ISSN 1977-0901

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

62ό έτος
5 Σεπτεμβρίου # 2019


Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

Συμβούλιο

2019/C 301/01

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Βελγίου του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου του 2019

1

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

2019/C 301/02

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Βουλγαρίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Βουλγαρίας του 2019

8

2019/C 301/03

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Τσεχίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Τσεχίας του 2019

15

2019/C 301/04

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Δανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Δανίας του 2019

20

2019/C 301/05

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Γερμανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Γερμανίας του 2019

24

2019/C 301/06

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Εσθονίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Εσθονίας του 2019

30

2019/C 301/07

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιρλανδίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ιρλανδίας του 2019

35

2019/C 301/08

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ελλάδας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδας του 2019

42

2019/C 301/09

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ισπανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ισπανίας του 2019

48

2019/C 301/10

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Γαλλίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Γαλλίας του 2019

55

2019/C 301/11

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κροατίας για το 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Κροατίας για το 2019

64

2019/C 301/12

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιταλίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ιταλίας του 2019

69

2019/C 301/13

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κύπρου του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Κύπρου του 2019

80

2019/C 301/14

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λετονίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Λετονίας του 2019

86

2019/C 301/15

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λιθουανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Λιθουανίας του 2019

91

2019/C 301/16

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Λουξεμβούργου του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας του Λουξεμβούργου του 2019

97

2019/C 301/17

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ουγγαρίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Ουγγαρίας του 2019

101

2019/C 301/18

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Μάλτας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Μάλτας του 2019

107

2019/C 301/19

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων των Κάτω Χωρών του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας των Κάτω Χωρών του 2019

112

2019/C 301/20

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Αυστρίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Αυστρίας του 2019

117

2019/C 301/21

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Πολωνίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Πολωνίας του 2019

123

2019/C 301/22

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Πορτογαλίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Πορτογαλίας του 2019

129

2019/C 301/23

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ρουμανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Ρουμανίας του 2019

135

2019/C 301/24

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Σλοβενίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Σλοβενίας του 2019

143

2019/C 301/25

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Σλοβακίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Σλοβακίας του 2019

148

2019/C 301/26

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Φινλανδίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Φινλανδίας του 2019

154

2019/C 301/27

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Σουηδίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Σουηδίας του 2019

159

2019/C 301/28

Σύσταση του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2019, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Ηνωμένου Βασιλείου του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης του Ηνωμένου Βασιλείου για το 2018-2019

163


EL

 


I Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Συμβούλιο

5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/1


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Βελγίου του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου του 2019

(2019/C 301/01)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Έλαβε δεόντως υπόψη της τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία το Βέλγιο δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019 το Συμβούλιο εξέδωσε τη Σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («Σύσταση για τη ζώνη του ευρώ του 2019»), η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, το Βέλγιο θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 ως 4. Ειδικότερα, τα μέτρα για τη βελτίωση των υπηρεσιών θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της πρώτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τις ανθεκτικές αγορές υπηρεσιών· τα μέτρα για τη βελτίωση της βιωσιμότητας, της αποδοτικότητας και της σύνθεσης των δημόσιων οικονομικών, καθώς και η χρήση έκτακτων κερδών για τη μείωση του δημόσιου χρέους, θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της δεύτερης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη στήριξη των επενδύσεων· η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, η αποκατάσταση των δημοσιονομικών αποθεμάτων και η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών για την αγορά εργασίας θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της τρίτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά την υποστήριξη επιτυχών μεταβάσεων στην αγορά εργασίας.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για το Βέλγιο δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος του Βελγίου όσον αφορά την εφαρμογή των ειδικών ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος του Βελγίου ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Στις 26 Απριλίου 2019, το Βέλγιο υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Το Βέλγιο υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, η κυβέρνηση σχεδιάζει σταδιακή βελτίωση του ονομαστικού ισοζυγίου από έλλειμμα 0,7 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2018 σε μηδενικό έλλειμμα το 2022. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (6), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, με τη μορφή ισοσκελισμένης δημοσιονομικής θέσης σε διαρθρωτικούς όρους, δεν προβλέπεται να επιτευχθεί εντός της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ, μετά την κορύφωσή του σε σχεδόν 107 % του ΑΕΠ το 2014 και τη μείωσή του σε 102 % του ΑΕΠ το 2018, αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω σε 94 % μέχρι το 2022 σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Ταυτόχρονα, δεν έχουν προσδιοριστεί τα αναγκαία μέτρα στήριξης των προγραμματισμένων στόχων για το έλλειμμα από το 2020 και έπειτα, γεγονός που συμβάλλει στην προβλεπόμενη επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου το 2020 σε περίπτωση αμετάβλητων πολιτικών, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019.

(7)

Στις 5 Ιουνίου 2019 η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση που καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης λόγω της μη συμμόρφωσης του Βελγίου με τον κανόνα για το χρέος το 2018. Μετά την αξιολόγηση όλων των σχετικών παραγόντων, η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από την τρέχουσα ανάλυση δεν προκύπτει οριστικό συμπέρασμα σχετικά με την πλήρωση του κριτηρίου του χρέους, όπως ορίζεται στη Συνθήκη και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/1997 του Συμβουλίου.

(8)

Στο σχέδιο σταθερότητας του 2019 το Βέλγιο επιβεβαιώνει το αίτημα που υπέβαλε στο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος του 2019 για χρήση της ευελιξίας στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους σύμφωνα με την «από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης» που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 12 Φεβρουαρίου 2016. Το Βέλγιο ζήτησε προσωρινή απόκλιση ίση με 0,5 % του ΑΕΠ από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου ενόψει της υλοποίησης μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με θετικό αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Στις εν λόγω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνονται η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, η «μετατόπιση της φορολογίας», η μεταρρύθμιση της φορολόγησης του εισοδήματος των εταιρειών, η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, καθώς και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Στις εαρινές προβλέψεις του 2019, η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι το Βέλγιο τηρεί τον ελάχιστο δείκτη αναφοράς το 2019, ο οποίος παρέχει περιθώριο ασφαλείας έναντι του ορίου ελλείμματος 3 % του ΑΕΠ. Όλα τα μέτρα έχουν πλέον θεσπιστεί πλήρως, με εξαίρεση τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Δεδομένου του χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων, και ιδίως της μετατόπισης της φορολογίας και της μεταρρύθμισης της φορολόγησης του εισοδήματος των εταιρειών, η αβεβαιότητα όσον αφορά τον βραχυπρόθεσμο αντίκτυπό τους παραμένει, ιδίως λόγω του μη ουδέτερου δημοσιονομικά χαρακτήρα τους, ο οποίος έχει επιδεινώσει τη δημοσιονομική θέση. Ωστόσο, χάρη στα μέτρα αυτά έχει ενισχυθεί το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας, έχει μειωθεί το ποσοστό ανεργίας και έχουν περιοριστεί οι κίνδυνοι μακροοικονομικών ανισορροπιών, γεγονός που επιδρά θετικά στη βιωσιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Σε αυτή τη βάση, μπορεί να αξιολογηθεί επί του παρόντος ότι το Βέλγιο πληροί τις προϋποθέσεις για την αιτούμενη προσωρινή απόκλιση κατά 0,5 % του ΑΕΠ το 2019, υπό τον όρο ότι θα εφαρμόσει επαρκώς τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα παρακολουθούνται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

(9)

Στις 13 Ιουλίου 2018, το Συμβούλιο συνέστησε στο Βέλγιο να διασφαλίσει ότι ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (7) δεν θα υπερβεί το 1,8 % το 2019, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ. Δεδομένου ότι το Βέλγιο πληροί τις προϋποθέσεις για την αιτούμενη προσωρινή απόκλιση κατά 0,5 % του ΑΕΠ βάσει της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η απαιτούμενη διαρθρωτική προσαρμογή για το 2019 μπορεί να μειωθεί σε 0,1 % του ΑΕΠ, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών που δεν υπερβαίνει το 2,8 % το 2019. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, υπάρχει κίνδυνος να σημειωθεί σημαντική απόκλιση από τη συνιστώμενη πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2018 και το 2019 συνολικά.

(10)

Το 2020, λόγω του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης του Βελγίου που αναμένεται να υπερβεί το 60 % του ΑΕΠ και του προβλεπόμενου κενού παραγωγής της τάξης του 0,1 %, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβεί το 1,6 %, σύμφωνα με τη διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ που προκύπτει από τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής απαιτήσεων βάσει του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, σε περίπτωση αμετάβλητων πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2020. Εκ πρώτης όψεως, δεν προβλέπεται συμμόρφωση του Βελγίου με τον κανόνα για το χρέος το 2019 και το 2020. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι τα αναγκαία μέτρα θα πρέπει να ληφθούν από το 2019 για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Είναι σημαντικό να γίνει χρήση τυχόν έκτακτων εσόδων για την περαιτέρω μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης. Η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών του Βελγίου εξακολουθεί να απειλείται λόγω αφενός του υψηλού δείκτη χρέους προς το ΑΕΠ και αφετέρου της προβλεπόμενης αύξησης των δαπανών λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, και συγκεκριμένα εκείνων που συνδέονται με τις συντάξεις και τη μακροχρόνια περίθαλψη. Το 2015 ψηφίστηκε δέσμη συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων, η οποία οδήγησε στην αύξηση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 66 έτη από το 2025 και στα 67 έτη από το 2030. Επιπλέον, αυξήθηκε η αυστηρότητα των απαιτήσεων ηλικίας και αρχαιότητας για την πρόωρη συνταξιοδότηση. Εντούτοις, οι δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις αναμένεται να αυξηθούν κατά 2,9 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ του 2016 και του 2070, κυρίως κατά τη διάρκεια της επόμενης εικοσαετίας. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδότησης για αρκετές πολυπληθείς ομάδες δημοσίων υπαλλήλων παραμένουν ευνοϊκότερες από τις συνήθεις προϋποθέσεις. Οι δημόσιες δαπάνες για τη μακροχρόνια περίθαλψη αναμένεται να αυξηθούν κατά 1,7 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ του 2016 και του 2070, σημειώνοντας άνοδο μεγαλύτερη από τον μέσο όρο, ενώ το τρέχον επίπεδό τους είναι ήδη ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση. Ο κατακερματισμός στην οργάνωση της μακροχρόνιας περίθαλψης, που χαρακτηρίζεται από τη διασπορά των αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφόρων διοικητικών επιπέδων, πλήττει ορισμένες διαστάσεις της αποδοτικότητας των δαπανών, με αποτέλεσμα ο καθαρός αντίκτυπος της πρόσφατης μεταβίβασης αρμοδιοτήτων να μην είναι ακόμη σαφής. Η ενίσχυση της διακυβέρνησης αναμένεται να συμβάλει στην επίτευξη της επιδιωκόμενης βελτίωσης της αποδοτικότητας. Ενδέχεται να υπάρχει περιθώριο βελτιστοποίησης του μείγματος της περίθαλψης με σκοπό την αύξηση της οικονομικής αποδοτικότητας του συστήματος μακροχρόνιας περίθαλψης.

(11)

Η σύνθεση και η αποδοτικότητα των δημόσιων δαπανών μπορούν να βελτιωθούν προκειμένου να δημιουργηθεί περιθώριο για περισσότερες δημόσιες επενδύσεις. Οι συνολικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στο Βέλγιο εξακολουθούν να συγκαταλέγονται μεταξύ των υψηλότερων στη ζώνη του ευρώ, παρά την πρόσφατη μείωσή τους. Το υψηλό επίπεδο των δημόσιων δαπανών υποδεικνύει ότι υπάρχει περιθώριο για δημοσιονομική προσαρμογή που επικεντρώνεται περισσότερο στις δαπάνες. Δεδομένου του υψηλού επιπέδου των δημόσιων δαπανών, τα αποτελέσματα ορισμένων πολιτικών και η ποιότητα ορισμένων δημόσιων υπηρεσιών γεννούν ερωτηματικά όσον αφορά την οικονομική αποδοτικότητα. Οι επανεξετάσεις των δαπανών και οι αξιολογήσεις των πολιτικών μπορούν να βοηθήσουν το Βέλγιο να θέσει προτεραιότητες και να βελτιώσει την αποδοτικότητα των δημόσιων δαπανών. Επιπλέον, οι επανεξετάσεις των δαπανών θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας της έμμεσης δημόσιας στήριξης για την επιχειρηματική έρευνα και ανάπτυξη· το επίπεδο της εν λόγω στήριξης είναι ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση, ως ποσοστό του ΑΕΠ, και συνέχισε να αυξάνεται κατά το προηγούμενο έτος. Οι ομοσπονδιακές και οι περιφερειακές αρχές εξέφρασαν πρόσφατα το ενδιαφέρον τους για την ενσωμάτωση της επανεξέτασης των δαπανών στον δημοσιονομικό τους μηχανισμό.

(12)

Ο δημοσιονομικός συντονισμός μεταξύ των φορέων δεν είναι επί του παρόντος αρκετά ευέλικτος ώστε να υπάρχει περιθώριο για δημόσιες επενδύσεις σε έργα μεγάλης κλίμακας. Ο αποτελεσματικός δημοσιονομικός συντονισμός είναι απαραίτητος σε ένα ομοσπονδιακό κράτος μέλος, όπως το Βέλγιο, όπου μεγάλο μέρος των αρμοδιοτήτων για τις δαπάνες έχει ανατεθεί σε φορείς διακυβέρνησης σε κατώτερο του εθνικού επίπεδο. Παρά τη συμφωνία συνεργασίας που υπογράφηκε το 2013, δεν υπάρχει ακόμη επίσημη συμφωνία σχετικά με τους ετήσιους στόχους σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα να περιπλέκεται ο δημοσιονομικός συντονισμός. Σε αντίθεση με την πρακτική προηγούμενων προγραμμάτων σταθερότητας, όταν η επιτροπή συντονισμού «έλαβε γνώση» της δημοσιονομικής πορείας, όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης ενέκριναν τη συνολική δημοσιονομική πορεία που παρουσιάστηκε στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2018 και στήριξαν την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων έως το 2020 για όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης. Παρότι με την εν λόγω έγκριση ενισχύθηκε η αξιοπιστία της συνολικής πορείας, δεν επιτεύχθηκε επίσημη συμφωνία σχετικά με τους ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης. Η έλλειψη συμφωνίας σχετικά με τους στόχους σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης μπορεί να υπονομεύσει τη βιωσιμότητα της συνολικής πορείας προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου. Επιπλέον, το γεγονός αυτό εμποδίζει το τμήμα του Ανώτατου Συμβουλίου Οικονομικών που είναι αρμόδιο για τις δανειακές ανάγκες του δημόσιου τομέα να παρακολουθεί αποτελεσματικά τη συμμόρφωση με τους στόχους αυτούς. Το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 περιλαμβάνει μόνο ενδεικτικούς συνολικούς και ενδιάμεσους δημοσιονομικούς στόχους, καθώς στις 26 Μαΐου 2019 πραγματοποιήθηκαν εκλογές σε ομοσπονδιακό επίπεδο και σε επίπεδο περιφερειών και κοινοτήτων.

(13)

Η πρόσφατη οικονομική ανάπτυξη έχει οδηγήσει στην αύξηση των θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα η απασχόληση να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Ωστόσο, το ποσοστό μετάβασης από την αεργία ή την ανεργία στην απασχόληση παραμένει χαμηλό και το Βέλγιο δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο για την επίτευξη του στόχου του 73,2 % για την απασχόληση στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Εξακολουθούν να υφίστανται έντονες περιφερειακές διαφορές στην αγορά εργασίας. Παρά τη σταθερή μείωση κατά τα τελευταία πέντε έτη, η ανεργία των νέων στις Βρυξέλλες υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο της Ένωσης. Η συμμετοχή των ατόμων χαμηλής ειδίκευσης, των ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας και των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας είναι χαμηλή, γεγονός που υποδηλώνει ότι τόσο διαρθρωτικοί παράγοντες όσο και συγκεκριμένοι παράγοντες ανά ομάδα παρεμποδίζουν την ένταξή τους στην αγορά εργασίας, ενώ τα υφιστάμενα μέτρα ενεργοποίησης δεν είναι εξίσου αποτελεσματικά για όλες τις πληθυσμιακές ομάδες. Το ποσοστό απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας (55-64 ετών) εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου όρου της Ένωσης, ενώ η απόκλισή του από τον μέσο όρο της Ένωσης παραμένει υψηλή για τα άτομα άνω των 60 ετών. Στην ομάδα των ατόμων, ιδίως των γυναικών, που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, εξακολουθούν να παρατηρούνται υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και χαμηλότερα ποσοστά οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ενώ τα φαινόμενα της φτώχειας των εργαζομένων και της υπερειδίκευσης είναι εντονότερα. Μολονότι έχουν ληφθεί κάποια μέτρα για τη στήριξη της ένταξης των νεοαφιχθέντων και για την καταπολέμηση των διακρίσεων, εξακολουθεί να μην υπάρχει συντονισμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που βιώνουν τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης που θεσπίστηκε με τη «συμφωνία για τις θέσεις εργασίας» έχουν ληφθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της χαμηλής συμμετοχής στην αγορά εργασίας, ο αντίκτυπος των οποίων δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί.

(14)

Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά οικονομικά αντικίνητρα για την ένταξη στην αγορά εργασίας. Παρότι με τη μετατόπιση της φορολογίας η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας μειώθηκε, παραμένει κατά μέσο όρο υψηλή για όλους τους μισθωτούς, εξαιρουμένων των πολύ χαμηλόμισθων (50 % του μέσου μισθού). Το Βέλγιο παραμένει το μοναδικό κράτος μέλος στο οποίο τα επιδόματα ανεργίας δεν υπόκεινται σε χρονικό περιορισμό, μολονότι το ύψος τους μειώνεται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν οικονομικά αντικίνητρα για την ένταξη στην αγορά εργασίας με καθεστώς πλήρους απασχόλησης των δικαιούχων των καθεστώτων ασθενείας και αναπηρίας, καθώς και των δεύτερων εργαζόμενων μελών της οικογένειας. Ειδικότερα, οι μόνοι γονείς (και, σε μικρότερο βαθμό, τα ζευγάρια με παιδιά) έχουν περιορισμένα οικονομικά κίνητρα να εργαστούν με καθεστώς πλήρους απασχόλησης λόγω αφενός του κόστους και αφετέρου της διακοπής των παροχών. Επιπλέον, ενδέχεται να προκύψουν προβλήματα συντονισμού λόγω του επιμερισμού των αρμοδιοτήτων της κοινωνικής προστασίας μεταξύ του ομοσπονδιακού, του περιφερειακού και του τοπικού επιπέδου. Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δεν καλύπτει τυπικά τους αυτοαπασχολούμενους για παροχές ανεργίας, εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες.

(15)

Η επιδείνωση των εκπαιδευτικών επιδόσεων στο πλαίσιο της υποχρεωτικής εκαπαίδευσης και η ύπαρξη σημαντικών αποκλίσεων στο εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία. Το ποσοστό των νέων που δεν κατέχουν βασικές δεξιότητες μπορεί να βελτιωθεί, ιδίως στη γαλλόφωνη κοινότητα, όπου το ποσοστό αυτό υπερβαίνει τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Το χάσμα στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα λόγω των κοινωνικοοικονομικών και μεταναστευτικών καταβολών είναι υψηλό. Οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη για να αντεπεξέλθουν στην πρόκληση της πολυμορφίας, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη προσαρμογής της συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης των εκπαιδευτικών. Οι μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων και την αντιμετώπιση των ανισοτήτων πρέπει να ενταθούν προκειμένου να ενισχυθεί η βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη με ένταση γνώσης, καθώς και η κοινωνική ένταξη. Η εφαρμογή του «συμφώνου αριστείας», της εμβληματικής μεταρρύθμισης των σχολείων της γαλλόφωνης κοινότητας με στόχο τη βελτίωση των βασικών δεξιοτήτων, της αποτελεσματικότητας, της διακυβέρνησης και της καταπολέμησης των ανισοτήτων, συνεχίζεται. Έχουν εκδοθεί διατάγματα σχετικά με την οργάνωση των καθηκόντων των εκπαιδευτικών, το κοινό βασικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τα σχολεία, το καθεστώς των διευθυντών σχολείων και την ενίσχυση της γνώσης της γαλλικής γλώσσας για νεοεισερχόμενους μαθητές, τα οποία θα αρχίσουν να εφαρμόζονται τον Σεπτέμβριο του 2020. Η φλαμανδική κοινότητα εφαρμόζει ορισμένες μεταρρυθμίσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το σχολικό έτος 2019/2020, αλλά ο προσανατολισμός των μαθητών σε νεαρή ηλικία εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία. Ο αντίκτυπος των εν λόγω μεταρρυθμίσεων και μέτρων θα εξαρτηθεί επίσης από την αποτελεσματική εφαρμογή και παρακολούθησή τους. Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο έχει επίσης μειώσει την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από τα έξι στα πέντε έτη. Δεδομένου ότι οι δαπάνες για την εκπαίδευση βρίσκονται ήδη σε υψηλά επίπεδα, θα πρέπει να υλοποιηθούν μεταρρυθμίσεις με μεγαλύτερη έμφαση στην αύξηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος, καθώς και της ικανότητάς του να αναπτύσσει ικανότητες προσανατολισμένες στο μέλλον, οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

(16)

Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων και η χαμηλή επαγγελματική κινητικότητα αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη της απασχόλησης και της παραγωγικότητας. Παρά τα διάφορα μέτρα που ελήφθησαν σε περιφερειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο για την αντιμετώπιση των ελλείψεων δεξιοτήτων και την αύξηση της ενεργοποίησης, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της συμφωνίας για τις θέσεις εργασίας, παρατηρούνται ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε διάφορους τομείς, ιδίως στον τομέα των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών, στον τομέα των κατασκευών και στον υγειονομικό τομέα. Η ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα παρεμποδίζεται από την έλλειψη δεξιοτήτων και εργατικού δυναμικού. Υπάρχουν σημαντικές ανάγκες επανεκπαίδευσης και αναβάθμισης των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού σε ορισμένους τομείς. Η συμμετοχή των ενηλίκων στην εκπαίδευση και κατάρτιση και στην επαγγελματική κινητικότητα είναι επίσης χαμηλή. Η ανεπάρκεια των γλωσσικών δεξιοτήτων αποτελεί σημαντικό ζήτημα, ιδίως στις Βρυξέλλες, όπου για περίπου το 50 % των θέσεων εργασίας απαιτείται η γνώση τόσο της γαλλικής όσο και της ολλανδικής γλώσσας, σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019. Παρότι το επίπεδο ολοκλήρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι υψηλό, οι πτυχιούχοι στους τομείς των φυσικών επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών (STEM) είναι πολύ λίγοι. Το 2016 το Βέλγιο καταλάμβανε την 26η θέση στην Ένωση όσον αφορά τον αριθμό πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στους τομείς STEM, με χαμηλό ποσοστό νεοεισερχομένων σε συναφείς τομείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδίως γυναικών. Συνολικά, η εφαρμογή του «Σχεδίου δράσης για τους STEM 2012-2020» στη Φλάνδρα προχωρά, αλλά ο αριθμός των αποφοίτων δευτεροβάθμιας τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης έχει μείνει στάσιμος από το 2010. Η γαλλόφωνη κοινότητα δεν διαθέτει στρατηγική για την πολιτική των STEM και δεν έχει ακόμα εφαρμόσει τη «στρατηγική για την ψηφιακή εκπαίδευση» για τα σχολεία που εγκρίθηκε πρόσφατα. Η έλλειψη επαγγελματιών με επιχειρηματικές γνώσεις και γνώσεις στους τομείς των φυσικών επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη νεοφυών επιχειρήσεων. Το συνολικό επίπεδο ψηφιακών δεξιοτήτων είναι ικανοποιητικό, αλλά δεν βελτιώνεται. Στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων επισημαίνεται η συμφωνία μεταξύ της Φλάνδρας και της Βαλονίας και η προγραμματισμένη συμφωνία μεταξύ της Φλάνδρας και της περιφέρειας των Βρυξελλών για τη βελτίωση της διαπεριφερειακής κινητικότητας του εργατικού δυναμικού.

(17)

Οι δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης συγκεντρώνονται σε λίγους μόνο κλάδους και η διάδοση της καινοτομίας στην υπόλοιπη οικονομία είναι ανεπαρκής, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η αύξηση της παραγωγικότητας. Η χρηματοδοτούμενη από δημόσιους πόρους έρευνα φαίνεται ότι υπολείπεται του μέσου όρου της Ένωσης. Στους τομείς της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας παρατηρούνται επίσης περιφερειακές και υποπεριφερειακές ανισότητες. Στο εθνικό σύμφωνο για τις στρατηγικές επενδύσεις, η ενίσχυση της ψηφιοποίησης προσδιορίζεται ως μια πολλά υποσχόμενη οδός για την τόνωση της παραγωγικότητας και της ικανότητας καινοτομίας του Βελγίου. Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, μεταξύ άλλων με τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την επιτυχή εισαγωγή της τεχνολογίας 5G, ανθρώπινο κεφάλαιο και επιχειρηματικό πνεύμα, καθώς και ταχύτερη υιοθέτηση της ψηφιακής τεχνολογίας, ιδίως από τις επιχειρήσεις που υστερούν στον τομέα αυτό μέχρι σήμερα.

(18)

Η ποιότητα των οδικών υποδομών υποβαθμίζεται μετά από χρόνια χαμηλών δημόσιων επενδύσεων. Ταυτόχρονα, φαίνεται ότι η συντήρηση του εκτεταμένου και πυκνού δικτύου δεν είναι οικονομικά αποδοτική για τις περιφέρειες και τις τοπικές αρχές. Το επίπεδο συμφόρησης του οδικού δικτύου του Βελγίου είναι ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση. Η σιδηροδρομική υποδομή είναι πυκνή και υψηλής ποιότητας, αλλά οι προκλήσεις για την ολοκλήρωση και αναβάθμισή της παραμένουν, ενώ παρατηρείται συμφόρηση ιδίως γύρω από τις Βρυξέλλες και στα σημεία πρόσβασης στους λιμένες της Αμβέρσας και του Zeebrugge. Μολονότι έχουν προγραμματιστεί σημαντικές επενδύσεις στην προαστιακή σιδηροδρομική υποδομή και σηματοδότηση, η υλοποίησή τους καθυστερεί, ιδίως λόγω των κανόνων κατανομής του προϋπολογισμού μεταξύ των περιφερειών. Επιπροσθέτως, τα στρεβλωτικά κίνητρα και τα εμπόδια για τον ανταγωνισμό και τις επενδύσεις στις εγχώριες επιβατικές σιδηροδρομικές υπηρεσίες και στις υπεραστικές μεταφορές με πούλμαν αποθαρρύνουν την προσφορά και τη ζήτηση εναλλακτικών υπηρεσιών μαζικών μεταφορών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Η αυξανόμενη συμφόρηση εξηγείται εν μέρει από τη συνεχή άνοδο του αριθμού των επιβατικών αυτοκινήτων, στην οποία συντελούν η έλλειψη διοδίων στο οδικό δίκτυο, η έκπτωση για τα εταιρικά αυτοκίνητα και η χαμηλή περιβαλλοντική φορολογία. Οι υψηλοί φόροι επί των συναλλαγών ακινήτων και το καθεστώς των εταιρικών αυτοκινήτων επηρεάζουν αρνητικά την κινητικότητα. Η ποιότητα των σιδηροδρομικών υπηρεσιών έχει μειωθεί, ενώ η προσφορά αστικών και αστικών-αγροτικών δημόσιων μεταφορών θα μπορούσε να βελτιωθεί περαιτέρω, ιδίως στη Βαλονία, όπου η πρόσβαση στην απασχόληση αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τα άτομα που αναζητούν εργασία. Σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 έχουν δρομολογηθεί σημαντικές επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις σε όλες τις περιφέρειες, ενώ σε ομοσπονδιακό επίπεδο, και σε συνεργασία με τις περιφέρειες, η ολοκλήρωση του δικτύου προαστιακών σιδηροδρόμων γύρω από Βρυξέλλες προχωρά. Έχει ψηφιστεί νομοθεσία για το άνοιγμα των εγχώριων σιδηροδρομικών υπηρεσιών, αλλά το μερίδιο των επιβατικών μεταφορών που παρέχονται στο πλαίσιο υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας με απευθείας ανάθεση σύμβασης παραμένει πολύ υψηλό στο Βέλγιο. Οι ιδιωτικοί φορείς εκμετάλλευσης λεωφορείων δεν επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες υπεραστικών μεταφορών με πούλμαν. Οι ρυθμίσεις των διαφόρων τοπικών αρχών για τα ταξί ποικίλλουν. Παρότι οι περιφέρειες έχουν αναπτύξει δικά τους σχέδια κινητικότητας, η ανάγκη πολύπλοκου συντονισμού δυσχεραίνει την ανάπτυξη ενός συνεκτικού οράματος για την κινητικότητα εντός του Βελγίου και, ενδεχομένως, με παραμεθόριες πόλεις και περιφέρειες. Η ρυθμιστική αρχή σιδηροδρόμων έχει περιθώριο να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των ρυθμιστικών της δραστηριοτήτων.

(19)

Χρειάζεται να πραγματοποιηθούν σημαντικές επενδύσεις για τη στήριξη της ενεργειακής μετάβασης. Η ανακαίνιση του παλαιού κτιριακού αποθέματος, το οποίο είχε κατασκευαστεί πριν από την εισαγωγή των ενεργειακών προτύπων, θα συμβάλει στην επίτευξη των στόχων μείωσης των εκπομπών για το 2020 και το 2030. Το επίπεδο ανάπτυξης εναλλακτικών καυσίμων είναι μάλλον χαμηλό. Είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν σημαντικές επενδύσεις στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και στη δυναμικότητα διασύνδεσης, στα ευφυή δίκτυα, στην αποθήκευση και στην ενεργειακή απόδοση.

(20)

Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης, ο κανονιστικός και διοικητικός φόρτος για τις επιχειρήσεις παραμένει σημαντικός και επηρεάζει δυσμενώς την επιχειρηματικότητα. Η φορολόγηση των νεοφυών και μικρών επιχειρήσεων ελαφρύνθηκε, αλλά παραμένει περίπλοκη για τις επενδύσεις χρηματοοικονομικού χαρακτήρα. Με τη μεταρρύθμιση του βελγικού κώδικα εταιρικού δικαίου μειώθηκε ο αριθμός των νομικών μορφών των εταιρειών, διευκολύνθηκε η ηλεκτρονική επικοινωνία για νομικούς σκοπούς, μειώθηκαν οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και μεταρρυθμίστηκε η νομοθεσία περί αφερεγγυότητας με στόχο τη συμπερίληψη ιδίως των ελεύθερων επαγγελμάτων σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες αυτές, παρατηρούνται μεγάλες καθυστερήσεις στην έκδοση οικοδομικών αδειών, δαπανηρές διαδικασίες καταγραφής της ακίνητης περιουσίας και χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες. Το σύστημα της διοικητικής δικαιοσύνης αντιμετωπίζει προκλήσεις λόγω της έλλειψης πόρων και των χρονοβόρων διαδικασιών, οι οποίες προκαλούν σημαντικές καθυστερήσεις, ιδίως όσον αφορά τις οικοδομικές άδειες, αλλά και τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων. Επιπλέον, ο συντονισμός των πολιτικών στους τομείς του κλίματος, της ενέργειας, της ψηφιακής τεχνολογίας και των μεταφορών είναι περίπλοκος και μπορεί να βελτιωθεί. Η συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών και των αρχών εποπτείας της αγοράς είναι ανεπαρκής, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος εισόδου μη συμμορφούμενων εμπορευμάτων στην Ένωση μέσω των βελγικών συνόρων. Οι εκτιμήσεις επιπτώσεων θα μπορούσαν να ενσωματωθούν καλύτερα στη διαδικασία χάραξης πολιτικής. Η ποιότητα των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών για τις επιχειρήσεις είναι χαμηλή. Η έλλειψη ψηφιοποίησης του δικαστικού συστήματος εξακολουθεί να αποτελεί μείζονα πρόκληση, ειδικά για τη συλλογή δεδομένων. Η ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης του δικαστικού συστήματος αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την περαιτέρω βελτίωση της ποιότητάς του, για παράδειγμα μέσω της επικαιροποίησης των λειτουργικών διαδικασιών και της καλύτερης διαχείρισης των ανθρώπινων και χρηματοοικονομικών πόρων στα δικαστήρια.

(21)

Τα εμπόδια στον ανταγωνισμό και στις επενδύσεις σε διάφορες επιχειρηματικές υπηρεσίες αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα. Τα ποσοστά νέων παρόχων υπηρεσιών που εισέρχονται στην αγορά είναι σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ένωσης, ενώ τα ποσοστά κέρδους είναι υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ένωσης. Σύμφωνα με τον δείκτη έντασης των ρυθμίσεων της Επιτροπής, το βελγικό κανονιστικό πλαίσιο για τους λογιστές, τους φορολογικούς συμβούλους, τους αρχιτέκτονες και τους κτηματομεσίτες είναι πολύ πιο περιοριστικό από τον μέσο όρο της Ένωσης. Θεσπίστηκαν αυστηρότερες απαιτήσεις για τους συμβούλους σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας με πρόσφατη νομοθεσία. Το ομοσπονδιακό γραφείο προγραμματισμού εκτιμά ότι μια φιλόδοξη μείωση του κανονιστικού φόρτου για τις νομικές, λογιστικές και αρχιτεκτονικές υπηρεσίες θα οδηγούσε στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι ρυθμιζόμενες αμοιβές των συμβολαιογράφων για τις συναλλαγές ακινήτων είναι υψηλές και έρχονται να προστεθούν στα ήδη υψηλά τέλη καταγραφής. Οι περιφέρειες έχουν υλοποιήσει ανομοιογενείς μεταρρυθμίσεις των τεχνικών και βιοτεχνικών επαγγελμάτων. Ο τομέας του λιανικού εμπορίου εξακολουθεί να υπόκειται σε λειτουργικούς περιορισμούς που υπονομεύουν την παραγωγικότητά του και αποθαρρύνουν τις επενδύσεις. Ο τομέας των σουπερμάρκετ χαρακτηρίζεται από ανεπαρκές επίπεδο ανταγωνισμού, κυρίως λόγω της υψηλής συγκέντρωσης και της περιορισμένης δυναμικής εισόδου και εξόδου. Σύμφωνα με τον δείκτη περιορισμού του λιανικού εμπορίου, το Βέλγιο είναι το έκτο κράτος μέλος από άποψη περιορισμών όσον αφορά το περιβάλλον λειτουργίας των εμπόρων λιανικής. Το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 επισημαίνει τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στην περιφέρειας των Βρυξελλών για τη διευκόλυνση της δημιουργίας καταστημάτων λιανικής πώλησης. Η αγορά τηλεπικοινωνιών χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης (ο οποίος επιτάθηκε περαιτέρω μετά τις πρόσφατες εξαγορές) και ασθενή ανταγωνισμό. Αυτό καταδεικνύεται επίσης από τις σχετικά υψηλές τιμές των σταθερών υπηρεσιών σε σύγκριση με ομόλογες χώρες. Όσον αφορά τα σταθερά δίκτυα, η λιανική αγορά χαρακτηρίζεται από γεωγραφικά καθορισμένα δυοπώλια του κατεστημένου φορέα και του φορέα εκμετάλλευσης καλωδιακών δικτύων. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να δημιουργεί εμπόδια στην παροχή δεσμών συγκλινουσών σταθερών και κινητών υπηρεσιών από κάποιους φορείς. Στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 επισημαίνεται ότι έχει εγκριθεί η μεταρρύθμιση του οικονομικού δικαίου με σκοπό να βελτιωθεί η συμμόρφωση με το δίκαιο ανταγωνισμού και η λειτουργία της βελγικής αρχής ανταγωνισμού μέσω της αύξησης της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών και να περιοριστεί ο κίνδυνος περαιτέρω προσφυγών στο Cour des Marchés/Marktenhof. Η βελγική αρχή ανταγωνισμού διαθέτει περιορισμένους πόρους σε σύγκριση με τις αρχές ανταγωνισμού άλλων κρατών μελών.

(22)

Ο προγραμματισμός των κονδυλίων των ταμείων της ΕΕ για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην κάλυψη ορισμένων κενών που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας. Αυτό θα επιτρέψει στο Βέλγιο να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εν λόγω κονδύλια σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες.

(23)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής του Βελγίου και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς το Βέλγιο τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη τόσο τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στο Βέλγιο όσο και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(24)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και η γνώμη του (8) αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στο Βέλγιο να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να διασφαλίσει ότι, το 2020, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα υπερβεί το 1,6 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ. Να χρησιμοποιήσει τα έκτακτα έσοδα για να επιταχύνει τη μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης. Να συνεχίσει να εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις για να διασφαλίσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του συστήματος μακροχρόνιας περίθαλψης και του συνταξιοδοτικού συστήματος, μεταξύ άλλων μέσω του περιορισμού των δυνατοτήτων πρόωρης αποχώρησης από την αγορά εργασίας. Να βελτιώσει τη σύνθεση και την αποδοτικότητα των δημόσιων δαπανών, ιδίως μέσω επανεξετάσεων των δαπανών, καθώς και τον συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών από όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, προκειμένου να δημιουργηθούν περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις.

2.   

Να άρει τα αντικίνητρα για εργασία και να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας, ιδίως για τα άτομα χαμηλής ειδίκευσης, τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας και τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Να βελτιώσει τις επιδόσεις και τη συμμετοχικότητα των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης και να αντιμετωπίσει τις αναντιστοιχίες δεξιοτήτων.

3.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στις βιώσιμες μεταφορές, συμπεριλαμβανομένης της αναβάθμισης της σιδηροδρομικής υποδομής, στη μετάβαση σε χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και την ενεργειακή μετάβαση, καθώς και στην έρευνα και καινοτομία, ειδικά στον τομέα της ψηφιοποίησης, λαμβανομένων υπόψη των περιφερειακών ανισοτήτων. Να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες προκλήσεις για την κινητικότητα μέσω της ενίσχυσης των κινήτρων και της κατάργησης των εμποδίων με στόχο να αυξηθεί η προφορά και η ζήτηση των μαζικών μεταφορών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

4.   

Να μειώσει τον κανονιστικό και διοικητικό φόρτο προκειμένου να δοθούν κίνητρα στην επιχειρηματικότητα και να καταργηθούν τα εμπόδια για τον ανταγωνισμό στον τομέα των υπηρεσιών, και συγκεκριμένα στις τηλεπικοινωνίες, στο λιανικό εμπόριο και στις επαγγελματικές υπηρεσίες.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 320 της 10.9.2018, σ. 1.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(7)  Οι καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στις δαπάνες για παροχές ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε περίοδο τεσσάρων ετών. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(8)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/8


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Βουλγαρίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Βουλγαρίας του 2019

(2019/C 301/02)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018 η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Βουλγαρία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να διεξαχθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2019 για τη Βουλγαρία δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκαν η πρόοδος της Βουλγαρίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (3), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Βουλγαρίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Με βάση την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Βουλγαρία εμφανίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, τα τρωτά σημεία του χρηματοπιστωτικού τομέα συνδυάζονται με υψηλά επίπεδα χρέους και μη εξυπηρετούμενα δάνεια στον εταιρικό τομέα. Μολονότι έχει σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά την αντιμετώπιση των πηγών των ανισορροπιών, θα είναι ζωτικής σημασίας η πλήρης εφαρμογή και παρακολούθηση των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων στην εποπτεία και τη διακυβέρνηση τόσο των τραπεζικών όσο και των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών τομέων.

(3)

Στις 24 Απριλίου 2019, η Βουλγαρία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019. Για να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Η Βουλγαρία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σύγκλισης του 2019, η κυβέρνηση, ξεκινώντας από ονομαστικό πλεόνασμα 2 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2018, στοχεύει σε έλλειμμα 0,3 % του ΑΕΠ το 2019 και σε πλεόνασμα 0,4 % του ΑΕΠ το 2020, 0,2 % το 2021 και 0,1 % το 2022. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (5), o μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος — που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα 1 % του ΑΕΠ σε διαρθρωτικούς όρους — εξακολουθεί να υπερκαλύπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019, ο δείκτης χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά από 22,6 % του ΑΕΠ το 2018 σε 16,7 % το 2022. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να εμφανίσει πλεόνασμα της τάξης του 0,7 % του ΑΕΠ το 2019 και 0,6 % του ΑΕΠ το 2020, υπερβαίνοντας έτσι τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Βουλγαρία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019 και το 2020.

(6)

Τα φορολογικά έσοδα και η φορολογική συμμόρφωση βελτιώνονται και έχουν ήδη αναληφθεί ορισμένες πρωτοβουλίες. Ωστόσο, η είσπραξη των φόρων δεν φαίνεται να βελτιώνεται παντού με τον ίδιο ρυθμό. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των φόρων που σχετίζονται με την εργασία και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και για ορισμένες κατηγορίες ειδικών φόρων κατανάλωσης. Υπάρχουν επίσης στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η αδήλωτη εργασία και το παράνομο εμπόριο καυσίμων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση. Η συνέχιση των προσπαθειών για τη βελτίωση της είσπραξης των φόρων και η λήψη πρόσθετων στοχευμένων μέτρων για την αντιμετώπιση των προκλήσεων σε συγκεκριμένους τομείς του φορολογικού συστήματος είναι υψίστης σημασίας για την περαιτέρω μείωση της παραοικονομίας που εξακολουθεί να είναι μεγάλη.

(7)

Η κυβέρνηση έλαβε μέτρα για τη βελτίωση της αποδοτικότητας των δημοσίων δαπανών. Η Παγκόσμια Τράπεζα προέβη σε επανεξέταση των δαπανών ορισμένων δημόσιων οργανισμών (υπουργείων και δήμων) και στην εκπόνηση δύο πιλοτικών μελετών, εκ των οποίων η μία αφορούσε την αστυνόμευση και την πυρόσβεση και η άλλη τη διαχείριση των αποβλήτων, συνέταξε δε εγχειρίδιο για τις μελλοντικές επανεξετάσεις από την κυβέρνηση. Στο πλαίσιο της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής του 2018, η κυβέρνηση εισήγαγε μια σειρά δεικτών επιδόσεων για την αξιολόγηση του αντίκτυπου των δαπανών στους διάφορους τομείς πολιτικής διαχρονικά και για την εξασφάλιση των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση και τον προγραμματισμό του προϋπολογισμού. Η συνέχιση των πρωτοβουλιών αυτών αναμένεται ότι θα συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας, της αποδοτικότητας και της διαφάνειας των δημοσίων δαπανών και, κατ’ επέκταση, της ποσότητας και της ποιότητας των δημοσίων αγαθών.

(8)

Οι κρατικές επιχειρήσεις πάσχουν από ανεπαρκή εταιρική διακυβέρνηση, η οποία αντικατοπτρίζεται επίσης σε μεγάλο βαθμό στις οικονομικές τους επιδόσεις. Η μεταρρύθμιση του νομικού πλαισίου για την εταιρική διακυβέρνηση των κρατικών επιχειρήσεων βρίσκεται σε εξέλιξη σε συνεργασία με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και με την υποστήριξη της Υπηρεσίας Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της Επιτροπής. Η μεταρρύθμιση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των υφιστάμενων αδυναμιών, ευθυγραμμίζοντας την εθνική νομοθεσία με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την εταιρική διακυβέρνηση κρατικών επιχειρήσεων. Η υιοθέτηση και η αποτελεσματική εφαρμογή του πλαισίου θα εξασφαλίσουν τη συνέχεια και θα είναι καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία της μεταρρύθμισης.

(9)

Σε ένα ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον, οι δείκτες επάρκειας κεφαλαίων και ρευστότητας των τραπεζών βελτιώθηκαν κατά μέσο όρο. Παράλληλα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις μειώθηκαν, αν και παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Η δευτερογενής αγορά για μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχει καταστεί δυναμικότερη. Στις 30 Μαΐου 2019 η Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας εξέδωσε απόφαση για την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ όσον αφορά τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων και των αναδιαρθρωμένων ανοιγμάτων. Τα επακόλουθα μέτρα κατόπιν των ελέγχων του χρηματοπιστωτικού τομέα έχουν ενισχύσει τον τραπεζικό τομέα, εξακολουθούν όμως να υπάρχουν ορισμένοι παράγοντες ευπάθειας. Στις νέες ρυθμιστικές πρωτοβουλίες του 2018 συγκαταλέγονται οι κανόνες για τα μεγάλα ανοίγματα και την ταυτοποίηση των συνδεδεμένων πελατών, η αύξηση του ποσοστού αντικυκλικών κεφαλαιακών αποθεμάτων και η εισαγωγή μακροπροληπτικών εργαλείων για μέτρα που βασίζονται στους δανειολήπτες. Σε συνέχεια των νομοθετικών πρωτοβουλιών σχετικά με τα ανοίγματα με συνδεδεμένα μέρη, οι διαρκείς εποπτικές προσπάθειες για τον περιορισμό των δανείων σε συνδεδεμένα μέρη και η επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις των διατάξεων περί εξασφαλίσεων είναι ζωτικής σημασίας για τη στήριξη των υγιών επιχειρηματικών πρακτικών. Η ενίσχυση του πλαισίου εξυγίανσης των τραπεζών αποτελεί άλλο ένα εν εξελίξει μέτρο που θα συμβάλει στην ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

(10)

Η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης του πλαισίου αφερεγγυότητας θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του υψηλού ανεξόφλητου χρέους του ιδιωτικού τομέα και του ακόμη υψηλού ποσοστού μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ορισμένα ελλείποντα στοιχεία μειώνουν την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα του πλαισίου αφερεγγυότητας, καθιστώντας τις διαδικασίες αφερεγγυότητας αργές και δαπανηρές. Ταυτόχρονα, η απουσία κατάλληλων εργαλείων παρακολούθησης δυσχεραίνει την ορθή ανάλυση των τρεχουσών και των νέων προπτωχευτικών διαδικασιών και των διαδικασιών αφερεγγυότητας, και δεν επιτρέπει τον εντοπισμό συγκεκριμένων εμποδίων ή αδυναμιών. Τον Οκτώβριο του 2018, η Βουλγαρία ζήτησε τη συνδρομή της Υπηρεσίας Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της Επιτροπής για την προώθηση της μεταρρύθμισης του πλαισίου αφερεγγυότητας. Το έργο αυτό εντοπίζει κενά στο πλαίσιο αφερεγγυότητας, για την αντιμετώπιση των οποίων θα εκπονηθεί χάρτης πορείας. Είναι σημαντικό να διατηρηθεί η δυναμική των μεταρρυθμίσεων και να υλοποιηθεί ο εν λόγω χάρτης πορείας.

(11)

Η Βουλγαρία ενέκρινε νομοθετικές τροποποιήσεις το 2018 και στη συνέχεια τον Μάιο του 2019, καταβάλλει δε προσπάθειες για την πλήρως συνεκτική μεταφορά της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) (τέταρτη οδηγία κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες). Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω μέτρων. Οι αρχές δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει και κοινοποιήσει την εθνική εκτίμηση επικινδυνότητας, ακρογωνιαίο λίθο για τη χάραξη κατάλληλων εθνικών πολιτικών με σκοπό την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Επιπλέον, οι πρόσφατες εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα καταδεικνύουν ότι υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής εποπτείας των διεθνών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και διασφάλισης της αποτελεσματικής επιβολής του πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο κίνδυνος διαφθοράς πρέπει να αντιμετωπιστεί με καλύτερο τρόπο, καθώς συνιστά κύριο αδίκημα στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι βουλγαρικές αρχές θα πρέπει να επιδείξουν συγκεκριμένα αποτελέσματα και να δημιουργήσουν ιστορικό καλών επιδόσεων που θα τεκμηριώνεται από τελικές αποφάσεις σε υποθέσεις διαφθοράς σε υψηλό επίπεδο. Η χρήση οικονομικών ερευνών και η ανάλυση οικονομικών χαρακτηριστικών είναι περιορισμένη.

(12)

Η εποπτεία στον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα αποτελεί αντικείμενο μεταρρύθμισης. Τον Σεπτέμβριο του 2017, η Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας ενέκρινε σχέδιο δράσης για τη μεταρρύθμιση της εποπτείας στον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων. Η πλήρης και έγκαιρη εφαρμογή και επιβολή του σχεδίου δράσης, που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, θα συμβάλει στην κατάλληλη εποπτεία του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα. Έχουν θεσπιστεί τροποποιήσεις της δευτερογενούς νομοθεσίας, οι οποίες αποσκοπούν στη βελτίωση των κανόνων αποτίμησης και της εφαρμογής τους. Με την αποτελεσματική εφαρμογή και επιβολή τους θα μπορούσαν να επιλυθούν τα εναπομένοντα προβλήματα αποτίμησης που έχουν διαπιστωθεί στο παρελθόν. Τέλος, η κατάλληλη εποπτεία, σε επίπεδο ομίλου, της ασφάλισης με βάση τον κίνδυνο εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση.

(13)

Ο τομέας της ασφάλισης αυτοκινήτων παρουσιάζει ορισμένες αδυναμίες. Η ύπαρξη σαφών κανόνων αποζημίωσης θα βοηθούσε τους δικαστές να ακολουθούν μια πιο εναρμονισμένη προσέγγιση όταν αποφασίζουν σε ατομικές υποθέσεις. Μακροπρόθεσμα, η μεθοδολογία αυτή θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του κόστους, της μεταβλητότητας και του αναλαμβανόμενου κινδύνου στην κατηγορία δραστηριοτήτων αστικής ευθύνης αυτοκινήτων. Η βιωσιμότητα του τομέα θα μπορούσε επίσης να ωφεληθεί από ένα βελτιωμένο σύστημα τιμολόγησης, όπου θα λαμβάνεται υπόψη το ιστορικό οδήγησης των πελατών. Η επιτροπή χρηματοπιστωτικής εποπτείας έχει προτείνει ένα σύστημα bonus-malus, το οποίο αποτελεί αντικείμενο ευρείας δημόσιας συζήτησης. Τέλος, η ρευστότητα του «γραφείου έκδοσης πράσινης κάρτας» έχει προκαλέσει σημαντικές ανησυχίες, κυρίως λόγω της μη εξόφλησης των απαιτήσεων από μία βουλγαρική ασφαλιστική εταιρεία. Η αυστηρή τήρηση των υποχρεώσεων από όλα τα μέλη είναι ζωτικής σημασίας για την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα του συστήματος.

(14)

Οι υποδομές παρουσιάζουν μεγάλα επενδυτικά κενά. Η κάλυψη και η ποιότητα των υποδομών στον τομέα των μεταφορών έχουν βελτιωθεί, αλλά παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Το διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών στη Βουλγαρία είναι ακόμη ελλιπές. Επιπλέον, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις οδικές μεταφορές έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία. Χρειάζεται να συνεχιστεί η ανάπτυξη των σιδηροδρομικών και οδικών τμημάτων, καθώς και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών συστημάτων διαχείρισης της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας και ευφυών συστημάτων μεταφορών. Η Βουλγαρία έχει χαμηλά ποσοστά συλλογής και επεξεργασίας αστικών λυμάτων, υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ποσοστά υγειονομικής ταφής αστικών αποβλήτων και ανακύκλωσης αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ένωσης. Είναι απαραίτητη η υλοποίηση επενδύσεων για την προώθηση της βιώσιμης διαχείρισης των υδάτων, την αποδοτικότερη χρήση των πόρων και τη μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία. Επιπλέον, οι ανάγκες για επενδύσεις στους τομείς της ενέργειας, του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και της προσαρμογής σε αυτήν είναι σημαντικές. Η υψηλή ενεργειακή ένταση της οικονομίας και η αργή πρόοδος στην επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης, ιδίως στον κτιριακό τομέα, αποτελούν τροχοπέδη για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων της χώρας. Συνεπώς, θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για την επίτευξη σημαντικής εξοικονόμησης ενέργειας μέσω στοχευμένων επενδύσεων στους τομείς της βιομηχανίας, των μεταφορών και των κτιρίων. Οι αυξημένες επενδύσεις σε υποδομές καθαρής ενέργειας (παραγωγή καθαρής ενέργειας με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές, διασυνδέσεις και ευφυή δίκτυα), σύμφωνα με τις προτεραιότητες που περιγράφονται στο προσχέδιο εθνικού σχεδίου της Βουλγαρίας για το κλίμα και την ενέργεια, θα συμβάλουν περαιτέρω στη βελτίωση της συνολικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και της ποιότητας ζωής των πολιτών.

(15)

Παρά την αύξηση του δημόσιου προϋπολογισμού για την έρευνα το 2018, οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη (Ε & Α) παραμένουν πολύ χαμηλές, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Οι ιδιωτικές επενδύσεις σε Ε & Α πραγματοποιούνται κυρίως από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και συγκεντρώνονται στην περιφέρεια της πρωτεύουσας. Ο αργός ρυθμός υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων και ο έντονος κατακερματισμός του συστήματος έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας δυσχεραίνουν τη συμβολή των επενδύσεων για Ε & Α στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη. Οι επιδόσεις του μεγάλου αριθμού πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων παραμένουν χαμηλές όσον αφορά την επιστημονική έρευνα υψηλής ποιότητας. Οι δεσμοί μεταξύ του επιστημονικού και του επιχειρηματικού κόσμου παραμένουν πολύ ασθενείς και η διαθεσιμότητα ανθρώπινου κεφαλαίου στο σύστημα Ε & Α αποτελεί πηγή σοβαρής ανησυχίας. Οι συνεργατικοί σχηματισμοί και το δυναμικό τους δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς στη Βουλγαρία, συχνά λόγω έλλειψης κρίσιμης μάζας. Οι περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με την αποτελεσματική διακυβέρνηση και τις αποτελεσματικότερες δημόσιες επενδύσεις, μπορούν να μεγιστοποιήσουν τον αντίκτυπο στην παραγωγικότητα και να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Επιπλέον, η αύξηση της ψηφιοποίησης των επιχειρήσεων και η εισαγωγή νέων επιχειρηματικών μοντέλων είναι κρίσιμης σημασίας για την παραγωγικότητα της χώρας.

(16)

Οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση και την ηλεκτρονική διακυβέρνηση εξακολουθούν να είναι αργές και αποφέρουν ανεπαρκείς βελτιώσεις, ενώ το επιχειρηματικό περιβάλλον παραμένει ασθενές. Παρόλο που έχουν εγκριθεί ορισμένα μεταρρυθμιστικά μέτρα, η εφαρμογή τους στην πράξη παρουσιάζει υστέρηση. Οι θεσμικές αδυναμίες, η κανονιστική αβεβαιότητα, η διαφθορά και η ανεπαρκής προσφορά εργατικού δυναμικού παραμένουν μεταξύ των κυριότερων εμποδίων στις επενδύσεις. Μεγαλύτερη διαφάνεια, σαφέστεροι κανόνες και μακροπρόθεσμη προοπτική θα μπορούσαν να είναι επωφελείς για τη διακυβέρνηση στον δημόσιο τομέα. Ελλείψεις διαπιστώνονται επίσης στον τομέα των δοκιμών και της ασφάλειας των προϊόντων λόγω των περιορισμένων οικονομικών και ανθρώπινων πόρων. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των μέτρων που περιλαμβάνονται στην εθνική στρατηγική για τις δημόσιες συμβάσεις έχουν εγκριθεί, η εφαρμογή τους απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, έλεγχο και αξιολόγηση. Η συχνή προσφυγή σε απευθείας αναθέσεις και ο υψηλός αριθμός περιπτώσεων υποβολής μίας και μόνης προσφοράς αποτελούν απειλή για τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Η διοικητική ικανότητα του τομέα των δημοσίων συμβάσεων, όπως και ο επαγγελματισμός των δημοσίων αγοραστών και οι συγκεντρωτικές αγορές, αποτελούν διαρκή πρόκληση. Η σημαντική καθυστέρηση στην υιοθέτηση των ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων αποτρέπει την περαιτέρω βελτίωση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων.

(17)

Η αγορά εργασίας βελτιώθηκε, αλλά οι προκλήσεις παραμένουν. Το ποσοστό απασχόλησης έχει φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο από τότε που η Βουλγαρία προσχώρησε στην Ένωση και το ποσοστό ανεργίας είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης. Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, ορισμένες ομάδες, όπως τα άτομα με χαμηλή ειδίκευση, οι νέοι, οι Ρομά και τα άτομα με αναπηρία, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εύρεση εργασίας. Ειδικά μέτρα εφαρμόζονται για τη στήριξη των μακροχρόνια ανέργων, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο 3 % του ενεργού πληθυσμού το 2018. Ο συνδυασμός αποτελεσματικών και συστηματικών μέτρων προσέγγισης, ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας και ολοκληρωμένων υπηρεσιών απασχόλησης και κοινωνικών υπηρεσιών θα μπορούσε να βελτιώσει την απασχολησιμότητα και τις πιθανότητες των μειονεκτουσών ομάδων να βρουν εργασία.

(18)

Η αυξανόμενη έλλειψη δεξιοτήτων που παρατηρείται στη Βουλγαρία καθιστά απαραίτητη την υλοποίηση σημαντικών επενδύσεων. Οι προοπτικές των νέων για απασχόληση θα μπορούσαν να βελτιωθούν εάν βελτιωνόταν η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των περιόδων πρακτικής άσκησης και μαθητείας. Επιπλέον, η συμμετοχή των ενηλίκων σε μέτρα αναβάθμισης των δεξιοτήτων και επανεκπαίδευσης είναι πολύ χαμηλή. Παρά τη λήψη μέτρων για την ενθάρρυνση της ανάπτυξης ψηφιακών δεξιοτήτων, το επίπεδο βασικών ψηφιακών δεξιοτήτων της Βουλγαρίας (29 % των πολιτών διαθέτουν βασικές ψηφιακές δεξιότητες έναντι μέσου όρου 57 % στην Ένωση) εξακολουθεί να είναι μεταξύ των χαμηλότερων στην Ένωση.

(19)

Παρά την επικύρωση της σύμβασης της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας σχετικά με τον καθορισμό των κατώτατων μισθών και το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του 2018 πραγματοποιήθηκαν αρκετοί γύροι διαπραγματεύσεων, οι εργοδότες και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εξακολουθούν να έχουν αποκλίνουσες απόψεις σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού. Υπάρχουν περιθώρια για μεγαλύτερη συναίνεση σχετικά με έναν αντικειμενικό και διαφανή μηχανισμό καθορισμού των μισθών. Εν τω μεταξύ, μολονότι φαίνεται να έχει αυξηθεί η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των μεταρρυθμίσεων, είναι ανάγκη να συνεχιστεί η στήριξη για έναν ενισχυμένο κοινωνικό διάλογο.

(20)

Τα αποτελέσματα στον τομέα της εκπαίδευσης παραμένουν ισχνά και εξακολουθούν να επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των γονέων. Αυτό αντικατοπτρίζει τα προβλήματα ποιότητας και συμμετοχικότητας του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η Βουλγαρία δεν επενδύει όσο θα έπρεπε στην εκπαίδευση, και ειδικότερα στην προσχολική και την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δύο τομείς που είναι καθοριστικής σημασίας για την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών από μικρή ηλικία. Η συμμετοχή στην ποιοτική προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα είναι χαμηλή, ιδίως για τους Ρομά και τα παιδιά από άλλες μειονεκτούσες ομάδες. Τα επίπεδα πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου παραμένουν υψηλά, με αρνητικές συνέπειες για τη μελλοντική απασχολησιμότητα και τα αποτελέσματα στην αγορά εργασίας. Η συνάφεια της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας και η διαθεσιμότητα διττής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης παραμένουν ανεπαρκείς. Μολονότι έχουν δρομολογηθεί κάποια μέτρα, χρειάζεται να καταβληθούν επιπλέον προσπάθειες για να εξασφαλιστεί ότι οι δεξιότητες των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορούν να ανταποκριθούν στις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες ανάγκες κατά τρόπο συνεπή. Κάποια μέτρα έχουν ληφθεί για την επανεκπαίδευση των εκπαιδευτικών και για τη βελτίωση της ελκυστικότητας του επαγγέλματος. Ωστόσο, τα προγράμματα αρχικής και συνεχούς εκπαίδευσης για εκπαιδευτικούς απαιτούν περαιτέρω ενίσχυση και χρειάζεται να καταβληθούν και άλλες προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εκπαιδευτικών.

(21)

Η Βουλγαρία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλή εισοδηματική ανισότητα και κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το ποσοστό φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, αν και μειούμενο, ήταν 32,8 % το 2018, παραμένει δηλαδή πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης. Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δεν καλύπτει όλους τους εργαζόμενους και το σύστημα κοινωνικής προστασίας δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση των σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων. Αυτό αντικατοπτρίζει το χαμηλό επίπεδο κοινωνικών δαπανών, την άνιση διαθεσιμότητα κοινωνικών υπηρεσιών στην επικράτεια και τα περιορισμένα αναδιανεμητικά αποτελέσματα του φορολογικού συστήματος. Το 2018, το εισόδημα του πλουσιότερου 20 % του πληθυσμού ήταν 7,7 φορές υψηλότερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20 %, αναλογία που εξακολουθεί να είναι μία από τις υψηλότερες στην Ένωση. Παρά τη λήψη ορισμένων μέτρων, η επάρκεια και η κάλυψη του συστήματος ελάχιστου εισοδήματος παραμένουν περιορισμένες και εξακολουθεί να μην υπάρχει αντικειμενικός μηχανισμός για την τακτική επικαιροποίησή του. Οι κοινωνικές υπηρεσίες περιορίζονται λόγω του χαμηλού ποιοτικού επιπέδου και της απουσίας ολοκληρωμένης προσέγγισης όσον αφορά την ενεργό ένταξη. Όσον αφορά την πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τη μακροχρόνια φροντίδα, εξακολουθούν να υφίστανται ανισότητες, οι οποίες υπονομεύουν την ικανότητά τους να παρέχουν ολοκληρωμένη στήριξη στις πλέον ευάλωτες ομάδες, όπως οι Ρομά, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με αναπηρία και τα άτομα που ζουν σε αγροτικές περιοχές. Ένα μέρος του πληθυσμού δυσκολεύεται να αποκτήσει πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγη. Ως εκ τούτου, απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες για την ενίσχυση της ενεργητικής ένταξης, την προώθηση της κοινωνικοοικονομικής ένταξης των ευάλωτων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των Ρομά, τη βελτίωση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες και την αντιμετώπιση της υλικής στέρησης.

(22)

Ο τομέας της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλό ποσοστό δημοσίων δαπανών. Η πρόσβαση των πολιτών στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι περιορισμένη στη Βουλγαρία, λόγω της άνισης κατανομής των περιορισμένων πόρων και της χαμηλής κάλυψης ασφάλισης ασθένειας. Οι άμεσες πληρωμές από τους ασθενείς είναι υψηλές, αφού πρέπει να αντισταθμίσουν το χαμηλό επίπεδο των δημοσίων δαπανών. Η χαμηλή διαθεσιμότητα γενικών ιατρών περιορίζει την παροχή πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Σε αυτήν προστίθεται η σημαντική έλλειψη νοσηλευτών, ο κατά κεφαλήν αριθμός των οποίων είναι από τους χαμηλότερους στην Ένωση. Η ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής για την υγεία θα συμβάλει στην αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών.

(23)

Στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου, η Επιτροπή συνεχίζει να παρακολουθεί τη δικαστική μεταρρύθμιση και την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος στη Βουλγαρία. Συνεπώς, οι τομείς αυτοί δεν καλύπτονται από τις συστάσεις ανά χώρα για τη Βουλγαρία, αλλά έχουν κρίσιμη σημασία για τη δημιουργία ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος στη χώρα. Στην έκθεση του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου του Νοεμβρίου 2018 σημειώνεται ότι η Βουλγαρία συνέχισε τις προσπάθειές της για τη μεταρρύθμιση του δικαστικού της συστήματος και την αντιμετώπιση των ελλείψεων όσον αφορά την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά ότι απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες σε ορισμένους τομείς. Η Επιτροπή προβλέπει ότι θα αξιολογήσει εκ νέου την πρόοδο στις αρχές του φθινοπώρου 2019.

(24)

Ο προγραμματισμός των κονδυλίων των ενωσιακών ταμείων για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην κάλυψη ορισμένων κενών που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας του 2019. Η Βουλγαρία θα μπορούσε επομένως να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα κονδύλια αυτά στους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της χώρας για τη διαχείριση των εν λόγω κονδυλίων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία των συγκεκριμένων επενδύσεων.

(25)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Βουλγαρίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Βουλγαρία τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Βουλγαρία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(26)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019 και είναι της γνώμης (7) ότι η Βουλγαρία αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(27)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019. Οι συστάσεις του βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στη σύσταση 2 κατωτέρω.

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Βουλγαρία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να βελτιώσει την είσπραξη των φόρων μέσω στοχοθετημένων μέτρων σε τομείς όπως της φορολόγησης των καυσίμων και της εργασίας· Να αναβαθμίσει την εταιρική διακυβέρνηση των κρατικών επιχειρήσεων με τη θέσπιση και τη θέση σε εφαρμογή της νομοθεσίας που θα θεσπιστεί προσεχώς.

2.   

Να διασφαλίσει τη σταθερότητα του τραπεζικού τομέα με την ενίσχυση της εποπτείας, την προαγωγή της επαρκούς αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών εξασφαλίσεων, και την προώθηση μιας λειτουργικής δευτερογενούς αγοράς για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Να διασφαλίσει την αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή του πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Να ενισχύσει τον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα εφαρμόζοντας αποτελεσματικά την εποπτεία βάσει κινδύνου, τις πρόσφατα εγκριθείσες κατευθυντήριες γραμμές αποτίμησης και την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου. Να εφαρμόσει τον αναμενόμενο χάρτη πορείας για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο αφερεγγυότητας. Να ενισχύσει τη σταθερότητα του τομέα ασφάλισης αυτοκινήτων, με την αντιμετώπιση των προκλήσεων της αγοράς και των εναπομενουσών διαρθρωτικών αδυναμιών.

3.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στην έρευνα και την καινοτομία, στις μεταφορές, ιδίως όσον αφορά τη βιωσιμότητά τους, στις υποδομές στον τομέα των υδάτων, των αποβλήτων και της ενέργειας, καθώς και στην ενεργειακή απόδοση, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες και βελτιώνοντας το επιχειρηματικό περιβάλλον.

4.   

Να ενισχύσει την απασχολησιμότητα με την αναβάθμιση των δεξιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών δεξιοτήτων. Να βελτιώσει την ποιότητα, τη συνάφεια με την αγορά εργασίας και τη συμμετοχικότητα της εκπαίδευσης, ιδίως για τους Ρομά και άλλες μειονεκτούσες ομάδες. Να προωθήσει την κοινωνική ένταξη με την καλύτερη πρόσβαση σε ολοκληρωμένες κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες απασχόλησης και την αποτελεσματικότερη στήριξη του ελάχιστου εισοδήματος. Να βελτιώσει την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, μεταξύ άλλων με τη μείωση των άμεσων πληρωμών από τους ασθενείς και την αντιμετώπιση της έλλειψης επαγγελματιών στον τομέα της υγείας.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 320 της 10.9.2018, σ. 7.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).

(7)  Δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/15


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Τσεχίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Τσεχίας του 2019

(2019/C 301/03)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 σχετικά με τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων, που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Τσεχία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Τσεχία δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Τσεχίας όσον αφορά την εφαρμογή των ειδικών ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (3), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Τσεχίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(3)

Στις 30 Απριλίου 2019, η Τσεχία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων («ΕΔΕΤ») για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Η Τσεχία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σύγκλισης του 2019, η κυβέρνηση αναμένει να κινηθεί από δημοσιονομικό πλεόνασμα ύψους 0,3 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2019 σε έλλειμμα 0,2 % το 2020, το οποίο προβλέπεται να επιδεινωθεί σταδιακά στο 0,5 % έως το 2022. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (5), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —ο οποίος μεταβλήθηκε από διαρθρωτικό έλλειμμα 1 % το 2019 σε 0,75 % του ΑΕΠ από το 2020— εξακολουθεί να υπερκαλύπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά στο 29,7 % το 2022. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Οι κίνδυνοι όσον αφορά την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων φαίνονται σε γενικές γραμμές ισορροπημένοι, ενώ αναμένεται περαιτέρω αύξηση των μισθών του Δημοσίου και των κοινωνικών μεταβιβάσεων, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τη μικρή μείωση των συνολικών εσόδων ως ποσοστού του ΑΕΠ. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να επιδεινωθεί περίπου στο -0,1 % του ΑΕΠ το 2019 και στο -0,4 % του ΑΕΠ το 2020, παραμένοντας πάνω από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Τσεχία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019 και το 2020.

(6)

Η Τσεχία αντιμετωπίζει μεσοπρόθεσμους κινδύνους για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μακροπρόθεσμα, κυρίως λόγω του κόστους της δημογραφικής γήρανσης. Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες είναι ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει αρνητικά τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, καθώς αναμένεται να εμφανίσουν αύξηση κατά περίπου 2 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2070. Οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι προέρχονται από τη δυσμενή δημογραφική εξέλιξη, σε συνδυασμό με τον καθορισμό του ανώτατου νόμιμου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη. Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων (σύγκριση ηλικιωμένων με τον ενεργό πληθυσμό) σχεδόν διπλασιάζεται, φθάνοντας περίπου στο 50 % το 2070. Τα πρόσφατα μέτρα βελτιώνουν την επάρκεια των συντάξεων. Παράλληλα με μια πιο γενναιόδωρη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των συνταξιοδοτικών παροχών, η κυβέρνηση αύξησε το βασικό ποσό σύνταξης και αύξησε συμπληρωματικά τις συντάξεις για τους συνταξιούχους μεγαλύτερης ηλικίας. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν συνοδεύονται από πολιτικές που θα βελτίωναν τη βιωσιμότητα. Για παράδειγμα, η ευθυγράμμιση μεταξύ της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης δεν είναι αυτόματη. Επί του παρόντος, οποιαδήποτε αλλαγή στην ηλικία συνταξιοδότησης (νόμιμη ηλικία και πρόωρη συνταξιοδότηση) θα πρέπει να προτείνεται από την κυβέρνηση και να εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο. Τα μέτρα αυτά μπορούν επίσης να συνδυαστούν με πολιτικές για την αγορά εργασίας που να στηρίζουν την παράταση της επαγγελματικής σταδιοδρομίας και τη συμμετοχή υποεκπροσωπούμενων ομάδων. Η προβλεπόμενη αύξηση των δημόσιων δαπανών για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, λόγω γήρανσης του πληθυσμού, ανέρχεται σε 1,1 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2070, γεγονός που μειώνει επίσης τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η περαιτέρω εξυγίανση του νοσοκομειακού τομέα και οι επενδύσεις στην πρωτοβάθμια και ολοκληρωμένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και κοινωνική πρόνοια θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

(7)

Η Εθνική Τράπεζα της Τσεχίας μπορεί να καθορίζει μακροπροληπτικά όρια παροχής ενυπόθηκων δανείων, με χαρακτήρα σύστασης, αλλά σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι εξουσίες της για επιβολή κυρώσεων είναι περιορισμένες, διότι δεν διαθέτει επίσημη εξουσία επιβολής. Παρότι σε γενικές γραμμές οι τσεχικές τράπεζες συμμορφώνονται με τις συστάσεις, τα δεσμευτικά νομοθετικά όρια είναι πιθανό να αυξήσουν το επίπεδο συμμόρφωσης των τσεχικών τραπεζών και άλλων παρόχων ενυπόθηκων δανείων, διασφαλίζοντας τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη μείωση των κινδύνων για τους δανειολήπτες. Μια νομοθετική πρόταση, για την τροποποίηση του νόμου σχετικά με την Εθνική Τράπεζα της Τσεχίας, τελεί ακόμη υπό συζήτηση.

(8)

Παρά τις μικρές βελτιώσεις, η διαφθορά εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ανησυχίας για τις επιχειρήσεις και ενδέχεται να παρεμποδίζει την οικονομική δραστηριότητα. Όσον αφορά τη θετική πλευρά, οι μεταρρυθμίσεις του 2017, συμπεριλαμβανομένων των μεταρρυθμίσεων στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, τίθενται επί του παρόντος σε εφαρμογή, και ορισμένα εκκρεμή μέτρα εγκρίθηκαν τελικά από την κυβέρνηση και διαβιβάστηκαν στο Κοινοβούλιο για περαιτέρω συζήτηση. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι προτάσεις για την επέκταση του ρόλου του Ανώτατου Ελεγκτικού Συνεδρίου στις περιφέρειες και τους δήμους, καθώς και για τους διορισμούς στις κρατικές επιχειρήσεις, ένα πεδίο που είναι ανοικτό σε συγκρούσεις συμφερόντων και που χρήζει ρύθμισης. Ωστόσο, οι προτάσεις για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και για τις ομάδες συμφερόντων δεν έχουν εγκριθεί ακόμη.

(9)

Η Τσεχία επιτυγχάνει υψηλές επιδόσεις στην αγορά εργασίας. Η απασχόληση αυξήθηκε σταθερά τα τελευταία επτά έτη και η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά. Παρά ταύτα, το δυναμικό της αγοράς εργασίας που αποτελείται από γυναίκες με μικρά παιδιά, άτομα με χαμηλή ειδίκευση και άτομα με αναπηρία εξακολουθεί να υποχρησιμοποιείται. Υπό το πρίσμα των ελλείψεων εργατικού δυναμικού, υπάρχει σαφές περιθώριο για την αύξηση της συμμετοχής τους στην αγορά εργασίας. Το χάσμα απασχόλησης και η μισθολογική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα, παρά τα πρόσφατα μέτρα που κατέστησαν πιο ευέλικτη τη γονική άδεια και αύξησαν τον αριθμό των εγκαταστάσεων παιδικής φροντίδας. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών συνεχίζει να είναι πολύ χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών. Η χαμηλή διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτής παιδικής φροντίδας, οι γονικές άδειες μεγάλης διάρκειας, η περιορισμένη χρήση ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας και η έλλειψη εγκαταστάσεων μακροχρόνιας περίθαλψης εξακολουθούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Το 2017, μόλις το 6,5 % των παιδιών ηλικίας κάτω των τριών ετών βρισκόταν σε επίσημες δομές παιδικής φροντίδας (σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης που ήταν 34,2 %). Παρόλο που τα άτομα χαμηλής ειδίκευσης αντιπροσωπεύουν μικρό ποσοστό του πληθυσμού, το ποσοστό απασχόλησής τους είναι πολύ χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των ατόμων μεσαίας και υψηλής ειδίκευσης. Ομοίως, το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία παραμένει χαμηλό. Λόγω περιορισμένης ικανότητας, οι δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης αδυνατούν επί του παρόντος να παράσχουν εξατομικευμένη, συνεχή στήριξη στα άτομα που αναζητούν εργασία. Η αύξηση της ικανότητας των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης να προσεγγίζουν και να ενεργοποιούν τις μειονεκτούσες ομάδες ατόμων, σε συνδυασμό με αποτελεσματικές και καλά στοχευμένες ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας, θα συμβάλει στην αύξηση της συμμετοχής των εν λόγω ομάδων.

(10)

Για να αντιμετωπιστούν οι περιορισμοί όσον αφορά το εργατικό δυναμικό, καθώς και οι δημογραφικοί περιορισμοί, σε μια οικονομία έντασης μεταποίησης απαιτούνται περισσότερες επενδύσεις στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένων των εργαζόμενων ενηλίκων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η χώρα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις που προκύπτουν από τις διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, όπως οι μελλοντικές τεχνολογικές αλλαγές. Είναι δυνατόν να προκύψουν, ιδίως στον ψηφιακό τομέα, ποιοτικές αναντιστοιχίες δεξιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που οφείλονται στη μελλοντική αυτοματοποίηση και ρομποτοποίηση. Για τις νέες θέσεις εργασίας θα απαιτηθούν νέες ικανότητες και σημαντικές επενδύσεις, ιδίως για την αύξηση των επαγγελματικών τεχνικών δεξιοτήτων και ψηφιακών δεξιοτήτων, που αναμένεται να χρειαστούν λόγω της αυτοματοποίησης των υφιστάμενων θέσεων εργασίας με μηχανικές μεθόδους. Μολονότι κατά τα τελευταία έτη έχουν αναληφθεί διάφορες πρωτοβουλίες για την καθιέρωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για τις δεξιότητες, οι πρωτοβουλίες αυτές δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί σε γνήσιο ολοκληρωμένο σύστημα.

(11)

Οι εκπαιδευτικές επιδόσεις εξακολουθούν να επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των μαθητών. Το 2016, με τη στήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, πραγματοποιήθηκε μεταρρύθμιση για τον περιορισμό των αποκλεισμών στην εκπαίδευση. Η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από τη διαθεσιμότητα επαρκούς και βιώσιμης εθνικής χρηματοδότησης, την περαιτέρω επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και του βοηθητικού εκπαιδευτικού προσωπικού, καθώς και την αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού όσον αφορά τα οφέλη της εκπαίδευσης χωρίς αποκλεισμούς. Αν και συνολικά ο αντίκτυπος της μεταρρύθμισης για μια εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς ήταν θετικός, ο αντίκτυπός της στη συμμετοχή των παιδιών Ρομά στη γενική εκπαίδευση παραμένει περιορισμένος. Οι χαμηλές επενδύσεις, η περιορισμένη ελκυστικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού και οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες αποτελούν τροχοπέδη για την επίτευξη υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Υπάρχει έλλειψη εκπαιδευτικών λόγω του χαμηλού κύρους της εργασίας, των χαμηλών μισθών σε σύγκριση με άλλα επαγγέλματα, παρά τις πρόσφατες αυξήσεις, και των περιορισμένων ευκαιριών επαγγελματικής εξέλιξης. Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού εξακολουθεί να είναι σχετικά μη ελκυστικό για τους ταλαντούχους νέους. Με αυτά τα δεδομένα, οι ελλείψεις καταρτισμένων εκπαιδευτικών, σε συνδυασμό με τις αναμενόμενες δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις, υποδεικνύουν ότι θα μπορούσε να καταστεί πιο δύσκολη η πρόσληψη και η διατήρηση εκπαιδευτικών στο μέλλον.

(12)

Παρά το γεγονός ότι η Τσεχία αποτελεί χώρα διέλευσης, η ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των διαδρόμων του ΔΕΔ-Μ, απέχει πολύ από την τελική της φάση. Οι υποδομές προαστιακών συγκοινωνιών παραμένουν και αυτές ελλιπείς, περιορίζοντας την εξασφάλιση οικονομικά προσιτής στέγης και την ικανότητα των πολιτών να μετακινούνται για να εργαστούν. Οι ανεπαρκείς συνδέσεις μεταφορών αποτρέπουν επίσης τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, ιδίως σε απομακρυσμένες περιοχές. Παρόλο που η διαδικασία ανάπτυξης των προαστίων βρίσκεται σε εξέλιξη στις μητροπολιτικές περιοχές, τα προαστιακά δίκτυα συγκοινωνιών υστερούν, ιδίως όσον αφορά τις σιδηροδρομικές υποδομές. Η χώρα έχει χαμηλές επιδόσεις όσον αφορά τις πτυχές χαμηλών εκπομπών άνθρακα, ιδίως όσον αφορά το ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις μεταφορές και τη διάδοση της χρήσης ηλεκτρικών οχημάτων. Επιπλέον, η προβλεπόμενη ανάπτυξη των υποδομών επαναφόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων ενδέχεται να μην είναι επαρκής για την κάλυψη της μελλοντικής ζήτησης. Η αύξηση των επενδύσεων στις βιώσιμες μεταφορές θα μπορούσε επίσης να μειώσει την ατμοσφαιρική ρύπανση και την ηχορύπανση, μετριάζοντας τις επιπτώσεις τους στη δημόσια υγεία, ιδίως στις αστικές περιοχές. Οι ψηφιακές υποδομές βελτιώνονται, αλλά το χάσμα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών εξακολουθεί να υφίσταται, καθώς μόνο το 59 % των αγροτικών νοικοκυριών καλύπτεται από ταχέα ευρυζωνικά δίκτυα. Η αναβάθμιση των παλαιότερων δικτύων που βασίζονται σε υποδομές χαλκού, σε συνδυασμό με σταθερές ασύρματες λύσεις πρόσβασης, δεν θα επαρκέσει για την επίτευξη των στόχων συνδεσιμότητας για το 2025. Για την κάλυψη των μελλοντικών αναγκών συνδεσιμότητας χρειάζονται επενδύσεις σε δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας (π.χ. οπτικών ιών) και κατάλληλα μέτρα από την πλευρά της ζήτησης.

(13)

Η ένταση ενέργειας της τσεχικής οικονομίας παραμένει μία από τις υψηλότερες στην Ένωση, καθώς η ενεργειακή απόδοση βελτιώνεται με αργούς ρυθμούς μόνο, ιδίως στον τομέα των κτηρίων. Η ένταση ενέργειας είναι μέγιστη στον βιομηχανικό τομέα και στον τομέα των κατοικιών. Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης αποτελεί ευκαιρία για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Τσεχίας, με τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, την ανάπτυξη καθαρότερων βιομηχανιών και την ανέλιξη στην αξιακή αλυσίδα. Ο άνθρακας κυριαρχεί στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή ανθρακούχων εκπομπών, γεγονός που συνιστά σοβαρή απειλή για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα σε τοπικό επίπεδο. Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις οδικές μεταφορές έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία 5 χρόνια. Σχετικά με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και την πρόληψη των κινδύνων, δεν υπάρχει κατάλληλη δράση όσον αφορά την κατάλληλη πρόληψη, την ετοιμότητα και την ανθεκτικότητα σε καταστροφές.

(14)

Ο διοικητικός και κανονιστικός φόρτος ενδέχεται να παρεμποδίσει τις επενδύσεις. Πολλές τσεχικές επιχειρήσεις θεωρούν τον διοικητικό και κανονιστικό φόρτο σοβαρό εμπόδιο για τις επενδύσεις. Η ταχέως μεταβαλλόμενη νομοθεσία και οι πολύπλοκες διοικητικές διαδικασίες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το κόστος της εκτέλεσης των συμβάσεων, οι συχνές αλλαγές των φορολογικών και εργασιακών κανονιστικών ρυθμίσεων και η δυσκολία έκδοσης οικοδομικών αδειών είναι δυνατόν να αποθαρρύνουν τις επενδύσεις στη χώρα. Ο βαθμός διοικητικού φόρτου διαφέρει επίσης σημαντικά μεταξύ των περιφερειών. Οι πρόσφατες προτάσεις αποσκοπούν στη μείωση της πολυπλοκότητας των διαδικασιών σχεδιασμού, ιδίως για τα μεγάλα έργα υποδομής. Συν τοις άλλοις, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να καταρτίσει νέο νόμο για τις κατασκευές, έως το 2021, με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων. Η ευθύνη για την εποπτεία της αγοράς προϊόντων επιμερίζεται σε διάφορους οργανισμούς, πάσχει από αλληλεπικαλύψεις και θέτει προκλήσεις για τον αποτελεσματικό συντονισμό και την αποδοτική συνεργασία.

(15)

Παρά τη βελτίωση όσον αφορά τη διαφάνεια και την παροχή κατάρτισης, οι πρακτικές στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων εξακολουθούν να υστερούν ως προς την ανταγωνιστικότητα, λόγω του υψηλού ποσοστού των διαδικασιών με μόνο μία υποβληθείσα προσφορά, τη χρήση κριτηρίων ποιότητας και την εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς. Η συντριπτική πλειονότητα των αποφάσεων για τις δημόσιες συμβάσεις εξακολουθεί να βασίζεται στη χαμηλότερη τιμή, καθώς εξακολουθεί να εκκρεμεί η υιοθέτηση μιας στρατηγικής προσέγγισης. Δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στις κεντρικές δημόσιες συμβάσεις και στη χρήση κοινής εμπειρογνωμοσύνης, αλλά η ανάπτυξή τους είναι μάλλον αργή, παρά το αποδεδειγμένο δυναμικό τους.

(16)

Η Τσεχία δεν έχει δημιουργήσει ακόμη ένα πλήρως λειτουργικό οικοσύστημα καινοτομίας, βασισμένο στην εγχώρια έρευνα και ανάπτυξη. Η χώρα εξακολουθεί να αποτελεί μετρίως καινοτομική χώρα σε επίπεδο Ένωσης, παρά την αύξηση της έντασης έρευνας και ανάπτυξης. Οι επιδόσεις αυτές μπορεί να συνδέονται με τις δημόσιες επενδύσεις που δεν διαθέτουν πλήρως συνεκτική στρατηγική προκειμένου να αυξηθούν οι μέτριες επιδόσεις της έρευνας και να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ του ιδιωτικού τομέα και της πανεπιστημιακής κοινότητας. Η αύξηση της παραγωγικότητας οφείλεται ως επί το πλείστον σε μεγάλες ξένες εταιρείες, ενώ οι εγχώριες εταιρείες υστερούν από άποψη παραγωγής προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον, η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής, δείκτης της αποδοτικότητας του κεφαλαίου και της εργασίας στην παραγωγή, αυξάνεται με σχετικά αργό ρυθμό. Η αυξημένη εστίαση στην εγχώρια καινοτομία θα μπορούσε να τονώσει την παραγωγικότητα σε ολόκληρο το φάσμα των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

(17)

Ο προγραμματισμός των κονδυλίων των ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην κάλυψη ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας του 2019. Η Τσεχία θα μπορούσε, επομένως, να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα κονδύλια αυτά στους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της χώρας για τη διαχείριση των εν λόγω κονδυλίων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία των συγκεκριμένων επενδύσεων.

(18)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Τσεχίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση χώρας του 2019. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Τσεχία κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Τσεχία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης να ενδυναμωθεί η συνολική οικονομική διακυβέρνηση της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε επίπεδο Ένωσης κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(19)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019 και είναι της γνώμης (6) ότι η Τσεχία αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Τσεχία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να βελτιώσει τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Να εγκρίνει τα εκκρεμή μέτρα κατά της διαφθοράς.

2.   

Να προωθήσει την απασχόληση των γυναικών με μικρά παιδιά, μεταξύ άλλων με τη βελτίωση της πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή παιδική φροντίδα, και των μειονεκτουσών ομάδων. Να αυξήσει την ποιότητα και τη συμμετοχικότητα των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, μεταξύ άλλων με την προώθηση των τεχνικών και ψηφιακών δεξιοτήτων και την προαγωγή του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

3.   

Να εστιάσει την οικονομική πολιτική επενδύσεων στις μεταφορές, ιδίως στην περιβαλλοντική βιωσιμότητά τους, στις ψηφιακές υποδομές, στη μετάβαση σε χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές και στην ενεργειακή μετάβαση, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής απόδοσης, λαμβάνοντας υπόψη της περιφερειακές ανισότητες. Να μειώσει τον διοικητικό φόρτο των επενδύσεων και να στηρίξει περισσότερο τον ανταγωνισμό με γνώμονα την ποιότητα στις δημόσιες συμβάσεις. Να εξαλείψει τα εμπόδια που αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη ενός πλήρως λειτουργικού οικοσυστήματος καινοτομίας.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ L 320 της 10.9.2018, σ. 12.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/20


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Δανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Δανίας του 2019

(2019/C 301/04)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 σχετικά με τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Έλαβε δεόντως υπόψη της τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Δανία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2019 για τη Δανία δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Δανίας όσον αφορά την εφαρμογή των ειδικών ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (3), η συνέχεια που δόθηκε στις ειδικές ανά χώρα συστάσεις που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Δανίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(3)

Η Δανία υπέβαλε το εθνικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 στις 15 Μαρτίου 2019 και στις 10 Απριλίου 2019 το οικείο πρόγραμμα σύγκλισης του 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων («ΕΔΕΤ») για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Η Δανία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σύγκλισης του 2019, η κυβέρνηση προβλέπει ονομαστικό έλλειμμα ύψους 0,1 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2019 και το 2020. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (5), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ— εξακολουθεί να υπερκαλύπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος μέχρι το 2025. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 33,4 % το 2019 και να παραμείνει σταθερός το 2020, προτού αυξηθεί σχεδόν σε 37,8 % έως το 2025. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι εύλογο καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να εμφανίσει πλεόνασμα ύψους 0,9 % του ΑΕΠ το 2019 και 1,0 % του ΑΕΠ το 2020, υπερβαίνοντας έτσι τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Οι κίνδυνοι συνδέονται με την υστέρηση των εσόδων από ασταθείς συνιστώσες, και ιδίως των εσόδων από τη φορολογία των αποδόσεων των συνταξιοδοτικών ταμείων. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Δανία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019 και το 2020.

(6)

Το σύστημα έρευνας και καινοτομίας της Δανίας χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα επενδύσεων, ισχυρή βάση ανθρώπινων πόρων και επιστημονική αριστεία. Ωστόσο, το τοπίο της έρευνας και καινοτομίας στη Δανία είναι συγκεντρωμένο σε σχετικά μικρό αριθμό φορέων, όπως μεγάλες εταιρείες και ιδρύματα κυρίως στους τομείς των φαρμάκων και της βιοτεχνολογίας, γεγονός που καθιστά το σύστημα έρευνας και καινοτομίας δυνητικά ευάλωτο σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Ως εκ τούτου, φαίνεται να υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης με διενέργεια επενδύσεων για την ανάπτυξη πολύ καινοτόμων εταιρειών.

(7)

Η διασφάλιση της προσφοράς εργασίας σε περιόδους δημογραφικών και τεχνολογικών αλλαγών και η αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού, ιδίως ειδικευμένων εργαζομένων και ειδικών σε θέματα ΤΠΕ, έχει καίρια σημασία για την προώθηση της βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης στη Δανία. Οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις για τη βελτίωση της ελκυστικότητας της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και, συνεπώς, την αύξηση των ποσοστών συμμετοχής σε αυτήν αναμένεται να έχουν θετικό αντίκτυπο στην προσφορά ειδικευμένων εργαζομένων. Οι συνεχείς επενδύσεις στην εκπαίδευση ενηλίκων και στη διά βίου μάθηση και τις ψηφιακές δεξιότητες θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν στην αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης. Επιπλέον, θα ήταν χρήσιμο να δοθεί έμφαση στην καλύτερη ενσωμάτωση των περιθωριοποιημένων και των μειονεκτουσών ομάδων στην αγορά εργασίας. Αυτό αφορά ιδίως τους νέους με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, άτομα με μειωμένη ικανότητα εργασίας και αναπηρίες. Επιπλέον, οι εκπαιδευτικές επιδόσεις των παιδιών που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση.

(8)

Παρά τις οδικές αρτηρίες υψηλής ποιότητας, η κυκλοφοριακή συμφόρηση αυξάνεται, ιδίως γύρω από τις μεγάλες πόλεις. Επιπλέον, υπάρχει ανάγκη απαλλαγής του τομέα των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές, πράγμα που δείχνει ότι υπάρχουν επενδυτικές ευκαιρίες σε βιώσιμες υποδομές μεταφορών για την απαλλαγή του τομέα των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές και την αντιμετώπιση της συμφόρησης του οδικού δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης υποδομών εναλλακτικών καυσίμων. Η απερχόμενη κυβέρνηση έχει προτείνει ένα σχέδιο για τη μείωση της κυκλοφοριακής συμφόρησης γύρω από τις μεγαλύτερες πόλεις. Εκκρεμεί η έγκριση του σχεδίου αυτού το οποίο προβλέπει τη διάθεση 112 δισεκατ. DKK (σχεδόν 6 % του ΑΕΠ) από το 2020 έως το 2030.

(9)

Μολονότι το επίπεδο παραγωγικότητας της οικονομίας της Δανίας εξακολουθεί να είναι από τα υψηλότερα στην Ένωση, η αύξηση της παραγωγικότητας μειώνεται εδώ και δεκαετίες. Οι εξαγωγικές εταιρείες εμφανίζουν υψηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας από ό,τι οι εταιρείες που προστατεύονται από τον ανταγωνισμό αλλοδαπών εταιρειών. Ενώ η Δανία έχει λάβει μέτρα για να στηρίξει τη βελτίωση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων στους τομείς των υπηρεσιών με εγχώριο προσανατολισμό, η αύξηση της παραγωγικότητας και ο ανταγωνισμός στους τομείς αυτούς εξακολουθούν να υστερούν. Η Δανία έχει εφαρμόσει μέτρα για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στον χρηματοπιστωτικό τομέα και συνέχισε να εφαρμόζει τη στρατηγική για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.

(10)

Μετά από αρκετά έτη σημαντικών αυξήσεων, οι τιμές των κατοικιών, εμφανίζονται υπερτιμημένες, ιδίως στις κυριότερες αστικές περιοχές. Ωστόσο, το 2018 οι αυξήσεις των τιμών των κατοικιών μετριάστηκαν. Επιπλέον, παρά τη συνεχιζόμενη μείωση, ο λόγος του χρέους των νοικοκυριών προς το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει ο υψηλότερος στην Ένωση. Το μερίδιο των ενυπόθηκων δανείων με κυμαινόμενα επιτόκια και αναβαλλόμενη αποπληρωμή μειώνεται σταδιακά, αλλά εξακολουθεί να είναι υψηλό. Νέα μακροπροληπτικά μέτρα φαίνεται ότι περιόρισαν την αύξηση των νέων ενυπόθηκων δανείων που χαρακτηρίζονται από πολύ υψηλούς λόγους χρέους προς το εισόδημα και ύψους του δανείου προς την αξία. Τα τελευταία έτη, οι αρχές της Δανίας ενεργοποίησαν επίσης το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, εφάρμοσαν μέτρα για την αύξηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών και δρομολόγησαν μεταρρύθμιση του φόρου ακίνητης περιουσίας (με ισχύ από το 2021) για να τεθεί τέλος στο φιλοκυκλικό σύστημα φορολόγησης της περιουσίας. Παρ’ όλα αυτά, ο συνδυασμός πολύ υψηλών δεικτών δανείου ως προς το εισόδημα, υψηλού χρέους με υψηλή ευαισθησία επιτοκίου και υπερτιμημένων τιμών κατοικιών δημιουργεί κινδύνους για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα με αποτέλεσμα να απαιτείται συνεχής παρακολούθηση.

(11)

Η πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχει καταστεί προτεραιότητα για τη Δανία στον απόηχο ενός μεγάλου σκανδάλου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο οποίο εμπλεκόταν το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της Δανίας. Το δανικό κοινοβούλιο έχει συνάψει πολιτικές συμφωνίες σχετικά με την ενίσχυση της εποπτείας και τη θέσπιση μιας νέας δέσμης μέτρων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία περιλαμβάνει στρατηγική για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η στρατηγική στηρίζεται σε οκτώ πυλώνες, οι οποίοι περιλαμβάνουν την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εποπτικών αρχών, της μονάδας χρηματοοικονομικών πληροφοριών και άλλων σχετικών φορέων. Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν και η αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας πρέπει να θεσπίσει πρόσθετα μέτρα και κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο ενίσχυσης της εποπτείας στους τομείς αυτούς. Μετά τη θέσπισή τους, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.

(12)

Ο προγραμματισμός των ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης του 2019 για τη χώρα. Αυτό θα επιτρέψει στη Δανία να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα κονδύλια από τα εν λόγω ταμεία σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες.

(13)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Δανίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Δανία κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Δανία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(14)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019 και είναι της γνώμης (6) ότι η Δανία αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης,

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Δανία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στην εκπαίδευση και τις δεξιότητες, στην έρευνα και την καινοτομία για τη διεύρυνση της βάσης καινοτομίας ώστε να συμπεριληφθούν περισσότερες επιχειρήσεις και στις βιώσιμες μεταφορές για την αντιμετώπιση της κυκλοφοριακής συμφόρησης.

2.   

Να διασφαλίσει την αποτελεσματική εποπτεία και την επιβολή του πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ L 320 της 10.9.2018, σ. 16.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/24


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Γερμανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Γερμανίας του 2019

(2019/C 301/05)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Έλαβε δεόντως υπόψη τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Γερμανία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019, το Συμβούλιο εξέδωσε τη Σύσταση σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («Σύσταση του 2019 για τη ζώνη του ευρώ»), η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών στην οικονομική και νομισματική ένωση, η Γερμανία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της Σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 και 2. Ειδικότερα, επενδυτικά μέτρα και η στήριξη της αύξησης των μισθών θα συμβάλουν στο να υλοποιηθεί η πρώτη σύσταση για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά την επανεξισορρόπηση της ζώνης του ευρώ, ενώ η ελάφρυνση της φορολόγησης της εργασίας θα συμβάλει στο να υλοποιηθεί η τρίτη σύσταση για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για τη Γερμανία δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Γερμανίας όσον αφορά την εφαρμογή των ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις ανά χώρα συστάσεις που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Γερμανίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία παρουσιάζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, το βραδέως μειούμενο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό και έχει διασυνοριακό αντίκτυπο. Το πλεόνασμα μειώθηκε ελαφρά το 2018 στο πλαίσιο της ανάκαμψης της εγχώριας ζήτησης και αναμένεται να συνεχίσει να μειώνεται σταδιακά κατά τα επόμενα έτη, αν και θα παραμείνει πάνω από το όριο που προβλέπεται στη διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών. Το πλεόνασμα αντικατοπτρίζει το χαμηλό επίπεδο εγχώριων επενδύσεων σε σχέση με τις αποταμιεύσεις, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Έχουν ληφθεί μέτρα για την τόνωση των ιδιωτικών και των δημόσιων επενδύσεων, οι οποίες έχουν αυξηθεί σημαντικά. Το γεγονός αυτό συνέβαλε σε ανάπτυξη που οφείλεται περισσότερο στην εγχώρια ζήτηση. Παρ’ όλα αυτά, ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), οι επενδύσεις και η κατανάλωση θα μπορούσαν να είχαν αυξηθεί περισσότερο δεδομένων των ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης, της υστέρησης στις δημόσιες επενδύσεις, ιδίως σε δημοτικό επίπεδο, και των διαθέσιμων δημοσιονομικών περιθωρίων. Η αύξηση των μισθών σημείωσε κάποια άνοδο λόγω της στενότητας της αγοράς εργασίας, αλλά η αύξηση των πραγματικών μισθών παραμένει σε μέτρια επίπεδα.

(4)

Η Γερμανία υπέβαλε το εθνικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 στις 16 Απριλίου 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 στις 17 Απριλίου 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη κατά τον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων («ΕΔΕΤ») για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Γερμανία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, η κυβέρνηση σχεδιάζει να επιτύχει δημοσιονομικό πλεόνασμα μεταξύ 0,5 % και 0,75 % του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2019-2023. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (6), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ— εξακολουθεί να υπερκαλύπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη το 2019 και να μειωθεί σταδιακά στο 51,25 % το 2023. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευνοϊκό. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να εμφανίσει πλεόνασμα της τάξης του 1,1 % του ΑΕΠ το 2019 και 0,8 % του ΑΕΠ το 2020, υπερβαίνοντας έτσι τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε σταθερή καθοδική πορεία. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Γερμανία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019 και το 2020. Ταυτόχρονα, θα ήταν σημαντικό να χρησιμοποιηθούν δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές για την επίτευξη ανοδικής πορείας των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων, ιδίως σε περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο, με παράλληλη τήρηση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου.

(7)

Οι δημόσιες και οι ιδιωτικές επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά το 2018, αλλά ο συντελεστής επενδύσεων παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Οι δημόσιες επενδύσεις το 2018 αυξήθηκαν κατά 7,7 % σε ονομαστικούς όρους και κατά 3,8 % σε πραγματικούς όρους, αλλά εξακολουθούν να απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες για να καλυφθεί η μεγάλη επενδυτική υστέρηση, ιδίως όσον αφορά τις επενδύσεις σε υποδομές και στην εκπαίδευση. Η πραγματική αύξηση των δημόσιων επενδύσεων ήταν θετική τα τελευταία τρία χρόνια, μετά από μια περίοδο αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης. Οι ονομαστικές επενδύσεις σε δημοτικό επίπεδο αυξήθηκαν για μόνο το 2018 σχεδόν κατά το ένα πέμπτο. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει τις προσπάθειες της κυβέρνησης για τόνωση των επενδύσεων. Ωστόσο, οι επενδύσεις σε δημοτικό επίπεδο παρέμειναν χαμηλότερες από τις αποσβέσεις. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του KfW Municipal Panel (Ειδική Ομάδα της Kreditanstalt für Wiederaufbau) για το 2019, η συσσωρευμένη επενδυτική υστέρηση το 2018 ανήλθε σε 4 % του ΑΕΠ. Σε συνδυασμό με την ευνοϊκή δημοσιονομική θέση προκύπτει ότι υπάρχουν περιθώρια για αύξηση των επενδύσεων σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, ιδίως σε περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο. Οι επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές εξακολουθούν να παρεμποδίζονται από περιορισμούς δυναμικότητας και προγραμματισμού σε δημοτικό επίπεδο. Έχουν θεσπιστεί μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των περιορισμών, αλλά δεν έχουν ακόμη αποφέρει βιώσιμα απτά αποτελέσματα. Επιπλέον, υπάρχει περιθώριο βελτίωσης των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών και των δημόσιων συμβάσεων. Οι ιδιωτικές επενδύσεις έχουν αυξηθεί αισθητά, αλλά όχι σε όλους τους τύπους περιουσιακών στοιχείων. Οι επενδύσεις σε εξοπλισμό έχουν αυξηθεί σημαντικά λόγω της πρωτοφανούς υψηλής χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας. Οι επενδύσεις σε στεγαστικά ακίνητα εξακολουθούν να αυξάνονται. Ωστόσο, στον κατασκευαστικό τομέα αναφέρονται πλέον περιορισμοί της παραγωγικής ικανότητας και αυξήσεις των τιμών. Οι μη οικιστικές κατασκευές αυξάνονται με βραδείς ρυθμούς σε πραγματικούς όρους, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι βασικές υποδομές ενδέχεται να μη συμβαδίζουν με τις ανάγκες της οικονομίας.

(8)

Οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση, ύψους 4,1 % του ΑΕΠ το 2017, παρέμειναν κάτω από τον ενωσιακό μέσο όρο του 4,6 %. Από τις συνολικές κρατικές δαπάνες, το 9,3 % διατέθηκε για την εκπαίδευση, ποσοστό που είναι επίσης χαμηλότερο από τον ενωσιακό μέσο όρο του 10,2 %. Οι δαπάνες για την εκπαίδευση και την έρευνα παρέμειναν στο 9 % του ΑΕΠ το 2017, υπολειπόμενες του εθνικού στόχου του 10 %. Παρότι οι εκπαιδευτικές δαπάνες αυξήθηκαν σε πραγματικούς όρους, η μεγάλη επενδυτική υστέρηση αυξήθηκε περαιτέρω λόγω των δημογραφικών εξελίξεων. Οι νομοθετικές αλλαγές που επιτρέπουν άμεσες επενδύσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση στην ψηφιακή εκπαίδευση επιπλέον των πόρων που διατίθενται από τα ομόσπονδα κρατίδια (DigitalPakt) είναι πολλά υποσχόμενες, αλλά δεν έχουν ακόμη αποφέρει αποτελέσματα. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν προκλήσεις όπως η αύξηση του αριθμού των μαθητών, η έλλειψη εκπαιδευτικών, η ψηφιοποίηση και η περαιτέρω επέκταση της προσχολικής εκπαίδευσης και φροντίδας θα απαιτηθεί κατάλληλη δημόσια χρηματοδότηση. Οι πρόσθετες δαπάνες για την εκπαίδευση, καθώς και για την έρευνα και καινοτομία, είναι ζωτικής σημασίας για την αύξηση της δυνητικής ανάπτυξης της Γερμανίας και την προσαρμογή της στις τεχνολογικές αλλαγές.

(9)

Η Γερμανία έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία έτη όσον αφορά την αύξηση της έντασης της έρευνας και ανάπτυξης (Ε & Α), κυρίως λόγω της αύξησης των δαπανών για Ε & Α από μεγάλες εταιρείες, ιδίως στους μεταποιητικούς τομείς μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας, και ειδικότερα στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Η ένταση Ε & Α των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) είναι σημαντικά χαμηλότερη από τον ενωσιακό μέσο όρο και εξακολουθεί να υστερεί. Οι ΜΜΕ τείνουν να επωφελούνται λιγότερο από τη συνεργασία με τα δημόσια ερευνητικά ιδρύματα απ’ ό,τι οι μεγάλες εταιρείες. Οι δύο αυτοί παράγοντες έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην επιχειρηματική καινοτομία, η οποία ακολουθεί μακροπρόθεσμη πτωτική τάση. Απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις στην Ε & Α όχι μόνο για να αυξηθεί η ικανότητα καινοτομίας σε ολόκληρη την οικονομία και να τονωθεί η παραγωγικότητα, αλλά και για να διευκολυνθεί η μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ιδίως σε σχέση με τις βιώσιμες μεταφορές, τις τεχνολογίες πράσινης ενέργειας, την οικολογική καινοτομία και την ανακύκλωση, και να αυξηθούν περαιτέρω οι επιδόσεις του δημόσιου ερευνητικού τομέα, καθώς και η συμβολή του στην επίτευξη των εν λόγω στόχων.

(10)

Η ψηφιοποίηση της γερμανικής οικονομίας προχωρά με βραδείς ρυθμούς και οι ΜΜΕ εξακολουθούν να υιοθετούν αργά τις ψηφιακές τεχνολογίες. Η Γερμανία υστερεί στην ανάπτυξη ευρυζωνικών δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας (ταχύτητες gigabit) σε εθνικό επίπεδο, και ιδίως στις αγροτικές περιοχές, όπου η αύξηση της παραγωγικότητας θα μπορούσε να βελτιωθεί με μεγαλύτερες επενδύσεις. Μόνο το 9 % των γερμανικών νοικοκυριών (στα μέσα του 2018) καλύπτεται από δίκτυα πρόσβασης υψηλών επιδόσεων που βασίζονται σε οπτικές ίνες, σε σύγκριση με τον ενωσιακό μέσο όρο του 30 %. Αντιθέτως, η αναβάθμιση των υφιστάμενων δικτύων χάλκινων καλωδίων («διανυσμάτωση») εξακολούθησε να είναι η κυρίαρχη τεχνολογική λύση που επιλέγει ο κατεστημένος φορέας εκμετάλλευσης. Μολονότι πολλές υπηρεσίες βασίζονται σε συνδεσιμότητα πολύ υψηλής ταχύτητας, 23 700 επιχειρηματικά πάρκα δεν ήταν συνδεδεμένα με δίκτυο οπτικών ινών το 2017 και το 28 % του συνόλου των εταιρειών δεν είχε πρόσβαση σε δίκτυα τουλάχιστον 50 megabit. Η έλλειψη της εν λόγω συνδεσιμότητας συνιστά ανασταλτικό παράγοντα για τις επενδύσεις, ιδίως για τις ΜΜΕ, πολλές από τις οποίες βρίσκονται σε αγροτικές και ημιαγροτικές περιοχές. Η δημόσια παρέμβαση για την ανάπτυξη υπερταχέων (≥ 100 Mbps) ευρυζωνικών υποδομών σε αγροτικές περιοχές εξακολουθεί να έχει καίρια σημασία και θα μπορούσαν να διερευνηθούν διάφορες επιλογές πέραν των επιδοτήσεων. Οι επιδόσεις στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες και στην ηλεκτρονική υγεία υπολείπονται κατά πολύ του ενωσιακού μέσου όρου. Μόλις το 43 % των χρηστών του διαδικτύου στη Γερμανία χρησιμοποίησε υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης το 2018 (σε σύγκριση με τον ενωσιακό μέσο όρο του 64 %). Όσον αφορά την ηλεκτρονική υγεία, το 7 % των Γερμανών χρησιμοποίησε υπηρεσίες υγείας και φροντίδας που παρέχονται στο διαδίκτυο (σε σύγκριση με τον ενωσιακό μέσο όρο του 18 %). Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση χρησιμοποιείται από το 19 % των γενικών ιατρών (σε σύγκριση με τον ενωσιακό μέσο όρο του 50 %).

(11)

Απαιτούνται περισσότερες επενδύσεις σε υποδομές μεταφορών και λύσεις καθαρής κινητικότητας στη Γερμανία για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αφορούν την κινητικότητα και την ποιότητα του αέρα, καθώς και για τη στήριξη του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και της προσαρμογής σε αυτήν. Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις οδικές μεταφορές έχουν αυξηθεί τα τελευταία πέντε χρόνια. Η ποιότητα του αέρα στη Γερμανία προκαλεί σοβαρές ανησυχίες, ιδίως στις αστικές περιοχές όπου η κυκλοφορία αντιπροσωπεύει περίπου το 60 % των επιβλαβών εκπομπών NOx. Οι εμπορευματικές μεταφορές θα μπορούσαν να ωφεληθούν από πιο ανεπτυγμένες λύσεις διατροπικότητας. Το αυτοκίνητο εξακολουθεί να είναι μακράν το συνηθέστερα χρησιμοποιούμενο μέσο μεταφοράς για καθημερινές μετακινήσεις από και προς τον τόπο εργασίας και ο μέσος χρόνος που αναλώνεται σε κυκλοφοριακή συμφόρηση είναι περίπου 30 ώρες ετησίως. Το κόστος της συμφόρησης και της αναζήτησης χώρου στάθμευσης εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 110 δισεκατ. EUR ετησίως, ή περίπου 4 % του ΑΕΠ της Γερμανίας. Παρότι τα οχήματα που κινούνται με εναλλακτικά καύσιμα έχουν σημειώσει τη μεγαλύτερη αύξηση σε νέες ταξινομήσεις, ο αριθμός τους παραμένει χαμηλός. Η κοινοχρησία αυτοκινήτων και ο συνεπιβατισμός παραμένουν αναξιοποίητα σε μεγάλο βαθμό. Θα χρειαστούν επίσης σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις ενόψει των νέων αλυσίδων εφοδιασμού για συσσωρευτές και κρίσιμες πρώτες ύλες.

(12)

Τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας της Γερμανίας προσαρμόζονται με αργούς ρυθμούς στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και απαιτούνται ακόμη σημαντικές επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής. Οι σημαντικές καθυστερήσεις στην εκτέλεση πολλών έργων είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικό κόστος για τα δίκτυα και τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Γερμανίας και της Ευρώπης. Από τα 1 800 km των έργων δικτύου που είχαν προσδιοριστεί στον νόμο του 2009 για τη διεύρυνση του δικτύου ενέργειας, μόνο περίπου 800 km είχαν υλοποιηθεί κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2018, εν μέρει εξαιτίας κοινωνικών αντιδράσεων. Οι καθυστερήσεις στην επέκταση του δικτύου θα οδηγήσουν σε υψηλότερο κόστος συμφόρησης και θα έχουν ως αποτέλεσμα περισσότερες στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς, τόσο εντός της Γερμανίας όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο. Οι επενδύσεις σε ενεργειακά δίκτυα που προωθούν τη σύζευξη τομέων, τη διαφοροποίηση και την κατάλληλη υποδομή δικτύου είναι ζωτικής σημασίας για την ευελιξία του ενεργειακού συστήματος και για την καλύτερη ενσωμάτωση των διάφορων τομέων της οικονομίας με σκοπό την επίτευξη των στόχων για την ενέργεια και το κλίμα.

(13)

Η στέγαση στη Γερμανία έχει καταστεί λιγότερο οικονομικά προσιτή. Από το 2015, οι τιμές τόσο των ενοικίων όσο και των κατοικιών αυξήθηκαν με ρυθμούς ταχύτερους από τους μακροπρόθεσμους μέσους όρους τους, ιδίως στις μεγάλες πόλεις. Το 2017, το 20 % των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω στη Γερμανία αντιμετώπιζαν υπερβολική επιβάρυνση του κόστους στέγασης (δηλαδή το συνολικό κόστος στέγασης αντιπροσώπευε περισσότερο από το 40 % του διαθέσιμου εισοδήματός τους), σε σύγκριση με το 10 % των Ευρωπαίων ηλικίας 65 ετών και άνω. Για τον πληθυσμό με το χαμηλότερο εισόδημα, το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ήταν κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τον ενωσιακό μέσο όρο του 35,3 %. Η κυβέρνηση αντέδρασε με ορισμένα μέτρα, μεταξύ των οποίων ένα «φρένο στην τιμή» που περιορίζει τις αυξήσεις ενοικίων (Mietpreisbremse), ένα καθεστώς στήριξης για την αγορά νέου ακινήτου (Baukindergeld), καθώς και μια τροποποίηση του βασικού νόμου ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο ομοσπονδιακό επίπεδο να στηρίξει οικονομικά την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών. Παρ’ όλα αυτά, η ολοκλήρωση νέων κατοικιών εξακολουθεί να είναι σημαντικά χαμηλότερη από τη ζήτηση και πολύ κάτω από τον κυβερνητικό στόχο των 375 000 ετησίως. Ενδέχεται να απαιτηθούν περαιτέρω μέτρα, όπως η επιτάχυνση της κατασκευής κοινωνικών κατοικιών, η βελτίωση των επιλογών μεταφοράς, καθώς και η μεταρρύθμιση της νομοθεσίας για τη χρήση γης και του οικοδομικού κανονισμού.

(14)

Η Γερμανία έχει ωφεληθεί ιδιαίτερα από την ένταξη στην εσωτερική αγορά και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξή της. Ωστόσο, τα εμπόδια στον ανταγωνισμό στον τομέα των επιχειρηματικών υπηρεσιών στη Γερμανία εξακολουθούν να είναι σημαντικά σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη. Αυτό αφορά διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων, όπως η αρχιτεκτονική, το επάγγελμα του μηχανικού και οι νομικές υπηρεσίες, όπου οι κανονιστικοί περιορισμοί, όπως ο περιορισμός των δραστηριοτήτων και η ρύθμιση των τιμών και των αμοιβών, καταπνίγουν τον ανταγωνισμό. Ωστόσο, και οι μη ρυθμιζόμενες επιχειρηματικές υπηρεσίες αντιμετωπίζουν περισσότερους περιορισμούς στο γενικό επιχειρηματικό περιβάλλον σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη. Οι αλλαγές στην κανονιστική ρύθμιση των επιχειρηματικών υπηρεσιών για την αύξηση του ανταγωνισμού θα ενισχύσουν την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας.

(15)

Μετά από ορισμένες βελτιώσεις κατά τα προηγούμενα έτη, σημειώθηκε μικρή πρόοδος τον τελευταίο χρόνο όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος της Γερμανίας με σκοπό την προώθηση των εγχώριων ιδιωτικών επενδύσεων και της ανάπτυξης. Το φορολογικό σύστημα παραμένει πολύπλοκο, στρεβλώνει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, π.χ. σχετικά με τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τις επενδύσεις και τη χρηματοδότηση, και θα μπορούσε να προσφέρει αποτελεσματικότερα κίνητρα για επενδύσεις και κατανάλωση. Η μεγαλύτερη πρόοδος σημειώθηκε όσον αφορά τη φορολόγηση της εργασίας, αλλά αυτό δεν είναι ακόμη ορατό στα δεδομένα. Υπάρχει ακόμη δυνατότητα μείωσης της στρεβλωτικής φορολόγησης της εργασίας μέσω της μετατόπισης της φορολογίας από την εργασία σε πηγές εσόδων που θα υποστηρίζουν περισσότερο τη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Η φορολόγηση των εισοδημάτων από την εργασία το 2018 (φορολογική επιβάρυνση) παρέμεινε μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση, τόσο για τους εργαζομένους με μεσαίες αποδοχές όσο και για τους χαμηλόμισθους. Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων είναι ιδιαίτερα υψηλές σε σύγκριση με άλλες χώρες και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου τα δύο τρίτα της φορολογικής επιβάρυνσης, ενώ ο φόρος εισοδήματος αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο. Από την άλλη, τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι από τα χαμηλότερα στην Ένωση. Το κόστος κεφαλαίου και ο πραγματικός μέσος συντελεστής φορολογίας εταιρειών, που διαφέρουν μεταξύ των περιφερειών, είναι από τα υψηλότερα στην Ένωση. Ο πραγματικός μέσος φορολογικός συντελεστής ανήλθε σε 28,8 % (εθνικό συγκεντρωτικό μέγεθος) σε σύγκριση με τον ενωσιακό μέσο όρο του 20 %. Λόγω της αλληλεπίδρασης μεταξύ του φόρου εισοδήματος εταιρειών, των τοπικών εμπορικών φόρων και της εισφοράς αλληλεγγύης, το σύστημα φορολόγησης των εταιρειών είναι σύνθετο, συνεπάγεται υψηλό κόστος των φορολογικών υπηρεσιών και στρεβλώνει το επίπεδο και την τοποθεσία των επενδύσεων. Επιπλέον, ο φόρος εισοδήματος εταιρειών στρεβλώνει τις αποφάσεις χρηματοδότησης, με μεροληπτική μεταχείριση υπέρ της χρηματοδότησης με δανειακά κεφάλαια, που εκτιμάται ότι είναι η τρίτη υψηλότερη στην Ένωση, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2017. Η μείωση του κόστους κεφαλαίου επί των ιδίων κεφαλαίων θα μπορούσε να αυξήσει τις ιδιωτικές επενδύσεις και να ενισχύσει τη σχετικά ανεπαρκώς ανεπτυγμένη αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων.

(16)

Η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή, ενώ το δυναμικό ένταξης ορισμένων ομάδων στην αγορά εργασίας δεν αξιοποιείται επαρκώς. Το ποσοστό απασχόλησης στις ηλικίες 20-64 ετών ανήλθε σε 79,9 % κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2018 και είναι ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση. Η ανεργία μειώθηκε στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 3,2 % στις αρχές του 2019. Το υψηλό ποσοστό κενών θέσεων εργασίας και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού καθίστανται ολοένα και πιο εμφανή και περιορίζουν σημαντικά την παραγωγή σε ορισμένες περιφέρειες και τομείς. Ωστόσο, το δυναμικό ένταξης ορισμένων ομάδων στην αγορά εργασίας, όπως οι γυναίκες και τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, δεν αξιοποιείται επαρκώς. Το ποσοστό μερικής απασχόλησης των γυναικών είναι πολύ υψηλό στην Γερμανία και ανέρχεται στο 46,7 %. Οι φόροι επί της εργασίας στη Γερμανία παραμένουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, μεταξύ άλλων και για τους χαμηλόμισθους. Οι ειδικοί κανόνες που διέπουν την κοινή φορολογία εισοδήματος των έγγαμων ζευγαριών (Ehegattensplitting) μειώνουν τα κίνητρα των δεύτερων εργαζόμενων μελών της οικογένειας να εργαστούν περισσότερες ώρες. Τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών έχουν σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης απ’ ό,τι ο γηγενής πληθυσμός, με ιδιαίτερα μεγάλη διαφορά για τις γυναίκες. Έχουν ληφθεί μέτρα για τη στήριξη της ένταξης των προσφύγων στην αγορά εργασίας, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις, μεταξύ των οποίων η έλλειψη γνώσης της γερμανικής γλώσσας, η έλλειψη ή η μη μεταβιβασιμότητα των προσόντων, οι ευθύνες φροντίδας παιδιών και συγγενών, καθώς και η έλλειψη εμπειρίας σε σχέση με τους άτυπους κανόνες της γερμανικής αγοράς εργασίας.

(17)

Η συνταξιοδότηση της γενιάς των baby boomers επηρεάζει τη Γερμανία περισσότερο απ’ ό,τι άλλα κράτη μέλη. Μακροπρόθεσμα, αυτή η δημογραφική αλλαγή θα επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά της Γερμανίας, θα μπορούσε να αμφισβητήσει την επάρκεια των συντάξεων και θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το επί του παρόντος περιορισμένο ποσοστό του πληθυσμού μεγαλύτερης ηλικίας (ηλικίας 65 ετών και άνω) που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικής ένταξης. Έως το 2040, η χώρα αναμένεται να αντιμετωπίσει μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις δαπανών σε σχέση με το ΑΕΠ για δημόσιες συντάξεις στην Ένωση (αύξηση κατά 1,9 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ), ενώ ο δείκτης δημόσιων συνταξιοδοτικών παροχών αναμένεται να μειωθεί κατά 4,4 εκατοστιαίες μονάδες, στο 37,6 %, σύμφωνα με την έκθεση του 2018 για τη δημογραφική γήρανση (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2018d). Οι πρόσφατες συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις αύξησαν τα επίπεδα παροχών για ορισμένες ομάδες· ωστόσο, δεν είναι σαφές αν τα επιτευχθέντα κοινωνικά οφέλη είναι ανάλογα με το σημαντικό δημοσιονομικό τους κόστος. Η κυβέρνηση καθόρισε επίσης δύο όρια (doppelte Haltelinie): ανώτατο ποσοστό συνταξιοδοτικής εισφοράς 20 % και ελάχιστα ποσοστά αναπλήρωσης εισοδήματος έως 48 % μέχρι το 2025. Η διατήρηση αυτών των ορίων αναμένεται να απαιτήσει σημαντικές δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, αυξάνοντας περαιτέρω την επιβάρυνση για τις νεότερες γενιές. Επιπλέον, η επάρκεια του συνταξιοδοτικού εισοδήματος των χαμηλόμισθων εργαζομένων εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα.

(18)

Παρά τις αυξανόμενες ελλείψεις εργατικού δυναμικού, η αύξηση των πραγματικών μισθών παραμένει σε μέτρια επίπεδα, ενώ το 2018 οι ονομαστικές αποδοχές αυξήθηκαν κατά 3,1 %. Επιπλέον, η συγκέντρωση της αύξησης της απασχόλησης σε καλύτερα αμειβόμενες θέσεις πλήρους απασχόλησης και η μείωση του μεριδίου της περιθωριακής μερικής απασχόλησης στη συνολική απασχόληση συνέβαλαν στη συνολική αύξηση των μισθών το 2018, που ήταν επίσης ελαφρώς πάνω από την αύξηση της παραγωγικότητας. Η κάλυψη των συλλογικών διαπραγματεύσεων συνέχισε να μειώνεται (κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες από το 2016 έως το 2017), στο 49 % στις δυτικές περιοχές της χώρας και στο 34 % στις ανατολικές. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά την κάλυψη στους διάφορους τομείς, καθώς η κάλυψη είναι καλύτερη στον δημόσιο τομέα και στη βιομηχανία, ενώ στις υπηρεσίες υπάρχει πολύ χαμηλότερη κάλυψη. Οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι έχουν γενικά ωφεληθεί από τον κατώτατο μισθό που έχει καθιερωθεί από το 2015. Τα ωρομίσθια στο κατώτερο τμήμα της μισθολογικής κατανομής, ιδίως στα δύο χαμηλότερα δεκατημόρια, αυξήθηκαν σημαντικά. Ωστόσο, το ποσοστό των χαμηλόμισθων εργαζομένων, το οποίο ανήλθε σε 22,5 % το 2017, εξακολουθεί να είναι σημαντικά υψηλότερο από τον ενωσιακό μέσο όρο. Ο αριθμός των ατόμων που απασχολούνται μόνο σε θέσεις μικροαπασχόλησης (mini-jobs) μειώθηκε κατά 6,8 % την περίοδο 2010-2018 και η απασχόληση που υπόκειται σε κοινωνική ασφάλιση αυξήθηκε κατά περίπου 18,1 % την ίδια περίοδο. Η ενίσχυση των προϋποθέσεων για την προώθηση της αύξησης των μισθών θα στηρίξει την εγχώρια ζήτηση και θα συμβάλει στην επανεξισορρόπηση της ζώνης του ευρώ.

(19)

Η ανοδική κοινωνική κινητικότητα στην εκπαίδευση είναι χαμηλή στη Γερμανία. Οι εθνικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι σημειώθηκε ελάχιστη πρόοδος όσον αφορά τη μείωση της επιρροής του κοινωνικοοικονομικού υποβάθρου στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Η Γερμανία έχει καλό ιστορικό ενσωμάτωσης των νεοαφιχθέντων μεταναστών και προσφύγων στην εκπαίδευση και κατάρτιση. Ωστόσο, τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών συνήθως αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες προκλήσεις απ’ ό,τι οι γηγενείς μαθητές (π.χ. ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και δυσκολίες στην εύρεση θέσεων μαθητείας). Οι ολοένα και πιο ετερογενείς τάξεις απαιτούν έντονες προσπάθειες για την ενίσχυση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού, σε περίοδο που ήδη υπάρχει σημαντική έλλειψη εκπαιδευτικών. Η συμμετοχή των εργαζομένων στην εκπαίδευση ενηλίκων εγείρει ανησυχίες για τις μελλοντικές επιδόσεις τους στην αγορά εργασίας, ιδίως όσον αφορά τα 6,2 εκατομμύρια άτομα που δεν διαθέτουν βασικές δεξιότητες ανάγνωσης και γραφής.

(20)

Μολονότι ο αριθμός των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έχει μειωθεί σε σχέση με την κορύφωση του 2014, εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις όσον αφορά την ισότητα ευκαιριών. Ειδικότερα, ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ήταν, το 2017, υψηλότερος κατά 67 εκατοστιαίες μονάδες για τα παιδιά με γονείς χαμηλής ειδίκευσης απ’ ό,τι για τα παιδιά με γονείς υψηλής ειδίκευσης. Η διαφορά αυτή είναι σημαντικά μεγαλύτερη από τη μέση διαφορά (53,9 εκατοστιαίες μονάδες) στην ΕΕ.

(21)

Ο προγραμματισμός των κονδυλίων των ταμείων της ΕΕ για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας του 2019. Αυτό θα επιτρέψει στη Γερμανία να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εν λόγω κονδύλια σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες.

(22)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Γερμανίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Γερμανία κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Γερμανία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(23)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και είναι της γνώμης (7) ότι η Γερμανία αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(24)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Οι συστάσεις που απηύθυνε βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 και 2 κατωτέρω. Οι εν λόγω συστάσεις συμβάλλουν επίσης στην εφαρμογή της Σύστασης για τη ζώνη του ευρώ του 2019, ειδικότερα δε της πρώτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, Οι δημοσιονομικές πολιτικές που αναφέρονται στη σύσταση 1 κατωτέρω συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, στην αντιμετώπιση των ανισορροπιών που συνδέονται με το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Γερμανία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να χρησιμοποιήσει δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές για να επιτευχθεί σταθερή ανοδική πορεία των ιδιωτικών και των δημόσιων επενδύσεων, ιδίως σε περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο, με παράλληλη τήρηση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στους ακόλουθους τομείς: εκπαίδευση· έρευνα και καινοτομία· ψηφιοποίηση και ευρυζωνικό δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας· βιώσιμες μεταφορές, καθώς και ενεργειακά δίκτυα και οικονομικά προσιτή στέγαση, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Να μετατοπίσει τη φορολογία από την εργασία σε πηγές που είναι λιγότερο επιζήμιες για τη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Να ενισχύσει τον ανταγωνισμό όσον αφορά τις επιχειρηματικές υπηρεσίες και τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα.

2.   

Να μειώσει τα αντικίνητρα για περισσότερες ώρες εργασίας, μεταξύ άλλων την υψηλή φορολογική επιβάρυνση, ιδίως για τους χαμηλόμισθους και για τα δεύτερα εργαζόμενα μέλη της οικογένειας. Να διασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, διατηρώντας παράλληλα την επάρκεια των συντάξεων. Να ενισχύσει τις προϋποθέσεις που στηρίζουν τη μεγαλύτερη αύξηση των μισθών, με παράλληλο σεβασμό του ρόλου των κοινωνικών εταίρων. Να βελτιώσει τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα και τα επίπεδα δεξιοτήτων των μειονεκτουσών ομάδων.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 320 της 10.9.2018, σ. 19.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(7)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/30


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Εσθονίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Εσθονίας του 2019

(2019/C 301/06)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή εξέδωσε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Έλαβε δεόντως υπόψη τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Εσθονία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019, το Συμβούλιο εξέδωσε τη Σύσταση σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («Σύσταση του 2019 για τη ζώνη του ευρώ»), η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών στην οικονομική και νομισματική ένωση, η Εσθονία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της Σύστασης του 2019 για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις συστάσεις 2 και 3 κατωτέρω Ειδικότερα, μέτρα που εστιάζουν στη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στους συγκεκριμένους τομείς θα συμβάλουν στην υλοποίηση της δεύτερης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη στήριξη των επενδύσεων.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Εσθονία δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Εσθονίας όσον αφορά την εφαρμογή των ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Εσθονίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Η Εσθονία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 στις 30 Μαΐου 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 στις 30 Απριλίου 2019.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη κατά τον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων («ΕΔΕΤ») για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Εσθονία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 υποβλήθηκε με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Το πρόγραμμα προβλέπει μετάβαση από έλλειμμα γενικής κυβέρνησης 0,6 % του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2018 σε έλλειμμα 0,2 % του ΑΕΠ το 2019 και 0,3 % του ΑΕΠ το 2020, καθώς και να εμφανίσει έλλειμμα της τάξης του 0,7 % του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (6), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, ο οποίος έχει οριστεί σε έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ σε διαρθρωτικούς όρους, δεν προβλέπεται να επιτευχθεί εντός της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί σε 5,3 % του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευνοϊκό. Τα μέτρα που απαιτούνται για τη στήριξη των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα δεν έχουν προσδιοριστεί, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τις παραδοχές σχετικά με την απόδοση των εσόδων.

(7)

Λαμβάνοντας υπόψη τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2018, οι οποίες προέβλεπαν πλησιέστερη θέση προς τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο το 2019, και σύμφωνα με τους κανόνες για την αποδέσμευση της απαιτούμενης προσαρμογής, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβεί το 4,9 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης του 0,3 % το 2019. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2019.

(8)

Το 2020, λαμβάνοντας υπόψη ότι το προβλεπόμενο κενό παραγωγής της Εσθονίας θα ανέλθει σε 2,7 % του ΑΕΠ και η προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ θα είναι χαμηλότερη από τον εκτιμώμενο ρυθμό δυνητικής ανάπτυξης, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβεί το 4,1 %, σύμφωνα με την απαιτούμενη διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ που προκύπτει από τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής απαιτήσεων βάσει του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, σε περίπτωση αμετάβλητων πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2020. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι τα αναγκαία μέτρα θα πρέπει να ληφθούν από το 2019 προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(9)

Η πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες έχει καταστεί προτεραιότητα για την Εσθονία στο πλαίσιο μεγάλων σκανδάλων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η Εσθονία έχει ενισχύσει το πλαίσιο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και το ποσοστό των καταθέσεων μη μόνιμων κατοίκων στον τραπεζικό τομέα της Εσθονίας έχει μειωθεί σημαντικά. Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν. Ενώ η κυβέρνηση της Εσθονίας θέσπισε πρόσθετα μέτρα και κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο περαιτέρω ενίσχυσης της πρόληψης στον εν λόγω τομέα, το εσθονικό κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη εγκρίνει νομοθετική πρωτοβουλία προκειμένου να αυξηθούν οι ικανότητες εποπτείας της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω μέτρων μόλις εγκριθούν.

(10)

Οι ελλείψεις και αναντιστοιχίες στον τομέα των δεξιοτήτων συγκαταλέγονται στα κυριότερα εμπόδια για τις επιχειρηματικές επενδύσεις και περιορίζουν τη μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας. Τα τελευταία έτη η Εσθονία έχει εφαρμόσει εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις αλλά οι τάσεις στην αγορά εργασίας και η μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας συνιστούν μακροπρόθεσμες προκλήσεις για το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης. Στις εν λόγω προκλήσεις περιλαμβάνονται ένα υψηλό ακόμη ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου, η μη πλήρης αναδιοργάνωση του σχολικού δικτύου, η ανεπαρκής συνάφεια της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας, καθώς και προκλήσεις που συνδέονται με τη γήρανση των διδασκόντων και τη χαμηλή ελκυστικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού. Αν και βελτιώνεται η συμμετοχή στην εκπαίδευση ενηλίκων, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων και η επανεκπαίδευση του εργατικού δυναμικού δεν υλοποιούνται αρκετά γρήγορα ώστε να συμβαδίζουν με τις τάσεις της αγοράς εργασίας. Στο επίκεντρο των εντοπιζόμενων αναγκών σε δεξιότητες βρίσκεται η ανεπαρκής ικανότητα για καινοτομία. Παρά το υψηλό ποσοστό ειδικών στον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών, η ψηφιακή κατάρτιση που παρέχεται από τις επιχειρήσεις είναι περιορισμένη. Η βελτίωση της συνάφειας του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας, μεταξύ άλλων με την επένδυση στον επαγγελματικό προσανατολισμό, την αντιμετώπιση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και την καλύτερη πρόβλεψη των αναγκών σε δεξιότητες, θα συμβάλει στην εξασφάλιση του εφοδιασμού των ατόμων με τις κατάλληλες δεξιότητες. Επιπλέον, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εκπαιδευτικών, της ποιότητας της διδασκαλίας και των εκπαιδευτικών πολιτικών ώστε να ανταποκρίνονται στις δημογραφικές και οικονομικές τάσεις θα ενισχύσει τις ικανότητες του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης.

(11)

Παρά τις βελτιώσεις, η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η εισοδηματική ανισότητα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ιδίως μεταξύ των ηλικιωμένων. Περίπου το 42 % των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού το 2017 σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης που ανέρχεται σε 15 %. Τα κοινωνικά οφέλη εξακολουθούν να μην είναι αποτελεσματικά για τη μείωση της φτώχειας, ενώ το δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας παρουσιάζει αδυναμίες. Η παροχή ποιοτικών και οικονομικά προσιτών κοινωνικών υπηρεσιών παρεμποδίζεται από τον ελλιπή συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής μέριμνας και από την ευρεία διακύμανση της ικανότητας των δήμων να εντοπίζουν τις ανάγκες για κοινωνικές υπηρεσίες και να τις παρέχουν. Μεγάλο μέρος του κόστους των υπηρεσιών που παρέχουν οι αρχές πρέπει να καλύπτεται και από φυσικά πρόσωπα. Οι δημόσιες δαπάνες της Εσθονίας για τη μακροχρόνια περίθαλψη ήταν μικρότερες από το ήμισυ του μέσου όρου της Ένωσης (0,6 % του ΑΕΠ έναντι 1,6 % του ΑΕΠ το 2016). Δεν υπάρχουν προληπτικά μέτρα ή σύστημα στήριξης για την ελάφρυνση του φόρτου των άτυπων φροντιστών. Το ποσοστό των ατόμων με ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση (11,7 %), γεγονός που καταδεικνύει προβλήματα προσβασιμότητας και αποτελεσματικότητας του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Οι προκλήσεις αυτές καταδεικνύουν την ανάγκη της παροχής, με ολοκληρωμένο τρόπο, οικονομικά προσιτών και ποιοτικών κοινωνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και της ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου μακροχρόνιας περίθαλψης. Οι επενδύσεις που στηρίζουν την κοινωνική ένταξη, μεταξύ άλλων σε κοινωνικές υποδομές, θα προωθήσουν την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς.

(12)

Οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, που ανέρχονταν σε 25,6 % το 2017, παραμένουν μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση και είναι ελαφρώς μεγαλύτερες σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Επιπλέον, ο αντίκτυπος που έχει η απόκτηση τέκνων στην απασχόληση των γυναικών είναι πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης (25,2 και 9,0 % αντίστοιχα). Οι γονικές άδειες μεγάλης διάρκειας συχνά οδηγούν σε βραδύτερη εξέλιξη της σταδιοδρομίας των γυναικών. Οι γυναίκες τείνουν να εργάζονται σε χαμηλότερα αμειβόμενους οικονομικούς τομείς και επαγγέλματα παρόλο που το μορφωτικό τους επίπεδο είναι υψηλότερο από αυτό των ανδρών. Πρόσφατα μέτρα προσέδωσαν ευελιξία στο σύστημα γονικής άδειας και επιδομάτων με σκοπό τη διευκόλυνση της επιστροφής των γονέων στην αγορά εργασίας. Η χρήση υπηρεσιών παιδικής φροντίδας βελτιώνεται. Ωστόσο, παράγοντες όπως η οικονομική δραστηριότητα, η απασχόληση, η ηλικία, η εργασιακή εμπειρία ή ο χρόνος εργασίας εξηγούν εν μέρει μόνο τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, αφήνοντας ανεξήγητο χάσμα της τάξης του 20 % έναντι του μέσου όρου της Ένωσης που ανέρχεται σε 11,5 %. Η μισθολογική διαφάνεια θα μπορούσε να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των λόγων στους οποίους οφείλεται αυτή η μεγάλη μισθολογική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Η συνέχιση των επενδύσεων στην παιδική φροντίδα και τα ενεργητικά μέτρα για την αγορά εργασίας θα συμβάλουν θετικά στην απασχόληση των γυναικών. Επιπλέον, η συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και η ενίσχυση της ικανότητάς τους εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

(13)

Δεδομένου ότι η Εσθονία είναι περιφερειακή χώρα με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού, ένα εύρυθμο και διασυνδεδεμένο σύστημα μεταφορών είναι καίριας σημασίας για τις οικονομικές της δραστηριότητες και τις εξαγωγές της. Οι υποδομές μεταφορών της Εσθονίας αντιμετωπίζουν ορισμένες ελλείψεις όσον αφορά τη συνδεσιμότητα και τη βιωσιμότητα. Οι σιδηροδρομικές και οι διατροπικές μεταφορές εξακολουθούν να είναι ανεπαρκώς ανεπτυγμένες. Επιπλέον, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις οδικές μεταφορές έχουν αυξηθεί τα τελευταία 5 χρόνια. Περαιτέρω καινοτόμες και βιώσιμες λύσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της συμφόρησης και των προβλημάτων που σχετίζονται με τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Ο συγχρονισμός του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας της Εσθονίας με το δίκτυο της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι καίριας σημασίας για τη διασφάλιση της ασφάλειας του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια σε ολόκληρη την περιοχή της Βαλτικής. Οι επενδύσεις σε υποδομές θα συμβάλουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εσθονικών επιχειρήσεων.

(14)

Λόγω των χαμηλών επιπέδων επενδύσεων στην έρευνα και την ανάπτυξη, ιδίως από τον ιδιωτικό τομέα, η παραγωγικότητα της Εσθονίας παρουσιάζει υστέρηση. Ενώ το 2017 οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη ήταν ελαφρώς χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ένωσης, οι επενδύσεις των επιχειρήσεων ανήλθαν μόνο στο 0,61 % του ΑΕΠ, περίπου το ήμισυ του μέσου όρου της Ένωσης. Μικρό ποσοστό εταιρειών, ιδίως μεταξύ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων («ΜΜΕ»), αναφέρουν δραστηριότητες έρευνας και καινοτομίας. Οι μη ερευνητικές και οι αναπτυξιακές δαπάνες για καινοτομία μειώνονται και η συνεργασία μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας και των επιχειρήσεων είναι ανεπαρκής. Ορισμένοι από τους εν λόγω παράγοντες έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιδόσεων και της παραγωγικότητας της χώρας στην καινοτομία. Οι πιο στοχευμένες επενδύσεις στην έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιοποίησης και της αυτοματοποίησης των επιχειρήσεων, θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Εσθονίας. Η καλύτερη ιεράρχηση των ερευνητικών θεμάτων σε τομείς που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την οικονομία θα είχε την ίδια επίπτωση. Οι εσθονικές αρχές έχουν σχεδιάσει και εφαρμόσει διάφορα μέτρα για την αντιμετώπιση των ελλείψεων του συστήματος έρευνας και καινοτομίας, αλλά ο αντίκτυπός τους εξακολουθεί να είναι περιορισμένος μέχρι σήμερα.

(15)

Εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις στους τομείς της αποδοτικότητας των πόρων και της ενέργειας. Οι επιδόσεις της Εσθονίας στην οικολογική καινοτομία δεν αντικατοπτρίζουν πλήρως το δυναμικό της χώρας, ενώ η σύνθετη βαθμολογία, της τάξης του 60, στην οικολογική καινοτομία είναι κατά 40 % χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ένωσης. Παρά ορισμένες βελτιώσεις τα τελευταία χρόνια, οι επιδόσεις της Εσθονίας είναι τρεις φορές χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ένωσης όσον αφορά την παραγωγικότητα των πόρων και το χάσμα με την υπόλοιπη Ένωση διευρύνεται. Μόνο ένα μικρό ποσοστό των ΜΜΕ της Εσθονίας λαμβάνουν μέτρα για να βελτιώσουν την αποδοτική χρήση των πόρων τους και να γίνουν πιο «πράσινες». Επιπλέον, η οικονομία χαρακτηρίζεται από υψηλή ένταση ενέργειας, ενώ τα επίπεδα κατανάλωσης ενέργειας είναι πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ένωσης. Όλες οι περιφέρειες της Εσθονίας υστερούν ως προς τη βελτίωση της αποδοτικής χρήσης των πόρων και της ενέργειας. Η Εσθονία, με μερίδιο 0,4 % το 2017, υπολειπόταν κατά πολύ των εθνικών της στόχων για μερίδιο ενέργειας 10 % από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές. Η ενίσχυση της αποδοτικής χρήσης των πόρων και της ενέργειας, ιδίως στον τομέα των κτιρίων, και η στήριξη της κυκλικής οικονομίας, μεταξύ άλλων μέσω της αύξησης των επενδύσεων, θα συμβάλουν περαιτέρω σε μια πιο ανταγωνιστική και βιώσιμη οικονομία.

(16)

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας στην Εσθονία διαρκούν περίπου τρία έτη και το ποσοστό ανάκτησης υπερβαίνει ελαφρώς το 40 %. Το γεγονός αυτό εγκλωβίζει εργατικό δυναμικό και οικονομικούς πόρους σε λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις. Υπονομεύει τα κίνητρα για επενδύσεις και παροχή χρηματοδότησης σε επιχειρήσεις. Η μεταρρύθμιση του πλαισίου αφερεγγυότητας θα ήταν σημαντική προκειμένου να μειωθεί η διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας και να αυξηθεί το ποσοστό ανάκτησης για τους πιστωτές. Ειδικότερα, η εν λόγω μεταρρύθμιση θα μπορούσε να περιλαμβάνει την ενθάρρυνση της χρήσης διαδικασιών αναδιάρθρωσης πριν και μετά την αφερεγγυότητα και την πρόληψη της αποσπασματικής εκκαθάρισης εταιρειών.

(17)

O προγραμματισμός των ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας του 2019. Αυτό θα επιτρέψει στην Εσθονία να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εν λόγω ταμεία σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες.

(18)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Εσθονίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Εσθονία κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Εσθονία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(19)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και η γνώμη του (7) αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Εσθονία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να διασφαλίσει ότι, το 2020, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα υπερβεί το 4,1 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ. Να διασφαλίσει την αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή του πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

2.   

Να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις δεξιοτήτων και να προωθήσει την καινοτομία βελτιώνοντας τη συνάφεια του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας. Να βελτιώσει την επάρκεια του διχτυού κοινωνικής ασφάλειας και την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές και ολοκληρωμένες κοινωνικές υπηρεσίες. Να λάβει μέτρα για τη μείωση των μισθολογικών διαφορών μεταξύ των φύλων, μεταξύ άλλων με τη βελτίωση της μισθολογικής διαφάνειας.

3.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική σε βιώσιμες υποδομές μεταφορών και ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεων, στην προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας, καθώς και στην αποδοτική χρήση των πόρων και της ενέργειας, λαμβανομένων υπόψη των περιφερειακών ανισοτήτων.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ L 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 320 της 10.9.2018, σ. 24.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(7)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/35


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιρλανδίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ιρλανδίας του 2019

(2019/C 301/07)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Ιρλανδία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019 το Συμβούλιο εξέδωσε τη Σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («Σύσταση για τη ζώνη του ευρώ του 2019»), η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Ιρλανδία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη υλοποίηση της σύστασης του 2019 για τη ζώνη του ευρώ, όπως αποτυπώνεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 και 3. Ειδικότερα, η εστίαση της οικονομικής πολιτικής επενδύσεων στους συγκεκριμένους τομείς και η λήψη φορολογικών μέτρων θα συμβάλουν στην υλοποίηση της δεύτερης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη στήριξη των επενδύσεων, τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και την καταπολέμηση του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Ιρλανδία δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκαν η πρόοδος της Ιρλανδίας στην εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Ιρλανδίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Με βάση την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιρλανδία εμφανίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, τα μεγάλα αποθέματα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους και οι καθαρές εξωτερικές υποχρεώσεις καθιστούν την Ιρλανδία ευάλωτη σε δυσμενείς κλυδωνισμούς, παρόλο που συνεχίζεται η βελτίωση των μεταβλητών ροής. Το απόθεμα ιδιωτικού χρέους παραμένει υψηλό, αλλά η οικονομική ανάπτυξη εξακολουθεί να συμβάλλει στη μείωσή του. Οι δραστηριότητες των πολυεθνικών εξακολουθούν να επηρεάζουν το εταιρικό χρέος. Το χρέος των νοικοκυριών φαίνεται ότι, σε γενικές γραμμές, συνάδει με τα θεμελιώδη μεγέθη, αν και είναι υψηλό σε σύγκριση με το διαθέσιμο εισόδημα. Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να συνεχίσει την καθοδική του πορεία, ενώ το έλλειμμα πλησιάζει σε ισοσκελισμένη θέση. Οι τιμές των κατοικιών αυξάνονταν με ταχύ ρυθμό επί σειρά ετών, αλλά πρόσφατα επιβραδύνθηκαν. Οι τιμές των κατοικιών καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τους περιορισμούς στην προσφορά και δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις υπερτίμησης. Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αν και παραμένει υψηλό, μειώθηκε περαιτέρω, όμως οι μακροπρόθεσμες ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώνονται με βραδύτερο ρυθμό.

(4)

Η Ιρλανδία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 στις 17 Απριλίου 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητάς του 2019 στις 29 Απριλίου 2019. Για να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτόχρονα.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη κατά τον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), αν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Ιρλανδία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, η κυβέρνηση αναμένει ότι το ονομαστικό ισοζύγιο θα βελτιωθεί στο 0,2 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2019 και ότι θα συνεχίσει να βελτιώνεται σταδιακά έως ότου διαμορφωθεί στο 1,3 % του ΑΕΠ το 2023. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (6), o μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που έχει οριστεί ως διαρθρωτικό έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ— προβλέπεται να επιτευχθεί έως το 2020. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 61,1 % το 2019 και εν συνεχεία να μειωθεί στο 51,6 % το 2023. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Ωστόσο, δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς τα μέτρα που απαιτούνται για τη στήριξη των σχεδιαζόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2020 και μετά.

(7)

Στις 13 Ιουλίου 2018, το Συμβούλιο συνέστησε στην Ιρλανδία να επιτύχει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο το 2019. Αυτό συνάδει με μέγιστο ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (7) ύψους 7,0 % το 2019, ποσοστό που αντιστοιχεί σε επιτρεπόμενη επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά 0,3 % του ΑΕΠ. Βάσει των εαρινών προβλέψεων της Επιτροπής του 2019, η Ιρλανδία αναμένεται να συμμορφωθεί με τη συνιστώμενη δημοσιονομική προσαρμογή το 2019.

(8)

Το 2020, η Ιρλανδία θα πρέπει να επιτύχει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό της στόχο. Βάσει των εαρινών προβλέψεων της Επιτροπής του 2019, αυτό συνάδει με μέγιστο ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών ύψους 3,7 % (8), ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,7 % του ΑΕΠ. Η Ιρλανδία προβλέπεται να επιτύχει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε σταθερή πτωτική πορεία πέρα από τις απαιτήσεις του κανόνα για το χρέος. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Ιρλανδία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019 και το 2020. Λαμβανομένων υπόψη της διαφοράς μεταξύ των μετρήσεων του ΑΕΠ και της εγχώριας παραγωγής στην Ιρλανδία και των συναφών επιπτώσεων στον δείκτη χρέους ως προς το ΑΕΠ, των τρεχουσών κυκλικών συνθηκών στην Ιρλανδία και των αυξημένων εξωτερικών κινδύνων, θα ήταν σημαντικό τα τυχόν έκτακτα έσοδα να χρησιμοποιηθούν για την περαιτέρω μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης.

(9)

Τα δημόσια οικονομικά έχουν βελτιωθεί περαιτέρω, χάρη στην ισχυρή αύξηση της παραγωγής, αλλά παραμένουν οι κίνδυνοι αστάθειας των εσόδων και υπάρχει περιθώριο για να καταστούν τα έσοδα ανθεκτικότερα στις οικονομικές διακυμάνσεις και τους δυσμενείς κλυδωνισμούς. Ο περιορισμός του εύρους και του αριθμού των φορολογικών δαπανών και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης θα βελτιώσουν τη σταθερότητα των εσόδων σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας. Ενώ η Ιρλανδία αύξησε τον χαμηλότερο συντελεστή φόρου προστιθέμενης αξίας για τις τουριστικές δραστηριότητες, ορισμένα πρόσφατα φορολογικά μέτρα επικεντρώνονται σε ελαφρύνσεις και απαλλαγές. Επιπλέον, η Ιρλανδία έχει περισσότερες δυνατότητες να βελτιώσει τον τρόπο με τον οποίο το φορολογικό της σύστημα μπορεί να στηρίξει τους περιβαλλοντικούς στόχους. Οι σχετικές προσπάθειες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη μείωση των επιδοτήσεων των ορυκτών καυσίμων και την παροχή ισχυρότερου σήματος διά των τιμών στους επενδυτές, μέσω της ανάληψης της υποχρέωσης τήρησης ενός χρονοδιαγράμματος αυξήσεων του φόρου άνθρακα κατά την επόμενη δεκαετία.

(10)

Η καταπολέμηση του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού είναι απαραίτητη για να καταστούν τα φορολογικά συστήματα πιο αποτελεσματικά και πιο δίκαια, όπως αναγνωρίζεται στη σύσταση του 2019 για τη ζώνη του ευρώ. Οι δευτερογενείς επιπτώσεις των στρατηγικών επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού μεταξύ των κρατών μελών απαιτούν συντονισμένη δράση των εθνικών πολιτικών για να συμπληρωθεί η νομοθεσία της ΕΕ. Η Ιρλανδία έχει λάβει μέτρα κατά του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού, αλλά τα υψηλά επίπεδα των πληρωμών δικαιωμάτων και μερισμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ υποδηλώνουν ότι οι ιρλανδικοί φορολογικοί κανόνες χρησιμοποιούνται από εταιρείες που επιδίδονται σε επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό. Η περιορισμένη εφαρμογή της παρακράτησης φόρου στην πηγή επί εξερχόμενων (δηλαδή από κατοίκους της Ένωσης προς κατοίκους τρίτων χωρών) πληρωμών δικαιωμάτων και μερισμάτων από εταιρείες με έδρα στην Ιρλανδία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αποφυγή της φορολόγησης αυτών των καταβολών, εάν δεν υπόκεινται επίσης σε φορολογία στη δικαιοδοσία του αποδέκτη τους.

(11)

Εξακολουθούν να υφίστανται κίνδυνοι για τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα, οι οποίοι σχετίζονται με το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού. Οι δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αναμένεται να αυξηθούν από το 4,1 % του ΑΕΠ το 2016, στο 5,1 % το 2070, με κορύφωσή τους στο 5,2 % το 2063. Αν και ορισμένες πτυχές του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στην Ιρλανδία λειτουργούν καλά ή έχουν βελτιωθεί, το σύστημα είναι αναποτελεσματικό, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στη ζήτηση και δεν παρέχει συντονισμένη και ολοκληρωμένη περίθαλψη. Για να αμβλύνει τις κλιμακούμενες πιέσεις της ζήτησης, η ιρλανδική κυβέρνηση ενέκρινε τη στρατηγική υλοποίησης «Sláintecare» και ίδρυσε το γραφείο εφαρμογής του προγράμματος «Sláintecare», αποσκοπώντας στη συνολική μεταρρύθμιση και στον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής μέριμνας της Ιρλανδίας κατά την επόμενη δεκαετία. Η σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση βασίζεται σε ένα αξιόπιστο όραμα που έχει στόχο να καταστήσει το σύστημα υγείας καθολικά προσβάσιμο και βιώσιμο, να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις ενός γηράσκοντος πληθυσμού και να μεταβιβάσει την περίθαλψη στις τοπικές κοινότητες, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη. Είναι πιθανό ότι θα έχει θετικό αντίκτυπο στη μείωση της εξάρτησης από την εντατική νοσηλεία και ότι έτσι θα καταστήσει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη οικονομικά αποδοτικότερη. Ωστόσο, η υλοποίησή της τίθεται σε κίνδυνο εξαιτίας των δυσκολιών του συστήματος υγείας να αντιμετωπίσει την αγορά πανομοιότυπης ιδιωτικής ασφάλισης υγείας και να διαχειριστεί αποτελεσματικά τον προϋπολογισμό, τις επιδόσεις και το εργατικό δυναμικό του βραχυπρόθεσμα. Οι βραχυπρόθεσμες δαπάνες θα πρέπει επίσης να συγκρατηθούν ώστε μακροπρόθεσμα να πραγματωθεί το όραμα της στρατηγικής «Sláintecare».

(12)

Παρά τις προηγούμενες προσπάθειες της κυβέρνησης να συγκρατήσει τις δαπάνες για τις δημόσιες συντάξεις, μακροπρόθεσμα αναμένεται σημαντική αύξηση του συνολικού ελλείμματος του συνταξιοδοτικού συστήματος λόγω της αύξησης των συνταξιοδοτικών δαπανών από 5 % του ΑΕΠ το 2016 σε 6,6 % το 2070, με κορύφωσή τους στο 7,5 % το 2053. Η πλήρης και έγκαιρη υλοποίηση του προτεινόμενου χάρτη πορείας για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος είναι καθοριστικής σημασίας για να βελτιωθεί η δημοσιονομική βιωσιμότητα του ιρλανδικού συνταξιοδοτικού συστήματος.

(13)

Η αύξηση των επενδύσεων στις δεξιότητες, την εκπαίδευση και κατάρτιση και την κοινωνική ένταξη είναι σημαντική για να βελτιωθούν στην Ιρλανδία η παραγωγικότητα και η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Λόγω της στενότητας της αγοράς εργασίας και των αναδυόμενων ελλείψεων και αναντιστοιχιών δεξιοτήτων σε ορισμένους τομείς, είναι αναγκαίο να καταβληθούν προσπάθειες για την προσέγγιση ανενεργών ομάδων δυνητικών εργαζομένων και για την πραγματοποίηση επενδύσεων στο ελλιπώς αξιοποιούμενο ανθρώπινο κεφάλαιο. Υπάρχει περιθώριο για την προώθηση της αναβάθμισης των δεξιοτήτων και την καλύτερη εναρμόνιση των προγραμμάτων σπουδών και της επαγγελματικής κατάρτισης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Λόγω του χαμηλού ποσοστού του εργατικού δυναμικού που διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, επιβάλλονται περαιτέρω επενδύσεις στην επαγγελματική κατάρτιση στον χώρο εργασίας και στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ενήλικου εργατικού δυναμικού. Οι επενδύσεις στην πρόσβαση σε ποιοτικές και οικονομικά προσιτές υπηρεσίες παιδικής φροντίδας και στην ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Υπηρεσιών Παιδικής Φροντίδας («National Childcare Scheme») θα συμβάλουν στην αύξηση του μάλλον χαμηλού ποσοστού απασχόλησης των γυναικών. Το ποσοστό συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Ο αριθμός των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας παραμένει από τους υψηλότερους στην Ένωση, γεγονός που καταδεικνύει ότι υπάρχει περιθώριο για πιο ολοκληρωμένες και στοχευμένες στρατηγικές ενεργοποίησης για τη στήριξη της συγκεκριμένης ομάδας.

(14)

Το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων κατά τα έτη που ακολούθησαν την οικονομική κατάρρευση έχει επηρεάσει αρνητικά τη διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτής και κοινωνικής στέγης και κατάλληλων υποδομών στους τομείς των καθαρών μεταφορών και της καθαρής ενέργειας, της ύδρευσης και των υπερταχειών ευρυζωνικών συνδέσεων, γεγονός που δυσχεραίνει τις επενδύσεις των επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις οδικές μεταφορές έχουν αυξηθεί σημαντικά σε 5 χρόνια. Η βελτίωση των υποδομών, σε συνδυασμό με τον χωροταξικό σχεδιασμό, θα μπορούσε να αποτελέσει καταλύτη για τη βελτίωση της προσφοράς στέγης, την αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, την τόνωση της αύξησης της παραγωγικότητας και τη διασφάλιση ισόρροπης περιφερειακής οικονομικής ανάπτυξης. Η ανάπτυξη ανθεκτικής στις μελλοντικές εξελίξεις συνδεσιμότητας και επαρκών ψηφιακών δεξιοτήτων παραμένουν ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματική χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας εκ μέρους των εγχώριων επιχειρήσεων και για την ευημερία του εγχώριου κλάδου της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών. Εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε υπερταχείες ευρυζωνικές συνδέσεις, ιδίως στις αγροτικές περιοχές. Η αύξηση των επενδύσεων σε υποδομές καθαρής ενέργειας, καθαρών και δημόσιων μεταφορών και υπηρεσιών ύδρευσης, καθώς και η ένταση των προσπαθειών στους τομείς της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές, της ενεργειακής απόδοσης, της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της κυκλικής οικονομίας θα μπορούσαν να βοηθήσουν την Ιρλανδία να επιτύχει τη μετάβαση προς μια περιβαλλοντικά ανθεκτική οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

(15)

Ενώ η δρομολόγηση του Εθνικού Σχεδίου Ανάπτυξης μπορεί τελικά να οδηγήσει στην παροχή πρόσθετων βασικών υποδομών, η περιορισμένη ικανότητα του κατασκευαστικού κλάδου ενδέχεται να εμποδίσει την έγκαιρη παράδοσή τους. Επιπλέον, η διαφοροποίηση των συνδέσεων θαλάσσιων μεταφορών και ενέργειας με την ηπειρωτική Ευρώπη θα μπορούσε να αυξήσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Η Ιρλανδία δεν έχει μέχρι στιγμής κατορθώσει να αποσυνδέσει την οικονομική της ανάπτυξη από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και ατμοσφαιρικών ρύπων. Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αυξάνονται σταθερά, ιδίως στις μεταφορές, τη γεωργία, την ενέργεια και το δομημένο περιβάλλον. Η έλλειψη προόδου στον τομέα αυτό θα δυσχεράνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της Ένωσης, ενώ παράλληλα θα αυξήσει το κόστος της μελλοντικής δράσης.

(16)

Οι επίμονες ελλείψεις στην πλευρά της προσφοράς, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ζήτηση, εξακολουθούν να τροφοδοτούν αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων. Παρόλο που οι τιμές δεν φαίνονταν υπερτιμημένες το 2017, η οικονομική προσιτότητα καθίσταται λόγος ανησυχίας. Οι ελλείψεις στην προσφορά στέγης επηρεάζουν και την κοινωνική στέγη λόγω των ανεπαρκών επενδύσεων και οικοδομών κατά την τελευταία δεκαετία. Ενώ η ζήτηση για κοινωνική στέγη εκτιμάται σε περίπου 72 000 μονάδες, για το 2019 προβλέπεται η παράδοση μόλις 10 000 μονάδων. 17 000 νοικοκυριά θα λάβουν στήριξη μέσω της Πληρωμής Στεγαστικής Βοήθειας («Housing Assistance Payment») ή του Προγράμματος Ενοικιαζόμενων Καταλυμάτων («Rental Accommodation Scheme») της Ιρλανδίας, αλλά η εν λόγω στήριξη μπορεί να επιτείνει τις αυξήσεις των ενοικίων στην ιδιωτική αγορά ενοικίασης, όπου η προσφορά είναι ήδη περιορισμένη. Παρατηρείται ελλιπής πληρότητα μεγάλου αριθμού κοινωνικών κατοικιών, ιδίως στην περιοχή του Δουβλίνου, εν μέρει εξαιτίας των παρωχημένων πρακτικών διαδοχής. Παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάσταση είναι η ανεπαρκής ποικιλία των τύπων κοινωνικής κατοικίας και ο εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός οικονομικά προσιτών κατοικιών και κατοικιών που ενοικιάζονται σε τιμή κόστους. Εξαιτίας αυτών των παραγόντων αυξάνεται σταθερά ο αριθμός των ατόμων και των οικογενειών που ζουν σε καταλύματα έκτακτης ανάγκης, ενώ ο αριθμός των αστέγων έφτασε σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα τον Φεβρουάριο του 2019.

(17)

Η προώθηση της βασιζόμενης στην καινοτομία παραγωγικότητας των εγχώριων επιχειρήσεων είναι καθοριστικής σημασίας για τη στήριξη μιας πιο ισχυρής και ανθεκτικής αύξησης της παραγωγικότητας στην Ιρλανδία. Οι δαπάνες των επιχειρήσεων για έρευνα και ανάπτυξη (Ε & Α)εξακολουθούν να αυξάνονται, αλλά παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης και σε μεγάλο βαθμό συγκεντρώνονται στις ξένες επιχειρήσεις. Υπάρχει περιθώριο για τη στόχευση των πολιτικών καινοτομίας στη βελτίωση της στήριξης των ιρλανδικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ). Η έμμεση στήριξη (π.χ. εκπτώσεις φόρου) παραμένει το κύριο μέσο δημόσιας στήριξης της Ε & Α στην Ιρλανδία (ανέρχεται στο 80 % της συνολικής δημόσιας στήριξης). Η ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των πολυεθνικών και των εγχώριων επιχειρήσεων θα μπορούσε να συμβάλει στην ευρύτερη διάδοση της καινοτομίας σε ολόκληρη την οικονομία. Επιπλέον, η στενότερη συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων και των δημόσιων ερευνητικών κέντρων θα μπορούσε επίσης να αυξήσει το δυναμικό καινοτομίας.

(18)

Αν και τα χαμηλά επίπεδα δημόσιας έρευνας και ανάπτυξης εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία (1,05 % του ΑΕΠ σε σύγκριση με ενωσιακό μέσο όρο της τάξης του 2 %), το πρόσφατα εγκριθέν πρόγραμμα «Future Jobs Ireland 2019» παρέχει ένα ελπιδοφόρο πλαίσιο για την τόνωση της καινοτομίας και των τεχνολογικών αλλαγών και για τη βελτίωση της παραγωγικότητας των ΜΜΕ. Ωστόσο, η πλήρης εφαρμογή του θα εξαρτηθεί από τη σημαντική αύξηση των δημόσιων δαπανών για έρευνα και καινοτομία και από τη μετατροπή του πρόσφατα εγκριθέντος προγράμματος σε συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής. Προς το παρόν πρόκειται για έναν φιλόδοξο κατάλογο μέτρων από τον οποίο ακόμη λείπουν σημαντικές λεπτομέρειες και ακριβείς ημερομηνίες εφαρμογής. Για παράδειγμα, όσον αφορά τις δράσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν το 2019, δεν έχουν προσδιοριστεί μέτρα για την αύξηση της διαθεσιμότητας μακροπρόθεσμων επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου με στόχο τη στήριξη της επέκτασης των εγχώριων εταιρειών. Το μείγμα πολιτικών για παροχή κινήτρων στις ΜΜΕ ώστε να επενδύσουν στις νέες τεχνολογίες συνδυάζει εκπτώσεις φόρου και μη φορολογικά κίνητρα για να τις ενθαρρύνει να επενδύσουν στην καινοτομία, αλλά το σχετικό μέγεθος των μέτρων αυτών παραμένει άγνωστο. Το πρόγραμμα «Future Jobs Ireland 2019» δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες δράσεις και παραδοτέα για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ της Ιρλανδίας και άλλων κρατών μελών όσον αφορά την ανάπτυξη κατάλληλων για το μέλλον ευρυζωνικών δικτύων, σύμφωνα με τους στόχους της στρατηγικής της Ένωσης για μια «ευρωπαϊκή κοινωνία των Gigabit» για το 2025. Το εθνικό σχέδιο για την ευρυζωνικότητα («National Broadband Plan»)αναμένεται να βοηθήσει στην κάλυψη αυτού του κενού.

(19)

Στην Ιρλανδία υπάρχουν σημαντικές περιφερειακές ανισότητες οι οποίες αυξήθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία. Στην Ιρλανδία παρατηρούνται αρκετά μεγάλες περιφερειακές οικονομικές ανισότητες όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη. Μεταξύ του 2000 και του 2016, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις περιφέρειες Southern και Eastern αυξήθηκε κατά 74 %, ήτοι κατά 63 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από ό,τι στις περιφέρειες Border, Midland και Western. Η αύξηση επιταχύνθηκε μετά το 2012. Έως το 2016, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις περιφέρειες Southern και Eastern ήταν 2,6 φορές υψηλότερο από ό, τι στις περιφέρειες Border, Midland και Western. Η περιοχή του Δουβλίνου, όπου κατοικεί το 40 % του πληθυσμού της Ιρλανδίας, συνεισέφερε το 62 % της αύξησης του ΑΕΠ μεταξύ 2000 και 2016.

(20)

Οι κανονιστικοί φραγμοί στην επιχειρηματικότητα (ιδίως ορισμένοι κανονισμοί για την εμπορική ιδιοκτησία και τις νομικές υπηρεσίες) επηρεάζουν αρνητικά την είσοδο και την έξοδο των επιχειρήσεων και, κατά συνέπεια, την παραγωγικότητα των εγχώριων ιρλανδικών επιχειρήσεων. Οι φραγμοί εισόδου στις αγορές λιανικής συνιστούν πρόκληση. Η Ιρλανδία περιλαμβάνεται στις πέντε χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό διαδικαστικών απαιτήσεων για την ίδρυση καταστημάτων λιανικής πώλησης. Οι επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου αντιμετωπίζουν διαδικαστικά εμπόδια που καθυστερούν το άνοιγμα νέων καταστημάτων και αυξάνουν το σχετικό κόστος, και τα οποία ενδέχεται να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη διάρθρωση και στη δυναμική της αγοράς.

(21)

Ακόμη εκκρεμεί η εφαρμογή του νέου νόμου περί ρύθμισης των νομικών υπηρεσιών (Legal Services Regulation Act) καθώς η θέσπιση των κανονισμών εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές καθυστερήσεις, παρόλο που βρίσκονται σε εξέλιξη οι προπαρασκευαστικές διαβουλεύσεις. Αβέβαιο παραμένει κατά πόσο στον νέο νόμο θα προβλέπονται η δυνατότητα άμεσης επαγγελματικής πρόσβασης σε δικηγόρους (barristers) για δικαστικές διαφορές και η δυνατότητα των νομικών προσώπων να καθίστανται εταίροι δικηγορικών γραφείων παντός είδους. Ωστόσο, θα πρέπει να αποφευχθούν οι υπερβολικά πολύπλοκοι κανόνες λειτουργίας και διαχείρισης για τα διεπαγγελματικά γραφεία. Η φιλόδοξη εφαρμογή ανοικτού προγράμματος μεταρρυθμίσεων αποτελεί ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας. Η πρωτοβουλία «Ambition 2.3» στο πλαίσιο του προγράμματος «Future Jobs Ireland 2019» αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με το κόστος των νομικών υπηρεσιών, αλλά το μόνο παραδοτέο για το 2019 είναι δοκιμαστικό και έχει ασαφές χρονοδιάγραμμα. Οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή της εν λόγω μεταρρύθμισης συντελούν στο υψηλό κόστος των νομικών υπηρεσιών στην Ιρλανδία, το οποίο λειτουργεί εις βάρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ιδίως των ΜΜΕ, και των ιδιωτών. Δεδομένου ότι οι νομικές υπηρεσίες αποτελούν σημαντικό συντελεστή άλλων επιχειρηματικών υπηρεσιών, οι περιορισμοί στον εν λόγω τομέα συμβάλλουν στο υψηλό κόστος άλλων υπηρεσιών (π.χ. της ασφάλισης).

(22)

Τα ποσοστά των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνέχισαν να υποχωρούν και μειώθηκαν κατά 4,4 ποσοστιαίες μονάδες, διαμορφούμενα στο 5,5 % στο έτος που έληξε το τέταρτο τρίμηνο του 2018. Χάρη στις πωλήσεις χαρτοφυλακίων, στις προσπάθειες αναδιάρθρωσης και στην αύξηση των τιμών των ακινήτων, οι τράπεζες βρίσκονται σε καλό δρόμο για την επίτευξη των στόχων μείωσης. Οι μακροχρόνια καθυστερούμενες οφειλές ενυπόθηκων δανείων (με καθυστέρηση άνω των δύο ετών) παραμένουν σχετικά υψηλές, συντελώντας στη διατήρηση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Έχουν προταθεί διάφορες πρωτοβουλίες και σχέδια νόμου, όπως ο λεγόμενος νόμος «no consent, no sale» (καμία πώληση χωρίς συναίνεση), για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που έχει η εξυγίανση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μεταξύ άλλων στα ευάλωτα νοικοκυριά. Το πιστωτικό μητρώο κατέστη πλήρως λειτουργικό για τα καταναλωτικά δάνεια το 2018 και θα είναι καίριας σημασίας για την αξιολόγηση του κατά πόσον οι δανειολήπτες είναι σε θέση να εξυπηρετούν τα χρέη τους. Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας και η χρήση δικαστικών και εξωδικαστικών επιλογών για την εξυγίανση των καθυστερούμενων οφειλών παραμένουν περιορισμένες. Η περαιτέρω μείωση των μακροχρόνια καθυστερούμενων οφειλών με παράλληλη αξιοποίηση των πρωτοβουλιών για τα ευάλωτα νοικοκυριά και χωρίς να τίθενται παράλογα εμπόδια στην εξυγίανση των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση και απαιτεί συνεχή παρακολούθηση.

(23)

Ο προγραμματισμός των Ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας του 2019. Έτσι, η Ιρλανδία θα μπορούσε να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα κονδύλια από τα εν λόγω Ταμεία για τους προσδιορισθέντες τομείς, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες.

(24)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2019, η Επιτροπή διενήργησε εμπεριστατωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Ιρλανδίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί στην Ιρλανδία τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Ιρλανδία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(25)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και είναι της γνώμης (9) ότι η Ιρλανδία αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(26)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Οι συστάσεις του βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 και 3 κατωτέρω. Οι εν λόγω συστάσεις συμβάλλουν επίσης στην εφαρμογή της Σύστασης για τη ζώνη του ευρώ του 2019, ειδικότερα δε της δεύτερης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, Οι δημοσιονομικές πολιτικές που αναφέρονται στη σύσταση 1 συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, στην αντιμετώπιση των ανισορροπιών που συνδέονται με το υψηλό δημόσιο χρέος.

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ιρλανδία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να επιτύχει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο το 2020. Να χρησιμοποιήσει τα έκτακτα έσοδα για να επιταχύνει τη μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης. Να περιορίσει το εύρος και τον αριθμό των φορολογικών δαπανών και να διευρύνει τη φορολογική βάση. Να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τα χαρακτηριστικά του φορολογικού συστήματος που ενδέχεται να διευκολύνουν τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό, εστιάζοντας ιδίως στις εξερχόμενες πληρωμές. Να αντιμετωπίσει την αναμενόμενη αύξηση των δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού, καθιστώντας το σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης οικονομικά αποδοτικότερο και υλοποιώντας πλήρως τα σχέδια συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων.

2.   

Να παράσχει εξατομικευμένη στήριξη στην ενεργό ένταξη και να διευκολύνει την αναβάθμιση των δεξιοτήτων, ιδίως για τις ευάλωτες ομάδες και τα άτομα που ζουν σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας. Να βελτιώσει την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές και ποιοτικές υπηρεσίες παιδικής φροντίδας.

3.   

Να εστιάσει την οικονομική πολιτική επενδύσεων στη μετάβαση σε χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές και στην ενεργειακή μετάβαση, στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στις βιώσιμες μεταφορές, στην ύδρευση, στις ψηφιακές υποδομές και στην οικονομικά προσιτή και κοινωνική στέγαση, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Να εφαρμόσει μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων της στρατηγικής «Future Jobs», για τη διαφοροποίηση της οικονομίας και τη βελτίωση της παραγωγικότητας των ιρλανδικών επιχειρήσεων —ιδίως των ΜΜΕ— με τη χρήση αμεσότερων μέσων χρηματοδότησης για την τόνωση της έρευνας και της καινοτομίας και με τη μείωση των κανονιστικών φραγμών στην επιχειρηματικότητα.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 320 της 10.9.2018, σ. 27.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο αποτέλεσμα, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(7)  Οι καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στις δαπάνες για επιδόματα ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε περίοδο τεσσάρων ετών. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται. Η τιμή αναφοράς για τις δαπάνες όσον αφορά την Ιρλανδία αντικατοπτρίζει μια προσαρμογή για να διορθωθεί η στρέβλωση του δεκαετούς ρυθμού αναφοράς της δυνητικής ανάπτυξης που προκάλεσε η εξαιρετικά μεγάλη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2015. Ακολουθώντας την προσέγγιση που υιοθέτησαν οι ιρλανδικές αρχές στους υπολογισμούς τους για τον προϋπολογισμό του 2017, η Επιτροπή έλαβε τον μέσο όρο των ρυθμών δυνητικής ανάπτυξης το 2014 και το 2016.

(8)  Όπως και το 2019, η τιμή αναφοράς για τις δαπάνες αντικατοπτρίζει μια προσαρμογή για να διορθωθεί η στρέβλωση του δεκαετούς ρυθμού αναφοράς της δυνητικής ανάπτυξης που οφείλεται στην εξαιρετικά μεγάλη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2015.

(9)  Βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/42


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ελλάδας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδας του 2019

(2019/C 301/08)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Λήφθηκε δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019, το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («σύσταση του 2019 για τη ζώνη του ευρώ») η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών στην οικονομική και νομισματική ένωση, η Ελλάδα θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης του 2019 για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 και 2. Ειδικότερα, οι μεταρρυθμίσεις που συνάδουν με τις μεταπρογραμματικές δεσμεύσεις και εστιάζονται στην οικονομική πολιτική επενδύσεων στους συγκεκριμένους τομείς θα συμβάλουν στην υλοποίηση της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ.

3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Ελλάδα δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Αξιολόγησε την πρόοδο της Ελλάδας ως προς την επίτευξη των εθνικών της στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα εμφανίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Οι ανισορροπίες που εντοπίστηκαν αφορούσαν ιδίως το υψηλό δημόσιο χρέος, την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση, το μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών και το ακόμη υψηλό ποσοστό ανεργίας. Επιπλέον, οι μεγάλες θεσμικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν τα τελευταία χρόνια για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και του κράτους θα απαιτήσουν πολυετή συνεχή εφαρμογή για να καταστούν πλήρως αισθητά τα οφέλη τους.

4)

Η Ελλάδα υπέβαλε το εθνικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 στις 26 Απριλίου 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητάς της του 2019 στις 30 Απριλίου 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

5)

Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να κάνει χρήση της εν λόγω διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση (5).

6)

Η Ελλάδα υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον μεταβατικό κανόνα για το χρέος. Θα πρέπει επίσης να διατηρήσει υγιή δημοσιονομική θέση που εξασφαλίζει τη συμμόρφωση με τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) ο οποίος καθορίστηκε με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1226 (6) για το 2018 και μεσοπρόθεσμα. Την άνοιξη του 2018, το Συμβούλιο δεν εξέδωσε ειδική σύσταση για την Ελλάδα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου διότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), η Ελλάδα είχε απαλλαγεί από την παρακολούθηση και την αξιολόγηση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου δεδομένου ότι την περίοδο εκείνη υπαγόταν σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής. Το μεταπρογραμματικό πλαίσιο για την Ελλάδα συνεπάγεται την ενεργοποίηση ενισχυμένης εποπτείας, καθώς και την ένταξη της Ελλάδας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για τον συντονισμό της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, με ταυτόχρονη μεγιστοποίηση των συνεργειών μεταξύ της ενισχυμένης εποπτείας και των διαδικασιών του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

7)

Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, η κυβέρνηση σχεδιάζει να επιτύχει ονομαστικό πλεόνασμα μεταξύ 1,1 % και 1,7 % του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2019-2022. Η κυβέρνηση θέτει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό της στόχο — δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,25 % του ΑΕΠ σε διαρθρωτικούς όρους από το 2020. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (8), ο εν λόγω μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος προβλέπεται να υπερκαλυφθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος και ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά σε 153,3 % το 2022. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές έχει εγκριθεί από ανεξάρτητο φορέα και είναι ευνοϊκό. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να εμφανίσει πλεόνασμα της τάξης του 1,9 % του ΑΕΠ το 2019 και 0,8 % του ΑΕΠ το 2020, υπερβαίνοντας έτσι τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε καθοδική πορεία και να συμμορφωθεί με τον μεταβατικό κανόνα για το χρέος το 2019 και με τον κανόνα για το χρέος το 2020. Σε γενικές γραμμές, με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019 και, συνεπώς, εξαιρουμένων των νέων μέτρων που θεσπίστηκαν μετά την καταληκτική ημερομηνία τους, η Ελλάδα προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019 και το 2020. Στην ίδια βάση, η Ελλάδα θεωρήθηκε επίσης ότι συμμορφώνεται με τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5 % του ΑΕΠ που παρακολουθείται βάσει του πλαισίου ενισχυμένης εποπτείας.

8)

Το πρόγραμμα σταθερότητας και οι εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019 δεν περιλαμβάνουν τα νέα μόνιμα μέτρα που ανακοινώθηκαν και εγκρίθηκαν λίγο μετά την ημερομηνία υποβολής και την καταληκτική ημερομηνία, αντιστοίχως. Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο δημοσιονομικός αντίκτυπος των εν λόγω μέτρων θα υπερβεί το 1,0 % του ΑΕΠ το 2019 και τα επόμενα έτη. Εκτιμάται επίσης ότι η έγκριση αυτών των νέων μέτρων θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα, όπως παρακολουθείται βάσει του πλαισίου ενισχυμένης εποπτείας και όπως καθορίστηκε με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1226. Επιπλέον, τα νέα μέτρα αναμένεται να μειώσουν το διαρθρωτικό ισοζύγιο, εγείροντας ανησυχίες ως προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2020. Ωστόσο, το φθινόπωρο του 2019, θα πραγματοποιηθεί επαναξιολόγηση που θα περιλαμβάνει αναθεώρηση του εφαρμοστέου δείκτη αναφοράς για τον ρυθμό αύξησης των καθαρών δαπανών το 2020. Παρότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε καθοδική πορεία, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η συμμόρφωση με την τιμή αναφοράς για τη μείωση του χρέους. Αυτό θα πρέπει να επαναξιολογηθεί το φθινόπωρο ως αποτέλεσμα των εν λόγω νεοεγκριθέντων μέτρων.

9)

Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος χρηματοδοτικής συνδρομής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, η Ελλάδα υπόκειται σε μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας το οποίο έχει ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και υπόκειται σε ενισχυμένη εποπτεία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 472/2013. Με την ενεργοποίηση της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα δυνάμει των εκτελεστικών αποφάσεων (ΕΕ) 2018/1192 (9) και (ΕΕ) 2019/338 (10) της Επιτροπής αναγνωρίζεται το γεγονός ότι, μεσοπρόθεσμα, η Ελλάδα χρειάζεται να συνεχίσει να θεσπίζει μέτρα για την αντιμετώπιση πηγών ή πιθανών πηγών μακροοικονομικών ανισορροπιών, εφαρμόζοντας παράλληλα διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη στήριξη ισχυρής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Η Ελλάδα δεσμεύτηκε στην Ευρωομάδα της 22ας Ιουνίου 2018 να συνεχίσει όλες τις καίριες μεταρρυθμίσεις που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος μέχρι την πλήρη ολοκλήρωσή τους. Η Ελλάδα δεσμεύτηκε επίσης να εφαρμόσει ειδικές δράσεις που συνδέονται με τις δημοσιονομικές και τις δημοσιονομικές-διαρθρωτικές πολιτικές, την κοινωνική πρόνοια, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τις αγορές εργασίας και προϊόντων, τις ιδιωτικοποιήσεις και τη δημόσια διοίκηση. Η Ελλάδα υπόκειται στην υποχρέωση υποβολής τριμηνιαίας έκθεσης σχετικά με την πρόοδο υλοποίησης των δεσμεύσεών της στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας και, σε περίπτωση ευνοϊκής έκθεσης, μπορεί, σε εξαμηνιαία βάση, να δρομολογείται η αποδέσμευση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους ύψους 0,7 % του ΑΕΠ ετησίως. Η αποδέσμευση της πρώτης δόσης των μέτρων για το χρέος που εξαρτώνται από την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών, ύψους 970 εκατ. EUR, συμφωνήθηκε από την Ευρωομάδα τον Απρίλιο του 2019. Η τρίτη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας σχετικά με την αξιολόγηση της προόδου που σημείωσε η Ελλάδα όσον αφορά την υλοποίηση των δεσμεύσεών της δημοσιεύτηκε στις 5 Ιουνίου 2019.

10)

Οι μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον και την ποιότητα των θεσμών, και ιδίως την αποδοτικότητα του δικαστικού συστήματος, θα ενισχύσουν την οικονομική ανθεκτικότητα της Ελλάδας, θα βελτιώσουν την πειθαρχία στον τομέα των πληρωμών και θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις επενδυτικές αποφάσεις και στην προσέλκυση επιχειρήσεων. Παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, το ελληνικό δικαστικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις και ανεπάρκειες, καθώς ο χρόνος για την έκδοση μιας απόφασης είναι συχνά υπερβολικά μεγάλος και οι εκκρεμείς υποθέσεις επηρεάζουν την παραγωγικότητα των δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, η περαιτέρω στοχευμένη δράση στον τομέα αυτόν έχει καθοριστική σημασία, τόσο για να διευκολύνει την ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος όσο και για να συντελέσει στην απελευθέρωση του επενδυτικού δυναμικού της οικονομίας.

11)

Αρκετά χρόνια ανεπαρκών επενδύσεων δημιούργησαν μεγάλα επενδυτικά κενά στην Ελλάδα. Η αύξηση των επενδύσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη θα συμβάλει καθοριστικά στη στήριξη πιο μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων. Οι μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα που ευνοούν την επέκταση της προσφοράς πιστώσεων θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη των επενδύσεων. Στην έκθεση του 2019 για την Ελλάδα προσδιορίστηκαν οι τομείς προτεραιότητας για τις επενδύσεις του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.

12)

Η αύξηση των επενδύσεων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση είναι κρίσιμης σημασίας για τη βελτίωση της παραγωγικότητας και της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς στην Ελλάδα, καθώς και για την άρση των αναπτυξιακών φραγμών σε καινοτόμους τομείς. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις λόγω ανεπαρκών πόρων, χαμηλής αυτονομίας, μειωμένων επιδόσεων σε βασικές δεξιότητες (συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών) και εμμενουσών αναντιστοιχιών σε δεξιότητες. Σε όλα τα επίπεδα, υπάρχει εν γένει έλλειψη λογοδοσίας και παρακολούθησης, που είναι απαραίτητες για τη βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος. Η προώθηση της ποιοτικής και χωρίς αποκλεισμούς εκπαίδευσης και κατάρτισης, με μεγαλύτερη συσχέτιση μεταξύ της εκπαίδευσης και των αναγκών της αγοράς εργασίας, η βελτίωση της ελκυστικότητας της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και η αύξηση της συμμετοχής στη διά βίου μάθηση είναι σημαντικές για τη στήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης.

13)

Παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων, που αντιπροσώπευαν το 70 % των ανέργων στην Ελλάδα το 2018, είναι πολύ υψηλό, και η υψηλή ανεργία των νέων και η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας αποτελούν επίσης πηγή ανησυχίας. Οι παρεμβάσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν στη βελτίωση των προοπτικών απασχόλησης, στην προώθηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και στην ενίσχυση των συνθηκών για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ο αποτελεσματικός κοινωνικός διάλογος και η υπεύθυνη κοινωνική σύμπραξη στην Ελλάδα μπορούν να στηρίξουν το περιβάλλον για την εφαρμογή και τον ενστερνισμό βιώσιμων μεταρρυθμίσεων, με αποτέλεσμα την καλύτερη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

14)

Αν και έχουν ξεκινήσει μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλή εισοδηματική ανισότητα και οι κοινωνικές μεταβιβάσεις έχουν ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ως προς τον αντίκτυπο στη μείωση του κινδύνου φτώχειας στην ΕΕ (15,83 % το 2017 έναντι μέσου όρου 33,98 % στην ΕΕ). Οι επενδύσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν στη βελτίωση της πρόσβασης σε οικονομικά προσιτές και υψηλής ποιότητας κοινωνικές υπηρεσίες χωρίς αποκλεισμούς, καθώς και στην ανάπτυξη κέντρων ημερήσιας φροντίδας. Η στήριξη των απόρων και η προώθηση της κοινωνικής ένταξης των παιδιών που κινδυνεύουν από τη φτώχεια, των ατόμων με αναπηρία, των μεταναστών και των προσφύγων, με παράλληλη μέριμνα για την εξομάλυνση των γεωγραφικών ανισοτήτων, θα βελτιώσουν την κοινωνική ένταξη στην Ελλάδα.

15)

Η εκτεταμένη μεταρρύθμιση του συστήματος πρωτοβάθμιας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που δρομολογήθηκε από την Ελλάδα το 2017 είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση της πρόσβασης και είναι απαραίτητη η συνέχιση των επενδύσεων στον τομέα αυτόν μέσω της ανάπτυξης Τοπικών Μονάδων Υγείας (ΤΟΜΥ).

16)

Το ελληνικό σύστημα μεταφορών αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο οδικό δίκτυο και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο, ενώ όλες οι κύριες συνδέσεις περιστρέφονται γύρω από τον άξονα Αθήνας-Θεσσαλονίκης. Το κόστος μεταφοράς εξακολουθεί να είναι υψηλό, ενώ η ποιότητα των υπηρεσιών, τα πρότυπα ασφαλείας και η διείσδυση των ευφυών συστημάτων μεταφορών παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Απαιτούνται νέες επενδύσεις για την αύξηση των πολυτροπικών μεταφορών και την προώθηση της περιφερειακής ολοκλήρωσης και της αστικής ανάπτυξης.

17)

Η επεξεργασία των στερεών αποβλήτων και των αστικών και βιομηχανικών λυμάτων είναι ο κυριότερος τομέας στον οποίον απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις προκειμένου να ευθυγραμμιστούν τα πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας της χώρας με εκείνα της υπόλοιπης Ένωσης. Η διαχείριση των στερεών αποβλήτων εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική διαρθρωτική πρόκληση, καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υγειονομική ταφή και στη μηχανική-βιολογική επεξεργασία αντί των πιο σύγχρονων τεχνικών. Επιπλέον, το ποσοστό των αστικών αποβλήτων που ανακυκλώνονται αντιστοιχεί μόλις στο ένα τρίτο του μέσου όρου της Ένωσης. Απαιτούνται επίσης επενδύσεις για τη βελτίωση της επεξεργασίας των υδάτων, την καταπολέμηση της αλάτωσης των υπόγειων υδάτων, καθώς και μέτρα στήριξης για την πρόληψη των πλημμυρών και την αποκατάσταση της φυσικής ροής των ποταμών.

18)

Η ανεπαρκής ανάπτυξη των υποδομών αυξάνει το ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και αποτελεί εμπόδιο στην αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει εν προκειμένω μια ιδιαίτερη πρόκληση όσον αφορά τη συνδεσιμότητα των νησιών με το ηλεκτρικό δίκτυο και τη σύνδεση με τις γειτονικές χώρες. Η περαιτέρω ανάπτυξη των εμπορικών υποδομών φυσικού αερίου θα συμβάλει στην ανάπτυξη της αγοράς. Η μεταρρύθμιση των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να επιδιώκει την αξιοποίηση αυτών των νέων δυνατοτήτων που προσφέρουν οι υποδομές.

19)

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας και της κοινωνίας εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση, λόγω της χαμηλής πρόσβασης σε ευρυζωνικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας και των ψηφιακών δεξιοτήτων που βρίσκονται πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Η Ελλάδα πρέπει ιδίως να επενδύσει στην τεχνολογία της πληροφορίας και της επικοινωνίας, προκειμένου να καλύψει επίσης την αποεπένδυση που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η ανεπαρκής ευρυζωνική συνδεσιμότητα υψηλότερης ταχύτητας δημιουργεί σημαντικά εμπόδια για τις δυναμικές επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό. Η επένδυση στην καινοτομία και στις δεξιότητες του πληθυσμού δεν επαρκεί για να προωθηθεί η αύξηση της παραγωγικότητας, και η έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων στο σύνολο του πληθυσμού αποτελεί τροχοπέδη για την εξεύρεση εργασίας και εμποδίζει την ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων.

20)

Απαιτούνται ανανεωμένες στρατηγικές «έξυπνης εξειδίκευσης» σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς και πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση των πλέον πιεστικών αδυναμιών του συστήματος έρευνας και καινοτομίας, για την τόνωση των επενδύσεων στην έρευνα και την ανάπτυξη (Ε&Α) με γνώμονα την αγορά, οι οποίες παραμένουν χαμηλές και επηρεάζουν αρνητικά το αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας. Η πρόοδος της επιστημονικής αριστείας παρεμποδίζεται από τη χαμηλή ένταση της δημόσιας Ε&Α, την έλλειψη συστήματος χρηματοδότησης βάσει επιδόσεων και την ανεπαρκή διασύνδεση μεταξύ επιστήμης και επιχειρήσεων. Απαιτούνται επίσης μεγαλύτερες επενδύσεις για την ενίσχυση των χαμηλών επιπέδων τεχνολογικής ανάπτυξης, που αποτυπώνεται στον πολύ μικρό αριθμό διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη, και για την πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού των νεοφυών και των ταχέως αναπτυσσόμενων επιχειρήσεων.

21)

Ζήτημα διατομεακού χαρακτήρα είναι οι επενδύσεις για την ανάπλαση των υποβαθμισμένων αστικών, νησιωτικών και ορεινών περιοχών οι οποίες είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση της απώλειας και της υποβάθμισης της ποιότητας του φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Η βιώσιμη ανάπλαση μειονεκτουσών και/ή αποβιομηχανοποιημένων περιοχών στα αστικά κέντρα της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης και σε ορισμένα περιφερειακά αστικά κέντρα αποτελεί μια ειδική βραχυπρόθεσμη έως μεσοπρόθεσμη προτεραιότητα. Στις πιο μακροπρόθεσμες προτεραιότητες περιλαμβάνονται η ανάπτυξη βιώσιμων παραγωγικών δραστηριοτήτων, η αναβάθμιση των συστημάτων κινητικότητας και ασφάλειας, η ενεργειακή απόδοση και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η περιβαλλοντική προστασία και η βελτίωση της ανθεκτικότητας σε φυσικούς κινδύνους και κοινωνικοοικονομικές κρίσεις. Οι παρεμβάσεις θα πρέπει επίσης να στοχεύουν στην κοινωνική ένταξη, στην ενσωμάτωση των μεταναστών, στην απόκτηση δεξιοτήτων για τη μείωση της ανεργίας, και σε πολιτιστικές δραστηριότητες για την αύξηση της ελκυστικότητας των μειονεκτικών περιοχών. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων μέσω ολοκληρωμένων στρατηγικών αστικής ανάπλασης θα μεγιστοποιήσει τις πιθανότητες επίτευξης των καλύτερων δυνατών οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αποτελεσμάτων.

22)

Ο προγραμματισμός των Ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης του 2019 για τη χώρα. Αυτό θα επιτρέψει στη Ελλάδα να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εν λόγω κονδύλια σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας για τη διαχείριση των κονδυλίων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία των επενδύσεων.

23)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Ελλάδας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

24)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και είναι της γνώμης (11) ότι η Ελλάδα αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

25)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Οι συστάσεις του σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 και 2 κατωτέρω. Οι εν λόγω συστάσεις συμβάλλουν επίσης στην εφαρμογή των τεσσάρων πρώτων συστάσεων για τη ζώνη του ευρώ.

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ελλάδα να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να επιτύχει βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη και να αντιμετωπίσει τις υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες, συνεχίζοντας και ολοκληρώνοντας τις μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τις μεταπρογραμματικές δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο της Ευρωομάδας στις 22 Ιουνίου 2018.

2.   

Να επικεντρώσει την επενδυτική οικονομική πολιτική στους τομείς των βιώσιμων μεταφορών και της εφοδιαστικής, της περιβαλλοντικής προστασίας, της ενεργειακής απόδοσης, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των έργων διασύνδεσης, των ψηφιακών τεχνολογιών, της έρευνας και ανάπτυξης, της εκπαίδευσης, των δεξιοτήτων, της απασχολησιμότητας, της υγείας και της ανάπλασης των αστικών περιοχών, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες και την ανάγκη διασφάλισης της κοινωνικής ένταξης.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  COM(2014) 494 final.

(6)  Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1226 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2017, σχετικά με την τροποποίηση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2016/544 για την έγκριση του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας (2015/1411) (ΕΕ L 174 της 7.7.2017, σ. 22).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ τα οποία αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρές δυσκολίες αναφορικά με τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα (ΕΕ L 140 της 27.5.2013, σ. 1).

(8)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(9)  Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1192 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2018, σχετικά με την ενεργοποίηση της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα (ΕΕ L 211 της 22.8.2018, σ. 1).

(10)  Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2019/338 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 2019, σχετικά με την παράταση της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα (ΕΕ L 60 της 28.2.2019, σ. 17).

(11)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/48


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ισπανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ισπανίας του 2019

(2019/C 301/09)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή εξέδωσε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 σχετικά με τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων, που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Ισπανία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019 το Συμβούλιο εξέδωσε τη Σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («Σύσταση για τη ζώνη του ευρώ του 2019»), η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Ισπανία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της Σύστασης για τη ζώνη του ευρώ του 2019, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 4. Ειδικότερα, τα μέτρα για τη βελτίωση της παραγωγικότητας θα συμβάλουν στην εφαρμογή της πρώτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη βελτίωση της παραγωγικότητας για την επανεξισορρόπηση της ζώνης του ευρώ, η χρήση των έκτακτων εσόδων για τη μείωση του δημόσιου χρέους και η εστίαση της οικονομικής πολιτικής που σχετίζεται με τις επενδύσεις στους καθορισμένους τομείς θα συμβάλουν στην εφαρμογή της δεύτερης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά την ανασύσταση των αποθεμάτων και τη στήριξη των επενδύσεων, και τα μέτρα βελτίωσης των δεξιοτήτων και της απασχολησιμότητας θα συμβάλουν στην εφαρμογή της τρίτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Ισπανία δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Ισπανίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που εκδόθηκαν τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Ισπανίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ισπανία εμφανίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Η μεγάλη συσσώρευση εσωτερικού και εξωτερικού χρέους, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και η υψηλή ανεργία, στο πλαίσιο της μικρής αύξησης της παραγωγικότητας, εξακολουθούν να συνιστούν ευπάθειες με διασυνοριακό χαρακτήρα. Η μείωση του χρέους του ιδιωτικού τομέα σημειώνει πρόοδο, αλλά οι ανάγκες απομόχλευσης εξακολουθούν να είναι σημαντικές. Παρά τη συνεχιζόμενη σθεναρή αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει υψηλό. Το ποσοστό ανεργίας συνεχίζει να μειώνεται με γρήγορο ρυθμό, αλλά παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ ο υψηλός βαθμός κατακερματισμού της αγοράς εργασίας, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εμποδίζει την ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Μετά από μια σθεναρή ώθηση που δόθηκε στις μεταρρυθμίσεις μεταξύ 2012 και 2015, το μεταβαλλόμενο πολιτικό πλαίσιο του προηγούμενου έτους συντέλεσε σε άλλο ένα έτος περιορισμένης προόδου στην εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα των προηγουμένων ετών. Η τρέχουσα ευνοϊκή οικονομική κατάσταση προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για την αντιμετώπιση των εκκρεμών μεταρρυθμιστικών αναγκών, προκειμένου να καταστεί η ισπανική οικονομία πιο ανθεκτική και να ενισχυθεί η αύξηση της παραγωγικότητάς της.

(4)

Στις 30 Απριλίου 2019, η Ισπανία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 αφορά δράσεις που ανελήφθησαν για την εφαρμογή των προληπτικών και διορθωτικών εργαλείων που προβλέπονται στον νόμο περί σταθερότητας της Ισπανίας. Ωστόσο, δεν περιλαμβάνει σχέδια για την αυτόματη επιβολή των εν λόγω εργαλείων και την αναθεώρηση του κανόνα για τις δαπάνες, που περιλαμβάνεται στον νόμο περί σταθερότητας, με σκοπό την ενίσχυση της συμβολής του στη δημοσιονομική εξυγίανση, ιδίως κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής ανάκαμψης. Στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, για τη βελτίωση της αποδοτικότητας των δημόσιων δαπανών, καθώς και για την πρόληψη των παρατυπιών, θα είναι καθοριστική η φιλόδοξη εφαρμογή του νόμου περί των συμβάσεων του δημόσιου τομέα, που εκδόθηκε το 2017. Ειδικότερα, είναι σημαντικό η νέα διοικητική δομή, ιδίως η Ανεξάρτητη Υπηρεσία Ρύθμισης και Εποπτείας, να μπορεί να εκτελεί αποτελεσματικά τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, και να εγκριθεί σύντομα η συνολική Εθνική Στρατηγική για τις Δημόσιες Συμβάσεις, με την ενεργό συμμετοχή των αναθετουσών αρχών και των φορέων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Τέλος, το 2019 αναμένονται ορισμένες περιπτώσεις επανεξέτασης δαπανών και η εφαρμογή των συστάσεων που απορρέουν από αυτές αναμένεται να συμβάλει στην αποδοτικότητα των δημόσιων δαπανών.

(6)

Οι σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων («ΕΔΕΤ») για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(7)

Μετά την έγκαιρη και σταθερή διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος και την απόφαση (ΕΕ) 2019/1001 (6) του Συμβουλίου για την κατάργηση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, η Ισπανία υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον μεταβατικό κανόνα για το χρέος. Προβλέπεται αύξηση του ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης από -2,5 % του ΑΕΠ το 2018 σε -2,0 % του ΑΕΠ το 2019 και επίτευξη ισοσκελισμένου προϋπολογισμού το 2022. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (7), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος για ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση σε διαρθρωτικούς όρους δεν προβλέπεται να επιτευχθεί εντός του χρονικού ορίζοντα του προγράμματος σταθερότητας του 2019. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί από 97,1 % το 2018 σε 95,8 % το 2019, προτού φθάσει στο 88,7 % το 2022. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Οι κίνδυνοι για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων που καθορίζονται στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 αφορούν κυρίως το σκέλος των εσόδων, όπου η αβεβαιότητα σχετικά με την απόδοση ή τις πιθανότητες λήψης πολλών από τα μέτρα στο σκέλος των εσόδων είναι μεγάλη.

(8)

Στις 13 Ιουλίου 2018, το Συμβούλιο συνέστησε στην Ισπανία να εξασφαλίσει ότι ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (8) δεν θα υπερβεί το 0,6 % το 2019, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,65 % του ΑΕΠ. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από τη συνιστώμενη πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2019.

(9)

Το 2020, λόγω του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης της Ισπανίας ως προς το ΑΕΠ, που υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ που προβλέπει η Συνθήκη, καθώς και του προβλεπόμενου θετικού κενού παραγωγής της τάξης του 2,0 % του ΑΕΠ, οι ονομαστικές καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες δεν θα πρέπει να αυξηθούν το 2020, σύμφωνα με τη διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 1,0 % του ΑΕΠ που προκύπτει από τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής απαιτήσεων βάσει του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, υπάρχουν ενδείξεις ότι η αχρησιμοποίητη παραγωγική ικανότητα της οικονομίας υποτιμάται, με τον πληθωρισμό να αναμένεται να παραμείνει κάτω από το 2 % το 2019 και το 2020 και την υποτονικότητα να εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την αγορά εργασίας (υψηλό ποσοστό ανεργίας και πολύ υψηλό ποσοστό ακούσιας μερικής απασχόλησης, προσωρινά απασχολούμενοι, καθώς και φτώχεια των εργαζομένων). Επιπλέον, το εργαλείο ευλογοφάνειας καταδεικνύει επίσης ότι υπάρχει υψηλός βαθμός αβεβαιότητας σχετικά με τις εκτιμήσεις ως προς το κενό παραγωγής με βάση την κοινή μεθοδολογία. Στη βάση αυτή, φαίνεται σκόπιμη μια ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,65 % του ΑΕΠ, που αντιστοιχεί σε μέγιστο ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών ύψους 0,9 %. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, με την παραδοχή αμετάβλητων πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή το 2020. Επιπλέον, η Ισπανία δεν προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις σχετικά με τον μεταβατικό κανόνα για το χρέος το 2019 και το 2020. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι τα αναγκαία μέτρα θα πρέπει να ληφθούν από το 2019 για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Είναι σημαντικό να γίνει χρήση τυχόν έκτακτων εσόδων για την περαιτέρω μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης.

(10)

Η αύξηση της απασχόλησης στην Ισπανία παραμένει έντονη. Η ανεργία εξακολουθεί να μειώνεται, αλλά παραμένει πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης, ιδίως για τους νέους και για τα άτομα χαμηλής ειδίκευσης. Το χάσμα μεταξύ των δύο φύλων όσον αφορά την απασχόληση και τη διάρκεια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας παραμένει ευρύ. Αυτά τα στοιχεία αντικατοπτρίζουν το αναξιοποίητο δυναμικό, αν μη τι άλλο λόγω της ταχείας γήρανσης του πληθυσμού.

(11)

Αν και μειώνεται σταδιακά, η χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία εξακολουθεί να είναι εκτεταμένη, μεταξύ άλλων σε τομείς με μικρότερη εποχική ή συγκυριακή δραστηριότητα, κατατάσσεται μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη και ενδέχεται να παρεμποδίσει το αναπτυξιακό δυναμικό της Ισπανίας και την κοινωνική συνοχή της. Οι νέοι, τα άτομα χαμηλής ειδίκευσης και οι υπήκοοι τρίτων χωρών είναι εκείνοι που πλήττονται περισσότερο, συχνά μάλιστα απολαύουν χαμηλότερων δικαιωμάτων κοινωνικών παροχών και αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας. Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είναι συχνά πολύ μικρής διάρκειας και παρέχουν ελάχιστα κίνητρα τόσο στους εργαζομένους όσο και στους εργοδότες για να επενδύσουν στην επιμόρφωση, γεγονός που, με τη σειρά του, εμποδίζει την αύξηση της παραγωγικότητας. Η μετάβαση από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου παραμένει δύσκολη, και τα εμπόδια στην κινητικότητα του εργατικού δυναμικού μειώνουν τις ευκαιρίες για τα άτομα που αναζητούν εργασία και δυσχεραίνουν την αποτελεσματική κατανομή τους σε ολόκληρη τη χώρα.

(12)

Η Ισπανία ενίσχυσε τη στήριξη των μακροχρόνια ανέργων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να αποτελούν το 6,4 % του ενεργού πληθυσμού το 2018. Με τις πρόσφατες πρωτοβουλίες επιδιώκεται να καταστούν οι νέοι απασχολήσιμοι μέσω συμβουλευτικής και επαγγελματικού προσανατολισμού, αλλά οι δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης εξακολουθούν να διαχειρίζονται ένα χαμηλό ποσοστό κενών θέσεων εργασίας, και χρειάζεται να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για τη βελτίωση της χρήσης τους κατά την αναζήτηση και την εξεύρεση εργασίας. Ειδικότερα, σε ορισμένες περιφέρειες, η συνεργασία με τους εργοδότες είναι ανεπαρκής και τα εργαλεία καταγραφής επαγγελματικών προσόντων και δεξιοτήτων, για την καλύτερη αντιστοίχιση των ατόμων που αναζητούν εργασία με τις ανάγκες των εργοδοτών, βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Οι συμπράξεις μεταξύ δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και κοινωνικών υπηρεσιών σημειώνουν πρόοδο, αλλά η συνεργασία εξακολουθεί να περιορίζεται σε ορισμένες περιφέρειες. Η αύξηση των επενδύσεων σε σύγχρονες δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης και η στήριξη της κινητικότητας των εργαζομένων θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη βελτίωση της απασχολησιμότητας και της προσαρμοστικότητας των εργαζομένων, ενώ εξομαλύνουν τις μετακινήσεις στην αγορά εργασίας, βελτιώνοντας έτσι την παραγωγικότητα της Ισπανίας και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς,

(13)

Οι προσπάθειες ενίσχυσης των επιθεωρήσεων εργασίας, προκειμένου να καταπολεμηθεί η κατάχρηση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αποδίδουν κάποιους καρπούς και αυξάνεται το ποσοστό των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου στην καθαρή αύξηση της απασχόλησης. Ωστόσο, οι εργοδότες εξακολουθούν να κάνουν εκτεταμένη χρήση των βραχυπρόθεσμων συμβάσεων εργασίας. Τα στοιχεία παρελθόντων ετών καταδεικνύουν ότι τα πολυάριθμα κίνητρα για τη στήριξη της δημιουργίας θέσεων εργασίας έχουν περιορισμένα αποτελέσματα στην προώθηση της ποιοτικής απασχόλησης. Η Ισπανία δρομολόγησε μια νέα αξιολόγηση με στόχο την απλοποίηση του συστήματος, αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμη διαθέσιμα. Οι διαγωνισμοί πρόσληψης για να μειωθεί το ποσοστό της εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, θα πρέπει να επισπευσθούν, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του 8 % των διαγωνισμών πρόσληψης έως τα τέλη του 2020. Μολονότι η διεξαγωγή τριμερών συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης αποτελεί ένα καλό βήμα προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στον σχεδιασμό των πολιτικών, υπάρχουν περιθώρια για ουσιαστικότερες και πιο έγκαιρες διαβουλεύσεις.

(14)

Αν και μειώνεται, το ποσοστό των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς και η εισοδηματική ανισότητα, παραμένουν πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Τα ποσοστά φτώχειας των εργαζομένων σε πρόσκαιρες θέσεις εργασίας ή των εργαζομένων χαμηλής ειδίκευσης ή των εργαζομένων που έχουν γεννηθεί εκτός ΕΕ είναι υψηλά. Το ποσοστό παιδικής φτώχειας, αν και μειώνεται, παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η ικανότητα των κοινωνικών μεταβιβάσεων, εκτός των συντάξεων, για μείωση της φτώχειας παραμένει μεταξύ των χαμηλότερων στην Ένωση, ιδίως όσον αφορά τα παιδιά. Οι κοινωνικές δαπάνες, ως ποσοστό του ΑΕΠ της Ισπανίας, για νοικοκυριά με παιδιά στην Ισπανία είναι από τις χαμηλότερες στην Ένωση και είναι ανεπαρκώς στοχευμένες, παρά την πρόσφατη μικρή αύξηση του επιδόματος τέκνου που χορηγείται με έλεγχο επάρκειας των πόρων. Παρά τη θετική τάση, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά στην κάλυψη των ατόμων με σοβαρή και μέτρια εξάρτηση. Το εθνικό βοήθημα ανεργίας παραμένει κατακερματισμένο, με πολλαπλά συστήματα τα οποία απευθύνονται σε διαφορετικές ομάδες ατόμων που αναζητούν εργασία. Τα πρόσφατα μέτρα για τη βελτίωση της κάλυψης και της προστασίας της εισοδηματικής ενίσχυσης των μακροχρόνια ανέργων μεγαλύτερης ηλικίας (52 ετών και άνω) ενδέχεται, ταυτόχρονα, να αποδυναμώσουν τα κίνητρα για εργασία της συγκεκριμένης ομάδας. Εν τω μεταξύ, τα περιφερειακά καθεστώτα ελάχιστου εισοδήματος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ως προς τους όρους πρόσβασης, την κάλυψη και την επάρκεια μεταξύ των περιφερειών, και η περιορισμένη δυνατότητα μεταφοράς τους μεταξύ περιφερειών μειώνει τα κίνητρα για κινητικότητα του εργατικού δυναμικού. Ως εκ τούτου, ορισμένοι άποροι που χρήζουν βοήθειας δεν λαμβάνουν στήριξη. Η δρομολόγηση ενός καθεστώτος καθολικής κοινωνικής κάρτας θα καταστήσει το σύστημα κοινωνικών παροχών διαφανέστερο και, επομένως, θα επιτρέψει τη βελτίωση της στόχευσης. Παρότι η οικονομική ανάκαμψη εξακολουθεί να αναχαιτίζει τη φτώχεια, η κατάσταση απαιτεί επενδύσεις σε πολιτικές κοινωνικής ένταξης και σε κοινωνικές υποδομές (π.χ. κοινωνική στέγαση) προκειμένου να επιτευχθεί ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Επιπλέον, η Ισπανία αντιμετωπίζει ειδικές προκλήσεις εδαφικής συνοχής, όπως οξεία συρρίκνωση και γήρανση του πληθυσμού σε ορισμένες αγροτικές περιοχές. Οι δράσεις προώθησης της επιχειρηματικότητας, της ψηφιοποίησης και της κοινωνικής οικονομίας μπορούν να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των εν λόγω προκλήσεων, στο πλαίσιο στρατηγικών ολοκληρωμένης εδαφικής ανάπτυξης.

(15)

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, το ισπανικό συνταξιοδοτικό σύστημα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου των ηλικιωμένων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν χαμηλότερο κίνδυνο φτώχειας. Από τις προβολές της έκθεσης για τη δημογραφική γήρανση, του 2018, και της έκθεσης για την επάρκεια των συντάξεων, του 2018, προκύπτει ότι οι μεταρρυθμίσεις του 2011 και του 2013 συνέβαλαν στη διασφάλιση της βιωσιμότητας και της σχετικής επάρκειας των συντάξεων μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, η συνέχιση της επανασύνδεσης των αυξήσεων των συντάξεων με τον πληθωρισμό (όπως αποφασίστηκε το 2018 και το 2019) και η αναβολή συνυπολογισμού του παράγοντα της βιωσιμότητας θα απαιτούσε αντισταθμιστικά μέτρα για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, θα χρειαστεί ανάληψη δράσης για να αντιμετωπιστεί τόσο το κύριο πρόβλημα της επάρκειας των εισοδημάτων των μελλοντικών συνταξιούχων όσο και της διάρκειας και της ολοκλήρωσης της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους, σε συνθήκες υψηλής ανεργίας και εκτεταμένης χρήσης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης.

(16)

Οι επιδόσεις της Ισπανίας στον τομέα της καινοτομίας και η αύξηση της παραγωγικότητας παρεμποδίζονται από τα χαμηλά επίπεδα επενδύσεων στην έρευνα και την ανάπτυξη και από την αναντιστοιχία δεξιοτήτων. Οι δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη στον επιχειρηματικό τομέα στην Ισπανία αντιπροσωπεύουν μόνο το ήμισυ του μέσου όρου της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τις μεγάλες επιχειρήσεις, με σημαντικές περιφερειακές ανισότητες. Η απόκλιση αυτή ενισχύεται από το χαμηλό και μειούμενο ποσοστό εκτέλεσης του δημόσιου προϋπολογισμού για έρευνα και ανάπτυξη, ιδίως ως προς τα δάνεια. Οι ελλείψεις και οι αναντιστοιχία δεξιοτήτων αποτελούν ένα ακόμη σημαντικό εμπόδιο για την ανάπτυξη και τη χρήση προηγμένων τεχνολογιών, ιδίως από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η απασχόληση σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και σε υπηρεσίες έντασης γνώσης είναι πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης σε πολλές ισπανικές περιφέρειες. Παρόλο που οι περιφερειακές στρατηγικές καινοτομίας για έξυπνη εξειδίκευση αναπτύσσονται, και η διακυβέρνηση της εθνικής πολιτικής για την έρευνα και την καινοτομία εκσυγχρονίζεται, ο συντονισμός μεταξύ εθνικού και περιφερειακού επιπέδου στον σχεδιασμό, την εφαρμογή και την αξιολόγηση της πολιτικής παραμένει ανεπαρκής. Η βελτίωση των επιδόσεων της Ισπανίας στον τομέα της καινοτομίας προϋποθέτει σημαντικές επενδύσεις για την προώθηση της επιχειρηματικότητας και των νεοφυών επιχειρήσεων και για τη συνδρομή στην ανάπτυξή τους, καθώς και για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας όλων των επιχειρήσεων και της προσαρμογής τους — μεταξύ άλλων μέσω ψηφιοποίησης — σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, με στόχο την επέκταση της παρουσίας τους στις διεθνείς αγορές. Προϋποθέτει επίσης μεγαλύτερη εστίαση στις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, συνεργασία μεταξύ ακαδημαϊκών κύκλων και επιχειρήσεων και μεταφορά τεχνολογίας, ιδίως προς όφελος των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ενισχυμένη διακυβέρνηση της πολιτικής έρευνας και καινοτομίας μεταξύ διαφόρων επιπέδων κυβέρνησης, καθώς και στενότερη ευθυγράμμιση των υποδομών και των έργων έρευνας και ανάπτυξης με τις περιφερειακές και εθνικές στρατηγικές καινοτομίας.

(17)

Μολονότι βελτιώνεται, το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου παραμένει πολύ υψηλό στην Ισπανία, με σημαντικές περιφερειακές ανισότητες. Υπάρχει περιθώριο βελτίωσης των εκπαιδευτικών επιδόσεων, οι οποίες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ περιφερειών. Αμφότεροι οι παράγοντες επηρεάζουν αρνητικά το μακροπρόθεσμο δυναμικό αύξησης της παραγωγικότητας. Οι προσπάθειες μεταρρύθμισης του εκπαιδευτικού συστήματος παραμένουν στάσιμες. Οι επιχειρήσεις αναφέρουν ότι δυσκολεύονται να βρουν τις δεξιότητες που χρειάζονται για να ενστερνιστούν την καινοτομία, ιδίως όσον αφορά τους ειδικούς των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών. Η Ισπανία ενέκρινε μέτρα για την αναβάθμιση του διττού συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα οποία θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην παροχή των δεξιοτήτων και των προσόντων που απαιτούνται για την απορρόφηση της καινοτομίας, αλλά η συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα παραμένει περιορισμένη. Το ποσοστό ολοκλήρωσης σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ισπανία είναι πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης, αλλά οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξεύρεση κατάλληλων θέσεων εργασίας. Η ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου μέσω όλων των επιπέδων εκπαίδευσης και κατάρτισης, συμπεριλαμβανομένης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης, και η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ εκπαίδευσης και επιχειρήσεων, με σκοπό τον μετριασμό της υφιστάμενης αναντιστοιχίας δεξιοτήτων, θα μπορούσαν να τονώσουν την πρόσβαση των νέων αποφοίτων στην αγορά εργασίας. Θα μπορούσαν επίσης να παρέχουν στις επιχειρήσεις τις δεξιότητες και τα προσόντα που απαιτούνται για την ενίσχυση της ικανότητάς τους για καινοτομία και την πλήρη αξιοποίηση του αναπτυξιακού δυναμικού που προσφέρει η ψηφιοποίηση. Η επανακατάρτιση των εργαζομένων στις ψηφιακές δεξιότητες θα έδινε επίσης στις ισπανικές εταιρείες τη δυνατότητα να παραμένουν ανταγωνιστικές σε μια ολοένα και περισσότερο ψηφιοποιημένη οικονομία. Όλες αυτές οι δράσεις θα συμβάλουν στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων.

(18)

Οι περιορισμοί και ο κατακερματισμός των κανονιστικών ρυθμίσεων στην Ισπανία εμποδίζουν τις επιχειρήσεις να επωφελούνται από οικονομίες κλίμακας, και αποτελούν τροχοπέδη για την παραγωγικότητα. Ο νόμος για την ενότητα της αγοράς παραμένει σημαντικό μέσο αντιμετώπισης των εν λόγω ζητημάτων. Η εφαρμογή του εν λόγω νόμου με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και η εξάλειψη των περιορισμών που εντοπίζονται στον τομέα των υπηρεσιών, ιδίως όσον αφορά ορισμένες επαγγελματικές υπηρεσίες, όπως υπηρεσίες πολιτικού μηχανικού, υπηρεσίες αρχιτέκτονα και νομικές υπηρεσίες, θα βελτιώσουν τις ευκαιρίες ανάπτυξης και τον ανταγωνισμό. Όπως συμβαίνει και σε άλλους τομείς στους οποίους οι περιφέρειες αποτελούν κύριους παράγοντες επιτυχούς υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, ο ενισχυμένος και διαρκής συντονισμός μεταξύ εθνικών και περιφερειακών αρχών θα μπορούσε να καταστήσει αποτελεσματικότερες τις πολιτικές στον εν λόγω τομέα.

(19)

Οι ελλιπείς συνδέσεις των σιδηροδρομικών μεταφορών εμπορευμάτων και η περιορισμένη ενσωμάτωση στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου της Ένωσης εμποδίζουν την Ισπανία να επωφεληθεί πλήρως από την ενιαία αγορά της Ένωσης. Για τον λόγο αυτό, η Ισπανία χρειάζεται επίσης να επενδύσει περαιτέρω στις διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας με την υπόλοιπη Ένωση, για την επίτευξη του στόχου του 10 % τουλάχιστον της εγκατεστημένης δυναμικότητας ηλεκτροπαραγωγής έως το 2020. Απαιτούνται επίσης επενδύσεις που θα δώσουν τη δυνατότητα μεγαλύτερης χρήσης του σιδηροδρόμου για εμπορευματικές μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών συνδέσεων με τη Γαλλία και την Πορτογαλία και των συνδέσεων με τους λιμένες και τους κόμβους εφοδιαστικής.

(20)

Επίσης, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά επενδυτικά κενά στον τομέα της διαχείρισης των φυσικών πόρων, προκειμένου να διασφαλιστεί ένα μοντέλο πιο αειφόρου ανάπτυξης. Η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στα κτήρια και η ανάπτυξη έξυπνων δικτύων, καθώς και η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, θα συμβάλλουν στην καλύτερη διαχείριση της ζήτησης. Οι πρόσθετες προσπάθειες που θα καταβληθούν θα πρέπει να προωθούν τις βιώσιμες μεταφορές και την κυκλική οικονομία. Ορισμένες περιοχές της Ισπανίας συγκαταλέγονται μεταξύ των περισσότερο εκτεθειμένων στην κλιματική αλλαγή στην Ευρώπη, με τους υφιστάμενους υδάτινους πόρους υπό πίεση και απαιτώντας περαιτέρω επενδύσεις σε υποδομές για τη βελτίωση της διαχείρισης των υδάτων, όπως η επεξεργασία των λυμάτων, η αντιμετώπιση των διαρροών των δικτύων και η ύδρευση. Παρά τη σταθερή πρόοδο τα τελευταία έτη, η Ισπανία οφείλει ακόμη να εκπληρώσει ορισμένες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας για τα ύδατα. Η πρόοδος όσον αφορά την επίτευξη όλων αυτών των στόχων θα απέφερε στην Ισπανία περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη.

(21)

Για όλες τα διαπιστωθέντα επενδυτικά κενά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές περιφερειακές ανισότητες όσον αφορά τις επενδυτικές ανάγκες. Οι εδαφικές ανισότητες ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι περιορισμένες, αλλά παραμένουν μεγαλύτερες από ό,τι προ της κρίσης, κυρίως λόγω του ασύμμετρου αντικτύπου που έχει η απώλεια θέσεων εργασίας μεταξύ των περιφερειών. Οι ευρύτερες περιφερειακές ανισότητες εντοπίζονται επί του παρόντος στους δείκτες εργασιακών και κοινωνικών αποτελεσμάτων, όπου οι περισσότερες ισπανικές περιφέρειες υστερούν σε σχέση με τον μέσο όρο της Ένωσης. Άλλοι κοινωνικοοικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν μεγάλες εδαφικές ανισότητες, όπως η καινοτομία, η επιχειρηματικότητα και η ανταγωνιστικότητα. Η οικονομική πολιτική σχετικά με τις επενδύσεις θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες κατά τον καθορισμό των επενδυτικών αναγκών.

(22)

Ο προγραμματισμός των κονδυλίων των ταμείων της ΕΕ για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης για τη χώρα του 2019. Αυτό θα επέτρεπε στην Ισπανία να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εν λόγω Ταμεία σε σχέση με τους τομείς που έχουν εντοπιστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες και την ειδική κατάσταση της εξόχως απόκεντρης περιοχής των Καναρίων Νήσων. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της χώρας για τη διαχείριση των εν λόγω κονδυλίων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία των συγκεκριμένων επενδύσεων.

(23)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Ισπανίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Ισπανία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Ισπανία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης να ενδυναμωθεί η συνολική οικονομική διακυβέρνηση της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(24)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και η γνώμη του (9) αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

(25)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Οι συστάσεις που απηύθυνε βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 4 κατωτέρω. Οι εν λόγω συστάσεις συμβάλλουν επίσης στην εφαρμογή της Σύστασης για τη ζώνη του ευρώ του 2019, ειδικότερα δε της πρώτης, της δεύτερης και της τρίτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ. Οι δημοσιονομικές πολιτικές που αναφέρονται στη σύσταση 1) συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των ανισορροπιών που συνδέονται με το υψηλό δημόσιο χρέος,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ισπανία να αναλάβει δράση το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να διασφαλίσει ότι, το 2020, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα υπερβεί το 0,9 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,65 % του ΑΕΠ. Να λάβει μέτρα για την ενίσχυση του δημοσιονομικού πλαισίου και του πλαισίου δημόσιων συμβάσεων σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Να διατηρήσει τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος. Να χρησιμοποιήσει τα έκτακτα έσοδα για να επιταχύνει τη μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης.

2.   

Να διασφαλίσει ότι οι υπηρεσίες απασχόλησης και οι κοινωνικές υπηρεσίες έχουν την ικανότητα να παρέχουν αποτελεσματική στήριξη. Να προωθήσει τη μετάβαση σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, μεταξύ άλλων με την απλούστευση του συστήματος κινήτρων πρόσληψης. Να βελτιώσει τη στήριξη των οικογενειών, να μειώσει τον κατακερματισμό των εθνικών συστημάτων βοηθημάτων ανεργίας και να αντιμετωπίσει τα κενά κάλυψης των περιφερειακών συστημάτων ελάχιστου εισοδήματος. Να μειώσει την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου και να βελτιώσει τις εκπαιδευτικές επιδόσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Να εντείνει τη συνεργασία μεταξύ εκπαίδευσης και επιχειρήσεων, με σκοπό τη βελτίωση της παροχής δεξιοτήτων και προσόντων που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας, ιδίως όσον αφορά τις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών.

3.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στην προώθηση της καινοτομίας, της αποδοτικότητας των πόρων και της ενέργειας, την αναβάθμιση της σιδηροδρομικής υποδομής μεταφοράς εμπορευμάτων και την επέκταση των διασυνδέσεων ηλεκτρικής ενέργειας με την υπόλοιπη Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των πολιτικών που στηρίζουν την έρευνα και την καινοτομία.

4.   

Να επεκτείνει την εφαρμογή του νόμου για την ενότητα της αγοράς, εξασφαλίζοντας ότι, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στις οικονομικές δραστηριότητες και την άσκησή τους, ιδίως για τις υπηρεσίες, είναι σύμφωνοι με τις αρχές του εν λόγω νόμου, καθώς και βελτιώνοντας τη συνεργασία μεταξύ διοικήσεων.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ L 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 320 της 10.9.2018, σ. 33.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Απόφαση (ΕΕ) 2019/1001 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2019, για την κατάργηση της απόφασης 2009/417/ΕΚ σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στην Ισπανία (ΕΕ L 163 της 20.6.2019, σ. 59).

(7)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(8)  Οι καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες, εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε διάστημα τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(9)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/55


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Γαλλίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Γαλλίας του 2019

(2019/C 301/10)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Γαλλία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019, το Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («σύσταση του 2019 για τη ζώνη του ευρώ») στην οποία καθορίζονται πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («οι συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Γαλλία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης του 2019 για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 4. Ειδικότερα, τα μέτρα για τη χρήση των έκτακτων κερδών με σκοπό τη μείωση του δημόσιου χρέους, τον εξορθολογισμό των δημόσιων δαπανών και την εστίαση της οικονομικής πολιτικής που σχετίζεται με τις επενδύσεις στους συγκεκριμένους τομείς θα συμβάλουν στην υλοποίηση της δεύτερης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά την ανασύσταση των δημοσιονομικών αποθεμάτων ασφαλείας, τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και τη στήριξη των επενδύσεων. Τα μέτρα για την απλούστευση του φορολογικού συστήματος και τη μείωση των κανονιστικών περιορισμών θα συμβάλουν στην υλοποίηση της πρώτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά το επιχειρηματικό περιβάλλον. Τέλος, τα μέτρα για τη βελτίωση της απασχολησιμότητας θα συμβάλουν στην υλοποίηση της τρίτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Γαλλία δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Γαλλίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Γαλλίας ως προς την επίτευξη των εθνικών της στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Με βάση την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Γαλλία εμφανίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Οι διαπιστωθείσες ανισορροπίες σχετίζονται ειδικότερα με το υψηλό δημόσιο χρέος και τη χαμηλή δυναμική της ανταγωνιστικότητας σε συνθήκες χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας.

(4)

Στις 26 Απριλίου 2019 η Γαλλία υπέβαλε το εθνικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το οικείο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Γαλλία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον μεταβατικό κανόνα για το χρέος. Στο οικείο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, η κυβέρνηση προβλέπει ότι το ονομαστικό έλλειμμα θα αυξηθεί από 2,5 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2018 σε 3,1 % του ΑΕΠ το 2019 και ότι στη συνέχεια θα μειωθεί σταδιακά στο 1,2 % του ΑΕΠ το 2022. Η προβλεπόμενη αύξηση του ονομαστικού ελλείμματος το 2019, που επιβεβαιώνεται από τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, οφείλεται κυρίως στην εφάπαξ αύξηση του ελλείμματος λόγω της μετατροπής της πίστωσης φόρου στην απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα σε μόνιμη μείωση των κοινωνικών εισφορών των εργοδοτών. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (6), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, ο οποίος έχει οριστεί σε διαρθρωτικό έλλειμμα 0,4 % του ΑΕΠ, δεν προβλέπεται να επιτευχθεί εντός της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί από 98,4 % του ΑΕΠ το 2018 σε 98,9 % του ΑΕΠ το 2019 και να μειωθεί μετέπειτα σε 96,8 % το 2022. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Ωστόσο, δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί τα μέτρα που απαιτούνται για τη στήριξη των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2020 και μετά.

(7)

Στις 5 Ιουνίου 2019, η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης, δεδομένου ότι το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 προέβλεπε για το 2019 ονομαστικό έλλειμμα καθ’ υπέρβαση του 3 %, που είναι η τιμή αναφοράς της Συνθήκης, και, με βάση τα κοινοποιηθέντα δεδομένα, δεν θα υπήρχε συμμόρφωση, εκ πρώτης όψεως, με τον μεταβατικό κανόνα για το χρέος εντός του 2018. Μετά την αξιολόγηση όλων των σχετικών παραγόντων, η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, επί του παρόντος, θα πρέπει να θεωρείται ότι πληρούνται τα κριτήρια του ελλείμματος και του χρέους, όπως ορίζονται στη Συνθήκη και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/1997 του Συμβουλίου.

(8)

Στις 13 Ιουλίου 2018, το Συμβούλιο συνέστησε στη Γαλλία να διασφαλίσει ότι ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (7) δεν θα υπερβεί το 1,4 % το 2019, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, υπάρχει κίνδυνος να σημειωθεί σημαντική απόκλιση από τη συνιστώμενη πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2019.

(9)

Το 2020, λόγω του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης της Γαλλίας που θα είναι μεγαλύτερος από το 60 % του ΑΕΠ και του προβλεπόμενου κενού παραγωγής της τάξης του 0,7 %, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβεί το 1,2 %, σύμφωνα με τη διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ που προκύπτει από τον πίνακα απαιτήσεων ο οποίος συμφωνήθηκε από κοινού στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, σε περίπτωση αμετάβλητων πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2020. Εκ πρώτης όψεως, δεν προβλέπεται συμμόρφωση της Γαλλίας με τον μεταβατικό κανόνα για το χρέος το 2019 και το 2020. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι τα αναγκαία μέτρα θα πρέπει να ληφθούν από το 2019 προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Είναι σημαντικό να γίνει χρήση τυχόν έκτακτων εσόδων για την περαιτέρω μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης.

(10)

Με τις προσπάθειες για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών μειώθηκε ελαφρά μόνο ο δείκτης δημόσιων δαπανών, ο οποίος ανερχόμενος σε 56 % το 2018 παρέμεινε ο υψηλότερος στην Ένωση. Η σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της κυβέρνησης να περιορίσει τις δαπάνες της. Από το 2017, η κυβέρνηση έχει αναπτύξει μια ανανεωμένη στρατηγική δημοσιονομικής εξυγίανσης που θα καλύψει όλη την πενταετή προεδρική θητεία. Η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από την εκπλήρωση των προβλεπόμενων στόχων για τις δαπάνες που έχουν καθοριστεί για την κεντρική και τοπική διοίκηση, καθώς και για το σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

(11)

Οι δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αυξήθηκαν σταθερά με την πάροδο του χρόνου. Οι συνολικές δαπάνες υπολογίστηκαν στο 11,5 % του ΑΕΠ το 2017, ήτοι στο υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των κρατών μελών που είναι μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Μια νέα μεταρρύθμιση του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ανακοινώθηκε το φθινόπωρο του 2018 και ένα σχέδιο νόμου υποβλήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2019. Η επιτυχία της εν λόγω μεταρρύθμισης θα εξαρτηθεί από τη δημιουργία σαφούς νομικού και οργανωτικού πλαισίου που θα παρέχει τα κατάλληλα κίνητρα και θα προωθεί τη συνεργασία μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων. Η εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν περιλαμβάνει αναθεώρηση του προτύπου αύξησης των δαπανών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (Objectif National de Dépenses d’Assurance Maladie, ONDAM). Αυτό το πρότυπο δαπανών καλύπτει το ένα τρίτο των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης. Μολονότι ο στόχος αυτός έχει επιτευχθεί από το 2010, ο στόχος ONDAM έχει ήδη αυξηθεί τρεις φορές από το 2017. Για την περίοδο 2018-2020, ο αρχικός στόχος αύξησης 2,1 % αυξήθηκε σε αναθεωρημένο στόχο 2,3 % στον νόμο για τον προϋπολογισμό του 2018, και αυξήθηκε περαιτέρω έως 2,5 % στον νόμο για τον προϋπολογισμό της κοινωνικής ασφάλισης του 2019. Αυτή η αύξηση θα αντικατοπτρίζει σε κάποιο βαθμό τις πρόσθετες δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ma santé 2022».

(12)

Σε τοπικό επίπεδο, οι δημόσιες δαπάνες υπερέβησαν τον προβλεπόμενο στόχο αύξησης το 2017. Από το 2014, οι δημόσιες δαπάνες της τοπικής αυτοδιοίκησης στη Γαλλία καθοδηγούνται από πρότυπο δαπανών που περιλαμβάνει ετήσιους μη δεσμευτικούς στόχους αύξησης τόσο για τις λειτουργικές δημόσιες δαπάνες όσο και για τις ανάγκες χρηματοδότησης σε τοπικό επίπεδο (Objectif d'évolution de la Dépense Locale). Το 2018, αυτό το πρότυπο δαπανών συνοδευόταν από νομικά δεσμευτικές συμβάσεις μεταξύ του κράτους και του 71 % των 322 μεγαλύτερων τοπικών αρχών, οι οποίες ισχύουν για την περίοδο 2018-2020. Ωστόσο, η περιορισμένη μείωση του αριθμού των δήμων και κοινοτήτων ενδέχεται να παρεμποδίσει τη συμμόρφωση με το πρότυπο δαπανών. Με την εδαφική μεταρρύθμιση της περιόδου 2014-2016 ο αριθμός των περιφερειών μειώθηκε κατά το ήμισυ· ωστόσο οι δήμοι και κοινότητες μειώθηκαν ελαφρά μόνο και εξακολουθούν να υπερβαίνουν τους 34 000, αριθμός που είναι μακράν ο μεγαλύτερος στην Ένωση.

(13)

Η εφαρμογή της ανανεωμένης στρατηγικής για τη δημοσιονομική εξυγίανση που αναπτύχθηκε από την κυβέρνηση και καλύπτει όλη την πενταετή προεδρική θητεία απαιτεί επίσης την υλοποίηση του προγράμματος «Δημόσια Δράση 2022», το οποίο δεν έχει ακόμη καθοριστεί πλήρως. Το πρόγραμμα αυτό έχει ως στόχο να επιτύχει σημαντική βελτίωση της αποτελεσματικότητας όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες, και να βελτιώσει παράλληλα τη λειτουργία της εθνικής δημόσιας διοίκησης. Η κυβέρνηση έδωσε σαφή προτεραιότητα σε θέματα μεθοδολογίας και διαδικασίας, αλλά δεν επικεντρώθηκε στην εκ των προτέρων και γενική ποσοτικοποίηση της δυνητικής εξοικονόμησης. Μολονότι η προσέγγιση αυτή ενδέχεται να απορρέει από τον πολύπλοκο χαρακτήρα της διαδικασίας μεταρρυθμίσεων και από την ανάγκη εξομάλυνσης του δημόσιου διαλόγου σχετικά με ευαίσθητα ζητήματα, δυσχεραίνει επίσης την ποσοτική αξιολόγηση της συνολικής στρατηγικής και της συμβολής της στη δημοσιονομική εξυγίανση. Ειδικότερα, δεν είναι σαφές με ποιον ακριβώς τρόπο και με ποιο χρονοδιάγραμμα το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων μετασχηματισμού των υπουργείων που περιλαμβάνουν ευρεία δέσμη ποικίλων μέτρων, θα συμβάλει με συγκεκριμένες δράσεις στον πολύ ειδικό στόχο της μείωσης του δείκτη δαπανών προς το ΑΕΠ έως το 2022. Συνολικά, από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει μερική τήρηση των κατευθύνσεων για την επανεξέταση των δαπανών που συμφωνήθηκαν το 2016 από την Ευρωομάδα.

(14)

Οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του χρέους της γενικής κυβέρνησης παραμένουν υψηλοί μεσοπρόθεσμα. Το υψηλό χρέος και το διαρθρωτικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης δημιουργούν προκλήσεις βιωσιμότητας, ιδίως μεσοπρόθεσμα. Μια δημοσιονομική προσπάθεια που θα βελτιώνει με αποφασιστικό τρόπο το διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο της Γαλλίας θα ήταν ουσιαστικής σημασίας για την αποτροπή των εν λόγω κινδύνων. Η μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης θα βελτίωνε επίσης τις προοπτικές ανάπτυξης και την ανθεκτικότητα της γαλλικής οικονομίας.

(15)

Η προβλεπόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης μεσοπρόθεσμα και, ως εκ τούτου, στη μείωση των κινδύνων για τη βιωσιμότητα του χρέους. Η δημοσιονομική ισορροπία του συνταξιοδοτικού συστήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από μακροοικονομικές παραδοχές. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Συντάξεων της Γαλλίας (Conseil d’orientation des retraites), οι συνταξιοδοτικές δαπάνες ανήλθαν στο 13,8 % του ΑΕΠ το 2018 και προβλέπεται να ανέλθουν στο 13,8 % το 2022, προτού παραμείνουν σε κλίμακα μεταξύ 11,8 % και 13,8 % έως το 2070, ανάλογα με τον ρυθμό αύξησης που προβλέπεται για την εξέλιξη του ΑΕΠ και της απασχόλησης με την πάροδο του χρόνου. Στη Γαλλία συνυπάρχουν 40 διαφορετικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα. Τα καθεστώτα αυτά εφαρμόζονται σε διαφορετικές ομάδες εργαζομένων και λειτουργούν σύμφωνα με διαφορετικά σύνολα κανόνων. Έως το τέλος του έτους αναμένεται σχέδιο νόμου για την προοδευτική ενοποίηση των κανόνων αυτών των καθεστώτων, με σκοπό την απλούστευση της λειτουργίας του συνταξιοδοτικού συστήματος, ειδικά για τη βελτίωση της διαφάνειας, της δικαιοσύνης και της αποτελεσματικότητάς του.

(16)

Συνεχίστηκε η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης, το οποίο ανήλθε σε 71,3 % το 2018. Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε περαιτέρω, φτάνοντας το 9,1 % το 2018, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης (6,8 %) και τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (8,2 %). Επιπλέον, η γαλλική αγορά εργασίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένη. Σχεδόν το 85 % των νεοπροσληφθέντων απασχολούνται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και το ποσοστό μετάβασης σε συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι από τα χαμηλότερα στην Ένωση. Η κατ’ ανάγκη μερική απασχόληση είναι επίσης πολύ υψηλή και ανήλθε στο 42,3 % της συνολικής μερικής απασχόλησης το 2018. Η προβλεπόμενη μεταρρύθμιση του συστήματος παροχών ανεργίας (Unédic) αποβλέπει στην καταπολέμηση του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας με τη μείωση των κινήτρων για προσλήψεις βάσει πολύ βραχυπρόθεσμων συμβάσεων και για επαναπροσλήψεις, καθώς και στη μείωση του χρέους του συστήματος. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σχετικά με το σύστημα παροχών ανεργίας ξεκίνησαν το φθινόπωρο του 2018. Ο στόχος ήταν i) η μείωση του χρέους του συστήματος, ii) η αναθεώρηση των κινήτρων ώστε οι άνεργοι να ξεκινούν να εργάζονται και iii) η εξεύρεση μηχανισμού παροχής κινήτρων για να μειωθεί η τάση για προσλήψεις με πολύ βραχυπρόθεσμες συμβάσεις. Ωστόσο, οι κοινωνικοί εταίροι δεν κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με νέο σύνολο κανόνων. Η μεταρρύθμιση βρίσκεται πλέον στα χέρια της κυβέρνησης, η οποία έχει δεσμευτεί να ανακοινώσει ποια μέτρα θα επιλεγούν έως το καλοκαίρι του 2019.

(17)

Οι συνθήκες της αγοράς εργασίας για τις ευάλωτες ομάδες παραμένουν συγκριτικά πιο δύσκολες από ό, τι για άλλες ομάδες. Το ποσοστό απασχόλησης για άτομα που έχουν γεννηθεί εκτός ΕΕ, το οποίο ανήλθε σε 57,5 % το 2018 (έναντι 73,1 % αυτών που έχουν γεννηθεί στη Γαλλία), είναι ένα από τα χαμηλότερα στην Ένωση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών τείνουν να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση κατά τη διαδικασία πρόσληψης. Η γεωγραφική τους συγκέντρωση σε φτωχές γειτονιές αποτελεί επίσης πηγή ανησυχίας. Οι κάτοικοι των πιο μειονεκτικών περιοχών (όπως των Quartiers de la politique de la ville), συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αγορά εργασίας, με ποσοστό ανεργίας που ανήλθε στο 24,7 % το 2017. Παρά την λήψη ορισμένων μέτρων, ο αντίκτυπος του κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρου και των μεταναστευτικών καταβολών στις εκπαιδευτικές επιδόσεις παραμένει υψηλός και εμποδίζει την ένταξη στην αγορά εργασίας.

(18)

Τα άτομα χαμηλής ειδίκευσης και οι νέοι εξακολουθούν να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας. Το ποσοστό ανεργίας των ατόμων χαμηλής ειδίκευσης μειώθηκε το 2017 για πρώτη φορά από το 2008, αλλά το 2018 ανήλθε στο 16,2 %, ποσοστό που εξακολουθεί να είναι αρκετά μεγαλύτερο από τα πριν από την κρίση επίπεδα. Η ανεργία των νέων (ηλικίας 15-24 ετών) μειώθηκε κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες το 2018 και ανήλθε στο 20,7 %, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ένωσης που ανήλθε στο 15,2 %. Το ποσοστό ανεργίας των νέων χαμηλής ειδίκευσης εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό και το 2018 ανήλθε στο 35,6 %. Τα αποτελεσματικά ενεργητικά μέτρα για τη στήριξη της εξεύρεσης απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της εντατικής παροχής συμβουλών και της βοήθειας στο στάδιο της πρόληψης, η πρόσβαση σε δράσεις αναβάθμισης δεξιοτήτων, τα καινοτόμα μέτρα για την προσέγγιση των πιο ευάλωτων νέων που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης, καθώς και η πιο αποφασιστική δράση κατά των πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις, έχουν καθοριστική σημασία για την προώθηση των ίσων ευκαιριών στην αγορά εργασίας. Οι εξόχως απόκεντρες περιοχές αντιμετωπίζουν πρόσθετες προκλήσεις και χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής.

(19)

Παρόλο που οι συνθήκες της αγοράς εργασίας βελτιώνονται, αρκετοί δείκτες καταδεικνύουν αναντιστοιχίες δεξιοτήτων. Μολονότι η ανεργία και η υποαπασχόληση παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, οι ελλείψεις σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό αυξάνονται, ιδίως σε συγκεκριμένους τομείς. Οι ελλείψεις δεξιοτήτων και ικανοτήτων αποτελούν βασικούς παράγοντες που εξηγούν τις κενές θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με στοιχεία του γαλλικού Pôle Emploi, το 2017, από τα 3,2 εκατ. καταγεγραμμένες κενές θέσεις εργασίας, οι 150 000 ακυρώθηκαν λόγω έλλειψης υποψηφίων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, κατά τη διάρκεια της κρίσης και της επακόλουθης ανάκαμψης, η αύξηση της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων συνέβαλε, αφενός, στη μείωση της ανεργίας με βραδύτερο ρυθμό και, αφετέρου, στην αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας. Τα αποτελέσματα της αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στην αγορά εργασίας βελτιώνονται. Το 2018, η κυβέρνηση εισήγαγε ολοκληρωμένο σύνολο μέτρων για να αυξηθεί η πρόσβαση στην αρχική και τη συνεχή κατάρτιση, καθώς και για να αναθεωρηθεί η διακυβέρνηση και η χρηματοδότηση του συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Για να συμπληρωθούν αυτές οι μεταρρυθμίσεις, το επενδυτικό σχέδιο για τις δεξιότητες (Plan d’investissement dans les compétences) έχει ως στόχο, για την περίοδο 2018-2022, να παράσχει κατάρτιση και εντατική καθοδήγηση σε 1 εκατομμύριο νέους εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, καθώς και σε 1 εκατομμύριο άτομα χαμηλής ειδίκευσης που αναζητούν εργασία.

(20)

Γενικά, το γαλλικό σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι αποτελεσματικό όσον αφορά τη μείωση των ανισοτήτων και της φτώχειας. Το ποσοστό των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού μειώθηκε περαιτέρω στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 17,1 % το 2017, σε σύγκριση με τον μέσο όρο του 22,4 % στην Ένωση. Ωστόσο, η εισοδηματική ανισότητα εξακολουθεί να είναι αρκετά μεγαλύτερη από το επίπεδο πριν από την κρίση. Επιπλέον, η προς τα άνω κινητικότητα των εισοδηματικών ποσοστημορίων έχει μειωθεί, ιδίως όσον αφορά το κατώτατο πεμπτημόριο. Ορισμένες ομάδες, μεταξύ των οποίων οι μονογονεϊκές οικογένειες και τα άτομα που γεννιούνται εκτός της Ένωσης, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Οι υπηρεσίες παροχής συμβουλών στους δικαιούχους ελάχιστου εισοδήματος δεν είναι επαρκούν πάντα, και υπάρχουν μεγάλες διαφορές από περιοχή σε περιοχή. Οι περισσότερες και καλύτερα συντονισμένες επενδύσεις στον τομέα της κοινωνικής ένταξης, όπως προβλέπεται στην εθνική στρατηγική για την καταπολέμηση της φτώχειας, που παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2018, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων. Μολονότι οι επιδόσεις του συστήματος υγείας είναι εν γένει καλές, η ενίσχυση των επενδύσεων θα μπορούσε να μειώσει τις περιφερειακές ανισότητες όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες, ιδίως στις εξόχως απόκεντρες περιοχές.

(21)

Παρά τις πρόσφατες πρωτοβουλίες, η Γαλλία δεν κατόρθωσε να μειώσει το χάσμα της με τους πρωτοπόρους της καινοτομίας της Ένωσης σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό πίνακα αποτελεσμάτων για την καινοτομία. Οι επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη παρέμειναν σταθερές και οι νέες εταιρείες αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά την ανάπτυξή τους. Συνολικά, στη Γαλλία σημειώνεται καθυστέρηση ως προς την επίτευξη του συνολικού στόχου της για ένταση της έρευνας και ανάπτυξης της τάξης του 3 % για το 2020 και το επίπεδο των επενδύσεων στην έρευνα και την ανάπτυξη από τον επιχειρηματικό τομέα εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλότερο από τον στόχο του 2 %. Οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη υπερβαίνουν τον μέσο όρο της Ένωσης και περιλαμβάνουν ευρύ φάσμα άμεσων και έμμεσων καθεστώτων στήριξης των προσπαθειών έρευνας και καινοτομίας των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος πίστωσης φόρου για την έρευνα και την ανάπτυξη (Crédit d’Impôt Recherche), το οποίο είναι ένα από τα πιο γενναιόδωρα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, οι συνολικές επιδόσεις του οικοσυστήματος έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας δεν αντιστοιχούν ακόμη στο μεγάλο ύψος της δημόσιας στήριξης. Μολονότι τα υφιστάμενα εργαλεία, συμπεριλαμβανομένου του Crédit d’Impôt Recherche, αξιολογήθηκαν πρόσφατα, μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση του συνολικού μείγματος πολιτικής θα μπορούσε να συμβάλλει στην εφαρμογή της μελλοντικής πολιτικής. Το Συμβούλιο Καινοτομίας (Conseil de l’innovation), που συστάθηκε τον Ιούλιο του 2018, είναι επιφορτισμένο με την εποπτεία των μέτρων απλούστευσης, τα οποία περιλαμβάνουν τον καλύτερο συντονισμό μεταξύ της περιφερειακής, της εθνικής και της Ευρωπαϊκής στήριξης της καινοτομίας. Οι στενότεροι δεσμοί μεταξύ επιστήμης και επιχειρήσεων, ειδικά μέσω προγραμμάτων μεταφοράς γνώσης, θα μπορούσαν επίσης να συμβάλλουν στη διάδοση της καινοτομίας, καθώς η βαθμολογία της Γαλλίας εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου όρου της Ένωσης για τη δημόσια έρευνα και ανάπτυξη που χρηματοδοτούνται από επιχειρήσεις. Η στήριξη σε συνεργατικούς σχηματισμούς ανταγωνιστικότητας (pôles de compétitivité) ανανεώθηκε για μια τέταρτη φάση (2019-2022) και θα δοθεί προτεραιότητα σε ομάδες συνεργατικών σχηματισμών που είναι καλά συνδεδεμένες με άλλες δομές σε τοπικό επίπεδο, με επίκεντρο τις εθνικές βιομηχανικές προτεραιότητες και με ιστορικό επιδόσεων σε έργα της Ένωσης. Το Ταμείο Καινοτομίας και Βιομηχανίας (Fonds pour l’innovation et l’industrie), που χρηματοδοτείται από ιδιωτικοποιήσεις, θα συμβάλλει επίσης στη χρηματοδότηση της τεχνητής νοημοσύνης. Η έγκαιρη ανάπτυξη συναφών τεχνολογιών, όπως το διαδίκτυο των πραγμάτων, τα δίκτυα 5G, η υπολογιστική υψηλών επιδόσεων και, γενικότερα, η οικονομία δεδομένων, θα αποτελέσει ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας αυτών των πρωτοβουλιών. Επίσης, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των περιφερειών όσον αφορά τις περιφερειακές επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη και τις επιδόσεις στον τομέα της καινοτομίας. Αρκετές αγροτικές περιοχές ή περιοχές σε βιομηχανική μετάβαση κατατάσσονται κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Οι εξόχως απόκεντρες περιοχές βρίσκονται στο χαμηλό άκρο της κλίμακας.

(22)

Επί του παρόντος, η Γαλλία έχει καλές επιδόσεις όσον αφορά την πολιτική για την ενέργεια και τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και εξακολουθεί να βρίσκεται σε καλό δρόμο για την επίτευξη του στόχου της για μείωση των αερίων θερμοκηπίου έως το 2020. Ωστόσο, πρέπει να εντείνει σημαντικά τις επενδυτικές της προσπάθειες για να επιτύχει τους στόχους της για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση έως το 2020, καθώς και τους πιο φιλόδοξους στόχους της όσον αφορά το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030, ειδικά όσον αφορά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την ενεργειακά αποδοτική ανακαίνιση του κτιριακού αποθέματος. Δεδομένου ότι περισσότερο από το ήμισυ της τρέχουσας χρηματοδότησης για τις εν λόγω επενδύσεις εξαρτάται από τον δημόσιο τομέα, οι οικονομικές και κανονιστικές συνθήκες θα πρέπει να καταστήσουν τη χρηματοδότηση έργων πιο βιώσιμη για τον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να αξιοποιηθούν σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Η επιτάχυνση της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης αντιπροσωπεύει ένα ιδιαίτερα μεγάλο αναξιοποίητο δυναμικό. Επίσης, υπάρχουν σημαντικές επενδυτικές ανάγκες όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την ανακαίνιση του τομέα της στέγασης, που αντιπροσωπεύει μεγάλο μερίδιο του συνολικού κενού επενδύσεων για το κλίμα, δεδομένου ότι η πλειονότητα του αποθέματος κατοικιών είναι παλαιά και περιλαμβάνει 7 έως 8 εκατομμύρια κατοικίες που έχουν διαρροές ως προς τη θερμότητα (αντιπροσωπεύουν περίπου το 20 % του συνολικού αριθμού των κατοικιών). Το ποσοστό του κτιριακού αποθέματος που έχει αναφερθεί ότι πληροί τα πρότυπα υψηλής ενεργειακής απόδοσης είναι χαμηλότερο για τις επιχειρήσεις στη Γαλλία (25 %) από ό,τι στην Ένωση συνολικά (39 %) το 2017. Στον τομέα της ενέργειας επικρατούν σημαντικές περιφερειακές διαφορές. Η ένταση ενέργειας μειώνεται σχεδόν σε όλες τις περιοχές, αλλά με διαφορετικούς ρυθμούς και υπάρχουν σημαντικές διαφορές στη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι πρόσθετες επενδύσεις στις διασυνδέσεις θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη μεγαλύτερη ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας της Ένωσης, με παράλληλη ενίσχυση του ανταγωνισμού και διευκόλυνση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδίως με την Ιβηρική Χερσόνησο.

(23)

Ο χάρτης πορείας της εθνικής κυκλικής οικονομίας του 2018 (Feuille de Route pour l'Économie Circulaire) συνιστά ένα φιλόδοξο πλαίσιο πολιτικής για την αποδοτική χρήση των πόρων, η εφαρμογή του οποίου θα εξαρτηθεί από την εξασφάλιση των αντίστοιχων επενδύσεων. Αν και η συμβολή των ανακυκλωμένων υλικών στη συνολική ζήτηση υλικών (συντελεστής κυκλικής χρήσης υλικών) είναι αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης (19,5 % έναντι 11,7 % το 2016), τα ποσοστά ανακύκλωσης των αστικών αποβλήτων παραμένουν ελαφρώς χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ένωσης (41,8 % έναντι 46,4 % το 2016). Εν προκειμένω, η θέσπιση νόμου για την κυκλική οικονομία θα αποτελέσει βήμα προόδου, συμπεριλαμβανομένης της ευρύτερης χρήσης δευτερογενών πρώτων υλών, ειδικά πλαστικών. Πρέπει να προωθηθούν περαιτέρω νέα αποδοτικά ως προς τη χρήση των πόρων επιχειρηματικά μοντέλα και διαδικασίες παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανικής συμβίωσης, ιδίως μεταξύ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί πιο εύκολα με την ανάπτυξη καινοτόμων χρηματοδοτικών μέσων και με τη χρηματοδότηση της οικοκαινοτομίας.

(24)

Οι επενδύσεις για τη βελτίωση της συνδεσιμότητας, ιδίως σε πιο μειονεκτικές περιοχές, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην καταπολέμηση των ανισοτήτων στη Γαλλία. Οι επιδόσεις της Γαλλίας είναι χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ένωσης όσον αφορά την πρόσβαση σε ευρυζωνικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας και η ταχεία ευρυζωνική αφομοίωση είναι χαμηλή (20 % των νοικοκυριών έναντι 41 % στην Ένωση κατά μέσο όρο το 2018). Η χρήση κινητών ευρυζωνικών υπηρεσιών παραμένει επίσης κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Η ευρυζωνική κάλυψη ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των περιφερειών και παραμένει περιορισμένη σε ορισμένες αγροτικές περιοχές και εξόχως απόκεντρες περιοχές. Το σχέδιο της Γαλλίας για υπερταχείες ευρυζωνικές συνδέσεις (Plan France Très Haut Débit) και τα συναφή μέτρα αναμένεται να συμβάλλουν σημαντικά στην επίτευξη των στόχων συνδεσιμότητας της χώρας. Η εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων αυτών θα είναι ζωτικής σημασίας, ιδίως σε περιοχές με χαμηλή κάλυψη, λόγω της κατά κύριο λόγο αποκεντρωμένης προσέγγισης και των δυνητικών σημείων συμφόρησης που θα προκύψουν εάν δεν επαρκούν οι ειδικευμένοι εργαζόμενοι για την ανάπτυξη του δικτύου.

(25)

Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται για να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου για τους φορολογούμενους (Loi pour un État au service d’une société de confiance, νόμος ESSOC) και να απλουστευθεί το σύστημα, το γαλλικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να είναι περίπλοκο, γεγονός που επιβαρύνει το επιχειρηματικό περιβάλλον. Ο φορολογικός κώδικας περιλαμβάνει πολλαπλά συστήματα φορολογικών συντελεστών και φορολογικών δαπανών (πίστωση φόρου, απαλλαγές, μειώσεις φόρου). Η πολυπλοκότητα αυτή συχνά αποσκοπεί στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων πολιτικής, όπως η ελάφρυνση της φορολογικής επιβάρυνσης των πλέον ευάλωτων νοικοκυριών και η παροχή κινήτρων ή η διόρθωση συγκεκριμένων συμπεριφορών. Ωστόσο, ενέχει τον κίνδυνο απώλειας του ευανάγνωστου του κώδικα, γεγονός που αυξάνει το κόστος συμμόρφωσης και την έλλειψη ασφάλειας δικαίου, εις βάρος της ελκυστικότητας της Γαλλίας, και παράλληλα δημιουργεί κενά.

(26)

Ο εξορθολογισμός των φορολογικών δαπανών και η μείωση του αριθμού των μικρών φόρων θα μπορούσε να συμβάλλει στην περαιτέρω απλούστευση του φορολογικού συστήματος. Οι συνολικές φορολογικές δαπάνες εκτιμώνται σε 4 % του ΑΕΠ το 2019. Σε αντίθεση με το προηγούμενο πολυετές πλαίσιο, το παρόν δημοσιονομικό πλαίσιο (2018-2022) δεν προβλέπει όριο δαπανών για τις φορολογικές δαπάνες. Αντίθετα, καθορίζει έναν μη δεσμευτικό στόχο της τάξης του 28 % για τον δείκτη των φορολογικών δαπανών προς το άθροισμα των καθαρών φορολογικών εσόδων και των φορολογικών δαπανών. Ενώ ο νόμος για τον προϋπολογισμό του 2018 προέβλεπε δείκτη φορολογικών δαπανών χαμηλότερο από τον στόχο (28 %) που καθορίστηκε στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2018-2022, ο δείκτης αυτός αναμένεται να αυξηθεί στο μέλλον (25,5 % στο τέλος του 2018 και 26 % το 2019).

(27)

Ο προϋπολογισμός του 2019 αναφέρει μείωση του συνολικού ποσού των φορολογικών δαπανών κάτω των 100 δισεκατ. EUR, θέτοντας τέλος σε μια πενταετή περίοδο συνεχούς αύξησης του όγκου. Από το 2018 έως το 2019, ωστόσο, ο αριθμός των φορολογικών δαπανών αυξήθηκε από 457 σε 474. Το 2018, το Ελεγκτικό Συνέδριο συνέστησε τον εξορθολογισμό των υφιστάμενων φορολογικών δαπανών και επεσήμανε την έλλειψη ελέγχου και αξιολόγησής τους. Θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για την κατάργηση των φόρων που αποφέρουν περιορισμένα έσοδα ή που είναι αναποτελεσματικοί. Ο νόμος για τον προϋπολογισμό του 2019 προβλέπει την κατάργηση 26 φόρων που απέφεραν χαμηλά έσοδα: 20 φόροι καταργήθηκαν το 2019 για συνολικό ποσό 132 εκατ. EUR και 6 πρόκειται να καταργηθούν το 2020 για συνολικό ποσό 208 εκατ. EUR. Η κατάργηση των μικρών φόρων αναμένεται να συνεχιστεί το 2020 με τον ίδιο ρυθμό.

(28)

Άλλοι φόροι επί της παραγωγής εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις. Οι φόροι επί της παραγωγής ανήλθαν στο 3,1 % του ΑΕΠ το 2016, ποσοστό υψηλότερο από αυτό της Ιταλίας (1,4 %), της Ισπανίας (1,0 %) και της Γερμανίας (0,4 %). Οι φόροι αυτοί έχουν διαφορετικές φορολογικές βάσεις (κύκλος εργασιών, προστιθέμενη αξία, μισθοί, οικόπεδα και κτίρια) και μπορούν να αυξήσουν το συνολικό κόστος παραγωγής. Αυτό θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα, ιδίως για τον τομέα της μεταποίησης. Ο νόμος για τον προϋπολογισμό του 2019 καταργεί μόνο έναν φόρο επί της παραγωγής (forfait social) ο οποίος επιβάλλεται σε εθνικό επίπεδο και ανέρχεται σε 660 εκατ. EUR ετησίως (μόλις τεθεί πλήρως σε εφαρμογή το 2020).

(29)

Παρά την πρόοδο και τη θέσπιση φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων, εξακολουθούν να υπάρχουν φραγμοί εισόδου και ο ανταγωνισμός στις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και στα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα παραμένει χαμηλός. Ο νέος δείκτης του ΟΟΣΑ για τους περιορισμούς στο εμπόριο υπηρεσιών εντός του ΕΟΧ δείχνει ότι το επίπεδο των κανονιστικών περιορισμών στη Γαλλία είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) σε τομείς όπως η λογιστική, οι νομικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες διανομής. Τα κύρια εμπόδια προκύπτουν με τη μορφή περιοριστικών απαιτήσεων για τη χορήγηση άδειας, των περιορισμών για την άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων, των απαιτήσεων συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο και δικαιωμάτων ψήφου. Στον τομέα του λιανικού εμπορίου, η Γαλλία προέβη σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις για τη μείωση του κανονιστικού φόρτου. Ωστόσο, ορισμένοι λειτουργικοί περιορισμοί εξακολουθούν να επηρεάζουν την αποδοτικότητα των λιανικών επιχειρήσεων και να θέτουν τις επιχειρήσεις αυτές σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με το ηλεκτρονικό εμπόριο. Το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 περιλαμβάνει λεπτομερή νέα μέτρα για την ενίσχυση του ανταγωνισμού σε ορισμένους τομείς ειδικών υπηρεσιών (όπως σχολές οδήγησης, εταιρείες διαχείρισης ακινήτων και πωλήσεις ανταλλακτικών αυτοκινήτων). Στις 4 Απριλίου 2019, η Αρχή Ανταγωνισμού παρουσίασε τη γνωμοδότησή της για να μειωθούν οι περιορισμοί στη διανομή των φαρμάκων, και να διατηρηθεί παράλληλα υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας.

(30)

Τα εμπόδια στις υπηρεσίες έχουν οδηγήσει σε χαμηλό ανταγωνισμό, υψηλά περιθώρια κέρδους και υψηλές τιμές, ζημιώνοντας την ανταγωνιστικότητα ολόκληρης της οικονομίας. Τα ποσοστά διαρροής είναι χαμηλότερα σε βασικές υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις στη Γαλλία σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ένωση. Η έλλειψη ανταγωνισμού στον τομέα των υπηρεσιών σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος εργασίας συνέβαλαν στη διατήρηση υψηλών τιμών, ειδικά στις συναλλαγές ακινήτων, στη στέγαση, στις υπηρεσίες εστίασης και στις νομικές και λογιστικές υπηρεσίες. Δεδομένου ότι το κόστος αυτών των υπηρεσιών επιβαρύνει και άλλες εταιρείες που τις χρησιμοποιούν ως εισροές, αντιπροσωπεύουν έναν πρόσθετο συντελεστή βαρύτητας για την ανταγωνιστικότητα της Γαλλίας, μεταξύ άλλων και για τη βιομηχανία.

(31)

Σκοπός του νόμου PACTE (loi relative à la croissance et la transformation des entreprises) είναι η στήριξη της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού των επιχειρήσεων. Ο νόμος θα μειώσει τον αριθμό των κατώτατων ορίων που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις καθώς μεγεθύνονται, αν και τα εναπομείναντα κατώτατα όρια έχουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής και η υπερπήδησή τους έχει γίνει πιο δαπανηρή. Επίσης εισάγει μια πενταετή μεταβατική περίοδο πριν θεωρηθεί ότι ένα κατώτατο όριο έχει καλυφθεί και ενθαρρύνει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν κίνητρα και συστήματα συμμετοχής για τους εργαζόμενους που να συνδέονται με την απόδοση μιας επιχείρησης. Τέλος, προβλέπει απλουστευμένες διαδικασίες για την έναρξη ή την καταχώριση επιχειρήσεων και εισάγει νέους κανόνες ώστε οι επιχειρηματίες να μπορούν να τύχουν δεύτερης ευκαιρίας. Επίσης, μειώνει τη διάρκεια και το κόστος των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ειδικά για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων καθιστώντας τις πιο προβλέψιμες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της γαλλικής διοίκησης, ο νόμος PACTE ενδέχεται να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 0,32 % έως το 2025 και κατά 1 % μακροπρόθεσμα. Η πλήρης και έγκαιρη εφαρμογή της εξακολουθεί να είναι καθοριστικής σημασίας για να αξιοποιηθούν τα οφέλη αυτής της μεταρρύθμισης.

(32)

Ο προγραμματισμός των κονδυλίων των Ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην κάλυψη ορισμένων κενών που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας για το 2019. Αυτό θα επιτρέψει στη Γαλλία να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα κονδύλια από τα εν λόγω Ταμεία σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές και εδαφικές ανισότητες και την ειδική κατάσταση των εξόχως απόκεντρων περιοχών.

(33)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Γαλλίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Γαλλία κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Γαλλία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(34)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και η γνώμη του (8) αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

(35)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Οι συστάσεις του δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 4 κατωτέρω. Οι συστάσεις αυτές συμβάλουν επίσης στην εφαρμογή της σύστασης του 2019 για τη ζώνη του ευρώ, ειδικά η πρώτη και η δεύτερη σύσταση για τη ζώνη του ευρώ. Οι δημοσιονομικές πολιτικές που αναφέρονται στη σύσταση 1 συμβάλλουν μεταξύ άλλων στην αντιμετώπιση ανισοτήτων που συνδέονται με το υψηλό δημόσιο χρέος,

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Γαλλία να αναλάβει δράση το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να διασφαλίσει ότι, το 2020, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών δεν θα υπερβεί το 1,2 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ. Να χρησιμοποιήσει τα έκτακτα έσοδα για να επιταχύνει τη μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης. Να επιτύχει εξοικονόμηση δαπανών και βελτίωση της αποτελεσματικότητας σε όλους τους υποτομείς της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους εξειδίκευσης και παρακολούθησης της εφαρμογής των συγκεκριμένων μέτρων που απαιτούνται στο πλαίσιο της «Δημόσιας Δράσης 2022». Να μεταρρυθμίσει το συνταξιοδοτικό σύστημα για τη σταδιακή ενοποίηση των κανόνων των διαφόρων συνταξιοδοτικών καθεστώτων, με σκοπό την ενίσχυση της δικαιοσύνης και της βιωσιμότητάς τους.

2.   

Να προωθήσει την ένταξη στην αγορά εργασίας όλων των αναζητούντων εργασία, να εξασφαλίσει ίσες ευκαιρίες με ιδιαίτερη έμφαση στις ευάλωτες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, και να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις και αναντιστοιχίες δεξιοτήτων.

3.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας (με παράλληλη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των καθεστώτων δημόσιας στήριξης, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων μεταφοράς γνώσης), και στους τομείς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της ενεργειακής απόδοσης και των διασυνδέσεων με την υπόλοιπη Ένωση, καθώς και της ψηφιακής υποδομής, λαμβάνοντας υπόψη τις εδαφικές ανισότητες.

4.   

Να συνεχίσει να απλουστεύει το φορολογικό σύστημα, ιδίως με τον περιορισμό της χρήσης φορολογικών δαπανών, την περαιτέρω κατάργηση αναποτελεσματικών φόρων και τη μείωση των φόρων επί της παραγωγής. Να μειώσει τους κανονιστικούς περιορισμούς, ειδικά στον τομέα των υπηρεσιών, και να εφαρμόσει πλήρως τα μέτρα για την προώθηση της ανάπτυξης των επιχειρήσεων.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 320 της 10.9.2018, σ. 39.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας

(7)  Οι καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στις δαπάνες για παροχές ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε περίοδο τεσσάρων ετών. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές δια νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(8)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/64


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κροατίας για το 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Κροατίας για το 2019

(2019/C 301/11)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 σχετικά με τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε και την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Κροατία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Κροατία δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Κροατίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (3), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Κροατίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιελάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Με βάση την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Κροατία αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες που συνδέονται με τα υψηλά επίπεδα δημόσιου, ιδιωτικού και εξωτερικού χρέους σε ένα πλαίσιο χαμηλής δυνητικής ανάπτυξης. Ωστόσο, οι ανισορροπίες μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια χάρη στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη και σε μια συνετή δημοσιονομική πολιτική. Η αρνητική καθαρή εξωτερική θέση βελτιώνεται λόγω των συνεχών πλεονασμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί σημαντικά από την κορύφωσή του το 2015. Η μείωση του χρέους του ιδιωτικού τομέα συνεχίζεται, αν και ο ρυθμός της αναμένεται να επιβραδυνθεί καθώς σημειώνεται ανάκαμψη της πιστωτικής επέκτασης και των επενδύσεων. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας εμφανίζει επαρκή κεφαλαιοποίηση και κερδοφορία, αλλά το μερίδιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αν και μειώνεται, παραμένει υψηλό. Η δράση πολιτικής εντάθηκε, αλλά η πλήρης εφαρμογή των διαρθρωτικών μέτρων παραμένει ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας. Παρά την κάποια πρόοδο που σημειώθηκε, εξακολουθούν να υπάρχουν ζητήματα όσον αφορά την πληρότητα, την ακρίβεια και τα χρονοδιαγράμματα των οικονομικών και των δημοσιονομικών στατιστικών.

(3)

Στις 18 Απριλίου 2019, η Κροατία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2019 και το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν σε κάποιον βαθμό υπόψη κατά τον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων («ΕΔΕΤ») για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση της συγκεκριμένης διάταξης στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Η Κροατία επί του παρόντος υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Ξεκινώντας από πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης 0,2 % του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) το 2018, το πρόγραμμα σύγκλισης του 2019 προβλέπει επιδείνωση του ονομαστικού ισοζυγίου σε έλλειμμα της τάξης του –0,3 % του ΑΕΠ το 2019 και στη συνέχεια σταδιακή βελτίωση σε πλεόνασμα 0,8 % του ΑΕΠ το 2022. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (5), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —ο οποίος μεταβλήθηκε από διαρθρωτικό έλλειμμα 1,75 % του ΑΕΠ το 2019 σε 1 % του ΑΕΠ από το 2020— προβλέπεται να συνεχίσει να υπερκαλύπτεται καθ’ όλη την περίοδο του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2019, ο δείκτης του χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί από 71,6 % του ΑΕΠ το 2019 σε 68,5 % του ΑΕΠ το 2020 και να συνεχίσει να μειώνεται φτάνοντας το 62 % έως το 2022. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Ωστόσο, οι προγραμματισμένοι δημοσιονομικοί στόχοι φαίνονται επιφυλακτικοί. Στις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, το ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης υπολογιζόταν σε 0,1 % και 0,5 % του ΑΕΠ για το 2019 και το 2020, αντιστοίχως. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2019 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να είναι –0,8 % του ΑΕΠ το 2019 και –0,5 % του ΑΕΠ το 2020, εξακολουθώντας να υπερβαίνει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Η Κροατία προβλέπεται ότι θα συμμορφωθεί με τον κανόνα για το χρέος το 2019 και το 2020. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Κροατία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019 και το 2020.

(6)

Τον Δεκέμβριο του 2018, το κροατικό κοινοβούλιο ψήφισε τον νόμο περί δημοσιονομικής ευθύνης. Στόχος του είναι να ενισχύσει τη δομή και την εντολή της επιτροπής δημοσιονομικής πολιτικής και να θεσπίσει αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένου κανόνα για το διαρθρωτικό ισοζύγιο του προϋπολογισμού. Τον Μάρτιο του 2019, ενισχύθηκε η εντολή του Κρατικού Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσω της θέσπισης μηχανισμών επιβολής κυρώσεων σε υποθέσεις μη συμμόρφωσης με τις συστάσεις του και μέσω της διεύρυνσης του πεδίου των ελέγχων που διενεργεί. Το δημοσιονομικό πλαίσιο θα ενισχυθεί περαιτέρω με την έγκριση του τροποποιημένου νόμου για τον προϋπολογισμό. Αυτό αναμένεται να βελτιώσει τον δημοσιονομικό προγραμματισμό, τη συλλογή δημοσιονομικών στοιχείων και τα κριτήρια για την έκδοση εγγυήσεων του δημοσίου.

(7)

Ο εδαφικός κατακερματισμός της δημόσιας διοίκησης της Κροατίας λειτουργεί σε βάρος της αποτελεσματικότητάς της και εντείνει τις περιφερειακές ανισότητες. Πολλές μικρές τοπικές κυβερνήσεις συχνά δεν διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς και διοικητικούς πόρους για να παρέχουν τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Το γεγονός αυτό προκαλεί μεγάλες ανισότητες εντός της Κροατίας μεταξύ τοπικών αρχών με επαρκείς και με ανεπαρκείς οικονομικούς και διοικητικούς πόρους όσον αφορά την παροχή δημόσιων υπηρεσιών. Σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης, οι αρχές έλαβαν μέτρα για την απλούστευση του συστήματος των δυσκίνητων κρατικών οργανισμών, αλλά εκκρεμεί η θέσπιση του νομικού πλαισίου για την καθιέρωση υψηλότερου βαθμού ομοιογένειας στο σύνολο του συστήματος. Σχεδιάζεται η ανάθεση των αρμοδιοτήτων των τοπικών υπηρεσιών της κεντρικής διοίκησης στη διοίκηση των επαρχιών.

(8)

Το σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης συσσώρευσε περαιτέρω χρέος το 2018, γεγονός που ενέχει κινδύνους για τα δημόσια οικονομικά. Η χρηματοδότηση του συστήματος εξαρτάται από τις εισφορές των εργαζομένων και τις μεταφορές πιστώσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό, αν και με τις μεταφορές αυτές δεν επιτεύχθηκε κανένα έτος η πλήρης κάλυψη των δαπανών. Η οικονομική κατάσταση του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αναμένεται να βελτιωθεί λόγω της αύξησης των ασφαλίστρων για ασφάλιση ασθενείας που καθιερώθηκε το 2019 και των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα προϊόντα καπνού τον Δεκέμβριο του 2018. Η συνεχιζόμενη λειτουργική ενοποίηση των νοσοκομείων και οι δράσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση της αποδοτικότητας των δαπανών, αλλά η εφαρμογή του μέτρου προχωρεί με αργούς ρυθμούς.

(9)

Το πλαίσιο καθορισμού των μισθών στερείται συνέπειας σε όλη τη δημόσια διοίκηση και τις δημόσιες υπηρεσίες, γεγονός που δεν ευνοεί την ίση μεταχείριση και εμποδίζει τον κεντρικό έλεγχο επί του μισθολογικού κόστους στον δημόσιο τομέα. Η θέσπιση νέας νομοθεσίας για τον καθορισμό των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων έχει αναβληθεί επανειλημμένα. Στόχος του νόμου είναι να επιτευχθεί μεγαλύτερη εναρμόνιση σε όλη τη δημόσια διοίκηση με τη θέσπιση κοινών μισθολογίων και συντελεστών πολυπλοκότητας των θέσεων εργασίας, βάσει πιο συνεκτικών περιγραφών καθηκόντων και πλαισίων αρμοδιοτήτων. Η Κροατία διαθέτει μεν πλαίσιο κοινωνικού διαλόγου, αλλά οι μέθοδοι εργασίας και οι διαδικασίες πρέπει να βελτιωθούν προκειμένου να υπάρξει πραγματικός κοινωνικός διάλογος. Ο κατακερματισμός των συνδικαλιστικών οργανώσεων αποδυναμώνει επίσης την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού διαλόγου.

(10)

Το 2018, το ποσοστό ανεργίας συνέχισε να υποχωρεί με ταχείς ρυθμούς. Η ανεργία των νέων μειώθηκε επίσης σημαντικά, αν και παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, τα ποσοστά δραστηριότητας και απασχόλησης στην Κροατία παραμένουν χαμηλά και η αεργία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πρόωρη συνταξιοδότηση και τις ευθύνες φροντίδας. Η πρόσβαση στην απασχόληση πρέπει να βελτιωθεί, για παράδειγμα με την πρόβλεψη των αναγκών και την παροχή κατάλληλων δεξιοτήτων. Εξακολουθούν να συντρέχουν πολλοί παράγοντες που συμβάλλουν στην αεργία, ενώ τα μέτρα που έχουν ληφθούν για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να εισέλθουν στην αγορά εργασίας φαίνονται ανεπαρκή. Η ικανότητα των θεσμικών φορέων της αγοράς εργασίας παραμένει περιορισμένη και η συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών απασχόλησης, των κοινωνικών υπηρεσιών και άλλων σχετικών ενδιαφερόμενων μερών είναι περιορισμένη. Μια σημαντική δέσμη μεταρρυθμίσεων του συνταξιοδοτικού συστήματος τέθηκε σε ισχύ το 2019. Οι κύριοι στόχοι της μεταρρύθμισης είναι τρεις: i) να αντιμετωπιστούν ασυνέπειες στον σχεδιασμό οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την άδικη μεταχείριση ορισμένων ομάδων συνταξιούχων· ii) να βελτιωθεί η επάρκεια του συνταξιοδοτικού συστήματος μέσω της παράτασης του επαγγελματικού βίου· και iii) να ενισχυθούν το θεσμικό πλαίσιο και οι επιδόσεις του δεύτερου συνταξιοδοτικού πυλώνα.

(11)

Οι κοινωνικοοικονομικές διαφορές αποτελούν σημαντικό καθοριστικό παράγοντα του εκπαιδευτικού επιπέδου της Κροατίας. Οι εκπαιδευτικές επιδόσεις της χώρας είναι χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα, τις βασικές δεξιότητες, την ολοκλήρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τη συμμετοχή των ενηλίκων στη μάθηση, και τη συνάφεια της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας. Η Κροατία εφαρμόζει τη μεταρρύθμιση των προγραμμάτων σπουδών ως πιλοτικό έργο, αλλά η μεταρρύθμιση θα επιτύχει το πλήρες δυναμικό της μόνον εάν εφαρμοστεί πλήρως και εάν συνοδευτεί από την κατάρτιση των εκπαιδευτικών.

(12)

Παρά το σχετικά υψηλό ποσοστό ανεργίας, ορισμένοι τομείς της οικονομίας αντιμετωπίζουν ελλείψεις εργατικού δυναμικού, κυρίως λόγω της έλλειψης δεξιοτήτων. Η βελτίωση των ψηφιακών δεξιοτήτων θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγικότητα και να καλύψει ορισμένες ελλείψεις δεξιοτήτων. Η περιορισμένη συνάφεια της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας συμβάλλει στο χαμηλό ποσοστό απασχόλησης των αποφοίτων. Η συμμετοχή των σπουδαστών σε προγράμματα που περιλαμβάνουν μάθηση στον χώρο εργασίας είναι περιορισμένη. Η δημιουργία των περιφερειακών κέντρων ικανοτήτων και το πειραματικό πρόγραμμα στη διττή εκπαίδευση αναμένεται να βελτιώσουν την ποιότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και να διευκολύνουν τον προσδιορισμό των αναγκών σε δεξιότητες. Η συμμετοχή σε προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων, τα οποία προσφέρονται ως μέρος των μέτρων που βοηθούν τους ενδιαφερόμενους να βρουν εργασία ή κατάρτιση, είναι χαμηλή. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από εκπαίδευση, όπως τα άτομα με χαμηλή ειδίκευση και οι άνεργοι.

(13)

Το ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού μειώθηκε, αλλά παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Ο κίνδυνος αυτός αφορά κυρίως τους ηλικιωμένους και τα άτομα με αναπηρίες. Η συμβολή των κοινωνικών παροχών στη μείωση της φτώχειας παραμένει περιορισμένη σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης. Οι αρχές έλαβαν μέτρα για τη βελτίωση της καταγραφής των κοινωνικών παροχών που παρέχονται σε τοπικό επίπεδο, εναρμονίζοντας την ταξινόμησή τους. Με αυτόν τον τρόπο θα υπάρχει μια καλύτερη εποπτική εικόνα των κοινωνικών παροχών που παρέχονται σε όλη την επικράτεια, εικόνα η οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος κοινωνικής προστασίας ώστε να προσεγγίσει εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.

(14)

Το δίκτυο μεταφορών χαρακτηρίζεται από ανισορροπία: παρατηρείται σημαντική καθυστέρηση στις σιδηροδρομικές υποδομές, με αποτέλεσμα χαμηλή ποιότητα υπηρεσιών και εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων. Οι δημόσιες μεταφορές στις μικρότερες πόλεις δεν διαθέτουν επαρκείς υποδομές. Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις οδικές μεταφορές έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία. Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα των μεταφορών υπολείπεται κατά πολύ του στόχου του 10 % για το 2020. Απαιτούνται πρόσθετες προσπάθειες και επενδύσεις προκειμένου να μειωθεί αποτελεσματικά το υψηλό ποσοστό των αυτοκινήτων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα, να προωθηθεί η διατροπικότητα και, γενικότερα, να περιοριστούν οι αυξανόμενες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τον τομέα των μεταφορών.

(15)

Η υψηλή ενεργειακή ένταση της Κροατίας θα μπορούσε να μειωθεί με επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση και σε ευφυή ενεργειακά συστήματα. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων και στην αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των δικτύων τηλεθέρμανσης. Σημαντικές δυνατότητες έχουν επίσης τόσο οι επενδύσεις στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια, όσο και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης. Η προώθησή τους θα επιτρέψει επίσης στα νησιά της Κροατίας να αυξήσουν την αυτονομία τους στον τομέα της ενέργειας, σύμφωνα με την πρωτοβουλία «Καθαρή ενέργεια για τα νησιά της ΕΕ». Επιπλέον, η Κροατία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε κλιματικούς κινδύνους, ιδίως σε πλημμύρες και δασικές πυρκαγιές.

(16)

Η πραγματοποίηση επενδύσεων θα μπορούσε επίσης να προωθήσει τη μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία. Οι επενδύσεις αυτές είναι αναγκαίες για να δοθεί ώθηση στη χωριστή συλλογή και ανακύκλωση των αποβλήτων ως εναλλακτικές λύσεις αντί της υγειονομικής ταφής, να βρεθούν εναλλακτικές λύσεις για την αντικατάσταση πρώτων υλών, να αυξηθεί η ζήτηση για ανακυκλωμένο περιεχόμενο και να ευαισθητοποιηθούν οι πολίτες σχετικά με τις πρακτικές και τη συμπεριφορά τους όσον αφορά τη βιώσιμη κατανάλωση. Επιπλέον, απαιτούνται επίσης σημαντικές επενδύσεις για να εξασφαλιστεί η συλλογή και επεξεργασία των λυμάτων σε οικισμούς με ισοδύναμο πληθυσμού άνω των 2 000 κατοίκων. Οι επενδύσεις στα δίκτυα ύδρευσης θα μπορούσαν να μειώσουν τη διαρροή πόσιμων υδάτων και να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις ποιότητας όπου αυτές δεν πληρούνται.

(17)

Για τις ικανότητες έρευνας και καινοτομίας και την υιοθέτηση προηγμένων τεχνολογιών απαιτούνται επενδύσεις ώστε να ενισχυθούν οι επιδόσεις στον τομέα της καινοτομίας και να δοθεί ώθηση στην παραγωγικότητα, η οποία επί του παρόντος περιορίζεται από κατακερματισμένες και αναποτελεσματικές πολιτικές έρευνας και καινοτομίας. Η στρατηγική «έξυπνη εξειδίκευση» (RIS3) της Κροατίας για την περίοδο 2016-2020 αποσκοπεί στην προώθηση της καινοτομίας, στην αντιμετώπιση του κατακερματισμού του συστήματος και στην οργάνωση των δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης γύρω από βασικές οικονομικές προτεραιότητες, αλλά η εφαρμογή της αναμένεται να επιταχυνθεί περαιτέρω. Οι επενδύσεις θα μπορούσαν, αφενός, να στηρίξουν τη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά τεχνολογίας και η εμπορική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας και, αφετέρου, να ενισχύσουν τη διακυβέρνηση.

(18)

Τα μέτρα για τη βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης των κρατικών επιχειρήσεων σημείωσαν αργή πρόοδο. Εγκρίθηκε νέος κώδικας εταιρικής διακυβέρνησης και θεσπίστηκε ο μεσοπρόθεσμος προγραμματισμός και η υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις επιδόσεις. Ωστόσο, ο συνδυασμός της έντονης παρουσίας κρατικών επιχειρήσεων σε πολλούς κλάδους, αφενός, με τη χαμηλή κερδοφορία και την περιορισμένη παραγωγικότητά τους, αφετέρου, εξακολουθεί να συνιστά τροχοπέδη για την οικονομία. Το 2018, ο κατάλογος των εταιρειών ειδικού ενδιαφέροντος μειώθηκε περαιτέρω και περισσότερες εταιρείες είναι πλέον επισήμως επιλέξιμες προς πώληση, αλλά δεν υπάρχει σαφής στρατηγική ιδιωτικοποίησης. Οι προσπάθειες των αρχών φαίνεται να επικεντρώνονται στη διάθεση των υπολοίπων μετοχών μειοψηφίας και στην ενεργοποίηση μη παραγωγικών στοιχείων ενεργητικού. Η διαφθορά θεωρείται διαδεδομένη και αυξάνεται. Δεν υπάρχουν αποτελεσματικά εργαλεία για την πρόληψη και την πάταξη της διαφθοράς, ιδίως σε τοπικό επίπεδο. Εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών εποπτείας και επιβολής κυρώσεων για τα στελέχη που διορίζονται σε τοπικές δημόσιες επιχειρήσεις.

(19)

Οι υπερβολικές διοικητικές και νομοθετικές απαιτήσεις και οι (μη φορολογικές) επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρότερες. Ο προσδιορισμός της διοικητικής επιβάρυνσης ολοκληρώθηκε, και οι αρχές είναι πλέον σε θέση να προβούν στην εφαρμογή μέτρων αρωγής όπου κρίνεται σκόπιμο. Οι περικοπές των φόρων υπέρ τρίτων έχουν καθυστερήσει. Ο μεγάλος αριθμός επαγγελματικών υπηρεσιών που υπόκεινται σε υπερβολικά πολλές κανονιστικές ρυθμίσεις λειτουργεί ανασταλτικά για τον ανταγωνισμό. Έχει σημειωθεί πρόοδος σε ορισμένους κλάδους, ιδίως στις υπηρεσίες ταξί, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν υπερβολικοί περιορισμοί σε πολλά επαγγέλματα που είναι σημαντικά από οικονομική άποψη.

(20)

Παρά την πρόοδο, οι σημαντικές καθυστερήσεις που έχουν συσσωρευτεί και οι χρονοβόρες διαδικασίες στα αστικά και εμπορικά δικαστήρια μειώνουν την ασφάλεια δικαίου, ενώ η αναποτελεσματικότητα της ποινικής δικαιοσύνης εμποδίζει την καταπολέμηση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών αδικημάτων. Η αντίληψη του κοινού για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης έχει επιδεινωθεί περαιτέρω. Το 2018 εγκρίθηκαν τροποποιήσεις του νόμου περί του Δικαστικού Συμβουλίου του Κράτους. Με εξαίρεση το Ανώτατο Εμποροδικείο, η συνεχιζόμενη μείωση των καθυστερήσεων οφειλόταν κυρίως στη μείωση του εισερχόμενου φόρτου εργασίας. Σε ορισμένα δικαστήρια η ηλεκτρονική επικοινωνία εφαρμόζεται δοκιμαστικά, αλλά δεν έχει επεκταθεί ακόμη σε εθνικό επίπεδο.

(21)

Ο προγραμματισμός των κονδυλίων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως δε στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης για τη χώρα του 2019 Αυτό θα επιτρέψει στην Κροατία να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εν λόγω κονδύλια σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της χώρας για τη διαχείριση αυτών των κονδυλίων αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την επιτυχία αυτών των επενδύσεων. Το θεσμικό πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις χρειάζεται να ενισχυθεί ώστε να βελτιωθεί η συμμόρφωση και να καταστεί δυνατή η σύναψη στρατηγικών δημόσιων συμβάσεων για την επίτευξη των στόχων πολιτικής και την εξασφάλιση αποδοτικών δημόσιων δαπανών.

(22)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Κροατίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2019 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Κροατία κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Κροατία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης. Αυτό είναι ενδεικτικό της ανάγκης ενίσχυσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(23)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2019 και είναι της γνώμης (6) ότι η Κροατία αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(24)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων 2019 και το πρόγραμμα σύγκλισης 2019. Οι συστάσεις που έκανε δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 4 κατωτέρω. Οι δημοσιονομικές πολιτικές που αναφέρονται στη σύσταση 1) συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των ανισορροπιών που συνδέονται με το υψηλό δημόσιο χρέος.

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Κροατία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να ενισχύσει το δημοσιονομικό πλαίσιο και να παρακολουθεί τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο. Να μειώσει τον εδαφικό κατακερματισμό της δημόσιας διοίκησης και να εξορθολογίσει τη λειτουργική κατανομή αρμοδιοτήτων.

2.   

Να υλοποιήσει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και να βελτιώσει τόσο την πρόσβαση σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης και κατάρτισης όσο και την ποιότητα και τη συνάφειά τους με την αγορά εργασίας. Να ενοποιήσει τις κοινωνικές παροχές και να βελτιώσει την ικανότητά τους να μειώνουν τη φτώχεια. Να ενισχύσει τα μέτρα και τους θεσμούς της αγοράς εργασίας, καθώς και τον συντονισμό τους με τις κοινωνικές υπηρεσίες. Σε διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, να εισαγάγει εναρμονισμένα πλαίσια καθορισμού των μισθών σε όλη τη δημόσια διοίκηση και τις δημόσιες υπηρεσίες.

3.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στην έρευνα και την καινοτομία, στις βιώσιμες αστικές και σιδηροδρομικές μεταφορές, στην ενεργειακή απόδοση, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στις περιβαλλοντικές υποδομές, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Να αυξήσει την ικανότητα της διοίκησης να σχεδιάζει και να υλοποιεί δημόσια έργα και πολιτικές.

4.   

Να βελτιώσει την εταιρική διακυβέρνηση των κρατικών επιχειρήσεων και να εντείνει την πώληση των εν λόγω επιχειρήσεων και μη παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων. Να ενισχύσει την πρόληψη και την πάταξη της διαφθοράς, ιδίως σε τοπικό επίπεδο. Να μειώσει τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών και να βελτιώσει την ηλεκτρονική επικοινωνία στα δικαστήρια. Να μειώσει τα πιο επαχθή τέλη υπέρ τρίτων και τις υπερβολικές ρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 320 της 10.9.2018, σ. 44.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/69


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιταλίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ιταλίας του 2019

(2019/C 301/12)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 σχετικά με τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Έλαβε δεόντως υπόψη τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Ιταλία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019, το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ του 2019»), η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Ιταλία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης του 2019 για τη ζώνη του ευρώ, όπως αποτυπώνεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 5. Συγκεκριμένα, τα μέτρα στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, της δικαιοσύνης και του ανταγωνισμού θα συμβάλουν στην εφαρμογή της πρώτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τις ανθεκτικές αγορές προϊόντων και την ποιότητα των θεσμών· η εστίαση της οικονομικής πολιτικής που αφορά τις επενδύσεις στους συγκεκριμένους τομείς και η χρήση έκτακτων εσόδων για τη μείωση του δημόσιου χρέους θα συμβάλουν στην εφαρμογή της δεύτερης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη στήριξη των επενδύσεων και την ανασύσταση των αποθεμάτων ασφαλείας· τα μέτρα για τη βελτίωση της απασχολησιμότητας και τη μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης από τους παραγωγικούς συντελεστές θα συμβάλουν στην εφαρμογή της τρίτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη λειτουργία της αγοράς εργασίας, και τα μέτρα για τη βελτίωση των ισολογισμών των τραπεζών θα συμβάλουν στην εφαρμογή της τέταρτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Ιταλία δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκαν η πρόοδος της Ιταλίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Ιταλίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Με βάση την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιταλία αντιμετωπίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, το υψηλό δημόσιο χρέος και η παρατεταμένη υποτονική δυναμική της παραγωγικότητας συνεπάγονται κινδύνους με διασυνοριακό αντίκτυπο. Η ανάγκη να αναληφθεί δράση για να μειωθεί ο κίνδυνος δυσμενών επιπτώσεων στην ιταλική οικονομία και την οικονομική και νομισματική ένωση, δεδομένου του μεγέθους και του διασυνοριακού αντικτύπου της ιταλικής οικονομίας, είναι ιδιαίτερα σημαντική.

(4)

Στις 19 Απριλίου 2019, η Ιταλία υπέβαλε το οικείο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το οικείο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Για να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως. Στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιταλίας του 2019 εξετάζονται μόνο εν μέρει τα διαρθρωτικά ζητήματα που τέθηκαν από τις συστάσεις ανά χώρα του 2018 και συχνά απουσιάζουν λεπτομέρειες σχετικά με τις λίγες νέες δεσμεύσεις που περιέχει, καθώς και σχετικά με το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους. Ωστόσο, η μεταρρυθμιστική του στρατηγική στηρίζεται σε μείζονος σημασίας μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη σε διάφορους τομείς, επιδεικνύοντας ότι υπάρχει σε μεγάλο βαθμό συνέχεια σε σύγκριση με τα προηγούμενα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων.

(5)

Οι σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων («ΕΔΕΤ») για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Ιταλία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Στο οικείο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, η κυβέρνηση αναμένει ότι το ονομαστικό έλλειμμα θα αυξηθεί από 2,1 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2018 σε 2,4 % το 2019 και ότι στη συνέχεια σταδιακά θα μειωθεί στο 2,1 % το 2020 και στο 1,5 % έως το 2022. Οι εν λόγω προβλέψεις στηρίζονται στην παραδοχή αύξησης του ΦΠΑ (1,3 % του ΑΕΠ το 2020 και 1,5 % του ΑΕΠ από το 2021), η οποία νομοθετήθηκε ως «ρήτρα διασφάλισης» για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων από το 2020. Βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος διαρθρωτικού ισοζυγίου (6), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, ο οποίος έχει αλλάξει από ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση σε διαρθρωτικούς όρους το 2019 σε πλεόνασμα 0,5 % του ΑΕΠ σε διαρθρωτικούς όρους από το 2020, δεν προγραμματίζεται να επιτευχθεί εντός της περιόδου του προγράμματος. Μετά από αύξηση το 2018 (στο 132,2 % του ΑΕΠ, από 131,4 % το 2017), ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ προβλέπεται στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 να αυξηθεί κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε 132,6 % το 2019, και να μειωθεί σε 128,9 % έως το 2022. Οι εν λόγω προβλέψεις στηρίζονται στην παραδοχή ύπαρξης εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις ύψους 1 % του ΑΕΠ το 2019 και 0,3 % το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι αυξήσεις του ΦΠΑ που νομοθετήθηκαν ως «ρήτρες διασφάλισης» καταργήθηκαν συστηματικά χωρίς κατάλληλα εναλλακτικά χρηματοδοτικά μέτρα, και οι στόχοι των ιδιωτικοποιήσεων δεν έχουν επιτευχθεί πλήρως. Σε βάση αμετάβλητης πολιτικής, στις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019 αναμένεται χαμηλότερη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και υψηλότερο δημόσιο έλλειμμα για το 2020 από ό,τι αναμένεται στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Οι προβλέψεις της Επιτροπής δεν ενσωματώνουν την αύξηση του ΦΠΑ που νομοθετήθηκε ως «ρήτρα διασφάλισης» το 2020.

(7)

Στις 5 Ιουνίου 2019, η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση, η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης, λόγω μη συμμόρφωσης της Ιταλίας με τον κανόνα για το χρέος το 2018. Μετά την αξιολόγηση όλων των σχετικών παραγόντων, η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση με το κριτήριο του χρέους, όπως ορίζεται στη Συνθήκη και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/1997 του Συμβουλίου και ότι, ως εκ τούτου, δικαιολογείται διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που βασίζεται στον δείκτη χρέους.

(8)

Μετά από αίτημα που υπεβλήθη με το αναθεωρημένο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος του 2019, το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 επιβεβαιώνει ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της κατάρρευσης της γέφυρας Morandi στη Γένοβα και των εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών που σημειώθηκαν το 2018 ήταν σημαντικές και παρέχει επαρκείς αποδείξεις για το εύρος και τη φύση των εν λόγω πρόσθετων δημοσιονομικών δαπανών. Ειδικότερα, στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 επισημαίνεται ότι ο προϋπολογισμός του 2019 περιλαμβάνει έκτακτες δαπάνες ύψους περίπου 0,2 % του ΑΕΠ σχετικά με ένα έκτακτο πρόγραμμα συντήρησης του οδικού δικτύου και ένα προληπτικό σχέδιο περιορισμού των υδρογεωλογικών κινδύνων. Λόγω της άμεσης σύνδεσης με την κατάρρευση της γέφυρας Morandi στη Γένοβα και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες του 2018, θα μπορούσε να εξεταστεί η ειδική αντιμετώπιση των δαπανών για έκτακτη συντήρηση του οδικού δικτύου και πρόληψη του υδρογεωλογικού κινδύνου κατ’ εφαρμογή της «ρήτρας ασυνήθων περιστάσεων». Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι επιλέξιμες πρόσθετες δαπάνες για τα εν λόγω μέτρα ανέρχονται το 2019 στο 0,18 % του ΑΕΠ. Οι διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 καλύπτουν τις εν λόγω πρόσθετες δαπάνες, διότι η κατάρρευση της γέφυρας Morandi στη Γένοβα και οι εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες θεωρούνται ασυνήθεις περιστάσεις, η επίπτωσή τους στα δημόσια οικονομικά της Ιταλίας είναι σημαντική και η βιωσιμότητα δεν θα διακυβευόταν εάν επιτραπεί προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Η τελική αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένων των επιλέξιμων ποσών, θα πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 2020 με βάση τα καταγραφέντα στοιχεία για το 2019 που θα διαβιβάσουν οι ιταλικές αρχές.

(9)

Στις 13 Ιουλίου 2018, το Συμβούλιο συνέστησε στην Ιταλία να διασφαλίσει ότι ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (7) δεν θα υπερβεί το 0,1 % το 2019, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, υπάρχει κίνδυνος να σημειωθεί σημαντική απόκλιση από τη συνιστώμενη πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2019. Το συμπέρασμα αυτό δεν θα μεταβαλλόταν ακόμη και αν οι δημοσιονομικές επιπτώσεις του προγράμματος έκτακτης συντήρησης του οδικού δικτύου μετά την κατάρρευση της γέφυρας Morandi στη Γένοβα και του προληπτικού σχεδίου περιορισμού των υδρογεωλογικών κινδύνων μετά από εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες αφαιρούνταν από την απαίτηση του προληπτικού σκέλους του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019.

(10)

Το 2020, λόγω του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης της Ιταλίας που θα υπερβεί το 60 % του ΑΕΠ και του προβλεπόμενου κενού παραγωγής ύψους –0,1 %, οι καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες θα πρέπει να μειωθούν κατά 0,1 % σε ονομαστικούς όρους, σύμφωνα με τη διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ που προκύπτει από τον πίνακα απαιτήσεων βάσει του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, σε περίπτωση αμετάβλητων πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την εν λόγω απαίτηση το 2020. Η Ιταλία εκ πρώτης όψεως δεν προβλέπεται να συμμορφωθεί με τον κανόνα για το χρέος το 2019 και το 2020. Επιπλέον, ανερχόμενος σε ποσοστό περίπου 132 % του ΑΕΠ, ο υψηλός δείκτης δημόσιου χρέους της Ιταλίας συνεπάγεται ότι σημαντικοί πόροι προορίζονται για την κάλυψη του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, εις βάρος κονδυλίων που ενισχύουν περισσότερο την ανάπτυξη, όπως για την εκπαίδευση, την καινοτομία και τις υποδομές. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι τα αναγκαία μέτρα θα πρέπει να ληφθούν από το 2019 προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Είναι σημαντικό τυχόν έκτακτα έσοδα να χρησιμοποιηθούν για την περαιτέρω μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης.

(11)

Το φορολογικό σύστημα της Ιταλίας εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τους συντελεστές παραγωγής, εις βάρος της οικονομικής ανάπτυξης. Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας και του κεφαλαίου αποθαρρύνει την απασχόληση και τις επενδύσεις. Ο προϋπολογισμός του 2019 μείωσε τη φορολογία για τους αυτοαπασχολούμενους και τις μικρές επιχειρήσεις. Ωστόσο, αύξησε επίσης προσωρινά τη φορολογική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις συνολικά, ειδικά για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Οι φορολογικές βάσεις που είναι λιγότερο επιζήμιες για την ανάπτυξη, όπως η ακίνητη περιουσία και η κατανάλωση, δεν χρησιμοποιούνται επαρκώς, αφήνοντας περιθώρια για μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης από την εργασία και το κεφάλαιο με ουδέτερο από δημοσιονομική άποψη τρόπο. Ο περιοδικός φόρος ακίνητης περιουσίας για την πρώτη κατοικία καταργήθηκε το 2015, μεταξύ άλλων και για τα πλουσιότερα νοικοκυριά. Επιπλέον, οι αξίες γης και ακινήτων (ή «κτηματολογικές» αξίες), οι οποίες χρησιμεύουν ως βάση για τον υπολογισμό του φόρου ακίνητης περιουσίας, είναι σε μεγάλο βαθμό παρωχημένες και η μεταρρύθμιση για την ευθυγράμμισή τους με τις τρέχουσες αξίες της αγοράς εξακολουθεί να εκκρεμεί. Ο αριθμός και το μέγεθος των φορολογικών δαπανών, ιδίως όσον αφορά τους μειωμένους συντελεστές του φόρου προστιθέμενης αξίας, βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα και τα τελευταία έτη έχει συστηματικά αναβληθεί ο εξορθολογισμός τους. Υπάρχει επίσης περιθώριο να μετριαστεί η επιβάρυνση για τις φορολογικά συνεπείς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μέσω της μείωσης της πολυπλοκότητας του φορολογικού κώδικα και της αύξησης του συνολικού επιπέδου φορολογικής συμμόρφωσης. Ειδικότερα, η υστέρηση ΦΠΑ (η διαφορά μεταξύ των θεωρητικών εσόδων από τον ΦΠΑ και των εσόδων που στην πραγματικότητα εισπράττονται) είναι από τις υψηλότερες στην Ένωση. Ένας από τους λόγους είναι το υψηλό επίπεδο φοροδιαφυγής, το οποίο ιδίως συνδέεται με την παράλειψη έκδοσης λογαριασμών και τιμολογίων. Η υποχρεωτική ηλεκτρονική διαβίβαση αποδείξεων για όλες τις εμπορικές συναλλαγές με τους τελικούς καταναλωτές αποτελεί θετικό βήμα στην αντιμετώπιση της υστέρησης. Ωστόσο, τα τελευταία έτη έχουν αυξηθεί τα νόμιμα όρια για τις πληρωμές τοις μετρητοίς, γεγονός που θα μπορούσε να αποθαρρύνει τη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών. Αντιθέτως, η ενθάρρυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών θα μπορούσε να δημιουργήσει κίνητρα για την έκδοση λογαριασμών και τιμολογίων και, ως εκ τούτου, να βελτιώσει τη φορολογική συμμόρφωση.

(12)

Οι δαπάνες της Ιταλίας για τις συντάξεις, περίπου το 15 % του ΑΕΠ το 2017, είναι από τις υψηλότερες στην Ένωση και αναμένεται να αυξηθούν μεσοπρόθεσμα λόγω της επιδείνωσης του δείκτη εξάρτησης των ηλικιωμένων. Ο προϋπολογισμός του 2019 και το νομοθετικό διάταγμα για την εφαρμογή του νέου προγράμματος πρόωρης συνταξιοδότησης τον Ιανουάριο του 2019 συνιστούν οπισθοδρόμηση σε σχέση με στοιχεία προηγούμενων μεταρρυθμίσεων στον τομέα των συντάξεων, επιδεινώνοντας μεσοπρόθεσμα τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Οι εν λόγω νέες διατάξεις θα αυξήσουν περαιτέρω τις συνταξιοδοτικές δαπάνες μεσοπρόθεσμα. Μεταξύ του 2019 και του 2021, το νέο πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης («ποσόστωση 100») θα επιτρέπει στους εργαζόμενους να συνταξιοδοτούνται στην ηλικία των 62 ετών εάν έχουν καταβάλει εισφορές 38 ετών. Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής των υφιστάμενων διατάξεων για την πρόωρη συνταξιοδότηση έχει επεκταθεί, μεταξύ άλλων με αναστολή έως το 2026 της αναπροσαρμογής της απαιτούμενης ελάχιστης εισφοράς με βάση το προσδόκιμο ζωής, η οποία είχε εισαχθεί με μεταρρυθμίσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος στο παρελθόν. Όσον αφορά τις εν λόγω διατάξεις, στον προϋπολογισμό του 2019 προβλέφθηκαν κονδύλια ύψους 0,2 % του ΑΕΠ το 2019 και 0,5 % του ΑΕΠ το 2020 και το 2021, αλλά αναμένονται επίσης πρόσθετες δαπάνες και τα επόμενα έτη. Οι υψηλές δημόσιες δαπάνες για συντάξεις συμπιέζουν άλλα κονδύλια για κοινωνικές δαπάνες και δαπάνες που ενισχύουν την ανάπτυξη, όπως η εκπαίδευση και οι επενδύσεις, και περιορίζουν τα περιθώρια μείωσης της συνολικής υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης και του υψηλού δημόσιου χρέους. Επιπλέον, η διεύρυνση της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την προσφορά εργασίας, σε ένα πλαίσιο όπου η Ιταλία υστερεί ήδη έναντι του μέσου όρου της Ένωσης όσον αφορά τη συμμετοχή των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας (55-64 ετών) στην απασχόληση, εμποδίζοντας έτσι τη δυνητική ανάπτυξη και επιδεινώνοντας τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Προκειμένου να περιοριστεί η αύξηση των δαπανών για τις συντάξεις θα πρέπει να εφαρμοστούν πλήρως οι ήδη εγκεκριμένες συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις για τον περιορισμό των έμμεσων υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη γήρανση του πληθυσμού. Επιπλέον, θα μπορούσε να επιτευχθεί εξοικονόμηση με παρέμβαση στα υψηλά συνταξιοδοτικά δικαιώματα που δεν αντιστοιχούν στις εισφορές, με παράλληλη τήρηση των αρχών της δίκαιης μεταχείρισης και της αναλογικότητας.

(13)

Παρά την οικονομική επιβράδυνση, η απασχόληση συνέχισε να αυξάνεται το 2018, αν και με ελαφρώς βραδύτερο ρυθμό απ’ ό,τι το προηγούμενο έτος. Ο αριθμός των απασχολούμενων ατόμων έφθασε τα 23,2 εκατομμύρια στο τέλος του έτους, υπερβαίνοντας τα προ της κρίσης επίπεδα. Το ποσοστό απασχόλησης (στις ηλικίες των 20-64 ετών) αυξήθηκε σε πάνω από 63 % πέρυσι, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης (73,2 %). Επιπλέον, οι περιφερειακές αποκλίσεις είναι σημαντικές και η αγορά εργασίας παραμένει κατακερματισμένη, καθώς το μερίδιο των συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης έχει αυξηθεί περαιτέρω το 2018. Το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 10,6 %. Η μακροχρόνια ανεργία και η ανεργία των νέων παραμένουν υψηλές, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν αρνητικά τη δυνητική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Η αεργία είναι διαδεδομένη μεταξύ των γυναικών, των ατόμων με χαμηλή ειδίκευση και των νέων. Επιπλέον, το μερίδιο των νέων (ηλικίας 15-24 ετών) που δεν συμμετέχουν ούτε στην απασχόληση ούτε στην εκπαίδευση ή την κατάρτιση, το οποίο ανερχόταν στο 19,2 % το 2018, είναι το υψηλότερο στην Ένωση. Η ακούσια μερική απασχόληση είναι επίσης ευρέως διαδεδομένη, γεγονός που καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη υποτονικότητα της αγοράς εργασίας.

(14)

Η εισοδηματική ανισότητα και ο κίνδυνος φτώχειας είναι σε υψηλά επίπεδα, με ευρείες περιφερειακές και εδαφικές ανισότητες. Το 2017, το 28,9 % του πληθυσμού αντιμετώπιζε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, πάνω από τα επίπεδα προ της κρίσης και πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης για το 2017 (22,4 %). Πλήττονται ιδιαίτερα τα παιδιά, ιδίως αυτά που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Η φτώχεια των εργαζομένων είναι υψηλή και αυξανόμενη, ιδίως μεταξύ των προσωρινά απασχολούμενων και των ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Οι αυτοαπασχολούμενοι, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 20,8 % του εργατικού δυναμικού (έναντι 13,7 % που είναι ο μέσος όρος στην Ένωση), είναι γενικά λιγότερο προστατευμένοι έναντι των κοινωνικών κινδύνων απ’ ό,τι οι μισθωτοί. Η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή και κατάλληλη στέγη αποτελεί επίσης πρόκληση και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών παραμένει ανεπαρκώς ανεπτυγμένη και κατακερματισμένη. Ο αντίκτυπος των κοινωνικών μεταβιβάσεων στη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας είναι ένας από τους χαμηλότερους στην Ένωση. Το καθεστώς καταπολέμησης της φτώχειας, που καθιερώθηκε το 2018, αντικαταστάθηκε από ένα νέο σημαντικό καθεστώς (εισόδημα του πολίτη), το οποίο ακολουθεί μια προσέγγιση ενεργού ένταξης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Το σημαντικό διοικητικό βάρος επί της απασχόλησης και επί των κοινωνικών υπηρεσιών αποτελεί πρόκληση για την υλοποίηση της μεταρρύθμισης. Ο πραγματικός της αντίκτυπος θα εξαρτηθεί από το πόσο αποτελεσματικές είναι οι πολιτικές ώστε να επιτύχουν την πρόσβαση των ατόμων στην αγορά εργασίας ή σε κατάρτιση, από τον βαθμό στον οποίο παρέχονται εξατομικευμένες κοινωνικές υπηρεσίες και από τους ελέγχους. Ειδικότερα, η πραγματική ικανότητα προσέγγισης όσων έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη θα επηρεάσει τον αντίκτυπο στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Το αποτέλεσμα του συστήματος υγείας είναι συνολικά καλό, παρόλο που οι δαπάνες βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Ωστόσο, η παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των περιφερειών, επηρεάζοντας την πρόσβαση, την ισότητα και την αποδοτικότητα, και θα μπορούσε να βελτιωθεί μέσω καλύτερης διοίκησης και παρακολούθησης της παροχής του τυπικού επιπέδου υπηρεσιών. Η αύξηση της παροχής φροντίδας κατ’ οίκον και σε επίπεδο τοπικής κοινότητας, καθώς και μακροχρόνιας περίθαλψης, είναι καίριας σημασίας για την παροχή στήριξης σε άτομα με αναπηρία και σε άλλες μειονεκτούσες ομάδες.

(15)

Η αδήλωτη εργασία είναι ευρέως διαδεδομένη στην Ιταλία, ιδίως στις νότιες περιφέρειες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής, η άδηλη οικονομία αντιστοιχούσε σε περίπου 210 δισεκατ. EUR (12,4 % του ΑΕΠ) το 2016. Περίπου το 37,2 % του ποσού αυτού οφείλεται στην αδήλωτη εργασία. Αυτό επηρεάζει ιδίως τις ευάλωτες ομάδες, όπως οι μετανάστες, οι γυναίκες και οι ανήλικοι. Η νέα Υπηρεσία Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία λειτουργεί από το 2017, έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο φαινόμενο «caporalato» στον γεωργικό τομέα, που χαρακτηρίζεται από υψηλή συχνότητα παρατυπιών και από τον κίνδυνο εργασιακής εκμετάλλευσης, ιδίως των παράτυπων μεταναστών. Χρειάζεται στενή παρακολούθηση των μέτρων που εγκρίθηκαν πρόσφατα, καθώς και πρόσθετα μέτρα, για την αντιμετώπιση και την πρόληψη της αδήλωτης εργασίας και της εργασιακής εκμετάλλευσης, όπως και για τη διασφάλιση δίκαιων και ασφαλών συνθηκών εργασίας. Τέλος, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η θέση σε εφαρμογή του εισοδήματος του πολίτη μεγιστοποιεί τα κίνητρα για τακτική εργασία και μετατροπή της αδήλωτης εργασίας σε κανονική απασχόληση, τόσο μέσω στενής παρακολούθησης όσο και μέσω θετικών κινήτρων.

(16)

Η βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης, με την παροχή περισσότερων πόρων και τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών, είναι ζωτικής σημασίας για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης σχετικά με το νέο καθεστώς εισοδήματος του πολίτη. Σε αυτό το πλαίσιο του νέου καθεστώτος εισοδήματος του πολίτη για τα άτομα χαμηλού εισοδήματος και τους ανέργους, οι αποτελεσματικές ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τη μείωση των τριβών στην αγορά εργασίας και την παροχή κινήτρων για την αναζήτηση εργασίας. Εν προκειμένω, είναι θέμα κρίσιμης σημασίας να είναι στελεχωμένες οι υπηρεσίες απασχόλησης με επαρκές και ειδικευμένο προσωπικό. Η αποτελεσματική βοήθεια για την αναζήτηση εργασίας, με στόχο την ενίσχυση της κατάρτισης και της αναβάθμισης των δεξιοτήτων, είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού και την παροχή των κατάλληλων δεξιοτήτων στους εργαζομένους, για να αντιμετωπίσουν τις μελλοντικές προκλήσεις της αγοράς εργασίας σε ένα όλο και πιο απαιτητικό και ανταγωνιστικό εργασιακό περιβάλλον. Πρόσφατα ελήφθησαν ορισμένα μέτρα για να καταστούν πιο αποτελεσματικές οι ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας, όπως ο καθορισμός δεικτών παρακολούθησης και ελάχιστων προτύπων, η έγκριση στρατηγικής για τους μακροχρόνια ανέργους και η ανάπτυξη ενός ποιοτικού εργαλείου για την καταγραφή επαγγελματικών προσόντων και δεξιοτήτων. Παρά ταύτα, η συνολική αποδοτικότητα των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και η ικανότητά τους να βρίσκουν εργασία για τα άτομα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, οι δε επιδόσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των περιφερειών και η ολοκλήρωση με την κοινωνική και την εκπαιδευτική πολιτική είναι περιορισμένη. Η συνεργασία με τους εργοδότες είναι επίσης ανεπαρκής.

(17)

Το χάσμα μεταξύ των φύλων όσον αφορά την απασχόληση στην Ιταλία παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση, και το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών, αν και ελαφρώς αυξανόμενο, είναι σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης (53,1 % έναντι 67,4 % το 2018). Οι επενδύσεις στις υπηρεσίες φροντίδας και η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένουν ανεπαρκείς, όπως και τα μέτρα προώθησης των ίσων ευκαιριών και των κατάλληλων πολιτικών για την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής. Ωστόσο, εξακολουθεί να απουσιάζει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την προώθηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας. Παρότι η υποχρεωτική άδεια πατρότητας επεκτάθηκε οριακά από 4 σε 5 ημέρες, το σύστημα γονικής άδειας παραμένει ανεπαρκές. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις ανεπαρκώς ανεπτυγμένες υπηρεσίες παιδικής φροντίδας και μακροχρόνιας περίθαλψης, τείνει να αποτρέπει από την εργασία τις γυναίκες με παιδιά ή με άλλα μέλη της οικογένειας που χρήζουν φροντίδας. Το 2017, μόνο το 28,6 % των παιδιών ηλικίας κάτω των τριών ετών παρακολουθούσαν τυπική προσχολική εκπαίδευση, πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Οι επενδύσεις στις υπηρεσίες παιδικής φροντίδας, υγείας και μακροχρόνιας περίθαλψης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις μεγάλες γεωγραφικές ανισότητες όσον αφορά τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών. Επιπλέον, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση του δεύτερου εργαζόμενου μέλους μιας οικογένειας μειώνει το οικονομικό κίνητρο των γυναικών για εργασία. Η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, καθώς και τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής γενικότερα, θα μπορούσαν να ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη, με τη βελτίωση της προσφοράς εργασίας, τη μείωση της φτώχειας και τον μετριασμό των κοινωνικών και οικονομικών κινδύνων που προκύπτουν από τη γήρανση του πληθυσμού.

(18)

Η αρχικά προβλεπόμενη μεταρρύθμιση του πλαισίου συλλογικών διαπραγματεύσεων είχε ως στόχο να ευθυγραμμίσει περισσότερο τα ημερομίσθια και τους μισθούς με τις οικονομικές συνθήκες σε περιφερειακό και εταιρικό επίπεδο. Τον Μάρτιο του 2018, η Confindustria υπέγραψε συμφωνία-πλαίσιο με τα τρία μεγάλα ιταλικά συνδικάτα (Cgil, Cisl και Uil), προκειμένου να διευρυνθεί η δευτεροβάθμια διαπραγμάτευση. Επιπλέον, η συμφωνία αυξάνει την ασφάλεια δικαίου, καθορίζοντας σαφέστερους κανόνες για την εκπροσώπηση των κοινωνικών εταίρων στις διαπραγματεύσεις, και καθιερώνει έναν βελτιωμένο αλγόριθμο για τον καθορισμό του ελάχιστου μισθού. Η πρώτη συμφωνία εφαρμογής σχετικά με την αντιπροσωπευτικότητα, την υγεία και την ασφάλεια της εργασίας υπεγράφη στα τέλη του 2018 από την ένωση εργοδοτών και τις τρεις μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις.

(19)

Οι επενδύσεις στην εκπαίδευση και στις δεξιότητες είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση της έξυπνης, διατηρήσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης. Η υποτονική τάση όσον αφορά την παραγωγικότητα στην Ιταλία επηρεάζεται από τις αδυναμίες του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης και από την ανεπαρκή ζήτηση για δεξιότητες υψηλού επιπέδου. Η βελτίωση της ποιότητας του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης αποτελεί σοβαρή πρόκληση. Το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου παραμένει αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης (14,5 % έναντι 10,6 % το 2018) και υπάρχουν μεγάλες περιφερειακές και εδαφικές διαφορές στις εκπαιδευτικές επιδόσεις. Ενώ το μερίδιο της χρηματοδότησης που διατίθεται για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι σε γενικές γραμμές σύμφωνο με τον μέσο όρο της Ένωσης, οι περαιτέρω προσπάθειες για την προσέλκυση, την αποτελεσματική πρόσληψη και την παροχή κινήτρων στους εκπαιδευτικούς θα μπορούσαν να συμβάλουν στη βελτίωση των μαθησιακών επιδόσεων. Το σύστημα προσλήψεων είναι υπερβολικά βασισμένο στις γνώσεις και όχι στις δεξιότητες, το δε σκέλος της κατάρτισης είναι περιορισμένο. Επιπλέον, οι μισθοί των Ιταλών εκπαιδευτικών παραμένουν χαμηλοί σε σύγκριση με τα διεθνή πρότυπα και σε σχέση με τους εργαζομένους με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι μισθολογικές αυξήσεις είναι πιο αργές απ’ ό,τι των άλλων διεθνών ομολόγων και οι προοπτικές σταδιοδρομίας είναι πιο περιορισμένες, με βάση ενιαία σταδιοδρομία. Συν τοις άλλοις, οι προαγωγές βασίζονται αποκλειστικά στην αρχαιότητα παρά στην αξία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πολύ χαμηλή ελκυστικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού για τα άτομα υψηλής ειδίκευσης και την αποθάρρυνση του διδακτικού προσωπικού, πράγμα το οποίο, με τη σειρά του, έχει αρνητικό αντίκτυπο στις μαθησιακές επιδόσεις των μαθητών. Το σύστημα μαθητείας κέρδιζε έδαφος τα τελευταία έτη, αλλά τα μέτρα που εγκρίθηκαν το έχουν συρρικνώσει. Οι Ιταλοί σπουδαστές και ενήλικες συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων με τις χειρότερες επιδόσεις στην Ένωση όσον αφορά τις κύριες ικανότητες και τις βασικές δεξιότητες. Η συμμετοχή των ενηλίκων στη μάθηση είναι πολύ περιορισμένη και μειώνεται, σε ένα πλαίσιο όπου το χάσμα απασχόλησης μεταξύ των ατόμων υψηλής και χαμηλής ειδίκευσης είναι από τα υψηλότερα στην Ένωση. Η αναβάθμιση των δεξιοτήτων είναι ιδιαίτερα αναγκαία για τις ψηφιακές δεξιότητες. Έως τώρα, η πρόοδος όσον αφορά την ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων και υποδομών υπήρξε περιορισμένη. Οι επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελούν προαπαιτούμενο για την τόνωση των δημόσιων και των ιδιωτικών επενδύσεων και, όσον αφορά τα σημερινά μέτρα για την τόνωση των ψηφιακών δεξιοτήτων και της εκπαίδευσης των ενηλίκων, λείπει η ολοκληρωμένη προσέγγιση. Τα επίπεδα βασικών και προηγμένων ψηφιακών δεξιοτήτων είναι κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης — μόνο το 44 % των ατόμων μεταξύ 16 και 74 ετών διαθέτουν βασικές ψηφιακές δεξιότητες (57 % στην Ένωση).

(20)

Οι χαμηλές επενδύσεις σε δεξιότητες επιβραδύνουν τη μετάβαση της Ιταλίας σε μια οικονομία που βασίζεται στις γνώσεις, αποτελούν τροχοπέδη για την αύξηση της παραγωγικότητας και περιορίζουν τις δυνατότητες για βελτίωση της μη τιμολογιακής ανταγωνιστικότητας και για μεγέθυνση του ΑΕΠ. Με τα κενά που παρατηρούνται στην εκπαίδευση εξηγείται επίσης η χαμηλότερη παραγωγικότητα των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων της Ιταλίας, σε σύγκριση με τις ομόλογες χώρες. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι υποχρηματοδοτούμενη και υποστελεχωμένη, ενώ το πεδίο της επαγγελματικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι περιορισμένο, παρά τα υψηλά ποσοστά απασχολησιμότητας. Το ποσοστό των αποφοίτων πανεπιστημίου παραμένει χαμηλό (27,9 % του πληθυσμού ηλικίας 30 έως 34 ετών το 2018) και συνδυάζεται με σχετικά χαμηλή διαθεσιμότητα αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδίως σε επιστημονικούς και τεχνικούς τομείς· οι στοχευμένες επενδύσεις σε δεξιότητες αποτελούν προαπαιτούμενο για την τόνωση τόσο των δημόσιων όσο και των ιδιωτικών επενδύσεων, ιδίως σε άυλα στοιχεία. Υπάρχει ανάγκη να ενισχυθούν οι σπουδές σε πεδία που σχετίζονται με τομείς έντασης γνώσεων, και να ενισχυθούν οι ειδικές δεξιότητες, όπως οι ψηφιακές και οι οικονομικές.

(21)

Η υιοθέτηση, από τις μικρότερες επιχειρήσεις, στρατηγικών για την αύξηση της παραγωγικότητας, όπως η καινοτομία προϊόντων, διαδικασιών και οργάνωσης, παραμένει περιορισμένη, ιδίως στη νότια Ιταλία. Οι επενδύσεις σε άυλα στοιχεία είναι σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ένωσης, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Οι επιχειρηματικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη είναι σχεδόν στο ήμισυ του μέσου επιπέδου της ζώνης του ευρώ. Η δημόσια στήριξη των επιχειρηματικών δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη παραμένει χαμηλή, αν και βελτιώνεται χάρη στον αυξημένο ρόλο των φορολογικών κινήτρων. Οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη είναι επίσης χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Το χαμηλό επίπεδο καινοτομίας θα μπορούσε επίσης να επιβραδύνει τη μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία. Η βελτίωση των επιδόσεων της Ιταλίας όσον αφορά την καινοτομία προϋποθέτει περαιτέρω επενδύσεις σε άυλα στοιχεία, καθώς και εντονότερη εστίαση στη μεταφορά τεχνολογίας, λαμβανομένων υπόψη των περιφερειακών αδυναμιών και του μεγέθους των επιχειρήσεων. Πρόσφατα, εξαγγέλθηκαν ορισμένα μέτρα με τον προϋπολογισμό για την προώθηση των καινοτόμων τεχνολογιών. Η δημόσια στήριξη για τις επιχειρηματικές δαπάνες στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης μπορεί να βελτιωθεί μέσω ενός ισορροπημένου συνδυασμού άμεσων και έμμεσων μέτρων και μιας εμπεριστατωμένης αξιολόγησης των υφιστάμενων προσωρινών φορολογικών κινήτρων, ώστε τα πιο αποτελεσματικά από αυτά τα μέτρα να καταστούν μόνιμα. Τα μέτρα για την υποστήριξη των γνώσεων (όπως οι τεχνολογικοί συνεργατικοί σχηματισμοί) και η συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων βοηθούν τις μικρότερες επιχειρήσεις, ιδίως, να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες αυτές και να αυξήσουν τη χαμηλή παραγωγικότητά τους.

(22)

Χρειάζονται επενδύσεις για τη βελτίωση της ποιότητας και της βιωσιμότητας των υποδομών της χώρας. Στον τομέα των μεταφορών, η Ιταλία δεν έχει υλοποιήσει τη στρατηγική της για τις επενδύσεις σε υποδομές (Connettere l’Italia). Έχει σημειωθεί πολύ περιορισμένη πρόοδος στην υλοποίηση των προγραμματισμένων επενδύσεων στους τομείς της σιδηροδρομικής, της οδικής και της βιώσιμης αστικής κινητικότητας. Αυτό οφείλεται στις διοικητικές καθυστερήσεις, στις ανεπάρκειες όσον αφορά τις δαπάνες, στην ελλιπή εφαρμογή του Κώδικα για τις δημόσιες συμβάσεις και τις συμβάσεις παραχώρησης και στις δικαστικές προσφυγές. Ο πίνακας αποτελεσμάτων της Ένωσης για τις μεταφορές δείχνει ότι η ποιότητα των ιταλικών υποδομών είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ένωσης. Η κατάσταση συντήρησης αποτελεί σαφή πηγή ανησυχίας, όπως φαίνεται από την κατάρρευση της γέφυρας Morandi στη Γένοβα. Η κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στη συντήρηση και την ασφάλεια, με ένα πρόγραμμα για την παρακολούθηση της κατάστασης συντήρησης όλων των υποδομών και με τη δημιουργία ενός νέου οργανισμού επιφορτισμένου με την ασφάλεια των σιδηροδρομικών και οδικών υποδομών. Εν προκειμένω, για το 2019 εγκρίθηκε για την Ιταλία περιθώριο ύψους 1 δισεκατ. EUR, βάσει των δημοσιονομικών κανόνων της Ένωσης, για ένα επενδυτικό πρόγραμμα για να καταστούν ασφαλείς οδικές υποδομές παρόμοιες με τη γέφυρα Morandi. Οι επενδύσεις σε βιώσιμες μεταφορές και υποδομές αποτελούν επίσης έναν τρόπο αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών προκλήσεων. Απαιτούνται συνεχείς πράσινες επενδύσεις προκειμένου να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι ενεργειακοί και κλιματικοί στόχοι της Ένωσης για το 2030. Το Ολοκληρωμένο Εθνικό σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα αποτελεί βασική πηγή καθοδήγησης για τον καθορισμό των επενδυτικών αναγκών στον τομέα της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές και της ενέργειας. Χρειάζονται επενδύσεις για τη βελτίωση των ενεργειακών υποδομών, οι οποίες θα συμβάλουν σε ένα πιο ανθεκτικό, καθαρό, ασφαλές και ευέλικτο ενεργειακό σύστημα, με παράλληλη ενίσχυση της ολοκλήρωσης της αγοράς και μείωση των διαφορών στις τιμές. Το ιταλικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι ακόμη επαρκώς εξοπλισμένο για να αντιμετωπίσει τις αυξημένες διασυνοριακές συναλλαγές και να αντιμετωπίσει το μέγεθος των μεταβλητών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως προβλέπεται για το 2030. Οι επενδύσεις στην πρόληψη των υδρογεωλογικών και σεισμικών κινδύνων είναι απαραίτητες, ώστε να μειωθούν οι δαπάνες έκτακτης ανάγκης, μεταξύ άλλων για υποδομές. Για το 2019, εγκρίθηκε για την Ιταλία περιθώριο 2,1 δισεκατ. EUR, σε σχέση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ένωσης, για να εξασφαλιστεί η πρόληψη των μεγάλων υδρογεωλογικών κινδύνων. Τέλος, οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται στη διαχείριση των αποβλήτων και στις υποδομές ύδρευσης στη νότια Ιταλία είναι ανεπαρκείς, ενώ συνεχίζουν να υπάρχουν κίνδυνοι λειψυδρίας και ξηρασίας. Ο κατακερματισμός του τομέα, σε συνδυασμό με το αδύναμο πιστωτικό προφίλ των μικρότερων φορέων εκμετάλλευσης, εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο για τις επενδύσεις. Οι επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την πρόληψη των κινδύνων, καθώς και τη συνδεσιμότητα στις αγροτικές περιοχές, θα συμβάλουν επίσης στην αντιμετώπιση των περιφερειακών ανισοτήτων. Στις αγροτικές περιοχές, και το ευρυζωνικό δίκτυο επίσης είναι λιγότερο προηγμένο. Στην υπερταχεία ευρυζωνική κάλυψη (100 Mbps και άνω), η Ιταλία εξακολουθεί να υστερεί (μόνο 24 % σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης που είναι 60 %) και βρίσκεται κοντά στην τελευταία θέση της κατάταξης (27η), με ακόμη πολύ συγκρατημένο ρυθμό ανάπτυξης. Τόσο η υπερταχεία ευρυζωνική κάλυψη όσο και η αξιοποίησή της εμφανίζουν αποτελέσματα πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ένωσης.

(23)

Η χαμηλή ικανότητα του δημόσιου τομέα, ιδίως σε τοπικό επίπεδο, όσον αφορά τη διαχείριση της χρηματοδότησης αποτελεί επενδυτικό εμπόδιο σε όλους τους τομείς, λόγω των πολύπλοκων διαδικασιών, της αλληλεπικάλυψης αρμοδιοτήτων και της κακής διαχείρισης της απασχόλησης στο Δημόσιο. Οι ανεπαρκείς δεξιότητες στον δημόσιο τομέα περιορίζουν την ικανότητα αξιολόγησης, επιλογής και διαχείρισης επενδυτικών έργων. Το γεγονός αυτό υπονομεύει επίσης την αξιοποίηση των κονδυλίων της Ένωσης, όπου η Ιταλία υστερεί σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης. Η χαμηλότερη ποιότητα διακυβέρνησης στη νότια Ιταλία περιορίζει σοβαρά την ικανότητά της για την πραγματοποίηση δαπανών και τη χάραξη πολιτικής. Η βελτίωση της διοικητικής ικανότητας αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική υλοποίηση των δημόσιων επενδύσεων και τη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης, με θετικές δευτερογενείς επιπτώσεις στις ιδιωτικές επενδύσεις και στην αύξηση του ΑΕΠ. Οι βελτιώσεις αυτές θα μπορούσαν να αυξήσουν περισσότερο τον αντίκτυπο επενδύσεων στους τομείς των ευρυζωνικών δικτύων, των μεταφορών, της διαχείρισης των υδάτων και της κυκλικής οικονομίας, ιδίως στη νότια Ιταλία. Η νότια Ιταλία υστερεί κυρίως όσον αφορά τις άυλες επενδύσεις. Η βελτίωση της διοικητικής ικανότητας των κεντρικών και των τοπικών φορέων θα έχει θετικό αντίκτυπο στον προγραμματισμό, την αξιολόγηση και την παρακολούθηση των επενδυτικών έργων, καθώς και στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση πιθανών εμποδίων.

(24)

Η αύξηση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης της Ιταλίας και της δυνατότητας ανταπόκρισής της στις επιχειρήσεις θα έχει θετικό αντίκτυπο στο επιχειρηματικό περιβάλλον, στις επενδύσεις και στην ικανότητα των επιχειρήσεων να εκμεταλλεύονται ευκαιρίες καινοτομίας. Το 2015, εκδόθηκε ολοκληρωμένος εξουσιοδοτικός νόμος για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Με τη μεταρρύθμιση αντιμετωπίζονταν οι περισσότερες πηγές αναποτελεσματικότητας, όπως η διάρκεια και η πολυπλοκότητα των διαδικασιών, η έλλειψη διαφάνειας, η αναποτελεσματική διαχείριση της απασχόλησης στο Δημόσιο, η μη αποδοτική διαχείριση των δημόσιων επιχειρήσεων και η χαμηλή ψηφιοποίηση. Έως το τέλος του 2017, είχε υλοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος της μεταρρύθμισης και η εκτέλεση συνεχίζεται, με την υποστήριξη του νέου νόμου «Concretezza». Ωστόσο, ο ασυνεπής προγραμματισμός, οι πενιχροί χρηματοοικονομικοί πόροι και ο ανεπαρκής συντονισμός καθυστερούν την εφαρμογή των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών σε βασικούς τομείς, όπως τα συστήματα ηλεκτρονικών πληρωμών, η οποία θα βοηθούσε να μειωθεί η πολυπλοκότητα και να αυξηθεί η διαφάνεια. Η υψηλή μέση ηλικία και οι χαμηλές μέσες ψηφιακές δεξιότητες των δημοσίων υπαλλήλων επιβραδύνουν περαιτέρω τη διαδικασία. Παρά ταύτα, όταν συνδυάζονται σαφείς στόχοι και αποτελεσματική επιβολή, τα αποτελέσματα είναι εμφανή, όπως συνέβη στην περίπτωση της ταχείας ανάπτυξης της ηλεκτρονικής αγοράς για τη δημόσια διοίκηση και της ηλεκτρονικής τιμολόγησης. Η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης του 2015 προέβλεπε επίσης ένα νέο πλαίσιο για τη μεταρρύθμιση της διαχείρισης των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών. Ωστόσο, τον Νοέμβριο του 2016, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας κήρυξε αντισυνταγματική τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση ορισμένων νομοθετικών διαταγμάτων, μεταξύ άλλων και του διατάγματος για τις τοπικές δημόσιες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, χρειάζεται νέα νομοθετική πρωτοβουλία για την προώθηση της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών, μεταξύ άλλων με την απόδοση προτεραιότητας σε ανταγωνιστικές προσφορές έναντι των εσωτερικών λύσεων ή των άμεσων επιχορηγήσεων.

(25)

Στην επικαιροποίηση του Οικονομικού και Δημοσιονομικού Εγγράφου για το 2018 (NADEF 2018) προσδιορίστηκαν η προετοιμασία των έργων και η ποιοτική βελτίωση του κύκλου του έργου ως κρίσιμοι παράγοντες για την επανέναρξη αποτελεσματικών επενδυτικών δαπανών στην Ιταλία. Στο ίδιο έγγραφο, αναφερόταν η σύσταση ενός ειδικού ταμείου επιχορηγήσεων για την προετοιμασία και τον έλεγχο έργων στην περίπτωση βασικών έργων υποδομής. Προβλεπόταν και άλλο ένα ταμείο επιχορηγήσεων για την προετοιμασία μικρότερων έργων που υλοποιούνται από τοπικούς φορείς. Όμως, τα εκτελεστικά διατάγματα σχετικά με τα δύο ταμεία δεν έχουν εκδοθεί ακόμη, και το κονδύλιο που διατίθεται στα εν λόγω ταμεία μπορεί να είναι χαμηλότερο από εκείνο που είχε προβλεφθεί αρχικά στο DEF 2018. Στον νόμο για τον προϋπολογισμό του 2019, αναφέρεται η δημιουργία μιας «Centrale per la progettazione», αλλά ο εν λόγω φορέας δεν λειτουργεί ακόμη, και για τη δημιουργία του φαίνεται να απαιτείται μια πιο μακροπρόθεσμη προσπάθεια. Από άποψη λειτουργικότητας, δεν είναι σαφές πώς θα αλληλεπιδρά η «Centrale per la progettazione» με τους δήμους και τους λοιπούς τοπικούς φορείς.

(26)

Οι βελτιώσεις στο επιχειρηματικό περιβάλλον θα διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα, και οι καλύτεροι όροι-πλαίσιο για τον ανταγωνισμό θα ευνοήσουν την αποτελεσματικότερη κατανομή των πόρων και την αύξηση της παραγωγικότητας. Ο ετήσιος νόμος περί ανταγωνισμού του 2015, που εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2017, θα πρέπει να εφαρμόζεται ορθά. Επιπλέον, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια για τον ανταγωνισμό σε ορισμένους τομείς, όπως οι υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και το λιανικό εμπόριο. Η βελτίωση της ποιότητας του κανονιστικού πλαισίου θα εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού τόσο για τις καινοτόμες πλατφόρμες όσο και για τους παραδοσιακούς φορείς, με την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της συνεργατικής οικονομίας και με δικαιότερο ανταγωνισμό σε όλους τους τομείς. Η αύξηση των ανταγωνιστικών διαδικασιών για την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών και παραχωρήσεων για την πρόσβαση σε δημόσια αγαθά θα έχει θετική επίδραση στην ποιότητα των υπηρεσιών. Η έλλειψη ρυθμιστικής σταθερότητας στο σύστημα δημόσιων συμβάσεων θα μπορούσε να διακυβεύσει ορισμένα βασικά οφέλη των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων και να συντελέσει στην αναβολή των επενδύσεων. Η εποπτεία της αγοράς προϊόντων διαμοιράζεται σε διάφορους οργανισμούς, έχει πολλές αλληλεπικαλύψεις και δεν διαθέτει συστήματα για αποτελεσματικό συντονισμό. Το γεγονός αυτό μειώνει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων για την πρόληψη του αθέμιτου ανταγωνισμού από τις μη συμμορφούμενες επιχειρήσεις.

(27)

Η χαμηλή αποτελεσματικότητα του συστήματος αστικής δικαιοσύνης της Ιταλίας εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ανησυχίας. Το 2017, ο χρόνος που χρειαζόταν για την εκδίκαση κατ’ αντιδικία αστικών και εμπορικών υποθέσεων στην Ιταλία εξακολουθούσε να είναι ο μεγαλύτερος στην Ένωση σε όλες τις βαθμίδες. Παρότι η διάρκεια των διαδικασιών έδειξε αύξηση σε πρώτο βαθμό σε σύγκριση με το 2016, οι προηγούμενες μεταρρυθμίσεις αρχίζουν να επηρεάζουν θετικά τη διάρκεια των δικών σε υψηλότερους βαθμούς, αλλά υπάρχει ακόμη περιθώριο για τον περιορισμό των καταχρήσεων των δικαστικών διαδικασιών και τη διασφάλιση της αποτελεσματικότερης λειτουργίας των δικαστηρίων. Στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, ο μεγάλος αριθμός εισερχόμενων υποθέσεων, σε συνδυασμό με χαμηλότερα ποσοστά διεκπεραίωσης από το τμήμα φορολογίας, επηρεάζει αρνητικά την αποτελεσματικότητα του Δικαστηρίου και προκαλεί ανησυχίες σχετικά με το σύστημα φορολογικής δικαιοσύνης σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Συνολικά, η επαρκής επιβολή απλούστερων δικονομικών κανόνων θα μπορούσε να συμβάλει αποφασιστικά στην επίσπευση των αστικών δικών. Επ’ αυτού, ανακοινώθηκε μεταρρύθμιση για τον εξορθολογισμό της πολιτικής δικονομίας, αλλά δεν έχει ακόμη υποβληθεί στο Κοινοβούλιο. Άλλες προκλήσεις είναι η ακόμη περιορισμένη και ασυνεπής χρήση του φίλτρου του απαραδέκτου για τις εφέσεις, οι πολυάριθμες κενές θέσεις διοικητικού προσωπικού και οι εναπομένουσες διαφορές μεταξύ των δικαστηρίων όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των υποθέσεων.

(28)

Η Ιταλία σημείωσε πρόσφατα πρόοδο ως προς τη βελτίωση του πλαισίου για την καταπολέμηση της διαφθοράς, μεταξύ άλλων μέσω της καλύτερης προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, του ενισχυμένου ρόλου της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Διαφθοράς κατά την εφαρμογή του, καθώς και μέσω ενός νέου νόμου, του Ιανουαρίου 2019, για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Στόχος του νόμου είναι να ενισχύσει τον εντοπισμό και την καταστολή της διαφθοράς μέσω αυστηρότερων κυρώσεων, καλύτερων τεχνικών έρευνας και ενός καθεστώτος επιεικούς μεταχείρισης για όσους καταγγέλλουν διαφθορά. Με τον νόμο καταργούνται επίσης οι όροι παραγραφής μετά την καταδίκη σε πρώτο βαθμό, αλλά μόνον από το 2020. Το τελευταίο αυτό αποτελεί πολυαναμενόμενο θετικό βήμα, σύμφωνο με τα διεθνή πρότυπα. Ωστόσο, η καταστολή της διαφθοράς παραμένει αναποτελεσματική στην Ιταλία, κυρίως επειδή η διάρκεια της ποινικής διαδικασίας παραμένει υπερβολική, εφόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί η αναγκαιότατη μεταρρύθμιση των ποινικών δικών, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος έφεσης, ώστε να αποφεύγεται η κατάχρηση των διαδικασιών. Συν τοις άλλοις, εξακολουθούν να υπάρχουν κενά στο πλαίσιο της δίωξης για συγκεκριμένα αδικήματα, όπως η υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος.

(29)

Οι ιταλικές τράπεζες συνέχισαν να σημειώνουν ικανοποιητική πρόοδο όσον αφορά την εξυγίανση του ισολογισμού τους, παρά την άσκηση νέων πιέσεων στην αγορά. Ωστόσο, λόγω της μεγάλης έκθεσής τους στο δημόσιο χρέος, η αστάθεια της αγοράς έχει επηρεάσει αρνητικά τις κεφαλαιακές τους θέσεις, ασκώντας πίεση στο κόστος χρηματοδότησης και καθιστώντας δυσχερέστερη την πρόσβασή τους σε μη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση χονδρικής. Εξακολουθεί να είναι επιβεβλημένη η συνεχής μείωση του κληροδοτημένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και δανείων που πιθανόν να μην εξοφληθούν, ιδίως για τις μικρές και τις τράπεζες δεύτερης σειράς, με σκοπό την περαιτέρω διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης στην οικονομία. Αν οι τράπεζες, και ιδίως οι μικρότερες, σημειώσουν πρόοδο όσον αφορά την τήρηση των κανονιστικών απαιτήσεων χρηματοδότησης, θα ενισχυθεί επίσης η ανθεκτικότητα του συστήματος σε εξωτερικούς κραδασμούς. Είναι επίσης σημαντική η αντιμετώπιση της διαρθρωτικά χαμηλής κερδοφορίας των τραπεζών, μέσω της αύξησης της αποδοτικότητας και της βελτιστοποίησης του επιχειρηματικού μοντέλου. Η έγκαιρη εφαρμογή των διαταγμάτων για τη μεταρρύθμιση της αφερεγγυότητας θα μπορούσε να συμβάλει στην επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης και αναγκαστικής εκτέλεσης των εξασφαλίσεων, που εξακολουθούν να είναι βραδείες, και να ενισχύσει περαιτέρω την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα. Τυχόν αντισταθμίσεις που χορηγούνται από το κράτος σε μετόχους και ιδιώτες κατόχους χρέους μειωμένης εξασφάλισης των τραπεζών που αποτέλεσαν αντικείμενο διαδικασιών διοικητικής εκκαθάρισης στο παρελθόν, θα πρέπει να στοχεύουν αποκλειστικά στην αντιμετώπιση των κοινωνικών επιπτώσεων της καταχρηστικής πώλησης στο παρελθόν. Η διακυβέρνηση στο τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω, με την ταχεία ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης των μεγάλων συνεταιριστικών τραπεζών του 2015, αφού εξασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου.

(30)

Οι τραπεζικές πιστώσεις παραμένουν η επικρατέστερη πηγή χρηματοδότησης των επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι μικρότερες και καινοτόμες επιχειρήσεις εξακολουθούν να δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε πιστώσεις, ιδίως στη νότια Ιταλία. Η κεφαλαιαγορά δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένη σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη, επίσης λόγω παραγόντων που περιορίζουν τη ζήτηση, όπως η χαμηλή χρηματοοικονομική παιδεία, ο φόβος απώλειας του ελέγχου των επιχειρήσεων και οι επαχθείς διοικητικές απαιτήσεις. Τα τελευταία έτη εγκρίθηκαν διάφορα μέτρα για τη βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση, εστιαζόμενα κυρίως στον δίαυλο των τραπεζικών πιστώσεων, μολονότι μέτρα βασιζόμενα στην αγορά, όπως τα μικροομόλογα, η εναλλακτική αγορά επενδύσεων, τα επιχειρηματικά κεφάλαια και η άμεση δημόσια στήριξη βοήθησαν επίσης μικρότερες και καινοτόμες επιχειρήσεις να αποκτήσουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η κατάργηση της έκπτωσης για το μετοχικό κεφάλαιο, με τον προϋπολογισμό του 2019, μπορεί να μειώσει τα κίνητρα για τη χρήση χρηματοδότησης με ίδια κεφάλαια από τις επιχειρήσεις. Για την αποτελεσματική ενίσχυση της εξωτραπεζικής πρόσβασης σε χρηματοδότηση απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των μικρότερων και των καινοτόμων επιχειρήσεων, καθώς και η ικανότητα των επενδυτών να αξιολογούν τα επενδυτικά σχέδια. Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης θα προστατεύσει καλύτερα τις επενδύσεις των επιχειρήσεων από διαταραχές στον τραπεζικό τομέα, στηρίζοντας παράλληλα την καινοτομία και την ανάπτυξη.

(31)

Ο προγραμματισμός των κονδυλίων των ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην κάλυψη ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας του 2019. Η Ιταλία θα μπορούσε, επομένως, να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα κονδύλια αυτά στους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της χώρας για τη διαχείριση των εν λόγω κονδυλίων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία των συγκεκριμένων επενδύσεων.

(32)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Ιταλίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση χώρας του 2019. Επίσης αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Ιταλία τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Ιταλία αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε επίπεδο Ένωσης κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(33)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και η γνώμη του (8) αποτυπώνεται ιδίως στην κατωτέρω σύσταση 1.

(34)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Οι συστάσεις του Συμβουλίου που έγιναν βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 5 κατωτέρω. Οι εν λόγω συστάσεις συμβάλλουν επίσης στην εφαρμογή των τεσσάρων πρώτων συστάσεων για τη ζώνη του ευρώ. Οι δημοσιονομικές πολιτικές που αναφέρονται στη σύσταση 1 συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, στην αντιμετώπιση των ανισορροπιών που συνδέονται με το υψηλό δημόσιο χρέος,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ιταλία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να διασφαλίσει, το 2020, ονομαστική μείωση των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών κατά 0,1 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ. Να χρησιμοποιήσει τα έκτακτα έσοδα για να επιταχύνει τη μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης. Να ελαφρύνει τη φορολόγηση της εργασίας, μεταξύ άλλων με τη μείωση των φορολογικών δαπανών και τη μεταρρύθμιση των παρωχημένων κτηματολογικών αξιών. Να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή, ιδίως με τη μορφή μη έκδοσης τιμολογίων, μεταξύ άλλων ενισχύοντας την υποχρεωτική χρήση των ηλεκτρονικών πληρωμών, επίσης και μέσω χαμηλότερων νομίμων ορίων για τις πληρωμές σε μετρητά. Να εφαρμόσει πλήρως τις προηγούμενες συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις, με σκοπό τη μείωση του μεριδίου των συντάξεων στις δημόσιες δαπάνες και τη δημιουργία χώρου για άλλες κοινωνικές δαπάνες και δαπάνες που ευνοούν την ανάπτυξη.

2.   

Να εντείνει τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας. Να διασφαλίσει ότι οι ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας και η κοινωνική πολιτική συνδυάζονται αποτελεσματικά και προσεγγίζουν ιδίως τους νέους και τις ευάλωτες ομάδες. Να υποστηρίξει τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας μέσω μιας συνολικής στρατηγικής, μεταξύ άλλων μέσω της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες παιδικής φροντίδας και μακροχρόνιας περίθαλψης. Να βελτιώσει τις εκπαιδευτικές επιδόσεις, μεταξύ άλλων μέσω επαρκών και στοχευμένων επενδύσεων, και να προωθήσει την αναβάθμιση των δεξιοτήτων, μεταξύ άλλων με την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων.

3.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στην έρευνα και την καινοτομία, καθώς και στην ποιότητα των υποδομών, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, μεταξύ άλλων με την επένδυση στις δεξιότητες των δημοσίων υπαλλήλων, με την επιτάχυνση της ψηφιοποίησης και με την αύξηση της αποδοτικότητας και της ποιότητας των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών. Να αντιμετωπίσει τους περιορισμούς στον ανταγωνισμό, ιδίως στον τομέα του λιανικού εμπορίου και των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις, επίσης μέσω νέου ετήσιου νόμου περί ανταγωνισμού.

4.   

Να μειώσει τη διάρκεια των αστικών δικών σε όλες τις βαθμίδες της δικαιοσύνης, μέσω της επιβολής και του εξορθολογισμού των δικονομικών κανόνων, περιλαμβανομένων αυτών που είναι υπό εξέταση από τον νομοθέτη και με ιδιαίτερη έμφαση στα καθεστώτα αφερεγγυότητας. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της διαφθοράς, μέσω της μεταρρύθμισης των δικονομικών κανόνων, ώστε να μειωθεί η διάρκεια των ποινικών δικών.

5.   

Να προωθήσει την αναδιάρθρωση του ισολογισμού των τραπεζών, ιδίως για τις τράπεζες μικρού και μεσαίου μεγέθους, με τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού, τη συνέχιση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη διαφοροποίηση της χρηματοδότησης. Να βελτιώσει την εξωτραπεζική χρηματοδότηση για μικρότερες και καινοτόμες επιχειρήσεις.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 136 της 12.4.2019, σ. 48.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων των έκτακτων και των προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(7)  Οι καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στις δαπάνες για επιδόματα ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε διάστημα τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(8)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/80


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κύπρου του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Κύπρου του 2019

(2019/C 301/13)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή εξέδωσε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Λήφθηκε δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων, που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Κύπρος συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019 το Συμβούλιο εξέδωσε τη Σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («Σύσταση για τη ζώνη του ευρώ του 2019»), η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Κύπρος θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της Σύστασης για τη ζώνη του ευρώ του 2019, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 5. Ειδικότερα, τα μέτρα για τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης θα συμβάλουν στον χειρισμό της πρώτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ αναφορικά με τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της παραγωγικότητας για την επανεξισορρόπηση της ζώνης του ευρώ· η εστίαση της οικονομικής πολιτικής για τις επενδύσεις στους συγκεκριμένους τομείς θα βοηθήσει στον χειρισμό της δεύτερης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ αναφορικά με τη στήριξη των επενδύσεων· τα φορολογικά μέτρα και τα μέτρα για τη βελτίωση των δεξιοτήτων θα βοηθήσουν στον χειρισμό της τρίτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ αναφορικά με την καταπολέμηση του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού και τη λειτουργία της αγοράς εργασίας· και τα μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων θα βοηθήσουν στον χειρισμό της τέταρτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ αναφορικά με τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για την Κύπρο δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Κύπρου όσον αφορά την εφαρμογή των ειδικών ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις ειδικές ανά χώρα συστάσεις που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Κύπρου ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος εμφανίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, είναι ουσιώδους σημασίας η αντιμετώπιση από το κράτος μέλος των υψηλών αποθεμάτων ιδιωτικού, δημόσιου και εξωτερικού χρέους, καθώς και μη εξυπηρετούμενων δανείων.

(4)

Η Κύπρος υπέβαλε το εθνικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 στις 15 Απριλίου 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητάς της του 2019 στις 30 Απριλίου 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Κύπρος υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης, το οποίο εμφάνισε έλλειμμα 4,8 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος‎ (ΑΕΠ) το 2018 και, ως εκ τούτου, υπερέβη την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη, προβλέπεται να εμφανίσει πλεόνασμα 3,0 % του ΑΕΠ σε ονομαστικούς όρους το 2019 και άνω του 2,0 % του ΑΕΠ κατά την περίοδο που καλύπτει το πρόγραμμα. Με εκ νέου υπολογισθέν διαρθρωτικό ισοζύγιο (6), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, με τη μορφή ισοσκελισμένης δημοσιονομικής θέσης σε διαρθρωτικούς όρους, έχει προγραμματιστεί να επιτευχθεί στη διάρκεια της περιόδου 2019-2022. Έπειτα από αύξηση σε περίπου 102,5 % του ΑΕΠ το 2018, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σε 95,7 % το 2019, και να εξακολουθήσει να εμφανίζει στη συνέχεια σταθερή μείωση, υποχωρώντας στο 77,5 % μέχρι το 2022, σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευλογοφανές. Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές παραδοχές που παρουσιάζονται στο πρόγραμμα σταθερότητας αφορούν δυσμενέστερη πορεία, συνδέονται κυρίως με εξωτερικές εξελίξεις, καθώς και με τον δυνητικό δημοσιονομικό αντίκτυπο των αποφάσεων του Δικαστηρίου σχετικά με τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις του παρελθόντος και τις ανάγκες χρηματοδότησης των δημόσιων νοσοκομείων κατά τα πρώτα έτη του εθνικού συστήματος υγείας. Οι εαρινές προβλέψεις 2019 της Επιτροπής αναφέρουν ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να εμφανίσει πλεόνασμα της τάξης του 3,0 % του ΑΕΠ το 2019 και 2,8 % του ΑΕΠ το 2020. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις 2019 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να ανέλθει σε 1,1 % του ΑΕΠ το 2019 και 0,7 % του ΑΕΠ το 2020, εξακολουθώντας να υπερβαίνει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Η Κύπρος προβλέπεται να συμμορφωθεί με τον κανόνα για το χρέος το 2019 και το 2020. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Κύπρος προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2019 και το 2020.

(7)

Στις 5 Ιουνίου 2019, η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση που εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης, στην οποία αναφέρεται ότι το 2018, βάσει των κοινοποιηθέντων στοιχείων, το ονομαστικό έλλειμμα παραβίαζε την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που προβλέπει η Συνθήκη. Η έκθεση καταλήγει ότι δεν θα πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα που να οδηγούν σε απόφαση σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Οι ανεπάρκειες στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, παρά την κάποια πρόοδο που σημειώθηκε με τις υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Το γεγονός αυτό έχει αντίκτυπο στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Εξακολουθούν να είναι σε εκκρεμότητα βασικές νομοθετικές προτάσεις που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για νομοσχέδια σχετικά με τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι αδυναμίες που υπάρχουν στο πλαίσιο διακυβέρνησης για τις κρατικές οντότητες θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη δημιουργία υπό αίρεση υποχρεώσεων του δημοσίου και να υπονομεύσουν την επενδυτική ικανότητα σε βασικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, όπως οι τηλεπικοινωνίες και η ενέργεια. Η συγκράτηση του μισθολογικού κόστους στον δημόσιο τομέα, που αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα της δημοσιονομικής εξυγίανσης στην Κύπρο, χρειάζεται να συνεχιστεί.

(8)

Η καταπολέμηση του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού είναι απαραίτητη προκειμένου να καταστούν τα φορολογικά συστήματα πιο αποτελεσματικά και πιο δίκαια, όπως αναγνωρίζεται στη Σύσταση για τη ζώνη του ευρώ του 2019. Οι δευτερογενείς επιπτώσεις των στρατηγικών επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού μεταξύ των κρατών μελών απαιτούν συντονισμένη δράση των εθνικών πολιτικών για να συμπληρωθεί η ενωσιακή νομοθεσία. Η Κύπρος έχει λάβει μέτρα κατά του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού, πλην όμως τα υψηλά επίπεδα των πληρωμών μερισμάτων και τόκων (σε σχέση με το ΑΕΠ) υποδηλώνουν ότι οι φορολογικοί κανόνες της Κύπρου ενδέχεται να χρησιμοποιούνται από εταιρείες που επιδίδονται σε επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό. Η μη παρακράτηση φόρου στην πηγή επί εξερχόμενων (δηλαδή από κατοίκους της Ένωσης σε κατοίκους τρίτων χωρών) πληρωμών μερισμάτων, τόκων και, σε πολλές περιπτώσεις, δικαιωμάτων από εταιρείες με έδρα στην Κύπρο προς κατοίκους τρίτων χωρών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αποφυγή των φόρων επί αυτών των πληρωμών, εάν δεν υπόκεινται σε φορολογία ούτε στη δικαιοδοσία του αποδέκτη τους. Η απουσία αυτών των φόρων, σε συνδυασμό με τους κανόνες περί φορολογικής κατοικίας των νομικών προσώπων, ενδέχεται να διευκολύνει τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό. Το καθεστώς έκπτωσης πλασματικών τόκων χρήζει στενής παρακολούθησης για την πρόληψη τυχόν καταχρήσεων για επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό. Τέλος, το σχέδιο για την κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση επενδυτών στην Κύπρο και το σχέδιο άδειας μετανάστευσης επενδυτών παρέχουν πρόσβαση σε χαμηλό φορολογικό συντελεστή επί των εισοδημάτων φυσικών προσώπων από ξένα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και δεν απαιτούν από τους αιτούντες να διαμένουν σημαντικό χρονικό διάστημα στη δικαιοδοσία η οποία προσφέρει το εν λόγω καθεστώς. Τα μέτρα αυτά έχουν καταχωριστεί από τον ΟΟΣΑ ως δυνητικά υψηλού κινδύνου για κατάχρηση με σκοπό την παράκαμψη της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών χρηματοοικονομικών λογαριασμών.

(9)

Σημαντικά μέτρα εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο μιας συνολικής στρατηγικής για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Αυτό οδήγησε σε σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα, κυρίως λόγω της πώλησης και εκκαθάρισης της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας και της μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων της σε κρατική εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, βελτιώθηκε ο νόμος σχετικά με την πώληση των δανείων και θεσπίστηκε νόμος για την τιτλοποίηση δανείων. Προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα από την πώληση στοιχείων ενεργητικού και, εντέλει, να διευκολυνθεί η μείωση του ιδιωτικού χρέους, είναι σημαντικό η κρατική εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων να διαθέτει αποτελεσματική δομή διακυβέρνησης, υψηλά εξειδικευμένη διαχείριση, επιχειρησιακή ανεξαρτησία από το κυπριακό Δημόσιο, και σαφώς καθορισμένους στόχους σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση στο πλαίσιο της απόφασης για τις κρατικές ενισχύσεις σχετικά με την πώληση της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας, η οποία εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπλέον, είναι σημαντικό να θεσπιστεί ένα κατάλληλο εποπτικό πλαίσιο για τις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, καθώς ο αριθμός των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων, συμπεριλαμβανομένης της κρατικής εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, έχει αυξηθεί και προγραμματίζονται περισσότερες πωλήσεις χαρτοφυλακίων μη εξυπηρετούμενων δανείων στο μέλλον. Η διακυβέρνηση και η διοικητική ικανότητα των αρχών εποπτείας των ασφαλιστικών και των συνταξιοδοτικών ταμείων παραμένει ανεπαρκής. Η ενοποίηση αυτών των εποπτικών αρχών θα πρέπει να ολοκληρωθεί σύντομα. Γενικότερα, απαιτείται η ενίσχυση του εποπτικού πλαισίου για τις κεφαλαιαγορές, δεδομένων των σχετικά σημαντικών διασυνοριακών δραστηριοτήτων των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών εταιρειών και της αλματώδους ανάπτυξης των αδειοδοτημένων επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια.

(10)

Η απασχόληση αυξάνεται, η ανεργία μειώνεται και η βραχυπρόθεσμη ικανότητα των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης για τη διευκόλυνση της ενεργού στήριξης της απασχόλησης έχει βελτιωθεί. Ωστόσο, εξακολουθεί να υφίσταται το ζήτημα της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της ικανότητας των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης, καθώς το επιπλέον προσωπικό προσελήφθη μόνο για δύο έτη. Το 2018, το ποσοστό των νέων εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης ήταν ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση. Η χαμηλή αποδοτικότητα των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και η περιορισμένη ανάπτυξη και συμμετοχή τους στην ενεργοποίηση για την παροχή βοήθειας στα άτομα που αναζητούν εργασία εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα. Ως εκ τούτου, υπάρχει περιθώριο να ενισχυθεί η στήριξη της ευαισθητοποίησης και της ενεργοποίησης για την πρόσβαση στην απασχόληση, ιδίως για τους νέους και τους μακροχρόνια ανέργους. Αυτό περιλαμβάνει την προώθηση της αυτοαπασχόλησης και της κοινωνικής οικονομίας, καθώς και τον εκσυγχρονισμό των θεσμών της αγοράς εργασίας και των υπηρεσιών που βοηθούν τα άτομα να αποκτήσουν δεξιότητες που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

(11)

Οι ελλείψεις και αναντιστοιχίες στον τομέα των δεξιοτήτων συγκαταλέγονται στα κυριότερα εμπόδια για τις επιχειρηματικές επενδύσεις, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις στην κατάρτιση του αχρησιμοποίητου και υποχρησιμοποιούμενου εργατικού δυναμικού, καλύτερη ευθυγράμμιση των προγραμμάτων σπουδών με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, και επένδυση στην αντιστοίχιση των υποδομών επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η πρόοδος όσον αφορά τις ζωτικής σημασίας μεταρρυθμίσεις στον τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης, όπως η βελτίωση των διορισμών και της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, είναι άνιση. Τα επιτεύγματα στην εκπαίδευση παραμένουν χαμηλά, όπως και η συμμετοχή στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα που έχει καταστεί λιγότερο προσιτή για τα νοικοκυριά, καθώς το εισόδημά τους κατά τη διάρκεια της κρίσης μειώθηκε με ταχύτερο ρυθμό από ό, τι το κόστος της παιδικής μέριμνας. Η συνέχιση των προσπαθειών για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης σε όλα τα επίπεδα θα συμβάλει στη βελτίωση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων και στην αύξηση του δυναμικού για βιώσιμη ανάπτυξη στην Κύπρο. Η αναθεώρηση των προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης αποτελεί ένα πολλά υποσχόμενο βήμα για τη μείωση των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, οι επικρατούσες αναντιστοιχίες δεξιοτήτων για τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η χαμηλή συμμετοχή στην εκπαίδευση ενηλίκων, ιδίως των ατόμων με χαμηλά προσόντα, καταδεικνύουν την ανάγκη ενισχυμένων μέτρων για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων και την επανειδίκευση.

(12)

Η Κύπρος σημείωσε πρόοδο στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης με τη θέσπιση νομοθεσίας για τη δημιουργία του νέου Εθνικού Συστήματος Υγείας. Το νέο σύστημα αποσκοπεί στη βελτίωση της πρόσβασης, στην καθολική ιατροφαρμακευτική κάλυψη, τη μείωση του επιπέδου των άμεσων πληρωμών από τους ασθενείς και την αύξηση της αποδοτικότητας της παρεχόμενης περίθαλψης στον δημόσιο τομέα. Πριν το σύστημα καταστεί πλήρως λειτουργικό το 2020, υπάρχουν μείζονες προκλήσεις υλοποίησης και επενδυτικές ανάγκες. Θεμελιώδους σημασίας παραμένει η διατήρηση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης της οικονομικής και λειτουργικής αυτονομίας των δημόσιων νοσοκομείων, όπως έχει προγραμματιστεί. Τα μέτρα για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των παρόχων υπηρεσιών υγείας, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, την καθιέρωση ηλεκτρονικών υπηρεσιών στον τομέα της υγείας και τη δημιουργία ενός Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Το επίπεδο των παροχών μακροχρόνιας περίθαλψης είναι χαμηλό και εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.

(13)

Οι ανεπαρκείς περιβαλλοντικές επιδόσεις της Κύπρου είναι ένα μείζον πρόβλημα και η χώρα παραμένει ευάλωτη στην αλλαγή του κλίματος. Η Κύπρος πρέπει να βελτιώσει σημαντικά το σύστημα διαχείρισης αποβλήτων και την κυκλική οικονομία. Η παραγωγή αποβλήτων παραμένει σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ένωσης και έχει αυξηθεί από το 2014. Οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων δεν επιτυγχάνουν υψηλά ποσοστά ανακύκλωσης και η έλλειψη οικονομικών μέσων, όπως οι φόροι υγειονομικής ταφής, καθιστά την ανακύκλωση μη ελκυστική από οικονομική άποψη. Η διαχείριση των υδάτων, ειδικά στις αστικές περιοχές, χαρακτηρίζεται από αναποτελεσματικότητα. Η λειψυδρία, σε συνδυασμό με την υπεράντληση υπόγειων υδάτων, αποτελεί την κύρια πρόκληση για την Κύπρο. Όσον αφορά στα αστικά λύματα, υπάρχει σημαντική ποσότητα που εξακολουθεί να απορρίπτεται χωρίς συλλογή ή επεξεργασία· μόνο το ήμισυ περίπου των συνολικών λυμάτων υποβάλλονται σε δευτεροβάθμια επεξεργασία. Η ξηρασία και η λειψυδρία αποτελούν μείζονες ανησυχίες και η ανεπαρκής πολιτική αντιμετώπιση ενδέχεται να επηρεάσει την αγροτική οικονομία και τον τουρισμό της Κύπρου. Ως εκ τούτου, η βιώσιμη διαχείριση και η αποδοτική χρήση των φυσικών πόρων της, παράλληλα με την αυστηρότερη επιβολή της νομοθεσίας για το περιβάλλον και το κλίμα, είναι ουσιώδεις για την Κύπρο προκειμένου να μετριαστούν οι δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, να διατηρηθεί και να αποκατασταθεί το φυσικό περιβάλλον της και να εξασφαλιστεί βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη σε μακροπρόθεσμη βάση.

(14)

Η Κύπρος μπορεί να αξιοποιήσει πολύ καλύτερα τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που διαθέτει — ιδίως την ηλιακή —και να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες ενεργειακές ανεπάρκειες. Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Κύπρο ήταν 9,72 % το 2017, ενώ ο στόχος για το 2020 είναι 13 %. Τα οικιστικά και εμπορικά κτίρια που είναι κατασκευασμένα με μηδενικό ή πολύ χαμηλό επίπεδο θερμικής προστασίας, ιδίως σε αστικά περιβάλλοντα, αποτελούν πηγή χαμηλής ενεργειακής απόδοσης. Οι συνθήκες που διαμορφώνουν το επενδυτικό πλαίσιο στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχουν βελτιωθεί, έχουν θεσπιστεί δε διάφορα μέτρα, μεταξύ των οποίων εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών συστημάτων και συστήματα στήριξης για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και νοικοκυριά. Ωστόσο, η Κύπρος δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει πλήρως το σημαντικό δυναμικό της όσον αφορά την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ειδικά την ηλιακή. Η εξάρτηση από το οδικό δίκτυο για τις χερσαίες μεταφορές δημιουργεί μια σειρά από προκλήσεις πολιτικής, κυρίως την προσπάθεια για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, και οδηγεί επίσης σε σοβαρή συμφόρηση στις αστικές περιοχές κατά τις ώρες αιχμής και στις οδούς προς και από τους λιμένες. Με μερίδιο 2,7 % το 2016, η Κύπρος υστερεί επίσης όσον αφορά τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις μεταφορές, ενώ ενδέχεται να δυσκολευτεί να επιτύχει τον δεσμευτικό στόχο του 10 % έως το 2020.

(15)

Οι επενδύσεις στην ψηφιακή οικονομία και στη βελτίωση των ψηφιακών δεξιοτήτων των εργαζομένων έχουν ουσιαστική σημασία για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Η Κύπρος κατατάσσεται στο χαμηλό άκρο στον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI) 2019 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μόνο το 50 % των Κυπρίων ηλικίας μεταξύ 16 και 74 ετών έχουν βασικές ψηφιακές δεξιότητες και οι ειδικοί σε θέματα ΤΠΕ εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν χαμηλότερο ποσοστό του εργατικού δυναμικού σε σύγκριση με την Ένωση ως σύνολο (2,3 % έναντι 3,7 %), εμποδίζοντας την ανάπτυξη του δυναμικού της ψηφιακής οικονομίας. Το επίπεδο επιγραμμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των δημόσιων αρχών και των πολιτών είναι χαμηλό, ενώ μόνο το 50 % των Κυπρίων δραστηριοποιούνται διαδικτυακά. Το ηλεκτρονικό εμπόριο βελτιώνεται, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης.

(16)

Η Κύπρος εξακολουθεί να αποτελεί μετρίως καινοτομική χώρα, δεδομένου ότι οι επιδόσεις της στον τομέα της καινοτομίας έχουν μειωθεί από το 2010. Τα επίπεδα των δημόσιων και ιδιωτικών δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη είναι από τα χαμηλότερα στην Ένωση, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η ικανότητα καινοτομίας των ερευνητικών κέντρων και του επιχειρηματικού τομέα. Η αλληλεπίδραση μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων είναι επίσης πολύ περιορισμένη. Η αύξηση της ικανότητας καινοτομίας του επιχειρηματικού τομέα και η ενίσχυση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση και επενδύσεις που επικεντρώνονται σε σαφώς καθορισμένους τομείς της έξυπνης εξειδίκευσης είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Κύπρου και ιδίως της ανταγωνιστικότητας των ΜΜΕ της.

(17)

Ο διοικητικός φόρτος είναι υψηλός, ιδίως για την έναρξη στρατηγικών επενδύσεων. Υπάρχει περιθώριο να απλουστευθούν σημαντικά οι διαδικασίες λήψης αδειών για στρατηγικές επενδύσεις, και η σχετική νομοθεσία εξακολουθεί να εκκρεμεί.

(18)

Η υλοποίηση του σχεδίου δράσης για την ανάπτυξη σημείωσε κάποια πρόοδο στους τομείς της επιχειρηματικότητας και της πρόσβασης ΜΜΕ σε χρηματοδότηση. Ωστόσο, τα μέτρα χρηματοδοτικής στήριξης για τις ΜΜΕ εξακολουθούν να βασίζονται κυρίως σε επιχορηγήσεις και στην τραπεζική χρηματοδότηση με στήριξη ενωσιακών ή/και εθνικών πόρων. Οι εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, όπως τα επιχειρηματικά κεφάλαια, η χρηματοδότηση με μέσα μετοχικού κεφαλαίου ή η συμμετοχική χρηματοδότηση, παραμένουν περιθωριακές για τις κυπριακές επιχειρήσεις. Ο καλύτερος συντονισμός της στήριξης των επιχειρήσεων θα μπορούσε να βελτιώσει την υιοθέτησή της. Οι προσπάθειες ιδιωτικοποίησης για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων που βελτιώνουν της παραγωγικότητα έχουν σε πολλές περιπτώσεις ανασταλεί και λίγα μόνο προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων προχωρούν σταδιακά.

(19)

Οι εμμένουσες αναποτελεσματικότητες του δικαστικού συστήματος εξακολουθούν να επηρεάζουν την εκτέλεση των συμβάσεων και να εμποδίζουν την ταχεία εκδίκαση των αστικών και εμπορικών υποθέσεων και τη διερεύνηση σοβαρών εγκλημάτων. Οι επαχθείς και παρωχημένες διατάξεις της πολιτικής δικονομίας και η ανεπαρκής εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων αποθαρρύνουν τις τράπεζες να χρησιμοποιούν τα πλαίσια αφερεγγυότητας και εκποιήσεων ώστε να μειώσουν τον όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους. Έχει ξεκινήσει μια σειρά μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση των πλέον κρίσιμων προβλημάτων του δικαστικού συστήματος, ιδίως των παρωχημένων διατάξεων πολιτικής δικονομίας, της χαμηλής εξειδίκευσης και ψηφιοποίησης των δικαστηρίων, της διεκπεραίωσης μεγάλου όγκου εκκρεμών υποθέσεων και της έλλειψης διά βίου κατάρτισης των δικαστών, αλλά η πρόοδος παραμένει αργή. Η μεταρρύθμιση θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση στο πλαίσιο της απόφασης για τις κρατικές ενισχύσεις σχετικά με την πώληση της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας, η οποία εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το 2018 θεσπίστηκαν βελτιωμένα πλαίσια αφερεγγυότητας και εκποιήσεων. Η αποφασιστική εφαρμογή των νέων νόμων σε συνδυασμό με τη διασφάλιση ενός αποτελεσματικού δικαστικού συστήματος και η αυστηρότερη εκτέλεση των αποφάσεων αναμένεται να συμβάλουν στη βελτίωση της πειθαρχίας αποπληρωμής των χρεών. Από τον Δεκέμβριο του 2017 εφαρμόζεται εθνική στρατηγική για την καταπολέμηση της διαφθοράς και έχει ενισχυθεί με την έγκριση εθνικού οριζόντιου σχεδίου δράσης κατά της διαφθοράς από το Συμβούλιο των Υπουργών τον Μάιο του 2019. Υποβλήθηκαν στη Βουλή νομοσχέδια για τη σύσταση νέας ανεξάρτητης υπηρεσίας για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την προστασία των μαρτύρων δημόσιου συμφέροντος, πλην όμως δεν έχουν ακόμα εγκριθεί. Οι νόμοι αυτοί θα συμβάλουν στην ενίσχυση του εθνικού πλαισίου καταπολέμησης της διαφθοράς. Οι μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς θα πρέπει να επιταχυνθούν μέσω της ταχείας εκτέλεσης του σχεδίου δράσης για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Είναι ανάγκη να διαφυλαχθεί η ανεξαρτησία των διωκτικών υπηρεσιών και θα πρέπει να ενισχυθεί η ικανότητα επιβολής του νόμου.

(20)

Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη μείωση των καθυστερήσεων στην έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας, ο αριθμός των συσσωρευμένων εκκρεμών υποθέσεων παραμένει υψηλός. Εξακολουθεί να μην έχει δοθεί διαρθρωτική λύση για την αντιμετώπιση των ανεπαρκειών του συστήματος συναλλαγών επί ακινήτων (δηλαδή έκδοση και μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας). Αυτό είναι απαραίτητο για να διευκολυνθούν οι διαδικασίες εκποίησης και να καταστεί δυνατή η ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων.

(21)

Ο προγραμματισμός των Ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας του 2019. Αυτό θα επιτρέψει στην Κύπρο να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εν λόγω κονδύλια σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της χώρας για τη διαχείριση των κονδυλίων αυτών αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία των εν λόγω επενδύσεων.

(22)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Κύπρου και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Κύπρο κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Κύπρο, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(23)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και είναι της γνώμης (7) ότι η Κύπρος αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(24)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Οι συστάσεις του σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 5 κατωτέρω. Οι εν λόγω συστάσεις συμβάλλουν επίσης στην εφαρμογή της Σύστασης για τη ζώνη του ευρώ του 2019, ειδικότερα δε της πρώτης, της τρίτης και της τέταρτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Κύπρο να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να εγκρίνει βασικές νομοθετικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό τη βελτίωση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και τη διακυβέρνηση των κρατικών οντοτήτων και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Να διορθώσει τα χαρακτηριστικά του φορολογικού συστήματος που μπορούν να διευκολύνουν τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό από άτομα και πολυεθνικές, ιδίως μέσω εξερχόμενων πληρωμών από πολυεθνικές.

2.   

Να διευκολύνει τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μεταξύ άλλων με τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής δομής διακυβέρνησης για την κρατική εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, με τη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της πειθαρχίας στην αποπληρωμή οφειλών και με την ενίσχυση της εποπτείας εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων. Να ενισχύσει τις εποπτικές ικανότητες στον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα, μεταξύ άλλων με την πλήρη ενοποίηση των εποπτικών αρχών ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων.

3.   

Να ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και να ενισχύσει την ευαισθητοποίηση και τη στήριξη της ενεργοποίησης των νέων. Να υλοποιήσει τη μεταρρύθμιση του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, και να αυξήσει τη συμμετοχή των εργοδοτών και των μαθητευόμενων στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και την οικονομικά προσιτή προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα. Να λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι το Εθνικό Σύστημα Υγείας θα τεθεί σε λειτουργία το 2020, όπως έχει προγραμματιστεί, διατηρώντας παράλληλα τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του.

4.   

Να εστιάσει την οικονομική πολιτική σε σχέση με τις επενδύσεις στους τομείς των βιώσιμων μεταφορών, του περιβάλλοντος, ιδίως στη διαχείριση των αποβλήτων και των υδάτων, στην ενεργειακή απόδοση και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην ψηφιοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών δεξιοτήτων, και στην έρευνα και την καινοτομία, λαμβάνοντας υπόψη τις εδαφικές ανισότητες εντός της Κύπρου. Να θεσπίσει νομοθετικά μέτρα για την απλούστευση των διαδικασιών απόκτησης των αναγκαίων αδειών και εγκρίσεων από τους στρατηγικούς επενδυτές. Να βελτιωθεί η πρόσβαση των ΜΜΕ στη χρηματοδότηση και να συνεχιστεί η υλοποίηση των έργων ιδιωτικοποίησης.

5.   

Να ενταθούν οι προσπάθειες για τη βελτίωση της αποδοτικότητας του δικαστικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων της λειτουργίας της διοικητικής δικαιοσύνης και της επανεξέτασης των αστικών διαδικασιών, της μεγαλύτερης εξειδίκευσης των δικαστηρίων και της δημιουργίας ενός λειτουργικού συστήματος «ηλεκτρονικής δικαιοσύνης». Να ληφθούν μέτρα για την ενίσχυση της νομικής εκτέλεσης των αξιώσεων και τη διασφάλιση αξιόπιστων και ταχύρρυθμων συστημάτων για την έκδοση και τη μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων κυριότητας ακίνητης περιουσίας. Να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς και να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των υπηρεσιών δίωξης και η ικανότητα επιβολής του νόμου.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ L 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 320 της 10.9.2018, σ. 55.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προςαρμοςμένο ιςοζύγιο, μη ςυνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προςωρινών μέτρων, όπως υπολογίςθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήςη της από κοινού ςυμφωνηθείςας μεθοδολογίας.

(7)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/86


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λετονίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Λετονίας του 2019

(2019/C 301/14)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή εξέδωσε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε και την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Λετονία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 9 Απριλίου 2019 το Συμβούλιο εξέδωσε τη Σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (3) («Σύσταση για τη ζώνη του ευρώ»), η οποία περιλαμβάνει πέντε συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ («συστάσεις για τη ζώνη του ευρώ»).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών στην οικονομική και νομισματική ένωση, η Λετονία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 4. Ειδικότερα, η εστίαση της σχετικής με τις επενδύσεις οικονομικής πολιτικής στους συγκεκριμένους τομείς και μέτρα για τη βελτίωση των δεξιοτήτων θα συμβάλει στο να ληφθεί υπόψη η πρώτη σύσταση για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τις βελτιώσεις της παραγωγικότητας για την επανεξισορρόπηση της ζώνης του ευρώ, και φορολογικά μέτρα θα συμβάλουν στο να ληφθεί υπόψη η τρίτη σύσταση για τη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2019 για τη Λετονία δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Λετονίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018 (4), η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Λετονίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Η Λετονία υπέβαλε το εθνικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 στις 15 Απριλίου 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητάς της του 2019 στις 17 Απριλίου 2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων («ΕΔΕΤ») για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Λετονία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, η κυβέρνηση σχεδιάζει βελτίωση του ονομαστικού ισοζυγίου από έλλειμμα 1,0 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2018 σε έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ το 2019 και 0,4 % του ΑΕΠ το 2020 και 0,2 % του ΑΕΠ το 2021. Με βάση το εκ νέου υπολογισθέν διαρθρωτικό ισοζύγιο (6), ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος που έχει καθοριστεί σε έλλειμμα 1 % του ΑΕΠ σε διαρθρωτικούς όρους, προβλέπεται να επιτευχθεί το 2019, λαμβανομένων υπόψη των περιθωρίων που συνδέονται με την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες έχει εγκριθεί προσωρινή απόκλιση. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σε 33,1 % του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Οι προβλέψεις για αύξηση του ΑΕΠ του προγράμματος σταθερότητας του 2019 είναι ευλογοφανείς. Οι κίνδυνοι για τη δημοσιονομική θέση είναι ισορροπημένοι.

(7)

Στις 13 Ιουλίου 2018, το Συμβούλιο συνέστησε στη Λετονία να επιτύχει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2019, λαμβανομένων υπόψη των περιθωρίων που συνδέονται με την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες έχει εγκριθεί προσωρινή απόκλιση. Αυτό συνάδει με μέγιστο ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (7) ύψους 4,8 % το 2019, ποσοστό που αντιστοιχεί σε βελτίωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου της τάξης του 0,2 % του ΑΕΠ. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, η Λετονία αναμένεται να προσεγγίσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της, λαμβανομένων υπόψη των περιθωρίων που συνδέονται με την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες έχει εγκριθεί προσωρινή απόκλιση. Ως εκ τούτου, η τρέχουσα αξιολόγηση δείχνει ότι υπάρχει κίνδυνος κάποιας απόκλισης το 2019. Ταυτόχρονα, ο προβλεπόμενος ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δείχνει επί του παρόντος ότι υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση το 2019. Εάν το διαρθρωτικό ισοζύγιο δεν προβλέπεται πλέον να προσεγγίσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο λαμβανομένων υπόψη των περιθωρίων που συνδέονται με την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες έχει εγκριθεί προσωρινή απόκλιση, κατά τις μελλοντικές αξιολογήσεις μια συνολική αξιολόγηση θα πρέπει να λάβει υπόψη πιθανή απόκλιση από την απαίτηση.

(8)

Το 2020, ενόψει του προβλεπόμενου παραγωγικού κενού 1,3 % της Λετονίας, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβεί το 3,5 %, σύμφωνα με τη διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,5 % του ΑΕΠ που προκύπτει από τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής απαιτήσεων βάσει του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, σε περίπτωση αμετάβλητων πολιτικών, η Λετονία αναμένεται να προσεγγίσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό της στόχο. Ως εκ τούτου, η τρέχουσα αξιολόγηση δείχνει ότι υπάρχει κίνδυνος κάποιας απόκλισης το 2020. Ταυτόχρονα, ο προβλεπόμενος ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δείχνει επί του παρόντος ότι υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από τις απαιτήσεις το 2020. Εάν το διαρθρωτικό ισοζύγιο δεν προβλέπεται πλέον να προσεγγίσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, στις μελλοντικές αξιολογήσεις μια συνολική αξιολόγηση θα πρέπει να λάβει υπόψη πιθανή απόκλιση από την απαίτηση. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Λετονία πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει περαιτέρω μέτρα από το 2019 για να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(9)

Τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Λετονίας είναι χαμηλά σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης και περιορίζουν σε κάποιο βαθμό την παροχή δημόσιων υπηρεσιών, ιδίως στους τομείς της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και της κοινωνικής ένταξης. Τα κεφάλαια και τα περιουσιακά στοιχεία υπόκεινται σε σχετικά μειωμένη φορολόγηση και το πάγωμα των αξιών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των φόρων επί της γης και της ιδιοκτησίας θα μειώσει περαιτέρω τα εξ αυτών έσοδα. Ταυτόχρονα, η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας παραμένει υψηλή για τους χαμηλόμισθους σε σχέση με τον μέσο όρο της Ένωσης, παρά το γεγονός ότι έχει μειωθεί. Το ποσοστό της παραοικονομίας φαίνεται να έχει μειωθεί τα τελευταία έτη σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις. Ωστόσο, το ποσοστό των οικονομικών δραστηριοτήτων που δηλώνονται πλημμελώς είναι υψηλότερο στη Λετονία από ό,τι σε άλλα κράτη της Βαλτικής. Ειδικότερα, η πλημμελής δήλωση μισθών («άδηλη πληρωμή μισθών»), ιδίως στον κατασκευαστικό τομέα, αντιπροσωπεύει σημαντικό μερίδιο της παραοικονομίας.

(10)

Μετά το κλείσιμο της τρίτης μεγαλύτερης τράπεζας λόγω των καταγγελιών για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η Λετονία κατέστησε αυστηρότερες τις κανονιστικές ρυθμίσεις για τους πελάτες που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι. Ως εκ τούτου, οι καταθέσεις μη μόνιμων κατοίκων, οι οποίες αποτελούν την κύρια πηγή κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στη Λετονία, έχουν μειωθεί σημαντικά από τον Μάιο του 2018, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται προκλήσεις όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Επιπλέον, η Λετονία έχει υποβάλει λεπτομερές σχέδιο δράσης για τη βελτίωση της στρατηγικής της για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι βασικές προτεραιότητες που απαριθμούνται στο σχέδιο δράσης περιλαμβάνουν την ενίσχυση της εποπτείας με βάση τον κίνδυνο, τη διασφάλιση των απαιτούμενων ανθρώπινων πόρων για τις εποπτικές αρχές και τη διασφάλιση αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών και συνεργασίας μεταξύ των ερευνητικών αρχών και με τον ιδιωτικό τομέα. Θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών, μόλις αυτά εγκριθούν. Τέλος, πρέπει επίσης να αυξηθεί η ικανότητα των αρχών επιβολής του νόμου και των δικαστικών αρχών.

(11)

Η Λετονία βρίσκεται αντιμέτωπη με προκλήσεις όσον αφορά την εφαρμογή διαφόρων από τις αρχές κοινωνικής προστασίας και ένταξης του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων. Η εισοδηματική ανισότητα στη Λετονία είναι υψηλή, καθώς η ανακατανομή μέσω του συστήματος φορολογίας και παροχών είναι χαμηλή. Η επάρκεια των κοινωνικών παροχών παραμένει χαμηλή και ο αντίκτυπος των κοινωνικών μεταβιβάσεων στη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας είναι περιορισμένος. Ο κίνδυνος φτώχειας μεταξύ των ηλικιωμένων και των ατόμων με αναπηρία είναι σχετικά υψηλός και αυξάνεται λόγω του ότι οι παροχές δεν συμβαδίζουν με την αύξηση των μισθών. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για τους ηλικιωμένους ήταν 49,0 % το 2018 (μέσος όρος της Ένωσης: 18,2 % το 2017) ενώ για τα άτομα με αναπηρία ήταν 40,7 % το 2017 (μέσος όρος της Ένωσης: 29,3 % το 2017). Η κρατική παροχή κοινωνικής ασφάλισης για τα άτομα με αναπηρία και οι ελάχιστες συντάξεις γήρατος δεν έχουν επανεξεταστεί από το 2006. Η μεταρρύθμιση σχετικά με το ελάχιστο εισόδημα, που εξαγγέλθηκε το 2014, δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τα φτωχότερα νοικοκυριά. Η πρόσβαση στη μακροχρόνια περίθαλψη παραμένει επίσης περιορισμένη. Ως εκ τούτου, απαιτούνται επενδύσεις για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, συμπεριλαμβανομένης της επισιτιστικής και υλικής βοήθειας για τους απόρους. Επιπλέον, απαιτούνται επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών, για τη βελτίωση της πρόσβασης σε παιδική φροντίδα, μακροχρόνια φροντίδα, απασχόληση και άλλες κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και για την ενοποίηση των υπηρεσιών υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης από την ιδρυματική φροντίδα στη φροντίδα σε επίπεδο τοπικής κοινότητας. Το ποσοστό των ατόμων που αντιμετωπίζουν σοβαρή στέρηση στέγασης είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη (15,2 % έναντι 4,0 % κατά μέσο όρο στην Ένωση), ενώ η κοινωνική στέγαση σπανίζει. Απαιτούνται επενδύσεις για να βελτιωθεί η παροχή οικονομικά προσιτής στέγασης.

(12)

Ενώ τα συνολικά ποσοστά απασχόλησης είναι υψηλά και αυξάνονται, η απασχόληση σε όρους αριθμού εργαζομένων επηρεάζεται αρνητικά από τις δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις και τη μετανάστευση στο εξωτερικό. Επιπλέον, η απασχόληση διαφέρει μεταξύ περιφερειών και επιπέδων δεξιοτήτων. Τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας με παρωχημένες δεξιότητες αντιμετωπίζουν περισσότερες δυσκολίες. Το χαμηλό επίπεδο ψηφιακών δεξιοτήτων σε επίπεδο εργατικού δυναμικού περιορίζει τη χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών από επιχειρήσεις και τις δυνατότητες καινοτομίας. Η συμμετοχή των ενηλίκων στη μάθηση και η συμμετοχή των ανέργων σε ενεργητικά μέτρα για την αγορά εργασίας είναι χαμηλότερη σε σχέση με τον μέσο όρο της Ένωσης.

(13)

Το εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει την πρόκληση της ενοποίησης των πόρων με παράλληλη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας. Ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα της Λετονίας εμφανίζει καλές επιδόσεις όσον αφορά τα μαθησιακά αποτελέσματα, η πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση εξακολουθεί να εξαρτάται από τον τόπο διαμονής και το είδος σχολείου. Η μεταρρύθμιση των προγραμμάτων σπουδών στον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με στόχο την ευθυγράμμιση με νέες απαιτήσεις δεξιοτήτων έχει σημειώσει πρόοδο, ενώ σημαντική βελτίωση παρουσιάζει το περιβάλλον της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, η ελκυστικότητα παραμένει χαμηλή, με ποσοστά εγγραφής και ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων κάτω του μέσου όρου της Ένωσης.

(14)

Η εξασφάλιση της προσφοράς δεξιοτήτων είναι ένας από τους κύριους τομείς στους οποίους η ζήτηση για επενδύσεις παραμένει σημαντική. Η αντιστοίχιση επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω υποδομών, είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας, της αποτελεσματικότητας και της συνάφειας της εκπαίδευσης και της κατάρτισης με την αγορά εργασίας, καθώς και για την προώθηση της διά βίου μάθησης, ιδίως ευκαιριών ευέλικτης αναβάθμισης των δεξιοτήτων και επανεκπαίδευσης. Απαιτούνται επίσης επενδύσεις για τη βελτίωση της πρόσβασης στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένων της βελτίωσης της προβολής και της κάλυψης των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας, της ενίσχυσης της λειτουργικότητας του εργατικού δυναμικού, καθώς και της τομεακής και περιφερειακής κινητικότητας του εργατικού δυναμικού. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η ενίσχυση της ικανότητας των κοινωνικών εταίρων είναι σημαντική για την προώθηση δίκαιων συνθηκών εργασίας και την υλοποίηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων.

(15)

Οι χαμηλές δημόσιες δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και οι επιλογές ανθυγιεινών τρόπων ζωής αποτελούν τους κύριους λόγους για τα πενιχρά αποτελέσματα στον τομέα της υγείας του πληθυσμού. Η πρόσφατη αύξηση της χρηματοδότησης για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αποτελεί απάντηση σε ορισμένους από τους περιορισμούς πρόσβασης που συνδέονται με τα ετήσια όρια παροχών και τους μεγάλους χρόνους αναμονής. Ωστόσο, η δημόσια χρηματοδότηση για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη παραμένει πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Η έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι περιορισμένη. Αυτό οδηγεί σε υψηλές ανάγκες ιατρικής περίθαλψης που δεν καλύπτονται σύμφωνα με δήλωση των ίδιων των ατόμων λόγω υψηλών άμεσων πληρωμών από τους ασθενείς, ιδίως για τις ευπαθείς ομάδες, καθώς και λόγω της ανισότητας των ευκαιριών. Οι μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σημειώνουν πρόοδο, αλλά βρίσκονται σε αρχικό στάδιο και θα πρέπει να επιταχυνθούν, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσματικών μέτρων πρόληψης, του εξορθολογισμού του νοσοκομειακού τομέα, της ενίσχυσης της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της στοχευμένης διαχείρισης της ποιότητας. Επιπλέον, η Λετονία αντιμετωπίζει ελλείψεις εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας, ιδίως νοσηλευτών, οι οποίες παρεμποδίζουν την παροχή δημόσιας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ενέχουν κινδύνους για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων στον τομέα της υγείας. Εάν τεθεί σε ισχύ η κατανομή των υπηρεσιών υγείας σε δύο κατηγορίες («πλήρεις» και «ελάχιστες»), τούτο ενδέχεται να περιορίσει περαιτέρω την ισότιμη πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και να οδηγήσει σε βλαβερές συνέπειες για την υγεία. Η αντιστοίχιση επενδύσεων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών, είναι απαραίτητη για να αυξηθεί η προσβασιμότητα, η οικονομική προσιτότητα και η ποιότητα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας του πληθυσμού και να εξασφαλιστούν υγιέστεροι και μεγαλύτερης διάρκειας επαγγελματικοί βίοι.

(16)

Η Λετονία επενδύει ελάχιστα στην έρευνα και την ανάπτυξη και το επενδυτικό κενό της στον τομέα της καινοτομίας είναι σημαντικό. Το 2017, το ποσοστό των δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη στη Λετονία ήταν από τα χαμηλότερα στην Ένωση και παρέμεινε σχετικά σταθερό την τελευταία δεκαετία. Επιπλέον, η χρηματοδότηση της έρευνας βασίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στα ταμεία της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η Λετονία είναι μετρίως καινοτομική χώρα με ορισμένα ισχυρά σημεία, όπως οι υποδομές της στους τομείς των πληροφοριών, των επικοινωνιών και της τεχνολογίας, αλλά οι επιδόσεις της υστερούν στους ανθρώπινους πόρους, τη συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και τις επενδύσεις στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας.

(17)

Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά επενδυτικά κενά για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ανισοτήτων. Μεταξύ της Ρίγας και των άλλων περιφερειών της Λετονίας εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές οικονομικές διαφορές. Ενώ η Λετονία συνολικά συγκλίνει με την Ένωση, το χάσμα στις οικονομικές επιδόσεις μεταξύ της περιφέρειας της πρωτεύουσας και των άλλων περιφερειών δεν έχει μειωθεί μετά την προσχώρηση της Λετονίας στην Ένωση. Η ανταγωνιστικότητα και η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των διαφόρων λετονικών περιφερειών, γεγονός που επηρεάζει την εδαφική τους ελκυστικότητα. Οι επενδυτικές ανάγκες θα πρέπει, επομένως, να καλύπτουν σημαντικές περιφερειακές διαφορές όσον αφορά την κινητικότητα και τις ψηφιακές υποδομές, ιδίως τις συνδέσεις του «τελευταίου χιλιομέτρου». Τα κενά στη συνδεσιμότητα με το διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών και τις περιφερειακές και παραμεθόριες περιοχές εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά έντονα, με αρνητικό αντίκτυπο στις οικονομικές δραστηριότητες και τις εξαγωγές της Λετονίας. Υπάρχουν επίσης επενδυτικά κενά για την ολοκλήρωση του έργου Rail Baltica και των βασικών έργων υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας που αποτελούν μέρος του σχεδίου διασύνδεσης των αγορών ενέργειας της περιοχής της Βαλτικής. Επιπλέον, απαιτούνται επενδύσεις και για την αποδοτική χρήση των πόρων προκειμένου να επιταχυνθεί η ενεργειακή μετάβαση της Λετονίας. Απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες για τη βελτίωση της συνολικής ενεργειακής απόδοσης, ιδίως στους τομείς της κατοικίας και των μεταφορών.

(18)

Η πρόσφατη έκδοση του νόμου για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος αποτελεί θετικό βήμα και ο φορέας της χώρας για την καταπολέμηση της διαφθοράς παρουσιάζει πρόσφατα δυναμική χάρη και στην αποκάλυψη ορισμένων υποθέσεων διαφθοράς σε ανώτερα κλιμάκια. Ωστόσο, εξακολουθεί να θεωρείται ότι η κυβερνητική λήψη αποφάσεων επηρεάζεται από την ευνοιοκρατία και ότι η διαδικασία σύναψης συμβάσεων είναι ευάλωτη στη διαφθορά λόγω της έλλειψης διαφάνειας, ιδίως στους δήμους και τις κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις. Οι τροποποιήσεις στο δίκαιο ανταγωνισμού που τίθενται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2020 θα περιορίσουν τη δυνατότητα των κρατικών και δημοτικών επιχειρήσεων να επηρεάζουν αρνητικά τον ανταγωνισμό με τις δραστηριότητές τους. Νομοθετικές τροποποιήσεις στο καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων ενδέχεται να οδηγήσουν σε καταχρήσεις. Ο κώδικας δεοντολογίας που εγκρίθηκε πρόσφατα δεν καλύπτει τα πρόσωπα που διορίζονται με πολιτικά κριτήρια.

(19)

Οι δημόσιες υπηρεσίες δεν έχουν προσαρμοστεί στον φθίνοντα και γηράσκοντα πληθυσμό. Λόγω της μείωσης του πληθυσμού και της αστικοποίησης, οι υποδομές και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν αξιοποιούνται επαρκώς στις αγροτικές περιοχές. Στη δημόσια διοίκηση, την εκπαίδευση και τις υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης απαιτούνται στρατηγικές για τη διατήρηση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες στις αραιοκατοικημένες και φθίνουσες περιοχές, διασφαλίζοντας παράλληλα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Πρόσφατα ανακοινώθηκε γενική διοικητική εδαφική μεταρρύθμιση που πρόκειται να εφαρμοστεί έως τον Δεκέμβριο του 2021. Η έγκαιρη εφαρμογή αυτής της μεταρρύθμισης θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση της λογοδοσίας και της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, ιδίως ενόψει του επιχειρησιακού προγράμματος για τα ταμεία της Ένωσης, το οποίο πρόκειται να εγκριθεί έως το έτος 2020.

(20)

Ο προγραμματισμός των ταμείων της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις, ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα Δ της έκθεσης χώρας του 2019. Αυτό θα επιτρέψει στη Λετονία να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εν λόγω ταμεία σε σχέση με τους τομείς που έχουν προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της χώρας για τη διαχείριση των κονδυλίων αυτών αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία των εν λόγω επενδύσεων.

(21)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Λετονίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Λετονία κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Λετονία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(22)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019 και η γνώμη του (8) αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Λετονία να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να διασφαλίσει ότι, το 2020, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα υπερβεί το 3,5 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,5 % του ΑΕΠ. Να μειώσει τη φορολόγηση των χαμηλών εισοδημάτων, μετατοπίζοντας τη φορολόγηση σε άλλες πηγές, ιδίως κεφάλαιο και ακίνητα, και βελτιώνοντας τη φορολογική συμμόρφωση. Να διασφαλίσει την αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή του πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

2.   

Να αντιμετωπίσει τον κοινωνικό αποκλεισμό, ιδίως βελτιώνοντας την επάρκεια των παροχών ελάχιστου εισοδήματος, των κατώτατων συντάξεων γήρατος και της εισοδηματικής στήριξης για τα άτομα με αναπηρία. Να αυξήσει την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, ιδίως των εργαζομένων χαμηλής ειδίκευσης και των ατόμων που αναζητούν εργασία, μεταξύ άλλων με την ενίσχυση της συμμετοχής στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και στην εκπαίδευση ενηλίκων. Να βελτιώσει την προσβασιμότητα, την ποιότητα και την οικονομική αποδοτικότητα του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

3.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στην καινοτομία, την παροχή οικονομικά προσιτής στέγασης, τις μεταφορές, ιδίως όσον αφορά τη βιωσιμότητά τους, την αποδοτική χρήση των πόρων και την ενεργειακή απόδοση, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τις ψηφιακές υποδομές, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες.

4.   

Να ενισχύσει τη λογοδοσία και την αποδοτικότητα του δημόσιου τομέα, ιδίως όσον αφορά τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης και τις κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις, καθώς και το καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 136 της 12.4.2019, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 320 της 10.9.2018, σ. 60.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίστηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(7)  Οι καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε περίοδο τεσσάρων ετών. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(8)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου.


5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/91


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λιθουανίας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Λιθουανίας του 2019

(2019/C 301/15)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή εξέδωσε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων που διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση το