ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

48ό έτος
25 Ιουνίου 2005


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

Σελίδα

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 971/2005 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμότης τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 972/2005 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για τον καθορισμό σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις για δικαιώματα εισαγωγής που έχουν υποβληθεί για την ποσόστωση, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2005, στον τομέα του κατεψυγμένου βοείου κρέατος

3

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 973/2005 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για καθορισμό του βαθμού στον οποίο μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις δικαιώματος εισαγωγής που κατατέθηκαν τον Ιούνιο του 2005 για τα κατεψυγμένα βόεια κρέατα που προορίζονται για μεταποίηση

4

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 974/2005 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για καθορισμό ορίων εντός των οποίων δύνανται να γίνουν αποδεκτές οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν τον Ιούνιο του 2005 για πιστοποιητικά εισαγωγής για ορισμένα προϊόντα του τομέα του χοιρείου κρέατος βάσει του καθεστώτος που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 774/94 του Συμβουλίου για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για το χοίρειο κρέας, και για ορισμένα άλλα γεωργικά προϊόντα

5

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 975/2005 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για καθορισμό ορίων εντός των οποίων δύνανται να γίνουν αποδεκτές οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν τον Ιούνιου 2005 για άδειες εισαγωγής, βάσει των καθεστώτων δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής για ορισμένα προϊόντα του τομέα του χοιρείου κρέατος, για την περίοδο από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2005

7

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 976/2005 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή θερμικά επεξεργασμένου μακρόσπερμου λευκασμένου ρυζιού Β καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών στο πλαίσιο της δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2032/2004

9

 

 

II   Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση

 

 

Συμβούλιο

 

*

Απόφαση αριθ. 1/2004 του Συμβουλίου σύνδεσης ΕΕ-Μαρόκου, της 19ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση των κανονιστικών διατάξεων που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού

10

 

*

Ενημέρωση σχετικά με την έναρξη ισχύος του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ευρωπαϊκής συμφωνίας σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, αφετέρου, για να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λεττονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας

14

 

 

Επιτροπή

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 2004, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που το Βέλγιο προτίθεται να χορηγήσει στην Sioen Fibres SA [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 1622]  ( 1 )

15

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2004, σχετικά με καθεστώς ενισχύσεων εφαρμοσθέν από τη Σουηδία για την απαλλαγή από φόρο επί της ενέργειας από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 30 Ιουνίου 2004 [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 2210]  ( 1 )

21

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για τρίτη τροποποίηση της απόφασης 2004/614/ΕΚ σχετικά με μέτρα προστασίας από εξαιρετικά παθογόνο γρίπη των πτηνών στη Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 1863]  ( 1 )

31

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για περάτωση της διαδικασίας εξέτασης όσον αφορά την πειρατεία κοινοτικών φωνογραφικών εγγραφών στην Ταϊλάνδη και τις επιπτώσεις της στο κοινοτικό εμπόριο φωνογραφικών εγγραφών

32

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στην απόφαση 2005/465/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2005, για τη διάθεση στην αγορά, σύμφωνα με την οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, προϊόντος ελαιοκράμβης (Brassica napus L., σειρά GT73) γενετικώς τροποποιημένης, προκειμένου να της προσδοθεί ανοχή στο φυτοφάρμακο glyphosate (ΕΕ L 164 της 24.6.2005)

34

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 971/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Ιουνίου 2005

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμότης τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν, όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3223/94 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 25 Ιουνίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

J. M. SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 66· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1947/2002 (ΕΕ L 299 της 1.11.2002, σ. 17).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2005, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό τιμών εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

052

62,6

204

35,2

999

48,9

0707 00 05

052

85,7

999

85,7

0709 90 70

052

89,1

999

89,1

0805 50 10

388

66,5

528

56,5

624

71,1

999

64,7

0808 10 80

388

93,3

400

102,8

508

107,1

512

67,0

524

46,4

528

63,7

720

47,6

804

93,7

999

77,7

0809 10 00

052

187,8

624

188,8

999

188,3

0809 20 95

052

266,1

068

148,4

400

325,6

999

246,7

0809 30 10, 0809 30 90

052

157,0

999

157,0

0809 40 05

624

166,0

999

166,0


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 750/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 126 της 19.5.2005, σ. 12). Ο κωδικός «999» αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 972/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Ιουνίου 2005

για τον καθορισμό σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις για δικαιώματα εισαγωγής που έχουν υποβληθεί για την ποσόστωση, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2005, στον τομέα του κατεψυγμένου βοείου κρέατος

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2005 της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 2005, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης δασμολογικής ποσόστωσης για το κατεψυγμένο βόειο κρέας που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202 και προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 0206 29 91 (1 Ιουλίου 2005 έως 30 Ιουνίου 2006) (2), και ιδίως το άρθρο 5,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2005 έχει καθορίσει σε 53 000 τόνους την ποσότητα της ποσόστωσης για την οποία οι κοινοτικοί εισαγωγείς μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για δικαιώματα εισαγωγής βασιζόμενοι στις ποσότητες βοείου κρέατος των κωδικών ΣΟ 0201, 0202, 0206 10 95 ή 0206 29 91 που έχουν εισαχθεί από αυτούς ή για λογαριασμό τους δυνάμει των σχετικών τελωνειακών διατάξεων, κατά την περίοδο μεταξύ 1η Μαΐου 2004 και 30ής Απριλίου 2005. Δεδομένου ότι τα ζητηθέντα δικαιώματα εισαγωγής υπερβαίνουν τη διαθέσιμη ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1, πρέπει να καθοριστεί συντελεστής μείωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2005,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Κάθε αίτηση για δικαιώματα εισαγωγής που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2005 ικανοποιείται μέχρι ποσοστού 18,363334 % των ζητηθέντων δικαιωμάτων εισαγωγής.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 25 Ιουνίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

J. M. SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυζης


(1)  ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 21· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1899/2004 (ΕΕ L 328 της 31.10.2004, σ. 67).

(2)  ΕΕ L 121 της 13.5.2005, σ. 48.


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/4


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 973/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Ιουνίου 2005

για καθορισμό του βαθμού στον οποίο μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις δικαιώματος εισαγωγής που κατατέθηκαν τον Ιούνιο του 2005 για τα κατεψυγμένα βόεια κρέατα που προορίζονται για μεταποίηση

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (1),

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 716/2005 της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 2005, για την εφαρμογή και τον τρόπο διαχείρισης ενός δασμολογικού συντελεστή εισαγωγής για το κατεψυγμένο βόειο κρέας που προορίζεται για μεταποίηση (1η Ιουλίου 2005 μέχρι 30 Ιουνίου 2006) (2), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 716/2005 καθόρισε τις ποσότητες κατεψυγμένων βοείων κρεάτων που προορίζονται για μεταποίηση και μπορούν να εισαχθούν υπό ειδικούς όρους για την περίοδο από 1η Ιουλίου 2005 έως 30 Ιουνίου 2006.

(2)

Το άρθρο 5 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 716/2005 προβλέπει ότι οι αιτούμενες ποσότητες μπο- ρούν να μειωθούν. Οι αιτήσεις που κατατέθηκαν αφορούν τις συνολικές ποσότητες που υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες. Υπό τους όρους αυτούς και με στόχο να εξασφαλισθεί η δίκαιη κατανομή των διαθέσιμων ποσοτήτων, πρέπει να μειωθούν ανάλογα οι αιτούμενες ποσότητες,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Κάθε αίτηση δικαιώματος εισαγωγής που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 716/2005 για την περίοδο από 1η Ιουλίου 2005 έως 30 Ιουνίου 2006 ικανοποιείται για τις ακόλουθες ποσότητες, οι οποίες εκφράζονται σε κρέας με κόκαλα:

α)

5,166817 % της αιτούμενης ποσότητας για τα κρέατα που προορίζονται για την παρασκευή κονσερβών οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 716/2005·

β)

32,725815 % της αιτούμενης ποσότητας για τα κρέατα που προορίζονται για την παρασκευή προϊόντων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 716/2005.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 25 Ιουνίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

J. M. SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 21· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1899/2004 (ΕΕ L 328 της 30.10.2004, σ. 67)

(2)  ΕΕ L 121 της 13.5.2005, σ. 53.


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/5


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 974/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Ιουνίου 2005

για καθορισμό ορίων εντός των οποίων δύνανται να γίνουν αποδεκτές οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν τον Ιούνιο του 2005 για πιστοποιητικά εισαγωγής για ορισμένα προϊόντα του τομέα του χοιρείου κρέατος βάσει του καθεστώτος που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 774/94 του Συμβουλίου για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για το χοίρειο κρέας, και για ορισμένα άλλα γεωργικά προϊόντα

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1432/94 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1994, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής στον τομέα του χοιρείου κρέατος του καθεστώτος εισαγωγής που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 774/94 του Συμβουλίου για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για το χοίρειο κρέας, και για ορισμένα άλλα γεωργικά προϊόντα (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αιτήσεις χορήγησης πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβλήθηκαν για το τρίτο τρίμηνο του 2005 αφορούν χαμηλότερες από τις διαθέσιμες ποσότητες και δύνανται συνεπώς να ικανοποιηθούν πλήρως.

(2)

Πρέπει να καθορισθεί η διαθέσιμη ποσότητα για την επόμενη περίοδο.

(3)

Είναι σκόπιμο να επιστήσουμε την προσοχή των οικονομικών φορέων στο γεγονός ότι τα πιστοποιητικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τα προϊόντα που πληρούν όλους τους όρους που αναφέρονται στις κτηνιατρικές διατάξεις που ισχύουν αυτήν τη στιγμή στην Κοινότητα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που υποβάλλονται για την περίοδο από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2005 βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1432/94, θα γίνουν αποδεκτές σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο παράρτημα I.

2.   Για την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005, οι αιτήσεις αδειών εισαγωγής για τις συνολικές ποσότητες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ πρέπει να υποβάλλονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1432/94.

3.   Τα πιστοποιητικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τα προϊόντα που πληρούν όλους τους όρους των κτηνιατρικών διατάξεων που ισχύουν αυτήν τη στιγμή στην Κοινότητα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

J. M. SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 156 της 23.6.1994, σ. 14· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 341/2005 (ΕΕ L 53 της 26.2.2005, σ. 28).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Ομάδα

Ποσοστό έγκρισης υποβληθεισών πιστοποιητικών εισαγωγής για την περίοδο από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2005

1

100,00


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

(t)

Ομάδα

Συνολική διαθέσιμη ποσότητα για την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005

1

7 000,0


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/7


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 975/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Ιουνίου 2005

για καθορισμό ορίων εντός των οποίων δύνανται να γίνουν αποδεκτές οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν τον Ιούνιου 2005 για άδειες εισαγωγής, βάσει των καθεστώτων δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής για ορισμένα προϊόντα του τομέα του χοιρείου κρέατος, για την περίοδο από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2005

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1458/2003 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 2003, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης δασμολογικών ποσοστώσεων στον τομέα του χοιρείου κρέατος (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 6,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αιτήσεις χορήγησης αδειών εισαγωγής που υποβλήθηκαν για το τρίτο τρίμηνο του 2005 αφορούν ποσότητες χαμηλότερες από τις διαθέσιμες ποσότητες και, συνεπώς, δύνανται να ικανοποιηθούν πλήρως.

(2)

Πρέπει να καθορισθεί το πλεόνασμα που προστίθεται στη διαθέσιμη ποσότητα για την επόμενη περίοδο,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Οι αιτήσεις αδειών εισαγωγής που υποβάλλονται για την περίοδο από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2005 βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1458/2003, θα γίνουν αποδεκτές σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο παράρτημα I.

2.   Για την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005, οι αιτήσεις αδειών εισαγωγής για τις συνολικές ποσότητες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ πρέπει να υποβάλλονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1458/2003.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

J. M. SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 208 της 19.8.2003, σ. 3· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 341/2005 (ΕΕ L 53 της 26.2.2005, σ. 28).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Ομάδα

Ποσοστό έγκρισης υποβληθεισών πιστοποιητικών εισαγωγής για την περίοδο από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2005

G2

100

G3

100

G4

100

G5

100

G6

100

G7

100


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

(t)

Ομάδα

Συνολική διαθέσιμη ποσότητα για την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005

G2

15 875,0

G3

2 500,0

G4

1 500,0

G5

3 050,0

G6

7 500,0

G7

2 750,0


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/9


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 976/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Ιουνίου 2005

για καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή θερμικά επεξεργασμένου μακρόσπερμου λευκασμένου ρυζιού Β καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών στο πλαίσιο της δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2032/2004

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1785/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί κοινής οργάνωσης της αγοράς της όρυζας (1), και ιδίως το άρθρο 14 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2032/2004 της Επιτροπής (2), προκηρύχθηκε δημοπρασία για την επιστροφή κατά την εξαγωγή του ρυζιού.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 584/75 της Επιτροπής (3), βάσει των προσφορών που υποβλήθηκαν, η Επιτροπή δύναται, κατά τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1785/2003, να αποφασίσει τον καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή. Για τον καθορισμό αυτό, πρέπει να ληφθούν, κυρίως, υπόψη τα κριτήρια τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1785/2003. Η δημοπρασία κατακυρούται στον υποβάλλοντα προσφορά η οποία ευρίσκεται στο επίπεδο της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή ή σε κάποιο κατώτερο επίπεδο.

(3)

Η εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων στην παρούσα κατάσταση της αγοράς του εν λόγω ρυζιού οδηγεί στον καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή στο ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 1.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η μέγιστη επιστροφή κατά την εξαγωγή θερμικά επεξεργασμένου μακρόσπερμου λευκασμένου ρυζιού Β προορισμού ορισμένων τρίτων χωρών, καθορίζεται βάσει προσφορών που έχουν υποβληθεί από τις 20 έως τις 23 Ιουνίου 2005, σε 57,00 EUR/t, στο πλαίσιο της δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2032/2004.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 25 Ιουνίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 96.

(2)  ΕΕ L 353 της 27.11.2004, σ. 6.

(3)  ΕΕ L 61 της 7.3.1975, σ. 25· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1948/2002 (ΕΕ L 299 της 1.11.2002, σ. 18).


II Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση

Συμβούλιο

25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/10


ΑΠΌΦΑΣΗ αριθ. 1/2004 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΣΫΝΔΕΣΗΣ ΕΕ-ΜΑΡΌΚΟΥ

της 19ης Απριλίου 2004

για τη θέσπιση των κανονιστικών διατάξεων που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού

(2005/466/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΥΝΔΕΣΗΣ ΕΕ-ΜΑΡΟΚΟΥ,

Έχοντας υπόψη:

την ευρωμεσογειακή συμφωνία σύνδεσης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους αφενός, και του Βασιλείου του Μαρόκου αφετέρου (1), εφεξής αποκαλούμενη «συμφωνία»,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η ζώνη ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της ΕΕ και του Μαρόκου πρέπει να δημιουργηθεί το αργότερο στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

(2)

Το άρθρο 36 παράγραφος 3 της συμφωνίας προβλέπει την ύπαρξη διοικητικών διαδικασιών συνεργασίας μεταξύ των μερών για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου και τη δυνατότητα θεσπίσεως μέτρων τεχνικής συνεργασίας.

(3)

Το άρθρο 36 παράγραφος 3 της συμφωνίας προβλέπει ότι το συμβούλιο σύνδεσης θεσπίζει τις απαραίτητες κανονιστικές διατάξεις για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού εντός προθεσμίας πέντε ετών από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο μόνο

1.   Στο παράρτημα θεσπίζεται μηχανισμός συνεργασίας μεταξύ των αρχών των μερών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού.

2.   Οι αρχές των μερών που είναι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό ενημερώνουν την υποεπιτροπή «Εσωτερική αγορά» της επιτροπής σύνδεσης για την εφαρμογή και τη συνεργασία που καθιερώνεται στο πλαίσιο του μηχανισμού της παραγράφου 1.

3.   Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της θεσπίσεώς της.

Βρυξέλλες, 19 Απριλίου 2004.

Για το Συμβούλιο Σύνδεσης

B. COWEN


(1)  ΕΕ L 70 της 18.3.2000, σ. 2· συμφωνία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την ανταλλαγή επιστολών της 30ής Δεκεμβρίου 2003 (ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 119).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΥΝΔΕΣΗΣ ΕΕ-ΜΑΡΟΚΟΥ

Μηχανισμός συνεργασίας μεταξύ των αρχών των μερών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.   Στόχοι

1.1.

Οι περιπτώσεις όπου ασκείται πρακτική αντίθετη προς το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της συμφωνίας ρυθμίζονται σύμφωνα με την κατάλληλη νομοθεσία, ώστε να αποφεύγεται κάθε επιζήμιο αποτέλεσμα στο εμπόριο και στην οικονομική ανάπτυξη, καθώς και οι ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις που μπορούν να έχουν τέτοιες πρακτικές στα σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους.

1.2.

Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές αντλούν την αρμοδιότητα ρύθμισης αυτών των περιπτώσεων από τους κανόνες που ισχύουν βάσει των δικαίων τους περί ανταγωνισμού, ακόμη και όταν οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εκτός του εδάφους τους.

1.3.

Σκοπός των διατάξεων είναι η προώθηση της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των μερών κατά την εφαρμογή των δικαιωμάτων τους στον τομέα του ανταγωνισμού, έτσι ώστε οι περιορισμοί του ανταγωνισμού να μην εμποδίζουν ούτε να εξουδετερώνουν τα θετικά αποτελέσματα που θα μπορούσαν να προκύψουν από την προοδευτική ελευθέρωση των συναλλαγών μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας και Μαρόκου.

2.   Ορισμοί

Για την εφαρμογή των κανόνων, νοούνται ως:

α)

«δίκαιο περί ανταγωνισμού»:

i)

για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα («Κοινότητα»), τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (1), και το συναφές παράγωγο δίκαιο της Κοινότητας,

ii)

για το Μαρόκο, ο νόμος αριθ. 06/1999 για την ελευθερία των τιμών και του ανταγωνισμού του rabii I 1421 (5 Ιουνίου 2000), καθώς και το συναφές παράγωγο δίκαιο·

β)

«αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή»:

i)

για την Κοινότητα, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που ασκεί τις αρμοδιότητες που της παρέχει το δίκαιο περί ανταγωνισμού της Κοινότητας, και

ii)

για το Μαρόκο, το εξουσιοδοτημένο Υπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων, Γενικών Υποθέσεων και Αναβάθμισης της Οικονομίας·

γ)

«εκτελεστικά μέτρα»: κάθε δραστηριότητα για την εφαρμογή του δικαίου περί ανταγωνισμού υπό μορφή έρευνας ή διαδικασίας που διεξάγει η αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή ενός μέρους, η οποία μπορεί να καταλήξει στην επιβολή κυρώσεων ή διορθωτικών μέτρων·

δ)

«πράξη κατά του ανταγωνισμού» και «περιοριστική συμπεριφορά και πρακτική στον τομέα του ανταγωνισμού»: κάθε συμπεριφορά ή ενέργεια που δεν επιτρέπεται από το δίκαιο περί ανταγωνισμού ενός μέρους και που μπορεί να καταλήξει στην επιβολή κυρώσεων ή διορθωτικών μέτρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ

3.   Κοινοποίηση

3.1.

Η αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή κάθε μέρους κοινοποιεί στην αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή του άλλου μέρους, τα εκτελεστικά μέτρα που λαμβάνει εφόσον:

α)

το μέρος που προβαίνει στην κοινοποίηση θεωρεί ότι έχουν ενδιαφέρον για τα εκτελεστικά μέτρα του άλλου μέρους·

β)

μπορούν να επηρεάσουν κατά πολύ τα σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους·

γ)

αφορούν περιορισμούς στον ανταγωνισμό που ενδέχεται να έχουν άμεσες και ουσιαστικές επιπτώσεις στο έδαφος του άλλου μέρους, και

δ)

αφορούν πράξεις κατά του ανταγωνισμού που διενεργούνται κυρίως στο έδαφος του άλλου μέρους·

ε)

εξαρτούν από προϋποθέσεις ή απαγορεύουν μια πράξη στο έδαφος του άλλου μέρους.

3.2.

Στο βαθμό που είναι δυνατόν, και δεδομένου ότι δεν αντίκειται στο δίκαιο περί ανταγωνισμού των μερών ούτε επηρεάζει αρνητικά μια υπό εξέλιξη διαδικασία έρευνας, η κοινοποίηση λαμβάνει χώρα κατά την αρχική φάση της διαδικασίας, ώστε να δώσει τη δυνατότητα στην αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή προς την οποία απευθύνεται η κοινοποίηση, να διατυπώσει τη γνώμη της. Η εν λόγω αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη για τη λήψη της απόφασής της τις γνώμες που της υποβάλλονται.

3.3.

Οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο σημείο 3.1 πρέπει να είναι αρκετά λεπτομερείς ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων του άλλου μέρους.

3.4.

Τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προβαίνουν στις παραπάνω κοινοποιήσεις στο μέτρο του δυνατού, συναρτήσει των διοικητικών πόρων που έχουν στη διάθεσή τους.

4.   Ανταλλαγή πληροφοριών και εμπιστευτικός χαρακτήρας

4.1.

Τα μέρη ανταλλάσσουν πληροφορίες για τη διευκόλυνση της ορθής εφαρμογής του αντίστοιχου δικαίου περί ανταγωνισμού και για την προώθηση μιας καλύτερης αμοιβαίας γνώσεως των αντιστοίχων νομοθετικών τους πλαισίων.

4.2.

Η ανταλλαγή πληροφοριών υπόκειται στους κανόνες περί εμπιστευτικότητας που ισχύουν βάσει της αντίστοιχης νομοθεσίας των δύο μερών. Εμπιστευτικού χαρακτήρα πληροφορίες, η διάδοση των οποίων απαγορεύεται ρητά, ή που, εφόσον διαδοθούν, είναι δυνατόν να επηρεάσουν αρνητικά τα μέρη, δεν πρέπει να παρέχονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της πηγής πληροφόρησης. Κάθε αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή τηρεί, στο μέτρο του δυνατού, το απόρρητο των πληροφοριών που της παρέχονται υπό εχεμύθεια από την άλλη αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή βάσει των σχετικών κανόνων και απορρίπτει αναλόγως κάθε αίτηση τρίτου για αποκάλυψη των εν λόγω πληροφοριών που υποβάλλεται άνευ αδείας της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχή, η οποία παρέσχε την πληροφορία.

5.   Συντονισμός των εκτελεστικών μέτρων

5.1.

Κάθε αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή μπορεί να κοινοποιήσει στην άλλη την επιθυμία της να συντονίσει τα εκτελεστικά μέτρα για συγκεκριμένη υπόθεση. Ο συντονισμός αυτός δεν εμποδίζει τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές να λαμβάνουν αυτόνομες αποφάσεις.

5.2.

Για να προσδιορισθεί ο βαθμός συντονισμού, οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές λαμβάνουν υπόψη:

α)

τα αποτελέσματα στα οποία μπορεί να οδηγήσει ο συντονισμός·

β)

εάν πρέπει να υποβληθούν συμπληρωματικές πληροφορίες·

γ)

τη μείωση του κόστους για τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές και τους εμπλεκόμενους οικονομικούς φορείς, και

δ)

τις προθεσμίες που ισχύουν βάσει των αντιστοίχων νομοθεσιών τους.

6.   Διαβουλεύσεις στην περίπτωση που σημαντικά συμφέροντα ενός μέρους επηρεάζονται αρνητικά στο έδαφος άλλου μέρους

6.1.

Στο μέτρο του δυνατού και σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, κάθε μέρος λαμβάνει υπόψη τα σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους κατά την εφαρμογή των εκτελεστικών μέτρων. Εφόσον μία αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή θεωρεί ότι μέτρο που λαμβάνεται από την αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή του άλλου μέρους δυνάμει του δικαίου του περί ανταγωνισμού, μπορεί να θίγει σημαντικά συμφέροντα του μέρους που αντιπροσωπεύει, διαβιβάζει τις απόψεις της επί του θέματος στην άλλη αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή ή ζητά τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων με αυτήν. Με την επιφύλαξη της συνέχισης οποιασδήποτε ενέργειας αναλαμβάνεται βάσει του δικαίου περί ανταγωνισμού και της πλήρους ελευθερίας που διαθέτει για τη λήψη της τελικής απόφασης, η αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή προς την οποία διαβιβάζονται οι απόψεις ή υποβάλλεται αίτημα για διαβουλεύσεις, εξετάζει προσεκτικά και καλόπιστα τις απόψεις που εκφράζει η αιτούσα αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή και, ιδίως, τυχόν υποδείξεις σχετικά με τους εναλλακτικούς τρόπους με τους οποίους είναι δυνατόν να καλυφθούν οι ανάγκες ή να εκπληρωθούν οι στόχοι του εκτελεστικού μέτρου.

6.2.

Όταν αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή θεωρεί ότι μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που βρίσκονται στο έδαφος ενός από τα δύο μέρη ασκεί ή άσκησε πρακτικές αντίθετες προς τον ανταγωνισμό οποιασδήποτε προέλευσης, που επηρεάζουν πολύ αρνητικά τα συμφέροντα του μέρους που εκπροσωπεί, μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαβουλεύσεων με την αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή του άλλου μέρους, αποδεχόμενη ότι αυτό το δικαίωμα ασκείται με την επιφύλαξη ενδεχόμενης ενέργειας σύμφωνα με το δίκαιο ανταγωνισμού και της πλήρους ελευθερίας της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής για την τελική απόφαση. Η αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή στην οποία θα υποβληθεί το σχετικό αίτημα, λαμβάνει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα συναρτήσει της ισχύουσας νομοθεσίας της.

7.   Τεχνική συνεργασία

7.1.

Τα μέρη αποδέχονται την απαραίτητη τεχνική συνεργασία για να μπορέσουν να αξιοποιήσουν την αντίστοιχη πείρα τους και να ενισχύσουν την εφαρμογή του δικαίου και της πολιτικής τους ανταγωνισμού, συναρτήσει των πόρων που διαθέτουν.

7.2.

Οι ακόλουθες δραστηριότητες συνεργασίας μπορούν ενδεχομένως να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διάρκεια του συνοδευτικού προγράμματος της εφαρμογής της συμφωνίας:

α)

προγράμματα κατάρτισης που αποσκοπούν στην παροχή της δυνατότητας στους δημόσιους υπαλλήλους να αποκτήσουν πρακτική εμπειρία·

β)

σεμινάρια, ιδίως για τους δημόσιους υπαλλήλους, και

γ)

μελέτες που αφορούν το δίκαιο και τις πολιτικές ανταγωνισμού με σκοπό την προώθηση της ανάπτυξής τους.

8.   Συντονισμός των διαδικασιών εκτέλεσης

Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της συνεργασίας στον εν λόγω τομέα εξασφαλίζονται από την υποεπιτροπή «Εσωτερική αγορά» που συστάθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας με απόφαση του συμβουλίου σύνδεσης στις 24 Φεβρουαρίου 2003.

9.   Τροποποίηση και ενημέρωση των κανόνων

Το συμβούλιο σύνδεσης, αφού ζητήσει τη γνώμη των αρμοδίων για τον ανταγωνισμό αρχών, μπορεί να τροποποιεί τους ισχύοντες κανόνες.


(1)  ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1310/47 (ΕΕ L 180 της 9.7.1997, σ. 1).


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/14


Ενημέρωση σχετικά με την έναρξη ισχύος του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ευρωπαϊκής συμφωνίας σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, αφετέρου, για να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λεττονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας

Το πρόσθετο πρωτόκολλο της ευρωπαϊκής συμφωνίας με τη Βουλγαρία, για να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση των δέκα νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο αποφάσισε να συνάψει το Συμβούλιο και η Επιτροπή στις 18 Απριλίου 2005 (1), αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 2005. Οι κοινοποιήσεις σχετικά με τη λήξη των διαδικασιών του άρθρου 10 του εν λόγω πρωτοκόλλου ολοκληρώθηκαν στις 13 Ιουνίου 2005.


(1)  ΕΕ L 155 της 17.6.2005, σ. 1.


Επιτροπή

25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/15


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Μαΐου 2004

σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που το Βέλγιο προτίθεται να χορηγήσει στην Sioen Fibres SA

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 1622]

(Τα κείμενα στη γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/467/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα (1), και αφού έλαβε γνώση των παρατηρήσεων που της διαβιβάστηκαν,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 2002, οι βελγικές αρχές κοινοποίησαν σχέδιο για τη χορήγηση ενίσχυσης στην επιχείρηση Sioen Fibres SA (εφεξής «Sioen») για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό παραγωγής συνεχούς πολυεστερικού νήματος. Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολή της 12ης Φεβρουαρίου 2002, στην οποία οι βελγικές αρχές απάντησαν με επιστολή της 11ης Μαρτίου 2003.

(2)

Με επιστολή της 2ας Μαΐου 2003, η Επιτροπή πληροφόρησε το Βέλγιο για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης όσον αφορά το παρόν μέτρο.

(3)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2). Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την παρούσα ενίσχυση.

(4)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις του Βελγίου στις 8 Ιουλίου 2003. Η διεθνής επιτροπή τεχνητής μετάξης και συνθετικών ινών (CIRFS) και η ισπανική ένωση παραγωγών χημικών ινών (Profibra) υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους στις 10 και 15 Ιουλίου 2003, αντιστοίχως. Αυτές οι παρατηρήσεις τρίτων ενδιαφερομένων διαβιβάστηκαν στο Βέλγιο, το οποίο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επ’ αυτών στις 8 Οκτωβρίου 2003. Στις 7 Νοεμβρίου 2003, πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τις βελγικές αρχές και την SIOEN. Στις 27 Νοεμβρίου 2003, η CIRFS δέχθηκε να τεθούν στη διάθεση των βελγικών αρχών ορισμένες από τις πληροφορίες που περιέχονται στις παρατηρήσεις της, της 10ης Ιουλίου 2003, οι οποίες αρχικά είχαν χαρακτηριστεί ως αυστηρά απόρρητες. Αυτές οι παρατηρήσεις διαβιβάστηκαν στο Βέλγιο την 1η Δεκεμβρίου 2003. Το Βέλγιο υπέβαλε τις σχετικές παρατηρήσεις του στις 19 Ιανουαρίου 2004.

II.   ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

(5)

Η Sioen είναι μια μεγάλη επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των συνθετικών ινών. Η Sioen Industries SA κατέχει το 99,99 % αυτής και το 2001 είχε κύκλο εργασιών 226,02 εκατ. ευρώ και 3 900 εργαζόμενους.

(6)

Η Sioen δηλώνει ένα ποσό επιλέξιμης επένδυσης 19,46 εκατ. ευρώ για την περίοδο μεταξύ Μαΐου 2001 και Ιουνίου 2003. Σκοπός αυτής της επένδυσης είναι να αυξήσει την παραγωγική ικανότητα συνεχούς πολυεστερικού νήματος υψηλής ανθεκτικότητας (3). Το νήμα προορίζεται για την παραγωγή επαλειμμένων υφασμάτων που θα χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή τελικών προϊόντων, όπως ο μουσαμάς κάλυψης φορτηγών αυτοκινήτων, υφάσματα για σκηνές ή για αερόσακους. Σύμφωνα με το Βέλγιο, δεν προορίζεται για να χρησιμοποιηθεί στον κλωστοϋφαντουργικό τομέα (παραγωγή ενδυμάτων ή ταπήτων). Η επένδυση θα επιτρέψει τη δημιουργία 39 θέσεων εργασίας.

(7)

Η επένδυση θα επιτρέψει την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας από 8 500 τόνους ετησίως το 2002 σε 14 850 τόνους ετησίως από το 2003 (4). Το Βέλγιο διαβεβαιώνει ότι ο εξοπλισμός δεν μπορεί να προσαρμοστεί εύκολα και με χαμηλό κόστος στην παραγωγή άλλων τύπων ινών. Η πραγματική ετήσια παραγωγή ανερχόταν σε 7 650 τόνους το 2002 και σε 13 543 τόνους από το 2003. Στα πλαίσια της καθετοποιημένης δομής των Sioen Industries, το σύνολο του όγκου παραγωγής προορίζεται αποκλειστικά για χρήση στα πλαίσια του ομίλου.

(8)

Η προβλεπόμενη ενίσχυση ύψους 2,86 εκατ. ευρώ πρέπει να εγκριθεί στα πλαίσια ενός εξουσιοδοτημένου καθεστώτος ενισχύσεων (5), που δεν καλύπτει ωστόσο τις ενισχύσεις στη βιομηχανία των συνθετικών ινών. Η αίτηση ενίσχυσης υποβλήθηκε στις αρχές της Βαλλονίας στις 18 Μαΐου 2001 και εγκρίθηκε από αυτές στις 29 Αυγούστου 2002, υπό την επιφύλαξη της εξουσιοδότησης της Επιτροπής. Το ύψος της ενίσχυσης που είναι εξουσιοδοτημένο από την περιφέρεια του Hainaut δυνάμει των κοινοτικών διατάξεων [άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης] ανέρχεται σε 17,5 % ΚΙΕ για τις μεγάλες επιχειρήσεις.

(9)

Στην απόφασή της για κίνηση της διαδικασίας έρευνας, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης της αγοράς και του αποτελέσματος της επένδυσης που δύναται να τύχει ενίσχυσης στην παραγωγική ικανότητα, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά τη συμφωνία της ενίσχυσης με τα κριτήρια συμβιβασιμότητας με την κοινή αγορά που διατυπώθηκαν στα πλαίσια των ενισχύσεων στη βιομηχανία συνθετικών ινών (6) (εφεξής «το πλαίσιο»).

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

(10)

Οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η CIRFS συνοψίζονται ως εξής:

(11)

Η CIRFS επισημαίνει ότι η βιομηχανία συνθετικών ινών είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις στρεβλώσεις της αγοράς που προκαλούνται από κρατικές ενισχύσεις. Σ’ αυτόν τον τομέα, στον οποίο ανήκει το συνεχές πολυεστερικό νήμα υψηλής ανθεκτικότητας, οι κρατικές ενισχύσεις, εκτός εάν είναι αυστηρά ελεγχόμενες, έχουν την τάση να επηρεάζουν τις συνθήκες ανταλλαγών σε αντίθεση με το κοινό συμφέρον.

(12)

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα το κατά πόσον είναι γνωστή η ύπαρξη διαρθρωτικής ανεπάρκειας στην προσφορά, η CIRFS σημειώνει ότι οι υπολογισμοί των βελγικών αρχών δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη αυτής της ανεπάρκειας, εάν βασιστούν στους ετήσιους μέσους όρους για τα δύο έτη που προηγούνται αυτής της κοινοποίησης. Αυτή η υπόθεση συμφωνεί με τα εμπιστευτικά στοιχεία της CIRFS, που καθορίστηκαν με βάση τις δηλώσεις των μελών της και εκτιμήσεις όσον αφορά τα μη μέλη της, σύμφωνα με τα οποία η χρήση της παραγωγικής ικανότητας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ανερχόταν σε 91,45 % το 2000, 88,06 % το2001 και 88,23 % το 2002.

(13)

Σε ό,τι αφορά την επίδραση στην αγορά, η CIRFS παρατηρεί ότι οι επενδύσεις της Sioen για τις οποίες προβλέπεται ενίσχυση αντιπροσωπεύουν μια σημαντική αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, τόσο για την ίδια τη Sioen όσο και για τον τομέα στο σύνολό του. Γι’ αυτόν τον σκοπό, η CIRFS επισημαίνει ακόμη ότι κανένας παραγωγός, μεταξύ των μελών της, δεν παρουσιάζει σήμερα ικανοποιητική αποδοτικότητα κεφαλαίων ή ικανοποιητικές πωλήσεις, και κατά συνέπεια η επίδραση των κρατικών ενισχύσεων στην ανταγωνιστική τους θέση θα ήταν ιδιαίτερα αρνητική. Επιπλέον, η CIRFS εξηγεί ότι ένας ανταγωνιστής παραγωγός έχει μόλις ανακάμψει κατόπιν μιας διαδικασίας αναγκαστικής διαχείρισης και ότι το σχέδιο αναγκαστικής διαχείρισης θα μπορούσε να επηρεαστεί σοβαρά από τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων σε έναν ανταγωνιστή. Άλλοι κοινοτικοί παραγωγοί επένδυσαν ένα ποσό που εκτιμάται σε 59 εκατ. ευρώ σ’ αυτή τη δραστηριότητα κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, χωρίς να έχουν πρόσβαση σε επενδυτικές ενισχύσεις, έστω και αν εδρεύουν σε ενισχυόμενες περιοχές. Τέλος, η CIRFS αναμένει ότι η αγορά θα παραμείνει έντονα ανταγωνιστική και ότι τα περιθώρια θα παραμείνουν μικρά κατά τη διάρκεια πολλών ετών, όχι μόνον λόγο του ανταγωνισμού μεταξύ κοινοτικών παραγωγών, αλλά επίσης από την επίδραση εισαγωγών σε τιμές ντάμπινγκ.

(14)

Οι παρατηρήσεις της (Profibra) συνοψίζονται ως εξής:

(15)

Η Profibra εξέφρασε τις ανησυχίες της όσον αφορά την ενίσχυση υπέρ της Sioen με επιστολή της 15ης Ιουλίου 2003. Σε καμία περίσταση δεν είναι δικαιολογημένη η αίτηση ενίσχυσης της Sioen. Η Profibra παρατηρεί ότι η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας που έχει ως στόχο η Sioen αντιπροσωπεύει 74,4 % της πραγματικής της παραγωγικής ικανότητας και ισοδυναμεί με 3,5 % της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας. Στις παρούσες συνθήκες απασχόλησης, σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και εν απουσία περιορισμών πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά, η αίτηση ενίσχυσης δεν ανταποκρίνεται σε καμία επιχειρηματική ή οικονομική λογική. Η Profibra αμφισβητεί ομοίως τη θέση της ανεπάρκειας στην προσφορά, δεδομένου ότι το ποσοστό χρήσης της παραγωγικής ικανότητας ήταν 86,7 % το 2000 και 89,5 % το 2001. Η εν λόγω ένωση επισημαίνει επίσης τη σημαντική αύξηση των εισαγωγών και παρατηρεί ότι σ’ αυτόν τον τομέα μια επιχείρηση που δεν επιτυγχάνει ένα ελάχιστο επίπεδο χρήσης της παραγωγικής της ικανότητας, τουλάχιστον από το 85 έως το 90 %, δεν μπορεί παρά να παρουσιάσει ζημίες.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ

(16)

Οι παρατηρήσεις του Βελγίου στις αμφιβολίες που εξέφρασε η Επιτροπή στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας έρευνας και στις παρατηρήσεις των τρίτων συνοψίζονται ως εξής:

(17)

Το Βέλγιο παρατηρεί ότι η CIRFS και η Profibra είναι επαγγελματικές ενώσεις που εκπροσωπούν τους βασικούς παραγωγούς συνεχούς πολυεστερικού νήματος υψηλής ανθεκτικότητας, ενώσεις των οποίων όμως η Sioen δεν είναι μέλος. Το Βέλγιο αμφισβητεί την αμεροληψία αυτών των παρατηρήσεων, τις οποίες θεωρεί αβάσιμες, ασαφείς και αίολες. Το Βέλγιο ζητά από την Επιτροπή να αξιολογήσει αυτές τις παρατηρήσεις με περίσκεψη, αφού άλλωστε δεν υπάρχουν επίσημες στατιστικές για την εν λόγω αγορά.

(18)

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα το κατά πόσον είναι γνωστή η ύπαρξη διαρθρωτικής ανεπάρκειας στην προσφορά, το Βέλγιο παρατηρεί ότι δεν υπάρχουν επίσημες στατιστικές για το συνεχές πολυεστερικό νήμα υψηλής ανθεκτικότητας. Η Sioen συνέλεξε πληροφορίες για την παραγωγική ικανότητα και την κατανάλωση από τους κύριους παραγωγούς που είναι παρόντες στην αγορά για να επιτύχει την καλύτερη δυνατή εκτίμηση του ποσοστού χρήσης των παραγωγικών ικανοτήτων. Με βάση αυτές τις πληροφορίες, που χορηγήθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, το Βέλγιο εξηγεί ότι το ποσοστό χρήσης της παραγωγικής ικανότητας για το συνεχές πολυεστερικό νήμα υψηλής ανθεκτικότητας υπερβαίνει το 90 %. Οι βελγικές αρχές συμπεραίνουν ότι ο τομέας χαρακτηρίστηκε από διαρθρωτική ανεπάρκεια στην προσφορά κατά τη διάρκεια της περιόδου 2000-2002, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από πολλούς ειδικούς.

(19)

Σχετικά με αυτό, η Sioen εξηγεί επίσης ότι το νήμα που αυτή παράγει χαρακτηρίζεται από υψηλή προστιθέμενη αξία και η αγορά από μια σχετικά υψηλή σταθερότητα τιμών από το 1999. Η επιχείρηση απορρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς της CIRFS σύμφωνα με τους οποίους τα περιθώρια κέρδους στον τομέα υφίστανται ισχυρές πιέσεις. Γι’ αυτό τον σκοπό, η επιχείρηση αντιτάσσει ότι τα μέλη της CIRFS δρουν σε αγορές λιγότερο αποδοτικές από εκείνη του πολυεστερικού νήματος υψηλής ανθεκτικότητας, ενώ η Sioen οφείλει τα καλά της αποτελέσματα στις σημαντικές δραστηριότητές της έρευνας και ανάπτυξης που στηρίζονται στη συνεχή βελτίωση της ποιότητας και στην παρουσία της σε εξειδικευμένες αγορές που είναι πολύ αποδοτικές.

(20)

Το Βέλγιο εκτιμά ότι η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της Sioen είναι σύννομη με το πλαίσιο. Η Επιτροπή θα έπρεπε, για να καθορίσει εάν μια τροποποίηση των παραγωγικών ικανοτήτων είναι σημαντική ή μη, σύμφωνα με το πλαίσιο, να λάβει υπόψη της πολλά στοιχεία.

(21)

Πρώτον, το Βέλγιο παρατηρεί ότι η συμπληρωματική παραγωγή που προκύπτει από την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της Sioen καταναλώνεται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό του ομίλου, και γι’ αυτό η παραγωγή της Sioen δεν έχει καμία επίδραση στις τιμές ή στα περιθώρια κέρδους των άλλων παραγωγών πολυεστερικού νήματος υψηλής ανθεκτικότητας.

(22)

Δεύτερον, η ενίσχυση αφορά ένα σχέδιο επένδυσης υψηλής τεχνολογίας που επιτρέπει στη Sioen να παρέχει στον όμιλό της ένα προϊόν που παρουσιάζει πολύ ειδικά χαρακτηριστικά. Αυτό το συνεχές πολυεστερικό νήμα που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό και βελτιώνεται σταθερά δεν είναι διαθέσιμο στην αγορά. Κατά συνέπεια, η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της Sioen είναι δικαιολογημένη από την καθετοποίησή της και η παραγωγή θα χρησιμοποιείται πλήρως στο εσωτερικό του ομίλου.

(23)

Τρίτον, το Βέλγιο υπογραμμίζει ότι η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της ευρωπαϊκής αγοράς κατά 3,5 % δεν είναι σημαντική και ότι αυτή η αύξηση είναι χαμηλότερη του ποσοστού του 5 %, το οποίο δεν θεωρήθηκε ως σημαντική αύξηση από την Επιτροπή στην απόφαση του 1999 που αφορούσε τη Sioen (7). Εάν στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή αποφασίσει να αξιολογήσει την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της επιχείρησης και όχι της ευρωπαϊκής αγοράς, τούτο θα ήταν σε αντίφαση με την απόφασή της του 1999.

(24)

Τέλος, το Βέλγιο υπογραμμίζει ότι το γεγονός της αξιολόγησης της αύξησης της παραγωγικής ικανότητας στο επίπεδο της επιχείρησης θα σήμαινε διακριτική μεταχείριση έναντι των μικρών παραγωγών, αφού αύξηση δεδομένης παραγωγικής ικανότητας θα οδηγούσε σε ποσοστό αύξησης σχετικά μικρότερο στην περίπτωση μιας μεγάλης εταιρείας της οποίας η παραγωγική ικανότητα ήταν ήδη υψηλή.

V.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

1.   Ύπαρξη ενίσχυσης

(25)

Το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης διατυπώνει την αρχή σύμφωνα με την οποία, εκτός αντιθέτων διατάξεων, οι ενισχύσεις που νοθεύουν ή που απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένες παραγωγές είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, στο μέτρο που αυτές επηρεάζουν τις ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

(26)

Η προβλεπόμενη υπέρ της Sioen ενίσχυση συνίσταται σε επιδότηση χρηματοδοτούμενη από κρατικούς πόρους. Τούτη θα επιτρέψει στην επιχείρηση να πραγματοποιήσει την εν λόγω επένδυση χωρίς να χρειαστεί να επωμισθεί πλήρως τη δαπάνη. Η Sioen ασκεί δραστηριότητας σε τομέα στον οποίο οι ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών είναι σημαντικές και στον οποίο οι συνθήκες ανταγωνισμού είναι δύσκολες, όπως το αποδεικνύει η ύπαρξη τομεακού πλαισίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002 (8). Κατά συνέπεια, η προβλεπόμενη υπέρ της Sioen επιδότηση συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

2.   Το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης

(27)

Το άρθρο 87 παράγραφος 2 της συνθήκης ορίζει τις μορφές ενίσχυσης που είναι συμβιβάσιμες με τη συνθήκη. Λαμβανομένης υπόψη της συνθήκης και του αντικειμένου της προβλεπόμενης ενίσχυσης, καθώς και της γεωγραφικής θέσης της επιχείρησης, τα στοιχεία α), β) και γ) της προαναφερθείσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται στο παρόν σχέδιο. Το άρθρο 87 παράγραφος 3 της συνθήκης διευκρινίζει άλλες μορφές ενίσχυσης που είναι δυνατό να θεωρηθούν ως συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το σχέδιο προβλέπεται για την περιοχή του Blanc Ballot στο Mouscron (περιφέρεια του Hainaut), που είναι περιοχή επιλέξιμη για ενισχύσεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης. Η ανώτατη επιτρεπόμενη ένταση ενίσχυσης είναι 17,5 % ΚΙΕ για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το Βέλγιο προτίθεται να χορηγήσει μια ένταση ενίσχυσης ισοδύναμης με το 50 % του ορίου που εφαρμόζεται στις ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα.

(28)

Από το 1977, οι συνθήκες που διέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων στους παραγωγούς συνθετικών ινών, ενισχύσεις που συνιστούν στήριξη αυτών των δραστηριοτήτων, καθορίζονται από ένα πλαίσιο του οποίου το κείμενο και το πεδίο εφαρμογής τροποποιήθηκαν πολλές φορές, η δε τελευταία φορά ήταν το 1996 (9). Από την 1η Ιανουαρίου 2003, το πλαίσιο δεν εφαρμόζεται και δεν επιτρέπεται καμία ενίσχυση υπέρ της βιομηχανίας συνθετικών ινών (10). Ωστόσο, σύμφωνα με το σημείο 39 τελευταία φράση της ανακοίνωσης της Επιτροπής για το πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια (11), «οι γνωστοποιήσεις που καταχωρίστηκαν από την Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2003 για […] τον τομέα των συνθετικών ινών θα εξεταστούν υπό το πρίσμα των κριτηρίων που ισχύουν κατά τη στιγμή της γνωστοποίησης». Κατά συνέπεια, επειδή η παρούσα ενίσχυση γνωστοποιήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2003 πρέπει να εκτιμηθεί σύμφωνα με το πλαίσιο.

(29)

Το πλαίσιο απαιτεί τη γνωστοποίηση όλων των σχεδίων που σκοπεύουν να χορηγήσουν στους παραγωγούς συνθετικών ινών ενισχύσεις, υπό οιαδήποτε μορφή είναι αυτές και ανεξάρτητα από το εάν η Επιτροπή έχει εξουσιοδοτήσει ή όχι το αντίστοιχο καθεστώς, που δεν ανταποκρίνονται στο κριτήριο de minimis, όταν αυτές συνιστούν μια άμεση στήριξη:

στη διέλαση ή/και στην ελαστικοποίηση όλων των γενικών τύπων ινών και νημάτων με βάση πολυεστέρα, πολυαμίδιο, ακρυλικό ή πολυπροπυλένιο, όποιες και αν είναι οι τελικές τους χρήσεις,

ή στον πολυμερισμό (συμπεριλαμβανομένης της πολυσυμπύκνωσης), όταν αυτή είναι ενσωματωμένη στη διέλαση σε επίπεδο χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού,

ή σε κάθε σχετική διαδικασία που συνδέεται με ταυτόχρονη εγκατάσταση μιας παραγωγικής ικανότητας διέλασης ή/και ελαστικοποίησης από τον μελλοντικό δικαιούχο ή από μια άλλη εταιρεία του ομίλου στην οποία τούτος ανήκει και που, στην εν λόγω ειδική βιομηχανική δραστηριότητα, ενσωματώνεται συνήθως σε αυτή την παραγωγική ικανότητα σε επίπεδο χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού.

(30)

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προβλεπόμενη ενίσχυση θα χορηγηθεί για να στηρίξει την παραγωγή των συνθετικών ινών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του πλαισίου, δηλαδή την εγκατάσταση μιας νέας παραγωγικής ικανότητας διέλασης συνεχούς πολυεστερικού νήματος. Κατά συνέπεια, αυτή γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή ορθώς.

(31)

Το πλαίσιο ορίζει τα κριτήρια που εφαρμόζονται στην εξέταση από την Επιτροπή των σχεδίων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ελέγχου. Προβλέπεται, κυρίως, ότι για να αξιολογηθεί η συμβιβαστικότητα των προβλεπομένων ενισχύσεων, η βασική θεώρηση είναι η επίπτωσή τους στις αγορές των εν λόγω προϊόντων, δηλαδή των ινών ή των νημάτων των οποίων η παραγωγή θα στηρίζεται από τις εν λόγω ενισχύσεις. Δυνάμει του πλαισίου, οι επενδυτικές ενισχύσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή στις επιχειρήσεις που δεν είναι μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις, δεν γίνονται αποδεκτές μέχρι ύψους 50 % του ορίου της εφαρμοζόμενης ενίσχυσης παρά μόνον εάν η ενίσχυση συνεπάγεται σημαντική μείωση της αντίστοιχης παραγωγικής ικανότητας ή εάν η εν λόγω αγορά προϊόντων χαρακτηρίζεται από διαρθρωτική ανεπάρκεια στην προσφορά και εάν η ενίσχυση δεν συνεπάγεται σημαντική αύξηση της σχετικής παραγωγικής ικανότητας. Η Sioen είναι μεγάλη επιχείρηση δεδομένου ότι ο όμιλος στον οποίο αυτή ανήκει διαθέτει προσωπικό άνω των 250 εργαζομένων και πραγματοποιεί κύκλο εργασιών που υπερβαίνει τα 40 εκατ. ευρώ (12).

(32)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας πρέπει να αξιολογηθεί στο επίπεδο της επιχείρησης. Κατά συνέπεια, για να εκτιμηθούν οι διακυμάνσεις της παραγωγικής ικανότητας που συνδέονται με το σχέδιο που απολαύει ενίσχυσης, πρέπει να γίνει σύγκριση με την παραγωγική ικανότητα του δικαιούχου πριν και μετά τη χορήγηση της ενίσχυσης (προσθέτοντας το συμπλήρωμα της παραγωγικής ικανότητας που προκύπτει από το σχέδιο και αφαιρώντας την παραγωγική ικανότητα που θα καταργηθεί).

(33)

Στις παρατηρήσεις του, το Βέλγιο αναφέρθηκε στην απόφαση της Επιτροπής (13), στην οποία αυτή δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις έναντι μιας ενίσχυσης υπέρ της Sioen. Το Βέλγιο παρατήρησε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της Sioen είχε αξιολογηθεί σε σχέση με τη συνολική παραγωγική ικανότητα της αγοράς και ότι η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας κατά 5 % που προέκυπτε δεν είχε θεωρηθεί σημαντική. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι επρόκειτο για μια εντελώς έκτακτη και διαφορετική κατάσταση από εκείνη της παρούσας υπόθεσης, αφού εκείνη την περίοδο η επιχείρηση δεν διέθετε καμία παραγωγική ικανότητα διέλασης πριν από την επένδυση. Η εκτίμηση της νέας παραγωγικής ικανότητας σε σχέση με τη συνολική παραγωγική ικανότητα της αγοράς ήταν δικαιολογημένη στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί η Sioen ήταν μια νέα εταιρεία στην αγορά, η οποία δεν διέθετε καμία παραγωγική ικανότητα του σχετικού προϊόντος. Εάν η Επιτροπή είχε αξιολογήσει την παραγωγική ικανότητα στο επίπεδο της επιχείρησης, οποιαδήποτε νέα παραγωγική ικανότητα της νέας επιχείρησης στην αγορά θα συνεπαγόταν εξ ορισμού «σημαντική» αύξηση. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν διακριτική έναντι των νέων επιχειρήσεων στην αγορά. Σήμερα, η Sioen είναι ένας εδραιωμένος παραγωγός που διαθέτει μια ήδη υφιστάμενη παραγωγική ικανότητα και κατά συνέπεια δεν δικαιολογείται να μην υποβληθεί στην πάγια πρακτική της Επιτροπής που συνίσταται στην αξιολόγηση της παραγωγικής ικανότητας στο επίπεδο της εταιρείας.

(34)

Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα του Βελγίου σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση διαρθρωτικής ανεπάρκειας στην προσφορά, η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με τη συνολική παραγωγική ικανότητα της αγοράς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το πλαίσιο δεν προβλέπει διαφορετική μέτρηση της παραγωγικής ικανότητας ανάλογα με το αν υφίσταται ή όχι διαρθρωτική ανεπάρκεια στην προσφορά. Το πλαίσιο καθορίζει ήδη όρους λιγότερο αυστηρούς για το εάν υφίσταται διαρθρωτική ανεπάρκεια στην προσφορά, δεδομένου ότι το πλαίσιο δεν απαιτεί για τις μεγάλες επιχειρήσεις η ενίσχυση να συνεπάγεται «σημαντική μείωση της παραγωγικής ικανότητας» παρά μόνον αυτή να μην συνεπάγεται «σημαντική αύξηση της παραγωγικής ικανότητας». Το πλαίσιο δεν προβλέπει, ως συμπληρωματικό πλεονέκτημα, παρά σε περίπτωση διαρθρωτικής ανεπάρκειας στην προσφορά, η αύξηση της ικανότητας να μην υπολογίζεται σε επίπεδο εταιρείας, αλλά σε σχέση με τη συνολική παραγωγική ικανότητα της αγοράς. Κατά συνέπεια, η ενίσχυση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, είτε η αγορά χαρακτηρίζεται από διαρθρωτική ανεπάρκεια στην προσφορά είτε όχι, να συνεπάγεται σημαντική αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.

(35)

Σε συνέχεια της κίνησης της διαδικασίας, το Βέλγιο επιβεβαίωσε και εξήγησε στην Επιτροπή, με βάση έγγραφα που προέρχονται από τον κατασκευαστή των μηχανημάτων, ότι οι ειδικές μηχανές δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν εύκολα στην παραγωγή διαφορετικών τύπων ινών. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή δέχεται τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της παραγωγικής ικανότητας. Σύμφωνα με το Βέλγιο η επένδυση θα αυξήσει την παραγωγή συνεχούς πολυεστερικού νήματος από 8 500 τόνους ετησίως το 2002 σε 14 850 τόνους ετησίως από το 2003 (με βάση έναν μέσο décitex 1 100 dtex), που αντιπροσωπεύει μια σημαντική αύξηση κατά περίπου 70 % σε επίπεδο της επιχείρησης.

(36)

Η Επιτροπή θεωρεί πως το γεγονός ότι η Sioen αυξάνει σημαντικά την παραγωγική της ικανότητα απαλλάσσει από την εξαγωγή συμπεράσματος όσον αφορά την ύπαρξη ή μη διαρθρωτικής ανεπάρκειας στην αγορά σχετικά με την παρούσα υπόθεση.

(37)

Η Επιτροπή δεν δέχεται το επιχείρημα της Sioen σύμφωνα με το οποίο η παραγωγή που προκύπτει από την αύξηση της παραγωγικής της ικανότητας, επειδή καταναλώνεται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό του ομίλου Sioen, δεν θα είχε καμία επίδραση στις τιμές ή στα περιθώρια κέρδους των άλλων παραγωγών συνεχούς πολυεστερικού νήματος. Ακόμη και αν ολόκληρη η νέα παραγωγή καταναλώνεται στο εσωτερικό του ομίλου Sioen λόγω της καθετοποίησής της, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το νήμα μπορεί, υπό άλλες συνθήκες, να το παρέχουν τρίτοι παραγωγοί, γεγονός που υπογραμμίζεται από τις αντιδράσεις των ενδιαφερομένων τρίτων μερών.

(38)

Λαμβανομένης υπόψη της επίδρασης της επένδυσης, υπέρ της οποίας προβλέπεται η ενίσχυση στην παραγωγική ικανότητα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση δεν πληροί τα βασικά κριτήρια συμβιβασιμότητας με την κοινή αγορά που ορίζονται από το πλαίσιο, στο μέτρο που η εν λόγω ενίσχυση θα οδηγούσε σε σημαντική αύξηση της σχετικής παραγωγικής ικανότητας. Κατά συνέπεια, δεν είναι απαραίτητο να εκτιμηθούν τα άλλα δύο ειδικά κριτήρια του πλαισίου (κατάσταση στην αγορά του σχετικού προϊόντος, καινοτομικός χαρακτήρας του σχετικού προϊόντος). Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή σημειώνει ότι δεν είναι σαφώς αποδεδειγμένο ότι η αγορά του σχετικού προϊόντος χαρακτηρίζεται από διαρθρωτική ανεπάρκεια στην προσφορά, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τρίτους (CIRFS και Profibra) σχετικά με την κατάσταση των παραγωγικών ικανοτήτων στην Κοινότητα και των στοιχείων που διαβιβάστηκαν από το Βέλγιο στην αρχική γνωστοποίηση που αφορά τα δύο έτη που προηγούνται της γνωστοποίησης (ποσοστό χρήσης της παραγωγικής ικανότητας μικρότερο του 90 %).

(39)

Στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόζεται καμία από τις άλλες αποκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 της συνθήκης. Η επένδυση δεν πραγματοποιείται σε περιοχή του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης. Είναι σαφές ότι η ενίσχυση δεν προορίζεται για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους όπως προβλέπει το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συνθήκης. Τέλος, οι βελγικές αρχές δεν απέδειξαν, και η Επιτροπή δεν διαπίστωσε, ότι η ενίσχυση θα μπορούσε να προορίζεται για την ολοκλήρωση ενός άλλου οριζόντιου ή τομεακού στόχου σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) ή δ) της συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση που το Βέλγιο προτίθεται να χορηγήσει στην Sioen Fibres SA, για ποσό 2,86 εκατ. ευρώ, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

Για τον λόγο αυτό, η εν λόγω ενίσχυση δεν μπορεί να χορηγηθεί.

Άρθρο 2

Το Βέλγιο ενημερώνει την Επιτροπή εντός δύο μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της παρούσας απόφασης σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου, να συμμορφωθεί με αυτήν.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου.

Βρυξέλλες, 19 Μαΐου 2004.

Για την Επιτροπή

Mario MONTI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 141 της 17.6.2003, σ. 4.

(2)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(3)  Ο κωδικός ΣΟ του σχετικού προϊόντος είναι 5402 20 00.

(4)  Η ικανότητα ελαστικοποίησης υπολογίσθηκε με βάση ενός μέσου décitex 1 100 dtex.

(5)  Ενίσχυση N 226/2000, Βέλγιο, καθεστώς ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα που θεσπίστηκε με το νόμο της 30ής Δεκεμβρίου 1970 για την οικονομική ανάπτυξη, όπως τροποποιήθηκε από το διάταγμα της 25ης Ιουνίου 1992 στην περιφέρεια της Βαλλονίας, (ΕΕ C 37 της 3.2.2001, σ. 48).

(6)  ΕΕ C 94 της 30.3.1996, σ. 11· παράταση στην ΕΕ C 24 της 29.1.1999, σ. 18, και στην ΕΕ C 368 της 22.12.2001, σ. 10.

(7)  Υπόθεση Ν 118/99 (ΕΕ C 340 της 27.11.1999, σ. 5).

(8)  Βλέπε υποσημείωση 6.

(9)  Βλέπε υποσημείωση 6.

(10)  Βλέπε την ανακοίνωση της Επιτροπής για το πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια (ΕΕ C 70 της 19.3.2002, σ. 8), ιδίως τα σημεία 30 και 39 για το έτος 2003, και την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την τροποποίηση του πολυτομεακού πλαισίου για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια (2002) όσον αφορά την κατάρτιση καταλόγου με τους τομείς που αντιμετωπίζουν διαρθρωτικά προβλήματα και σχετικά με πρόταση κατάλληλων μέτρων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 88 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ για τους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας και των συνθετικών ινών (ΕΕ C 263 της 1.11.2003, σ. 3), ιδίως το δεύτερο εδάφιο.

(11)  Βλέπε υποσημείωση 10.

(12)  Βλέπε τη σύσταση 96/280/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 1996, σχετικά με τον ορισμό των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 107 της 30.4.1996, σ. 4).

(13)  Βλέπε υποσημείωση 7.


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/21


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 30ής Ιουνίου 2004

σχετικά με καθεστώς ενισχύσεων εφαρμοσθέν από τη Σουηδία για την απαλλαγή από φόρο επί της ενέργειας από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 30 Ιουνίου 2004

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 2210]

(Το κείμενο στη σουηδική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/468/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Έχοντας παράσχει στους ενδιαφερομένους, σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της συνθήκης, τη δυνατότητα να διατυπώσουν τυχόν παρατηρήσεις τους (1), και λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με επιστολή της 11ης Ιουνίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Σουηδία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης σχετικά με απαλλαγή από φόρο επί της ηλεκτρικής ενέργειας προς όφελος του μεταποιητικού κλάδου.

(2)

Με επιστολή της 9ης Ιουλίου 2003, η οποία καταχωρίσθηκε από την Επιτροπή αυθημερόν (A/34842), η Σουηδία διατύπωσε τις απόψεις της για την κίνηση της διαδικασίας.

(3)

Η απόφαση της Επιτροπής για την κίνηση διαδικασίας δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 9 Αυγούστου 2003 (2). Σε αυτήν, η Επιτροπή καλούσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις απόψεις τους επί του υπόψη καθεστώτος ενισχύσεων.

(4)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις της οργάνωσης των εργοδοτών της Σουηδίας («Svenskt näringsliv», εφεξής: «η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας») στις 29 Σεπτεμβρίου 2003.

(5)

Οι παρατηρήσεις της οργάνωσης των εργοδοτών της Σουηδίας ελήφθησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας (3) και διαβιβάστηκαν από την Επιτροπή στη σουηδική κυβέρνηση, στην οποία δόθηκε η ευκαιρία να τις σχολιάσει. Η Σουηδία δεν υπέβαλε καμία παρατήρηση σχετικά.

II.   ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(6)

Ο νόμος περί φορολόγησης της ενέργειας τέθηκε σε ισχύ στη Σουηδία το έτος 1957. Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, επιβάλλεται ενεργειακός φόρος στα ορυκτά καύσιμα και στην ηλεκτρική ενέργεια. Ο φόρος έχει ηθελημένες θετικές περιβαλλοντικές συνέπειες από την άποψη της εξοικονόμησης ενέργειας και της ενεργειακής αποδοτικότητας.

(7)

Ο φόρος επί της ηλεκτρικής ενέργειας καταβάλλεται ολοσχερώς από τα νοικοκυριά και από τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, καθώς και από μεταποιητικές επιχειρήσεις, οι οποίες βαρύνονται με τον φόρο μόνο για την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούν για θέρμανση η οποία δεν αποτελεί μέρος της μεταποιητικής διαδικασίας.

(8)

Σύμφωνα με το κεφάλαιο 11 άρθρο 3 του νόμου περί φορολόγησης της ενέργειας, ισχύει πλήρης απαλλαγή από τον ενεργειακό φόρο για την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για μεταποιητικές διαδικασίες στη βιομηχανία (NACE αναθ. 1, τίτλοι Γ και Δ) (4). Η φοροαπαλλαγή ετέθη σε ισχύ υπό την παρούσα μορφή της την 1η Ιανουαρίου 1993, δηλαδή πριν από την προσχώρηση της Σουηδίας στον ΕΟΧ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έκτοτε δεν υπέστη καμία μεταβολή.

(9)

Το ύψος του φόρου επί της ηλεκτρικής ενέργειας ανερχόταν κατά το υπό εξέταση χρονικό διάστημα από 0,198 έως 0,241 σουηδικές κορώνες ανά kWh.

(10)

Οι σουηδικές αρχές εκτιμούν ότι η εφαρμογή πλήρους μείωσης συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων της τάξης των 11 000 εκατομμυρίων σουηδικών κορωνών περίπου σε ετήσια βάση (περίπου 1 190 εκατομμύρια ευρώ).

(11)

Η Επιτροπή κίνησε διαδικασία λόγω των επιφυλάξεων που είχε ως προς τον χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης του μέτρου, καθώς και ως προς το συμβιβάσιμο της τυχόν κρατικής ενίσχυσης με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή θεωρούσε ότι η ρύθμιση για τη φοροαπαλλαγή συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Η Επιτροπή διατύπωσε επιφυλάξεις για το συμβιβάσιμο της εικαζόμενης ενίσχυσης με το κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (5) (εφεξής: «το κοινοτικό πλαίσιο»).

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

(12)

Η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας («Svenskt näringsliv») θεωρεί ότι οι φόροι επί της ηλεκτρικής ενέργειας και επί των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα πρέπει να αντιμετωπισθούν ως δύο συνιστώσες του ίδιου συστήματος φορολόγησης της ενέργειας. Ο λόγος είναι ότι υφίσταται στενός σύνδεσμος μεταξύ των δύο αυτών φόρων: για να μην προκαλείται υπερβολική αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει οποιαδήποτε αύξηση του φόρου επί των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα να αντισταθμίζεται από αντίστοιχη αύξηση του φόρου που βαρύνει την ηλεκτρική ενέργεια.

(13)

Συνολικά, οι φόροι επί της ενέργειας αυξήθηκαν μεταξύ του 1993 και του 2004 κατά 27 000 εκατομμύρια σουηδικές κορώνες (3 000 εκατομμύρια ευρώ περίπου). Η αύξηση αυτή δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την παραχώρηση πλήρους απαλλαγής από τη φορολογία επί της ενέργειας στον μεταποιητικό τομέα. Με τον τρόπο αυτό, η πλήρης απαλλαγή από τον φόρο επί της ηλεκτρικής ενέργειας δεν οδηγεί σε απώλεια κρατικών εσόδων, πράγμα που σημαίνει ότι το μέτρο δεν χρηματοδοτείται με κρατικούς πόρους.

(14)

Η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας φρονεί ότι η ίδια η λογική του όλου συστήματος υπαγορεύει την παραχώρηση απαλλαγής στη σουηδική μεταποιητική βιομηχανία, και τούτο επειδή η βιομηχανία έχει ικανούς λόγους για να επιδιώκει μειώσεις της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει μεγάλο τμήμα του κόστους για τις υπόψη επιχειρήσεις. Προκειμένου να διατηρηθεί στο ίδιο επίπεδο η ανταγωνιστικότητα της σουηδικής βιομηχανίας τη στιγμή κατά την οποία η φορολόγηση της ενέργειας στο σύνολό της αυξάνεται, πρέπει η βιομηχανία να τυγχάνει απαλλαγής από τη φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας.

(15)

Με βάση τους λόγους που αναφέρει η σουηδική κυβέρνηση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 21 της παρούσας απόφασης), η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας θεωρεί ότι τα υπό εξέταση μέτρα ούτε στρεβλώνουν ούτε απειλούν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό, ούτε ευνοούν συγκεκριμένους κλάδους παραγωγής.

(16)

Για τους κατωτέρω λόγους, η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας αμφισβητεί ότι είναι δυνατό να αξιωθεί οποιαδήποτε επιστροφή για οποιαδήποτε εκ των σχετικών περιπτώσεων.

(17)

Κατά πρώτον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (6), είναι δυνατή η ανάκτηση μόνο παράνομης ενισχύσεως, η οποία στο άρθρο 1 στοιχείο στ) του ίδιου κανονισμού ορίζεται ως «νέα ενίσχυση η οποία εφαρμόζεται κατά παράβαση του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης». Επειδή η Επιτροπή, στο σημείο 2.2 της απόφασής της για την κίνηση εξεταστικής διαδικασίας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το υπό εξέταση μέτρο συνιστά υφιστάμενη ενίσχυση, δεν είναι δυνατό να αξιωθεί οποιαδήποτε ανάκτηση ex tunc.

(18)

Κατά δεύτερον, δεν είναι δυνατό να αξιωθεί η επιστροφή της ενίσχυσης λόγω των δικαιολογημένων προσδοκιών των αποδεκτών της. Ο επίμαχος νόμος προτάθηκε από τη σουηδική κυβέρνηση και θεσπίστηκε από το σουηδικό κοινοβούλιο. Δεν είναι δυνατό να ζητάται από τις επιχειρήσεις να θέτουν εν αμφιβόλω αποφάσεις του κοινοβουλίου της ίδιας τους της χώρας. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν υπάρχουν παλαιότερες αποφάσεις της Επιτροπής (7) με τις οποίες εγκρίθηκαν ρυθμίσεις προς όφελος του μεταποιητικού τομέα με το σκεπτικό ότι επρόκειτο για μέτρα γενικού χαρακτήρα. Εξάλλου, σύμφωνα με την οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (8), είναι δυνατή η διατήρηση σε ισχύ μηδενικού φορολογικού συντελεστή για την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουν μεγάλοι χρήστες ηλεκτρικής ενέργειας από την 1η Ιανουαρίου 2004. Ένας επιμελής επιχειρηματίας έχει δικαίωμα να διακατέχεται από τη θεμιτή προσδοκία ότι πράγματι ισχύει η προαναφερθείσα ρύθμιση ακόμη και δύο έτη πριν από την ανωτέρω ημερομηνία.

(19)

Κατά τρίτον, τυχόν αξίωση επιστροφής θα προσέκρουε στην αρχή της αναλογικότητας. Σκοπός κάθε αξίωσης επιστροφής είναι η αποκατάσταση της εικαζόμενης στρέβλωσης του ανταγωνισμού. Πλην όμως, επειδή η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας δεν θεωρεί ότι το μέτρο στρεβλώνει ή απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό, δεν υφίσταται θεμιτό και γενικό συμφέρον προκειμένου να αξιωθεί η επιστροφή των ενισχύσεων. Εκτός αυτού, πολλές από τις οικείες επιχειρήσεις θα δυσκολεύονταν να επιστρέψουν την ενίσχυση, ενώ για ορισμένες από αυτές δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο κίνδυνος πτώχευσης.

(20)

Τέλος, η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας συμμερίζεται την άποψη της σουηδικής κυβέρνησης (βλέπε αιτιολογική σκέψη 28 της παρούσας απόφασης) ότι η Επιτροπή δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

(21)

Η σουηδική μεταποιητική βιομηχανία χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια σε υψηλή αναλογία εν συγκρίσει με τους ανταγωνιστές της σε άλλες χώρες, οι οποίοι αντί της ηλεκτρικής ενέργειας χρησιμοποιούν άνθρακα ή φυσικό αέριο. Επειδή οι εν λόγω πηγές ενέργειας έχουν τύχει φοροαπαλλαγής σε πολλά κράτη μέλη, η Σουηδία θεωρεί ότι είναι λογικό να χορηγηθεί στη σουηδική μεταποιητική βιομηχανία απαλλαγή από τον φόρο επί της ηλεκτρικής ενέργειας. Εκτός αυτού, το ύψος της φορολογίας που ισχύει στη Σουηδία για τον τομέα της ενέργειας είναι γενικά υψηλό σε σύγκριση με το αντίστοιχο επίπεδο σε πολυάριθμα άλλα κράτη μέλη. Δεν θα ήταν δυνατή η διαμόρφωση της φορολογίας σε τέτοια επίπεδα αν δεν ίσχυε φοροαπαλλαγή για την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουν ορισμένοι κλάδοι της οικονομίας.

(22)

Συνεπώς, η σουηδική κυβέρνηση δεν συμφωνεί ότι η φοροαπαλλαγή προσπορίζει στη σουηδική βιομηχανία κάποιο πλεονέκτημα σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη.

(23)

Με επιστολή της 16ης Μαρτίου 2001, η σουηδική κυβέρνηση ενέκρινε τα μέτρα που προτείνονταν στα σημεία 75 έως 77 του κοινοτικού πλαισίου.

(24)

Στις 8 Νοεμβρίου 2001, με απόφαση του Δικαστηρίου επί της υπόθεσης που αφορούσε την επιστροφή φόρου επί της ενέργειας στην Αυστρία, κατέστη σαφές ότι η χορήγηση σε συγκεκριμένο κλάδο της οικονομίας απαλλαγής από τον φόρο επί της ενέργειας συνιστά κρατική ενίσχυση [υπόθεση C-143/99, Adria-Wien Pipeline (9)].

(25)

Η σουηδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο έγκρισης των προταθέντων μέτρων από τη Σουηδία κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού πλαισίου δεν είχε καταστεί σαφές σε ποιο βαθμό τα μέτρα συνιστούσαν κρατική ενίσχυση. Έπειτα από την έκδοση της απόφασης επί της υπόθεσης Adria-Wien Pipeline, κατέστη σαφές στη σουηδική κυβέρνηση ότι τα μέτρα περιλαμβάνουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν προβλήματα στον τομέα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Η Σουηδία υποστηρίζει, ωστόσο, ότι, επειδή η φορολόγηση της ενέργειας αποτελεί ένα τεχνικώς περίπλοκο ζήτημα, είναι αναγκαίο ένα εύλογο χρονικό διάστημα από τη λήψη της σχετικής απόφασης από μέρους της κυβέρνησης μέχρι τη θέση σε ισχύ των τροποποιημένων κανόνων. Προβλέπεται ότι, αρχής γενομένης την 1η Ιουλίου 2004, θα επιβάλλεται ενεργειακός φόρος επί της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει η μεταποιητική βιομηχανία, σύμφωνα με όσα προβλέπονται για το κατώτατο ύψος του φόρου στη νέα οδηγία για τον ενεργειακό τομέα 2003/96/ΕΚ.

(26)

Στη Σουηδία επιβάλλεται ενεργειακός φόρος επί των ορυκτών καυσίμων και επί της ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ τα ορυκτά καύσιμα βαρύνονται επίσης με φόρο για την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα. Η σουηδική κυβέρνηση θεωρεί τους φόρους αυτούς ως συνιστώσες του ίδιου συστήματος φορολογίας, σκοπός του οποίου είναι η αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Για τους λόγους αυτούς, η σουηδική κυβέρνηση φρονεί ότι η Επιτροπή, κατά την εξέταση του συμβιβάσιμου των επίμαχων ρυθμίσεων με την κοινή αγορά, οφείλει να λάβει υπόψη τη φορολογική επιβάρυνση που προκύπτει από όλες μαζί τις συνιστώσες του φορολογικού συστήματος αντί του να αξιολογεί την απαλλαγή από τον φόρο επί της ηλεκτρικής ενέργειας σαν να επρόκειτο για μεμονωμένο φαινόμενο.

(27)

Η σουηδική κυβέρνηση υπέβαλε επανειλημμένως στην Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία στα οποία εξηγείται στο σύνολό του το υπό εξέταση καθεστώς ενισχύσεων (10). Η Σουηδία θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό τήρησε την υποχρέωση την οποία υπέχει βάσει του άρθρου 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 όσον αφορά την παροχή όλων των πληροφοριακών στοιχείων που είναι αναγκαία για την εξέταση υφιστάμενων καθεστώτων ενισχύσεων από μέρους της Επιτροπής.

(28)

Η σουηδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή, προτού να προτείνει κατάλληλα μέτρα, οφείλει να ενημερώσει το οικείο κράτος μέλος σε περίπτωση που θεωρεί ότι ένα μέτρο δεν είναι πλέον συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά. Πλην όμως, η Επιτροπή, χωρίς να έχει προβεί στην ενημέρωση αυτή, πρότεινε μέτρα όχι σε σχέση με συγκεκριμένα καθεστώτα, αλλά σε σχέση με όλα τα καθεστώτα που ίσχυαν κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του νέου κοινοτικού πλαισίου για τις περιβαλλοντικές ενισχύσεις.

(29)

Λόγω της τυπικώς λανθασμένης διαδικασίας που ακολουθήθηκε, η υπό εξέταση ενίσχυση δεν είναι παράνομη και συνεπώς δεν είναι δυνατό να αξιωθεί η ανάκτησή της.

(30)

Σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 άρθρο 10 δεύτερο εδάφιο του σουηδικού συντάγματος, δεν επιτρέπεται η επιβολή φόρου εάν ο φόρος αυτός δεν βασίζεται σε διάταξη νόμου η οποία ίσχυε κατά την επέλευση του γενεσιουργού συμβάντος του φόρου.

(31)

Επειδή η σουηδική νομοθεσία περί φορολογίας επί της ενέργειας δεν περιλαμβάνει διατάξεις βάσει των οποίων οι επιχειρήσεις της μεταποιητικής βιομηχανίας να υποχρεούνται να καταβάλλουν φόρο επί της ηλεκτρικής ενέργειας, οποιαδήποτε τροποποίηση της νομοθεσίας θα συνιστούσε περίπτωση αναδρομικής φορολογίας, η οποία είναι παράνομη βάσει του σουηδικού συντάγματος.

V.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(32)

Στην απόφασή της για την κίνηση διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2, η Επιτροπή διατύπωνε το συμπέρασμα ότι το υπό εξέταση μέτρο συνιστούσε υφιστάμενη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 από τη στιγμή της προσχώρησης της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως την 1η Ιανουαρίου 2002. Η Σουηδία έχει αποδεχθεί ρητώς τα προταθέντα από την Επιτροπή μέτρα, σύμφωνα με τα οποία όλα τα υφιστάμενα καθεστώτα περιβαλλοντικών ενισχύσεων έπρεπε υποχρεωτικά να ευθυγραμμισθούν με τις διατάξεις του κοινοτικού πλαισίου (σημείο 77). Η Επιτροπή απεφάνθη ότι αυτό δεν είχε γίνει στην παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, ζητήθηκε από τη Σουηδία να υποβάλει οποιαδήποτε παρατήρηση η οποία θα μπορούσε να παρουσιάζει χρησιμότητα για την εξέταση των δεδομένων της υπόθεσης με χρονική περίοδο αναφοράς το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005.

(33)

Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από τη σουηδική κυβέρνηση με επιστολή της 9ης Ιουλίου 2003 καλύπτουν ρητώς το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητήθηκαν διευκρινίσεις από την Επιτροπή. Η σουηδική κυβέρνηση έχει ασκήσει το δικαίωμα υπεράσπισης που της αναγνωρίζεται για ολόκληρη την κρίσιμη χρονική περίοδο.

(34)

Δόθηκε η δυνατότητα σε τρίτους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους σχετικά με την εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεων κατά την ίδια χρονική περίοδο. Η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας («Svenskt näringsliv») υπέβαλε τις παρατηρήσεις της σχετικά με την απαλλαγή από τον φόρο επί της ενέργειας με επιστολή της 29ης Σεπτεμβρίου 2003. Επομένως, έχει γίνει σεβαστό το δικαίωμα των τρίτων ενδιαφερομένων να υποβάλουν τυχόν παρατηρήσεις τους.

(35)

Ο νόμος για την τροποποίηση του νόμου σχετικά με τη φορολογία επί της ενέργειας (1994:1776) (11) προβλέπει τη θέση σε εφαρμογή νέου συστήματος για τη φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Ο εν λόγω νόμος προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2004 και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με επιστολή της 1ης Απριλίου 2004 (12). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρόκειται να εκδώσει αυτοτελή απόφαση για το συγκεκριμένο μέτρο.

(36)

Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση του συμβιβάσιμου με την κοινή αγορά αφορά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τη λήξη ισχύος του παρόντος συστήματος.

(37)

Για να θεωρηθεί ότι ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, πρέπει να πληρούνται συγχρόνως τέσσερις προϋποθέσεις. Το μέτρο πρέπει να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις, να έχει επιλεκτικό χαρακτήρα, να χρηματοδοτείται με κρατικούς πόρους και να επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(38)

Για την αξιολόγηση του κατά πόσον το υπό εξέταση μέτρο ευνοεί τους αποδέκτες της ενίσχυσης, η Επιτροπή συγκρίνει μεταξύ τους επιχειρήσεις οι οποίες από αντικειμενική και νομική άποψη βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση (13). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορεί να εκτιμήσει την κατάσταση της σουηδικής μεταποιητικής βιομηχανίας σε σύγκριση με τη μεταποιητική βιομηχανία κάποιας άλλης ευρωπαϊκής χώρας, αλλά οφείλει να εκτιμήσει τα πλεονεκτήματα που απολαμβάνει η σουηδική μεταποιητική βιομηχανία σε σύγκριση με την κατάσταση που ισχύει για άλλου είδους επιχειρήσεις στη Σουηδία. Απ’ αυτή την άποψη, το γεγονός ότι το υπό εξέταση μέτρο απαλλάσσει τις επιχειρήσεις του μεταποιητικού κλάδου από μία δαπάνη την οποία διαφορετικά θα ήταν υποχρεωμένες να καταβάλουν, προσπορίζει στις επιχειρήσεις αυτές ένα πλεονέκτημα σε σύγκριση με άλλους κλάδους της σουηδικής βιομηχανίας. Το μέτρο καθιστά δυνατή τη χορήγηση φοροαπαλλαγής μόνο προς όφελος ορισμένων επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να τις ευνοεί σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις, γεγονός το οποίο δυνητικά είναι ικανό να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.

(39)

Η απαλλαγή αφορά αποκλειστικά και μόνο επιχειρήσεις του μεταποιητικού κλάδου (NACE αναθ. 1, τίτλοι Γ και Δ). Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει αποφανθεί (14) ότι «ούτε ο μεγάλος αριθμός των ωφελουμένων επιχειρήσεων ούτε η ποικιλία και η σημασία των κλάδων στους οποίους ανήκουν οι εν λόγω επιχειρήσεις καθιστούν δυνατό τον χαρακτηρισμό μιας κρατικής πρωτοβουλίας ως γενικού μέτρου οικονομικής πολιτικής». Η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας επισημαίνει ότι η Επιτροπή, με τις αποφάσεις της N 255/1996 και NN 72/A/2000, ενέκρινε το σουηδικό καθεστώς φορολόγησης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ως μέτρο γενικού χαρακτήρα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Στην πρώτη από τις προαναφερθείσες αποφάσεις διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι το καθεστώς φορολόγησης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα αποτελεί κρατική ενίσχυση η οποία είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. Η έτερη απόφαση αφορά παράταση της ισχύος του ιδίου καθεστώτος, η οποία εγκρίνεται βάσει των ιδίων διατάξεων. Αντιθέτως, σύμφωνα με πάγια πρακτική της Επιτροπής (15), η οποία έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ (16), οι εξαιρέσεις που ισχύουν για τους βιομηχανικούς κλάδους υψηλής κατανάλωσης ενέργειας ή για κάποιον άλλον επιμέρους κλάδο της οικονομίας αξιολογούνται ως μέτρο επιλεκτικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η υπό εξέταση φοροαπαλλαγή έχει επιλεκτικό χαρακτήρα.

(40)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιλεκτικότητα του μέτρου δεν υπαγορεύεται από τη λογική του όλου συστήματος, και τούτο επειδή δεν συμβαδίζει με το σκεπτικό στο οποίο βασίζεται ο συγκεκριμένος φόρος. Απεναντίας, η απαλλαγή συνιστά αδιαμφισβήτητη παρεκτροπή από την όλη διάρθρωση και λειτουργία του φόρου. Σκοπός του φόρου είναι να παροτρυνθούν οι επιχειρήσεις να λάβουν μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι οικείες επιχειρήσεις λαμβάνουν ήδη σε μεγάλο βαθμό μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας προκειμένου να μειώσουν τα ενεργειακά τους κόστη, ο ενεργειακός φόρος ασκεί συμπληρωματική, καθοδηγητική επίδραση. Η κατανάλωση ενέργειας εξαρτάται εν γένει από την εφαρμοζόμενη τεχνική και η διαπίστωσή της είναι κατ’ ανάγκη βραχυπρόθεσμη. Μακροπρόθεσμα, είναι υπό κανονικές συνθήκες δυνατό, π.χ. μέσω τεχνικών προόδων και καινοτομιών, να επιτευχθούν περαιτέρω βελτιώσεις από την άποψη της αποδοτικότητας. Υπό την έννοια αυτή, μία απαλλαγή από τον φόρο επί της ενέργειας για τις επιχειρήσεις του μεταποιητικού κλάδου (οι οποίες εξ ορισμού προκαλούν επίσης ρύπανση του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι η κατανάλωση ενέργειας σε όλους τους κλάδους είναι εξίσου βλαβερή για το περιβάλλον), δεν εμπίπτει στη λογική του όλου συστήματος.

(41)

Το μέτρο επιβαρύνει το Δημόσιο και χρηματοδοτείται με κρατικούς πόρους, διότι το Δημόσιο αποδέχεται απώλεια φορολογικών εσόδων. Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας ότι δεν υφίσταται διαφυγή φορολογικών εσόδων, με το σκεπτικό ότι το ποσό των φόρων επί της ηλεκτρικής ενέργειας και επί του διοξειδίου του άνθρακα που όντως εισπράττεται, έχει αυξηθεί. Αντιθέτως, η εφαρμογή αυξημένου φορολογικού συντελεστή συνεπάγεται την ακόμη μεγαλύτερη διαφυγή φορολογικών εσόδων εξαιτίας της απαλλαγής.

(42)

Μερικοί τουλάχιστον από τους αποδέκτες της ενίσχυσης δραστηριοποιούνται σε τομείς στους οποίους πραγματοποιούνται συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Κατά συνέπεια, το υπό εξέταση μέτρο δύναται να επηρεάσει τις συναλλαγές αυτές και να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.

(43)

Εν κατακλείδι, η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(44)

Η Επιτροπή εμμένει στην άποψή της ότι ο ενεργειακός φόρος επί της ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί από κοινού με τον ενεργειακό φόρο επί της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Τούτο οφείλεται σε δύο λόγους, όπως επισημαίνεται στην απόφαση για την κίνηση διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2. Κατά πρώτον, ο φόρος επί του διοξειδίου του άνθρακα δεν εφαρμόζεται επί της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά δεύτερον, ο ενεργειακός φόρος επί της ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχει τις ίδιες ηθελημένες συνέπειες για την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με τον φόρο επί του διοξειδίου του άνθρακα, δεδομένου ότι στη Σουηδία το 90 % του ηλεκτρισμού παράγεται σε πυρηνικές ή υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας. Επομένως, ο ενεργειακός φόρος επί της ενέργειας πρέπει να αξιολογηθεί αυτοτελώς.

(45)

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001, το υπό εξέταση καθεστώς ενισχύσεων αποτελούσε υφιστάμενη κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Βάσει του σημείου 77 του κοινοτικού πλαισίου και ως συνέπεια της αποδοχής των σχετικών κατάλληλων μέτρων από τη Σουηδία, έπρεπε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα και το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2002 κάθε κρατική ενίσχυση για την προστασία του περιβάλλοντος να είχε προσαρμοσθεί κατά τρόπον ώστε να συνάδει με το κοινοτικό πλαίσιο.

(46)

Η σουηδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι απαιτείται ένα εύλογο χρονικό διάστημα για την καθιέρωση νέου συστήματος φορολόγησης της ενέργειας το οποίο να συμπλέει με το κοινοτικό πλαίσιο. Κατ’ αρχάς, έχουν ήδη παρέλθει δυόμισι έτη από τη διορία για την προσαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεων, ούτως ώστε να καταστεί συμβατό με το κοινοτικό πλαίσιο μέχρι τη θέση σε ισχύ μεταρρυθμισμένου συστήματος φορολόγησης της ενέργειας. Παρόλο που η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η φορολόγηση της ενέργειας αποτελεί από τη φύση της περίπλοκη υπόθεση, θεωρεί ότι ένα χρονικό διάστημα δυόμισι ετών είναι υπέρμετρα μεγάλο. Κατά δεύτερον, η σουηδική κυβέρνηση δεν αξιοποίησε τη δυνατότητα που είχε να ζητήσει παράταση της προθεσμίας για την υλοποίηση του κοινοτικού πλαισίου ως προς ορισμένα μέτρα, όπως έπραξαν τόσο η Γαλλία όσο και η Γερμανία (17). Αντ’ αυτού, οι σουηδικές αρχές, με επιστολή της 16ης Μαρτίου 2001, ενέκριναν τα μέτρα που είχε προτείνει η Επιτροπή. Αν η σουηδική κυβέρνηση είχε κάποιο πρόβλημα με την τροποποίηση του καθεστώτος ενισχύσεων εντός της ταχθείσας προθεσμίας, μπορούσε να είχε εγκρίνει μεν τα προταθέντα μέτρα, αλλά με την επιφύλαξη της εξαίρεσης της εφαρμογής τους ως προς το επίμαχο καθεστώς.

(47)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εξέτασε το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με το κοινοτικό πλαίσιο. Στην απόφαση περί της κίνησης διαδικασίας, η Επιτροπή διατύπωσε την άποψη ότι καμία άλλη από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης ΕΚ δεν φαίνεται να είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω. Η εκτίμηση αυτή πρέπει πλέον να επιβεβαιωθεί μετά τη διεξαγωγή της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας δεν έγινε επίκληση καμιάς νέας περίστασης η οποία να είναι ικανή να αμβλύνει τις ανησυχίες που εξέφραζε η Επιτροπή στην απόφασή της για την κίνηση επίσημης εξεταστικής διαδικασίας. Επομένως, η Επιτροπή εξάγει τα ακόλουθα συμπεράσματα.

(48)

Στο σημείο 51.2 του κοινοτικού πλαισίου ορίζεται ότι οι διατάξεις του σημείου 51.1 είναι δυνατό να εφαρμοσθούν οσάκις ένας φόρος έχει αξιοσημείωτα θετικές συνέπειες στην προστασία του περιβάλλοντος και εφόσον η εκάστοτε παρέκκλιση έχει καταστεί απαραίτητη λόγω σημαντικής τροποποίησης των οικονομικών συνθηκών, που έχει ως αποτέλεσμα την εξαιρετικά δύσκολη θέση των επιχειρήσεων από άποψη ανταγωνισμού. Η φορολόγηση της ενέργειας κατατείνει στο να αποτελέσει κίνητρο για την εξοικονόμηση ενέργειας και τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας. Το τρέχον σουηδικό σύστημα φορολόγησης της ενέργειας έχει διατηρηθεί σε ισχύ αμετάβλητο από το 1993. Υπό την έννοια αυτή, το μέτρο ισοδυναμεί με απαλλαγή από υφιστάμενο φόρο που αποφασίστηκε κατά τη θέσπιση του φόρου. Για τον λόγο αυτό, εμπίπτει στο σημείο 51.2 του κοινοτικού πλαισίου, το οποίο παραπέμπει στις προϋποθέσεις συμβατότητας που καθορίζονται στο σημείο 51.1.

(49)

Για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003 είναι εφαρμοστέο το σημείο 51.1β) δεύτερη περίπτωση του κοινοτικού πλαισίου, δεδομένου ότι ο υπό εξέταση φόρος είναι εθνικός φόρος ο οποίος επιβλήθηκε ελλείψει κοινοτικού. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, οι επιχειρήσεις που δικαιούνται μείωση πρέπει παρόλα αυτά να καταβάλλουν σημαντικό μέρος του εθνικού φόρου. Ο λόγος της πρόβλεψης αυτής είναι η διατήρηση ενός κινήτρου ούτως ώστε οι οικείες επιχειρήσεις να βελτιώσουν τις περιβαλλοντικές τους επιδόσεις. Τούτο προκύπτει από τη διατύπωση της πρώτης περίπτωσης του σημείου 51.1β), βάσει του οποίου επιτρέπονται μειώσεις εναρμονισμένου φόρου υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό που πραγματικά καταβάλλουν οι επιχειρήσεις που δικαιούνται μείωση είναι υψηλότερο του ελάχιστου κοινοτικού σε τέτοιο επίπεδο «που να παρακινεί τις επιχειρήσεις να βελτιώσουν την προστασία του περιβάλλοντος». Η υφιστάμενη απαλλαγή οδηγεί στην εφαρμογή μηδενικού φορολογικού συντελεστή για την ηλεκτρική ενέργεια που ο μεταποιητικός κλάδος χρησιμοποιεί για τις μεταποιητικές του εργασίες. Η Επιτροπή δύναται επομένως να συμπεράνει ότι οι οικείες επιχειρήσεις δεν κατέβαλλαν σημαντικό μέρος του εθνικού φόρου. Ως εκ τούτου, το υπό εξέταση μέτρο, υπό τη σημερινή του μορφή και για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί συμβιβάσιμο με το κοινοτικό πλαίσιο. Επειδή δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμο ούτε βάσει κάποιου άλλου λόγου, το μέτρο πρέπει να κηρυχθεί ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.

(50)

Όπως επισημαίνεται στο σημείο 18, η οδηγία 2003/96/ΕΚ τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2004. Στην εν λόγω οδηγία λαμβάνεται ρητώς υπόψη ο στόχος της προστασίας του περιβάλλοντος (βλέπε ιδίως τις αιτιολογικές σκέψεις 3, 6, 7 και 12). Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η τήρηση των κατώτατων επιπέδων φορολογίας που προβλέπονται στην οδηγία 2003/96/ΕΚ παρέχει στις επιχειρήσεις ένα κίνητρο για τη βελτίωση της προστασίας του περιβάλλοντος. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να δεχθεί επίσης ότι η τήρηση των κατώτατων επιπέδων φορολογίας ισοδυναμεί με την καταβολή σημαντικού μέρους του εθνικού φόρου, όπως επιτάσσει η δεύτερη περίπτωση του σημείου 51.1β) του κοινοτικού πλαισίου. Κατά συνέπεια, το υπό εξέταση σουηδικό μέτρο, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003, μπορεί να κηρυχθεί συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά, αλλά μόνο στον βαθμό που ο φόρος τον οποίον υποχρεούνται να καταβάλουν οι αποδέκτες της ενίσχυσης ανταποκρίνεται στις κατώτατες τιμές που καθορίζονται στην οδηγία 2003/96/ΕΚ. Εξ αυτού συνάγεται ότι το ύψος της ασυμβίβαστης ενίσχυσης ανέρχεται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των κατώτατων επιπέδων φορολογίας σύμφωνα με την οδηγία 2003/96/ΕΚ.

(51)

Για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2004 έως τη λήξη της ισχύος του τρέχοντος συστήματος, ο επίμαχος φόρος υπόκειται σε εναρμόνιση βάσει της οδηγίας 2003/96/ΕΚ. Επομένως, είναι εφαρμοστέα η πρώτη περίπτωση του σημείου 51.1β) του κοινοτικού πλαισίου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, μία μείωση φόρου μπορεί να εγκριθεί υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό φόρου που πράγματι καταβάλλουν οι οικείες επιχειρήσεις μετά τη μείωση εξακολουθεί να είναι υψηλότερο από το ελάχιστο κοινοτικό ποσό. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 2003/96/ΕΚ, το ελάχιστο επίπεδο φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας για επιχειρηματική χρήση καθορίζεται σε 0,5 ευρώ ανά MWh. Τούτο σημαίνει ότι εν προκειμένω δεν τηρήθηκε το νομοθετικώς προβλεπόμενο κατώτατο επίπεδο φορολογίας. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 4 της ίδιας οδηγίας, επιτρέπεται η εφαρμογή μηδενικού φορολογικού συντελεστή για ενεργειοβόρες επιχειρήσεις οι οποίες έχουν συνάψει συμφωνίες ή παρεμφερείς πράξεις με τις οποίες δεσμεύονται να προβούν στη λήψη μέτρων με σκοπό την επίτευξη περιβαλλοντικών στόχων ή αυξημένης ενεργειακής αποδοτικότητας, το αποτέλεσμα των οποίων να ισοδυναμεί με το αποτέλεσμα που θα είχε επιτευχθεί εάν είχαν τηρηθεί οι συνήθεις ελάχιστοι κοινοτικοί συντελεστές. Στην παρούσα υπόθεση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της εφαρμογής μηδενικού φορολογικού συντελεστή. Επομένως, για το χρονικό διάστημα μετά την 1η Ιανουαρίου 2004 ισχύει ομοίως το συμπέρασμα ότι το σουηδικό μέτρο μπορεί να κηρυχθεί συμβιβάσιμο μόνο στο μέτρο που οι αποδέκτες της ενίσχυσης υποχρεούνται να καταβάλουν το ελάχιστο ύψος φόρου που καθορίζεται στην οδηγία 2003/96/ΕΚ.

(52)

Επί τη βάσει των προεκτεθέντων η Επιτροπή εξάγει το συμπέρασμα ότι το υπό εξέταση μέτρο, για τη χρονική περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τη λήξη ισχύος της εξαίρεσης υπό την παρούσα μορφή της, δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό πλαίσιο, ούτε με την οδηγία 2003/96/ΕΚ. Η ασυμβίβαστη ενίσχυση αντιστοιχεί στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των κατώτατων επιπέδων φορολογίας σύμφωνα με την οδηγία 2003/96/ΕΚ.

(53)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, οσάκις διαπιστώνεται ότι παρανόμως χορηγηθείσα κρατική ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, είναι υποχρεωτικό να αξιωθεί η επιστροφή της από τον αποδέκτη. Με την επιστροφή της ενίσχυσης αποκαθίστανται στο μέτρο του δυνατού οι συνθήκες ανταγωνισμού οι οποίες επικρατούσαν πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης. Το γεγονός ότι δεδομένη ενίσχυση χορηγείται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, πράγμα το οποίο πράγματι ισχύει κατά κανόνα, δεν ασκεί επίδραση στην αξίωση επιστροφής, και τούτο επειδή η κοινοτική νομοθεσία κατισχύει της νομοθεσίας των κρατών μελών.

(54)

Παρόλα αυτά, στο άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 ορίζεται ότι η «Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου». Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ (18) και με την πρακτική που προκύπτει από συναφείς αποφάσεις της Επιτροπής, όταν ο αποδέκτης της ενίσχυσης, εξαιτίας ενεργειών της ίδιας της Επιτροπής, θεωρεί δικαιολογημένα ότι η χορήγηση της ενίσχυσης έγινε σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, τότε η αξίωση για την ανάκτηση της ενίσχυσης αντιβαίνει σε γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.

(55)

Εναπόκειται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέριμνα για την ευθυγράμμιση των εθνικών ρυθμίσεων με τους κοινοτικούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων ούτως ώστε να αποτρέπονται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, για την κοινοποίηση κάθε κρατικής ενίσχυσης στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και για τη μη εφαρμογή των ενισχύσεων μέχρι τη διενέργεια σχετικής έρευνας. Καταρχήν, οι επιχειρήσεις δεν δύνανται να αξιώσουν προστασία ένεκα δικαιολογημένων προσδοκιών οσάκις πρόκειται για παράνομη κρατική ενίσχυση. Εάν επιτυχημένες επιχειρήσεις μπορούσαν να επικαλούνται εθνική νομοθεσία, έστω και αν αυτή έχει θεσπισθεί καλή τη πίστει, η οποία όμως δεν συνάδει με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων με αποτέλεσμα να προκαλεί στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, τότε δεν θα επιτυγχανόταν ο σκοπός του κοινοτικού ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.

(56)

Στην απόφασή του επί της υπόθεσης C-265/85, Van den Bergh και Jurgens BV κατά Επιτροπής (19), το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «[…] κάθε επιχειρηματίας, τον οποίο κάποιο όργανο έκανε να ελπίζει βάσιμα, έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Όταν εξάλλου ένας προνοητικός και ενημερωμένος επιχειρηματίας είναι σε θέση να προβλέψει τη θέσπιση κοινοτικού μέτρου ικανού να βλάψει τα συμφέροντά του, δεν μπορεί να επικαλεστεί τα οφέλη από τέτοια αρχή, αφού θεσπιστεί το μέτρο αυτό».

(57)

Οι σουηδικές αρχές διατείνονται ότι η ενίσχυση δεν είναι επιστρεπτέα διότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις τις οποίες υπείχε σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Σχετικά με το θέμα αυτό, η Επιτροπή πρότεινε στα κράτη μέλη, προκειμένου να ευθυγραμμίσουν τις υφιστάμενες ενισχύσεις με το νέο κοινοτικό πλαίσιο, να προβούν στην τροποποίηση των υφιστάμενων καθεστώτων τους τα οποία προβλέπουν την παροχή κρατικών ενισχύσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, ούτως ώστε αυτά να έχουν καταστεί συμβατά με το κοινοτικό πλαίσιο το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2002. Η σχετική νομολογία (20) έχει επιβεβαιώσει ότι μία πρόταση αυτής της μορφής, η οποία προβλέπεται στο κοινοτικό πλαίσιο, συνιστά ένα μέσο για την ανάπτυξη στέρεας και τακτικής συνεργασίας, η οποία επιτρέπει στην Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να εξετάζει σε συνεχή βάση τα υφιστάμενα προγράμματα ενισχύσεων και να υποβάλλει προτάσεις για τα κατάλληλα μέτρα που είναι αναγκαίο να ληφθούν. Η επίτευξη συμφωνίας που να καλύπτει πλήρως το σύνολο των υφιστάμενων καθεστώτων ενισχύσεων μεταξύ της Επιτροπής και εκάστου κράτους μέλους θα ήταν πρακτικώς αδύνατη, και είναι λογικό να ανατεθεί στα κράτη μέλη η ευθύνη για την προσαρμογή των καθεστώτων ενισχύσεων. Τούτο δε ισχύει κατά μείζονα λόγο επειδή τα κράτη μέλη συμμετέχουν στην επεξεργασία των νέων πλαισίων κανόνων και γνωρίζουν πολύ καλά, ήδη προτού τα πλαίσια αυτά τεθούν σε ισχύ, το πώς τα πλαίσια πρόκειται να επηρεάσουν τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, οι σουηδικές αρχές υποστηρίζουν ότι η Σουηδία ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων, π.χ. με το να της υποβάλει το πλήρες κείμενο του σουηδικού νόμου που αφορά τη φορολογία επί της ενέργειας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αποστολή και η χρήση των σχετικών πληροφοριακών στοιχείων έγιναν σε άλλο πλαίσιο και ότι η υποβολή των σχετικών διευκρινίσεων εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επίσημη κοινοποίηση που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(58)

Η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας υποστηρίζει ότι η ενίσχυση αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση και ότι για τον λόγο αυτό δεν είναι δυνατό να αξιωθεί η ανάκτησή της. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα μέτρο μπορεί να θεωρηθεί υφιστάμενη ενίσχυση μόνο για το χρονικό διάστημα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001. Από την 1η Ιανουαρίου 2002 και μετά, η ενίσχυση κατέστη νέα ενίσχυση, διότι έπρεπε να είχε ευθυγραμμισθεί με το κοινοτικό πλαίσιο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν συμφωνεί με το επιχείρημα της οργάνωσης των εργοδοτών της Σουηδίας.

(59)

Συμπερασματικώς, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία της Σουηδίας δικαιολογεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο την έκδοση απόφασης η οποία να μην περιλαμβάνει αξίωση ανάκτησης της ενίσχυσης. Ωστόσο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει εξ ιδίας πρωτοβουλίας να λαμβάνει υπόψη εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, υπαγορεύουν τη μη έγερση αξίωσης για την ανάκτηση παρανόμως χορηγηθείσας ενίσχυσης, οσάκις η αξίωση επιστροφής θα αντέβαινε σε γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι ο σεβασμός της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αποδέκτη.

(60)

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, το εκάστοτε κράτος μέλος δεσμεύεται να εφαρμόσει τα κατάλληλα μέτρα μόνον αφ’ ης στιγμής έχει αποδεχθεί τα μέτρα που έχουν προταθεί. Τούτο έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία (21). Εξ αυτού συνάγεται ότι η μεταβολή του χαρακτηρισμού του μέτρου από υφιστάμενη ενίσχυση σε νέα ενίσχυση ήταν συνέπεια της αποδοχής από μέρους της σουηδικής κυβέρνησης των κατάλληλων μέτρων που προτείνονταν στο κοινοτικό πλαίσιο.

(61)

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 26 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν δημοσίευσε την αποδοχή του κοινοτικού πλαισίου από μέρους της σουηδικής κυβέρνησης ενδέχεται να είχε ως συνέπεια να θεωρήσουν καλή τη πίστει ορισμένοι εκ των δικαιούχων ότι το εθνικό μέτρο εξακολουθούσε να θεωρείται υφιστάμενη ενίσχυση. Στο άρθρο 26 ορίζεται ότι η Επιτροπή δημοσιεύει «σύντομη ανακοίνωση των αποφάσεων που λαμβάνει σύμφωνα με […] το άρθρο 18 σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παράγραφος 1». Στο άρθρο 18 του ίδιου κανονισμού ορίζεται ότι «εφόσον η Επιτροπή […] συνάγει ότι το υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων δεν είναι συμβιβάσιμο ή δεν είναι πλέον συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά, εκδίδει σύσταση με την οποία προτείνει κατάλληλα μέτρα στο οικείο κράτος μέλος». Το άρθρο 19 παράγραφος 1 προνοεί ότι αφού το οικείο κράτος μέλος αποδεχθεί τα προταθέντα μέτρα, η Επιτροπή «σημειώνει τη διαπίστωση αυτή» και ενημερώνει σχετικά το κράτος μέλος.

(62)

Η Επιτροπή δεν δημοσίευσε την αποδοχή από μέρους του κάθε κράτους μέλους των μέτρων που είχε προτείνει για την εφαρμογή του κοινοτικού πλαισίου. Για τον λόγο αυτό είναι δύσκολο για την Επιτροπή να αποδείξει ότι οι αποδέκτες ήταν σωστά ενημερωμένοι για την αποδοχή των μέτρων από μέρους της σουηδικής κυβέρνησης, καθώς και για τη συνακόλουθη μεταβολή του χαρακτηρισμού της ενίσχυσης από υφιστάμενη σε νέα ενίσχυση. Ωστόσο, κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης της Επιτροπής για την κίνηση διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 έπρεπε να ήταν σαφές στους αποδέκτες ότι το μέτρο είχε παύσει να θεωρείται υφιστάμενη ενίσχυση και όχι υπήρχε περίπτωση να μη συμβιβάζεται με το κοινοτικό πλαίσιο. Η δημοσίευση εν προκειμένω πραγματοποιήθηκε στις 9 Αυγούστου 2003.

(63)

Επί τη βάσει του συνόλου του ανωτέρω σκεπτικού, η Επιτροπή εξάγει στην παρούσα υπόθεση το συμπέρασμα ότι η τυχόν αξίωση για την επιστροφή των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης περί της κίνησης εξεταστικής διαδικασίας θα αντέβαινε στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφασίζει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 να μην αξιώσει την ανάκτηση των ενισχύσεων για τη χρονική περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 8 Αυγούστου 2003.

(64)

Αντιθέτως, κάθε ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε μετά τις 9 Αυγούστου 2003 είναι επιστρεπτέα.

VI.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(65)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Σουηδία έχει παρανόμως διατηρήσει σε ισχύ χωρίς μεταβολή το νόμο 1994/1776 περί φορολογίας επί της ενέργειας μετά την 1η Ιανουαρίου 2002, κατά παράβαση της υποχρέωσης που απορρέει γι’ αυτήν από το γεγονός ότι απεδέχθη τα σχετικά κατάλληλα μέτρα τα οποία είχε προτείνει η Επιτροπή και κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(66)

Το υπό εξέταση καθεστώς ενισχύσεων συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης.

(67)

Μετά την 1η Ιανουαρίου 2002, η ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό πλαίσιο, ιδίως δε με το σημείο 51.1β) αυτού, καθώς και με όλες τις άλλες εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης ΕΚ. Επειδή δεν υφίσταται κανένας άλλος λόγος στον οποίον να μπορεί να βασισθεί το συμβιβάσιμο του καθεστώτος ενισχύσεων ως έχει, τούτο είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.

(68)

Επιβάλλεται να αξιωθεί η επιστροφή κάθε παρανόμως καταβληθείσας ενίσχυσης κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Στην περίπτωση αυτή, η χρονική περίοδος που λαμβάνεται ως βάση για την ανάκτηση της ενίσχυσης άρχεται την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης της Επιτροπής για την κίνηση διαδικασίας με αντικείμενο την παρούσα υπόθεση δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 και λήγει κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νέου καθεστώτος περί φορολόγησης της ενέργειας. Επομένως, είναι επιστρεπτέα κάθε ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε από τις 9 Αυγούστου 2003 έως τις 30 Ιουνίου 2004.

(69)

Η παρούσα απόφαση αφορά το υπό εξέταση καθεστώς ενισχύσεων και η εφαρμογή της πρέπει να είναι άμεση, ιδίως σε ό,τι αφορά την ανάκτηση κάθε μεμονωμένης ενίσχυσης που έχει χορηγηθεί βάσει του καθεστώτος. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι μία απόφαση σχετικά με δεδομένο καθεστώς ενισχύσεων δεν επηρεάζει την πιθανότητα να κριθεί μία μεμονωμένη ενίσχυση, συνολικά ή εν μέρει, ως συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά με βάση τα ατομικά της χαρακτηριστικά, παραδείγματος χάρη εάν πρόκειται για ατομική ενίσχυση η οποία εμπίπτει στους κανόνες για τις ενισχύσεις de minimis ή σε συνάρτηση με μελλοντική απόφαση της Επιτροπής ή στο πλαίσιο της εφαρμογής καθεστώτος απαλλαγής,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η φοροαπαλλαγή την οποία έχει χορηγήσει η Σουηδία μετά την 1η Ιανουαρίου 2002 βάσει του νόμου 1994/1776 σχετικά με τη φορολογία επί της ενέργειας συνιστά καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που η Σουηδία έχει εφαρμόσει παράνομα κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. Πρόκειται για ενίσχυση η οποία είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά στο μέτρο που οι αποδέκτες της απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής του ελάχιστου ύψους φόρου που καθορίζεται στην οδηγία του Συμβουλίου 2003/96/ΕΚ. Δεδομένου ότι δεν είναι εφαρμοστέος κανένας άλλος λόγος για να θεωρηθεί η ενίσχυση συμβιβάσιμη, η υπό εξέταση ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

Άρθρο 2

Η Σουηδία οφείλει να καταργήσει το καθεστώς ενισχύσεων που μνημονεύεται στο άρθρο 1 στον βαθμό που αυτό εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα.

Άρθρο 3

1.   Η Σουηδία οφείλει να λάβει κάθε μέτρο που είναι απαραίτητο προκειμένου να ανακτηθεί από τους δικαιούχους η ενίσχυση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 1.

2.   Η Σουηδία οφείλει να ματαιώσει την καταβολή κάθε ενίσχυσης της οποίας η καταβολή εκκρεμεί, με ισχύ από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της παρούσας απόφασης.

3.   Η ανάκτηση πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της παρούσας απόφασης.

4.   Οι ενισχύσεις προς ανάκτηση προσαυξάνονται με τους τόκους που υπολογίζονται από την ημερομηνία στην οποία οι ενισχύσεις τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι την ημερομηνία της επιστροφής τους.

5.   Οι τόκοι υπολογίζονται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (22).

Άρθρο 4

Η Σουηδία πληροφορεί την Επιτροπή, εντός διμήνου από την ημερομηνία γνωστοποίησης της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που σχεδιάζει να λάβει ή έχει ήδη λάβει με σκοπό την εφαρμογή της παρούσας απόφασης. Για τον σκοπό αυτό, συμπληρώνει το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο της Σουηδίας.

Βρυξέλλες, 30 Ιουνίου 2004.

Για την Επιτροπή

Mario MONTI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 189 της 9.8.2003, σ. 6.

(2)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(3)  Δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ L 124 της 8.6.1971, σ. 1), ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού, η διορία για την υποβολή τυχόν παρατηρήσεων εξέπνευσε στις 10 Σεπτεμβρίου 2003. Με επιστολή της 15ης Αυγούστου 2003, η οργάνωση των εργοδοτών της Σουηδίας ζήτησε την παράταση της διορίας έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2003, πράγμα που έγινε δεκτό από την Επιτροπή με επιστολή της 9ης Σεπτεμβρίου 2003.

(4)  Η εξαίρεση ισχύει επίσης για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται θερμοκήπια. Η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει χωριστή απόφαση σχετικά με την εξαίρεση που ισχύει για τέτοιου είδους επιχειρήσεις.

(5)  ΕΕ C 37 της 3.2.2001, σ. 3.

(6)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(7)  Π.χ. κρατική ενίσχυση N 255/96 — Σουηδία — «Νόμος σχετικά με τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης επί της ενέργειας» (ΕΕ C 71 της 7.3.1997, σ. 10) και NN 72/A/2000 — Σουηδία — «Παράταση του φορολογικού καθεστώτος για το διοξείδιο του άνθρακα» (ΕΕ C 117 της 21.4.2001, σ. 19).

(8)  ΕΕ L 283 της 31.10.2003, σ. 51· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2004/75/ΕΚ (ΕΕ L 157 της 30.4.2004, σ. 100).

(9)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 2001, στην υπόθεση C-143/99, Adria-Wien Pipeline GmbH και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke GmbH κατά Finanzlandesdirektion für Kärnten, Συλλογή 2001, σ. I-8365.

(10)  Παραδείγματος χάρη, οι σουηδικές αρχές, στην απάντησή τους στην επιστολή της Επιτροπής με ημερομηνία 7 Μαΐου 1996 (D/50485), διαβίβαζαν το πλήρες κείμενο του νόμου περί φορολόγησης της ενέργειας, από το οποίο προέκυπτε με σαφήνεια η πλήρης απαλλαγή από τον φόρο που ίσχυε για την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνει ο μεταποιητικός κλάδος. Επιπλέον επισυνάπτονταν συνοπτικές περιγραφές του μέτρου σε επιστολές της 15ης Απριλίου 1998 και της 31ης Μαΐου 1999, οι οποίες εστάλησαν στην Επιτροπή από τις σουηδικές αρχές.

(11)  Συλλογή της σουηδικής νομοθεσίας (Svensk författningssamling — SFS) 2003:810.

(12)  Βλέπε την υπόθεση N 156/2004 — Σουηδία — «Ενεργειακός φόρος επί της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιεί ο μεταποιητικός κλάδος» (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(13)  Βλέπε επί παραδείγματι την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-143/99, Adria-Wien Pipeline (υποσημείωση 9 της παρούσας απόφασης).

(14)  Βλέπε υπόθεση C-143/99, Adria-Wien Pipeline, σημείο 48.

(15)  Απόφαση 2002/676/ΕΚ, ΕΚΑΧ της Επιτροπής σχετικά με την «εισφορά κλιματικών αλλαγών» στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΕΕ L 229 της 27.8.2002, σ. 15)· ενίσχυση N 449/01 — Γερμανία — «Μεταρρύθμιση του οικολογικού φόρου» (ΕΕ C 137 της 8.6.2002, σ. 24)· ενίσχυση N 74/A/02 — Φινλανδία — «Ενισχύσεις σε επιχειρήσεις υψηλής κατανάλωσης ενέργειας» (ΕΕ C 104 της 30.4.2003, σ. 9) και C 33/2003 (πρώην NN 34/2003) — Αυστρία — «Επιστροφή ενεργειακού φόρου κατά τα έτη 2002 και 2003» (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(16)  Υπόθεση C-143/99, Adria-Wien Pipeline (βλέπε υποσημείωση 9).

(17)  ΕΕ C 34 της 7.2.2002, σ. 13.

(18)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 1987, στην υπόθεση 223/85, Rijn-Schelde-Verolme (RSV) κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4617.

(19)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 1987, στην υπόθεση C-265/85, Van den Bergh και Jurgens BV κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1155, σημείο 44.

(20)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 2002, στην υπόθεση C-242/00, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σελ. I-5603, σημείο 28.

(21)  Υπόθεση C-242/00, Γερμανία κατά Επιτροπής (βλέπε υποσημείωση 20), απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1996, στην υπόθεση C-311/94, IJssel-Vliet, Συλλογή 1996, σ. I-5023, σημεία 36 και 37 και απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2000, στην υπόθεση C-288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-8237, σημεία 62 έως 65.

(22)  ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πληροφορίες σχετικά με τη θέση σε εφαρμογή της απόφασης 2005/468/ΕΚ της Επιτροπής

1.   Συνολικός αριθμός δικαιούχων και συνολικό ποσό των προς ανάκτηση ενισχύσεων

1.1.

Αναφέρατε λεπτομερώς κατά ποίον τρόπο θα υπολογιστεί το ποσό της προς ανάκτηση ενίσχυσης από τον κάθε δικαιούχο:

κεφάλαιο

τόκοι

1.2.

Ποιο είναι το συνολικό ποσό της παράνομα καταβληθείσας ενίσχυσης που πρέπει να ανακτηθεί (ακαθάριστο ισοδύναμο ενίσχυσης, τιμές έτους …), το οποίο έχει χορηγηθεί βάσει του καθεστώτος.

1.3.

Ποιος είναι ο συνολικός αριθμός δικαιούχων από τους οποίους πρέπει να ανακτηθεί παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση βάσει του παρόντος καθεστώτος.

2.   Προβλεπόμενα και ήδη ληφθέντα μέτρα για την ανάκτηση της ενίσχυσης

2.1.

Παρακαλείσθε να αναφέρετε λεπτομερώς τι μέτρα προβλέπονται και τι μέτρα έχουν ληφθεί για την άμεση και αποτελεσματική ανάκτηση της ενίσχυσης. Προσδιορίστε τη νομική βάση των εν λόγω μέτρων.

2.2.

Μέχρι πότε θα έχει ολοκληρωθεί η ανάκτηση;

3.   Πληροφορίες σχετικά με καθέναν από τους δικαιούχους

Στο συνημμένο πίνακα παρακαλείσθε να συμπληρώσετε τα στοιχεία σχετικά με κάθε δικαιούχο από τον οποίο πρέπει να ανακτηθεί παράνομα χορηγηθείσα ενίσχυση στο πλαίσιο του καθεστώτος.

Στοιχεία δικαιούχου

Ποσό της παράνομα χορηγηθείσας ενίσχυσης (1)

Νόμισμα:

Επιστραφέν ποσό (2)

Νόμισμα:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


(1)  Ποσό της τεθείσας στη διάθεση του δικαιούχου ενίσχυσης (σε ακαθάριστα ισοδύναμα επιχορήγησης, τιμές έτους …).

(2)  Ακαθάριστο επιστραφέν ποσό (περιλαμβανομένων των τόκων).


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/31


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Ιουνίου 2005

για τρίτη τροποποίηση της απόφασης 2004/614/ΕΚ σχετικά με μέτρα προστασίας από εξαιρετικά παθογόνο γρίπη των πτηνών στη Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 1863]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/469/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη,

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 91/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, για τον καθορισμό των βασικών αρχών σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των ζώων προέλευσης τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα και περί τροποποίησης των οδηγιών 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ και 90/675/ΕΟΚ (1), και ιδίως το άρθρο 18 παράγραφος 7,

την οδηγία 97/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997, για καθορισμό των αρχών οργάνωσης των κτηνιατρικών ελέγχων των προϊόντων που εισάγονται στην Κοινότητα από τρίτες χώρες (2), και ιδίως το άρθρο 22 παράγραφος 6,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με την απόφαση 2004/614/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Αυγούστου 2004, σχετικά με μέτρα προστασίας από εξαιρετικά παθογόνο γρίπη των πτηνών στη Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής (3), η Επιτροπή θέσπισε μέτρα προστασίας κατά της γρίπης των πτηνών σχετικά με την παθογόνο γρίπη των πτηνών σε σμήνη στρουθιονίδων στη Νότια Αφρική.

(2)

Τον Δεκέμβριο του 2004, η Επιτροπή έλαβε πληροφορίες από την Νότιο Αφρική ότι η κατάσταση της νόσου σε σμήνη στρουθιονιδίων είχε βελτιωθεί. Εντούτοις, η πληροφορία αυτή δεν επέτρεψε στην Επιτροπή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η νόσος είχε ελεγχθεί αποτελεσματικά. Από τη Νότιο Αφρική δεν ελήφθησαν περαιτέρω πληροφορίες και η παρούσα κατάσταση ως προς τη νόσο είναι ασαφής.

(3)

Υπό τις συνθήκες αυτές ενδείκνυται η παράταση της εφαρμογής της απόφασης 2004/614/ΕΚ επί έξι μήνες ακόμη. Η εν λόγω απόφαση, δύναται, εντούτοις, να επανεξετασθεί πριν από το τέλος της εξαμήνου περιόδου ανάλογα με τις ενδεχόμενες περαιτέρω πληροφορίες που θα παρασχεθούν από τη Νότιο Αφρική.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης 2004/614/ΕΚ, η ημερομηνία «30 Ιουνίου 2005» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2005».

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 268 της 24.9.1991, σ. 56· οδηγία όπως τροποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(2)  ΕΕ L 24 της 30.1.1998, σ. 9· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1)· διορθωμένη έκδοση (ΕΕ L 191 της 28.5.2004, σ. 1).

(3)  ΕΕ L 275 της 25.8.2004, σ. 20· απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 2005/210/ΕΚ (ΕΕ L 68 της 15.3.2005, σ. 43).


25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/32


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 24ης Ιουνίου 2005

για περάτωση της διαδικασίας εξέτασης όσον αφορά την πειρατεία κοινοτικών φωνογραφικών εγγραφών στην Ταϊλάνδη και τις επιπτώσεις της στο κοινοτικό εμπόριο φωνογραφικών εγγραφών

(2005/470/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3286/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, που καθορίζει κοινοτικές διαδικασίες στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής για να διασφαλιστεί η άσκηση των δικαιωμάτων της Κοινότητας στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς εμπορίου, ιδίως αυτών που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 5 Ιουνίου 1991, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2641/84 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1984, για την ενίσχυση της κοινής εμπορικής πολιτικής, ιδίως στον τομέα της άμυνας κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών (2) από το Ευρωπαϊκό Γραφείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φωνογραφικής και Μαγνητοσκοπικής Βιομηχανίας (IFPI), που εκπροσωπεί σχεδόν όλους τους παραγωγούς φωνογραφικών εγγραφών στην Κοινότητα.

(2)

Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της καταγγελίας, η πειρατεία κοινοτικών φωνογραφικών εγγραφών ασκείται σε μεγάλη κλίμακα στην Ταϊλάνδη και προκαλεί ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, ειδικότερα επηρεάζοντας τις εξαγωγές κοινοτικών φωνογραφικών εγγραφών στην Ταϊλάνδη καθώς και σε άλλες τρίτες αγορές.

(3)

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η καταγγελία περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να δικαιολογηθεί η έναρξη διαδικασίας εξέτασης. Σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (3).

(4)

Μετά την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέτασε τα πραγματικά και νομικά γεγονότα και, στις 20 Φεβρουαρίου 1992, υπέβαλε έκθεση εξέτασης στη συμβουλευτική επιτροπή. Από την εξέταση διαπιστώθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, και κυρίως λόγω της αδυναμίας των αρχών της Ταϊλάνδης να εφαρμόσουν αποτελεσματικά την τότε ισχύουσα νομοθεσία της Ταϊλάνδης για την πνευματική ιδιοκτησία, το επίπεδο πειρατείας φωνογραφικών εγγραφών (διεθνούς ρεπερτορίου) έφθασε περίπου το 90 % και ότι η κατάσταση αυτή προκάλεσε σημαντική ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής κυρίως υπό μορφή απώλειας πωλήσεων στην αγορά της Ταϊλάνδης (καθώς και σε ορισμένες άλλες τρίτες αγορές).

(5)

Η Επιτροπή διεξήγαγε στη συνέχεια διαβουλεύσεις με τις αρχές της Ταϊλάνδης που οδήγησαν στη δέσμευση της κυβέρνησης της Ταϊλάνδης, τον Σεπτέμβριο του 1992, να περιορίσει την πειρατεία φωνογραφικών εγγραφών της ΕΚ σε αμελητέα επίπεδα εντός του συντομότερου δυνατού χρονικού διαστήματος και, σε πρώτο στάδιο, να επιτύχει σημαντική μείωση εντός ενός έτους. Ο νέος νόμος της Ταϊλάνδης για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας άρχισε να ισχύει στις 21 Μαρτίου 1995. Ο νόμος αυτός εισήγαγε πολυάριθμες διατάξεις που αποσκοπούν στην απλοποίηση των δράσεων κατά των πειρατών και περιλαμβάνουν τα αναγκαία αποτρεπτικά μέτρα κατά των πιθανών καθώς και των πραγματικών παραβατών, κυρίως μέσω αυστηρότερων κυρώσεων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 96/40/ΕΚ (4) για την αναστολή της διαδικασίας εξέτασης και τη συνέχιση της στενής παρακολούθησης της κατάστασης.

(6)

Η Επιτροπή εξέτασε και πάλι τα πραγματικά και νομικά γεγονότα και, στις 29 Μαΐου 2002, 13 Οκτωβρίου 2003 και 29 Ιουνίου 2004, υπέβαλε στη συμβουλευτική επιτροπή τρεις εκθέσεις εξέτασης. Από τις εκθέσεις αυτές προέκυψε ότι η Ταϊλάνδη έλαβε μέτρα για την ουσιαστική μείωση του επιπέδου πειρατείας φωνογραφικών εγγραφών, όπως ο νόμος που θέσπισε το Κοινοβούλιο της Ταϊλάνδης για τα οπτικά μέσα, η αυστηρή παρακολούθηση της επιβολής των μέτρων που προβλέπονται για τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη μουσική πειρατεία, ο στενότερος συντονισμός μεταξύ των διαφόρων αρχών της Ταϊλάνδης που είναι υπεύθυνες για την καταπολέμηση της μουσικής πειρατείας και μεταξύ των αρχών της Ταϊλάνδης και των ενώσεων της μουσικής βιομηχανίας, καθώς και η διοργάνωση δημόσιων εκστρατειών για την ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με τις δυσμενείς επιπτώσεις της πειρατείας.

(7)

Παρά τις πρωτοβουλίες αυτές, η πειρατεία φωνογραφικών εγγραφών (διεθνούς ρεπερτορίου) εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στην Ταϊλάνδη, και πολλές πειρατικές φωνογραφικές εγγραφές συνεχίζουν να εξάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα συνεχιζόμενα αυτά προβλήματα μπορούν, ωστόσο, να αντιμετωπισθούν σε άλλα πλαίσια καλύτερα απ’ ό,τι με έρευνα βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3286/94.

(8)

Για την περαιτέρω μείωση της πειρατείας κοινοτικών φωνογραφικών εγγραφών στην Ταϊλάνδη πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες στο πλαίσιο των μόνιμων διμερών και περιφερειακών ρυθμίσεων συνεργασίας μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Κοινότητας.

(9)

Μέτρα για την αντιμετώπιση της πειρατείας μπορούν να εφαρμοσθούν επίσης στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας εταιρικής σχέσης και συνεργασίας μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Κοινότητας.

(10)

Η Κοινότητα μπορεί επίσης, στο πλαίσιο προγραμμάτων οικονομικής στήριξης, να συνεχίσει να στηρίζει τις προσπάθειες βελτίωσης της τεχνικής ικανότητας των αρχών της Ταϊλάνδης για την καταπολέμηση της πειρατείας φωνογραφικών εγγραφών.

(11)

Οι προσπάθειες που καταβάλλει η Ταϊλάνδη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων πειρατείας κοινοτικών φωνογραφικών εγγραφών μπορούν να παρακολουθούνται στο πλαίσιο των μηχανισμών που προβλέπονται στην ανακοίνωση για τη στρατηγική για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στις τρίτες χώρες (5).

(12)

Συνεπώς, είναι σκόπιμο να περατωθεί η διαδικασία εξέτασης.

(13)

Τα μέτρα που προβλέπει η παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο μόνο

Περατώνεται η διαδικασία εξέτασης όσον αφορά την πειρατεία κοινοτικών φωνογραφικών εγγραφών στην Ταϊλάνδη και τις επιπτώσεις της στο κοινοτικό εμπόριο φωνογραφικών εγγραφών.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2005.

Για την Επιτροπή

Peter MANDELSON

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 349 της 31.12.1994, σ. 71· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 356/95 (ΕΕ L 41 της 23.2.1995, σ. 3).

(2)  ΕΕ L 252 της 20. 9. 1984, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 522/94 (ΕΕ L 66 της 10.3.1994, σ. 10).

(3)  ΕΕ C 189 της 20.7.1991, σ. 26.

(4)  ΕΕ L 11 της 16.1.1996, σ. 7.

(5)  ΕΕ C 129 της 26.5.2005, σ. 3.


Διορθωτικά

25.6.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 165/34


Διορθωτικό στην απόφαση 2005/465/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2005, για τη διάθεση στην αγορά, σύμφωνα με την οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, προϊόντος ελαιοκράμβης (Brassica napus L., σειρά GT73) γενετικώς τροποποιημένης, προκειμένου να της προσδοθεί ανοχή στο φυτοφάρμακο glyphosate

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 164 της 24ης Ιουνίου 2005 )

Η δημοσίευση της απόφασης 2005/465/ΕΚ πρέπει να θεωρείται άκυρη.