ISSN 1977-0901

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

60ό έτος
9 Αυγούστου 2017


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

Συμβούλιο

2017/C 261/01

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Βελγίου για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου για το 2017

1

2017/C 261/02

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Βουλγαρίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Βουλγαρίας για το 2017

7

2017/C 261/03

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Τσεχικής Δημοκρατίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Τσεχικής Δημοκρατίας για το 2017

12

2017/C 261/04

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Δανίας για το 2017 και για τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Δανίας για το 2017

16

2017/C 261/05

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Γερμανίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Γερμανίας για το 2017

18

2017/C 261/06

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Εσθονίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Εσθονίας για το 2017

23

2017/C 261/07

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιρλανδίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ιρλανδίας για το 2017

26

2017/C 261/08

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ισπανίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ισπανίας για το 2017

31

2017/C 261/09

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Γαλλίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Γαλλίας για το 2017

36

2017/C 261/10

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κροατίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Κροατίας για το 2017

41

2017/C 261/11

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιταλίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ιταλίας για το 2017

46

2017/C 261/12

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κύπρου για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Κύπρου για το 2017

53

2017/C 261/13

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λετονίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Λετονίας για το 2017

58

2017/C 261/14

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λιθουανίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Λιθουανίας για το 2017

62

2017/C 261/15

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Λουξεμβούργου για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας του Λουξεμβούργου για το 2017

67

2017/C 261/16

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ουγγαρίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Ουγγαρίας για το 2017

71

2017/C 261/17

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Μάλτας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Μάλτας για το 2017

75

2017/C 261/18

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων των Κάτω Χωρών για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας των Κάτω Χωρών για το 2017

79

2017/C 261/19

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Αυστρίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Αυστρίας για το 2017

83

2017/C 261/20

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Πολωνίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Πολωνίας για το 2017

88

2017/C 261/21

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Πορτογαλίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Πορτογαλίας για το 2017

92

2017/C 261/22

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ρουμανίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Ρουμανίας για το 2017

98

2017/C 261/23

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Σλοβενίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Σλοβενίας για το 2017

105

2017/C 261/24

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Σλοβακίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Σλοβακίας για το 2017

110

2017/C 261/25

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Φινλανδίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Φινλανδίας για το 2017

114

2017/C 261/26

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Σουηδίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Σουηδίας για το 2017

119

2017/C 261/27

Σύσταση του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Ηνωμένου Βασιλείου για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης του Ηνωμένου Βασιλείου για το 2017

122


EL

 


I Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Συμβούλιο

9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/1


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Βελγίου για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου για το 2017

(2017/C 261/01)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία το Βέλγιο δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, το Βέλγιο θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 2.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για το Βέλγιο δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος του Βελγίου όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος του Βελγίου ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Στις 28 Απριλίου 2017, το Βέλγιο υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Το Βέλγιο επί του παρόντος υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2017, η κυβέρνηση σχεδιάζει σταδιακή βελτίωση του ονομαστικού ισοζυγίου από έλλειμμα 2,6 % του ΑΕΠ το 2016 σε έλλειμμα 0,1 % του ΑΕΠ το 2020. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, με τη μορφή ισοσκελισμένης δημοσιονομικής θέσης σε διαρθρωτικούς όρους, έχει προγραμματιστεί να επιτευχθεί έως το 2019. Εντούτοις, ο εκ νέου υπολογισμός (5) του διαρθρωτικού ισοζυγίου ακόμη δείχνει έλλειμμα 0,3 % το 2019. Μετά την κορύφωσή του σε σχεδόν 107 % του ΑΕΠ το 2014 και τη μείωσή του σε περίπου 106 % του ΑΕΠ το 2015 και το 2016, ο δείκτης χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σε 99 % μέχρι το 2020 σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές. Ταυτόχρονα, δεν έχουν προσδιοριστεί τα αναγκαία μέτρα στήριξης των προγραμματισμένων στόχων για το έλλειμμα από το 2018 και έπειτα, κάτι που συμβάλλει στην προβλεπόμενη επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου το 2018 εάν δεν μεταβληθούν οι πολιτικές, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017.

(7)

Στις 22 Μαΐου 2017, η Επιτροπή συνέταξε έκθεση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι το Βέλγιο δεν πραγματοποίησε ικανοποιητική πρόοδο ως προς τη συμμόρφωση με την τιμή αναφοράς για τη μείωση του χρέους το 2016. Η έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, μετά την αξιολόγηση όλων των σχετικών παραγόντων, το κριτήριο του χρέους θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούται. Ταυτόχρονα, πρέπει να ληφθούν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα το 2017, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εν γένει συμμόρφωση με την πορεία προσαρμογής προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου κατά το 2016 και το 2017, συνολικά.

(8)

Το πρόγραμμα σταθερότητας του 2017 αναφέρει ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της έκτακτης εισροής προσφύγων και των μέτρων ασφαλείας που ελήφθησαν το 2016 και το 2017 είναι σημαντικές και παρέχει επαρκή στοιχεία για την έκταση και τη φύση αυτών των πρόσθετων δημοσιονομικών δαπανών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι επιλέξιμες πρόσθετες δαπάνες ανήλθαν το 2016 στο 0,08 % του ΑΕΠ για την έκτακτη εισροή προσφύγων και στο 0,05 % του ΑΕΠ για μέτρα ασφαλείας. Το 2017, ο συμπληρωματικός αντίκτυπος σε σύγκριση με το 2016 των μέτρων ασφαλείας εκτιμάται επί του παρόντος σε 0,01 % του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97, επιτρέπεται η ανάληψη των εν λόγω πρόσθετων δαπανών, δεδομένου ότι η εισροή προσφύγων, καθώς και η σοβαρότητα της τρομοκρατικής απειλής είναι ασυνήθεις περιστάσεις, ο αντίκτυπός τους στα δημόσια οικονομικά του Βελγίου είναι σημαντικός και η βιωσιμότητα δεν διακυβεύεται αν επιτραπεί προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Ως εκ τούτου, η απαιτούμενη προσαρμογή προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου για το 2016 έχει μειωθεί, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι πρόσθετες δαπάνες που αφορούν τους πρόσφυγες και τα μέτρα ασφαλείας. Όσον αφορά το 2017, η τελική αξιολόγηση, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα επιλέξιμα ποσά, θα πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 2018 βάσει των καταγεγραμμένων στοιχείων που θα παρασχεθούν από τις βελγικές αρχές.

(9)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στο Βέλγιο να επιτύχει, για το 2017, ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή τουλάχιστον 0,6 % του ΑΕΠ προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, υπάρχει κίνδυνος κάποιας απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2017. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από τη συνιστώμενη πορεία προσαρμογής προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου κατά το 2016 και το 2017, συνολικά. Το συμπέρασμα αυτό δεν θα μεταβαλλόταν εάν οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της έκτακτης εισροής προσφύγων και των μέτρων ασφαλείας αφαιρούντο από την απαιτούμενη τιμή αναφοράς.

(10)

Το 2018, με βάση τη δημοσιονομική κατάσταση και, ιδίως, τα επίπεδα χρέους της χώρας, αναμένεται περαιτέρω προσαρμογή του Βελγίου προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου του για ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση σε διαρθρωτικούς όρους. Σύμφωνα με τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η εν λόγω προσαρμογή μεταφράζεται σε απαίτηση για ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (6) που δεν θα υπερβεί το 1,6 % το 2018. Θα αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή της τάξεως του 0,6 % τουλάχιστον του ΑΕΠ. Εφόσον οι πολιτικές μείνουν αμετάβλητες, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2018. Εκ πρώτης όψεως, δεν προβλέπεται συμμόρφωση του Βελγίου με τον κανόνα για το χρέος το 2017 και το 2018. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα από το 2017 για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ωστόσο, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, η αξιολόγηση των δημοσιονομικών προγραμμάτων και των αποτελεσμάτων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό ισοζύγιο του κράτους μέλους υπό το πρίσμα των κυκλικών συνθηκών. Όπως υπενθυμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο του 2017 που συνοδεύει τις εν λόγω συστάσεις ανά χώρα, η αξιολόγηση του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος του 2018 και η επακόλουθη αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2018 θα πρέπει να λάβουν δεόντως υπόψη τον στόχο να επιτευχθεί δημοσιονομικός προσανατολισμός που να συμβάλλει στην ενίσχυση της εν εξελίξει ανάκαμψης και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών του Βελγίου. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο σημειώνει ότι η Επιτροπή προτίθεται να διενεργήσει συνολική αξιολόγηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, ιδίως με βάση την κυκλική κατάσταση του Βελγίου.

(11)

Ο αποτελεσματικός δημοσιονομικός συντονισμός είναι απαραίτητος σε ένα ομοσπονδιακό κράτος μέλος, όπως το Βέλγιο, όπου μεγάλο μέρος των αρμοδιοτήτων για τις δαπάνες έχει ανατεθεί σε φορείς διακυβέρνησης σε υπο-εθνικό επίπεδο. Σε μια προσπάθεια να βελτιώσει τον εσωτερικό συντονισμό και να εφαρμόσει τη Συνθήκη για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην οικονομική και νομισματική ένωση (το «Δημοσιονομικό σύμφωνο»), η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και οι κυβερνήσεις των περιφερειών και κοινοτήτων του Βελγίου συνήψαν το 2013 συμφωνία συνεργασίας, με στόχο τον καθορισμό γενικών και επιμέρους πολυετών δημοσιονομικών πορειών που θα παρακολουθούνται από το Ανώτατο Συμβούλιο Οικονομικών. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν κατέληξε σε επίσημη συμφωνία επί δημοσιονομικών κατευθύνσεων, ούτε καθιέρωσε επαρκή μέτρα διασφάλισης όσον αφορά τον εποπτικό ρόλο του Ανώτατου Συμβουλίου Οικονομικών. Αυτή η έλλειψη συντονισμού για τον επιμερισμό των προσπαθειών υπονομεύει τη βιωσιμότητα της συνολικής πορείας της χώρας προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου του, όπως ορίζεται στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017.

(12)

Παρά το μακροπρόθεσμο δυναμικό τόνωσης της ανάπτυξης που διαθέτουν, οι δημόσιες επενδύσεις είναι πολύ χαμηλές σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ιδίως σε σχέση με το σύνολο των δημόσιων δαπανών. Όχι μόνο είναι χαμηλό το κεφαλαιακό απόθεμα του δημοσίου, αλλά έχει διαβρωθεί και η ποιότητα των δημοσίων υποδομών. Δεδομένης της πολύ σοβαρής δημοσιονομικής στενότητας για όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης, η διατήρηση επαρκών περιθωρίων για επενδύσεις εξαρτάται από την αναδιάρθρωση της σύνθεσης των συνολικών δημόσιων δαπανών μέσω βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των δημόσιων υπηρεσιών και πολιτικών και συγκράτησης της ταχείας αύξησης για ορισμένες δαπάνες.

(13)

Το Βέλγιο σημείωσε σημαντική πρόοδο στη μεταρρύθμιση του συστήματος καθορισμού των μισθών. Η αναθεώρηση του νόμου του 1996 που ρυθμίζει τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις αποσκοπεί στη διασφάλιση της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας κόστους που επιτεύχθηκε χάρη στις πρόσφατες προσπάθειες συγκράτησης των μισθών. Οι πιο συντηρητικές βασικές προβολές και οι ενσωματωμένες εκ των προτέρων προσαρμογές στον υπολογισμό του μισθολογικού κανόνα σημαίνουν ότι το αναθεωρημένο πλαίσιο αποτελεί σημαντική συμβολή στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους του Βελγίου σε σχέση με τους βασικούς εμπορικούς εταίρους εντός της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, η μεταρρύθμιση παρέχει περισσότερες εγγυήσεις ως προς το ότι τα κυβερνητικά μέτρα για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας θα επιδράσουν θετικά στην ανταγωνιστικότητα κόστους, διευρύνει δε τον ρόλο της κυβέρνησης όσον αφορά την πρόληψη αρνητικής εξέλιξης στην ανταγωνιστικότητα κόστους λόγω υπερβολικού πληθωρισμού. Το πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων προβλέπει στενή παρακολούθηση της εξέλιξης των μισθών και της παραγωγικότητας, καθώς και άλλων συντελεστών ανταγωνιστικότητας κόστους και ανταγωνιστικότητας μη σχετιζόμενης με το κόστος, από τις οργανώσεις κοινωνικών εταίρων που εκπροσωπούνται στο Κεντρικό Συμβούλιο Εθνικής Οικονομίας. Καθώς η πρακτική της σύνδεσης της εξέλιξης των μισθών με τον πληθωρισμό είναι ακόμη ευρέως διαδεδομένη σε πολλούς τομείς, στο πλαίσιο της διευρυνόμενης απόκλισης του πληθωρισμού μεταξύ Βελγίου και γειτονικών χωρών οι αλλαγές στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος θα εξακολουθήσουν να παρακολουθούνται στενά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

(14)

Έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και οι περαιτέρω περιορισμοί της πρόωρης συνταξιοδότησης ενθαρρύνουν τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην εργασία. Οι σταδιακές μειώσεις της φορολογικής επιβάρυνσης συνέβαλαν στην αύξηση των ποσοστών απασχόλησης. Η δημιουργία θέσεων απασχόλησης υπήρξε δυναμική, τροφοδοτήθηκε δε από την οικονομική ανάπτυξη και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους. Τούτο αντικατοπτρίζει επίσης τη μείωση της φορολόγησης της εργασίας και τη συγκράτηση των μισθών, που συνέβαλαν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους εργασίας των βελγικών εταιρειών. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένες διαρθρωτικές αδυναμίες. Τα ποσοστά μετάβασης από την ανεργία ή την αεργία στην απασχόληση είναι χαμηλά και το συνολικό ποσοστό απασχόλησης εξακολουθεί να επιβαρύνεται από τις πενιχρές επιδόσεις συγκεκριμένων ομάδων. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για τα άτομα με χαμηλή ειδίκευση, τους νέους, τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας και τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, όπως είναι οι εργαζόμενοι που έχουν γεννηθεί εκτός ΕΕ αλλά και οι μετανάστες δεύτερης γενιάς. Τα αποτελέσματα ως προς την απασχόληση ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, ακόμη και μετά από προσαρμογή τους βάσει άλλων ατομικών χαρακτηριστικών, είναι από τα χειρότερα στην Ένωση. Ειδικότερα, η διαφορά στα ποσοστά απασχόλησης για όσους έχουν γεννηθεί εκτός ΕΕ είναι η υψηλότερη στην ΕΕ: το ποσοστό απασχόλησης για την ηλικιακή ομάδα 20-64 ήταν 49,1 % το 2016, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους γηγενείς ανερχόταν σε 70,2 %, ήταν δε ακόμη χαμηλότερο για τις γυναίκες που έχουν γεννηθεί εκτός ΕΕ (39,1 %). Το 2015 ο κίνδυνος φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού για όσους έχουν γεννηθεί εκτός ΕΕ ήταν 50,7 %, ενώ για τους γηγενείς ήταν 17 %. Αυτές οι σημαντικές διαφορές στην απασχόληση μεταξύ συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων εξακολουθούν να οδηγούν σε χρόνια υποχρησιμοποίηση του εργατικού δυναμικού. Μολονότι οι εν εξελίξει περιφερειακές μεταρρυθμίσεις των προγραμμάτων παροχής κινήτρων στον τομέα της απασχόλησης αποσκοπούν στον εξορθολογισμό και την προσαρμογή του συστήματος, η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας των πολιτικών επιλογών που πραγματοποιούνται πρέπει να παρακολουθείται σε τακτική βάση. Ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των πολιτικών που χαράσσονται για τις ομάδες-στόχους μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα μη αναμενόμενα οφέλη ή μετατόπιση του οφέλους. Ο συντονισμός και η επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων επιπέδων πολιτικής και εντός κάθε επιπέδου είναι επίσης σημαντικά για την αποτελεσματικότητα των στοχευμένων πολιτικών. Οι φόροι, περιλαμβανομένων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για τους χαμηλότερους μισθούς και της διακοπής των κοινωνικών παροχών κατά την είσοδο στην αγορά εργασίας ή την αύξηση των ωρών εργασίας, μπορεί να δημιουργήσουν παγίδες αεργίας και χαμηλών αμοιβών.

(15)

Έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις στους τομείς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης που αποσκοπούν στη βελτίωση της ισότητας, των βασικών δεξιοτήτων και της ποιότητας της εκπαίδευσης. Ωστόσο, παρά τις καλές επιδόσεις, κατά μέσον όρο, σε σύγκριση με τα διεθνή δεδομένα, το ποσοστό των μαθητών με τις καλύτερες επιδόσεις μεταξύ των νέων ηλικίας 15 ετών μειώθηκε, ενώ το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις αυξήθηκε. Επιπλέον, οι εκπαιδευτικές ανισότητες που σχετίζονται με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο είναι πάνω από τον μέσον όρο της Ένωσης και του ΟΟΣΑ. Η διαφορά στις επιδόσεις λόγω προέλευσης από οικογένειες μεταναστών είναι επίσης μεγάλη, ενώ η δεύτερη γενιά έχει ελαφρώς, μόνο, καλύτερες επιδόσεις από την πρώτη γενιά, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το ιδιαίτερο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Η αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων θα απαιτήσει επομένως ευρεία πολιτική ανταπόκριση, πέραν του εκπαιδευτικού συστήματος. Η έντονη αύξηση του σχολικού πληθυσμού, ιδίως μεταξύ των μαθητών που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών (το ποσοστό τους αυξήθηκε από 15,1 % το 2012 σε 17,7 % το 2015), θα θέσει πιο επιτακτικά το ζήτημα της ισότητας. Επίσης, το Βέλγιο αντιμετωπίζει αναδυόμενη έλλειψη εκπαιδευτικών, και οι εκπαιδευτικοί δεν λαμβάνουν πάντα σωστή προετοιμασία ή υποστήριξη ώστε να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες ενός όλο και πιο ποικιλόμορφου σχολικού πληθυσμού. Οι κύριοι λόγοι είναι η δυσκολία προσέλκυσης των καταλληλότερων φοιτητών και υποψηφίων για το εν λόγω επάγγελμα· το υψηλό ποσοστό αποχώρησης νεοδιοριζόμενων εκπαιδευτικών· και η μη διαθεσιμότητα για διδασκαλία ποσοστού των εκπαιδευτικών. Επίσης, η, τριετής σήμερα, διάρκεια αρχικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών στο Βέλγιο είναι σχετικά σύντομη. Οι μεταρρυθμίσεις στους τομείς της εκπαίδευσης και κατάρτισης έχουν καίρια σημασία ώστε να βελτιωθεί η συμμετοχή στην αγορά εργασίας νέων χαμηλής ειδίκευσης και να στηριχτεί η μετάβαση προς μια οικονομία έντασης γνώσης.

(16)

Η μη σχετιζόμενη με το κόστος διάσταση της ανταγωνιστικότητας εξακολουθεί να χρειάζεται βελτιώσεις. Τα υψηλότερα κέρδη παραγωγικότητας και η μεγαλύτερη επένδυση στο κεφάλαιο της γνώσης, ιδίως για την υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών, έχουν ουσιαστική σημασία από την άποψη αυτή. Αν και το δημόσιο σύστημα έρευνας είναι υψηλής ποιότητας, για καλύτερες επιδόσεις στον τομέα της καινοτομίας θα χρειαζόταν μεγαλύτερη διάδοση της γνώσης σε λιγότερο παραγωγικούς τομείς. Όλες οι ομόσπονδες οντότητες αναγνωρίζουν αυτή την ανάγκη και κατά τα τελευταία έτη έχουν υιοθετήσει διαφορετικές στρατηγικές και μέτρα για την προώθηση της καινοτομίας. Ωστόσο, για να προωθηθούν οι εξελίξεις αυτές, θα μπορούσαν να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών που διαμορφώνουν το πλαίσιο για την καινοτομία. Επιπλέον, φαίνεται ότι υπάρχει πεδίο βελτίωσης της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας όσον αφορά τη δημόσια στήριξη της έρευνας και της καινοτομίας στο Βέλγιο, ιδίως με την αξιολόγηση πιθανών φαινομένων παραγκωνισμού και με την περαιτέρω απλούστευση του όλου συστήματος.

(17)

Έχει σημειωθεί περιορισμένη πρόοδος όσον αφορά την άρση των περιορισμών λειτουργίας και εγκατάστασης στο λιανικό εμπόριο. Μετά την έκτη κρατική μεταρρύθμιση, με την οποία μεταβιβάστηκαν στις περιφέρειες αρμοδιότητες όσον αφορά την εγκατάσταση καταστημάτων λιανικής πώλησης, έχουν τεθεί σε εφαρμογή νέες περιφερειακές νομοθετικές διατάξεις για την απλούστευση της διοικητικής διαδικασίας χορήγησης άδειας. Ωστόσο, το περιθώριο ερμηνείας ορισμένων διατάξεων είναι ευρύ, κάτι που υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε αδικαιολόγητους φραγμούς εισόδου στην αγορά. Οι τιμές καταναλωτή εξακολουθούν να είναι υψηλότερες σε σχέση με τα γειτονικά κράτη μέλη, πέρα από το επίπεδο που θα μπορούσε να εξηγηθεί από το αυξημένο κόστος εργασίας. Μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων θα ήταν απαραίτητη, ώστε να διασφαλισθεί ότι οι καταναλωτές μπορούν να επωφελούνται από μια ανταγωνιστική αγορά και από χαμηλότερες τιμές.

(18)

Τα υψηλά επίπεδα ρύθμισης της αγοράς στον τομέα των βιομηχανιών δικτύου και ορισμένων επαγγελματικών υπηρεσιών περιορίζουν τον ανταγωνισμό στο Βέλγιο, ιδίως για τους κτηματομεσίτες, τους αρχιτέκτονες και τους λογιστές. Στους φραγμούς περιλαμβάνονται περιορισμοί στο μετοχικό κεφάλαιο και την εταιρική μορφή για τους αρχιτέκτονες, επιπλέον των λοιπών απαιτήσεων· οι κανόνες περί ασυμβίβαστου που απαγορεύουν την ταυτόχρονη άσκηση οποιασδήποτε άλλης οικονομικής δραστηριότητας για όλα τα είδη λογιστικών επαγγελμάτων· περιορισμοί πρόσβασης στο επάγγελμα του κτηματομεσίτη· και περιορισμοί όσον αφορά την κατοχή μετοχικού κεφαλαίου και τα δικαιώματα ψήφου. Η μείωση των εν λόγω φραγμών θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού, οδηγώντας στην είσοδο περισσότερων επιχειρήσεων στην αγορά και σε οφέλη για τους καταναλωτές μέσω των χαμηλότερων τιμών. Η Επιτροπή παρουσίασε δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση των φραγμών στις αγορές υπηρεσιών τον Ιανουάριο του 2017. Η εν λόγω δέσμη περιλαμβάνει διάφορες συστάσεις μεταρρυθμίσεων προς το Βέλγιο για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων.

(19)

Το δίκτυο μεταφορών αποτελεί ένα από τα πλέον επείγοντα επενδυτικά κενά. Υπάρχει αυξανόμενο πρόβλημα κυκλοφοριακής συμφόρησης κατά τις ώρες αιχμής, το οποίο υπονομεύει την ελκυστικότητα της χώρας για τους ξένους επενδυτές και έχει σημαντικό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος. Επίσης, το Βέλγιο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και δεν αναμένεται να επιτύχει τον στόχο για μείωση των εκπομπών εκτός ΣΕΔΕ κατά 15 % το 2020 σε σύγκριση με το 2005, αν και κατά πάσα πιθανότητα θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την ενωσιακή νομοθεσία για το κλίμα αξιοποιώντας τις υπάρχουσες διατάξεις ευελιξίας. Οι πιο επείγουσες προκλήσεις είναι η αναβάθμιση των βασικών υποδομών σιδηροδρομικών και οδικών μεταφορών και η εξάλειψη των κενών στη σύνδεση μεταξύ των κύριων οικονομικών κέντρων. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί η συμφόρηση κατά τις ώρες αιχμής με βελτίωση των δημόσιων μεταφορών, βελτιστοποίηση της διαχείρισης της κυκλοφορίας και εξάλειψη των στρεβλώσεων της αγοράς και των αρνητικών φορολογικών κινήτρων, όπως η ευνοϊκή μεταχείριση των εταιρικών αυτοκινήτων. Μια άλλη πρόκληση αφορά την επάρκεια της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και την ασφάλεια του εφοδιασμού εν γένει. Οι μη προγραμματισμένες διακοπές λειτουργίας διαφόρων πυρηνικών εγκαταστάσεων είχαν εγείρει ανησυχίες όσον αφορά τον τρόπο εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η κατ’ επανάληψη αναθεώρηση του χρονοδιαγράμματος σταδιακής κατάργησης των πυρηνικών μονάδων συνεχίζει να δημιουργεί ένα κλίμα που δεν ευνοεί τη λήψη μακροπρόθεσμων επενδυτικών αποφάσεων. Μολονότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι εφοδιασμού έχουν μειωθεί, κυρίως με την αύξηση του στρατηγικού αποθέματος, και έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος όσον αφορά την αύξηση των διασυνδέσεων, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές επενδυτικές ανάγκες σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Πέρα από την περαιτέρω αύξηση των διασυνδέσεων, χρειάζονται ευφυή δίκτυα για την ανάπτυξη της διαχείρισης από την πλευρά της ζήτησης. Λόγω του σημαντικού χρονικού διαστήματος που απαιτείται μέχρι την παράδοση έργων στον τομέα της ενέργειας και της μεγάλης ανάγκης για αντικατάσταση δυναμικότητας κατά την επόμενη δεκαετία, θα χρειαστεί ταχεία δράση, ιδίως με τη μορφή ενός κατάλληλου νομικού πλαισίου που θα προωθεί και την ανάπτυξη ευέλικτων ικανοτήτων (παραγωγής, αποθήκευσης και διαχείρισης της ζήτησης).

(20)

Το Βέλγιο έχει σημειώσει κάποια πρόοδο όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, ιδίως με τη μετατόπιση της φορολογίας από την εργασία σε άλλες φορολογικές βάσεις, η οποία θα μειώσει σταδιακά τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας. Η φορολόγηση της εργασίας, περιλαμβανομένων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, μειώνεται σταδιακά μεταξύ 2016 και 2020. Τα αποτελέσματα της εν εξελίξει φορολογικής μεταρρύθμισης αρχίζουν να γίνονται ορατά. Ωστόσο, το φορολογικό σύστημα παραμένει περίπλοκο, με φορολογικές βάσεις που έχουν διαβρωθεί από ειδικές απαλλαγές, εκπτώσεις και μειωμένους συντελεστές. Ορισμένα από αυτά συνεπάγονται απώλειες εσόδων, οικονομικές στρεβλώσεις και βαρύ διοικητικό φόρτο. Η μετατόπιση της φορολογίας δεν φαίνεται να είναι ουδέτερη από δημοσιονομική άποψη, δεδομένου ότι η μείωση της φορολόγησης της εργασίας αντισταθμίζεται εν μέρει μόνον με την αύξηση άλλων φόρων, συμπεριλαμβανομένων των φόρων κατανάλωσης. Υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο βελτίωσης του σχεδιασμού του φορολογικού συστήματος με περαιτέρω διεύρυνση των φορολογικών βάσεων, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα για μείωση τόσο των εκ του νόμου προβλεπόμενων συντελεστών όσο και των στρεβλώσεων. Υπάρχουν επίσης σημαντικές δυνατότητες «πράσινης» μετατόπισης της φορολογίας, οι οποίες προκύπτουν από, μεταξύ άλλων, την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση των εταιρικών αυτοκινήτων και των καρτών καυσίμων, που εμποδίζουν την περαιτέρω πρόοδο στην αντιμετώπιση της συμφόρησης, της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η κυβέρνηση προβλέπει αλλαγές στο σύστημα των εταιρικών αυτοκινήτων, αλλά το περιβαλλοντικό όφελος της εν λόγω μεταρρύθμισης είναι πιθανό να είναι περιορισμένο.

(21)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής του Βελγίου και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς το Βέλγιο κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στο Βέλγιο, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(22)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (7) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στο Βέλγιο να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να καταβάλει ουσιαστική δημοσιονομική προσπάθεια το 2018, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να ενισχυθεί η συνεχιζόμενη ανάκαμψη και να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών του Βελγίου. Να χρησιμοποιήσει τα έκτακτα έσοδα, όπως έσοδα από την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, για να επιταχύνει τη μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης. Να συμφωνήσει σχετικά με αναγκαστικά εφαρμοστέα κατανομή δημοσιονομικών στόχων μεταξύ των βαθμίδων διακυβέρνησης και να διασφαλίσει ανεξάρτητη δημοσιονομική παρακολούθηση. Να εξαλείψει τις στρεβλωτικές φορολογικές δαπάνες. Να βελτιώσει τη σύνθεση των δημοσίων δαπανών, προκειμένου να δημιουργηθούν περιθώρια επενδύσεων σε έργα υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών μεταφορών.

2.

Να διασφαλίσει ότι οι πιο μειονεκτούσες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, έχουν ίσες ευκαιρίες πρόσβασης σε ποιοτική εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση και στην αγορά εργασίας.

3.

Να προωθήσει τις επενδύσεις στο κεφάλαιο της γνώσης, κυρίως μέσω μέτρων για την αύξηση της αξιοποίησης των ψηφιακών τεχνολογιών και μέσω διάδοσης της καινοτομίας. Να αυξήσει τον ανταγωνισμό στις αγορές επαγγελματικών υπηρεσιών και στον τομέα του λιανικού εμπορίου και να ενισχύσει τους μηχανισμούς της αγοράς στις βιομηχανίες δικτύου.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με τη χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε διάστημα τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(7)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/7


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Βουλγαρίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Βουλγαρίας για το 2017

(2017/C 261/02)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Βουλγαρία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2017 για τη Βουλγαρία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Βουλγαρίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Βουλγαρίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Βουλγαρία εμφανίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, η Βουλγαρία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ανισορροπίες που συνδέονται με εναπομένουσες αδυναμίες του χρηματοπιστωτικού τομέα και υψηλό εταιρικό δανεισμό σε συνθήκες υψηλής μακροχρόνιας ανεργίας.

(3)

Η Βουλγαρία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017 στις 17 Μαΐου 2017, μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας.

(4)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Η Βουλγαρία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017, η κυβέρνηση, έχοντας ως αφετηρία ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση το 2016, προβλέπει ονομαστικό έλλειμμα 0,6 % του ΑΕΠ το 2017. Το ονομαστικό έλλειμμα προβλέπεται να βελτιωθεί ελαφρώς σε 0,5 % του ΑΕΠ το 2018 και θα μετατραπεί σε μικρό πλεόνασμα στη συνέχεια. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα ύψους 1 % του ΑΕΠ— σχεδιάζεται να τηρηθεί με ένα περιθώριο απόκλισης καθ’ όλη την περίοδο του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017, ο δείκτης του χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά από 29,5 % του ΑΕΠ το 2016 σε 23,8 % το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές.

(6)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στη Βουλγαρία να επιτύχει, για το 2017, ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή 0,5 % του ΑΕΠ προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Τα απολογιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η Βουλγαρία είχε ήδη ξεπεράσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2016. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να αναστραφεί από πλεόνασμα 0,1 % του ΑΕΠ το 2016 σε έλλειμμα 0,4 % του ΑΕΠ το 2017 και 0,3 % του ΑΕΠ το 2018, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Παρά την εν λόγω επιδείνωση, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να παραμείνει υψηλότερο από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο και κατά τα δύο έτη. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Βουλγαρία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2017 και το 2018.

(7)

Οι προσπάθειες για βελτίωση της είσπραξης των φόρων είναι σε εξέλιξη. Παρά τις βελτιώσεις, η φορολογική συμμόρφωση εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση. Η παραοικονομία και η αδήλωτη εργασία εξακολουθούν να είναι υψηλές. Η διοικητική επιβάρυνση φορολογικού χαρακτήρα έχει μειωθεί αλλά παραμένει σημαντική. Τα μέτρα για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας φαίνεται να έχουν αποφέρει μέχρι τώρα περιορισμένα αποτελέσματα και δεν υπάρχουν ενδείξεις για σημαντικές βελτιώσεις όσον αφορά την οικειοθελή φορολογική συμμόρφωση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιβολή των κανόνων φαίνεται να είναι ζωτικής σημασίας, όχι μόνο για να εφαρμόζονται οι έλεγχοι, αλλά και για να ενισχύεται η πρόληψη της μη τήρησης των φορολογικών υποχρεώσεων. Το σχέδιο δράσης για την ενιαία εθνική στρατηγική 2015-2017, που έχει στόχο να βελτιωθεί η είσπραξη των φόρων, να αντιμετωπιστεί η παραοικονομία και να μειωθεί το κόστος συμμόρφωσης, φαίνεται να είναι χρήσιμο εργαλείο, ιδίως για την αξιολόγηση και τη βελτίωση του συντονισμού και της αποτελεσματικότητας των διαφόρων διοικητικών φορέων που εργάζονται στον τομέα της φορολογίας. Μια εκ των υστέρων ανάλυση των επιπτώσεων των συγκεκριμένων μέτρων θα μπορούσε να συμβάλει στην ορθή αξιολόγηση, σχεδίαση και στοχοθέτηση των μελλοντικών μέτρων φορολογικής συμμόρφωσης. Τα εν λόγω μέτρα θα συμπεριληφθούν σε μια συνολική ενιαία εθνική στρατηγική που θα αντικαταστήσει την τρέχουσα στρατηγική, η οποία λήγει στο τέλος του 2017.

(8)

Οι βουλγαρικές αρχές, σε διαβούλευση και συνεργασία με τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, διενήργησαν ελέγχους ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού και προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων του τραπεζικού και ασφαλιστικού τομέα, καθώς και επανεξέταση των στοιχείων ενεργητικού των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων. Ενώ τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τη συνολική ευρωστία των εν λόγω τομέων, επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη τρωτών σημείων, μεταξύ άλλων και σε ορισμένα συστημικά ιδρύματα. Δεδομένου ότι τα επακόλουθα μέτρα δεν έχουν ακόμη τεθεί πλήρως σε εφαρμογή, η πηγή της τρωτότητας παραμένει. Επιπλέον, ορισμένα θέματα, συμπεριλαμβανομένης της αποτίμησης των μη ευχερώς ρευστοποιήσιμων χρηματοπιστωτικών μέσων και περιουσιακών στοιχείων, καθώς και των ανοιγμάτων με συνδεόμενα μέρη, δεν είχαν αντιμετωπιστεί πλήρως από τους τρεις ελέγχους. Οι εποπτικές αρχές θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μια πιο συντηρητική προσέγγιση για την αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων. Τα εκκρεμή ζητήματα στον τομέα των ασφαλίσεων περιλαμβάνουν επίσης τη μεταχείριση ορισμένων αντασφαλιστικών συμβάσεων, ορισμένες ασφαλιστικές εισπρακτέες απαιτήσεις και την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου.

(9)

Για να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο επανεμφάνισης παρόμοιων ανισορροπιών στο μέλλον, τα μέτρα για τη βελτίωση της εποπτείας των τραπεζών θα πρέπει να οριστικοποιηθούν, ενώ απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για τη βελτίωση της εποπτείας του μη τραπεζικού τομέα. Η αντιμετώπιση των περιουσιακών στοιχείων που αποτιμώνται δύσκολα και των επισφαλών επιχειρηματικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένης της δανειοδότησης συνδεδεμένων μερών, παραμένει μία από τις βασικές προκλήσεις για τις αρχές. Η Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας έχει δρομολογήσει ένα σχέδιο για τη μεταρρύθμιση και την ανάπτυξη της τραπεζικής εποπτείας, με βάση, μεταξύ άλλων, τα πορίσματα της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ. Το σχέδιο αυτό έχει πλέον τεθεί σε εφαρμογή, αλλά ενδέχεται να χρειαστεί να τροποποιηθεί με βάση τα πορίσματα του Προγράμματος Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα. Οι αδυναμίες στην εποπτεία που στοιχειοθετήθηκαν βάσει του ελέγχου του ασφαλιστικού τομέα και της επανεξέτασης των συνταξιοδοτικών ταμείων καθιστούν εμφανές ότι είναι ανάγκη η Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας να αναπτύξει και να εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ενίσχυσης της εποπτείας, μεταξύ άλλων μέσω της βελτίωσης της εσωτερικής της διακυβέρνησης και λειτουργίας. Για να εξασφαλιστεί η πλήρης αξιοπιστία, ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να στηρίζεται στις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές στον εν λόγω τομέα και να εκπονηθεί και να υλοποιηθεί σε στενή συνεργασία με τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς φορείς, ενσωματώνοντας εισροές από τρίτους παρόχους υπηρεσιών ανάλογα με τις ανάγκες.

(10)

Το εταιρικό χρέος παραμένει υψηλό (πολύ υψηλότερο από εκείνο των ομολόγων χωρών), επιβαρύνοντας τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων και περιορίζοντας δυνητικά την πιστωτική ζήτηση και τις επενδύσεις σε μεσοπρόθεσμη βάση. Για να μειωθεί το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων εταιρικών δανείων, το οποίο παραμένει υψηλό, οι αρχές θα πρέπει να διευκολύνουν τη διαδικασία αναδιάρθρωσης των δανείων των τραπεζών με βάση ένα ολοκληρωμένο σύνολο εργαλείων. Για παράδειγμα, η επιτάχυνση της μεταρρύθμισης του πλαισίου αφερεγγυότητας θα βελτιώσει το νομικό περιβάλλον για την αντιμετώπιση επισφαλών δανείων και την παροχή ευκαιριών εξωδικαστικής αναδιάρθρωσης. Πέραν του πλαισίου αφερεγγυότητας, η εργαλειοθήκη θα μπορούσε να περιλαμβάνει εποπτική καθοδήγηση προς τράπεζες με ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων. Θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει δράσεις για να καταστούν πιο διαφανή τα δεδομένα σχετικά με την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων ως συμβολή στην εμβάθυνση της δευτερογενούς αγοράς για μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

(11)

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην αγορά εργασίας ήταν θετικές, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν διαρθρωτικά προβλήματα. Το εργατικό δυναμικό συνεχίζει να συρρικνώνεται λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μετανάστευση. Καθώς η οικονομία είναι σε διαδικασία διαρθρωτικών αλλαγών, είναι ουσιώδες να αξιοποιηθεί καλύτερα το αχρησιμοποίητο εργατικό δυναμικό. Επί του παρόντος, η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από μεγάλο μερίδιο μακροχρόνια ανέργων στο συνολικό ποσοστό ανεργίας και από υψηλή αεργία, περιορισμένη ενσωμάτωση των νέων στην αγορά εργασίας, καθώς και ελλείψεις και αναντιστοιχίες δεξιοτήτων. Ενώ το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης το 2015, το ποσοστό της μακροχρόνιας ανεργίας και το ποσοστό των νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, καθώς και το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης των ατόμων με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές προκλήσεις. Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, οι ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας δεν είναι επαρκώς προσανατολισμένες προς τις μειονεκτούσες ομάδες και τις ανάγκες τους, γεγονός το οποίο εμποδίζει την απασχολησιμότητά τους. Επιπλέον, η ανεπαρκής ενοποίηση των υπηρεσιών απασχόλησης και των κοινωνικών υπηρεσιών για τους δικαιούχους κοινωνικών παροχών, μπορεί να περιορίσει τη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας.

(12)

Η βελτίωση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων και η ενίσχυση της παροχής υψηλής ποιότητας κανονικής εκπαίδευσης, χωρίς αποκλεισμούς, εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση, με πιθανές συνέπειες για τη φτώχεια. Ενώ ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για τα παιδιά έχει μειωθεί ελαφρώς, παραμένει ένας από τους υψηλότερους στην Ένωση και συνδέεται στενά με το επίπεδο εκπαίδευσης των γονέων. Οι επιδόσεις στις βασικές δεξιότητες, όπως μετρώνται από το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών του ΟΟΣΑ για το 2015 (PISA), δείχνουν ότι το ποσοστό μαθητών με μειωμένες επιδόσεις στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες εξακολουθεί να είναι ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση. Η προβλεπόμενη μεθοδολογία για τη βελτίωση της σχολικής χρηματοδότησης δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί. Η εν λόγω μεθοδολογία στοχεύει σε δικαιότερα αποτελέσματα, μέσω πρόσθετης στήριξης σχολείων με χαμηλές επιδόσεις. Τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες με χαμηλότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση, ιδίως οικογένειες Ρομά, δεν έχουν εκ των πραγμάτων ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της προσχολικής εκπαίδευσης. Η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση είναι υπό μεταρρύθμιση, αλλά η ποιότητά της και η συνεργασία με τις επιχειρήσεις και τους κοινωνικούς εταίρους είναι ανεπαρκής. Το διττό σύστημα εκπαίδευσης εξακολουθεί να τίθεται σε εφαρμογή. Η χρηματοδότηση βάσει επιδόσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επιδιώκει να βελτιώσει την ποιότητα και τη σχέση με την αγορά εργασίας.

(13)

Η περιορισμένη προσβασιμότητα, η χαμηλή χρηματοδότηση, η μετανάστευση των επαγγελματιών και τα πενιχρά αποτελέσματα στον τομέα της υγείας εξακολουθούν να συνιστούν βασικές προκλήσεις για το σύστημα υγείας. Η χαμηλή κάλυψη ασφάλισης ασθένειας, συμπεριλαμβανομένης της χαμηλής δημόσιας κάλυψης των ιατρικών υπηρεσιών σε εξωτερικά ιατρεία και των υψηλών άμεσων πληρωμών από τους ασθενείς, καθιστούν δύσκολη για ορισμένους την πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Τα πρόσφατα μέτρα, όπως η σύναψη επιλεκτικών συμβάσεων νοσοκομειακών υπηρεσιών με βάση τον Εθνικό Χάρτη Υγείας, έχουν τη δυνατότητα, εάν εφαρμοστούν πλήρως. να βελτιώσουν την ισότιμη πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

(14)

Ο κατώτατος μισθός στη Βουλγαρία, παρότι παραμένει ο χαμηλότερος στην Ένωση, έχει αυξηθεί σημαντικά από το 2011. Έχει επιτευχθεί περιορισμένη πρόοδος όσον αφορά τη δημιουργία ενός αντικειμενικού μηχανισμού, παρά το ότι οι εργοδότες και τα συνδικάτα συμφωνούν για τα κριτήρια. Η απουσία διαφανούς μηχανισμού, που να λαμβάνει υπόψη τα οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια, τις συνθήκες της αγοράς εργασίας και τη θεσμική πτυχή της εφαρμογής τους, ενδέχεται να θέτουν σε κίνδυνο τη σωστή ισορροπία μεταξύ των στόχων στήριξης της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας, αφενός, και διασφάλισης του εργατικού εισοδήματος, αφετέρου. Παρά ορισμένες εντάσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων κατά τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις για τα ελάχιστα όρια κοινωνικής ασφάλισης για το 2017, ο κοινωνικός διάλογος στη χώρα παραμένει σε ισχύ.

(15)

Το υψηλό ποσοστό ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού εξακολουθεί να αποτελεί μεγάλη οικονομική και κοινωνική πρόκληση. Η Βουλγαρία εξακολουθεί να είναι το φτωχότερο κράτος μέλος στην Ένωση, ενώ πληθυσμιακές ομάδες που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, όπως οι Ρομά, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα που ζουν σε αγροτικές περιοχές, πλήττονται δυσανάλογα. Μετά από πολλά χρόνια σημαντικής βελτίωσης, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους ηλικιωμένους επιδεινώθηκε σημαντικά. Οι ηλικιωμένες γυναίκες διατρέχουν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, δεδομένων των, κατά κανόνα, βραχύτερων περιόδων καταβολής συνταξιοδοτικών εισφορών. Ενώ η κατάσταση της σχετικής φτώχειας των παιδιών έχει βελτιωθεί, τα επίπεδα φτώχειας εντός της ομάδας αυτής εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλά. Η αποϊδρυματοποίηση των παιδιών διατηρεί τη δυναμική της με την έγκριση του νέου σχεδίου δράσης. Ωστόσο, η διαδικασία όσον αφορά τους ενηλίκους και τα άτομα με αναπηρίες εξακολουθεί να υπολείπεται των προσδοκιών. Η εισοδηματική ανισότητα αποτελεί σημαντικό και διογκούμενο πρόβλημα. Η αναλογία του εισοδήματος του πλουσιότερου 20 % των νοικοκυριών προς το εισόδημα του φτωχότερου 20 % αυξήθηκε από 6,1 το 2012 σε 7,1 το 2015 και είναι από τις υψηλότερες στην Ένωση. Στη Βουλγαρία, η διαφορά της εισοδηματικής ανισότητας πριν και μετά τους φόρους και τις κοινωνικές μεταβιβάσεις είναι μεταξύ των μικρότερων στην Ένωση. Το σύστημα κοινωνικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένου του γενικού συστήματος ελάχιστου εισοδήματος, δεν παρέχει επαρκή στήριξη. Η κάλυψη των ατόμων που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές παραμένει χαμηλή, με πολύ περιοριστικές προϋποθέσεις εισόδου. Το επίπεδο του ελάχιστου εισοδήματος παραμένει χαμηλό. Δεν έχει αναπροσαρμοστεί από το 2009 και δεν έχει διαφανή μηχανισμό προσαρμογής.

(16)

Τα μέτρα για τη βελτίωση του συστήματος δημόσιων προμηθειών έχουν ληφθεί, αλλά δεν έχει διαπιστωθεί ακόμη η συγκεκριμένη προστιθέμενη αξία τους. Πρέπει να διασφαλιστεί η κατάλληλη και αποτελεσματική εφαρμογή του νέου συστήματος εκ των προτέρων ελέγχων βάσει κινδύνου. Η εφαρμογή των συστάσεων που περιέχει η επανεξέταση του συστήματος προσφυγών εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση, δεδομένου ότι οι αποτελεσματικές διαδικασίες προσφυγής είναι το κλειδί για την υλοποίηση σημαντικών έργων. Μετά την αξιολόγησή της, η διοικητική ικανότητα της Υπηρεσίας Δημόσιων Προμηθειών θα πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να αποτυπώνει τις λειτουργίες της εν λόγω Υπηρεσίας. Επιπλέον, η διοικητική ικανότητα των αναθετουσών αρχών θα πρέπει να ενισχυθεί, μεταξύ άλλων μέσω της αξιοποίησης της μεθοδολογικής υποστήριξης που παρέχει η Υπηρεσία Δημόσιων Προμηθειών και των κεντρικών και/ή επικουρικών δραστηριοτήτων αγορών που παρέχουν οι Κεντρικές Αρχές Αγορών για την κεντρική διοίκηση, τους δήμους και τον τομέα της υγείας. Οι εργασίες για την εφαρμογή των ηλεκτρονικών δημόσιων προμηθειών, προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια των δημόσιων προμηθειών, πρέπει να ολοκληρωθούν. Η διασφάλιση της αμεροληψίας των δημόσιων διαγωνισμών και η πρόληψη τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων εξακολουθούν να αποτελούν πηγή σημαντικών ανησυχιών. Παρά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των δημόσιων οργανισμών παραμένει περιορισμένη. Το 2016 οριστικοποιήθηκαν μεν ορισμένες νομικές τροποποιήσεις ώστε να δημιουργηθεί το κατάλληλο νομικό πλαίσιο, αλλά η εφαρμογή και υλοποίησή τους με αποτελεσματικό και συστηματικό τρόπο αποτελεί πρόκληση.

(17)

Το 2016, η Βουλγαρία ενέκρινε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να αντιμετωπιστούν οι συνεχιζόμενες ανησυχίες σχετικά με την ανεξαρτησία και την ποιότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις εγκρίθηκαν μόλις πρόσφατα, είναι πολύ νωρίς για να αξιολογηθεί ο αντίκτυπός τους. Απαιτούνται περαιτέρω μέτρα σε διάφορους τομείς. Η διαφθορά επίσης εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή πρόκληση για τη Βουλγαρία και συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά τις επενδύσεις, τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Το 2015 οι αρχές παρουσίασαν μια φιλόδοξη στρατηγική για την καταπολέμηση της διαφθοράς, αλλά η εφαρμογή της βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Η βουλγαρική πολιτική για την καταπολέμηση της διαφθοράς εξακολουθεί να προσκρούει στην αδυναμία και στον κατακερματισμό των θεσμικών οργάνων, στα πενιχρά αποτελέσματα όσον αφορά την άσκηση διώξεων σε υποθέσεις διαφθοράς υψηλού επιπέδου και στην ισχνή κοινοβουλευτική στήριξη των μεταρρυθμίσεων. Στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου (4), η Βουλγαρία λαμβάνει συστάσεις για τη δικαστική μεταρρύθμιση και την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος. Οι τομείς αυτοί δεν καλύπτονται, επομένως, από τις συστάσεις ανά χώρα για τη Βουλγαρία.

(18)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Βουλγαρίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Αξιολόγησε επίσης τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί στη Βουλγαρία κατά τα προηγούμενα έτη.

(19)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Βουλγαρία αναμένεται να συμμορφωθεί με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(20)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της αξιολόγησης αυτής, οι συστάσεις του Συμβουλίου που γίνονται σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 2 και 3 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Βουλγαρία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να βελτιώσει περαιτέρω την είσπραξη των φόρων και τη φορολογική συμμόρφωση, μεταξύ άλλων μέσω ενός ολοκληρωμένου συνόλου μέτρων πέραν του 2017. Να εφαρμόσει αυστηρότερα τα μέτρα που περιορίζουν την έκταση της παραοικονομίας, ιδίως της αδήλωτης εργασίας.

2.

Να λάβει επακόλουθα μέτρα κατόπιν των επανεξετάσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, ιδίως όσον αφορά τις συμβάσεις αντασφάλισης, την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, τα περιουσιακά στοιχεία που αποτιμώνται δύσκολα και τα ανοίγματα με συνδεόμενα μέρη. Να βελτιώσει την τραπεζική και μη τραπεζική εποπτεία μέσω της εφαρμογής ολοκληρωμένων σχεδίων δράσης, σε στενή συνεργασία με ευρωπαϊκούς φορείς. Να διευκολύνει τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων εταιρικών δανείων, που παραμένουν σε υψηλό επίπεδο, με βάση ένα ολοκληρωμένο σύνολο εργαλείων, μεταξύ άλλων με την επίσπευση της μεταρρύθμισης του πλαισίου αφερεγγυότητας και την προώθηση μιας λειτουργικής δευτερογενούς αγοράς για μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

3.

Να βελτιώσει τη στοχοθέτηση των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας και την ενοποίηση των υπηρεσιών απασχόλησης και των κοινωνικών υπηρεσιών για τις μειονεκτούσες ομάδες. Να αυξήσει την παροχή ποιοτικής κανονικής εκπαίδευσης, ιδίως για τους Ρομά. Να αυξήσει την κάλυψη της ασφάλισης υγείας, να μειώσει τις άμεσες πληρωμές από τους ασθενείς και να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις σε επαγγελματίες του τομέα της υγείας. Να θεσπίσει, σε διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, διαφανή μηχανισμό για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού. Να βελτιώσει την κάλυψη και την επάρκεια του ελάχιστου εισοδήματος.

4.

Να εξασφαλίσει την αποτελεσματική υλοποίηση της Εθνικής Στρατηγικής Δημόσιων Προμηθειών 2014-2020.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(4)  Απόφαση 2006/929/EK της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου στη Βουλγαρία όσον αφορά την επίτευξη των ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 58).


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/12


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Τσεχικής Δημοκρατίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Τσεχικής Δημοκρατίας για το 2017

(2017/C 261/03)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Τσεχική Δημοκρατία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Τσεχική Δημοκρατία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Τσεχικής Δημοκρατίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Τσεχικής Δημοκρατίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν εμφανίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες.

(3)

Στις 25 Απριλίου 2017 η Τσεχική Δημοκρατία υπέβαλε το εθνικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και στις 28 Απριλίου 2017 το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Επί του παρόντος η Τσεχική Δημοκρατία υπόκειται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017 η κυβέρνηση σχεδιάζει την επίτευξη δημοσιονομικού πλεονάσματος σε ονομαστικούς όρους κατά την περίοδο 2016-2020. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα ύψους 1,0 % του ΑΕΠ — εξακολουθεί να τηρείται με ένα περιθώριο απόκλισης καθ’ όλη την περίοδο του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης του 2017, ο δείκτης του χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά σε 32,7 % το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές. Μολονότι οι κίνδυνοι όσον αφορά την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων φαίνονται σε γενικές γραμμές ισορροπημένοι, η σημαντική μείωση των δημόσιων επενδύσεων το 2016 σε συνδυασμό με την έναρξη ενός νέου κύκλου των ταμείων της Ένωσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ανάκαμψη των δημόσιων επενδύσεων το 2017. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2017 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να μειωθεί σε 0 % του ΑΕΠ το 2017 και σε -0,2 % του ΑΕΠ το 2018, εξακολουθώντας να υπερβαίνει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Τσεχική Δημοκρατία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2017 και το 2018.

(6)

Η Τσεχική Δημοκρατία εξακολουθεί να εμφανίζει μέτριους κινδύνους για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα μακροπρόθεσμα. Οι κίνδυνοι αυτοί πηγάζουν κυρίως από τις προβλεπόμενες επιπτώσεις των δημόσιων δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού, ιδίως στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και των συντάξεων. Η προβλεπόμενη αύξηση των μακροπρόθεσμων δαπανών για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αποτελεί πηγή ανησυχίας, αφενός, από την άποψη της διακυβέρνησης και, αφετέρου, της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, το οποίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην περισσότερο δαπανηρή ενδονοσοκομειακή περίθαλψη. Επί του παρόντος ορισμένα μέτρα βρίσκονται σε διάφορα στάδια υλοποίησης, αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμα ορατά. Τα μέτρα που θεσπίστηκαν πρόσφατα ή που σχεδιάζονται για την τροποποίηση του συνταξιοδοτικού συστήματος ενδέχεται, αν εφαρμοστούν, να οδηγήσουν σε επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών μακροπρόθεσμα. Πρώτον, το Κοινοβούλιο θέσπισε νομοθεσία που παρέχει στην κυβέρνηση την εξουσία να προσαρμόζει με μεγαλύτερη ευελιξία τον μηχανισμό τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των συντάξεων. Το Κοινοβούλιο συζητεί επίσης προτάσεις για ανώτατο νόμιμο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη και θέσπιση μηχανισμού τακτικής αναθεώρησης για την ηλικία συνταξιοδότησης. Περαιτέρω αλλαγές, όπως μια πιο γενναιόδωρη μέθοδος τιμαριθμικής προσαρμογής των συντάξεων και διαφοροποιημένες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ανάλογα με τον αριθμό παιδιών, είναι επίσης επί του παρόντος υπό συζήτηση.

(7)

Ο νόμος περί δημοσιονομικής ευθύνης που εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο τον Ιανουάριο του 2017 έχει ως στόχο να αντιμετωπίσει τις κύριες ελλείψεις του τσεχικού φορολογικού πλαισίου, δεδομένου ότι πρόσφατα αξιολογήθηκε ως ένα από τα πιο ελλιπή στην Ένωση. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη οριστεί ανεξάρτητο δημοσιονομικό συμβούλιο για την παρακολούθηση της εφαρμογής των κανόνων. Επιπλέον, η εφαρμογή των μέτρων που θεσπίστηκαν πρόσφατα θα είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να καταστεί το δημοσιονομικό πλαίσιο πιο αποτελεσματικό και σταθερό.

(8)

Η Τσεχική Δημοκρατία είναι αντιμέτωπη με προκλήσεις όσον αφορά την πρόληψη της διαφθοράς, καθώς και με ανεπάρκειες στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων. Μολονότι ορισμένα μέτρα που περιλαμβάνονται στο κυβερνητικό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της διαφθοράς έχουν υλοποιηθεί και άλλες μεταρρυθμίσεις εκκρεμούν, στην πράξη η διαφθορά δεν διώκεται συστηματικά. Γενικά, στον τσεχικό τομέα δημόσιων συμβάσεων εξακολουθεί να μην υπάρχει επαρκής ανταγωνισμός, γεγονός το οποίο αποτυπώνεται στον μεγάλο αριθμό διαδικασιών με μία και μόνη προσφορά και απευθείας αναθέσεων, ιδίως στον τομέα της ΤΠ. Οι ανεπάρκειες στην υποστήριξη για την κατάρτιση και η απουσία δομών συγκεντρωτικών αγορών και κέντρων ικανοτήτων εμποδίζουν την επαγγελματοποίηση και καθιστούν δυσκολότερη την επίτευξη καλής σχέσης ποιότητας/τιμής στις δημόσιες συμβάσεις. Είναι επίσης χαρακτηριστική εν προκειμένω η πολύ περιορισμένη χρήση της ποιότητας ως κριτηρίου ανάθεσης. Η μετάβαση στις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Σε αυτές συγκαταλέγονται η ανάγκη να βελτιωθεί η κρατική πλατφόρμα ηλεκτρονικών δημόσιων συμβάσεων «Εθνικό Ηλεκτρονικό Εργαλείο» και να αποσαφηνιστούν οι όροι για τη συνέχιση της χρήσης ιδιωτικών πλατφορμών που δραστηριοποιούνται ήδη στην τσεχική αγορά ηλεκτρονικών δημόσιων συμβάσεων.

(9)

Το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Τσεχική Δημοκρατία επιβαρύνεται από υψηλό κανονιστικό φόρτο και πολυάριθμα διοικητικά εμπόδια, ιδίως τις διαδικασίες αδειοδότησης και τη φορολογική νομοθεσία. Τον Σεπτέμβριο του 2016 η κυβέρνηση παρουσίασε τροπολογία στο νόμο περί κατασκευών και στη συναφή νομοθεσία με σκοπό την επιτάχυνση και τον εξορθολογισμό της διαδικασίας για τη χορήγηση οικοδομικών αδειών με την ενσωμάτωση της εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε αυτή. Η τροπολογία εξετάζεται επί του παρόντος από το Κοινοβούλιο. Το κόστος φορολογικής συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της Ένωσης. Στις αδυναμίες συγκαταλέγονται επίσης οι συχνές τροποποιήσεις του φορολογικού κώδικα. Η αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης με τις φορολογικές υποχρεώσεις εξακολουθεί να συνιστά προτεραιότητα για τις αρχές της Τσεχικής Δημοκρατίας· ωστόσο, δεν δίνεται μεγάλη έμφαση στην απλούστευση. Στόχος του νόμου σχετικά με τον φόρο εισοδήματος, ο οποίος δεν έχει ακόμα υποβληθεί, είναι να απλοποιηθεί ο φορολογικός κώδικας, αλλά το νομοσχέδιο δεν είναι ακόμη διαθέσιμο.

(10)

Η χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στην Τσεχική Δημοκρατία είναι από τις χαμηλότερες στην Ένωση, αλλά έχει αυξηθεί από το 2015. Οι τσεχικές αρχές έλαβαν μέτρα προκειμένου να βελτιωθεί η διαθεσιμότητα υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, αλλά πολλά μέτρα είναι ακόμα σε εξέλιξη και ορισμένα επιμέρους μέτρα δεν έχουν δρομολογηθεί ακόμη. Η αρμοδιότητα για την παροχή υπηρεσιών κατανέμεται σε διάφορα υπουργεία και οι ενδιαφερόμενοι φορείς θεωρούν ότι η διατομεακή συνεργασία είναι περιορισμένη.

(11)

Η ένταση Ε & Α έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία έτη, αλλά αυτό δεν συνδυάζεται με αντίστοιχες βελτιώσεις στην ποιότητα των αποτελεσμάτων Ε & Α. Οι μεταρρυθμίσεις στη διακυβέρνηση του συστήματος Ε & Α συνεχίζονται, αλλά δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως. Τον Φεβρουάριο του 2017 η κυβέρνηση ενέκρινε νέα μεθοδολογία αξιολόγησης (Metodika 17+), η οποία έχει ως στόχο να ενισχυθούν οι μηχανισμοί που συνδέονται με την κατανομή της χρηματοδότησης για τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα. Λαμβάνεται δέσμη μέτρων προκειμένου να διευκολυνθεί η μεγαλύτερη διασύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, με βάση το διαρθρωτικό αποτέλεσμα από τις εθνικές πλατφόρμες καινοτομίας.

(12)

Τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα είναι γενικά ικανοποιητικά, αλλά οι βασικές δεξιότητες έχουν σημειώσει επιδείνωση. Οι επιδόσεις επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των μαθητών. Τα χαμηλά επίπεδα εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων των μειονεκτουσών ομάδων, ιδίως της κοινότητας των Ρομά, είναι σαφώς ανησυχητικά. Εκτιμάται ότι πολύ μεγάλο ποσοστό των παιδιών Ρομά εγκαταλείπει πρόωρα τη σχολική εκπαίδευση. Έχει ληφθεί σημαντικός αριθμός νομοθετικών και διοικητικών μέτρων για την προώθηση της εκπαίδευσης χωρίς αποκλεισμούς, τα οποία αρχίζουν τώρα να υλοποιούνται. Τα μέτρα αυτά αναμένεται να συμβάλουν στη μείωση των αποκλίσεων στο μορφωτικό επίπεδο και τις σχολικές επιδόσεις μεταξύ των παιδιών Ρομά και των υπόλοιπων παιδιών. Τον Μάρτιο του 2016 το Κοινοβούλιο ενέκρινε τροποποιήσεις του νόμου για την εκπαίδευση με τις οποίες, αφενός, η υποχρεωτική εκπαίδευση επεκτάθηκε έως το τελευταίο έτος της προσχολικής εκπαίδευσης και, αφετέρου, διασφαλίστηκε ότι τα παιδιά μικρότερης ηλικίας δικαιούνται μια θέση σε παιδικό σταθμό. Εντούτοις, οι ανισότητες στο εκπαιδευτικό σύστημα συνιστούν φραγμό για τη βελτίωση της ποιότητας του ανθρώπινου κεφαλαίου και εμποδίζουν επίσης την επίτευξη αποτελεσμάτων στην αγορά εργασίας μετά το πέρας της σχολικής εκπαίδευσης. Τα αυξημένα καθήκοντα των εκπαιδευτικών και η γήρανση του πληθυσμού των διδασκόντων σημαίνουν ότι η ελκυστικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού εξακολουθεί να συνιστά πρόκληση. Αυτό οφείλεται εν μέρει στις συγκριτικά χαμηλές αμοιβές, αν και οι μισθοί αυξήθηκαν τα τελευταία έτη. Ένα νέο σύστημα σταδιοδρομίας των εκπαιδευτικών και του παιδαγωγικού προσωπικού, το οποίο σχεδιάστηκε προκειμένου να αυξηθεί η ελκυστικότητα του επαγγέλματος, εγκρίθηκε τελικά από την κυβέρνηση μετά από πολλές αναβολές. Αναπτύσσονται ευκαιρίες συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης για τους εκπαιδευτικούς με σημαντική στήριξη από κονδύλια της Ένωσης, ιδίως δραστηριότητες επαγγελματικής εξέλιξης σχετικές με τη διδασκαλία μεικτών ομάδων και τη χωρίς αποκλεισμούς εκπαίδευση. Τον Ιανουάριο του 2016 εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο η μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τα αποτελέσματά της πρέπει να παρακολουθούνται. Είναι επίσης προγραμματισμένη η μεταρρύθμιση του συστήματος χρηματοδότησης των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

(13)

Το ποσοστό ανεργίας στην Τσεχική Δημοκρατία εξακολουθεί να μειώνεται. Οι συνθήκες αυξανόμενης στενότητας στην αγορά εργασίας καθιστούν δύσκολο για τους εργοδότες να προσλαμβάνουν εργαζομένους. Υπάρχουν ακόμα ορισμένες δυνατότητες να καλυφθούν οι ελλείψεις με την κινητοποίηση των υποεκπροσωπούμενων ομάδων, όπως είναι οι γυναίκες με μικρά παιδιά, οι ανειδίκευτοι εργαζόμενοι και τα μέλη της κοινότητας των Ρομά. Η αύξηση της ικανότητας των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης να προσεγγίζουν και να ενεργοποιούν αυτές τις ομάδες, σε συνδυασμό με κατάλληλες και καλά στοχευμένες ενεργές πολιτικές για την αγορά εργασίας, καθώς και με εξατομικευμένες υπηρεσίες, θα συμβάλουν στην αύξηση της συμμετοχής των αναξιοποίητων ομάδων. Η συμμετοχή των γυναικών με μικρά παιδιά στην αγορά εργασίας παρεμποδίζεται από τη μόνιμη έλλειψη οικονομικά προσιτών και ποιοτικών υπηρεσιών παιδικής φροντίδας, ιδίως για παιδιά ηλικίας έως 3 ετών, από τις γονικές άδειες μεγάλης διάρκειας, από την περιορισμένη χρήση ευέλικτων ρυθμίσεων του χρόνου εργασίας και από τους δύο γονείς και από το χαμηλό ποσοστό λήψης γονικής άδειας από τους πατέρες. Τα τελευταία έτη έχουν ληφθεί ορισμένα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων. Ωστόσο, τα αποτελέσματα στην αγορά εργασίας για τους ανειδίκευτους εργαζόμενους είναι σε αξιοσημείωτο βαθμό χαμηλότερα σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες. Το Κοινοβούλιο συζητεί επί του παρόντος το νομοθετικό πλαίσιο για την κοινωνική στέγαση, με το οποίο αναμένεται να θεσπιστούν εθνικά πρότυπα και ομάδες στόχοι.

(14)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Τσεχικής Δημοκρατίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Τσεχική Δημοκρατία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Τσεχική Δημοκρατία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(15)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017 και είναι της γνώμης (4) ότι η Τσεχική Δημοκρατία αναμένεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Τσεχική Δημοκρατία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών ενόψει της γήρανσης του πληθυσμού. Να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών, ιδίως με την καταπολέμηση της διαφθοράς και των αναποτελεσματικών πρακτικών στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων.

2.

Να αρθούν τα εμπόδια για την ανάπτυξη, ιδίως με τον εξορθολογισμό των διαδικασιών για τη χορήγηση οικοδομικών αδειών και την περαιτέρω μείωση του διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις, με την ανάπτυξη βασικών υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, με τη βελτίωση της ποιότητας της Ε & Α και με την αύξηση της απασχόλησης των υποεκπροσωπούμενων ομάδων.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(4)  Δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/16


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Δανίας για το 2017 και για τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Δανίας για το 2017

(2017/C 261/04)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Δανία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2017 για τη Δανία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκαν η πρόοδος της Δανίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Δανίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(3)

Στις 28 Απριλίου 2017, η Δανία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Η Δανία υπόκειται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017, η κυβέρνηση σχεδιάζει να επιτύχει ονομαστικό έλλειμμα ύψους 1,9 % του ΑΕΠ το 2017 και να εξακολουθήσει να εκπληρώνει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο για διαρθρωτικό έλλειμμα ύψους 0,5 % του ΑΕΠ, καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος έως το 2020. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017, ο δείκτης του χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 37,0 % το 2017 και να συνεχίσει να μειώνεται έως ότου φθάσει στο 33,9 % το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι εύλογο καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2017 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να εμφανίσει έλλειμμα της τάξης του 0,4 % του ΑΕΠ το 2017 και 0,1 % του ΑΕΠ το 2018, σε γενικές γραμμές σε συμφωνία με τον στόχο του προγράμματος σύγκλισης για το 2017 και πάνω από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Δανία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2017 και το 2018.

(6)

Η εξασφάλιση προσφοράς εργατικού δυναμικού σε μια περίοδο που υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη στη Δανία. Τα τελευταία έτη μια σειρά σημαντικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας έχουν, ειδικότερα, ως στόχο την αύξηση των κινήτρων για εργασία και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επίτευξη του στόχου της Δανίας όσον αφορά την απασχόληση, στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», στη βιωσιμότητα του μοντέλου κοινωνικής πρόνοιας της Δανίας και στην αντιμετώπιση της διαφαινόμενης έλλειψης ορισμένων επαγγελματικών προσόντων. Οι μεταρρυθμίσεις με στόχο την αύξηση της συμμετοχής και των ποσοστών ολοκλήρωσης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, καθώς και η τριμερής συμφωνία για τη δημιουργία περισσότερων θέσεων μαθητείας, είναι πιθανό να αυξήσουν την προσφορά ειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, ο εθνικός στόχος για την κοινωνική ένταξη, στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», που αφορά στη μείωση του αριθμού των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας, απέχει πολύ από την επίτευξή του. Η ένταξη στην αγορά εργασίας και η βελτίωση των δυνατοτήτων απασχόλησης μειονεκτουσών ομάδων εξακολουθούν να συνιστούν πρόκληση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για άτομα από οικογένειες μεταναστών τρίτων χωρών (συμπεριλαμβανομένων αυτών που διαμένουν ήδη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στη Δανία), εν μέρει λόγω των κατά μέσο όρο χαμηλότερων εκπαιδευτικών επιδόσεών τους σε σύγκριση με τους γηγενείς. Το χάσμα εξακολουθεί να υφίσταται στη δεύτερη γενιά. Τα μέτρα για την ένταξη στην εργασία που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο των τριμερών διαπραγματεύσεων το 2016 θα μπορούσαν να βελτιώσουν την κατάσταση των νεοαφιχθέντων προσφύγων, η οποία πρέπει να παρακολουθείται στενά στο μέλλον. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα ώστε να συμπεριληφθούν αποτελεσματικότερα στην αγορά εργασίας άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες, όπως οι νέοι με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και οι εργαζόμενοι άνω των 60 ετών.

(7)

Η μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας είναι θεμελιώδους σημασίας προκειμένου να στηριχθεί η οικονομική ανάπτυξη, να διατηρηθεί το σχετικά υψηλό επίπεδο κοινωνικής πρόνοιας στη Δανία και να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της χώρας. Παρόλο που το επίπεδο παραγωγικότητας της Δανίας είναι υψηλό σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη, η αύξηση της παραγωγικότητας παρουσιάζει πτωτική τάση επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Ιδίως οι υπηρεσίες με εγχώριο προσανατολισμό χαρακτηρίζονται από βραδύτητα όσον αφορά τις εξελίξεις στον τομέα της παραγωγικότητας. Η Δανία έχει εφαρμόσει ορισμένες μεταρρυθμίσεις τα τελευταία έτη, αλλά η αύξηση της παραγωγικότητας εξακολουθεί να είναι χαμηλή, διότι ο ανταγωνισμός σε ορισμένους τομείς υπηρεσιών παραμένει περιορισμένος. Οι τομεακοί περιορισμοί παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό, για παράδειγμα στον τομέα του χονδρικού εμπορίου και των υπηρεσιών μεταφορών.

(8)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή διενήργησε εμπεριστατωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Δανίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Δανία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Δανία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε επίπεδο Ένωσης κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(9)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017 και είναι της γνώμης ότι η Δανία αναμένεται να συμμορφωθεί με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Δανία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στον τομέα των υπηρεσιών με εγχώριο προσανατολισμό.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/18


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Γερμανίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Γερμανίας για το 2017

(2017/C 261/05)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Γερμανία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Γερμανία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 και 2.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για τη Γερμανία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Γερμανίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Γερμανίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία εμφανίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, το σταθερά υψηλό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει διασυνοριακό αντίκτυπο και αντανακλά —εκτός από τον μεγάλο βαθμό ολοκλήρωσης και την αποδοτικότητα της ιδιαίτερα ανταγωνιστικής βιομηχανίας της Γερμανίας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας — την υπερβολική αποταμίευση και τις υποτονικές επενδύσεις τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σημείωσε περαιτέρω αύξηση το 2015, παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο το 2016, και αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα. Η αντιμετώπιση του πλεονάσματος μπορεί να έχει επιπτώσεις όσον αφορά τις προοπτικές επανεξισορρόπησης στην υπόλοιπη ζώνη του ευρώ και την Ένωση, διότι η πιο δυναμική εγχώρια ζήτηση στη Γερμανία μπορεί να μετριάσει τις ανάγκες απομόχλευσης στα υπερχρεωμένα κράτη μέλη. Παρά τα χαμηλά επιτόκια που δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, οι επιχειρηματικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Παρόλο που συνεχίστηκε η ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης, το ύψος των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών έχει φθάσει σε πρωτοφανή επίπεδα στην Ένωση. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάγκη λήψης μέτρων για τον περιορισμό του κινδύνου δυσμενών επιπτώσεων στη γερμανική οικονομία και, δεδομένου του μεγέθους και του διασυνοριακού της ενδιαφέροντος, στην οικονομική και νομισματική ένωση.

(4)

Στις 13 Απριλίου 2017 η Γερμανία υπέβαλε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και στις 28 Απριλίου 2017 το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Γερμανία επί του παρόντος υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2017, η κυβέρνηση θέτει ως στόχο την επίτευξη δημοσιονομικού πλεονάσματος μεταξύ ¼ και ½ % του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2017-2021. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ — εξακολουθεί να τηρείται με ένα περιθώριο απόκλισης καθ’ όλη την περίοδο του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας, ο δείκτης του χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά στο 57 % το 2021. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι δημοσιονομικές προβλέψεις, και το οποίο δεν έχει επικυρωθεί από ανεξάρτητο όργανο, είναι ρεαλιστικό.

(7)

Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να εμφανίσει πλεόνασμα της τάξης του 0,6 % του ΑΕΠ το 2017 και 0,3 % του ΑΕΠ το 2018, υπερβαίνοντας έτσι τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να παραμείνει σε σταθερή πτωτική πορεία πέρα από τις απαιτήσεις του κανόνα για το χρέος. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Γερμανία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2017 και το 2018. Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για τη στήριξη της εγχώριας ζήτησης με τη χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής, κυρίως για την επίτευξη σταθερής ανοδικής πορείας των επενδύσεων, και με τη δημιουργία προϋποθέσεων για μεγαλύτερη αύξηση των πραγματικών μισθών.

(8)

Οι δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό σταθερές και βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Εξακολουθεί να υπάρχει υστέρηση των δημόσιων επενδύσεων ιδίως σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, όπου οι καθαρές επενδύσεις παρέμειναν αρνητικές το 2016. Αυτό συμβαίνει παρά τα μέτρα που ελήφθησαν κατά τα τελευταία έτη και παρά τη σημαντική αύξηση των δημόσιων επενδύσεων σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης το 2015 και το 2016. Το 2016 ελήφθησαν συμπληρωματικά μέτρα τα οποία αναμένεται να αυξήσουν τα περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις τόσο σε ομοσπονδιακό επίπεδο όσο και σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν μεταρρύθμιση των ομοσπονδιακών φορολογικών σχέσεων η οποία, αφού εγκριθεί, θα αρχίσει να ισχύει το 2020. Επιπλέον, η επέκταση των συμβουλευτικών υπηρεσιών σχετικά με τον προγραμματισμό των επενδύσεων σε υποδομές, προκειμένου να συμπεριληφθούν και οι δήμοι, αναμένεται να βελτιώσει τον προγραμματισμό και την υλοποίηση των επενδύσεων σε υποδομές σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Το γεγονός αυτό κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι τα επενδυτικά έργα σε υποδομές στα ομόσπονδα κράτη και τους δήμους εκτελούνται σε περιορισμένο μόνο βαθμό και επηρεάζονται από τη δυναμικότητα και από τους περιορισμούς στον προγραμματισμό. Η ευνοϊκή δημοσιονομική θέση καταδεικνύει εν γένει διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια, παραδείγματος χάρη για την παροχή πρόσθετων πόρων που θα επιτρέψουν την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης.

(9)

Οι συνολικές δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες στην εκπαίδευση και την έρευνα υπήρξαν μάλλον σταθερές σε σχέση με το ΑΕΠ κατά τα τελευταία έτη, εξακολουθούν ωστόσο να βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης όσον αφορά την εκπαίδευση. Η συνολική δαπάνη για την εκπαίδευση και την έρευνα μαζί, η οποία ανήλθε σε 9,1 % το 2015, ήταν κάτω από τον εθνικό στόχο του 10 % του ΑΕΠ. Η πραγματοποίηση πρόσθετων επενδύσεων στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία είναι ζωτικής σημασίας για τη μελλοντική οικονομική επιτυχία της Γερμανίας και ιδίως για την αποτελεσματική ενσωμάτωση των προσφάτως αφιχθέντων αιτούντων άσυλο, προσφύγων και μεταναστών. Για την επίτευξη του τελευταίου στόχου, η Γερμανία καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες, ιδίως στον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Κατά τα προσεχή έτη, θα πρέπει να συνεχιστούν αμείωτες οι προσπάθειες στο σύνολο του εκπαιδευτικού τομέα.

(10)

Το γερμανικό φορολογικό σύστημα παραμένει περίπλοκο, το κόστος των φορολογικών υπηρεσιών είναι υψηλό, ενώ διάφορες διατάξεις εταιρικής φορολογίας εμποδίζουν ενδεχομένως τις ιδιωτικές επενδύσεις. Παρά τις σημαντικές μειώσεις, το κόστος εταιρικού κεφαλαίου στη Γερμανία παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ των 28. Κατά τη λογιστικοποίηση των τοπικών εμπορικών φόρων (Gewerbesteuer) και της πρόσθετης εισφοράς αλληλεγγύης, ο ανώτατος θεσμοθετημένος φορολογικός συντελεστής επί του φόρου εισοδήματος των εταιρειών ανήλθε, το 2016, σε 30,2 %, ποσοστό το οποίο υπερβαίνει σαφώς τον μη σταθμικό μέσο όρο της Ένωσης (22,8 %). Ο πραγματικός μέσος φορολογικός συντελεστής ανέρχεται σε 28,2 % σε σχέση με μη σταθμικό μέσο όρο της τάξης του 21,1 % για την Ένωση. Η μεροληπτική μεταχείριση του χρέους στη φορολόγηση των επιχειρήσεων ήταν η έβδομη υψηλότερη στην Ένωση το 2016. Παρόμοια είναι η έκταση της μεροληπτικής μεταχείρισης του χρέους σε επίπεδο μετόχων. Αυτό είναι σημαντικό ιδίως για τις ΜΜΕ, οι οποίες έχουν συνήθως ημεδαπούς μετόχους. Η μείωση του κόστους κεφαλαίου επί των ιδίων κεφαλαίων θα μπορούσε να ενισχύσει τις ιδιωτικές επενδύσεις και την ανεπαρκώς ανεπτυγμένη γερμανική αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων. Άλλες πτυχές του φορολογικού συστήματος που ενέχουν τον κίνδυνο στρέβλωσης των χρηματοδοτικών και επενδυτικών αποφάσεων είναι η ένταξη στοιχείων εκτός των κερδών στη φορολογική βάση των τοπικών επαγγελματικών φόρων, οι περιορισμοί των μεταφερόμενων ζημιών και οι φορολογικές στρεβλώσεις που επηρεάζουν την επιλογή της νομικής μορφής. Μεταξύ των διατάξεων του φορολογικού συστήματος που θα μπορούσαν να μειώσουν τον ευνοϊκό προς τις επενδύσεις χαρακτήρα του είναι το καθεστώς απόσβεσης, το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των εκπεστέων συνταξιοδοτικών παροχών, η φορολόγηση της υπεραξίας και η εφαρμογή της ταμειακής λογιστικής για τον φόρο προστιθέμενης αξίας. Συμφωνήθηκε, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης των ομοσπονδιακών δημοσιονομικών σχέσεων, ότι η ομοσπονδιακή φορολογική διοίκηση θα διαθέτει, έναντι των φορολογικών διοικήσεων των ομόσπονδων κρατών, πρόσθετες αρμοδιότητες, τόσο σε γενικό επίπεδο όσο και στον τομέα της πληροφορικής, οι οποίες, εφόσον εφαρμοστούν αποτελεσματικά, θα μπορούσαν να συμβάλουν στον ταχύτερο εκσυγχρονισμό της φορολογικής διοίκησης.

(11)

Οι επενδύσεις επιχειρηματικών κεφαλαίων αυξήθηκαν στη Γερμανία, αλλά η αγορά παραμένει ανεπαρκώς ανεπτυγμένη σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα. Το 2015, οι επενδύσεις επιχειρηματικών κεφαλαίων ανήλθαν περίπου στο 0,03 % του ΑΕΠ, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης, το οποίο εξακολουθεί ωστόσο να υπολείπεται σε σχέση με κράτη μέλη όπως η Φινλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία, η Ιρλανδία ή η Γαλλία, ενώ είναι κατά πολύ χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό χωρών εκτός Ένωσης, όπως το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ειδικότερα, η αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων στη Γερμανία φαίνεται να αδυνατεί να εξασφαλίσει μεγαλύτερες επενδύσεις σε μεταγενέστερα στάδια. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει λάβει σειρά μέτρων για τη στήριξη των επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων. Για παράδειγμα, απλοποίησε τη φορολόγηση των επενδυτικών κεφαλαίων, βελτίωσε τις μεταφερόμενες ζημίες στο πλαίσιο του συστήματος φορολόγησης του εισοδήματος των εταιρειών και διεύρυνε το πρόγραμμα INVEST για τους «επιχειρηματικούς αγγέλους».

(12)

Η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, οι προγραμματιζόμενες επενδύσεις σε εγχώριες υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας έχουν καθυστερήσει σημαντικά. Μόνο το 35 % περίπου των έργων που αφορούν τα δίκτυα της πλέον υψηλής τάσης που προσδιορίζονται στον νόμο του 2009 για τη διεύρυνση του δικτύου ενέργειας είχαν υλοποιηθεί έως τα τέλη του 2016, κυρίως εξαιτίας κοινωνικών αντιδράσεων. Από γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας συνολικού μήκους 6 100 χιλιομέτρων που προβλεπόταν να κατασκευαστούν στο διάστημα 2024/2025 σύμφωνα με τον νόμο για το ομοσπονδιακό σχέδιο αναγκών που τέθηκε σε ισχύ το 2015, έχει εγκριθεί μόνο το 6 % περίπου και έχει κατασκευαστεί μόλις το 1 %.

(13)

Εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια όσον αφορά την πλήρη αξιοποίηση των οφελών της ψηφιοποίησης. Για παράδειγμα, δεν είναι ικανοποιητικές οι επιδόσεις της Γερμανίας όσον αφορά τις υψηλής ταχύτητας και υπερταχείες ευρυζωνικές συνδέσεις, ιδίως στις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών από τους νεαρούς Γερμανούς είναι συγκριτικά χαμηλή και πολλά σχολεία δεν έχουν ευρυζωνική πρόσβαση. Οι επιδόσεις σε ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες υπολείπονται επίσης του μέσου όρου της ΕΕ. Ειδικότερα οι ΜΜΕ πρέπει να καλύψουν την υστέρηση στον τομέα της ψηφιοποίησης. Μόνο το ένα πέμπτο των ΜΜΕ έχει στρατηγική ψηφιοποίησης. Έχει συσταθεί δίκτυο κέντρων αριστείας ΜΜΕ με στόχο την ενίσχυση και επιτάχυνση της ψηφιοποίησης των ΜΜΕ· η δε πλατφόρμα «Industrie 4.0» συνενώνει όλους τους συναφείς ενδιαφερόμενους φορείς. Παρά την αύξηση των επενδύσεων σε Ε & Α και παρά το γεγονός ότι η Γερμανία προσεγγίζει την επίτευξη του στόχου έντασης Ε & Α της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», οι επενδύσεις τείνουν να συγκεντρώνονται στις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ η συμβολή των ΜΜΕ μειώνεται. Επιπλέον, η γήρανση του πληθυσμού ενδέχεται επίσης να έχει επιπτώσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα κατά τα προσεχή έτη.

(14)

Εξακολουθούν να υπάρχουν υψηλοί κανονιστικοί φραγμοί στον τομέα των επιχειρηματικών υπηρεσιών και στα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα. Το επίπεδο των περιορισμών είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης, ιδίως για τους αρχιτέκτονες, τους μηχανικούς, τους δικηγόρους και τους λογιστές/φοροτεχνικούς. Επιπλέον, το ποσοστό διαρροής πελατών για τα εν λόγω επαγγέλματα είναι σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης, γεγονός που υποδηλώνει σχετικά χαμηλό δυναμισμό και ανταγωνισμό στον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών στη Γερμανία. Στα εμπόδια αυτά περιλαμβάνονται περιορισμοί ως προς τη συμμετοχή στο κεφάλαιο και την εταιρική μορφή για τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς, καθώς και πολυτομεακοί περιορισμοί για τους αρχιτέκτονες, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους. Η μείωση των φραγμών αυτών θα μπορούσε να εντείνει τον ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα την είσοδο περισσότερων επιχειρήσεων στην αγορά, και να αποφέρει οφέλη στους καταναλωτές από την άποψη των χαμηλότερων τιμών και της ευρύτερης επιλογής. Τον Ιανουάριο του 2017 η Επιτροπή παρουσίασε συστάσεις μεταρρύθμισης για την κανονιστική ρύθμιση των επαγγελματικών υπηρεσιών, στο πλαίσιο δέσμης μέτρων για την αντιμετώπιση των φραγμών στις αγορές υπηρεσιών.

(15)

Η απασχόληση συνέχισε να αυξάνεται και η ανεργία έχει πέσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Εντούτοις, η αύξηση της απασχόλησης οφείλεται εν μέρει στην αύξηση της ημιαπασχόλησης, ιδίως μεταξύ των γυναικών, και αποτυπώνεται μόνο μερικώς στη συνολική αύξηση των πραγματικών μισθών, η οποία επιβραδύνθηκε το 2016. Τα αντικίνητρα προς εργασία για το δεύτερο εργαζόμενο μέλος της οικογένειας και η εκτεταμένη μερική απασχόληση παρεμποδίζουν την πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού για την αγορά εργασίας. Η καλύτερη παροχή ποιοτικής και προσιτής ολοήμερης παιδικής μέριμνας, τα ολοήμερα σχολεία και η προσφάτως μεταρρυθμισθείσα μακροχρόνια φροντίδα είναι βασικός μοχλός για την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Η κοινή φορολόγηση του εισοδήματος για τα έγγαμα ζευγάρια και η δωρεάν ασφαλιστική κάλυψη υγείας για τον μη ασκούντα επαγγελματική δραστηριότητα σύζυγο αποθαρρύνουν τα δεύτερα εργαζόμενα μέλη των οικογενειών, σε πολλές περιπτώσεις γυναίκες, από την ανάληψη επαγγελματικής δραστηριότητας ή την αύξηση των ωρών εργασίας. Επιπλέον, η μικρότερη ένταξη στην αγορά εργασίας συνδυάζεται με υψηλή μισθολογική διαφορά, της τάξης του 22 %, μεταξύ των δύο φύλων, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ένωσης, που ήταν 16,3 % το 2015.

(16)

Παρά την ελαφρά μείωση, οι θέσεις μικροαπασχόλησης παραμένουν διαδεδομένες, αφού τον Σεπτέμβριο του 2016 περίπου 4,8 εκατομμύρια άτομα εργάζονταν αποκλειστικά σε θέση μικροαπασχόλησης. Ο αριθμός των εργαζομένων μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης έχει τριπλασιαστεί από το 2005, φθάνοντας το 1 εκατομμύριο περίπου (σχεδόν 3 % της συνολικής απασχόλησης) τον Ιούνιο του 2016. Η προστασία από δυνητικές καταχρήσεις όσον αφορά την προσωρινή απασχόληση και τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου αναμένεται να βελτιωθεί· παρά ταύτα απαιτείται παρακολούθηση των εξελίξεων. Επιπλέον, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου εμφανίζουν συγκριτικά υψηλή μισθολογική διαφορά σε μη προσαρμοσμένους όρους σε σχέση με τις συμβάσεις αορίστου χρόνου.

(17)

Η φορολογική επιβάρυνση των χαμηλόμισθων είναι υψηλή σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη, γεγονός που μειώνει τα κίνητρα για εργασία, τις καθαρές αποδοχές και τις καταναλωτικές ευκαιρίες. Η Γερμανία αύξησε το ελάχιστο αφορολόγητο όριο των φυσικών προσώπων και τα επιδόματα τέκνων, και προσάρμοσε τις κλίμακες φόρου εισοδήματος. Τα μέτρα αυτά είναι ως επί το πλείστον επωφελή για τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα, αλλά ο συνολικός αντίκτυπός τους στη φορολογική επιβάρυνση θα είναι περιορισμένος. Παρά τις πρόσφατες ουσιαστικές αυξήσεις του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, η επί μεγάλο χρονικό διάστημα αποκλίνουσα εξέλιξη μισθών και παραγωγικότητας έχει οδηγήσει σε σημαντικό χάσμα μεταξύ τους. Η μεγαλύτερη αύξηση των πραγματικών μισθών θα συμβάλει επίσης στη μείωση των υψηλών εξωτερικών ανισορροπιών.

(18)

Η Γερμανία έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες όσον αφορά την υποδοχή των αιτούντων άσυλο και την ένταξη των προσφύγων και λοιπών μεταναστών. Ενδέχεται να σημειωθούν περαιτέρω βελτιώσεις, δεδομένου ότι το 2016 ο αριθμός των προσφύγων που αναζητούν εργασία αυξήθηκε σε περίπου 9 % του συνόλου των αναζητούντων εργασία. Η ένταξη στην αγορά εργασίας των ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, ιδίως των γυναικών, παραμένει σημαντική πρόκληση η οποία, και μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, ισχύει και για τα παιδιά που γεννιούνται στη Γερμανία από γονείς γεννημένους εκτός της Ένωσης.

(19)

Όλα τα μέλη της κοινωνίας των πολιτών δεν έχουν επωφεληθεί εξίσου από τις συνολικές θετικές οικονομικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας που επήλθαν κατά τα τελευταία έτη. Έπειτα από περίοδο αυξήσεων, η εισοδηματική ανισότητα μετριάστηκε μόλις πρόσφατα, ενώ η άνιση κατανομή του πλούτου παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στη ζώνη του ευρώ. Επιπλέον, οι ικανοποιητικές επιδόσεις στην αγορά εργασίας δεν οδήγησαν σε μείωση του κινδύνου φτώχειας. Το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας μεταξύ των ηλικιωμένων είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης, ενώ ο αριθμός των ηλικιωμένων που εκτίθενται στον κίνδυνο αυτό είναι πιθανό να αυξηθεί κατά τα προσεχή έτη. Το ποσοστό αναπλήρωσης του εκ του νόμου συνταξιοδοτικού συστήματος προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω. Ταυτόχρονα, τα ποσοστά εγγραφής σε συνταξιοδοτικά συστήματα του δεύτερου ή του τρίτου πυλώνα είναι υπερβολικά χαμηλά ώστε να αντισταθμιστεί πλήρως η μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης του πρώτου πυλώνα για όλους. Εάν δεν υπάρξει αντιστάθμιση, αναμένεται να επιδεινωθεί η επάρκεια των συντάξεων. Απομένει να εξακριβωθεί πόσο αποτελεσματικές μπορούν να είναι οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση των κινήτρων για συνταξιοδότηση σε μεγαλύτερη ηλικία (Flexi-Rente) για την εξάλειψη των κινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση που θεσπίστηκαν το 2014.

(20)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Γερμανίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Γερμανία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Γερμανία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(21)

Λαμβάνοντας υπόψη την παρούσα αξιολόγηση, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και είναι της γνώμης (5) ότι η Γερμανία αναμένεται να συμμορφωθεί με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(22)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Οι συστάσεις που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 και 2 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Γερμανία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Με ταυτόχρονη τήρηση του μεσοπρόθεσμου στόχου, να χρησιμοποιήσει δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές για τη στήριξη της δυνητικής ανάπτυξης και της εγχώριας ζήτησης, καθώς και για την επίτευξη σταθερής ανοδικής πορείας των επενδύσεων. Να επιταχύνει τις δημόσιες επενδύσεις σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, ιδίως στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία, και να αντιμετωπίσει τους περιορισμούς δυναμικότητας και προγραμματισμού για τις επενδύσεις σε υποδομές. Να βελτιώσει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος και να το καταστήσει ευνοϊκότερο έναντι των επενδύσεων. Να τονώσει τον ανταγωνισμό όσον αφορά τις επιχειρηματικές υπηρεσίες και τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα.

2.

Να μειώσει τα αντικίνητρα για την εργασία για το δεύτερο εργαζόμενο μέλος της οικογένειας και να διευκολύνει τη μετάβαση σε κανονικές θέσεις απασχόλησης. Να μειώσει την υψηλή φορολογική επιβάρυνση για τους χαμηλόμισθους. Να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την προώθηση μεγαλύτερης αύξησης των πραγματικών μισθών, με σεβασμό του ρόλου των κοινωνικών εταίρων.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/23


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Εσθονίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Εσθονίας για το 2017

(2017/C 261/06)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Εσθονία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Εσθονία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στην κατωτέρω σύσταση 1.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Εσθονία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Εσθονίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Εσθονίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Στις 28 Απριλίου 2017 η Εσθονία υπέβαλε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και στις 4 Μαΐου 2017 το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Εσθονία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2017, η κυβέρνηση χαμήλωσε τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο από ισοσκελισμένο διαρθρωτικό ισοζύγιο σε έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ. Η κυβέρνηση προβλέπει να μεταβεί από πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,3 % του ΑΕΠ το 2016 σε έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ το 2017 και 0,8 % του ΑΕΠ το 2018. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του προγράμματος σταθερότητας για το 2017, αυτό αντιστοιχεί σε διαρθρωτικό πλεόνασμα 0,2 % του ΑΕΠ το 2017 και έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ το 2018, με τήρηση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Ωστόσο, με βάση το εκ νέου υπολογισθέν (5) διαρθρωτικό ισοζύγιο, το έλλειμμα προβλέπεται να ανέλθει σε 0,1 % του ΑΕΠ το 2017 και 0,9 % του ΑΕΠ το 2018, κάτω από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2017, ο δείκτης του χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ προβλέπεται να παραμείνει κάτω από το 10 % του ΑΕΠ το 2017 και το 2018. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι εύλογο για το 2017 και 2018, αλλά ευνοϊκό για τα μεταγενέστερα έτη του προγράμματος. Συγχρόνως, υπάρχουν κίνδυνοι που συνδέονται με τις παραδοχές σχετικά με την απόδοση εσόδων των διαφόρων νέων φορολογικών μέτρων που θα αρχίσουν να ισχύουν το 2018.

(7)

Με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2017 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να εμφανίσει έλλειμμα της τάξης του 0,3 % του ΑΕΠ το 2017, παραμένοντας πάνω από το επίπεδο του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Το 2018 συνιστάται στην Εσθονία να παραμείνει στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος κάποιας απόκλισης από την απαίτηση αυτή. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Εσθονία πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει περαιτέρω μέτρα για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση το 2018.

(8)

Η Εσθονία έχει λάβει μέτρα για να διασφαλίσει την παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών και την προσβασιμότητα σε αυτές, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ειδικότερα, η Εσθονία θέσπισε τον νόμο περί διοικητικής μεταρρύθμισης προκειμένου να καταστεί ευκολότερη η δημιουργία βιώσιμων τοπικών αυτοδιοικήσεων που μπορούν να χρηματοδοτούν τις δικές τους δραστηριότητες, να σχεδιάζουν την ανάπτυξη και τη μεγέθυνση και να προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες. Επίσης, ολοκλήρωσε με επιτυχία την εκούσια φάση της συγχώνευσης των τοπικών αυτοδιοικήσεων και έθεσε σε εφαρμογή τον νόμο για την κοινωνική πρόνοια. Ορισμένα βασικά μέτρα για την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν έχουν ληφθεί ακόμη. Η αναθεώρηση του συστήματος χρηματοδότησης των αρχών αυτοδιοίκησης είναι ακόμη σε εκκρεμότητα. Περαιτέρω νομοθετικές πράξεις σχετικά με τις αρμοδιότητες και τον καταμερισμό των καθηκόντων μεταξύ των τοπικών αυτοδιοικήσεων και της κεντρικής κυβέρνησης βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της προετοιμασίας. Η έγκριση αυτών των προτάσεων είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η παροχή ποιοτικών δημόσιων υπηρεσιών σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η εργασία των νέων, η προαγωγή της υγείας και οι μεταφορές.

(9)

Οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στην Εσθονία μειώθηκαν από 28,3 % το 2014 σε 26,9 % το 2015, αλλά εξακολουθούν να είναι οι μεγαλύτερες στην Ένωση. Η κυβέρνηση λαμβάνει μέτρα για την περαιτέρω μείωση των μισθολογικών διαφορών μεταξύ των φύλων. Ειδικότερα, το πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας 2016-2023 έχει εγκριθεί και έχει τεθεί σε εφαρμογή για την αντιμετώπιση του διαχωρισμού των φύλων στην αγορά εργασίας και την καταπολέμηση των στερεοτύπων. Η τροποποίηση του νόμου για την ισότητα των φύλων, ώστε να ανατεθεί στις επιθεωρήσεις εργασίας το καθήκον να παρακολουθούν στενότερα την εφαρμογή της ισότητας των φύλων στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Η αναθεώρηση του συστήματος γονικής άδειας, ώστε να καταστεί δυνατή μια πιο ευέλικτη χρήση του δικαιώματος λήψης γονικής άδειας, είναι επίσης υπό εξέταση. Η τροποποίηση της νομοθεσίας δεν έχει ακόμη εγκριθεί.

(10)

Η εισοδηματική ανισότητα στην Εσθονία είναι υψηλή. Ο λόγος των εισοδημάτων του πλουσιότερου 20 % των νοικοκυριών προς τα εισοδήματα του φτωχότερου 20 % αυξήθηκε από 5,4 το 2012 σε 6,2 το 2015, και βρίσκεται σήμερα στην έβδομη υψηλότερη θέση στην Ένωση. Οι βασικοί παράγοντες φαίνεται ότι είναι η μεγάλη διασπορά των μισθών λόγω του υψηλού ρυθμού αύξησης των εισοδημάτων μεταξύ των εργαζομένων με υψηλότερη εξειδίκευση. Σε απόλυτες τιμές, τα εισοδήματα του φτωχότερου 10 % των νοικοκυριών υστέρησαν σε σχέση με την αύξηση στα διάμεσα εισοδήματα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν προβλήματα ως προς την επάρκεια του δικτύου κοινωνικής προστασίας. Παράγοντας που συμβάλλει σ’ αυτό είναι ότι τα οφέλη (ιδίως οι συντάξεις και η κοινωνική πρόνοια) δεν συμβαδίζουν με την αύξηση των συνολικών εισοδημάτων από διάφορες πηγές. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε σταδιακή αύξηση στο ποσοστό κινδύνου φτώχειας από 15,8 % το 2010 σε 21,6 % το 2015. Σημαντικές προσπάθειες έχουν καταβληθεί για να καταστεί το φορολογικό σύστημα πιο προοδευτικό από το 2018, ιδίως για τα άτομα με χαμηλά εισοδήματα, με αύξηση του βασικού αφορολόγητου ποσού του συστήματος φορολόγησης φυσικών προσώπων.

(11)

Οι επιχειρηματικές δαπάνες στον τομέα της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας αυξήθηκαν το 2015 σε 0,69 %, αλλά το συνολικό επίπεδο παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης που ανέρχεται σε 1,3 %. Το ποσοστό των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης εξακολουθεί να είναι περιορισμένο και ο αριθμός των νέων κατόχων διδακτορικού διπλώματος είναι χαμηλός. Η αύξηση των μισθών υπερέβη σταθερά την αύξηση της παραγωγικότητας τα τελευταία χρόνια, επηρεάζοντας τα κέρδη και περιορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αύξηση των επενδύσεων. Οι υποτονικές επενδύσεις στην τεχνολογική ανάπτυξη μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα μικρότερη από την αναμενόμενη αύξηση της προστιθέμενης αξίας των εξαγωγών, ιδίως των αγαθών, και συνιστούν κίνδυνο για την αύξηση της παραγωγής. Ο όγκος της έρευνας βάσει συμβάσεων μεταξύ των πανεπιστημίων και των επιχειρήσεων αυξήθηκε το 2015. Ωστόσο, η συνεργασία μεταξύ των δύο τομέων παρέμεινε περιορισμένη, παρά τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση. Η Εσθονία έχει σημειώσει περαιτέρω βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντός της, αλλά οι χρονοβόρες διαδικασίες αφερεγγυότητας και το ποσοστό ανάκτησης για τους ενέγγυους πιστωτές εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο στις επενδύσεις. Το 2016 ξεκίνησε ένα έργο για τη βελτίωση του πλαισίου αφερεγγυότητας, ώστε να καταστεί ταχύτερη και αποτελεσματικότερη η διαδικασία και να βελτιωθεί το ποσοστό επιτυχών αιτήσεων. Ωστόσο, οι τροποποιήσεις του νομοθετικού πλαισίου δεν έχουν ακόμη εγκριθεί.

(12)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Εσθονίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Εσθονία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Εσθονία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(13)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (6) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Εσθονία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να συνεχίσει τη δημοσιονομική της πολιτική σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, κάτι που συνεπάγεται να διατηρήσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2018. Να βελτιώσει την επάρκεια του δικτύου κοινωνικής προστασίας. Να λάβει μέτρα για τη μείωση των μισθολογικών διαφορών μεταξύ των φύλων, ιδίως με τη βελτίωση της μισθολογικής διαφάνειας και την επανεξέταση του συστήματος γονικής άδειας.

2.

Να προωθήσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην έρευνα, την τεχνολογία και την καινοτομία, μεταξύ άλλων με την εφαρμογή μέτρων για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με τη χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/26


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιρλανδίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ιρλανδίας για το 2017

(2017/C 261/07)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Ιρλανδία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Ιρλανδία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 3.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Ιρλανδία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκαν η πρόοδος της Ιρλανδίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Ιρλανδίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017.

(4)

Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιρλανδία δεν εμφανίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, οι ανισορροπίες αυτές χαρακτηρίζονται από μεγάλο όγκο εξωτερικού, δημόσιου και ιδιωτικού χρέους (τόσο των νοικοκυριών όσο και των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών), το οποίο καθιστά την Ιρλανδία ευάλωτη σε δυσμενείς αναταράξεις. Οι τράπεζες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά παρουσιάζουν ικανοποιητική κεφαλαιοποίηση, η δε αποδοτικότητά τους, μολονότι παραμένει χαμηλή, βελτιώνεται σταδιακά. Οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται και εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί της προσφοράς. Το συσσωρευμένο χρέος των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών μειώθηκε το 2015, αλλά παρέμεινε υψηλότερο από ό,τι στα τέλη του 2014. Το χρέος των νοικοκυριών μειώθηκε το 2015 και το δημόσιο χρέος βρίσκεται σε σταθερά πτωτική τροχιά. Η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ιρλανδίας σημείωνε πτώση με ταχύ ρυθμό πριν από το 2015, αλλά στη συνέχεια η τάση αυτή αντιστράφηκε, γεγονός που οφείλεται εν μέρει σε μετατόπιση επιπέδου το 2015. Ωστόσο, η εξωτερική βιωσιμότητα του εγχώριου τομέα δεν φαίνεται να βρίσκεται σε κίνδυνο. Το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε κατά το περασμένο έτος, αλλά ο ρυθμός της μείωσης είχε αρχίσει να επιβραδύνεται ελαφρά το τέλος του 2016. Οι τιμές των ακινήτων εξακολούθησαν να αυξάνουν το 2015, αλλά δεν υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις υπερτίμησης επί του παρόντος. Τα τελευταία χρόνια έχουν ληφθεί μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση όλων των ανισορροπιών που επισημάνθηκαν, περιλαμβανομένου του τραπεζικού τομέα (βελτίωση του κανονιστικού πλαισίου, μέτρα για την αντιμετώπιση του υψηλού επιπέδου μη εξυπηρετούμενων δανείων). Η κυβέρνηση έχει λάβει διάφορα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεπαρκούς προσφοράς στην αγορά ακινήτων, αλλά θα απαιτηθεί χρόνος για να αποφέρουν αποτελέσματα τα μέτρα αυτά.

(5)

Στις 13 Απριλίου 2017 η Ιρλανδία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και στις 2 Μαΐου 2017 το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(6)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(7)

Η Ιρλανδία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον μεταβατικό κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2017, η κυβέρνηση αναμένει ότι το ονομαστικό έλλειμμα θα υποχωρήσει ελαφρώς στο 0,4 % του ΑΕΠ το 2017 και εν συνεχεία θα υποχωρεί σταδιακά έως ότου μετατραπεί σε πλεόνασμα ύψους 1,0 % του ΑΕΠ το 2021. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —διαρθρωτικό έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ— αναμένεται να επιτευχθεί από το 2018 και μετά. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας, ο δείκτης του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 72,9 % το 2017 και εν συνεχεία να μειωθεί στο 65,2 % το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές. Συγχρόνως, δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί επαρκώς τα αναγκαία μέτρα στήριξης των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2018 και μετά.

(8)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στην Ιρλανδία να επιτύχει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή 0,6 % του ΑΕΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2017. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, υπάρχει κίνδυνος να σημειωθεί σημαντική απόκλιση από τη συνιστώμενη δημοσιονομική προσαρμογή το 2016 και το 2017 συνολικά.

(9)

Το 2018, με βάση τη δημοσιονομική κατάσταση, και ιδίως τα επίπεδα χρέους της χώρας, αναμένεται περαιτέρω προσαρμογή της Ιρλανδίας για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου της για διαρθρωτικό έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η εν λόγω προσαρμογή μεταφράζεται σε απαίτηση για ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (5) που δεν θα υπερβεί το 2,4 % το 2018. Θα αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης του 0,6 % του ΑΕΠ. Το όριο αναφοράς για τις δαπάνες αντικατοπτρίζει μια προσαρμογή για να διορθωθεί μια στρέβλωση στη δεκαετή τιμή αναφοράς της δυνητικής ανάπτυξης που προκάλεσε η εξαιρετικά μεγάλη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2015. Ακολουθώντας την προσέγγιση που υιοθέτησαν οι ιρλανδικές αρχές στους υπολογισμούς τους για τον προϋπολογισμό του 2017, η Επιτροπή έλαβε τον μέσο όρο των δυνητικών ρυθμών αύξησης το 2014 και το 2016. Σε περίπτωση αμετάβλητων πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος κάποιας απόκλισης από την απαίτηση το 2017 και το 2018 συνολικά. Ταυτόχρονα, προβλέπεται ότι η Ιρλανδία θα συμμορφωθεί με τον μεταβατικό κανόνα για το χρέος το 2017 και το 2018. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα, ιδίως το 2017, για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Δεδομένων των τρεχουσών κυκλικών συνθηκών στην Ιρλανδία και των αυξημένων εξωτερικών κινδύνων, θα αποτελούσε συνετή πράξη η χρήση τυχόν έκτακτων εσόδων για την περαιτέρω μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης. Ωστόσο, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, η αξιολόγηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων και των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό ισοζύγιο του κράτους μέλους υπό το πρίσμα των κυκλικών συνθηκών. Όπως υπενθυμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής που συνοδεύει τις εν λόγω συστάσεις ανά χώρα, η αξιολόγηση του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος του 2018 και η επακόλουθη αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2018 θα πρέπει να λάβουν δεόντως υπόψη τον στόχο να επιτευχθεί δημοσιονομικός προσανατολισμός που να συμβάλλει στην ενίσχυση της εν εξελίξει ανάκαμψης και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών της Ιρλανδίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο σημειώνει ότι η Επιτροπή προτίθεται να διενεργήσει συνολική αξιολόγηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, ιδίως με βάση την κυκλική κατάσταση της Ιρλανδίας.

(10)

Μολονότι η οικονομική ανάκαμψη είναι ισχυρή και η παραγωγή αναμένεται να αυξάνεται με σταθερό ρυθμό κατά τα προσεχή έτη, η προοπτική έχει γίνει πιο αβέβαιη, γεγονός που ενέχει κινδύνους για τα δημόσια οικονομικά που παραμένουν επισφαλή. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταβληθούν περεταίρω προσπάθειες για να καταστούν τα έσοδα πιο ανθεκτικά στις οικονομικές διακυμάνσεις και τους δυσμενείς κλυδωνισμούς. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να προχωρήσει η πρόταση για θέσπιση αποθεματικού για απρόβλεπτα («Rainy Day Fund») και πρέπει να μειωθεί η εξάρτηση από πηγές εσόδων που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης και αστάθεια. Μια ισορροπημένη σύνθεση διαφόρων φορολογικών πηγών και διευρυμένες φορολογικές βάσεις συμβάλλουν στη βελτίωση της σταθερότητας των εσόδων σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας. Ωστόσο, οι προσπάθειες για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης ήταν περιορισμένες τα τελευταία χρόνια και τα πρόσφατα φορολογικά μέτρα επικεντρώθηκαν σε περικοπές και μειώσεις. Η αναγγελθείσα συστηματική αξιολόγηση του κόστους και των οφελών των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ, οι οποίοι εφαρμόζονται σε εκτεταμένο φάσμα πωλήσεων, εκκρεμεί. Η περιοδική φορολογία ακίνητης περιουσίας θεωρείται ως μία από τις πιο φιλικές προς την ανάπτυξη πηγές εσόδων. Ωστόσο, τα έσοδα της Ιρλανδίας από τα ακίνητα ανήλθαν σε μόνο 1,0 % του ΑΕΠ το 2014, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης που είναι 1,6 %. Η σταδιακή τιμαριθμική αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων θα συμβάλει στην εξομάλυνση του προφίλ του τοπικού φόρου ακίνητης περιουσίας προλαμβάνοντας μια αιφνίδια αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων όταν ανατιμηθούν τα ακίνητα το 2019. Οι διαφορές ως προς τη φορολόγηση του ντίζελ και της βενζίνης για τους χρήστες του οδικού δικτύου δεν δικαιούνται για περιβαλλοντικούς λόγους.

(11)

Στο παρελθόν, οι εκτεταμένες επανεξετάσεις των δαπανών επικεντρώθηκαν κατά κύριο λόγο στη μείωση των δημόσιων δαπανών για την κάλυψη των γενικών δημοσιονομικών στόχων. Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των προγραμμάτων δαπανών υπήρξε περιορισμένη, πράγμα που τελικά αποδυνάμωσε την αξιοπιστία των πολυετών σχεδίων δαπανών. Μια κατάλληλα σχεδιασμένο επανεξέταση των δαπανών, σύμφωνα με τις κοινές αρχές της Ευρωομάδας, αναμένεται να βελτιώσει τον έλεγχο των δαπανών και θα μπορούσε να αποδεσμεύσει πόρους για δημόσιες επενδύσεις προκειμένου να τονωθεί η ανάπτυξη. Η επανεξέταση των δαπανών θα πρέπει να αφορά κυρίως την οικονομική αποδοτικότητα του τομέα της υγείας. Η Ιρλανδία εισήγαγε ορισμένα σημαντικά μέτρα αποδοτικότητας, όπως μια συμφωνία με τη φαρμακευτική βιομηχανία για την εξοικονόμηση δαπανών, ένα σύστημα δημοσιονομικής διαχείρισης, την ηλεκτρονική υγεία (eHealth) και τη χρηματοδότηση βάσει των δραστηριοτήτων. Ωστόσο, θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα, για παράδειγμα μέσω της ενίσχυσης του ρόλου της πρωτοβάθμιας περίθαλψης ως μέσο ανακούφισης των υπερβολικά επιβαρυμένων νοσοκομείων της Ιρλανδίας. Τα βήματα προς την κατεύθυνση ενός καθολικού και με ενιαία δομή συστήματος υγείας είναι κατακερματισμένα και δεν υπάρχει ένα συνολικό όραμα.

(12)

Εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο η προώθηση της βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης προς όφελος όλων των ομάδων στην κοινωνία. Η ανεργία ήταν κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης, στο 6,4 % τον Απρίλιο του 2017. Ωστόσο, η χαμηλή ένταση εργασίας πολλών νοικοκυριών προκαλεί την ανησυχία ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν μείνει πίσω ενώ η ανάκαμψη συνεχίζεται. Από το 2013 έως το 2015, το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά με χαμηλή ή πολύ χαμηλή ένταση εργασίας μειώθηκε κατά 15 %· το συνολικό ποσοστό ανεργίας κατά την ίδια περίοδο μειώθηκε κατά 28 %. Συνολικά, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας έχει συμβάλει σε ικανοποιητικό βαθμό στον περιορισμό της φτώχειας και των ανισοτήτων, και η Ιρλανδία έχει λάβει μέτρα παροχής κινήτρων υπέρ της απασχόλησης με την προοδευτική κατάργηση των παροχών και των συμπληρωματικών πληρωμών. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια στην ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Οι διαφορές μεταξύ των ποσοστών απασχόλησης των εργαζομένων χαμηλής, μεσαίας και υψηλής ειδίκευσης είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση. Σε ορισμένους κλάδους έχουν κάνει την εμφάνισή τους αναντιστοιχίες δεξιοτήτων και ελλείψεις δεξιοτήτων, ενώ οι δυνατότητες αναβάθμισης δεξιοτήτων και επανειδίκευσης είναι ανεπαρκείς. Η αγορά εργασίας και οι κοινωνικές προκλήσεις καταδεικνύουν τη σημασία μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης στην κατάρτιση και την ενεργοποίηση της αγοράς εργασίας για τα άτομα που είναι περισσότερο απομακρυσμένα από την αγορά εργασίας. Εξάλλου, εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με την ποιότητα της παρεχόμενης παιδικής μέριμνας, συμπεριλαμβανομένης της διαθεσιμότητας ολοήμερων υπηρεσιών. Ως ποσοστό των μισθών, το καθαρό κόστος της παιδικής μέριμνας στην Ιρλανδία είναι από τα υψηλότερα στην Ένωση. Η διαθεσιμότητα και το κόστος της ποιοτικής ολοήμερης παιδικής μέριμνας συνιστούν φραγμούς για τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και εμποδίζουν τις προσπάθειες μείωσης της παιδικής φτώχειας, η οποία, καίτοι υποχώρησε ελαφρώς, παραμένει υψηλότερη του μέσου όρου στην Ένωση.

(13)

Για την προώθηση βιώσιμης και ισόρροπης ανάπτυξης θα πρέπει να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες σε υποδομές. Η οικονομική κρίση οδήγησε σε μετατόπιση στη σύνθεση των δαπανών της γενικής κυβέρνησης από τις επενδύσεις προς τις τρέχουσες δαπάνες. Η δραστική μείωση των δημόσιων επενδύσεων επί χρόνια είχε αρνητικό αντίκτυπο για την επάρκεια και την ποιότητα των υποδομών. Η μετατόπιση του βάρους των δημόσιων δαπανών έχει επηρεάσει επίσης τη στήριξη προς την έρευνα και την ανάπτυξη, γεγονός που ενδεχομένως θα έχει συνέπειες για την ανταγωνιστικότητα των ΜΜΕ. Η Ιρλανδία κατατάσσεται 25η στην Ένωση στις δημόσιες επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι πιο σοβαρές ελλείψεις εντοπίζονται στις υποδομές, τις μεταφορές, τις υπηρεσίες ύδατος και τη στέγαση. Η ζήτηση για νέες κατοικίες υπερβαίνει επί του παρόντος κατά πολύ την προσφορά στις μεγαλύτερες αστικές περιοχές της χώρας. Ως εκ τούτου, οι τιμές και τα μισθώματα των κατοικιών συνεχίζουν να αυξάνονται ταχέως, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί στην πρόσφατη μεγάλη αύξηση του αποκλεισμού από τη στέγαση και του αριθμού των αστέγων. Προς το παρόν δεν υπάρχουν ενδείξεις υπερτίμησης, αλλά οι περιορισμοί στην προσφορά στέγης μπορεί να ενέχουν μακροοικονομικούς κινδύνους εάν δεν αντιμετωπιστούν. Ο συνεκτικός και έγκαιρος χωροταξικός σχεδιασμός θα συνέβαλλε στην παροχή νέων κατοικιών στις κατάλληλες περιοχές.

(14)

Η ιρλανδική οικονομία χαρακτηρίζεται από τη διαίρεση μεταξύ, αφενός, κυρίως μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ιρλανδικής ιδιοκτησίας και, αφετέρου, μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ιρλανδία. Οι διασυνδέσεις μεταξύ των πολυεθνικών εταιρειών και των επιχειρήσεων ιρλανδικής ιδιοκτησίας παραμένουν περιορισμένες. Οι εξαγωγικές επιδόσεις και τα προφίλ των εξαγωγών τους διαφέρουν σημαντικά, ενώ το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ τους διευρύνεται. Οι ασθενέστερες επιχειρήσεις ιρλανδικής ιδιοκτησίας εμφανίζουν ασθενέστερο εξαγωγικό προφίλ από τις πολυεθνικές εταιρείες με έδρα στην Ιρλανδία. Οι εξαγωγές τους είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένες σε συγκεκριμένους κλάδους και προορισμούς, γεγονός που τις καθιστά πιο ευάλωτες σε κλυδωνισμούς. Οι επενδύσεις στην καινοτομία αναμένεται να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και τις δυνατότητες εξαγωγής των ιρλανδικών επιχειρήσεων σε μια περίοδο κατά την οποία η διαφοροποίηση των εξαγωγών και των εξαγωγικών προορισμών θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση των επιδόσεων των ιρλανδικών επιχειρήσεων. Οι δημόσιες δαπάνες στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης παραμένουν χαμηλές. Η πλήρης εφαρμογή μέτρων για την αύξηση της δημόσιας έρευνας και ανάπτυξης, και ιδίως των μέτρων για την ενίσχυση της ικανότητας καινοτομίας των ΜΜΕ, εξαρτάται από την επιστροφή σε μια τάση συνεχών επενδύσεων. Για την ενθάρρυνση της καινοτομίας από τις ΜΜΕ, οι πολιτικές για την καινοτομία θα μπορούσαν να αναπροσανατολιστούν προς πιο άμεσες μορφές χρηματοδότησης. Η δημόσια στήριξη στην επιχειρηματική έρευνα και ανάπτυξη βασίζεται όλο και περισσότερο στις εκπτώσεις φόρου για δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης. Πιο στοχοθετημένα μείγματα πολιτικών από κοινού με πιο άμεση χρηματοδότηση μπορεί να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις ανάγκες των νέων καινοτόμων ιρλανδικών επιχειρήσεων και να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που προκύπτουν από την ισχυρές επενδυτικές δυνατότητες των πολυεθνικών εταιρειών. Τούτο θα συνέβαλλε στη διευκόλυνση της πρόσβασης σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και στην επιτάχυνση της διάχυσης των γνώσεων.

(15)

Σε ένα περιβάλλον αυξημένης εξωτερικής αβεβαιότητας, η επίτευξη περαιτέρω προόδου στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι σημαντική για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, τα υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη για την κερδοφορία των τραπεζών και συνιστούν εμπόδιο για την πλήρη οικονομική ανάκαμψη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Η απομόχλευση των νοικοκυριών και των εγχώριων επιχειρήσεων συνεχίζεται, αλλά το χρέος τους παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην Ένωση, ανερχόμενο στο 276,8 % του ΑΕΠ (στοιχεία Σεπτεμβρίου 2016). Το υψηλό εταιρικό χρέος ενδέχεται να μην επιτρέπει σε εταιρείες να δανείζονται για επενδύσεις, πράγμα που με τη σειρά του περιορίζει επίσης την ικανότητα των τραπεζών να αυξάνουν τη δική τους κερδοφορία.

(16)

Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Ιρλανδίας, το μέσο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων των εγχώριων ιρλανδικών τραπεζών ανερχόταν στο 14,2 % τον Σεπτέμβριο του 2016. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο της Ένωσης που είναι 5,3 %. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των εγχώριων ιρλανδικών τραπεζών μειώθηκαν κατά 12,7 δισεκατ. ευρώ ή 32,7 % σε ετήσια βάση τον Σεπτέμβριο του 2016. Ο ρυθμός επίλυσης του ζητήματος των καθυστερούμενων οφειλών επιβραδύνθηκε κάπως καθώς το υπόλοιπο των μακροχρόνια καθυστερούμενων οφειλών είναι πιο δύσκολο να αναδιαρθρωθεί. Η δυναμική που υπάρχει δεν θα πρέπει να ατονήσει: η αναδιάρθρωση των καθυστερούμενων οφειλών θα πρέπει να είναι διατηρήσιμη μακροπρόθεσμα και χρειάζεται να εξεταστούν διάφορες μορφές μείωσης του χρέους. Το 14 % των οφειλών ενυπόθηκων δανείων ήταν ληξιπρόθεσμες στο τέλος του Σεπτεμβρίου 2016, ενώ οι ληξιπρόθεσμοι άνω των 2 ετών λογαριασμοί αντιπροσώπευαν σχεδόν το 70 % του συνολικού υπολοίπου ενυπόθηκων δανείων ήταν ληξιπρόθεσμα άνω των 90 ημερών. Τα δάνεια εμπορικών ακινήτων που έχουν χορηγήσει εγχώριες τράπεζες, καθώς και τα επιχειρηματικά δάνεια παραμένουν επίσης προβληματικοί τομείς και τα ποσοστά των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανέρχονται σε 32,6 % και 11,8 % αντίστοιχα. τον Σεπτέμβριο του 2016. Η χρήση διαδικασιών προσωπικής αφερεγγυότητας, πτώχευσης, «examinership» (δικαστική προστασία βάσει της ιρλανδικής νομοθεσίας για προβληματικές επιχειρήσεις) και εξωδικαστικών συμβιβασμών με σκοπό την αποκατάσταση της βιωσιμότητας σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και θα πρέπει να δοθούν περισσότερα κίνητρα προς τον σκοπό αυτόν. Ύστερα από αρκετές καθυστερήσεις, το κεντρικό μητρώο πιστώσεων αναμένεται να εισέλθει στην τελική φάση της υλοποίησής του. Η ολοκλήρωσή της θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα, καθώς το μητρώο θα αποτελέσει τη βάση για την κατάλληλη αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου των δανειοληπτών και για τη διασφάλιση συνετής δανειοδότησης στο μέλλον.

(17)

Η εφαρμογή του ρυθμιστικού νόμου για τις νομικές υπηρεσίες του 2015 («νόμος του 2015») άρχισε στα τέλη του 2016. Η πλήρης εφαρμογή του νόμου του 2015 θα είναι καθοριστικής σημασίας για τις προσπάθειες που καταβάλλει η Ιρλανδία για την αύξηση του ανταγωνισμού στον τομέα αυτόν διότι θα επιτρέψει την άμεση πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, καθώς και τη δημιουργία ομίλων επιχειρήσεων με πολυτομεακές πρακτικές και τη λειτουργία στην Ιρλανδία εναλλακτικών επιχειρηματικών μοντέλων που χρησιμοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη. Οι ανεξάρτητες νομικές υπηρεσίες είναι σημαντικές για όλους τους τομείς της οικονομίας και το κόστος τους επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της Ιρλανδίας. Ως εκ τούτου, είναι πρωταρχικής σημασίας με την εφαρμογή του νόμου του 2015 να θεσπιστούν διατάξεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τη μείωση του κόστους κατόπιν δημόσιων διαβουλεύσεων ή οι εν λόγω διατάξεις να ενσωματωθούν σε κανονιστικές ρυθμίσεις που θα εκδοθούν από τη ρυθμιστική αρχή για τις νομικές υπηρεσίες, προκειμένου να τονωθεί ο ανταγωνισμός και να μειωθούν οι δαπάνες.

(18)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2017, η Επιτροπή διενήργησε εμπεριστατωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Ιρλανδίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Ιρλανδία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Ιρλανδία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε επίπεδο Ένωσης κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(19)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (6) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

(20)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Οι συστάσεις που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 και 3 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ιρλανδία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να επιδιώξει μια σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή το 2018, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Να χρησιμοποιήσει τυχόν έκτακτα κέρδη που προκύπτουν από τις ευνοϊκές οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες, καθώς και από την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, έσοδα για να επιταχύνει τη μείωση του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης. Να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής και τον αριθμό των φορολογικών δαπανών και να διευρύνει τη φορολογική βάση.

2.

Να στοχοθετήσει καλύτερα τις δημόσιες δαπάνες, δίνοντας προτεραιότητα στις δημόσιες επενδύσεις στις μεταφορές, τις υπηρεσίες ύδατος και την καινοτομία, ιδίως για τη στήριξη των ΜΜΕ. Να ενισχύσει την κοινωνική υποδομή, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής στέγασης και της ποιοτικής παιδικής μέριμνας, Να καταρτίσει μια ολοκληρωμένη δέσμη πολιτικών ενεργοποίησης με σκοπό την αύξηση των προοπτικών απασχόλησης ατόμων με χαμηλή ειδίκευση και για την αντιμετώπιση της χαμηλής έντασης εργασίας των νοικοκυριών.

3.

Να ενθαρρύνει μια συνεχή και πιο διαρκή μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω στρατηγικών για την επίλυση του ζητήματος οι οποίες να προβλέπουν διαγραφές για βιώσιμες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με ιδιαίτερη έμφαση στην επίλυση των μακροχρόνια καθυστερούμενων οφειλών.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε επίπεδο τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(6)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/31


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ισπανίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ισπανίας για το 2017

(2017/C 261/08)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Ισπανία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017, το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Ισπανία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 3.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Ισπανία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Ισπανίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Ισπανίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Η ανάλυση της Επιτροπής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ισπανία αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες με διασυνοριακό αντίκτυπο. Ειδικότερα, τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μεταφράζονται σε μείωση των καθαρών εξωτερικών υποχρεώσεων της Ισπανίας, οι οποίες, εντούτοις, εξακολουθούν να είναι σημαντικές και να εκθέτουν τη χώρα σε μεταβολές του κλίματος των αγορών. Το χρέος του ιδιωτικού τομέα μειώθηκε σημαντικά, ιδίως για τις εταιρείες, αλλά το χρέος των νοικοκυριών παραμένει υψηλό. Η οικονομική ανάπτυξη έχει καταστεί ο κύριος μοχλός μείωσης του χρέους, αλλά οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα σε μεσοπρόθεσμη βάση. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάγκη λήψης μέτρων για τον περιορισμό του κινδύνου δυσμενών επιπτώσεων των ανισορροπιών στην ισπανική οικονομία και, δεδομένου του μεγέθους και του διασυνοριακού τους αντίκτυπου, στην οικονομική και νομισματική ένωση. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας συνέχισε να παρουσιάζει υψηλό βαθμό σταθερότητας, ενισχυόμενος από την εν εξελίξει αναδιάρθρωσή του, το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης και την οικονομική ανάκαμψη. Η δημιουργία θέσεων απασχόλησης ήταν σημαντική κατά τα τελευταία έτη, ενώ η ανεργία μειώθηκε με ταχύ ρυθμό, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλή. Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και η συγκράτηση των μισθών έχουν αποτελέσει σημαντικές κινητήριες δυνάμεις για την ισχυρή δημιουργία θέσεων απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κατά τα τελευταία έτη.

(4)

Στις 28 Απριλίου 2017, η Ισπανία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και στις 29 Απριλίου 2017 υπέβαλε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Ισπανία υπάγεται επί του παρόντος στο διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2017, η Ισπανία σχεδιάζει να διορθώσει το υπερβολικό έλλειμμα έως το 2018, ευθυγραμμιζόμενη με την απόφαση του Συμβουλίου, της 8ης Αυγούστου 2016, με την οποία ειδοποιείται η Ισπανία να λάβει μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος η οποία κρίνεται αναγκαία προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος («απόφαση του Συμβουλίου, της 8ης Αυγούστου 2016»). Το ονομαστικό έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω σε 0,5 % του ΑΕΠ το 2020. Οι προβλέψεις δαπανών στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 ενσωματώνουν την επέλευση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που συνδέονται με τους αυτοκινητόδρομους και τον χρηματοπιστωτικό τομέα και ανέρχονται περίπου στο 0,4 % και το 0,2 % του ΑΕΠ για το 2017 και το 2018, αντιστοίχως. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος για ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση σε διαρθρωτικούς όρους δεν προβλέπεται να επιτευχθεί εντός του χρονικού ορίζοντα του προγράμματος σταθερότητας για το 2017. Το εκ νέου υπολογισθέν διαρθρωτικό ισοζύγιο (5) προβλέπεται να ανέλθει στο -1,9 % του ΑΕΠ το 2020. Το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 προβλέπει ότι ο δείκτης χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ θα ανέλθει σε 98,8 % το 2017, 97,6 % το 2018 και 92,5 % το 2020. Οι μακροοικονομικές παραδοχές του προγράμματος σταθερότητας για το 2017 είναι ρεαλιστικές μέχρι το 2018 και σχετικά αισιόδοξες για τα επόμενα έτη. Συνολικά, η σχεδιαζόμενη επίτευξη των στόχων εξακολουθεί να στηρίζεται σε ισχυρές οικονομικές προοπτικές, κάτι που, ωστόσο, είναι πηγή κινδύνων. Άλλοι κίνδυνοι όσον αφορά την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων συνδέονται με την αβεβαιότητα σχετικά με τον αντίκτυπο των πρόσφατων φορολογικών μέτρων. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη την παραδοχή επέλευσης των ενδεχόμενων υποχρεώσεων (που δεν περιλαμβάνονται στις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017), το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 στηρίζεται σε σαφώς μεγαλύτερη συγκράτηση των δαπανών από ό,τι αναφερόταν στις προβλέψεις της Επιτροπής το 2017 και το 2018. Τέλος, δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί τα αναγκαία μέτρα στήριξης των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα για το 2018.

(7)

Στις 8 Αυγούστου 2016 το Συμβούλιο ζήτησε από την Ισπανία να θέσει τέλος στην κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος έως το 2018, ιδίως δε να μειώσει το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης στο 4,6 % του ΑΕΠ το 2016, στο 3,1 % του ΑΕΠ το 2017 και στο 2,2 % του ΑΕΠ το 2018. Η βελτίωση αυτή του ισοζυγίου γενικής κυβέρνησης θεωρήθηκε ότι συνάδει με επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά 0,4 % του ΑΕΠ το 2016 και βελτίωσή του κατά 0,5 % του ΑΕΠ το 2017 και το 2018, βάσει των επικαιροποιημένων εαρινών προβλέψεων της Επιτροπής του 2016. Η Ισπανία πέτυχε ονομαστικό έλλειμμα 4,5 % του ΑΕΠ το 2016, ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο από τον στόχο που είχε τεθεί στην απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Αυγούστου 2016. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, το ονομαστικό έλλειμμα θα μειωθεί στο 3,2 % του ΑΕΠ το 2017 και περαιτέρω στο 2,6 % του ΑΕΠ το 2018, με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή πολιτικής, ήτοι 0,1 % και 0,4 % του ΑΕΠ αντιστοίχως πάνω από τους στόχους για το ονομαστικό έλλειμμα που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και τους στόχους που όρισε το Συμβούλιο. Σε αντίθεση με το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, η πρόβλεψη δεν προϋποθέτει την επέλευση των ως άνω ενδεχόμενων υποχρεώσεων. Η αθροιστική δημοσιονομική προσπάθεια για την περίοδο 2016-2017 αναμένεται να ευοδωθεί οριακά, αλλά, με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή πολιτικής, αναμένεται ότι το 2018 θα υπολείπεται σε σχέση με ό,τι είχε ζητηθεί στην απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Αυγούστου 2016. Επιπλέον, τον Αύγουστο του 2016, το Συμβούλιο κάλεσε την Ισπανία να λάβει μέτρα για τη βελτίωση του δημοσιονομικού της πλαισίου, αλλά το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 δεν αναφέρει σχέδια ώστε να ενισχυθεί η συμβολή, στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, του κανόνα για τις δαπάνες που προβλέπει ο νόμος περί σταθερότητας. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα, ιδίως το 2018, για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και ειδικότερα με τους όρους της απόφασης του Συμβουλίου, της 8ης Αυγούστου 2016.

(8)

Η Ισπανία εξακολουθεί να μην διαθέτει σαφές και συνεπές πλαίσιο πολιτικής για τις δημόσιες συμβάσεις που να διασφαλίζει νομική συμμόρφωση, υψηλό επίπεδο ανταγωνισμού και οικονομικής αποδοτικότητας, ιδίως μέσω αποτελεσματικών μηχανισμών εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχου, ενίσχυση της διαφάνειας και του συντονισμού μεταξύ όλων των αναθετουσών αρχών και οντοτήτων σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Η κυβέρνηση παρουσίασε κάποια μέτρα το 2017, τα οποία αποσκοπούν στη βελτίωση του συστήματος εποπτείας των δημόσιων συμβάσεων και τα οποία είναι υπό έγκριση από το κοινοβούλιο.

(9)

Η Ισπανία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο όσον αφορά την καταπολέμηση της διαφθοράς, ιδίως σε σχέση με τη διαφάνεια των διοικητικών αποφάσεων, και, πιο συγκεκριμένα, τη θέσπιση νομοθεσίας σχετικά περί διαφάνειας στη χρηματοδότηση των κομμάτων, τη δημοσιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων και τις περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων. Ο στόχος τώρα μετατοπίζεται στην υλοποίηση των μέτρων αυτών. Ωστόσο, παρά την απότομη αύξηση των ερευνών που αφορούν περιπτώσεις διαφθοράς σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, δεν έχουν εκπονηθεί εξατομικευμένες προληπτικές στρατηγικές για τον περιορισμό των κινδύνων διαφθοράς στις εν λόγω βαθμίδες διακυβέρνησης, ούτε υπάρχει κοινή στρατηγική πρόληψης σε όλες τις βαθμίδες διακυβέρνησης. Άλλα προβλήματα, όπως κενά στη νομοθεσία για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, ο βαθμός ανεξαρτησίας του προσφάτως συσταθέντος Γραφείου για τη Σύγκρουση Συμφερόντων και η έλλειψη ρύθμισης της εκπροσώπησης συμφερόντων, δεν έχουν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο ειδικής παρακολούθησης. Ένα άλλο θέμα αφορά τις παρατεταμένες δικαστικές διαδικασίες για υποθέσεις διαφθοράς. Ο νόμος περί ποινικής δικονομίας τροποποιήθηκε το 2015 προκειμένου να περιοριστεί ο χρόνος που διατίθεται για τις έρευνες και να μειωθούν οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στις ποινικές διαδικασίες. Εντούτοις, αυτό θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπάρκειας των δικονομικών προθεσμιών για τον χειρισμό πολύπλοκων υποθέσεων διαφθοράς, εάν οι διατάξεις που επιτρέπουν περιόδους παράτασης αποδειχθούν περιοριστικές.

(10)

Παρά τον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ που συνάδει με τον μέσον όρο της Ένωσης και το χαμηλό και φθίνον κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ, η Ισπανία έχει σχετικά χαμηλά έσοδα από τον ΦΠΑ. Τούτο οφείλεται κυρίως στο ότι η Ισπανία εφαρμόζει εκτενώς εξαιρέσεις ή μειωμένους συντελεστές για διάφορα προϊόντα και υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, η Ισπανία κατέγραψε τη μεγαλύτερη απόκλιση πολιτικής στην Ένωση το 2014 (59 % σε σύγκριση με τον μέσον όρο της Ένωσης που είναι περίπου 44 %). Ομοίως, τα έσοδα της Ισπανίας από τους περιβαλλοντικούς φόρους είναι μεταξύ των χαμηλότερων στην Ένωση, παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια, κυρίως στον τομέα της ενέργειας. Η φορολόγηση της ρύπανσης και της χρήσης των πόρων μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των εσόδων και να αποφέρει σημαντικά κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη. Υπάρχει επίσης μια κανονιστική διασπορά που έχει ως αποτέλεσμα ανομοιογενείς προσεγγίσεις όσον αφορά ορισμένους περιβαλλοντικούς φόρους σε περιφερειακό επίπεδο. Σε σχέση με τις δαπάνες, η κυβέρνηση ανέθεσε στην AIReF, την Ανεξάρτητη Δημοσιονομική Αρχή της Ισπανίας, να προβεί σε επανεξέταση των δημόσιων δαπανών η οποία θα καλύπτει όλα τα επίπεδα της γενικής κυβέρνησης. Η επανεξέταση μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό τομέων όπου οι ανάγκες για δαπάνες μπορούν να καλύπτονται με αποδοτικότερη χρήση των πόρων.

(11)

Η δημιουργία θέσεων απασχόλησης ήταν σημαντική κατά τα τελευταία έτη. Σε αυτήν συνέτειναν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και η συγκράτηση των μισθών. Η ανεργία μειώθηκε με ταχύ ρυθμό, αλλά εξακολουθεί να είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση, ιδίως μεταξύ των νέων και των ατόμων χαμηλής ειδίκευσης, γεγονός το οποίο ενέχει κινδύνους απομάκρυνσης από την αγορά εργασίας. Σχεδόν το ήμισυ των ανέργων έχει μείνει χωρίς εργασία για πάνω από ένα έτος. Η Ισπανία λαμβάνει μέτρα για την υποστήριξη των νέων, κυρίως με τη διεύρυνση των κριτηρίων επιλεξιμότητας των «Εγγυήσεων για τη νεολαία» (6), και για την ενίσχυση της εξατομικευμένης στήριξης των μακροχρόνια ανέργων. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται συν τοις άλλοις από την επίδοση των περιφερειακών δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης. Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της συνεργασίας τους με τις κοινωνικές υπηρεσίες, προκειμένου να βελτιωθεί η παροχή διευρυμένων υπηρεσιών στα άτομα που αναζητούν εργασία, ιδίως στους μακροχρόνια άνεργους και τους δικαιούχους των συστημάτων εγγυήσεως του εισοδήματος. Ταυτόχρονα, η συνεργασία των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης με τους εργοδότες θα μπορούσε να ενισχυθεί, ιδίως με την αύξηση του ποσοστού κενών θέσεων εργασίας που διαχειρίζονται οι υπηρεσίες απασχόλησης.

(12)

Η Ισπανία έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά προσωρινής απασχόλησης στην Ένωση και πολλές συμβάσεις απασχόλησης ορισμένου χρόνου είναι πολύ μικρής διάρκειας. Τα ποσοστά μετάβασης από συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι πολύ χαμηλά σε σύγκριση με τον μέσον όρο της Ένωσης. Η εκτεταμένη χρήση συμβάσεων ορισμένου χρόνου συνοδεύεται από χαμηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας (μεταξύ άλλων μέσω της μείωσης των ευκαιριών κατάρτισης στον τόπο εργασίας), χειρότερες συνθήκες εργασίας και μεγαλύτερους κινδύνους φτώχειας. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας φαίνεται ότι άμβλυναν ελαφρώς τον κατακερματισμό μεταξύ συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου, η δε εν εξελίξει ενίσχυση των επιθεωρήσεων εργασίας παρουσιάζει θετικά αποτελέσματα όσον αφορά την αντιμετώπιση της κατάχρησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία της ισπανικής αγοράς εργασίας ενδέχεται να εξακολουθούν να αποθαρρύνουν την πρόσληψη με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Σε αυτά συμπεριλαμβάνεται η αβεβαιότητα σε περίπτωση νομικής διαφοράς κατόπιν απόλυσης, καθώς οι συγκριτικά υψηλές αποζημιώσεις απόλυσης των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Επιπλέον, το σύστημα κινήτρων πρόσληψης παραμένει κατακερματισμένο και δεν στοχεύει αποτελεσματικά στην προώθηση της απασχόλησης αορίστου χρόνου. Η Ισπανία, αν και συγκρότησε πρόσφατα ομάδα εργασίας σχετικά με την ποιότητα της απασχόλησης, δεν έχει ακόμη εκπονήσει ολοκληρωμένο σχέδιο για την καταπολέμηση του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας, μετά τη συμφωνία του 2014 μεταξύ της κυβέρνησης και των κοινωνικών εταίρων.

(13)

Εξακολουθούν να υπάρχουν ανισότητες ανάμεσα στις περιφέρειες και στα συστήματα όσον αφορά τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των συστημάτων εγγυήσεων εισοδήματος και τη σύνδεση μεταξύ ενεργοποίησης και προστασίας. Ορισμένες ευάλωτες ομάδες παραμένουν εκτός των ρυθμίσεων εγγυημένου εισοδήματος. Η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των συστημάτων εξηγείται εν μέρει από τις μεγάλες διαφορές επάρκειας και συνθηκών πρόσβασης των περιφερειακών συστημάτων ελάχιστου εισοδήματος και από τον κατακερματισμό του εθνικού συστήματος παροχών σε πολλαπλά συστήματα που απευθύνονται σε διάφορες κατηγορίες ατόμων που αναζητούν εργασία και τα οποία διαχειρίζονται διαφορετικές διοικητικές υπηρεσίες. Ο κατακερματισμός γεννά ασυνέχεια στη στήριξη που παρέχεται σε αυτούς που τη χρειάζονται και εμποδίζει την παροχή ολοκληρωμένων διαδικασιών. Ως απάντηση στις πολλαπλές προκλήσεις, έχει ξεκινήσει μελέτη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των εθνικών και περιφερειακών συστημάτων στήριξης του εισοδήματος. Οι οικογενειακές παροχές δεν είναι κατάλληλα στοχευμένες. Επιπλέον, όταν λαμβάνεται υπόψη ο αντίκτυπος των εκπτώσεων φόρων, το σύστημα φορολόγησης-παροχών είναι, συνολικά, κατά τι παλινδρομικό (ήτοι ο συντελεστής φθίνει με την αύξηση της φορολογητέας αξίας). Επιπλέον, η χρήση των υπηρεσιών φροντίδας των παιδιών αυξάνεται αναλόγως με το οικογενειακό εισόδημα, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπάρχουν φραγμοί στην πρόσβαση για τους γονείς με χαμηλό εισόδημα. Η παροχή υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας έχει βελτιωθεί, αλλά διαφέρει ανάλογα με την περιφέρεια, ενώ οι τρέχουσες ανάγκες δεν έχουν ακόμα καλυφθεί.

(14)

Τα μέτρια εκπαιδευτικά αποτελέσματα επηρεάζουν αρνητικά το μακροπρόθεσμο δυναμικό αύξησης της παραγωγικότητας στην Ισπανία. Παρά τις σημαντικές βελτιώσεις κατά τα τελευταία έτη, το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου εξακολουθεί να είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση. Υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανά περιφέρειες όσον αφορά την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου και την απόδοση των μαθητών, ιδίως σε σχέση με βασικές δεξιότητες. Η επιμόρφωση των διδασκόντων και η εξατομικευμένη στήριξη των μαθητών συγκαταλέγονται μεταξύ των αιτίων της επιτυχημένης σχολικής εκπαίδευσης στις περιφέρειες με καλές επιδόσεις. Η Ισπανία έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό επανάληψης τάξεων στην Ένωση, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο της πρόωρης εγκατάλειψης της σχολικής φοίτησης, μειώνει τις προσδοκίες σχολικής επιτυχίας και επιβαρύνει το κόστος της εκπαίδευσης. Η απασχολησιμότητα των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένει σχετικά χαμηλή. Η μειωμένη κινητικότητα των φοιτητών και του ακαδημαϊκού προσωπικού, οι περιορισμένες ευκαιρίες πρακτικής άσκησης, η έλλειψη κινήτρων και η δυσκαμψία της πανεπιστημιακής διακυβέρνησης παραμένουν εμπόδια στη συνεργασία με τις επιχειρήσεις στον τομέα της εκπαίδευσης ή της έρευνας.

(15)

Η περαιτέρω προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας θα ενίσχυε την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Ισπανίας. Ωστόσο, οι επιδόσεις καινοτομίας μειώνονται και είναι πλέον σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι το 2007, ενώ η υστέρηση της χώρας σε σχέση με τον μέσον όρο της Ένωσης έχει αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου. Οι χαμηλές επιδόσεις καινοτομίας συμπίπτουν με μείωση των ιδιωτικών δαπανών Ε & Α και υποδηλώνουν αδυναμίες του πλαισίου διακυβέρνησης της έρευνας και της καινοτομίας. Η Κρατική Υπηρεσία Έρευνας, αρμόδια να διαχειρίζεται τη χρηματοδότηση της έρευνας και της καινοτομίας από την κεντρική κυβέρνηση, έχει αρχίσει να λειτουργεί από τις αρχές του 2017. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει συστηματικός πολυετής προγραμματισμός των προϋπολογισμών του προγράμματος στήριξης. Επίσης, η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων στήριξης δεν αξιολογείται συστηματικά ώστε να ενισχύσει τον σχεδιασμό και την υλοποίησή τους. Λόγω της έλλειψης κινήτρων και της δύσκαμπτης διακυβέρνησης των πανεπιστημίων, η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί και αυτή να παρουσιάζει αδυναμίες, ενώ η κινητικότητα των ερευνητών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι χαμηλή. Ο συντονισμός μεταξύ βαθμίδων διακυβέρνησης δεν είναι ο βέλτιστος και, ως εκ τούτου, οι εθνικές και οι περιφερειακές πολιτικές δεν λειτουργούν σε απόλυτη συνέργεια.

(16)

Οι μικρές ισπανικές επιχειρήσεις τείνουν να έχουν σημαντικά χαμηλότερη παραγωγικότητα από τις αντίστοιχες επιχειρήσεις σε άλλα μεγάλα κράτη μέλη. Λόγω της εξάπλωσης των μικρών επιχειρήσεων στην Ισπανία, το γεγονός αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα σε ολόκληρη την οικονομία. Η μείωση των εμποδίων για τη σύσταση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη επιχειρήσεων, θα οδηγούσε, συνεπώς, σε αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας. Η ισπανική κυβέρνηση θέσπισε διάφορα μέτρα κατά τα τελευταία έτη που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της σύστασης και της ανάπτυξης επιχειρήσεων. Η παγίωση και η πλήρης εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη προκειμένου να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη τους. Ο νόμος για την ενότητα της αγοράς που εκδόθηκε το 2013 συνέβαλε στην αντιμετώπιση των πρόσθετων δαπανών για τους επιχειρηματίες που προκαλούνται από τις ουσιώδεις διαφορές και αλληλεπικαλύψεις κανονιστικών ρυθμίσεων για τις επιχειρήσεις ανά τις περιφέρειες. Η αυξανόμενη χρήση, εκ μέρους των επιχειρήσεων, του μηχανισμού καταγγελιών που προβλέπεται στον εν λόγω νόμο προς αναζήτηση επανόρθωσης έναντι των φραγμών πρόσβασης στην αγορά υποδηλώνει την πιθανή ανάγκη περαιτέρω απλούστευσης των διαδικασιών αδειοδότησης. Ο συντονισμός μεταξύ των αρμοδίων δημόσιων υπηρεσιών, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο συνδιάσκεψης για τον τομέα, απαιτεί εντατικότερες προσπάθειες. Τούτο είναι ουσιαστικής σημασίας προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι υφιστάμενες και μελλοντικές νομοθετικές πράξεις σε όλες τις βαθμίδες αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τους περιττούς φραγμούς εισόδου στην αγορά, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα της συνεργατικής οικονομίας. Στον τομέα του λιανικού εμπορίου, η διπλή αδειοδότηση για τα καταστήματα λιανικής πώλησης εξακολουθεί να περιορίζει χωρίς λόγο την είσοδο στην αγορά. Οι όροι πρόσβασης στην αγορά, στην περιφερειακή νομοθεσία, που αφορούν τον τομέα των υπηρεσιών οχημάτων με οδηγό και τις υπηρεσίες βραχυπρόθεσμης μίσθωσης καταλυμάτων μπορεί να εμποδίζουν χωρίς λόγο την ισόρροπη ανάπτυξη της συνεργατικής οικονομίας. Η Ισπανία, κατά τους πρώτους μήνες του 2017, έλαβε μέτρα μόχλευσης του νόμου για την ενότητα της αγοράς, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον οδηγό, που εγκρίθηκε πρόσφατα, σχετικά με την εφαρμογή του και τον δημοσιευμένο κατάλογο ορθών και αθέμιτων πρακτικών ως προς την εφαρμογή του.

(17)

Η ρύθμιση των επαγγελματικών υπηρεσιών παραμένει συγκριτικά περιοριστική. Προστατευτικά δικαιώματα («δραστηριότητες περιορισμένης πρόσβασης») χορηγούνται επιλεκτικά σε ορισμένους φορείς παροχής υπηρεσιών, εξαιρουμένων άλλων με παρόμοια προσόντα. Για πολλά επαγγέλματα είναι υποχρεωτική η συμμετοχή σε επαγγελματική ένωση. Το επίπεδο των περιορισμών είναι υψηλότερο στην Ισπανία από ό,τι ο σταθμισμένος μέσος όρος της Ένωσης για τους πολιτικούς μηχανικούς, τους αρχιτέκτονες και τους ξεναγούς. Είναι χαμηλότερο από τον μέσον όρο της Ένωσης για τους πράκτορες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και τους δικηγόρους, αν και η πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου είναι πιο περιορισμένη από όλα τα άλλα επαγγέλματα στην Ισπανία. Το σχέδιο νόμου για τις επαγγελματικές υπηρεσίες, το οποίο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, εξορθολογισμό της ιδιότητας του μέλους επαγγελματικής ένωσης, δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Η μεταρρύθμιση αυτή προβλέπει επίσης αυξημένη διαφάνεια και λογοδοσία των επαγγελματικών φορέων, απελευθέρωση των δραστηριοτήτων αδικαιολόγητα περιορισμένης πρόσβασης και διασφάλιση της ενότητας της αγοράς όσον αφορά την πρόσβαση σε επαγγελματικές υπηρεσίες και την άσκηση των υπηρεσιών αυτών στην Ισπανία.

(18)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Ισπανίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Ισπανία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Ισπανία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε επίπεδο Ένωσης κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(19)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (7) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

(20)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Οι συστάσεις που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 3 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ισπανία να αναλάβει δράση το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με την απόφαση του Συμβουλίου, της 8ης Αυγούστου 2016, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για την ενίσχυση του δημοσιονομικού πλαισίου και του πλαισίου για τις δημόσιες συμβάσεις. Να προβεί σε διεξοδική επισκόπηση των δαπανών προκειμένου να εντοπίσει πιθανούς τομείς για βελτίωση της αποδοτικότητας των δαπανών.

2.

Να ενισχύσει τον συντονισμό μεταξύ των περιφερειακών υπηρεσιών απασχόλησης, των κοινωνικών υπηρεσιών και των εργοδοτών, ώστε να υπάρχει καλύτερη ανταπόκριση στις ανάγκες των ατόμων που αναζητούν εργασία και στις ανάγκες των εργοδοτών. Να λάβει μέτρα για την προώθηση της πρόσληψης βάσει συμβάσεων αορίστου χρόνου. Να αντιμετωπίσει τις περιφερειακές διαφορές και τον κατακερματισμό των συστημάτων εγγυήσεων εισοδήματος και να βελτιώσει τη στήριξη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ποιοτική φροντίδα των παιδιών. Να βελτιώσει τη διασύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Να αντιμετωπίσει τις περιφερειακές ανισότητες στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, ιδίως μέσω της επιμόρφωσης των διδασκόντων και της στήριξης μεμονωμένων μαθητών.

3.

Να διασφαλίσει επαρκείς και βιώσιμες επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία και να ενισχύσει τη διακυβέρνησή τους σε όλες τις βαθμίδες διακυβέρνησης. Να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή του νόμου για την ενότητα της αγοράς για την ισχύουσα και την επικείμενη νομοθεσία.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων των εκτάκτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με τη χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Σύσταση του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 2013, για τη θέσπιση εγγυήσεων για τη νεολαία (ΕΕ C 120 της 26.4.2013, σ. 1).

(7)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/36


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Γαλλίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Γαλλίας για το 2017

(2017/C 261/09)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Γαλλία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Γαλλία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 4.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για τη Γαλλία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Γαλλίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Γαλλίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Γαλλία εμφανίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, η Γαλλία χαρακτηρίζεται από χαμηλή ανταγωνιστικότητα και υψηλό και αυξανόμενο δημόσιο χρέος, σε συνθήκες χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας. Η ανάγκη να αναληφθεί δράση για να μειωθεί ο κίνδυνος δυσμενών επιπτώσεων στη γαλλική οικονομία και, δεδομένου του μεγέθους της και της διασυνοριακής της σπουδαιότητας, στην οικονομική και νομισματική ένωση, είναι ιδιαίτερα σοβαρή.

(4)

Στις 28 Απριλίου 2017 η Γαλλία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Γαλλία επί του παρόντος υπάγεται στο διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η κυβέρνηση, στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, σχεδιάζει να διορθώσει το υπερβολικό έλλειμμα έως το 2017, σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου της 10ης Μαρτίου 2015 στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, με ονομαστικό έλλειμμα 2,8 % του ΑΕΠ. Το ονομαστικό έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω σε 1,3 % του ΑΕΠ το 2020. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος –διαρθρωτικό έλλειμμα 0,4 % του ΑΕΠ– αναμένεται να επιτευχθεί έως το 2019. Ωστόσο, το εκ νέου υπολογισθέν (5) διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να ανέλθει στο -1,2 % του ΑΕΠ το 2020 και, ως εκ τούτου, ο μεσοπρόθεσμος στόχος δεν αναμένεται να επιτευχθεί κατά τον χρονικό ορίζοντα του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει από το 95,9 % του ΑΕΠ το 2018 στο 93,1 % του ΑΕΠ το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές. Συγχρόνως, δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί επαρκώς τα αναγκαία μέτρα στήριξης των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2018 και μετά.

(7)

Στις 10 Μαρτίου 2015 το Συμβούλιο συνέστησε στη Γαλλία να θέσει τέλος στην κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος έως το 2017 και να επιτύχει έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ύψους 2,8 % του ΑΕΠ, το οποίο αντιστοιχεί σε βελτίωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά 0,9 % του ΑΕΠ το 2017. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, το ονομαστικό έλλειμμα αναμένεται να ανέλθει στο 3,0 % του ΑΕΠ το 2017, ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί στην τιμή αναφοράς που ορίζει η Συνθήκη αλλά υπερβαίνει τον στόχο που συνέστησε το Συμβούλιο. Για το 2018, με αμετάβλητες πολιτικές, το ονομαστικό έλλειμμα προβλέπεται να ανέλθει στο 3,2 % του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας συνεπώς την τιμή αναφοράς που ορίζει η Συνθήκη, γεγονός που ενέχει κινδύνους όσον αφορά τη μόνιμη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Επιπλέον, η συνιστώμενη προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής δεν προβλέπεται να επιτευχθεί την περίοδο που καλύπτεται από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, δεδομένου ότι η στρατηγική εξυγίανσης που ακολούθησε η Γαλλία στηρίζεται κυρίως στη βελτίωση των κυκλικών συνθηκών και στη συνέχιση του περιβάλλοντος χαμηλών επιτοκίων, συνθήκες που είναι εκτός του ελέγχου των αρχών.

(8)

Για το 2018, εάν επιτευχθεί τελικά έγκαιρη και σταθερή διόρθωση, η Γαλλία θα υπαχθεί στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και στον μεταβατικό κανόνα για το χρέος. Δεδομένης της δημοσιονομικής της κατάστασης, και ιδίως του επιπέδου του χρέους της, αναμένεται από τη Γαλλία να προβεί σε περαιτέρω προσαρμογή προς την κατεύθυνση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου για διαρθρωτικό έλλειμμα της τάξης του 0,4 % του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τον πίνακα προσαρμογής που συμφωνήθηκε από κοινού στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η προσαρμογή αυτή μεταφράζεται σε απαίτηση ονομαστικής αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (6) η οποία δεν θα υπερβαίνει το 1,2 % το 2018. Η αύξηση αυτή θα αντιστοιχούσε σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή 0,6 % του ΑΕΠ. Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2018. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος να μη συμμορφωθεί η Γαλλία με τον μεταβατικό κανόνα για το χρέος το 2018, δεδομένου ότι το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να επιδεινωθεί κατά 0,5 % του ΑΕΠ σε αντίθεση με την ελάχιστη γραμμική διαρθρωτική προσαρμογή του 0,4 % του ΑΕΠ. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Γαλλία πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει περαιτέρω μέτρα για να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση το 2017 και ότι από το 2018 θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ωστόσο, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, η αξιολόγηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων και των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό ισοζύγιο του κράτους μέλους υπό το πρίσμα των κυκλικών συνθηκών. Όπως υπενθυμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο του 2017 που συνοδεύει αυτές τις συστάσεις ανά χώρα, η αξιολόγηση του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος του 2018 και η εκ των υστέρων αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2018 θα πρέπει να λάβει δεόντως υπόψη τον στόχο της επίτευξης δημοσιονομικού προσανατολισμού που συμβάλλει τόσο στην ενίσχυση της τρέχουσας ανάκαμψης όσο και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών της Γαλλίας. Στο πλαίσιο αυτό το Συμβούλιο σημειώνει ότι η Επιτροπή προτίθεται να πραγματοποιήσει συνολική αξιολόγηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, ιδίως υπό το πρίσμα της κυκλικής κατάστασης στη Γαλλία.

(9)

Ο λόγος των δημόσιων δαπανών προς το ΑΕΠ στη Γαλλία είναι από τους υψηλότερους στην Ένωση. Ο δείκτης δαπανών προβλέπεται να ανέλθει στο 56,2 % του ΑΕΠ το 2017, δηλαδή να υπερβεί κατά 9,7 ποσοστιαίες μονάδες τον δείκτη δαπανών της Ένωσης. Η Γαλλία ακολούθησε στρατηγική εξυγίανσης βασισμένη στις δαπάνες, η οποία στηρίχθηκε κυρίως στη μείωση των επιτοκίων και σε περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις. Ωστόσο, δεν είναι πιθανό να διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, ενώ η μείωση των παραγωγικών δημόσιων επενδύσεων θα μπορούσε να αποβεί εις βάρος του οικονομικού δυναμικού στο μέλλον. Αντίθετα, κατά τις επανεξετάσεις των δαπανών προσδιορίστηκε μια σειρά πιθανών τρόπων βελτίωσης της αποτελεσματικότητας που δεν έχουν υλοποιηθεί. Οι επανεξετάσεις των δαπανών προσδιόρισαν ένα ποσοστό —κάτω του 2 %— της συνολικής προγραμματισμένης εξοικονόμησης δαπανών ύψους 50 δισεκατ. ευρώ για την περίοδο 2015-2017. Ωστόσο, μόνο ένα μέρος αυτών μεταφράστηκε σε πραγματικά μέτρα στον προϋπολογισμό του 2016, ενώ τα μέτρα του νόμου για τον προϋπολογισμό του 2017 βασίστηκαν σε εκείνα που είχαν ήδη προσδιοριστεί στην επανεξέταση των δαπανών του 2015. Οι εξοικονομήσεις που επιτυγχάνονται χάρη στις επανεξετάσεις των δαπανών θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά με τη διεύρυνση των επανεξεταζόμενων τομέων δαπανών και με την εφαρμογή πολυετούς στρατηγικής για την πλήρη μετατροπή των τρόπων εξοικονόμησης που προσδιορίστηκαν σε συγκεκριμένα δημοσιονομικά μέτρα.

(10)

Οι υψηλές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με το υψηλό επίπεδο φόρων που επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις, μπορεί να αποθαρρύνουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και τις νέες προσλήψεις. Τα μέτρα πολιτικής για τη μείωση του κόστους εργασίας εξακολουθούν να εφαρμόζονται, με την έναρξη τον Απρίλιο του 2016 της δεύτερης φάσης των μειώσεων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης των εργοδοτών που προγραμματίστηκαν στο πλαίσιο του συμφώνου αλληλεγγύης και ευθύνης. Επιπλέον, η κυβέρνηση αύξησε για το 2017 την πίστωση φόρου για την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση (CICE) από 6 % σε 7 %. Τα εν λόγω μέτρα για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα της Γαλλίας από το 2013 μέχρι σήμερα αλλά οι σωρευμένες απώλειες του παρελθόντος δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί. Στο επίπεδο του μέσου μισθού, το 2015 η Γαλλία είχε τις υψηλότερες εργοδοτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης στην Ένωση ως ποσοστό του συνολικού κόστους εργασίας που κατέβαλλε ο εργοδότης, μολονότι οι εισφορές αυτές εμφανίζουν πτωτική τάση. Οι πρόσφατες αξιολογήσεις των μέτρων αυτών υπογράμμισαν τη θετική επίδρασή τους στην απασχόληση και στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, αλλά απαιτούνται περαιτέρω αξιολογήσεις για να εκτιμηθεί πλήρως ο αντίκτυπός τους στους μισθούς, τις επενδύσεις, την απασχόληση και τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων. Πρόσφατες αξιολογήσεις δείχνουν επίσης ότι η ενοποίηση των προγραμμάτων μείωσης του κόστους εργασίας και η μετατροπή τους σε μόνιμες μειώσεις των κοινωνικών εισφορών θα βελτιστοποιούσαν τις επιπτώσεις τους στην απασχόληση και στις επενδύσεις.

(11)

Ο πραγματικός μέσος συντελεστής φορολογίας εταιρειών, ύψους 38,4 % την 1η Ιουλίου 2016, ήταν ο υψηλότερος στην Ένωση, ενώ και άλλοι φόροι επί της παραγωγής είναι επίσης ιδιαίτερα υψηλοί. Ωστόσο, η Γαλλία έλαβε μέτρα με σκοπό να μειωθεί στο 28 % το 2020 ο νόμιμος συντελεστής φόρου εισοδήματος των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, η φορολογία εξακολουθεί να επιβαρύνει λιγότερο την κατανάλωση από ό,τι σε άλλα κράτη μέλη. Το 2014, η Γαλλία κατείχε την 27η θέση στην Ένωση όσον αφορά τα φορολογικά έσοδα από την κατανάλωση ως ποσοστό της συνολικής φορολογίας. Το σύστημα του ΦΠΑ χαρακτηρίζεται από έναν μέτριο κανονικό συντελεστή και χαμηλούς μειωμένους συντελεστές που εφαρμόζονται σε ευρεία βάση. Η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος συνιστά ίσως εμπόδιο για την εύρυθμη λειτουργία του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η Γαλλία έχει υψηλή φορολογική επιβάρυνση σε συνδυασμό με πολλές φορολογικές ελαφρύνσεις, μειωμένους συντελεστές και μεγάλο αριθμό φορολογικών καθεστώτων, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένο κόστος συμμόρφωσης και σε αβεβαιότητες, ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις. Οι συνολικές φορολογικές δαπάνες είναι σημαντικές στη Γαλλία καθώς υπερβαίνουν το 3 % του ΑΕΠ. Το διοικητικό κόστος που συνεπάγεται η είσπραξη των φόρων από τις φορολογικές αρχές είναι επίσης υψηλό και υπερβαίνει τον μέσο όρο της Ένωσης.

(12)

Το 2016, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 10,1 %. Η ανεργία είναι υψηλότερη μεταξύ των νέων, των ατόμων με χαμηλή ειδίκευση και εκείνων που έχουν γεννηθεί εκτός της Ένωσης. Οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στον τομέα της διακυβέρνησης αποτελούν το κλειδί για την ευθυγράμμιση των ευκαιριών κατάρτισης με τις προοπτικές απασχόλησης και τις οικονομικές ανάγκες. Παράλληλα, οι αναζητούντες εργασία, οι λιγότερο ειδικευμένοι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενοι στις ΜΜΕ αντιμετωπίζουν επίμονες δυσκολίες όσον αφορά την πρόσβαση στην κατάρτιση. Για τη διασφάλιση της συμμετοχής τους και τη συνάφεια της παρεχόμενης κατάρτισης ενδέχεται να απαιτηθεί η ενίσχυση των υφιστάμενων μέτρων και η επανεξισορρόπηση των πόρων. Οι νέοι, και μεταξύ αυτών οι λιγότερο ειδικευμένοι, εξακολουθούν να δυσκολεύονται να εισέλθουν στην αγορά εργασίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη στήριξη του θεσμού της μαθητείας έχουν φέρει θετικά αποτελέσματα μέχρι στιγμής. Ωστόσο, η προσφερόμενη αρχική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, ειδικά η εκπαίδευση στο σχολείο και σε ορισμένους τριτογενείς τομείς, δεν είναι επαρκώς συνδεδεμένη με τις ευκαιρίες απασχόλησης. Επιπλέον, οι μαθητές που προέρχονται από μειονεκτικό περιβάλλον κατευθύνονται συχνότερα προς την αρχική επαγγελματική εκπαίδευση, στην οποία καταγράφεται επίσης η μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων πρόωρης αποχώρησης από την εκπαίδευση, γεγονός που συντείνει σε έντονες εκπαιδευτικές ανισότητες. Ο αντίκτυπος της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μαθητών στις επιδόσεις τους είναι ο υψηλότερος στον ΟΟΣΑ.

(13)

Το 2016 μόνο το 54,5 % των ατόμων του ενεργού πληθυσμού που γεννήθηκαν εκτός ΕΕ είχε εργασία. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών που γεννήθηκαν εκτός ΕΕ (45,4 %) ήταν ένα από τα χαμηλότερα στην Ένωση. Το χάσμα στην απασχόληση μεταξύ των ατόμων που γεννήθηκαν εκτός ΕΕ και εκείνων που γεννήθηκαν στη Γαλλία αυξήθηκε στις 17,5 ποσοστιαίες μονάδες το 2016 (23,7 ποσοστιαίες μονάδες για τις γυναίκες). Οι κακές επιδόσεις των γεννηθέντων εκτός ΕΕ μειώνουν το συνολικό ποσοστό απασχόλησης και αντιπροσωπεύουν μια χρόνια υποχρησιμοποίηση του εργατικού δυναμικού. Οι μετανάστες δεύτερης γενιάς αντιμετωπίζουν επίσης δυσμενή αποτελέσματα ως προς την απασχόληση τα οποία δεν εξηγούνται από τις διαφορές στην ηλικία, την εκπαίδευση και τις δεξιότητες. Επιπλέον, οι διαφορές στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα είναι επίμονες, καθώς οι μετανάστες δεύτερης γενιάς μόνο εν μέρει καλύπτουν τις διαφορές αυτές. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πρόκληση αυτή, είναι αναγκαία μια σφαιρική στρατηγική, η οποία θα περιλαμβάνει ιδίως συγκεκριμένα μέτρα για τις γλωσσικές δεξιότητες, την αναβάθμιση των δεξιοτήτων και την κατάρτιση, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και άλλες στοχοθετημένες ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας. Η αποτελεσματική πρόσβαση στις υπηρεσίες είναι καθοριστικής σημασίας για την προώθηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας, όπως και η δράση για την καταπολέμηση των πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις κατά την πρόσληψη μεταναστών οι οποίοι έχουν γεννηθεί εκτός ΕΕ και μεταναστών δεύτερης γενιάς.

(14)

Από το 2013 ο κατώτατος μισθός στη Γαλλία διαμορφώνεται σύμφωνα με τους κανόνες τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Σε συνθήκες χαμηλού πληθωρισμού και επιβράδυνσης της αύξησης των μισθών, η αύξηση του κατώτατου μισθού υπήρξε χαμηλότερη από αυτή των βασικών μισθών. Ενώ ο κατώτατος μισθός είναι υψηλός σε σύγκριση με τον μέσο μισθό, το κόστος εργασίας με τον κατώτατο μισθό έχει μειωθεί χάρη στις απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές. Οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού προκαλούν αυξήσεις των αποδοχών στις περισσότερες κατηγορίες εργαζομένων και δημιουργούν κινδύνους συμπίεσης των μισθών προς τα πάνω. Η τιμαριθμική αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού είναι μεν σημαντική για τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, όμως ο τρέχων μηχανισμός τιμαριθμικής αναπροσαρμογής ενδέχεται να συμβάλει στην καθυστέρηση της αναγκαίας συνολικής προσαρμογής των μισθών. Επιπλέον, υπό τις παρούσες συνθήκες υψηλής ανεργίας, υπάρχει κίνδυνος το κόστος εργασίας σε επίπεδο κατώτατου μισθού να συνιστά εμπόδιο για τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης των ατόμων χαμηλής ειδίκευσης. Η ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων αξιολογεί ετησίως τον κατώτατο μισθό στη Γαλλία και διατυπώνει μη δεσμευτικές γνώμες για την εξέλιξή του. Η άποψη της ομάδας αυτής σχετικά με τις αυξήσεις ad hoc έχει γίνει σεβαστή μέχρι στιγμής και συμβάλλει σημαντικά στον έλεγχο της χρήσης τέτοιων αυξήσεων.

(15)

Με τον νόμο του Αυγούστου του 2016 για την εργασία, τον κοινωνικό διάλογο και τις επαγγελματικές σταδιοδρομίες, η Γαλλία εισήγαγε μέτρα που στοχεύουν, αφενός, στη βελτίωση της ικανότητας των επιχειρήσεων να προσαρμόζονται στους οικονομικούς κύκλους και, αφετέρου, στη μείωση της κατάτμησης. Ο νόμος αποσαφηνίζει τους κανόνες που διέπουν τις απολύσεις για οικονομικούς λόγους, επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των πλειοψηφικών συμφωνιών σε εταιρικό επίπεδο και αυξάνει την αποτελεσματικότητα των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Τα επίμονα υψηλά επίπεδα ανεργίας προκαλούν πιέσεις στη βιωσιμότητα του συστήματος παροχών ανεργίας. Από αυτήν την άποψη, τον Μάρτιο του 2017 οι κοινωνικοί εταίροι κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με νέα σύμβαση για τις παροχές ανεργίας, η οποία εγκρίθηκε από την κυβέρνηση και αποσκοπεί στη μείωση του ετήσιου ελλείμματος κατά 1,2 δισεκατ. ευρώ.

(16)

Παρόλο που η Γαλλία βελτίωσε τις συνολικές κανονιστικές της επιδόσεις, το επιχειρηματικό περιβάλλον παραμένει μέτριο σε σύγκριση με τους κυριότερους ανταγωνιστές. Ειδικότερα, παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες απλούστευσης, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντική κανονιστική επιβάρυνση και μια ταχέως μεταβαλλόμενη νομοθεσία. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα από τα κύρια εμπόδια για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Με το πρόγραμμα απλούστευσης, η Γαλλία έλαβε μέτρα με σκοπό τη μείωση της γραφειοκρατίας για τις επιχειρήσεις, αλλά το ένα πέμπτο των μέτρων που εγκρίθηκαν πριν από το 2016 δεν είχαν ακόμη εφαρμοστεί τον Μάιο του 2017. Ταυτόχρονα, οι επιδράσεις κατωφλίου εξακολουθούν να επηρεάζουν την ανάπτυξη των επιχειρήσεων με επιπτώσεις στην οικονομική τους απόδοση και στις επιδόσεις τους στην αγορά. Οι αυξημένες κοινωνικές και φορολογικές υποχρεώσεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις οι οποίες υπερβαίνουν ορισμένο αριθμό εργαζομένων ενδέχεται να τις αποθαρρύνουν από το να επεκταθούν σε ένα μέγεθος που θα τους επέτρεπε να εξάγουν και να καινοτομούν. Αυτές οι επιδράσεις κατωφλίου μπορούν, με τη σειρά τους, να επηρεάσουν την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη διεθνοποίηση των επιχειρήσεων. Πράγματι, σύμφωνα με εμπειρικά στοιχεία, τα κατώτατα όρια των 10 και των 50 απασχολουμένων είναι ιδιαίτερα δαπανηρά για τους εργοδότες, ενώ η γαλλική οικονομία χαρακτηρίζεται από ένα δυσανάλογα χαμηλό μερίδιο εταιρειών που υπερβαίνουν τα όρια αυτά, γεγονός που υποδηλώνει τη σύνδεση των δύο φαινομένων.

(17)

Ο ανταγωνισμός στον τομέα των υπηρεσιών έχει βελτιωθεί σε ορισμένους τομείς, αλλά ορισμένοι οικονομικά σημαντικοί τομείς όπως η λογιστική, η αρχιτεκτονική, οι υπηρεσίες οικιακής φροντίδας, η στέγαση και οι υπηρεσίες τροφίμων, οι υπηρεσίες ταξί και μίσθωσης οχημάτων με οδηγό εξακολουθούν να κατατρύχονται από χαμηλό ανταγωνισμό και/ή ρυθμιστικά εμπόδια. Οι φραγμοί για τις υπηρεσίες αυτές παραμένουν, ιδίως οι υπερβολικές ρυθμιστικές απαιτήσεις, και οι φραγμοί αυτοί αποθαρρύνουν την είσοδο στην αγορά ή περιορίζουν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Η μείωση των φραγμών αυτών θα μπορούσε, αφενός, να επιτρέψει σε υφιστάμενες ή νέες επιχειρήσεις να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογικές και ψηφιακές εξελίξεις, να αυξάνουν την ανταγωνιστικότητά τους και/ή να εισέρχονται στις αγορές και, αφετέρου, να προσφέρει οφέλη στους καταναλωτές μέσω χαμηλότερων τιμών και καλύτερων υπηρεσιών. Προς τον σκοπό αυτό, ως μέρος δέσμης μέτρων για την αντιμετώπιση των φραγμών στις αγορές υπηρεσιών, τον Ιανουάριο του 2017 η Επιτροπή δρομολόγησε διαδικασία αμοιβαίας αξιολόγησης καλώντας τα κράτη μέλη να προβούν σε αξιολόγηση των φραγμών που περιορίζουν σε καθένα από αυτά την πρόσβαση σε ορισμένα επαγγέλματα.

(18)

Η καινοτομία στη Γαλλία δεν αντιστοιχεί στις επιδόσεις των πρωτοπόρων της καινοτομίας στην Ευρώπη. Ο υψηλός βαθμός πολυπλοκότητας παραμένει και ο συνολικός συντονισμός αποτελεί το ζητούμενο. Η αναντιστοιχία μεταξύ του ύψους της χορηγούμενης δημόσιας στήριξης και των μέσων επιδόσεων της Γαλλίας στον τομέα της καινοτομίας δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών δημόσιας στήριξης. Ειδικότερα, η συνεργασία μεταξύ του δημόσιου ερευνητικού τομέα και των επιχειρήσεων είναι ανεπαρκής, πράγμα που λειτουργεί εις βάρος των οικονομικών αποτελεσμάτων του συστήματος καινοτομίας.

(19)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Γαλλίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Γαλλία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Γαλλία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(20)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (7) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

(21)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Οι συστάσεις που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 4 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Γαλλία να αναλάβει δράση το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τη σύσταση του Συμβουλίου της 10ης Μαρτίου 2015 στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Να καταβάλει μια σημαντική δημοσιονομική προσπάθεια το 2018 σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να ενισχυθεί η τρέχουσα ανάκαμψη και να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών της Γαλλίας. Να προβεί σε εκτεταμένη επανεξέταση των δαπανών με σκοπό να πραγματοποιήσει αυξήσεις της αποτελεσματικότητας που μεταφράζονται σε εξοικονομήσεις δαπανών.

2.

Να ενοποιήσει τα μέτρα μείωσης του κόστους εργασίας ώστε, αφενός, να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητά τους κατά τρόπο δημοσιονομικά ουδέτερο και, αφετέρου, να αυξηθούν περαιτέρω οι συνέπειές τους στην απασχόληση και τις επενδύσεις. Να διευρύνει τη συνολική φορολογική βάση και να αναλάβει περαιτέρω δράση για να θέσει σε εφαρμογή τη σχεδιαζόμενη μείωση του νόμιμου συντελεστή φόρου εισοδήματος των επιχειρήσεων.

3.

Να βελτιώσει την πρόσβαση όσων αναζητούν εργασία στην αγορά εργασίας, ιδίως όσον αφορά τους λιγότερο ειδικευμένους εργαζομένους και τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, μεταξύ άλλων με την αναθεώρηση του συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Να διασφαλίσει ότι η εξέλιξη του κατώτατου μισθού συνάδει με τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανταγωνιστικότητα.

4.

Να μειώσει περαιτέρω την κανονιστική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων με τη συνέχιση του προγράμματος απλούστευσης. Να συνεχίσει να αίρει τους φραγμούς στον τομέα των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματικών υπηρεσιών και των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων. Να απλουστεύσει και να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των καθεστώτων δημόσιας στήριξης για την καινοτομία.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα μη λαμβανομένων υπόψη των έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρήση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε διάστημα τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Τα έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(7)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/41


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κροατίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Κροατίας για το 2017

(2017/C 261/10)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Κροατία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Κροατία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Κροατίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Κροατίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Κροατία εμφανίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, το 2016, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης εισήλθε σε πτωτική πορεία, αλλά το δημόσιο χρέος είναι εκτεθειμένο σε συναλλαγματικό κίνδυνο, και οι κίνδυνοι για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα μεσοπρόθεσμα. Το χρέος του ιδιωτικού τομέα μειώθηκε, αλλά παραμένει υψηλό, ιδίως στον τομέα των επιχειρήσεων, και είναι σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένο σε συναλλαγματικό κίνδυνο. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι σε θέση να στηρίξει την ανάκαμψη, αλλά εξακολουθεί να είναι εκτεθειμένος σε έμμεσο συναλλαγματικό πιστωτικό κίνδυνο, και το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να είναι υψηλό. Το ποσοστό ανεργίας μειώνεται με ταχύ ρυθμό χάρη στη μέτρια δημιουργία θέσεων εργασίας και τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού. Τέλος, το επαχθές επιχειρηματικό περιβάλλον περιορίζει τις παραγωγικές επενδύσεις και την αύξηση της παραγωγικότητας.

(3)

Στις 27 Απριλίου 2017 η Κροατία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Μετά την κατάργηση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, η Κροατία υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σύγκλισης του 2017, η κυβέρνηση σχεδιάζει σταδιακή βελτίωση του ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης από -0,8 % του ΑΕΠ το 2016 σε 0,5 % του ΑΕΠ το 2020. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, που έχει καθοριστεί σε -1,75 % του ΑΕΠ σε διαρθρωτικούς όρους, τηρήθηκε με μεγάλο περιθώριο απόκλισης το 2016, και το (εκ νέου υπολογισθέν (4)) διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να είναι στο επίπεδο του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2017 και το 2018, αλλά χωρίς κανένα περιθώριο. Εν συνεχεία, προβλέπεται να βελτιωθεί ελαφρώς εκ νέου. Όσον αφορά το πρόγραμμα σύγκλισης, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να εξακολουθήσει να μειώνεται και να φθάσει στο 72,1 % έως το 2020, μετά την κορύφωσή του στο 86,7 % του ΑΕΠ το 2015. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευνοϊκό, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τον αρνητικό αντίκτυπο των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπισε η Agrokor, η μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρεία της Κροατίας οι οποίες δεν είχαν ληφθεί υπόψη στις προβλέψεις του προγράμματος. Η κρίση της Agrokor προκαλεί επίσης άμεσους κινδύνους για τις δημοσιονομικές προβλέψεις. Επιπλέον, τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη στήριξη των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2017 και μετά δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί πλήρως.

(6)

Στις 12 Ιουλίου 2016, το Συμβούλιο συνέστησε στην Κροατία να επιτύχει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή τουλάχιστον 0,6 % του ΑΕΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2017. Τα απολογιστικά στοιχεία που δείχνουν σημαντική βελτίωση του ονομαστικού ισοζυγίου για το 2016 υποδηλώνουν ότι η Κροατία ήδη πέτυχε τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο κατά το εν λόγω έτος. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017 το διαρθρωτικό ισοζύγιο αναμένεται να παραμείνει πάνω από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο το 2017, παρά το γεγονός ότι έχει μειωθεί από -0,3 % του ΑΕΠ το 2016 σε -1,7 % του ΑΕΠ το 2017. Για το 2018, συνιστάται στην Κροατία να παραμείνει στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Οι εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017 προβλέπουν ότι το διαρθρωτικό ισοζύγιο θα μειωθεί περαιτέρω σε -2,1 % του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος να σημειωθεί κάποια απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Η Κροατία προβλέπεται ότι θα συμμορφωθεί με τον κανόνα για το χρέος το 2017 και το 2018. Σε γενικές γραμμές, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Κροατία οφείλει να είναι σε ετοιμότητα να λάβει περαιτέρω μέτρα το 2018 για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(7)

Το πλαίσιο δημοσιονομικής διακυβέρνησης της Κροατίας εμφανίζει κάποιες ανεπάρκειες. Ο νέος νόμος περί δημοσιονομικής ευθύνης, που υποτίθεται ότι θα ενισχύσει το δημοσιονομικό πλαίσιο, καθώς και την ανεξαρτησία και την εντολή της επιτροπής δημοσιονομικής πολιτικής, δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Η τροποποίηση του νόμου περί προϋπολογισμού, που αποσκοπεί στην ενίσχυση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου και στην αντιμετώπιση των αναθεωρήσεων των δημοσιονομικών σχεδίων τόσο σε κεντρικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, έχει καθυστερήσει. Η αξιοπιστία των προβολών στις οποίες στηρίζεται ο δημοσιονομικός προγραμματισμός παραμένει ανεπαρκής.

(8)

Η Κροατία έχει σχετικά χαμηλά έσοδα από τους επαναλαμβανόμενους φόρους ακίνητης περιουσίας. Τα έσοδα εισπράττονται από τις μονάδες της τοπικής αυτοδιοίκησης με την επιβολή χρεώσεων που συνδέονται με την ιδιοκτησία, αλλά με σημαντικές διακυμάνσεις στον υπολογισμό και την κάλυψη. Τα έσοδα βασίζονται επίσης στη λιγότερο αποδοτική φορολόγηση των μεταβιβάσεων ακινήτων. Σε συνέχεια των επανειλημμένων συστάσεων ανά χώρα, στο πλαίσιο της φορολογικής μεταρρύθμισης στα τέλη του 2016, από το 2018 κάποια τοπικά τέλη και φόροι θα αντικατασταθούν από έναν επαναλαμβανόμενο φόρο επί της ακίνητης περιουσίας που θα υπολογίζεται με βάση πέντε παραμέτρους που προσεγγίζουν την αξία του ακινήτου. Αυτό θεωρείται ως πρώτο βήμα προς έναν πλήρως ανεπτυγμένο επαναλαμβανόμενο φόρο ακίνητης περιουσίας βάσει της αξίας.

(9)

Οι ανάγκες χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους της Κροατίας και η έκθεση των κρατικών χρεωστικών τίτλων της σε συναλλαγματικό κίνδυνο τονίζουν τη σημασία των αξιόπιστων πηγών χρηματοδότησης και της συνετής διαχείρισης των κινδύνων. Αντιμετώπιση των συστάσεων ανά χώρα, στις αρχές του 2017 μια στρατηγική διαχείρισης του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης, που καλύπτει την περίοδο 2017-2019. Η εν λόγω στρατηγική θεσπίστηκε μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη της προηγούμενης στρατηγικής. Το θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, συμπεριλαμβανομένης της επικοινωνίας με τις αγορές, τη διαχείριση κινδύνου και την επικαιροποίηση της στρατηγικής σε τακτά χρονικά διαστήματα, είναι ανεπαρκές. Επίσης, δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι εκτός προϋπολογισμού συναλλαγές με δυνητικό αντίκτυπο στο χρέος.

(10)

Η αγορά εργασίας συνέχισε να ανακάμπτει πρόσφατα, αλλά η ανεργία εξακολουθεί να είναι υψηλή, με μεγάλο ποσοστό μακροχρόνια άνεργων που αναζητούν εργασία. Αυτό, σε συνδυασμό με τη χαμηλή και μειούμενη δραστηριότητα, σημαίνει ότι υπάρχει μεγάλο αναξιοποίητο εργατικό δυναμικό. Η μείωση της δραστηριότητας το 2016 ήταν ιδιαίτερα έντονη στους εργαζομένους χαμηλών προσόντων που είναι σε κατ’ εξοχήν παραγωγική ηλικία και οφείλεται στη μείωση του πληθυσμού σε ηλικία απασχόλησης εξαιτίας της γήρανσης και της μετανάστευσης, που αυξάνονται και οι δύο.

(11)

Η αεργία είναι σχετικά υψηλή μεταξύ των ομάδων που είναι επιλέξιμες για πρόωρη συνταξιοδότηση. Οι σύντομες περίοδοι καταβολής εισφορών έχουν ως αποτέλεσμα τη χαμηλή σημερινή και μελλοντική επάρκεια των συντάξεων και κινδύνους φτώχειας μεταξύ των ηλικιωμένων. Υπάρχουν πολλές οδοί για πρόωρη συνταξιοδότηση, που είναι δυνατή μια πλήρη πενταετία πριν από τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης. Τα οικονομικά κίνητρα για εργασία μέχρι την ηλικία αυτή είναι ανεπαρκή. Τα εξαγγελθέντα μέτρα για να ενθαρρυνθεί η παράταση του επαγγελματικού βίου δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή. Οι ευθύνες φροντίδας συμβάλλουν στη χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας, ιδίως των μεγαλύτερων γυναικών σε κατ’ εξοχήν παραγωγική ηλικία. Υπάρχει έλλειψη επίσημων υπηρεσιών παιδικής φροντίδας και μεγάλες περιφερειακές ανισότητες, και ταυτόχρονα οι συμβάσεις εργασίας επιτρέπουν ελάχιστη ευελιξία για την εξισορρόπηση της εργασίας και της φροντίδας. Μέχρι σήμερα, η επίσημη ηλικία συνταξιοδότησης είναι τα 61 έτη και 9 μήνες για τις γυναίκες και τα 65 έτη για τους άνδρες. Η σύγκλιση και η αύξηση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης είναι βραδεία, έτσι ώστε τα δύο φύλα θα φθάσουν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως των 67 ετών το 2038. Είναι υπό εξέταση η ενδεχόμενη επιτάχυνση της διαδικασίας αυτής αλλά δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Το συνταξιοδοτικό σύστημα δίνει το δικαίωμα για ευνοϊκότερους όρους σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων σε επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται ως βαρέα και επικίνδυνα, και σε συγκεκριμένους τομείς. Οι κροατικές αρχές έχουν ολοκληρώσει την επισκόπηση των ιδιαίτερα βαρέων ή επικίνδυνων επαγγελμάτων, αλλά οι κανόνες δεν έχουν ακόμη εξορθολογιστεί.

(12)

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το 2015, σχεδόν το 30 % του πληθυσμού ήταν εκτεθειμένο στον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Το σύστημα κοινωνικής προστασίας παρουσιάζει ελλείψεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και τον δίκαιο χαρακτήρα, οι οποίες απορρέει από τις ασυνέπειες όσον αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας, την κατακερματισμένη γεωγραφική κάλυψη, την έλλειψη συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων αρχών, και την έλλειψη διαφάνειας. Το 2016 μόνο το 0,6 % του ΑΕΠ διατέθηκε για το καθεστώς ελάχιστου εισοδήματος που στοχεύει τα φτωχότερα νοικοκυριά. Τα σχέδια μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένης της ανακατανομής των θεσμικών αρμοδιοτήτων και την εναρμόνιση των κριτηρίων επιλεξιμότητας, έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο.

(13)

Η απόκτηση των δεξιοτήτων που χρειάζονται στην αγορά εργασίας αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την απασχολησιμότητα. Η συμμετοχή στην εκπαίδευση των ενηλίκων είναι πολύ χαμηλή, και το ίδιο ισχύει για τις δαπάνες και την κάλυψη των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας, τα μέτρα επανακατάρτισης και τη διά βίου μάθηση. Η κατάρτιση δεν επικεντρώνεται επαρκώς στους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας και τους εργαζομένους χαμηλών προσόντων και τους μακροχρόνια ανέργους, οι οποίοι τείνουν να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα απασχολησιμότητας. Η προετοιμασία της νομοθεσίας για τη βελτίωση της ποιότητας των θεσμών, των προγραμμάτων και της διδασκαλίας για την εκπαίδευση των ενηλίκων έχει καθυστερήσει.

(14)

Προκειμένου οι άνθρωποι να μπορούν να βρίσκουν και να διατηρούν καλές και σταθερές θέσεις εργασίας και να συμμετέχουν με επιτυχία στην οικονομική και κοινωνική ζωή, είναι σημαντικό να έχουν επαρκείς βασικές δεξιότητες. Οι πληροφορίες από διεθνείς έρευνες επισημαίνουν τις σοβαρές ελλείψεις σε βασικές δεξιότητες, στις εφαρμοσμένες επιστήμες και στα μαθηματικών στους κροάτες μαθητές ηλικίας 15 ετών. Από το 2015, ως μέρος της εφαρμογής της στρατηγικής για την παιδεία, την επιστήμη και την τεχνολογία, ξεκίνησε μια μεταρρύθμιση των σχολικών προγραμμάτων ώστε να βελτιωθεί το περιεχόμενο και η διδασκαλία των μεταβιβάσιμων δεξιοτήτων. Μετά από αμφιλεγόμενες αντιδράσεις των ενδιαφερομένων, η μεταρρύθμιση του προγράμματος σπουδών, αναθεωρήθηκε και η εφαρμογή έχει καθυστερήσει σημαντικά. Η διαδικασία θα πρέπει τώρα να συνεχιστεί σύμφωνα με τους αρχικούς στόχους. Η Κροατία ενέκρινε πρόσφατα μια στρατηγική για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΕΚ). Αυτό αναμένεται να οδηγήσει στην επικαιροποίηση των προγραμμάτων σπουδών ΕΕΚ, στην αύξηση του ρόλου της μάθησης στον χώρο εργασίας, και στη βελτίωση της ποιότητας της διδασκαλίας στην ΕΕΚ. Επίκειται η καθιέρωση ενός συστήματος για την αναγνώριση και την επικύρωση της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης.

(15)

Ο εδαφικός και λειτουργικός κατακερματισμός της δημόσιας διοίκησης επιβαρύνει την παροχή υπηρεσιών και την αποδοτικότητα των δημόσιων δαπανών. Οι υφιστάμενες αρμοδιότητες και δημοσιονομικές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης δεν ευνοούν την αποδοτική και δίκαιη παροχή δημόσιων υπηρεσιών, ιδίως στον τομέα της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πρόνοιας. Η συνολική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης αντιμετωπίζει καθυστερήσεις. Εκκρεμεί η θέσπιση νομοθεσίας για την ανακατανομή καθηκόντων μεταξύ των κεντρικών και τοπικών αρχών, όπως και ο εξορθολογισμός του συστήματος των κρατικών οργανισμών. Στις αρχές του 2017, οι κροατικές αρχές ανήγγειλαν τη σύσταση ειδικής ομάδας εργασίας για την κατάρτιση νομοθεσίας σχετικά με τη χρηματοδότηση των υποεθνικών επιπέδων διακυβέρνησης.

(16)

Ο κατακερματισμός όσον αφορά τον καθορισμό των μισθών στη δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να μην επιτρέπει τη διαφάνεια των αμοιβών και την ίση μεταχείριση, ούτε τον κυβερνητικό έλεγχο επί του μισθολογικού κόστους στο δημόσιο τομέα, με κίνδυνο δευτερογενών επιπτώσεων στην ευρύτερη οικονομία. Τον Φεβρουάριο του 2017, η κυβέρνηση ενέκρινε κοινές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαπραγμάτευση και την παρακολούθηση των συλλογικών συμβάσεων στον δημόσιο τομέα, αλλά ο εξορθολογισμός του πλαισίου καθορισμού των μισθών έχει αναβληθεί για το 2018.

(17)

Οι κρατικές επιχειρήσεις είναι κατά μέσο όρο λιγότερο παραγωγικές από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, γεγονός που υποδηλώνει αδυναμίες στη διακυβέρνησή τους. Ασκούν αρνητικό αντίκτυπο στον δείκτη αποδοτικής κατανομής πόρων, και συμβάλλουν στη χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας στην οικονομία. Κατά το παρελθόν έτος, τα μέτρα για το άνοιγμα των κρατικών επιχειρήσεων στον έλεγχο του ιδιωτικού τομέα προχωρούσαν με βραδύ ρυθμό. Η καλύτερη παρακολούθηση των επιδόσεών τους και η λογοδοσία των διοικητικών συμβουλίων τους, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που ανήκουν σε μονάδες της τοπικής αυτοδιοίκησης, θα συμβάλει στη βελτίωση της διαχείρισής τους.

(18)

Η Κροατική Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (HBOR) διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή των χρηματοδοτικών μέσων της Ένωσης και του Επενδυτικού Σχεδίου για την Ευρώπη ειδικότερα. Για να διαδραματίσει πλήρως αυτόν τον ρόλο, πρέπει να πληροί υψηλά πρότυπα διαφάνειας και λογοδοσίας. Οι κροατικές αρχές σχεδιάζουν μια ανεξάρτητη εξέταση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού του χαρτοφυλακίου πιστώσεων από ανεξάρτητους ελεγκτές, που πρέπει να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2017. Με βάση τα πορίσματα, θα επανεξεταστεί το ρυθμιστικό της πλαίσιο και οι δομές διακυβέρνησης.

(19)

Οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται με υψηλό το ρυθμιστικό κόστος. Ένας μεγάλος αριθμός φορολογικών επιβαρύνσεων υπέρ τρίτων, πολλές από τις οποίες αντιμετωπίζονται ως φόροι από στατιστική άποψη, περιπλέκουν το επιχειρηματικό περιβάλλον. Υλοποιώντας μια σύσταση ανά χώρα, η κυβέρνηση αποφάσισε το καλοκαίρι του 2016 να καταργήσει 13 και να μειώσει άλλες 11 επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων, αλλά η εφαρμογή του μέτρου αυτού υπήρξε αργή. Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να πάσχουν από υψηλό διοικητικό φόρτο. Θεσπίστηκε ένα πρόγραμμα δράσης για τη μείωση του διοικητικού φόρτου, το οποίο καλύπτει οκτώ ρυθμιστικούς τομείς, αλλά η εφαρμογή του είναι σε εκκρεμότητα.

(20)

Οι επενδύσεις ανέκαμψαν το 2016, ύστερα από απότομη μείωση κατά τη διάρκεια της κρίσης. Όμως, παρά τις ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες και συνθήκες χρηματοδότησης, υπάρχουν βασικά σημεία συμφόρησης που επηρεάζουν αρνητικά την πιο διατηρήσιμη ανάκαμψη των επενδύσεων. Οι αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, το πολύπλοκο επιχειρηματικό περιβάλλον, η βραδεία εφαρμογή της στρατηγικής κατά της διαφθοράς, το περιοριστικό κανονιστικό πλαίσιο σε βασικούς τομείς υποδομών, καθώς και η έντονη παρουσία του κράτους στην οικονομία, επηρεάζουν αρνητικά το επιχειρηματικό κλίμα.

(21)

Ο εκσυγχρονισμός των κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τα επαγγέλματα μπορεί να προαγάγει την κινητικότητα των εργαζομένων και να συμβάλει στη μείωση των τιμών για τις επαγγελματικές υπηρεσίες, αυξάνοντας έτσι το δυναμικό ανάπτυξης. Οι κανονιστικές ρυθμίσεις της Κροατίας για τους παρόχους υπηρεσιών και τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα ήταν περιοριστικές, ιδίως για τους δικηγόρους. Το καλοκαίρι του 2016, η κυβέρνηση ενέκρινε σχέδιο δράσης για την αντικατάσταση και τον εκσυγχρονισμό των ακατάλληλων κανονιστικών ρυθμίσεων, το οποίο ωστόσο ήταν περιορισμένο ως προς το πεδίο εφαρμογής και τον βαθμό λεπτομέρειας.

(22)

Η ποιότητα και η αποδοτικότητα της δικαιοσύνης αποτελεί βασικό καθοριστικό παράγοντα για το επιχειρηματικό περιβάλλον. Παρά τη μείωση της συσσώρευσης εκκρεμουσών υποθέσεων, οι πρωτοβάθμιες δικαστικές διαδικασίες είναι μακροχρόνιες στις εμπορικές, αστικές και ποινικές υποθέσεις. Η ηλεκτρονική κατάθεση και επίδοση δικαστικών εγγράφων έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει σημαντικά το σύστημα δικαιοσύνης, αλλά δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί. Οι δικαστές στην εμπορική δικαιοσύνη δεν έχουν πρόσβαση στα μητρώα μέσω διαδικτύου: αυτό επιβαρύνει την αποδοτικότητα της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Οι δικαστικές αποφάσεις σπανίως είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο, και υπάρχει περιθώριο για αναβάθμιση των επιχειρησιακών διαδικασιών στα πρωτοβάθμια εμπορικά δικαστήρια.

(23)

Ο τραπεζικός τομέας παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα κεφαλαιοποίησης και η κερδοφορία του αποκαταστάθηκε το 2016, κατόπιν μετατροπής των δανείων σε ελβετικό φράγκο σε δάνεια σε ευρώ το 2015. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε σχέση με τα ακαθάριστα δάνεια έχει τεθεί πρόσφατα σε πτωτική πορεία, αλλά εξακολουθεί να είναι υψηλό, ιδίως μεταξύ μη των χρηματοπιστωτικών εταιρειών. Η μείωση φαίνεται να οφείλεται στις πωλήσεις, καθώς και στις απαιτήσεις προοδευτικής και αυτόματης τροφοδότησης που θεσπίστηκαν το 2013. Στο πλαίσιο της πρόσφατης φορολογικής μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση θέσπισε επίσης μια νέα φορολογική μεταχείριση των διαγραφών των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ως απάντηση σε μια σύσταση ανά χώρα. Τα αποτελέσματά της, απαιτούν στενή παρακολούθηση. Η αποδοτικότητα του πρόσφατα μεταρρυθμισθέντος πλαισίου αφερεγγυότητας όσον αφορά τη διευκόλυνση της διευθέτησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων επίσης απαιτεί στενή παρακολούθηση.

(24)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Κροατίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Κροατία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Κροατία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(25)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017 και η γνώμη (5) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

(26)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017. Οι συστάσεις που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 5 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Κροατία να αναλάβει δράση το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να συνεχίσει τη δημοσιονομική της πολιτική σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, κάτι που συνεπάγεται να διατηρήσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2018. Έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 2017, να ενισχύσει τον δημοσιονομικό προγραμματισμό και το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, ενισχύοντας ιδίως την ανεξαρτησία και την εντολή της επιτροπής δημοσιονομικής πολιτικής. Να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την καθιέρωση του φόρου ακίνητης περιουσίας με βάση την αξία. Να ενισχύσει το πλαίσιο για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, μεταξύ άλλων εξασφαλίζοντας ετήσιες επικαιροποιήσεις της στρατηγικής διαχείρισης του χρέους.

2.

Να αποθαρρύνει την πρόωρη συνταξιοδότηση, να επιταχύνει τη μετάβαση προς τη μεγαλύτερη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης και να εναρμονίσει τις συνταξιοδοτικές διατάξεις για ειδικές κατηγορίες με τους κανόνες του γενικού καθεστώτος. Να βελτιώσει τον συντονισμό και τη διαφάνεια των κοινωνικών παροχών.

3.

Να βελτιώσει την εκπαίδευση ενηλίκων, ιδίως για τους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας, τα άτομα χαμηλών προσόντων και τους μακροχρόνια ανέργους. Να επιταχύνει τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

4.

Να μειώσει τον κατακερματισμό και να βελτιώσει τη λειτουργική κατανομή αρμοδιοτήτων στη δημόσια διοίκηση, ενώ παράλληλα θα βελτιώνει την αποδοτικότητα και θα μειώνει τις ανισότητες μεταξύ περιοχών στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών. Σε διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, να εναρμονίσει τα πλαίσια καθορισμού των μισθών σε όλη τη δημόσια διοίκηση και τις δημόσιες υπηρεσίες.

5.

Να επιταχύνει την εκποίηση των κρατικών επιχειρήσεων και άλλων περιουσιακών στοιχείων του κράτους, και να βελτιώσει την εταιρική διακυβέρνηση των κρατικών επιχειρήσεων. Να μειώσει σημαντικά το φόρτο για τις επιχειρήσεις που απορρέει από το κανονιστικό κόστος και από τις διοικητικές επιβαρύνσεις. Να καταργήσει τους κανονιστικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα και την άσκησή τους και την παροχή επαγγελματικών και επιχειρηματικών υπηρεσιών και την πρόσβαση σε αυτές. Να βελτιώσει την ποιότητα και την αποδοτικότητα του δικαστικού συστήματος, ιδίως μέσω της μείωσης της διάρκειας των αστικών και των εμπορικών υποθέσεων.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(4)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με τη χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(5)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/46


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιταλίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ιταλίας για το 2017

(2017/C 261/11)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Ιταλία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Ιταλία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 4.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Ιταλία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Ιταλίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Ιταλίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιταλία παρουσιάζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Το υψηλό δημόσιο χρέος και η παρατεταμένη υποτονική δυναμική της παραγωγικότητας συνεπάγονται κινδύνους, με διασυνοριακό αντίκτυπο, σε ένα πλαίσιο υψηλού ποσοστού μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανεργίας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάγκη λήψης μέτρων για τον περιορισμό του κινδύνου δυσμενών επιπτώσεων στην ιταλική οικονομία και, δεδομένου του μεγέθους της και του διασυνοριακού της ενδιαφέροντος, στην οικονομική και νομισματική ένωση.

(4)

Στις 27 Απριλίου 2017, η Ιταλία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως. Το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιταλίας για το 2017 περιλαμβάνει τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μεσοπρόθεσμες δεσμεύσεις. Βραχυπρόθεσμα, έχουν προγραμματιστεί η τελική θέσπιση της εκκρεμούσας νομοθεσίας για τον ανταγωνισμό και τη μεταρρύθμιση της ποινικής δικονομίας και των διατάξεων περί παραγραφής, η εφαρμογή του νόμου για την καταπολέμηση της φτώχειας, καθώς και μέτρων που αφορούν τις διαπραγματεύσεις σε επίπεδο επιχειρήσεων, τη μετατόπιση της φορολογίας και τις ιδιωτικοποιήσεις. Μεσοπρόθεσμα, μέτρα που αφορούν τα δημόσια οικονομικά, τη φορολογία, την αγορά εργασίας, το τραπεζικό και πιστωτικό σύστημα, τον ανταγωνισμό, τη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη, και τις επενδύσεις. Το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 καλύπτει επίσης τις προκλήσεις που προσδιορίζονται στην έκθεση του 2017 για τη χώρα και στη σύσταση για τη ζώνη του ευρώ, μεταξύ των οποίων και την ανάγκη για επανεκκίνηση των επενδύσεων και διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών. Αν υλοποιηθούν πλήρως εντός των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων, τα εν λόγω μέτρα θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών της Ιταλίας και στην εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα. Βάσει της αξιολόγησης των δεσμεύσεων πολιτικής που έχει αναλάβει η Ιταλία, η Επιτροπή επιβεβαιώνει την προηγούμενη εκτίμησή της ότι στο παρόν στάδιο δεν απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1174/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4). Η εφαρμογή του προγράμματος μεταρρυθμίσεων πολιτικής θα παρακολουθείται εκ του σύνεγγυς με ειδική παρακολούθηση.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Επί του παρόντος η Ιταλία υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 η κυβέρνηση σχεδιάζει βελτίωση του ονομαστικού ελλείμματος από 2,4 % του ΑΕΠ το 2016 σε 2,1 % το 2017 και 1,2 % το 2018 και σε γενικές γραμμές ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση έως το 2019. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, με τη μορφή ισοσκελισμένης δημοσιονομικής θέσης σε διαρθρωτικούς όρους, έχει προγραμματιστεί να επιτευχθεί έως το 2019 και να διατηρηθεί το 2020, ενώ το εκ νέου υπολογισθέν (6) διαρθρωτικό ισοζύγιο δίνει ως αποτέλεσμα ένα μικρό διαρθρωτικό έλλειμμα (0,3 % του ΑΕΠ) και για τα δύο έτη. Μετά την περαιτέρω αύξησή του το 2016 (σε 132,6 % του ΑΕΠ, από 132,1 % το 2015), ο δείκτης δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 να σταθεροποιηθεί γενικά το 2017 και στη συνέχεια να μειωθεί από το 2018, φθάνοντας το 125,7 % το 2020. Η αβεβαιότητα σχετικά με τη σύνθεση και την υλοποίηση της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής του προγράμματος σταθερότητας για το 2017 συνεπάγεται κινδύνους δυσμενών εξελίξεων τόσο για τις προβλέψεις για την ανάπτυξη όσο και για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Συγκεκριμένα, οι εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017 προβλέπουν πραγματική αύξηση του ΑΕΠ για το 2018 σχεδόν ίδιας τάξης με εκείνη του προγράμματος σταθερότητας για το 2017, παρά το σημαντικά υψηλότερο έλλειμμα. Πράγματι, οι προβλέψεις της Επιτροπής δεν περιλαμβάνουν την αύξηση του ΦΠΑ (0,9 % του ΑΕΠ) που νομοθετήθηκε ως «ρήτρα διασφάλισης» για την επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού το 2018, και λόγω του ότι το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 επιβεβαιώνει την πρόθεση να μην ενεργοποιηθεί η εν λόγω αύξηση χωρίς να δοθούν λεπτομερή στοιχεία σχετικά με εναλλακτικά αντισταθμιστικά μέτρα. Επιπλέον, το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 εκφράζει την πρόθεση για εξεύρεση επιπλέον περιθωρίου για μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.

(7)

Το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 αναφέρει ότι οι συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις της έκτακτης εισροής προσφύγων και των μέτρων ασφαλείας που ελήφθησαν το 2016 και το 2017 είναι σημαντικές και παρέχει επαρκή στοιχεία για την έκταση και τη φύση αυτών των πρόσθετων δημοσιονομικών δαπανών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι επιλέξιμες πρόσθετες δαπάνες ανήλθαν το 2016 σε 0,06 % του ΑΕΠ για την έκτακτη εισροή προσφύγων και σε 0,06 % του ΑΕΠ για τα μέτρα ασφαλείας. Για το 2017, οι επιλέξιμες δαπάνες που συνδέονται με την έκτακτη εισροή προσφύγων εκτιμάται σύμφωνα με προκαταρκτικούς υπολογισμούς ότι ανέρχονται περίπου σε 0,16 % του ΑΕΠ (7). Επιπλέον, οι ιταλικές αρχές επικαλέστηκαν τη ρήτρα ασυνήθων περιστάσεων το 2017 λόγω της έκτακτης σεισμικής δραστηριότητας. Οι επιλέξιμες δαπάνες που συνδέονται με την έκτακτη σεισμική δραστηριότητα εκτιμάται σύμφωνα με προκαταρκτικούς υπολογισμούς ότι ανέρχονται περίπου σε 0,18 % του ΑΕΠ το 2017 (8). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97, επιτρέπεται η ανάληψη των εν λόγω πρόσθετων δαπανών, δεδομένου ότι η εισροή προσφύγων, η σοβαρότητα της τρομοκρατικής απειλής, καθώς και η έκτακτη σεισμική δραστηριότητα είναι ασυνήθεις περιστάσεις, ο αντίκτυπός τους στα δημόσια οικονομικά της Ιταλίας είναι σημαντικός και η βιωσιμότητα δεν διακυβεύεται αν επιτραπεί προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Ως εκ τούτου, η απαιτούμενη προσαρμογή προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου για το 2016 έχει μειωθεί κατά 0,12 % του ΑΕΠ, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι πρόσθετες δαπάνες που αφορούν τους πρόσφυγες και τα μέτρα ασφαλείας. Για το 2017 η τελική αξιολόγηση, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα επιλέξιμα ποσά, θα πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 2018 βάσει των καταγεγραμμένων στοιχείων που θα παρασχεθούν από τις ιταλικές αρχές.

(8)

Για το 2016 εγκρίθηκε για την Ιταλία προσωρινή απόκλιση κατά 0,5 % του ΑΕΠ από την απαιτούμενη πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, προκειμένου να ληφθούν υπόψη μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με θετικές επιπτώσεις στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και ένα επιπλέον 0,25 % του ΑΕΠ προκειμένου να ληφθούν υπόψη εθνικές δαπάνες για επενδύσεις σε έργα που συγχρηματοδοτούνται από την Ένωση. Όσον αφορά τη ρήτρα επενδύσεων, η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων συνιστά ένα από τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Τα απολογιστικά στοιχεία για το 2016 έδειξαν μείωση των δημόσιων επενδύσεων το 2016 σε σύγκριση με το 2015 (κατά 1,6 δισεκατ. ευρώ). Ωστόσο, το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι υπάρχουν ειδικοί παράγοντες που περιόρισαν τις δημόσιες επενδύσεις κατά το προηγούμενο έτος. Ένας από τους παράγοντες αυτούς ήταν η αβεβαιότητα που συνδέεται με τη μετάβαση στον νέο κώδικα δημόσιων προμηθειών και συμβάσεων παραχώρησης, ο οποίος αναθεωρήθηκε σύμφωνα με τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις για το 2016. Επιπλέον, ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι το 2016 σημειώθηκε απότομη πτώση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από τα ταμεία της Ένωσης ως αποτέλεσμα της έναρξης της νέας περιόδου προγραμματισμού, ενώ οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις αυξήθηκαν οριακά (κατά 1,1 δισεκατ. ευρώ). Ως εκ τούτου, εφόσον οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις αυξήθηκαν το 2016 και οι δαπάνες που συνδέονται με τη ρήτρα επενδύσεων δεν τις αναπλήρωσαν, μπορεί να εγκριθεί για την Ιταλία προσωρινή απόκλιση κατά 0,21 % του ΑΕΠ σε σχέση με τη ρήτρα επενδύσεων, η οποία αντιστοιχεί στις εθνικές δαπάνες που είναι επιλέξιμες για συγχρηματοδότηση όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική πρόσθετη ευελιξία βάσει της ρήτρας ασυνήθων περιστάσεων, της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της ρήτρας επενδύσεων, που ανέρχεται σε 0,83 % του ΑΕΠ, οι εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017 επισημαίνουν ότι υπάρχει κάποια απόκλιση από τη συνιστώμενη πορεία προσαρμογής το 2016 προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου στόχου.

(9)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στην Ιταλία να επιτύχει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή το 2017 που να ισούται ή να υπερβαίνει το 0,6 % του ΑΕΠ προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, υπάρχει κίνδυνος να σημειωθεί σημαντική απόκλιση από τη συνιστώμενη δημοσιονομική προσαρμογή το 2017 προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, καθώς και για το 2016 και το 2017 συνολικά. Το ανωτέρω συμπέρασμα θα μπορούσε, ωστόσο, να μεταβληθεί και να αναφέρεται πλέον σε κίνδυνο κάποιας απόκλισης, εάν το προσωρινό ποσοστό, το οποίο έγινε δεκτό στο πλαίσιο της ρήτρας ασυνήθων περιστάσεων που συνδέονται με την έκτακτη εισροή προσφύγων και με το προληπτικό σχέδιο επενδύσεων για την προστασία της εθνικής επικράτειας έναντι σεισμικών κινδύνων (που σύμφωνα με προκαταρκτικούς υπολογισμούς ανέρχεται συνολικά σε 0,34 % του ΑΕΠ) αφαιρεθεί από την απαιτούμενη τιμή αναφοράς το 2017.

(10)

Το 2018 με βάση τη δημοσιονομική κατάσταση, και ιδίως τα επίπεδα χρέους της χώρας, αναμένεται περαιτέρω προσαρμογή της Ιταλίας προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου της για ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση σε διαρθρωτικούς όρους. Σύμφωνα με τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η εν λόγω προσαρμογή μεταφράζεται σε απαίτηση για ονομαστικό ρυθμό μείωσης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών τουλάχιστον κατά 0,2 % το 2018. Θα αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης τουλάχιστον του 0,6 % του ΑΕΠ. Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2018. Εκ πρώτης όψεως, δεν προβλέπεται συμμόρφωση της Ιταλίας με τον κανόνα για το χρέος το 2017 και το 2018. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Ιταλία πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει περαιτέρω μέτρα για να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση το 2017 και ότι το 2018 θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ωστόσο, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, η αξιολόγηση των δημοσιονομικών προγραμμάτων και των αποτελεσμάτων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό ισοζύγιο του κράτους μέλους υπό το πρίσμα των κυκλικών συνθηκών. Όπως υπενθυμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο του 2017 που συνοδεύει τις εν λόγω συστάσεις ανά χώρα, η αξιολόγηση του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος του 2018 και η επακόλουθη αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2018 θα πρέπει να λάβουν δεόντως υπόψη τον στόχο να επιτευχθεί δημοσιονομικός προσανατολισμός που να συμβάλλει στην ενίσχυση της εν εξελίξει ανάκαμψης και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών της Ιταλίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο σημειώνει ότι η Επιτροπή προτίθεται να διενεργήσει συνολική αξιολόγηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, ιδίως με βάση την κυκλική κατάσταση της Ιταλίας.

(11)

Εξ αιτίας της εκ πρώτης όψεως μη συμμόρφωσης της Ιταλίας με τον κανόνα για το χρέος το 2015, στις 22 Φεβρουαρίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, στην οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «εάν τα πρόσθετα διαρθρωτικά μέτρα, ύψους τουλάχιστον 0,2 % του ΑΕΠ, τα οποία η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να εγκρίνει το αργότερο τον Απρίλιο του 2017 δεν έχουν θεσπιστεί με αξιόπιστο τρόπο μέχρι αυτή την ημερομηνία ώστε να μειωθεί το κενό όσον αφορά τη σε γενικές γραμμές συμμόρφωση με το προληπτικό σκέλος το 2017 (και συνεπώς το 2016), η παρούσα ανάλυση υποδεικνύει ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή τη στιγμή δεν τηρείται το κριτήριο του χρέους όπως ορίζεται στη Συνθήκη και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97. Ωστόσο, η απόφαση για το αν θα προταθεί η έναρξη διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος θα ληφθεί μόνο βάσει των εαρινών προβλέψεων της Επιτροπής για το 2017, αφού ληφθούν υπόψη τα απολογιστικά στοιχεία για το 2016 καθώς και η υλοποίηση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που ανέλαβαν οι ιταλικές αρχές τον Φεβρουάριο του 2017.» Τον Απρίλιο του 2017, η κυβέρνηση ενέκρινε τα απαιτούμενα πρόσθετα μέτρα εξυγίανσης. Συνεπώς, κρίνεται ότι δεν είναι αναγκαία η λήψη περαιτέρω μέτρων επί του παρόντος για τη συμμόρφωση με το κριτήριο του χρέους το 2015. Η Επιτροπή θα επανεκτιμήσει τη συμμόρφωση της Ιταλίας με το κριτήριο του χρέους το φθινόπωρο του 2017, με βάση τα κοινοποιηθέντα στοιχεία για το 2016 και τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, στις οποίες θα ενσωματωθούν νέες πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού το 2017 και τα υφιστάμενα δημοσιονομικά προγράμματα για το 2018.

(12)

Ο υψηλός δείκτης δημόσιου χρέους της Ιταλίας αναμένεται να σταθεροποιηθεί, αλλά όχι να μειωθεί, λόγω της επιδείνωσης του διαρθρωτικού πρωτογενούς ισοζυγίου και των τρεχουσών μακροοικονομικών συνθηκών. Σε ποσοστό μεγαλύτερο από 130 % του ΑΕΠ, αυτό συνεπάγεται ότι σημαντικοί πόροι προορίζονται για την κάλυψη του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, εις βάρος κονδυλίων που προωθούν περισσότερο την ανάπτυξη, όπως για την εκπαίδευση, την καινοτομία και τις υποδομές.

(13)

Το φορολογικό σύστημα της Ιταλίας δεν ευνοεί την οικονομική ανάπτυξη και την αποτελεσματικότητα για διάφορους λόγους. Παρά την πρόσφατη ελαφρά μείωση, η φορολογική επιβάρυνση που αντιστοιχεί στους συντελεστές παραγωγής εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση. Υπάρχει περιθώριο για μετάβαση σε φόρους λιγότερο επιζήμιους για την ανάπτυξη, με ουδέτερο από δημοσιονομική άποψη τρόπο. Ο φόρος πρώτης κατοικίας καταργήθηκε το 2015, γεγονός που προκάλεσε οπισθοδρόμηση στη διαδικασία καθιέρωσης μιας αποτελεσματικότερης φορολογικής δομής. Παρά το γεγονός ότι αποτελεί απαίτηση της εθνικής νομοθεσίας σε ετήσια βάση, η από μακρού αναμενόμενη αναθεώρηση των φορολογικών δαπανών, ιδίως όσον αφορά τους μειωμένους συντελεστές του φόρου προστιθέμενης αξίας, αναβλήθηκε και πάλι. Η μεταρρύθμιση των παρωχημένων κτηματολογικών αξιών με στόχο την προσαρμογή τους στις τρέχουσες αξίες της αγοράς εκκρεμεί ακόμη. Τα χαμηλά επίπεδα φορολογικής συμμόρφωσης και η πολυπλοκότητα του φορολογικού κώδικα αυξάνουν τα βάρη που αναλογούν σε φορολογικά συνεπείς επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Πρόσφατα μέτρα, όπως η υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση και ο διαχωρισμός των πληρωμών για τις αγορές που γίνονται από κυβερνητικούς φορείς, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η ηλεκτρονική τιμολόγηση δεν είναι υποχρεωτική για συναλλαγές στον ιδιωτικό τομέα και πρόσφατα έγινε αύξηση των ορίων που έχουν τεθεί στη χρήση μετρητών, με αποτέλεσμα η χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών να παραμένει αρκετά κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης, γεγονός το οποίο λειτουργεί εις βάρος της φορολογικής συμμόρφωσης.

(14)

Όσον αφορά τη διαδικασία του προϋπολογισμού, εγκρίθηκε συνολική μεταρρύθμισή της το 2016. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να παρακολουθεί την υλοποίηση της μεταρρύθμισης, στο πλαίσιο της οποίας η επανεξέταση των δαπανών καθίσταται αναπόσπαστο στοιχείο της διαδικασίας κατάρτισης προϋπολογισμού.

(15)

Οι συνθήκες οι οποίες διαμορφώνουν το πλαίσιο που επικρατεί στην Ιταλία, η δημόσια διοίκηση και το επιχειρηματικό περιβάλλον εξακολουθούν να επηρεάζονται από ορισμένες διαρθρωτικές ανεπάρκειες. Οι ανεπάρκειες αυτές εξακολουθούν να επιβραδύνουν την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, να αποθαρρύνουν τις επενδύσεις, να προκαλούν αβεβαιότητα και να δημιουργούν ευκαιρίες για προσοδοθηρία. Οι μεταρρυθμίσεις του συστήματος απονομής δικαιοσύνης σε αστικές υποθέσεις που έχουν εγκριθεί κατά τα τελευταία έτη με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας του δικαστικού συστήματος, τη βελτίωση της διαχείρισης των υποθέσεων και την εξασφάλιση της δικονομικής πειθαρχίας έχουν μόλις αρχίσει να εμφανίζουν αποτελέσματα με αργούς ρυθμούς. Η διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών σε αστικές υποθέσεις εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση. Παρότι τόσο ο χρόνος εκδίκασης όσο και η συσσώρευση εκκρεμών αστικών και εμπορικών αγωγών στο δικαστικό σύστημα λόγω καθυστερήσεων σημειώνουν ελαφρά μείωση στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, εξακολουθούν να βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα στην Ένωση σε όλες τις βαθμίδες. Η προγραμματισμένη μεταρρύθμιση των αστικών διαδικασιών οδηγεί στη διαμόρφωση πιο αυστηρών κριτηρίων σχετικά με το παραδεκτό των εφέσεων και σε απλούστευση των αστικών διαδικασιών σε όλες τις βαθμίδες και παράλληλα αποτρέπει την κατάθεση καταχρηστικών αγωγών.

(16)

Πολλοί δείκτες επιβεβαιώνουν ότι η διαφθορά συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στην Ιταλία, παρά τις μεταρρυθμίσεις που έχουν εγκριθεί μέχρι στιγμής. Η πολυαναμενόμενη μεταρρύθμιση των διατάξεων για την παραγραφή με στόχο την εντατικοποίηση των ενεργειών για την καταπολέμηση της διαφθοράς εκκρεμεί από το 2014. Οι διατάξεις για την παραγραφή, στην ισχύουσα μορφή τους, οδηγούν στην παραγραφή υψηλού ποσοστού υποθέσεων για τις οποίες έχουν προηγουμένως εκδοθεί καταδικαστικές αποφάσεις από πρωτοβάθμια δικαστήρια. Επιπλέον, η εθνική αρχή για την καταπολέμηση της διαφθοράς διαθέτει περιορισμένους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για την άσκηση του έργου της και το πλαίσιο πρόληψης παραμένει κατακερματισμένο.

(17)

Το 2015 εγκρίθηκε ολοκληρωμένος εξουσιοδοτικός νόμος για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Ο εν λόγω νόμος προσφέρει τη δυνατότητα να βελτιωθεί η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Ωστόσο, μετά την απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου τον Νοέμβριο του 2016 η οποία κήρυξε αντισυνταγματική τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση ορισμένων εκτελεστικών νομοθετικών διαταγμάτων, η υλοποίηση βασικών τμημάτων της μεταρρύθμισης εξακολουθεί να εκκρεμεί. Ειδικότερα, η απόφαση αφορά τρεις βασικούς τομείς της μεταρρύθμισης: τις τοπικές δημόσιες υπηρεσίες, την απασχόληση στο δημόσιο τομέα, και τις επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας. Νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες είναι πλέον αναγκαίες για τη μεταρρύθμιση των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών και της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα σε επίπεδο διοίκησης, καθώς η προθεσμία για την έκδοση των διαταγμάτων έληξε στα τέλη Νοεμβρίου 2016. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας, το διάταγμα που εκδόθηκε πριν από την απόφαση πρέπει να τροποποιηθεί. Η μεταρρύθμιση έχει ως στόχο τη μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων κρατικής ιδιοκτησίας, τη βελτίωση της αποδοτικότητάς τους και τη διασφάλιση της λειτουργίας τους εντός του πλαισίου των κανόνων που ισχύουν και για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η εφαρμογή των προβλεπόμενων ιδιωτικοποιήσεων θα συνέβαλε επίσης στον εξορθολογισμό των επιχειρήσεων κρατικής ιδιοκτησίας.

(18)

Οι συνθήκες που διαμορφώνουν το πλαίσιο για τον ανταγωνισμό επίσης παραμένουν δυσμενείς. Ειδικότερα, ο ετήσιος νόμος περί ανταγωνισμού του 2015 δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Εξακολουθούν να υπάρχουν επίμονα εμπόδια για τον ανταγωνισμό σε ορισμένους τομείς, όπως, για παράδειγμα, στα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα, στις συμβάσεις παραχώρησης, στις δημόσιες προμήθειες και στο σύστημα αδειών, καθώς και στις τοπικές δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών. Συγκεκριμένα, η πρόοδος στην προώθηση της αποτελεσματικής, διαφανούς και ανταγωνιστικής λειτουργίας της αγοράς στον τομέα των δημόσιων μεταφορών, κυρίως των σιδηροδρομικών μεταφορών που λειτουργούν βάσει συμβάσεων κρατικής παραχώρησης, εξακολουθεί να είναι πολύ περιορισμένη. Σύμφωνα με νέο δείκτη της Επιτροπής, το επίπεδο των περιορισμών στην Ιταλία είναι υψηλότερο από τον σταθμισμένο μέσο όρο στην Ένωση για τα περισσότερα επαγγέλματα που αναλύθηκαν. Στο πλαίσιο δέσμης μέτρων για την αντιμετώπιση των εμποδίων στις αγορές υπηρεσιών, τον Ιανουάριο του 2017 η Επιτροπή εξέδωσε ειδικές κατευθυντήριες γραμμές ανά επάγγελμα για την αντιμετώπιση του ζητήματος σε ανακοίνωσή της σχετικά με συστάσεις μεταρρύθμισης για την κανονιστική ρύθμιση των επαγγελματικών υπηρεσιών.

(19)

Ο μεγάλος αριθμός μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα εξακολουθεί να αποτελεί τροχοπέδη για την κερδοφορία των τραπεζών και την ικανότητά τους για δημιουργία κεφαλαίων από εσωτερικές πηγές. Αυτό επιβαρύνει την προσφορά πιστώσεων, ιδίως σε μικρές επιχειρήσεις. Οι πρωτοβουλίες πολιτικής που έχουν αναληφθεί μέχρι σήμερα δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η εποπτική καθοδήγηση σχετικά με τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε εθνικό επίπεδο παραμένει ανεπαρκής. Οι μεσαίες και μικρές τράπεζες εξακολουθούν να είναι πιο ευάλωτες από ό, τι τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα παρακολουθεί την εφαρμογή της μεταρρύθμισης της εταιρικής διακυβέρνησης των μεγαλύτερων αλλά και των μικρών συνεταιριστικών τραπεζών, η οποία είναι καθοριστική για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος. Παρά το γεγονός ότι έχουν ληφθεί μεταρρυθμιστικά μέτρα πρόσφατα, το πλαίσιο αφερεγγυότητας και αναγκαστικής εκτέλεσης εξακολουθεί να μη συμβάλλει επαρκώς στην ταχεία ρύθμιση και αναδιάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως όσον αφορά μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Το σχέδιο εξουσιοδοτικού νόμου με στόχο την αναμόρφωση και τον εξορθολογισμό των διαδικασιών αφερεγγυότητας και των μέσων αναγκαστικής εκτέλεσης, το οποίο συζητείται επί του παρόντος στο κοινοβούλιο, θα μπορούσε να συμβάλει στην υπέρβαση των υφιστάμενων ανεπαρκειών και στην ανάπτυξη μιας δευτερογενούς αγοράς προβληματικών δανείων στην Ιταλία.

(20)

Παρά τη σταδιακή βελτίωση στην αγορά εργασίας, με την υποστήριξη των μεταρρυθμίσεων, η μακροχρόνια ανεργία και η ανεργία των νέων εξακολουθούν να είναι υψηλές (6,7 % και 38 %, αντίστοιχα, το 2016), και περισσότεροι από 1,2 εκατομμύρια νέοι είναι εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης. Παρότι η υλοποίηση των «Εγγυήσεων για τη Νεολαία» (9) έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες προκλήσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί μια πιο αποτελεσματική και πλήρης εφαρμογή. Το ποσοστό των δικαιούχων εγγυήσεων για τη νεολαία που εξακολουθούν να εργάζονται ή να βρίσκονται σε εκπαίδευση, μαθητεία ή πρακτική άσκηση έξι μήνες μετά από τη λήξη του προγράμματος είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης. Ωστόσο, η απήχηση στον πληθυσμό-στόχο είναι ακόμη χαμηλή και οι περιφερειακές διαφορές στην υλοποίηση παραμένουν σημαντικές. Η μεταρρύθμιση των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος διακυβέρνησής της, βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και οι υπηρεσίες απασχόλησης εξακολουθούν να είναι ανεπαρκείς, με ευρείες ανισότητες ανά περιφέρεια. Δεν υπάρχει επαρκής ανάπτυξη στον τομέα της εκπαίδευσης ενηλίκων, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικά αποτελέσματα στην αγορά εργασίας για ανειδίκευτους εργαζόμενους.

(21)

Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και η δυνατότητα συνεισφοράς τους στο εργατικό δυναμικό παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών είναι ένα από τα χαμηλότερα στην Ένωση. Ορισμένα χαρακτηριστικά του συστήματος φορολογίας-παροχών εξακολουθούν να αποθαρρύνουν τα δεύτερα εργαζόμενα μέλη των οικογενειών από τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, ενώ η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές υπηρεσίες φροντίδας (για παιδιά και ηλικιωμένους) παραμένει περιορισμένη, με ευρείες ανισότητες ανά περιφέρεια. Η διάρκεια της άδειας πατρότητας συγκαταλέγεται στις μικρότερες στην Ένωση.

(22)

Οι δευτεροβάθμιες διαπραγματεύσεις δεν είναι ευρέως διαδεδομένες. Αυτό το γεγονός εμποδίζει την αποδοτική κατανομή των πόρων και την ανταπόκριση των μισθών στις τοπικές οικονομικές συνθήκες. Αυτό οφείλεται επίσης στο πλαίσιο των υφιστάμενων κανόνων και πρακτικών που αφορούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, το οποίο αφήνει περιορισμένα περιθώρια για διαπραγμάτευση σε τοπικό επίπεδο. Οι συμφωνίες που έχουν υπογραφεί από τους κοινωνικούς εταίρους από τον Ιανουάριο του 2014, με τις οποίες καθορίζονται οι διαδικασίες και τα κριτήρια για τη μέτρηση της αντιπροσωπευτικότητας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, και με τις οποίες θα μειωθεί η αβεβαιότητα στις βιομηχανικές σχέσεις δεν έχουν εφαρμοστεί ακόμη. Έχει αποδειχθεί ότι οι φορολογικές εκπτώσεις για μισθολογικές αυξήσεις που σχετίζονται με την παραγωγικότητα δεν αποτελούν αποτελεσματικό μέσο για τη σημαντική επέκταση των δευτεροβάθμιων διαπραγματεύσεων.

(23)

Το ποσοστό των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης, ιδιαίτερα για τα παιδιά και τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Επίσης, υπάρχουν μεγάλες ανισότητες ανά περιφέρεια. Έχει σημειωθεί ορισμένη πρόοδος όσον αφορά την εθνική στρατηγική για την καταπολέμηση της φτώχειας. Το προσφάτως εγκριθέν καθεστώς εισοδήματος ένταξης αποτελεί θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της θέσπισης ενός ενιαίου ολοκληρωμένου προγράμματος για την καταπολέμηση της φτώχειας. Η αποτελεσματικότητα του καθεστώτος αυτού θα εξαρτηθεί από την ορθή εφαρμογή του με την κινητοποίηση επαρκών πόρων (μεταξύ άλλων και μέσω της απλούστευσης διάφορων κοινωνικών επιδομάτων), την κατάλληλη στόχευση μέσω εισοδηματικών κριτηρίων και την κατά προτεραιότητα κατανομή σε οικογένειες με παιδιά, ενώ θα εξαρτηθεί επίσης από αποτελεσματικές επιτόπιες διαδικασίες όσον αφορά την παροχή εισοδηματικής στήριξης αλλά και ολοκληρωμένων υπηρεσιών. Στην παρούσα φάση, δεν είναι σαφές το κατά πόσο οι οικονομικοί πόροι θα είναι επαρκείς για να αντεπεξέλθει η Ιταλία στην πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπη όσον αφορά τη φτώχεια. Η μέριμνα για πρόσθετους πόρους με παράλληλη τήρηση των δημοσιονομικών στόχων, ο περιορισμός του κατακερματισμού που επικρατεί στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, ο εξορθολογισμός των κοινωνικών δαπανών και η αντιμετώπιση της προτιμησιακής προσέγγισης υπέρ του συνταξιοδοτικού τομέα παραμένουν σημαντικές προκλήσεις.

(24)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Ιταλίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Ιταλία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Ιταλία αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις της Ένωσης, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε επίπεδο Ένωσης κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(25)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (10) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

(26)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Οι συστάσεις που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 4 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ιταλία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να καταβάλει ουσιαστική δημοσιονομική προσπάθεια το 2018, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να ενισχυθεί η συνεχιζόμενη ανάκαμψη και να διασφαλιστεί η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών της Ιταλίας. Να εξασφαλίσει την έγκαιρη εφαρμογή του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και να χρησιμοποιήσει τα έκτακτα κέρδη για να επιταχύνει τη μείωση του δείκτη χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ. Να μετατοπίσει τη φορολογική επιβάρυνση από τους συντελεστές παραγωγής σε μορφές φορολογίας λιγότερο επιζήμιες για την ανάπτυξη με ουδέτερο από δημοσιονομική άποψη τρόπο μέσω αποφασιστικών μέτρων με στόχο τη μείωση του αριθμού και του πεδίου εφαρμογής των φορολογικών δαπανών, μέσω της μεταρρύθμισης του παρωχημένου συστήματος κτηματολογικών αξιών και μέσω της εκ νέου θέσπισης του φόρου πρώτης κατοικίας για νοικοκυριά με υψηλά εισοδήματα. Να επεκτείνει την υποχρεωτική χρήση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και των ηλεκτρονικών πληρωμών.

2.

Να μειώσει τη διάρκεια εκδίκασης των υποθέσεων στην αστική δικαιοσύνη μέσω της αποτελεσματικής διαχείρισης των υποθέσεων και κανόνων που διασφαλίζουν τη διαδικαστική πειθαρχία. Να εντατικοποιήσει τα μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς, ιδίως μέσω της αναθεώρησης των διατάξεων περί παραγραφής. Να ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις στην απασχόληση στον δημόσιο τομέα και να βελτιώσει την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων κρατικής ιδιοκτησίας. Να εκδώσει άμεσα και να εφαρμόσει τον νόμο για τον ανταγωνισμό ο οποίος βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα και να αντιμετωπίσει τους εναπομείναντες περιορισμούς στον ανταγωνισμό.

3.

Να επιταχύνει τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και να εντείνει τα κίνητρα για εξυγίανση και αναδιάρθρωση των ισολογισμών, ιδίως στο τμήμα της αγοράς το οποίο περιλαμβάνει τις τράπεζες που τελούν υπό εθνική εποπτεία. Να εγκρίνει ολοκληρωμένη αναμόρφωση του κανονιστικού πλαισίου για την αφερεγγυότητα και την αναγκαστική εκτέλεση.

4.

Με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, να ενισχύσει το πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων για να καταστεί δυνατό οι συλλογικές συμβάσεις να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τις κατά τόπους διαφορετικές συνθήκες. Να εξασφαλίσει αποτελεσματικές ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας. Να διευκολύνει την απασχόληση για τα δεύτερα εργαζόμενα μέλη της οικογένειας. Να εξορθολογίσει τις κοινωνικές δαπάνες και να βελτιώσει τη σύνθεσή τους.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1174/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με κατασταλτικά μέτρα για τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 8).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(7)  Το εν λόγω ποσό βασίζεται στις εκτιμώμενες συνολικές δημοσιονομικές δαπάνες στο πλαίσιο του προγράμματος σταθερότητας για το 2017, οι οποίες ανέρχονται σε 0,25 % του ΑΕΠ και από τις οποίες αφαιρούνται οι προσωρινές αποκλίσεις της τάξης του 0,03 % του ΑΕΠ και 0,06 % που εγκρίθηκαν το 2015 και 2016 αντιστοίχως. Στη γνωμοδότησή της σχετικά με το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος της Ιταλίας για το 2017, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι είναι πρόθυμη να εξετάσει πρόσθετη απόκλιση λόγω της αμείωτης έκτακτης εισροής προσφύγων στην Ιταλία, και υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Οκτωβρίου 2016, στα οποία αναγνωρίζεται η «σημαντική συνεισφορά, μεταξύ άλλων οικονομικού χαρακτήρα, από τα κράτη μέλη της πρώτης γραμμής, τα τελευταία χρόνια».

(8)  Στη γνωμοδότησή της για το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος της Ιταλίας για το 2017, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι δαπάνες που προορίζονται για τη διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και το προληπτικό σχέδιο επενδύσεων για την προστασία της εθνικής επικράτειας έναντι σεισμικών κινδύνων θα μπορούσαν να θεωρηθούν δαπάνες ολοκληρωμένου χαρακτήρα. Για τα επόμενα έτη, στους πόρους που προορίζονται για τον σκοπό αυτό, μόνο θετικές μικρής κλίμακας αλλαγές θα θεωρούνται επιλέξιμες για περαιτέρω πιθανές προσωρινές αποκλίσεις.

(9)  Σύσταση του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 2013, για τη θέσπιση εγγυήσεων για τη νεολαία (ΕΕ C 120 της 26.4.2013, σ. 1).

(10)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/53


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κύπρου για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Κύπρου για το 2017

(2017/C 261/12)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Κύπρος συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Κύπρος θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 5.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Κύπρο δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Κύπρου όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Κύπρου ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Από την ανάλυσή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος εμφανίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, είναι σημαντικό να αντιμετωπίσει τη μεγάλη σώρευση ανισορροπιών με τη μορφή υπερβολικού ιδιωτικού, δημόσιου και εξωτερικού χρέους και το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

(4)

Στις 27 Απριλίου 2017 η Κύπρος υπέβαλε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και στις 28 Απριλίου 2017 το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως. Το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Κύπρου περιλαμβάνει τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μεσοπρόθεσμες δεσμεύσεις. Ειδικότερα, περιλαμβάνει μέτρα για τη μείωση του χρέους του ιδιωτικού τομέα, τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση και την αναμόρφωση του τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ενώ δεσμεύεται για μεταρρυθμίσεις του δημόσιου τομέα και του δικαστικού συστήματος. Το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων διαλαμβάνει επίσης τις προκλήσεις που προσδιορίζονται στην έκθεση χώρας του 2017 και στη σύσταση για τη ζώνη του ευρώ, μεταξύ των οποίων και την ανάγκη για επανεκκίνηση των επενδύσεων και διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών. Αν υλοποιηθούν πλήρως εντός των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων, τα εν λόγω μέτρα θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών της Κύπρου και στην εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα. Βάσει της αξιολόγησης των δεσμεύσεων πολιτικής που έχει αναλάβει η Κύπρος, η Επιτροπή επιβεβαιώνει την προηγούμενη εκτίμησή της ότι στο παρόν στάδιο δεν απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1174/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4). Η εφαρμογή του προγράμματος μεταρρυθμίσεων πολιτικής θα παρακολουθείται εκ του σύνεγγυς με ειδική παρακολούθηση.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Κύπρος επί του παρόντος υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2017, η κυβέρνηση σχεδιάζει πλεόνασμα του προϋπολογισμού σε ονομαστικούς όρους κατά την περίοδο 2016-2020 (ονομαστικό πλεόνασμα ίσο με 0,4 % περίπου του ΑΕΠ κατά την περίοδο που καλύπτει το πρόγραμμα). Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, με τη μορφή ισοσκελισμένης δημοσιονομικής θέσης σε διαρθρωτικούς όρους, έχει προγραμματιστεί να επιτευχθεί το 2017. Το εκ νέου υπολογισθέν (6) διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται ότι θα απομακρύνεται σταθερά από τον μεσοπρόθεσμο στόχο κατά τα επόμενα έτη, γεγονός που δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ο λόγος δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ εκτιμάται ότι έλαβε μέγιστη τιμή 107,8 % το 2016 και ότι θα μειωθεί σε 99,7 % το 2018 και περαιτέρω σε 88,8 % έως το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές. Οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις μακροοικονομικές παραδοχές που παρουσιάζονται στο πρόγραμμα σταθερότητας αφορούν το ενδεχόμενο αρνητικών εξελίξεων, συνδέονται δε κυρίως με το μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων και την ενδεχόμενη επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος.

(7)

Στις 12 Ιουλίου 2016, μετά τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, το Συμβούλιο συνέστησε στην Κύπρο να τηρήσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο το 2016 και το 2017. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, η Κύπρος συμμορφώνεται με την απαίτηση αυτή το 2017, μετά από συνολική αξιολόγηση. Για το 2018 συνιστάται στην Κύπρο να διατηρήσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2017 της Επιτροπής, αυτό συνεπάγεται μέγιστο ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (7) ύψους 0,3 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης του 0,2 % του ΑΕΠ. Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος κάποιας απόκλισης της Κύπρου από την απαίτηση αυτή το 2018, μετά από συνολική αξιολόγηση. Η Κύπρος προβλέπεται να συμμορφωθεί με τον κανόνα για το χρέος το 2017 και το 2018. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Κύπρος πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει περαιτέρω μέτρα για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση το 2018.

(8)

Το δημόσιο χρέος είναι σε καθοδική πορεία αλλά η βιωσιμότητά του εξακολουθεί να υπόκειται σε κινδύνους. Μια σειρά πρόσφατων δημοσιονομικών μέτρων, καθώς και οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή βασικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αναμένεται να οδηγήσουν σε επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου και προκαλούν κίνδυνο περιορισμού των δυνατοτήτων για δημόσιες επενδύσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη.

(9)

Ο δημόσιος τομέας της Κύπρου παρουσιάζει ένα μισθολογικό κόστος που είναι ένα από τα υψηλότερα (ως ποσοστό του ΑΕΠ) στη ζώνη του ευρώ και εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αναποτελεσματικότητα. Στο πλαίσιο του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής, σχεδιάστηκε και συμφωνήθηκε με τους κοινωνικούς εταίρους μια σειρά μεταρρυθμίσεων με στόχο την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η καθιέρωση ενός δεσμευτικού μόνιμου μηχανισμού για τη συγκράτηση της αύξησης των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και μια συνολική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Ωστόσο, με την εξαίρεση του προσφάτως εγκριθέντος νόμου για τη μεταρρύθμιση της κινητικότητας των δημοσίων υπαλλήλων, η έγκριση των εν λόγω νομοθετικών μεταρρυθμίσεων αντιμετωπίζει εμπόδια, ιδίως μετά την καταψήφισή τους από τη Βουλή των Αντιπροσώπων τον Δεκέμβριο του 2016. Ενόσω εκκρεμεί η έγκρισή του με δεσμευτική μορφή, ο μηχανισμός συγκράτησης της αύξησης των μισθών του δημόσιου τομέα εφαρμόζεται βάσει συλλογικών συμβάσεων εργασίας και ισχύει έως το 2018.

(10)

Έχουν αναληφθεί ορισμένες μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Στις πρόσφατες εξελίξεις συγκαταλέγονται οι μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του επαγγελματικού χαρακτήρα των δημόσιων προμηθειών σε τοπικό επίπεδο και ο νόμος του Δεκεμβρίου 2015 για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Η συνταγματική τροποποίηση που επιτρέπει τη δημοσιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των δημοσίων λειτουργών εγκρίθηκε το 2016. Ωστόσο, ο συντονιστικός φορέας κατά της διαφθοράς δεν είναι επαρκώς στελεχωμένος, ενώ οι αδυναμίες του πειθαρχικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί.

(11)

Η Κύπρος έχει λάβει μέτρα για να ενισχύσει το δικαστικό της σύστημα, αλλά αντιμετωπίζει ακόμα σοβαρές προκλήσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητά του. Οι αναποτελεσματικές δικαστικές διαδικασίες και το περιορισμένο δυναμικό προκαλούν σημαντικές καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων. Αυτό με τη σειρά του υπονομεύει το επιχειρηματικό περιβάλλον και ιδίως τη λειτουργία των νέων πλαισίων εκποιήσεων και αφερεγγυότητας. Τα εν λόγω πλαίσια καθιερώθηκαν για να συμβάλουν στη μείωση του μη βιώσιμου ιδιωτικού χρέους, μέσω της παροχής κινήτρων στις τράπεζες και τους οφειλέτες να συμφωνήσουν σε λύσεις αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των εν λόγω εργαλείων παραβλάπτεται από διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων οι προαναφερόμενες ανεπάρκειες του δικαστικού συστήματος, η ισχνή διοικητική ικανότητα και το χαμηλό επίπεδο γνώσης των διαδικασιών από τους οφειλέτες. Εξακολουθούν επίσης να υπάρχουν σημαντικές εκκρεμότητες και καθυστερήσεις όσον αφορά την έκδοση και τη μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας. Οι παράγοντες αυτοί συντελούν στην υπονόμευση των προσπαθειών μείωσης του χρέους και επιδρούν αρνητικά στην ανάκαμψη της αγοράς κατοικιών.

(12)

Το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώνεται αλλά παραμένει πολύ υψηλό, γεγονός που παρεμποδίζει τη λειτουργία του τραπεζικού τομέα και επηρεάζει την παροχή πιστώσεων στην πραγματική οικονομία. Οι τράπεζες εμφανίζουν χαμηλές επιδόσεις σε σχέση με τους στόχους αναδιάρθρωσης των δανείων που έχουν συμφωνηθεί με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη να διευρυνθεί το σύστημα στοχοθέτησης και να καταστεί πιο αποτελεσματικό και δεσμευτικό, ιδίως με τον καθορισμό φιλόδοξων στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σύμφωνα με τις στρατηγικές των τραπεζών για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τα ποσοστά εκ νέου αθέτησης παραμένουν υψηλά, γεγονός το οποίο φανερώνει δυνητικές ελλείψεις σε λύσεις αναδιάρθρωσης των δανείων. Τα επίπεδα των προβλέψεων για κινδύνους αυξήθηκαν, αλλά παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι αποτιμήσεις των εξασφαλίσεων είναι αξιόπιστες και υποστηρίζουν τη δημιουργία κατάλληλων προβλέψεων έναντι των κινδύνων. Η έλλειψη δευτερογενούς αγοράς για δάνεια και ενός πλαισίου για τιτλοποιήσεις δανείων περιορίζει τις δυνατότητες για επιτάχυνση της απομόχλευσης και απομάκρυνση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τους ισολογισμούς των τραπεζών, γεγονός που απαιτεί πρόσθετες ρυθμιστικές και νομοθετικές δράσεις για τη συμπλήρωση των αναγκαίων εργαλείων προς διευκόλυνση της διαχείρισης των ισολογισμών των τραπεζών. Επιπλέον, η διακυβέρνηση και η διοικητική ικανότητα της εποπτείας των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων παραμένουν ανεπαρκείς, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(13)

Η οικονομική ανάκαμψη της Κύπρου συνεχίζεται. Ωστόσο, η δυνητική ανάπτυξη παραμένει ασθενής, λόγω της περιορισμένης εφαρμογής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, των εμποδίων στις επενδύσεις και των αδυναμιών του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Οι πρωτοβουλίες για την τόνωση της ανάπτυξης που παρουσιάστηκαν στο σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη υλοποιούνται, αν και με μάλλον αργούς ρυθμούς. Η νομοθετική πρόταση για την προσέλκυση και τη διευκόλυνση στρατηγικών επενδύσεων βρίσκεται ακόμη στο στάδιο του σχεδίου. Η κυβέρνηση καταβάλλει προσπάθειες για τη βελτίωση της πρόσβασης των μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση. Για την επίλυση αυτού του πιεστικού ζητήματος, έχουν δρομολογηθεί ορισμένες νέες στοχοθετημένες πρωτοβουλίες, όπως αναφέρεται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις νέες πρωτοβουλίες για πρόσβαση σε χρηματοδότηση εξακολουθούν να βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο. Οι προσπάθειες ιδιωτικοποίησης με στόχο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων για την ενίσχυση της παραγωγικότητας συναντούν πολιτικές αντιστάσεις και προχωρούν αργά. Η μεταρρύθμιση του ενεργειακού τομέα μπορεί επίσης να δώσει σημαντική ώθηση στην ανταγωνιστικότητα, αλλά σημειώθηκαν καθυστερήσεις στην εφαρμογή της. Αυτές αφορούν ιδίως τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και τη δημιουργία της νέας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται από τη διασφάλιση της ουσιαστικής ανεξαρτησίας του διαχειριστή του συστήματος μεταφοράς.

(14)

Η ανεργία μειώνεται αλλά παραμένει υψηλή, ιδίως μεταξύ των νέων και των μακροχρόνια ανέργων. Τα σχέδια για την αύξηση του αριθμού των συμβούλων στις δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης και για τη βελτίωση της εξειδίκευσής τους δεν έχουν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή. Επιπλέον, η πρόσληψή τους είναι πιθανό να πραγματοποιηθεί με συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης και, ως εκ τούτου, δεν επιλύει το πρόβλημα σε διαρθρωτικούς όρους. Κατά συνέπεια, εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής η ικανότητα ανταπόκρισης στις ανάγκες των αναζητούντων εργασία, και ιδίως των ατόμων που αντιμετωπίζουν περισσότερες δυσκολίες ένταξης στην αγορά εργασίας, καθώς και λήψης μέτρων ευαισθητοποίησης του κοινού για την ενεργοποίησή τους. Ο αντίκτυπος των ενεργητικών προγραμμάτων για την αγορά εργασίας και των συστημάτων στήριξης του εισοδήματος εξακολουθεί να είναι μειωμένος λόγω περιορισμένης αξιολόγησης της ποιότητας και επακόλουθων μέτρων.

(15)

Η Κύπρος διατηρεί επίπεδο δαπανών στον τομέα της εκπαίδευσης το οποίο είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης. Ωστόσο, τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα είναι χαμηλά και μάλιστα έχουν μειωθεί σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών του ΟΟΣΑ για το 2015, η Κύπρος κατατάσσεται σε μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην Ένωση όσον αφορά το επίπεδο βασικών δεξιοτήτων στα μαθηματικά, τις επιστήμες και την ανάγνωση. Μολονότι τα διορθωτικά μέτρα που ελήφθησαν πρόσφατα, όπως ένα καλύτερο σύστημα διορισμού εκπαιδευτικών και ο εκσυγχρονισμός των σχολικών προγραμμάτων σπουδών, αποτελούν ορισμένα πρώτα βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, η ανάληψη περαιτέρω δράσης για την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων, μεταξύ άλλων για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση της κατάστασης.

(16)

Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεπίλυτη, γεγονός που επηρεάζει τις προοπτικές για μακροπρόθεσμη βιώσιμη ανάπτυξη. Τα επίπεδα συμμετοχής στην ανώτερη δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση είναι χαμηλά και η συνάφεια της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας είναι περιορισμένη, με αποτέλεσμα υψηλό ποσοστό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να εργάζεται σε επαγγέλματα για τα οποία δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

(17)

Ο κυπριακός τομέας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έλλειψη καθολικής κάλυψης και αναποτελεσματικότητα σε διάφορα επίπεδα. Αυτό περιορίζει την πρόσβαση σε επαρκή και αποτελεσματική περίθαλψη. Η νομοθεσία με στόχο τη δημιουργία εθνικού συστήματος υγείας και την παροχή μεγαλύτερης αυτονομίας στα δημόσια νοσοκομεία είναι καίριας σημασίας για να βελτιωθεί η ικανότητα και η οικονομική αποτελεσματικότητα του τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αλλά επί του παρόντος εκκρεμεί η ψήφισή της από τη Βουλή.

(18)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Κύπρου και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Κύπρο κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Κύπρο, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(19)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (8) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

(20)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Οι συστάσεις που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1 έως 4 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Κύπρο να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

(1)

Να συνεχίσει τη δημοσιονομική της πολιτική σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, κάτι που συνεπάγεται να διατηρήσει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2018. Να χρησιμοποιήσει τα έκτακτα έσοδα για να επιταχύνει τη μείωση του λόγου δημόσιου χρέους. Έως τα τέλη του 2017, να εγκρίνει βασικές νομοθετικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, τη διακυβέρνηση των κρατικών οντοτήτων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

(2)

Να αυξήσει την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος με τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής δικονομίας, την εφαρμογή κατάλληλων συστημάτων πληροφοριών και την αύξηση της εξειδίκευσης των δικαστηρίων. Να λάβει πρόσθετα μέτρα για να εξαλείψει τα εμπόδια για την πλήρη εφαρμογή των πλαισίων αφερεγγυότητας και εκποιήσεων και να διασφαλίσει αξιόπιστα και ταχύρρυθμα συστήματα για την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας και τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων κυριότητας ακίνητης περιουσίας.

(3)

Να επιταχύνει τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με τον καθορισμό σχετικών ποιοτικών και χρονικά δεσμευτικών στόχων για τις τράπεζες και με τη διασφάλιση της ακριβούς αποτίμησης των εξασφαλίσεων για τη δημιουργία προβλέψεων. Να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια λειτουργική δευτερογενή αγορά για μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Να ενοποιήσει και να ενισχύσει την εποπτεία των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων.

(4)

Να επιταχύνει την εφαρμογή του σχεδίου δράσης για την ανάπτυξη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην επίσπευση των στρατηγικών επενδύσεων και στη βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση και, έως τα τέλη του 2017, να επαναρχίσει την εφαρμογή του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων. Να λάβει αποφασιστικά μέτρα προς τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και ιδίως να προχωρήσει τον λειτουργικό και λογιστικό διαχωρισμό έως το τέλος του 2017.

(5)

Να επισπεύσει τις μεταρρυθμίσεις με στόχο την ενίσχυση της ικανότητας των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και τη βελτίωση της ποιότητας των αποτελεσμάτων των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας. Να ολοκληρώσει τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να βελτιωθούν η συνάφειά του με την αγορά εργασίας και οι επιδόσεις του, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Έως τα τέλη του 2017 να θεσπίσει νομοθεσία για τη μεταρρύθμιση της νοσοκομειακής περίθαλψης και την καθολική κάλυψη της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1174/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με κατασταλτικά μέτρα για τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 8).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο, μη συνυπολογιζομένων έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με τη χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(7)  Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε διάστημα τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Τα έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(8)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/58


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λετονίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Λετονίας για το 2017

(2017/C 261/13)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Λετονία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Λετονία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 έως 2.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για τη Λετονία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Λετονίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Λετονίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Στις 20 Απριλίου 2017 η Λετονία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Λετονία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2017 η κυβέρνηση αναμένει επιδείνωση του ονομαστικού ισοζυγίου από ισοσκελισμένο αποτέλεσμα το 2016 σε έλλειμμα 0,8 % του ΑΕΠ το 2017 και 1,6 % του ΑΕΠ το 2018 αντίστοιχα, ως αποτέλεσμα μιας σημαντικής φορολογικής μεταρρύθμισης, και στη συνέχεια βελτίωση σε έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ το 2020. Το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 εκτιμά ότι το διαρθρωτικό ισοζύγιο θα επιδεινωθεί, από 0,2 % του ΑΕΠ το 2016 σε -1,7 % του ΑΕΠ το 2018 και θα φθάσει στο -0,8 % του ΑΕΠ το 2020. Η πορεία αυτή συνάδει με τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο για διαρθρωτικό έλλειμμα 1 % του ΑΕΠ και τις επιτρεπόμενες αποκλίσεις βάσει της μεταρρύθμισης των συντάξεων και της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Το έλλειμμα στο εκ νέου υπολογισθέν (5) διαρθρωτικό ισοζύγιο εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από -1,9 % του ΑΕΠ το 2017 σε -2,3 % του ΑΕΠ το 2018, προτού μειωθεί σε -0,2 % του ΑΕΠ το 2020. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να παραμείνει γύρω στο 40 % του ΑΕΠ το 2017. Οι προβλέψεις του προγράμματος για την αύξηση του ΑΕΠ είναι σε γενικές γραμμές σύμφωνες με τις προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, αλλά εμφανίζονται ιδιαίτερα ευνοϊκές για το 2018.

(7)

Στις 12 Ιουλίου 2016, το Συμβούλιο συνέστησε στη Λετονία να διασφαλίσει ότι η απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο το 2017 περιορίζεται στα περιθώρια που συνδέονται με τη συστημική μεταρρύθμιση του συστήματος συνταξιοδότησης και τη μεγάλη διαρθρωτική μεταρρύθμιση στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Λαμβάνοντας υπόψη τα περιθώρια αυτά, το διαρθρωτικό ισοζύγιο θα μπορεί να επιδεινωθεί το πολύ κατά 1,0 % του ΑΕΠ το 2017. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, η Λετονία προβλέπεται ότι θα συμμορφωθεί με την υποχρέωση αυτή το 2017. Το 2018, η Λετονία αναμένεται ότι θα επιτύχει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της, λαμβάνοντας υπόψη τα περιθώρια που συνδέονται με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος που χορηγήθηκαν για το 2016 και αυτά που συνδέονται με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που χορηγήθηκαν για το 2017, δεδομένου ότι οι προσωρινές αποκλίσεις μεταφέρονται για περίοδο τριών ετών. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, αυτό συνάδει με μέγιστο ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών κρατικών δαπανών (6) ύψους 6,0 % το 2018, που αντιστοιχεί σε επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά 0,3 % του ΑΕΠ. Με αμετάβλητες πολιτικές, η Λετονία θα ενείχε τον κίνδυνο σημαντικής απόκλισης από την υποχρέωση αυτή. Γενικά, το Συμβούλιο έχει την άποψη ότι θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα το 2018 προκειμένου να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(8)

Η εισοδηματική ανισότητα στη Λετονία είναι υψηλή. Ο λόγος των εισοδημάτων των πλουσιότερων 20 % εκ των νοικοκυριών προς εκείνα των φτωχότερων 20 % ανερχόταν σε 6,5 το 2015, μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση, αν και το μέγεθος μειώθηκε ελαφρά το 2016. Η διαφορά μεταξύ της εισοδηματικής ανισότητας πριν και μετά τους φόρους και τις κοινωνικές μεταβιβάσεις είναι από τις μικρότερες στην Ένωση. Το φορολογικό σύστημα της Λετονίας είναι λιγότερο προοδευτικό απ’ ό,τι τα συστήματα άλλων κρατών μελών, συμβάλλοντας στην υψηλή ανισότητα και τη φτώχεια των εργαζομένων. Η φορολογική επιβάρυνση για τους χαμηλόμισθους εξακολουθεί να είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση, ενώ δεν αξιοποιούνται επαρκώς οι δυνατότητες εσόδων από φόρους που είναι λιγότερο επιζήμιοι για την ανάπτυξη. Το χαμηλό μερίδιο των φορολογικών εσόδων στο ΑΕΠ περιορίζει τους πόρους για βιώσιμη παροχή δημόσιων υπηρεσιών. Παρά την κάποια πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η φορολογική συμμόρφωση εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή πρόκληση. Στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 ανακοινώθηκε η καθιέρωση μιας φορολογικής μεταρρύθμισης. Τα βασικά μέτρα περιλαμβάνουν μείωση του συντελεστή φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων από το 23 % στο 20 % για εισοδήματα μέχρι τις 45 000 ευρώ τον χρόνο, αύξηση του διαφοροποιημένου βάσει του εισοδήματος βασικού αφορολόγητου ορίου, εισαγωγή συντελεστή 0 % για τον εταιρικό φόρο εισοδήματος για τα κέρδη που επανεπενδύονται και ευθυγράμμιση των συντελεστών της φορολογίας κεφαλαίου στο 20 %. Η μεταρρύθμιση υλοποιεί τις συστάσεις ανά χώρα στον βαθμό που μειώνεται η φορολογική επιβάρυνση για τα άτομα με χαμηλά εισοδήματα. Ωστόσο, η φορολογική μεταρρύθμιση είναι περιορισμένη όσον αφορά τη μετατόπιση της φορολογίας προς πηγές λιγότερο επιζήμιες για την ανάπτυξη και την επίτευξη του δεδηλωμένου στόχου πολιτικής να αυξηθεί το ποσοστό των φορολογικών εσόδων στο ΑΕΠ.

(9)

Οι αδυναμίες των βασικών δικτύων κοινωνικής ασφάλειας συμβάλλει στην υψηλή φτώχεια και τις ανισότητες, μεταξύ άλλων και για τα άτομα με αναπηρίες και τους ηλικιωμένους. Τα ποσοστά της φτώχειας για τα άτομα με αναπηρία είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη. Η χαμηλή επάρκεια των παροχών κοινωνικής πρόνοιας δεν έχει βελτιωθεί από το 2009 και οι συντάξεις δεν παρέχουν αποτελεσματική προστασία κατά της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η απουσία της μεταρρύθμισης του επιπέδου του ελάχιστου εισοδήματος, που ανακοινώθηκε το 2014, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ, επηρεάζει αρνητικά τα φτωχότερα νοικοκυριά, αν και βρίσκονται στο στάδιο της προετοιμασίας μεσοπρόθεσμα σχέδια για τη στήριξη του ελάχιστου εισοδήματος.

(10)

Δεδομένης της μείωσης του εργατικού δυναμικού, η αύξηση της απασχόλησης ήταν ανεπαρκής, ενώ η ανεργία μειώνεται με αργούς ρυθμούς. Οι προοπτικές απασχόλησης είναι καλύτερες στα κέντρα οικονομικής δραστηριότητας και για τους εργαζόμενους υψηλών προσόντων, ενώ η ανεργία είναι περισσότερο διαδεδομένη μεταξύ των ατόμων με χαμηλά προσόντα και των ατόμων που ζουν σε αγροτικές περιοχές. Στο πλαίσιο αυτό, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού θα συμβάλει στην αντιμετώπιση των εν λόγω ζητημάτων. Ωστόσο, μολονότι η ελκυστικότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης έχει βελτιωθεί, η μεταρρύθμιση των προγραμμάτων σπουδών με σκοπό την ευθυγράμμιση της εκπαίδευσης με τις σύγχρονες απαιτήσεις δεξιοτήτων έχει σημειώσει περιορισμένη πρόοδο. Έχει θεσπιστεί το ρυθμιστικό πλαίσιο για τη μάθηση στον χώρο εργασίας και η ενεργός συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και των επιχειρήσεων κατά την εφαρμογή του είναι αναγκαία. Επιπλέον, η συμμετοχή των ανέργων σε ενεργά μέτρα για την αγορά εργασίας είναι χαμηλότερη απ’ ό,τι στα περισσότερα άλλα κράτη μέλη, αλλά έχουν ληφθεί μέτρα για τη βελτίωση αυτής της κατάστασης και είναι σκόπιμο να συνεχιστούν. Η συμμετοχή στη διά βίου μάθηση παραμένει χαμηλή.

(11)

Μολονότι οι λετονικές αρχές έχουν ξεκινήσει με επιτυχία σημαντικές μεταρρυθμίσεις του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, οι μεγάλες απευθείας πληρωμές από τους ασθενείς, οι μεγάλες αναμονές, το χαμηλό επίπεδο δημόσιων δαπανών και η αναποτελεσματική κατανομή των υπηρεσιών περιορίζουν την πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ο έλεγχος των δημόσιων δαπανών βάσει ποσοστώσεων οδηγεί σε καθυστερημένη θεραπεία και οι ασθενείς πρέπει είτε να περιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα είτε να πληρώνουν την υπηρεσία από την τσέπη τους, πράγμα το οποίο αφήνει ένα μέρος του πληθυσμού με ακάλυπτες ανάγκες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Έχουν ληφθεί τα πρώτα μέτρα για τη μεταρρύθμιση του συστήματος διασφάλισης της ποιότητας και θα πρέπει να συνεχιστεί η πρόοδος όσον αφορά τη βελτίωση των αποτελεσμάτων για τους ασθενείς και τον πληθυσμό. Έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στην αύξηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αλλά χρειάζονται περαιτέρω εξορθολογισμός του νοσοκομειακού τομέα, βελτίωση της πρόσβασης στην εξωνοσοκομειακή και την πρωτοβάθμια περίθαλψη και αποτελεσματικότερη σύνδεση μεταξύ της κατανομής κονδυλίων του προϋπολογισμού και της ποιότητας και του κόστους των υπηρεσιών.

(12)

Οι λετονικές αρχές έχουν την τάση να προσφεύγουν συχνά σε διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων για τις προμήθειες που πραγματοποιούνται στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αλλά θα μπορούσε να επιτευχθεί περαιτέρω αύξηση της αποδοτικότητας με την τακτική χρήση των ηλεκτρονικών δημόσιων συμβάσεων και τις κεντρικές προμήθειες, καθιστώντας πιο διαφανείς και αποδοτικές τις δημόσιες δαπάνες.

(13)

Οι αδυναμίες στην ποιότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων και η χαμηλή αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Το 2016 η κυβέρνηση παρουσίασε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για μεγαλύτερη ευελιξία και περισσότερο επαγγελματισμό στον δημόσιο τομέα, με στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας μέσω μειώσεων προσωπικού και κεντρικής διαχείρισης των λειτουργιών υποστήριξης, ενισχύοντας τις πληρωμές βάσει επιδόσεων και αυξάνοντας τη διαφάνεια. Το σχέδιο αυτό περιορίζεται στην κεντρική διοίκηση, ενώ σημαντική βελτίωση της αποδοτικότητας μπορεί επίσης να επιτευχθεί στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης.

(14)

Η διαφθορά εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο για το επιχειρηματικό περιβάλλον της Λετονίας, και το σύστημα για την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων εξακολουθεί να είναι δύσκαμπτο και τυπολατρικό, με ανεπαρκή επαλήθευση. Μολονότι η μεταρρύθμιση του συστήματος αφερεγγυότητας έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί, η ουσιαστική εφαρμογή του πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για την αντιμετώπιση του περιορισμένου αριθμού των υποθέσεων αναδιάρθρωσης και του χαμηλού ποσοστού ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων.

(15)

Μεγάλης κλίμακας μεταρρυθμίσεις της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της δημόσιας έρευνας εισήχθησαν κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών με σκοπό την ενοποίηση των ερευνητικών ιδρυμάτων και την αύξηση της ποιότητας και της καταλληλότητας της παραγωγής τους. Ωστόσο, η διακυβέρνηση και η οργανωτική δομή της λετονικής χρηματοδότησης της δημόσιας έρευνας παραμένει ανεπαρκής, με τις λειτουργίες χρηματοδότησης διάσπαρτες μεταξύ πολλών θεσμικών οργάνων. Η ανεπαρκής χρηματοδότηση για τη δημόσια έρευνα συμβάλλει στο πολύ χαμηλό επίπεδο των επιστημονικών επιδόσεων, την έλλειψη ειδικευμένων ανθρώπινων πόρων, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα και τα χαμηλά επίπεδα συνεργασίας δημόσιου-ιδιωτικού τομέα. Η ένταση επιχειρηματικής Ε & Α της Λετονίας εξακολουθεί να είναι μια από τις χαμηλότερες στην Ένωση.

(16)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Λετονίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Λετονία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Λετονίας, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(17)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (7) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Λετονία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου,

1.

Να ασκηθεί η δημοσιονομική πολιτική της σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, πράγμα που συνεπάγεται ότι πρέπει να επιτευχθεί ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος της το 2018, λαμβάνοντας υπόψη τα περιθώρια που συνδέονται με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες έχει χορηγηθεί προσωρινή απόκλιση. Να μειωθεί η φορολόγηση των χαμηλών εισοδημάτων με μετατόπισή της προς άλλες πηγές που είναι λιγότερο επιζήμιες για την ανάπτυξη και με τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.

2.

Να βελτιωθεί η επάρκεια του δικτύου κοινωνικής ασφάλειας και να αναβαθμιστούν οι δεξιότητες του εργατικού δυναμικού με την επιτάχυνση της μεταρρύθμισης των προγραμμάτων σπουδών στον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Να βελτιωθεί η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας και να αυξηθεί η πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, μεταξύ άλλων μειώνοντας τις απευθείας πληρωμές και τους μεγάλους χρόνους αναμονής.

3.

Να αυξηθεί η αποδοτικότητα και η λογοδοσία στον δημόσιο τομέα, ιδίως με την απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών και την ενίσχυση του καθεστώτος πρόληψης της σύγκρουσης συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων των διαχειριστών αφερεγγυότητας.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κυκλικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα μη λαμβανομένων υπόψη των έκτακτων και προσωρινών μέτρων, όπως υπολογίσθηκε εκ νέου από την Επιτροπή με τη χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθοδολογίας.

(6)  Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Για τις χρηματοδοτούμενες σε εθνικό επίπεδο ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου γίνεται εξομάλυνση σε επίπεδο τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Τα έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(7)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/62


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λιθουανίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Λιθουανίας για το 2017

(2017/C 261/14)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Λιθουανία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Λιθουανία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στην κατωτέρω σύσταση 2.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για τη Λιθουανία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Λιθουανίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Λιθουανίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Η Λιθουανία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 στις 27 Απριλίου 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 στις 28 Απριλίου 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Λιθουανία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, η κυβέρνηση σχεδιάζει βελτίωση του ονομαστικού ισοζυγίου από έλλειμμα 0,4 % του ΑΕΠ το 2017 σε πλεόνασμα 1,3 % του ΑΕΠ το 2020. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα 1 % του ΑΕΠ— εξακολουθεί να τηρείται με ένα περιθώριο απόκλισης καθ’ όλη την περίοδο του προγράμματος. Στην επιτρεπόμενη πορεία προσαρμογής ενσωματώνεται η συστημική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος από το 2016. Το 2017 αποτυπώνονται πρόσθετες μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας και των συντάξεων. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, ο δείκτης του χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει από το 40,2 % του ΑΕΠ το 2016 στο 33,8 % το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές. Συγχρόνως, δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί επαρκώς τα αναγκαία μέτρα στήριξης των προβλεπόμενων στόχων για το πλεόνασμα από το 2018 και μετά.

(7)

Στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, η Λιθουανία υπέβαλε αίτημα για προσωρινή απόκλιση κατά 0,5 % του ΑΕΠ στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους σύμφωνα με την «από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης» που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ecofin του Φεβρουαρίου 2016 ενόψει της προγραμματιζόμενης υλοποίησης μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με θετικό αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την αύξηση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος με την ενίσχυση της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής και τη σταδιακή αύξηση της συντάξιμης υπηρεσίας. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις δεν προβλέπουν τη δημιουργία αυτόματης σύνδεσης της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής. Επιπλέον, οι μεταρρυθμίσεις εκσυγχρονίζουν τις εργασιακές σχέσεις με την εισαγωγή νέων τύπων συμβάσεων εργασίας, βραχύτερων προθεσμιών καταγγελίας, χαμηλότερων αποζημιώσεων απόλυσης και πιο ευέλικτων ωραρίων εργασίας. Οι μεταρρυθμίσεις ενισχύουν επίσης την κάλυψη και την επάρκεια των παροχών ανεργίας και κοινωνικής ασφάλισης, επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας και μειώνουν το επίπεδο της παράνομης και ανασφάλιστης απασχόλησης. Οι αρχές εκτιμούν ότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν θετικό αντίκτυπο στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών με την εξοικονόμηση μέσων ετήσιων συνταξιοδοτικών δαπανών έως και 3,8 % του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα, ενώ η μεταρρύθμιση όσον αφορά την αγορά εργασίας μπορεί να αυξήσει τον μέσο ετήσιο αριθμό των μισθωτών έως και κατά 10 %, υπόθεση η οποία φαίνεται σε γενικές γραμμές εύλογη. Ως εκ τούτου, εάν εφαρμοστούν πλήρως και εγκαίρως, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα έχουν θετικό αντίκτυπο στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Σε αυτή τη βάση, η Λιθουανία μπορεί, επί του παρόντος, να αξιολογηθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις για την αιτούμενη προσωρινή απόκλιση το 2017, υπό τον όρο ότι θα εφαρμόσει επαρκώς τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα παρακολουθούνται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Ωστόσο, δεδομένης της ανάγκης να διασφαλιστεί ότι εξακολουθεί να τηρείται η ελάχιστη τιμή αναφοράς (ήτοι διαρθρωτικό έλλειμμα 1,5 % του ΑΕΠ) και λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου που εγκρίθηκε προηγουμένως δυνάμει της ρήτρας συστημικής μεταρρύθμισης του συστήματος συνταξιοδότησης (0,1 % του ΑΕΠ), η Λιθουανία μπορεί, επί του παρόντος, να αξιολογηθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις για πρόσθετη προσωρινή απόκλιση κατά 0,4 % του ΑΕΠ το 2017, ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο από το απαιτούμενο 0,5 % του ΑΕΠ.

(8)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στη Λιθουανία να διασφαλίσει για το 2017 ότι η απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο θα περιοριστεί στο περιθώριο που συνδέεται με τη συστημική μεταρρύθμιση του συστήματος συνταξιοδότησης. (5) Λαμβανομένων υπόψη των περιθωρίων σε συνάρτηση με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος που εγκρίθηκαν για το 2016 και της προσωρινής απόκλισης σε συνάρτηση με την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που εγκρίθηκαν για το 2017, θα επιτραπεί επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά 1,3 % του ΑΕΠ το 2017. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, η Λιθουανία προβλέπεται να συμμορφωθεί με την απαίτηση αυτή το 2017. Το 2018 η Λιθουανία αναμένεται να επιτύχει τον μεσοπρόθεσμο στόχο, λαμβανομένων υπόψη των περιθωρίων που εγκρίθηκαν για το 2016 σε συνάρτηση με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και σε συνάρτηση με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για το 2017, καθώς οι προσωρινές αποκλίσεις μεταφέρονται για περίοδο τριών ετών. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, αυτό συνάδει με μέγιστο ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (6) κατά 6,4 % το 2018, ποσοστό που αντιστοιχεί σε επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά -0,6 % του ΑΕΠ. Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, η Λιθουανία προβλέπεται να συμμορφωθεί με την απαίτηση αυτή το 2018. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Λιθουανία προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2017 και το 2018.

(9)

Μετά την τελευταία αύξηση του μη φορολογητέου κατώτατου μισθού, η φορολογική επιβάρυνση των χαμηλών εισοδημάτων μειώθηκε σημαντικά τα τελευταία έτη και βρίσκεται σήμερα κοντά στον μέσο όρο της Ένωσης. Ταυτόχρονα, περιορίστηκαν οι φορολογικές αυξήσεις αντιστάθμισης, με αποτέλεσμα τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ να εξακολουθούν να είναι από τα χαμηλότερα στην Ένωση, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα της Λιθουανίας να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές της προκλήσεις. Τα χαμηλά φορολογικά έσοδα οφείλονται στο σχετικά μεγάλο μερίδιο της παραοικονομίας και στα σχετικά χαμηλά έσοδα από την περιβαλλοντική φορολόγηση και τη φορολόγηση του κεφαλαίου.

(10)

Μολονότι η Λιθουανία έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία έτη όσον αφορά τη βελτίωση της είσπραξης του ΦΠΑ, το έλλειμμα ΦΠΑ είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση. Η ανεπάρκεια των μισθολογικών στοιχείων επιδεινώνει το πρόβλημα της χαμηλής είσπραξης φόρων. Η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης θα αύξανε τα δημοσιονομικά έσοδα και θα βελτίωνε τον δίκαιο χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος και την αποτελεσματικότητα της οικονομίας.

(11)

Η αύξηση του δείκτη εξάρτησης των ηλικιωμένων αναμένεται να ενταθεί και στο πλαίσιο των υφιστάμενων κανόνων περί συντάξεων οι συνταξιοδοτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθούν περίπου κατά 50 % μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 2030. Η σύνδεση των συνταξιοδοτικών παροχών με το προσδόκιμο ζωής είναι ουσιαστικής σημασίας για να περιοριστεί η πίεση που θα ασκήσουν οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στα δημόσια οικονομικά.

(12)

Η Λιθουανία ανέβαλε τη θέση σε ισχύ του νέου εργατικού κώδικα και της λοιπής νομοθεσίας σχετικά με το νέο κοινωνικό μοντέλο. Αυτό παρέχει τη δυνατότητα να εξασφαλιστεί καλή ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας στις εργασιακές της σχέσεις. Το υψηλό ποσοστό των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα, εξακολουθούν να αποτελούν μείζονες προκλήσεις για τη Λιθουανία. Ο λόγος μεταξύ των εισοδημάτων του 20 % των πλουσιότερων νοικοκυριών και των εισοδημάτων του 20 % των φτωχότερων αυξήθηκε από 5,3 το 2012 σε 7,5 το 2015 και είναι ο δεύτερος υψηλότερος στην Ένωση. Αυτό είναι επιζήμιο για την οικονομική μεγέθυνση, τη μακροοικονομική σταθερότητα και την ανάπτυξη μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς. Επί του παρόντος, το δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα αυτό, λόγω των χαμηλών δαπανών για την κοινωνική προστασία. Επιπλέον, η διαφορά της εισοδηματικής ανισότητας πριν και μετά τη φορολόγηση και τις κοινωνικές μεταβιβάσεις είναι μεταξύ των μικρότερων στην Ένωση. Ωστόσο, η κυβέρνηση έχει θέσει την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού σε υψηλή θέση στο θεματολόγιό της. Η νομοθεσία σχετικά με το νέο κοινωνικό μοντέλο προβλέπει αύξηση της επάρκειας και της κάλυψης των παροχών ανεργίας, ενώ διεξάγονται συζητήσεις σχετικά με τη βελτίωση της επάρκειας της κοινωνικής πρόνοιας. Οι σημαντικές αυτές αποφάσεις πρέπει ακόμη να εγκριθούν και να τεθούν σε εφαρμογή. Για την αντιμετώπιση της φτώχειας των ηλικιωμένων, η Λιθουανία πρόσθεσε το 2016 έναν μηχανισμό τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στην οικεία νομοθεσία περί συντάξεων, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βελτιωθεί η επάρκεια των συντάξεων.

(13)

Είναι σημαντικό να αντιμετωπίσει η Λιθουανία τις προκλήσεις σχετικά με την έλλειψη δεξιοτήτων και τις αρνητικές επιπτώσεις της συρρίκνωσης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας. Το ποσοστό των μαθητών με ανεπαρκείς βασικές δεξιότητες παραμένει υψηλό. Παρά τα υψηλά ποσοστά ολοκλήρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η τριτοβάθμια εκπαίδευση πάσχει από χαμηλά πρότυπα ποιότητας και οικονομικά κίνητρα που προάγουν την υπερδιαστασιολόγηση και την αναποτελεσματικότητα και όχι τις επιδόσεις. Θα πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες για να εξασφαλιστεί υψηλή ποιότητα διδασκαλίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (μεταξύ άλλων και με τη μεταρρύθμιση της σταδιοδρομίας και των συνθηκών εργασίας). Αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση των χαμηλών επιδόσεων και των εκπαιδευτικών ελλείψεων και για τη διασφάλιση της ποιότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (μεταξύ άλλων με την καθιέρωση χρηματοδότησης βάσει των επιδόσεων και την ενοποίηση των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης). Τα σταθερά χαμηλά επίπεδα συμμετοχής στην εκπαίδευση ενηλίκων στη Λιθουανία εμποδίζουν την αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και την ανάπτυξη εργατικού δυναμικού με καλύτερες δεξιότητες. Η Λιθουανία έχει επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην αύξηση της προσφοράς και τη συνάφεια των ευκαιριών μάθησης που παρέχονται από δημόσιους φορείς, αλλά προς το παρόν δεν έχουν αποδώσει απτά αποτελέσματα. Για να επιτευχθούν υψηλότερα και διατηρήσιμα ποσοστά συμμετοχής στην εκπαίδευση ενηλίκων, η Λιθουανία πρέπει επίσης να ενθαρρύνει τα άτομα να αναλάβουν δραστηριότητα μάθησης και να παράσχει κίνητρα στους εργοδότες ώστε να προσφέρουν περισσότερες ευκαιρίες μάθησης στους εργαζομένους τους.

(14)

Η ανεργία μεταξύ των ατόμων με χαμηλή και μέση ειδίκευση εξακολουθεί να είναι υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ένωσης. Το ποσοστό φτώχειας των ατόμων με αναπηρία είναι υψηλό, εν μέρει λόγω της χαμηλής τους ένταξης στην αγορά εργασίας. Τα ενεργητικά μέτρα πολιτικής για την αγορά εργασίας διαδραματίζουν ακόμη περιορισμένο ρόλο στην παροχή βοήθειας για την επανένταξη ατόμων στην αγορά εργασίας στη Λιθουανία. Η Λιθουανία έχει σημαντικά περιθώρια να διαμορφώσει μια αγορά εργασίας με λιγότερους αποκλεισμούς, μεταξύ άλλων με την παροχή περισσότερων μέτρων στήριξης για άτομα με αναπηρία. Αυτό συνεπάγεται, για παράδειγμα, την κλιμάκωση της υποστηριζόμενης απασχόλησης και του προγράμματος επαγγελματικής αποκατάστασης, και την ενίσχυση της διαθεσιμότητας προϋπολογισμών για την αποκατάσταση. Ο νόμος περί απασχόλησης που ψηφίστηκε πρόσφατα έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει τη λήψη ενεργητικών μέτρων πολιτικής για την αγορά εργασίας.

(15)

Η Λιθουανία έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία έτη όσον αφορά τη βελτίωση του κοινωνικού διαλόγου. Οι κοινωνικοί εταίροι συμμετέχουν ενεργά στις συζητήσεις για τον νέο εργατικό κώδικα και το νέο κοινωνικό πρότυπο, και η κυβέρνηση έχει θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο δράσης για την ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου. Στόχος είναι η δημιουργία ικανοτήτων των κοινωνικών εταίρων, η προαγωγή των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η βελτίωση του κοινωνικού διαλόγου σε όλα τα επίπεδα.

(16)

Στη Λιθουανία, τα αποτελέσματα στον τομέα της υγείας εξακολουθούν να έχουν σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στο δυνητικό διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και την παραγωγικότητα της εργασίας. Αν και καταβάλλονται προσπάθειες για τη μεταστροφή των ασθενών προς πιο οικονομικά αποδοτικούς τύπους υγειονομικής περίθαλψης, οι επιδόσεις του συστήματος υγείας εξακολουθούν να παρεμποδίζονται από τη μεγάλη εξάρτηση από την ενδονοσοκομειακή περίθαλψη και τις χαμηλές δαπάνες για την πρόληψη και τη δημόσια υγεία. Οι άμεσες πληρωμές από τους ασθενείς είναι πολύ υψηλές, ιδίως για τα φαρμακευτικά προϊόντα.

(17)

Λόγω των δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων, η ανάπτυξη θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από την παραγωγικότητα της εργασίας. Κατά την περίοδο 2000-2015 η Λιθουανία είχε έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας μεταξύ των κρατών μελών, αλλά τελευταία έχει επιβραδυνθεί ο ρυθμός αύξησης. Οι δημόσιες επενδύσεις της Λιθουανίας πάσχουν από ανεπαρκή προγραμματισμό και σύνδεση με τους στρατηγικούς στόχους της χώρας. Η ένταση της δημόσιας Ε & Α αυξήθηκε σε τιμή ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης το 2015, ενώ η ένταση της επιχειρηματικής Ε & Α εξακολουθεί να υστερεί. Οι «Κατευθυντήριες γραμμές για τη μεταρρύθμιση των πολιτικών για την επιστήμη και την καινοτομία της Λιθουανίας» που εγκρίθηκαν το 2016 αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των επίμονων προκλήσεων στους τομείς της έρευνας και της καινοτομίας. Προς τον σκοπό αυτό ζητείται η μεταρρύθμιση της θεσμικής χρηματοδότησης της Ε & Α· η ενοποίηση των ερευνητικών ιδρυμάτων και των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, των επιστημονικών και τεχνολογικών πάρκων· και η βελτίωση του συντονισμού, της παρακολούθησης και της αξιολόγησης των πολιτικών. Η Λιθουανία έχει σημειώσει κάποια πρόοδο όσον αφορά τη στήριξη εναλλακτικών μέσων χρηματοδότησης. Συνέβαλε στη δημιουργία σειράς ταμείων επιχειρηματικού κεφαλαίου και κεφαλαίου εκκίνησης. Επίσης, το κοινοβούλιο ψήφισε πρόσφατα νόμο για τη συμμετοχική χρηματοδότηση.

(18)

Ο αριθμός των υποθέσεων δωροδοκίας που παραπέμπονται ενώπιον δικαστηρίων αυξάνεται σταθερά κατά τα τελευταία έτη, γεγονός που καταδεικνύει ότι η Λιθουανία εντείνει τις προσπάθειές της για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ωστόσο, σε ορισμένους σημαντικούς τομείς, όπως η υγειονομική περίθαλψη και οι δημόσιες συμβάσεις, οι διατάξεις κατά της διαφθοράς μικρής κλίμακας και της διαφθοράς σε υψηλό επίπεδο δεν εφαρμόζονται πάντοτε στην πράξη. Ο τομέας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης πλήττεται από τη συνήθη πρακτική των άτυπων πληρωμών σε ιατρούς. Δεν υπάρχει επαρκής διαφάνεια όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, ιδίως σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Επιπλέον, οι ανεπαρκείς ρυθμίσεις όσον αφορά τους μάρτυρες δημόσιου συμφέροντος αποθαρρύνουν την υποβολή πληροφοριών σχετικά με τις δυνητικές παρατυπίες στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Η κυβέρνηση έχει θέσει την καταπολέμηση της διαφθοράς στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ως προτεραιότητα στο πρόγραμμά της για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Επίσης, για να μειώσει τον κίνδυνο διαφθοράς και τη σύγκρουση συμφερόντων στις δημόσιες συμβάσεις χαμηλής αξίας, η κυβέρνηση υποχρέωσε τις αναθέτουσες αρχές να δημοσιεύουν μέσω του διαδικτύου τις πληροφορίες σχετικά με τις προκηρύξεις διαγωνισμών, τους επιτυχείς αναδόχους και τις ανατεθείσες συμβάσεις. Ωστόσο, η συνεχής παρακολούθηση είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η υλοποίηση των εν λόγω πολιτικών.

(19)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Λιθουανίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Λιθουανία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Λιθουανία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(20)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη (7) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Λιθουανία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να συνεχίσει τη δημοσιονομική της πολιτική σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο συνεπάγεται ότι παραμένει στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2018, λαμβανομένων υπόψη των περιθωρίων που συνδέονται με την υλοποίηση της συστημικής μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες έχει χορηγηθεί προσωρινή απόκλιση. Να βελτιώσει τη φορολογική συμμόρφωση και να διευρύνει τη φορολογική βάση σε πηγές που είναι λιγότερο επιζήμιες για την ανάπτυξη. Να λάβει μέτρα για να αντιμετωπίσει την πρόκληση της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής διατηρησιμότητας σε σχέση με τις συντάξεις.

2.

Να αντιμετωπίσει την έλλειψη δεξιοτήτων, μέσω ενεργητικών μέτρων πολιτικής για την αγορά εργασίας και την εκπαίδευση ενηλίκων και να βελτιώσει τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα μέσω της επιβράβευσης της ποιότητας της διδασκαλίας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας μέσω της ενίσχυσης της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης, της πρόληψης των νόσων και της οικονομικής προσιτότητας. Να βελτιώσει την κάλυψη και την επάρκεια του διχτυού κοινωνικής ασφάλειας.

3.

Να λάβει μέτρα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω της βελτίωσης της αποδοτικότητας των δημόσιων επενδύσεων και της ενίσχυσης της σύνδεσής τους με τους στρατηγικούς στόχους της χώρας.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Επιτρέπεται στη Λιθουανία να αποκλίνει από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2017 και το 2018 με περιθώριο που εγκρίθηκε για το 2016 στο πλαίσιο της ρήτρας συστημικής μεταρρύθμισης του συστήματος συνταξιοδότησης, δεδομένου ότι οι προσωρινές παρεκκλίσεις μεταφέρονται για περίοδο τριών ετών.

(6)  Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε διάστημα τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Τα έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(7)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/67


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Λουξεμβούργου για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας του Λουξεμβούργου για το 2017

(2017/C 261/15)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία το Λουξεμβούργο δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, το Λουξεμβούργο θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στην κατωτέρω σύσταση 2.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για το Λουξεμβούργο δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκαν η πρόοδος του Λουξεμβούργου όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος του Λουξεμβούργου ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Στις 28 Απριλίου 2017, το Λουξεμβούργο υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Το Λουξεμβούργο υπόκειται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 η κυβέρνηση σχεδιάζει μείωση του ονομαστικού πλεονάσματος από 1,6 % του ΑΕΠ το 2016 στο 0,2 % του ΑΕΠ το 2017 και στη συνέχεια σταθερή αύξηση, έως ότου επιτευχθεί πλεόνασμα ύψους 1,2 % του ΑΕΠ το 2021. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα 0,5 % του ΑΕΠ— εξακολουθεί να τηρείται με ένα περιθώριο απόκλισης καθ’ όλη την περίοδο του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, ο δείκτης χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να παραμείνει αρκετά κάτω από το 60 % του ΑΕΠ, που είναι η τιμή αναφοράς της Συνθήκης. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι εύλογο, με εξαίρεση το 2018 για το οποίο είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό και το 2021 για το οποίο είναι ιδιαίτερα συντηρητικό. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2017 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να καταγράψει πλεόνασμα της τάξης του 0,4 % του ΑΕΠ το 2017 και 0,1 % του ΑΕΠ το 2018, σε γενικές γραμμές σε συμφωνία με το πρόγραμμα σταθερότητας του 2017 και πάνω από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι το Λουξεμβούργο προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2017 και το 2018.

(7)

Εξακολουθούν να υφίστανται ανησυχίες όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα δεδομένης της προβλεπόμενης αύξησης των δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού. Σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος του 2012, θα πρέπει, κάθε 5 έτη από την ημερομηνία θέσπισης της μεταρρύθμισης, να παρακολουθείται και να αξιολογείται η βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος. Η κυβέρνηση επίσπευσε την πρώτη αξιολόγηση το 2016. Παρόλο που η επανεξέταση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα εξακολουθεί να εμφανίζει μόνιμο πλεόνασμα που κατέστησε δυνατή τη συσσώρευση σημαντικών αποθεματικών για τις συντάξεις, το συνταξιοδοτικό σύστημα αναμένεται να καταγράψει αρνητικό ισοζύγιο από το 2023, όσον αφορά τη χρηματοδότηση παροχών σε σχέση με τις εισφορές. Σύμφωνα με τις πρόσφατα αναθεωρημένες προβλέψεις της Eurostat για τον πληθυσμό, η προβλεπόμενη αύξηση του πληθυσμού θα είναι λιγότερο σημαντική από ό,τι αναμενόταν. Αυτό θα έχει αντίκτυπο στον δείκτη εξάρτησης, ο οποίος θα αυξηθεί ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν και θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη προβλεπόμενη αύξηση των δημόσιων δαπανών για τις συντάξεις. Δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος όσον αφορά τη σύνδεση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, όπως είχε συστήσει παλαιότερα το Συμβούλιο, το 2016. Το Λουξεμβούργο είναι το μόνο κράτος μέλος στο οποίο δεν έχει θεσπιστεί αύξηση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης για την περίοδο 2013-2060. Το Λουξεμβούργο έχει τη μεγαλύτερη προβλεπόμενη αύξηση του ποσοστού του εξαρτώμενου πληθυσμού έως το 2060 στην Ένωση. Το Λουξεμβούργο έχει σημειώσει περιορισμένη πρόοδο όσον αφορά την πρόωρη συνταξιοδότηση. Τον Ιούλιο του 2015 κατατέθηκε νομοσχέδιο για την τροποποίηση των καθεστώτων πρόωρης συνταξιοδότησης στο Κοινοβούλιο, όπου και εκκρεμεί η ψήφισή του. Γενικά, η πρόωρη συνταξιοδότηση εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη και τα κίνητρα για παράταση του επαγγελματικού βίου περιορισμένα. Μετά την αναθεώρηση των δημογραφικών προοπτικών, το Λουξεμβούργο είναι αντιμέτωπο με περαιτέρω κινδύνους που σχετίζονται με τις δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα. Οι εν λόγω δαπάνες βρίσκονται ήδη σε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα μεταξύ των κρατών μελών ως ποσοστό του ΑΕΠ και προβλέπεται να αυξηθούν από 1,5 % σε 3,2 % του ΑΕΠ έως το 2060 (με αποτέλεσμα να υπερδιπλασιαστούν σε σύγκριση με το επίπεδο στο οποίο βρίσκονται επί του παρόντος). Το σχέδιο για τη μεταρρύθμιση της ασφάλισης μακροχρόνιας φροντίδας τελεί υπό συζήτηση από το Κοινοβούλιο.

(8)

Οι αρχές του Λουξεμβούργου ενέκριναν μια ολοκληρωμένη φορολογική μεταρρύθμιση η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2017. Με τη μεταρρύθμιση θεσπίστηκαν αλλαγές κυρίως στον τομέα της άμεσης φορολογίας, τόσο για τους ιδιώτες όσο και για τις επιχειρήσεις, με στόχο τη σταδιακή μείωση του φορολογικού συντελεστή εισοδήματος εταιρειών (με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας) και την αύξηση της προοδευτικότητας του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων (με στόχο την ενίσχυση της δικαιοσύνης). Ταυτόχρονα, η αύξηση ορισμένων φορολογικών δαπανών ενέχει τον κίνδυνο συρρίκνωσης της φορολογικής βάσης. Προκειμένου να βελτιωθεί η προβλεψιμότητα των φορολογικών εσόδων, υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Τούτο θα μπορούσε να επιτευχθεί ιδίως με αναθεώρηση της χαμηλής φορολόγησης που ισχύει επί του παρόντος για τη στέγαση και με μεγαλύτερη χρήση των εναλλακτικών πηγών. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την εξασφάλιση μεγαλύτερης συνοχής μεταξύ των στόχων της περιβαλλοντικής φορολογίας και των στόχων διαφοροποίησης της οικονομίας.

(9)

Οι αρχές του Λουξεμβούργου επιδιώκουν εδώ και αρκετές δεκαετίες να διαφοροποιήσουν την οικονομία, αναγνωρίζοντας τους κινδύνους που συνδέονται με την έντονη εξάρτηση από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η μείωση της εξάρτησης της οικονομίας από τον χρηματοπιστωτικό τομέα εξακολουθεί να συνιστά βασική και μακροπρόθεσμη πρόκληση. Για να αντιμετωπιστεί το εν λόγω ζήτημα, η ανάλυση σχετικά με τη διαφοροποίηση πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένα μέτρα με σαφώς καθορισμένο χρονοδιάγραμμα. Δεδομένου του υψηλού κόστους εργασίας στη χώρα, δραστηριότητες με υψηλότερη προστιθέμενη αξία προσφέρουν τη δυνατότητα απελευθέρωσης εναλλακτικών πηγών ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, η επιτυχής διαφοροποίηση της οικονομίας του Λουξεμβούργου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους τομείς που επηρεάζονται λιγότερο από τα επίπεδα του κόστους εργασίας. Αυτοί βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην έρευνα και την καινοτομία, οι οποίες τείνουν να χαρακτηρίζονται από υψηλή ένταση τεχνολογίας και γνώσης. Η μείωση ή άρση των φραγμών για επενδύσεις και καινοτομία που περιορίζουν την οικονομική ανάπτυξη θα απελευθέρωνε το δυναμικό για καινοτομία και θα συνέβαλε στη διαφοροποίηση. Ενώ οι δημόσιες επενδύσεις υπερβαίνουν τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, οι ιδιωτικές επενδύσεις υπολείπονται του μέσου όρου. Η διατήρηση υψηλού επιπέδου επενδύσεων έχει καθοριστική σημασία για τη διατήρηση των αναπτυξιακών προοπτικών.

(10)

Η περαιτέρω επέκταση του ήδη επιτυχημένου τομέα μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών θα μπορούσε επίσης να συμβάλει στη διαφοροποίηση της οικονομίας. Εξακολουθούν να υπάρχουν υψηλοί κανονιστικοί φραγμοί στον τομέα των επιχειρηματικών υπηρεσιών, ιδίως για τους λογιστές, τους αρχιτέκτονες, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους. Για όλα αυτά τα επαγγέλματα, ο δείκτης κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο της Ένωσης και τον μέσο όρο για το σύνολο της οικονομίας. Συνεπώς, οι περιορισμοί που τίθενται στα επαγγέλματα αυτά ενδέχεται να βλάπτουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων στο Λουξεμβούργο. Στους εν λόγω φραγμούς συγκαταλέγονται το ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων περιορισμένης πρόσβασης για αρχιτέκτονες, η εκτέλεση απλών εργασιών, όπως οι δραστηριότητες μισθοδοσίας ή η συμπλήρωση φορολογικών δηλώσεων, αποκλειστικά από επαγγελματίες με υψηλά προσόντα, η παροχή νομικών συμβουλών αποκλειστικά από δικηγόρους και οι απαιτήσεις όσον αφορά τη νομική μορφή και τη συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο, οι κανόνες περί ασυμβιβάστου και οι πολυτομεακοί περιορισμοί για τους δικηγόρους, οι οποίοι ενδέχεται να είναι δυσανάλογοι ως προς βασικές αρχές, όπως η ανεξαρτησία του επαγγέλματος, καθώς και με τις αντίστοιχες εποπτικές ρυθμίσεις.

(11)

Στοχοθετημένες ενεργές πολιτικές για την αγορά εργασίας και προγράμματα διά βίου μάθησης, ιδίως για τους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας, των οποίων το ποσοστό απασχόλησης εξακολουθεί να είναι από τα χαμηλότερα στην Ένωση, είναι αναγκαίες προκειμένου να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις. Έχουν ληφθεί μέτρα για τη βελτίωση της απασχολησιμότητάς τους και την παραμονή τους στην αγορά εργασίας. Από την 1η Ιανουαρίου 2016 εφαρμόζεται ο νόμος για την ανακατάταξη των εργαζομένων με αναπηρία, αυξάνοντας τις δυνατότητες των εν λόγω εργαζομένων να παραμένουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη προταθεί μία ολοκληρωμένη στρατηγική, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους. Το «σύμφωνο ηλικίας», ένα σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στο κοινοβούλιο τον Απρίλιο του 2014 με στόχο να ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις με περισσότερους από 150 εργαζομένους να διατηρούν σε θέσεις εργασίας εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας, δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Οι ευκαιρίες αναβάθμισης των δεξιοτήτων μέσω στοχοθετημένων ενεργών πολιτικών αγοράς εργασίας και διά βίου μάθησης για την υποστήριξη των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας θα εξακολουθήσουν να είναι σημαντικές για την επιτυχία των εν λόγω πολιτικών. Η επένδυση στις δεξιότητες είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να αξιοποιηθούν πλήρως τα πλεονεκτήματα της ψηφιοποίησης και να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα.

(12)

Έχει τεθεί σε εφαρμογή μια σημαντική δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση της έλλειψης προσφοράς στην αγορά ακινήτων, αλλά δεν έχουν ακόμη διαπιστωθεί τα αποτελέσματά της στην πράξη. Η αδυναμία πρόσβασης σε οικοδομήσιμη γη, η οποία ως επί το πλείστον ανήκει σε ιδιώτες, φαίνεται να είναι ένα από τα κύρια εμπόδια για την αύξηση της προσφοράς στέγης. Η περιορισμένη προσφορά κατοικιών σε συνδυασμό με την ισχυρή ζήτηση έχει οδηγήσει σε σταθερή αύξηση των τιμών των κατοικιών. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί η τάση για αύξηση του χρέους των νοικοκυριών, το οποίο αφορά κυρίως υποθήκες. Επιπλέον, παρά τις σημαντικές επενδύσεις στις υποδομές μεταφορών, η αντιμετώπιση της κυκλοφοριακής συμφόρησης εξακολουθεί να συνιστά πρόκληση. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στον βαθμό που οι σύγχρονες πρακτικές εργασίας, όπως η τηλεργασία, αποθαρρύνονται στην περίπτωση των διασυνοριακών εργαζομένων από τις δημοσιονομικές πολιτικές που εφαρμόζονται στις γειτονικές χώρες. Οι προκλήσεις που αφορούν αφενός τη στέγαση και αφετέρου την κινητικότητα είναι πιθανόν να επιβαρύνουν περαιτέρω τις προσπάθειες για τη διαφοροποίηση της οικονομίας και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Θα μπορούσαν επίσης να λειτουργήσουν ως φραγμοί για την προσέλκυση εργαζομένων υψηλής ειδίκευσης στην αγορά εργασίας.

(13)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής του Λουξεμβούργου και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς το Λουξεμβούργο κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στο Λουξεμβούργο, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(14)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και είναι της γνώμης (5) ότι το Λουξεμβούργο αναμένεται να συμμορφωθεί με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης,

ΣΥΝΙΣΤΑ στο Λουξεμβούργο να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να ενισχύσει τη διαφοροποίηση της οικονομίας, μεταξύ άλλων και με την άρση των φραγμών στις επενδύσεις και την καινοτομία. Να άρει τους κανονιστικούς περιορισμούς στον τομέα των επιχειρηματικών υπηρεσιών.

2.

Να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, να περιορίσει την πρόωρη συνταξιοδότηση και να αυξήσει το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/71


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ουγγαρίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Ουγγαρίας για το 2017

(2017/C 261/16)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Ουγγαρία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Ουγγαρία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Ουγγαρίας όσον αφορά την εφαρμογή των ειδικών ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Ουγγαρίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(3)

Στις 2 Μαΐου 2017, η Ουγγαρία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Η Ουγγαρία επί του παρόντος υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σύγκλισης του 2017, η κυβέρνηση προβλέπει επιδείνωση του ονομαστικού ελλείμματος από 1,8 % το 2016 σε 2,4 % το 2017 και 2018 και σταδιακή βελτίωση στη συνέχεια σε 1,2 % του ΑΕΠ μέχρι το 2021. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —διαρθρωτικό έλλειμμα 1,7 % του ΑΕΠ έως το 2016 και αναθεωρημένο σε 1,5 % του ΑΕΠ από το 2017— αναμένεται να επιτευχθεί μέχρι το 2020. Ωστόσο, βάσει του εκ νέου υπολογισθέντος (4) διαρθρωτικού ισοζυγίου, ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος δεν θα επιτευχθεί κατά τον χρονικό ορίζοντα του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης, ο δείκτης του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά σε 61 % μέχρι τα τέλη του 2021. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευνοϊκό, γεγονός που δημιουργεί κινδύνους για την υλοποίηση των στόχων για το έλλειμμα.

(6)

Το πρόγραμμα σύγκλισης του 2017 αναφέρει ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της έκτακτης εισροής προσφύγων και των μέτρων ασφαλείας που ελήφθησαν το 2016 και το 2017 είναι σημαντικές και παρέχει επαρκή στοιχεία για την έκταση και τη φύση αυτών των πρόσθετων δημοσιονομικών δαπανών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι επιλέξιμες πρόσθετες δαπάνες ανήλθαν το 2015 σε 0,04 % του ΑΕΠ για την πρωτοφανή εισροή προσφύγων, ενώ δεν υπήρξαν επιλέξιμες πρόσθετες δαπάνες για την έκτακτη εισροή προσφύγων το 2016. Οι επιλέξιμες πρόσθετες δαπάνες για τα μέτρα ασφαλείας ανέρχονται σε 0,04 % του ΑΕΠ το 2016. Το 2017 δεν αναμένεται περαιτέρω αύξηση των δαπανών λόγω της πρωτοφανούς εισροής προσφύγων, ενώ η πρόσθετη δημοσιονομική επίπτωση των μέτρων ασφαλείας εκτιμάται επί του παρόντος σε 0,14 % του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παράγραφος 1 και 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97, επιτρέπεται η ανάληψη των εν λόγω πρόσθετων δαπανών, δεδομένου ότι η εισροή προσφύγων, καθώς και η σοβαρότητα της τρομοκρατικής απειλής είναι ασυνήθεις περιστάσεις, ο αντίκτυπός τους στα δημόσια οικονομικά της Ουγγαρίας είναι σημαντικός και η βιωσιμότητα δεν διακυβεύεται αν επιτραπεί προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Ως εκ τούτου, η απαιτούμενη προσαρμογή για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου για το 2016 έχει μειωθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη πρόσθετες δαπάνες για τα μέτρα ασφαλείας. Όσον αφορά το 2017, η τελική αξιολόγηση, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα επιλέξιμα ποσά, θα πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 2018 βάσει των καταγεγραμμένων στοιχείων που θα παρασχεθούν από τις ουγγρικές αρχές.

(7)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στην Ουγγαρία να επιτύχει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή 0,6 % του ΑΕΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2017. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2017.

(8)

Το 2018 με βάση τη δημοσιονομική κατάσταση, και ιδίως τα επίπεδα χρέους της χώρας, αναμένεται περαιτέρω προσαρμογή της Ουγγαρίας για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου της για διαρθρωτικό έλλειμμα 1,5 % του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η εν λόγω προσαρμογή μεταφράζεται σε απαίτηση για ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (5) που δεν θα υπερβεί το 2,8 % το 2018. Θα αντιστοιχεί σε διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης του 1,0 % του ΑΕΠ. Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2018. Ταυτόχρονα, προβλέπεται ότι η Ουγγαρία θα συμμορφωθεί με τον κανόνα για το χρέος το 2017 και το 2018. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα από το 2017 για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ωστόσο, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, η αξιολόγηση των δημοσιονομικών προγραμμάτων και των αποτελεσμάτων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό ισοζύγιο του κράτους μέλους υπό το πρίσμα των κυκλικών συνθηκών. Όπως υπενθυμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, που συνοδεύει τις εν λόγω ειδικές ανά χώρα συστάσεις, η αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2018 θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τον στόχο να επιτευχθεί δημοσιονομικός προσανατολισμός που να συμβάλλει στην ενίσχυση της εν εξελίξει ανάκαμψης και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών της Ουγγαρίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο σημειώνει ότι η Επιτροπή προτίθεται να διενεργήσει συνολική αξιολόγηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, ιδίως με βάση την κυκλική κατάσταση της Ουγγαρίας.

(9)

Η ανταγωνιστικότητα και δυνητική ανάπτυξη της Ουγγαρίας ανακόπτεται λόγω του χαμηλού επιπέδου ιδιωτικών επενδύσεων και της χαμηλής παραγωγικότητας. Οι παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά το επιχειρηματικό περιβάλλον και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων έχουν σχέση κυρίως με τις αδυναμίες στις θεσμικές επιδόσεις και τη διακυβέρνηση. Οι συχνές αλλαγές στο ρυθμιστικό και φορολογικό περιβάλλον αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ουγγαρία, με ανεπαρκή συμμετοχή των ενδιαφερομένων και έλλειψη τεκμηριωμένης χάραξης πολιτικής. Τα κανονιστικά εμπόδια στον τομέα των υπηρεσιών τείνουν επίσης να περιορίζουν τη δυναμική της αγοράς και παρεμποδίζουν τις επενδύσεις. Οι περιοριστικές ρυθμίσεις, μεταξύ άλλων στο λιανικό εμπόριο, περιορίζουν τον ανταγωνισμό στον τομέα των υπηρεσιών και επηρεάζουν το επιχειρηματικό κλίμα.

(10)

Ο δείκτης συνολικών φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ της Ουγγαρίας παραμένει πολύ υψηλότερος από τους δείκτες των χωρών της περιοχής και οι προκλήσεις στο φορολογικό σύστημα εξακολουθούν να υπάρχουν. Η κυβέρνηση προέβη σε μείωση των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες το 2017 και για το 2018 έχει προγραμματιστεί μείωση κατά 2 ακόμη ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό το μέτρο μείωσε σημαντικά τη φορολογική επιβάρυνση για τα χαμηλά εισοδήματα, η οποία ωστόσο παραμένει υψηλή. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα άτομα με χαμηλά εισοδήματα χωρίς παιδιά, όπου εξακολουθεί να είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ένωση. Το φορολογικό σύστημα παραμένει περίπλοκο. Παρά την πτωτική τάση από το 2013, οι ειδικοί τομεακοί φόροι —ορισμένοι εκ των οποίων παραμένουν εξαιρετικά στρεβλωτικοί— εξακολουθούν να περιπλέκουν το φορολογικό σύστημα και να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Η πολυπλοκότητα και η ασάφεια του φορολογικού συστήματος, που συνδέεται με το υψηλό κόστος συμμόρφωσης και τον διοικητικό φόρτο, εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην Ουγγαρία.

(11)

Οι αδυναμίες σε θεσμικές επιδόσεις επηρεάζουν το επιχειρηματικό κλίμα και μειώνουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας. Ειδικότερα, παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις και την τροποποίηση του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων, εξακολουθεί να είναι περιορισμένη η πρόοδος όσον αφορά την ενίσχυση της διαφάνειας και του ανταγωνισμού στις δημόσιες συμβάσεις. Η τρέχουσα στρατηγική για τις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις αποτελεί σταθερή βάση για την ενίσχυση της διαφάνειας, αλλά η εφαρμογή της και ο αντίκτυπος στην αποτελεσματικότητα και τη διαφάνεια πρέπει να παρακολουθούνται. Ο κίνδυνος διαφθοράς παραμένει υψηλός, επηρεάζοντας αρνητικά το επιχειρηματικό κλίμα και υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Επίσης, η Ουγγαρία αντιμετωπίζει καθυστερήσεις ως προς την εφαρμογή της στρατηγικής για τις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις. Αυτό επιβραδύνει την έγκαιρη καθιέρωση των ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων στην Ουγγαρία η οποία είναι ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση της διαφάνειας και την αύξηση του ανταγωνισμού.

(12)

Η κατάσταση στον τομέα των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του λιανικού εμπορίου, εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη στην Ουγγαρία. Κατά το παρελθόν έτος, η κυβέρνηση συνέχισε να παρεμβαίνει στις αγορές οι οποίες προηγουμένως ήταν ανοικτές στον ανταγωνισμό και εξέδωσε αυστηρότερες απαιτήσεις για τις υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών από ανεξάρτητα κέντρα αποστολής. Η κυβέρνηση δεν έλαβε κανένα ουσιαστικό μέτρο για τη διευκόλυνση του κανονιστικού περιβάλλοντος στον τομέα των υπηρεσιών, ιδίως όσον αφορά το λιανικό εμπόριο, τη δημόσια διαχείριση των αποβλήτων, τις δημόσιες υπηρεσίες, τη δημοσίευση και τη διανομή σχολικών εγχειριδίων ή τα συστήματα πληρωμών μέσω κινητού τηλεφώνου. Στον τομέα του λιανικού εμπορίου λείπουν σαφείς κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας νέων καταστημάτων άνω των 400 m2. Αυτό επαυξάνει την έλλειψη διαφάνειας και προβλεψιμότητας στον τομέα. Οι κανονιστικοί φραγμοί που εξακολουθούν να υπάρχουν στον τομέα των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του λιανικού εμπορίου, περιορίζουν τη δυναμική της αγοράς και εμποδίζουν τις επενδύσεις, ενώ παράλληλα δημιουργούν αβεβαιότητα για τους επενδυτές, ιδίως τους διεθνείς επενδυτές.

(13)

Για την υποστήριξη της ανταγωνιστικότητας και της δυνητικής ανάπτυξης της Ουγγαρίας μεσοπρόθεσμα, θα είναι καίριας σημασίας οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την προώθηση των επενδύσεων σε ανθρώπινο δυναμικό, ιδίως στην εκπαίδευση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς και για την περαιτέρω βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Η ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης θα είναι επίσης ουσιαστικής σημασίας για την επίτευξη μιας χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης.

(14)

Οι επιδόσεις στην παροχή βασικών δεξιοτήτων παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα. Η έρευνα του Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών του ΟΟΣΑ για το 2015 (PISA) για τα εκπαιδευτικά συστήματα κατέδειξε σημαντική επιδείνωση των αποτελεσμάτων και οι επιπτώσεις του κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρου των μαθητών στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα είναι από τις υψηλότερες στην Ένωση. Οι επιπτώσεις του τύπου του σχολείου στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα είναι πολύ σημαντικές. Η μείωση των ωρών διδασκαλίας θετικών επιστημών στα επαγγελματικά σχολεία από το 2016 είναι πιθανόν να επιτείνει τις καθυστερήσεις της Ουγγαρίας όσον αφορά τις δεξιότητες στις θετικές επιστήμες. Το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο εμφανίζει στασιμότητα τα τελευταία 5 χρόνια και παραμένει ιδιαίτερα υψηλό μεταξύ των Ρομά. Η κατανομή των μειονεκτούντων μαθητών μεταξύ των σχολείων είναι ανομοιογενής, ενώ τα παιδιά των Ρομά φοιτούν όλο και περισσότερο σε σχολεία και τάξεις όπου η πλειονότητα είναι Ρομά. Έχουν ληφθεί μέτρα για να στηριχτούν η κατάρτιση των εκπαιδευτικών, η προσχολική εκπαίδευση και οι σχολικές επιδόσεις, καθώς και για την καταπολέμηση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου από τους Ρομά. Παρότι έχουν γίνει βήματα για την αντιμετώπιση του διαχωρισμού, δεν είναι επαρκώς ολοκληρωμένα και συστημικά για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση. Η αυξανόμενη ζήτηση για εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης δεν συνοδεύεται από αρκετά μεγάλο αριθμό αιτούντων για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και επαρκή ποσοστά ολοκλήρωσης των σχετικών σπουδών. Η τροποποίηση του νόμου σχετικά με την ανώτατη εκπαίδευση που εκδόθηκε το 2017 ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης.

(15)

Η αγορά εργασίας εξελίχτηκε θετικά κατά τα τελευταία έτη, με την ανεργία να έχει επιστρέψει στα προ της κρίσης επίπεδα. Η απασχόληση έφθασε σε ιστορικά υψηλό επίπεδο χάρη στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και στο πρόγραμμα δημοσίων έργων, το οποίο εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη ενεργητική πολιτική για την αγορά εργασίας στην Ουγγαρία με περισσότερους από 200 000 συμμετέχοντες. Κατά τα τελευταία έτη, θεσπίστηκε μια σειρά μέτρων για τη διευκόλυνση της μετάβασης από το εν λόγω πρόγραμμα στην πρωτογενή αγορά εργασίας. Ωστόσο, το πρόγραμμα εξακολουθεί να μην είναι επαρκώς στοχευμένο και η αποτελεσματικότητά του όσον αφορά την επανένταξη των συμμετεχόντων στην ανοικτή αγορά εργασίας εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Ταυτόχρονα, ορισμένοι τομείς αντιμετωπίζουν αυξανόμενες ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Άλλες ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας ενισχύονται, εν μέρει με τη στήριξη ενωσιακών κονδυλίων, αλλά απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για να διευκολυνθεί η μετάβαση στην πρωτογενή αγορά εργασίας με αποτελεσματικό τρόπο. Το σύστημα καταγραφής προσόντων για τους ανέργους έχει τεθεί σε εφαρμογή, αλλά δεν είναι ακόμη πλήρως αποτελεσματικό. Το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των φύλων όσον αφορά την απασχόληση αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια και ο αντίκτυπος της τεκνοποίησης στην απασχόληση των γυναικών είναι από τους υψηλότερους στην Ένωση. Η συμμετοχή στην αγορά εργασίας επηρεάζεται από σχετικά πενιχρά αποτελέσματα στον τομέα της υγείας και άνιση πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη διαδικασία χάραξης πολιτικής είναι περιορισμένη.

(16)

Ορισμένοι δείκτες φτώχειας έχουν υποχωρήσει στα προ της κρίσης επίπεδα, αλλά παραμένουν πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Η φτώχεια μεταξύ των παιδιών και των Ρομά παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, αν και μειώνεται. Ένα σημαντικό ποσοστό απασχολούμενων Ρομά εργάζονται στο πρόγραμμα δημοσίων έργων. Η πραγματική ενσωμάτωσή τους στην ανοικτή αγορά εργασίας παραμένει μέχρι στιγμής περιορισμένη.

(17)

Η επάρκεια και η κάλυψη της κοινωνικής πρόνοιας και των παροχών ανεργίας είναι περιορισμένες. Η διάρκεια των παροχών ανεργίας εξακολουθεί να είναι η χαμηλότερη στην Ένωση (3 μήνες), κάτω από τον μέσο χρόνο που χρειάζονται οι άνεργοι για να βρουν εργασία. Η μεταρρύθμιση της κοινωνικής πρόνοιας, το 2015, απλούστευσε το σύστημα παροχών, αλλά δεν φαίνεται να έχει εξασφαλίσει ομοιόμορφο και ελάχιστο επαρκές βιοτικό επίπεδο για όσους έχουν ανάγκη. Όσον αφορά τα οφέλη που χορηγούνται από τους δήμους, είναι υψηλός ο βαθμός διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας και το ύψος των παροχών, γεγονός που προκαλεί αβεβαιότητα στους δικαιούχους. Η παροχή ελάχιστου εισοδήματος παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, ωστόσο οι ουγγρικές αρχές σχεδιάζουν να αυξήσουν σταδιακά το επίπεδο των στοχοθετημένων παροχών σε χρήμα κατά τα προσεχή έτη. Ήδη το 2017 τρεις από αυτές τις παροχές αυξήθηκαν ελαφρώς. Συμπληρωματικά στοχοθετημένα μέτρα θα συμβάλλουν στην ανακούφιση της υλικής στέρησης των πλέον μειονεκτουσών ομάδων, και ιδίων των παιδιών και των Ρομά.

(18)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Ουγγαρίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σύγκλησης για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Ουγγαρία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Ουγγαρία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(19)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλησης για το 2017 και η γνώμη (6) του αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ουγγαρία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να καταβάλει ουσιαστική δημοσιονομική προσπάθεια το 2018, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να ενισχυθεί η συνεχιζόμενη ανάκαμψη και να διασφαλιστεί η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών της Ουγγαρίας.

2.

Να ολοκληρώσει τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για τα χαμηλά εισοδήματα και να απλουστεύσει τη φορολογική δομή, ιδίως με τον περιορισμό των πλέον στρεβλωτικών τομεακών φόρων. Να ενισχύσει τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, με την εφαρμογή ολοκληρωμένου και αποτελεσματικού συστήματος ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων, και να ενισχύσει το πλαίσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Να ενισχύσει την κανονιστική προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών, και κυρίως στο λιανικό εμπόριο.

3.

Να μεριμνήσει ώστε το πρόγραμμα δημοσίων έργων να απευθύνεται περισσότερο στα άτομα που είναι πιο αποκομμένα από την αγορά εργασίας και να παράσχει αποτελεσματική στήριξη στα άτομα που αναζητούν εργασία, ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση στην αγορά εργασίας, μεταξύ άλλων ενισχύοντας τις ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας. Να λάβει μέτρα για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων και την αύξηση της συμμετοχής μειονεκτουσών ομάδων, ιδίως των Ρομά, στην κανονική εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς. Να βελτιώσει την επάρκεια και την κάλυψη της κοινωνικής πρόνοιας και τη διάρκεια των παροχών ανεργίας.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(4)  Το διαρθρωτικό ισοζύγιο, όπως επανυπολογίστηκε από την Επιτροπή με βάση τις πληροφορίες του προγράμματος σύγκλισης και σύμφωνα με την από κοινού συμφωνηθείσα μεθοδολογία.

(5)  Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε επίπεδο τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(6)  Δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/75


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Μάλτας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Μάλτας για το 2017

(2017/C 261/17)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της οικονομικής και δημοσιονομικής επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής κοινωνικής προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής οικονομικής πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Μάλτα δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Μάλτα θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στη σύσταση 2 κατωτέρω.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για τη Μάλτα δημοσιεύθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Μάλτας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Μάλτας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Η Μάλτα υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 στις 18 Απριλίου 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 στις 2 Μαΐου 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Μάλτα υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 η κυβέρνηση σχεδιάζει να διατηρήσει πλεόνασμα σε ονομαστικούς όρους κατά την περίοδο 2017-2020. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση σε σχέση με το ΑΕγχΠ— εξακολουθεί να τηρείται με θετικό περιθώριο απόκλισης καθ’ όλη την περίοδο του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕγχΠ αναμένεται να παραμείνει κάτω από την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕγχΠ που ορίζεται στη Συνθήκη και να μειωθεί σταδιακά από 58,3 % του ΑΕγχΠ το 2016 σε 47,6 % το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές για το 2017 και συντηρητικό για την περίοδο 2018-2020. Ταυτόχρονα, ελλοχεύουν πιθανοί κίνδυνοι που συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

(7)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στη Μάλτα να επιτύχει για το 2017 ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή 0,6 % του ΑΕγχΠ προς την κατεύθυνση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Τα απολογιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η Μάλτα είχε ήδη επιτύχει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2016. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2017 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να αυξηθεί από πλεόνασμα 0,4 % του ΑΕγχΠ το 2017 σε 0,7 % του ΑΕγχΠ το 2018, διατηρούμενο σε επίπεδο που υπερβαίνει τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Συνολικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Μάλτα προβλέπεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης το 2017 και το 2018.

(8)

Παρά την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου τρία έτη νωρίτερα από τον στόχο, οι αυξήσεις των δαπανών υπερέβησαν την αύξηση της δυνητικής παραγωγής. Αν αυτό συνεχιστεί περαιτέρω, θα αποτελέσει πρόβλημα για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, ιδίως σε περίπτωση απρόβλεπτων διαταράξεων σε σχέση με τα έσοδα. Οι αρχές της Μάλτας διενήργησαν επανεξέταση των δαπανών σε ορισμένους τομείς των δημόσιων δαπανών με ιδιαίτερη σημασία από την άποψη της βιωσιμότητας: υγεία, εκπαίδευση και κατάρτιση, κοινωνική ασφάλιση. Η έγκαιρη και αποτελεσματική εφαρμογή των επακόλουθων συστάσεων θα κρίνει την αποτελεσματικότητά τους όσον αφορά την επίτευξη του στόχου τους. Επιπλέον, τα δημόσια οικονομικά της Μάλτας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κινδύνους βιωσιμότητας σε μακροπρόθεσμη βάση λόγω των προβλεπόμενων δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού, όπως είναι η υγειονομική περίθαλψη, η μακροχρόνια περίθαλψη και οι συντάξεις. Η προβλεπόμενη απότομη αύξηση των συνδεόμενων με τη δημογραφική γήρανση δαπανών οφείλεται κυρίως στις δαπάνες για συντάξεις, που εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕγχΠ μέχρι το 2060, σύμφωνα με την έκθεση του 2015 για τη δημογραφική γήρανση. Ορισμένα από τα προσφάτως θεσπισθέντα μέτρα είναι πιθανό να επιφέρουν εξοικονόμηση πόρων. Ωστόσο η εξοικονόμηση αυτή μάλλον δεν θα επαρκεί ώστε να αντισταθμίσει τις αυξανόμενες πιέσεις στις δαπάνες και να βελτιώσει αποφασιστικά τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Περαιτέρω μέτρα θα μπορούσαν επομένως να είναι αναγκαία.

(9)

Η Μάλτα έχει προτείνει διάφορα μέτρα για την αντιμετώπιση της διττής πρόκλησης της βιωσιμότητας και της εξασφάλισης επαρκών εισοδημάτων συνταξιοδότησης που θέτει το συνταξιοδοτικό σύστημα. Τα μέτρα που θεσπίστηκαν στον προϋπολογισμό του 2017 αναμένεται να μειώσουν ελαφρώς τον κίνδυνο της φτώχειας για τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα και να βελτιώσουν κατά τι το καθαρό ποσοστό αναπλήρωσης της εγγυημένης κατώτατης σύνταξης. Συνολικά, οι δείκτες επάρκειας των συντάξεων εξακολουθούν να δείχνουν σημαντικό περιθώριο βελτίωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά το κλείσιμο της ψαλίδας κάλυψης μεταξύ των δύο φύλων.

(10)

Η κυκλοφοριακή συμφόρηση έχει καταστεί εμπόδιο για την επιχειρηματική δραστηριότητα, τα δε εξωτερικά στοιχεία κόστους (οικονομικού και περιβαλλοντικού) εκτιμώνται σε 274 εκατ. EUR ετησίως και αναμένεται να αυξηθούν. Επιπλέον, οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου λόγω κυκλοφορίας συνεχίζουν να αυξάνονται, και η Μάλτα είναι πιθανόν να μην επιτύχει τους στόχους της για τις εκπομπές το 2020. Η Μάλτα έχει υιοθετήσει φιλόδοξη εθνική στρατηγική μεταφορών με ορίζοντα το 2050 και ένα επιχειρησιακό ρυθμιστικό σχέδιο για τις μεταφορές έως το 2025. Σε αυτά περιλαμβάνεται σειρά ποικίλων μέτρων για τον εξορθολογισμό της χρήσης των ιδιωτικών αυτοκινήτων, την προώθηση εναλλακτικών λύσεων κινητικότητας και την αποτελεσματικότερη χρήση των πολυτροπικών και συλλογικών συστημάτων μεταφορών. Τα μέτρα αυτά αναμένεται να επιφέρουν σημαντικές βελτιώσεις, ωστόσο εξακολουθεί να προβλέπεται ότι η μεν συμφόρηση θα αυξηθεί, οι δε εκπομπές αερίων θερμοκηπίου λόγω μεταφορών θα μειωθούν απλώς λίγο έως το 2030.

(11)

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από σημαντικό αριθμό αλλοδαπών ιδρυμάτων που προσελκύονται, μεταξύ άλλων παραγόντων, από το ευνοϊκό φορολογικό περιβάλλον. Η Μάλτα είναι το μόνο κράτος μέλος που χρησιμοποιεί το σύστημα πλήρους συμψηφισμού της φορολογίας των επιχειρήσεων και προσφέρει ένα πρόγραμμα επιστρεπτέας πίστωσης φόρου. Έχει ένα εκτεταμένο δίκτυο συμβάσεων αποφυγής της διπλής φορολογίας και ένα ελκυστικό καθεστώς φορολογικής κατοικίας φυσικών προσώπων. Η εποπτεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με διεθνή προσανατολισμό ωστόσο αποτελεί πρόκληση. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας εκτελεί το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων του εκτός Μάλτας. Στο πλαίσιο αυτό, η Μάλτα κάλεσε το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα να εφαρμόσουν πρόγραμμα αξιολόγησης του χρηματοπιστωτικού τομέα μέχρι το τέλος του 2018. Επίσης η Μάλτα είναι μέρος της απόφασης της EIOPA του Ιανουαρίου 2017 σχετικά με τη συνεργασία των ασφαλιστικών εποπτικών αρχών. Η ΕΚΤ, βασιζόμενη στην αξιολόγησή της και στο σχέδιο απόφασης της Αρχής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της Μάλτας, αποφάσισε πρόσφατα να ανακαλέσει την άδεια άσκησης τραπεζικών δραστηριοτήτων ενός μικρού παρόχου διαδικτυακών τραπεζικών συναλλαγών που συγκεντρώνει καταθέσεις και εκτός Μάλτας.

(12)

Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, εξακολουθούν να είναι απαραίτητες περαιτέρω βελτιώσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Αν και η κυβέρνηση έχει προτείνει νέα μέτρα για την παροχή δεύτερης ευκαιρίας και την αφερεγγυότητα, οι χρονοβόρες διαδικασίες αφερεγγυότητας και απαλλαγής βλάπτουν την ποιότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος στη Μάλτα. Επιπλέον, το πλαίσιο της απαλλαγής από χρέη δεν προβλέπει χρονικό περιορισμό και, ως εκ τούτου, δεν παρέχει ασφάλεια δικαίου. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα, μια τροποποίηση του νόμου περί εταιρειών εισήγαγε σημαντικές αλλαγές στο νομικό πλαίσιο για την αφερεγγυότητα, όπως η δυνατότητα διαμεσολάβησης. Ο αντίκτυπος των αλλαγών αυτών δεν έχει ακόμα αναλυθεί.

(13)

Εμφανίζονται ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε όλο το φάσμα δεξιοτήτων και η προσαρμογή της προσφοράς δεξιοτήτων στις ανάγκες της αγοράς εργασίας εξακολουθεί να είναι ατελής. Σημαντικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού της Μάλτας εξακολουθεί να έχει χαμηλό επίπεδο προσόντων. Ενώ το μορφωτικό επίπεδο αυξάνεται, το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου παραμένει υψηλό. Η απόκτηση βασικών δεξιοτήτων μεταξύ των νέων εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής. Η πρόσβαση και η συμμετοχή στη διά βίου μάθηση —με τη συμμετοχή των εργοδοτών— βελτιώνεται, και για τα άτομα με χαμηλή ειδίκευση, αλλά δεδομένου του μεγέθους της πρόκλησης οι προσπάθειες πρέπει να συνεχιστούν. Οι σημαντικές επενδύσεις στο σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης αναμένεται να αποφέρουν καρπούς, ιδίως εάν τα μέτρα διατηρηθούν και βελτιωθούν στο μέλλον. Τα ποσοστά απασχόλησης παρουσιάζουν σταθερή βελτίωση και το ποσοστό ανεργίας έπεσε κάτω από το 5 %. Ωστόσο η συμμετοχή στην αγορά εργασίας εξακολουθεί να είναι από τις χαμηλότερες στην Ένωση, ιδίως για τις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας και χαμηλής ειδίκευσης, στοιχείο που υποδηλώνει επίσης ότι παραμένει ο κίνδυνος του κοινωνικού αποκλεισμού για όσους δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εφόδια για να προσαρμοστούν σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη οικονομία. Ως εκ τούτου, οι τρέχουσες επενδύσεις στον τομέα της πολιτικής πρέπει να συνεχίσουν να διατηρούνται, ιδίως μέσω του νεοσυσταθέντος Εθνικού Συμβουλίου Δεξιοτήτων, οι δε περαιτέρω εξελίξεις πρέπει να παρακολουθούνται εκ του σύνεγγυς.

(14)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Μάλτας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τη Μάλτα κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνο τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στη Μάλτα, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και τις κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(15)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και η γνώμη του (5) αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω.

ΣΥΝΙΣΤΑ στη Μάλτα να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να επεκτείνει την εμβέλεια των εν εξελίξει επανεξετάσεων των δαπανών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και να καθιερώσει τη διαχείριση δημόσιων δαπανών βάσει επιδόσεων.

2.

Να διασφαλίσει την αποτελεσματική εθνική εποπτεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με διεθνή προσανατολισμό οι οποίες ασκούνται από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη Μάλτα, με την ενίσχυση της συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές υποδοχής στις χώρες όπου δραστηριοποιούνται.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/79


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων των Κάτω Χωρών για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας των Κάτω Χωρών για το 2017

(2017/C 261/18)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (2), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της οικονομικής και δημοσιονομικής επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής κοινωνικής προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής οικονομικής πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία οι Κάτω Χώρες συγκαταλέγονται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, οι Κάτω Χώρες θα πρέπει να διασφαλίσουν την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή των συστάσεων για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στις κατωτέρω συστάσεις 1 και 2.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για τις Κάτω Χώρες δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος των Κάτω Χωρών όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος των Κάτω Χωρών ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, η έκθεση περιλάμβανε εμπεριστατωμένη επισκόπηση δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν επίσης στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Από την ανάλυσή της η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Κάτω Χώρες εμφανίζουν μακροοικονομικές ανισορροπίες. Οι Κάτω Χώρες εμφανίζουν το μεγαλύτερο τριετές μέσο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε σχέση με το ΑΕγχΠ μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ. Το πλεόνασμα συνεπάγεται μη βέλτιστη κατανομή των πόρων, αποκλείοντας ευκαιρίες για ενίσχυση της ανάπτυξης και της ευημερίας. Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συρρικνώνεται εξαιτίας της υψηλής υποχρεωτικής επιβάρυνσης. Το ιδιωτικό χρέος είναι υψηλό, ειδικότερα το απόθεμα χρέους των νοικοκυριών για ενυπόθηκα δάνεια. Οι μακροσκελείς ισολογισμοί των νοικοκυριών ενισχύουν την ευπάθεια στους χρηματοοικονομικούς κραδασμούς. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάγκη να αναληφθεί δράση προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος δυσμενών επιπτώσεων στην ολλανδική οικονομία και, λόγω του μεγέθους και της διασυνοριακής σημασίας της, στην οικονομική και νομισματική ένωση.

(4)

Στις 26 Απριλίου 2017 οι Κάτω Χώρες υπέβαλαν το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Οι Κάτω Χώρες υπάγονται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης και υπόκεινται στον κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 η κυβέρνηση σχεδιάζει αύξηση του πλεονάσματος γενικής κυβέρνησης από 0,5 % του ΑΕγχΠ το 2017 σε 1,3 % του ΑΕγχΠ το 2020. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —που συνίσταται σε διαρθρωτικό έλλειμμα 0,5 % του ΑΕγχΠ— εξακολουθεί να τηρείται με ένα περιθώριο απόκλισης καθ’ όλη την περίοδο του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, ο δείκτης του χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕγχΠ προβλέπεται να μειωθεί σε 58,5 % το 2017, κάτω από την τιμή αναφοράς της Συνθήκης, ήτοι 60 % του ΑΕγχΠ. Η κυβέρνηση προβλέπει περαιτέρω μείωση του δείκτη του χρέους γενικής κυβέρνησης στο 49,3 % του ΑΕγχΠ το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβλέψεις είναι ευλογοφανές. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να αυξηθεί από 0,2 % του ΑΕγχΠ το 2017 σε 0,4 % του ΑΕγχΠ το 2018, υπερβαίνοντας έτσι τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Το χρέος γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε σταθερή πτωτική πορεία πέρα από τις απαιτήσεις του κανόνα για το χρέος. Σε γενικές γραμμές, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι οι Κάτω Χώρες αναμένεται να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης το 2017 και το 2018. Την ίδια στιγμή, χωρίς παρέκκλιση από τον μεσοπρόθεσμο στόχο, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για στήριξη της δυνητικής ανάπτυξης και της εγχώριας ζήτησης με χρήση δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών, περιλαμβανομένων των επενδύσεων στην έρευνα και την ανάπτυξη, και με τη δημιουργία των προϋποθέσεων για μεγαλύτερη αύξηση των πραγματικών μισθών, λαμβανομένων υπόψη των συνεχιζόμενων εξωτερικών ανισορροπιών.

(7)

Η πρόσφατη αύξηση της απασχόλησης μπορεί να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση του αριθμού των ατόμων που απασχολούνται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και του αριθμού των αυτοαπασχολουμένων. Το υψηλό και αυξανόμενο ποσοστό συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς και η ραγδαία αύξηση της αυτοαπασχόλησης χωρίς μισθωτούς ερμηνεύονται από τις μεγάλες διαφορές που διαπιστώνονται στην ισχύουσα εργατική νομοθεσία, την προστασία των εργαζομένων και τη φορολογική και ασφαλιστική νομοθεσία. Αν και έχουν ληφθεί ορισμένα μέτρα, κάποιοι από τους παράγοντες αυτούς εξακολουθούν να δημιουργούν οικονομικό κίνητρο για να αρχίσουν οι εργαζόμενοι να εργάζονται ως αυτοαπασχολούμενοι ή ευνοούν την πρόσληψή τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Η κατάσταση αυτή ενδέχεται να έχει εξαιρετικά σοβαρές στρεβλωτικές επιπτώσεις στο περιθώριο της αγοράς εργασίας και έχει ενδεχομένως συμβάλει στην παρατηρούμενη συγκράτηση της συνολικής αύξησης των πραγματικών μισθών. Οι αυτοαπασχολούμενοι ασφαλίζονται συχνότερα για χαμηλότερα ποσά έναντι της αναπηρίας, της ανεργίας και του γήρατος. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Η επιβολή μέτρων για την αντιμετώπιση της εικονικής αυτοαπασχόλησης αναστέλλεται μέχρι το 2018. Η κατάσταση όσον αφορά την απασχόληση ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών παραμένει σημαντική πρόκληση. Το ποσοστό απασχόλησης των μεταναστών που έχουν γεννηθεί εκτός της ΕΕ είναι κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το ποσοστό των ατόμων που έχουν γεννηθεί στις Κάτω Χώρες, μικρό μόνο μέρος των οποίων εξηγείται από διαφορές ως προς την ηλικία και το μορφωτικό επίπεδο.

(8)

Κατά τα τελευταία έτη η αύξηση του ποσοστού αποταμίευσης των νοικοκυριών οφείλεται εν μέρει σε μεγαλύτερη εξοικονόμηση στον δεύτερο πυλώνα του συνταξιοδοτικού συστήματος (υποχρεωτική συμπληρωματική ιδιωτική ασφάλιση), στην οποία συνέβαλε το κανονιστικό περιβάλλον. Ο κατάλληλος επιμερισμός του κόστους και των κινδύνων εντός και μεταξύ των γενεών, πέραν των εγκριθέντων κανόνων σχετικά με την τιμαριθμική αναπροσαρμογή και τα χρηματοδοτικά περιθώρια ασφαλείας (πλαίσιο χρηματοοικονομικής αξιολόγησης), αναμένεται να βοηθήσει τα νοικοκυριά να κατανέμουν τα οικονομικά τους με τρόπους περισσότερο φιλικούς προς την ανάπτυξη. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προβεί σε ουσιαστική μεταρρύθμιση του δεύτερου συνταξιοδοτικού πυλώνα, προκειμένου να βελτιωθεί η κάλυψη και να δημιουργηθεί ένα σύστημα περισσότερο διαφανές και ευέλικτο και αναλογιστικά δικαιότερο.

(9)

Δυσκαμψίες και στρεβλωτικά κίνητρα που έχουν συσσωρευτεί επί δεκαετίες διαμορφώνουν συνήθειες όσον αφορά τη χρηματοδότηση στέγης και τις τομεακές αποταμιεύσεις. Η τάση των νοικοκυριών να λαμβάνουν μεγάλα ενυπόθηκα δάνεια με εγγύηση ακίνητα αντανακλά σε μεγάλο βαθμό μακροχρόνια φορολογικά κίνητρα, ιδίως την πλήρη έκπτωση των τόκων των ενυπόθηκων δανείων. Παρά την ενίσχυση της οικονομικής ανάκαμψης, μετά το 2012 δεν έχουν ληφθεί άλλα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της τάσης.

(10)

Οι επενδύσεις μειώθηκαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και έκτοτε ανέκαμψαν μόνον εν μέρει. Η αδυναμία στις επενδύσεις στο σύνολο της οικονομίας φαίνεται να έχει έντονα κυκλικό χαρακτήρα και οφείλεται στην ύφεση της αγοράς στέγης, καθώς και στις επιλογές στον τομέα της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Παρόλο που τα εμπόδια για τις επενδύσεις φαίνονται αμελητέα, οι διαδικασίες για την έκδοση οικοδομικών αδειών είναι σχετικά χρονοβόρες. Το χαμηλό επίπεδο των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας φαίνεται να συνδέεται με τη δυναμική της αγοράς κατά το παρελθόν, την αβεβαιότητα που επικρατεί στην αγορά, καθώς και ρυθμιστικούς παράγοντες. Οι δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες για Ε & Α είναι χαμηλές, αν ληφθούν υπόψη το μορφωτικό επίπεδο, οι εκπαιδευτικές επιδόσεις και η οικονομική ανάπτυξη, σε σύγκριση με τα κράτη μέλη με τις καλύτερες επιδόσεις. Οι κρατικές δαπάνες στον τομέα παραμένουν στάσιμες από το 2014, ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες για Ε & Α παραμένουν χαμηλές. Δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος όσον αφορά τη σχετική σύσταση του Συμβουλίου από το 2016.

(11)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής των Κάτω Χωρών και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς τις Κάτω Χώρες κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνο τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στις Κάτω Χώρες, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και τις κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(12)

Λαμβάνοντας υπόψη την παρούσα αξιολόγηση, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και είναι της γνώμης (5) ότι οι Κάτω Χώρες αναμένεται να συμμορφωθούν με το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης.

(13)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και της εν λόγω αξιολόγησης, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Οι συστάσεις που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται κατωτέρω στις συστάσεις 1 και 2 για τις Κάτω Χώρες,

ΣΥΝΙΣΤΑ στις Κάτω Χώρες να λάβουν μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Με ταυτόχρονη τήρηση του μεσοπρόθεσμου στόχου, να χρησιμοποιήσουν δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές για τη στήριξη της δυνητικής ανάπτυξης και της εγχώριας ζήτησης, περιλαμβανομένων των επενδύσεων στην έρευνα και την ανάπτυξη. Να λάβουν μέτρα για τη μείωση των στρεβλώσεων που εξακολουθούν να υπάρχουν στην αγορά στέγης και της μεροληπτικής μεταχείρισης του χρέους των νοικοκυριών, ιδίως με τη μείωση της έκπτωσης φόρου για τους τόκους ενυπόθηκων δανείων.

2.

Να άρουν τα εναπομένοντα εμπόδια στην πρόσληψη προσωπικού με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη αύξηση των αυτοαπασχολουμένων χωρίς υπαλλήλους, μεταξύ άλλων με τη μείωση των φορολογικών στρεβλώσεων που ευνοούν την αυτοαπασχόληση, χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την επιχειρηματικότητα και προωθώντας την πρόσβαση των αυτοαπασχολουμένων σε οικονομικά προσιτή κοινωνική προστασία. Βάσει της ευρείας προπαρασκευαστικής διαδικασίας που έχει ήδη δρομολογηθεί, να λάβουν μέτρα ώστε ο δεύτερος πυλώνας του συνταξιοδοτικού συστήματος να χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη διαφάνεια, να εξασφαλίζει δικαιότερη μεταχείριση των γενεών και να είναι πιο ανθεκτικός στους κλυδωνισμούς. Να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την προώθηση μεγαλύτερης αύξησης των πραγματικών μισθών, με σεβασμό του ρόλου των κοινωνικών εταίρων.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/83


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Αυστρίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Αυστρίας για το 2017

(2017/C 261/19)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της οικονομικής και δημοσιονομικής επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής κοινωνικής προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής οικονομικής πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Αυστρία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 21 Μαρτίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση για την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ («σύσταση για τη ζώνη του ευρώ») (3).

(2)

Ως κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ και λαμβανομένης υπόψη της στενής διασύνδεσης των οικονομιών της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η Αυστρία θα πρέπει να διασφαλίσει την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της σύστασης για τη ζώνη του ευρώ, όπως αντικατοπτρίζεται στην κατωτέρω σύσταση 1.

(3)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Αυστρία δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος της Αυστρίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Αυστρίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Στις 21 Απριλίου 2017 η Αυστρία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και στις 2 Μαΐου 2017 το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Η Αυστρία επί του παρόντος υπάγεται στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης και υπόκειται στον κανόνα για το χρέος. Στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2017 η κυβέρνηση αναμένει ότι το ονομαστικό έλλειμμα θα βελτιωθεί στο 1,0 % του ΑΕγχΠ το 2017 και εν συνεχεία θα ανέλθει στο 0,3 % του ΑΕγχΠ το 2021. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος —διαρθρωτικό έλλειμμα 0,45 % του ΑΕγχΠ έως το 2016 και 0,5 % του ΑΕγχΠ στο εξής — προβλέπεται να επιτευχθεί το 2019. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας, ο δείκτης του χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕγχΠ αναμένεται να μειωθεί σταδιακά στο 71,0 % το 2021 από 84,6 % το 2016. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευνοϊκό, με την παραδοχή της έντονης αύξησης των επενδύσεων και των εξαγωγών το 2017 και το 2018.

(7)

Το πρόγραμμα σταθερότητας αναφέρει ότι ο δημοσιονομικός αντίκτυπος των έκτακτων ροών προσφύγων και των σχετικών μέτρων ασφαλείας είναι σημαντικός και παρέχει επαρκή στοιχεία σχετικά με την έκταση και τον χαρακτήρα αυτών των πρόσθετων δημοσιονομικών δαπανών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι επιλέξιμες πρόσθετες δαπάνες ανήλθαν το 2016 στο 0,25 % του ΑΕγχΠ για την έκτακτη εισροή προσφύγων και στο 0,04 % του ΑΕγχΠ για τα μέτρα ασφαλείας. Το 2017 ο συμπληρωματικός αντίκτυπος των μέτρων ασφαλείας σε σύγκριση με το 2016 εκτιμάται επί του παρόντος στο 0,01 % του ΑΕγχΠ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 επιτρέπεται η ανάληψη των εν λόγω πρόσθετων δαπανών, καθότι η εισροή προσφύγων, καθώς και η σοβαρότητα της τρομοκρατικής απειλής συνιστούν ασυνήθεις περιστάσεις, ο αντίκτυπός τους στα δημόσια οικονομικά της Αυστρίας είναι σημαντικός και η βιωσιμότητα δεν διακυβεύεται αν επιτραπεί προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής με στόχο την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Ως εκ τούτου, η απαιτούμενη προσαρμογή με στόχο την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου για το 2016 έχει μειωθεί, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι πρόσθετες δαπάνες που αφορούν τους πρόσφυγες και τα μέτρα ασφαλείας. Όσον αφορά το 2017, η τελική αξιολόγηση, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα επιλέξιμα ποσά, θα πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 2018 βάσει των καταγεγραμμένων στοιχείων, όπως αυτά παρέχονται από τις αυστριακές αρχές.

(8)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στην Αυστρία να διασφαλίσει ότι η απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο περιορίζεται στο περιθώριο που συνδέεται με τον δημοσιονομικό αντίκτυπο της έκτακτης εισροής προσφύγων (5) και να επιτύχει προς τον σκοπό αυτό ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης του 0,3 % του ΑΕγχΠ το 2017, εκτός αν ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος επιτευχθεί με λιγότερη προσπάθεια. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2017 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο πρέπει να παραμείνει σταθερό το 2017, λαμβανομένων υπόψη των περιθωρίων που χορηγήθηκαν. Από τις προβλέψεις της Επιτροπής προκύπτει ότι υπάρχει κίνδυνος κάποιας απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2017. Το 2018, με βάση τις εαρινές προβλέψεις του 2017 της Επιτροπής, η Αυστρία θα πρέπει να διασφαλίσει ότι ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (6) δεν θα υπερβεί το 2,2 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε βελτίωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά 0,3 % του ΑΕγχΠ (7). Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, η Αυστρία θα διέτρεχε τον κίνδυνο κάποιας απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2018. Ταυτόχρονα, προβλέπεται ότι η Αυστρία θα συμμορφωθεί με τον κανόνα για το χρέος το 2017 και το 2018. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Αυστρία πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει περαιτέρω μέτρα για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση το 2017 και το 2018.

(9)

Οι δαπάνες για συντάξεις και οι δαπάνες για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ενέχουν μέτριο κίνδυνο δημοσιονομικής βιωσιμότητας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, λόγω της ταχείας γήρανσης του πληθυσμού. Οι δημόσιες δαπάνες της Αυστρίας για τις συντάξεις είναι σχετικά υψηλές σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη και αναμένεται να αυξηθούν κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕγχΠ έως το 2060. Το ποσοστό αυτό συγκρίνεται με τον μέσο όρο της Ένωσης, ο οποίος αναμένεται να μειωθεί κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕγχΠ την ίδια περίοδο. Η πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης εξακολουθεί να είναι χαμηλή παρά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις και αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες για τις υψηλότερες συνταξιοδοτικές δαπάνες. Εκπεφρασμένη ως μέση ηλικία εξόδου από την αγορά εργασίας, ισούται με 62 έτη και 6 μήνες για τους άνδρες και 61 έτη για τις γυναίκες, ήτοι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ένωσης, που είναι 63 έτη και 7 μήνες για τους άνδρες και 62 έτη και 7 μήνες για τις γυναίκες (2014). Επιπλέον, η ισχύουσα νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης για τις γυναίκες, δηλαδή τα 60 έτη, είναι μεταξύ των χαμηλότερων στην Ένωση, και θα αρχίσει να εναρμονίζεται με αυτή των ανδρών μόλις το 2024. Η σύνδεση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης με τις αλλαγές στο προσδόκιμο ζωής θα συνέβαλε στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας των συντάξεων στο πλαίσιο της δημογραφικής γήρανσης, συμβάλλοντας επίσης στην αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης.

(10)

Όσον αφορά την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι δημόσιες δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα από τα ήδη υψηλά επίπεδα, δηλαδή κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕγχΠ έως το 2060, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης, που είναι 0,9 ποσοστιαίες μονάδες. Η βασική αιτία για τις υψηλές δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης είναι ο μεγάλος νοσοκομειακός τομέας, ενώ η λιγότερο δαπανηρή εξωνοσοκομειακή περίθαλψη δεν αξιοποιείται επαρκώς. Το ποσοστό των νοσοκομειακών δαπανών στις συνολικές δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι από τα υψηλότερα στην Ένωση. Ως εκ τούτου, οι πρόσφατες πρωτοβουλίες που έχουν ως στόχο την ενίσχυση της παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας πρέπει να εφαρμοστούν πλήρως, μεταξύ άλλων με τη στήριξη νέων χρηματοδοτικών συμφωνιών μεταξύ των παρόχων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, ο νοσοκομειακός τομέας της Αυστρίας δεν χρησιμοποιεί επαρκώς τις αποτελεσματικές διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων, όπως είναι η υποβολή προσφορών σε επίπεδο Ένωσης (0,23 % του ΑΕγχΠ σε σύγκριση με 0,62 % του μέσου όρου της Ένωσης), η συγκέντρωση των δημόσιων συμβάσεων και τα κριτήρια ανάθεσης συμβάσεων που δεν συνδέονται με την τιμή.

(11)

Ο νόμος του 2017 για τη δημοσιονομική εξισορρόπηση συνέβαλε στην απλούστευση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης στην Αυστρία. Ωστόσο το δημοσιονομικό πλαίσιο της Αυστρίας εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά πολύπλοκο όσον αφορά τις αρμοδιότητες και τις ρυθμίσεις χρηματοδότησης και πάσχει ακόμα από δυσαρμονίες μεταξύ των περιορισμένων εξουσιών άντλησης εσόδων και των ευρύτερων αρμοδιοτήτων δαπανών των τοπικών κυβερνήσεων και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

(12)

Ενώ η φορολογική μεταρρύθμιση του 2016 μείωσε τη φορολογική επιβάρυνση από 49,5 % σε 46,7 %, αυτή παραμένει σχετικά υψηλή σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης, που είναι 40,6 % (τα στοιχεία αναφέρονται σε ένα μόνο πρόσωπο με μέσο εισόδημα, χωρίς παιδιά). Αν δεν γίνει τιμαριθμική αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, η φορολογική επιβάρυνση θα αυξηθεί εκ νέου σταδιακά ως αποτέλεσμα της υπαγωγής σε υψηλότερες φορολογικές κλίμακες. Αντιθέτως, οι περισσότερο φιλοαναπτυξιακές πηγές εσόδων, όπως οι περιοδικοί φόροι ακίνητης περιουσίας, αξιοποιούνται ελλιπώς, κυρίως διότι η φορολογική βάση είναι παρωχημένη. Τα έσοδα από περιοδικούς φόρους ακίνητης περιουσίας στην Αυστρία είναι ιδιαίτερα χαμηλά, και αντιστοιχούν σε ποσοστό 0,2 % του ΑΕγχΠ, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης, που ανερχόταν σε ποσοστό 1,6 % του ΑΕγχΠ το 2014. Ομοίως, ο τεκμαρτός φορολογικός συντελεστής επί της ενέργειας στην Αυστρία είναι σχετικά χαμηλός, γεγονός που καταδεικνύει το ανεκμετάλλευτο περιθώριο για περιβαλλοντικούς φόρους, οι οποίοι περιλαμβάνουν επίσης θετικά κίνητρα συμπεριφοράς.

(13)

Ενώ η αγορά εργασίας σημειώνει καλύτερες επιδόσεις στην Αυστρία από ό,τι στα περισσότερα κράτη μέλη, εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις. Ειδικότερα, το δυναμικό των γυναικών για την αγορά εργασίας δεν αξιοποιείται επαρκώς, όπως αποτυπώνεται στο υψηλό μισθολογικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων, το οποίο οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο υψηλό ποσοστό της μερικής απασχόλησης. Το 2015 η μισθολογική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων ήταν 21,7 %, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ένωσης, που είναι 16,3 %. Το υψηλό και άνω του μέσου όρου ποσοστό των γυναικών που εργάζονται με μερική απασχόληση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ευθύνες φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων. Ο αριθμός των θέσεων βρεφονηπιακής φροντίδας για παιδιά κάτω των 3 ετών ανήλθε στο 25,5 % το 2015, εξακολουθώντας να είναι σημαντικά χαμηλότερος από τον στόχο της Βαρκελώνης, δηλαδή 33 %.

(14)

Η Αυστρία έχει ήδη υπερβεί τους εθνικούς της στόχους για την εκπαίδευση στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Ωστόσο τα αποτελέσματα όσον αφορά την εκπαίδευση εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, όπως επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα του προγράμματος διεθνούς αξιολόγησης μαθητών του ΟΟΣΑ (PISA) το 2015. Επιπλέον, τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα των μαθητών που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών είναι κατά πολύ χειρότερα από τα αντίστοιχα των γηγενών μαθητών. Το 2016 οι μαθητές που δεν έχουν γεννηθεί στην Αυστρία είχαν 2,7 φορές περισσότερες πιθανότητες να εγκαταλείψουν το σχολείο πριν ολοκληρώσουν την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από τους γηγενείς μαθητές. Η πρόκληση της ενσωμάτωσης επηρεάζει επίσης τα παιδιά των μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Αυστρία. Επιπλέον, η Αυστρία είναι αντιμέτωπη με προκλήσεις στην προσπάθεια να ενσωματώσει μεγάλο αριθμό αιτούντων άσυλο και προσφύγων στο εκπαιδευτικό της σύστημα.

(15)

Οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα καταδεικνύουν μια σταθερή, αν και αργή, βελτίωση. Η κεφαλαιοποίηση των αυστριακών τραπεζών εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη από εκείνη των ομολόγων της Ένωσης και η ικανότητά τους να παράγουν κέρδη στην εγχώρια αγορά τελεί υπό πίεση. Όσον αφορά τις διεθνείς δραστηριότητες, η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και η αποδοτικότητα βελτιώθηκαν περαιτέρω σε διάφορες αγορές της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν θύλακες τρωτότητας. Εν τω μεταξύ η αύξηση των τιμών των ακινήτων και η αναβίωση του ενυπόθηκου δανεισμού υπογραμμίζουν τη σημασία των μακροπροληπτικών μέτρων.

(16)

Η αύξηση των επενδύσεων στην Αυστρία επανήλθε το 2016, αλλά οι επενδύσεις από ΜΜΕ και στον τομέα των υπηρεσιών εξακολουθούν να παρουσιάζουν αδυναμίες. Η Αυστρία έχει αναγνωρίσει τον ρόλο που διαδραματίζουν η δημιουργία επιχειρήσεων και η σταθερή ανάπτυξη για τις νέες επενδύσεις (δηλαδή πέραν των επενδύσεων αντικατάστασης) και για την αντίστοιχη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ως εκ τούτου, η Αυστρία έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για να διευκολύνει την ψηφιακή μετατροπή, καθώς και για να αντιμετωπίσει τον παραδοσιακά χαμηλό ρυθμό δημιουργίας επιχειρήσεων (7,4 % σε σύγκριση με 10,8 % κατά μέσο όρο στην Ένωση) και ανάπτυξης των επιχειρήσεων (ποσοστό επιχειρήσεων υψηλής ανάπτυξης 7,3 % σε σύγκριση με 9,2 % κατά μέσο όρο στην Ένωση). Έχουν ήδη εξαγγελθεί ορισμένα ειδικά μέτρα τα οποία συνδυάζουν τη μείωση των επενδυτικών φραγμών με τη βελτίωση των συνθηκών πλαισίου για τη χρηματοδότηση ιδίων κεφαλαίων, την προώθηση της επιχειρηματικότητας και φορολογικά κίνητρα.

(17)

Εξακολουθούν να υφίστανται υψηλοί κανονιστικοί φραγμοί στον τομέα των επιχειρηματικών υπηρεσιών και στα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα, καθώς το επίπεδο των περιορισμών είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης, ιδίως για τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς. Επιπλέον, για τα εν λόγω επαγγέλματα, καθώς και για τους δικηγόρους, τους λογιστές/φοροτεχνικούς συμβούλους, τους πράκτορες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, τους μεσίτες ακινήτων και τους ξεναγούς, το ποσοστό αύξησης των επιχειρήσεων είναι αισθητά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ένωσης, γεγονός που φαίνεται να υποδηλώνει σχετικά χαμηλό δυναμισμό και ανταγωνισμό στις επαγγελματικές υπηρεσίες στην Αυστρία. Οι φραγμοί αυτοί περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, 1) περιορισμούς στο μετοχικό κεφάλαιο και στην εταιρική μορφή για τους αρχιτέκτονες, τους μηχανικούς και τους συμβούλους σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας· 2) πολυτομεακούς περιορισμούς για τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς· καθώς και 3) ιδιαίτερα ευρύ πεδίο αποκλειστικών δραστηριοτήτων για τους αρχιτέκτονες, τους μηχανικούς και τους ξεναγούς. Η μείωση των εν λόγω φραγμών θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού, οδηγώντας στην είσοδο περισσότερων επιχειρήσεων στην αγορά και σε οφέλη για τους καταναλωτές όσον αφορά τις χαμηλότερες τιμές. Τον Ιανουάριο του 2017 διατυπώθηκαν συστάσεις για αυτό το ζήτημα σε ανακοίνωση της Επιτροπής, στο πλαίσιο δέσμης μέτρων για την αντιμετώπιση των εμποδίων στις αγορές υπηρεσιών.

(18)

Η Αυστρία έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο και την ένταξη των προσφύγων, καθώς και άλλων μεταναστών. Ωστόσο η ένταξη στην αγορά εργασίας των ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, ιδίως των γυναικών που έχουν γεννηθεί εκτός της Ένωσης και των προσφύγων που αναζητούν εργασία, εξακολουθεί να συνιστά πρόκληση.

(19)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της Αυστρίας και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2017 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς την Αυστρία κατά τα προηγούμενα έτη. Έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στην Αυστρία, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και τις κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(20)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σταθερότητας για το 2017, και η γνώμη του (8) αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στην Αυστρία να λάβει μέτρα το 2017 και το 2018 προκειμένου:

1.

Να συνεχίσει τη δημοσιονομική της πολιτική σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης, το οποίο συνεπάγεται επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2018, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου που συνδέεται με ασυνήθεις περιστάσεις. Να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και του συνταξιοδοτικού συστήματος. Να εξορθολογίσει και να απλουστεύσει τις αρμοδιότητες μεταξύ των διαφόρων βαθμίδων διακυβέρνησης και να ευθυγραμμίσει τις αρμοδιότητες χρηματοδότησης και δαπανών.

2.

Να βελτιώσει τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, μεταξύ άλλων και με την παροχή υπηρεσιών φροντίδας πλήρους απασχόλησης. Να βελτιώσει τις εκπαιδευτικές επιδόσεις των μειονεκτούντων νέων ατόμων, ιδίως εκείνων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Να ενισχύσει τις επενδύσεις στον τομέα των υπηρεσιών μειώνοντας τους διοικητικούς και κανονιστικούς φραγμούς, καθώς και διευκολύνοντας την είσοδο στην αγορά και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

T. TÕNISTE


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Επιτρέπεται στην Αυστρία να αποκλίνει από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο της το 2017 και το 2018 κατά τον πρόσθετο δημοσιονομικό αντίκτυπο ο οποίος αφορά την έκτακτη εισροή προσφύγων και τα μέτρα ασφαλείας που ελήφθησαν το 2015 και το 2016 αντίστοιχα, δεδομένου ότι οι προσωρινές παρεκκλίσεις μεταφέρονται σε κάθε περίπτωση για συνολική περίοδο τριών ετών.

(6)  Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε επίπεδο τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(7)  Για την Αυστρία η απαίτηση προσαρμογής το 2018 λαμβάνει υπόψη το περιθώριο που χορηγήθηκε για το 2016 και συνδέεται με ασυνήθεις περιστάσεις, δεδομένου ότι οι προσωρινές παρεκκλίσεις μεταφέρονται για περίοδο τριών ετών.

(8)  Δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.


9.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 261/88


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2017

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Πολωνίας για το 2017 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης της Πολωνίας για το 2017

(2017/C 261/20)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2017 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Οι προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9-10 Μαρτίου 2017. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία η Πολωνία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2017 για την Πολωνία δημοσιεύθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017. Στην έκθεση αξιολογήθηκαν η πρόοδος της Πολωνίας όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 12 Ιουλίου 2016, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις ανά χώρα που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος της Πολωνίας ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(3)

Στις 28 Απριλίου 2017 η Πολωνία υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2017 και το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), όταν είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις στην οικεία συμφωνία εταιρικής σχέσης και στα σχετικά προγράμματα. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής σε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με την υγιή οικονομική διακυβέρνηση.

(5)

Η Πολωνία υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017, η κυβέρνηση σχεδιάζει σταδιακή βελτίωση του ονομαστικού ισοζυγίου από έλλειμμα 2,4 % του ΑΕγχΠ το 2016 σε έλλειμμα 1,2 % του ΑΕγχΠ το 2020. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, για έλλειμμα 1 % του ΑΕγχΠ σε διαρθρωτικούς όρους, δεν αναμένεται να επιτευχθεί έως το 2020, δηλαδή εντός του χρονικού ορίζοντα του προγράμματος. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2017, ο δείκτης του χρέους γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕγχΠ αναμένεται να αυξηθεί από 54,4 % του ΑΕγχΠ το 2016 σε 55,3 % του ΑΕγχΠ το 2017 και να μειωθεί σε 52,1 % έως το 2020. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές είναι ευνοϊκό.

(6)

Στις 12 Ιουλίου 2016 το Συμβούλιο συνέστησε στην Πολωνία να επιτύχει, για το 2017, ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης του 0,5 % του ΑΕγχΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2017, υπάρχει κίνδυνος μερικής απόκλισης από την εν λόγω συνιστώμενη προσαρμογή το 2017.

(7)

Το 2018, με βάση τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, αναμένεται περαιτέρω προσαρμογή της Πολωνίας για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου της για διαρθρωτικό έλλειμμα 1 % του ΑΕγχΠ. Σύμφωνα με τον από κοινού συμφωνηθέντα πίνακα προσαρμογής στο πλαίσιο του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η εν λόγω προσαρμογή μεταφράζεται σε απαίτηση για ονομαστικό ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών (4) που δεν θα υπερβαίνει το 3,7 % το 2018. Θα αντιστοιχεί σε διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης του 0,5 % του ΑΕγχΠ. Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή το 2018. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι η Πολωνία πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει περαιτέρω μέτρα το 2017 και ότι θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα το 2018 για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ωστόσο, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, η αξιολόγηση των δημοσιονομικών προγραμμάτων και των αποτελεσμάτων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό ισοζύγιο του κράτους μέλους βάσει των κυκλικών συνθηκών. Όπως υπενθυμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο 2017, που συνοδεύει τις εν λόγω ανά χώρα συστάσεις, στην αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2018 θα πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη ο στόχος επίτευξης δημοσιονομικού προσανατολισμού που να συμβάλλει στην ενίσχυση της εν εξελίξει ανάκαμψης και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών της Πολωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο σημειώνει ότι η Επιτροπή προτίθεται να διενεργήσει συνολική αξιολόγηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97, ιδίως με βάση την κυκλική κατάσταση της Πολωνίας.

(8)

Η έκθεση του 2017 διαπιστώνει ότι σημειώθηκε κάποια πρόοδος στη βελτίωση της είσπραξης των φόρων, δεδομένου ότι η Πολωνία προέβη σε σειρά μεταρρυθμίσεων που έχουν ως στόχο να καταστεί το φορολογικό σύστημα αυστηρότερο. Ο πλήρης αντίκτυπος των εν λόγω μεταρρυθμίσεων στην είσπραξη των φόρων και στο κόστος της φορολογικής συμμόρφωσης θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Αντίθετα, η Πολωνία δεν έχει σημειώσει καμία πρόοδο όσον αφορά τον περιορισμό της εκτενούς χρήσης μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ, οι οποίοι έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στα έσοδα από τον ΦΠΑ και δεν συνιστούν αποτελεσματικό μέσο κοινωνικής πολιτικής.

(9)

Η Πολωνία είναι αντιμέτωπη με πιέσεις στις δαπάνες σε διάφορους τομείς, ιδίως σε όσους συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού. Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν μηχανισμοί για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των δημόσιων δαπανών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανακατανομή των πόρων. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση ανήγγειλε σχέδια για την ενίσχυση της διαδικασίας του προϋπολογισμού, ιδίως όσον αφορά το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο και την ενσωμάτωση της επανεξέτασης των δαπανών στη δημοσιονομική διαδικασία. Η Πολωνία είναι το μόνο κράτος μέλος που δεν διαθέτει ούτε σχεδιάζει να δημιουργήσει ένα πλήρως ανεξάρτητο δημοσιονομικό συμβούλιο, μολονότι διαθέτει ανεξάρτητους δημοσιονομικούς θεσμούς που καλύπτουν ορισμένα από τα καθήκοντά του.

(10)

Η μείωση του πληθυσμού που είναι σε ηλικία εργασίας στην Πολωνία αναμένεται να περιορίσει το δυναμικό ανάπτυξης τις επόμενες δεκαετίες. Οι επιδόσεις της πολωνικής αγοράς εργασίας υπήρξαν ιδιαίτερα υψηλές τα τελευταία έτη. Τα ποσοστά απασχόλησης εξακολούθησαν να αυξάνονται, αλλά μερικά πρόσφατα μέτρα πολιτικής ενδέχεται να μειώσουν τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, ιδίως των γυναικών, των ατόμων με χαμηλή ειδίκευση και των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας. Η μείωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης στα τέλη του 2017 αναμένεται να ενθαρρύνει την έξοδο από την αγορά εργασίας ορισμένων εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας. Το πολωνικό σύστημα κοινωνικής προστασίας παρέχει περιορισμένα μόνο κίνητρα για την ανάληψη εργασίας. Το νέο επίδομα τέκνου αναμένεται να μειώσει τη φτώχεια και την ανισότητα, αλλά μπορεί επίσης να έχει αρνητικές συνέπειες στη συμμετοχή των γονέων στην αγορά εργασίας, κυρίως των γυναικών. Το ύψος του επιδόματος τέκνου και τα περιορισμένα εισοδηματικά κριτήρια αντισταθμίζουν τα κίνητρα για εργασία που είναι ενσωματωμένα σε άλλες κοινωνικές παροχές. Από τον Σεπτέμβριο του 2016 έπαψε να ισχύει η υποχρέωση να παρακολουθούν προσχολική εκπαίδευση τα παιδιά ηλικίας πέντε ετών και η εγγραφή σε επίσημες δομές παιδικής φροντίδας για παιδιά κάτω των τριών ετών εξακολουθεί να είναι μεταξύ των χαμηλότερων στην Ένωση. Παρά τα μέτρα που ελήφθησαν, ο κατακερματισμός της αγοράς εργασίας εξακολουθεί να είναι υψηλός, με αρνητικές συνέπειες στην παραγωγικότητα και τη συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου. Εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια στην ευρύτερη χρήση των μόνιμων συμβάσεων. Η επιτροπή κωδικοποίησης εκπονεί νέα σχέδια κωδίκων για τις ατομικές και τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Είναι μια ευκαιρία να αντιμετωπιστούν τα εν λόγω εμπόδια.

(11)

Η μέση πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης αυξήθηκε τα τελευταία έτη, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλή. Η αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης είναι καθοριστικής σημασίας για την οικονομική μεγέθυνση, την επάρκεια των μελλοντικών συντάξεων και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος. Ωστόσο, η πρόσφατη απόφαση να μειωθεί η νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης στα 60 έτη για τις γυναίκες και στα 65 για τους άνδρες κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση και μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης. Το δαπανηρό ειδικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για τους αγρότες (KRUS) είναι ένας άλλος λόγος για τη χαμηλή κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και την αφανή ανεργία στον τομέα της γεωργίας.

(12)

Το εκπαιδευτικό σύστημα έχει βελτιωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών: οι βασικές δεξιότητες των παιδιών ηλικίας 15 ετών υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο όρο της Ένωσης και το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου είναι ένα από τα χαμηλότερα στην Ένωση. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ακόμη περιθώριο να βελτιωθεί ο τρόπος με τον οποίο οι μαθητές εφοδιάζονται με δεξιότητες που είναι κατάλληλες για την ταχέως μεταβαλλόμενη αγορά εργασίας. Οι επικείμενες αλλαγές όσον αφορά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θέτουν σημαντικές οργανωτικές προκλήσεις και μειώνουν τη χρονική διάρκεια της γενικής εκπαίδευσης, και ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ισότητα στην εκπαίδευση. Έχουν επίσης εξαγγελθεί πρόσθετες αλλαγές για την προσαρμογή της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, αλλά δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί εάν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις υφιστάμενες αδυναμίες. Η κυβέρνηση έχει δρομολογήσει διαβουλεύσεις για τη μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης του τομέα και τη σύνδεσή του με την αγορά εργασίας. Στην Πολωνία υπάρχει ανεπαρκής συμμετοχή στην εκπαίδευση ενηλίκων και το μέσο επίπεδο των βασικών δεξιοτήτων των ενηλίκων μεγαλύτερης ηλικίας είναι χαμηλό, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η απασχολησιμότητά τους.

(13)

Οι αδυναμίες στον χωροταξικό σχεδιασμό αυξάνουν τον διοικητικό φόρτο που συνδέεται με την ανάγκη για οικοδομικές άδειες. Τα σχέδια χρήσης γης καλύπτουν περιορισμένο τμήμα της πολωνικής επικράτειας και είναι συχνά χαμηλής ποιότητας. Σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν σχέδια, οι άδειες χορηγούνται με βάση ειδικές διοικητικές αποφάσεις για ανάπτυξη της γης, οι οποίες δημιουργούν κινδύνους και αβεβαιότητα για τους επενδυτές. Το σχέδιο του Κώδικα Κατασκευών έχει ως στόχο την ενοποίηση των διαδικασιών χωροταξικού σχεδιασμού και την ελάφρυνση του διοικητικού φόρτου για τους επενδυτές. Η μεταρρύθμιση προσφέρει την ευκαιρία να βελτιωθεί η κατάσταση, ανάλογα με την τελική μορφή του νόμου και την εφαρμογή του.

(14)