ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 85

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

48ό έτος
2 Απριλίου 2005


Περιεχόμενα

 

II   Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση

Σελίδα

 

 

Επιτροπή

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 30 Μαρτίου 2004, για το καθεστώς ενίσχυσης που σχεδιάζει να εφαρμόσει το Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με τη μεταρρύθμιση της φορολογίας εταιρειών της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 929]  ( 1 )

1

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 20 Απριλίου 2004, σχετικά με την ενίσχυση που έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ της Coopérative d'exportation du livre français (CELF) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2004) 1361]  ( 1 )

27

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 4 Μαρτίου 2005, με την οποία επιτρέπεται στα κράτη μέλη να εκδώσουν ορισμένες παρεκκλίσεις σύμφωνα με την οδηγία 94/55/EΚ που αφορούν τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 440]  ( 1 )

58

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση

Επιτροπή

2.4.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 85/1


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 30 Μαρτίου 2004

για το καθεστώς ενίσχυσης που σχεδιάζει να εφαρμόσει το Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με τη μεταρρύθμιση της φορολογίας εταιρειών της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 929]

(Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/261/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (1) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με την επιστολή της 12 Αυγούστου 2002, που καταχωρίστηκε στις 19 Αυγούστου [SG(2002) A/8328)], το Ηνωμένο Βασίλειο κοινοποίησε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, τη μεταρρύθμιση της φορολογίας εταιρειών της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ (στο εξής «μεταρρύθμιση»).

(2)

Στις 16 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με τη μεταρρύθμιση [C(2002) 3734]. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 18 Οκτωβρίου 2002 [SG(2002) D/232221]. Μετά από παράταση της προθεσμίας, το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησε με επιστολή στις 16 Δεκεμβρίου 2002 (A/39214).

(3)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το εν λόγω μέτρο (2). Παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από την ισπανική συνομοσπονδία επιχειρηματικών οργανώσεων (Confederación Española de Organizaciones Empresariales) στις 30 Δεκεμβρίου 2002 (A/39469), από την εκτελεστική αρχή των Νήσων Åland της Φινλανδίας (Ålands Landskapsstyrelse) στις 2 Ιανουαρίου 2003 (A/30002), από την ισπανική κυβέρνηση στις 2 και 3 Ιανουαρίου 2003 (A/30003 και A/30018) και, τέλος, από την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ στις 3 Ιανουαρίου 2003 (A/30011). Οι εν λόγω παρατηρήσεις διαβιβάστηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, που απάντησε με επιστολή του στις 13 Φεβρουαρίου 2003 (A/31313).

II.   ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

(4)

Η περιγραφή που ακολουθεί λαμβάνει υπόψη τις τροποποιήσεις στην προτεινόμενη μεταρρύθμιση, στις οποίες προέβη η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ ως απάντηση στην κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Οι εν λόγω τροποποιήσεις εκτίθενται στην επιστολή του Ηνωμένου Βασιλείου, στις 16 Δεκεμβρίου 2002, και συνοψίζονται στη συνέχεια στις παραγράφους 27 έως 30.

(5)

Ο δηλωθείς στόχος της μεταρρύθμισης είναι να εφαρμοστεί ένα νέο γενικό καθεστώς φορολογίας εταιρειών το οποίο δεν θα εμπεριέχει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης, να παρασχεθεί ασφάλεια δικαίου στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο Γιβραλτάρ και να διασφαλισθούν επαρκή έσοδα για την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ από τη φορολογία των εταιρειών. Η μεταρρύθμιση αποσκοπεί επίσης στη συμμόρφωση προς τον κώδικα δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων της ΕΕ (3) (στο εξής «κώδικας δεοντολογίας») και προς την έκθεση του ΟΟΣΑ σχετικά με τον επιζήμιο φορολογικό ανταγωνισμό (4). Σύμφωνα με την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ, ουσιώδες στοιχείο της μεταρρύθμισης αποτελεί η γενική κατάργηση της φορολογίας επί των κερδών των εταιρειών, με την εξαίρεση της συμπληρωματικής φορολόγησης των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Η πρόταση μεταρρύθμισης βασίζεται στην πλήρη εξάλειψη οιασδήποτε διάκρισης ανάμεσα σε οικονομικές δραστηριότητες με έδρα το Γιβραλτάρ ή μη ή ανάμεσα σε οικονομικές δραστηριότητες εντός ή εκτός του Γιβραλτάρ, δηλαδή στην κατάργηση των διατάξεων περί δραστηριοτήτων πλήρων αποκομμένων από την εγχώρια οικονομία. Η νομοθεσία περί απαλλασσόμενων εταιρειών και εταιρειών ειδικού φορολογικού καθεστώτος καταργείται. Με τον τρόπο αυτό, αίρεται η επίσημη διάκριση ανάμεσα στη λεγόμενη εξωχώρια και την εγχώρια οικονομία.

(6)

Το γενικό φορολογικό σύστημα που καθιερώνεται με τη μεταρρύθμιση συνίσταται σε φόρο μισθωτών υπηρεσιών, φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων των επιχειρήσεων και σε ετήσιο τέλος εγγραφής στο μητρώο εταιρειών, το οποίο ισχύει για όλες τις εταιρείες του Γιβραλτάρ. Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ εκτιμά ότι τα τρέχοντα έσοδά της από τη φορολογία εταιρειών, ύψους 13,7 εκατ. λίρες στερλίνες (GBP) (περίπου 20 εκατ. ευρώ), τα οποία είναι πολύ περιορισμένα πλην όμως ζωτικής σημασίας, καθώς αντιπροσωπεύουν ποσοστό 9,25 % των συνολικών εσόδων της κυβέρνησης, θα διατηρηθούν σε μεγάλο βαθμό με το νέο σύστημα που βασίζεται στους τρεις προαναφερθέντες φόρους στους οποίους υπόκεινται όλες οι εταιρείες του Γιβραλτάρ. Αναλογικά, τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων ανέρχονται σε 53,6 εκατ. GBP (περίπου 77 εκατ. ευρώ) και αντιστοιχούν σε ποσοστό 36,3 % των εσόδων. Τα έσοδα από τη συμπληρωματική φορολόγηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών θα είναι περιορισμένα, αλλά θα αντισταθμίσουν τυχόν απώλεια εσόδων από τη φορολογία επιχειρήσεων στο πλαίσιο του γενικού συστήματος.

(7)

Η μεταρρύθμιση θα εφαρμοστεί μέσω:

του Companies (Payroll Tax) Ordinance [διάταγμα περί εταιρειών (φόρος μισθωτών υπηρεσιών)]·

του Companies (Annual Registration Fee) Ordinance [διάταγμα περί εταιρειών (ετήσιο τέλος εγγραφής στο μητρώο εταιρειών)]·

του Rates Ordinance [διάταγμα περί τελών]·

του Companies (Taxation of Designated Activities) Ordinance [διάταγμα περί εταιρειών (φορολόγηση δραστηριοτήτων ειδικού φορολογικού καθεστώτος)].

(8)

Η νομοθεσία θα εφαρμοστεί από την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ αφού ψηφιστεί από το κοινοβούλιο του Γιβραλτάρ (House of Assembly). Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, τίθεται άμεσα σε ισχύ η κατάργηση των Companies Taxation & Concessions Ordinance [διάταγμα περί φορολογίας των εταιρειών και φορολογικών ελαφρύνσεων, η λεγόμενη νομοθεσία περί απαλλασσόμενων εταιρειών] και Income Tax (Qualifying Companies) Regulations [κανονισμός σχετικά με το φόρο εισοδήματος (εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος), η λεγόμενη νομοθεσία περί εταιρειών ειδικού φορολογικού καθεστώτος]. Το διάταγμα περί φόρου εισοδήματος θα τροποποιηθεί, ώστε να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν δεόντως όλες οι διατάξεις που προβλέπουν επιβάρυνση των εταιρειών με φόρο εισοδήματος.

(9)

Υπεύθυνος για την εποπτεία θα είναι ο αρμόδιος επίτροπος του Γιβραλτάρ για θέματα φορολογίας εισοδήματος. Όλες οι εταιρείες του Γιβραλτάρ θα υποχρεούνται να δημοσιεύουν λογαριασμούς και να τους καταθέτουν στο μητρώο εταιρειών σύμφωνα με την τέταρτη και την έβδομη οδηγία για το κοινοτικό εταιρικό δίκαιο. Όλες οι εταιρείες που φορολογούνται στο Γιβραλτάρ θα υποχρεούνται να καταθέτουν φορολογικούς ισολογισμούς στον επίτροπο, ενώ θα ληφθούν αυστηρά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις εν λόγω υποχρεώσεις. Θα συσταθεί στο Γιβραλτάρ δικαστήριο που θα ασχολείται ειδικά με ζητήματα φορολογίας εταιρειών, το οποίο θα αποκαλείται Companies Taxation of Designated Activities Tribunal. Τέτοιου είδους δικαστήριο δεν υπήρχε μέχρι σήμερα. Οι αρμοδιότητές του θα αφορούν ενστάσεις και άλλα ζητήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας. Επίσης, το δικαστήριο θα μπορεί να υποχρεώνει μια εταιρεία να προσκομίζει προς έλεγχο βιβλία, λογαριασμούς, καταστάσεις εργαζομένων ή άλλα έγγραφα τα οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, περιέχουν ή ενδέχεται να περιέχουν πληροφορίες που συνδέονται με το αντικείμενο της δίκης.

(10)

Η φορολόγηση των κερδών αντικαθίσταται από ένα γενικό φόρο μισθωτών υπηρεσιών, βάσει του οποίου όλες οι εταιρείες του Γιβραλτάρ επιβαρύνονται ετησίως με το ποσό των 3 000 GBP ανά εργαζόμενο. Κάθε «εργοδότης» στο Γιβραλτάρ θα υποχρεούται να καταβάλλει φόρο μισθωτών υπηρεσιών για τον συνολικό αριθμό των «απασχολούμενων στο Γιβραλτάρ» με σχέση πλήρους ή μερικής απασχόλησης «εργαζομένων». Οι κύριοι όροι που χρησιμοποιούνται ορίζονται ως εξής:

ως «εργοδότης» νοείται οιαδήποτε εταιρεία συστήνεται ή εγγράφεται στο μητρώο εταιρειών δυνάμει οιουδήποτε ισχύοντος νόμου στο Γιβραλτάρ και καταβάλλει μισθούς για λογαριασμό της ή καταβάλλει αμοιβές σε οιοδήποτε άτομο για υπηρεσία ή υπηρεσίες που παρέχονται από κατά τεκμήριο εργαζόμενο,

ως «εργαζόμενος» νοείται οιοδήποτε άτομο στο οποίο είναι καταβλητέοι ή καταβάλλονται μισθοί, περιλαμβανομένων των διευθυντών, εκτός των διευθυντών οι οποίοι ασκούν αποκλειστικά διευθυντικά καθήκοντα, και του προσωπικού μερικής ή ευκαιριακής απασχόλησης,

Ως «απασχολούμενος στο Γιβραλτάρ» νοείται οιοσδήποτε εργαζόμενος απασχολείται στο Γιβραλτάρ και εργάζεται εντός του Γιβραλτάρ ή από το Γιβραλτάρ ή με έδρα το Γιβραλτάρ.

(11)

Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την πάταξη της φοροαποφυγής, προκειμένου να εξαλειφθεί οιαδήποτε δυνατότητα κατάχρησης. Για το λόγο αυτό, εισάγεται η έννοια του «κατά τεκμήριο εργαζομένου» και κανόνες για τους εργαζόμενους που ενδέχεται να εκτελούν έργο εκτός Γιβραλτάρ. Η συνδυαστική χρήση των όρων «εργαζόμενος» και «απασχολούμενος στο Γιβραλτάρ» αποσκοπεί στην κάλυψη, ουσιαστικά, όλων των εργαζομένων με φυσική παρουσία στο Γιβραλτάρ. Σύμφωνα με το Ηνωμένο Βασίλειο, 10 100 εργαζόμενοι σε σύνολο 14 000 εργαζομένων στο Γιβραλτάρ απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα.

(12)

Όλες οι εταιρείες που διαθέτουν κτιριακές εγκαταστάσεις στο Γιβραλτάρ θα καταβάλλουν φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων με συντελεστή ο οποίος θα αντιστοιχεί σε ποσοστό της οφειλής τους από το γενικό φόρο ακινήτων που επιβάλλεται στο Γιβραλτάρ (επί του παρόντος ο συντελεστής αναμένεται να αντιστοιχεί στο 100 %).

(13)

Το ανώτατο ποσοστό επιβάρυνσης από τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών και τον φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων θα ανέρχεται συνδυαστικά σε 15 % επί των κερδών. Συνεπώς, οι εταιρείες θα καταβάλλουν φόρο μισθωτών υπηρεσιών και φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων μόνον εφόσον έχουν κέρδη, αλλά το συνολικό ποσό των φόρων δεν θα υπερβαίνει το 15 % των κερδών.

(14)

Η συντριπτική πλειονότητα των εταιρειών του Γιβραλτάρ θα υπόκειται μόνο στο φόρο μισθωτών υπηρεσιών και στο φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων. Σύμφωνα με την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ, δεν είναι δυνατό να υπολογιστεί ο αριθμός των εταιρειών του Γιβραλτάρ των οποίων οι οφειλές από φόρο μισθωτών υπηρεσιών και φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων θα υπερβαίνουν το 15 % των κερδών και οι οποίες, ως αποτέλεσμα του ανώτατου ορίου, θα καταβάλλουν φόρο που θα αντιστοιχεί στο 15 % των κερδών, καθώς τα κέρδη κυμαίνονται ανά έτος και εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε εταιρείας.

(15)

Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ θα αντικαταστήσει τα τέλη που καταβάλλουν σήμερα οι εταιρείες του Γιβραλτάρ (ύψους περίπου 40 GBP ετησίως) με ένα τέλος εγγραφής στο μητρώο εταιρειών που θα ισχύει για όλες τις εταιρείες του Γιβραλτάρ, ύψους 150 GBP ετησίως για τις μη κερδοσκοπικές εταιρείες και 300 GBP ετησίως για τις κερδοσκοπικές εταιρείες.

(16)

Ορισμένες δραστηριότητες ειδικού φορολογικού καθεστώτος, συγκεκριμένα η παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, θα υπόκεινται σε συμπληρωματικό ή πρόσθετο φόρο επί των κερδών που προέρχονται από αυτές. Οι αντίστοιχοι συμπληρωματικοί φόροι θα ισχύουν μόνο για τα κέρδη που προέρχονται από τις εν λόγω δραστηριότητες. Το Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμά ότι, από τις περίπου 29 000 εταιρείες του Γιβραλτάρ, 179 θα υπόκεινται σε συμπληρωματικό φόρο παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και 23 σε συμπληρωματικό φόρο παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

(17)

Στον ορισμό των δραστηριοτήτων παροχής «χρηματοοικονομικών υπηρεσιών» περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:

πιστωτικά ιδρύματα,

εταιρείες δανεισμού,

εταιρείες επενδύσεων, χρηματιστές, μεσίτες, σύμβουλοι ή διαχειριστές επενδύσεων,

πράκτορες ασφαλειών ζωής και συλλογικών επενδύσεων,

διαχειριστές ή θεματοφύλακες συλλογικών επενδύσεων,

ασφαλιστές, ασφαλιστικοί πράκτορες ή διαχειριστές ασφαλειών,

επαγγελματίες καταπιστευματοδόχοι,

διαχειριστές εταιρειών,

γραφεία αγοραπωλησίας συναλλάγματος,

ορκωτοί λογιστές.

Στον ορισμό των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών περιλαμβάνονται επίσης οι εταιρείες παροχής συμβουλών ή υπηρεσιών για χρηματοοικονομικά, νομικά, φοροτεχνικά ή λογιστικά θέματα.

(18)

Στον ορισμό των δραστηριοτήτων παροχής «υπηρεσιών κοινής ωφέλειας» περιλαμβάνεται η παροχή υπηρεσιών, εξοπλισμού ή εγκαταστάσεων στους ακόλουθους τομείς:

τηλεπικοινωνίες (φωνητική τηλεφωνία, επικοινωνία μέσω τηλεομοιοτυπίας, ανταλλαγή και διαβίβαση δεδομένων, υπηρεσίες επανάκλησης και μεταφοράς κλήσης),

ηλεκτροδότηση (παραγωγή, διανομή και παροχή ηλεκτρικού ρεύματος),

ύδρευση (παραγωγή, εισαγωγή/εξαγωγή, προμήθεια πόσιμου ή αλμυρού νερού),

αποχέτευση (παροχή, λειτουργία, διαχείριση, συντήρηση, επισκευή, αντικατάσταση, τροποποίηση, αποκατάσταση, αντικατάσταση, ανακαίνιση αποχετευτικών αγωγών και διάθεση/επεξεργασία λυμάτων),

πετρέλαιο (συλλογή, παραγωγή, εισαγωγή/εξαγωγή, βελτίωση επεξεργασίας, άντληση, αποθήκευση, διανομή και προμήθεια πετρελαίου εξωτερικής καύσης).

(19)

Οι εταιρείες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, επιπλέον των φόρων μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων, θα επιβαρύνονται με συμπληρωματικό φόρο ύψους 8 % επί των κερδών που προέρχονται από παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (τα οποία θα υπολογίζονται σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα). Ο φόρος τον οποίο θα καταβάλλουν ετησίως οι εταιρείες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από φόρο μισθωτών υπηρεσιών, φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων και συμπληρωματικό φόρο δεν μπορεί να υπερβαίνει, συνολικά, ποσοστό 15 % των κερδών.

(20)

Οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, επιπλέον του φόρου μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων, θα επιβαρύνονται με συμπληρωματικό φόρο ύψους 35 % επί των κερδών που προέρχονται από παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (τα οποία θα υπολογίζονται σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα). Για τις εταιρείες αυτές, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων θα μπορεί να εκπίπτει από την υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικού φόρου. Παρότι και οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας θα καταβάλλουν ετησίως κατ' ανώτατο όριο συνολικό φόρο ύψους 15 % των κερδών από φόρο μισθωτών υπηρεσιών και φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων, με την εφαρμογή του συμπληρωματικού φόρου για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας θα διασφαλίζεται ότι οι εταιρείες αυτές θα καταβάλλουν πάντα φόρο ίσο με το 35 % των κερδών.

(21)

Η υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικού φόρου θα καθορίζεται βάσει των δραστηριοτήτων. Για τις δραστηριότητες χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας θα ισχύουν οι ίδιοι κανόνες. Αντιστοίχως, για τις επιχειρήσεις μεικτής μορφής:

οι εταιρείες που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και γενικές δραστηριότητες θα φορολογούνται για τα κέρδη που προέρχονται από τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας με συντελεστή 35 %,

οι εταιρείες που ασκούν δραστηριότητες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και γενικές δραστηριότητες θα φορολογούνται για τα κέρδη που προέρχονται από τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες με συντελεστή 8 %,

οι εταιρείες που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών θα φορολογούνται για τα κέρδη που προέρχονται από τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας με συντελεστή 35 % και για τα κέρδη που προέρχονται από τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες με συντελεστή 8 %.

(22)

Η ίδια διάκριση θα ισχύει όσον αφορά τα μη δεδουλευμένα έσοδα, δηλαδή οιαδήποτε κέρδη εταιρειών μεικτής μορφής προέρχονται από μισθώματα, δικαιώματα εκμετάλλευσης, ασφάλιστρα ή άλλα κέρδη από έγγειες προσόδους στο Γιβραλτάρ, μερίσματα, τόκους ή προεξοφλήσεις. Τα εν λόγω μη δεδουλευμένα έσοδα θα φορολογούνται συμπληρωματικά με συντελεστή 8 % ή 35 %, ανάλογα με το ποσοστό στο οποίο αντιστοιχούν τα έσοδα ή κέρδη από την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας επί του συνόλου των εσόδων ή κερδών από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρείας.

(23)

Βάσει του νόμου περί τελών, προβλέπονται απαλλαγές για ορισμένες εγκαταστάσεις. Στις απαλλασσόμενες εγκαταστάσεις περιλαμβάνονται δικαστήρια, ναοί, κοιμητήρια, δημόσιοι κήποι, εγκαταλελειμμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις πολιτικής άμυνας, φάροι και το Μουσείο του Γιβραλτάρ. Συνεπώς, οι εγκαταστάσεις αυτές απαλλάσσονται από τον επιπρόσθετο φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων. Οι αρχές του Γιβραλτάρ μπορούν επίσης να προβαίνουν σε περικοπή ή μείωση οιουδήποτε γενικού τέλους εφόσον είναι «προς όφελος της ανάπτυξης του Γιβραλτάρ».

(24)

Τόσο ο νόμος περί εταιρειών (φόρος μισθωτών υπηρεσιών) όσο και ο νόμος περί εταιρειών (φορολόγηση δραστηριοτήτων ειδικού φορολογικού καθεστώτος) θεσπίζουν κανόνες για τον υπολογισμό των εσόδων και των κερδών. Οι κανόνες αυτοί είναι αναγκαίοι για την εφαρμογή του ανώτατου ορίου του 15 % για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, καθώς και για τον προσδιορισμό του συμπληρωματικού φόρου για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και δραστηριότητες. Τα κέρδη υπολογίζονται σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα του Ηνωμένου Βασιλείου όπως τροποποιήθηκαν για την περίπτωση του Γιβραλτάρ από την ένωση οργανισμών ορκωτών λογιστών του Γιβραλτάρ (Gibraltar Society of Chartered and Certified Accountancy Bodies).

(25)

Από τον υπολογισμό των κερδών εξαιρούνται κεφαλαιουχικά κέρδη και ζημίες.

(26)

Από τον υπολογισμό των κερδών εκπίπτουν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες κεφαλαιουχικές εκπτώσεις:

για κέντρα διασκέδασης, μύλους, βιομηχανίες και άλλες εγκαταστάσεις, 4 % ετησίως,

για εργοστασιακές εγκαταστάσεις και μηχανολογικό εξοπλισμό, έως και 30 000 GBP για το πρώτο έτος κατά το οποίο εγγράφονται οι δαπάνες (έως και 50 000 GBP για εξοπλισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών), και 33 % του υπολοίπου για τα επόμενα έτη.

(27)

Ως απάντηση στην κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας για κρατικές ενισχύσεις, η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ προέβη στις ακόλουθες τροποποιήσεις της προτεινόμενης φορολογικής μεταρρύθμισης.

(28)

Οι διατάξεις περί ανωτάτου ορίου συνολικών οφειλών, ύψους 500 000 GBP, από φόρο μισθωτών υπηρεσιών, φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων και, κατά περίπτωση, συμπληρωματικό φόρο 8 % στις δραστηριότητες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, αφαιρέθηκαν. Η κατάργηση του ανώτατου ορίου θα συνοδευτεί από μείωση του συμπληρωματικού φόρου για τις εταιρείες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από 8 % των κερδών σε ενιαίο ποσοστό, το οποίο προς το παρόν δεν έχει προσδιοριστεί, αλλά θα κυμαίνεται μεταξύ 4 % και 6 %.

(29)

Η διάταξη που προέβλεπε απαλλαγή από τέλη συγκεκριμένων εγκαταστάσεων στο Upper Rock του Γιβραλτάρ (και συνεπώς απαλλαγή από φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων) αφαιρέθηκε.

(30)

Οι διατάξεις περί εξαίρεσης των ακόλουθων κατηγοριών εισοδημάτων από τον υπολογισμό των κερδών αφαιρέθηκαν:

οιοσδήποτε τόκος εισπράττεται από οιαδήποτε φορολογούμενη εταιρεία από δάνειο αυτής σε οιοδήποτε πρόσωπο για τον σκοπό της χρηματοδότησης επενδύσεων σε αναπτυξιακά έργα που αποσκοπούν στην προαγωγή της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης του Γιβραλτάρ, εφόσον οι όροι του δανείου εγκρίθηκαν για τον σκοπό αυτό, εγγράφως, από τις αρχές του Γιβραλτάρ,

τόκος που καταβάλλεται για οιοδήποτε δάνειο από το Ενοποιημένο Ταμείο (ήτοι από δημόσια κονδύλια του Γιβραλτάρ) από την ημερομηνία και μέχρι το ύψος που προσδιορίζεται από έγκριση χορηγούμενη από τις αρχές του Γιβραλτάρ.

III.   ΛΟΓΟΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

(31)

Κατά την αξιολόγηση των στοιχείων που υπέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο στην κοινοποίηση, η Επιτροπή θεώρησε ότι αρκετά χαρακτηριστικά της προτεινόμενης μεταρρύθμισης ενδέχεται να παρέχουν πλεονέκτημα στις εταιρείες του Γιβραλτάρ. Ειδικότερα:

το σύστημα στο σύνολό του θα παρέχει πλεονέκτημα στις εταιρείες του Γιβραλτάρ έναντι των εταιρειών του Ηνωμένου Βασιλείου (περιφερειακή επιλεκτικότητα),

η κερδοφορία ως προαπαιτούμενο για την καταβολή φόρου μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων θα παρέχει πλεονέκτημα στις μη κερδοφόρες εταιρείες,

το ανώτατο όριο του 15 % στις οφειλές από φόρους μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων θα παρέχει πλεονέκτημα στις εταιρείες στις οποίες εφαρμόζεται,

το ανώτατο όριο των 500 000 GBP στις οφειλές από φόρους μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων θα παρέχει πλεονέκτημα στις εταιρείες στις οποίες εφαρμόζεται,

ορισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά της μεταρρύθμισης ενδέχεται να συνιστούν κρατική ενίσχυση (κάποιες απαλλαγές από τέλη/φόρο ακινήτων και εξαιρέσεις συγκεκριμένων εσόδων από τόκους από τον υπολογισμό των κερδών).

(32)

Επίσης, η Επιτροπή έκρινε ότι τα πλεονεκτήματα αυτά θα παρέχονται με κρατικούς πόρους, θα επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και θα είναι επιλεκτικά. Η Επιτροπή έκρινε, επίσης, ότι δεν έχει εφαρμογή καμία εξαίρεση από τη γενική απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης ΕΚ. Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή διατύπωσε αμφιβολίες για το κατά πόσον το μέτρο συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και, ως εκ τούτου, αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

(33)

Οι παρατηρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.

(34)

Οι ενστάσεις της Επιτροπής σχετικά με την προτεινόμενη μεταρρύθμιση, όπως περιγράφονται στην απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας για κρατικές ενισχύσεις, βασίζονται στην ιδιαιτερότητα και συνοψίζονται σε έξι σημεία:

το γεγονός ότι οι εταιρείες φορολογούνται μόνον εφόσον έχουν κέρδη παρέχει πλεονέκτημα στις μη κερδοφόρες εταιρείες έναντι των κερδοφόρων,

το ανώτατο όριο του 15 % των κερδών ευνοεί τις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται, καθώς μειώνει τη φορολογική τους επιβάρυνση από φόρο μισθωτών υπηρεσιών, φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων και, κατά περίπτωση, συμπληρωματικό φόρο για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες,

το ανώτατο όριο των 500 000 GBP ευνοεί τις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται, καθώς μειώνει τη φορολογική τους επιβάρυνση από φόρο μισθωτών υπηρεσιών, φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων και, κατά περίπτωση, συμπληρωματικό φόρο για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες,

η απαλλαγή συγκεκριμένων ακινήτων στο Upper Rock παρέχει φορολογικό πλεονέκτημα στις εκεί εγκατεστημένες επιχειρήσεις,

οι δύο διατάξεις που προβλέπουν την εξαίρεση των τόκων συγκεκριμένων δανείων από τον υπολογισμό των κερδών βάσει των κανόνων περί φορολογίας εταιρειών παρέχουν πλεονέκτημα σε συγκεκριμένες εταιρείες,

αρκετά χαρακτηριστικά του προτεινόμενου φορολογικού καθεστώτος έχουν ως αποτέλεσμα μικρότερη φορολογική επιβάρυνση για τις εταιρείες του Γιβραλτάρ σε σχέση με τις εταιρείες του Ηνωμένου Βασιλείου και, ως εκ τούτου, συνιστούν πλεονέκτημα για τις πρώτες («περιφερειακή επιλεκτικότητα»).

(35)

Ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο ούτε η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ συμμερίζονται τις αμφιβολίες της Επιτροπής όσον αφορά το ενδεχόμενο να συνιστούν κρατική ενίσχυση ορισμένα στοιχεία της μεταρρύθμισης. Εντούτοις, με κάθε επιφύλαξη για το κατά πόσον η αρχικά προτεινόμενη μεταρρύθμιση περιέχει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης, η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ:

θα καταργήσει το ανώτατο όριο των 500 000 GBP από το προτεινόμενο νέο φορολογικό σύστημα,

θα αφαιρέσει τη διάταξη περί απαλλαγής από τέλη (και συνεπώς από φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων) ορισμένων ακινήτων στο Upper Rock του Γιβραλτάρ,

θα αφαιρέσει τη διάταξη περί εξαίρεσης συγκεκριμένων εσόδων από τόκους από τον υπολογισμό των κερδών.

(36)

Οι άλλες τρεις ενστάσεις δεν θέτουν θέμα κρατικής ενίσχυσης.

(37)

Δεν προκύπτει ζήτημα επιλεκτικότητας από τη μη υπαγωγή σε φορολογία όταν δεν καταγράφονται κέρδη. Είναι αλήθεια ότι δεν καταβάλλεται ούτε φόρος μισθωτών υπηρεσιών ούτε φόρος κτιριακών εγκαταστάσεων όταν η υπόχρεη εταιρεία δεν έχει κέρδη. Το κέρδος συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στη φορολογία, δεν συνιστά όμως φορολογική βάση. Συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή στον εξεταζόμενο φόρο. Αυτό είναι εύλογο, δεδομένου ότι η επιβολή φόρου σε μια εταιρεία που δεν καταγράφει κέρδη μετατρέπεται σε επιβολή φόρου επί του κεφαλαίου της εταιρείας. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η υποχρέωση καταβολής του φόρου μισθωτών υπηρεσιών και του φόρου κτιριακών εγκαταστάσεων δεν γεννάται από το κέρδος. Γεννάται από την επικερδή χρήση της εργασίας και των κτιριακών εγκαταστάσεων. Εν προκειμένω, οι εργαζόμενοι και οι κτιριακές εγκαταστάσεις της επιχείρησης δεν είναι δευτερεύοντες παράγοντες. Η λογική του προτεινόμενου καθεστώτος είναι διττή —ο αριθμός των εργαζομένων και το εμβαδόν των κτιριακών εγκαταστάσεων συνιστούν τη φορολογική βάση, ενώ η κερδοφορία συνιστά ένα χαμηλότερο ποσοτικό όριο για την υπαγωγή σε φορολογία. Τόσο η φορολογική βάση όσο και το ποσοτικό όριο έχουν γενικό χαρακτήρα και ισχύουν ομοιοτρόπως για όλες τις εταιρείες, ασχέτως μεγέθους και τομέα δραστηριότητας.

(38)

Ακόμη και αν το ποσοτικό όριο είναι επιλεκτικό, από τη φύση και τη λογική του προτεινόμενου καθεστώτος φορολογίας των εταιρειών συνάγεται ότι οι εταιρείες φορολογούνται μόνον εφόσον έχουν κέρδη τα οποία τους επιτρέπουν να πληρώσουν τους φόρους. Η ίδια η Επιτροπή δέχεται, στο σημείο 25 της ανακοίνωσής της σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων (5) (στο εξής «ανακοίνωση»), ότι η επιλεκτικότητα δικαιολογείται από τη φύση του φορολογικού συστήματος. Τούτο ισχύει τόσο για ένα φορολογικό σύστημα που βασίζεται στην επικερδή χρήση της εργασίας και των κτιριακών εγκαταστάσεων όσο και για ένα σύστημα που βασίζεται «αμιγώς» στα κέρδη, στο οποίο οι εταιρείες που δεν έχουν κέρδη δεν φορολογούνται. Δεν μπορεί να γίνει παραλληλισμός με τις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς επιτελούν διαφορετικό σκοπό, άσχετο με την κερδοφορία της εταιρείας.

(39)

Ο προτεινόμενος περιορισμός δεν είναι επιλεκτικός. Προκειμένου ένα φορολογικό μέτρο να συνιστά κρατική ενίσχυση, πρέπει να ευνοεί επιλεκτικά συγκεκριμένες εταιρείες ή/και τομείς έναντι άλλων. Η εφαρμογή του ανώτατου ορίου του 15 % εξαρτάται από τη σχέση κερδών προς αριθμό εργαζομένων για το εκάστοτε έτος. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να ευνοηθεί κάθε εταιρεία, ασχέτως μεγέθους και τομέα οικονομικής δραστηριότητας, η οποία επιτυγχάνει το συγκεκριμένο επίπεδο κερδών σε σχέση με τους εργαζόμενους που απασχολεί σε ένα δεδομένο έτος. Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί μία συγκεκριμένη ομάδα εταιρειών για την οποία θα ισχύουν τα όρια υπαγωγής στη φορολογία και η εν λόγω ομάδα θα μεταβάλλεται ούτως ή άλλως κάθε χρόνο. Οι κανόνες έχουν γενική εφαρμογή και μπορούν να επωφεληθούν από αυτούς όλες οι εταιρείες του Γιβραλτάρ. Όπως διευκρινίζει η ίδια η Επιτροπή στο σημείο 14 της ανακοίνωσης, το γεγονός ότι ορισμένες επιχειρήσεις ή τομείς επωφελούνται περισσότερο από άλλες από ορισμένα φορολογικά μέτρα δεν τα εντάσσει κατ' ανάγκη στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις.

(40)

Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ διαμόρφωσε ένα γενικό φορολογικό καθεστώς που βασίζεται τόσο στους απλούς παράγοντες των κτιριακών εγκαταστάσεων και του αριθμού των εργαζομένων όσο και στην ύπαρξη κερδοφορίας. Παράλληλα, αποφάσισε ότι επιθυμεί να εφαρμόσει τον φόρο κατά φθίνουσα κλίμακα. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο φορολογικές κλίμακες, ανάλογα με το συνολικό κέρδος. Όταν ο οφειλόμενος φόρος είναι μικρότερος του 15 % των συνολικών κερδών, καταβάλλεται στο ακέραιο. Όταν υπερβαίνει το 15 % των συνολικών κερδών, ισχύει μηδενικός συντελεστής για το υπερβάλλον. Η απόφαση αυτή συνάδει πλήρως και με την ελευθερία της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ να διαμορφώνει το φορολογικό της καθεστώς χωρίς να θέτει σε εφαρμογή τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.

(41)

Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ επιθυμεί με το νέο σύστημα να θέσει όριο στην ανώτατη φορολογική επιβάρυνση των εταιρειών. Οι φορολογικοί συντελεστές μπορεί να διαφέρουν ανά «κλίμακα» (όταν η φορολογική βάση έχει διαφορετικό μέγεθος), αλλά ο ένας φορολογικός συντελεστής είναι πάντα χαμηλότερος από τον άλλο και συνεπώς παρέχει, υπό μία έννοια, πλεονέκτημα στους φορολογούμενους που έχουν την τύχη ή την ικανότητα να ρυθμίζουν τα εισοδήματά τους με τρόπο ώστε να υπάγονται στον χαμηλότερο συντελεστή. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση.

(42)

Ακόμη και εάν το ανώτατο όριο του 15 % παρέχει ειδικό πλεονέκτημα στις εταιρείες στις οποίες εφαρμόζεται, δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος στο οποίο εντάσσεται. Όλοι οι άμεσοι φόροι στο Γιβραλτάρ οφείλουν να βρίσκουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στη μεγιστοποίηση των φορολογικών εσόδων και στον περιορισμό της ανώτατης φορολογικής επιβάρυνσης κάθε φορολογούμενου, ώστε ο φόρος να μην υπερβαίνει τη φοροδοτική ικανότητα. Συνεπώς, ενδέχεται σε κάποιο επίπεδο να χρειάζεται να εφαρμοστεί φθίνουσα κλίμακα για τους άμεσους φόρους. Ο καθορισμός ενός ορίου του τύπου αυτού είναι απαραίτητος λόγω των ειδικών συνθηκών της οικονομίας του Γιβραλτάρ, όπως η μικρή έκταση και το περιορισμένο εργατικό δυναμικό του. Η οικονομία του Γιβραλτάρ είναι μικρή και πιο ευάλωτη από πολλές άλλες στους κλυδωνισμούς που προκαλούνται από τον φυσικό και θεμιτό φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών. Οι εταιρείες ενδέχεται να μην έχουν τη δυνατότητα να εγκαταλείψουν ένα μεγάλο κράτος μέλος με την ευκολία που μπορούν να εγκαταλείψουν μια μικρή οικονομία όπως αυτή του Γιβραλτάρ. Εάν η φορολογική βάση δεν υπόκειται σε ποσοτικούς περιορισμούς, τότε ο εγγενής κύριος στόχος κάθε φορολογικού συστήματος —ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση των εσόδων που απαιτούνται για την κάλυψη των δημόσιων δαπανών— μπορεί να απειληθεί από τις διακυμάνσεις της αγοράς.

(43)

Η εργασία στο Γιβραλτάρ αποτελεί σπάνια φορολογητέα ύλη. Παρά ταύτα, ο φόρος επί της εργασίας δεν μπορεί να διέπεται από την ίδια αύξουσα αρχή και λογική που διέπει το φόρο επί των κερδών. Ο φόρος επί της εργασίας πρέπει να συνεκτιμά τόσο την ικανότητα της επιχείρησης να δημιουργεί φορολογητέο εισόδημα όσο και την ανάγκη να διασφαλίζεται η απαραίτητη σταθερότητα για το εργατικό δυναμικό. Δεδομένης της κυκλικότητας της οικονομίας και της εταιρικής κερδοφορίας, φόρος επί της εργασίας ο οποίος δεν περιέχει το φθίνον στοιχείο μπορεί να οδηγήσει σε μαζικές απολύσεις και σε αστάθεια σε εποχή ύφεσης ή κυκλικών διακυμάνσεων της αγοράς. Η οικονομία του Γιβραλτάρ είναι πολύ μικρή και τυχόν διακυμάνσεις, συνεπεία γενικότερων οικονομικών διακυμάνσεων, μπορεί να έχουν δυσανάλογα μεγαλύτερες επιπτώσεις στην οικονομία του σε σύγκριση με μια μεγαλύτερη οικονομία. Συνεπώς, η εσωτερική λογική του προτεινόμενου συστήματος φόρου μισθωτών υπηρεσιών δικαιολογεί τον καθορισμό ανώτατου ορίου υπαγωγής σε σχέση με τα κέρδη.

(44)

Αντιθέτως, οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας φορολογούνται με συντελεστή 35 % επί των κερδών. Αυτό δικαιολογείται από τη φύση και τη λογική του συστήματος, καθώς διασφαλίζεται η σταθερότητα της απασχόλησης, διότι οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας συνδέονται στενά με την περιοχή την οποία εξυπηρετούν. Το μικρό μέγεθος της αγοράς του Γιβραλτάρ έχει ως άμεση συνέπεια να καταλαμβάνουν θέση φυσικού μονοπωλίου ή οιονεί μονοπωλίου και να έχουν υψηλή κερδοφορία. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής φθίνουσας κλίμακας στη φορολόγηση των εταιρειών παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

(45)

Δεν έχει νομική βάση το επιχείρημα ότι, όταν υπάρχουν δύο χωριστές, πραγματικά αυτόνομες φορολογικές δικαιοδοσίες σε ένα κράτος μέλος, μπορούν να συγκρίνονται οι φορολογικοί συντελεστές των δύο δικαιοδοσιών και ο χαμηλότερος να θεωρείται κρατική ενίσχυση απλά και μόνο επειδή είναι χαμηλότερος από τον άλλο συντελεστή. Τούτο θα σήμαινε χορήγηση κρατικής ενίσχυσης κάθε φορά που μια αυτόνομη περιφερειακή φορολογική αρχή, αρμόδια για τη διαχείριση των δημοσίων δαπανών στην περιφέρεια, επιλέγει να περικόψει τις δαπάνες και να μειώσει τη φορολογική επιβάρυνση στηριζόμενη στη δημοκρατικά εκφρασμένη βούληση των πολιτών. Το ζήτημα έχει εξεταστεί από τον Γενικό Εισαγγελέα (6), αλλά το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί, καθώς όλες οι σχετικές υποθέσεις αποσύρθηκαν. Σε πρόσφατες αποφάσεις που αφορούν τις βασκικές επαρχίες, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως θίγει την αρμοδιότητα της Άλαβα να θεσπίζει γενικά φορολογικά μέτρα τα οποία εφαρμόζονται στο σύνολο της οικείας περιφέρειας (7).

(46)

Οι περιφερειακές διακυμάνσεις μεταξύ αυτόνομων δικαιοδοσιών δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ. Ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση μόνο όταν συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων η οποία ισοδυναμεί με κατανάλωση κρατικών πόρων. Η εν λόγω εκτίμηση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός μοναδικού φορολογικού συντελεστή για συγκεκριμένη δραστηριότητα στο σύνολο της επικράτειας του κράτους μέλους, κάτι που δεν ισχύει όταν τα φορολογικά θέματα ρυθμίζονται αυτόνομα από κάθε περιφέρεια, χωρίς να έχει προηγηθεί ενιαία ρύθμιση η οποία στη συνέχεια μεταβάλλεται κατά τόπους. Ομοίως, η ανάλυση περί του επιλεκτικού πλεονεκτήματος εδράζεται στην υπόθεση ότι υπάρχει ένα επίπεδο φόρου που, υπό άλλες συνθήκες, θα ίσχυε για μια συγκεκριμένη δραστηριότητα στο εν λόγω έδαφος.

(47)

Τα κριτήρια για τις κρατικές ενισχύσεις εδράζονται στην αρχή ότι η υποτιθέμενη ενίσχυση μπορεί να συγκριθεί με έναν κανονικό ή συνήθη φορολογικό συντελεστή. Το υποτιθέμενο μέτρο κρατικής ενίσχυσης υφίσταται μόνο εάν υπό μία έννοια αποτελεί εξαίρεση ή παρέκκλιση από τον κανονικό συντελεστή που θα ίσχυε υπό άλλες συνθήκες για τον δικαιούχο. Ένας φορολογικός συντελεστής στον οποίο δεν θα υπαγόταν ο δικαιούχος του υποτιθέμενου μέτρου ενίσχυσης —ακόμη και σε περίπτωση κατάργησης του ισχύοντος συντελεστή που υποτίθεται ότι συνιστά ενίσχυση— δεν αποτελεί έγκυρο μέτρο σύγκρισης προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη «ενίσχυσης». Το μόνο δυνατό μέτρο σύγκρισης για την εκτίμηση της επιλεκτικότητας είναι το φορολογικό καθεστώς που θα ίσχυε υπό άλλες συνθήκες στην ίδια φορολογική δικαιοδοσία. Όταν ένα τέτοιο καθεστώς διαμορφώνεται σε τοπικό επίπεδο, όπως στην περίπτωση του Γιβραλτάρ, η σύγκριση είναι άνευ ουσίας.

(48)

Η θέση της Επιτροπής φαίνεται ότι δεν επιτρέπει σε μια φορολογική δικαιοδοσία που δεν καλύπτει ολόκληρο το κράτος μέλος να καθορίσει διαφορετικό φορολογικό συντελεστή από εκείνον που ισχύει στην άλλη φορολογική δικαιοδοσία του κράτους. Ο καθορισμός χαμηλότερου συντελεστή καθίσταται αδύνατος διότι, συγκριτικά και μόνο, συνιστά αυτόματα κρατική ενίσχυση. Ωστόσο, η εν λόγω φορολογική δικαιοδοσία δεν θα μπορούσε να καθορίσει ούτε υψηλότερο φορολογικό συντελεστή, διότι ο φορολογικός συντελεστής στο υπόλοιπο κράτος θα μετατρεπόταν αυτόματα σε κρατική βοήθεια. Με τον τρόπο αυτό, οιαδήποτε αυτόνομη άσκηση φορολογικών αρμοδιοτήτων οδηγεί σε μέτρα που συνιστούν κρατική ενίσχυση, είτε στην υπόψη δικαιοδοσία είτε, κατά ακόμη πιο παράδοξο τρόπο, σε άλλο έδαφος του κράτους μέλους. Διαφοροποιήσεις στην άμεση φορολογία των επιχειρήσεων παρατηρούνται συχνά στα κράτη μέλη ως συνέπεια των πολυεπίπεδων εδαφικών υποδιαιρέσεων, ακόμη και στις χαμηλότερες δημοτικές βαθμίδες. Εν προκειμένω, μπορεί να γίνει παραλληλισμός με τη συμφωνία για τις επιδοτήσεις και τους αντισταθμιστικούς δασμούς του ΠΟΕ, στην οποία δηλώνεται ρητά ότι «ο καθορισμός ή η μεταβολή των γενικά εφαρμοστέων φορολογικών συντελεστών από οιοδήποτε αρμόδιο επίπεδο διακυβέρνησης δεν θεωρείται ειδική επιδότηση» για τους σκοπούς των κανόνων που απαγορεύουν τη χορήγηση επιδοτήσεων (άρθρο 2.2).

(49)

Εάν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία συνομολογούσαν μια συμφωνία για την άσκηση κοινής κυριαρχίας στο Γιβραλτάρ, το παράλογο αποτέλεσμα της θέσης της Επιτροπής επί του ζητήματος της περιφερειακής ιδιαιτερότητας θα ήταν ο συντελεστής που ισχύει στο Γιβραλτάρ να πρέπει να ισούται τόσο με τον φορολογικό συντελεστή που ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και με εκείνον που ισχύει στην Ισπανία. Διαφορετικά, θα υφίσταται κρατική ενίσχυση στη δικαιοδοσία με τον χαμηλότερο συντελεστή.

(50)

Η Επιτροπή φαίνεται να αφήνει να εννοηθεί ότι, εάν διαθέτουν φορολογικά καθεστώτα δύο διαφορετικές φορολογικές δικαιοδοσίες του ίδιου κράτους μέλους, ακόμη και αν ο επίσημος φορολογικός συντελεστής είναι ίδιος, το γεγονός ότι ισχύουν διαφορετικές απαλλαγές ή ελαφρύνεις σημαίνει ότι οι εταιρείες που επωφελούνται από ελάφρυνση ή απαλλαγή λαμβάνουν ενίσχυση εφόσον, ceteris paribus, θα έπρεπε να καταβάλουν υψηλότερο φόρο στην άλλη δικαιοδοσία. Εντούτοις, η θεωρία της Επιτροπής δεν προσήκει στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Γιβραλτάρ. Ενίοτε μπορούν να γίνουν συγκρίσεις ανάμεσα στη φορολογική βάση ή στη διάρθρωση του φόρου επί των κερδών των εταιρειών με αντίστοιχο φόρο σε άλλη δικαιοδοσία. Ωστόσο, οι συγκρίσεις μεταξύ εντελώς διαφορετικών φορολογικών συστημάτων είναι άνευ ουσίας και ατελέσφορες, διότι διαφέρει η φορολογική βάση.

(51)

Το σκεπτικό της Επιτροπής για την περιφερειακή ιδιαιτερότητα, εφόσον υποστηριχθεί, δεν σέβεται τη θεμελιώδη αρχή της επικουρικότητας του κοινοτικού δικαίου και θα μπορούσε να συνιστά κατάχρηση των εξουσιών της. Εάν το οικείο κράτος μέλος μπορεί να λειτουργεί με δύο ή περισσότερες αυτόνομες φορολογικές δικαιοδοσίες που ανταγωνίζονται για τα έσοδα από τον φόρο εταιρειών εντός της επικράτειάς του χωρίς σημαντικές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, η Κοινότητα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας της συνθήκης ΕΚ, δεν έχει αρμοδιότητα να παρεμβαίνει στις συνταγματικές ρυθμίσεις του κράτους μέλους. Η Επιτροπή, ουσιαστικά, φαίνεται ότι επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις για να επιτύχει φορολογική ομοιομορφία στα κράτη μέλη της ΕΕ.

(52)

Η Επιτροπή μπορεί να ισχυρίζεται ότι το κράτος μέλος δεν δύναται να επικαλείται το εθνικό ή ακόμη και το συνταγματικό του δίκαιο για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Ωστόσο, η αρχή αυτή είναι άνευ σημασίας για το θέμα της επιλεκτικότητας. Ζήτημα επιλεκτικότητας προκύπτει από τον ισχυρισμό ότι η συγκεκριμένη φορολογική διάταξη είναι ευνοϊκότερη από έναν γενικό φορολογικό κανόνα ο οποίος θα ίσχυε υπό άλλες συνθήκες. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να θίγει το θεμελιώδες δικαίωμα του κράτους μέλους να οργανώνει το φορολογικό του σύστημα με τρόπο που επιτρέπει στις αυτόνομες φορολογικές περιφέρειες να συγκεντρώνουν, ανεξάρτητα και χωρίς διακρίσεις, τα έσοδα που απαιτούνται για την κάλυψη των δημόσιων δαπανών. Δεν μπορεί να υφίσταται κρατική ενίσχυση βάσει της περιφερειακής ιδιαιτερότητας σε περιστάσεις κατά τις οποίες, όπως συμβαίνει στο Γιβραλτάρ, υπάρχει μια πραγματικά αυτόνομη φορολογική δικαιοδοσία η οποία καθορίζει το φορολογικό της σύστημα ανεξάρτητα και στην οποία δεν καταβάλλονται φόροι που εισπράττονται από άλλες φορολογικές δικαιοδοσίες του κράτους.

(53)

Η θέση της Επιτροπής συνεπάγεται σοβαρή παρέμβαση στη δυνατότητα των κρατών μελών να αποκεντρώσουν τις αρμοδιότητές τους και να θεσπίσουν τη φορολογική αυτονομία που απαιτείται για την κάλυψη των δαπανών που απορρέουν από την άσκηση των εν λόγω αποκεντρωμένων αρμοδιοτήτων εκ μέρους των περιφερειών. Καμία περιφέρεια ή φορολογική δικαιοδοσία δεν θα μπορούσε να προβεί σε αυξομείωση των φόρων της χωρίς η ενέργεια αυτή να συνιστά κρατική ενίσχυση, είτε στην ίδια την περιφέρεια (σε περίπτωση μείωσης του φόρου) είτε αλλού (σε περίπτωση αύξησης του φόρου). Θα ήταν παράλογο να υποστηριχθεί ότι οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να ερμηνεύονται με τρόπο ώστε να είναι αδύνατον ένα κράτος μέλος να προβεί σε ουσιαστική αποκέντρωση των φορολογικών αρμοδιοτήτων του, όταν έχει προηγηθεί αναθεώρηση του συντάγματός του.

(54)

Η Επιτροπή δηλώνει ότι, ελλείψει ειδικού καθεστώτος φορολογίας εταιρειών στο Γιβραλτάρ, οι εταιρείες του Γιβραλτάρ υπάγονται στο γενικό φορολογικό καθεστώς του Ηνωμένου Βασιλείου. Τούτο συνιστά σημαντική παρανόηση του συνταγματικού καθεστώτος του Γιβραλτάρ. Το γενικό φορολογικό καθεστώς του Ηνωμένου Βασιλείου εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν εφαρμόζεται σε άλλες φορολογικές δικαιοδοσίες. Δεν πρόκειται για ένα κανονικό ή υπολειμματικό καθεστώς που εφαρμόζεται ελλείψει ειδικών διατάξεων. Το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι υπεύθυνο για τις εξωτερικές σχέσεις του Γιβραλτάρ δεν σημαίνει ότι οιεσδήποτε διατάξεις του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου ισχύουν αυτόματα και στο Γιβραλτάρ.

(55)

Το Γιβραλτάρ είναι υπερπόντιο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Ανήκει στις κτήσεις της Αυτού Μεγαλειότητας, αλλά δεν αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Γιβραλτάρ δεν συνιστά, υπό καμία έννοια, περιφέρεια του Ηνωμένου Βασιλείου. Διαθέτει τη δική του συνταγματική τάξη και τα δικά του θεσμικά όργανα, διαφορετικά από εκείνα του Ηνωμένου Βασιλείου. Επίσης, το Γιβραλτάρ θεσπίζει τη δική του νομοθεσία. Σε συγκεκριμένα εσωτερικά ζητήματα, το Γιβραλτάρ είναι αυτόνομο και αυτοδιοικούμενο. Το Γιβραλτάρ είναι μια οικονομικά αυτάρκης αυτόνομη φορολογική δικαιοδοσία. Δεν λαμβάνει καμία οικονομική ενίσχυση από το Ηνωμένο Βασίλειο και η φορολογική νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου δεν ισχύει στο Γιβραλτάρ. Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ υποχρεούται να συγκεντρώνει επαρκή έσοδα μέσω της φορολογίας ώστε να χρηματοδοτεί αυτόνομα τις δαπάνες της και έχει την αρμοδιότητα να προτείνει νομοθεσία για τη φορολογία εταιρειών στο νομοθετικό σώμα του Γιβραλτάρ και να την εφαρμόζει εντός του Γιβραλτάρ. Οι οικονομίες του Γιβραλτάρ και του Ηνωμένου Βασιλείου είναι δύο εντελώς διακριτές και χωριστές οικονομίες. Ομοίως, το Γιβραλτάρ είναι υπό κάθε έννοια απολύτως διαχωρισμένο από το Ηνωμένο Βασίλειο σε συνταγματικό, πολιτικό, νομοθετικό, οικονομικό, φορολογικό, εισπρακτικό και γεωγραφικό επίπεδο.

(56)

Κατά τον ίδιο τρόπο που το Γιβραλτάρ δεν αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, και δη για τον λόγο αυτό, το Γιβραλτάρ δεν αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου ούτε για το κοινοτικό δίκαιο. Το κοινοτικό δίκαιο ισχύει στο Γιβραλτάρ δυνάμει του άρθρου 299 παράγραφος 4 της συνθήκης ΕΚ και όχι του άρθρου 299 παράγραφος 1. Τα ακόλουθα σημεία καταδεικνύουν το ειδικό και διαφορετικό καθεστώς του Γιβραλτάρ, καθώς και το γεγονός ότι το Γιβραλτάρ δεν μπορεί να θεωρηθεί περιφέρεια του Ηνωμένου Βασιλείου σε θέματα κρατικών ενισχύσεων:

ο βαθμός της συμμετοχής του Γιβραλτάρ στην Κοινότητα διαφέρει από το βαθμό της συμμετοχής του Ηνωμένου Βασιλείου. Ειδικότερα, το Γιβραλτάρ δεν αποτελεί τμήμα του μοναδικού φορολογικού εδάφους που προσδιορίζεται σε κοινοτικό επίπεδο (ήτοι του κοινοτικού εδάφους εφαρμογής του ΦΠΑ),

το κοινοτικό δίκαιο τέθηκε σε ισχύ στο Γιβραλτάρ δυνάμει του διατάγματος περί Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 1972 (πρωτογενούς νομοθεσίας που ψηφίστηκε από το κοινοβούλιο του Γιβραλτάρ) και όχι δυνάμει του νόμου περί Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 1972, με τον οποίο τέθηκε σε ισχύ το κοινοτικό δίκαιο στο Ηνωμένο Βασίλειο,

η νομοθεσία του Γιβραλτάρ εφαρμόζει τις οδηγίες της ΕΕ εντός του Γιβραλτάρ ανεξάρτητα από την εφαρμογή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο,

στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί τη σύσταση αρμόδιων αρχών, το Γιβραλτάρ ορίζει τις δικές του αρμόδιες αρχές, οι οποίες είναι διαφορετικές από εκείνες που ορίζει το Ηνωμένο Βασίλειο για τον ίδιο σκοπό και, τέλος,

μέχρι την έκδοση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Matthews, το Γιβραλτάρ δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές για την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρά το γεγονός ότι ο αποκλεισμός διεπόταν από το παράρτημα II του νόμου περί εκλογής με άμεση ψηφοφορία του 1976, στο οποίο προβλεπόταν ότι «Το Ηνωμένο Βασίλειο εφαρμόζει τις διατάξεις του παρόντος νόμου μόνον όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο».

(57)

Η Επιτροπή φαίνεται να φοβάται ότι το προτεινόμενο νέο σύστημα φορολογίας εταιρειών του Γιβραλτάρ μπορεί να διαιωνίσει τον επιζήμιο φορολογικό ανταγωνισμό. Τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ πιστεύουν ότι η προτεινόμενη φορολογική μεταρρύθμιση συμβιβάζεται με τον κώδικα δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων και με την έκθεση του ΟΟΣΑ για τον επιζήμιο φορολογικό ανταγωνισμό. Ως επιζήμια φορολογικά μέτρα αναφέρονται συνήθως η έλλειψη διαφάνειας, η έλλειψη ανταλλαγής πληροφοριών και η ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση των εταιρειών που δεν εδρεύουν στη χώρα έναντι των εταιρειών που εδρεύουν στη χώρα. Με την προτεινόμενη μεταρρύθμιση, το Γιβραλτάρ καταργεί όλες τις επιζήμιες πτυχές του ισχύοντος φορολογικού καθεστώτος των απαλλασσόμενων εταιρειών και των εταιρειών ειδικού φορολογικού καθεστώτος. Ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία το Γιβραλτάρ θεωρηθεί έδαφος με ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, εφόσον δεν υφίσταται κρατική ενίσχυση.

V.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

(58)

Παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ, την ισπανική συνομοσπονδία επιχειρηματικών οργανώσεων και την εκτελεστική αρχή των Νήσων Åland.

(59)

Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ γνωρίζει και αποδέχεται πλήρως τα επιχειρήματα που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο (8). Οι πρόσθετες επισημάνσεις της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ στις παρατηρήσεις που υπέβαλε χωριστά συνοψίζονται ως εξής.

(60)

Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ δεν έχει αρμοδιότητα να φορολογεί εταιρείες του Ηνωμένου Βασιλείου. Ομοίως, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει αρμοδιότητα να φορολογεί εταιρείες του Γιβραλτάρ. Ευθύνη για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας του Γιβραλτάρ έχουν αποκλειστικά και μόνο οι αρχές του Γιβραλτάρ.

(61)

Στόχος της μεταρρύθμισης είναι η εφαρμογή ενός καθεστώτος φορολογίας των εταιρειών το οποίο συμμορφώνεται τόσο προς τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις όσο και προς τον κώδικα δεοντολογίας. Η μεταρρύθμιση εντάσσεται επίσης σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που αποσκοπεί στο να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα οικονομικής ρύθμισης και εποπτείας και την απόκτηση αξιοπιστίας στη διεθνή οικονομική κοινότητα. Το Γιβραλτάρ παλαιότερα είχε χαρακτηριστεί «φορολογικός παράδεισος» από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), την Ομάδα Διεθνούς Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF) και τον ΟΟΣΑ. Οι εκθέσεις του ΔΝΤ και της FATF για το Γιβραλτάρ (9) επιβεβαιώνουν τη συμμόρφωση του Γιβραλτάρ προς τα διεθνή πρότυπα οικονομικής ρύθμισης και εποπτείας. Η δέσμευση που ανέλαβε η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ προς τον ΟΟΣΑ (10) εγγυάται τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για ανταλλαγή πληροφοριών και διαφάνεια. Η φορολογική μεταρρύθμιση του Γιβραλτάρ, όπως τροποποιήθηκε, συμμορφώνεται εκ των πραγμάτων προς τον κώδικα δεοντολογίας της ΕΕ. Επίσης, η μεταρρύθμιση συμμορφώνεται προς τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Η έγκρισή της βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις συνιστά το τελευταίο βήμα για να διασφαλιστεί ότι το Γιβραλτάρ, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της διεθνούς κοινότητας, περιλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει πλέον εξαλείψει όλα τα τρωτά του φορολογικού παραδείσου.

(62)

Δύο μέτρα του Γιβραλτάρ, το μέτρο για τις απαλλασσόμενες εταιρείες και το μέτρο για τις εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος, συγκαταλέγονταν στα έντεκα μέτρα για τα οποία η Επιτροπή κίνησε επίσημη διαδικασία έρευνας για κρατικές ενισχύσεις στις 11 Ιουλίου 2001. Τα έντεκα αυτά μέτρα συγκαταλέγονται σε έναν μεγάλο αριθμό φορολογικών μέτρων τα οποία χαρακτηρίστηκαν επιζήμια από την ομάδα του κώδικα δεοντολογίας (11). Τα εν λόγω μέτρα επελέγησαν για την άσκηση της αρμοδιότητας της Επιτροπής να επιβάλλει την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, ενίοτε μέσα από νέες ερμηνείες του κριτηρίου της επιλεκτικότητας, το οποίο είναι μείζονος σημασίας για την έννοια της κρατικής ενίσχυσης. Το γεγονός και μόνο ότι ένα φορολογικό καθεστώς χαρακτηρίζεται επιζήμιο από τον κώδικα δεοντολογίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συνιστά κρατική ενίσχυση (σημείο 30 της ανακοίνωσης). Με την επιλογή της αυτή, η Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή μια στρατηγική που εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία ανεπιθύμητη συνέπεια για την πολιτική του ανταγωνισμού. Θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση στην οποία φορολογικά μέτρα που επιφέρουν σημαντικές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό σε βάρος της αποτελεσματικής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς παραμένουν στο απυρόβλητο για πολιτικούς λόγους (εφόσον η Επιτροπή αποφεύγει τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων φορολογικής εναρμόνισης), ενώ, αντίθετα, λιγότερο επιζήμια φορολογικά συστήματα αμφισβητούνται αδιάκοπα από την Επιτροπή με τρόπο που δεν συνάδει με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για να επιτευχθεί ένα κοινό ύψος φορολογίας των επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν αυτός είναι ο στόχος, η Επιτροπή οφείλει να καταφύγει σε μέτρα φορολογικής εναρμόνισης. Ειδάλλως, ενδέχεται να κατηγορηθεί για κατάχρηση εξουσίας. Στο σημείο 15 της ανακοίνωσης διευκρινίζεται ότι οι διαφορές μεταξύ των φορολογικών συστημάτων αυτών καθαυτών δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, αλλά θα πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 95 έως 97 της συνθήκης ΕΚ.

(63)

Το νέο σύστημα κατευνάζει τις ανησυχίες ως προς τον ενδεχόμενο επιζήμιο φορολογικό ανταγωνισμό. Κατά πρώτον, η μεταρρύθμιση καταργεί κάθε διάκριση μεταξύ των εταιρειών που έχουν έδρα το Γιβραλτάρ και αυτών που δεν έχουν έδρα το Γιβραλτάρ —τις λεγόμενες «διατάξεις περί δραστηριοτήτων πλήρων αποκομμένων από την εγχώρια οικονομία», οι οποίες απασχόλησαν τον κώδικα δεοντολογίας και την έκθεση του ΟΟΣΑ για τον επιζήμιο φορολογικό ανταγωνισμό- καθώς και τα επιλεκτικά στοιχεία της νομοθεσίας περί απαλλασσόμενων εταιρειών και εταιρειών ειδικού φορολογικού καθεστώτος. Η μεταρρύθμιση εφαρμόζεται ομοιοτρόπως σε όλες τις εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο εταιρειών του Γιβραλτάρ. Κατά δεύτερον, διασφαλίζει τη διαφάνεια του συστήματος, καθώς όλες οι εταιρείες υποχρεούνται να καταθέτουν φορολογικούς ισολογισμούς. Τέλος, οι εταιρείες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στο Γιβραλτάρ δεν θα απαλλάσσονται από τη φορολογία, αλλά θα υπόκεινται σε συμπληρωματικό φόρο επί των κερδών που προέρχονται από τις εν λόγω δραστηριότητες.

(64)

Το προβλεπόμενο ανώτατο όριο του 15 % των κερδών και η μη φορολόγηση των εταιρειών που δεν έχουν κέρδη είναι διατάξεις γενικής εφαρμογής και δεν συνιστούν ουσιαστική επιλεκτικότητα. Το γεγονός και μόνο ότι μια εταιρεία μπορεί να επωφελείται από έναν γενικό κανόνα σε ένα δεδομένο έτος περισσότερο από μια άλλη εταιρεία που υπάγεται στην ίδια φορολογική δικαιοδοσία δεν αρκεί για να τεκμηριώσει κρατική ενίσχυση σύμφωνα με τους κανόνες της συνθήκης ΕΚ. Είναι σαφές ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν προβλέπεται στα σημεία 13 και 14 της ανακοίνωσης.

(65)

Θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα περιφερειακής επιλεκτικότητας εάν υπήρχε φόρος ο οποίος ίσχυε σε ολόκληρο το κράτος και τα περιφερειακά κοινοβούλια ή οι περιφερειακές αρχές είχαν δικαίωμα να προβαίνουν σε μείωση του συντελεστή του (ή σε χορήγηση απαλλαγής) στις περιφέρειές τους. Συνεπώς, θέματα επιλεκτικότητας τίθενται εάν η φορολογική αρμοδιότητα της περιφέρειας η οποία φέρεται να χορηγεί ενίσχυση συνιστά, υπό μία έννοια, δευτερογενή ή συμπληρωματική αρμοδιότητα για τροποποίηση ενός κανονικού ή «υπολειμματικού» καθεστώτος. Αυτό ισχύει ενδεχομένως σε κάποια άλλα κράτη μέλη, όχι όμως στο Γιβραλτάρ. Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική εάν η φορολογική δικαιοδοσία που φέρεται να χορηγεί ενίσχυση είναι, και ήταν καθ' όλη την υπό εξέταση περίοδο, μια πραγματικά αυτόνομη φορολογική δικαιοδοσία η οποία καθορίζει το φορολογικό της σύστημα ανεξάρτητα, με δική της δημοσιονομική ευθύνη, και στην οποία δεν καταβάλλονται φόροι που εισπράττουν άλλες φορολογικές δικαιοδοσίες του οικείου κράτους.

(66)

Με την επιφύλαξη του κατά πόσον οι γενικά ισχύουσες αποκλίσεις από έναν εθνικό κανόνα οι οποίες θεσπίζονται από μια πλήρως αυτόνομη περιφέρεια (σε αντίθεση με περιφέρεια που ενεργεί με ad hoc ανάθεση αρμοδιοτήτων) και δεν σχετίζονται με τον κεντρικό προϋπολογισμό συνιστούν κρατική ενίσχυση, η φορολογική μεταρρύθμιση του Γιβραλτάρ διαφέρει ουσιαστικά και από την άποψη αυτή. Όχι μόνον το έδαφος απολαμβάνει πραγματικής ιδιότυπης αυτονομίας, αλλά την αξιοποιεί για την ανεξάρτητη διαμόρφωση ενός εντελώς διαφορετικού και χωριστού φορολογικού συστήματος, το οποίο με κανέναν τρόπο δεν βασίζεται στο καθεστώς ή στα συστήματα του Ηνωμένου Βασιλείου. Ως εκ τούτου, είναι μη αρμόζουσα και άτοπη η σύγκριση των φορολογικών κανόνων του Γιβραλτάρ με τους κανόνες που θα εφαρμόζονταν εάν ο ίδιος φορολογούμενος είχε έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.

(67)

Το Πρωτοδικείο επανεξέτασε πρόσφατα τις αποφάσεις της Επιτροπής να κινήσει επίσημες διαδικασίες για υποθέσεις φορολογικών μέτρων τα οποία θεσπίστηκαν από τις βασκικές επαρχίες βάσει κάποιου βαθμού αυτονομίας που τους έχει εκχωρηθεί από το ισπανικό σύνταγμα. Ωστόσο, οι βασκικές επαρχίες άσκησαν τις φορολογικές τους αρμοδιότητες με σκοπό να αποκλίνουν από το εθνικό φορολογικό σύστημα, παρέχοντας φορολογικές ελαφρύνσεις από κανόνες που θα ίσχυαν υπό άλλες συνθήκες. Στα προκαταρκτικά της συμπεράσματα, σύμφωνα με τα οποία τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα ήταν επιλεκτικά και θα μπορούσαν να συνιστούν παράνομη κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή δεν βασίστηκε στο γεγονός ότι τα μέτρα είχαν εφαρμογή μόνο σε ένα τμήμα της ισπανικής επικράτειας. Το Πρωτοδικείο επισήμανε ειδικά σε μία περίπτωση (12) ότι η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τις διαδικασίες «δεν θίγει την αρμοδιότητα του Territorio Histórico de Álava να θεσπίζει γενικά φορολογικά μέτρα που εφαρμόζονται στο σύνολο της οικείας περιφέρειας».

(68)

Το πεδίο εφαρμογής της μεταρρύθμισης δεν είναι περιφερειακό με την έννοια των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, διότι τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα, τα οποία συγκροτούν ένα συνολικό και μοναδικό σύστημα φορολογίας των εταιρειών, θα εφαρμόζονται ομοιοτρόπως σε ολόκληρη την οικεία φορολογική δικαιοδοσία.

(69)

Οι παρατηρήσεις της εκτελεστικής αρχής των Νήσων Åland μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.

(70)

Με την απόφασή της ότι η μεταρρύθμιση ενδέχεται να συνιστά κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή δηλώνει ότι τα συμπεράσματά της θα συναχθούν λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή ύπαρξη περιφερειακής επιλεκτικότητας. Η Επιτροπή παραθέτει προγενέστερες αποφάσεις, περιλαμβανομένης της απόφασης να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας σχετικά με τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης υπέρ εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης στις Νήσους Åland. Η παρούσα πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων κάνει λόγο για πιθανή ύπαρξη περιφερειακής ιδιαιτερότητας. Εντούτοις, η διατύπωση αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται στην τελική απόφαση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η υπόθεση των Νήσων Åland δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα περιφερειακής ιδιαιτερότητας ή επιλεκτικότητας. Η επίκληση της προηγούμενης πρακτικής της Επιτροπής πρέπει να αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην τελική απόφαση της Επιτροπής.

(71)

Όταν μια αυτοδιοικούμενη περιοχή η οποία διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα να νομοθετεί σε θέματα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων θεσπίζει ένα φορολογικό μέτρο, το μέτρο αυτό πρέπει να αξιολογείται και να εγκρίνεται με βάση τις ίδιες αρχές που θα ίσχυαν εάν επρόκειτο για μέτρο που λαμβάνεται από κράτος μέλος. Η αυτοδιοικούμενη περιοχή πρέπει να θεωρείται ξεχωριστή δικαιοδοσία στα πεδία στα οποία ο νομοθέτης της ασκεί αποκλειστική νομοθετική εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι το συμβιβάσιμο ενός φορολογικού μέτρου προς τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να κρίνεται με ενιαίο τρόπο, ανεξαρτήτως του εάν το μέτρο λαμβάνεται από κράτος μέλος ή από αυτοδιοικούμενη περιοχή. Οιοδήποτε άλλο συμπέρασμα στερεί από την αυτοδιοικούμενη περιοχή τη δυνατότητα να ασκεί τη νομοθετική της εξουσία κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο ασκείται στο υπόλοιπο κράτος μέλος. Επομένως, ένα φορολογικό μέτρο σαφώς γενικού χαρακτήρα εντός της αυτοδιοικούμενης περιοχής δεν πρέπει να θεωρείται επιλεκτικό, ούτε συνιστά κρατική ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, εφόσον η εν λόγω περιοχή διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα σε φορολογικά θέματα, ανεξαρτήτως του εάν το φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται σε αυτήν είναι διαφορετικό από αυτό του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει. Οιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα μπορούσε να υπονομεύσει την αρμοδιότητα της περιοχής σε φορολογικά θέματα.

(72)

Η Ισπανία συμφωνεί, κατ' ουσίαν, με την προκαταρκτική ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με τη μεταρρύθμιση, όπως αυτή διατυπώνεται στην πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων (13). Οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις της Ισπανίας μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.

(73)

Το φορολογικό σύστημα του Γιβραλτάρ συνιστά ζήτημα μείζονος σημασίας για την Ισπανία, δεδομένης της γεωγραφικής γειτνίασης των δύο επικρατειών και της σοβαρής ζημίας που προκαλεί το συγκεκριμένο σύστημα στα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός εκ μέρους του Γιβραλτάρ μπορεί να χαρακτηρισθεί επιζήμιος, δεδομένου ότι τόσο το υφιστάμενο σύστημα όσο και οι προτεινόμενες νέες ρυθμίσεις προβλέπουν πολύ μικρότερη φορολογική επιβάρυνση για επιχειρήσεις και επενδύσεις σε σύγκριση με το καθεστώς της Ισπανίας. Η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να αποβεί εξίσου επιζήμια για το ισπανικό φορολογικό σύστημα, αφενός διότι διατηρεί ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο φορολόγησης στο Γιβραλτάρ σε σχέση με την Ισπανία, όπου ο βασικός συντελεστής φόρου εταιρειών ανέρχεται σε 35 %, αφετέρου διότι διαφέρει σημαντικά από το φορολογικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου, γεγονός το οποίο ενέχει τον κίνδυνο μετεγκατάστασης πολλών επιχειρήσεων στο Γιβραλτάρ προκειμένου να επωφεληθούν των εκεί ευνοϊκότερων φορολογικών ρυθμίσεων. Είναι, επίσης, πιθανό ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων στο Γιβραλτάρ θα υπόκειται σε φορολογία σημαντικά χαμηλότερη από την ανώτατη φορολογική επιβάρυνση του 15 %, ήτοι χαμηλότερη κατά τουλάχιστον 15-20 ποσοστιαίες μονάδες από ό, τι στην Ισπανία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο.

(74)

Για τις 28 800 εταιρείες που δεν υπόκεινται στη συμπληρωματική φορολογία στην οποία υπόκεινται οι δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, το προτεινόμενο φορολογικό σύστημα δεν αποτελεί, κατ' ουσίαν, επιβολή ενός γενικού φόρου επί των επιχειρηματικών κερδών, αλλά ένα συνδυασμό ποικίλων μεμονωμένων φόρων που υπόκεινται σε ανώτατα όρια τα οποία καθιστούν τη φορολογική επιβάρυνση είτε άκρως χαμηλή είτε ανύπαρκτη (η μεταρρύθμιση αναφέρεται στο Γιβραλτάρ ως «μηδενικός φορολογικός συντελεστής»). Οι εταιρείες αυτές, στην πλειονότητά τους, έχουν απλά την ταχυδρομική τους διεύθυνση στο Γιβραλτάρ ή είναι εταιρείες διαχείρισης και, εφόσον καταγράψουν κέρδη, υποχρεούνται να καταβάλουν φόρο ύψους 3 000 GBP ανά εργαζόμενο ετησίως. Δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις εταιρείες αυτές απασχολούν έναν μόνο υπάλληλο (έναν λογιστή ή ελεγκτή), συνήθως υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, θα καταβάλλουν κατ' ανώτατο όριο 3 000 GBP ετησίως σε περίπτωση που δεν διαθέτουν κτιριακές εγκαταστάσεις, όπως συμβαίνει συνήθως.

(75)

Η καθιέρωση του τέλους εγγραφής στο μητρώο εταιρειών συνιστά φορολογική διάκριση εις βάρος των κερδοσκοπικών εταιρειών (300 GBP) και υπέρ των μη κερδοσκοπικών (150 GBP), όπως οι εταιρείες οι οποίες έχουν απλά την ταχυδρομική τους διεύθυνση στο Γιβραλτάρ ή οι εταιρείες διαχείρισης. Αυτό αποτελεί σαφές παράδειγμα της διατήρησης του υφιστάμενου καθεστώτος, το οποίο ευνοεί το συγκεκριμένο είδος εταιρειών.

(76)

Ο τομέας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών αντιστοιχεί στο 30 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Ο φόρος επί των κερδών των εταιρειών παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών δεν συνιστά πραγματικό φόρο εταιρειών, δεδομένου ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση των εταιρειών αυτών από το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, το φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων και το συμπληρωματικό φόρο δεν υπερβαίνει το 15 % των κερδών τους ή τις 500 000 GBP.

(77)

Οι εξωχώριες εταιρείες παραμένουν εκτός του πεδίου εφαρμογής του νέου φορολογικού καθεστώτος, όπερ σημαίνει ότι απαλλάσσονται της φορολογίας περίπου 8 000 εταιρείες οι οποίες δεν έχουν φυσική παρουσία στο Γιβραλτάρ. Η μεταρρύθμιση δεν θίγει τη φορολογική κατάσταση επιχειρήσεων οι οποίες δεν διαθέτουν προσωπικό ή κτιριακές εγκαταστάσεις στο Γιβραλτάρ.

(78)

Το Γιβραλτάρ είναι μια περιοχή αξιοζήλευτης οικονομικής ευρωστίας, η οποία πόρρω απέχει του να είναι εξαρτημένη από ενισχύσεις ή πρωτοβουλίες προώθησης της οικονομικής της ανάπτυξης.

(79)

Όσον αφορά τον επιλεκτικό χαρακτήρα της ενίσχυσης, ο συμπληρωματικός φόρος επί των κερδών επιβάλλεται μόνο σε εταιρείες παροχής συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Η ιδιαιτερότητα αυτή δεν μπορεί να απορρέει ή να δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος (14). Οι εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε τομείς με μεγάλη κινητικότητα κεφαλαίου και απασχολούν ελάχιστο προσωπικό κατ' ουσίαν υπόκεινται μόνο σε φόρο μισθωτών υπηρεσιών και, ως εκ τούτου, η φορολογική τους επιβάρυνση υπόκειται σε ανώτατα όρια. Τούτο παρέχει πλεονέκτημα στις εταιρείες αυτές και μόνο, δεδομένου ότι μειώνεται το κόστος και αυξάνεται η κερδοφορία τους σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους.

(80)

Ο Γενικός Εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υποστήριξε (15) ότι για όλα τα μέτρα που εμπεριέχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, περιλαμβανομένου του φορολογικού πλεονεκτήματος, και «αφορούν αποκλειστικώς εταιρείες που πραγματοποιούν επενδύσεις σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κράτους μέλους, ευθύνη φέρει το οικείο κράτος μέλος, επομένως τα εν λόγω μέτρα δεν μπορούν, εξ ορισμού, να θεωρηθούν, στο πλαίσιο της διάρθρωσης του φορολογικού συστήματος του κράτους, ως μέτρα γενικού χαρακτήρα». Διατύπωσε, επίσης, την άποψη ότι «το γεγονός ότι τα επίδικα μέτρα θεσπίστηκαν από περιφερειακές αρχές με αποκλειστικές αρμοδιότητες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας» αποτελεί «απλώς τυπικό ζήτημα» το οποίο «δεν δικαιολογεί επαρκώς την προτιμησιακή μεταχείριση των εταιρειών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής» της νομοθεσίας περιφερειακής ισχύος.

(81)

Παρότι δεδηλωμένος στόχος της σχεδιαζόμενης μεταρρύθμισης είναι η θέσπιση ενός νέου καθεστώτος φορολογίας εταιρειών το οποίο δεν θα εμπεριέχει κανένα στοιχείο κρατικής ενίσχυσης, η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 με την αιτιολογία ότι πρόκειται για φορολογικό μέτρο ή ότι επιδιώκει στόχους που άπτονται του εταιρικού δικαίου. Η μεταρρύθμιση θα έχει ως κύριες και άμεσες συνέπειες τη στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού και την παροχή κινήτρων μετεγκατάστασης προς τις επιχειρήσεις. Το νέο καθεστώς μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Γιβραλτάρ, δεδομένου ότι ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής που θα εφαρμοστεί στο έδαφος αυτό θα είναι πολύ χαμηλότερος από αυτόν που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο ή και μηδενικός. Η θέσπιση μιας σαφούς ελάφρυνσης της φορολογικής επιβάρυνσης των εν λόγω επιχειρήσεων συνιστά περιφερειακή επιλεκτικότητα η οποία απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

(82)

Ο τεχνικός μηχανισμός του φόρου μισθωτών υπηρεσιών μπορεί να θεωρηθεί επιζήμιος με την έννοια του σημείου B του κώδικα δεοντολογίας, πέραν του ότι το υφιστάμενο φορολογικό καθεστώς του Γιβραλτάρ προβλέπει φορολογικές επιβαρύνσεις οι οποίες είναι σημαντικά χαμηλότερες από αυτές που ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την ανάπτυξη ουσιαστικής οικονομικής παρουσίας στο Γιβραλτάρ, γεγονός που την καθιστά εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του κριτηρίου περί επιζήμιων φορολογικών μέτρων, όπως αυτό διατυπώνεται στο σημείο B.3 του κώδικα δεοντολογίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει προς το παρόν τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε υπό την αιγίδα του ΟΟΣΑ προκειμένου το Γιβραλτάρ να διαγραφεί από τον κατάλογο των μη συνεργάσιμων φορολογικών παραδείσων.

(83)

Η οικονομική πολιτική του Γιβραλτάρ είναι επιζήμια για την ίδια τη χώρα, δεδομένου ότι είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας οικονομίας χωρίς υγιή θεμέλια, η οποία στερείται μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προοπτικών. Επίσης, στερεί από τη γειτονική περιοχή του Campo de Gibraltar πιθανές ευκαιρίες ανάπτυξης. Σημειωτέον ότι η περιοχή αυτή αποτελεί σήμερα μια από τις λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές της Ισπανίας. Η σχετική ευημερία του Γιβραλτάρ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην υπανάπτυξη της γύρω περιοχής.

(84)

Το εν λόγω φορολογικό σύστημα, περάν του ότι είναι άδικο και εισάγει διακρίσεις, ενθαρρύνει τη φοροαποφυγή και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Τα φαινόμενα φοροαποφυγής, τα οποία πλήττουν σοβαρά τα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας, επιτείνονται λόγω των δυνατοτήτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που παρέχει το Γιβραλτάρ, οι οποίες δημιουργούν με τη σειρά τους πρόσφορο έδαφος για τη δράση του οργανωμένου εγκλήματος. Η προαναφερθείσα έκθεση του ΔΝΤ επισημαίνει την απουσία υποχρεωτικών κανόνων στο Γιβραλτάρ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(85)

Η ισπανική συνομοσπονδία επιχειρηματικών οργανώσεων συμφωνεί με την προκαταρκτική ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με τη μεταρρύθμιση, όπως αυτή διατυπώνεται στην πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων, και υποστηρίζει ότι η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να θίξει σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντα των ισπανικών επιχειρήσεων. Οι συμπληρωματικές της παρατηρήσεις μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.

(86)

Η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων στο Γιβραλτάρ θα είναι κατά πολύ μικρότερη από αυτή στο μητροπολιτικό Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ισπανία. Η συνολική φορολογική επιβάρυνση στο Γιβραλτάρ θα ανέρχεται κατ' ανώτατο όριο σε 15 %, τη στιγμή που οι φορολογικοί συντελεστές στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ισπανία είναι τουλάχιστο 30 % ή και υψηλότεροι. Με το νέο καθεστώς, μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων στο Γιβραλτάρ θα υπόκειται σε σχεδόν μηδενική φορολογία. Οι δαπάνες που θα βαρύνουν τις επιχειρήσεις θα είναι μικρότερες από αυτές των ανταγωνιστών τους. Το σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο φορολογίας στο Γιβραλτάρ εισάγει σημαντικές διακρίσεις και υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα τόσο των ισπανικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή όσο και των βρετανικών επιχειρήσεων.

(87)

Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Γιβραλτάρ είναι πολύ μικρές (συνήθως λειτουργούν με ένα μόνο άτομο και στεγάζονται σε μικρές εγκαταστάσεις) και δραστηριοποιούνται στον τομέα της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, όπερ σημαίνει ότι τα έσοδά τους είναι αποκλειστικά και μόνο κεφαλαιουχικά κέρδη προερχόμενα από τα περιουσιακά στοιχεία που διαχειρίζονται. Δεδομένου ότι η μεταρρύθμιση έχει ως βάση τη φορολόγηση ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων της επιχείρησης και το εμβαδόν των κτιριακών εγκαταστάσεων της, καθώς και τη φορολογική έκπτωση των κεφαλαιουχικών κερδών, οι περισσότερες επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Γιβραλτάρ δεν θα καταβάλλουν φόρο εταιρικού εισοδήματος.

(88)

Το Ηνωμένο Βασίλειο συντάσσεται με τις παρατηρήσεις της εκτελεστικής αρχής των Νήσων Åland. Σχολιάζοντας τις παρατηρήσεις της ισπανικής κυβέρνησης και της ισπανικής συνομοσπονδίας επιχειρηματικών οργανώσεων, το Ηνωμένο Βασίλειο επαναλαμβάνει και παραπέμπει σε ορισμένα επιχειρήματα που διατύπωσε ως απάντηση στην κίνηση της διαδικασίας. Τα συμπληρωματικά σχόλια του Ηνωμένου Βασιλείου μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.

(89)

Η μεταρρύθμιση δεν προκαλεί «σοβαρή ζημία» στα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας. Η υπανάπτυξη της περιοχής του Campo de Gibraltar δεν είναι απόρροια του φορολογικού συστήματος του Γιβραλτάρ. Αντιθέτως, το Γιβραλτάρ αποτελεί πηγή σημαντικών εσόδων για την περιοχή. Ενδεικτικά, τα ποσοστά απασχόλησης, τον Ιανουάριο 2003, φανερώνουν ότι οι ισπανοί υπήκοοι που εργάζονται στο Γιβραλτάρ με καθεστώς νόμιμης απασχόλησης αντιπροσωπεύουν το 18 % περίπου του εργατικού δυναμικού του Γιβραλτάρ. Αυτό σημαίνει ότι το Γιβραλτάρ αποτελεί σημαντική πηγή απασχόλησης και εισοδημάτων για τους ισπανούς εργαζόμενους της γύρω περιοχής, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιωτικές δαπάνες των κατοίκων του Γιβραλτάρ στην περιοχή του Campo, τροφοδοτώντάς την με σημαντικά εισοδήματα. Επιπλέον, η Ισπανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας προς το Γιβραλτάρ, το οποίο δεν χαίρει της ευημερίας για την οποία γίνεται λόγος. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης κατατάσσει το Γιβραλτάρ στις περιοχές του στόχου 2.

(90)

Οι διαφορές στους φορολογικούς συντελεστές και τις φορολογικές βάσεις μεταξύ κρατών μελών και φορολογικά αυτόνομων περιοχών είναι ζήτημα κυριαρχίας το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ. Οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις στρέφονται κατά των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές που έχουν γενική εφαρμογή εντός μιας αυτόνομης φορολογικής επικράτειας δεν ικανοποιούν αυτή τη βασική απαίτηση ιδιαιτερότητας, συνεπώς δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των φορολογικών συστημάτων φορολογικά αυτόνομων περιοχών απορρέει όχι μόνο από διαφορετικούς φορολογικούς συντελεστές, αλλά και από διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού του φορολογητέου εισοδήματος. Οι διαφορετικές μέθοδοι υπολογισμού δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση εάν το φορολογικό σύστημα εφαρμόζεται όντως αδιακρίτως εντός της αυτόνομης φορολογικής επικράτειας. Ασαφής παραμένει, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να προκαλέσει μετεγκατάσταση επιχειρήσεων στο Γιβραλτάρ ζημιώνοντας, κατ' αυτό τον τρόπο, την ισπανική οικονομία. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν γνωρίζει καμία ισπανική εταιρεία η οποία να μετεγκαταστάθηκε στο Γιβραλτάρ προκειμένου να επωφεληθεί από το υποτιθέμενο «ευνοϊκό φορολογικό σύστημα» που ισχύει με το υφιστάμενο φορολογικό καθεστώς. Μάλιστα, άλλες χώρες της ΕΕ, όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, καθώς και ορισμένες υπό ένταξη χώρες, όπως η Εσθονία, η Ουγγαρία και η Κύπρος, εφαρμόζουν σχετικά «χαμηλούς» γενικούς συντελεστές φόρου εταιρειών.

(91)

Η κριτική κατά του συστήματος ως συνδυασμού ποικίλων φόρων αποτελεί προϊόν παρερμηνείας. Το μεταρρυθμισμένο σύστημα διέπεται από τη λογική ότι η απασχόληση προσωπικού και οι κτιριακές εγκαταστάσεις αποτελούν τη φορολογική βάση, ενώ η κερδοφορία αποτελεί ένα χαμηλότερο όριο για την υπαγωγή σε φορολογία. Το σύστημα απλά καταργεί τη φορολόγηση των κερδών ως φορολογητέας ύλης στην περίπτωση των επιχειρήσεων. Τα κριτήρια της απασχόλησης προσωπικού και των κτιριακών εγκαταστάσεων εφαρμόζονται οριζοντίως σε όλες τις εταιρείες όλων των τομέων. Δεν ευνοούν, λόγου χάρη, τις μεγαλύτερες εταιρείες εις βάρος των μικρότερων ή αντιστρόφως. Η κατάργηση του ορίου των 500 000 GBP στο φόρο επί των κερδών αποκλείει το ενδεχόμενο ευνοϊκής μεταχείρισης των μεγαλύτερων εταιρειών εις βάρος των μικρότερων. Δεν συνιστά κρατική ενίσχυση το γεγονός ότι το τέλος εγγραφής στο μητρώο εταιρειών ανέρχεται σε 150 GBP για τις μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και σε 300 GBP για τις ενεργές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι η διαφορά των 150 GBP στο τέλος εγγραφής πρέπει να θεωρηθεί ενίσχυση ήσσονος σημασίας.

(92)

Η μεταρρύθμιση θα μπορούσε ορθώς να περιγραφεί ως «μηδενικός φορολογικός συντελεστής επί των κερδών» (δεδομένου ότι επιλέγονται ως φορολογική βάση η απασχόληση προσωπικού και οι κτιριακές εγκαταστάσεις, και όχι το κέρδος), αλλά είναι λάθος να περιγράφεται ως «μηδενικός φορολογικός συντελεστής». Για την ακρίβεια, θεμελιακό στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι η γενική κατάργηση της φορολόγησης των κερδών των εταιρειών (με εξαίρεση το συμπληρωματικό φόρο στις δραστηριότητες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας) και η αντικατάστασή της από ένα φόρο μισθωτών υπηρεσιών ο οποίος βαρύνει όλες τις εταιρείες.

(93)

Ομοίως, οι συμπληρωματικοί φόροι (στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας) δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση. Παρότι θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα ουσιαστικής επιλεκτικότητας, οι φόροι αυτοί δεν πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηρισθούν «πλεονεκτήματα» σε σύγκριση με τον γενικό κανόνα, με την έννοια του ορισμού της ενίσχυσης. Απεναντίας, εξυπηρετούν εντελώς διαφορετικό σκοπό. Για τον λόγο αυτό, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι οι τομείς εκτός του τομέα παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών δεν υπόκεινται στο συμπληρωματικό φόρο.

(94)

Ο ισχυρισμός ότι η μεταρρύθμιση προσφέρει πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις του Γιβραλτάρ έναντι των βρετανικών είναι λανθασμένος και αποτελεί παρερμηνεία της έννοιας της περιφερειακής ιδιαιτερότητας, του συνταγματικού καθεστώτος του Γιβραλτάρ και του καθεστώτος του στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ. Εικάζεται ότι η ισπανική κυβέρνηση δεν έχει την πρόθεση να υποστηρίξει ένα επιχείρημα το οποίο ενδέχεται να παρεμποδίσει την ουσιαστική αποκέντρωση φορολογικών αρμοδιοτήτων από τα κράτη μέλη και να υπονομεύσει, μεταξύ άλλων, τη φορολογική αυτονομία των βασκικών επαρχιών της. Οι υποθέσεις στις οποίες παραπέμπει η ισπανική κυβέρνηση (16) ως προς την περιφερειακή ιδιαιτερότητα είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι καμία δεν αφορά καταστάσεις στις οποίες οι οικείες περιοχές απολάμβαναν ανεξαρτησίας και αυτονομίας στους τομείς που εξαιρέθηκαν από το γενικό φορολογικό σύστημα. Η φορολογική αυτονομία στην οποία γίνεται μνεία σε ορισμένες βασκικές υποθέσεις (17) ασκείται για τη χορήγηση εκπτώσεων από το φόρο που θα αναλογούσε βάσει του γενικού φορολογικού συστήματος της Ισπανίας, ενώ η αυτονομία του Γιβραλτάρ ασκείται για τη δημιουργία ενός φορολογικού συστήματος ριζικά διαφορετικού από αυτό του Ηνωμένου Βασιλείου.

(95)

Οι ισχυρισμοί που αφορούν, μεταξύ άλλων, φαινόμενα φοροαποφυγής και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι αβάσιμοι και άνευ σημασίας για την εν λόγω διαδικασία βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Ως εκ τούτου, η διεξοδική ανασκευή τους δεν κρίνεται σκόπιμη. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι το Γιβραλτάρ πληροί αυστηρά πρότυπα εποπτείας και οικονομικής ρύθμισης τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Η επιτροπή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών του Γιβραλτάρ είναι ένας ανεξάρτητος και σεβαστός φορέας. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από αρκετούς διεθνείς φορείς που εξέφρασαν επιδοκιμαστικά σχόλια για τις ενέργειες στις οποίες προέβη το Γιβραλτάρ με στόχο την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το Γιβραλτάρ υπήρξε μια από τις πρώτες δικαιοδοσίες εντός της ΕΕ οι οποίες εφάρμοσαν την οδηγία της ΕΕ σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες για κάθε παράνομη δραστηριότητα. Σε έκθεση της Ομάδας Διεθνούς Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF), η οποία δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2002, αναφέρεται ότι το «Γιβραλτάρ διαθέτει ένα ισχυρό οπλοστάσιο νόμων, κανονισμών και διοικητικών πρακτικών για την καταπολέμηση του φαινομένου της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» και ότι βρίσκεται «πολύ κοντά στην επίτευξη πλήρους συμμόρφωσης προς τις 40 συστάσεις της FATF» (18). Το ΔΝΤ σε έκθεσή του, τον Οκτώβριο 2001, κρίνει ότι το Γιβραλτάρ πληροί 66 από τα 67 διεθνή πρότυπα οικονομικής ρύθμισης. Η έκθεση καταλήγει ότι «η εποπτεία είναι εν γένει αποτελεσματική και διεξοδική… Το Γιβραλτάρ συγκαταλέγεται στα εδάφη που διαθέτουν ανεπτυγμένο σύστημα εποπτείας» (19). Με βάση τους κανόνες του ΟΟΣΑ, το Γιβραλτάρ κατατάσσεται στις συνεργάσιμες φορολογικές δικαιοδοσίες.

VI.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ

(96)

Προκειμένου ένα μέτρο να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, πρέπει να πληροί τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια. Πρώτον, το μέτρο πρέπει να προσφέρει στους δικαιούχους ένα πλεονέκτημα το οποίο μειώνει τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού τους κατά την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Δεύτερον, το πλεονέκτημα πρέπει να παρέχεται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους. Τρίτον, το μέτρο πρέπει να επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Τέλος, το μέτρο πρέπει να είναι ειδικό ή επιλεκτικό, δηλαδή να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής.

(97)

Σύμφωνα με το σημείο 16 της ανακοίνωσης, το βασικό κριτήριο για την εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ σε ένα φορολογικό μέτρο είναι εάν αυτό «εισάγει υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων του κράτους μέλους μια εξαίρεση από την εφαρμογή του φορολογικού συστήματος. Πρέπει επομένως να προσδιοριστεί κατ' αρχάς το κοινό σύστημα». Δεδομένου, ωστόσο, ότι η μεταρρύθμιση εγείρει ζητήματα τόσο ουσιαστικής όσο και περιφερειακής επιλεκτικότητας, η Επιτροπή θα εξετάζει κατ' αρχάς το σκέλος της περιφερειακής επιλεκτικότητας. Το ζήτημα της ουσιαστικής επιλεκτικότητας των διαφόρων στοιχείων της μεταρρύθμισης εντός του πλαισίου του Γιβραλτάρ εξετάζεται χωριστά στη συνέχεια, στις αιτιολογικές σκέψεις 128 έως 152.

(98)

Στην απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας για τις κρατικές ενισχύσεις (20), η Επιτροπή προσδιορίζει τους τρόπους με τους οποίους η μεταρρύθμιση, στο σύνολό της, παρέχει πλεονεκτήματα στις εταιρείες του Γιβραλτάρ έναντι των βρετανικών εταιρειών. Τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται αυτή η σύγκριση δεν αμφισβητήθηκαν ούτε από το Ηνωμένο Βασίλειο ούτε από την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ, συνεπώς επαναλαμβάνεται και διευρύνεται ως εξής.

(99)

Στο καθεστώς φορολογίας εταιρειών του Ηνωμένου Βασιλείου, ο ανώτατος συντελεστής φόρου εταιρειών ανέρχεται σε 30 % επί των εταιρικών κερδών. Απεναντίας, η μεταρρύθμιση προβλέπει ότι ο ανώτατος συντελεστής φόρου για όλες τις εταιρείες του Γιβραλτάρ, πλην των εταιρειών παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, ανέρχεται σε 15 %.

(100)

Οι διαφορές στο καθεστώς φορολογίας εταιρειών μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Γιβραλτάρ, όπως αυτό προβλέπεται από τη μεταρρύθμιση, συνεπάγονται ότι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο φορολογούνται με ανώτατο συντελεστή 30 % επί των κερδών, ενώ οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο Γιβραλτάρ (πλην των εταιρειών παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας) φορολογούνται με ανώτατο συντελεστή 15 % επί των κερδών. Πέραν τούτου, όπως περιγράφεται παρακάτω στις αιτιολογικές σκέψεις 128 έως 152, ορισμένες κατηγορίες εταιρειών είτε απαλλάσσονται του φόρου είτε φορολογούνται με συντελεστή 5 % επί των κερδών. Οι διαφορές αυτές στη φορολογική μεταχείριση παρέχουν πλεονέκτημα στις εταιρείες που εδρεύουν στο Γιβραλτάρ, πλην των εταιρειών παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, έναντι των εταιρειών που εδρεύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

(101)

Ορισμένες άλλες διαφορές των φορολογικών καθεστώτων παρέχουν επιπρόσθετα πλεονεκτήματα στις εταιρείες του Γιβραλτάρ έναντι αυτών του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση, τα κεφαλαιουχικά κέρδη εξαιρούνται από τον υπολογισμό των κερδών, εν αντιθέσει με το καθεστώς του Ηνωμένου Βασιλείου όπου τα κεφαλαιουχικά κέρδη υπόκεινται γενικά σε φόρο εταιρειών. Πλεονεκτήματα παρέχουν, ομοίως, οι διαφορές στις κεφαλαιουχικές εκπτώσεις. Σε αντίθεση με την έκπτωση 33 % των κεφαλαιουχικών δαπανών για εγκαταστάσεις και μηχανολογικό εξοπλισμό, το φορολογικό καθεστώς του Ηνωμένου Βασιλείου προβλέπει έκπτωση 25 % της φθίνουσας απόσβεσης, χωρίς εκπτώσεις γενικής εφαρμογής για τον πρώτο χρόνο λειτουργίας.

(102)

Όπως φαίνεται από τις προηγούμενες παραγράφους, η θέση της Επιτροπής όσον αφορά την περιφερειακή επιλεκτικότητα της προτεινόμενης φορολογικής μεταρρύθμισης στο Γιβραλτάρ είναι, κατ' ουσίαν, ότι προβλέπει εν γένει την εφαρμογή χαμηλότερης φορολογίας από αυτή που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός το οποίο παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο Γιβραλτάρ. Η συλλογιστική αυτή συνάδει με το σημείο 16 της ανακοίνωσης, σύμφωνα με το οποίο «το βασικό κριτήριο για την εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 1 σε ένα φορολογικό μέτρο» είναι «εάν το μέτρο εισάγει υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων του κράτους μέλους μια εξαίρεση από την εφαρμογή του φορολογικού συστήματος». Όπως επισημαίνεται στο σημείο 17 της ανακοίνωσης, «η μέχρι σήμερα πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά τη λήψη των αποφάσεων καταδεικνύει ότι μόνο τα μέτρα των οποίων το πεδίο εφαρμογής εκτείνεται σε όλο το έδαφος του κράτους μέλους δεν υπάγονται στο κριτήριο του ειδικού χαρακτήρα που ορίζεται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ» η οποία«χαρακτηρίζει ως ενισχύσεις τα μέτρα που ευνοούν την οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής» (21). Ακόμη και σε περίπτωση που οι εν λόγω φορολογικές ελαφρύνσεις εφαρμόζονταν αυτομάτως και αδιακρίτως σε όλους τους οικονομικούς φορείς που φορολογούνται στο Γιβραλτάρ, χωρίς να εισάγεται διαφορετική μεταχείριση υπέρ ενός ή περισσότερων κλάδων (κάτι που δεν ισχύει εν προκειμένω), «προορίζονται αποκλειστικά για επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε συγκεκριμένη περιφέρεια του οικείου κράτους μέλους και παρέχουν στις επιχειρήσεις αυτές ένα πλεονέκτημα από το οποίο δεν μπορούν να επωφεληθούν οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να ασκήσουν παρόμοια οικονομική δραστηριότητα σε άλλες περιοχές του κράτους μέλους» (22). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι εν λόγω φορολογικές ελαφρύνσεις ευνοούν πράγματι τις επιχειρήσεις που φορολογούνται στο Γιβραλτάρ έναντι των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο.

(103)

Το Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ και η εκτελεστική αρχή των Νήσων Åland διαφωνούν με την άποψη ότι το μέτρο είναι επιλεκτικό, δηλαδή ότι ευνοεί «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους». Υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες τα φορολογικά πλεονεκτήματα των οποίων το πεδίο εφαρμογής περιορίζεται σε ένα τμήμα της εθνικής επικράτειας παρέχονται από το κράτος και των περιπτώσεων στις οποίες τα πλεονεκτήματα παρέχονται από μια περιφερειακή αρχή για το τμήμα της επικράτειας που εμπίπτει στη δικαιοδοσία της. Η πρώτη περίπτωση αφορά επιλεκτικές ενισχύσεις προς μέρος των επιχειρήσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του κράτους, ενώ η δεύτερη περίπτωση αφορά γενικά μέτρα, τα οποία εφαρμόζονται στο σύνολο των επιχειρήσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία της περιφερειακής αρχής.

(104)

Η Επιτροπή θεωρεί κατ' αρχάς ότι το στοιχείο της επιλεκτικότητας στην έννοια της ενίσχυσης βασίζεται σε μια σύγκριση της ευνοϊκής μεταχείρισης που επιφυλάσσεται σε ορισμένες επιχειρήσεις με εκείνη που έχουν άλλες επιχειρήσεις εντός του ίδιου πλαισίου αναφοράς. Ο ορισμός του πλαισίου αυτού αποκτά επιπρόσθετη σημασία στην περίπτωση των φορολογικών μέτρων, διότι η ύπαρξη αυτή καθεαυτή ενός πλεονεκτήματος δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο σε συνάρτηση με μια φορολογία η οποία ορίζεται ως κανονική. Κατ' αρχήν, το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η σύγκριση αυτή είναι η οικονομία του κράτους μέλους. Αυτό προκύπτει τόσο από την οικονομία της συνθήκης ΕΚ σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγούνται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους, όσο και από τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζουν οι κεντρικές αρχές των κρατών μελών στον καθορισμό του πολιτικού και οικονομικού περιβάλλοντος εντός του οποίου δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις, μέσω των μέτρων που λαμβάνουν, των υπηρεσιών που παρέχουν και, ενδεχομένως, των μεταβιβάσεων κεφαλαίων που πραγματοποιούν. Υπό το πρίσμα αυτό, το ίδιο το κείμενο της συνθήκης ΕΚ, το οποίο χαρακτηρίζει ως κρατικές ενισχύσεις που συμβιβάζονται με την κοινή αγορά τα μέτρα που προορίζονται «για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης» μιας συγκεκριμένης περιοχής [άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ)], δείχνει ότι τα πλεονεκτήματα τα οποία ισχύουν μόνο σε τμήμα του εδάφους του κράτους που υπόκειται στους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις ενδέχεται να συνιστούν επιλεκτικά πλεονεκτήματα. Είναι προφανές ότι, εάν το πλαίσιο αναφοράς για την εκτίμηση της εδαφικής επιλεκτικότητας ενός μέτρου είναι το έδαφος στο οποίο αυτό εφαρμόζεται, τα μέτρα που ωφελούν το σύνολο των επιχειρήσεων εντός της εδαφικής επικράτειας καθίστανται εξ ορισμού γενικά μέτρα. Η πάγια πρακτική της Επιτροπής, η οποία επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο, συνίσταται, αντίθετα, στο να χαρακτηρίζονται ενισχύσεις φορολογικά καθεστώτα τα οποία εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες περιοχές ή εδάφη και είναι ευνοϊκά σε σύγκριση με το γενικό φορολογικό καθεστώς ενός κράτους μέλους (23).

(105)

Κατά δεύτερο λόγο, είναι ασυμβίβαστη με την έννοια της ενίσχυσης η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με την οποία τα οφέλη με περιορισμένο εδαφικό πεδίο εφαρμογής καθίστανται γενικά μέτρα σε μια περιφέρεια, απλά και μόνο διότι δεν θεσπίζονται από την κεντρική αλλά από την περιφερειακή αρχή και εφαρμόζονται σε όλη την εδαφική επικράτεια που βρίσκεται στη δικαιοδοσία της συγκεκριμένης περιφέρειας. Η έννοια της ενίσχυσης είναι μια αντικειμενική έννοια, η οποία εμπεριέχει κάθε ενίσχυση που μειώνει, με διάφορους τρόπους, τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού μίας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως του σκοπού, της αιτιολόγησης και του στόχου της ή του καθεστώτος της δημόσιας αρχής που τη θεσπίζει ή της παρέχει δημοσιονομική κάλυψη. Αν η διάκριση βασιζόταν αποκλειστικά στον φορέα που αποφασίζει για το μέτρο, θα στερούσε κάθε αποτελεσματικότητα από το άρθρο 87 της συνθήκης ΕΚ, το οποίο προσεγγίζει τα εν λόγω μέτρα σε συνάρτηση, αποκλειστικά, με τις επιπτώσεις τους στον ανταγωνισμό και στις κοινοτικές συναλλαγές (24). Κατά συνέπεια, το τυπικό και μόνο κριτήριο του βαθμού αυτονομίας της περιφερειακής αρχής που θεσπίζει την ενίσχυση δεν επαρκεί για να θεμελιώσει διαφορετική μεταχείριση της ενίσχυσης από μέτρα που έχουν τους ίδιους στόχους, χρησιμοποιούν τους ίδιους πόρους και έχουν τις ίδιες επιπτώσεις στις συναλλαγές και στον ανταγωνισμό. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα συμπεράσματα του Γενικού Εισαγγελέα Saggio στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-400/97, C-401/97 και C-402/97, «το γεγονός ότι τα επίδικα μέτρα θεσπίστηκαν από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως με αποκλειστικές αρμοδιότητες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας είναι (…) ένα τυπικό, απλώς, δεδομένο το οποίο δεν επαρκεί προς αιτιολόγηση της προτιμησιακής μεταχείρισης των εταιρειών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας περιφερειακής ισχύος. Εάν δεν ίσχυε αυτό, το κράτος θα μπορούσε εύκολα να αποφύγει την εφαρμογή, σε ένα τμήμα της επικράτειάς του, των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων, επιφέροντας απλούστατα τροποποιήσεις στον εσωτερικό καταμερισμό αρμοδιοτήτων σε ορισμένους τομείς, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να επικαλείται για το συγκεκριμένο έδαφος τη γενική φύση του μέτρου αυτού».

(106)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η χρήση ενός αμιγώς θεσμικού κριτηρίου για τη διαφοροποίηση της «ενίσχυσης» από τα «γενικά μέτρα» θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε διαφορετική μεταχείριση των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, ανάλογα με το εάν αυτά υιοθετούν συγκεντρωτικό ή αποκεντρωμένο μοντέλο καταμερισμού φορολογικής αρμοδιότητας (ή άλλης αρμοδιότητας, π.χ. σε θέματα κοινωνικών ασφαλίσεων). Εάν γίνει αποδεκτό το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου, τα κράτη μέλη με εσωτερική διοικητική οργάνωση η οποία επιτρέπει σε ορισμένες περιφερειακές αρχές να τροποποιούν το γενικό φορολογικό σύστημα ώστε να παρέχουν φορολογικά πλεονεκτήματα προς εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις αντίστοιχες περιοχές, δεν θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τις ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα όσον αφορά τις συγκεκριμένες περιφέρειες και τα συγκεκριμένα μέτρα.

(107)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι μέτρα απολύτως όμοια ως προς τους στόχους, την πρακτική και τις συνέπειές τους πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες. Το αντίθετο αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές στρεβλώσεις στη λειτουργία της κοινής αγοράς. Η υπαγωγή των περιφερειακών φορολογικών πλεονεκτημάτων στους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και δεν μπορεί να εξαρτάται από έναν αμιγώς θεσμικό παράγοντα, όπως η εκχώρηση σε δεδομένη στιγμή λιγότερο ή περισσότερο εκτενούς φορολογικής αυτονομίας υπέρ περιφερειακών αρχών με αρμοδιότητες σε μικρότερη ή μεγαλύτερη εδαφική επικράτεια. Η γενίκευση μιας τέτοιας πρακτικής θα υπονόμευε την ισότιμη εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις και θα τους καθιστούσε αναποτελεσματικούς.

(108)

Σύμφωνα με την προσέγγιση της Επιτροπής, η φορολογική αυτονομία της περιφερειακής αρχής που παραχωρεί πλεονεκτήματα ουδέποτε θεωρήθηκε παράγοντας ο οποίος δίνει τη δυνατότητα να μη λογίζονται τα μέτρα ως ενίσχυση. Στην απόφαση 93/337/ΕΟΚ (25), η αναγνώριση ότι «οι αρμόδιες αρχές καθεμιάς από τις τρεις βασικές επαρχίες μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να διατηρούν, να θεσπίζουν και να ρυθμίζουν το φορολογικό καθεστώς εντός του εδάφους τους» δεν εμπόδισε την Επιτροπή να θεωρήσει ότι τα συγκεκριμένα φορολογικά πλεονεκτήματα εκ μέρους των τριών επαρχιών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 και να τα κηρύξει ασυμβίβαστα διότι δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες για τις περιφερειακές και τομεακές ενισχύσεις (26). Άλλες υποθέσεις για μέτρα τα οποία θεσπίστηκαν από τις αρχές των βασκικών επαρχιών κρίθηκαν με βάση την ουσιαστική επιλεκτικότητα (27). Το ζήτημα της περιφερειακής επιλεκτικότητας δεν εξετάστηκε από τα κοινοτικά δικαστήρια κατά την εκτίμηση της εγκυρότητας παρόμοιων αποφάσεων (28), εφόσον η Επιτροπή δεν είχε βασιστεί στο συγκεκριμένο κριτήριο για την απόφασή της. Κατά συνέπεια, οι παρατηρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ σχετικά με την εδαφική δικαιοδοσία είναι άνευ σημασίας. Σε μεταγενέστερες αποφάσεις σχετικά με καθεστώτα φορολογικών ελαφρύνσεων που εφαρμόστηκαν από αυτόνομες φορολογικές αρχές, η Επιτροπή, ενώ υποστηρίζει ότι τα υπό εξέταση μέτρα συνιστούν ενίσχυση λόγω της ουσιαστικής επιλεκτικότητάς τους, αφήνει σαφώς ανοιχτό το ενδεχόμενο να εξεταστεί η εδαφική επιλεκτικότητά τους (29). Σε πρόσφατη απόφασή της σχετικά με φορολογικά πλεονεκτήματα εκ μέρους των αρχών της περιφέρειας των Αζορών, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα υπό εξέταση μέτρα είναι επιλεκτικά παρότι εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιφέρεια αυτή (30).

(109)

Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η κήρυξη των εν λόγω μέτρων ως ενίσχυσης δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη φορολογική αυτονομία του Γιβραλτάρ, η οποία προκύπτει από τις σχετικές συνταγματικές ρυθμίσεις και την πρακτική. Απλώς επιδιώκει να διασφαλίσει ότι, σε περιπτώσεις στις οποίες το Γιβραλτάρ ασκεί την αυτονομία του μειώνοντας το ποσό του φόρου που επιβάλλεται σε εθνικό επίπεδο, τα φορολογικά πλεονεκτήματα που παρέχονται με τον τρόπο αυτό θα συμμορφώνονται με τους κοινοτικούς κανόνες για τις ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα και τα λοιπά ισχύοντα πλαίσια επί τη βάσει της ισοτιμίας σε ολόκληρη την κοινοτική επικράτεια, με την επιφύλαξη ότι τα πλεονεκτήματα αυτά είναι συμβατά με την κοινή αγορά.

(110)

Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να θεωρήσει ότι οι ανωτέρω φορολογικές ελαφρύνσεις δικαιολογούνται από τη φύση ή την οικονομία του φορολογικού συστήματος ή ότι είναι, λόγω της οικονομικής λογικής τους, απαραίτητες ή λειτουργικά χρήσιμες για την αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος. Πόσο μάλλον όταν οι ελαφρύνσεις αυτές δεν απορρέουν από την εφαρμογή αρχών όπως η αναλογικότητα ή η προοδευτική φορολογία, αφού ευνοούν κατά κανόνα εταιρείες μιας συγκεκριμένης περιοχής ανεξάρτητα από την οικονομική κατάστασή τους και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εγγενείς του φορολογικού συστήματος.

(111)

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ προβάλλουν μια σειρά επιχειρημάτων προκείμενου να υποστηρίξουν τη θέση τους σύμφωνα με την οποία το γεγονός ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση προβλέπει γενικά χαμηλότερη φορολόγηση των εταιρειών στο Γιβραλτάρ σε σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συνιστά αφεαυτό κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Τα εν λόγω επιχειρήματα εξετάζονται στη συνέχεια.

(112)

Το επιχείρημα ότι υφίσταται κρατική ενίσχυση μόνο όταν υπάρχει απώλεια φορολογικών εσόδων που αντιστοιχεί σε κατανάλωση ισόποσων κρατικών πόρων και ότι στην περίπτωση του Γιβραλτάρ δεν υπάρχει απώλεια φορολογικών εσόδων, καθώς δεν υπάρχει φορολογικός συντελεστής του Ηνωμένου Βασιλείου ο οποίος να ισχύει και στο Γιβραλτάρ, αποτελεί επίσης τυπικό επιχείρημα υπέρ του μέτρου. Σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα Saggio, εξίσου τυπικό είναι το επιχείρημα ότι, ακόμη και σε περίπτωση κατάργησης του υποτιθέμενου μέτρου ενίσχυσης, δεν θα εφαρμοζόταν ο κανονικός ή συνήθης φορολογικός συντελεστής του Ηνωμένου Βασιλείου και συνεπώς, εφόσον το φορολογικό σύστημα σχεδιάζεται από τις τοπικές αρχές, οποιαδήποτε σύγκριση για να διαπιστωθεί η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης είναι άνευ ουσίας. Δεδομένου ότι το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί μέσω διαφόρων νομικών πρακτικών (προβλέποντας ρητή παρέκκλιση από το σύστημα που θα εφαρμοζόταν σε άλλες συνθήκες ή θεσπίζοντας επισήμως ξεχωριστά συστήματα που εφαρμόζονται σε παρόμοιες καταστάσεις), η επιλεκτικότητα ενός μέτρου δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση το τι θα ίσχυε «ελλείψει του μέτρου», συγκρίνοντας δηλαδή την κατάσταση που προκύπτει από το σχετικό μέτρο με την κατάσταση που θα υπήρχε «ελλείψει» του συγκεκριμένου μέτρου. Αντιθέτως, το εν λόγω μέτρο πρέπει να συγκρίνεται με άλλα μέτρα που εφαρμόζονται σε παρόμοιες καταστάσεις, εν προκειμένω με τη φορολογία εταιρειών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρότι η εκτίμηση ενός μέτρου βάσει των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων δεν εξαρτάται από τη φύση των μέτρων που ίσχυαν προγενέστερα, επισημαίνεται ότι το φορολογικό σύστημα που εφαρμόζεται επί του παρόντος στο Γιβραλτάρ ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τα πρότυπα του Ηνωμένου Βασιλείου, με εξαίρεση τα πλεονεκτήματα που παραχωρούνται στην εξωχώρια οικονομία.

(113)

Ομοίως, τα επιχειρήματα της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ, με τα οποία αντιδιαστέλλει την περιφερειακή (ή δευτερογενή) αρμοδιότητα για μείωση του εθνικού φορολογικού συντελεστή με τη δική της ανεξάρτητη αρμοδιότητα επί του φορολογικού συστήματος στο σύνολό του, αφορούν τις εσωτερικές αρμοδιότητες του Ηνωμένου Βασιλείου και των εδαφών του. Σε κάθε περίπτωση, το εύρος της φορολογικής αυτονομίας που παραχωρείται σε μια δεδομένη εδαφική επικράτεια δεν μπορεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, εφόσον αυτό εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Επιπλέον, είναι αδύνατο να εδραιωθεί σαφής διάκριση ως προς το θέμα αυτό και θα κινδυνεύαμε να οδηγηθούμε σε άνιση μεταχείριση παρόμοιων καταστάσεων. Μια τέτοια έκβαση θα αντέβαινε επίσης στην αρχή ότι, προκειμένου ένα μέτρο να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις του.

(114)

Το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνει ότι δεν υπάρχει κοινό σύστημα αναφοράς στο οποίο θα υπόκειντο οι εταιρείες του Γιβραλτάρ σε περίπτωση κατάργησης του μέτρου. Πρόκειται για κυκλικό συλλογισμό, καθώς η απουσία κοινού συστήματος είναι συνέπεια της παραχώρησης φορολογικής αυτονομίας και αυτή καθαυτή η ύπαρξη ειδικής φορολογικής δικαιοδοσίας σε μια συγκεκριμένη περιοχή είναι απόρροια της επιλογής του οικείου κράτους μέλους. Όταν μια κεντρική κυβέρνηση αποφασίζει να εκχωρήσει την αρμοδιότητά της για θέσπιση ομοιόμορφου πλαισίου φορολογίας των επιχειρήσεων και επιτρέπει σε περιφερειακή αρχή να μειώνει το φορολογικό συντελεστή ή να θεσπίζει διαφορετικό, περισσότερο ευνοϊκό, φορολογικό σύστημα, αυτή η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων οδηγεί σε παρεκκλίσεις από ένα κοινό σύστημα αναφοράς. Εκ των πραγμάτων, η άμεση πρόβλεψη για μείωση του φορολογικού συντελεστή ή η παροχή σε εδαφική επικράτεια της δυνατότητας μείωσης του κοινού φορολογικού συντελεστή ή η εξαίρεση εδαφικής επικράτειας από το κοινό σύστημα και η απόδοση αρμοδιότητας σε αυτήν προκειμένου να θεσπίσει ένα ευνοϊκότερο φορολογικό σύστημα, καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα: επιτρέπουν στις εταιρείες μιας συγκεκριμένης περιοχής να πληρώνουν χαμηλότερους φόρους, με παράλληλη απώλεια κρατικών εσόδων.

(115)

Η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί τον ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου ότι μια φορολογική δικαιοδοσία που δεν καλύπτει ολόκληρη την επικράτεια ενός κράτους μέλους δεν θα μπορεί να θεσπίζει κανένα φορολογικό συντελεστή εκτός εκείνου που εφαρμόζεται στην άλλη φορολογική δικαιοδοσία του κράτους. Όπως προαναφέρθηκε, βασικό στοιχείο κάθε ανάλυσης για να διαπιστωθεί κατά πόσον ένα φορολογικό μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση είναι ο ορισμός του εφαρμοστέου κοινού συστήματος, το οποίο εν προκειμένω είναι το φορολογικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι η παρούσα απόφαση δεν αφορά μηχανισμό ο οποίος επιτρέπει σε όλες τις τοπικές αρχές μιας συγκεκριμένης βαθμίδας (περιφέρειες, εδαφικές επικράτειες ή άλλες) να επιβάλλουν και να εισπράττουν τοπικούς φόρους. Αντιθέτως, η εν λόγω υπόθεση αφορά ελάφρυνση που εφαρμόζεται αποκλειστικά στο Γιβραλτάρ. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι ένα φορολογικό πλεονέκτημα συνιστά κρατική ενίσχυση δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

(116)

Το επιχείρημα ότι η επιβολή υψηλότερου φορολογικού συντελεστή σε μια δεδομένη περιφέρεια θα είχε αυτόματα ως συνέπεια οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές που εφαρμόζονται στην υπόλοιπη επικράτεια να θεωρούνται κρατική ενίσχυση δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση, δεν συνάγεται από τη συλλογιστική της Επιτροπής και δεν είναι ακριβές. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα υπήρχε ένα κοινό σύστημα που θα εφαρμοζόταν σε όλες τις περιφέρειες εκτός από μία. Εξ ορισμού, ένα τέτοιο σύστημα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Προφανώς, η παρέκκλιση που προκύπτει από την εφαρμογή υψηλότερου συντελεστή σε μια δεδομένη περιφέρεια δεν συνιστά πλεονέκτημα και συνεπώς δεν θα χαρακτηριζόταν κρατική ενίσχυση. Το παράδειγμα αυτό δείχνει, για άλλη μια φορά, ότι ένα κράτος μέλος εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να παραχωρεί φορολογική αυτονομία σε κάποιες περιφέρειες χωρίς κατ' ανάγκη να παρέχει κρατική ενίσχυση σε συγκεκριμένες εταιρείες.

(117)

Οι παραλληλισμοί τους οποίους επιχειρεί το Ηνωμένο Βασίλειο με τη συμφωνία του ΠΟΕ για τις επιδοτήσεις είναι ατελέσφοροι, καθώς η έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφοροποιείται σημαντικά από οποιαδήποτε διεθνή νομοθεσία η οποία προβλέπεται από τις συμφωνίες του ΠΟΕ. Το καθεστώς ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων σε μια ενιαία αγορά πρέπει προφανώς να είναι αυστηρότερο από τους κανόνες για τις επιδοτήσεις που προβλέπονται από μια διεθνή συμφωνία, ενώ το γεγονός ότι ένα μέτρο ενδέχεται να μην θεωρείται «ειδική επιδότηση» βάσει της συμφωνίας περί επιδοτήσεων δεν μπορεί να περιορίσει το εύρος του ορισμού της ενίσχυσης στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ (31).

(118)

Όσον αφορά τις συνέπειες, ως προς το θέμα των κρατικών ενισχύσεων, τυχόν μελλοντικής απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου για άσκηση κυριαρχίας στο Γιβραλτάρ από κοινού με την Ισπανία, τα προβαλλόμενα επιχειρήματα είναι αμιγώς υποθετικής φύσης και αναφέρονται σε μια κατάσταση η οποία θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αποτελέσει αντικείμενο ειδικών ρυθμίσεων όσον αφορά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Τα πραγματικά περιστατικά δεν συνάδουν με την υπόθεση που διατυπώνει το Ηνωμένο Βασίλειο, συνεπώς είναι άνευ σημασίας για την εξακρίβωση της ύπαρξης ή μη κρατικής ενίσχυσης.

(119)

Το Ηνωμένο Βασίλειο ενίσταται για το γεγονός ότι η Επιτροπή συγκρίνει τις διάφορες απαλλαγές και εκπτώσεις στο Γιβραλτάρ με τις αντίστοιχες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο λόγος που προβάλλεται είναι ότι, εφόσον τα φορολογικά συστήματα ή οι φορολογικές βάσεις διαφέρουν, δεν μπορούν να γίνουν ουσιαστικές συγκρίσεις. Ωστόσο, αντίθετα με τον ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου, μπορούν όντως να γίνουν ουσιαστικές συγκρίσεις, όπως δηλώνεται στην αιτιολογική σκέψη 100 ανωτέρω. Οι διαφορές που διαπιστώνονται συνιστούν περαιτέρω στοιχεία μιας ανάλυσης η οποία καταδεικνύει ότι, σε σύγκριση με το φορολογικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου (το «εφαρμοστέο κοινό σύστημα»), οι επιχειρήσεις στο Γιβραλτάρ υφίστανται κατά κανόνα χαμηλότερη φορολογική πίεση.

(120)

Το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται την αρχή της επικουρικότητας, υποστηρίζοντας ότι εάν ένα κράτος μέλος μπορεί να λειτουργεί με δύο ή περισσότερες αυτόνομες φορολογικές δικαιοδοσίες οι οποίες ανταγωνίζονται για τα έσοδα του φόρου εταιρειών εντός της επικράτειας χωρίς να προκαλούνται σημαντικές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας της συνθήκης ΕΚ, η Κοινότητα δεν έχει αρμοδιότητα να παρέμβει στις συνταγματικές ρυθμίσεις του κράτους μέλους. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται όχι μόνο σε ψευδή βάση, ότι δεν προκαλούνται σημαντικές στρεβλώσεις (ή ότι αυτές περιορίζονται αποκλειστικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Γιβραλτάρ χωρίς συνέπειες για άλλα κράτη μέλη), αλλά και σε παρερμηνεία της αρχής της επικουρικότητας. Το άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει ρητά ότι η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται μόνο στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Εφόσον ο έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων είναι τομέας αποκλειστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής, η αρχή της επικουρικότητας δεν έχει εφαρμογή. Εξετάζοντας την προτεινόμενη μεταρρύθμιση, αλλά και το θέμα της περιφερειακής επιλεκτικότητας, όπως σε κάθε περίπτωση που εξετάζονται φορολογικά μέτρα για να διαπιστωθεί εάν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, η Επιτροπή δεν επιδιώκει φορολογική ομοιομορφία, απλώς εκπληρώνει την υποχρέωσή της για έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων βάσει της συνθήκης ΕΚ.

(121)

Αντίθετα με όσα υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, η αρχή σύμφωνα με την οποία το κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται την εθνική νομοθεσία του προκειμένου να μην εκπληρώνει υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο άπτεται όντως του ζητήματος της επιλεκτικότητας. Γίνεται πάγια αποδεκτό ότι ο τρόπος οργάνωσης του κράτους μέλους όσον αφορά τη φορολογία είναι τυπικό ζήτημα. Το κράτος μέλος, δηλαδή, δεν μπορεί να επικαλείται την ύπαρξη φορολογικά αυτόνομων περιφερειών, ανεξάρτητα από το εύρος των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να μην εφαρμόσει τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Αυτό, πάντως, δεν αντιβαίνει στη δυνατότητα των κρατών μελών για αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων τους. Το ζήτημα είναι πώς ασκούνται οι αποκεντρωμένες αρμοδιότητες. Τα κράτη μέλη και οι φορείς στους οποίους μεταβιβάζονται αρμοδιότητες οφείλουν να διασφαλίζουν την τήρηση του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τις κρατικές ενισχύσεις. Ειδικότερα, σε περίπτωση μεταβίβασης αρμοδιοτήτων με παράλληλη διατήρηση ενός κεντρικού συστήματος αναφοράς, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις, στο βαθμό που συνιστούν ενίσχυση, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

(122)

Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι το Γιβραλτάρ δεν αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, διαθέτει δικά του θεσμικά όργανα και συνταγματική τάξη και είναι αυτόνομο, αυτοδιοικούμενο και οικονομικά αύταρκες.

(123)

Η Επιτροπή δέχεται ότι το Γιβραλτάρ δεν αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου για τους σκοπούς του εσωτερικού δικαίου και ότι διαθέτει τα δικά του θεσμικά όργανα, παρότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου διατηρούν ορισμένες αρμοδιότητες και προνομίες, περιλαμβανομένης της αρμοδιότητας να διασφαλίζουν ότι τα μέτρα που θεσπίζονται από το Γιβραλτάρ σε εσωτερικά ζητήματα δεν αντίκεινται στις υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου που απορρέουν από τη συνθήκη ΕΚ. Ωστόσο, όπως και στην περίπτωση άλλων αυτόνομων περιφερειών, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την εκτίμηση των μέτρων που θεσπίζονται από τις αρχές του Γιβραλτάρ. Το Γιβραλτάρ αποτελεί τμήμα της Κοινότητας, δυνάμει των δεσμών του με το Ηνωμένο Βασίλειο. Στο Γιβραλτάρ εφαρμόζονται όλοι οι κοινοτικοί κανόνες, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που απορρέουν από το άρθρο 28 της συνθήκης προσχώρησης, από την εποχή που έγινε κράτος μέλος το Ηνωμένο Βασίλειο και δη λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους. Συνεπώς, οι πολίτες των βρετανικών κτήσεων οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του πολίτη λόγω δεσμού με το Γιβραλτάρ είναι πολίτες της Ένωσης. Οι πολίτες του Γιβραλτάρ και οι εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο εταιρειών του Γιβραλτάρ απολαμβάνουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναγνωρίζονται από τη συνθήκη, περιλαμβανομένης της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων, οι οποίες είναι σημαντικές για τις οικονομικές δραστηριότητες των δικαιούχων. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι υπεύθυνο για τη διασφάλιση του σεβασμού του κοινοτικού δικαίου στο Γιβραλτάρ, το οποίο για τον σκοπό αυτό θεωρείται τμήμα των εδαφών του (32). Επομένως, το Γιβραλτάρ πρέπει να θεωρείται τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου για τους σκοπούς των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, περιλαμβανομένης της εφαρμογής των άρθρων 87 και 88 για τα φορολογικά μέτρα.

(124)

Αν και αληθεύει ότι το κοινοτικό δίκαιο εφαρμόζεται στο Γιβραλτάρ δυνάμει του άρθρου 299 παράγραφος 4 της συνθήκης ΕΚ και όχι του άρθρου 299 παράγραφος 1, το γεγονός αυτό δεν εντάσσει το Γιβραλτάρ σε ειδικό καθεστώς όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις γενικά και για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα ειδικότερα. Στις παραγράφους 1, 2 και 4 του άρθρου 299 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης ΕΚ και δεν εντοπίζεται καμία διαφορά μεταξύ των νομικών καθεστώτων των διαφόρων περιοχών που απαριθμούνται σε κάθε παράγραφο, με την επιφύλαξη ειδικών και ρητών παρεκκλίσεων. Όπως διευκρινίστηκε παραπάνω, η συνθήκη προσχώρησης δεν εξαιρεί το Γιβραλτάρ από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Ο τρόπος με τον οποίο τίθεται σε ισχύ το κοινοτικό δίκαιο στο Γιβραλτάρ, περιλαμβανομένης της μεταφοράς οδηγιών και της σύστασης αρμόδιων αρχών, είναι άνευ σημασίας προκειμένου να κριθεί κατά πόσον η μεταρρύθμιση συνιστά κρατική ενίσχυση. Ο τρόπος με τον οποίο τίθεται σε ισχύ το κοινοτικό δίκαιο από ένα κράτος μέλος αποτελεί αμιγώς θέμα εσωτερικού καταμερισμού αρμοδιοτήτων στο οικείο κράτος. Το γεγονός ότι ένα μέτρο θεσπίζεται σε υποεθνικό επίπεδο δεν επηρεάζει με κανέναν τρόπο την εφαρμογή του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ (33).

(125)

Τέλος, το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη περιφέρεια είναι δημοσιονομικά αυτάρκης δεν άπτεται άμεσα της εκτίμησης των μέτρων που εγκρίνονται από τις αρχές της βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Η εκτίμηση πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα που έχουν τα μέτρα για τις ωφελούμενες επιχειρήσεις και όχι στο καθεστώς της αρχής που χορηγεί την ενίσχυση. Ειδικά μια μικρή περιοχή όπως το Γιβραλτάρ μπορεί να γίνει αυτάρκης, ακριβώς ως αποτέλεσμα της ικανότητάς της να επιβάλλει χαμηλότερους φόρους και να προσελκύει επιχειρήσεις, ιδίως εξωχώριες δραστηριότητες. Σε κάθε περίπτωση, είναι κοινώς αποδεκτό ότι το Γιβραλτάρ εξαρτάται από το Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ άλλων, για την εξωτερική του πολιτική, περιλαμβανομένης της συμμετοχής του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και για την αμυντική και για τη νομισματική πολιτική του. Ως εκ τούτου, επωφελείται από μία σειρά υπηρεσιών που του παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, από τις θεσμικές ρυθμίσεις φαίνεται ότι την οικονομική ευθύνη για το Γιβραλτάρ φέρει, σε έσχατη περίπτωση, το Ηνωμένο Βασίλειο.

(126)

Όσον αφορά την παρατήρηση της εκτελεστικής αρχής των Νήσων Åland ότι ένα γενικό φορολογικό μέτρο σε μια αυτοδιοικούμενη περιοχή δεν είναι επιλεκτικό, βασίζεται σε επιχειρήματα παρόμοια με εκείνα που προβάλλονται από το Ηνωμένο Βασίλειο και την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ. Η Επιτροπή παραπέμπει στο συλλογισμό που αναπτύχθηκε παραπάνω, συγκεκριμένα στις αιτιολογικές σκέψεις 104 έως 109. Η Επιτροπή σημειώνει, επίσης, ότι στην περίπτωση των εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης των Νήσων Åland κατέστη δυνατό να τεκμηριώσει την ουσιαστική επιλεκτικότητα του μέτρου. Ως εκ τούτου, δεν παρέστη ανάγκη να στηριχθεί στην περιφερειακή επιλεκτικότητα προκειμένου να καταλήξει σε τελική αρνητική απόφαση.

(127)

Συμπερασματικά, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η μεταρρύθμιση δημιουργεί ένα σύστημα φορολόγησης των εταιρειών βάσει του οποίου οι επιχειρήσεις στο Γιβραλτάρ θα φορολογούνται κατά κανόνα με μικρότερο συντελεστή από εκείνες του Ηνωμένου Βασιλείου, συνεπώς παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις του Γιβραλτάρ.

(128)

Μια συνέπεια του περιορισμού της συνολικής επιβάρυνσης από φόρο μισθωτών υπηρεσιών και φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων στο 15 % των κερδών είναι ότι, ανεξάρτητα από το αν απασχολούν εργαζόμενους ή διαθέτουν κτιριακές εγκαταστάσεις, οι εταιρείες που δεν έχουν κέρδη δεν φορολογούνται. Αυτό στην ουσία λειτουργεί ως απαλλαγή για τις μη κερδοφόρες εταιρείες και συνιστά πλεονέκτημα, το οποίο απαλλάσσει τις εταιρείες αυτές από τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών και τον φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων, οι οποίοι κανονικά θα βάρυναν τον προϋπολογισμό τους.

(129)

Η απαλλαγή από τους φόρους μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων είναι επιλεκτική, καθώς εφαρμόζεται μόνο στις εταιρείες που δεν παρουσιάζουν κέρδη. Πέραν των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες και εκείνων των οποίων βασική πηγή εσόδων είναι τα κεφαλαιουχικά κέρδη, στις εν λόγω εταιρείες μπορεί να συγκαταλέγονται οποιοδήποτε έτος, μεταξύ άλλων, επιχειρήσεις που λειτουργούν σε κυκλικό οικονομικό περιβάλλον, επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αρχικό στάδιο λειτουργίας και εταιρείες των οποίων τα κέρδη εξανεμίζονται λόγω επιπρόσθετων πληρωμών σε μέτοχους που απασχολούνται στην εταιρεία ή σε άλλους εργαζομένους. Η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί τα επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι ο εγγενής ποσοτικός περιορισμός του συστήματος που απαλλάσσει τις μη κερδοφόρες εταιρείες από το φόρο εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις εταιρείες, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή τον τομέα τους και ως εκ τούτου δεν είναι επιλεκτικός. Αν και φαινομενικά γενικές, είναι δυνατόν να εντοπισθούν ορισμένες κατηγορίες εταιρειών που επωφελούνται από την απαλλαγή από τον φόρο, όπως θα φανεί στη συνέχεια.

(130)

Η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί, επίσης, το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι, ακόμη και αν η απαλλαγή των μη κερδοφόρων εταιρειών είναι επιλεκτική, η επιλεκτικότητα δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος φορολόγησης των εταιρειών.

(131)

Ενώ η απαλλαγή των μη κερδοφόρων εταιρειών αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό ενός συστήματος που βασίζεται στην φορολόγηση των κερδών, αυτό δεν ισχύει όταν επιβάλλεται φόρος με βάση τον αριθμό των εργαζομένων ή το εμβαδόν των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης. Τέτοιου είδους συστήματα σχεδιάζονται με τρόπο ο οποίος δημιουργεί μια εντελώς διαφορετική βάση φορολογίας των εταιρειών. Για παράδειγμα, εντάσσεται στην εσωτερική λογική ενός συστήματος φορολογίας μισθωτών υπηρεσιών το γεγονός ότι κάθε εργαζόμενος αντιστοιχεί σε υποχρέωση καταβολής φόρου μισθωτών υπηρεσιών από την επιχείρηση στην οποία απασχολείται. Με αυτή την έννοια, ισχύει ο παραλληλισμός που έκανε η Επιτροπή με τις ασφαλιστικές εισφορές, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως παρατηρεί το Ηνωμένο Βασίλειο, ο σκοπός τους είναι διαφορετικός από αυτόν ενός φορολογικού μέτρου. Ακόμη και αν επιβαλλόταν φόρος μισθωτών υπηρεσιών αντί για φόρο επί των κερδών (το επιχείρημα αυτό δεν προβλήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο), η υποχρέωση καταβολής του φόρου από τις μη κερδοφόρες επιχειρήσεις θα εξακολουθούσε να εντάσσεται στη λογική ενός συστήματος φορολογίας μισθωτών υπηρεσιών. Η χρήση του αριθμού των εργαζομένων ως τεκμήριο κερδοφορίας καθιστά περιττή την ανάγκη εξακρίβωσης των κερδών ή υπερπηδά τις δυσκολίες στη διαδικασία αυτή. Τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση του Γιβραλτάρ όπου, σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση, ο υπολογισμός των κερδών της εταιρείας αποτελεί χαρακτηριστικό των κανόνων που διέπουν την επιβολή τόσο του φόρου μισθωτών υπηρεσιών όσο και του συμπληρωματικού φόρου.

(132)

Το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνει ότι το σύστημα βασίζεται στην επικερδή χρήση της εργασίας, κατά συνέπεια έχει εσωτερική συνοχή. Αυτό υποδηλώνει την ύπαρξη ενός υβριδικού συστήματος, στο οποίο χρησιμοποιούνται δυο διαφορετικές φορολογικές βάσεις ανάλογα με την κατάσταση των εταιρειών. Υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται αδύνατο να εξακριβωθεί η φύση και η οικονομία του συστήματος και να χρησιμοποιηθεί η δικαιολόγηση αυτή. Ειδικότερα, δεν μπορεί να θεωρείται ότι οποιοδήποτε χαρακτηριστικό ενός τέτοιου συστήματος αποτελεί μέρος της οικονομίας του, καθώς αυτό θα ισοδυναμούσε με αποδοχή αυτόματης δικαιολόγησης του συστήματος.

(133)

Η Επιτροπή συμπεραίνει, ως εκ τούτου, ότι η απαλλαγή των μη κερδοφόρων εταιρειών από τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών και τον φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων μέσω του ανώτατου ορίου του 15 % είναι επιλεκτική και, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις, ενδέχεται να αποτελεί κρατική ενίσχυση προς τις εταιρείες που επωφελούνται από αυτή. Το μέτρο δεν δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του προτεινόμενου φορολογικού συστήματος. Η Επιτροπή επιφυλάσσεται να εκτιμήσει το συμβιβάσιμο του εν λόγω μέτρου με την κοινή αγορά.

(134)

Μια δεύτερη συνέπεια του περιορισμού της συνδυασμένης επιβάρυνσης από το φόρο μισθωτών υπηρεσιών και το φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων στο 15 % των κερδών είναι ότι κερδοφόρες εταιρείες των οποίων η φορολογική επιβάρυνση θα υπερέβαινε σε άλλη περίπτωση αυτό το όριο, απαλλάσσονται από φόρους που θα υποχρεούνταν να καταβάλλουν άνω του ορίου αυτού. Αυτή η μείωση φόρου αποτελεί πλεονέκτημα για τις εταιρείες που επωφελούνται από αυτή, καθώς απαλλάσσονται από μια υποχρέωση που κανονικά θα βάρυνε τον προϋπολογισμό τους.

(135)

Το ανώτατο όριο του 15 % είναι, επίσης, επιλεκτικό, δεδομένου ότι με την εφαρμογή του ορίου αυτού επωφελείται από τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης περιορισμένος αριθμός εταιρειών. Παρότι ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο ούτε το Γιβραλτάρ ισχυρίζονται πλέον ότι μόνο δέκα επιχειρήσεις θα επωφεληθούν από το ανώτατο όριο, εξακολουθεί να περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του φόρου μισθωτών υπηρεσιών και του φόρου κτιριακών εγκαταστάσεων. Θα επωφεληθούν εταιρείες με υψηλή ένταση εργασίας, δηλαδή εταιρείες οι οποίες το συγκεκριμένο οικονομικό έτος έχουν χαμηλά κέρδη σε σχέση με τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούν και το εμβαδόν των κτιριακών εγκαταστάσεών τους. Η εφαρμογή ενός αμιγούς συστήματος φορολόγησης μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων θα είχε ως αποτέλεσμα πολύ υψηλό επίπεδο φορολόγησης αυτών των εταιρειών.

(136)

Η Επιτροπή σημειώνει τα επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου και του Γιβραλτάρ ότι δεν είναι δυνατό να εντοπισθεί συγκεκριμένη ομάδα ωφελούμενων εταιρειών και ότι οι κανόνες εφαρμόζονται γενικά σε όλες τις εταιρείες του Γιβραλτάρ. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι το ανώτατο όριο του 15 % δεν είναι εκ των πραγμάτων επιλεκτικό για τους λόγους που εκτίθενται στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη. Ως εκ τούτου, οι παραπομπές που γίνονται από το Ηνωμένο Βασίλειο και το Γιβραλτάρ στο σημείο 14 της ανακοίνωσης είναι άνευ σημασίας, καθώς το σημείο 14 δεν αποκλείει το ενδεχόμενο φαινομενικά γενικά μέτρα να συνιστούν κρατική ενίσχυση. Συγκεκριμένα, το σημείο 14 αναφέρεται ενδεικτικά σε φορολογικά κίνητρα για συγκεκριμένες επενδύσεις και σε μέτρα που αποσκοπούν στην ελάφρυνση της φορολογίας της εργασίας για «όλες τις επιχειρήσεις», κάτι που δεν ισχύει για το ανώτατο όριο του 15 %, από το οποίο επωφελούνται αποκλειστικά εταιρείες με σχετικά χαμηλά κέρδη σε σχέση με τον αριθμό των εργαζομένων τους. Επιπλέον, το ανώτατο όριο του 15 % δεν αποτελεί αμιγώς τεχνικό μέτρο με την έννοια της πρώτης περίπτωσης του σημείου 13 της ανακοίνωσης. Ενώ τα συμβατικά συστήματα φορολογίας εταιρειών περιορίζουν το ποσοστό των κερδών που αποδίδεται ως φόρος με καθορισμό φορολογικών συντελεστών (τα κλιμακωτά συστήματα περιλαμβάνουν μέγιστο ή ανώτατο φορολογικό συντελεστή), το αντίστοιχο τεχνικό μέτρο σε ένα σύστημα φορολόγησης μισθωτών υπηρεσιών είναι το ύψος του φόρου ανά εργαζόμενο, το οποίο καθορίζεται ενιαία σε 3 000 GBP στην περίπτωση του Γιβραλτάρ. Η εισαγωγή σε ένα σύστημα φορολόγησης μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων ενός ανώτατου ορίου που συνδέεται με διαφορετικό κριτήριο, δηλαδή με το επίπεδο των κερδών, δεν μπορεί να συγκριθεί με την εφαρμογή κυμαινόμενων συντελεστών σε ένα προοδευτικό σύστημα φορολογίας των κερδών, η οποία δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος (σημείο 24 της ανακοίνωσης). Επίσης, το ανώτατο όριο του 15 % δεν είναι μέτρο που επιδιώκει ένα στόχο γενικής οικονομικής πολιτικής, με την έννοια της δεύτερης περίπτωσης του σημείου 13 της ανακοίνωσης, καθώς δεν μειώνει τη φορολογική επιβάρυνση σε συγκεκριμένο κόστος παραγωγής για όλη την οικονομία του Γιβραλτάρ, αλλά ωφελεί περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων. Επιπλέον, το ανώτατο όριο συνδέεται άμεσα με την κερδοφορία της εταιρείας και όχι με το κόστος της εργασίας ή των κτιριακών εγκαταστάσεων. Η κερδοφορία, όμως, αποτελεί εξωγενές στοιχείο της φορολογίας μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων.

(137)

Η Επιτροπή δεν δέχεται το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι, αν το ανώτατο όριο του 15 % είναι επιλεκτικό, δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος στο οποίο εντάσσεται. Κανένα εγγενές στοιχείο του συστήματος φορολόγησης της επικερδούς αξιοποίησης της εργασίας και των κτιριακών εγκαταστάσεων δεν απαιτεί περιορισμό του ποσοστού των κερδών που οφείλει να καταβάλει μια εταιρεία υπό μορφή φόρου ως αποτέλεσμα της χρήσης των εν λόγω φορολογητέων παραγόντων. Σύμφωνα με την εσωτερική λογική ενός τέτοιου συστήματος, όσο περισσότερους εργαζομένους απασχολεί μια εταιρεία και όσο μεγαλύτερες κτιριακές εγκαταστάσεις διαθέτει, τόσο αυξάνεται η φορολογική της επιβάρυνση. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται από το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ουσιαστικά οικονομικό χαρακτήρα. Δεν σχετίζονται με την εσωτερική λογική του προτεινόμενου συστήματος.

(138)

Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η οικονομία του Γιβραλτάρ είναι πιο ευάλωτη από πολλές άλλες στους κλυδωνισμούς που προκαλούνται από το φορολογικό ανταγωνισμό και ότι οι εταιρείες ενδέχεται να μην έχουν τη δυνατότητα να εγκαταλείψουν ένα μεγάλο κράτος μέλος με την ευκολία που μπορούν να εγκαταλείψουν το Γιβραλτάρ. Ωστόσο, η Επιτροπή σημειώνει ότι ελάχιστα στοιχεία προβάλλονται για την υποστήριξη αυτής της υπόθεσης η οποία, αν αληθεύει, φανερώνει ότι το ανώτατο όριο του 15 % αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής που αποσκοπεί στη διατήρηση, αν όχι στην προσέλκυση, κεφαλαίων υψηλής κινητικότητας στο Γιβραλτάρ, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τους φυσικούς περιορισμούς της περιοχής, είναι πιθανό να επικεντρωθεί σε χρηματοοικονομικές και άλλες υπηρεσίες. Ομοίως, το επιχείρημα ότι δεν απαιτείται το φθίνον στοιχείο στη φορολόγηση των εταιρειών παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, οι οποίες κατέχουν μονοπωλιακή ή οιονεί μονοπωλιακή θέση στην αγορά του Γιβραλτάρ, φανερώνει ότι στόχο του ανώτατου ορίου του 15 % αποτελούν τα κεφάλαια υψηλής κινητικότητας.

(139)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ένας φόρος εργασίας χωρίς φθίνον στοιχείο θα μπορούσε να προκαλέσει μαζικές απολύσεις και αστάθεια σε περίοδο κυκλικών διακυμάνσεων της αγοράς, η Επιτροπή σημειώνει απλώς ότι αυτό αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό ενός τέτοιου συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών ύψους 3 000 GBP ανά εργαζόμενο δεν αποτελεί παρά ένα μικρό ποσοστό του συνολικού κόστους ανά μονάδα εργασίας (34). Ως εκ τούτου, τα κίνητρα για απολύσεις με στόχο τον έλεγχο των δαπανών θα συνεχίσουν να υφίστανται σε παρόμοια έκταση, ανεξαρτήτως της ύπαρξης του φόρου μισθωτών υπηρεσιών.

(140)

Η Επιτροπή σημειώνει επίσης τον αντίκτυπο που έχει το ανώτατο όριο του 15 % στον εξωχώριο και στον εγχώριο τομέα της οικονομίας του Γιβραλτάρ. Ο εξωχώριος τομέας περιλαμβάνει τις απαλλασσόμενες εταιρείες και τις εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος, ενώ η σχετική νομοθεσία θα καταργηθεί στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης. Οι απαλλασσόμενες εταιρείες συνήθως δεν έχουν φυσική παρουσία στο Γιβραλτάρ (δεν διαθέτουν προσωπικό και εγκαταστάσεις) και καταβάλλουν πάγιο ετήσιο φόρο που κυμαίνεται μεταξύ 200 και 300 GBP. Αντιθέτως, οι εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος έχουν φυσική παρουσία στο Γιβραλτάρ (απασχολούν σημαντικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού) και διαπραγματεύονται τον φορολογικό συντελεστή τους με τις αρχές. Η συντριπτική πλειονότητα των εταιρειών ειδικού φορολογικού καθεστώτος φορολογείται με συντελεστή που κυμαίνεται μεταξύ 2 % και 10 % επί των κερδών. Επομένως, το ανώτατο όριο του 15 % περιορίζει τυχόν αύξηση του φόρου που θα καταβάλλουν οι εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης. Αντιθέτως, για την εγχώρια οικονομία (εκτός από τις εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας) ο φορολογικός συντελεστής μειώνεται σε σχέση με τον ισχύοντα κανονικό συντελεστή φόρου εταιρειών 35 %. Η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ φαίνεται να παραδέχεται, επίσης, ότι η όλη μεταρρύθμιση (συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ορίου του 15 %) έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να ικανοποιεί τις συγκεκριμένες φορολογικές «ανάγκες και προτιμήσεις» των τομέων της εξωχώριας βιομηχανίας παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (35). Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι, μετά την εγκατάλειψη του αρχικού σχεδίου για ανώτατο όριο φορολογικής επιβάρυνσης 500 000 GBP, το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε ότι το Γιβραλτάρ θα μειώσει το συμπληρωματικό φόρο στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες από 8 % σε 4 % έως 6 %. Αυτό υποδηλώνει ότι ο καθορισμός ανώτατου ορίου φορολογικής επιβάρυνσης αποσκοπεί στο να ευνοήσει τις εταιρείες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, πολλές από τις οποίες είναι εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος και αποτελούν βασική πηγή απασχόλησης στο χρηματοοικονομικό κέντρο του Γιβραλτάρ.

(141)

Συνεπώς, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, το ανώτατο όριο του 15 % είναι επιλεκτικό και, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις, ενδέχεται να αποτελεί κρατική ενίσχυση προς τις εταιρείες οι οποίες επωφελούνται από την εφαρμογή του. Το μέτρο δεν δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του προτεινόμενου φορολογικού συστήματος. Η Επιτροπή επιφυλάσσεται να εκτιμήσει το συμβιβάσιμο του μέτρου με την κοινή αγορά.

(142)

Στο σημείο 13 της ανακοίνωσης αναφέρεται ότι: «Τα φορολογικά μέτρα που εφαρμόζονται σε όλους τους οικονομικούς φορείς που δραστηριοποιούνται στο έδαφος ενός κράτους μέλους είναι, καταρχήν, γενικά μέτρα. Πρέπει πράγματι να εφαρμόζονται με ίσους όρους σε όλες τις επιχειρήσεις και το πεδίο τους δεν μπορεί να περιορίζεται εκ των πραγμάτων με διακρίσεις που επιβάλλει το κράτος κατά τη θέσπισή τους ή με άλλα στοιχεία που περιορίζουν το πρακτικό τους αποτέλεσμα. Η απαίτηση αυτή δεν εμποδίζει ωστόσο τα κράτη μέλη να επιλέγουν την οικονομική πολιτική που κρίνουν καταλληλότερη και ιδίως να κατανέμουν κατά την κρίση τους το φορολογικό βάρος στους διάφορους συντελεστές της παραγωγής. Με την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις επιχειρήσεις και σε όλους τους κλάδους παραγωγής, δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις:

τα μέτρα που σχετίζονται μόνο με τη φορολογική τεχνική (π.χ. καθορισμός των φορολογικών συντελεστών, των κανόνων για τις αναπροσαρμογές αξίας και τις αποσβέσεις και των κανόνων για τη μεταφορά ζημιών, διατάξεις για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης ή της φοροαποφυγής),

τα μέτρα που επιδιώκουν ένα στόχο γενικής οικονομικής πολιτικής μέσω της μείωσης της φορολογίας που βαρύνει ορισμένα στοιχεία του κόστους παραγωγής (π.χ. έρευνα και ανάπτυξη, περιβάλλον, κατάρτιση, απασχόληση)».

(143)

Με την επιφύλαξη των παρατηρήσεων σχετικά με τις επιπτώσεις της προτεινόμενης μεταρρύθμισης (συνολικά) στις αιτιολογικές σκέψεις 147 έως 152 ή των παρατηρήσεων σχετικά με την περιφερειακή επιλεκτικότητα στις αιτιολογικές σκέψεις 98 έως 127, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών που επιβαρύνει όλες τις επιχειρήσεις με ένα πάγιο ετήσιο ποσό ανά εργαζόμενο μπορεί, τουλάχιστον υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να θεωρηθεί επιλεκτικός, εφόσον επιβάλλεται χωρίς να υπάρχει γενικό σύστημα φορολογίας των κερδών των εταιρειών και το αντικαθιστά. Στην προκειμένη περίπτωση είναι επιλεκτικός, αν ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οικονομίας του Γιβραλτάρ και ιδίως η ύπαρξη ενός μεγάλου εξωχώριου τομέα χωρίς οιαδήποτε φορολογική παρουσία, ο οποίος θα συνεχίσει να απαλλάσσεται της φορολογίας και με το σύστημα φορολόγησης μισθωτών υπηρεσιών και κτιριακών εγκαταστάσεων. Παρότι το εν λόγω σύστημα εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλες τις επιχειρήσεις, εκ των πραγμάτων ευνοεί τις σημερινές «απαλλασσόμενες εταιρείες», οι οποίες δεν απασχολούν προσωπικό στο Γιβραλτάρ. Παρέχει ειδικό πλεονέκτημα στις εταιρείες οι οποίες δεν έχουν φυσική παρουσία στο Γιβραλτάρ και, συνεπώς, δεν υπόκεινται σε φορολογία εταιρειών. Το πλεονέκτημα αυτό δεν εφαρμόζεται πράγματι με ίσους όρους σε όλες τις επιχειρήσεις, με την έννοια της δεύτερης περιόδου του σημείου 13 της ανακοίνωσης. Στην πράξη, τα οφέλη του πλεονεκτήματος αυτού περιορίζονται σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Επιπλέον, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών που προτείνεται από το Γιβραλτάρ δεν είναι στην ουσία αμιγώς φοροτεχνικό μέτρο, με την έννοια της πρώτης περίπτωσης του σημείου 13 της ανακοίνωσης, διότι δεν αποτελεί τεχνική προσαρμογή ενός γενικού συστήματος, αλλά αφορά τη φορολογική βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, η απαλλαγή δεν συνιστά μέτρο που επιδιώκει ένα στόχο γενικής οικονομικής πολιτικής, με την έννοια της δεύτερης περίπτωσης του σημείου 13 της ανακοίνωσης, διότι δεν μειώνει το κόστος παραγωγής, αντίθετα αυξάνει το κόστος της εργασίας. Η ίδια συλλογιστική ισχύει και για το φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων των εταιρειών, ο οποίος επιβάλλεται χωρίς να υπάρχει γενικό σύστημα φορολογίας των κερδών των εταιρειών και το αντικαθιστά, και βάσει του οποίου η φορολογική υποχρέωση κάθε επιχείρησης υπολογίζεται με συντελεστή που αντιστοιχεί στο πάγιο ποσοστό της οφειλής της από το γενικό φόρο ακινήτων. Το μέτρο αυτό επίσης ευνοεί τις σημερινές «απαλλασσόμενες εταιρείες», οι οποίες κανονικά δεν έχουν φυσική παρουσία στο Γιβραλτάρ. Συνεπώς, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη μεγάλου εξωχώριου τομέα στο Γιβραλτάρ, το προτεινόμενο σύστημα συνιστά ουσιαστικά επιλεκτική ενίσχυση.

(144)

Επιπλέον, ένα σύστημα που επικεντρώνεται μόνο στον αριθμό των εργαζομένων ή στην εμπορική αξιοποίηση των κτιριακών εγκαταστάσεων σε ένα πλαίσιο στο οποίο μεγάλος αριθμός εταιρειών δεν διαθέτει προσωπικό και κτιριακές εγκαταστάσεις, δεν είναι του ίδιου γενικού χαρακτήρα με τη φορολογία των κερδών των εταιρειών, η οποία αποσκοπεί στη φορολόγηση των αποτελεσμάτων της οικονομικής δραστηριότητας στο σύνολό της. Μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί επιλεκτικό, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες. Θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της εν λόγω κατάστασης και του συστήματος στο οποίο ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών και ο φόρος κτιριακών εγκαταστάσεων προστίθενται συμπληρωματικά στο γενικό φόρο επί των κερδών, ο οποίος διασφαλίζει την ευρεία φορολόγηση όλων των τομέων της οικονομίας, και αποτελούν ένα μικρό σκέλος της φορολόγησης των επιχειρήσεων.

(145)

Αν και αληθεύει, όπως παρατηρεί η Ισπανία, ότι οι διατάξεις περί του τέλους εγγραφής στο μητρώο εταιρειών εισάγουν διάκριση υπέρ των εταιρειών που δεν δημιουργούν εισόδημα, η διάκριση αυτή δεν αποτελεί πηγή κρατικών ενισχύσεων. Όπως επισημαίνει το Ηνωμένο Βασίλειο, η διαφορά των 150 GBP (περίπου 225 ευρώ) στα τέλη εγγραφής των δύο κατηγοριών εταιρειών είναι πολύ μικρότερη από το όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας (36), που ανέρχεται σε 100 000 ευρώ για περίοδο τριών ετών. Συνεπώς, εφόσον πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις, η διαφορά στα τέλη εγγραφής στο μητρώο εταιρειών είναι ήσσονος σημασίας και δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση.

(146)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τον ισχυρισμό της Ισπανίας ότι η απουσία συμπληρωματικού φόρου σε άλλους τομείς εκτός του τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και των εταιρειών παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας παρέχει πλεονέκτημα στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους λοιπούς τομείς. Η παροχή πλεονεκτήματος από το κράτος σε μια αναγνωρίσιμη ομάδα εταιρειών ενδέχεται, εκ πρώτης όψεως, να αποτελεί κρατική ενίσχυση, τούτο δεν ισχύει όμως σε περιπτώσεις στις οποίες το κράτος δημιουργεί μειονέκτημα. Η επιβολή εξαιρετικών φορολογικών επιβαρύνσεων από το κράτος στις εταιρείες, όπως οι πρόσθετοι φόροι, συνιστά κρατική ενίσχυση μόνο εφόσον μπορεί να αποδειχτεί ότι παρέχει αντίστοιχο πλεονέκτημα σε αναγνωρίσιμους ανταγωνιστές των επιχειρήσεων που ζημιώνονται. Σε αντίθεση με τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο σκοπός των συμπληρωματικών φόρων είναι άνευ σημασίας για την εξακρίβωση του κατά πόσον αυτοί αποτελούν πηγή κρατικών ενισχύσεων. Πάντως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι συμπληρωματικοί φόροι, αν εξετασθούν μεμονωμένα, φέρνουν άμεσα σε μειονεκτική θέση τις θιγόμενες εταιρείες. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει με την επιφύλαξη να εξετασθούν οι συμπληρωματικοί φόροι ως μέρος ενός συστήματος το οποίο εκ των πραγμάτων προβλέπει διαφορετικούς φορολογικούς συντελεστές για διαφορετικές κατηγορίες επιχειρήσεων.

(147)

Στον πίνακα 1 παρατίθενται στοιχεία (37) σχετικά με διάφορες κατηγορίες εταιρειών του Γιβραλτάρ και το επίπεδο της φορολογικής τους επιβάρυνσης, υπολογισμένο βάσει των κερδών, ως αποτέλεσμα της προτεινόμενης μεταρρύθμισης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και σε κάποιες περιπτώσεις η φορολογική επιβάρυνση κάθε εταιρείας καθορίζεται από τον αριθμό των εργαζομένων ή από την εμπορική αξιοποίηση των κτιριακών εγκαταστάσεων, το συνδυασμένο αποτέλεσμα των διαφόρων ανώτατων ορίων και συμπληρωματικών φόρων ισοδυναμεί με καθορισμό διαφορετικών συνολικών επιπέδων φορολόγησης, υπολογισμένων βάσει των κερδών, για τους διάφορους τομείς της οικονομίας.

Πίνακας 1: Στοιχεία για τις εταιρείες του Γιβραλτάρ

 

 

Φορολογικός συντελεστής

 

Αριθμός

Ισχύων

Μετά τη μεταρρύθμιση

Σύνολο εταιρειών (ανάλυση με βάση τον τομέα)

29 000

 

 

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες

179

0-35 %

5-15 % (40)

Υπηρεσίες κοινής ωφέλειας

23

35 %

35 %

Άλλο

28 798

0-35 %

0-15 %

Σύνολο εταιρειών (ανάλυση με βάση το εισόδημα)

29 000

 

 

Με εισόδημα

10 400

0-35 %

0-15 % (38)

Χωρίς εισόδημα

18 600

-

-

Εταιρείες με εισόδημα (ανάλυση με βάση το καθεστώς)

10 400

 

 

Μη απαλλασσόμενες

1 400

0-35 %

0-15 % (38)

Απαλλασσόμενες

9 000

0 %

0-5 % (39)  (40)

Μη απαλλασσόμενες με εισόδημα (ανάλυση με βάση το κέρδος)

1 400

 

 

Κερδοφόρες

540

0-35 %

0-15 % (38)

Μη κερδοφόρες

500

-

-

Μη απαλλασσόμενες με εισόδημα (ανάλυση με βάση το καθεστώς)

1 400

 

 

Ειδικού φορολογικού καθεστώτος

140

2-10 % (41)

0-15 %

Μη ειδικού φορολογικού καθεστώτος

1 260

35 % (42)

0-15 %

Εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας

23

35 %

35 %

Απαλλασσόμενες με εισόδημα (ανάλυση με βάση τον τομέα)

9 000

 

 

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες

70

0 %

5 % (39)  (40)

Μη χρηματοοικονομικές υπηρεσίες

8 930

0 %

0 % (39)

(148)

Ο πίνακας 1 δείχνει την επίδραση που θα είχε η εφαρμογή της φορολογικής μεταρρύθμισης σε ορισμένους, σαφώς καθορισμένους, τομείς της οικονομίας του Γιβραλτάρ. Αν και η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι με τη μεταρρύθμιση θα εξαλειφθεί η παρούσα διαφοροποίηση μεταξύ εξωχώριας και εγχώριας οικονομίας, η σύγκριση της φορολογίας είναι ενδεικτική του εγγενώς επιλεκτικού χαρακτήρα του προτεινόμενου φορολογικού συστήματος. Το γεγονός ότι διαφορετικές κατηγορίες εταιρειών θα υπόκεινται σε διαφορετικούς φορολογικούς συντελεστές επιβεβαιώνει ότι το προτεινόμενο σύστημα παρέχει επιλεκτικά πλεονεκτήματα στους τομείς που επωφελούνται από τους χαμηλότερους συντελεστές.

(149)

Ο εξωχώριος τομέας του Γιβραλτάρ αποτελεί επί του παρόντος αντικείμενο δύο παράλληλων ερευνών για να διαπιστωθεί κατά πόσον χορηγούνται κρατικές ενισχύσεις προς τις απαλλασσόμενες εταιρείες και τις εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θεώρησε ότι, με την απαλλαγή των εν λόγω εταιρειών από το φόρο, οι αρχές του Γιβραλτάρ χορηγούν στις απαλλασσόμενες εταιρείες κρατική ενίσχυση (43). Ομοίως, με απόφασή της που εγκρίθηκε την ίδια ημέρα με την παρούσα απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι, με τη θέσπιση φορολογικών συντελεστών χαμηλότερων από τον κανονικό συντελεστή φόρου εταιρειών, οι αρχές του Γιβραλτάρ χορηγούν στις εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος κρατική ενίσχυση (44).

(150)

Από τον πίνακα 1 καθίσταται σαφές ότι, με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, οι απαλλασσόμενες εταιρείες εκτός του τομέα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών θα συνεχίσουν να φορολογούνται με μηδενικό συντελεστή. Ο λόγος είναι ότι οι απαλλασσόμενες εταιρείες συνήθως δεν έχουν φυσική παρουσία στο Γιβραλτάρ. Συνεπώς, δεν διαθέτουν ούτε προσωπικό ούτε κτιριακές εγκαταστάσεις στο Γιβραλτάρ και, ως εκ τούτου, δεν θα υπόκεινται ούτε στο φόρο μισθωτών υπηρεσιών ούτε στο φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων. Το προνόμιο της μηδενικής φορολόγησής τους διατηρείται από τη μεταρρύθμιση, με την οποία στην ουσία εξακολουθεί να τους χορηγείται κρατική ενίσχυση. Στις απαλλασσόμενες εταιρείες του τομέα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών θα επιβληθεί φόρος 5 % με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης. Ωστόσο, ακόμη και αν καθιερώνεται για πρώτη φορά η φορολογία τους, η προνομιακή θέση τους στην οικονομία του Γιβραλτάρ θα διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό, καθώς το 5 % των κερδών αποτελεί το ανώτατο όριο της φορολογικής τους επιβάρυνσης. Αντιθέτως, η υπόλοιπη οικονομία του Γιβραλτάρ θα υπόκειται στο ανώτατο όριο του 15 % ή του 35 %.

(151)

Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η μεταρρύθμιση διαιωνίζει την υπάρχουσα κατάσταση στην οποία οι απαλλασσόμενες εταιρείες λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις. Γενικότερα, το σύστημα προβλέπει διαφορετικά επίπεδα φορολόγησης των κερδών στους διάφορους τομείς της οικονομίας, παρέχοντας έτσι επιλεκτικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις των τομέων όπου εφαρμόζονται χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές. Για τον λόγο αυτό, μεταξύ άλλων, το κοινοποιηθέν καθεστώς είναι ουσιαστικά επιλεκτικό.

(152)

Ως εκ τούτου, τα κοινοποιηθέντα μέτρα χαρακτηρίζονται τόσο από περιφερειακή όσο και από ουσιαστική επιλεκτικότητα, η οποία απορρέει από μια σειρά επιμέρους χαρακτηριστικών του προτεινόμενου συστήματος, αλλά και από την ανάλυση του όλου συστήματος.

(153)

Η παροχή φορολογικών απαλλαγών και εκπτώσεων που εκτιμήθηκε διεξοδικά παραπάνω, στις αιτιολογικές σκέψεις 98 έως 152, συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων η οποία, σύμφωνα με το σημείο 10 της ανακοίνωσης, ισοδυναμεί με κατανάλωση ισόποσων κρατικών πόρων υπό μορφή δημοσιονομικών δαπανών. Όπως επιβεβαιώνεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η αρχή αυτή ισχύει επίσης για τα πλεονεκτήματα που παρέχονται από περιφερειακές ή τοπικές αρχές των κρατών μελών (45). Το επιχείρημα ότι δεν υφίσταται απώλεια φορολογικών εσόδων γιατί οι φόροι του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα ίσχυαν στο Γιβραλτάρ έχει ήδη εξεταστεί παραπάνω. Συνεπώς, συνάγεται ότι το πλεονέκτημα παρέχεται από το κράτος και με κρατικούς πόρους.

(154)

Το Γιβραλτάρ είναι μια ανοιχτή οικονομία της αγοράς. Πολλές εταιρείες με έδρα το Γιβραλτάρ (και οι όμιλοι στους οποίους ανήκουν) ενδέχεται να δραστηριοποιούνται σε τομείς στους οποίους διενεργούνται συναλλαγές ανάμεσα στα κράτη μέλη. Αυτό ισχύει ιδίως για τον τομέα των υπηρεσιών, για τον οποίο οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου εφαρμόζονται πλήρως στο Γιβραλτάρ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι όταν μια ενίσχυση που χορηγείται από το κράτος ενισχύει τη θέση μιας επιχείρησης έναντι άλλων επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, πρέπει να θεωρείται ότι οι τελευταίες επηρεάζονται από την ενίσχυση. Για τον σκοπό αυτό δεν είναι απαραίτητο να εξάγει τα προϊόντα της η ίδια η δικαιούχος επιχείρηση. Όταν ένα κράτος μέλος καταβάλλει ενίσχυση σε μια επιχείρηση, η εγχώρια παραγωγή μπορεί για τον λόγο αυτό να διατηρηθεί ή να αυξηθεί, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη να έχουν λιγότερες πιθανότητες να εξάγουν τα προϊόντα τους στην αγορά του εν λόγω κράτους μέλους. Ομοίως, όταν ένα κράτος μέλος καταβάλλει ενίσχυση σε επιχειρήσεις του τομέα υπηρεσιών και διανομής, δεν είναι απαραίτητο να ασκούν οι ίδιες οι δικαιούχες επιχειρήσεις δραστηριότητα εκτός του κράτους μέλους προκειμένου η ενίσχυση να έχει επίδραση στις κοινοτικές συναλλαγές, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που εδρεύουν κοντά στα σύνορα μεταξύ δύο κρατών μελών. Το σχετικά μικρό ποσό της ενίσχυσης ή το σχετικά μικρό μέγεθος της επιχείρησης που το λαμβάνει δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να επηρεαστούν οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές (46). Ως εκ τούτου, στο βαθμό που οι εταιρείες του Γιβραλτάρ οι οποίες δραστηριοποιούνται σε τομείς στους οποίους πραγματοποιούνται ενδοκοινοτικές συναλλαγές επωφελούνται από την απαλλαγή αυτή, επηρεάζονται οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και νοθεύεται ή απειλείται με νόθευση ο ανταγωνισμός.

(155)

Το Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ και η Ισπανία διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη συμμόρφωση της μεταρρύθμισης προς τα κριτήρια που εκτίθενται στον κώδικα δεοντολογίας και προς άλλους διεθνείς κανονισμούς. Ωστόσο, όπως παρατηρείται από την κυβέρνηση του Γιβραλτάρ, ο χαρακτηρισμός ενός μέτρου ως επιζήμιου [ή μη, όπως στην περίπτωση της μεταρρύθμισης (47)] σύμφωνα με τον κώδικα δεν επηρεάζει άμεσα το χαρακτηρισμό του ως κρατικής ενίσχυσης, σύμφωνα με το άρθρο 87 της συνθήκης ΕΚ. Παρομοίως, οι ισχυρισμοί της Ισπανίας, οι οποίοι αποκρούστηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, σχετικά με τη φοροαποφυγή και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι άνευ σημασίας, όπως επισημαίνει το Ηνωμένο Βασίλειο, για την έρευνα σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

(156)

Η Επιτροπή απορρίπτει την παρατήρηση της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν έγινε σεβαστή κατά τις ενέργειες της Επιτροπής βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, διότι δεν προβάλλεται κανένα συγκεκριμένο στοιχείο για να στηρίξει τον εν λόγω ισχυρισμό. Σε κάθε περίπτωση, όταν η Επιτροπή ερευνά πιθανές κρατικές ενισχύσεις με την έννοια του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ, υποχρεούται να εξετάζει κάθε μέτρο ξεχωριστά κατ' ουσίαν. Παρότι η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ υποστηρίζει ότι είναι μάλλον σκόπιμο να ληφθούν τα μέτρα των άρθρων 95 έως 97 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή σημειώνει ότι το σημείο 15 της ανακοίνωσης πρέπει να διαβαστεί σε συνδυασμό με το σημείο 6, το οποίο αναφέρεται σαφώς στα μέτρα που μπορούν να ληφθούν ως προς τις επιπτώσεις των γενικών φορολογικών μέτρων εντός των κρατών μελών. Η υπόδειξη αυτή ενέχει την αξίωση να αντιμετωπισθεί το Γιβραλτάρ σαν να ήταν ξεχωριστό κράτος μέλος, με τον ίδιο τρόπο που η εκτελεστική αρχή των Νήσων Åland ισχυρίζεται ότι τα μέτρα άμεσης φορολογίας που θεσπίζονται από αυτοδιοικούμενες περιοχές πρέπει να αξιολογούνται ωσάν να θεσπίστηκαν από κράτος μέλος. Ωστόσο, στη συνθήκη ΕΚ δεν υπάρχει νομική βάση για έναν τέτοιον ισχυρισμό.

(157)

Ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο ούτε η κυβέρνηση του Γιβραλτάρ επιχείρησαν να υποστηρίξουν ότι, ακόμη και αν η μεταρρύθμιση συνιστά ενίσχυση, μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Ως εκ τούτου η Επιτροπή διατηρεί τη θέση που διατύπωσε στην εκτίμηση περί του συμβιβάσιμου κατά την κίνηση της διαδικασίας. Η εν λόγω εκτίμηση επαναλαμβάνεται και διευρύνεται ως εξής.

(158)

Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 87 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, καθώς η μεταρρύθμιση δεν επιδιώκει τους εκεί απαριθμούμενους στόχους.

(159)

Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α), ένα μέτρο ενίσχυσης θεωρείται ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά όταν αποσκοπεί στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθιστα χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση. Οι περιοχές αυτές καθορίζονται από τον χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων του Ηνωμένου Βασιλείου για την περίοδο 2000 έως 2006, όπως εγκρίθηκε από την Επιτροπή με την απόφαση περί κρατικών ενισχύσεων αριθ. 265/00 (48). Εφόσον το Γιβραλτάρ δεν συγκαταλέγεται στις περιοχές αυτές, δεν ισχύει η εν λόγω διάταξη.

(160)

Όσον αφορά τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία β) και δ), η μεταρρύθμιση δεν αποσκοπεί στην προώθηση σημαντικού σχεδίου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ούτε στην άρση σοβαρής διαταραχής στην οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου ούτε στην προώθηση του πολιτισμού ή στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.

(161)

Τέλος, είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσον η μεταρρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ), σύμφωνα με το οποίο οι ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που αντίκειται προς το κοινό συμφέρον.

(162)

Τα στοιχεία της μεταρρύθμισης τα οποία θεωρείται ότι δημιουργούν πλεονέκτημα, καθώς και η όλη μεταρρύθμιση, συγκρινόμενη με το σύστημα φορολογίας των εταιρειών στο Ηνωμένο Βασίλειο, μειώνουν τις υποχρεώσεις οι οποίες κανονικά θα βάρυναν τον προϋπολογισμό των δικαιούχων επιχειρήσεων κατά την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Η μείωση αυτή δεν αφορά ούτε επενδύσεις ούτε δημιουργία θέσεων εργασίας, συνεπώς συνιστά λειτουργική ενίσχυση, τα οφέλη της οποίας παύουν με την κατάργησή της. Σύμφωνα με την πάγια πρακτική της Επιτροπής, η εν λόγω ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προάγει την ανάπτυξη συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών. Επιπλέον, το Γιβραλτάρ δεν συγκαταλέγεται στον χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων του Ηνωμένου Βασιλείου (49).

VII.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(163)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η μεταρρύθμιση συνιστά καθεστώς κρατικής ενίσχυσης με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και ότι δεν έχει εφαρμογή καμία παρέκκλιση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3. Κατά συνέπεια, δεν εγκρίνεται η εφαρμογή της μεταρρύθμισης από το Ηνωμένο Βασίλειο.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Οι προτάσεις που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συστήματος φορολογίας των εταιρειών στο Γιβραλτάρ συνιστούν καθεστώς κρατικών ενισχύσεων το οποίο δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

Κατά συνέπεια, οι προτάσεις αυτές δεν μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

Βρυξέλλες, 30 Μαρτίου 2004.

Για την Επιτροπή

Mario MONTI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 300 της 4.12.2002, σ. 2.

(2)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(3)  ΕΕ C 2 της 6.1.1998, σ. 1.

(4)  Εγκρίθηκε από το Συμβούλιο του ΟΟΣΑ στις 9.4.1998.

(5)  ΕΕ C 384 της 10.12.1998, σ. 3.

(6)  Γνωμοδότηση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-400/97, C-401/97 και C-402/97, Συλλογή 2000, σ. I-1073.

(7)  Απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-92/00 και T-103/00, Συλλογή 2002, σ. II-1385, σημείο 27.

(8)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 33 έως 57.

(9)  Δημοσιεύτηκαν, αντίστοιχα, τον Οκτώβριο του 2001 και στις 22 Νοεμβρίου 2002.

(10)  Δημόσια δέσμευση της 27 Φεβρουαρίου 2002.

(11)  Έκθεση της ομάδας του κώδικα δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων προς στο Συμβούλιο Ecofin στις 4 Δεκεμβρίου 2001 (14467/01 — FISC 249, 27.11.2001).

(12)  Βλέπε υποσημείωση 7.

(13)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(14)  Η εξαίρεση αυτή αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση 173/73, Συλλογή 1974, σ. 709.

(15)  Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-400/97, C-401/97 και C-402/97, Συλλογή 2000, σ. I-1073.

(16)  Απόφαση της Επιτροπής της 13 Φεβρουαρίου 2001, 147 A/2000 Γαλλία (Νόμος περί υπερπόντιων διαμερισμάτων) και υπόθεση 248/84, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4013.

(17)  Συνεκδικασθείσες αποφάσεις T-127/99, T-129/99 και T-148/99, Diputación Foral de Álava & άλλοι κατά Επιτροπής, σ. 142.

(18)  Εξωχώρια ομάδα ευρωπαϊκών αρχών τραπεζικής εποπτείας της FATF, κοινή έκθεση αξιολόγησης (Νοέμβριος 2002), σ. 29.

(19)  Έκθεση του ΔΝΤ (Οκτώβριος 2001) «Γιβραλτάρ: αξιολόγηση της ρύθμισης και της εποπτείας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών», παράγραφος 9.

(20)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(21)  Βλέπε ειδικότερα την απόφαση 93/337/ΕΟΚ της Επιτροπής της 10 Μαΐου 1993 σχετικά με το σύστημα φορολογικών ενισχύσεων για επενδύσεις στη Χώρα των Βάσκων (ΕΕ L 134 της 3.6.1993, σ. 25).

(22)  Γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα Saggio στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-400/97, C-401/97 και C-402/97, Συλλογή 2000, σ. I-1073.

(23)  Βλέπε ειδικότερα, όσον αφορά μέτρα που θεσπίστηκαν από κεντρικές αρχές, την απόφαση της Επιτροπής της 21ης Μαΐου1997, ενίσχυση Ν 847/96, σχετικά με τη σύσταση ιδιαίτερα απομακρυσμένων περιφερειών με προτεραιότητα και με μέτρα μείωσης της οικονομικής απομόνωσης στα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα (ΕΕ C 245 της 12.8.1997), την απόφαση της Επιτροπής της 16 Δεκεμβρίου 1997, ενίσχυση Ν 144/A/96, σχετικά με το καθεστώς επενδυτικών και λειτουργικών ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα, που τροποποιεί το οικονομικό και φορολογικό καθεστώς των Καναρίων Νήσων (ΕΕ C 65 της 28.2.1998) και την απόφαση 2002/780/ΕΚ της Επιτροπής, της 28 Φεβρουαρίου 2001, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων «Φορολογικές Επιδοτήσεις 1999» που προτίθεται να εφαρμόσει η Γερμανία υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες στα νέα ομόσπονδα κρατίδια, περιλαμβανομένου του Βερολίνου (ΕΕ L 282 της 19.10.2002, σ. 15). Βλέπε επίσης την απόφαση 98/476/ΕΚ της Επιτροπής, της 21 Ιανουαρίου 1998, σχετικά με φορολογικές ελαφρύνσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 52 παράγραφος 8 του γερμανικού νόμου σχετικά με το φόρο εισοδήματος (Einkommensteuergesetz) (ΕΕ L 212 της 30.7.1998, σ. 50), που απετέλεσε αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, της 19 Σεπτεμβρίου 2000, στην υπόθεση C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-6857. Όσον αφορά μέτρα που θεσπίστηκαν από περιφερειακές αρχές, βλέπε την απόφαση 93/337/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 10 Μαΐου 1993, σχετικά με το σύστημα φορολογικών ενισχύσεων για επενδύσεις στη Χώρα των Βάσκων και την απόφαση 2003/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 11 Δεκεμβρίου 2002, για το τμήμα καθεστώτος σχετικά με την προσαρμογή του εθνικού φορολογικού συστήματος στις ιδιαιτερότητες της αυτόνομης περιφέρειας των Αζορών όσον αφορά την πτυχή που άπτεται της μείωσης του φόρου εισοδήματος (ΕΕ L 150 της 18.6.2003, σ. 52).

(24)  Υπόθεση 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1974, σ. 713, υπόθεση 323/82, Intermills κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3809 και υπόθεση C-248/84, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4013.

(25)  Παρατίθεται ανωτέρω.

(26)  Βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-127/99, T-129/99 και T-148/99, Territorio Histórico de Álava και άλλοι κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1275, σημείο 237.

(27)  Βλέπε ενδεικτικά απόφαση 2000/795/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία προτίθεται να εφαρμόσει η Ισπανία υπέρ της Ramondín SA και της Ramondín Cápsulas SA (ΕΕ L 318 της 16.12.2000, σ. 36).

(28)  Βλέπε συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-92/00 και T-103/00, που παρατίθενται ανωτέρω και σχετίζονται με την απόφαση 2000/795/ΕΚ.

(29)  Βλέπε ειδικότερα απόφαση 2003/28/ΕΚ της Επιτροπής, της 20 Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που έθεσε το 1993 σε εφαρμογή η Ισπανία υπέρ ορισμένων νεοσύστατων επιχειρήσεων στην Άλαβα (Ισπανία) (ΕΕ L 17 της 22.1.2003, σ. 20), Απόφαση 2003/86/ΕΚ της Επιτροπής, της 20 Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που έθεσε το 1993 σε εφαρμογή η Ισπανία υπέρ ορισμένων νεοσύστατων επιχειρήσεων στη Βισκάγια (Ισπανία) (ΕΕ L 40 της 14.2.2003, σ. 11) και απόφαση 2003/192/ΕΚ της Επιτροπής, της 20 Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που έθεσε το 1993 σε εφαρμογή η Ισπανία υπέρ ορισμένων νεοσύστατων επιχειρήσεων στην Γκιπούθκοα (Ισπανία) (ΕΕ L 77 της 24.3.2003, σ. 1).

(30)  Βλέπε απόφαση 2003/442/ΕΚ που παρατίθεται ανωτέρω.

(31)  Υποθέσεις C-351/98, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-8031, σημείο 44 και υπόθεση C-409/00, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-1487, σημείο 56.

(32)  Υπόθεση C-218/02, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αδημοσίευτη απόφαση της 29 Ιανουαρίου 2004, σημείο 15 των αιτιολογικών σκέψεων και σημείο 1 του διατακτικού.

(33)  Υπόθεση 248/84, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4013, σημείο 17.

(34)  Η ιστοσελίδα της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ (www.gibraltar.gov.gi) αναφέρει ότι «οι μισθοί [στο Γιβραλτάρ] είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένοι με αυτούς του Ηνωμένου Βασιλείου». Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι περίπου 24 000 λίρες στερλίνες (πηγή: έρευνα αποδοχών 2002, http://www.statistics.gov.uk/pdfdir/nes1002.pdf). Οι εργοδότες βαρύνονται και με άλλες εισφορές (π.χ. ασφαλιστικές).

(35)  Δελτίο τύπου της κυβέρνησης του Γιβραλτάρ 008/2003, 14 Ιανουαρίου 2003.

(36)  Βλέπε κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 69/2001 σχετικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 30).

(37)  Τα στοιχεία για τον αριθμό των εταιρειών δίνονται κατά προσέγγιση. Τα στοιχεία παρασχέθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο ή/και το Γιβραλτάρ στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας και της έρευνας για τις απαλλασσόμενες εταιρείες και τις εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος.

(38)  Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, που θα φορολογούνται με 35 %.

(39)  Υποθέτοντας ότι οι απαλλασσόμενες εταιρείες δεν έχουν φυσική παρουσία στο Γιβραλτάρ και συνεπώς δεν υπόκεινται σε φόρο μισθωτών υπηρεσιών και φόρο κτιριακών εγκαταστάσεων.

(40)  Υποθέτοντας ότι ο συμπληρωματικός φόρος των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ορίζεται σε 5 %.

(41)  Η πλειονότητα των εταιρειών ειδικού φορολογικού καθεστώτος. Ορισμένες έχουν φορολογικούς συντελεστές εκτός αυτών των ορίων.

(42)  Υποθέτοντας ότι φορολογούνται με τον κανονικό συντελεστή φορολογίας εταιρειών.

(43)  Υπόθεση E7/2002, κατάλληλα μέτρα προτεινόμενα με την επιστολή C(2002) 4481 τελικό της 27 Νοεμβρίου 2002.

(44)  Υπόθεση C 52/2001.

(45)  Βλέπε υπόθεση 284/84, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4013, σημείο 17.

(46)  Βλέπε υποθέσεις 730/79 Philip Morris κατά Επιτροπής, Συλλογή 1980, σ. 2671, υπόθεση 142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-959, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-278/92, C-279/92 και C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I-4103, σημεία 40-42, και υπόθεση C-310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-2289, σημεία 84-86.

(47)  Βλέπε συμπεράσματα του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών της 3.6.2003.

(48)  ΕΕ C 272 της 23.9.2000, σ. 43.

(49)  Βλέπε προηγούμενη υποσημείωση.


2.4.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 85/27


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20 Απριλίου 2004

σχετικά με την ενίσχυση που έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ της Coopérative d'exportation du livre français (CELF)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2004) 1361]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/262/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (1) και έλαβε υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με απόφαση της 28 Φεβρουαρίου 2002 (2), το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακύρωσε την τελευταία φράση του άρθρου 2 της απόφασης 1999/133/ΕΚ της Επιτροπής, της 10 Ιουνίου 1998, σχετικά με την κρατική ενίσχυση υπέρ της Coopérative d'Exportation du Livre Français (CELF) (3) η οποία όριζε ότι:

«Η ενίσχυση που χορηγήθηκε στην CELF για τη διαχείριση μικρών παραγγελιών βιβλίων στη γαλλική γλώσσα συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Δεδομένου ότι η γαλλική κυβέρνηση παρέλειψε να κοινοποιήσει την ενίσχυση αυτή στην Επιτροπή πριν τεθεί σε εφαρμογή, η εν λόγω ενίσχυση χορηγήθηκε παρανόμως. Ωστόσο, η ενίσχυση είναι συμβιβάσιμη δεδομένου ότι πληροί τους όρους για την εφαρμογή της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3, στοιχείο δ) της συνθήκης.»  (4)

(2)

Η απόφαση αυτή εντάσσεται σε μια μακρά διαδικασία τα σημαντικότερα στάδια της οποίας ήταν τα ακόλουθα:

A.   ΠΡΏΤΟ ΣΤΆΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΊΑΣ

(3)

Με επιστολή της 20 Μαρτίου 1992, η Société Internationale de diffusion et d'Edition (SIDE) που παρουσιάζεται ως «γαλλική επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στην αγορά της εξαγωγής βιβλίου και είναι αναγκασμένη να υφίσταται τον ανταγωνισμό ενός συνεταιρισμού εκδοτών που λαμβάνουν κρατική ενίσχυση»  (5) επέστησε την προσοχή των υπηρεσιών της Επιτροπής στις ενισχύσεις για την προώθηση, τη μεταφορά και την εμπορία γαλλικών βιβλίων τις οποίες χορηγούν οι γαλλικές αρχές στην CELF, ενισχύσεις οι οποίες δεν είχαν κοινοποιηθεί εκ των προτέρων στις υπηρεσίες της Επιτροπής, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93 παράγραφος 3 (σημερινό άρθρο 88 παράγραφος 3) της συνθήκης.

(4)

Με επιστολή της 2ας Απριλίου 1992, η Επιτροπή υπενθύμισε στις γαλλικές αρχές ότι όφειλαν να κοινοποιήσουν εκ των προτέρων στις υπηρεσίες της κάθε σχέδιο που θα αποσκοπούσε στη θέσπιση ή τροποποίηση ενισχύσεων και ζήτησε από τις γαλλικές αρχές να την ενημερώσουν σχετικά με τον χαρακτήρα και το σκοπό των μέτρων τα οποία επικαλείται η SIDE.

(5)

Με επιστολή της 29 Ιουνίου 1992, οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν στην Επιτροπή την ύπαρξη επιδοτήσεων υπέρ της CELF. Διευκρίνισαν ότι τα μέτρα είχαν στόχο τη διάδοση της γαλλικής γραμματείας και γλώσσας στις μη γαλλόφωνες χώρες και ότι είχε ανατεθεί στην CELF η διαχείριση τριών συστημάτων ειδικών ενισχύσεων τα οποία είχαν επίσης στόχο να διευκολύνουν την πρόσβαση στα γαλλικά βιβλία των αναγνωστών σε απομακρυσμένες περιοχές.

(6)

Με επιστολή της 7 Αυγούστου 1992, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στην SIDE την ύπαρξη ενισχύσεων υπέρ της CELF, διευκρινίζοντας το στόχο τους και ενημερώνοντάς την ότι οι εν λόγω ενισχύσεις δεν είχαν κοινοποιηθεί. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν ήταν ικανές, κατά την άποψή της, να αλλοιώσουν τους όρους των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Υπό αυτούς τους όρους, κλήθηκε η SIDE να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.

(7)

Με επιστολή της 7 Σεπτεμβρίου 1992, η SIDE γνωστοποιούσε στην Επιτροπή ότι είχε την πρόθεση να καταγγείλει ότι τα μέτρα συνιστούν διακριτική μεταχείριση (6) και ότι είχαν συνέπειες στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, χωρίς να αμφισβητεί, ωστόσο, τον πολιτιστικό στόχο τον οποίο προωθούσε το Υπουργείο Πολιτισμού, ο οποίος ήταν η διάδοση της γαλλικής γλώσσας και γραμματείας.

(8)

Η Επιτροπή, αφού εκτίμησε τα επίμαχα μέτρα, δεν αποδέχθηκε τις αιτιάσεις της SIDE και έκρινε, με απόφαση της 18 Μαΐου 1993 (7), ότι, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης καταστάσεως από πλευράς ανταγωνισμού η οποία επικρατεί στον τομέα του βιβλίου και του πολιτιστικού σκοπού των επίμαχων καθεστώτων ενισχύσεων, αποφάσισε να εφαρμόσει στα καθεστώτα αυτά την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) (σημερινό άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης ΕΚ.

(9)

Η SIDE, με δικόγραφο της 2ας Αυγούστου 1993, υπέβαλε προσφυγή ακυρώσεως αυτής της απόφασης ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με απόφαση της 18 Σεπτεμβρίου 1995 (8), το Πρωτοδικείο έκανε εν μέρει αποδεκτή την αίτηση της SIDE ακυρώνοντας την απόφαση της Επιτροπής της 18 Μαΐου 1993 αποκλειστικά όμως σε ό, τι αφορά ορισμένα μέτρα υπέρ των μικρών παραγγελιών.

(10)

Εξάλλου, το Πρωτοδικείο επικύρωσε τα εξής τρία καθεστώτα ενισχύσεων τα οποία διαχειρίζεται η CELF για λογαριασμό του κράτους:

α)

τις ενισχύσεις για την αεροπορική μεταφορά ή την αεροπορική ταχυδρομική αποστολή βιβλίων·

β)

το πρόγραμμα «Page à Page» (με τη σελίδα) (9) (ενίσχυση που αποσκοπεί στη διάδοση βιβλίων στη γαλλική γλώσσα στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης)·

γ)

το «Πρόγραμμα Plus» (διάθεση πανεπιστημιακών συγγραμμάτων στη γαλλική γλώσσα στους φοιτητές των πανεπιστημίων της Αφρικής νοτίως της Σαχάρας).

(11)

Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε λάβει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα ανωτέρω τρία καθεστώτα που δικαιολογούσαν τη διαπίστωση ότι η επίπτωσή τους στη λειτουργία των κανόνων ανταγωνισμού ήταν αμελητέα. Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει κυρίως ότι κάθε επιχειρηματίας που πληρούσε τους ειδικούς όρους οι οποίοι καθορίστηκαν από αυτά τα καθεστώτα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει αιτήσεις επιδότησης στην CELF. Διευκρινίζει ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να αποδείξει ότι η εφαρμογή αυτών των τριών καθεστώτων ενισχύσεων μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.

(12)

Το Πρωτοδικείο συμπέρανε ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση να εκδώσει ευνοϊκή απόφαση γι' αυτά τα τρία καθεστώτα ενισχύσεων που διαχειρίζεται η CELF και ότι μπορούσε, συνεπώς, να απορρίψει ως αβάσιμα τα επιχειρήματα της SIDE.

(13)

Εξάλλου, το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι «Όσον αφορά τον πολιτιστικό σκοπό των επιδίκων ενισχύσεων, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι ο επιδιωκόμενος από τη γαλλική κυβέρνηση σκοπός συνίσταται στη διάδοση της γαλλικής γλώσσας και γραμματείας». Επιπλέον, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι τα στοιχεία τα οποία διέθετε η Επιτροπή όταν έλαβε την απόφαση της 18ης Μαΐου 1993, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που περιέχονται στην από 7ης Σεπτεμβρίου 1992 επιστολή του Συμβούλου της SIDE, μπορούσαν να θεμελιώσουν την κρίση στην οποία κατέληξε η Επιτροπή ως προς το υποστατό και το θεμιτό αυτού του σκοπού. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι έπρεπε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εκτίμηση του σκοπού των επιδίκων ενισχύσεων δεν δημιουργούσε στην Επιτροπή ιδιαίτερες δυσκολίες και ότι δεν ήταν απαραίτητο να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες προκειμένου να αναγνωρίσει τον πολιτιστικό χαρακτήρα του εν λόγω σκοπού.

(14)

Αντιθέτως, όσον αφορά τα μέτρα αντισταθμίσεως που παραχωρήθηκαν αποκλειστικά στην CELF για τις μικρές παραγγελίες, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή, πριν να λάβει απόφαση σχετικά με το συμβιβάσιμο των μέτρων με την κοινή αγορά, έπρεπε να εξετάσει διεξοδικά τους όρους ανταγωνισμού στον εξεταζόμενο τομέα.

(15)

Το Πρωτοδικείο συμπεραίνει, στη σκέψη αριθ. 76 της απόφασης, ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε κινήσει την κατ' αντιμωλία διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 3 (σημερινό άρθρο 87 παράγραφος 2) της συνθήκης, και ότι έπρεπε συνεπώς να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 18 Μαΐου 1993, «όσον αφορά την ενίσχυση που χορηγείται αποκλειστικά στη CELF για την αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους της εκτελέσεως των μικρών παραγγελιών γαλλικών βιβλίων οι οποίες προέρχονται από βιβλιοπωλεία εγκατεστημένα στο εξωτερικό».

B.   ΔΕΫΤΕΡΟ ΣΤΆΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΊΑΣ

(16)

Με απόφαση της 30 Ιουλίου 1996, η Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 18 Σεπτεμβρίου 1995, να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας έναντι των επίμαχων ενισχύσεων. Η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (10). Τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη, που εκλήθησαν από την Επιτροπή να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, τις υπέβαλαν το Δεκέμβριο του 1996 και τον Ιανουάριο του 1997.

(17)

Περατώνοντας αυτή την αποδεικτική διαδικασία, η Επιτροπή εξέδωσε μια νέα θετική απόφαση, την απόφαση 1999/133/ΕΚ.

(18)

Με δικόγραφο της 28 Σεπτεμβρίου 1998, η SIDE προσέφυγε στο Πρωτοδικείο με στόχο την ακύρωση της τελευταίας φράσης του άρθρου 1 της απόφασης 1999/33/ΕΚ.

(19)

Η SIDE επικαλέστηκε τα ακόλουθα επτά μέσα ακύρωσης:

α)

διαδικαστική πλημμέλεια·

β)

ανεπαρκής αιτιολογία·

γ)

πλάνη περί τα πράγματα·

δ)

προφανές σφάλμα εκτιμήσεως·

ε)

παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων·

στ)

παραβίαση του άρθρου πρώην 92 παράγραφος 3 στοιχείο δ) (νυν άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης·

ζ)

έλλειψη λογικής συνοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς τα άρθρα 85 και 86 (νυν άρθρα 82 και 83) της συνθήκης.

(20)

Με απόφαση της 28 Φεβρουαρίου 2002, το Πρωτοδικείο αποφάσισε την ακύρωση της τελευταίας φράσης του άρθρου 1 της εν λόγω απόφασης λόγω «προφανούς σφάλματος εκτιμήσεως», χωρίς να κρίνει απαραίτητο να αναλύσει τους άλλους λόγους που επικαλείται η προσφυγή.

(21)

Το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε τις αρχές που απορρέουν από την κοινοτική νομολογία όσον αφορά την αμοιβαία υποκατάσταση των προϊόντων, έκρινε ότι η Επιτροπή όφειλε να είχε πραγματοποιήσει τους απαραίτητους ελέγχους για να αποκτήσει τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να κάνει διάκριση μεταξύ της αγοράς των παραγγελιών και της αγοράς εξαγωγής βιβλίων στη γαλλική γλώσσα γενικά.

(22)

Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, επειδή η Επιτροπή δεν πραγματοποίησε αυτό τον έλεγχο, διέπραξε προφανές σφάλμα εκτιμήσεως επιλέγοντας την αγορά εξαγωγής βιβλίων στη γαλλική γλώσσα γενικά ως την αγορά αναφοράς, ενώ είχε διαπιστωθεί ότι η επίμαχη ενίσχυση είχε ως αποκλειστικούς αποδέκτες τους παραγγελιοδόχους της εξαγωγής.

(23)

Υπό αυτούς τους όρους, το Πρωτοδικείο συμπεραίνει ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει δεόντως τις πραγματικές επιπτώσεις των επίμαχων ενισχύσεων στη σχετική αγορά και αποφάσισε, κατά συνέπεια, την ακύρωση της τελευταίας φράσης του άρθρου 1 της απόφασης 1999/133/ΕΚ σε αυτή τη βάση.

(24)

Επιπλέον, οι γαλλικές αρχές προσέφυγαν στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 8 Σεπτεμβρίου 1998 για να ακυρώσει την απόφαση στο βαθμό που αποκλείσθηκε η εφαρμογή του άρθρου 90 παράγραφος 2 (σημερινό άρθρο 86 παράγραφος 2) της συνθήκης. Συγκεκριμένα, κατά την άποψη της γαλλικής κυβέρνησης, οι επίμαχες ενισχύσεις είχαν στόχο να αντισταθμίσουν τα έξοδα μιας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος την οποία το Υπουργείο Πολιτισμού είχε αναθέσει στην CELF.

(25)

Η γαλλική κυβέρνηση υποστήριζε ότι από το άρθρο 92 και το άρθρο 93 παράγραφοι 2 και 3 (νυν άρθρο 87 και άρθρο 88) της συνθήκης προκύπτει ότι, αντίθετα προς μια υφιστάμενη ενίσχυση, μια νέα ενίσχυση δεν μπορεί να εκτελεσθεί πριν να κηρυχθεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, εκτός αν η δικαιούχος επιχείρηση μπορεί να τύχει της παρεκκλίσεως από τους κανόνες ανταγωνισμού η οποία προβλέπεται στο άρθρο 90 παράγραφος 2 της συνθήκης. Η Γαλλία υποστήριζε τη θέση της «αναγκαίας» έλλειψης δυνατότητας εφαρμογής της υποχρεώσεως αναστολής στην περίπτωση ενισχύσεων προς επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

(26)

Στην απόφασή του της 22ας Ιουνίου 2000 (11), το Δικαστήριο απορρίπτει την επιχειρηματολογία της γαλλικής κυβέρνησης, χωρίς να εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, αφού προηγουμένως υπενθύμισε τη σημασία του μηχανισμού ελέγχου ο οποίος θεσπίστηκε με την τελευταία φράση του άρθρου 93 παράγραφος 3 (νυν άρθρο 88 παράγραφος 3) της συνθήκης. Το Δικαστήριο αναφέρει ότι, ακόμη και αν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι ένα μέτρο ενισχύσεως είναι συμβατό προς την κοινή αγορά, το γεγονός αυτό δεν του επιτρέπει «να αγνοεί τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 93».

(27)

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Γαλλίας και επιβεβαίωσε ότι η υποχρέωση της προηγούμενης κοινοποίησης και το συνακόλουθο ανασταλτικό αποτέλεσμα εφαρμόζονται χωρίς να είναι δυνατό να αποσυνδέονται μεταξύ τους, ενώ το γεγονός ότι πρόκειται για ενίσχυση που μπορεί να εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 86 της συνθήκης δεν επηρεάζει την υποχρέωση κοινοποίησης.

(28)

Τέλος, η SIDE, υπέβαλε στην Επιτροπή καταγγελία, στις 5 Οκτωβρίου 1999, κατά της CELF για σύμπραξη και κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, βάσει των διατάξεων των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Η SIDE επικαλείται επίσης την ευθύνη της Γαλλίας βάσει του άρθρου 10 της συνθήκης για το λόγο ότι ευνόησε τις εν λόγω αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές.

(29)

Αυτός ο φάκελος εξετάζεται χωριστά από τις αρμόδιες γι' αυτά τα θέματα υπηρεσίες της Επιτροπής.

Γ.   ΤΡΊΤΟ ΣΤΆΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΊΑΣ

(30)

Μετά την μερική ακύρωση της απόφασης 1999/133/ΕΚ, η Επιτροπή ζήτησε από τις γαλλικές αρχές και από την SIDE, με επιστολές της 14 Ιουνίου 2002, να εκφράσουν τις απόψεις τους για τους λόγους της ακύρωσης της απόφασης και ιδίως για τα στοιχεία της που αφορούν την εξεταζόμενη αγορά.

(31)

Ειδικότερα, οι γαλλικές αρχές εκλήθησαν να διατυπώσουν παρατηρήσεις σχετικά με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσφοράς της CELF σε σχέση με τα χαρακτηριστικά των άλλων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην εξεταζόμενη αγορά, μεταξύ των οποίων η SIDE.

(32)

Η SIDE εκλήθη να σχολιάσει ειδικότερα την έννοια των μικρών παραγγελιών και να αναφέρει ποια ήταν ενδεχομένως η ιδιαιτερότητα της προσφοράς της σε σχέση με την προσφορά της CELF και των άλλων εταιρειών σε αυτή την αγορά.

(33)

Με επιστολή της 8 Ιουλίου 2002, η SIDE ζήτησε προθεσμία να απαντήσει, η οποία της παραχωρήθηκε με επιστολή της 25 Ιουλίου 2002. Οι γαλλικές αρχές, από τις οποίες οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν ακρόαση για τις 17 Ιουλίου 2002, ζήτησαν επίσης προθεσμία να απαντήσουν, με επιστολή της 10 Ιουλίου 2002. Τους παραχωρήθηκε πρόσθετη προθεσμία, με επιστολή της 1η Αυγούστου 2002.

(34)

Η SIDE έστειλε την απάντησή της στην Επιτροπή με επιστολή της 12 Αυγούστου 2002. Οι γαλλικές αρχές έστειλαν την απάντησή τους με επιστολή της 17 Σεπτεμβρίου 2002.

(35)

Αφού ζήτησε από τη SIDE, με επιστολή της 19 Σεπτεμβρίου 2002, να της αναφέρει εάν η απάντησή της περιείχε εμπιστευτικά στοιχεία και αφού έλαβε αρνητική απάντηση στις 30 Σεπτεμβρίου 2002, η Επιτροπή, με επιστολή της 17 Οκτωβρίου 2002, διαβίβασε στις γαλλικές αρχές την απάντηση της SIDE με τα παραρτήματά της. Με αυτήν την ευκαιρία, υπέβαλε στις γαλλικές αρχές και ένα νέο σύνολο πρόσθετων ερωτήσεων.

(36)

Με επιστολή της 30 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή έθεσε επίσης στην SIDE μια σειρά πρόσθετων ερωτήσεων, στην οποία απάντησε με επιστολές της 31 Οκτωβρίου 2002 και της 9 Δεκεμβρίου 2002. Η SIDE ενημέρωσε την Επιτροπή με επιστολή της 23 Δεκεμβρίου 2002, μετά από αίτηση της Επιτροπής της 16 Δεκεμβρίου 2002, ότι οι απαντήσεις της δεν περιείχαν κανένα εμπιστευτικό στοιχείο και ότι θα μπορούσαν να διαβιβαστούν στις γαλλικές αρχές για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

(37)

Στο μεταξύ, επειδή οι γαλλικές αρχές δεν είχαν απαντήσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή αναγκάστηκε να αποστείλει υπενθύμιση με επιστολή της 27 Νοεμβρίου 2002. Με επιστολή της 19 Δεκεμβρίου 2002, οι γαλλικές αρχές ζήτησαν νέα παράταση της προθεσμίας από την Επιτροπή.

(38)

Στις 9 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή απέστειλε στις γαλλικές αρχές την απάντηση της SIDE της 23 Δεκεμβρίου 2002, για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Με επιστολή της 17 Ιανουαρίου 2003, οι γαλλικές αρχές απάντησαν στα ερωτήματα της Επιτροπής της 17 Οκτωβρίου 2002.

(39)

Με επιστολή της 4 Φεβρουαρίου 2003, οι γαλλικές αρχές ζήτησαν και νέα παράταση της προθεσμίας από την Επιτροπή που αφορούσε την αίτηση της Επιτροπής να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στη δεύτερη απάντηση της SIDE της 23 Δεκεμβρίου 2002. Η Επιτροπή παραχώρησε εν μέρει τις αιτηθείσες παρατάσεις, με επιστολή της 11 Φεβρουαρίου 2002. Με επιστολή της 11 Μαρτίου 2003, οι γαλλικές αρχές έστειλαν την απάντησή τους στην Επιτροπή.

(40)

Στο μεταξύ, μετά από αίτηση της SIDE, οι υπηρεσίες της Επιτροπής την υποδέχθηκαν για να αναπτύξει την άποψή της για την υπόθεση εξ αρχής, σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 4 Μαρτίου 2003.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΕΠΙΜΑΧΩΝ ΜΕΤΡΩΝ: ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΠΟΥ ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΜΙΑΣ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΜΗ ΑΠΟΔΟΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

(41)

Το Υπουργείο Πολιτισμού αποφάσισε το 1980, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις γενικής πολιτικής της γαλλικής κυβέρνησης αναφορικά με την προώθηση του βιβλίου και της γραμματείας στη γαλλική γλώσσα, να χορηγήσει ενισχύσεις στους παραγγελιοδόχους εξαγωγών που θα αποδέχονταν παραγγελίες παντός τύπου, ανεξάρτητα από την αξία και την αποδοτικότητά τους. Τα μέτρα αυτά είχαν τεθεί σε εφαρμογή για να καλυφθούν οι ελλείψεις της αγοράς και για να διατηρηθεί μια δραστηριότητα «μη αποδοτικών μικρών παραγγελιών» στο εσωτερικό της αγοράς παραγγελιών εξαγωγών.

(42)

Οι γαλλικές αρχές εξηγούν ότι διάφορα μικρά βιβλιοπωλεία, που είναι εγκατεστημένα κυρίως σε μη γαλλόφωνες περιοχές οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις είναι απομακρυσμένες ή/και με δύσκολη πρόσβαση, αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσκολίες εφοδιασμού, εφόσον οι παραγγελίες τους δεν ήταν δυνατό να ικανοποιηθούν από τα παραδοσιακά δίκτυα διανομής, όταν οι παραγγελθείσες ποσότητες βιβλίων ήταν ανεπαρκείς ή ακόμη και όταν η κατά μονάδα τιμή των παραγγελόμενων βιβλίων δεν ήταν αρκετά υψηλή έτσι ώστε να είναι αποδοτική η ικανοποίησή της.

(43)

Οι επίμαχες επιχορηγήσεις για δαπάνες εκμετάλλευσης είχαν στόχο να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να συνδιαλέγονται με τέτοιους πελάτες (με βιβλιοπωλεία και όχι με τον τελικό καταναλωτή), οι οποίοι δεν θα ήταν δυνατό να εξυπηρετηθούν στο πλαίσιο μιας «συνήθους» εμπορικής σχέσης που βασίζεται αποκλειστικά στο κέρδος.

(44)

Οι επίμαχες ενισχύσεις είχαν, λοιπόν, ως στόχο να δοθεί στους παραγγελιοδόχους εξαγωγών η δυνατότητα να εξυπηρετούν το σύνολο των παραγγελιών που προέρχονται από βιβλιοπωλεία τα οποία είναι εγκατεστημένα στο εξωτερικό, ιδίως σε μη γαλλόφωνες περιοχές, ανεξαρτήτως της αξίας τους, της αποδοτικότητας και του προορισμού τους. Ο επιδιωκόμενος στόχος ήταν να διασφαλιστεί, στο πλαίσιο της γαλλικής πολιτικής για τη στήριξη της πολιτισμικής πολυμορφίας, η άριστη διανομή βιβλίων στη γαλλική γλώσσα και να ευνοηθεί, με τον τρόπο αυτό, η διάδοση της γαλλόφωνης γραμματείας σε ολόκληρο τον κόσμο.

(45)

Ο μηχανισμός ενισχύσεων που εφάρμοσαν οι γαλλικές αρχές, με την ονομασία «Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών», συνίστατο σε μια επιχορήγηση για δαπάνες εκμετάλλευσης με στόχο την αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους της διαχείρισης μικρών παραγγελιών χρηματικής αξίας κατώτερης ή ίσης των 500 γαλλικών φράγκων (FRF), δηλαδή περίπου 76 ευρώ.

(46)

Είχαν επίσης προβλεφθεί και δύο άλλα συστήματα χρηματοδότησης, που συνίσταντο στη χορήγηση άμεσων ενισχύσεων στα διάφορα βιβλιοπωλεία ή στους εκδότες, αλλά αυτές οι εναλλακτικές δυνατότητες απορρίφθηκαν τελικά, διότι οι γαλλικές αρχές έκριναν ότι ήταν λιγότερο αποτελεσματικές και πολύ δαπανηρές. Έκριναν ότι το αμφισβητούμενο από τη SIDE σύστημα ήταν το πλέον ορθολογικό από οικονομική άποψη και το πλέον ασφαλές για τη χρησιμοποίηση δημοσίων κεφαλαίων.

(47)

Σύμφωνα με το «Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών», η επιδοτούμενη επιχείρηση έπρεπε να δεσμευθεί ότι θα κοινοποιεί στη διεύθυνση βιβλίου και ανάγνωσης του Υπουργείου Πολιτισμού το σύνολο των στοιχείων που αφορούν τη γενική δραστηριότητα της εταιρείας (συνολικός κύκλος εργασιών, χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί, προσωρινοί προϋπολογισμοί, αντίγραφα των αποφάσεων επικύρωσης αυτών των δεδομένων και, ενδεχομένως, έκθεση του οικονομικού ελεγκτή και ανακεφαλαιωτική μισθολογική κατάσταση), καθώς και όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα σχετικά με την επιδοτούμενη δραστηριότητα, ιδίως κατάσταση σχετικά με το πως χρησιμοποιήθηκαν οι επιδοτήσεις, η οποία αιτιολογεί την εκτέλεση των υπηρεσιών που επιδοτήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος.

(48)

Στην πράξη, μία μόνο επιχείρηση, η CELF, ήταν αποδέκτης του «Προγράμματος μικρών παραγγελιών». Η επιχείρηση όφειλε να δικαιολογεί κάθε έτος το πρόσθετο κόστος της ικανοποίησης «μικρών παραγγελιών» προκειμένου να υποστηρίξει την αίτηση επιχορήγησής της για το επόμενο έτος (12).

(49)

Συγκεκριμένα, το ένα τέταρτο της επιδότησης που χορηγήθηκε κατά το προηγούμενο έτος έπρεπε να καταβληθεί στην αρχή του έτους, ενώ το υπόλοιπο έπρεπε να καταβληθεί το επόμενο φθινόπωρο, αφού πρώτα οι δημόσιες αρχές εξέταζαν τον προσωρινό προϋπολογισμό της επιδοτούμενης εταιρείας και τις διακυμάνσεις που σημειώθηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του οικονομικού έτους.

(50)

Συμφωνήθηκε ότι, εάν το ποσό της ενίσχυσης δεν χρησιμοποιούνταν στο σύνολό του, τα υπόλοιπα ποσά θα αφαιρούνταν από τις επιδοτήσεις που είχαν προβλεφθεί για το επόμενο έτος.

(51)

Πρέπει να διευκρινισθεί ότι οι ενισχύσεις καταργήθηκαν το 2002 (βλέπε τον πίνακα του παραρτήματος Ι σχετικά με την εξέλιξη των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν από το 1980 σε ευρώ).

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ SIDE ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

A.   ΛΌΓΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΗΣ SIDE

(52)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της, σκοπός της SIDE (13) είναι: «Η πώληση, στη Γαλλία και στο εξωτερικό, βιβλίων, εντύπων, πολιτιστικών προϊόντων κάθε είδους, η έκδοση, η δημιουργία ή η απόκτηση και αξιοποίηση υπεραξίας στοιχείων ενεργητικού και, γενικότερα, όλες οι βιομηχανικές, εμπορικές ή χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, ή δραστηριότητες στον τομέα των κινητών και ακίνητων αξιών, που θα μπορούσαν να συνδεθούν άμεσα ή έμμεσα με τον κοινωνικό σκοπό ή θα μπορούσαν να διευκολύνουν την επέκταση ή την ανάπτυξή του».

(53)

Με επιστολή της 20 Μαρτίου 1992, η SIDE υπέβαλε στην Επιτροπή καταγγελία (14) μετά από άρνηση του Υπουργείου Πολιτισμού να της χορηγήσει τις ενισχύσεις που περιγράφονται στο μέρος ΙΙΙ.

(54)

Η SIDE ζήτησε ουσιαστικά από την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση για να τερματιστούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού των οποίων είναι θύμα στην αγορά της εξαγωγής βιβλίων στη γαλλική γλώσσα, εφόσον οι στρεβλώσεις αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι οι ενισχύσεις χορηγούνται κατ' αποκλειστικότητα στη CELF.

(55)

Η SIDE αναφέρει ότι αρνήθηκε τη χορήγηση των επίμαχων ενισχύσεων που της πρότεινε το Υπουργείο Πολιτισμού, σε ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1996. Εξηγεί ότι δεν μπορούσε να αποδεχθεί αυτή την καθυστερημένη προσφορά, η οποία πραγματοποιήθηκε σκόπιμα μετά την έκδοση της απόφασης του Πρωτοδικείου της 18 Σεπτεμβρίου 1995. Διευκρινίζει ότι δεν επιθυμούσε να επωφεληθεί από ένα πρόγραμμα το συμβιβάσιμο του οποίου με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου θα μπορούσε να αμφισβητήσει η Επιτροπή και ότι, επιπλέον, η πρόταση αυτή της υποβλήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να τερματίσει τη διαδικασία που η ίδια είχε κινήσει.

(56)

Επιπλέον, η SIDE αναφέρει ότι είναι πεπεισμένη πως η δραστηριότητα παραγγελιοδόχου εξαγωγών δεν χρειάζεται καμία ενίσχυση. Κατά συνέπεια, αμφισβητεί τη χρησιμότητα του «Προγράμματος μικρών παραγγελιών». Εντούτοις, δεν αποκλείει την πιθανότητα να κάνει χρήση του προγράμματος αυτού στο μέλλον, «έτσι ώστε οι δραστηριότητές της να ασκούνται σε συνθήκες ανόθευτου ανταγωνισμού», αλλά αποκλειστικά υπό τον όρο ότι οι γαλλικές αρχές θα εφάρμοζαν ένα μηχανισμό σαφώς συμβατό με τους κανόνες της συνθήκης.

(57)

Η SIDE αναφέρει ότι «στην αγορά των παραγγελιών εξαγωγών, θεωρούνται ως “γενικοί” εξαγωγείς οι επιχειρήσεις ο κύκλος εργασιών των οποίων πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο με μεσάζοντες όπως τα βιβλιοπωλεία και όχι με τους τελικούς χρήστες». Κατά την άποψή της, οι μόνοι γενικοί παραγγελιοδόχοι είναι η CELF και η SIDE. Διευκρινίζει ότι υπάρχουν, εξάλλου, βιβλιοπωλεία εξαγωγής που πραγματοποιούν απευθείας πωλήσεις στους τελικούς χρήστες.

(58)

Η SIDE γνωστοποίησε στην Επιτροπή, κατά τη διάρκεια ακρόασης που πραγματοποιήθηκε στις 4 Μαρτίου 2003, ότι δραστηριοποιείται κατά κύριο λόγο στη Δυτική Ευρώπη. Εργάζεται επίσης και στην αγορά της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά ελάχιστα, εξαιτίας του προγράμματος «À l'Est de l'Europe» (15) δικαιούχος του οποίου είναι η CELF. Η SIDE δραστηριοποιείται επίσης στη Βόρεια Αμερική και στη Νοτιοανατολική Ασία. Δραστηριοποιούνταν επίσης στην Αργεντινή, πριν ξεσπάσει στη χώρα η σημερινή κρίση. Η SIDE διευκρίνισε ότι δεν επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί στην Αφρική, διότι ελάχιστοι πελάτες ενδιαφέρονται σε αυτές τις περιοχές, και ιδίως στη Μαύρη Αφρική. Επιπλέον, δεν δραστηριοποιείται ούτε στις περιοχές που δεν καλύπτονται από την COFACE (16).

(59)

Η SIDE αντικρούει τη θέση των γαλλικών αρχών που υποστηρίζουν ότι αποδοτικές είναι οι μεγάλες παραγγελίες, ενώ «οι μικρές παραγγελίες» δεν είναι, για να δικαιολογήσουν την επιδότησή τους. Τέλος, προσθέτει ότι «οι μικρές παραγγελίες» είναι στο σύνολό τους περισσότερο αποδοτικές από τις μεγαλύτερες παραγγελίες.

(60)

Η SIDE διευκρινίζει ότι οι έννοιες «μικρές παραγγελίες» και «ελάχιστο όριο αποδοτικότητας» είναι επιχειρήματα που προβάλλει η γαλλική κυβέρνηση για να προσπαθήσει να δικαιολογήσει την ενίσχυση που χορηγεί ειδικά για τη λειτουργία της CELF, με το πρόσχημα μιας ενίσχυσης για την εξυπηρέτηση των μικρών παραγγελιών γαλλικών βιβλίων που προορίζονται για εξαγωγή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια απλή ενίσχυση στη λειτουργία της επιχείρησης.

(61)

Η SIDE επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει ελάχιστο όριο αποδοτικότητας για τον εξεταζόμενο τύπο δραστηριότητας. Διευκρινίζει ότι είναι δυνατό να επιτευχθούν ασφαλώς οικονομίες κλίμακας όταν παραγγέλλονται ταυτόχρονα πολλά αντίτυπα του ίδιου βιβλίου. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η κλίμακα εκπτώσεων της SIDE προβλέπει πρόσθετη έκπτωση 5 % για κάθε παραγγελία δέκα ή περισσότερων αντίτυπων του ίδιου τίτλου.

(62)

Η SIDE αναφέρει ότι όλες οι παραγγελίες έχουν το ίδιο ακριβώς κόστος επεξεργασίας και αποδοτικότητα, εφόσον αυτό που μόνο έχει σημασία είναι ο αριθμός σειρών τις οποίες χειρίζεται ένα άτομο σε μία ημέρα καθώς και η ποσότητα βιβλίων για κάθε σειρά παραγγελίας. Διευκρινίζει ότι το συνολικό ποσό του εκδιδόμενου τιμολογίου δεν έχει σημασία για την αξιολόγηση του κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας. Εξηγεί ότι το άτομο το οποίο χειρίζεται σε μία ημέρα χίλιες σειρές παραγγελιών ξοδεύει σχεδόν ακριβώς τον ίδιο χρόνο, ανεξάρτητα από το αν η παραγγελία ενός πελάτη περιέχει δύο ή εκατό γραμμές, εφόσον η μόνη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι θα πρέπει να προσδιορίζει τον πελάτη που συνδέεται με κάθε παραγγελία που προέρχεται από ένα διαφορετικό πελάτη, εργασία που απαιτεί ελάχιστα μόνο δευτερόλεπτα. Ο συνολικός κύκλος εργασιών που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου δεν εξαρτάται, λοιπόν, από τον αριθμό πελατών, αλλά εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των σειρών παραγγελιών οι οποίες λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.

(63)

Η SIDE αναφέρει επίσης ότι αποδέχεται, όπως και η CELF, το σύνολο των παραγγελιών που παραλαμβάνει ανεξάρτητα από το ποσό που αφορούν, ενώ το μόνο κριτήριο επιλογής για τη SIDE είναι η φερεγγυότητα του πελάτη.

(64)

Η SIDE διευκρινίζει, ωστόσο, ότι ορισμένες παραγγελίες ενδέχεται να περιέχουν ζήτηση μη καταχωρημένων βιβλίων, γεγονός που απαιτεί ειδικές έρευνες. Οι παραγγελίες αυτού του τύπου αφορούν περίπου το 4,5 % της δραστηριότητάς της.

(65)

Η SIDE θεωρεί, συνεπώς, ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται στη CELF για την επεξεργασία μικρών παραγγελιών της επιτρέπουν να προσφέρει στην πελατεία της ιδιαίτερα ελκυστικές εκπτώσεις που αυτή η ίδια δεν είναι σε θέση να προτείνει.

(66)

Η SIDE, εκτός από το ότι αμφισβητεί την ίδια την αρχή της ύπαρξης πρόσθετου κόστους που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις επίμαχες ενισχύσεις, επισημαίνει ορισμένα σφάλματα που περιέχονται στα στοιχεία της αναλυτικής λογιστικής της CELF, που έδωσαν οι γαλλικές αρχές και χρησιμοποιήθηκαν από την Επιτροπή, για να υποστηρίξει την απόφασή της 1999/133/ΕΚ. Έτσι, αρνείται ότι υπήρχε πρόσθετο κόστος για την τηλεδιαβίβαση μικρών παραγγελιών, όπως προέκυπτε από την ανάλυση της απόφασης 1999/133/ΕΚ. Επισημαίνει επίσης ότι ορισμένα στοιχεία που προέρχονται από την αναλυτική λογιστική της CELF και αφορούν κοινωνικές εισφορές είναι διαφορετικά από αυτά που αφορούν την ίδια θέση στη γενική λογιστική της εταιρείας και ότι, συνεπώς, τα λογιστικά αριθμητικά στοιχεία της CELF, όπως κοινοποιήθηκαν από τις γαλλικές αρχές, δεν είναι σωστά.

(67)

Η SIDE διευκρινίζει ότι επέλεξε να περιλάβει στην προσφορά της στο κοινό μόνο τους εκδότες οι οποίοι προτείνουν τις περισσότερο ελκυστικές εκπτώσεις. Προσθέτει ότι ο κατάλογος των εκδοτών τον οποίο προτείνει είναι πολύ πιο περιοριστικός από τον κατάλογο της CELF, διότι η ίδια δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει μεγάλες εκπτώσεις για όλους τους εκδότες, σε αντίθετη με τη CELF η οποία έχει τη δυνατότητα να το πράξει, χάρη στις ενισχύσεις που λαμβάνει και στις προνομιακές σχέσεις που διατηρεί με τους εκδότες.

(68)

Η SIDE υποστηρίζει ότι υπέστη ζημία, διότι ορισμένοι πελάτες στράφηκαν στην CELF η οποία τους προσφέρει, χάρη στις ενισχύσεις που λαμβάνει και στην υποστήριξη των εκδοτών, ιδιαίτερα ελκυστικές εκπτώσεις (17). Η SIDE θεωρεί ότι η CELF απέκτησε, με τον τρόπο αυτό, δεσπόζουσα θέση στην αγορά των παραγγελιών για εξαγωγές.

(69)

Η SIDE διευκρινίζει ότι υφίσταται πλέον και ζημία ενός άλλου τύπου, εξαιτίας της αλλαγής της τιμολογιακής πολιτικής της CELF η οποία εφαρμόζει «εδώ και τουλάχιστον δύο έτη αποτρεπτικούς όρους για τους μικρούς λογαριασμούς»  (18)  (19). Πράγματι, από τότε που η CELF λαμβάνει μόνο ένα μικρό μέρος των επίμαχων επιδοτήσεων και, ακόμη περισσότερο, από τότε που αυτές καταργήθηκαν πλήρως το 2002, οι μικροί πελάτες προσφεύγουν στις υπηρεσίες της SIDE. Αυτή η νέα ζήτηση της προκαλεί νέα ζημία «διότι οι πελάτες που συμφέρουν περισσότερο την εταιρεία είναι οι πελάτες που πραγματοποιούν μεγάλο όγκο παραγγελιών».

(70)

Η SIDE καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η πολιτική που εφαρμόζει η CELF έρχεται προφανώς σε πλήρη αντίθεση με την επιβεβαίωση της CELF ότι η υποτιθέμενη αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, η οποία κατά την άποψή της και κατά την άποψη της γαλλικής κυβέρνησης θα δικαιολογούσε την ενίσχυση την οποία λαμβάνει, την υποχρεώνει να μεταχειρίζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όλες τις παραγγελίες και όλους τους πελάτες».

(71)

Για να υποστηρίξει τις διαμαρτυρίες της, η SIDE προσκόμισε δύο εκθέσεις εξωτερικών φορέων του 1996, η πρώτη του Εθνικού Ιδρύματος Πολιτικών Επιστημών και η δεύτερη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

(72)

Η έκθεση του Εθνικού Ιδρύματος Πολιτικών Επιστημών με τίτλο «η επιδοτούμενη διάδοση γαλλικών επιστημονικών και πανεπιστημιακών συγγραμμάτων», που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 1996, αφορά ένα ειδικό τμήμα της αγοράς, τη διάδοση επιστημονικών και πανεπιστημιακών συγγραμμάτων στη γαλλική. Η SIDE αναφέρει ότι το έγγραφο αυτό αν και είναι εκτός του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας, περιέχει εξαιρετικά αποκαλυπτικά στοιχεία τα οποία η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη της στην απόφασή της 1999/133/ΕΚ για να εκτιμήσει τη νομιμότητα των επίμαχων ενισχύσεων.

(73)

Η SIDE προσκόμισε επίσης έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1996, που ασκεί συνολική κριτική στην πολιτική του Υπουργείου Πολιτισμού σε θέματα επιδοτήσεων και αφορά ειδικότερα ορισμένα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Πολιτισμού, μεταξύ των οποίων το «Πρόγραμμα Page à Page» που εφαρμόζει η CELF.

(74)

Η SIDE θέτει και ορισμένα άλλα ειδικότερα ζητήματα. Καταγγέλλει μια εισφορά κεφαλαίων στη CELF εκ μέρους του κράτους το 1980, την οποία θεωρεί ότι συνιστά ενίσχυση διάσωσης. Θεωρεί ότι η CELF ωφελήθηκε και από μια δεύτερη εισφορά κεφαλαίων το 1993, η οποία επίσης συνιστά κρατική ενίσχυση, μέσω της Ένωσης για την ανάπτυξη των γαλλικών εκδόσεων (ADEF). Τέλος, η SIDE επικαλείται τα πλεονεκτήματα που θα αποκόμιζε η CELF χάρη στη «διαχείριση δημοσίων προγραμμάτων» που της ανατέθηκε καθώς και ένα σύνολο επιμέρους πλεονεκτημάτων τα οποία συνδέονται με τις προνομιακές σχέσεις που διατηρεί αυτή η εταιρεία με τις δημόσιες αρχές.

B.   ΓΝΏΜΗ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΈΝΩΝ ΤΡΊΤΩΝ ΜΕΡΏΝ

(75)

Μετά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (20) της απόφασης για την κίνηση διαδικασίας της 30 Ιουλίου 1996, και πριν από αυτήν, εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους ορισμένα τρίτα μέρη (21).

(76)

Ο κ. Van Ginneken (22), στη γνωμοδότησή του της 21ης Δεκεμβρίου 1996, αναφέρει, με την ιδιότητα του χονδρικού εξαγωγέα γαλλικών βιβλίων σε μη γαλλόφωνες χώρες, ότι «η CELF ανέλαβε από μόνη της την αρμοδιότητα  (23) να γίνει χονδρικός και κερδοφόρος εξαγωγέας, σε αντίθεση με το λόγο για τον οποίο είχε συσταθεί, δηλαδή ως οργανισμός παροχής δημόσιας υπηρεσίας».

(77)

Ο κ. Van Ginneken επικαλείται επίσης τον προβληματισμό μιας πιθανής σύμπραξης της CELF και των εκδοτών, εφόσον ορισμένοι από τους εκδότες είναι μέλη της CELF (24). Καταγγέλλει μια «προδήλως άδικη» κατάσταση, όπου δυσχεραίνεται η ιδιωτική πρωτοβουλία που εκπροσωπείται από τις εταιρείες χονδρικών εξαγωγών.

(78)

Η Hexalivre, εξαγωγική εταιρεία γαλλικών βιβλίων (25), έχει επίσης παρέμβει, δια του προέδρου της κ. Van Ginneken, με την ιδιότητα βιβλιοπωλείου που έχει ως πελάτες «θεσμικούς φορείς» οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο εξωτερικό. Αναφέρει, στο υπόμνημα της 23 Δεκεμβρίου 1996, ότι η δραστηριότητα της CELF, αποστολή της οποίας θα ήταν ο εφοδιασμός των βιβλιοπωλείων του εξωτερικού, δεν θα έπρεπε για λόγους αρχής να παρεμβαίνει στις δικές της δραστηριότητες. Η Hexalivre υποστηρίζει ότι σε τελική ανάλυση η επίμαχη επιδότηση είναι προς όφελος μιας «ιδιωτικής εταιρείας η οποία στηρίζεται από την κυβέρνηση και καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να κατακτήσει θέση μονοπωλίου».

(79)

Ο κ. Fenouil της εταιρείας «Lavoisier Tec et Doc», πρώην μέλος της CELF, εκδότης και βιβλιοπώλης — εξαγωγέας που ειδικεύεται σε επιστημονικά και τεχνικά συγγράμματα, σε ανακοίνωσή του της 7 Ιανουαρίου 1997, δεν αμφισβητεί ότι χορηγούνταν όντως ενισχύσεις στην CELF από το 1980 και επικαλείται μάλιστα «μια άνευ όρων στήριξη μέχρι το 1994 (26).»Αντιθέτως, αμφισβητεί τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης (27) η οποία χρηματοδοτήθηκε χάρη στις επίμαχες επιδοτήσεις. Αναφέρει επίσης ότι το 50 % των παραγγελιών που λαμβάνει η επιχείρησή του είναι μικρές παραγγελίες αξίας κατώτερης των 500 FRF. Τέλος, ο κ. Fenouil «ζητεί την αποκατάσταση των όρων ενός φυσιολογικού ανταγωνισμού για τις εξαγωγές, που προϋποθέτει ιδίως την κατάργηση των ενισχύσεων οι οποίες δεν βασίζονται σε μια πραγματική αποστολή δημόσιας υπηρεσίας ή σε ένα αδιαμφισβήτητο πολιτικό στόχο ο οποίος δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί με τα υφιστάμενα μέσα».

(80)

Ο κ. de la Rochefoucauld, εξ ονόματος των «Aux amateurs de Livres international», κοινοποίησε τη γνώμη του στις 2 Ιανουαρίου 1987. Αμφισβητεί και εκφράζει την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η CELF μπορεί να εξυπηρετεί βιβλιοθήκες του εξωτερικού και/ή θεσμικούς πελάτες ενώ λαμβάνει επιδοτήσεις για να ικανοποιήσει τις ανάγκες μιας άλλης αγοράς. Θα επιθυμούσε η CELF να περιορίσει τις πωλήσεις της μόνο σε βιβλιοπωλεία του εξωτερικού, αποκλειόμενης κάθε άλλης πελατείας. Θεωρεί ότι η αντισταθμιστική επιδότηση θα επέτρεπε στη CELF να προσφέρει τρεις επιπλέον εκατοστιαίες μονάδες έκπτωσης στους πελάτες της. Κατά την άποψή του, «η ενίσχυση είναι υποκρισία και είναι κατάπληκτος για το ότι η ενίσχυση μπορεί να αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 60 % του ποσού των παραγγελιών». Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση χρησιμεύει για την ανάπτυξη των εμπορικών δραστηριοτήτων της CELF. Θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι οι ενισχύσεις θα έπρεπε να κατανέμονται «μεταξύ των ενδιαφερόμενων βιβλιοπωλείων κατ' αναλογία του κύκλου εργασιών τους με τις τρίτες χώρες» και ότι πρέπει να απαγορευθεί στην CELF να εφοδιάζει άλλους πελάτες εκτός από τα βιβλιοπωλεία που είναι εγκατεστημένα στο εξωτερικό.

(81)

Το Εθνικό Συνδικάτο των Εισαγωγέων και Εξαγωγέων Βιβλίων (SNIEL) παρατηρεί στην επιστολή του της 31 Δεκεμβρίου 1996, ότι έκρινε πως οι ισχυρισμοί της SIDE σχετικά με τη CELF δεν ήταν αρκετά αξιόπιστοι ώστε να προσχωρήσει σε ένα πρώτο στάδιο στη δικαστική αγωγή της. Ωστόσο, αμφισβητεί ότι η CELF, από το 1996 και μετά, δραστηριοποιήθηκε «σε τομείς στους οποίους δεν είχε αρχικά προβλεφθεί να παρέμβει» (28), και θεωρεί ότι ανέπτυξε τις δραστηριότητες αυτές χάρη στις αντισταθμιστικές επιδοτήσεις που εισέπραττε, τις οποίες θεωρεί υπερβολικά υψηλές.

(82)

Παρομοίως, η SIDE, στο υπόμνημα της 6ης Ιανουαρίου 1997 ανέφερε ότι «... ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η έννοια των μικρών παραγγελιών έχει κάποια εμπορική σημασία, φάνηκε πολύ γρήγορα ότι η CELF δεν περιορίστηκε σε αυτή την μη αποδοτική κατά τους ισχυρισμούς της δραστηριότητα».

(83)

Η CELF, που δραστηριοποιείται και με την ιδιότητα του τρίτου μέρους αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας και προσκομίζει διάφορες επιστολές εκδοτών οι οποίοι εκφράζουν την ικανοποίησή τους για τις υπηρεσίες που τους παρέχει.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ

(84)

Οι γαλλικές αρχές αναφέρουν ότι η επεξεργασία των μικρών παραγγελιών βιβλίων εξασφαλίζονταν επί μεγάλο διάστημα από τις εταιρείες Hachette και Messageries du livre. Οι επιχειρήσεις αυτές λειτουργούσαν ως διανομείς για λογαριασμό πολλών εκδοτικών οίκων οι οποίοι δεν διέθεταν μηχανισμούς ειδικά προσαρμοσμένους στις μικρές παραγγελίες ή/και τους οποίους δεν επιθυμούσαν να αναπτύξουν.

(85)

Η CELF, στην οποία συμμετέχουν διάφορες εταιρείες του κλάδου των εκδόσεων, συστάθηκε το 1977, αρχικά με τη μορφή συνεταιριστικής εταιρείας μεταβλητού κεφαλαίου με στόχο να καλύψει τη διαπιστωμένη έλλειψη της αγοράς παραγγελιών εξαγωγής, σε μια χρονική στιγμή που η Hachette και η Messageries du livre είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν τη δραστηριότητα του παραγγελιοδόχου, επειδή δεν ήταν αποδοτική (29). Το κεφάλαιο της CELF, που αρχικά ήταν 50 000 FRF, αυξήθηκε αργότερα σε 80 500 FRF. Από το 1979, η CELF αντιμετώπισε σημαντικές χρηματοοικονομικές δυσκολίες, αλλά αναμενόμενες, εφόσον οι δύο εταιρείες οι οποίες διαχειρίζονταν προηγουμένως αυτή τη δραστηριότητα, είχαν προτιμήσει να αποσυρθούν από μια αγορά την οποία δεν θεωρούσαν αποδοτική. Ο επιχειρηματικός κλάδος, οι εκδότες, το Εθνικό Συνδικάτο των Εκδοτών (SNE) και οι δημόσιες αρχές έκριναν ότι η δραστηριότητα της CELF έπρεπε να διατηρηθεί πάση θυσία, έτσι ώστε να διασφαλισθεί η άριστη διάδοση των βιβλίων στη γαλλική γλώσσα στο εξωτερικό. Εφόσον κανένας άλλος επιχειρηματίας δεν ήταν διατεθειμένος να εξασφαλίσει αυτήν την υπηρεσία, αποφασίστηκε, το 1980, η αναδιάρθρωση και αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της CELF.

(86)

Οι γαλλικές αρχές αναφέρουν ότι η CELF, υπό αυτές τις περιστάσεις, μετατράπηκε σε ανώνυμη συνεταιριστική εταιρεία σταθερού κεφαλαίου. Το κεφάλαιό της αυξήθηκε από 80 500 FRF σε 1 280 500 FRF. Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε κατά το ήμισυ από τους μετόχους και κατά το ήμισυ από την ADEF (30), ένωση χρηματοδοτούμενη από το κράτος. Η ADEF διαλύθηκε το 1994. Οι μετοχές της παραχωρήθηκαν δωρεάν στο SNE, το οποίο είναι επίσης μέλος της CELF.

(87)

Η Γαλλία αναφέρει ότι η CELF εξακολουθεί να παραμένει μια ανώνυμη συνεταιριστική εταιρεία που λειτουργεί με ίδια κεφάλαια. Διευκρινίζει ότι πρόκειται για μια εταιρεία που ήταν πάντοτε ανοικτή σε όλους, χωρίς να απαιτείται κανένας όρος ιθαγένειας για να γίνει κάποιος μέτοχος, και η μοναδική υποχρέωση ήταν από πάντοτε να διαθέτει «δραστηριότητα που να συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τις λειτουργίες εξαγωγής βιβλίων στη γαλλική γλώσσα». Έτσι, εκδότες γαλλόφωνων βιβλίων που είναι εγκατεστημένοι σε ένα άλλο κράτος μέλος μπορούν ασφαλώς να συμμετέχουν στον συνεταιρισμό και να ωφελούνται από τις δραστηριότητές του (31).

(88)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού της, η CELF έχει ως στόχο να «διεκπεραιώνει απευθείας παραγγελίες (32) προς το εξωτερικό και τα υπερπόντια εδάφη και διαμερίσματα βιβλίων, ενημερωτικών φυλλαδίων και όλων των υποθεμάτων επικοινωνίας και, γενικά, να ασκεί όλες τις λειτουργίες που αποσκοπούν ιδίως στην προώθηση του γαλλικού πολιτισμού στον κόσμο, με τη βοήθεια των προαναφερόμενων μέσων. Για να επιτευχθούν τα ανωτέρω, ο συνεταιρισμός πραγματοποιεί όλες τις βιομηχανικές, εμπορικές ή χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, δραστηριότητες στους τομείς των κινητών και ακίνητων αξιών, για την επίτευξη του κοινωνικού σκοπού. Δεδομένου του ειδικού σκοπού του συνεταιρισμού, κανένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν είναι δυνατό να γίνει ή να παραμείνει μέτοχος, εάν δεν ασκεί δραστηριότητα που να συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τις προαναφερόμενες εξαγωγικές δραστηριότητες».

(89)

Οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι η CELF είχε, στις 6 Νοεμβρίου 2002, 76 μετόχους που είναι κατά κύριο λόγο, αλλά όχι αποκλειστικά εκδότες. Κάθε μέτοχος διαθέτει μία μόνο ψήφο στη γενική συνέλευση, ανεξάρτητα από το ποσό της συμμετοχής του. Διευκρινίζουν ότι η διεπαγγελματική μορφή της εταιρείας αποτέλεσε εχέγγυο διαφάνειας, μέριμνας υπέρ του συλλογικού συμφέροντος και χρηστής διαχείρισης της χορηγούμενης επιδότησης.

(90)

Οι βασικοί φορείς της διάδοσης του βιβλίου είναι οι ακόλουθοι:

α)

οι εκδότες οι οποίοι «παράγουν» τα βιβλία·

β)

οι αρμόδιοι για τη διάδοση, είτε είναι ενσωματωμένοι είτε όχι στους εκδοτικούς οίκους, που είναι υπεύθυνοι για την προώθηση των βιβλίων προς βιβλιοπωλεία λιανικής πώλησης ή θεσμικούς πελάτες·

γ)

οι διανομείς, είτε είναι ενσωματωμένοι είτε όχι στους εκδοτικούς οίκους, που ασχολούνται με τη διανομή των βιβλίων· λαμβάνουν παραγγελίες από βιβλιοπωλεία, ορισμένους μεγάλους θεσμικούς πελάτες ή διάφορους μεσάζοντες και εφοδιάζονται από τους εκδότες·

δ)

οι εταιρείες χονδρικής διανομής, οι οποίες δεν συμμετέχουν πάντοτε στη διαδικασία διανομής και έχουν ρόλο μεσάζοντα μεταξύ των διανομέων, αφενός, και των βιβλιοπωλείων λιανικής πώλησης και ορισμένων μεγάλων θεσμικών πελατών, αφετέρου,

ε)

οι παραγγελιοδόχοι που απευθύνονται αποκλειστικά στις επιχειρήσεις λιανικής πώλησης και όχι στον τελικό χρήστη.

(91)

Η Γαλλία διευκρινίζει ότι τα βιβλιοπωλεία που λειτουργούν σε άμεση σύνδεση πρέπει στο εξής να συνυπολογίζονται στους φορείς οι οποίοι δραστηριοποιούνται στη σχετική αγορά και ότι πρέπει επίσης να θεωρούνται ως δυνητικοί ανταγωνιστές των παραγγελιοδόχων εξαγωγών. Δεν είναι, ωστόσο, σε θέση να γνωστοποιήσει στοιχεία σχετικά με το μερίδιο αγοράς που κατέχουν ενδεχομένως αυτές οι νεοεισελθούσες εταιρείες (33).

(92)

Οι γαλλικές αρχές εξηγούν ότι η πολυμορφία των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εν λόγω αγορά, κατ' αρχήν συμβάλλει στη διάδοση και προώθηση του βιβλίου σε όλα τα τμήματα του κοινού, ανεξαρτήτως του γεωγραφικού χώρου στον οποίο βρίσκεται, ενώ το «πρόγραμμα μικρών παραγγελιών» συνέβαλε στο να καλυφθούν οι ελλείψεις του σύνθετου μηχανισμού διάδοσης των βιβλίων.

(93)

Οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν ορισμένες πληροφορίες αναφορικά με τη συνολική αγορά της εξαγωγής βιβλίου στη γαλλική γλώσσα. Παρουσιάζουν την εμπορική πολιτική της CELF, η οποία ευνοεί, σύμφωνα με το καταστατικό της και τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει έναντι των γαλλικών αρχών, τις περιοχές με ελάχιστη εκπροσώπηση των εκδοτών.

(94)

Έτσι, από τον κατωτέρω πίνακα 1 συνάγεται ότι η CELF ελάχιστα δραστηριοποιείται σε περιοχές στις οποίες οι εκδότες αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα ενώ, αντιθέτως, αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα στις περιοχές με ελάχιστη παρουσία των εκδοτών.

Πίνακας 1

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΉ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΤΑΝΟΜΉ ΤΩΝ ΓΑΛΛΌΦΩΝΩΝ ΕΚΔΟΤΙΚΏΝ ΟΊΚΩΝ ΣΕ ΚΫΚΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΏΝ/ΜΕΡΊΔΙΑ ΑΓΟΡΆΣ ΤΗΣ CELF ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΌΣΜΙΑ ΑΓΟΡΆ ΤΗΣ ΕΞΑΓΩΓΉΣ ΒΙΒΛΊΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΉ ΓΛΏΣΣΑ

ΠΕΡΙΟΧΉ

Εκδοτικοί οίκοι

CELF

Μερίδιο της CELF

Ευρωπαϊκή Κοινότητα

38,2 %

20,23 %

0,97 %

Βόρεια Αμερική

17,4 %

6,03 %

0,64 %

Ευρώπη εκτός της ΕΕ

16 %

1,11 %

0,13 %

Υπερπόντια διαμερίσματα

8,4 %

0,87 %

0,19 %

Ασία

3,7 %

19,9 %

9,95 %

Γαλλόφωνη Αφρική

5,5 %

11,58 %

3,85 %

Μαγκρέμπ

4,4 %

28,43 %

11,84 %

Εγγύς και Μέση Ανατολή

2,3 %

1,09 %

0,87 %

Ανατολική Ευρώπη

2 %

2,21 %

2,03 %

Λατινική Αμερική

1,5 %

7,6 %

9 %

Αντίλλες

0,32 %

0,7 %

4,27 %

Μη γαλλόφωνη Αφρική

0,16 %

0,21 %

2,47 %

 

100 %

100 %

 

(95)

Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι το «Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών» δεν είχε σχεδιαστεί να λειτουργήσει ως ειδική ενίσχυση υπέρ της CELF, αλλά ως καθεστώς στήριξης της διάδοσης του βιβλίου στη γαλλική γλώσσα, εφόσον αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δίκτυο και άλλων επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν παραγγελίες του ίδιου τύπου.

(96)

Εξηγούν ότι η διαρθρωτική αλλαγή της CELF που πραγματοποιήθηκε το 1980, συνοδεύτηκε με απόφαση παροχής ενισχύσεων στο πλαίσιο του «Προγράμματος μικρών παραγγελιών». Επιβεβαιώνουν ότι η CELF ήταν, στην πραγματικότητα, ο μόνος φορέας γενικής δραστηριότητας που έλαβε επιδοτήσεις (34) επειδή, με εξαίρεση τη SIDE, καμία άλλη εταιρεία δεν υπέβαλε σχετική αίτηση, δώδεκα έτη μετά την έναρξη της εφαρμογής του προγράμματος, ενώ το πρόγραμμα ήταν γνωστό στον επαγγελματικό κλάδο.

(97)

Η Γαλλία δεν αμφισβητεί ότι το Υπουργείο Πολιτισμού αρνήθηκε να χορηγήσει τις ενισχύσεις στη SIDE (35) το 1991, διότι η εταιρεία αυτή δεν πληρούσε τους απαιτούμενους όρους διαφάνειας για να επωφεληθεί από τις εν λόγω ενισχύσεις και αρνήθηκε να υποβληθεί στους περιορισμούς που συνδέονταν με τη χορήγησή τους. Επιπλέον, η Γαλλία υπενθυμίζει ότι το Υπουργείο Πολιτισμού ήλθε σε επαφή με τη SIDE το 1996 για να της προτείνει τη χορήγηση αυτών των ενισχύσεων και ότι η SIDE τις αρνήθηκε.

(98)

Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι ένας από τους στόχους της γαλλικής πολιτιστικής πολιτικής συνίσταται στο να διασφαλίζει τη διάδοση βιβλίων στη γαλλική γλώσσα σε όλον τον κόσμο. Ο στόχος αυτός πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί αποστολή δημόσιας υπηρεσίας. Γι' αυτό το λόγο οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι η Επιτροπή οφείλει να αναλύσει τα εν λόγω μέτρα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης.

(99)

Η Γαλλία υπενθυμίζει ότι η CELF συστάθηκε και στη συνέχεια έλαβε τις επίμαχες επιδοτήσεις σε μια χρονική στιγμή που οι οικονομικοί φορείς αυτής της δραστηριότητας είχαν αποφασίσει να αποσυρθούν από αυτή την αγορά. Εάν δεν είχαν εφαρμοσθεί τα επίμαχα μέτρα, αυτό θα ήταν προδήλως σε βάρος της διάδοσης των βιβλίων στη γαλλική γλώσσα με αποδέκτες τα μικρά βιβλιοπωλεία που είναι εγκατεστημένα σε συχνά απομακρυσμένες περιοχές, όπου η ζήτηση είναι μικρή σε όρους κύκλου εργασιών και όγκου.

(100)

Κατά συνέπεια, οι γαλλικές αρχές αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή το επίμαχο πρόγραμμα, έτσι ώστε να είναι δυνατό να ικανοποιούνται όλες οι παραγγελίες, περιλαμβανομένων των οικονομικά μη αποδοτικών παραγγελιών γαλλόφωνων βιβλίων με τους ίδιους όρους που ικανοποιούνται οι μεγαλύτερες παραγγελίες.

(101)

Η Γαλλία υποστηρίζει ότι το Υπουργείο Πολιτισμού συνεισέφερε «την ενίσχυσή του στα λειτουργικά έξοδα μιας δημόσιας υπηρεσίας που ασκούσε η CELF, τα οποία συνδέονται με τις μικρές παραγγελίες» και ότι η CELF είχε αναλάβει, κατά συνέπεια, μια πραγματική αποστολή δημόσιας υπηρεσίας.

(102)

Για να στηρίξουν την επιχειρηματολογία τους, οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή διάφορα κείμενα:

α)

το διάταγμα αριθ. 82-394 της 10 Μαΐου 1982 σχετικά με την οργάνωση του Υπουργείου Πολιτισμού εμμένει στην αποστολή του να συμβάλει στην «ακτινοβολία του γαλλικού πολιτισμού και της γαλλικής τέχνης στα πλαίσια του ελεύθερου διαλόγου των πολιτισμών του κόσμου»·

β)

το διάταγμα αριθ. 93-797 της 16 Απριλίου 1993, σχετικά με τις αρμοδιότητες του Υπουργείου Πολιτισμού και Γαλλόφωνης Κοινότητας το οποίο ορίζει ότι «το Υπουργείο Πολιτισμού και Γαλλόφωνης Κοινότητας .... εφαρμόζει, από κοινού με τα συναρμόδια Υπουργεία, τις δράσεις του κράτους για να διασφαλίσει την ακτινοβολία του γαλλικού πολιτισμού και της γαλλικής γλώσσας στον κόσμο»·

γ)

τα διατάγματα σχετικά με την οργάνωση της διεύθυνσης του βιβλίου και της ανάγνωσης, το τελευταίο εκ των οποίων εκδόθηκε το 1996, τα οποία βασίζονται στα εν λόγω διατάγματα που καθορίζουν τις αποστολές του Υπουργείου Πολιτισμού στον τομέα της εξαγωγής του βιβλίου.

(103)

Οι γαλλικές αρχές αναφέρουν ότι βάσει αυτών των νομοθετικών πράξεων, η Διεύθυνση Βιβλίου και Ανάγνωσης συνήπτε ετήσιες συμβάσεις με συνεργαζόμενους φορείς που αναλάμβαναν να υλοποιήσουν δράσεις της πολιτιστικής πολιτικής της κυβέρνησης. Οι συμβάσεις αυτές ορίζουν τους στόχους της συνεργασίας μεταξύ του Υπουργείου και των επιδοτούμενων από αυτό οργανισμών καθώς και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των μερών.

(104)

Οι γαλλικές αρχές εξηγούν ότι το Υπουργείο Πολιτισμού συνήπτε κάθε έτος με την CELF (36) σύμβαση που της ανέθετε την εκτέλεση μιας αποστολής δημόσιας υπηρεσίας η οποία συνίσταται στο «να εκτελεί κάθε παραγγελία γαλλόφωνων βιβλίων που προέρχεται από βιβλιοπωλεία του εξωτερικού, ανεξαρτήτως του ποσού της παραγγελίας».

(105)

Εξάλλου, οι γαλλικές αρχές αναφέρουν ότι, ανεξάρτητα από τον ορισμό της αγοράς αναφοράς, η SIDE και η CELF δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους όσον αφορά τις παραγγελίες μικρού όγκου.

(106)

Επισημαίνουν, ιδιαίτερα, την αντίφαση της SIDE η οποία, ενώ ισχυρίζεται ότι συνεργάζεται με πελάτες του ίδιου τύπου με αυτούς τους CELF και ότι αντιμετωπίζει όλους τους πελάτες της με τον ίδιο τρόπο «ανεξάρτητα από την αξία των παραγγελιών τους», εφαρμόζει στις παραγγελίες που αφορούν λιγότερα από δέκα αντίτυπα ποσοστό έκπτωσης χαμηλότερο κατά πέντε εκατοστιαίες μονάδες.

(107)

Θεωρούν ότι αυτή η σημαντική «ποινή» που εφαρμόζει η SIDE στις παραγγελίες μικρού όγκου κατώτερων από δέκα βιβλία, αποδεικνύουν ότι οι μικρές παραγγελίες δεν αποτελούν προνομιακό στόχο της SIDE, σε αντίθεση με τις μεγάλες παραγγελίες που της επιτρέπουν να πραγματοποιεί σημαντικές οικονομίες κλίμακας, όπως οι παραγγελίες που πραγματοποιούν οι θεσμικοί πελάτες, τους οποίους προνομιακά εξυπηρετεί η SIDE.

(108)

Η θεμελιώδης διαφορά εμπορικής στρατηγικής εκφράζεται, κυρίως, με το μέσο αριθμό βιβλίων ανά σειρά και ανά τιμολόγιο, που είναι σαφώς μεγαλύτερος για τη SIDE απ' ό, τι για τη CELF.

(109)

Οι γαλλικές αρχές αναφέρουν ότι η CELF, σε αντιστάθμιση για τις ενισχύσεις που λαμβάνει και ακόμη και αν αυτά δεν αντισταθμίζονται από τις ενισχύσεις του «Προγράμματος μικρών παραγγελιών», πρέπει να είναι σε θέση να προσφέρει στους πελάτες της μια τεράστια και διαφοροποιημένη σειρά εκδοτικών οίκων, εφόσον ο πολιτικός στόχος του Υπουργείου Πολιτισμού είναι η όσο το δυνατό μεγαλύτερη διάδοση των βιβλίων στη γαλλική γλώσσα. Παρατηρούν ότι ορισμένοι εκδοτικοί οίκοι που περιλαμβάνονται στην προσφορά της CELF είναι στην πραγματικότητα πάρα πολύ μικροί εκδοτικοί οίκοι, ενώσεις ή διάφοροι οργανισμοί ελάχιστα γνωστοί (37), η εκδοτική δραστηριότητα των οποίων δεν μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικές και οικονομικά αποδοτικές παραγγελίες. Η CELF, με το να προτείνει αυτό τον μεγάλο κατάλογο εκδοτών, ενθαρρύνει την πολυμορφία. Ως εκ τούτου οφείλει να εφοδιάζεται από ένα πολύ μεγάλο αριθμό προμηθευτών, για ποσά που είναι συχνά ελάχιστα, γεγονός που την υποχρεώνει επίσης να διαχειρίζεται πάρα πολλούς μικρούς λογαριασμούς εκδοτών, χωρίς αυτό να αντισταθμίζεται από τις ενισχύσεις, ανεξάρτητα από το ύψος τους.

(110)

Όμως, οι μικροί λογαριασμοί εκδοτών είναι από οικονομική άποψη λιγότερο αποδοτικοί, διότι σε αντίθεση με τους μεγάλους εκδότες, δεν παραχωρούν πολύ συμφέροντες όρους. Η SIDE ασκεί, από την πλευρά της, μια εμπορική πολιτική που ευνοεί τους περισσότερο δημοφιλείς εκδότες, για τις εκδόσεις των οποίων οι παραγγελίες είναι μεγάλες. Οι γαλλικές αρχές πιστεύουν ότι πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα σε «μικρούς λογαριασμούς» και σε «μικρές παραγγελίες». Η έννοια «μικρές παραγγελίες» αντιστοιχεί ασφαλώς στον χαρακτηρισμό που περιέχεται στο επίμαχο «πρόγραμμα», αλλά όμως δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τους «μικρούς λογαριασμούς πελατών» που συνιστούν οι «μικροί λογαριασμοί προμηθευτών».

(111)

Η χορήγηση επιδοτήσεων βασίζεται ασφαλώς στο πρόσθετο κόστος που δημιουργούν οι μικρές παραγγελίες, αλλά η επιχείρηση που λαμβάνει ενισχύσεις έχει και υποχρεώσεις οι οποίες στη κυριολεξία δεν «αντισταθμίζονται».

(112)

Οι γαλλικές αρχές αναφέρουν ότι οι αντισταθμιστικές ενισχύσεις χορηγούνταν στην CELF με τρόπο που να αντισταθμίζει τα πρόσθετα έξοδα που συνεπάγονται οι μικρές παραγγελίες, το κατώτατο όριο αποδοτικότητας των οποίων είχε καθοριστεί ενδεικτικά στο ποσό των 500 FRF. Αυτό το κατώτατο όριο αποτελούσε ένα σημείο αναφοράς που δεν σήμαινε ότι κάθε παραγγελία αξίας από 0 έως 500 FRF έπρεπε να τοποθετείται ακριβώς στο κατώτατο όριο αποδοτικότητας. Ορισμένες παραγγελίες αξίας 500 FRF θα ήταν ενδεχομένως αποδοτικές, ενώ ορισμένες άλλες δεν ήταν. Όλα εξαρτιόνταν από τον αριθμό τίτλων και βιβλίων που περιελάμβανε η παραγγελία, από το χαρακτήρα αυτών των βιβλίων, την ποιότητα της παραγγελίας, από το αν ο πελάτης είχε ή δεν είχε την εγγύηση της COFACE, καθώς και από τα μέσα και τις προθεσμίες πληρωμής.

(113)

Οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι αυτό που αντιθέτως φαινόταν σίγουρο ήταν ότι το τμήμα της αγοράς των παραγγελιών αξίας από 0 έως 500 FRF δεν ήταν συνολικά αποδοτικό και δεν θα καλυπτόταν, καταρχήν, από κάποια εταιρεία η οποία θα ελάμβανε υπόψη της αποκλειστικά τα κριτήρια οικονομικής αποδοτικότητας. Προβάλλουν το τελευταίο επιχείρημα σε σχέση με μια ανάλυση κόστους με βάση το έτος αναφοράς 1994.

(114)

Όπως δείχνουν οι πίνακες 2α και 2β, οι γαλλικές αρχές τονίζουν ότι η CELF αναγκάστηκε κατά τη τελευταία έτη, και ειδικότερα από τότε που άρχισε η οικονομική αποδέσμευσή τους από το 1996/1997, να διαφοροποιήσει τις δραστηριότητές της, κυρίως αναπτύσσοντας μια αποδοτική πελατεία που αποτελείται από μεγάλα βιβλιοπωλεία και θεσμικούς πελάτες, όπως βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια ή ακόμη και πολιτιστικά κέντρα. Ταυτόχρονα, παρατηρήθηκε μείωση του κύκλου εργασιών από «μικρούς λογαριασμούς» καθώς και μείωση του αριθμού των πελατών. Παράλληλα, διαπιστώθηκε συνολική αύξηση του κύκλου εργασιών της CELF. Οι γαλλικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι, υπό αυτούς τους όρους, η επεξεργασία των μικρών παραγγελιών ήταν για τη CELF ένας παράγοντας επιβράδυνσης της δραστηριότητας.

Σύνθεση του κύκλου εργασίων της CELF

I.   Πίνακας 2α -το παράδειγμα της Γερμανίας

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Το 3,4 % του κύκλου εργασιών της CELF αντιπροσωπεύει το 27,2 % των ενεργών μικρών λογαριασμών πελατών

 

1999

2000

2001

Κύκλος εργασιών

2 331 713 FRF

2 548 430 FRF

2 906 533 FRF

Αριθμός πελατών

593

561

444

ΚΕ<5 000 FRF

480

462

344

ΚΕ<10 000 FRF

47

35

38

ΚΕ+ 100 000FRF

0

2

4

II.   Πίνακας 2β - Ευρωπαϊκή Κοινότητα

Λογαριασμοί πελατών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

 

1999

2000

2001

Κύκλος εργασιών

15 253 754 FRF

14 241 785 FRF

14 436 006 FRF

Αριθμός ενεργών πελατών

1 567

1 440

1 249

ΚΕ<5 000 FRF

1 059

950

782

ΚΕ<10 000 FRF

162

154

139

ΚΕ+ 100 000FRF

19

15

18

V.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

(115)

Η CELF και η SIDE είναι δύο ανταγωνίστριες εταιρείες εγκατεστημένες στη Γαλλία που ασκούν κυρίως μια δραστηριότητα παραγγελιοδόχου εξαγωγών βιβλίων στη γαλλική γλώσσα (38). Η δραστηριότητα αυτή συνίσταται στη διάδοση (39) βιβλίων στη γαλλική γλώσσα, με στόχο την ικανοποίηση των παραγγελιών μικρών πωλητών λιανικής (μικρά βιβλιοπωλεία ή οργανισμοί όπως οι βιβλιοθήκες ή τα πανεπιστήμια) κατ' εξοχή προς τις μη γαλλόφωνες χώρες και περιοχές. Για τις περιοχές όπως αυτές του γαλλόφωνου Βελγίου, του Καναδά και της Ελβετίας, η διάδοση βιβλίων εξασφαλίζεται από τους ίδιους τους εκδότες ή μέσω δικτύων διανομής, εφόσον ο όγκος της αγοράς είναι αρκετά μεγάλος για να επενδύσουν οι επιχειρήσεις σε ολοκληρωμένα δίκτυα διανομής. Αυτός ο τύπος υπηρεσίας συμβάλλει στην εξασφάλιση της άριστης διάδοσης των έργων.

(116)

Η SIDE και οι γαλλικές αρχές εξηγούν ότι ο παραγγελιοδόχος συνήθως συγκεντρώνει επιμέρους παραγγελίες που αφορούν μικρό όγκο βιβλίων, η επεξεργασία των οποίων θα ήταν υπερβολικά δαπανηρή για τους εκδότες και τις παραδοσιακές εταιρείες διανομής. Η παροχή αυτής της υπηρεσίας επιτρέπει στους πελάτες, ανεξάρτητα αν είναι βιβλιοπωλεία ή θεσμικοί φορείς, να μην απευθύνονται σε πολλούς προμηθευτές.

(117)

Παράλληλα, οι παραγγελίες απευθύνονται στους εκδότες και/ή διανομείς οι οποίοι έχουν με τον τρόπο αυτό ένα μόνο σημείο παράδοσης: τον παραγγελιοδόχο. Επίσης, οι παραγγελιοδόχοι επιτυγχάνουν, χάρη σε αυτό τον τύπο υπηρεσιών, εξοικονόμηση χρόνου και χρήματος αποφεύγοντας τη διατήρηση σχέσεων με πολλούς πελάτες οι οποίοι παρουσιάζουν, εξ ορισμού, μεγάλη γεωγραφική διασπορά.

(118)

Οι παραγγελιοδόχοι εξαγωγών είναι, συνεπώς, βασικοί φορείς παροχής υπηρεσιών για το δίκτυο της εξαγωγής των βιβλίων προς τις χώρες με μη τακτική, κατακερματισμένη ή/και μικρού όγκου ζήτηση. Η προσφυγή στις υπηρεσίες ενός παραγγελιοδόχου εξαγωγών αποτελεί, λοιπόν, συχνά το μοναδικό μέσο ενός αγοραστή (ο οποίος δεν είναι ποτέ ο τελικός πελάτης) που είναι εγκατεστημένος σε μια μη γαλλόφωνη χώρα να υποβάλει και να παραλάβει τις παραγγελίες του. Η υπηρεσία του παραγγελιοδόχου συμβάλλει στη μείωση των πάγιων εξόδων που συνδέονται με την επεξεργασία της κάθε παραγγελίας.

(119)

Στην προκειμένη περίπτωση, οι γαλλικές αρχές έθεσαν σε εφαρμογή το επίμαχο Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών για να στηρίξουν, στο πλαίσιο της αγοράς των παραγγελιών εξαγωγής, τις μικρές παραγγελίες αξίας κατώτερης ή ίσης των 500 FRF, οι οποίες θεωρούνται εξ ορισμού μη αποδοτικές. Πρέπει, συνεπώς, να ελεγχθεί αν αυτό το μη κοινοποιηθέν «πρόγραμμα», μοναδικός δικαιούχος του οποίου ήταν στην πράξη η CELF, ήταν συμβατό με τις διατάξεις της συνθήκης.

Α.   ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΈΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΆΞΕΩΝ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 87 ΤΗΣ ΣΥΝΘΉΚΗΣ

1.   Τα επίμαχα μέτρα είναι ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ

(120)

Το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ορίζει ότι «Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των κρατών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα συνθήκη ορίζει άλλως».

(121)

Το εξεταζόμενο μέτρο παρέχει πλεονέκτημα στη CELF, εφόσον πρόκειται για επιδότηση που αποσκοπεί στη μείωση του κόστους εκτέλεσης των μικρών παραγγελιών. Αυτό, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τις γαλλικές αρχές.

(122)

Το μέτρο χρηματοδοτείται από δημοσιονομικούς πόρους που διαχειρίζεται η Διεύθυνση Βιβλίου και Ανάγνωσης του Υπουργείου Πολιτισμού, δηλαδή μέσω κρατικών πόρων.

(123)

Έχει ως αποδέκτες τους παραγγελιοδόχους βιβλίων και, στην πράξη, από αυτό ωφελήθηκε μόνο η CELF. Είναι συνεπώς επιλεκτικό μέτρο.

(124)

Όσον αφορά κατά πόσο το επίμαχο μέτρο επηρέασε τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και προκάλεσε στρέβλωση του ανταγωνισμού, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα ακόλουθα.

(125)

Η ενίσχυση χορηγείται σε γάλλους παραγγελιοδόχους οι οποίοι εξάγουν βιβλία στη γαλλική γλώσσα κυρίως σε μη γαλλόφωνες χώρες. Οι εν λόγω γάλλοι παραγγελιοδόχοι έχουν, συνεπώς, ανταγωνιστική σχέση, τουλάχιστον δυνητικά, με άλλους παραγγελιοδόχους εξαγωγών γαλλόφωνων βιβλίων που είναι εγκατεστημένοι σε άλλες γαλλόφωνες χώρες της Κοινότητας (κατά κύριο λόγο στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο). Εντούτοις, πρέπει να αναφερθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης διαφοράς του όγκου των γαλλόφωνων βιβλίων που εξάγονται σε μη γαλλόφωνες χώρες από τη Γαλλία, αφενός, και από το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, αφετέρου, η προκληθείσα από την επίμαχη ενίσχυση στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά είναι πολύ περιορισμένη.

(126)

Η ενίσχυση μπορεί επίσης να προκαλέσει στρέβλωση ανταγωνισμού και να επηρεάσει τις συναλλαγές έχοντας έμμεσες επιπτώσεις στις άλλες δραστηριότητες της CELF. Οι εν λόγω δραστηριότητες, ωστόσο, φαίνεται να περιορίζονται στη διάδοση του βιβλίου στο εξωτερικό και ο ιστότοπος της CELF (40) αναφέρει σαφώς ότι η εταιρεία αυτή δεν πραγματοποιεί πωλήσεις ούτε στη Γαλλία ούτε σε ιδιώτες. Η επίμαχη ενίσχυση χορηγήθηκε στη CELF στο πλαίσιο του «Προγράμματος μικρών παραγγελιών» που είχε στόχο να εξασφαλίσει την εξυπηρέτηση όλων των παραγγελιών, ανεξαρτήτως του ποσού το οποίο αφορούν, οι οποίες προέρχονται από βιβλιοπωλεία του εξωτερικού που είναι εγκατεστημένα σε μη γαλλόφωνες περιοχές. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο επίμαχος μηχανισμός μπορούσε να ωφελήσει τους αγοραστές και τους εκδότες γαλλόφωνων βιβλίων, εφόσον οι πρώτοι μπορούσαν να επωφεληθούν από προσιτές τιμές και διευκολύνονταν οι πωλήσεις των εκδοτών. Όμως, ένας τέτοιος επηρεασμός των συναλλαγών είναι εξαιρετικά έμμεσος και, σε τελική ανάλυση πολύ περιορισμένος, λαμβανομένης υπόψη της πολύ μικρής δυνατότητας υποκατάστασης μεταξύ των βιβλίων στη γαλλική γλώσσα και των βιβλίων σε άλλες γλώσσες.

(127)

Υπό αυτές τις συνθήκες, η χορηγηθείσα στη CELF ενίσχυση συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, εφόσον πληροί τους τέσσερις ουσιαστικούς όρους της έννοιας της ενίσχυσης. Πρέπει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι η επίπτωση στις συναλλαγές και η προκληθείσα από το επίμαχο μέτρο στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι πολύ μικρές.

(128)

Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 3 της συνθήκης, τα κράτη μέλη οφείλουν να ενημερώνουν τη Επιτροπή έγκαιρα για τις προθέσεις τους να θεσπίσουν ενισχύσεις.

(129)

Όμως, η γαλλική κυβέρνηση δεν κοινοποίησε το επίμαχο πρόγραμμα, ούτε και την ενίσχυση υπέρ της CELF για την εκτέλεση μικρών παραγγελιών, πριν τη χορήγηση της ενίσχυσης. Συνεπώς, οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν παράνομα.

(130)

Επιπλέον, εφόσον το Πρωτοδικείο ακύρωσε εν μέρει την πρώτη απόφαση της Επιτροπής της 18 Μαΐου 1993 και, στη συνέχεια, την απόφαση 1999/133/ΕΚ, η οποία επέτρεπε τις χορηγηθείσες στη CELF ενισχύσεις, η ενίσχυση η οποία είχε χορηγηθεί στη CELF για την εκτέλεση των μικρών παραγγελιών εξακολουθούσε να θεωρείται παράνομη.

(131)

Στο σημείο αυτό πρέπει να ελεγχθεί αν μία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 87 ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εξαίρεση των επίμαχων μέτρων από τη γενική απαγόρευση η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου.

2.   Εκτίμηση των μέτρων βάσει των διατάξεων του άρθρου 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης

(132)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 2 της συνθήκης δεν είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, διότι τα επίμαχα μέτρα δεν αποσκοπούσαν προδήλως στην επίτευξη των καθορισθέντων στόχων. Η ενίσχυση δεν πληρούσε ούτε τους όρους που καθορίζονται από την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης, εφόσον δεν είχε στόχο να ευνοήσει την ανάπτυξη των περιφερειών ώστε να μπορεί να υπαχθεί στην εν λόγω διάταξη. Ούτε η παρέκκλιση που προβλέπεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 3 του άρθρου 87 σχετικά με τις ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το εν λόγω μέτρο δεν αποσκοπούσε στην προώθηση σχεδίου αυτού του τύπου. Εφόσον η ενίσχυση δεν αποσκοπούσε ούτε και στην άρση μιας σοβαρής διαταραχής της γαλλικής οικονομίας, δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση ούτε και η παρέκκλιση που προβλέπεται στη δεύτερη φράση του στοιχείου β) της παραγράφου 3 του άρθρου 87. Τέλος, δεν είναι δυνατό να γίνει επίκληση ούτε του στοιχείου γ) παράγραφος 3 του άρθρου 87 αναφορικά με ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, διότι η εξεταζόμενη ενίσχυση δεν επεδίωκε περιφερειακούς ή οριζόντιου χαρακτήρα στόχους και η Επιτροπή θεωρεί ότι η εν λόγω διάταξη δεν θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε τομεακή βάση.

(133)

Αντιθέτως, η παράγραφος 3 στοιχείο δ) του ίδιου άρθρου 87 ορίζει ότι: «Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά [...] οι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους συναλλαγών και ανταγωνισμού στην Κοινότητα σε βαθμό αντίθετο με το κοινό συμφέρον».

(134)

Πράγματι, ο πολιτιστικός στόχος των επίμαχων μέτρων, ο οποίος αναγνωρίστηκε σε ένα πρώτο στάδιο από την προσφεύγουσα (41), έχει γίνει αποδεκτός από την Επιτροπή στην απόφαση της 18 Μαΐου 1993 και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε από το Πρωτοδικείο στην απόφασή του της 18 Σεπτεμβρίου 1995 και επαναβεβαιώθηκε από την απόφαση 1999/133/ΕΚ και δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την ακυρωτική απόφαση του Πρωτοδικείου της 28 Φεβρουαρίου 2002.

(135)

Ο στόχος αυτός επιβεβαιώνεται σαφώς από τη γαλλική κυβέρνηση η οποία επιθυμούσε να ασκήσει μια ενεργό πολιτική με στόχο να ευνοήσει τη διάδοση βιβλίων στη γαλλική γλώσσα σε ολόκληρο τον κόσμο. Η βούληση αυτή εντάσσεται σε ένα γενικότερο ρεύμα ολοένα και μεγαλύτερης προσπάθειας για τη διατήρηση και την ενδυνάμωση της πολιτιστικής πολυμορφίας σε διεθνές επίπεδο.

(136)

Η Επιτροπή έχει ήδη εκφράσει την άποψή της γι' αυτό το θέμα στην ανακοίνωσή της στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «Για μια διεθνή νομική πράξη σχετικά με την πολιτιστική πολυμορφία» (42). Θεωρεί ότι η πολιτιστική πολυμορφία αποτελεί μείζον θέμα των διεθνών συνομιλιών στο πλαίσιο των διεθνών και περιφερειακών οργανισμών και δίνει απάντηση σε μια αυξανόμενη ανησυχία της κοινωνίας των πολιτών και των κυβερνήσεων ως προς τη διατήρηση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, ως κοινή κληρονομικά των πληθυσμών.

(137)

Η διατήρηση και προώθηση της πολιτιστικής πολυμορφίας περιλαμβάνονται στις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού προτύπου. Έχουν εγγραφεί στη συνθήκη ΕΚ, στο άρθρο 151 παράγραφος 1 το οποίο ορίζει: «Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη των πολιτισμών των κρατών μελών και σέβεται την εθνική και περιφερειακή πολυμορφία τους, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει την κοινή πολιτιστική κληρονομιά», ή ακόμα στο άρθρο 151 παράγραφος 4 που ορίζει ότι: «Η Κοινότητα, όταν αναλαμβάνει δράσεις δυνάμει άλλων διατάξεων της παρούσας συνθήκης, λαμβάνει υπόψη της τις πολιτιστικές πτυχές, αποβλέποντας ειδικότερα στο σεβασμό και στην προώθηση της πολυμορφίας των πολιτισμών της».

(138)

Η συνθήκη απαιτεί από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη που την αποτελούν να προωθούν την πολιτιστική πολυμορφία στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεών τους, για να συμβάλλουν σε μια παγκόσμια τάξη που θα έχει ως θεμέλια τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ειρηνική συνύπαρξη και το διάλογο μεταξύ των πολιτισμών. Οι γαλλικές αρχές, με το να ευνοούν και να στηρίζουν χρηματοδοτικά τη διάθεση γαλλόφωνων έργων, εφάρμοσαν μια πολιτιστική πολιτική που ανταποκρίνεται στους στόχους της συνθήκης.

(139)

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις που χορήγησαν οι γαλλικές αρχές στη CELF για να εξασφαλισθεί η διάδοση βιβλίων στη γαλλική γλώσσα, ανεξάρτητα από τη χρηματική αξία της παραγγελίας, επεδίωκαν σαφώς ένα πολιτιστικό στόχο όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις της συνθήκης.

3.   ΤΟ ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΕΠΙΜΑΧΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

(140)

Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης, οι ενισχύσεις που αποσκοπούν στην προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους συναλλαγών και ανταγωνισμού στην Κοινότητα σε βαθμό αντίθετο με το κοινό συμφέρον.

α)   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής αναφορικά με τις απόψεις των τρίτων μερών

(141)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα τρίτα μέρη που εκδήλωσαν ενδιαφέρον μετά τη δημοσίευση της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, με εξαίρεση τη SIDE και τη CELF, δεν παρουσιάζονται ως παραγγελιοδόχοι εξαγωγών, αλλά μάλλον ως εταιρείες παροχής ειδικευμένων υπηρεσιών «χονδρικής διανομής». Κανένα από τα τρίτα μέρη που παρενέβησαν δεν ανέφερε ότι υπέβαλε αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού για να λάβει τις επίμαχες ενισχύσεις.

(142)

Από πολλές απόψεις τρίτων μερών συνάγεται ότι ο μηχανισμός στήριξης που έθεσαν σε εφαρμογή οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητήθηκε, τουλάχιστον σε ένα πρώτο στάδιο, από τους επαγγελματίες του κλάδου που εξέφρασαν την άποψή τους.

(143)

Επίσης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα, όπως και τα τρίτα μέρη, σε καμία περίπτωση δεν αγνοούσε τις ενισχύσεις τις οποίες ελάμβανε η CELF ήδη από τη σύστασή της το 1980. Όμως, μόλις το 1991 (43) η SIDE υπέβαλε αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού να χορηγηθούν και σε αυτήν οι επίμαχες ενισχύσεις, ενώ η προσφυγή στην Επιτροπή ασκήθηκε πολλούς μήνες αργότερα, το Μάρτιο του 1992.

(144)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι απόψεις των τρίτων μερών είναι επικριτικές κατά κύριο λόγο ως προς την πολιτική της CELF να διαφοροποιήσει τις δραστηριότητές της (44). Κατηγορείται η CELF ότι με την πάροδο του χρόνου και την υποστήριξη των εκδοτών που της παραχωρούσαν προτιμησιακές εκπτώσεις, εισέδυσε και σε άλλες αγορές εκτός από αυτήν για την οποία είχε αρχικά συσταθεί, δηλαδή την αγορά των μικρών παραγγελιών.

(145)

Από τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά έγγραφα, συνάγεται ότι, κατά τη σύστασή της, η CELF εξυπηρετούσε μόνο τα βιβλιοπωλεία. Αρκετά αργότερα, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90, άρχισε να αναζητεί και διαφορετική πελατεία. Εντούτοις, από πουθενά δεν συνάγεται ότι η διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων της CELF χρηματοδοτήθηκε χάρη στις επίμαχες επιδοτήσεις· το αντίθετο μάλιστα, εφόσον οι εν λόγω επιδοτήσεις είχαν ως αποκλειστικό στόχο την αντιστάθμιση του πρόσθετου κόστους που προκαλείται από την εξυπηρέτηση των μικρών παραγγελιών, όπως αποδεικνύεται στις παραγράφους 198 και επόμενες.

(146)

Ορισμένα τρίτα μέρη, που παρουσιάζονται ως χονδρικοί εξαγωγείς βιβλίων ή ως βιβλιοπωλεία εξαγωγής, υποστηρίζουν ότι οι ενισχύσεις δεν χρησίμευαν στην ικανοποίηση της ζήτησης, χωρίς ωστόσο να προσκομίσουν στοιχεία που να στηρίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς.

(147)

Τέλος, ορισμένα τρίτα μέρη ισχυρίστηκαν ότι η CELF αξιοποιούσε πλεονεκτήματα που απέρρεαν από τις προνομιακές σχέσεις τις οποίες διατηρούσε με ορισμένους δημόσιους οργανισμούς, όπως η France édition. Ιδιαίτερα η Hexalivre επέκρινε τη στάση της France édition να παραχωρήσει προνομιακή μεταχείριση στη CELF εξασφαλίζοντάς της πρόσβαση στον εκθεσιακό χώρο της στις διεθνείς εμπορικές εκθέσεις, το οποίο αρνήθηκε να πράξει για την Hexalivre.

(148)

Η Επιτροπή διαπίστωσε, όπως επιβεβαιώνουν τα έγγραφα που κοινοποίησαν οι γαλλικές αρχές ότι η CELF, η οποία είναι μέλος της France édition, πλήρωνε τόσο για τη μίσθωση του χώρου στο περίπτερο της France édition, όσο και για τους καταλόγους που παρήγγειλε στην France édition. Σε κάθε περίπτωση, όπως απεκάλυψαν οι γαλλικές αρχές, οι σχέσεις αυτού του τύπου δεν αφορούσαν κατά κανένα τρόπο τις δημόσιες αρχές.

(149)

Εντούτοις, επειδή τα στοιχεία αυτά δεν έχουν περιληφθεί στην απόφαση για την κίνηση διαδικασίας της 30 Ιουλίου 1996, δεν αφορούν την προβληματική των «μικρών παραγγελιών». Συνεπώς, η Επιτροπή δεν θα λάβει θέση σε αυτό το ζήτημα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

(150)

Οι γαλλικές αρχές κατηγορήθηκαν επίσης ότι ευνοούσαν τη CELF μέσω παραγγελιών του δημοσίου. Οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν ειδικότερα την παρεχόμενη στήριξη στην εφαρμογή του προγράμματος «νέες εκδόσεις», που το διαχειρίζεται το Υπουργείο Εξωτερικών, καθώς και το ρόλο των παραγγελιών που έκαναν ενώσεις συνδεόμενες με το Υπουργείο Συνεργασίας όπως η Ένωση για την ανάπτυξη του γαλλικού πνεύματος (ADPF) και η Ένωση για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης και του πολιτισμού στην Αφρική και τη Μαδαγασκάρη (AUDECAM).

(151)

Επειδή τα στοιχεία αυτά δεν έχουν περιληφθεί στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας της 30 Ιουλίου 1996, δεν αφορούν την προβληματική για τις «μικρές παραγγελίες». Έτσι, η Επιτροπή δεν θα λάβει θέση γι' αυτό το ζήτημα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

(152)

Τέλος, η SIDE καταγγέλλει «το συνολικό πλέγμα ενισχύσεων τις οποίες λαμβάνει όχι μόνο η CELF, αλλά και διάφοροι οργανισμοί στους οποίους συμμετέχουν, όπως και αυτή, οι εκδότες και οι δημόσιες αρχές σε συνθήκες απόλυτης αδιαφάνειας» και την πολιτιστική πολιτική που ασκούν οι δημόσιες αρχές γενικά.

(153)

Για να στηρίξει τα επιχειρήματά της, η SIDE προσκόμισε ιδίως έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Νοεμβρίου 1996. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η έκθεση αυτή περιέχει κυρίως επικρίσεις γενικού χαρακτήρα ως προς τον τρόπο χορήγησης των ενισχύσεων για τον πολιτισμό στη Γαλλία. Δεν περιέχει κανένα στοιχείο για τις ενισχύσεις οι οποίες χορηγήθηκαν στη CELF για την εξυπηρέτηση των μικρών παραγγελιών. Η CELF αναφέρεται αποκλειστικά σε σχέση με το πρόγραμμα page à page και τη δράση programme plus, προγράμματα που εγκρίθηκαν από το Πρωτοδικείο στην απόφασή του της 18 Σεπτεμβρίου 1995 (45).

(154)

Υπό αυτούς τους όρους, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορούν να βοηθήσουν την εκτίμησή της στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, οι επικρίσεις γενικού περιεχομένου που διατύπωσε η SIDE σχετικά με τη γαλλική πολιτική στον τομέα των ενισχύσεων για τον πολιτισμό δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας της 30 Ιουλίου 1996 σχετικά με το «Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών» και κατά συνέπεια η Επιτροπή δεν θα αποφασίσει γι' αυτό το ζήτημα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

β)   Απάντηση στους συναφείς ισχυρισμούς που διατύπωσε η SIDE

(155)

Κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας εξέτασης των ενισχύσεων, η SIDE έθεσε ορισμένα ειδικά ερωτήματα σχετικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της CELF και με τα πλεονεκτήματα που αποκόμιζε χάρη στη «διαχείριση δημόσιων προγραμμάτων». Η SIDE αμφισβητεί επίσης ένα σύνολο ειδικών πλεονεκτημάτων που συνδέονται με τις προνομιακές σχέσεις τις οποίες διατηρούσε η CELF με τις δημόσιες αρχές.

(156)

Πρέπει να επισημανθεί ότι το μετοχικό κεφάλαιο της CELF αυξήθηκε το 1980 από 80 500 FRF σε 1 280 500 FRF. Η πράξη χρηματοδοτήθηκε, αφενός, από την ADEF κατά 50 % και, αφετέρου, από τους μετόχους (ιδιώτες) της CELF κατά 50 %.

(157)

Ο κύριος στόχος της ADEF, στην οποία συμμετέχουν ορισμένοι εκδότες, ήταν να ενθαρρύνει την παρουσία των βιβλίων στη γαλλική γλώσσα στο εξωτερικό και να στηρίξει τις επενδύσεις των εκδοτών και των εξαγωγέων. Η ένωση έλαβε δημόσια χρηματοδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού.

(158)

Αφού ανέλυσε τα έγγραφα που της υπέβαλαν οι γαλλικές αρχές, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση, αλλά ήταν απλά μια απόκτηση συμμετοχής. Πράγματι, ούτε αμφισβητείται ούτε είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ότι ιδιώτες επενδυτές συμμετείχαν στη σύσταση της επιχείρησης με τη σημερινή της μορφή. Το Υπουργείο Πολιτισμού δεν συμμετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της CELF και της ADEF, που είναι ασφαλώς ένωση χρηματοδοτούμενη εν μέρει από το κράτος, αλλά ενήργησε ως ιδιώτης επενδυτής σε μια οικονομία της αγοράς. Η συμμετοχή της ADEF εμπίπτει πράγματι πλήρως στο σημείο 3.2, τρίτη περίπτωση της ανακοίνωσης της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΚ για την απόκτηση συμμετοχής του δημοσίου (46). Υπό αυτούς τους όρους, η εξεταζόμενη πράξη δεν εμπεριείχε στοιχείο κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(159)

Επιπλέον, είχε ήδη παρέλθει περίοδος μεγαλύτερη της δεκαετίας από τότε που πραγματοποιήθηκε η εν λόγω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, όταν η SIDE έστειλε την πρώτη επιστολή της στην Επιτροπή, στις 20 Μαρτίου 1992, και η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από τις γαλλικές αρχές με επιστολή της 2ας Απριλίου 1992. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (47), η Επιτροπή δεν μπορούσε να διατάξει την ακύρωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, έστω και αν επρόκειτο για κρατική ενίσχυση.

(160)

Η SIDE καταγγέλλει επίσης ότι χορηγήθηκε ενίσχυση στη CELF το 1993 μέσω εκχώρησης μετοχών της ADEF στο SNE το οποίο συνεργάζεται με την CELF.

(161)

Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 5 Δεκεμβρίου 2003, η SIDE επισήμαινε στην Επιτροπή ότι όφειλε, με βάση τα γραπτά στοιχεία που είχε υποβάλει κατά την ακρόαση της 4 Ιουλίου 2001 να αποφανθεί για τις ενισχύσεις οι οποίες, κατά την άποψή της, είχαν χορηγηθεί στην CELF κατά την εκκαθάριση της ADEF τον Ιούνιο του1993.

(162)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το σημείο αυτό δεν περιλαμβανόταν στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας της 30 Ιουλίου 1996. Κατά συνέπεια, δεν θα αποφανθεί επί αυτού του ζητήματος στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

(163)

Η SIDE εξηγεί ότι η CELF κατόρθωσε να παραμείνει στην αγορά και να συνεχίσει να προσφέρει στους πελάτες της έκπτωση του ίδιου τύπου, παρά την κατάργηση του «Προγράμματος μικρών παραγγελιών», διότι συνεχίζει να λαμβάνει πολλαπλές δημόσιες επιδοτήσεις, μέσω προγραμμάτων όπως À l'Est de l'Europe το οποίο αντικατέστησε το πρόγραμμα Page à page, ή ακόμη το Programme plus, τα οποία χρηματοδοτούνταν με διαρκώς αυξανόμενα ποσά.

(164)

Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα προγράμματα αυτά, τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί από την Επιτροπή με την απόφαση της 18 Μαΐου 1993, επικυρώθηκαν επίσης με την απόφαση της 18 Σεπτεμβρίου 1995 του Πρωτοδικείου (48).

(165)

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα ζητήματα αυτά δεν είχαν αναφερθεί στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας στις 30 Ιουλίου 1996. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν θα αποφανθεί επί αυτού του ζητήματος στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

γ)   Ο χαρακτήρας της ενίσχυσης των μικρών παραγγελιών δεν μπορούσε να αλλοιώσει τους όρους των συναλλαγών και του ανταγωνισμού στην Κοινότητα σε βαθμό που να βλάπτει το κοινό συμφέρον

i)   Ένας μηχανισμός που αποσκοπεί στην προώθηση μιας δραστηριότητας παραμελημένης από τον επαγγελματικό κλάδο

(166)

Το «Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών» επινοήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού το 1980, σε μια στιγμή όπου ο επαγγελματικός κλάδος (ο όμιλος Hachette και οι Messageries du livre) επιθυμούσε να εγκαταλείψει την αγορά των παραγγελιών εξαγωγών. Ο επίμαχος μηχανισμός θεσπίστηκε για να ενθαρρύνει τους επιχειρηματίες του κλάδου να παρέμβουν στην αγορά έτσι ώστε να ικανοποιείται το σύνολο των παραγγελιών βιβλίων στη γαλλική γλώσσα από βιβλιοπωλεία που είναι εγκατεστημένα σε μη γαλλόφωνες περιοχές.

(167)

Πρώτον, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με ορισμένες απόψεις τρίτων μερών που έλαβαν μέρος στην παρούσα διαδικασία, το «Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών» το οποίο πράγματι συνόδευσε τη σύσταση της CELF με τη σημερινή της μορφή, ήταν γνωστό στους επαγγελματίες του κλάδου οι οποίοι, τουλάχιστον σε ένα πρώτο στάδιο, το υποδέχτηκαν ευνοϊκά (49) ή τουλάχιστον δεν αντιτάχθηκαν σε αυτό, αλλά ούτε και επεδίωξαν να επωφεληθούν από αυτό.

(168)

Η SIDE υποστηρίζει, από την πλευρά της, ότι το «Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών» είχε ως αποκλειστικό αποδέκτη τη CELF. Κατά την άποψή της, αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το Υπουργείο Πολιτισμού αρνήθηκε τη συμμετοχή της το 1991. Ταυτόχρονα, η SIDE δεν αμφισβητεί ότι η απόρριψη της αίτησής της για τη χορήγηση ενισχύσεων ήταν δικαιολογημένη λόγω της δικής της άρνησης να συμμορφωθεί με την υποχρέωση διαφάνειας για να μπορέσει να λάβει τις εν λόγω ενισχύσεις.

(169)

Εξάλλου, το 1996, μετά την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 18 Μαΐου 1993, το Υπουργείο Πολιτισμού, επιθυμώντας να τερματίσει τη διαδικασία, υπενθύμισε στη SIDE ότι το καθεστώς ενισχύσεων στις μικρές παραγγελίες δεν απευθυνόταν λόγω του χαρακτήρα του αποκλειστικά στη CELF. Της πρότεινε, με επιστολή της 3 Σεπτεμβρίου 1996, ακρόαση για να εξετασθεί εάν ήταν σε θέση να παρέχει υπό τους ίδιους όρους διαφάνειας τις ίδιες υπηρεσίες με αυτές που παρείχε η CELF.

(170)

Σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1996, οι διευθύνοντες της SIDE αρνήθηκαν την πρόταση που τους υποβλήθηκε. Δήλωσαν στο Υπουργείο Πολιτισμού ότι αρνούνταν να συμμετέχουν σε ένα πρόγραμμα τη συμβατότητα του οποίου με το κοινοτικό δίκαιο θα μπορούσε να αμφισβητήσει η Επιτροπή.

(171)

Για να στηρίξει την επιχειρηματολογία της, η SIDE προσκόμισε έκθεση του Εθνικού Ιδρύματος Πολιτικών Επιστημών που επικρίνει κατά κύριο λόγο την επιλογή των γαλλικών αρχών να μην καταβάλλουν απευθείας τις επιδοτήσεις στα βιβλιοπωλεία. Σχετικά, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι εθνικές αρχές διατηρούν την ελευθερία επιλογής του τρόπου επιδότησης τον οποίο θεωρούν καλύτερα προσαρμοσμένο στους επιδιωκόμενους στόχους, υπό την επιφύλαξη της τήρησης του σχετικού κοινοτικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή επισημαίνει την ακαταλληλότητα του προσκομισθέντος εγγράφου και τονίζει ότι και οι ίδιοι οι συντάκτες του αντιμετωπίζουν κριτικά τη δική τους αξιολόγηση (50).

(172)

Τέλος, η SIDE υποστηρίζει ότι οι ενισχύσεις ήταν άσκοπες. Ως προς αυτό, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι δικαιούχοι της ενίσχυσης ήταν υποχρεωμένοι να εξυπηρετούν όλες τις παραγγελίες αξίας κατώτερης των 500 FRF. Αυτό διασφάλιζε την αποστολή των γαλλόφωνων βιβλίων σε όλα τα βιβλιοπωλεία, ακόμη και τα μικρότερα στις πιο απομακρυσμένες χώρες, έστω και αν η παραγγελία αφορούσε λίγα μόνο βιβλία που συχνά εκδίδονται από διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους. Αυτό δεν εξασφαλιζόταν από τη SIDE η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν εξυπηρετούσε όλες τις χώρες.

(173)

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το «Πρόγραμμα μικρών παραγγελιών» ήταν καταρχήν προσιτό σε κάθε επιχείρηση η οποία θα υπέβαλε αίτηση, υπό τον όρο ότι θα αποδεχόταν τους όρους για τη χορήγηση των ενισχύσεων. Επισημαίνει επίσης ότι η SIDE, από το 1996 και μετά, δήλωσε με σαφήνεια ότι δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα. Υπό αυτούς τους όρους, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν συνιστούσαν διακριτική μεταχείριση και ότι η χορήγησή τους ήταν απαραίτητη για να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι από τις γαλλικές αρχές στόχοι.

(174)

Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή πιστεύει ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι μέχρι το 1996 οι επίμαχες ενισχύσεις είχαν ως αποκλειστικό αποδέκτη τη CELF, έγκειται στην αρμοδιότητα των γαλλικών αρχών να εκτιμήσουν ποια ήταν τα καταλληλότερα και χρήσιμα μέτρα για να επιτευχθεί με τον άριστο τρόπο ο επιδιωκόμενος στόχος, εφόσον οι εν λόγω ενισχύσεις δεν υπερέβαιναν το σημείο που ήταν απαραίτητο για την επίτευξη αυτού του στόχου, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια.

ii)   Έλεγχος της Επιτροπής με βάση τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποίησαν οι γαλλικές αρχές και η προσφεύγουσα

(175)

Η CELF και η SIDE, στο πλαίσιο της δραστηριότητάς τους του παραγγελιοδόχου εξαγωγών, πραγματοποιούν διανομή βιβλίων σε μη γαλλόφωνες χώρες και περιοχές. Πράγματι, στις γαλλόφωνες χώρες, όπως το Βέλγιο, ο Καναδάς και η Ελβετία, η τοπική αγορά καλύπτεται από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους μέσω των θυγατρικών τους ή των αντιπροσώπων τους.

(176)

Ο ρόλος των παραγγελιών εξαγωγών είναι, συνεπώς, τελείως οριακός σε αυτές τις αγορές που αποτελούν τις σημαντικότερες αγορές βιβλίων στη γαλλική γλώσσα, δηλαδή στις τρεις προαναφερθείσες χώρες.

(177)

Πράγματι, η CELF συστάθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '70 για να καλύψει τις ανάγκες μιας αγοράς που την εγκατέλειψαν οι επαγγελματίες του κλάδου εξαιτίας της μη αποδοτικότητας και η επίμαχη ενίσχυση είχε στόχο να στηρίξει ένα προδήλως μη αποδοτικό τμήμα της δραστηριότητας των παραγγελιοδόχων.

(178)

Στην απόφασή της 1999/133/ΕΚ, η Επιτροπή είχε ορίσει ότι η αγορά στην οποία είχε εξετάσει τις επιπτώσεις της επίμαχης ενίσχυσης ήταν η αγορά της εξαγωγής βιβλίων στη γαλλική γλώσσα «γενικά». Το Πρωτοδικείο, αποδεχόμενο ως προς αυτό την επιχειρηματολογία της SIDE, απέρριψε αυτή την ανάλυση και έκρινε ότι η Επιτροπή είχε διαπράξει προφανές σφάλμα εκτιμήσεως, εφόσον η εξαγωγή βιβλίων στη γαλλική γλώσσα και η εκτέλεση παραγγελιών εξαγωγών βιβλίων στη γαλλική γλώσσα δεν αποτελούσαν υποκατάστατες αγορές, αλλά χωριστές αγορές και η δεύτερη αγορά αποτελούσε τμήμα της πρώτης αγοράς.

(179)

Η Επιτροπή, χωρίς να αμφισβητεί την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, παρατηρεί ότι τα δικαιολογητικά έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά την εξέταση της υπόθεσης, τόσο από την SIDE (51) όσο και από τις εθνικές αρχές, αποδεικνύουν ότι οι μηχανισμοί διάδοσης στο εξωτερικό βιβλίων στη γαλλική γλώσσα είναι πολύ διαφορετικοί (52), συμπληρωματικοί, και ορισμένες φορές υποκατάστατοι, ενώ οι παραγγελίες εξαγωγής αντιπροσωπεύουν ένα από τα πολλά υφιστάμενα συστήματα.

(180)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η SIDE και οι γαλλικές αρχές φαίνεται να συμφωνούν αναγνωρίζοντας ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο να οριοθετηθούν με ακρίβεια οι διάφορες αγορές στον συγκεκριμένο αυτό τομέα της διάδοσης του βιβλίου.

(181)

Η SIDE αναφέρει, στις τελευταίες παρατηρήσεις της, ότι στην σχετική εθνική αγορά δραστηριοποιούνται γενικοί παραγγελιοδόχοι, όπως η ίδια και η CELF. Άλλες εταιρείες, τις οποίες προσδιορίζει μάλλον ως παραγγελιοδόχους παρά ως βιβλιοπώλες εξαγωγής (53), πραγματοποιούν επίσης πωλήσεις, οριακές, απευθείας στους τελικούς χρήστες και ο ανταγωνισμός που ασκούν στους δύο γενικούς παραγγελιοδόχους είναι τελείως οριακός.

(182)

Οι γαλλικές αρχές συμμερίζονται εν μέρει την ανάλυση της SIDE, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι τα βιβλιοπωλεία εξαγωγών τα οποία αναφέρει η προσφεύγουσα είναι στην πραγματικότητα ειδικευμένοι παραγγελιοδόχοι. Στον κατάλογο των δυνητικών ανταγωνιστών προσθέτουν και ορισμένα βιβλιοπωλεία που εκτελούν, έστω και περιστασιακά, παραγγελίες βιβλιοπωλείων που εξωτερικού. Οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι τα βιβλιοπωλεία σε άμεση σύνδεση πρέπει να περιλαμβάνονται πλέον στους ανταγωνιστές των γενικών παραγγελιοδόχων, στοιχείο το οποίο η Επιτροπή θεωρεί σωστό, έστω και αν δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα ακριβή αριθμητικά στοιχεία ως προς τον όγκο των συναλλαγών που να αφορούν αυτό το τμήμα της αγοράς το οποίο συνδέεται με τη χρήση των νέων τεχνολογιών.

(183)

Πρέπει να επισημανθεί ότι η SIDE κοινοποίησε στην Επιτροπή ορισμένα αριθμητικά στοιχεία για να αποδείξει τη «δεσπόζουσα θέση» που κατέχει η CELF (54) στο σχετικό τμήμα της αγοράς.

(184)

Η Επιτροπή, όπως έχει ήδη αναφερθεί στην παράγραφο 29 δεν θα αποφανθεί στην παρούσα απόφαση επί της καταγγελίας της SIDE, η οποία βασίζεται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, εφόσον αυτό το ζήτημα αποτελεί αντικείμενο χωριστής εξέτασης. Ως προς αυτό, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η Επιτροπή απέστειλε στη SIDE, στις 7 Αυγούστου 2003, επιστολή που της ανακοίνωνε την πρόθεσή της να απορρίψει την καταγγελία της.

(185)

Εντούτοις, χωρίς να προκαταλαμβάνουμε την τελική θέση που θα λάβει όσον αφορά το άλλο μέρος του φακέλου, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η CELF, διεπαγγελματική εταιρεία, συστάθηκε για να καλύψει τις ελλείψεις μιας αγοράς η οποία είχε εγκαταλειφθεί από τον επαγγελματικό κλάδο, γεγονός το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί κυρίως από τα τρίτα μέρη. Επίσης, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η εταιρεία αυτή κατέχει υψηλότατα μερίδια αγοράς.

(186)

Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι το μερίδιο αγοράς της CELF δεν συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της χορήγησης των ενισχύσεων. Η Επιτροπή οφείλει αποκλειστικά να ελέγξει τη συμβατότητα της ενίσχυσης στην αγορά των παραγγελιών εξαγωγής με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης.

(187)

Η εκτέλεση παραγγελιών εξαγωγών βιβλίων αποσκοπεί στην ικανοποίηση εμπορικά ασήμαντων παραγγελιών. Η αγορά αυτή είχε εγκαταλειφθεί στα τέλη της δεκαετίας του '70 από τους παραδοσιακούς εκδότες και διανομείς, διότι δεν ήταν αρκούντως αποδοτική. Η εκτέλεση παραγγελιών εξαγωγών αφορά, συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, μικρές παραγγελίες.

(188)

Η SIDE και οι γαλλικές αρχές συμφωνούν ως προς τον ορισμό της εν λόγω υπηρεσίας. Αντιθέτως, έχουν διαφορετικές απόψεις ως προς τον ορισμό, στο πλαίσιο της αγοράς των παραγγελιών εξαγωγών, των «λιγότερο σημαντικών» παραγγελιών (π.χ. παραγγελία ενός φθηνού βιβλίου από ένα αφρικανικό βιβλιοπωλείο), οι οποίες συνεπάγονται πρόσθετο κόστος που καθιστά ασύμφορη την παροχή της υπηρεσίας.

(189)

Το Υπουργείο Πολιτισμού είχε καθορίσει ως κατώτατο ποσό των «μικρών παραγγελιών» που έπρεπε να επιδοτούνται τα 500 FRF (76,22 ευρώ). Οι γαλλικές αρχές επέμεναν ότι ορισμένες παραγγελίες αξίας μικρότερης των 500 FRF θα μπορούσαν να είναι αποδοτικές, ενώ ορισμένες άλλες, αξίας μεγαλύτερης αυτού του ποσού, ενδεχομένως δεν θα ήταν. Στόχος ήταν να βρεθεί μια οικονομικά αποδεκτή μέθοδος, έτσι ώστε οι επιχειρηματίες να θελήσουν να αναλάβουν την εκτέλεση των παραγγελιών που είχαν εγκαταλειφθεί ως μη αρκούντως αποδοτικές.

(190)

Η Επιτροπή ζήτησε από την προσφεύγουσα και από τις γαλλικές αρχές να αναπτύξουν τις απόψεις περί της οικονομικής αποδοτικότητας της δραστηριότητας. Για το σκοπό αυτό, τους ζήτησε κυρίως να περιγράψουν τα διάφορα καθήκοντα που πρέπει να διεκπεραιώνονται για την παροχή της υπηρεσίας, έτσι ώστε να προσδιοριστεί, ενδεχομένως, η πηγή του προς αντιστάθμιση πρόσθετου κόστους.

(191)

Οι γαλλικές αρχές και η SIDE συμφωνούν συνολικά σε ό, τι αφορά τη διαδικασία επεξεργασίας των παραγγελιών, η οποία περιγράφεται στο παράρτημα ΙΙΙ από τη SIDE και δεν έχει αμφισβητηθεί από τις γαλλικές αρχές.

(192)

Οι διαφορές τους αφορούν, λοιπόν, κατά κύριο λόγο το ζήτημα της αποδοτικότητας σε σχέση με την παροχή των υπηρεσιών. Για τη SIDE, όλες οι παραγγελίες είναι αποδοτικές, ανεξάρτητα από τη φύση τους. Κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, ορισμένες υπηρεσίες προφανώς δεν είναι αποδοτικές, γεγονός που αιτιολογεί και τις χορηγηθείσες ενισχύσεις.

(193)

Η Επιτροπή επισημαίνει σε αυτό το σημείο ορισμένους ισχυρισμούς της SIDE που, αν αντιπαραβληθούν, θα μπορούσαν να θεωρηθούν και αντιφατικοί. Ισχυρίζεται ότι «οι πλέον συμφέροντες πελάτες είναι αυτοί που πραγματοποιούν μεγάλο όγκο παραγγελιών» και ότι «οι μικρές παραγγελίες είναι συνολικά περισσότερο αποδοτικές από τις μεγαλύτερες παραγγελίες».

(194)

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η SIDE και η CELF δεν απευθύνονταν συστηματικά στον ίδιο τύπο πελατών. Η SIDE ενδιαφερόταν ειδικότερα για μια πελατεία θεσμικών φορέων, ενώ η CELF απευθυνόταν περισσότερο σε μια πελατεία βιβλιοπωλών. Η SIDE αμφισβητεί αυτό το στοιχείο, αλλά δεν θέλησε να δώσει στην Επιτροπή, όπως της είχε ζητηθεί, διευκρινίσεις σχετικά με την τυπολογία των πελατών της. Η προσφεύγουσα απλώς υποστήριξε στις έγγραφες παρατηρήσεις της ότι, κατά το διάστημα από το 1991 έως το 2002, είχε 1308 πελάτες και ότι εξυπηρετούσε πελάτες του ίδιου τύπου με αυτούς της CELF.

(195)

Για να ελέγξει την ορθότητα των αντιφατικών παρατηρήσεων, η Επιτροπή συνέταξε, με βάση τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποίησαν τόσο η SIDE όσο και οι γαλλικές αρχές, τους ακόλουθους συγκριτικούς πίνακες 3Α, 3Β και 3Γ.

ΠΊΝΑΚΑΣ 3Α

(Κοινοποιηθέντα στοιχεία σε ευρώ)

1999

SIDE

CELF μικρές παραγγελίες

CELF χωρίς μικρές παραγγελίες

CELF Σύνολο

Κύκλος εργασιών

818 297

329 204

10 027 299

10 358 503

Αριθμός τιμολογίων

2 187

9 688

13 210

22 898

Αριθμός σειρών

27 470/27 978

21 978

263 080

285 058

Αριθμός βιβλίων

88 163

26 996

575 593

602 589

Αριθμός πελατών  (55)

ΜΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΝ

2 171

718

2 889

Μέσος αριθμός σειρών ανά τιμολόγιο

13,07

2,26

20

12

Μέσος αριθμός βιβλίων ανά σειρά

3,21

1,22

2

2

Μέσος αριθμός αντιτύπων ανά τιμολόγιο

40,84

2,79

44

28

Μέση τιμή πωληθέντος αντιτύπου

9,09

12,19

17

17

Μέση αξία μιας γραμμής

29,17

14,98

38

38

Μέση αξία ενός λογαριασμού πελάτη

ΜΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΝ

151,84

13 968

3 585

ΠΊΝΑΚΑΣ 3Β

2000

SIDE

CELF μικρές παραγγελίες

CELF χωρίς μικρές παραγγελίες

CELF Σύνολο

Κύκλος εργασιών

1 021 831

301 604,53 €

11 151 915

11 480 519

Αριθμός τιμολογίων

2 069

8 763

12 565

21 448

Αριθμός σειρών

29 006

20 387

258 124

278 511

Αριθμός βιβλίων

102 229

25 229

586 643

610 872

Αριθμός πελατών

ΜΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΝ

2 007

631

2 638

Μέσος αριθμός σειρών ανά τιμολόγιο

14,97

2,32

20

13

Μέσος αριθμός βιβλίων ανά σειρά

3,52

1,24

2

2

Μέσος αριθμός αντιτύπων ανά τιμολόγιο

52,75

2,87

46

28

Μέση τιμή πωληθέντος αντιτύπου

9,87

11,95

19

19

Μέση αξία μιας γραμμής

29,17

14,79

43

41

Μέση αξία ενός λογαριασμού πελάτη

ΜΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΝ

150,28

17

4 344

ΠΊΝΑΚΑΣ 3Γ

2001

SIDE

CELF μικρές παραγγελίες

CELF χωρίς μικρές παραγγελίες

CELF Σύνολο

Κύκλος εργασιών

905 077

275 068

12 817 252

13 092 330

Αριθμός τιμολογίων

2 137

7 702

12 195

19 897

Αριθμός σειρών

23 990

17 681

256 019

273 700

Αριθμός βιβλίων

105 518

21 853

590 278

512 129

Αριθμός πελατών

ΜΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΝ

1 659

835

2 494

Μέσος αριθμός σειρών ανά τιμολόγιο

11,23

2,30

21

14

Μέσος αριθμός βιβλίων ανά σειρά

4,27

1,24

2

2

Μέσος αριθμός αντιτύπων ανά τιμολόγιο

47,97

2,84

48

31

Μέση τιμή πωληθέντος αντιτύπου

8,66

12,59

22

21

Μέση αξία μιας γραμμής

37,73

15,56

50

48

Μέση αξία ενός λογαριασμού πελάτη

ΜΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΝ

165,80

15 360

5 250

(196)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι τα στοιχεία των πινάκων 3Α, 3Β και 3Γ δείχνουν ότι εάν η CELF, με εξαίρεση αυτό που θεωρεί ως «μικρές παραγγελίες», πραγματοποιεί πωλήσεις μέσου αριθμού βιβλίων ανά τιμολόγιο συγκρίσιμες με αυτές της SIDE (44 έναντι 41 το 1999, 46 έναντι 53 το 2000 και 48 έναντι 48 το 2001), ικανοποιεί εξίσου και ένα μεγάλο αριθμό εξαιρετικά μικρών παραγγελιών (κατά μέσο όρο κατώτερων από 3 βιβλία και μέσης αξίας περίπου 35 ευρώ): 9 688 παραγγελίες το 1999, 8 763 το 2000 και 7 702 το 2001. Έπεται ότι συνολικά (στήλη «σύνολο CELF») ότι ο αριθμός βιβλίων ανά παραγγελία είναι σαφώς μικρότερος για τη CELF σε σύγκριση με τη SIDE: 28 έναντι 41 το 1999, 28 έναντι 53 το 2000 και 31 έναντι 48 το 2001.

(197)

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η δραστηριότητα της CELF έχει ως κύριο χαρακτηριστικό το μεγάλο αριθμό πολύ μικρών παραγγελιών (κατά μέσο όρο μικρότερο των τριών βιβλίων και αξίας περίπου 35 ευρώ) που τη διαχωρίζει σαφώς από τη SIDE και δικαιολογεί τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων.

(198)

Αφού διαπίστωσε την ορθότητα του κριτηρίου των «μικρών παραγγελιών» ως στοιχείο αναφοράς για να αιτιολογήσει τη χορήγηση των ενισχύσεων, η Επιτροπή προέβη σε ανάλυση των στοιχείων αναλυτικής λογιστικής που προσκόμισαν οι γαλλικές αρχές. Τα εν λόγω λογιστικά στοιχεία δικαιολογούν το πρόσθετο κόστος της CELF στο τμήμα της αγοράς των «μικρών παραγγελιών». Τα στοιχεία που κοινοποίησαν οι γαλλικές αρχές στην Επιτροπή αφορούν το έτος 1994, έτος κατά το οποίο η CELF έλαβε από το Υπουργείο Πολιτισμού επιχορήγηση 2 000 000 FRF ((304 900 ευρώ).

(199)

Ο έλεγχος της Επιτροπής αφορά τα στοιχεία αναλυτικής λογιστικής σε σχέση με το κόστος εκτέλεσης των μικρών παραγγελιών αξίας κατώτερης των 500 FRF. Η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τις εξηγήσεις που έδωσαν οι γαλλικές αρχές ότι το κατώτατο όριο των 500 FRF που επελέγη για να ορισθεί μια «μικρή παραγγελία» καθορίστηκε με εμπειρικό τρόπο (56).

(200)

Οι γαλλικές αρχές πρότειναν μέθοδο που αποδεικνύει ότι η εκτέλεση των μικρών παραγγελιών επιφέρει προφανές πρόσθετο κόστος. Εξηγούν αυτό το επιχείρημα με βάση ανάλυση των στοιχείων κόστους η οποία βασίζεται στα βασικά στοιχεία του κατωτέρω πίνακα 4 για το έτος αναφοράς 1994.

Τύπος παραγγελιών

Μικρές παραγγελίες

Άλλες

Σύνολο

Κύκλος εργασιών (57)

2 419 006

48 148 971

50 102 869

Αριθμός τιμολογίων

9 725

10 947

20 672

Αριθμός βιβλίων

24 933

442 740

467 673

(201)

Όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο παράρτημα ΙΙΙ, η εκτέλεση μιας παραγγελίας απαιτεί τη διεκπεραίωση διαφόρων καθηκόντων:

α)

την παραλαβή του δελτίου παραγγελίας του βιβλιοπώλη·

β)

την κωδικοποίηση της παραγγελίας·

γ)

την καταχώρηση της παραγγελίας·

δ)

την αποστολή της παραγγελίας στον εκδότη·

ε)

την παραλαβή των βιβλίων·

στ)

τη φύλαξη για κάθε πελάτη ενός φυσικού χώρου, «της θυρίδας», στον οποίο αποθηκεύονται τα παραγγελθέντα βιβλία·

ζ)

τη συσκευασία.

(202)

Η αναλυτική μέθοδος της λογιστικής επιτρέπει την εγγραφή όλων των ταμειακών ροών που συνδέονται με τις προαναφερόμενες πράξεις. Σε αυτό το επίπεδο, ένα τιμολόγιο των 100 FRF απαιτεί τον ίδιο όγκο εργασίας με ένα τιμολόγιο των 10 000 FRF.

(203)

Οι εξηγήσεις των γαλλικών αρχών επέτρεψαν στην Επιτροπή να εκτιμήσει τα στοιχεία του κόστους και να τα αποδώσει στις διάφορες λειτουργίες που συνδέονται με τη διεκπεραίωση μιας παραγγελίας. Η οικονομική αποδοτικότητα μιας παραγγελίας εξαρτάται κυρίως από τον τύπο και τον αριθμό των βιβλίων, την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχονται στο δελτίο παραγγελίας καθώς και από τη δυσκολία εκτέλεσης της παραγγελίας — μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι «δύσκολο» να εκτελεσθεί το 20 % των παραγγελιών της CELF και το 4,5 % των παραγγελιών της SIDE (58). Επιπλέον, οι παραγγελίες αξίας κατώτερης των 500 FRF αφορούν, στο 67 % των περιπτώσεων, μικρούς εκδοτικούς οίκους (59). Τέλος, η επεξεργασία των μικρών παραγγελιών συνεπάγεται τη διαχείριση μιας πληθώρας μικρών λογαριασμών.

(204)

Τα έξοδα είναι υψηλότερα για τις μικρές παραγγελίες, εφόσον, ανεξάρτητα από το ποσό της παραγγελίας, ο χειριστής που τη διεκπεραιώνει, πρέπει αναγκαστικά να επαναλαμβάνει, για κάθε μία παραγγελία, τις ίδιες φυσικές πράξεις. Μια επιχείρηση που διεκπεραιώνει πολλές μικρές παραγγελίες θα πρέπει να εφαρμόζει έναν τρόπο οργάνωσης που να μπορεί να χειριστεί τον πολλαπλασιασμό των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας επεξεργασίας και, κατά συνέπεια, του πρόσθετου κόστους που αυτό συνεπάγεται.

(205)

Οι γαλλικές αρχές εξηγούν ότι έχουν εφαρμόσει ένα ειδικό συντελεστή για κάθε τύπο πράξης. Γι' αυτό το σκοπό, ελήφθησαν υπόψη οι διάφορες ενέργειες που υλοποιούνται για κάθε μία από τις πράξεις οι οποίες περιγράφονται στο παράρτημα IV.

(206)

Βάσει των πληροφοριών που κοινοποίησε η Γαλλία, η Επιτροπή μπορεί να συμπεράνει ότι για το 1994 το κόστος επεξεργασίας των μικρών παραγγελιών ανήλθε σε 4 446 706 FRF. Ο κύκλος εργασιών για παραγγελίες αξίας κατώτερης των 500 FRF ήταν 2 419 006 FRF. Οι ενισχύσεις κατά το ίδιο έτος ανήλθαν σε 2 000 000 FRF. Από αυτά προκύπτει αποτέλεσμα εκμετάλλευσης ποσού 27 700 FF.

Κύκλος εργασιών

2 419 006 FF

Επιδοτήσεις

2 000 000 FF

Συνολικά έσοδα

4 419 006 FF

Κόστος επεξεργασίας

—4 446 706 FF

Αποτέλεσμα εκμετάλλευσης

— 27 700 FF

(207)

Συνεπώς, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ενισχύσεις ποσού 2 000 000 FRF δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν το κόστος της διεκπεραίωσης των μικρών παραγγελιών.

(208)

Για να ελέγξει την ορθότητα των στοιχείων τα οποία κοινοποιήθηκαν για το έτος αναφοράς 1994, η Επιτροπή ζήτησε από τις γαλλικές αρχές πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα διεκπεραίωσης μικρών παραγγελιών της CELF και για άλλες περιόδους. Τα δικαιολογητικά έγγραφα και οι εξηγήσεις που έδωσε η Γαλλία και για άλλα οικονομικά έτη δείχνουν ότι η διάρθρωση των μικρών παραγγελιών (κύκλος εργασιών σε σχέση με τον αριθμό των μικρών παραγγελιών, ποσότητα των παραγγελόμενων βιβλίων, αριθμός τιμολογίων, αριθμός πελατών, σειρές παραγγελιών, κ.λπ.) παρέμεναν σταθερά από το ένα έτος στο άλλο. Υπό αυτούς τους όρους, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα στοιχεία του 1994 μπορούν ευλόγως να χρησιμεύσουν ως αναφορά για την εκτίμηση της Επιτροπής.

(209)

Η Επιτροπή μπόρεσε επίσης να επαληθεύσει, με βάση τους όρους των συμβάσεων που της κοινοποιήθηκαν, ότι κάθε ενδεχόμενο πλεονασματικό ποσό είχε αφαιρεθεί από το ποσό της ενίσχυσης η οποία καταβλήθηκε το επόμενο έτος. Συνεπώς, η ενίσχυση δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει άλλες εμπορικές δραστηριότητες της CELF, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της SIDE και αρκετών τρίτων μερών που συμμετείχαν στη διαδικασία.

(210)

Πράγματι, οι ενισχύσεις χορηγούνταν ετησίως βάσει της κοινοποίησης των λογιστικών στοιχείων της CELF, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταστάσεις χρησιμοποίησης των ενισχύσεων, που δικαιολογούν το πρόσθετο κόστος που αποδίδεται στο πρόγραμμα «των μικρών παραγγελιών». Άρα, οι ενισχύσεις δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς εκτός από αυτούς για τους οποίους είχαν χορηγηθεί.

(211)

Η SIDE επεσήμανε στην Επιτροπή, στις τελευταίες παρατηρήσεις της, ότι τα λογιστικά στοιχεία που είχαν κοινοποιήσει οι γαλλικές αρχές στην Επιτροπή για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη του πρόσθετου κόστους, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, περιείχαν ορισμένα σφάλματα. Το ζήτημα αυτό επισημάνθηκε στις γαλλικές αρχές οι οποίες υπέβαλαν στην Επιτροπή χρήσιμες εξηγήσεις.

(212)

Η SIDE ισχυρίστηκε ότι οι γαλλικές αρχές είχαν αντιστρέψει τα ποσοστά των τηλεδιαβιβαζόμενων παραγγελιών με τα ποσοστά των παραγγελιών σε χαρτί. Η Επιτροπή επαλήθευσε ότι η δημοσιονομική επίπτωση αυτής της αντιστροφής αντιπροσώπευε ποσό 0,24 ευρώ ανά βιβλίο επί του κόστους μιας μικρής παραγγελίας. Η διαφορά αυτή δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το μηχανισμό αντιστάθμισης που παρουσίασε η Γαλλία.

(213)

Όσον αφορά τις μεταβολές κύκλου εργασιών που διαπίστωσε η SIDE στα πρώτα λογιστικά στοιχεία που προσκόμισε η Γαλλία, η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι οι γαλλικές αρχές είχαν προβεί και οι ίδιες στις απαραίτητες διορθώσεις, ήδη με την κίνηση της διαδικασίας το 1996, και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις τελευταίες παρατηρήσεις της SIDE είναι αβάσιμοι.

(214)

Η μεταβολή των άλλων αριθμητικών στοιχείων εξηγείται από το γεγονός ότι, σε μία περίπτωση, υπήρξε αναφορά στα έσοδα από την πώληση μόνο βιβλίων ((2 284 536 FRF), ενώ σε μια άλλη περίπτωση, ο αριθμός που κοινοποιήθηκε ((2 535 818 FRF) αντιστοιχεί στα έσοδα που προήλθαν από τα βιβλία και από συναφή προϊόντα (συσκευασίες, ασφάλειες και μεταφορικά).

(215)

Η SIDE θεώρησε ότι αποκάλυψε και ορισμένες «στρεβλώσεις» ανάμεσα στη γενική λογιστική και στην αναλυτική λογιστική αναφορικά με τα μισθολογικά στοιχεία. Οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι οι διαφορές αυτές εξηγούνται από το γεγονός ότι ορισμένοι φόροι δεν περιλαμβάνονται στις κοινωνικές εισφορές οι οποίες εμφαίνονται στη δέσμη φορολογικών μέτρων και συνδέονται, ωστόσο, άμεσα με τους μισθούς. Η Επιτροπή έλεγξε την ακρίβεια αυτών των εξηγήσεων σε σχέση με τα λογιστικά έγγραφα που της είχαν κοινοποιηθεί.

(216)

Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις της SIDE σχετικά με την ανακρίβεια των λογιστικών στοιχείων που διαβίβασαν οι γαλλικές αρχές κατά την κίνηση της διαδικασίας το 1996, δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση της Επιτροπής αναφορικά με την ορθότητα των λογιστικών στοιχείων, που δικαιολογεί την αντιστάθμιση του πρόσθετου κόστους που συνεπάγονται οι μικρές παραγγελίες.

(217)

Η Επιτροπή μπόρεσε να διαπιστώσει, βάσει της ανάλυσης των δικαιολογητικών που προσκόμισε η ίδια η προσφεύγουσα, ότι η προσφορά της CELF ήταν πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά της SIDE (η CELF πρότεινε 3 000 εκδότες, η SIDE πρότεινε 200).

(218)

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη αυτό το στοιχείο (το οποίο δεν ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό του πρόσθετου κόστους) και παρατηρεί ότι η ευρεία προσφορά της CELF ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Υπουργείου Πολιτισμού που αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση της όσο το δυνατό μεγαλύτερης διάδοσης βιβλίων στη γαλλική γλώσσα. Η προσφορά της SIDE, η οποία διευκρινίζει, εντούτοις, ότι μπορεί να ικανοποιήσει παραγγελίες κάθε τύπου, δεν λαμβάνει υπόψη αυτόν τον πολιτιστικό σκοπό, το οποίο είναι απολύτως θεμιτό.

(219)

Οι γαλλικές αρχές προσθέτουν ότι η CELF αναγκάστηκε συχνά να αναλάβει οικονομικό ρίσκο. Έτσι, συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της σε ορισμένες δοκιμαζόμενες χώρες, όπως η Αλγερία, ή πιο πρόσφατα η Αργεντινή. Μπόρεσε επίσης να παρέχει υπηρεσίες σε ορισμένες χώρες που δεν είχαν την εγγύηση της COFACE.

(220)

Η SIDE αναλαμβάνει με απολύτως θεμιτό τρόπο τις εμπορικές της επιλογές και αναφέρει ότι δεν επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί σε δύσκολες περιοχές, όπως η Αφρική νοτίως της Σαχάρας, ή ακόμη σε χώρες οι οποίες δεν καλύπτονται από την COFACE. Διευκρινίζει ότι πρόκειται για αποφάσεις που εντάσσονται στην στρατηγική εμπορικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων και ότι η ίδια πραγματοποίησε από την πλευρά της άλλες επιλογές.

iii)   Έλεγχος της Επιτροπής σχετικά με τις καταγγελθείσες από τη SIDE μετακινήσεις πελατών

(221)

Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί της SIDE σχετικά με μετακινήσεις πελατών, δεν ήταν βάσιμοι, ακόμη και με μια απλή ανάλυση των εξηγήσεων και των εγγράφων που έδωσε η ίδια η SIDE.

(222)

Έτσι, η Επιτροπή ζήτησε από τη SIDE να αιτιολογήσει τις μετακινήσεις πελατών των οποίων υπήρξε θύμα, κατά τους ισχυρισμούς της, λόγω των ελκυστικών εκπτώσεων που «μόνο η CELF» ήταν σε θέση να προσφέρει χάρη στις ενισχύσεις που εισέπραττε. Για το σκοπό αυτό, η SIDE προσκόμισε ένα ογκωδέστατο έγγραφο (60), τα στοιχεία του οποίου δεν ήταν δυνατό να αξιοποιήσει η Επιτροπή με τη μορφή που είχαν, κυρίως διότι τίποτα δεν στοιχειοθετούσε τις εν λόγω μετακινήσεις. Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές εξηγήσεις από τη SIDE σχετικά με αυτό, η οποία ανέφερε ιδίως (61) ότι ένας πελάτης, η Librairie Française de Milan σταδιακά εγκατέλειπε τις δικές της υπηρεσίες στρεφόμενη στις υπηρεσίες της CELF κατά τη διάρκεια του έτους 1987/1988, διότι η CELF είχε προτείνει σε αυτό τον πελάτη ελκυστικότερες εκπτώσεις.

(223)

Στην απάντησή τους, οι γαλλικές αρχές υποστήριξαν ότι ήταν γνωστός ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ιταλικής αγοράς και ότι, επιπλέον, η αύξηση του κύκλου εργασιών της CELF με αυτό το βιβλιοπωλείο έγινε αισθητή μόνο μετά το 1999, δηλαδή πολύ αργότερα από την περίοδο την οποία επικαλείται η SIDE.

(224)

Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ούτε τα άλλα παραδείγματα που ανέφερε η SIDE ήταν βάσιμα (62). Έτσι, ένα από τα βιβλιοπωλεία που αναφέρει η SIDE, το Grupodis της Μαδρίτης, δεν υπήρξε ποτέ σημαντικός πελάτης της CELF, ενώ τα αναφερθέντα ιαπωνικά βιβλιοπωλεία είναι μεγάλοι πελάτες που δεν ενδιαφέρονται για το τμήμα της αγοράς των «μικρών παραγγελιών».

(225)

Εξάλλου, ο κατάλογος των εκπτώσεων που κοινοποίησε η SIDE δεν αποδεικνύει ότι οι εκπτώσεις που η ίδια προτείνει είναι λιγότερο ελκυστικές από αυτές που προτείνει η CELF. Έτσι, από τους 28 εκδότες που επέλεξε η SIDE για να στηρίξει την άποψή της, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι προσφέρει ελκυστικότερες εκπτώσεις σε 16 περιπτώσεις έναντι 12 για τη CELF (63). Η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθούν υπόψη οι 5 πρόσθετες εκατοστιαίες μονάδες έκπτωσης που παραχωρεί η SIDE για παραγγελίες άνω των 10 αντιτύπων ανά τίτλο, διότι σε αυτή την περίπτωση, η CELF προσφέρει μεγαλύτερες εκπτώσεις μόνο σε 6 εκδότες, ενώ η SIDE σε 22.

(226)

Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν αποδεικνύεται η ακρίβεια των ισχυρισμών περί μετακίνησης πελατών από τη SIDE προς την CELF που θα οφειλόταν στις ελκυστικότερες εκπτώσεις τις οποίες προφέρει η CELF στους πελάτες της χάρη στις ενισχύσεις τις οποίες λαμβάνει.

(227)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 69, σε επιστολή της προς την Επιτροπή της 12 Αυγούστου 2002, η SIDE ισχυρίζεται ότι η CELF εφάρμοζε, επί τουλάχιστον δύο έτη, δυσμενείς όρους για τους «μικρούς λογαριασμούς». Η SIDE υποστηρίζει ότι «αυτή η πολιτική έχει ως μόνο αποτέλεσμα να υφίσταται η SIDE ακόμη μεγαλύτερη στρέβλωση του ανταγωνισμού, εφόσον, υπό αυτούς τους όρους, ορισμένοι παλαιοί πελάτες της CELF που έχουν “μικρούς λογαριασμούς” στρέφονται τώρα προς την SIDE (…). Όμως, για τη SIDE είναι ξεκάθαρο ότι οι πλέον συμφέροντες πελάτες είναι αυτοί που πραγματοποιούν μεγάλο όγκο παραγγελιών (…)».

(228)

Η Επιτροπή διαπιστώνει, καταρχήν, ότι οι καταγγελθείσες τιμολογιακές προσαρμογές (64) πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο κατά την οποία οι εξεταζόμενες ενισχύσεις είχαν καταργηθεί ή/και είχαν περιοριστεί σημαντικότατα, δηλαδή από τη στιγμή που η CELF αναγκάστηκε να βρει εναλλακτικές λύσεις για να μπορέσει να συνεχίσει να ικανοποιεί τις μικρές παραγγελίες που ελάμβανε.

(229)

Η Επιτροπή έκανε μια σύγκριση (65) των αριθμητικών στοιχείων των δύο εταιρειών και διαπιστώνει ότι από αυτούς δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της SIDE σχετικά με τις πρόσφατες μετακινήσεις πελατών τις οποίες καταγγέλλει. Πράγματι, η Επιτροπή δεν διαπιστώνει αύξηση του αριθμού των τιμολογίων που εξέδωσε η SIDE. Το 1999 τα τιμολόγια ήταν 2 187 και το 2000 ήταν 2 137, ενώ, όσον αφορά τον αριθμό των πελατών, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δεν μπορεί να κάνει σύγκριση ως προς αυτό το στοιχείο, διότι η SIDE δεν της παρέσχε τα σχετικά στοιχεία.

(230)

Η Επιτροπή δεν διαπιστώνει ούτε την ύπαρξη στοιχείων που θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι ο αριθμός των «μικρών παραγγελιών» που εξυπηρετούνται από τη SIDE αυξήθηκε από τότε που η CELF έπαψε να λαμβάνει ενισχύσεις. Αντιθέτως, τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποίησε η SIDE δείχνουν ότι ο μέσος αριθμός βιβλίων ανά τιμολόγιο αυξάνεται, από 40,31 το 1999 σε 49,38 το 2001, ενώ η μεταφορά πελατών από τη CELF προς την SIDE, εάν, αποδεικνυόταν, θα συνεπαγόταν μείωση του μέσου αριθμού βιβλίων ανά τιμολόγιο.

(231)

Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο μέσος αριθμός βιβλίων που πωλούνται ανά σειρά παραγγελίας από τη SIDE είναι ακόμη μεγαλύτερος από το μέσο όρο των βιβλίων που πωλεί η CELF και αυτό ισχύει για το σύνολο της δραστηριότητάς της και όχι μόνο για τις μικρές παραγγελίες. Κατά συνέπεια, η κατάργηση των ενισχύσεων δεν είχε σαν αποτέλεσμα τη μετακίνηση πελατών της CELF προς την SIDE.

(232)

Σε κάθε περίπτωση, κατά την ανάλυση των κρατικών ενισχύσεων, έχουν σημασία μόνο οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού οι οποίες προκαλούνται από αυτές τις ενισχύσεις και όχι οι επιπτώσεις της μείωσης ή/και της κατάργησης των ενισχύσεων τις οποίες η SIDE θεωρεί αρνητικές.

(233)

Με βάση τα στοιχεία που κοινοποίησαν τόσο η SIDE όσο και οι γαλλικές αρχές, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι μόνες ορατές συνέπειες της κατάργησης των ενισχύσεων συνίστανται σε μείωση του κύκλου εργασιών από μικρές παραγγελίες που εξυπηρετεί η CELF και σε σημαντική μείωση του αριθμού των πελατών της ((17,34 % από το 1999 έως το 2001), όπως δείχνει ο κατωτέρω πίνακας 5.

Πίνακας 5 Εξέλιξη της δραστηριότητας «μικρές παραγγελίες και μικροί λογαριασμοί»

Πληροφορίες που έδωσαν οι γαλλικές αρχές

Έτη

Κύκλος εργασιών από μικρές παραγγελίες

(σε ευρώ)

Εξέλιξη

Αριθμός πελατών

Εξέλιξη

1999

329 204

 

2 171

 

2000

301 605

- 8,38 %

2 007

- 7,55 %

2001

275 068

- 8,80 %

1 659

- 17,34 %

(234)

Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι οι παρατηρήσεις της SIDE αντικρούουν τους ίδιους τους ισχυρισμούς της ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη μόνο ο αριθμός σειρών που λαμβάνει ο πάροχος υπηρεσιών και ότι το συνολικό ποσό της παραγγελίας δεν επηρεάζει την αποδοτικότητα. Εάν όντως έτσι συνέβαινε, η SIDE δεν θα είχε κανένα λόγο να θεωρεί ότι η μετακίνηση πελατών της CELF προς τις δικές της υπηρεσίες την οποία ισχυρίζεται (η οποία επιπλέον δεν συνάγεται από τα προσκομισθέντα αριθμητικά στοιχεία) έχει σαν αποτέλεσμα να υφίσταται η ίδια μεγαλύτερη στρέβλωση του ανταγωνισμού (66). Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η SIDE αντιφάσκει μάλλον, εφόσον αναφέρει, σε υπόμνημα της 9 Δεκεμβρίου 2002, ότι «... οι μικρές παραγγελίες είναι στο σύνολό τους αποδοτικότερες από τις μεγάλες παραγγελίες».

(235)

Ο κατωτέρω πίνακας 6, τον οποίο συνέταξε η Επιτροπή με βάση τα στοιχεία που της κοινοποίησαν οι γαλλικές αρχές και η SIDE, δείχνει ότι δεν υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στις αυξήσεις και τις μειώσεις του κύκλου εργασιών της SIDE και τις αυξήσεις ή τις μειώσεις των χορηγούμενων επιδοτήσεων.

Πίνακας 6

Έτος αναφοράς

Ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη CELF σε ευρώ

Μεταβολή ΚΕ της SIDE

ΕΝΙΣΧΥΣΗ

1990

304 900

———

——-

1991

373 500

+

+

1992

422 280

-

+

1993

382 650

+

-

1994

304 900

-

-

1995

304 900

-

=

1996

304 900

-

=

1997

243 920

-

-

1998

182 940

+

-

1999

121 960

-

-

2000

60 980

+

-

2001

38 110

-

-

2002

0

-

0

(236)

Τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποίησαν τόσο η CELF όσο και η SIDE επέτρεψαν στην Επιτροπή να διαπιστώσει ότι το επίπεδο των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στη CELF δεν είχε αυτόματη επίπτωση στις δραστηριότητες και τα αποτελέσματα της SIDE, που είναι ο μόνος άλλος γενικός παραγγελιοδόχος στην αγορά (67). Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι, επί πολλά έτη, ο κύκλος εργασιών της SIDE μειωνόταν, αν και μειωνόταν και η ενίσχυση που χορηγούνταν στην CELF.

(237)

Εξάλλου, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η μόνη ορατή και σημαντική επίπτωση που είχε η κατάργηση των ενισχύσεων στη CELF στην αγορά ήταν η μείωση του κύκλου εργασιών της από τις «μικρές παραγγελίες» και μείωση του αριθμού των «μικρών λογαριασμών της».

(238)

Αναφερόμενη στα κοινοποιηθέντα αριθμητικά στοιχεία, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, χωρίς τις ενισχύσεις, η CELF δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει σήμερα ένα μέρος των παραγγελιών, χωρίς η SIDE να επωφεληθεί από τη διαπιστωθείσα απώλεια εργασιών της CELF.

(239)

Επιπλέον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, για την περίοδο 1994-2001, οι χορηγηθείσες επιδοτήσεις δεν κάλυπταν το σύνολο του ελλείμματος του «Προγράμματος μικρών παραγγελιών» και αντιπροσώπευαν ένα σχετικά μικρό μέρος του συνολικού κύκλου εργασιών της CELF: από 3,95 % το 1994 σε 0,29 % το 2001 (68).

(240)

Σύμφωνα με το σύνολο των στοιχείων που αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνεται ότι οι επίμαχες ενισχύσεις αφορούν ένα εξαιρετικά οριακό μέρος της δραστηριότητας της εκτέλεσης παραγγελιών εξαγωγών, το οποίο προφανώς δεν θα ήταν δυνατό να υλοποιηθεί χωρίς τις εν λόγω εν ισχύσεις. Επίσης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ενισχύσεις τις οποίες χορηγούσε η Γαλλία δεν υπεραντιστάθμιζαν το κόστος που επέφερε η εν λόγω δραστηριότητα.

(241)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει επίσης, όπως έχει ήδη προαναφερθεί στις παραγράφους αριθ. 132 και επόμενες, ότι η επίδραση στις συναλλαγές και η στρέβλωση του ανταγωνισμού σε κοινοτικό επίπεδο είναι, στην προκειμένη περίπτωση, πολύ περιορισμένες. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη από την Επιτροπή κατά την εκτίμηση της συμβατότητας των ενισχύσεων με το άρθρο 87 παράγραφος 3 της συνθήκης, όπως ανέφερε σαφώς το Πρωτοδικείο στην απόφαση της 27 Ιανουαρίου 1998 στην υπόθεση Ladbroke Racing Ltd κατά Επιτροπής (69).

(242)

Κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις που χορηγούνταν στη CELF στο πλαίσιο του «Προγράμματος μικρών παραγγελιών» δεν μπορούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές σε βαθμό που να βλάπτει το κοινό συμφέρον. Η παρέμβαση των γαλλικών αρχών ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο και συνέβαλε αποκλειστικά στην ικανοποίηση ενός μέρους της ζήτησης που δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί, χωρίς να επιδιώκεται σε καμία περίπτωση η αποδοτικότητα εκ μέρους της επιχείρησης που παρείχε την εν λόγω υπηρεσία.

Β.   ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΈΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΆΞΕΩΝ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 86 ΠΑΡΆΓΡΑΦΟΣ 2 ΤΗΣ ΣΥΝΘΉΚΗΣ ΕΚ

1.   Η άποψη των γαλλικών αρχών

(243)

Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν, όπως είχαν πράξει και το 1998 (70), ότι στη CELF είχε ανατεθεί αποστολή δημόσιας υπηρεσίας και, κατά συνέπεια, τα επίμαχα μέτρα πρέπει να εκτιμηθούν βάσει των διατάξεων του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, το οποίο ορίζει ότι: «οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας».

(244)

Ως προς αυτό, οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν διάφορα κείμενα (71) τα οποία, κατά την άποψή τους, επιβεβαιώνουν τον χαρακτήρα υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος που προσδίδεται στην αποστολή η οποία έχει ανατεθεί στη CELF.

(245)

Οι γαλλικές αρχές έχουν αναφέρει, σχετικά με τη θεμελίωση αυτών των κειμένων, ότι η Διεύθυνση Βιβλίου και Ανάγνωσης είχε συνάψει μέχρι το 2001 ετήσιες συμβάσεις με τη CELF που καθόριζαν τους στόχους της συνεργασίας μεταξύ του Υπουργείου και των επιδοτούμενων από αυτό οργανισμών καθώς και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των μερών.

(246)

Οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν αρκετές από αυτές τις συμβάσεις. Το άρθρο 1 της πρώτης από αυτές, της 25 Απριλίου 1991, ορίζει ότι «το Υπουργείο χορηγεί ενίσχυση στις δραστηριότητες συγκέντρωσης μικρών παραγγελιών βιβλίων από τη CELF, τα οποία προορίζονται για το εξωτερικό ...». Μια άλλη σύμβαση, της 23 Οκτωβρίου 1997, αναφέρει, μάλλον για πρώτη φορά, ότι «το Υπουργείο χορηγεί ενίσχυση στα λειτουργικά έξοδα δημόσιας υπηρεσίας της CELF, τα οποία συνδέονται με τις μικρές παραγγελίες». Οι συναφθείσες στη συνέχεια συμβάσεις, μέχρι το 2001, είναι πανομοιότυπες, με εξαίρεση το ποσό των χορηγούμενων ενισχύσεων.

2.   Εκτίμηση της Επιτροπής

(247)

Η Επιτροπή έχει ήδη συμπεράνει στην παρούσα απόφαση ότι η χορηγηθείσα στη CELF ενίσχυση είναι ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης και ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατ' εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη Νομολογία του Δικαστηρίου (72), η Επιτροπή δεν οφείλει να εκτιμήσει διεξοδικότερα τις επιδοτηθείσες δραστηριότητες της CELF με βάση το άρθρο 86 παράγραφος 2 της συνθήκης. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση της 22ας Ιουνίου 2000 (73), στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ακόμη και μία αιτιολογημένη ενίσχυση βάσει του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητο να καθορισθεί αν οι ενισχύσεις στη CELF είναι επίσης αιτιολογημένες βάσει του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης.

(248)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι στο μεταξύ, στην απόφασή του στην υπόθεση Altmark (74) της 24 Ιουλίου 2003, το Δικαστήριο διευκρίνισε τους όρους υπό τους οποίους μια επιδότηση σε επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση μιας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Όμως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται αυτοί οι όροι. Κατ' αρχήν, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν έχει τηρηθεί ο όρος που προβλέπεται στη σκέψη 89 της απόφασης Altmark, εφόσον η νομική βάση της ενίσχυσης δεν αφορά ρητά την CELF. Στη συνέχεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν τηρήθηκε ούτε ο όρος της αιτιολογικής σκέψης 90 της ίδιας απόφασης αναφορικά με τον εκ των προτέρων καθορισμό των παραμέτρων βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση, έστω και αν η ενίσχυση δεν υπερέβη συνολικά το ποσό που είναι απαραίτητο για να αντισταθμιστούν τα έξοδα επεξεργασίας των μικρών παραγγελιών.

VI.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(249)

Με βάση τα ανωτέρω, κρίνεται ότι οι εν λόγω ενισχύσεις πληρούν τις απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης, εφόσον είναι ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο πολιτιστικό στόχο. Πράγματι, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ενισχύσεις δεν μπορούσαν να νοθεύσουν τις συναλλαγές και τον ανταγωνισμό στην Κοινότητα σε βαθμό αντίθετο με το κοινό συμφέρον,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η ενίσχυση υπέρ της Coopérative d'exportation du livre français (CELF) για την εκτέλεση των μικρών παραγγελιών βιβλίων στη γαλλική γλώσσα, την οποία εφάρμοσε η Γαλλία κατά την περίοδο 1980 έως 2001, συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Η ενίσχυση χορηγήθηκε παρανόμως καθότι η Γαλλία δεν την κοινοποίησε προηγουμένως στην Επιτροπή. Ωστόσο, η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της συνθήκης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2004.

Για την Επιτροπή

Mario MONTI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 366 της 5.12.1996, σ. 7.

(2)  Υπόθεση T — 155/98 Société Internationale de diffusion et d'Edition (SIDE) κατά Επιτροπής, Συλλογή II — 01179.

(3)  ΕΕ L 44 της 18.2.1999, σ. 37.

(4)  Η υπογράμμιση αντιστοιχεί στη φράση που ακύρωσε το Πρωτοδικείο.

(5)  Απόσπασμα της επιστολής της SIDE της 20 Μαρτίου 1992.

(6)  Η SIDE αναφέρει ιδίως ότι το Υπουργείο αρνήθηκε να της χορηγήσει τις ενισχύσεις που χορηγούσε στη CELF.

(7)  Απόφαση NN 127/92 «Ενισχύσεις στους εξαγωγείς γαλλικών βιβλίων» (ΕΕ C 174 της 25.6.1993, σ. 6).

(8)  Υπόθεση T-49/93 Société Internationale de Diffusion et d'Edition (SIDE) κατά Επιτροπής, Συλλογή II - 02501).

(9)  Στη συνέχεια μετεξελίχθηκε στο πρόγραμμα «À l'Est de l'Europe».

(10)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(11)  Υπόθεση C-332/98, Γαλλία κατά Επιτροπής, «Ενίσχυση προς την Coopérative d'exportation du livre français», Συλλογή σ. I — 4833.

(12)  Επιπλέον, το Υπουργείο Πολιτισμού παρίστατο ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις των διοικητικών συμβουλίων και στις γενικές συνελεύσεις της CELF.

(13)  Οικογενειακή εταιρεία που συστάθηκε το 1980.

(14)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 3.

(15)  Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το πρόγραμμα αυτό επιτρέπει την παραχώρηση εκπτώσεων στα βιβλιοπωλεία επί των επισήμων τιμών· η CELF συμμετέχει στο πρόγραμμα ισότιμα με άλλους επιχειρηματικούς φορείς· δεν πρόκειται στην περίπτωση αυτή για την εκτέλεση παραγγελιών εξαγωγών.

(16)  Εγγύηση που καλύπτει τους κινδύνους που συνδέονται με την πληρωμή των εξαγώγιμων προϊόντων. Η SIDE αρνείται την παράδοση παραγγελιών σε χώρες που δεν καλύπτονται από αυτή την εγγύηση.

(17)  Προσκόμισε ιδίως για το σκοπό αυτό έγγραφο με τίτλο «καθορισμός των ζημιών που υπέστη η SIDE εξαιτίας των επιδοτήσεων τις οποίες κατέβαλε το Υπουργείο Πολιτισμού στην CELF κατά το διάστημα από 1η Απριλίου 1980 έως 31 Μαρτίου 1996».

(18)  Έτη 2000/2002 — περίοδος από την έναρξη της σημαντικής μείωσης των επιδοτήσεων μέχρι την κατάργησή τους.

(19)  Η SIDE προσκόμισε επιστολή της CELF της 18 Μαρτίου 2002 με την οποία ενημερώνει έναν γερμανό πελάτη σχετικά με την τροποποίηση των γενικών όρων πώλησης για τους «μικρούς λογαριασμούς» η οποία συνεπάγεται αύξηση των τιμών της.

(20)  Πρέπει να επισημανθεί ότι δύο από τα τρίτα μέρη που παρενέβησαν στη διαδικασία εξαγοράστηκαν από την CELF, ενώ ο κ. Van Ginneken παρενέβη επίσης και εξ ονόματος της Hexalivre το 1996.

(21)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(22)  Πρώην υπεύθυνος πολλαπλής εκπροσώπησης της CELF οι σχέσεις του οποίου με την CELF «είχαν άσχημο τέλος». Η εταιρεία εξαγοράστηκε από την CELF.

(23)  Αναφορά στα έτη 1996/1997.

(24)  Ενημερωτικά, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα μέλη της CELF είναι κατά μέσο όρο εκατό, ενώ η αγορά αποτελείται από πολλές χιλιάδες εκδότες.

(25)  Η Hexalivre εξαγοράστηκε το 1998 από μια θυγατρική της CELF και η οποία στη συνέχεια προσαρτήθηκε στη CELF.

(26)  Οι έντονοι χαρακτήρες και η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής.

(27)  Η CELF, σύμφωνα με την Tec και Doc, έπρεπε να περιορίσει τις δραστηριότητές της στην εκτέλεση παραγγελιών εξαγωγής και να μην παρεμβαίνει στον τομέα των εξαγωγών επιστημονικού βιβλίου.

(28)  Οι μικρές παραγγελίες αντιπροσωπεύουν, σύμφωνα με η SNIEL, το 6 % της δραστηριότητας της CELF, που σημαίνει κατά την άποψη αυτού του συνδικάτου ότι «η CELF ανέπτυσσε το 94 % της δραστηριότητάς της σε τομείς στους οποίους δεν είχε προβλεφθεί αρχικά να δραστηριοποιείται».

(29)  Επιστολή του Εθνικού Συνδικάτου Εκδοτών, της 18 Ιουλίου 1980, που κοινοποιήθηκε από την προσφεύγουσα επιβεβαιώνει αυτό το γεγονός.

(30)  Στην ένωση αυτή συμμετείχαν ορισμένοι εκδότες και οι άξονες παρέμβασής της είναι η ανάπτυξη της παρουσίας του γαλλικού βιβλίου στο εξωτερικό και η στήριξη των επενδύσεων των εξαγωγέων εκδοτών. Η ένωση λάμβανε ενίσχυση του κράτους μέσω της Διεύθυνσης Βιβλίου και Ανάγνωσης του Υπουργείου Πολιτισμού.

(31)  Μία μόνο ξένη επιχείρηση είναι σήμερα μέλος της CELF. Πρόκειται για την Editeur Casterman με εταιρική έδρα το Βέλγιο· πρόκειται για γαλλική θυγατρική της Flamarion, η οποία είναι θυγατρική της ιταλικής Rizzoli.

(32)  Πριν την έκδοση απόφασης της γενικής συνέλευσης της 29 Ιουνίου 1994, υπήρχε στο καταστατικό της CELF ρητή αναφορά στις μικρές παραγγελίες. Αναφερόταν, στο τότε άρθρο ΙΙ του καταστατικού, ότι ο συνεταιρισμός έχει στόχο την άμεση εξυπηρέτηση ή τη διευκόλυνση της εξυπηρέτησης των μικρών παραγγελιών προς το εξωτερικό και τα υπερπόντια διαμερίσματα και εδάφη ....

(33)  Η αγορά αυτή που δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί στις τελωνειακές στατιστικές.

(34)  Ορισμένες επιχειρήσεις, όπως η SERVEDIT, για τη γαλλόφωνη Αφρική από το 1988 έως το 1993, και η Ecole des loisirs, το 1995, για τις χώρες της Λεκάνης της Μεσογείου, έλαβαν παρόμοιες ενισχύσεις, αλλά για εξειδικευμένους τομείς.

(35)  Η μόνη άλλη επιχείρηση που υπέβαλε σχετική αίτηση.

(36)  Μέχρι το 2001, εφόσον η επιδότηση καταργήθηκε από το 2002.

(37)  Παραδείγματος χάρη· Ensemble baroque Limoge, monastère Sainte Madeleine ….

(38)  Η CELF είναι αποκλειστικά παραγγελιοδόχος για τα βιβλία στη γαλλική γλώσσα, στοιχείο το οποίο δεν ισχύει για τη SIDE η οποία εμπορεύεται επίσης και βιβλία σε ξένες γλώσσες.

(39)  Η δραστηριότητα της CELF, σε αντίθεση με τη δραστηριότητα της SIDE, προσανατολίζεται αποκλειστικά προς τις εξαγωγές.

(40)  www.celf.fr

(41)  Επιστολή του διοικητικού συμβουλίου της SIDE στην Επιτροπή της 7 Σεπτεμβρίου 1992.

(42)  COM(2003) 520 τελικό.

(43)  Επιστολές της SIDE της 22ας Μαΐου και της 4 Ιουνίου 1991.

(44)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 81.

(45)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 10.

(46)  Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 9- 1984.

(47)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(48)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 10.

(49)  Τουλάχιστον μέχρι το 1991. Βλέπε τις αιτιολογικές σκέψεις 79 και επόμενες.

(50)  Σελίδα 163 της κοινοποιηθείσας από τη SIDE έκθεσης.

(51)  Η ίδια η SIDE αναφέρεται σε πολλές γραπτές παρατηρήσεις της, σε ενισχύσεις για τις εξαγωγές βιβλίων.

(52)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 90.

(53)  Επιστολές της 7 Σεπτεμβρίου 1992 και της 9 Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τους «Αναγνώστες ξενόγλωσσων βιβλίων».

(54)  Το μερίδιο αγοράς της CELF αυξήθηκε από 86,60 % το 1992 σε 92,75 % το 2001, γεγονός που δείχνει ότι το ποσό των ενισχύσεων δεν επηρέασε τη θέση της CELF, εφόσον οι ενισχύσεις τις οποίες ελάμβανε μειώνονταν σταθερά από το 1996/1997.

(55)  Η Επιτροπή λυπάται διότι η SIDE δεν προσκόμισε στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό των πελατών της και τη μέση αξία ενός λογαριασμού πελάτη.

(56)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 112 και 113.

(57)  Σε γαλλικά φράγκα.

(58)  Ποσοστά που κοινοποιήθηκαν από τις γαλλικές αρχές για τη CELF και από τη SIDE για λογαριασμό της.

(59)  Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι κάνουν γενικά μεγαλύτερες παραγγελίες· οι παραγγελίες αυτές αφορούν συνήθως τη διάδοση βιβλίων για το «ευρύ κοινό» τα οποία πωλούνται κατά κανόνα σε πολλά αντίτυπα.

(60)  Έγγραφο με τίτλο «Προσδιορισμός των ζημιών που υπέστη η SIDE εξαιτίας των επιδοτήσεων που χορηγούσε το Υπουργείο Πολιτισμού στη CELF από την 1η Απριλίου 1980 έως τις 31 Μαρτίου 1996».

(61)  Η SIDE αναφέρει και άλλα πέντε παραδείγματα.

(62)  Οι γαλλικές αρχές αντικρούουν τα άλλα παραδείγματα που έδωσε η SIDE :

(63)  Η αρχική παρουσίαση των εκπτώσεων από τη SIDE αναφερόταν στον κατάλογο των εκπτώσεων τις οποίες παραχωρούσε η CELF στις επίσημες τιμές για τη Γαλλία μετά φόρου, ενώ οι πωλήσεις μέσω εξαγωγών πραγματοποιούνται βάσει τιμής άνευ φόρου. Έτσι, η σύγκριση πραγματοποιήθηκε βάσει ενός καταλόγου διορθωμένων τιμών.

(64)  Οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητούν τις μεταβολές των τιμών της CELF και αναφέρουν ότι ήταν απαραίτητο σε μια χρονική στιγμή να αναθεωρηθούν οι τιμές της CELF για τους «μικρούς λογαριασμούς» μετά τη μείωση των ενισχύσεων.

(65)  Βλέπε επίσης τους πίνακες 3Α, 3Β και 3Γ.

(66)  Σχολιάζοντας αυτό το στοιχείο η SIDE διευκρίνισε ότι «Είναι προφανές ότι οι σημαντικότεροι πελάτες είναι αυτοί που πραγματοποιούν μεγάλο όγκο παραγγελιών, όχι διότι οι άλλες παραγγελίες δεν είναι αποδοτικές, αλλά απλούστατα διότι, όπως συμβαίνει με κάθε εμπορική επιχείρηση, είναι πάντοτε προτιμότεροι οι πελάτες που δημιουργούν μεγάλο όγκο συναλλαγών».

(67)  Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ειδικές ενισχύσεις του ίδιου χαρακτήρα με τις εξεταζόμενες είχαν καταβληθεί και σε δύο άλλες επιχειρήσεις, τις Servedit και l'Ecole des Loisirs.

(68)  Βλέπε επίσης σχετικά με αυτό το παράρτημα ΙΙ.

(69)  Υπόθεση T67/94, Συλλογή Σελίδα II —1. Βλέπε ιδίως αιτιολογικές σκέψεις 150 έως 162.

(70)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 24.

(71)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 102.

(72)  Απόφαση της 15 Μαρτίου 1994, υπόθεση C- 387/92, Banco Exterior de España κατά Ayuntamiento de Valencia, Συλλογή, σ. I-0877.

(73)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 24 και επόμενες.

(74)  Υπόθεση C-280/00 Altmark Trans GmbH et Regierungspräsidium Magdeburg κατά Nahverkehrsgesellschaft Altmark GmbH, Συλλογή, σ. I-7747.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Πίνακας με την εξέλιξη των ενισχύσεων οι οποίες χορηγήθηκαν από το 1980 και μετά, σε ευρώ

1980

91 470

1981

91 470

1982

205 510

1983

164 640

1984

137 200

1985

141 780

1986

248 490

1987

214 950

1988

213 430

1989

259 160

1990

304 900

1991

373 500

1992

422 280

1993

382 650

1994

304 900

1995

304 900

1996

304 900

1997

243 920

1998

182 940

1999

121 960

2000

60 980

2001

38 110

2002

0


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Προς μείωση της αντιστάθμισης των εξόδων της CELF

Στοιχεία που κοινοποίησαν οι γαλλικές αρχές

Έτος

Ποσό της ενίσχυσης σε ευρώ

Συνολικές επιβαρύνσεις

Ποσοστό κάλυψης των επιβαρύνσεων

1994

304 900

683 788

44,59 %

1995

304 900

697 177

43,73 %

1996

304 900

624 206

48,85 %

1997

243 920

680 023

35,87 %

1998

182 940

664 783

22,63 %

1999

121 960

635 577

19,19 %

2000

60 980

572 670

10,65 %

2001

38 110

509 048

7,49 %

2002

0

0

0


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Η διαδικασία εξυπηρέτησης των παραγγελιών

από τις παρατηρήσεις της SIDE

Νέος πελάτης

α)

Αποστολή στον αγοραστή φακέλου ο οποίος περιλαμβάνει:

τους γενικούς όρους πωλήσεων (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τηλεομοιοτυπία ή ταχυδρομική επιστολή)

την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού (με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τηλεομοιοτυπία ή ταχυδρομική επιστολή)

β)

Μετά την παραλαβή της αίτησης ανοίγματος λογαριασμού, επαλήθευση της φερεγγυότητας του πελάτη μέσω της COFACE.

γ)

Όταν δεν τίθεται πρόβλημα για το άνοιγμα λογαριασμού: ανοίγει ο λογαριασμός του πελάτη

δ)

Όταν τίθεται πρόβλημα ανοίγματος: ο πελάτης είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί μόνο «proforma», δηλαδή μετά την καταβολή ενός ποσού).

Πελάτης κάτοχος λογαριασμού

α)

Στοιχεία του πελάτη (κυρίως χάρη στον αριθμό λογαριασμού του)

Καταχώρηση του παραγγελόμενου προϊόντος (έρευνα μεταξύ 640 000 τίτλων, στους οποίους περιλαμβάνονται τα βιβλία, ηχητικές κασέτες, ηχητικά CD και CD Rom

Καταχώρηση· με τον εντοπισμό του αντικειμένου, καταχώρηση της ποσότητας, της ημερομηνίας παραγγελίας, των στοιχείων αναφοράς του πελάτη, επικύρωση της εγγραφής.

Εάν πρέπει να καταχωρηθούν και άλλες σειρές παραγγελιών επαναλαμβάνεται η πράξη.

Είναι δυνατό να αλλάξει ο τρόπος αποστολής των παραγγελιών, ανάλογα με την επιθυμία του πελάτη.

β)

Το παραγγελθέν έργο δεν περιλαμβάνεται στη βάση δεδομένων.

Χειρόγραφη καταχώρηση του προϊόντος

Αναγράφονται ο τίτλος, το όνομα του συγγραφέα, το ISBN, ο εκδότης, ο προμηθευτής.

γ)

Κάθε παραγγελία ενός βιβλίου συνεπάγεται αυτόματα παραγγελία «προμηθευτή».

δ)

Με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού μεταβιβάζονται αυτομάτως οι παραγγελίες στους εξοπλισμένους και καταχωρημένους προμηθευτές.

ε)

Τα δελτία παραγγελίας τυπώνονται αυτομάτως και διαβιβάζονται με τηλεομοιοτυπία, με ταχυδρομική αποστολή ή με προσωπική επίδοση στους σχετικούς προμηθευτές.

Παραλαβή των εμπορευμάτων

α)

Παράδοση των εμπορευμάτων — με ταχυδρομική αποστολή ή με προσωπική επίδοση

β)

Επαλήθευση της αντιστοιχίας των τιμολογίων ή των δελτίων παράδοσης με τα δέματα

γ)

Καταχώρηση στο λογισμικό παραλαβής των εμπορευμάτων που επιτρέπει τον προσδιορισμό του αντικειμένου και τον παραλήπτη του

δ)

Τα ενδεχόμενα παράπονα διαβιβάζονται αυτομάτως στους προμηθευτές

ε)

Μέσω υπολογιστή τυπώνεται, για κάθε ενδιαφερόμενο πελάτη, ο κατάλογος των βιβλίων που έχουν παραληφθεί για λογαριασμό του και «ο αριθμός της θυρίδας του»

στ)

Όταν η παραγγελία ολοκληρωθεί και αποφασιστεί η αποστολή των βιβλίων σε ένα πελάτη, πραγματοποιείται η συσκευασία του δέματος για αποστολή. Αναγράφεται το βάρος και το κόστος μεταφοράς, ενδεχομένως.

Τιμολόγηση και αποστολή

α)

Εκδίδονται αυτομάτως τα τιμολόγια, όπως και το δελτίο αποστολής. Η αποστολή πραγματοποιείται με τον τρόπο που επιθυμεί ο πελάτης. Η έκδοση τιμολογίων πραγματοποιείται με αυτοματοποιημένο τρόπο. Τα τιμολόγια αποστέλλονται ταχυδρομικώς στους πελάτες.

β)

Οι καταστάσεις εκδίδονται στο τέλος κάθε μηνός και στη συνέχεια εισπράττονται οι πληρωμές σε συνάρτηση με τις προθεσμίες για κάθε πελάτη. Έτσι, θεωρείται ότι οι σχετικοί πελάτες έχουν εξοφλήσει το λογαριασμό τους.

γ)

Τρόπος πληρωμής: πιστωτική κάρτα. Τα σημαντικότερα ποσά εξοφλούνται με τραπεζική κατάθεση ή με επιταγή, ορισμένες φορές και με πιστωτική επιστολή.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Επαλήθευση των στοιχείων της αναλυτικής λογιστικής της CELF

βάσει των πληροφοριών που κοινοποίησαν οι γαλλικές αρχές

Αριθμητικά στοιχεία σε φράγκα και σε ευρώ

 

FRF

Ευρώ

Κόστος αγοράς βιβλίων

2 068

315

-

αγορά

2 026

308

-

έξοδα μεταφοράς και ταχυμεταφοράς

42 282

6

Δαπάνες προσωπικού

1 670 963

254 737

-

Άμεση χειρωνακτική παραλαβή (των βιβλίων)

217 641

33 179

-

Άμεση χειρωνακτική συσκευασία

53 409

8 142

-   

Εμπορική υπηρεσία — άμεση χειρωνακτική εργασία

-

Ζώνη 1

149 770

22 832

-

Ζώνη 2

157 627

24 030

-

Ζώνη 3

49 390

7 529

-

Μισθοί γενικών υπηρεσιών

1 022 285

155 846

-

Μισθοί προσωπικού μάρκετινγκ

20 841

3 177

Γενικά έξοδα

518 926

79 110

-

αναλώσιμα υλικά συσκευασίας

14 770

2 252

-

διοικητική προμήθεια

183 784

28 018

-

μεταφορικά έξοδα

148 056

22 571

-

προμήθεια επί των πωλήσεων

36 540

5 570

-

τηλεφωνικά έξοδα

29 103

4 437

-

έξοδα είσπραξης

26 294

4 008

-

ασφάλιση πιστώσεων

20 929

3 191

-

αποσβέσεις ενσώματων παγίων

20 609

3 142

-

άλλα

38 841

5 921

Μεμονωμένα έμμεσα πάγια έξοδα

188 524

28 740

-

φόρος επιτηδεύματος

14 064

2 044

-

προβλέψεις

51 890

7 911

-

εξωτερικές υπηρεσίες

66 828

10 188

-

έκτακτα έξοδα

46 733

7 124

-

διάφορα

9 009

1 373

Συνολικό κόστος

4 446 706

677 896

Παρατηρήσεις και επεξηγήσεις

(1)

Κόστος αγοράς και μεταφοράς (περιλαμβανομένου του κόστους προσωπικής επίδοσης): Το κόστος αυτό υπολογίστηκε αφού ελήφθη υπόψη το συνολικό κόστος των δραστηριοτήτων αυτών σε συνάρτηση με τον αριθμό βιβλίων, δηλαδή 38 795 874 FRF (5 914 393 ευρώ). Το ποσό αυτό διαιρείται δια του αριθμού βιβλίων για να ληφθεί το κατά μονάδα κόστος ανά βιβλίο. Ο συνολικός αριθμός βιβλίων που πωλήθηκαν από την CELF το 1994 ήταν 467 673. Κατά συνέπεια, το κατά μονάδα κόστος ανά βιβλίο ήταν 82,95 FRF (12,65 ευρώ). Για να προσδιοριστεί ποιο ήταν το κόστος αγοράς και το κόστος μεταφοράς που αντιστοιχεί στις μικρές παραγγελίες, πολλαπλασιάζεται το κατά μονάδα κόστος ανά βιβλίο με τον αριθμό των βιβλίων των μικρών παραγγελιών, και το αποτέλεσμα είναι 2 068 293 FRF (315 309 ευρώ) για τις μικρές παραγγελίες.

(2)

Δαπάνες προσωπικού: Για το στοιχείο αυτό εφαρμόστηκε ένας συντελεστής 3 (βάσει του αριθμού βιβλίων) εφόσον η παραλαβή των «μικρών παραγγελιών» δημιουργεί δυσκολίες λόγω της ιδιαιτερότητάς τους. Η παραλαβή έργων προερχόμενων από μεγάλους εκδοτικούς οίκους ή διανομείς είναι αυτοματοποιημένη χάρη στον κωδικό EAN που επιτρέπει την αναγνώριση του έργου με οπτική ανάγνωση. Αντιθέτως, συχνά βιβλία που εκδίδονται από μικρούς εκδοτικούς οίκους δεν περιλαμβάνουν γραμμικό υδατογράφημα, γεγονός που απαιτεί χειρωνακτική αναγνώριση.

Εξάλλου, οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι εξυπηρετούσαν τους πελάτες στο Παρίσι με συμμετοχή στα έξοδα μεταφοράς που καθορίζονται σε διεπαγγελματική βάση, τα οποία ήταν 0,75 FRF/kg, ενώ η τιμή που καταβάλλεται στους υπαλλήλους παράδοσης είναι 6,5 FRF/kg για τα πακέτα τα οποία χρησιμοποιούνται για βιβλία που προέρχονται από μικρούς διανομείς. Επειδή η τιμολόγηση στα βιβλιοπωλεία του εξωτερικού πραγματοποιείται κατ' αποκοπή, αυτή η πηγή εφοδιασμού συνεπαγόταν μείωση των περιθωρίων.

Η εφαρμογή ενός συντελεστή 3 για τις μικρές παραγγελίες επιτρέπει, συνεπώς, να ενσωματωθεί στην αναλυτική λογιστική η ακριβής επιβάρυνση της εξυπηρέτησής τους.

(3)

Συσκευασία: Η χειρωνακτική εργασία υπολογίστηκε βάσει του αριθμού βιβλίων.

(4)

Εμπορική υπηρεσία: Το κόστος της χειρωνακτικής εργασίας υπολογίστηκε με την εφαρμογή ενός συντελεστή 3, διότι οι μικρές παραγγελίες απαιτούν επαχθέστερη επεξεργασία στο επίπεδο της διαχείρισης των πωλήσεων. Οι διαφορές ως προς την επεξεργασία επιτρέπουν να εγγραφεί στην αναλυτική λογιστική η ακριβής επιβάρυνση της επεξεργασίας τους.

Πρόσθετες εξηγήσεις αναφορικά με την κωδικοποίηση της παραγγελίας: Σε περίπτωση που υπάρχουν δυσκολίες κωδικοποίησης των παραγγελιών, απαιτούνται πρόσθέτες εργασίες. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι εργασίες αυτές πρέπει να εκτελούνται ανεξάρτητα από το ποσό της παραγγελίας.

Επιπλέον, η καταχώρηση της παραγγελίας συνοδεύεται με εκ των προτέρων έρευνες: ISBN, κατάλογος εκδοτών, διάφορες τράπεζες δεδομένων, επαλήθευση της διαθεσιμότητας (ή μη) του έργου, επικύρωση της αντιστοιχίας παραγγελίας/εκδότη. Σε περίπτωση δυσκολιών που συνδέονται με την ποιότητα του δελτίου παραγγελίας, ιδίως κατά την ταυτοποίηση της παραγγελίας, ανακύπτουν πρόσθετα έξοδα, συχνά οι δυσκολίες αυτές προκύπτουν με τις μικρές παραγγελίες. Τα μεγάλα βιβλιοπωλεία, τα οποία πραγματοποιούν μεγάλο κύκλο εργασιών με τη CELF είναι κατά κανόνα μεγάλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν αποδοτικά μέσα που τους επιτρέπουν να εξορθολογίζουν τη διαχείρισή τους, και ιδίως να διαβιβάζουν τυποποιημένες παραγγελίες, δηλαδή που περιέχουν σαφείς αναφορές ταυτοποίησης. Το πελατολόγιο της CELF περιλαμβάνει πάρα πολλά μικρά βιβλιοπωλεία ο όγκος της δραστηριότητας των οποίων δεν τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν τα σύγχρονα μέσα του διεθνούς εμπορίου. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δύσκολη η κωδικοποίηση των παραγγελιών που προέρχονται από παρόμοιες επιχειρήσεις και οι παραγγελίες περιέχουν μόνο ορισμένα από τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εκτέλεσή τους, γεγονός που συνεπάγεται πρόσθετη εργασία και κατ' επέκταση πρόσθετο κόστος.

(5)

Μισθοί γενικών υπηρεσιών: (διοίκηση, πληροφορική, σταθερά έξοδα, λογιστική, μάρκετινγκ, διαχείριση) το κόστος καταλογίζεται σε συνάρτηση με τον αριθμό των βιβλίων, εκτός της λογιστικής σε συνάρτηση με τον αριθμό τιμολογίου.

(6)

Γενικά έξοδα: αναλώσιμα υλικά συσκευασίας, μεταφορικά έξοδα επί των πωλήσεων και αποσβέσεις ενσώματων παγίων: Το κόστος υπολογίζεται ανά βιβλίο.

(7)

Γενικά έξοδα: διοικητική προμήθεια: Το κόστος υπολογίζεται βάσει του αριθμού τιμολογίων.

(8)

Γενικά έξοδα: προμήθεια επί των πωλήσεων και ασφάλειες: Το κόστος υπολογίζεται σε συνάρτηση με τον κύκλο εργασιών.

(9)

Γενικά έξοδα: τηλεφωνικά, φαξ και έξοδα είσπραξης: εφαρμόστηκε συντελεστής 2,5 διότι τα τηλεφωνικά έξοδα ποικίλουν σε συνάρτηση με τα πολλαπλά τιμολόγια ιδίως, με τις απαντήσεις των πελατών και την αναζήτηση εκδοτών. Τα έξοδα αυτά αφορούν διάφορες πράξεις στις οποίες περιλαμβάνονται η παραλαβή του δελτίου παραγγελίας του βιβλιοπώλη, η κωδικοποίηση της παραγγελίας, η καταχώρηση της παραγγελίας και η λογιστική που έχει ως αποστολή την καταχώριση του συνόλου των ταμειακών ροών σχετικά με τις περιγραφόμενες πράξεις.

(10)

Φόροι επιτηδεύματος και κονδύλια για προβλέψεις: Έξοδα που υπολογίζονται σε συνάρτηση με τον κύκλο εργασιών. Εξωτερικές υπηρεσίες (παραδείγματος χάρη τα μισθώματα, έξοδα ταξιδιών και μετακίνησης, διαφημιστικές δαπάνες κ.λπ.) και έκτακτες επιβαρύνσεις: τα έξοδα αυτά υπολογίζονται σε συνάρτηση με τον αριθμό βιβλίων.


2.4.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 85/58


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4 Μαρτίου 2005

με την οποία επιτρέπεται στα κράτη μέλη να εκδώσουν ορισμένες παρεκκλίσεις σύμφωνα με την οδηγία 94/55/EΚ που αφορούν τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 440]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/263/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 94/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21 Νοεμβρίου 1994, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (1), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 9,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 9 της οδηγίας 94/55/ΕΚ, τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν προηγουμένως τις παρεκκλίσεις τους, και για πρώτη φορά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002 ή έως δύο έτη από την τελευταία ημερομηνία εφαρμογής των τροποποιημένων εκδόσεων του παραρτήματος της οδηγίας.

(2)

Ορισμένα κράτη μέλη είχαν κοινοποιήσει στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002 την επιθυμία τους να εκδώσουν παρεκκλίσεις από την οδηγία 94/55/ΕΚ. Mε την απόφαση 2003/635/EΚ της Επιτροπής, της 20 Αυγούστου 2003, με την οποία επιτρέπεται στα κράτη μέλη να εκδώσουν σύμφωνα με την οδηγία 94/55/EΚ ορισμένες παρεκκλίσεις που αφορούν τις σιδηροδρομικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (2), η Επιτροπή επέτρεψε στα κράτη μέλη, των οποίων οι παρεκκλίσεις αναγράφονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της εν λόγω απόφασης, να εκδώσουν τις παρεκκλίσεις.

(3)

Με την οδηγία 2003/28/ΕΚ (3) τροποποιήθηκε το παράρτημα της οδηγίας 94/55/EΚ. Βάσει της οδηγίας 2003/28/ΕΚ, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ την εθνική νομοθεσία το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 2003, διότι η τελευταία ημερομηνία εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 9 της οδηγίας 94/55/ΕΚ ήταν η 30 Ιουνίου 2003.

(4)

Μερικά κράτη μέλη κοινοποίησαν την επιθυμία τους να εκδώσουν παρεκκλίσεις. Η Επιτροπή εξέτασε τις παρεκκλίσεις με βάση τους όρους του άρθρου 6 παράγραφοι 9, 11 και 14, και τις ενέκρινε. Επετράπη λοιπόν σε αυτά τα κράτη μέλη να εκδώσουν τις παρεκκλίσεις τους.

(5)

Επ' ευκαιρία, κρίνεται σκόπιμο να συγκεντρωθούν όλες οι παρεκκλίσεις που έχουν επιτραπεί έως σήμερα σε μια και μόνον απόφαση. Η απόφαση 2003/635/ΕΚ πρέπει επομένως να καταργηθεί και να αντικατασταθεί.

(6)

Για να εξασφαλισθεί ότι οι παρεκκλίσεις θα επικαιροποιούνται τακτικά, η Επιτροπή θα προτείνει αναλυτική επικαιροποίηση όλων των παρεκκλίσεων που υπάρχουν τουλάχιστον ανά πενταετία.

(7)

Η επιτροπή για τις μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων που έχει θεσπισθεί από το άρθρο 9 της οδηγίας 94/55/EΚ είναι σύμφωνη με τα μέτρα που προβλέπει η παρούσα απόφαση,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Επιτρέπεται στα κράτη μέλη που αναφέρονται στο παράρτημα I να εφαρμόσουν τις παρεκκλίσεις που αναφέρονται στο παράρτημα I, στις οδικές μεταφορές μικρών ποσοτήτων ορισμένων επικίνδυνων εμπορευμάτων στο έδαφός τους.

Οι παρεκκλίσεις αυτές εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις.

Άρθρο 2

Επιτρέπεται στα κράτη μέλη που αναφέρονται στο παράρτημα II να εφαρμόσουν, στις τοπικές μεταφορές που περιορίζονται στο έδαφός τους, τις διατάξεις που ορίζονται στο εν λόγω παράρτημα.

Οι παρεκκλίσεις αυτές εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις.

Άρθρο 3

Η απόφαση 2003/635/ΕΚ καταργείται.

Οι παραπομπές στην απόφαση που καταργείται θεωρούνται ως παραπομπές στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 4 Μαρτίου 2005.

Για την Επιτροπή

Jacques BARROT

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ L 319 της 12.12.1994, σ. 7· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2004/111/ΕΚ (ΕΕ L 365 της 10.12.2004, σ. 25).

(2)  ΕΕ L 221 της 4.9.2003, σ. 17.

(3)  ΕΕ L 90 της 8.4.2003, σ. 45.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Παρεκκλίσεις των κρατών μελών για μικρές ποσότητες ορισμένων επικίνδυνων εμπορευμάτων

BΕΛΓΙΟ

RO-SQ 1.1

Θέμα: κλάση 1 - Μικρές ποσότητες

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας 94/55/EΚ (στο εξής αναφερόμενη ως «η οδηγία»):

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Το περιθώριο 1.1.3.6 περιορίζει σε 20 kg την ποσότητα των εκρηκτικών εξόρυξης που επιτρέπεται να μεταφέρεται με σύνηθες όχημα.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Βασιλικό Διάταγμα περί εκρηκτικών της 23 Σεπτεμβρίου 1958, όπως τροποποιήθηκε από το Βασιλικό Διάταγμα της 14ης Mαΐου 2000.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Άρθρο 111. Οι φορείς εκμετάλλευσης των αποθηκών που είναι απομακρυσμένες από τα σημεία εφοδιασμού μπορούν να μεταφέρουν με σύνηθες όχημα κατ' ανώτατο όριο 25 kg δυναμίτιδας ή ισχυρών εκρηκτικών και 300 πυροκροτητές, υπό τους όρους που θα καθορίσει η υπηρεσία εκρηκτικών.

RO-SQ 1.2

Θέμα: Μεταφορά ακαθάριστων κενών εμπορευματοκιβωτίων που περιείχαν προϊόντα διαφόρων κλάσεων.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 5.4.1.1.6

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: παρέκκλιση 6-97.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Επισήμανση στο έγγραφο μεταφοράς «ακαθάριστα κενά κόλα που περιείχαν προϊόντα διαφόρων κλάσεων».

Σχόλια: Η παρέκκλιση καταχωρίσθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τον αριθμό 21 (βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 10).

ΔΑΝΙΑ

RO-SQ 2.1

Θέμα: Οδικές μεταφορές συσκευασιών που περιέχουν απόβλητα ή υπολείμματα επικίνδυνων ουσιών που έχουν αποκομισθεί από νοικοκυριά και εργαστήρια προς τελική τους διάθεση.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: Μέρος 2, 4.1.4, 4.1.10, 5.2, 5.4 και 8.2.

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Αρχές κατάταξης. Διατάξεις για τις μεικτές συσκευασίες. Διατάξεις σήμανσης και επισήμανσης. Παραστατικό μεταφοράς.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Bekendtgørelse nr. 729 of 15. august 2001 om vejtransport of farligt gods § 4, stk. 3.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Οι εσωτερικές συσκευασίες που περιέχουν απόβλητα ή υπολείμματα χημικών ουσιών και αποκομίζονται από νοικοκυριά ή ορισμένες επιχειρήσεις μπορούν να συσκευάζονται μαζί με ορισμένες εξωτερικές συσκευασίες εγκεκριμένες από τον ΟΗΕ. Το περιεχόμενο κάθε εσωτερικής συσκευασίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 5 kg ή τα 5 l. Παρεκκλίσεις από τις διατάξεις κατάταξης, σήμανσης, επισήμανσης, τεκμηρίωσης και εκπαίδευσης.

Σχόλια: Δεν είναι δυνατή η ορθή κατάταξη και η εφαρμογή όλων των διατάξεων ADR όταν αποκομίζονται απόβλητα ή υπολείμματα χημικών ουσιών από νοικοκυριά ή ορισμένες επιχειρήσεις προς τελική τους διάθεση. Συνήθως οι συσκευασίες λιανικής πώλησης περιέχουν απόβλητα.

RO-SQ 2.2

Θέμα: Οδικές μεταφορές συσκευασιών με εκρηκτικές ύλες και συσκευασιών εκπυρσοκροτητών με το ίδιο όχημα.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 7.5.2.2

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Διατάξεις για τις μεικτές συσκευασίες.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Bekendtgørelse nr. 729 of 15. august 2001 om vejtransport of farligt gods § 4, stk. l..

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Σύμφωνα με την παράγραφο 4 εδάφιο 1, οι κανόνες ADR πρέπει να τηρούνται στις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων.

Σχόλια: Είναι πρακτικά αναγκαίο να στοιβάζονται εκρηκτικές ύλες και εκπυρσοκροτητές μαζί για την μεταφορά τους με το ίδιο όχημα από τον τόπο αποθήκευσής τους στο εργοτάξιο και το αντίστροφο.

Όταν τροποποιηθεί η δανική νομοθεσία για τις μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, οι δανικές αρχές θα επιτρέπουν τις εν λόγω μεταφορές με τις εξής προϋποθέσεις:

(1)

Μεταφορά μέγιστης ποσότητας 25 kg εκρηκτικών υλών της ομάδας D.

(2)

Μεταφορά μέγιστης ποσότητας 200 τεμαχίων εκπυρσοκροτητών της ομάδας B.

(3)

Οι εκπυρσοκροτητές και οι εκρηκτικές ύλες πρέπει να συσκευάζονται χωριστά σε πιστοποιημένες από τον ΟΗΕ συσκευασίες σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας 2000/61/EΚ με την οποία τροποποιήθηκε η οδηγία 94/55/EΚ.

(4)

Η απόσταση μεταξύ των συσκευασμένων εκπυρσοκροτητών και των συσκευασμένων εκρηκτικών υλών πρέπει να είναι τουλάχιστον 1 μέτρο. Η απόσταση αυτή πρέπει να τηρείται ακόμη και σε περίπτωση απότομης πέδησης του οχήματος. Η στοιβασία των συσκευασμένων υλών και των συσκευασμένων εκπυρσοκροτητών πρέπει να επιτρέπει τη γρήγορη εκφόρτωσή τους από το όχημα.

(5)

Πρέπει να τηρούνται όλοι οι υπόλοιποι κανόνες οδικής μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

RO-SQ 3.1

Θέμα: Mεικτή συσκευασία και μεικτή φόρτωση τμημάτων αυτοκινήτων ταξινομημένων ως 1.4G μαζί με ορισμένα επικίνδυνα εμπορεύματα (n4).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 4.1.10 και 7.5.2.1.

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: διατάξεις για τη μεικτή συσκευασία και τη μικτή φόρτωση.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Gefahrgut-Ausnahmeverordnung - GGAV 2002 vom 6.11.2002 (BGBl. I S. 4350), geändert durch Artikel 2 der Verordnung vom 28.4.2003 (BGBl. I S. 595); Ausnahme 28.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: τα UN 0431 και UN 0503 μπορούν να φορτώνονται μαζί με ορισμένα επικίνδυνα εμπορεύματα (προϊόντα σχετιζόμενα με την κατασκευή αυτοκινήτων) έως ορισμένου ορίου, το οποίο αναγράφεται στην εξαίρεση. Δεν πρέπει να υπάρχει υπέρβαση της τιμής 1 000 (συγκρίσιμη με το 1.1.3.6.4).

Σχόλια: η εξαίρεση είναι αναγκαία για τη γρήγορη παράδοση τμημάτων ασφαλείας των αυτοκινήτων αναλόγως της τοπικής ζήτησης. Λόγω του ευρέως φάσματος του προϊόντος, η αποθήκευση των προϊόντων αυτών στα τοπικά συνεργεία δεν συνηθίζεται.

RO-SQ 3.2

Θέμα: Eξαίρεση από την απαίτηση παραστατικού μεταφοράς και δήλωσης αποστολέα για ορισμένες ποσότητες επικίνδυνων εμπορευμάτων όπως ορίζεται στο σημείο 1.1.3.6 (n1).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 5.4.1.1.1 και 5.4.1.1.6.

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: περιεχόμενα του παραστατικού μεταφοράς.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Gefahrgut-Ausnahmeverordnung - GGAV 2002 vom 6.11.2002 (BGBl. I S. 4350), geändert durch Artikel 2 der Verordnung vom 28.4.2003 (BGBl. I S. 595); Ausnahme 18.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: για όλες τις κλάσεις πλην της 7: δεν χρειάζεται παραστατικό μεταφοράς, εφόσον η ποσότητα των μεταφερόμενων εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τις ποσότητες που αναγράφονται στο 1.1.3.6.

Σχόλια: κρίνεται επαρκής η ένδειξη και η τοποθέτηση επισήμανσης για τις εγχώριες μεταφορές, καθόσον δεν χρειάζεται πάντοτε παραστατικό μεταφοράς για τις τοπικές διανομές.

Η παρέκκλιση καταχωρίσθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τον αριθ. 22 (βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 10).

RO-SQ 3.3 (Ανακλήθηκε)

RO-SQ 3.4

Θέμα: Μεταφορά συστημάτων μέτρησης και αντλιών καυσίμων (κενών, ακαθάριστων).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: διατάξεις για τους αριθμούς UN 1202, 1203 και 1223.

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: συσκευασία, σήμανση, έγγραφα, οδηγίες μεταφοράς και χειρισμού, οδηγίες για τα πληρώματα οχημάτων.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Gefahrgut-Ausnahmeverordnung - GGAV 2002 vom 6.11.2002 (BGBl. I S. 4350), geändert durch Artikel 2 der Verordnung vom 28.4.2003 (BGBl. I S. 595); Ausnahme 24.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: προδιαγραφή ισχυόντων κανόνων και βοηθητικών διατάξεων για την εφαρμογή της παρέκκλισης· έως 1 000 l: παρεμφερές με κενές, ακαθάριστες συσκευασίες· άνω του 1 000 l: συμμόρφωση προς ορισμένους κανονισμούς για τις δεξαμενές· μεταφορά κενών και ακαθάριστων μόνον.

Σχόλια: κατάλογος αριθ. 7,38, 38a.

RO-SQ 3.5

Θέμα:Εξαίρεση μικρών ποσοτήτων ορισμένων εμπορευμάτων ιδιωτικής χρήσης.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: πίνακας του κεφαλαίου 3.2 για ορισμένους αριθμούς UN των κλάσεων 1 έως 9.

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: άδεια μεταφοράς και διατάξεις.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Gefahrgut-Ausnahmeverordnung - GGAV 2002 vom 6.11.2002 (BGBl. I S. 4350), geändert durch Artikel 2 der Verordnung vom 28.4.2003 (BGBl. I S. 595); Ausnahme 3.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: κλάσεις 1 έως 9· εξαίρεση ορισμένων ποσοτήτων διαφόρων ειδών σε συσκευασίες και ποσότητες ιδιωτικής χρήσης· ανώτατο όριο 50 kg ανά μονάδα μεταφοράς· εφαρμογή των γενικών απαιτήσεων συσκευασίας στην εσωτερική συσκευασία.

Σχόλια: παρέκκλιση έως τις 31.12.2004.

Κατάλογος αριθ. 14*.

RO-SQ 3.6

Θέμα: Άδεια για συνδυασμένη συσκευασία.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 4.1.10.4 MP2

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: απαγόρευση συνδυασμένων συσκευασιών.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Gefahrgut-Ausnahmeverordnung - GGAV 2002 vom 6.11.2002 (BGBl. I S. 4350), geändert durch Artikel 2 der Verordnung vom 28.4.2003 (BGBl. I S. 595); Ausnahme 21.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: κλάσεις 1.4S, 2, 3 και 6.11· άδεια συνδυασμένων συσκευασιών για είδη της κλάσης 1.4S (φυσίγγια για μικρά όπλα), αερολύματα (κλάση 2) και υλικά καθαρισμού και επεξεργασίας της κλάσης 3 και 6.1 (αναγραφόμενοι αριθμοί UN), όπως ορίζεται ότι πωλούνται σε συνδυασμένες συσκευασίες της ομάδας συσκευασιών ΙΙ και σε μικρές ποσότητες.

Σχόλια: κατάλογος αριθ.. 30*, 30a, 30b, 30c, 30d, 30e, 30f, 30g.

Γαλλία

RO-SQ 6.1

Θέμα: Μεταφορά φορητού και κινητού ακτινολογικού εξοπλισμού ακτίνων γάμα (18).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: παραρτήματα A και B

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας:

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Arrêté du 1er juin 2001 relatif au transport de marchandises dangereuses par route (Διάταγμα της 1η Ιουνίου 2001 για τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, «Διάταγμα ADR») - Άρθρο 28.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: η μεταφορά ακτινολογικού εξοπλισμού ακτίνων γάμα με ειδικά οχήματα από τους χρήστες εξαιρείται αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους κανόνες.

RO-SQ 6.2

Θέμα: Μεταφορά αποβλήτων προερχόμενων από δραστηριότητες περίθαλψης τα οποία ενέχουν κινδύνους λοίμωξης και θεωρούνται ανατομικά μέρη καλυπτόμενα από το UN 3291 μάζας μικρότερης ή ίσης των 15 kg.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: παραρτήματα A και B

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Arrêté du 1er juin 2001 relatif au transport de marchandises dangereuses par route (Διάταγμα της 1η Ιουνίου 2001 για τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, «Διάταγμα ADR») - Άρθρο 12.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: εξαίρεση από τις απαιτήσεις ADR για τη μεταφορά αποβλήτων προερχόμενων από δραστηριότητες περίθαλψης τα οποία ενέχουν κινδύνους λοίμωξης και θεωρούνται ανατομικά μέρη καλυπτόμενα από το UN 3291, μάζας μικρότερης ή ίσης των 15 kg.

RO-SQ 6.3

Θέμα: Μεταφορά επικίνδυνων ουσιών με επιβατηγά οχήματα των δημοσίων συγκοινωνιών (18).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 8.3.1

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: μεταφορά επιβατών και επικίνδυνων ουσιών.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Arrêté du 1er juin 2001 relatif au transport de marchandises dangereuses par route (Διάταγμα της 1η Ιουνίου 2001 για τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, «Διάταγμα ADR») - Άρθρο 21.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: μεταφορά επικίνδυνων ουσιών ως χειραποσκευές στα οχήματα δημοσίων συγκοινωνιών: ισχύουν μόνον οι διατάξεις για τη συσκευασία, τη σήμανση και την επισήμανση που ορίζονται στα 4.1, 5.2 και 3.4.

Σχόλια: στις χειραποσκευές επιτρέπονται μόνον επικίνδυνα είδη για προσωπική ή ιδία επαγγελματική χρήση. Επιτρέπονται τα φορητά δοχεία αερίου για ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα στην ποσότητα που τους είναι αναγκαία για ένα ταξίδι.

RO-SQ 6.4

Θέμα: Μεταφορά μικρών ποσοτήτων επικίνδυνων υλικών για ίδιο λογαριασμό (18).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 5.4.1.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Υποχρέωση παραστατικού μεταφοράς.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Arrêté du 1er juin 2001 relatif au transport de marchandises dangereuses par route (Διάταγμα της 1η Ιουνίου 2001 για τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, «Διάταγμα ADR») - Άρθρο 23.2.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Η μεταφορά μικρών ποσοτήτων επικίνδυνων υλικών για ίδιο λογαριασμό που δεν υπερβαίνουν τα όρια που αναγράφονται στο 1.1.3.6. δεν υπόκειται στην υποχρέωση προσκόμισης του παραστατικού μεταφοράς που ορίζεται στο 5.4.1.

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

RO-SQ 7.2

Θέμα: Εξαίρεση από την απαίτηση 5.4.0 της ADR σχετικά με την προσκόμιση παραστατικού για τη μεταφορά παρασιτοκτόνων της κλάσης 3 της ADR, τα οποία έχουν καταχωρισθεί στον αριθμό 2.2.3.3 του καταλόγου ως παρασιτοκτόνα FT2 (που έχουν σημείο ανάφλεξης < 23oC), και της κλάσης 6.1. της ADR, τα οποία έχουν καταχωρισθεί στον αριθμό 2.2.61.3 του καταλόγου ως υγρά παρασιτοκτόνα T6 (που έχουν σημείο ανάφλεξης < 23oC), εφόσον οι ποσότητες των επικίνδυνων εμπορευμάτων δεν υπερβαίνουν τις ποσότητες που ορίζονται στο σημείο 1.1.3.6. της ADR.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 5.4

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Απαιτείται παραστατικό μεταφοράς.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Regulation 82(9) of the «Carriage of Dangerous Goods by Road Regulations 2004».

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Δεν απαιτείται παραστατικό για τη μεταφορά αυτών των παρασιτοκτόνων των κλάσεων 3 και 6.1 της ADR, εφόσον οι ποσότητες των επικίνδυνων εμπορευμάτων δεν υπερβαίνουν τις ποσότητες που ορίζονται στο σημείο 1.1.3.6. της ADR.

Σχόλια: Άσκοπη και δαπανηρή απαίτηση για την τοπικού χαρακτήρα μεταφορά και παράδοση αυτών των παρασιτοκτόνων.

RO-SQ 7.4

Θέμα: Εξαίρεση από ορισμένες διατάξεις της ADR σχετικά με τη συσκευασία, τη σήμανση και την επισήμανση για τη μεταφορά μικρών ποσοτήτων (κάτω των ορίων που αναγράφονται στο 1.1.3.6.) ληγμένων ειδών πυροτεχνουργίας των κωδικών κατάταξης 1.3G, 1.4G και 1.4S της κλάσης 1 της ADR, τα οποία φέρουν τους αναγνωριστικούς αριθμούς UN0092, UN0093, UN0403 ή UN0404 της αντίστοιχης ουσίας, προς διάθεσή τους στους πλησιέστερους στρατώνες.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 1.1.3.6, 4.1, 5.2 και 6.1.

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Διάθεση ληγμένων πυροτεχνικών ουσιών.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Regulation 82(10) of the «Carriage of Dangerous Goods by Road Regulations 2004».

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Οι διατάξεις της ADR σχετικά με τη συσκευασία, τη σήμανση και την επισήμανση ληγμένων ειδών πυροτεχνουργίας, τα οποία φέρουν τους αναγνωριστικούς αριθμούς UN0092, UN0093, UN0403 ή UN0404 της αντίστοιχης ουσίας, προς διάθεσή τους στους πλησιέστερους στρατώνες, δεν εφαρμόζονται με την προϋπόθεση συμμόρφωσης προς τις γενικές διατάξεις της ADR για τις συσκευασίες και ότι το παραστατικό μεταφοράς περιέχει πρόσθετες πληροφορίες. Ισχύει μόνον για τοπικού χαρακτήρα μεταφορές μικρών ποσοτήτων αυτών των ληγμένων ειδών πυροτεχνουργίας, προς τους πλησιέστερους στρατώνες, προς ασφαλή τους διάθεση.

Σχόλια: Η μεταφορά μικρών ποσοτήτων «ληγμένων» θαλάσσιων φωτοβολίδων, ειδικά από ιδιοκτήτες σκαφών αναψυχής και προμηθευτές πλοίων, με σκοπό την ασφαλή τους διάθεση σε στρατώνες, δημιούργησε προβλήματα, ιδίως σε ό, τι αφορά τις απαιτήσεις συσκευασίας. Η παρέκκλιση ισχύει για την τοπική μεταφορά μικρών ποσοτήτων (κάτω εκείνων που προδιαγράφονται στο 1.1.3.6.).

RO-SQ 7.5

Θέμα: Εξαίρεση από τις απαιτήσεις των κεφαλαίων 6.7 και 6.8, σε ό, τι αφορά την οδική μεταφορά ονομαστικά κενών και ακαθάριστων δεξαμενών αποθήκευσης (αποθήκευση σε συγκεκριμένα σημεία) με σκοπό τον καθαρισμό, την επισκευή, τη δοκιμή ή την απόσυρσή τους.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 6.7 και 6.8

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Απαιτήσεις σχεδιασμού, κατασκευής, επιθεώρησης και δοκιμής δεξαμενών.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Προτεινόμενη τροποποίηση των «Carriage of Dangerous Goods by Road Regulations, 2004».

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: [Προτεινόμενη] εξαίρεση από τις απαιτήσεις των κεφαλαίων 6.7 και 6.8, της ADR σε ό, τι αφορά την οδική μεταφορά ονομαστικά κενών και ακαθάριστων δεξαμενών αποθήκευσης (αποθήκευση σε συγκεκριμένα σημεία) με σκοπό τον καθαρισμό, την επισκευή, τη δοκιμή ή την απόσυρσή τους· με την προϋπόθεση ότι α) έχουν αφαιρεθεί οι σωληνώσεις, οι οποίες ήταν συνδεδεμένες με τη δεξαμενή και ήταν εφικτό να αφαιρεθούν· β) η δεξαμενή διαθέτει κατάλληλη ανακουφιστική βαλβίδα, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί κατά τη μεταφορά και γ), εξαρτώμενο από το β) ανωτέρω, όλα τα ανοίγματα των δεξαμενών και των συνδεδεμένων με αυτές σωληνώσεων έχουν σφραγισθεί για την αποτροπή διαφυγής τυχόν επικίνδυνων ουσιών· αυτό, εφόσον είναι εφικτό να επιτευχθούν τα ανωτέρω.

Σχόλια: Οι δεξαμενές αυτές χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση ουσιών σε εγκαταστάσεις και όχι για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Οι δεξαμενές περιέχουν ενδεχομένως πολύ μικρές ποσότητες επικίνδυνων ουσιών κατά τη μεταφορά τους σε διάφορες εγκαταστάσεις για τον καθαρισμό τους, την επισκευή τους, κ.λπ.

Προηγουμένως υπαγόμενες στο άρθρο 6 παράγραφος 10.

RO-SQ 7.6

Θέμα: Εξαίρεση από τα κεφάλαια 5.3, 5.4, μέρος 7 και από το παράρτημα B της ADR, για τη μεταφορά φιαλών αερίου ως μέσων διανομής υπό πίεση (για αναψυκτικά) όταν αυτά μεταφέρονται στο ίδιο όχημα με τα αναψυκτικά (για τα οποία προορίζονται).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: κεφάλαια 5,3, 5.4, μέρος 7 και παράρτημα B.

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Σήμανση των οχημάτων, υποχρεωτική τεκμηρίωση και διατάξεις σχετικά με τον εξοπλισμό μεταφοράς και τις δραστηριότητες μεταφορών.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Προτεινόμενη τροποποίηση των «Carriage of Dangerous Goods by Road Regulations, 2004».

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: [Προτεινόμενη] εξαίρεση από τις απαιτήσεις των κεφαλαίων 5.3, 5.4, από το μέρος 7 και από το παράρτημα B της ADR, για τη μεταφορά φιαλών αερίου ως μέσων διανομής υπό πίεση για αναψυκτικά, όταν αυτά μεταφέρονται στο ίδιο όχημα με τα αναψυκτικά (για τα οποία προορίζονται).

Σχόλια: Η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην παράδοση δεμάτων αναψυκτικών, τα οποία δεν αποτελούν ουσίες της ADR, μαζί με μικρές ποσότητες μικρών φιαλών των σχετικών μέσων διανομής υπό πίεση.

Προηγουμένως υπαγόμενες στο άρθρο 6 παράγραφος 10.

RO-SQ 7.7

Θέμα: Για τις εθνικές μεταφορές εντός της Ιρλανδίας, εξαίρεση από τις απαιτήσεις κατασκευής και δοκιμής δοχείων, και των διατάξεων για τη χρήση τους, που περιλαμβάνονται στα κεφάλαια 6.2 και 4.1 της ADR για φιάλες και βαρέλια αερίου υπό πίεση της κλάσης 2· τα είδη αυτά έχουν μεταφερθεί με πολλούς τρόπους μεταφοράς, ακόμη και δια θαλάσσης, με την προϋπόθεση ότι i) αυτές οι φιάλες και τα βαρέλια υπό πίεση έχουν κατασκευασθεί, δοκιμασθεί και χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον κώδικα IMDG, ii) αυτές οι φιάλες και τα βαρέλια υπό πίεση δεν ξαναγεμίζονται στην Ιρλανδία αλλά επιστρέφονται ονομαστικά κενά στη χώρα προέλευσης του πολυτροπικού ταξιδιού, και iii) αυτές οι φιάλες και τα βαρέλια υπό πίεση διανέμονται τοπικά σε μικρές ποσότητες.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 1.1.4.2, 4.1 και 6.2

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Διατάξεις για τις πολυτροπικές μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων των θαλάσσιων, για τη χρήση των φιαλών και των βαρελιών αερίου υπό πίεση της κλάσης 2 της ADR και για την κατασκευή και τη δοκιμή αυτών των φιαλών και βαρελιών αερίου υπό πίεση της κλάσης 2 της ADR.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Προτεινόμενη τροποποίηση στους «Carriage of Dangerous Goods by Road Regulations, 2004».

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: [Πρόταση] Οι διατάξεις των κεφαλαίων 4.1 και 6.2 δεν ισχύουν για τις φιάλες και τα βαρέλια αερίου υπό πίεση της κλάσης 2 υπό τον όρο ότι i) κατασκευάζονται και υποβάλλονται σε δοκιμή σύμφωνα με τον κώδικα IMDG, ii) χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον κώδικα IMDG, iii) μεταφέρονται στον παραλήπτη με πολυτροπικές μεταφορές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι θαλάσσιες, iv) η μεταφορά τους στον τελικό χρήστη συνίσταται από ένα μόνον ταξίδι, το οποίο ολοκληρώνεται μέσα στην ίδια ημέρα, από την επιχείρηση της πολυτροπικής μεταφοράς [που αναφέρεται στο σημείο iii) προηγουμένως], v) δεν ξαναγεμίζονται στο κράτος και επιστρέφονται ονομαστικά κενά στη χώρα από την οποία άρχισε η πολυτροπική μεταφορά [που αναφέρεται στο σημείο iii) προηγουμένως], και vi) διανέμονται τοπικά στο κράτος προορισμού σε μικρές ποσότητες.

Σχόλια: Τα αέρια που περιέχουν οι φιάλες και τα βαρέλια υπό πίεση είναι των προδιαγραφών που έχουν ζητήσει οι τελικοί χρήστες, οπότε χρειάζεται να εισάγονται εκτός περιοχής ADR. Ανάλογα με τη χρήση, αυτές οι ονομαστικά κενές φιάλες και βαρέλια αερίου υπό πίεση απαιτείται να επιστρέφονται στη χώρα προέλευσής τους, για να ξαναγεμισθούν με ειδικά προδιαγεγραμμένα αέρια — δεν ξαναγεμίζονται στην Ιρλανδία ούτε σε κανένα άλλο μέρος της περιοχής ADR. Μολονότι δεν είναι σύμφωνα με την ADR, είναι σύμφωνα με τον κώδικα IMDG και έχουν γίνει δεκτά με αυτόν τον κώδικα. Η πολυτροπική μεταφορά, η οποία αρχίζει εκτός περιοχής ADR, ολοκληρώνεται στις εγκαταστάσεις του εισαγωγέα, από όπου θα διανεμηθούν οι φιάλες και τα βαρέλια αερίου υπό πίεση προς τελική χρήση τοπικά μέσα στην Ιρλανδία σε μικρές ποσότητες. Η μεταφορά, μέσα στην Ιρλανδία, εμπίπτει στο τροποποιημένο άρθρο 6 παράγραφος 9 της τροποποιημένης οδηγίας 94/55/ΕΚ.

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

RO-SQ 13.1

Θέμα: Μεταφορά ορισμένων ποσοτήτων επικίνδυνων εμπορευμάτων με ιδιωτικά αυτοκίνητα και λεωφορεία.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 4.1, 5.4

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Διατάξεις για τις συσκευασίες, τεκμηρίωση.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Liikenne- ja viestintäministeriön asetus vaarallisten aineiden kuljetuksesta tiellä (277/2002; 313/2003).

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Η μεταφορά με ιδιωτικά αυτοκίνητα και λεωφορεία ορισμένων ποσοτήτων επικίνδυνων εμπορευμάτων που εμπίπτουν στο 1.1.3.6, μέγιστης καθαρής μάζας 200 kg, επιτρέπεται χωρίς τη χρήση παραστατικού μεταφοράς και χωρίς την εκπλήρωση όλων των απαιτήσεων συσκευασίας.

RO-SQ 13.2

Θέμα: Περιγραφή των κενών δεξαμενών στο παραστατικό μεταφοράς.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 5.4.1.1.6

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Ειδικές διατάξεις για κενές ακαθάριστες συσκευασίες, οχήματα, εμπορευματοκιβώτια, δεξαμενές, ηλεκτροκίνητα οχήματα με συσσωρευτή και MEGC.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Liikenne- ja viestintäministeriön asetus vaarallisten aineiden kuljetuksesta tiellä (277/2002; 313/2003).

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Για τα κενά και ακαθάριστα βυτιοφόρα οχήματα με τα οποία μεταφέρθηκαν δυο ή περισσότερες ουσίες με αριθμό UN 1202, 1203 και 1223, η περιγραφή στα παραστατικά μεταφοράς μπορεί να συμπληρώνεται με τη μνεία «Τελευταίο φορτίο» μαζί με την ονομασία του προϊόντος με το χαμηλότερο σημείο ανάφλεξης· «Κενό βυτιοφόρο 3, τελευταίο φορτίο: UN 1203 καύσιμο κινητήρων, II».

RO-SQ 13.3

Θέμα: Επισήμανση και σήμανση της μονάδας μεταφοράς εκρηκτικών.

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 5.3.2.1.1

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Γενικές διατάξεις για τη σήμανση της πινακίδας πορτοκαλί χρώματος.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Liikenne- ja viestintäministeriön asetus vaarallisten aineiden kuljetuksesta tiellä (277/2002; 313/2003).

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Οι μονάδες μεταφοράς (συνήθως κλειστά φορτηγά) που μεταφέρουν μικρές ποσότητες εκρηκτικών (μέγιστου καθαρού βάρους 1 000 kg σε λατομεία και εργοτάξια μπορούν να φέρουν επισήμανση εμπρός και πίσω, με πινακίδα του υποδείγματος αριθ. 1.

RO-SQ 13.4

Θέμα: Έγκριση της RO-SQ 6.2.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Θα καθορισθεί σε προσεχείς κανονισμούς.

RO-SQ 13.5

Θέμα: Έγκριση της RO-SQ 6.4.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Θα καθορισθεί σε προσεχείς κανονισμούς.

ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

RO-SQ 15.1

Θέμα: Μεταφορά ορισμένων ραδιενεργών υλικών χαμηλής επικινδυνότητας όπως επιτραπέζια ρολόγια, ρολόγια χειρός, ανιχνευτές καπνού, πυξίδες (E1).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: Οι περισσότερες απαιτήσεις της ADR

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Απαιτήσεις για τη μεταφορά υλικών της κλάσης 7.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Ραδιενεργά υλικά (οδικές μεταφορές) (Μεγάλη Βρετανία) Regulations 1996 reg 3(2)(f), (g) και (h).

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Πλήρης εξαίρεση από τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας ορισμένων εμπορικών προϊόντων που περιέχουν περιορισμένες ποσότητες ραδιενεργού υλικού.

Σχόλια: Πρόκειται για παρέκκλιση βραχυπρόθεσμης διάρκειας, η οποία δεν θα χρειάζεται όταν ενσωματωθούν στην ADR τροποποιήσεις, παρεμφερείς με τους κανονισμούς της IAEA.

RO-SQ 15.2

Θέμα: Eξαίρεση από την απαίτηση παραστατικού μεταφοράς για ορισμένες ποσότητες επικίνδυνων εμπορευμάτων όπως ορίζεται στο σημείο 1.1.3.6 (E2).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 1.1.3.6.2 και 1.1.3.6.3

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Eξαιρέσεις από ορισμένες απαιτήσεις για ορισμένες ποσότητες ανά μονάδα μεταφοράς.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Carriage of Dangerous Goods by Road Regulations 1996, reg.3 και reg.13 και Schedule 2(8).

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Δεν απαιτείται παραστατικό μεταφοράς για περιορισμένες ποσότητες, εκτός εάν αυτές αποτελούν μέρος μεγαλύτερου φορτίου.

Σχόλια: Η εξαίρεση είναι κατάλληλη για τις εγχώριες μεταφορές, στις οποίες δεν χρειάζεται πάντοτε παραστατικό μεταφοράς όταν πρόκειται για τοπική διανομή.

RO-SQ 15.3

Θέμα: Μεταφορά μεταλλικών κυλίνδρων μικρής διατομής για χρήση σε αερόστατα θερμού αέρα μεταξύ του σημείου πλήρωσής τους και του σημείου εκτόξευσης/προσγείωσής τους (E3).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 6.2

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Απαιτήσεις κατασκευής και δοκιμής δοχείων αερίου.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Θα καθορισθεί σε προσεχείς κανονισμούς.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Βλέπε ανωτέρω.

Σχόλια: Οι κύλινδροι αερίου για αερόστατα θερμού αέρα σχεδιάζονται έτσι ώστε να είναι όσο το δυνατόν ελαφρύτεροι, πράγμα που προϋποθέτει ότι πληρούν τις κανονικές απαιτήσεις για τους κυλίνδρους αερίου. Ο μέσος κύλινδρος αερόστατου έχει χωρητικότητα 70 λίτρων νερού, και ο μεγαλύτερος δεν υπερβαίνει τα 90 λίτρα. Δεν μεταφέρονται άνω των 5 κυλίνδρων ταυτόχρονα σε ένα όχημα.

RO-SQ 15.4

Θέμα: Eξαίρεση από την απαίτηση πυροσβεστικού εξοπλισμού για τα οχήματα που μεταφέρουν χαμηλής ραδιενέργειας υλικά (E4).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 8.1.4

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Απαίτηση να διαθέτουν τα οχήματα πυροσβεστικό εξοπλισμό.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Ραδιενεργά υλικά (οδικές μεταφορές) (Μεγάλη Βρετανία) 1996, regs 34(4) και regs 34(5).

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Ο κανονισμός 34 (4) αίρει την απαίτηση πυροσβεστικού εξοπλισμού όταν μεταφέρονται μόνον εξαιρούμενα κόλα (UN 2908, 2909, 2910 και 2911).

Ο κανονισμός 34(5) περιορίζει την απαίτηση όταν πρόκειται μόνον για τη μεταφορά μικρού αριθμού κόλων.

Σχόλια: Η μεταφορά πυροσβεστικού εξοπλισμού στην πράξη δεν σχετίζεται με τη μεταφορά των UN 2908, 2909, 2910, UN 2911, τα οποία συνήθως μεταφέρονται με μικρά οχήματα.

RO-SQ 15.5

Θέμα: Διανομή εμπορευμάτων σε εσωτερικές συσκευασίες σε σημεία λιανικής πώλησης ή χρήσης (εξαιρουμένων των κλάσεων 1 και 7) από τοπικές αποθήκες διανομής σε σημεία λιανικής πώλησης ή χρήσης και από σημεία λιανικής πώλησης σε τελικούς χρήστες (N1).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 6.1

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Απαιτήσεις κατασκευής και δοκιμών της συσκευασίας.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Carriage of Dangerous Goods (Classification, Packaging & Labelling) and Use of Transportable Pressure Receptacles Regulations 1996, Regs. 6(1), 6(3) και 8(5) και Schedule 3.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Δεν απαιτείται για τις συσκευασίες επισήμανση RID/ADR ή UN ή να φέρουν άλλο σήμα εφόσον περιέχουν περιορισμένες ποσότητες όπως ορίζει το Schedule 3.

Σχόλια: Οι απαιτήσεις της ADR δεν αρμόζουν για τα τελικά στάδια μεταφοράς από την αποθήκη στον λιανοπωλητή ή το χρήστη ή από τον λιανοπωλητή στον τελικό χρήστη. Σκοπός της παρέκκλισης είναι να επιτραπούν οι συσκευασίες εμπορευμάτων σε εσωτερικά δοχεία χωρίς εξωτερική συσκευασία για τη λιανική διανομή σε περιορισμένες ποσότητες σύμφωνα με το κεφάλαιο 3.4 για το τελικό στάδιο της τοπικής διανομής τους.

RO-SQ 15.6

Θέμα: Μετακίνηση σταθερών δεξαμενών ονομαστικά κενών που δεν νοούνται ως εξοπλισμός μεταφοράς (N2).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: μέρη 5 και 7-9.

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Απαιτήσεις για τις διαδικασίες αποστολής, τη μεταφορά, την εκμετάλλευση και τα οχήματα.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Θα καθορισθεί σε προσεχείς κανονισμούς.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Βλέπε ανωτέρω.

Σχόλια: Η μετακίνηση τέτοιων σταθερών δεξαμενών δεν αποτελεί κανονική μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων και άρα οι ισχύουσες διατάξεις ADR δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην πράξη. Καθόσον οι δεξαμενές είναι «ονομαστικά κενές», η ποσότητα επικίνδυνων εμπορευμάτων που περιέχουν πραγματικά είναι εξ ορισμού εξαιρετικά μικρή.

RO-SQ 15.7

Θέμα: Να επιτραπεί διαφορετική «μέγιστη συνολική ποσότητα ανά μονάδα μεταφοράς» για εμπορεύματα της κλάσης 1 για τις κατηγορίες 1 και 2 του πίνακα στο σημείο 1.1.3.6.3 (N10).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 1.1.3.6.3 και 1.1.3.6.4

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Eξαιρέσεις σχετικές με τις ποσότητες που μεταφέρονται ανά μονάδα μεταφοράς.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Carriage of Explosives by Road Regulations 1996, reg 13 and Schedule 5; reg. 14 and Schedule 4.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Καθορίζει κανόνες σχετικά με τις εξαιρέσεις για περιορισμένες ποσότητες και τη μικτή φόρτωση εκρηκτικών.

Σχόλια: Να επιτραπούν διαφορετικά όρια ποσότητας, ήτοι «50», για τα εμπορεύματα της κατηγορίας 1 και «500» για τα εμπορεύματα της κατηγορίας 2. Για τον υπολογισμό των μικτών φορτίων, να επιτραπούν πολλαπλασιαστικοί συντελεστές «20» για τη μεταφορά εμπορευμάτων της κατηγορίας 2 και «2» για τη μεταφορά εμπορευμάτων της κατηγορίας 3.

Προηγουμένως παρέκκλιση βάσει του 6.10.

RO-SQ 15.8

Θέμα: Αύξηση της μέγιστης καθαρής μάζας εκρηκτικών ειδών επιτρεπόμενων σε οχήματα EX/II (N13).

Παραπομπή στο παράρτημα της οδηγίας: 7.5.5.2

Περιεχόμενο του παραρτήματος της οδηγίας: Περιορισμοί για τις μεταφερόμενες ποσότητες εκρηκτικών υλών και ειδών.

Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία: Carriage of Explosives by Road Regulations 1996, reg.13, Schedule 3.

Περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας: Περιορισμοί για τις μεταφερόμενες ποσότητες εκρηκτικών υλών και ειδών.