ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 255

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

48ό έτος
30 Σεπτεμβρίου # 2005


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

Σελίδα

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1552/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με στατιστικές για την επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις ( 1 )

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1553/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1177/2003 σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC) ( 1 )

6

 

*

Απόφαση αριθ. 1554/2005/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, για την τροποποίηση της απόφασης 2001/51/ΕΚ του Συμβουλίου για τη θέσπιση προγράμματος κοινής δράσης σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, καθώς και της απόφασης αριθ. 848/2004/ΕΚ για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης για την προώθηση οργανώσεων που δραστηριοποιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο στον τομέα της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών

9

 

*

Οδηγία 2005/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις

11

 

*

Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων ( 1 )

22

 

*

Οδηγία 2005/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, για τροποποίηση της οδηγίας 74/408/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τα οχήματα με κινητήρα όσον αφορά τα καθίσματα, τις αγκυρώσεις τους και τα υποστηρίγματα κεφαλής ( 1 )

143

 

*

Οδηγία 2005/40/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/541/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις ζώνες ασφαλείας και στα συστήματα συγκρατήσεως των οχημάτων με κινητήρα ( 2 )

146

 

*

Οδηγία 2005/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/115/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις αγκυρώσεις των ζωνών ασφαλείας των οχημάτων με κινητήρα ( 1 )

149

 

*

Οδηγία 2005/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τις εναρμονισμένες υπηρεσίες πληροφοριών εσωτερικής ναυσιπλοΐας (ΥΠΕΝ) στις εσωτερικές πλωτές οδούς της Κοινότητας

152

 

*

Οδηγία 2005/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση πιστοποιητικών των ναυτικών τα οποία εκδίδονται από τα κράτη μέλη και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/25/ΕΚ ( 1 )

160

 

 

Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση

 

*

Απόφαση-πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2005, για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρύπανσης από πλοία

164

 

 

Διορθωτικά

 

*

Πρωτόκολλο διόρθωσης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την επεξεργασία και τη διαβίβαση των καταστάσεων με τα ονόματα των επιβατών από τους αερομεταφορείς προς το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών (ΕΕ L 183 της 20.5.2004)

168

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ.

 

(2)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

30.9.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 255/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1552/2005 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

σχετικά με στατιστικές για την επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 285 παράγραφος 1,

την πρόταση της Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας, στις 23 και 24 Μαρτίου 2000, η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε τον στρατηγικό στόχο να γίνει η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης στον κόσμο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή.

(2)

Η απασχολησιμότητα, η προσαρμοστικότητα και η κινητικότητα των πολιτών είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου η Ένωση να τηρήσει τη δέσμευσή της να γίνει η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης στον κόσμο.

(3)

Η διά βίου μάθηση αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο για την ανάπτυξη και την προώθηση των δεξιοτήτων, της κατάρτισης και της προσαρμοστικότητας του εργατικού δυναμικού.

(4)

Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 5 Μαΐου 2003, σχετικά με τα επίπεδα αναφοράς μέσων ευρωπαϊκών επιδόσεων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση (Benchmarks) (2), υιοθέτησε το ακόλουθο επίπεδο αναφοράς για τη διά βίου μάθηση: «Επομένως, μέχρι το 2010 το μέσο επίπεδο συμμετοχής στη διά βίου μάθηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να φθάνει τουλάχιστον το 12,5 % του πληθυσμού των ενηλίκων σε ηλικία εργασίας (25 έως 64 ετών)».

(5)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας επιβεβαίωσε τη διά βίου μάθηση ως βασική συνιστώσα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.

(6)

Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση, η οποία επιβεβαιώθηκε με την απόφαση 2003/578/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές των κρατών μελών για την απασχόληση (3), έχει ως στόχο να συμβάλει περισσότερο στη στρατηγική της Λισαβόνας και στην υλοποίηση συνεκτικών και συνολικών στρατηγικών για τη διά βίου μάθηση.

(7)

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο ορισμός των «μειονεκτούντων ατόμων στην αγορά εργασίας», ο οποίος υπάρχει στις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές των κρατών μελών υπέρ της απασχόλησης.

(8)

Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίδεται στην κατάρτιση στο χώρο και κατά τη διάρκεια της εργασίας· και οι δύο αυτές πτυχές αποτελούν αποφασιστικούς συντελεστές της διά βίου μάθησης.

(9)

Συγκριτικά στατιστικά στοιχεία σε κοινοτικό επίπεδο, με συγκεκριμένους στόχους όσον αφορά την επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις, είναι ουσιαστικής σημασίας για την ανάπτυξη των στρατηγικών της διά βίου μάθησης και για την παρακολούθηση της προόδου που επιτελείται στην εφαρμογή τους.

(10)

Η παραγωγή ειδικών στατιστικών στην Κοινότητα διέπεται από τους κανόνες που ορίζει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 322/97 του Συμβουλίου, της 17 Φεβρουαρίου 1997, σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές (4).

(11)

Η διαβίβαση δεδομένων που υπόκεινται στο στατιστικό απόρρητο διέπεται από τους κανόνες που ορίζουν ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 322/97 και ο κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΟΚ) αριθ. 1588/90 του Συμβουλίου, της 11 Ιουνίου 1990, σχετικά με τη διαβίβαση στη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πληροφοριών που καλύπτονται από το στατιστικό απόρρητο (5).

(12)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 831/2002 της Επιτροπής, της 17 Μαΐου 2002, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 322/97 του Συμβουλίου σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές, όσον αφορά την πρόσβαση σε εμπιστευτικά δεδομένα για επιστημονικούς σκοπούς (6), καθορίζει τους όρους βάσει των οποίων μπορεί να επιτρέπεται η πρόσβαση σε εμπιστευτικά στοιχεία που διαβιβάζονται στις κοινοτικές αρχές.

(13)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, κυρίως η δημιουργία κοινών στατιστικών προτύπων που επιτρέπουν την παραγωγή εναρμονισμένων δεδομένων για την επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, συνεπώς, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(14)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28 Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (7). Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το διαθέσιμο δυναμικό των κρατών μελών για τη συγκέντρωση και την επεξεργασία δεδομένων.

(15)

Ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής του στατιστικού προγράμματος σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης 89/382/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 19 Ιουνίου 1989, για τη σύσταση επιτροπής του στατιστικού προγράμματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (8),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την παραγωγή κοινοτικών στατιστικών για την επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.

«Επιχείρηση»: η επιχείρηση, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 696/93 του Συμβουλίου, της 15 Μαρτίου 1993, για τις στατιστικές μονάδες παρατήρησης και ανάλυσης του παραγωγικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (9)·

2.

«NACE αναθ. 1.1»: η γενική στατιστική ονοματολογία των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, όπως θεσπίσθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90 του Συμβουλίου, της 9 Οκτωβρίου 1990, για τη στατιστική ονοματολογία των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Κοινότητα (10).

Άρθρο 3

Συλλογή δεδομένων

1.   Τα δεδομένα συλλέγονται από τα κράτη μέλη με σκοπό την παραγωγή κοινοτικών στατιστικών για την ανάλυση της συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης στις επιχειρήσεις, στους ακόλουθους τομείς:

α)

Πολιτική κατάρτισης και στρατηγικές κατάρτισης των επιχειρήσεων για την ανάπτυξη των ικανοτήτων του εργατικού τους δυναμικού·

β)

διαχείριση, οργάνωση και μορφές της συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης στις επιχειρήσεις·

γ)

ρόλος των κοινωνικών εταίρων για τη διασφάλιση όλων των πτυχών της συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης για το εργατικό δυναμικό·

δ)

πρόσβαση στη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση, το μέγεθος και το περιεχόμενό της, στο πλαίσιο ειδικότερα των οικονομικών δραστηριοτήτων και του μεγέθους της επιχείρησης·

ε)

μέτρα ειδικής συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις για τη βελτίωση των δεξιοτήτων ΤΠΕ του εργατικού δυναμικού τους·

στ)

ευκαιρίες πρόσβασης των εργαζομένων στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) στη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση και στην απόκτηση νέων δεξιοτήτων, καθώς και οι ιδιαίτερες ανάγκες των ΜΜΕ για την παροχή κατάρτισης·

ζ)

επιπτώσεις των δημόσιων μέτρων στη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις·

η)

ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις για όλους τους εργαζομένους, με ιδιαίτερη αναφορά στο φύλο και σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες·

θ)

μέτρα ειδικής συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης των μειονεκτούντων ατόμων στην αγορά εργασίας·

ι)

μέτρα συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης που λαμβάνονται για τις διάφορες μορφές συμβάσεων εργασίας·

ια)

δαπάνες για τη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση: επίπεδα και πόροι χρηματοδότησης, κίνητρα για συνεχή επαγγελματική κατάρτιση, και

ιβ)

διαδικασίες αξιολόγησης και παρακολούθησης των επιχειρήσεων σε σχέση με τη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση.

2.   Τα κράτη μέλη συλλέγουν ειδικά δεδομένα για την αρχική επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις σχετικά με:

α)

τους συμμετέχοντες στην αρχική επαγγελματική κατάρτιση, και

β)

τις συνολικές δαπάνες για την αρχική επαγγελματική κατάρτιση.

Άρθρο 4

Πεδίο εφαρμογής των στατιστικών

Οι στατιστικές για την επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις αφορούν τουλάχιστον όλες τις οικονομικές δραστηριότητες που καθορίζονται στους τίτλους Γ έως K και Ξ της NACE αναθ. 1.1.

Άρθρο 5

Στατιστικές μονάδες

1.   Για τη συλλογή των δεδομένων, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε μία από τις οικονομικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4 και απασχολούν δέκα ή περισσότερους εργαζομένους, εκλαμβάνονται ως στατιστική μονάδα.

2.   Έχοντας υπόψη την ειδική, σε εθνικό επίπεδο, κατανομή των επιχειρήσεων αναλόγως του μεγέθους τους και την εξέλιξη των αναγκών πολιτικής, τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν τον ορισμό της στατιστικής μονάδας στην επικράτειά τους. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να αποφασίσει να διευρύνει τον ορισμό αυτό, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2, εάν μια τέτοια διεύρυνση ενισχύει ουσιαστικά την αντιπροσωπευτικότητα και την ποιότητα του αποτελέσματος της έρευνας στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Άρθρο 6

Πηγές δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη συλλέγουν τα απαιτούμενα δεδομένα είτε μέσω έρευνας στις επιχειρήσεις είτε μέσω συνδυασμού έρευνας στις επιχειρήσεις και άλλων πηγών, εφαρμόζοντας τις αρχές του μειωμένου φόρτου για τους απαντώντες και της διοικητικής απλοποίησης.

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τις διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες οι επιχειρήσεις απαντούν στην έρευνα.

3.   Με την έρευνα, οι επιχειρήσεις καλούνται να δίδουν ορθά και ολοκληρωμένα δεδομένα εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

4.   Άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών δεδομένων, είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται για να συμπληρώνονται τα δεδομένα που πρέπει να συγκεντρωθούν, οσάκις οι πηγές αυτές είναι κατάλληλες από πλευράς συνάφειας με το θέμα της έρευνας και επικαιρότητας.

Άρθρο 7

Χαρακτηριστικά της έρευνας

1.   Η έρευνα πρέπει να είναι δειγματοληπτική.

2.   Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα που διαβιβάζονται αντικατοπτρίζουν τη δομή του πληθυσμού των στατιστικών μονάδων. Η έρευνα πρέπει να διεξάγεται με τρόπο που επιτρέπει την ανάλυση των αποτελεσμάτων σε κοινοτικό επίπεδο, τουλάχιστον στις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

οικονομικές δραστηριότητες της NACE αναθ. 1.1, και

β)

μέγεθος των επιχειρήσεων.

3.   Οι απαιτήσεις δειγματοληψίας και ακρίβειας, οι απαραίτητες διαστάσεις του δείγματος προκειμένου να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές αυτές, καθώς και οι λεπτομερείς προδιαγραφές της NACE αναθ. 1.1 και οι κατηγορίες μεγέθους με βάση τις οποίες μπορούν να αναλύονται τα αποτελέσματα, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.

Άρθρο 8

Προσέγγιση της έρευνας

1.   Για να μειωθεί ο φόρτος των απαντώντων, η προσέγγιση της έρευνας πρέπει να επιτρέπει την προσαρμογή της συλλογής των δεδομένων:

α)

στις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν και στις επιχειρήσεις που δεν πραγματοποιούν κατάρτιση, και

β)

στις διάφορες μορφές επαγγελματικής κατάρτισης.

2.   Τα ειδικά δεδομένα που πρέπει να συλλέγονται ανάλογα με τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν και τις επιχειρήσεις που δεν πραγματοποιούν κατάρτιση καθώς και τις διάφορες μορφές επαγγελματικής κατάρτισης, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.

Άρθρο 9

Έλεγχος ποιότητας και υποβολή εκθέσεων

1.   Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν την ποιότητα των διαβιβαζόμενων δεδομένων.

2.   Το αργότερο 21 μήνες μετά το πέρας κάθε περιόδου αναφοράς του άρθρου 10, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή (Eurostat) έκθεση ποιότητας, η οποία περιέχει όλες τις πληροφορίες και τα δεδομένα που έχει ζητήσει η τελευταία προκειμένου να εξακριβώσει την ποιότητα των διαβιβαζόμενων δεδομένων. Η έκθεση προσδιορίζει τις πιθανές ασυνέπειες στην εφαρμογή των μεθοδολογικών απαιτήσεων.

3.   Με βάση τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή (Eurostat) αξιολογεί την ποιότητα των διαβιβαζόμενων δεδομένων, μεριμνώντας ιδίως για την εξασφάλιση της συγκρισιμότητας των δεδομένων μεταξύ κρατών μελών.

4.   Οι απαιτήσεις ποιότητας για τα δεδομένα που συλλέγονται και διαβιβάζονται για τις κοινοτικές στατιστικές σχετικά με την επαγγελματική κατάρτιση στις επιχειρήσεις, τη δομή των εκθέσεων ποιότητας της παραγράφου 2 και τα τυχόν μέτρα που απαιτούνται για την αξιολόγηση ή τη βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.

Άρθρο 10

Περίοδος αναφοράς και περιοδικότητα

1.   Η περίοδος αναφοράς την οποία πρέπει να καλύπτει η συλλογή δεδομένων καθορίζεται σε ένα ημερολογιακό έτος.

2.   Η Επιτροπή καθορίζει το πρώτο έτος αναφοράς για το οποίο πρέπει να συλλεγούν δεδομένα σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.

3.   Τα κράτη μέλη συλλέγουν τα δεδομένα κάθε πέντε έτη.

Άρθρο 11

Διαβίβαση δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή, εντός των αντίστοιχων πεδίων της αρμοδιότητάς τους, προάγουν τις συνθήκες για την αυξημένη χρήση της ηλεκτρονικής συλλογής, της ηλεκτρονικής διαβίβασης και της αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων.

2.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Eurostat) τα ατομικά δεδομένα των επιχειρήσεων σύμφωνα με τις υφιστάμενες κοινοτικές διατάξεις για τη διαβίβαση δεδομένων, τα οποία υπόκεινται στο στατιστικό απόρρητο, κατά τα οριζόμενα στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 322/97 και (Ευρατόμ, ΕΟΚ) αριθ. 1588/90. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα διαβιβαζόμενα δεδομένα να μην επιτρέπουν την άμεση αναγνώριση των στατιστικών μονάδων.

3.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τα δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με τον κατάλληλο τεχνικό μορφότυπο και το πρότυπο ανταλλαγής που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.

4.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τα πλήρη και ορθά δεδομένα το αργότερο εντός 18 μηνών από το τέλος κάθε έτους αναφοράς.

Άρθρο 12

Έκθεση εφαρμογής

1.   Μέχρι τις 20 Οκτωβρίου 2010, και μετά από διαβούλευση με την επιτροπή του στατιστικού προγράμματος, η Επιτροπή διαβιβάζει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Ιδίως, η εν λόγω έκθεση:

α)

αξιολογεί τα οφέλη που αποκομίζει η Κοινότητα, τα κράτη μέλη και οι χρήστες των στατιστικών που παράγονται σε σχέση με τον φόρτο των απαντώντων, και

β)

εντοπίζει τομείς για ενδεχόμενες βελτιώσεις και τροποποιήσεις, οι οποίες κρίνονται απαραίτητες, υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί.

2.   Μετά την έκθεση, η Επιτροπή μπορεί να προτείνει μέτρα για τη βελτίωση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 13

Μέτρα εφαρμογής

Τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και τεχνικές εξελίξεις σχετικά με τη συλλογή, τη διαβίβαση και την επεξεργασία των δεδομένων, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.

Άρθρο 14

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή του στατιστικού προγράμματος.

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

Άρθρο 15

Χρηματοδότηση

1.   Για το πρώτο έτος αναφοράς για το οποίο παράγονται οι κοινοτικές στατιστικές οι οποίες προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή χορηγεί χρηματοδοτική συνεισφορά στα κράτη μέλη για να συμβάλλει στην κάλυψη των δαπανών που πραγματοποιούν για τη συλλογή, την επεξεργασία και τη διαβίβαση των δεδομένων.

2.   Το ύψος της χρηματοδοτικής συνεισφοράς καθορίζεται στο πλαίσιο της σχετικής ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή καθορίζει τη διαθέσιμη πίστωση.

3.   Η Επιτροπή, κατά την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, μπορεί να προσφεύγει σε εμπειρογνώμονες και σε οργανισμούς τεχνικής βοήθειας, η χρηματοδότηση των οποίων μπορεί να προβλέπεται εντός του συνολικού χρηματοδοτικού πλαισίου για τον παρόντα κανονισμό. Η Επιτροπή μπορεί να διοργανώνει σεμινάρια, συνέδρια ή άλλες συναντήσεις εμπειρογνωμόνων, τα οποία εκτιμάται ότι θα διευκολύνουν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και αναλαμβάνει τις δέουσες ενέργειες ενημέρωσης, δημοσίευσης και διάδοσης.

Άρθρο 16

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2005.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

C. CLARKE


(1)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23 Φεβρουαρίου 2005 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 27 Ιουνίου 2005.

(2)  ΕΕ C 134 της 7.6.2003, σ. 3.

(3)  ΕΕ L 197 της 5.8.2003, σ. 13.

(4)  ΕΕ L 52 της 22.2.1997, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(5)  ΕΕ L 151 της 15.6.1990, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003.

(6)  ΕΕ L 133 της 18.5.2002, σ. 7.

(7)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(8)  ΕΕ L 181 της 28.6.1989, σ. 47.

(9)  ΕΕ L 76 της 30.3.1993, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003.

(10)  ΕΕ L 293 της 24.10.1990, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003.


30.9.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 255/6


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1553/2005 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1177/2003 σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 285,

την πρόταση της Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

O κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1177/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16 Ιουνίου 2003, σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC) (2) καθορίζει ένα κοινό πλαίσιο για τη συστηματική παραγωγή κοινοτικών στατιστικών σχετικά με το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης που να περιλαμβάνουν συγκρίσιμα και επίκαιρα συγχρονικά και διαχρονικά δεδομένα σχετικά με το εισόδημα καθώς και με το επίπεδο και τη σύνθεση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

(2)

Λόγω της προσχώρησης νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004, είναι ανάγκη να επεκταθεί το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1177/2003, δεδομένου ότι το παράρτημα αυτό καθορίζει για κάθε κράτος μέλος τα ελάχιστα αποτελεσματικά μεγέθη δείγματος που απαιτούνται βάσει του προγράμματος EU-SILC.

(3)

Επιπλέον, φαίνεται ότι τα περισσότερα νέα κράτη μέλη και αρκετά από τα παλαιά κράτη μέλη χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να προσαρμόσουν τα συστήματά τους στις εναρμονισμένες μεθόδους και τους εναρμονισμένους ορισμούς που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των κοινοτικών στατιστικών.

(4)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1177/2003 θα πρέπει επομένως να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1177/2003 τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο άρθρο 4, η δεύτερη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

2.   «Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γερμανία, η Κύπρος, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Ουγγαρία, η Μάλτα, οι Κάτω Χώρες, η Πολωνία, η Σλοβενία, η Σλοβακία και το Ηνωμένο Βασίλειο επιτρέπεται να αρχίσουν την ετήσια συλλογή συγχρονικών και διαχρονικών δεδομένων το 2005.

Η έγκριση αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω κράτη μέλη θα παράσχουν συγκρίσιμα δεδομένα για το 2004 για τους συγχρονικούς κοινούς δείκτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2003 στο πλαίσιο της ανοικτής μεθόδου συντονισμού και οι οποίοι μπορούν να προκύψουν βάσει του μηχανισμού EU-SILC.»

2.

Στο άρθρο 13 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

4.   «Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η Εσθονία λαμβάνει οικονομική ενίσχυση από την Κοινότητα με σκοπό την κάλυψη του κόστους των εργασιών για τέσσερα έτη συλλογής δεδομένων, αρχής γενομένης από το 2005.

5.   Η χρηματοδότηση για το έτος 2007 πρέπει ακόμη να εξασφαλιστεί από μελλοντικό κοινοτικό πρόγραμμα.»

3.

Το παράρτημα II αντικαθίσταται από το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2005.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο πρόεδρος

C. CLARKE


(1)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10 Μαΐου 2005 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 12 Ιουλίου 2005.

(2)  ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

 

Νοικοκυριά

Άτομα ηλικίας 16 ετών και άνω που θα ερωτηθούν

Συγχρονικά

Διαχρονικά

Συγχρονικά

Διαχρονικά

1

2

3

4

Κράτη μέλη της ΕΕ

Βέλγιο

4 750

3 500

8 750

6 500

Τσεχική Δημοκρατία

4 750

3 500

10 000

7 500

Δανία

4 250

3 250

7 250

5 500

Γερμανία

8 250

6 000

14 500

10 500

Εσθονία

3 500

2 750

7 750

5 750

Ελλάδα

4 750

3 500

10 000

7 250

Ισπανία

6 500

5 000

16 000

12 250

Γαλλία

7 250

5 500

13 500

10 250

Ιρλανδία

3 750

2 750

8 000

6 000

Ιταλία

7 250

5 500

15 500

11 750

Κύπρος

3 250

2 500

7 500

5 500

Λεττονία

3 750

2 750

7 650

5 600

Λιθουανία

4 000

3 000

9 000

6 750

Λουξεμβούργο

3 250

2 500

6 500

5 000

Ουγγαρία

4 750

3 500

10 250

7 750

Μάλτα

3 000

2 250

7 000

5 250

Κάτω Χώρες

5 000

3 750

8 750

6 500

Αυστρία

4 500

3 250

8 750

6 250

Πολωνία

6 000

4 500

15 000

11 250

Πορτογαλία

4 500

3 250

10 500

7 500

Σλοβενία

3 750

2 750

9 000

6 750

Σλοβακία

4 250

3 250

11 000

8 250

Φινλανδία

4 000

3 000

6 750

5 000

Σουηδία

4 500

3 500

7 500

5 750

Ηνωμένο Βασίλειο

7 500

5 750

13 750

10 500

Σύνολο κρατών μελών της ΕΕ

121 000

90 750

250 150

186 850

Ισλανδία

2 250

1 700

3 750

2 800

Νορβηγία

3 750

2 750

6 250

4 650

Σύνολο, συμπεριλαμβανομένων της Ισλανδίας και της Νορβηγίας

127 000

95 200

260 150

194 300

Σημείωση: Σημείο αναφοράς είναι το αποτελεσματικό μέγεθος δείγματος, δηλαδή το μέγεθος που θα απαιτούνταν εάν η έρευνα βασιζόταν σε απλή τυχαία δειγματοληψία (επίδραση σχεδιασμού σε σχέση με τη μεταβλητή “ποσοστό κινδύνου φτώχειας” = 1,0). Τα πραγματικά μεγέθη δείγματος θα πρέπει να είναι μεγαλύτερα όταν η επίδραση του σχεδιασμού υπερβαίνει το 1,0, και για να αντισταθμιστούν οι μη απαντήσεις πάσης φύσεως. Επιπλέον, το μέγεθος δείγματος αναφέρεται στον αριθμό των έγκυρων νοικοκυριών, δηλαδή των νοικοκυριών για τα οποία, και για όλα τα μέλη των οποίων, έχουν ληφθεί όλες ή σχεδόν όλες οι απαιτούμενες πληροφορίες.»


30.9.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 255/9


ΑΠΌΦΑΣΗ αριθ. 1554/2005/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

για την τροποποίηση της απόφασης 2001/51/ΕΚ του Συμβουλίου για τη θέσπιση προγράμματος κοινής δράσης σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, καθώς και της απόφασης αριθ. 848/2004/ΕΚ για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης για την προώθηση οργανώσεων που δραστηριοποιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο στον τομέα της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το Συμβούλιο θέσπισε με την απόφαση 2001/51/ΕΚ (2) πρόγραμμα κοινής δράσης σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, με στόχο τη βελτίωση της κατανόησης των ζητημάτων που συνδέονται με την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, την προαγωγή και τη διάδοση των αξιών και των πρακτικών οι οποίες αποτελούν τα θεμέλια της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών, καθώς και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των ενδιαφερόμενων συντελεστών για την αποτελεσματική προαγωγή της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών.

(2)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θέσπισαν με την απόφαση αριθ. 848/2004/ΕΚ (3) πρόγραμμα κοινοτικής δράσης για την προώθηση οργανώσεων που δραστηριοποιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο στον τομέα της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, με στόχο την υποστήριξη των δραστηριοτήτων των οργανώσεων αυτών, το μόνιμο πρόγραμμα εργασίας ή συγκεκριμένη δράση των οποίων εξυπηρετεί στόχο γενικού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος στον τομέα της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών ή επιδιώκει στόχο ο οποίος εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα αυτόν.

(3)

Αμφότερα τα προγράμματα λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου 2005. Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η συνέχεια της κοινοτικής πολιτικής για την προαγωγή της ισότητας των φύλων ενόψει των στόχων του άρθρου 13 της συνθήκης.

(4)

Είναι αναγκαίο να παραταθεί η διάρκεια των προγραμμάτων για μεταβατική περίοδο ενός έτους έως ότου θεσπιστεί νέο πολυετές πρόγραμμα-πλαίσιο για τη χρηματοδότηση δράσεων στον τομέα της απασχόλησης και στον κοινωνικό τομέα για την περίοδο 2007-2013, το οποίο θα περιλαμβάνει και σκέλος για την ισότητα των φύλων.

(5)

Η απόφαση 2001/51/ΕΚ στηρίχθηκε στο άρθρο 13 της συνθήκης. Ωστόσο, μετά τις τροποποιήσεις που εισήχθησαν με τη συνθήκη της Νίκαιας, το άρθρο 13 παράγραφος 2 αποτελεί την ειδική νομική βάση για την έγκριση κοινοτικών μέτρων ενθάρρυνσης που προορίζονται να συμβάλουν στην καταπολέμηση των διακρίσεων. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να στηριχθεί η τροποποίηση της απόφασης 2001/51/ΕΚ στο άρθρο 13 παράγραφος 2,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η απόφαση 2001/51/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο άρθρο 1, η ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2005» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2006».

2.

Στο άρθρο 11, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

1.   «Το ποσό της δημοσιονομικής αναφοράς για την εκτέλεση του προγράμματος για την περίοδο 2001-2006 ανέρχεται σε 61,5 εκατ. ευρώ.».

Άρθρο 2

Η απόφαση αριθ. 848/2004/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο άρθρο 1 παράγραφος 3, η ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2005» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2006».

2.

Στο άρθρο 6, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το χρηματοδοτικό πλαίσιο για την εκτέλεση του προγράμματος για την περίοδο 2004-2006 ανέρχεται σε 3,3 εκατ. ευρώ.».

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2005.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

C. CLARKE


(1)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26 Μαΐου 2005 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 12 Ιουλίου 2005.

(2)  ΕΕ L 17 της 19.1.2001, σ. 22.

(3)  ΕΕ L 157 της 30.4.2004, σ. 18· απόφαση όπως διορθώθηκε στην ΕΕ L 195 της 2.6.2004, σ. 7.


30.9.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 255/11


ΟΔΗΓΊΑ 2005/35/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της ναυτικής ασφάλειας επιδιώκει να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος, βασίζεται δε στην παραδοχή ότι όλα τα μέρη που συμμετέχουν στη θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των πλοίων που χρησιμοποιούνται στα κοινοτικά ύδατα προς τους ισχύοντες κανόνες και πρότυπα.

(2)

Τα ουσιώδη πρότυπα για τις απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από τα πλοία σε όλα τα κράτη μέλη βασίζονται στη σύμβαση Μarpol 73/78. Ωστόσο, πάρα πολλά πλοία που διαπλέουν τα κοινοτικά ύδατα αγνοούν καθημερινά τους κανόνες αυτούς χωρίς να λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα.

(3)

Η εφαρμογή της σύμβασης Μarpol 73/78 παρουσιάζει αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, καθίσταται αναγκαία η εναρμόνιση της εφαρμογής της σε κοινοτικό επίπεδο. Ειδικότερα, η πρακτική των κρατών μελών διαφέρει σημαντικά όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων για απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από τα πλοία.

(4)

Τα μέτρα αποτρεπτικού χαρακτήρα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής της Κοινότητας για τη ναυτική ασφάλεια, δεδομένου ότι συνδέουν την ευθύνη καθενός από τα μέρη που συμμετέχουν στη θαλάσσια μεταφορά ρυπογόνων εμπορευμάτων και την επιβολή κυρώσεων σε αυτά· για να επιτευχθεί συνεπώς αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος απαιτούνται αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις.

(5)

Προς τούτο, αποκτά ουσιώδη σημασία η προσέγγιση, με τα κατάλληλα νομικά μέσα, των ισχυουσών νομικών διατάξεων, ιδίως όσον αφορά τον ακριβή ορισμό της εκάστοτε παράβασης, τις περιπτώσεις απαλλαγής και τους ελάχιστους κανόνες για τις ποινές, καθώς και την αστική ευθύνη και τη δικαιοδοσία.

(6)

Την παρούσα οδηγία συμπληρώνουν λεπτομερείς κανόνες για τα ποινικά αδικήματα και τις κυρώσεις καθώς και άλλες διατάξεις που περιλαμβάνονται στην απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου 2005/667/ΔΕΥ, της 12 Ιουλίου 2005, προκειμένου να ενισχυθεί το ποινικό νομοθετικό πλαίσιο για την επιβολή του νόμου κατά της ρύπανσης από τα πλοία (3).

(7)

Ούτε το διεθνές καθεστώς για την αστική ευθύνη και αποζημίωση λόγω ρύπανσης από πετρέλαιο ούτε το καθεστώς που αφορά τη ρύπανση από άλλες επικίνδυνες ή επιβλαβείς ουσίες παράγουν επαρκώς αποτρεπτικά αποτελέσματα ώστε να αποθαρρύνουν τα μέρη τα οποία συμμετέχουν στη θαλάσσια μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων από πρακτικές που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα πρότυπα· τα απαιτούμενα αποτρεπτικά αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη θέσπιση κυρώσεων που θα επιβάλλονται σε όποιον προξενεί θαλάσσια ρύπανση ή συνεργεί στην πρόκλησή της. Κυρώσεις θα πρέπει να επιβάλλονται όχι μόνο στον πλοιοκτήτη ή τον πλοίαρχο, αλλά και στον κύριο του φορτίου, τον νηογνώμονα ή κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

(8)

Οι απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από πλοία θα πρέπει να θεωρούνται παραβάσεις εφόσον διαπράττονται με δόλο, από αμέλεια ή βαρεία αμέλεια. Οι παραβάσεις αυτές θεωρούνται ποινικά αδικήματα κατά και υπό τις περιστάσεις που προβλέπονται με την απόφαση πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ που συμπληρώνει την παρούσα οδηγία.

(9)

Οι κυρώσεις για απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από πλοία δεν συνδέονται με την αστική ευθύνη των οικείων μερών και, κατά συνέπεια, δεν υπόκεινται σε κανόνες σχετικούς με τον περιορισμό ή τη μετακύλιση της αστικής ευθύνης, ούτε περιορίζουν την αποτελεσματική αποζημίωση των θυμάτων περιστατικών ρύπανσης.

(10)

Απαιτείται περαιτέρω αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών ώστε να εξασφαλισθεί ο έγκαιρος εντοπισμός των απορρίψεων ρυπογόνων ουσιών από πλοία και ο προσδιορισμός των παραβατών. Για τον λόγο αυτό, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1406/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27 Ιουνίου 2002, (4) έχει να διαδραματίσει ζωτικό ρόλο, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, για την ανάπτυξη τεχνικών λύσεων και την παροχή τεχνικής συνδρομής σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας καθώς και για την παροχή βοήθειας στην Επιτροπή κατά την επιτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος της ανατίθεται για την αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(11)

Προκειμένου να αποτρέπεται και να καταπολεμάται καλύτερα η ρύπανση από τα πλοία, θα πρέπει να δημιουργηθούν συνεργίες μεταξύ των αρμοδίων για την επιβολή του νόμου αρχών, όπως οι εθνικές υπηρεσίες ακτοφυλακής. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να διεξαγάγει μελέτη σκοπιμότητας σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκής ακτοφυλακής επιφορτισμένης ειδικά με την πρόληψη της ρύπανσης και την αντιμετώπισή της, ορίζοντας σαφώς το κόστος και τις ωφέλειες. Την μελέτη αυτή θα πρέπει, αν κριθεί ενδεδειγμένο, να ακολουθήσει πρόταση για τη θέσπιση ευρωπαϊκής ακτοφυλακής.

(12)

Εφόσον υπάρχουν σαφείς αντικειμενικές αποδείξεις απόρριψης που προξενούν σημαντική ζημία ή συνιστούν απειλή σημαντικής ζημίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλλουν το ζήτημα στις αρμόδιες αρχές τους για να κινήσουν τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 220 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας.

(13)

Η επιβολή της εφαρμογής της οδηγίας 2000/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27 Νοεμβρίου 2000, σχετικά με τις λιμενικές εγκαταστάσεις παραλαβής αποβλήτων πλοίου και καταλοίπων φορτίου (5) αποτελεί, μαζί με την παρούσα οδηγία, ζωτικό μέσο στη δέσμη μέτρων για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία.

(14)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28 Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (6).

(15)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι η ενσωμάτωση στο κοινοτικό δίκαιο των διεθνών προτύπων περί της ρύπανσης από τα πλοία και η θέσπιση κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις, για παραβιάσεις των προτύπων αυτών προκειμένου να επιτευχθεί υψηλού επιπέδου ασφάλεια και προστασία του περιβάλλοντος στις θαλάσσιες μεταφορές, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορεί συνεπώς να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(16)

Η παρούσα οδηγία συνάδει πλήρως με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε κάθε πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν υποψίες ότι διέπραξε παράβαση πρέπει να εξασφαλίζεται δίκαιη και αμερόληπτη ακρόαση, οι δε κυρώσεις πρέπει να είναι αναλογικές,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Σκοπός

1.   Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να ενσωματωθούν τα διεθνή πρότυπα για τη ρύπανση από τα πλοία στην κοινοτική νομοθεσία και να διασφαλισθεί ότι επιβάλλονται οι ενδεδειγμένες κυρώσεις στα πρόσωπα που ευθύνονται για απορρίψεις, όπως ορίζει το άρθρο 8, ώστε να βελτιωθεί η ναυτική ασφάλεια και να ενισχυθεί η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τη ρύπανση από τα πλοία.

2.   Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα κατά της ρύπανσης από τα πλοία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:

1.

ως «Marpol 73/78» νοούνται η διεθνής σύμβαση του 1973 για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία και το πρωτόκολλό της του 1978, στην ενημερωμένη της έκδοση,

2.

ως «ρυπογόνες ουσίες» νοούνται οι ουσίες που ορίζονται στα παραρτήματα I (πετρέλαιο) και II (επιβλαβείς υγρές ουσίες που μεταφέρονται χύδην) της Marpol 73/78,

3.

ως «απόρριψη» νοείται κάθε έκλυση από πλοίο, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της Marpol 73/78,

4.

ως «πλοίο» νοείται το ποντοπόρο σκάφος, ανεξαρτήτως σημαίας, οποιουδήποτε τύπου, το οποίο λειτουργεί εντός του θαλασσίου περιβάλλοντος, περιλαμβανομένων των υδροπτερύγων, των αερόστρωμνων σκαφών, των καταδυτικών σκαφών και των πλωτών ναυπηγημάτων.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, σε απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών:

α)

στα εσωτερικά ύδατα κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των λιμένων, κατά τον βαθμό που εφαρμόζεται το καθεστώς Marpol·

β)

στα χωρικά ύδατα κράτους μέλους·

γ)

στα στενά που χρησιμοποιούνται για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και υπόκεινται στο καθεστώς του πλου διέλευσης, όπως ορίζεται από το μέρος III τμήμα 2 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας, εφόσον τα στενά αυτά τελούν υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους·

δ)

στην αποκλειστική οικονομική ζώνη ή σε αντίστοιχη ζώνη κράτους μέλους, που έχει καθορισθεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και

ε)

στην ανοικτή θάλασσα.

2.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από οποιοδήποτε πλοίο, ανεξαρτήτως σημαίας, με εξαίρεση τα πολεμικά πλοία, τα βοηθητικά πλοία του πολεμικού ναυτικού, ή άλλα πλοία κρατικής ιδιοκτησίας ή κρατικής εκμετάλλευσης, τα οποία χρησιμοποιούνται, προσωρινώς, μόνο για κρατικούς και μη εμπορικούς σκοπούς.

Άρθρο 4

Παραβάσεις

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από πλοία σε οποιαδήποτε από τις περιοχές που αναφέρει το άρθρο 3 παράγραφος 1, θεωρούνται παραβάσεις, εφόσον διαπράττονται με δόλο, από αμέλεια ή βαρεία αμέλεια. Οι παραβάσεις αυτές θεωρούνται ποινικά αδικήματα από την απόφαση πλαίσιο 2005/.../ΔΕΥ που συμπληρώνει την παρούσα οδηγία και υπό τις περιστάσεις που προβλέπονται σε αυτή.

Άρθρο 5

Εξαιρέσεις

1.   Η απόρριψη ρυπογόνων ουσιών σε οποιαδήποτε από τις περιοχές του άρθρου 3 παράγραφος 1, δεν θεωρείται παράβαση εφόσον πληροί τους όρους των κανονισμών 9, 10, 11, στοιχεία α) ή γ), του παραρτήματος I, ή των κανονισμών 5, 6, στοιχεία α) ή γ), του παραρτήματος II της Marpol 73/78.

2.   Η απόρριψη ρυπογόνων ουσιών στις περιοχές του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχεία γ), δ) και ε), δεν αντιμετωπίζεται ως παράβαση για τον πλοιοκτήτη, τον πλοίαρχο ή το πλήρωμα, όταν αυτό ενεργεί υπό την ευθύνη του πλοιάρχου, εφόσον πληροί τους όρους του κανονισμού 11 στοιχείο β) του παραρτήματος I, ή του κανονισμού 6 στοιχείο β) του παραρτήματος II της Marpol 73/78.

Άρθρο 6

Μέτρα εφαρμογής που αφορούν πλοία ελλιμενισμένα σε κράτος μέλος

1.   Εάν παρατυπίες ή πληροφορίες γεννούν υπόνοιες ότι πλοίο το οποίο ευρίσκεται εκουσίως σε λιμένα ή υπεράκτιο τερματικό σταθμό κράτους μέλους προέβη ή προβαίνει σε απόρριψη ρυπογόνων ουσιών σε οποιαδήποτε από τις περιοχές του άρθρου 3 παράγραφος 1, το εν λόγω κράτος μέλος μεριμνά να διενεργηθεί, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, η ενδεδειγμένη επιθεώρηση, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές που έχει εγκρίνει ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (ΔΝΟ).

2.   Εφόσον από την επιθεώρηση της παραγράφου 1 αποκαλυφθούν γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να υποδεικνύουν την ύπαρξη παράβασης κατά την έννοια του άρθρου 4, ενημερώνονται οι αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους και του κράτους της σημαίας.

Άρθρο 7

Μέτρα εφαρμογής από παράκτια κράτη ως προς διερχόμενα πλοία

1.   Εάν εικάζεται απόρριψη ρυπογόνων ουσιών στις περιοχές του άρθρου 3 παράγραφος 1, στοιχεία β), γ), δ) ή ε), το δε ύποπτο για την απόρριψη πλοίο δεν καταπλεύσει σε λιμένα του κράτους μέλους το οποίο διαθέτει τις πληροφορίες σχετικά με την εικαζόμενη απόρριψη, εφαρμόζονται τα ακόλουθα:

α)

εάν ο επόμενος λιμένας προσεγγίσεως του πλοίου βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, τα οικεία κράτη μέλη συνεργάζονται στενά κατά την επιθεώρηση που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, και κατά τη λήψη απόφασης περί των ενδεδειγμένων μέτρων που αφορούν κάθε απόρριψη αυτού του είδους·

β)

εάν ο επόμενος λιμένας προσεγγίσεως του πλοίου βρίσκεται σε κράτος εκτός της Κοινότητας, το κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσει την ενημέρωση του επόμενου λιμένα προσεγγίσεως του πλοίου σχετικά με την εικαζόμενη απόρριψη, ζητεί δε από το κράτος του επόμενου λιμένα προσεγγίσεως να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα που αφορούν κάθε απόρριψη του είδους αυτού.

2.   Εφόσον υπάρχουν σαφή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία ότι πλοίο το οποίο πλέει στις περιοχές του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχεία β) ή δ), διέπραξε στην περιοχή του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ), παράβαση με αποτέλεσμα απόρριψη που προκαλεί σημαντική ζημία ή συνιστά απειλή σημαντικής ζημίας για τις ακτές ή άλλα σχετικά συμφέροντα του οικείου κράτους μέλους, ή για οποιουσδήποτε πόρους των περιοχών του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχεία β) ή δ), το εν λόγω κράτος, υπό την επιφύλαξη του τμήματος 7 του μέρους ΧΙΙ της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, του 1982 και εφόσον το δικαιολογούν τα αποδεικτικά στοιχεία, υποβάλλει το ζήτημα στις αρμόδιες αρχές του προκειμένου να κινήσουν διαδικασία, περιλαμβανομένης της κράτησης του πλοίου, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.

3.   Σε κάθε περίπτωση ενημερώνονται οι αρχές του κράτους της σημαίας.

Άρθρο 8

Κυρώσεις

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι παραβάσεις κατά το άρθρο 4 επισύρουν αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις, στις οποίες είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις.

2.   Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι κυρώσεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε οποιονδήποτε υπαίτιο παράβασης κατά το άρθρο 4.

Άρθρο 9

Συμμόρφωση προς το διεθνές δίκαιο

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας χωρίς τυπικές ή ουσιαστικές διακρίσεις κατά των αλλοδαπών πλοίων και σύμφωνα με το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος 7 του μέρους XII της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, του 1982, ενημερώνουν δε πάραυτα το κράτος σημαίας του πλοίου και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος για τα μέτρα που λαμβάνουν βάσει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 10

Συνοδευτικά μέτρα

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εργάζονται από κοινού, εφόσον απαιτείται, σε στενή συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια στη Θάλασσα και λαμβάνοντας υπόψη το πρόγραμμα δράσης για την αντιμετώπιση της ακούσιας ή εκούσιας θαλάσσιας ρύπανσης που θεσπίσθηκε με την απόφαση αριθ. 2850/2000/ΕΚ (7) και, ενδεχομένως, την εφαρμογή της οδηγίας 2000/59/ΕΚ, ώστε:

α)

να αναπτύξουν τα αναγκαία συστήματα πληροφοριών που απαιτούνται για την αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας·

β)

να θεσπίσουν κοινές πρακτικές και κατευθυντήριες γραμμές χρησιμοποιώντας ως βάση εκείνες που ισχύουν σε διεθνές επίπεδο, με στόχους ιδίως:

την παρακολούθηση και την έγκαιρη αναγνώριση των πλοίων που προβαίνουν σε απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών κατά παράβαση της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένης, όταν κρίνεται αναγκαίο, της εγκατάστασης εξοπλισμού παρακολούθησης στα πλοία,

την εφαρμογή αξιόπιστων μεθόδων ανίχνευσης που να επιτρέπουν τη σύνδεση ρυπογόνων ουσιών που εντοπίσθηκαν στη θάλασσα με δεδομένο πλοίο, και

την αποτελεσματική επιβολή της παρούσας οδηγίας.

2.   Σύμφωνα με τα καθήκοντά του όπως καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1406/2002, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα:

α)

συνεργάζεται με τα κράτη μέλη στην ανάπτυξη τεχνικών λύσεων και στην παροχή τεχνικής συνδρομής όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σε δράσεις όπως η ανίχνευση απορρίψεων με δορυφορική παρακολούθηση και εποπτεία·

β)

επικουρεί την Επιτροπή στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, και μέσω, εάν κρίνεται ενδεδειγμένο, επισκέψεων στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1406/2002.

Άρθρο 11

Μελέτη σκοπιμότητας

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, πριν από τα τέλη του 2006, μελέτη σκοπιμότητας σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκής ακτοφυλακής επιφορτισμένης ειδικά με την πρόληψη της ρύπανσης και την αντιμετώπισή της, ορίζοντας σαφώς το κόστος και τις ωφέλειες.

Άρθρο 12

Εκθέσεις

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν ανά τριετία στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας από τις αρμόδιες αρχές. Βάσει των εκθέσεων αυτών, η Επιτροπή υποβάλλει κοινοτική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Στην εν λόγω έκθεση η Επιτροπή αξιολογεί, μεταξύ άλλων, τη σκοπιμότητα της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής ή της αναθεώρησης της παρούσας οδηγίας. Εκτίθεται επίσης η εξέλιξη στη συναφή νομολογία των κρατών μελών και εξετάζεται το ενδεχόμενο δημιουργίας δημόσιας βάσης δεδομένων η οποία θα εμπεριέχει τη συναφή αυτή νομολογία.

Άρθρο 13

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την Επιτροπή Ασφάλειας της Ναυτιλίας και Πρόληψης της Ρύπανσης από τα Πλοία (COSS), η οποία έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2099/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5 Νοεμβρίου 2002 (8).

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στο παρόν άρθρο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 8 της ιδίας.

Η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ είναι ένας μήνας.

Άρθρο 14

Παροχή πληροφοριών

Η Επιτροπή ενημερώνει τακτικά την επιτροπή που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 4 της απόφασης αριθ. 2850/2000/ΕΚ σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα ή με άλλες σχετικές ενέργειες που αναλαμβάνονται σε περίπτωση θαλάσσιας ρύπανσης.

Άρθρο 15

Διαδικασία τροποποίησης

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2099/2002 και με τη διαδικασία του άρθρου 13 της παρούσας οδηγίας, η COSS μπορεί να εξαιρεί τροποποιήσεις της Marpol 73/78 από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 16

Εφαρμογή

Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 1 Μαρτίου 2007 και πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 17

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 18

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2005.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

C. CLARKE


(1)  ΕΕ C 220, 16.9.2003, σ. 72.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13 Ιανουαρίου 2004 (ΕΕ C 92 Ε της 21.4.2004, σ. 77), κοινή θέση του Συμβουλίου της 7 Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ C 25 Ε της 1.2.2005, σ. 29), θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23 Φεβρουαρίου 2005 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην ΕΕ) και απόφαση του Συμβουλίου της 12 Ιουλίου 2005.

(3)  Βλέπε σελίδα 164 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(4)  ΕΕ L 208 της 5.8.2002, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 724/2004 (ΕΕ L 129 της 29.4.2004, σ. 1).

(5)  ΕΕ L 332 της 28.12.2000, σ. 81· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/84/ΕΚ (ΕΕ L 324 της 29.11.2002, σ. 53).

(6)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(7)  Απόφαση αριθ. 2850/2000/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20 Δεκεμβρίου 2000, για τη θέσπιση κοινοτικού πλαισίου συνεργασίας στον τομέα της ακούσιας ή εκούσιας θαλάσσιας ρύπανσης (ΕΕ L 332 της 28.12.2000, σ. 1)· απόφαση όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση αριθ. 787/2004/ΕΚ (ΕΕ L 138 της 30.4.2004, σ. 12).

(8)  ΕΕ L 324 της 29.11.2002, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 415/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 68 της 6.3.2004, σ. 10).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Σύνοψη, η οποία χρησιμοποιείται ως πλαίσιο αναφοράς, των κανόνων της Marpol 73/78 περί απορρίψεων πετρελαίου και επιβλαβών υγρών ουσιών, κατά το άρθρο 2 παράγραφος 2

Μέρος I: Πετρέλαιο (Marpol 73/78, παράρτημα I)

Για την εφαρμογή του παραρτήματος Ι της Marpol 73/78, ως «πετρέλαιο» νοείται το πετρέλαιο σε κάθε μορφή, συμπεριλαμβανομένου του αργού πετρελαίου, του καυσίμου πετρελαίου, της ιλύος, των αποβλήτων πετρελαίου και των προϊόντων διύλισης πετρελαίου (εκτός των πετροχημικών τα οποία υπάγονται στις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ της σύμβασης Marpol 73/78) και ως «πετρελαιοειδές μείγμα» νοείται το μείγμα με περιεκτικότητα πετρελαίου σε οποιαδήποτε αναλογία.

Αποσπάσματα των συναφών διατάξεων του παραρτήματος Ι της Marpol 73/78:

 

Κανονισμός 9: Έλεγχος της απόρριψης πετρελαίου

1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των κανονισμών 10 και 11 του παρόντος παραρτήματος και της παραγράφου 2 του παρόντος κανονισμού, απαγορεύεται οποιαδήποτε απόρριψη στη θάλασσα πετρελαίου ή μειγμάτων πετρελαίου από τα πλοία, στα οποία εφαρμόζεται το παρόν παράρτημα, εκτός εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

για πετρελαιοφόρο, εκτός από την περίπτωση που προβλέπεται από το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, εφόσον:

i)

το δεξαμενόπλοιο δεν βρίσκεται εντός ειδικής περιοχής,

ii)

το δεξαμενόπλοιο απέχει περισσότερο από 50 ναυτικά μίλια από την πλησιέστερη ακτή,

iii)

το δεξαμενόπλοιο ταξιδεύει σε πορεία,

iv)

ο στιγμιαίος ρυθμός απόρριψης πετρελαίου δεν υπερβαίνει τα 30 λίτρα ανά ναυτικό μίλι,

v)

η ολική ποσότητα πετρελαίου που απορρίφθηκε στη θάλασσα δεν υπερβαίνει για τα υπάρχοντα δεξαμενόπλοια το 1/15 000 της συνολικής ποσότητας του συγκεκριμένου φορτίου, μέρος του οποίου αποτελούσε το κατάλοιπο, και για τα νέα δεξαμενόπλοια το 1/30 000 της συνολικής ποσότητας του συγκεκριμένου φορτίου, μέρος του οποίου αποτελούσε το κατάλοιπο και

vi)

το δεξαμενόπλοιο έχει εν λειτουργία σύστημα αυτόματης παρακολούθησης και ελέγχου των απορρίψεων πετρελαίου και δεξαμενή ακαθάρτων κατάλοίπων, όπως απαιτείται από τον κανονισμό 15 του παρόντος παραρτήματος.

β)

από πλοίο μη πετρελαιοφόρο, ολικής χωρητικότητας 400 κόρων και άνω, και από τους υδροσυλλέκτες του χώρου του μηχανοστασίου, εξαιρουμένων των υδροσυλλεκτών του αντλιοστασίου φορτίου για τα πετρελαιοφόρα, εκτός εάν υπάρχει ανάμειξη με υπολείμματα φορτίου πετρελαίου, εφόσον:

i)

το πλοίο δεν βρίσκεται εντός ειδικής περιοχής,

ii)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία,

iii)

η περιεκτικότητα σε πετρέλαιο της εκροής χωρίς αραίωση δεν υπερβαίνει τα 15 μέρη ανά εκατομμύριο και

iv)

το πλοίο διαθέτει σε λειτουργία [εξοπλισμό παρακολούθησης, ελέγχου και φίλτρου] όπως απαιτείται από τον κανονισμό 16 του παρόντος παραρτήματος.

2.

Όταν πρόκειται για πλοίο μη πετρελαιοφόρο, ολικής χωρητικότητας κάτω των 400 κόρων που ευρίσκεται έξω από την ειδική περιοχή, η αρμόδια αρχή [του κράτους της σημαίας] μεριμνά ώστε να είναι εξοπλισμένο, όσον είναι πρακτικώς δυνατό και εύλογο, με εγκαταστάσεις αποθήκευσης των υπολειμμάτων πετρελαίου στο πλοίο και εκφόρτωσής τους σε εγκαταστάσεις υποδοχής ή απόρριψής τους στην θάλασσα κατά τις επιταγές της παραγράφου 1 στοιχείο β), του παρόντος κανονισμού.

3.

[....].

4.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται στις απορρίψεις καθαρού ή διαχωρισμένου έρματος, ή μη κατεργασμένων πετρελαιοειδών μειγμάτων τα οποία χωρίς αραίωση έχουν περιεκτικότητα σε πετρέλαιο μη υπερβαίνουσα τα 15 μέρη ανά εκατομμύριο, δεν προέρχονται από τους υδροσυλλέκτες του αντλιοστασίου φορτίου και δεν είναι αναμεμειγμένα με υπολείμματα φορτίου πετρελαίου.

5.

Καμία απόρριψη στη θάλασσα δεν περιέχει χημικά ή άλλες ουσίες σε ποσότητες ή συγκεντρώσεις επιβλαβείς για το θαλάσσιο περιβάλλον, ή χημικά ή άλλες ουσίες που χρησιμοποιούνται για την καταστρατήγηση των όρων απόρριψης που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό.

6.

Τα κατάλοιπα πετρελαίου τα οποία δεν επιτρέπεται να απορριφθούν στη θάλασσα σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 4 του παρόντος κανονισμού παραμένουν στο πλοίο ή εκφορτώνονται σε εγκαταστάσεις υποδοχής.

7.

[....].

 

Κανονισμός 10: Μέθοδοι για την πρόληψη ρύπανσης από πλοία που ταξιδεύουν σε ειδικές περιοχές

1.

Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, ειδικές περιοχές είναι η Μεσόγειος Θάλασσα, η Βαλτική Θάλασσα, ο Εύξεινος Πόντος, η Ερυθρά Θάλασσα, η περιοχή των «Κόλπων», ο Κόλπος του Aden, η περιοχή της Ανταρκτικής και τα ύδατα της βορειοδυτικής Ευρώπης, [όπως καθορίζονται και διευκρινίζονται περαιτέρω].

2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού 11 του παρόντος παραρτήματος:

α)

Απαγορεύεται κάθε απόρριψη στην θάλασσα πετρελαίου ή πετρελαιοειδούς μείγματος από οποιοδήποτε πετρελαιοφόρο και οποιοδήποτε μη πετρελαιοφόρο πλοίο ολικής χωρητικότητας άνω των 400 κόρων, όταν βρίσκεται σε ειδική περιοχή. [...]·

β)

[…] Απαγορεύεται κάθε απόρριψη στη θάλασσα πετρελαίου ή πετρελαιοειδούς μείγματος από πλοίο μη πετρελαιοφόρο, ολικής χωρητικότητας κάτω των 400 κόρων, όταν αυτό βρίσκεται εντός ειδικής περιοχής, εκτός εάν το περιεχόμενο πετρελαίου της εκροής χωρίς αραίωση δεν υπερβαίνει τα 15 μέρη ανά εκατομμύριο.

3.

α)

Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος κανονισμού δεν ισχύουν για τις απορρίψεις καθαρού ή διαχωρισμένου έρματος·

β)

οι διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχείο α), του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται στην απόρριψη κατεργασμένων υδάτων υδροσυλλεκτών από χώρους μηχανοστασίου, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις·

i)

τα ύδατα υδροσυλλεκτών δεν προέρχονται από υδροσυλλέκτες του αντλιοστασίου φορτίου·

ii)

τα ύδατα υδροσυλλεκτών δεν έχουν αναμειχθεί με κατάλοιπα φορτίου πετρελαίου·

iii)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία·

iv)

το περιεχόμενο πετρελαίου της εκροής χωρίς αραίωση δεν υπερβαίνει τα 15 μέρη ανά εκατομμύριο·

v)

το πλοίο διαθέτει σε λειτουργία εξοπλισμό φίλτρου πετρελαίου σύμφωνου προς τον κανονισμό 16 παράγραφος 5 του παρόντος παραρτήματος και

vi)

το σύστημα φίλτρου πετρελαίου διαθέτει διάταξη που αυτομάτως διακόπτει την απόρριψη όταν το περιεχόμενο πετρελαίου της εκροής υπερβεί τα 15 μέρη ανά εκατομμύριο.

4.

α)

Καμία απόρριψη στη θάλασσα δεν περιέχει χημικά ή άλλες ουσίες σε ποσότητες ή συγκεντρώσεις επικίνδυνες για το θαλάσσιο περιβάλλον ή χημικά ή άλλες ενώσεις που χρησιμοποιούνται για την καταστρατήγηση των διατάξεων απόρριψης που καθορίζονται με τον παρόντα κανονισμό·

β)

τα κατάλοιπα πετρελαίου τα οποία δεν επιτρέπεται να απορριφθούν στη θάλασσα σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3 του παρόντος κανονισμού παραμένουν στο πλοίο ή εκφορτώνονται σε εγκαταστάσεις υποδοχής.

5.

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν απαγορεύουν σε πλοίο, μέρος μόνο της διαδρομής του οποίου ευρίσκεται σε ειδική περιοχή, να προβαίνει σε απόρριψη εκτός της ειδικής περιοχής σύμφωνα με τον κανονισμό 9 του παρόντος παραρτήματος.

6.

[...].

7.

[…].

(8)

[…].

 

Κανονισμός 11: Εξαιρέσεις

 

Οι κανονισμοί 9 και 10 του παρόντος παραρτήματος δεν εφαρμόζονται:

α)

στην απόρριψη στη θάλασσα πετρελαίου ή πετρελαιοειδούς μείγματος αναγκαίου για την ασφάλεια του πλοίου ή για την διάσωση ανθρωπίνων ζωών στη θάλασσα· ή

β)

στην απόρριψη στη θάλασσα πετρελαίου ή πετρελαιοειδούς μείγματος που προήλθε από βλάβη που προξενήθηκε σε πλοίο ή στον εξοπλισμό του:

i)

εφόσον, μετά την επέλευση της βλάβης ή την ανακάλυψη της απόρριψης, ληφθούν όλες οι εύλογες προφυλάξεις, προκειμένου να προληφθεί ή να μειωθεί στο ελάχιστο η απόρριψη και

ii)

εκτός αν ο πλοιοκτήτης ή ο πλοίαρχος ενήργησαν είτε με πρόθεση να προξενήσουν βλάβη είτε από απερισκεψία και εν επιγνώσει της πιθανότητας να προκληθεί βλάβη· ή

γ)

στην απόρριψη στη θάλασσα ουσιών που περιέχουν πετρέλαιο, οι οποίες έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή [του κράτους της σημαίας], όταν οι ουσίες αυτές χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση ειδικών περιστατικών ρύπανσης με σκοπό την μείωση στο ελάχιστο των ζημιών από τη ρύπανση. Οποιαδήποτε τέτοια απόρριψη υπόκειται στην έγκριση της κυβέρνησης, στη δικαιοδοσία της οποίας προβλέπεται να πραγματοποιηθεί η απόρριψη.

Μέρος II: Επιβλαβείς υγρές ουσίες (Marpol 73/78, παράρτημα II)

Αποσπάσματα από τις σχετικές διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ της Marpol 73/78:

 

Κανονισμός 3: Κατηγορίες και κατάλογος επιβλαβών υγρών ουσιών

(1)

Για την εφαρμογή των κανονισμών του παρόντος παραρτήματος, οι επιβλαβείς υγρές ουσίες κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες ως εξής:

α)

κατηγορία A: Επιβλαβείς υγρές ουσίες οι οποίες, εάν απορριφθούν στη θάλασσα από λειτουργίες καθαρισμού δεξαμενών ή αφερματισμού, θα δημιουργήσουν σοβαρό κίνδυνο είτε για τους θαλάσσιους πόρους είτε για την ανθρώπινη υγεία, ή θα προκαλέσουν σοβαρή βλάβη στις ψυχαγωγικές ή άλλες θεμιτές χρήσεις της θάλασσας και ως εκ τούτου δικαιολογούν την εφαρμογή αυστηρών μέτρων κατά της ρύπανσης·

β)

κατηγορία B: Επιβλαβείς υγρές ουσίες οι οποίες, εάν απορριφθούν στη θάλασσα από λειτουργίες καθαρισμού δεξαμενών ή αφερματισμού, θα δημιουργήσουν κίνδυνο είτε για τους θαλάσσιους πόρους είτε για την ανθρώπινη υγεία, ή θα προκαλέσουν βλάβη σε ψυχαγωγικές ή άλλες θεμιτές χρήσεις της θάλασσας και, ως εκ τούτου, δικαιολογούν την εφαρμογή ειδικών μέτρων κατά της ρύπανσης·

γ)

κατηγορία Γ: Επιβλαβείς υγρές ουσίες οι οποίες, εάν απορριφθούν στη θάλασσα από λειτουργίες καθαρισμού δεξαμενών ή αφερματισμού, θα δημιουργήσουν χαμηλό κίνδυνο είτε για τους θαλάσσιους πόρους είτε για την ανθρώπινη υγεία, ή θα προκαλέσουν μικρή βλάβη σε ψυχαγωγικές ή άλλες θεμιτές χρήσεις της θάλασσας και, ως εκ τούτου, επιβάλλουν την εφαρμογή ειδικών όρων όσον αφορά τις λειτουργίες αυτές·

δ)

κατηγορία Δ: Επιβλαβείς υγρές ουσίες οι οποίες, εάν απορριφθούν στη θάλασσα από λειτουργίες καθαρισμού δεξαμενών ή αφερματισμού, θα δημιουργήσουν εμφανή κίνδυνο είτε για τους θαλάσσιους πόρους είτε για την ανθρώπινη υγεία, ή θα προκαλέσουν ελάχιστη βλάβη σε ψυχαγωγικές ή άλλες θεμιτές χρήσεις της θάλασσας και, ως εκ τούτου, επιβάλλουν σχετική προσοχή κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών.

2.

[....].

3.

[....].

4.

[....].

[Περαιτέρω κατευθυντήριες γραμμές για την κατάταξη των ουσιών, συμπεριλαμβανομένου ενός καταλόγου ενώσεων ταξινομημένων σε κατηγορίες, υπάρχουν στον κανονισμό 3 παράγραφοι 2 έως 4 και τον κανονισμό 4 και στα προσαρτήματα του παραρτήματος ΙΙ της Marpol 73/78]

 

Kανονισμός 5: Απόρριψη επιβλαβών υγρών ουσιών

Ουσίες των κατηγοριών Α, Β και Γ εκτός των ειδικών περιοχών και ουσίες της κατηγορίας Δ σε όλες τις περιοχές.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του […] κανονισμού 6 του παρόντος παραρτήματος,

1.

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών της κατηγορίας Α, όπως ορίζονται με τον κανονισμού 3 παράγραφος 1 στοιχείο α), του παρόντος παραρτήματος ή εκείνων που έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ως τέτοιες, ή υδάτινου έρματος, αποπλυμάτων δεξαμενών ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιες ουσίες. Εάν οι δεξαμενές που περιέχουν τέτοιες ουσίες ή μείγματα πρόκειται να καθαρισθούν, τα κατάλοιπα εκφορτώνονται σε εγκατάσταση υποδοχής μέχρις ότου η συγκέντρωση της ουσίας στα αποπλύματα που εκρέουν σε μια τέτοια εγκατάσταση καταστεί ίση ή χαμηλότερη του 0,1 % κατά βάρος και μέχρις ότου αδειάσει η δεξαμενή, με εξαίρεση τον κίτρινο ή λευκό φώσφορο, για τον οποίο η συγκέντρωση του καταλοίπου πρέπει να είναι 0,01 % κατά βάρος. Κάθε ποσότητα ύδατος που θα προστεθεί κατόπιν στη δεξαμενή μπορεί να απορριφθεί στη θάλασσα εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία με ταχύτητα τουλάχιστον 7 κόμβων στην περίπτωση των αυτοκινούμενων πλοίων ή τουλάχιστον 4 κόμβων στην περίπτωση των μη αυτοκινούμενων πλοίων·

β)

η απόρριψη γίνεται κάτω από την ίσαλο γραμμή, λαμβανόμενης υπόψη της θέσεως των εισόδων εισαγωγών θάλασσας και

γ)

η απόρριψη γίνεται σε απόσταση τουλάχιστον 12 ναυτικών μιλίων από την πλησιέστερη ακτή και σε περιοχή με βάθος όχι μικρότερο των 25 μέτρων.

2.

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών της κατηγορίας Β, όπως ορίζονται από τον κανονισμό 3 παράγραφος 1 στοιχείο β), του παρόντος παραρτήματος, ή εκείνων που έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ως τέτοιες, ή του υδάτινου έρματος ή των αποπλυμάτων της δεξαμενής ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιες ουσίες, εκτός εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία με ταχύτητα τουλάχιστον 7 κόμβων στην περίπτωση των αυτοκινούμενων πλοίων ή τουλάχιστον 4 κόμβων στην περίπτωση των μη αυτοκινούμενων πλοίων·

β)

οι διαδικασίες και διατάξεις απόρριψης έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή [του κράτους της σημαίας]. Οι εν λόγω διαδικασίες και ρυθμίσεις πρέπει να βασίζονται σε πρότυπα του [ΔΝΟ] και να εξασφαλίζουν ότι η συγκέντρωση και ο ρυθμός απόρριψης του αποβλήτου είναι τέτοιοι ώστε η συγκέντρωση της ουσίας στα απόνερα της έλικας του πλοίου να μην υπερβαίνει το 1 μέρος ανά εκατομμύριο·

γ)

η μέγιστη ποσότητα του φορτίου που απερρίφθη από κάθε δεξαμενή και από τις σχετικές σωληνώσεις δεν υπερβαίνει τη μέγιστη ποσότητα που έχει εγκριθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες του στοιχείου (β) της παρούσας παραγράφου, και η οποία σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει το 1 m3 ή 1/3 000 της χωρητικότητας της δεξαμενής σε m3·

δ)

η απόρριψη γίνεται κάτω από την ίσαλο γραμμή, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως των εισόδων εισαγωγών θάλασσας και

ε)

η απόρριψη γίνεται σε απόσταση τουλάχιστον 12 ναυτικών μιλίων από την πλησιέστερη ακτή και σε περιοχή με βάθος όχι μικρότερο των 25 μέτρων.

3.

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών της κατηγορίας Γ, όπως ορίζονται με τον κανονισμό 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ), του παρόντος παραρτήματος ή εκείνων που έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ως τέτοιες ή του υδάτινου έρματος ή των αποπλυμάτων της δεξαμενής ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιες ουσίες, εκτός εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία με ταχύτητα τουλάχιστον 7 κόμβων στην περίπτωση των αυτοκινούμενων πλοίων ή τουλάχιστον 4 κόμβων στην περίπτωση των μη αυτοκινούμενων πλοίων·

β)

οι διαδικασίες και διατάξεις απόρριψης έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή [του κράτους της σημαίας]. Οι εν λόγω διαδικασίες και διατάξεις πρέπει να βασίζονται σε πρότυπα του [ΔΝΟ] και να εξασφαλίζουν ότι η συγκέντρωση και ο ρυθμός απόρριψης του αποβλήτου είναι τέτοιοι ώστε η συγκέντρωση της ουσίας στα απόνερα της έλικος του πλοίου να μην υπερβαίνει τα 10 μέρη ανά εκατομμύριο·

γ)

η μέγιστη ποσότητα του φορτίου που απορρίφθηκε από κάθε δεξαμενή και από τις σχετικές σωληνώσεις δεν υπερβαίνει τη μέγιστη ποσότητα που έχει εγκριθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου, και η οποία σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει τα 3 m3 ή 1/1 000 της χωρητικότητας της δεξαμενής σε m3·

δ)

η απόρριψη γίνεται κάτω από την ίσαλο γραμμή, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως των εισόδων εισαγωγών θάλασσας και

ε)

η απόρριψη γίνεται σε απόσταση τουλάχιστον 12 ναυτικών μιλίων από την πλησιέστερη ακτή και σε περιοχή με βάθος όχι μικρότερο των 25 μέτρων.

4.

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών της κατηγορίας Δ, όπως ορίζονται με τον κανονισμό 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ), του παρόντος παραρτήματος ή εκείνων που έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ως τέτοιες ή του υδάτινου έρματος ή των αποπλυμάτων της δεξαμενής ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιες ουσίες, εκτός εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία με ταχύτητα τουλάχιστον 7 κόμβων στην περίπτωση των αυτοκινούμενων πλοίων ή τουλάχιστον 4 κόμβων στην περίπτωση των μη αυτοκινούμενων πλοίων·

β)

τα μείγματα αυτά έχουν συγκέντρωση όχι μεγαλύτερη από ένα μέρος της ουσίας σε δέκα μέρη ύδατος και

γ)

η απόρριψη γίνεται σε απόσταση τουλάχιστον 12 ναυτικών μιλίων από την πλησιέστερη ακτή.

5.

Είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται διαδικασίες εξαερισμού, εγκεκριμένες από την αρμόδια αρχή του κράτους της σημαίας για την απομάκρυνση των καταλοίπων φορτίου από δεξαμενή. Οι διαδικασίες αυτές πρέπει να βασίζονται σε πρότυπα του [ΔΝΟ]. Κάθε ποσότητα ύδατος που στη συνέχεια εισάγεται στη δεξαμενή θεωρείται καθαρή και δεν υπάγεται στις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 ή 4 του παρόντος κανονισμού.

6.

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών οι οποίες δεν έχουν υπαχθεί σε κάποια κατηγορία, δεν έχουν προσωρινά ταξινομηθεί ή εκτιμηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του κανονισμού 4 του παρόντος παραρτήματος, ή του υδάτινου έρματος, των αποπλυμάτων δεξαμενών ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιες ουσίες.

Ουσίες των κατηγοριών Α, Β και Γ εντός των ειδικών περιοχών, όπως ορίζονται από τον κανονισμό 1 του παραρτήματος ΙΙ της Marpol 73/78, συμπεριλαμβανομένης της Βαλτικής Θάλασσας.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων […] του κανονισμού 6 του παρόντος παραρτήματος,

7.

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών της κατηγορίας Α, όπως ορίζονται με τον κανονισμό 3 παράγραφος 1 στοιχείο α), του παρόντος παραρτήματος, ή εκείνων που έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ως τέτοιες, ή υδάτινου έρματος, αποπλυμάτων δεξαμενών ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιου είδους ουσίες. Εάν οι δεξαμενές που περιέχουν τέτοιες ουσίες ή μείγματα πρόκειται να καθαρισθούν, τα προκύπτοντα κατάλοιπα εκφορτώνονται σε εγκατάσταση υποδοχής την οποία παρέχουν, σύμφωνα με τον κανονισμό 7 του παρόντος παραρτήματος, τα κράτη που γειτνιάζουν με την ειδική περιοχή, μέχρις ότου η συγκέντρωση της ουσίας στα απόβλητα που εκχέονται στην εν λόγω εγκατάσταση καταστεί ίση ή μικρότερη του 0,05 % κατά βάρος και μέχρις ότου αδειάσει η δεξαμενή, με εξαίρεση τον κίτρινο ή λευκό φώσφορο, για τον οποίο η συγκέντρωση του καταλοίπου πρέπει να είναι 0,005 % κατά βάρος. Κάθε ποσότητα ύδατος που στη συνέχεια θα προστεθεί στη δεξαμενή μπορεί να απορρίπτεται στη θάλασσα εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία με ταχύτητα τουλάχιστον 7 κόμβων στην περίπτωση των αυτοκινούμενων πλοίων ή τουλάχιστον 4 κόμβων στην περίπτωση των μη αυτοκινούμενων πλοίων·

β)

η απόρριψη γίνεται κάτω από την ίσαλο γραμμή, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως των εισόδων εισαγωγών της θαλάσσης και

γ)

η απόρριψη γίνεται σε απόσταση τουλάχιστον 12 ναυτικών μιλίων από την πλησιέστερη ακτή και σε περιοχή με βάθος όχι μικρότερο των 25 μέτρων.

8.

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών της κατηγορίας Β, όπως ορίζονται με τον κανονισμό 3 παράγραφος 1 στοιχείο β), του παρόντος παραρτήματος ή εκείνων που έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ως τέτοιες, ή του υδάτινου έρματος ή των αποπλυμάτων της δεξαμενής, ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιες ουσίες, εκτός εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η δεξαμενή έχει προπλυθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που έχει εγκρίνει η αρμόδια αρχή του [κράτους της σημαίας] και με βάση τα πρότυπα του [ΔΝΟ], τα δε κατάλοιπα καθαρισμού της δεξαμενής που προέκυψαν έχουν εκφορτωθεί σε εγκατάσταση υποδοχής·

β)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία με ταχύτητα τουλάχιστον 7 κόμβων στην περίπτωση των αυτοκινούμενων πλοίων ή τουλάχιστον 4 κόμβων στην περίπτωση των μη αυτοκινούμενων πλοίων·

γ)

οι διαδικασίες και διατάξεις απόρριψης και πλύσης έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή [του κράτους της σημασίας]. Οι εν λόγω διαδικασίες και διατάξεις βασίζονται σε πρότυπα του [ΔΝO] και εξασφαλίζουν ότι η συγκέντρωση της ουσίας και ο ρυθμός απόρριψης των αποβλήτων είναι τέτοιοι ώστε η συγκέντρωση της ουσίας στα απόνερα της έλικος του πλοίου να μην υπερβαίνει το 1 μέρος ανά εκατομμύριο·

δ)

η απόρριψη γίνεται κάτω από την ίσαλο γραμμή, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως των εισόδων εισαγωγών θάλασσας και

ε)

η απόρριψη γίνεται σε απόσταση τουλάχιστον 12 ναυτικών μιλίων από την πλησιέστερη ακτή και σε περιοχή με βάθος όχι μικρότερο των 25 μέτρων.

9.

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών της κατηγορίας Γ, όπως ορίζονται με τον κανονισμό 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ), του παρόντος παραρτήματος ή εκείνων που έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ως τέτοιες ή του υδάτινου έρματος ή των αποπλυμάτων της δεξαμενής ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιες ουσίες, εκτός εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το πλοίο ταξιδεύει σε πορεία με ταχύτητα τουλάχιστον 7 κόμβων στην περίπτωση των αυτοκινούμενων πλοίων ή τουλάχιστον 4 κόμβων στην περίπτωση των μη αυτοκινούμενων πλοίων·

β)

οι διαδικασίες και διατάξεις απόρριψης έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή [του κράτους της σημαίας]. Οι εν λόγω διαδικασίες και ρυθμίσεις πρέπει να βασίζονται σε πρότυπα του [ΔΝΟ] και να εξασφαλίζουν ότι η συγκέντρωση και ο ρυθμός απόρριψης του αποβλήτου είναι τέτοιοι ώστε η συγκέντρωση της ουσίας στα απόνερα της έλικας του πλοίου να μην υπερβαίνει το 1 μέρος ανά εκατομμύριο·

γ)

η μέγιστη ποσότητα φορτίου που απορρίφθηκε από κάθε δεξαμενή και από τις σχετικές σωληνώσεις δεν υπερβαίνει τη μέγιστη ποσότητα που έχει εγκριθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του στοιχείου β) της παρούσης παραγράφου, και η οποία ποσότητα σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 m3 ή το 1/3 000 της χωρητικότητας της δεξαμενής σε m3·

δ)

η απόρριψη γίνεται κάτω από την ίσαλο γραμμή, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως των εισόδων εισαγωγών θάλασσας και

ε)

η απόρριψη γίνεται σε απόσταση τουλάχιστον 12 ναυτικών μιλίων από την πλησιέστερη ακτή και σε περιοχή με βάθος όχι μικρότερο των 25 μέτρων.

10.

Επιτρέπεται η χρησιμοποίηση διαδικασιών εξαερισμού οι οποίες έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή [του κράτους της σημαίας] για την απομάκρυνση των καταλοίπων φορτίου από τις δεξαμενές. Οι διαδικασίες αυτές πρέπει να βασίζονται σε πρότυπα του [ΔΝO]. Κάθε ποσότητα ύδατος που στη συνέχεια θα προστεθεί στη δεξαμενή θεωρείται καθαρή και δεν υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 7, 8 ή 9 του παρόντος κανονισμού.

(11)

Απαγορεύεται η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών οι οποίες δεν έχουν υπαχθεί σε κάποια κατηγορία, δεν έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ή καθοριστεί κατά τον κανονισμό 4 παράγραφος 1 του παρόντος παραρτήματος, ή υδάτινου έρματος, αποπλυμάτων των δεξαμενών ή άλλων καταλοίπων ή μειγμάτων που περιέχουν τέτοιες ουσίες.

(12)

Καμία από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν απαγορεύει τη διατήρηση επί του πλοίου καταλοίπων φορτίου της κατηγορίας Β ή Γ και την απόρριψη τέτοιου είδους καταλοίπων στη θάλασσα εκτός ειδικής περιοχής, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3 του παρόντος κανονισμού, αντιστοίχως.

 

Κανονισμός 6: Εξαιρέσεις

 

Ο κανονισμός 5 του παρόντος παραρτήματος δεν εφαρμόζεται:

α)

στην απόρριψη στη θάλασσα επιβλαβών υγρών ουσιών ή μειγμάτων που περιέχουν ουσίες αναγκαίες για την ασφάλεια του πλοίου ή την διάσωση ζωών στη θάλασσα· ή

β)

στην απόρριψη στη θάλασσα πετρελαίου ή πετρελαιοειδούς μείγματος που προήλθε από βλάβη που προκλήθηκε σε πλοίο ή στον εξοπλισμό του:

i)

αρκεί, αφού συνέβη η βλάβη ή αφού ανακαλύφθηκε η απόρριψη, να ελήφθησαν όλες οι εύλογες προφυλάξεις ώστε η απόρριψη να προληφθεί ή να μειωθεί στο ελάχιστο, και

ii)

εκτός αν ο πλοιοκτήτης ή ο πλοίαρχος ενήργησαν είτε με πρόθεση να προξενήσουν βλάβη, είτε από αμέλεια και εν επιγνώσει της πιθανότητας να προκληθεί βλάβη, ή

γ)

στην απόρριψη στη θάλασσα ουσιών που περιέχουν πετρέλαιο, οι οποίες έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή [του κράτους της σημαίας], όταν οι ουσίες αυτές χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση ειδικών περιστατικών ρύπανσης με σκοπό την μείωση στο ελάχιστο της ζημίας από τη ρύπανση. Οιαδήποτε τέτοια απόρριψη υπόκειται στην έγκριση της κυβέρνησης, στη δικαιοδοσία της οποίας προβλέπεται να πραγματοποιηθεί η απόρριψη.


30.9.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 255/22


ΟΔΗΓΊΑ 2005/36/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 40, το άρθρο 47 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 πρώτη και τρίτη περίοδος, και το άρθρο 55,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής (1),

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της συνθήκης, η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών συνιστά έναν από τους στόχους της Κοινότητας. Για τους υπηκόους των κρατών μελών αυτό περιλαμβάνει, ειδικότερα, το δικαίωμα να ασκούν επάγγελμα, ως αυτοαπασχολούμενοι ή μισθωτοί, σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου απέκτησαν τα επαγγελματικά προσόντα τους. Επιπλέον, το άρθρο 47 παράγραφος 1 της συνθήκης προβλέπει την έκδοση οδηγιών για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων.

(2)

Ύστερα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας στις 23 και 24 Μαρτίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Μια στρατηγική για την εσωτερική αγορά υπηρεσιών» η οποία αποβλέπει ιδίως στο να καταστεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας εξίσου ευχερής με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους. Μετά την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Νέες ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, ανοιχτές σε όλους και με πρόσβαση από όλους», το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης που διεξήχθη στις 23 και 24 Μαρτίου 2001 ανέθεσε στην Επιτροπή να «υποβάλει στο εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2002 συγκεκριμένες προτάσεις για πλέον ομοιόμορφο, διαφανές και ελαστικό καθεστώς αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων».

(3)

Η εγγύηση της παρούσας οδηγίας προς τα πρόσωπα που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά προσόντα τους σε ένα κράτος μέλος, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος με τα ίδια δικαιώματα που έχουν οι υπήκοοί του, δεν θίγει την υποχρέωση του μετανάστη επαγγελματία να συμμορφώνεται προς οιουσδήποτε μη εισάγοντες διακρίσεις όρους επιβάλλει το άλλο κράτος μέλος για την άσκηση του επαγγέλματος, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένοι και αναλογικοί.

(4)

Για να διευκολυνθεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ενδείκνυται να προβλεφθούν ειδικοί κανόνες ώστε να διευρυνθεί η δυνατότητα άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων βάσει του αρχικού επαγγελματικού τίτλου. Όσον αφορά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, που παρέχονται από απόσταση, θα πρέπει να εφαρμόζονται εξίσου οι διατάξεις της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8 Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (4).

(5)

Έχοντας υπόψη τα διάφορα συστήματα που εφαρμόζονται, αφενός, για την προσωρινή ή περιστασιακή διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών και, αφετέρου, για την εγκατάσταση, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστούν τα κριτήρια της διάκρισης μεταξύ των δύο αυτών εννοιών σε περίπτωση μετακίνησης του παρόχου υπηρεσιών στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.

(6)

Η διευκόλυνση της παροχής υπηρεσιών πρέπει να εξασφαλίζεται λαμβάνοντας σοβαρότατα υπόψη την υγειονομική περίθαλψη και κοινωνική μέριμνα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπονται ειδικές διατάξεις για νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή ασφάλεια, τα οποία παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες προσωρινά ή περιστασιακά.

(7)

Τα κράτη μέλη υποδοχής δύνανται, όταν χρειάζεται και σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, να προβλέπουν απαιτήσεις σχετικά με δηλώσεις. Οι απαιτήσεις αυτές δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογα επαχθείς για τους παρόχους υπηρεσιών ούτε να παρακωλύουν ή να καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Η ανάγκη ύπαρξης αυτών των απαιτήσεων θα πρέπει να επανεξετάζεται περιοδικώς υπό το φως της πραγματοποιούμενης προόδου όσον αφορά την καθιέρωση ενός κοινοτικού πλαισίου διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών.

(8)

Ο πάροχος των υπηρεσιών θα πρέπει να υπόκειται στους πειθαρχικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής οι οποίοι συνδέονται άμεσα και συγκεκριμένα με τα επαγγελματικά προσόντα, όπως ο ορισμός του επαγγέλματος, το πεδίο δραστηριοτήτων που καλύπτει ένα επάγγελμα ή τις οποίες το επάγγελμα αυτό ασκεί αποκλειστικά, η χρησιμοποίηση των τίτλων και η σοβαρή επαγγελματική αμέλεια που συνδέεται άμεσα και συγκεκριμένα με την προστασία και την ασφάλεια του καταναλωτή.

(9)

Ενώ διατηρούνται, ως προς την ελευθερία εγκατάστασης, οι αρχές και οι εγγυήσεις στις οποίες βασίζονται τα διάφορα ισχύοντα συστήματα αναγνώρισης, κρίνεται απαραίτητη, βάσει της υφιστάμενης εμπειρίας, η βελτίωση των κανόνων που τα διέπουν. Επιπροσθέτως, οι σχετικές οδηγίες έχουν επανειλημμένα τροποποιηθεί και θεωρείται επιβεβλημένη η αναδιάρθρωση, καθώς και ο εξορθολογισμός των διατάξεών τους, με την ενοποίηση των ισχυουσών αρχών. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να αντικατασταθούν οι οδηγίες του Συμβουλίου 89/48/ΕΟΚ (5) και 92/51/ΕΟΚ (6), καθώς και η οδηγία 1999/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), για το γενικό σύστημα αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, και οι οδηγίες του Συμβουλίου 77/452/ΕΟΚ (8), 77/453/ΕΟΚ (9), 78/686/ΕΟΚ (10), 78/687/ΕΟΚ (11), 78/1026/ΕΟΚ (12), 78/1027/ΕΟΚ (13), 80/154/ΕΟΚ (14), 80/155/ΕΟΚ (15), 85/384/ΕΟΚ (16), 85/432/ΕΟΚ (17), 85/433/ΕΟΚ (18) και 93/16/ΕΟΚ (19) σχετικά με τα επαγγέλματα του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, αρχιτέκτονα και φαρμακοποιού και ιατρού, συνδυάζοντάς τις σε ένα ενιαίο κείμενο.

(10)

Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί πρόσκομμα στην ευχέρεια των κρατών μελών να αναγνωρίζουν, σύμφωνα με τη νομοθεσία τους, επαγγελματικά προσόντα κτηθέντα εκτός της επικρατείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από υπήκοο τρίτης χώρας. Εν πάση περιπτώσει, οιαδήποτε αναγνώριση θα πρέπει να γίνεται τηρουμένων των ελαχίστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης για συγκεκριμένα επαγγέλματα.

(11)

Όσον αφορά τα επαγγέλματα που καλύπτονται από το γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης, στο εξής αναφερόμενο ως «το γενικό σύστημα», τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν το δικαίωμα να ορίζουν το ελάχιστο επίπεδο απαραίτητων προσόντων ώστε να διασφαλίζεται η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στην επικράτειά τους. Εντούτοις, δυνάμει των άρθρων 10, 39 και 43 της συνθήκης, δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν σε υπήκοο κράτους μέλους την απόκτηση προσόντων τα οποία προσδιορίζουν γενικώς μόνον ως προς τα διπλώματα που χορηγούνται στο πλαίσιο του εθνικού εκπαιδευτικού τους συστήματος, όταν ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη αποκτήσει όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω προσόντα σε άλλο κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ότι κάθε κράτος μέλος υποδοχής, στο οποίο έχει ρυθμιστεί νομοθετικά ένα επάγγελμα, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος και να αξιολογεί κατά πόσον τα προσόντα αυτά αντιστοιχούν σε εκείνα που το ίδιο απαιτεί. Ωστόσο, αυτό το γενικό σύστημα αναγνώρισης δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να επιβάλλει σε κάθε πρόσωπο που ασκεί ένα επάγγελμα σε αυτό το κράτος μέλος ειδικές απαιτήσεις, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής επαγγελματικών ρυθμίσεων που υπαγορεύονται από το γενικό συμφέρον. Οι απαιτήσεις αυτές αφορούν κυρίως τις ρυθμίσεις σχετικά με την οργάνωση του επαγγέλματος, τους επαγγελματικούς κανόνες, περιλαμβανομένων των δεοντολογικών, τις ρυθμίσεις σχετικά με τον έλεγχο και την ευθύνη. Σε τελική ανάλυση, η παρούσα οδηγία δεν έχει στόχο να επηρεάσει το έννομο συμφέρον των κρατών μελών να αποτρέψουν το ενδεχόμενο ορισμένοι πολίτες τους να εκφεύγουν καταχρηστικά της εφαρμογής του εθνικού δικαίου που αφορά τα επαγγέλματα.

(12)

Η παρούσα οδηγία αφορά την αναγνώριση από τα κράτη μέλη επαγγελματικών προσόντων που έχουν αποκτηθεί σε άλλα κράτη μέλη. Ωστόσο, δεν αφορά την αναγνώριση από τα κράτη μέλη αποφάσεων σχετικά με την αναγνώριση που λαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Συνεπώς, άτομα που διαθέτουν επαγγελματικά προσόντα που έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν αυτήν την αναγνώριση για να αποκτήσουν στο κράτος μέλος καταγωγής τους δικαιώματα διαφορετικά από αυτά που διαθέτουν με βάση τα επαγγελματικά προσόντα που απέκτησαν σε εκείνο το κράτος μέλος, εκτός εάν αποδεικνύουν ότι έχουν αποκτήσει περαιτέρω επαγγελματικά προσόντα στο κράτος μέλος υποδοχής.

(13)

Προκειμένου να καθοριστεί ο μηχανισμός αναγνώρισης βάσει του γενικού συστήματος, επιβάλλεται να καταταγούν τα διάφορα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης σε διάφορα επίπεδα. Τα επίπεδα αυτά, τα οποία δημιουργούνται με μοναδικό σκοπό τη λειτουργία του γενικού συστήματος, δεν επηρεάζουν τις εθνικές δομές εκπαίδευσης και κατάρτισης ούτε την αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα αυτόν.

(14)

Ο μηχανισμός αναγνώρισης που καθιερώθηκε με τις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ και 92/51/ΕΟΚ παραμένει αμετάβλητος. Κατά συνέπεια, ο κάτοχος διπλώματος που πιστοποιεί την επιτυχή ολοκλήρωση μεταδευτεροβάθμιου κύκλου εκπαίδευσης, διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους, πρέπει να δικαιούται την πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος που πιστοποιεί την επιτυχή ολοκλήρωση ανώτερης ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης διαρκείας τεσσάρων ετών, ανεξάρτητα από το επίπεδο στο οποίο ανήκει το δίπλωμα που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής. Αντιστρόφως, όπου η πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα εξαρτάται από την επιτυχή ολοκλήρωση ανώτερης ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης διαρκείας μεγαλύτερης των τεσσάρων ετών, η εν λόγω πρόσβαση πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε κατόχους διπλώματος που πιστοποιεί επιτυχή ολοκλήρωση ανώτερης ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης διαρκείας τουλάχιστον τριών ετών.

(15)

Ελλείψει εναρμόνισης των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης για την πρόσβαση στα επαγγέλματα που διέπονται από το γενικό σύστημα, θα πρέπει να είναι δυνατό να προβλεφθεί για τα κράτη μέλη υποδοχής η δυνατότητα επιβολής αντισταθμιστικού μέτρου. Το μέτρο αυτό θα πρέπει να είναι αναλογικό και να συνυπολογίζει, ιδίως, την επαγγελματική πείρα του αιτούντος. Η πείρα αποδεικνύει ότι η απαίτηση δοκιμασίας επάρκειας ή πρακτικής άσκησης προσαρμογής, κατ' επιλογήν του μετανάστη, παρέχει τα απαιτούμενα εχέγγυα ως προς το επίπεδο προσόντων του, ώστε οποιαδήποτε παρέκκλιση από την επιλογή αυτή να πρέπει να αιτιολογείται, για κάθε περίπτωση, από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος.

(16)

Για να ενθαρρυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των επαγγελματιών, διασφαλίζοντας παράλληλα επαρκές επίπεδο προσόντων, ορισμένες επαγγελματικές ενώσεις και οργανώσεις ή κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να προτείνουν κοινές βάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κρίνεται σκόπιμο η παρούσα οδηγία να λαμβάνει υπόψη τις πρωτοβουλίες αυτές, υπό ορισμένους όρους και πάντα τηρούμενης της αρμοδιότητας των κρατών μελών να καθορίζουν τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση επαγγελμάτων στην επικράτειά τους καθώς και το περιεχόμενο και την οργάνωση των συστημάτων τους γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, και τηρούμενης επίσης της κοινοτικής νομοθεσίας και ιδίως της κοινοτικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ευνοώντας, εντός των συγκεκριμένων ορίων, τον περισσότερο αυτόματο χαρακτήρα της αναγνώρισης στο πλαίσιο του γενικού συστήματος. Οι επαγγελματικές ενώσεις που είναι σε θέση να υποβάλουν κοινές βάσεις θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικές σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Μια κοινή βάση είναι σειρά κριτηρίων που επιτρέπουν να αντισταθμίζεται το ευρύτερο δυνατό φάσμα των ουσιαστικών διαφορών που έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν ως προς τις απαιτήσεις εκπαίδευσης στα δύο τρίτα τουλάχιστον των κρατών μελών, στα οποία περιλαμβάνονται όλα τα κράτη μέλη όπου το συγκεκριμένο επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο. Τα κριτήρια αυτά θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να περιλαμβάνουν απαιτήσεις όπως η επιπρόσθετη εκπαίδευση, μια περίοδος προσαρμογής άσκησης υπό εποπτεία, μια δοκιμασία επάρκειας, ή ένα καθορισμένο ελάχιστο επίπεδο επαγγελματικής άσκησης, ή συνδυασμούς των ανωτέρω.

(17)

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιπτώσεων για τις οποίες δεν υπάρχουν ακόμη διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, το γενικό σύστημα θα πρέπει να επεκταθεί στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από συγκεκριμένο καθεστώς, είτε διότι το οικείο επάγγελμα δεν εμπίπτει σε ένα από τα εν λόγω καθεστώτα είτε διότι, παρά το γεγονός ότι το επάγγελμα εμπίπτει σε συγκεκριμένο καθεστώς, ο αιτών, για κάποιον ιδιαίτερο και έκτακτο λόγο, δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί σε αυτό.

(18)

Κρίνεται σκόπιμο να απλουστευθούν οι κανόνες που επιτρέπουν την ανάληψη ορισμένων βιομηχανικών, εμπορικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων, στα κράτη μέλη όπου τα επαγγέλματα αυτά έχουν ρυθμιστεί νομοθετικά, στο βαθμό που οι συγκεκριμένες δραστηριότητες ασκήθηκαν για εύλογο και σχετικά πρόσφατο χρονικό διάστημα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας, για τις δραστηριότητες αυτές, καθεστώς αυτόματης αναγνώρισης που βασίζεται στην επαγγελματική πείρα.

(19)

Η ελεύθερη κυκλοφορία και η αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού και αρχιτέκτονα θα πρέπει να στηρίζονται στη θεμελιώδη αρχή της αυτόματης αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης βάσει συντονισμού των ελάχιστων όρων εκπαίδευσης. Επιπροσθέτως, η ανάληψη, εντός των κρατών μελών, των επαγγελμάτων του ιατρού, του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, του οδοντιάτρου, του κτηνιάτρου, της μαίας/του μαιευτή και του φαρμακοποιού θα πρέπει να εξαρτάται από την κατοχή καθορισμένου τίτλου εκπαίδευσης, γεγονός που διασφαλίζει ότι ο ενδιαφερόμενος παρακολούθησε εκπαίδευση η οποία πληροί τους ισχύοντες ελάχιστους όρους. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να συμπληρώνεται από σειρά κεκτημένων δικαιωμάτων τα οποία έχουν οι ειδικευμένοι επαγγελματίες υπό ορισμένους όρους.

(20)

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες του συστήματος εκπαίδευσης ιατρών και οδοντιάτρων και το σχετικό κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της αμοιβαίας αναγνώρισης, είναι δικαιολογημένη, για όλες τις αναγνωρισμένες την ημερομηνία έγκρισης της παρούσας οδηγίας ειδικότητες, η διατήρηση της αρχής της αυτόματης αναγνώρισης στις ιατρικές και οδοντιατρικές ειδικότητες που είναι κοινές σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη. Ωστόσο, χάριν απλούστευσης του συστήματος, η επέκταση της αυτόματης αναγνώρισης σε νέες ιατρικές ειδικότητες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να περιορίζεται στις ειδικότητες που είναι κοινές τουλάχιστον στα δύο πέμπτα των κρατών μελών. Πέραν τούτου, η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να συμφωνούν μεταξύ τους για την αυτόματη αναγνώριση ορισμένων κοινών σε αυτά ιατρικών και οδοντιατρικών ειδικοτήτων οι οποίες ωστόσο δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόματης αναγνώρισης κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με δικούς τους κανόνες.

(21)

Η αυτόματη αναγνώριση των τίτλων βασικής ιατρικής εκπαίδευσης δεν θα πρέπει να θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να συνδέουν ή μη τον τίτλο αυτό με επαγγελματικές δραστηριότητες.

(22)

Όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναγνωρίζουν το επάγγελμα του οδοντιάτρου ως ειδικό επάγγελμα ξεχωριστό από του ιατρού, ειδικευμένου ή μη στην οδοντοστοματολογία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να βεβαιώνουν ότι η εκπαίδευση του οδοντιάτρου παρέχει τις απαραίτητες δεξιότητες για την άσκηση του συνόλου των δραστηριοτήτων πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας σχετικά με τις ανωμαλίες και τις ασθένειες των οδόντων, του στόματος, των γνάθων και των παρακείμενων ιστών. Η επαγγελματική δραστηριότητα του οδοντιάτρου θα πρέπει να ασκείται από τους κατόχους τίτλου οδοντιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία.

(23)

Δεν κρίθηκε σκόπιμο να επιβληθεί ενιαία εκπαίδευση για τις μαίες/τους μαιευτές στο σύνολο των κρατών μελών. Αντιθέτως, ενδείκνυται να παρασχεθεί η μεγαλύτερη δυνατή ευχέρεια ως προς την οργάνωση της εκπαίδευσής τους.

(24)

Στο πλαίσιο απλούστευσης της παρούσας οδηγίας, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην έννοια «φαρμακοποιός», προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με την αυτόματη αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης, με την επιφύλαξη των λεπτομερειών των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τις εν λόγω δραστηριότητες.

(25)

Οι κάτοχοι των τίτλων φαρμακευτικής εκπαίδευσης είναι ειδικοί στον τομέα των φαρμάκων και θα πρέπει να μπορούν να αναλάβουν, κατ' αρχήν, σε όλα τα κράτη μέλη, ένα ελάχιστο πεδίο δραστηριοτήτων στον συγκεκριμένο τομέα. Ο καθορισμός αυτού του ελάχιστου πεδίου από την παρούσα οδηγία, αφενός, δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των προσβάσιμων για τους φαρμακοποιούς δραστηριοτήτων στα κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά τις αναλύσεις ιατρικής βιολογίας και, αφετέρου, δεν πρέπει να δημιουργεί μονοπώλιο υπέρ των επαγγελματιών αυτών, δεδομένου ότι η εγκαθίδρυση μονοπωλίου εμπίπτει πάντοτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της δυνατότητας των κρατών μελών να απαιτούν συμπληρωματικές προϋποθέσεις εκπαίδευσης για την ανάληψη δραστηριοτήτων που δεν περιλαμβάνονται στο συντονισμένο ελάχιστο πεδίο δραστηριοτήτων. Επομένως το κράτος μέλος υποδοχής που επιβάλλει τέτοιες προϋποθέσεις θα πρέπει να μπορεί να τις επιβάλει και στους υπηκόους οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλων εκπαίδευσης καλυπτόμενων από την αυτόματη αναγνώριση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

(26)

Η παρούσα οδηγία δεν διασφαλίζει το συντονισμό όλων των όρων ανάληψης των δραστηριοτήτων του φαρμακευτικού τομέα και την άσκησή τους. Ιδίως, η γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων και το μονοπώλιο διανομής φαρμάκων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η παρούσα οδηγία διατηρεί αμετάβλητες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν στις εταιρείες την άσκηση ορισμένων φαρμακευτικών δραστηριοτήτων ή εξαρτούν την εν λόγω άσκηση από ορισμένες προϋποθέσεις.

(27)

Η αρχιτεκτονική δημιουργία, η ποιότητα των κατασκευών, η αρμονική ένταξή τους στο περιβάλλον, ο σεβασμός των φυσικών και αστικών τοπίων, καθώς και της κοινής και ιδιωτικής κληρονομιάς αποτελούν δημόσιο συμφέρον. Εφεξής, η αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης θα πρέπει να βασίζεται σε ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια που διασφαλίζουν ότι οι κάτοχοι των αναγνωρισμένων τίτλων εκπαίδευσης είναι σε θέση να κατανοούν και να εκφράζουν τις ανάγκες των μεμονωμένων ατόμων, των κοινωνικών ομάδων και των συλλογικών φορέων σε θέματα χωροταξίας, σχεδιασμού, οργάνωσης και υλοποίησης των κατασκευών, διατήρησης και αξιοποίησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, καθώς και προστασίας της ισορροπίας της φύσης.

(28)

Το πεδίο εφαρμογής των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του αρχιτέκτονα εμφανίζει ιδιαίτερη ποικιλία. Στα περισσότερα κράτη μέλη, οι δραστηριότητες του τομέα της αρχιτεκτονικής ασκούνται, de jure ή de facto, από άτομα που φέρουν τον τίτλο του αρχιτέκτονα μόνο ή συνοδευόμενο από άλλο τίτλο, χωρίς ωστόσο τα πρόσωπα αυτά να έχουν το μονοπώλιο άσκησης των εν λόγω δραστηριοτήτων, εκτός εάν υπάρχουν αντίθετες νομοθετικές διατάξεις. Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες, ή ορισμένες από αυτές, μπορούν επίσης να ασκούνται από άλλους επαγγελματίες, ιδίως από μηχανικούς οι οποίοι έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη εκπαίδευση στον τομέα της κατασκευής ή της οικοδομικής τέχνης. Για λόγους απλούστευσης, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην έννοια «αρχιτέκτονας», προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με την αυτόματη αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης στον τομέα της αρχιτεκτονικής, με την επιφύλαξη των λεπτομερειών των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τις εν λόγω δραστηριότητες.

(29)

Εφόσον εθνικός και ευρωπαϊκού επιπέδου επαγγελματικός οργανισμός ή σύλλογος για νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα, υποβάλλει αιτιολογημένη αίτηση για θέσπιση ειδικών διατάξεων για την αναγνώριση προσόντων με βάση το συντονισμό των ελάχιστων όρων απασχόλησης, η Επιτροπή εκτιμά το σκόπιμο της έγκρισης πρότασης για τροποποίηση της παρούσας οδηγίας.

(30)

Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, κρίνεται σκόπιμο να καθοριστούν ενιαίοι τύποι και διαδικαστικοί κανόνες εφαρμογής του, καθώς και ορισμένες λεπτομέρειες άσκησης του επαγγέλματος.

(31)

Θα πρέπει να οργανωθούν τα μέσα συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και μεταξύ αυτών και της Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω συνεργασία είναι πιθανόν να διευκολύνει την εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή.

(32)

Η θέσπιση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επαγγελματικών ταυτοτήτων από επαγγελματικές ενώσεις ή οργανώσεις, θα μπορούσε να διευκολύνει την κινητικότητα των επαγγελματιών, ιδίως με την επιτάχυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ του κράτους μέλους υποδοχής και του κράτους μέλους καταγωγής. Αυτές οι επαγγελματικές ταυτότητες θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα παρακολούθησης της σταδιοδρομίας επαγγελματιών που εγκαθίστανται σε διάφορα κράτη μέλη. Οι ταυτότητες αυτές θα μπορούσαν να περιέχουν πληροφορίες, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων, σχετικά με τα επαγγελματικά προσόντα του κατόχου (πανεπιστήμιο ή ίδρυμα στο οποίο σπούδασε, προσόντα που αποκτήθηκαν, επαγγελματική πείρα), τη νόμιμή του εγκατάσταση, κυρώσεις που έχει δεχθεί σχετικά με το επάγγελμά του και λεπτομερή στοιχεία της εκάστοτε αρμόδιας αρχής.

(33)

Η δημιουργία δικτύου σημείων επαφής, έργο των οποίων θα είναι να παρέχουν πληροφορίες και βοήθεια στους πολίτες των κρατών μελών, θα καταστήσει δυνατή τη διασφάλιση διαφάνειας του συστήματος αναγνώρισης. Αυτά τα σημεία επαφής θα παρέχουν σε όλους τους πολίτες που το ζητούν, καθώς και στην Επιτροπή, όλες τις πληροφορίες και τις διευθύνσεις σχετικά με τη διαδικασία αναγνώρισης. Η υπόδειξη ενός και μόνο σημείου επαφής από κάθε κράτος μέλος στο δίκτυό του δεν θίγει την οργάνωση των αρμοδιοτήτων σε εθνικό επίπεδο. Ειδικότερα, αυτό δεν εμποδίζει να υποδειχθούν πολλά γραφεία σε εθνικό επίπεδο και το σημείο επαφής που έχει υποδειχθεί στο πλαίσιο του προαναφερθέντος δικτύου να είναι υπεύθυνο για τον συντονισμό με τα άλλα γραφεία και να ενημερώνει τον πολίτη, όπου απαιτείται, σχετικά με τις λεπτομέρειες περί του οικείου αρμοδίου γραφείου.

(34)

Η διαχείριση των διαφόρων καθεστώτων αναγνώρισης που θεσπίστηκαν από τις τομεακές οδηγίες και το γενικό σύστημα, αποδείχθηκε επαχθής και περίπλοκη. Επομένως, κρίνεται σκόπιμη η απλούστευση της διαχείρισης και η επικαιροποίηση της παρούσας οδηγίας ώστε να συνυπολογίζεται η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος, ιδίως εφόσον οι ελάχιστοι όροι εκπαίδευσης συντονίζονται με σκοπό την αυτόματη αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης. Προς το σκοπό αυτό, θα πρέπει να συγκροτηθεί ενιαία επιτροπή για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, με τη διασφάλιση της δέουσας συμμετοχής των εκπροσώπων των επαγγελματικών οργανώσεων, σε ευρωπαϊκό επίπεδο επίσης.

(35)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28 Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (20).

(36)

Η εκπόνηση, από τα κράτη μέλη, περιοδικής έκθεσης σχετικά με την εκτέλεση της παρούσας οδηγίας, όπου θα περιλαμβάνονται στατιστικά στοιχεία, θα δίνει τη δυνατότητα να διαπιστωθεί ο αντίκτυπος του συστήματος στην αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.

(37)

Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί κατάλληλη διαδικασία για την έγκριση προσωρινών μέτρων, σε περίπτωση που η εφαρμογή διάταξης της παρούσας οδηγίας παρουσιάσει σημαντικές δυσχέρειες σε ένα κράτος μέλος.

(38)

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά την οργάνωση του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και τον καθορισμό των δραστηριοτήτων που πρέπει να ασκούνται στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος.

(39)

Δεδομένης της ταχύτητας των τεχνολογικών εξελίξεων και της επιστημονικής προόδου, η δια βίου μάθηση προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία για μεγάλο αριθμό επαγγελμάτων. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν τους όρους με τους οποίους, χάρη σε κατάλληλη συνεχή εκπαίδευση, οι επαγγελματίες θα ενημερώνονται για την τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο.

(40)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας ήτοι ο εξορθολογισμός, η απλούστευση και η βελτίωση των κανόνων αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν, συνεπώς, να υλοποιηθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου η παρούσα οδηγία περιορίζεται στις ελάχιστες απαιτούμενες ενέργειες για την υλοποίηση των εν λόγω στόχων.

(41)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 39 παράγραφος 4 και του άρθρου 45 της συνθήκης, ιδίως όσον αφορά τους συμβολαιογράφους.

(42)

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, όσον αφορά το δικαίωμα εγκατάστασης και την παροχή υπηρεσιών, υπό την επιφύλαξη άλλων ειδικών νομικών διατάξεων σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως διατάξεις που υφίστανται στον τομέα των μεταφορών, των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των νομίμων ελεγκτών. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη λειτουργία της οδηγίας 77/249/ΕΟΚ, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (21) ή της οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16 Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος (22). Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων των δικηγόρων όσον αφορά το δικαίωμα άμεσης εγκατάστασης βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να καλύπτεται από την παρούσα οδηγία.

(43)

Εφόσον υπόκεινται σε νομοθετική ρύθμιση, η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει επίσης τα ελεύθερα επαγγέλματα, τα οποία είναι, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα επαγγέλματα που ασκούν με βάση σχετικά επαγγελματικά προσόντα σε προσωπική, υπεύθυνη και επαγγελματικά ανεξάρτητη βάση, όσοι παρέχουν διανοητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες εννοιολογικού σχεδιασμού, προς το συμφέρον του πελάτη και του κοινού. Η άσκηση του επαγγέλματος ενδέχεται να υπόκειται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη συνθήκη, σε ειδικούς νομικούς περιορισμούς που βασίζονται στην εθνική νομοθεσία και στις διατάξεις που θεσπίζουν αυτόνομα, στο πλαίσιο αυτό, οι αντίστοιχοι επαγγελματικοί αντιπροσωπευτικοί φορείς, για τη διασφάλιση και ανάπτυξη του επαγγελματισμού και της ποιότητας των υπηρεσιών και για την εμπιστευτικότητα των σχέσεων με τους πελάτες.

(44)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και των καταναλωτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους το κράτος μέλος που εξαρτά την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, στην επικράτειά του, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων (στο εξής αναφερόμενο ως το «κράτος μέλος υποδοχής») αναγνωρίζει, για την ανάληψη και την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη (στο εξής αναφερόμενα ως «κράτη μέλη καταγωγής») δίνοντας στον κάτοχό τους το δικαίωμα να ασκεί εκεί αυτό το επάγγελμα.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου απέκτησε τα επαγγελματικά προσόντα του είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός, συμπεριλαμβανομένων των ασκούντων ελευθέρια επαγγέλματα.

2.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει, σύμφωνα με τις κανονιστικές ρυθμίσεις του, την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος στην επικράτειά του, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α), στους υπηκόους κρατών μελών που είναι κάτοχοι επαγγελματικών προσόντων τα οποία δεν έχουν αποκτηθεί σε κράτος μέλος. Όσον αφορά τα επαγγέλματα που εμπίπτουν στον τίτλο III κεφάλαιο III, αυτή η πρώτη αναγνώριση πρέπει να συντελείται στο πλαίσιο των ελάχιστων όρων εκπαίδευσης που ορίζονται στο εν λόγω κεφάλαιο.

3.   Όταν για ένα συγκεκριμένο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα έχουν θεσπισθεί, με χωριστή κοινοτική νομοθετική πράξη, άλλες ειδικές ρυθμίσεις που σχετίζονται άμεσα με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσώπων, δεν εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται:

α)

ως «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», η επαγγελματική δραστηριότητα ή το σύνολο επαγγελματικών δραστηριοτήτων των οποίων η ανάληψη, η άσκηση ή ένας από τους όρους άσκησης εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα, δυνάμει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων· ειδικότερα, όρο άσκησης συνιστά η χρήση επαγγελματικού τίτλου που περιορίζεται, βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, μόνο σε όποιον κατέχει συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν. Όταν η ανωτέρω φράση δεν έχει εφαρμογή, επάγγελμα αναφερόμενο στην παράγραφο 2 εξομοιώνεται προς νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα·

β)

ως «επαγγελματικά προσόντα», τα προσόντα που πιστοποιούνται από τίτλο εκπαίδευσης, από βεβαίωση επάρκειας που αναφέρεται στο άρθρο 11, στοιχείο α), εδάφιο (i) ή/και από επαγγελματική πείρα·

γ)

ως «τίτλος εκπαίδευσης», τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλοι τίτλοι που χορηγούνται από αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους, και βεβαιώνουν επιτυχώς περατωθείσα επαγγελματική εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί, κατά κύριο λόγο, στην Κοινότητα. Όταν η ανωτέρω φράση δεν έχει εφαρμογή, τίτλος εκπαίδευσης αναφερόμενος στην παράγραφο 3 εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης·

δ)

«αρμόδια αρχή», οιαδήποτε αρχή ή οργανισμός που έχει εξουσιοδοτηθεί ειδικά από τα κράτη μέλη να χορηγεί ή να παραλαμβάνει τους τίτλους εκπαίδευσης και άλλα έγγραφα ή πληροφορίες, καθώς και να παραλαμβάνει τις αιτήσεις και να λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία·

ε)

ως «νομοθετικά κατοχυρωμένη εκπαίδευση», κάθε εκπαίδευση η οποία είναι άμεσα προσανατολισμένη στην άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος και συνίσταται σε κύκλο σπουδών που ενδεχομένως συμπληρώνεται από επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος.

Η διάρθρωση και το επίπεδο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, της πρακτικής άσκησης ή της άσκησης του επαγγέλματος ρυθμίζονται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του οικείου κράτους μέλους ή υπόκεινται σε έλεγχο ή έγκριση εκ μέρους της αρμόδιας προς τούτο αρχής·

στ)

ως «επαγγελματική πείρα», η πραγματική και νόμιμη άσκηση του σχετικού επαγγέλματος σ' ένα κράτος μέλος·

ζ)

ως «πρακτική άσκηση προσαρμογής», η άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, που πραγματοποιείται στο κράτος μέλος υποδοχής υπό την ευθύνη αναγνωρισμένου επαγγελματία και που συνοδεύεται, ενδεχομένως, από συμπληρωματική εκπαίδευση. Η πρακτική άσκηση υπόκειται σε αξιολόγηση. Οι λεπτομερείς κανόνες της πρακτικής άσκησης και της αξιολόγησής της καθώς και το νομικό καθεστώς του ασκούμενου μετανάστη καθορίζονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Το καθεστώς του οποίου απολαύει εντός του κράτους μέλους υποδοχής ο ασκούμενος, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα παραμονής, τις υποχρεώσεις, τα δικαιώματα και τις κοινωνικές παροχές, τις αποζημιώσεις και τις αποδοχές, καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με το ισχύον κοινοτικό δίκαιο·

η)

ως «δοκιμασία επάρκειας», έλεγχος που αφορά αποκλειστικά τις επαγγελματικές γνώσεις του αιτούντος, διενεργείται δε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με σκοπό να εκτιμηθεί η ικανότητα του αιτούντος να εξασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο εν λόγω κράτος μέλος. Για τη διενέργεια του ελέγχου αυτού, οι αρμόδιες αρχές, με βάση τη σύγκριση της εκπαίδευσης που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής με την εκπαίδευση του αιτούντος, καταρτίζουν κατάλογο των τομέων γνώσεων οι οποίοι δεν καλύπτονται από το δίπλωμα ή τον τίτλο ή τίτλους εκπαίδευσης που κατέχει ο αιτών.

Στη δοκιμασία επάρκειας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο αιτών είναι αναγνωρισμένος επαγγελματίας στο κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσής του. Η δοκιμασία αυτή καλύπτει τομείς γνώσεων που επιλέγονται μεταξύ εκείνων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο και των οποίων η γνώση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Η εν λόγω δοκιμασία μπορεί επίσης να καλύπτει τη γνώση της δεοντολογίας που ισχύει για τις οικείες δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής.

Οι λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας, καθώς και το νομικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται στο κράτος μέλος υποδοχής ο αιτών που επιθυμεί να ετοιμαστεί για τη δοκιμασία επάρκειας εκεί, καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους,

θ)

ως «διευθυντής επιχείρησης», κάθε πρόσωπο που έχει ασκήσει σε επιχείρηση του αντίστοιχου επαγγελματικού κλάδου:

i)

είτε τα καθήκοντα διευθυντή επιχείρησης ή υποκαταστήματος επιχείρησης,

ii)

είτε τα καθήκοντα αναπληρωτή του επιχειρηματία ή του διευθυντή της επιχείρησης, εφόσον τα καθήκοντα αυτά συνεπάγονται ευθύνη ανάλογη με την ευθύνη του επιχειρηματία ή του διευθυντή της επιχείρησης ή,

iii)

είτε τα καθήκοντα διευθυντικού στελέχους επιφορτισμένου με καθήκοντα εμπορικής ή/και τεχνικής φύσεως και υπεύθυνου για ένα ή περισσότερα τμήματα της επιχείρησης.

2.   Εξομοιώνεται προς νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα το επάγγελμα που ασκείται από τα μέλη ένωσης ή οργάνωσης του παραρτήματος Ι.

Οι ενώσεις ή οργανώσεις που μνημονεύονται στο πρώτο εδάφιο έχουν ιδίως ως στόχο την προαγωγή και διατήρηση της στάθμης του οικείου επαγγέλματος σε υψηλά επίπεδα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, τυγχάνουν αναγνωρίσεως υπό ειδική μορφή σε κράτος μέλος και χορηγούν στα μέλη τους τίτλο εκπαίδευσης, τα υποβάλλουν σε κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς τους οποίους θεσπίζουν οι ίδιες, και παρέχουν σ' αυτά το δικαίωμα να κάνουν χρήση τίτλου ή συντομογραφίας ή ιδιότητας που αντιστοιχεί προς αυτόν τον τίτλο εκπαίδευσης.

Κάθε φορά που ένα κράτος μέλος παραχωρεί την αναγνώριση σε ένωση ή οργάνωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ενημερώνει την Επιτροπή, η οποία προβαίνει σε σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης κάθε τίτλος εκπαίδευσης που χορηγείται από τρίτη χώρα, εφόσον ο κάτοχός του διαθέτει στο συγκεκριμένο επάγγελμα τριετή επαγγελματική πείρα στο έδαφος του κράτους μέλους το οποίο αναγνώρισε τον εν λόγω τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2, και εφόσον η επαγγελματική αυτή πείρα πιστοποιείται από το εν λόγω κράτος μέλος.

Άρθρο 4

Αποτελέσματα της αναγνώρισης

1.   Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων από το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στο δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει, στο εν λόγω κράτος μέλος, πρόσβαση στο ίδιο επάγγελμα για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής, και να το ασκεί στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και οι υπήκοοί του.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, το επάγγελμα που επιθυμεί να ασκήσει ο αιτών στο κράτος μέλος υποδοχής είναι το ίδιο με εκείνο για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής, εφόσον οι καλυπτόμενες δραστηριότητες είναι συγκρίσιμες.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Άρθρο 5

Αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

1.   Υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, καθώς και των άρθρων 6 και 7 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, για λόγους που αφορούν τα επαγγελματικά προσόντα:

α)

εάν ο πάροχος είναι νομίμως εγκατεστημένος σε κράτος μέλος με σκοπό να ασκεί εκεί αυτό το επάγγελμα (στο εξής αναφερόμενο ως το «κράτος μέλος εγκατάστασης») και

β)

σε περίπτωση μετακίνησης του παρόχου σε άλλο κράτος μέλος, εάν έχει ασκήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα επί δύο τουλάχιστον έτη στο διάστημα των δέκα ετών που προηγούνται της παροχής στο κράτος μέλος εγκατάστασης, εφόσον το επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο εν λόγω κράτος. Ο όρος κατά τον οποίο απαιτείται η επί διετία άσκηση του επαγγέλματος δεν ισχύει εφόσον είτε το επάγγελμα είτε η εκπαίδευση για το εν λόγω επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη.

2.   Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση που ο πάροχος μετακινείται στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου να ασκήσει, προσωρινά και περιστασιακά, το επάγγελμα στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1.

Ο προσωρινός και περιστασιακός χαρακτήρας της παροχής εκτιμάται κατά περίπτωση, ιδίως σε συνάρτηση με τη διάρκεια, τη συχνότητα, την περιοδικότητα και το συνεχή χαρακτήρα της συγκεκριμένης παροχής.

3.   Σε περίπτωση μετακίνησής του, ο πάροχος υπόκειται σε επαγγελματικούς κανόνες, επαγγελματικού, καταστατικού ή διοικητικού χαρακτήρα που συνδέονται άμεσα με τα επαγγελματικά προσόντα, όπως ο ορισμός του επαγγέλματος, η χρήση τίτλων και σοβαρή επαγγελματική αμέλεια που συνδέονται άμεσα και συγκεκριμένα με την προστασία και την ασφάλεια του καταναλωτή, καθώς και στις πειθαρχικές διατάξεις οι οποίες ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής για τους επαγγελματίες που ασκούν εκεί το ίδιο επάγγελμα.

Άρθρο 6

Απαλλαγές

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1, το κράτος μέλος υποδοχής απαλλάσσει τους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος παρόχους υπηρεσιών ιδίως από τις απαιτήσεις που επιβάλλονται στους επαγγελματίες που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του και οι οποίες αφορούν:

α)

την αδειοδότηση, την καταχώριση ή την προσχώρηση σε επαγγελματική οργάνωση ή σε επαγγελματικό φορέα. Προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των πειθαρχικών διατάξεων που ισχύουν στην επικράτειά τους σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν είτε προσωρινή εγγραφή που γίνεται αυτόματα ή τυπική προσχώρηση σε επαγγελματική οργάνωση ή επαγγελματικό οργανισμό, υπό τον όρο ότι οι διαδικασίες αυτές δεν καθυστερούν ούτε περιπλέκουν με οποιοδήποτε τρόπο την παροχή υπηρεσιών και δεν συνεπάγονται περαιτέρω δαπάνες για τον πάροχο υπηρεσιών. Η αρμόδια αρχή αποστέλλει στη σχετική επαγγελματική οργάνωση ή φορέα, αντίγραφο της δήλωσης και, ενδεχομένως, της ανανέωσης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, συνοδευόμενη, για τα επαγγέλματα που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και ασφάλεια που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4, ή τα οποία αναγνωρίζονται αυτομάτως δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ, από αντίγραφο των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και τούτο συνιστά αυτόματη προσωρινή εγγραφή ή τυπική προσχώρηση για το στόχο αυτό·

β)

την εγγραφή σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης δημοσίου δικαίου, ώστε να ρυθμίζονται με ασφαλιστικό φορέα οι λογαριασμοί που σχετίζονται με τις δραστηριότητες που ασκούνται προς όφελος των ασφαλισμένων.

Πάντως, ο πάροχος ενημερώνει τον αναφερόμενο ανωτέρω στο στοιχείο β) φορέα, σχετικά με την παροχή υπηρεσιών πριν ή, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, μετά την εν λόγω παροχή.

Άρθρο 7

Προηγούμενη δήλωση σε περίπτωση μετακίνησης του παρόχου

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τον πάροχο, κατά την πρώτη του μετακίνηση από ένα κράτος μέλος σε άλλο για να παράσχει υπηρεσίες, να πληροφορεί σχετικά την αρμόδια για το οικείο επάγγελμα αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, με προηγούμενη γραπτή δήλωση που περιλαμβάνει λεπτομέρειες σχετικά με οποιεσδήποτε ασφαλιστικές εγγυήσεις ή ανάλογα μέσα προσωπικής ή συλλογικής προστασίας όσον αφορά την επαγγελματική ευθύνη. Η εν λόγω δήλωση ανανεώνεται άπαξ ετησίως εάν ο πάροχος προτίθεται να παράσχει προσωρινά ή ευκαιριακά υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη διάρκεια αυτού του έτους. Ο πάροχος μπορεί να υποβάλλει τη δήλωση με οιοδήποτε μέσον.

2.   Επί πλέον, κατά την πρώτη παροχή υπηρεσιών ή σε περίπτωση ουσιαστικής αλλαγής της κατάστασης την οποία πιστοποιούν τα έγγραφα, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν η δήλωση να συνοδεύεται από τα ακόλουθα δικαιολογητικά:

α)

απόδειξη ιθαγένειας του παρόχου·

β)

βεβαίωση ότι ο δικαιούχος είναι νόμιμα εγκατεστημένος σε κράτος μέλος για την άσκηση των οικείων δραστηριοτήτων και ότι δεν του έχει απαγορευθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων τη στιγμή της χορήγησης της βεβαίωσης·

γ)

αποδεικτικά των επαγγελματικών του προσόντων·

δ)

για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β), την απόδειξη με κάθε μέσον ότι ο πάροχος έχει ασκήσει τις εν λόγω δραστηριότητες επί δύο τουλάχιστον έτη στο διάστημα των δέκα προηγούμενων ετών·

ε)

για επαγγέλματα στον τομέα της ασφάλειας, εφόσον το κράτος μέλος το απαιτεί για τους πολίτες του, λευκό ποινικό μητρώο.

3.   Η παροχή υπηρεσίας πραγματοποιείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους εγκατάστασης, εφόσον σε αυτό το κράτος μέλος υφίσταται νομοθετικά κατοχυρωμένος τίτλος για την οικεία επαγγελματική δραστηριότητα. Ο εν λόγω τίτλος αναγράφεται στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους εγκατάστασης, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση με τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής. Σε περίπτωση που ο εν λόγω επαγγελματικός τίτλος δεν υφίσταται στο κράτος μέλος εγκατάστασης, ο πάροχος αναφέρει τον τίτλο εκπαίδευσής του, στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες αυτού του κράτους μέλους. Κατ' εξαίρεση, η υπηρεσία παρέχεται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους υποδοχής στις περιπτώσεις που αναφέρονται στον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ.

4.   Κατά την πρώτη παροχή υπηρεσιών, στην περίπτωση των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή ασφάλεια και δεν τυγχάνουν αυτόματης αναγνώρισης δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να προβεί για το οικείο επάγγελμα σε έλεγχο των επαγγελματικών προσόντων του παρόχου, πριν από την πρώτη παροχή υπηρεσιών. Ο εν λόγω προηγούμενος έλεγχος είναι δυνατός μόνο εφόσον αποσκοπεί στην αποφυγή σοβαρής βλάβης της υγείας ή της ασφάλειας του αποδέκτη της υπηρεσίας λόγω έλλειψης επαγγελματικών προσόντων του παρόχου και εφόσον δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Εντός ενός μηνός το πολύ από την παραλαβή της δήλωσης και των συνοδευτικών εγγράφων, η αρμόδια αρχή επιδιώκει να ενημερώσει τον πάροχο είτε σχετικά με την απόφασή της να μην ελέγξει τα προσόντα του, είτε σχετικά με το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού. Εάν υπάρχει δυσκολία η οποία συνεπάγεται καθυστέρηση, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στον πάροχο, εντός του πρώτου μηνός, το λόγο της καθυστέρησης και την προθεσμία για τη λήψη απόφασης, η οποία πρέπει να έχει ληφθεί οριστικά εντός του δευτέρου μηνός από την παραλαβή όλων των εγγράφων.

Σε περίπτωση ουσιαστικής διαφοράς ανάμεσα στα επαγγελματικά προσόντα του παρόχου και την απαιτούμενη εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής, και στο βαθμό που η διαφορά αυτή μπορεί να είναι επιβλαβής για τη δημόσια υγεία ή ασφάλεια, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να παράσχει στον πάροχο τη δυνατότητα να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και ικανότητες που του έλειπαν, ιδίως μέσω δοκιμασίας επάρκειας. Εν πάση περιπτώσει, η παροχή υπηρεσίας πρέπει να μπορεί να αρχίζει τον επόμενο μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται η απόφαση κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.

Εφόσον δεν υπάρξει αντίδραση της αρμόδιας αρχής εντός των προθεσμιών που ορίζονται στα προηγούμενα εδάφια, οι υπηρεσίες είναι δυνατόν να παρασχεθούν.

Στις περιπτώσεις στις οποίες έχουν επαληθευθεί τα επαγγελματικά προσόντα σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, η παροχή υπηρεσιών πραγματοποιείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 8

Διοικητική συνεργασία

1.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ζητήσουν, για κάθε παροχή υπηρεσιών, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης οποιαδήποτε σημαντική πληροφορία που έχει σχέση με τη νομιμότητα της εγκατάστασης και την ορθή συμπεριφορά του παρόχου καθώς και με την απουσία πειθαρχικών ή ποινικών κυρώσεων επαγγελματικού χαρακτήρα. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης κοινοποιούν τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 56.

2.   Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν την ανταλλαγή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών ώστε να διεκπεραιώνονται καταλλήλως όλες οι καταγγελίες αποδέκτη υπηρεσίας κατά παρόχου υπηρεσίας. Οι αποδέκτες υπηρεσίας ενημερώνονται σχετικά με την έκβαση της καταγγελίας.

Άρθρο 9

Πληροφορίες προς τους αποδέκτες της υπηρεσίας

Στις περιπτώσεις που η παροχή πραγματοποιείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους εγκατάστασης ή βάσει του τίτλου εκπαίδευσης του παρόχου, πέραν των άλλων απαιτήσεων ενημέρωσης που προβλέπονται στο κοινοτικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ζητούν από τον πάροχο, κατά περίπτωση, να παράσχει στον αποδέκτη τις υπηρεσίας τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

εάν ο πάροχος είναι εγγεγραμμένος σε εμπορικό μητρώο ή σε άλλο ανάλογο δημόσιο μητρώο, το μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και τον αριθμό μητρώου του, ή ισοδύναμα μέσα εξακρίβωσης της ταυτότητας που περιέχονται στο εν λόγω μητρώο·

β)

εάν η δραστηριότητα υπόκειται σε καθεστώς αδειοδότησης στο κράτος μέλος εγκατάστασης, τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτικής αρχής·

γ)

κάθε επαγγελματική ένωση ή ανάλογο φορέα στον οποίο είναι εγγεγραμμένος ο πάροχος·

δ)

τον επαγγελματικό τίτλο ή, εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος τίτλος, τον τίτλο εκπαίδευσης του παρόχου και το κράτος μέλος στο οποίο χορηγήθηκε·

ε)

εάν ο πάροχος ασκεί δραστηριότητα που υπόκειται στην καταβολή ΦΠΑ, τον αριθμό φορολογικού μητρώου που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17 Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (23)·

στ)

λεπτομέρειες σχετικά με τυχόν ασφαλιστική κάλυψη ή άλλα μέσα προσωπικής ή συλλογικής προστασίας όσον αφορά την επαγγελματική ευθύνη.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης

Άρθρο 10

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε όλα τα επαγγέλματα που δεν καλύπτονται από τα κεφάλαια II και III του παρόντος τίτλου, καθώς και στις ακόλουθες περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών, για συγκεκριμένους και εξαιρετικούς λόγους, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα ανωτέρω κεφάλαια:

α)

για τις δραστηριότητες του παραρτήματος IV, όταν ο μετανάστης δεν πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 17, 18 και 19·

β)

για ιατρούς βασικής εκπαίδευσης, ειδικευμένους ιατρούς, νοσοκόμους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρους, ειδικευμένους οδοντιάτρους, κτηνιάτρους, μαίες/μαιευτές, φαρμακοποιούς και αρχιτέκτονες, όταν ο μετανάστης δεν πληροί τις απαιτήσεις ουσιαστικής και νόμιμης επαγγελματικής άσκησης που αναφέρονται στα άρθρα 23, 27, 33, 37, 39, 43 και 49·

γ)

για αρχιτέκτονες, όταν ο μετανάστης είναι κάτοχος τίτλου εκπαίδευσης που δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα V, σημείο 5.7·

δ)

υπό την επιφύλαξη των άρθρων 21 παράγραφος 1, 23 και 27, για ιατρούς, νοσοκόμους, οδοντιάτρους, κτηνιάτρους, μαίες/μαιευτές, φαρμακοποιούς και αρχιτέκτονες, οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης ειδικότητος που πρέπει να ακολουθεί μετά την εκπαίδευση για την απόκτηση τίτλου εκ των περιλαμβανομένων στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.2.2, 5.3.2, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 και 5.7.1, αποκλειστικά και μόνο για την αναγνώριση της συγκεκριμένης ειδικότητας·

ε)

για νοσοκόμους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη και ειδικευμένους νοσοκόμους οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης ειδικότητος που πρέπει να ακολουθεί μετά την εκπαίδευση για την απόκτηση τίτλου εκ των περιλαμβανομένων στο παράρτημα V, σημείο 5.2.2, όταν ο μετανάστης ζητεί αναγνώριση σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο οι σχετικές επαγγελματικές δραστηριότητες ασκούνται από ειδικευμένους νοσοκόμους που δεν έχουν εκπαιδευθεί ως νοσοκόμοι υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη·

στ)

για ειδικευμένους νοσοκόμους που δεν έχουν εκπαιδευθεί ως νοσοκόμοι υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη, όταν ο μετανάστης ζητεί αναγνώριση σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο οι σχετικές επαγγελματικές δραστηριότητες ασκούνται από νοσοκόμους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη, ειδικευμένους νοσοκόμους που δεν έχουν εκπαιδευθεί ως νοσοκόμοι υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη ή ειδικευμένους νοσοκόμους οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης ειδικότητος που πρέπει να ακολουθεί μετά την εκπαίδευση για την απόκτηση τίτλου εκ των περιλαμβανομένων στο παράρτημα V, σημείο 5.2.2·

ζ)

για τους μετανάστες που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 3.

Άρθρο 11

Επίπεδα προσόντων

Για την εφαρμογή του άρθρου 13, ορίζονται τα ακόλουθα τέσσερα επίπεδα επαγγελματικών προσόντων.

α)

βεβαίωση επάρκειας που χορηγείται από αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους, βάσει:

i)

είτε εκπαίδευσης που δεν αποτελεί μέρος πιστοποιητικού ή διπλώματος κατά την έννοια των στοιχείων β), γ), δ) ή ε) ή ειδικής εξέτασης χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση, ή της άσκησης του επαγγέλματος σε ένα κράτος μέλος με πλήρη απασχόληση επί τρία συναπτά έτη ή επί ισοδύναμο χρονικό διάστημα με μειωμένο ωράριο, κατά την τελευταία δεκαετία,

ii)

είτε γενικής πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που πιστοποιεί ότι ο κάτοχός της έχει αποκτήσει γενικές γνώσεις.

β)

πιστοποιητικό που βεβαιώνει επιτυχή ολοκλήρωση κύκλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,

i)

είτε γενικής εκπαίδευσης, συμπληρωμένου με κύκλο σπουδών ή επαγγελματικής εκπαίδευσης άλλον από εκείνους περί των οποίων το στοιχείο γ) ή/και με την επιπλέον αυτού του κύκλου σπουδών απαιτούμενη πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος,

ii)

είτε τεχνικής ή επαγγελματικής εκπαίδευσης, συμπληρωμένου ενδεχομένως με κύκλο σπουδών ή επαγγελματικής εκπαίδευσης από εκείνους περί των οποίων το στοιχείο i) ή/και με την επιπλέον αυτού του κύκλου σπουδών απαιτούμενη πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος·

γ)

δίπλωμα που πιστοποιεί ότι ολοκληρώθηκε επιτυχώς:

i)

είτε εκπαίδευση μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, εκτός από την αναφερόμενη στα στοιχεία δ) και ε), διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή ισοδύναμης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, προϋπόθεση πρόσβασης στην οποία αποτελεί κατά κανόνα, μεταξύ άλλων, η ολοκλήρωση του κύκλου δευτεροβάθμιων σπουδών που απαιτείται για την πρόσβαση στην ανώτατη ή ανώτερη εκπαίδευση ή την ολοκλήρωση ισοδύναμης σχολικής εκπαίδευσης στο δεύτερο δευτεροβάθμιο επίπεδο, καθώς και την ενδεχομένως απαιτούμενη επιπλέον αυτού του κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών επαγγελματική κατάρτιση,

ii)

είτε, στην περίπτωση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, κύκλος εκπαίδευσης με ειδική διάρθρωση που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ, ισότιμος με το επίπεδο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο ανωτέρω στοιχείο i), ο οποίος παρέχει συγκρίσιμο επαγγελματικό επίπεδο και προετοιμάζει για την ανάληψη ανάλογου επιπέδου ευθυνών και καθηκόντων. Ο κατάλογος του παραρτήματος ΙΙ μπορεί να τροποποιηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εκπαίδευση που καλύπτει τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην προηγούμενη φράση·

δ)

δίπλωμα που βεβαιώνει επιτυχή ολοκλήρωση της εκπαίδευσης μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, διάρκειας τουλάχιστον τριών και όχι άνω των τεσσάρων ετών ή ισοδύναμης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, σε πανεπιστήμιο ή ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου, καθώς και την ενδεχομένως απαιτούμενη επιπλέον αυτού του κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών επαγγελματική κατάρτιση·

ε)

δίπλωμα που πιστοποιεί ότι ο κάτοχος ολοκλήρωσε επιτυχώς κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας τεσσάρων ετών ή αντίστοιχης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σε άλλο ίδρυμα ανάλογου επιπέδου, καθώς και, ενδεχομένως, την επαγγελματική κατάρτιση που μπορεί να απαιτείται συμπληρωματικά προς τον εν λόγω κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών.

Άρθρο 12

Εξομοιούμενη εκπαίδευση

Εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης που πιστοποιεί εκπαίδευση του άρθρου 11, ακόμη και ως προς το οικείο επίπεδο, κάθε τίτλος εκπαίδευσης ή σύνολο τίτλων εκπαίδευσης που χορηγήθηκε από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, εφόσον πιστοποιεί επιτυχή ολοκλήρωση εκπαίδευσης εντός της Κοινότητας, έχει αναγνωριστεί από το εν λόγω κράτος μέλος ως ισοδύναμου επιπέδου και παρέχει τα ίδια δικαιώματα ανάληψης ή άσκησης επαγγέλματος, ή προετοιμάζει για την άσκηση του επαγγέλματος.

Εξομοιώνεται επίσης προς αυτόν τον τίτλο εκπαίδευσης, υπό τους ίδιους όρους με τους προβλεπόμενους στο πρώτο εδάφιο, κάθε επαγγελματικό προσόν που, χωρίς να πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με την ανάληψη ή την άσκηση ενός επαγγέλματος, παρέχει στον κάτοχό του κεκτημένα δικαιώματα δυνάμει των εν λόγω διατάξεων. Τούτο ισχύει ιδίως εάν το κράτος μέλος καταγωγής αυξήσει το επίπεδο εκπαίδευσης που απαιτείται για την εισδοχή σε επάγγελμα και την άσκησή του και εάν κάποιος που έχει παλαιότερα εκπαιδευθεί κατά τρόπον που δεν ικανοποιεί τις νέες απαιτήσεις, απολαμβάνει κεκτημένα δικαιώματα λόγω εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων· στην περίπτωση αυτή η παλαιότερη εκπαίδευση θεωρείται από το κράτος μέλος υποδοχής, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13, αντίστοιχη με το επίπεδο της νέας εκπαίδευσης.

Άρθρο 13

Προϋποθέσεις αναγνώρισης

1.   Εάν σε ένα κράτος μέλος υποδοχής απαιτείται για την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος η κατοχή συγκεκριμένων επαγγελματικών προσόντων, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους παρέχει την δυνατότητα ανάληψης του οικείου επαγγέλματος και της άσκησής του, υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν για τους υπηκόους του, στους αιτούντες που είναι κάτοχοι της βεβαίωσης επάρκειας ή του τίτλου εκπαίδευσης που απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την ανάληψη ή την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στην επικράτειά του.

Οι βεβαιώσεις επάρκειας ή οι τίτλοι εκπαίδευσης πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

να έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους·

β)

να βεβαιώνουν επίπεδο επαγγελματικών προσόντων τουλάχιστον ισοδύναμο με το αμέσως προηγούμενο επίπεδο εκείνου που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 11.

2.   Η δυνατότητα ανάληψης του επαγγέλματος και η άσκησή του, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παρέχονται επίσης στους αιτούντες που έχουν ασκήσει το επάγγελμα που εξετάζεται στην εν λόγω παράγραφο με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη κατά την τελευταία δεκαετία, σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά το εν λόγω επάγγελμα, και οι οποίοι διαθέτουν μία ή περισσότερες βεβαιώσεις επάρκειας ή έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης.

Οι βεβαιώσεις επάρκειας ή οι τίτλοι εκπαίδευσης πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους·

β)

βεβαιώνουν επίπεδο επαγγελματικών προσόντων τουλάχιστον ισοδύναμο προς το αμέσως προηγούμενο επίπεδο εκείνου που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 11·

γ)

πιστοποιούν την προετοιμασία του αιτούντος για την άσκηση του οικείου επαγγέλματος.

Δεν επιτρέπεται, ωστόσο, να απαιτείται η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο διετής επαγγελματική πείρα, όταν ο τίτλος ή οι τίτλοι εκπαίδευσης που κατέχει ο αιτών πιστοποιούν εκπαίδευση και κατάρτιση νομοθετικά κατοχυρωμένη κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ) στα επίπεδα προσόντων που περιγράφονται στο άρθρο 11 στοιχεία β), γ), δ) ή ε). Ως νομοθετικά κατοχυρωμένος κύκλος εκπαίδευσης και κατάρτισης στο επίπεδο που περιγράφεται στο άρθρο 11 στοιχείο γ) θεωρείται ιδίως ο αναφερόμενος στο παράρτημα ΙΙΙ. Ο κατάλογος του παραρτήματος ΙΙΙ μπορεί να τροποποιηθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη εκπαίδευση που παρέχει ανάλογο επαγγελματικό επίπεδο και που προετοιμάζει τον εκπαιδευόμενο για ανάλογο επίπεδο ευθυνών και καθηκόντων.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο β) και την παράγραφο 2 στοιχείο β), το κράτος μέλος υποδοχής επιτρέπει την ανάληψη και την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, όταν η ανάληψη του εν λόγω επαγγέλματος στο έδαφός του προϋποθέτει την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης που επιβεβαιώνει την επιτυχή ολοκλήρωση κύκλου ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης διάρκειας τεσσάρων ετών και ο αιτών διαθέτει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο άρθρο 11 στοιχείο γ).

Άρθρο 14

Αντισταθμιστικά μέτρα

1.   Το άρθρο 13 δεν κωλύει το κράτος μέλος υποδοχής να απαιτεί από τον αιτούντα την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής επί τρία έτη, κατ' ανώτατο όριο, ή την υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσης που επικαλείται δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφοι 1 ή 2, είναι μικρότερη κατά τουλάχιστον ένα έτος από εκείνη που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής·

β)

εφόσον η εκπαίδευση που έχει λάβει αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τον απαιτούμενο τίτλο εκπαίδευσης στο κράτος μέλος υποδοχής·

γ)

εφόσον το νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικώς κατοχυρωμένες επαγγελματικές δραστηριότητες οι οποίες δεν υπάρχουν στο αντίστοιχο επάγγελμα στο κράτος μέλος καταγωγής του αιτούντος κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 και εφόσον η εν λόγω διαφορά συνίσταται στη συγκεκριμένη εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής και η οποία αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τη βεβαίωση επάρκειας ή τον τίτλο εκπαίδευσης που διαθέτει ο αιτών.

2.   Εάν το κράτος μέλος υποδοχής κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οφείλει να παρέχει στον αιτούντα την ευχέρεια επιλογής μεταξύ της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας.

Εφόσον κράτος μέλος φρονεί ότι, για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, είναι απαραίτητη η παρέκκλιση από την επιλογή που παρέχεται στον αιτούντα μεταξύ της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας δυνάμει του πρώτου εδαφίου, ενημερώνει σχετικώς εκ των προτέρων τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, προσκομίζοντας κατάλληλη αιτιολόγηση για την εν λόγω παρέκκλιση.

Εάν η Επιτροπή, αφού λάβει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, θεωρεί ότι η εξεταζόμενη στο δεύτερο εδάφιο παρέκκλιση δεν ενδείκνυται ή δεν συνάδει προς την κοινοτική νομοθεσία, ζητεί από το οικείο κράτος μέλος, εντός τριών μηνών, να αρνηθεί να λάβει το εξεταζόμενο μέτρο. Ελλείψει αντίδρασης εκ μέρους της Επιτροπής κατά το πέρας της εν λόγω προθεσμίας, η παρέκκλιση δύναται να εφαρμοστεί.

3.   Κατά παρέκκλιση της αρχής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, σύμφωνα με την οποία ο αιτών έχει το δικαίωμα επιλογής, όσον αφορά τα επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων απαιτείται συγκεκριμένη γνώση του εθνικού δικαίου και των οποίων ουσιαστικό και σταθερό στοιχείο της επαγγελματικής δραστηριότητας είναι η παροχή συμβουλών ή/και βοήθειας σχετικά με το εθνικό δίκαιο, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να ορίζει είτε περίοδο προσαρμογής είτε δοκιμασία επάρκειας.

Αυτό ισχύει επίσης στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 στοιχεία β) και γ), δ) σχετικά με τους ιατρούς και τους οδοντιάτρους, στ) εάν ο μετανάστης ζητεί αναγνώριση σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο οι οικείες επαγγελματικές δραστηριότητες ασκούνται από νοσοκόμους υπεύθυνους για την παροχή γενικής περίθαλψης ή ειδικευμένους νοσοκόμους οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης ειδικότητος που πρέπει να ακολουθεί μετά την εκπαίδευση για την απόκτηση των τίτλων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα V, σημείο 5.2.2 και στο άρθρο 10 στοιχείο ζ).

Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 10 α), το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να απαιτήσει περίοδο προσαρμογής ή δοκιμασία επάρκειας όταν ο μετανάστης προτίθεται να ασκήσει, ως αυτοαπασχολούμενος ή ως διευθυντής επιχειρήσεως, επαγγελματικές δραστηριότητες οι οποίες απαιτούν τη γνώση και εφαρμογή ισχυόντων ειδικών εθνικών κανόνων, στο μέτρο που η γνώση και εφαρμογή των εθνικών αυτών κανόνων απαιτούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής για την πρόσβαση των υπηκόων του στη σχετική δραστηριότητα.

4.   Για λόγους εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχεία β) και γ), νοούνται ως «τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικοί» οι τομείς των οποίων η γνώση είναι απαραίτητη για την άσκηση του επαγγέλματος και ως προς τους οποίους η εκπαίδευση που έχει λάβει ο μετανάστης παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά τη διάρκεια ή το περιεχόμενο σε σχέση με την εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής.

5.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται δεόντως τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα, εάν το κράτος μέλος υποδοχής προτίθεται να απαιτήσει από τον αιτούντα την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής ή την υποβολή του σε δοκιμασία επάρκειας, πρέπει κατ' αρχάς να εξακριβώσει κατά πόσον οι γνώσεις που έχει αποκτήσει ο αιτών κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας του σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα είναι ικανές να καλύψουν, πλήρως ή μερικώς, την ουσιώδη διαφορά για την οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 4.

Άρθρο 15

Απαλλαγή από αντισταθμιστικά μέτρα λόγω κοινών βάσεων

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «κοινές βάσεις» ορίζονται σειρές κριτηρίων επαγγελματικών προσόντων, κατάλληλων ώστε να αντισταθμίζουν τις ουσιαστικές διαφορές που έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν μεταξύ των διάφορων κρατών μελών ως προς τις απαιτήσεις εκπαίδευσης για ένα δεδομένο επάγγελμα. Οι ουσιαστικές αυτές διαφορές προσδιορίζονται με συγκρίσεις της διάρκειας και του περιεχομένου της εκπαίδευσης στα δύο τρίτα τουλάχιστον των κρατών μελών, στα οποία περιλαμβάνονται όλα τα κράτη μέλη που κατοχυρώνουν νομοθετικά το συγκεκριμένο επάγγελμα. Οι διαφορές όσον αφορά το περιεχόμενο της εκπαίδευσης μπορεί να προκύπτουν από σημαντικές διαφορές όσον αφορά το πεδίο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

2.   Οι κοινές βάσεις, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1, μπορούν να υποβληθούν στην Επιτροπή από τα κράτη μέλη ή επαγγελματικές ενώσεις ή επαγγελματικούς οργανισμούς που είναι αντιπροσωπευτικοί σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Εάν η Επιτροπή, έπειτα από διαβούλευση με τα κράτη μέλη, κρίνει ότι ένα σχέδιο κοινής βάσης διευκολύνει την αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, μπορεί να υποβάλει σχέδια μέτρων ενόψει της θέσπισής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2.

3.   Εάν τα επαγγελματικά προσόντα του αιτούντος πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται στο μέτρο το οποίο θεσπίσθηκε κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2, το κράτος μέλος υποδοχής δεν εφαρμόζει τα αντισταθμιστικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 14.

4.   Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση επαγγελμάτων στην επικράτειά τους καθώς και το περιεχόμενο και την οργάνωση των συστημάτων τους γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

5.   Εάν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι τα κριτήρια που περιέχονται σε μέτρο το οποίο έχει θεσπισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεν παρέχουν πλέον τα απαραίτητα εχέγγυα ως προς τα επαγγελματικά προσόντα, το γνωστοποιεί στην Επιτροπή, η οποία υποβάλλει, ενδεχομένως, σχέδιο μέτρων σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2.

6.   Μέχρι τις 20 Οκτωβρίου 2010, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη λειτουργία του παρόντος άρθρου και, εφόσον είναι απαραίτητο, κατάλληλες προτάσεις για την τροποποίηση του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αναγνώριση της επαγγελματικής πείρας

Άρθρο 16

Απαιτήσεις σχετικά με την επαγγελματική πείρα

Εφόσον, σε ένα κράτος μέλος, η ανάληψη ή η άσκηση μίας από τις δραστηριότητες του παραρτήματος IV εξαρτάται από την κατοχή γενικών εμπορικών ή επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων, το συγκεκριμένο κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη των εν λόγω γνώσεων και ικανοτήτων την προηγούμενη άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος. Ο αιτών πρέπει να έχει πραγματοποιήσει την άσκηση αυτή σύμφωνα με τα άρθρα 17, 18 και 19.

Άρθρο 17

Δραστηριότητες του καταλόγου Ι του παραρτήματος IV

1.   Στην περίπτωση των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος IV, η προηγούμενη άσκηση της οικείας δραστηριότητας πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί:

α)

είτε επί έξι συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης·

β)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι για την εν λόγω δραστηριότητα έχει προηγουμένως λάβει τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

γ)

είτε επί τέσσερα συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι για την εν λόγω δραστηριότητα έχει προηγουμένως λάβει τουλάχιστον διετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

δ)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι έχει ασκήσει ως μισθωτός την συγκεκριμένη δραστηριότητα επί τουλάχιστον πέντε έτη·

ε)

είτε επί πέντε συναπτά έτη ως διευθυντικό στέλεχος, εκ των οποίων επί τρία τουλάχιστον συναπτά έτη επιφορτισμένος με καθήκοντα τεχνικής φύσεως και υπεύθυνος για ένα τουλάχιστον τμήμα της επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα.

2.   Στις περιπτώσεις των στοιχείων α) και δ), η εν λόγω δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει να ασκείται για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του πλήρους φακέλου του ενδιαφερομένου στην αρμόδια αρχή για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 56.

3.   Για δραστηριότητες της ομάδας ex 855 της ονοματολογίας ΔΤΤΒ, κομμωτήρια, η παράγραφος 1 στοιχείο ε) δεν εφαρμόζεται.

Άρθρο 18

Δραστηριότητες του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος IV

1.   Στην περίπτωση των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙΙ του παραρτήματος IV, η προηγούμενη άσκηση της οικείας δραστηριότητας πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί:

α)

είτε επί πέντε συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης·

β)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι για την εν λόγω δραστηριότητα έχει προηγουμένως λάβει τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

γ)

είτε επί τέσσερα συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι για την εν λόγω δραστηριότητα έχει προηγουμένως λάβει τουλάχιστον διετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

δ)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι έχει ασκήσει ως μισθωτός την συγκεκριμένη δραστηριότητα επί τουλάχιστον πέντε έτη,

ε)

είτε επί πέντε συναπτά έτη με την ιδιότητα του μισθωτού, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

στ)

είτε επί έξι συναπτά έτη με την ιδιότητα του μισθωτού, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως τουλάχιστον διετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα.

2.   Στις περιπτώσεις των στοιχείων α) και δ), η εν λόγω δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει να ασκείται για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του πλήρους φακέλου του ενδιαφερομένου στην αρμόδια αρχή για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 56.

Άρθρο 19

Δραστηριότητες του καταλόγου IΙΙ του παραρτήματος IV

1.   Στην περίπτωση δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙΙ του παραρτήματος IV, η προηγούμενη άσκηση της οικείας δραστηριότητας πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί:

α)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης·

β)

είτε επί δύο συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

γ)

είτε επί δύο συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι έχει ασκήσει ως μισθωτός την συγκεκριμένη δραστηριότητα επί τουλάχιστον τρία έτη·

δ)

είτε επί τρία συναπτά έτη ως μισθωτός, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα.

2.   Στις περιπτώσεις των στοιχείων α) και γ), η εν λόγω δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει να ασκείται για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του πλήρους φακέλου του ενδιαφερομένου στην αρμόδια αρχή για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 56.

Άρθρο 20

Τροποποίηση του καταλόγου των δραστηριοτήτων του παραρτήματος IV

Οι κατάλογοι των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV και αποτελούν αντικείμενο αναγνώρισης της επαγγελματικής πείρας δυνάμει του άρθρου 16, δύνανται να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 προκειμένου να ενημερωθεί ή να διευκρινιστεί η ονοματολογία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται οιαδήποτε αλλαγή των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις εκάστοτε κατηγορίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 21

Αρχή της αυτόματης αναγνώρισης

1.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, οι οποίοι εμφαίνονται στο παράρτημα V υπό τα σημεία, αντιστοίχως, 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.6.2 και 5.7.1, εφόσον πληρούν τους ελάχιστους όρους εκπαίδευσης για τους οποίους γίνεται αντιστοίχως λόγος στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 44 και 46, παρέχοντάς τους την ίδια ισχύ, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στην επικράτειά του, με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο.

Οι εν λόγω τίτλοι εκπαίδευσης πρέπει να χορηγούνται από τους αρμόδιους φορείς των κρατών μελών και να συνοδεύονται, ενδεχομένως, από τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.6.2 και 5.7.1 αντίστοιχα.

Οι διατάξεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων για τα οποία γίνεται λόγος στα άρθρα 23, 27, 33, 37, 39 και 49.

2.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει, για την άσκηση δραστηριοτήτων γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, τους τίτλους εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημείο 5.1.4 και χορηγούνται σε υπηκόους των κρατών μελών από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τις ελάχιστες προϋποθέσεις εκπαίδευσης του άρθρου 28.

Η διάταξη του πρώτου εδαφίου ισχύει με την επιφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 30.

3.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους μαιευτικής εκπαίδευσης που χορηγούνται στους υπηκόους κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη και οι οποίοι παρατίθενται στο παράρτημα V, σημείο 5.5.2, πληρούν τους ελάχιστους όρους εκπαίδευσης του άρθρο 40 και τους όρους εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 41, παρέχοντάς τους την ίδια ισχύ, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στην επικράτειά του, με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο. Η παρούσα διάταξη ισχύει με την επιφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων για τα οποία γίνεται λόγος στα άρθρα 23 και 43.

4.   Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αποδώσουν ισχύ στους τίτλους εκπαίδευσης περί των οποίων το παράρτημα V, σημείο 5.6.2 για τη δημιουργία νέων φαρμακείων ανοικτών στο κοινό. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, νοούνται επίσης ως νέα τα φαρμακεία που άνοιξαν εντός των τριών τελευταίων ετών.

5.   Οι αναφερόμενοι στο παράρτημα V, σημείο 5.7.1, τίτλοι εκπαίδευσης αρχιτέκτονα που αποτελούν αντικείμενο αυτόματης αναγνώρισης δυνάμει της παραγράφου 1 πιστοποιούν εκπαίδευση η οποία ξεκίνησε το νωρίτερο κατά τη διάρκεια του κρίσιμου ακαδημαϊκού έτους που αναφέρεται στο εν λόγω παράρτημα.

6.   Κάθε κράτος μέλος εξαρτά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή και φαρμακοποιού από την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης που αναφέρεται αντιστοίχως στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2, διασφαλίζοντας ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαίδευσής του, και όταν ενδείκνυται, τις γνώσεις και τις δεξιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 3, στο άρθρο 31 παράγραφος 6, 3 στο άρθρο 4 παράγραφος 3, στο άρθρο 38 παράγραφος 3, στο άρθρο 40 παράγραφος 3, και στο άρθρο 44 παράγραφος 3.

Οι γνώσεις και οι δεξιότητες για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 24 παράγραφος 3, στο άρθρο 31 παράγραφος 6, στο άρθρο 34 παράγραφος 3, στο άρθρο 38 παράγραφος 3, στο άρθρο 40 παράγραφος 3 και στο άρθρο 44 παράγραφος 3, δύνανται να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2, προκειμένου να προσαρμοστούν στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η ενημέρωση αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των ισχυουσών νομοθετικών αρχών σχετικά με το νομικό καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

7.   Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζει για τη χορήγηση τίτλων εκπαίδευσης στον τομέα που καλύπτεται από το παρόν κεφάλαιο. Επί πλέον, η γνωστοποίηση αυτή απευθύνεται στα άλλα κράτη μέλη, ως απόδειξη των τίτλων εκπαίδευσης στον τομέα που αναφέρεται στο τμήμα 8.

Η Επιτροπή προβαίνει σε σχετική κοινοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισημαίνοντας τις ονομασίες που έχουν υιοθετήσει τα κράτη μέλη για τους τίτλους εκπαίδευσης, καθώς και, ενδεχομένως, το φορέα που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης, το πιστοποιητικό που συνοδεύει τον εν λόγω τίτλο και τον αντίστοιχο επαγγελματικό τίτλο, ο οποίος αναφέρεται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 και 5.7.1 αντίστοιχα.

Άρθρο 22

Κοινές διατάξεις σχετικά με την εκπαίδευση

Όσον αφορά την εκπαίδευση περί της οποίας τα άρθρα 24, 25, 28, 31, 34, 35, 38, 40, 44 και 46:

α)

τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την εκπαίδευση μερικής παρακολούθησης, υπό τις προϋποθέσεις που θεσπίζουν οι αρμόδιες αρχές· οι αρχές αυτές μεριμνούν προκειμένου η συνολική διάρκεια, το επίπεδο και η ποιότητα της εκπαίδευσης αυτής να μην είναι χαμηλότερου επιπέδου από ότι ισχύει για την εκπαίδευση με πλήρη παρακολούθηση·

β)

σύμφωνα με τις ιδιαίτερες διαδικασίες εκάστου κράτους μέλους, η συνεχής εκπαίδευση και κατάρτιση εξασφαλίζει ότι τα πρόσωπα που έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους ενημερώνονται για τις επαγγελματικές εξελίξεις στο βαθμό που απαιτείται ώστε να εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά τρόπο ασφαλή και αποτελεσματικό.

Άρθρο 23

Κεκτημένα δικαιώματα

1.   Με την επιφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων που αφορούν ειδικά τα οικεία επαγγέλματα, εφόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή και ως φαρμακοποιού, τους οποίους κατέχουν υπήκοοι των κρατών μελών, δεν πληρούν το σύνολο των απαιτήσεων εκπαίδευσης που αναφέρονται στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 40 και 44, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από αυτά τα κράτη μέλη, με την προϋπόθεση ότι οι τίτλοι αυτοί πιστοποιούν επιτυχώς ολοκληρωθείσα εκπαίδευση που ξεκίνησε πριν από τις κρίσιμες ημερομηνίες που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2, και συνοδεύονται από πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι οι κάτοχοί τους ανέλαβαν πράγματι και νομίμως τις συγκεκριμένες δραστηριότητες επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού.

2.   Οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται στους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή και ως φαρμακοποιού, οι οποίοι έχουν αποκτηθεί στην επικράτεια της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και δεν πληρούν το σύνολο των ελάχιστων απαιτήσεων εκπαίδευσης που αναφέρονται στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 40 και 44 εφόσον οι τίτλοι αυτοί πιστοποιούν επιτυχώς ολοκληρωθείσα εκπαίδευση που ξεκίνησε πριν από:

α)

τις 3 Οκτωβρίου 1990 για τους ιατρούς βασικής εκπαίδευσης, τους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη νοσοκόμους, τους οδοντιάτρους βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένους οδοντιάτρους, τους κτηνιάτρους, τις μαίες/τους μαιευτές, τους φαρμακοποιούς και

β)

τις 3 Απριλίου 1992 για τους ειδικευμένους ιατρούς.

Οι τίτλοι εκπαίδευσης του πρώτου εδαφίου παρέχουν το δικαίωμα άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων στην επικράτεια της Γερμανίας υπό τους ίδιους όρους με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από τις γερμανικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2.

3.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 37 παράγραφος 1, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, τους οποίους κατέχουν υπήκοοι των κρατών μελών, και είτε είχαν χορηγηθεί από την πρώην Τσεχοσλοβακία είτε η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων είχε αρχίσει, για την Τσεχική Δημοκρατία και την Σλοβακία, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, εφόσον οι αρμόδιες αρχές ενός εκ των δύο προαναφερομένων κρατών μελών βεβαιώνουν ότι οι τίτλοι αυτοί έχουν, στην επικράτειά τους, την ίδια νομική ισχύ με τους τίτλους που οι ίδιες χορηγούν και, όσον αφορά τους αρχιτέκτονες, με τους τίτλους που αναφέρονται για αυτά τα κράτη μέλη στο παράρτημα VI σημείο 6.2, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 45 παράγραφος 2, και όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 48.

Η βεβαίωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδουν οι ίδιες αρχές, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω υπήκοοι κρατών μελών έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην επικράτειά τους τις εν λόγω δραστηριότητες επί τρία συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την πενταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

4.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, τους οποίους κατέχουν υπήκοοι των κρατών μελών, και είτε είχαν χορηγηθεί από την πρώην Σοβιετική Ένωση είτε η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων είχε αρχίσει,

α)

για την Εσθονία, πριν από τις 20 Αυγούστου 1991·

β)

για τη Λετονία, πριν από τις 21 Αυγούστου 1991·

γ)

για τη Λιθουανία, πριν από τις 11 Μαρτίου 1990,

εφόσον οι αρμόδιες αρχές ενός εκ των τριών προαναφερομένων κρατών μελών βεβαιώνουν ότι οι τίτλοι αυτοί έχουν, στην επικράτειά τους, την ίδια νομική ισχύ με τους τίτλους που οι ίδιες χορηγούν και, όσον αφορά τους αρχιτέκτονες, με τους τίτλους που αναφέρονται για αυτά τα κράτη μέλη, στο παράρτημα VI σημείο 6, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 45 παράγραφος 2, και όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 48.

Η βεβαίωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδουν οι ίδιες αρχές, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω υπήκοοι κρατών μελών έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην επικράτειά τους τις εν λόγω δραστηριότητες επί τρία συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την πενταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

Για τους τίτλους κτηνιατρικής εκπαίδευσης που είτε χορηγήθηκαν από την πρώην Σοβιετική Ένωση είτε η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων είχε αρχίσει, για την Εσθονία, πριν από τις 20 Αυγούστου 1991, η βεβαίωση που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδουν οι εσθονικές αρχές, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην επικράτειά τους τις εν λόγω δραστηριότητες επί πέντε συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την επταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

5.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, τους οποίους κατέχουν υπήκοοι των κρατών μελών, και είτε είχαν χορηγηθεί από την πρώην Γιουγκοσλαβία είτε η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων είχε αρχίσει, για την Σλοβενία, πριν από τις 25 Ιουνίου 1991, εφόσον οι αρμόδιες αρχές του προαναφερομένου κράτους μέλους βεβαιώνουν ότι οι τίτλοι αυτοί έχουν, στην επικράτειά του, την ίδια νομική ισχύ με τους τίτλους που οι ίδιες χορηγούν και, όσον αφορά τους αρχιτέκτονες με τους τίτλους που αναφέρονται για αυτό το κράτος μέλος στο παράρτημα VI σημείο 6, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 45 παράγραφος 2, και όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 48.

Η βεβαίωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδουν οι ίδιες αρχές, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω υπήκοοι κρατών μελών έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην επικράτειά τους τις εν λόγω δραστηριότητες επί τρία συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την πενταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

6.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη για τους υπηκόους των κρατών μελών των οποίων οι τίτλοι εκπαίδευσης ως ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή και φαρμακοποιού δεν ανταποκρίνονται στις ονομασίες που αναφέρονται για το συγκεκριμένο κράτος μέλος στο παράρτημα V σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.3, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2, τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από τα εν λόγω κράτη μέλη συνοδευόμενους από πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς.

Το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο βεβαιώνει ότι οι εν λόγω τίτλοι εκπαίδευσης πιστοποιούν επιτυχώς ολοκληρωθείσα εκπαίδευση σύμφωνη προς τα άρθρα 24, 25, 28, 31, 34, 35, 38, 40 και 44 και εξομοιώνονται από το κράτος μέλος που τους χορήγησε προς αυτούς των οποίων οι ονομασίες εμφανίζονται στο παράρτημα V σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.3, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2.

Τμήμα 2

Ιατροί

Άρθρο 24

Βασική ιατρική εκπαίδευση

1.   Η εισαγωγή στη βασική ιατρική εκπαίδευση προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος ή πιστοποιητικού που παρέχει πρόσβαση στα πανεπιστημιακά ιδρύματα για τις συγκεκριμένες αυτές σπουδές.

2.   Η βασική ιατρική εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον έξι έτη σπουδών ή 5 500 ώρες θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης που πραγματοποιείται εντός ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου.

Όσον αφορά τα πρόσωπα που ξεκίνησαν τις σπουδές τους πριν από την 1η Ιανουαρίου 1972, η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο εκπαίδευση δύναται να περιλαμβάνει πρακτική εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου διάρκειας έξι μηνών, πραγματοποιούμενη με πλήρη παρακολούθηση υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών.

3.   Η βασική ιατρική εκπαίδευση παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

προσήκουσες γνώσεις των επιστημών επί των οποίων βασίζεται η ιατρική καθώς και επαρκή κατανόηση των επιστημονικών μεθόδων, συμπεριλαμβανομένων των αρχών μετρήσεως των βιολογικών λειτουργιών, της αξιολόγησης των επιστημονικώς διαπιστωμένων γεγονότων και της ανάλυσης των δεδομένων·

β)

προσήκουσες γνώσεις της διάρθρωσης των λειτουργιών και της συμπεριφοράς του ανθρώπινου οργανισμού υγιούς ή ασθενούς, καθώς και των σχέσεων μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του·

γ)

προσήκουσες γνώσεις των κλινικών θεμάτων και της κλινικής πρακτικής που να παρέχουν συνεκτική εικόνα των σωματικών και διανοητικών ασθενειών, της προληπτικής ιατρικής, της διαγνωστικής και της θεραπευτικής ιατρικής καθώς και της αναπαραγωγής του ανθρώπου·

δ)

προσήκουσα κλινική πείρα υπό κατάλληλη εποπτεία σε νοσοκομεία.

Άρθρο 25

Εκπαίδευση ειδικευμένων ιατρών

1.   Η εισαγωγή στην εκπαίδευση ειδικευμένων ιατρών προϋποθέτει την ολοκλήρωση και την επικύρωση εξαετών σπουδών στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού κύκλου που αναφέρεται στο άρθρο 24, κατά τη διάρκεια των οποίων αποκτήθηκαν οι σχετικές γνώσεις βασικής ιατρικής.

2.   Η εκπαίδευση ειδικευμένων ιατρών περιλαμβάνει θεωρητική και πρακτική κατάρτιση, η οποία πραγματοποιείται σε πανεπιστημιακό κέντρο, σε νοσοκομειακό και πανεπιστημιακό κέντρο ή, ενδεχομένως, σε ίδρυμα ιατρικής περίθαλψης εγκεκριμένο για το σκοπό αυτό από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ελάχιστη διάρκεια της εκπαίδευσης ειδικευμένων ιατρών του παραρτήματος V σημείο 5.1.3 να μην υπολείπεται σε διάρκεια εκείνης που αναφέρεται στο εν λόγω σημείο. Η εκπαίδευση πραγματοποιείται υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών ή φορέων και προϋποθέτει την προσωπική συμμετοχή του ειδικευόμενου ιατρού στη δραστηριότητα και στις ευθύνες που συνεπάγονται οι συγκεκριμένες υπηρεσίες.

3.   Η εκπαίδευση πραγματοποιείται με πλήρη παρακολούθηση σε ειδικές θέσεις που έχουν αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές. Απαιτείται η συμμετοχή στο σύνολο των ιατρικών δραστηριοτήτων του τμήματος όπου πραγματοποιείται η εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των εφημεριών, ώστε ο ειδικευόμενος ιατρός να αφιερώνει στην εν λόγω πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση το σύνολο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του καθ' όλη τη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας και καθ' όλο το έτος, σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από τις αρμόδιες αρχές τρόπους. Ως εκ τούτου, οι θέσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο εύλογης αμοιβής.

4.   Τα κράτη μέλη εξαρτούν τη χορήγηση τίτλου εκπαίδευσης ειδικευμένου ιατρού από την κατοχή ενός εκ των τίτλων βασικής ιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V σημείο 5.1.1.

5.   Η ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.1.3 δύναται να τροποποιηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 προκειμένου να προσαρμοστεί στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Άρθρο 26

Ονομασίες εκπαιδεύσεων ειδικευμένων ιατρών

Οι τίτλοι εκπαίδευσης ειδικευμένων ιατρών που αναφέρονται στο άρθρο 21 είναι εκείνοι που χορηγούνται από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς του παραρτήματος V σημείο 5.1.2 και αντιστοιχούν, όσον αφορά την συγκεκριμένη εκπαίδευση, στις ισχύουσες στα διάφορα κράτη μέλη ονομασίες οι οποίες εμφανίζονται στο παράρτημα V σημείο 5.1.3.

Η ενσωμάτωση στο παράρτημα V σημείο 5.1.3 νέων ιατρικών ειδικοτήτων κοινών τουλάχιστον στα δύο πέμπτα των κρατών μελών, δύναται να αποφασιστεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2, προκειμένου η παρούσα οδηγία να ενημερώνεται σύμφωνα με την εξέλιξη των εθνικών νομοθεσιών.

Άρθρο 27

Ιδιαίτερα κεκτημένα δικαιώματα των ειδικευμένων ιατρών

1.   Κάθε κράτος μέλος υποδοχής δύναται να απαιτήσει από τους ειδικευμένους ιατρούς, των οποίων η εκπαίδευση για την απόκτηση ειδικότητας με μερική παρακολούθηση διέπονταν από τις ισχύουσες κατά την 20 Ιουνίου 1975 νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, και οι οποίοι άρχισαν την εν λόγω εκπαίδευσή τους το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1983, να συνοδεύουν τους τίτλους εκπαίδευσης με πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι αφιερώθηκαν πράγματι και νομίμως στις συγκεκριμένες δραστηριότητες επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού.

2.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τον τίτλο ειδικευμένου ιατρού που χορηγείται στην Ισπανία στους ιατρούς που έχουν ολοκληρώσει εκπαίδευση για την απόκτηση ειδικότητας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 χωρίς να πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 25 ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης, εφόσον ο εν λόγω τίτλος συνοδεύεται από πιστοποιητικό εκδοθέν από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές, το οποίο βεβαιώνει ότι ο ενδιαφερόμενος υποβλήθηκε επιτυχώς στη δοκιμασία ειδικής επαγγελματικής επάρκειας που διοργανώθηκε στο πλαίσιο εξαιρετικών μέτρων που αφορούν την αναγνώριση και αναφέρονται στο βασιλικό διάταγμα 1497/99, ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος κατέχει συγκρίσιμο επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων με εκείνο των ιατρών που κατέχουν τίτλους ειδικευμένου ιατρού οι οποίοι καθορίζονται, όσον αφορά την Ισπανία, στο παράρτημα V σημεία 5.1.2 και 5.1.3.

3.   Κάθε κράτος μέλος που έχει καταργήσει τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τη χορήγηση των τίτλων εκπαίδευσης ειδικευμένου ιατρού που αναφέρονται στο παράρτημα V σημεία 5.1.2 και 5.1.3 και το οποίο έχει λάβει μέτρα σχετικά με τα κεκτημένα δικαιώματα υπέρ των υπηκόων του, αναγνωρίζει στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών το δικαίωμα να επωφελούνται των ίδιων αυτών μέτρων, στο βαθμό που οι εν λόγω τίτλοι εκπαίδευσης έχουν χορηγηθεί πριν από την ημερομηνία από την οποία το κράτος μέλος υποδοχής έπαυσε να χορηγεί τίτλους εκπαίδευσης για την οικεία ειδικότητα.

Οι ημερομηνίες κατάργησης των εν λόγω διατάξεων παρατίθενται στο παράρτημα V σημείο 5.1.3.

Άρθρο 28

Ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής

1.   Η εισαγωγή στην ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής προϋποθέτει την ολοκλήρωση και την επικύρωση εξαετών σπουδών στο πλαίσιο του κύκλου σπουδών που αναφέρεται στο άρθρο 24.

2.   Η ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής, η οποία οδηγεί στην απόκτηση τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται πριν από την 1η Ιανουαρίου 2006, διαρκεί τουλάχιστον δύο έτη με πλήρη παρακολούθηση. Όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται μετά την ημερομηνία αυτή, η διάρκεια είναι τουλάχιστον τριετής με πλήρη παρακολούθηση.

Όταν ο κύκλος σπουδών που αναφέρεται στο άρθρο 24 περιλαμβάνει πρακτική εκπαίδευση που πραγματοποιείται σε εγκεκριμένο νοσοκομειακό περιβάλλον το οποίο διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό και τις απαραίτητες υπηρεσίες για τη γενική ιατρική ή σε εγκεκριμένο ιατρείο γενικής ιατρικής ή σε εγκεκριμένο κέντρο στο οποίο οι ιατροί παρέχουν πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη, η διάρκεια της εν λόγω πρακτικής εκπαίδευσης μπορεί να συμπεριλαμβάνεται, με ανώτατο όριο ενός έτους, στην προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο διάρκεια για τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από την 1η Ιανουαρίου 2006.

Η δυνατότητα περί της οποίας το δεύτερο εδάφιο, παρέχεται μόνο στα κράτη μέλη στα οποία η διάρκεια της ειδικής εκπαίδευσης γενικής ιατρικής ήταν διετής κατά την 1η Ιανουαρίου 2001.

3.   Η ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής πραγματοποιείται με πλήρη παρακολούθηση υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών ή φορέων, είναι δε περισσότερο πρακτικής παρά θεωρητικής φύσεως.

Η πρακτική εκπαίδευση παρέχεται, αφενός, επί τουλάχιστον έξι μήνες σε εγκεκριμένο νοσοκομειακό περιβάλλον που διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό και τις απαραίτητες υπηρεσίες και, αφετέρου, επί τουλάχιστον έξι μήνες σε εγκεκριμένο ιατρείο γενικής ιατρικής ή σε εγκεκριμένο κέντρο στο οποίο οι ιατροί παρέχουν πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη.

Η εν λόγω εκπαίδευση πραγματοποιείται με τη σύμπραξη άλλων υγειονομικών ιδρυμάτων ή φορέων που ασχολούνται με τη γενική ιατρική. Ωστόσο, με την επιφύλαξη των ελάχιστων περιόδων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, η πρακτική εκπαίδευση δύναται να παρέχεται επί έξι μήνες κατ' ανώτατο όριο σε άλλα εγκεκριμένα υγειονομικά ιδρύματα ή σε άλλους εγκεκριμένους υγειονομικούς φορείς που ασχολούνται με τη γενική ιατρική.

Η εκπαίδευση προϋποθέτει την προσωπική συμμετοχή του υποψηφίου στην επαγγελματική δραστηριότητα και στις ευθύνες των προσώπων με τα οποία εργάζεται.

4.   Τα κράτη μέλη εξαρτούν τη χορήγηση τίτλου ειδικής εκπαίδευσης γενικής ιατρικής από την κατοχή ενός εκ των τίτλων βασικής ιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V σημείο 5.1.1.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν τους τίτλους εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4, σε ιατρό που δεν έχει ολοκληρώσει την προβλεπόμενη στο παρόν άρθρο εκπαίδευση, αλλά ο οποίος κατέχει άλλη συμπληρωματική εκπαίδευση πιστοποιούμενη από τίτλο εκπαίδευσης που έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους. Ωστόσο, μπορούν να χορηγούν τίτλους εκπαίδευσης μόνο εφόσον οι εν λόγω τίτλοι πιστοποιούν γνώσεις ποιοτικώς ισοδύναμου επιπέδου με τις γνώσεις που παρέχονται από την εκπαίδευση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν ιδίως κατά πόσον η συμπληρωματική εκπαίδευση που έχει ήδη αποκτήσει ο αιτών, καθώς και η επαγγελματική πείρα του δύνανται να ληφθούν υπόψη προς αντικατάσταση της προβλεπόμενης στο παρόν άρθρο εκπαίδευσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν τον τίτλο εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4, μόνο εάν ο αιτών έχει αποκτήσει πείρα τουλάχιστον έξι μηνών στη γενική ιατρική σε ιατρείο γενικής ιατρικής ή σε κέντρο όπου οι ιατροί παρέχουν πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη, εκ των αναφερομένων στην παράγραφο 3.

Άρθρο 29

Άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού γενικής ιατρικής

Κάθε κράτος μέλος εξαρτά, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με τα κεκτημένα δικαιώματα, την άσκηση των δραστηριοτήτων ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, από την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από τον συγκεκριμένο όρο τα άτομα που παρακολουθούν ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής.

Άρθρο 30

Ειδικά κεκτημένα δικαιώματα των ιατρών γενικής ιατρικής

1.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει τα κεκτημένα δικαιώματα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν ως κεκτημένο το δικαίωμα άσκησης των δραστηριοτήτων ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς τον τίτλο εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4, σε όλους τους ιατρούς οι οποίοι απολαύουν του εν λόγω δικαιώματος κατά την κρίσιμη ημερομηνία που αναφέρεται στο εν λόγω σημείο δυνάμει διατάξεων που εφαρμόζονται για το επάγγελμα του ιατρού παρέχοντας πρόσβαση στις επαγγελματικές δραστηριότητες ιατρού βασικής εκπαίδευσης, και οι οποίοι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21 ή του άρθρου 23.

Οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους χορηγούν, κατόπιν σχετικής αίτησης, πιστοποιητικό που βεβαιώνει το δικαίωμα άσκησης των δραστηριοτήτων του ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που εφαρμόζουν, χωρίς τον τίτλο εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4, στους ιατρούς οι οποίοι έχουν κεκτημένα δικαιώματα δυνάμει του πρώτου εδαφίου.

2.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, τα οποία χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, παρέχοντάς τους, στην επικράτειά του, την ίδια ισχύ με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο και οι οποίοι επιτρέπουν την άσκηση δραστηριοτήτων ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Τμήμα 3

Νοσοκόμοι υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη

Άρθρο 31

Εκπαίδευση νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη

1.   Η εισαγωγή στην εκπαίδευση νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη προϋποθέτει γενική σχολική εκπαίδευση δέκα ετών, η οποία βεβαιώνεται από δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς ενός κράτους μέλους ή από πιστοποιητικό που βεβαιώνει την επιτυχία σε εισαγωγικές εξετάσεις, ισοδύναμου επιπέδου, στις επαγγελματικές σχολές νοσοκόμων.

2.   Η εκπαίδευση νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη πραγματοποιείται με πλήρη παρακολούθηση και περιλαμβάνει τουλάχιστον το πρόγραμμα που παρατίθεται στο παράρτημα V σημείο 5.2.1.

Οι κατάλογοι με τους τομείς γνώσεων που παρατίθενται στο παράρτημα V σημείο 5.2.1, δύνανται να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2, με σκοπό την προσαρμογή τους στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η εν λόγω ενημέρωση δεν δύναται να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των νομοθετικών αρχών που ισχύουν για το καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

3.   Η εκπαίδευση του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη περιλαμβάνει τουλάχιστον τριετείς σπουδές ή 4 600 ώρες θεωρητικής και κλινικής κατάρτισης· η θεωρητική κατάρτιση καλύπτει τουλάχιστον το ένα τρίτο και η κλινική κατάρτιση τουλάχιστον τη μισή ελάχιστη διάρκεια της εκπαίδευσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν μερική εξαίρεση σε πρόσωπα που έχουν λάβει τμήμα της υπό εξέταση εκπαίδευσης στο πλαίσιο άλλης εκπαίδευσης τουλάχιστον ισοδύναμου επιπέδου.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την εκπαίδευση νοσοκόμου να είναι αρμόδιος για το συντονισμό μεταξύ της θεωρητικής και της κλινικής κατάρτισης για το σύνολο του προγράμματος σπουδών.

4.   Η θεωρητική κατάρτιση ορίζεται ως η πτυχή της νοσηλευτικής εκπαίδευσης μέσω της οποίας οι υπό κατάρτιση νοσοκόμοι αποκτούν τις απαραίτητες επαγγελματικές γνώσεις, κατανόηση και δεξιότητες για το σχεδιασμό, την παροχή και την αξιολόγηση της συνολικής υγειονομικής περίθαλψης. Η εν λόγω εκπαίδευση παρέχεται από το διδακτικό προσωπικό σε θέματα νοσηλευτικής, καθώς και από άλλα αρμόδια πρόσωπα, στις νοσηλευτικές σχολές και σε άλλους χώρους κατάρτισης που επιλέγονται από το εκπαιδευτικό ίδρυμα.

5.   Η κλινική κατάρτιση ορίζεται ως η πτυχή της νοσηλευτικής εκπαίδευσης μέσω της οποίας ο υπό κατάρτιση νοσοκόμος μαθαίνει, στο πλαίσιο ομάδας, σε άμεση επαφή με υγιές ή άρρωστο άτομο ή/και σύνολο ανθρώπων (κοινότητα), να σχεδιάζει, να παρέχει και να αξιολογεί την απαιτούμενη συνολική νοσηλευτική περίθαλψη βάσει των γνώσεων και των δεξιοτήτων που έχει αποκτήσει. Ο εκπαιδευόμενος νοσοκόμος μαθαίνει όχι μόνο να αποτελεί μέλος μιας ομάδας, αλλά και να είναι επικεφαλής ομάδας που οργανώνει τη συνολική νοσηλευτική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής εκπαίδευσης για τα μεμονωμένα άτομα και τις μικρές ομάδες, στο πλαίσιο του υγειονομικού φορέα ή εντός της κοινότητας.

Η εν λόγω κατάρτιση πραγματοποιείται στα νοσοκομεία και σε άλλους υγειονομικούς φορείς, καθώς και στο πλαίσιο της κοινότητας, υπό την ευθύνη των διδασκόντων νοσοκόμων και με τη συνεργασία και την αρωγή άλλων ειδικευμένων νοσοκόμων. Άλλο ειδικευμένο προσωπικό μπορεί να ενσωματωθεί στη διδακτική διεργασία.

Οι υπό κατάρτιση νοσοκόμοι συμμετέχουν στις δραστηριότητες των συγκεκριμένων υπηρεσιών στο βαθμό που οι εν λόγω δραστηριότητες συμβάλλουν στην εκπαίδευσή τους, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να αποκτήσουν γνώσεις σχετικά με την ανάληψη των ευθυνών που συνεπάγεται η νοσηλευτική περίθαλψη.

6.   Η εκπαίδευση του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

προσήκουσες γνώσεις των επιστημών στις οποίες βασίζεται η γενική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της ικανοποιητικής γνώσεως του οργανισμού, των φυσιολογικών λειτουργιών και της συμπεριφοράς των υγιών και των ασθενών προσώπων, καθώς και των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του·

β)

ικανοποιητική γνώση της φύσης και της δεοντολογίας του επαγγέλματος και των γενικών αρχών που αφορούν την υγεία και την περίθαλψη·

γ)

προσήκουσα κλινική πείρα, η οποία πρέπει να επιλέγεται για τον εκπαιδευτικό της χαρακτήρα και να έχει αποκτηθεί υπό τον έλεγχο ειδικευμένων νοσοκόμων και σε χώρους όπου ο αριθμός του ειδικευμένου προσωπικού και ο εξοπλισμός είναι κατάλληλοι για την περίθαλψη των ασθενών από νοσοκόμους·

δ)

ικανότητα συμμετοχής στην εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού και εμπειρία από τη συνεργασία με το προσωπικό αυτό·

ε)

εμπειρία από τη συνεργασία με άλλους επαγγελματίες του υγειονομικού τομέα.

Άρθρο 32

Άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι επαγγελματικές δραστηριότητες νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη είναι οι δραστηριότητες που ασκούνται βάσει των επαγγελματικών τίτλων του παραρτήματος V σημείο 5.2.2.

Άρθρο 33

Ιδιαίτερα κεκτημένα δικαιώματα των νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη

1.   Εφόσον οι γενικοί κανόνες των κεκτημένων δικαιωμάτων εφαρμόζονται στους νοσοκόμους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη, οι δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 23 πρέπει να περιλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για τον προγραμματισμό, την οργάνωση και τη χορήγηση νοσηλευτικής περίθαλψης στον ασθενή.

2.   Όσον αφορά τους πολωνικούς τίτλους εκπαίδευσης ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, σχετικά με τα κεκτημένα δικαιώματα ισχύουν μόνον οι παρακάτω διατάξεις περί κεκτημένων δικαιωμάτων. Για τους υπηκόους των κρατών μελών των οποίων οι τίτλοι εκπαίδευσης ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη χορηγήθηκαν από την Πολωνία ή των οποίων η εκπαίδευση άρχισε σ' αυτό το κράτος πριν από την 1η Μαΐου 2004, οι δε τίτλοι δεν πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης που προβλέπονται στο άρθρο 31, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους κάτωθι αναφερόμενους τίτλους εκπαίδευσης ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη ως επαρκή απόδειξη, εφόσον συνοδεύονται από πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην Πολωνία τις δραστηριότητες νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη κατά τις οριζόμενες περιόδους:

α)

τίτλος εκπαίδευσης ως νοσοκόμου βασικών σπουδών (dyplom licencjata pielęgniarstwa) : επί τρία συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την πενταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού·

β)

τίτλος εκπαίδευσης ως νοσοκόμου που πιστοποιεί ολοκλήρωση μεταδευτεροβάθμιων σπουδών, χορηγηθέν από ίδρυμα ιατρικής επαγγελματικής εκπαίδευσης (dyplom pielęgniarki albo pielęgniarki dyplomowanej): επί πέντε συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την επταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

Οι εν λόγω δραστηριότητες πρέπει να περιλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για τον προγραμματισμό, την οργάνωση και τη χορήγηση νοσηλευτικής περίθαλψης στον ασθενή.

3.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τίτλους επαγγελματικής εκπαίδευσης νοσοκόμων που έχουν χορηγηθεί στην Πολωνία σε νοσοκόμους που έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευσή τους πριν από την 1η Μαΐου 2004, η οποία δεν συμμορφωνόταν προς τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης του άρθρου 31, που βεβαιώνεται με πτυχίο «bachelor» το οποίο αποκτήθηκε με βάση ειδικό πρόγραμμα αναβάθμισης που περιέχεται στο άρθρο 11 της πράξης της 20 Απριλίου 2004 σχετικά με την τροποποίηση της πράξης για τα επαγγέλματα του νοσοκόμου και της μαίας/μαιευτή και σε ορισμένα άλλα νομοθετήματα (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας της 30 Απριλίου 2004, αριθ. 92, pos. 885) και στον κανονισμό του Υπουργού Υγείας της 11 Μαΐου 2004 σχετικά με τους λεπτομερείς όρους σπουδών νοσοκόμου και μαίας/μαιευτή, που είναι κάτοχοι πιστοποιητικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (τελική εξέταση- matura) και οι οποίοι είναι απόφοιτοι ιατρικού λυκείου και ιατρικών επαγγελματικών σχολών νοσοκόμων και μαιών/μάμων (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας της 13 Μαΐου 2004, αριθ. 110, pos. 1170) με στόχο να εξακριβωθεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων ανάλογο με το επίπεδο νοσοκόμων που διαθέτουν τα προσόντα τα οποία, στην περίπτωση της Πολωνίας, καθορίζονται στο παράρτημα V, σημείο 5.2.2.

Τμήμα 4

Οδοντίατροι

Άρθρο 34

Βασική οδοντιατρική εκπαίδευση

1.   Η εισαγωγή στη βασική οδοντιατρική εκπαίδευση προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος ή πιστοποιητικού που παρέχει πρόσβαση, για τις συγκεκριμένες αυτές σπουδές, στα πανεπιστημιακά ιδρύματα ή στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επιπέδου αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου, σε ένα κράτος μέλος.

2.   Η βασική οδοντιατρική εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη θεωρητικών και πρακτικών σπουδών πλήρους παρακολούθησης που αφορούν τουλάχιστον το πρόγραμμα του παραρτήματος V, σημείο 5.3.1, και οι οποίες πραγματοποιούνται σε πανεπιστήμιο, σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επιπέδου αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου.

Οι κατάλογοι με τους τομείς γνώσεων του παραρτήματος V σημείο 5.3.1 μπορούν να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 με σκοπό την προσαρμογή τους στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η εν λόγω ενημέρωση δεν μπορεί να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των νομοθετικών αρχών που ισχύουν ως προς το καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

3.   Η βασική οδοντιατρική εκπαίδευση παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

Προσήκουσες γνώσεις των επιστημών επί των οποίων βασίζεται η οδοντιατρική τέχνη καθώς και επαρκή κατανόηση των επιστημονικών μεθόδων, συμπεριλαμβανομένων των αρχών μετρήσεως των βιολογικών λειτουργιών, της αξιολόγησης των επιστημονικώς διαπιστωμένων γεγονότων και της ανάλυσης των δεδομένων·

β)

προσήκουσες γνώσεις της διάρθρωσης, φυσιολογίας και συμπεριφοράς υγιών και ασθενών, καθώς και της επιρροής του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος στην υγεία του ανθρώπου, κατά το μέτρο που τα στοιχεία αυτά σχετίζονται με την οδοντιατρική·

γ)

προσήκουσες γνώσεις της διάρθρωσης και της λειτουργίας των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών, ασθενών και υγιών καθώς και της σχέσης αυτών με τη γενική υγεία και τη φυσική και κοινωνική καλή κατάσταση του ασθενούς·

δ)

προσήκουσες γνώσεις των κλινικών πρακτικών και μεθόδων που να παρέχουν συνεκτική εικόνα των ανωμαλιών, βλαβών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών, υπό το πρίσμα της προληπτικής, διαγνωστικής και θεραπευτικής οδοντολογίας·

ε)

προσήκουσα κλινική πείρα υπό κατάλληλη εποπτεία σε νοσοκομεία.

Η εκπαίδευση του οδοντιάτρου παρέχει τα αναγκαία προσόντα για όλες τις προληπτικές, διαγνωστικές και θεραπευτικές δραστηριότητες των ανωμαλιών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών.

Άρθρο 35

Εκπαίδευση ειδικευμένου οδοντιάτρου

1.   Η εισαγωγή στην εκπαίδευση ειδικευμένου οδοντιάτρου προϋποθέτει την επιτυχή ολοκλήρωση και επικύρωση πενταετών θεωρητικών και πρακτικών σπουδών στο πλαίσιο του κύκλου σπουδών που προβλέπεται στο άρθρο 34 ή την κατοχή των εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο 23 και στο άρθρο 37.

2.   Η εκπαίδευση ειδικευμένου οδοντιάτρου περιλαμβάνει θεωρητική και πρακτική διδασκαλία σε πανεπιστημιακό κέντρο, σε κέντρο περιθάλψεως, εκπαιδεύσεως και έρευνας ή, ενδεχομένως, σε ίδρυμα υγείας εγκεκριμένο για τον σκοπό αυτόν από τις αρμόδιες αρχές ή οργανισμούς.

Πραγματοποιείται με ειδικά οδοντιατρικά μαθήματα κατά πλήρη απασχόληση τουλάχιστον τριών ετών υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών ή οργανισμών. Συνεπάγεται προσωπική συμμετοχή του υποψηφίου ειδικευμένου οδοντιάτρου στην δραστηριότητα και στις ευθύνες του εκάστοτε ιδρύματος.

Η ελάχιστη περίοδος εκπαίδευσης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο δύναται να τροποποιηθεί με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 με σκοπό την προσαρμογή τους στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

3.   Τα κράτη μέλη εξαρτούν την χορήγηση του τίτλου ειδικευμένου οδοντιάτρου από την κατοχή ενός από τους τίτλους βασικής οδοντιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V σημείο 5.3.2.

Άρθρο 36

Άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων οδοντιάτρου

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι επαγγελματικές δραστηριότητες του οδοντιάτρου είναι οι δραστηριότητες που ορίζονται στην παράγραφο 3 και ασκούνται βάσει των επαγγελματικών τίτλων του παραρτήματος V σημείο 5.3.2.

2.   Το επάγγελμα του οδοντιάτρου βασίζεται στην οδοντιατρική εκπαίδευση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 34 και συνιστά επάγγελμα ειδικό και ξεχωριστό από του ιατρού, είτε ειδικευμένου είτε όχι. Η άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων οδοντιάτρου προϋποθέτει την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.3.2. Οι κάτοχοι ενός τέτοιου τίτλου εκπαίδευσης εξομοιώνονται με τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 23 ή 37.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι οδοντίατροι να έχουν γενικώς τη δυνατότητα ανάληψης και άσκησης των δραστηριοτήτων πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας όσον αφορά τις ανωμαλίες και ασθένειες των οδόντων, του στόματος, των γνάθων και των παρακείμενων ιστών, τηρουμένων των κανονιστικών διατάξεων και των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν το επάγγελμα κατά τις κρίσιμες ημερομηνίες που αναφέρονται στο παράρτημα V σημείο 5.3.2.

Άρθρο 37

Ιδιαίτερα κεκτημένα δικαιώματα των οδοντιάτρων

1.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει, για τους σκοπούς της άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων οδοντιάτρου βάσει των τίτλων του παραρτήματος V σημείο 5.3.2, τους τίτλους εκπαίδευσης ιατρού οι οποίοι χορηγούνται στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Αυστρία, την Τσεχική Δημοκρατία και τη Σλοβακία, σε άτομα άρχισαν την ιατρική εκπαίδευσή τους το αργότερο κατά την κρίσιμη ημερομηνία που αναφέρεται στο εν λόγω παράρτημα για το οικείο κράτος μέλος, που συνοδεύονται από πιστοποιητικό που χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές του εκάστοτε κράτους μέλους.

Το εν λόγω πιστοποιητικό βεβαιώνει την τήρηση των ακόλουθων δύο προϋποθέσεων :

α)

ότι τα άτομα αυτά άσκησαν, στο εν λόγω κράτος μέλος, πράγματι, νομίμως και πρωτίστως, τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 36, επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού·

β)

ότι τα πρόσωπα αυτά επιτρέπεται να ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες υπό τους ίδιους όρους με τους κατόχους του τίτλου εκπαίδευσης που παρατίθεται για το συγκεκριμένο κράτος στο παράρτημα V σημείο 5.3.2.

Εξαιρούνται από την τριετή άσκηση του επαγγέλματος που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α), τα άτομα που έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς τουλάχιστον τριετείς σπουδές οι οποίες βεβαιώνονται από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους ως ισοδύναμες προς την εκπαίδευση που αναφέρεται στο άρθρο 34.

Όσον αφορά την Τσεχική Δημοκρατία και την Σλοβακία, οι τίτλοι εκπαίδευσης που αποκτήθηκαν στην πρώην Τσεχοσλοβακία αναγνωρίζονται όπως και οι τσεχικοί και σλοβακικοί τίτλοι εκπαίδευσης και υπό τους ίδιους όρους που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια.

2.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους ιατρικής εκπαίδευσης που χορηγούνται στην Ιταλία σε άτομα που έχουν αρχίσει την πανεπιστημιακή ιατρική εκπαίδευσή τους μετά την 28 Ιανουαρίου 1980 και, το αργότερο, στις 31 Δεκεμβρίου 1984, εφόσον συνοδεύονται από πιστοποιητικό που χορηγείται από τις ιταλικές αρμόδιες αρχές.

Το εν λόγω πιστοποιητικό βεβαιώνει την τήρηση των ακόλουθων τριών προϋποθέσεων:

α)

ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν υποβληθεί επιτυχώς στην ειδική δοκιμασία επάρκειας που διοργανώθηκε από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον κατέχουν επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων συγκρίσιμο προς εκείνο των ατόμων που διαθέτουν τον τίτλο εκπαίδευσης που εμφανίζεται, για την Ιταλία, στο παράρτημα V, σημείο 5.3.2·

β)

ότι, στην Ιταλία, άσκησαν πράγματι, νομίμως και πρωτίστως, τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 36 επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού·

γ)

ότι επιτρέπεται να ασκούν ή ασκούν πράγματι, νομίμως και πρωτίστως και υπό τους ίδιους όρους με τους κατόχους του τίτλου εκπαίδευσης που αναφέρεται για την Ιταλία στο παράρτημα V σημείο 5.3.2, τις δραστηριότητες του άρθρου 36.

Απαλλάσσονται από τη δοκιμασία επάρκειας που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α), τα πρόσωπα που έχουν παρακολουθήσει επιτυχώς τουλάχιστον τριετείς σπουδές οι οποίες πιστοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές ως ισοδύναμες προς την εκπαίδευση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 34.

Προς τα ανωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα εξομοιώνονται τα πρόσωπα που άρχισαν την πανεπιστημιακή ιατρική τους εκπαίδευση μετά την 31 Δεκεμβρίου 1984, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω τριετείς σπουδές άρχισαν πριν από την 31 Δεκεμβρίου 1994.

Τμήμα 5

Κτηνίατροι

Άρθρο 38

Κτηνιατρική εκπαίδευση

1.   Η κτηνιατρική εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πενταετείς θεωρητικές και πρακτικές σπουδές πλήρους παρακολούθησης που πραγματοποιούνται σε πανεπιστήμιο, σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επιπέδου αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου, και αφορούν τουλάχιστον το πρόγραμμα που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.4.1.

Οι κατάλογοι με τους τομείς γνώσεων του παραρτήματος V σημείο 5.4.1 μπορούν να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 με σκοπό την προσαρμογή τους στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η εν λόγω ενημέρωση δεν πρέπει να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των νομοθετικών αρχών που ισχύουν για το καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

2.   Η εισαγωγή στην κτηνιατρική εκπαίδευση προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος ή πιστοποιητικού που παρέχει πρόσβαση, για τις συγκεκριμένες σπουδές, στα πανεπιστημιακά ιδρύματα ή στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ένα κράτος μέλος αναγνωρίζει ως ισοδύναμου επιπέδου για τις σπουδές αυτές.

3.   Η εκπαίδευση του κτηνιάτρου παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

προσήκουσες γνώσεις των επιστημών στις οποίες βασίζονται οι δραστηριότητες του κτηνιάτρου·

β)

προσήκουσες γνώσεις του οργανισμού και των λειτουργιών των υγιών ζώων, της εκτροφής τους, της αναπαραγωγής τους, γενικώς της υγιεινής τους καθώς και της διατροφής τους, περιλαμβανομένης της τεχνολογίας που εφαρμόζεται κατά την παρασκευή και τη διατήρηση των τροφών που απαιτούνται για τις ανάγκες τους·

γ)

προσήκουσες γνώσεις στον τομέα της συμπεριφοράς και της προστασίας των ζώων·

δ)

προσήκουσες γνώσεις των αιτιών, της φύσης, της εξέλιξης, των αποτελεσμάτων, των διαγνωστικών μεθόδων και της θεραπείας των ασθενειών των ζώων, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες· μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη γνώση των ασθενειών που μεταδίδονται στον άνθρωπο·

ε)

προσήκουσες γνώσεις της προληπτικής ιατρικής·

στ)

προσήκουσες γνώσεις της υγιεινής και της τεχνολογίας κατά την παραγωγή, βιομηχανική παραγωγή και θέση σε κυκλοφορία των ζωοτροφών ή ζωικής προελεύσεως τροφίμων που προορίζονται για την ανθρώπινη κατανάλωση·

ζ)

προσήκουσες γνώσεις όσον αφορά τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που σχετίζονται με τα ανωτέρω απαριθμηθέντα θέματα·

η)

προσήκουσα κλινική και άλλη πρακτική εμπειρία υπό κατάλληλη εποπτεία.

Άρθρο 39

Ειδικά κεκτημένα δικαιώματα των κτηνιάτρων

Με την επιφύλαξη του άρθρου 23 παράγραφος 4 για τους υπηκόους των κρατών μελών των οποίων οι τίτλοι κτηνιατρικής εκπαίδευσης έχουν χορηγηθεί από την Εσθονία ή των οποίων η εκπαίδευση άρχισε σ' αυτό το κράτος πριν από την 1η Μαΐου 2004, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους τίτλους αυτούς εφόσον συνοδεύονται από πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην Εσθονία τις οικείες δραστηριότητες επί πέντε συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την επταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

Τμήμα 6

Μαίες/Μαιευτές

Άρθρο 40

Μαιευτική εκπαίδευση

1.   Συνολικά, η μαιευτική εκπαίδευση περιλαμβάνει τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους εκπαιδευτικούς κύκλους:

α)

ειδική εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης τουλάχιστον τριών ετών θεωρητικών και πρακτικών σπουδών (κατεύθυνση I) που να αφορούν τουλάχιστον το πρόγραμμα που παρατίθεται στο παράρτημα V σημείο 5.5.1 ή

β)

ειδική εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης δεκαοκτώ μηνών (κατεύθυνση II) που να καλύπτει τουλάχιστον το πρόγραμμα που παρατίθεται στο παράρτημα V σημείο 5.5.1 και η οποία να μην έχει αποτελέσει αντικείμενο ισοδύναμης κατάρτισης στο πλαίσιο της εκπαίδευσης ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο φορέας που αναλαμβάνει τη μαιευτική εκπαίδευση να είναι αρμόδιος για το συντονισμό θεωρίας και πράξης για το σύνολο του προγράμματος σπουδών.

Οι κατάλογοι με τους τομείς γνώσεων του παραρτήματος V σημείο 5.5.1 δύνανται να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 με σκοπό την προσαρμογή τους στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η εν λόγω ενημέρωση δεν πρέπει να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των νομοθετικών αρχών που ισχύουν σχετικά με το καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

2.   Η εισαγωγή στη μαιευτική εκπαίδευση υπόκειται σε μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

την ολοκλήρωση τουλάχιστον των πρώτων δέκα ετών της γενικής σχολικής εκπαίδευσης, για την κατεύθυνση I·

β)

την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.2.2 για την κατεύθυνση II.

3.   Η εκπαίδευση της μαίας/του μαιευτή παρέχει την εγγύηση ότι η/ο ενδιαφερόμενη/ος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

προσήκουσες γνώσεις των επιστημών επί των οποίων βασίζονται οι δραστηριότητες της μαίας/του μαιευτή, ιδίως της μαιευτικής και της γυναικολογίας·

β)

προσήκουσες γνώσεις της επαγγελματικής δεοντολογίας και της νομοθεσίας·

γ)

λεπτομερή γνώση της βιολογικής λειτουργίας, της ανατομίας και της φυσιολογίας στον τομέα της μαιευτικής και των νεογνών, καθώς και γνώση των σχέσεων μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του και της συμπεριφοράς του·

δ)

επαρκή κλινική πείρα σε ανεγνωρισμένα ιδρύματα υπό την εποπτεία ανεγνωρισμένου εξειδικευμένου προσωπικού στη μαιευτική·

ε)

προσήκουσες γνώσεις σχετικά με την εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού και εμπειρία συνεργασίας με το εν λόγω προσωπικό.

Άρθρο 41

Προϋποθέσεις αναγνώρισης των τίτλων μαιευτικής εκπαίδευσης

1.   Οι τίτλοι μαιευτικής εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.5.2 αναγνωρίζονται αυτομάτως δυνάμει του άρθρου 21, εφόσον πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

μαιευτική εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης τουλάχιστον τριών ετών:

i)

είτε εξαρτώμενη από την κατοχή διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου παρέχοντος πρόσβαση στα πανεπιστημιακά ιδρύματα ή στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ή διασφαλίζοντος εκ προοιμίου ισοδύναμο επίπεδο γνώσεων,

ii)

είτε ακολουθούμενη από διετή επαγγελματική πείρα για την οποία χορηγείται πιστοποιητικό σύμφωνα με την παράγραφο 2·

β)

μαιευτική εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης τουλάχιστον δύο ετών ή 3 600 ωρών υπό τον όρο ότι συνοδεύεται από τίτλο εκπαίδευσης ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.2.2·

γ)

μαιευτική εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών ή 3 000 ωρών υπό τον όρο ότι συνοδεύεται από τίτλο εκπαίδευσης ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.2.2 και ακολουθούμενη από επαγγελματική πείρα ενός έτους για την οποία χορηγείται πιστοποιητικό σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 πιστοποιητικό χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Βεβαιώνει δε ότι ο δικαιούχος, μετά την απόκτηση του τίτλου μαιευτικής εκπαίδευσης, άσκησε ικανοποιητικά, σε νοσοκομείο ή σε εγκεκριμένο προς τούτο υγειονομικό ίδρυμα, όλες τις δραστηριότητες μαίας/μαιευτή κατά το αντίστοιχο διάστημα.

Άρθρο 42

Άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων μαίας/μαιευτή

1.   Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος εφαρμόζονται στις δραστηριότητες μαίας/μαιευτή όπως ορίζονται από κάθε κράτος μέλος, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 και όπως ασκούνται βάσει των επαγγελματικών τίτλων του παραρτήματος V σημείο 5.5.2.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι μαίες/μαιευτές να έχουν τη δυνατότητα ανάληψης και άσκησης τουλάχιστον των ακόλουθων δραστηριοτήτων:

α)

παροχή ορθής πληροφόρησης και συμβουλών σε θέματα οικογενειακού προγραμματισμού·

β)

εξακρίβωση εγκυμοσύνης και στη συνέχεια παρακολούθηση της φυσιολογικής εγκυμοσύνης και εκτέλεση των εξετάσεων που είναι αναγκαίες για τον έλεγχο της εξέλιξης της φυσιολογικής εγκυμοσύνης·

γ)

έγγραφη ή συμβουλευτική υπόδειξη για εκτέλεση των απαραίτητων εξετάσεων με στόχο την όσο γίνεται πιο πρώιμη διάγνωση κάθε επικίνδυνης εγκυμοσύνης·

δ)

κατάρτιση προγράμματος προετοιμασίας των γονέων στο μελλοντικό ρόλο τους, εξασφάλιση της πλήρους προετοιμασίας τους για τον τοκετό και παροχή συμβουλών στον τομέα της υγιεινής και της διατροφής·

ε)

παροχή συνδρομής στην έγκυο κατά τη διάρκεια του τοκετού και παρακολούθηση της κατάστασης του εμβρύου με τα κατάλληλα κλινικά και τεχνικά μέσα·

στ)

διεξαγωγή του φυσιολογικού τοκετού στην περίπτωση που πρόκειται για κεφαλική προβολή περιλαμβανομένης εν ανάγκη και της επισειοτομής και, σε επείγουσα περίπτωση, διενέργεια τοκετού ισχιακής προβολής·

ζ)

διάγνωση στη μητέρα ή στο νεογνό συμπτωμάτων που φανερώνουν ανωμαλίες οι οποίες απαιτούν την παρέμβαση ιατρού καθώς και παροχή συνδρομής στον τελευταίο σε περίπτωση επέμβασης· λήψη επειγόντων μέτρων που επιβάλλονται σε περίπτωση απουσίας ιατρού, ιδίως δακτυλική αποκόλληση του πλακούντα, η οποία ακολουθείται ενδεχομένως από δακτυλική επισκόπηση της μήτρας·

η)

εξέταση και φροντίδα του νεογνού· λήψη όλων των μέτρων που επιβάλλονται σε περίπτωση ανάγκης και εφαρμογή, σε δεδομένη περίπτωση, άμεσης ανανήψεως·

θ)

παρακολούθηση και έλεγχος της λεχώνας και παροχή όλων των απαραίτητων συμβουλών που αποβλέπουν στην ανατροφή του νεογνού με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες·

ι)

εφαρμογή της θεραπείας που ορίζεται από τον ιατρό·

ια)

τήρηση των απαραίτητων εγγράφων, ιστορικών και αρχείων.

Άρθρο 43

Ιδιαίτερα κεκτημένα δικαιώματα των μαιών/μαμών

1.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη για τους υπηκόους των κρατών μελών των οποίων οι τίτλοι μαιευτικής εκπαίδευσης πληρούν το σύνολο των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης του άρθρου 40 αλλά οι οποίοι, δυνάμει του άρθρου 41, αναγνωρίζονται μόνο εάν συνοδεύονται από το πιστοποιητικό άσκησης του επαγγέλματος που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο 41 παράγραφος 2 τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από αυτά τα κράτη μέλη πριν από την κρίσιμη ημερομηνία που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.5.2, συνοδευόμενους από πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι οι εν λόγω υπήκοοι αφιερώθηκαν πράγματι και νομίμως στις συγκεκριμένες δραστηριότητες επί τουλάχιστον δύο συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού.

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στους υπηκόους των κρατών μελών των οποίων οι τίτλοι μαιευτικής εκπαίδευσης πιστοποιούν εκπαίδευση που αποκτήθηκε στο έδαφος της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και οι οποίοι πληρούν το σύνολο των ελάχιστων όρων εκπαίδευσης του άρθρου 40, αλλά οι οποίοι δυνάμει του άρθρου 41, αναγνωρίζονται μόνο εάν συνοδεύονται από το πιστοποιητικό άσκησης του επαγγέλματος που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο 41 παράγραφος 2, εφόσον πιστοποιούν εκπαίδευση που άρχισε πριν από τις 3 Οκτωβρίου 1990.

3.   Όσον αφορά τους πολωνικούς τίτλους εκπαίδευσης ως μαίας/μαιευτή, σχετικά με τα κεκτημένα δικαιώματα ισχύουν μόνον οι παρακάτω διατάξεις περί κεκτημένων δικαιωμάτων.

Για τους υπηκόους των κρατών μελών των οποίων οι τίτλοι εκπαίδευσης ως μαίας/μαιευτή χορηγήθηκαν από την Πολωνία ή των οποίων η εκπαίδευση άρχισε σ' αυτό το κράτος πριν από την 1η Μαΐου 2004, οι δε τίτλοι δεν πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης που προβλέπονται στο άρθρο 40, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους κάτωθι αναφερόμενους τίτλους εκπαίδευσης ως μαίας/μαιευτή, εφόσον συνοδεύονται από πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην Πολωνία τις δραστηριότητες μαίας/μαιευτή κατά τις παρακάτω οριζόμενες περιόδους:

α)

τίτλος εκπαίδευσης ως μαίας/μαιευτή βασικών σπουδών (dyplom licencjata położnictwa): επί τρία συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την πενταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού·

β)

τίτλος εκπαίδευσης ως μαίας/μαιευτή που πιστοποιεί ολοκλήρωση μεταδευτεροβάθμιων σπουδών, χορηγηθείς από ίδρυμα ιατρικής επαγγελματικής εκπαίδευσης (dyplom położnej) : επί πέντε συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την επταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

4.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τίτλους επαγγελματικής εκπαίδευσης στον τομέα της μαιευτικής που έχουν χορηγηθεί στην Πολωνία σε μαίες/μαιευτές που έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευσή τους πριν από την 1η Μαΐου 2004, η οποία δεν συμμορφωνόταν προς τις στοιχειώδεις απαιτήσεις εκπαίδευσης του άρθρου 40, που βεβαιώνεται με πτυχίο «bachelor» το οποίο αποκτήθηκε με βάση ειδικό πρόγραμμα αναβάθμισης που περιέχεται στο άρθρο 11 της πράξης της 20 Απριλίου 2004 σχετικά με την τροποποίηση της πράξης για τα επαγγέλματα του νοσοκόμου και της μαίας/μαιευτή και σε ορισμένα άλλα νομοθετήματα (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας της 30 Απριλίου 2004, αριθ. 92 pos. 885) και στον κανονισμό του Υπουργού Υγείας της 11 Μαΐου 2004 σχετικά με τους λεπτομερείς όρους σπουδών νοσοκόμου και μαίας/μαιευτή, που είναι κάτοχοι πιστοποιητικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (τελική εξέταση- matura) και οι οποίοι είναι απόφοιτοι ιατρικού λυκείου και ιατρικών επαγγελματικών σχολών νοσοκόμων και μαιών/μάμων (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας της 13 Μαΐου 2004, αριθ. 110 pos. 1170) με στόχο να εξακριβωθεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων ανάλογο με το επίπεδο μαιών/μαμών που διαθέτουν τα προσόντα τα οποία, στην περίπτωση της Πολωνίας, καθορίζονται στο παράρτημα V σημείο 5.5.2.

Τμήμα 7

Φαρμακοποιοί

Άρθρο 44

Φαρμακευτική εκπαίδευση

1.   Η εισαγωγή στη φαρμακευτική εκπαίδευση προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος ή πιστοποιητικού που παρέχει πρόσβαση, για τις συγκεκριμένες σπουδές, στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή σε ιδρύματα επιπέδου αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου, σε ένα κράτος μέλος.

2.   Ο τίτλος φαρμακευτικής εκπαίδευσης βεβαιώνει εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, από τα οποία τουλάχιστον:

α)

τέσσερα έτη θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης πλήρους παρακολούθησης σε πανεπιστήμιο, ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επιπέδου αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου·

β)

έξι μήνες πρακτικής άσκησης σε φαρμακείο ανοικτό στο κοινό ή σε νοσοκομείο υπό την εποπτεία της φαρμακευτικής υπηρεσίας του νοσοκομείου αυτού.

Ο εν λόγω κύκλος σπουδών περιλαμβάνει τουλάχιστον το πρόγραμμα του παραρτήματος V σημείο 5.6.1. Οι κατάλογοι με τους τομείς γνώσεων που παρατίθενται στο παράρτημα V σημείο 5.6.1, μπορούν να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 με σκοπό την προσαρμογή τους στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η ενημέρωση αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των νομοθετικών αρχών που ισχύουν για το καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

3.   Η εκπαίδευση του φαρμακοποιού παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

προσήκουσα γνώση των φαρμάκων καθώς και των υλών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των φαρμάκων·

β)

προσήκουσα γνώση της φαρμακευτικής τεχνολογίας και του φυσικού, χημικού, βιολογικού και μικροβιολογικού ελέγχου των φαρμάκων·

γ)

προσήκουσα γνώση του μεταβολισμού και των αποτελεσμάτων των φαρμάκων και της δράσης των τοξικών ουσιών, καθώς και της χρήσης των φαρμάκων·

δ)

προσήκουσα γνώση η οποία επιτρέπει την αξιολόγηση των επιστημονικών δεδομένων για τα φάρμακα ώστε βάσει αυτής να μπορούν να παρέχονται οι κατάλληλες πληροφορίες·

ε)

προσήκουσα γνώση των νόμιμων και άλλων προϋποθέσεων για την άσκηση φαρμακευτικών δραστηριοτήτων.

Άρθρο 45

Άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων φαρμακοποιού

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι φαρμακευτικές δραστηριότητες είναι οι δραστηριότητες των οποίων η ανάληψη και η άσκηση εξαρτώνται, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, από απαιτήσεις επαγγελματικών προσόντων και οι οποίες είναι ανοικτές στους κατόχους ενός εκ των τίτλων εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V σημείο 5.6.2.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης πανεπιστημιακού ή αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου επιπέδου στον τομέα της φαρμακευτικής, που πληροί τους όρους του άρθρου 44, να έχουν τη δυνατότητα ανάληψης και άσκησης τουλάχιστον των ακόλουθων δραστηριοτήτων, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της απαίτησης συμπληρωματικής επαγγελματικής πείρας:

α)

καθορισμός της φαρμακευτικής μορφής των φαρμάκων·

β)

παρασκευή και έλεγχος των φαρμάκων·

γ)

έλεγχος των φαρμάκων σε εργαστήριο ελέγχου φαρμάκων·

δ)

αποθήκευση, διατήρηση και διανομή των φαρμάκων στο στάδιο της χονδρικής πώλησης·

ε)

προετοιμασία, έλεγχος, αποθήκευση και διανομή των φαρμάκων στα φαρμακεία·

στ)

προετοιμασία, έλεγχος, αποθήκευση και διάθεση των φαρμάκων στα νοσοκομεία·

ζ)

παροχή πληροφοριών και συμβουλών σχετικά με τα φάρμακα.

3.   Όταν σ' ένα κράτος μέλος, για την ανάληψη ή την άσκηση μιας δραστηριότητας φαρμακοποιού απαιτείται, εκτός από την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης περί του οποίου το παράρτημα V σημείο 5.6.2, η προϋπόθεση συμπληρωματικής επαγγελματικής πείρας, το εν λόγω κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή προς τούτο απόδειξη το πιστοποιητικό των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής, σύμφωνα με το οποίο ο ενδιαφερόμενος άσκησε τις εν λόγω δραστηριότητες στο κράτος μέλος καταγωγής για ίσο χρονικό διάστημα.

4.   Η αναγνώριση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεν ισχύει όσον αφορά τη διετή επαγγελματική πείρα που απαιτεί το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου για τη χορήγηση κρατικής αδείας λειτουργίας φαρμακείου ανοικτού στο κοινό.

5.   Αν κατά την ημερομηνία της 16 Σεπτεμβρίου 1985 υπήρχε σ' ένα κράτος μέλος ο θεσμός διαγωνισμού με δοκιμασίες για την επιλογή, μεταξύ των δικαιούχων της παραγράφου 2, εκείνων που θα λάβουν άδεια απόκτησης νέων φαρμακείων των οποίων η δημιουργία αποφασίστηκε στο πλαίσιο εθνικού συστήματος γεωγραφικής κατανομής, το συγκεκριμένο κράτος μέλος μπορεί, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, να διατηρήσει τον εν λόγω διαγωνισμό και να υποβάλει σ' αυτόν όσους υπηκόους κρατών μελών διαθέτουν έναν από τους τίτλους εκπαίδευσης ως φαρμακοποιού που αναγράφονται στο παράρτημα V σημείο 5.6.2, ή υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 23.

Τμήμα 8

Αρχιτέκτονες

Άρθρο 46

Εκπαίδευση αρχιτεκτόνων

1.   Συνολικά, η εκπαίδευση αρχιτέκτονα περιλαμβάνει τουλάχιστον είτε τέσσερα έτη σπουδών πλήρους παρακολούθησης, είτε έξι έτη σπουδών, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία έτη πλήρους παρακολούθησης, σε πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα και πιστοποιείται με την επιτυχία σε εξέταση πανεπιστημιακού επιπέδου.

Η εν λόγω εκπαίδευση, που πρέπει να είναι πανεπιστημιακού επιπέδου και της οποίας το πρωταρχικό στοιχείο συνιστά η αρχιτεκτονική, πρέπει να διατηρεί την ισορροπία μεταξύ των θεωρητικών και πρακτικών πτυχών της εκπαίδευσης στον τομέα της αρχιτεκτονικής και να παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

ικανότητα σύλληψης αρχιτεκτονικών δημιουργιών που να ικανοποιούν συγχρόνως αισθητικές και τεχνικές απαιτήσεις·

β)

προσήκουσα γνώση της ιστορίας και των θεωριών της αρχιτεκτονικής καθώς και των συναφών τεχνών, τεχνολογιών και επιστημών του ανθρώπου·

γ)

γνώση των καλών τεχνών ως παραγόντων που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ποιότητα της αρχιτεκτονικής σύλληψης·

δ)

προσήκουσα γνώση της πολεοδομίας, του πολεοδομικού σχεδιασμού και των τεχνικών που εφαρμόζονται στη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού·

ε)

ικανότητα κατανόησης των σχέσεων, αφενός, ανάμεσα στους ανθρώπους και τα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, και αφετέρου, ανάμεσα στα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα και το περιβάλλον τους, καθώς και ικανότητα κατανόησης της ανάγκης αρμονικού συνδυασμού των αρχιτεκτονικών δημιουργημάτων με τους χώρους, ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου και την αντίστοιχη κλίμακα·

στ)

ικανότητα κατανόησης του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα και του ρόλου του στην κοινωνία, ειδικότερα μέσω της επεξεργασίας σχεδίων στα οποία λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικοί παράγοντες·

ζ)

γνώση των μεθόδων τεκμηρίωσης και προπαρασκευής της οικοδομικής μελέτης·

η)

γνώση των προβλημάτων στατικού σχεδιασμού, οικοδομικής και έργων πολιτικού μηχανικού, τα οποία συνδέονται με το σχεδιασμό των κτιρίων·

θ)

προσήκουσα γνώση των προβλημάτων που έχουν σχέση με τις φυσικές ιδιότητες των κτιρίων, των τεχνολογιών, καθώς επίσης και της λειτουργίας των κατασκευών, ώστε να τις εφοδιάζει με όλα τα στοιχεία εσωτερικής άνεσης και κλιματικής προστασίας·

ι)

τεχνική ικανότητα, χάρη στην οποία ο αρχιτέκτονας θα μπορεί να επινοεί κατασκευές που να ικανοποιούν τις απαιτήσεις αυτών που τις χρησιμοποιούν, σεβόμενος τους οικονομικούς περιορισμούς και τους οικοδομικούς κανονισμούς·

ια)

προσήκουσα γνώση των βιομηχανιών, οργανώσεων, κανονισμών και διαδικασιών, που έχουν σχέση με την υλοποίηση των κτιριακών μελετών και την ένταξη των σχεδίων στο γενικό σχεδιασμό.

2.   Οι γνώσεις και οι δεξιότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δύνανται να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 με σκοπό την προσαρμογή τους στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η εν λόγω ενημέρωση δεν πρέπει να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των νομοθετικών αρχών που ισχύουν για το καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

Άρθρο 47

Παρεκκλίσεις από τους όρους εκπαίδευσης του αρχιτέκτονα

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 46, αναγνωρίζεται επίσης ότι πληροί το άρθρο 21 η τριετής εκπαίδευση των «Fachhochschulen» στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία λειτουργούσε στις 5 Αυγούστου 1985, πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 46 και παρείχε πρόσβαση στις δραστηριότητες του άρθρου 48 στο συγκεκριμένο κράτος μέλος βάσει του επαγγελματικού τίτλου αρχιτέκτονα, με την προϋπόθεση ότι η εκπαίδευση συμπληρώνεται από περίοδο επαγγελματικής πείρας τεσσάρων ετών, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία βεβαιώνεται από πιστοποιητικό που χορηγείται από την επαγγελματική τάξη στον πίνακα της οποίας είναι εγγεγραμμένος ο αρχιτέκτονας που επιθυμεί να επωφεληθεί των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.

Η επαγγελματική τάξη πρέπει προηγουμένως να ορίσει ότι οι εργασίες που θα πραγματοποιηθούν από τον οικείο αρχιτέκτονα στον τομέα της αρχιτεκτονικής συνιστούν πειστική εφαρμογή του συνόλου των γνώσεων και δεξιοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1. Το εν λόγω πιστοποιητικό χορηγείται βάσει της ίδιας διαδικασίας με εκείνη που ισχύει για την εγγραφή στον πίνακα της επαγγελματικής τάξης.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 46 και στα πλαίσια των προσπαθειών για την κοινωνική αναβάθμιση ή την αναβάθμιση των προγραμμάτων πανεπιστημιακών σπουδών με μερική απασχόληση, αναγνωρίζεται επίσης ότι πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 21 η εκπαίδευση που ικανοποιεί τις απαιτήσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 46 και πιστοποιείται από εξέταση στην αρχιτεκτονική, που ολοκληρώνεται επιτυχώς από πρόσωπο που εργάζεται επί επτά και πλέον έτη στον τομέα της αρχιτεκτονικής υπό τον έλεγχο ενός αρχιτέκτονα ή ενός γραφείου αρχιτεκτόνων. Η εξέταση αυτή πρέπει να είναι πανεπιστημιακού επιπέδου και να ισοδυναμεί προς την εξέταση στο τέλος των σπουδών η οποία αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 48

Άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, επαγγελματικές δραστηριότητες του αρχιτέκτονα είναι οι δραστηριότητες που ασκούνται συνήθως βάσει του επαγγελματικού τίτλου του αρχιτέκτονα.

2.   Θεωρείται ότι πληρούν τους απαιτούμενους όρους για την άσκηση των δραστηριοτήτων του αρχιτέκτονα, υπό τον επαγγελματικό τίτλο του αρχιτέκτονα, οι υπήκοοι κράτους μέλους οι οποίοι δικαιούνται να φέρουν τον εν λόγω τίτλο κατ' εφαρμογή νόμου που παραχωρεί στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους τη δυνατότητα να χορηγεί τον τίτλο αυτό στους υπηκόους των κρατών μελών που έχουν διακριθεί ιδιαιτέρως λόγω της ποιότητας του έργου τους στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Η αρχιτεκτονική φύση των δραστηριοτήτων των ενδιαφερομένων βεβαιώνεται από πιστοποιητικό που χορηγεί το κράτος μέλος καταγωγής τους.

Άρθρο 49

Ειδικά κεκτημένα δικαιώματα αρχιτεκτόνων

1.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης αρχιτέκτονα που αναφέρονται στο παράρτημα VI σημείο 6.1, οι οποίοι χορηγούνται από τα άλλα κράτη μέλη και πιστοποιούν εκπαίδευση που άρχισε το αργότερο κατά το αναφερόμενο στο εν λόγω παράρτημα κρίσιμο ακαδημαϊκό έτος, ακόμη και αν δεν πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις του άρθρου 46, παρέχοντάς τους την ίδια ισχύ, στην επικράτειά του, με τους τίτλους εκπαίδευσης αρχιτέκτονα που χορηγεί το ίδιο όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα.

Κατά ταύτα, αναγνωρίζονται οι βεβαιώσεις των αρμοδίων αρχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες πιστοποιούν την αντίστοιχη ισοδυναμία των τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται από τις 8 Μαΐου 1945 από τις αρμόδιες αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τους τίτλους που παρατίθενται στο εν λόγω παράρτημα.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους κάτωθι αναφερόμενους τίτλους εκπαίδευσης και τους παρέχει, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα βάσει του επαγγελματικού τίτλου του αρχιτέκτονα, την ίδια ισχύ, στην επικράτειά του, με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο: βεβαιώσεις που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν κανονιστικές ρυθμίσεις ως προς την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες:

α)

1η Ιανουαρίου 1995 για την Αυστρία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία·

β)

1η Μαΐου 2004 για την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Κύπρο, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία·

γ)

5 Αυγούστου 1987 για τα άλλα κράτη μέλη.

Οι αναφερόμενες στην πρώτη παράγραφο βεβαιώσεις πιστοποιούν ότι ο κάτοχός τους έλαβε την άδεια να κάνει χρήση του επαγγελματικού τίτλου του αρχιτέκτονα το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή και ότι αφιερώθηκε πράγματι, στο πλαίσιο της εν λόγω κανονιστικής ρύθμισης, στις συγκεκριμένες δραστηριότητες επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

Κοινές διατάξεις περί εγκατάστασης

Άρθρο 50

Έγγραφα και διατυπώσεις

1.   Εφόσον αποφαίνονται επί αιτήσεως αδείας για την άσκηση του οικείου νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος κατ' εφαρμογή του παρόντος τίτλου, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να απαιτήσουν τα έγγραφα και τα πιστοποιητικά του παραρτήματος VII.

Η ημερομηνία έκδοσης των εγγράφων που αναφέρονται στο παράρτημα VII σημείο 1 στοιχεία δ), ε) και στ) δεν μπορεί, κατά την προσκόμισή τους, να υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

Τα κράτη μέλη, οι οργανισμοί και άλλα νομικά πρόσωπα διασφαλίζουν το απόρρητο των παρεχόμενων πληροφοριών.

2.   Σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών, το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους επιβεβαίωση του γνησίου των βεβαιώσεων και πιστοποιητικών και των τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται σε αυτό το κράτος μέλος καθώς και, ενδεχομένως, επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ο δικαιούχος πληροί, όσον αφορά τα επαγγέλματα του κεφαλαίου III του παρόντος τίτλου, τους ελάχιστους όρους εκπαίδευσης που αναφέρονται αντιστοίχως στα άρθρα 24, 25, 28, 31, 34, 35, 38, 40, 44 και 46.

3.   Σε περιπτώσεις δικαιολογημένων αμφιβολιών, εφόσον έχουν εκδοθεί τίτλοι εκπαίδευσης, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ), από αρμόδια αρχή κράτους μέλους και περιλαμβάνουν την εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε εκπαιδευτικό ίδρυμα που εδρεύει νόμιμα στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, το κράτος μέλος υποδοχής έχει το δικαίωμα να επαληθεύει με τον αρμόδιο φορέα στο κράτος μέλος καταγωγής του τίτλου:

α)

κατά πόσον η εκπαίδευση στο ίδρυμα που παρέσχε την κατάρτιση έχει πιστοποιηθεί επισήμως από το εκπαιδευτικό ίδρυμα που βρίσκεται στο κράτος μέλος καταγωγής του τίτλου·

β)

κατά πόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης που έχουν εκδοθεί είναι οι ίδιοι με εκείνους που θα είχαν χορηγηθεί εάν η εκπαίδευση είχε πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου στο κράτος μέλος καταγωγής του τίτλου και

γ)

κατά πόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης προσδίδουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορήγησε τον τίτλο.

4.   Εφόσον κράτος μέλος υποδοχής απαιτεί από τους υπηκόους του ένορκη ή επίσημη δήλωση για την ανάληψη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, και στις περιπτώσεις όπου ο τύπος της εν λόγω ένορκης ή επίσημης δήλωσης δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, το εν λόγω κράτος μέλος μεριμνά ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον ενδιαφερόμενο κατάλληλος και ισοδύναμος τύπος.

Άρθρο 51

Διαδικασία αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής βεβαιώνει την παραλαβή του φακέλου του αιτούντος εντός ενός μηνός από την εν λόγω παραλαβή και τον ενημερώνει για τα τυχόν ελλείποντα έγγραφα.

2.   Η διαδικασία εξέτασης αιτήσεως αδείας για την άσκηση νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος πρέπει να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατόν και να πιστοποιείται από δεόντως αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, και πάντως εντός τριών μηνών από την κατάθεση του πλήρους φακέλου του αιτούντος. Ωστόσο, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί κατά ένα μήνα σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στα κεφάλαια Ι και ΙΙ του παρόντος τίτλου.

3.   Η απόφαση αυτή ή η απουσία απόφασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας μπορεί να προσβληθεί με ένδικα μέσα εσωτερικού δικαίου.

Άρθρο 52

Χρήση του επαγγελματικού τίτλου

1.   Εφόσον σε κράτος μέλος υποδοχής, η χρήση του επαγγελματικού τίτλου σχετικά με μία από τις δραστηριότητες του συγκεκριμένου επαγγέλματος έχει ρυθμισθεί νομοθετικώς, οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών που αποκτούν το δικαίωμα να ασκούν νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα βάσει του τίτλου III, φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής, ο οποίος στο συγκεκριμένο κράτος αντιστοιχεί στο εν λόγω επάγγελμα, και κάνουν χρήση της ενδεχόμενης σύντμησής του.

2.   Εφόσον ένα επάγγελμα έχει ρυθμιστεί νομοθετικώς στο κράτος μέλος υποδοχής από ένωση ή οργανισμό κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2, οι υπήκοοι των κρατών μελών δικαιούνται να χρησιμοποιούν τον επαγγελματικό τίτλο που έχει χορηγηθεί από την ένωση ή τον οργανισμό, ή τη σύντμησή του, μόνο εάν αποδεικνύουν ότι είναι μέλη του εν λόγω οργανισμού ή της εν λόγω ένωσης.

Εφόσον η ένωση ή ο οργανισμός εξαρτά την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους από ορισμένα προσόντα, δύναται να το πράξει μόνο υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία έναντι υπηκόων άλλων κρατών μελών οι οποίοι διαθέτουν επαγγελματικά προσόντα.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΟΡΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

Άρθρο 53

Γλωσσικές γνώσεις

Οι δικαιούχοι της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων πρέπει να διαθέτουν τις απαιτούμενες γλωσσικές γνώσεις για την άσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής.

Άρθρο 54

Χρήση του τίτλου εκπαίδευσης

Με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 52, το κράτος μέλος υποδοχής μεριμνά ώστε να αναγνωρίζεται στους ενδιαφερομένους το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τον τίτλο εκπαίδευσης του κράτους μέλους καταγωγής, και ενδεχομένως τη σύντμησή του, στη γλώσσα του κράτους μέλους καταγωγής. Το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να ορίζει ότι ο εν λόγω τίτλος πρέπει να συνοδεύεται από το όνομα και τον τόπο του ιδρύματος ή της εξεταστικής επιτροπής που τον χορήγησε. Εφόσον, στο κράτος μέλος υποδοχής, μπορεί να προκληθεί σύγχυση μεταξύ του εν λόγω τίτλου εκπαίδευσης που έχει χορηγήσει το κράτος μέλος καταγωγής και ενός τίτλου που απαιτεί, στο κράτος μέλος υποδοχής, συμπληρωματική εκπαίδευση που δεν διαθέτει ο δικαιούχος, το εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να ορίσει ότι ο δικαιούχος θα χρησιμοποιεί τον τίτλο εκπαίδευσης του κράτους μέλους καταγωγής με την ενδεικνυόμενη μορφή που επισημαίνει το κράτος μέλος υποδοχής.

Άρθρο 55

Σύναψη συμβάσεων με ταμεία ασφάλισης

Με την επιφύλαξη του άρθρου 5 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), τα κράτη μέλη που απαιτούν από τα πρόσωπα που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά προσόντα τους στο έδαφός τους την ολοκλήρωση προπαρασκευαστικής πρακτικής εξάσκησης ή/και περιόδου επαγγελματικής πείρας προκειμένου να συνάψουν σύμβαση με ταμείο ασφάλισης ασθενείας, απαλλάσσουν από τη συγκεκριμένη υποχρέωση τους κατόχους επαγγελματικών προσόντων ιατρού και οδοντιάτρου που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 56

Αρμόδιες αρχές

1.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και του κράτους μέλους καταγωγής συνεργάζονται στενά και παρέχουν αμοιβαία υποστήριξη με σκοπό την ευχερέστερη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Οι εν λόγω αρχές διασφαλίζουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που ανταλλάσσουν.

2.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής και καταγωγής ανταλλάσσουν πληροφορίες όσον αφορά τη λήψη πειθαρχικών μέτρων ή την επιβολή ποινικών κυρώσεων ή οποιεσδήποτε άλλες σοβαρές ειδικές περιστάσεις που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στην άσκηση των δραστηριοτήτων τις οποίες αφορά η παρούσα οδηγία, τηρούμενης της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται στις οδηγίες 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24 Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών πόρων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (24) και 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12 Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (25).

Το κράτος μέλος καταγωγής εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά, οι δε αρχές του αποφασίζουν για τη φύση και το εύρος των ερευνών που πρέπει να διενεργηθούν και κοινοποιούν στο κράτος μέλος υποδοχής τα συμπεράσματα που συνάγουν από τις παρεχόμενες πληροφορίες.

3.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει, το αργότερο έως τις 20 Οκτωβρίου 2007, τις αρμόδιες αρχές και τους αρμόδιους οργανισμούς που είναι εξουσιοδοτημένοι να χορηγούν ή να παραλαμβάνουν τους τίτλους εκπαίδευσης και άλλα έγγραφα ή πληροφορίες, καθώς και τους φορείς που είναι εξουσιοδοτημένοι να παραλαμβάνουν τις αιτήσεις και να λαμβάνουν τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και να ενημερώνουν πάραυτα τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή σχετικώς.

4.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν συντονιστή των δραστηριοτήτων των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και ενημερώνει σχετικώς τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

Οι συντονιστές αναλαμβάνουν τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

να προωθούν την ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας·

β)

να συγκεντρώνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και ιδίως τις πληροφορίες που αφορούν τους όρους ανάληψης νομοθετικώς κατοχυρωμένων επαγγελμάτων στα κράτη μέλη.

Για την επιτέλεση της αποστολής που αναφέρεται στο στοιχείο β), οι συντονιστές μπορούν να αποταθούν στα σημεία επαφής που αναφέρονται στο άρθρο 57.

Άρθρο 57

Σημεία επαφής

Κάθε κράτος μέλος ορίζει, το αργότερο έως τις 20 Οκτωβρίου 2007 ένα σημείο επαφής που αναλαμβάνει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

να παρέχει στους πολίτες και στα σημεία επαφής των άλλων κρατών μελών κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προβλεπόμενη στην παρούσα οδηγία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και, ιδίως, πληροφορίες σχετικά με την εθνική νομοθεσία που διέπει τα επαγγέλματα και την άσκησή τους, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής νομοθεσίας, καθώς και, ενδεχομένως, των κανόνων δεοντολογίας·

β)

να βοηθάει τους πολίτες στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η παρούσα οδηγία, ενδεχομένως και μέσω της συνεργασίας με τα άλλα σημεία επαφής και τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Αιτήσει της Επιτροπής, τα σημεία επαφής την ενημερώνουν για την κατάληξη των υποθέσεων που χειρίζονται δυνάμει του στοιχείου β), εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία επιλαμβάνονται των εν λόγω υποθέσεων.

Άρθρο 58

Επιτροπή αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, εφεξής καλούμενη «η επιτροπή», η οποία απαρτίζεται από τους εκπροσώπους των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει ο εκπρόσωπος της Επιτροπής.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε δύο μήνες.

3.   Η επιτροπή εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Άρθρο 59

Διαβούλευση

Η Επιτροπή εξασφαλίζει την κατάλληλη διαβούλευση με εμπειρογνώμονες από τις ενδιαφερόμενες επαγγελματικές ομάδες, ιδίως στο πλαίσιο του έργου της επιτροπής του άρθρου 58 και υποβάλλει αιτιολογημένη έκθεση των εν λόγω διαβουλεύσεων στην εν λόγω επιτροπή.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 60

Εκθέσεις

1.   Από τις 20 Οκτωβρίου 2007 τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, ανά διετία, έκθεση για την εφαρμογή του ισχύοντος συστήματος. Εκτός από τα γενικά σχόλια, η έκθεση περιλαμβάνει στατιστική καταγραφή των ειλημμένων αποφάσεων, καθώς και περιγραφή των κυριότερων προβλημάτων που απορρέουν από την εκτέλεση της οδηγίας.

2.   Από τις 20 Οκτωβρίου 2007 η Επιτροπή καταρτίζει ανά πενταετία έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 61

Ρήτρα παρέκκλισης

Εάν, για την εφαρμογή διάταξης της παρούσας οδηγίας, παρουσιαστούν μείζονες δυσχέρειες σε ορισμένους τομείς για ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή εξετάζει τις δυσχέρειες αυτές σε συνεργασία με το εν λόγω κράτος.

Όταν αυτό ενδείκνυται, η Επιτροπή αποφασίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2, να επιτρέψει την εξαίρεση του εν λόγω κράτους μέλους, για περιορισμένη περίοδο, από την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης.

Άρθρο 62

Κατάργηση

Οι οδηγίες 77/452/ΕΟΚ, 77/453/ΕΟΚ, 78/686/ΕΟΚ, 78/687/ΕΟΚ, 78/1026/ΕΟΚ, 78/1027/ΕΟΚ, 80/154/ΕΟΚ, 80/155/ΕΟΚ, 85/384/ΕΟΚ, 85/432/ΕΟΚ, 85/433/ΕΟΚ, 89/48/ΕΟΚ, 92/51/ΕΟΚ, 93/16/ΕΟΚ και 1999/42/ΕΚ παύουν να ισχύουν από τις 20 Οκτωβρίου 2007. Οι αναφορές στις καταργούμενες οδηγίες λογίζεται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία, δεν θίγονται δε οι πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει των καταργούμενων οδηγιών.

Άρθρο 63

Μεταφορά

Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 20 Οκτωβρίου 2007 και ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από τέτοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες της αναφοράς αυτής αποφασίζονται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 64

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 65

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2005.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

C. CLARKE


(1)  ΕΕ C 181 Ε της 30.7.2002, σ. 183.

(2)  ΕΕ C 61 της 14.3.2003, σ. 67.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11 Φεβρουαρίου 2004 (EE C 97 E της 22.4.2004, σ. 230), κοινή θέση του Συμβουλίου της 21 Φεβρουαρίου 2004 (EE C 58 Ε της 8.3.2005, σ. 1) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11 Μαΐου 2005.

(4)  ΕΕ L 178 της 17.7.2000, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 19 της 24.1.1989, σ. 16· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 206 της 31.7.2001, σ. 1).

(6)  ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 25· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2004/108/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 32 της 5.2.2004, σ. 15).

(7)  ΕΕ L 201 της 31.7.1999, σ. 77.

(8)  ΕΕ L 176 της 15.7.1977, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(9)  ΕΕ L 176 της 15.7.1977, σ. 8· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/19/ΕΚ.

(10)  ΕΕ L 233 της 24.8.1978, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(11)  ΕΕ L 233 της 24.8.1978, σ. 10· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(12)  ΕΕ L 362 της 23.12.1978, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(13)  ΕΕ L 362 της 23.12.1978, σ. 7· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/19/ΕΚ.

(14)  ΕΕ L 33 της 11.2.1980, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(15)  ΕΕ L 33 της 11.2.1980, σ. 8· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/19/ΕΚ.

(16)  ΕΕ L 223 της 21.8.1985, σ. 15· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(17)  ΕΕ L 253 της 24.9.1985, σ. 34· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/19/ΕΚ.

(18)  ΕΕ L 253 της 24.9.1985, σ. 37· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(19)  ΕΕ L 165 της 7.7.1993, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(20)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(21)  ΕΕ L 78 της 26.3.1977, σ. 17· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(22)  ΕΕ L 77 της 14.3.1998, σ. 36· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(23)  ΕΕ L 145 της 13.6.1977, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2004/66/ΕΚ (ΕΕ L 168 της 1.5.2004, σ. 35).

(24)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003.

(25)  ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Κατάλογος επαγγελματικών ενώσεων ή οργανισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2

ΙΡΛΑΝΔΙΑ (1)

1.

The Institute of Chartered Accountants in Ireland (2)

2.

The Institute of Certified Public Accountants in Ireland (2)

3.

The Association of Certified Accountants (2)

4.

Institution of Engineers of Ireland

5.

Irish Planning Institute

ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

1.

Institute of Chartered Accountants in England and Wales

2.

Institute of Chartered Accountants of Scotland

3.

Institute of Chartered Accountants in Ireland

4.

Chartered Association of Certified Accountants

5.

Chartered Institute of Loss Adjusters

6.

Chartered Institute of Management Accountants

7.

Institute of Chartered Secretaries and Administrators

8.

Chartered Insurance Institute

9.

Institute of Actuaries

10.

Faculty of Actuaries

11.

Chartered Institute of Bankers

12.

Institute of Bankers in Scotland

13.

Royal Institution of Chartered Surveyors

14.

Royal Town Planning Institute

15.

Chartered Society of Physiotherapy

16.

Royal Society of Chemistry

17.

British Psychological Society

18.

Library Association

19.

Institute of Chartered Foresters

20.

Chartered Institute of Building

21.

Engineering Council

22.

Institute of Energy

23.

Institution of Structural Engineers

24.

Institution of Civil Engineers

25.

Institution of Mining Engineers

26.

Institution of Mining and Metallurgy

27.

Institution of Electrical Engineers

28.

Institution of Gas Engineers

29.

Institution of Mechanical Engineers

30.

Institution of Chemical Engineers

31.

Institution of Production Engineers

32.

Institution of Marine Engineers

33.

Royal Institution of Naval Architects

34.

Royal Aeronautical Society

35.

Institute of Metals

36.

Chartered Institution of Building Services Engineers

37.

Institute of Measurement and Control

38.

British Computer Society


(1)  Οι Ιρλανδοί υπήκοοι αποτελούν επίσης μέλη των ακόλουθων ενώσεων ή οργανισμών του Ηνωμένου Βασιλείου:

 

Institute of Chartered Accountants in England and Wales

 

Institute of Chartered Accountants of Scotland

 

Institute of Actuaries

 

Faculty of Actuaries

 

The Chartered Institute of Management Accountants

 

Institute of Chartered Secretaries and Administrators

 

Royal Town Planning Institute

 

Royal Institution of Chartered Surveyors

 

Chartered Institute of Building.

(2)  Μόνο όσον αφορά το λογιστικό έλεγχο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Κατάλογος των εκπαιδεύσεων ειδικής διάρθρωσης που μνημονεύονται στο άρθρο 11 στοιχείο γ) εδάφιο ii)

1.   Παραϊατρικός και κοινωνικοπαιδαγωγικός τομέας

Η εκπαίδευση των:

στη Γερμανία:

νοσοκόμων παιδαγωγών («Kinderkrankenschwester/Kinderkrankenpfleger»),

φυσικοθεραπευτών [«Krankengymnast(in)/Physiotherapeut(in)»] (1),

θεραπευτών εργασίας/εργασιοθεραπευτών («Beschäftigungs- und Arbeitstherapeut/Ergotherapeut»),

καθηγητών ορθοφωνίας («Logopäede/Logopädin»),

ορθοπτικών [«Orthoptist(in)»],

κρατικώς αναγνωρισμένων παιδαγωγών [«Staatlich anerkannte(r) Erzieher(in)»],

κρατικώς αναγνωρισμένων θεραπευτών παιδαγωγών [«Staatlich anerkannte(r) Heilpädagoge(-in)»],

ιατρικών τεχνικών βοηθών εργαστηρίου [«medizinisch-technische(r) Laboratoriums- Assistent(in)»],

ιατρικών τεχνικών βοηθών στην ακτινολογία [«medizinisch-technische(r) Radiologie-Assistent(in)»],

ιατρικών τεχνικών βοηθών λειτουργικής διαγνωστικής [«medizinisch-technische(r) Assistent(in) für Funktionsdiagnostik»],

τεχνικών βοηθών στην κτηνιατρική [«veterinärmedizinisch -technische(r) Assistent(in)»],

διαιτολόγων [«Diätassistent(in)»],

βοηθών φαρμακείου («Pharmazieingenieur») που εκπαιδεύτηκαν πριν από τις 31 Μαρτίου 1994 στην επικράτεια της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή στην επικράτεια των κρατιδίων που προήλθαν από αυτήν,

νοσοκόμων ψυχιατρικής [«Psychiatrische(r) Krankenschwester/Krankenpfleger»],

λογοθεραπευτών [«Sprachtherapeut(in)»]·

στην Τσεχική Δημοκρατία:

βοηθών περίθαλψης («Zdravotnický asistent»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 13 ετών, που συμπεριλαμβάνουν τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και 4 έτη δευτεροβάθμιας επαγγελματικής κατάρτισης σε δευτεροβάθμια ιατρική σχολή, και που συμπληρώνεται από τις εξετάσεις «maturitní zkouška»,

βοηθών στον τομέα της διατροφής («Nutriční asistent»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 13 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και 4 έτη δευτεροβάθμιας επαγγελματικής κατάρτισης σε δευτεροβάθμια ιατρική σχολή, και που ολοκληρώνεται από τις εξετάσεις «maturitní zkouška»·

στην Ιταλία:

οδοντοτεχνιτών («odontotecnico»),

οπτικών («ottico»)·

στην Κύπρο:

οδοντοτεχνιτών,

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 14 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 6 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, 6 έτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 2 έτη μεταδευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης, και που ακολουθείται από μονοετή επαγγελματική εμπειρία,

τεχνικών οπτικών,

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 14 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 6 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, 6 έτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 2 έτη μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και που ακολουθείται από μονοετή επαγγελματική εμπειρία·

στη Λετονία:

οδοντιατρικών νοσοκόμων («zobārstniecības māsa»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 13 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 10 έτη γενικής σχολικής εκπαίδευσης και 2 έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ιατρική σχολή, και που ακολουθείται από τριετή επαγγελματική εμπειρία στο τέλος της οποίας πρέπει να υποβληθεί με επιτυχία σε εξετάσεις πιστοποίησης για να λάβει πιστοποιητικό ειδικότητας,

βοηθών βιοϊατρικού εργαστηρίου («biomedicīnas laborants»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 10 έτη γενικής σχολικής εκπαίδευσης και 2 έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ιατρική σχολή, και που ακολουθείται από διετή επαγγελματική εμπειρία στο τέλος της οποίας πρέπει να υποβληθεί με επιτυχία σε εξετάσεις πιστοποίησης για να λάβει πιστοποιητικό ειδικότητας,

οδοντοτεχνιτών («zobu tehniķis»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 10 έτη γενικής σχολικής εκπαίδευσης και 2 έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ιατρική σχολή, και που ακολουθείται από διετή επαγγελματική εμπειρία στο τέλος της οποίας πρέπει να υποβληθεί με επιτυχία σε εξετάσεις πιστοποίησης για να λάβει πιστοποιητικό ειδικότητας,

βοηθών φυσιοθεραπευτή («fizioterapeita asistents»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 13 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 10 έτη γενικής σχολικής εκπαίδευσης και 3 έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ιατρική σχολή, και που ακολουθείται από διετή επαγγελματική εμπειρία στο τέλος της οποίας πρέπει να υποβληθεί με επιτυχία σε εξετάσεις πιστοποίησης για να λάβει πιστοποιητικό ειδικότητας·

στο Λουξεμβούργο:

ιατρικών τεχνικών βοηθών στην ακτινολογία [«assistant(e) technique médical(e) en radiologie»],

ιατρικών τεχνικών βοηθών εργαστηρίου [«assistant(e) technique médical(e) de laboratoire»],

νοσοκόμων ψυχιατρικής («infirmier/ière psychiatrique»),

ιατρικών τεχνικών βοηθών χειρουργικής [«assistant(e) technique médical(e) en chirurgie»],

νοσοκόμων παιδοκόμων («infirmier/ière puériculteur/trice»),

νοσοκόμων αναισθησιολόγων («infirmier/ière anesthésiste»),

διπλωματούχων μασέρ [«masseur/euse diplômé(e)»],

παιδαγωγών («éducateur/trice»)·

στις Κάτω Χώρες:

βοηθών κτηνιάτρου («dierenartassistent»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 13 ετών, εκ των οποίων:

i)

τουλάχιστον τρία έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ειδική σχολή, που πιστοποιείται με εξετάσεις και συμπληρώνεται ενδεχομένως με κύκλο ειδίκευσης ενός ή δύο ετών, η οποία πιστοποιείται με εξετάσεις, ή

ii)

τουλάχιστον δυόμισι έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ειδική σχολή, που πιστοποιείται με εξετάσεις και συμπληρώνεται με πρακτική εξάσκηση ή πρακτική άσκηση τουλάχιστον έξι μηνών σε εγκεκριμένο ίδρυμα, ή

iii)

τουλάχιστον δύο έτη εκπαίδευσης σε ειδική σχολή, που πιστοποιείται με εξετάσεις και συμπληρώνεται με πρακτική εξάσκηση ή πρακτική άσκηση τουλάχιστον ενός έτους σε εγκεκριμένο ίδρυμα, ή

iv)

στην περίπτωση των βοηθών κτηνιάτρου («dierenartassisten») στις Κάτω Χώρες, τρία έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ειδική σχολή (καθεστώς «MBO») ή τρία έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης στο διττό σύστημα μαθητείας («LLW»), που πιστοποιείται με εξετάσεις·

στην Αυστρία:

ειδική βασική κατάρτιση για νοσοκόμους που ειδικεύονται στη φροντίδα παιδιών και νέων («spezielle Grundausbildung in der Kinder- und Jugendlichenpflege»),

ειδική βασική κατάρτιση για νοσοκόμους ψυχιατρικής («spezielle Grundausbildung in der psychiatrischen Gesundheits- und Krankenpflege»),

οπτικών φακών επαφής («Kontaktlinsenoptiker»),

ποδολόγων («Fusspfleger»),

τεχνικών ακουστικών βοηθημάτων («Hörgeräteakustiker»),

φαρμακοποιών («Drogist»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 14 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον πέντε έτη εκπαίδευσης σε διαρθρωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο κατανεμημένης σε μαθητεία διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, η οποία περιλαμβάνει εκπαίδευση εν μέρει στον τόπο εργασίας και εν μέρει σε ίδρυμα επαγγελματικής εκπαίδευσης, και σε περίοδο επαγγελματικής πρακτικής και εκπαίδευσης, πιστοποιούμενη με επαγγελματική εξέταση η οποία παρέχει το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος και εκπαίδευσης μαθητευομένων,

μασέρ («Masseur»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας 14 ετών, συμπεριλαμβανομένων πέντε ετών εκπαίδευσης σε διαρθρωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο εκ των οποίων δύο έτη μαθητείας, δύο έτη επαγγελματικής πρακτικής και εκπαίδευσης και ένα έτος σπουδών, πιστοποιούμενη με επαγγελματική εξέταση η οποία παρέχει το δικαίωμα του επαγγέλματος και εκπαίδευσης μαθητευομένων,

νηπιαγωγών («Kindergärtner/in»),

παιδαγωγών («Erzieher»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας 13 ετών, συμπεριλαμβανομένων πέντε ετών επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ειδική σχολή, που πιστοποιείται με εξετάσεις·

στη Σλοβακία:

διδασκάλων χορού σε πρωτοβάθμια σχολεία καλών τεχνών («učiteľ v tanečnom odbore na základných umeleckých školách»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 14,5 ετών, εκ των οποίων 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, 4 έτη εκπαίδευσης σε δευτεροβάθμια ειδικευμένη σχολή και μαθήματα 5 εξαμήνων για παιδαγωγική χορού,

του εκπαιδευτή σε ειδικά εκπαιδευτήρια και εγκαταστάσεις κοινωνικών υπηρεσιών («vychovávatel' v špeciálnych výchovných zariadeniach a v zariadeniach sociálnych služieb»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 14 ετών, εκ των οποίων 8/9 έτη βασικής εκπαίδευσης, 4 έτη σπουδών σε δευτεροβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σε άλλη δευτεροβάθμια σχολή και 2 έτη συμπληρωματικής εκπαίδευσης μερικής απασχόλησης.

2.   Τομέας των αρχιτεχνιτών («Mester/Meister/Maître»), που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση σχετική με βιοτεχνικές δραστηριότητες μη καλυπτόμενες από το κεφάλαιο ΙΙΙ, τμήμα ΙΙ, της παρούσας οδηγίας

Η εκπαίδευση των:

στη Δανία:

οπτικών («optometrist»),

των οποίων ο κύκλος σπουδών αντιστοιχεί σε συνολική διάρκεια 14 ετών, εκ των οποίων πενταετής επαγγελματική εκπαίδευση, κατανεμημένη σε θεωρητική εκπαίδευση δυόμισι ετών που παρέχεται από το ίδρυμα επαγγελματικής εκπαίδευσης και πρακτική εκπαίδευση δυόμισι ετών στην επιχείρηση, η οποία πιστοποιείται με αναγνωρισμένες εξετάσεις που αφορούν τη βιοτεχνική δραστηριότητα, κατόπιν των οποίων χορηγείται ο τίτλος του «Mester»,

μηχανικών ορθοπεδικών προθέσεων («ortopædimekaniker»),

των οποίων ο κύκλος σπουδών αντιστοιχεί σε συνολική διάρκεια δωδεκάμισι ετών, εκ των οποίων τριάμισι έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης, κατανεμημένης σε θεωρητική εκπαίδευση ενός εξαμήνου που παρέχεται από το ίδρυμα επαγγελματικής εκπαίδευσης και τριετή πρακτική εκπαίδευση στην επιχείρηση, η οποία πιστοποιείται με αναγνωρισμένες εξετάσεις που αφορούν τη βιοτεχνική δραστηριότητα, κατόπιν των οποίων χορηγείται ο τίτλος του «Mester»,

κατασκευαστών ορθοπεδικών υποδημάτων («ortopædiskomager»),

των οποίων ο κύκλος σπουδών αντιστοιχεί σε συνολική διάρκεια 13,5 ετών, εκ των οποίων τεσσεράμισι έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης, κατανεμημένης σε θεωρητική εκπαίδευση δύο ετών που παρέχεται από το ίδρυμα επαγγελματικής εκπαίδευσης και πρακτική εκπαίδευση δυόμισι ετών στην επιχείρηση, η οποία πιστοποιείται με αναγνωρισμένες εξετάσεις που αφορούν τη βιοτεχνική δραστηριότητα, κατόπιν των οποίων χορηγείται ο τίτλος του «Mester»·

στη Γερμανία:

οπτικών («Augenoptiker»),

οδοντοτεχνιτών («Zahntechniker»),

επιδεσμοποιών («Bandagist»),

τεχνιτών ακουστικών βοηθημάτων («Hörgeräte-Akustiker»),

μηχανικών ορθοπεδικών προθέσεων («Orthopädiemechaniker»),

κατασκευαστών ορθοπεδικών υποδημάτων («Orthopädieschuhmacher»)·

στο Λουξεμβούργο:

οπτικών («opticien»),

οδοντοτεχνιτών («mécanicien dentaire»),

τεχνιτών ακουστικών βοηθημάτων («audioprothésiste»),

μηχανικών ορθοπεδικών προθέσεων-επιδεσμοποιών («mécanicien orthopédiste/bandagiste»),

κατασκευαστών ορθοπεδικών υποδημάτων («orthopédiste-cordonnier»),

των οποίων ο κύκλος σπουδών αντιστοιχεί σε συνολική διάρκεια 14 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον πέντε έτη εκπαίδευσης στα πλαίσια οργανωμένης εκπαίδευσης, εν μέρει στην επιχείρηση και εν μέρει στο ίδρυμα επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία πιστοποιείται με εξετάσεις η επιτυχία στις οποίες αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση δραστηριότητας που θεωρείται βιοτεχνική, είτε με τη ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία είτε με την ιδιότητα του μισθωτού με παρόμοιο επίπεδο ευθυνών·

στην Αυστρία:

επιδεσμοποιών («Bandagist»),

κατασκευαστών κορσέδων («Miederwarenerzeuger»),

οπτικών («Optiker»),

κατασκευαστών ορθοπεδικών υποδημάτων («Orthopädieschuhmacher»),

τεχνικών ορθοπεδικών προθέσεων («Orthopädietechniker»),

οδοντοτεχνιτών («Zahntechniker»),

κηπουρών («Gärtner»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 14 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον πέντε έτη εκπαίδευσης σε διαρθρωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο κατανεμημένες σε τρία τουλάχιστον έτη μαθητείας, που περιλαμβάνει εκπαίδευση εν μέρει στον τόπο εργασίας και εν μέρει σε ίδρυμα επαγγελματικής εκπαίδευσης, και σε δύο τουλάχιστον έτη επαγγελματικής πρακτικής και εκπαίδευσης, πιστοποιούμενη με εξετάσεις οι οποίες παρέχουν τα δικαιώματα άσκησης του επαγγέλματος, εκπαίδευσης μαθητευομένων και χρησιμοποίησης του τίτλου «Meister»,

η εκπαίδευση των αρχιτεχνιτών στον τομέα της γεωργίας και της δασοκομίας, και συγκεκριμένα των:

αρχιτεχνιτών στη γεωργία («Meister in der Landwirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στην οικιακή γεωργική οικονομία («Meister in der ländlichen Hauswirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στην κηπουρική («Meister im Gartenbau»),

αρχιτεχνιτών στα κηπουρικά προϊόντα μεγάλης καλλιέργειας («Meister im Feldgemüsebau»),

αρχιτεχνιτών στην οπωρολογία και την επεξεργασία φρούτων («Meister im Obstbau und in der Obstverwertung»),

αρχιτεχνιτών στην αμπελουργία και την οινοπαραγωγή («Meister im Weinbau und in der Kellerwirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στη γαλακτοκομία («Meister in der Molkerei- und Käsereiwirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στην εκτροφή ίππων («Meister in der Pferdewirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στην ιχθυοκαλλιέργεια («Meister in der Fischereiwirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στην πτηνοτροφία («Meister in der Geflügelwirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στη μελισσοκομία («Meister in der Bienenwirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στη δασοκομία («Meister in der Forstwirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στην αναδάσωση και τη διαχείριση δασών («Meister in der Forstgarten- und Forstpflegewirtschaft»),

αρχιτεχνιτών στη γεωργική αποθήκευση («Meister in der landwirtschaftlichen Lagerhaltung»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 15 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον έξι έτη εκπαίδευσης σε πλαίσιο διαρθρωμένης εκπαίδευσης κατανεμημένης σε τουλάχιστον τρία έτη μαθητείας, που περιλαμβάνει εκπαίδευση παρεχόμενη εν μέρει στην επιχείρηση και εν μέρει σε ίδρυμα επαγγελματικής εκπαίδευσης και σε τρία έτη επαγγελματικής πρακτικής, πιστοποιούμενη με εξετάσεις σχετικές προς το επάγγελμα οι οποίες παρέχουν το δικαίωμα εκπαίδευσης μαθητευομένων και χρησιμοποίησης του τίτλου «Meister»·

στην Πολωνία:

διδασκάλων για πρακτική επαγγελματική κατάρτιση («Nauczyciel praktycznej nauki zawodu»),

η οποία αντιστοιχεί σε εκπαίδευση διάρκειας:

i)

8 ετών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και 5 ετών δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης ή ισοδύναμης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε σχετικό τομέα, η οποία ακολουθείται από παιδαγωγικά μαθήματα συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 150 ωρών, μαθήματα στον τομέα της ασφάλειας και της υγιεινής της εργασίας και διετή επαγγελματική πείρα στο επάγγελμα στο οποίο θα διδάξουν ή,

ii)

8 ετών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και 5 ετών επαγγελματικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και δίπλωμα μεταδευτεροβάθμιας παιδαγωγικής τεχνικής σχολής ή,

iii)

8 ετών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και διετούς ή τριετούς βασικής επαγγελματικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τουλάχιστον τριετούς επαγγελματικής πείρας, η οποία πιστοποιείται από δίπλωμα αρχιτεχνίτη στο συγκεκριμένο επάγγελμα και ακολουθείται από μαθήματα παιδαγωγικής τουλάχιστον 150 ωρών·

στη Σλοβακία:

αρχιτεχνιτών επαγγελματικής εκπαίδευσης («majster odbornej výchovy»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, 4 έτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (πλήρης δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση ή/και μαθητεία σε σχετικά (παρόμοια) μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας), επαγγελματική πείρα συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 3 ετών στον τομέα της ολοκληρωθείσας εκπαίδευσης ή μαθητείας του ενδιαφερομένου και συμπληρωματικές παιδαγωγικές σπουδές στην παιδαγωγική ακαδημία ή σε τεχνικά πανεπιστήμια, ή πλήρης δευτεροβάθμια εκπαίδευση και μαθητεία σε σχετικά (παρόμοια) μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας, επαγγελματική πείρα συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 3 ετών στον τομέα της ολοκληρωθείσας εκπαίδευσης ή μαθητείας του ενδιαφερομένου, και πρόσθετες σπουδές παιδαγωγικής στην παιδαγωγική ακαδημία, ή, μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 2005, ειδικευμένη εκπαίδευση στον τομέα της ειδικής παιδαγωγικής η οποία παρέχεται στα κέντρα μεθοδολογίας για τους αρχιτεχνίτες επαγγελματικής εκπαίδευσης στις ειδικές σχολές χωρίς συμπληρωματικές παιδαγωγικές σπουδές.

3.   Ναυτιλιακός τομέας

α)

Ναυτιλία

Η εκπαίδευση του:

στην Τσεχική Δημοκρατία:

βοηθού καταστρώματος («palubní asistent»),

αξιωματικού επικεφαλής της φυλακής γέφυρας («námořní poručík»),

υποπλοιάρχου («první palubní důstojník»),

πλοιάρχου («kapitán»),

βοηθού μηχανικού («strojní asistent»),

μηχανικού αρχηγού της φυλακής («strojní důstojník»),

δεύτερου μηχανικού («druhý strojní důstojník»),

πρώτου μηχανικού («první strojní důstojník»),

ηλεκτρολόγου («elektrotechnik»),

πρώτου ηλεκτρολόγου («elektrodůstojník»)·

στη Δανία:

πλοιάρχου εμπορικού ναυτικού («skibsfoerer»),

δευτέρου («overstyrmand»),

σηματωρού, αξιωματικού της φυλακής («enestyrmand, vagthavende styrmand»),

αξιωματικού της φυλακής («vagthavende styrmand»),

αρχιμηχανικού πλοίων («maskinchef»),

πρώτου μηχανικού («l. maskinmester»),

πρώτου μηχανικού/μηχανικού αρχηγού της φυλακής («l. maskinmester/vagthavende maskinmester»)·

στη Γερμανία:

πλοιάρχου μεγάλης ακτοπλοΐας («Kapitän AM»),

πλοιάρχου ακτοπλοΐας («Kapitän AK»),

αξιωματικού φυλακής μεγάλης ακτοπλοΐας («Nautischer Schiffsoffizier AMW»),

αξιωματικού φυλακής της ακτοπλοΐας («Nautischer Schiffsoffizier AKW»),

μηχανικού C - χειριστή μηχανικών εγκαταστάσεων («Schiffsbetriebstechniker CT - Leiter von Maschinenanlagen»),

πρώτου μηχανικού πλοίου C - χειριστή μηχανικών εγκαταστάσεων («Schiffsmaschinist CMa -Leiter von Maschinenanlagen»),

μηχανικού C («Schiffsbetriebstechniker CTW»),

πρώτου μηχανικού πλοίου C - μόνου υπεύθυνου μηχανικού («Schiffsmaschinist CMaW - Technischer Alleinoffizier»)·

στην Ιταλία:

αξιωματικού γέφυρας («ufficiale di coperta»),

αξιωματικού μηχανικού («ufficiale di macchina»)

στη Λετονία:

αξιωματικού ηλεκτρολόγου μηχανικού πλοίων («Kuģu elektromehāniķis»),

χειριστή ψυκτικών μηχανημάτων («kuģa saldēšanas iekārtu mašīnists»),

στις Κάτω Χώρες:

κυβερνήτη (παράκτιου πλοίου) (με συμπλήρωμα) («stuurman kleine handelsvaart (met aanvulling)»),

διπλωματούχου μηχανοδηγού («diploma motordrijver»),

αξιωματικού συστήματος ελέγχου ναυσιπλοΐας λιμανιού VTS («VTS-functionaris»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση:

στην Τσεχική Δημοκρατία

i)

για το βοηθό καταστρώματος («palubní asistent»),

1.

Πρόσωπο ηλικίας τουλάχιστον 20 ετών.

2.

α)

Ναυτική σχολή ή ναυτικό κολέγιο — τμήμα ναυσιπλοΐας, και οι δύο κύκλοι σπουδών πρέπει να συμπληρώνονται με εξετάσεις «maturitní zkouška», και τουλάχιστον εξάμηνη εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία σε πλοία κατά τη διάρκεια των σπουδών· ή

β)

εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία τουλάχιστον δύο ετών ως ναύτης που αποτελεί μέλος της φυλακής γέφυρας σε επίπεδο υποστήριξης σε πλοία, και ολοκλήρωση εγκεκριμένου κύκλου σπουδών που πληροί τις προδιαγραφές ικανότητας του τμήματος Α-ΙΙ/1 του κώδικα STCW (διεθνής σύμβαση για πρότυπα εκπαίδευσης, έκδοσης πιστοποιητικών και τήρησης φυλακών των ναυτικών) σε ναυτική σχολή ή κολέγιο του συμβαλλόμενου μέρους της σύμβασης STCW, και επιτυχία στις εξετάσεις ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής που αναγνωρίζεται από την ΕΘΜ (Επιτροπή Θαλάσσιων Μεταφορών της Τσεχικής Δημοκρατίας),

ii)

για τον αξιωματικό επικεφαλής της φυλακής γέφυρας («námořní poručík»)

1.

Εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία ως βοηθός καταστρώματος σε πλοία εκτοπίσματος τουλάχιστον 500 τόνων επί 6 τουλάχιστον μήνες για τους αποφοίτους ναυτικής σχολής ή κολεγίου, ή ένα έτος για τους αποφοίτους εγκεκριμένου κύκλου σπουδών, συμπεριλαμβανομένης εξάμηνης τουλάχιστον υπηρεσίας ως ναύτη που αποτελεί μέλος της φυλακής γέφυρας.

2.

Δεόντως συμπληρωμένο και θεωρημένο βιβλιάριο εκπαίδευσης επί του πλοίου για τους ναυτόπαιδες καταστρώματος,

iii)

για τον υποπλοίαρχο («První palubní důstojník»)

πιστοποιητικό ικανότητας Αξιωματικού επικεφαλής φυλακής γέφυρας σε πλοία εκτοπίσματος τουλάχιστον 500 τόνων και δωδεκάμηνη τουλάχιστον εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία με την ιδιότητα αυτήν,

iv)

για τον πλοίαρχο («Kapitán»)

=

Πιστοποιητικό υπηρεσίας ως πλοιάρχου πλοίων εκτοπίσματος μεταξύ 500 και 3 000 τόνων.

=

Πιστοποιητικό ικανότητας Υποπλοιάρχου πλοίων εκτοπίσματος τουλάχιστον 3 000 τόνων και εξάμηνη τουλάχιστον εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία ως υποπλοιάρχου πλοίων εκτοπίσματος τουλάχιστον 500 τόνων και τουλάχιστον εξάμηνη εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία με την ιδιότητα του υποπλοιάρχου πλοίων εκτοπίσματος τουλάχιστον 3 000 τόνων,

v)

για τον βοηθό μηχανικού («Strojní asistent»),

1.

Πρόσωπο ηλικίας τουλάχιστον 20 ετών.

2.

Ναυτική ακαδημία ή ναυτικό κολέγιο — τμήμα ναυτικών μηχανικών και εξάμηνη τουλάχιστον εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία επί πλοίων κατά τη διάρκεια των σπουδών,

vi)

για τον μηχανικό αρχηγό της φυλακής («Strojní důstojník»)

εξάμηνη τουλάχιστον εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία ως Μηχανικού για τους αποφοίτους ναυτικής ακαδημίας ή κολεγίου,

vii)

για τον δεύτερο μηχανικό («Druhý strojní důstojník»)

δωδεκάμηνη τουλάχιστον εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία ως τρίτου μηχανικού σε πλοία με κύριους κινητήρες ώθησης τουλάχιστον 750 kW,

viii)

για τον πρώτο μηχανικό («První strojní důstojník»)

κατάλληλο πιστοποιητικό υπηρεσίας ως δεύτερου μηχανικού σε πλοία με κύριους κινητήρες ώθησης τουλάχιστον 3 000 kW και εξάμηνη τουλάχιστον θαλάσσια υπηρεσία με την ιδιότητα αυτήν,

ix)

για τον ηλεκτρολόγο («Elektrotechnik»),

1.

Πρόσωπο ηλικίας τουλάχιστον 18 ετών

2.

Ναυτική ή άλλη ακαδημία, σχολή ηλεκτρολόγων μηχανολόγων, ή τεχνική σχολή ή κολέγιο ηλεκτρολόγων μηχανολόγων (όλοι οι κύκλοι σπουδών πρέπει να συμπληρώνονται με εξέταση «maturitní zkouška») και δωδεκάμηνη τουλάχιστον εγκεκριμένη πρακτική άσκηση στον τομέα του ηλεκτρολόγου μηχανικού,

x)

για τον πρώτο ηλεκτρολόγο («Elektro důstojník»)

1.

Ναυτική ακαδημία ή κολέγιο, σχολή ναυτικών ηλεκτρολόγων μηχανικών ή άλλη ακαδημία ή δευτεροβάθμια σχολή ηλεκτρολόγων μηχανικών· όλοι οι κύκλοι σπουδών πρέπει να καταλήγουν σε «maturitní zkouška» ή κρατικές εξετάσεις.

2.

Εγκεκριμένη θαλάσσια υπηρεσία ως ηλεκτρολόγος 12 τουλάχιστον μηνών για τους αποφοίτους ακαδημίας ή κολεγίου, ή 24 μηνών για τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας σχολής,

στη Δανία, εννέα ετών στοιχειώδους σχολικής φοιτήσεως, που ακολουθούνται από μια θεμελιώδη σειρά μαθημάτων βασικής εκπαιδεύσεως ή/και υπηρεσίας στη θάλασσα διάρκειας που ποικίλλει μεταξύ 17 και 36 μηνών και συμπληρώνονται:

i)

για τον αξιωματικό της φυλακής με ένα έτος εξειδικευμένης επαγγελματικής εκπαίδευσης,

ii)

για τους άλλους με τρία έτη εξειδικευμένης επαγγελματικής εκπαίδευσης,

στη Γερμανία, συνολικής διάρκειας μεταξύ 14 και 18 ετών, όπου περιλαμβάνεται τριετής κύκλος βασικών επαγγελματικών σπουδών και μονοετής πρακτική άσκηση στη θάλασσα, καθώς και ειδική επαγγελματική εκπαίδευση ενός ή δύο ετών στη συνέχεια, που συμπληρώνεται, ενδεχομένως, με εξάσκηση στο επάγγελμα δύο ετών,

στη Λετονία:

i)

για τον αξιωματικό ηλεκτρολόγο μηχανικό πλοίων («Kuģu elektromehāniķis»)

1.

Πρόσωπο τουλάχιστον 18 ετών.

2.

Αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών και 6 μηνών, περιλαμβάνουσα τουλάχιστον 9 έτη στοιχειώδους εκπαίδευσης και τουλάχιστον 3 έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης. Επιπλέον απαιτείται θαλάσσια υπηρεσία τουλάχιστον 6 μηνών ως ηλεκτρολόγος πλοίου ή βοηθός ηλεκτρολόγου μηχανικού πλοίου με ισχύ γεννήτριας άνω των 750 kW. Η επαγγελματική εκπαίδευση συμπληρώνεται με ειδική εξέταση από αρμόδια αρχή σύμφωνα με το πρόγραμμα εκπαίδευσης που έχει εγκρίνει το Υπουργείο Μεταφορών,

ii)

για τον χειριστή ψυκτικών μηχανημάτων («kuģa saldēšanas iekārtu mašīnists»)

1.

Πρόσωπο τουλάχιστον 18 ετών.

2.

Αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 13 ετών, περιλαμβάνει τουλάχιστον 9 έτη στοιχειώδους εκπαίδευσης και τουλάχιστον 3 έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης. Επιπροσθέτως, απαιτείται θαλάσσια υπηρεσία τουλάχιστον 12 μηνών ως μηχανικός ψυκτικού εξοπλισμού. Η επαγγελματική εκπαίδευση συμπληρώνεται με ειδική εξέταση από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το πρόγραμμα εκπαίδευσης που έχει εγκρίνει το Υπουργείο Μεταφορών,

στην Ιταλία, συνολικής διάρκειας 13 ετών, εκ των οποίων πέντε τουλάχιστον επαγγελματικής εκπαίδευσης που πιστοποιείται με εξετάσεις και συμπληρώνεται, ενδεχομένως, με πρακτική άσκηση,

στις Κάτω Χώρες:

i)

για τον κυβερνήτη (παράκτιου πλοίου) (με συμπλήρωμα) («stuurman kleine handelsvaart (met aanvulling)»), και το διπλωματούχο μηχανοδηγό («diploma motordrijver»), περιλαμβάνουσα κύκλο σπουδών 14 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον δύο έτη σε ειδική σχολή επαγγελματικής εκπαίδευσης, που ολοκληρώνεται με περίοδο άσκησης διάρκειας δώδεκα μηνών,

ii)

για τον αξιωματικό συστήματος ελέγχου ναυσιπλοΐας λιμανιού VTS («VTS-functionaris»), συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 15 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία έτη ανώτατης επαγγελματικής εκπαίδευσης («HBO») ή μέσης επαγγελματικής εκπαίδευσης («MBO»), που ολοκληρώνεται με σπουδές εθνικής και περιφερειακής ειδίκευσης οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον δώδεκα εβδομάδες θεωρητικής εκπαίδευσης και πιστοποιούνται με εξετάσεις,

και που αναγνωρίζεται στο πλαίσιο της διεθνούς σύμβασης STCW (διεθνής σύμβαση του 1978 για τα πρότυπα εκπαίδευσης, τη χορήγηση πιστοποιητικών και τη χρήση φυλακών).

β)

Θαλάσσια αλιεία:

Η εκπαίδευση του:

στη Γερμανία:

πλοιάρχου BG αλιείας μεγάλης κλίμακας («Kapitän BG/Fischerei»),

πλοιάρχου BK αλιείας ανοικτής θαλάσσης («Kapitän BLK/Fischerei»),

αξιωματικού φυλακής BGW σε πλοίο για αλιεία μεγάλης κλίμακας («Nautischer Schiffsoffizier BGW/Fischerei»),

αξιωματικού φυλακής BKW σε πλοίο για αλιεία μικρής κλίμακας («Nautischer Schiffsoffizier BK/Fischerei»)·

στις Κάτω Χώρες:

αρχηγού της φυλακής γέφυρας μηχανικού V («stuurman werktuigkundige V»),

μηχανικού IV αλιευτικού πλοίου («werktuigkundige IV visvaart»),

αρχηγού της φυλακής γέφυρας IV αλιευτικού πλοίου («stuurman IV visvaart»),

αρχηγού της φυλακής γέφυρας μηχανικού VI («stuurman werktuigkundige VI»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση:

στη Γερμανία, συνολικής διάρκειας μεταξύ 14 και 18 ετών, όπου περιλαμβάνεται τριετής κύκλος βασικών επαγγελματικών σπουδών και μονοετής πρακτική άσκηση στη θάλασσα, καθώς και ειδική επαγγελματική εκπαίδευση ενός ή δύο ετών στη συνέχεια, που συμπληρώνεται, ενδεχομένως, με εξάσκηση στο επάγγελμα δύο ετών·

στις Κάτω Χώρες, κύκλου σπουδών που ποικίλει μεταξύ 13 και 15 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον δύο έτη διανύονται σε εξειδικευμένη επαγγελματική σχολή, και ολοκληρώνεται με μια περίοδο εξάσκησης του επαγγέλματος δώδεκα μηνών,

και που αναγνωρίζεται στα πλαίσια της σύμβασης του Torremolinos (διεθνής σύμβαση του 1977 για την ασφάλεια των αλιευτικών πλοίων).

4.   Τεχνικός τομέας

Η εκπαίδευση του:

στην Τσεχική Δημοκρατία:

εγκεκριμένου τεχνικού, εγκεκριμένου οικοδόμου («autorizovaný technik, autorizovaný stavitel»),

που αντιστοιχεί σε εννεαετή τουλάχιστον επαγγελματική κατάρτιση η οποία περιλαμβάνει 4 έτη δευτεροβάθμιας τεχνικής εκπαίδευσης που ολοκληρώνεται με εξέταση «maturitní zkouška» (δευτεροβάθμια τεχνική σχολή) και 5 έτη επαγγελματικής πείρας που ολοκληρώνεται με εξετάσεις επαγγελματικών προσόντων για την άσκηση των επιλεγμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων στον οικοδομικό τομέα (σύμφωνα με το νόμο αριθ. 50/1976 Sb. (νόμος περί οικοδομικής) και το νόμο αριθ. 360/1992 Sb)

οδηγού φορτηγών («Fyzická osoba řídící drážní vozidlo»),

που αντιστοιχεί σε δωδεκαετή τουλάχιστον εκπαίδευση, η οποία περιλαμβάνει οκταετή τουλάχιστον πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τετραετή τουλάχιστον επαγγελματική δευτεροβάθμια εκπαίδευση που συμπληρώνεται με εξετάσεις «maturitní zkouška»και ολοκληρώνεται με κρατικές εξετάσεις για την κινητήρια ισχύ των οχημάτων,

τεχνικού επισκευής φορτηγών («Drážní revizní technik»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τουλάχιστον 4 έτη δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης σε δευτεροβάθμια σχολή μηχανικών ή ηλεκτρονικών, και που ολοκληρώνεται με εξετάσεις «maturitní zkouška»,

εκπαιδευτή οδήγησης («Učitel autoškoly»),

πρόσωπο ηλικίας τουλάχιστον 24 ετών· αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τουλάχιστον 4 έτη δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης σε θέματα κυκλοφορίας ή μηχανών που ολοκληρώνονται με εξέταση «maturitní zkouška»,

κρατικού τεχνικού για τον έλεγχο της αξιοπιστίας στον δρόμο οχημάτων με κινητήρα («Kontrolní technik STK»),

πρόσωπο ηλικίας τουλάχιστον 21 ετών· αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τουλάχιστον 4 έτη δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης συμπληρώνονται με «maturitní zkouška». Ακολουθείται από 2 τουλάχιστον έτη τεχνικής πρακτικής· ο ενδιαφερόμενος πρέπει να διαθέτει άδεια οδήγησης και λευκό ποινικό μητρώο και να έχει ολοκληρώσει ειδική κατάρτιση για τον κρατικό τεχνικό διάρκειας τουλάχιστον 120 ωρών καθώς και να έχει επιτύχει στις σχετικές εξετάσεις,

μηχανικού ελέγχου των εκπομπών αυτοκινήτων («mechanik měření emisí»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τουλάχιστον 4 έτη δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης· συμπλήρωση με εξέταση «maturitní zkouška». Επίσης, ο αιτών πρέπει να έχει ολοκληρώσει τουλάχιστον τριετή τεχνική πρακτική και την ειδική κατάρτιση «μηχανικού ελέγχου των εκπομπών αυτοκινήτων» διάρκειας 8 ωρών και να υποβάλλεται με επιτυχία στις σχετικές εξετάσεις,

πλοιάρχου κλάσης I («kapitán I. třídy»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 15 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και 3 έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης, και ολοκληρώνονται με εξέταση «maturitní zkouška» και εξετάσεις μετά τις οποίες χορηγείται πιστοποιητικό ικανότητας. Η επαγγελματική αυτή εκπαίδευση πρέπει να ακολουθείται από τετραετή επαγγελματική άσκηση που ολοκληρώνεται με εξετάσεις,

συντηρητή μνημείων που είναι έργα βιοτεχνίας («restaurátor památek, která jsou díly uměleckých řemesel»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών εάν πρόκειται για πλήρη δευτεροβάθμια τεχνική εκπαίδευση στον τομέα της συντήρησης, ή σπουδές 10 έως 12 ετών σε συναφή τομέα, συν 5 έτη επαγγελματικής εμπειρίας σε περίπτωση πλήρους δευτεροβάθμιας τεχνικής εκπαίδευσης που ολοκληρώνεται με εξέταση «maturitní zkouška», ή 8 έτη επαγγελματικής πείρας στην περίπτωση δευτεροβάθμιας τεχνικής εκπαίδευσης που καταλήγει σε τελικές εξετάσεις μαθητείας,

συντηρητή έργων τέχνης που δεν είναι μνημεία και βρίσκονται σε μουσεία και πινακοθήκες, και άλλων αντικειμένων πολιτιστικής αξίας («restaurátor děl výtvarných umění, která nejsou památkami a jsou uložena ve sbírkách muzeí a galerií, a ostatních předmětů kulturní hodnoty»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, συν 5 έτη επαγγελματικής πείρας σε περίπτωση πλήρους δευτεροβάθμιας τεχνικής εκπαίδευσης στον τομέα της συντήρησης που ολοκληρώνεται με εξέταση «maturitní zkouška»,

διαχειριστή αποβλήτων («odpadový hospodář»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τουλάχιστον 4 έτη δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης· συμπλήρωση με εξέταση «maturitní zkouška» και τουλάχιστον πενταετή πείρα στον τομέα διαχείρισης αποβλήτων κατά την τελευταία δεκαετία,

προϊσταμένου τεχνολογίας εκρηκτικών («Technický vedoucí odstřelů»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τουλάχιστον 4 έτη δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης· ολοκλήρωση με εξέταση «maturitní zkouška»,

και ακολουθείται από:

δύο έτη ως μηχανικός ανατινάξεων σε υπόγειες εργασίες (για υπόγειες δραστηριότητες) και 1 έτος σε υπαίθριες εργασίες (για υπαίθριες δραστηριότητες) εκ των οποίων ένα εξάμηνο ως βοηθός μηχανικού ανατινάξεων,

100 ώρες θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης που ακολουθείται από εξετάσεις ενώπιον της αρμόδιας νομαρχιακής αρχής ορυχείων,

τουλάχιστον έξι μήνες πρακτική εξάσκηση στον τομέα του προγραμματισμού και της εκτέλεσης ανατινάξεων σημαντικού μεγέθους,

32 ώρες θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης που ακολουθείται από εξετάσεις ενώπιον της Τσεχικής Αρχής Ορυχείων·

στην Ιταλία:

γεωμέτρη («geometra»),

αγροτεχνικού («perito agrario»),

που αντιστοιχεί σε κύκλους τεχνικών δευτεροβάθμιων σπουδών συνολικής διάρκειας 13 τουλάχιστον ετών εκ των οποίων οκτώ έτη υποχρεωτικής φοίτησης και πέντε έτη δευτεροβάθμιων σπουδών εκ των οποίων τρία έτη σπουδών με άξονα το επάγγελμα και που πιστοποιούνται με την εξέταση του τεχνικού «baccalauréat» και συμπληρώνονται:

i)

στην περίπτωση του γεωμέτρη: είτε με περίοδο πρακτικής άσκησης δύο τουλάχιστον ετών σε επαγγελματικό γραφείο, είτε με επαγγελματική πείρα πέντε ετών,

ii)

στην περίπτωση των αγροτεχνικών, με την ολοκλήρωση περιόδου πρακτικής άσκησης δύο τουλάχιστον ετών συνοδευόμενης από κρατικές εξετάσεις.

στη Λετονία:

μηχανικού σιδηροδρόμων βοηθού μηχανοδηγού [«vilces līdzekļa vadītāja (mašīnista) palīgs»],

πρόσωπο ηλικίας τουλάχιστον 18 ετών· αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 12 ετών, εκ των οποίων τουλάχιστον 8 έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τουλάχιστον 4 έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης. Επαγγελματική κατάρτιση που ολοκληρώνεται με ειδικές εξετάσεις από τον εργοδότη. Πιστοποιητικό ικανότητας που εκδίδεται από αρμόδια αρχή για 5 έτη·

στις Κάτω Χώρες:

δικαστικού επιμελητή («gerechtsdeurwaarder»),

κατασκευαστή οδοντικών προθέσεων («tandprotheticus»),

που αντιστοιχεί σε κύκλο σπουδών και επαγγελματικής εκπαίδευσης:

i)

στην περίπτωση του δικαστικού επιμελητή («gerechtsdeurwaarder»), συνολικής διάρκειας 19 ετών, εκ των οποίων οκτώ έτη υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης και οκτώ έτη δευτεροβάθμιων σπουδών εκ των οποίων τέσσερα έτη τεχνικής εκπαίδευσης που πιστοποιείται με κρατικές εξετάσεις και συμπληρώνεται με τρία έτη θεωρητικής και πρακτικής επαγγελματικής εκπαίδευσης,

ii)

στην περίπτωση του κατασκευαστή οδοντικών προθέσεων («tandprotheticus») συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 15 ετών εκπαίδευσης πλήρους απασχόλησης και τρία έτη εκπαίδευσης μερικής απασχόλησης, εκ των οποίων οκτώ έτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, τέσσερα έτη γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τρία έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης που περιλαμβάνει θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση οδοντοτεχνίτη και συμπληρώνεται με τρία έτη εκπαίδευσης μερικής απασχόλησης στον τομέα της κατασκευής οδοντικών προθέσεων και πιστοποιείται με εξετάσεις·

στην Αυστρία:

δασολόγου («Förster»),

παροχής τεχνικών συμβουλών («Technisches Büro»),

εκμίσθωσης εργασίας («Überlassung von Arbeitskraeften - Arbeitskräften»),

πράκτορα ευρέσεως εργασίας («Arbeitsvermittlung»),

συμβούλου επενδύσεων («Vermoegensberater»),

ιδιωτικού αστυνομικού («Berufsdetektiv»),

φύλακα («Bewachungsgewerbe»),

κτηματομεσίτη («Immobilienmakler»),

διαχειριστή ακινήτων («Immobilienverwalter»),

οργανωτή οικοδομικών έργων («Bauträger, Bauorganisator, Baubetreuer»),

ινστιτούτου είσπραξης οφειλών («Inkassobüro/Inkassoinstitut»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 15 ετών, εκ των οποίων οκτώ έτη υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης και τουλάχιστον πέντε έτη δευτεροβάθμιων τεχνικών ή εμπορικών σπουδών, που πιστοποιούνται με τεχνικές ή εμπορικές εξετάσεις επιπέδου λυκείου και συμπληρώνονται με εκπαίδευση τουλάχιστον δύο ετών στο τόπο εργασίας που πιστοποιείται με επαγγελματικές εξετάσεις,

συμβούλου ασφαλίσεων («Berater in Versicherungsangelegenheiten»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας 15 ετών, που περιλαμβάνει έξι έτη εκπαίδευσης σε διαρθρωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο, εκ των οποίων τρία έτη μαθητείας και τρία έτη επαγγελματικής πρακτικής εκπαίδευσης, που πιστοποιούνται με εξετάσεις,

αρχιτεχνίτη οικοδόμου/προγραμματισμός και τεχνικός υπολογισμός («Planender Baumeister»),

αρχιτεχνίτη ξυλουργού/προγραμματισμός και τεχνικός υπολογισμός («Planender Zimmermeister»),

που αντιστοιχεί σε εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 18 ετών, που περιλαμβάνει τουλάχιστον εννέα έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης, εκ των οποίων τέσσερα έτη δευτεροβάθμιων τεχνικών σπουδών και πέντε έτη επαγγελματικής πρακτικής εκπαίδευσης που πιστοποιούνται με επαγγελματικές εξετάσεις οι οποίες παρέχουν το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος και εκπαίδευσης μαθητευόμενων, στο βαθμό που η εν λόγω εκπαίδευση σχετίζεται με το δικαίωμα εκπόνησης κτιριακών μελετών, τεχνικών υπολογισμών και επίβλεψης οικοδομικών έργων («το προνόμιο Μαρία Θηρεσία»),

εμπορικού λογιστή («Gewerblicher Buchhalter»), δυνάμει του 1994 Gewerbeordnung (νόμος του 1994 σχετικά με το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τη βιομηχανία),

ανεξάρτητου λογιστή («Selbständiger Buchhalter»), δυνάμει του 1999 Bundesgesetz über die Wirtschaftstreuhandberufe (νόμος του 1999 σχετικά με τα επαγγέλματα στον τομέα της δημόσιας λογιστικής)·

στην Πολωνία:

τεχνικού για τον έλεγχο της αξιοπιστίας στο δρόμο οχημάτων με κινητήρα σε τοπικό σταθμό ελέγχου οχημάτων («Diagnosta przeprowadzający badania techniczne w stacji kontroli pojazdów ο podstawowym zakresie badań»),

που αντιστοιχεί σε οκταετή στοιχειώδη εκπαίδευση και πενταετή δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση στον τομέα των αυτοκινήτων και 3 έτη βασικής εκπαίδευσης σε σταθμό ελέγχου αυτοκινήτων ή σε γκαράζ, βασικά μαθήματα ελέγχου της κατάστασης των αυτοκινήτων — 51 ώρες και επιτυχία σε σχετικές εξετάσεις

τεχνικού για τον έλεγχο της αξιοπιστίας στο δρόμο οχημάτων με κινητήρα σε νομαρχιακό σταθμό ελέγχου αυτοκινήτων («Diagnosta przeprowadzający badania techniczne pojazdu w okręgowej stacji kontroli pojazdów»),

που αντιστοιχεί σε οκταετή στοιχειώδη εκπαίδευση και πενταετή δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση στον τομέα των αυτοκινήτων, και 4 έτη πρακτικής άσκησης σε σταθμό ελέγχου αυτοκινήτων ή σε γκαράζ, βασικά μαθήματα ελέγχου της κατάστασης των αυτοκινήτων (51 ώρες) και επιτυχία σε σχετικές εξετάσεις,

τεχνικού για τον έλεγχο της αξιοπιστίας στο δρόμο οχημάτων με κινητήρα σε σταθμό ελέγχου αυτοκινήτων («Diagnosta wykonujący badania techniczne pojazdów w stacji kontroli pojazdów»),

που αντιστοιχεί σε:

i)

οκταετή στοιχειώδη εκπαίδευση και πενταετή δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση στον τομέα των αυτοκινήτων και αποδεδειγμένη τετραετή πρακτική εξάσκηση σε συνεργείο ή σε γκαράζ, ή

ii)

οκταετή στοιχειώδη εκπαίδευση και πενταετή δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση σε τομέα διαφορετικό από εκείνον της ειδίκευσης στον τομέα των αυτοκινήτων και αποδεδειγμένη οκταετή πρακτική εξάσκηση σε συνεργείο ή σε γκαράζ, συνολικά 113 ώρες πλήρους κατάρτισης, η οποία περιλαμβάνει βασική και ειδικευμένη κατάρτιση, με εξετάσεις μετά από κάθε φάση.

Η διάρκεια σε ώρες και το γενικό πεδίο των επιμέρους εκπαιδεύσεων στο πλαίσιο ολοκληρωμένης κατάρτισης για τον τεχνικό προσδιορίζονται χωριστά στο κανονισμό του Υπουργείου Υποδομών, της 28 Νοεμβρίου 2002 σχετικά με τις λεπτομερείς απαιτήσεις σχετικά με τους τεχνικούς (ΕΕ του 2002, αριθ. 208, θέση 1769).

διαχειριστή σιδηροδρομικής κυκλοφορίας («Dyżurny ruchu»),

που αντιστοιχεί σε οκταετή στοιχειώδη εκπαίδευση και τετραετή δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση, με ειδίκευση σε σιδηροδρομικές μεταφορές και μαθήματα για την προετοιμασία εργασίας ως διαχειριστή σιδηροδρομικής κυκλοφορίας 45 ημερών και επιτυχία στις σχετικές εξετάσεις, ή οκταετή στοιχειώδη εκπαίδευση και πενταετή δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση με ειδίκευση σε σιδηροδρομικές μεταφορές και μαθήματα για την προετοιμασία εργασίας ως διαχειριστή σιδηροδρομικής κυκλοφορίας 63 ημερών και επιτυχία στις σχετικές εξετάσεις.

5.   Εκπαιδευτικοί κύκλοι στο Ηνωμένο Βασίλειο που γίνονται δεκτές ως National Vocational Qualifications ή ως Scottish Vocational Qualifications

Η εκπαίδευση του:

εγκεκριμένος/η νοσοκόμος κτηνιατρικής («listed veterinary nurse»),

ηλεκτρολόγου μηχανικού μεταλλείων («mine electrical engineer»),

μηχανολόγου μηχανικού μεταλλείων («mine mechanical engineer»),

ειδικού θεραπευτικής οδόντων («dental therapist»),

ειδικού υγιεινής οδόντων («dental hygienist»),

οπτικού («dispensing optician»),

επιστάτη ασφαλείας μεταλλείων («mine deputy»),

κατ' επάγγελμα συνδίκου («insolvency practitioner»),

αναγνωρισμένου ειδικού μεταβιβάσεων ακινήτων («licensed conveyancer»),

α′ αξιωματικού - φορτηγά/επιβατηγά πλοία - άνευ περιορισμών («first mate - freight/passenger ships - unrestricted»),

β′ αξιωματικού - φορτηγά/επιβατηγά πλοία - άνευ περιορισμών («second mate - freight/passenger ships - unrestricted»),

γ′ αξιωματικού - φορτηγά/επιβατηγά πλοία - άνευ περιορισμών («third mate - freight/passenger ships unrestricted»),

αξιωματικού καταστρώματος - φορτηγά/επιβατηγά πλοία - άνευ περιορισμών («deck officer - freight/passenger ships - unrestricted»),

μηχανικού εμπορικού ναυτικού β′ τάξεως φορτηγά/επιβατηγά πλοία - περιοχή δραστηριότητας απεριόριστη («engineer officer - freight/passenger ships - unlimited trading area»),

τεχνικού ειδικευμένου στη διαχείριση αποβλήτων («certified technically competent person in waste management»),

που οδηγούν σε τίτλους οι οποίοι αναγνωρίζονται ως National Vocational Qualifications (NVQs) ή που αναγνωρίζονται στη Σκωτία ως Scottish Vocational Qualifications, και τοποθετούνται στα επίπεδα 3 και 4 του National Framework of Vocational Qualifications του Ηνωμένου Βασιλείου.

Τα επίπεδα 3 και 4 ορίζονται ως εξής:

επίπεδο 3: ικανότητα εκτέλεσης διαφόρων καθηκόντων ευρέως φάσματος σε ποικίλες καταστάσεις, από τα οποία τα περισσότερα είναι σύνθετα καθήκοντα και όχι καθήκοντα ρουτίνας. Η ευθύνη και η αυτονομία είναι σημαντική, τα δε καθήκοντα του επιπέδου αυτού συνεπάγονται συχνά την εποπτεία ή πλαισίωση άλλων προσώπων,

επίπεδο 4: ικανότητα εκτέλεσης ευρέως φάσματος σύνθετων, τεχνικών ή ειδικών καθηκόντων σε πολυποίκιλες καταστάσεις με ιδιαίτερα σημαντική προσωπική ευθύνη και αυτονομία. Τα καθήκοντα του επιπέδου αυτού συνεπάγονται συχνά την ευθύνη για την εργασία που εκτελούν άλλα πρόσωπα.


(1)  Από την 1η Ιουνίου 1994, ο τίτλος «Krankengymnast(in)» αντικαταστάθηκε από τον τίτλο του «Physiotherapeut(in)». Ωστόσο οι επαγγελματίες του κλάδου που απέκτησαν το δίπλωμά τους πριν από την ημερομηνία αυτή μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να διατηρήσουν τον τίτλο του «Krankengymnast(in)».


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Κατάλογος των νομοθετικώς κατοχυρωμένων εκπαιδεύσεων και καταρτίσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Στο Ηνωμένο Βασίλειο:

Οι νομοθετικώς κατοχυρωμένοι εκπαιδευτικοί κύκλοι οι οποίοι οδηγούν στην απόκτηση τίτλων που αναγνωρίζονται ως National Vocational Qualifications (NVQs) ή που αναγνωρίζονται στη Σκωτία ως Scottish Vocational Qualifications, και τοποθετούνται στα επίπεδα 3 και 4 του National Framework of Vocational Qualifications του Ηνωμένου Βασιλείου.

Τα επίπεδα 3 και 4 ορίζονται ως εξής:

επίπεδο 3: ικανότητα εκτέλεσης ευρέως φάσματος διαφόρων καθηκόντων σε ποικίλες καταστάσεις, από τα οποία τα περισσότερα είναι σύνθετα καθήκοντα και όχι καθήκοντα ρουτίνας. Η ευθύνη και η αυτονομία είναι σημαντική, τα δε καθήκοντα του επιπέδου αυτού συνεπάγονται συχνά την εποπτεία ή πλαισίωση άλλων προσώπων,

επίπεδο 4: ικανότητα εκτέλεσης ευρέως φάσματος σύνθετων, τεχνικών ή ειδικών καθηκόντων σε ποικίλες καταστάσεις με ιδιαίτερα σημαντική προσωπική ευθύνη και αυτονομία. Τα καθήκοντα του επιπέδου αυτού συνεπάγονται συχνά την ευθύνη για την εργασία που εκτελούν άλλα πρόσωπα·

στη Γερμανία:

οι ακόλουθοι νομοθετικώς κατοχυρωμένοι εκπαιδευτικοί κύκλοι:

οι νομοθετικώς κατοχυρωμένοι προπαρασκευαστικοί εκπαιδευτικοί κύκλοι για τα επαγγέλματα των τεχνικών βοηθών [«technische(r) Assistent(in)»], των εμπορικών βοηθών [«kaufmännische(r) Assistent(in)»], των κοινωνικών επαγγελμάτων («soziale Berufe») καθώς και για το επάγγελμα του καθηγητή αναπνοής, λόγου και ορθοφωνίας [«staatlich geprüfte(r) Atem-, Sprech- und Stimmlehrer(in)»], ελάχιστης συνολικής διάρκειας 13 ετών, που απαιτούν την επιτυχή ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης («mittlerer Bildungsabschluss») και που περιλαμβάνουν:

i)

είτε τουλάχιστον τριετή (1) επαγγελματική εκπαίδευση σε ειδικευμένη σχολή («Fachschule») που πιστοποιείται με εξετάσεις, και συμπληρώνεται ενδεχομένως με μονοετή ή διετή κύκλο ειδίκευσης, που πιστοποιείται επίσης με εξετάσεις,

ii)

είτε τουλάχιστον δυόμισι έτη σε ειδικευμένη σχολή («Fachschule») που πιστοποιούνται με εξετάσεις και συμπληρώνονται με άσκηση του επαγγέλματος επί έξι τουλάχιστον μήνες ή πρακτική άσκηση επί έξι τουλάχιστον μήνες σε αναγνωρισμένο ίδρυμα,

iii)

είτε δύο τουλάχιστον έτη σε ειδικευμένη σχολή («Fachschule») που πιστοποιούνται με εξετάσεις και συμπληρώνονται με άσκηση του επαγγέλματος επί ένα τουλάχιστον έτος ή πρακτική άσκηση επί ένα τουλάχιστον έτος σε αναγνωρισμένο ίδρυμα,

οι νομοθετικώς κατοχυρωμένοι εκπαιδευτικοί κύκλοι («staatlich geprüfte(r)») για τεχνικούς («Techniker(in)»), οικονομολόγους επιχειρήσεων («Betriebswirt(in)»), σχεδιαστές («Gestalter(in)») και οικογενειακούς βοηθούς («Familienpfleger(in)»), ελάχιστης συνολικής διάρκειας 16 ετών, που προϋποθέτουν την επιτυχή ολοκλήρωση της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης ή ανάλογης εκπαίδευσης (τουλάχιστον εννεαετούς διάρκειας) καθώς και την επιτυχή ολοκλήρωση μιας εκπαίδευσης σε επαγγελματική σχολή («Berufsschule») ελάχιστης διάρκειας τριών ετών και που περιλαμβάνουν, μετά από άσκηση του επαγγέλματος επί τουλάχιστον δύο έτη, εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης τουλάχιστον διετούς διάρκειας ή εκπαίδευση μερικής παρακολούθησης, αντίστοιχης διάρκειας,

οι νομοθετικώς κατοχυρωμένοι εκπαιδευτικοί κύκλοι και οι νομοθετικώς κατοχυρωμένοι συνεχείς κύκλοι σπουδών, συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 15 ετών, που απαιτούν, κατά γενικό κανόνα, την επιτυχή ολοκλήρωση της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης (τουλάχιστον εννεαετούς διάρκειας) και επαγγελματικής εκπαίδευσης (εν γένει τριετούς διάρκειας) και που περιλαμβάνουν, κατά γενικό κανόνα, άσκηση του επαγγέλματος επί τουλάχιστον δύο έτη (εν γένει τρία έτη) καθώς και εξετάσεις στο πλαίσιο της συνεχούς εκπαίδευσης για την προπαρασκευή των οποίων λαμβάνονται, κατά κανόνα, συνοδευτικά μέτρα εκπαίδευσης είτε παράλληλα με την άσκηση του επαγγέλματος (τουλάχιστον 1 000 ωρών) είτε με πλήρη παρακολούθηση (διάρκειας ενός έτους τουλάχιστον).

Οι γερμανικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη κατάλογο των κύκλων εκπαίδευσης που καλύπτονται από το παρόν παράρτημα·

στις Κάτω Χώρες:

νομοθετικώς κατοχυρωμένη εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 15 ετών, που προϋποθέτουν την επιτυχή ολοκλήρωση πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης διάρκειας οκτώ ετών και τέσσερα έτη είτε μέσης γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης («MAVO») είτε προπαρασκευαστικής επαγγελματικής εκπαίδευσης («VBO») ή γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανώτερου επιπέδου, και που απαιτούν την ολοκλήρωση σπουδών τριετούς ή τετραετούς διάρκειας σε σχολή μέσης επαγγελματικής εκπαίδευσης («MBO»), που πιστοποιούνται με εξετάσεις,

νομοθετικώς κατοχυρωμένη εκπαίδευση συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 16 ετών, που προϋποθέτουν την επιτυχή ολοκλήρωση πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης διάρκειας οκτώ ετών και προπαρασκευαστικής επαγγελματικής εκπαίδευσης («VBO») ή ανώτερου επιπέδου γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών, και που απαιτούν την ολοκλήρωση επαγγελματικής εκπαίδευσης τουλάχιστον τεσσάρων ετών στο σύστημα μαθητείας, εκ των οποίων τουλάχιστον μία ημέρα την εβδομάδα θεωρητικής διδασκαλίας σε σχολή και τις υπόλοιπες ημέρες πρακτική εκπαίδευση σε κέντρο πρακτικής εκπαίδευσης ή σε επιχείρηση, που πιστοποιείται με εξετάσεις δευτεροβάθμιου ή τριτοβάθμιου επιπέδου.

Οι ολλανδικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη κατάλογο των κύκλων εκπαίδευσης που καλύπτονται από το παρόν παράρτημα·

στην Αυστρία:

εκπαίδευση σε ανώτατες επαγγελματικές σχολές («Berufsbildende Höhere Schulen») και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα γεωργίας και δασοκομίας («Höhere Land- und Forstwirtschaftliche Lehranstalten»), συμπεριλαμβανομένων ειδικών τύπων («einschließlich der Sonderformen»), η διάρθρωση και το επίπεδο των οποίων καθορίζονται από νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις.

Οι εν λόγω εκπαιδευτικοί κύκλοι έχουν συνολική διάρκεια τουλάχιστον 13 ετών, εκ των οποίων πέντε έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης που πιστοποιείται με τελική εξέταση, η επιτυχία στην οποία αποτελεί απόδειξη επαγγελματικής επάρκειας,

εκπαιδευτικοί κύκλοι σε σχολές αρχιτεχνιτών («Meisterschulen»), τάξεις αρχιτεχνιτών («Meisterklassen»), σχολές αρχιτεχνιτών βιομηχανίας («Werkmeisterschulen») ή σχολές οικοδόμων («Bauhandwerkerschulen»), η διάρθρωση και το επίπεδο των οποίων καθορίζονται από νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις.

Οι εν λόγω εκπαιδευτικοί κύκλοι έχουν συνολική διάρκεια τουλάχιστον 13 ετών, εκ των οποίων εννέα έτη υποχρεωτικής εκπαίδευσης και είτε τουλάχιστον τρία έτη επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ειδική σχολή είτε τουλάχιστον τρία έτη εκπαίδευσης σε επιχείρηση και παράλληλα σε επαγγελματική σχολή («Berufsschule»), πιστοποιούνται με εξετάσεις και συμπληρώνονται με την επιτυχή ολοκλήρωση εκπαίδευσης διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους σε σχολή αρχιτεχνιτών («Meisterschule»), τάξεις αρχιτεχνιτών («Meisterklassen»), σχολή αρχιτεχνιτών βιομηχανίας («Werkmeisterschule») ή σχολή οικοδόμων («Bauhandwerkerschule»). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η συνολική διάρκεια της εκπαίδευσης είναι τουλάχιστον 15 έτη, συμπεριλαμβανομένων των περιόδων πρακτικής εξάσκησης, που είτε προηγούνται της εκπαίδευσης στα εν λόγω ιδρύματα είτε συνοδεύονται από σπουδές μερικής απασχόλησης (τουλάχιστον 960 ωρών).

Οι αυστριακές αρχές υποβάλλουν στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη κατάλογο των εκπαιδευτικών κύκλων που καλύπτονται από το παρόν παράρτημα.


(1)  Η ελάχιστη διάρκεια μπορεί να μειωθεί από τρία σε δύο έτη εάν ο ενδιαφερόμενος κατέχει τον τίτλο που απαιτείται για να γίνει δεκτός στο πανεπιστήμιο («Abitur»), δηλαδή δεκατρία έτη προγενέστερων σπουδών, ή τον τίτλο που απαιτείται για να γίνει δεκτός στο «Fachhochschule» («Fachhochschulreife»), δηλαδή δώδεκα έτη προγενέστερων σπουδών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Δραστηριότητες που σχετίζονται με τις κατηγορίες επαγγελματικής πείρας οι οποίες μνημονεύονται στα άρθρα 17, 18 και 19

Κατάλογος Ι

Κλάσεις που καλύπτονται από την οδηγία 64/427/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 69/77/ΕΟΚ, καθώς και από τις οδηγίες 68/366/ΕΟΚ και 82/489/ΕΟΚ

1   Οδηγία 64/427/ΕΟΚ

Κλάση

23

Κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία

232

Μεταποίηση κλωστοϋφαντουργικών υλικών από έριο

233

Μεταποίηση κλωστοϋφαντουργικών υλικών από βάμβακα

234

Μεταποίηση κλωστοϋφαντουργικών υλικών από μέταξα

235

Μεταποίηση κλωστοϋφαντουργικών υλικών από λινό και κάνναβη

236

Βιομηχανία άλλων κλωστοϋφαντουργικών ινών (ινδική κάνναβη, σκληρές ίνες κ.λπ.), σχοινοποιία

237

Πιλοποιία

238

Επεξεργασία των υφαντών (φινίρισμα)

239

Άλλες κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες

Κλάση

24

Κατασκευή υποδημάτων, άλλων ειδών ιματισμού, κλινοσκεπασμάτων

241

Μηχανική κατασκευή υποδημάτων (εξαιρουμένων των υποδημάτων από καουτσούκ και ξύλο)

242

Κατασκευή δια χειρός και επισκευή υποδημάτων

243

Κατασκευή ειδών ιματισμού (εκτός από γούνες)

244

Κατασκευή στρωμάτων και κλινοσκεπασμάτων

245

Βιομηχανίες κατεργασίας δερμάτων και γουναρικών

Κλάση

25

Βιομηχανία ξύλου και φελλού (εκτός των βιομηχανιών ξύλινων επίπλων)

251

Πριόνισμα και βιομηχανική παρασκευή ξύλου

252

Κατασκευή ημι-ετοίμων προϊόντων ξύλου

253

Κατασκευή σειράς ξύλινων οικοδομικών στοιχείων και δαπέδων

254

Κατασκευή ξύλινων συσκευασιών

255

Κατασκευή άλλων έργων από ξύλο (εκτός από έπιπλα)

259

Κατασκευή ειδών από ψάθα, φελλό, κατασκευή καλάθων και βουρτσών

Κλάση

26

260 Βιομηχανία ξύλινων επίπλων

Κλάση

27

Βιομηχανία χάρτου και κατασκευή χάρτινων αντικειμένων

271

Κατασκευή χαρτομάζας, χάρτου και χαρτονιού

272

Κατεργασία χάρτου και χαρτονιού, κατασκευή αντικειμένων από χαρτομάζα

Κλάση

28

280 Τυπογραφία, εκδόσεις και παρεπόμενες βιομηχανίες

Κλάση

29

Βιομηχανία δερμάτων

291

Βυρσοδεψία και εγκαταστάσεις επεξεργασίας δέρματος

292

Κατασκευή δερματίνων ειδών και άλλων παρομοίων

Ex Κλάση

30

Βιομηχανία καουτσούκ και πλαστικών υλικών, τεχνητών ή συνθετικών ινών και αμυλωδών προϊόντων

301

Επεξεργασία καουτσούκ και αμιάντου

302

Επεξεργασία πλαστικών υλών

303

Παραγωγή τεχνητών και συνθετικών ινών

Ex Κλάση

31

Χημική Βιομηχανία

311

Κατασκευή βασικών χημικών προϊόντων και κατασκευή με περαιτέρω πλέον ή μη σύνθετη επεξεργασία αυτών των προϊόντων

312

Ειδικευμένη κατασκευή χημικών προϊόντων προοριζομένων κυρίως για βιομηχανική και γεωργική χρήση (περιλαμβάνεται η κατασκευή βιομηχανικών λιπών και ελαίων φυτικής ή ζωικής προελεύσεως η οποία περιλαμβάνεται στην ομάδα 312 ΔΤΤΒ)

313

Ειδικευμένη κατασκευή χημικών προϊόντων προοριζομένων κυρίως για οικιακή και διοικητική χρήση [εκτός από τα ιατρικά και φαρμακευτικά προϊόντα (ex ομάδα 319 ΔΤΤΒ)]

Κλάση

32

320 Βιομηχανία πετρελαίου

Κλάση

33

Κατασκευή προϊόντων εκ μη μεταλλικών μεταλλευμάτων

331

Κατασκευή υλικών ανοικοδομήσεως εξ οπτής γης

332

Υαλουργία

333

Κατασκευή κεραμικών, πορσελάνης, φαγέντσας και πυρίμαχων υλικών

334

Κατασκευή τσιμέντου, ασβέστου και γύψου

335

Kατασκευή υλικών ανοικοδομήσεως από μπετόν, τσιμέντο και γύψο

339

Επεξεργασία της πέτρας και προϊόντων εκ μη μεταλλικών μεταλλευμάτων

Κλάση

34

Παραγωγή και πρωτογενής επεξεργασία σιδηρούχων και μη σιδηρούχων

341

Σιδηρουργία (κατά τη συνθήκη ΕΚΑΧ περιλαμβανομένων των εγκαταστάσεων παραγωγής οπτάνθρακα εντεταγμένων σε χαλυβουργείο)

342

Κατασκευή ατσάλινων σωλήνων

343

Συρματουργία, ψυχρή έλαση, κατεργασία εν ψυχρώ

344

Παραγωγή και πρωτογενής επεξεργασία μη σιδηρούχων μετάλλων

345

Χυτήρια σιδηρούχων και μη σιδηρούχων μετάλλων

Κλάση

35

Κατασκευή έργων εκ μετάλλου (εκτός από μηχανές και μηχανήματα

351

Σφυρηλάτηση, αποτύπωση δια μήτρας, βαρεία πίεση

352

Δευτερογενής μεταποίηση, επεξεργασία και επένδυση των μετάλλων

353

Μεταλλικές κατασκευές

354

Κατασκευή λεβήτων δεξαμενών και άλλων ειδών φανοποιίας

355

Κατασκευή εργαλείων και ετοίμων ειδών εκ μετάλλου εκτός ηλεκτρικού εξοπλισμού

359

Βοηθητικές μηχανολογικές δραστηριότητες

Κλάση

36

Κατασκευή μη ηλεκτρικών μηχανημάτων

361

Κατασκευή γεωργικών μηχανημάτων και ελκυστήρων

362

Κατασκευή μηχανών γραφείου

363

Κατασκευή εργαλειομηχανών για την επεξεργασία των μετάλλων, των εργαλείων και των εργαλείων για μηχανές

364

Κατασκευή κλωστοϋφαντουργικών μηχανών και των εξαρτημάτων τους, κατασκευή ραπτομηχανών

365

Κατασκευή μηχανημάτων και εξοπλισμού για τις βιομηχανίες τροφών, για τις χημικές βιομηχανίες και για τις συνδεδεμένες με αυτές

366

Κατασκευή εξοπλισμού για ορυχεία, χυτήρια και χάλυβος, για τη βιομηχανία δομικών κατασκευών· κατασκευή υλικού ανυψώσεως (φορτίου) και διεκπεραιώσεως εμπορευμάτων

367

Κατασκευή οργάνων μεταδόσεως

368

Κατασκευή άλλων ειδικών μηχανημάτων

369

Κατασκευή άλλων ηλεκτρικών μηχανημάτων και εξοπλισμού

Κλάση

37

Κατασκευή ηλεκτρικών μηχανών· ηλεκτρολογικά

371

Κατασκευή ηλεκτρικών συρμάτων και καλωδίων

372

Κατασκευή ηλεκτρικού εξοπλισμού (κινητήρων, γεννητριών, μετασχηματιστών, διακοπτών, συσκευών βιομηχανικής χρήσεως κ.λπ.)

373

Κατασκευή ηλεκτρικού εξοπλισμού για άμεση χρήση

374

Κατασκευή εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών, μετρητών και άλλων οργάνων μετρήσεως και ηλεκτροϊατρικού εξοπλισμού

375

Κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών ραδιοφώνων και τηλεοράσεων, ηλεκτρο-ακουστικών ειδών

376

Κατασκευή ηλεκτρικών ειδών οικιακής χρήσεως

377

Κατασκευή λαμπτήρων και φωτιστικών

378

Κατασκευή μπαταριών και συσσωρευτών

379

Επισκευή, συναρμολόγηση και εργασίες τεχνικών εγκαταστάσεων

Ex Κλάση

38

Κατασκευή εξοπλισμού μεταφορών

383

Κατασκευή αυτοκινήτων και ανταλλακτικών

384

Ανεξάρτητα συνεργεία επισκευής αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και ποδηλάτων

385

Κατασκευή μοτοσικλετών, ποδηλάτων και των ανταλλακτικών τους

389

Κατασκευή εξοπλισμού μεταφορών μη αλλαχού ταξινομούμενη

Κλάση

39

Διάφορες μεταποιητικές βιομηχανίες

391

Κατασκευή οργάνων ακριβείας, οργάνων μετρήσεως και ελέγχου

392

Κατασκευή ιατροχειρουργικών οργάνων και ορθοπεδικών εφαρμογών (εκτός από ορθοπεδικά παπούτσια)

393

Κατασκευή φωτογραφικού και οπτικού εξοπλισμού

394

Κατασκευή και επισκευή ωρολογίων χειρός και τοίχου

395

Κοσμηματοποιία, χρυσοχοΐα και κατεργασία πολύτιμων λίθων

396

Κατασκευή και επισκευή μουσικών οργάνων

397

Κατασκευή παιγνίων και αθλητικών ειδών

399

Λοιπές μεταποιητικές βιομηχανίες

Κλάση

40

Κτίρια και έργα πολιτικού μηχανικού

400

Οικοδόμηση (μη ειδικευμένη), κατεδάφιση

401

Κατασκευή κτιρίων (κατοικιών και άλλων)

402

Έργα πολιτικού μηχανικού: κατασκευή οδών, γεφυρών, σιδηροτροχιών κ.λπ.

403

Εγκαταστάσεις

404

Διαρρυθμίσεις εσωτερικών χώρων

2   Οδηγία 68/366/ΕΟΚ

Κλάση

20A

200 Βιομηχανίες φυτικών και ζωικών λιπαρών ουσιών

20B

Βιομηχανίες τροφίμων (εκτός της βιομηχανίας παρασκευής ποτών)

201

Σφαγή ζώων, προετοιμασία και διατήρηση κρέατος

202

Βιομηχανία γάλακτος

203

Κατασκευή κονσερβών (κονσερβοποιία) φρούτων και λαχανικών

204

Κονσερβοποιία ιχθύων και λοιπών θαλασσίων προϊόντων

205

Επεξεργασία σπόρων

206

Αρτοποιία, ζαχαροπλαστική, εργοστάσια παξιμαδιών και μπισκότων

207

Βιομηχανία ζάχαρης

208

Βιομηχανία κακάο, σοκολάτας και ζαχαρούχων γλυκισμάτων

209

Παρασκευή διαφόρων τροφίμων

Κλάση

21

Βιομηχανία παρασκευής ποτών

211

Βιομηχανία αιθυλικών οινοπνευμάτων ζυμώσεως, μαγιάς και οινοπνευματωδών ποτών

212

Βιομηχανία οίνου και παρόμοιων οινοπνευματωδών χωρίς βύνη

213

Ζυθοπωλείο και εργοστάσιο ζυθοποιίας

214

Βιομηχανία υγιεινών ποτών και αεριούχων υδάτων

Ex 30

Βιομηχανία καουτσούκ, πλαστικών υλών, τεχνητών ή συνθετικών ινών και αμυλώδη προϊόντα

304

Βιομηχανία αμυλωδών προϊόντων

3   Οδηγία 82/489/ΕΟΚ

Ex 855

Κομμωτήρια (εκτός των δραστηριοτήτων ποδοκόμου και των επαγγελματικών σχολών αισθητικής)

Κατάλογος ΙΙ

Κλάσεις που καλύπτονται από τις οδηγίες 75/368/ΕΟΚ, 75/369/ΕΟΚ και 82/470/ΕΟΚ

1   Οδηγία 75/368/ΕΟΚ (δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1)

Ex 04

Αλιεία

043

Αλιεία εντός των εσωτερικών υδάτων

Ex 38

Κατασκευή υλικού μεταφορών

381

Ναυπηγική και επισκευή πλοίων

382

Κατασκευή σιδηροδρομικού υλικού

386

Κατασκευή αεροπλάνων (συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής διαστημικού υλικού)

Ex 71

Βοηθητικές δραστηριότητες μεταφορών και δραστηριότητες διάφορες των μεταφορών που υπάγονται στις ακόλουθες ομάδες

Ex 711

Εκμετάλλευση κλιναμα