτερες εξοικονομήσεις ενέργειας εντός του συντομότερου χρονικού διαστήματος. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται στο κατάλληλο εθνικό, περιφερειακό, ή/και τοπικό επίπεδο, και μπορεί να συνίστανται σε νομοθετικές πρωτοβουλίες ή/και εκούσιες συμφωνίες του άρθρου 6 παράγραφος 2 στοιχείο β), ή άλλα σχήματα με ισοδύναμο αποτέλεσμα. Με την επιφύλαξη της εθνικής και της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων:

τουλάχιστον δύο μέτρα μπορούν να χρησιμοποιούνται από τον κατάλογο του παραρτήματος VΙ,

τα κράτη μέλη διευκολύνουν τη διαδικασία αυτή με τη δημοσίευση κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με την ενεργειακή απόδοση και τις εξοικονομήσεις ενέργειας ως πιθανό κριτήριο αξιολόγησης σε ανταγωνιστικούς διαγωνισμούς δημοσίων συμβάσεων.

Τα κράτη μέλη διευκολύνουν και καθιστούν δυνατή την ανταλλαγή των βελτίστων πρακτικών μεταξύ των φορέων δημόσιου τομέα, π.χ. όσον αφορά τις πρακτικές δημοσίων προμηθειών ενεργειακής απόδοσης, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο· για το σκοπό αυτό, ο οργανισμός περί του οποίου η παράγραφος 2 συνεργάζεται με την Επιτροπή σχετικά με την ανταλλαγή των βελτίστων πρακτικών κατά το άρθρο 7 παράγραφος 3.

2.   Τα κράτη μέλη αναθέτουν σε νέο ή υφιστάμενο οργανισμό ή οργανισμούς, τη διοικητική, διαχειριστική και εκτελεστική ευθύνη για την ενσωμάτωση των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης που εκτίθενται στην παράγραφο 1. Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να είναι οι ίδιες αρχές ή υπηρεσίες με τις προβλεπόμενες κατά το άρθρο 4 παράγραφος 4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Άρθρο 6

Διανομείς ενέργειας, διαχειριστές συστημάτων διανομής και εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής ή/και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας:

α)

παρέχουν, κατόπιν αιτήσεως, όχι συχνότερα από μία φορά το χρόνο, στις αρχές ή υπηρεσίες του άρθρου 4 παράγραφος 4, ή σε άλλο οριζόμενο όργανο, υπό τον όρο ότι το τελευταίο διαβιβάζει τις λαμβανόμενες πληροφορίες στις πρώτες, συγκεντρωτικές στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς καταναλωτές τους. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι επαρκείς προκειμένου να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται καταλλήλως προγράμματα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, και να προάγονται και να παρακολουθούνται οι ενεργειακές υπηρεσίες και άλλα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Μπορούν να περιλαμβάνουν ιστορικές πληροφορίες και πρέπει να περιλαμβάνουν επίκαιρες πληροφορίες για την κατανάλωση των τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών φορτίου, του διαχωρισμού των πελατών, και της γεωγραφικής θέσης των πελατών, σεβόμενες ταυτόχρονα την ακεραιότητα και την εμπιστευτικότητα όσων πληροφοριών είναι είτε ιδιωτικού χαρακτήρα είτε εμπορικώς ευαίσθητες, σε συμμόρφωση με την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία·

β)

απέχουν από δραστηριότητες οι οποίες ενδέχεται να παρεμποδίζουν τη ζήτηση και την προμήθεια ενεργειακών υπηρεσιών και άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ή την ανάπτυξη αγορών ενεργειακών υπηρεσιών και άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Τα οικεία κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για τον τερματισμό τυχόν τέτοιων δραστηριοτήτων.

2.   Τα κράτη μέλη:

α)

επιλέγουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες απαιτήσεις προς τις οποίες πρέπει να συμμορφούνται οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής ή/και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, αμέσως ή/και εμμέσως δι' άλλων παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών ή με μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης:

i)

να εξασφαλίζουν την προσφορά στους τελικούς καταναλωτές τους και την προώθηση ενεργειακών υπηρεσιών σε ανταγωνιστικές τιμές, ή

ii)

να εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα στους τελικούς καταναλωτές τους και την προώθηση ενεργειακών ελέγχων διεξαγόμενων κατά ανεξάρτητο τρόπο και σε ανταγωνιστικές τιμές ή/και μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 και το άρθρο 12, ή

iii)

να συνεισφέρουν στα ταμεία και τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς περί των οποίων το άρθρο 11. Το ποσό των συνεισφορών αυτών αντιστοιχεί, τουλάχιστον, στο κατ' εκτίμηση κόστος παροχής οιασδήποτε εκ των δραστηριοτήτων της παρούσας παραγράφου, και συμφωνείται με τις αρχές ή υπηρεσίες του άρθρου 4 παράγραφος 4· ή/και

β)

εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν ή συνάπτονται εκούσιες συμφωνίες ή/και άλλα σχήματα προσανατολισμένα στην αγορά, όπως τα λευκά πιστοποιητικά, με αποτέλεσμα ισοδύναμο προς μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις του στοιχείου α). Οι εκούσιες συμφωνίες αξιολογούνται, επιτηρούνται και παρακολουθούνται από τα κράτη μέλη προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι, στην πράξη, έχουν αποτέλεσμα ισοδύναμο προς μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις του στοιχείου α).

Προς το σκοπό αυτόν, οι εκούσιες συμφωνίες πρέπει να έχουν σαφείς και ξεκάθαρους στόχους και απαιτήσεις περί εποπτείας και υποβολής εκθέσεων στο πλαίσιο διαδικασιών που μπορεί να οδηγούν σε αναθεωρημένα ή/και πρόσθετα μέτρα για την περίπτωση όπου οι στόχοι δεν επιτευχθούν ή δεν αναμένεται να επιτευχθούν. Προκειμένου να διασφαλισθεί η διαφάνεια, οι εκούσιες συμφωνίες δημοσιοποιούνται και δημοσιεύονται πριν από την εφαρμογή τους, στο βαθμό που οι διατάξεις περί εμπιστευτικότητας το επιτρέπουν, περιλαμβάνουν δε πρόσκληση προς τους ενδιαφερομένους για την υποβολή παρατηρήσεων.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν επαρκή κίνητρα, ισότιμος ανταγωνισμός και συγκρίσιμες καταστάσεις για συντελεστές της αγοράς άλλους από διανομείς ενέργειας, διαχειριστές συστημάτων διανομής ή/και εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, όπως ΕΕΥ, εγκαταστάτες, πάροχοι οδηγιών και συμβουλών για την ενέργεια, προκειμένου να προσφέρουν και να υλοποιούν, κατά ανεξάρτητο τρόπο, τις ενεργειακές υπηρεσίες, τους ενεργειακούς ελέγχους και μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης που περιγράφονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημεία i) και ii).

4.   Δυνάμει των παραγράφων 2 και 3, τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν ευθύνες σε επιχειρήσεις εκμετάλλευσης συστημάτων διανομής, μόνον εφόσον τηρούνται οι απαιτήσεις που σχετίζονται με το διαχωρισμό των λογαριασμών του άρθρου 19 παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ και του άρθρου 17 παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ.

5.   Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου ισχύει υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων ή εξαιρέσεων που παρέχονται δυνάμει των οδηγιών 2003/54/ΕΚ και 2003/55/ΕΚ.

Άρθρο 7

Διαθεσιμότητα πληροφοριών

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες για τους μηχανισμούς ενεργειακής απόδοσης και τα χρηματοοικονομικά και νομικά πλαίσια που θεσπίζονται με σκοπό την επίτευξη του εθνικού ενδεικτικού στόχου εξοικονόμησης ενέργειας να είναι διαφανείς και να διαχέονται ευρέως στους ενδιαφερόμενους συντελεστές της αγοράς.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι καταβάλλονται μεγαλύτερες προσπάθειες για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση. Δημιουργούν το κατάλληλο πλαίσιο συνθηκών και θεσπίζουν κίνητρα για να παρέχουν οι φορείς της αγοράς περισσότερες πληροφορίες και συμβουλές στους τελικούς πελάτες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση.

3.   Η Επιτροπή μεριμνά ώστε να ανταλλάσσονται και να διαδίδονται ευρέως πληροφορίες σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές εξοικονόμησης ενεργείας στα κράτη μέλη.

Άρθρο 8

Συστήματα αναγνώρισης προσόντων, πιστοποίησης και διαπίστευσης

Για να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης, αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, οσάκις το κρίνουν αναγκαίο, ότι υπάρχουν κατάλληλα συστήματα αναγνώρισης προσόντων, πιστοποίησης ή/και διαπίστευσης για παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών, ενεργειακούς ελέγχους και μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης κατά το άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημεία i) και ii).

Άρθρο 9

Χρηματοοικονομικά μέσα για την εξοικονόμηση ενέργειας

1.   Τα κράτη μέλη καταργούν ή τροποποιούν τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, πλην εκείνων που έχουν καθαρώς φορολογικό χαρακτήρα, οι οποίες παρεμποδίζουν ή περιορίζουν, αναίτια ή δυσανάλογα, τη χρήση χρηματοοικονομικών μέσων για την εξοικονόμηση ενέργειας στην αγορά ενεργειακών υπηρεσιών ή άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

2.   Τα κράτη μέλη καθιστούν διαθέσιμα υποδείγματα συμβάσεων για τα χρηματοοικονομικά αυτά μέσα στους υφιστάμενους και τους δυνητικούς αγοραστές ενεργειακών υπηρεσιών και άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Τα υποδείγματα αυτά μπορούν να εκδίδονται από την ίδια αρχή ή υπηρεσία του άρθρου 4 παράγραφος 4.

Άρθρο 10

Τιμολόγια ενεργειακής απόδοσης και άλλοι κανονισμοί για ενέργεια μέσω δικτύου

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την κατάργηση, στην τιμολόγηση της μεταφοράς και διανομής, των κινήτρων εκείνων που αυξάνουν άσκοπα τον όγκο της μεταφερόμενης ή διανεμόμενης ενέργειας. Στη συνάρτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ και το άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις κοινωφελούς υπηρεσίας σχετικά με την ενεργειακή απόδοση σε επιχειρήσεις που λειτουργούν στους τομείς ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου, αντιστοίχως.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στοιχεία σχεδίων και τιμολογιακών δομών με κοινωνικό σκοπό, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδεχόμενες διαταραχές ως προς τα συστήματα μεταφοράς και διανομής είναι οι ελάχιστες δυνατές και δεν είναι δυσανάλογες προς τον κοινωνικό σκοπό.

Άρθρο 11

Ταμεία και χρηματοδοτικοί μηχανισμοί

1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης, τα κράτη μέλη μπορούν να συνιστούν ένα ή περισσότερα ταμεία για την επιδότηση της εκτέλεσης προγραμμάτων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, και να προάγουν την ανάπτυξη αγοράς για μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την προαγωγή των ενεργειακών ελέγχων, χρηματοοικονομικά μέσα για την εξοικονόμηση ενέργειας και, ανάλογα με την περίπτωση, βελτιωμένη μέτρηση της κατανάλωσης και αναλυτικούς λογαριασμούς. Τα ταμεία απευθύνονται επίσης σε τομείς τελικής χρήσης, οι οποίοι εμφανίζουν υψηλότερο κόστος συναλλαγών και υψηλότερους κινδύνους.

2.   Εάν συσταθούν, τα ταμεία μπορούν να παρέχουν επιδοτήσεις, δάνεια, χρηματοοικονομικές εγγυήσεις ή/και άλλες μορφές χρηματοδότησης που εξασφαλίζουν την επίτευξη αποτελεσμάτων.

3.   Τα ταμεία είναι ανοικτά σε όλους τους παρόχους μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, όπως οι ΕΕΥ, οι ανεξάρτητοι ενεργειακοί σύμβουλοι, οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής, οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας και οι εγκαταστάτες. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να ανοίξουν τα ταμεία σε όλους τους τελικούς καταναλωτές. Οι διαδικασίες υποβολής προσφορών ή οι ισοδύναμες μέθοδοι, οι οποίες εξασφαλίζουν πλήρη διαφάνεια, εκτελούνται επίσης με πλήρη τήρηση των εφαρμοστέων κανονιστικών διατάξεων περί δημοσίων συμβάσεων. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα ταμεία αυτά συμπληρώνουν τα εμπορικώς χρηματοδοτούμενα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και δεν τα ανταγωνίζονται.

Άρθρο 12

Ενεργειακοί έλεγχοι

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν αποτελεσματικά και υψηλής ποιότητας συστήματα ενεργειακών ελέγχων, τα οποία σχεδιάζονται για να εντοπίζουν δυνητικά μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και τα οποία εφαρμόζονται κατά ανεξάρτητο τρόπο, σε όλους τους τελικούς καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των μικρών οικιακών και εμπορικών πελατών και των μικρομεσαίων πελατών του βιομηχανικού τομέα.

2.   Τα τμήματα της αγοράς, τα οποία έχουν υψηλότερο κόστος συναλλαγών και όχι πολύπλοκες εγκαταστάσεις, είναι δυνατόν να προσεγγίζονται με άλλα μέτρα, όπως π.χ. ερωτηματολόγια και προγράμματα υπολογιστών που διατίθενται μέσω του Διαδικτύου ή/και αποστέλλονται ταχυδρομικά στους καταναλωτές. Για τα τμήματα αγοράς στα οποία δεν πωλούνται στο εμπόριο ενεργειακοί έλεγχοι, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα των ενεργειακών ελέγχων λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 11 παράγραφος 1.

3.   Η κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/91/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (15), πιστοποίηση θεωρείται ότι πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και ότι είναι ισοδύναμη προς τον ενεργειακό έλεγχο κατά το παράρτημα VΙ στοιχείο ε) της παρούσας οδηγίας. Επίσης, οι έλεγχοι που διενεργούνται στο πλαίσιο συστημάτων που βασίζονται σε εκούσιες συμφωνίες μεταξύ οργανώσεων ενδιαφερομένων και φορέα που ορίζεται, επιτηρείται και παρακολουθείται από το οικείο κράτος μέλος, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας θεωρείται ότι πληρούν τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 13

Μετρητές και αναλυτικοί λογαριασμοί για την κατανάλωση ενέργειας

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εφόσον είναι τεχνικώς εφικτό, οικονομικώς εύλογο και ανάλογο προς τη δυνητική εξοικονόμηση ενέργειας, παρέχονται σε ανταγωνιστική τιμή στους τελικούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης, και ζεστού νερού για οικιακή κατανάλωση, ατομικοί μετρητές που να αντικατοπτρίζουν επακριβώς την πραγματική ενεργειακή κατανάλωση του τελικού καταναλωτή και να παρέχουν πληροφορίες όσον αφορά τον πραγματικό χρόνο χρήσης.

Όταν αντικαθίστανται υπάρχοντες μετρητές, διατίθενται πάντα ατομικοί μετρητές σε ανταγωνιστική τιμή, εκτός αν τούτο είναι τεχνικώς αδύνατο ή δεν είναι οικονομικώς αποδοτικό σε σχέση με τις εκτιμώμενες δυνατότητες μακροπρόθεσμης εξοικονόμησης ενέργειας. Στις νέες συνδέσεις σε νέα κτίρια, ή σε κτίριο που υποβάλλεται σε ανακαινίσεις μεγάλης κλίμακας, σύμφωνα με την οδηγία 2002/91/ΕΚ, διατίθενται πάντα ατομικοί μετρητές σε ανταγωνιστική τιμή.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά περίπτωση, η χρέωση που πραγματοποιείται από τους διανομείς ενέργειας, τους διαχειριστές συστημάτων διανομής και τις εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, βασίζεται στην πραγματική ενεργειακή κατανάλωση, και να παρουσιάζεται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Στο λογαριασμό του τελικού καταναλωτή πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες πληροφορίες, ώστε να έχει πλήρη εικόνα του τρέχοντος ενεργειακού του κόστους. Η χρέωση με βάση την πραγματική κατανάλωση ενέργειας πρέπει να είναι αρκετά συχνή, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να ρυθμίζουν την ενεργειακή τους κατανάλωση.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, ανάλογα με την περίπτωση, οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής, ή οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας παρέχουν στους τελικούς καταναλωτές, ως μέρος ή μαζί με τους λογαριασμούς τους, τις συμβάσεις τους, τις συναλλαγές τους ή/και τις αποδείξεις των σταθμών διανομής τους, τις ακόλουθες πληροφορίες κατά σαφή και κατανοητό τρόπο:

α)

τις τρέχουσες πραγματικές τιμές και την πραγματική κατανάλωση ενέργειας·

β)

συγκρίσεις της τρέχουσας κατανάλωσης του τελικού καταναλωτή προς την κατανάλωσή του κατά την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, κατά προτίμηση υπό μορφή διαγράμματος·

γ)

συγκρίσεις με κάποιο μέσο κανονικό ή υποδειγματικό χρήστη ενέργειας της ίδιας κατηγορίας, εφόσον τούτο είναι εφικτό και χρήσιμο·

δ)

διευθύνσεις κ.λπ. οργανώσεων καταναλωτών, οργανισμών ενέργειας ή παρόμοιων οργάνων, μαζί με διευθύνσεις ιστοσελίδων, από τις οποίες μπορούν να λαμβάνονται πληροφορίες για τα διαθέσιμα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συγκρίσεις των διαφόρων κατηγοριών τελικών χρηστών ή/και αντικειμενικές τεχνικές προδιαγραφές για εξοπλισμό που χρησιμοποιεί ενέργεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 14

Εκθέσεις

1.   Τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν ήδη, για οιονδήποτε σκοπό, μεθόδους υπολογισμού για τη μέτρηση της εξοικονόμησης ενέργειας παρόμοιες με τις σημειούμενες στο παράρτημα IV κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, μπορούν να υποβάλλουν επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες στην Επιτροπή. Οι πληροφορίες αυτές υποβάλλονται το συντομότερο δυνατόν και, κατά προτίμηση, όχι αργότερα από τις 17 Νοεμβρίου 2006. Οι πληροφορίες αυτές επιτρέπουν στην Επιτροπή να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις υφιστάμενες πρακτικές.

2.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή τα ακόλουθα σχέδια:

το πρώτο ΣΔΕΑ το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2007,

το δεύτερο ΣΔEA το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2011,

το τρίτο ΣΔEA το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2014.

Όλα τα ΣΔEA περιγράφουν τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης που σχεδιάζονται για την επίτευξη των στόχων που τίθενται στα άρθρα 4 παράγραφοι 1 και 2, καθώς και για την τήρηση των διατάξεων σχετικά με τον υποδειγματικό ρόλο του δημόσιου τομέα και την παροχή ενημέρωσης και συμβουλών στους τελικούς πελάτες που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 και το άρθρο 7 παράγραφος 2 αντιστοίχως.

Το δεύτερο και τρίτο ΣΔEA:

περιλαμβάνουν ενδελεχή ανάλυση και αξιολόγηση του προηγούμενου ΣΔΕΑ,

περιλαμβάνουν τα τελικά αποτελέσματα όσον αφορά την επίτευξη των στόχων εξοικονόμησης ενέργειας που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2,

περιλαμβάνουν σχέδια για επιπρόσθετα μέτρα –και τις προβλεπόμενες επιπτώσεις αυτών– τα οποία εξετάζουν οιαδήποτε υφισταμένη ή αναμενόμενη απόκλιση από το στόχο·

σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4, χρησιμοποιούν και βαθμιαία αυξάνουν τη χρήση εναρμονισμένων δεικτών απόδοσης και επιδόσεων αναφοράς, τόσο για την αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν στο παρελθόν όσο και για τις εκτιμώμενες επιπτώσεις των μέτρων που σχεδιάζονται για το μέλλον,

βασίζονται σε διαθέσιμα στοιχεία και συμπληρώνονται με εκτιμήσεις.

3.   Το αργότερο στις 17 Μαΐου 2008 η Επιτροπή δημοσιεύει εκτίμηση κόστους/ωφελείας που εξετάζει τις σχέσεις μεταξύ προτύπων, κανονισμών, πολιτικών και μέτρων της ΕΕ σχετικά με την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση.

4.   Τα ΣΔΕΑ αποτιμώνται σύμφωνα με τη διαδικασία που εμφαίνεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 ως εξής:

το πρώτο ΣΔΕΑ επανεξετάζεται πριν από την 1η Ιανουαρίου 2008,

το δεύτερο ΣΔΕΑ επανεξετάζεται πριν από την 1η Ιανουαρίου 2012,

το τρίτο ΣΔΕΑ επανεξετάζεται πριν από την 1η Ιανουαρίου 2015.

5.   Με βάση τα ΣΔΕΑ, η Επιτροπή εκτιμά την πρόοδο που έχουν επιτελέσει τα κράτη μέλη όσον αφορά την επίτευξη του οικείου εθνικού ενδεικτικού στόχου εξοικονόμησης ενέργειας. Η Επιτροπή δημοσιεύει εκθέσεις με τα συμπεράσματά της:

σχετικά με το πρώτο ΣΔΕΑ πριν από την 1η Ιανουαρίου 2008,

σχετικά με το δεύτερο ΣΔΕΑ πριν από την 1η Ιανουαρίου 2012,

σχετικά με το τρίτο ΣΔΕΑ πριν από την 1η Ιανουαρίου 2015.

Αυτές οι εκθέσεις περιλαμβάνουν πληροφορίες για σχετικές δράσεις σε κοινοτικό επίπεδο, συμπεριλαμβανόμενης της ισχύουσας και της μελλοντικής νομοθεσίας. Οι εκθέσεις λαμβάνουν υπόψη το σύστημα επιδόσεων αναφοράς που εμφαίνεται στο άρθρο 15 παράγραφος 4, εντοπίζουν τις βέλτιστες πρακτικές, εντοπίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη ή/και η Επιτροπή δεν σημειώνουν αρκετή πρόοδο και μπορούν να περιέχουν συστάσεις.

Η δεύτερη έκθεση συνοδεύεται, ανάλογα με την περίπτωση και εφόσον απαιτείται, από προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη λήψη πρόσθετων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης παράτασης της περιόδου εφαρμογής των στόχων. Εάν η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έχει σημειωθεί ανεπαρκής πρόοδος προς την επίτευξη των εθνικών ενδεικτικών δεικτών, αυτές οι προτάσεις εξετάζουν το επίπεδο και τη φύση των στόχων.

Άρθρο 15

Επανεξέταση και προσαρμογή του πλαισίου

1.   Οι τιμές και οι μέθοδοι υπολογισμού που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα ΙΙ, ΙΙΙ, IV και V προσαρμόζονται στην τεχνική πρόοδο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 παράγραφος 2.

2.   Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2008, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 παράγραφος 2, επεξεργάζεται περαιτέρω και συμπληρώνει, ανάλογα με την περίπτωση, τα σημεία 2 έως 6 του παραρτήματος IV, τηρώντας παράλληλα το γενικό πλαίσιο που ορίζεται στο παράρτημα IV.

3.   Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 παράγραφος 2, αυξάνει το ποσοστό των εναρμονισμένων υπολογισμών από την βάση που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα εναρμονισμένων υπολογισμών του παραρτήματος IV σημείο 1, χωρίς να θίξει τα συστήματα των κρατών μελών τα οποία χρησιμοποιούν ήδη υψηλότερο ποσοστό. Το νέο υπόδειγμα εναρμονισμένων υπολογισμών, με σημαντικά υψηλότερο ποσοστό των υπολογισμών από την βάση, χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από 1ης Ιανουαρίου 2012.

Εφόσον τούτο είναι δυνατό και πρακτικά εφαρμόσιμο, για τη μέτρηση της συνολικής εξοικονόμησης κατά τη συνολική περίοδο εφαρμογής της οδηγίας χρησιμοποιείται αυτό το υπόδειγμα εναρμονισμένων υπολογισμών, με την επιφύλαξη των συστημάτων των κρατών μελών που έχουν υψηλότερο ποσοστό υπολογισμών από τη βάση.

4.   Το αργότερο την 30ή Ιουνίου 2008 η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2, αναπτύσσει δέσμη εναρμονισμένων δεικτών ενεργειακής απόδοσης και επιδόσεων αναφοράς που βασίζονται σε αυτούς, λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία ή τα στοιχεία που μπορούν να συλλέγονται με τρόπο αποτελεσματικό ως προς το κόστος για κάθε κράτος μέλος. Για την ανάπτυξη αυτών των εναρμονισμένων δεικτών ενεργειακής απόδοσης και επιδόσεων αναφοράς η Επιτροπή χρησιμοποιεί ως οδηγό αναφοράς τον ενδεικτικό κατάλογο του παραρτήματος V. Τα κράτη μέλη ενσωματώνουν βαθμιαία αυτούς τους δείκτες και τις επιδόσεις αναφοράς στα στατιστικά δεδομένα που περιλαμβάνονται στα ΣΔΕΑ που καταρτίζουν κατ' άρθρο 14 και τα χρησιμοποιούν ως ένα από τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους για να λάβουν απόφαση επί των μελλοντικών τομέων προτεραιότητας στα ΣΔΕΑ.

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο το αργότερο στις 17 Μαΐου 2011 έκθεση σχετικά με την πρόοδο όσον αφορά τον ορισμό δεικτών και επιδόσεων αναφοράς.

Άρθρο 16

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ιδίας απόφασης.

Η προθεσμία του άρθρου 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

3.   Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό.

Άρθρο 17

Κατάργηση

Η οδηγία 93/76/ΕΟΚ καταργείται.

Άρθρο 18

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 17 Μαΐου 2008, με εξαίρεση τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφοι 1, 2 και 4, για τις οποίες η ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο είναι το αργότερο η 17 Μαΐου 2006. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 19

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 20

Παραλήπτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 5 Απριλίου 2006.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. WINKLER


(1)  ΕΕ C 120 της 20.5.2005, σ. 115.

(2)  ΕΕ C 318 της 22.12.2004, σ. 19.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2005 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2005 (ΕΕ C 275 Ε της 8.11.2005, σ. 19) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2005 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Απόφαση του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2006.

(4)  ΕΕ L 242 της 10.9.2002, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 176 της 15.7.2003, σ. 37· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2004/85/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 236 της 7.7.2004, σ. 10).

(6)  ΕΕ L 176 της 15.7.2003, σ. 57.

(7)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2083/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 333 της 20.12.2005, σ. 28).

(8)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 2083/2005.

(9)  Υπόθεση C-513/99, Concordia Bus Finland Oy Ab, πρώην Stagecoach Finland Oy Ab κατά Helsingin kaupunki και HKL-Bussiliikenne (Συλλογή 2002, σ. Ι-7213).

(10)  ΕΕ C 394 της 17.12.1998, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 237 της 22.9.1993, σ. 28.

(12)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(13)  ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2004/101/ΕΚ (ΕΕ L 338 της 13.11.2004, σ. 18).

(14)  ΕΕ L 283 της 27.10.2001, σ. 33· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(15)  ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 65.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Μεθοδολογία για τον υπολογισμό του εθνικού ενδεικτικού στόχου εξοικονόμησης ενέργειας

Η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του εθνικού ενδεικτικού στόχου εξοικονόμησης ενέργειας που προβλέπεται στο άρθρο 4, είναι η εξής:

1.

Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν την ετήσια τελική εγχώρια ενεργειακή κατανάλωση των χρηστών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, κατά την τελευταία πενταετία πριν από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας για την οποία υπάρχουν επίσημα δεδομένα, για να υπολογίσουν μια ετήσια μέση κατανάλωση. Αυτή η τελική ενεργειακή κατανάλωση ισούται προς το ποσό ενέργειας που διανεμήθηκε ή πωλήθηκε στους τελικούς καταναλωτές κατά την πενταετία, χωρίς προσαρμογή για βαθμοημέρες, διαρθρωτικές αλλαγές ή μεταβολές παραγωγής.

Βάσει αυτής της ετήσιας μέσης κατανάλωσης, ο εθνικός ενδεικτικός στόχος εξοικονόμησης υπολογίζεται μια φορά, και η προκύπτουσα απόλυτη ποσότητα ενέργειας προς εξοικονόμηση ισχύει για όλη τη διάρκεια ισχύος της παρούσας οδηγίας.

Ο εθνικός ενδεικτικός στόχος εξοικονόμησης ενέργειας:

α)

συνίσταται στο 9 % της προαναφερθείσας ετήσιας μέσης κατανάλωσης·

β)

μετράται μετά το ένατο έτος εφαρμογής της παρούσας οδηγίας·

γ)

είναι το αποτέλεσμα της σωρευτικής ετήσιας εξοικονόμησης ενέργειας που επιτυγχάνεται καθ’ όλη την περίοδο των εννέα ετών εφαρμογής της παρούσας οδηγίας·

δ)

επιτυγχάνεται με τις ενεργειακές υπηρεσίες και τα άλλα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

Αυτή η μεθοδολογία για τη μέτρηση της εξοικονόμησης ενέργειας εξασφαλίζει ότι η συνολική εξοικονόμηση ενέργειας που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία είναι σταθερό ποσό, και, συνεπώς, δεν εξαρτάται από μελλοντική αύξηση του ΑΕΠ και από τυχόν μελλοντική αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης.

2.

Ο εθνικός ενδεικτικός στόχος εξοικονόμησης ενέργειας εκφράζεται σε απόλυτες τιμές ως GWh ή ισοδύναμες μονάδες, που υπολογίζονται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ.

3.

Κατά τον υπολογισμό της ετήσιας εξοικονόμησης ενέργειας, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η εξοικονόμηση ενέργειας κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου έτους μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η οποία προκύπτει από την εφαρμογή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης που δρομολογήθηκαν σε προηγούμενο έτος, άλλα όχι πριν από το 1995, και η οποία παρουσιάζει διάρκεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν το δικαιολογούν οι περιστάσεις, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μέτρα που έχουν δρομολογηθεί πριν από το 1995 αλλά όχι πριν από το 1991. Τα μέτρα τεχνολογικής φύσεως πρέπει είτε να προσαρμόζονται στα τελευταία δεδομένα, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η πρόοδος της τεχνολογίας, ή να αξιολογούνται σε σχέση με την επίδοση αναφοράς για κάθε μέτρο. Η Επιτροπή παρέχει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το πώς πρέπει να μετράται ή εκτιμάται η επίπτωση όλων αυτών των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, με βάση, όπου είναι δυνατόν, την υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία όπως η οδηγία 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προώθηση της συμπαραγωγής ενέργειας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενέργειας (1), και η οδηγία 2002/91/ΕΚ.

Εν πάση περιπτώσει, η επιτυγχανόμενη εξοικονόμηση ενέργειας πρέπει πάντοτε να είναι επαληθεύσιμη και μετρήσιμη, ή να μπορεί να υπολογισθεί κατ’ εκτίμηση, σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο του παραρτήματος IV.


(1)  ΕΕ L 52 της 21.2.2004, σ. 50.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Ενεργειακό περιεχόμενο επιλεγμένων καυσίμων για τελική χρήση — πίνακας μετατροπής (1)

Καύσιμο

kJ (καθαρή θερμογόνος δύναμη)

kg ι.π. (καθαρή θερμογόνος δύναμη)

kWh (καθαρή θερμογόνος δύναμη)

1 kg οπτάνθρακας

28 500

0,676

7,917

1 kg λιθάνθρακας

17 200 — 30 700

0,411 — 0,733

4,778 — 8,528

1 kg μπρικέτες λιγνίτη

20 000

0,478

5,556

1 kg μαύρος λιγνίτης

10 500 — 21 000

0,251 — 0,502

2,917 — 5,833

1 kg λιγνίτης

5 600 — 10 500

0,134 — 0,251

1,556 — 2,917

1 kg ασφαλτούχος σχιστόλιθος

8 000 — 9 000

0,191 — 0,215

2,222 — 2,500

1 kg τύρφη

7 800 — 13 800

0,186 — 0,330

2,167 — 3,833

1 kg μπρικέτες τύρφης

16 000 — 16 800

0,382 — 0,401

4,444 — 4,667

1 kg βαρύ μαζούτ

40 000

0,955

11,111

1 kg ελαφρύ μαζούτ

42 300

1,010

11,750

1 kg βενζίνη

44 000

1,051

12,222

1 kg παραφίνη

40 000

0,955

11,111

1 kg υγραέριο

46 000

1,099

12,778

1 kg φυσικό αέριο (2)

47 200

1,126

13,10

1 kg υγροποιημένο φυσικό αέριο

45 190

1,079

12,553

1 kg ξύλο (25 % υγρασία) (3)

13 800

0,330

3,833

1 kg συσφαιρώματα/μπρικέτες ξύλου

16 800

0,401

4,667

1 kg απόβλητα

7 400 — 10 700

0,177 — 0,256

2,056 — 2,972

1 MJ προκύπτουσα θερμότητα

1 000

0,024

0,278

1 kWh ηλεκτρική ενέργεια

3 600

0,086

1 (4)

Πηγή: Eurostat.


(1)  Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν διαφορετικούς συντελεστές μετατροπής, εφόσον μπορούν να δικαιολογηθούν.

(2)  Με 93,0 % μεθάνιο.

(3)  Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν άλλες τιμές, ανάλογα με το είδος ξύλου που χρησιμοποιείται συνήθως στο εκάστοτε κράτος μέλος.

(4)  Για εξοικονομήσεις ηλεκτρικής ενέργειας σε kWh, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν προτερότιμο συντελεστή 2,5, ο οποίος αποδίδει την εκτιμώμενη σε 40 % μέση απόδοση ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την περίοδο στόχου. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν διαφορετικό συντελεστή, εφόσον μπορούν να το δικαιολογήσουν.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Παραδείγματα επιλέξιμων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης

Στο παρόν παράρτημα παρέχονται παραδείγματα περιπτώσεων όπου είναι δυνατόν να αναπτυχθούν και να εφαρμοσθούν προγράμματα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και άλλα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, στο πλαίσιο του άρθρου 4.

Για να λαμβάνονται υπόψη, αυτά τα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης πρέπει να οδηγούν σε εξοικονόμηση ενέργειας που να είναι δυνατόν να μετρηθεί και να επαληθευθεί, ή να υπολογισθεί κατ’ εκτίμηση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του παραρτήματος IV, και οι σχετικές επιπτώσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας δεν πρέπει να συνυπολογίζονται ήδη σε άλλα ειδικά μέτρα. Οι ακόλουθοι κατάλογοι δεν είναι εξαντλητικοί αλλά προτίθενται να παράσχουν κατευθύνσεις.

Παραδείγματα επιλέξιμων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης:

 

Τομέας κατοικίας και τριτογενής τομέας

α)

Θέρμανση, ψύξη, κλιματισμός (π.χ. αντλίες θερμότητας, νέοι αποδοτικοί λέβητες, εγκατάσταση/αποδοτικότερη ανακαίνιση συστημάτων τηλεθέρμανσης/τηλεψύξης)·

β)

μόνωση και αερισμός (π.χ. διάκενα τοίχων και μόνωση στεγών, διπλοί/τριπλοί υαλοπίνακες παραθύρων, παθητική θέρμανση και ψύξη)·

γ)

ζεστό νερό (π.χ. εγκατάσταση νέων συστημάτων, άμεση και αποδοτική χρήση στη θέρμανση χώρων, πλυντηρίων ρούχων)·

δ)

φωτισμός (π.χ. νέοι αποδοτικοί λαμπτήρες και στραγγαλιστικά πηνία, ψηφιακά συστήματα ελέγχου, χρήση ανιχνευτών κίνησης για συστήματα φωτισμού εμπορικών κτιρίων)·

ε)

μαγείρεμα και ψύξη (π.χ. νέες αποδοτικές συσκευές, συστήματα ανάκτησης θερμότητας)·

στ)

άλλος εξοπλισμός και συσκευές (π.χ. συσκευές συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, νέες αποδοτικές συσκευές, χρονορυθμιστικές διατάξεις για βελτιστοποιημένη χρήση της ενέργειας, μείωση απωλειών σε κατάσταση εφεδρείας, εγκατάσταση πυκνωτών για τη μείωση της αέργου ισχύος, μετασχηματιστές με μικρές απώλειες)·

ζ)

οικιακή παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με την οποία μειώνεται η ποσότητα της αγοραζόμενης ενέργειας (π.χ. ηλιακές θερμικές εφαρμογές, ζεστό νερό για οικιακή κατανάλωση, θέρμανση και ψύξη χώρων με τη βοήθεια της ηλιακής ενέργειας)·

 

Βιομηχανικός τομέας

η)

διαδικασίες μεταποίησης προϊόντων (π.χ. αποτελεσματικότερη χρήση πεπιεσμένου αέρα, συμπυκνωμάτων και διακοπτών και βαλβίδων, χρήση αυτόματων και ολοκληρωμένων συστημάτων, αποδοτικές καταστάσεις εφεδρείας)·

θ)

κινητήρες και συστήματα μετάδοσης κίνησης (π.χ. αύξηση της χρήσης ηλεκτρονικών διατάξεων ελέγχου, συστήματα μετάδοσης μεταβλητής ταχύτητας, ολοκληρωμένος προγραμματισμός εφαρμογών, μετατροπή συχνότητας, ηλεκτρικοί κινητήρες υψηλής απόδοσης)·

ι)

ανεμιστήρες, συστήματα μετάδοσης μεταβλητής ταχύτητας και αερισμός (π.χ. νέες συσκευές/συστήματα, χρήση φυσικού αερισμού)·

ια)

διαχείριση ανταποκρινόμενη στη ζήτηση (π.χ. διαχείριση φορτίου, συστήματα ελέγχου αποφυγής αιχμών)·

ιβ)

συμπαραγωγή υψηλής αποδοτικότητας (π.χ. συσκευές συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας)·

 

Τομέας μεταφορών

ιγ)

χρησιμοποιούμενοι τρόποι μετακίνησης (π.χ. ενθάρρυνση οχημάτων υψηλής ενεργειακής απόδοσης, αποδοτική χρήση οχημάτων με συστήματα προσαρμογής της πίεσης των ελαστικών, συσκευές και προσθήκες για ενεργειακή απόδοση, πρόσθετα καυσίμων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, λάδια υψηλής λιπαντικότητας και ελαστικά χαμηλής αντίστασης)·

ιδ)

στροφή σε άλλους τρόπους μετακίνησης (π.χ. μετακινήσεις μεταξύ οικίας και εργασίας χωρίς αυτοκίνητο, από κοινού χρήση αυτοκινήτου, επιτεύγματα στη στροφή σε άλλους τρόπους μετακίνησης που διευκολύνουν τη μετάβαση από περισσότερο ενεργειοβόρους τρόπους μεταφορών σε λιγότερο ενεργειοβόρους τρόπους, ανά επιβατοχιλιόμετρο ή τονοχιλιόμετρο)·

ιε)

ημέρες χωρίς αυτοκίνητο·

 

Διατομεακά μέτρα

ιστ)

πρότυπα και κανόνες που αποσκοπούν κυρίως στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των προϊόντων και των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων·

ιζ)

συστήματα ενεργειακής σήμανσης·

ιη)

μέτρηση κατανάλωσης, ευφυή συστήματα μέτρησης, όπως ατομικά τηλεχειριζόμενα όργανα μέτρησης, και αναλυτικοί λογαριασμοί·

ιθ)

κατάρτιση και εκπαίδευση που οδηγούν στην εφαρμογή ενεργειακώς αποδοτικής τεχνολογίας ή/και τεχνικών·

 

Οριζόντια μέτρα

κ)

κανονιστικές διατάξεις, φόροι, κλπ., που οδηγούν στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης κατά την τελική χρήση·

κα)

επικεντρωμένες ενημερωτικές εκστρατείες για την προώθηση της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Γενικό πλαίσιο για τη μέτρηση και την επαλήθευση της εξοικονόμησης ενέργειας

1.   Μετρήσεις της εξοικονόμησης ενέργειας και υπολογισμοί, και εξομάλυνσή τους

1.1.   Μετρήσεις της εξοικονόμησης ενέργειας

Γενικά

Για τη μέτρηση της πραγματοποιηθείσας εξοικονόμησης ενέργειας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 με σκοπό να προσδιορισθεί η συνολική βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και να εξακριβωθεί ο αντίκτυπος των επιμέρους μέτρων, χρησιμοποιείται εναρμονισμένο πρότυπο υπολογισμού με χρήση συνδυασμού μεθόδων υπολογισμού «από την κορυφή προς τα κάτω» και «από τη βάση στην κορυφή» προκειμένου να μετρώνται οι ετήσιες βελτιώσεις ενεργειακής απόδοσης για τα κατά το άρθρο 14 ΣΔΕΑ.

Για την ανάπτυξη του εναρμονισμένου προτύπου υπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2, η επιτροπή έχει ως στόχο να χρησιμοποιεί, στο μέτρο του δυνατού, τα δεδομένα που ήδη παρέχονται σε τακτική βάση από την Eurostat ή/και τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες.

Υπολογισμοί «από την κορυφή προς τα κάτω»

Μέθοδος υπολογισμού «από την κορυφή προς τα κάτω» σημαίνει ότι η ποσότητα εξοικονόμησης ενέργειας υπολογίζεται χρησιμοποιώντας ως αφετηρία τα εθνικά ή μεγάλης κλίμακας συγκεντρωτικά τομεακά επίπεδα εξοικονόμησης. Εν συνεχεία, γίνονται προσαρμογές των ετήσιων δεδομένων για τους εξωγενείς παράγοντες, όπως οι βαθμοημέρες, οι διαρθρωτικές αλλαγές, το φάσμα προϊόντων κ.λπ., για τη δημιουργία μέτρου που να δίνει ικανοποιητική ένδειξη της συνολικής βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, όπως περιγράφεται στο σημείο 1.2. Η μέθοδος αυτή δεν παρέχει ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις ούτε καταδεικνύει σχέσεις αιτίου και αιτιατού μεταξύ των μέτρων και της προκύπτουσας από αυτά εξοικονόμησης ενέργειας. Ωστόσο, είναι συνήθως απλούστερη και λιγότερο δαπανηρή και ονομάζεται συχνά «δείκτες ενεργειακής απόδοσης», επειδή παρέχει ένδειξη των εξελίξεων.

Για την ανάπτυξη της μεθόδου υπολογισμού «από την κορυφή προς τα κάτω» που χρησιμοποιείται στο εναρμονισμένο αυτό πρότυπο υπολογισμού, η επιτροπή βασίζει τις εργασίες της, στο μέτρο του δυνατού, στις υπάρχουσες μεθοδολογίες, όπως το πρότυπο ODEX (1).

Υπολογισμοί «από τη βάση στην κορυφή»

Μέθοδος υπολογισμού «από τη βάση στην κορυφή» σημαίνει ότι η εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από την εφαρμογή ενός συγκεκριμένου μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης μετράται σε κιλοβατώρες (kWh), σε τζάουλ (J) ή σε χιλιόγραμμα ισοδυνάμου πετρελαίου (kgoe, χλγ. ΤΙΠ) και αθροίζεται μαζί με τα αποτελέσματα εξοικονόμησης ενέργειας από άλλα συγκεκριμένα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Οι διορισμένες επί τούτω δημόσιες αρχές ή οργανισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 4, εξασφαλίζουν ότι δεν συνυπολογίζεται δύο φορές η εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από το συνδυασμό μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης (συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών). Για τη μέθοδο υπολογισμού «από τη βάση στην κορυφή», μπορούν να χρησιμοποιούνται τα δεδομένα και οι μέθοδοι που σημειώνονται στα σημεία 2.1 και 2.2.

Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2008, η Επιτροπή αναπτύσσει εναρμονισμένο πρότυπο «από τη βάση στην κορυφή». Το πρότυπο καλύπτει επίπεδο μεταξύ 20 και 30 % της ετήσιας τελικής εγχώριας κατανάλωσης ενέργειας σε τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, με την επιφύλαξη της συνεκτίμησης των παραγόντων που σημειώνονται στα στοιχεία α), β) και γ) κατωτέρω.

Έως την 1η Ιανουαρίου 2012 η Επιτροπή εξακολουθεί να αναπτύσσει αυτό το εναρμονισμένο πρότυπο «από τη βάση στην κορυφή» που καλύπτει σημαντικά υψηλότερο επίπεδο της ετήσιας τελικής εγχώριας κατανάλωσης ενέργειας σε τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, με την επιφύλαξη της συνεκτίμησης των παραγόντων που εμφαίνονται στα στοιχεία α), β) και γ) κατωτέρω.

Στην ανάπτυξη του εναρμονισμένου μοντέλου «από τη βάση στην κορυφή» η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες και αιτιολογεί την απόφασή της ανάλογα με τα εξής:

α)

την πείρα από το πρώτο έτος εφαρμογής του μοντέλου εναρμονισμένων υπολογισμών·

β)

την αναμενόμενη δυνητική αύξηση της ακρίβειας λόγω της ευρύτερης χρήσης των υπολογισμών από τη βάση στην κορυφή·

γ)

το εκτιμώμενο δυνητικό πρόσθετο κόστος ή/και διοικητική επιβάρυνση.

Για την ανάπτυξη του εν λόγω εναρμονισμένου μοντέλου «εκ των κάτω» σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2, η επιτροπή έχει ως στόχο να χρησιμοποιεί τυποποιημένες μεθόδους που να συνεπάγονται ελάχιστο διοικητικό φόρτο και κόστος, κυρίως με τη χρησιμοποίηση των μεθόδων μέτρησης που αναφέρονται στα σημεία 2.1 και 2.2, και με επικέντρωση στους τομείς όπου μπορεί να εφαρμοσθεί με την καλύτερη οικονομική απόδοση το εναρμονισμένο μοντέλο «εκ των κάτω».

Τα κράτη μέλη που το επιθυμούν, μπορούν να χρησιμοποιούν περαιτέρω μετρήσεις «από τη βάση» πέραν του μέρους που ορίζεται από το εναρμονισμένο πρότυπο «από τη βάση», αφού ληφθεί η συγκατάθεση της Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 παράγραφος 2, βάσει περιγραφής της μεθοδολογίας την οποία υποβάλλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Εάν, για ορισμένους τομείς, δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπολογισμοί «από τη βάση στην κορυφή», μπορούν να χρησιμοποιούνται στις εκθέσεις προς την Επιτροπή δείκτες «από την κορυφή προς τα κάτω» ή μεικτοί υπολογισμοί «από την κορυφή προς τα κάτω», και «από τη βάση στην κορυφή», εφόσον συμφωνεί η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 παράγραφος 2. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση αιτήσεων για το σκοπό αυτό, στο πλαίσιο του πρώτου ΣΔΕΑ που περιγράφεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2, η Επιτροπή επιδεικνύει την κατάλληλη ευελιξία. Μερικοί υπολογισμοί «από την κορυφή προς τα κάτω» χρειάζονται για τη μέτρηση του αντικτύπου των μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή μετά το 1995 (και σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη από το 1991) τα οποία συνεχίζουν να έχουν αντίκτυπο.

1.2.   Πώς θα πρέπει να εξομαλύνονται οι μετρήσεις εξοικονόμησης ενέργειας

Η εξοικονόμηση ενέργειας καθορίζεται με τη μέτρηση ή/και την εκτίμηση της κατανάλωσης πριν από και μετά την εφαρμογή του μέτρου, ενώ πρέπει παράλληλα να εξασφαλίζονται η προσαρμογή και η εξομάλυνση βάσει των εξωτερικών συνθηκών που συνήθως επηρεάζουν τη χρήση της ενέργειας. Οι συνθήκες που συνήθως επηρεάζουν τη χρήση της ενέργειας, μπορούν επίσης να διαφοροποιούνται και με το χρόνο. Οι συνθήκες αυτές είναι δυνατόν να είναι αποτέλεσμα ενός ή πλειόνων πιθανοφανών παραγόντων, όπως:

α)

καιρικές συνθήκες, όπως π.χ. βαθμοημέρες·

β)

βαθμός πληρότητας·

γ)

ωράρια λειτουργίας κτιρίων μη οικιστικής χρήσης·

δ)

ένταση χρήσης εγκατεστημένου εξοπλισμού (παραγωγή μονάδας)· φάσμα προϊόντων·

ε)

δυναμικότητα μονάδας, επίπεδο παραγωγής, όγκος ή προστιθέμενη αξία, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στο επίπεδο του ΑΕΠ·

στ)

χρονοδιαγράμματα εγκαταστάσεων και οχημάτων·

ζ)

σχέσεις με άλλες μονάδες.

2.   Δεδομένα και μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιούνται (δυνατότητα μέτρησης)

Υπάρχουν πλείονες μέθοδοι για τη συλλογή δεδομένων μέτρησης ή/και εκτίμησης της εξοικονόμησης ενέργειας. Η αξιολόγηση δεδομένης ενεργειακής υπηρεσίας ή δεδομένου μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να βασίζεται αποκλειστικά σε μετρήσεις. Γίνεται, συνεπώς, διάκριση μεταξύ των μεθόδων μέτρησης της εξοικονόμησης ενέργειας και των μεθόδων υπολογισμού της εξοικονόμησης ενέργειας κατ’ εκτίμηση, οι οποίες είναι και η πιο κοινή πρακτική.

2.1.   Δεδομένα και μέθοδοι βάσει μετρήσεων

Λογαριασμοί από εταιρείες διανομής ή λιανικής πώλησης

Οι λογαριασμοί κατανάλωσης ενέργειας βάσει μετρητή μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μέτρησης για αντιπροσωπευτικό χρονικό διάστημα πριν από και μετά την εφαρμογή του μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Οι λογαριασμοί αυτοί μπορούν έπειτα να συγκρίνονται με λογαριασμούς βάσει μετρητή για το μετά την εφαρμογή και τη χρήση του μέτρου διάστημα, επίσης για αντιπροσωπευτικό χρονικό διάστημα. Τα συμπεράσματα θα πρέπει να συγκρίνονται, ει δυνατόν, με ομάδα ελέγχου (ομάδα που δεν συμμετέσχε στην εφαρμογή) ή, εναλλακτικά, να εξομαλύνονται όπως περιγράφεται στο σημείο 1.2.

Δεδομένα πωλήσεων ενέργειας

Η κατανάλωση διαφόρων μορφών ενέργειας (π.χ. ηλεκτρική ενέργεια, αέριο, πετρέλαιο θέρμανσης κ.λπ.) είναι δυνατόν να μετράται με τη σύγκριση των δεδομένων πωλήσεων της εταιρείας λιανικής πώλησης ή του διανομέα πριν από την εφαρμογή των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης με τα δεδομένα πωλήσεων από το μετά την εφαρμογή του μέτρου διάστημα. Μπορεί να χρησιμοποιείται ομάδα ελέγχου ή να εξομαλύνονται τα δεδομένα.

Δεδομένα πωλήσεων εξοπλισμού και συσκευών

Οι επιδόσεις του εξοπλισμού και των συσκευών είναι δυνατόν να υπολογίζονται με βάση τις πληροφορίες που προέρχονται άμεσα από τον κατασκευαστή. Τα δεδομένα σχετικά με τις πωλήσεις εξοπλισμού και συσκευών διατίθενται εν γένει από τις εταιρείες λιανικής πώλησης. Μπορούν επίσης να διενεργούνται ειδικές έρευνες και μετρήσεις. Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι δυνατόν να ελέγχονται σε αντιπαραβολή με τα αριθμητικά στοιχεία των πωλήσεων, ώστε να καθορίζεται το μέγεθος της εξοικονόμησης ενέργειας. Όταν χρησιμοποιείται αυτή η μέθοδος, θα πρέπει να γίνεται προσαρμογή για τις αλλαγές στη χρήση του εξοπλισμού ή της συσκευής.

Δεδομένα φορτίου κατά την τελική χρήση

Η χρήση ενέργειας σε κτίριο ή εγκατάσταση μπορεί να είναι αντικείμενο πλήρους παρακολούθησης προκειμένου να καταγράφεται η ενεργειακή ζήτηση πριν από και μετά την εφαρμογή μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Σημαντικοί σχετικοί παράγοντες (π.χ. διαδικασία παραγωγής, ειδικός εξοπλισμός, εγκαταστάσεις θέρμανσης) είναι δυνατόν να μετρούνται ακριβέστερα.

2.2.   Δεδομένα και μέθοδοι βάσει εκτιμήσεων

Υπολογισμός δεδομένων με βάση απλές μεθόδους μηχανικής: χωρίς επιθεώρηση

Ο κατ’ εκτίμηση υπολογισμός δεδομένων με βάση απλές μεθόδους μηχανικής, χωρίς επιτόπου επιθεώρηση, είναι η κοινότερη μέθοδος για την απόκτηση δεδομένων για τη μέτρηση της κατ’ εκτίμηση εξοικονόμησης ενέργειας. Τα δεδομένα μπορούν να υπολογίζονται με τη χρήση θεμελιωδών αρχών μηχανικής, χωρίς να χρησιμοποιούνται δεδομένα από επιτόπιες επιθεωρήσεις, αλλά με παραδοχές βασιζόμενες στις προδιαγραφές εξοπλισμού, στα χαρακτηριστικά μεγέθη επιδόσεων, στην κατατομή λειτουργίας των μέτρων που έχουν εφαρμοσθεί, στις στατιστικές κ.λπ.

Υπολογισμός δεδομένων με βάση βελτιωμένες μεθόδους μηχανικής: επιθεώρηση

Τα ενεργειακά δεδομένα μπορούν να υπολογίζονται με βάση πληροφορίες που συλλέγει εξωτερικός εμπειρογνώμονας κατά τον έλεγχο ή άλλου είδους επίσκεψη σε έναν ή περισσότερους κατάλληλα επιλεγμένους χώρους. Στη βάση αυτή, είναι δυνατόν να καταρτίζονται και να εφαρμόζονται πιο εξελιγμένοι αλγόριθμοι/πρότυπα προσομοίωσης σε μεγαλύτερο πλήθος χώρων (π.χ. κτιρίων, εγκαταστάσεων, οχημάτων). Αυτό το είδος μέτρησης μπορεί συχνά να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά και να διακριβώνει δεδομένα που υπολογίζονται με βάση απλές μεθόδους μηχανικής.

3.   Τρόπος αντιμετώπισης της αβεβαιότητας

Όλες οι μέθοδοι που απαριθμούνται στο σημείο 2, ενέχουν κάποιο βαθμό αβεβαιότητας. Η αβεβαιότητα είναι δυνατόν να οφείλεται σε (2):

α)

σφάλματα οργάνων: αυτά συμβαίνουν, κατά κανόνα, λόγω σφαλμάτων στις προδιαγραφές που δίδει ο κατασκευαστής του προϊόντος·

β)

σφάλματα προτύπων: κατά κανόνα, πρόκειται για σφάλματα του προτύπου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των παραμέτρων των συλλεγέντων δεδομένων·

γ)

σφάλματα δειγματοληψίας: κατά κανόνα πρόκειται για σφάλματα που οφείλονται στο γεγονός ότι παρατηρήθηκε δείγμα και όχι το πλήρες σύνολο των υπό μελέτη μονάδων.

Αβεβαιότητα μπορεί επίσης να προκύπτει από προγραμματισμένες και μη προγραμματισμένες παραδοχές που, κατά κανόνα, συνδέονται με εκτιμήσεις, προδιαγραφές ή/και τη χρήση δεδομένων μηχανικής. Η εμφάνιση σφαλμάτων σχετίζεται επίσης με το επιλεγέν σύστημα συλλογής δεδομένων που περιγράφεται σε αδρές γραμμές στα σημεία 2.1 και 2.2. Συνιστάται περαιτέρω προσδιορισμός της αβεβαιότητας.

Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν μεθόδους ποσοτικοποιημένης αβεβαιότητας, όταν υποβάλλουν έκθεση σχετικά με τους στόχους που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Η ποσοτικοποιημένη αβεβαιότητα εκφράζεται κατά στατιστικώς εύλογο τρόπο, δηλώνεται δηλαδή η ακρίβεια και η αξιοπιστία. Παραδείγματος χάριν, «το ποσοτικό σφάλμα είναι ± 20 %, με αξιοπιστία 90 %».

Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται η μέθοδος της ποσοτικοποιημένης αβεβαιότητας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης υπόψη ότι το αποδεκτό επίπεδο αβεβαιότητας που απαιτείται για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας είναι συνάρτηση του επιπέδου της εξοικονόμησης και της σχέσης κόστους/ωφελείας της φθίνουσας αβεβαιότητας.

4.   Εναρμονισμένη διάρκεια ζωής των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης στους υπολογισμούς «από τη βάση στην κορυφή»

Μερικά μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης έχουν ζωή δεκαετιών, ενώ άλλα έχουν μικρότερη χρονική διάρκεια. Ο κατωτέρω κατάλογος δίνει ορισμένα παραδείγματα της μέσης διάρκειας ζωής των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης:

Μόνωση σοφίτας ιδιωτικών κατοικιών

30 έτη

Μόνωση διάκενων τοίχων ιδιωτικών κατοικιών

40 έτη

Τοποθέτηση υαλοπινάκων κατηγορίας E έως C (σε m2)

20 έτη

Λέβητες κατηγορίας Β έως Α

15 έτη

Αυτοματισμοί θέρμανσης — βελτίωση με αντικατάσταση λεβήτων

15 έτη

Συμπαγείς λαμπτήρες φθορισμού (CFL) — λιανική πώληση

16 έτη

Πηγή: Energy Efficiency Commitment (Ανάληψη δέσμευσης για την ενεργειακή απόδοση) 2005 — 2008, ΗΒ.

Προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι όλα τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την ίδια διάρκεια ζωής για παρόμοια μέτρα, οι διάφορες διάρκειες ζωής εναρμονίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Επιτροπή, επικουρούμενη από την επιτροπή του άρθρου 16, αντικαθιστά, συνεπώς, τον ανωτέρω κατάλογο με συμφωνημένο προκαταρκτικό κατάλογο με τη μέση διάρκεια ζωής των διαφόρων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, το αργότερο στις 17ης Νοεμβρίου 2006.

5.   Αντιμετώπιση των πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων της εξοικονόμησης ενέργειας και αποφυγή της διπλής καταμέτρησης στις μεικτές μεθόδους υπολογισμού «από την κορυφή προς τα κάτω» και «από τη βάση στην κορυφή»

Η εφαρμογή μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, π.χ. μόνωση δεξαμενών θερμού νερού και σωληνώσεων σε κτίριο, ή άλλου μέτρου με ισοδύναμα αποτελέσματα, μπορεί να έχει μελλοντικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην αγορά, με την έννοια ότι η αγορά θα εφαρμόσει το μέτρο αυτόματα χωρίς περαιτέρω συμμετοχή των αρχών ή υπηρεσιών που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 4, ή οποιουδήποτε ιδιωτικού φορέα παροχής υπηρεσιών στον τομέα της ενέργειας. Ένα μέτρο με πολλαπλασιαστικές δυνατότητες θα ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, οικονομικά αποδοτικότερο από τα μέτρα που πρέπει να επαναλαμβάνονται τακτικά. Τα κράτη μέλη υπολογίζουν τις δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας των μέτρων αυτών, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων τους, και επαληθεύουν τα συνολικά αποτελέσματα σε εκ των υστέρων αξιολόγηση με τη χρήση δεικτών, εφόσον απαιτείται.

Όσον αφορά την αξιολόγηση οριζόντιων μέτρων μπορούν να χρησιμοποιούνται δείκτες ενεργειακής απόδοσης υπό τον όρο ότι μπορεί να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να είχαν αναπτυχθεί χωρίς τα οριζόντια μέτρα. Πάντως, η διπλή καταμέτρηση εξοικονόμησης ενέργειας που επιτυγχάνεται με συγκεκριμένα προγράμματα ενεργειακής απόδοσης, με υπηρεσίες παροχής ενέργειας και με άλλες ρυθμιστικές πράξεις για την άσκηση πολιτικής πρέπει, κατά το δυνατόν, να αποκλείεται. Αυτό αφορά ιδίως τους φόρους ενέργειας ή διοξειδίου του άνθρακα και τις ενημερωτικές εκστρατείες.

Για τη διπλή καταμέτρηση της εξοικονόμησης ενέργειας, γίνονται διορθώσεις. Ενθαρρύνεται η χρήση πινάκων που καθιστούν δυνατή την άθροιση του αντικτύπου των μέτρων.

Η δυνητική εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει μετά τη χρονική περίοδο των στόχων, δεν λαμβάνεται υπόψη, όταν τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση σχετικά με το γενικό στόχο του άρθρου 4. Τα μέτρα που παράγουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα στην αγορά θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ενθαρρύνονται, και τα μέτρα που ήδη έχουν αποφέρει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα εξοικονόμησης ενέργειας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την υποβολή έκθεσης σχετικά με τους στόχους του άρθρου 4, υπό την προϋπόθεση ότι είναι δυνατόν να μετρηθούν και να επαληθευθούν σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του παρόντος παραρτήματος.

6.   Τρόπος επαλήθευσης της εξοικονόμησης ενέργειας

Εφόσον κριθεί οικονομικώς αποτελεσματική και απαραίτητη, η εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από συγκεκριμένη ενεργειακή υπηρεσία ή άλλο μέτρο βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, επαληθεύεται από τρίτον. Η επαλήθευση αυτή μπορεί να διενεργείται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, ΕΕΥ ή άλλους παράγοντες της αγοράς. Οι αρμόδιες αρχές ή υπηρεσίες των κρατών μελών περί των οποίων το άρθρο 4 παράγραφος 4, δύνανται να παρέχουν περαιτέρω οδηγίες εν προκειμένω.

Πηγές: A European Ex-post Evaluation Guidebook for DSM and EE S ervice Programmes· Βάση δεδομένων INDEEP του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA)· IPMVP, τόμος 1 (έκδοση Μαρτίου 2002).


(1)  Σχέδιο ODYSSEE-MURE, Πρόγραμμα SAVE. Επιτροπή 2005.

(2)  Υπόδειγμα για τη διαπίστωση της ποσοτικοποιήσιμης αβεβαιότητας που βασίζεται στα τρία αυτά είδη σφαλμάτων δίδεται στο προσάρτημα Β του Διεθνούς πρωτοκόλλου μέτρησης και επαλήθευσης επιδόσεων (International Performance Measurement & Verification Protocol — IPMVP).


ΠAΡΑΡΤΗΜΑ V

Ενδεικτικός κατάλογος των αγορών και επιμέρους αγορών μετατροπής ενέργειας για τις οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν επιδόσεις αναφοράς:

1.

Αγορά οικιακών ηλεκτρικών συσκευών/συσκευών τεχνολογίας της πληροφορίας και φωτιστικών:

1.1.

Ηλεκτρικές συσκευές κουζίνας (λευκά ηλεκτρικά είδη)·

1.2.

Συσκευές ψυχαγωγίας και πληροφορικής·

1.3.

Φωτιστικά.

2.

Αγορά συσκευών οικιακής θέρμανσης:

2.1.

Θέρμανση·

2.2.

Παροχή ζεστού νερού·

2.3.

Κλιματισμός·

2.4.