ISSN 1977-0901

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

59ό έτος
15 Ιανουαρίου 2016


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

 

ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

510η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 16ης και 17ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015

2016/C 013/01

Ψήφισμα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την παρούσα προσφυγική κρίση

1

 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

510η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 16ης και 17ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015

2016/C 013/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η εμπειρία της Small Business Act στις ΗΠΑ και στην ΕΕ: βέλτιστες πρακτικές για καινοτόμες ενέργειες των ΜΜΕ (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

2

2016/C 013/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι οικογενειακές επιχειρήσεις στην Ευρώπη ως πηγές νέας οικονομικής ανάπτυξης και καλύτερων θέσεων εργασίας (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

8

2016/C 013/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προς την ηλ υγεία — Ψηφιακές πληροφορίες για την ασφαλή χρήση των φαρμάκων (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

14

2016/C 013/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις: αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

19

2016/C 013/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η οικονομία για το κοινό καλό: ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο με στόχο την κοινωνική συνοχή (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

26

2016/C 013/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η κοινοτική μέθοδος για την επίτευξη μιας δημοκρατικής και κοινωνικής ΟΝΕ (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

33

2016/C 013/08

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Αρχές για αποτελεσματικά και αξιόπιστα συστήματα κοινωνικών παροχών (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

40

2016/C 013/09

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Επικύρωση των δεξιοτήτων και των προσόντων που αποκτώνται μέσω της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης — Η πρακτική συμβολή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

49

2016/C 013/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Βελτίωση των επιδόσεων των εθνικών συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

57

2016/C 013/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ — Η αντιμετώπιση των ανησυχιών των επιχειρήσεων και της κοινωνίας πολιτών (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

63

2016/C 013/12

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προοπτικές για μακροπρόθεσμη, έξυπνη και βιώσιμη ανάπτυξη της ευρωπαϊκής υπεράκτιας βιομηχανίας και οι σχέσεις της με τις βιομηχανίες θαλάσσης της ΕΕ (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

73

2016/C 013/13

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι κλάδοι της δημιουργίας και του πολιτισμού — ένα ευρωπαϊκό πλεονέκτημα στον παγκόσμιο ανταγωνισμό (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

83

2016/C 013/14

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης — Πρόχειρα μέτρα ή πρώτα δείγματα ανάκαμψης; (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

89

2016/C 013/15

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η σημασία του εμπορίου γεωργικών προϊόντων για τη μελλοντική ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας στην ΕΕ στο πλαίσιο της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

97

2016/C 013/16

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Κοινωνική καινοτομία, δικτύωση και ψηφιακή επικοινωνία (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

104

2016/C 013/17

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Κοινωνικό ντάμπινγκ στον τομέα της ευρωπαϊκής πολιτικής αεροπορίας (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

110

2016/C 013/18

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Κυβερνοακτιβισμός και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

116

2016/C 013/19

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Αναθεώρηση της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ–Μεξικού (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

121

2016/C 013/20

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Γεωργία, αγροτικές περιοχές και βιώσιμη ανάπτυξη στις χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

128

2016/C 013/21

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Για ένα πρότυπο της ΔΟΕ κατά της βίας λόγω φύλου στον χώρο εργασίας (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

138

2016/C 013/22

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις (πρόσθετη γνωμοδότηση)

145

2016/C 013/23

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οικοδόμηση ενός χρηματοπιστωτικού οικοσυστήματος για τις κοινωνικές επιχειρήσεις (διερευνητική γνωμοδότηση)

152

2016/C 013/24

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι επιπτώσεις της ψηφιοποίησης στον κλάδο των υπηρεσιών και στην απασχόληση σε σχέση με τις βιομηχανικές μεταλλαγές (διερευνητική γνωμοδότηση)

161

2016/C 013/25

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ολοκληρωμένη πολιτική αερομεταφορών της ΕΕ (διερευνητική γνωμοδότηση)

169

2016/C 013/26

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Εσωτερική αγορά διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών: κοινωνικό ντάμπινγκ και ενδομεταφορές (διερευνητική γνωμοδότηση)

176

2016/C 013/27

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τις δυνατότητες της Συνθήκης της Λισαβόνας και Δυνητικές εξελίξεις και προσαρμογές της τρέχουσας θεσμικής δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης

183


 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

510η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 16ης και 17ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015

2016/C 013/28

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Βελτίωση της νομοθεσίας για καλύτερα αποτελέσματα — ένα θεματολόγιο της ΕΕ[COM(2015)215 final]

192

2016/C 013/29

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση ενωσιακού πλαισίου για τη συλλογή, διαχείριση και χρήση δεδομένων στον τομέα της αλιείας και τη στήριξη όσον αφορά τις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις για την κοινή αλιευτική πολιτική (αναδιατύπωση)[COM(2015) 294 final — 2015/0133 (COD)]

201

2016/C 013/30

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 όσον αφορά τη δυνατότητα των κρατών μελών να περιορίζουν ή να απαγορεύουν τη χρήση γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών στην επικράτειά τους (κυλιόμενο πρόγραμμα) [COM(2015) 177 final — 2015/0093 (COD)]

203


EL

 


I Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

510η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 16ης και 17ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015

15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/1


Ψήφισμα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την παρούσα προσφυγική κρίση

(2016/C 013/01)

Η ΕΟΚΕ ζητά άμεση, υπεύθυνη και συλλογική ευρωπαϊκή δράση για την αντιμετώπιση της μαζικής άφιξης προσφύγων

Η τρέχουσα απαράδεκτη κατάσταση των αιτούντων άσυλο καθιστά απαραίτητη μια στιβαρή στρατηγική σε επίπεδο ΕΕ, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, τους κοινωνικούς εταίρους και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς για την άμεση αντιμετώπιση των πολλαπλών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες.

Η συνεχιζόμενη ανθρωπιστική κρίση που βιώνουν τόσο πολλοί πρόσφυγες προκαλεί βαθιά ανησυχία στην ΕΟΚΕ, καθώς άνδρες, γυναίκες και παιδιά διακινδυνεύουν καθημερινά τη ζωή τους για να φθάσουν στην Ευρώπη. Η παρούσα προσφυγική κρίση έχει λάβει άνευ προηγουμένου διαστάσεις και πλήττει κατά τρόπο δυσανάλογο ορισμένα κράτη μέλη. Αυτή η δυσχερής κατάσταση απαιτεί από τα κράτη μέλη να επιδείξουν αλληλεγγύη, αφενός, προς τα άτομα που προσπαθούν να διαφύγουν από τον πόλεμο, τις διώξεις, τις συγκρούσεις και τη φτώχεια και, αφετέρου, μεταξύ τους. Η παροχή ασφαλούς εισόδου και η υποδοχή αποτελεί ευθύνη όλων των κρατών μελών και μέρος των θεμελιωδών μας αξιών.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την αλληλεγγύη και τη βαθιά λύπη της για την απώλεια ανθρώπινων ζωών και για τις σκληρές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες στην πορεία τους προς την ασφάλεια. Καλούμε τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ειδικά εκείνες που εκπροσωπούνται στην ΕΟΚΕ, να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για την υποδοχή και την ένταξη των προσφύγων. Η ΕΟΚΕ επικροτεί τη δέσμευση των ατόμων που εργάζονται στις τοπικές δημόσιες διοικήσεις και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, καθώς και των εθελοντών που δραστηριοποιούνται σε τοπικές πρωτοβουλίες σε όλη την Ευρώπη, να προσφέρουν βοήθεια σε όσους τη χρειάζονται.

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να ενεργήσει ως πραγματική Ένωση και να θεσπίσει ενοποιημένη νομοθεσία περί ασύλου, αρχίζοντας από την αναθεώρηση του κανονισμού του Δουβλίνου. Είναι καιρός πλέον οι κυβερνήσεις και οι πολιτικοί να ακολουθήσουν το παράδειγμα των πολιτών, των ενώσεων καθώς και πολλών δήμων που κινητοποιούνται περισσότερο και ταχύτερα από ό,τι οι κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της διότι το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη λάβει την απαιτούμενη απόφαση για το επείγον ζήτημα της ανθρωπιστικής κρίσης. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να πραγματοποιήσει έκτακτη σύνοδο πριν από το τέλος του μήνα, προκειμένου να συμφωνήσει σε συγκεκριμένα μέτρα και δράσεις, συμπεριλαμβανομένου και ενός συστήματος δίκαιης κατανομής.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την έντονη ανησυχία της για την υπονόμευση της συμφωνίας του Σένγκεν και της ελεύθερης κυκλοφορίας, δεδομένου ότι η τελευταία αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη επιτεύγματα προς όφελος των πολιτών της ΕΕ.

Είναι ζωτικής σημασίας να διατυπωθούν άμεσα μέτρα αντιμετώπισης των βαθύτερων αιτίων των σημερινών προσφυγικών ροών. Η ΕΕ οφείλει να συνεργαστεί με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης για τα ζητήματα αυτά. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά αυτή τη συνεργασία η οποία βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα. Τέλος, η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών στον διάλογο με τρίτες χώρες.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

510η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 16ης και 17ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015

15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/2


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η εμπειρία της “Small Business Act” στις ΗΠΑ και στην ΕΕ: “βέλτιστες πρακτικές” για καινοτόμες ενέργειες των ΜΜΕ»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/02)

Εισηγητής:

ο κ. Ullrich SCHRÖDER

Στις 10 Ιουλίου 2014, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού της κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να εκπονήσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Η εμπειρία της “Small Business Act” στις ΗΠΑ και στην ΕΕ: “βέλτιστες πρακτικές” για καινοτόμες ενέργειες των ΜΜΕ» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 14 Ιουλίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειάς της, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 207 ψήφους υπέρ και 6 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

Στην ΕΕ υπάρχουν περίπου 21 εκατομμύρια ΜΜΕ που απασχολούν περίπου 90 εκατομμύρια άτομα και δημιουργούν προστιθέμενη αξία άνω των 3 600 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Εκφραζόμενο κατ’ αυτό τον τρόπο, το 99 % του συνόλου των επιχειρήσεων είναι ΜΜΕ οι οποίες απασχολούν δύο στα τρία άτομα και δημιουργούν το 58 % της προστιθέμενης αξίας. Συνεπώς, απαιτείται μια ισχυρή «Πράξη για τις Μικρές Επιχειρήσεις» (Small Business Act — SBA).

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να διατυπώσει τις ακόλουθες συστάσεις όσον αφορά ορισμένα σημαντικά σημεία που σχετίζονται με την αναθεώρηση της SBA (Small Business Act) στην ΕΕ, με βάση την εμπειρία της πρωτοβουλίας «Small Business Administration» (Διοίκηση Μικρών Επιχειρήσεων) στις ΗΠΑ (η οποία έχει το ίδιο αρκτικόλεξο, SBA, αλλά εντελώς διαφορετική προσέγγιση).

1.1.    Η αναθεώρηση της SBA είναι αναγκαία

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε επισημάνει την πρόθεσή της να δημοσιεύσει σχετική αναθεώρηση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, η οποία όμως έχει πλέον αναβληθεί. Δεδομένου ότι υπάρχουν σημαντικοί τομείς που επιδέχονται βελτίωση (βλέπε κατωτέρω), ο κλάδος των ΜΜΕ αναμένει αναθεώρηση έπειτα από τις ακροάσεις: λόγω της ζωτικής σημασίας των ΜΜΕ, η αναθεώρηση αυτή θα πρέπει να δημοσιευθεί το συντομότερο δυνατό.

1.2.    Νομική κατάσταση και εκτέλεση

Η SBA πρέπει να αναβαθμιστεί προσλαμβάνοντας πιο δεσμευτική μορφή, με την υιοθέτηση μιας περισσότερο φιλόδοξης προσέγγισης. Το εν λόγω αίτημα είχε ήδη διατυπωθεί από την ΕΟΚΕ το 2008 και το 2011, χωρίς ωστόσο να υλοποιηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Πρέπει να προβλέπει περισσότερους νομοθετικούς μηχανισμούς, κατά περίπτωση, π.χ. όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, την αρχή «προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» (Think Small First), τις εκτιμήσεις αντικτύπου και τις δοκιμές των ΜΜΕ. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί στο επίπεδο τόσο της ΕΕ όσο και των κρατών μελών και να περιλαμβάνει την ανάθεση πιο ουσιαστικού ρόλου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια. Οι αρχές «προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» και «μόνον άπαξ» («Only Once») οφείλουν να συμπεριληφθούν στη διοργανική συμφωνία των οργάνων της ΕΕ για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

1.3.    Πολιτική θέση

Στην ΕΕ, η SBA κατέχει υποδεέστερη πολιτική θέση από ό,τι στις ΗΠΑ. Με σκοπό την ενίσχυση της θέσης της στην ΕΕ, η ΕΟΚΕ συνιστά τα εξής:

τη διοργάνωση ετήσιου ειδικού συμβουλίου ανταγωνιστικότητας για τις ΜΜΕ και την SBA σε επίπεδο ΕΕ, σύμφωνα με τη σύσταση που διατυπώθηκε από την ΕΟΚΕ σε γνωμοδότησή της (1) του 2011,

Η ομάδα υψηλού επιπέδου «Ανταγωνιστικότητα και Μεγέθυνση» του Συμβουλίου θα πρέπει να επανεξετάζει την πρόοδο όσον αφορά τις εθνικές δράσεις για την υλοποίηση των προτεραιοτήτων της SBA και να διερευνά το ενδεχόμενο πρόσθετων μέτρων σε επίπεδο ΕΕ. Τα πορίσματά της θα πρέπει να διαβιβάζονται στο ετήσιο συμβούλιο ανταγωνιστικότητας για τις ΜΜΕ και την SBA,

το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εθνικών Εκπροσώπων των ΜΜΕ θα πρέπει να αναβαθμιστεί, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συμμετοχή των γενικών διευθυντών των Υπουργείων Οικονομίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, θα μπορούσε να επιτευχθεί ισχυρότερος και καλύτερος συντονισμός μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών.

1.4.    Διακυβέρνηση και αποτελεσματικότητα

1.4.1.

Πρέπει να προβλέπεται η εκπόνηση ετήσιας έκθεσης της ΕΕ για την εφαρμογή της SBA, στην οποία θα περιλαμβάνεται και μια έκθεση βάσει στοιχείων σχετικά με τη διαχείριση της SBA εκ μέρους της Επιτροπής και σχετικά με τη λειτουργία των επιμέρους προγραμμάτων.

1.4.2.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο θα πρέπει να ενθαρρυνθεί να δημοσιεύει τακτικές εκθέσεις σχετικά με τη λειτουργία των προγραμμάτων και των μέτρων που αφορούν τις ΜΜΕ, ακριβώς όπως πράττει το εξωτερικό Γραφείο Κυβερνητικής Λογοδοσίας (Government Accountability Office — GAO) των ΗΠΑ σχετικά με την αμερικανική SBA (Small Business Administration). Μια ανεξάρτητη υπηρεσία εντός της Επιτροπής θα πρέπει να ασχοληθεί με την εσωτερική διακυβέρνηση, με βάση το πρότυπο του «Office of Inspector General» (Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή) στο πλαίσιο της Small Business Administration στις ΗΠΑ.

1.4.3.

Η SBA δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία παρά μόνον εάν δημιουργηθεί μια εταιρική σχέση πολυεπίπεδης διακυβέρνησης (με τους κοινωνικούς εταίρους και με τους δημόσιους και ιδιωτικούς ενδιαφερόμενους φορείς). Ως εκ τούτου, η συμβουλευτική ομάδα για την SBA (βλέπε σημείο 4.3.4) —η σύσταση της οποίας είχε προγραμματιστεί για το 2011, αλλά εντέλει ποτέ δεν υλοποιήθηκε— θα πρέπει να αρχίσει να λειτουργεί και να ζητείται η γνώμη της κατά το στάδιο που προηγείται της λήψης αποφάσεων.

1.4.4.

Το σύστημα των εθνικών και τοπικών σχεδίων υλοποίησης της πρωτοβουλίας SBA (βλέπε σημείο 4.3.3) χρειάζεται να βελτιωθεί και να συμπληρωθεί με τη συστηματική χρήση πινάκων αποτελεσμάτων.

Καθορισμός στόχων

Συνιστάται να αυξηθεί η χρήση ενδεικτικών στόχων με μέλημα τη μεγιστοποίηση της συμμετοχής των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις, καθώς και δεσμευτικών στόχων όσον αφορά προγράμματα Ε&Α (τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο). Με τη χρήση ενός τέτοιου μηχανισμού καθορισμού στόχων, τα επίπεδα συμμετοχής θα μπορούσαν να αυξηθούν με την πάροδο των ετών.

Ετήσια διάσκεψη των ενδιαφερόμενων φορέων στον τομέα των μικρών επιχειρήσεων

Στις ΗΠΑ και στην ΕΕ υπάρχει σημαντική τεχνογνωσία και πείρα όσον αφορά τις πολιτικές και τα προγράμματα για τις ΜΜΕ, ωστόσο δεν διοργανώνονται διαρθρωτικές και τακτικές συναντήσεις με τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών. Θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη η εναλλακτική διοργάνωση, μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ, ετήσιας διάσκεψης επί του θέματος βασισμένης στα υφιστάμενα βέλτιστα παραδείγματα. Στη διάσκεψη αυτή θα πρέπει να προβλεφθεί η συμμετοχή ενδιαφερόμενων μερών και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού: πολιτικών και διοικήσεων, απεσταλμένων του Δικτύου Εθνικών Εκπροσώπων των ΜΜΕ και οργανώσεων μικρών επιχειρήσεων. Λόγω των περιορισμένων προϋπολογισμών που διαθέτουν οι οργανώσεις μικρών επιχειρήσεων, η συμμετοχή εκπροσώπων τους στη διάσκεψη θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο αποζημίωσης. Κάθε χρόνο, παράλληλα με τις γενικές συζητήσεις, θα μπορούσε να συζητείται και ένα πιο εξειδικευμένο θέμα: χρηματοδότηση, καινοτομία, το εμπόριο (συμπεριλαμβανομένης της TTIP), γυναικεία επιχειρηματικότητα κ.λπ.

2.   Εισαγωγή και στόχοι της γνωμοδότησης

2.1.

Στόχος: σύγκριση των εκτεταμένων προσεγγίσεων και δράσεων για τις ΜΜΕ μεταξύ των δύο SBA: της «Διοίκησης Μικρών Επιχειρήσεων» (Small Business Administration) στις ΗΠΑ και της πρωτοβουλίας «Πράξη για τις Μικρές Επιχειρήσεις» (Small Business Act) στην ΕΕ.

Το πολιτικό και το επιχειρηματικό περιβάλλον στις ΗΠΑ και στην ΕΕ παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, ενώ σε αμφότερες τις περιοχές εφαρμόζονται πολλά μέτρα για τις ΜΜΕ, σε εθνικό και σε τοπικό επίπεδο, πέραν των μέτρων SBA (2).

2.2.

Επομένως, τα συμπεράσματα της παρούσας γνωμοδότησης (βλέπε κεφάλαιο 1) δεν προβαίνουν σε σύγκριση των ειδικών προγραμμάτων των δύο SBA, αλλά εστιάζονται σε πιθανές βελτιώσεις όσον αφορά τη νομική και πολιτική θέση, τη διακυβέρνηση και τη χρήση των στόχων της SBA της ΕΕ.

3.   Small Business Administration (Διοίκηση Μικρών Επιχειρήσεων) των ΗΠΑ

3.1.

Η Small Business Administration (SBA) στις ΗΠΑ αποτελεί μια ανεξάρτητη κυβερνητική υπηρεσία η οποία παρέχει ομοσπονδιακή στήριξη σε μικρές επιχειρήσεις. Δημιουργήθηκε από τον πρόεδρο Eisenhower το 1953, μετά την υιοθέτηση της Small Business Act. Αποστολή της είναι να παρέχει συμβουλές και συνδρομή στις μικρές επιχειρήσεις, καθώς και να μεριμνά για την προστασία των συμφερόντων τους. Ο προϋπολογισμός της για το 2013 ανήλθε περίπου σε 1 δισεκατομμύριο δολάρια ΗΠΑ (εξαιρουμένου του προϋπολογισμού για μη επιχειρηματικές δραστηριότητες). Ορισμένα από τα μέτρα που υιοθετεί η Small Business Administration στις ΗΠΑ είναι νομικά δεσμευτικά. Η SBA διαθέτει γραφεία σε κάθε πολιτεία των ΗΠΑ, καθώς και δίκτυο 1 000 τοπικών κέντρων. Ο πρόεδρος Obama προώθησε τον γενικό διευθυντή της SBA συμπεριλαμβάνοντάς τον μεταξύ των μελών του ιδιαίτερου γραφείου του.

3.2.

Η SBA έχει υιοθετήσει έναν σύνθετο ορισμό για τη μικρή επιχείρηση, η οποία προσδιορίζεται ως μία οντότητα υπό βασικά ανεξάρτητη ιδιοκτησία και λειτουργία που οργανώνεται με σκοπό το κέρδος. Ανάλογα με τον κλάδο, το προϊόν ή την υπηρεσία, το πρότυπο όσον αφορά το μέγεθος μιας επιχείρησης βασίζεται στον αριθμό των εργαζομένων ή στον όγκο των πωλήσεων. Όσον αφορά τον αριθμό των εργαζομένων, ο μέγιστος αριθμός τους κυμαίνεται από περίπου 100 έως 1 500.

3.3.

Επισκόπηση των δραστηριοτήτων και των προγραμμάτων (3) της Small Business Administration (Διοίκηση Μικρών Επιχειρήσεων) των ΗΠΑ

3.3.1.

Χρηματοδότηση: δάνεια και κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου

3.3.1.1.

Η SBA παρέχει εγγυήσεις για μικρές επιχειρήσεις που δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πιστώσεις από άλλους φορείς. Εν γένει, τα εν λόγω δάνεια χορηγούνται από τους εταίρους της SBA (τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) και η SBA εγγυάται τα δάνεια αυτά.

Το πρόγραμμα μικροδανειοδότησης (Microloan Programme) απευθύνεται σε νεοσυσταθείσες επιχειρήσεις και σε επιχειρήσεις που βρίσκονται στα αρχικά στάδια της λειτουργίας τους. Τα άμεσα δάνεια («express loans») έχουν ως στόχο την ανταπόκριση εντός διαστήματος 36 ωρών. Το πρόγραμμα δανείων για την αντιμετώπιση «θεομηνιών» (Disaster Loan Programme) χορηγεί δάνεια σε μικρές επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από κάποια φυσική καταστροφή εντός διαστήματος 45 ημερών.

3.3.1.2.

Το πρόγραμμα Small Business Investment Company (SBIC — Εταιρείες επενδύσεων σε μικρές επιχειρήσεις) ενισχύει την πρόσβαση των μικρών επιχειρήσεων σε κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου.

3.3.2.

Small Business Contracting Programs (προγράμματα σύναψης συμβάσεων για τις μικρές επιχειρήσεις)

3.3.2.1.

Χάρη σε διάφορα προγράμματα εργολαβίας, πολλές μικρές επιχειρήσεις (που ανήκουν σε κοινωνικά ή οικονομικά μειονεκτούντα άτομα ή που δραστηριοποιούνται σε υποβαθμισμένες περιοχές) μπορούν να ανταγωνιστούν μόνον παρόμοιες επιχειρήσεις στο πλαίσιο σημαντικών δημοσίων συμβάσεων.

Θεσπίζονται ετήσιοι στόχοι σχετικά με τη συνολική κυβερνητική συμμετοχή σε ομοσπονδιακές δημόσιες συμβάσεις προμηθειών που ανατίθενται σε μικρές επιχειρήσεις με διαφοροποιημένους επιμέρους στόχους για τα διάφορα μεμονωμένα τμήματα και τις υπηρεσίες. Ο συνολικός στόχος ανέρχεται επί του παρόντος σε ποσοστό τουλάχιστον 23 % της συνολικής αξίας των ομοσπονδιακών συμβάσεων κύριας εργολαβίας. Στην ΕΕ, το ποσοστό είναι υψηλότερο και ανέρχεται σε 29 %, αλλά καλύπτει επίσης τις συμβάσεις των τοπικών και περιφερειακών αρχών. Μελλοντικά, ο στόχος των ΗΠΑ ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω.

3.3.3.

Προγράμματα Ε&Α: στρατηγική για την αύξηση της συμμετοχής των ΜΜΕ με την ενίσχυση των στόχων

3.3.3.1.

Το πρόγραμμα Small Business Innovation Research (SBIR — πρόγραμμα για την προώθηση της έρευνας στον τομέα της καινοτομίας για τις μικρές επιχειρήσεις) έχει ως στόχο την αύξηση της συμμετοχής των μικρών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας σε δραστηριότητες Ε&Α, στο πλαίσιο ομοσπονδιακών τμημάτων με προϋπολογισμό τουλάχιστον 100 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Ένα ποσοστό αυτού του προϋπολογισμού για δραστηριότητες Ε&Α πρέπει να χρησιμοποιείται για την προώθηση της συμμετοχής μικρών επιχειρήσεων: αρχικά, το 1983, το ποσοστό αυτό ανερχόταν σε 0,2 % και αυξήθηκε σταθερά, φτάνοντας το 2013 στο 2,7 % (νέος στόχος της τάξεως του 3,2 % για το 2017).

3.3.3.2.

Το πρόγραμμα Small Business Technology Transfer (STTR — πρόγραμμα μεταφοράς τεχνολογίας για τις μικρές επιχειρήσεις) προβλέπει χρηματοδότηση δραστηριοτήτων έρευνας σε ομοσπονδιακή κλίμακα, τις οποίες έχουν αναλάβει από κοινού μια μικρή εταιρεία και ένας μη κερδοσκοπικός ερευνητικός οργανισμός: το 2013 το ποσοστό ανερχόταν σε 0,35 % και το 2016 προβλέπεται να αυξηθεί σε 0,45 %.

3.3.4.

Entrepreneurial Development Programs (προγράμματα επιχειρηματικής ανάπτυξης)

Με αυτά τα προγράμματα παρέχεται κατάρτιση σε μικρές επιχειρήσεις σε 1 000 κέντρα. Η οργάνωση SCORE συγκεντρώνει 50 ανεξάρτητους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς με τη συμμετοχή 13 000 εθελοντών.

3.3.5.

Office of International Trade (Γραφείο Διεθνούς Εμπορίου)

Το εν λόγω Γραφείο παρέχει εξαγωγική υποστήριξη και οι δραστηριότητές του περιλαμβάνουν τη χορήγηση άμεσων δανείων («express loans») —εντός διαστήματος 36 ωρών— και επιχορηγήσεων για τη συμμετοχή σε εκθέσεις στο εξωτερικό, τεκμηρίωση και οπτικοακουστικό υλικό.

3.3.6.

Ειδικά Γραφεία

Αποστολή του Γραφείου του Γενικού Επιθεωρητή (Office of the Inspector General) είναι η βελτίωση της διαχείρισης και της αποτελεσματικότητας της SBA, η καταπολέμηση της απάτης στο πλαίσιο των προγραμμάτων και η επανεξέταση της ισχύουσας ή της προτεινόμενης νομοθεσίας. Πρόκειται για ανεξάρτητο γραφείο εντός της SBA, το οποίο διευθύνει ο γενικός επιθεωρητής.

Το Γραφείο Υποστήριξης (Office of Advocacy) έχει αναλάβει τον ρόλο του ανεξάρτητου εκπροσώπου των μικρών επιχειρήσεων εντός της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η αποστολή του συνίσταται στην ενθάρρυνση πολιτικών που υποστηρίζουν τις μικρές επιχειρήσεις, παρεμβαίνοντας στις ρυθμιστικές διαδικασίες των ομοσπονδιακών υπηρεσιών και αναλύοντας τις επιπτώσεις των ομοσπονδιακών κανονιστικών ρυθμίσεων για τις μικρές επιχειρήσεις.

4.   Εξελικτική πορεία της ΕΕ: από τον Χάρτη για τις Μικρές Επιχειρήσεις στη Small Business Act (Πράξη για τις Μικρές Επιχειρήσεις)  (4)

4.1.    Ευρωπαϊκός Χάρτης για τις Μικρές Επιχειρήσεις — 2000

Ο εν λόγω Χάρτης εγκρίθηκε από τους ηγέτες της ΕΕ το 2000. Αποτέλεσε μια εθελοντική δέσμευση των κρατών μελών να βελτιώσουν το επιχειρηματικό περιβάλλον για τις μικρές επιχειρήσεις τόσο στα κράτη μέλη όσο και σε επίπεδο ΕΕ, χωρίς καμία νομική ισχύ. Ο Χάρτης προοριζόταν ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις που απασχολούσαν λιγότερους από 50 εργαζόμενους.

4.2.    Η «Small Business Act» της ΕΕ (SBA-EU) — 2008

4.2.1.

Η Επιτροπή μελέτησε την προσέγγιση της SBA στις ΗΠΑ και δημοσίευσε το 2008 την ανακοίνωση με τίτλο «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις — Μια “Small Business Act” για την Ευρώπη» (5), που απευθύνεται σε μεγαλύτερη ομάδα-στόχο (σε ΜΜΕ που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζόμενους).

Διατυπώθηκε περιορισμένος αριθμός νέων νομοθετικών προτάσεων.

Το μεγαλύτερο μέρος της SBA αφορά ένα νέο πλαίσιο πολιτικής, το οποίο ενσωματώνει τις υφιστάμενες πολιτικές για τις επιχειρήσεις και θεμελιώνεται στον Χάρτη για τις Μικρές Επιχειρήσεις.

4.2.2.

Καθορίστηκαν δέκα αρχές για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικών για τις ΜΜΕ, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο, όσον αφορά τα εξής: επιχειρηματικό περιβάλλον, επιχειρηματικότητα, «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» (Think Small First), δημόσιες συμβάσεις, συντομότερες προθεσμίες πληρωμής, βελτίωση της ενιαίας αγοράς, δεξιότητες και καινοτομία.

4.2.3.

Το 2008 η ΕΟΚΕ (6) πρότεινε μια πιο φιλόδοξη «Small Business Act» (SBA), παραπέμποντας στη «Small Business Administration» των ΗΠΑ.

4.2.4.

Στις βασικές συστάσεις της Επιτροπής περιλαμβάνονται οι ακόλουθες:

να θεσπιστεί μια δεσμευτική νομική πράξη που θα διέπει την αρχή «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις»,

να συγκροτηθεί μια «επιτροπή SBA» με τη συμμετοχή εκπροσώπων από τα κράτη μέλη και τις ευρωπαϊκές αντιπροσωπευτικές επιχειρηματικές ενώσεις,

να οριστεί εθνικός «εκπρόσωπος των ΜΜΕ» σε κάθε κράτος μέλος.

Δυστυχώς, οι δύο πρώτες συστάσεις δεν τέθηκαν σε εφαρμογή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

4.3.    Ανασκόπηση της πρωτοβουλίας «Small Business Act» (Πράξη για τις Μικρές Επιχειρήσεις) της ΕΕ (2011)

4.3.1.

Το 2011 η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση με τίτλο «Ανασκόπηση της πρωτοβουλίας “Small Business Act” για την Ευρώπη» (7). Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έχει σημειωθεί πρόοδος, αλλά πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες.

4.3.2.

Σχετικά με τις εξελίξεις στα κράτη μέλη, η Επιτροπή είναι λιγότερο θετική σχετικά με τα εξής:

τη μείωση του διοικητικού φόρτου και την εφαρμογή εθνικών «τεστ ΜΜΕ»,

την προώθηση του ευρωπαϊκού κώδικα βέλτιστων πρακτικών,

την απλούστευση των διαδικασιών πτώχευσης.

4.3.3.

Στην ανασκόπηση της Small Business Act προτείνονται δράσεις για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης στους ακόλουθους τομείς: νομοθεσία, χρηματοδότηση, πρόσβαση στην αγορά, επιχειρηματικότητα, δημιουργία θέσεων εργασίας και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη (συμπεριλαμβανομένης της γυναικείας επιχειρηματικότητας και μιας πρωτοβουλίας για την κοινωνική επιχειρηματικότητα).

4.3.4.

Οι στρατηγικές βελτιώσεις αφορούν την ενίσχυση της διακυβέρνησης:

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να δημοσιεύει γενικές ετήσιες εκθέσεις για τα επιμέρους κράτη μέλη σύμφωνα με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020»· η πρόοδος ως προς την εφαρμογή της SBA αποτελεί μέρος αυτής της άσκησης.

Η συμβουλευτική ομάδα για την SBA —η σύσταση της οποίας είχε προγραμματιστεί για το 2011, αλλά εντέλει ποτέ δεν υλοποιήθηκε— θα πρέπει να αρχίσει να λειτουργεί και να ζητείται η γνώμη της κατά το στάδιο που προηγείται της λήψης αποφάσεων.

Συγκροτήθηκε το Δίκτυο Εκπροσώπων των ΜΜΕ (SME Envoy Network), στο οποίο συμμετέχουν ο «εκπρόσωπος ΜΜΕ» της Επιτροπής και οι αντίστοιχοι εθνικοί «εκπρόσωποι ΜΜΕ». Με αυτό το δίκτυο θα πρέπει να δημιουργηθεί άμεση σχέση μεταξύ της Επιτροπής, των εθνικών διοικήσεων και των εθνικών οργανώσεων επιχειρήσεων.

Θα πρέπει να καταρτιστούν εθνικά σχέδια υλοποίησης της πρωτοβουλίας SBA, υποστηριζόμενα από έναν ισχυρό μηχανισμό παρακολούθησης και σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη και τις επιχειρηματικές οργανώσεις. (Ωστόσο, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η εν λόγω επιδίωξη δεν υλοποιείται κατά τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο.)

4.3.5.

Το 2011 (8) η ΕΟΚΕ αναγνώρισε ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις ΜΜΕ.

Στα βασικά συμπεράσματα της ΕΟΚΕ περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η SBA θα πρέπει να λάβει πιο δεσμευτική μορφή.

Η SBA δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία παρά μόνον εάν δημιουργηθεί μια εταιρική σχέση πολυεπίπεδης διακυβέρνησης (με τους κοινωνικούς εταίρους και με τους δημόσιους και ιδιωτικούς ενδιαφερόμενους φορείς).

Ο ουσιαστικός ρόλος των ενδιάμεσων οργανισμών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι παρέχουν εξατομικευμένες υπηρεσίες, έχει παραμεληθεί.

Η ΕΟΚΕ καλεί το Συμβούλιο να καθιερώσει ένα ετήσιο ειδικό συμβούλιο ανταγωνιστικότητας για τις ΜΜΕ, τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και την SBA.

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι εν λόγω συστάσεις δεν τέθηκαν σε εφαρμογή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

4.4.    Δημόσια διαβούλευση σχετικά με την SBA — 2014

4.4.1.

Τον Σεπτέμβριο του 2014 η Επιτροπή δρομολόγησε διαβούλευση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αναθεωρηθεί η SBA με τίτλο «Μια ισχυρή ευρωπαϊκή πολιτική για τη στήριξη των ΜΜΕ και των επιχειρηματιών κατά την περίοδο 2015-2020».

4.4.2.

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η SBA δεν έχει εφαρμοστεί πλήρως σε πολλά κράτη μέλη.

Οι προτεινόμενοι τομείς προτεραιότητας είναι οι εξής:

μείωση του διοικητικού φόρτου,

πρόσβαση στη χρηματοδότηση και στις αγορές,

επιχειρηματικό πνεύμα και δυναμικό καινοτομίας,

ενίσχυση της ανάπτυξης δεξιοτήτων (νέος τομέας).

4.4.3.

Τον Απρίλιο του 2015 η Επιτροπή δημοσίευσε έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα. Αρχικά είχε προγραμματισθεί η υποβολή πρότασης για την αναθεώρηση της SBA κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, η οποία όμως αναβλήθηκε έως το 2016. Οι ευρωπαϊκές επιχειρηματικές οργανώσεις εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για την αναβολή αυτή και απηύθυναν έκκληση για την ανάληψη δράσης εντός του 2015.

Βρυξέλλες, 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  ΕΕ C 376 της 22.12.2011, σ. 51.

(2)  Μια ευρύτερη σύγκριση των μέτρων υπέρ των ΜΜΕ θα ήταν υπερβολικά περίπλοκη για την παρούσα γνωμοδότηση.

(3)  Αυτή συνιστά μια ευρεία επισκόπηση των δραστηριοτήτων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Για περισσότερες λεπτομέρειες, μπορείτε να συμβουλευτείτε τον δικτυακό τόπο www.sba.gov ή την έκθεση του Αμερικανικού Κογκρέσου του 2013 με θέμα «Small Business Administration, A Primer on Programmes» στον ιστότοπο www.crs.gov Μια επισκόπηση των προγραμμάτων της πρωτοβουλίας «Small Business Administration» (SBA) περιέχεται στην έκθεση της Υπηρεσίας Λογοδοσίας της κυβέρνησης των ΗΠΑ (Governmental Accountability Office — GAO), GAO-12-819, με τίτλο Entrepreneurial Assistance (Συνδρομή προς τις επιχειρήσεις) στον ιστότοπο www.gao.gov

(4)  Κατωτέρω παρατίθεται συνοπτική παρουσίαση των εξελίξεων στο πλαίσιο της SBA. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε το επεξηγηματικό έγγραφο που είναι διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο της ΕΟΚΕ.

(5)  COM(2008) 394 final.

(6)  ΕΕ C 182 της 4.8.2009, σ. 30.

(7)  COM(2011) 78 final.

(8)  ΕΕ C 376 της 22.12.2011, σ. 51.


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/8


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οι οικογενειακές επιχειρήσεις στην Ευρώπη ως πηγές νέας οικονομικής ανάπτυξης και καλύτερων θέσεων εργασίας»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/03)

Εισηγητής:

ο κ. Jan KLIMEK

Στις 22 Ιανουαρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

«Οι οικογενειακές επιχειρήσεις στην Ευρώπη ως πηγές νέας οικονομικής ανάπτυξης και καλύτερων θέσεων εργασίας»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 14 Ιουλίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειας, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 110 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά πολλών οικονομιών στον κόσμο και αυξάνονται με εντυπωσιακό ρυθμό. Αποτελούν πηγή οικονομικής ανάπτυξης και δίδουν ιδιαίτερη προσοχή σε περιφερειακούς και τοπικούς παράγοντες. Υπάρχουν μεν διαφορετικοί λόγοι για τη συγκρότηση οικογενειακής επιχείρησης, κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των επιχειρήσεων ωστόσο αποτελεί ένα φυσικό σύστημα αξιών, η βούληση για αφοσίωση και αυτοθυσία καθώς και αίσθημα ευθύνης απέναντι σε όσους συγκρότησαν την επιχείρηση και όσους αναλαμβάνουν τα ηνία της. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις είναι ικανότερες να αντιμετωπίσουν δύσκολες περιόδους ύφεσης και στασιμότητας, ενώ ένας από τους κύριους λόγους της ανθεκτικότητά τους είναι το αίσθημα προσωπικής ευθύνης για την εικόνα της επιχείρησης.

1.2

Αναγνωρίζοντας τη μοναδική αξία των οικογενειακών επιχειρήσεων, και σύμφωνα με τη Small Business Act που ορίζει πως «Η ΕΕ και τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν περιβάλλον όπου οι επιχειρηματίες και οι οικογενειακές επιχειρήσεις να μπορούν να προοδεύσουν και στο οποίο η επιχειρηματικότητα ανταμείβεται» (1), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υιοθετήσει μία ενεργή στρατηγική που θα προωθεί τις καλύτερες πρακτικές για τις οικογενειακές επιχειρήσεις στα κράτη μέλη.

1.3

Ένα επιπρόσθετο βήμα θα ήταν να αναληφθεί δράση για τη θέσπιση νομοθετικών πλαισίων και κανονισμών για τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Αυτό ο τύπος κανονισμών θα πρέπει να παραθέτει ορισμό των οικογενειακών επιχειρήσεων και να ορίζει τους τομείς παρέμβασης της Επιτροπής, καθώς και τους νομοθετικούς, οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς που είναι αρμόδιοι για την υλοποίηση των μέτρων.

1.4

Όσον αφορά συγκεκριμένα μέτρα, η ΕΟΚΕ ζητεί:

να συμπεριληφθεί κατηγορία οικογενειακών επιχειρήσεων στις ευρωπαϊκές στατιστικές (Eurostat) ώστε να συλλέγονται κατά τρόπο αποτελεσματικό δεδομένα για τις οικογενειακές επιχειρήσεις από τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες·

να βελτιωθεί η νομοθεσία για τη μεταβίβαση οικογενειακών επιχειρήσεων από τη μια γενεά στην επόμενη, ιδίως από φορολογική σκοπιά, προκειμένου να μειωθεί η έκθεση αυτών των επιχειρήσεων σε προβλήματα ρευστότητας·

να προωθηθεί το κλίμα οικογενειακής οργάνωσης, που βασίζεται πρωτίστως στη μακροπρόθεσμη απασχόληση·

να προαχθεί η καινοτομία μεταξύ των οικογενειακών επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων μέσω καινοτόμων δημοσίων συμβάσεων·

να αναπτυχθεί η εκπαίδευση και να προαχθεί η έρευνα στον τομέα της οικογενειακής επιχειρηματικότητας·

να υποστηριχθούν οι οικογενειακές εκμεταλλεύσεις και να αναπτυχθεί εκ νέου η συνεταιριστική επιχειρηματικότητα, ιδίως το είδος που συγκεντρώνει οικογενειακές επιχειρήσεις·

να θεσπιστούν φορολογικές ελαφρύνσεις για τα κέρδη που επανεπενδύονται και να δοθούν ευκαιρίες στις οικογενειακές επιχειρήσεις να αυξήσουν το κεφάλαιό τους χωρίς να εκχωρούν δικαιώματα ψήφου·

να υπάρξει ενεργή συνεργασία σε επίπεδο ΕΕ με τις οργανώσεις που εκπροσωπούν οικογενειακές επιχειρήσεις, π.χ. στο πλαίσιο μόνιμης ομάδας εμπειρογνωμόνων.

2.   Εισαγωγή

2.1

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις αποτελούν πάνω από 60 % του συνόλου των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, τόσο μικρών όσο μεγάλων, και απασχολούν μεταξύ 40 % και 50 % του συνόλου των εργαζομένων (2). Στη συντριπτική πλειονότητα των οικονομιών κυριαρχούν οι πολύ μικρές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οπότε η πλειονότητα των οικογενειακών επιχειρήσεων ανήκει επίσης σε αυτόν τον τομέα.

2.2

Τα κυριότερα πλεονεκτήματα των οικογενειακών επιχειρήσεων είναι ο μακροπρόθεσμος ορίζοντας των δραστηριοτήτων τους, οι συγκεκριμένες αξίες τους, που δημιουργούν μιαν εντελώς ιδιαίτερη οργανωτική νοοτροπία, και η δέσμευσή τους έναντι της τοπικής κοινότητας. Η μοναδική τους νοοτροπία βασίζεται στις αξίες που προωθούν οι οικογενειακοί φορείς, όπως το υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης στην επιχείρηση και η υψηλή ποιότητα των προσφερόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών.

2.3

Η μακροπρόθεσμη προοπτική των οικογενειακών επιχειρήσεων συνεπάγεται δημιουργία μακροχρόνιων δεσμών με τα ενδιαφερόμενα μέρη (εργαζομένους, πελάτες, προμηθευτές και τοπικές κοινότητες).

2.4

Η οικογενειακή επιχείρηση χαρακτηρίζεται επίσης από την πρόθεση μεταβίβασής της στην επόμενη γενιά και από τη φροντίδα και την υπευθυνότητα με την οποία αντιμετωπίζει τους υπαλλήλους της. Το στοιχείο αυτό ενισχύει ακόμη περισσότερο την ευθύνη της οικογενειακής επιχείρησης, όπου οι σχέσεις οικοδομούνται με βάση την εμπιστοσύνη.

2.5

Όσον αφορά την επίτευξη των στόχων τους, οι οικογενειακές επιχειρήσεις αφιερώνουν τα περισσότερα από τα κέρδη τους στην οικοδόμηση μιας σταθερής, ανεξάρτητης και καινοτόμου επιχείρησης, χρησιμοποιώντας το δικό τους κεφάλαιο και προσπαθώντας προπαντός να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους από τη μεταβίβασή της στις επόμενες γενιές. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις αναπτύσσονται κατά τρόπο πιο ισορροπημένο προκειμένου να επιτύχουν τους μακροπρόθεσμους (πολυγενεακούς) στόχους τους.

3.   Ορισμός της οικογενειακής επιχείρησης

3.1

Υπάρχει γενικά η αποδοχή ότι οι οικογενειακές επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται με βάση τρεις κύκλους: την οικογένεια, την επιχείρηση και την ιδιοκτησιακή δομή (3). Η επιρροή της οικογένειας στους δύο άλλους κύκλους καθορίζει τον οικογενειακό χαρακτήρα της επιχείρησης. Η ύπαρξη αυτής της επιρροής σημαίνει ότι οι οικογενειακές επιχειρήσεις είναι πιο περίπλοκες από τις μη οικογενειακές και, ως εκ τούτου, χρήζουν της κατάλληλης αντιμετώπισης.

3.2

Σε ορισμένα κράτη μέλη υπάρχουν ειδικές νομικές διατάξεις για τις οικογενειακές επιχειρήσεις:

στην Ισπανία (Υπουργείο Οικονομίας) και στη Φινλανδία (Υπουργείο Εμπορίου), η οικογενειακή επιχείρηση ορίζεται σε επίπεδο υπουργείων·

ορισμός των οικογενειακών επιχειρήσεων υφίσταται επίσης στην Ιταλία (Αστικός κώδικας) και στη Ρουμανία·

στην Ουγγαρία, υπάρχει ορισμός της αγροτικής οικογενειακής επιχείρησης·

στη Δανία, υπάρχει νομοθεσία σχετικά με την απασχόληση νέων σε οικογενειακές επιχειρήσεις (Arbejdsmiljølovgivningens anvendelse for elever i erhvervspraktik, οδηγία αριθ. 60106 της 1.2.1998)·

στην Αυστρία, ομοσπονδιακός νόμος καθορίζει ευέλικτο ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων από μέλη της οικογένειας (Ladenöffnungszeitenverordnung), ενώ οι οικογενειακές επιχειρήσεις ορίζονται στο περιφερειακό δίκαιο για τη γεωργία·

στη Λιθουανία, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε γνωμοδότηση, σύμφωνα με την οποία μια επιχείρηση που έχει συσταθεί κατά τη διάρκεια του γάμου θεωρείται οικογενειακή επιχείρηση·

στη Βουλγαρία και τη Σλοβακία, η οικογενειακή συνιδιοκτησία λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση της αυτοαπασχόλησης·

στη Μάλτα οι σχετικές εργασίες είναι σε εξέλιξη και προβλέπεται για πρώτη φορά παγκοσμίως η θέσπιση νόμου για τις οικογενειακές επιχειρήσεις (Family Business Act).

3.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί πως θα ήταν χρήσιμο να δρομολογηθεί νομοθετική διαδικασία με σκοπό την εισαγωγή κατηγορίας οικογενειακής επιχείρησης στα μητρώα οικονομικής δραστηριότητας σε όλα τα κράτη μέλη.

3.4

Στην έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής για τις οικογενειακές επιχειρήσεις, συνιστάται η υιοθέτηση του ακόλουθου ορισμού της οικογενειακής επιχείρησης:

η πλειοψηφία των δικαιωμάτων λήψης αποφάσεων ανήκει στο φυσικό πρόσωπο (ή πρόσωπα) που ίδρυσε την επιχείρηση ή είναι κύριος του εταιρικού κεφαλαίου της ή στον/στη σύζυγό του, στους γονείς του, στα τέκνα του ή στους άμεσους κληρονόμους των τέκνων του·

η πλειοψηφία των δικαιωμάτων λήψης αποφάσεων μπορεί να είναι είτε άμεση είτε έμμεση·

τουλάχιστον ένας εκπρόσωπος της οικογένειας ή των συγγενών συμμετέχει επίσημα στη διαχείριση ή στη διοίκηση της επιχείρησης·

οι εισηγμένες εταιρείες πληρούν τον ορισμό τις οικογενειακής επιχείρησης εάν το άτομο που σύστησε ή απέκτησε την εταιρεία (μετοχικό κεφάλαιο) ή η οικογένεια ή οι απόγονοί του κατέχουν 25 % των δικαιωμάτων λήψης απόφασης βάσει του μετοχικού κεφαλαίου.

3.5

Ωστόσο, ο ανωτέρω ορισμός είναι υπερβολικά ευρύς. Θα πρέπει να περιοριστεί κατά τρόπον ώστε να τονίζει τον οικογενειακό χαρακτήρα της επιχείρησης, και ιδίως τους πολυγενεακούς σκοπούς των εργασιών της.

3.6

Η υιοθέτηση του ορισμού αυτού από τις ευρωπαϊκές χώρες θα επέτρεπε τη συλλογή ποσοτικών δεδομένων, τα οποία στη συνέχεια, σε συγκεντρωτική μορφή, θα επέτρεπαν την εξαγωγή στατιστικών στοιχείων για αυτές τις επιχειρηματικές μονάδες. Αυτά τα στοιχεία θα συνέβαλλαν στην ανάλυση των οικογενειακών επιχειρήσεων στα νέα κράτη μέλη, όπου αυτές οι επιχειρήσεις επιτελούν βασικό ρόλο. Το καθήκον αυτό θα μπορούσε να ανατεθεί στη Eurostat, τη στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.7

Σε εθνικό επίπεδο, καταβάλλονται προσπάθειες για την ποσοτικοποίηση των οικογενειακών επιχειρήσεων. Στην Ιρλανδία, για παράδειγμα, η εθνική στατιστική υπηρεσία εξέδωσε δελτίο με τίτλο «Family Business in Ireland — Services Sector 2005» (Η οικογενειακή επιχείρηση στην Ιρλανδία — Τομέας των υπηρεσιών 2005). Η ομοσπονδία European Family Businesses, από την πλευρά της, εκδίδει σε συνεργασία με την εταιρεία συμβούλων KPMG ένα ευρωπαϊκό βαρόμετρο των οικογενειακών επιχειρήσεων. Στην Πολωνία, διενεργήθηκε μια ολοκληρωμένη, ποσοτική και ποιοτική μελέτη το 2008 από τον κρατικό Πολωνικό Οργανισμό Ανάπτυξης της Επιχειρηματικότητας.

3.8

Η συμμετοχή της Eurostat θα συνέβαλλε στην επίτευξη δύο σημαντικών στόχων: της ενοποίησης του ορισμού της οικογενειακής επιχείρησης και, βάσει αυτού, της συλλογής στατιστικών δεδομένων για αυτές τις επιχειρηματικές μονάδες.

4.   Προκλήσεις για τις οικογενειακές επιχειρήσεις

4.1

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οικογενειακές επιχειρήσεις μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: εκείνες που αφορούν όλες τις επιχειρήσεις και εκείνες που αφορούν ειδικά τις οικογενειακές. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν την οικονομική συγκυρία μιας δεδομένης χώρας, όπως η εσωτερική ζήτηση, η δημογραφία και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται στη δεύτερη κατηγορία, δηλαδή στις ειδικές προκλήσεις των οικογενειακών επιχειρήσεων που προσδιορίζουν την ανάπτυξη και τη μεγέθυνσή τους.

4.2

Η ιδιοκτησία μιας οικογενειακής επιχείρησης δεν συνίσταται σε ρευστά περιουσιακά στοιχεία, αλλά σε ό,τι η οικογένεια χτίζει και αναπτύσσει σε βάθος γενεών και όπου περιλαμβάνονται αξίες, παραδόσεις και τεχνογνωσία (4). Κατά συνέπεια, η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας μιας επιχείρησης στην επόμενη γενεά αποτελεί τη σοβαρότερη πρόκληση για αυτές τις επιχειρήσεις.

4.2.1

Ένα σημαντικό βήμα που πρέπει να αναλάβουν οι οικογενειακές επιχειρήσεις φαίνεται να είναι ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός της διαδοχής, καθώς η πρόθεση των ιδιοκτητών τους είναι να τις μεταβιβάσουν σε καλή κατάσταση στην επόμενη γενεά.

4.2.2

Κάθε χρόνο αντιμετωπίζουν αυτήν την πρόκληση περίπου 450 000 επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν περί τα 2 εκατ. εργαζομένους. Λόγω ανεπιτυχούς κληρονομικής διαδοχής κλείνουν ετησίως 150 000 επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα την απώλεια 600 000 θέσεων εργασίας (5).

4.2.3

Σε σχέση με τον σχεδιασμό της κληρονομικής διαδοχής, θα πρέπει να αναλυθούν οι κυριότερες αιτίες αποτυχίας αυτής της διαδικασίας και να υποστηριχθούν μέτρα για τη διευκόλυνση της μεταβίβασης των επιχειρήσεων, π.χ. μέσω του κληρονομικού δικαίου ή φορολογικών κινήτρων που ενθαρρύνουν τις μεταβιβάσεις.

4.2.4

Το εύρος και η κλίμακα των διαφόρων προσεγγίσεων της φορολόγησης της κληρονομιάς και του πλούτου ανά την Ευρώπη αποδεικνύουν ότι υπάρχει μεγάλο πεδίο βελτίωσης όσον αφορά τη ρύθμιση του εν λόγω τομέα (6).

4.2.5

Μπορεί να αναφερθεί ως παράδειγμα μία λύση που εφαρμόζουν σε σχέση με τη μεταβίβαση των επιχειρήσεων οι Κάτω Χώρες, όπου το Υπουργείο Οικονομίας έχει καθιερώσει την αποκαλούμενη «δέσμη μέτρων περί κληροδότησης» (Overdrachtspakket). Κάθε επιχειρηματίας που συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας του λαμβάνει τη δέσμη αυτή, στην οποία υπενθυμίζεται η σπουδαιότητα του σχεδιασμού της μεταβίβασης της επιχείρησής του και εκτίθεται μια σειρά εργαλείων που διευκολύνουν αυτή τη διαδικασία. Στο Βέλγιο, το Ινστιτούτο Οικογενειακών Επιχειρήσεων (Instituut voor het Familiebedrijf) έχει εκδώσει χάρτη για την κληρονομική διαδοχή, ο οποίος είναι διαθέσιμος σε τρεις γλώσσες: στα ολλανδικά (Scorecard Opvolging), στα γαλλικά (Scorecard Transmission) και στα αγγλικά (Succession Scorecard). Άλλα παραδείγματα είναι η Σλοβενία, όπου το Επιμελητήριο Βιοτεχνίας και Μικρών Επιχειρήσεων (Obrtno-podjetniška Zbornica Slovenije) προσφέρει σεμινάρια και κατάρτιση για όλα τα θέματα που συνδέονται με τη διαδοχή, και η Φινλανδία, η οποία διαθέτει ειδικό σχετικό πρόγραμμα (ViestinVaihto-ohjelma). Στην Αυστρία υπάρχει νόμος για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης (Fortbetrieb) από μέλος της οικογένειας σε περίπτωση θανάτου του διευθυντή της (Gesamte Rechtsvorschrift für Gewerbeordnung, 1994). Παρόμοια λύση υπάρχει στη Γαλλία (loi sur les successions et les libéralités) και στο Λουξεμβούργο. Ο πολωνικός οργανισμός επιχειρηματικής ανάπτυξης, σε συνεργασία με το ινστιτούτο οικογενειακών επιχειρήσεων, προετοίμασε δέσμη ρυθμίσεων για τη διαδοχή στις οικογενειακές επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτής, στις οικογενειακές επιχειρήσεις παρέχεται οδηγός διαδοχής, δωρεάν εργαλεία στήριξης της διαδικασίας και δωρεάν εργαστήρια υλοποίησης.

4.3

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις προσπαθούν να δημιουργούν μακροχρόνια απασχόληση που συμβάλλει στη δημιουργία οργανωτικού κλίματος με βάση την οικογένεια. Συνεπώς, οι οικογενειακές επιχειρήσεις αποτελούν ελκυστικούς εργοδότες για μητέρες που αναθρέφουν παιδιά, για παράδειγμα. Θα πρέπει να παρέχεται στήριξη στο περιβάλλον οργάνωσης που βασίζεται στην οικογένεια, πράγμα που θα δώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε αυτές τις επιχειρήσεις.

4.4

Οι σύζυγοι ή σύντροφοι των ιδιοκτητών επιχειρήσεων συχνά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις οικογενειακές επιχειρήσεις, παρότι, για διαφορετικούς λόγους, δεν έχουν επίσημο καθεστώς. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε νομικές και χρηματοοικονομικές δυσκολίες, για παράδειγμα σε περίπτωση τερματισμού της σχέσης. Η παροχή πιο επίσημου καθεστώτος σε αυτά τα άτομα, καθώς και στα άλλα μέλη της οικογένειας που συμμετέχουν ατύπως στις δραστηριότητες της επιχείρησης, θα συνέβαλλε στην αποφυγή δυσκολιών σε περίπτωση οικογενειακών προβλημάτων.

4.5

Όσον αφορά την καινοτομία στις οικογενειακές επιχειρήσεις, αυτές θα πρέπει να επικεντρώνονται όχι μόνο στις παραδοσιακές αγορές και προϊόντα, αλλά και σε νέες καινοτόμες λύσεις.

4.5.1

Η καινοτομία στις οικογενειακές επιχειρήσεις μπορεί να υποστηριχθεί μέσω καινοτόμου συστήματος δημοσίων συμβάσεων όπου η τιμή δεν θα αποτελεί το μόνο κριτήριο επιλογής υποψηφίου. Χαρακτηριστικό των οικογενειακών επιχειρήσεων είναι ότι ανταγωνίζονται με βάση την υψηλή ποιότητα και τις υπηρεσίες προς τον πελάτη, οι οποίες εξασφαλίζονται μεταξύ άλλων από το οικογενειακό σήμα (συχνά το όνομα του ιδιοκτήτη ή της οικογένειάς του). Κατά συνέπεια, οι οικογενειακές επιχειρήσεις τείνουν να μην υποβάλλουν προσφορές για δημόσιες συμβάσεις όπου η τιμή αποτελεί το μόνο κριτήριο επιλογής. Προτείνεται η προώθηση των αξιών της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς (7) ως κριτηρίου επιλογής και η διάδοση αυτών των πληροφοριών στις οικογενειακές επιχειρήσεις.

4.6

Η παγκοσμιοποίηση αναγκάζει τις επιχειρήσεις να ανοιχθούν προς νέες αγορές, τεχνολογίες και δεξιότητες. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις πρέπει να λαμβάνουν αυτά τα δεδομένα υπόψη στις αναπτυξιακές τους στρατηγικές. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να προσλαμβάνουν νέους υπαλλήλους, ακόμη και σε διευθυντικές θέσεις.

4.7

Στο επίπεδο των κρατών μελών, θα πρέπει να εκτιμηθεί ο ρόλος που διαδραματίζουν οι οικογενειακές επιχειρήσεις στην οικονομία της κάθε χώρας και, εν συνεχεία, να αναπτυχθούν ευνοϊκές συνθήκες λειτουργίας αυτών στα πεδία της φορολογίας, της νομοθεσίας που διέπει τις οικονομικές δραστηριότητες (χωρίς να αποκλείεται ένας νόμος για τις οικογενειακές επιχειρήσεις) και της προώθησης της κατάρτισης για τους ιδιοκτήτες οικογενειακών επιχειρήσεων. Αυτό το είδος της κατάρτισης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των οικογενειακών επιχειρήσεων, όπως είναι η διαδοχή, η οικογενειακή εποπτεία κ.λπ.

4.8

Παραδείγματα ειδικής εκπαίδευσης για τους ιδιοκτήτες οικογενειακών επιχειρήσεων δίδουν χώρες όπως η Κύπρος (ακαδημαϊκό πρόγραμμα για τις οικογενειακές επιχειρήσεις στο Cyprus International Institute of Management), η Γαλλία (Master 2 professionnel: Gouvernance des entreprises familiales et patrimoniales — M2 GEF στο Πανεπιστήμιο του Μπορντώ) ή η Φινλανδία με το πρόγραμμα Omistajuus ja hallitustyöskentely — valmennusohjelma jatkajille (Ιδιοκτησιακή δομή και εργασία στη διοίκηση της επιχείρησης — Πρόγραμμα κατάρτισης των διαδόχων) (8). Οι οργανώσεις υποστήριξης των οικογενειακών επιχειρήσεων διοργανώνουν επίσης μαθήματα για τους ιδιοκτήτες τέτοιων επιχειρήσεων, όπως το ακαδημαϊκό πρόγραμμα του διεθνούς δικτύου οικογενειακών επιχειρήσεων FBN (Family Business Network), το οποίο διοργανώνεται από το σουηδικό παράρτημα του δικτύου, ή τα προγράμματα κατάρτισης που διοργανώνει το ισπανικό Instituto de la Empresa Familiar (Ινστιτούτο Οικογενειακής Επιχείρησης), για παράδειγμα.

4.9

Η αναγνώριση του ρόλου των οικογενειακών επιχειρήσεων στις οικονομίες των κρατών μελών και η υποστήριξή τους θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάκαμψη της οικογενειακής βιοτεχνικής παράδοσης. Σημαντικό μέρος των μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων συγκροτούν βιοτεχνικές ενώσεις, με μέλημα την εξασφάλιση της συνέχισης των βιοτεχνιών. Είναι κατά συνέπεια σημαντική η στήριξη αυτής της δραστηριότητας.

4.10

Οι μικρότερες οικογενειακές επιχειρήσεις εκτίθενται σε κινδύνους που ενδέχεται να οδηγήσουν στην εξαφάνισή τους από την αγορά. Θα πρέπει συνεπώς να τους παρασχεθεί κατάλληλη νομική και φορολογική στήριξη, ώστε να στηριχθεί η περαιτέρω ανάπτυξή τους. Παράλληλα, θα μπορούσε να παρασχεθεί στις μεγάλες διεθνείς οικογενειακές επιχειρήσεις θεσμική συνδρομή και μέτρα στήριξης των τοπικών προμηθευτών και οικονομιών.

4.11

Ένα ιδιαίτερο είδος οικογενειακής επιχείρησης αποτελεί η οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση. Πέραν των τυπικών δυσκολιών που χαρακτηρίζουν κάθε οικογενειακή επιχείρηση, οι εκμεταλλεύσεις αυτές αντιμετωπίζουν επίσης προκλήσεις που αφορούν ειδικά τις αγροτικές περιοχές.

4.11.1

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το πρόβλημα της αρπαγής γης, που οδηγεί σε μη αναστρέψιμη διατάραξη της οικονομικής δομής των αγροτικών περιοχών και στην κοινωνικά ανεπιθύμητη βιομηχανοποίηση της γεωργίας. Στη γνωμοδότησή της τον Ιανουάριο του 2015 (9), η ΕΟΚΕ ζήτησε τη λήψη κατάλληλων μέτρων για τη διατήρηση σε όλη την ΕΕ ενός αγροτικού μοντέλου που να βασίζεται στις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις.

4.11.2

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις συγκροτούν συχνά συνεταιρισμούς για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς του στην αγορά (10). Η συνεταιριστική επιχειρηματικότητα παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά με την οικογενειακή επιχειρηματικότητα, με άλλα λόγια επικεντρώνεται σε μακροπρόθεσμες δραστηριότητες αντί του βραχυπρόθεσμου κέρδους. Ωστόσο, τελευταία οι συνεταιρισμοί έχουν χάσει την αρχική τους δυναμικότητα, ενώ ορισμένοι έχουν καταρρεύσει, για αυτό απαιτούνται μέτρα για την αναζωογόνηση της δραστηριότητας.

4.12.

Ο όρος «υπομονετικό κεφάλαιο» (11) χρησιμοποιείται σε σχέση με τη μακροπρόθεσμη συγκέντρωση κεφαλαίου για την ανάπτυξη οικογενειακής επιχείρησης. Κατά τη μεταβίβαση, η οικογενειακή επιχείρηση παραδίδει το κεφάλαιο, καθώς και την κοινωνική και πολιτιστική της διάσταση και ο αγοραστής επενδύει ή αγοράζει την επιχείρηση μαζί με την πολυγενεακή της γνώση, την (οικογενειακή της) νοοτροπία και την προσήλωση στην (τοπική) κοινότητα.

4.12.1

Στο πλαίσιο του ορισμού των υπομονετικών κεφαλαίων, είναι σκόπιμο να εξεταστεί το ενδεχόμενο καθιέρωσης ελαφρύνσεων για τα επανεπενδυόμενα κέρδη. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο απαλλαγών για τις οικογενειακές (και όχι μόνο) επιχειρήσεις που επανεπενδύουν τα κέρδη τους και προτιμούν, εξάλλου, να αναπτυχθούν με ίδια και όχι με δανειακά κεφάλαια.

4.12.2

Σε περίπτωση χρεών, οι επιχειρήσεις έχουν το πρόσθετο κίνητρο της μείωσης των τόκων, με αποτέλεσμα το κόστος του χρέους να είναι στην πραγματικότητα μικρότερο, ενώ οι ελαφρύνσεις αυτές δεν εφαρμόζονται στα ίδια κεφάλαια.

4.12.3

Τα φορολογικά θέματα υπάγονται, βέβαια, στην αρμοδιότητα των επιμέρους κρατών μελών, αλλά η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να ενθαρρύνει τις ορθές πρακτικές όσον αφορά τις οικογενειακές επιχειρήσεις.

4.13

Θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί το ενδεχόμενο διοχέτευσης κεφαλαίων στις οικογενειακές επιχειρήσεις μέσω της δημιουργίας εθνικών ταμείων επιχειρηματικού κεφαλαίου αποκλειστικά για τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Η ιδιαιτερότητα αυτού του ταμείου θα ήταν η παροχή κεφαλαίου στις οικογενειακές επιχειρήσεις χωρίς να χορηγούνται στους παρόχους του κεφαλαίου δικαιώματα ψήφου, κατά το πρότυπο του Aksjeloven στη Νορβηγία ή του Ley de sociedades de responsabilidad limitada (νόμος για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης) στην Ισπανία.

4.14

Μέτρα υπέρ της οικογενειακής επιχειρηματικότητας θα μπορούσαν επίσης να υποστηριχθούν από τις εθνικές ή τοπικές οργανώσεις που δρουν εξ ονόματος των οικογενειακών επιχειρήσεων —π.χ. δημόσιες αρχές (υπουργεία), οργανώσεις εργοδοτών, εμπορικά επιμελητήρια κ.λπ.— και από υπερεθνικές οργανώσεις, σημαντικότερες από τις οποίες είναι η ομοσπονδία European Family Businesses, το δίκτυο FBN International και η ένωση Les Hénokiens.

4.14.1

Οι οργανώσεις αυτές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον συντονισμό του περιβάλλοντος των οικογενειακών επιχειρήσεων. Αποτελούν πλατφόρμα ανταλλαγής γνώσεων και εμπειριών μεταξύ των επιχειρηματιών και δημοσιεύουν εκθέσεις για τις οικογενειακές επιχειρήσεις, οι οποίες προάγουν τη σχετική γνώση. Οι οργανώσεις υποστήριξης των οικογενειακών επιχειρήσεων μπορούν, επίσης, να λειτουργούν ως ομάδες άσκησης πιέσεων για την υιοθέτηση συγκεκριμένων λύσεων.

Βρυξέλλες, 17 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  COM(2008) 394 final.

(2)  Τελική έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων «Overview of family-business-relevant issues: research, networks, policy measures and existing studies» (Επισκόπηση των ζητημάτων που σχετίζονται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις: έρευνα, δίκτυα, πολιτικά μέτρα και υφιστάμενες μελέτες), Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Νοέμβριος 2009.

(3)  Tagiuri R., Davis J.A., Bivalent Attributes of the Family Firm, Working paper, Harvard Business School, 1982.

(4)  COM(2012) 795 final — «Πρόγραμμα δράσης για την επιχειρηματικότητα 2020: Επιστροφή του επιχειρηματικού πνεύματος στην Ευρώπη».

(5)  «Business Dynamics: Start-ups, Business Transfers and Bankruptcy» (Επιχειρηματική δυναμική: Νεοσύστατες επιχειρήσεις, μεταβιβάσεις επιχειρήσεων και χρεωκοπία) (2011), http://ec.europa.eu/growth/smes/promoting-entrepreneurship/advice-opportunities/transfer-business/index_en.htm

(6)  COM(2012) 795 final.

(7)  SEC(2007) 280: Guide on dealing with innovative solutions in public procurement — 10 elements of good practice (Οδηγός για τη χρήση καινοτόμων λύσεων στις δημόσιες συμβάσεις, 10 στοιχεία ορθών πρακτικών).

(8)  Irene Mandl, Overview of Family Business relevant issues (Επισκόπηση των ζητημάτων που σχετίζονται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις), KMU Forschung Austria, 2008.

(9)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Αρπαγή γης — Σήμα κινδύνου για την Ευρώπη και απειλή για την οικογενειακή γεωργία» (EE C 242 της 23.7.2015, σ. 15).

(10)  Family farming in Europe: Challenges and prospects, In-depth analysis (Οικογενειακή γεωργία στην Ευρώπη: προκλήσεις και προοπτικές. Ανάλυση σε βάθος), Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 2014.

(11)  «Υπομονετικά κεφάλαια» είναι τα ίδια κεφάλαια που παρέχονται από ιδιοκτήτες οικογενειακών επιχειρήσεων, οι οποίοι επιζητούν να πετύχουν ισορροπία μεταξύ, αφενός, της τρέχουσας απόδοσης των επενδύσεων και, αφετέρου, μιας επαρκώς προσδιορισμένης μακροπρόθεσμης στρατηγικής της επιχείρησης και της εξασφάλισης της συνέχειας της οικογενειακής παράδοσης και κληρονομιάς. Πηγή: De Visscher F.M., Aronoff C.E., Ward J.L. (2011), Financing Transitions. Managing Capital and Liquidity in the Family Business, Palgrave Macmillan.


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/14


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Προς την ηλ υγεία — Ψηφιακές πληροφορίες για την ασφαλή χρήση των φαρμάκων»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/04)

Εισηγήτρια:

η κ. Renate HEINISCH

Στις 22 Ιανουαρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού της κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

«Προς την ηλ υγεία — Ψηφιακές πληροφορίες για την ασφαλή χρήση των φαρμάκων»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 14 Ιουλίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειας, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 212 ψήφους υπέρ και 6 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) στηρίζει τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δώσει μεγάλη προτεραιότητα στις λύσεις ηλ-υγείας στο πλαίσιο του ψηφιακού της θεματολογίου.

1.2.

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι όσοι αναζητούν ενημέρωση, οι ασθενείς και το ιατρικό προσωπικό έχουν υπογραμμίσει επανειλημμένα την ανάγκη για εκτενείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τα φάρμακα, καθώς και την ανάγκη για μια ενιαία ψηφιακή αγορά.

1.3.

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι αυτές οι πληροφορίες, που εγκρίνονται από τις αρμόδιες αρχές, πρέπει να είναι προσβάσιμες χωρίς φραγμούς και διακρίσεις και σε άτομα με προβλήματα όρασης, σε κωφούς ή σε άτομα με άλλα σωματικά προβλήματα υγείας Πρέπει να είναι δυνατή η προσαρμογή τους στις ανάγκες των μεμονωμένων πολιτών, ασθενών και του προσωπικού υγείας, ώστε να επιτυγχάνεται το επίπεδο που είναι απαραίτητο για την αποτελεσματικότερη και ασφαλέστερη δυνατή χρήση των φαρμάκων.

1.4.

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η ηλεκτρονική διάδοση πληροφοριών για προϊόντα τα οποία έχουν εγκριθεί από τις αρχές έγκρισης φαρμάκων θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω βελτίωση της πρόσβασης. Μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων με τεχνικές πληροφορίες και πληροφορίες για τη χρήση των φαρμάκων, που έχουν όλες εγκριθεί από υπηρεσίες υγείας (Summary of Product Characteristics, SmPC), δίνει τη δυνατότητα επικαιροποιημένης και στοχοθετημένης ενημέρωσης για τα φάρμακα.

1.5.

Η ΕΟΚΕ προτείνει να διατίθενται πληροφορίες στα άτομα με προβλήματα όρασης με τον καταλληλότερο δυνατό τρόπο, για παράδειγμα με τη χρήση γραμματοσειρών μεγαλύτερου μεγέθους ή με τη μορφή αρχείων ήχου. Επίσης, η επίδειξη της σωστής χρήσης ιατρικών βοηθημάτων (όπως τα σπρέι για το άσθμα) θα μπορούσε να διατίθεται με τη μορφή βίντεο ή, όταν πρόκειται για κωφούς, με βίντεο στη νοηματική. Η χρήση «απλουστευμένης γλώσσας» καθιστά επίσης δυνατή την περαιτέρω μείωση των φραγμών επικοινωνίας. Αυτές οι δυνατότητες επιτρέπουν σε ανθρώπους με μαθησιακές δυσκολίες να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες που τους αφορούν και να αντισταθμίζουν κατ’ αυτό τον τρόπο τις εκπαιδευτικές ελλείψεις.

1.6.

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει επιπλέον ότι η συγκέντρωση των πληροφοριών σε διαδικτυακή πύλη δημιουργεί μια αξιόπιστη και συνήθως εύκολα προσβάσιμη πηγή πληροφοριών που είναι εγκεκριμένες από τις αρχές και πληρούν τα κριτήρια προσβασιμότητας. Αυτό δίνει στους ασθενείς και στο προσωπικό υγείας τη δυνατότητα να συγκρίνουν με τις εγκεκριμένες βασικές πληροφορίες όλες εκείνες τις πληροφορίες που λαμβάνουν με άλλο τρόπο.

1.7.

Επιπλέον, για να εξασφαλιστεί η γενικευμένη χρηστική τους αξία, πρέπει η ανάπτυξη να γίνεται σε συνεργασία με χρήστες και σχεδιαστές ιστοσελίδων με πείρα στον τομέα της προσβασιμότητας. Προτείνεται να καταρτιστεί μια λύση ανεξάρτητη από τον παράγοντα της μορφής, προκειμένου να αφεθεί στους χρήστες η επιλογή της τερματικής συσκευής ανάκλησης πληροφοριών (επιτραπέζιος υπολογιστής, tablet, έξυπνο κινητό τηλέφωνο κ.λπ.) ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητές τους.

1.8.

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η βάση δεδομένων/η διαδικτυακή πύλη για τις αρμοδίως εγκεκριμένες πληροφορίες πρέπει να αναπτυχθεί με τη στενή συνεργασία όλων των σημαντικών παραγόντων, δηλαδή τόσο της φαρμακοβιομηχανίας όσο και των οργανώσεων ασθενών, των εκπροσώπων ατόμων με αναπηρία και του προσωπικού υγείας, η δε διαχείριση και χρηματοδότηση πρέπει να εναπόκειται στη φαρμακοβιομηχανία, προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

1.9.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να βρεθούν λύσεις με επίκεντρο τον χρήστη, προκειμένου να δοθεί δυνατότητα πρόσβασης στις πληροφορίες και σε ανθρώπους με περιορισμένη σχολική εκπαίδευση, καθώς και σε όσους δεν χρησιμοποιούν συχνά το διαδίκτυο.

1.10.

Η ηλεκτρονική πρόσβαση σε πληροφορίες θεωρείται βέβαια σημαντική, ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι γιατροί (ιδίως οι γενικοί γιατροί) και άλλοι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, όπως οι φαρμακοποιοί και οι νοσοκόμες, είναι τα πρώτα πρόσωπα επαφής των ασθενών όσον αφορά την παροχή συμβουλών για τις παθήσεις τους και τη θεραπεία που πρέπει να ακολουθήσουν.

1.11.

Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποστηρίξει την κοινή επιχείρηση για την πρωτοβουλία για τα καινοτόμα φάρμακα 2 (ΠΚΦ2) σχετικά με τις ηλεκτρονικές πληροφορίες των προϊόντων. Τα κράτη μέλη καλούνται να συμμετέχουν σε αυτή την πρωτοβουλία για τον συντονισμό των υφιστάμενων βάσεων δεδομένων.

2.   Εισαγωγή

2.1.

Το 2012 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε σχέδιο δράσης όπου επισημαίνονται τα εμπόδια στην πλήρη αξιοποίηση των ψηφιακών λύσεων στα συστήματα υγείας της Ευρώπης, με τον τίτλο «Σχέδιο δράσης για την ηλ-υγεία 2012-2020: καινοτομική υγειονομική περίθαλψη για τον 21ο αιώνα» (1).

2.2.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει ότι στόχος είναι η βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης προς όφελος των ασθενών, η παροχή μεγαλύτερου περιθωρίου στους ασθενείς να αποφασίζουν για τη θεραπεία τους και η μείωση των δαπανών. Ενώ οι ασθενείς, οι πολίτες και το προσωπικό υγείας χρησιμοποιούν με ενθουσιασμό τις εφαρμογές της τηλεϊατρικής και εκατομμύρια Ευρωπαίων κατεβάζουν εφαρμογές στα έξυπνα κινητά τους για να εξετάζουν την υγεία και την ευζωία τους, η ψηφιακή υγειονομική περίθαλψη έχει ακόμα μεγάλο δυναμικό προς ανάπτυξη προκειμένου να βελτιωθούν τα συστήματα υγείας και να περιοριστούν οι δαπάνες μέσω της αποδοτικότητας. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα θέματα προστασίας της προσωπικότητας και των προσωπικών δεδομένων.

2.3.

Ο ΠΟΥ ορίζει ως εξής την ηλ-υγεία, συμπεριλαμβανομένης της τηλεϊατρικής και της «κινητής» υγείας: ηλ-υγεία είναι η μεταφορά πόρων για την υγεία και υγειονομικής περίθαλψης με τη βοήθεια ηλεκτρονικών μέσων. Περιλαμβάνει τρεις κύριους τομείς:

τη διαβίβαση πληροφοριών για την υγεία μέσω διαδικτύου και τηλεπικοινωνιών, με αποδέκτες το προσωπικό υγείας και τους καταναλωτές,

την αξιοποίηση της ΤΠ και του ηλεκτρονικού εμπορίου για τη βελτίωση των δημοσίων συστημάτων υγείας, για παράδειγμα με την εκπαίδευση και εξάσκηση εργαζομένων στον χώρο της υγείας,

την αξιοποίηση πρακτικών ηλεκτρονικού εμπορίου και ηλεκτρονικού επιχειρείν στη διαχείριση των συστημάτων υγείας.

2.4.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε μια πράσινη βίβλο για την «κινητή» υγεία (2). Η «κινητή» υγεία (mHealth) είναι ένας τομέας της ηλ-υγείας και αφορά ιατρικές πρακτικές και πρακτικές στον τομέα της δημόσιας υγείας που υποστηρίζονται από κινητές συσκευές. Περιλαμβάνει ειδικότερα την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της κινητής επικοινωνίας για υπηρεσίες υγείας και ευζωίας και για σκοπούς πληροφόρησης, καθώς και κινητές εφαρμογές υγείας.

2.5.

Ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός ηλεκτρονικών πληροφοριών και εφαρμογών υγείας χρησιμοποιείται από ολοένα περισσότερους ανθρώπους κάθε ηλικίας.

2.6.

Όμως η ποιότητα αυτών των πηγών πληροφοριών παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις και κατά κανόνα οι μηχανές αναζήτησης δεν κάνουν διάκριση μεταξύ αξιόπιστων, επίσημα εγκεκριμένων και λιγότερο αξιόπιστων πηγών.

2.7.

Υπάρχει μια σειρά πιστοποιημένων συστημάτων πληροφοριών για το προσωπικό υγείας. Το προσωπικό υγείας —ιδίως οι οικογενειακοί γιατροί και οι φαρμακοποιοί— διαδραματίζει καίριο ρόλο στα συστήματα υγείας και οι υψηλής ποιότητας πληροφορίες είναι απολύτως απαραίτητες, αν επιθυμούμε να έχουμε καλά ενημερωμένο προσωπικό υγείας που να καλύπτει με επιτυχία τις ανάγκες του πληθυσμού της ΕΕ αναφορικά με την υγειονομική περίθαλψη.

2.8.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι ασθενείς χρειάζονται εξίσου εύκολη πρόσβαση σε αξιόπιστες πληροφορίες, προκειμένου να είναι σε θέση να οργανώσουν καλύτερα την υγειονομική τους περίθαλψη και να μπορούν να συμμετέχουν και οι ίδιοι, πράγμα που έχει επιπλέον ως αποτέλεσμα να ακολουθούν πιστότερα τη θεραπεία τους Λεπτομέρειες σχετικά με την απαιτούμενη εκπαίδευση και τη συμπερίληψη όλων των ομάδων (και των ηλικιωμένων και των ατόμων με αναπηρία) έχουν παρουσιαστεί ήδη σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις (3).

2.9.

Ο αυξανόμενος φόρτος εργασίας του προσωπικού υγείας και οι διάφορες δυνατότητες που έχουν οι ασθενείς ή οι πολίτες να συμμετέχουν σε οργανώσεις υγείας, για παράδειγμα σε εθνικές αρχές έγκρισης, σε επιτροπές του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ) και σε επιτροπές δεοντολογίας, απαιτούν εκτεταμένες γνώσεις.

2.10.

Μία δυνατότητα εκπαίδευσης προσφέρεται από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Ασθενών για Θεραπευτικές Καινοτομίες (European Patients’ Academy on Therapeutic Innovation, EUPATI). Η κοινοπραξία αυτή χρηματοδοτείται από την «πρωτοβουλία για καινοτόμα φάρμακα (ΠΚΦ)», που αποτελεί σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων (EFPIA).

2.11.

Η EUPATI είναι μια κοινοπραξία αποτελούμενη από 29 οργανώσεις, που διευθύνεται από το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Ασθενών (EPF). Είναι μοναδική στο είδος της, καθώς συγκεντρώνει πανευρωπαϊκές ενώσεις ασθενών, καθώς και ακαδημαϊκές ενώσεις και οργανισμούς κοινής ωφελείας που διακρίνονται ως ειδικοί στον τομέα της δημόσιας και της επικεντρωμένης στον ασθενή δράσης, αλλά και επιχειρήσεις που είναι μέλη της EFPIA. Η EUPATI ενημερώνει τους ασθενείς ως μη ειδήμονες, καθώς και τις δυσπρόσιτες ομάδες ασθενών, ευαισθητοποιώντας το κοινό για την ανάπτυξη νέων θεραπειών. Με τη βοήθεια της EUPATI μπορούν επίσης να διοργανωθούν μαθήματα κατάρτισης ή αντίστοιχα εκπαιδευτικά προγράμματα για την καλύτερη κατανόηση των πληροφοριών για τα φάρμακα.

2.12.

Ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ διαθέτουν ήδη ηλεκτρονικές πληροφορίες για φάρμακα. Την πιο ανεπτυγμένη βάση δεδομένων, FASS (4), διαχειρίζεται ο σουηδικός φαρμακευτικός όμιλος LIF, ενώ υπάρχουν και άλλες, για παράδειγμα στη Δανία, τη Γερμανία, τη Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά κανόνα, αυτές οι βάσεις δεδομένων δεν είναι πλήρως προσβάσιμες στα άτομα με προβλήματα όρασης ή δεν περιλαμβάνουν στοιχεία για το πλήρες φάσμα των φαρμάκων.

2.13.

Επιπλέον, μερικές από αυτές τις βάσεις δεδομένων δεν επικαιροποιούνται τακτικά.

2.14.

Οι αρχές έγκρισης φαρμάκων έχουν επιτρέψει συμπληρωματικά την προσθήκη κωδικών στις οδηγίες χρήσης που περιλαμβάνονται στη συσκευασία (QR Codes), παραπέμποντας στις αντίστοιχες οδηγίες χρήσης στην ιστοσελίδα της εκάστοτε εταιρείας. Και εδώ, η ανεμπόδιστη πρόσβαση σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι εξασφαλισμένη.

2.15.

Οι πρωτοβουλίες αυτές δείχνουν ότι εξακολουθεί να απαιτείται μια εναρμονισμένη προσέγγιση, προκειμένου να εξασφαλιστεί σε όλες τις κοινωνικές ομάδες πρόσβαση στις πληροφορίες διαμέσου αυτών των νέων τεχνολογιών.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.    Υποδομή

3.1.1.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί τις φαρμακευτικές βιομηχανίες υπεύθυνες για την παροχή ασφαλών και επικαιροποιημένων πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα τους. Κάθε τεχνολογική λύση πρέπει αφενός να υλοποιείται σε στενή συνεργασία με τη βιομηχανία, για να μπορούν να αξιοποιηθούν ήδη υπάρχουσες τεχνικές λύσεις, και αφετέρου να εποπτεύεται από τις αρχές έγκρισης φαρμάκων.

3.1.2.

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι τόσο ο τρόπος παρουσίασης πληροφοριών εγκεκριμένων από τις αρχές όσο και οι δυνατότητες πρόσβασης πρέπει να συμφωνηθούν με τους ενδιαφερόμενους παράγοντες (αρχές έγκρισης, οργανώσεις ασθενών, προσωπικό υγείας).

3.1.3.

Θα μπορούσε να συσταθεί και να χρηματοδοτηθεί στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας ΠΚΦ μια κοινοπραξία, η οποία θα είναι υπεύθυνη για τον συντονισμό της ανάπτυξης της βάσης δεδομένων/της διαδικτυακής πύλης.

3.1.4.

Η σύσταση της προτεινόμενης διαδικτυακής πύλης θα συνεκτιμήσει τις υφιστάμενες βάσεις δεδομένων (όπως, π.χ. του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων).

3.2.    Πρόσθετες απαιτήσεις στον τομέα της έρευνας

3.2.1.   Τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη

Διατίθενται σχέδια εθνικών βάσεων δεδομένων. Επιπροσθέτως δημιουργήθηκε ένα συμπληρωματικό πρωτότυπο της βάσης δεδομένων όπου συμπεριλαμβάνονται επιλογές αρχείων ήχου και βίντεο, ώστε να καταστεί η βάση δεδομένων εύχρηστη και ευρέως προσβάσιμη. Χρειάζεται να αναπτυχθεί μια τεχνολογική λύση με ελεύθερη πρόσβαση, η οποία θα αξιοποιεί τις υπάρχουσες πηγές με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο.

Στην τεχνολογική αυτή λύση πρέπει να συνυπολογίζεται ότι οι πολίτες/οι ασθενείς δεν επιθυμούν να χρησιμοποιούν στο έξυπνο κινητό τους πληθώρα εφαρμογών σάρωσης. Για τον λόγο αυτό, η βάση δεδομένων/η διαδικτυακή πύλη πρέπει να είναι προσβάσιμη π.χ. με παραδοσιακές τεχνολογίες σάρωσης.

Πρέπει να επιδιωχθούν λύσεις ανεξάρτητες από τον παράγοντα της μορφής, προκειμένου να αυξηθεί η αποδοχή τους. Η αναζήτηση και η ορατότητα των πληροφοριών πρέπει να είναι εφικτή από όλες τις συσκευές (επιτραπέζιος υπολογιστής, tablet, έξυπνο κινητό τηλέφωνο κ.λπ.).

Προτείνεται η σύγκριση τεχνολογικών λύσεων, στην οποία θα συμμετέχουν και τομείς των συστημάτων υγείας (για παράδειγμα, πρωτοβουλίες κρατών μελών για την πρόσβαση προσώπων μέσω τηλεσυνδέσεων ή μηχανημάτων αυτόματης ανάληψης, πρωτοβουλίες που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (5)).

Στην Ιταλία, τα φαρμακεία υποχρεούνται από τον νόμο να εκτυπώνουν επικαιροποιημένες οδηγίες χρήσης, τις οποίες καταχωρίζει η φαρμακευτική βιομηχανία σε βάση δεδομένων. Άλλες δυνατότητες, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά για να συμπεριλάβουν τα πρόσωπα που δεν χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, είναι η εκτύπωση από τον φαρμακοποιό στο φαρμακείο ή από τον ασθενή (σε τερματικές συσκευές που μοιάζουν με μηχανήματα αυτόματης ανάληψης).

3.2.2.   Έλεγχος και παρουσίαση περιεχομένων

Η αποδοχή των διαφόρων λύσεων από το κοινό πρέπει να εξεταστεί, και οι τεχνολογικές λύσεις πρέπει να υποβληθούν σε δοκιμαστικό έλεγχο χρηστών, προκειμένου να επαληθευτεί η λειτουργικότητα της εκάστοτε λύσης.

Στην έρευνα πρέπει να συμπεριληφθούν διαρθρωτικά ζητήματα που αφορούν τον αναγκαίο έλεγχο της τεχνολογικής λύσης προκειμένου να αυξηθεί η αποδοχή της.

Πώς ελέγχουν οι αρχές έγκρισης τα περιεχόμενα;

Τα περιεχόμενα πρέπει να παρουσιάζονται με τρόπο που να επιτρέπει την προσαρμογή τους στις ατομικές ανάγκες των ασθενών/των πολιτών και ταυτόχρονα να περιέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούν τα έγγραφα έγκρισης και ο νόμος.

Για να δοθεί η δυνατότητα ταχείας ανάδρασης σε όλους τους παράγοντες, θα μπορούσε να ενσωματωθεί μια δυνατότητα αξιολόγησης της πληροφορίας από τους χρήστες (ιδίως αναφορικά με το εάν είναι κατανοητή). Για τον σκοπό αυτό, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν συνιστώσες μέσων κοινωνικής δικτύωσης που αφορούν την παρουσίαση, τη διασπορά και την ανταλλαγή.

3.2.3.   Εκπαίδευση και κατάρτιση

Η χρήση του διαδικτύου παρουσιάζει μεγάλες διαφορές στις επιμέρους κοινωνικές ομάδες. Πολλές χρησιμοποιούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά δεν χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες πληροφοριών. Μια μικρή ομάδα (η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία την εκτιμά σε 10 %) δεν χρησιμοποιεί καθόλου το διαδίκτυο. Χρειάζεται να ξεκινήσει έρευνα:

Πώς μπορούν να δοθούν κίνητρα για ενεργό μάθηση προκειμένου να αξιοποιηθούν οι υπάρχουσες πηγές πληροφοριών για την υγεία (συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών πληροφοριών);

Η εκμάθηση μεθόδων μάθησης (διά βίου μάθηση) αποτελεί μία από τις οκτώ βασικές ικανότητες που περιέχονται στη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 (6), στην οποία τα κράτη μέλη καλούνται να εφαρμόσουν εθνικά μέτρα. Το «ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την εκπαίδευση των ενηλίκων» προτείνει τη λήψη μέτρων από τα κράτη μέλη για την ενεργό εκπαίδευση των ενηλίκων. Ο «γραμματισμός σε θέματα ψηφιακής υγείας» («Digital health literacy») θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στα κριτήρια αξιολόγησης της μάθησης των ενηλίκων στο πλαίσιο του προγράμματος διεθνούς αξιολόγησης των ικανοτήτων των ενηλίκων (PIAAC).

Ποιο ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν τα διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα (πανεπιστήμια, κέντρα εκπαίδευσης ενηλίκων κ.λπ.) και τα υγειονομικά ιδρύματα για να ενισχύσουν τις πολύπλευρες δεξιότητες —για παράδειγμα, τη χρήση των νέων τεχνολογιών, την εθελοντική δραστηριοποίηση και περίθαλψη— και για να μεταδώσουν κοινωνική και τεχνική εμπειρογνωμοσύνη;

Οι επαγγελματίες του τομέα της υγείας θα πρέπει να αποκτούν την κατάλληλη κατάρτιση στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής τους εκπαίδευσης. Τα κέντρα εκπαίδευσης ενηλίκων θα μπορούσαν να προσφέρουν ελκυστικούς κύκλους μαθημάτων ειδικά προσαρμοσμένους στους χρήστες του συστήματος. Για να προσεγγιστούν οι ομάδες-στόχοι, τα κέντρα εκπαίδευσης ενηλίκων θα μπορούσαν να συνεργαστούν με επαγγελματίες (ιδίως με γιατρούς), με τοπικά φαρμακεία, καθώς και με τοπικά κέντρα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στις αγροτικές περιοχές, όπου οι άνθρωποι είναι πιο απομονωμένοι. Ειδικότερα, η διαγενεακή μάθηση μπορεί να συμβάλει στη διάδοση των γνώσεων σχετικά με το περιεχόμενο και τις τεχνικές δεξιότητες.

Βρυξέλλες, 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  COM(2012) 736 final.

(2)  COM(2014) 219 final, http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:52014DC0219&from = EN

(3)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ψηφιακή κοινωνία: πρόσβαση, εκπαίδευση, κατάρτιση, απασχόληση, μέσα επίτευξης της ισότητας» (ΕΕ C 451 της 16.12.2014, σ. 25).

(4)  http://www.fass.se/LIF/startpage?userType=2

(5)  http://www.mobilehealthglobal.com/in-the-news/interviews/46/interview-with-peteris-zilgalvis

(6)  ΕΕ L 394 της 30.12.2006, σ. 10.


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/19


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις: αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/05)

Εισηγητής:

ο κ. Edgardo Maria IOZIA

Στις 19 Φεβρουαρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

Κρατικές ενισχύσεις: αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 14 Ιουλίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειας, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2015), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 198 ψήφους υπέρ, 3 ψήφους κατά και 9 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) εκτιμά ότι η αξιολόγηση των επιπτώσεων των κρατικών ενισχύσεων αποτελεί βασικό μέσο για την εξακρίβωση της αντιστοιχίας αποτελεσμάτων και προτεινόμενων στόχων προκειμένου να χορηγούνται οι πόροι αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα και να βελτιωθούν η διαφάνεια και η επικύρωση των διαδικασιών διαχείρισης.

1.2.

Πολλά κράτη μέλη έχουν ήδη αναπτύξει πολυσύνθετα και ακριβή συστήματα αξιολόγησης, διαδικασία που εξελίσσεται παράλληλα με το αυξημένο ενδιαφέρον του ακαδημαϊκού κόσμου που επέτρεψε τη βελτίωση των τεχνικών αξιολόγησης και την αύξηση της ακρίβειας των μέσων μέτρησης που έχουν στη διάθεσή τους οι χορηγούσες αρχές.

1.3.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκρότησε ένα φόρουμ υψηλού επιπέδου, από κοινού με τα κράτη μέλη σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις, το οποίο εστιάζεται επίσης στο ζήτημα της αξιολόγησης.

1.4.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, η ευρωπαία επίτροπος Ανταγωνισμού Margrethe VESTAGER, στην ομιλία της στο φόρουμ υψηλού επιπέδου, δήλωσε: «Το πρόγραμμα SAM περιλαμβάνει δύο στοιχεία-κλειδιά που είναι ιδιαιτέρως σημαντικά: τη διαφάνεια, που δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να γνωρίζουν πού πάνε τα χρήματά τους, και την αξιολόγηση, που δείχνει αν αυτά δαπανήθηκαν σωστά». Η ΕΟΚΕ συμφωνεί απόλυτα με το μήνυμα αυτό.

1.5.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη συζήτηση σχετικά με την αξιολόγηση των επιπτώσεων των πολιτικών στήριξης των επιχειρήσεων και καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει με αποφασιστικότητα την πορεία που χάραξε εδώ και μερικά χρόνια.

1.6.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι, με εξαίρεση τις αξιολογήσεις που προβλέπονται από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, πολυάριθμα καθεστώτα στήριξης δεν προβαίνουν σήμερα σε αξιολογήσεις των επιπτώσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, η νομοθεσία προβλέπει ότι αρκεί η πιστοποίηση της τυπικής αντιστοιχίας των μεμονωμένων παρεμβάσεων με τις νομοθετικές διατάξεις —χωρίς ωστόσο να καθίσταται δυνατή μια αναλυτική και μακροπρόθεσμη εξακρίβωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας όλων των επιχορηγήσεων που δίνονται προς στήριξη των επιχειρήσεων. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την επιθυμία γενίκευσης των αξιολογήσεων των επιπτώσεων και, πιθανώς, μείωσης του κατώτατου ορίου των 150 εκατ. ευρώ που ορίζει σήμερα ο γενικός κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία ως μέσο ετήσιο όριο προϋπολογισμού των καθεστώτων στήριξης προκειμένου να υπαχθούν στην υποχρέωση παρουσίασης σχεδίου εκ των προτέρων αξιολόγησης, που διαφορετικά θα εξαιρούσε πολλά κράτη μέλη, ιδίως όταν οι εν λόγω ενισχύσεις είναι τεράστιες ακόμη και σε σχέση με το μέγεθος του κράτους.

1.7.

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι το σύνολο της νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις έχει προοδευτικά μεταβάλει τον ρόλο της Επιτροπής, η οποία χαρακτηριζόταν προηγουμένως από μια διοικητική κατά κύριο λόγο νοοτροπία, σε μια νέα μορφή συνεργασίας με τα κράτη μέλη για τη βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων των κρατικών ενισχύσεων που εστιάζεται στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά τους. Το στοιχείο αυτό αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου που επιτεύχθηκε με την έγκριση του «εκσυγχρονισμού».

1.8.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφοδιαστούν με κατάλληλα μέσα αξιολόγησης, τα οποία θα χρησιμοποιούνται από ανεξάρτητους οργανισμούς. Η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαία τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στον καθορισμό του μοντέλου αξιολόγησης με παράλληλη αξιοποίηση των σημαντικών δεξιοτήτων που έχει αποκτήσει το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης (ΔΔ), το οποίο θα πρέπει να διαδραματίσει τον ρόλο του στον καθορισμό των διαδικασιών αξιολόγησης και να συμμετάσχει στη σύνταξη της τελικής έκθεσης, διαδίδοντας με τον τρόπο αυτό τη νοοτροπία αξιολόγησης εντός των οργανισμών αυτών για την προοδευτική βελτίωση των διαδικασιών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να συνεργαστεί για την εναρμόνιση των κριτηρίων αξιολόγησης μεταξύ των κρατών μελών. Η συγκρισιμότητα των κριτηρίων αξιολόγησης θα καταστήσει δυνατή τη συνολική εξέταση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των κρατικών ενισχύσεων.

1.9.

Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις περιφερειακές πραγματικότητες τις οποίες αφορά το σύστημα κρατικών ενισχύσεων σε περιφερειακό επίπεδο. Η αξιοσημείωτη επιλογή της Επιτροπής να εξαιρέσει από την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης πάνω από το 80 % του συνόλου των κρατικών ενισχύσεων (1) καθιστά, αφενός, δυνατή την άμεση χορήγηση των χρηματοδοτήσεων και, αφετέρου, αυξάνει σημαντικά τις ευθύνες και τις δαπάνες των τοπικών διοικήσεων και συνεπώς, τις δημόσιες δαπάνες, και θα απαιτήσει την ιδιαίτερη προσοχή των κρατών μελών προκειμένου να χορηγηθούν επαρκείς πόροι για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων προγραμμάτων κατάρτισης και την ανταλλαγή ορθών πρακτικών μεταξύ των τοπικών διοικήσεων. Η νοοτροπία εταιρικών σχέσεων πρέπει να αναπτυχθεί σε όλα τα επίπεδα.

1.10.

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το νέο σύστημα που δίνει στα κράτη μέλη την ευθύνη της εκ των προτέρων αξιολόγησης συνεπάγεται συνολική αύξηση των δαπανών για τη δημόσια διοίκηση και τις επιχειρήσεις, γεγονός που προϋποθέτει έναν προσεκτικό προγραμματισμό για την εξάλειψη των περιττών επιβαρύνσεων και την απλοποίηση των διαδικασιών. Επισημαίνει επίσης ότι η περίοδος των έξι μηνών για τις διαδικασίες έγκρισης των σχεδίων αξιολόγησης των εξαιρετικά περίπλοκων καθεστώτων θα μπορούσε να αποδειχτεί πολύ μικρή και η καθιέρωση ενός αντιπαραδειγματικού μοντέλου για τα μικρά κράτη θα μπορούσε να προσκρούσει σε σημαντικές δυσκολίες.

1.11.

Η ΕΟΚΕ συνιστά την ταχεία έγκριση της ανακοίνωσης σχετικά με την έννοια των κρατικών ενισχύσεων, ούτως ώστε να βοηθηθούν οι τοπικές διοικήσεις, οι οποίες, λόγω της μαζικής εξαίρεσης από την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης, έχουν τη διπλή ευθύνη να προσδιορίσουν τι εστί κρατική ενίσχυση και να τη χορηγήσουν με τρόπο που να είναι συμβατός με την αγορά. Για παράδειγμα, στην περίπτωση των δημόσιων χρηματοδοτήσεων για τον πολιτισμό και τη διαφύλαξη της κληρονομιάς, η διαρκής νομική αβεβαιότητα σχετικά με το ποιες από αυτές συνιστούν κρατικές ενισχύσεις υποχρεώνει τις αρχές να θεωρούν ότι κάθε παρέμβαση υπόκειται στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων και σε όλες τις συνακόλουθες διοικητικές και διαδικαστικές επιβαρύνσεις. Η ίδια νομική αβεβαιότητα χαρακτηρίζει τη δημόσια χρηματοδότηση όλων των υποδομών, ιδίως μετά τη σχετική νομολογία της υπόθεσης του αεροδρομίου της Λειψίας. Είναι απαραίτητος ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ των παρεμβάσεων δημόσιας στήριξης στις επιχειρήσεις που δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις και των κρατικών ενισχύσεων σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1.12.

Αν και αναγνωρίζει τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί, η ΕΟΚΕ εκτιμά απαραίτητο να επεκταθεί η νοοτροπία αξιολόγησης σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, κράτη και περιφέρειες —πέρα συνεπώς από τα όρια των προαναφερθεισών περιπτώσεων— και για τον σκοπό αυτό ζητεί επιμόνως την ανάληψη νέων δεσμεύσεων από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη.

1.13.

Από τη διενεργηθείσα ανάλυση προκύπτει ανεπάρκεια δεδομένων σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης των δημόσιων διοικήσεων που είναι αρμόδιες για τη διαχείριση των κρατικών ενισχύσεων στις επιχειρήσεις. Μια σοβαρή αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους δεν μπορεί να παραβλέπει το σύνολο των δαπανών της δημόσιας διοίκησης, πέρα από το ύψος των ενισχύσεων, σε σχέση με τα επιτευχθέντα αποτελέσματα. Για τη διαφάνεια του συστήματος απαιτείται η δημοσιοποίηση αυτών των δεδομένων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, το σύνολο των διοικητικών δαπανών ανέρχεται σε περίπου 5 %, στο οποίο προστίθενται τα έξοδα «συμμόρφωσης», που υπολογίζονται σε ακόμη 5 %, στο οποίο προστίθεται το επιπλέον κόστος αξιολόγησης το οποίο, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Επιτροπής, ανέρχεται σε λίγο λιγότερο από 1 %. Πρόκειται για ένα σύνολο πόρων των οποίων το ύψος έχει πιθανότητα υποτιμηθεί και φαίνεται αντικειμενικά υπερβολικό.

1.14.

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να μην επιφέρει απρόβλεπτες επιπλέον επιβαρύνσεις στις επιχειρήσεις και να διασφαλίσει την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας ολόκληρου του συστήματος αξιολόγησης.

1.15.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η αξιολόγηση να λαμβάνει επίσης υπόψη την αποδοτικότητα των διοικητικών δαπανών και των δαπανών που προκύπτουν από τα μοντέλα αξιολόγησης.

1.16.

Συγκρισιμότητα των διαφόρων μοντέλων, ευελιξία σε σχέση με το μέγεθος, την τυπολογία και τους δείκτες, απλούστευση της εκ των προτέρων αξιολόγησης και εναρμόνιση των κριτηρίων της εκ των υστέρων αξιολόγησης.

1.17.

Η ΕΟΚΕ ζητεί επιμόνως να αναπτυχθεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση των δράσεων της Επιτροπής στις διάφορες περιπτώσεις που αφορούν την οικονομική πολιτική: διαρθρωτικά ταμεία, κρατικές ενισχύσεις, συμφωνίες εμπορικής συνεργασίας, με στόχο τη διασφάλιση ενός ενιαίου προγράμματος ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής βασισμένης στην οικονομική μεγέθυνση και την ανάπτυξη.

1.18.

Η ΕΟΚΕ συνιστά να χρησιμοποιηθούν κριτήρια ανάλογα με εκείνα που προβλέπονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 240/2014 της Επιτροπής, της 7ης Ιανουαρίου 2014, σχετικά με τον ευρωπαϊκό κώδικα δεοντολογίας για την εταιρική σχέση στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων (2), τα οποία επιβάλλουν την υποχρέωση διαβούλευσης όλων των δυνητικά ενδιαφερομένων, με στόχο τη διατύπωση κατάλληλου κανονισμού για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των κρατικών ενισχύσεων.

1.19.

Η διαφάνεια των πραγματοποιούμενων αξιολογήσεων θα πρέπει να διασφαλίζεται με τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα, όπως ήδη ισχύει σε ορισμένα κράτη μέλη όσον αφορά τις επιχειρήσεις και το ύψος των χορηγούμενων ενισχύσεων.

1.20.

Η ΕΟΚΕ συνιστά τα σχέδια αξιολόγησης να προβλέπουν:

την επίτευξη του στόχου πολιτικής,

τον αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα και τις συναλλαγές,

την αποτελεσματικότητα/αποδοτικότητα του μέσου,

την εκ των προτέρων επαλήθευση των προϋποθέσεων, για τη συνέχιση του καθεστώτος ή για ανάλογα καθεστώτα σε μικροοικονομικό επίπεδο (αναλυτικός κατάλογος των ενισχύσεων),

τον χαρακτήρα κινήτρου.

1.21.

Η ΕΟΚΕ ζητεί να συμμετάσχει στη διαδικασία αξιολόγησης της συνολικής αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας του συστήματος κρατικών ενισχύσεων μετά το τέλος της περιόδου 2014-2020.

2.   Εισαγωγή

2.1.

Οι ενισχύσεις στις επιχειρήσεις, εάν δεν ενταχθούν σε σαφές κανονιστικό πλαίσιο, αν δεν κατευθυνθούν σε παραγωγικές δραστηριότητες και επιχειρήσεις που επενδύουν ιδίως στην καινοτομία, την έρευνα, την ανάπτυξη, που οδηγούν σε οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, αν δεν περιοριστούν και τεθούν υπό έλεγχο, μπορούν να προκαλέσουν στρέβλωση του ανταγωνισμού και κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς, σε αντίθεση με το πνεύμα και το γράμμα των Συνθηκών.

2.2.

Από την άλλη πλευρά, η αρνητική οικονομική συγκυρία που διαρκεί εδώ και πολλά χρόνια, με βαθιές εθνικές κρίσεις που θα επηρεάσουν αναπόφευκτα τις επιχειρήσεις, τους εργαζομένους και τους πολίτες, απαιτεί μια σχετικά ευέλικτη προσέγγιση, όπως αυτή που εφαρμόζεται από τους κύριους ανταγωνιστές της Ένωσης στις διεθνείς αγορές, που δεν διαθέτουν το ίδιο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων. Η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων πρέπει να αποτελεί σημαντική παράμετρο αναφοράς. Η ανεργία συνιστά ζήτημα που πρέπει επειγόντως να αντιμετωπιστεί στην Ευρώπη. Οι επενδύσεις που έφτασαν στο ανώτατο επίπεδο το 2007 μειώθηκαν κατά 15 % και 25 εκατ. πολίτες παραμένουν άνεργοι, μεταξύ των οποίων 5 εκατ. νέοι. Οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία (3).

2.3.

Μια ενδιαφέρουσα έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (4) ανέδειξε τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των ισχυόντων καθεστώτων στην ΕΕ και τις ΗΠΑ. «Η πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες, ενώ η νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν περιλαμβάνει σχετική πρόβλεψη». Στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ, κατόπιν αίτησης του τότε Επιτρόπου Joaquín Almunia, συμπεριλήφθηκε πρόταση της ΕΕ για τη ρύθμιση των κρατικών ενισχύσεων, σε στάδιο διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο της Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Συναλλαγών και Επενδύσεων (TTIP) (5).

2.4.

Η πρόταση φαίνεται να είναι ανίσχυρη και ανακόλουθη (6). Η Ευρώπη θα συνεχίσει να έχει την πιο περιοριστική νομοθεσία στον κόσμο. Αν και από τη μία πλευρά ενθαρρύνει την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, από την άλλη λειτουργεί εις βάρος των επιχειρήσεών μας. Μια ευρωπαϊκή επιχείρηση που παράγει στις ΗΠΑ μπορεί να λάβει κρατικές ενισχύσεις μη αποδεκτές στην ΕΕ, διευκολυνόμενη από την έγκριση της συμφωνίας. Η ΕΟΚΕ απευθύνει στην Επιτροπή σοβαρή προειδοποίηση να μην ευνοήσει με τη συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών τις επιχειρήσεις της άλλης πλευράς του Ατλαντικού.

2.5.

Η κτηθείσα πείρα έχει καταδείξει την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης του ευρωπαϊκού καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων.

2.6.

Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση των τελευταίων ετών έχει επιβάλει, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, τη δυναμική αναθεώρηση των κριτηρίων δαπανών όσον αφορά τις πολιτικές δημόσιων επενδύσεων και στήριξης των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, σε ένα πλαίσιο ανεπαρκών και περιορισμένων διαθέσιμων πόρων, είναι πρωταρχική η ανάγκη ακριβέστερης ορθολογικοποίησης των παρεμβάσεων (με χορήγηση ενισχύσεων μόνο όταν υπάρχει επαρκής προστιθέμενη αξία) που να συμβάλει στην ενίσχυση της ποιότητάς τους και να καθιστά συγχρόνως δυνατή την επαρκή παρακολούθηση από άποψη αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας.

2.7.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σκόπιμο να εξεταστεί ποια ήταν τα αποτελέσματα των πολιτικών που υιοθετήθηκαν στον τομέα των ενισχύσεων στις επιχειρήσεις, αν τα καθορισμένα μέσα στήριξης θεωρούνται επαρκή και, τέλος, αν τα διοικητικά έξοδα και οι δαπάνες διαχείρισης είναι ανάλογα προς τα επιτευχθέντα αποτελέσματα. Προτείνει την εξέταση αυτή έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ούτε να βελτιωθεί ό,τι δεν μπορεί να μετρηθεί. Τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί μέχρι σήμερα αποτελούν τη βάση αυτής της πορείας.

2.8.

Η αξιολόγηση μπορεί να φαίνεται τεχνικό ζήτημα που αφορά μόνο μια μικρή ομάδα ακαδημαϊκών ερευνητών, ωστόσο πραγματοποιείται από μια ευρύτερη κοινότητα επαγγελματιών που ανήκουν σε εταιρείες συμβούλων ειδικευμένων στον λογιστικό έλεγχο ή στις αξιολογήσεις σχεδίων και προγραμμάτων. Ωστόσο, έχοντας λάβει κεντρική θέση στο πρόγραμμα της Επιτροπής για την έξυπνη νομοθεσία, η αξιολόγηση έχει καταστεί βασικό στοιχείο των ρυθμιστικών πολιτικών και έχει εγείρει σημαντικά θεσμικά ζητήματα και ζητήματα διακυβέρνησης πέρα από τον τομέα των προγραμμάτων δαπανών (7).

2.9.

Από το 2008, η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης αναπτύσσει προγράμματα αντιπαραδειγματικής αξιολόγησης που συνοδεύουν τις υπάρχουσες αξιολογήσεις (εκ των προτέρων και εκ των υστέρων) οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του προγραμματισμού των διαρθρωτικών ταμείων.

2.10.

Επιπλέον, από τον Μάιο του 2012, η ΓΔ Ανταγωνισμού, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης «Εκσυγχρονισμός των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις» (State Aid Modernization — SAM), έχει προβλέψει την αξιολόγηση των επιπτώσεων μέσω αντιπαραδειγματικών τεχνικών για ορισμένα καθεστώτα στήριξης (8). Ειδικότερα, ο νέος «Γενικός κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία» προβλέπει την υποχρεωτική αξιολόγηση για τα μεγάλα καθεστώτα στήριξης (με ετήσια χρηματοδότηση πάνω από 150 εκατ. ευρώ) σε συγκεκριμένους τομείς όπως η πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης, οι ενισχύσεις στις ΜΜΕ, οι ενισχύσεις για την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία, οι ενισχύσεις για το περιβάλλον και οι ενισχύσεις για τις ευρυζωνικές υποδομές. Ορισμένα εθνικά σχέδια έχουν ήδη υποβληθεί (τέσσερα) και άλλα που αφορούν τον τομέα της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας και των ευρυζωνικών συνδέσεων βρίσκονται υπό εξέταση (περίπου δέκα).

2.11.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο παρενέβη πρόσφατα στο θέμα των συστημάτων αξιολόγησης των αποτελεσμάτων που υιοθετήθηκαν από την EuropeAid, κρίνοντάς τα ανεπαρκή (9). Βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία αναθεώρησης των συστημάτων αξιολόγησης σε όλες τις δραστηριότητες της Επιτροπής.

2.12.

Επιβάλλεται ο ολοένα στενότερος συσχετισμός μεταξύ των μεθοδολογιών αξιολόγησης των αποτελεσμάτων χρήσης των διαρθρωτικών ταμείων και των κρατικών ενισχύσεων, καθώς και η ριζική αναθεώρηση όλων των πολιτικών δαπανών της Ένωσης.

2.13.

Στόχος της αντιπαραδειγματικής προσέγγισης της αξιολόγησης των επιπτώσεων των δημοσίων πολιτικών είναι η εξακρίβωση της ικανότητας μιας πολιτικής να μεταβάλει προς την επιθυμητή κατεύθυνση τις συμπεριφορές ή τις συνθήκες ενός συγκεκριμένου πληθυσμού-στόχου, δηλαδή να καθορίσει σε ποιον βαθμό η παρέμβαση —και όχι άλλοι παράγοντες— συνέβαλε στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος. Πρόκειται για αυτό που συνήθως ορίζεται ως δημιουργία κινήτρων.

2.14.

Στόχος της διαδικασίας αξιολόγησης είναι να καθοριστούν οι αιτιώδεις συνέπειες της υιοθετηθείσας πολιτικής, αξιοποιώντας μόνο τις άμεσες συνέπειές της, δηλαδή εξαλείφοντας τις πιθανές στρεβλώσεις που οφείλονται στις γενικές μακροοικονομικές συνθήκες ή στην ετερογένεια των επιχειρήσεων.

2.15.

Οι αιτιώδεις συνέπειες υπολογίζονται ως η διαφορά μεταξύ των παρατηρήσιμων μεταβλητών-αποτελέσματος μετά την εφαρμογή της πολιτικής (πραγματική κατάσταση) και αυτού που θα συνέβαινε αν η ίδια αυτή πολιτική δεν είχε υιοθετηθεί (αντιπαραδειγματική κατάσταση).

2.16.

Μια τέτοια ανάλυση αντιστοιχεί σε ερωτήσεις που έχουν στόχο να δείξουν το μέγεθος και τον στόχο των καθαρών συνεπειών μιας παρέμβασης: αν η παρέμβαση έχει θετικές ή αρνητικές συνέπειες και σε ποιον βαθμό αν οι παρατηρούμενες μεταβολές οφείλονται πραγματικά στην εφαρμοζόμενη πολιτική αν τα αποτελέσματα διαφέρουν μεταξύ των διαφόρων δικαιούχων (μεγάλες ή μικρές εταιρείες), μεταξύ περιφερειών, ή μακροπρόθεσμα αν οι δαπάνες διαχείρισης και οι διοικητικές δαπάνες είναι αναλογικές και βιώσιμες.

2.17.

Παρόλο που η οικονομική βιβλιογραφία περιέχει εκτεταμένες αναφορές στο θέμα, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, μόνο σε λίγες περιπτώσεις οι δημόσιες διοικήσεις των ευρωπαϊκών κρατών χρησιμοποίησαν με τρόπο συστηματικό και γενικευμένο τις αξιολογήσεις επιπτώσεων για την παρακολούθηση και τη βελτίωση των πολιτικών τους για τη στήριξη των επιχειρήσεων.

2.18.

Ανάμεσα στις ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες περιπτώσεις υπογραμμίζονται οι προσπάθειες του Ηνωμένου Βασιλείου (το οποίο από το 2001 αξιολογεί ανά τακτά διαστήματα τα περιφερειακά προγράμματα στήριξης με ημι-πειραματικές τεχνικές αξιολόγησης), της Ολλανδίας (η οποία από το 2012 συγκρότησε το Impact Evaluation Expert Working Group), όπως και της Φινλανδίας (Finnish Innovation Agency — TEKES) και της Σλοβενίας (που από το 2001 ενέκρινε το νόμο «Monitoring of State Aid Act»).

2.19.

Στόχος της παρούσας γνωμοδότησης είναι να συμβάλει στον προβληματισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των κρατών μελών σχετικά με την επάρκεια, από άποψη αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας, των μέτρων στήριξης των επιχειρήσεων και την ανάγκη επέκτασης των αξιολογήσεων των επιπτώσεων.

3.   Σημασία της αξιολόγησης: διδάγματα από τη βιβλιογραφία

3.1.

Βάσει εμπειρικών στοιχείων προερχόμενων από αντιπαραδειγματικές αξιολογήσεις, η γνωμοδότηση σκοπεύει να καταδείξει τη σημασία της διαδικασίας αξιολόγησης, η οποία δεν πρέπει να θεωρείται πλέον ως άσκηση επί χάρτου αλλά ως ουσιώδης θεσμική πρακτική στον κύκλο πολιτικής: εφαρμογή, παρακολούθηση, αξιολόγηση, ανασχεδιασμός.

3.2.

Για τον σκοπό αυτόν, εξετάζονται ορισμένες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη και επισημαίνονται τα σχετικά θεμελιώδη διδάγματα: οι επιπτώσεις της πολιτικής από άποψη αντίκτυπου στην αύξηση των επενδύσεων, στην παραγωγικότητα, στην απασχόληση, στην καινοτομία, στο κόστος της παρέμβασης. Οι παραπάνω αποτελούν δείκτες που βοηθούν στην κατανόηση των επιπτώσεων στην ανάπτυξη και στην υπογράμμιση της ανάγκης στοχοθετημένων και καλής ποιότητας παρεμβάσεων.

3.3.

Αν και η βιβλιογραφία τείνει να δίνει έμφαση στην ύπαρξη θετικού συσχετισμού μεταξύ δημόσιας στήριξης στις επιχειρήσεις και αύξησης των αποτελεσμάτων (επενδύσεις, απασχόληση, νέα προϊόντα), είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι ο χαρακτήρας κινήτρου της ενίσχυσης δεν μπορεί να θεωρείται πάντα δεδομένος. Υπάρχουν πράγματι διάφοροι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την επιτυχία μιας πολιτικής, όπως η γενική οικονομική τάση, η λειτουργία των αγορών, η γενική φορολογία.

3.4.

Οι Bondonio και Martini (2012), σε μελέτη που αναλύει τον αντίκτυπο του νόμου 488 στην Ιταλία, διαπιστώνουν ότι, κατά μέσο όρο, οι επιχειρήσεις που έλαβαν άμεση ενίσχυση μείωσαν τις ιδιωτικές επενδύσεις τους. Στην περίπτωση αυτή, η άμεση παρέμβαση του κράτους για τη στήριξη των επιχειρήσεων φαίνεται να οδήγησε στη συρρίκνωση των ιδιωτικών δαπανών στις επενδύσεις, μειώνοντας την ανάγκη ιδιωτικών πόρων. Οι κρατικές ενισχύσεις πρέπει να συμπληρώνουν και όχι να υποκαθιστούν τις επενδύσεις.

3.5.

Ακόμη και στην περίπτωση του αντίκτυπου των ενισχύσεων στην παραγωγικότητα, η βιβλιογραφία φέρνει στο φως ορισμένα προβλήματα. Σε μια μελέτη αξιολόγησης που διενεργήθηκε για τις βρετανικές επιχειρήσεις που έλαβαν ενισχύσεις στο πλαίσιο του προγράμματος Περιφερειακής Επιλεκτικής Ενίσχυσης (Regional Selective Assistance — RSA), ο Criscuolo (2012) διευκρινίζει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας αποδείχτηκε στατιστικά ασήμαντη (10).

3.6.

Τα συμπεράσματα αυτά φαίνεται να ευθυγραμμίζονται με άλλα εμπειρικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι άμεσες ενισχύσεις συχνά επηρεάζουν θετικά τον όγκο παραγωγής χωρίς ωστόσο να έχουν επίδραση στην παραγωγικότητα. Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν ενισχύσεις αυξάνουν το μέγεθός τους χωρίς να αυξάνουν την αποδοτικότητά τους. Με τον τρόπο αυτόν, αυξάνεται ο κίνδυνος διατήρησης στην αγορά ελάχιστα ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.

3.7.

Τα στατιστικά και οικονομετρικά μοντέλα που είναι σε θέση να προσδιορίσουν τον αντίκτυπο των διευκολύνσεων με αντιπαραδειγματική προσέγγιση επιτρέπουν επίσης την ανάδειξη των καθαρών επιπτώσεων στην απασχόληση ορισμένων μέτρων ενισχύσεων, καθιστώντας επιπλέον δυνατό τον υπολογισμό του κόστους ανά «δημιουργηθείσα» μονάδα απασχόλησης.

3.8.

Πολύ συχνά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των νέων μονάδων απασχόλησης που οφείλονται άμεσα στην παρέμβαση και στις στατιστικές που περιλαμβάνονται στις εκ των υστέρων παρακολουθήσεις. Ο Trzciński (2011), σε μελέτη σχετικά με τα μέτρα στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Πολωνία, δείχνει ότι, από τις 25 000 νέες θέσεις εργασίας που «δημιουργήθηκαν» από την παρέμβαση, μόνο 10 550 μπορούν πραγματικά να αποδοθούν στην εφαρμοσθείσα πολιτική (11). Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι Bondonio και Martini (2012): από τις 89 000 νέες θέσεις που αναφέρονται στην εκ των υστέρων παρακολούθηση του νόμου 488, μόνο 12 500 δημιουργήθηκαν πραγματικά, με κόστος ανά μονάδα απασχόλησης που ανέρχεται σε 232 000 ευρώ (12). Πρέπει να ληφθεί υπόψη ο αντίκτυπος των κρατικών ενισχύσεων από άποψη υφιστάμενων θέσεων απασχόλησης και συνεπώς από άποψη προστασίας της τοπικής, περιφερειακής ή εθνικής οικονομίας.

3.9.

Οι παρεμβάσεις στήριξης των επιχειρήσεων επιφέρουν διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με το μέγεθος των χορηγούμενων ενισχύσεων, τις διαστάσεις της επιχείρησης, τη γεωγραφική ζώνη όπου έχει την έδρα της και την τυπολογία της εγγυημένης ενίσχυσης. Θα ήταν σκόπιμο τα εμπειρικά στοιχεία που προκύπτουν από τις αναλύσεις αξιολόγησης να τεθούν στην υπηρεσία των φορέων λήψης αποφάσεων ως μέσο προσανατολισμού των επιλογών τους και καθορισμού του καταλληλότερου είδους παρέμβασης και του σχετικού πλαισίου. Από τα ανωτέρω προκύπτει καθαρά η σπουδαιότητα της χάραξης στοχοθετημένων μέτρων στήριξης με στόχο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα της πολιτικής.

4.   Παρατηρήσεις

4.1.

Είναι απαραίτητο να συνεχίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το έργο της στον τομέα της ευαισθητοποίησης ως προς τις επικρατέστερες αρχές και μεθόδους αξιολόγησης των επιπτώσεων. Ειδικότερα, η ΕΟΚΕ κρίνει σκόπιμη τη διοργάνωση, στα διάφορα κράτη μέλη και από κοινού με πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, κοινωνικούς εταίρους και άλλους ενδιαφερομένους, σεμιναρίων σχετικά με τις τεχνικές αξιολόγησης και τις διαθέσιμες μεθοδολογίες. Υπό το φως των εμπειριών αυτών, η Επιτροπή θα μπορέσει να κατανοήσει ευκολότερα τα εμπόδια που συναντώνται κατά την εφαρμογή των ρυθμίσεων και να παρέμβει εγκαίρως για τον σκοπό αυτόν.

4.2.

Παρότι οι προσπάθειες της Επιτροπής είναι αξιόλογες, είναι σημαντικό να υπόκεινται σε αξιολόγηση περισσότερα σχέδια ενισχύσεων, ιδίως όταν το ύψος των ενισχύσεων είναι μεγάλο. Είναι επίσης θεμελιώδους σημασίας να προωθηθεί ένας μεθοδολογικός διάλογος που θα έχει στόχο να συμπληρώσει τις μεθόδους αντιπαραδειγματικής αξιολόγησης με νέα μέσα μέτρησης που να επιτρέπουν επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες άλλων μορφών στήριξης των επιχειρήσεων (οικονομικές ενισχύσεις, άμεσες ενισχύσεις, βιομηχανικές πολιτικές εν γένει).

4.3.

Η ΕΟΚΕ εμμένει στην ανάγκη ανάπτυξης κατάλληλης πλουραλιστικής μεθοδολογίας όσον αφορά τα κριτήρια και τις παραμέτρους αξιολόγησης. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει (13): «Με τον τρόπο αυτόν, θα εξασφαλισθεί ότι η δημόσια στήριξη θα ενθαρρύνει την καινοτομία, τις πράσινες τεχνολογίες, την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, δεν θα προκαλεί βλάβες στο περιβάλλον και τελικά θα προωθεί την ανάπτυξη, την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ». Όλα αυτά αποτελούν στοιχεία που συμβάλλουν στην αξιολόγηση των επιπτώσεων των κρατικών ενισχύσεων, πέρα από την απλή αξιολόγηση του κόστους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί τη συμμετοχή του στον καθορισμό των μεθοδολογιών αξιολόγησης, όπως επίσης του ευρωπαϊκού δικαίου για τις κρατικές ενισχύσεις, δεδομένου ότι καθορίζει σημαντικά τις επιλογές οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών. Η ΕΟΚΕ τονίζει επίσης τη σημασία που έχει για την έρευνα η ελεύθερη πρόσβαση στα δεδομένα αξιολόγησης, με στόχο τη βελτίωση της μεθοδολογίας.

4.4.

Θα ήταν ευκταίο να ξεκινήσει η Επιτροπή, από κοινού με τις εθνικές και ευρωπαϊκές στατιστικές υπηρεσίες, έναν προβληματισμό σχετικά με τη σκοπιμότητα δημιουργίας, εντός ενιαίου μεθοδολογικού πλαισίου, αξιόπιστων βάσεων δεδομένων σχετικά με τις ενισχύσεις στις επιχειρήσεις. Μια τέτοια ενέργεια θα διασφάλιζε, αφενός, τη μεγαλύτερη διαφάνεια των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και, αφετέρου, θα ενθάρρυνε τις δραστηριότητες έρευνας και μέτρησης τόσο των δημόσιων διοικήσεων όσο και των ενδιαφερόμενων ερευνητών.

4.5.

Τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα θα μπορούσαν να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση ως προς την κουλτούρα αξιολόγησης και στη διάδοση νέων και πιο προηγμένων μέσων αξιολόγησης των δημοσίων πολιτικών. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα ανεξάρτητα ερευνητικά ιδρύματα για τη διεξαγωγή περιπτωσιολογικών μελετών με στόχο την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ενισχύσεων σε συγκεκριμένους τομείς όπως ενισχύσεις για την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία, ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενισχύσεις στον τομέα της ενέργειας, ενισχύσεις στις υποδομές.

4.6.

Δεδομένου ότι οι αξιολογήσεις που προβλέπονται από τους νέους κοινοτικούς κανονισμούς δεν λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις επιπτώσεις των πολιτικών στήριξης των επιχειρήσεων στο σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας, είναι σκόπιμο να δρομολογήσει η Επιτροπή, στο τέλος της παρούσας περιόδου προγραμματισμού (2014-2020), σχετική πιλοτική μελέτη. Η μελέτη θα πρέπει να διερευνήσει τους κυριότερους καθοριστικούς παράγοντες των δαπανών ενισχύσεων, να καθορίσει τη σχέση μεταξύ ενισχύσεων στις επιχειρήσεις και οικονομικού δυναμικού της χορηγούσας αρχής, να κατανοήσει την υφιστάμενη συνάφεια μεταξύ της πολιτικής συνοχής και της πολιτικής ανταγωνισμού.

4.7.

Η παρούσα γνωμοδότηση αποτελεί το πρώτο βήμα των εργασιών της ΕΟΚΕ στον τομέα της αξιολόγησης των επιπτώσεων των δημοσίων παρεμβάσεων για τη στήριξη των επιχειρήσεων, καθώς και μια απάντηση και συμβολή στη σχετική δραστηριότητα της Επιτροπής. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ωστόσο αναγκαίο να διευρυνθεί και να εμβαθυνθεί η συζήτηση: θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τις εργασίες της Επιτροπής στον τομέα αυτόν και να προωθεί μια νοοτροπία αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας, όπου είναι δυνατό.

Βρυξέλλες, 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικ ής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  Παρέμβαση της Επιτρόπου Ανταγωνισμού Margrethe Vestager στο φόρουμ υψηλού επιπέδου των κρατών μελών, 18 Δεκεμβρίου 2014.

(2)  ΕΕ L 74 της 14.3.2014, σ. 1.

(3)  http://ec.europa.eu/eurostat/tgm/refreshTableAction.do?tab=table&plugin=1&pcode=teilm020&language=en

(4)  http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2015/january/tradoc_153019.6%20Competition%20SoE%20Subsidies%20merged.pdf

(5)  http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2015/january/tradoc_153019.6%20Competition%20SoE%20Subsidies%20merged.pdf

(6)  http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2015/january/tradoc_153031.pdf

(7)  http://www.lexxion.de/pdf/ejrr/ejrr_2015_01-005.pdf

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1).

(9)  http://www.eca.europa.eu/Lists/ECADocuments/INSR14_18/INSR14_18_EL.pdf

(10)  Criscuolo, C., Martin, R., Overman H. e Van Reenen, J. (2012), The causal effects of an industrial policy [Οι αιτιώδεις συνέπειες μιας βιομηχανικής πολιτικής] CEPR Έγγραφα προβληματισμού 8818.

(11)  Trzciński, R. (2011), Towards Innovative Economy — Effects of Grants to Enterprises in Poland, [Προς μια καινοτόμο οικονομία — Συνέπειες των επιχορηγήσεων στις επιχειρήσεις στην Πολωνία] του Jacek Pokorski.

(12)  Martini, A., Bondonio D. (2012), Counterfactual impact evaluation of cohesion policy: impact and cost effectiveness of investment subsidies in Italy, [Αντιπαραδειγματική αξιολόγηση των επιπτώσεων της πολιτικής συνοχής: επιπτώσεις και σχέση κόστους-ωφέλειας των επενδυτικών επιχορηγήσεων στην Ιταλία] Έκθεση για τη ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής, Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(13)  COM(2012) 209 final.


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/26


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η οικονομία για το κοινό καλό: ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο με στόχο την κοινωνική συνοχή»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/06)

Εισηγητής:

ο κ. Carlos TRIAS PINTO

Συνεισηγητής:

ο κ. Stefano PALMIERI

Στις 19 Φεβρουαρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού της κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Οικονομία για το κοινό καλό: ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο με στόχο την κοινωνική συνοχή»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας.

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και νομισματική ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 10 Ιουλίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειας, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 144 ψήφους υπέρ, 13 κατά και 11 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) (1) θεωρεί ότι το μοντέλο της «Οικονομίας για το κοινό καλό» έχει δημιουργηθεί έτσι ώστε να ενσωματωθεί τόσο στο ενωσιακό όσο και στο εθνικό νομικό πλαίσιο προκειμένου να υπάρξει μετάβαση προς την Ενιαία ευρωπαϊκή αγορά μέσω μιας πιο ηθικής οικονομίας στη βάση των ευρωπαϊκών αξιών και των επιτευγμάτων των πολιτικών κοινωνικής ευθύνης, τούτο δε με την ενίσχυση μέσω συνεργειών.

1.2.

Η οικονομία για το κοινό καλό αποτελεί μια ολιστική προσέγγιση, της οποίας οι έννοιες συνδέονται στενά με τις θεμελιώδεις αξίες της κοινωνικής οικονομίας, της κυκλικής οικονομίας, της συνεργατικής κατανάλωσης, της οικονομίας της λειτουργίας, της οικονομίας που βασίζεται στους πόρους και της γαλάζιας οικονομίας.

1.3.

Η οικονομία για το κοινό καλό στηρίζεται από οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών, επιχειρήσεις και την πανεπιστημιακή κοινότητα, και θεωρείται εφικτό μοντέλο που ενισχύει τις ευρωπαϊκές αξίες, την κοινωνική συνοχή και προάγει ένα υπεύθυνο οικονομικό σύστημα. Μάλιστα, η οικονομία για το κοινό καλό υποστηρίζεται από περισσότερες των εκατό τοπικές ομάδες, σχεδόν δύο χιλιάδες επιχειρήσεις (2) και διάφορες κοινωνικές οργανώσεις.

1.4.

Σε ευθυγράμμιση με το πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», μέσω του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου προτείνεται η μετάβαση σε μια «ηθική ευρωπαϊκή αγορά» που θα ενισχύει την κοινωνική καινοτομία, θα τονώνει τα ποσοστά απασχόλησης και θα ωφελεί το περιβάλλον. Η «ηθική ευρωπαϊκή αγορά» θα μπορέσει να οικοδομηθεί μέσα από την εφαρμογή διαφόρων στρατηγικών:

1.4.1.

Μέτρηση βάσει δεικτών ευημερίας και κοινωνικής ανάπτυξης εκτός του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕγχΠ) (3), όπως το «Προϊόν κοινού καλού» και ο «Ισολογισμός κοινού καλού».

1.4.2.

Χάραξη πολιτικών με στόχο να αναγνωριστούν οι εταιρείες με τη μεγαλύτερη συμβολή στο κοινό καλό, όπως πολιτικές σύναψης ηθικών δημόσιων συμβάσεων και προώθησης του ηθικού εσωτερικού εμπορίου.

1.4.3.

Προώθηση του ηθικού εξωτερικού εμπορίου (π.χ. η «ευρωπαϊκή σφραγίδα»). Κατά αυτόν τον τρόπο, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θα αναγνωρίζεται ως ηθική αγορά και οι εταιρείες της θα ηγούνται της παγκόσμιας ηθικής αγοράς και θα συμβάλλουν στην εδραίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των εργασιακών προτύπων και της προστασίας του περιβάλλοντος σε όλον τον κόσμο.

1.4.4.

Στήριξη όλων των επιχειρηματιών οι οποίοι ιδρύουν οργανώσεις με στόχο τη συμβολή στο κοινό καλό.

1.4.5.

Ενίσχυση της ηθικής κατανάλωσης και ευαισθητοποίηση των Ευρωπαίων καταναλωτών.

1.4.6.

Αύξηση της ποικιλομορφίας του χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος με την προώθηση δικτύων ηθικών τραπεζών και χρηματιστηρίων σε όλη την ΕΕ.

1.5.

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της ανανεωμένης στρατηγικής για την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ), να λάβει ποιοτικά μέτρα για την ανταμοιβή (με τη μορφή δημόσιων συμβάσεων, πρόσβασης στις εξωτερικές αγορές, φορολογικών κινήτρων κ.λπ.) όσων επιχειρήσεων λειτουργούν με ανώτερα ηθικά κριτήρια.

2.   Εισαγωγή

2.1.

Η οικονομία και, κατά συνέπεια, η οικονομική πολιτική διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην κοινωνία σήμερα, και από αυτόν τον ρόλο εξαρτάται η επιτυχία ή η αποτυχία άλλων βασικών πολιτικών για την ευημερία των πολιτών (της εκπαίδευσης, της υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών, του πολιτισμού, του περιβάλλοντος, της τεχνολογίας και της καινοτομίας). Όλες αυτές εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική κατάσταση και επηρεάζουν τα διάφορα τοπικά και περιφερειακά επίπεδα.

2.2.

Η κρίση, η οποία εξακολουθεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις οικονομίες των κρατών μελών και στην ποιότητα ζωής των Ευρωπαίων, αποκάλυψε τον χαμηλό βαθμό ανθεκτικότητας του κοινωνικού και οικονομικού συστήματος της ΕΕ.

2.3.

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με την παγκόσμια δημοσκόπηση για το 2014 (4) της Διεθνούς Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας (ITUC), δεν υφίσταται ούτε μία χώρα στην οποία οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το οικονομικό σύστημα είναι δίκαιο. Μάλιστα, τέσσερις στους πέντε ανθρώπους (78 %) πιστεύουν ότι το οικονομικό σύστημα ευνοεί τους πλούσιους. Ομοίως, 88 % των Γερμανών και 90 % των Αυστριακών επιθυμούν «μια νέα οικονομική τάξη» (έρευνα του ιδρύματος Bertelsmann (5)) και το ίδιο ισχύει αναμφίβολα για τις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την οικονομική κρίση, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Ιταλία.

2.4.

Λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο που έχει πραγματοποιήσει η Επιτροπή σχετικά με την κοινωνική καινοτομία αλλά και τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ SC/39 με θέμα τον απολογισμό της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», την έκθεση για την ενδιάμεση εξέταση της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και την πρωτοβουλία «Ας μιλήσουμε για ευτυχία — πέραν του ΑΕγχΠ» της συντονιστικής επιτροπής της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», είναι προφανές ότι, εάν επιθυμούμε να στηρίξουμε αποτελεσματικά την οικονομική ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή, χρειάζεται αλλαγή αντίληψης έτσι ώστε οι οικονομικοί, περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί στόχοι να αλληλοσυνδέονται πραγματικά, και να επιτευχθεί μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ των ποιοτικών και των ποσοτικών πτυχών της ανάπτυξης χάρη σε μια ολιστική προσέγγιση.

2.5.

Το μοντέλο της οικονομίας για το κοινό καλό προσφέρει ένα σωστό συμπλήρωμα που στηρίζεται από την ευρωπαϊκή κοινωνία. Οι στόχοι και οι αξίες του υπερβαίνουν αυτά που έχει να προσφέρει η κοινωνική ευθύνη, ενώ το σφαιρικό όραμά του καθιστά δυνατή τη συγκέντρωση ποικίλων εκπροσώπων της κοινωνίας.

2.6.

Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, η οικονομία για το κοινό καλό έχει μετατραπεί σε ένα κοινωνικό κίνημα που στηρίζεται από περισσότερες από εκατό τοπικές ομάδες, περίπου δύο χιλιάδες εταιρείες και κοινωνικές οργανώσεις, καθώς και σε έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό πανεπιστημίων σε χώρες όπως η Αυστρία, η Γερμανία, η Ελβετία, η Ιταλία και η Ισπανία. Επιπλέον, η περιφέρεια του Νότιου Τιρόλου στην Ιταλία και αρκετές τοπικές κυβερνήσεις σε διάφορες χώρες ανά την ΕΕ έχουν υιοθετήσει το μοντέλο της οικονομίας για το κοινό καλό για τις δικές τους περιοχές.

3.    Η οικονομία για το κοινό καλό: στόχος, αξίες, στρατηγική και δείκτες

3.1.

Στόχος της κοινωνίας πρέπει να είναι η ευημερία καθενός από τα μέλη της με σεβασμό προς τις συνταγματικές διατάξεις.

3.2.

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1, 2 και 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (6), η κύρια πρόταση του μοντέλου της οικονομίας για το κοινό καλό είναι ότι πρέπει η οικονομία να υπηρετεί τους ανθρώπους· με άλλα λόγια, το κοινό καλό. Το σημείο αφετηρίας για την επίτευξη αυτού του στόχου πρέπει να είναι ότι τα χρήματα και τα κεφάλαια είναι μεν σημαντικά ως μέσα συναλλαγών και επενδύσεων αλλά όχι και αυτοσκοπός.

3.3.

Το οικονομικό μοντέλο επιδίωξης του κοινού καλού θα βασίζεται σε αξίες τις οποίες όλοι αναγνωρίζουν ως οικουμενικές: ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, οικολογική βιωσιμότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, διαφάνεια και δημοκρατική συμμετοχή.

3.4.

Η αναγνώριση του κοινού καλού ως κεντρικού στόχου της οικονομίας καθιστά αναγκαία μια ειδική μέθοδο για τη μέτρηση της οικονομικής επιτυχίας σε συμφωνία με τον σκοπό και όχι μόνο με τα μέσα: το «Προϊόν κοινού καλού», τον «Ισολογισμό κοινού καλού» και την «Αξιολόγηση φερεγγυότητας κοινού καλού», που συμπληρώνουν, αντιστοίχως, το ΑΕγχΠ, τον ισολογισμό και την αξιολόγηση της οικονομικής φερεγγυότητας.

3.5.

Η οικονομία για το κοινό καλό (ΟΚΚ) είναι ένα ολιστικό μοντέλο που επιθυμεί να ενσωματώσει την οικονομία στο κοινωνικό, πολιτιστικό και οικολογικό περιβάλλον της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Όπως φαίνεται στον πίνακα που επισυνάπτεται, το μοντέλο της ΟΚΚ αντικατοπτρίζει τις θεμελιώδεις αξίες διαφόρων οικονομικών προτάσεων:

ΑΞΙΕΣ/ΜΟΝΤΕΛΑ ΤΗΣ ΟΚΚ

ανθρώπινη αξιοπρέπεια

αλληλεγγύη/συνεργασία

οικολογική βιωσιμότητα

κοινωνική δικαιοσύνη

δημοκρατία

Κοινωνική Οικονομία

X

X

X

X

X

Κυκλική Οικονομία

 

 

X

 

 

Συνεργατική Κατανάλωση

 

X

 

 

X

Οικονομία της Λειτουργίας

 

X

X

 

 

Οικονομία που Βασίζεται στους Πόρους

 

 

X

X

 

Γαλάζια Οικονομία

 

 

X

 

 

Πηγή: πρωτότυπο.

3.6.

Η οικονομία για το κοινό καλό είναι ένα οικονομικό μοντέλο που μπορεί να συμβάλλει με επιτυχία στη στρατηγική «Ευρώπη 2020», ιδίως μέσα από:

την αύξηση του ποσοστού της απασχόλησης και τη βελτίωση της ποιότητας των υφιστάμενων θέσεων εργασίας (αξίες της «ανθρώπινης αξιοπρέπειας» και της «κοινωνικής δικαιοσύνης»),

την τόνωση της κοινωνικής καινοτομίας στην κοινωνία των πολιτών και στην επιχειρηματική και πολιτική σφαίρα (αξίες της «συμμετοχής και της δημοκρατίας»),

τη μείωση των εκπομπών CO2, την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας (αξία της «οικολογικής βιωσιμότητας»),

τη μείωση του πληθυσμού που κινδυνεύει από φτώχεια ή που υποφέρει από κοινωνικό αποκλεισμό (αξίες της «αλληλεγγύης» και της «κοινωνικής δικαιοσύνης»).

3.6.1.

Η οικονομία για το κοινό καλό είναι μια διαδικασία «κοινωνικής καινοτομίας» και θετικής επιχειρηματικότητας που χρησιμοποιείται για την προώθηση και τη στήριξη νέων ιδεών που ταυτόχρονα επιλύουν κοινωνικές ανάγκες, δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις και ενισχύουν τη δημιουργία πλούτου. Υπό αυτήν την έννοια, η καινοτομία αναφέρεται στην ικανότητα επινόησης και εφαρμογής ιδεών που καταδεικνύουν την ικανότητα παραγωγής αξίας. Ο δε όρος «κοινωνική» αναφέρεται σε ζητήματα όπως η ποιότητα ζωής, η αλληλεγγύη, η ευτυχία και η ευημερία.

3.7.

Η οικονομία για το κοινό καλό συνιστά εργαλείο για την οικοδόμηση ενός ανθεκτικού κοινωνικού και οικονομικού συστήματος, το οποίο μπορεί να προσφέρει στην ευρωπαϊκή κοινωνία πολιτών «προστασία και ανάπτυξη», το οποίο συμβάλλει στην εξεύρεση λύσεων και, όταν είναι εφικτό, αποτρέπει κρίσεις, και συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική αλλαγή. Η οικονομία για το κοινό καλό είναι ο δρόμος για να τεθεί η ανθεκτικότητα στο επίκεντρο των διεργασιών που στηρίζουν τη μετάβαση από την κρίση στην ανάκαμψη και την ανάπτυξη.

3.7.1.

Η ανθεκτικότητα αποτελεί έναν παράγοντα που επηρεάζει την ικανότητα της κοινωνίας των πολιτών να αντιδρά σε μεγάλες αναταραχές και να αντιμετωπίζει αναπάντεχες πιέσεις και κρίσεις. Υπάρχουν ήδη μέσα προετοιμασίας της κοινωνίας των πολιτών για την αποτροπή και την αντιμετώπιση κρίσεων, αλλά απαιτείται αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους και στενότερη συνεργασία μεταξύ όλων των επιπέδων τα οποία αντιπροσωπεύουν θεσμικά, οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα.

3.8.

Η αύξηση της ικανότητας των οικονομικών και κοινωνικών εταίρων να απορροφούν, να διαχειρίζονται και να αποτρέπουν τα αποτελέσματα των κρίσεων και των διαρθρωτικών αλλαγών αποτελεί καίριο στοιχείο για την κοινωνία των πολιτών όσον αφορά την παροχή στήριξης υπέρ της επίτευξης επιπέδων διαβίωσης κατάλληλων για τις ανάγκες των ανθρώπων. Αυτό στηρίζει επίσης την οικονομική ανταγωνιστικότητα της ΕΕ με στόχο την κοινωνική συνοχή και βιωσιμότητα, αποβλέποντας στον μη περιορισμό των ευκαιριών για τις μελλοντικές γενεές.

3.9.

Η εφαρμογή αυτών των ιδεών μέσω της οικονομίας για το κοινό καλό βασίζεται στην άμεση συμμετοχή των ατόμων τόσο στην επιχειρηματική όσο και στην πολιτική σφαίρα. Μέσα όπως η «Έκθεση κοινού καλού», ο «Ισολογισμός κοινού καλού» και, ιδίως, ο «Δείκτης δημοτικού κοινού καλού» βασίζονται στην ενεργή συμμετοχή όλων των ομάδων ενδιαφερομένων.

4.   Προς την οικοδόμηση μιας ηθικής ευρωπαϊκής αγοράς

4.1.

Λόγω των αρνητικών συνεπειών που βίωσαν στη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι λαοί στην Ευρώπη είναι λιγότερο ανεκτικοί σε ζητήματα όπως η απώλεια εισοδήματος, οι περικοπές των κοινωνικών παροχών και υπηρεσιών, οι περιβαλλοντικές βλάβες, η οικονομική και εργασιακή αβεβαιότητα και η υποβάθμιση της σημασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων τους καθώς και των δικαιωμάτων τους ως καταναλωτές και χρήστες.

4.2.

Ταυτόχρονα, απαιτείται να δοθεί νέα ώθηση στις εθελοντικές και ανεπαρκώς φιλόδοξες πολιτικές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, οι οποίες δεν παρουσιάζουν αρκετές πληροφορίες σχετικά, δεδομένου ότι το μισθολογικό χάσμα διευρύνεται σε πολλές μεγάλες εταιρείες, οι γυναίκες αποτελούν μειοψηφία στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και εξασθενεί η δέσμευση για την εξέλιξη της σταδιοδρομίας των νεαρών εργαζομένων.

4.3.

Οι επιχειρηματίες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), από τη μεριά τους, απειλούνται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και τις αντιδεοντολογικές πρακτικές που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση πολλών τέτοιων επιχειρήσεων. Γενικώς, οι άνθρωποι κάνουν έκκληση για μια οικονομία που να βασίζεται στις αξίες που, θεωρητικά, προβλέπονται στα εθνικά συντάγματα.

4.4.

Η ατμόσφαιρα κοινωνικής δυσαρέσκειας αντικατοπτρίζεται στην απώλεια της εμπιστοσύνης του κοινού στους θεσμούς και σε εκείνους που τους εκπροσωπούν. Εάν επιθυμούμε να ανακτηθεί αυτή η αναγκαία εμπιστοσύνη και να ενισχύσουμε την κοινωνική και εδαφική συνοχή, πρέπει η ΕΕ να σχεδιάσει ξανά τις πολιτικές της και να εκπονήσει μια νέα στρατηγική που να σέβεται τα αιτήματα και τις αξίες των ανθρώπων.

4.5.

Προς αυτήν την κατεύθυνση, η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της με θέμα «Ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης 2014» καλεί να συμπεριληφθεί προβλεπτικά πίνακας κοινωνικών δεικτών στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, σε ισότιμη βάση με τους μακροοικονομικούς και δημοσιονομικούς δείκτες. Επίσης, οι στόχοι, οι μέθοδοι και τα εργαλεία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου πρέπει να εξακολουθήσουν να συμπεριλαμβάνουν διαδικασία οικολογικού προσανατολισμού για τις τρέχουσες βιομηχανικές διεργασίες σε κάθε τομέα ξεχωριστά και για την οικονομία συνολικά, προκειμένου να διασφαλίζεται μια οικονομική ανάκαμψη που να βασίζεται σε πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης.

4.6.

Για αυτόν τον λόγο, βάσει του μοντέλου της οικονομίας για το κοινό καλό, προτείνεται στροφή προς μια «ηθική ευρωπαϊκή αγορά», στην οποία οι οικονομικές και εμπορικές πολιτικές ευθυγραμμίζονται με τον πολιτισμό και τις αξίες που οι άνθρωποι έχουν καταγράψει ως οικουμενικές. Μέσα από αυτήν τη στρατηγική, η ευρωπαϊκή οικονομία και οι εταιρείες θα ανακτήσουν τη διεθνή «εμπορική φήμη» τους ως παραδειγματικές οργανώσεις σε θέματα προστασίας και προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ποιότητας και σημασίας της εργασίας, και προστασίας του περιβάλλοντος.

4.7.

Ως εκ τούτου, θα αναγνωρίζονται οι οργανισμοί οι οποίοι διαθέτουν στην αγορά προϊόντα και υπηρεσίες που συνάδουν με ηθικά κριτήρια και συμβάλλουν στο κοινό καλό. Πιο συγκεκριμένα, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που δεν εγγυώνται έναν ελάχιστο ηθικό χαρακτήρα μέσω της αλυσίδας αξιών θα πρέπει να απομακρύνονται από τη ζώνη της αποδοτικότητας.

4.8.

Συνοψίζοντας, το μοντέλο της οικονομίας για το κοινό καλό περιλαμβάνει τις προτάσεις της συμβατικής εταιρικής κοινωνικής ευθύνης σε σχέση με τις αξίες, αλλά προχωρά περαιτέρω όσον αφορά τους στόχους και τις μεθόδους. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη στην ΕΕ βασιζόταν, κυρίως, στην αρχή της επιστροφής στην κοινωνία μέρους του κέρδους που αποκτήθηκε από αυτήν, πριν να επικεντρωθεί στον στόχο «δημιουργία, στο μέγιστο βαθμό, κοινών αξιών για τους ιδιοκτήτες/μετόχους και για τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη και την κοινωνία στο σύνολό της» (7). Για αυτόν τον λόγο, δυστυχώς, σημαντικός αριθμός εταιρειών υποβάθμισαν την εταιρική κοινωνική ευθύνη σε απλές δράσεις φιλανθρωπίας ή εκδηλώσεις δημόσιων σχέσεων.

5.   Μελλοντικές στρατηγικές για την οικοδόμηση μιας ηθικής ευρωπαϊκής αγοράς

5.1.

Αρκετές στρατηγικές προτείνονται για την οικοδόμηση μιας ηθικής ευρωπαϊκής αγοράς. Ο χάρτης πορείας θα ξεκινήσει με τον υπολογισμό της συμβολής των εταιρειών στο κοινό καλό και τη σύγκλιση προς μια ενωσιακή υποβολή εκθέσεων μη χρηματοοικονομικού χαρακτήρα. Έπειτα, η κοινωνία πολιτών στην ΕΕ θα ενημερώνεται για τις επιδόσεις των εταιρειών μέσω της δημιουργίας επισήμανσης για την ηθική συμπεριφορά. Η χάραξη πολιτικών θα αναγνωρίζει τις εταιρείες με τη μεγαλύτερη συμβολή στο κοινό καλό μέσω πολιτικών σύναψης ηθικών δημόσιων συμβάσεων καθώς και μέσω πολιτικών που στοχεύουν στην οικοδόμηση μιας ηθικής εσωτερικής και διεθνούς αγοράς. Τέλος, οι πολιτικές για την επιχειρηματικότητα, την κατανάλωση και τις τραπεζικές υπηρεσίες θα ευθυγραμμίζονται επίσης με τις αρχές του κοινού καλού. Όλα δε αυτά θα γίνουν πραγματικότητα με την αποφυγή των υπερβολικών διοικητικών διατυπώσεων και με τη βοήθεια των μηχανισμών της αγοράς.

5.2.

Ο υπολογισμός της συμβολής των εταιρειών στο κοινό καλό μέσω της υποχρεωτικής συμπλήρωσης ενός Ισολογισμού κοινού καλού. Ο Ισολογισμός κοινού καλού υπολογίζει το μη χρηματοοικονομικό μέρος της επιτυχίας μιας εταιρείας: τις ηθικές επιτυχίες και τη συμβολή στο κοινό καλό. Η τρέχουσα διατύπωση των μέτρων του Ισολογισμού κοινού καλού προσμετρά τις πιο σημαντικές συνταγματικές αξίες: αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, βιωσιμότητα, δικαιοσύνη και δημοκρατική συμμετοχή: «ηθικές επιδόσεις» όλων των ομάδων επαφής.

5.3.

Για την περαιτέρω εξέλιξη, πέρα από τη συμβατική εταιρική ευθύνη, το κίνημα της οικονομίας για το κοινό καλό προτείνει ο ισολογισμός να πληροί οκτώ «μετακριτήρια», δηλαδή πρέπει να είναι: 1) οικουμενικός, 2) μετρήσιμος σε ουδέτερες μονάδες, 3) συγκρίσιμος μεταξύ εταιρειών, 4) κατανοητός για τους ενδιαφερόμενους, 5) δημόσιος, 6) εξωτερικά ελεγχόμενος, 7) υποχρεωτικός και 8) νομικά δεσμευτικός. Όσο καλύτερο είναι το αποτέλεσμα τόσο χαμηλότεροι θα είναι οι φόροι, οι τελωνειακοί δασμοί, τα επιτόκια κ.λπ. μένοντας πιστοί στο σύνθημα «με την ηθική μέχρι την επιτυχία».

5.4.

Περισσότερες από 200 ΜΜΕ, ως μέλη του κινήματος της ΟΚΚ, πραγματοποίησαν Ισολογισμό κοινού καλού μέχρι το τελικό στάδιο: αξιολόγηση από ομοτίμους ή εξωτερικό έλεγχο. Η μετάβαση στον υποχρεωτικό ισολογισμό θα μπορούσε να είναι σταδιακή. Η ΕΕ έκανε πρόσφατα τα πρώτα βήματα με την οδηγία της για την υποβολή μη χρηματοοικονομικών εκθέσεων. Το δεύτερο βήμα θα μπορούσε να είναι να περιλαμβάνει η οδηγία μόνο πρότυπα που συμμορφώνονται με όλα τα παραπάνω μετακριτήρια και να συνεπάγεται νομικά πλεονεκτήματα ανάλογα με το αποτέλεσμα. Τα υπόλοιπα πρότυπα θα μπορούσαν αργότερα να συγχωνευτούν σε ένα, το οποίο θα αποτελεί το μη χρηματοοικονομικό μέρος του υποχρεωτικού ισολογισμού της εταιρείας. Ο «καθολικός» (χρηματοοικονομικός και μη χρηματοοικονομικός) ισολογισμός θα αποτελεί διαβατήριο εισόδου στη μελλοντική ηθική κοινή αγορά.

5.5.

Επισήμανση ηθικής συμπεριφοράς. Στην οικονομία για το κοινό καλό προτείνεται να αναγράφονται οι πληροφορίες για την ηθική συμπεριφορά υποχρεωτικά σε όλα τα προϊόντα που πωλούνται στην ευρωπαϊκή κοινή αγορά μέσω κοινής επισήμανσης της ηθικής, η οποία και θα καθορίζει τη συμβολή της εταιρείας στο κοινό καλό. Στην επισήμανση θα μπορούσε να αποτυπώνεται οπτικά το αποτέλεσμα του Ισολογισμού κοινού καλού, για παράδειγμα, με πέντε χρώματα. Μέσω του κώδικα απαίτησης ποιότητας (QR), οι καταναλωτές θα μπορούν να βλέπουν τον ισολογισμό λεπτομερώς.

5.6.

Ηθικές δημόσιες συμβάσεις. Στις δημόσιες συμβάσεις θα μπορούσε να δίνεται προτεραιότητα σε οργανώσεις που μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή στο κοινό καλό μέσα από τον Ισολογισμό κοινού καλού που διατηρούν. Οι δημόσιες συμβάσεις στην ΕΕ μπορούν να λειτουργήσουν ως κινητήριος δύναμη για την υλοποίηση της «ηθικής ευρωπαϊκής αγοράς», εγκρίνοντας κριτήρια που συνδέονται με τη συμβολή στο κοινό καλό και την ποιότητα του κοινωνικού και οικολογικού ίχνους που ορίζεται στην οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) και εφαρμόζοντας την αντίστοιχη κοινωνική ρήτρα.

5.7.

Ηθικό εσωτερικό εμπόριο. Το ελεύθερο εσωτερικό εμπόριο θα ενθαρρύνεται σε οργανώσεις που μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή στο κοινό καλό μέσα από τον Ισολογισμό κοινού καλού που διατηρούν. Πρώτον, θα διευκολύνεται η ελεύθερη διάθεση στην αγορά και η κυκλοφορία των προϊόντων και υπηρεσιών των ευρωπαϊκών εταιρειών που μπορούν να αποδείξουν ότι συμμορφώνονται με τα ελάχιστα πρότυπα ηθικής βάσει της «ηθικής ευρωπαϊκής αγοράς». Δεύτερον, θα διευκολύνεται η εισαγωγή προϊόντων, οι επενδύσεις και η παροχή υπηρεσιών από εταιρείες σε χώρες εκτός ΕΕ που επίσης μπορούν να αποδείξουν ότι συμμορφώνονται με τα ελάχιστα πρότυπα ηθικής δυνάμει της «ηθικής ευρωπαϊκής αγοράς». Με αυτόν τον τρόπο, οι εισαγωγικοί δασμοί και οι φορολογικές πολιτικές που σχετίζονται με το εσωτερικό εμπόριο και τις εισαγωγές θα διαμορφώνονται ανάλογα με την ηθική συμπεριφορά που υιοθετούν οι εταιρείες.

5.8.

Ηθικό διεθνές εμπόριο. Η ηθική συμπεριφορά και η συμβολή στο κοινό καλό πρέπει να γίνει το σήμα κατατεθέν της ευρωπαϊκής οικονομίας, με άλλα λόγια, η «ευρωπαϊκή σφραγίδα». Οι ευρωπαϊκές εταιρείες, ως πρέσβεις της ευρωπαϊκής κοινωνίας, του ευρωπαϊκού πολιτισμού και των ευρωπαϊκών αξιών οφείλουν να μεριμνούν ώστε να συμπεριφέρονται ηθικά και να το αποδεικνύουν μέσω του ισολογισμού. Οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση του εξωτερικού εμπορίου (προγράμματα βοήθειας για το διεθνές εμπόριο, ηθικά πρότυπα εμπορίας κ.λπ.) θα πρέπει, ως εκ τούτου, αρχικά να στηρίζουν εκείνες τις εταιρείες που αποδεδειγμένα έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή στο κοινό καλό.

5.9.

Επιχειρηματίες για το κοινό καλό. Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας είναι καίρια για τη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό αυτό το πνεύμα, η κοινωνική καινοτομία πρέπει, εξ ορισμού, να προσανατολίζεται στην παροχή προϊόντων και υπηρεσιών που συμβάλλουν στο κοινό καλό της κοινωνίας. Για αυτόν τον λόγο, οι πολιτικές προώθησης της επιχειρηματικότητας στην «ηθική ευρωπαϊκή αγορά» θα ενισχύουν τη σύσταση νέων επιχειρήσεων και την κατάρτιση των επιχειρηματιών στη βάση των αξιών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης, της οικολογικής βιωσιμότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δημοκρατικής συμμετοχής. Μπορούν να δημιουργηθούν σε όλες τις πόλεις (κοινού καλού) αντίστοιχοι κόμβοι, με την ίδρυση επιχειρήσεων που είτε χρησιμοποιούν τον ισολογισμό από την αρχή είτε συστήνονται αρχικά ως «επιχειρήσεις κοινού καλού».

5.10.

Καταναλωτές και ενίσχυση της ηθικής κατανάλωσης. Η επιτυχία της «ηθικής ευρωπαϊκής αγοράς» θα εξαρτηθεί από τη ζήτηση εκ μέρους των ευρωπαϊκών καταναλωτών προϊόντων και υπηρεσιών που συμβάλλουν στο κοινό καλό. Θα χρειαστεί να επινοηθούν και να προωθηθούν στρατηγικές και προγράμματα για την τόνωση της ηθικής κατανάλωσης. Αυτά τα προγράμματα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες για τη φύση της «ηθικής ευρωπαϊκής αγοράς» μέσω της εκπαίδευσης, της ευαισθητοποίησης και ενημερωτικών εκστρατειών. Η «διττή πράξη» του ισολογισμού κοινού καλού και της επισήμανσης θα προσφέρουν ιδανικά εργαλεία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

5.11.

Ηθικές τράπεζες και η επέκταση των συμφωνιών της Βασιλείας, με την προσθήκη κριτηρίων ηθικής ποιότητας στην τραπεζική νομοθεσία. Από τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και μετά τα ανεπιθύμητα τραπεζικά και χρηματοοικονομικά περιστατικά, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη έχασε σταδιακά την εμπιστοσύνη της όχι μόνο στο τραπεζικό σύστημά της, αλλά και στις εθνικές και ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές. Αυτή η κατάσταση αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για την οικονομική σταθερότητα της ευρωζώνης.

5.11.1.

Συνεπώς, είναι αναγκαίο να αναβαθμιστούν τα ηθικά πρότυπα του χρηματοπιστωτικού τομέα και παράλληλα να αυξηθεί η ποικιλομορφία του χρηματοοικονομικού οικοσυστήματος, ενισχύοντας τα δίκτυα ηθικών τραπεζών σε όλη την ΕΕ (συνεταιριστικές τράπεζες, ταμιευτήρια, νέες ηθικές τράπεζες), που συμβάλουν στο κοινό καλό. Αυτό μπορεί να συμβάλει στην προώθηση στην Ευρώπη ενός τραπεζικού συστήματος το οποίο: α) θα παρέχει μόνο βασικές υπηρεσίες (αποταμιεύσεις, πληρωμές, δάνεια), β) δεν θα πληρώνει μερίσματα ή αυτά θα είναι περιορισμένα, γ) θα διεξάγει έλεγχο κοινού καλού για κάθε αίτημα δανεισμού. Μια ηθική αξιολόγηση της φερεγγυότητας αυτού του είδους θα συνιστούσε επέκταση των συμφωνιών της Βασιλείας για να συμπεριληφθούν ηθικά κριτήρια. Θα υπολόγιζε την ηθική προστιθέμενη αξία που θα επέφερε μια επένδυση.

5.11.2.

Ένα αρχικό πρωτότυπο τέτοιου ελέγχου κοινού καλού αναπτύσσεται επί του παρόντος από το έργο «τράπεζα κοινού καλού», στην Αυστρία. Οι όροι δανεισμού θα μπορούσαν να εξαρτώνται από το αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Με αυτόν τον τρόπο, η χρηματοοικονομική αγορά θα μπορούσε να γίνει ένα εργαλείο για τη βιώσιμη κοινωνική και οικολογική ανάπτυξη.

5.12.

«(Περιφερειακό) Χρηματιστήριο κοινού καλού». Όλες οι ηθικές τράπεζες που εργάζονται για το κοινό καλό θα μπορούσαν να δημιουργήσουν από κοινού ένα περιφερειακό χρηματιστήριο κοινού καλού, το οποίο θα παραλαμβάνει τις αιτήσεις δανεισμού που έχουν υποστεί επιτυχώς τον ηθικό έλεγχο, αλλά όχι τον έλεγχο οικονομικής φερεγγυότητας. Αυτά τα χρηματιστήρια, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα συμβατικά, δεν θα αποτελούν βήμα διαπραγμάτευσης εταιρικών μετοχών ή είσπραξης αποδόσεων· δεν θα είναι αυτοί οι λόγοι επένδυσης σε μια εταιρεία. Το κέρδος για τους επενδυτές θα έγκειται αλλού, όπως, για παράδειγμα, στο νόημα, τον κοινωφελή χαρακτήρα και την ηθική («τριπλός ορίζοντας»). Έτσι, οι Ευρωπαίοι πολίτες και οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα έχουν την ευκαιρία να προβούν σε ηθικές επενδύσεις που να αντικατοπτρίζουν τις αξίες των συνταγμάτων των κρατών μελών, και των ίδιων των Συνθηκών της ΕΕ.

Βρυξέλλες, 17 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  Βλέπε τον ιστότοπο «Η οικονομία για το κοινό καλό».

(2)  Ορισμένες από τις οποίες δραστηριοποιούνται σε πολύ ανταγωνιστικές αγορές.

(3)  Με συνεκτίμηση του ΑΕγχΠ και άλλων συμπληρωματικών δεικτών.

(4)  Παγκόσμια δημοσκόπηση της ITUC για το έτος 2014.

(5)  Ίδρυμα Bertelsmann, «Bürger wollen kein Wachstum um jeden Preis» («Οι άνθρωποι δεν θέλουν ανάπτυξη με οποιοδήποτε τίμημα»).

(6)  ΕΕ C 83 της 30.3.2010.

(7)  COM(2011) 681 final.

(8)  ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65.


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/33


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η κοινοτική μέθοδος για την επίτευξη μιας δημοκρατικής και κοινωνικής ΟΝΕ»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/07)

Εισηγήτρια:

η κ. Gabriele BISCHOFF

Στις 19 Φεβρουαρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού της κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Η κοινοτική μέθοδος για την επίτευξη μιας δημοκρατικής και κοινωνικής ΟΝΕ»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και νομισματική ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 10 Ιουλίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειάς της, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 161 ψήφους υπέρ, 6 κατά και 10 αποχές.

«Η ΕΕ πρέπει να είναι μια κοινότητα των πολιτών, όχι των τραπεζών. Το λειτουργικό της σύστημα είναι η δημοκρατία και το μέλλον της είναι η κοινωνική δικαιοσύνη (1)».

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η πραγματική σταθεροποίηση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν καλυφθούν οι ελλείψεις στην αρχιτεκτονική της ΕΕ, υλοποιηθούν προς τούτο μεγάλες μεταρρυθμίσεις και υπάρξει τροποποίηση των Συνθηκών στο πλαίσιο μιας συνέλευσης. Εφόσον αυτό ρεαλιστικά δεν θα συμβεί πριν από το 2018, πρέπει μέχρι τότε να ληφθούν άλλα μέτρα προκειμένου η ΟΝΕ να αποκτήσει μια πιο δημοκρατική και κοινωνική μορφή στο πλαίσιο των υφιστάμενων Συνθηκών και να τηρούνται οι κανόνες της.

1.2.

Όσο περισσότερο διαρκεί η υφιστάμενη πολιτική εξοικονόμησης, που επιδιώκει πρωτίστως τη μείωση των δαπανών, χωρίς αποτελεσματικό επενδυτικό πρόγραμμα για τη δημιουργία εσόδων μέσω της ανάπτυξης, και την εγγύηση κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, διαφαίνεται ολοένα και περισσότερο ότι η αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα υπονομεύει την οικονομική ολοκλήρωση και την ευημερία της Ευρώπης.

1.3.

Η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί συνεπώς να συνεχιστεί. Χρειάζεται ενίσχυση της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής συνοχής και αποφυγή, κατ’ αυτόν τον τρόπο, της διάλυσης της ευρωζώνης. Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις αποκλίσεις των εθνικών οικονομιών της ΟΝΕ και ότι πρέπει να πραγματοποιηθούν ισορροπημένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις εν λόγω χώρες με βάση τις ανάγκες που επιτάσσει μια νομισματική ένωση σε συνδυασμό με τις εθνικές απαιτήσεις, για την εξασφάλιση της αναγκαίας σύγκλισης. Επιπροσθέτως, η ΕΟΚΕ θεωρεί απολύτως απαραίτητη μια βραχυπρόθεσμη διαχείριση της ζήτησης.

1.4.

Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ μιας μεγαλύτερης «κοινοβουλευτικοποίησης» της ζώνης του ευρώ, με μια μεγάλη επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η οποία θα περιλαμβάνει όλους τους βουλευτές της ζώνης του ευρώ και των κρατών που επιθυμούν να ενταχθούν σε αυτήν (26 κράτη μέλη), σε συνδυασμό με την αύξηση του συντονισμού των βουλευτών της ζώνης του ευρώ για ζητήματα που αφορούν την ΟΝΕ (COSAC+). Η διαδικασία μπορεί να δρομολογηθεί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

1.5.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι ορισμένοι από τους στόχους οικονομικής πολιτικής της οικονομικής διακυβέρνησης των τελευταίων ετών πρέπει να εναρμονιστούν με τους στόχους κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ του άρθρου 4 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ και ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες συγκρούσεις μεταξύ των κοινωνικών και των οικονομικών στόχων. Όλα τα μέτρα του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου —σύμφωνα με την οριζόντια κοινωνική ρήτρα— πρέπει να υπόκεινται σε εκτίμηση κοινωνικών επιπτώσεων, της οποίας τα αποτελέσματα πρέπει να δημοσιεύονται και να συζητούνται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΟΚΕ μπορεί να υποστηρίξει τη διαδικασία αυτή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.

1.6.

Η υπέρβαση των αποκλίσεων αναφορικά με τους τρόπους λειτουργίας των αγορών εργασίας, των συστημάτων διαμόρφωσης των μισθών και των κοινωνικών συστημάτων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη δημοκρατική και κοινωνική ΟΝΕ.

1.7.

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι ένας μακροοικονομικός διάλογος της ζώνης του ευρώ (MED-EURO) μπορεί να συνεισφέρει καθοριστικά στη δημοκρατική και κοινωνική μετεξέλιξη της ΟΝΕ. Τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα του διαλόγου πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο κατά την εκπόνηση της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης, όσο και στον πίνακα κοινωνικών δεικτών και τις ειδικές συστάσεις ανά χώρα.

2.   Προκλήσεις και κριτήρια για μια δημοκρατική και κοινωνική ΟΝΕ

2.1.

Η ΕΟΚΕ έχει παρουσιάσει αρκετές γνωμοδοτήσεις, καταθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση της ΟΝΕ. Ενώ ορισμένες από αυτές τις γνωμοδοτήσεις παρουσιάζουν μελλοντικά σενάρια, η παρούσα γνωμοδότηση αφορά προτάσεις για την όσο το δυνατό γρηγορότερη δημοκρατική και κοινωνική μετεξέλιξη της ΟΝΕ στο πλαίσιο της κοινοτικής μεθόδου ώστε να βελτιώσει την ανθεκτικότητα της δημοκρατίας και να ανταποκριθεί στις κοινωνικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις Συνθήκες. Ωστόσο, δεν είναι πολύ πιθανό να γίνουν σοβαρά βήματα για την ευρύτερη τροποποίηση των Συνθηκών πριν από το 2018. Ταυτόχρονα εξακολουθεί να υφίσταται η ανησυχία ότι τα διακρατικά μέσα, και ιδίως το δημοσιονομικό σύμφωνο, υπονομεύουν την κοινοτική μέθοδο και προάγουν τη διάσπαση της Ευρώπης (2). Όσο περισσότερο διαρκεί η πολιτική εξοικονόμησης, που επιδιώκει πρωτίστως τη μείωση των δαπανών, χωρίς τουλάχιστον να συμπληρώνεται από ένα επενδυτικό πρόγραμμα και από άλλα μέτρα για τη δημιουργία ανάπτυξης και την εξασφάλιση κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, διαφαίνεται ολοένα και περισσότερο ότι η αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ολοκλήρωση και την ευημερία της Ευρώπης.

2.2.

Η κρίση στη ζώνη του ευρώ κατέδειξε τις δομικές αδυναμίες της νομισματικής ένωσης. Επειδή δεν ελήφθη εξαρχής μέριμνα για την εναρμόνιση των διαφόρων εθνικών οικονομικών πολιτικών, τα μέλη της νομισματικής ένωσης είχαν σε πολλά σημεία διαφορετική εξέλιξη (3).

2.3.

Οι διακυβερνητικές διαδικασίες ήταν κατά τη διάρκεια της κρίσης ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί η ταχεία θέσπιση βασικών μέσων της ΟΝΕ —όπως ήταν το δημοσιονομικό σύμφωνο—, δεδομένου ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν θα είχαν συμφωνήσει στην αναθεώρηση της Συνθήκης. Είναι βέβαιο ότι ορισμένα μέσα βελτιώθηκαν στη διάρκεια της κρίσης. Είναι ωστόσο κοινώς αποδεκτό ότι μέχρι σήμερα δεν υφίσταται ικανή κοινοβουλευτική συμβολή στη διαμόρφωση της ΟΝΕ και στον έλεγχο της υλοποίησής της. Έφτασε η στιγμή να αλλάξουμε πορεία και να κινηθούμε προς μια συνεπή πολιτική ολοκλήρωσης. Η ομάδα των υπουργών Εξωτερικών (4) συνέστησε ήδη από το 2012 να εξασφαλίζεται σε όλα τα μέτρα η «πλήρης δημοκρατική νομιμοποίηση και υποχρέωση λογοδοσίας» και να ενισχυθεί για τον σκοπό αυτό η συνεργασία μεταξύ ΕΚ και εθνικών κοινοβουλίων (5), ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο έγγραφο προβληματισμού της, προτείνει την εμβάθυνση της ΟΝΕ με βάση το θεσμικό και νομικό πλαίσιο των Συνθηκών. Όπως αναφέρεται, η Ευρωομάδα μπορεί να προχωρήσει σε συγκεκριμένα μέτρα μόνο εάν τα μέτρα αυτά απευθύνονται σε όλα τα κράτη μέλη.

2.4.

Στην ευρωπαϊκή πολιτική πρακτική επικρατούν ολοένα και περισσότερες διακρατικές λύσεις, όπως το δημοσιονομικό σύμφωνο, που αυξάνουν τον κίνδυνο να δημιουργηθεί «παράλληλο καθεστώς του διεθνούς δικαίου». Στην έκθεση Van Rompuy που παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2012 τονίζεται ότι είναι σημαντικό να υπάρχει κοινή αντίληψη προκειμένου να υλοποιηθούν μεγαλύτερης έκτασης μεταρρυθμίσεις. Σύμφωνα με την έκθεση, πρέπει επιπλέον να αυξηθεί η κοινωνική συνοχή, να αναβαθμιστεί η συμμετοχή του ΕΚ και των εθνικών κοινοβουλίων και να ανανεωθεί ο διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους. Επίσης, θα πρέπει να βελτιωθεί η οικείωση (ownership) του ευρωπαϊκού σχεδίου εκ μέρους των κρατών μελών. Με τον τρόπο αυτό, ο τότε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (6) εισήγαγε την κοινωνική διάσταση και τον ιδιαίτερο ρόλο των κοινωνικών εταίρων στη συζήτηση, η οποία ως τότε επικεντρωνόταν κυρίως σε ζητήματα οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς και στην έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης.

2.5.

Μετά τις εκλογές του ΕΚ το 2014 και την ενίσχυση της προεδρίας της Επιτροπής λόγω των δημοκρατικών εκλογών υποβλήθηκαν νέες προτάσεις για συζήτηση:

α)

το έγγραφο που υπέβαλαν στις 12 Φεβρουαρίου 2015 οι τέσσερις πρόεδροι, με τίτλο «Preparing Next Steps on Better Economic Governance in the Euro Area» (Προς μια καλύτερη οικονομική διακυβέρνηση της ευρωζώνης) (7)·

β)

η έκθεση με τίτλο «Η ολοκλήρωση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης της Ευρώπης», που παρουσιάστηκε στις 22 Ιουνίου 2015 από τους πέντε προέδρους (8).

2.6.

Η ΕΟΚΕ λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω προτάσεις και θα τις κρίνει ανάλογα με το κατά πόσον η βασική τους ιδέα συμβάλλει στη μετεξέλιξη της οικονομικής διακυβέρνησης σε μια κοινωνική, δημοκρατική, αλληλέγγυα και πολιτική ένωση, η οποία θα εγγυάται τη δέουσα συμμετοχή των πολιτών της Ένωσης και των κοινωνικών εταίρων.

2.7.

Η ΕΟΚΕ ισχυρίζεται ότι η ΟΝΕ έχει ανάγκη από πραγματική ενίσχυση της ενδοκοινοτικής συνεργασίας, όπως περιγράφηκε εν συντομία στο προσχέδιο της Επιτροπής. Με τη συνεργασία αυτή —η οποία θα τονώνει και δεν θα περιστέλλει τη ζήτηση— θα επιτευχθεί η σύγκλιση της οικονομικής αποδοτικότητας των διαφόρων κρατών στο πλαίσιο μιας αναπτυσσόμενης και ευημερούσας οικονομίας. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται η εναρμόνιση των κοινωνικών προτύπων και των εργασιακών δικαιωμάτων σε μια πορεία προόδου.

2.8.

Με τη συνύπαρξη της κοινοτικής μεθόδου, διακυβερνητικών πρωτοβουλιών (όπως, για παράδειγμα, το δημοσιονομικό σύμφωνο), καθώς και νέων «ενδιάμεσων μορφών» που προκύπτουν από τα καθήκοντα επιτήρησης της Επιτροπής ή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κατά την εκτέλεση διακρατικών συμφωνιών, δημιουργήθηκε νέα σύγχυση σχετικά με τους εμπλεκόμενους φορείς, τη νομιμοποίησή τους και την ευθύνη τους. Με αυτό τον τρόπο είναι αδύνατο να υπάρξει διαφάνεια και πλήρης δημοκρατικός έλεγχος. Ως εκ τούτου, ασκήθηκε μεγάλη κριτική, καθώς στη διάρκεια της κρίσης δόθηκε προτεραιότητα στις γρήγορες λύσεις παρά τον καθορισμένο στόχο οι μεμονωμένες διεθνείς συμφωνίες να μετατραπούν αργότερα σε κοινοτική μέθοδο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των πέντε προέδρων, αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει τουλάχιστον μέχρι το 2018. Σύμφωνα δε με το χρονοδιάγραμμά τους, αναβάλλεται ο εκδημοκρατισμός της ΟΝΕ, ενώ η πολιτική ένωση δεν τυγχάνει ικανής προσοχής στην έκθεσή τους. Μέχρι τότε, ο διάλογος στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου μεταξύ ΕΚ, Συμβουλίου και Ευρωομάδας στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, καθώς και μεταξύ εθνικών κοινοβουλίων και Επιτροπής και/ή βουλευτών εθνικών κοινοβουλίων και μελών του ΕΚ (COSAC) αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της εμπιστοσύνης και της κοινής δράσης. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η ενίσχυση του διαλόγου δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική ολοκλήρωσης. Η κοινοτική μέθοδος πρέπει και πάλι να ενισχυθεί και να αποτελέσει στη θέση των συνυπαρχόντων διαφόρων διεθνών καθεστώτων τη βάση για μια λειτουργική ΟΝΕ.

3.   Καλύτερη διακυβέρνηση της ΟΝΕ μέσω αυξημένης συμμετοχής, διαφάνειας και ευθύνης

3.1.

Η αύξηση της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της διακυβέρνησης της ΟΝΕ, ενώ ο διαρθρωμένος διάλογος με την κοινωνία των πολιτών συμβάλλει στη βελτίωση της ανθεκτικότητας της δημοκρατίας. Η ΕΟΚΕ είναι διατεθειμένη να διαδραματίσει εν προκειμένω έναν ιδιαίτερο ρόλο και να διαθέσει για τον σκοπό αυτό την εμπειρία και τους πόρους της, όπως π.χ. συμβαίνει ήδη με τη στρατηγική 2020 (9).

3.2.

Το ζήτημα της ανάληψης ευθύνης, ιδίως από τους κοινωνικούς εταίρους, όπως το έθεσε ο πρόεδρος του Συμβουλίου Van Rompuy, ενδέχεται να αποδειχτεί ακόμη δυσκολότερο, καθώς οι κοινωνικοί εταίροι —σε αντίθεση με τις κυβερνήσεις— έχουν κληθεί ως τώρα σε πολύ μικρότερο βαθμό να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση των στόχων και των μέσων της οικονομικής διακυβέρνησης. Πώς είναι δυνατό επομένως να επιτευχθεί η κινητοποίησή τους ώστε να συμμετάσχουν σε μια πολιτική τις λεπτομέρειες της οποίας επηρεάζουν ελάχιστα; Ως μέρη της συλλογικής σύμβασης και οικονομικοί παράγοντες, επηρεάζουν και αυτοί καθοριστικά τα επίπεδα και τη σταθερότητα των τιμών, ως προς τα οποία η ΟΝΕ συνιστά το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εξελίσσονται τα συστήματα διαμόρφωσης των μισθών, η πολιτική για την αγορά εργασίας και η κοινωνική πολιτική.

3.3.

Η Επιτροπή παρουσίασε το 2013 την ανακοίνωσή της για την κοινωνική διάσταση της ΟΝΕ (10) και επικεντρώθηκε στη δυσαρέσκεια των παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών. Οι «προβληματικές» οικονομικές εξελίξεις θα πρέπει να εντοπίζονται και να εξαλείφονται έγκαιρα, εφόσον οι διαρκείς κοινωνικές ανισότητες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της ΟΝΕ. Στις συζητήσεις που ακολούθησαν κατέστη φανερό ότι υπάρχουν δύο σχολές σκέψης. Η μία θεωρεί δεδομένο ότι η κοινωνική διάσταση της ΟΝΕ είναι ένας επιπλέον, εναλλακτικός πυλώνας, ο οποίος —σε αντίθεση με τις δεσμευτικές διαδικασίες της δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής— έχει προαιρετικό χαρακτήρα. Η άλλη, όπως αυτή που υποστηρίζει η ΕΟΚΕ, επισημαίνει ότι ορισμένοι από τους στόχους της οικονομικής πολιτικής είναι αντίθετοι με τους στόχους κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ και ότι οι εν λόγω συγκρουόμενοι στόχοι πρέπει να αποκαλυφθούν και να εξαλειφθούν.

3.4.

Η Επιτροπή επιθυμεί την αύξηση της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων και την ανταλλαγή απόψεων για την εξέλιξη των μισθών και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αυτό το έχει ήδη επιχειρήσει αρκετές φορές. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, επιθυμεί και την ανταλλαγή απόψεων με τους κοινωνικούς εταίρους για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και συνιστά την αναβάθμιση της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στα κράτη μέλη. Η ίδια η ΕΟΚΕ έχει υποβάλει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις για την αναβάθμιση της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στην οικονομική διακυβέρνηση (SOC/507) (11). Τουλάχιστον, η νέα κατανομή καθηκόντων στην Επιτροπή, ιδίως δε οι διευρυμένες αρμοδιότητες του αντιπροέδρου Dombrovskis, μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη ότι δίδεται μεγαλύτερη προσοχή στη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων.

4.   Προτάσεις και αξιολόγηση

4.1.    Η έκθεση των προέδρων

4.1.1.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί δεδομένο ότι η έκθεση που παρουσίασαν στις 22 Ιουνίου 2015 οι πέντε πρόεδροι (12) με τίτλο «Η ολοκλήρωση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης της Ευρώπης» (13) θα αποτελέσει τον γνώμονα για τη μελλοντική μετεξέλιξη των δομών της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι, λόγω της διατήρησης των ανισορροπιών, καθώς και για τη δημιουργία εμπιστοσύνης, απαιτείται μια πιο αποτελεσματική και δημοκρατική οικονομική διακυβέρνηση —ιδίως στη ζώνη του ευρώ (14). Ωστόσο, η ανάλυση ξεκινά από εν μέρει εσφαλμένες ως προς το περιεχόμενό τους προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να προκύπτουν —παρότι υπάρχουν ορισμένα σωστά σημεία— προβληματικά συμπεράσματα: χωρίς τις αναγκαίες διορθώσεις, προτείνεται η συνέχιση της πολιτικής εξοικονόμησης και άρα η περαιτέρω μείωση μισθών και κοινωνικών δαπανών. Παρόλο που αναγνωρίζεται ότι σήμερα δεν συντρέχουν ακόμα οι ελάχιστες προϋποθέσεις για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ΟΝΕ, ωστόσο επιδιώκεται να συνεχιστεί η συνιστώμενη κλιμάκωση και θεσμοθέτηση της μέχρι σήμερα πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η ΕΟΚΕ θεωρεί εν προκειμένω ότι υπάρχει μία αντίφαση.

4.1.2.

Η σημερινή οικονομική κατάσταση της ευρωζώνης, καταστροφική σε σύγκριση με αυτή των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, δεν καταλογίζεται στη συνεχιζόμενη πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά στη μειωμένη ανταγωνιστικότητα επιμέρους κρατών μελών εξαιτίας της αποκλίνουσας εξέλιξης των μισθών και των κρατικών ελλειμμάτων. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι παραβλέπονται οι βραχυπρόθεσμες προκλήσεις της μακροοικονομικής πολιτικής, όπως ο πληθωρισμός και ο αποπληθωρισμός, και η έλλειψη μιας αντικυκλικής πολιτικής από το 2010, καθώς και η πολύ χαμηλή ζήτηση, και ότι υπάρχει πρόθεση συνέχισης μιας κατά κύριο λόγο ασύμμετρης πολιτικής προσαρμογής. Δυστυχώς, οι πέντε πρόεδροι παραβλέπουν εντελώς το βασικό πρόβλημα που αποκαλύφθηκε στο πλαίσιο της κρίσης, ότι δηλαδή, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, από τη ζώνη του ευρώ ως σύνολο απουσιάζει ένας «δανειστής έσχατης ανάγκης».

4.1.3.

Αγνοούνται πλήρως οι διαφορετικές προσεγγίσεις των κεντρικών τραπεζών που προσέφεραν μια συγκριτικά γρήγορη ανάκαμψη στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο ενώ στην περίπτωση της Ευρώπης επιδείνωσαν την κατάσταση. Αντί για μια αντικυκλική πολιτική σταθεροποίησης, τα υφιστάμενα μέσα της οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να ενισχυθούν, μεταξύ άλλων από εθνικά συμβούλια ανταγωνισμού, και να επικεντρωθούν στη μείωση των δεικτών δημόσιου χρέους («deleveraging») και στη διαμόρφωση των μισθών με βάση την παραγωγικότητα. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της διότι δεν αξιοποιήθηκε η ευκαιρία να εξεταστούν τα θεμέλια του υφιστάμενου νομικού πλαισίου ως προς τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους και να συμπληρωθούν με μια ισχυρότερη πανευρωπαϊκή προοπτική.

4.1.4.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της διότι οι πρόεδροι αποδίδουν τη σαφή και απροσδόκητη επιδείνωση της κατάστασης της οικονομίας αποκλειστικά και μόνο στην ανεπαρκή εφαρμογή και διαμόρφωση των νέων μηχανισμών της οικονομικής διακυβέρνησης, καθώς και των προγραμμάτων προσαρμογής των χωρών που πλήττονται από την κρίση. Η υπερβολική έμφαση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την ανταγωνιστικότητα των τιμών στα κράτη μέλη ως προς τη σημασία τους για την ολοκλήρωση της οικονομικής ένωσης (πρώτο κεφάλαιο) παραβλέπει ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η διαμόρφωση των μισθών αποτελούν αντικείμενο διαρκούς διαπραγμάτευσης και επίλυσης προβλημάτων σε τοπικό επίπεδο σύμφωνα με δημοκρατικές αρχές. Με τον τρόπο αυτό, όμως, οι πέντε πρόεδροι μιλούν ως εξωτερικοί παράγοντες, οι οποίοι θέλουν να φέρουν αυθαίρετα τα κράτη μέλη πιο κοντά σε ορισμένους δείκτες αναφοράς, χωρίς να ενισχύουν τη σχετική δημοκρατική νομιμοποίηση και ούτε να αποκαθιστούν την έννοια της οικείωσης.

4.1.5.

Για τον λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ ανησυχεί μήπως η απούσα από την έκθεση προοπτική μιας πλήρους δημοσιονομικής ένωσης απονομιμοποιήσει περαιτέρω τη ζώνη του ευρώ στα κράτη μέλη, ιδίως επειδή η «υπερδοσολογία από το ίδιο φάρμακο» δεν θα βελτιώσει την οικονομική ευημερία όλων των πολιτών της και η εθνική προοπτική θα εξακολουθήσει να έχει την πρώτη θέση. Η ΕΟΚΕ θεωρεί τα προτεινόμενα μέτρα για την ολοκλήρωση των αγορών εργασίας και των κοινωνικών συστημάτων εντελώς ανεπαρκή, μεταξύ άλλων επειδή —σε πείσμα της ρητορικής των προέδρων ότι θέλουν να επιτύχουν «κοινωνική αξιολόγηση ΑΑΑ» για τη ζώνη του ευρώ— θεωρούνται ήσσονος σημασίας. Η ΕΟΚΕ θεωρεί την ανάπτυξη μιας κοινωνικής ένωσης αναπόσπαστο στοιχείο μιας δημοκρατικής και κοινωνικής ΟΝΕ και όχι προσάρτημά της.

4.2.    Η ανάλυση και οι προτάσεις του ερευνητικού ιδρύματος Bruegel  (15)

4.2.1.

Το ευρωπαϊκό ερευνητικό ίδρυμα Bruegel διαπιστώνει ότι η ΟΝΕ χαρακτηριζόταν εξαρχής από σημαντικές διαφορές ως προς τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, οι οποίες ευθύνονται για τα πολιτικά σφάλματα στα κράτη μέλη και για την ανεπαρκή ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση. Προτείνει τη μεταρρύθμιση της οικονομικής διακυβέρνησης στους τομείς της τραπεζικής ένωσης και της προληπτικής μακροεποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα, την αποτροπή μεγάλων αποκλίσεων στο μοναδιαίο κόστος εργασίας, καθώς και μια δημοσιονομική διακυβέρνηση που θα μπορεί να μεριμνά για βιώσιμους προϋπολογισμούς των επιμέρους κρατών μελών και για πόρους σε περίπτωση τραπεζικής κρίσης και κρίσης στον τομέα κρατικών ομολόγων. Η ΕΟΚΕ παρουσίασε πολύ πρόσφατα παρόμοιες προτάσεις σε γνωμοδοτήσεις της (16).

4.2.2.

Οι ροές κεφαλαίων από τις πλεονασματικές χώρες συνέβαλαν σε υπερθέρμανση στις ελλειμματικές χώρες με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ονομαστικές αποδοχές. Δεν δόθηκε αρκετή προσοχή στις οικονομικές ανισορροπίες, πράγμα που δεν συνάδει με τον στόχο της περαιτέρω ολοκλήρωσης των χρηματοοικονομικών αγορών.

4.2.3.

Η προκυκλική δημοσιονομική πολιτική του 2011-2013 και η ανυπαρξία μιας αντικυκλικής πολιτικής για το 2014 όξυναν περαιτέρω, και χωρίς λόγο, τα κοινωνικά προβλήματα (17). Η πολιτική θα πρέπει συνεπώς, παράλληλα με τις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να δημιουργεί νέες προοπτικές για τους ανθρώπους, για παράδειγμα μέσω της διαμόρφωσης ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για τις ιδιωτικές επενδύσεις που θα συμβάλουν στη μακροπρόθεσμη απασχόληση. Επίσης, θα πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας με στόχο τη δημιουργία εισοδήματος και ευημερίας διασφαλίζοντας την κοινωνική σταθερότητα προς όφελος όλων. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ συμφωνεί απόλυτα με το συμπέρασμα ότι βραχυπρόθεσμα πρέπει να αυξηθούν επειγόντως η συνολική ζήτηση και ο πληθωρισμός. Επιπροσθέτως, η ΕΚΤ πρέπει να απαλλαγεί από το βάρος των καθηκόντων της δημοσιονομικής πολιτικής και της προσαρμογής του μοναδιαίου κόστους εργασίας, τα οποία ασκεί λόγω της πολιτικής αδράνειας των άλλων θεσμικών οργάνων παρόλο που δεν συμπεριλαμβάνονται στην εντολή της.

4.2.4.

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, απαιτούνται μεγαλύτερες προσπάθειες προκειμένου να τεθούν θέματα αρχών δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η ΕΟΚΕ τάσσεται σθεναρά υπέρ της πλήρους «κοινοβουλευτικοποίησης» της ζώνης του ευρώ (μεγάλη επιτροπή του ΕΚ με όλους τους βουλευτές των χωρών μελών της ΟΝΕ ή και τους βουλευτές των χωρών που επιθυμούν να εισέλθουν στη ζώνη του ευρώ). Επίσης, πρέπει να βελτιωθεί στο πλαίσιο της COSAC και η συνεννόηση των βουλευτών της ζώνης του ευρώ για θέματα ΟΝΕ (18).

4.2.5.

Η ίδια η COSAC επεσήμανε το 2014 ότι πολλά κοινοβούλια δεν συμμετέχουν ακόμα αρκετά και εξέφρασε ανησυχία για το ότι η σχέση μεταξύ των πολιτών και της ΕΕ είναι τόσο διαταραγμένη. Καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να διορθώσουν το πρόβλημα μαζί με τους βουλευτές μέσω συγκεκριμένων προτάσεων (19). Οι μορφές συμμετοχής που προβλέπονται στο άρθρο 13 του δημοσιονομικού συμφώνου κινούνται βέβαια προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν αρκούν για μια γνήσια κοινοβουλευτικοποίηση.

4.3.    Μεγαλύτερη ευθύνη όλων των οικονομικών φορέων

4.3.1.

Η υπέρβαση των αποκλίσεων αναφορικά με τους τρόπους λειτουργίας των αγορών εργασίας, των συστημάτων διαμόρφωσης των μισθών και των κοινωνικών συστημάτων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για μια δημοκρατική και κοινωνική ΟΝΕ. Δεν φαίνεται δυνατό να υλοποιηθεί βραχυπρόθεσμα ένα ομοσπονδιακό σύστημα το οποίο να περιλαμβάνει μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά εργασίας και ενιαία θεσμικά όργανα και κοινωνικά συστήματα, όπως αυτό των ΗΠΑ. Επιπλέον, η διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΔΜΑ) θα πρέπει να ενισχύεται συμμετρικά και να συμμετέχουν σε αυτήν οι κοινωνικοί εταίροι.

4.3.2.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι ορισμένοι από τους στόχους οικονομικής πολιτικής της οικονομικής διακυβέρνησης των τελευταίων ετών πρέπει να εναρμονιστούν με τους στόχους κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ του άρθρου 4 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ και ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες συγκρούσεις μεταξύ των κοινωνικών και των οικονομικών στόχων. Όλα τα μέτρα του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου —σύμφωνα με την οριζόντια κοινωνική ρήτρα— πρέπει να υπόκεινται σε εκτίμηση κοινωνικών επιπτώσεων, της οποίας τα αποτελέσματα πρέπει να δημοσιεύονται και να συζητούνται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΟΚΕ μπορεί να υποστηρίξει τη διαδικασία αυτή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.

4.3.3.

Στην έκθεση των πέντε προέδρων γίνεται μεν λόγος για οικονομική, δημοσιονομική και πολιτική ένωση, αλλά όχι για κοινωνική ένωση. Αναφέρεται ότι το ευρωπαϊκό πρότυπο, «μοναδικό στο είδος του», πρέπει να ενισχυθεί, αλλά δεν γίνεται πλέον λόγος για το ενιαίο ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο. Παρόλο που γίνεται επίκληση της εικόνας του «κοινωνικού τριπλού Α», το πώς θα επιτευχθεί το πρότυπο αυτό στο πλαίσιο μιας ενισχυμένης ΟΝΕ παραμένει παραπάνω από ασαφές. Τα κοινωνικά ζητήματα αναφέρονται στην καλύτερη περίπτωση μόνο συμπληρωματικά ή σε συνάρτηση με τις αυξημένες δυνατότητες πρόσβασης στις αγορές εργασίας των κρατών μελών. Κύρια στοιχεία είναι μια ελάχιστη βάση κοινωνικής προστασίας, αποτελεσματικά κοινωνικά συστήματα στα κράτη μέλη, καθώς και νέες πρωτοβουλίες ευελιξίας με ασφάλεια στον τομέα του εργατικού δικαίου, χωρίς αυτά να αναλύονται περισσότερο.

4.3.4.

Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών φέρουν μεγάλη ευθύνη για τη μετεξέλιξη της δημοκρατικής και κοινωνικής ΟΝΕ. Το ίδιο ισχύει και για τους κοινωνικούς εταίρους σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, για τους οποίους η ΟΝΕ συνιστά το γενικό πλαίσιο κάτω από το οποίο εξελίσσονται τα διαφορετικά συστήματα διαμόρφωσης των μισθών και οι πολιτικές της αγοράς εργασίας και της κοινωνικής πολιτικής. Ως οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες λαμβάνουν καθοριστικές αποφάσεις αναφορικά με την τήρηση του κοινού στόχου της σταθερότητας της ΟΝΕ.

4.3.5.

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει για πολλοστή φορά ότι μια νομισματική ένωση με διαφορετική εξέλιξη τιμών και μισθών στα κράτη μέλη οδηγεί αναγκαστικά σε ανισορροπίες μεταξύ των περιφερειών της ίδιας νομισματικής περιοχής και ότι οι εξωτερικοί κλυδωνισμοί μπορούν να δημιουργήσουν σε αυτό το πλαίσιο μια κοινωνική και πολιτική κρίση και να εντείνουν ακόμα περισσότερο τις αποκλίσεις (20). Για τον λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να μην υπάρξει σοβαρός διάλογος για μια στέρεη αρχιτεκτονική της ΟΝΕ, η οποία θα συμπεριλαμβάνει συμφωνία για τους οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους, καθώς και για τη διακυβέρνηση (21). Η ΕΟΚΕ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο μακροοικονομικός διάλογος της ΕΕ (MED) χρειάζεται ενίσχυση και εμβάθυνση εντός της ζώνης του ευρώ.

4.3.6.

Ο μακροοικονομικός διάλογος ξεκίνησε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας (Ιούνιος του 1999) προκειμένου να υπάρξει συνδυασμός μέτρων μακροοικονομικής πολιτικής που θα στοχεύουν στην ανάπτυξη και στη σταθερότητα, δηλαδή ομαλή εναρμόνιση μεταξύ της εξέλιξης των μισθών, της νομισματικής και της δημοσιονομικής πολιτικής. Οι στόχοι του είναι σήμερα πιο επίκαιροι παρά ποτέ: περισσότερη ανάπτυξη και απασχόληση με διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, εκμετάλλευση του δυναμικού παραγωγής και αύξηση της δυνητικής ανάπτυξης (22). Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για την αποδυνάμωση αυτού του μέσου με την πάροδο του χρόνου και για το γεγονός ότι από τότε που εκδηλώθηκε η κρίση το μέσο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε με σκοπό τον εκδημοκρατισμό των μέσων της οικονομικής διακυβέρνησης και την ενίσχυση της συνείδησης της ανάληψης ευθύνης στον κοινό νομισματικό χώρο της ΟΝΕ.

4.3.7.

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι ένας μακροοικονομικός διάλογος της ζώνης του ευρώ (MED-EURO) μπορεί να συνεισφέρει καθοριστικά στη δημοκρατική και κοινωνική μετεξέλιξη της ΟΝΕ, αν ο κύκλος των συμμετεχόντων στον διάλογο ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του. Η διατήρηση της ικανότητας για διάλογο στο πλαίσιο του MED-EURO καθιστά εν προκειμένω υποχρεωτικό τον περιορισμό του αριθμού των συμμετεχόντων. Παράλληλα με τους εκπροσώπους των κοινωνικών εταίρων, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωομάδας και της Επιτροπής (με πλήρη διατήρηση της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας της) θα πρέπει να συμμετέχει ισότιμα και το προεδρείο της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

4.3.8.

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ο MED-EURO θα πρέπει να διεξάγεται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο και να καταστεί αναπόσπαστο τμήμα της οικονομικής διακυβέρνησης της ΟΝΕ. Τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματά του πρέπει συνεπώς να λαμβάνονται υπόψη τόσο κατά την εκπόνηση της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης, όσο και στον πίνακα κοινωνικών δεικτών και στις ειδικές συστάσεις ανά χώρα. Στο γενικό πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής, της δημοσιονομικής πολιτικής και της μισθολογικής πολιτικής, στην ΟΝΕ μπορεί να εγκαθιδρυθεί κλίμα εμπιστοσύνης και επίτευξη μεγαλύτερης συνοχής χωρίς να υπονομευθεί η αυτονομία των συλλογικών συμβάσεων. Αυτό δε, κατ’ αναλογίαν με το «σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης» της δημοσιονομικής πολιτικής, μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση της διαφανούς (αυτο)δέσμευσης όλων των οικονομικών παραγόντων και να έχει τον αντίκτυπο «συμφώνου σταθερότητας και απασχόλησης». Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει εν προκειμένω τη σημασία μιας ομαλής εναρμόνισης μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής και εξέλιξης των μισθών προκειμένου να αυξηθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης και η απασχόληση και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στη νομισματική ένωση.

4.3.9.

Έτσι επιλέγεται μια διαφορετική προσέγγιση από εκείνη της πρότασης των πέντε προέδρων —ανάλογη με την πρόταση Bruegel— για τη θέσπιση εθνικών οργανισμών ανταγωνισμού που θα υποστηρίζουν τις διαδικασίες διαμόρφωσης μισθών σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, σύμφωνα με την πρόταση των πέντε προέδρων, αυτοί οι εθνικοί οργανισμοί ανταγωνισμού θα βρίσκονται υπό ευρωπαϊκό συντονισμό. Ενδείκνυται η προληπτική διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους πριν από την κατάρτιση εκθέσεων, γιατί, με την παρούσα μορφή της, η πρόταση των προέδρων δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας.

4.3.10.

Προοπτικές: Χωρίς βαθιές θεσμικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, η ΟΝΕ θα είναι πάντα ευάλωτη. Η ΕΟΚΕ αισθάνεται πολύ μεγάλη ανησυχία για τη σταθερότητα της ΕΕ, διότι οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις —με ή χωρίς τροποποίηση των Συνθηκών— γίνονται πάντα μόνο την τελευταία στιγμή και υπό τεράστια πίεση. Η κοινωνική, πολιτική και οικονομική συνοχή της ΕΕ πρέπει να ενισχυθεί εκ νέου και θα πρέπει να συνεχιστεί η εφαρμογή μιας συνεκτικής οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης που θα αποτελέσει βάση για την εύρυθμη λειτουργία της ΟΝΕ. Χωρίς θαρραλέους βουλευτές, πολιτικούς και κοινωνικούς εταίρους, που να αναπτύσσουν διάλογο με την κοινωνία των πολιτών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και να αγωνίζονται για τις καλύτερες δυνατές λύσεις, είναι αδύνατον να υπάρξει λειτουργική ΟΝΕ.

Βρυξέλλες, 17 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  Heribert Prantl, “Ευρώπη: όνειρο ή εφιάλτης;”, διάλεξη στο Ludwigsburg στις 14 Ιουλίου 2013.

(2)  The EP, the Fiscal compact and the EU-institutions: a «critical engagement»· Elmar Brok (EVP, DE), Roberto Gualtieri (S&D, IT) και Guy Verhofstadt (ALDE, BE).

(3)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Employment and Social Developments in Europe 2014 (Απασχόληση και κοινωνικές εξελίξεις στην Ευρώπη το 2014), 15 Ιανουαρίου 2015, http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=738&langId=en&pubId=7736

(4)  Τελική έκθεση της Ομάδας για το Μέλλον της Ευρώπης, της 17ης Σεπτεμβρίου 2012, των υπουργών Εξωτερικών του Βελγίου, της Δανίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου, των Κάτω Χωρών, της Αυστρίας, της Πολωνίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας.

(5)  Όπου παραπάνω, σ. 2.

(6)  Σε στενή συνεργασία με τους προέδρους Barroso, Juncker και Draghi.

(7)  «Preparing Next Steps on Better Economic Governance in the Euro Area» (Προς μια καλύτερη οικονομική διακυβέρνηση της ευρωζώνης), Σημείωμα ανάλυσης του Jean-Claude Juncker σε στενή συνεργασία με τους Donald Tusk, Jeroen Dijsselbloem και Mario Draghi, άτυπη σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 12ης Φεβρουαρίου 2015.

(8)  Έκθεση των πέντε προέδρων, «Η ολοκλήρωση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης της Ευρώπης», http://ec.europa.eu/priorities/economic-monetary-union/docs/5-presidents-report_el.pdf

(9)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα: «Απολογισμός της στρατηγικής “Ευρώπη 2020”» (ΕΕ C 12 της 15.1.2015, σ. 105).

(10)  COM(2013) 690 final, Ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

(11)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η διάρθρωση και η οργάνωση του κοινωνικού διαλόγου στο πλαίσιο μιας πραγματικής οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ)» (ΕΕ C 458 της 19.12.2014, σ. 1).

(12)  Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο επικεφαλής της Ευρωομάδας και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

(13)  Βλέπε υποσημείωση 8. Στη συνέχεια θα εξεταστούν μόνο τα θέματα της έκθεσης που είναι σημαντικά για την παρούσα γνωμοδότηση.

(14)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ολοκλήρωση της ΟΝΕ — Ο πολιτικός πυλώνας» (ΕΕ C 332 της 8.10.2015, σ. 8).

(15)  André Sapir, Guntram Wolff: Euro-area governance: what to reform and how to do it, 27 Φεβρουαρίου 2015, http://www.bruegel.org/publications/publication-detail/publication/870-euro-area-governance-what-to-reform-and-how-to-do-it/

(16)  Γνωμοδοτήσεις της EOKE με θέμα «Ολοκλήρωση της ΟΝΕ — Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την επόμενη ευρωπαϊκή νομοθετική περίοδο» (ΕΕ C 451 της 16.12.2014, σ. 10) και με θέμα «Ολοκλήρωση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ): O πολιτικός πυλώνας» (ΕΕ C 332 της 8.10.2015, σ. 8).

(17)  Zsolt Darvas και Olga Tschekassin, Poor and under pressure: the social impact of Europe’s fiscal consolidation, Bruegel Policy Contribution 2015/04, Μάρτιος 2015.

(18)  Βλέπε υποσημείωση 14.

(19)  Contribution of the XLIX COSAC, Δουβλίνο, Ιούνιος 2014.

(20)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Κοινωνικές συνέπειες της νομοθεσίας για τη νέα οικονομική διακυβέρνηση» (ΕΕ C 143 της 22.5.2012, σ. 23).

(21)  Βλέπε υποσημείωση 14.

(22)  Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό σύμφωνο για την απασχόληση, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας, 3-4 Ιουνίου1999.


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/40


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Αρχές για αποτελεσματικά και αξιόπιστα συστήματα κοινωνικών παροχών»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/08)

Εισηγητής:

ο κ. Bernd SCHLÜTER

Στις 22 Ιανουαρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού της κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

«Αρχές για αποτελεσματικά και αξιόπιστα συστήματα κοινωνικών παροχών»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του την 1η Σεπτεμβρίου 2015.

Κατά τη 510η σύνοδο ολομέλειας της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 130 ψήφους υπέρ, 46 κατά και 10 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ μιας σαφέστερης στρατηγικής εστίασης της ΕΕ στην κοινωνική πολιτική. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξεταστούν οι επιπτώσεις από την κρίση, την πολιτική για την αντιμετώπιση της κρίσης και την απώλεια εμπιστοσύνης από τους πολίτες.

1.2.

Η Επιτροπή καλείται, στο πλαίσιο ενός ουσιαστικού προγράμματος εργασιών, να επεξεργαστεί γενικές αρχές κοινωνικής πολιτικής για τις οποίες η ΕΟΚΕ διατυπώνει προτάσεις στο κεφάλαιο 4. Τούτο μπορεί να υλοποιηθεί στο πλαίσιο μιας εμβληματικής πρωτοβουλίας, των κανόνων διακυβέρνησης ή μιας Λευκής Βίβλου. Βάση αποτελεί μια βελτιωμένη και συγκρίσιμη μέτρηση των δεδομένων σε επίπεδο ΕΕ και στα κράτη μέλη. Οι δείκτες καθαρών εισροών (πόσα χρήματα δαπανώνται σε κάθε κράτος μέλος για μια συγκεκριμένη κοινωνική παροχή) δεν επαρκούν για να εκτιμηθεί η ποιότητα των συστημάτων κοινωνικών παροχών.

1.3.

Κατά τη χάραξη αρχών κοινωνικής πολιτικής στο πνεύμα της συγκλίνουσας ανάπτυξης των κοινωνικών προτύπων σε υψηλό επίπεδο, πρέπει να δοθεί προσοχή στις αρμοδιότητες των κρατών μελών καθώς και στις πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές των κοινωνικών συστημάτων και, κατά το δυνατόν, να εξασφαλιστεί η συναίνεση μεταξύ των κρατών μελών.

1.4.

Οι αρχές της κοινωνικής πολιτικής πρέπει να αποτελέσουν ουσιαστική βάση, μεταξύ άλλων, για μελλοντικές συστάσεις προς τα κράτη μέλη στο πλαίσιο ενός πιο αποτελεσματικού Ευρωπαϊκού Εξαμήνου (1). Οι αρχές αυτές θα πρέπει να ισχύουν για τα διαρθρωτικά ταμεία, την ανοικτή μέθοδο συντονισμού και την κοινωνική εκτίμηση επιπτώσεων σύμφωνα με το άρθρο 9 της ΣΛΕΕ. Ως μέρος των μέτρων θα πρέπει να επιδιωχθεί επίσης μια ελάχιστη υποχρεωτική βάση κοινωνικής προστασίας (βασική κοινωνική προστασία). Σχετικά, θα πρέπει να γίνει χρήση των υφιστάμενων νομικών βάσεων.

1.5.

Οι αρχές για την κοινωνική πολιτική θα πρέπει επίσης να αποτελούν τη βάση για τις δράσεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την οικονομική διακυβέρνηση, τη δημοσιονομική διαχείριση και τη διαχείριση των κρίσεων.

1.6.

Οι κοινωνικοί εταίροι είναι βασικοί παράγοντες ιδίως στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης ισομερούς χρηματοδότησης καθώς και σε άλλα που διαμορφώνονται μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Τούτοι πρέπει να συμμετέχουν στην επεξεργασία των αρχών των κοινωνικών πολιτικών. Οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών, οι ενώσεις των φορέων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, των κοινωνικών επιχειρήσεων, των τοπικών αρχών, της κρατικής πρόνοιας, των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, των χρηστών και των καταναλωτών πρέπει επίσης να συμμετέχουν στους τομείς αρμοδιότητάς τους.

1.7.

Η ΕΟΚΕ διατυπώνει εν προκειμένω συγκεκριμένες προτάσεις για τη διαμόρφωση αρχών κοινωνικής πολιτικής στον τομέα των συστημάτων κοινωνικών παροχών. Στόχος είναι να βελτιωθούν η αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία των επιδόσεών τους, τόσο ως προς την κοινωνική προστασία όσο και την κοινωνική ασφάλιση και την υγειονομική περίθαλψη, ανεξάρτητα από τον πάροχο υπηρεσιών και τη φύση της υπηρεσίας. Η ΕΟΚΕ αποσκοπεί ιδίως στην κοινωνική και οικονομική διασφάλιση σύγχρονων και υπέρ της κοινής ωφέλειας κοινωνικών υπηρεσιών σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

1.8.

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει την ποικιλομορφία των συστημάτων και αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στους στόχους, τα είδη και το περιεχόμενο των κοινωνικών παροχών, στη σχέση της αλληλεγγύης και της ανάληψης ευθύνης, στη νομική διασφάλιση, τη χρηματοδότηση και την ποιότητα. Επίσης, αναφέρεται στον ρόλο των χρηστών και των κοινωνικών υπηρεσιών. Αναγνωρίζει την ανάγκη να διασφαλιστούν θεμελιώδεις κοινωνικές παροχές με βάση κοινούς κανόνες σε επίπεδο ΕΕ.

2.   Εισαγωγή: Ιστορικό και ισχύουσα κατάσταση

2.1.

Η ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στα διδάγματα που αποκομίστηκαν από τους παγκόσμιους πολέμους (2), στη συμβατική προσέγγιση της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, στους στόχους της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», στην ανάγκη αποτελεσματικών οικονομιών, στον στόχο της καταπολέμησης της φτώχειας, στην κοινωνική πολιτική, στην απασχόληση και την υγεία, στο στόχο της κοινωνικής συνοχής και στους κοινούς κανόνες περί ανταγωνισμού (άρθρο 3, ΣΕΕ). Στόχος της κοινωνικής πολιτικής, σύμφωνα με το άρθρο 151 της ΣΛΕΕ είναι, μεταξύ άλλων, η προώθηση της απασχόλησης, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, η επαρκής κοινωνική προστασία και η καταπολέμηση του αποκλεισμού. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο αποτελεί έκφραση μιας μοναδικής κοινότητας αξιών και πολιτισμού (3), που συνδυάζει τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου με την κοινωνική ευθύνη και την αλληλεγγύη. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί την ενίσχυση του εν λόγω προτύπου και την εξασφάλιση της προσαρμογής του στο μέλλον.

2.2.

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι η κοινωνική πολιτική, τόσο αυτοδίκαια όσο και ως μέσο προώθησης της βιώσιμης ανάπτυξης και της απασχόλησης  (4), θα πρέπει να αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της ΕΕ. Ακόμη, επιδοκιμάζει την πρόοδο που έχει ήδη σημειωθεί στην πολιτική απασχόλησης, σε ορισμένους τομείς του συντονισμού και της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία. Η ΕΟΚΕ επαναβεβαιώνει τον επενδυτικό χαρακτήρα (5) των αποτελεσματικών συστημάτων κοινωνικών παροχών και επισημαίνει το άυλο και το υλικό κόστος των παραλείψεων στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι αποδοτικές και καινοτόμες οικονομίες και οι αξιόπιστες, αποδοτικές και οι αποτελεσματικές κοινωνικές παροχές είναι αμοιβαία επωφελείς. Τα σύγχρονα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των οικονομιών στην κρίση, να ενισχύσουν την απασχόληση και παράσχουν υψηλό δυναμικό απασχόλησης ακόμη και σε μειονεκτούσες περιοχές (6). Οι χαμηλές δαπάνες, μεταξύ άλλων, για ενεργό ένταξη, για ενίσχυση των ικανοτήτων των ατόμων που αναζητούν εργασία και των ευκαιριών για τα παιδιά και τους νέους δεν αποτελούν βιώσιμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από σύγχρονη τεχνολογία, κοινωνία των πληροφοριών, δημογραφικές εξελίξεις (7) και μετανάστευση. Η μετεξέλιξη των συστημάτων βάσει κοινών αρχών μπορεί να συμβάλει στην προώθηση μεγαλύτερης ισότητας ευκαιριών και δικαιότερου ανταγωνισμού στην ΕΕ.

2.3.

Τα συστήματα υγείας και πρόνοιας και άλλα παρόμοια συστήματα χρησιμεύουν, μεταξύ άλλων, στην απαραίτητη κοινωνική ισορροπία, την καταπολέμηση της φτώχειας, την επικουρική διασφάλιση της επιβίωσης και την κοινωνική ειρήνη. Σχεδόν κάθε πολίτης της Ένωσης διανύει ορισμένα στάδια του βίου του εξαρτώμενος από τη στήριξη των κοινωνικών υπηρεσιών. Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας διασφαλίζουν τις κατάλληλες συνταξιοδοτικές παροχές και προβλέπουν ειδικευμένη μέριμνα για τα άτομα που χρειάζονται φροντίδα και συνδρομή.

2.4.

Τόσο οι εργοδότες όσο και οι εργαζόμενοι έχουν συμφέρον να διασφαλίζονται ο συνδυασμός επαγγελματικού και οικογενειακού βίου, η προαγωγή της υγείας και η ενίσχυση των ικανοτήτων των ατόμων. Οι επαγγελματικές κοινωνικές υπηρεσίες προωθούν την επικοινωνία και την απόκτηση δεξιοτήτων για την καθημερινή ζωή, την κατάρτιση και παρέχουν στήριξη σε προβλήματα από εξαρτήσεις, σε περιπτώσεις κρίσης, στη φροντίδα και την ανατροφή των παιδιών στην οικογένεια.

2.5.

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει μεγάλες διαφορές όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, την αξιοπιστία και την αποδοτικότητα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας  (8). Αφενός, σε πολλά κράτη μέλη, υπάρχουν συστήματα που λειτουργούν ομαλά και, αφετέρου, θα ήταν χρήσιμη μια κοινή συζήτηση για θέματα κοινωνικής πολιτικής σε όλα τα κράτη μέλη. Ένα ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης μέσω κοινωνικών παροχών (minimum income), επαγγελματικές κοινωνικές υπηρεσίες και η αποτελεσματική ένταξη στην απασχόληση και την κοινωνία δεν εξασφαλίζονται πάντοτε. Συγκεκριμένα, δεν έχουν όλοι πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, π.χ. εάν δεν είναι δυνατή η επίσημη ή η ανεπίσημη καταβολή των απαραίτητων εισφορών· ακόμη, δεν διατίθενται σε όλες τις περιφέρειες και σε όλα τα κράτη μέλη επαγγελματικές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων, εξωνοσοκομειακής περίθαλψης, στήριξης των ατόμων με αναπηρία σε περιπτώσεις κενών στην εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η αλληλέγγυα χρηματοδότηση και οι νομικές διασφαλίσεις μπορούν ως έναν βαθμό να βελτιωθούν.

2.6.

Στην πρόσφατη μελέτη του ιδρύματος Bertelsmann (9) καταδείχθηκαν σημαντικές διαφορές ως προς την απόδοση των κοινωνικών συστημάτων, επισημάνθηκε η ανησυχητική εξέλιξη της φτώχειας και του πλούτου στην ΕΕ και σε όλα τα κράτη μέλη, και ζητήθηκε από την ΕΕ μεγαλύτερη δέσμευση αναφορικά με την κοινωνική πολιτική. Από τη μελέτη προκύπτει ότι μπορούν να υπάρχουν αποτελεσματικά κοινωνικά συστήματα ακόμα και εκεί όπου το ΑΕγχΠ είναι σχετικά μικρό, καθώς και κοινωνικά συστήματα με ελλείψεις εκεί όπου το ΑΕγχΠ είναι σχετικά μεγάλο. Η εξάπλωση της φτώχειας θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική ειρήνη και την οικονομική ανάπτυξη (10). Το χάσμα μεταξύ των κρατών μελών και οι ανησυχητικές πολιτικές τάσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν με προτάσεις κοινωνικής πολιτικής.

2.7.

Η ουσιαστική βάση για συστάσεις προς τα κράτη μέλη και για τη διαχείριση κρίσεων πρέπει να βελτιωθεί. Αντί για τις εκ των υστέρων εκκλήσεις ανθρωπιστικής δράσης, η ΕΕ οφείλει να ακολουθεί συνεκτικές αρχές κοινωνικής πολιτικής. Η αμφιλεγόμενη κάλυψη των τραπεζικών δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου με δημόσια χρηματοδότηση πρέπει να είναι υπεύθυνα ανάλογη με τις επενδύσεις στη λειτουργία των συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς, π.χ. για τις κρατικές ενισχύσεις και τις δημόσιες συμβάσεις, έχουν ήδη σημαντικές επιπτώσεις στα συστήματα και τις υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας, χωρίς ωστόσο να έχουν αξιολογηθεί βάσει κριτηρίων κοινωνικής πολιτικής.

2.8.

Σύμφωνα με το πνεύμα του νέου στόχου της Συνθήκης, της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς  (11), η πολιτική της εσωτερικής αγοράς πρέπει να συμπληρωθεί (12) με στοιχεία κοινωνικής πολιτικής. Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις πρόσφατες εκκλήσεις (13) και ενθαρρύνει την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να υλοποιήσουν και να εφαρμόσουν (14) τις εξαγγελίες για την κοινωνική πολιτική.

2.9.

Μια νέα φάση της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής μπορεί να αναπτυχθεί με βάση, μεταξύ άλλων, την προηγούμενη προετοιμασία: ήδη από το 1992, το Συμβούλιο έχει ζητήσει τη θέσπιση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (15). Το 2000 διατύπωσε την Κοινωνική Ατζέντα. Το άρθρο 12 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διατηρούν συστήματα κοινωνικής προστασίας. Οι Συνθήκες της ΕΕ περιλαμβάνουν τους στόχους της κοινωνικής συνοχής και της προστασίας των υπηρεσιών κοινής ωφελείας (16). Η ΔΟΕ (17) έχει δημοσιεύσει βασικά πρότυπα για τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας. Η Λευκή Βίβλος για την κοινωνική πολιτική της ΕΕ είναι σε ισχύ από το 1994. Σε επίπεδο ΕΕ, υφίσταται το δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση  (18). Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία ορίζει σημαντικά σημεία αναφοράς.

2.10.

Στη γνωμοδότησή της SOC/482, η ΕΟΚΕ, σε συμφωνία με το Κοινοβούλιο (19) και την Επιτροπή των Περιφερειών (20), αλλά και με διάφορες ενώσεις, ζητά να θεσπιστεί ένα αξιοπρεπές ελάχιστο εισόδημα (21). Η ΕΟΚΕ έχει σχολιάσει ενεργά την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, τις κοινωνικές επιχειρήσεις, τις κοινωνικές επενδύσεις, την απασχόληση, το άρθρο 9 της ΣΛΕΕ, τις πρωτοβουλίες για τους νέους, την οικονομική διακυβέρνηση και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Η παρούσα γνωμοδότηση σχετίζεται με πολυάριθμα έγγραφα της ΕΟΚΕ και άλλα ενωσιακά έγγραφα, που δεν είναι δυνατόν να μνημονευθούν αναλυτικά.

3.   Γενικές παρατηρήσεις: Στόχοι και περιεχόμενο της γνωμοδότησης

3.1.

Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ επικεντρώνεται σε μια πτυχή της απαραίτητης κοινωνικής ατζέντας και, συγκεκριμένα, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αξιοπιστίας των υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας και των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και υγειονομικής περίθαλψης. Πρόκειται για «παροχές κοινωνικής ασφάλισης» οι οποίες χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από φορολογία ή από συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και εμπίπτουν, με ελεγχόμενο τρόπο, στην κοινωνική νομοθεσία ή σε συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων στον τομέα της δημόσιας ευθύνης για την κοινωνική πολιτική. Το είδος του παρόχου υπηρεσίας δεν αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα. «Κοινωνικές υπηρεσίες», σύμφωνα με την παρούσα γνωμοδότηση, μπορούν να παρέχονται από δημόσιες και τοπικές διοικήσεις, οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, ανεξάρτητες κοινωνικές επιχειρήσεις, φιλανθρωπικά ιδρύματα καθώς και επιχειρήσεις διαφόρων νομικών μορφών. Όλοι αυτοί περιλαμβάνονται στον όρο «πάροχοι κοινωνικών υπηρεσιών» όταν τις παρέχουν οι ίδιοι. Η έννοια της «παροχής κοινωνικών υπηρεσιών» περιλαμβάνει όλα τα είδη υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των παρεχόμενων υπηρεσιών όσο και των χρηματικών καταβολών στον κοινωνικό τομέα και την υγειονομική περίθαλψη. Ως «κοινωνική ασφάλιση» νοούνται τα ασφαλιστικά ταμεία ισομερούς χρηματοδότησης και/ή τα προβλεπόμενα από τον νόμο ασφαλιστικά ταμεία ή οι αμοιβαίες ασφάλειες, τα οποία δραστηριοποιούνται σύμφωνα με την κοινωνική νομοθεσία ή εμπίπτουν στις συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων.

3.2.

Προσοχή απαιτείται στην εξέταση ζητημάτων κοινωνικής πολιτικής καθώς και στη μετάφραση λόγω της ποικιλομορφίας των κοινωνικών συστημάτων, των παροχών, των εννοιών και των ορισμών. Τα συστήματα των κρατών μελών αντικατοπτρίζουν την εκάστοτε κοινωνική πολιτική, τον πολιτισμό και την ιστορία τους. Τα συστήματα αυτά θα πρέπει να αναπτυχθούν σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο. Θα πρέπει να επιτευχθεί ουσιαστική ισορροπία μεταξύ των ποικίλων συστημάτων και των απαιτούμενων κοινών αρχών (22).

3.3.

Η ΕΕ θα πρέπει να διαμορφώσει έναν κοινό χώρο συζήτησης για την κοινωνική πολιτική, να επεξεργαστεί σύγχρονα πρότυπα και να αναλάβει πρωτοβουλίες. Θα πρέπει να προωθεί τη σύγκλιση στο πλαίσιο της εξέλιξης των συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Οι αρχές της κοινωνικής πολιτικής θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ουσιαστική βάση για τις συστάσεις της Επιτροπής, ιδίως στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», της ανοικτής μεθόδου συντονισμού και της εφαρμογής της αξιολόγησης του κοινωνικού αντικτύπου σύμφωνα με το άρθρο 9 της ΣΛΕΕ (23). Οι εν λόγω αρχές θα πρέπει, επίσης, να παρέχουν μια ουσιαστική βάση για ένα υποχρεωτικό ελάχιστο επίπεδο κοινωνικής προστασίας και για τη δράση και τη διακυβέρνηση (24) των ίδιων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, ιδίως στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων, τον δημοσιονομικό έλεγχο και την οικονομική διακυβέρνηση.

3.4.

Τα συστήματα κοινωνικών παροχών πρέπει να αξιολογηθούν ως προς τη βιωσιμότητά τους. Οι κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να δεσμεύονται από δημοκρατικά νομιμοποιημένους στόχους κοινής ωφέλειας, με παράλληλη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας τους.

3.5.

Σχετικά με τη διασφάλιση των κοινωνικών παροχών στους πολίτες, κατά κανόνα αποφασίζουν οι δημόσιες διοικήσεις κοινωνικής πρόνοιας, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης ή ακόμη και τρίτα μέρη ως πάροχοι υπηρεσιών, π.χ. οι γιατροί που συνταγογραφούν μια συγκεκριμένη θεραπεία. Είναι σημαντικό να διαχωριστεί το ζήτημα της παροχής και της χρηματοδότησης των κοινωνικών υπηρεσιών από τις αποφάσεις για τη διασφάλιση της κοινωνικής υπηρεσίας: για παράδειγμα, καθαρές χρηματικές παροχές μπορούν να καταβάλλονται σε ένα άτομο με ή χωρίς την υποχρέωση χρήσης ορισμένων ειδικευμένων υπηρεσιών. Οι κοινωνικές υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται απευθείας από τις τοπικές αρχές, από αρχές κοινωνικής πρόνοιας ή από οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο, εάν τέτοιες κοινωνικές υπηρεσίες παρέχονται από ανεξάρτητους παρόχους, η έννομη σχέση και η χρηματοδότηση μπορεί να υπόκεινται σε πολύ διαφορετικές νομοθεσίες: για παράδειγμα, υπάρχουν συστήματα συμβάσεων, συμφωνίες παροχής υπηρεσιών και αποζημίωσης μεταξύ φορέων παροχής κοινωνικής πρόνοιας και φορέων χρηματοδότησης, ρυθμίσεις για την επιστροφή δαπανών, συστήματα κουπονιών ή άμεσης στήριξης ανεξάρτητα από την περίπτωση από φορείς παροχής κοινωνικής πρόνοιας, ιδίως στον τομέα της παροχής συμβουλών ή της πρόληψης. Με τα συστήματα σύμβασης και κουπονιών, ο δημόσιος φορέας χρηματοδότησης πληρώνει άμεσα τον πάροχο της πρόνοιας για κάθε περίπτωση. Το ερώτημα που τίθεται για όλα τα συστήματα είναι κατά πόσον υφίσταται επαρκής νομική προστασία και δυνατότητα επιλογής και συμμετοχής των χρηστών.

3.6.

Ειδικότερα, οι κοινωνικοί εταίροι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Θα πρέπει, συνεπώς, να έχουν καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση των αρχών της κοινωνικής πολιτικής. Οι εθνικές και οι τοπικές αρχές κοινωνικής πρόνοιας, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, οι ανεξάρτητοι φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, οι εκπρόσωποί τους πρέπει να συμμετέχουν ουσιαστικά στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιοτήτων τους.

3.7.

Με δεδομένο ότι πρέπει να επιτευχθεί εύλογη ισορροπία μεταξύ των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών, των κοινών ευρωπαϊκών αξιών και του δίκαιου ανταγωνισμού εντός της ΕΕ, οι ακόλουθες αρχές παρέχουν μια τεκμηριωμένη βάση για την περαιτέρω τόνωση της δράσης της ΕΕ στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.

4.   Αρχές για τα συστήματα κοινωνικών παροχών

4.1.

Αρχή της ελάχιστης προστασίας: εγγύηση των βασικών και επικουρικών κοινωνικών παροχών όπως ελάχιστο εισόδημα για άτομα χωρίς επαρκές εισόδημα, π.χ. από την εργασία, σύνταξη ή την κοινωνική πρόνοια. Σε αυτό περιλαμβάνεται η ανάπτυξη κοινών δεικτών για τις βασικές κοινωνικές υπηρεσίες (25). Η οικονομική εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον τις πραγματικές δαπάνες διατροφής, διαμονής, ένδυσης, ύδρευσης, ενέργειας και βασικής υγειονομικής περίθαλψης.

4.2.

Αρχή της ανάγκης: ανάπτυξη και παροχή σύγχρονων, επαγγελματικών κοινωνικών και υγειονομικών υπηρεσιών για διάφορες περιπτώσεις, π.χ. για οικογένειες, άτομα με αναπηρίες, αρρώστους, ανέργους, μόνους γονείς, παιδιά, άτομα που φροντίζουν μέλη της οικογένειάς τους, πρόσφυγες, νέους (26) με αναπτυξιακά προβλήματα, γονείς με προβλήματα ανατροφής των παιδιών, φροντίδα στο σπίτι και άλλες υπηρεσίες στο σπίτι (27), βοήθεια για την υπερχρέωση (28), τον εθισμό, την έλλειψη στέγης και τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Αποτελεσματικές κοινωνικές υπηρεσίες είναι μεταξύ άλλων η συμβουλευτική, η εποπτεία, η καθοδήγηση, η παροχή φροντίδας, η ενδυνάμωση και η εκπαίδευση, καθώς και η ιατρική περίθαλψη και θεραπεία (29). Επειδή υπάρχουν πολλά αίτια για την ανεργία και είναι σημαντικό να αποφεύγεται η καθοδική πορεία στη φτώχεια, είναι λογικό να αναπτυχθούν νόμιμα, ενεργητικά μέτρα για την ταχεία επανένταξη στην αγορά εργασίας καθώς και να διασφαλιστεί αξιοπρεπές εισόδημα έως την επανένταξη σε όλους όσοι αναζητούν εργασία —ιδίως στους νέους που αναζητούν την πρώτη τους απασχόληση ή τις γυναίκες που, ύστερα από μακρά διακοπή της σταδιοδρομίας τους, επιθυμούν να εργαστούν και πάλι.

4.3.

Αρχή της σαφήνειας: διαμόρφωση σαφών στόχων κοινωνικής πολιτικής για τις κοινωνικές υπηρεσίες, π.χ. ίσες ευκαιρίες και ισότιμη αντιμετώπιση των γενεών, ενεργός ένταξη, αντιστάθμιση των μειονεκτημάτων, συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, ασφάλειες ζωής, πρόληψη, μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, συμμετοχή στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία, σύνταξη γήρατος, ενδυνάμωση κ.λπ. Με αυτά συνδέεται μια ουσιαστική κοινωνικο-νομική απόφαση για το είδος των υπηρεσιών: π.χ. χρήματα και/ή παροχή υπηρεσιών, εξωτερικά ιατρεία, ενδονοσοκομειακή περίθαλψη κ.λπ. Στο ζήτημα αυτό, πρέπει να εξευρεθεί ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του χρήστη και του στόχου της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών υπηρεσιών.

4.4.

Αρχή της προσβασιμότητας: διασφάλιση της τοπικής, έγκαιρης, οικονομικής και χωρίς διακρίσεις προσβασιμότητας στις κοινωνικές υπηρεσίες, και ιδίως στους φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Μια αλληλέγγυα και βιώσιμη χρηματοδότηση, η διαφάνεια της χορήγησης των υπηρεσιών και η συγκεκριμένη νομική εγγύηση με δυνατότητα ένστασης και προσφυγής προάγουν την προσβασιμότητα. Στην περίπτωση που ισχύουν υποχρεώσεις καταβολής πρόσθετων εισφορών, αυτές θα πρέπει να είναι κοινωνικά ισορροπημένες και να μη λειτουργούν ανασταλτικά. Οι διοικητικοί έλεγχοι για τη διαπίστωση συγκεκριμένων αναγκών μπορεί να είναι αντιπαραγωγικοί για ορισμένες υπηρεσίες, όπως, π.χ., για τη βοήθεια για τον εθισμό ή για ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Οι χρήστες πρέπει να ενθαρρύνονται ενεργά να προσφεύγουν σε υπηρεσίες συμβουλευτικής και πρόληψης.

4.5.

Αρχή της αναλογικότητας: οι υπηρεσίες πρέπει να είναι κατάλληλες σε εύρος και μορφή και να είναι αναγκαίες. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται με διακριτική ευχέρεια και η κοινωνική νομοθεσία πρέπει να το λαμβάνουν αυτό υπόψη. Η δαπάνη θα πρέπει να είναι ανάλογη με το αναμενόμενο αποτέλεσμα της παρεχόμενης υπηρεσίας. Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει επίσης να εφαρμόζεται όσον αφορά τη νομική υποχρέωση ενός πολίτη να χρησιμοποιήσει μια κοινωνική υπηρεσία ή να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, καθώς και στη σχέση μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

4.6.

Αρχή της αλληλεγγύης: η χρηματοδότηση των κοινωνικών παροχών θα πρέπει να βασίζεται κυρίως σε αλληλέγγυα φορολογικά συστήματα και σε δίκαια, αλληλέγγυα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Η αλληλέγγυα χρηματοδότηση πρέπει να βασίζεται, κατά το δυνατόν, σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και κοινωνικές τάξεις. Τούτο θα συμβάλει στην αξιοπιστία, την αποδοχή και τη βιωσιμότητα της χρηματοδότησης. Η αδήλωτη εργασία (30) και η φοροαποφυγή υπονομεύουν τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Οι δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις μπορούν να οδηγήσουν να θεωρηθεί ορθή η συμμετοχή όλων των τύπων εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων των εισοδημάτων από κεφάλαια. Η βάση χρηματοδότησης μπορεί να βελτιωθεί μέσω του καλύτερου συντονισμού των φορολογικών και χρηματοδοτικών συστημάτων στην ΕΕ. Οι ιδιωτικές επενδύσεις, οι δωρεές, η πολιτική και η θρησκευτική δράση και οι επιχορηγήσεις από ιδρύματα είναι ευπρόσδεκτα συμπληρώματα της συμβατικής χρηματοδότησης, αλλά δεν διασφαλίζουν τα νόμιμα δικαιώματα και τις υποδομές.

4.7.

Αρχή της προσωπικής ευθύνης: Τα άτομα που αναζητούν εργασία και τα άτομα με δυσκολίες επαγγελματικής ένταξης κ.λπ. πρέπει να λαμβάνουν στήριξη και κίνητρα από τις κοινωνικές υπηρεσίες με στόχο να επιτυγχάνουν την επιβίωσή τους, συνολικά ή εν μέρει, με τις δικές τους δυνάμεις. Οι πολίτες θα πρέπει να διαθέτουν τη δυνατότητα πρόσθετης προστασίας, στα πλαίσια συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων, οι οποίες συμπληρώνουν το εθνικό σύστημα υγείας και δεν θα έχουν σκοπό το κέρδος. Η παροχή επαγγελματικής υποστήριξης για την καλλιέργεια επαγγελματικών προσόντων και ατομικών δεξιοτήτων, όπως επικοινωνιακές, κοινωνικές και καθημερινού χαρακτήρα δεξιότητες, είναι συχνά απαραίτητη προκειμένου να μπορούν οι άνθρωποι να επωμιστούν την ευθύνη της ίδιας τους της ύπαρξης και να τηρούν κοινωνικά υπεύθυνη στάση. Για την προστασία της υγείας ενός προσώπου, θα μπορούσε να προάγεται ένας υγιεινός τρόπος ζωής με την εφαρμογή μέτρων πρόληψης από τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και με τη βελτίωση της προστασίας του καταναλωτή.

4.8.

Αρχή της συμμετοχής: όλες οι παροχές, χωριστά ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, πρέπει να συμβάλλουν στη συμμετοχή των ανθρώπων στην κοινωνία. Η κοινωνική συμμετοχή περιλαμβάνει την επαγγελματική, πολιτιστική, πολιτική συμμετοχή και τη συμμετοχή στην κοινωνική ευημερία.

4.9.

Αρχή της διάρθρωσης: ορθολογική διαμόρφωση των νομικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ χρηστών και ένα σύστημα παροχής κοινωνικής πρόνοιας (δημόσιο ή ανεξάρτητο), δημόσιες υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας ή οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης. Όταν οι ανεξάρτητοι πάροχοι κοινωνικών υπηρεσιών εμπλέκονται στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, π.χ. στο πλαίσιο της κοινωνικής νομοθεσίας και μέσω χρηματοδότησης, οι επιδόσεις τους, ιδίως όσον αφορά τη χρηματοδότηση και την προσβασιμότητα, πρέπει να υπόκειται στις αρχές που περιγράφονται εδώ. Οι εν λόγω πάροχοι πρέπει να χρηματοδοτούνται σύμφωνα με την αρχή της αλληλεγγύης και οι δραστηριότητές τους να ρυθμίζονται από την κοινωνική νομοθεσία, έτσι ώστε να παρέχουν υψηλής ποιότητας υπηρεσίες στο σύνολο του πληθυσμού.

4.10.

Αρχή της αυτοδιάθεσης του χρήστη: οι χρήστες δεν είναι παθητικοί δέκτες αλλά συμμέτοχοι στην παροχή βοήθειας και πολίτες που δικαιούνται τις υπηρεσίες. Εντός του κατάλληλου πλαισίου δαπανών, θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν μεταξύ των διαφόρων τύπων υπηρεσιών, π.χ. εξωτερικά ιατρεία, ενδονοσοκομειακή περίθαλψη και άλλα είδη υπηρεσιών, όπως προστατευόμενη στέγαση. Η κατάλληλη μορφή βοήθειας εξαρτάται από την εκάστοτε περίσταση, τη συγκεκριμένη ανάγκη του ατόμου για επαγγελματική βοήθεια, τις ατομικές επιθυμίες, καθώς και από την επιτόπου κατάσταση. Όταν οι ανεξάρτητοι πάροχοι κοινωνικών υπηρεσιών εμπλέκονται στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, π.χ. στο πλαίσιο της κοινωνικής νομοθεσίας και μέσω χρηματοδότησης, οι χρήστες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων υπηρεσιών.

4.11.

Ασφάλεια δικαίου: οι υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζονται νομικά, για παράδειγμα, μέσω κοινωνικής νομοθεσίας ή παρόμοιων δημοκρατικών νομικών μέσων των κρατών μελών. Η κοινωνική νομοθεσία θα πρέπει να καλύπτει τα εξής: νόμιμα δικαιώματα, κανόνες λήψης αποφάσεων, δυνατότητα συμμετοχής των χρηστών, περιγραφή των απαιτήσεων παροχής υπηρεσιών, δυνατότητες ένστασης και προσφυγής, ενδεχομένως δημόσια εποπτεία των ιδιωτικών φορέων παροχής δημόσιων υπηρεσιών, κανόνες ποιότητας και εγγυήσεις πρόσβασης, απαιτήσεις ως προς τις υποδομές, είδος χρηματοδότησης κ.λπ. Τα νόμιμα δικαιώματα των χρηστών πρέπει να διασφαλίζονται όσον αφορά τις βασικές κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται με διακριτική ευχέρεια σε ορισμένους τομείς της κοινωνικής πρόνοιας μπορούν να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τις περιστάσεις. Η ευημερία των ευάλωτων ατόμων πρέπει να εντάσσεται σε ειδική νομική προστασία (31). Οι ανεξάρτητοι πάροχοι κοινωνικής πρόνοιας χρειάζονται ένα προστατευμένο νομικό καθεστώς και μια χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην παροχή υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι τα συστήματα αυτά δεν αποτελούν μονοπώλιο. Σε πολλά κράτη μέλη, η κοινωνική πολιτική βασίζεται σε μια συνταγματική αρχή κράτους πρόνοιας που κατοχυρώνει βασικές παροχές κοινωνικής πρόνοιας, ακόμη και σε περιόδους κρίσης.

4.12.

Αρχή του δημοσίου συμφέροντος: τύποι επιχειρήσεων και οργανισμών  (32) που εστιάζουν στο δημόσιο συμφέρον και τη συμμετοχή, όπως μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, κοινωνικές επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες, σύλλογοι, ορισμένοι τύποι ιδρυμάτων και συνεταιρισμών, ενώσεις χρηστών και άλλοι φορείς της κοινωνίας των πολιτών θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες οικονομικές και νομικές προϋποθέσεις. Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί διεξοδική συζήτηση σχετικά με τη χρηματοδότηση, μέσω φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, των κερδοσκοπικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα, να προβλεφθούν επαρκείς έλεγχοι και τουλάχιστον να υπάρχει ένα πλαίσιο για τη διανομή των κερδών.

4.13.

Αρχή της διαφάνειας: η χρήση δημόσιων πόρων από κοινωνικές υπηρεσίες και δημόσιους οργανισμούς πρέπει να διαμορφωθεί με διαφανή τρόπο. Οι νομικές βάσεις, η αιτιολόγηση αποφάσεων για την παροχή και ανάθεση κ.λπ. θα πρέπει να είναι προσιτές στο κοινό.

4.14.

Αρχή της δικτύωσης: οι καθημερινές καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, η αλλαγή του τρόπου ζωής, οι νέοι τύποι οικογένειας, η γήρανση του πληθυσμού και η μετανάστευση απαιτούν ολοκληρωμένες και δικτυακές υπηρεσίες  (33). Θα πρέπει να αποφεύγονται ο διαχωρισμός, ο αποκλεισμός και οι διακρίσεις.

4.15.

Αρχή της ισοτιμίας: οι χρήστες, οι δημόσιοι και οι ανεξάρτητοι φορείς κοινωνικών υπηρεσιών θα πρέπει να διαθέτουν νόμιμα και εκτελεστά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Σε περίπτωση παραβάσεων, πρέπει να προβλέπονται κυρώσεις και αποζημιώσεις όχι μόνο για τους χρήστες αλλά και για τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.

4.16.

Αρχή της ποιότητας: οι κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να υπόκεινται σε κανόνες διασφάλισης της ποιότητας. Η εκτίμηση των αναγκών, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των κανόνων πρέπει να βασίζονται σε πορίσματα κοινωνικών ερευνών και τεχνογνωσίας. Οι εξατομικευμένες υπηρεσίες πρέπει να ενισχυθούν μέσω κατάρτισης, επαγγελματισμού, κατάλληλων αμοιβών και συνθηκών εργασίας στο πλαίσιο ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων. Το ποιοτικό πλαίσιο για υπηρεσίες κοινής ωφελείας (ΥΓΣ) στην Ευρώπη (34) μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τις συστάσεις της ΕΕ όσον αφορά τις κοινωνικές υπηρεσίες. Όπου είναι εύλογο ως συμπληρωματικό μέτρο, πρέπει να προωθηθούν η προσέλκυση και η καθοδήγηση εθελοντών.

4.17.

Αρχή του συντονισμού: θα πρέπει να βελτιωθεί η διαχείριση των διασυνοριακών ζητημάτων που σχετίζονται με την ευημερία και την κοινωνική προστασία. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να δοθεί προσοχή, αφενός, στην οικονομική ικανότητα των χρηματοδοτικών φορέων, των φορολογουμένων και αυτών που καταβάλλουν εισφορές και, αφετέρου, στις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αναλογικότητας. Πρέπει να αποφεύγεται η μονόπλευρη επιβάρυνση επιμέρους εθνικών συστημάτων που έχουν ιδιαίτερα υψηλή αποδοτικότητα.

Βρυξέλλες, 17 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  Για παράδειγμα, μέσω μιας πιο αυστηρής παρακολούθησης και αξιολόγησης της εφαρμογής των συστάσεων, και σύνδεσης με τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΕ C 170 της 5.6.2014, σ. 23).

(2)  Ομιλία του Ουίνστον Τσόρτσιλ στη Ζυρίχη το 1946: «Χρειαζόμαστε ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης».

(3)  Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης.

(4)  ΕΕ C 143 της 22.5.2012, σ. 102.

(5)  Βλέπε COM(2013) 83 της 20ής Φεβρουαρίου 2013· ΕΕ C 226 της 16.7.2014, σ. 21.

(6)  ΕΕ C 143 της 22.5.2012, σ. 23· ΕΕ. C 271 της 19.9.2013, σ. 91· ΕΕ C 226 της 16.7.2014, σ. 21.

(7)  ΕΕ C 161 της 6.6.2013, σ. 27.

(8)  Έγγραφα του Εξαμήνου της ΕΕ, Caritas Europa: Die Zukunft des Wohlfahrtsstaates, 2012, Έγγραφα της Social Protection Platform.

(9)  Social Inclusion Monitor Europe (SIM) — Index Report Social Justice in the EU — A Cross-national Comparison, 2014.

(10)  ΟΟΣΑ In It Together, 2015: Στις περισσότερες χώρες, το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών. Σήμερα στις χώρες του ΟΟΣΑ, το 10 % των πλουσιότερων ανθρώπων κερδίζει 9,6 φορές περισσότερο σε σχέση με το φτωχότερο 10 %. Κατά τη δεκαετία του 1980, το λόγος ήταν στο 7,1.

(11)  Άρθρο 3 παράγραφος 3, ΣΕΕ

(12)  Βλέπε, για παράδειγμα, Friends of Europe, Social Union, 23 Μαρτίου 2015.

(13)  Πρβ. δέσμη κοινωνικών επενδύσεων της ΕΕ· KU Leuven, Social Protection at the Top of the international Agenda, 2014· ΕΟΚΕ: Vers une Europe 2020 plus efficace: les propositions de la societé civile pour renforcer l’inclusion sociale et la competitivité en Europe, 4.12.2004· ΕΟΚΕ: Ένα σχέδιο δράσης για την Ευρώπη, Απρίλιος 2014.

(14)  Βλέπε π.χ. COM(2014) 902 final, της 28ης Νοεμβρίου 2014, Επιστολή ανάθεσης αρμοδιοτήτων στον επίτροπο Thyssen της 1ης Νοεμβρίου 2014· Προτεραιότητες Juncker 12.9.2014· Λουξεμβουργιανή προεδρία του Συμβουλίου και σύνοδος υπουργών κοινωνικών υποθέσεων της 16ης και της 17ης Ιουλίου 2015: Ενίσχυση της κοινωνικής πτυχής· Έκθεση της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας.

(15)  Σύσταση του Συμβουλίου, 24 Ιουνίου 1992 (ΕΕ. L 245 της 26.8.1992, σ. 46).

(16)  Άρθρα 2 και 3 παράγραφος 3, ΣΕΕ· άρθρο 2 παράγραφος 3, άρθρα 14, 56, 107, 162 κ.επ., 168 και 174, καθώς και άρθρο 175 παράγραφος 3, ΣΛΕΕ· πρωτόκολλο αριθ. 26 της ΣΛΕΕ.

(17)  Συστάσεις ΔΟΕ 2012· ILO 2014-2015 World Social Protection Report.

(18)  Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, άρθρο 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 34 παράγραφος 3.

(19)  Ψήφισμα της 20ής Οκτωβρίου 2010 [2010/2039(INI)] (ΕΕ C 70 E της 8.3.2012, σ. 8)· ψήφισμα της 15ης Νοεμβρίου 2011 [2010/2039(INI)] (ΕΕ C 153 E της 31.5.2013, σ. 57).

(20)  http://toad.cor.europa.eu/corwipdetail.aspx?folderpath=ECOS-V%2f012&id=20923

(21)  ΕΕ C 170 της 5.6.2014, σ. 23.

(22)  Σύμφωνα με το άρθ. 153 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης της επικράτειάς τους.

(23)  Βλέπε διάσκεψη του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου, The sovereign debt crisis, the EU and welfare state reform, 3 Φεβρουαρίου 2015.

(24)  Τον Ιούλιο 2015 η προεδρία του Συμβουλίου υπέβαλε προτάσεις στους υπουργούς Κοινωνικών Υποθέσεων σχετικά με την κοινωνική διάσταση του πλαισίου διακυβέρνησης.

(25)  ΕΕ C 170 της 5.6.2014, σ. 23.

(26)  AGJ, Die europäische Dimension der Kinder- und Jugendwohlfahrt, 2015.

(27)  ΕΕ C 12 της 15.1.2015, σ. 16· ΕΕ. C 21 της 21.1.2011, σ. 39.

(28)  ΕΕ C 311 της 12.9.2014, σ. 38.

(29)  Πρβ. Dahme/Wohlfahrt 2015.

(30)  ΕΕ C 458 της 19.12.2014, σ. 43.

(31)  Για παράδειγμα, αυτό αφορά τα παιδιά και τους νέους, τις εγκύους, τα ευάλωτα άτομα και τα άτομα χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα.

(32)  Πρωτοβουλία της ΕΟΚΕ για την κοινωνική επιχειρηματικότητα.

(33)  Kocher/Welti 2010.

(34)  Πρβλ. την ανακοίνωση «Ένα ποιοτικό πλαίσιο για υπηρεσίες κοινής ωφελείας στην Ευρώπη» [COM(2011) 900 τελικό].


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τα ακόλουθα σημεία της γνωμοδότησης του ειδικευμένου τμήματος «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη» απορρίφθηκαν μετά από σχετικές τροπολογίες, συγκέντρωσαν, ωστόσο, τουλάχιστον το εν τέταρτο των ψήφων υπέρ:

Σημείο 1.3

Κατά τη χάραξη αρχών κοινωνικής πολιτικής με στόχο τη συγκλίνουσα ανάπτυξη των κοινωνικών συστημάτων, πρέπει να δοθεί προσοχή στις αρμοδιότητες των κρατών μελών καθώς και στις πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές των κοινωνικών συστημάτων και, κατά το δυνατόν, να εξασφαλιστεί η συναίνεση μεταξύ των κρατών μελών.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την τροπολογία 1:

Ψήφοι υπέρ:

105

Ψήφοι κατά:

51

Αποχές:

15

Σημείο 4.2

Αρχή της ανάγκης: ανάπτυξη και παροχή σύγχρονων, επαγγελματικών κοινωνικών και υγειονομικών υπηρεσιών για διάφορες περιπτώσεις, π.χ. για οικογένειες, άτομα με αναπηρίες, αρρώστους, ανέργους, μόνους γονείς, παιδιά, άτομα που φροντίζουν μέλη της οικογένειάς τους, πρόσφυγες, νέους (1) με αναπτυξιακά προβλήματα, γονείς με προβλήματα ανατροφής των παιδιών, φροντίδα στο σπίτι και άλλες υπηρεσίες στο σπίτι (2), βοήθεια για την υπερχρέωση (3), τον εθισμό, την έλλειψη στέγης και τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Αποτελεσματικές κοινωνικές υπηρεσίες είναι μεταξύ άλλων η συμβουλευτική, η εποπτεία, η καθοδήγηση, η παροχή φροντίδας, η ενδυνάμωση και η εκπαίδευση, καθώς και η ιατρική περίθαλψη και θεραπεία (4). Επειδή υπάρχουν πολλά αίτια για την ανεργία και είναι σημαντικό να αποφεύγεται η καθοδική πορεία στη φτώχεια, είναι λογικό να αναπτυχθούν νόμιμα, ενεργητικά μέτρα για την ταχεία επανένταξη στην αγορά εργασίας καθώς και να παρέχονται χρηματικά επιδόματα μέχρι να επιτευχθεί η επανένταξη σε ένα επίπεδο που μπορεί να διατηρηθεί το προηγούμενο επίπεδο διαβίωσης του ατόμου ή να αντιστοιχεί στις εισφορές του.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την τροπολογία 3:

Ψήφοι υπέρ:

119

Ψήφοι κατά:

53

Αποχές:

9

Σημείο 4.4

Αρχή της προσβασιμότητας: διασφάλιση της τοπικής, έγκαιρης, οικονομικής και χωρίς διακρίσεις προσβασιμότητας στις κοινωνικές υπηρεσίες, και ιδίως στους φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Μια αλληλέγγυα και βιώσιμη χρηματοδότηση, η διαφάνεια της χορήγησης των υπηρεσιών και η συγκεκριμένη νομική εγγύηση με δυνατότητα ένστασης και προσφυγής προάγουν την προσβασιμότητα. Οι υποχρεωτικές εισφορές μπορεί να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο διαχείρισης. Τούτες θα πρέπει να είναι κοινωνικά ζυγισμένες και να μη λειτουργούν ανασταλτικά. Οι διοικητικοί έλεγχοι για τη διαπίστωση συγκεκριμένων αναγκών μπορεί να είναι αντιπαραγωγικοί για ορισμένες υπηρεσίες, όπως, π.χ., για τη βοήθεια για τον εθισμό ή για ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Οι χρήστες πρέπει να ενθαρρύνονται ενεργά να προσφεύγουν σε υπηρεσίες συμβουλευτικής και πρόληψης.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την τροπολογία 4:

Ψήφοι υπέρ:

114

Ψήφοι κατά:

59

Αποχές:

13

Σημείο 4.7

Αρχή της προσωπικής ευθύνης: Τα άτομα που αναζητούν εργασία και τα άτομα με δυσκολίες επαγγελματικής ένταξης κ.λπ. πρέπει να λαμβάνουν στήριξη και κίνητρα από τις κοινωνικές υπηρεσίες με στόχο να επιτυγχάνουν την επιβίωσή τους, συνολικά ή εν μέρει, με τις δικές τους δυνάμεις. Οι πολίτες πρέπει να διαθέτουν κίνητρα και ευκαιρίες για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους με εύλογο και όχι επικίνδυνο τρόπο. Επαγγελματική στήριξη για την ανάπτυξη επαγγελματικών προσόντων και προσωπικών δεξιοτήτων όπως η επικοινωνία, οι κοινωνικές δεξιότητες και οι καθημερινές δεξιότητες συχνά αποτελούν προϋπόθεση για μια επαρκή ικανότητα ανάληψης προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης. Η διαφύλαξη της υγείας αποτελεί κυρίως εν μέρει προσωπική ευθύνη των ενδιαφερομένων. Ένας υγιής τρόπος ζωής μπορεί να προωθηθεί από τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης μέσω της προσφοράς προληπτικών εξετάσεων, της παροχής κινήτρων και της καλύτερης προστασίας των καταναλωτών.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την τροπολογία 5:

Ψήφοι υπέρ:

117

Ψήφοι κατά:

62

Αποχές:

11


(1)  AGJ, Die europäische Dimension der Kinder- und Jugendwohlfahrt, 2015.

(2)  ΕΕ C 12 της 15.1.2015, σ. 16· ΕΕ. C 21 της 21.1.2011, σ. 39.

(3)  ΕΕ C 311 της 12.9.2014, σ. 38.

(4)  Πρβ. Dahme/Wohlfahrt, 2015.


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/49


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Επικύρωση των δεξιοτήτων και των προσόντων που αποκτώνται μέσω της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης — Η πρακτική συμβολή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/09)

Εισηγητής:

ο κ. Pavel TRANTINA

Συνεισηγήτρια:

η κ. Marie ZVOLSKÁ

Στις 22 Ιανουαρίου 2015, και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

«Επικύρωση των δεξιοτήτων και των προσόντων που αποκτώνται μέσω της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης — Η πρακτική συμβολή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)».

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 17 Ιουνίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειας, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 212 ψήφους υπέρ και 8 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι πρέπει να δοθεί έμφαση στην ταυτοποίηση, την καταγραφή και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της μη τυπικής μάθησης, κατά τρόπο που να είναι όσο το δυνατόν πιο συγκρίσιμα και κατανοητά για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και δη τους εργοδότες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

1.2.

Τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι πολίτες, ανεξάρτητα από την ηλικία ή το επίπεδο των προσόντων τους, να μπορούν να επικυρώνουν τα αποτελέσματα της αποκτηθείσας μη τυπικής και άτυπης μάθησης. Η διαδικασία αυτή μπορεί να απαιτήσει την περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που παρέχουν μη τυπική μάθηση, των δημόσιων αρχών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών, μεταξύ άλλων για ζητήματα όπως η χρηματοδότηση και η επικύρωση.

1.3.

Η ΕΟΚΕ ζητεί την παροχή στήριξης προς όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, ιδίως τους κοινωνικούς εταίρους και άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ώστε να είναι ενήμεροι για τα οφέλη της επικύρωσης και να είναι σε θέση να συμμετέχουν ενεργά στον καθορισμό εθνικών πλαισίων επαγγελματικών προσόντων και στον προσδιορισμό των επαγγελματικών προσόντων.

1.4.

Είναι απαραίτητο να ενημερώνονται καταλλήλως οι πολίτες σχετικά με τα οφέλη, τις δυνατότητες και τους μηχανισμούς επικύρωσης των δεξιοτήτων. Η ΕΟΚΕ προτείνει στα κράτη μέλη να προβούν στην περαιτέρω ανάπτυξη των οργανισμών που παρέχουν τέτοιου είδους καθοδήγηση και συμβουλευτική και, ιδίως, να συμπράξουν με υπηρεσίες απασχόλησης, αλλά και με κέντρα πληροφόρησης νέων, εκπαιδευτικά ιδρύματα, εργοδότες, συνδικαλιστικές οργανώσεις, κέντρα επαγγελματικού προσανατολισμού, οργανώσεις νεολαίας, γυναικών, συνδρομής των μεταναστών και των ατόμων με αναπηρίες καθώς και δημόσιους οργανισμούς.

1.5.

Η θέσπιση κατάλληλου εθνικού νομοθετικού πλαισίου αποτελεί προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ισοτιμίας των πιστοποιητικών που λαμβάνονται με την ολοκλήρωση της επίσημης εκπαίδευσης αλλά και μέσω της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης. Αυτό συνεπάγεται σημαντικές απαιτήσεις όσον αφορά την ποιότητα των διαδικασιών επικύρωσης, για τις οποίες θα πρέπει να προβλεφθεί και η κατάλληλη οικονομική στήριξη, π.χ. από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.

1.6.

Η ΕΟΚΕ καλεί τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, και δη τα ιδρύματα δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης, να προωθήσουν περαιτέρω την επικύρωση των άτυπα αποκτηθέντων δεξιοτήτων και γνώσεων. Η ΕΕ διαθέτει πολλά παραδείγματα ορθής πρακτικής στον τομέα αυτόν, που πρέπει να προωθηθούν.

1.7.

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος μεταξύ συνδικαλιστικών οργανώσεων και εργοδοτών μπορούν να αποτελέσουν σημαντική παράμετρο της διαδικασίας επικύρωσης των μαθησιακών αποτελεσμάτων της μη τυπικής μάθησης, καθώς και της διά βίου μάθησης. Είναι απαραίτητο να επιδιωχθεί με τα μέσα αυτά η επικύρωση των αποτελεσμάτων της μη τυπικής μάθησης, διότι αποτελεί σημαντικό στοιχείο του διαλόγου σχετικά με την απασχολησιμότητα και τα μέσα που την ευνοούν.

1.8.

Δεδομένης της υψηλής ανεργίας που πλήττει τους νέους, είναι σκόπιμο να ευνοούνται οι δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων και ιδιωτικών γραφείων εύρεσης εργασίας, των εθελοντικών οργανώσεων (ιδίως εκείνων που απευθύνονται στους νέους) και των εργοδοτών. Η συνεργασία αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο προώθησης της προβολής της μη τυπικής εκπαίδευσης και της άτυπης μάθησης στις εθελοντικές οργανώσεις και αύξησης της ευαισθητοποίησης σχετικά με τη σημασία και την αξία τους, αλλά και ως μέσο ενίσχυσης της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

1.9.

Για τον λόγο αυτό, πρέπει να υποστηριχθεί η ανάπτυξη και η χρήση των εργαλείων αυτοαξιολόγησης που βοηθούν τα άτομα να προσδιορίσουν και να περιγράψουν τα μαθησιακά τους αποτελέσματα, με αφετηρία την εμπειρία που αποκόμισαν στο πλαίσιο δραστηριοτήτων των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Η ΕΟΚΕ έχει ήδη υποστηρίξει τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Διαβατηρίου Δεξιοτήτων και, στη συνέχεια, του προτύπου «Europass για την εμπειρία» (Europass Experience). Εκφράζει, λοιπόν, την απογοήτευσή της, διότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέστειλε τις προπαρασκευαστικές εργασίες για το πρότυπο «Europass για την εμπειρία», και την καλεί να μεριμνήσει για την επιτυχή ολοκλήρωση της πρωτοβουλίας αυτής.

2.   Εισαγωγή: μη τυπική και άτυπη μάθηση

2.1.

Παρά τη δυσμενή οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην οποία βρίσκονται αρκετά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας ακόμη και η ίδια η επίσημη εκπαίδευση δεν αποτελεί εγγύηση ένταξης στην αγορά εργασίας, η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να μην επικυρώνει τους πολύτιμους άδηλους πόρους που απορρέουν από την εμπειρία και τις ικανότητες που αποκτήθηκαν με μη τυπικό και με άτυπο τρόπο.

2.2.

Η επικύρωσή τους μπορεί να προσφέρει μια ευκαιρία, ιδίως σε ορισμένες μειονεκτούσες ομάδες (γυναίκες, μετανάστες, νέους, ηλικιωμένους εργαζόμενους). Παράλληλα, ωστόσο, δεν πρέπει να οδηγήσει στην ανεδαφική προσδοκία ότι θα φέρει ταχέα αποτελέσματα στην αγορά εργασίας. Για να μπορέσει να γίνει αυτό, είναι απαραίτητο η οικονομική και η κοινωνική πολιτική να είναι περισσότερο προσανατολισμένες στις επενδύσεις, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, την καταπολέμηση της φτώχειας και στην αντιμετώπιση του κινδύνου κοινωνικού αποκλεισμού. Οι πολιτικές αυτές θα πρέπει, επίσης, να ευνοούν και να ενισχύουν τα συστήματα εκπαίδευσης, κατάρτισης και επανεκπαίδευσης.

2.3.

Η ΕΟΚΕ βασίζεται στο σημαντικό έγγραφο που συνιστά η σύσταση του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 2012 για την επικύρωση της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης (1). Σε αυτήν αναφέρεται: Η επικύρωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, δηλαδή γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων που αποκτήθηκαν μέσω μη τυπικής και άτυπης μάθησης, μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της απασχολησιμότητας και της κινητικότητας, αλλά και να δώσει αυξημένα κίνητρα για διά βίου μάθηση, ιδίως στην περίπτωση ατόμων που μειονεκτούν κοινωνικοοικονομικά ή που δεν διαθέτουν σημαντική εξειδίκευση. […] η επικύρωση των σχετικών γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων μπορεί να παράσχει πολύτιμη συμβολή στη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στην προώθηση της κινητικότητας και στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης.

2.4.

Το Συμβούλιο θεωρεί πως οι ακόλουθοι φορείς είναι νευραλγικοί φορείς που έχουν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διευκόλυνση της παροχής ευκαιριών για μη τυπική και άτυπη μάθηση και στις σχετικές διαδικασίες επικύρωσης: οι εργοδοτικές οργανώσεις, οι μεμονωμένοι εργοδότες, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα εμπορικά, βιομηχανικά και βιοτεχνικά επιμελητήρια, οι εθνικοί φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και πιστοποίησης μαθησιακών αποτελεσμάτων, οι υπηρεσίες απασχόλησης, οι οργανώσεις νεολαίας, οι διοργανωτές δραστηριοτήτων για νέους, οι πάροχοι εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

2.5.

Όπως ορίζεται στη σύσταση του Συμβουλίου του 2012, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν, το αργότερο το 2018 και σύμφωνα με τις εθνικές τους συνθήκες και ιδιαιτερότητες και με τον τρόπο που κρίνουν σκόπιμο, ρυθμίσεις για την επικύρωση της μη τυπικής και άτυπης μάθησης που θα παρέχουν στα άτομα τη δυνατότητα:

να αποκτούν επικύρωση των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων που απέκτησαν μέσω μη τυπικής και άτυπης μάθησης, όπως, οσάκις συντρέχει περίπτωση, μέσω ανοικτών εκπαιδευτικών πόρων,

να αποκτούν πλήρη, ή, οσάκις συντρέχει περίπτωση, μερική σειρά επαγγελματικών προσόντων με βάση τις επικυρωμένες εμπειρίες μη τυπικής και άτυπης μάθησης […].

2.6.

Σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου, στις ρυθμίσεις για την επικύρωση της μη τυπικής και άτυπης μάθησης πρέπει να περιλαμβάνονται οι ακόλουθες παράμετροι, και παράλληλα να παρέχεται σε κάθε άτομο η δυνατότητα να επωφελείται από αυτές, είτε χωριστά είτε συνδυαστικά, ανάλογα με τις ανάγκες του:

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ των μαθησιακών αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν μέσω μη τυπικής και άτυπης μάθησης,

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ των μαθησιακών αποτελεσμάτων που έχει σημειώσει ένα άτομο μέσω μη τυπικής και άτυπης μάθησης,

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ των μαθησιακών αποτελεσμάτων που έχει σημειώσει ένα άτομο μέσω μη τυπικής και άτυπης μάθησης,

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης που έχει σημειώσει ένα άτομο μέσω μη τυπικής και άτυπης μάθησης με τη μορφή επαγγελματικού προσόντος, πιστωτικών μονάδων που οδηγούν σε ένα επαγγελματικό προσόν ή με όποιον άλλο τρόπο κρίνεται σκόπιμο.

Οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές του 2009 (2) για την επικύρωση της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης (και η επικαιροποιημένη έκδοση του 2015) συντάχθηκαν για άτομα και οργανώσεις επιφορτισμένες με την καθιέρωση, την ανάπτυξη, την υλοποίηση και τη διαχείριση της επικύρωσης. Διάφοροι φορείς δραστηριοποιούνται σε διάφορα επίπεδα (ευρωπαϊκό, εθνικό, τομεακό και τοπικό) και σε διάφορα περιβάλλοντα (δημόσιος τομέας, ιδιωτικός τομέας και εθελοντισμός, εκπαίδευση και κατάρτιση, και υπηρεσίες της αγοράς εργασίας). Στόχος των κατευθυντήριων γραμμών είναι να αποσαφηνιστούν οι προϋποθέσεις διεξαγωγής επικυρώσεων και να ενημερωθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τις επιλογές που τους προσφέρονται στα διάφορα στάδια της διαδικασίας.

2.7.

Η ΕΟΚΕ έχει δηλώσει επανειλημμένα τη συμβολή της μη τυπικής εκπαίδευσης και τη σημασία της αναγνώρισής της. Εντούτοις, η παρούσα γνωμοδότηση συνιστά την πρώτη απόπειρα της ΕΟΚΕ να υποστηρίξει την αναγνώριση με ενοποιημένο τρόπο. Στόχος της είναι να παράσχει μια σύνοψη των απόψεων των αντιπροσώπων των εργοδοτών, των εργαζομένων και άλλων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, σχετικά με τις πρακτικές διαδικασίες επικύρωσης, και να υποβάλει υλοποιήσιμες προτάσεις βασισμένες στην οπτική τους.

3.   Δεξιότητες και ικανότητες που αποκτήθηκαν μέσω μη τυπικής και άτυπης μάθησης

3.1.

Η πτώση της παραγωγής που βασίζεται σε εξειδικευμένους τεχνίτες και σε διάφορα επαγγέλματα, αντίθετα, η άνθηση του τομέα των υπηρεσιών, έχουν ως συνέπεια οι εργοδότες του 21ου αιώνα να αποδίδουν πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα στον «χαρακτήρα» και στις «εγκάρσιες» και «μεταβιβάσιμες» δεξιότητες των εργαζομένων. Κατ’ επέκταση, αυξάνεται επίσης η σημασία της διά βίου μάθησης και της επικύρωσης των γνώσεων και των δεξιοτήτων που αποκτώνται εκτός του σχολείου.

3.2.

Το 2012 το Πανεπιστήμιο του Bath και η GHK Consulting διεξήγαγαν μια μελέτη για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού φόρουμ Νεολαίας, διερευνώντας τον αντίκτυπο που έχουν στην απασχολησιμότητα των νέων η μη τυπική εκπαίδευση που παρέχεται στο πλαίσιο των οργανώσεων νεολαίας (3). Οι οργανώσεις νεολαίας αποτελούν σημαντικούς παρόχους μη τυπικής εκπαίδευσης. Το είδος επιμόρφωσης που προσφέρεται στο πλαίσιο των εν λόγω οργανώσεων δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην αύξηση της απασχολησιμότητας· οι δεξιότητες, όμως, που αποκτώνται μέσω αυτής θα μπορούσαν να συμβάλουν, όπως ακριβώς δείχνει η πτυχή αυτή που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας.

3.3.

Η μελέτη καταλήγει στο γενικό συμπέρασμα ότι οι δεξιότητες που απαιτούν οι εργοδότες ανταποκρίνονται ξεκάθαρα στις δεξιότητες που καλλιεργεί ο τομέας της μη τυπικής μάθησης. Πέντε από τις έξι κοινωνικές δεξιότητες που ζητούνται συχνότερα περιλαμβάνονται στις δεξιότητες που αναπτύσσονται εντατικότερα στο πλαίσιο των οργανώσεων νεολαίας — με μοναδική εξαίρεση τον αριθμητισμό. Μεταξύ των μη τεχνικών δεξιοτήτων που ζητούν περισσότερο οι εργοδότες περιλαμβάνονται οι εξής: δεξιότητες επικοινωνίας, ικανότητες οργάνωσης και προγραμματισμού, ικανότητα λήψης αποφάσεων, ικανότητα εργασίας σε ομάδα, αξιοπιστία/ανεξαρτησία και αριθμητισμός. Αυτές οι μη τεχνικές δεξιότητες θεωρούνται βασικό στοιχείο για να μπορεί ένα άτομα να εκτελεί επιτυχώς μια εργασία. Εξάλλου, στο ίδιο πλαίσιο αναπτύσσονται ταυτόχρονα ορισμένα στοιχεία της προσωπικότητας, όπως ο δυναμισμός, η πρωτοβουλία και η δημιουργικότητα, προσωπικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την αξιοπιστία ή την αυτονομία και την επιχειρηματική τόλμη.

3.4.

Όλοι οι πολίτες καλούνται να μάθουν κατά τρόπο άτυπο και ή μη τυπικό, στο πλαίσιο της διαδικασίας της διά βίου μάθησης. Για παράδειγμα, πολλές γυναίκες (αλλά και άνδρες) που διαχειρίζονται οικογενειακά θέματα αναπτύσσουν δεξιότητες, οι οποίες μπορούν να μεταφερθούν στον χώρο εργασίας, κυρίως στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών. Αν κληθούν να αλλάξουν δουλειά λόγω απόλυσης ή λόγω της οικογενειακής τους κατάστασης, μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτές τις γνώσεις κατά τη μετάβασή τους στη νέα εργασία ή, εάν πρόκειται για μετανάστριες, προκειμένου να βρουν την πρώτη τους θέση εργασίας. Η ΕΟΚΕ έχει ήδη απευθύνει έκκληση στα κράτη μέλη (4), αφενός, «να επιταχύνουν τις διαδικασίες αναγνώρισης των προσόντων και της εμπειρίας που έχουν αποκτηθεί στο εξωτερικό, ώστε να μπορούν οι γυναίκες να βρουν θέσεις εργασίας που να αντιστοιχούν στις δεξιότητες και στις προσδοκίες τους» και, αφετέρου, «να θεωρούν ότι η εργασία σε ορισμένους τομείς (καθαριότητα, φύλαξη παιδιών, φροντίδα των ηλικιωμένων, ξενοδοχεία/καφετέριες/εστιατόρια, γεωργία κ.λπ.) μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες στις μετανάστριες χαμηλής ειδίκευσης υπό τον όρο οι τομείς αυτοί να εξέλθουν από το πλαίσιο της αδήλωτης εργασίας, να αποκτήσουν επαγγελματικό καθεστώς και να αναβαθμιστούν, καθώς και να προβλεφθεί η εκπαίδευση των γυναικών σε αυτά τα επαγγέλματα ώστε να μπορούν να προχωρήσουν στην καριέρα τους». Η ΕΟΚΕ κάλεσε, επίσης, τους κοινωνικούς εταίρους «να διευκολύνουν, στις συλλογικές συμβάσεις, την αναγνώριση των προσόντων των μεταναστριών».

3.5.

Για την επιτυχή επικύρωση της άτυπης και της μη τυπικής μάθησης είναι σημαντικό να μετατεθεί το κέντρο βάρους, ώστε να δίδεται έμφαση στα μαθησιακά αποτελέσματα. Από το 2004 και εξής, η στροφή αυτή ενθαρρύνεται ρητώς και κατά τρόπο συστηματικό στο θεματολόγιο πολιτικής της ΕΕ για την εκπαίδευση, την κατάρτιση και την απασχόληση. Μια νέα μελέτη του Cedefop (η οποία βασίζεται σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το 2013 έως το 2015) φανερώνει ότι η σημαντική εστίαση στα μαθησιακά αποτελέσματα κερδίζει επί του παρόντος έδαφος σε ολόκληρη την Ευρώπη — για παράδειγμα, κατά τη δημιουργία των εθνικών πλαισίων επαγγελματικών προσόντων, τον καθορισμό και την περιγραφή των επαγγελματικών δεξιοτήτων, τη χρήση των μαθησιακών αποτελεσμάτων σε βιογραφικά σημειώματα και αξιολογήσεις, αλλά και τη χρήση τους ως σημείων αναφοράς για λόγους επικύρωσης. Η προσέγγιση αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερη διαφάνεια, συνάφεια, ποιότητα και σε αποδοχή της μη τυπικής και της άτυπης εκπαίδευσης. Σε πρακτικό επίπεδο, είναι σημαντικό να τίθενται σαφείς στόχοι στους μαθητές και στους σπουδαστές, στόχοι που να λειτουργούν ως κίνητρα, να παρέχουν ένα επίπεδο ευελιξίας στην πορεία μάθησης και να προσδιορίζουν την επιλογή των σπουδών ανάλογα με την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Ταυτόχρονα, για να είναι τα αποτελέσματα ποιοτικά, είναι σκόπιμο να βελτιωθούν επίσης οι ίδιες οι μέθοδοι και οι διαδικασίες διδασκαλίας και μάθησης.

3.6.

Αυτό συνεπάγεται ότι πρέπει να δοθεί έμφαση στην αξιολόγηση και στον καθορισμό των αποτελεσμάτων της μη τυπικής μάθησης κατά τρόπο κατανοητό για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και δη για τους εργοδότες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στη συνέχεια, εφόσον ο ενδιαφερόμενος το επιθυμεί και υφίστανται οι κατάλληλες συνθήκες, τα αποτελέσματα της μη τυπικής μάθησης θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως πραγματικά επαγγελματικά προσόντα, ισότιμα των προγραμμάτων τυπικής εκπαίδευσης.

4.   Πρακτικές πτυχές της επικύρωσης δεξιοτήτων και προσόντων

4.1.    Πλαισίωση, καθοδήγηση και ενημέρωση

4.1.1.

Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο της διαδικασίας επικύρωσης, ότι τα άτομα και οι οργανώσεις θα έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες και συστάσεις ως προς τις δυνατότητες της επικύρωσης και τα αντίστοιχα οφέλη, καθώς και ως προς τις σχετικές διαδικασίες, και ότι η επικύρωση της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης θα υποστηρίζεται από κατάλληλη καθοδήγηση και παροχή συμβουλών, όντας, παράλληλα, εύκολα προσιτή.

4.1.2.

Τα συστήματα επικύρωσης της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης πρέπει να υπακούουν στους δέοντες κανόνες, να λαμβάνουν δε υπόψη τις εθνικές, περιφερειακές και/ή τοπικές καθώς και τομεακές ανάγκες και συνθήκες.

4.1.3.

Πρέπει να παρέχονται ευκαιρίες συμμετοχής στους πολίτες ανεξαρτήτως ηλικίας και επιπέδου προσόντων. Η διαδικασία αυτή μπορεί να απαιτήσει την περαιτέρω συνεργασία μεταξύ του μη κερδοσκοπικού κλάδου, των δημόσιων αρχών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών, συν τοις άλλοις και για ζητήματα όπως η χρηματοδότηση και η επικύρωση.

4.1.4.

Οι πολίτες πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τα πρόσθετα οφέλη που παρέχει η συστηματική συμμετοχή σε εθελοντικές οργανώσεις. Ακόμη και μια σύντομη περίοδος εθελοντισμού μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και αυξημένη απασχολησιμότητα.

4.1.5.

Είναι απαραίτητο οι ενδιαφερόμενοι να αντιμετωπίζονται με τρόπο συντονισμένο και να ενημερώνονται καταλλήλως σχετικά με τα οφέλη της επικύρωσης των δεξιοτήτων, αλλά και σχετικά με τις επιλογές και τους μηχανισμούς πιστοποίησης. Συστήνουμε στα κράτη μέλη να προβούν στην περαιτέρω ανάπτυξη των οργανισμών που παρέχουν τέτοιου είδους καθοδήγηση και συμβουλευτική και, ιδίως, να συμπράξουν με υπηρεσίες απασχόλησης, αλλά και με κέντρα πληροφόρησης νέων, εκπαιδευτικά ιδρύματα, εργοδότες, συνδικαλιστικές οργανώσεις, κέντρα επαγγελματικού προσανατολισμού, οργανώσεις εθελοντών, νεολαίας καθώς και δημόσιους οργανισμούς.

4.1.6.

Ουσιώδης και ωφέλιμη είναι η παροχή καθοδήγησης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επικύρωσης, ιδίως για τους νέους, σε όλα τα στάδια (από την ταυτοποίηση μέχρι την πιστοποίηση), με στόχο:

να βοηθούνται οι νέοι στον προσδιορισμό των αναγκών τους και να τους παρέχονται κίνητρα ώστε να συμμετάσχουν στη διαδικασία,

να καλλιεργείται ασφαλές περιβάλλον, κατάλληλο για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης με τους συμβούλους, δηλαδή όχι πολύ επίσημο, ώστε να νιώθουν άνετα,

να παρέχονται, μεταξύ άλλων, κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την επικύρωση ως αναγνωρισμένη μέθοδο που απευθύνεται σε συμμετέχοντες σε κατάρτιση χρησιμοποιώντας τους υφιστάμενους μηχανισμούς πληροφόρησης και συμβουλευτικής, εν ολίγοις να καταδειχθεί ότι η επικύρωση αποτελεί μια εφικτή λύση δίχως παράλληλα να δημιουργούνται ανεδαφικές προσδοκίες.

4.2.    Συντονισμός των ενδιαφερόμενων φορέων

4.2.1.

Κατά την άποψη του Συμβουλίου, τα κράτη μέλη πρέπει να προωθήσουν, τον συντονισμό και τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων στην ανάπτυξη και στην εφαρμογή των στοιχείων και των αρχών που συνδέονται με τη διαδικασία επικύρωσης. Για να διευκολυνθεί η συμμετοχή σε αυτή τη διαδικασία:

οι εργοδότες, οι οργανώσεις νεολαίας και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα πρέπει να προωθούν και να διευκολύνουν την ταυτοποίηση και την καταγραφή των μαθησιακών αποτελεσμάτων που αποκτήθηκαν κατά την εργασία ή στο πλαίσιο εθελοντικών δραστηριοτήτων, καθώς και την έκδοση εγγράφων που να τα πιστοποιούν, με τη χρήση των κατάλληλων εργαλείων της Ένωσης για τη διαφάνεια, όπως εκείνα που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο του Europass και του Youthpass,

οι πάροχοι εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να διευκολύνουν την πρόσβαση στην τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση με βάση τα μαθησιακά αποτελέσματα που αποκτήθηκαν σε μη τυπικά και άτυπα πλαίσια και, αν κρίνεται δυνατό και σκόπιμο, με τη χορήγηση απαλλαγών και/ή πιστωτικών μονάδων για σχετικά μαθησιακά αποτελέσματα που αποκτώνται σε αυτά τα πλαίσια.

4.2.2.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί, συνεπώς, σημαντική την παροχή στήριξης προς όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, ιδίως τους κοινωνικούς εταίρους και άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ώστε να ενημερώνονται για τα οφέλη της επικύρωσης και να είναι σε θέση να συμμετέχουν ενεργά στον καθορισμό εθνικών πλαισίων επαγγελματικών προσόντων και στον προσδιορισμό των επαγγελματικών προσόντων. Η επίτευξη «πραγματικής» αλλαγής όσον αφορά τη στάση των συμμετεχόντων θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη, ιδίως στα κράτη μέλη που δεν έχουν θέσει σε προτεραιότητα τον τομέα αυτόν ή στα οποία η στάση της κοινωνίας απέναντι στην επικύρωση της άτυπης ή μη τυπικής μάθησης δεν υποστηρίζεται πραγματικά σε εθνικό επίπεδο. Θα ήταν χρήσιμη η καθιέρωση μιας πλατφόρμας για τη στήριξη όσων έχουν ήδη σημειώσει πρόοδο στον τομέα αυτόν (μέσω πιλοτικών έργων, για παράδειγμα), όσον αφορά τις προσπάθειες που καταβάλλουν σε εθνικό επίπεδο.

4.3.    Επικύρωση, εθνικά πλαίσια και συστήματα επαγγελματικών προσόντων

4.3.1.

Τα κράτη μέλη οφείλουν να δίνουν τη δυνατότητα στα άτομα να αποκτούν πλήρη, ή όπου χρειάζεται, τμηματικά επαγγελματικά προσόντα με βάση τις επικυρωμένες εμπειρίες μη τυπικής και άτυπης μάθησης. Πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις επικύρωσης συνδέονται με τα υφιστάμενα εθνικά πλαίσια επαγγελματικών προσόντων και να ευθυγραμμίζονται με το ευρωπαϊκό πλαίσιο επαγγελματικών προσόντων, και ότι υπάρχουν συνέργειες μεταξύ των ρυθμίσεων επικύρωσης και των συστημάτων πιστωτικών μονάδων που εφαρμόζονται στο σύστημα τυπικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, όπως το ECTS και το ECVET.

4.3.2.

Οι κοινωνικοί εταίροι και, μεταξύ άλλων, οι άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών πρέπει να συμμετέχουν όσο το δυνατόν περισσότερο, και να τους παρέχονται κατάλληλα κίνητρα, στον σχεδιασμό των εθνικών συστημάτων επαγγελματικών προσόντων. Η εμπειρία ορισμένων κρατών μελών δείχνει ότι, για να εφαρμοστούν διαδικασίες επικύρωσης σε τομεακό επίπεδο, πρέπει να συγκροτηθούν επιτροπές και μονάδες για τις δεξιότητες του εκάστοτε τομέα, και να στελεχωθούν με κατάλληλο προσωπικό. Στους τομείς που καθορίζονται κατ'αυτόν τον τρόπο, θα είναι δυνατή η κατάλληλη θέσπιση εθνικών προτύπων για τα επιμέρους επαγγέλματα και επαγγελματικά προσόντα.

4.4.    Διασφάλιση της ποιότητας της επικύρωσης

4.4.1.

Τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται ότι εφαρμόζονται διαφανή μέτρα για τη διασφάλιση της ποιότητας, σύμφωνα με τα υφιστάμενα πλαίσια διασφάλισης της ποιότητας, τα οποία στηρίζονται σε αξιόπιστες, έγκυρες και πιστοποιήσιμες μεθοδολογίες και μέσα αξιολόγησης. Αυτό σημαίνει κυρίως θέσπιση κατάλληλης νομοθεσίας, δηλαδή ενός ρυθμιστικού πλαισίου για την επικύρωση και τις διασφαλίσεις που συνδέονται με την πιστοποίηση σύμφωνα με τα εθνικά πλαίσια επαγγελματικών προσόντων που απορρέουν από το ευρωπαϊκό πλαίσιο επαγγελματικών προσόντων.

4.4.2.

Κατά την ΕΟΚΕ, η προϋπόθεση αυτή σημαίνει ότι πρέπει να διασφαλιστεί η ισοτιμία των πιστοποιητικών που αποκτώνται μέσω της επίσημης και της μη τυπικής εκπαίδευσης ή της άτυπης μάθησης. Αυτό συνεπάγεται σημαντικές απαιτήσεις όσον αφορά την ποιότητα των διαδικασιών επικύρωσης, για τις οποίες θα πρέπει να προβλεφθεί και η κατάλληλη οικονομική στήριξη, π.χ. από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.

4.5.    Επικύρωση από εκπαιδευτικά ιδρύματα

4.5.1.

Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη διαδικασία επικύρωσης. Το Συμβούλιο συστήνει οι πάροχοι εκπαίδευσης και κατάρτισης να διευκολύνουν την πρόσβαση στην τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση με βάση τα μαθησιακά αποτελέσματα που αποκτήθηκαν σε μη τυπικά και άτυπα πλαίσια και, αν κρίνεται δυνατό και σκόπιμο, με τη χορήγηση απαλλαγών και/ή πιστωτικών μονάδων για σχετικά μαθησιακά αποτελέσματα που αποκτώνται σε αυτά τα πλαίσια.

4.5.2.

Η ΕΟΚΕ καλεί τα πανεπιστήμια να προωθήσουν περαιτέρω την επικύρωση των άτυπα αποκτηθέντων δεξιοτήτων και γνώσεων. Η Ιρλανδία θα μπορούσε, εν προκειμένω, να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση. Στην εθνική της στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση έως το 2030, υποστηρίζει το κοινωνικό λειτούργημα της ανώτατης εκπαίδευσης και την «αλληλεπίδρασή της με την ευρύτερη κοινωνία» ως «έναν από τους τρεις αλληλένδετους βασικούς ρόλους της ανώτατης εκπαίδευσης». Ορίζει την αλληλεπίδραση αυτή ως εξής: «συνεργασία με τις επιχειρήσεις, την κοινωνία των πολιτών, τα κοινά, την καλλιτεχνική, πολιτιστική και αθλητική ζωή, καθώς και με άλλους παρόχους εκπαίδευσης στην κοινότητα και στην περιφέρεια, και δίνει ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στη διεθνή δέσμευση (5)».

4.5.3.

Εντούτοις, τα αποτελέσματα της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης δεν μπορούν να αναγνωρίζονται μόνο από τα πανεπιστήμια. Στη Μάλτα, για παράδειγμα, τα πιστοποιητικά και τα προφίλ δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που παρουσιάστηκαν το 2010 αναγνωρίζουν κάθε μορφή μάθησης κατά τη διάρκεια της πενταετούς δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Παρέχονται πιστωτικές μονάδες, τόσο για την τυπική όσο και για την άτυπη εκπαίδευση, που ενθαρρύνουν τους μαθητές να επιδιώξουν τη συνέχιση των σπουδών τους σε υψηλότερο επίπεδο.

4.6.    Επικύρωση σε σχέση με την αγορά εργασίας

4.6.1.

Στη σύσταση του Συμβουλίου τονίζεται η σημασία της χρήσης της διαδικασίας επικύρωσης στον χώρο εργασίας και συστήνεται στα κράτη μέλη να προωθούν τη συμμετοχή όλων των σχετικών φορέων, όπως: εργοδότες, συνδικαλιστικές οργανώσεις, βιομηχανικά, εμπορικά και βιοτεχνικά επιμελητήρια, και εθνικοί φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία επικύρωσης των επαγγελματικών προσόντων. Οι εργοδότες πρέπει επίσης να προωθούν και να διευκολύνουν την ταυτοποίηση και την καταγραφή των μαθησιακών αποτελεσμάτων που αποκτήθηκαν κατά την εργασία.

4.6.2.

Η επικύρωση της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης θα μπορούσε να αποτελεί μέρος συλλογικών συμβάσεων (όπως συμβαίνει στις Κάτω Χώρες), σύμφωνα με μια προσέγγιση που αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα παροχής της δυνατότητας επικύρωσης στους εργαζομένους και θα συνέβαλλε στην αποτελεσματική διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων στις επιχειρήσεις. Οι εργοδότες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στην αξιολόγηση των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων, τόσο στον χώρο εργασίας όσο και κατά τον σχεδιασμό προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης που να βελτιώνουν την αξία της επικύρωσης και συμβάλλουν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης.

4.6.3.

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος μεταξύ συνδικαλιστικών οργανώσεων και εργοδοτών μπορούν να αποτελέσουν σημαντική παράμετρο της διαδικασίας επικύρωσης των μαθησιακών αποτελεσμάτων της μη τυπικής μάθησης, καθώς και της διά βίου μάθησης. Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Μεταλλουργών (ΕΟΜ) αποτελεί παράδειγμα έμπρακτης εφαρμογής αυτής της πρότασης σε ευρωπαϊκή κλίμακα, δεδομένου ότι φροντίζει να επικυρώνονται τα μαθησιακά αποτελέσματα της μη τυπικής μάθησης, πράγμα που αποτελεί σημαντική συμβολή στο διάλογο για την απασχολησιμότητα και τα μέσα που την ευνοούν.

4.6.4.

Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι συνδικαλιστές αναλαμβάνουν ολοένα συχνότερα ένα νέο ρόλο, π.χ. όταν παρέχουν συμβουλές κατά τη διάρκεια της εργασίας τους ή όταν διαπραγματεύονται με τους εργοδότες την ελεύθερη πρόσβαση των εργαζομένων σε δυνατότητες κατάρτισης στον χώρο εργασίας. Στην Αυστρία, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων λειτουργούν ως «πρεσβευτές μάθησης», ενθαρρύνοντας τους εργαζόμενους να συνεχίσουν τη μάθησή τους και να εξακολουθήσουν να καλύπτουν τα κενά στα προσόντα τους, παρέχοντας ταυτόχρονα συμβουλές στις επιχειρήσεις σχετικά με τις ανάγκες κατάρτισης των εργαζομένων (6).

4.6.5.

Δεδομένου ότι οι εργοδότες, όταν προσλαμβάνουν εργαζόμενους νεαρής ηλικίας με περιορισμένη ή καθόλου εργασιακή εμπειρία, εκτιμούν ιδιαιτέρως τη συμμετοχή σε οργανώσεις νεολαίας, θα ήταν σκόπιμο να ενθαρρύνεται η συμμετοχή των νέων σε τέτοιες οργανώσεις ως τρόπος διευκόλυνσης της μετάβασής τους από το σχολείο στην εργασία (7).

4.6.6.

Επιπλέον, πρέπει να προβλεφθεί η παροχή των κατάλληλων συμβουλών καθώς και καθοδήγησης σε όσους επιθυμούν να εξασφαλίσουν την επικύρωση μη τυπικών ή άτυπων μαθησιακών αποτελεσμάτων, προκειμένου να είναι σε θέση —κατά το στάδιο της υποβολής αίτησης εργασίας— να παρουσιάσουν με τρόπο αποτελεσματικό τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απέκτησαν με μη τυπικά και με άτυπα μέσα, αλλά και να κατανοήσουν καλύτερα πώς εφαρμόζονται οι εν λόγω δεξιότητες στο περιβάλλον εργασίας και πώς αυτές τους βοηθούν σε συγκεκριμένα εργασιακά καθήκοντα. Πρόκειται για διαδικασία στην οποία μπορούν να συμβάλουν υπηρεσίες επαγγελματικού προσανατολισμού, σχολικοί σύμβουλοι και πανεπιστημιακοί σύμβουλοι, οργανώσεις νεολαίας και γραφεία εύρεσης εργασίας, καθώς και εργοδότες και διεθνείς οργανισμοί. Οι φορείς αυτοί θα μπορούσαν επίσης να βοηθήσουν τους νέους παρέχοντάς τους πληροφορίες ως προς τις καλύτερες, ανά περίπτωση, λύσεις.

4.7.    Επικύρωση στον εθελοντικό τομέα

4.7.1.

Στη σύστασή του, το Συμβούλιο επισημαίνει τη σημασία της ενεργού συμμετοχής του μη κερδοσκοπικού τομέα στα συστήματα επικύρωσης· οι οργανώσεις νεολαίας και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα πρέπει να προωθούν και να διευκολύνουν την ταυτοποίηση και την καταγραφή των μαθησιακών αποτελεσμάτων που αποκτήθηκαν κατά την εργασία ή στο πλαίσιο εθελοντικών δραστηριοτήτων, καθώς και την έκδοση εγγράφων που να τα πιστοποιούν, με τη χρήση των κατάλληλων εργαλείων της Ένωσης για τη διαφάνεια, όπως εκείνα που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο του Europass και του Youthpass.

4.7.2.

Το κοινό πρέπει να ενημερωθεί περισσότερο για την αξία που αποδίδουν οι εργοδότες στις δεξιότητες και τις ικανότητες που αναπτύσσονται σε μη τυπικό ή άτυπο πλαίσιο, για παράδειγμα μέσω του εθελοντισμού. Η παρατήρηση αυτή ισχύει ιδιαιτέρως για τα άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, που συχνά δεν γνωρίζουν την αξία που έχει για τους εργοδότες μια τέτοιου είδους δραστηριότητα, και δεν είναι τόσο καλά καταρτισμένα σχετικά με τον τρόπο παρουσίασης των δεξιοτήτων αυτών.

4.7.3.

Δεδομένης της υψηλής ανεργίας που πλήττει τους νέους, είναι σκόπιμο να ευνοούνται οι δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων και ιδιωτικών εταιρειών εύρεσης εργασίας, των εθελοντικών οργανώσεων (ιδίως εκείνων που απευθύνονται στους νέους) και των εργοδοτών. Η δράση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο ενίσχυσης της προβολής της μη τυπικής εκπαίδευσης στις εθελοντικές οργανώσεις και αύξησης της ευαισθητοποίησης σχετικά με τη σημασία και την αξία τους, αλλά και ως μέσο ενίσχυσης της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

4.7.4.

Πρέπει να υποστηριχθεί η ανάπτυξη προγραμμάτων αξιολόγησης και κατάρτισης στο εσωτερικό των εθελοντικών οργανώσεων, καθώς η αποστολή τους προϋποθέτει υψηλό επίπεδο ανάπτυξης δεξιοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι οι δραστηριότητες που αναπτύσσουν οι εθελοντικές οργανώσεις είναι εξαιρετικά ποικίλες και, κατά συνέπεια, ποικίλλουν και τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογούνται οι δεξιότητες που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων αυτών. Επίσης, είναι απαραίτητο να ενθαρρυνθεί η ενίσχυση της σύγκλισης στον τομέα του εθελοντισμού, ιδίως όσον αφορά την ορολογία και τις μεθόδους αξιολόγησης. Η ευθυγράμμιση των κριτηρίων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να αποκτήσουν περισσότεροι εθελοντές επίγνωση των δεξιοτήτων που αποκτούν μέσω της συμμετοχής τους σε εθελοντικές δραστηριότητες που είναι επωφελείς για την κοινωνία.

4.8.    Εργαλεία επικύρωσης

4.8.1.

Η σύσταση του Συμβουλίου δίνει έμφαση στη σημασία που έχουν για την εξασφάλιση της διαφάνειας τα κοινά ευρωπαϊκά εργαλεία αναγνώρισης προσόντων, όπως τα πλαίσια Europass και Youthpass. Τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίσουν συνέργειες μεταξύ των ρυθμίσεων επικύρωσης και των συστημάτων πιστωτικών μονάδων που εφαρμόζονται στο σύστημα τυπικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, όπως το ECTS και το ECVET.

4.8.2.

Οι γνώσεις και ικανότητες που αποκτώνται μέσω της συμμετοχής σε οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν, συν τοις άλλοις, συγκεκριμένη αξία στην αγορά εργασίας, συχνά ωστόσο δεν είναι αναγνωρίσιμες και η απόκτησή τους δεν τεκμηριώνεται επαρκώς. Πρέπει να υποστηριχθεί η ανάπτυξη και η χρήση των εργαλείων αυτοαξιολόγησης που βοηθούν τα άτομα να προσδιορίσουν και να περιγράψουν τα μαθησιακά τους αποτελέσματα, με αφετηρία την εμπειρία που αποκόμισαν στο πλαίσιο δραστηριοτήτων των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Η κατάρτιση ενός προσωπικού χαρτοφυλακίου προσόντων μπορεί, π.χ., να έχει προστιθέμενη αξία για όσους σκοπεύουν να συνεχίσουν την κατάρτισή τους και επιθυμούν να υλοποιήσουν τις επαγγελματικές τους φιλοδοξίες.

4.8.3.

Τα πιστοποιητικά και τα χαρτοφυλάκια αποτελούν σημαντικό στοιχείο της επικύρωσης των άτυπα αποκτηθέντων ικανοτήτων και προσόντων. Οι πάροχοι μη τυπικής εκπαίδευσης πρέπει να φροντίζουν να εκδίδουν πιστοποιητικά ή έγγραφα που να περιγράφουν λεπτομερώς τη φύση και τα αποτελέσματα της συμμετοχής στις άτυπες εκπαιδευτικές τους δραστηριότητες και να ενημερώνουν τους ενδιαφερόμενους για την αξία της συμμετοχής τους. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να ενημερώνουν τους συμμετέχοντες για τη σημασία των εν λόγω πιστοποιητικών από την άποψη της κατάρτισης (δηλαδή σχετικά με τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απέκτησαν στο πλαίσιο δραστηριοτήτων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις δεξιότητες αυτές όταν αναζητούν εργασία ή όταν επιθυμούν να συνεχίσουν την επαγγελματική τους κατάρτιση), ώστε τα πιστοποιητικά αυτά να μην θεωρούνται απλά αποδεικτικά στοιχεία επιτυχίας.

4.8.4.

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη υποστηρίξει τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Διαβατηρίου Δεξιοτήτων και, στη συνέχεια, του προτύπου «Europass για την εμπειρία» (Europass Experience). Εκφράζει συνεπώς την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέστειλε την υλοποίηση της εν λόγω πρωτοβουλίας.

Βρυξέλλες, 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:C:2012:398:0001:0005:el:PDF

(2)  http://www.cedefop.europa.eu/en/publications-and-resources/publications/4054

(3)  http://issuu.com/yomag/docs/reportnfe_print

(4)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ένταξη των μεταναστριών στην αγορά εργασίας» (ΕΕ C 242 της 23.7.2015, σ. 9).

(5)  Βλέπε “National Strategy for Higher Education to 2030” (“Εθνική στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση έως το 2030”) (www.hea.ie).

(6)  Βλέπε «Learning while working: Success stories on workplace learning in Europe (Μάθηση κατά την εργασία. Η μάθηση στον επαγγελματικό χώρο: επιτυχημένα παραδείγματα στην Ευρώπη», Cedefop, 2012, σ. 59.

(7)  http://issuu.com/yomag/docs/reportnfe_print


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/57


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Βελτίωση των επιδόσεων των εθνικών συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/10)

Εισηγήτρια:

η κ. Dorthe ANDERSEN

Στις 19 Φεβρουαρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού της κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα τη:

«Βελτίωση των επιδόσεων των εθνικών συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του την 1η Σεπτεμβρίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 16 και 17 Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2015), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 206 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 8 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Οι ευρωπαίοι νέοι επλήγησαν σοβαρά από την κρίση σε πολλά κράτη μέλη, με τεράστιο ανθρώπινο, κοινωνικό και οικονομικό κόστος. Ωστόσο, η υψηλότερη ανεργία των νέων δεν είναι κάτι νέο και καταδεικνύει δομικά προβλήματα που δυσχεραίνουν τη μετάβαση από το σχολείο στην απασχόληση.

1.2.

Οι λειτουργικές μαθητείες και λοιπές ποιοτικές μορφές συστημάτων μάθησης στην εργασία μπορούν να βοηθήσουν τους νέους και τις νέες στην ομαλότερη μετάβασή τους από το σχολείο στην απασχόληση.

1.3.

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει πως δεν υφίσταται «μοναδικό βέλτιστο πρότυπο» εναλλασσόμενης κατάρτισης. Στόχος είναι η προώθηση υψηλής ποιότητας εναλλασσόμενης κατάρτισης που να αποδίδει.

1.4.    Ευρωπαϊκό επίπεδο:

1.4.1.

Η ΕΟΚΕ φρονεί πως είναι αναγκαίο ένα ευρωπαϊκό εργαλείο αξιολόγησης της ποιότητας το οποίο θα καταγράφει την πρόοδο και τις συνέπειες των μεταρρυθμίσεων στις οποίες προβαίνουν τα κράτη μέλη για τη βελτίωση της απόδοσης των συστημάτων ΕΕΚ και εναλλασσόμενης κατάρτισης.

1.4.2.

Η ΕΟΚΕ συνιστά η Επιτροπή — από κοινού με τους ενδιαφερόμενους εταίρους — να αναπτύξει μέσα παρακολούθησης και συλλογής δεδομένων, να αξιολογήσει τα αποδοτικά συστήματα των κρατών μελών και να εντοπίσει τα κύρια στοιχεία των αποδοτικών συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης. Στόχος είναι να μετρηθούν και να αξιολογηθούν οι αποδόσεις, να διασφαλιστεί η ποιότητα των συστημάτων κατάρτισης και να αναδειχθεί η σχέση μεταξύ της εναλλασσόμενης κατάρτισης και της απασχόλησης.

1.4.3.

Οι υψηλής ποιότητας και σχετικές με την αγορά εργασίας δεξιότητες και τίτλοι κατάρτισης θα αποτελέσουν επίσης στο μέλλον βασικό κομμάτι της αγοράς εργασίας και της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Για αυτό, η ΕΟΚΕ προτείνει τη θέσπιση ενωσιακού στόχου για την ΕΕΚ και την εναλλασσόμενη κατάρτιση, που μπορεί να χρησιμεύσει ως δίαυλος προς καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης για τους νέους. Αυτό θα μπορούσε να αποτελεί μέρος μιας ανανεωμένης στρατηγικής ΕΕ2020, συνεπώς η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τις διάφορες επιλογές.

1.4.4.

Η ΕΟΚΕ φρονεί πως ένας ενωσιακός στόχος για την ΕΕΚ και η συλλογή δεδομένων θα συμβάλουν ώστε τα κράτη μέλη να διατηρηθούν σε τροχιά βελτίωσης των επιπέδων εκπαίδευσης και εξασφάλισης θετικής εμπειρίας από το εκπαιδευτικό σύστημα για τους νέους, που θα τους δίνει τις δεξιότητες που χρειάζονται στην αγορά εργασίας.

1.5.    Κράτη μέλη και κοινωνικοί εταίροι:

1.5.1.

Η ΕΟΚΕ συνιστά τα κράτη μέλη που δεν έχουν λειτουργικά συστήματα εναλλασσόμενης κατάρτισης να διερευνήσουν το κόστος ανάπτυξης τέτοιων συστημάτων, σε σχέση με τα οφέλη που αυτή θα είχε για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τις ευκαιρίες απασχόλησης των νέων.

1.5.2.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει τη σημασία των συμπράξεων μεταξύ σχολείων, κέντρων κατάρτισης, συνδικαλιστικών οργανώσεων και της επιχειρηματικής κοινότητας. Οι κοινωνικοί εταίροι διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο σε όλα τα στάδια των λειτουργικών συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης (σχεδιασμό, υλοποίηση, παρακολούθηση, αξιολόγηση κ.λπ.). Η ενίσχυση και βελτίωση της χρήσης του κοινωνικού διαλόγου σε όλα τα επίπεδα μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο βελτίωσης της ποιότητας και της ελκυστικότητας της εναλλασσόμενης κατάρτισης

1.5.3.

Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη να καθιερώσουν ή να αναθεωρήσουν σε συστηματική βάση την επαγγελματική εξέλιξη των καθηγητών, καθοδηγητών και εκπαιδευτών ΕΕΚ — ιδίως δε των ενδοεταιρικών εκπαιδευτών, καθώς αυτοί έχουν ζωτική σημασία για τη βελτίωση των συστημάτων ΕΕΚ.

1.5.4.

Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία των εργοδοτών και φρονεί πως οι εργοδότες — συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ — θα συμμετέχουν ενεργά σε προγράμματα μαθητείας όταν αυτά ανταποκρίνονται όντως στις ανάγκες τους και όταν υφίστανται ικανοί σύνδεσμοι με τα σχολεία. Η θέσπιση συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης που θα επιτρέπει την αποδοτική από πλευράς κόστους συμμετοχή των εργοδοτών και θα τους δίνει μεγαλύτερη οικείωση θα πρέπει να αποτελέσει το επίκεντρο των προσπαθειών τα επόμενα χρόνια.

1.5.5.

Η ΕΟΚΕ συνιστά οι ευρωπαϊκοί κοινωνικοί εταίροι να συνεχίσουν το έργο τους σε αυτόν τον τομέα, στο πλαίσιο του αυτόνομου προγράμματος εργασίας τους.

2.   Εισαγωγή — η τρέχουσα κατάσταση στην Ευρώπη

2.1.

Η οικονομική κρίση στην Ευρώπη έπληξε σοβαρά τους νέους. 4,5 εκατ. νέοι ηλικίας κάτω των 25 ετών είναι άνεργοι (1), αν και για ορισμένες χώρες της ΕΕ η υψηλή ανεργία των νέων δεν είναι καινούρια, απλά επιδεινώθηκε λόγω της κρίσης. Το ποσοστό ανεργίας των νέων στην ΕΕ είναι υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου ποσοστού των ενηλίκων: 20,9 % έναντι 9,8 % Περίπου 7 εκατ. νέοι Ευρωπαίοι παραμένουν εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ) (2). Με μάλλον ζοφερές βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές, η ανεργία των νέων έφτασε σε ακραία επίπεδα σε ορισμένα κράτη μέλη, με τεράστιο ανθρώπινο, κοινωνικό και οικονομικό κόστος.

2.2.

Η ανεργία των νέων ήταν υψηλότερη από των ενηλίκων και πριν από την κρίση. Αυτό υποδηλώνει διαρθρωτικό πρόβλημα στη θέσπιση στενότερων δεσμών μεταξύ των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης και της αγοράς εργασίας. Άλλο ένα σχετικό επιχείρημα είναι πως σε πολλές χώρες η ανεργία των νέων είναι υψηλή, ενώ ταυτόχρονα οι εργοδότες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξεύρεση εργαζομένων με τα κατάλληλα προσόντα.

2.3.

Αυτή η κατάσταση απαιτεί νέα προσέγγιση που θα βελτιώνει τη βάση της απασχόλησης και της ανάπτυξης προκειμένου να αναπτυχθούν υψηλής ποιότητας και σχετικές με την αγορά εργασίας δεξιότητες και τίτλοι κατάρτισης και λειτουργικές αγορές εργασίας.

2.4.

Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ όσον αφορά την εμπειρία τους στην είσοδο των νέων στην αγορά εργασίας.

2.5.

Σε πολλές χώρες, άτομα με επαγγελματική κατάρτιση αποτελούν την πλειοψηφία των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα αλλά ταυτόχρονα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε τομείς του δημοσίου. Σήμερα, περίπου το ήμισυ των αποφοίτων λυκείου στην Ευρώπη ακολουθούν πρόγραμμα ΕΕΚ και περίπου το ένα τέταρτο εξ αυτών συμμετέχουν σε μεικτά προγράμματα σχολικής φοίτησης και εργασίας (3). Ωστόσο, η ενίσχυση της ελκυστικότητας της ΕΕΚ μέσω της βελτίωσης της ποιότητας και της σημασίας της αποτελεί μεγάλη πρόκληση.

2.6.

Σε σειρά γνωμοδοτήσεών της (4), η ΕΟΚΕ επεσήμανε τη σημασία της δημιουργίας κατάλληλων συνθηκών για τους νέους, ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία μέσω της τόνωσης των ευκαιριών συμμετοχής σε διαφορετικές μορφές εναλλασσόμενης κατάρτισης στο πλαίσιο υψηλής ποιότητας επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΚ).

2.7.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να διατηρηθεί η δυναμική και να εξασφαλιστεί πως τα επιμέρους κράτη μέλη, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, θα προσαρμόσουν τα συστήματα ΕΕΚ τους με την εισαγωγή στοιχείων εναλλασσόμενης κατάρτισης.

3.   Κατανόηση των ορισμών — συστήματα εναλλασσόμενης κατάρτισης στην Ευρώπη

3.1.

Η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται στα συστήματα εναλλασσόμενης κατάρτισης στην ΕΕΚ. Η εναλλασσόμενη κατάρτιση αποτελεί γενικό όρο που καλύπτει διαφορετικά εθνικά συστήματα. Σύμφωνα με το Cedefop, η εναλλασσόμενη κατάρτιση αφορά εκπαίδευση ή κατάρτιση που συνδυάζει περιόδους φοίτησης σε σχολείο ή κέντρο κατάρτισης και εργασίας. Ο όρος «εναλλασσόμενη» αναφέρεται στις οδούς μάθησης (σχολεία/πάροχοι ΕΕΚ και εταιρείες κατάρτισης μοιράζονται την ευθύνη παροχής θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης) και την εναλλαγή των φορέων (δημοσίων και ιδιωτικών).

3.2.

Όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν συστήματα που ενσωματώνουν την εργασιακή πτυχή, ωστόσο η ποιότητα, η απόδοση και το εύρος τους ποικίλλουν (5). Για παράδειγμα, πόσος χρόνος αναλώνεται στο χώρο εργασίας; Υπάρχει σύμβαση μεταξύ του σπουδαστή και του εργοδότη, ο σπουδαστής αμείβεται, και ποιος είναι ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων;

3.3.

Δεν υφίσταται μοναδικό ή «βέλτιστο» πρότυπο, και η ανάπτυξη τέτοιου συστήματος εξαρτάται από πολλούς οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες.

3.4.

Σήμερα υφίστανται τρεις κύριες οδοί για την ΕΕΚ:

Οι μαθητείες συνδυάζουν και εναλλάσσουν την κατάρτιση εντός της επιχείρησης με τη σχολική εκπαίδευση, και οδηγούν σε εθνικά αναγνωρισμένο τίτλο. Συνήθως, υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του εργοδότη και του μαθητευόμενου, και ο μαθητευόμενος αμείβεται (όπως συμβαίνει στην Αυστρία, τη Δανία και τη Γερμανία).

Σχολική ΕΕΚ με κατάρτιση στην εργασία. Αυτή περιλαμβάνει βραχύτερες περιόδους κατάρτισης στην εργασία (π.χ. πρακτική άσκηση) ως υποχρεωτικό ή προαιρετικό στοιχείο των προγραμμάτων ΕΕΚ και οδηγεί σε επίσημους τίτλους.

Σχολικά προγράμματα

3.5.

Σε αυτήν την περίπτωση το σημαντικότερο είναι ο στενός σύνδεσμος μεταξύ του χώρου εργασίας και των συνεργιών που θα αναπτυχθούν μεταξύ του σπουδαστή, της θεωρητικής βάσης και της πρακτικής μαθητείας και της εξέλιξης στον χώρο εργασίας.

4.   Το ευρωπαϊκό πλαίσιο πολιτικής

4.1.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 27/28 Ιουνίου 2013 (6) συμφώνησε νέα στρατηγική για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων, συμπεριλαμβανομένου του στόχου να προωθηθούν «οι μαθητείες υψηλής ποιότητας και η μάθηση στο χώρο εργασίας». 22 κράτη μέλη έχουν λάβει ειδικές ανά χώρα συστάσεις για την προσαρμογή των συστημάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισής τους, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στα εργασιακά στοιχεία της κατάρτισης και στην υψηλής ποιότητας μαθητεία για τους νέους.

4.2.

Σε επίπεδο ΕΕ, έχει ληφθεί σειρά μέτρων. Για παράδειγμα, εγκρίθηκαν «εγγυήσεις για τη νεολαία», διατέθηκαν κονδύλια του ΕΚΤ για την ανάπτυξη μαθητειών σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος εναλλασσόμενης κατάρτισης, ενώ θεσπίστηκε Ευρωπαϊκή Συμμαχία για τη Μαθητεία.

4.3.

Στο πλαίσιο δράσης για την ανεργία των νέων του Ιουνίου του 2013 (7), οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι επεσήμαναν επίσης την αξία των προτύπων μάθησης με βάση την εργασία, όπως τα συστήματα εναλλασσόμενης κατάρτισης.

4.4.

Η λετονική προεδρία ενέκρινε πέντε στόχους στο πλαίσιο της αναθεώρησης της ανακοίνωσης της Μπρυζ. Ο πρώτος αφορά την προώθηση της εργασιακής μάθησης με ειδική έμφαση στην κατάρτιση τύπου μαθητείας (8).

5.   Η εναλλασσόμενη κατάρτιση ως μέσο για την οικοδόμηση γεφυρών προς την εργασιακή ζωή

5.1.

Μελέτες του Cedefop και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για παράδειγμα, καταδεικνύουν θετική σχέση μεταξύ των συστημάτων ΕΕΚ που βασίζονται στην εναλλασσόμενη κατάρτιση και της απασχόλησης των νέων (9).

5.2.

Η εμπειρία και οι αριθμοί δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Χώρες με επίκαιρα και ελκυστικά συστήματα επαγγελματικής κατάρτισης βασιζόμενα στις αρχές της εναλλασσόμενης κατάρτισης αποδίδουν καλύτερα όσον αφορά την είσοδο των νέων στην αγορά εργασίας. Χώρες όπως η Αυστρία αποτελούν επίσης υποδείγματα όσον αφορά τις ευκαιρίες κατάρτισης για μειονεκτούντες νέους, όπως στήριξη στην εργασία ή δίχτυ ασφαλείας για τους μαθητευόμενους.

5.3.

Ένα λειτουργικό σύστημα εναλλασσόμενης κατάρτισης προσφέρει στους νέους αρχική εργασιακή εμπειρία και κατά συνέπεια τους καθιστά ελκυστικότερους στις επιχειρήσεις και τους μελλοντικούς εργοδότες. Στη Γερμανία, πάνω από 2/3 των μαθητευόμενων παραμένουν στον ίδιο εργοδότη μετά την ολοκλήρωση της μαθητείας (10). Στη Δανία, τα στοιχεία (11) δείχνουν πως οι απόφοιτοι ΕΕΚ συγκαταλέγονται σε όσους βρίσκουν ταχύτερα εργασία μετά την απόλυσή τους και πως πολλοί εξ αυτών ιδρύουν τη δική τους επιχείρηση.

5.4.

Παρ’ όλα αυτά, η ΕΕΚ και η μαθητεία δε θεωρούνται εξίσου ελκυστικές με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση από πολλούς νέους και γονείς, ή θεωρούνται παραδοσιακά χειρωνακτική απασχόληση. Αυτό που λησμονείται είναι η «ανταγωνιστική γνώση» που παρέχεται μέσω της εναλλασσόμενης κατάρτισης, και μέσω της οποίας οι νέοι δεν έχουν μόνο μία επιλογή σταδιοδρομίας αλλά και ανταγωνιστική γνώση που μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω.

5.5.

Στο πλαίσιο της αναθεώρησης της στρατηγικής ΕΕ2020, θα μπορούσε να εξεταστεί ενωσιακός στόχος για το μερίδιο των σπουδαστών ΕΕΚ και εναλλασσόμενης κατάρτισης. Αυτό θα μπορούσε να αναδείξει τη μεγάλη απασχολησιμότητα και τη διάσταση άρσης των αποκλεισμών που έχει η εναλλασσόμενη κατάρτιση και η μαθητεία. Αυτό θα μπορούσε να αναδείξει τη μεγάλη απασχολησιμότητα και τη διάσταση άρσης των αποκλεισμών που έχει η εναλλασσόμενη κατάρτιση και η μαθητεία.

5.6.

Αυτός ο στόχος θα πρέπει να τεθεί σε υψηλό επίπεδο, καθώς τα στοιχεία δείχνουν θετική σχέση με την απασχόληση, και θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της μελλοντικές ανάγκες της αγοράς εργασίας για ειδικευμένους εργαζομένους με τίτλους μέσου επιπέδου.

5.7.

Για τη βελτίωση της εικόνας και της ελκυστικότητας, απαιτείται συνδυασμένη προσπάθεια από τα σχολεία, τα κέντρα κατάρτισης και τις επιχειρήσεις, τους κοινωνικούς εταίρους και τους πολιτικούς. Τα σχολεία ΕΕΚ και τα κέντρα κατάρτισης πρέπει να είναι πιο προσαρμόσιμα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας και της οικονομίας. Διαγωνισμοί δεξιοτήτων και παραδείγματα προς μίμηση θα μπορούσαν να ενθαρρυνθούν προκειμένου να αναδείξουν δεξιότητες ή σχολεία και να εμπνεύσουν νέους και νέες. Η διάνοιξη δρόμων προς την ανώτερη εκπαίδευση προκειμένου η μαθητεία να μη θεωρείται αδιέξοδη από τους σπουδαστές και τους γονείς ή η ενίσχυση των ενδοενωσιακών προγραμμάτων κινητικότητας όπως το Erasmus+ θα μπορούσε να καταστήσει ελκυστικότερα αυτά τα συστήματα.

5.8.

Ο καλός και έγκαιρος επαγγελματικός προσανατολισμός και οι συμβουλευτικές υπηρεσίες είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της κατανόησης και της εικόνας των συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης.

5.9.

Οι διδάσκοντες διαδραματίζουν επίσης ρόλο, καθώς καθιστούν ελκυστικότερα τα συστήματα εναλλασσόμενης κατάρτισης και έχουν άμεση επίδραση στις αντιλήψεις των νέων για την ΕΕΚ. Η σταδιοδρομία ως διδάσκων ΕΕΚ πρέπει επίσης να θεωρείται ελκυστική. Ένας τρόπος είναι να εξασφαλιστεί η συνεχής ανάπτυξη των επαγγελματικών και διδακτικών δεξιοτήτων των διδασκόντων ΕΕΚ, να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ σχολείων και επιχειρήσεων ώστε οι διδάσκοντες να είναι ενήμεροι για τις απαιτήσεις και τις εργασιακές πρακτικές των επιχειρήσεων, τις νέες τεχνολογίες κ.λπ.

5.10.

Σε ένα σύστημα εναλλασσόμενης κατάρτισης, η παρουσία ειδικευμένου και πρόθυμου προσωπικού που θα ενεργεί ως σύμβουλος ή εκπαιδευτής στην εταιρεία θα πρέπει να αποτελεί βασική προϋπόθεση εγγύησης της ποιότητας. Θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην ευθύνη των ενδοεταιρικών εκπαιδευτών. Η σαφέστερη και λεπτομερέστερη περιγραφή των δεξιοτήτων που θα αποκτηθούν μπορεί να ενισχύσει την ποιότητα της μάθησης με βάση την εργασία.

6.   Συνεχής τεκμηριωμένη παρακολούθηση και αξιολόγηση των συστημάτων και των πολιτικών επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης

6.1.

Σειρά μελετών έχουν ήδη διεξαχθεί και καταδεικνύουν πως το γερμανικό, το ελβετικό και το αυστριακό σύστημα εναλλασσόμενης κατάρτισης, για παράδειγμα, αποδίδουν, ως προς το ότι παρέχουν στους νέους κατάλληλη κατάρτιση και ικανό σημείο εισόδου στην εργασιακή ζωή. Ωστόσο δεν υφίσταται «μοναδικό βέλτιστο πρότυπο» —στόχος είναι να αναγνωριστούν επιτυχημένες δομές και πρακτικές.

6.2.

Η διαφανέστερη πληροφόρηση όσον αφορά αίτια-περιεχόμενο-αποτελέσματα θα μπορούσε να οδηγήσει στον εντοπισμό των κύριων στοιχείων που χαρακτηρίζουν τα λειτουργικά συστήματα εναλλασσόμενης κατάρτισης. Παρότι τα περισσότερα κράτη μέλη και το Cedefop συλλέγουν δεδομένα για την απασχολησιμότητα των αποφοίτων ΕΕΚ, αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται περισσότερο για τη βελτίωση των συστημάτων —συμπεριλαμβανομένης της εναλλασσόμενης κατάρτισης.

6.3.

Το μερίδιο της «μάθησης με βάση την εργασία», για παράδειγμα, θα μπορούσε να χρησιμοποιείται ως μεταβλητή στον δείκτη αναφοράς της απασχολησιμότητας στην ΕΕ. Ένας ευρωπαϊκός δείκτης αναφοράς για την εναλλασσόμενη κατάρτιση θα μπορούσε να αναδείξει τη σχέση μεταξύ των συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης και της απασχόλησης των νέων. Τα στοιχεία για τον δείκτη αναφοράς θα μπορούσαν να συλλέγονται ετησίως μέσα από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού.

6.4.

Σε συνεργασία με το Cedefop, η Eurostat (Ευρωβαρόμετρο) θα μπορούσε να διεξαγάγει συστηματικότερη μελέτη για τους νέους που ολοκληρώνουν προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και διαθέτουν τις δεξιότητες που έχουν ζήτηση, καθώς και για το κατά πόσον η εναλλασσόμενη κατάρτιση σε εταιρείες συνέβαλε στην απόκτηση αυτών των δεξιοτήτων.

6.5.

Θα ήταν ίσως χρήσιμη η συλλογή συγκρίσιμων εθνικών δεδομένων επί των οποίων οι επιδόσεις των χωρών θα μπορούν να αξιολογηθούν όσον αφορά την υλοποίηση και τα αποτελέσματα των διαφόρων συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης στην Ευρώπη. Το Cedefop, η Eurostat και η Επιτροπή συλλέγουν ήδη δεδομένα στο πλαίσιο της στρατηγικής ΕΚ2020 και της στρατηγικής της Κοπεγχάγης, ωστόσο η ΕΕ χρειάζεται ένα συνεκτικό εργαλείο που θα αποτυπώνει την πρόοδο και τις συνέπειες των μεταρρυθμίσεων που υλοποιούνται σε πολλά κράτη μέλη για τη βελτίωση της απόδοσης και της ποιότητας των εθνικών συστημάτων ΕΕΚ.

Η ΕΟΚΕ προτείνει αυτό το εργαλείο αξιολόγησης της ποιότητας να απαντά τουλάχιστον στα ακόλουθα ερωτήματα πολιτικής:

Πώς και γιατί οδηγεί η εναλλασσόμενη κατάρτιση σε μεγαλύτερη απασχόληση;

Οδηγεί η εναλλασσόμενη κατάρτιση σε λιγότερες τριβές στην αγορά εργασίας, π.χ. μικρότερα διαστήματα ανεργίας, και σε καλύτερη αντιστοίχιση των δεξιοτήτων;

Πώς μπορεί η εναλλασσόμενη κατάρτιση να οδηγήσει σε μεγαλύτερη κινητικότητα, τόσο εντός όσο και μεταξύ διαφορετικών κλάδων;

6.6.

Μια σειρά σχετικά ξεκάθαρων παραμέτρων με βάση τον χρόνο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για περισσότερες ποιοτικές αναλύσεις, και ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση των εξελίξεων σε κάθε χώρα όσον αφορά τη διαδικασία προσαρμογής των συστημάτων ΕΕΚ στις αρχές και τα οφέλη της εναλλασσόμενης κατάρτισης. Μια πλατφόρμα δεδομένων αυτού του είδους θα μπορούσε επίσης να τροφοδοτήσει τις εργασίες της Ευρωπαϊκής Συμμαχίας για θέσεις μαθητείας, και το έργο του πλαισίου αναφοράς EQAVET.

7.   Καλύτερη απόδοση των εθνικών συστημάτων εναλλασσόμενης κατάρτισης και ενθάρρυνση της συμμετοχής των επιχειρήσεων

7.1.

Υφίστανται πολυάριθμες προκλήσεις που δεν λαμβάνονται ακόμη σοβαρά υπόψη, για παράδειγμα όσον αφορά την ποιότητα της κατάρτισης και τη σημασία της για τις επιχειρήσεις.

7.2.

Τα προγράμματα μαθητείας επιτελούν σημαντικό ρόλο στην κάλυψη των αναγκών δεξιοτήτων των επιχειρήσεων, ενώ βοηθούν τους νέους να εισέλθουν στην αγορά εργασίας. Τα προγράμματα μαθητείας παρέχουν στους εργοδότες σειρά πλεονεκτημάτων, μεταξύ των οποίων η καλύτερη αντιστοίχιση δεξιοτήτων λόγω της ενδοεταιρικής κατάρτισης, νέες γνώσεις και προοπτικές. Τα πλήρως λειτουργικά προγράμματα μαθητείας ενέχουν σειρά δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για όλες τις πλευρές.

7.3.

Οι εταιρείες πρέπει να τα αντιλαμβάνονται ως επένδυση σε μελλοντικούς ειδικευμένους ανθρώπινους πόρους και να αναλαμβάνουν την ευθύνη της κατάρτισης ενός νέου. Προκειμένου, ωστόσο, οι επιχειρήσεις —συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ— να θεωρούν τα προγράμματα μαθητείας επένδυση, πρέπει να προβλέπεται η μεγαλύτερη οικείωσή τους όσον αφορά τα προγράμματα, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού του προγράμματος σπουδών.

7.4.

Ορισμένοι εργοδότες φοβούνται πως το κόστος της κατάρτισης ενός εργαζομένου ξεπερνά τα οφέλη, ωστόσο αυτή η νοοτροπία πρέπει να αλλάξει. Μια ανάλυση κόστους-οφέλους στην Ελβετία δείχνει πως η παραγωγική συμβολή ενός μαθητευόμενου ξεπερνά το κόστος κατάρτισης (συμπεριλαμβανομένου του μισθού του μαθητευόμενου) κατά πάνω από 6 000 ευρώ ανά μαθητεία (12), ενώ η BUSINESSEUROPE διεξάγει τη δική της ανάλυση κόστους-οφέλους των προγραμμάτων μαθητείας.

7.5.

Σε ορισμένες χώρες, έχουν θεσπιστεί ταμεία επιμερισμού των βαρών όπου οι εταιρείες καταβάλλουν συγκεκριμένο ποσό στο ταμείο για την αντιστάθμιση των σχολικών ωρών ή του κόστους μετακίνησης (στη Δανία, Arbejdsgivernes uddannelsesbidrag), ενώ στην Αυστρία οι επιχειρήσεις λαμβάνουν πριμοδοτήσεις για τους καταρτισμένους μαθητευόμενους που αξιολογούνται θετικά. Στην Αυστρία (Vorarlberg) υπάρχει το μοντέλο επιμερισμού του βάρους, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση καταβάλλει το 0,2 τοις χιλίοις των συνολικών μισθολογικών δαπανών των μαθητευομένων σε ένα εκπαιδευτικό ταμείο. Μετά την αξιολόγηση της εκπαίδευσης ύστερα από 18 μήνες, επιστρέφεται η καταβολή στις επιχειρήσεις με καλή απόδοση στην εκπαίδευση.

7.6.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα κόστους-οφέλους ενδέχεται να διαφέρουν σε διαφορετικούς κλάδους και υπό διαφορετικά συστήματα ΕΕΚ. Τα εθνικά συστήματα κατάρτισης πρέπει συνεπώς να αξιολογούνται συνεχώς και, όπου κρίνεται σκόπιμο, να προσαρμόζονται προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμβολή τους στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Πιο συγκρίσιμα εργαλεία και εργαλεία ποιοτικής αξιολόγησης θα μπορούσαν επίσης να βοηθήσουν τα κράτη μέλη προς τούτο.

7.7.

Η ικανή εξασφάλιση της ποιότητας και η αξιολόγηση των συστημάτων μαθητείας και εναλλασσόμενης κατάρτισης, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών εργασίας, είναι εξίσου σημαντική, και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν και σε αυτήν την περίπτωση να διαδραματίσουν ρόλο. Πρωτίστως, οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να συμμετέχουν στο σχεδιασμό των εθνικών διατάξεων για την εναλλασσόμενη κατάρτιση, ενώ μπορούν επίσης να αξιοποιήσουν τις αντίστοιχες παραδόσεις συλλογικής διαπραγμάτευσης ώστε να συμβάλουν στην εξασφάλιση ποιοτικής μαθητείας και άλλων συστημάτων μάθησης με βάση την εργασία. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι εκπρόσωποί τους μπορούν επίσης να έχουν μεγαλύτερο ρόλο στην κατάρτιση και την ευημερία των νέων εντός της εταιρείας.

Βρυξέλλες, 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  Eurostat Μάρτιος 2015: Στοιχεία και αριθμοί για την ανεργία των νέων.

(2)  Eurostat [tesem150], 2014.

(3)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Έκθεση για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, Νοέμβριος 2014.

(4)  Για παράδειγμα:

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ «Επιδίωξη ελκυστικότερης μεταδευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης» (ΕΕ C 68 της 6.3.2012, σ. 1).

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Πλαίσιο ποιότητας για την πρακτική άσκηση» (ΕΕ C 214 της 8.7.2014, σ. 36).

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Απασχολησιμότητα των νέων — Αντιστοίχιση της κατάρτισης με τις ανάγκες της βιομηχανίας σε καιρούς λιτότητας» (ΕΕ C 311 της 12.9.2014, σ. 7).

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Μέτρα για την απασχόληση των νέων — Βέλτιστες πρακτικές» (ΕΕ C 424 της 26.11.2014, σ. 1).

(5)  Μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — «Διττή εκπαίδευση: γέφυρα πάνω από ταραγμένα νερά;», Ιούνιος 2014.

(6)  http://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-104-2013-EXT-1/el/pdf

(7)  https://www.etuc.org/sites/www.etuc.org/files/201306_Framework_of_Actions_Youth_Employment_1.pdf

(8)  Συμπεράσματα της προεδρίας της Ρίγας, 22 Ιουνίου 2015.

(9)  Για παράδειγμα: «Αποτελέσματα της ΕΕΚ στην αγορά εργασίας στην Ευρώπη», Cedefop 2013, «Έκθεση παρακολούθησης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης», Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2014 και «Μάθηση για εργασία, αξιολογήσεις» της ΕΕΚ 2010.

(10)  Εμπόριο και επενδύσεις στη Γερμανία, DIHK, Ομοσπονδιακό Υπουργείο Παιδείας και Έρευνας, IAB, Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, 2013.

(11)  http://www.da.dk/bilag/AMR09%2CArbejdsmarkedsrapport%202009.pdf

(12)  EENEE POLICY BRIEF 3/2012 Νοέμβριος 2012, «Η κατάρτιση μέσω της μαθητείας μπορεί να είναι επικερδής για τις εταιρείες και για τους μαθητευόμενους» του Stefan C. Wolter, Πανεπιστήμιο της Βέρνης.


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/63


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ — Η αντιμετώπιση των ανησυχιών των επιχειρήσεων και της κοινωνίας πολιτών»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/11)

Εισηγητής:

ο κ. Filip HAMRO-DROTZ

Συνεισηγητής:

ο κ. Pierre GENDRE

Στις 16 Οκτωβρίου 2014 η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού κανονισμού της, να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Η καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ — Η αντιμετώπιση των ανησυχιών των επιχειρήσεων και της κοινωνίας πολιτών»

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών (ΣΕΒΜ), στην οποία ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή της στις 15 Ιουλίου 2015.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειάς της, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2015), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 184 ψήφους υπέρ και 1 αποχή.

1.   Συστάσεις

1.1

Η ΕΕ θα πρέπει να καταρτίσει χωρίς καθυστέρηση μια συνεκτική και σφαιρική πενταετή στρατηγική για την καταπολέμηση της διαφθοράς η οποία να συνοδεύεται από ένα σχέδιο δράσης που να υποστηριχτεί από τους προέδρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Οι πρόεδροι της ΕΕ και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να ορίσουν σαφείς δεσμευτικούς στόχους για την καταπολέμηση της διαφθοράς στα προγράμματά τους και να προσηλωθούν στη διοργανική συνεργασία. Θα πρέπει να αποκτήσουν προοδευτικό θεματολόγιο και να επικεντρωθούν σε οριζόντια ζητήματα εναντίον της διαφθοράς στο εσωτερικό της ΕΕ και στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ, στην περαιτέρω στήριξη των κρατών μελών και στην αναβάθμιση της διεθνικής συνεργασίας, στη βελτίωση της ακεραιότητας των θεσμικών οργάνων και στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η προώθηση της διαφάνειας και η πρόληψη της διαφθοράς θα πρέπει να αποτελέσουν κεντρικούς στόχους όλων των πολιτικών της ΕΕ. Στη στρατηγική θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συστάσεις της παρούσας γνωμοδότησης.

1.1.1

Βασική προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η στήριξη των κρατών μελών και των προσπαθειών που καταβάλλουν για την υλοποίηση και εφαρμογή των υφιστάμενων εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών μέσων.

1.1.2

Η πρόοδος της στρατηγικής θα πρέπει να αναθεωρείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου με βάση τις εκθέσεις της Επιτροπής για την καταπολέμηση της διαφθοράς και τακτικές έρευνες. Η ΕΕ θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη την εξάπλωση της διαφθοράς όταν ελέγχει τον τρόπο με τον οποίον τηρείται το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη και να επικεντρωθεί στο συγκεκριμένο πρόβλημα στο πλαίσιο των όρων που συνοδεύουν τα προγράμματα οικονομικής στήριξης, τα οποία συμφωνούνται με τα κράτη μέλη και τρίτες χώρες.

1.2

Η αναβαθμισμένη και ουσιαστική διακρατική συνεργασία για την καταπολέμηση της διαφθοράς θα πρέπει να αποτελέσει τη βασική φιλοσοφία της στρατηγικής:

1.2.1

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να ενισχύσουν τη διακρατική συνεργασία για την καταπολέμηση της διαφθοράς στο πλαίσιο της ανανεωμένης στρατηγικής για την εσωτερική ασφάλεια της ΕΕ 2015-2020, COM(2015)185, να αυξήσουν τον συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων οργανισμών (OLAF, Eurojust, Ευρωπόλ, Διαμεσολαβητής, Ελεγκτικό Συνέδριο) και να διασφαλίσουν την αποτελεσματική διαχείριση του ευρωπαϊκού δικτύου κατά της διαφθοράς (EACN). Πρέπει επίσης να επεκτείνουν την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και να εντείνουν τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών εισαγγελέων στις διασυνοριακές ποινικές υποθέσεις, όπως π.χ. στην ανάκτηση και τον επαναπατρισμό περιουσιακών στοιχείων εγκληματικής προέλευσης.

1.2.2

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ασκεί βασικό και πρωταγωνιστικό ρόλο και μπορεί να ενισχύσει την καταπολέμηση της διαφθοράς:

δρομολογώντας προγράμματα για την προώθηση της ευαισθητοποίησης και της εκπαίδευσης στα κράτη μέλη σχετικά με: την αξία της ακεραιότητας στην κοινωνία και την οικονομία· τη φύση και την έκταση της διαφθοράς στην πολιτική, τη δικαστική και τη δημόσια διοίκηση· τον ρόλο της διαφθοράς στην καταστολή της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, την εξάπλωση του οργανωμένου εγκλήματος και την υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας· και τη δρομολόγηση μιας ουσιαστικής συζήτησης σχετικά με το μέλλον της δημοκρατικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη·

προωθώντας και εισάγοντας ενισχυμένα μέτρα κατά της διαφθοράς· αναλαμβάνοντας επίσης, στο πλαίσιο αυτό, δράσεις για την αναθεώρηση και την προώθηση της εφαρμογής της σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (UNCAC) εντός της ΕΕ (σύμφωνα με το άρθρο 63 και το ψήφισμα 3/1 της UNCAC)·

εντείνοντας τις προσπάθειες για την προσέγγιση των εθνικών ποινικών νομοθεσιών, εφόσον οι νομοθεσίες αποτελούν εμπόδιο στην αποτελεσματική διερεύνηση και δίωξη κρουσμάτων διαφθοράς. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην εναρμόνιση των ορισμών της διαφθοράς και των συγκρούσεων συμφερόντων. Η εναρμόνιση θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της νομοθεσίας της ΕΕ ή μέσω πλαισίων όπως η «Ανοικτή μέθοδος συντονισμού» με στόχο την ανίχνευση γενικών νομοθετικών προτάσεων που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πυξίδα για τα κράτη μέλη·

εγκρίνοντας χωρίς καθυστέρηση τον κανονισμό σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τον ανανεωμένο κανονισμό σχετικά με τη Eurojust.

1.2.3

Η τριμερής κοινωνική σύνοδος κορυφής πρέπει, με βάση τα άρθρα 152-155 της ΣΛΕΕ, να εξετάσει με ποιον τρόπο ο κοινωνικός διάλογος τόσο σε οριζόντιο όσο και σε τομεακό επίπεδο θα μπορούσε να συμβάλει στις προσπάθειες για την αποτροπή και την καταπολέμηση της διαφθοράς.

1.2.4

Στις πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της διαφθοράς που αναλαμβάνει η ΕΕ πρέπει να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη και να κινητοποιηθεί περισσότερο τόσο η κοινωνία των πολιτών, με βάση το άρθρο 11 της ΣΛΕΕ, όσο και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών.

1.2.5

Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και οι σχετικοί φορείς πρέπει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να εντείνουν τις ενέργειές τους ώστε να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση των πολιτών για τον τρόπο με τον οποίον μπορούν οι πολίτες να συμμετέχουν στη μάχη εναντίον της διαφθοράς, προβάλλοντας τα δικαιώματα και τα ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα βάσει του δικαίου της ΕΕ. Θα πρέπει να οργανωθεί ενημερωτική εκστρατεία με αιχμή τα μέσα ενημέρωσης, μεταξύ άλλων για να γίνουν γνωστά τα μέσα που διαθέτουν οι πολίτες για να καταγγέλλουν κάθε υποψία διαφθοράς και την κατάχρηση κονδυλίων της ΕΕ. Η εκστρατεία αυτή θα πρέπει να συνοδευτεί από την αύξηση της διαφάνειας για τον τρόπο με τον οποίον δαπανώνται τα κονδύλια της ΕΕ.

1.3

Πέραν των νομοθετικών μέτρων, η ΕΕ πρέπει να δρομολογήσει και να στηρίξει εναλλακτικά μέτρα για να προωθήσει την έγκριση και εφαρμογή κωδικών και προτύπων συμμόρφωσης, καταπολέμησης της δωροδοκίας/διαφθοράς σε μεμονωμένες εταιρείες σύμφωνα με διεθνή, τομεακά και ευρωπαϊκά μέσα και κατευθυντήριες οδηγίες. Η έννοια της διαφανούς και της χωρίς αποκλεισμούς συμμετοχής των εκάστοτε ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένων των υπαλλήλων, πρέπει να αποτελέσει μέρος της εφαρμογής ενός κώδικα δεοντολογίας (συμπεριλαμβανομένων επίσης των κατάλληλων διατάξεων σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών) και ικανών μηχανισμών προειδοποίησης από τις μεμονωμένες εταιρείες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι εταιρείες πρέπει να εφαρμόζουν συστήματα διαχείρισης εναντίον της διαφθοράς, τα οποία θα επιλέγονται όταν υλοποιούνται έργα με κονδύλια της ΕΕ.

1.3.1

Η ΕΕ πρέπει επίσης να αξιοποιήσει την ανανέωση της στρατηγικής της ΕΕ για την εταιρική ευθύνη προκειμένου να εξετάσει, με τη βοήθεια επιχειρήσεων, κοινωνικών εταίρων επιχειρηματικών και εμπορικών ενώσεων, με ποιον τρόπο μπορούν να διαδοθούν ευρέως οι βέλτιστες πρακτικές στην εταιρική διακυβέρνηση και δεοντολογία.

1.3.2

Η πρόσφατη οδηγία για τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών η οποία ορίζει ότι οι μεγάλες εταιρείες της ΕΕ οφείλουν να δημοσιοποιούν τα πρότυπα συμμόρφωσης και δεοντολογίας που εφαρμόζουν είναι ευπρόσδεκτη. Στόχος είναι η οδηγία να ενθαρρύνει τις εταιρείες ώστε να διασφαλίζουν την τήρηση των προτύπων καταπολέμησης της διαφθοράς συμπεριλαμβανομένων ικανών μηχανισμών προειδοποίησης σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού, καθώς επίσης και τη λήψη αναλογικών μέτρων από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

1.3.2.1

Τα μέτρα αυτά αφορούν ιδιαίτερα την προσφορά φυσικών πόρων η οποία αποτελεί συχνά πηγή διαφθοράς. Η ΕΕ μπορεί να βασιστεί σε βέλτιστες πρακτικές του δασικού τομέα και στις ρυθμιστικές διατάξεις που ισχύουν στις ΗΠΑ για τα ορυκτά που τροφοδοτούν συγκρούσεις. Εν προκειμένω, πρέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επανεξετάσει με συνέπεια τη στρατηγική της για τις πρώτες ύλες. Οφείλει επίσης να συνεργαστεί με επιχειρηματικούς εκπροσώπους σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να αναπτύξει μια συνεπή και ενιαία προσέγγιση σε σχέση με την εξάλειψη της διαφθοράς στην αλυσίδα εφοδιασμού.

1.4

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει για άλλη μία φορά να αναθεωρήσει τις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις, προκειμένου κυρίως να εξετάσει με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να βελτιωθούν η διαφάνεια και η ορθότητα των διαδικασιών. Οφείλει να ελέγχει προληπτικά με ποιον τρόπο εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη οι ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων και της ευνοιοκρατίας (μεταξύ άλλων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο) και να παρέχει αναλυτικότερες οδηγίες εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο. Οι κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις πρέπει να καλύπτουν όλες τις εταιρείες ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.

1.4.1

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να διασφαλίσει την ύπαρξη κατάλληλων διαύλων καταγγελίας κρουσμάτων διαφθοράς που εντοπίζονται σε διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων εθνικού και τοπικού επιπέδου, καθώς επίσης και να προσφέρει περισσότερες δυνατότητες άσκησης ένδικων μέσων — μεταξύ άλλων και από φορείς που δεν θίγονται άμεσα από αυτά τα κρούσματα. Η ΕΕ και τα κράτη μέλη πρέπει να προωθήσουν υψηλό επίπεδο διαφάνειας σε αυτές τις διαδικασίες. Εκτιμάται ότι οι ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις θα γίνουν ο κανόνας. Πρέπει να ενημερωθούν οι πολίτες ότι οι πληροφορίες για τις διαδικασίες υποβολής προσφορών και τις συμβάσεις των αναδόχων πρέπει να αναρτώνται στις ενωσιακές ηλεκτρονικές πλατφόρμες του «καθημερινού ηλεκτρονικού δελτίου υποβολής προσφορών» (Tenders Electronic Daily) και σε εύκολα προσβάσιμα και ευκρινή μορφότυπα.

1.4.2

Οι εταιρείες που υποβάλλουν προσφορές σε δημόσιους διαγωνισμούς πρέπει να παρέχουν πληροφορίες για το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, μεταξύ άλλων για τον πραγματικό δικαιούχο της εταιρείας. Οι μεγάλες εταιρείες που υποβάλλουν προσφορές σε διαγωνισμούς πρέπει να διαθέτουν αυστηρό κώδικα για την καταπολέμηση της δωροδοκίας και της διαφθοράς (σύμφωνα με διεθνή, ευρωπαϊκά και τομεακά μέσα/κατευθυντήριες οδηγίες). Κατά την κοινοποίηση πληροφοριών πρέπει να τηρείται η προστασία του εμπορικού απορρήτου (γνωμοδότηση ΕΟΚΕ INT/145) και η κοινοποίηση αυτή δεν πρέπει να εμποδίζεται από διαφορές των εθνικών νομοθεσιών για την προστασία δεδομένων.

1.4.3

Η αναλογική επιβολή κυρώσεων που θα φθάνουν μέχρι και τη χρήση του αποκλεισμού από τους δημόσιους διαγωνισμούς για ορισμένο και αναλογικό χρονικό διάστημα, καθώς και η λήψη ισοδύναμων μέτρων για όσους εργάζονται στον δημόσιο τομέα πρέπει να προωθηθούν από την ΕΕ ως μέσο πάταξης της διαφθοράς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να δημιουργήσουν ένα πανευρωπαϊκό σύστημα οριζόντιου αποκλεισμού το οποίο θα ενσωματώνει συστήματα αποκλεισμού ευρωπαϊκού και εθνικού επιπέδου και θα μεριμνά ώστε τα πρόσωπα που ενέχονται σε κρούσματα διαφθοράς να μην συμμετέχουν σε δημόσιους διαγωνισμούς της ΕΕ, όπως ορίζεται στις νέες οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ περί δημόσιων συμβάσεων. Για όσους εργάζονται στον δημόσιο τομέα πρέπει να ισχύουν ανάλογες συνέπειες. Ο εν λόγω αποκλεισμός θα πρέπει κυρίως να εξετάζεται σε περιπτώσεις όπου μια εταιρεία κατηγορείται για παράνομες δραστηριότητες ή δεν έχει λάβει προληπτικά μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Το σύστημα πρέπει να λαμβάνει μέριμνα για τις εταιρείες που έχουν πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις και έχουν προβεί σε ενδεδειγμένες ενέργειες για να μην εκδηλώνονται κρούσματα διαφθοράς («αυτοκάθαρση»). Η χρήση «συμφώνων ακεραιότητας» —δεσμεύσεις των δημόσιων αρχών και επιχειρήσεων για την τήρηση υψηλών προτύπων διαφθοράς και ακεραιότητας στις δημόσιες συμβάσεις— θα πρέπει να ενθαρρυνθεί. Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στη δεοντολογική συμπεριφορά και στον σεβασμό της δεοντολογίας από τις κρατικές εταιρείες και τη δημόσια διοίκηση τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο.

1.5

Η ΕΕ οφείλει να αυξήσει τη διαφάνεια χρηματοοικονομικών ροών σε όλη την ΕΕ. Η πρόσφατη νομοθεσία για την αύξηση της διαφάνειας του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εταιρειών στο πλαίσιο της τέταρτης οδηγίας για την καταπολέμηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι μεν ευπρόσδεκτη, υπάρχει όμως ανάγκη για ενημέρωση του κοινού σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους καταπιστευμάτων και άλλων εταιρικών μέσων. Η διαφάνεια των διεθνών χρηματοοικονομικών ροών θα βελτιωθεί πρωτίστως μέσω της περαιτέρω κοινοποίησης εταιρικών πληροφοριών, με βάση διεθνείς, εταιρικές κατευθυντήριες οδηγίες, και μέσω της θέσπισης συναφούς νομοθεσίας της ΕΕ, η οποία θα υποχρεώνει τις πολυεθνικές εταιρείες να δημοσιοποιούν βασικά χρηματοοικονομικά δεδομένα στις χώρες στις οποίες δραστηριοποιούνται.

1.5.1

Η συμμόρφωση των τραπεζών με την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ πρέπει να αυξηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών πρέπει να διαδραματίσουν πιο ενεργό ρόλο μεριμνώντας ώστε οι αδυναμίες που διαπιστώνονται κατά την εφαρμογή των κανόνων σε ένα κράτος μέλος μην αποδυναμώνουν το συνολικό σύστημα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει επίσης να αξιοποιήσει τις αρμοδιότητές της για να εναρμονίσει τις ποινικές κυρώσεις σε αυτόν τον τομέα διασφαλίζοντας την ύπαρξη κατάλληλων αποτρεπτικών κυρώσεων σε όλη την επικράτεια της ΕΕ. Τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης να ενθαρρυνθούν ώστε να αναγάγουν τις εσκεμμένες πράξεις αθέμιτου πλουτισμού δημόσιου υπαλλήλου σε ποινικό αδίκημα, όπως ορίζεται στο άρθρο 20 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τη διαφθορά.

1.6

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποκάλυψη κρουσμάτων διαφθοράς εξαρτάται από την προθυμία των προσώπων που καταγγέλλουν παρατυπίες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό γίνεται με καλή πίστη και με βάσιμους λόγους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να αναζητήσει εναλλακτικούς τρόπους προώθησης της προστασίας των καταγγελλόντων, να αναλάβει την εκπόνηση μελέτης για τη δυνατότητα θέσπισης μέσων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πιθανότατα ενός κανονισμού ή μιας οδηγίας, λαμβάνοντας υπόψη διεθνείς, τομεακές κατευθυντήριες οδηγίες και τα αντίστοιχα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής και η τήρηση του εμπορικού απορρήτου δεν πρέπει να αποτρέπουν την αποκάλυψη κρουσμάτων διαφθοράς [οδηγία 2013/36 (ΟΚΑ IV)]. Πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλες ρήτρες διασφάλισης για την προστασία των ενδιαφερομένων από λανθασμένες καταγγελίες.

1.7

Η εμπειρία και οι έρευνες αποδεικνύουν ότι η κατανομή και η δαπάνη των χρημάτων των φορολογουμένων της ΕΕ μέσω των διαρθρωτικών και των επενδυτικών ταμείων (μεταξύ άλλων και του ΕΤΣΕ) της ΕΕ εγκυμονεί κινδύνους κατάχρησης. Η απάτη συνδέεται συχνά με τη διαφθορά, αλλά η διερεύνησή της εμποδίζεται από αδυναμίες της συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και των εθνικών αρχών. Η ΕΕ οφείλει να αναλάβει πιο πρωταγωνιστικό ρόλο στην παρακολούθηση/τον έλεγχο της αξιοποίησης της χρηματοδότησης με γνώμονα την αρχή της μηδενικής ανοχής στη διαφθορά και την απάτη. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρέπει να συσταθεί ως ανεξάρτητη και αποτελεσματική ευρωπαϊκή υπηρεσία, διαθέτοντας κατάλληλα μέσα διερεύνησης και δίωξης όχι μόνο εγκλημάτων που επηρεάζουν τη δημοσιονομική κατάσταση της ΕΕ, αλλά και σοβαρών διασυνοριακών αδικημάτων όπως είναι η διαφθορά, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας. Οι ικανότητες της Eurojust πρέπει άλλωστε να ενισχυθούν, καθώς σε ορισμένα κρούσματα εμπλέκονται και τρίτα κράτη τα οποία δεν καλύπτονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

1.8

Η ΕΕ οφείλει να εντείνει τη συμμετοχή της στις προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς που αναλαμβάνονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Οφείλει να συμπεριλάβει αυστηρές διατάξεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς στις συμφωνίες που υπογράφει με τρίτες χώρες. Στα προγράμματα χρηματοδότησης (προενταξιακή ενίσχυση, προγράμματα γειτονίας, ταμεία αναπτυξιακής συνεργασίας, βοήθεια στις υπερπόντιες χώρες κ.λπ.) πρέπει να υπάρχουν αυστηροί όροι που να συνδέονται με την αντιμετώπιση και την πρόληψη της διαφθοράς (για την προστασία και των ίδιων των κονδυλίων). Πρέπει να τεθούν σε ισχύ κραταιοί μηχανισμοί παρακολούθησης και αποτελεσματικότητας.

1.8.1

Πρέπει επίσης να ληφθούν μέτρα για τις εταιρείες της ΕΕ που δραστηριοποιούνται τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και σε διεθνές επίπεδο και τηρούν ηθικά πρότυπα, σε σχέση με όσες ανταγωνίστριες εταιρείες τρίτων χωρών δεν εφαρμόζουν ανάλογες διατάξεις. Ένα από τα στοιχεία προστασίας πρέπει να είναι το εξής: «Οι όροι της σύμβασης θα πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο που να διασφαλίζει τη δίκαιη κατανομή των κινδύνων που συνδέονται με αυτήν» [αιτιολογική σκέψη 65 του κανονισμού για τη ΔΣΕ (ΕΕ) αριθ. 1316/2013]. Η αρχή αυτή πρέπει να συμπεριληφθεί στο κείμενο όλων των ενωσιακών μέσων που αφορούν τη χρηματοδότηση της ΕΕ.

1.8.2

Η ΕΕ πρέπει επίσης να καταβάλει πιο σύντονη προσπάθεια για να μην καταστεί το χρηματοπιστωτικό σύστημά της οικονομικός παράδεισος νομιμοποίησης χρήματος από παράνομες δραστηριότητες. Τα γεγονότα των τελευταίων ετών στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στην Ουκρανία και αλλού ανέδειξαν την ανεπάρκεια των διμερών πολιτικών ανάκτησης και επαναπατρισμού των κλεμμένων περιουσιακών στοιχείων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να αναλάβει ενεργότερο ρόλο παρέχοντας βοήθεια και συντονίζοντας την επιστροφή των κλεμμένων περιουσιακών στοιχείων σε αυτές τις χώρες.

1.9

Τα ίδια τα θεσμικά όργανα της ΕΕ οφείλουν να αποτελούν για τα κράτη μέλη φωτεινό παράδειγμα διαφάνειας, ακεραιότητας και χρηστής διαχείρισης. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα έχουν τα όργανα αυτά το κύρος και την αξιοπιστία να αποφασίζουν, να συντονίσουν και να λαμβάνουν τα προαναφερθέντα μέτρα. Για τον σκοπό αυτό, τα θεσμικά όργανα πρέπει να αποσκοπούν στη μέγιστη λογοδοσία και διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, η οποία να συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία ενός «νομοθετικού αποτυπώματος» για τη νομοθεσία και τις πολιτικές της ΕΕ —δηλαδή μια δημόσια και έγκαιρη καταγραφή της επικοινωνίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, των κρατών μελών και των ομάδων πίεσης της ΕΕ— καθώς και τη θέσπιση νομοθεσίας για την υποχρεωτική καταχώριση των παρασκηνιακών ομάδων πίεσης στην ΕΕ.

1.9.1

Η ΕΕ οφείλει επίσης να λάβει ενιαία και προληπτικά μέτρα για τον έλεγχο και την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς τα συμφέροντα αυτά μπορούν να επηρεάζουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Πρέπει να συσταθούν ανεξάρτητες επιτροπές δεοντολογίας που θα έχουν την εξουσία να εκδίδουν δεσμευτικές συστάσεις και να επιβάλλουν κυρώσεις. Στο πενταετές σχέδιο δράσης που αναφέρεται στη σύσταση 1, πρέπει να προσδιοριστούν περισσότερες μεταρρυθμίσεις, λαμβάνοντας υπόψη και τα συμπεράσματα των εκθέσεων της Επιτροπής και της OLAF για την καταπολέμηση της διαφθοράς.

1.10.

Η ΕΟΚΕ οφείλει να προβεί σε εύστοχες ενέργειες για να συμβάλει στην καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ:

ευαισθητοποίηση της κοινωνίας πολιτών ως συνέχεια στην παρούσα γνωμοδότηση·

συμμετοχή του οργάνου στον σχετικό διάλογο εκπροσώπων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα με θέμα τη διαφθορά, βάσει της επιθυμίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

διερεύνηση της καταπολέμησης της απάτης και της διαφθοράς στις επικείμενες γνωμοδοτήσεις και εξέταση και άλλων γνωμοδοτήσεων, μεταξύ άλλων γνωμοδοτήσεων για τη διαφθορά επιμέρους τομέων·

ανάδειξη του προβλήματος σε συνεργασία με τις εθνικές ΟΚΕ και επαφές με ενδιαφερόμενους φορείς, καθώς στις εκτός έδρας δραστηριότητες της ΕΟΚΕ·

αξιολόγηση της ανάγκης αναθεώρησης του εσωτερικού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της ΕΟΚΕ και του κώδικα δεοντολογίας των μελών της ΕΟΚΕ, καθώς και της ανάγκης καθιέρωσης εσωτερικών κανόνων για τους υπαλλήλους που καταγγέλλουν κρούσματα διαφθοράς·

προώθηση της τακτικής συνεργασίας στον τομέα των προσπαθειών καταπολέμησης της διαφθοράς με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ (το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), τους αρμόδιους οργανισμούς και με την Επιτροπή των Περιφερειών·

σύσταση ομάδας παρακολούθησης για την καταπολέμηση της απάτης.

2.   Περιγραφή της διαφθοράς

2.1

Με βάση τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τη διαφθορά, ως διαφθορά νοείται συνήθως «οποιαδήποτε κατάχρηση εξουσίας προς ιδιωτικό όφελος». Η παρούσα γνωμοδότηση βασίζεται σε αυτόν τον ορισμό.

2.2

Η διαφθορά είναι διαδεδομένη σε παγκόσμιο επίπεδο. Το κόστος της διαφθοράς στην Ευρώπη για τους φορολογούμενους της ΕΕ υπολογίζεται κατά προσέγγιση σε 120 δισεκατ. ευρώ ετησίως (δεν συνυπολογίζεται η απάτη με δημόσια κονδύλια της ΕΕ), ποσό που ισοδυναμεί περίπου με τον συνολικό ετήσιο προϋπολογισμό της ΕΕ και αντιπροσωπεύει το ένα τοις εκατό του ΑΕγχΠ της ΕΕ. Η διαφθορά εμφανίζει σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Σε πολλά κράτη μέλη η διαφθορά έχει εισχωρήσει σε όλες τις πτυχές της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει στην εισαγωγή της έκθεσης της ΕΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς (2014) ότι «η διαφθορά ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την οικονομία και την κοινωνία στο σύνολό της… Τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν έμειναν αλώβητα από αυτό το φαινόμενο. [Η διαφθορά] θίγει τη χρηστή διακυβέρνηση, την ορθή διαχείριση του δημοσίου χρήματος, και τις ανταγωνιστικές αγορές. Σε ακραίες περιπτώσεις, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις διαδικασίες.».

2.3

Η διαφθορά έχει πολλά πρόσωπα. Επίσης ανάλογα με το που εμφανίζεται μπορεί να διακριθεί σε διαφθορά στον δημόσιο, στον ιδιωτικό και στον πολιτικό τομέα. Η διαφθορά προϋποθέτει πάντα τη συμμετοχή δύο τουλάχιστον συναινούντων προσώπων στην παράνομη πράξη.

2.3.1

Χαρακτηριστικά παραδείγματα διαφθοράς είναι οι πράξεις ενεργητικής όσο και παθητικής δωροδοκίας, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς, παροχής, αποδοχής ή απαίτησης ωφελήματος ως κινήτρου για τη διάπραξη νόμιμης, παράνομης ή αθέμιτης πράξης με τη μορφή δώρου, δανείου, αντιτίμου, διευκόλυνσης πληρωμής («γρηγορόσημο»), ανταμοιβής («μίζα») και λοιπών διευκολύνσεων όπως η μειωμένη φορολόγηση, η εξασφάλιση θεώρησης εισόδου, η παροχή υπηρεσιών, χορηγίας ή δωρεάς. Σε πολλές περιπτώσεις, η διαφθορά συνδέεται με άλλες αθέμιτες πρακτικές όπως καθορισμός τιμών, νόθευση διαγωνισμών, «ξέπλυμα» χρήματος, αθέμιτος πλουτισμός, εκβιασμός και απάτη. Εκδηλώνεται επίσης σε λιγότερο απτές συναλλαγές: ευνοιοκρατία και νεποτισμός για τον διορισμό δημόσιων αξιωματούχων, αθέμιτη άσκηση επιρροής έναντι ανταλλάγματος, πελατειακές σχέσεις, μη δεοντολογικές πράξεις ασυλίας, αμνηστίας και ιδιωτικοποίησης, δωροδοκία δικαστικών και αστυνομικών αρχών, χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων, νόθευση εκλογικών εκστρατειών. Η διαφθορά τροφοδοτείται συχνά από συγκρούσεις συμφερόντων που δεν υπόκεινται σε ρύθμιση ή σε επαρκή διαχείριση. Παραδείγματος χάρη, πολλές ιδιωτικές εταιρείες προσφέρουν επικερδείς θέσεις σε πρώην δημόσιους αξιωματούχους χωρίς να τηρούν επαρκείς μεταβατικές περιόδους (μεταπήδηση στελεχών από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα).

2.3.2

Όλες αυτές οι αντιδεοντολογικές και παράνομες ενέργειες διευκολύνονται από διάφορους παράγοντες. Στους παράγοντες αυτούς συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων νομικά εμπόδια (ασυλία εκλεγμένων αξιωματούχων και δικαιώματα παραγραφής)· η απουσία διεθνών προτύπων, κωδικών συμπεριφοράς, κατευθυντήριων οδηγιών για δεοντολογικά ζητήματα και ικανών μηχανισμών προειδοποίησης· η έλλειψη διαφάνειας στις διαδικασίες λήψης δημόσιων αποφάσεων και o τρόπος επηρεασμού των διαδικασιών αυτών, π.χ. απόκρυψη πρόσθετων εισοδημάτων και δραστηριοτήτων από αιρετούς ή διορισμένους δημόσιους αξιωματούχους ή απόκρυψη αδιαφανών συναντήσεων με παρασκηνιακές ομάδες πίεσης.

2.3.3

Η διαφθορά συνδέεται συχνά με την άτυπη οικονομία και το οργανωμένο έγκλημα. Σύμφωνα με την αξιολόγηση απειλής όσον αφορά το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα της Ευρωπόλ του 2013, εντός των συνόρων της ΕΕ δραστηριοποιούνται περίπου 3 600 ομάδες και δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος, τα οποία εισχωρούν ολοένα και περισσότερο σε όλες τις πτυχές της οικονομίας.

2.4

Η διαφθορά θεωρείται σοβαρό και ολοένα και περισσότερο διακρατικό πρόβλημα στο εσωτερικό της ΕΕ και σε διεθνές επίπεδο. Η διαφθορά δεν σταματά στα εθνικά σύνορα.

2.5

Τον Ιούνιο του 2011 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη σε μια σημαντική ενέργεια για την αντιμετώπιση και την ανάσχεση της διαφθοράς στην Ευρώπη εγκρίνοντας μια συνολική δέσμη μέτρων για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Συγκεκριμένα, θέσπισε έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό υποβολής καταγγελιών για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Τον Φεβρουάριο του 2014 δημοσιεύτηκε η πρώτη έκθεση της ΕΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς [COM(2014) 38 final]. Στόχος της ΕΕ είναι να εκδίδει εκθέσεις ανά δύο έτη. Σκοπός της πρώτης έκθεσης είναι η δρομολόγηση ευρείας συζήτησης με όλους τους ενδιαφερόμενους, μεταξύ άλλων και με την κοινωνία των πολιτών, προκειμένου να υποστηριχθούν οι προσπάθειες καταπολέμησης της διαφθοράς και να προσδιοριστούν τρόποι με τους οποίους τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα μπορούν να συμβάλουν στην ανάσχεση της διαφθοράς. Η έννοια της «συμμετοχής της κοινωνίας» βασίζεται στο άρθρο 13 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τη διαφθορά.

2.5.1

Στην έκθεση θίγονται προβλήματα διαφθοράς που αντιμετωπίζουν επιμέρους κράτη μέλη και υπογραμμίζεται γενικά ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την ανάσχεση της διαφθοράς, δεδομένου ότι μεταφέρουν, εφαρμόζουν και εκτελούν ανεπαρκώς διατάξεις των διεθνών και ευρωπαϊκών οικείων μέσων.

2.5.2

Παράλληλα με την έκθεση δημοσιεύτηκαν δύο έρευνες αντίληψης του Ευρωβαρόμετρου: α) το Ειδικό Ευρωβαρόμετρο για τη διαφθορά και β) το Έκτακτο Ευρωβαρόμετρο σχετικά με τις επιχειρήσεις.

2.5.2.1

Η βασική εικόνα που προκύπτει από τη συγκεκριμένη έρευνα και τις απαντήσεις των ερωτηθέντων πολιτών και επιχειρήσεων της ΕΕ είναι η εξής:

τρία τέταρτα των πολιτών της ΕΕ θεωρούν ότι η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη στη χώρα τους. Σε δέκα κράτη μέλη, το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 90 %·

πάνω από τους μισούς Ευρωπαίους θεωρούν ότι τα επίπεδα διαφθοράς έχουν αυξηθεί τα τελευταία τρία χρόνια·

τρία τέταρτα των Ευρωπαίων θεωρούν ότι η δωροδοκία και η χρήση γνωριμιών είναι συχνά ο ευκολότερος τρόπος για την εξυπηρέτησή τους από δημόσιες υπηρεσίες (για παράδειγμα στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) στις χώρες τους·

περισσότερα από τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων θεωρούν ότι υπάρχει διαφθορά στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, ενώ οι μισοί και πλέον εξ αυτών θεωρούν ότι τα θεσμικά όργανα δεν συμβάλλουν στη μείωση της διαφθοράς στην Ευρώπη·

οι μισές περίπου εταιρείες θεωρούν ότι η διαφθορά αποτελεί πρόβλημα για την επιχειρηματικότητα. Οι κρατικές επιχειρήσεις και οι δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένων των φορολογικών και τελωνειακών αρχών, εμφανίζονται ιδιαίτερα ευάλωτες·

οι μισές και πλέον εταιρείες επισημαίνουν ότι η διαφθορά στις δημόσιες συμβάσεις είναι διαδεδομένη λόγω συγκρούσεων συμφερόντων, μη διαφανών πρακτικών, ευνοιοκρατίας. Οι δημόσιοι διαγωνισμοί που προκηρύσσονται για την ανάθεση έργων και συμβάσεων στην αστική ανάπτυξη, στις υποδομές, στον κατασκευαστικό τομέα και στην υγειονομική περίθαλψη χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ευάλωτοι στη διαφθορά σε όλα τα επίπεδα.

2.6

Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2014, η δωροδοκία αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών εξακολουθεί να κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Στην έκθεση γίνεται λόγος για περισσότερες από 400 περιπτώσεις δωροδοκίας ξένων δημόσιων υπαλλήλων μεταξύ 2009 και 2014. Κατά μέσο όρο, οι πράξεις δωροδοκίας αντιστοιχούν στο 11 % της συνολικής αξίας της συναλλαγής και σε πολλές περιπτώσεις αφορούν την ανάθεση δημόσιας σύμβασης. Μάλιστα, τα δύο τρίτα των εν λόγω κρουσμάτων εμπίπτουν στους εξής τέσσερις τομείς: α) εξορύξεις, β) κατασκευές, γ) μεταφορές– αποθήκευση και δ) ενημέρωση–επικοινωνία.

2.7

Όσον αφορά τις προσπάθειες για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ (χρήματα φορολογουμένων που διαχειρίζεται η ΕΕ), το 2013 καταγγέλθηκαν 16 000παρατυπίες (αξίας περίπου 2 δισεκατ. ευρώ) κατά την αξιοποίηση των κονδυλίων της ΕΕ εκ των οποίων οι 1 600 (350 εκατ. ευρώ) συνδέονταν με απάτη. Μετά το 2009 ο αριθμός των παρατυπιών που καταγγέλθηκαν αυξήθηκαν κατά 22 % και η αξία τους κατά 48 %. Η πλαστογράφηση δημόσιων εγγράφων (η οποία συχνά συνδέεται με τη διαφθορά) ήταν η βασική πηγή αυτής της συμπεριφοράς. Το Ελεγκτικό Συνέδριο της ΕΕ διαπίστωσε στην ετήσια έκθεση του 2013 καταχρήσεις ή σφάλματα στο 5 % περίπου των χορηγούμενων κονδυλίων της ΕΕ, πρωτίστως στην περιφερειακή πολιτική και ενέργεια, στη γεωργία, στο περιβάλλον, στην αλιεία και στην υγεία.

3.   Διεθνή μέσα καταπολέμησης της διαφθοράς και της δωροδοκίας

3.1

Πέραν της εθνικής τους νομοθεσίας για την καταπολέμηση της δωροδοκίας και της διαφθοράς, τα κράτη μέλη της ΕΕ αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη πολλών διεθνών συμβάσεων και Συνθηκών, ενώ παράλληλα οφείλουν να τηρούν και την οικεία νομοθεσία της ΕΕ. Η κάθε σύμβαση προβλέπει τις δικές της διαδικασίες παρακολούθησης, οι οποίες περιλαμβάνουν συνήθως και μια μορφή αξιολόγησης από ομότιμους.

3.2

Στη συνέχεια παρατίθενται τα σημαντικότερα διεθνή μέσα και οι σημαντικότεροι διεθνείς μηχανισμοί για την καταπολέμηση της διαφθοράς:

η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (UNCAC)·

η σύμβαση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές·

η σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1999· σύμβαση για θέματα Αστικού Δικαίου περί διαφθοράς.

3.3

Τα σημαντικότερα νομικά μέσα καταπολέμησης της διαφθοράς της ΕΕ είναι:

το άρθρο 83 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ που εξουσιοδοτεί την ΕΕ να επικεντρωθεί στη σοβαρή εγκληματικότητα (με αναφορά, μεταξύ άλλων στη διαφθορά) με ευρωπαϊκή ή διασυνοριακή διάσταση·

το άρθρο 325 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ το οποίο αποτελεί νομική βάση όλων των αναγκαίων μέτρων καταπολέμησης της απάτης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ.

η σύμβαση του 1997 για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

η απόφαση-πλαίσιο αριθ. 2003/568/ΔΕΥ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα.

3.4

H UNCAC είναι η πιο ολοκληρωμένη διεθνής σύμβαση. Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν επικυρώσει τη σύμβαση αυτή, της οποίας άλλωστε συμβαλλόμενο μέρος είναι και η ίδια η ΕΕ.

3.5

Η ΕΕ έχει εκδώσει οδηγίες, ανακοινώσεις και αποφάσεις-πλαίσια που καθιερώνουν κυρίως ελάχιστα πρότυπα και επικεντρώνονται σε ζητήματα που συνδέονται με την καταπολέμηση της διαφθοράς και της απάτης: φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή, «ξέπλυμα» χρήματος, εταιρική κοινωνική ευθύνη, κοινοποίηση πληροφοριών για μη χρηματοοικονομικές συναλλαγές, εταιρική διακυβέρνηση, δημόσιες συμβάσεις και λογιστικός έλεγχος. Επ’ αυτών των ενωσιακών πρωτοβουλιών η ΕΟΚΕ εκπονεί γνωμοδοτήσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

3.6

Η ΕΕ έχει επίσης θεσπίσει διατάξεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της απάτης στα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης —τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό (μεταξύ άλλων στην πολιτική συνοχής, στην περιφερειακή πολιτική, στην αγροτική πολιτική, στην πολιτική για τη διεύρυνση και τη γειτονία και στην αναπτυξιακή πολιτική).

3.7

Ως πρώτο μέτρο για την προστασία των νόμιμων επιχειρήσεων της ΕΕ που λειτουργούν σε αγορές τρίτων χωρών, οι αρχές που περιλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη 65 του κανονισμού για τη ΔΣΕ (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 και το άρθρο 3.24 του ΕΤΑΑ για «τις πολιτικές και τους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων», που ζητεί τη δίκαιη κατανομή των κινδύνων που συνδέονται με αυτήν, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο κείμενο όλων των μέσων της ΕΕ που αφορούν τη χρηματοδότηση της ΕΕ.

3.8

Με βάση το άρθρο 325 της ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει σε εφαρμογή από το 2011 μια σφαιρική στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης [COM(2011) 376] προκειμένου να βελτιωθεί το σύνολο του κύκλου καταπολέμησης της απάτης —της πρόληψης, της ανίχνευσης και των όρων διεξαγωγής των ερευνών για υποθέσεις απάτης καθώς και η εξασφάλιση επαρκούς επανόρθωσης και αποτροπής χάρη σε αποτρεπτικές κυρώσεις. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έχουν αναπτύξει τομεακές στρατηγικές για την καταπολέμηση της απάτης. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το σχέδιο οδηγίας [COM(2012)363] σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

4.   Αυτορρύθμιση — Κώδικες δεοντολογίας σχετικά με τη διαφθορά και τη δωροδοκία

4.1

Η αυτορρύθμιση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της δωροδοκίας. Οι εταιρείες περιλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο την εταιρική ευθύνη, τη συμμόρφωση και την πρόληψη της διαφθοράς στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής και διαχείρισης που ασκούν. Οι κώδικες δεοντολογίας μεμονωμένων εταιρειών βασίζονται κατά κύριο λόγο σε διεθνείς, τομεακές κατευθυντήριες γραμμές και υποτίθεται επίσης ότι υποστηρίζουν σχετικά πρότυπα της ΕΕ (κοινοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών, εταιρική κοινωνική ευθύνη κ.λπ.). Βασικός στόχος των εταιρικών κωδικών είναι η προώθηση δεοντολογικής συμπεριφοράς σε όλες τις δραστηριότητες της εταιρείας, η προσήλωση όλων των ενδιαφερομένων σε αυτήν τη συμπεριφορά και η διαφανής και καθολική υιοθέτηση αυτής της συμπεριφοράς μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου.

4.2

Οι βασικές διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές και οι βασικοί μηχανισμοί που περιλαμβάνουν τις αρχές τις οποίες πρέπει να υιοθετήσουν οι εταιρείες για να αποφεύγουν τη διαφθορά και τη δωροδοκία και να ενθαρρύνουν τη δεοντολογική συμπεριφορά και διαφάνεια είναι οι εξής:

κανόνες του ΔΠΔ σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς, κατευθυντήριες οδηγίες για την καταγγελία παρατυπιών, εγχειρίδια κ.λπ.·

πρωτοβουλία «Παγκόσμιο Συμβούλιο» του ΟΗΕ· 10 αρχές εναντίον της διαφθοράς και οι συνοδευτικές κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τις καταγγελίες·

οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και δη η σύσταση υπ’ αριθ. 7 με τίτλο «Καταπολέμηση της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας και του εκβιασμού»·

διεθνές πρότυπο ISO 37001 συστημάτων καταπολέμησης της διαφθοράς (υπό επεξεργασία, ISO PC/278)·

κατευθυντήριες οδηγίες για την καταπολέμηση της διαφθοράς του Ομίλου της Παγκόσμιας Τράπεζας·

η «Πρωτοβουλία για την υποβολή εκθέσεων απολογισμού σε παγκόσμιο επίπεδο» (GRI, GR4)·

επιχειρηματικές αρχές της Διεθνούς Διαφάνειας για την αντιμετώπιση της δωροδοκίας κ.λπ.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες επιμέρους κλάδων σε επίπεδο ΕΕ —όπως π.χ. του ευρωπαϊκού κατασκευαστικού κλάδου (http://www.fiec.org, περιλαμβανομένων των σχετικών κατευθυντήριων οδηγιών και κοινών δηλώσεων), των εξορυκτικών κλάδων (www.eiti.org) — έχουν καίρια σημασία για τους ενδιαφερόμενους τομείς. Το ίδιο ισχύει για τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες (π.χ. ο γερμανικός κώδικας για τη βιωσιμότητα, κατευθυντήριες οδηγίες για τη δανική βιομηχανία), οι οποίες θεωρείται ότι διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην καθοδήγηση της συμπεριφοράς των εταιρειών.

4.3

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή έχουν υιοθετήσει εσωτερικές κατευθυντήριες οδηγίες για δεοντολογικά ζητήματα οι οποίες συμπληρώνουν τις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων που απορρέουν από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγεται και ο κώδικας συμπεριφοράς για τους Επιτρόπους της ΕΕ και ο κώδικας συμπεριφοράς για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που παρέχει κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των δώρων και δωρεών, άλλων οικονομικών συμφερόντων και των συγκρούσεων συμφερόντων. Η ΕΟΚΕ έχει εγκρίνει παρόμοιους κώδικες.

5.   Παρατηρήσεις σχετικά με τις ανησυχίες των επιχειρήσεων και της κοινωνίας των πολιτών.

5.1

Η κατάσταση σχετικά με τη διαφθορά και την απάτη που συνδέεται με την αξιοποίηση των δημόσιων κονδυλίων στο εσωτερικό της ΕΕ είναι απαράδεκτη. Οι συνέπειες γίνονται έντονα αισθητές από την κοινωνία των πολιτών και τις επιχειρήσεις. Η διαφθορά προξενεί επιπλέον δαπάνες για τους καταναλωτές και ένα αβέβαιο περιβάλλον για τις εταιρείες που τηρούν δεοντολογικά πρότυπα. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει με δυσαρέσκεια τη διαδεδομένη διαφθορά και απάτη στα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και τη μικρή πολιτική προσήλωση των κυβερνήσεων και των τοπικών αρχών στην αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς, μεταξύ άλλων στην ανεπαρκή εφαρμογή και επιβολή των υφιστάμενων διεθνών, ευρωπαϊκών και διεθνών μέσων.

5.1.1

Οι πολίτες, οι κοινωνικοί και οικονομικοί φορείς, ανεξάρτητα από τη χώρα της Ευρώπης στην οποία ζουν, έχουν το δικαίωμα να ζουν σε μια διαφανή και ευνομούμενη κοινωνία βασιζόμενη στο κράτος δικαίου. Η χρηματοπιστωτική κρίση και η κρίση του ευρώ είχε ως αποτέλεσμα να ενταθεί η κριτική των πολιτών για τη σκανδαλώδη διαφθορά και να μειωθεί η εμπιστοσύνη και η πίστη των πολιτών στη δημοκρατική διακυβέρνηση σε επίπεδο ΕΕ και, ως εκ τούτου, να επεκταθεί ο ευρωσκεπτικισμός. Η κοινωνία των πολιτών ευελπιστεί ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη θα εντείνουν τις προσπάθειές τους για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της απάτης. Για τους λόγους αυτούς, η ΕΟΚΕ δεσμεύεται να στηρίξει αυτές τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

5.2

Από την πλευρά της, η ΕΟΚΕ —για τους ίδιους λόγους– δεσμεύεται να συμπράξει για την επίλυση αυτού του προβλήματος. Ανταποκρινόμενη στην επιθυμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να λάβει μέρος και η κοινωνία πολιτών στη μάχη κατά της διαφθοράς, η ΕΟΚΕ επιδιώκει μέσω της παρούσας γνωμοδότησης κυρίως να συμπληρώσει την έκθεση που η πρώτη θα δημοσιεύσει εντός του 2016 με θέμα τη διαφθορά, καθώς και να συμβάλει στην ευαισθητοποίηση και την ενημέρωση του κοινού και στην προαγωγή της διαφάνειας.

5.3

Η διαφθορά δεν συνδέεται μόνο με την ακεραιότητα και τη δεοντολογία, αλλά αφορά και την ίδια την οικονομία καθώς ζημιώνει τη νόμιμη οικονομία —θεμιτές συνθήκες και όροι εμπορίου, επενδύσεων και ανταγωνισμού— επηρεάζοντας επομένως την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Παγκόσμιου Οικονομικού φόρουμ, η οικονομική ανταγωνιστικότητα συσχετίζεται άμεσα με την ικανότητα της κυβέρνησης να ελέγχει τη διαφθορά. Μελέτες έχουν δείξει ότι ο έλεγχος της διαφθοράς στην ΕΕ συνδέεται άμεσα με τη διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας, καθώς επίσης και ότι η διαφθορά έχει αρνητικό αντίκτυπο στις ιδιωτικές επενδύσεις.

5.3.1

Η διαφθορά σωρεύει δαπάνες στις επιχειρήσεις καθώς οι «καθαρές» εταιρείες κινδυνεύουν να χάσουν συμβόλαια σε ένα διεφθαρμένο περιβάλλον. Ως εκ τούτου, εμποδίζει την αποτελεσματικότητα της εσωτερικής αγοράς και μπορεί έτσι να υπονομεύσει τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της στρατηγικής 2020 και για τη βελτίωση της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης —περιορίζοντας επομένως τα περιθώρια βελτίωσης της απασχόλησης και ευημερίας στην Ευρώπη και βλάπτοντας την ανταγωνιστικότητα των εταιρειών της ΕΕ που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό.

5.3.2

Οι εταιρείες με καλό ιστορικό εναντίον της διαφθοράς προσελκύουν επενδυτές. Η εικόνα του επιχειρηματικού κόσμου δέχεται πλήγμα όταν μια εταιρεία κρίνεται ένοχη για δωροδοκία και διαφθορά. Η εξέλιξη αυτή δεν αμαυρώνει μόνο τη φήμη της εταιρείας, αλλά επηρεάζει αρνητικά το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το διοικητικό και οικονομικό βάρος που επωμίζονται οι επιχειρήσεις και δη οι ΜΜΕ στην προσπάθειά τους να συμμορφωθούν με τη νομοθεσία για την καταπολέμηση της διαφθοράς και με τις απαιτήσεις κοινοποίησης πληροφοριών.

5.4

Τα μέσα ενημέρωσης προβάλλουν τακτικά κρούσματα διαφθοράς στο υψηλότερο επίπεδο πολλών κρατών μελών και άλλων χωρών του κόσμου. Η πολιτική διαφθορά (που συνδέεται π.χ. με διορισμούς, δωροδοκίες και χρηματοδοτήσεις πολιτικών κομμάτων και εκλογικών εκστρατειών, νοθείες αθλητικών αναμετρήσεων), όταν μάλιστα ενέχονται σε αυτήν δικαστικές και αστυνομικές αρχές, θεωρείται από τους πολίτες η πιο επιβλαβής μορφή διαφθοράς για την κοινωνία. Τόσο αυτές οι πρακτικές, όσο και οι διαδεδομένες πρακτικές των «πληρωμών κάτω από το τραπέζι» που πλήττουν την καθημερινή ζωή των πολιτών σε πολλά κράτη μέλη πρέπει να σταματήσουν. Τα κοινωνικά αυτά φαινόμενα φαίνεται ότι βασίζονται σε μια μεταβολή της αντίληψης για τη νομιμότητα. Το πρόβλημα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί: οι πολίτες έχουν το δικαίωμα σε κράτος δικαίου, σε χρηστή διακυβέρνηση και σε αδιάφθορες δημόσιες υπηρεσίες. Η αλλαγή συμπεριφοράς είναι απαραίτητη καθώς η νοοτροπία της διαφθοράς, όπου υπάρχει, πρέπει να αντικατασταθεί από μια νοοτροπία διαφάνειας. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει καταρχάς να υπάρξει κατάλληλη νομοθεσία, καθώς επίσης και κατάλληλη ανατροφή και εκπαίδευση.

5.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τα μέτρα και τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση της διαφθοράς, τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της απάτης από την ΕΕ, καθώς και τις ενέργειες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ιδίως το σχέδιο δράσης 2014-2019 για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Επίσης, οι συστάσεις των εκθέσεων της ομάδας χωρών κατά της διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης (GRECO), του ΟΗΕ, του ΟΟΣΑ και του ΔΠΔ είναι απαραίτητες και πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ενίσχυση των πολιτικών και των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν η ΕΕ και τα κράτη μέλη της για την αντιμετώπιση της διαφθοράς.

5.6

Η στενή σύνδεση των οικονομιών των κρατών μελών και η αυξανόμενη έκταση και ταχύτητα των διασυνοριακών ροών χρημάτων αυξάνει τον κίνδυνο εξάπλωσης της διαφθοράς στο εσωτερικό της ΕΕ. Η διαφθορά έχει καταστεί διακρατικό φαινόμενο και δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται απλά και μόνο ως ζήτημα εθνικού ποινικού δικαίου. Θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μολυσματική νόσο από την οποία κανείς δεν μπορεί αυτόματα να θεωρείται απρόσβλητος· πρέπει επομένως να υπάρξει η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Η σημερινή κατακερματισμένη προσέγγιση πρέπει να αντικατασταθεί από μια πιο συνεκτική προσέγγιση για να υπάρξει σημαντική πρόοδος. Οι εκθέσεις της Επιτροπής πρέπει να καλύπτουν επαρκώς αυτήν τη διάσταση: Τα μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς πρέπει να εκπονούνται και να εφαρμόζονται στο πλαίσιο μιας ολοένα και περισσότερο ενοποιημένης Ευρώπης και παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

5.6.1

Επομένως, η καταπολέμηση της διαφθοράς πρέπει να αναδειχθεί σε προτεραιότητα της ΕΕ. Η ΕΕ οφείλει να αναλάβει πιο πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση της διαφθοράς και τη θωράκιση της ακεραιότητας της εσωτερικής αγοράς, των εξωτερικών σχέσεων, των θεσμικών οργάνων και των δαπανών της ΕΕ. Όλες οι σχετικές πολιτικές της ΕΕ, τόσο οι εσωτερικές όσο και οι εξωτερικές, πρέπει να επικεντρωθούν περισσότερο στην καταπολέμηση της διαφθοράς και της απάτης. Ο επιχειρηματικός κόσμος και η κοινωνία των πολιτών αναμένει αυτήν την εξέλιξη και στη γνωμοδότηση εφιστάται η προσοχή στην ανάγκη ανάληψης αποτελεσματικού πρωταγωνιστικού και συντονιστικού ρόλου από την ΕΕ. Η ΕΕ έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το πολιτικό της βάρος για να προωθήσει έναν πανευρωπαϊκό χώρο που θα εδράζεται στην ακεραιότητα και σε υψηλά πρότυπα καταπολέμησης της διαφθοράς.

5.7

Το μόνο που χρειάζεται είναι μια ρητή δέσμευση —ένα ευρωπαϊκό σύμφωνο καταπολέμησης της διαφθοράς για την επίτευξη αξιόπιστης και συνολικής στρατηγικής. Η διαχείριση της στρατηγικής πρέπει να ξεκινάει «από την κορυφή» και σε αυτό το εγχείρημα πρέπει να συμμετέχουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι φορείς σε ευρωπαϊκό, εθνικό και τοπικό επίπεδο.

5.8

Τα κράτη μέλη αποτελούν τους προμαχώνες της καταπολέμησης της διαφθοράς και της απάτης. Η εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων εναντίον της διαφθοράς αποτελεί ευθύνη τους (κυρίως η εφαρμογή αποτελεσματικής νομοθεσίας και η σύσταση μιας λειτουργικής αρχής καταπολέμησης της διαφθοράς που θα αντιμετωπίζει τη διαφθορά στην πολιτική και δικαστική εξουσία, όπως επίσης και το οργανωμένο έγκλημα). Είναι επίσης αναγκαία η ενεργός συμμετοχή των κρατών μελών στη διακρατική συνεργασία και στην ευαισθητοποίηση σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς και της απάτης.

5.8.1

Η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, των επιχειρηματικών ενώσεων και των κοινωνικών εταίρων, στις εθνικές προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς θεωρείται σημαντική, κυρίως για να επιτευχθεί ο στόχος της ευαισθητοποίησης και της καθοδήγησης σχετικά με τον τρόπο αποφυγής της διαφθοράς, της απάτης και της δωροδοκίας. Η συμπεριφορά των μεμονωμένων εταιρειών και αρχών έχει στο πλαίσιο αυτό καίρια σημασία. Στις εθνικές προσπάθειες καταπολέμησης της διαφθοράς πρέπει επίσης να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο εθνικές δομές όπως τα εθνικά σημεία επαφής του ΟΟΣΑ και τα γραφεία υποστήριξης και νομικών συμβουλών της Διεθνούς Διαφάνειας (ALAC). Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης οφείλουν να αναγνωρίσουν τον θεμελιώδη ρόλο που μπορούν να ασκήσουν και τη θεμελιώδη ευθύνη που έχουν τόσο για την ευαισθητοποίηση των πολιτών σχετικά με τη διαφθορά όσο και για τις προσπάθειες των κρατών μελών κατά της διαφθοράς.

Βρυξέλλες, 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


15.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 13/73


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Προοπτικές για μακροπρόθεσμη, έξυπνη και βιώσιμη ανάπτυξη της ευρωπαϊκής υπεράκτιας βιομηχανίας και οι σχέσεις της με τις βιομηχανίες θαλάσσης της ΕΕ»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2016/C 013/12)

Εισηγητής:

ο κ. Marian KRZAKLEWSKI

Συνεισηγητής:

ο κ. José Custódio LEIRIÃO

Στις 22 Ιανουαρίου 2015 και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Προοπτικές για μακροπρόθεσμη, έξυπνη και βιώσιμη ανάπτυξη της ευρωπαϊκής υπεράκτιας βιομηχανίας και οι σχέσεις της με τις βιομηχανίες θαλάσσης της ΕΕ».

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών (CCMI), στην οποία ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή της στις 15 Ιουλίου 2015. Εισηγητής ήταν ο κ. Marian KRZAKLEWSKI και συνεισηγητής ο κ. José Custodio LEIRIÃO.

Κατά την 510η σύνοδο ολομέλειας, της 16ης και 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 132 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η υπεράκτια βιομηχανία περιλαμβάνει την παραγωγή ενέργειας και την εξαγωγή φυσικού αερίου, πετρελαίου και ορυκτών από τη θάλασσα. Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι οι αγορές που συνδέονται με αυτούς τους κλάδους αναπτύσσονται ιδιαίτερα δυναμικά και έχουν δυνατότητες μακροπρόθεσμης βιώσιμης και έξυπνης ανάπτυξης.

1.2.

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι για μια βιώσιμη ανάπτυξη της υπεράκτιας βιομηχανίας απαιτείται ένα συνεκτικό πλαίσιο, ένα ευρωπαϊκό στρατηγικό όραμα, που να εξασφαλίσει προοδευτικές τεχνολογίες και καινοτόμες λύσεις γι’ αυτόν τον κλάδο της οικονομίας. Στο επίκεντρο αυτού του στρατηγικού πλαισίου βρίσκονται οι τεχνολογίες.

1.3.

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι σήμερα δεν υπάρχει μια σφαιρική ευρωπαϊκή στρατηγική για την υπεράκτια βιομηχανία ως σύνολο και για τους επιμέρους κλάδους της. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο διευρύνουν βέβαια σταδιακά το φάσμα των ρυθμίσεων για τον συγκεκριμένο βιομηχανικό κλάδο, ιδίως για τον τομέα της υπεράκτιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, όμως αυτά τα μέτρα δεν φαίνεται να βασίζονται σε ένα συνεκτικό και περιεκτικό σχέδιο.

1.4.

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι η απουσία στρατηγικού πλαισίου για την υπεράκτια βιομηχανία είναι, μεταξύ άλλων, και συνέπεια της ανεπαρκούς συνεργασίας μεταξύ της υπεράκτιας βιομηχανίας, των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, των κρατών μελών και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι με την επεξεργασία και την υλοποίηση ενός ευρωπαϊκού στρατηγικού οράματος για την υπεράκτια βιομηχανία θα μπορούσε να επιτευχθεί ένα αποτελεσματικό επίπεδο συνεργασίας προς όφελος των ενδιαφερόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένων και άλλων βιομηχανικών κλάδων (π.χ. ο τουρισμός) που χρησιμοποιούν υπεράκτιους πόρους.

1.5.

Λαμβάνοντας υπόψη τις παλαιότερες γνωμοδοτήσεις της, η ΕΟΚΕ σημειώνει με ανησυχία ότι δεν υπήρχαν εκπρόσωποι της Επιτροπής ούτε στις δύο συνεδριάσεις της ομάδας μελέτης ούτε στη δημόσια ακρόαση στο Aberdeen, που έγιναν με σκοπό την προετοιμασία της παρούσας γνωμοδότησης για την ευρωπαϊκή υπεράκτια βιομηχανία.

1.6.

Στο πλαίσιο εκτενούς ανάλυσης των σχέσεων μεταξύ της υπεράκτιας βιομηχανίας και της ευρωπαϊκής θαλάσσιας βιομηχανίας, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι η υπεράκτια βιομηχανία παράγει πολύ ισχυρές, συχνά «πράσινες» κινητήριες δυνάμεις για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, ιδίως για τους κλάδους της ναυπηγικής, της επισκευής και του εξοπλισμού των πλοίων. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει τη θέση ότι, χάρη στη ζήτηση από την πλευρά της υπεράκτιας βιομηχανίας, κατέστη δυνατό να αποτραπεί η απώλεια κρίσιμης μάζας που απειλούσε μέχρι πρότινος τα ναυπηγεία.

1.7.

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι, καθώς η εφαρμογή της οδηγίας για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να αναπτύξει μαζί με τα κράτη μέλη ένα σύστημα ελέγχου και να αναδείξει δυνατότητες για αύξηση του οικονομικού δυναμικού των επιχειρηματιών του κλάδου, προκειμένου να καλύπτονται τα διορθωτικά μέτρα μετά από ατυχήματα.

1.7.1.

Πρέπει να εκπονηθεί και να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα «νοοτροπίας ασφάλειας» και να ληφθούν μέτρα για την προώθηση και την ενίσχυση της πιστοποίησης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από υπεράκτιες βιομηχανικές επιχειρήσεις με στόχο διεξοδικότερες μορφές εκπαίδευσης στον τομέα της ασφάλειας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι οι καλές συνθήκες εργασίας στη θάλασσα αποτελούν προϋπόθεση για ένα υψηλό επίπεδο ασφαλείας στην υπεράκτια βιομηχανία.

1.8.

Η ΕΟΚΕ προτείνει να λάβουν μέτρα η Επιτροπή και τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, σε συνεργασία με τη ΔΟΕ και τους κοινωνικούς εταίρους, με σκοπό την αξιολόγηση της δυνατότητας διεύρυνσης της σύμβασης ναυτικής εργασίας, έτσι ώστε να συμπεριλάβει τους εργαζομένους στην υπεράκτια βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου και στην υπεράκτια βιομηχανία αιολικής ενέργειας στην ΕΕ και στον ΕΟΧ.

1.9.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Επιτροπή και οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι του κλάδου που εκπροσωπούν την υπεράκτια βιομηχανία θα πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα της οδηγίας του 2009 για την εφαρμογή της σύμβασης ναυτικής εργασίας στην ΕΕ με μια ευρωπαϊκή συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις Μεταφορές (EFT) και της Ένωσης Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA).

1.10.

Δεδομένης της πρόβλεψης για έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και ικανοτήτων στην υπεράκτια βιομηχανία στην ΕΕ και στον ΕΟΧ, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η εν λόγω έλλειψη πρέπει να αποφευχθεί με τη δημιουργία καλών συνθηκών εργασίας (συμπερίληψη στο πεδίο εφαρμογής της σύμβασης ναυτικής εργασίας), με την εφαρμογή στρατηγικών για την προσαρμογή των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και με την ενθάρρυνση νέων ανθρώπων να εργαστούν στη θάλασσα.

1.11.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να προωθήσουν συνεργασίες και συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), μεταξύ άλλων με τη μορφή κοινών επιχειρήσεων, εγγυήσεων και μέτρων για την κατανομή της παραγωγής και των συμβάσεων παραχώρησης. Κατά τον συντονισμό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το νομικό πλαίσιο, ο χωροταξικός σχεδιασμός, οι γεωλογικές έρευνες και η προστασία του περιβάλλοντος για το ζήτημα της βιώσιμης αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων.

1.12.

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι στη ρύθμιση για την υπεράκτια βιομηχανία εξόρυξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να εμπεριέχεται ως παράμετρος η συμμετοχή της Επιτροπής σε ένα ευρύ πρόγραμμα γεωλογικής έρευνας με χρήση ΤΠΕ. Σκοπός πρέπει να είναι η διάθεση δεδομένων με σκοπό τη μεγαλύτερη βιωσιμότητα κατά τη σημερινή και μελλοντική χρήση των θαλάσσιων πόρων.

1.13.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, στο πλαίσιο του παγκόσμιου και ευρωπαϊκού ανταγωνισμού, καθώς και των κανονιστικών απαιτήσεων, οι παρακάτω πτυχές αποτελούν κεντρικές προκλήσεις για την υπεράκτια βιομηχανία:

η εξόρυξη σε βαθέα ύδατα και —στην περίπτωση της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας— η μετάβαση σε μεγαλύτερες αποστάσεις από την ακτή και σε βαθύτερα ανοιχτά ύδατα·

οι διαδικασίες για οριζόντιες γεωτρήσεις και ρωγμάτωση στη θάλασσα με παράλληλη τήρηση των περιβαλλοντικών διατάξεων·

η αντιμετώπιση της γηράσκουσας υποδομής των υπεράκτιων εγκαταστάσεων·

η ανακάλυψη, καταχώρηση και αξιοποίηση των πόρων σε αρκτικές περιοχές·

η ανταπόκριση στις «πράσινες» δυνάμεις ώθησης που απορρέουν από τη σύμβαση MARPOL, τη σύμβαση για το υδάτινο έρμα και τον κανονισμό για την ανακύκλωση των πλοίων.

1.14.

Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της διαδικτύωσης των υπεράκτιων κλάδων, των παράκτιων περιφερειών και των επιχειρήσεων της αλυσίδας εφοδιασμού με ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια στο πλαίσιο του προγράμματος «Ορίζοντας 2020» και των έργων που αφορούν την «έξυπνη εξειδίκευση». Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας θα δοθεί μεγαλύτερη σημασία σε θέματα καινοτομίας και προστασίας του περιβάλλοντος και θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων.

1.14.1.

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να εξετάσει προσαρμογές των διαρθρωτικών ταμείων και του σχεδίου Juncker προς την κατεύθυνση της προαγωγής των επενδύσεων και της καινοτομίας στην υπεράκτια βιομηχανία.

1.15.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρέπει να επικαιροποιηθεί (επανεξεταστεί) η στρατηγική «Ευρώπη 2020» προκειμένου να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Ένωσης που αφορούν θαλάσσιες δραστηριότητες, έργα, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, χρηματοδότηση και ενίσχυση μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να ληφθούν υπόψη ο μεγάλος όγκος και οι πολύπλευρες εργασίες και εξειδικεύσεις που απαιτούνται στον τομέα των υπεράκτιων δραστηριοτήτων.

1.16.

Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προαγάγει τον διάλογο σχετικά με τη δυνατότητα κατάρτισης ειδικής στρατηγικής για τη Βόρεια Θάλασσα, που θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις για μια βιώσιμη και ανταγωνιστική υπεράκτια βιομηχανία στην Ευρώπη.

2.   Ιστορικό

2.1.

Η υπεράκτια βιομηχανία περιλαμβάνει κυρίως την παραγωγή ενέργειας και την εξαγωγή φυσικού αερίου, πετρελαίου και ορυκτών από τη θάλασσα. Λόγω της αλυσίδας εφοδιασμού και των υπηρεσιών, η υπεράκτια βιομηχανία έχει σχέση με τους ακόλουθους κλάδους της θαλάσσιας οικονομίας: τα ναυπηγεία, την επισκευή, συντήρηση και μετατροπή των πλοίων, τον εξοπλισμό και εφοδιασμό των πλοίων, καθώς και με τον κλάδο των θαλάσσιων βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

2.2.

Επιπροσθέτως, η ευρωπαϊκή θαλάσσια βιομηχανία που συνδέεται με τους υπεράκτιους κλάδους διαθέτει σύγχρονη τεχνογνωσία και το απαιτούμενο ανθρώπινο δυναμικό για να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα πλεονεκτήματα τα οποία απορρέουν από τις αγορές που συνδέονται με όλους τους υπεράκτιους τομείς.

2.3.

Στο πλαίσιο της εξέτασης της κατάστασης της ευρωπαϊκής υπεράκτιας βιομηχανίας, καθώς και της αξιολόγησης των προοπτικών της για μακροπρόθεσμη και βιώσιμη ανάπτυξη, αναλύονται στην έκθεση οι ακόλουθες πτυχές:

η κατάσταση της υπεράκτιας βιομηχανίας πετρελαίου και φυσικού αερίου σε παγκόσμιο πλαίσιο, καθώς και οι προκλήσεις και οι κινητήριες δυνάμεις της·

τα γενικά χαρακτηριστικά του υπεράκτιου κλάδου αιολικής ενέργειας στην ΕΕ·

οι σχέσεις μεταξύ της ευρωπαϊκής θαλάσσιας βιομηχανίας και της υπεράκτιας βιομηχανίας·

η ανάγκη για καινοτομίες και βιώσιμη ανάπτυξη ενόψει των επίκαιρων προκλήσεων και των πιθανών τομέων ανάπτυξης της ευρωπαϊκής υπεράκτιας βιομηχανίας·

μια πρόταση για την εξασφάλιση της κοινωνικής διάστασης της βιώσιμης ανάπτυξης της υπεράκτιας βιομηχανίας σε θέματα εργατικού δικαίου·

το νομικό πλαίσιο της ΕΕ για την ευρωπαϊκή υπεράκτια βιομηχανία·

η ιδέα της προώθησης μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη Βόρεια Θάλασσα, που θα περιλαμβάνει τις προκλήσεις για μια βιώσιμη και ανταγωνιστική υπεράκτια βιομηχανία.

3.   Η ευρωπαϊκή υπεράκτια βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου: η σημερινή κατάσταση του κλάδου

3.1.

Στο μείγμα ενεργειακών πηγών της Ευρώπης, τα προϊόντα πετρελαίου και φυσικού αερίου κατείχαν το 2012 ποσοστό 26 %, ενώ η πυρηνική ενέργεια κατέχει το υψηλότερο ποσοστό με 29 %, ενώ το 22 % προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συμπεριλαμβανομένων των σταθμών υδροηλεκτρικής ενέργειας.

3.1.1.

Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας στον κόσμο· εισάγει το 53 % της ενέργειάς της και δαπανά γι’ αυτό συνολικά 400 δισεκατ. ευρώ ετησίως. Εισάγονται, κυρίως από τη Ρωσία, το 88 % του πετρελαίου και το 66 % του φυσικού αερίου.

3.2.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του υπεράκτιου κλάδου πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρώπη έγκειται στο ερώτημα αν η παραδοσιακή ευρωπαϊκή βιομηχανία φυσικού αερίου και πετρελαίου, ενόψει της διαφοροποίησής της, των προκλήσεων που απορρέουν από την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της αποτελεσματικής αντιμετώπισης αυτών των αλλαγών, θα παρουσιάσει περαιτέρω ανάπτυξη.

3.3.

Η υπεράκτια βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ευρώπης έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

υψηλές λειτουργικές δαπάνες·