ISSN 0250-8168

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

43ο έτος
22 Σεπτεμβρίου # 2000


Περιεχόμενα

 

II   Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση

Σελίδα

 

 

Συμβούλιο

 

*

Κεκτημένο του Σένγκεν όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της απόφασης 1999/435/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 1999

1

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση

Συμβούλιο

22.9.2000   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 239/1


ΚΕΚΤΗΜΈΝΟ ΤΟΥ ΣΈΝΓΚΕΝ

όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της απόφασης 1999/435/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 1999 (*)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

Σελίδα

Κατάλογος συντομογραφιών

8

Εισαγωγικό σημείωμα

9

1.   

ΣΥΜΦΩΝΙΑ — ΣΥΜΒΑΣΗ — ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΕΙΣ

Συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των κάτω Χωρών σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, που υπεγράφη στο Σένγκεν στις 14 Ιουνίου 1985

13

Σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα

19

Συμφωνία προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990

63

Συμφωνία προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία με συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990

69

Συμφωνία προσχώρησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία με συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990

76

Συμφωνία προσχώρησης της Ελληνικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία με συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990, και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας με συμφωνίες, οι οποίες υπεγράφησαν στη Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991

83

Συμφωνία προσχώρησης της Δημοκρατίας της Αυστρίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία με συμφωνίες, οι οποίες υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991 και στις 6 Νοεμβρίου 1992, αντίστοιχα

90

Συμφωνία προσχώρησης του Βασιλείου της Δανίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990

97

Συμφωνία προσχώρησης Δημοκρατίας της Φινλανδίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990

106

Συμφωνία προσχώρησης του Βασιλείου της Σουηδίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990

115

2.   

— ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

2.1.   

ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με τις δηλώσεις των υπουργών και υφυπουργών [SCH/Com-ex (93) 10]

127

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων εγγράφων [SCH/Com-ex (93) rev. 22]

129

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1994 σχετικά με τη θέση σε ισχύ της σύμβασης εφαρμογής του Σένγκεν της 19ης Ιουνίου 1990 [SCH/Com-ex (94) 29, rev. 2]

130

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1995 σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 2 της σύμβασης Σένγκεν [SCH/Com-ex (95) 20 rev. 2]

133

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου 1997 σχετικά με την εφαρμογή της sύμβασης Σένγκεν στην Ελλάδα [SCH/Com-ex (97) 29 rev. 2]

135

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 23ης Ιουνίου 1998 σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων εγγράφων [SCH/Com-ex (98) 17]

137

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 σχετικά με τη σύσταση της μόνιμης επιτροπής εφαρμογής της σύμβασης Σένγκεν [SCH/Com-ex (98) 26 def.]

138

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 23ης Ιουνίου 1998 σχετικά με τη γενική ρήτρα που καλύπτει το σύνολο του τεχνικού κεκτημένου Σένγκεν [SCH/Com-ex (98) rev. 29]

144

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 σχετικά με τη δημιουργία ad hoc επιτροπής για την Ελλάδα [SCH/Com-ex (98) rev. 43]

145

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τη θέση σε ισχύ της σύμβασης Σένγκεν στην Ελλάδα [SCH/Com-ex (98) 49 rev. 3])

147

2.2.   

ΤΙΤΛΟΣ II ΣΕΣ: ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ ΣΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με την παράταση της ενιαίας θεώρησης [SCH/Com-ex (93) 21]

151

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με τις κοινές αρχές για την ακύρωση, την ανάκληση ή τη μείωση της διάρκειας ισχύος της ενιαίας θεώρησης [SCH/Com-ex (93) 24]

154

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 26ης Απριλίου 1994 σχετικά με μέτρα αναπροσαρμογής για την άρση των εμποδίων και των περιορισμών της κυκλοφοριακής ροής στα σημεία οδικής διέλευσης των εσωτερικών συνόρων [SCH/Com-ex (94) 1, rev. 2]

157

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 26ης Απριλίου 1994 σχετικά με τη χορήγηση ενιαίων θεωρήσεων στα σύνορα [SCH/Com-ex (94) 2]

163

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 21ης Νοεμβρίου 1994 σχετικά με την καθιέρωση αυτοματοποιημένης διαδικασίας για τη διαβούλευση με τις κεντρικές αρχές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 της σύμβασης [SCH/Com-ex (94) rev. 15]

165

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 21ης Νοεμβρίου 1994 σχετικά με την προμήθεια κοινών σφραγίδων εισόδου και εξόδου [SCH/Com-ex (94) rev. 16]

166

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1994 σχετικά με την καθιέρωση και εφαρμογή του συστήματος Σένγκεν στους αερολιμένες και τα δευτερεύοντα αεροδρόμια [SCH/Com-ex (94) 17, rev. 4]

168

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1994 σχετικά με την ανταλλαγή στατιστικών πληροφοριών για τη χορήγηση θεωρήσεων [SCH/Com-ex (94) 25]

173

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 5ης Μαΐου 1995 σχετικά με την κοινή πολιτική θεωρήσεων που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της συνεδρίασης της εκτελεστικής επιτροπής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 1995 [SCH/Com-ex (95) PV rev. 1, σημείο 8]

175

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1995 σχετικά με την ταχεία ανταλλαγή μεταξύ των κρατών Σένγκεν στατιστικών και συγκεκριμένων πληροφοριών για ενδεχόμενες δυσλειτουργίες στα εξωτερικά σύνορα [SCH/Com-ex (95) 21]

176

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 27ης Ιουνίου 1996 σχετικά με τη χορήγηση θεώρησης Σένγκεν σε συνδυασμό με το άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο α) της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν [SCH/Com-ex (96) rev. 13]

180

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με τη χορήγηση θεωρήσεων στα σύνορα για διερχόμενους ναυτικούς [SCH/Com-ex (96) 27]

182

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με την εναρμόνιση της πολιτικής θεωρήσεων [SCH/Com-ex (97) 32]

186

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με την εφαρμογή της κοινής δράσης όσον αφορά τις άδειες διαμονής ενιαίου τύπου [SCH/Com-ex (97) rev. 34]

187

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για αποδεικτικά στοιχεία και ενδείξεις στο πλαίσιο των συμφωνιών επανεισδοχής μεταξύ κρατών Σένγκεν [SCH/Com-ex (97) rev. 39]

188

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 21ης Απριλίου 1998 σχετικά με την έκθεση δραστηριοτήτων της Task Force [SCH/Com-ex (98) 1, rev. 2]

191

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 21ης Απριλίου 1998 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ συμβαλλομένων μερών κατά την απομάκρυνση υπηκόων τρίτων κρατών αεροπορικώς [SCH/Com-ex (98) 10]

193

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 21ης Απριλίου 1998 σχετικά με την επιτόπου ανταλλαγή στατιστικών στοιχείων για τη χορήγηση θεωρήσεων [SCH/Com-ex (98) 12]

196

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 23ης Ιουνίου 1998 σχετικά με τα μέτρα που θα ληφθούν έναντι των κρατών τα οποία θέτουν προβλήματα σε θέματα χορήγησης εγγράφων για την απομάκρυνση από το χώρο Σένγκεν [SCH/Com-ex (98) rev. 18]

197

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 23ης Ιουνίου 1998 σχετικά με τους τίτλους διαμονής του Μονακό [SCH/Com-ex (98) 19]

199

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 23ης Ιουνίου 1998 σχετικά με την απόθεση σφραγίδας στα διαβατήρια των αιτούντων θεώρηση [SCH/COM-ex (98) 21]

200

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 σχετικά με τη διαβίβαση του κοινού εγχειριδίου στα υποψήφια προς ένταξη κράτη στην ΕΕ [SCH/Com-ex (98) 35 rev. 2]

202

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 27ης Οκτωβρίου 1998 σχετικά με πρόγραμμα δράσης για τη λήψη μέτρων καταπολέμησης της λαθρομετανάστευσης [SCH/Com-ex (98) 37 def. 2]

203

Απόφαση της κεντρικής ομάδας της 27ης Οκτωβρίου 1998 σχετικά με πρόγραμμα δράσης για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης [SCH/C (98) 117]

205

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με την κατάργηση του γκρίζου καταλόγου των κρατών οι υπήκοοι των οποίων υποβάλλονται από ορισμένα κράτη Σένγκεν στο καθεστώς θεωρήσεων [SCH/Com-ex (98) 53, rev. 2]

206

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με την κατάρτιση εγχειριδίου των εγγράφων που επιδέχονται θεώρηση [SCH/Com-ex (98) 56]

207

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με την εκπόνηση εγχειριδίου για τα έγγραφα που επιδέχονται θεώρηση [SCH/Com-ex (99) 14]

298

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με την καθιέρωση ενός εντύπου ενιαίου τύπου ως αποδεικτικού πρόσκλησης, δήλωσης ανάληψης ευθύνης ή πιστοποιητικού φιλοξενίας [SCH/Com-ex (98) 57]

299

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τη συντονισμένη τοποθέτηση συμβούλων σε θέματα εγγράφων [SCH/Com-ex (98) rev. 59]

308

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με την κατάργηση των προηγούμενων εκδόσεων του κοινού εγχειριδίου και της κοινής προξενικής εγκυκλίου και των παραρτημάτων τους [SCH/Com-ex (99) 13]

317

2.3.   

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τη διασυνοριακή αστυνομική συνεργασία κατά την πρόληψη και διαλεύκανση αξιόποινων πράξεων κατόπιν αιτήματος [SCH/Com-ex (98) 51 rev. 3]

407

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με το μνημόνιο διασυνοριακής αστυνομικής συνεργασίας [SCH/Com-ex (98) 52]

408

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με το κεκτημένο Σένγκεν στον τομέα των τηλεπικοινωνιών [SCH/Com-ex (99) 6]

409

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με τους υπαλλήλους-συνδέσμους [SCH/Com-ex (99) 7 rev. 2]

411

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με τις γενικές αρχές σε ό, τι αφορά την αμοιβή των πληροφοριοδοτών και των προσώπων εμπιστοσύνης [SCH/Com-ex (99) 8 rev. 2]

417

Απόφαση της κεντρικής ομάδας της 22ας Μαρτίου 1999 σχετικά με τις γενικές αρχές ως προς την αμοιβή των πληροφοριοδοτών και εμπίστων προσώπων [SCH/C (99) 25]

420

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με τη βελτίωση της αστυνομικής συνεργασίας σχετικά με την πρόληψη και την έρευνα αξιόποινων πράξεων [SCH/Com-ex (99) 18]

421

2.4.   

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με τη βελτίωση της πρακτικής δικαστικής συνεργασίας για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών [SCH/Com-ex (93) 14]

427

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 όσον αφορά τη συμφωνία συνεργασίας με τις διαδικασίες που αφορούν παραβάσεις του ΚΟΚ και την εκτέλεση των σχετικών χρηματικών κυρώσεων [SCH/Com-ex (99) 11 rev. 2]

428

Δήλωση της εκτελεστικής επιτροπής της 26ης Ιουνίου 1996 σχετικά με την έκδοση [SCH/Com-ex (96) decl. 6, rev. 2]

435

Δήλωση της εκτελεστικής επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου 1998 σχετικά με την απαγωγή ανηλίκων [SCH/Com-ex (97) decl. 13, rev. 2]

436

2.5.   

SIS

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με τον οικονομικό κανονισμό για τα έξοδα εγκατάστασης και λειτουργίας του C.SIS Σένγκεν [SCH/Com-ex (93) 16]

439

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 25ης Απριλίου 1997 σχετικά με την κατακύρωση της προκαταρτικής μελέτης του SIS II [SCH/Com-ex (97) 2, rev. 2]

440

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου 1997 σχετικά με τη συμμετοχή της Νορβηγίας και της Ισλανδίας στα έξοδα εγκατάστασης και λειτουργίας του C.SIS [SCH/Com-ex (97) 18]

441

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου 1997 σχετικά με την ανάπτυξη του SIS [SCH/Com-ex (97) 24]

442

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με την τροποποίηση του δημοσιονομικού κανονισμού που αφορά το C.SIS [SCH/Com-ex (97) 35]

444

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 21ης Απριλίου 1998 σχετικά με το C.SIS με 15/18 συνδέσεις [SCH/Com-ex (98) 11]

452

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με τον προϋπολογισμό 1999 για το HelpDesk [SCH/Com-ex (99) 3]

453

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με τις δαπάνες εγκατάστασης του C.SIS [SCH/Com-ex (99) 4]

454

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με το εγχειρίδιο Sirene [SCH/Com-ex (99) 5]

457

Δήλωση της εκτελεστικής επιτροπής της 18ης Απριλίου 1996 σχετικά με τον ορισμό της έννοιας «αλλοδαπός» [SCH/Com-ex (96) decl. 5]

458

Δήλωση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με τη διάρθρωση του SIS [SCH/Com-ex (99) décl. rev. 2]

459

2.6.   

ΔΙΑΦΟΡΑ

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1994 σχετικά με το πιστοποιητικό για τη μεταφορά ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών βάσει του άρθρου 75 [SCH/Com-ex (94) rev. 28]

463

Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με την παράνομη διακίνηση όπλων [SCH/Com-ex (99) 10]

469


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ

ΣΕΣ

Σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν

OJ

Ημερήσια διάταξη

PV

Πρακτικά

REV

Αναθεωρημένη έκδοση

CORR

Διορθωτικό

ΚΠΕ

Κοινή προξενική εγκύκλιος

SCH

Σένγκεν

SCH/M

Υπουργοί και υφυπουργοί (μέχρι τον Οκτώβριο 1993)

SCH/COM-EX

Εκτελεστική επιτροπή

SCH/C

Κεντρική ομάδα

SCH/I

Ομάδα εργασίας I «Αστυνομία και aσφάλεια»

SCH/I-AR

Ομάδα εργασίας I «Αστυνομία και ασφάλεια» — υποομάδα «Όπλα»

SCH/I-FRONT

Ομάδα εργασίας I «Αστυνομία και ασφάλεια» — υποομάδα «Σύνορα»

SCH/I-TELECOM

Ομάδα εργασίας I «Αστυνομία και ασφάλεια» — υποομάδα «Τηλεπικοινωνίες»

SCH/GEM-HANDB

Ομάδα εργασίας I «Αστυνομία και ασφάλεια» — υποομάδα «Κοινό εγχειρίδιο»

SCH/STUP

Ομάδα εργασίας «Ναρκωτικά» (άρθρο 70)

SCH/II

Ομάδα εργασίας II «Κυκλοφορία προσώπων»

SCH/II-READ

Ομάδα εργασίας II «Κυκλοφορία προσώπων» — υποομάδα «Επανεισδοχή»

SCH/II-VISA

Ομάδα εργασίας II «Κυκλοφορία προσώπων» — υποομάδα «Θεωρήσεις»

SCH/II-VISION

Ομάδα εργασίας II «Κυκλοφορία προσώπων» — υποομάδα «Vision»

SCH/III

Ομάδα εργασίας III «Δικαστική συνεργασία»

SCH/OR.SIS

Ομάδα εργασίας «Επιτροπή προσανατολισμού “SIS”»

SCH/OR.SIS/SIS

Ομάδα εργασίας «Επιτροπή προσανατολισμού “SIS”» — υποομάδα «Σύστημα πληροφοριών Σένγκεν»

SCH/OR.SIS/SIRENE

Ομάδα εργασίας «Επιτροπή προσανατολισμού “SIS”» — υποομάδα «Sirene»

SCH/SG

Σημείωμα Σένγκεν «Γενική γραμματεία»

SIS

Σύστημα πληροφοριών Σένγκεν

C.SIS

Σύστημα πληροφοριών Σένγκεν — Κεντρικό μέρος

N.SIS

Σύστημα πληροφοριών Σένγκεν — Εθνικό μέρος

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

1.

Το άρθρο 1 παράγραφος 2 της απόφασης 1999/435/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1999 (1), ορίζει ότι το κεκτημένο του Σένγκεν όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πλην των διατάξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 2, καθώς και των διατάξεων οι οποίες, κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, χαρακτηρίζονται ως «εμπιστευτικές» από την εκτελεστική επιτροπή του Σένγκεν.

Στο άρθρο 2 της ίδιας απόφασης του Συμβουλίου διευκρινίζεται ότι δεν είναι απαραίτητο να καθορίσει το Συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των συνθηκών, νομική βάση για τις διατάξεις και αποφάσεις οι οποίες συνιστούν μέρος του κεκτημένου του Σένγκεν και απαριθμούνται στο παράρτημα Β της εν λόγω απόφασης.

Η παρούσα δημοσίευση, λοιπόν, περιλαμβάνει τα κείμενα των διατάξεων και αποφάσεων που αποτελούν μέρος αυτού του κεκτημένου και ως προς τις οποίες το Συμβούλιο καθόρισε, στην απόφαση 1999/436/ΕΚ, της 20ής Μαΐου 1999 (2), νομική βάση σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των συνθηκών.

2.

Η δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει επίσης τις σχετικές με το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS) διατάξεις και αποφάσεις που αποτελούν μέρος του κεκτημένου του Σένγκεν και οι οποίες, στην απόφαση του Συμβουλίου για τον καθορισμό της νομικής βάσης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των συνθηκών, συνοδεύονται από την ένδειξη «π.υ.».

3.

Η εν λόγω δημοσίευση παρουσιάζει το κεκτημένο του Σένγκεν, όπως είχε κατά την ενσωμάτωσή του στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ (1η Μαΐου 1999). Εφόσον το κεκτημένο του Σένγκεν συγκεντρώνει πληροφορίες προερχόμενες από τα ενδιαφερόμενα κράτη — π.χ. όσον αφορά την πολιτική τους στον τομέα των θεωρήσεων για τους υπηκόους τρίτων χωρών που δεν περιλαμβάνονται στον κοινό κατάλογο τρίτων χωρών, των οποίων οι υπήκοοι πρέπει να διαθέτουν θεώρηση για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων — είναι σκόπιμο να ζητηθούν πληροφορίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής ή της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου σχετικά με τυχόν τροποποιήσεις που έγιναν μετά την 1η Μαΐου 1999.

4.

Όσον αφορά το κείμενο της σύμβασης της 19ης Ιουνίου 1990 για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η παρούσα δημοσίευση περιλαμβάνει, για λόγους συγκεφαλαίωσης, το σύνολο των διατάξεών της. Εντούτοις, για τις διατάξεις που τυπώνονται με πλάγια στοιχεία, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι δεν είναι απαραίτητο να ορισθεί νομική βάση σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των συνθηκών.

5.

Για να διευκολύνει την πρόσβαση στο μέρος του κεκτημένου του Σένγκεν που περιλαμβάνει τις αποφάσεις και τις δηλώσεις της εκτελεστικής επιτροπής του Σένγκεν, η παρούσα δημοσίευση τις συγκεντρώνει σε ενότητες ανάλογα με το θέμα τους. Προς το σκοπό αυτό γίνεται διάκριση μεταξύ των αποφάσεων και δηλώσεων που αφορούν:

«οριζόντια» θέματα,

την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων,

την αστυνομική συνεργασία,

τη δικαστική συνεργασία επί ποινικών υποθέσεων και

το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS).

Σε κάθε ενότητα οι αποφάσεις έχουν περιληφθεί με χρονολογική σειρά και το ίδιο συμβαίνει και με τις δηλώσεις της εκτελεστικής επιτροπής.

6.

Στο διατακτικό ορισμένων αποφάσεων της εκτελεστικής επιτροπής γίνεται μνεία εγγράφων που έχουν καταρτιστεί στο πλαίσιο της συνεργασίας Σένγκεν και τα οποία, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου για τον ορισμό του κεκτημένου του Σένγκεν, συνιστούν βέβαια τμήμα αυτού του κεκτημένου, αλλά το Συμβούλιο αποφάσισε ότι δεν είναι απαραίτητο να καθοριστεί σχετική νομική βάση δυνάμει των οικείων διατάξεων των συνθηκών. Συνεπώς, τα έγγραφα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα δημοσίευση.

7.

Το ίδιο ισχύει και για τα έγγραφα που μνημονεύονται στο προοίμιο ορισμένων αποφάσεων της εκτελεστικής επιτροπής, χωρίς η σχετική μνεία να επανεμφανίζεται στο διατακτικό των αποφάσεων αυτών.

8.

Τέλος, υπάρχουν αποφάσεις με τις οποίες η εκτελεστική επιτροπή ενέκρινε έγγραφα που έχουν περιληφθεί σε παράρτημα, ως προς τα οποία αποφασίστηκε από τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου, δυνάμει της ευθύνης που έχει σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου, ότι πρέπει να χαρακτηρισθούν «εμπιστευτικά» ή «περιορισμένης χρήσεως» ως έγγραφα του Συμβουλίου. Ως εκ τούτου, ούτε τα παραρτήματα αυτά έχουν δημοσιευθεί.


(*)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 1.

(1)  Απόφαση του Συμβουλίου για τον ορισμό του κεκτημένου του Σένγκεν, προκειμένου να προσδιοριστεί, δυνάμει των οικείων διατάξεων της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η νομική βάση για καθεμία από τις διατάξεις ή αποφάσεις που συνιστούν το κεκτημένο του Σένγκεν (ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 1).

(2)  Απόφαση του Συμβουλίου για τον καθορισμό, δυνάμει των οικείων διατάξεων της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της νομικής βάσης για κάθε διάταξη ή απόφαση που συνιστά το κεκτημένο του Σένγκεν (ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 17).


1.   ΣΥΜΦΩΝΙΑ — ΣΥΜΒΑΣΗ — ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΕΙΣ

ΣΥΜΦΩΝΙΑ

μεταξύ των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, που υπεγράφη στο Σένγκεν στις 14 Ιουνίου 1985

Οι κυβερνήσεις του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, της ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, της ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, του ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΟΥΚΑΤΟΥ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ,

εφεξής καλούμενες «τα μέρη»,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ του γεγονότος ότι η όλο και στενότερη ένωση των λαών των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να βρει την έκφρασή της στην ελεύθερη διέλευση των εσωτερικών συνόρων από όλους τους υπηκόους των κρατών μελών και στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών,

ΘΕΛΟΝΤΑΣ να ενισχύσουν την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών τους με την άρση των εμποδίων που παρακωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία στα κοινά σύνορα μεταξύ των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ υπόψη την πρόοδο που έχει ήδη σημειωθεί στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την εξασφάλιση της ελεύθερη κυκλοφορίας των προσώπων, των προϊόντων και των υπηρεσιών,

ΕΜΠΝΕΟΜΕΝΟΙ από τη θέληση να επιτύχουν την κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα κατά την κυκλοφορία των υπηκόων των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να διευκολύνουν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας μπορεί να χρειαστούν νομοθετικά μέτρα τα οποία θα πρέπει να υποβληθούν στα εθνικά κοινοβούλια με βάση τους συνταγματικούς κανόνες των υπογραφόντων κρατών,

Έχοντας υπόψη:

τη δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Φονταινμπλό της 25ης και 26ης Ιουνίου 1984 σχετικά με την κατάργηση στα εσωτερικά σύνορα των αστυνομικών και τελωνειακών διατυπώσεων για την κυκλοφορία των προσώπων και των εμπορευμάτων,

τη συμφωνία που συνήφθη στο Saarbrücken στις 13 Ιουλίου 1984 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας,

τα συμπεράσματα της από 31 Μαΐου 1984 συνεδριάσως στο Neustadt/Aisch των υπουργών μεταφορών των κρατών Μπενελούξ και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,

το υπόμνημα των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ της 12ης Δεκεμβρίου 1984 το οποίο υποβλήθηκε στις κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 1

Από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας και μέχρι την ολική κατάργηση κάθε ελέγχου, οι διατυπώσεις στα κοινά σύνορα μεταξύ των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας θα διεξάγονται, όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τις κατωτέρω προϋποθέσεις.

Άρθρο 2

Στον τομέα της κυκλοφορίας των προσώπων, οι αστυνομικές και τελωνειακές αρχές ασκούν από τις 15 Ιουνίου 1985, κατά κανόνα, απλό οπτικό έλεγχο των τουριστικών οχημάτων τα οποία διέρχονται τα κοινά σύνορα με μειωμένη ταχύτητα, χωρίς να τα σταματούν.

Μπορούν πάντως να διεξάγουν, δειγματοληπτικά, σχολαστικότερο έλεγχο. Οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνται, εφόσον είναι δυνατόν, σε ειδικούς χώρους, ώστε να μην διακόπτεται η κυκλοφορία των λοιπών οχημάτων που διέρχονται τα σύνορα.

Άρθρο 3

Για να διευκολύνεται ο οπτικός έλεγχος, οι υπήκοοι των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που σκοπεύουν να διέλθουν τα κοινά σύνορα με αυτοκίνητο μπορούν να επικολλούν στο παρμπρίζ του εν λόγω αυτοκινήτου ένα πράσινο σήμα διαμέτρου τουλάχιστον οκτώ εκατοστών. Το σήμα αυτό σημαίνει ότι έχουν συμμορφωθεί με τις διατάξεις της αστυνομίας των συνόρων, ότι μεταφέρουν μόνον επιτρεπόμενα εμπορεύματα εντός των ορίων των ατελειών και ότι τηρούν το σύνολο των κανόνων περί συναλλάγματος.

Άρθρο 4

Τα μέρη καταβάλουν κάθε προσπάθεια να περιορίσουν στο ελάχιστο το χρόνο στάσης στα κοινά σύνορα για λόγους ελέγχου των επαγγελματικών επιβατικών οχημάτων.

Τα μέρη θα αναζητήσουν λύσεις για την κατάργηση, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986, του συστηματικού ελέγχου στα κοινά σύνορα του δηλωτικού μεταφοράς επιβατών φύλλου πορείας και των αδειών μεταφοράς για τις επαγγελματικές οδικές επιβατικές μεταφορές.

Άρθρο 5

Πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986, θα καθιερωθούν κοινοί έλεγχοι στους εκατέρωθεν των συνόρων ευρισκόμενους συνοριακούς σταθμούς, εφόσον αυτό δεν έχει ήδη γίνει στην πράξη και στο βαθμό που το επιτρέπουν οι εγκαταστάσεις. Θα εξεταστεί, αργότερα, αν είναι δυνατόν να καθιερωθούν σημεία κοινών ελέγχων σε άλλους μεθοριακούς σταθμούς, εφόσον το επιτρέπουν οι τοπικές συνθήκες.

Άρθρο 6

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής πιο ευνοϊκών ρυθμίσεων μεταξύ τους, τα μέρη θα λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των υπηκόων των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατοικούν σε δήμους ή κοινότητες ευρισκόμενους πλησίον των κοινών συνόρων, με σκοπό να μπορούν να διέρχονται τα σύνορα αυτά και από άλλα σημεία εκτός από τα εγκεκριμένα σημεία διέλευσης και σε άλλες ώρες εκτός από τις ώρες λειτουργίας των μεθοριακών σταθμών ελέγχου.

Οι ενδιαφερόμενοι θα απολαύουν των εν λόγω πλεονεκτημάτων μόνον εφόσον μεταφέρουν επιτρεπόμενα εμπορεύματα εντός των ορίων των εγκεκριμένων ατελειών και εφόσον τηρούν το σύνολο των κανόνων περί συναλλάγματος.

Άρθρο 7

Τα μέρη θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια να συντονίσουν το συντομότερο δυνατό τις πολιτικές τους στον τομέα των θεωρήσεων για να αποφευχθούν οι αρνητικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η ελάφρυνση των ελέγχων στα κοινά σύνορα όσον αφορά την μετανάστευση και την ασφάλεια. Λαμβάνουν, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986, ει δυνατόν, τα απαραίτητα μέτρα για να εφαρμόσουν τις διαδικασίες τους σχετικά με τη χορήγηση των θεωρήσεων και την είσοδο προσώπων στο έδαφός τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ανάγκη προστασίας του συνόλου των εδαφών των πέντε κρατών κατά της παράνομης μετανάστευσης και των δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια.

Άρθρο 8

Ενόψει της ελαφρύνσεως των ελέγχων στα κοινά σύνορα και λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν να καταπολεμήσουν ενεργά στο έδαφός τους το λαθρεμπόριο ναρκωτικών και να συντονίσουν αποτελεσματικά τις δράσεις τους σε αυτόν τον τομέα.

Άρθρο 9

Τα μέρη θα ενισχύσουν τη συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών και αστυνομικών τους αρχών, κυρίως όσον αφορά την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, ειδικότερα δε της παράνομης διακίνησης όπλων και ναρκωτικών, της παράνομης εισόδου και διαμονής προσώπων και της φορολογικής και τελωνειακής απάτης και του λαθρεμπορίου. Για το σκοπό αυτό και εντός των πλαισίων των εθνικών τους νομοθεσιών, τα μέρη καταβάλλουν προσπάθειες για τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών και για την ενίσχυσή της, προκειμένου για πληροφορίες που θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμες στα υπόλοιπα μέρη στον αγώνα τους κατά της εγκληματικότητας.

Τα μέρη θα ενισχύσουν, στα πλαίσια των εθνικών τους νομοθεσιών, την αμοιβαία συνδρομή κατά της κινήσεως κεφαλαίων που πραγματοποιείται κατά παράβαση των σχετικών κανόνων.

Άρθρο 10

Για να εξασφαλισθεί η προβλεπόμενη στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 συνεργασία, θα πραγματοποιούνται τακτικά συνεδριάσεις των αρμοδίων αρχών των μερών.

Άρθρο 11

Στα πλαίσια της διασυνοριακής οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων, τα μέρη θα παύσουν από 1ης Ιουλίου 1985 να ασκούν συστηματικά στα κοινά σύνορα τους ακόλουθους ελέγχους:

τον έλεγχο των χρόνων οδηγήσεως και αναπαύσεως [κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 543/69 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1969, περί εναρμονίσεως ορισμένων κοινωνικών διατάξεων που αφορούν τις οδικές μεταφορές και της AETR],

τον έλεγχο του βάρους και των διαστάσεων των επαγγελματικών οχημάτων· η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την εισαγωγή αυτόματων συστημάτων ζυγίσματος με σκοπό το δειγματοληπτικό έλεγχο του βάρους,

τους τεχνικούς ελέγχους των οχημάτων.

Θα ληφθούν μέτρα προς αποφυγή των διπλών ελέγχων στο εσωτερικό των συμβαλλομένων μερών.

Άρθρο 12

Από την 1η Ιουλίου 1985, ο έλεγχος των εγγράφων που δικαιολογούν την εκτέλεση των μεταφορών που πραγματοποιούνται χωρίς έγκριση ή τίθενται εκτός ποσόστωσης σύμφωνα με τις κοινοτικές ή διμερείς διατάξεις αντικαθίσταται στα κοινά σύνορα από δειγματοληπτικό έλεγχο. Τα οχήματα που εκτελούν μεταφορές οι οποίες υπάγονται σε αυτά τα καθεστώτα θα αναγνωρίζονται κατά τη διέλευση των συνόρων χάρη στην επικόλληση εμφανούς σήματος. Οι αρμόδιες αρχές των μερών καθορίζουν βάσει κοινής συμφωνίας τα τεχνικά χαρακτηριστικά αυτού του εμφανούς σήματος.

Άρθρο 13

Τα μέρη θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια να εναρμονίσουν, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986, τα καθεστώτα παροχής άδειας για τις επαγγελματικές οδικές μεταφορές τα οποία ισχύουν μεταξύ τους για τη διασυνοριακή κυκλοφορία, με σκοπό την απλούστευση και την ελάφρυνσή τους και τη δυνατότητα να αντικατασταθούν οι «άδειες συγκεκριμένου ταξιδίου» από τις «άδειες ορισμένου χρόνου», με οπτικό έλεγχο κατά τη διέλευση των κοινών συνόρων.

Οι διαδικασίες μετατροπής των αδειών συγκεκριμένου ταξιδίου σε άδειες ορισμένου χρόνου θα συμφωνηθούν διμερώς, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των οδικών μεταφορών των διαφόρων ενδιαφερόμενων χωρών.

Άρθρο 14

Τα μέρη θα αναζητήσουν λύσεις που να επιτρέψουν τη μείωση, στα κοινά σύνορα, του χρόνου αναμονής των σιδηροδρομικών μεταφορών λόγω των συνοριακών διατυπώσεων.

Άρθρο 15

Τα μέρη θα συστήσουν στις οικείες σιδηροδρομικές τους εταιρείες:

να αναπροσαρμόσουν τις τεχνικές διαδικασίες ώστε να περιοριστεί στο ελάχιστο ο χρόνος στάσης στα κοινά σύνορα,

να ληφθεί κάθε δυνατό μέτρο για να εφαρμοστεί σε ορισμένες σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων που θα καθοριστούν από τις σιδηροδρομικές εταιρείες ειδικό σύστημα που να επιτρέπει την ταχεία διέλευση των κοινών συνόρων χωρίς σημαντικές στάσεις (τραίνα για τη μεταφορά εμπορευμάτων με σύντομες στάσεις στα σύνορα).

Άρθρο 16

Τα μέρη θα εναρμονίσουν τις ώρες και τις ημερομηνίες λειτουργίας των τελωνειακών σταθμών που ελέγχουν την ποτάμια κυκλοφορία στα κοινά σύνορα.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 17

Όσον αφορά την κυκλοφορία των προσώπων, τα μέρη θα προσπαθήσουν να καταργήσουν τους ελέγχους στα κοινά σύνορα και να τους μετατοπίσουν στα εξωτερικά τους σύνορα. Για το σκοπό αυτό, θα καταβάλουν προηγουμένως κάθε προσπάθεια να εναρμονίσουν, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που αφορούν τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς στους οποίους βασίζονται οι έλεγχοι και να λάβουν συμπληρωματικά μέτρα για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και για την παρεμπόδιση της παράνομης μετανάστευσης υπηκόων κρατών που δεν είναι μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 18

Τα μέρη θα αρχίσουν διαβουλεύσεις κυρίως για τα ακόλουθα θέματα, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τα αποτελέσματα των βραχυπρόθεσμων μέτρων:

α)

επεξεργασία διακανονισμών για τη συνεργασία των αστυνομικών αρχών όσον αφορά την πρόληψη της εγκληματικότητας και την έρευνα·

β)

εξέταση των ενδεχόμενων δυσκολιών στην εφαρμογή των συμφωνιών διεθνούς δικαστικής συνδρομής και έκδοσης για να ευρεθούν οι πλέον κατάλληλες λύσεις για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των μερών σε αυτούς τους τομείς·

γ)

αναζήτηση των μέσων που θα επιτρέψουν την κοινή καταπολέμηση της εγκληματικότητας, μεταξύ άλλων με τη μελέτη της ενδεχόμενης καθιέρωσης για τους αστυνομικούς του δικαιώματος συνέχισης της καταδίωξης και πέραν των συνόρων, λαμβάνοντας υπόψη τα υπάρχοντα μέσα επικοινωνίας και τη διεθνή δικαστική συνδρομή.

Άρθρο 19

Τα μέρη θα επιδιώξουν την εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών τους διατάξεων, και ιδίως:

στον τομέα των ναρκωτικών,

στον τομέα των όπλων και των εκρηκτικών υλών,

όσον αφορά τη δήλωση των στοιχείων ταυτότητας των ταξιδιωτών στα ξενοδοχεία.

Άρθρο 20

Τα μέρη θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την εναρμόνιση των πολιτικών τους στον τομέα των θεωρήσεων, καθώς και των προϋποθέσεων εισόδου στο έδαφός τους. Θα προετοιμάσουν επίσης, εφόσον απαιτείται, την εναρμόνιση των κανόνων τους σχετικά με ορισμένα θέματα της νομοθεσίας περί αλλοδαπών όσον αφορά τους υπηκόους κρατών μη μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 21

Τα μέρη θα αναλάβουν από κοινού πρωτοβουλίες στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων:

α)

για να επιτύχουν την αύξηση των ατελειών που παραχωρούνται στους ταξιδιώτες·

β)

για να καταργήσουν, στα πλαίσια των κοινοτικών ατελειών, τους περιορισμούς που ενδεχομένως εξακολουθούν να υφίστανται κατά την είσοδο στα κράτη μέλη για τα εμπορεύματα τα οποία επιτρέπεται να έχουν στην κατοχή τους οι υπήκοοι των κρατών αυτών.

Τα μέρη θα αναλάβουν πρωτοβουλίες στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να επιτύχουν την εναρμονισμένη είσπραξη, στη χώρα αναχώρησης, του ΦΠΑ που επιβάλλεται για τις παροχές υπηρεσιών τουριστικών μεταφορών στο εσωτερικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 22

Τα μέρη θα καταβάλουν προσπάθειες, τόσο μεταξύ τους όσο και στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων:

για να αυξήσουν την ατέλεια για τα καύσιμα, ούτως ώστε να αντιστοιχεί στο κανονικό περιεχόμενο των δεξαμενών καυσίμου των λεωφορείων και τουριστικών οχημάτων (600 λίτρα),

για να προσεγγίσουν τους φορολογικούς συντελεστές του καυσίμου ντίζελ και να αυξήσουν τις ατέλειες για το κανονικό περιεχόμενο των δεξαμενών καυσίμου των φορτηγών.

Άρθρο 23

Τα μέρη θα καταβάλουν επίσης κάθε προσπάθεια, στον τομέα της μεταφοράς των εμπορευμάτων, για να μειώσουν, στους εκατέρωθεν των συνόρων ευρισκόμενους συνοριακούς σταθμούς, το χρόνο αναμονής και τον αριθμό των σημείων στάσης.

Άρθρο 24

Στον τομέα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, τα μέρη θα αναζητήσουν τα μέσα που θα τους επιτρέψουν να μεταφέρουν στα εξωτερικά σύνορα ή στο εσωτερικό του εδάφους τους τους ελέγχους που τώρα διεξάγονται στα κοινά σύνορα.

Για το σκοπό αυτό θα αναλάβουν, εφόσον απαιτείται, κοινές πρωτοβουλίες μεταξύ τους, καθώς και στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με σκοπό να εναρμονίσουν τις διατάξεις στις οποίες βασίζονται οι έλεγχοι των εμπορευμάτων στα κοινά σύνορα. Θα μεριμνήσουν ώστε τα μέτρα αυτά να μην θίξουν την αναγκαία διαφύλαξη της υγείας των προσώπων, των ζώων και των φυτών.

Άρθρο 25

Τα μέρη θα αναπτύξουν τη συνεργασία τους με σκοπό να διευκολύνουν τον τελωνισμό των εμπορευμάτων κατά τη διέλευση κοινών συνόρων χάρη στη συστηματική και αυτόματη ανταλλαγή των απαραίτητων στοιχείων που περιέχονται στο ενιαίο έγγραφο.

Άρθρο 26

Τα μέρη θα εξετάσουν με ποιο τρόπο οι έμμεσοι φόροι (ΦΠΑ και ειδικοί φόροι κατανάλωσης) θα μπορούσαν να εναρμονιστούν στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Για το σκοπό αυτό, θα υποστηρίξουν κάθε πρωτοβουλία που θα αναλάβουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

Άρθρο 27

Τα μέρη θα μελετήσουν κατά πόσον μπορούν να καταργηθούν, σε αμοιβαία βάση, οι περιορισμοί των ατελειών που χορηγούνται στα κοινά σύνορα στους κατοίκους των παραμεθόριων περιοχών, έτσι όπως προβλέπονται βάσει του κοινοτικού δικαίου.

Άρθρο 28

Πριν από τη σύναψη οποιωνδήποτε διμερών ή πολυμερών διακανονισμών παρομοίων προς την παρούσα συμφωνία με κράτη τα οποία δεν αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της εν λόγω συμφωνίας, θα πρέπει να προηγείται διαβούλευση μεταξύ των μερών.

Άρθρο 29

Η παρούσα συμφωνία θα ισχύει και στο Land του Βερολίνου, εκτός αν γίνει αντίθετη δήλωση από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς τις κυβερνήσεις των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ και στην κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας εντός των πρώτων τριών μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 30

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία, τα οποία δεν θα ισχύουν αμέσως μετά την έναρξη ισχύος της, θα εφαρμοστούν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986 όσον αφορά τα μέτρα του τίτλου I και, ει δυνατόν, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1990 όσον αφορά τα μέτρα του τίτλου II, εκτός αν στην παρούσα συμφωνία προβλέπονται άλλες προθεσμίες.

Άρθρο 31

Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των άρθρων 5 και 6, 8 έως 16 της συμφωνίας που έχει συναφθεί στο Saarbrücken στις 13 Ιουλίου 1984 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Άρθρο 32

Η παρούσα συμφωνία υπογράφεται χωρίς επιφύλαξη κύρωσης ή έγκρισης, ή με επιφύλαξη κύρωσης ή έγκρισης ακολουθούμενη από κύρωση ή έγκριση.

Η παρούσα συμφωνία τίθεται προσωρινά σε ισχύ από την επόμενη ημέρα της υπογραφής της.

Η παρούσα συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει τριάντα ημέρες μετά από την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου επικύρωσης ή έγκρισης.

Άρθρο 33

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου είναι θεματοφύλακας της παρούσας συμφωνίας. Διαβιβάζει επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο σε κάθε μία από τις κυβερνήσεις των λοιπών υπογραφόντων κρατών.

Zu Urkund dessen haben die unterzeichneten Bevollmächtigten ihre Unterschriften unter dieses Übereinkommen gesetzt.En foi de quoi, les représentants des Gouvernements dûment habilités à cet effet ont signé le présent accord.Ten blijke waarvan de daartoe naar behoren gemachtigde vertegenwoordigers van de Regeringen dit Akkoord hebben ondertekend.

Geschehen zu Schengen (Großherzogtum Luxemburg) am

vierzehnten Juni neunzehnhundertfünfundachtzig

, in deutscher, französischer und niederländischer Sprache abgefaßt, wobei jeder Wortlaut gleichermaßen verbindlich ist.

Fait à Schengen (Grand-Duché de Luxembourg),

le quatorze juin mil neuf cent quatre-vingt-cinq

, les textes du présent accord en langues allemande, française et néerlandaise, faisant également foi.

Gedaan te Schengen (Groothertogdom Luxemburg),

de veertiende juni negentienhonderdvijfentachtig

, zijnde te teksten van dit Akkoord in de Duitse, de Franse en de Nederlandse taal gelijkelijk authentiek.

Pour le Gouvernement du Royaume de BelgiqueVoor de Regering van het Koninkrijk België

Image

P. DE KEERSMAEKER

Secrétaire d'État aux Affaires européennesStaatssecretaris voor Europese Zaken

Für die Regierung der Bundesrepublik Deutschland

Image

Prof. Dr. W. SCHRECKENBERGER

Staatssekretär im Bundeskanzleramt

Pour le Gouvernement de la République française

Image

C. LALUMIÈRE

Secrétaire d'État aux Affaires européennes

Pour le Gouvernement du Grand-Duché de Luxembourg

Image

R. GOEBBELS

Secrétaire d'État aux Affaires étrangères

Voor de Regering van het Koninkrijk der Nederlanden

Image

W. F. van EEKELEN

Staatssecretaris van Buitenlandse Zaken

ΣΥΜΒΑΣΗ

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΣΕΝΓΚΕΝ

της 14ης Ιουνίου 1985

μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, στο εξής καλούμενα τα συμβαλλόμενα μέρη,

ΒΑΣΙΖΟΜΕΝΑ στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα,

EΧΟΝΤΑΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ να εκπληρώσουν την εκφρασμένη σ' αυτή τη συμφωνία θέληση να επιτύχουν την κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα κατά την κυκλοφορία των προσώπων και να διευκολύνουν τη μεταφορά και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η συνθήκη για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως συμπληρώθηκε με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, προβλέπει ότι η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα,

ΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ότι ο στόχος που επιδιώκουν τα συμβαλλόμενα μέρη συμπίπτει με αυτόν τον αντικειμενικό σκοπό, χωρίς να προδικάζουν τα μέτρα που θα ληφθούν κατ' εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης,

ΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ότι η εκπλήρωση της θέλησης αυτής απαιτεί τη λήψη μιας σειράς κατάλληλων μέτρων και τη στενή συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Κατά την έννοια της παρούσας σύμβασης, νοούνται ως:

Εσωτερικά σύνορα: τα κοινά χερσαία σύνορα των συμβαλλομένων μερών, καθώς επίσης και τα αεροδρόμια προκειμένου περί των εσωτερικών πτήσεων και τα θαλάσσια λιμάνια προκειμένου περί των κανονικών συνδέσεων πλοίων μεταφόρτωσης, που προέρχονται ή κατευθύνονται αποκλειστικώς σε άλλο λιμάνι στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών, χωρίς να προσεγγίσουν λιμάνια εκτός των εδαφών αυτών.

Εξωτερικά σύνορα: τα χερσαία και θαλάσσια σύνορα, καθώς επίσης και τα αεροδρόμια και τα θαλάσσια λιμάνια των συμβαλλομένων μερών, εφόσον δεν αποτελούν εσωτερικά σύνορα.

Πτήση εσωτερικού: κάθε πτήση προερχόμενη ή κατευθυνόμενη αποκλειστικώς στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών χωρίς προσγείωση στην επικράτεια τρίτου κράτους.

Τρίτο κράτος: κάθε κράτος άλλο από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Αλλοδαπός: κάθε πρόσωπο που δεν είναι υπήκοος των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Αλλοδαπός που έχει καταχωρηθεί ως ανεπιθύμητο άτομο: κάθε αλλοδαπός που έχει καταχωρηθεί ως ανεπιθύμητος στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 96.

Σημείο συνοριακής διέλευσης: κάθε επιτρεπόμενο σημείο διέλευσης από τις αρμόδιες αρχές για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων.

Συνοριακός έλεγχος: ο έλεγχος στα σύνορα ο οποίος, ανεξάρτητα από κάθε άλλο αίτιο, στηρίζεται μόνο στην πρόθεση διέλευσης των συνόρων.

Μεταφορέας: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί κατ' επάγγελμα, τη μεταφορά ατόμων διά εναέριας, θαλάσσιας ή χερσαίας οδού.

Τίτλος διαμονής: κάθε άδεια οποιασδήποτε μορφής, εκδιδόμενη από ένα συμβαλλόμενο μέρος που παρέχει το δικαίωμα διαμονής στο έδαφός του. Δεν περιλαμβάνεται σε αυτό τον ορισμό η προσωρινή άδεια διαμονής στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους, που αποβλέπει στην εξέταση μιας αιτήσεως παροχής ασύλου ή μιας αιτήσεως εκδόσεως τίτλου διαμονής.

Αίτηση παροχής ασύλου: κάθε αίτηση, έγγραφη, προφορική, ή κατ' άλλο τρόπο, αλλοδαπού, στα εξωτερικά σύνορα ή στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους, προκειμένου να επιτύχει την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951, σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967 και να τύχει, υπό αυτή την ιδιότητά του, δικαιώματος διαμονής.

Αιτών άσυλο: κάθε αλλοδαπός ο οποίος υπέβαλε αίτηση ασύλου κατά το πνεύμα της παρούσας σύμβασης και η οποία δεν έχει κριθεί ακόμη οριστικά.

Εξέταση μιας αίτησης ασύλου: το σύνολο των διαδικασιών εξέτασης της λήψης αποφάσεων και των μέτρων που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή των οριστικών αποφάσεων σχετικά με μια αίτηση ασύλου, με εξαίρεση τον καθορισμό του υπεύθυνου συμβαλλόμενου μέρους για την εξέταση της αίτησης ασύλου, δυνάμει των διατάξεων της παρούσας σύμβασης.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ ΣΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

Άρθρο 2

1.   Η διέλευση των εσωτερικών συνόρων μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε σημείο, χωρίς να πραγματοποιηθεί έλεγχος προσώπων.

2.   Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, εντούτοις, μετά από σύμφωνη γνώμη και των άλλων συμβαλλομένων μερών, όταν το επιβάλλει η δημόσια τάξη ή η εθνική ασφάλεια, να αποφασίσει ότι για μια περιορισμένη χρονική περίοδο θα πραγματοποιηθούν στα εσωτερικά του σύνορα εθνικοί συνοριακοί έλεγχοι, προσαρμοσμένοι στην κατάσταση. Εάν η δημόσια τάξη ή η εθνική ασφάλεια απαιτούν μια άμεση δράση, το ενδιαφερόμενο μέρος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα και πληροφορεί το ταχύτερο δυνατό τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη.

3.   Η εξάλειψη του ελέγχου προσώπων στα εσωτερικά σύνορα δεν θίγει ούτε τις διατάξεις του άρθρου 22, ούτε την άσκηση των αστυνομικών αρμοδιοτήτων εκ μέρους των αρμοδίων αρχών στο σύνολο της επικράτειας κάθε συμβαλλόμενου μέρους δυνάμει της νομοθεσίας του, ούτε τις υποχρεώσεις κατοχής, μεταφοράς και εμφανίσεως τίτλων και εγγράφων, που προβλέπονται από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους.

4.   Οι έλεγχοι εμπορευμάτων διενεργούνται σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας σύμβασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

Άρθρο 3

1.   Κατά κανόνα, η διέλευση των εξωτερικών συνόρων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στα σημεία συνοριακής διέλευσης και κατά τη διάρκεια των καθορισμένων ωρών λειτουργίας. Οι αναλυτικότερες διατάξεις και οι εξαιρέσεις, ο τρόπος διεξαγωγής της μικρής διασυνοριακής κυκλοφορίας, καθώς επίσης και οι εφαρμοζόμενοι κανόνες σε ειδικές κατηγορίες της θαλάσσιας κυκλοφορίας, όπως η ναυσιπλοΐα αναψυχής ή η παράκτια αλιεία, αποφασίζονται από την εκτελεστική επιτροπή.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν κυρώσεις για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων η οποία γίνεται χωρίς άδεια, εκτός των σημείων συνοριακής διέλευσης και των καθορισμένων ωρών λειτουργίας.

Άρθρο 4

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη εγγυώνται ότι από το 1993 οι ταξιδιώτες πτήσεως προερχόμενης από τρίτο κράτος, που επιβιβάζονται σε πτήσεις εσωτερικού θα υπόκεινται προηγουμένως, κατά την είσοδο στο αεροδρόμιο αφίξεως της εξωτερικής πτήσεως, σε έλεγχο προσώπων και έλεγχο χειραποσκευών. Οι ταξιδιώτες πτήσεως εσωτερικού που επιβιβάζονται σε πτήση με προορισμό τρίτο κράτος, θα υπόκεινται προηγουμένως, κατά την έξοδο, σε έλεγχο προσώπων και σε έλεγχο χειραποσκευών στο αεροδρόμιο αναχωρήσεως της εξωτερικής πτήσεως.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε οι έλεγχοι να μπορούν να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

3.   Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν επηρεάζουν τον έλεγχο των καταγεγραμμένων αποσκευών· ο έλεγχος αυτός διεξάγεται στο αεροδρόμιο τελικού προορισμού ή, αντιστοίχως, στο αεροδρόμιο της αρχικής αναχωρήσεως.

4.   Μέχρι την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 ημερομηνία τα αεροδρόμια θεωρούνται, κατά παρέκκλιση από τον ορισμό των εσωτερικών συνόρων, ως εξωτερικά σύνορα προκειμένου για πτήσεις εσωτερικού.

Άρθρο 5

1.   Μπορεί να επιτραπεί η είσοδος στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών, για διαμονή που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, σε αλλοδαπούς που ανταποκρίνονται στις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

είναι κάτοχοι εγκύρου εγγράφου ή εγγράφων, επιτρεπόντων τη διέλευση των συνόρων, καθοριζομένων από την εκτελεστική επιτροπή·

β)

είναι κάτοχοι μιας έγκυρης θεωρήσεως, εάν αυτή απαιτείται·

γ)

προσκομίζουν, αν παραστεί ανάγκη, έγγραφα που δικαιολογούν το σκοπό και καθορίζουν τις συνθήκες της προβλεπόμενης παραμονής τους, διαθέτουν δε τα αναγκαία μέσα διαβιώσεως, τόσο για την προβλεπόμενη παραμονή τους όσο και για την επιστροφή τους στη χώρα προελεύσεώς τους ή τη διέλευση προς τρίτο κράτος στο οποίο είναι εξασφαλισμένη η είσοδός τους, ή είναι σε θέση να εξασφαλίσουν νομίμως τα μέσα διαβιώσεώς τους·

δ)

δεν είναι καταχωρημένοι στους καταλόγους ανεπιθυμήτων·

ε)

δεν θεωρούνται ικανοί να διαταράξουν τη δημόσια τάξη, την εθνική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Πρέπει να απαγορεύεται η είσοδος στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών στους ξένους που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές στο σύνολό τους, εκτός εάν ένα από τα μέρη κρίνει απαραίτητο να παρεκκλίνει από την αρχή αυτή για λόγους ανθρωπιστικούς, ή εθνικού συμφέροντος, ή λόγω διεθνών υποχρεώσεων. Στην περίπτωση αυτή, η είσοδος θα περιορίζεται στο έδαφος του ενδιαφερόμενου συμβαλλόμενου μέρους το οποίο θα πρέπει να ειδοποιήσει τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη.

Οι κανόνες αυτοί δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των ιδιαίτερων διατάξεων περί δικαιώματος ασύλου ούτε και των διατάξεων του άρθρου 18.

3.   Επιτρέπεται η διέλευση ξένων που είναι κάτοχοι άδειας διαμονής ή θεωρήσεως επιτροπής που έχει χορηγήσει ένα από τα μέρη, ή εάν αυτό είναι απαραίτητο, και των δύο αυτών εγγράφων, εκτός και αν έχουν καταχωρηθεί στον εθνικό πίνακα ανεπιθυμήτων του συμβαλλόμενου μέρους στα εξωτερικά σύνορα του οποίου παρουσιάζονται.

Άρθρο 6

1.   Η διασυνοριακή κυκλοφορία στα εξωτερικά σύνορα υπόκειται στον έλεγχο των αρμοδίων αρχών. Ο έλεγχος διεξάγεται σύμφωνα με ομοιόμορφες αρχές, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και μέσα στα πλαίσια της εθνικής νομοθεσίας, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον όλων των μερών και για το έδαφος των συμβαλλομένων μερών.

2.   Οι ομοιόμορφες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι οι ακόλουθες:

α)

ο έλεγχος προσώπων περιλαμβάνει όχι μόνο την εξακρίβωση των ταξιδιωτικών εγγράφων και των άλλων προϋποθέσεων εισόδου, διαμονής, εργασίας και εξόδου, αλλά επίσης και την έρευνα και την πρόληψη των απειλών κατά της εθνικής ασφαλείας και της δημόσιας τάξεως των μερών. Ο έλεγχος αυτός αφορά επίσης τα οχήματα και τα αντικείμενα που βρίσκονται στην κατοχή των προσώπων που διασχίζουν τα σύνορα. Διεξάγεται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με τη νομοθεσία του, ιδίως όσον αφορά την έρευνα·

β)

όλα τα πρόσωπα πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο ενός τουλάχιστον ελέγχου, ο οποίος θα επιτρέψει την επιβεβαίωση της ταυτότητάς τους διά της προσκομίσεως ή της επιδείξεως των ταξιδιωτικών τους εγγράφων·

γ)

κατά την είσοδο, οι αλλοδαποί πρέπει να υποβάλλονται σε ενδελεχή έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου α)·

δ)

κατά την έξοδο, ο απαιτούμενος έλεγχος διεξάγεται με γνώμονα το συμφέρον όλων των συμβαλλομένων μερών δυνάμει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών και για τις ανάγκες της έρευνας και της προλήψεως των απειλών κατά της εθνικής ασφαλείας και της δημόσιας τάξεως των μερών. Ο έλεγχος αυτός διενεργείται εν πάση περιπτώσει έναντι των αλλοδαπών·

ε)

εάν, λόγω υπάρξεως ειδικών συνθηκών, δεν μπορούν να διεξαχθούν αυτοί οι έλεγχοι, πρέπει να καθορίζονται προτεραιότητες. Στη συνάρτηση αυτή, ο έλεγχος της κυκλοφορίας κατά την είσοδο έχει κατ' αρχήν προτεραιότητα έναντι του ελέγχου κατά την έξοδο.

3.   Οι αρμόδιες αρχές επιτηρούν με κινητές μονάδες τα ενδιάμεσα διαστήματα των εξωτερικών συνόρων μεταξύ των συνοριακών σημείων διελεύσεως. Το ίδιο ισχύει και για τα σημεία διελεύσεως των συνόρων, εκτός των κανονικών ωρών λειτουργίας. Ο έλεγχος αυτός γίνεται κατά τρόπο ώστε να μην ωθεί τα άτομα στην αποφυγή των ελέγχων στα σημεία διελεύσεως. Οι όροι της επιτηρήσεως καθορίζονται, κατά περίπτωση, από την εκτελεστική επιτροπή.

4.   Τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να διαθέσουν προσωπικό κατάλληλο και επαρκές σε αριθμό για την άσκηση του ελέγχου και της επιβλέψεως των εξωτερικών συνόρων.

5.   Στα εξωτερικά σύνορα ασκείται έλεγχος αντιστοίχου επιπέδου.

Άρθρο 7

Τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή και συνεργάζονται στενά προκειμένου να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική διεξαγωγή των ελέγχων και της επιβλέψεως. Θα προβούν κυρίως στην ανταλλαγή κάθε είδους κατάλληλων και σημαντικών πληροφοριών, με εξαίρεση τα ονομαστικά στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα, πλην αντιθέτων διατάξεων της παρούσας σύμβασης, σε μια —κατά το μέτρο του δυνατού— εναρμόνιση των οδηγιών προς τις υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με τους ελέγχους και στην παροχή ομοιόμορφης εκπαιδεύσεως και ανακυκλώσεως του προσωπικού που υπηρετεί στην υπηρεσία ελέγχων. Η συνεργασία αυτή μπορεί να πάρει τη μορφή ανταλλαγής υπαλλήλων-συνδέσμων.

Άρθρο 8

Η εκτελεστική επιτροπή λαμβάνει όλες τις αναγκαίες αποφάσεις, σχετικά με τους πρακτικούς όρους εφαρμογής των ελέγχων και της επιτήρησης των συνόρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ

Τμήμα 1

Θεωρήσεις σύντομης διάρκειας

Άρθρο 9

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ακολουθήσουν κοινή πολιτική, όσον φορά την κυκλοφορία των προσώπων, και ειδικά το καθεστώς θεωρήσεων. Προς το σκοπό αυτόν, παρέχουν αμοιβαία συνδρομή. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να επιδιώξουν από κοινού την εναρμόνιση της πολιτικής τους ως προς τις θεωρήσεις.

2.   Προκειμένου περί υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι υπόκεινται, κατά την υπογραφή της παρούσας συμβάσης ή κατόπιν αυτής, σε καθεστώς θεωρήσεως κοινής για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, το καθεστώς αυτό μπορεί να μεταβληθεί μόνο με κοινή συμφωνία όλων των συμβαλλομένων μερών. Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, σε εξαιρετική περίπτωση, να παρεκκλίνει από το κοινό καθεστώς θεωρήσεων έναντι τρίτου κράτους για σημαντικούς λόγους εθνικής πολιτικής οι οποίοι επιβάλλουν να ληφθεί επείγουσα απόφαση. Οφείλει προηγουμένως να συμβουλευθεί τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη και, κατά την απόφασή του, να λάβει υπόψη τα συμφέροντά τους, καθώς και τις επιπτώσεις αυτής της απόφασης.

Άρθρο 10

1.   Θεσπίζεται μια ομοιόμορφη θεώρηση, ισχύουσα στο σύνολο του εδάφους των συμβαλλομένων μερών. Η θεώρηση αυτή, η διάρκεια ισχύος της οποίας διέπεται από το άρθρο 11, μπορεί να εκδοθεί για τρίμηνη διαμονή κατ' ανώτατο όριο.

2.   Μέχρι την υλοποίηση της θεώρησης αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τις αντίστοιχες εθνικές τους θεωρήσεις, εφόσον η χορήγησή τους πραγματοποιείται βάσει των κοινών όρων και κριτηρίων που καθορίζουν οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

3.   Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, κάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί το δικαίωμα να περιορίσει την εδαφική ισχύ της θεωρήσεως, σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες που ορίζονται στα πλαίσια των σχετικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 11

1.   Η θεώρηση που θεσπίζεται από το άρθρο 10 μπορεί να είναι:

α)

θεώρηση ταξιδιού ισχύουσα για μία ή περισσότερες εισόδους, χωρίς ούτε η διάρκεια συνεχούς διαμονής, ούτε η συνολική διάρκεια των αλλεπαλλήλων διαμονών να δύνανται να υπερβούν τους τρεις μήνες ανά εξάμηνο, από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου·

β)

θεώρηση διελεύσεως που επιτρέπει στον κάτοχό της να διέλθει μία, δύο ή —σε εξαιρετικές περιπτώσεις— περισσότερες φορές από το έδαφος των συμβαλλομένων μερών, προκειμένου να μεταβεί σε ένα τρίτο κράτος, χωρίς η διάρκεια της διελεύσεως να δύναται να υπερβαίνει τις πέντε ημέρες.

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εμποδίζουν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να χορηγήσει, σε περίπτωση ανάγκης, μια νέα θεώρηση κατά τη διάρκεια του υπό εξέταση εξαμήνου, η ισχύς της οποίας θα περιορίζεται στο έδαφός του.

Άρθρο 12

1.   Η ομοιόμορφη θεώρηση που θεσπίζεται με το άρθρο 10 παράγραφος 1, χορηγείται από τις διπλωματικές και προξενικές αρχές των συμβαλλομένων μερών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τις αρχές των συμβαλλομένων μερών που ορίζονται στα πλαίσια του άρθρου 17.

2.   Αρμόδιο συμβαλλόμενο μέρος για τη χορήγηση αυτής της θεωρήσεως είναι, κατά κανόνα, αυτό του κύριου προορισμού. Εάν ο προορισμός αυτός δεν μπορεί να καθορισθεί επακριβώς, η χορήγηση της θεωρήσεως ανήκει, κατά κανόνα, στο διπλωματικό ή προξενικό γραφείο του συμβαλλόμενου μέρους της πρώτης εισόδου.

3.   Η εκτελεστική επιτροπή ορίζει τον τρόπο εφαρμογής, και ιδίως τα κριτήρια καθορισμού του κύριου προορισμού.

Άρθρο 13

1.   Δεν μπορεί να καταχωρηθεί θεώρηση σε ταξιδιωτικό έγγραφο, του οποίου η ισχύς έχει λήξει.

2.   Η διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου πρέπει να υπερβαίνει τη διάρκεια ισχύος της θεωρήσεως, λαμβάνοντας υπόψη την προθεσμία χρησιμοποιήσεώς της. Πρέπει να επιτρέπει την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα καταγωγής του ή την είσοδό του σε τρίτη χώρα.

Άρθρο 14

1.   Δεν μπορεί να καταχωρηθεί θεώρηση σε ταξιδιωτικό έγγραφο το οποίο δεν ισχύει για κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Αν το ταξιδιωτικό έγγραφο ισχύει μόνο για ένα ή περισσότερα μέρη, η καταχωρούμενη θεώρηση περιορίζεται σε αυτό ή αυτά τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Σε περίπτωση που η ισχύς του ταξιδιωτικού εγγράφου δεν αναγνωρίζεται από ένα ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη, η θεώρηση μπορεί να εκδοθεί υπό μορφήν αδείας, η οποία επέχει θέση θεωρήσεως.

Άρθρο 15

Οι θεωρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 εκδίδονται, κατά κανόνα, μόνον αν ο αλλοδαπός ανταποκρίνεται στους όρους εισόδου που ορίζει το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), δ) και ε).

Άρθρο 16

Εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος κρίνει αναγκαίο να παρεκκλίνει, για μια από τις αιτίες που απαριθμούνται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, από τη αρχή που ορίζει το άρθρο 15, εκδίδοντας θεώρηση σε αλλοδαπό που δεν πληροί το σύνολο των προϋποθέσεων εισόδου του άρθρου 5 παράγραφος 1, η ισχύς αυτής της θεωρήσεως περιορίζεται στο έδαφος του συμβαλλόμενου αυτού μέρους, το οποίο οφείλει να ενημερώσει τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 17

1.   Η εκτελεστική επιτροπή εκδίδει κοινούς κανόνες για την εξέταση των αιτήσεων θεωρήσεως, φροντίζει για την ορθή εφαρμογή τους και τους προσαρμόζει στις νέες καταστάσεις και περιστάσεις.

2.   Επιπλέον, η εκτελεστική επιτροπή ορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση θεωρήσεως υπόκειται σε διαβουλεύσεις με τις κεντρικές αρχές του συμβαλλόμενου μέρους, στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση καθώς και, κατά περίπτωση, με τις κεντρικές αρχές των άλλων συμβαλλομένων μερών.

3.   Η εκτελεστική επιτροπή λαμβάνει, επιπλέον, τις απαραίτητες αποφάσεις σχετικά με τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τα ταξιδιωτικά έγγραφα, στα οποία μπορεί να καταχωρούνται θεωρήσεις·

β)

τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με τη χορήγηση των θεωρήσεων·

γ)

τους όρους χορηγήσεως των θεωρήσεων στα σύνορα·

δ)

τη μορφή, το περιεχόμενο, τη διάρκεια ισχύος των θεωρήσεων και τα τέλη που εισπράττονται για τη χορήγησή τους·

ε)

τους όρους παράτασης και άρνησης των θεωρήσεων που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ), προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα του συνόλου των συμβαλλομένων μερών·

στ)

τον τρόπο περιορισμού της εδαφικής ισχύος των θεωρήσεων·

ζ)

τις αρχές που διέπουν την κατάρτιση ενός κοινού καταλόγου ανεπιθυμήτων αλλοδαπών, με την επιφύλαξη του άρθρου 96.

Τμήμα 2

Θεωρήσεις για διαμονή μακράς διαρκείας

Άρθρο 18

Οι θεωρήσεις για διαμονή άνω των τριών μηνών, είναι εθνικές θεωρήσεις που εκδίδονται από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του. Παρόμοια θεώρηση επιτρέπει στον κάτοχό της να διέλθει από το έδαφος των άλλων συμβαλλομένων μερών προκειμένου να εισέλθει στο έδαφος του συμβαλλομένου μέρους που χορήγησε τη θεώρηση, εκτός αν δεν πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου που προβλέπει το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α), δ) και ε), ή αν αναγράφεται στον εθνικό κατάλογο ανεπιθυμήτων του συμβαλλόμενου μέρους, από το έδαφος του οποίου επιθυμεί να διέλθει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΟΡΟΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ

Άρθρο 19

1.   Αλλοδαποί κάτοχοι ομοιόμορφης θεωρήσεως, οι οποίοι εισέρχονται κανονικά στο έδαφος ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος του συνόλου των συμβαλλομένων μερών κατά τη διάρκεια ισχύος της θεωρήσεώς τους, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου που προβλέπει το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), δ) και ε).

2.   Μέχρι την υλοποίηση της ομοιόμορφης θεωρήσεως, οι αλλοδαποί κάτοχοι θεωρήσεως που έχει χορηγηθεί από ένα συμβαλλόμενο μέρος, οι οποίοι έχουν εισέλθει κανονικά στο έδαφος ενός από αυτά, μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος του συνόλου των συμβαλλομένων μερών κατά τη διάρκεια ισχύος της θεωρήσεως και κατ' ανώτατο όριο επί τρεις μήνες από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου, εφόσον πληρούν τους όρους εισόδου όπως προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), δ) και ε).

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή προκειμένου για θεωρήσεις των οποίων η ισχύς αποτελεί το αντικείμενο εδαφικού περιορισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου.

4.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22.

Άρθρο 20

1.   Αλλοδαποί μη υποκείμενοι στην υποχρέωση θεωρήσεως μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών επί τρεις μήνες κατ' ανώτατο όριο, εντός περιόδου έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου, εφόσον πληρούν τους όρους εισόδου που προβλέπονται από το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), δ) και ε).

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν παρακωλύουν το δικαίωμα κάθε συμβαλλομένου μέρους να παρατείνει την παραμονή αλλοδαπού στο έδαφός του πέραν των τριών μηνών, κάτω από ειδικές συνθήκες ή κατ' εφαρμογή των διατάξεων διμερούς συμφωνίας η οποία έχει συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης.

3.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22.

Άρθρο 21

1.   Αλλοδαποί κάτοχοι θεωρήσεως που έχει χορηγηθεί από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, μπορούν με την κάλυψη του τίτλου αυτού, καθώς και ενός ταξιδιωτικού εγγράφου, η ισχύς των οποίων δεν έχει λήξει, να κυκλοφορούν ελεύθερα επί τρεις μήνες κατ' ανώτατο όριο στο έδαφος των άλλων μερών εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ) και ε) και δεν περιλαμβάνονται στους εθνικούς πίνακες ανεπιθυμήτων του οικείου συμβαλλομένου μέρους.

2.   Η παράγραφος 1 έχει επίσης εφαρμογή σε αλλοδαπούς κατόχους προσωρινής αδείας διαμονής, που έχει χορηγηθεί από ένα συμβαλλόμενο μέρος, και ενός ταξιδιωτικού εγγράφου που έχει εκδοθεί από ένα συμβαλλόμενο μέρος.

3.   Τα συμβαλλόμενα μέρη ανακοινώνουν στην εκτελεστική επιτροπή τον κατάλογο των εγγράφων που εκδίδουν και τα οποία επέχουν θέση τίτλου διαμονής ή αδείας προσωρινής διαμονής και ταξιδιωτικού εγγράφου κατά την έννοια του παρόντος άρθρου.

4.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22.

Άρθρο 22

1.   Αλλοδαποί εισερχόμενοι κανονικά στο έδαφος ενός εκ των συμβαλλομένων μερών οφείλουν να δηλώνουν την παρουσία τους στις αρμόδιες αρχές του συμβαλλομένου μέρους, στο έδαφος του οποίου εισέρχονται υπό τους όρους που καθορίζει κάθε συμβαλλόμενο μέρος. Η δήλωση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται, κατ' επιλογή κάθε συμβαλλόμενου μέρους, κατά την είσοδο, ή εντός προθεσμίας τριών ημερών από της εισόδου στο έδαφος του συμβαλλομένου μέρους.

2.   Αλλοδαποί οι οποίοι κατοικούν στο έδαφος ενός εκ των συμβαλλομένων μερών και εισέρχονται στο έδαφος άλλου συμβαλλομένου μέρους, υπόκεινται στην υποχρέωση δηλώσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

3.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος αποφασίζει τις εξαιρέσεις από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 και τις ανακοινώνει στην εκτελεστική επιτροπή.

Άρθρο 23

1.   Αλλοδαπός ο οποίος δεν πληροί, ή δεν πληροί πλέον, τις προϋποθέσεις σύντομης παραμονής που ισχύουν στο έδαφος ενός συμβαλλομένου μέρους, πρέπει κατά κανόνα να εγκαταλείψει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τα εδάφη των συμβαλλομένων μερών.

2.   Αλλοδαπός ο οποίος διαθέτει προσωρινό τίτλο ή προσωρινή άδεια διαμονής που έχει εκδοθεί από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος, η ισχύς της οποίας δεν έχει ακόμα λήξει, πρέπει να κατευθυνθεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στο έδαφος του συμβαλλομένου αυτού μέρους.

3.   Όταν η αναχώρηση αλλοδαπού ο οποίος εμπίπτει στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν πραγματοποιείται εθελοντικώς, ή όταν μπορεί να εκληφθεί ότι η αναχώρηση αυτή δεν θα πραγματοποιηθεί, εάν η αναχώρηση του αλλοδαπού επιβάλλεται για λόγους εθνικής ασφαλείας ή δημόσιας τάξεως, ο αλλοδαπός πρέπει να απομακρύνεται από το έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο συλλαμβάνεται, υπό τους όρους που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους. Εάν η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής δεν επιτρέπει την απομάκρυνση, τότε το οικείο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να επιτρέψει στον αλλοδαπό τη διαμονή στο έδαφός του.

4.   Η απομάκρυνση του προσώπου αυτού από το έδαφος του οικείου κράτους μπορεί να γίνει προς τη χώρα προέλευσής του, ή προς κάθε άλλο κράτος στο οποίο είναι δυνατή η είσοδός του, κατ' εφαρμογή κυρίως των σχετικών διατάξεων των συμφωνιών επανεισδοχής που έχουν συναφθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

5.   Οι διατάξεις της παραγράφου 4 δεν παρακωλύουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί ασύλου, ούτε την εφαρμογή της συμβάσεως της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, ούτε την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 33 παράγραφος 1 της παρούσας συμβάσεως.

Άρθρο 24

Υπό την επιφύλαξη εκ μέρους της εκτελεστικής επιτροπής του ορισμού, των κριτηρίων και της κατάλληλης πρακτικής διαδικασίας, τα συμβαλλόμενα μέρη συμψηφίζουν μεταξύ τους τις οικονομικές ανισορροπίες που μπορούν να προκύψουν από την υποχρέωση απομακρύνσεως που προβλέπεται στο άρθρο 23, όταν η απομάκρυνση αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με έξοδα του αλλοδαπού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΤΙΤΛΟΙ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΩΣ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΩΝ

Άρθρο 25

1.   Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος πρόκειται να χορηγήσει τίτλο διαμονής σε αλλοδαπό που έχει καταχωρηθεί ως ανεπιθύμητος, συμβουλεύεται προηγουμένως το καταχωρούν συμβαλλόμενο μέρος και λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντά του. Ο τίτλος διαμονής θα εκδοθεί μόνο για σοβαρούς λόγους, κυρίως ανθρωπιστικούς ή λόγους που απορρέουν από διεθνείς υποχρεώσεις.

Εάν ο τίτλος διαμονής χορηγηθεί, το συμβαλλόμενο μέρος που καταχώρησε τον αλλοδαπό προβαίνει στην ανάκληση της καταχωρήσεως, αλλά ωστόσο μπορεί να εγγράψει τον αλλοδαπό στον εθνικό του πίνακα ανεπιθυμήτων.

2.   Όταν προκύπτει ότι αλλοδαπός, κάτοχος ενός ισχύοντος τίτλου διαμονής που έχει χορηγηθεί από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, έχει καταχωρηθεί ως ανεπιθύμητος, το συμβαλλόμενο μέρος που τον έχει καταχωρήσει συνεννοείται με το μέρος που χορήγησε τον τίτλο διαμονής, προκειμένου να αποφασισθεί αν υφίστανται επαρκείς λόγοι για να ανακληθεί ο τίτλος διαμονής.

Εάν ο τίτλος διαμονής δεν ανακληθεί, το καταχωρούν συμβαλλόμενο μέρος προβαίνει στην ανάκληση της καταχωρήσεως, αλλά μπορεί να εγγράψει τον αλλοδαπό στον εθνικό του κατάλογο ανεπιθυμήτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 26

1.   Υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την προσχώρησή τους στη σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς προστασίας των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εισάγουν στην εθνική τους νομοθεσία τους ακόλουθους κανόνες:

α)

αν υπαγορευθεί η είσοδος στο έδαφος ενός εκ των συμβαλλομένων μερών σε αλλοδαπό, ο μεταφορέας που τον έφερε με εναέρια, θαλάσσια, ή οδική συγκοινωνία στα εξωτερικά σύνορα υποχρεούται να τον αναλάβει και πάλι χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Κατόπιν αιτήσεως των αρχών επιτηρήσεως των συνόρων οφείλει να επαναφέρει τον αλλοδαπό στο τρίτο κράτος από το οποίο τον μετέφερε, στο τρίτο κράτος που εξέδωσε το ταξιδιωτικό έγγραφο με το οποίο ταξίδευσε, ή σε κάθε άλλο τρίτο κράτος στο οποίο είναι εξασφαλισμένη η είσοδός του·

β)

ο μεταφορέας οφείλει να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να βεβαιωθεί ότι ο αλλοδαπός που μεταφέρεται με εναέρια ή θαλάσσια συγκοινωνία είναι κάτοχος των ταξιδιωτικών εγγράφων που απαιτούνται για την είσοδό του στην επικράτεια των συμβαλλομένων μερών.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται, υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την προσχώρησή τους στη σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951, τη σχετική με το καθεστώς προστασίας των προσφύγων, όπως έχει τροποποιηθεί από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, και τηρώντας την συνταγματική νομοθεσία τους, να θεσπίσουν κυρώσεις κατά των μεταφορέων που διοχετεύουν από ένα τρίτο κράτος προς το έδαφός τους με εναέριες ή θαλάσσιες συγκοινωνίες αλλοδαπούς που δεν κατέχουν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα.

3.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 στοιχείο β) και της παραγράφου 2 εφαρμόζονται στους μεταφορείς ομάδων που εξασφαλίζουν διεθνείς οδικές συνδέσεις με τουριστικά λεωφορεία, με εξαίρεση την συνοριακή κυκλοφορία.

Άρθρο 27

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσμοθετήσουν τις αρμόζουσες κυρώσεις κατά οιουδήποτε ο οποίος για κερδοσκοπικούς λόγους βοηθά ή επιχειρεί να βοηθήσει αλλοδαπό να εισέλθει ή να διαμείνει στο έδαφος ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, κατά παράβαση της νομοθεσίας του συμβαλλομένου αυτού μέρους της σχετικής με την είσοδο και διαμονή αλλοδαπών.

2.   Αν ένα συμβαλλόμενο μέρος ενημερωθεί για πράξεις αναφερόμενες στην παράγραφο 1, οι οποίες αποτελούν παράβαση της νομοθεσίας ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους, ενημερώνει σχετικά το τελευταίο αυτό μέρος.

3.   Το συμβαλλόμενο μέρος που ζητεί από άλλο συμβαλλόμενο μέρος να ασκήσει δίωξη λόγω παραβάσεως της νομοθεσίας του, για πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οφείλει να αιτιολογήσει διά επισήμου καταγγελίας ή βεβαιώσεως των αρμοδίων αρχών τις διατάξεις του νόμου οι οποίες παραβιάστηκαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΣΥΛΟΥ

Άρθρο 28

Τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν τις υποχρεώσεις τους εκ της συμβάσεως της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, χωρίς κανένα γεωγραφικό περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των κειμένων αυτών, καθώς και την υποχρέωσή τους να συνεργαστούν με τις υπηρεσίες του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, για την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.

Άρθρο 29

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν την εξέταση κάθε αιτήσεως παροχής ασύλου που κατατίθεται από έναν αλλοδαπό στο έδαφος ενός εξ αυτών.

2.   Η υποχρέωση αυτή δεν συνεπάγεται ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπει πάντοτε στον αιτούντα άσυλο την είσοδο ή τη διαμονή στο έδαφός του.

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, βάσει των εθνικών του διατάξεων και σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις του, διατηρεί το δικαίωμα να επαναπροωθήσει ή να απομακρύνει τον αιτούντα άσυλο προς ένα τρίτο κράτος.

3.   Όποιο και αν είναι το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο ο αλλοδαπός απευθύνει την αίτηση παροχής ασύλου, ένα μόνο συμβαλλόμενο μέρος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του. Το συμβαλλόμενο αυτό μέρος καθορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 30.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, κάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί το δικαίωμα —για ιδιαίτερους λόγους που ανάγονται ιδίως στην εθνική νομοθεσία του— να εξετάσει μια αίτηση παροχής ασύλου έστω και αν η ευθύνη, κατά την έννοια της παρούσας συμβάσεως, ανήκει σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

Άρθρο 30

1.   Το συμβαλλόμενο μέρος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως παροχής ασύλου ορίζεται ως εξής:

α)

αν ένα συμβαλλόμενο μέρος χορήγησε στον αιτούντα άσυλο οποιασδήποτε μορφής θεώρηση ή τίτλο διαμονής, έχει και την ευθύνη εξετάσεως της αιτήσεως. Αν η θεώρηση χορηγήθηκε ύστερα από εξουσιοδότηση άλλου συμβαλλόμενου μέρους, υπεύθυνο είναι το συμβαλλόμενο μέρος που έδωσε την εξουσιοδότηση·

β)

αν περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη χορήγησαν στον αιτούντα άσυλο οποιασδήποτε μορφής θεώρηση, ή ένα τίτλο διαμονής, το συμβαλλόμενο μέρος που είναι υπεύθυνο είναι αυτό που χορήγησε την άδεια διαμονής ή τον τίτλο διαμονής με την πλέον μακρά λήξη·

γ)

εφόσον ο αιτών άσυλο δεν εγκατέλειψε το έδαφος των συμβαλλομένων μερών, η κατά τα στοιχεία α) και β) ευθύνη παραμένει, έστω και αν έχει λήξει η διάρκεια ισχύος της οποιασδήποτε μορφής θεωρήσεως ή του τίτλου διαμονής. Αν ο αιτών άσυλο εγκατέλειψε το έδαφος των συμβαλλομένων μερών μετά τη χορήγηση της θεωρήσεως ή του τίτλου διαμονής, τα έγγραφα αυτά θεμελιώνουν την ευθύνη σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β), εκτός αν στο μεταξύ έληξε η ισχύς τους δυνάμει εθνικών διατάξεων·

δ)

αν ο αιτών άσυλο έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση χορηγήσεως θεωρήσεως από τα συμβαλλόμενα μέρη, υπεύθυνο είναι το συμβαλλόμενο μέρος, από τα εξωτερικά σύνορα του οποίου εισήλθε ο αιτών άσυλο στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών.

Εφόσον χρόνο δεν θα έχει ολοκληρωθεί η εναρμόνιση των αδειών διαμονής και αν ο αιτών το άσυλο έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση θεωρήσεως από ορισμένα μόνο συμβαλλόμενα μέρη, υπεύθυνο, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των στοιχείων α), β) και γ) είναι το συμβαλλόμενο μέρος από τα εξωτερικά σύνορα του οποίου εισήλθε ο αιτών άσυλο στα εδάφη των συμβαλλομένων μερών, επωφελούμενος της απαλλαγής από την υποχρέωση χορηγήσεως θεωρήσεως.

Αν η αίτηση παροχής ασύλου υποβληθεί σε ένα συμβαλλόμενο μέρος το οποίο έχει χορηγήσει στον αιτούντα θεώρηση διελεύσεως —ασχέτως του αν ο αιτών πέρασε ή όχι από τον έλεγχο διαβατηρίων— και αν η θεώρηση διελεύσεως χορηγήθηκε αφού η χώρα διελεύσεως βεβαιώθηκε από τις προξενικές ή διπλωματικές αρχές του συμβαλλόμενου μέρους προορισμού ότι ο αιτών άσυλο ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εισόδου στο έδαφός της, υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως είναι το συμβαλλόμενο μέρος προορισμού·

ε)

αν ο αιτών άσυλο εισήλθε στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών χωρίς να διαθέτει ένα ή περισσότερα έγγραφα επιτρέποντα τη διέλευση των συνόρων, όπως τα έχει καθορίσει η εκτελεστική επιτροπή, υπεύθυνο είναι το συμβαλλόμενο μέρος από τα εξωτερικά σύνορα του οποίου εισήλθε ο αιτών άσυλο στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών·

στ)

αν ένας αλλοδαπός, η αίτηση παροχής ασύλου του οποίου εξετάζεται ήδη από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, καταθέσει νέα αίτηση, υπεύθυνο είναι το συμβαλλόμενο μέρος που ήδη εξετάζει την αίτησή του·

ζ)

αν ένας αλλοδαπός, του οποίου μια προηγούμενη αίτηση παροχής ασύλου αποτέλεσε αντικείμενο οριστικής αποφάσεως από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, καταθέσει νέα αίτηση, υπεύθυνο είναι το συμβαλλόμενο μέρος που εξέτασε την προηγούμενη αίτηση, εφόσον ο αλλοδαπός δεν εγκατέλειψε το έδαφος των συμβαλλομένων μερών.

2.   Αν ένα συμβαλλόμενο μέρος ανέλαβε την εξέταση αιτήσεως παροχής ασύλου κατ' εφαρμογή του άρθρου 29 παράγραφος 4, το υπεύθυνο συμβαλλόμενο μέρος δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του.

3.   Αν το υπεύθυνο συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να ορισθεί βάσει των κριτηρίων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, υπεύθυνο είναι το συμβαλλόμενο μέρος ενώπιον του οποίου κατατέθηκε η αίτηση παροχής ασύλου.

Άρθρο 31

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη θα προσπαθήσουν να καθορίσουν το ταχύτερο δυνατόν ποιο μεταξύ αυτών είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αιτήσεως παροχής ασύλου.

2.   Αν αίτηση παροχής ασύλου απευθύνεται προς μη υπεύθυνο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 30, συμβαλλόμενο μέρος από αλλοδαπό που διαμένει στο έδαφός του, το συμβαλλόμενο αυτό μέρος μπορεί να ζητήσει από το υπεύθυνο συμβαλλόμενο μέρος να αναλάβει τον αιτούντα άσυλο, προκειμένου να διεκπεραιώσει την εξέταση της αιτήσεώς του για την παροχή ασύλου.

3.   Το υπεύθυνο συμβαλλόμενο μέρος υποχρεούται να αναλάβει τον αιτούντα το άσυλο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, αν το σχετικό αίτημα προβληθεί εντός έξι μηνών από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως παροχής ασύλου. Αν το αίτημα δεν προβληθεί εντός αυτής της προθεσμίας, υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου είναι το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση αυτή.

Άρθρο 32

Η εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου γίνεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του υπεύθυνου συμβαλλόμενου μέρους

Άρθρο 33

1.   Όταν ο αιτών το άσυλο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής ασύλου βρίσκεται παρανόμως στο έδαφος ενός άλλου συμβαλλόμενου μέρους, το υπεύθυνο μέρος υποχρεούται να τον αναλάβει εκ νέου.

2.   Η παράγραφος 1 δεν έχει εφαρμογή, όταν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος έχει χορηγήσει προς τον αιτούντα το άσυλο τίτλο διαμονής με ισχύ μεγαλύτερη ή ίση του ενός έτους. Στην περίπτωση αυτή, η ευθύνη για την εξέταση της αιτήσεως μεταφέρεται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

Άρθρο 34

1.   Το υπεύθυνο συμβαλλόμενο μέρος υποχρεούται να αναλάβει εκ νέου τον αλλοδαπό, του οποίου η αίτηση παροχής ασύλου απορρίφθηκε οριστικώς, και ο οποίος μετέβη στο έδαφος άλλου συμβαλλομένου μέρους, χωρίς να έχει άδεια διαμονής.

2.   Εντούτοις η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν το υπεύθυνο συμβαλλόμενο μέρος είχε απομακρύνει τον αλλοδαπό εκτός του εδάφους των συμβαλλομένων μερών.

Άρθρο 35

1.   Το συμβαλλόμενο μέρος που αναγνώρισε σε έναν αλλοδαπό το καθεστώς του πρόσφυγα και του χορήγησε δικαίωμα διαμονής υποχρεούται, με την προϋπόθεση ότι συμφωνούν οι ενδιαφερόμενοι, να αναλάβει την ευθύνη της εξετάσεως της αιτήσεως παροχής ασύλου ενός μέλους της οικογένειάς του.

2.   Το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 μέλος της οικογένειας είναι ο σύζυγος ή το άγαμο τέκνο του πρόσφυγα, ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών, ή αν ο πρόσφυγας είναι άγαμο τέκνο μικρότερο των δεκαοκτώ ετών, ο πατέρας ή η μητέρα του.

Άρθρο 36

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως παροχής ασύλου μπορεί, για ανθρωπιστικούς λόγους που στηρίζονται ιδίως σε οικογενειακούς ή πολιτιστικούς λόγους, να ζητήσει από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος να αναλάβει την ευθύνη αυτή, εφόσον το επιθυμεί ο ενδιαφερόμενος. Το συμβαλλόμενο μέρος προς το οποίο υποβάλλεται το σχετικό αίτημα, εκτιμά κατά πόσον να ανταποκριθεί σε αυτό.

Άρθρο 37

1.   Οι αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων μερών ανακοινώνουν αμοιβαίως, το ταχύτερο δυνατόν, πληροφορίες στα ακόλουθα θέματα:

α)

κανονισμούς ή νέα μέτρα που λαμβάνονται στον τομέα του δικαιώματος ασύλου, ή τη μεταχείριση των αιτούντων άσυλο, το αργότερο, κατά την έναρξη ισχύος τους·

β)

στατιστικά δεδομένα που αφορούν τις μηνιαίες αφίξεις των αιτούντων άσυλο, σημειώνοντας τις κυριότερες χώρες προελεύσεως, καθώς και τις συνακόλουθες αποφάσεις επί των αιτήσεων παροχής ασύλου, στο μέτρο που είναι διαθέσιμες·

γ)

εμφάνιση ή σημαντική αύξηση ορισμένων ομάδων που ζητούν άσυλο, καθώς και τις υφιστάμενες πληροφορίες σε αυτό το θέμα·

δ)

θεμελιώδεις αποφάσεις στον τομέα του δικαιώματος ασύλου.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν, επιπλέον, στενή συνεργασία όσον αφορά τη συγκέντρωση πληροφοριών, ως προς την κατάσταση στις χώρες προελεύσεως των αιτούντων άσυλο, προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή εκτίμηση.

3.   Κάθε επιθυμία που εκφράζεται από ένα συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με την εμπιστευτική επεξεργασία των πληροφοριών που ανακοινώνει, πρέπει να γίνεται σεβαστή από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 38

1.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διαβιβάζει σε κάθε άλλο μέρος που το ζητεί τα στοιχεία που διαθέτει σχετικά με έναν αιτούντα άσυλο, τα οποία είναι απαραίτητα για:

τον καθορισμό του συμβαλλόμενου μέρους που είναι υπεύθυνο για την επεξεργασία της αιτήσεως παροχής ασύλου,

την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

την υλοποίηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παρόν κεφάλαιο.

2.   Τα στοιχεία αυτά μπορούν να αφορούν αποκλειστικά:

α)

την ταυτότητα (όνομα και επώνυμο, ενδεχομένως προηγούμενα ονόματα, προσωνυμίες ή ψευδώνυμα, χρόνο και τόπο γεννήσεως, παρούσα και προηγούμενη ιθαγένεια του αιτούντος άσυλο και, κατά περίπτωση, των μελών της οικογένειάς του)·

β)

τα έγγραφα ταυτότητας και ταξιδίου (αριθμό, διάρκεια ισχύος, ημερομηνία έκδοσης, εκδούσα αρχή, τόπος έκδοσης κ.λπ.)·

γ)

τα λοιπά στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της ταυτότητας του αιτούντος·

δ)

τους τόπους διαμονής και τα δρομολόγια των ταξιδίων·

ε)

τους τίτλους διαμονής ή τις θεωρήσεις που έχουν χορηγηθεί από ένα συμβαλλόμενο μέρος·

στ)

τον τόπο καταθέσεως της αιτήσεως παροχής ασύλου.

ζ)

κατά περίπτωση, την ημερομηνία καταθέσεως μιας προηγούμενης αιτήσεως παροχής ασύλου, την ημερομηνία καταθέσεως της παρούσας αιτήσεως, την κατάσταση προόδου της διαδικασίας, το κείμενο της αποφάσεως.

3.   Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, επιπλέον, να ζητήσει από άλλο συμβαλλόμενο μέρος να του κοινοποιήσει τους λόγους που επικαλέστηκε ο αιτών άσυλο, προκειμένου να θεμελιώσει την αίτησή του και, ενδεχομένως, την αιτιολογία της ληφθείσας απόφασης που τον αφορά. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα εκτιμά κατά πόσον μπορεί να δώσει συνέχεια στο αίτημα αυτό. Η ανακοίνωση αυτών των πληροφοριών υπόκειται, σε κάθε περίπτωση, στη συναίνεση του αιτούντος το άσυλο.

4.   Η ανταλλαγή στοιχείων πραγματοποιείται μετά από σχετικό αίτημα ενός συμβαλλόμενου μέρους και μόνο μεταξύ των αρχών που κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει ανακοινώσει προς την εκτελεστική επιτροπή.

5.   Τα ανταλλασσόμενα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 σκοπούς. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να ανακοινωθούν μόνο προς διοικητικές και δικαστικές αρχές οι οποίες είναι αρμόδιες:

για τον καθορισμό του συμβαλλόμενου μέρους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

την υλοποίηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παρόν κεφάλαιο.

6.   Το συμβαλλόμενο μέρος που διαβιβάζει τα στοιχεία μεριμνά ώστε τα στοιχεία αυτά να είναι ενημερωμένα και ακριβή.

Αν προκύψει ότι αυτό το συμβαλλόμενο μέρος χορήγησε ανακριβή στοιχεία ή στοιχεία που δεν έπρεπε να διαβιβαστούν, τα συμβαλλόμενα μέρη προς τα οποία απευθύνονται ειδοποιούνται αμέσως. Υποχρεούνται να διορθώσουν αυτές τις πληροφορίες ή να τις καταστρέψουν.

7.   Ο αιτών άσυλο έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτησή του να του ανακοινωθούν οι ανταλλαγείσες πληροφορίες που τον αφορούν, εφόσον χρόνο είναι διαθέσιμες.

Αν διαπιστώσει ότι οι πληροφορίες αυτές είναι ανακριβείς ή ότι δεν έπρεπε να διαβιβαστούν, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τη διόρθωση ή την καταστροφή τους. Οι διορθώσεις πραγματοποιούνται υπό τις συνθήκες της παραγράφου 6.

8.   Σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, η διαβίβαση και η αποδοχή των πληροφοριών που ανταλλάσσονται καταχωρούνται.

9.   Τα διαβιβασθέντα στοιχεία φυλάσσονται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το απαραίτητο για τους σκοπούς για τους οποίους έχουν ανταλλαγεί. Η ανάγκη διατηρήσεώς τους πρέπει να εξεταστεί την κατάλληλη στιγμή από το ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος.

10.   Τα διαβιβαζόμενα στοιχεία τυγχάνουν, σε κάθε περίπτωση, της ίδιας τουλάχιστον προστασίας με αυτήν που προβλέπεται από το δίκαιο του παραλαμβάνοντος συμβαλλόμενου μέρους για πληροφορίες παρομοίας φύσεως.

11.   Αν η επεξεργασία των στοιχείων δεν γίνει αυτομάτως, αλλά κατ' άλλο τρόπο, κάθε συμβαλλόμενο μέρος πρέπει να λάβει τα αρμόζοντα μέτρα για να εξασφαλίσει την τήρηση του παρόντος άρθρου με αποτελεσματικά μέσα ελέγχου. Αν ένα συμβαλλόμενο μέρος διαθέτει μια υπηρεσία του ιδίου τύπου προς αυτόν που αναφέρεται στην παράγραφο 12, μπορεί να αναθέσει σε αυτήν την υπηρεσία τα καθήκοντα ελέγχου.

12.   Αν ένα ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούν να διεξάγουν την επεξεργασία όλων ή μέρους των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, η ηλεκτρονική επεξεργασία επιτρέπεται μόνον αν τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν θεσπίσει νομοθεσία σχετική με την επεξεργασία αυτή, η οποία θέτει σε εφαρμογή τις αρχές της συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981, για την προστασία των ατόμων έναντι της αυτόματης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και αν ανέθεσαν σε αρμόδια εθνική αρχή τον ανεξάρτητο έλεγχο της επεξεργασίας και αξιοποίησης των δεδομένων που διαβιβάζονται σύμφωνα προς την παρούσα σύμβαση.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 39

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση όπως οι αστυνομικές υπηρεσίες τους παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, τηρώντας την εθνική νομοθεσία και εντός των ορίων της αρμοδιότητός τους, για την πρόληψη και έρευνα σχετικά με αξιόποινες πράξεις εφόσον το εθνικό δίκαιο δεν απαιτεί την άδεια των δικαστικών αρχών, το δε σχετικό αίτημα και η διεκπεραίωσή του δεν συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρων καταναγκασμού εκ μέρους του συμβαλλόμενου μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα αυτό. Όταν οι αστυνομικές αρχές προς τις οποίες υποβάλλεται το αίτημα δεν είναι αρμόδιες για τη διεκπεραίωσή του, το διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές.

2.   Οι έγγραφες πληροφορίες που χορηγούνται από το συμβαλλόμενο μέρος προς το οποίο υποβάλλεται το αίτημα δυνάμει της παραγράφου 1, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα, ως αποδεικτικά στοιχεία ενοχής, μόνον με τη σύμφωνη γνώμη των αρμοδίων δικαστικών αρχών του συμβαλλομένου μέρους προς το οποίο το αίτημα απευθύνεται.

3.   Τα αιτήματα συνδρομής που προβλέπονται στην παράγραφο 1, καθώς και οι απαντήσεις σε αυτά τα αιτήματα, μπορούν να ανταλλαγούν μεταξύ των αρμόδιων κεντρικών οργάνων κάθε συμβαλλόμενου μέρους για τη διεθνή αστυνομική συνεργασία. Όταν το αίτημα δεν μπορεί να υποβληθεί εγκαίρως διά της ανωτέρω οδού, τότε απευθύνεται από τις αστυνομικές αρχές του αιτούντος συμβαλλομένου μέρους απευθείας προς τις αρμόδιες αρχές του μέρους προς το οποίο υποβάλλεται το αίτημα και αυτές μπορούν να απαντήσουν απευθείας. Στις περιπτώσεις αυτές, η αστυνομική αρχή που υποβάλλει το αίτημα ειδοποιεί το ταχύτερο δυνατόν, σχετικά με το απευθείας αίτημά της, το αρμόδιο κεντρικό όργανο του αιτούντος συμβαλλομένου μέρους για τη διεθνή αστυνομική συνεργασία.

4.   Στις παραμεθόριες περιοχές η συνεργασία μπορεί να ρυθμίζεται από διακανονισμούς μεταξύ των αρμόδιων υπουργών των συμβαλλομένων μερών.

5.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν παρακωλύουν τις πληρέστερες, παρούσες ή μελλοντικές, διμερείς συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που έχουν κοινά σύνορα. Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαίως γι' αυτές τις συμφωνίες.

Άρθρο 40

1.   Τα όργανα ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, τα οποία στα πλαίσια δικαστικής έρευνας μέσα στη χώρα τους παρακολουθούν άτομο ύποπτο συμμετοχής σε αξιόποινη πράξη, που μπορεί να συνεπάγεται απέλαση, εξουσιοδοτούνται να συνεχίσουν την παρακολούθηση αυτή στο έδαφος άλλου συμβαλλομένου μέρους, αν αυτό έχει επιτρέψει τη διασυνοριακή παρακολούθηση βάσει προηγούμενης αιτήσεως δικαστικής συνδρομής. Η εξουσιοδότηση μπορεί να συνοδεύεται από προϋποθέσεις.

Η παρακολούθηση θα ανατεθεί, κατόπιν αιτήσεως, στα όργανα του συμβαλλομένου μέρους, στο έδαφος του οποίου διεξάγεται.

Η αίτηση δικαστικής συνδρομής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να απευθύνεται στην αρχή που έχει ορίσει κάθε ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, και η οποία είναι αρμόδια για την παροχή ή τη διαβίβαση της ζητουμένης εξουσιοδοτήσεως.

2.   Όταν για λόγους ιδιαίτερα επείγοντες δεν μπορεί να ζητηθεί προηγουμένως η εξουσιοδότηση του άλλου συμβαλλομένου μέρους, τα αρμόδια όργανα παρακολουθήσεως εξουσιοδοτούνται να συνεχίσουν πέραν των συνόρων την παρακολούθηση ατόμου υπόπτου διαπράξεως αξιόποινων πράξεων αναφερομένων στην παράγραφο 7, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η διέλευση των συνόρων κατά την παρακολούθηση θα ανακοινωθεί αμέσως στην αρχή του συμβαλλόμενου μέρους που ορίζεται στην παράγραφο 5, στο έδαφος του οποίου συνεχίζεται η παρακολούθηση·

β)

θα κατατεθεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αίτηση δικαστικής συνδρομής, που θα έχει υποβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 και θα εκθέτει τους λόγους που αιτιολογούν τη διέλευση των συνόρων χωρίς προηγούμενη εξουσιοδότηση.

Η παρακολούθηση θα σταματά μόλις το συμβαλλόμενο μέρος, στο έδαφος του οποίου λαμβάνει χώρα, το ζητήσει σε συνέχεια της ανακοινώσεως που προβλέπεται στο στοιχείο α), ή της αιτήσεως που προβλέπεται στο στοιχείο β), ή αν η εξουσιοδότηση δεν χορηγήθηκε πέντε ώρες μετά τη διέλευση των συνόρων.

3.   Η παρακολούθηση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 μπορεί να ασκηθεί μόνον υπό τους ακόλουθους γενικούς όρους:

α)

τα παρακολουθούντα όργανα οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και προς το δίκαιο του συμβαλλομένου μέρους, στο έδαφος του οποίου δρουν· οφείλουν να υπακούουν στις εντολές των αρμοδίων κατά τόπον αρχών·

β)

με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων στην παράγραφο 2 καταστάσεων, κατά τη διάρκεια της παρακολουθήσεως τα όργανα εφοδιάζονται με έγγραφο που πιστοποιεί ότι χορηγήθηκε εξουσιοδότηση·

γ)

τα παρακολουθούντα όργανα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ανά πάσα στιγμή την επίσημη ιδιότητά τους·

δ)

τα παρακολουθούντα όργανα μπορούν να φέρουν το υπηρεσιακό τους όπλο κατά τη διάρκεια της παρακολουθήσεως εκτός ρητής αντιθέτου αποφάσεως του συμβαλλομένου μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα· η χρησιμοποίησή του επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση νομίμου αμύνης·

ε)

η είσοδος στις ιδιωτικές κατοικίες και σε μη κοινόχρηστους χώρους απαγορεύεται·

στ)

τα παρακολουθούντα όργανα δεν μπορούν ούτε να σταματήσουν, ούτε να συλλάβουν τον παρακολουθούμενο·

ζ)

κάθε επιχείρηση αποτελεί αντικείμενο αναφοράς προς τις αρχές του συμβαλλόμενου μέρους, στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται· μπορεί να ζητηθεί η προσωπική εμφάνιση των παρακολουθούντων οργάνων·

η)

οι αρχές του συμβαλλόμενου μέρους από το οποίο προέρχονται τα παρακολουθούντα όργανα προσφέρουν —όταν τούτο ζητείται από τις αρχές του συμβαλλόμενου μέρους στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιήθηκε η παρακολούθηση— τη συνδρομή τους κατά την ανάκριση που ακολουθεί την επιχείρηση στην οποία έλαβαν μέρος, περιλαμβανομένων και των δικαστικών διαδικασιών.

4.   Τα όργανα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι τα ακόλουθα:

—   όσον αφορά το Βασίλειο του Βελγίου: τα μέλη της Police Judiciaire près les Parquets, της Gendarmerie και της Police Comunale, καθώς επίσης και οι τελωνειακοί υπάλληλοι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κατάλληλες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 6, όσον αφορά τις δικαιοδοσίες τους τις σχετικές με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τη διακίνηση όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων,

—   όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: τα όργανα των Polizeien des Bundes und der Länder καθώς και, μόνο για τους τομείς της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών και της διακίνησης όπλων, τα όργανα της Zollfahndungsdienst (Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών) υπό την ιδιότητά τους ως βοηθητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως,

—   όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία: οι αξιωματικοί υπάλληλοι της Police Judiciaire, της Police Nationale και της Gendarmerie Nationale, καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κατάλληλες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 6, όσον αφορά τις δικαιοδοσίες τους τις σχετικές με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τη διακίνηση όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων,

—   όσον αφορά το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: τα όργανα της Gendarmerie και της Police, καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κατάλληλες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 6, όσον αφορά τις δικαιοδοσίες τους τις σχετικές με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τη διακίνηση όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων,

—   όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών: τα όργανα της Rijkspolitie και της Gemeentepolitie, καθώς και οι υπάλληλοι της Φορολογικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Ελέγχων που είναι αρμόδιοι για τα τέλη εισαγωγής και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κατάλληλες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 6, όσον αφορά τις δικαιοδοσίες τους τις σχετικές με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τη διακίνηση όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

5.   Η αρχή που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 είναι:

—   όσον αφορά το Βασίλειο του Βελγίου: το Commissariat général de la Police judiciaire,

—   όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: το Bundeskriminalamt,

—   όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία: η Direction centrale de la Police judiciaire,

—   όσον αφορά το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: ο Procureur général d' État

—   όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών: ο Landelijk Officier van Justitie που είναι αρμόδιος για τη διασυνοριακή παρακολούθηση.

6.   Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επεκτείνουν διμερώς το πεδίο εφαρμογής και να θεσπίσουν πρόσθετες διατάξεις προς εκτέλεση του παρόντος άρθρου.

7.   Η παρακολούθηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο για μια από τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:

δολοφονία,

φόνος,

βιασμός,

εμπρησμός,

παραχάραξη,

διακεκριμένη κλοπή και κλεπταποδοχή,

εκβιασμός,

απαγωγή και ομηρία,

δουλεμπόριο,

παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,

παράβαση των διατάξεων ως προς όλα τα όπλα και τα εκρηκτικά,

καταστροφές δι' εκρηκτικών,

παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων,

αδίκημα φυγής κατόπιν δυστυχήματος που προκάλεσε θάνατο ή σοβαρούς τραυματισμούς.

Άρθρο 41

1.   Τα όργανα ενός εκ των συμβαλλομένων μερών τα οποία μέσα στη χώρα τους καταδιώκουν ένα άτομο που κατελήφθη επ' αυτοφώρω να ενεργεί μια από τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ή να συμμετέχει σε μια από τις πράξεις αυτές, εξουσιοδοτούνται να συνεχίσουν την καταδίωξη —χωρίς προηγούμενη άδεια— στο έδαφος ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους, όταν οι αρμόδιες αρχές του άλλου μέρους δεν μπόρεσαν να ειδοποιηθούν εκ των προτέρων για την είσοδο στο έδαφός του, λόγω εξαιρετικώς επείγοντος, με ένα από τα μέσα επικοινωνίας που προβλέπονται στο άρθρο 44, ή όταν οι αρχές αυτές δεν μπόρεσαν να βρεθούν εγκαίρως επιτόπου για να συνεχίσουν την καταδίωξη.

Το ίδιο ισχύει όταν το καταδιωκόμενο πρόσωπο, που τελεί υπό προσωρινή κράτηση, ή που εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή, δραπετεύει.

Τα διωκτικά όργανα προσφεύγουν, το αργότερο κατά τη διέλευση των συνόρων, στις αρμόδιες αρχές του συμβαλλόμενου μέρους στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η καταδίωξη. Η καταδίωξη σταματά μόλις ζητηθεί αυτό από το συμβαλλόμενο μέρος, στο έδαφος του οποίου θα πρέπει να συνεχιστεί. Με αίτηση των διωκτικών οργάνων, οι αρμόδιες κατά τόπον αρχές συλλαμβάνουν το καταδιωκόμενο άτομο, για να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητός του ή να προβούν στη σύλληψή του.

2.   Η καταδίωξη ασκείται σύμφωνα με έναν από τους ακόλουθους τρόπους, οριζόμενους με τη δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 9:

α)

τα διωκτικά όργανα δεν έχουν το δικαίωμα να σταματήσουν τον καταδιωκόμενο·

β)

αν δεν ζητηθεί η διακοπή της καταδιώξεως, οι δε αρμόδιες κατά τόπον αρχές δεν μπορούν να επέμβουν αρκετά γρήγορα, τα διωκτικά όργανα μπορούν να σταματήσουν το καταδιωκόμενο άτομο μέχρις ότου τα όργανα του συμβαλλομένου μέρους στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται η καταδίωξη, τα οποία πρέπει να ενημερωθούν χωρίς υπαίτια βραδύτητα, μπορούν να εξακριβώσουν την ταυτότητά του ή να προβούν στη σύλληψή του.

3.   Η καταδίωξη ασκείται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, κατά έναν από τους ακόλουθους τρόπους, οριζόμενους με τη δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 9:

α)

μέσα σε μια ζώνη ή για ένα χρονικό διάστημα μετά τη διέλευση των συνόρων, που θα καθορισθούν στη δήλωση·

β)

χωρίς κατά χρόνον ή κατά τόπον περιορισμούς.

4.   Με δήλωση προβλεπόμενη στην παράγραφο 8, τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζουν τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπει η παράγραφος 1, κατά τον ακόλουθο τρόπο:

α)

οι ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:

δολοφονία,

φόνος,

βιασμός,

εμπρησμός,

παραχάραξη,

διακεκριμένη κλοπή και κλεπταποδοχή,

εκβιασμός,

απαγωγή και ομηρία,

δουλεμπόριο,

παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,

παράβαση των διατάξεων ως προς όλα τα όπλα και τα εκρηκτικά,

καταστροφές δι' εκρηκτικών,

παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων,

αδίκημα φυγής κατόπιν δυστυχήματος που προκάλεσε θάνατο ή σοβαρούς τραυματισμούς·

β)

οι παραβάσεις που μπορούν να επισύρουν απέλαση.

5.   Η δίωξη μπορεί να ασκηθεί μόνον υπό τους ακόλουθους γενικούς όρους:

α)

τα διωκτικά όργανα πρέπει να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και προς το δίκαιο του συμβαλλομένου μέρους στο έδαφος του οποίου δρουν· οφείλουν να υπακούουν στις διαταγές των κατά τόπον αρμοδίων αρχών·

β)

η καταδίωξη πραγματοποιείται μόνο διά των κατά ξηράν συνόρων·

γ)

η είσοδος στις ιδιωτικές κατοικίες και σε μη κοινόχρηστους χώρους απαγορεύεται·

δ)

τα διωκτικά όργανα αναγνωρίζονται εύκολα, είτε από τη στολή τους, είτε από περιβραχιόνιο, είτε από τα ενδεικτικά σήματα που τοποθετούν στο αυτοκίνητο· η πολιτική περιβολή, συνδυασμένη με τη χρήση αυτοκινήτων με συμβατικούς αριθμούς χωρίς τα προαναφερθέντα σήματα αναγνώρισης, απαγορεύεται· τα διωκτικά όργανα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ανά πάσα στιγμή την επίσημη ιδιότητά τους·

ε)

τα διωκτικά όργανα μπορούν να φέρουν το υπηρεσιακό τους όπλο· η χρησιμοποίησή του επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση νομίμου αμύνης·

στ)

μετά τη σύλληψή του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 στοιχείο β), το καταδιωκόμενο πρόσωπο μπορεί να υφίσταται μόνο μια σωματική έρευνα ασφαλείας, προκειμένου να οδηγηθεί ενώπιον των αρμοδίων τοπικών αρχών· κατά τη μεταγωγή του μπορούν να χρησιμοποιούνται χειροπέδες· τα αντικείμενα που βρίσκονται στην κατοχή του καταδιωκόμενου προσώπου μπορούν να κατασχεθούν·

ζ)

μετά από κάθε επιχείρηση αναφερόμενη στις παραγράφους 1, 2 και 3 τα καταδιωκτικά όργανα παρουσιάζονται ενώπιον των κατά τόπον αρμοδίων αρχών του συμβαλλόμενου μέρους, στο έδαφος του οποίου έδρασαν και δίνουν αναφορά ως προς την αποστολή τους· κατόπιν αιτήσεως των αρχών αυτών υποχρεούνται να παραμείνουν στη διάθεσή τους μέχρις ότου διαφωτιστούν πλήρως οι περιστάσεις της δράσεώς τους· ο όρος αυτός εφαρμόζεται ακόμη και όταν η δίωξη δεν οδήγησε στη σύλληψη του καταδιωκόμενου προσώπου·

η)

οι αρχές του συμβαλλομένου μέρους στο οποίο υπάγονται οι αρμόδιες διωκτικές αρχές, προσφέρουν —όταν ζητείται τούτο από τις αρχές του συμβαλλόμενου μέρους, στην επικράτεια του οποίου έλαβε χώρα η καταδίωξη— τη συνδρομή τους στην έρευνα που ακολουθεί την επιχείρηση στην οποία έλαβαν μέρος, περιλαμβανομένων και των δικαστικών διαδικασιών.

6.   Ένα άτομο το οποίο σε συνέχεια της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 δράσεως συλλαμβάνεται από τις κατά τόπον αρμόδιες αρχές, μπορεί ασχέτως της ιθαγενείας του, να κρατηθεί για προανάκριση. Οι αντίστοιχοι κανόνες του εθνικού δικαίου εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

Αν το άτομο αυτό δεν έχει την ιθαγένεια του συμβαλλομένου μέρους στο έδαφος του οποίου συνελήφθη, αφήνεται ελεύθερο το αργότερο έξι ώρες μετά τη σύλληψή του, χωρίς να υπολογίζονται οι ώρες μεταξύ του μεσονυκτίου και της ενάτης, εκτός και αν οι κατά τόπον αρμόδιες αρχές παραλάβουν προηγουμένως οιασδήποτε μορφής αίτημα προσωρινής κρατήσεως επί σκοπώ εκδόσεως.

7.   Τα όργανα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους είναι:

—   όσον αφορά το Βασίλειο του Βελγίου: τα μέλη της Police Judiciaire près les Parquets, της Gendarmerie και της Police Communale, καθώς επίσης και οι τελωνειακοί υπάλληλοι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κατάλληλες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 10, όσον αφορά τις δικαιοδοσίες τους τις σχετικές με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τη διακίνηση όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων,

—   όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: τα όργανα των Polizeien des Bundes und der Länder καθώς και, μόνον για τους τομείς της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών και της διακίνησης όπλων, τα όργανα της Zollfahndungsdienst (Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών) υπό την ιδιότητά τους ως βοηθητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως,

—   όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία: οι αξιωματικοί υπάλληλοι της Police Judiciaire, της Police Nationale και της Gendarmerie Nationale, καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κατάλληλες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 10, όσον αφορά τις δικαιοδοσίες τους τις σχετικές με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τη διακίνηση όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων,

—   όσον αφορά το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: τα όργανα της Gendarmerie και της Police, καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κατάλληλες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 10, όσον αφορά τις δικαιοδοσίες τους τις σχετικές με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τη διακίνηση όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων,

—   όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών: τα όργανα της Rijkspolitie και της Gemeentepolitie, καθώς και οι υπάλληλοι της Φορολογικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Ελέγχων που είναι αρμόδιοι για τα τέλη εισαγωγής και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κατάλληλες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 10, όσον αφορά τις δικαιοδοσίες τους τις σχετικές με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τη διακίνηση όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

8.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει για τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη το άρθρο 27 της συμφωνίας Μπενελούξ, περί εκδόσεως και δικαστικής συνδρομής σε ποινικά θέματα της 27ης Ιουνίου 1962, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974.

9.   Κατά την υπογραφή της παρούσας σύμβασης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος καταθέτει δήλωση με την οποία καθορίζει, επί τη βάσει των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4, τους όρους ασκήσεως της καταδιώξεως στο έδαφός του, για κάθε συμβαλλόμενο μέρος με το οποίο έχει κοινά σύνορα.

Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί ανά πάσα στιγμή να αντικαταστήσει τη δήλωσή του με άλλη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν περιορίζει την έκταση εφαρμογής της προηγούμενης.

Κάθε δήλωση πραγματοποιείται μετά από συνεννόηση με κάθε ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη και με πνεύμα ισοδυναμίας των καθεστώτων που ισχύουν από τις δύο πλευρές των εσωτερικών συνόρων.

10.   Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, επί διμερούς επιπέδου, να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 και να θεσπίσουν συμπληρωματικές διατάξεις, προς εκτέλεση του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 42

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 40 και 41, τα όργανα που βρίσκονται σε αποστολή στο έδαφος ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους εξομοιώνονται προς τα όργανα του μέρους αυτού, όσον αφορά τις παραβάσεις των οποίων ενδεχομένως θα είναι θύματα, ή τις οποίες ενδεχομένως θα διαπράξουν.

Άρθρο 43

1.   Όταν, συμφώνως προς τα άρθρα 40 και 41 της παρούσας σύμβασης, τα όργανα ενός συμβαλλομένου μέρους βρίσκονται σε αποστολή στο έδαφος ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους, το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος είναι υπεύθυνο για τις ζημίες που προξενούν κατά την εκτέλεση της αποστολής τους συμφώνως προς το δίκαιο του συμβαλλομένου μέρους στο έδαφος του οποίου δρουν.

2.   Το συμβαλλόμενο μέρος, στο έδαφος του οποίου προξενήθηκαν οι ζημίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αναλαμβάνει την αποκατάσταση των ζημιών αυτών υπό τους όρους που ισχύουν για τις ζημίες που προξενούνται από τα δικά του όργανα.

3.   Το συμβαλλόμενο μέρος, τα όργανα του οποίου προκάλεσαν ζημίες σε οιονδήποτε στο έδαφος ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους, καταβάλλει εξ ολοκλήρου στο τελευταίο τα ποσά τα οποία τούτο κατέβαλε στα θύματα ή στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα.

4.   Με την επιφύλαξη της ασκήσεως των δικαιωμάτων του έναντι τρίτων και κατ' εξαίρεση από τη διάταξη της παραγράφου 3, κάθε ένα εκ των συμβαλλομένων μερών θα παραιτηθεί, στην περίπτωση που προβλέπεται από την παράγραφο 1, του δικαιώματος να ζητήσει από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος την επιστροφή του ποσού των ζημιών που υπέστη.

Άρθρο 44

1.   Σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις και λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες, καθώς και τις τεχνικές δυνατότητες, τα συμβαλλόμενα μέρη δημιουργούν, κυρίως στις παραμεθόριες περιοχές, συνδέσεις τηλεφώνου, ραδιοτηλεφώνου, τέλεξ και άλλες άμεσες συνδέσεις προκειμένου να διευκολυνθεί η αστυνομική και τελωνειακή συνεργασία, ιδίως για την έγκαιρη διαβίβαση πληροφοριών, στα πλαίσια της διασυνοριακής επιτηρήσεως και καταδιώξεως.

2.   Εκτός από τα μέτρα αυτά που πρέπει να ληφθούν βραχυπρόθεσμα, θα εξετάσουν τις ακόλουθες κυρίως δυνατότητες:

α)

την ανταλλαγή υλικού ή την απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων, εφοδιασμένων με τον κατάλληλο τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό·

β)

την επέκταση των συχνοτήτων που χρησιμοποιούνται στις παραμεθόριες ζώνες·

γ)

τη δημιουργία μιας κοινής συνδέσεως μεταξύ αστυνομικών και τελωνειακών υπηρεσιών που δρουν στις ίδιες αυτές ζώνες·

δ)

το συντονισμό των προγραμμάτων αγοράς εξοπλισμού επικοινωνιών, προκειμένου να καταλήξουν στη δημιουργία τυποποιημένων και συμβατών συστημάτων επικοινωνίας.

Άρθρο 45

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι:

α)

ο διευθυντής ξενοδοχείου ή ο αντικαταστάτης του μεριμνούν ώστε οι διαμένοντες στο ξενοδοχείο αλλοδαποί, περιλαμβανομένων και των υπηκόων των άλλων συμβαλλομένων μερών, καθώς και άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την εξαίρεση των συζύγων ή των ανήλικων τέκνων που τους συνοδεύουν ή των μελών ομάδων οργανωμένων ταξιδίων, συμπληρώνουν και υπογράφουν προσωπικά τα δελτία δηλώσεως και αποδεικνύουν την ταυτότητά τους με την επίδειξη έγκυρου εγγράφου ταυτότητος·

β)

τα δελτία δηλώσεως που έχουν συμπληρωθεί κατ' αυτόν τον τρόπο θα κρατούνται στη διάθεση των αρμοδίων αρχών ή θα διαβιβάζονται σ' αυτές, εφόσον οι αρχές αυτές το κρίνουν αναγκαίο για την πρόληψη απειλών, για ποινικές διώξεις ή για να διαφωτιστεί η τύχη των εξαφανισθέντων ατόμων ή των θυμάτων δυστυχήματος, εκτός αν το εθνικό δίκαιο ορίζει διαφορετικά.

2.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στα πρόσωπα που διαμένουν σε οιοδήποτε μέρος δυνάμει μισθώσεως συναπτόμενης με παρέχοντες υπηρεσίες επί επαγγελματικής βάσεως, και ιδίως σε αντίσκηνα, τροχόσπιτα και πλεούμενα.

Άρθρο 46

1.   Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, τηρώντας την εθνική του νομοθεσία και χωρίς να καλείται προς αυτό, να ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος πληροφορίες που μπορούν να είναι σημαντικές γι' αυτό και αποβλέπουν στη βοήθεια για την καταστολή μελλοντικών αξιόποινων πράξεων, την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, ή την πρόληψη απειλών κατά της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας.

2.   Με την επιφύλαξη του καθεστώτος της συνεργασίας στις παραμεθόριες περιοχές που προβλέπονται στο άρθρο 39 παράγραφος 4, οι πληροφορίες ανταλλάσσονται μέσω μιας κεντρικής υπηρεσίας που θα ορισθεί. Σε ιδιαίτερα επείγουσες περιπτώσεις, η ανταλλαγή πληροφοριών κατά την έννοια του παρόντος άρθρου μπορεί να πραγματοποιηθεί απευθείας μεταξύ των οικείων αστυνομικών αρχών, εκτός αντιθέτων εθνικών διατάξεων. Η κεντρική υπηρεσία ενημερώνεται σχετικά το ταχύτερο δυνατόν.

Άρθρο 47

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συνάψουν διμερείς συμφωνίες που επιτρέπουν την απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων ενός μέρους στις αστυνομικές υπηρεσίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο.

2.   Η απόσπαση των υπαλλήλων-συνδέσμων για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, έχει ως σκοπό να προάγει και επιταχύνει τη συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, παρέχοντας κυρίως συνδρομή:

α)

υπό μορφή ανταλλαγής πληροφοριών για την προληπτική όσο και κατασταλτική καταπολέμηση της εγκληματικότητας·

β)

κατά την εκτέλεση των αιτήσεων αστυνομικής και δικαστικής συνδρομής σε ποινικά θέματα·

γ)

για τις ανάγκες της ασκήσεως των αποστολών των αρμόδιων αρχών που είναι επιφορτισμένες με την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων.

3.   Η αποστολή των υπαλλήλων-συνδέσμων είναι γνωμοδοτικής φύσεως καθώς και συνδρομής. Δεν είναι αρμόδιοι για την αυτόνομη εκτέλεση αστυνομικών μέτρων. Παρέχουν πληροφορίες και εκτελούν την αποστολή τους στα πλαίσια των εντολών που τους έχουν δοθεί από το συμβαλλόμενο μέρος από το οποίο προέρχονται και από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο είναι αποσπασμένοι. Υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις στον προϊστάμενο της αστυνομικής υπηρεσίας στην οποία είναι αποσπασμένοι.

4.   Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν σε διμερές ή πολυμερές πλαίσιο ότι οι υπάλληλοι-σύνδεσμοι ενός μέρους που είναι αποσπασμένοι σε τρίτα κράτη εκπροσωπούν ταυτόχρονα τα συμφέροντα ενός ή περισσοτέρων άλλων συμβαλλομένων μερών. Δυνάμει παρομοίων συμφωνιών οι υπάλληλοι-σύνδεσμοι που είναι αποσπασμένοι σε τρίτα κράτη παρέχουν πληροφορίες σε άλλα συμβαλλόμενα μέρη κατόπιν αιτήσεως ή με ιδία πρωτοβουλία και εκτελούν, στα όρια των αρμοδιοτήτων τους, αποστολές υπέρ αυτών των μερών. Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαίως ως προς τις προθέσεις τους σχετικά με την απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων σε τρίτα κράτη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Άρθρο 48

1.   Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου αποβλέπουν στη συμπλήρωση και τη διευκόλυνση εφαρμογής της ευρωπαϊκής συνθήκης δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, της 20ής Απριλίου 1959. Στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που είναι και μέλη της Οικονομικής Ένώσης Μπενελούξ ισχύει ομοίως το εδάφιο 1 όσον αφορά το κεφάλαιο II της συνθήκης Μπενελούξ περί εκδόσεως και δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις της 27ης Ιουνίου 1962 και στη διατύπωση του πρωτοκόλλου της 11ης Μαΐου 1974.

2.   Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει την ισχύ ευρυτέρων διατάξεων που ισχύουν μεταξύ των μελών με βάση διμερείς συμφωνίες.

Άρθρο 49

Η δικαστική συνδρομή επιτρέπεται επίσης:

α)

σε διαδικασίες για πράξεις οι οποίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ενός ή και των δύο συμβαλλομένων μερών, τιμωρούνται ως παραβάσεις τάξεως από διοικητικά όργανα, εναντίον της αποφάσεως των οποίων μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ενώπιον ιδίως ποινικού δικαστηρίου·

β)

σε διαδικασίες αποζημιώσεως για μέτρα διώξεως ή άδικης καταδίκης·

γ)

σε αστικές υποθέσεις που σχετίζονται με ποινική δίωξη, εφόσον το δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφασίσει οριστικά επί της ποινικής διώξεως·

ε)

για την επίδοση των διαδικαστικών εγγράφων σχετικά με την εκτέλεση μιας ποινής ή ενός μέτρου ασφαλείας, της εισπράξεως προστίμου ή της καταβολής των δικαστικών εξόδων·

στ)

για μέτρα που σχετίζονται με την αναστολή επιβολής ή εκτελέσεως ποινής ή μέτρου ασφαλείας, την υφ' όρον απόλυση, την προσωρινή αναστολή ενάρξεως εκτίσεως ή τη διακοπή εκτίσεως ποινής ή μέτρου ασφαλείας.

Άρθρο 50

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση παροχής δικαστικής συνδρομής, κατά τα ρυθμιζόμενα από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48, για περιπτώσεις παραβιάσεως των διατάξεων εν γένει περί φόρων καταναλώσεως, φόρων προστιθέμενης αξίας και τελωνειακών δασμών. Ως τελωνειακές διατάξεις εννοούνται αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 2 της σύμβασης μεταξύ Βελγίου, Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Λουξεμβούργου και Ολλανδίας περί αμοιβαίας τελωνειακής υποστηρίξεως της 7ης Σεπτεμβρίου 1967, καθώς και αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1468/81 του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1981.

2.   Αιτήσεις δικαστικής συνδρομής για περιπτώσεις κατηγορίας απάτης περί τους φόρους καταναλώσεως δεν επιτρέπεται να απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση δεν επιβάλλει φόρους καταναλώσεως.

3.   Το εκζητούν συμβαλλόμενο μέρος δεν θα διαβιβάσει ή χρησιμοποιήσει πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε από το εκζητούμενο μέρος για ανακριτικές, διωκτικές ή διαδικαστικές πράξεις άλλες από αυτές που περιγράφονται στην αίτηση συνδρομής, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του εκζητουμένου μέρους.

4.   Η προβλεπόμενη από το παρόν άρθρο αίτηση δικαστικής συνδρομής μπορεί να απορριφθεί, όταν το ποσό που υπήρξε αντικείμενο μη καταβολής ή εξαπατήσεως δεν ξεπερνά τα 25 000 Ecu ή η αξία των ειδών που εισήχθησαν ή εξήχθησαν χωρίς άδεια δεν υπερβαίνει τα 100 000 Ecu, εκτός εάν η πράξη λόγω του είδους της ή του προσώπου του δράστη χαρακτηρισθεί ως πολύ σοβαρή από το εκζητούν μέρος.

5.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου η αίτηση δικαστικής συνδρομής αναφέρεται σε πράξεις που τιμωρούνται με πρόστιμο (παραβάσεως τάξεως) και η αίτηση υποβάλλεται από δικαστική αρχή.

Άρθρο 51

Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να εξαρτήσουν το παραδεκτό αιτήσεων δικαστικής συνδρομής για έρευνα ή κατάσχεση από όρους άλλους εκτός από τους ακόλουθους:

α)

η πράξη που αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως δικαστικής συνδρομής να τιμωρείται κατά το δίκαιο και των δύο συμβαλλομένων μερών με ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας περιοριστικό της ελευθερίας, το ανώτατο όριο των οποίων να είναι τουλάχιστον έξι μήνες, ή να τιμωρείται κατά το δίκαιο ενός των συμβαλλομένων μερών με ισοδύναμες κυρώσεις και κατά το δίκαιο του άλλου μέρους να τιμωρείται ως παράβαση τάξεως από διοικητική αρχή, η απόφαση της οποίας να δύναται να προσβληθεί ενώπιον ιδίως ποινικού δικαστηρίου·

β)

η εκτέλεση της αιτήσεως δικαστικής συνδρομής να μην αντιτίθεται και κατά τα λοιπά στο δίκαιο του εκζητουμένου κράτους.

Άρθρο 52

1.   Έκαστο των συμβαλλομένων μερών μπορεί να επιδίδει τα έγγραφα της διαδικασίας απευθείας μέσω ταχυδρομείου σε πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφος ενός άλλου μέρους. Τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιούν στην εκτελεστική επιτροπή κατάλογο των εγγράφων που μπορούν να διαβιβασθούν μέσω αυτής της οδού.

2.   Εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο παραλήπτης δεν γνωρίζει τη γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί το έγγραφο, πρέπει το έγγραφο —τουλάχιστον στα βασικά του μέρη— να μεταφρασθεί στη γλώσσα ή σε μία από τις γλώσσες του συμβαλλομένου μέρους, στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο παραλήπτης. Εάν η επιδίδουσα αρχή γνωρίζει ότι ο παραλήπτης ομιλεί μόνο μια άλλη γλώσσα, τότε το έγγραφο —ή τα σημαντικότερα μέρη αυτού— πρέπει να μεταφρασθούν σε αυτή την άλλη γλώσσα.

3.   Ο πραγματογνώμων ή ο μάρτυς, ο οποίος δεν συμμορφώνεται σε κλήτευση που του εστάλη μέσω ταχυδρομείου, δεν επιτρέπεται να τιμωρηθεί, ακόμη και αν η κλήτευση περιέχει μέτρα καταναγκασμού, εκτός εάν αργότερα μεταβεί οικειοθελώς στο έδαφος του εκζητούντος κράτους και εκεί κλητευθεί εκ νέου νόμιμα. Οι επιδίδουσες αρχές επιμελούνται ώστε οι κλητεύσεις μέσω ταχυδρομείου να μην εμπεριέχουν μέτρα καταναγκασμού. Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει το άρθρο 34 της συνθήκης Μπενελούξ περί εκδόσεως και δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, της 27ης Ιουνίου 1962, όπως είναι τροποποιημένο στο πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974.

4.   Εάν η πράξη για την οποία ζητείται η δικαστική συνδρομή τιμωρείται κατά το δίκαιο τόσο του εκζητούντος όσο και του εκζητουμένου συμβαλλομένου μέρους διοικητικά ως παράβαση τάξεως που είναι δυνατό να εκκληθεί ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, τότε η επίδοση εγγράφων λαμβάνει κατά κανόνα χώρα σύμφωνα με την παράγραφο 1.

5.   Ανεξάρτητα από την παράγραφο 1, η επίδοση εγγράφων της διαδικασίας μπορεί να λάβει χώρα και μέσω της δικαστικής αρχής του εκζητουμένου κράτους, όταν η διεύθυνση του παραλήπτη είναι άγνωστη ή το εκζητούν κράτος απαιτεί προσωπική επίδοση.

Άρθρο 53

1.   Οι αιτήσεις δικαστικής συνδρομής και οι σχετικές απαντήσεις δύνανται να υποβάλλονται απευθείας μεταξύ των δικαστικών αρχών.

2.   Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεων μεταξύ των Υπουργείων Δικαιοσύνης ή μέσω των εθνικών κεντρικών γραφείων της Διεθνούς Αστυνομικής Οργανώσεως.

3.   Οι αιτήσεις προσωρινής μεταφοράς ή διαμεταγωγή ατόμων που τελούν υπό καθεστώς προσωρινής κρατήσεως ή φυλακίσεως ή στα οποία έχει επιβληθεί στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας καθώς και η τακτική ή ευκαιριακή ανταλλαγή πληροφοριών από δικαστικά αρχεία γίνεται μέσω των Υπουργείων Δικαιοσύνης.

4.   Σύμφωνα με το πνεύμα της ευρωπαϊκής σύμβασης για δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις της 20ής Απριλίου 1959, ως Υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά με τη Γερμανία εννοούμε τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Δικαιοσύνης και τους Υπουργούς ή Γερουσιαστές Δικαιοσύνης των ομόσπονδων κρατών.

5.   Μηνύσεις ή καταγγελίες επί σκοπώ ποινικής διώξεως, σύμφωνα με το άρθρο 21 της ευρωπαϊκής σύμβασης δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, της 20ής Απριλίου 1959, ή σύμφωνα με το άρθρο 42 της συνθήκης Μπενελούξ για έκδοση και δικαστική συνδρομή σε ποινικά θέματα, της 27ης Ιουνίου 1962, όπως διατυπώθηκε στο πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974, λόγω παραβάσεως των διατάξεων περί οδηγήσεως και αναπαύσεως, δύνανται να διαβιβάζονται απευθείας από τις δικαστικές αρχές του εκζητούντος στις δικαστικές αρχές του εκζητουμένου κράτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ NE BIS IN IDEM

Άρθρο 54

Όποιος καταδικάσθηκε αμετάκλητα από ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρον όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει ήδη εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του συμβαλλομένου μέρους που επέβαλε την καταδίκη.

Άρθρο 55

1.   Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, κατά το χρόνο της κυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως της παρούσας σύμβασης, να δηλώσει ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 54 σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έλαβε υπόψη της η αλλοδαπή δικαστική απόφαση έλαβαν χώρα είτε εν όλω είτε εν μέρει στο έδαφός του, στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται, εάν τα πραγματικά αυτά περιστατικά έλαβαν χώρα εν μέρει στο έδαφος του συμβαλλομένου μέρους, όπου εκδόθηκε η δικαστική απόφαση·

β)

όταν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είχε λάβει υπόψη η αλλοδαπή δικαστική απόφαση συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά της ασφαλείας του κράτους ή εναντίον άλλων εξίσου ουσιαστικών συμφερόντων αυτού του συμβαλλομένου μέρους·

γ)

όταν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είχε λάβει υπόψη η αλλοδαπή δικαστική απόφαση διεπράχθησαν από δημόσιο υπάλληλο αυτού του συμβαλλόμενου μέρους κατά παράβαση των καθηκόντων της θέσεώς του.

2.   Συμβαλλόμενο μέρος που προέβη στη δήλωση εξαιρέσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχειίο β) προσδιορίζει τις κατηγορίες των αξιοποίνων πράξεων, στις οποίες μπορεί να εφαρμοσθεί αυτή η εξαίρεση.

3.   Συμβαλλόμενο μέρος έχει τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να ανακαλεί μια τέτοια δήλωση σχετική με μία ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.   Οι εξαιρέσεις, που αποτελούν αντικείμενο μιας δηλώσεως κατά την παράγραφο 1, δεν εφαρμόζονται όταν το ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος έχει ζητήσει από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος την ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά ή συναίνεσε στην έκδοση του εν λόγω προσώπου.

Άρθρο 56

Εάν ασκήθηκε νέα ποινική δίωξη από ένα συμβαλλόμενο μέρος εναντίον προσώπου, το οποίο καταδικάσθηκε αμετάκλητα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος, ο χρόνος στερήσεως της ελευθερίας που εκτίθηκε στο έδαφος του τελευταίου τούτου συμβαλλομένου μέρους εξαιτίας αυτών των πραγματικών περιστατικών πρέπει να εκπίπτει από την κύρωση που ενδεχομένως θα επιβληθεί. Θα λαμβάνονται επίσης υπόψη, στο μέτρο που οι εθνικές νομοθεσίες το επιτρέπουν, οι οποιεσδήποτε άλλες κυρώσεις πέραν των στερητικών της ελευθερίας ποινών.

Άρθρο 57

1.   Όταν κάποιος κατηγορείται για μια αξιόποινη πράξη από ένα συμβαλλόμενο μέρος και οι αρμόδιες αρχές αυτού του μέρους έχουν λόγους να πιστεύουν ότι η κατηγορία αφορά τα ίδια πραγματικά περιστατικά για τα οποία δικάστηκε ήδη αμετάκλητα από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος, οι αρχές αυτές θα ζητήσουν, εάν το θεωρούν αναγκαίο, τις κατάλληλες πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές του συμβαλλομένου μέρους, στο έδαφος του οποίου έχει ήδη εκδοθεί μια απόφαση.

2.   Οι ζητούμενες πληροφορίες θα χορηγούνται όσο το δυνατόν συντομότερα και λαμβάνονται υπόψη περαιτέρω κατά την εκκρεμή διαδικασία.

3.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος υποδεικνύει κατά το χρόνο της κυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως της παρούσας σύμβάσης τις αρχές που είναι αρμόδιες να ζητούν και να δέχονται τις πληροφορίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 58

Οι προηγούμενες διατάξεις δεν εμποδίζουν την εφαρμογή ευρυτέρων εθνικών διατάξεων που αφορούν την εφαρμογή της αρχής «ne bis in idem», η οποία συνδέεται με τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΕΚΔΟΣΗ

Άρθρο 59

1.   Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου αποσκοπούν στη συμπλήρωση της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως, της 13ης Σεπτεμβρίου 1957, καθώς και το κεφάλαιο Ι στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, τα οποία είναι μέλη της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της συνθήκης Μπενελούξ για την έκδοση και τη δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων της 27ης Ιουνίου 1962, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974. Ακόμη, οι εν λόγω διατάξεις αποβλέπουν στη διευκόλυνση της εφαρμογής αυτών των συμφωνιών.

2.   Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει την εφαρμογή ευρύτερων διατάξεων που ισχύουν με βάση διμερείς συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Άρθρο 60

Στις σχέσεις μεταξύ δύο συμβαλλομένων μερών, από τα οποία το ένα δεν είναι μέρος της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως, της 13ης Σεπτεμβρίου 1957, εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης αυτής, λαμβανομένων υπόψη των επιφυλάξεων και των δηλώσεων που κατατέθηκαν είτε κατά την επικύρωση της εν λόγω σύμβασης είτε —για τα συμβαλλόμενα μέρη που δεν είναι μέρη της σύμβασης— κατά την επικύρωση, την κύρωση ή την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης.

Άρθρο 61

Η Γαλλική Δημοκρατία υποχρεούται, κατόπιν αιτήσεως ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους, να εκδώσει τα πρόσωπα που διώκονται ποινικώς για αξιόποινες πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται από τη γαλλική νομοθεσία με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δύο ετών, καθώς και από το δίκαιο του εκζητούντος συμβαλλομένου μέρους με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους.

Άρθρο 62

1.   Ως προς τη διακοπή της παραγραφής εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του εκζητούντος συμβαλλομένου μέρους.

2.   Αμνηστία χορηγούμενη από το εκζητούμενο συμβαλλόμενο μέρος δεν εμποδίζει την έκδοση, εκτός αν η αξιόποινη πράξη υπάγεται στη δικαιοδοσία του εν λόγω συμβαλλομένου μέρους.

3.   Η έλλειψη μηνύσεως ή επίσημης αδείας που επιτρέπει την ποινική δίωξη, οι οποίες είναι απαραίτητες μόνο με βάση τη νομοθεσία του εκζητουμένου συμβαλλομένου μέρους, δεν θίγει την υποχρέωση προς έκδοση.

Άρθρο 63

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση, σύμφωνα με τη σύμβαση και τη συνθήκη που μνημονεύθηκαν στο άρθρο 59, να εκδίδουν μεταξύ τους τα πρόσωπα που διώκονται ποινικώς από τις δικαστικές αρχές του εκζητούντος συμβαλλομένου μέρους για μια από τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 ή εκζητούνται για τις τελευταίες με σκοπό την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί για μια τέτοια αξιόποινη πράξη.

Άρθρο 64

Ένα σήμα στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν διαβιβαζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 95, έχει το ίδιο αποτέλεσμα με μια αίτηση προσωρινής συλλήψεως υπό την έννοια του άρθρου 16 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως, της 13ης Σεπτεμβρίου 1957, ή του άρθρου 15 της συνθήκης Μπενελούξ για την έκδοση και τη δικαστική συνδρομή για ποινικές υποθέσεις της 27ης Ιουνίου 1962, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974.

Άρθρο 65

1.   Επιφυλασσομένης της δυνατότητας προσφυγής μέσω της διπλωματικής οδού, οι αιτήσεις εκδόσεως και διαμεταγωγής απευθύνονται από το αρμόδιο Υπουργείο του εκζητούντος συμβαλλομένου μέρους στο αρμόδιο Υπουργείο του εκζητουμένου συμβαλλομένου μέρους.

2.   Αρμόδια υπουργεία είναι:

—   για το Βασίλειο του Βελγίο: το Υπουργείο Δικαιοσύνης,

—   για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανία: το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης και οι Υπουργοί ή οι Γερουσιαστές Δικαιοσύνης των ομόσπονδων κρατών,

—   για τη Γαλλική Δημοκρατία: το Υπουργείο Εξωτερικών,

—   για το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: το Υπουργείο Δικαιοσύνης,

—   για το Βασίλειο των Κάτω Χωρών: το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Άρθρο 66

1.   Αν η έκδοση ενός εκζητουμένου προσώπου δεν απαγορεύεται ρητώς βάσει του δικαίου του εκζητουμένου συμβαλλομένου μέρους, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να επιτρέψει την έκδοση χωρίς την τήρηση της τυπικής διαδικασίας εκδόσεως, υπό τον όρο ότι το εκζητούμενο πρόσωπο συναινεί με έκθεση που συντάσσεται ενώπιον δικαστή και μετά από ακρόαση από τον τελευταίο, ώστε να τον πληροφορήσει για το δικαίωμά του σε τυπική διαδικασία εκδόσεως. Το εκζητούμενο πρόσωπο μπορεί να παρίσταται με δικηγόρο κατά τη διάρκεια της ακροάσεώς του.

2.   Στην περίπτωση εκδόσεως βάσει της παραγράφου 1, το εκζητούμενο πρόσωπο που δηλώνει ρητώς παραίτηση της προστασίας που του παρέχει η αρχή της ειδικότητας, δεν μπορεί να ανακαλέσει τη δήλωση αυτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Άρθρο 67

Για τα συμβαλλόμενα μέρη που προσεχώρησαν στη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 21ης Μαρτίου 1983 για τη μεταφορά καταδίκων ισχύουν συμπληρωματικά οι ακόλουθες διατάξεις.

Άρθρο 68

1.   Ένα συμβαλλόμενο μέρος στο έδαφος του οποίου υπήκοος ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους καταδικάσθηκε αμετάκλητα σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας ή σε μέτρο ασφαλείας, μπορεί εάν ο περί ου ο λόγος προσπαθήσει να αποφύγει την έναρξη ή την συνέχιση εκτελέσεως της ποινής ή του μέτρου ασφαλείας καταφεύγοντας στην πατρίδα του, να απευθύνει αίτηση προς το κράτος, στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο φυγόδικος, να αναλάβει την εκτέλεση της ποινής ή του μέτρου ασφαλείας.

2.   Εν αναμονή των εγγράφων που θεμελιώνουν την αίτηση αναλήψεως της εκτελέσεως της ποινής ή των μέτρων ασφαλείας ή του μέρους της ποινής που δεν έχει εκτιθεί ακόμη και της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως, το εκζητούμενο συμβαλλόμενο μέρος δύναται, μετά από αίτηση του εκζητούντος μέρους, να διατάξει την προσωρινή κράτηση του καταδίκου ή να λάβει άλλα μέτρα που θα διασφαλίζουν τη διαμονή του στο έδαφος του εκζητουμένου κράτους.

Άρθρο 69

Η μεταβίβαση της εκτελέσεως της ποινής κατά το άρθρο 68 δεν προϋποθέτει τη συναίνεση του προσώπου που καταδικάσθηκε σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας. Οι άλλες διατάξεις της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 21ης Μαρτίου 1983 σχετικά με τη μεταφορά των καταδίκων εφαρμόζονται ανάλογα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Άρθρο 70

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συγκροτούν μόνιμη ομάδα εργασίας επιφορτισμένη με την εξέταση των κοινών προβλημάτων που αφορούν την καταστολή της εγκληματικότητας στον τομέα των ναρκωτικών, καθώς και την επεξεργασία, ενδεχομένως, προτάσεων προκειμένου να βελτιωθούν, αν παραστεί ανάγκη, οι πρακτικές και τεχνικές πλευρές της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Η ομάδα εργασίας υποβάλει τις προτάσεις της στην εκτελεστική επιτροπή.

2.   Η ομάδα εργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, της οποίας τα μέλη ορίζονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, θα περιλαμβάνει, ειδικότερα, αντιπροσώπους των αστυνομικών και τελωνειακών αρχών.

Άρθρο 71

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση, όσον αφορά την άμεση ή έμμεση διάθεση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών οποιασδήποτε μορφής, περιλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, καθώς και την κατοχή των εν λόγω προϊόντων και ουσιών με σκοπό τη διάθεση ή την εξαγωγή τους, να λάβουν σε συμφωνία με τις υφιστάμενες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών (*), κάθε απαραίτητο μέτρο για την πρόληψη και την καταστολή της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προλαμβάνουν και να καταστέλλουν με τη βοήθεια διοικητικών και ποινικών μέτρων την παράνομη εξαγωγή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, περιλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, καθώς και την πώληση, την προμήθεια και την παράδοση των εν λόγω προϊόντων και ουσιών, με κάθε επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων των άρθρων 74, 75 και 76.

3.   Προκειμένου να καταπολεμήσουν την παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, περιλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, τα συμβαλλόμενα μέρη θα ενισχύσουν τους ελέγχους της κυκλοφορίας προσώπων και εμπορευμάτων, καθώς και των μέσων μεταφοράς στα εξωτερικά σύνορα. Τα μέτρα αυτά θα οριστούν ακριβέστερα από την ομάδα εργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 70. Η εν λόγω ομάδα εργασίας θα λάβει υπόψη, ειδικότερα, τη μεταφορά ενός μέρους του προσωπικού της αστυνομίας και των τελωνείων, που θα αποδεσμευτεί από τα εσωτερικά σύνορα, καθώς και την προσφυγή σε σύγχρονες μεθόδους ανιχνεύσεως ναρκωτικών και σε ειδικά για το σκοπό αυτό εκπαιδευμένους σκύλους.

4.   Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη θα εποπτεύουν, ειδικότερα, τα μέρη για τα οποία είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση των ναρκωτικών.

5.   Όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης ζήτησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών οποιασδήποτε μορφής, περιλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, τα συμβαλλόμενα μέρη θα λάβουν κάθε δυνατό μέτρο για την πρόληψη και καταπολέμηση των αρνητικών επιπτώσεων της παράνομης αυτής ζήτησης. Τα συμβαλλόμενα μέρη είναι υπεύθυνα για τη λήψη των αναγκαίων για το σκοπό αυτό μέτρων.

Άρθρο 72

Σύμφωνα με το σύνταγμα και την εθνική νομοθεσία τους, τα συμβαλλόμενα μέρη εγγυώνται ότι θα ληφθούν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα, ώστε να γίνει δυνατή η κατάσχεση και η δήμευση των προϊόντων της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.

Άρθρο 73

1.   Σύμφωνα με το σύνταγμα και την εθνική νομοθεσία τους, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λάβουν μέτρα προκειμένου να γίνουν δυνατές οι ελεγχόμενες παραδόσεις στην απαγορευμένη κυκλοφορία ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.

2.   Η απόφαση προσφυγής σε ελεγχόμενες παραδόσεις θα λαμβάνεται σε κάθε περίπτωση βάσει της εκ των προτέρων εγκρίσεως του κάθε ενδιαφερόμενου συμβαλλόμενου μέρους.

3.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί τη διεύθυνση και τον έλεγχο της επιχειρήσεως στην επικράτειά του, και εξουσιοδοτείται να παρέμβει.

Άρθρο 74

Όσον αφορά το νόμιμο εμπόριο ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι οι έλεγχοι που απορρέουν από τις συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών που αναφέρονται στο άρθρο 71 και πραγματοποιούνται στα εσωτερικά σύνορα, μεταφέρονται, στο μέτρο του δυνατού, στο εσωτερικό της χώρας.

Άρθρο 75

1.   Όσον αφορά την κυκλοφορία ταξιδιωτών με προορισμό την επικράτεια ή εντός της επικρατείας των συμβαλλομένων μερών, τα πρόσωπα μπορούν να μεταφέρουν τα αναγκαία, στα πλαίσια θεραπευτικής αγωγής, ναρκωτικά ή ψυχοτρόπους ουσίες, μόνον εφόσον επιδεικνύουν σε κάθε έλεγχο πιστοποιητικό που εκδόθηκε ή επικυρώθηκε από αρμόδια προς το σκοπό αυτόν υπηρεσία του κράτους διαμονής.

2.   Η εκτελεστική επιτροπή αποφασίζει για τη μορφή και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και χορηγείται από τα συμβαλλόμενα μέρη, ειδικότερα δε για τις πληροφορίες που αφορούν τη φύση και την ποσότητα των προϊόντων και των ουσιών, καθώς και τη διάρκεια του ταξιδιού.

3.   Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνουν αμοιβαία τις αρμόδιες αρχές για την έκδοση ή την επικύρωση του πιστοποιητικού που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 76

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν, εφόσον είναι αναγκαίο και σύμφωνα με τα ιατρικά, ηθικά και πρακτικά έθιμά τους, τα κατάλληλα μέτρα για τον έλεγχο των ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, που υπόκεινται, στην επικράτεια ενός ή περισσότερων από τα συμβαλλόμενα μέρη, σε ελέγχους αυστηρότερους από ό,τι στη δική τους επικράτεια, ώστε να μην θέσουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των ελέγχων αυτών.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης και για τις ουσίες που χρησιμοποιούνται συχνά για την παρασκευή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.

3.   Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαία για τα μέτρα που λαμβάνουν προκειμένου να υλοποιήσουν την εποπτεία του νόμιμου εμπορίου των ουσιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

4.   Τα προβλήματα που συναντώνται στα πλαίσια αυτά, αναφέρονται τακτικά στην εκτελεστική επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΠΥΡΟΒΟΛΑ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΠΥΡΟΜΑΧΙΚΑ

Άρθρο 77

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προσαρμόσουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές εθνικές τους διατάξεις που αναφέρονται στην απόκτηση, την κατοχή, την εμπορία και την παράδοση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών.

2.   Το παρόν κεφάλαιο αφορά την απόκτηση, την κατοχή, την εμπορία και την παράδοση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών από φυσικά και νομικά πρόσωπα· δεν ισχύει για παραδόσεις όπλων προς τις κεντρικές και περιφερειακές αρχές, τις ένοπλες δυνάμεις και την αστυνομία, ούτε την απόκτηση και την κατοχή όπλων από τις εν λόγω αρχές, ούτε την κατασκευή πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών από δημόσιες επιχειρήσεις.

Άρθρο 78

1.   Στα πλαίσια του παρόντος κεφαλαίου, τα πυροβόλα όπλα κατατάσσονται ως εξής:

α)

απαγορευμένα όπλα·

β)

όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια·

γ)

όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση.

2.   Ο μηχανισμός του κλείστρου, ο γεμιστήρας και η κάννη των πυροβόλων όπλων υπόκεινται, κατ' αναλογία, στις διατάξεις που ισχύουν για το όπλο του οποίου αποτελούν τμήμα ή για το οποίο προορίζονται.

3.   Κατά την έννοια της παρούσας σύμβασης, ως βραχύκαννα όπλα νοούνται τα πυροβόλα όπλα των οποίων το μήκος της κάννης δεν υπερβαίνει τα 30 cm, ή των οποίων το ολικό μήκος δεν υπερβαίνει τα 60 cm· ως μακρύκαννα όπλα νοούνται όλα τα άλλα πυροβόλα όπλα.

Άρθρο 79

1.   Ο κατάλογος των απαγορευμένων πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών περιλαμβάνει τα ακόλουθα αντικείμενα:

α)

τα πυροβόλα όπλα που χρησιμοποιούνται συνήθως ως πολεμικά πυροβόλα όπλα·

β)

τα αυτόματα πυροβόλα όπλα, ακόμη και αν δεν είναι πολεμικά όπλα·

γ)

τα πυροβόλα όπλα παραλλαγμένα με τη μορφή άλλου αντικειμένου·

δ)

τα πυρομαχικά με διατρητικές, εκρηκτικές ή εμπρηστικές σφαίρες, καθώς και τα βλήματα για τα πυρομαχικά αυτά·

ε)

τα πυρομαχικά για πιστόλια και περίστροφα με βλήματα dum-dum ή κοίλου γεμίσματος, καθώς και τα βλήματα για τα πυρομαχικά αυτά.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε ειδικές περιπτώσεις, να χορηγούν άδειες για τα πυροβόλα όπλα και τα πυρομαχικά της παραγράφου 1, εφόσον το γεγονός αυτό δεν αντιβαίνει στη δημόσια τάξη και ασφάλεια.

Άρθρο 80

1.   Ο κατάλογος των πυροβόλων όπλων για την απόκτηση και την κατοχή των οποίων απαιτείται άδεια, περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα πυροβόλα όπλα, εφόσον αυτά δεν είναι απαγορευμένα:

α)

τα βραχύκαννα ημιαυτόματα ή επαναληπτικά πυροβόλα όπλα·

β)

τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα μιας βολής με κεντρική επίκρουση·

γ)

τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα μιας βολής με δακτυλιοειδή επίκρουση, συνολικού μήκους μικρότερου από 28 cm·

δ)

τα μακρύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη μπορούν να φέρουν περισσότερα από τρία φυσίγγια·

ε)

τα μακρύκαννα επαναληπτικά και ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με λεία κάννη, το μήκος της οποίας δεν υπερβαίνει τα 60 cm·

στ)

τα ημιαυτόματα μη πολεμικά πυροβόλα όπλα που έχουν τη μορφή αυτόματου πολεμικού πυροβόλου όπλου.

2.   Ο κατάλογος των πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται άδεια δεν περιλαμβάνει:

α)

όπλα προοριζόμενα να δίνουν σήμα προειδοποιήσεως, να εκτοξεύουν δακρυγόνα ή να δίνουν σήμα συναγερμού, υπό τον όρο ότι με τεχνικά μέσα εξασφαλίζεται ότι δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους με κοινά εργαλεία σε όπλα κατάλληλα για την εκτόξευση πυρομαχικών με σφαίρες και ότι η εκτόξευση μιας ερεθιστικής ουσίας δεν προκαλεί ανεπανόρθωτες ζημιές σε ανθρώπους·

β)

τα μακρύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη δεν μπορούν να περιέχουν περισσότερα από τρία φυσίγγια χωρίς να επαναγεμίζονται, υπό τον όρο ότι ο γεμιστήρας είναι σταθερός ή ότι διασφαλίζεται ότι τα εν λόγω όπλα δεν μπορούν να μετατραπούν με κοινά εργαλεία σε όπλα των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη μπορούν να περιέχουν περισσότερα από τρία φυσίγγια.

Άρθρο 81

Στον κατάλογο των πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται δήλωση περιλαμβάνονται, εφόσον τα όπλα αυτά δεν είναι ούτε απαγορευμένα ούτε υπόκεινται σε άδεια:

α)

τα μακρύκαννα επαναληπτικά πυροβόλα όπλα·

β)

τα μακρύκαννα πυροβόλα όπλα μιας βολής με μία ή περισσότερες κάννες με ραβδώσεις·

γ)

τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα, μιας βολής με δακτυλιοειδή επίκρουση, συνολικού μήκους μεγαλύτερου από 28 cm·

δ)

τα όπλα που αναφέρονται στο άρθρο 80 παράγραφος 2 στοιχείο β).

Άρθρο 82

Οι κατάλογοι των όπλων που αναφέρονται στα άρθρα 79, 80 και 81 δεν περιλαμβάνουν:

α)

τα πυροβόλα όπλα των οποίων ο τύπος ή το έτος κατασκευής είναι —πλην εξαιρέσεων— προγενέστερα της 1ης Ιανουαρίου 1870, υπό τον όρο ότι αυτά δεν μπορούν να δεχθούν πυρομαχικά που προορίζονται για όπλα απαγορευμένα ή για τα οποία απαιτείται άδεια·

β)

αναπαραγωγή όπλων της κατηγορίας που αναφέρεται στο στοιχείο α), υπό τον όρο ότι δεν είναι δυνατή η χρησιμοποίηση φυσιγγίου με μεταλλικό περίβλημα·

γ)

τα πυροβόλα όπλα που έχουν καταστεί ακατάλληλα για χρήση με οποιαδήποτε πυρομαχικά, με την εφαρμογή τεχνικών μεθόδων εγγυημένων από έναν επίσημο οργανισμό με τη χάραξη του ειδικού προς τούτο σήματος, ή αναγνωρισμένων από ένα τέτοιο οργανισμό.

Άρθρο 83

Η άδεια αποκτήσεως και κατοχής πυροβόλου όπλου που αναφέρεται στο άρθρο 80, χορηγείται μόνο:

α)

σε πρόσωπα που έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους, πλην παρεκκλίσεων για κυνηγετικές ή αθλητικές δραστηριότητες·

β)

σε άτομα που διαθέτουν τις απαραίτητες διανοητικές και φυσικές ικανότητες για την απόκτηση ή την κατοχή ενός πυροβόλου όπλου·

γ)

σε πρόσωπα που δεν έχουν καταδικαστεί για κάποια αξιόποινη πράξη και εφόσον δεν υφίστανται άλλα στοιχεία που να αφήνουν την υπόνοια ότι τα εν λόγω άτομα αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια·

δ)

εφόσον ο λόγος που προβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο για την απόκτηση ή την κατοχή πυροβόλου όπλου μπορεί να θεωρηθεί ως βάσιμος.

Άρθρο 84

1.   Η δήλωση για τα όπλα που αναφέρονται στο άρθρο 81 καταγράφεται σε κατάλογο που τηρείται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 85.

2.   Όταν ένα όπλο χορηγείται από πρόσωπο μη αναφερόμενο στο άρθρο 85, η σχετική δήλωση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζονται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

3.   Οι δηλώσεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο πρέπει να περιλαμβάνουν τα απαραίτητα στοιχεία για την αναγνώριση των προσώπων και των όπλων στα οποία αναφέρονται.

Άρθρο 85

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να υποβάλλουν σε υποχρέωση εκδόσεως αδείας τους κατασκευαστές και τους εμπόρους πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται η έκδοση αδείας· αναλαμβάνουν επίσης την υποχρέωση να υποβάλλουν σε υποχρέωση δηλώσεως τους κατασκευαστές και τους εμπόρους πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται δήλωση. Η έκδοση αδείας για τα πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια καλύπτει επίσης και τα πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση. Τα συμβαλλόμενα μέρη εποπτεύουν τους κατασκευαστές και τους εμπόρους πυροβόλων όπλων κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός έλεγχος.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν διατάξεις, προκειμένου, ως ελάχιστο μέτρο, όλα τα πυροβόλα όπλα να εφοδιάζονται μόνιμα με αριθμό σειράς ο οποίος θα καθιστά δυνατή την αναγνώρισή τους, καθώς και με την επωνυμία του κατασκευαστή.

3.   Τα συμβαλλόμενα μέρη προβλέπουν την υποχρέωση για τους κατασκευαστές και τους εμπόρους πυροβόλων όπλων να καταγράφουν σε ειδικές καταστάσεις όλα τα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια και δήλωση. Οι καταστάσεις αυτές πρέπει να καθιστούν δυνατόν τον άμεσο προσδιορισμό του χαρακτήρα των πυροβόλων όπλων, της προελεύσεως και του αγοραστή τους.

4.   Για τα πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια σύμφωνα με τα άρθρα 79 και 80, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν διατάξεις προκειμένου ο αριθμός αναγνωρίσεως και η επωνυμία του κατασκευαστή που αναγράφονται στα όπλα να επαναλαμβάνονται και στην άδεια που χορηγείται στον κάτοχό τους.

Άρθρο 86

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν διατάξεις με τις οποίες να απαγορεύεται στους νομίμους κατόχους πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται άδεια ή δήλωση να τα παραχωρούν σε πρόσωπα που δεν διαθέτουν άδεια για την απόκτηση όπλου ή πιστοποιητικό δηλώσεως όπλου.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιτρέψουν την προσωρινή παραχώρηση των εν λόγω όπλων σύμφωνα με διαδικασίες που αυτά καθορίζουν.

Άρθρο 87

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη εισάγουν στην εθνική τους νομοθεσία διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν την αφαίρεση της αδείας, στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος δεν ικανοποιεί πλέον τους όρους χορηγήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 83.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα που περιλαμβάνουν, ειδικότερα, την κατάσχεση του πυροβόλου όπλου και την αφαίρεση της αδείας, και να προβλέψουν τις κατάλληλες κυρώσεις για τις περιπτώσεις παραβιάσεως των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που ισχύουν για τα πυροβόλα όπλα. Οι κυρώσεις μπορούν να προβλέπουν και την κατάσχεση των πυροβόλων όπλων

Άρθρο 88

1.   Οι δικαιούχοι άδειας αποκτήσεως πυροβόλου όπλου απαλλάσσονται από την υποχρέωση αδείας για την απόκτηση πυρομαχικών προοριζόμενων για το όπλο αυτό.

2.   Η απόκτηση πυρομαχικών από πρόσωπα που δεν είναι δικαιούχοι αδείας αποκτήσεως όπλου υπόκειται στο καθεστώς που ισχύει για το όπλο για το οποίο προορίζονται τα πυρομαχικά αυτά. Η άδεια μπορεί να χορηγείται για μόνον μία ή όλες τις κατηγορίες πυρομαχικών.

Άρθρο 89

Οι καταστάσεις των απαγορευμένων πυροβόλων όπλων, για τα οποία απαιτείται άδεια και δήλωση, μπορούν να τροποποιούνται ή να συμπληρώνονται από την εκτελεστική επιτροπή, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνικές και οικονομικές εξελίξεις καθώς και η κρατική ασφάλεια.

Άρθρο 90

Τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν τη δυνατότητα να θεσπίσουν αυστηρότερους νόμους ή διατάξεις, όσον αφορά το καθεστώς των πυροβόλων όπλων και των πυρομαχικών.

Άρθρο 91

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν, επί τη βάσει της ευρωπαϊκής σύμβασης, της 28ης Ιουνίου 1978, για τον έλεγχο της αποκτήσεως και της κατοχής πυροβόλων όπλων από ιδιώτες, να δημιουργήσουν, στα πλαίσια των εθνικών τους νομοθεσιών, ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, όσον αφορά την απόκτηση πυροβόλων όπλων από πρόσωπα, απλούς ιδιώτες ή οπλοπώλες λιανικής πωλήσεως — που συνήθως διαμένουν ή είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους. Ως οπλοπώλης λιανικής πωλήσεως θεωρείται κάθε πρόσωπο του οποίου η επαγγελματική δραστηριότητα συνίσταται, εν όλω ή εν μέρει, στο λιανικό εμπόριο πυροβόλων όπλων.

2.   Η ανταλλαγή πληροφοριών αφορά:

α)

μεταξύ δύο συμβαλλομένων μερών που έχουν επικυρώσει τη σύμβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα πυροβόλα όπλα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 1 μέρος Α σημείο 1 στοιχεία α) έως η) της εν λόγω σύμβασης,

β)

μεταξύ δύο συμβαλλομένων μερών εκ των οποίων τουλάχιστον ένα δεν έχει επικυρώσει τη σύμβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα όπλα που κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη υποβάλλει σε καθεστώς αδείας ή δηλώσεως.

3.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην απόκτηση πυροβόλων όπλων διαβιβάζονται χωρίς καμία καθυστέρηση και περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την ημερομηνία κτήσεως και τα στοιχεία ταυτότητος του αποκτώντος, δηλαδή, ειδικότερα:

αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο: επώνυμο, όνομα(-τα), ημερομηνία και τόπο γεννήσεως, διεύθυνση και αριθμό διαβατηρίου ή ταυτότητας, καθώς και την ημερομηνία παραδόσεως και μνεία της εκδούσης αρχής, είτε πρόκειται για οπλοπώλη είτε όχι,

αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο: όνομα ή εμπορική επωνυμία και έδρα, καθώς και επώνυμο, όνομα(-τα), ημερομηνία και τόπο γεννήσεως, διεύθυνση και αριθμό διαβατηρίου ή ταυτότητας του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου·

β)

τον τύπο, τον αριθμό κατασκευής, το διαμέτρημα και τα άλλα χαρακτηριστικά του πυροβόλου όπλου, καθώς και τον αριθμό αναγνωρίσεως.

4.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ορίζει μια εθνική αρχή που αποστέλλει και λαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 και ανακοινώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στα άλλα συμβαλλόμενα μέρη κάθε τροποποίηση όσον αφορά τον ορισμό της εν λόγω αρχής.

5.   Η οριζόμενη από κάθε συμβαλλόμενο μέρος αρχή μπορεί να διαβιβάζει τις πληροφορίες που της ανακοινώθηκαν στις αρμόδιες τοπικές αστυνομικές αρχές και στις αρχές εποπτείας των συνόρων, — προκειμένου να προληφθούν ή να διωχθούν αξιόποινες πράξεις και παραβάσεις των κανονισμών.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΕΝΓΚΕΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΕΝΓΚΕΝ

Άρθρο 92

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη δημιουργούν και συντηρούν ένα κοινό σύστημα πληροφοριών ονομαζόμενο στο εξής σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, αποτελούμενο από ένα εθνικό τμήμα σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη και από ένα τμήμα τεχνικής υποστηρίξεως. Το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν παρέχει τη δυνατότητα στις αρχές που ορίστηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη, χάρη σε μια αυτόματη διαδικασία υποβολής ερωτήσεων, να έχουν στη διάθεσή τους τους πίνακες καταχωρήσεως προσώπων και αντικειμένων, κατά τη διενέργεια συνοριακών ελέγχων και διαπιστώσεων καθώς και άλλων αστυνομικών και τελωνειακών ελέγχων πραγματοποιούμενων στο εσωτερικό της χώρας σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία καθώς και, μόνο για την κατηγορία των πινάκων καταχωρήσεως που αναφέρονται στο άρθρο 96 προς το σκοπό της διαδικασίας χορηγήσεως θεωρήσεων και τίτλων διαμονής και της διοικητικής παρακολουθήσεως των αλλοδαπών, μέσα στα πλαίσια της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας σύμβασης για την κυκλοφορία των προσώπων.

2.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δημιουργεί και συντηρεί, για ίδιο λογαριασμό και με δική του ευθύνη, το εθνικό του τμήμα του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν, του οποίου το αρχείο δεδομένων καθίσταται ουσιαστικά όμοιο με τα αρχεία δεδομένων των εθνικών τμημάτων όλων των άλλων συμβαλλομένων μερών διά της προσφυγής στο τμήμα τεχνικής υποστηρίξεως. Προκειμένου να γίνει δυνατή η ταχεία και αποτελεσματική διαβίβαση των δεδομένων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3, κάθε συμβαλλόμενο μέρος συμμορφώνεται, κατά τη σύσταση του εθνικού του τμήματος, με τα πρωτόκολλα και τις διαδικασίες που θεσπίστηκαν από κοινού από τα συμβαλλόμενα μέρη για την υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως. Το αρχείο δεδομένων κάθε εθνικού τμήματος χρησιμεύει στην αυτόματη αναζήτηση στοιχείων στην επικράτεια καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η εξέταση των αρχείων δεδομένων των εθνικών τμημάτων των άλλων συμβαλλομένων μερών δεν θα είναι δυνατή.

3.   Τα συμβαλλόμενα μέρη δημιουργούν και συντηρούν, για λογαριασμό όλων των μερών και αναλαμβάνοντας από κοινού τους κινδύνους, την υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν, για την οποία είναι υπεύθυνη η Γαλλική Δημοκρατία. Η εν λόγω υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως εγκαθίσταται στο Στρασβούργο. Η υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως περιλαμβάνει ένα αρχείο δεδομένων με τη βοήθεια του οποίου εξασφαλίζεται η ομοιότητα των αρχείων δεδομένων των εθνικών μερών μέσω της άμεσης διαβιβάσεως πληροφοριών. Στο αρχείο δεδομένων της υπηρεσίας τεχνικής υποστηρίξεως θα περιλαμβάνονται οι πίνακες σημάνσεως προσώπων και αντικειμένων, εφόσον αυτά αφορούν όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Το αρχείο της υπηρεσίας τεχνικής υποστηρίξεως δεν περιέχει άλλα στοιχεία εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και στην παράγραφο 2 του άρθρου 113.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΕΝΓΚΕΝ

Άρθρο 93

Το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης, την προστασία της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, περιλαμβανομένης και της κρατικής ασφάλειας, και την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας σύμβασης για την κυκλοφορία των προσώπων στην επικράτεια των συμβαλλομένων μερών, χρησιμοποιώντας πληροφορίες που διαβιβάζονται μέσω του εν λόγω συστήματος.

Άρθρο 94

1.   Το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν περιλαμβάνει αποκλειστικά τις κατηγορίες δεδομένων που παρέχονται από τα συμβαλλόμενα μέρη και είναι απαραίτητα για τους σκοπούς που προβλέπονται στα άρθρα 95 έως 100. Το συμβαλλόμενο μέρος που παρέχει τις πληροφορίες ελέγχει αν η σπουδαιότητα της συγκεκριμένης περιπτώσεως αιτιολογεί την εισαγωγή τους στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν.

2.   Οι κατηγορίες των δεδομένων είναι οι ακόλουθες:

α)

καταχωρούμενα πρόσωπα·

β)

αντικείμενα που αναφέρονται στο άρθρο 100 και τα οχήματα που αναφέρονται στο άρθρο 99.

3.   Για τα πρόσωπα, μπορούν να εισάγονται κατ' ανώτατο όριο τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

το επώνυμο και το όνομα· ενδεχόμενα συναφή στοιχεία καταγράφονται ξεχωριστά·

β)

τα ιδιαίτερα, αντικειμενικά και αναλλοίωτα φυσικά χαρακτηριστικά·

γ)

το πρώτο γράμμα του δεύτερου ονόματος·

δ)

η ημερομηνία και ο τόπος γεννήσεως·

ε)

το φύλο·

στ)

η ιθαγένεια·

ζ)

η ένδειξη ότι τα υπόψη πρόσωπα είναι οπλισμένα·

η)

η ένδειξη ότι τα υπόψη πρόσωπα είναι βίαια·

θ)

ο λόγος της σημάνσεως·

ι)

η στάση που ενδείκνυται να τηρηθεί.

Άλλες αναφορές, και ειδικότερα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 6 πρώτο εδάφιο της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 28ης Ιανουαρίου 1981, για την προστασία των προσώπων έναντι της αυτόματης επεξεργασίας στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα, δεν επιτρέπονται.

4.   Στο μέτρο που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη εκτιμά ότι μια καταχώρηση σύμφωνα με τα άρθρα 95, 97 ή 99 είναι ασύμβατη με την εθνική του νομοθεσία, τις διεθνείς υποχρεώσεις του ή τα ζωτικά του εθνικά συμφέροντα, μπορεί, εκ των υστέρων, να συνοδεύσει την καταχώρηση αυτή στο αρχείο του εθνικού τμήματος του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν με μια ένδειξη στην οποία να αναφέρεται ότι η τήρηση της ενδεδειγμένης στάσεως δεν αιτιολογείται στο έδαφός του εξαιτίας της καταχωρήσεως. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνονται σχετικές διαβουλεύσεις με τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη. Αν το συμβαλλόμενο μέρος που προέβη στην καταχώρηση δεν την αποσύρει, τότε αυτή διατηρείται σε πλήρη εφαρμογή για τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 95

1.   Τα στοιχεία που αφορούν καταζητούμενα για σύλληψη πρόσωπα με σκοπό την έκδοσή τους, περιλαμβάνονται στην αίτηση της δικαστικής αρχής του αιτούντος συμβαλλομένου μέρους.

2.   Πριν από την καταχώρηση ενός προσώπου, το συμβαλλόμενο μέρος που προβαίνει στην ενέργεια αυτή ελέγχει αν η σύλληψη επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο των συμβαλλομένων μερών προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση. Αν το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος έχει αμφιβολίες, συμβουλεύεται τα άλλα σχετικά συμβαλλόμενα μέρη.

Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος αποστέλλει στα συμβαλλόμενα μέρη προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση, παράλληλα με την καταχώρηση ενός προσώπου, με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο, τις ακόλουθες βασικές πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση:

α)

την υπηρεσία από την οποία προέρχεται η αίτηση συλλήψεως·

β)

την ύπαρξη εντάλματος συλλήψεως ή πράξεως αναλόγου ισχύος, ή εκτελεστικής αποφάσεως·

γ)

τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης·

δ)

την περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αξιόποινη πράξη, περιλαμβανομένων και του χρόνου, του τόπου και του βαθμού συμμετοχής, στην αξιόποινη πράξη του υπόψη προσώπου·

ε)

στο μέτρο του δυνατού, τις συνέπειες της αξιόποινης πράξης.

3.   Ένα συμβαλλόμενο μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να ζητήσει να συνοδεύεται η καταχώρηση στο αρχείο του εθνικού τμήματος του συστήματος Σένγκεν με ένδειξη που θα αποβλέπει στην, μέχρι τη διαγραφή της εν λόγω ενδείξεως, απαγόρευση της συλλήψεως με το αιτιολογικό που αναφέρεται στην καταχώρηση αυτή. Η ένδειξη αυτή πρέπει να διαγράφεται το αργότερο είκοσι τέσσερις ώρες μετά την καταχώρηση, εκτός αν το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος αρνείται την αιτούμενη σύλληψη για νομικούς ή ειδικούς περιστασιακούς λόγους. Στο βαθμό που, σε τελείως εξαιρετικές περιπτώσεις, η σύνθετη φύση των γεγονότων στα οποία στηρίχθηκε η καταχώρηση το αιτιολογεί, η προαναφερθείσα προθεσμία μπορεί να παραταθεί μέχρι και μία εβδομάδα. Με την επιφύλαξη μιας απορριπτικής ενδείξεως ή αποφάσεως, τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προβούν στην αιτούμενη βάσει της καταχωρήσεως σύλληψη.

4.   Αν για λόγους ιδιαίτερα επείγοντες, ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη ζητήσει μια άμεση έρευνα, το μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εξετάζει αν μπορεί να παραιτηθεί από την υπόδειξη. Το συμβαλλόμενο μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να γίνει δυνατή, χωρίς καθυστέρηση, η τήρηση της ενδεδειγμένης στάσεως στην περίπτωση που η καταχώρηση είναι έγκυρη.

5.   Εάν δεν είναι δυνατόν να γίνει σύλληψη, επειδή δεν έχει περατωθεί κάποια εξέταση ή εξαιτίας μιας απορριπτικής αποφάσεως του συμβαλλομένου μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να αντιμετωπίσει την καταχώρηση ως καταχώρηση με σκοπό τη γνωστοποίηση του τόπου διαμονής.

6.   Τα συμβαλλόμενα μέρη προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση τηρούν την ενδεδειγμένη στάση που ζητείται στην καταχώρηση, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμβάσεις εκδόσεως και το εθνικό τους δίκαιο. Εφόσον πρόκειται για δικό τους υπήκοο, δεν είναι υποχρεωμένα να τηρήσουν την ενδεδειγμένη στάση που ζητείται στην καταχώρηση, με την επιφύλαξη της δυνατότητας συλλήψεως σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 96

1.   Τα στοιχεία των αλλοδαπών που περιλαμβάνονται στο σύστημα με σκοπό την άρνηση εισόδου καταχωρούνται επί τη βάσει των εθνικών πινάκων καταχωρήσεως που βασίζονται σε ληφθείσες αποφάσεις, τηρουμένων των διαδικαστικών κανόνων που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, τις διοικητικές αρχές ή τη σχετική νομολογία.

2.   Οι αποφάσεις μπορούν να στηρίζονται στην απειλή για τη δημόσια τάξη ή την κρατική ασφάλεια που ενδέχεται να συνιστά η παρουσία ενός αλλοδαπού στο εθνικό έδαφος.

Τέτοια μπορεί να είναι, ιδίως, η περίπτωση:

α)

αλλοδαπού ο οποίος καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη επισύρουσα στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον ενός έτους·

β)

αλλοδαπού εις βάρος του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι διέπραξε σοβαρές αξιόποινες πράξεις, περιλαμβανομένων και αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 71, ή εις βάρος του οποίου υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ότι προτίθεται να εκτελέσει παρόμοιες πράξεις στο έδαφος ενός συμβαλλομένου μέρους.

3.   Οι αποφάσεις μπορούν να στηρίζονται επίσης στο γεγονός ότι ο αλλοδαπός αποτέλεσε αντικείμενο ενός μέτρου άμεσου και χωρίς αναστολή απομακρύνσεως, αποπομπής ή απελάσεως που περιλαμβάνει ή συνοδεύεται και από απαγόρευση εισόδου, ή, κατά περίπτωση, διαμονής, και στηρίζεται στην μη τήρηση των εθνικών ρυθμίσεων όσον αφορά την είσοδο ή την διαμονή αλλοδαπών.

Άρθρο 97

Τα στοιχεία που αναφέρονται σε πρόσωπα που εξαφανίστηκαν ή σε πρόσωπα που, για δική τους προστασία ή για πρόληψη απειλών, πρέπει να τεθούν προσωρινά σε ασφαλές μέρος κατ' αίτηση της αρμόδιας αρχής ή της αρμόδιας δικαστικής αρχής του συμβαλλομένου μέρους που έχει καταχωρήσει τα πρόσωπα αυτά στους εθνικούς του πίνακες καταχωρήσεως, εισάγονται προκειμένου οι αστυνομικές αρχές να μπορούν να ανακοινώνουν στο ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος τον τόπο διαμονής, ή να μπορούν να θέτουν τα εν λόγω πρόσωπα σε ασφαλές μέρος, ώστε να τα εμποδίσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους, εφόσον το επιτρέπει η εθνική νομοθεσία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους ανήλικους και για τα πρόσωπα που πρέπει να εγκλεισθούν σε άσυλο σύμφωνα με απόφαση της αρμόδιας αρχής. Η ανακοίνωση υπόκειται στη συγκατάθεση του εξαφανισθέντος προσώπου, εφόσον πρόκειται για ενήλικο.

Άρθρο 98

1.   Τα στοιχεία σχετικά με τους μάρτυρες, τα πρόσωπα που καλούνται να εμφανιστούν ενώπιον των δικαστικών αρχών στα πλαίσια μιας ποινικής διαδικασίας για να καταθέσουν ως προς γεγονότα για τα οποία διώκονται, ή τα πρόσωπα που αποτελούν αντικείμενο κοινοποιήσεως μιας καταδικαστικής αποφάσεως ή κλήσεως προς εμφάνιση προκειμένου να εκτίσουν στερητική της ελευθερίας ποινή, καταχωρούνται ύστερα από αίτηση των αρμοδίων δικαστικών αρχών, με σκοπό την ανακοίνωση του τόπου διαμονής ή κατοικίας.

2.   Οι αιτούμενες πληροφορίες ανακοινώνονται στο ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τις ισχύουσες συμβάσεις όσον φορά τη δικαστική συνδρομή στις ποινικές υποθέσεις.

Άρθρο 99

1.   Τα στοιχεία σχετικά με τα πρόσωπα ή τα οχήματα εισάγονται, τηρουμένου του εθνικού δικαίου του συμβαλλομένου μέρους που προβαίνει στην καταχώρηση, με στόχο τη διακριτική παρακολούθηση ή τον ειδικό έλεγχο, σύμφωνα με την παράγραφο 5.

2.   Μια τέτοια καταχώρηση μπορεί να πραγματοποιείται για την καταστολή ποινικών παραβάσεων και την πρόληψη απειλών της δημοσίας ασφαλείας:

α)

στις περιπτώσεις που υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις που δημιουργούν υπόνοιες ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο προτίθεται να διαπράξει ή διαπράττει πολυάριθμες και εξαιρετικά σοβαρές αξιόποινες πράξεις, ή

β)

στις περιπτώσεις που η συνολική εκτίμηση για το συγκεκριμένο άτομο, και ειδικότερα με βάση τις αξιόποινες πράξεις τις οποίες έχει διαπράξει μέχρι τη συγκεκριμένη στιγμή, επιτρέπει να υποτεθεί ότι το υπόψη πρόσωπο θα διαπράξει και στο μέλλον εξαιρετικά σοβαρές αξιόποινες πράξεις.

3.   Επιπλέον, η καταχώρηση μπορεί να πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ύστερα από αίτηση των αρμοδίων οργάνων για την κρατική ασφάλεια, στις περιπτώσεις που υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις που επιτρέπουν να υποτεθεί ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 είναι απαραίτητες για την πρόληψη μιας σοβαρής απειλής που προέρχεται από το εν λόγω πρόσωπο, ή άλλων σοβαρών απειλών της εσωτερικής και εξωτερικής ασφαλείας του κράτους. Το συμβαλλόμενο μέρος που επιθυμεί να εισάγει κάποιο πρόσωπο στους πίνακες σημάνσεως υποχρεούται να συμβουλευθεί προηγουμένως τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη.

4.   Στα πλαίσια της διακριτικής παρακολουθήσεως, οι ακόλουθες πληροφορίες μπορούν, εν όλω ή εν μέρει, να συγκεντρώνονται και να διαβιβάζονται στην αρχή που έχει προβεί στη σήμανση, με την ευκαιρία μεθοριακών ή άλλων αστυνομικών και τελωνειακών ελέγχων που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας:

α)

το γεγονός ότι βρέθηκε καταχωρημένο άτομο ή όχημα·

β)

ο τόπος, ή ώρα ή ο λόγος του ελέγχου·

γ)

το δρομολόγιο και ο προορισμός του ταξιδιού·

δ)

τα πρόσωπα που συνοδεύουν τον ενδιαφερόμενο ή οι συνεπιβάτες του οχήματος·

ε)

το χρησιμοποιούμενο όχημα·

στ)

τα μεταφερόμενα αντικείμενα·

ζ)

οι συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκαν το πρόσωπο ή το όχημα.

Κατά τη συγκέντρωση των πληροφοριών αυτών, είναι σκόπιμο να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να μην παραβιάζεται ο διακριτικός χαρακτήρας της παρακολουθήσεως.

5.   Στα πλαίσια του ειδικού ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα πρόσωπα, τα οχήματα και τα μεταφερόμενα αντικείμενα μπορούν να ερευνώνται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να επιτυγχάνεται ο στόχος που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3. Αν ο ειδικός έλεγχος δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός συμβαλλομένου μέρους, τότε ο ειδικός έλεγχος μετατρέπεται αυτόματα, για το συμβαλλόμενο αυτό μέρος, σε διακριτική παρακολούθηση.

6.   Ένα συμβαλλόμενο μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να συνοδεύει την καταχώρηση στο αρχείο του εθνικού τμήματος του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν με ένδειξη που θα αποβλέπει στην απαγόρευση, μέχρι τη διαγραφή της, της εκτελέσεως της ενδεδειγμένης να τηρηθεί στάσεως κατ' εφαρμογήν της καταχωρήσεως, χάριν της διακριτικής παρακολουθήσεως ή του ειδικού ελέγχου. Η ένδειξη αυτή πρέπει να διαγράφεται το αργότερο είκοσι τέσσερις ώρες μετά την εισαγωγή της καταχωρήσεως στο αρχείο, εκτός αν το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος αρνείται να τηρήσει την αιτούμενη συμπεριφορά για νομικούς ή ειδικούς περιστασιακούς λόγους. Με την επιφύλαξη απορριπτικής ενδείξεως ή αποφάσεως, τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να τηρούν την αιτούμενη με την καταχώρηση συμπεριφορά.

Άρθρο 100

1.   Τα στοιχεία σχετικά με αντικείμενα που αναζητούνται προκειμένου να κατασχεθούν ή να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε μια ποινική διαδικασία καταχωρούνται στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν.

2.   Αν ύστερα από μια αναζήτηση στο σύστημα προκύψει ότι ένα ανευρεθέν αντικείμενο περιλαμβάνεται σ' αυτό, η αρχή που το διαπίστωσε επικοινωνεί με την καταχωρούσα αρχή προκειμένου να συμφωνήσουν τα απαραίτητα μέτρα. Για το σκοπό αυτό, μπορούν να διαβιβάζονται και στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση. Τα μέτρα που λαμβάνονται από το συμβαλλόμενο μέρος που βρήκε το αντικείμενο πρέπει να είναι σύμφωνα προς το εθνικό του δίκαιο.

3.   Καταχωρούνται οι κατωτέρω κατηγορίες αντικειμένων:

α)

οχήματα με κινητήρα κυλινδρισμού μεγαλύτερου των 50 cc που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί·

β)

ρυμουλκούμενα οχήματα και τροχόσπιτα βάρους, χωρίς φορτίο, μεγαλύτερου των 750 kg, που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί·

γ)

πυροβόλα όπλα που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί·

δ)

κενά έγγραφα που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί πριν την έκδοσή τους·

ε)

έγγραφα ταυτότητας (διαβατήρια, ταυτότητες, άδειες οδηγήσεως) που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί·

στ)

τραπεζογραμμάτια (των οποίων οι αριθμοί έχουν κρατηθεί).

Άρθρο 101

1.   Η πρόσβαση στα καταχωρημένα στοιχεία του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν, καθώς και το δικαίωμα της απ' ευθείας χρησιμοποιήσεώς τους επιφυλάσσονται αποκλειστικά υπέρ των αρχών που είναι αρμόδιες για:

α)

τους συνοριακούς ελέγχους·

β)

άλλους αστυνομικούς και τελωνειακούς ελέγχους που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και για το συντονισμό τους.

2.   Επιπλέον, πρόσβαση στα καταχωρημένα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 96, καθώς και δικαίωμα απ' ευθείας χρησιμοποιήσεώς τους έχουν οι αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση θεωρήσεων, οι κεντρικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εξέταση των αιτήσεων χορηγήσεως θεωρήσεων, καθώς και οι κεντρικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση τίτλων διαμονής και τη διοικητική παρακολούθηση αλλοδαπών στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας συνθήκης για την κυκλοφορία των προσώπων. Η πρόσβαση στα στοιχεία διέπεται από το εθνικό δίκαιο κάθε συμβαλλομένου μέρους.

3.   Οι χρήστες μπορούν να συμβουλεύονται μόνο τα δεδομένα που απαιτούνται για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

4.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ανακοινώνει στην εκτελεστική επιτροπή την κατάσταση των αρμόδιων αρχών, στις οποίες παρέχεται το δικαίωμα να συμβουλεύονται απευθείας τα καταχωρημένα στοιχεία στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν. Στην κατάσταση αυτή αναφέρονται επίσης για κάθε αρχή τα στοιχεία που μπορεί να συμβουλεύεται και για ποιο σκοπό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΕΝΓΚΕΝ

Άρθρο 102

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να χρησιμοποιούν τα δεδομένα που προβλέπονται στα άρθρα 95 ως 100, μόνον για τους σκοπούς που αναγράφονται σε καθεμία από τις καταχωρήσεις που προβλέπονται στα άρθρα αυτά.

2.   Τα δεδομένα μπορούν να αντιγραφούν μόνο για τεχνικούς σκοπούς και εφόσον η αντιγραφή αυτή είναι αναγκαία για την απ' ευθείας χρήση τους από τις αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 101. Οι καταχωρήσεις άλλων συμβαλλομένων μερών δεν μπορούν να αντιγραφούν από το εθνικό τμήμα του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν σε άλλα εθνικά αρχεία δεδομένων.

3.   Στα πλαίσια των καταχωρήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 95 έως 100 της παρούσας σύμβασης, κάθε παρέκκλιση από την παράγραφο 1 για την μετάβαση από ένα τύπο καταχωρήσεως σε άλλο πρέπει να αιτιολογείται από την ανάγκη προλήψεως επικείμενης σοβαρής απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφάλειας, για σοβαρούς λόγους ασφαλείας του κράτους ή για την πρόληψη σοβαρής αξιοποίνου πράξεως. Προς το σκοπό αυτό πρέπει να ληφθεί προηγουμένως η έγκριση του συμβαλλόμενου μέρους που έκανε την καταχώρηση.

4.   Τα δεδομένα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διοικητικούς σκοπούς. Κατά παρέκκλιση, τα δεδομένα που έχουν καταχωρηθεί σύμφωνα με το άρθρο 96 μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία εκάστου συμβαλλόμενου μέρους, μόνον για τους σκοπούς που απορρέουν από το άρθρο 101 παράγραφος 2.

5.   Κάθε χρήση των δεδομένων που δεν είναι σύμφωνη με τις παραγράφους 1 έως 4 θα θεωρείται έναντι της εθνικής νομοθεσίας εκάστου συμβαλλομένου μέρους ως κατάχρηση του επιδιωκόμενου σκοπού.

Άρθρο 103

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος φροντίζει ώστε, κατά μέσον όρο, να εγγράφεται στο εθνικό τμήμα του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν κάθε δέκατη μετάδοση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους της αρχής που διαχειρίζεται το αρχείο, με σκοπό τον έλεγχο του παραδεκτού των ερωτημάτων. Η εγγραφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο προς αυτόν το σκοπό και διαγράφεται μετά από έξι μήνες.

Άρθρο 104

1.   Η εθνική νομοθεσία του καταχωρούντος συμβαλλόμενου μέρους εφαρμόζεται στην καταχώρηση, με την επιφύλαξη αυστηρότερων προϋποθέσεων προβλεπομένων από την παρούσα σύμβαση.

2.   Εφόσον η παρούσα σύμβαση δεν προβλέπει ειδικές διατάξεις, η νομοθεσία κάθε συμβαλλομένου μέρους εφαρμόζεται στα δεδομένα που καταχωρούνται στο εθνικό τμήμα του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν.

3.   Εφόσον η παρούσα σύμβαση δεν προβλέπει ειδικές διατάξεις όσον αφορά την τήρηση της ενδεδειγμένης από την καταχώρηση συμπεριφοράς, εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο του εκτελούντος την ενδεδειγμένη συμπεριφορά συμβαλλομένου μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Στο μέτρο που η παρούσα συνθήκη προβλέπει ειδικές διατάξεις σχετικά με την εκτέλεση της ενδεδειγμένης από την καταχώρηση συμπεριφοράς, οι αρμοδιότητες σε θέματα ενδεδειγμένης συμπεριφοράς διέπονται από την εθνική νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Αν η ενδεδειγμένη συμπεριφορά δεν μπορεί να εκτελεστεί, το συμβαλλόμενο μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση πληροφορεί το καταχωρούν συμβαλλόμενο μέρος δίχως υπαίτια καθυστέρηση.

Άρθρο 105

Το καταχωρούν συμβαλλόμενο μέρος είναι υπεύθυνο για την ακρίβεια, την ενημερότητα, καθώς και τη νομιμότητα της καταχωρήσεως των δεδομένων στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν.

Άρθρο 106

1.   Μόνο το καταχωρούν συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπεται να τροποποιεί, συμπληρώνει, διορθώνει ή να διαγράφει τα δεδομένα που εισήγαγε.

2.   Αν ένα μη καταχωρήσαν συμβαλλόμενο μέρος διαθέτει ενδείξεις που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ένα δεδομένο περιέχει σφάλμα περί το δίκαιο ή περί τα πράγματα, πληροφορεί το ταχύτερο δυνατόν το καταχωρούν συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο πρέπει να επαληθεύσει υποχρεωτικά την ανακοίνωση και να διορθώσει, αν είναι αναγκαίο, ή να διαγράψει χωρίς καθυστέρηση το δεδομένο.

3.   Αν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, το μη καταχωρήσαν συμβαλλόμενο μέρος υποβάλλει την περίπτωση για γνωμοδότηση στην κοινή αρχή ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 115 παράγραφος 1.

Άρθρο 107

Όταν ένα πρόσωπο αποτέλεσε ήδη αντικείμενο καταχωρήσεως στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, το συμβαλλόμενο μέρος που εισάγει νέα καταχώρηση φροντίζει, σε συνεργασία με το συμβαλλόμενο μέρος που εισήγαγε την αρχική καταχώρηση, να εναρμονίσει τις καταχωρήσεις. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν προς τον σκοπό αυτό να θεσπίσουν επίσης γενικές διατάξεις.

Άρθρο 108

1.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ορίζει μια αρχή που αναλαμβάνει την κεντρική αρμοδιότητα για το εθνικό τμήμα του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν.

2.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος πραγματοποιεί τις καταχωρήσεις του διαμέσου αυτής της αρχής.

3.   Η εν λόγω αρχή είναι υπεύθυνη για την ορθή λειτουργία του εθνικού τμήματος του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει το σεβασμό των διατάξεων της παρούσας σύμβασης.

4.   Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαίως μέσω του θεματοφύλακα της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 αρχής.

Άρθρο 109

1.   Το δικαίωμα κάθε ατόμου να έχει πρόσβαση στα δεδομένα που το αφορούν και τα οποία είναι καταχωρημένα στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν ασκείται τηρουμένου του δικαίου του συμβαλλόμενου μέρους, ενώπιον του οποίου ασκεί το δικαίωμά του. Αν προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, η εθνική αρχή ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 114 παράγραφος 1 αποφασίζει κατά πόσον οι σχετικές πληροφορίες είναι ανακοινώσιμες και με ποια διαδικασία. Ένα μη καταχωρήσαν συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ανακοινώσει πληροφορίες σχετικές με αυτά τα δεδομένα, μόνον αν έδωσε προηγουμένως στο καταχωρήσαν μέρος την ευκαιρία να τοποθετηθεί.

2.   Η ανακοίνωση πληροφοριών προς το ενδιαφερόμενο άτομο απορρίπτεται αν είναι ικανή να βλάψει την εκτέλεση του εντεταλμένου νόμιμου έργου της καταχωρήσεως ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Απορρίπτεται σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκεια της περιόδου καταχωρήσεως για διακριτική παρακολούθηση.

Άρθρο 110

Κάθε άτομο μπορεί να επιτύχει τη διόρθωση ή τη διαγραφή των δεδομένων που το αφορούν και περιέχουν λανθασμένα πραγματικά γεγονότα, ή τη διαγραφή των δεδομένων που το αφορούν τα οποία περιέχουν νομικά σφάλματα.

Άρθρο 111

1.   Κάθε άτομο μπορεί να απευθυνθεί στο έδαφος κάθε συμβαλλόμενου μέρους προς την δικαστική αρχή ή άλλη αρχή, που είναι δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας αρμόδια για τη διόρθωση, εξάλειψη, ενημέρωση ή αποζημίωση εξαιτίας μιας καταχωρήσεως που το αφορά.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την αμοιβαία υποχρέωση να εκτελέσουν τις οριστικές αποφάσεις που λαμβάνονται από τις δικαστικές αρχές ή άλλες αρμόδιες αρχές της παραγράφου 1, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 116.

Άρθρο 112

1.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν καταχωρηθεί στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν προς τον σκοπό της αναζήτησης προσώπων, φυλάσσονται μόνον κατά το χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο για τους σκοπούς για τους οποίους παρασχέθηκαν. Τρία χρόνια το αργότερο μετά την ενσωμάτωσή τους, πρέπει να εξεταστεί η ανάγκη φυλάξεώς τους από το καταχωρούν συμβαλλόμενο μέρος. Η προθεσμία αυτή είναι ενός έτους για τις καταχωρήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 99.

2.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ορίζει κατά περίπτωση συντομότερες προθεσμίες εξετάσεως συμφώνως προς την εθνική του νομοθεσία.

3.   Η υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν ανακοινώνει αυτόματα στα συμβαλλόμενα μέρη την προγραμματισθείσα διαγραφή εντός του συστήματος, με προειδοποίηση ενός μηνός.

4.   Το καταχωρούν συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, κατά την προθεσμία εξετάσεως, να αποφασίσει να διατηρήσει την καταχώρηση, αν κριθεί αναγκαία για τους σκοπούς που έγινε η καταχώρηση. Η παράταση της καταχωρήσεως πρέπει να ανακοινωθεί στην υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στην παρατεινόμενη καταχώρηση.

Άρθρο 113

1.   Δεδομένα άλλα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 112 διατηρούνται επί δέκα έτη κατ' ανώτατο όριο, δεδομένα σχετικά με τα χορηγούμενα δελτία ταυτότητος και τα τραπεζογραμμάτια των οποίων έχει κρατηθεί ο αριθμός επί πέντε έτη κατ' ανώτατο όριο και δεδομένα σχετικά με τα αυτοκίνητα, ρυμουλκούμενα και τροχόσπιτα επί τρία έτη κατ' ανώτατο όριο.

2.   Τα διαγραφόμενα δεδομένα διατηρούται επί ένα ακόμη έτος στην υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής μπορούν να μελετηθούν μόνον προκειμένου να ελεγχθεί εκ των υστέρων η ακρίβειά τους και η νομιμότητα της καταχωρήσεώς τους. Στη συνέχεια θα πρέπει να καταστραφούν.

Άρθρο 114

1.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ορίζει μια αρχή ελέγχου η οποία, τηρουμένης της εθνικής νομοθεσίας, είναι επιφορτισμένη να ασκεί ανεξάρτητο έλεγχο του αρχείου του εθνικού τμήματος του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν και να ελέγχει αν η επεξεργασία και η χρήση των καταχωρημένων στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν δεδομένων δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα του οικείου προσώπου. Προς τον σκοπό αυτόν, η αρχή ελέγχου έχει πρόσβαση στο αρχείο του εθνικού τμήματος του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν.

2.   Κάθε πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει από τις αρχές ελέγχου να εξετάσουν τα δεδομένα που το αφορούν και τα οποία είναι καταχωρημένα στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, όπως επίσης και τη γενόμενη χρήση αυτών των δεδομένων. Το δικαίωμα αυτό διέπεται από το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η σχετική αίτηση. Αν τα δεδομένα εισήχθησαν από άλλο συμβαλλόμενο μέρος, ο έλεγχος πραγματοποιείται σε στενή συνεργασία με την αρχή ελέγχου του συμβαλλόμενου αυτού μέρους.

Άρθρο 115

1.   Δημιουργείται κοινή αρχή ελέγχου, επιφορτισμένη με τον έλεγχο της υπηρεσίας τεχνικής υποστήριξης του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν. Η αρχή αυτή απαρτίζεται από δύο εκπροσώπους κάθε εθνικής αρχής ελέγχου. Κατά τις διαβουλεύσεις κάθε συμβαλλόμενο μέρος διαθέτει μία ψήφο. Ο έλεγχος ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης, της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 28ης Ιανουαρίου 1981, περί προστασίας των ατόμων έναντι της αυτόματης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση R (87) 15, της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη ρύθμιση της χρήσεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους που είναι υπεύθυνο για την υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως.

2.   Έναντι της υπηρεσίας τεχνικής υποστηρίξεως του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν, η κοινή αρχή ελέγχου έχει ως αποστολή να επαληθεύσει την ορθή εκτέλεση των διατάξεων της παρούσας σύμβασης. Για το σκοπό αυτό έχει πρόσβαση στην υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως.

3.   Η κοινή αρχή ελέγχου είναι επίσης αρμόδια να αναλύσει τις δυσκολίες εφαρμογής ή ερμηνείας που μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη λειτουργία του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν, να μελετήσει τα προβλήματα που μπορούν να τεθούν κατά την άσκηση του ανεξάρτητου ελέγχου που πραγματοποιείται από τις εθνικές αρχές ελέγχου των συμβαλλόμενων μερών, ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως του δικαιώματος προσβάσεως στο σύστημα, καθώς επίσης για την επεξεργασία εναρμονισμένων προτάσεων, προκειμένου να εξερευθούν κοινές λύσεις στα υφιστάμενα προβλήματα.

4.   Οι εκθέσεις της κοινής αρχής ελέγχου διαβιβάζονται στις αρχές προς τις οποίες οι εθνικές αρχές ελέγχου διαβιβάζουν τις εκθέσεις τους.

Άρθρο 116

1.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος είναι υπεύθυνο σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο για κάθε ζημία που προκαλείται σε ένα άτομο από την εκμετάλλευση του εθνικού αρχείου του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν. Το ίδιο συμβαίνει επίσης όταν οι βλάβες προκλήθηκαν από το καταχωρούν μέρος, το οποίο καταχώρησε δεδομένα που περιέχουν σφάλματα περί το δίκαιο ή περί τα πράγματα.

2.   Αν το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η σχετική αγωγή δεν είναι το καταχωρούν μέρος, το τελευταίο αυτό υποχρεούται να καταβάλλει, κατόπιν αιτήσεως, τα ποσά που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση, εκτός αν τα δεδομένα δεν είχαν χρησιμοποιηθεί από το εκζητούμενο συμβαλλόμενο μέρος κατά παράβαση της παρούσας συνθήκης.

Άρθρο 117

1.   Όσον αφορά την αυτόματη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται κατ' εφαρμογή του παρόντος τίτλου, κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα προβεί, το αργότερο κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης, στις εθνικές ρυθμίσεις που είναι απαραίτητες για την επίτευξη ενός επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τουλάχιστον ίσου προς αυτό που απορρέει από τις αρχές της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 28ης Ιανουαρίου 1981, για την προστασία των ατόμων έναντι της αυτόματης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τηρουμένης της σύστασης R (87) 15, της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη ρύθμιση της χρήσεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα.

2.   Η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται από τον παρόντα τίτλο μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον όταν τεθούν σε ισχύ οι διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών τα οποία εμπλέκονται στη διαβίβαση.

Άρθρο 118

1.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος υποχρεούται να λάβει, στο εθνικό τμήμα του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν, τα κατάλληλα μέτρα για:

α)

να εμποδίσει την είσοδο κάθε μη εξουσιοδοτημένου προσώπου στις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος στην είσοδο των εγκαταστάσεων)·

β)

να εμποδίσει την ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή απομάκρυνση των μέσων αποθήκευσης δεδομένων από ένα μη εξουσιοδοτημένο άτομο (έλεγχος των μέσων αποθηκεύσεως δεδομένων)·

γ)

να εμποδίσει την μη εξουσιοδοτημένη καταχώρηση στο αρχείο, καθώς επίσης και κάθε μη εξουσιοδοτημένη γνωστοποίηση, τροποποίηση ή διαγραφή των καταχωρημένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος καταχωρήσεως)·

δ)

να εμποδίσει τη χρησιμοποίηση των συστημάτων αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα άτομα με τη βοήθεια εγκαταστάσεων μεταδόσεως δεδομένων (έλεγχος χρήσεως)·

ε)

να εξασφαλισθεί ότι τα άτομα που είναι εξουσιοδοτημένα για τη χρησιμοποίηση ενός συστήματος αυτόματης επεξεργασίας των δεδομένων έχουν πρόσβαση μόνο στα δεδομένα που αφορούν την αρμοδιότητά τους (έλεγχος προσβάσεως)·

στ)

να εξασφαλισθεί ότι μπορεί να ελέγχεται και να βεβαιώνεται, σε ποιες αρχές μπορούν να διαβιβάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τις εγκαταστάσεις διαβιβάσεως των δεδομένων (έλεγχος διαβιβάσεως)·

ζ)

να εξασφαλισθεί ότι μπορεί να ελέγχεται και να βεβαιώνεται εκ των υστέρων ποια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εισήχθησαν στο σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, πότε και από ποιο άτομο εισήχθησαν (έλεγχος εισαγωγής)·

η)

να εμποδίσουν κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και κατά την μεταφορά των μέσων αποθηκεύσεώς τους την ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή τους κατά τρόπο μη εξουσιοδοτημένο (έλεγχος μεταφοράς).

2.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να λάβει ειδικά μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την ασφάλεια των δεδομένων κατά τη διαβίβασή τους σε υπηρεσίες ευρισκόμενες εκτός του εδάφους των συμβαλλόμενων μερών. Τα μέτρα αυτά οφείλουν να κοινοποιηθούν στην κοινή αρχή ελέγχου.

3.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ορίσει για την επεξεργασία δεδομένων του εθνικού του τμήματος του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν μόνον άτομα ειδικώς εκπαιδευμένα και υποβληθέντα σε έλεγχο ασφαλείας.

4.   Το μέρος που είναι υπεύθυνο για την υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν λαμβάνει υπέρ αυτής της τελευταίας τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 έως 3 μέτρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΕΝΓΚΕΝ

Άρθρο 119

1.   Τα έξοδα εγκαταστάσεως και χρήσεως της υπηρεσίας τεχνικής υποστηρίξεως που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων εγκαταστάσεως γραμμών για τη σύνδεση των εθνικών τμημάτων του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν με την υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως φέρουν από κοινού τα συμβαλλόμενα μέρη. Το μερίδιο που αναλογεί σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος καθορίζεται βάσει του ποσοστού συμμετοχής εκάστου μέρους στην κοινή βάση του φόρου προστιθέμενης αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοχείο γ) της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 24ης Ιουνίου 1988, σχετικά με το σύστημα ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.

2.   Τα έξοδα εγκαταστάσεως και χρήσεως του εθνικού τμήματος του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν φέρει ατομικώς κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 120

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη φροντίζουν από κοινού ώστε οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τους να μην εμποδίζουν, χωρίς αιτιολογία, την κυκλοφορία των εμπορευμάτων στα εσωτερικά σύνορα.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκολύνουν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων στα εσωτερικά σύνορα, πραγματοποιώντας τις διατυπώσεις που συνδέονται με απαγορεύσεις και περιορισμούς κατά τον τελωνισμό των εμπορευμάτων ενόψει της θέσεώς τους στην κατανάλωση. Ο τελωνισμός αυτός μπορεί, κατά την εκλογή του ενδιαφερομένου, να πραγματοποιείται είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε στα εσωτερικά σύνορα. Τα συμβαλλόμενα μέρη θα προσπαθήσουν να προωθήσουν τον τελωνισμό στο εσωτερικό της χώρας.

3.   Κατά το μέτρο που οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 2 ελαφρύνσεις δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν εν όλω ή εν μέρει σε ορισμένους τομείς, τα συμβαλλόμενα μέρη θα καταβάλλουν προσπάθειες να υλοποιήσουν τις προϋποθέσεις αυτές μεταξύ τους, ή στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται ιδίως στον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων περί αδειών μεταφοράς και περί τεχνικών ελέγχων των μεταφορικών μέσων, περί υγειονομικών κτηνιατρικών ελέγχων, περί φυτοϋγειονομικών ελέγχων, καθώς επίσης και περί ελέγχων σχετικών με τις μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων και αποβλήτων.

4.   Τα συμβαλλόμενα μέρη προσπαθούν να εναρμονίσουν τις διατυπώσεις σχετικά με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων στα εξωτερικά σύνορα και να ελέγξουν την τήρησή τους σύμφωνα με ομοιόμορφες αρχές. Προς τον σκοπό αυτόν τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται στενά στα πλαίσια της εκτελεστικής επιτροπής, στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Άρθρο 121

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη παραιτούνται, τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου, από τους ελέγχους και την προσκόμιση των φυτοϋγειονομικών πιστοποιητικών που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο για ορισμένα φυτά και φυτικά προϊόντα.

Η εκτελεστική επιτροπή καταρτίζει τον κατάλογο των φυτών και φυτικών προϊόντων στα οποία εφαρμόζεται η προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο απλοποίηση. Μπορεί να τροποποιεί τον κατάλογο αυτό και να καθορίσει την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της τροποποιήσεως. Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαίως για τα λαμβανόμενα μέτρα.

2.   Σε περίπτωση κινδύνου εισαγωγής ή εξαπλώσεως βλαβερών οργανισμών, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει την προσωρινή επαναφορά των μέτρων ελέγχου που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και να τα εφαρμόσει. Θα ειδοποιεί αμέσως τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη εγγράφως, αιτιολογώντας την απόφασή του.

3.   Το φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως πιστοποιητικό απαιτούμενο δυνάμει του νόμου περί προστασίας των ειδών.

4.   Κατόπιν αιτήσεως, η αρμόδια αρχή χορηγεί φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό όταν η αποστολή προορίζεται εν όλω ή εν μέρει προς επανεξαγωγή και τούτο στο μέτρο που τηρούνται οι φυτοϋγειονομικές απαιτήσεις για τα οικεία φυτά ή φυτικά προϊόντα.

Άρθρο 122

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη ενισχύουν τη συνεργασία τους προκειμένου να επιτύχουν την ασφάλεια των μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εναρμονίσουν τις εθνικές νομοθεσίες που λήφθηκαν σε εφαρμογή των εν ισχύ διεθνών συμβάσεων. Επιπλέον, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διατηρήσουν ιδίως το σημερινό επίπεδο ασφαλείας με:

α)

εναρμόνιση των απαιτήσεων σε θέματα επαγγελματικών προσόντων των οδηγών·

β)

εναρμόνιση της διαδικασίας και της συχνότητας των πραγματοποιούμενων ελέγχων κατά τη μεταφορά και στις επιχειρήσεις·

γ)

εναρμόνιση του χαρακτηρισμού των παραβάσεων και των διατάξεων της νομοθεσίας σχετικά με τις ισχύουσες κυρώσεις·

δ)

διασφάλιση συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών σε σχέση με τα υλοποιούμενα μέτρα και τους πραγματοποιούμενους ελέγχους.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη ενισχύουν την μεταξύ τους συνεργασία προκειμένου να πραγματοποιήσουν τους ελέγχους κατά τη μεταφορά των επικίνδυνων και μη αποβλήτων διά των εσωτερικών τους συνόρων.

Για τον λόγο αυτό καταβάλλουν προσπάθεια να λάβουν κοινή θέση όσον αφορά την τροποποίηση των κοινοτικών οδηγιών σχετικά με τους ελέγχους και τη διαχείριση μεταφοράς επικίνδυνων αποβλήτων και για τη θέσπιση κοινοτικών πράξεων σχετικών με τα μη επικίνδυνα απόβλητα, προκειμένου να δημιουργηθεί μια ικανοποιητική υποδομή αποκομιδής και να καθορισθούν υψηλού επιπέδου εναρμονισμένα πρότυπα αποκομιδής των αποβλήτων.

Εν αναμονή κοινοτικών κανόνων σχετικά με τα μη επικίνδυνα απόβλητα, οι έλεγχοι μεταφοράς αυτών των αποβλήτων θα πραγματοποιούνται βάσει ειδικής διαδικασίας η οποία θα καθιστά δυνατό τον έλεγχο της μεταφοράς στον τόπο προορισμού κατά την επεξεργασία.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο έχουν επίσης εφαρμογή.

Άρθρο 123

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εναρμονίσουν τη στάση τους προκειμένου να καταργήσουν μεταξύ τους την ισχύουσα υποχρέωση προσκομίσεως μιας αδείας εξαγωγής στρατηγικών βιομηχανικών προϊόντων, καθώς και τεχνολογιών, και αν παραστεί ανάγκη να αντικαταστήσουν την εν λόγω άδεια από μια ελαστική διαδικασία εφόσον η χώρα του πρώτου και του τελικού προορισμού είναι ένα συμβαλλόμενο μέρος.

Υπό την επιφύλαξη των σχετικών συνεννοήσεων και προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων που θα αποδειχθούν αναγκαίοι, τα συμβαλλόμενα μέρη θα προσπαθήσουν, συνεργαζόμενα στενά μέσω ενός συντονιστικού μηχανισμού, να προβούν στην ανταλλαγή χρήσιμων πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη την εθνική νομοθεσία.

2.   Όσον αφορά τα άλλα προϊόντα εκτός των στρατηγικών βιομηχανικών προϊόντων και τεχνολογιών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, τα συμβαλλόμενα μέρη θα καταβάλουν προσπάθεια ώστε, αφενός μεν, να διεκπεραιώνονται οι εξαγωγικές διατυπώσεις στο εσωτερικό της χώρας, αφετέρου δε, να εναρμονίσουν τις διαδικασίες ελέγχων.

3.   Στα πλαίσια των στόχων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, τα συμβαλλόμενα μέρη θα προβούν σε συνεννοήσεις με τους άλλους ενδιαφερόμενους εταίρους.

Άρθρο 124

Ο αριθμός και η συχνότητα των ελέγχων στα εμπορεύματα κατά την κυκλοφορία των ταξιδιωτών στα εσωτερικά σύνορα, μειώνονται στο κατώτερο δυνατό επίπεδο. Η συνέχιση της μειώσεώς τους και η οριστική εξάλειψή τους εξαρτάται από την προοδευτική μείωση των ταξιδιωτικών αφορολόγητων ορίων και τη μελλοντική εξέλιξη των ρυθμίσεων που ισχύουν κατά τη διασυνοριακή κυκλοφορία των ταξιδιωτών.

Άρθρο 125

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συνάπτουν διακανονισμούς σχετικά με την απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων των τελωνειακών διοικήσεών τους.

2.   Η απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων έχει ως σκοπό να προωθήσει και να επιταχύνει τη συνεργασία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών γενικώς, και ιδίως στα πλαίσια των υφιστάμενων συμβάσεων και των κοινοτικών πράξεων αμοιβαίας συνδρομής.

3.   Οι υπάλληλοι-σύνδεσμοι ασκούν καθήκοντα συμβουλευτικού χαρακτήρα και συνδρομής. Δεν είναι εξουσιοδοτημένοι να λαμβάνουν με ιδία τους πρωτοβουλία τελωνειακά μέτρα διοικητικής φύσεως. Παρέχουν πληροφορίες και εκπληρούν την αποστολή τους στα πλαίσια των οδηγιών που τους δίδονται από το συμβαλλόμενο μέρος καταγωγής τους.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΠΡΟΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Άρθρο 126

1.   Όσον αφορά την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία μεταβιβάζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα θεσπίσει, το αργότερο μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης, την αναγκαία εθνική νομοθεσία, ώστε να εξασφαλίσει ένα επίπεδο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο θα είναι τουλάχιστον ίσο με εκείνο που απορρέει από τις αρχές της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 28ης Ιανουαρίου 1981, για την προστασία του προσώπου κατά του κινδύνου της αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται από την παρούσα σύμβαση δεν μπορεί να διενεργηθεί, παρά μόνον όταν οι διατάξεις για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 τεθούν σε ισχύ στο έδαφος των συμβαλλόμενων μερών τα οποία αφορά η διαβίβαση.

3.   Επιπλέον, όσον αφορά την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, εφαρμόζονται επίσης οι ακόλουθες διατάξεις:

α)

τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το συμβαλλόμενο μέρος που είναι ο αποδέκτης τους μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους η παρούσα σύμβαση προβλέπει τη διαβίβαση τέτοιων δεδομένων. Η χρησιμοποίηση τέτοιων δεδομένων για άλλους σκοπούς είναι δυνατή μόνον κατόπιν προηγούμενης αδείας του συμβαλλόμενου μέρους που διαβιβάζει τα δεδομένα και τηρουμένης της νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους που είναι αποδέκτης τους. Η άδεια μπορεί να χορηγηθεί, εφόσον η εθνική νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους που διαβιβάζει τα δεδομένα το επιτρέπει·

β)

τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον από τις δικαστικές αρχές, τις υπηρεσίες και τις αρχές που ασκούν καθήκοντα ή εκπληρούν λειτούργημα στο πλαίσιο των σκοπών που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ)

το συμβαλλόμενο μέρος που διαβιβάζει τα δεδομένα υποχρεούται να μεριμνά για την ακρίβεια τους. Αν διαπιστώσει, είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας είτε κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόμενου προσώπου, ότι έχουν χορηγηθεί δεδομένα ανακριβή ή δεδομένα που δεν έπρεπε να διαβιβασθούν, το ή τα συμβαλλόμενα μέρη που είναι αποδέκτες πρέπει να ενημερωθούν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Το τελευταίο αυτό ή τα τελευταία αυτά μέρη υποχρεούνται να προβούν στη διόρθωση ή την καταστροφή των δεδομένων ή να αναφέρουν ότι αυτά τα δεδομένα είναι ανακριβή ή ότι δεν έπρεπε να διαβιβασθούν·

δ)

ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να επικαλεσθεί το γεγονός ότι ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος διαβίβασε ανακριβή δεδομένα, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη που το βαρύνει, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία απέναντι στο ζημιωθέν πρόσωπο. Εάν το συμβαλλόμενο μέρος που είναι αποδέκτης υποχρεωθεί σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω χρησιμοποιήσεως των διαβιβασθέντων ανακριβών δεδομένων, το συμβαλλόμενο μέρος που διαβίβασε τα δεδομένα επιστρέφει στο ακέραιο τα ποσά τα οποία κατέβαλε για αποκατάσταση της ζημίας το συμβαλλόμενο μέρος που είναι αποδέκτης·

ε)

η διαβίβαση και η λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να καταχωρούνται στο αρχείο από το οποίο προέρχονται και στο αρχείο στο οποίο τηρούνται·

στ)

η κοινή αρχή ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 115 μπορεί, κατόπιν αιτήσεως ενός των συμβαλλομένων μερών, να γνωμοδοτήσει επί των δυσχερειών εφαρμογής και ερμηνείας του παρόντος άρθρου.

4.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση δεδομένων που προβλέπεται στον τίτλο II κεφάλαιο 7 και στον τίτλο IV. Η παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση δεδομένων που προβλέπεται στον τίτλο III κεφάλαια 2, 3, 4 και 5.

Άρθρο 127

1.   Όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν διαβιβασθεί σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας σύμβασης, οι διατάξεις του άρθρου 126 εφαρμόζονται στη διαβίβαση δεδομένων που προέρχονται από ένα μη αυτόματο αρχείο και στην καταχώρησή τους σ' ένα μη αυτόματο αρχείο.

2.   Όταν, σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που ρυθμίζονται από το άρθρο 126 παράγραφος 1 ή από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, διαβιβάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος κατ' εφαρμογή της παρούσας σύβασης, εφαρμόζεται το άρθρο 126 παράγραφος 3, πλην του στοιχείου ε). Επιπλέον, εφαρμόζονται και οι ακόλουθες διατάξεις:

α)

η διαβίβαση και η λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καταχωρούνται εγγράφως. Αυτή η υποχρέωση δεν ισχύει όταν δεν είναι αναγκαίο για τη χρησιμοποίησή τους, ιδίως επειδή τα δεδομένα δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα·

β)

το συμβαλλόμενο μέρος που είναι αποδέκτης εγγυάται, όσον αφορά τη χρήση των δεδομένων που διαβιβάσθηκαν, ένα επίπεδο προστασίας τουλάχιστον ίσο με εκείνο το οποίο προβλέπει το δίκαιό του για τη χρησιμοποίηση δεδομένων παρόμοιας φύσεως·

γ)

το δικαίωμα προσβάσεως και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται διέπονται από το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους, στο οποίο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποβάλλει την αίτησή του.

3.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση δεδομένων που προβλέπεται στον τίτλο II κεφάλαιο 7, στον τίτλο III κεφάλαια 2, 3, 4 και 5 και στον τίτλο IV.

Άρθρο 128

1.   Η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται στην παρούσα σύμβαση μπορεί να διενεργηθεί μόνον όταν τα συμβαλλόμενα μέρη που έχουν σχέση με τη διαβίβαση, έχουν ορίσει μια εθνική αρχή ελέγχου αρμόδια να ασκεί ανεξάρτητο έλεγχο για την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 126 και 127 και των διατάξεων που θεσπίζουν για την εφαρμογή τους, ως προς την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αρχεία.

2.   Στο μέτρο που ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει ορίσει, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, μια αρχή ελέγχου αρμόδια να ασκεί σε έναν ή περισσότερους τομείς ανεξάρτητο έλεγχο για την τήρηση των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δεν είναι καταχωρημένα σε ένα αρχείο, το συμβαλλόμενο αυτό μέρος καθιστά αρμόδια την ίδια αυτή αρχή να εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος τίτλου στα συγκεκριμένα ζητήματα.

3.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση δεδομένων που προβλέπεται στον τίτλο II κεφάλαιο 7 και στον τίτλο III κεφάλαια 2, 3, 4 και 5.

Άρθρο 129

Όσον αφορά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ' εφαρμογή του τίτλου III κεφάλαιο 1, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση, επιφυλασσομένων των διατάξεων των άρθρων 126 και 127, να εξασφαλίσουν ένα επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τηρεί τις αρχές της σύστασης R (87) 15, της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της χρήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα. Επιπλέον, όσον αφορά τη διαβίβαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 46, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

α)

τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το συμβαλλόμενο μέρος προς το οποίο απευθύνονται μόνον για τους σκοπούς που υπέδειξε το συμβαλλόμενο μέρος που τα χορήγησε και με την τήρηση των όρων που έθεσε αυτό το συμβαλλόμενο μέρος·

β)

τα δεδομένα μπορούν να διαβιβασθούν μόνο στις αστυνομικές υπηρεσίες και αρχές. Η ανακοίνωση των δεδομένων σε άλλες υπηρεσίες μπορεί να διενεργηθεί μόνον κατόπιν προηγούμενης αδείας του συμβαλλόμενου μέρους που τα χορηγεί·

γ)

κατόπιν αιτήσεως, το συμβαλλόμενο μέρος προς το οποίο τα δεδομένα απευθύνονται πληροφορεί το συμβαλλόμενο μέρος που διαβιβάζει τα δεδομένα για τη χρήση που έγινε και για τα αποτελέσματα που είχε με βάση τα δεδομένα που μεταβιβάσθηκαν.

Άρθρο 130

Εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν διαβιβασθεί διά μέσου ενός υπαλλήλου-συνδέσμου που προβλέπεται από το άρθρο 47 ή από το άρθρο 125, οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται μόνον όταν αυτός ο υπάλληλος-σύνδεσμος διαβιβάζει αυτά τα δεδομένα στο συμβαλλόμενο μέρος που τον απέσπασε στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 131

1.   Συγκροτείται εκτελεστική επιτροπή για την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης.

2.   Με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται από την παρούσα σύμβαση, η εκτελεστική επιτροπή έχει ως γενική αποστολή να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της παρούσας σύμβασης.

Άρθρο 132

1.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διαθέτει μία έδρα στην εκτελεστική επιτροπή. Τα συμβαλλόμενα μέρη εκπροσωπούνται στην επιτροπή από τον υπουργό που είναι υπεύθυνος για τη θέση σε λειτουργία της παρούσας σύμβασης. Ο υπουργός μπορεί να επικουρείται από εμπειρογνώμονες, που μπορούν να συμμετέχουν στις συζητήσεις.

2.   Η εκτελεστική επιτροπή αποφασίζει κατ' ομοφωνία· κανονίζει τη λειτουργία της και προς το σκοπό αυτό μπορεί να προβλέψει μια έγγραφη διαδικασία για τη λήψη αποφάσεων.

3.   Κατόπιν αιτήσεως του εκπροσώπου ενός συμβαλλομένου μέρους, η οριστική απόφαση σχετικά με ένα σχέδιο για το οποίο έχει αποφασίσει η εκτελεστική επιτροπή μπορεί να αναβληθεί επί δύο μήνες κατ' ανώτατο όριο μετά την παρουσίαση του σχεδίου αυτού.

4.   Ενόψει της προετοιμασίας των αποφάσεων ή άλλων εργασιών, η εκτελεστική επιτροπή μπορεί να συγκροτήσει ομάδες εργασίας που απαρτίζονται από εκπροσώπους των διοικήσεων των συμβαλλομένων μερών.

Άρθρο 133

Η εκτελεστική επιτροπή συνέρχεται εναλλάξ στο έδαφος εκάστου συμβαλλομένου μέρους. Συνέρχεται όσο συχνά τα απαιτεί η καλή εκτέλεση του έργου της.

ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 134

Οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης εφαρμόζονται μόνο κατά το μέτρο που συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο.

Άρθρο 135

Οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της σύυμβασης της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, της 31ης Ιανουαρίου 1967.

Άρθρο 136

1.   Ένα συμβαλλόμενο μέρος που σχεδιάζει να διεξάγει με τρίτο κράτος διαπραγματεύσεις σχετικές με τους συνοριακούς ελέγχους, ειδοποιεί μέσα σε εύθετο χρόνο τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν συνάπτει συμφωνίες με ένα ή περισσότερα τρίτα κράτη που επιφέρουν απλοποίηση ή κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα, χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των άλλων συμβαλλομένων μερών, υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να συνάψουν από κοινού τέτοιες συμφωνίες.

3.   Οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζονται στις συμφωνίες που αφορούν την μικρή διασυνοριακή κυκλοφορία, εφόσον οι συμφωνίες αυτές τηρούν τις εξαιρέσεις και τους όρους που έχουν καθορισθεί δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 1.

Άρθρο 137

Η παρούσα σύμβαση δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο επιφυλάξεων, εκτός από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 60.

Άρθρο 138

Προκειμένου για τη Γαλλική Δημοκρατία, οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης εφαρμόζονται μόνο στο ευρωπαϊκό έδαφος της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Προκειμένου για το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης εφαρμόζονται μόνο στο έδαφος του Βασιλείου που βρίσκεται στην Ευρώπη.

Άρθρο 139

1.   Η παρούσα σύμβαση υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση αυτή σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής. Οι σχετικές με τη δημιουργία, τις δραστηριότητες και τις αρμοδιότητες της εκτελεστικής επιτροπής διατάξεις εφαρμόζονται με την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης. Οι άλλες διατάξεις εφαρμόζονται από την πρώτη ημέρα του τρίτου μήνα που ακολουθεί την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου γνωστοποιεί προς όλα τα συμβαλλόμενα μέρη την ημερομηνία έναρξης ισχύος.

Άρθρο 140

1.   Κάθε κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί να αποτελέσει συμβαλλόμενο μέρος της παρούσας σύμβασης. Η προσχώρηση αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του κράτους αυτού και των συμβαλλομένων μερών.

2.   Η συμφωνία αυτή υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή από το κράτος που προσχωρεί και από κάθε ένα εκ των συμβαλλομένων μερών. Αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου επικύρωσης, έγκρίσης ή αποδοχής.

Άρθρο 141

1.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταθέσει στον θεματοφύλακα πρόταση τροποποιήσεως της παρούσας σύμβασης. Ο θεματοφύλακας διαβιβάζει την πρόταση αυτή στα άλλα συμβαλλόμενα μέρη. Κατόπιν αιτήσεως ενός συμβαλλόμενου μέρους, τα συμβαλλόμενα μέρη επανεξετάζουν τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης αν, κατά τη γνώμη τους, μια κατάσταση συνθέτει θεμελιώδους χαρακτήρα αλλαγή των όρων που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν από κοινού τις τροποποιήσεις στην παρούσα σύμβαση.

3.   Οι τροποποιήσεις αρχίζουν να ισχύουν την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα από την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής.

Άρθρο 142

1.   Όταν συνάπτονται συμβάσεις μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την πραγματοποίηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν επί των όρων υπό τους οποίους οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης αντικαθίστανται ή τροποποιούνται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες διατάξεις των συμβάσεων αυτών.

Προς το σκοπό αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης μπορούν να προβλέπουν συνεργασία στενότερη από αυτήν που προκύπτει από τις διατάξεις των εν λόγω συμβάσεων.

Διατάξεις που είναι αντίθετες προς τις συμφωνηθείσες μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσαρμόζονται σε κάθε περίπτωση.

2.   Οι τροποποιήσεις της παρούσας σύμβασης που κρίνονται αναγκαίες από τα συμβαλλόμενα μέρη υπόκεινται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Η διάταξη του άρθρου 141 παράγραφος 3 έχει εφαρμογή υπό την προϋπόθεση ότι οι τροποποιήσεις δεν θα αρχίσουν να ισχύουν πριν από την έναρξη ισχύος των εν λόγω συμβάσεων μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι υπέγραψαν την παρούσα σύμβαση.

Έγινε στο Σένγκεν, στις δεκαεννέα Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο στη γαλλική, γερμανική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά· κατατίθενται στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, που διαβιβάζει επικυρωμένο αντίγραφο σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Κατά την υπογραφή της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1.   Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 139

Τα υπογράφοντα κράτη ενημερώνονται αμοιβαίως, πριν ακόμη από την έναρξη ισχύος της σύμβασης, για όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τα θέματα που καλύπτει η παρούσα σύμβαση, καθώς και για την έναρξη ισχύος της.

Η σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί στα υπογράφοντα κράτη οι όροι που προαπαιτούνται για την εφαρμογή της σύμβασης, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι αποτελεσματικοί.

2.   Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 4

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να πράξουν ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να τηρηθεί ταυτόχρονα αυτή η προθεσμία και να προληφθεί κάθε ανεπάρκεια όσον αφορά την ασφάλεια. Η εκτελεστική επιτροπή θα εξετάσει, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1992, την πραγματοποιηθείσα πρόοδο. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να αποκλεισθούν δυσχέρειες προθεσμίας σε ένα συγκεκριμένο αεροδρόμιο, χωρίς όμως να προκαλέσουν κενά στην ασφάλεια. Τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη θα λάβουν υπόψη τους την κατάσταση αυτή, χωρίς να μπορούν εξ αυτού να προκύψουν δυσχέρειες για την εσωτερική αγορά.

Σε περίπτωση δυσχερειών, η εκτελεστική επιτροπή θα εξετάσει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες ταυτόχρονης εφαρμογής των μέτρων αυτών στα αεροδρόμια.

3.   Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 71 παράγραφος 2

Εφόσον ένα συμβαλλόμενο μέρος παρεκκλίνει από την αρχή του άρθρου 71 παράγραφος 2, στα πλαίσια της εθνικής πολιτικής του πρόβλεψης και θεραπείας της εξάρτησης από τα ναρκωτικά και τις ψυχότροπες ουσίες, όλα τα συμβαλλόμενα μέρη παίρνουν τα απαραίτητα διοικητικά και ποινικά μέτρα προκειμένου να προβλέψουν και καταστείλουν την παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή των εν λόγω προϊόντων και ουσιών, κυρίως προς το έδαφος των άλλων συμβαλλομένων μερών.

4.   Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 121

Τα συμβαλλόμενα μέρη παραιτούνται, τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου, από τους ελέγχους και την προσκόμιση των φυτοϋγειονομικών πιστοποιητικών που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο για τα φυτά και τα φυτικά προϊόντα

α)

που απαριθμούνται στο σημείο 1, ή

β)

που απαριθμούνται στα σημεία 2 έως 6 και τα οποία έχουν την καταγωγή ενός των συμβαλλομένων μερών:

1.

Κομμένα λουλούδια και τμήματα φυτών για τη διακόσμηση από:

 

Καστανιά

 

Χρυσάνθεμα

 

Δενδράνθεμα

 

Δίανθο

 

Γλαδιόλα

 

Γυψόφυλλο

 

Δαμάσκηνο

 

Δρυ

 

Τριαντάφυλλο

 

Ιτέα

 

Σύριγγα

 

Άμπελο

2.

Νωπά φρούτα:

 

Εσπεριδοειδή

 

Κυδώνια

 

Μήλα

 

Δαμάσκηνα

 

Αχλάδια

3.

Ξύλο από:

 

Καστανιά

 

Δρυ

4.

Καλλιεργήσιμος χώρος που απαρτίζεται, εν όλω ή εν μέρει, από χώμα ή στερεές οργανικές ουσίες, όπως μέρη φυτών, γαιάνθρακες και φλοιοί με φυλλόχωμα, χωρίς ωστόσο να έχουν μεταβληθεί τελείως σε γαιάνθρακες.

5.

Σπόροι

6.

Ζώντα φυτά που αναφέρονται κατωτέρω και εμπίπτουν στον κωδικό ΣΟ της τελωνειακής ονοματολογίας που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 7ης Σεπτεμβρίου 1987.


Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή

0601 20 30

Βολβοί, κρεμμύδια, κόνδυλοι, βολβοειδείς ρίζες και ριζώματα, σε βλαστούς ή σε άνθηση: ορχιδέες, υάκινθοι, νάρκισσοι, τουλίπες

0601 20 90

Βολβοί, κρεμμύδια, κόνδυλοι, βολβοειδείς ρίζες και ριζώματα σε βλαστούς ή άνθη: άλλα

0602 30 10

Rhododendron simsi (Azalea indica)

0602 99 51

Φυτά εξωτερικών χώρων: πολυετή φυτά

0602 99 59

Φυτά εξωτερικών χώρων: άλλα

0602 99 91

Φυτά εσωτερικών χώρων: ανθοφόρα φυτά με μπουμπούκια ή άνθη, με εξαίρεση τα κακτοειδή

0602 99 99

Φυτά εσωτερικών χώρων: άλλα

5.   Κοινή ανακοίνωση σχετικά με τις εθνικές πολιτικές σε θέματα ασύλου

Τα συμβαλλόμενα μέρη θα προβούν σε απογραφή των εθνικών πολιτικών σε θέματα ασύλου, προκειμένου να επιδιώξουν την εναρμόνισή τους.

6.   Κοινή ανακοίνωση σχετικά με το άρθρο 132

Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνουν τα εθνικά τους κοινοβούλια σχετικά με την έναρξη λειτουργίας της παρούσας σύμβασης.

Έγινε στο Σένγκεν, στις δεκαεννέα Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο στη γαλλική, γερμανική, και ολλανδική γλώσσα, τα δε τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά· κατατίθενται στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που διαβιβάζει επικυρωμένο αντίγραφο σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

ΠΡΑΚΤΙΚΑ

Συμπληρωματικά προς την τελική πράξη της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν την ακόλουθη κοινή δήλωση και έλαβαν υπό σημείωση τις ακόλουθες μονομερείς δηλώσεις, που έγιναν σε σχέση με τη σύμβαση αυτή:

I.   Δήλωση σχετικά με το πεδίο εφαρμογής

Τα συμβαλλόμενα μέρη διαπιστώνουν: μετά την ένωση των δύο γερμανικών κρατών, το, κατά το διεθνές δίκαιο, πεδίο εφαρμογής της σύμβασης θα επεκταθεί και στο σημερινό έδαφος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

II.   Δηλώσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σχετικά με την ερμηνεία της σύμβασης

1.

Η σύμβαση συνάπτεται με την προοπτική της ενώσεως των δύο γερμανικών κρατών.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αποτελεί ξένη χώρα σε σχέση προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Το άρθρο 136 δεν ισχύει στις σχέσεις μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

2.

Η παρούσα σύμβαση δεν παραβλάπτει το καθεστώς που συμφωνήθηκε κατά την ανταλλαγή των γερμανοαυστριακών επιστολών της 20ής Αυγούστου 1984 που περιέχει ελάφρυνση των ελέγχων στα κοινά σύνορα για τους υπηκόους των δύο κρατών. Το καθεστώς αυτό θα πρέπει, ωστόσο, να εφαρμοστεί λαμβανομένων υπόψη των επιταγών ασφαλείας και ελέγχου της μετανάστευσης των συμβαλλομένων μερών του Σένγκεν, κατά τρόπο ώστε οι διευκολύνσεις αυτές να περιορίζονται, στην πράξη, μόνον στους αυστριακούς υπηκόους.

III.   Δήλωση του Βασιλείου του Βελγίου σχετικά με το άρθρο 67

Η διαδικασία που θα εφαρμοστεί σε εσωτερικό επίπεδο για την εκτέλεση μιας ξένης αποφάσεως δεν θα είναι αυτή που προβλέπεται από τον βελγικό νόμο που αφορά τη διακρατική μεταφορά καταδίκων, αλλά μια ειδική διαδικασία που θα καθοριστεί κατά την επικύρωση της παρούσας σύμβασης.

Έγινε στο Σένγκεν, στις δεκαεννέα Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο στη γαλλική, γερμανική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά· κατατίθενται στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, που διαβιβάζει επικυρωμένο αντίγραφο σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ

ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ ΠΟΥ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΣΕΝΓΚΕΝ ΣΤΙΣ 19 ΙΟΥΝΙΟΥ 1990

Οι κυβερνήσεις των συμβαλλομένων μερών της συμφωνίας του Σένγκεν θα αρχίσουν ή θα συνεχίσουν τις συζητήσεις στους ακόλουθους, ιδίως, τομείς:

βελτίωση και απλοποίηση της πρακτικής σε θέματα εκδόσεως,

βελτίωση της συνεργασίας όσον αφορά τις διώξεις των παραβάσεων οδικής κυκλοφορίας,

καθεστώς αμοιβαίας αναγνωρίσεως της αφαιρέσεως του δικαιώματος οδηγήσεως οχημάτων με κινητήρα,

δυνατότητα αμοιβαίας επιβολής ποινών προστίμου,

επιβολή κανόνων σχετικά με την αμοιβαία διαβίβαση των ποινικών διώξεων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μεταφοράς του υπόδικου προσώπου προς τη χώρα καταγωγής του,

επιβολή κανόνων σχετικά με τον επαναπατρισμό των ανηλίκων που απομακρύνθηκαν παρανόμως από την εξουσία του προσώπου που ασκεί τη γονική μέριμνα,

συνέχιση της απλοποιήσεως των ελέγχων κατά την εμπορική κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Έγινε στο Σένγκεν, στις δεκαεννέα Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο στη γαλλική, γερμανική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά· κατατίθενται στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, που διαβιβάζει επικυρωμένο αντίγραφο σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στις 19 Ιουνίου 1990, οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών υπέγραψαν στο Σένγκεν τη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 14 Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα.

Επ' ευκαιρία της υπογραφής αυτής έκαναν την ακόλουθη δήλωση:

Τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση συνιστά ένα σημαντικό βήμα προς την υλοποίηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα και εμπνέονται για τη συνέχιση των εργασιών των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Οι υπουργοί και υφυπουργοί, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους στον τομέα της ασφάλειας και της παράνομης μετανάστευσης, υπογραμμίζουν την ανάγκη αποτελεσματικών ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα, σύμφωνα με τις ομοιόμορφες αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 6. Τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει να προωθήσουν ιδίως την εναρμόνιση των μεθόδων εργασίας για τον έλεγχο και την επιτήρηση των συνόρων, ενόψει της θέσεως σε λειτουργία αυτών των ομοιόμορφων αρχών.

Η εκτελεστική επιτροπή θα εξετάσει εξάλλου όλα τα χρήσιμα μέτρα για τον ομοιόμορφο και αποτελεσματικό έλεγχο στα εξωτερικά σύνορα, καθώς και τη συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν τα μέτρα που επιτρέπουν τη διασφάλιση των όρων εισόδου ενός αλλοδαπού στο έδαφος των συμβαλλόμενων μερών, την εφαρμογή των ίδιων τρόπων αρνήσεως εισόδου, την επεξεργασία ενός κοινού εγχειριδίου για τους υπαλλήλους τους επιφορτισμένους με την επιτήρηση των συνόρων και την προώθηση αντιστοίχου επιπέδου ελέγχου στα εξωτερικά σύνορα με κοινές ανταλλαγές και επισκέψεις εργασίας.

Επ' ευκαιρία αυτής της υπογραφής, επιβεβαίωσαν εξάλλου την απόφαση της κεντρικής ομάδας διαπραγματεύσεων για τη δημιουργία μιας ομάδας εργασίας επιφορτισμένης:

να πληροφορεί, ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ της σύμβασης, την κεντρική ομάδα διαπραγματεύσεων για όλες τις συνθήκες που θεωρούνται σημαντικές στους τομείς που αναφέρονται στη σύμβαση και για τη θέση σε ισχύ αυτών, ιδίως την πρόοδο που πραγματοποιείται, όσον αφορά την εναρμόνιση των νομικών διατάξεων, στα πλαίσια της ενοποίησης των δύο γερμανικών κρατών,

να συνεννοείται όσον αφορά τα ενδεχόμενα αποτελέσματα αυτής της εναρμόνισης και αυτών των συνθηκών ενόψει της θέσεως σε λειτουργία της σύμβασης,

να επεξεργαστεί συγκεκριμένα μέτρα στην προοπτική της κυκλοφορίας αλλοδαπών, που εξαιρούνται της υποχρεώσεως θεωρήσεως πριν από τη θέση σε ισχύ της σύμβασης και να παρουσιάσει προτάσεις με σκοπό την εναρμόνιση των τρόπων ελέγχου των προσώπων στα μελλοντικά εξωτερικά σύνορα.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, μέρη της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, εφεξής καλούμενη «η σύμβαση του 1990», αφενός,

και η ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, αφετέρου,

λαμβάνοντας υπόψη την υπογραφή του πρωτοκόλλου προσχώρησης της κυβέρνησης της Ιταλικής Δημοκρατίας στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι 27 Νοεμβρίου 1990,

βάσει του άρθρου 140 της σύμβασης του 1990,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα συμφωνία η Ιταλική Δημοκρατία προσχωρεί στη σύμβαση του 1990.

Άρθρο 2

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία είναι: οι αξιωματικοί και τα όργανα της δικαστικής αστυνομίας που υπάγονται στην Polizia di Stato (εθνική αστυνομία) και στο Arma dei Carabinieri και, σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους σε θέματα πλαστών νομισμάτων, παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, εμπορίου όπλων και εκρηκτικών και παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαβερών αποβλήτων, οι αξιωματικοί και τα όργανα της δικαστικής αστυνομίας που υπάγονται στη Guardia di Finanza (οικονομική αστυνομία), καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι — υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με αντίστοιχες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6 της σύμβασης του 1990 — σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές των για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

2.   Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 5 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία είναι η Direzione centrale della Polizia criminale (Κεντρική Διεύθυνση της Αστυνομίας Διώξεως Εγκλήματος) του Υπουργείου Εσωτερικών.

Άρθρο 3

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 7 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία είναι: οι αξιωματικοί και τα όργανα της δικαστικής αστυνομίας που υπάγονται στην Polizia di Stato (εθνική αστυνομία) και στο Arma dei Carabinieri και, σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους σε θέματα πλαστών νομισμάτων, παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, εμπορίου όπλων και εκρηκτικών και παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαβερών αποβλήτων, οι αξιωματικοί και τα όργανα της δικαστικής αστυνομίας που υπάγονται στη Guardia di Finanza (οικονομική αστυνομία), καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι — υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με αντίστοιχες διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 10 της σύμβασης του 1990 — σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για τη παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

2.   Κατά τη στιγμή της υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας και η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας προβαίνουν, η καθεμία, σε δήλωση στην οποία καθορίζουν, βάσει των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 41 της σύμβασης του 1990, τις λεπτομέρειες της άσκησης της καταδίωξης στο έδαφός τους.

Άρθρο 4

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Άρθρο 5

1.   Η παρούσα συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία ανακοινώνει την κατάθεση σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη μέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής και το νωρίτερο την ημέρα έναρξης ισχύος της σύμβασης του 1990.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ανακοινώνει την ημερομηνία έναρξης ισχύος σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 6

1.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική και ολλανδική γλώσσα.

2.   Το κείμενο της σύμβασης του 1990, το οποίο συντάσσεται στην ιταλική γλώσσα, επισυνάπτεται στην παρούσα συμφωνία και είναι αυθεντικό υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τα κείμενα της σύμβασης του 1990, τα οποία συντάσσονται στη γαλλική, γερμανική και ολλανδική γλώσσα.

Εις πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στο Παρίσι, στις είκοσι επτά Νοεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τέσσερα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

I.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, η Ιταλική Δημοκρατία, προσυπογράφει την τελική πράξη, τα πρακτικά και την κοινή δήλωση των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990.

Προσυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει υπόψη τις μονομερείς δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990, στη γαλλική, γερμανική και ολλανδική γλώσσα.

Τα κείμενα της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990 και συντάχθηκαν στην ιταλική γλώσσα επισυνάπτονται στην παρούσα τελική πράξη και είναι αυθεντικά υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τα αρχικά κείμενα, τα οποία συντάχθηκαν στη γαλλική, γερμανική και ολλανδική γλώσσα.

II.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19η Ιουνίου 1990, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 5 της συμφωνίας προσχώρησης

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαία, πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας προσχώρησης, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη σύμβαση του 1990 και για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας προσχώρησης.

 

Η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ, μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί σε όλα τα υπογράφοντα κράτη οι προαπαιτούμενοι όροι για την εφαρμογή της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα αποτελούν πραγματικότητα.

2.

Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, αντιστοιχεί προς το κοινό καθεστώς των πέντε υπογραφόντων μερών της εν λόγω σύμβασης που εφαρμόζεται από τις 19 Ιουνίου 1990.

3.

Κοινή δήλωση σχετικά με την προστασία των δεδομένων

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν υπόψη ότι η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας δεσμεύεται να αναλάβει, πριν την επικύρωση της συμφωνίας προσχώρησης στη σύμβαση του 1990, όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες προκειμένου η ιταλική νομοθεσία να συμπληρωθεί σύμφωνα με τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 28ης Ιανουαρίου 1981, για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τηρώντας της σύσταση R (87) 15, της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, της επιτροπής των υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη ρύθμιση της χρήσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της αστυνομίας, με σκοπό την πλήρη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 117 και 126 της σύμβασης του 1990 και των λοιπών διατάξεων της εν λόγω σύμβασης σχετικά με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ώστε να επιτευχθεί επίπεδο προστασίας που να συνάδει προς τις αντίστοιχες διατάξεις της σύμβασης του 1990.

Έγινε στο Παρίσι, στις είκοσι επτά Νοεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τέσσερα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 2 ΚΑΙ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΕΝΓΚΕΝ ΤΗΣ 14ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 1985

Με την ευκαιρία της υπογραφής της συμφωνίας προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν ότι το άρθρο 2 παράγραφος 1 και το άρθρο 3 παράγραφος 1 της εν λόγω συμφωνίας δεν θίγουν τις αρμοδιότητες τις οποίες έχει λάβει από τον ιταλικό νόμο η Guardia di Finanza και τις οποίες ασκεί στο ιταλικό έδαφος.

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στις είκοσι επτά Νοεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, υπέγραψαν στο Παρίσι τη συμφωνία προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990.

Έλαβαν γνώση του ότι ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας δήλωσε ότι συντάσσεται με τη δήλωση η οποία έγινε στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 από τους υπουργούς και υφυπουργούς εκπροσώπους των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, καθώς και με την απόφαση που επιβεβαιώθηκε την ίδια ημερομηνία, επ' ευκαιρία της υπογραφής της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία με συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, μέρη της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, εφεξής καλούμενη «η σύμβαση του 1990», καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία η οποία προσεχώρησε στην εν λόγω σύμβαση με τη συμφωνία που υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990, αφενός,

και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ, αφετέρου,

λαμβάνοντας υπόψη την υπογραφή, η οποία έλαβε χώρα στη Βόννη στις είκοσι πέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, του πρωτοκόλλου προσχώρησης της κυβέρνησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο προσχώρησης της κυβέρνησης της Ιταλικής Δημοκρατίας το οποίο υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990,

βάσει του άρθρου 140 της σύμβασης του 1990,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα συμφωνία το Βασίλειο της Ισπανίας προσχωρεί στη σύμβαση του 1990.

Άρθρο 2

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας είναι: οι υπάλληλοι της Cuerpo Nacional de Policía και της Cuerpo de la Guardia Civil, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους ως δικαστική αστυνομία, καθώς και — υπό τις συνθήκες που ορίζονται από τις ανάλογες διμερείς συμφωνίες κατά το άρθρο 40 παράγραφος 6 της σύμβασης του 1990 — οι τελωνειακοί υπάλληλοι σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

2.   Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 5 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας είναι η Dirección General de la Policía.

Άρθρο 3

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 7 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας είναι: οι υπάλληλοι της Cuerpo Nacional de Policía και της Cuerpo de la Guardia Civil στα πλαίσια άσκηση των καθηκόντων τους ως δικαστική αστυνομία, καθώς και — υπό τις συνθήκες που ορίζονται από τις ανάλογες διμερείς συμφωνίες κατά το άρθρο 41 παράγραφος 10 της σύμβασης του 1990 — οι τελωνειακοί υπάλληλοι σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

2.   Κατά τη στιγμή της υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας και η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας προβαίνουν η καθεμία σε δήλωση στην οποία καθορίζουν, βάσει των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 41 της σύμβασης του 1990, τις λεπτομέρειες άσκησης της καταδίωξης στο έδαφός τους.

3.   Κατά τη στιγμή της υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας προβαίνει σε δήλωση προς την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στην οποία καθορίζει, βάσει των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 41 της σύμβασης του 1990, τις λεπτομέρειες άσκησης της καταδίωξης στο έδαφός της.

Άρθρο 4

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Άρθρο 5

1.   Η παρούσα συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη μέρα του δευτέρου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής από τα πέντε υπογράφοντα τη σύμβαση του 1990 κράτη και από το Βασίλειο της Ισπανίας, και το νωρίτερο την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της σύμβασης του 1990. Έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας, η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής της Ιταλικής Δημοκρατίας, και το νωρίτερο την ημερομηνία ενάρξεως της παρούσας συμφωνίας μεταξύ των λοιπών συμβαλλομένων μερών.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου γνωστοποιεί την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 6

1.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα.

2.   Το κείμενο της σύμβασης του 1990 το οποίο συντάσσεται στην ισπανική γλώσσα επισυνάπτεται στην παρούσα συμφωνία και είναι αυθεντικό υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τα κείμενα της σύμβασης του 1990, τα οποία συντάσσονται στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στη Βόννη, στις είκοσι πέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα, τα πέντε κείμενα όντας εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

I.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία, με τη συμφωνία προσχώρησης που υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990, το Βασίλειο της Ισπανίας προσυπογράφει την τελική πράξη, τα πρακτικά και την κοινή δήλωση των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990.

Το Βασίλειο της Ισπανίας συνυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει γνώση των μονομερών δηλώσεων που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990, στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα.

Τα κείμενα της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990 και συντάχθηκαν στην ισπανική γλώσσα, επισυνάπτονται στην παρούσα τελική πράξη και είναι αυθεντικά υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τα αρχικά κείμενα, τα οποία συντάχθηκαν στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα.

II.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία, με τη συμφωνία που υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 5 της συμφωνίας προσχώρησης

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαία, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας προσχώρησης, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη σύμβαση του 1990 και για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας προσχώρησης.

 

Η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ των πέντε υπογραφόντων τη σύμβαση του 1990 κρατών και του Βασιλείου της Ισπανίας μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί στα έξι αυτά κράτη οι προαπαιτούμενοι όροι για την εφαρμογή της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι σε όλα τα κράτη αυτά αποτελεσματικοί. Έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας, η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί στα υπογράφοντα κράτη οι προαπαιτούμενοι όροι για την εφαρμογή της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι στα κράτη αυτά αποτελεσματικοί.

2.

Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, συνάδει προς το κοινό καθεστώς των υπογραφόντων μερών της εν λόγω σύμβασης που εφαρμόζεται από τις 19 Ιουνίου 1990.

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση του ότι η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας δεσμεύεται να εφαρμόσει, το αργότερο κατά τη χρονική στιγμή θέσεως της παρούσας συμφωνίας σε ισχύ, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων για τις τελευταίες περιπτώσεις που εξετάστηκαν κατά τις διαπραγματεύσεις προσχώρησης στη σύμβαση του 1990.

3.

Κοινή δήλωση σχετικά με την προστασία των δεδομένων

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν υπόψη ότι η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας δεσμεύεται να αναλάβει, πριν από την επικύρωση της συμφωνίας προσχώρησης στη σύμβαση του 1990, όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες προκειμένου η ισπανική νομοθεσία να συμπληρωθεί σύμφωνα με τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 28ης Ιανουαρίου 1981, για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τηρώντας τη σύσταση R (87) 15, της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη ρύθμιση της χρήσεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της αστυνομίας, με σκοπό την πλήρη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 117 και 126 της σύμβασης του 1990 και των λοιπών διατάξεων της εν λόγω σύμβασης σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ώστε να επιτευχθεί επίπεδο προστασίας που να συνάδει προς τις αντίστοιχες διατάξεις της σύμβασης του 1990.

III.   Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση των εξής δηλώσεων του Βασιλείου της Ισπανίας:

1.

Δήλωση σχετικά με τις πόλεις Θέουτα και Μελίλλα

α)

Οι σήμερα υφιστάμενοι έλεγχοι των εμπορευμάτων και των ταξιδιωτών με προέλευση τις πόλεις Θέουτα ή Μελίλλα κατά την είσοδό τους στον τελωνειακό χώρο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας θα εξακολουθούν να ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της πράξης προσχώρησης της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

β)

Το ειδικό καθεστώς εξαίρεσης από την υποχρέωση θεώρησης σε θέματα μικρής διασυνοριακής κυκλοφορίας μεταξύ της Θέουτα και Μελίλλα και των μαροκινών επαρχιών του Tetouan και του Nador θα συνεχίζει να εφαρμόζεται.

γ)

Οι μαροκινοί υπήκοοι που δεν διαμένουν στις επαρχίες Tetouan ή του Nador και οι οποίοι επιθυμούν να εισέλθουν αποκλειστικά στο έδαφος των πόλεων Θέουτα και Μελίλλα θα εξακολουθήσουν να υποβάλλονται σε καθεστώς θεωρήσεων. Η ισχύς των θεωρήσεων αυτών θα περιορίζεται στις δύο αυτές πόλεις, επιτρέποντας πολλαπλές εισόδους και εξόδους («visado limitado múltiple») σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παράγραφος 3 και του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο α) της σύμβασης του 1990.

δ)

Για την εφαρμογή του καθεστώτος αυτού θα ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των υπολοίπων συμβαλλομένων μερών.

ε)

Κατ' εφαρμογήν της εθνικής της νομοθεσίας και προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι επιβάτες πληρούν πάντοτε τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 5 της σύμβασης του 1990, δυνάμει των οποίων τους επετράπη η είσοδος στο εθνικό έδαφος κατά τον έλεγχο διαβατηρίων στα εξωτερικά σύνορα, η Ισπανία θα διατηρήσει ελέγχους (ταυτότητας και εγγράφων) σε ό,τι αφορά τις θαλάσσιες και εναέριες συνδέσεις με προέλευση τη Θέουτα και Μελίλλα, οι οποίες έχουν μοναδικό προορισμό κάποιο άλλο σημείο του ισπανικού εδάφους.

Προς τον ίδιο αυτό σκοπό, η Ισπανία θα διατηρήσει ελέγχους στις πτήσεις εσωτερικού και στις τακτικές συνδέσεις με πλοία μεταφόρτωσης τα οποία αναχωρούν από τις πόλεις Θέουτα και Μελίλλα με προορισμό άλλο κράτος μέλος.

2.

Δήλωση σχετικά με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής σύμβασης δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις και της ευρωπαϊκής σύμβασης περί εκδόσεως

 

Το Βασίλειο της Ισπανίας δεσμεύεται να παραιτηθεί από τη χρήση των επιφυλάξεων και δηλώσεών του που συνοδεύουν την επικύρωση της ευρωπαϊκής σύμβασης περί εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 και της ευρωπαϊκής σύμβασης δικαστικής συνδρομής της 20ής Απριλίου 1959 ως ασυμβίβαστες προς τη σύμβαση του 1990.

3.

Δήλωση σχετικά με το άρθρο 121 της σύμβασης του 1990

 

Η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας δηλώνει ότι θα εφαρμόσει από της υπογραφής της συμφωνίας προσχώρησης στη σύμβαση του 1990, εκτός σε ό,τι αφορά τα νωπά φρούτα εσπεριδοειδών και φοινικόδενδρων, τις ελαφρύνσεις φυτοϋγειονομικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο άρθρο 121 της σύμβασης του 1990.

 

Η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας δηλώνει ότι θα προχωρήσει μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1992, μια «pest risk assessment» στα νωπά φρούτα εσπεριδοειδών και φοινικόδενδρων· αν από τούτο ανακύψει κίνδυνος εισαγωγής ή εξαπλώσεως βλαβερών οργανισμών, η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας θα μπορεί ενδεχομένως, μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας να αιτιολογήσει την παρέκκλιση όπως προβλέπεται στο άρθρο 121 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990.

4

Δήλωση σχετικά με τη συμφωνία προσχώρησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση του 1990

 

Κατά τη στιγμή της υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, το Βασίλειο της Ισπανίας λαμβάνει γνώση του περιεχομένου της συμφωνίας προσχώρησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση του 1990, καθώς και του περιεχομένου της τελικής πράξεως και της δηλώσεως.

Έγινε στη Βόννη, στις είκοσι πέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα, τα δε πέντε κείμενα όντας εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στις είκοσι πέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, υπέγραψαν στη Βόννη τη συμφωνία προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία, με τη συμφωνία που υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990.

Έλαβαν γνώση του ότι ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας δήλωσε ότι συντάσσεται με τη δήλωση η οποία έγινε στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 από τους υπουργούς και υφυπουργούς εκπροσώπους των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, καθώς και με την απόφαση που επιβεβαιώθηκε την ίδια ημερομηνία, επ' ευκαιρία της υπογραφής της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, δήλωση και απόφαση με τις οποίες συντάσσεται η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία με συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, μέρη της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, εφεξής καλούμενη «η σύμβαση του 1990», καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία η οποία προσεχώρησε στη σύμβαση με τη συμφωνία που υπεγράφη στις 27 Νοεμβρίου 1990, αφενός,

και η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, αφετέρου,

λαμβάνοντας υπόψη την υπογραφή, η οποία έλαβε χώρα στη Βόννη στις είκοσι πέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, του πρωτοκόλλου προσχώρησης της κυβέρνησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο προσχώρησης της κυβέρνησης της Ιταλικής Δημοκρατίας το οποίο υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990,

βάσει του άρθρου 140 της σύμβασης του 1990,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα συμφωνία η Πορτογαλική Δημοκρατία προσχωρεί στη σύμβαση του 1990.

Άρθρο 2

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία είναι: τα μέλη της Polícia Judiciária (Δικαστική Αστυνομία), ως επίσης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με συναφείς διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά τα καθήκοντά τους σχετικά με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, με το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων, οι τελωνειακοί υπάλληλοι υπό την ιδιότητά τους ως βοηθητικών οργάνων των Εισαγγελικών Αρχών.

2.   Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 5 της σύμβασης του 1990 είναι, όσον αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία: η Direcção-Geral da Polícia Judiciária (Γενική Διεύθυνση της Δικαστικής Αστυνομίας).

Άρθρο 3

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 7 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία είναι: τα μέλη της Polícia Judiciária (Δικαστική Αστυνομία), ως επίσης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με συναφείς διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 10 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά τα καθήκοντά τους σχετικά με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, με το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων, οι τελωνειακοί υπάλληλοι υπό την ιδιότητά τους ως βοηθητικών οργάνων των Εισαγγελικών Αρχών.

2.   Κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, προβαίνει, έναντι της κυβέρνησης του Βασιλείου της Ισπανίας, σε μια δήλωση όπου ορίζονται βάσει των διατάξεων του άρθρου 41 παράγραφοι 2, 3 και 4 της σύμβασης του 1990, οι τρόποι άσκησης της καταδίωξης στο έδαφός της.

Άρθρο 4

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Άρθρο 5

Για τις ανάγκες της εκδόσεως μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της σύμβασης του 1990, η επιφύλαξη που διατυπώθηκε από την Πορτογαλική Δημοκρατία στο άρθρο 1 στοιχείο γ) της ευρωπαϊκής σύμβασης περί εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, ερμηνεύεται με τον ακόλουθο τρόπο:

 

Η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν θα προβεί στην έκδοση των προσώπων όταν ζητούνται για αξιόποινες πράξεις στις οποίες αντιστοιχεί ποινή ισόβιας κάθειρξης ή αντίστοιχου μέτρου ασφαλείας. Εντούτοις, θα προβαίνει σε έκδοση εφόσον το αιτούν κράτος εγγυάται ότι θα λάβει, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία και την πρακτική στον τομέα της εκτέλεσης των ποινών, τα ρυθμιστικά μέτρα από τα οποία μπορεί να επωφεληθεί το εκζητούμενο πρόσωπο.

Άρθρο 6

Για τις ανάγκες της δικαστικής συνδρομής στον ποινικό τομέα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της σύμβασης του 1990, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν θα αντιτάξει άρνηση στηριζόμενη στο ότι οι αξιόποινες πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της αίτησης, θα τιμωρηθούν δυνάμει της νομοθεσίας του αιτούντος κράτους με ποινή ισόβιας κάθειρξης ή αντίστοιχο μέτρο ασφαλείας.

Άρθρο 7

1.   Η παρούσα συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη μέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής εκ μέρους των πέντε υπογραφόντων κρατών της σύμβασης του 1990 και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και εφόσον έχει αρχίσει να ισχύει η σύμβαση του 1990. Έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας, η παρούσα συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής και εφόσον η παρούσα συμφωνία έχει αρχίσει να ισχύει μεταξύ των λοιπών συμβαλλομένων μερών.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου γνωστοποιεί την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 8

1.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα.

2.   Το κείμενο της σύμβασης του 1990 στην πορτογαλική γλώσσα προσαρτάται στην παρούσα συμφωνία και είναι εξίσου αυθεντικό με τα άλλα κείμενα της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στη Βόννη, στις είκοσι πέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, στη γαλλική, γερμανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα, τα πέντε κείμενα όντας εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

I.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία, με τη συμφωνία που υπεγράφη στις 27 Νοεμβρίου 1990, η Πορτογαλική Δημοκρατία προσυπογράφει την τελική πράξη, τα πρακτικά και την κοινή δήλωση των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990.

Η Πορτογαλική Δημοκρατία συνυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει υπό σημείωση τις μονομερείς δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990, στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα.

Τα κείμενα της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, τα οποία υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990, στην πορτογαλική γλώσσα προσαρτώνται στην τελική πράξη και είναι εξίσου αυθεντικά με τα κείμενα στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα.

II.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία, με τη συμφωνία που υπεγράφη στις 27 Νοεμβρίου 1990, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 5 της συμφωνίας προσχώρησης

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαία, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας προσχώρησης, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη σύμβαση του 1990 και για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας προσχώρησης.

 

Η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ των πέντε υπογραφόντων κρατών της σύμβασης του 1990 και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί στα έξι κράτη αυτά οι προϋποθέσεις που προαπαιτούνται της εφαρμογής της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι σε όλα τα κράτη αυτά αποτελεσματικοί. Έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας, η παρούσα συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί στα υπογράφοντα κράτη της αναφερόμενης συμφωνίας οι προϋποθέσεις που προαπαιτούνται της εφαρμογής της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι αποτελεσματικοί.

2.

Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, συνάδει προς το κοινό καθεστώς των υπογραφόντων μερών της εν λόγω σύμβασης που εφαρμόζεται από τις 19 Ιουνίου 1990.

3.

Κοινή δήλωση σχετικά με την προστασία των δεδομένων

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση ότι δημοσιεύθηκε στις 29 Απριλίου 1991 από την Πορτογαλική Δημοκρατία ο νόμος περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποτελούν αντικείμενο αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση ότι η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει την υποχρέωση να λάβει πριν από την κύρωση της συμφωνίας προσχώρησης στη σύμβαση του 1990, όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για να συμπληρωθεί η πορτογαλική νομοθεσία με σκοπό να εφαρμοστεί πλήρως το σύνολο των διατάξεων της σύμβασης του 1990 σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

III.   Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση των ακόλουθων δηλώσεων της Πορτογαλικής Δημοκρατίας:

1.

Δήλωση σχετικά με τους υπηκόους της Βραζιλίας που εισέρχονται στην Πορτογαλία δυνάμει της συμφωνίας κατάργησης των θεωρήσεων μεταξύ Πορτογαλίας και Βραζιλίας, της 9ης Αυγούστου 1960

 

Η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει να δεχθεί εκ νέου στο έδαφός της τους υπηκόους της Βραζιλίας, οι οποίοι αφού εισήλθαν στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών από την Πορτογαλία, δυνάμει της συμφωνίας κατάργησης των θεωρήσεων μεταξύ Πορτογαλίας και Βραζιλίας, εντοπίζονται στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών, πέραν της διάρκειας που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 της σύμβασης του 1990.

 

Η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει να δεχθεί μόνον τους υπηκόους της Βραζιλίας που πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 της σύμβασης του 1990 και να λάβει όλα τα μέτρα προκειμένου να σφραγίζονται τα αντίστοιχα ταξιδιωτικά έγγραφα κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων.

2.

Δήλωση σχετικά με την ευρωπαϊκή σύμβαση περί δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις

 

Η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει την υποχρέωση να επικυρώσει την ευρωπαϊκή σύμβαση περί δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις της 20ής Απριλίου 1959, καθώς και το συμπληρωματικό πρωτόκολλο, πριν από την έναρξη ισχύος της σύμβασης του 1990 έναντι της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.

3.

Δήλωση σχετικά με το καθεστώς ελέγχου εξαγωγών τεχνολογίας και τμημάτων βλημάτων, όπως διατυπώθηκε στις 16 Απριλίου 1987

 

Ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 123 της σύμβασης του 1990, η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει να συμμετάσχει στο καθεστώς ελέγχου εξαγωγών τεχνολογίας και τμημάτων βλημάτων, όπως διατυπώθηκε στις 16 Απριλίου 1987, το συντομότερο δυνατό και το αργότερο κατά τη στιγμή ενάρξεως ισχύος της σύμβασης του 1990 έναντι της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.

4.

Δήλωση σχετικά με το άρθρο 121 της σύμβασης του 1990

 

Η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας δηλώνει ότι θα εφαρμόσει ήδη από την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης στη σύμβαση του 1990 τις φυτοϋγειονομικές ελαφρύνσεις που προβλέπονται στο άρθρο 121 της σύμβασης του 1990, εκτός σε ό,τι αφορά τα νωπά φρούτα εσπεριδοειδών.

 

Η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας δηλώνει ότι θα πραγματοποιήσει πριν από την 1η Ιανουαρίου 1992, μια «pest risk assessment» σχετικά με τα νωπά φρούτα εσπεριδοειδών, η οποία σε περίπτωση κινδύνου εισαγωγής ή εξαπλώσεως βλαβερών οργανισμών, μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας προσχώρησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, θα αιτιολογήσει την παρέκκλιση όπως προβλέπεται στο άρθρο 121 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990.

5.

Δήλωση σχετικά με τη συμφωνία προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση του 1990

 

Κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία λαμβάνει υπό σημείωση το περιεχόμενο της συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση του 1990, καθώς και της σχετικής τελικής πράξεως και της δηλώσεως.

Έγινε στη Βόννη, στις είκοσι πέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, στη γαλλική, γερμανική, ιταλική, πορτογαλική και ολλανδική γλώσσα, τα δε πέντε κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στις είκοσι πέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, υπέγραψαν στη Βόννη τη συμφωνία προσχώρησης της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ενώσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησε η Ιταλική Δημοκρατία, με τη συμφωνία που υπεγράφη στις 27 Νοεμβρίου 1990.

Έλαβαν υπόψη ότι ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως της Πορτογαλικής Δημοκρατίας δήλωσε ότι συμμετέχει στη δήλωση η οποία έγινε στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 από τους υπουργούς και υφυπουργούς των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, καθώς και με την απόφαση που επιβεβαιώθηκε την ίδια ημερομηνία, επ' ευκαιρία της υπογραφής της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, δήλωση και απόφαση στις οποίες συμμετέχει η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία με σύμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990 και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας με συμφωνίες, οι οποίες υπεγράφησαν στη Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, μέρη της σύμβασης εφαρμογής του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στο εξής καλούμενη «η σύμβαση του 1990», καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία προσεχώρησε στη σύμβαση του 1990 με συμφωνία η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990, καθώς και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας που προσεχώρησαν στη σύμβαση του 1990 με συμφωνίες οι οποίες υπεγράφησαν στη Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991, αφενός,

και η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, αφετέρου,

λαμβάνοντας υπόψη την υπογραφή, η οποία έλαβε χώρα στη Μαδρίτη στις έξι Νοεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο, του πρωτοκόλλου προσχώρησης της κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, ως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο προσχώρησης της κυβέρνησης της Ιταλικής Δημοκρατίας, που υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990 και από τα πρωτόκολλα προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας, τα οποία υπεγράφησαν στη Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991,

βάσει του άρθρου 140 της σύμβασης του 1990,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα συμφωνία η Ελληνική Δημοκρατία προσχωρεί στη σύμβαση του 1990.

Άρθρο 2

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της σύμβασης του 1990 είναι, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία: το αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και τα όργανα του Λιμενικού Σώματος, ανάλογα με τις αρμοδιότητές τους, ως επίσης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με συναφείς διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά τα καθήκοντά τους σχετικά με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, με το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων, οι υπάλληλοι οι οποίοι υπάγονται στην Τελωνειακή Υπηρεσία.

2.   Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 5 της σύμβασης του 1990 είναι, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία: η Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως.

Άρθρο 3

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990 είναι για την Ελληνική Δημοκρατία το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Άρθρο 4

Για τις ανάγκες της εκδόσεως μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της σύμβασης του 1990, η Ελληνική Δημοκρατία δεν θα εφαρμόσει τις επιφυλάξεις, τις οποίες διατύπωσε σχετικά με τα άρθρα 7, 18 και 19 της ευρωπαϊκής σύμβασης περί εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957.

Άρθρο 5

Για τις ανάγκες της δικαστικής συνδρομής στον ποινικό τομέα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της σύμβασης του 1990, η Ελληνική Δημοκρατία δεν θα εφαρμόσει την επιφύλαξη την οποία διετύπωσε σχετικά με τα άρθρα 4 και 11 της ευρωπαϊκής σύμβασης δικαστικής συνδρομής στον ποινικό τομέα της 20ής Απριλίου 1959.

Άρθρο 6

1.   Η παρούσα συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής εκ μέρους των κρατών έναντι των οποίων η σύμβαση του 1990 έχει αρχίσει να ισχύει και της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Έναντι των άλλων κρατών, η παρούσα συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής τους, εφόσον η παρούσα συμφωνία έχει αρχίσει να ισχύει κατά τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου γνωστοποιεί την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 7

1.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

2.   Το κείμενο της σύμβασης του 1990 στην ελληνική γλώσσα προσαρτάται στην παρούσα συμφωνία και είναι εξίσου αυθεντικό με τα άλλα κείμενα της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στη Μαδρίτη, στις έξι Νοεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα, τα επτά κείμενα όντας εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο στο οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

I.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Ελληνικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία με τη συμφωνία προσχώρησης η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας με τις συμφωνίες προσχώρησης που υπεγράφησαν στη Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991, η Ελληνική Δημοκρατία συνυπογράφει την τελική πράξη, τα πρακτικά και την κοινή δήλωση των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990.

Η Ελληνική Δημοκρατία συνυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει υπό σημείωση τις μονομερείς δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990, στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

Τα κείμενα της τελικής πράξης, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, τα οποία υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990, στην ελληνική γλώσσα προσαρτώνται στην παρούσα τελική πράξη και είναι εξίσου αυθεντικά με τα κείμενα στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

II.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Ελληνικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία η Ιταλική Δημοκρατία προσεχώρησε με συμφωνία η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990 και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας με συμφωνίες προσχώρησης οι οποίες υπεγράφησαν στη Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις.

1.

Κοινή δήλωση όσον αφορά το άρθρο 6 της συμφωνίας προσχώρησης

 

Τα υπογράφοντα κράτη ενημερώνονται αμοιβαία, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας προσχώρησης, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη σύμβαση του 1990 και για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας προσχώρησης.

 

Η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ των κρατών έναντι των οποίων έχει αρχίσει να ισχύει η σύμβαση του 1990 και της Ελληνικής Δημοκρατίας, μόνον όταν θα πληρωθούν στα κράτη αυτά οι προϋποθέσεις που προαπαιτούνται της εφαρμογής της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι στα κράτη αυτά αποτελεσματικοί.

 

Έναντι των άλλων κρατών, η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα αρχίσει να ισχύει μόνον όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις που προαπαιτούνται της εφαρμογής της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι στα κράτη αυτά αποτελεσματικοί.

2.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Ελληνικής Δημοκρατίας στη σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, συνάδει προς το κοινό καθεστώς των υπογραφόντων μερών της εν λόγω σύμβασης που εφαρμόζεται από στις 19 Ιουνίου 1990.

3.

Κοινή δήλωση σχετικά με την προστασία δεδομένων

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση ότι η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει την υποχρέωση να λάβει πριν από την κύρωση της συμφωνίας προσχώρησης στην σύμβαση του 1990, όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για να συμπληρωθεί η ισπανική νομοθεσία σύμφωνα με τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 για την προστασία των ατόμων από την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τηρουμένης της συστάσεως R (87) 15, της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, που αποσκοπεί στη ρύθμιση της χρήσεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της αστυνομίας, ούτως ώστε να υπάρχει πλήρης εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 117 και 126 της σύμβασης του 1990 και των άλλων διατάξεων της εν λόγω σύμβασης σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό να επιτευχθεί επίπεδο προστασίας συμβατό με τις κατάλληλες διατάξεις της σύμβασης του 1990.

4.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 41 της σύμβασης του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διαπιστώνουν ότι, δεδομένης της γεωγραφικής θέσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, οι διατάξεις της παραγράφου 5 στοιχείο β) του άρθρου 41 αντιτίθενται στην εφαρμογή του άρθρου αυτού κατά τις σχέσεις μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και άλλων συμβαλλομένων μερών. Συνεπώς, η Ελληνική Δημοκρατία ούτε έχει ορίσει αρχές κατά την έννοια του άρθρου 41 παράγραφος 7 ούτε προβαίνει σε δήλωση κατά την έννοια της παραγράφου 9 του άρθρου 41.

 

Η διαδικασία αυτή, την οποία ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση, δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις του άρθρου 137.

5.

Κοινή δήλωση σχετική με το Άγιο Όρος

 

Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως το εγγυάται το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος και ο Χάρτης του Αγίου Όρους δικαιολογείται αποκλειστικά για πνευματικούς και θρησκευτικούς λόγους, τα συμβαλλόμενα μέρη θα φροντίσουν να λάβουν τούτο υπόψη τους κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων της συμφωνίας του 1985 και της σύμβασης του 1990.

III.   Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση των ακόλουθων δηλώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας

1.

Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τις συμφωνίες προσχωρήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας.

 

Η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας λαμβάνει υπό σημείωση το περιεχόμενο των συμφωνιών προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας στη σύμβαση του 1990 καθώς και το περιεχόμενο των τελικών πράξεων και δηλώσεων που προσαρτώνται στις εν λόγω συμφωνίες.

 

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποστέλλει επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο των ανωτέρω εγγράφων στην κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2.

Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την δικαστική συνδρομή στον ποινικό τομέα

 

Η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει την υποχρέωση να χειρίζεται τις δικαστικές αιτήσεις, οι οποίες της υποβλήθηκαν από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη, με την απαιτούμενη επιμέλεια, ακόμη και αν απευθύνονται απευθείας στις Ελληνικές Δικαστικές Αρχές σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 53 παράγραφος 1 της σύμβασης του 1990.

3.

Δήλωση σχετικά με το άρθρο 121 της σύμβασης του 1990

 

Η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας δηλώνει ότι θα εφαρμόσει ήδη από την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης στη σύμβαση του 1990 τις φυτοϋγειονομικές ελαφρύνσεις που προβλέπονται στο άρθρο 121 της σύμβασης του 1990, εκτός σε ό,τι αφορά τους καρπούς εσπεριδοειδών, τους σπόρους βάμβακος και τη μηδική.

 

Παρά ταύτα, όσον αφορά τους καρπούς εσπεριδοειδών, η Ελληνική Δημοκρατία θα υλοποιήσει τις διατάξεις του άρθρου 121 και τα σχετικά μέτρα το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1993.

Έγινε στη Μαδρίτη, στις έξι Νοεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο, στην γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα. Τα επτά κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά, στο πρωτότυπο που θα κατατεθεί στα αρχεία της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στις έξι Νοεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο, οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας υπέγραψαν στη Μαδρίτη τη συμφωνία προσχώρησης της Ελληνικής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία με τη συμφωνία που υπεγράφη στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990, και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στην Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991.

Έλαβαν υπόψη ότι ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας δήλωσε ότι συμμετέχει στη δήλωση η οποία έγινε στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 από τους υπουργούς και υφυπουργούς των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, καθώς και με την απόφαση που επιβεβαιώθηκε την ίδια ημερομηνία, επ' ευκαιρία της υπογραφής της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, δήλωση και απόφαση στις οποίες συμμετέχουν οι κυβερνήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ

στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Δημοκρατία της Πορτογαλίας και η Ελληνική Δημοκρατία με συμφωνίες, οι οποίες υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991 και στις 6 Νοεμβρίου 1992, αντίστοιχα


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, μέρη της σύμβασης εφαρμογής του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στο εξής καλούμενη «η σύμβαση του 1990», καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία που προσεχώρησαν στη σύμβαση με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν, αντίστοιχα, στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991 και στις 6 Νοεμβρίου 1992,

αφενός,

και η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ, αφετέρου,

λαμβάνοντας υπόψη την υπογραφή, η οποία έλαβε χώρα στις Βρυξέλλες στις είκοσι οκτώ Απριλίου χίλια εννιακόσια ενενήντα πέντε, του πρωτοκόλλου προσχώρησης της κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, όπως τροποποιήθηκε από τα πρωτόκολλα τα οποία υπεγράφησαν αντίστοιχα στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991 και στις 6 Νοεμβρίου 1992 σχετικά με την προσχώρηση των κυβερνήσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας,

αφενός,

και η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ, αφετέρου,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα συμφωνία η Δημοκρατία της Αυστρίας προσχωρεί στη σύμβαση του 1990.

Άρθρο 2

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας είναι:

α)

τα όργανα της Öffentliche Sicherheitsdienst, ήτοι:

οι υπάλληλοι της Bundesgendarmerie,

οι υπάλληλοι της Bundessicherheitswachekorps,

οι υπάλληλοι της Kriminalbeamtenkorps,

οι υπάλληλοι της rechtskundige Dienst bei Sicherheitsbehörden, οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να δίνουν απευθείας εντολές και να προβαίνουν σε κρατήσεις·

β)

υπό τις συνθήκες που ορίζονται υπό τις ανάλογες διμερείς συμφωνίες κατά το άρθρο 40 παράγραφος 6 της σύμβασης του 1990, οι τελωνειακοί υπάλληλοι σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

2.   Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 5 της σύμβασης του 1990 όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας είναι η Generaldirektion für die öffentliche Sicherheit im Bundesministerium für Inneres.

Άρθρο 3

Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 7 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά τη Αυστριακή Δημοκρατία είναι:

1.

τα όργανα της Öffentliche Sicherheitsdienst, ήτοι:

οι υπάλληλοι της Bundesgendarmerie,

οι υπάλληλοι της Bundessicherheitswachekorps,

οι υπάλληλοι της Kriminalbeamtenkorps,

οι υπάλληλοι της rechtskundige Dienst bei Sicherheitsbehörden, οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να δίνουν απευθείας εντολές και να προβαίνουν σε κρατήσεις·

2.

υπό τις συνθήκες που ορίζονται υπό τις ανάλογες διμερείς συμφωνίες κατά το άρθρο 41 παράγραφος 10 της σύμβασης του 1990, οι τελωνειακοί υπάλληλοι σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

Άρθρο 4

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας είναι το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Άρθρο 5

1.   Η παρούσα συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής εκ μέρους των κρατών έναντι των οποίων η σύμβαση του 1990 έχει αρχίσει να ισχύει και της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

Έναντι των άλλων κρατών, η παρούσα συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής τους, εφόσον η παρούσα συμφωνία έχει αρχίσει να ισχύει κατά τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου γνωστοποιεί την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 6

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις είκοσι οκτώ Απριλίου χίλια εννιακόσια ενενήντα πέντε, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα, τα επτά κείμενα όντας εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, το οποίο θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

I.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Δημοκρατίας της Αυστρίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991 και στις 6 Νοεμβρίου 1992, αντίστοιχα, η Δημοκρατία της Αυστρίας προσυπογράφει την τελική πράξη, τα πρακτικά και την κοινή δήλωση των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990.

Η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας συνυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει υπό σημείωση τις μονομερείς δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

II.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Αυστριακής Δημοκρατίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991 και στις 6 Νοεμβρίου 1992, αντίστοιχα, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 5 της συμφωνίας προσχώρησης

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαία, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας προσχώρησης, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη σύμβαση του 1990 και για την θέση σε ισχύ της συμφωνίας προσχώρησης.

 

Η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ των κρατών έναντι των οποίων έχει τεθεί σε ισχύ η σύμβαση του 1990 και της Δημοκρατίας της Αυστρίας, μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί σε όλα τα κράτη αυτά οι προϋποθέσεις που προαπαιτούνται της εφαρμογής της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι σε όλα τα κράτη αυτά αποτελεσματικοί.

 

Έναντι εκάστου των υπολοίπων κρατών, η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί στο κράτος αυτό οι προϋποθέσεις που προαπαιτούνται της εφαρμογής της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι στο κράτος αυτό αποτελεσματικοί.

2.

Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης της Δημοκρατίας της Αυστρίας στη σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, συνάδει προς το κοινό καθεστώς των υπογραφόντων μερών της εν λόγω συμβασης που εφαρμόζεται από τις 19 Ιουνίου 1990.

III.   Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση της δηλώσεως της Αυστριακής Δημοκρατίας σχετικά με τις συμφωνίες προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

Η κυβέρνηση της Δημοκρατίας στις Αυστρίας λαμβάνει υπό σημείωση το περιεχόμενο των συμφωνιών προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας, στη σύμβαση του 1990 που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991 και στις 6 Νοεμβρίου 1992, αντίστοιχα, καθώς και το περιεχόμενο των τελικών πράξεων και δηλώσεων που προσαρτώνται στις εν λόγω συμφωνίες.

 

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποστέλλει επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο των ανωτέρω εγγράφων στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις είκοσι οκτώ Απριλίου χίλια εννιακόσια ενενήντα πέντε, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα, τα επτά κείμενα όντας εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση Δημοκρατίας της Αυστρίας

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ

στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, μέρη της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, εφεξής καλούμενη «η σύμβαση του 1990», καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Αυστρίας, οι οποίες προσεχώρησαν στη σύμβαση του 1990 με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν, αντίστοιχα, στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995,

αφενός,

και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ, αφετέρου,

λαμβάνοντας υπόψη την υπογραφή, η οποία έλαβε χώρα στο Λουξεμβούργο στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, του πρωτοκόλλου προσχώρησης της κυβερνήσεως του Βασιλείου της Δανίας στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, όπως τροποποιήθηκε από τα πρωτόκολλα προσχώρησης των κυβερνήσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας, τα οποία υπεγράφησαν, αντίστοιχα, στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995,

βάσει του άρθρου 140 της σύμβασης του 1990,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα συμφωνία το Βασίλειο της Δανίας προσχωρεί στη σύμβαση του 1990.

Άρθρο 2

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της σύμβασης του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας όσον αφορά το Βασίλειο της Δανίας είναι:

α)

τα αστυνομικά όργανα που υπάγονται στους τοπικούς αστυνομικούς διευθυντές ή στο γραφείο του εθνικού αστυνομικού διευθυντή (Polititjenestemaend hos lokale politimestre og hos Rigspolitichefen)·

β)

υπό τις συνθήκες που ορίζονται υπό τις ανάλογες διμερείς συμφωνίες κατά το άρθρο 40 παράγραφος 6 της σύμβασης του 1990, οι τελωνειακοί υπάλληλοι σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

2.   Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 5 της σύμβασης του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, όσον αφορά το Βασίλειο της Δανίας είναι το γραφείο του εθνικού αστυνομικού διευθυντή (Rigspolitichefen).

Άρθρο 3

Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 7 της σύμβασης του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, όσον αφορά το Βασίλειο της Δανίας είναι:

1.

τα αστυνομικά όργανα που υπάγονται στους τοπικούς αστυνομικούς διευθυντές ή στο γραφείο του εθνικού αστυνομικού διευθυντή (Politijenestemaend hos lokale politimestre og hos Rigspolitichefen)·

2.

υπό τις συνθήκες που ορίζονται υπό τις ανάλογες διμερείς συμφωνίες κατά το άρθρο 41 παράγραφος 10 της σύμβασης του 1990, οι τελωνειακοί υπάλληλοι σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

Άρθρο 4

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, όσον αφορά το Βασίλειο της Δανίας είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης (Justitsministeriet).

Άρθρο 5

1.   Οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας δεν εφαρμόζονται στις νήσους Φερόες και στη Γροιλανδία.

2.   Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι νήσοι Φερόες και η Γροιλανδία εφαρμόζουν τις διατάξεις περί κυκλοφορίας των προσώπων οι οποίες προβλέπονται στο πλαίσιο της Ενώσεως Βορείων και Σκανδιναβικών χωρών για τους ελέγχους διαβατηρίων, τα άτομα που ταξιδεύουν μεταξύ των νήσων Φερόε ή της Γροιλανδίας, αφενός, και των κρατών μερών της σύμβασης Σένγκεν και της συμφωνίας συνεργασίας με την Ισλανδική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Νορβηγίας, αφετέρου, δεν θα αποτελούν αντικείμενο ελέγχων στα σύνορα.

Άρθρο 6

Οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζουν τη συνεργασία στο πλαίσιο της Ενώσεως Βορείων και Σκανδιναβικών χωρών για τους ελέγχους διαβατηρίων, στο βαθμό που η συνεργασία αυτή δεν αντίκειται ούτε παρεμποδίζει την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 7

1.   Η παρούσα συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία ανακοινώνει την κατάθεση σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής εκ μέρους των κρατών έναντι των οποίων η σύμβαση του 1990 έχει αρχίσει να ισχύει και του Βασιλείου της Δανίας.

Έναντι των άλλων κρατών, η παρούσα συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, έγκρισης ή αποδοχής τους, εφόσον η παρούσα συμφωνία έχει αρχίσει να ισχύει κατά τις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ανακοινώνει την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 8

1.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

2.   Το κείμενο της σύμβασης του 1990, το οποίο συντάσσεται στη δανική γλώσσα, επισυνάπτεται στην παρούσα συμφωνία και είναι αυθεντικό υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τα κείμενα της συμφωνίας του 1990, τα οποία συντάσσονται στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

Εις πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στο Λουξεμβούργο, στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, στη γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα, τα δε οκτώ κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά σε ένα πρωτότυπο στο οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

I.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Δανίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία, και η Δημοκρατία της Αυστρίας με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα, η κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας προσυπογράφει την τελική πράξη, τα πρακτικά και την κοινή δήλωση των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990.

Η κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας συνυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει υπόψη τις μονομερείς δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1990, στη γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

II.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Δανίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία, και η Δημοκρατία της Αυστρίας με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 7 της συμφωνίας προσχώρησης

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαία, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας προσχώρησης, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη σύμβαση του 1990 και για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας προσχώρησης.

 

Η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ των κρατών έναντι των οποίων έχει τεθεί σε ισχύ η σύμβαση του 1990 και του Βασιλείου της Δανίας, όταν θα έχουν πληρωθεί σε όλα τα κράτη αυτά οι προαπαιτούμενοι όροι για την εφαρμογή της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα αποτελούν σε όλα τα κράτη αυτά πραγματικότητα και όταν η εκτελεστική επιτροπή θα έχει διαπιστώσει ότι οι κανόνες τους οποίους κρίνει απαραίτητους για την υλοποίηση αποτελεσματικών μέτρων ελέγχου και επιτήρησης στα εξωτερικά σύνορα των νήσων Φερόε και της Γροιλανδίας, καθώς και τα απαραίτητα αντισταθμιστικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής του SIS έχουν εφαρμοσθεί και αποτελούν πραγματικότητα.

 

Έναντι εκάστου των υπολοίπων κρατών, η παρούσα συμφωνία προσχώρησης θα τεθεί σε ισχύ όταν θα έχουν πληρωθεί στο κράτος αυτό οι προαπαιτούμενοι όροι για την εφαρμογή της σύμβασης του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα αποτελούν στο κράτος αυτό πραγματικότητα.

2.

Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Δανίας στη σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9 παράγραφος 2 της σύμβασης του 1990 αντιστοιχεί προς το κοινό καθεστώς των υπογραφόντων μερών της εν λόγω σύμβασης που εφαρμόζεται από τις 19 Ιουνίου 1990.

3.

Κοινή δήλωση σχετικά με τη σύμβαση περί εκδόσεως, η οποία καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Τα κράτη μέρη στη σύμβαση του 1990 επιβεβαιώνουν ότι το άρθρο 5 παράγραφος 4 της σύμβασης η οποία καταρτίστηκε βάσει του άρθρου K.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία υπεγράφη στο Δουβλίνο, στις 27 Σεπτεμβρίου 1996, καθώς και οι αντίστοιχες δηλώσεις αυτών που επισυνάπτονται στην εν λόγω σύμβαση, θα εφαρμοστούν στο πλαίσιο της σύμβασης του 1990.

III.   Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση της δήλωσης του Βασιλείου της Δανίας σχετικά με τις συμφωνίες προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

Η κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο των συμφωνιών προσχώρησης της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας στη σύμβαση του 1990, οι οποίες υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα, καθώς και το περιεχόμενο των τελικών πράξεων και δηλώσεων που επισυνάπτονται στις εν λόγω συμφωνίες.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποστέλλει επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο των ανωτέρω εγγράφων στην κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας.

Δήλωση του Βασιλείου της Δανίας σχετικά με τις συμφωνίες προσχώρησης της Φινλανδικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στη σύμβαση του 1990

Κατά τη στιγμή της υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, το Βασίλειο της Δανίας λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο των συμφωνιών προσχώρησης της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στη σύμβαση του 1990, καθώς και το περιεχόμενο των τελικών πράξεων και δηλώσεων που προσαρτώνται στις εν λόγω συμφωνίες.

Έγινε στο Λουξεμβούργο, στις εκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, στη γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα, τα δε οκτώ κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, το οποίο θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βασιλείου της Δανίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Αυστριακής Δημοκρατίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας υπέγραψαν στο Λουξεμβούργο τη συμφωνία προσχώρησης του Βασιλείου της Δανίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Αυστρίας με τις συμφωνίες οι οποίες υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, 25 Ιουνίου 1991, 6 Νοεμβρίου 1992 και 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα.

Έλαβαν γνώση του ότι ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως του Βασιλείου της Δανίας δήλωσε ότι συντάσσεται με τη δήλωση η οποία έγινε στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 από τους υπουργούς και υφυπουργούς εκπροσώπους των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, καθώς και με την απόφαση που επιβεβαιώθηκε την ίδια ημερομηνία, επ' ευκαιρία της υπογραφής της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, δήλωση και απόφαση με τις οποίες συνετάχθησαν οι κυβερνήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ

στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στο εξής καλούμενη «η σύμβαση του 1990», καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Αυστρίας, οι οποίες προσεχώρησαν στη σύμβαση με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν, αντίστοιχα, στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995,

αφενός,

και η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ αφετέρου,

λαμβάνοντας υπόψη την υπογραφή, η οποία έλαβε χώρα στο Λουξεμβούργο στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, του πρωτοκόλλου προσχώρησης της κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Φινλανδίας στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα όπως τροποποιήθηκε από τα πρωτόκολλα τα οποία υπεγράφησαν αντίστοιχα στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, σχετικά με την προσχώρηση των κυβερνήσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας,

βάσει του άρθρου 140 της σύμβασης του 1990,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα συμφωνία η Δημοκρατία της Φινλανδίας προσχωρεί στη σύμβαση του 1990.

Άρθρο 2

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της σύμβασης του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, είναι όσον αφορά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας:

α)

οι υπάλληλοι της αστυνομίας (poliisin virkamiehistä poliisimiehet — av polisens tjänstemän polismän)·

β)

οι υπάλληλοι της υπηρεσίας επιτήρησης των συνόρων (rajavartiolaitoksen virkamiehistä rajavartiomiehet — av gränsbevakningsväsendets tjänstemän gränsbevakningsmän) σε ό,τι αφορά το δουλεμπόριο κατά το άρθρο 40 παράγραφος 7 της σύμβασης του 1990·

γ)

υπό τις συνθήκες που ορίζονται από τις ανάλογες διμερείς συμφωνίες κατά το άρθρο 40 παράγραφος 6 της σύμβασης του 1990, οι τελωνειακοί υπάλληλοι (tullimiehet — tulltjänstemän), σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

2.   Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 5 της σύμβασης του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, είναι όσον αφορά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας το εθνικό γραφείο ερευνών (Keskusrikospoliisi — Centralkriminal-polisen).

Άρθρο 3

Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 7 της συμβάσεως του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, είναι όσον αφορά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας:

1.

οι υπάλληλοι της αστυνομίας (poliisin virkamiehistä poliisimiehet — av polisens tjänstemän polismän)·

2.

οι υπάλληλοι της υπηρεσίας επιτήρησης των συνόρων (rajavartiolaitoksen virkamiehistä rajavartiomiehet — av gränsbevakningsväsendets tjänstemän gränsbevakningsmän)·

3.

υπό τις συνθήκες που ορίζονται από τις ανάλογες διμερείς συμφωνίες κατά το άρθρο 41 παράγραφος 10 της σύμβασης του 1990, οι τελωνειακοί υπάλληλοι (tullimiehet — tulltjänstemän), σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές τους για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων.

Άρθρο 4

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της σύβασης του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, είναι όσον αφορά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας το Υπουργείο Δικαιοσύνης (Oikeusministeriö — Justitieministeriet).

Άρθρο 5

Οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζουν τη συνεργασία στο πλαίσιο της Ενώσεως Βορείων και Σκανδιναβικών χωρών για τους ελέγχους διαβατηρίων, στο βαθμό που η συνεργασία αυτή δεν αντίκειται ούτε παρεμποδίζει την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 6

1.   Η παρούσα συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δευτέρου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής εκ μέρους των κρατών έναντι των οποίων η σύμβαση του 1990 έχει αρχίσει να ισχύει και της Φινλανδικής Δημοκρατίας.

Έναντι των άλλων κρατών, η παρούσα συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δευτέρου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής τους, εφόσον η παρούσα συμφωνία έχει αρχίσει να ισχύει κατά τις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου γνωστοποιεί την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 7

1.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Φινλανδικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

2.   Το κείμενο της σύμβασης του 1990, το οποίο συντάσσεται στην φινλανδική γλώσσα, επισυνάπτεται στην παρούσα συμφωνία και είναι αυθεντικό υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τα κείμενα της σύμβασης του 1990 τα οποία συντάσσονται στη γερμανική, ισπανική, γαλλική, ελληνική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

Εις πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στο Λουξεμβούργο, στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, σε ένα μόνο αντίτυπο στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική και φινλανδική γλώσσα, τα δε οκτώ κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά· κατατίθενται στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, το οποίο διαβιβάζει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

I.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Φινλανδίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία, και η Δημοκρατία της Αυστρίας με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας συνυπογράφει την τελική πράξη, τα πρακτικά και την κοινή δήλωση των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της συμβάσεως του 1990.

Η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας συνυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει υπό σημείωση τις μονομερείς δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της συμβάσεως του 1990, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική και φινλανδική γλώσσα.

II.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Φινλανδίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία, και η Δημοκρατία της της Αυστρίας με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 6 της συμφωνίας προσχωρήσεως

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαία, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας προσχωρήσεως, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη σύμβαση του 1990 και για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας προσχωρήσεως.

 

Η παρούσα συμφωνία προσχωρήσεως θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ των κρατών έναντι των οποίων έχει τεθεί σε ισχύ η σύμβαση του 1990 και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί σε όλα τα κράτη αυτά οι όροι που προαπαιτούνται για την εφαρμογή της συμβάσεως του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα αποτελούν σε όλα τα κράτη αυτά πραγματικότητα.

 

Έναντι εκάστου των υπολοίπων κρατών, η παρούσα συμφωνία προσχωρήσεως θα τεθεί σε ισχύ μόνον όταν θα έχουν πληρωθεί στο κράτος αυτό οι όροι που προαπαιτούνται για την εφαρμογή της συμβάσεως του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα αποτελούν στο κράτος αυτό πραγματικότητα.

2.

Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της συμβάσεως του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχωρήσεως της Φινλανδικής Δημοκρατίας στη σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9 παράγραφος 2 της συμβάσεως του 1990, συνάδει προς το κοινό καθεστώς των υπογραφόντων μερών της εν λόγω συμβάσεως που εφαρμόζεται από τις 19 Ιουνίου 1990.

3.

Κοινή δήλωση σχετικά με τη σύμβαση περί εκδόσεως, η οποία καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Τα κράτη μέρη στη σύμβαση του 1990 επιβεβαιώνουν ότι το άρθρο 5 παράγραφος 4 της συμβάσεως που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου K.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία υπεγράφη στο Δουβλίνο, στις 27 Σεπτεμβρίου 1996, καθώς και οι αντίστοιχες δηλώσεις τους που προσαρτώνται στην εν λόγω σύμβαση, θα εφαρμοστούν στο πλαίσιο της συμβάσεως του 1990.

III.   Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση της δηλώσεως της Δημοκρατίας της Φινλανδίας σχετικά με τις συμφωνίες προσχωρήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

 

Η κυβέρνηση της Φινλανδικής Δημοκρατίας λαμβάνει υπό σημείωση το περιεχόμενο των συμφωνιών προσχωρήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας στη σύμβαση του 1990, που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και την στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα, καθώς και το περιεχόμενο των τελικών πράξεων και δηλώσεων που προσαρτώνται στις εν λόγω συμφωνίες.

 

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποστέλλει επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο των ανωτέρω εγγράφων στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας.

 

Δήλωση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας σχετικά με τις συμφωνίες προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στη σύμβαση του 1990

 

Κατά τη στιγμή της υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας λαμβάνει υπό σημείωση το περιεχόμενο των συμφωνιών προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στη σύμβαση του 1990, καθώς και το περιεχόμενο της σχετικής τελικής πράξεως και δηλώσεως.

 

Δήλωση της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Φινλανδίας για τα νησιά Åaland

 

Η Δημοκρατία της Φινλανδίας δηλώνει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση, για τα νησιά Åaland, θα τηρηθούν κατά την εφαρμογή της συμβάσεως Σένγκεν.

Έγινε στο Λουξεμβούργο, στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, σε ένα μόνο αντίτυπο στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική και φινλανδική γλώσσα, τα δε οκτώ κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά· κατατίθενται στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία διαβιβάζει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας

Image

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας υπέγραψαν στο Λουξεμβούργο τη συμφωνία προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Φινλανδίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Αυστρίας με τις συμφωνίες οι οποίες υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα.

Έλαβαν γνώση ότι ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Φινλανδίας δήλωσε ότι συντάσσεται με τη δήλωση η οποία έγινε στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 από τους υπουργούς και υφυπουργούς των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, καθώς και με την απόφαση που επιβεβαιώθηκε την ίδια ημερομηνία, επ' ευκαιρία της υπογραφής της συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, δήλωση και απόφαση με τις οποίες συνετάχθησαν οι κυβερνήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΑΣ

στη σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990


Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, μέρη της συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, εφεξής καλούμενη «η σύμβαση του 1990», καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Αυστρίας, οι οποίες προσεχώρησαν στη σύμβαση του 1990 με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν, αντίστοιχα, στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995,

αφενός,

και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΑΣ, αφετέρου,

λαμβάνοντας υπόψη την υπογραφή, η οποία έλαβε χώρα στο Λουξεμβούργο στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, του πρωτοκόλλου προσχωρήσεως της κυβερνήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας στη συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, όπως τροποποιήθηκε από τα πρωτόκολλα προσχωρήσεως των κυβερνήσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας, τα οποία υπεγράφησαν, αντίστοιχα, στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995,

βάσει του άρθρου 140 της συμβάσεως του 1990,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα συμφωνία το Βασίλειο της Σουηδίας προσχωρεί στη σύμβαση του 1990.

Άρθρο 2

1.   Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της συμβάσεως του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας είναι:

α)

τα αστυνομικά όργανα που υπάγονται στις αρχές της σουηδικής αστυνομίας (Polismän som är anställda av svenska polismyndigheter)·

β)

τα τελωνειακά όργανα που υπάγονται στις αρχές των σουηδικών τελωνείων, στα πλαίσια της αστυνομικής αρμοδιότητάς τους, κατά κύριο λόγο σε σχέση με τις παραβάσεις λαθρεμπορίας και άλλες παραβάσεις σε σχέση με την είσοδο στη χώρα και την έξοδο από αυτή (Tulltjänstemän, som är anställda vid svensk tullmyndighet i de fall de har polisiara befogenheter, dvs framst i samband med smugglingsbrott och andra brott i samband med inresa och utresa till och fran riket)·

γ)

τα όργανα του λιμενικού σώματος της Σουηδίας σε σχέση με τα καθήκοντά τους για την επιτήρηση της θαλάσσης (Tjänsteman anställda vid den svenska Kustbevakningen i samband med övervakning till sjöss).

2.   Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 5 της συμβάσεως του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας είναι η Εθνική Διεύθυνση της Σουηδικής Αστυνομίας (Rikspolisstyrelsen).

Άρθρο 3

Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 7 της συμβάσεως του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας είναι:

1.

τα αστυνομικά όργανα που υπάγονται στις αρχές της σουηδικής αστυνομίας (Polismän som är anställda av svenska polismyndigheter)·

2.

τα τελωνειακά όργανα που υπάγονται στις αρχές των σουηδικών τελωνείων, στα πλαίσια της αστυνομικής αρμοδιότητάς τους, κατά κύριο λόγο σε σχέση με τις παραβάσεις λαθρεμπορίας και άλλες παραβάσεις σε σχέση με την είσοδο στη χώρα και την έξοδο από αυτή (Tulltjänstemän, som är anställda vid svensk tullmyndighet i de fall de har polisiara befogenheter, dvs främst i samband med smugglingsbrott och andra brott i samband med inresa och utresa till och fran riket).

Άρθρο 4

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της συμβάσεως του 1990, κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας είναι το Υπουργείο Εξωτερικών (Utrikesdepartementet).

Άρθρο 5

Οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζουν τη συνεργασία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Βορείων και Σκανδιναβικών κρατών για τους ελέγχους διαβατηρίων, στο βαθμό που η συνεργασία αυτή δεν αντίκειται ούτε παρεμποδίζει την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 6

1.   Η παρούσα συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δευτέρου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής εκ μέρους των κρατών έναντι των οποίων η σύμβαση του 1990 έχει αρχίσει να ισχύει και του Βασιλείου της Σουηδίας.

Έναντι των άλλων κρατών, η παρούσα συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δευτέρου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής τους, εφόσον η παρούσα συμφωνία έχει αρχίσει να ισχύει κατά τις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου.

3.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ανακοινώνει την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος σε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 7

1.   Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση του Βασιλείου της Σουηδίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

2.   Το κείμενο της σύμβασης του 1990, το οποίο συντάσσεται στη σουηδική γλώσσα, επισυνάπτεται στην παρούσα συμφωνία και είναι αυθεντικό υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τα κείμενα της σύμβασης του 1990 τα οποία συντάσσονται στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ελληνική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

Εις πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στο Λουξεμβούργο, στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική και σουηδική γλώσσα, τα δε οκτώ κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών

Image

Για την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας

Image

Για την κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας

Image

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Σουηδίας

Image

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

I.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχωρήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας στη σύμβαση εφαρμογής της από 14ης Ιουνίου 1985 συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Αυστρίας, με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα, η κυβέρνηση του Βασιλείου της Σουηδίας προσυπογράφει την τελική πράξη, τα πρακτικά και την κοινή δήλωση των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της συμβάσεως του 1990.

Η κυβέρνηση του Βασιλείου της Σουηδίας προσυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει υπόψη τις μονομερείς δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην κυβέρνηση του Βασιλείου της Σουηδίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της τελικής πράξεως, των πρακτικών και της κοινής δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της συμβάσεως του 1990, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική και σουηδική γλώσσα.

II.   Κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχωρήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 στην οποία προσεχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Αυστρίας με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995 αντίστοιχα, τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1.

Κοινή δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 6 της συμφωνίας προσχωρήσεως

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαία, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας προσχωρήσεως, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη σύμβαση του 1990 και για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας προσχωρήσεως.

 

Η παρούσα συμφωνία προσχωρήσεως θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ των κρατών έναντι των οποίων έχει τεθεί σε ισχύ η σύμβαση του 1990 και του Βασιλείου της Σουηδίας, όταν θα έχουν πληρωθεί σε όλα τα κράτη αυτά οι προαπαιτούμενοι όροι για την εφαρμογή της συμβάσεως του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα αποτελούν σε όλα τα κράτη αυτά πραγματικότητα.

 

Έναντι εκάστου των υπολοίπων κρατών, η παρούσα συμφωνία προσχωρήσεως θα τεθεί σε ισχύ όταν θα έχουν πληρωθεί στο κράτος αυτό οι προαπαιτούμενοι όροι για την εφαρμογή της συμβάσεως του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα αποτελούν στο κράτος αυτό πραγματικότητα.

2.

Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της συμβάσεως του 1990

 

Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχωρήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας στη σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9 παράγραφος 2 της συμβάσεως του 1990, αντιστοιχεί προς το κοινό καθεστώς των υπογραφόντων μερών της εν λόγω συμβάσεως που εφαρμόζεται από τις 19 Ιουνίου 1990.

3.

Κοινή δήλωση σχετικά με τη σύμβαση περί εκδόσεως, η οποία καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Τα κράτη μέρη στη σύμβαση του 1990 επιβεβαιώνουν ότι το άρθρο 5 παράγραφος 4 της συμβάσεως η οποία καταρτίστηκε βάσει του άρθρου K.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία υπεγράφη στο Δουβλίνο, στις 27 Σεπτεμβρίου 1996, καθώς και οι αντίστοιχες δηλώσεις αυτών που επισυνάπτονται στην εν λόγω σύμβαση, θα εφαρμοστούν στο πλαίσιο της συμβάσεως του 1990.

III.   Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν γνώση της δηλώσεως του Βασιλείου της Σουηδίας σχετικά με τις συμφωνίες προσχωρήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

 

Η κυβέρνηση του Βασιλείου της Σουηδίας λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο των συμφωνιών προσχωρήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, και της Αυστριακής Δημοκρατίας στη σύμβαση του 1990, οι οποίες υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, στις 25 Ιουνίου 1991, στις 6 Νοεμβρίου 1992 και στις 28 Απριλίου 1995, αντίστοιχα, καθώς και το περιεχόμενο των τελικών πράξεων και δηλώσεων που επισυνάπτονται στις εν λόγω συμφωνίες.

 

Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποστέλλει επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο των ανωτέρω εγγράφων στην κυβέρνηση του Βασιλείου της Σουηδίας.

 

Δήλωση του Βασιλείου της Σουηδίας σχετικά με τις συμφωνίες προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας και της Φινλανδικής Δημοκρατίας στη σύμβαση του 1990

 

Κατά τη στιγμή της υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, το Βασίλειο της Σουηδίας λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο των συμφωνιών προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας στη σύμβαση του 1990, καθώς και το περιεχόμενο των τελικών πράξεων και δηλώσεων που προσαρτώνται στις εν λόγω συμφωνίες.

Έγινε στο Λουξεμβούργο, στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική και σουηδική γλώσσα, τα δε οκτώ κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Για την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου

Image

Για την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Image

Για την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας