ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 172

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

48ό έτος
5 Ιουλίου 2005


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

Σελίδα

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1039/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1907/90 ως προς τη σήμανση των αυγών

1

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1040/2005 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2005, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμότης τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

2

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1041/2005 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2005, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2868/95 περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα ( 1 )

4

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1042/2005 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2869/95 σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς τέλη (Εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) ( 1 )

22

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1043/2005 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2005, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/93 του Συμβουλίου όσον αφορά το σύστημα χορήγησης επιστροφών κατά την εξαγωγή, και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγόμενων στο παράρτημα Ι της συνθήκης

24

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1044/2005 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2005, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2808/98 όσον αφορά τον καθορισμό του γενεσιουργού γεγονότος της συναλλαγματικής ισοτιμίας για τις ενισχύσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1973/2004

76

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1045/2005 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2760/98 σχετικά με την εφαρμογή ενός προγράμματος διασυνοριακής συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος Phare

78

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1046/2005 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2005, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 958/2003, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της απόφασης 2003/286/ΕΚ του Συμβουλίου, όσον αφορά τις παραχωρήσεις υπό τη μορφή κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για ορισμένα προϊόντα σιτηρών καταγωγής από τη Δημοκρατία της Βουλγαρίας και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2809/2000

79

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1047/2005 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2005, σχετικά με τον καθορισμό των κοινοτικών τιμών στην παραγωγή και των κοινοτικών τιμών κατά την εισαγωγή για τα γαρύφαλλα και τα τριαντάφυλλα για την εφαρμογή του καθεστώτος εισαγωγής ορισμένων προϊόντων ανθοκομίας καταγωγής Ιορδανίας

81

 

 

Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει του τίτλου V της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση

 

*

Απόφαση 2005/481/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2005, για τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ουκρανίας σχετικά με διαδικασίες ασφάλειας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών

83

Συμφωνία μεταξύ της Ουκρανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις διαδικασίες ασφάλειας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών

84

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

5.7.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 172/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1039/2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 21ης Ιουνίου 2005

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1907/90 ως προς τη σήμανση των αυγών

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2771/75 του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των αυγών (1), και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Από την 1η Ιουλίου 2005, τα αυγά που πωλούνται σε τοπική λαϊκή αγορά πρέπει να είναι σφραγισμένα με κωδικό που ορίζει το διακριτικό αριθμό του παραγωγού και επιτρέπει να εξακριβωθεί ο τρόπος εκτροφής, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1907/90 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με ορισμένες προδιαγραφές εμπορίας για τα αυγά (2). Σε ορισμένα κράτη μέλη η υποχρέωση αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει δυσχέρειες για τις εκμεταλλεύσεις μικρού μεγέθους και χαμηλού εισοδήματος, η παραγωγή αυγών των οποίων αποτελεί συχνά συμπληρωματική δραστηριότητα. Δεδομένου ότι η δυνατότητα να μπορούν να πωλούνται αυγά κατανάλωσης στις τοπικές αγορές παρουσιάζει για τις εκμεταλλεύσεις αυτές μεγάλη οικονομική και κοινωνική σημασία, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να τις εξαιρέσουν από την υποχρέωση σήμανσης. Επιβάλλεται, συνεπώς, να προβλεφθεί συναφής παρέκκλιση για τους παραγωγούς αυγών η εκμετάλλευση των οποίων δεν υπερβαίνει τις 50 ωοτόκες όρνιθες.

(2)

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα του θέματος, είναι επιτακτική ανάγκη να δοθεί εξαίρεση από την περίοδο των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο σημείο Ι.3 του πρωτοκόλλου σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις συνθήκες για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(3)

Επομένως, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1907/90 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1907/90, το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ωστόσο, τα αυγά που πωλούνται από τον παραγωγό σε τοπική λαϊκή αγορά φέρουν τον κωδικό που ορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α). Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρέσουν τους παραγωγούς αυγών των οποίων η εκμετάλλευση δεν υπερβαίνει τις 50 ωοτόκες όρνιθες από την υποχρέωση αυτή, με την προϋπόθεση ότι τα αυγά αυτά πωλούνται σε τοπική λαϊκή αγορά που βρίσκεται στην περιοχή παραγωγής εντός του οικείου κράτους μέλους και ότι το όνομα και η διεύθυνση της εκμετάλλευσης εμφανίζονται στον τόπο πώλησης.»

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Λουξεμβούργο, 21 Ιουνίου 2005.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

F. BODEN


(1)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 49· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 806/2003 (ΕΕ L 122 της 16.5.2003, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 173 της 6.7.1990, σ. 5· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2052/2003 (ΕΕ L 305 της 22.11.2003, σ. 1).


5.7.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 172/2


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1040/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Ιουλίου 2005

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμότης τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν, όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3223/94 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 5 Ιουλίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Ιουλίου 2005.

Για την Επιτροπή

J. M. SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 66· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1947/2002 (ΕΕ L 299 της 1.11.2002, σ. 17).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2005, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό τιμών εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

052

65,0

096

41,8

999

53,4

0707 00 05

052

93,0

999

93,0

0709 90 70

052

85,4

999

85,4

0805 50 10

382

71,1

388

64,6

528

50,5

999

62,1

0808 10 80

388

81,4

400

85,1

508

78,3

512

66,3

524

62,4

528

48,8

720

103,7

804

91,2

999

77,2

0808 20 50

388

87,6

512

60,6

528

69,3

800

55,9

999

68,4

0809 10 00

052

182,7

999

182,7

0809 20 95

052

279,5

068

218,2

400

317,1

999

271,6

0809 40 05

624

121,4

999

121,4


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 750/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 126 της 19.5.2005, σ. 12). Ο κωδικός «999» αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


5.7.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 172/4


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1041/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 29ης Ιουνίου 2005

για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2868/95 περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (1), και ιδίως το άρθρο 157,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 40/94, είναι αναγκαία η θέσπιση τεχνικών μέτρων για την εφαρμογή διατάξεων που αφορούν τα πρότυπα έντυπα για τις εκθέσεις έρευνας, της διαίρεσης της αίτησης και της καταχώρησης, την ανάκληση των αποφάσεων, τη χορήγηση αδειών καθώς και τις αποφάσεις που λαμβάνονται από ένα μόνο μέλος του τμήματος ανακοπών και ακύρωσης.

(2)

Μετά τη 10η Μαρτίου 2008, το σύστημα έρευνας θα εξακολουθήσει να είναι υποχρεωτικό για τα κοινοτικά σήματα, αλλά θα πρέπει να είναι προαιρετικό και να υπόκειται σε καταβολή τέλους για τις έρευνες στα μητρώα σημάτων των κρατών μελών που κοινοποίησαν δική τους απόφαση να διεξαγάγουν έρευνα. Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζεται πρότυπο έντυπο το οποίο περιλαμβάνει θεμελιώδη στοιχεία για την έκθεση έρευνας έτσι ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα και η ομοιομορφία των εκθέσεων έρευνας.

(3)

Η δήλωση διαίρεσης και καταχώρησης πρέπει να είναι σύμφωνη με τα στοιχεία που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η νέα αυτεπάγγελτη ανάκληση απόφασης ή καταχώρησης στο μητρώο από το Γραφείο εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) («το Γραφείο») πρέπει να είναι σύμφωνη με την ειδική διαδικασία που θεσπίζεται στον παρόντα κανονισμό. Προσδιορίζονται οι εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες είναι υποχρεωτική η χορήγηση άδειας. Παρέχεται επίσης κατάλογος απλών περιπτώσεων κατά τις οποίες είναι δυνατό να ληφθεί απόφαση από ένα μόνο μέλος των τμημάτων ανακοπών και ακύρωσης.

(4)

Επιπροσθέτως, είναι απαραίτητη η τροποποίηση των υφιστάμενων κανόνων με στόχο τη βελτίωση ή αποσαφήνιση της διαδικασίας καταχώρησης. Πρέπει, επίσης, να τροποποιηθούν ορισμένα διαδικαστικά σημεία χωρίς να μεταβληθεί το σύστημα στην ουσία του.

(5)

Για την κάλυψη των ιδιαιτεροτήτων και μέσων της ηλεκτρονικής διαδικασίας υποβολής αιτήσεων, τροποποιούνται οι ακόλουθες διατάξεις: κανόνας 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ), κανόνας 3 παράγραφος 2, κανόνας 61, κανόνας 72 παράγραφος 4, κανόνας 79, κανόνας 82, κανόνας 89 παράγραφοι 1 και 2.

(6)

Η ηλεκτρονική κατάθεση και η ηλεκτρονική δημοσίευση των αιτήσεων για κοινοτικό σήμα θα διευκολύνει το σύστημα κατάθεσης σημάτων εν γένει και, πιο συγκεκριμένα, θα ενισχύσει το σύστημα κατάθεσης σημάτων που αποτελούνται καθαυτού από χρώματα ή ήχους μέσω αναπαραγωγής του σήματος που θα είναι σαφής, ακριβής, αυτοτελής, εύκολα προσβάσιμη, καταληπτή, σταθερή και αντικειμενική. Οι τεχνικοί όροι, ιδιαίτερα τα μορφότυπα δεδομένων για τα αρχεία ήχου, πρέπει να θεσπίζονται από τον πρόεδρο του Γραφείου. Η ηλεκτρονική κατάθεση σημάτων που αποτελούνται από ήχους μπορεί να συνοδεύεται από ηλεκτρονικό αρχείο ήχου και το αρχείο αυτό μπορεί να περιλαμβάνεται στην ηλεκτρονική έκδοση των αιτήσεων για κοινοτικό σήμα έτσι ώστε να διευκολυνθεί η δημόσια πρόσβαση στον ίδιο τον ήχο.

(7)

Είναι απαραίτητη η πλήρης επαναδιατύπωση των διατάξεων σχετικά με τη διαδικασία ανακοπής, έτσι ώστε να προσδιορισθούν οι προϋποθέσεις για το παραδεκτό των αιτήσεων, να προσδιορισθούν με σαφήνεια οι νομικές συνέπειες των παραλείψεων και να τεθούν οι διατάξεις σύμφωνα με τη χρονολογική σειρά των διαδικασιών.

(8)

Σύμφωνα με τις πρόσθετες αρμοδιότητες του Γραφείου όσον αφορά την εξέταση του παραδεκτού μετατροπής, η απόρριψη αίτησης για μετατροπή ενδέχεται να είναι μερική υπό την έννοια ότι η μετατροπή είναι δυνατό να είναι παραδεκτή από ορισμένα κράτη μέλη αλλά να μην είναι παραδεκτή από άλλα. Είναι απαραίτητο επίσης να προστεθούν ορισμένα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την εξέταση των απόλυτων λόγων όσον αφορά στη γλώσσα ενός κράτους μέλους.

(9)

Όσον αφορά τα έξοδα που βαρύνουν τον ηττηθέντα διάδικο στην περίπτωση των διαδικασιών ανακοπής και ακύρωσης, οι αποδοτέες δαπάνες για αντιπροσώπευση πρέπει να είναι περιορισμένες αλλά τα σημερινά ανώτατα ποσά πρέπει να αυξηθούν ελαφρώς λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο που έχει παρέλθει από τη θέσπιση του εκτελεστικού κανονισμού. Στις περιπτώσεις που καλούνται μάρτυρες ή εμπειρογνώμονες, δεν πρέπει να ορίζεται μέγιστο ποσό αλλά οι αποδοτέες δαπάνες πρέπει να αντιστοιχούν στα πραγματικά ποσά που δύνανται να αξιώσουν οι εν λόγω μάρτυρες και εμπειρογνώμονες.

(10)

Κατά συνέπεια, πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2868/95 της Επιτροπής (2).

(11)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής για θέματα που αφορούν τα τέλη, τους εκτελεστικούς κανονισμούς και τη διαδικασία των τμημάτων προσφυγών του Γραφείου εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2868/95 τροποποιείται ως εξής:

1)

Ο κανόνας 1 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

όνομα, διεύθυνση και ιθαγένεια του καταθέτη και κράτος όπου έχει την κατοικία ή την έδρα ή την εγκατάστασή του. Αν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα αναφέρονται το επώνυμο και το όνομα. Επί νομικών προσώπων, καθώς και άλλων νομικών οντοτήτων που εμπίπτουν στο άρθρο 3 του κανονισμού αναγράφεται η επίσημη επωνυμία, η οποία μπορεί να μνημονεύεται με τη συνηθισμένη σύντμηση, ενώ περιλαμβάνεται επίσης η νομική μορφή του προσώπου. Αναγράφονται επίσης τυχόν αριθμοί τηλεφώνου και φαξ, διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λοιπά λεπτομερειακά στοιχεία που επιτρέπουν την επικοινωνία και τα οποία δηλώνει ο αιτών. Κατά προτίμηση, κάθε καταθέτης δίνει μία μόνο διεύθυνση. Εάν αναφέρονται περισσότερες διευθύνσεις, λαμβάνεται υπόψη μόνον η πρώτη, εκτός εάν ο καταθέτης ορίσει μία από τις διευθύνσεις ως διεύθυνση αντικλήτου»·

β)

στο στοιχείο γ) προστίθενται τα ακόλουθα:

«, ή αναφορά στον κατάλογο αγαθών και υπηρεσιών της προηγούμενης αίτησης για κοινοτικό σήμα»·

γ)

το στοιχείο ια) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ια)

υπογραφή του καταθέτη ή του αντιπροσώπου του σύμφωνα με τον κανόνα 79»·

δ)

προστίθεται το στοιχείο ιβ):

«ιβ)

όπου ενδείκνυται, αίτηση για έκθεση έρευνας όπως αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 του κανονισμού».

2)

Ο κανόνας 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, εκτός αυτών της παραγράφου 1, και εκτός από την περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται με ηλεκτρονικά μέσα, το σήμα αναπαράγεται σε χωριστό φύλλο χαρτιού από εκείνο του κειμένου της αίτησης. Το φύλλο επί του οποίου αναπαράγεται το σήμα δεν πρέπει να υπερβαίνει τις διαστάσεις DIN A4 (29,7 cm ύψος, 21 cm πλάτος), ενώ η χρησιμοποιούμενη για την αναπαραγωγή επιφάνεια (σχήμα της σύνθεσης) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 26,2 cm × 17 cm. Τηρείται περιθώριο τουλάχιστον 2,5 cm από το αριστερό άκρο της σελίδας. Η ορθή θέση του σήματος υποδεικνύεται με τη λέξη «άνω» σε κάθε αναπαραγωγή, εφόσον βεβαίως δεν είναι προφανής. Η ποιότητα της αναπαραγωγής πρέπει να επιτρέπει τη σμίκρυνση ή τη μεγέθυνση στις διαστάσεις που απαιτούνται για τη δημοσίευση στο δελτίο κοινοτικών σημάτων, δηλαδή 8 cm πλάτος και 16 cm ύψος το πολύ.»·

β)

οι παράγραφοι 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.

Αν ζητείται έγχρωμη καταχώρηση, η προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 απεικόνιση συνίσταται σε έγχρωμη απεικόνιση του σήματος. Αναφέρονται επίσης ολογράφως τα χρώματα που συνθέτουν το σήμα και μπορεί ακόμη να προστεθεί αναφορά σε αναγνωρισμένο κωδικό χρώματος.

6.

Εάν ζητείται καταχώρηση ηχητικού σήματος, η αναπαραγωγή του σήματος αποτελείται από γραφική παράσταση του ήχου, συγκεκριμένα από μουσική σημειογραφία· στην περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται με ηλεκτρονικά μέσα, μπορεί να συνοδεύεται από ηλεκτρονικό αρχείο που περιέχει τον ήχο. Ο πρόεδρος του Γραφείου προσδιορίζει τα μορφότυπα και το μέγιστο μέγεθος του ηλεκτρονικού αρχείου».

3)

Ο κανόνας 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κανόνας 4

Τέλη της αίτησης

Για την κατάθεση της αίτησης καταβάλλονται τα ακόλουθα τέλη:

α)

ένα βασικό τέλος·

β)

ένα τέλος κλάσης πέραν των τριών στις οποίες ανήκουν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες σύμφωνα με τον κανόνα 2·

γ)

το τέλος έρευνας, όπου είναι απαραίτητο».

4)

Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος κανόνας 5α:

«Κανόνας 5α

Έκθεση έρευνας

Για την προετοιμασία των εκθέσεων έρευνας χρησιμοποιείται ένα πρότυπο έντυπο το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την ονομασία των κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας που διεξήγαγαν την έρευνα·

β)

τον αριθμό της αίτησης ή της καταχώρησης σήματος που αναφέρεται στην έκθεση έρευνας·

γ)

την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης και, όπου αυτό είναι απαραίτητο, την ημερομηνία προτεραιότητας των αιτήσεων ή των καταχωρήσεων σήματος που αναφέρονται στην έκθεση έρευνας·

δ)

την ημερομηνία καταχώρησης των σημάτων που αναφέρεται στην έκθεση έρευνας·

ε)

το όνομα και τη διεύθυνση αλληλογραφίας του κατόχου των αιτήσεων ή των καταχωρήσεων σήματος που αναφέρονται στην έκθεση έρευνας·

στ)

αναπαραγωγή των σημάτων για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση ή τα οποία έχουν καταχωρηθεί, και τα οποία αναφέρονται στην έκθεση έρευνας·

ζ)

μνεία των κλάσεων σύμφωνα με την ταξινόμηση της Νίκαιας, για τις οποίες ζητείται ή έχει καταχωρηθεί το προγενέστερο εθνικό σήμα ή των προϊόντων και υπηρεσιών για τις οποίες το σήμα που αναφέρεται στην έκθεση έρευνας είτε ζητείται είτε έχει καταχωρηθεί».

5)

Στον κανόνα 6 παράγραφος 1 προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Εάν η προηγούμενη αίτηση είναι αίτηση για κοινοτικό σήμα, το Γραφείο εσωκλείει αυτεπαγγέλτως αντίγραφο της προηγούμενης αίτησης στο φάκελο της αίτησης για κοινοτικό σήμα».

6)

Ο κανόνας 8 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.

Όταν ο καταθέτης επιθυμεί να διεκδικήσει την αρχαιότητα ενός ή περισσοτέρων προγενέστερα καταχωρηθέντων σημάτων σύμφωνα με το άρθρο 34 του κανονισμού, συνεπεία της κατάθεσης της αίτησης, εντός δύο μηνών από την κατάθεση υποβάλλεται η δήλωση αρχαιότητας στην οποία αναφέρεται το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη στα οποία ή ως προς τα οποία έχει καταχωρηθεί το σήμα, ο αριθμός και η ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής καταχώρησης και τα προϊόντα και οι υπηρεσίες ως προς τις οποίες έγινε η καταχώρηση. Τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται δυνάμει της παραγράφου 1 υποβάλλονται στο Γραφείο εντός τριών μηνών από την παραλαβή της δήλωσης αρχαιότητας».

7)

Ο κανόνας 10 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 10

Έρευνες από εθνικά γραφεία

1.

Εάν η αίτηση για έκθεση έρευνας που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 του κανονισμού δεν υποβάλλεται μαζί με την αίτηση για κοινοτικό σήμα ή εάν το τέλος έρευνας που αναφέρεται στον κανόνα 4(γ) δεν έχει καταβληθεί εντός της προθεσμίας καταβολής των βασικών τελών αίτησης, η αίτηση δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας από τα κεντρικά γραφεία βιομηχανικής ιδιοκτησίας·

2.

Διεθνής καταχώρηση που η προστασία της επεκτείνεται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν υπόκειται σε έρευνα από τα κεντρικά γραφεία βιομηχανικής ιδιοκτησίας εάν η αίτηση για έκθεση έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 του κανονισμού δεν υποβληθεί στο Γραφείο εντός ενός μηνός από την ημερομηνία που το Διεθνές Γραφείο κοινοποιεί τη διεθνή καταχώριση στο Γραφείο ή εάν το τέλος έρευνας δεν καταβληθεί εντός της εν λόγω περιόδου».

8)

Το στοιχείο γ) του κανόνα 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

την απεικόνιση του σήματος μαζί με τα στοιχεία και τις περιγραφές που αναφέρονται στον κανόνα 3· αν η αναπαραγωγή του σήματος είναι έγχρωμη ή περιέχει χρώματα, η δημοσίευση πρέπει να είναι έγχρωμη και να περιλαμβάνει μνεία του χρώματος ή των χρωμάτων από τα οποία αποτελείται το σήμα, καθώς επίσης και, όπου ενδείκνυται, τον αναφερόμενο κωδικό χρώματος».

9)

Στον κανόνα 13, το στοιχείο γ) της παραγράφου 1 και η παράγραφος 2 διαγράφονται.

10)

Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος κανόνας 13α:

«Κανόνας 13α

Διαίρεση της αίτησης

1.

Η δήλωση διαίρεσης της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 44α του κανονισμού περιλαμβάνει:

α)

τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης·

β)

το όνομα και τη διεύθυνση του καταθέτη, σύμφωνα με τον κανόνα 1 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

γ)

κατάλογο των προϊόντων και υπηρεσιών που απαρτίζουν τη διαιρεμένη αίτηση ή, στην περίπτωση που ζητείται η διαίρεση σε περισσότερες από μία διαιρεμένες αιτήσεις, κατάλογο των προϊόντων και υπηρεσιών για κάθε διαιρεμένη αίτηση·

δ)

κατάλογο των προϊόντων και υπηρεσιών που παραμένουν στην αρχική αίτηση.

2.

Στις περιπτώσεις που το Γραφείο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι όροι που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 ή ότι ο κατάλογος των προϊόντων και των υπηρεσιών που απαρτίζουν τη διαιρεμένη αίτηση συμπίπτει με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παραμένουν στην αρχική αίτηση, καλεί τον καταθέτη να διορθώσει τις εντοπισθείσες παραλείψεις εντός προθεσμίας που του τάσσει.

Αν οι ελλείψεις δε θεραπευθούν εμπρόθεσμα, το Γραφείο απορρίπτει τη δήλωση διαίρεσης.

3.

Οι περίοδοι που αναφέρονται στο άρθρο 44α παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού, κατά τη διάρκεια των οποίων δε γίνεται δεκτή δήλωση διαίρεσης της αίτησης, είναι:

α)

η περίοδος πριν τη χορήγηση ημερομηνίας κατάθεσης·

β)

η περίοδος των τριών μηνών μετά τη δημοσίευση της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού·

γ)

η περίοδος μετά την ημερομηνία έκδοσης της κοινοποίησης για την καταβολή του τέλους εγγραφής σύμφωνα με τον κανόνα 23 παράγραφος 1.

4.

Στις περιπτώσεις που το Γραφείο κρίνει ότι η δήλωση διαίρεσης δεν είναι αποδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 44α του κανονισμού ή σύμφωνα με την παράγραφο 4 στοιχεία α) και β), απορρίπτει τη δήλωση διαίρεσης.

5.

Το Γραφείο καταρτίζει χωριστό φάκελο για τη διαιρεμένη αίτηση, ο οποίος περιέχει πλήρες αντίγραφο του φακέλου της αρχικής αίτησης, συμπεριλαμβανομένης της δήλωσης διαίρεσης και της σχετικής αλληλογραφίας. Το Γραφείο χορηγεί νέο αριθμό αίτησης στη διαιρεμένη αίτηση.

6.

Στις περιπτώσεις που η δήλωση διαίρεσης αφορά αίτηση που έχει ήδη δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 40 του κανονισμού, η διαίρεση δημοσιεύεται στο δελτίο κοινοτικών σημάτων. Η διαιρεμένη αίτηση δημοσιεύεται· η δημοσίευση περιλαμβάνει αναφορές και στοιχεία σύμφωνα με τον κανόνα 12. Η δημοσίευση δεν ανοίγει νέα περίοδο για κατάθεση ανακοπών».

11)

Οι κανόνες 15 έως 20 αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 15

Ανακοπή

1.

Ανακοπή ασκείται βάσει ενός ή περισσοτέρων προγενέστερων σημάτων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού (προγενέστερα σήματα) ή/και ενός ή περισσοτέρων λοιπών προγενέστερων δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 4 του κανονισμού (προγενέστερα δικαιώματα), υπό την προϋπόθεση ότι προγενέστερα σήματα ή προγενέστερα δικαιώματα ανήκουν στον ίδιο δικαιούχο ή στους ίδιους δικαιούχους. Εάν ένα προγενέστερο σήμα ή/και προγενέστερο δικαίωμα έχει περισσότερους από ένα δικαιούχο (συνιδιοκτησία), η ανακοπή είναι δυνατό να ασκηθεί από οιονδήποτε/οιουσδήποτε εξ αυτών ή όλους μαζί.

2.

Το δικόγραφο της ανακοπής περιλαμβάνει:

α)

τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή και το όνομα του καταθέτη της αίτησης για κοινοτικό σήμα·

β)

σαφή μνεία του προγενέστερου σήματος ή προγενέστερου δικαιώματος επί των οποίων βασίζεται η ανακοπή, δηλαδή:

i)

στις περιπτώσεις που η ανακοπή αφορά προηγούμενο σήμα κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 2 στοιχεία α) ή β) του κανονισμού ή στις περιπτώσεις που η ανακοπή βασίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού, μνεία του αριθμού πρωτοκόλλου της αίτησης ή του αριθμού καταχώρησης του προγενέστερου σήματος, μνεία εάν το προγενέστερο σήμα έχει καταχωρηθεί ή αίτηση καταχώρησης, καθώς επίσης και μνεία των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων, όπου χρειάζεται, των κρατών της Μπενελούξ, στα οποία ή για τα οποία προστατεύεται το προηγούμενο σήμα ή, εάν είναι απαραίτητο, μνεία ότι πρόκειται για κοινοτικό σήμα·

ii)

όταν η ανακοπή αφορά παγκοίνως γνωστό σήμα κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού, μνεία του κράτους μέλους στο οποίο το σήμα είναι παγκοίνως γνωστό και είτε τις ενδείξεις που αναφέρονται στο σημείο i) είτε αναπαραγωγή του σήματος·

iii)

όταν η ανακοπή αφορά προγενέστερο δικαίωμα κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 4, μνεία του είδους ή της φύσης του δικαιώματος αυτού, αναπαραγωγή του προηγούμενου δικαιώματος και μνεία εάν το εν λόγω προγενέστερο δικαίωμα ισχύει στο σύνολο της Κοινότητας ή σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη και, στην περίπτωση αυτή, μνεία των κρατών μελών·

γ)

τους λόγους για τους οποίους ασκείται η ανακοπή, δηλαδή δήλωση ότι πληρούνται οι αντίστοιχοι όροι του άρθρου 8 παράγραφοι 1, 3, 4 και 5 του κανονισμού·

δ)

την ημερομηνία κατάθεσης και, όπου ενδείκνυται, την ημερομηνία καταχώρησης και την ημερομηνία προτεραιότητας του προγενέστερου σήματος, εκτός εάν πρόκειται για μη καταχωρημένο ευρέως γνωστό σήμα·

ε)

αναπαραγωγή του προγενέστερου σήματος όπως αυτό έχει καταχωρηθεί ή όπως υπάρχει στη σχετική αίτηση· εάν το προγενέστερο σήμα είναι έγχρωμο, η αναπαραγωγή πρέπει να είναι έγχρωμη·

στ)

τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αφορά η ανακοπή·

ζ)

όταν η ανακοπή αφορά προγενέστερο σήμα που χαίρει φήμης κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 5 του κανονισμού, μνεία για το κράτος μέλος στο οποίο το σήμα χαίρει φήμης καθώς επίσης και τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες το σήμα χαίρει φήμης·

η)

όσον αφορά τον ανακόπτοντα:

i)

το όνομα και τη διεύθυνση του ανακόπτοντα, σύμφωνα με τον κανόνα 1 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

ii)

εάν ο ανακόπτων έχει ορίσει αντιπρόσωπο, το όνομα και την επαγγελματική διεύθυνση του αντιπροσώπου, σύμφωνα με τον κανόνα 1 παράγραφος 1 στοιχείο ε)·

iii)

όταν η ανακοπή ασκείται από εκείνον προς τον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια χρήσης του σήματος ή από άτομο που κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δικαιούται να ασκεί προγενέστερο δικαίωμα, σχετική δήλωση και μνεία όσον αφορά τη χορήγηση άδειας ή το δικαίωμα άσκησης ανακοπής.

3.

Το δικόγραφο της ανακοπής μπορεί να περιλαμβάνει:

α)

μνεία των προϊόντων και των υπηρεσιών κατά των οποίων ασκείται η ανακοπή· απουσία εν λόγω μνείας, η ανακοπή θεωρείται ότι απευθύνεται κατά όλων των προϊόντων και υπηρεσιών της αίτησης για κοινοτικό σήμα κατά της οποίας ασκείται η ανακοπή·

β)

αιτιολογημένη δήλωση στην οποία παρουσιάζονται τα κύρια γεγονότα και επιχειρήματα βάσει των οποίων ασκείται η ανακοπή καθώς και αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν την άσκηση της ανακοπής.

4.

Όταν η ανακοπή αφορά περισσότερα του ενός προγενέστερα σήματα ή προγενέστερα δικαιώματα, ισχύουν για κάθε ένα από τα δικαιώματα αυτά οι παράγραφοι 2 και 3.

Κανόνας 16

Χρήση γλωσσών στο δικόγραφο της ανακοπής

1.

Η προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 115 παράγραφος 6 του κανονισμού, εντός του οποίου πρέπει ο ανακόπτων να καταθέσει μετάφραση της ανακοπής είναι ένας μήνας μετά τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής.

2.

Όταν ο ανακόπτων ή ο καταθέτης πληροφορούν το Γραφείο, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία λογίζεται ότι αρχίζει η διαδικασία ανακοπής σύμφωνα με τον κανόνα 18 παράγραφος 1, ότι ο καταθέτης και ο ανακόπτων συμφώνησαν να χρησιμοποιηθεί διαφορετική γλώσσα για τη διαδικασία ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 7 του κανονισμού, ο ανακόπτων, εφόσον το δικόγραφο της ανακοπής δεν υποβλήθηκε στη γλώσσα αυτή, καταθέτει μετάφραση του δικογράφου της ανακοπής στην εν λόγω γλώσσα μέσα σε ένα μήνα από την ανωτέρω ημερομηνία. Εάν δεν κατατεθεί μετάφραση ή αυτή κατατεθεί εκπρόθεσμα, η γλώσσα της διαδικασίας δε μεταβάλλεται.

Κανόνας 16α

Ενημέρωση του καταθέτη

Οιαδήποτε ανακοπή και οιοδήποτε έγγραφο που υποβλήθηκε από τον ανακόπτοντα, καθώς επίσης και οιαδήποτε επικοινωνία που αποστέλλεται από το Γραφείο σε κάποιον από τους διαδίκους πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στον κανόνα 18, αποστέλλεται στον έτερο διάδικο για σκοπούς ενημέρωσης σχετικά με την άσκηση ανακοπής.

Κανόνας 17

Εξέταση του παραδεκτού

1.

Αν το τέλος ανακοπής δεν καταβληθεί εντός της προθεσμίας ανακοπής, η ανακοπή λογίζεται ως μη ασκηθείσα. Αν τα τέλη ανακοπής καταβληθούν μετά τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής, επιστρέφονται στον ανακόπτοντα.

2.

Εάν η ανακοπή δεν έχει ασκηθεί εντός της προθεσμίας ανακοπής ή εάν το δικόγραφο της ανακοπής δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την αίτηση κατά της οποίας ασκείται ανακοπή ή το προγενέστερο σήμα ή το προγενέστερο δικαίωμα στο οποίο βασίζεται η ανακοπή σύμφωνα με τον κανόνα 15 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) ή δεν περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους ασκείται η ανακοπή σύμφωνα με τον κανόνα 15 παράγραφος 2 στοιχείο γ) και εάν οι παραλείψεις αυτές δεν έχουν διορθωθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής, το Γραφείο απορρίπτει την ανακοπή ως απαράδεκτη.

3.

Εάν ο ανακόπτων δεν καταθέσει μετάφραση σύμφωνα με τον κανόνα 16 παράγραφος 1, η ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εάν ο ανακόπτων καταθέσει μετάφραση που δεν είναι πλήρης, το μέρος του δικογράφου της ανακοπής που δεν έχει μεταφρασθεί δε λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση του παραδεκτού.

4.

Εάν το δικόγραφο της ανακοπής δεν είναι σύμφωνο με τις λοιπές διατάξεις του κανόνα 15, το Γραφείο ενημερώνει τον ανακόπτοντα σχετικά και τον καλεί να διορθώσει τις ελλείψεις που παρατηρήθηκαν εντός περιόδου δύο μηνών. Αν οι ελλείψεις δε θεραπευθούν εμπρόθεσμα, το Γραφείο απορρίπτει την ανακοπή ως απαράδεκτη.

5.

Οιαδήποτε διαπίστωση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ότι το δικόγραφο της ανακοπής θεωρείται ότι δεν έχει κατατεθεί και οιαδήποτε απόφαση απόρριψης ανακοπής ως απαράδεκτης σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 κοινοποιούνται στον καταθέτη.

Κανόνας 18

Έναρξη της διαδικασίας ανακοπής

1.

Εάν η ανακοπή κριθεί ότι είναι παραδεκτή σύμφωνα με τον κανόνα 17, το Γραφείο αποστέλλει κοινοποίηση στους διαδίκους ενημερώνοντάς τους ότι η διαδικασία ανακοπής θεωρείται ότι αρχίζει δύο μήνες μετά την παραλαβή της κοινοποίησης. Η προθεσμία αυτή είναι δυνατό να παραταθεί έως 24 συνολικά μήνες εάν και οι δύο διάδικοι υποβάλουν αιτήσεις για παράταση πριν από τη λήξη της περιόδου.

2.

Εάν, εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αποσυρθεί η αίτηση ή περιορισθεί σε προϊόντα και υπηρεσίες τα οποία δεν αφορά η ανακοπή ή εάν το Γραφείο λάβει πληροφόρηση σχετικά με διακανονισμό μεταξύ των διαδίκων ή η αίτηση απορριφθεί σε παράλληλη διαδικασία, η διαδικασία ανακοπής τερματίζεται.

3.

Εάν, εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο καταθέτης περιορίσει την αίτηση διαγράφοντας ορισμένα από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αφορά η ανακοπή, το Γραφείο καλεί τον ανακόπτοντα να δηλώσει, εντός προθεσμίας που του τάσσει, εάν εμμένει στην ανακοπή του και, ενδεχομένως, σε σχέση με ποια υπολειπόμενα προϊόντα και υπηρεσίες. Εάν ο ανακόπτων αποσύρει την ανακοπή λόγω του περιορισμού, η διαδικασία ανακοπής τερματίζεται.

4.

Εάν η διαδικασία ανακοπής τερματισθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3 πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, δε λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τα έξοδα.

5.

Εάν η διαδικασία ανακοπής τερματισθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κατόπιν απόσυρσης ή περιορισμού της αίτησης ή σύμφωνα με την παράγραφο 3, επιστρέφονται τα τέλη ανακοπής.

Κανόνας 19

Τεκμηρίωση της ανακοπής

1.

Το Γραφείο δίνει τη δυνατότητα στον ανακόπτοντα να παρουσιάσει τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα που τεκμηριώνουν την ανακοπή ή να συμπληρώσει οιαδήποτε πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις ή επιχειρήματα που έχουν ήδη κατατεθεί σύμφωνα με τον κανόνα 15 παράγραφος 3 εντός ταχθείσας από αυτό προθεσμίας και η οποία πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον σε δύο μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι αρχίζει η διαδικασία ανακοπής σύμφωνα με τον κανόνα 18 παράγραφος 1.

2.

Εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο ανακόπτων πρέπει επίσης να υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή του προγενέστερου δικαιώματος, καθώς επίσης και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το δικαίωμά του να ασκήσει την ανακοπή. Ειδικότερα, ο ανακόπτων παρέχει τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:

α)

εάν η ανακοπή αφορά σήμα που δεν είναι κοινοτικό σήμα, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την κατάθεση αίτησης ή την καταχώρησή του:

i)

στην περίπτωση που το σήμα δεν έχει ακόμα καταχωρηθεί, αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού κατάθεσης ή ισοδύναμο έγγραφο της διοικητικής αρχής στην οποία κατατέθηκε η αίτηση σήματος ή

ii)

στην περίπτωση που το σήμα έχει καταχωρηθεί, αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού καταχώρησης και, όπου ενδείκνυται, του πιο πρόσφατου πιστοποιητικού ανανέωσης που αποδεικνύει ότι η περίοδος προστασίας του σήματος υπερβαίνει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και οιαδήποτε παράτασή του, ή ισοδύναμα έγγραφα της διοικητικής αρχής στην οποία έγινε η καταχώρηση του σήματος·

β)

εάν η ανακοπή αφορά σήμα που είναι παγκοίνως γνωστό κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το γεγονός ότι το εν λόγω σήμα είναι παγκοίνως γνωστό στο σχετικό έδαφος·

γ)

εάν η ανακοπή αφορά σήμα που χαίρει φήμης κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 5 του κανονισμού, εκτός από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, αποδεικτικά στοιχεία που δείχνουν ότι το σήμα χαίρει φήμης, καθώς επίσης και αποδείξεις ή επιχειρήματα που δείχνουν ότι η χρήση, χωρίς εύλογη αιτία του αιτούμενου σήματος, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή φήμη·

δ)

εάν η ανακοπή αφορά προγενέστερο δικαίωμα κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 4 του κανονισμού, αποδείξεις σχετικά με την απόκτησή του, τη συνέχιση της ύπαρξής του και την έκταση της προστασίας του δικαιώματος αυτού·

ε)

εάν η ανακοπή βασίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού, αποδείξεις σχετικά με την ιδιοκτησία του ανακόπτοντος και τη φύση της σχέσης του με το φορέα ή αντιπρόσωπο.

3.

Οι πληροφορίες και αποδείξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παρέχονται στη γλώσσα της διαδικασίας ή συνοδεύονται από μετάφραση. Η μετάφραση υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που έχει ορισθεί για την υποβολή του αρχικού εγγράφου.

4.

Το Γραφείο δε λαμβάνει υπόψη γραπτές υποβολές ή έγγραφα ή μέρη αυτών που δεν έχουν υποβληθεί ή δεν έχουν μεταφρασθεί στη γλώσσα της διαδικασίας εντός της προθεσμίας που έχει καθορισθεί από το Γραφείο.

Κανόνας 20

Εξέταση της ανακοπής

1.

Εάν ο ανακόπτων δεν έχει αποδείξει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στον κανόνα 19 παράγραφος 1 την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή προγενέστερου δικαιώματος, καθώς επίσης και το δικαίωμά του να ασκήσει ανακοπή, η ανακοπή απορρίπτεται ως μη αιτιολογημένη.

2.

Εάν η ανακοπή δεν απορριφθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, το Γραφείο κοινοποιεί την υποβολή του ανακόπτοντα στον καταθέτη και τον καλεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας που του τάσσει.

3.

Εάν ο καταθέτης δεν υποβάλει παρατηρήσεις, το Γραφείο βασίζει την απόφασή του σχετικά με την ανακοπή στα αποδεικτικά στοιχεία που του έχουν παρατεθεί.

4.

Το Γραφείο κοινοποιεί τις παρατηρήσεις του καταθέτη στον ανακόπτοντα και τον καλεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να υποβάλει παρατηρήσεις εντός προθεσμίας που του τάσσει.

5.

Ο κανόνας 18 παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζεται mutatis mutandis μετά την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι αρχίζει η διαδικασία ανακοπής.

6.

Όπου ενδείκνυται, το Γραφείο δύναται να καλέσει τους διαδίκους να περιορίσουν τις παρατηρήσεις τους σε συγκεκριμένα ζητήματα. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπει στο διάδικο να θέσει τα λοιπά ζητήματα σε επόμενο στάδιο της διαδικασίας. Σε ουδεμία περίπτωση, δεν είναι υποχρεωμένο το Γραφείο να ενημερώνει τους διαδίκους σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να κατατεθούν ή δεν έχουν κατατεθεί.

7.

Το Γραφείο δύναται να αναστείλει τη διαδικασία ανακοπής:

α)

στην περίπτωση που η ανακοπή αφορά αίτηση για καταχώρηση σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού έως ότου ληφθεί η τελική απόφαση στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας·

β)

στην περίπτωση που η ανακοπή αφορά αίτηση για καταχώρηση για γεωγραφική ένδειξη ή ονομασία προέλευσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 (3) του Συμβουλίου έως ότου ληφθεί η τελική απόφαση στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας· ή

γ)

στις περιπτώσεις που υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ενδείκνυται η αναστολή της διαδικασίας.

12)

Ο κανόνας 22 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 22

Απόδειξη της χρήσης

1.

Οι αιτήσεις για απόδειξη της χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 2 ή 3 του κανονισμού γίνονται δεκτές μόνον εάν ο καταθέτης υποβάλει την αίτηση εντός της προθεσμίας που καθορίζει το Γραφείο σύμφωνα με τον κανόνα 20 παράγραφος 2.

2.

Αν ο ανακόπτων υποχρεούται να αποδείξει ότι έγινε χρήση του σήματος ή ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι για τη μη χρήση, το Γραφείο τον καλεί να προσκομίσει, εντός προθεσμίας που του τάσσει, τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία. Αν ο ανακόπτων δεν προσκομίσει αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία εμπρόθεσμα, το Γραφείο απορρίπτει την ανακοπή.

3.

Οι αναφορές και τα αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη της χρήσης αφορούν τον τόπο, το χρόνο, την έκταση και τη φύση της χρήσης του αντιτάξιμου σήματος των προϊόντων και υπηρεσιών για τις οποίες καταχωρήθηκε και ως προς τις οποίες ασκήθηκε η ανακοπή και σχετικά αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.

Τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να υποβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες 79 και 79α και πρέπει, κατ’ αρχήν, να περιορίζονται μόνο στην κατάθεση δικαιολογητικών και απτών πειστηρίων όπως π.χ. συσκευασίες, ετικέτες, τιμοκατάλογοι, κατάλογοι, τιμολόγια, φωτογραφίες, αγγελίες στις εφημερίδες καθώς και γραπτές δηλώσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 76 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του κανονισμού.

5.

Η αίτηση για απόδειξη της χρήσης μπορεί να κατατεθεί μαζί ή χωρίς την ταυτόχρονη υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με τους λόγους στους οποίους βασίζεται η ανακοπή. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι δυνατό να υποβληθούν μαζί με τις παρατηρήσεις σε απάντηση της απόδειξης της χρήσης.

6.

Στις περιπτώσεις που τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τον ανακόπτοντα δεν παρατίθενται στη γλώσσα της διαδικασίας ανακοπής, το Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τον ανακόπτοντα να καταθέσει μετάφραση των στοιχείων στην εν λόγω γλώσσα εντός προθεσμίας που του τάσσει».

13)

Ο κανόνας 24 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«2.

Το Γραφείο παρέχει επικυρωμένα ή μη επικυρωμένα αντίγραφα του πιστοποιητικού καταχώρησης κατόπιν καταβολής τέλους».

14)

Στον κανόνα 25 παράγραφος 1 το στοιχείο γ) διαγράφεται.

15)

Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος κανόνας 25α:

«Κανόνας 25α

Διαίρεση καταχώρησης

1.

Η δήλωση διαίρεσης καταχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 48α του κανονισμού περιλαμβάνει:

α)

τον αριθμό καταχώρησης·

β)

το όνομα και τη διεύθυνση του δικαιούχου του κοινοτικού σήματος, σύμφωνα με τον κανόνα 1 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

γ)

κατάλογο των προϊόντων και υπηρεσιών που απαρτίζουν τη διαιρεμένη καταχώρηση ή, στην περίπτωση που επιδιώκεται η διαίρεση σε περισσότερες από μία διαιρεμένες καταχωρήσεις, κατάλογο των προϊόντων και υπηρεσιών για κάθε διαιρεμένη καταχώρηση·

δ)

κατάλογο των προϊόντων και υπηρεσιών που παραμένουν στην αρχική καταχώρηση.

2.

Στην περίπτωση που το Γραφείο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι όροι που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 ή ότι ο κατάλογος των προϊόντων και των υπηρεσιών που απαρτίζουν τη διαιρεμένη καταχώρηση συμπίπτει με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παραμένουν στην αρχική καταχώρηση, καλεί τον αιτούντα να διορθώσει τις εντοπισθείσες παραλείψεις εντός προθεσμίας που του τάσσει.

Αν οι ελλείψεις δε θεραπευθούν εμπρόθεσμα, το Γραφείο απορρίπτει τη δήλωση διαίρεσης.

3.

Στην περίπτωση που το Γραφείο κρίνει ότι η δήλωση διαίρεσης δεν είναι παραδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 48α του κανονισμού απορρίπτει τη δήλωση διαίρεσης.

4.

Το Γραφείο καταρτίζει χωριστό φάκελο για τη διαιρεμένη καταχώρηση, ο οποίος περιέχει πλήρες αντίγραφο του φακέλου της αρχικής καταχώρησης συμπεριλαμβανομένης της δήλωσης διαίρεσης και της σχετικής αλληλογραφίας. Το Γραφείο χορηγεί νέο αριθμό καταχώρησης στη διαιρεμένη καταχώρηση».

16)

Στον κανόνα 26 παράγραφος 2 το στοιχείο δ) διαγράφεται.

17)

Ο κανόνας 28 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο γ) καταργείται·

β)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

μνεία του κράτους μέλους ή των κρατών μελών στο οποίο ή ως προς το οποίο έχει καταχωρηθεί προγενέστερο σήμα, τον αριθμό και την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής καταχώρησης και τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ως προς τα οποία έχει γίνει η προγενέστερη καταχώρηση του σήματος·».

18)

Ο κανόνας 30 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 30

Ανανέωση καταχώρησης

1.

Η αίτηση ανανέωσης περιλαμβάνει:

α)

το όνομα του προσώπου που ζητά την ανανέωση·

β)

τον αριθμό καταχώρησης του κοινοτικού σήματος προς ανανέωση·

γ)

εάν η ανανέωση ζητείται για μέρος μόνον των προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία έχει καταχωρηθεί το σήμα, μνεία εκείνων των κλάσεων ή εκείνων των προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία ζητείται ανανέωση ή εκείνων των κλάσεων ή εκείνων των προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία δε ζητείται ανανέωση, ανά ομάδες κατά την ταξινόμηση της Νίκαιας· κάθε δε ομάδας προηγείται ο αριθμός της κλάσης της εν λόγω ταξινόμησης στην οποία ανήκει αυτή η ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών και κάθε ομάδα παρατίθεται με τη σειρά των κλάσεων αυτής της ταξινόμησης.

2.

Τα δυνάμει του άρθρου 47 του κανονισμού καταβλητέα τέλη, για την ανανέωση κοινοτικού σήματος είναι τα ακόλουθα:

α)

ένα βασικό τέλος·

β)

ειδικό τέλος για κάθε κλάση πέραν των τριών ως προς τις οποίες υποβάλλεται αίτηση για ανανέωση και

γ)

όπου ενδείκνυται, πρόσθετο τέλος για την εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ανανέωσης ή την εκπρόθεσμη υποβολή της αίτησης για ανανέωση, βάσει του άρθρου 47 παράγραφος 3 του κανονισμού, όπως ορίζεται στον κανονισμό τελών.

3.

Εάν η πληρωμή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 καταβάλλεται με μέσο πληρωμής που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού τελών, θεωρείται ότι συνιστά αίτηση ανανέωσης υπό τον όρο ότι περιλαμβάνει κάθε μνεία που απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος κανόνα και το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού τελών.

4.

Αν η αίτηση ανανέωσης υποβάλλεται εντός των προθεσμιών του άρθρου 47 παράγραφος 3 του κανονισμού, αλλά δεν πληρούνται σχετικά οι λοιπές προϋποθέσεις όσον αφορά την ανανέωση, του άρθρου 47 του κανονισμού και των παρόντων κανόνων, το Γραφείο ενημερώνει τον καταθέτη για τις διαπιστωθείσες ελλείψεις.

5.

Αν δεν κατατεθεί αίτηση ανανέωσης, ή κατατεθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 47 παράγραφος 3 του κανονισμού ή αν δεν έχουν καταβληθεί ή έχουν καταβληθεί εκπρόθεσμα τα τέλη ή αν δεν έχουν θεραπευθεί εμπρόθεσμα οι διαπιστωθείσες ελλείψεις, το Γραφείο διαπιστώνει ότι έχει λήξει η ισχύς της καταχώρησης και ενημερώνει σχετικά το δικαιούχο του κοινοτικού σήματος.

Όταν τα καταβληθέντα τέλη δεν αρκούν για να καλύψουν όλες τις κλάσεις προϊόντων και των υπηρεσιών ως προς τις οποίες ζητείται ανανέωση, το Γραφείο δεν προβαίνει σε παρόμοια διαπίστωση αν είναι σαφές ποια κλάση ή κλάσεις πρέπει να καλυφθούν. Ελλείψει άλλων κριτηρίων, το Γραφείο λαμβάνει υπόψη του τις κλάσεις με τη σειρά ταξινόμησης.

6.

Όταν η διαπίστωση βάσει της παραγράφου 5 καταστεί οριστική, το Γραφείο διαγράφει το σήμα από το μητρώο. Η διαγραφή παράγει αποτελέσματα από την επομένη της ημερομηνίας λήξης της ισχύουσας καταχώρησης.

7.

Όταν τα τέλη ανανέωσης που προβλέπονται στην παράγραφο 2 έχουν καταβληθεί, αλλά η καταχώρηση δεν έχει ανανεωθεί, τα εν λόγω τέλη επιστρέφονται.

8.

Είναι δυνατό να κατατεθεί μία μόνον αίτηση ανανέωσης για δύο ή περισσότερα σήματα με πληρωμή των καταβλητέων τελών για κάθε ένα από τα σήματα, υπό την προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι ή αντιπρόσωποι είναι οι ίδιοι σε κάθε περίπτωση».

19)

Ο κανόνας 31 παράγραφος 3 και 4 διαγράφεται.

20)

Ο κανόνας 32 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«4.

Το Γραφείο καταρτίζει χωριστό φάκελο για τη νέα καταχώρηση, ο οποίος περιέχει πλήρες αντίγραφο του φακέλου της αρχικής καταχώρησης συμπεριλαμβανομένης της αίτησης για καταχώρηση της μερικής μεταβίβασης και της σχετικής αλληλογραφίας. Το Γραφείο χορηγεί νέο αριθμό καταχώρησης στη νέα καταχώρηση».

21)

Το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Ο κανόνας 31 παράγραφοι 1, 2, 5 και 7 ισχύει mutatis mutandis για την καταχώρηση άδειας, μεταβίβαση άδειας, εμπράγματο δικαίωμα, μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος, μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης ή διαδικασία σε περίπτωση αφερεγγυότητας, υπό τους ακόλουθους όρους:

α)

ο κανόνας 31 παράγραφος 1 στοιχείο γ) δεν ισχύει όσον αφορά αιτήσεις καταχώρησης εμπράγματου δικαιώματος, αναγκαστικής εκτέλεσης ή διαδικασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας·

β)

ο κανόνας 31 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και παράγραφος 5 δεν ισχύει όταν η αίτηση έχει κατατεθεί από δικαιούχο κοινοτικού σήματος.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«2.

Η αίτηση καταχώρησης άδειας, η μεταβίβαση άδειας, τα εμπράγματα δικαιώματα, η μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος ή τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης δε θεωρείται ότι έχουν κατατεθεί έως ότου καταβληθούν τα απαιτούμενα τέλη.»·

γ)

στην παράγραφο 3, η φράση «άρθρα 19, 20 ή 22» αντικαθίσταται από «άρθρα 19 έως 22» και η φράση «στις ανωτέρω παραγράφους 1 και 2» αντικαθίσταται από τη φράση «στην παράγραφο 1 του παρόντος κανόνα και στον κανόνα 34 παράγραφος 2»·

δ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.

Οι παράγραφοι 1 και 3 εφαρμόζονται mutatis mutandis στις αιτήσεις για κοινοτικά σήματα. Οι άδειες χρήσης, τα εμπράγματα δικαιώματα, οι διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυότητας και τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σημειώνονται στο φάκελο που τηρεί το Γραφείο σχετικά με την αίτηση για κοινοτικό σήμα».

22)

Ο κανόνας 34 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 34

Ειδικές εγγραφές κατά την καταχώρηση αδειών χρήσης

1.

Η αίτηση καταχώρησης άδειας είναι δυνατό να περιλαμβάνει αίτηση για μνεία της άδειας στο μητρώο ως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

αποκλειστική άδεια·

β)

εκχώρηση άδειας όταν η άδεια χορηγείται από κάτοχο άδειας καταχωρημένης στο μητρώο·

γ)

άδεια που είναι περιορισμένη μόνο σε τμήμα των προϊόντων ή των υπηρεσιών ως προς τα οποία έχει καταχωρηθεί το σήμα·

δ)

άδεια περιορισμένη μόνο σε τμήμα της Κοινότητας·

ε)

προσωρινή άδεια.

2.

Στην περίπτωση που κατατίθεται αίτηση για μνεία της άδειας ως άδειας σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία γ), δ) και ε), η αίτηση καταχώρησης της άδειας αναφέρει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες καθώς και το τμήμα της Κοινότητας και τη χρονική περίοδο για την οποία χορηγείται η άδεια».

23)

Ο κανόνας 35 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«3.

Η αίτηση ακύρωσης άδειας, εμπράγματου δικαιώματος ή αναγκαστικής εκτέλεσης δε θεωρείται ότι έχει κατατεθεί έως ότου καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος».

24)

Το στοιχείο γ) του κανόνα 36 παράγραφος 1 διαγράφεται.

25)

Το άρθρο 38 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα εξής:

«1.

Η προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 115 παράγραφος 6 του κανονισμού, εντός της οποίας ο καταθέτης αίτησης για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας πρέπει να καταθέσει μετάφραση της αίτησής του ισοδυναμεί με ένα μήνα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Εάν η μετάφραση δεν κατατεθεί εντός της προθεσμίας αυτής, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.»·

β)

στην παράγραφο 3, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Εάν δεν κατατεθεί μετάφραση ή εάν αυτή κατατεθεί εκπρόθεσμα, η γλώσσα της διαδικασίας δε μεταβάλλεται».

26)

Ο κανόνας 39 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 39

Απόρριψη ως απαράδεκτης της αίτησης για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας

1.

Στην περίπτωση που το Γραφείο κρίνει ότι το αποδοτέο τέλος δεν έχει καταβληθεί, καλεί τον αιτούντα να καταβάλει το σχετικό τέλος εντός προθεσμίας που του τάσσει. Εάν το αποδοτέο τέλος δεν καταβληθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το Γραφείο ενημερώνει τον καταθέτη ότι η αίτηση για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας θεωρείται ότι δεν έχει κατατεθεί. Αν το τέλος καταβληθεί εκπρόθεσμα, επιστρέφεται στον καταθέτη.

2.

Στην περίπτωση που η μετάφραση που απαιτείται σύμφωνα με τον κανόνα 38 παράγραφος 1 δεν κατατεθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας ως απαράδεκτη.

3.

Εάν το Γραφείο κρίνει ότι η αίτηση δεν είναι σύμφωνη με τον κανόνα 37, καλεί τον καταθέτη να διορθώσει τις παρατυπίες που έχουν εντοπισθεί εντός προθεσμίας που του τάσσει. Αν οι ελλείψεις δε θεραπευτούν μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη.

4.

Οιαδήποτε απόφαση απόρριψης αίτησης για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 κοινοποιείται στον καταθέτη και το δικαιούχο του κοινοτικού σήματος».

27)

Ο κανόνας 40 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Κάθε αίτηση για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας η οποία θεωρείται ότι έχει κατατεθεί κοινοποιείται στο δικαιούχο του κοινοτικού σήματος. Όταν το Γραφείο κρίνει την αίτηση παραδεκτή, καλεί το δικαιούχο του κοινοτικού σήματος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας που του τάσσει.»·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανόνα 69, όλες οι παρατηρήσεις που καταθέτουν τα μέρη αποστέλλονται στο άλλο ενδιαφερόμενο μέρος.»·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.

Σε περίπτωση αίτησης για κήρυξη έκπτωσης βάσει του άρθρου 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού, το Γραφείο καλεί το δικαιούχο του κοινοτικού σήματος να παράσχει αποδείξεις πραγματικής χρήσης του σήματος εντός προθεσμίας που καθορίζει. Εάν οι αποδείξεις δεν παρασχεθούν εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, ο δικαιούχος του κοινοτικού σήματος κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του. Ο κανόνας 22 παράγραφοι 2, 3 και 4 εφαρμόζεται mutatis mutandis.»·

δ)

προστίθεται νέα παράγραφος 6:

«6.

Εάν ο αιτών πρέπει να παράσχει απόδειξη χρήσης ή απόδειξη ύπαρξης κατάλληλων λόγων μη χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 ή 3 του κανονισμού, το Γραφείο καλεί τον αιτούντα να παράσχει αποδείξεις πραγματικής χρήσης του σήματος εντός προθεσμίας που καθορίζει. Εάν οι αποδείξεις δεν παρασχεθούν εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, η αίτηση για κήρυξη ακύρωσης απορρίπτεται. Ο κανόνας 22 παράγραφοι 2, 3 και 4 εφαρμόζεται mutatis mutandis».

28)

Οι κανόνες 44 και 45 αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 44

Αίτηση για μετατροπή

1.

Η αίτηση για μετατροπή αίτησης για κοινοτικό σήμα ή καταχωρημένου κοινοτικού σήματος σε εθνικό σύμφωνα με το άρθρο 108 του κανονισμού περιέχει:

α)

το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος τη μετατροπή σύμφωνα με τον κανόνα 1 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

β)

τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης για κοινοτικό σήμα ή τον αριθμό καταχώρησης του κοινοτικού σήματος·

γ)

μνεία του λόγου για τον οποίο κατατίθεται η αίτηση μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή β) του κανονισμού·

δ)

το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη ως προς τα οποία ζητείται η μετατροπή·

ε)

όταν η αίτηση μετατροπής δεν αφορά όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ως προς τις οποίες είχε υποβληθεί αίτηση ή ως προς τα οποία καταχωρήθηκε το σήμα, μνεία των προϊόντων και των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται μετατροπή, και, όπου η μετατροπή ζητείται ως προς περισσότερα του ενός κράτη μέλη και ο κατάλογος των προϊόντων και υπηρεσιών δεν είναι ο ίδιος για όλα τα κράτη μέλη, μνεία των αντίστοιχων προϊόντων και υπηρεσιών για κάθε κράτος μέλος·

στ)

στην περίπτωση που κατατίθεται αίτηση μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 6 του κανονισμού, η αίτηση περιέχει μνεία τη ημερομηνίας κατά την οποία η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου κατέστη τελεσίδικη καθώς και αντίγραφο αυτής της απόφασης· το εν λόγω αντίγραφο είναι δυνατό να κατατεθεί στη γλώσσα στην οποία εκδόθηκε η απόφαση.

2.

Η αίτηση για μετατροπή κατατίθεται εντός της σχετικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 4, 5 ή 6 του κανονισμού. Όταν η μετατροπή ζητείται μετά από μη ανανέωση της καταχώρησης, η τρίμηνη προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 5 του κανονισμού αρχίζει την επομένη της τελευταίας ημέρας κατά την οποία μπορεί να υποβληθεί η αίτηση για ανανέωση σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 3 του κανονισμού.

Κανόνας 45

Εξέταση αίτησης για μετατροπή

1.

Στην περίπτωση που η αίτηση για μετατροπή δεν είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 108 παράγραφος 1 ή 2 του κανονισμού ή δεν έχει κατατεθεί εντός της σχετικής τρίμηνης προθεσμίας ή δεν είναι σύμφωνη με τον κανόνα 44 ή άλλους κανόνες, το Γραφείο αποστέλλει σχετική κοινοποίηση στον αιτούντα και ορίζει προθεσμία εντός της οποίας μπορεί αυτός να τροποποιήσει την αίτηση ή να παράσχει οιεσδήποτε ελλείπουσες πληροφορίες ή ενδείξεις.

2.

Όταν τα τέλη μετατροπής δεν έχουν καταβληθεί μέσα στην τρίμηνη προθεσμία, το Γραφείο ενημερώνει τον αιτούντα ότι η αίτηση για μετατροπή λογίζεται ως μη υποβληθείσα.

3.

Στην περίπτωση που οι ελλείπουσες ενδείξεις δεν έχουν παρασχεθεί εντός της προθεσμίας που προσδιόρισε το Γραφείο, το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση για μετατροπή. Στην περίπτωση που ισχύει το άρθρο 108 παράγραφος 2 του κανονισμού, το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση για μετατροπή ως απαράδεκτη μόνον όσον αφορά τα κράτη μέλη για τα οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αποκλείεται η μετατροπή.

4.

Εάν το Γραφείο ή δικαστήριο κοινοτικών σημάτων έχει απορρίψει την αίτηση για κοινοτικό σήμα ή έχει κηρύξει άκυρο το κοινοτικό σήμα βάσει απόλυτων λόγων με αναφορά στη γλώσσα ενός κράτους μέλους, η μετατροπή αποκλείεται σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 του κανονισμού για όλα τα κράτη μέλη στα οποία η εν λόγω γλώσσα είναι μια από τις επίσημες γλώσσες. Εάν το Γραφείο ή δικαστήριο κοινοτικών σημάτων έχει απορρίψει την αίτηση για κοινοτικό σήμα ή έχει κηρύξει το κοινοτικό σήμα άκυρο για απόλυτους λόγους που έχει κριθεί ότι ισχύουν στο σύνολο της Κοινότητας ή λόγω προγενέστερου κοινοτικού σήματος ή άλλου δικαιώματος κοινοτικής βιομηχανικής ιδιοκτησίας, η μετατροπή αποκλείεται σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 του κανονισμού για όλα τα κράτη μέλη».

29)

Ο κανόνας 47 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 47

Διαβίβαση στην κεντρική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών

Στην περίπτωση που η αίτηση για μετατροπή είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του κανονισμού και τους παρόντες κανόνες, το Γραφείο διαβιβάζει την αίτηση για μετατροπή και τα στοιχεία που αναφέρονται στον κανόνα 84 παράγραφος 2 στην κεντρική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου του Γραφείου Σημάτων της Μπενελούξ, βάσει των οποίων η αίτηση θεωρήθηκε παραδεκτή. Το Γραφείο ενημερώνει τον αιτούντα για την ημερομηνία διαβίβασης».

30)

Στον κανόνα 50 παράγραφος 1 προστίθενται τα ακόλουθα:

«Ιδιαίτερα στην περίπτωση που η προσφυγή αφορά απόφαση που λήφθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής, το άρθρο 78α του κανονισμού δεν ισχύει για τις προθεσμίες που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 2 του κανονισμού.

Στην περίπτωση που η προσφυγή αφορά απόφαση τμήματος ανακοπών, το τμήμα εξετάζει την προσφυγή μόνον όσον αφορά τα γεγονότα και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί εντός των προθεσμιών που ορίζονται ή διευκρινίζονται από το τμήμα ανακοπών σύμφωνα με τον κανονισμό και τους παρόντες κανόνες, εκτός εάν το τμήμα θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη επιπρόσθετα ή συμπληρωματικά γεγονότα και στοιχεία δυνάμει του άρθρου 74 παράγραφος 2 του κανονισμού».

31)

Ο κανόνας 51 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 51

Επιστροφή των τελών προσφυγής

Το τέλος προσφυγής επιστρέφεται μόνον κατόπιν εντολής ενός από τα ακόλουθα όργανα:

α)

το τμήμα του οποίου έχει προσβληθεί η απόφαση στην περίπτωση που χορηγεί αναθεώρηση σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 1 ή το άρθρο 60α του κανονισμού·

β)

το τμήμα προσφυγών στην περίπτωση που επιτρέπει την προσφυγή και θεωρεί την επιστροφή του τέλους προσφυγής δίκαιη λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας».

32)

Ο κανόνας 53 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 53

Διόρθωση λαθών στις αποφάσεις

Στην περίπτωση που το Γραφείο λάβει γνώση, αυτεπαγγέλτως ή με πρωτοβουλία μέρους που συμμετέχει στη διαδικασία, γλωσσικού λάθους, ορθογραφικού λάθους καθώς και προφανούς ανακρίβειας σε απόφαση, εξασφαλίζει τη διόρθωση του λάθους ή της ανακρίβειας από το αρμόδιο τμήμα ή υπηρεσία».

33)

Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος κανόνας 53α:

«Κανόνας 53α

Ανάκληση απόφασης ή καταχώρησης στο μητρώο

1.

Στην περίπτωση που το Γραφείο εντοπίσει αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αντίστοιχης πληροφόρησης από τα μέρη που συμμετέχουν στη διαδικασία ότι μια απόφαση ή καταχώρηση στο μητρώο υπόκειται σε ανάκληση σύμφωνα με το άρθρο 77α του κανονισμού, ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο μέρος όσον αφορά τη σχεδιαζόμενη ανάκληση.

2.

Το ενδιαφερόμενο μέρος δύναται να υποβάλει παρατηρήσεις όσον αφορά τη σχεδιαζόμενη ανάκληση εντός προθεσμίας που του τάσσει το Γραφείο.

3.

Εάν το ενδιαφερόμενο μέρος συμφωνήσει με την επικείμενη ανάκληση ή εάν δεν υποβάλει παρατηρήσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το Γραφείο ανακαλεί την απόφαση ή καταχώρηση. Εάν το ενδιαφερόμενο μέρος δε συμφωνήσει με την ανάκληση, το Γραφείο αποφασίζει σχετικά με την ανάκληση.

4.

Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 ισχύουν mutatis mutandis εάν η ανάκληση είναι πιθανό να αφορά περισσότερα του ενός μέρη. Στις περιπτώσεις αυτές, οι παρατηρήσεις που έχουν υποβληθεί εξ ενός των μερών σύμφωνα με την παράγραφο 3 κοινοποιούνται πάντοτε στο άλλο μέρος ή μέρη μαζί με πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων.

5.

Στην περίπτωση που η ανάκληση απόφασης ή καταχώρησης στο μητρώο αφορά απόφαση ή καταχώρηση που έχει δημοσιευθεί, δημοσιεύεται επίσης και η ανάκληση.

6.

Η αρμοδιότητα για την ανάκληση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 4 ανήκει στο τμήμα ή την υπηρεσία που έλαβε την απόφαση».

34)

Ο κανόνας 59 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«4.

Τα ποσά και οι προκαταβολές που οφείλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 καθορίζονται από τον πρόεδρο του Γραφείου και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου. Τα ποσά υπολογίζονται με βάση όσα προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το σχετικό παράρτημα VII».

35)

Ο κανόνας 60 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 60

Πρακτικά των προφορικών διαδικασιών

1.

Για τις προφορικές ή τις αποδεικτικές διαδικασίες συντάσσονται πρακτικά που περιέχουν:

α)

την ημερομηνία της διαδικασίας·

β)

τα ονόματα των αρμόδιων στελεχών του Γραφείου, των μερών, των αντιπροσώπων τους καθώς και των μαρτύρων και εμπειρογνωμόνων που είναι παρόντες·

γ)

τις αιτήσεις και τα αιτήματα που υπέβαλαν τα μέρη·

δ)

τα μέσα παροχής ή απόκτησης αποδεικτικών στοιχείων·

ε)

όπου ενδείκνυται, τις εντολές ή την απόφαση που εξέδωσε το Γραφείο.

2.

Τα πρακτικά καθίστανται έγγραφα του φακέλου της σχετικής αίτησης ή καταχώρησης κοινοτικού σήματος. Τα μέρη λαμβάνουν αντίγραφο των πρακτικών.

3.

Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα ακρόαση μαρτύρων, εμπειρογνωμόνων ή μερών σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή δ) του κανονισμού ή του κανόνα 59 παράγραφος 2, οι δηλώσεις τους καταγράφονται».

36)

Ο κανόνας 61 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Όσον αφορά διαδικασίες ενώπιον του Γραφείου, οι κοινοποιήσεις που αποστέλλονται από το Γραφείο συνίστανται στη διαβίβαση του αρχικού εγγράφου, μη επικυρωμένου αντιγράφου αυτού ή εκτύπωσης από ηλεκτρονικό υπολογιστή σύμφωνα με τον κανόνα 55 ή, όσον αφορά έγγραφα που παράγουν τα ίδια μέρη, αντίγραφα ή μη επικυρωμένα αντίγραφα.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3.

Στην περίπτωση που ο παραλήπτης έχει δηλώσει αριθμό τηλεομοιοτυπίας ή στοιχεία επαφής για επικοινωνία μαζί του με άλλα τεχνικά μέσα, το Γραφείο μπορεί να επιλέξει μεταξύ οιουδήποτε από τα εν λόγω μέσα κοινοποίησης και της κοινοποίησης μέσω ταχυδρομείου».

37)

Ο κανόνας 62 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Οι αποφάσεις των οποίων η έκδοση αποτελεί αφετηρία προθεσμίας για προσφυγή, οι κλητεύσεις και όσα έγγραφα καθορίζονται από τον πρόεδρο του Γραφείου, κοινοποιούνται με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής. Όλες οι άλλες ανακοινώσεις γίνονται με απλή επιστολή.»·

β)

στην παράγραφο 2, απαλείφεται η δεύτερη πρόταση·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.

Η κοινοποίηση με απλή επιστολή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε τη δέκατη ημέρα μετά την ημερομηνία αποστολής της».

38)

Στον κανόνα 65 παράγραφος 1 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Η κοινοποίηση θεωρείται ότι έχει λάβει χώρα την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης μέσω της συσκευής φαξ του παραλήπτη».

39)

Ο κανόνας 66 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«1.

Εάν η διεύθυνση του παραλήπτη δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί ή όταν έχει αποδειχθεί ότι είναι αδύνατη η κοινοποίηση σύμφωνα με τον κανόνα 62 παράγραφος 1 μετά τουλάχιστον μία προσπάθεια του Γραφείου, η κοινοποίηση γίνεται με δημοσίευση».

40)

Ο κανόνας 72 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«2.

Εάν μια προθεσμία λήγει ημέρα κατά την οποία είτε έγινε γενική διακοπή της διανομής του ταχυδρομείου στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το Γραφείο είτε, στην περίπτωση και στο βαθμό που ο πρόεδρος του Γραφείου έχει επιτρέψει την αποστολή των κοινοποιήσεων με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με το άρθρο 82, έγινε ουσιαστική διακοπή της σύνδεσης του Γραφείου με τα εν λόγω ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την πρώτη ημέρα μετά το τέλος της διακοπής, κατά την οποία το Γραφείο είναι ανοιχτό για παραλαβή εγγράφων και κατά την οποία παραλαμβάνεται η τακτική αλληλογραφία. Η διάρκεια της προαναφερομένης περιόδου προσδιορίζεται από τον πρόεδρο του Γραφείου».

41)

Ο κανόνας 72 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«4.

Αν έκτακτες περιστάσεις όπως θεομηνία ή απεργία διακόψουν ή διαταράξουν την κανονική επικοινωνία μεταξύ των μερών που συμμετέχουν στη διαδικασία και του Γραφείου ή το αντίστροφο, ο πρόεδρος του Γραφείου δύναται να ορίσει ότι, για τα μέρη που συμμετέχουν στη διαδικασία και των οποίων ο τόπος κατοικίας ή η καταστατική έδρα βρίσκεται στο εν λόγω κράτος ή τα οποία έχουν ορίσει αντιπροσώπους που έχουν την επαγγελματική τους εγκατάσταση στο κράτος αυτό, παρατείνονται έως ημερομηνίας που το Γραφείο ορίζει όλες οι προθεσμίες που θα είχαν ειδάλλως λήξει κατά ή μετά την ημερομηνία έναρξης των γεγονότων αυτών. Εάν οι περιστάσεις επηρεάζουν την έδρα του Γραφείου, η απόφαση αυτή του προέδρου προσδιορίζεται ότι ισχύει για όλα τα μέρη που συμμετέχουν στη διαδικασία».

42)

Ο κανόνας 76 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Δικηγόροι και εγκεκριμένοι πληρεξούσιοι που έχουν καταχωρηθεί στον κατάλογο που τηρεί το Γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 2 του κανονισμού καταθέτουν στο Γραφείο ενυπόγραφο πληρεξούσιο προς συμπερίληψη στους φακέλους μόνον εάν το Γραφείο το ζητήσει ρητά ή, στην περίπτωση που συμμετέχουν διάφορα μέρη στη διαδικασία στην οποία ο αντιπρόσωπος διεκπεραιώνει πράξεις ενώπιον του Γραφείου, εάν το άλλο μέρος το ζητήσει ρητώς.

2.

Υπάλληλοι που ενεργούν για λογαριασμό φυσικών ή νομικών προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 του κανονισμού καταθέτουν στο Γραφείο ενυπόγραφο πληρεξούσιο για συμπερίληψη στους φακέλους.

3.

Το πληρεξούσιο είναι δυνατό να κατατεθεί σε οιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Κοινότητας. Μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες αιτήσεις ή καταχωρημένα κοινοτικά σήματα ή μπορεί να έχει τη μορφή γενικού πληρεξούσιου που εξουσιοδοτεί τον αντιπρόσωπο να διεκπεραιώνει πράξεις στο πλαίσιο όλων των διαδικασιών ενώπιον του Γραφείου στις οποίες το πρόσωπο που χορηγεί το πληρεξούσιο συμμετέχει ως μέρος.

4.

Όπου απαιτείται, βάσει των παραγράφων 1 ή 2, η κατάθεση ενυπόγραφου πληρεξουσίου, το Γραφείο προσδιορίζει την προθεσμία εντός της οποίας είναι δυνατό να κατατεθεί το εν λόγω πληρεξούσιο. Αν το πληρεξούσιο δεν κατατεθεί εμπρόθεσμα, η διαδικασία συνεχίζεται με τον αντιπροσωπευόμενο. Οι πράξεις του αντιπροσώπου, εξαιρουμένης της υποβολής της αίτησης, θεωρούνται μη τελεσθείσες αν ο αντιπροσωπευόμενος δεν τις εγκρίνει εντός προθεσμίας που του τάσσει το Γραφείο. Η εφαρμογή του άρθρου 88 παράγραφος 2 του κανονισμού δε θίγεται.»·

β)

οι παράγραφοι 8 και 9 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.

Όταν γνωστοποιείται στο Γραφείο ο διορισμός αντιπροσώπου, δηλώνονται το όνομα και η επαγγελματική διεύθυνση του αντιπροσώπου σύμφωνα με τον κανόνα 1 παράγραφος 1 στοιχείο ε). Όταν αντιπρόσωπος που έχει ήδη διορισθεί διεκπεραιώνει πράξεις ενώπιον του Γραφείου, δηλώνει το όνομά του και, κατά προτίμηση, τον αριθμό ταυτότητας που του έχει δώσει το Γραφείο. Όταν ο ίδιος ενδιαφερόμενος έχει ορίσει περισσότερους του ενός αντιπροσώπους, τότε αυτοί μπορούν να ενεργούν είτε από κοινού, είτε μεμονωμένα εκτός αν ορίζεται το αντίθετο στο πληρεξούσιο.

9.

Ο διορισμός ή η εξουσιοδότηση ένωσης αντιπροσώπων θεωρείται διορισμός ή εξουσιοδότηση κάθε αντιπροσώπου που διεκπεραιώνει πράξεις στο πλαίσιο της ένωσης».

43)

Ο κανόνας 79 τροποποιείται ως εξής:

α)

τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

με υπογεγραμμένο πρωτότυπο του σχετικού εγγράφου που διαβιβάζεται στο Γραφείο ταχυδρομικά, παραδίδεται προσωπικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο·

β)

με έγγραφο που διαβιβάζεται με τηλεομοιοτυπία σύμφωνα με τον κανόνα 80»·

β)

το στοιχείο γ) καταργείται.

44)

Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος κανόνας 79α:

«Κανόνας 79α

Συνημμένα στις γραπτές κοινοποιήσεις

Εάν ένα έγγραφο ή αποδεικτικό στοιχείο υποβάλλεται σύμφωνα με τον κανόνα 79 στοιχείο α) από μέρος που συμμετέχει σε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου εμπλέκοντας περισσότερα του ενός ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετέχουν στη διαδικασία, το έγγραφο ή αποδεικτικό στοιχείο, καθώς και κάθε συνημμένο, υποβάλλεται σε τόσα αντίγραφα όσα αντιστοιχούν στον αριθμό των μερών που συμμετέχουν στη διαδικασία».

45)

Ο κανόνας 80 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Όταν υποβάλλεται στο Γραφείο αίτηση για κοινοτικό σήμα με τηλεομοιοτυπία και η αίτηση περιέχει απεικόνιση του σήματος, σύμφωνα με τον κανόνα 3 παράγραφος 2, χωρίς να πληροί τις απαιτήσεις του εν λόγω κανόνα, η κατάλληλη για δημοσίευση απαιτούμενη απεικόνιση υποβάλλεται στο Γραφείο σύμφωνα με τον κανόνα 79 στοιχείο α). Εάν οι απεικονίσεις περιέλθουν στο Γραφείο μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία παραλαβής από το Γραφείο της τηλεομοιοτυπίας, η απεικόνιση θεωρείται ότι παρελήφθη κατά την ημερομηνία παραλαβής του φαξ.»·

β)

στην παράγραφο 3, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Όταν η κοινοποίηση αποστέλλεται ηλεκτρονικά με φαξ, η μνεία του ονόματος του αποστολέα ισοδυναμεί με υπογραφή.»·

γ)

η παράγραφος 4 διαγράφεται.

46)

Ο κανόνας 81 διαγράφεται.

47)

Ο κανόνας 82 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Ο πρόεδρος του Γραφείου ορίζει εάν, σε ποιο βαθμό και υπό ποιους τεχνικούς όρους αποστέλλονται κοινοποιήσεις στο Γραφείο με ηλεκτρονικά μέσα.»·

β)

η παράγραφος 4 διαγράφεται.

48)

Ο κανόνας 83 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 83

Έντυπα

1.

Το Γραφείο διαθέτει στο κοινό δωρεάν έντυπα για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

υποβολή αίτησης για κοινοτικό σήμα, συμπεριλαμβανομένης, όπου ενδείκνυται, αίτησης για έκθεση έρευνας·

β)

άσκηση ανακοπής·

γ)

υποβολή αίτησης για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας·

δ)

υποβολή αίτησης για καταχώρηση της μεταβίβασης και το έντυπο και το έγγραφο μεταβίβασης βάσει του κανόνα 31 παράγραφος 5·

ε)

υποβολή αίτησης για καταχώρηση άδειας·

στ)

υποβολή αίτησης ανανέωσης κοινοτικού σήματος·

ζ)

άσκηση προσφυγής·

η)

διορισμό αντιπροσώπου, με τη μορφή ειδικού ή γενικού πληρεξουσίου·

θ)

υποβολή στο Γραφείο διεθνούς αίτησης ή μεταγενέστερης επέκτασης της προστασίας σύμφωνα με το πρωτόκολλο της Μαδρίτης.

2.

Τα μέρη που συμμετέχουν σε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν:

α)

έντυπα που έχουν συνταχθεί στο πλαίσιο της συνθήκης για το δίκαιο των σημάτων ή δυνάμει συστάσεων της συνέλευσης της ένωσης του Παρισιού για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας·

β)

έντυπα με παρόμοιο περιεχόμενο και μορφότυπο, με εξαίρεση το έντυπο που αναφέρεται στο στοιχείο θ) της παραγράφου 1.

3.

Το Γραφείο καθιστά διαθέσιμα τα έντυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας».

49)

Ο κανόνας 84 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2 το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος»·

β)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο θ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θ)

τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού, καθώς και τις διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού·»,

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία κγ) και κδ):

«κγ)

η διαίρεση καταχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 48α του κανονισμού και του κανόνα 25α μαζί με τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 όσον αφορά τη διαιρεμένη καταχώρηση, καθώς επίσης και τον κατάλογο των προϊόντων και των υπηρεσιών της αρχικής καταχώρησης όπως αυτή τροποποιήθηκε·

κδ)

ανάκληση απόφασης ή καταχώρησης στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 77α του κανονισμού όταν η ανάκληση αφορά απόφαση ή καταχώρηση η οποία έχει δημοσιευθεί».

50)

Ο κανόνας 85 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«1.

Το δελτίο κοινοτικών σημάτων δημοσιεύεται κατά τρόπο και με συχνότητα που καθορίζεται από τον πρόεδρο του Γραφείου».

51)

Ο κανόνας 89 παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«1.

Η έρευνα των φακέλων αιτήσεων για κοινοτικά σήματα και καταχωρημένων κοινοτικών σημάτων διενεργείται είτε στο πρωτότυπο είτε σε αντίγραφα ή σε τεχνικά μέσα αρχειοθέτησης αν οι φάκελοι φυλάσσονται με τον τρόπο αυτό. Τα μέσα έρευνας καθορίζονται από τον πρόεδρο του Γραφείου.

Όταν η έρευνα διενεργείται όπως προβλέπεται στις παραγράφους 3, 4 και 5, η αίτηση για έρευνα των φακέλων θεωρείται ως μη υποβληθείσα μέχρις ότου καταβληθούν τα απαιτούμενα τέλη. Δεν υπάρχει καταβλητέο τέλος εάν η έρευνα τεχνικών μέσων αποθήκευσης λαμβάνει χώρα σε απευθείας ηλεκτρονική σύνδεση.

2.

Όταν ζητείται έρευνα φακέλων αίτησης για κοινοτικό σήμα που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 40 του κανονισμού, η αίτηση περιλαμβάνει μνεία και αποδείξεις ως προς το ότι ο καταθέτης έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για την έρευνα ή ότι έχει δηλώσει ότι μετά την καταχώρηση του σήματος θα επικαλεστεί τα δικαιώματα που του παρέχει κατά του μέρους που ζητά την έρευνα».

52)

Ο κανόνας 91 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 91

Φύλαξη φακέλων

1.

Ο πρόεδρος του Γραφείου καθορίζει με ποιο τρόπο φυλάσσονται οι φάκελοι.

2.

Στην περίπτωση που οι φάκελοι φυλάσσονται ηλεκτρονικά, οι εν λόγω ηλεκτρονικοί φάκελοι ή τα εφεδρικά αντίγραφά τους φυλάσσονται χωρίς περιορισμό χρόνου. Τα πρωτότυπα έγγραφα που κατατίθενται από τα μέρη που συμμετέχουν στη διαδικασία τα οποία αποτελούν τη βάση για τους εν λόγω ηλεκτρονικούς φακέλους παύουν να φυλάσσονται αφού παρέλθει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την παραλαβή τους από το Γραφείο, το οποίο καθορίζεται από τον πρόεδρο του Γραφείου.

3.

Στην περίπτωση και στο βαθμό που οι φάκελοι ή τα τμήματα φακέλων φυλάσσονται σε οιαδήποτε μορφή εκτός της ηλεκτρονικής, τα έγγραφα ή αποδεικτικά στοιχεία που αποτελούν τμήμα των φακέλων αυτών φυλάσσονται τουλάχιστον για διάστημα πέντε ετών από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έλαβαν χώρα τα ακόλουθα γεγονότα:

α)

απορρίφθηκε ή αποσύρθηκε ή θεωρείται ότι αποσύρθηκε η αίτηση κατάθεσης·

β)

η ισχύς της καταχώρησης του κοινοτικού σήματος έληξε οριστικά δυνάμει του άρθρου 47 του κανονισμού·

γ)

καταχωρήθηκε η ολική παραίτηση από το κοινοτικό σήμα δυνάμει του άρθρου 49 του κανονισμού·

δ)

διεγράφη πλήρως από το μητρώο το κοινοτικό σήμα δυνάμει του άρθρου 56 παράγραφος 6 ή του άρθρου 96 παράγραφος 6 του κανονισμού.»

53)

Ο κανόνας 94 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.

Εάν το ύψος των εξόδων δεν έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο του κανονισμού, η αίτηση προσδιορισμού των εξόδων συνοδεύεται από κατάσταση εξόδων και δικαιολογητικά. Όσον αφορά τα έξοδα για την αντιπροσώπευση σύμφωνα με την παράγραφο 7 στοιχείο δ) του παρόντος κανόνα, αρκεί διαβεβαίωση του αντιπροσώπου ότι τα έξοδα πραγματοποιήθηκαν. Όσον αφορά άλλα έξοδα, αρκεί να παρέχονται στοιχεία που δείχνουν τη λογικότητά τους. Εάν το ποσό των εξόδων προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο του κανονισμού, τα έξοδα αντιπροσώπευσης επιστρέφονται ανάλογα με το ύψος που προβλέπεται στην παράγραφο 7 στοιχείο δ) του παρόντος κανόνα και ανεξάρτητα από το εάν πράγματι πραγματοποιήθηκαν.»·

β)

στην παράγραφο 4 η φράση «άρθρο 81 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο» αντικαθίσταται από τη φράση «άρθρο 81 παράγραφος 6 το τρίτο εδάφιο»·

γ)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«7.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος κανόνα, τα απαραίτητα για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας έξοδα, στα οποία πράγματι υπεβλήθη ο νικήσας διάδικος, βαρύνουν τον ηττηθέντα διάδικο δυνάμει του άρθρου 81 παράγραφος 1 του κανονισμού, με βάση το ακόλουθο ανώτατο όριο επιβάρυνσης:

α)

εάν ο διάδικος δεν αντιπροσωπεύεται από αντιπρόσωπο, τα έξοδα μετακίνησης και παραμονής του διαδίκου για ένα άτομο για μετάβαση και επιστροφή από τον τόπο κατοικίας ή την επαγγελματική έδρα στον τόπο διεξαγωγής της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με τον κανόνα 56, ως εξής:

i)

ίσα προς το αντίτιμο σιδηροδρομικού εισιτηρίου πρώτης θέσης συμπεριλαμβανομένων των συνήθων προσαυξήσεων, εφόσον η συνολική απόσταση σιδηροδρομικώς δεν υπερβαίνει 800 χιλιόμετρα,

ii)

ίσα προς το αντίτιμο αεροπορικού εισιτηρίου τουριστικής θέσης εφόσον η συνολική απόσταση υπερβαίνει τα 800 χιλιόμετρα με σιδηρόδρομο ή η μετακίνηση πρέπει να γίνει δια θαλάσσης,

iii)

έξοδα παραμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

β)

έξοδα ταξιδιού των αντιπροσώπων κατά την έννοια του άρθρου 89 παράγραφος 1 του κανονισμού στο ύψος που προβλέπεται από το στοιχείο α) σημεία i) και ii) του παρόντος κανόνα·

γ)

έξοδα μετακίνησης, έξοδα παραμονής, αποζημίωση για ημεραργίες την καταβολή των οποίων δικαιούνται οι μάρτυρες και οι εμπειρογνώμονες σύμφωνα με τον κανόνα 59 παράγραφος 2, 3 ή 4 στο βαθμό που την τελική ευθύνη φέρει διάδικος σύμφωνα με τον κανόνα 59 παράγραφος 5 στοιχείο β)·

δ)

έξοδα για την αντιπροσώπευση, κατά την έννοια του άρθρου 89 παράγραφος 1 του κανονισμού,

i)

του ανακόπτοντος σε διαδικασία ανακοπής:

 

300 ευρώ·

ii)

του καταθέτη σε διαδικασία ανακοπής:

 

300 ευρώ·

iii)

του καταθέτη σε διαδικασία για την κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας κοινοτικού σήματος:

 

450 ευρώ·

iv)

του δικαιούχου σήματος στη διαδικασία κήρυξης έκπτωσης ή ακύρωσης του κοινοτικού σήματος:

 

450 ευρώ·

v)

του προσφεύγοντα σε διαδικασία προσφυγής:

 

550 ευρώ·

vi)

του εναγόμενου σε διαδικασία προσφυγής:

 

550 ευρώ·

vii)

εάν απαιτείται η διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας στην οποία καλούνται οι διάδικοι σύμφωνα με τον κανόνα 56, το ποσό που αναφέρεται στα σημεία i) έως vi) αυξάνεται κατά 400 ευρώ·

ε)

εάν υπάρχουν αρκετοί καταθέτες ή δικαιούχοι αίτησης ή καταχώρησης κοινοτικού σήματος ή εάν υπάρχουν αρκετοί ανακόπτοντες ή καταθέτες αίτησης για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας που ζήτησαν την ανακοπή ή κατέθεσαν την αίτηση για κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας από κοινού, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα έξοδα που αναφέρονται στο στοιχείο α) για ένα μόνον από τα πρόσωπα αυτά·

στ)

αν ο νικήσας διάδικος εκπροσωπείται από πολλούς αντιπροσώπους κατά την έννοια του άρθρου 89 παράγραφος 1 του κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος βαρύνεται με τα προβλεπόμενα έξοδα των στοιχείων β) και δ) του παρόντος κανόνα και μόνο για έναν αντιπρόσωπο·

ζ)

ο ηττηθείς διάδικος δεν υποχρεούται να καταβάλει στον νικήσαντα διάδικο άλλα έξοδα, δαπάνες ή τέλη εκτός από όσα προβλέπονται από τα στοιχεία α) έως στ)».

54)

Ο κανόνας 98 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 98

Μεταφράσεις

1.

Αν απαιτείται να προσκομιστεί μετάφραση ενός εγγράφου, προσδιορίζεται στη μετάφραση το έγγραφο στο οποίο αυτή αναφέρεται και αναπαράγεται η δομή καθώς και το περιεχόμενο του αρχικού εγγράφου. Το Γραφείο δύναται να ζητήσει την κατάθεση, εντός προθεσμίας που το ίδιο τάσσει, βεβαίωσης ότι η μετάφραση αντιστοιχεί στο αρχικό κείμενο. Ο πρόεδρος του Γραφείου καθορίζει τον τρόπο επικύρωσης της μετάφρασης.

2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού και των παρόντων κανόνων, έγγραφο για το οποίο πρέπει να κατατεθεί μετάφραση θεωρείται ότι δεν έχει παραληφθεί από το Γραφείο

α)

εάν το Γραφείο παραλάβει τη μετάφραση μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής του πρωτότυπου εγγράφου ή της μετάφρασης·

β)

στην περίπτωση της παραγράφου 1, όταν η επικύρωση δεν κατατίθεται εντός της ταχθείσας προθεσμίας.»

55)

Ο κανόνας 100 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Κανόνας 100

Αποφάσεις που λαμβάνονται από ένα μόνο μέλος

Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 127 παράγραφος 2 ή το άρθρο 129 παράγραφος 2 του κανονισμού, ένα μόνο μέλος του τμήματος ανακοπών ή του τμήματος ακύρωσης δύναται να λάβει απόφαση είναι οι ακόλουθες:

α)

αποφάσεις σχετικά με την κατανομή των εξόδων·

β)

αποφάσεις για τον προσδιορισμό των καταβλητέων εξόδων σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο του κανονισμού·

γ)

αποφάσεις για κλείσιμο φακέλου ή κατάργησης της δίκης·

δ)

αποφάσεις απόρριψης ανακοπής ως απαράδεκτης πριν από τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στον κανόνα 18 παράγραφος 1·

ε)

αποφάσεις αναστολής της διαδικασίας·

στ)

αποφάσεις ένωσης ή χωρισμού πολλαπλών ανακοπών σύμφωνα με τον κανόνα 21 παράγραφος 1».

56)

Ο κανόνας 101 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«1.

Εφόσον απαιτείται, ο πρόεδρος του Γραφείου υποβάλλει αίτηση στην Επιτροπή να ερευνήσει κατά πόσον ένα κράτος που δε συμμετέχει στη σύμβαση των Παρισίων ή στη συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, παρέχει αμοιβαία μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 29 παράγραφος 5 του κανονισμού.

2.

Αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι παρέχεται η αμοιβαία μεταχείριση σύμφωνα με την παράγραφο 1, τότε αποφασίζει τη δημοσίευση σχετικής ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.

Το άρθρο 29 παράγραφος 5 του κανονισμού ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ανακοίνωσης βάσει της παραγράφου 2, εκτός αν η ανακοίνωση ορίζει νωρίτερη ημερομηνία για την έναρξη εφαρμογής. Παύει να ισχύει από της δημοσιεύσεως, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ανακοίνωσης της Επιτροπής στην οποία διαπιστώνεται ότι δεν παρέχεται πλέον αμοιβαία αναγνώριση, εκτός αν η ανακοίνωση ορίζει νωρίτερη ημερομηνία για την έναρξη εφαρμογής της.»

57)

Ο κανόνας 114 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

τις ενδείξεις και τα στοιχεία που αναφέρονται στον κανόνα 15 παράγραφος 2 στοιχεία β) έως η).»·

β)

στην παράγραφο 2, η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ισχύουν ο κανόνας 15 παράγραφοι 1, 3 και 4 καθώς και οι κανόνες 16 έως 22 υπό τους ακόλουθους όρους:».

58)

Το στοιχείο γ) του κανόνα 122 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

τις ενδείξεις και τα στοιχεία που αναφέρονται στον κανόνα 44 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), δ), ε) και στ)».

Άρθρο 2

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Το άρθρο 1 σημείο 1 στοιχείο δ), σημείο 3, σημείο 4 και σημείο 7 ισχύει από τη 10η Μαρτίου 2008, όπως και το δεύτερο μέρος που ξεκινά με τη φράση «συμπεριλαμβανομένης» του στοιχείου α) του κανόνα 83 παράγραφος 1, όπως προσδιορίζεται στο σημείο 48 του άρθρου 1 του παρόντος κανονισμού.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 29 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

Charlie McCREEVY

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 11 της 14.1.1994, σ. 1· κανονισμός, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 422/2004 (ΕΕ L 70 της 9.3.2004, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 303 της 15.12.1995, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 782/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 88).

(3)  ΕΕ L 208 της 24.7.1992, σ. 1


5.7.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 172/22


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1042/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 29ης Ιουνίου 2005

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2869/95 σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς τέλη (Εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (1), και ιδίως το άρθρο 139,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 40/94, όπως εφαρμόστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (2), καθορίζονται επιπρόσθετα τέλη για τις εκθέσεις έρευνας, τη διαίρεση της αίτησης κοινοτικού σήματος ή την καταχώριση και τη συνέχιση της διαδικασίας. Τα ποσά αυτών των νέων τελών πρέπει να καθορίζονται.

(2)

Το σύστημα έρευνας γίνεται προαιρετικό από τις 10 Μαρτίου 2008 όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 422/2004 του Συμβουλίου. Από την ημερομηνία αυτή και μετά ισχύει η καταβολή πρόσθετων τελών για εθνικές εκθέσεις έρευνας.

(3)

Συνεπώς ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2869/95 της Επιτροπής (3) πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής για θέματα που αφορούν τα τέλη, τους εκτελεστικούς κανονισμούς και τη διαδικασία των τμημάτων προσφυγών του γραφείου εναρμόνισης στα πλαίσια της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2869/95 τροποποιείται ως ακολούθως:

1.

Ο πίνακας στο άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

Προστίθεται το ακόλουθο σημείο 1α:

«1α.

Τέλη έρευνας

α)

για αίτηση χορήγησης κοινοτικού εμπορικού σήματος [άρθρο 39 παράγραφος 2 κανόνας 4 στοιχείο γ)]·

β)

για διεθνή καταχώριση που η προστασία της επεκτείνεται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (άρθρο 39 παράγραφος 2 και άρθρο 150 παράγραφος 2 κανόνας 10 παράγραφος 2)

Το ποσό των 12 ευρώ πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό των κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 39 του κανονισμού· το εν λόγω ποσό και οι επακόλουθες αλλαγές δημοσιεύονται από το Γραφείο στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου.».

β)

Διαγράφεται το σημείο 6.

γ)

Στο σημείο 13 οι λέξεις «Τέλος ανά κλάση προϊόντων και υπηρεσιών πέραν των τριών για ατομικό κοινοτικό σήμα» αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «Τέλος για την ανανέωση κάθε κλάσης προϊόντων και υπηρεσιών πέραν των τριών για ατομικό κοινοτικό σήμα».

δ)

Στο σημείο 15 οι λέξεις «Τέλος ανά κλάση προϊόντων και υπηρεσιών πέραν των τριών για συλλογικό κοινοτικό σήμα» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Τέλος για την ανανέωση κάθε κλάσης προϊόντων και υπηρεσιών πέραν των τριών για συλλογικό κοινοτικό σήμα».

ε)

Στο σημείο 19 οι λέξεις «Τέλος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση», αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «Τέλος αίτησης για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση».

στ)

Στο σημείο 20 οι λέξεις «Τέλος μετατροπής σήματος σε αίτηση εθνικού σήματος» αντικαθίστανται από «Τέλος αίτησης για μετατροπή σήματος σε αίτηση εθνικού σήματος».

ζ)

Τα σημεία 21 και 22 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«21.

Τέλος συνέχισης της διαδικασίας (άρθρο 78α παράγραφος 1)

400

22.

Τέλος δήλωσης για διαίρεση καταχωρισμένου κοινοτικού σήματος (άρθρο 48α παράγραφος 4) ή αίτησης κοινοτικού σήματος (άρθρο 44α παράγραφος 4):

250»

η)

Στο σημείο 23 η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Τέλος αίτησης για την καταχώριση άδειας χρήσεως ή άλλου δικαιώματος επί καταχωρημένου κοινοτικού σήματος (σημείο 5 του άρθρου 159 παράγραφος 2 κανόνας 33 παράγραφος 1) ή αίτησης κοινοτικού σήματος (σημείο 6 του άρθρου 159 παράγραφος 2 κανόνας 33 παράγραφος 4):».

θ)

Στο σημείο 29, η ακόλουθη γραμμή διαγράφεται:

«επιπλέον ανά σελίδα, πλέον των 10

1».

2.

Στο άρθρο 13, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η επιστροφή του ποσού πραγματοποιείται εφόσον υποβληθεί κοινοποίηση προς το Διεθνές Γραφείο σύμφωνα με τον κανόνα 113 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) ή τον κανόνα 115 παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ) και παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2868/95».

Άρθρο 2

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) εφαρμόζεται από τη 10η Μαρτίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 29 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

Charlie McCREEVY

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 11 της 14.1.1994, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 422/2004 (ΕΕ L 70 της 9.3.2004, σ. 1).

(2)  ΕΕ L 303 της 15.12.1995, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 782/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 88).

(3)  ΕΕ L 303 της 15.12.1995, σ. 33· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 781/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 85).


5.7.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 172/24


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1043/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 30ής Ιουνίου 2005

για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/93 του Συμβουλίου όσον αφορά το σύστημα χορήγησης επιστροφών κατά την εξαγωγή, και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγόμενων στο παράρτημα Ι της συνθήκης

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3448/93 του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1993, για τον καθορισμό του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται για ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (1), και ιδίως το άρθρο 8 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3615/92 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1992, περί προσδιορισμού των ποσοτήτων των γεωργικών προϊόντων που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιστροφών σε περίπτωση εξαγωγής εμπορευμάτων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3035/80 του Συμβουλίου (2), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/93 της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1993, περί των στατιστικών στοιχείων σχετικά με τις επιστροφές που χορηγούνται κατά την εξαγωγή ορισμένων γεωργικών προϊόντων υπό μορφή εμπορευμάτων τα οποία υπάγονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3035/80 του Συμβουλίου (3), και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1520/2000 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση κοινών λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους τους, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγόμενων στο παράρτημα I της συνθήκης (4), αφορούν όλοι την εξαγωγή ορισμένων γεωργικών προϊόντων υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγόμενων στο παράρτημα I της συνθήκης. Οι περισσότεροι από αυτούς τους κανονισμούς έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς κατ’ επανάληψη. Είναι απαραίτητο να τροποποιηθούν όλοι οι εν λόγω κανονισμοί και, για λόγους σαφήνειας, απλούστευσης και διοικητικής αποτελεσματικότητας, είναι σκόπιμο οι εν λόγω κανονισμοί να αντικατασταθούν με έναν ενιαίο κανονισμό.

(2)

Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 2771/75 (5), και (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 (6), 1260/2001 (7), 1784/2003 (8) και 1785/2003 (9) του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως αγοράς στους τομείς των αβγών, του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, της ζάχαρης, των σιτηρών και του ρυζιού προβλέπουν ότι, εφόσον είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των σχετικών γεωργικών προϊόντων υπό μορφή ορισμένων μεταποιημένων εμπορευμάτων μη υπαγόμενων στο παράρτημα Ι της συνθήκης με βάση τις τιμές των προϊόντων αυτών στη διεθνή αγορά, η διαφορά μεταξύ αυτών τωv τιμών και των τιμών στην Κοινότητα μπορεί να καλύπτεται με επιστροφές κατά την εξαγωγή. Η χορήγηση των επιστροφών για το σύνολο των γεωργικών προϊόντων που εξάγονται υπό τη μορφή εμπορευμάτων μη υπαγόμενων στο παράρτημα Ι της συνθήκης πρέπει να υπόκειται σε κοινούς κανόνες.

(3)

Επιστροφές κατά την εξαγωγή πρέπει να καταβάλλονται για αγαθά τα οποία προκύπτουν άμεσα από βασικά προϊόντα, από προϊόντα που προκύπτουν από την επεξεργασία βασικών προϊόντων και από προϊόντα που εξομοιώνονται με μία από τις κατηγορίες αυτές. Πρέπει να καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο το ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή καθορίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις.

(4)

Για να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή των διατάξεων των κανονισμών για την κοινή οργάνωση των αγορών όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, αυτές οι επιστροφές δεν πρέπει να χορηγούνται για αγαθά από τρίτες χώρες που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή αγαθών τα οποία εξάγονται αφού τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα.

(5)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 800/1999 της Επιτροπής (10) θεσπίζει κοινούς κανόνες για την εφαρμογή του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή στα γεωργικά προϊόντα. Ενδείκνυται, ωστόσο, να δοθούν ορισμένες διευκρινίσεις αναφορικά με την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων σε εμπορεύματα που δεν υπάγονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης.

(6)

Ο σεβασμός των διεθνών δεσμεύσεων που έχει προσυπογράψει η Κοινότητα προϋποθέτει ότι οι επιστροφές που χορηγούνται κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων ενσωματωμένων σε αγαθά που δεν καλύπτονται από το παράρτημα Ι της συνθήκης δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις επιστροφές οι οποίες θα ήσαν καταβλητέες για τα προϊόντα αυτά, εάν αυτά εξάγονταν σε φυσική κατάσταση. Είναι, επομένως, αναγκαίο να λαμβάνεται το στοιχείο αυτό υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της επιστροφής καθώς και για την κατάρτιση των κανόνων εξομοίωσης.

(7)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2825/93 της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 1993 περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1766/92 του Συμβουλίου όσον αφορά τον καθορισμό και τη χορήγηση προσαρμοσμένων επιστροφών για τα σιτηρά που εξάγονται υπό μορφή οινοπνευματωδών ποτών (11) προβλέπει ότι το ποσοστό επιστροφής κατά την εξαγωγή είναι εκείνο που ισχύει κατά την ημερομηνία κατά την οποία τα σιτηρά τέθηκαν υπό έλεγχο για την παρασκευή οινοπνευματωδών ποτών. Επομένως η θέση υπό τελωνειακό έλεγχο των σιτηρών με σκοπό την παραγωγή των οινοπνευματωδών ποτών που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2825/93 πρέπει να θεωρείται ισοδύναμη με την «εξαγωγή» όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή.

(8)

Τα αλκοολούχα ποτά θεωρούνται λιγότερο ευαίσθητα από άλλα εμπορεύματα έναντι των τιμών των γεωργικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τους. Εντούτοις, το πρωτόκολλο 19 της πράξης προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας προβλέπει ότι πρέπει να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διευκολυνθεί η χρησιμοποίηση των κοινοτικών σιτηρών για την παραγωγή αλκοολούχων ποτών που έχουν ως βάση τα σιτηρά.

(9)

Για τις ανάγκες του προσδιορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή το άμυλο από γεώμηλα πρέπει να εξομοιώνεται με το άμυλο αραβοσίτου. Θα πρέπει, ωστόσο, να υπάρχει η δυνατότητα καθορισμού ενός ειδικού ποσοστού επιστροφής για το άμυλο από γεώμηλα όταν, υπό τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά, η τιμή του είναι σημαντικά χαμηλότερη από την αντίστοιχη τιμή για το άμυλο αραβοσίτου.

(10)

Για να θεωρηθούν επιλέξιμα για επιστροφή, τα χρησιμοποιηθέντα γεωργικά προϊόντα και, κυρίως, τα εμπορεύματα που έχουν προκύψει με βάση τα προϊόντα αυτά, πρέπει να εξάγονται. Κάθε εξαίρεση από τον κανόνα αυτό πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Ωστόσο, κατά τη διαδικασία παρασκευής των εν λόγω εμπορευμάτων, οι παραγωγοί υφίστανται ενδεχομένως απώλεια πρώτων υλών, για τις οποίες έχουν καταβάλει τις ισχύουσες στην Κοινότητα τιμές, ενώ οι εγκατεστημένοι εκτός Κοινότητας παραγωγοί υφίστανται απώλειες περιοριζόμενες στις τιμές της παγκόσμιας αγοράς: επιπροσθέτως, στη διάρκεια της διαδικασίας παρασκευής ορισμένων εμπορευμάτων, προκύπτουν υποπροϊόντα, των οποίων η αξία είναι σαφώς διαφορετική από την αξία του κύριου προϊόντος: σε ορισμένες περιπτώσεις, ορισμένα από τα υποπροϊόντα αυτά είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνον ως ζωοτροφές: επομένως, πρέπει να θεσπιστούν κοινοί κανόνες για τον προσδιορισμό της έννοιας της ποσότητας των γεωργικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία παρασκευής των εξαγόμενων εμπορευμάτων.

(11)

Πολλά εμπορεύματα, τα οποία παρασκευάζονται από συγκεκριμένη επιχείρηση υπό τεχνικές συνθήκες σαφώς καθορισμένες και με σταθερά χαρακτηριστικά και ποιότητα, αποτελούν αντικείμενο τακτικών εξαγωγών. Για να μειωθούν οι διατυπώσεις εξαγωγής, πρέπει να εφαρμόζεται για τα εν λόγω εμπορεύματα απλοποιημένη διαδικασία, βάσει της οποίας ο κατασκευαστής κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που οι αρχές αυτές κρίνουν αναγκαίες όσον αφορά τις συνθήκες παρασκευής των εμπορευμάτων αυτών. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ποσότητες των γεωργικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται πραγματικά στην παραγωγή εξαγόμενων αγαθών καταχωρίζονται από τις αρμόδιες αρχές, πρέπει να γίνεται πρόβλεψη για ετήσια επιβεβαίωση μιας τέτοιας καταχώρισης έτσι ώστε να μειώνονται οι κίνδυνοι που έχουν σχέση με την παράλειψη ανακοίνωσης των αλλαγών σε αυτές τις ποσότητες.

(12)

Πολλά γεωργικά προϊόντα υπόκεινται σε φυσική και εποχιακή μεταβλητότητα. Επομένως, το ποσοστό σε γεωργικά προϊόντα που εμπεριέχεται στα εξαγόμενα εμπορεύματα μπορεί να ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό. Κατά συνέπεια, το ποσό της επιστροφής πρέπει να καθορίζεται βάσει των ποσοτήτων των εν λόγω προϊόντων που χρησιμοποιούνται πράγματι για την παρασκευή των εξαγόμενων εμπορευμάτων. Εντούτοις, για ορισμένα εμπορεύματα απλής και σχετικά σταθερής συνθέσεως, πρέπει, για λόγους απλούστευσης της διοικητικής διαδικασίας, να καθορίζεται το ποσό της επιστροφής βάσει κατ' αποκοπή καθοριζομένων ποσοτήτων των γεωργικών προϊόντων.

(13)

Είναι σκόπιμο για τον καθορισμό του ποσοστού επιστροφής για τα βασικά προϊόντα ή τα εξομοιούμενα προϊόντα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιστροφές κατά την παραγωγή, οι ενισχύσεις ή τα άλλα εφαρμοστέα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του σχετικού κανονισμού περί κοινής οργανώσεως αγοράς για το υπόψη προϊόν.

(14)

Ορισμένα αγαθά που παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά ενδέχεται να προκύπτουν με ποικίλες τεχνικές από διάφορα βασικά υλικά. Θα πρέπει να απαιτείται από τους εξαγωγείς να προσδιορίζουν τη φύση αυτών των βασικών υλικών και να προβαίνουν σε ορισμένες δηλώσεις όσον αφορά τις διαδικασίες παραγωγής εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για τον καθορισμό του δικαιώματος επιστροφών ή του κατάλληλου ποσοστού επιστροφής που πρέπει να εφαρμοστεί.

(15)

Είναι σκόπιμο κατά τον υπολογισμό των ποσοτήτων των γεωργικών προϊόντων που πραγματικά χρησιμοποιούνται να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε ξηρή ύλη στην περίπτωση των αμύλων και ορισμένων σιροπιών γλυκόζης και μαλτοδεξτρίνης.

(16)

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται από την κατάσταση του παγκοσμίου εμπορίου, τις ειδικές απαιτήσεις ορισμένων αγορών ή διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, πρέπει να είναι δυνατή η διαφοροποίηση της επιστροφής για ορισμένα αγαθά ανάλογα με τον προορισμό.

(17)

Η διαχείριση των ποσών των επιστροφών που είναι δυνατό να χορηγηθούν, κατά τη διάρκεια ενός δημοσιονομικού έτους, για την εξαγωγή ορισμένων γεωργικών προϊόντων υπό τη μορφή εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης, μπορεί να οδηγήσει στην ανάγκη καθορισμού διαφορετικών ποσοστών ύψους για τις εξαγωγές με ή χωρίς προκαθορισμό του ύψους των επιστροφών με βάση την εξέλιξη των αγορών στην Κοινότητα και σε παγκόσμιο επίπεδο.

(18)

Το ποσό των επιστροφών το οποίο μπορεί να χορηγηθεί κατά οποιοδήποτε δημοσιονομικό έτος περιορίζεται σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις τις οποίες έχει προσυπογράψει η Κοινότητα. Πάντως, οι εξαγωγές εμπορευμάτων εκτός του παραρτήματος Ι της συνθήκης πρέπει να πραγματοποιούνται με όρους εκ των προτέρων γνωστούς. Ιδιαίτερα, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα μιας επιβεβαίωσης ότι αυτές οι εξαγωγές είναι επιλέξιμες για επιστροφή συμβατή με τις κοινοτικές δεσμεύσεις. Εφόσον αυτό δε συμβαίνει, οι εξαγωγείς πρέπει να ενημερώνονται ικανοποιητικά εκ των προτέρων. Η έκδοση των πιστοποιητικών επιστροφής επιτρέπει την παρακολούθηση των αιτήσεων επιστροφών και εγγυάται στους κατόχους τους ότι θα τους χορηγηθούν επιστροφές μέχρι του ποσού για το οποίο εκδίδεται κάθε πιστοποιητικό, εφόσον πληρούν τους υπόλοιπους όρους που προβλέπονται στην κοινοτική νομοθεσία όσον αφορά τις επιστροφές. Πρέπει να θεσπισθούν μέτρα διαχείρισης για το καθεστώς έκδοσης πιστοποιητικών επιστροφών. Ιδιαίτερα, πρέπει να προβλεφθεί συντελεστής μείωσης ο οποίος θα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αιτήσεις για πιστοποιητικά επιστροφών υπερβαίνουν τα διαθέσιμα ποσά. Σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να προβλέπεται η αναστολή της έκδοσης πιστοποιητικών επιστροφών.

(19)

Τα πιστοποιητικά επιστροφής εξυπηρετούν την τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Κοινότητα. Επιτρέπουν επίσης τον προκαθορισμό της επιστροφής που μπορεί να χορηγηθεί για γεωργικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή εμπορευμάτων τα οποία εξάγονται σε τρίτες χώρες. Ο σκοπός αυτός διαφέρει, από ορισμένες απόψεις, από τους στόχους που επιδιώκονται με τις άδειες εξαγωγής οι οποίες εκδίδονται για βασικά προϊόντα που εξάγονται ως έχουν και τα οποία υπόκεινται σε διεθνείς δεσμεύσεις που συνεπάγονται ποσοτικούς περιορισμούς. Πρέπει, επομένως, να διευκρινιστεί ποιες από τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για τις άδειες και τα πιστοποιητικά του γεωργικού τομέα και προβλέπονται σήμερα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 της Επιτροπής, της 9ης Ιουνίου 2000 για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (12) δεν πρέπει να εφαρμόζονται ως προς τα πιστοποιητικά επιστροφών.

(20)

Περαιτέρω, είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται πώς πρέπει να εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 στα πιστοποιητικά επιστροφών που έχουν σχέση με πιστοποιητικά καθορισμού της επιστροφής κατά την εξαγωγή εκ των προτέρων για τα οποία υποβάλλεται έκθεση σε σχέση με πρόσκληση υποβολής προσφορών που εκδίδεται σε τρίτη χώρα εισαγωγέα. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τα ποσοστά επιστροφών καθορίζονται ή τροποποιούνται ημέρα Πέμπτη. Για να μειωθεί ο κίνδυνος υποβολής αιτήσεων προκαθορισμού επιστροφών για κερδοσκοπικούς λόγους, πρέπει να προβλέπεται ότι εφόσον μια αίτηση προκαθορισμού επιστροφής υποβάλλεται ημέρα Πέμπτη, η αίτηση πρέπει να θεωρείται ότι έχει υποβληθεί την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

(21)

Πρέπει να καθοριστούν οι όροι αποδέσμευσης της εγγύησης που αφορά πιστοποιητικά τα οποία υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα (13). Πρέπει να καθοριστούν οι υποχρεώσεις που θεωρούνται ως πρωτογενείς απαιτήσεις, για τις οποίες συνιστάται εγγύηση, και να προσδιοριστούν τα στοιχεία που πρέπει να προσκομιστούν προς απόδειξη της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων και την αποδέσμευση της σχετικής εγγύησης.

(22)

Είναι πολύ πιθανόν ότι θα ληφθούν αιτήσεις έκδοσης πιστοποιητικών για ποσά μεγαλύτερα από αυτά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να υποδιαιρείται το δημοσιονομικό έτος σε χρονικές περιόδους, ούτως ώστε να είναι εγγυημένη η δυνατότητα χορήγησης πιστοποιητικών τόσο στους οικονομικούς φορείς που εξάγουν στα τέλη του δημοσιονομικού έτους όσο και σε εκείνους τους φορείς οι οποίοι εξάγουν στις αρχές του εν λόγω έτους. Εφόσον είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται ένας συντελεστής μείωσης σε όλα τα ποσά που ζητούνται στη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου.

(23)

Ορισμένα είδη εξαγωγών δεν υπόκεινται σε περιορισμούς ως προς την καταβολή επιστροφών, συνεπεία των διεθνών δεσμεύσεων της Κοινότητας. Οι εξαγωγές αυτές πρέπει να εξαιρούνται από κάθε υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικού επιστροφής.

(24)

Στους περισσότερους εξαγωγείς επιστρέφονται ετησίως ποσά μικρότερα από 75 000 ευρώ. Λαμβανόμενες υπόψη μαζί, αυτές οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό μέρος του συνολικού ποσού των επιστροφών που χορηγούνται για γεωργικά προϊόντα που εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα I της συνθήκης. Πρέπει να υπάρχει δυνατότητα απαλλαγής των εξαγωγών αυτών από την προσκόμιση πιστοποιητικού. Εντούτοις, για να αποφεύγεται η εκμετάλλευση είναι απαραίτητο να περιορίζεται η εφαρμογή αυτής της εξαίρεσης στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει ο εξαγωγέας.

(25)

Πρέπει να προβλεφθεί η εφαρμογή ενός συστήματος ελέγχου με βάση την αρχή ότι ο εξαγωγέας πρέπει να δηλώνει τη δήλωση από τον εξαγωγέα στις αρμόδιες αρχές, κατά την πραγματοποίηση της εξαγωγής, των ποσοτήτων των προϊόντων που έχουν χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή των εξαγόμενων εμπορευμάτων. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να λαμβάνουν τα μέτρα που κρίνουν αναγκαία προς επαλήθευση της ακρίβειας της δήλωσης αυτής.

(26)

Οι αρμόδιες αρχές οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την επαλήθευση της δήλωσης του εξαγωγέα ενδέχεται να μην διαθέτουν επαρκή αιτιολογικά στοιχεία για να κάνουν αποδεκτή αυτή τη δήλωση των ποσοτήτων που έχουν χρησιμοποιηθεί, έστω και εάν αυτή η δήλωση βασίζεται σε χημική ανάλυση. Είναι πολύ πιθανό οι περιστάσεις αυτές να ανακύπτουν στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα προς εξαγωγή εμπορεύματα έχουν παραχθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που τα εξάγει. Επομένως, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους από το οποίο πραγματοποιείται η εξαγωγή του εμπορεύματος πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, εάν παρίσταται η σχετική ανάγκη, να λαμβάνουν απευθείας από τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών όλες τις πληροφορίες που αφορούν τους όρους παρασκευής του εν λόγω εμπορεύματος, που είναι σε θέση να διαθέτουν οι αρχές αυτές.

(27)

Θα πρέπει να παρέχεται στις επιχειρήσεις η δυνατότητα, σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο συντελείται η παραγωγή, να υποβάλουν απλουστευμένη δήλωση για τα προϊόντα που έχουν χρησιμοποιηθεί, υπό τη μορφή των συγκεντρωτικών ποσοτήτων των εν λόγω προϊόντων, με την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις τηρούν στη διάθεση των προαναφερομένων αρχών τα αναλυτικά στοιχεία για τα προϊόντα που έχουν χρησιμοποιηθεί.

(28)

Ο εξαγωγέας των εμπορευμάτων, ιδίως στις περιπτώσεις που αυτός δεν είναι ο κατασκευαστής τους, δεν είναι πάντοτε δυνατό να γνωρίζει με ακρίβεια τις ποσότητες των γεωργικών προϊόντων που έχουν χρησιμοποιηθεί, για τις οποίες δύναται να ζητήσει την καταβολή της επιστροφής. Εξαιτίας αυτού, ο εν λόγω εξαγωγέας δεν είναι πάντοτε σε θέση να υποβάλει τη δήλωση για τις εν λόγω ποσότητες. Θα πρέπει κατά συνέπεια να προβλεφθεί, εναλλακτικά, η εφαρμογή ενός συστήματος υπολογισμού των επιστροφών, την προσφυγή στο οποίο θα δύναται να ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, και το οποίο θα περιορίζεται σε ορισμένα εμπορεύματα, με βάση τη χημική ανάλυση των εν λόγω εμπορευμάτων, σύμφωνα με ένα πίνακα αντιστοιχιών ο οποίος θα καταρτίζεται για το σκοπό αυτό.

(29)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2571/97 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με την πώληση σε μειωμένη τιμή βουτύρου και τη χορήγηση ενίσχυσης στην κρέμα γάλακτος, στο βούτυρο και στο συμπυκνωμένο βούτυρο που προορίζονται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων προϊόντων διατροφής (14) επιτρέπεται η παράδοση βουτύρου και κρέμας γάλακτος σε μειωμένη τιμή στις βιομηχανίες που παρασκευάζουν ορισμένα εμπορεύματα. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη εφόσον παρέχεται το ευεργέτημα του υπολογισμού της επιστροφής βάσει χημικών αναλύσεων.

(30)

Το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999 προβλέπει ότι καμία επιστροφή δε χορηγείται για προϊόντα τα οποία δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη κατά την ημέρα αποδοχής της δήλωσης εξαγωγής. Για να εξασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του κανόνα αυτού πρέπει να διευκρινίζεται ότι για τη χορήγηση μιας επιστροφής σε προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση των υγειονομικών κανόνων για την παραγωγή και την εμπορία νωπού γάλακτος, θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος και προϊόντων με βάση το γάλα (15), ή στο άρθρο 1 της οδηγίας 89/437/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1989, σχετικά με τα προβλήματα υγείας και υγιεινής όσον αφορά την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων αβγών (16), και εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού, τα οικεία προϊόντα πρέπει να παρασκευάζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των εν λόγω οδηγιών και να φέρουν την απαιτούμενη σφραγίδα υγειονομικού ελέγχου.

(31)

Το άρθρο 31, παράγραφος 10, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 εφόσον μελετηθεί σε συνδυασμό με το άρθρο του 31, παράγραφος 12, περιορίζει την απαίτηση, να είναι τα προϊόντα γάλακτος για τα οποία καταβάλλεται επιστροφή κατά την εξαγωγή κοινοτικής προέλευσης, σε ορισμένα εμπορεύματα τα οποία έχουν μεγάλη περιεκτικότητα γάλακτος. Είναι επομένως σκόπιμο να προβλεφθούν μέτρα για την εφαρμογή και την παρακολούθηση αυτής της απαίτησης.

(32)

Το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999 περιορίζει την περίοδο κατά την οποία βασικά γεωργικά προϊόντα ή εμπορεύματα μπορούν να παραμείνουν υπό καθεστώς προχρηματοδότησης της επιστροφής μέχρι τη λήξη της ισχύος της άδειας εξαγωγής. Εντούτοις, τα πιστοποιητικά επιστροφών που εκδόθηκαν προς το τέλος της δημοσιονομικής περιόδου έχουν συντομότερη προθεσμία ισχύος, η οποία, λόγω των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας, δε μπορεί να επεκταθεί πέραν της 30ής Σεπτεμβρίου. Για να εξασφαλίζεται επαρκής ευελιξία έτσι ώστε οι εξαγωγείς να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν πλήρως τα πιστοποιητικά επιστροφών σύντομης διάρκειας ισχύος, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις όσον αφορά τα εν λόγω πιστοποιητικά στο μέτρο που αυτά περιορίζουν το χρονικό διάστημα κατά το οποίο βασικά γεωργικά προϊόντα ή εμπορεύματα μπορούν να παραμείνουν υπό καθεστώς προχρηματοδότησης της επιστροφής μέχρι τη λήξη της ισχύος της άδειας εξαγωγής.

(33)

Είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή σε όλη την Κοινότητα των διατάξεων σχετικά με τη χορήγηση των επιστροφών στον τομέα των εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης. Προς το σκοπό αυτό, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να ενημερώνει τα υπόλοιπα κράτη μέλη, μέσω της Επιτροπής, σχετικά με τις ρυθμίσεις παρακολούθησης που εφαρμόζονται στην επικράτειά του για τα διάφορα είδη εξαγόμενων εμπορευμάτων.

(34)

Έχει ουσιώδη σημασία να είναι η Επιτροπή σε θέση να παρακολουθεί ικανοποιητικά τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις χορηγούμενες επιστροφές κατά την εξαγωγή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρέπει να έχει στη διάθεσή της ορισμένες στατιστικές πληροφορίες, οι οποίες θα πρέπει να της διαβιβάζονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η μορφή και το περιεχόμενο αυτών των πληροφοριών.

(35)

Πρέπει να χορηγηθεί επαρκής χρόνος για την μετάβαση από τις διοικητικές ρυθμίσεις σχετικά με τα πιστοποιητικά επιστροφής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1520/2000 στις διοικητικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Κατά συνέπεια, ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται στις αιτήσεις που υποβάλλονται από τις 8 Ιουλίου 2005 για πιστοποιητικά προς χρήση από την 1η Οκτωβρίου 2005.

(36)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης των οριζόντιων θεμάτων που σχετίζονται με τις συναλλαγές μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων που δεν υπάγονται στο παράρτημα I της συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/93 όσον αφορά το σύστημα χορήγησης επιστροφών κατά την εξαγωγή που έχει καθιερωθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2771/75, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1255/1999, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/2001, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1785/2003.

Εφαρμόζεται επί των εξαγωγών των βασικών προϊόντων που παρατίθενται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού, (εφεξής «βασικά προϊόντα»), επί των προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίηση αυτών ή των προϊόντων που εξομοιούνται προς μία από αυτές τις δύο κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού, εφόσον τα εν λόγω προϊόντα εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγόμενων στο παράρτημα Ι της συνθήκης αλλά παρατίθενται σε οιοδήποτε από τα ακόλουθα παραρτήματα:

α)

στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2771/75·

β)

στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999·

γ)

στο παράρτημα V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/2001·

δ)

στο παράρτημα III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003·

ε)

στο παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1785/2003.

Τα εν λόγω εμπορεύματα, εφεξής «εμπορεύματα», παρατίθενται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.

2.   Η επιστροφή κατά την εξαγωγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δε χορηγείται για τα εμπορεύματα τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την έννοια του άρθρου 24 της συνθήκης και τα οποία επανεξάγονται.

Δε χορηγείται επιστροφή για τα εμπορεύματα αυτά όταν εξάγονται μεταποιημένα ή ενσωματωμένα σε άλλο εμπόρευμα.

3.   Με εξαίρεση τα σιτηρά, δε χορηγείται επιστροφή για τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή αλκοόλης η οποία περιέχεται στα οινοπνευματώδη ποτά που αναφέρονται στο παράρτημα II στον κωδικό ΣΟ 2208.

Άρθρο 2

1.   Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«δημοσιονομική περίοδος»: το χρονικό διάστημα από την 1η Οκτωβρίου έως την 30ή Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους·

2)

«δημοσιονομικό έτος»: το χρονικό διάστημα από την 16η Οκτωβρίου έως την 15η Οκτωβρίου του επόμενου έτους·

3)

«επισιτιστική βοήθεια»: δραστηριότητες επισιτιστικής βοήθειας που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 της συμφωνίας για τη γεωργία, που συνάφθηκε κατά τις πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης, εφεξής «η συμφωνία»·

4)

«υπολείμματα»: τα προϊόντα που προκύπτουν από τη σχετική διαδικασία μεταποίησης, που έχουν σύσταση σαφώς διαφορετική από εκείνη των πράγματι εξαγομένων εμπορευμάτων και τα οποία δεν είναι δυνατό να διατεθούν στο εμπόριο·

5)

«υποπροϊόντα»: τα προϊόντα ή εμπορεύματα τα οποία προκύπτουν κατά τη σχετική διαδικασία μεταποίησης, που έχουν σύσταση ή χαρακτηριστικά σαφώς διαφορετικά από εκείνα των πράγματι εξαγομένων εμπορευμάτων και τα οποία είναι δυνατό να διατεθούν στο εμπόριο·

6)

«απώλειες»: οι ποσότητες προϊόντων ή εμπορευμάτων που προκύπτουν από τη σχετική διαδικασία μεταποίησης, ήδη από το στάδιο κατά το οποίο τα γεωργικά προϊόντα χρησιμοποιούνται μη κατεργασμένα κατά την παραγωγή, εκτός από τις ποσότητες των εμπορευμάτων τα οποία πραγματικά εξάγονται και εκτός των υπολειμμάτων και των υποπροϊόντων, και τα οποία δε μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο·

2.   Για τους σκοπούς των σημείων 4, 5 και 6 της παραγράφου 1, τα προϊόντα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας μεταποίησης, έχουν διαφορετική σύσταση από το πράγματι εξαγόμενο εμπόρευμα και πωλούνται έναντι τιμήματος, το οποίο αντιστοιχεί αποκλειστικά στις δαπάνες που συνεπάγεται η απομάκρυνσή τους, δε θεωρούνται εμπορεύσιμα.

Για τους σκοπούς του σημείου 6 της παραγράφου 1, τα προϊόντα ή τα εμπορεύματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας μεταποίησης και τα οποία μπορούν να διατεθούν, είτε έναντι πληρωμής είτε όχι, μόνον ως ζωοτροφές, εξομοιώνονται προς απώλειες.

Άρθρο 3

1.   Το άμυλο γεωμήλων του κωδικού ΣΟ 1108 13 00, το οποίο λαμβάνεται απευθείας από γεώμηλα, με την εξαίρεση των υποπροϊόντων, εξομοιώνεται με ένα προϊόν το οποίο προέρχεται από τη μεταποίηση του αραβοσίτου.

2.   Ο ορός γάλακτος των κωδικών ΣΟ 0404 10 48 έως 0404 10 62, μη συμπυκνωμένος, κατεψυγμένος ή μη, εξομοιώνεται προς ορό γάλακτος σε σκόνη, όπως αναφέρεται στο παράρτημα I, εφεξής «ομάδα προϊόντων 1»·

3.   Τα ακόλουθα προϊόντα εξομοιούνται προς γάλα σε σκόνη με περιεκτικότητα κατά βάρος σε λιπαρές ουσίες κατώτερη ή ίση με 1,5 %, όπως αναφέρεται στο παράρτημα I, εφεξής «ομάδα προϊόντων 2»:

α)

το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ 0403 10 11, 0403 90 51 και 0404 90 21, μη συμπυκνωμένα και χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ουσιών, έστω και κατεψυγμένα, με περιεκτικότητα κατά βάρος σε λιπαρές ύλες προερχόμενες από το γάλα κάτω του 0,1 %,

β)

το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ 0403 10 11, 0403 90 11 και 0404 90 21, σε σκόνη, σε κόκκους ή σε άλλη στερεή μορφή, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ουσιών, με περιεκτικότητα κατά βάρος σε λιπαρές ύλες προερχόμενες από το γάλα κάτω του 1,5 %.

4.   Τα ακόλουθα προϊόντα εξομοιούνται προς γάλα σε σκόνη με περιεκτικότητα κατά βάρος σε λιπαρές ουσίες 26 %, που εμφαίνεται στο παράρτημα I, εφεξής «ομάδα προϊόντων 3»:

α)

το γάλα, η κρέμα γάλακτος (ανθόγαλα) και τα γαλακτοκομικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ 0403 10 11, 0403 10 13, 0403 90 51, 0403 90 53, 0404 90 21 και 0404 90 23, μη συμπυκνωμένα, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ουσιών, έστω και κατεψυγμένα, με περιεκτικότητα κατά βάρος σε λιπαρές ύλες προερχόμενες από το γάλα άνω του 0,1 % αλλά κάτω του 6 %,

β)

το γάλα, η κρέμα γάλακτος και τα γαλακτοκομικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ 0403 10 11, 0403 10 13, 0403 10 19, 0403 90 13, 0403 90 19, 0404 90 23 και 0404 90 29, σε σκόνη, σε κόκκους ή σε άλλη στερεή μορφή, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών, με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες του γάλακτος άνω του 1,5 % αλλά κάτω του 45 %,

Εντούτοις, εάν το μέρος το επιθυμεί, τα προϊόντα που αναφέρονται στα σημεία α) και β) του πρώτου εδαφίου, μπορούν, κατόπιν συμφωνίας της αρμόδιας αρχής, να εξομοιούνται προς:

α)

ομάδα προϊόντων 2, όσον αφορά το μη λιπαρό μέρος της περιεκτικότητας του προϊόντος σε ξηρή ύλη·

β)

το βούτυρο όπως αναφέρεται στο παράρτημα I, εφεξής «ομάδα προϊόντων 6», όσον αφορά το μέρος του προϊόντος σε λιπαρές ουσίες γάλακτος.

5.   Τα ακόλουθα προϊόντα εξομοιούνται προς τα προϊόντα της ομάδας προϊόντων 6:

α)

το γάλα, η κρέμα γάλακτος και τα γαλακτοκομικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ 0403 10 19, 0403 90 59, 0404 90 23 και 0404 90 29, μη συμπυκνωμένα και χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών, με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες του γάλακτος άνω του 6 %,

β)

το γάλα, η κρέμα γάλακτος και τα γαλακτοκομικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ 0403 10 19, 0403 90 19 και 0404 90 29, σε σκόνη, σε κόκκους ή σε άλλη στερεή μορφή, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών, με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες του γάλακτος ίση ή υψηλότερη από 45 %,

γ)

το βούτυρο και οι άλλες λιπαρές ύλες του γάλακτος, με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες προερχόμενες από το γάλα διάφορη του 82 % και πάντως ίση ή υψηλότερη από 62 %, των κωδικών ΣΟ 0405 10, 0405 20 90, 0405 90 10, 0405 90 90.

6.   Το γάλα, η κρέμα γάλακτος και τα γαλακτοκομικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ 0403 10 11 έως 0403 10 19, 0403 90 51 έως 0403 90 59 και 0404 90 21 έως 0404 90 29, συμπυκνωμένα πλην σκόνης, κόκκων ή άλλης στέρεης μορφής χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών, όσον αφορά το μη λιπαρό μέρος της περιεκτικότητας σε ξηρή ύλη αυτού του προϊόντος, εξομοιώνονται προς τα προϊόντα της ομάδας προϊόντων 2. Όσον αφορά το μέρος λιπαρών ουσιών γάλακτος ενός τέτοιου προϊόντος, αυτό εξομοιώνεται προς τα προϊόντα της ομάδας προϊόντων 6.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στο τυρί και στο τυρόπηγμα.

7.   Το αποφλοιωμένο ρύζι που υπάγεται στον κωδικό 1006 20 και το ημιλευκασμένο ρύζι που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 1006 30 21 έως 1006 30 48 εξομοιούνται προς το εξ ολοκλήρου λευκασμένο ρύζι που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 1006 30 61 έως 1006 30 98.

8.   Τα ακόλουθα προϊόντα, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για επιστροφή που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/2001 και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2135/95 της Επιτροπής (17), εφόσον εξάγονται μη κατεργασμένα, εξομοιούνται προς τη λευκή ζάχαρη που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1701 99 10:

α)

η ακατέργαστη ζάχαρη τεύτλων ή ζαχαροκάλαμου, του κωδικού ΣΟ 1701 11 90 ή του κωδικού ΣΟ 1701 12 90, που περιέχει κατά βάρος σε ξηρά κατάσταση 92 %, τουλάχιστον, ζαχαρόζη προσδιορισμένη με πολωσιμετρική μέθοδο,

β)

η ζάχαρη των κωδικών ΣΟ 1701 91 00 ή 1701 99 90,

γ)

τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/2001, με εξαίρεση τα μείγματα που λαμβάνονται εν μέρει από τα προϊόντα που εμπίπτουν στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003,

δ)

τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/2001, με εξαίρεση τα μείγματα που λαμβάνονται εν μέρει από τα προϊόντα που εμπίπτουν στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003.

Άρθρο 4

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 800/1999 εφαρμόζεται επιπροσθέτως προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Μέθoδoς υπoλoγισμoύ

Άρθρο 5

1.   Το ποσό της επιστροφής που χορηγείται για την ποσότητα, η οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Τμήματος 2, για καθένα από τα βασικά προϊόντα που εξάγονται υπό τη μορφή ίδιων εμπορευμάτων, προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της εν λόγω ποσότητας με το ποσοστό της σχετικής επιστροφής για το εξεταζόμενο βασικό προϊόν το οποίο υπολογίζεται ανά μονάδα βάρους, σύμφωνα με το Τμήμα 3.

2.   Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2, μπορούν να καθορίζονται διαφορετικά ποσοστά επιστροφών για συγκεκριμένο βασικό προϊόν, υπολογίζεται ένα ξεχωριστό ποσό για καθεμία από τις ποσότητες του βασικού προϊόντος για το οποίο υπάρχει διαφορετικό ποσοστό επιστροφής.

3.   Όταν πρόκειται για εμπόρευμα που έχει χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή εξαγόμενου εμπορεύματος, το ποσοστό επιστροφής το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού που αντιστοιχεί σε καθένα από τα βασικά προϊόντα, στα προϊόντα που προέρχονται από την μεταποίησή τους ή στα προϊόντα που εξομοιώνονται με μία από τις κατηγορίες αυτές σύμφωνα με το άρθρο 3, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή του εξαγόμενου εμπορεύματος, είναι το ποσοστό που εφαρμόζεται σε περίπτωση εξαγωγής του προαναφερόμενου εμπορεύματος ως έχει.

ΤΜΗΜΑ 2

Ποσότητα αναφοράς

Άρθρο 6

Όσον αφορά τα εμπορεύματα, η ποσότητα καθενός από τα βασικά προϊόντα που πρέπει να χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό του ποσού επιστροφής [εφεξής «η ποσότητα αναφοράς»], καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 9, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται αναφορά στο παράρτημα III ή τις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 51.

Άρθρο 7

Στην περίπτωση της χρησιμοποίησης βασικού προϊόντος μη κατεργασμένου ή εξομοιούμενου προϊόντος, η ποσότητα αναφοράς είναι η ποσότητα η οποία πράγματι χρησιμοποιείται για την παρασκευή των εξαγόμενων προϊόντων, λαμβανομένων υπόψη των συντελεστών μετατροπής που καθορίζονται στο παράρτημα VII.

Άρθρο 8

Στην περίπτωση χρησιμοποίησης προϊόντος που καλύπτεται από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 ή από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1785/2003, η ποσότητα αναφοράς είναι η ποσότητα η οποία πράγματι χρησιμοποιείται κατά την παρασκευή των εξαγόμενων εμπορευμάτων, προσαρμοσμένη έτσι ώστε να αντιστοιχεί προς την ποσότητα του βασικού προϊόντος εφαρμόζοντας τους συντελεστές που καθορίζονται στο παράρτημα V του παρόντος κανονισμού, εφόσον το συγκεκριμένο προϊόν συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

είτε προέρχεται από τη μεταποίηση βασικού προϊόντος ή προϊόντος που εξομοιώνεται με το εν λόγω βασικό προϊόν,

β)

είτε εξομοιώνεται με προϊόν προερχόμενο από τη μεταποίηση βασικού προϊόντος,

γ)

είτε προέρχεται από τη μεταποίηση προϊόντος που εξομοιώνεται με προϊόν το οποίο έχει προκύψει από τη μεταποίηση βασικού προϊόντος.

Ωστόσο, όσον αφορά την αλκοόλη σιτηρών που περιέχεται στα οινοπνευματώδη ποτά του κωδικού ΣΟ 2208, η ποσότητα αναφοράς ανέρχεται σε 3,4 χιλιόγραμμα κριθαριού ανά % vol αλκοόλης που προέρχεται από σιτηρά ανά εκατόλιτρο του εξαγόμενου οινοπνευματώδους ποτού.

Άρθρο 9

Με την επιφύλαξη του άρθρου 11, στην περίπτωση της χρήσης ενός από τα ακόλουθα προϊόντα, η ποσότητα αναφοράς για το καθένα από τα εν λόγω βασικά προϊόντα, είναι ίση προς την ποσότητα που καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 49:

α)

προϊόν μη καλυπτόμενο από το παράρτημα Ι της συνθήκης, το οποίο προκύπτει από την επεξεργασία προϊόντος που αναφέρεται στα άρθρα 7 ή 8 του παρόντος κανονισμού·

β)

προϊόν το οποίο προκύπτει από την ανάμειξη ή/και τη μεταποίηση πολλών προϊόντων που αναφέρονται στα άρθρα 7 ή 8 ή προϊόντων που αναφέρονται στο στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου.

Η ποσότητα αναφοράς καθορίζεται βάσει της ποσότητας του προϊόντος που πράγματι χρησιμοποιείται για την παρασκευή των εξαγόμενων εμπορευμάτων. Για τον υπολογισμό της ποσότητας αυτής εφαρμόζονται οι συντελεστές μετατροπής που αναφέρονται στο παράρτημα VII ή, κατά περίπτωση, οι ιδιαίτεροι κανόνες υπολογισμού, οι σχέσεις ισοδυναμίας ή οι συντελεστές που προβλέπονται στο άρθρο 8.

Εντούτοις ως προς τα οινοπνευματώδη ποτά με βάση σιτηρά που περιέχονται στα οινοπνευματώδη προϊόντα του κωδικού ΣΟ 2208, η ποσότητα αναφοράς ανέρχεται σε 3,4 χιλιόγραμμα κριθής ανά % vol αλκοόλης που προέρχεται από σιτηρά ανά εκατόλιτρο εξαγόμενου οινοπνευματώδους ποτού.

Άρθρο 10

Για την εφαρμογή των άρθρων 6 έως 9, θεωρείται ότι πράγματι χρησιμοποιούνται τα προϊόντα που έχουν χρησιμοποιηθεί ακατέργαστα κατά την παρασκευή του εξαγόμενου εμπορεύματος. Εφόσον, κατά τη διάρκεια μίας από τις φάσεις παρασκευής αυτού του εμπορεύματος, το ίδιο το βασικό προϊόν μεταποιείται σε άλλο, περισσότερο επεξεργασμένο βασικό προϊόν που χρησιμοποιείται σε μεταγενέστερη φάση, μόνο το δεύτερο βασικό προϊόν θεωρείται ότι έχει πράγματι χρησιμοποιηθεί.

Οι ποσότητες προϊόντων που έχουν πράγματι χρησιμοποιηθεί υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου, πρέπει να προσδιορίζονται για κάθε εξαγόμενο εμπόρευμα.

Ωστόσο, σε περίπτωση εξαγωγών που διενεργούνται σε τακτική βάση και αφορούν εμπορεύματα τα οποία παρασκευάζονται από συγκεκριμένη επιχείρηση με σαφώς καθορισμένες τεχνικές και έχουν σταθερά χαρακτηριστικά και ποιότητα, οι ποσότητες αυτές είναι δυνατόν, κατόπιν συμφωνίας των αρμοδίων αρχών, να καθορίζονται είτε βάσει του τύπου παρασκευής των εν λόγω εμπορευμάτων είτε βάσει του μέσου όρου των ποσοτήτων των προϊόντων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου για την παρασκευή δεδομένης ποσότητας των εμπορευμάτων αυτών. Οι ποσότητες προϊόντων που προσδιορίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού μέχρις ότου μεταβληθούν οι συνθήκες παρασκευής των εξεταζόμενων εμπορευμάτων.

Οι ποσότητες προϊόντων που προσδιορίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνονται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, εκτός επίσημης εξουσιοδότησης από την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 11

Όσον αφορά τα εμπορεύματα που απαριθμούνται στο παράρτημα III, η ποσότητα αναφοράς σε χιλιόγραμμα βασικού προϊόντος ανά 100 χιλιόγραμμα εμπορευμάτων είναι εκείνη που εμφαίνεται στο εν λόγω παράρτημα έναντι καθενός από τα εμπορεύματα αυτά.

Ωστόσο στην περίπτωση των νωπών ζυμαρικών, οι ποσότητες βασικών προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα III μετατρέπονται σε ισοδύναμη ποσότητα ξηρών ζυμαρικών με πολλαπλασιασμό των ποσοτήτων αυτών επί το ποσοστό ξηρού εκχυλίσματος των ζυμαρικών και διαίρεση του γινομένου δια του 88.

Εφόσον τα εν λόγω εμπορεύματα έχουν παρασκευαστεί εν μέρει από προϊόντα για τα οποία η καταβολή επιστροφής κατά την εξαγωγή καλύπτεται από τους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και εν μέρει από άλλα προϊόντα, η ποσότητα αναφοράς σε σχέση με τα καλυπτόμενα από τους εν λόγω κανονισμούς προϊόντα καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 10.

Άρθρο 12

1.   Για τον καθορισμό των ποσοτήτων των γεωργικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιούνται εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3.

2.   Κάθε γεωργικό προϊόν που χρησιμοποιείται κατά την έννοια του άρθρου 10, το οποίο θεμελιώνει δικαίωμα επιστροφής και το οποίο εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια της συνήθους διαδικασίας μεταποίησης υπό μορφή είτε ατμού ή καπνού ή μεταλλάσσεται σε μη ανακτήσιμη σκόνη ή στάχτη, δικαιούται της επιστροφής αυτής για το σύνολο των ποσοτήτων που χρησιμοποιήθηκαν.

3.   Κάθε ποσότητα εμπορευμάτων που δεν εξάγεται πραγματικά δεν είναι επιλέξιμη για επιστροφές ως προς τις ποσότητες γεωργικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 1.

Εάν τα εμπορεύματα αυτά έχουν την ίδια σύσταση με τα εμπορεύματα που πράγματι εξάγονται, είναι δυνατό να εφαρμοστεί κατ' αναλογία μείωση των ποσοτήτων γεωργικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή των τελευταίων.

Άρθρο 13

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12 παράγραφος 3, μπορούν να αγνοηθούν απώλειες κατώτερες ή ίσες προς 2 % κατά βάρος και εγγενείς στην παραγωγή των εμπορευμάτων.

Το όριο 2 % υπολογίζεται ως η αναλογία του βάρους ξηρού εκχυλίσματος όλων των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών, αφού αφαιρεθούν οι ποσότητες που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2, προς το βάρος ξηρού εκχυλίσματος των πράγματι εξαγόμενων εμπορευμάτων, ή με άλλη μέθοδο υπολογισμού αρμόζουσα στις συνθήκες παραγωγής του εμπορεύματος.

2.   Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εγγενείς απώλειες κατά την παρασκευή υπερβαίνουν το 2 %, η καθ’ υπέρβαση απώλεια δεν είναι επιλέξιμη για επιστροφές σε σχέση με τις ποσότητες γεωργικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν. Ωστόσο, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους είναι δυνατό να αποδεχθεί μεγαλύτερες απώλειες, όταν αυτές είναι αιτιολογημένες. Το κράτος μέλος ανακοινώνει στην Επιτροπή τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αρχές δέχθηκαν μεγαλύτερες απώλειες, καθώς και τους λόγους αυτής της αποδοχής.

3.   Οι ποσότητες γεωργικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες ενσωματώνονται στα υπολείμματα, λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση των επιστροφών.

4.   Σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτουν υποπροϊόντα, πρέπει να προσδιορίζονται οι ποσότητες γεωργικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες αναλογούν στο εξαγόμενο εμπόρευμα και στα υποπροϊόντα.

ΤΜΗΜΑ 3

Ποσοστό επιστροφής

Άρθρο 14

Ο καθορισμός του ποσοστού της επιστροφής όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 και στις αντίστοιχες διατάξεις των άλλων κανονισμών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού πραγματοποιείται κάθε μήνα ανά 100 χιλιόγραμμα βασικών προϊόντων.

Εντούτοις, το ποσοστό επιστροφής που εφαρμόζεται για τα αβγά με κέλυφος των πουλερικών ορνιθώνος, νωπά ή διατηρημένα, καθώς και για τα αβγά χωρίς κέλυφος και τους κρόκους αβγών που είναι κατάλληλα για τροφή, νωπά, αποξηραμένα ή με άλλο τρόπο διατηρημένα, χωρίς ζάχαρη, καθορίζεται για χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των επιστροφών που εφαρμόζονται στα εν λόγω προϊόντα όταν εξάγονται ως έχουν.

Άρθρο 15

1.   Το ποσοστό επιστροφής προσδιορίζεται λαμβάνοντας ιδίως υπόψη:

α)

το μέσο κόστος εφοδιασμού των μεταποιητικών βιομηχανιών σε βασικά προϊόντα στην αγορά της Κοινότητας και τις τιμές της διεθνούς αγοράς·

β)

το επίπεδο των επιστροφών που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή των μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων που υπάγονται στο παράρτημα Ι της συνθήκης, τα οποία παρασκευάζονται υπό παρεμφερείς συνθήκες·

γ)

την ανάγκη εξασφαλίσεως των ίδιων συνθηκών ανταγωνισμού μεταξύ των βιομηχανιών οι οποίες χρησιμοποιούν κοινοτικά προϊόντα και των βιομηχανιών που χρησιμοποιούν άλλα προϊόντα τα οποία υπόκεινται στο καθεστώς της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή·

δ)

την προβλεπόμενη εξέλιξη των δαπανών, αφενός, και των τιμών, αφετέρου, στην Κοινότητα και στην παγκόσμια αγορά·

ε)

την τήρηση των ορίων που προκύπτουν από τις συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί σε εφαρμογή του άρθρου 300 της συνθήκης.

2.   Για τον καθορισμό των ποσοστών επιστροφής λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση, οι επιστροφές στην παραγωγή, οι ενισχύσεις ή τα άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον εν λόγω τομέα, για τα βασικά προϊόντα ή τα εξομοιούμενα προς αυτά.

3.   Για την εξαγωγή των εμπορευμάτων του κωδικού ΣΟ 3505 10 50 εφαρμόζεται μειωμένο ποσοστό, όταν προβλέπεται η χορήγηση επιστροφής κατά την παραγωγή, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1722/93 (18), για το βασικό προϊόν που χρησιμοποιήθηκε και η οποία ισχύει για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θεωρείται ότι παρήχθησαν τα εμπορεύματα. Τα ποσοστά που προσδιορίζονται κατ’ αυτό τον τρόπο καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 16

Αναφορικά με το άμυλο γεωμήλων του κωδικού ΣΟ 1108 13 00, το ύψος της επιστροφής καθορίζεται χωριστά σε ισοδύναμο αραβοσίτου, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 με εφαρμογή των κριτηρίων που απαριθμούνται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Οι χρησιμοποιούμενες ποσότητες αμύλου γεωμήλων μετατρέπονται σε ισοδύναμες ποσότητες αραβοσίτου σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού.

Όσον αφορά τα μείγματα D-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) των κωδικών ΣΟ 2905 44 και 3824 60, εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν προβαίνει στη δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 49 παρέχοντας τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο δ), ή δεν υποβάλει ικανοποιητικά δικαιολογητικά προς υποστήριξη της δήλωσής του, το ποσοστό επιστροφής που εφαρμόζεται στα μείγματα αυτά είναι εκείνο που ισχύει για το βασικό προϊόν στο οποίο εφαρμόζεται το χαμηλότερο ποσοστό επιστροφής.

Άρθρο 17

Οι επιστροφές για άμυλα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 1108 11 00 έως 1108 19 90 ή για προϊόντα που εμφαίνονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 τα οποία προκύπτουν από την επεξεργασία τέτοιων αμύλων χορηγούνται μόνο με την υποβολή δήλωσης εκ μέρους του προμηθευτή των εν λόγω προϊόντων ότι αυτά έχουν παραχθεί απευθείας από σιτηρά, γεώμηλα ή ρύζι, αποκλειομένης κάθε χρήσης υποπροϊόντων που προκύπτουν κατά την παραγωγή άλλων γεωργικών προϊόντων ή αγαθών.

Η δήλωση αυτή ισχύει, μέχρι την ανάκλησή της, για όλες τις προμήθειες που προέρχονται από τον ίδιο παραγωγό. Υπόκειται σε επαλήθευση σύμφωνα με το άρθρο 49.

Άρθρο 18

1.   Εάν η περιεκτικότητα σε ξηρό εκχύλισμα του αμύλου γεωμήλων που εξομοιώνεται με το άμυλο αραβοσίτου βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 είναι ίση ή ανώτερη από 80 %, το ποσοστό της επιστροφής είναι εκείνο το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14. Εάν η περιεκτικότητα σε ξηρό εκχύλισμα είναι κατώτερη του 80 %, το ποσοστό επιστροφής είναι ίσο προς το ποσοστό επιστροφής που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14, πολλαπλασιαζόμενο επί το 1/80 της πραγματικής ποσοστιαίας αναλογίας του ξηρού εκχυλίσματος.

Για όλα τα άλλα άμυλα, εάν η περιεκτικότητα σε ξηρό εκχύλισμα είναι ίση ή ανώτερη από 87 %, το ποσοστό επιστροφής που εφαρμόζεται είναι εκείνο που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14. Εάν η περιεκτικότητα σε ξηρό εκχύλισμα είναι κατώτερη του 87 %, το ποσοστό επιστροφής που εφαρμόζεται είναι ίσο με το ποσοστό επιστροφής που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14, πολλαπλασιαζόμενο επί το 1/87 της πραγματικής εκατοστιαίας αναλογίας του ξηρού εκχυλίσματος.

Εάν η περιεκτικότητα σε ξηρό εκχύλισμα των σιροπιών γλυκόζης ή μαλτοδεξτρίνης των κωδικών ΣΟ 1702 30 59, 1702 30 99, 1702 40 90, 1702 90 50 ή 2106 90 55 είναι ίση ή ανώτερη από 78 %, το ποσοστό επιστροφής στην εξαγωγή είναι εκείνο που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14· εάν η περιεκτικότητα σε ξηρό εκχύλισμα των σιροπιών αυτών είναι κατώτερη του 78 %, το ποσοστό επιστροφής που εφαρμόζεται είναι ίσο με το ποσοστό επιστροφής που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14, πολλαπλασιαζόμενο με το πραγματικό ποσοστό του ξηρού εκχυλίσματος και διαιρούμενο δια του 78.

2.   Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, η περιεκτικότητα σε ξηρό εκχύλισμα των αμύλων καθορίζεται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που αναφέρεται στο παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 824/2000 της Επιτροπής (19) και η περιεκτικότητα σε ξηρή ύλη των σιροπιών γλυκόζης ή μαλτοδεξτρίνης καθορίζεται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο 2 που αναφέρεται στο παράρτημα II της οδηγίας 79/796/ΕΟΚ της Επιτροπής (20) ή οποιαδήποτε άλλη κατάλληλη μέθοδο ανάλυσης που να προσφέρει τουλάχιστον τις ίδιες εγγυήσεις.

3.   Κατά τη δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 49, ο αιτών υποχρεούται να δηλώσει την περιεκτικότητα σε ξηρό εκχύλισμα των αμύλων ή των σιροπιών γλυκόζης ή μαλτοδεξτρίνης που χρησιμοποιήθηκαν.

Άρθρο 19

1.   Εφόσον η κατάσταση στο διεθνές εμπόριο για τις καζεΐνες του κωδικού ΣΟ 3501 10, τα καζεϊνικά άλατα του κωδικού ΣΟ 3501 90 90 ή της αβγοαλβουμίνης των κωδικών ΣΟ 3502 11 90 και 3502 19 90 ή όταν οι ειδικές απαιτήσεις ορισμένων αγορών το καθιστούν αναγκαίο για τα εμπορεύματα αυτά, η επιστροφή για τα εμπορεύματα αυτά μπορεί να διαφοροποιηθεί ανάλογα με τον προορισμό.

2.   Το ποσοστό της επιστροφής μπορεί να διαφοροποιηθεί για τα εμπορεύματα των κωδικών ΣΟ 1902 11 00, 1902 19 και 1902 40 10 ανάλογα με το προορισμό τους.

3.   Η επιστροφή μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με το αν το ποσό επιστροφής προκαθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 29 ή όχι.

Άρθρο 20

1.   Το ποσοστό της επιστροφής είναι εκείνο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα κατά την οποία εξάγονται τα εμπορεύματα, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

έχει υποβληθεί αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 29, για προκαθορισμό του ποσοστού επιστροφής·

β)

η αίτηση υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 2, και το ποσοστό επιστροφής προκαθορίστηκε κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης για πιστοποιητικό επιστροφής.

2.   Σε περίπτωση εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος προκαθορισμού, εφαρμόζεται το ποσοστό που ισχύει την ημέρα υποβολής της αίτησης προκαθορισμού για τις εξαγωγές που θα πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια ισχύος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο. Εντούτοις, οι αιτήσεις για τον καθορισμό εκ των προτέρων που κατατίθενται ημέρα Πέμπτη θεωρούνται ότι κατατέθηκαν κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Το ποσοστό της επιστροφής προσαρμόζεται χρησιμοποιώντας τους ίδιους κανόνες με εκείνους που εφαρμόζονται στον προκαθορισμό των επιστροφών για βασικά προϊόντα που εξάγονται μη μεταποιημένα, αλλά χρησιμοποιώντας τους συντελεστές μετατροπής που καθορίζονται στο παράρτημα V για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα σιτηρά και το ρύζι.

3.   Αποσπάσματα πιστοποιητικών επιστροφής, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 δεν υπόκεινται σε προκαθορισμό ανεξαρτήτως του πιστοποιητικού από το οποίο προέρχονται.

Άρθρο 21

Εάν το εξαγόμενο εμπόρευμα μνημονεύεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2571/97, το ποσοστό της επιστροφής για τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι εκείνο το οποίο εφαρμόζεται για τη χρησιμοποίηση γαλακτοκομικών προϊόντων σε μειωμένη τιμή, εκτός εάν ο εξαγωγέας προσκομίσει απόδειξη η οποία βεβαιώνει ότι το εμπόρευμα δεν περιέχει γαλακτοκομικά προϊόντα σε μειωμένη τιμή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές Διατάξεις

Άρθρο 22

1.   Τα κράτη μέλη εκδίδουν για κάθε αιτούντα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους στην Κοινότητα, πιστοποιητικά επιστροφών που ισχύουν σε όλη την Κοινότητα.

Το πιστοποιητικό επιστροφής εγγυάται την καταβολή των επιστροφών, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο κεφάλαιο V. Ενδέχεται να περιλαμβάνει προκαθορισμό των ποσοστών επιστροφής. Τα πιστοποιητικά ισχύουν εντός μίας μόνο δημοσιονομικής περιόδου·

2.   Η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή βασικών προϊόντων υπό μορφή εμπορευμάτων που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ ή σιτηρών για την παραγωγή αλκοολούχων ποτών που έχουν τεθεί υπό τελωνειακό έλεγχο που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (EOK) αριθ. 2825/93 εξαρτάται από την υποβολή πιστοποιητικού επιστροφής που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος κανονισμού.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις προμήθειες που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση και στο άρθρο 36, παράγραφος 1, στο άρθρο 40, παράγραφος 1, στο άρθρο 44, παράγραφος 1, και στο άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999 ή στις εξαγωγές που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV του παρόντος κανονισμού.

3.   Η χορήγηση επιστροφής βάσει του καθεστώτος προκαθορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 τελεί υπό την προϋπόθεση προσκόμισης πιστοποιητικού επιστροφής που να περιλαμβάνει προκαθορισμό των ποσοστών επιστροφής.

Άρθρο 23

1.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 εφαρμόζεται στα πιστοποιητικά επιστροφής τα οποία αφορά ο παρών κανονισμός.

2.   Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από πιστοποιητικά επιστροφής στα οποία αναγράφονται ποσότητες, εφαρμόζονται, κατ’ αναλογίαν, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από πιστοποιητικά επιστροφής που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, για ποσά που αναγράφονται σε ευρώ, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του παραρτήματος VI του παρόντος κανονισμού.

3.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 8 παράγραφοι 2 και 4, τα άρθρα 9, 12 και 14, το άρθρο 18, παράγραφος 1, τα άρθρα 21, 24, 32, 33 και 35, το άρθρο 36, παράγραφος 5, και τα άρθρα 42, 46, 47 και 50 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 δεν εφαρμόζονται στα πιστοποιητικά επιστροφής που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό.

4.   Για την εφαρμογή των άρθρων 40 και 41 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, η ισχύς των πιστοποιητικών που λήγουν στις 30 Σεπτεμβρίου δε δύναται να παραταθεί. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να ακυρώνεται το πιστοποιητικό και να αποδεσμεύεται η εγγύηση για τα ποσά που δε ζητήθηκαν λόγω ανωτέρας βίας.

Άρθρο 24

1.   Η αίτηση για πιστοποιητικό επιστροφής και το ίδιο το πιστοποιητικό επιστροφής βασίζονται στο έντυπο που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 και περιέχουν μνεία του ποσού σε ευρώ.

Τα έγγραφα αυτά συμπληρώνονται σύμφωνα με τις οδηγίες που προβλέπονται στο παράρτημα VI του παρόντος κανονισμού.

2.   Στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτών δεν έχει την πρόθεση να προβεί σε εξαγωγές από κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο υποβάλλει αίτηση για πιστοποιητικό επιστροφής, η αρμόδια αρχή μπορεί να κρατήσει το πιστοποιητικό επιστροφής, συγκεκριμένα υπό τη μορφή ηλεκτρονικού φακέλου. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στον αιτούντα ότι το πιστοποιητικό της επιστροφής έχει καταχωρισθεί και του διαβιβάζει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο αντίγραφο του πιστοποιητικού επιστροφής το οποίο προορίζεται για το δικαιούχο, εφεξής «αντίγραφο αριθ. 1». Το αντίγραφο του πιστοποιητικού επιστροφής της εκδότριας αρχής, εφεξής «αντίγραφο αριθ. 2», δεν εκδίδεται.

Η αρμόδια αρχή καταχωρίζει το σύνολο των πληροφοριών από τα πιστοποιητικά επιστροφών που αναφέρονται στα τμήματα ΙΙΙ και IV του παραρτήματος VI και τα ποσά που ζητούνται βάσει των πιστοποιητικών.

Άρθρο 25

Η χορήγηση επιστροφών για τα σιτηρά που τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο για την παραγωγή των οινοπνευματωδών ποτών που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2825/93 εξαρτάται από την υποβολή πιστοποιητικού επιστροφής που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος κανονισμού.

Για την εφαρμογή του άρθρου 22 τα σιτηρά αυτά θεωρούνται ως εξαγόμενα.

Άρθρο 26

Με την επιφύλαξη του άρθρου 27, το πιστοποιητικό επιστροφής δεν είναι μεταβιβάσιμο.

Άρθρο 27

1.   Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τα πιστοποιητικά δε μεταβιβάζονται.

Τα δικαιώματα που απορρέουν από τα πιστοποιητικά μπορούν να μεταβιβάζονται από το δικαιούχο του πιστοποιητικού κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού εφόσον τα δικαιώματα που απορρέουν από κάθε πιστοποιητικό ή απόσπασμα πιστοποιητικού μεταβιβάζονται σε ένα μόνον εκδοχέα και εφόσον το όνομα και η διεύθυνση του εκδοχέα, ο οποίος το δέχεται, αναγράφονται, το αργότερο κατά την κατάθεση της αίτησης, στο τετραγωνίδιο 20 της αίτησης για πιστοποιητικό επιστροφής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 24. Η μεταβίβαση αυτή αφορά τα ποσά τα οποία δεν έχουν ακόμη εγκριθεί για το πιστοποιητικό ή το απόσπασμα.

Πριν από την έκδοση του πιστοποιητικού, η ακόλουθη ένδειξη, συμπληρωμένη σύμφωνα με τις ενδείξεις της αίτησης, αναγράφεται στο τετραγωνίδιο 22: «Τα δικαιώματα μπορεί ενδεχομένως να μεταβιβαστούν στον … (όνομα και διεύθυνση του εκδοχέα)».

Αν κατά την υποβολή της αίτησης για έκδοση πιστοποιητικού δεν έχει αναγραφεί όνομα και διεύθυνση ενδεχόμενου εκδοχέα, το τετραγωνίδιο 6 διαγράφεται.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, για τα πιστοποιητικά επιστροφής που εκδίδονται για χρήση από την 1η Ιουνίου όσον αφορά αγαθά που πρόκειται να εξαχθούν πριν από την 1η Οκτωβρίου, η απαίτηση να αναγράφονται το όνομα και η διεύθυνση του εκδοχέα στο τετραγωνίδιο 20 της αίτησης δεν ισχύει. Το τετραγωνίδιο 6 δε διαγράφεται από τα εν λόγω πιστοποιητικά επιστροφής.

3.   Ο εκδοχέας δε μπορεί να μεταβιβάσει το δικαίωμά του, αλλά μπορεί να το εκχωρήσει εκ νέου στο δικαιούχο.

Σε τέτοια περίπτωση, μια από τις ενδείξεις που αναφέρονται στο παράρτημα VIII τίθεται στο τετραγωνίδιο 6 του πιστοποιητικού από την εκδίδουσα αρχή:

Άρθρο 28

1.   Σε περίπτωση αίτησης μεταβίβασης από το δικαιούχο ή επανεκχώρησης από τον εκδοχέα, η εκδίδουσα αρχή ή ο οργανισμός ή ένας από τους οργανισμούς που έχει ορίσει κάθε κράτος μέλος αναγράφει στο πιστοποιητικό ή, κατά περίπτωση, στο απόσπασμα:

α)

το όνομα και τη διεύθυνση του εκδοχέα, όπως αναγράφηκε σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, ή την καταχώριση που προβλέπεται στο άρθρο 27, παράγραφος 3·

β)

την ημερομηνία της μεταβίβασης ή επανεκχώρησης στο δικαιούχο επικυρωμένη με τη σφραγίδα της αρχής ή του οργανισμού.

2.   Η μεταβίβαση ή η επιστροφή στο δικαιούχο του πιστοποιητικού ισχύουν από την ημερομηνία της καταχώρισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο β).

Άρθρο 29

Οι αιτήσεις για τον προκαθορισμό των ποσοστών επιστροφής αφορούν όλα τα εφαρμοστέα ποσοστά επιστροφής.

Η αίτηση για προκαθορισμό μπορεί να κατατεθεί είτε κατά το χρόνο υποβολής αίτησης για πιστοποιητικό επιστροφής είτε οιαδήποτε στιγμή από την ημέρα της χορήγησης του πιστοποιητικού επιστροφής.

Οι αιτήσεις για προκαθορισμό υποβάλλονται σύμφωνα με το Τμήμα ΙΙ του παραρτήματος VI με χρήση του εντύπου που παρατίθεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000. Ο προκαθορισμός δεν έχει εφαρμογή στις εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν πριν από την ημέρα υποβολής της σχετικής αίτησης.

Οι αιτήσεις για προκαθορισμό που κατατίθενται ημέρα Πέμπτη θεωρούνται ότι κατατέθηκαν κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Άρθρο 30

Ο κάτοχος πιστοποιητικού επιστροφής μπορεί να υποβάλει αίτηση για απόσπασμα από το πιστοποιητικό, συντεταγμένο στο έντυπο που παρατίθεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000. Η αίτηση περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 3 του Τμήματος ΙΙ του παραρτήματος VI του παρόντος κανονισμού.

Το ποσό για το οποίο ζητείται το απόσπασμα εγγράφεται στο πρωτότυπο του πιστοποιητικού.

Άρθρο 31

1.   Η έκδοση πιστοποιητικού επιστροφής υποχρεώνει τον κάτοχό του να ζητήσει επιστροφές για εξαγωγές που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του πιστοποιητικού επιστροφής και για το ποσό για το οποίο αυτό εκδόθηκε. Η εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης εξασφαλίζεται με τη σύσταση εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 43.

2.   Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνιστούν πρωτογενείς απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2220/85.

Η πρωτογενής απαίτηση θεωρείται ότι έχει τηρηθεί εάν η ο εξαγωγέας έχει διαβιβάσει τις ειδικές αιτήσεις που αφορούν εξαγωγές εμπορευμάτων πραγματοποιηθείσες κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού και με τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 32 του παρόντος κανονισμού και στο Τμήμα V του παραρτήματος VI.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ειδική αίτηση δεν είναι διασάφηση εξαγωγής, πρέπει να κατατίθεται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία εκπνοής της ισχύος του πιστοποιητικού επιστροφής ο αριθμός του οποίου καταχωρίσθηκε με την ειδική αίτηση εκτός από τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας.

Αν δεν τηρηθεί η τρίμηνη προθεσμία που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο, η υποχρέωση που αναφέρεται στην πρώτη φράση της παραγράφου 1 δε μπορεί να θεωρηθεί ως εκπληρωθείσα. Ως εκ τούτου, η εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 43 καταπίπτει για το εν λόγω ποσό.

3.   Αποδεικτικά στοιχεία ότι η πρωτογενής απαίτηση ικανοποιήθηκε παρέχονται μέσω της υποβολής εκ μέρους του εξαγωγέα προς την αρμόδια αρχή, του αντιγράφου αριθ. 1 του δεόντως καταχωρισμένου πιστοποιητικού επιστροφής που έχει καταχωρηθεί νομότυπα, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 2. Το εν λόγω αποδεικτικό προσκομίζεται το αργότερο στο τέλος του ένατου μήνα μετά τη λήξη της περιόδου ισχύος του πιστοποιητικού επιστροφής. Η εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 43 είναι ποσό κατ’ αποκοπή ανάλογα με το ποσό για το οποίο το απαιτούμενο αποδεικτικό δεν υπεβλήθη εντός της προθεσμίας αυτής.

Άρθρο 32

1.   Κάθε εξαγωγέας οφείλει να συμπληρώνει ειδική αίτηση πληρωμής κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 49, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999. Η αίτηση υποβάλλεται στην αρχή που πληρώνει μαζί με τα αντίστοιχα πιστοποιητικά, εκτός εάν τα τελευταία καταχωρίζονται κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να μη θεωρήσει την ειδική αίτηση ως φάκελο πληρωμής, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι η εν λόγω ειδική αίτηση δεν αποτελεί το φάκελο για τη διασάφηση εξαγωγής κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999. Σε μια τέτοια περίπτωση, ως ημερομηνία παραλαβής της ειδικής αίτησης από την αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου λαμβάνεται η ημερομηνία κατά την οποία έλαβε τη διασάφηση εξαγωγής η εν λόγω αρχή. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η ειδική αίτηση περιέχει τα στοιχεία της διασάφησης εξαγωγής.

2.   Η αρχή η αρμόδια για την πληρωμή προσδιορίζει το ζητούμενο ποσό με βάση τις πληροφορίες που περιέχει η ειδική αίτηση, με μόνη βάση τις ποσότητες και το είδος των βασικών προϊόντων που εξάγονται και τα ποσοστά επιστροφής που ισχύουν. Τα στοιχεία αυτά επισημαίνονται ή υποδεικνύονται με σαφήνεια στη διασάφηση εξαγωγής.

Η αρχή η αρμόδια για την πληρωμή πιστώνει το ποσό αυτό στο πιστοποιητικό επιστροφών εντός τριμήνου από την ημερομηνία παραλαβής της ειδικής αίτησης.

Η πίστωση στα πιστοποιητικά γίνεται στην πίσω πλευρά του αντιγράφου 1. Στα τετραγωνίδια 28, 29 και 30 αντί της ποσότητας σημειώνεται το ποσό σε ευρώ.

Το τρίτο εδάφιο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και στα πιστοποιητικά που φυλάσσονται υπό ηλεκτρονική μορφή.

3.   Εάν το πιστοποιητικό επιστροφών δεν έχει καταχωριστεί έπειτα από την πίστωση του εν λόγω ποσού, το αντίγραφο αριθ. 1 του πιστοποιητικού επιστρέφεται στον κάτοχό του ή φυλάσσεται από την αρχή που καταβάλλει τις επιστροφές, εφόσον το ζητήσει ο εξαγωγέας.

4.   Η εγγύηση που καλύπτει το ποσό για το οποίο εκδόθηκε πιστοποιητικό επιστροφής για εξαγόμενα εμπορεύματα μπορεί να αποδεσμεύεται ή να μεταφέρεται ως εγγύηση της προκαταβολής των επιστροφών σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999.

Άρθρο 33

Τα πιστοποιητικά επιστροφής που εκδίδονται για μία μόνο δημοσιονομική περίοδο μπορούν να ζητούνται χωριστά σε έξι δόσεις. Οι αιτήσεις για τα πιστοποιητικά μπορούν να υποβάλλονται το αργότερο στις:

α)

7 Σεπτεμβρίου για πιστοποιητικά που χρησιμοποιούνται από την 1η Οκτωβρίου·

β)

7 Νοεμβρίου για πιστοποιητικά που χρησιμοποιούνται από την 1η Δεκεμβρίου·

γ)

7 Ιανουαρίου για πιστοποιητικά που χρησιμοποιούνται από την 1η Φεβρουαρίου·

δ)

7 Μαρτίου για πιστοποιητικά που χρησιμοποιούνται από την 1η Απριλίου·

ε)

7 Μαΐου για πιστοποιητικά που χρησιμοποιούνται από την 1η Ιουνίου·

στ)

7 Ιουλίου για πιστοποιητικά που χρησιμοποιούνται από την 1η Αυγούστου.

Οι οικονομικοί φορείς μπορούν να υποβάλουν αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού μόνο για το τμήμα που αντιστοιχεί στην πρώτη καταληκτική ημερομηνία, όπως ορίζεται στα στοιχεία α) έως στ) του πρώτου εδαφίου, μετά την ημερομηνία υποβολής.

Άρθρο 34

Η προθεσμία για την κοινοποίηση από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή των αιτήσεων έκδοσης πιστοποιητικού είναι οι εξής:

α)

στις 14 Σεπτεμβρίου για τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)·

β)

στις 14 Νοεμβρίου για τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

γ)

στις 14 Ιανουαρίου για τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

δ)

στις 14 Μαρτίου για τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ)·

ε)

στις 14 Μαΐου για τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο ε)·

στ)

στις 14 Ιουλίου για τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο στ).

Άρθρο 35

1.   Το συνολικό ποσό για το οποίο μπορούν να εκδοθούν πιστοποιητικά για κάθε δημοσιονομική περίοδο καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Από το μέγιστο ποσό των επιστροφών, όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της συμφωνίας, αφαιρούνται τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

το ποσό που υπερβαίνει το μέγιστο ποσό και το οποίο χορηγήθηκε αχρεώστητα το προηγούμενο δημοσιονομικό έτος·

β)

το ποσό που προβλέπεται για την κάλυψη των εξαγωγών που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV του παρόντος κανονισμού·

γ)

τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν πιστοποιητικά επιστροφών ισχύοντα κατά την οικεία δημοσιονομική περίοδο·

Το ποσό που αντιστοιχεί σε εκδοθέντα πιστοποιητικά τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 45, επεστράφησαν προστίθεται στο ποσό που προέκυψε σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται λιγότερο από το ποσό που έχει κρατηθεί για την κάλυψη των εξαγωγών που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV, το ποσό που προκύπτει αυξάνεται ανάλογα.

Στις περιπτώσεις που υπάρχει αβεβαιότητα όσον αφορά οιοδήποτε από τα ποσά που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου, αυτό θα ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό του τελικού ποσού.

Άρθρο 36

Το συνολικό ποσό για το οποίο μπορούν να εκδοθούν πιστοποιητικά για καθεμία από τις περιόδους που αναφέρονται στο άρθρο 33 είναι:

α)

30 % του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 35, όπως προσδιορίζεται στις 14 Σεπτεμβρίου, για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)·

β)

27 % του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 35, όπως προσδιορίζεται στις 14 Νοεμβρίου, για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

γ)

32 % του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 35, όπως προσδιορίζεται στις 14 Ιανουαρίου για την περίοδο στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

δ)

44 % του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 35, όπως προσδιορίζεται στις 14 Μαρτίου, για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ)·

ε)

67 % του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 35, όπως προσδιορίζεται στις 14 Μαΐου, για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο ε)·

στ)

100 % του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 35, όπως προσδιορίζεται στις 14 Ιουλίου, για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 33 πρώτο εδάφιο στοιχείο στ).

Άρθρο 37

1.   Σε περίπτωση κατά την οποία το συνολικό ποσό των αιτήσεων για μια από τις προαναφερόμενες περιόδους υπερβαίνει το ανώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 35, η Επιτροπή ορίζει έναν συντελεστή μείωσης που εφαρμόζεται σε όσες αιτήσεις υποβάλλονται πριν από τις αντίστοιχες ημερομηνίες του άρθρου 33 κατά τρόπον ώστε να τηρείται το ανώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 35.

Η Επιτροπή δημοσιεύει το συντελεστή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο άρθρο 34.

2.   Εάν η Επιτροπή έχει καθορίσει συντελεστή μείωσης, εκδίδονται πιστοποιητικά για το ζητούμενο ποσό, πολλαπλασιαζόμενο επί 1 μείον το συντελεστή μείωσης όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή το άρθρο 38, παράγραφος 3, στοιχείο α).

Ωστόσο, όσον αφορά το τμήμα που αναφέρεται στο άρθρο 33 στοιχείο στ), ο αιτών μπορεί να ανακαλέσει την αίτησή του εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη δημοσίευση του συντελεστή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Πριν από την 1η Αυγούστου, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα ποσά για τα οποία ανακλήθηκαν αιτήσεις έκδοσης πιστοποιητικού επιστροφής βάσει του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2.

Άρθρο 38

1.   Εάν ποσά που έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 35 παραμένουν διαθέσιμα, η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αργότερο στις 10 Αυγούστου, την υποβολή αιτήσεων έκδοσης πιστοποιητικού επιστροφής από την επόμενη Δευτέρα σχετικά με τα εμπορεύματα για εξαγωγές που πρόκειται να εξαχθούν πριν από την 1η Οκτωβρίου.

Σε περίπτωση τέτοιας δημοσίευσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3.

2.   Οι αιτήσεις που υποβάλλονται στη διάρκεια κάθε εβδομάδας, κοινοποιούνται στην Επιτροπή την αμέσως επόμενη Τρίτη. Τα αντίστοιχα πιστοποιητικά μπορούν να εκδίδονται από την πρώτη Δευτέρα μετά την κοινοποίηση, εκτός αν η Επιτροπή εκδώσει οδηγίες για το αντίθετο.

3.   Εφόσον το συνολικό ποσό των αιτήσεων που ελήφθησαν σε συγκεκριμένη εβδομάδα υποβολής υπερβαίνει το υπόλοιπο του διαθέσιμου ποσού βάσει της παραγράφου 1 η Επιτροπή δύναται να προβεί σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

να εφαρμόσει συντελεστή μείωσης στις αιτήσεις πιστοποιητικών επιστροφής, οι οποίες κατατέθηκαν σε μια συγκεκριμένη εβδομάδα υποβολής, έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και για τις οποίες τα πιστοποιητικά επιστροφής δεν έχουν εκδοθεί ακόμη·

β)

να υποδείξει στα κράτη μέλη να απορρίψουν τις αιτήσεις οι οποίες κατατέθηκαν αυτή τη συγκεκριμένη εβδομάδα υποβολής και δεν έχουν ακόμη κοινοποιηθεί στην Επιτροπή·

γ)

να αναστείλει την υποβολή αιτήσεων βάσει της παραγράφου 2.

4.   Κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου 3 δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντός τεσσάρων ημερών από την κοινοποίηση της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 39

1.   Το πιστοποιητικό επιστροφής ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000.

2.   Το πιστοποιητικό επιστροφής ισχύει μέχρι την τελευταία ημέρα του πέμπτου μήνα που έπεται του μήνα υποβολής της αίτησης ή μέχρι την τελευταία ημέρα της δημοσιονομικής περιόδου, ανάλογα ποια ημερομηνία εκ των δύο προηγείται. Ωστόσο τα πιστοποιητικά επιστροφής που αναφέρονται στο άρθρο 40 είναι έγκυρα έως την τελευταία ημέρα του πέμπτου μήνα που έπεται του μήνα κατά τον οποίο υπεβλήθη η αίτηση για το πιστοποιητικό.

Σε περίπτωση προκαθορισμού των ποσοστών επιστροφής, σύμφωνα με το άρθρο 29, τα εν λόγω ποσοστά ισχύουν μέχρι την τελευταία ημέρα του πέμπτου μήνα μετά το μήνα υποβολής της αίτησης προκαθορισμού ή μέχρι την τελευταία ημέρα της περιόδου ισχύος του πιστοποιητικού, εάν αυτή λήγει νωρίτερα.

Άρθρο 40

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2298/2001 (21) εφαρμόζεται στις αιτήσεις για πιστοποιητικά επιστροφής και σε πιστοποιητικά επιστροφής που έχουν εκδοθεί για την εξαγωγή εμπορευμάτων, που εντάσσονται στο πλαίσιο διεθνούς δράσης επισιτιστικής βοήθειας κατά την έννοια του άρθρου 10 παράγραφος 4 της συμφωνίας.

Άρθρο 41

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 49 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 11.

2.   Από την 1η Οκτωβρίου κάθε δημοσιονομικής περιόδου, είναι δυνατή η υποβολή αιτήσεων κατόπιν πρόσκλησης υποβολής αιτήσεων που προκηρύσσεται εντός μιας τρίτης εισάγουσας χώρας με προκαθορισμό της επιστροφής κατά την εξαγωγή κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης βάσει του παρόντος άρθρου, εκτός των περιόδων που ορίζονται στα άρθρα 33 και 38, όταν το σύνολο των ποσών που αντιστοιχούν σε έναν και τον αυτό διαγωνισμό, για τον οποίο υποβλήθηκαν μία ή περισσότερες αιτήσεις πιστοποιητικών επιστροφής από έναν ή περισσότερους εξαγωγείς και τα οποία δεν εκδόθηκαν ακόμη, δεν υπερβαίνει τα 2 εκατ. ευρώ.

Ωστόσο, το όριο αυτό μπορεί να ανέλθει σε 4 εκατομμύρια ευρώ εάν κανένας από τους συντελεστές μείωσης που δημοσιεύθηκαν από την αρχή της δημοσιονομικής περιόδου και που προβλέπονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 δεν υπερβαίνει το 50 %.

3.   Το ποσό για το οποίο υποβάλλεται το πιστοποιητικό ή τα πιστοποιητικά δεν πρέπει να υπερβαίνει την ποσότητα που προσδιορίζεται στην πρόσκληση υποβολής προσφορών πολλαπλασιαζόμενη με το αντίστοιχο ποσοστό επιστροφής, που έχει καθοριστεί εκ των προτέρων κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης. Δε λαμβάνονται υπόψη τα όρια ανοχής ή οι εναλλακτικές δυνατότητες που προβλέπονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού.

4.   Επιπλέον των πληροφοριών που ορίζονται στο άρθρο 49 παράγραφος 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή τα ποσά, σχετικά με τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού, την ημερομηνία και την ώρα υποβολής.

5.   Όταν τα ποσά που γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 4, αφού προστεθούν στα ποσά σχετικά με τα οποία έχουν ήδη υποβληθεί ένα ή περισσότερα πιστοποιητικά στα πλαίσια της ίδιας πρόσκλησης υποβολής προσφορών, υπερβαίνουν το ισχύον όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή πληροφορεί τα κράτη μέλη εντός δύο εργάσιμων ημερών από τη λήψη των πρόσθετων πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ότι το πιστοποιητικό επιστροφής δε θα εκδοθεί για τον οικονομικό φορέα.

6.   Η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παραγράφου 2 εφόσον το άθροισμα των ποσών των πιστοποιητικών επιστροφής που μπορούν να εκδοθούν σύμφωνα με το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 υπερβαίνει τα 4 εκατομμύρια ευρώ κατά τη δημοσιονομική περίοδο. Οι αποφάσεις αναστολής δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

7.   Κατ’ εξαίρεση από το άρθρο 39 παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος κανονισμού τα πιστοποιητικά επιστροφών που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 ισχύουν από την ημέρα της έκδοσής τους κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000. Το πιστοποιητικό επιστροφής ισχύει το αργότερο μέχρι το τέλος του όγδοου μήνα μετά το μήνα έκδοσής του ή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ανάλογα ποιά ημερομηνία εκ των δύο προηγείται. Οι προκαθορισμένοι συντελεστές ισχύουν μέχρι την τελευταία ημέρα ισχύος του πιστοποιητικού.

8.   Όταν η αρμόδια αρχή ικανοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 9 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, ότι ο οργανισμός που έχει προκηρύξει το διαγωνισμό έχει καταγγείλει τη σύμβαση για λόγους για τους οποίους ο υπερθεματιστής δεν είναι υπεύθυνος και οι οποίοι δε θεωρούνται λόγοι ανωτέρας βίας, αποδεσμεύει την εγγύηση στις περιπτώσεις στις οποίες το προκαθορισμένο ποσοστό επιστροφής για το βασικό προϊόν που αντιστοιχεί στην υψηλότερη επιστροφή σε σύγκριση με τα λοιπά χρησιμοποιούμενα βασικά προϊόντα είναι υψηλότερο ή ίσο με το ποσοστό επιστροφής που ισχύει την τελευταία ημέρα ισχύος του πιστοποιητικού.

9.   Όταν η αρμόδια αρχή ικανοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 9 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, ότι ο οργανισμός που έχει προκηρύξει το διαγωνισμό έχει υποχρεώσει τον υπερθεματιστή να δεχθεί αλλαγές στη σύμβαση για λόγους για τους οποίους αυτός δεν είναι υπεύθυνος και οι οποίοι δε θεωρούνται λόγοι ανωτέρας βίας, μπορεί να παρατείνει την ισχύ του πιστοποιητικού και την περίοδο κατά την οποία εφαρμόζεται το προκαθορισθέν ποσοστό έως τις 30 Σεπτεμβρίου.

10.   Εφόσον ο υπερθεματιστής παράσχει απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 9 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 ότι, στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη σύμβαση που έχει συνάψει μετά την κατακύρωση του διαγωνισμού, προβλέπονται όρια ανοχής ή δυνατότητα επιλογής προς τα κάτω μεγαλύτερα του 5 % και ότι ο οργανισμός που έχει προκηρύξει το διαγωνισμό επικαλείται τη ρήτρα αυτή, η υποχρέωση εξαγωγής θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί, εάν η εξαγόμενη ποσότητα είναι κατώτερη κατά 10 % το πολύ από την ποσότητα που αντιστοιχεί στο ποσό για το οποίο εκδόθηκε το πιστοποιητικό.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται με την προϋπόθεση ότι το ποσοστό της επιστροφής που έχει προκαθοριστεί σχετικά με το βασικό προϊόν που αντιστοιχεί στο μέγιστο επιστρεφόμενο ποσό σε σύγκριση με τα άλλα βασικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται είναι ανώτερο ή ίσο προς το ποσοστό της επιστροφής που ισχύει κατά την τελευταία ημέρα ισχύος του πιστοποιητικού. Στην περίπτωση αυτή, το ποσοστό 95 % που αναφέρεται στο άρθρο 44 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού αντικαθίσταται από το ποσοστό 90 %.

11.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η προθεσμία των 21 ημερών που ορίζεται στο άρθρο 49 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 καθορίζεται σε 44 ημέρες.

Άρθρο 42

Με την επιφύλαξη του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000, μπορούν να εκδοθούν αποσπάσματα που ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα από πιστοποιητικά που έχουν καταχωριστεί ως έγκυρα σε ένα μόνο κράτος μέλος.

ΤΜΗΜΑ 2

Εγγυήσεις

Άρθρο 43

Οι αιτήσεις έκδοσης πιστοποιητικών επιστροφής, πλην των πιστοποιητικών που καλύπτουν ενέργειες επισιτιστικής βοήθειας του άρθρου 40, ισχύουν μόνον εφόσον έχει συσταθεί εγγύηση ίση με το 25 % του αιτούμενου ποσού, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000.

Η εγγύηση αποδεσμεύεται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 44 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 44

1.   Σε περίπτωση εφαρμογής συντελεστή μείωσης σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 2 ή το άρθρο 38 παράγραφος 3 στοιχείο α), μέρος της εγγύησης αποδεσμεύεται αμέσως μέχρι το συνολικό ύψος του κατατεθέντος ποσού πολλαπλασιαζόμενου επί του συντελεστή μείωσης.

2.   Η αρχική εγγύηση αποδεσμεύεται κατά το 80 % εάν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 παράγραφος 2, ο αιτών ανακαλεί την αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού.

3.   Η εγγύηση αποδεσμεύεται στο ακέραιο όταν ο κάτοχος του πιστοποιητικού έχει ζητήσει να του χορηγηθούν επιστροφές κατά ποσοστό 95 % του ποσού για το οποίο εκδόθηκε το πιστοποιητικό. Έπειτα από αίτηση του κατόχου του τίτλου, τα κράτη μέλη μπορούν να αποδεσμεύσουν την εγγύηση τμηματικά κατ' αναλογία των ποσών ως προς τα οποία πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφοι 2 και 3, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι ζητήθηκε ποσό ίσο τουλάχιστον με το 5 % του ποσού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό.

4.   Όταν έχουν υποβληθεί αιτήσεις για επιστροφές που αφορούν λιγότερο του 95 % του ποσού για το οποίο εκδόθηκε το πιστοποιητικό, η εγγύηση καταπίπτει κατά ποσοστό ίσο προς το 25 % της διαφοράς μεταξύ του 95 % του ποσού για το οποίο εκδόθηκε το πιστοποιητικό και του ποσού που πραγματικά χρησιμοποιήθηκε.

Εντούτοις, εάν το ποσό ως προς το οποίο πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 31, παράγραφοι 2 και 3, είναι μικρότερο από το 5 % του ποσού που αναγράφεται στο πιστοποιητικό, η εγγύηση καταπίπτει στο σύνολό της.

Εάν το συνολικό ποσό της εγγύησης που έπρεπε να καταπέσει είναι μικρότερο ή ίσο προς 100 ευρώ για συγκεκριμένο πιστοποιητικό, το κράτος μέλος αποδεσμεύει ολόκληρη την εγγύηση.

Άρθρο 45

1.   Εάν το πιστοποιητικό ή απόσπασμα του πιστοποιητικού επιστραφεί στον οργανισμό έκδοσής του εντός της περιόδου που αντιστοιχεί στα πρώτα δύο τρίτα της διάρκειας ισχύος του, η αντίστοιχη εγγύηση που καταπίπτει μειώνεται κατά 40 %. Για το σκοπό αυτό, κάθε τμήμα μιας ημέρας θεωρείται ολόκληρη ημέρα.

Εάν το πιστοποιητικό ή απόσπασμα του πιστοποιητικού επιστραφεί στον οργανισμό έκδοσής του κατά τη διάρκεια της περιόδου που αντιστοιχεί στο τελευταίο ένα τρίτο της διάρκειας ισχύος του ή κατά τη διάρκεια του μήνα που ακολουθεί μετά το πέρας ισχύος του, το αντίστοιχο ποσό της εγγύησης που καταπίπτει μειώνεται κατά 25 %.

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται μόνο στα πιστοποιητικά και στα αποσπάσματα πιστοποιητικών που επεστράφησαν στον οργανισμό έκδοσής τους κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής περιόδου σχετικά με την οποία εκδόθηκαν τα πιστοποιητικά με την προϋπόθεση ότι η επιστροφή τους έγινε έως τις 30 Ιουνίου της εν λόγω περιόδου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΜΕ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ

Άρθρο 46

Για κάθε δημοσιονομική περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2004, εξαγωγές που δεν καλύπτονται από πιστοποιητικό είναι επιλέξιμες για καταβολή επιστροφών, εντός των ορίων ενός συνολικού αποθεματικού ύψους 40 εκατομμυρίων ευρώ για κάθε δημοσιονομικό έτος.

Άρθρο 47

1.   Το άρθρο 46 δεν εφαρμόζεται στις εξαγωγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ενεργειών διεθνούς επισιτιστικής βοήθειας κατά την έννοια του άρθρου 10 παράγραφος 4 της συμφωνίας, ούτε στην παράδοση εμπορευμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο τρίτη περίπτωση και στο άρθρο 36, παράγραφος 1, στο άρθρο 40, παράγραφος 1, στο άρθρο 44, παράγραφος 1, και στο άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999.

2.   Το άρθρο 46 εφαρμόζεται στις εξαγωγές που πραγματοποιούν οικονομικοί φορείς οι οποίοι δεν είχαν στην κατοχή τους πιστοποιητικό επιστροφής από την αρχή της υπόψη δημοσιονομικής περιόδου ούτε είχαν στην κατοχή τους τέτοιο πιστοποιητικό την ημέρα της εξαγωγής. Οι αιτήσεις που υποβάλλονται από τον οικονομικό φορέα σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 32 παράγραφος 1, κατά τη διάρκεια του δημοσιονομικού έτους, περιλαμβανομένης της υποβολής της αίτησης για την εν λόγω εξαγωγή, δεν επιτρέπεται να οδηγούν σε καταβολές που υπερβαίνουν τα 75 000 ευρώ.

Εάν η συγκεκριμένη αίτηση θεωρείται από την αρμόδια αρχή ως η τελωνειακή διασάφηση κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999, η ημερομηνία της εν λόγω αίτησης μπορεί να είναι, αν συμφωνεί η αρμόδια αρχή, η ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή υπηρεσία αποδέχεται την εν λόγω διασάφηση εξαγωγής.

3.   Το άρθρο 46 εφαρμόζεται μόνο στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο οικονομικός φορέας.

Άρθρο 48

Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 5 κάθε μηνός, τα ποσά επιστροφών που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 46 από τις 16 μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα και το αργότερο μέχρι την 20η του τρέχοντος μηνός, τα ποσά επιστροφών που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 46 από την 1η έως τη 15η του τρέχοντος μηνός. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη πληροφορούν την Επιτροπή ότι κανένα ποσό δε χορηγήθηκε στο διάστημα μεταξύ των αντίστοιχων ημερών.

Αν το άθροισμα των ποσοτήτων που έχουν κοινοποιηθεί από τα κράτη μέλη ανέλθει σε 30 εκατομμύρια ευρώ, η Επιτροπή μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, να αναστείλει, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες, την εφαρμογή του άρθρου 46 στις εξαγωγές που δεν καλύπτονται από πιστοποιητικό επιστροφής.

Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις η Επιτροπή έχει την ευχέρεια, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/1993, να αναστείλει, για περίοδο που υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες, την εφαρμογή του άρθρου 46 του παρόντος κανονισμού στις εξαγωγές που δεν καλύπτονται από πιστοποιητικό επιστροφής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΞΑΓΩΓΕΑ

Άρθρο 49

1.   Κατά την εξαγωγή εμπορευμάτων, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να δηλώσει τις ποσότητες των βασικών προϊόντων, των προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίησή τους ή των προϊόντων που εξομοιώνονται με μία από τις δύο αυτές κατηγορίες, σύμφωνα με το άρθρο 3, τα οποία έχουν πράγματι χρησιμοποιηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 10 για την παρασκευή των εν λόγω εμπορευμάτων, για τα οποία πρόκειται να ζητηθεί χορήγηση επιστροφής, ή να αναφέρεται στη σύνθεσή τους αυτή εάν έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 10, τρίτο εδάφιο.

2.   Εάν πρόκειται για εμπόρευμα που έχει χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή εμπορευμάτων προς εξαγωγή, η δήλωση του ενδιαφερομένου περιλαμβάνει, αφενός, την ποσότητα του εμπορεύματος που έχει πράγματι χρησιμοποιηθεί και, αφετέρου, τη φύση και την ποσότητα καθενός από τα βασικά τα προϊόντα, τα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίησή τους ή και τα προϊόντα που εξομοιώνονται με μία από τις δύο αυτές κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρο 3, από τα οποία έχει παραχθεί το εν λόγω εμπόρευμα.

Ο ενδιαφερόμενος καταθέτει στις αρμόδιες αρχές, προς υποστήριξη της δήλωσής του, όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που οι εν λόγω αρχές θεωρούν απαραίτητα.

Οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν κάθε πρόσφορο μέσο προκειμένου να ελέγξουν την ακρίβεια της δήλωσης η οποία τους υποβλήθηκε.

3.   Κατόπιν αιτήσεως των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου διεκπεραιώνονται οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής, οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών τους γνωστοποιούν απευθείας όλες τις πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους για να είναι δυνατό να ελεγχθεί η δήλωση του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 50

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 49 και σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές, η δήλωση των προϊόντων ή/και εμπορευμάτων που χρησιμοποιήθηκαν μπορεί να αντικατασταθεί από συγκεντρωτική δήλωση των ποσοτήτων των προϊόντων που χρησιμοποιήθηκαν ή από παραπομπή σε δήλωση των ποσοτήτων αυτών, εάν έχουν ήδη προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 10 τρίτο εδάφιο, υπό τον όρο ότι ο παραγωγός θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προς επαλήθευση της δήλωσης.

Άρθρο 51

Εάν ο εξαγωγέας δεν καταρτίσει τη δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 49 ή δεν υποβάλει ικανοποιητικά στοιχεία προς υποστήριξη της δηλώσεώς του, δε μπορεί να χορηγηθεί σ' αυτόν επιστροφή.

Εντούτοις, εάν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα παρατίθενται στις στήλες 1 και 2 του παραρτήματος IV, μπορεί να χορηγηθεί στο ενδιαφερόμενο μέρος, με ρητή αίτησή του, επιστροφή. Η φύση και η ποσότητα των βασικών προϊόντων που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό αυτής της επιστροφής καθορίζονται από ανάλυση των προς εξαγωγή εμπορευμάτων σύμφωνα με τον πίνακα μετατροπής του παραρτήματος IV. Η αρμόδια αρχή αποφασίζει σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους διεξάγεται η ανάλυση και τις πληροφορίες οι οποίες πρέπει να παρέχονται προς υποστήριξη της αίτησης.

Ο ενδιαφερόμενος επιβαρύνεται με τα έξοδα της εν λόγω ανάλυσης.

Άρθρο 52

1.   Το άρθρο 49 δεν εφαρμόζεται στις ποσότητες γεωργικών προϊόντων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το παράρτημα III, με εξαίρεση τις ακόλουθες:

α)

τις ποσότητες των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1, που εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων τα οποία παράγονται εν μέρει από προϊόντα για τα οποία η καταβολή της επιστροφής στην εξαγωγή δεν καλύπτεται από τους κανόνες του άρθρου 1 παράγραφος 1, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 11 τρίτο εδάφιο·

β)

τις ποσότητες αβγών ή προϊόντων αβγών που εξάγονται υπό μορφή ζυμαρικών του κωδικού ΣΟ 1902 11 00·

γ)

την ποσότητα ξηρής ύλης που περιέχεται σε νωπά ζυμαρικά που αναφέρονται στο άρθρο 11 δεύτερο εδάφιο·

δ)

τη φύση των βασικών προϊόντων που έχουν πράγματι χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή D-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) των κωδικών ΣΟ 2905 44 και 3824 60 καθώς και, κατά περίπτωση, τις αναλογίες D-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) που έχουν ληφθεί από αμυλώδεις ύλες και από σακχαρόζη·

ε)

τις ποσότητες καζεϊνών που εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων του κωδικού ΣΟ 3501 90 90·

στ)

το βαθμό Plato της μπίρας από βύνη του κωδικού ΣΟ 2202 90 10·

ζ)

τις μη βυνοποιημένες ποσότητες κριθαριού που γίνονται δεκτές από τις αρμόδιες αρχές.

Η περιγραφή των εμπορευμάτων στη διασάφηση εξαγωγής και η αίτηση για καταβολή επιστροφής για εμπορεύματα του παραρτήματος III ακολουθούν την ονοματολογία του ίδιου αυτού παραρτήματος.

2.   Όταν διενεργείται ανάλυση εμπορεύματος για την εφαρμογή των άρθρων 49, 50, 51 ή των παραγράφων 1 ή 3 του παρόντος άρθρου, χρησιμοποιούνται οι μέθοδοι ανάλυσης που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4056/87 της Επιτροπής (22) ή, εάν δεν αναφέρονται, οι μέθοδοι που εφαρμόζονται για την κατάταξη στο κοινό δασμολόγιο ομοειδών εμπορευμάτων που εισάγονται στην Κοινότητα.

3.   Στο έγγραφο πιστοποιήσεως της εξαγωγής αναφέρονται οι ποσότητες των εξαγόμενων εμπορευμάτων και οι ποσότητες των προϊόντων που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 ή γίνεται μνεία της σύνθεσης που καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 10 τρίτο εδάφιο. Εντούτοις, σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 51, δεύτερο εδάφιο, αντί για τις προαναφερόμενες ποσότητες, αναφέρονται οι ποσότητες βασικών προϊόντων που περιλαμβάνονται στη στήλη 4 του παραρτήματος IV, οι οποίες αντιστοιχούν στα αποτελέσματα της ανάλυσης του εξαγόμενου εμπορεύματος.

4.   Για να χορηγηθεί επιστροφή για εμπορεύματα των κωδικών ΣΟ 0403 10 51 έως 0403 10 99, 0403 99 71 έως 0403 90 99, 0405 20 10, 0405 20 30 και 2105 00 99 τα εμπορεύματα πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ, και ιδίως την απαίτηση να έχουν παρασκευαστεί σε εγκεκριμένη εγκατάσταση και να συμμορφώνονται με την απαίτηση για επισήμανση υγειονομικής καταλληλότητας που ορίζεται στο σημείο A του κεφαλαίου IV του παραρτήματος Γ της εν λόγω οδηγίας.

Για να χορηγηθεί επιστροφή για εμπορεύματα των κωδικών ΣΟ 3502 11 90 και 3502 19 90, τα εμπορεύματα είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις του κεφαλαίου ΧΙ του παραρτήματος της οδηγίας 89/437/EOK.

5.   Για τους σκοπούς των άρθρων 49 και 50, κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή ως προς τα μέτρα ελέγχου που εφαρμόζονται στο έδαφός του για τα διάφορα είδη εξαγόμενων εμπορευμάτων. Η Επιτροπή ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη σχετικά.

Άρθρο 53

1.   Σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 50, για τα εμπορεύματα των κωδικών ΣΟ 0405 20 10, 0405 20 30, 1806 90 60 έως 1806 90 90, 1901 ή 2106 90 98 με υψηλή περιεκτικότητα σε γαλακτοκομικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ 0402 10 19, 0402 21 19, 0405 ή 0406 ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει δήλωση ότι κανένα από αυτά τα γαλακτοκομικά προϊόντα δεν έχει εισαχθεί από τρίτες χώρες ή προσδιορίζει τις ποσότητες αυτών των γαλακτοκομικών προϊόντων που έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες.

2.   Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, ο όρος «υψηλή περιεκτικότητα» σημαίνει ότι ανά 100 χιλιόγραμμα εξαγόμενων εμπορευμάτων περιέχονται 51 χιλιόγραμμα ή και μεγαλύτερη ποσότητα των γαλακτοκομικών προϊόντων.

3.   Όταν ζητείται να καθορισθούν οι ποσότητες σύμφωνα με το άρθρο 10, τρίτο εδάφιο, η αρμόδια αρχή μπορεί να δεχθεί βεβαίωση του ενδιαφερομένου μέρους ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ποσότητες των γαλακτοκομικών προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίες έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες.

4.   Μπορεί να γίνει δεκτή από την αρμόδια αρχή μία δήλωση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή μία βεβαίωση βάσει της παραγράφου 3 εάν αυτή πεισθεί ότι η τιμή η οποία καταβλήθηκε για το γαλακτοκομικό προϊόν που αναφέρεται στην παράγραφο 1 το οποίο ενσωματώθηκε στα εξαχθέντα εμπορεύματα είναι η ίδια ή προσεγγίζει την επικρατούσα τιμή στην κοινοτική αγορά για ένα ισοδύναμο προϊόν. Στη σύγκριση των τιμών, λαμβάνεται υπόψη η χρονική στιγμή κατά την οποία αγοράστηκε το γαλακτοκομικό προϊόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Άρθρο 54

1.   Για τις εξαγωγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της 1ης και της 15ης Οκτωβρίου κάθε έτους, η πληρωμή των επιστροφών δε γίνεται πριν από τις 16 Οκτωβρίου.

Για τις εξαγωγές που πραγματοποιούνται με υποβολή πιστοποιητικού επιστροφής που έχει εκδοθεί για μια δημοσιονομική περίοδο και όταν η Επιτροπή εκτιμά ότι υπάρχει κίνδυνος η Κοινότητα να μην ανταποκριθεί στις διεθνείς της υποχρεώσεις, οι πληρωμές επιστροφών που προβλέπεται να πραγματοποιηθούν μετά το πέρας της περιόδου αυτής δε γίνονται πριν από τις 16 Οκτωβρίου. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 49 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999 μπορεί να παραταθεί προσωρινά στους τρεις μήνες και δεκαπέντε ημέρες με κανονισμό που δημοσιεύεται πριν από τις 20 Σεπτεμβρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 6 του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999, και όσον αφορά τα πιστοποιητικά επιστροφής που εκδίδονται για χρήση από την 1η Ιουνίου για εμπορεύματα που πρόκειται να εξαχθούν πριν από την 1η Οκτωβρίου, τα βασικά προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού μπορούν να παραμείνουν υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της μεταποίησής τους για τρεις μήνες από την ημέρα αποδοχής της δήλωσης πληρωμής.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 5 του άρθρου 29 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999, και όσον αφορά τα πιστοποιητικά επιστροφής που εκδίδονται για χρήση από την 1η Ιουνίου για εμπορεύματα που πρόκειται να εξαχθούν πριν από την 1η Οκτωβρίου, τα εμπορεύματα μπορούν να παραμείνουν υπό τελωνειακό καθεστώς αποταμιεύσεως ή ελεύθερης ζώνης για τρεις μήνες από την ημέρα αποδοχής της δήλωσης πληρωμής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗΣ

Άρθρο 55

1.   Πριν από τις 10 κάθε μηνός, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α)

τα ποσά που αντιστοιχούν σε πιστοποιητικά επιστροφής που επεστράφησαν κατά τον προηγούμενο μήνα σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 1·

β)

τα ποσά που αντιστοιχούν σε πιστοποιητικά επιστροφής που κατέστησαν πληρωτέα τον προηγούμενο μήνα, για τα οποία οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 δεν εκπληρώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφοι 2 ή 3·

γ)

τα πιστοποιητικά επιστροφής του άρθρου 40 που εκδόθηκαν κατά τον προηγούμενο μήνα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 40·

δ)

τα πιστοποιητικά επιστροφής που εκδόθηκαν στη διάρκεια του προηγούμενου μήνα σύμφωνα με το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000.

Τα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου διαφοροποιούνται με βάση τη δημοσιονομική περίοδο του πιστοποιητικού επιστροφής με το οποίο συνδέονται.

2.   Πριν από την 1η Νοεμβρίου κάθε έτους τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα συνολικά ποσά που χορηγήθηκαν πριν από την 1η Οκτωβρίου του εν λόγω έτους βάσει πιστοποιητικών επιστροφών που εκδόθηκαν κατά τη δημοσιονομική περίοδο που λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.

Άρθρο 56

1.   Το αργότερο έως το τέλος του μηνός που ακολουθεί κάθε ημερολογιακό μήνα τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, μέσω του ασφαλούς, βασισμένου στο διαδίκτυο συστήματος ανταλλαγής δεδομένων γνωστού ως DEX, στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τα εμπορεύματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό για τα οποία χορηγήθηκαν επιστροφές κατά την εξαγωγή κατά τον προηγούμενο μήνα, κατανεμημένες ανά οκταψήφιο κωδικό ΣΟ. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν:

α)

τις ποσότητες των εν λόγω εμπορευμάτων, εκφραζόμενες σε τόνους ή σε άλλη μονάδα μέτρησης που προσδιορίζεται·

β)

το ποσό, εκφραζόμενο σε ευρώ ή σε εθνικό νόμισμα, των επιστροφών που χορηγήθηκαν κατά τον προηγούμενο μήνα κατά την εξαγωγή καθενός από τα σχετικά βασικά γεωργικά προϊόντα·

γ)

τις ποσότητες, εκφραζόμενες σε τόνους, κάθε βασικού γεωργικού προϊόντος για τις οποίες χορηγήθηκαν επιστροφές.

2.   Πριν από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το συνολικό ποσό των επιστροφών που χορηγήθηκαν πραγματικά μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους για εμπορεύματα που εξήχθησαν στη διάρκεια προγενέστερων δημοσιονομικών περιόδων και τα οποία δεν είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως, διευκρινίζοντας τις σχετικές περιόδους.

3.   Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, οι καταβληθείσες επιστροφές περιλαμβάνουν τις προκαταβολές. Οι περιπτώσεις απόδοσης αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών γνωστοποιούνται χωριστά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 57

Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 3615/92, (ΕΚ) αριθ. 3223/93 και (ΕΚ) αριθ. 1520/2000 καταργούνται.

Οι παραπομπές στους καταργηθέντες κανονισμούς νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΧ.

Άρθρο 58

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται στις αιτήσεις που υποβάλλονται από 8 Ιουλίου 2005 για πιστοποιητικά προς χρήση από 1ης Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 30 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

Günter VERHEUGEN

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ L 318 της 20.12.1993, σ. 18· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2580/2000 (ΕΕ L 298 της 25.11.2000, σ. 5).

(2)  ΕΕ L 367 της 16.12.1992, σ. 10.

(3)  ΕΕ L 292 της 26.11.1993, σ. 10· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1762/2002 της Επιτροπής (ΕΕ L 265 της 3.10.2002, σ. 13).

(4)  ΕΕ L 177 της 15.7.2000, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 886/2004 (ΕΕ L 168 της 1.5.2004, σ. 14).

(5)  ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 49· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 806/2003 (ΕΕ L 122 της 16.5.2003, σ. 1).

(6)  ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 48· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 186/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 29 της 3.2.2004, σ. 6).

(7)  ΕΕ L 178 της 30.6.2001, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 39/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 6 της 10.1.2004, σ. 16).

(8)  ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 78.

(9)  ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 96.

(10)  ΕΕ L 102 της 17.4.1999, σ. 11· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 671/2004 (ΕΕ L 105 της 14.4.2004, σ. 5).

(11)  ΕΕ L 258 της 16.10.1993, σ. 6· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1633/2000 (ΕΕ L 187 της 26.7.2000, σ. 29).

(12)  ΕΕ L 152 της 24.6.2000, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1741/2004 (ΕΕ L 311 της 8.10.2004, σ. 17).

(13)  ΕΕ L 205 της 3.8.1985, σ. 5· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 673/2004 (ΕΕ L 105 της 14.4.2004, σ. 17).

(14)  ΕΕ L 350 της 20.12.1997, σ. 3· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2250/2004 (ΕΕ L 381 της 28.12.2004, σ. 25).

(15)  ΕΕ L 268 της 14.9.1992, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 806/2003.

(16)  ΕΕ L 212 της 22.7.1989, σ. 87· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 806/2003.

(17)  ΕΕ L 214 της 8.9.1995, σ. 16.

(18)  ΕΕ L 159 της 1.7.1993, σ. 112· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1548/2004 (ΕΕ L 280 της 31.8.2004, σ. 11).

(19)  ΕΕ L 100 της 20.4.2000, σ. 31· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 777/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 50).

(20)  ΕΕ L 239 της 22.9.1979, σ. 24.

(21)  ΕΕ L 308 της 27.11.2001, σ. 16· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2080/2004 (ΕΕ L 360 της 7.12.2004, σ. 4).

(22)  ΕΕ L 379 της 31.12.1987, σ. 29· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 202/98 (ΕΕ L 21 της 28.1.1998, σ. 5).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Βασικά προϊόντα

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή

ex 0402 10 19

Γάλα σε σκόνη, σε κόκκους ή σε άλλες στερεές μορφές χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών, με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες μικρότερη από 1,5 % (ομάδα προϊόντων 2)

ex 0402 21 19

Γάλα σε σκόνη, σε κόκκους ή σε άλλες στερεές μορφές, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών, με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 26 % (ομάδα προϊόντων 3)

ex 0404 10 02 έως ex 0404 10 16

Ορός γάλακτος σε σκόνη, σε κόκκους ή σε άλλες στερεές μορφές χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών (ομάδα προϊόντων 1)

ex 0405 10

Βούτυρο με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 82 % (ομάδα προϊόντων 6)

ex 0407 00 30

Αβγά πουλερικών ορνιθώνος με κέλυφος, νωπά ή διατηρημένα, άλλα από τα αβγά προς επώαση

ex 0408

Αβγά χωρίς το κέλυφός τους και κρόκοι αβγών, κατάλληλα για διατροφή ανθρώπων, νωπά, αποξηραμένα, κατεψυγμένα ή διατηρημένα με άλλο τρόπο, χωρίς ζάχαρη

1001 10 00

Σίτος σκληρός

1001 90 99

Σίτος μαλακός και σμιγάδι, εκτός από το σμιγάδι που προορίζεται για σπορά

1002 00 00

Σίκαλη

1003 00 90

Κριθάρι, άλλο από εκείνο που προορίζεται για σπορά

1004 00 00

Βρώμη

1005 90 00

Καλαμπόκι, άλλο από το προοριζόμενο για σπορά

ex 1006 30

Ρύζι λευκασμένο

1006 40 00

Ρύζι σε θραύσματα

1007 00 90

Σόργο σε σπόρους, άλλο από τα υβρίδια, που προορίζεται για σπορά

1701 99 10

Ζάχαρη λευκή

ex 1702 19 00

Λακτόζη που περιέχει κατά βάρος σε ξηρά κατάσταση 98,5 % καθαρού προϊόντος

1703

Μελάσες που προκύπτουν από την εκχύλιση ή τον εξευγενισμό (ραφινάρισμα) της ζάχαρης


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Προϊόντα για τα οποία μπορεί να χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή

Γεωργικά προϊόντα για τα οποία μπορεί να χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή

III: βλ. παράρτημα III

Σιτηρά (1)

Ρύζι (2)

Αβγά (3)

Ζάχαρη, μελάσα ή ισογλυκόζη (4)

Γαλακτοκομικά προϊόντα (5)

1

2

3

4

5

6

7

ex 0403

Βουτυρόγαλα, πηγμένο γάλα και πηγμένη κρέμα, γιαούρτι, κεφίρ και άλλα γάλατα και κρέμες που έχουν υποστεί ζύμωση ή έχουν καταστεί όξινα, έστω και συμπυκνωμένα ή με προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών, ή αρωματισμένα ή με προσθήκη φρούτων ή κακάου:

 

 

 

 

 

0403 10

– Γιαούρτια:

 

 

 

 

 

0403 10 51 έως 0403 10 99

– – Αρωματισμένα ή με προσθήκη φρούτων, ξηρών καρπών ή κακάου:

 

 

 

 

 

– – – Αρωματισμένα

X

X

X

X

 

– – – Άλλα:

 

 

 

 

 

– – – – Με προσθήκη φρούτων ή/και ξηρών καρπών

X

X

 

X

 

– – – – με προσθήκη κακάου

X

X

X

X

 

0403 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

0403 90 71 έως 0403 90 99

– – Αρωματισμένα ή με προσθήκη φρούτων ή/και ξηρών καρπών ή κακάου:

 

 

 

 

 

– – – Αρωματισμένα

X

X

X

X

 

– – – Άλλα:

 

 

 

 

 

– – – – Με προσθήκη φρούτων ή ξηρών καρπών

X

X

 

X

 

– – – – με προσθήκη κακάου

X

X

X

X

 

ex 0405

Βούτυρο και άλλες λιπαρές ουσίες του γάλακτος· γαλακτούχες κρέμες για επάλειψη:

 

 

 

 

 

0405 20

– γαλακτούχες κρέμες για επάλειψη:

 

 

 

 

 

0405 20 10

– – με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες ίση ή μεγαλύτερη από 39 % και μικρότερη από 60 %

 

 

 

 

X

0405 20 30

– – με κατά βάρος περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες ίση ή μεγαλύτερη από 60 % και μικρότερη από 75 %

 

 

 

 

X

ex 0710

Λαχανικά (άβραστα ή βρασμένα στο νερό ή στον ατμό), κατεψυγμένα:

 

 

 

 

 

0710 40 00

– Γλυκό καλαμπόκι

 

 

 

 

 

– – Σε στάχυα

X

 

 

X

 

– – Σε σπόρους

III

 

 

X

 

ex 0711

Λαχανικά διατηρημένα προσωρινά (π.χ. με διοξείδιο του θείου ή σε άλμη, θειωμένο νερό ή σε νερό στο οποίο έχουν προστεθεί άλλες ουσίες που χρησιμεύουν για να εξασφαλισθεί προσωρινά η διατήρησή τους), αλλά ακατάλληλα για διατροφή στην κατάσταση που βρίσκονται

 

 

 

 

 

0711 90 30

– – – Γλυκό καλαμπόκι

 

 

 

 

 

– – – – Σε στάχυα

X

 

 

X

 

– – – – Σε σπόρους

III

 

 

X

 

ex 1517

Μαργαρίνη· μείγματα ή παρασκευάσματα βρώσιμα από λίπη ή λάδια ζωικά ή φυτικά ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού, άλλα από τα βρώσιμα λίπη και λάδια και τα κλάσματά τους της κλάσης 1516:

 

 

 

 

 

1517 10

– Μαργαρίνη, μη συμπεριλαμβανομένης της ρευστής μαργαρίνης

 

 

 

 

 

1517 10 10

– – Περιεκτικότητας κατά βάρος σε λιπαρές ύλες που προέρχονται από το γάλα άνω του 10 % αλλά που δεν υπερβαίνει το 15 %

 

 

 

 

X

1517 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

1517 90 10

– – Περιεκτικότητας κατά βάρος σε λιπαρές ύλες που προέρχονται από το γάλα άνω του 10 % αλλά που δεν υπερβαίνει το 15 %

 

 

 

 

X

1702 50 00

– Φρουκτόζη χημικώς καθαρή

 

 

 

X

 

ex 1704

Ζαχαρώδη προϊόντα χωρίς κακάο (στα οποία περιλαμβάνεται και η λευκή σοκολάτα):

 

 

 

 

 

1704 10

– Τσίχλες (chewing gum), έστω και περιτυλιγμένες με ζάχαρη:

X

 

 

X

 

1704 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

1704 90 30

– – Λευκή σοκολάτα

X

 

 

X

X

1704 90 51 έως 1704 90 99

– – Άλλα

X

X

 

X

X

1806

Σοκολάτα και άλλα παρασκευάσματα διατροφής που περιέχουν κακάο

 

 

 

 

 

1806 10

– Σκόνη κακάου, με προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών

 

 

 

 

 

– – γλυκαινόμενη απλώς με την προσθήκη σακχαρόζης

X

 

X

X

 

– – Άλλα

X

 

X

X

X

1806 20

– Άλλα παρασκευάσματα σε μορφή συμπαγούς όγκου ή ράβδων βάρους >2 kg, ή σε υγρή ή πολτώδη μορφή ή σε σκόνη, σε κόκκους ή παρεμφερείς μορφές, συσκευασμένα σε δοχεία ή μεμονωμένα, και με περιεχόμενο που δεν υπερβαίνει τα 2 kg:

 

 

 

 

 

– – Παρασκευάσματα σοκολάτας γάλακτος σε κόκκους, της αποκαλούμενης «chocolat milk crumb»1806 20 70)

X

 

X

X

X

– – Άλλα παρασκευάσματα που αναφέρονται στην κλάση 1806 20

X

X

X

X

X

1806 31 00 και 1806 32

– Άλλα παρασκευάσματα σε μορφή πλακιδίων, τεμαχίων ή ράβδων

X

X

X

X

X

1806 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

– – ex 1806 90 (11, 19, 31, 39, 50)

X

X

X

X

X

– – ex 1806 90 (60, 70, 90)

X

 

X

X

X

ex 1901

Εκχυλίσματα βύνης· παρασκευάσματα διατροφής από αλεύρια, σιμιγδάλια, άμυλα κάθε είδους ή εκχυλίσματα βύνης, που δεν περιέχουν κακάο ή που περιέχουν λιγότερο από 40 % κατά βάρος κακάο επί πλήρως απολιπανθείσας βάσεως και δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού· παρασκευάσματα διατροφής από προϊόντα των κλάσεων 0401 μέχρι 0404, που δεν περιέχουν κακάο ή περιέχουν λιγότερο από 5 % κατά βάρος επί πλήρως απολιπανθείσας βάσης, και δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού:

 

 

 

 

 

1901 10 00

– Παρασκευάσματα για τη διατροφή των παιδιών, συσκευασμένα για τη λιανική πώληση

 

 

 

 

 

– – Παρασκευάσματα διατροφής με προϊόντα των κλάσεων 0401 έως 0404, που περιέχουν κακάο σε κατά βάρος περιεκτικότητα μικρότερη από 5 % επί προϊόντος πλήρως αποβουτυρωμένου

X

X

X

X

X

– – Άλλα

X

X

 

X

X

1901 20 00

– Μείγματα και ζυμάρια για την παρασκευή αρτοσκευασμάτων, γλυκισμάτων και μπισκότων της κλάσης 1905

 

 

 

 

 

– – Παρασκευάσματα διατροφής με προϊόντα των κλάσεων 0401 έως 0404, που περιέχουν κακάο σε κατά βάρος περιεκτικότητα μικρότερη από 5 % επί προϊόντος πλήρως αποβουτυρωμένου

X

X

X

X

X

– – Άλλα

X

X

 

X

X

1901 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

1901 90 11 και 1901 90 19

– – Εκχυλίσματα βύνης:

X

X

 

 

 

– – Άλλα:

 

 

 

 

 

1901 90 99

– – – Άλλα:

 

 

 

 

 

– – – – Παρασκευάσματα διατροφής με προϊόντα των κλάσεων 0401 έως 0404, που περιέχουν κακάο σε κατά βάρος περιεκτικότητα μικρότερη από 5 % επί προϊόντος πλήρως αποβουτυρωμένου

X

X

X

X

X

– – – – Άλλα

X

X

 

X

X

ex 1902

Ζυμαρικά, έστω και ψημένα ή παραγεμισμένα (με κρέας ή άλλα υλικά) ή αλλιώς παρασκευασμένα, όπως σπαγκέτι, μακαρόνια, μακαρόνια πλακέ, λαζάνια, gnocchi, ραβιόλια, κανελόνια, κους - κους, έστω και παρασκευασμένο:

 

 

 

 

 

– Ζυμαρικά εν γένει, όχι ψημένα ούτε παραγεμισμένα, ούτε αλλιώς παρασκευασμένα:

 

 

 

 

 

1902 11 00

– – Με αβγά:

 

 

 

 

 

– – – σκληρού σίτου ή που περιέχουν άλλα σιτηρά

III

 

X

 

 

– – – Άλλα:

X

 

X

 

 

1902 19

– – Άλλα:

 

 

 

 

 

– – – από σιτάρι σκληρό ή που περιέχουν άλλα σιτηρά

III

 

 

 

X

– – – Άλλα:

X

 

 

 

X

1902 20

– Ζυμαρικά εν γένει, παραγεμισμένα, έστω και ψημένα ή αλλιώς παρασκευασμένα:

 

 

 

 

 

1902 20 91 και 1902 20 99

– – Άλλα:

X

X

 

X

X

1902 30

– Άλλα ζυμαρικά εν γένει

X

X

 

X

X

1902 40

– Αράπικο σιμιγδάλι (κους - κους):

 

 

 

 

 

1902 40 10

– – Μη παρασκευασμένο:

 

 

 

 

 

– – – Από σιτάρι σκληρό

III

 

 

 

 

– – – Άλλα

X

 

 

 

 

1902 40 90

– – Άλλα

X

X

 

X

X

1903 00 00

Ταπιόκα και τα υποκατάστατα αυτής παρασκευασμένα από άμυλα, σε μορφή νιφάδων, θρόμβων, κόκκων στρογγυλών, σκυβάλων ή σε παρόμοιες μορφές

X

 

 

 

 

1904

Προϊόντα με βάση τα σιτηρά που λαμβάνονται με διόγκωση ή φρύξη [π.χ. καλαμπόκι σε νιφάδες (κορνφλέικς)]. Σιτηρά άλλα από τo καλαμπόκι, σε κόκκoυς ή σε μoρφή νιφάδων ή άλλων επεξεργασμένων κόκκων (εκτός από αλεύρι ή σιμιγδάλι), πρoψημένα ή αλλιώς παρασκευασμένα, πoυ δεν κατoνoμάζoνται oύτε περιλαμβάνoνται αλλoύ

 

 

 

 

 

– διογκωμένο ρύζι χωρίς ζάχαρη ή προπαρασκευασμένο ρύζι

 

 

 

 

 

– – Με κακάο (6)

X

III

X

X

X

– – Χωρίς κακάο

X

III

 

X

X

– Άλλα, με κακάο (6)

X

X

X

X

X

– Άλλα

X

X

 

X

X

1905

Προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή μπισκοτοποιίας, έστω και με προσθήκη κακάου· όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξηραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα:

 

 

 

 

 

1905 10 00

– Ψωμί τύπου φρυγανιάς με την ονομασία «Knäckebrot»

X

 

 

X

X

1905 20

– Ψωμί με καρυκεύματα (gingerbread) και τα όμοια

X

 

X

X

X

 

– Μπισκότα με προσθήκη γλυκαντικών, βάφλες και γκοφρέτες

 

 

 

 

 

1905 31

– – Μπισκότα με προσθήκη γλυκαντικών

X

 

X

X

X

1905 32

– – Βάφλες και γκοφρέτες

X

 

X

X

X

1905 40

– Παξιμάδια, φρυγανιές και παρόμοια ψημένα προϊόντα

X

 

X

X

X

1905 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

1905 90 10

– – Ψωμί άζυμο (matzos)

X

 

 

 

 

1905 90 20

– – Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξηραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα:

X

X

 

 

 

1905 90 30

– – – Ψωμί χωρίς προσθήκη μελιού, αβγών, τυριού ή φρούτων, περιεκτικότητας σε ζάχαρα και λιπαρές ύλες που δεν υπερβαίνουν, καθεμιά, 5 % κατά βάρος υπολογιζόμενο σε ξηρή κατάσταση

X

 

 

 

 

1905 90 45 έως 1905 90 90

– – – Άλλα προϊόντα

X

 

X

X

X

ex 2001

Λαχανικά, καρποί και φρούτα και άλλα βρώσιμα μέρη φυτών, παρασκευασμένα ή διατηρημένα σε ξίδι ή σε οξικό οξύ:

 

 

 

 

 

2001 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

2001 90 30

– – Γλυκό καλαμπόκι (Zea mays var. saccharata):

 

 

 

 

 

– – – Σε στάχυα

X

 

 

X

 

– – – Σε σπόρους

III

 

 

X

 

2001 90 40

– – Ίγναμα (κόνδυλοι της διοσκουρέας), γλυκοπατάτες και παρόμοια βρώσιμα μέρη φυτών περιεκτικότητας κατά βάρος σε άμυλα κάθε είδους ίσης ή ανώτερης του 5 %

X

 

 

X

 

ex 2004

Άλλα λαχανικά παρασκευασμένα ή διατηρημένα αλλιώς παρά με ξίδι ή οξικό οξύ, κατεψυγμένα, άλλα από τα προϊόντα της κλάσης 2006

 

 

 

 

 

2004 10

– Πατάτες:

 

 

 

 

 

– – Άλλα:

 

 

 

 

 

2004 10 91

– – – Σε μορφή αλεύρων, σιμιγδαλιών ή νιφάδων

X

X

 

X

X

2004 90

– Άλλα λαχανικά και μείγματα λαχανικών:

 

 

 

 

 

2004 90 10

– – Γλυκό καλαμπόκι (Zea mays var. saccharata):

 

 

 

 

 

– – – Σε στάχυα

X

 

 

X

 

– – – Σε σπόρους

III

 

 

X

 

ex 2005

Άλλα λαχανικά που δεν είναι παρασκευασμένα ή διατηρημένα με ξίδι ή οξικό οξύ, όχι κατεψυγμένα, άλλα από τα προϊόντα της κλάσης 2006

 

 

 

 

 

2005 20

– Πατάτες:

 

 

 

 

 

2005 20 10

– – Σε μορφή αλεύρων, σιμιγδαλιών ή νιφάδων

X

X

 

X

X

2005 80 00

– Γλυκό καλαμπόκι (Zea mays var. saccharata):

 

 

 

 

 

– – Σε στάχυα

X

 

 

X

 

– – Σε σπόρους

III

 

 

X

 

ex 2008

Καρποί, φρούτα και άλλα βρώσιμα μέρη φυτών, αλλιώς παρασκευασμένα ή διατηρημένα, με ή χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ή αλκοόλης, που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού:

 

 

 

 

 

2008 99

– – Άλλα:

 

 

 

 

 

– – – Χωρίς προσθήκη αλκοόλης:

 

 

 

 

 

– – – – Χωρίς προσθήκη ζάχαρης:

 

 

 

 

 

2008 99 85

– – – – – Καλαμπόκι, εκτός από γλυκό καλαμπόκι (Zea mays var. saccharata):

 

 

 

 

 

– – – – – – Σε στάχυα

X

 

 

 

 

– – – – – – Σε σπόρους

III

 

 

 

 

2008 99 91

– – – – – Ίγναμα (κόνδυλοι της διοσκουρέας), γλυκοπατάτες και παρόμοια βρώσιμα μέρη φυτών, περιεκτικότητας κατά βάρος σε άμυλα κάθε είδους ίσης ή ανώτερης του 5 %

X

 

 

 

 

ex 2101

Εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ, τσαγιού ή ματέ και παρασκευάσματα με βάση τα προϊόντα αυτά ή με βάση τον καφέ, το τσάι ή το ματέ· κιχώριο φρυγμένο και άλλα φρυγμένα υποκατάστατα του καφέ και τα εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα αυτών:

 

 

 

 

 

– Εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ και παρασκευάσματα με βάση αυτά τα εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα ή με βάση τον καφέ:

 

 

 

 

 

2101 12 98

– – – Άλλα

X

X

 

X

 

2101 20

– Εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα τσαγιού ή ματέ και παρασκευάσματα με βάση αυτά τα εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα ή με βάση το τσάι ή το ματέ:

 

 

 

 

 

2101 20 98

– – – Άλλα

X

X

 

X

 

2101 30

– Κιχώριο φρυγμένο και άλλα φρυγμένα υποκατάστατα του καφέ και τα εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα αυτών:

 

 

 

 

 

– – Κιχώριο φρυγμένο και άλλα φρυγμένα υποκατάστατα του καφέ:

 

 

 

 

 

2101 30 19

– – – Άλλα

X

 

 

X

 

– – Εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα φρυγμένου κιχωρίου και άλλων φρυγμένων υποκατάστατων του καφέ:

 

 

 

 

 

2101 30 99

– – – Άλλα

X

 

 

X

 

ex 2102

Ζύμες (ενεργές ή αδρανείς). Άλλοι αδρανείς μονοκύτταροι μικροοργανισμοί (με εξαίρεση τα εμβόλια της κλάσης 3002)· σκόνες για το φούσκωμα της ζύμης, παρασκευασμένες:

 

 

 

 

 

2102 10

– Ζύμες ενεργές:

 

 

 

 

 

2102 10 31 και 2102 10 39

– – Ζύμες αρτοποιίας:

X

 

 

 

 

2105

Παγωτά, έστω και όταν περιέχουν κακάο:

 

 

 

 

 

– Με κακάο

X

X

X

X

X

– Άλλα

X

X

 

X

X

ex 2106

Παρασκευάσματα διατροφής που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού:

 

 

 

 

 

2106 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

2106 90 10

– – Παρασκευάσματα με την ονομασία «λιωμένα τυριά» («fondues»)

X

X

 

X

X

2106 90 92 και 2106 90 98

– – Άλλα:

X

X

 

X

X

2202

Νερά, στα οποία περιλαμβάνονται και τα μεταλλικά και τα αεριούχα νερά, με προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ή αρωματισμένα, και άλλα μη αλκοολούχα ποτά, με εξαίρεση τους χυμούς φρούτων ή λαχανικών της κλάσης 2009:

 

 

 

 

 

2202 10 00

– Νερά, στα οποία περιλαμβάνονται και τα μεταλλικά και τα αεριούχα νερά, με προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ή αρωματισμένα

X

 

 

X

 

2202 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

2202 90 10

– – Που δεν περιέχουν προϊόντα των κλάσεων 0401 έως 0404 ή λιπαρές ύλες που προέρχονται από προϊόντα των κλάσεων 0401 έως 0404

 

 

 

 

 

– – – Μπύρες από βύνη, με αποκτημένο αλκοολικό τίτλο που δεν υπερβαίνει το 0,5 % vol

III

 

 

 

 

– – – Άλλα

X

 

 

X

 

2202 90 91 έως 2202 90 99

– – Άλλα

X

 

 

X

X

2205

Βερμούτ και άλλα κρασιά από νωπά σταφύλια, αρωματισμένα με φυτά ή αρωματικές ουσίες

X

 

 

X

 

ex 2208

Αιθυλική αλκοόλη μη μετουσιωμένη, με κατ' όγκο αλκοολικό τίτλο λιγότερο του 80 % vol· αποστάγματα, λικέρ και άλλα οινοπνευματώδη ποτά:

 

 

 

 

 

2208 20

– Αποστάγματα από κρασί ή τσίπουρα:

 

 

 

X

 

2208 30

– Ουίσκι:

 

 

 

 

 

– – εκτός από το ουίσκι Bourbon

 

 

 

 

 

ex 2208 30 32 έως 2208 30 88

– – – Ουίσκι, εκτός από αυτά που απαριθμούνται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2825/93

X

 

 

 

 

2208 50 11 έως 2208 50 19

– Τζιν

X

 

 

 

 

2208 50 91 έως 2208 50 99

– Τζινέβρα

X

 

 

X

 

2208 60

– Βότκα

X

 

 

 

 

2208 70

– Λικέρ

X

 

X

X

X

2208 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

2208 90 41

– – – – Ούζο και άλλα αποστάγματα

X

 

 

X

 

2208 90 45

– – – – – – – Calvados, σε δοχεία με χωρητικότητα που δεν υπερβαίνει τα 2 λίτρα

 

 

 

X

 

2208 90 48

– – – – – – – Άλλα αποστάγματα φρούτων, σε δοχεία με χωρητικότητα που δεν υπερβαίνει τα 2 λίτρα

 

 

 

X

 

2208 90 52

– – – – – – – Korn, σε δοχεία με χωρητικότητα που δεν υπερβαίνει τα 2 λίτρα

X

 

 

X

 

2208 90 56

– – – – – – – Τεκίλα, σε δοχεία με χωρητικότητα που δεν υπερβαίνει τα 2 λίτρα

X

 

 

X

 

2208 90 69

– – – – – Άλλα oινoπνευματώδη πoτά, σε δοχεία με χωρητικότητα που δεν υπερβαίνει τα 2 λίτρα

X

 

 

X

X

2208 90 71

– – – – – Αποστάγματα φρούτων, σε δοχεία με χωρητικότητα που δεν υπερβαίνει τα 2 λίτρα

 

 

 

X

 

2208 90 77

– – – – – Άλλα, σε δοχεία με χωρητικότητα που δεν υπερβαίνει τα 2 λίτρα

X

 

 

X

 

2208 90 78

– – – – Άλλα oινoπνευματώδη πoτά, σε δοχεία με χωρητικότητα που δεν υπερβαίνει τα 2 λίτρα

X

 

 

X

X

ex 2905

Αλκοόλες άκυκλες και τα αλογονωμένα, σουλφονωμένα, νιτρωμένα ή νιτροδωμένα παράγωγά τους:

 

 

 

 

 

2905 43 00

– – Μαννιτόλη

III

 

 

III

 

2905 44

– – D-Γλυκιτόλη (σορβιτόλη)

III

 

 

III

 

ex 3302

Μείγματα ευωδών ουσιών και μείγματα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα αλκοολικά διαλύματα) με βάση μία ή περισσότερες από αυτές τις ουσίες, των τύπων που χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες για τη βιομηχανία. Άλλα παρασκευάσματα με βάση ευώδεις ουσίες που χρησιμοποιούνται στην ποτοποιία:

 

 

 

 

 

3302 10

– Των τύπων που χρησιμοποιούνται για τις βιομηχανίες ειδών διατροφής ή ποτών:

 

 

 

 

 

3302 10 29

– – – – – Άλλα

X

 

 

X

X

3501

Καζεΐνες, καζεϊνικά άλατα και άλλα παράγωγα των καζεϊνών· κόλλες καζεΐνης:

 

 

 

 

 

3501 10

– Καζεΐνες

 

 

 

 

III

3501 90

– Άλλα:

 

 

 

 

 

3501 90 10

– – Κόλλες καζεΐνης

 

 

 

 

X

3501 90 90

– – Άλλα:

 

 

 

 

III

ex 3502

Αλβουμίνες (στις οποίες περιλαμβάνονται και τα συμπυκνώματα δύο ή περισσότερων πρωτεϊνών ορού γάλακτος που περιέχουν, κατά βάρος που μετριέται σε ξερή ύλη, περισσότερο από 80 % πρωτείνες ορού γάλακτος), αλβουμινικά άλατα και άλλα:

 

 

 

 

 

– Αβγοαλβουμίνη

 

 

 

 

 

3502 11

– – Αποξηραμένη

 

 

 

 

 

3502 11 90

– – – Άλλα

 

 

III

 

 

3502 19

– – Άλλα

 

 

 

 

 

3502 19 90

– – – Άλλα

 

 

III

 

 

3502 20

– Γαλακτοαλβουμίνη

 

 

 

 

 

3502 20 91 και 3502 20 99

– – Άλλα

 

 

 

 

III

ex 3505

Δεξτρίνη και άλλα τρoπoπoιημένα άμυλα κάθε είδoυς (π.χ. προζελατινοποιημένα ή εστερoπoιημένα άμυλα). Κόλλες με βάση τα άμυλα κάθε είδους, τη δεξτρίνη ή άλλα τροποποιημένα άμυλα κάθε είδους, εκτός των αμύλων του ΣΟ 3505 10 50

X

X

 

 

 

3505 10 50

– – – Άμυλα κάθε είδους εστεροποιημένα και αιθεροποιημένα

X

 

 

 

 

ex 3809

Προϊόντα για το κολλάρισμα ή το τελείωμα, επιταχυντές βαφής ή προσκόλλησης χρωστικών υλών και άλλα προϊόντα και παρασκευάσματα (π.χ. είδη για κολλάρισμα παρασκευασμένα και παρασκευάσματα σταθεροποιητικά της βαφής), των τύπων που χρησιμοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία, στη βιομηχανία του χαρτιού, στη βιομηχανία του δέρματος ή σε παρόμοιες βιομηχανίες, που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού

 

 

 

 

 

3809 10

– Με βάση αμυλούχες ουσίες

X

X

 

 

 

ex 3824

Συνδετικά παρασκευασμένα για καλούπια ή πυρήνες χυτηρίου. Χημικά προϊόντα και παρασκευάσματα των χημικών ή συναφών βιομηχανιών (στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα που αποτελούνται από μείγματα φυσικών προϊόντων), που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού:

 

 

 

 

 

3824 60

– σορβιτόλη άλλη από εκείνη της διάκρισης 2905 44

III

 

 

III

 


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 78).

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1785/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 96).

(3)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2771/75 του Συμβουλίου (ΕΕ L 282 της 1.11.1975, σ. 45).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1260/2001 του Συμβουλίου (ΕΕ L 178 της 30.6.2001, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 48).

(6)  Που περιέχει έως 6 % κακάο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Ποσότητα αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 11

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή

Σιτάρι μαλακό

Σιτάρι σκληρό

Αραβόσιτος

Λευκό ρύζι μακρόκοκκο

Λευκό ρύζι στρογγυλόκοκκο

Κριθάρι

Λευκή ζάχαρη

Ορός γάλακτος (προϊόν της ομάδας 1)

Αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη (προϊόν της ομάδας 2)

Αβγά με το κέλυφος

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

0710

Λαχανικά (άβραστα ή βρασμένα στο νερό ή στον ατμό) κατεψυγμένα:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

0710 40 00

– Γλυκό καλαμπόκι (Zea mays νar. saccharata)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – Σε σπόρους

 

 

100 (1)

 

 

 

 

 

 

 

0711

Λαχανικά προσωρινώς διατηρημένα (π.χ. με διοξείδιο του θείου ή σε άλμη, νερό στο οποίο έχει προστεθεί θείο ή άλλες ουσίες που χρησιμεύουν για προσωρινή διατήρησή τους), ακατάλληλα όμως για κατανάλωση ως έχουν:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

0711 90 30

– – – Γλυκό καλαμπόκι (Zea mays var. saccharata)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Σε σπόρους

 

 

100 (1)

 

 

 

 

 

 

 

1902

Ζυμαρικά εν γένει, έστω και ψημένα ή παραγεμισμένα (με κρέας ή άλλες ουσίες) ή και αλλιώς παρασκευασμένα, όπως σπαγγέτι, μακαρόνια, μακαρόνια πλακέ (noodles), λαζάνια, gnocchi, ραβιόλια, κανελόνια, αράπικο σιμιγδάλι (κους - κους), έστω και παρασκευασμένα:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– Ζυμαρικά εν γένει, όχι ψημένα ούτε παραγεμισμένα, ούτε αλλιώς παρασκευασμένα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1902 11 00

– – Με αβγά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – Από σκληρό σιτάρι, που δεν περιέχουν ή που περιέχουν άλλα σιτηρά σε περιεκτικότητα κατά βάρος τουλάχιστον 3 %, και με περιεκτικότητα σε τέφρα επί ξηρού βάρους (2)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Που δεν υπερβαίνει το 0,95 %

 

160 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – Που υπερβαίνει το 0,95 % αλλά δεν υπερβαίνει το 1,10 %

 

150 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – Που υπερβαίνει το 1,10 % αλλά δεν υπερβαίνει το 1,30 %

 

140 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – Που υπερβαίνει το 1,30 %

 

0

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – Άλλα, από σιτηρά:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Με περιεκτικότητα σε σκληρό σίτο τουλάχιστον 80 % κατά βάρος, και με περιεκτικότητα σε τέφρα επί ξηρού βάρους (2):

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που δεν υπερβαίνει το 0,87 %

32

128 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,87 % αλλά δεν υπερβαίνει το 0,99 %

30

120 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,99 % αλλά δεν υπερβαίνει το 1,15 %

28

112 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – – Που υπερβαίνει το 1,15 %

0

0

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Με περιεκτικότητα σε σκληρό σίτο κάτω του 80 % κατά βάρος, και με περιεκτικότητα σε τέφρα επί ξηρού βάρους (2):

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που δεν υπερβαίνει το 0,75 %

80

80 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,75 %, αλλά δεν υπερβαίνει το 0,83 %

75

75 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,83 %, αλλά δεν υπερβαίνει το 0,93 %

70

70 (3)

 

 

 

 

 

 

 

 (4)

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,93 %

0

0

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – Άλλα (πλην των σιτηρών): βλ. παράρτημα II

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1902 19

– – Άλλα (δηλ. εκτός από όσα περιέχουν αβγά):

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – Από σκληρό σιτάρι, που δεν περιέχει ή που περιέχει άλλα σιτηρά σε περιεκτικότητα κατά βάρος τουλάχιστον 3 %, και με περιεκτικότητα σε τέφρα επί ξηρού βάρους:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Που δεν υπερβαίνει το 0,95 %

 

160

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Που υπερβαίνει το 0,95 % αλλά δεν υπερβαίνει το 1,10 %

 

150

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Που υπερβαίνει το 1,10 % αλλά δεν υπερβαίνει το 1,30 %

 

140

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Που υπερβαίνει το 1,30 %

 

0

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – Άλλα, από σιτηρά:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Με περιεκτικότητα σε σκληρό σίτο τουλάχιστον 80 %, και με περιεκτικότητα σε τέφρα επί ξηρού βάρους:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που δεν υπερβαίνει το 0,87 %

32

128

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,87 % αλλά δεν υπερβαίνει το 0,99 %

30

120

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,99 % αλλά δεν υπερβαίνει το 1,15 %

28

112

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που υπερβαίνει το 1,15 %

0

0

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – Με περιεκτικότητα σε σκληρό σίτο κάτω του 80 %, και με περιεκτικότητα σε τέφρα επί ξηρού βάρους:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που δεν υπερβαίνει το 0,75 %

80

80

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,75 %, αλλά δεν υπερβαίνει το 0,83 %

75

75

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,83 % κατά βάρος, αλλά δεν υπερβαίνει το 0,93 % κατά βάρος

70

70

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – – – Που υπερβαίνει το 0,93 % κατά βάρος

0

0

 

 

 

 

 

 

 

 

– – – Άλλα (πλην των σιτηρών): βλ. παράρτημα II

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1902 40

– Αράπικο σιμιγδάλι (κουσκούς):

 

 

 

 

 <