ISSN 1977-0901

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

57ό έτος
11 Ιουνίου 2014


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

495η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014

2014/C 177/01

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση: ένα βιώσιμο πρότυπο για τον 21ο αιώνα (Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

1

2014/C 177/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Μια στρατηγική για την καταπολέμηση της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

9

2014/C 177/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η προσβασιμότητα ως ανθρώπινο δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

15

2014/C 177/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προσιτές υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ): Ορισμός, μέτρηση, προκλήσεις, πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

24

2014/C 177/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Στρατηγική της ΕΕ για την περιοχή της Αδριατικής Θάλασσας και του Ιονίου Πελάγους (EUSAIR) (διερευνητική γνωμοδότηση)

32

2014/C 177/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελώνCOM(2013) 803 final — 2013/0392 (CNS)

40

2014/C 177/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 260/2012 όσον αφορά τη μετάβαση σε μεταφορές πιστώσεων και άμεσες χρεώσεις σε ολόκληρη την ΈνωσηCOM(2013) 937 final — 2013/0449 (COD)

41


 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

495η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014

2014/C 177/08

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις COM(2013) 641 final — 2013/0314 (COD)

42

2014/C 177/09

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προσαρμογή στα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφόρων νομικών πράξεων οι οποίες προβλέπουν τη χρήση της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχοCOM(2013) 751 final — 2013/0365 (COD)

48

2014/C 177/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις νέες ψυχότροπες ουσίεςCOM(2013) 619 final — 2013/0305 (COD) COM(2013) 618 final — 2013/0304 (COD)

52

2014/C 177/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τη δέσμη μέτρων NAIADES II, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα τρία έγγραφα: Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 718/1999 του Συμβουλίου σχετικά με μια πολιτική ρύθμισης της μεταφορικής ικανότητας των κοινοτικών στόλων στην εσωτερική ναυσιπλοΐα για την προώθηση των μεταφορών διά της πλωτής οδούCOM(2013) 621 final — 2013/0303 (COD),Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών για τα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και την κατάργηση της οδηγίας 2006/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του ΣυμβουλίουCOM(2013) 622 final — 2013/0302 (COD)Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Για ποιοτική εσωτερική ναυσιπλοΐα: NAIADES IICOM(2013) 623 final

58

2014/C 177/12

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Νέα μέτρα σχετικά με την ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιών της ΕΕ που αφορά τα ακόλουθα δύο έγγραφα: Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την επίτευξη μιας συνδεδεμένης ηπείρου και για την τροποποίηση των οδηγιών 2002/20/EΚ, 2002/21/EΚ και 2002/22/EΚ και των κανονισμών (EΚ) αριθ. 1211/2009 και (EΕ) αριθ. 531/2012COM(2013) 627 final — 2013/0309 (COD)Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιώνCOM(2013) 634 final

64

2014/C 177/13

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση στον κόσμοCOM(2013) 499 final

71

2014/C 177/14

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Γνωμοδοτική ανακοίνωση για την αειφόρο χρήση του φωσφόρουCOM(2013) 517 τελικό

78

2014/C 177/15

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη και διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδώνCOM(2013) 620 final — 2013/0307 (COD)

84

2014/C 177/16

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας, ενόψει της εφαρμογής έως το 2020 μιας διεθνούς συμφωνίας για τη θέσπιση ενός ενιαίου παγκόσμιου αγορακεντρικού μέτρου σχετικά με τις εκπομπές που οφείλονται στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορέςCOM(2013) 722 final — 2013/0344 (COD)

88


EL

 


I Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

495η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014

11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση: ένα βιώσιμο πρότυπο για τον 21ο αιώνα» (Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2014/C 177/01)

Εισηγητής: ο Κ. BERNARDO HERNÁNDEZ BATALLER

Στις 14 Φεβρουαρίου 2013, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

Συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση: ένα βιώσιμο πρότυπο για τον 21ο αιώνα.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2014), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 121 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση εξαπλώνεται σε ολοένα και περισσότερες κοινότητες και πόλεις σε ολόκληρο τον κόσμο, χάρη στη χρήση των τεχνολογικών δικτύων, με στόχο «περισσότερα αποτελέσματα με λιγότερα μέσα» και με αξιοποίηση της ενοικίασης, του δανεισμού, της ανταλλαγής, του αντιπραγματισμού (troc), της δωρεάς ή της από κοινού χρήσης, σε αδιανόητη μέχρι πρότινος κλίμακα.

1.2

Η οικονομική επίδραση (1) της πρακτικής αυτής συνοδεύεται από μια μεταβολή της αντίληψης περί εργασίας, που αντιμετωπίζει τη συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση ως σημαντική εν δυνάμει πηγή απασχόλησης κατά τα προσεχή έτη.

1.3

Κατά συνέπεια, η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση αντιπροσωπεύει για την οικονομία της παραγωγής ένα συμπλήρωμα εποικοδομητικό, από άποψη καινοτομίας, οικονομίας και οικολογίας, με βάση την οικονομία της κατανάλωσης. Επιπλέον, αποτελεί λύση για την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, δεδομένου ότι παρέχει τη δυνατότητα ανταλλαγών σε περιπτώσεις ανάγκης.

1.4

Λόγω του σύνθετου χαρακτήρα και της μεγάλης σπουδαιότητας της εμφάνισης της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, οι αρμόδιοι θεσμοί πρέπει να αναλάβουν, με βάση ακριβείς μελέτες, τη ρύθμιση και οργάνωση των πρακτικών που αναπτύσσονται στα πλαίσια αυτής της μορφής κατανάλωσης, ώστε να είναι δυνατόν να οριστούν τα δικαιώματα και οι ευθύνες όλων των φορέων που συμμετέχουν. Η πρακτική αυτή μπορεί να καλύψει τις κοινωνικές ανάγκες όταν ο προσανατολισμός της δεν είναι εμπορικός, ενώ, ως κερδοσκοπική δραστηριότητα, μπορεί να συντελέσει στη δημιουργία απασχόλησης, συμμορφούμενη προς τους κανόνες περί φορολογίας, ασφάλειας, ευθύνης, προστασίας του καταναλωτή και τους λοιπούς αναγκαστικούς κανόνες.

1.5

Η Επιτροπή θα πρέπει να εντάξει την εξέταση της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης στο πρόγραμμα εργασίας της και να μελετήσει το ζήτημα σε διαδοχικές φάσεις:

Σε πρώτη φάση, να καταρτίσει κατάλογο των βασικών δικαιωμάτων και αρχών που κατοχυρώνονται ήδη από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προστατεύουν τους πολίτες, όπως έχει πράξει με τον Κώδικα επιγραμμικών δικαιωμάτων στην ΕΕ.

Κατόπιν, να εκπονήσει σχετικές μελέτες, οι οποίες συνιστούν αναγκαία ενέργεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προκειμένου να εντοπιστούν τυχόν εμπόδια που παρακωλύουν την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων αυτών ή προβλήματα που θα πρέπει να επιλυθούν, και να τονιστεί η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία που θα μπορούσε να προσφέρει η υιοθέτηση σχετικών μέτρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Προς τούτο, θα πρέπει να διαθέσει η Επιτροπή επαρκείς δημοσιονομικούς πόρους, είτε από τη ΓΔ Υγείας και Καταναλωτών είτε από τη ΓΔ Δικαιοσύνης.

Να συγκροτήσει, επίσης, βάση δεδομένων και ανταλλαγής εμπειριών και ορθών πρακτικών συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, προσβάσιμη σε όλους τους καταναλωτές. Θα μπορούσε επίσης να διεξαγάγει εκστρατείες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης σχετικά με τη συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση.

Τέλος, με βάση την αντληθείσα εμπειρία, να προβεί σε εναρμόνιση νομοθεσιών σχετικά με τα διασυνοριακά προβλήματα και με ό,τι θα μπορούσε να προσφέρει ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία στην πρακτική αυτή.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η βαθμιαία εξάντληση του ισχύοντος συστήματος και η αδυναμία του να ικανοποιήσει τις ατομικές και συλλογικές απαιτήσεις των πολιτών δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την εμφάνιση εναλλακτικών λύσεων που να προσαρμόζονται στις ανάγκες και τις προκλήσεις που θέτει ένα μέλλον οργανωμένο σε ψηφιακά δίκτυα.

2.2

Η παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας συνάδει με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020», όπου προτείνεται η κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών να συμβαδίζει με την έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, με θετική επίδραση επί της δημιουργίας απασχόλησης, της παραγωγικότητας και της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής. Υπάρχουν, επίσης, και άλλες στρατηγικές της ΕΕ που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα το πεδίο της συνεργατικής κατανάλωσης, όπως η ανακοίνωση σχετικά με το «σχέδιο δράσης για τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή και τη βιώσιμη βιομηχανική πολιτική» (2), η πρωτοβουλία για την κοινωνική καινοτομία στην Ευρώπη ή το ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη.

2.3

Η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση μπορεί να αποτελέσει συμπεριφορά ανθεκτική έναντι της τρέχουσας οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης και να προσφέρει λύσεις για την αυξανόμενη αβεβαιότητα που προκαλεί η οικονομική κρίση. Μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για ανάκαμψη της πορείας προς μια ανάπτυξη βιώσιμη από οικονομική άποψη, ανθρώπινη από κοινωνική άποψη, σε αρμονία με τον πλανήτη μας από περιβαλλοντική άποψη.

2.4

Από την άλλη πλευρά, οι υπερβολές της υπερκατανάλωσης έχουν οδηγήσει στην εμφάνιση ενός χάσματος ανισότητας ανάμεσα σε παραγωγούς και καταναλώτριες περιφέρειες, όπου, κατά συνέπεια, συναντώνται σε ανταγωνιστική συνύπαρξη ο κοινωνικός αποκλεισμός με την παχυσαρκία ή η κατασπατάληση με την ένδεια. Η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση μπορεί να αποτελέσει ένα συμπληρωματικό εργαλείο αγοράς που θα δώσει νέα πνοή στην εσωτερική αγορά, εξυγιαίνοντάς την και καθιστώντας την πιο ισορροπημένη και βιώσιμη, αρκεί να αποκτήσει σταθερές δομές.

2.5

Σε αντίθεση με την καταφανή πλέον έλλειψη βιωσιμότητας της υπερπαραγωγής και της υπερκατανάλωσης, η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση αναδεικνύει τις αξίες του συνεταιρισμού και την πρακτική της αλληλεγγύης. Το περιοδικό Forbes δημοσίευσε πρόσφατα την εκτίμηση ότι η ροή εσόδων μέσω της συνεργατικής κατανάλωσης θα υπερβεί τα 3,5 εκατομμύρια δολάρια το τρέχον έτος, με αύξηση ανώτερη του 25 %.

2.6

Αυτό ισχύει στο μέτρο που η προσφορά και η κατανάλωση δεν θεωρούνται ως αμιγής κατοχή αγαθών, αλλά ως από κοινού πρόσβαση στη χρήση τους, για την ικανοποίηση πραγματικών αναγκών και την προσωπική ολοκλήρωση που δεν προϋποθέτει συμβολική κατανάλωση και επιδίωξη επιθυμιών που επιβάλλονται και δημιουργούνται τεχνητά.

2.7

Τα προϊόντα της συμβατικής καταναλωτικής κοινωνίας έχουν σχεδιαστεί για ατομική ιδιοκτησία, ταχεία κατανάλωση και πρώιμη απόρριψη. Αντιθέτως, η δημιουργία ανθεκτικών προϊόντων, κατασκευασμένων για εντατική χρήση ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούνται από πολλά άτομα ή καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του ίδιου καταναλωτή ή χρήστη, αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, η οποία συμβάλλει στην υιοθέτηση πιο οικολογικής συμπεριφοράς όσον αφορά τον κύκλο ζωής των χρησιμοποιούμενων αγαθών. Οι νέες τεχνολογίες [διομότιμη επικοινωνία (peer to peer) και κοινωνικά δίκτυα] αναδεικνύουν τη σημασία της εικονικής και της πραγματικής κοινότητας.

2.8

Με την οικονομική κρίση εξαπλώνεται η τάση μείωσης της κατοχής αγαθών, προσοχής στις δαπάνες και προσεκτικής εξέτασης της αποκομισθείσας απολαβής, όσον αφορά την ανάγκη που καλύφθηκε ή ικανοποιήθηκε, με βάση την παραδοχή ότι για την απόλαυση της ευημερίας δεν χρειάζεται η σώρευση αγαθών.

2.9

Το ζήτημα έγκειται στη σύνδεση των ατόμων που χρειάζονται πρόσβαση σε έναν πόρο με εκείνα που διαθέτουν τον συγκεκριμένο πόρο, αλλά δεν τον χρησιμοποιούν πλήρως και μπορούν να τον δανείσουν, να τον δωρίσουν, να τον ανταλλάξουν, να τον ενοικιάσουν κ.λπ. Η σχέση αυτή βασίζεται σε μια αίσθηση κοινότητας, κοινής χρήσης, συμμετοχής μεταξύ χρηστών, όπου η εμπιστοσύνη συνιστά τον συνδετικό κρίκο που καθιστά δυνατή τη σύνδεση, την ανάπτυξη εναλλακτικής κατανάλωσης και, με την πάροδο του χρόνου, τη διατήρηση των σχέσεων που δημιουργούνται — όλα αυτά δε κατ’ ανάγκη μέσα σε κλίμα διαφάνειας, ιδίως από οικονομική άποψη και από άποψη υπευθυνότητας της πλατφόρμας που προωθεί τη συνεργατική κατανάλωση.

2.10

Επί του προκειμένου, η ισχύς της συνεργασίας και της κοινής χρήσης χάρη στην τεχνολογία τείνουν να μεταβάλουν την αντίληψη περί ιδιοκτησίας και περί εμπορικών συναλλαγών (3). Τα προϊόντα δεν μπορούν πλέον μόνο να πωλούνται, αλλά και να ενοικιάζονται, να ανακατανέμονται ή να χρησιμοποιούνται από κοινού, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τις υπηρεσίες.

2.11

Οι καταναλωτές επιθυμούν να κατέχουν λιγότερα αλλά να απολαμβάνουν περισσότερα. Τα αποκομιζόμενα ορθολογικά οφέλη επικεντρώνονται στον περιορισμό και στις πρακτικές πτυχές· η συναισθηματική πτυχή, όμως, προσφέρει προσωπική καταξίωση και το αίσθημα της συμμετοχής σε μια κοινότητα (4). Οι πρωτοβουλίες συνεργατικής κατανάλωσης προσφέρουν βολικές και συχνά οικονομικότερες εναλλακτικές λύσεις, με αποτέλεσμα τη βελτιστοποίηση της χρήσης των διαθέσιμων πόρων και την αποφυγή της κατασκευής νέων μη αναγκαίων προϊόντων. Τελικά, η από κοινού χρήση είναι αποδοτική και βιώσιμη.

2.12

Αρκεί να συλλογιστεί κανείς την ψηφιοποίηση περιεχομένων (φωτογραφίες, μουσική, βίντεο, βιβλία κ.λπ.) για να διαπιστώσει ότι επέτρεψε σε πολύ κόσμο να αντιληφθεί ότι, συχνά, αυτό που επιθυμεί δεν είναι ο ίδιος ο δίσκος αλλά η μουσική που είναι καταγεγραμμένη σ’ αυτόν. Εφόσον έχει τη δυνατότητα πρόσβασης τη στιγμή που το χρειάζεται, θα μπορεί να είναι ικανοποιημένος, ακόμη περισσότερο δε εάν αυτό απαιτεί μικρότερη διαθεσιμότητα ή χρήση του προσωπικού χώρου.

2.13

Η λύση της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης παρέχει επίσης μια διέξοδο στις πιο ευάλωτες ομάδες, ιδίως δε στις οικογένειες που βρίσκονται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση ή που θα μπορούσαν να αποκλεισθούν από τις συμβατικές οδούς πρόσβασης στην πίστωση για την απόκτηση των αγαθών που χρειάζονται, λόγω των σημερινών κοινωνικών συνθηκών. Αντιπροσωπεύει όμως, επίσης, μια επιλογή για όσους, ενώ έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών κατά τον παραδοσιακό τρόπο, αποφασίζουν εθελουσίως να μην την αξιοποιήσουν, δεσμευόμενοι από τις προσωπικές τους αρχές.

2.14

Η βιώσιμη κατανάλωση έχει αναγνωριστεί από το 1999 σε επίπεδο Ηνωμένων Εθνών ως θεμελιώδες δικαίωμα του καταναλωτή, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η νομοθεσία προστασίας των καταναλωτών είναι προγενέστερη, το δικαίωμα αυτό δεν εμφανίζεται ως τέτοιο, παρότι θα έπρεπε να αναγνωριστεί, όπως έχει ήδη ζητήσει ρητώς η ΕΟΚΕ (5), μέσω τροποποίησης των Συνθηκών που θα πρέπει να περιλαμβάνει την «αρχή της ανάπτυξης μίας πολιτικής βιώσιμης κατανάλωσης».

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ έχει επίσης υιοθετήσει γνωμοδοτήσεις σχετικά με την πράσινη οικονομία (6) και με την τεχνητή γήρανση (7). Πρόσφατα, επίσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του σχετικά με το Ευρωπαϊκό θεματολόγιο για τους καταναλωτές, ζήτησε ρητά από την Επιτροπή να ασχοληθεί με το ζήτημα.

3.   Συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση: μία εννοιολογική προσέγγιση

3.1

Είθισται η αναφορά στη συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση ως τον παραδοσιακό τρόπο από κοινού χρήσης, ανταλλαγής, δανεισμού, ενοικίασης και δωρεάς, επαναπροσδιορισμένο μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας και των κοινοτήτων.

Από την αναφορά αυτή συνάγεται ότι η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση δεν αποτελεί καινούρια ιδέα, αλλά μάλλον αναβίωση μιας πρακτικής που αξιοποιεί τη σύγχρονη τεχνολογία ώστε η υπηρεσία να γίνει πολύ πιο αποδοτική και να αποκτήσει μεγαλύτερες δυνατότητες κλιμάκωσης. Ταυτόχρονα, η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση πρέπει να βασίζεται στο πνεύμα πρωτοβουλίας και στην προαιρετική συμμετοχή.

3.2

Η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση αντιπροσωπεύει ένα τρίτο κύμα του διαδικτύου, όπου οι άνθρωποι συναντώνται στο διαδίκτυο με στόχο να μοιραστούν πράγματα εκτός διαδικτύου. Επίσης, ορθά περιγράφεται ως τρόπος να τεθεί σε κυκλοφορία οτιδήποτε υπάρχει.

3.3

Χωρίς αμφιβολία, η εμφάνιση της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης συνδέεται με τρεις παράγοντες: την οικονομική κρίση — και την κρίση αξιών —, την εξάπλωση των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, και τις πρακτικές συνεργασίας ή συμμετοχής στο διαδίκτυο. Ωστόσο, για την ανάπτυξή της σε περιβάλλον ανεπτυγμένων οικονομιών, καθοριστική σημασία έχουν: η εμπιστοσύνη στο κοινό καλό, το αναξιοποίητο δυναμικό και η τεχνολογία (8).

3.4

Η εμπιστοσύνη μεταξύ αγνώστων είναι, ίσως, το κρίσιμο σημείο για την επιτυχία της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης. Όσο για την τεχνολογία, παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε επιγραμμικές υπηρεσίες (online services), που με τη σειρά τους συμβάλλουν στη δημιουργία επαφών εκτός σύνδεσης (offline) με μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνης.

3.5

Η από κοινού χρήση πόρων απαιτεί εμπιστοσύνη και καλή φήμη, κυρίως όταν επιδιώκεται η προσέλκυση νέων χρηστών. Οι πρωτοβουλίες συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης οφείλουν να επιτύχουν την ασφάλεια των κοινοτήτων τους.

3.6

Μπορεί να προβλεφθεί ότι η από κοινού χρήση σε απευθείας σύνδεση αποτελεί αρκετά ασφαλή ένδειξη για την από κοινού χρήση και εκτός σύνδεσης. Σε περιβάλλον εκτός σύνδεσης, ο απλούστερος τρόπος για την κατάκτηση της εμπιστοσύνης είναι να περιορίζεται το μέγεθος της κοινότητας ή να αξιοποιείται κάποιο είδος προϋπάρχουσας κοινότητας, όπου υπάρχει ήδη ένας βαθμός εμπιστοσύνης και κοινών δεσμών. Ορισμένες πρωτοβουλίες συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης οδηγούν στη σύσταση κλειστών ομάδων για την κάλυψη των αναγκών των χρηστών και τη δημιουργία εμπιστοσύνης, η διαχείριση των οποίων είναι απλούστερη.

3.7

Όταν αναπτύσσεται αίσθημα κοινότητας μεταξύ των χρηστών μιας υπηρεσίας, ενισχύεται επίσης η εμπιστοσύνη στη συγκεκριμένη υπηρεσία και μεταξύ των χρηστών. Οι χρήστες είναι προσεκτικοί κατά τις δράσεις και τις αλληλεπιδράσεις τους, ώστε να οικοδομήσουν και να διαφυλάξουν την καλή φήμη τους, εφόσον αυτή είναι το στοιχείο που θα τους επιτρέπει την αλληλεπίδραση με την κοινότητα και την αξιοποίηση του συστήματος, όπως ισχύει σε όλες τις αγορές.

3.8

Όσον αφορά τους κινδύνους, η πλήρης εξάλειψή τους είναι αδύνατη. Οπωσδήποτε, οι πλατφόρμες που διευκολύνουν τις ανταλλαγές πρέπει να βεβαιώνονται ότι τα μέλη τους γνωρίζουν τους κινδύνους αυτούς και διαθέτουν επαρκή ενημέρωση ώστε να τους διαχειρίζονται αποτελεσματικά.

3.9

Από την άλλη πλευρά, η τεχνολογία αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για τη βελτιστοποίηση του εντοπισμού των πόρων, τη δημιουργία ομάδων με κοινά συμφέροντα και την οικοδόμηση κοινοτήτων. Οι τεχνολογίες κινητών επικοινωνιών και πραγματικού χρόνου αυξάνουν την ταχύτητα και την ευχέρεια, τόσο για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τον εντοπισμό όσο και για τη διάθεση ενός απλού συστήματος πληρωμής, όταν χρειάζεται.

3.10

Εντούτοις, όσον αφορά τον σχεδιασμό της ροής της υπηρεσίας, οι προσπάθειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στο να καταστεί το σύστημα ευπρόσιτο και εύχρηστο· να προωθεί μια σχέση εγγύτητας και εμπιστοσύνης μεταξύ χρηστών και με τον φορέα που παρέχει την υπηρεσία· να προσφέρει επαρκή και καθησυχαστικά μέτρα ασφάλειας και να συγκεντρώνει εμπειρίες με κέντρο τον χρήστη για τη δημιουργία τραπεζών καλής φήμης, μέσω των κατάλληλων κεντρικών βάσεων δεδομένων.

3.11

Η τελευταία αυτή πτυχή της φήμης έχει καίρια σημασία ως καταλύτης για την επίτευξη οικονομικών και κοινωνικών μετατροπών. Έχει διατυπωθεί η εκτίμηση ότι το «κεφάλαιο καλής φήμης» (9) θα μπορούσε ακόμη και να λειτουργήσει ως δεύτερο νόμισμα, η αξία του οποίου έγκειται στην προσφορά εμπιστοσύνης. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το κεφάλαιο φήμης αναδεικνύεται σε κεντρικό στοιχείο για την οικονομία του 21ου αιώνα, εφόσον προεκτείνει το παραδοσιακό «από στόμα σε στόμα» στις δυνατότητες ευρείας διάδοσης που παρέχει η κοινωνία των δικτύων.

3.12

Οι πολίτες εκφράζουν ήδη τις ανάγκες τους και τα ενδιαφέροντά τους συμπεριφερόμενοι και καταναλώνοντας κατά τρόπο προσφορότερο και διαφανέστερο, συμπεριλαμβάνοντας στα κριτήρια αγοράς πτυχές με έντονο κοινωνικό χαρακτήρα και προσδίδοντας με τη συμμετοχή τους μια συναισθηματική διάσταση στις αποφάσεις τους.

3.13

Τέλος, ο καταναλωτής που δεσμεύεται προσφέρει την επιρροή του και τη στήριξή του στο σήμα που επιλέγει, αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην επιτυχία της κοινής πρωτοβουλίας, γεγονός που εδραιώνει και ανατροφοδοτεί τη διαδικασία.

3.14

Με λίγα λόγια, η εξίσωση: πίστωση + διαφήμιση + ατομική ιδιοκτησία = υπερκατανάλωση — που χαρακτηρίζει το πνεύμα του 20ού αιώνα — μετατρέπεται σε μια νέα εξίσωση: φήμη + κοινότητα + από κοινού πρόσβαση = συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση, η οποία φιλοδοξεί να αποτελέσει το χαρακτηριστικό του νέου αιώνα.

Image

3.15

Η συνεργατική κατανάλωση συμμερίζεται πολλούς στόχους των πολιτικών της Ένωσης, ιδίως δε της εσωτερικής αγοράς, όπως η αύξηση της αποδοτικότητας των πόρων, η πρόοδος της κοινωνικής καινοτομίας, με τη δημιουργία απασχόλησης και οικονομικής ευημερίας. Πολλές νέες επιχειρήσεις συνεργατικής κατανάλωσης λειτουργούν στο έδαφος της Ένωσης, συνεπώς η ευρωπαϊκή ήπειρος μπορεί να μετατραπεί σε εκκολαπτήριο νέων επιχειρηματικών προτύπων που θα προωθεί μια πιο βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.

3.16

Καθώς η συνεργατική κατανάλωση συνιστά σημαντική οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική αλλαγή, η Επιτροπή πρέπει να άρει τα τυχόν εμπόδια σε ευρωπαϊκό επίπεδο που ενδέχεται να ανακόψουν την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων αυτών, δημιουργώντας ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που να δημιουργεί μακροπρόθεσμη ασφάλεια στον κλάδο.

4.   Βέλτιστες πρακτικές συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης

4.1

Υπάρχει ήδη ευρύ φάσμα προτάσεων και εμπειριών συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης σε παγκόσμιο επίπεδο, που καθιστούν σαφές ότι ένας άλλος τρόπος κατανάλωσης όχι μόνο είναι εφικτός, αλλά και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση του κόσμου όπου ζούμε και, ακόμη πιο σημαντικό, στη διαφύλαξη του κόσμου που θα αφήσουμε στις μελλοντικές γενεές.

4.2

Με την οικονομική κρίση, εμφανίστηκαν πλατφόρμες, λόγου χάρη, για την αγοραπωλησία μεταχειρισμένων φορεμάτων και αξεσουάρ γάμου, για τη διαμονή σε σπίτια, την ενοικίαση οχημάτων ή επίσημων ενδυμάτων, ακόμη και ενδυμάτων σχεδιαστών μόδας ή πολυτελών αξεσουάρ, καθώς και κοινότητες όπου οι χρήστες δημοσιεύουν μια εργασία, όπως τη συναρμολόγηση ενός επίπλου ή τη μεταφορά ενός πακέτου, και την τιμή που προσφέρουν σε όποιον επιθυμεί να την αναλάβει.

4.3

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα της αξίας της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης είναι τα πολυάριθμα εργαλεία και σκεύη που ποτέ κανείς δεν χρησιμοποιεί συχνά, παρά την τιμή που έχει καταβάλει για να τα αποκτήσει, ή ακόμη — πράγμα που είναι το ίδιο — η υποεκμετάλλευση των αγαθών ή η ανεπαρκής αξιοποίηση της αποδοτικότητας κατά τη χρήση αγαθών ή υπηρεσιών. Ας σκεφτούμε τυπικά παραδείγματα, όπως: γιατί να αποκτήσει κανείς ένα γεωτρύπανο που θα το χρησιμοποιήσει μόνο είκοσι λεπτά σε ολόκληρη τη ζωή του, ή ακόμη γιατί να αγοράσει ένα αυτοκίνητο που θα μένει περισσότερο καιρό παρκαρισμένο παρά σε κίνηση.

4.4

Πενήντα πέντε τοις εκατό των Ευρωπαίων επιθυμούν την βιώσιμη κατανάλωση, ακόμη κι εάν χρειάζεται να πληρώσουν πιο ακριβά. Οι προθέσεις των καταναλωτών όσον αφορά τις εναλλακτικές μορφές κατανάλωσης για τα προσεχή έτη υπολογίζονται ως εξής (10):

ανταλλαγή (19 %)·

ενοικίαση (22 % για την περίπτωση των εργαλείων)·

ομαδική αγορά (19 %)·

«φτιάχτο μόνος σου» (12 % όσον αφορά το ράψιμο)·

αγορά εγγύτητας (μηδενικής χιλιομετρικής απόστασης) (το 75 % των καταναλωτών επιθυμούν την αποφυγή των υπέρμετρων δικτύων διανομής)·

αγορά μεταχειρισμένων προϊόντων (19 %).

4.5

Παρά το γεγονός ότι η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση αποτελεί ένα ευρύ και ανοιχτό φάσμα πρωτοβουλιών, όλες τους έχουν ένα κοινό γνώρισμα, όπως ήδη αναφέρθηκε: ότι διευκολύνουν τη σύνδεση εκείνων που διαθέτουν πόρους τους οποίους δεν χρησιμοποιούν πλήρως με εκείνους που χρειάζονται τους ίδιους αυτούς πόρους. Η πτυχή αυτή προβάλλεται άριστα εάν αντιληφθούμε ότι γίνεται όλο και περισσότερο λόγος για την κατασκευή πιο οικολογικών προϊόντων, ενώ είναι ακόμη πιο οικολογικό να χρησιμοποιούνται περισσότερο όσα ήδη υπάρχουν.

4.6

Η συνεργατική κατανάλωση έχει ορισμένες άμεσες συνέπειες (όπως: μικρότερη κατανάλωση πόρων και μειωμένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα· αύξηση της ζήτησης προϊόντων καλής ποιότητας, εφόσον τα προϊόντα πρόκειται να δανείζονται ή να ενοικιάζονται και να επισκευάζονται· προώθηση του οικολογικού σχεδιασμού για τις εμπειρίες πολλαπλών χρηστών· μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και επανάληψη της εξατομικευμένης προσαρμογής συμβατών προϊόντων· βελτίωση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, της συλλογικής ανάπτυξης και της εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών· προώθηση της πρόσβασης σε προϊόντα ποιότητας για τους καταναλωτές με χαμηλότερα εισοδήματα κ.λπ.), καθώς και πιθανές έμμεσες συνέπειες.

4.7

Από την άποψη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση προσομοιάζει περισσότερο με την παροχή υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 57 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), εγείρονται όμως πολλά ερωτήματα. Ωστόσο, θα έπρεπε να εισάγεται μία διαφοροποίηση, στη συνεργατική κατανάλωση, μεταξύ των μη κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων και εκείνων που έχουν ως στόχο την άντληση κάποιου κέρδους. Αυτές οι τελευταίες και μόνον, είναι οι δραστηριότητες που πρέπει να τύχουν της προσοχής του νομοθέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.8

Σε μία προσπάθεια οργάνωσης της αυξανόμενης ετερογενούς ποικιλίας πρωτοβουλιών που εντάσσονται στην έννοια της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, εξετάζονται τέσσερις πτυχές της οικονομίας της από κοινού χρήσης: από καταναλωτή σε καταναλωτή (C2C), από καταναλωτή σε καταναλωτή, αλλά μέσω επιχείρησης (C2B), από επιχείρηση σε καταναλωτή (B2C) και από επιχείρηση σε επιχείρηση (B2B).

4.9

Από την άλλη πλευρά, προτείνεται μία κατηγοριοποίηση σύμφωνα με τρία συστήματα (11): συστήματα με βάση το προϊόν· αγορές ανακατανομής· συνεργατικοί τρόποι ζωής.

4.10

Όπως αποδεικνύεται, οποιοσδήποτε τομέας της καθημερινής ζωής μπορεί να υπαχθεί σε πρακτικές συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, όπως για παράδειγμα (12):

η κινητικότητα (carsharing: από κοινού ενοικίαση και χρήση οχημάτων, ταξί, ποδηλάτων και θέσεων στάθμευσης, και carpooling: κάλυψη των κενών θέσεων οχημάτων με άλλους επιβάτες που πηγαίνουν στην ίδια κατεύθυνση)·

η ενεργειακή αποδοτικότητα (από κοινού χρήση οικιακού εξοπλισμού)·

η στέγαση και οι χώροι καλλιέργειας (ενοικίαση δωματίων, κοινή χρήση αστικών και αγροτικών κατοικιών και κήπων)·

οι επιχειρήσεις (coworking: κοινή χρήση επαγγελματικής στέγης)·

οι επικοινωνίες (κινητές πλατφόρμες όπου οι χρήστες μπορούν να αγοράζουν και να πωλούν αγαθά και υπηρεσίες σε άτομα που ζουν στην ίδια κοινότητα)·

η εργασία (μικροδουλειές, πρόσληψη ατόμων για συγκεκριμένη εργασία, τεχνίτες κατ’ οίκον με σύστημα όπου όποιος προσφέρει την καλύτερη τιμή αναλαμβάνει καθήκοντα που εκτείνονται από το κρέμασμα πινάκων έως τη συναρμολόγηση επίπλων)·

ο πολιτισμός (bookcrossing και ανταλλαγή βιβλίων, προώθηση πολιτιστικών ανταλλαγών για νέους από διάφορες χώρες)·

η παιδεία (ψηφιακές κοινότητες για την εκμάθηση γλωσσών)·

ο χρόνος και οι ικανότητες («τράπεζες» χρόνου)·

η ψυχαγωγία (από κοινού χρήση ψηφιακού περιεχομένου)·

τα οικονομικά (δάνεια μεταξύ ιδιωτών, άμεσα δάνεια ιδιωτών προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, crowdfunding ή συλλογική χρηματοδότηση, συλλογική χρηματοδότηση για συλλογικά κέρδη)·

ο τουρισμός (γαστρονομικές εμπειρίες σε σπίτια ιδιωτών και ανταλλαγές τροφίμων μεταξύ ομοτίμων)·

η τέχνη, καθώς και υπαίθριες αγορές για ανταλλαγή και δωρεά παιδικού ρουχισμού και αντικειμένων, επισκευή και ανακύκλωση αντικειμένων, μεταξύ πολλών άλλων πρωτοβουλιών που θα μπορούσαν να προστεθούν, η εξαντλητική μελέτη των οποίων υπερβαίνει τους στόχους της παρούσας γνωμοδότησης·

προώθηση της χρήσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς είναι δυνατό να μοιραστεί κανείς τη χρήση της πλεονάζουσας ενέργειας μέσω των έξυπνων δικτύων.

4.11

Γενικά, αρκεί να εντοπιστούν τα αγαθά, οι γνώσεις ή οι υπηρεσίες που εμφανίζουν πλεονάζον αναξιοποίητο δυναμικό και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από κοινού, σε μια συγκυρία που ευνοεί την ανάπτυξη της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, όπως είναι η συγκυρία όπου συνδυάζονται: επί μονίμου βάσεως ασθενής οικονομική κατάσταση· αυξανόμενη ζήτηση για ανάπτυξη σύμφωνα με δεοντολογικά και βιώσιμα πρότυπα· καθημερινότητα στην οποία οι πολίτες είναι ολοένα και περισσότερο συνδεδεμένοι. Όλες αυτές οι προϋποθέσεις σήμερα συνυπάρχουν.

5.   Πρόταση πρωτοβουλιών και στρατηγική δράσης

5.1

Για όλους αυτούς τους λόγους, καλείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υιοθετήσει τα δέοντα μέτρα προστασίας του καταναλωτή, ώστε, με βάση τις κατάλληλες μελέτες, να μπορούν να αναπτυχθούν οι προτεινόμενες πρωτοβουλίες.

5.2

Συνοψίζονται σχηματικά παρακάτω οι κατευθύνσεις δράσης που εκτιμάται ότι θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε μία στρατηγική για την οργανωμένη ανάπτυξη της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, ως μέτρα που θα στηρίζουν, θα συμπληρώνουν και θα επιτηρούν την πολιτική προστασίας των καταναλωτών που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη:

α)

Καθορισμός του νομικού και φορολογικού πλαισίου των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται σε μια οργανωμένη συνεργατική ή συμμετοχική κατανάλωση· ρύθμιση, κατά περίπτωση, πτυχών όπως η νομική ευθύνη, η διασφάλιση, τα δικαιώματα χρήσης, τα δικαιώματα έναντι της τεχνητής γήρανσης (13), τα τέλη ιδιοκτησίας, οι προδιαγραφές ποιότητας, ο προσδιορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και, ενδεχομένως, η εξάλειψη πιθανών συγκαλυμμένων περιορισμών και εμποδίων που παρακωλύουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, καθώς και ενδεχόμενης στρέβλωσης νομοθεσιών.

β)

Διάδοση των πρωτοβουλιών συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης και των ατομικών και συλλογικών πλεονεκτημάτων που παρουσιάζουν· ευαισθητοποίηση και συνειδητοποίηση του κοινού. Γνωστοποίηση των αναγκαστικών πτυχών του νομικού πλαισίου που ισχύουν για τα προϊόντα που μοιράζονται πολλοί χρήστες (ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση, εκσυγχρονισμός, ανθεκτικότητα).

γ)

Ενημέρωση και πρόταση κατευθύνσεων στους καταναλωτές και τους χρήστες όσον αφορά την υπεύθυνη συμμετοχή στις πρωτοβουλίες, με προώθηση των πρότυπων σχεδίων και πρωτοβουλιών συνεργατικής κατανάλωσης.

δ)

Προώθηση της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης με βάση εμπειρίες όπως ShareableCities, η συμμετοχική μεταφορά και άλλες πτυχές, όπως αυτές που σχετίζονται με τα τρόφιμα, τη στέγη, ακόμη και συμμετοχικές εργασίες.

ε)

Προώθηση σταθερών δομών μέσω της δημιουργίας χώρων για την ανάπτυξη της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, ιδίως όσον αφορά τεχνολογίες και δίκτυα.

στ)

Ενίσχυση και εξάπλωση της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης χάρη στην ενεργοποίηση και την τόνωση του δυναμισμού των σχετικών δικτύων.

ζ)

Συμμετοχή των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων σε πρωτοβουλίες συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, είτε ως χρηστών είτε με τη διάθεση των δικών τους πόρων.

η)

Η κοινωνία πολιτών μπορεί να αναλάβει ενεργό ρόλο στην πρόσβαση στα αγαθά δημόσιας ιδιοκτησίας με στόχο την μέγιστη κοινωνική αξιοποίηση, με τη δημιουργία συλλογικών υποδομών κοινής χρήσης.

θ)

Ακόμη, προτείνεται να αναπτυχθεί όλως ιδιαιτέρως η στρατηγική δράσης στους εξής τομείς:

Παιδεία: Στον χώρο της παιδείας, η δράση πρέπει να είναι προορατική, δηλαδή το έργο που επιτελείται με παιδιά από πρώιμη ήδη ηλικία να προσανατολίζεται στην απόκτηση και την εδραίωση στάσεων, συνηθειών και αξιών που να ευνοούν τη δημιουργία πρωτοβουλιών συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης.

Σύλλογοι καταναλωτών: Οι οργανώσεις καταναλωτών και χρηστών που οικοδομούνται σε δίκτυο μπορούν να αναλάβουν διττό ρόλο στη στρατηγική: προδραστικό ρόλο για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών, καθώς και ρόλο ανταπόκρισης, με τη συμμετοχή σε αυτές.

Συνεταιρισμοί: Οι συνεταιρισμοί μπορούν να αναδειχθούν σε κύριο σύμμαχο της συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης, δεδομένου ότι συνδυάζουν και μοιράζονται πολλές κοινές αρχές και αξίες. Επομένως, το συνεταιριστικό κίνημα μπορεί να ενισχύσει τις πρακτικές αυτές, είτε αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες είτε συμμετέχοντας εκ των υστέρων, ενώ επιπλέον μπορεί να εντάξει στους κόλπους του δίκτυα συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης που να είναι αμοιβαία επωφελή για τους στόχους αμφοτέρων (14). Οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί και οι λεγόμενοι συνεταιρισμοί μηδενικής χιλιομετρικής απόστασης (15) συνιστούν ένα πρότυπο που αποτελεί ήδη μέρος της πραγματικότητας.

Πολίτες: Ο ενήλικος πληθυσμός, και οι πολίτες γενικότερα, μέσω της αναζήτησης και της συμμετοχής σε πρωτοβουλίες συνεργατικής ή συμμετοχικής κατανάλωσης των οποίων είναι αποδέκτες, μπορούν να αναπτύξουν δράση ενεργού συμμετοχής η οποία, επιπλέον, να συμβάλλει στην προσωπική τους ολοκλήρωση χάρη στην ένταξη και να συντελεί στην κοινωνική συνοχή, χάρη στη συλλογική κοινή χρήση των κοινών αγαθών.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  http://www.web-strategist.com/blog/2013/07/27/collaborative-economy-industry-stats.

(2)  COM(2008) 397 final.

(3)  Botsman Rachel, What"s Mine is Yours: The Rise of Collaborative Consumption (Ό, τι είναι δικό μου είναι και δικό σου: η γένεση της συλλογικής κατανάλωσης).

(4)  Μελέτη που εκπονήθηκε από την Carbonview Research, για λογαριασμό της Campbell Mithun, 2012.

(5)  ΕΕ C 185 της 8.8.2006, σ. 71.

(6)  ΕΕ C 271 της 19.9.2013, σ. 18.

(7)  CESE 1904/2013, «Προς μία βιώσιμη κατανάλωση: διάρκεια ζωής των βιομηχανικών προϊόντων και ενημέρωση των καταναλωτών με στόχο την ανάκτηση της εμπιστοσύνης τους» (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(8)  Albert Cañigueral, www.consumocolaborativo.com.

(9)  Η Rachel Botsman αναφέρεται στο «κεφάλαιο φήμης», ως αξία της φήμης σε κοινότητες και αγορές, καθώς και σε όρους προθέσεων, ικανοτήτων και αξιών.

(10)  Μελέτη «Los Consumidores Europeos en modo alternativo». Observatorio Cetelem, 2013.

(11)  Rachel Botsman.

(12)  Μερικές διευθύνσεις πρωτοβουλιών συλλογικής ή συνεργατικής κατανάλωσης:

http://www.collaborativeconsumption.com/directory/

http://www.consumocolaborativo.com/directorio-de-proyectos/

http://consocollaborative.com/1704-100-sites-de-consommation-collaborative.html

http://collaboriamo.org/

http://www.kokonsum.org/plattformen

http://www.gsara.tv/~ouishare/

(13)  Ο προγραμματισμός της διάρκειας ζωής ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, με βάση σχεδιασμό που συντομεύει εσκεμμένα τη διάρκεια της δυνατότητας πραγματικής λειτουργίας ή χρήσης τους.

(14)  Salcedo Aznal, Alejandro, «Cooperativismo 3.0», 100 años de cooperativismo de consumidores y usuarios: historia y futuro, UNCCUE, 2013, σ. 65-68.

(15)  Συνεταιρισμοί προϊόντων ή δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την τοπική οικονομία και ελαχιστοποιούν τις επιπτώσεις από τη διανομή και τη μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις.


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/9


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Μια στρατηγική για την καταπολέμηση της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2014/C 177/02)

Εισηγητής: ο κ. PALMIERI

Στις 14 Φεβρουαρίου 2013, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

Μια στρατηγική για την καταπολέμηση της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας.

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 19 Δεκεμβρίου 2013.

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2014), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 129 ψήφους υπέρ και 4 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) κρίνει απαραίτητο να επαναλάβει τη σημασία που έχει η καταπολέμηση της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας παράλληλα και σε συνέργεια με την προσοχή που αφιερώνουν στο θέμα αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξειδικευμένοι οργανισμοί όπως το Eurofound, και άλλοι διεθνείς οργανισμοί, αρχής γενομένης από την Παγκόσμια Τράπεζα.

1.2

Η ΕΟΚΕ, ενώπιον της σοβαρής οικονομικής κρίσης που εξακολουθεί να πλήττει την Ευρώπη, υπογραμμίζει τις αρνητικές επιπτώσεις των φαινομένων αυτών από άποψη δυναμικής όσον αφορά στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων και τις ευκαιρίες για καινοτομία και βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου. Η αποκάλυψη των αδήλωτων επιχειρήσεων και εργαζομένων θα μπορούσε αντιθέτως να αποτελέσει παράγοντα οικονομικής ανάκαμψης και να θέσει τα θεμέλια για πιο βιώσιμη ανάπτυξη.

1.3

Αν και πρόκειται για πολιτικές αρμοδιότητας των κρατών μελών, αναγνωρίζεται ευρέως ότι για να είναι αποτελεσματική η καταπολέμηση πρέπει να στηρίζεται στην συστηματική ανταλλαγή πληροφοριών, δεδομένων και αξιολογήσεων, σε ενωσιακό επίπεδο, έτσι ώστε να καταστεί πραγματικότητα η συμμετοχή και η συνεργασία των εμπλεκόμενων αρμόδιων αρχών και των κοινωνικών εταίρων.

1.4

Λόγω της φύσης της, η ΕΟΚΕ, αποτελεί συνεπώς τον ιδανικό χώρο για την προώθηση και την ενθάρρυνση της ανταλλαγής μέσων, πολιτικών και βέλτιστων πρακτικών, ούτως ώστε να ασκηθεί επίδραση τόσο στους οικονομικούς παράγοντες όσο και στο πολιτιστικό και κοινωνικό πλαίσιο, στα πλαίσια της στρατηγικής που καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) για την καταπολέμηση της παράνομης εργασίας και της φοροδιαφυγής, και η οποία βασίζεται στην ενσωμάτωση στην επίσημη αγορά εργασίας.

1.5

Κατά πρώτον, η ΕΟΚΕ θεωρεί καθοριστικής σημασίας την ποσοτική και την ποιοτική αξιολόγηση αυτών των φαινομένων, έντονα ετερογενών στα διάφορα κράτη μέλη (ΚΜ), και των αρνητικών οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεών τους, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν με διαφορετικούς τρόπους τα κράτη μέλη λόγω διαφορετικών διαρθρωτικών όρων και πλαισίων. Χωρίς συγκρίσιμα δεδομένα και πληροφορίες στα διάφορα κράτη μέλη η στρατηγική καταπολέμησης αποδυναμώνεται, εφόσον απαιτούνται είτε μέτρα σχεδιασμένα να μετρούν την έκταση του προβλήματος είτε αξιολογήσεις αντικτύπου των πολιτικών που εφαρμόζονται.

1.6

Επομένως, η ΕΟΚΕ προτείνει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα μεθοδολογίας στις εκτιμήσεις για το μέγεθος και την εξέλιξη της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας, οι οποίες μέχρι τώρα ούτε κοινές είναι ούτε πλήρεις, με τη χρήση της μεθόδου που βασίζεται σε έρευνες του εργατικού δυναμικού οι οποίες να έχουν διεξαχθεί κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα κράτη μέλη. Η μέθοδος αυτή αναπτύχθηκε κυρίως από το Ιταλικό Ινστιτούτο Στατιστικής, και έχει συνεπώς δοκιμαστεί σε μια χώρα ιδιαίτερα ευάλωτη σε αυτά τα φαινόμενα, αλλά με ευρεία περιφερειακή ετερογένεια.

1.7

Το βασικό στοιχείο της ετερογένειας αφορά την έκταση της παραοικονομίας, η οποία σε ορισμένα κράτη μέλη και σε ορισμένες περιοχές φθάνει το 30% του συνολικού προϊόντος, συνιστώντας όχι τόσο ένα απλό πρόβλημα, όσο ένα αναπόσπαστο μέρος του συστήματος παραγωγής τους. Για τον λόγο αυτό η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την ανάγκη να ενεργοποιηθεί ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικών καταπολέμησης –που να εφαρμόζονται σε διαφορετικές περιοχές, σε διαφορετικούς παραγωγικούς τομείς και για διαφορετικούς τύπους εργασίας– προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι συγκεκριμένοι παράγοντες που δεν είναι μόνο οικονομικοί, αλλά και πολιτισμικοί και κοινωνικοί και οι οποίοι τροφοδοτούν την παραοικονομία και την αδήλωτη εργασία.

1.8

Οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να συμβάλουν στην ανάδειξη της παραοικονομίας, ιδιαίτερα σε τομείς όπου δεν αποτελεί ένα απλό τέχνασμα για την εξοικονόμηση του κόστους παραγωγής, αλλά λειτουργεί ως αναπόσπαστο μέρος του παραγωγικού ιστού. Οι πολιτικές καταπολέμησης απαιτούν, πράγματι, την ενεργοποίηση δικτύων μεταξύ ευρωπαϊκών, εθνικών και τοπικών φορέων, που γνωρίζουν το πρόβλημα και είναι σε θέση να προωθήσουν δράσεις προκειμένου να καταστήσουν την παραοικονομία ασύμφορη. Τούτο είναι δυνατό με την επιβολή κυρώσεων σε όποιον την ασκεί, με αποτελεσματικά αποτρεπτικά μέτρα και με την ενθάρρυνση της αποκάλυψής της μέσω προληπτικών και ανασταλτικών δράσεων, πιθανόν χρησιμότερων στη σημερινή οικονομική κρίση.

1.9

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τη δημιουργία παρατηρητηρίων για την παραοικονομία σε περιφερειακό επίπεδο, με εκπροσώπους των εργοδοτών, των συνδικάτων και των αρμόδιων δημόσιων αρχών, με στόχο τη μελέτη του προβλήματος και την εξέλιξή του στο χρόνο, τον εντοπισμό των βασικών χαρακτηριστικών και την αξιολόγηση των πλέον αποτελεσματικών μέτρων παρέμβασης καθώς και την εποπτεία της εφαρμογής τους.

1.10

Η ΕΟΚΕ ζητά η καταπολέμηση της παραοικονομίας να μην περιορίζεται εντός των ορίων της ΕΕ, αλλά να εφαρμόζεται η εταιρική κοινωνική ευθύνη όταν απουσιάζουν τα ελάχιστα πρότυπα αξιοπρεπούς εργασίας σε τρίτες χώρες που εκτελούν συμβάσεις υπεργολαβίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι μια πρακτική που όχι μόνο βλάπτει τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, αλλά χρησιμοποιεί την παιδική εργασία και θέτει σε κίνδυνο την προσωπική ασφάλεια αυτών των εργαζομένων, όταν αγνοούνται βασικά μέτρα ασφαλείας, όπως συνέβη πρόσφατα με την κατάρρευση ενός εργοστασίου στο Μπαγκλαντές.

2.   Η δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την παραοικονομία και την αδήλωτη εργασία

2.1

Στα πλαίσια της στρατηγικής της ΕΕ –Ευρώπη 2020 για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη– στις κατευθυντήριες γραμμές για τις οικονομικές πολιτικές των κρατών μελών ενσωματώνονται κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών, μεταξύ των οποίων η καταπολέμηση της παραοικονομίας και της αδήλωτης, λαθραίας ή άτυπης εργασίας, που παραμένουν αρμοδιότητα των κρατών μελών (1). Στη γενική έννοια της παραοικονομίας περιλαμβάνονται διάφορες δραστηριότητες, από νόμιμες δραστηριότητες, που πραγματοποιούνται παράνομα, έως παράνομες δραστηριότητες. Με τον όρο αδήλωτη εργασία νοούνται «όλες οι αμειβόμενες δραστηριότητες που είναι νόμιμες ως προς τη φύση τους αλλά δεν δηλώνονται στις δημόσιες αρχές, λαμβανομένων υπόψη βεβαίως των διαφορετικών κανονιστικών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται στα διάφορα κράτη μέλη. Ο ορισμός αυτός συνδέει την αδήλωτη εργασία με τη φοροδιαφυγή και/ή την απάτη στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης και καλύπτει ποικίλες δραστηριότητες, από την άτυπη παροχή οικιακών υπηρεσιών έως την λαθραία εργασία ατόμων που διαμένουν παράνομα σε ένα κράτος, αλλά αποκλείει τις εγκληματικές δραστηριότητες» (2).

2.1.1

Η παραοικονομία επηρεάζει την εύρυθμη λειτουργία των παραγωγικών δραστηριοτήτων και την ποιότητα του εργατικού δυναμικού, παρακωλύοντας τις οικονομικές, κοινωνικές και δημοσιονομικές πολιτικές που αποσκοπούν στην ανάπτυξη και αμφισβητώντας τις προσπάθειες για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων που έχουν τεθεί στα πλαίσια της στρατηγικής Ευρώπη 2020 και αφορούν τους τομείς της οικονομίας και της απασχόλησης. Οι αρνητικές επιπτώσεις επιδεινώνονται λόγω αντικτύπου της οικονομικής κρίσης στην κοινωνία και στην απασχόληση, που μειώνει τις ευκαιρίες απασχόλησης και θέτει σε κίνδυνο τις προοπτικές κερδών και εσόδων για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους.

2.1.2

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση (ΕΣΑ), δίνεται μεγαλύτερη προσοχή σε αυτά τα φαινόμενα (3), τα οποία αντιμετωπίζονται είτε άμεσα είτε με γενικότερες εκτιμήσεις όσον αφορά την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, καθώς και σε σχέση με παράπλευρα θέματα όπως η παράνομη μετανάστευση στην ΕΕ και η αξιοπρεπής εργασία σε τρίτες χώρες.

2.1.3

Ειδικότερα, η παραοικονομία και η αδήλωτη εργασία είναι στοιχεία της δέσμης για την απασχόληση που ανακοινώθηκε τον Απρίλιο του 2012, της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης 2012 και 2013, καθώς και αρκετών συστάσεων προς τα κράτη μέλη για την καταπολέμηση της άτυπης απασχόλησης και της φοροδιαφυγής. Στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής (4), μεταξύ των νομοθετικών πρωτοβουλιών που πρέπει να εφαρμοστούν από το 2014, υπάρχει η «Ευρωπαϊκή πλατφόρμα για την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας» προκειμένου να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών στα κράτη μέλη, να διαδοθούν οι βέλτιστες πρακτικές και να αναπτυχθούν κοινές αρχές.

2.2

Καθοριστικής σημασίας στοιχείο θεωρείται η συμμετοχή των οργανώσεων των εργοδοτών και των συνδικαλιστών στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων: «Οι κοινωνικοί εταίροι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε εθνικό επίπεδο για τον καθορισμό των κανόνων της αγοράς εργασίας» (5). Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) έχει συζητήσει και προωθήσει την εξέλιξη των ενωσιακών πολιτικών κατά της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας, με την έγκριση δύο γνωμοδοτήσεων το 1999 και 2005 (6).

2.2.1

Με την πρώτη γνωμοδότηση η ΕΟΚΕ τάχθηκε υπέρ της στρατηγικής καταπολέμησης που βασίζεται στην ενσωμάτωση στην επίσημη αγορά εργασίας και σε ένα μείγμα πολιτικών προσαρμοσμένων στα νομοθετικά και παραγωγικά πλαίσια των κρατών μελών. Επεσήμανε επίσης ορισμένα στοιχεία ασάφειας ή υποτίμησης όσον αφορά τον ορισμό της αδήλωτης εργασίας, τη διάκριση ανάμεσα σε αυτόν που αναγκάζεται να παραμείνει παράνομος και σε αυτόν που σκόπιμα επιλέγει να μην νομιμοποιηθεί, τη διοικητική και φορολογική επιβάρυνση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και της βιοτεχνίας, τη διαχείριση των παράνομων μεταναστών, τη ρύθμιση των νέων μορφών εργασίας, την ετερογένεια του συνόλου των αδήλωτων εργαζομένων, την πιθανή αναποτελεσματικότητα ορισμένων προβλεπόμενων μέτρων καταπολέμησης.

2.2.2

Η δεύτερη γνωμοδότηση υιοθετήθηκε από την ΕΟΚΕ το 2005 με δική της πρωτοβουλία (7), με την επανάληψη των προβλημάτων που είχαν ήδη επισημανθεί στην προηγούμενη γνωμοδότηση και με την προσθήκη επιπλέον στοιχείων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η βελτίωση των κινήτρων για τη δήλωση της εργασίας, η μείωση της γραφειοκρατίας για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, η ειδική προσοχή στις χαμηλόμισθες εργαζόμενες, η προώθηση εκστρατειών ενημέρωσης και εκπαίδευσης για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους, η εφαρμογή αποτελεσματικού συστήματος ελέγχων και κυρώσεων ως αντικίνητρο, η προσοχή στα πρότυπα εργασίας σε τρίτες χώρες, η σχέση με την ανεργία.

3.   Γενικές παρατηρήσεις: η ανάγκη παρέμβασης

3.1

Η παραοικονομία οφείλεται όχι μόνο στο θεωρούμενο υπερβολικό κόστος (ιδιαίτερα της εργασίας), με στόχο συνεπώς την παράνομη μείωση του κόστους παραγωγής λόγω της φορολογικής απάτης και της εισφοροδιαφυγής. Οφείλεται επίσης και στην επιθυμία μη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία και τα πρότυπα εργασίας (κατώτατοι μισθοί, μέγιστο ωράριο απασχόλησης, ασφάλεια, πιστοποιήσεις). Από την επιχειρηματολογία εξαιρούνται οι εγκληματικές δραστηριότητες και οι νόμιμες δραστηριότητες που ασκούνται από μη εξουσιοδοτημένους φορείς, ενώ περιλαμβάνονται οι περιστασιακές άτυπες μορφές απασχόλησης στο οικογενειακό ή γειτονικό περιβάλλον, που γενικά τυγχάνουν μεγαλύτερης κοινωνικής αποδοχής.

3.1.1

Η πολυπλοκότητα του φαινομένου συμβάλει ώστε το εργατικό δυναμικό που εμπλέκεται σε αυτή την περίπτωση να είναι πολύ διαφοροποιημένο (8): αυτοαπασχολούμενοι οι οποίοι δεν επιλέγουν να νομιμοποιηθούν, εργαζόμενοι που δεν καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση ή είναι χωρίς σύμβαση ή αμείβονται εν μέρει σε μετρητά, συμβοηθούντα μέλη της οικογένειας, εργαζόμενοι οι οποίοι δεν δηλώνουν τη δεύτερη ή την τρίτη εργασία, παράνομοι μετανάστες, εργαζόμενοι χωρίς τα ελάχιστα πρότυπα της αξιοπρεπούς εργασίας σε τρίτες χώρες που αναλαμβάνουν υπεργολαβία για την ΕΕ.

3.2

Η ανάγκη να αντιμετωπιστούν σοβαρά η παραοικονομία και η αδήλωτη εργασία προκύπτει από τις πολλαπλές επιπτώσεις τους τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους εργαζομένους, καθώς και στον δημόσιο προϋπολογισμό:

ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων στρεβλώνεται λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ όσων σέβονται τους κανόνες και όσων όχι, διατηρώντας δραστηριότητες, οι οποίες πιθανόν θα ήταν εκτός αγοράς· δημιουργείται επίσης μια δυναμική αναποτελεσματικότητας, όταν οι επιχειρήσεις δεν αναπτύσσονται για να μπορούν να παραμένουν παράνομες και δεν έχουν επαρκή πρόσβαση στην πίστωση·

οι εργαζόμενοι υπόκεινται σε συνθήκες ανασφάλειας, τόσο από φυσικής όσο και από εισοδηματικής και ασφαλιστικής πλευράς, με συνέπειες όχι μόνο ηθικές σε ό,τι αφορά την αξιοπρέπειά τους, αλλά και όσον αφορά την παραγωγή, εφόσον δεν έχουν τη δυνατότητα της δια βίου μάθησης, της επαγγελματικής εξέλιξης, της εκ νέου εξειδίκευσης, των διαδικασιών παραγωγής και των προϊόντων·

τα δημόσια οικονομικά χάνουν πόρους, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα φορολογικά και ασφαλιστικά έσοδα («tax gap»), και να καθίσταται άνιση η κατανομή του κόστους των δημόσιων υπηρεσιών και του κράτους πρόνοιας (free riding).

3.3

Η διαδικασία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και οι κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές δημιουργούν εξάλλου –τουλάχιστον δυνητικά– περισσότερο χώρο για την παραοικονομία και την αδήλωτη εργασία, οπότε οι πολιτικές για την καταπολέμησή τους πρέπει να εξελίσσονται αναλόγως, να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και να αντιμετωπίζουν τα φαινόμενα που εμφανίζονται. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ζήτηση όσον αφορά υπηρεσίες και φροντίδα στο σπίτι, για τη μείωση των μορφών των προτύπων εργασίας και για την αυξανόμενη ευελιξία των συμβατικών σχέσεων, για την αύξηση της αυτοαπασχόλησης και της εξωτερικής ανάθεσης, για την ενίσχυση των πολυεθνικών ομίλων. Αυτό απαιτεί να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στους ορισμούς των κανόνων, στα εργαλεία εποπτείας και ελέγχου, στις μορφές του διεθνούς συντονισμού.

3.4

Από στατιστικής πλευράς οι παράνομες δραστηριότητες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ΑΕγχΠ, και απαιτούν κατάλληλες μεθοδολογίες για να εκτιμηθούν. Ωστόσο, είναι δύσκολο να ληφθούν αξιόπιστες και συγκρίσιμες πληροφορίες στην ΕΕ σχετικά με το μέγεθος και τη δομή, για τρεις τουλάχιστον λόγους: i) τη φύση των φαινομένων που εξ ορισμού δεν μπορούν να παρατηρηθούν άμεσα, ii) την πληθώρα των κατευθυντήριων γραμμών στα κράτη μέλη που οδηγούν σε διαφορετικές εθνικές νομοθεσίες iii) τη χρήση διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού. Προφανώς διαφορετικές προσεγγίσεις συνεπάγονται διαφορετικούς ποσοτικούς προσδιορισμούς, που μπορεί να διαφέρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, ακόμη και εντός της ίδιας χώρας (βλ. Πίνακα 1). Συνήθως, οι τιμές που δημοσιεύονται από επίσημες εθνικές πηγές είναι υποτιμημένες σε σχέση με τις αναλύσεις μελετητών και διεθνών οργανισμών.

3.4.1

Υπάρχουν τρεις μέθοδοι εκτίμησης του μεγέθους της παραοικονομίας, που μπορούν εξάλλου να εφαρμοστούν σε διαφορετικά αντικείμενα ανάλυσης (προστιθέμενη αξία ή απασχόληση):

άμεσες έρευνες σε μικροοικονομικό επίπεδο (πχ. Ευρωβαρόμετρο και European Social Survey) με περιστασιακές ή συνεχείς δειγματοληπτικές έρευνες με τις οποίες καλούνται οι ερωτώμενοι να αναφέρουν κάποια χαρακτηριστικά της σχέσης εργασίας τους (9)·

έμμεσες εκτιμήσεις σε μακροοικονομικό επίπεδο, με βάση άλλα γνωστά μεγέθη και σταθερά συνδεδεμένα με την παραοικονομία, όπως οι εθνικοί λογαριασμοί, η δυναμική της αγοράς εργασίας, η κατανάλωση, η νομισματική ζήτηση·

οικονομετρικά πρότυπα που αντιμετωπίζουν την παραοικονομία ως θεωρητική μεταβλητή, με βάση τους κύριους παράγοντες που την ευνοούν και τους δείκτες της παράνομης δραστηριότητας.

3.5

Σε μία μελέτη ευρωπαϊκού επιπέδου προτείνεται ως χρήσιμη βάση για την παραγωγή ομοιογενών και συγκρίσιμων εκτιμήσεων μεταξύ των κρατών μελών η έμμεση μεθοδολογία που αναπτύχθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής της Ιταλίας, η οποία βασίζεται σε ευρέως προσιτά και αξιόπιστα δεδομένα των εισροών εργασίας (10). Μεσοπρόθεσμα, τούτο θα μπορούσε να παράσχει στην ΕΕ μια ενιαία και κοινή βάση ανάλυσης, σύγκρισης και αξιολόγησης, που να μην εξαρτάται από εργασίες κέντρων μελετών ή εξωτερικών οργανισμών.

3.6

Επί του παρόντος, συγκρίσιμες πληροφορίες για όλα τα κράτη μέλη προέρχονται είτε από οικονομετρικά μοντέλα σχετικά με την παραοικονομία είτε από άμεσες δειγματοληπτικές έρευνες σχετικά με το μερίδιο του εργατικού δυναμικού (μισθωτοί και αυτοαπασχολούμενοι) που απασχολείται ατύπως, των οποίων τα αποτελέσματα είναι εν μέρει αντικρουόμενα διότι αναλύουν διαφορετικά μεγέθη (βλ. πίνακα 2). Εξάλλου μόνο λίγα κράτη μέλη πραγματοποιούν περιοδικές εθνικές μελέτες του φαινομένου.

3.6.1

Η οικονομετρική μέθοδος καταγράφει μέγιστες τιμές σε ορισμένα κεντροανατολικά κράτη μέλη (έως και πάνω από 30 % στη Βουλγαρία), υψηλές στον Νότο, μεσαίες στην υπόλοιπη κεντροανατολική Ευρώπη και στις σκανδιναβικές χώρες και ελάχιστες στα κράτη μέλη της ηπειρωτικής Ευρώπης και στα αγγλοσαξονικά κράτη (11).

3.6.2

Αντιθέτως η άμεση μέθοδος καταγράφει μια πιο διαφοροποιημένη εικόνα, με μέγιστες τιμές στον Νότο (ιδιαίτερα στην Κύπρο και την Ελλάδα), αλλά και στην Ιρλανδία και την Πολωνία, και ελάχιστες τιμές σε ορισμένα κεντροανατολικά, σκανδιναβικά και ηπειρωτικά κράτη μέλη (12).

4.   Ειδικές παρατηρήσεις: αντίκτυπος της κρίσης και προτεινόμενα πολιτικά μέτρα

4.1

Ο αντίκτυπος της κρίσης και των πολιτικών λιτότητας δεν είναι εκ των προτέρων προφανής. Από την πλευρά της προσφοράς, η ύφεση θα πρέπει να ενθαρρύνει τη μείωση, έστω παράνομα, του κόστους παραγωγής για να αντισταθμίσει τη μείωση των κερδών και των εσόδων, ενόψει της μεγαλύτερης προθυμίας των ανέργων να αποδέχονται αδήλωτη εργασία. Από την πλευρά της ζήτησης όμως μειώνονται οι ευκαιρίες απασχόλησης για άτομα χαμηλής εξειδίκευσης, διότι καταναλώνουν και επενδύουν λιγότερο, σε τομείς όπως οι κατασκευές, το εμπόριο, τα ξενοδοχεία και η εστίαση, οι οικιακές υπηρεσίες.

4.1.1

Πράγματι, τα εμπειρικά στοιχεία δεν είναι πειστικά (13). Η πρόσφατη εξέλιξη εμφανίζεται ομοιόμορφα φθίνουσα σύμφωνα με τα οικονομετρικά μοντέλα, εκτός από μια μικρή αύξηση το 2009, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, αλλά με μια επακόλουθη ταχεία ανάκτηση μεταξύ 2010 και 2012 (βλ. Πίνακα 3). Από τις άμεσες έρευνες προκύπτει αντιθέτως ένα πιο διαφοροποιημένο τοπίο με ορισμένα κράτη μέλη να παρουσιάζουν μείωση της άτυπης απασχόλησης για τους εργαζόμενους και άλλα, αντιθέτως, να καταγράφουν αύξηση της φοροαποφυγής για τους αυτοαπασχολούμενους.

4.2

Εκτός από το μέγεθος, η δομή της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας ποικίλλει στα διάφορα κράτη μέλη, λόγω των διαφορών τόσο στην παραγωγική δομή όσο και στα συστήματα του κράτους πρόνοιας (14). Οι κατηγορίες των εργαζομένων που πλήττονται περισσότερο από αυτά τα φαινόμενα –οι οποίοι κανονικά αντιμετωπίζουν οικονομικές συνθήκες χειρότερες από τον μέσο όρο– υφίστανται μεγαλύτερη συρρίκνωση λόγω της ύφεσης και βλέπουν να μειώνονται οι εισοδηματικές προοπτικές τους (15).

4.3

Συνεπώς η δυναμική της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας –ιδίως λόγω της κρίσης– επηρεάζει σε διαφορετικό βαθμό το εργατικό δυναμικό τόσο στα διάφορα κράτη μέλη όσο και στις επιμέρους οικονομίες. Αυτό το ανομοιογενές αποτέλεσμα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τη χάραξη πολιτικών για την καταπολέμηση της παραοικονομίας και κατά την εφαρμογή αντικυκλικών κοινωνικών πολιτικών.

4.4

Δεδομένης της πολυπλοκότητας και του πολυδιάστατου χαρακτήρα της παραοικονομίας και της αδήλωτης εργασίας, είναι κοινώς αποδεκτή η ανάγκη συνδυασμού μέσων καταπολέμησης, από την αποτροπή μέσω ελέγχων και επιβολής κυρώσεων έως την παροχή κινήτρων για τη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την αυξανόμενη, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, σημασία των μέτρων πρόληψης και αντιμετώπισης που αποσκοπούν στην αποφυγή της εμφάνισης παραγόντων που ενισχύουν ή ενθαρρύνουν την παραοικονομία, και τα οποία πιθανόν να συμβάλουν αποτελεσματικότερα στην έξοδο από την κρίση (16) (βλ. πίνακα 4).

4.5

Γενικά προτείνονται διάφορα μέτρα που αφορούν διαφορετικές πτυχές του προβλήματος:

οικονομικότερη και ευκολότερη συμμόρφωση με τους κανονισμούς για τις επιχειρήσεις με την μεταρρύθμιση και την απλοποίηση των διοικητικών και φορολογικών διαδικασιών·

αύξηση του κινδύνου αποκάλυψης με την ενίσχυση των ελέγχων –ιδίως μέσω τριμερών επιθεωρήσεων με εκπροσώπους των αρμόδιων δημόσιων αρχών (17), των εργοδοτών και των συνδικάτων– και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των υφιστάμενων κυρώσεων·

ενθάρρυνση της ανάπτυξης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και εφαρμογή βιομηχανικών πολιτικών για την προώθηση των παραγωγικών τομέων με υψηλή ένταση ειδικευμένης εργασίας·

μείωση της ελκυστικότητας της αδήλωτης εργασίας για τους εργαζόμενους με στήριξη του εισοδήματος και σαφέστερη σχέση μεταξύ κοινωνικών εισφορών και παροχών·

ρύθμιση των νέων μορφών εργασίας ούτως ώστε να μην αποτελούν αντικείμενο καταχρήσεων αλλά να επιτρέπουν τον συνδυασμό των απαιτήσεων των επιχειρήσεων και των εργαζομένων·

παρακολούθηση της τακτικής εισφοράς μέσω κατάλληλων δεικτών του κόστους εργασίας του εργατικού δυναμικού (18) (διαφορετικών ανά τομέα, κατηγορία επιχείρησης και περιοχής) από κοινού με τους κοινωνικούς εταίρους·

μείωση της κοινωνικής αποδοχής της παραοικονομίας και διάδοση της φορολογικής ηθικής με την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, με την αναζήτηση περισσότερης ισότητας στις φορολογικές επιβαρύνσεις και με την αύξηση της εμπιστοσύνης στην δημόσια διοίκηση και πολιτική·

εκπόνηση περιοδικών εκθέσεων παρακολούθησης για την αξιολόγηση των σε εξέλιξη δυναμικών και της αποτελεσματικότητας των μέτρων που έχουν ληφθεί·

ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, ακόμη και μέσω ειδικών οργανισμών ή θεσμικών οργάνων (19).

4.6

Ωστόσο όλα τα μέτρα έχουν ένα κοινό στόχο: όσον αφορά τις επιχειρήσεις, το κόστος των οικονομικών κυρώσεων και της κοινωνικής φήμης να υπερβαίνει τα πιθανά οφέλη που προκύπτουν από απάτη ή παρανομία, και επομένως ο κίνδυνος να είναι λιγότερο ελκυστικός· όσον αφορά τους εργαζόμενους, να διασφαλιστεί ότι η νόμιμη εργασία αμείβεται περισσότερο από την αδήλωτη, όσον αφορά το μηνιαίο εισόδημα και τις μελλοντικές προοπτικές. Τούτο απαιτεί συνεπώς μέτρα που να συνοδεύουν τη μετατροπή της αδήλωτης εργασίας σε κανονική απασχόληση.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henry MALOSSE


(1)  «Στοχεύοντας σε μια ανάκαμψη με άφθονες θέσεις απασχόληση», COM(2012) 173 final, σημείο1.1· απόφαση του Συμβουλίου 2010/707/ΕΕ σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών, κατευθυντήρια γραμμή 7.

(2)  COM(2007) 628. Παρόμοιο ορισμό χρησιμοποιεί ο ΟΟΣΑ. Η Παγκόσμια Τράπεζα προτείνει αντιθέτως να συμπεριληφθούν οι υπάλληλοι χωρίς σύμβαση και οι αυτοαπασχολούμενοι με πέντε ή λιγότερους υπαλλήλους.

(3)  

2013 Έγγραφο εργασίας της ΔΟΕ «Labour Inspection and Undeclared Work in the EU»

Βάση δεδομένων και έκθεση Eurofound του 2013 «Tackling undeclared work in 27 European Union Member States and Norway. Approaches and measures since 2008»·

«Δέσμη μέτρων για την απασχόληση 2012»: Ανακοίνωση της Επιτροπής «Στοχεύοντας σε μια ανάκαμψη με άφθονες θέσεις απασχόληση»·

Ανακοινώσεις της Επιτροπής του 2012 και του 2013 «Ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης»·

Ειδικές συστάσεις ανά χώρα 2012 και 2013·

Πρόγραμμα αμοιβαίας μάθησης PROGRESS 2012, αξιολόγηση από ομοτίμους του προγράμματος «Combatting undeclared work as a growing challenge in the context of high unemployment»·

Ανακοίνωση της Επιτροπής του 2010 «Ατζέντα για νέες δεξιότητες και θέσεις εργασίας: Ευρωπαϊκή συμβολή για την πλήρη απασχόληση», COM(2010) 682·

Απόφαση του Συμβουλίου 2010/707/ΕΕ της 21ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών»·

Ανακοίνωση της Επιτροπής του 2007 «Ενίσχυση της καταπολέμησης της αδήλωτης εργασίας», COM(2007) 628·

Μελέτη Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 2007 για την αδήλωτη εργασία·

Ανακοίνωση της Επιτροπής «Αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης για την πράσινη βίβλο της Επιτροπής «Εκσυγχρονισμός του εργατικού δικαίου για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα», COM(2007) 627·

Πράσινη Βίβλος «Εκσυγχρονισμός της εργατικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα» COM(2006) 708·

2010 «Feasibility of establishing a European platform for cooperation between labour inspectorates, and other relevant monitoring and enforcement bodies with the aim of preventing and fighting undeclared work» (Δυνατότητα δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής πλατφόρμας για τη συνεργασία μεταξύ της επιθεώρησης εργασίας και άλλων αρμόδιων φορέων παρακολούθησης για την καταπολέμηση και την πρόληψη της αδήλωτης εργασίας (μελέτη Regioplan).

(4)  COM(2012) 629 final.

(5)  «Στοχεύοντας σε μια ανάκαμψη με άφθονες θέσεις απασχόληση», COM(2012) 173 final, § 3.2.

(6)  ΕΕ C 101, 12.4.1999, σ. 30-37, με βάση το έγγραφο COM(98) 219. EE C 255, 14.10.2002, σ. 61-66. Το θέμα αυτό ωστόσο εξετάζεται και σε άλλες γνωμοδοτήσεις που αφορούν γενικότερα την αγορά εργασίας ή παρεμφερή φαινόμενα της παραοικονομίας: μεταξύ αυτών, EE C 175, 27.7.2007, σ. 65-73, και ΕΕ C 204, 9.8.2008, σ. 70-76.

(7)  Με βάση του ψήφισμα του Συμβουλίου για την αδήλωτη εργασία αριθ. 13538/1/03 και την απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης.

(8)  ILO, Labour Inspection and Undeclared Work in the EU, Working Document Number 29, Γενεύη, 2013, κεφ. 1.

(9)  Αν και υπάρχει ο κίνδυνος της ελλιπούς εκπροσώπησης της παραοικονομίας, λόγω μη ειλικρινών απαντήσεων, το πλεονέκτημα είναι ότι συλλέγονται πολλά στοιχεία κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα.

(10)  Ciccarone G. et al., Study on indirect measurement methods for undeclared work in the EU, GHK & Fondazione G. Brodolini, Τελική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής — ΓΔ Απασχόληση, Εσωτερικές Υποθέσεις και Κοινωνική Ένταξη, Δεκέμβριος 2009.

(11)  Schneider F., The Shadow Economy and Work in the Shadow: What Do We (Not) Know?, IZA Discussion Paper, n. 6423, marzo 2012; Schneider F., Size and Development of the Shadow Economy of 31 European and 5 other OECD Countries from 2003 to 2012: Some New Facts, working paper, 2012.

(12)  Hazans M., Informal Workers across Europe. Evidence from 30 European Countries, Policy Research Working Paper, n. 5912, Παγκόσμια Τράπεζα, Δεκέμβριος 2011· Packard T. — Koettl J. — Montenegro C.E., In From the Shadow. Integrating Europe's Informal Labor, Παγκόσμια Τράπεζα 2012, κεφ. 1.

(13)  Schneider F., cit.; Hazans M., cit., Packard T. — Koettl J. — Montenegro C.E., cit.

(14)  Στις σκανδιναβικές χώρες με τις υψηλότερες δαπάνες για τις πολιτικές της αγοράς εργασίας, της κοινωνικής προστασίας και ανακατανομής, και ως εκ τούτου υψηλότερα επίπεδα ισότητας όσον αφορά τα έσοδα, καταγράφεται χαμηλότερη επίπτωση της αδήλωτης εργασίας, η οποία αφορά σε μεγάλο βαθμό δευτερεύουσα απασχόληση με στόχο τη συμπλήρωση του εισοδήματος. Στη Νότια Ευρώπη, όμως, η παραοικονομία διαδραματίζει ρόλο υποκατάστατου σε σχέση με τους περιορισμούς των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας και την ευημερία, έτσι ώστε να είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ανέργους και τα άτομα που είναι στο περιθώριο της επίσημης αγοράς εργασίας. Βλ. Eurofound, Tackling undeclared work in 27 European Union Member States and Norway. Approaches and measures since 2008, Ιούνιος 2013, κεφ. 1 και 4.

(15)  Hazans M., σελ. 22-39.

(16)  Eurofound, κεφ. 2 και 3.

(17)  ILO, όπως ανωτέρω, κεφ.3

(18)  Καθιστούν δυνατό τον εντοπισμό πιθανής απασχόλησης αδήλωτων εργαζομένων εάν από τις φορολογικές δηλώσεις προκύπτει κόστος εργασίας (μισθός συν εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας) χαμηλότερο από τα εκτιμώμενα ελάχιστα όρια. Αναφέρονται ως καλή πρακτική στο έγγραφο COM(2007) 628 final.

(19)  Dekker H. et al., Joining up the fight against undeclared work in Europe, Regioplan, Τελική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής — ΓΔ Απασχόληση, Εσωτερικές Υποθέσεις και Κοινωνική Ένταξη, Δεκέμβριος 2010, κεφ. 5.


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/15


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η προσβασιμότητα ως ανθρώπινο δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2014/C 177/03)

Εισηγητής: Ο Κ. ΒΑΡΔΑΚΑΣΤΆΝΗΣ

Στις 14 Φεβρουαρίου 2013, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

Η προσβασιμότητα ως ανθρώπινο δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 19 Νοεμβρίου 2013.

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 152 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ καλεί τα Όργανα της ΕΕ να αναγνωρίσουν ότι το άρθρο 9 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (εφεξής ΣΗΕΔΑΑ) συνιστά ανθρώπινο δικαίωμα αυτό καθεαυτό και ότι, ως εκ τούτου, η πλήρης εφαρμογή του πρέπει να οδηγήσει, μέσω νομοθετικών και πολιτικών μέτρων, στη δημιουργία των συνθηκών που είναι απαραίτητες προκειμένου τα άτομα με αναπηρίες να έχουν πρόσβαση σε κάθε είδους περιβάλλον και εκδήλωση της ζωής. Αυτό έχει καίρια σημασία για να μπορούν τα άτομα με αναπηρίες να απολαμβάνουν πλήρως τα ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά δικαιώματά τους. Η προσβασιμότητα ωφελεί το σύνολο της κοινωνίας.

1.2

Η ΕΟΚΕ καλεί όλα τα Όργανα, τους πολιτικούς φορείς και τους οργανισμούς της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ΕΟΚΕ, να προετοιμάσουν, σε διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό κίνημα των ατόμων με αναπηρίες, ένα συγκεκριμένο σχέδιο για να εξασφαλιστεί η προσβασιμότητα, μεταξύ άλλων, στις εγκαταστάσεις, στους ιστοτόπους και στα έγγραφά τους.

1.3

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η προσβασιμότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση της βιωσιμότητας και της κοινωνικής της διάστασης, στον αγώνα για την καταπολέμηση της φτώχειας και της περιθωριοποίησης, καθώς και στις προσπάθειες για την προώθηση της κοινωνικής συνοχής.

1.4

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι πραγματοποιήθηκαν σημαντικά βήματα σε τομείς όπως οι μεταφορές και οι τηλεπικοινωνίες (π.χ. το Ψηφιακό Θεματολόγιο), αλλά χρειάζονται περισσότερες δράσεις και στην εσωτερική αγορά.

1.5

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η έλλειψη προσβασιμότητας αποτελεί διάκριση αυτή καθεαυτή και, για τον λόγο αυτόν, υπογραμμίζει την ανάγκη να θεσπισθεί νομοθεσία της ΕΕ κατά των διακρίσεων, απευθύνει δε έκκληση στο Συμβούλιο να ενεργήσει ώστε να απεμπλακεί η πρόταση οδηγίας για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού COM(2008)426 final (άρθρο 19 της ΣΛΕΕ).

1.6

Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ανταποκριθεί στην προ πολλού αναληφθείσα δέσμευσή της να παρουσιάσει μια νομικά δεσμευτική Ευρωπαϊκή Πράξη για την Προσβασιμότητα.

1.7

Η ΕΟΚΕ καλεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ να εγκρίνουν την τρέχουσα πρόταση οδηγίας για την προσβασιμότητα στους ιστοτόπους οργανισμών του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τη σχετική γνωμοδότηση για την προσβασιμότητα των ιστοτόπων οργανισμών του δημόσιου τομέα (1) της ΕΟΚΕ και τις προτάσεις του Ευρωπαϊκού Φόρουμ των Ατόμων με Αναπηρία.

1.8

Η ΕΟΚΕ καλεί τα Όργανα της ΕΕ να συμφωνήσουν όσον αφορά την ενσωμάτωση προαπαιτούμενων όρων σχετικά με την προσβασιμότητα και την αναπηρία στον υφιστάμενο κανονισμό κοινών διατάξεων για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, στα μέσα εξωτερικής βοήθειας και σε άλλα μέσα χρηματοδότησης.

1.9

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η κρίση και τα συνεπόμενα μέτρα λιτότητας δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από την ΕΕ και τα κράτη μέλη ως δικαιολογία για την υπονόμευση του σεβασμού της προσβασιμότητας ως ανθρώπινου δικαιώματος.

1.10

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι, κατά την εφαρμογή της προσβασιμότητας ως ανθρώπινου δικαιώματος, πρέπει να συνεκτιμώνται οι ακόλουθες θεμελιώδεις αρχές: η ελευθερία επιλογής και κυκλοφορίας, η ανεξάρτητη διαβίωση, η αξιοπρεπής στέγαση, η συμμετοχή, ο καθολικός σχεδιασμός και η υποχρέωση πρόβλεψης.

1.11

Η ΕΟΚΕ καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή μηχανισμούς παρακολούθησης και εφαρμογής με τη συμμετοχή των οργανώσεων που εκπροσωπούν τα άτομα με αναπηρίες.

1.12

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι οι ακόλουθοι τομείς πολιτικής της ΕΕ πρέπει να εμπεριέχουν μια διάσταση προσβασιμότητας: δικαιοπρακτική ικανότητα, πολιτική συμμετοχή, απασχόληση, κρατικές ενισχύσεις, μεταφορές, εκπαίδευση, πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, έρευνα, εξωτερική πολιτική και στέγαση.

1.13

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι τα Όργανα της ΕΕ, κατά την εφαρμογή των ρυθμίσεων της ΣΗΕΔΑΑ, πρέπει να προβλέπουν τα ακόλουθα μέσα προσβασιμότητας: τυποποίηση, εναρμόνιση, τεχνικές απαιτήσεις, κίνητρα προς τις επιχειρήσεις, πολιτικές των εργατικών ενώσεων και συλλογικές συμβάσεις.

1.14

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι οι στρατηγικές ευαισθητοποίησης αποτελούν καίριο μέσο επίτευξης του σεβασμού της προσβασιμότητας ως ανθρώπινου δικαιώματος από την κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των πολιτών και βασικών φορέων, όπως τα σχολεία και τα μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 (ΣΗΕΔΑΑ).

1.15

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η προσβασιμότητα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στα προγράμματα σπουδών των επιστημονικών κλάδων (π.χ. αρχιτεκτονική, μηχανολογία, πληροφορική κλπ.).

1.16

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι δεν υπάρχουν επαρκή στατιστικά μέσα για να στηριχθεί η επιβολή της προσβασιμότητας ως ανθρώπινου δικαιώματος και, ως εκ τούτου, καλεί την Eurostat να φροντίσει για την ανάπτυξη ανάλογων μέσων.

1.17

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη δέσμευση που ανέλαβε σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της να συστήσει συντονιστική επιτροπή για την παρακολούθηση της υλοποίησης της ΣΗΕΔΑΑ.

2.   Εισαγωγή

2.1

Μια προσέγγιση της αναπηρίας με γνώμονα τα ανθρώπινα δικαιώματα σημαίνει ότι η ΕΕ, ως συμβαλλόμενο μέρος της ΣΗΕΔΑΑ, και όλοι οι πολίτες της έχουν την ευθύνη να δημιουργήσουν μια κοινωνία στην οποία όλοι οι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρίες, να έχουν τη δυνατότητα να απολαύουν πλήρως των ατομικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων τους.

2.2

Ο ορισμός του ατόμου με αναπηρία σύμφωνα με τη ΣΗΕΔΑΑ στηρίζει και ενισχύει την προσέγγιση της αναπηρίας με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα: «Στα άτομα με αναπηρία περιλαμβάνονται τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, ψυχικές, νοητικές ή αισθητηριακές αναπηρίες οι οποίες, σε συνδυασμό με διάφορα εμπόδια, μπορεί να δυσχεραίνουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή τους στην κοινωνία σε ισότιμη βάση με τα άλλα άτομα».

2.3

Κατά τη σύναψη της ΣΗΕΔΑΑ, η ΕΕ συμπεριέλαβε σε αυτή κατάλογο αρμοδιοτήτων, αναπόσπαστο μέρος των οποίων αποτελεί η προσβασιμότητα. Η ΣΗΕΔΑΑ αποτελεί, μέχρι στιγμής, τη μοναδική Σύμβαση που έχει συνάψει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

2.4

Στην παγκόσμια έκθεση για την αναπηρία (2011) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της Παγκόσμιας Τράπεζας τονίζεται ότι το δομημένο περιβάλλον, οι μεταφορές, η πληροφόρηση και οι επικοινωνίες είναι συχνά απρόσιτες στα άτομα με αναπηρίες (2).

2.5

Η πρόσβαση στο φυσικό περιβάλλον και τις δημόσιες συγκοινωνίες αποτελεί προϋπόθεση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων με αναπηρία, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο άρθρο 12 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Ομοίως, η πρόσβαση στην πληροφόρηση και την επικοινωνία θεωρήθηκε προϋπόθεση της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 19(2) του ΔΣΑΠΔ (3).

2.6

Το εστιακό σημείο της ΣΗΕΔΑΑ (που βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή) διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην εφαρμογή της ΣΗΕΔΑΑ, πράγμα που πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερα προορατικό τρόπο.

2.7

Στις 29 Οκτωβρίου 2012, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε τη θέσπιση πλαισίου για την προστασία, την προώθηση και την παρακολούθηση της εφαρμογής της ΣΗΕΔΑΑ, το οποίο συγκροτείται από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, την Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Φόρουμ των Ατόμων με Αναπηρία και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

2.8

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πλήρη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Φόρουμ των ατόμων με αναπηρία στο πλαίσιο αυτό και επισημαίνει την ανάγκη ουσιαστικής συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών στις σχετικές διεργασίες.

2.9

Η ΣΗΕΔΑΑ αναγνωρίζει το δικαίωμα προσβασιμότητας στα άρθρα 9, 3 και 21 αυτής.

2.10

Τα άρθρα της ΣΗΕΔΑΑ σχετικά με την προσβασιμότητα διαμορφώνουν αυτά καθεαυτά ένα σημαντικό νομικό/πολιτικό θεματολόγιο, το οποίο δεν μπορεί να εξετάζεται σε μεμονωμένη βάση. Ως εκ τούτου, η προσβασιμότητα πρέπει να θεωρείται ως μοχλός και καταλύτης της άσκησης κάθε άλλου ατομικού, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού δικαιώματος.

2.11

Κατά τα τελευταία χρόνια, η προσβασιμότητα έχει τύχει μεγαλύτερης προσοχής από τον νομοθέτη της ΕΕ και έχει συμπεριληφθεί, μεταξύ άλλων, σε τομείς πολιτικής όπως οι δημόσιες συμβάσεις, τα Διαρθρωτικά Ταμεία και άλλα χρηματοδοτικά μέσα, τα δικαιώματα των επιβατών, ο τομέας των τεχνικών προτύπων (τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας για τα άτομα μειωμένης κινητικότητας — ΤΠΔ ΑΜΚ) και η απασχόληση. Τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό λόγω της γήρανσης του ευρωπαϊκού πληθυσμού.

2.12

Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Αναπηρία (ΕΣΑ), το βασικό μέσο πολιτικής με επίκεντρο την αναπηρία, έθεσε συγκεκριμένους στόχους της ΕΕ στον εν λόγω τομέα. Μέσω της στρατηγικής αυτής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε τη δέσμευση να υποβάλει νομικά δεσμευτικά μέτρα για την επίτευξη της προσβασιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της διαδικτυακής προσβασιμότητας και της Ευρωπαϊκής Πράξης για την Προσβασιμότητα (4).

2.13

Το Ψηφιακό Θεματολόγιο για την Ευρώπη αποτελεί κατάλληλο πρότυπο για τη δρομολόγηση γενικών πολιτικών στρατηγικών, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει ειδικές δράσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρίες. Η πρόοδος στο θέμα της προσβασιμότητας θα μεταδοθεί στην κοινωνία και στην οικονομία γενικότερα, συμβάλλοντας στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και προστιθέμενης αξίας. Η πλήρης εφαρμογή του θεματολογίου θα οδηγήσει σε μια ψηφιακή Ευρώπη χωρίς φραγμούς για τα άτομα με αναπηρίες.

2.14

Επιβάλλεται να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες προσβασιμότητας στην εσωτερική αγορά, καθώς θα ενισχύσουν τη διακρατική κινητικότητα στην Ευρώπη, διευκολύνοντας ταυτόχρονα την κινητικότητα των εργαζομένων και των ατόμων με αναπηρίες. Θα πρέπει να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε συστήματα δια βίου μάθησης. Οι ευρωπαϊκές στρατηγικές απασχόλησης πρέπει να προβλέπουν επίσης τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και την επιμόρφωση όσων καθίστανται ανάπηροι κατά τη διάρκεια του ενεργού βίου τους.

2.15

Η στρατηγική «Ευρώπη 2020» θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση του θέματος της αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένης της προσβασιμότητας και της συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες και των αντιπροσωπευτικών οργανώσεών τους. Η ανυπαρξία ολοκληρωμένων δεικτών για την αναπηρία στην εν λόγω στρατηγική έχει οδηγήσει σε έλλειψη προσοχής, ενημέρωσης και χορήγησης πόρων για την αναπηρία. Η δημιουργία θέσεων εργασίας αποτελεί τη θεμελιώδη στρατηγική για τη διασφάλιση μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς.

2.16

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι πρέπει να καταβληθούν ακόμη πολλές προσπάθειες και, συνεπώς, επιδοκιμάζει την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για οδηγία σχετικά με την προσβασιμότητα στους ιστότοπους οργανισμών του δημόσιου τομέα.

2.17

Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υλοποιήσει τη δέσμευσή της και να προτείνει μια νομικά δεσμευτική ευρωπαϊκή πράξη για την προσβασιμότητα χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις και αναβολές.

2.18

Η οικονομική κρίση έχει δραματικές επιπτώσεις στην άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες, συμπεριλαμβανομένης της προσβασιμότητας. Τα επίπεδα προσβασιμότητας υποβαθμίζονται με συνέπεια να δημιουργούνται πιο απρόσιτες κοινωνίες. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι όλες οι οικογένειες πλήττονται από την οικονομική κρίση, αλλά οι οικογένειες παιδιών με αναπηρίες πλήττονται με δυσανάλογα σκληρό τρόπο (5).

2.19

Η ΕΕ οφείλει να υιοθετήσει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα για να διασφαλίσει την πρόσβαση των παιδιών με αναπηρίες σε όλα τα περιβάλλοντα και όλες τις εκδηλώσεις της ζωής.

2.20

Η Ευρώπη χρειάζεται μια χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και προσβασιμότητα ως βασική προϋπόθεση για την επίτευξη βιωσιμότητας και, ειδικότερα, για την υλοποίηση της κοινωνικής της διάστασης, στον αγώνα για την καταπολέμηση της φτώχειας και της περιθωριοποίησης, και στις προσπάθειες για την προώθηση της κοινωνικής συνοχής μέσω της ένταξης των ατόμων με αναπηρίες.

3.   Η προσβασιμότητα ως ανθρώπινο δικαίωμα

3.1

Η ΕΟΚΕ πιστεύει στην ανάγκη μετατροπής της έννοιας της «Προσβασιμότητας ως ανθρώπινου δικαιώματος» σε πολιτική και λειτουργική αντίληψη. Πρόκειται για έννοια που αφορά όλη την κοινωνία και όχι μόνο για τα άτομα με αναπηρίες.

3.2

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα προσβασιμότητας, τόσο ως ανθρώπινο δικαίωμα όσο και ως μέρος του πολιτικού θεματολογίου, θα πρέπει να γίνεται αντιληπτό κατά τους ακόλουθους δύο τρόπους:

ως αυτοτελές ανθρώπινο δικαίωμα που αφορά τη δυνατότητα συμμετοχής, δράσης, επικοινωνίας και αυτόνομης και ασφαλούς ενημέρωσης, και

ως ανθρώπινο δικαίωμα το οποίο συναρτάται με την πραγμάτωση και άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πράγμα που το καθιστά βασικό μοχλό και καταλύτη.

3.3

Η ΕΟΚΕ αποδέχεται τις κατευθυντήριες γραμμές της ΣΗΕΔΑΑ για την περαιτέρω ανάπτυξη της έννοιας της προσβασιμότητας και πιστεύει ότι η χάραξη πολιτικής σε αυτόν τον τομέα θα πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής:

την παροχή στα άτομα με αναπηρίες της δυνατότητας να ζουν ανεξάρτητα και να συμμετέχουν πλήρως σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και

την υιοθέτηση μέτρων στα οποία να περιλαμβάνεται η πρόληψη, ο προσδιορισμός και η εξάλειψη των κωλυμάτων και των φραγμών στην προσβασιμότητα.

3.4

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την ανάγκη να διασφαλίζεται η ανεξάρτητη διαβίωση (σε σχέση με τη ζωή σε κοινότητες και τη συλλογική διαβίωση) που αναφέρεται στο άρθρο 19 της ΣΗΕΔΑΑ, μέσω των ακόλουθων τριών βασικών δράσεων:

επιλογή από τα άτομα με αναπηρίες του χώρου διαβίωσής τους ανάλογα με τις προσωπικές τους προτιμήσεις·

διασφάλιση της απαιτούμενης στήριξης προκειμένου να απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας και

διασφάλιση της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρίες στις γενικές υπηρεσίες που παρέχονται στο σύνολο του πληθυσμού.

3.5

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι τα άτομα με αναπηρίες πρέπει να είναι σε θέση να προβαίνουν σε ανεξάρτητες και αυτόνομες επιλογές, σε ισότιμη βάση με τους υπολοίπους.

3.6

Η ΕΟΚΕ λαμβάνει γνώση της «Παγκόσμιας Έκθεσης για τις συνθήκες διαβίωσης και την ένταξη στην κοινωνία» (6), που εκπονήθηκε πρόσφατα από την οργάνωση «Inclusion International», σύμφωνα με την οποία τα άτομα με νοητικές αναπηρίες στερούνται βασικών δικαιωμάτων προσβασιμότητας όπως η κατοχή των κλειδιών του σπιτιού τους, το δικαίωμα πρόσβασης σε εμπορικές υπηρεσίες, το δικαίωμα να αποφασίζουν πού θα επιθυμούσαν να κάνουν έναν περίπατο ή το δικαίωμα να μεταβούν σε παιδική χαρά με τους συμμαθητές τους.

3.7

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η ιδρυματοποίηση αποτελεί ακραία παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, συγχρόνως, ατυχή συνέπεια της ανάπτυξης των κοινωνικών υπηρεσιών στην Ευρώπη, εν συγκρίσει προς άλλες περιοχές του κόσμου, αφορά δε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανεξαρτήτως του βιοτικού τους επιπέδου. Οι στρατηγικές αποϊδρυματοποίησης πρέπει να συνοδεύονται από την ανάπτυξη εναλλακτικών υπηρεσιών με βάση την κοινότητα, δεδομένου ότι χωρίς τις υπηρεσίες αυτές δεν μπορεί να υπάρξει βελτίωση. Τα άτομα με αναπηρίες καταλήγουν ως άστεγοι.

3.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η έννοια του «φραγμού» δεν πρέπει να περιορίζεται απλώς στον φυσικό φραγμό, αλλά να περιλαμβάνει και τους φραγμούς που θέτουν τόσο οι συμπεριφορές και η νομοθεσία όσο και η πολιτική, οι στάσεις, τα έθιμα, η έλλειψη ευαισθητοποίησης και οι πολιτισμικές διακρίσεις. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η άρση των εν λόγω φραγμών ωφελεί το σύνολο της κοινωνίας.

3.9

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στην αναγνώριση της νοηματικής γλώσσας και άλλων μορφών επικοινωνίας των κωφών, καθώς και στα μορφότυπα μετατροπής της ομιλίας σε κείμενο για άτομα με προβλήματα ακοής. Πρέπει επίσης να υπάρχουν μέσα προμήθειας εγγράφων σε γραφή μπράιγ και εκφωνητές κειμένου οθόνης για τυφλούς, καθώς και ευανάγνωστες πληροφορίες για άτομα με διανοητική αναπηρία και διαταραχές συμπεριφοράς.

3.10

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η σήμανση, η πρόσβαση σε πληροφορίες και η επικοινωνία, οι υπηρεσίες υποστήριξης, ο προσανατολισμός και η μετακίνηση εντός και μέσω κτιρίων είναι ζωτικής σημασίας για πολλά άτομα με αναπηρία, κυρίως για εκείνα που πάσχουν από νοητική κόπωση.

3.11

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει δύο βασικά σημεία τα οποία πρέπει να συνεκτιμηθούν στην ανάλυση της προσβασιμότητας ως ανθρώπινου δικαιώματος:

ο όρος «εύλογη διευκόλυνση» σημαίνει την «απαραίτητη και κατάλληλη τροποποίηση και προσαρμογή, η οποία δεν επιφέρει δυσανάλογη ή περιττή επιβάρυνση, όταν αυτό είναι απαραίτητο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να μπορούν τα άτομα με αναπηρίες να απολαύουν ή να ασκούν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες τους σε ισότιμη βάση με τα άλλα άτομα (άρθρο 2 της ΣΗΕΔΑΑ)». Η εύλογη διευκόλυνση δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αντικαθιστά την υποχρέωση να διασφαλίζεται η προσβασιμότητα στις υποδομές, στο δομημένο περιβάλλον, στις υπηρεσίες και στα αγαθά σύμφωνα με τις αρχές του καθολικού σχεδιασμού. Η εύλογη διευκόλυνση επιδιώκει να διασφαλίσει την ατομική δικαιοσύνη με την έννοια της μη εισαγωγής διακρίσεων και της ισότητας, λαμβάνοντας υπόψη την αξιοπρέπεια, την αυτονομία και τις ατομικές επιλογές. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι μια γενική βελτίωση των προτύπων προσβασιμότητας οδηγεί σε μια πιο εύλογη διευκόλυνση,

η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η αρχή της «δυσανάλογης ή περιττής επιβάρυνσης» πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και καλεί, ως εκ τούτου, τις δημόσιες αρχές να ελέγχουν και να προωθούν την υλοποίηση εύλογων διευκολύνσεων μέσω διαφόρων εναλλακτικών τρόπων (κονδύλια, δημόσιες συμβάσεις κλπ.). Σε αυτά πρέπει να περιλαμβάνεται και μια αξιολόγηση των επιπτώσεων, στα πλαίσια της οποίας το δικαίωμα του πολίτη υπερισχύει των αναγκών του παρόχου. Κρίνεται σημαντικό να ληφθούν μέτρα ώστε οι εξαιρέσεις από την εφαρμογή της αρχής των εύλογων διευκολύνσεων να είναι ελάχιστες.

3.12

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο «καθολικός σχεδιασμός» (Universal Design) πρέπει να καταστεί κατευθυντήρια αρχή για τη διασφάλιση της πλήρους πρόσβασης στην κοινωνία και να μετουσιωθεί σε λειτουργική απαίτηση της διαδικασίας χάραξης πολιτικής, παραδείγματος χάρη μέσω της συμπερίληψής του στα άρθρα ενός κανονισμού (7). Ο καθολικός σχεδιασμός πρέπει να συνοδεύεται από την ανάπτυξη περαιτέρω βοηθητικών συσκευών και τεχνολογιών.

3.13

Η συμμόρφωση με την υποχρέωση πρόβλεψης της προσβασιμότητας μπορεί να αποφέρει τεράστια οφέλη για τα άτομα με αναπηρίες, προκρίνοντας τις ανάγκες τους πριν αυτές πραγματικά προκύψουν. Από τη σκοπιά του προϊόντος ή της υπηρεσίας, αυτό θα απαιτήσει οι εν λόγω πιθανές ανάγκες να λαμβάνονται υπόψη κατά τη φάση του σχεδιασμού.

3.14

Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, της υποχρέωσης να εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε όλα τα αντικείμενα που μόλις σχεδιάστηκαν, κατασκευάστηκαν ή παράχθηκαν, στις υποδομές, τα εμπορεύματα, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, και, αφετέρου, της υποχρέωσης να αίρονται τα εμπόδια και να εξασφαλίζεται η πρόσβαση στο υπάρχον φυσικό περιβάλλον, τις μεταφορές, την πληροφόρηση και την επικοινωνία, καθώς και σε υπηρεσίες που είναι προσιτές στο ευρύ κοινό. Τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν και τις δύο αυτές προσβάσεις, αλλά καθώς η πρώτη υλοποιείται σταδιακά, τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να καθορίζουν σαφή και σταθερά χρονοδιαγράμματα, διαθέτοντας επαρκείς πόρους για την άρση των υφιστάμενων εμποδίων (8).

3.15

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η παροχή προσωπικής βοήθειας (συμπεριλαμβανομένης της «άμεσης βοήθειας», όπως αναφέρεται στη ΣΗΕΔΑΑ) αποτελεί θεμελιώδη στοχοθετημένη δράση για τη διασφάλιση της άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων από τα άτομα με αναπηρίες.

3.16

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η μη διακριτική μεταχείριση αποτελεί μέσο ζωτικής σημασίας για την επίτευξη του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο όμως δεν επαρκεί εάν δεν συνοδεύεται και από άλλα μέσα, όπως η ανάληψη θετικής δράσης, η τυποποίηση, η κατάρτιση και η προβολή των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες στους εργοδότες, τους πολιτικούς μηχανικούς, τους αρχιτέκτονες, τους δικηγόρους, τους οικονομολόγους. Η κατάρτιση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνεται στα εκπαιδευτικά προγράμματά τους. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρέπει να σημειωθεί πρόοδος σε ό,τι αφορά την τρέχουσα πρόταση οδηγίας για την εφαρμογή της αρχής της ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού COM(2008)426 final (σύμφωνα με το άρθρο 19 της ΣΛΕΕ).

3.17

Δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει ουσιαστική εφαρμογή των υποχρεώσεων προσβασιμότητας ως ανθρώπινου δικαιώματος χωρίς τη διασφάλιση της ουσιώδους και εποικοδομητικής συμμετοχής των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 (3) και 33 περί προσβασιμότητας. Η συμμετοχή αυτή μπορεί να διασφαλιστεί εάν οι οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες λαμβάνουν τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για να αναπτύσσουν τις υποστηρικτικές τους δράσεις. Η ΕΟΚΕ ζητά να εξασφαλίζει το πρόγραμμα για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα, το οποίο θα αντικαταστήσει το πρόγραμμα PROGRESS, το ίδιο επίπεδο οικονομικής στήριξης στις κεντρικές και ειδικευμένες οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες.

3.18

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι ο βαθμός στον οποίο τα άτομα με αναπηρίες απολαμβάνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα διαφέρει μεταξύ αγροτικών και αστικών περιοχών, και ότι η ανισορροπία αυτή πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω αποτελεσματικών πολιτικών σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.

3.19

Οι επιχειρήσεις και οι εργοδότες στην ΕΕ θα πρέπει να συμπεριλάβουν την προσβασιμότητα στις πολιτικές διαφορετικότητας, προάγοντας τη σύλληψη σχεδίων διαφορετικότητας.

3.20

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει την επίδραση που έχει η προσβασιμότητα στην κοινωνική συνοχή και στη βιωσιμότητα. Συνεπώς, οι στρατηγικές της ΕΕ πρέπει να περιλαμβάνουν την προσβασιμότητα μεταξύ των μέσων υλοποίησης των στόχων τους.

3.21

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι οι γυναίκες με αναπηρίες υφίστανται περιορισμούς των δικαιωμάτων τους σε τομείς όπως αυτοί της υγείας, της κοινωνικής ένταξης, της εκπαίδευσης και της απασχόλησης, οι οποίοι έχουν ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, των προβλημάτων υγείας, της ανεργίας και της φτώχειας. Το ίδιο ισχύει και για άλλα ευάλωτα άτομα με αναπηρίες, όπως τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα που χρειάζονται υψηλού επιπέδου υποστήριξη και αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς των δικαιωμάτων πρόσβασής τους.

3.22

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι οι σημερινοί νέοι είναι το μέλλον και ότι πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες πρόσβασης έτσι ώστε να μπορούν τα άτομα με αναπηρίες να απολαμβάνουν πλήρως τα δικαιώματά τους. Η ΕΟΚΕ καλεί την ΕΕ να μεριμνήσει ώστε οι πολιτικές για τη νεολαία να περιλαμβάνουν μια ειδική διάσταση στήριξης των νέων με αναπηρίες.

4.   Αντίκτυπος στη νομοθεσία και στη διαδικασία χάραξης πολιτικής της ΕΕ

4.1

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι, μετά τη σύναψη της ΣΗΕΔΑΑ εκ μέρους της ΕΕ, κάθε ανάλογη πολιτική/νομική πρωτοβουλία που δρομολογείται από την ΕΕ θα πρέπει να εξετάζεται με την προοπτική να διασφαλίσει την αυτόνομη διαβίωση και την πλήρη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία, καθώς και την εξάλειψη των διαφόρων κωλυμάτων και φραγμών. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στους ισχύοντες κανονισμούς της ΕΕ, ορισμένοι εκ των οποίων αναφέρονται στη δήλωση περί αρμοδιοτήτων.

4.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η εσωτερική αγορά θα μπορούσε να αναπτυχθεί με τρόπο που να ενσωματώνει την αναπηρία, την τυποποίηση και την εναρμόνιση της προσβασιμότητας ως μέσο εκσυγχρονισμού της εσωτερικής αγοράς, έτσι ώστε η τελευταία να καταστεί πιο ανταγωνιστική και να εξαλείψει τους αποκλεισμούς στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας. Υπάρχει μια οικονομία της αναπηρίας.

4.3

Η ΕΟΚΕ ζητεί την κατάρτιση σχετικού θεματολογίου της ΕΕ βασισμένου στις δύο ακόλουθες συνιστώσες:

στο ανθρώπινο δικαίωμα προσβασιμότητας και

στη συμπερίληψη της προσβασιμότητας στη διαδικασία χάραξης και άλλων γενικών πολιτικών.

4.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί την προσβασιμότητα θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο επιβάλλει την κατάρτιση ειδικού πολιτικού θεματολογίου, καλεί δε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει πρόταση σχετικά με ένα θεματολόγιο για τα δικαιώματα προσβασιμότητας κατά τη χάραξη της πολιτικής της.

4.5

Η ΕΟΚΕ ζητεί να αναλυθούν οι ακόλουθοι τομείς από την άποψη της προσβασιμότητας ως θεμελιώδους δικαιώματος:

η πρόσβαση σε ορισμένες υπηρεσίες και κοινωνικές πολιτικές απαιτεί πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Η ΕΕ θα πρέπει να εξασφαλίσει την εναρμόνιση των αρχών που διέπουν τη δικαιοπρακτική ικανότητα όσον αφορά τα άτομα με αναπηρίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

νομική κατοχύρωση του δικαιώματος πολιτικής συμμετοχής και του δικαιώματος ψήφου των ατόμων αναπηρία σε όλες τις εκλογές (τοπικές και εθνικές), ιδίως στις ευρωπαϊκές, με τη διασφάλιση της πρόσβασης στα εκλογικά τμήματα, στις κάλπες, στην ενημέρωση από τα πολιτικά κόμματα κλπ.

ατομικά δικαιώματα (όπως το δικαίωμα ιδιοκτησίας, το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα αυτονομίας, το δικαίωμα στην ασφάλεια κλπ). Η πρόσβαση σε αυτά τα βασικά ατομικά δικαιώματα πρέπει να διασφαλιστεί με την ανάληψη ενωσιακής δράσης, συμπεριλαμβανόμενης και της προσωπικής συνδρομής, έτσι ώστε τα άτομα με αναπηρίες να έχουν την ελευθερία επιλογής προκειμένου να απολαύουν προσβασιμότητας.

4.6

Η ΕΟΚΕ ζητεί να αναπτυχθούν συγκεκριμένες δράσεις στους ακόλουθους τομείς, από την άποψη της προσβασιμότητας ως ανθρώπινου δικαιώματος: πρόληψη των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στα πρότυπα προσβασιμότητας και ανεξάρτητης διαβίωσης των ατόμων με αναπηρία· παροχή πρόσβασης στην εκπαίδευση (9)· πρόγραμμα για την πρόσβαση σε κοινωνικά και πολιτιστικά (10) δικαιώματα (κοινωνικές σχέσεις, αναψυχή, τουρισμός)· διεθνής συνεργασία, οικονομικές-εμπορικές συμφωνίες και θέση της ΕΕ για θέματα όπως οι φυσικές καταστροφές και η αναπτυξιακή συνεργασία, οι αναπτυξιακοί στόχοι της Χιλιετίας (ΑΣΧ), οι αιτούντες άσυλο, ο ΟΗΕ και το ΔΝΤ· στον τομέα της έρευνας, το πρόγραμμα Ορίζοντας 2020· πρόσβαση στη στέγαση, συμπεριλαμβανομένης της κρατικής στεγαστικής μέριμνας· ο αθλητισμός, ως μέσο κοινωνικής ένταξης, με πρόσβαση σε κτίρια, εγκαταστάσεις, προγράμματα κλπ.

4.7

Η ένταξη μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, μέσω της συλλογικής δράσης όλων των ενδιαφερόμενων φορέων σε διάφορους τομείς των θεμελιωδών δικαιωμάτων:

τα πολιτικά κόμματα της ΕΕ θα πρέπει να προβλέπουν στις εσωτερικές τους διαδικασίες τρόπους συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες. Οι κοινωνικοί εταίροι οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι συλλογικές συμβάσεις να λαμβάνουν υπόψη τα άτομα με αναπηρίες, προβλέποντας τρόπους πρόσβασης στην απασχόληση και εύλογες προσαρμογές. Η ΕΟΚΕ επικροτεί τη συλλογική σύμβαση της ΕΕ για αγορές εργασίας χωρίς αποκλεισμούς και απευθύνει έκκληση για την πλήρη εφαρμογή αυτής της συμφωνίας σε εθνικό επίπεδο·

οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών (ΟΚΠ) θα πρέπει να προωθούν δράσεις οι οποίες να περιλαμβάνουν την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες στις γενικές κοινωνικές απαιτήσεις τους· οι εγκαταστάσεις, οι ιστότοποι, οι εσωτερικές διαδικασίες και οι πολιτικές πρόσληψης θα πρέπει να είναι προσβάσιμες·

4.8

Η ΕΟΚΕ ζητεί να αναπτυχθεί και να ενισχυθεί η ενσωμάτωση μιας στρατηγικής για την τυποποίηση και την προσβασιμότητα κατά την ανάπτυξη τεχνολογίας.

4.9

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η προσβασιμότητα θα επιτρέψει να αναπτυχθούν δραστηριότητες σε νέους τομείς στους οποίους απαιτούνται νέες δεξιότητες, ιδίως στον τομέα των ΤΠΕ. Τα άτομα με αναπηρίες θα πρέπει να ξεπεράσουν το ψηφιακό χάσμα με την υποστήριξη στοχοθετημένων πολιτικών της ΕΕ.

4.10

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι αναγκαία η ανάπτυξη ικανοτήτων από όλους τους ενδιαφερομένους φορείς: δημόσιες αρχές, ιδιωτικές επιχειρήσεις, κοινωνία των πολιτών και οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στις ΜΜΕ.

4.11

Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ανταποκριθεί στην προ πολλού αναληφθείσα δέσμευσή της να παρουσιάσει μια νομικά δεσμευτική Ευρωπαϊκή Πράξη για την Προσβασιμότητα.

4.12

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την υποβολή της πρότασης σχετικά με την προσβασιμότητα στους ιστοτόπους οργανισμών του δημόσιου τομέα και επαναλαμβάνει τις συστάσεις που διατύπωσε στη γνωμοδότηση για την προσβασιμότητα των ιστοτόπων οργανισμών του δημόσιου τομέα (11):

το Διαδίκτυο (υπηρεσίες και περιεχόμενο) έχει αναδειχθεί σε κύριο μέσο εξεύρεσης εργασίας, απόκτησης πληροφοριών, πρόσβασης στην εκπαίδευση, πραγματοποίησης αγορών και κοινωνικοποίησης·

οι διαδικτυακές υπηρεσίες περιεχομένου πρέπει να είναι προσβάσιμες σε όλους τους φορείς (επιχειρήσεις ή οργανισμούς του δημόσιου τομέα).

4.13

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τη συμπερίληψη των κριτηρίων προσβασιμότητας και των προϋποθέσεων αναπηρίας στους κανονισμούς των Διαρθρωτικών Ταμείων και σε άλλους τομείς, όπως οι μεταφορές και τα δικαιώματα των επιβατών.

4.14

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η διάσκεψη των Προέδρων της ΕΕ για θέματα αναπηρίας και η συνεδρίαση των Γενικών Διευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της ΣΗΕΔΑΑ πρέπει να διεξάγονται τακτικά, όπως έχει ανακοινωθεί, με τη συμμετοχή εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού κινήματος των ατόμων με αναπηρία με στόχο την πολιτική παρακολούθηση και προώθηση της εφαρμογής της ΣΗΕΔΑΑ, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για την προσβασιμότητα.

4.15

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι, αν και η παρεχόμενη χρηματοδότηση είναι εμφανώς ανεπαρκής, η συμπερίληψη της προσβασιμότητας μεταξύ των κριτηρίων που ισχύουν για τα υφιστάμενα συστήματα χρηματοδότησης θα επιφέρει κάποια βελτίωση σε αυτόν τον τομέα: Διαρθρωτικά Ταμεία, δέσμη μέτρων κοινωνικών επενδύσεων, μελλοντικός γενικός κανονισμός απαλλαγής ανά κατηγορία για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της απασχόλησης, κατευθυντήριες γραμμές για τα ΔΕΔ-Μ.

4.16

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρέπει να βελτιωθούν τόσο η πρόσβαση στα ΜΜΕ όσο και η προβολή των αναγκών των ατόμων με αναπηρίες σε αυτού του είδους τα μέσα.

5.   Παρακολούθηση

5.1

Η ΕΟΚΕ ζητεί να αναπτυχθεί μια στρατηγική για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των πολιτών, η οποία συνιστά βασικό μέσο διασφάλισης της πλήρους υλοποίησης της προσβασιμότητας. Χρειάζεται επίσης να πραγματοποιηθούν εκστρατείες ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης των ατόμων με αναπηρίες και όλων των άλλων πολιτών σχετικά με τα δικαιώματα προσβασιμότητας.

5.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για την απουσία σχετικών δεικτών και καλεί την EUROSTAT να διαμορφώσει μια στρατηγική ανάπτυξης ειδικών δεικτών βασιζόμενων στους δείκτες του Γραφείου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) και το Σχέδιο Γενικού Σχολίου της επιτροπής ΣΗΕΔΑΑ για το άρθρο 9.

5.3

Η ΕΟΚΕ απευθύνει έκκληση να ενσωματωθούν στα πρότυπα σαφή κριτήρια προσβασιμότητας και μηχανισμοί παρακολούθησης (δομημένο περιβάλλον, υποδομές, σύγχρονες ΤΠΕ, μεταξύ άλλων λειτουργικά συστήματα για ταμπλέτες και smartphones και εντολή 376 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας των προϊόντων και υπηρεσιών ΤΠΕ). Τα άτομα με αναπηρίες πρέπει να συμμετέχουν πλήρως σε όλα τα στάδια ανάπτυξης των προτύπων.

5.4

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι πρέπει να δημιουργηθούν ισχυρά συστήματα εφαρμογής, τα οποία δεν υπάρχουν επί του παρόντος στην Ευρώπη.

5.5

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι επιβάλλεται η εφαρμογή των μηχανισμών παρακολούθησης που θα προβλέπονται στον μελλοντικό κανονισμό περί θέσπισης κοινών διατάξεων για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση των προαπαιτούμενων αναπηρίας καθώς και η πλήρης συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και των οργανώσεων ατόμων με αναπηρίες στη διαδικασία αυτή παρακολούθησης.

5.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές και εθνικές επιμορφωτικές στρατηγικές θα πρέπει να προβλέπουν την προσβασιμότητα ατόμων με αναπηρίες στα προγράμματα σπουδών των σχολείων και των πανεπιστημίων.

5.7

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη δέσμευση που διατύπωσε σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις όσον αφορά τη σύσταση μιας συντονιστικής επιτροπής για την παρακολούθηση της υλοποίησης της ΣΗΕΔΑΑ από την ΕΟΚΕ στο πλαίσιο της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων της ως πολιτικού φορέα.

5.8

Χρειάζεται να προαχθεί ένα ευρωπαϊκό σύστημα μηχανισμών πιστοποίησης της προσβασιμότητας. Οι οργανώσεις ατόμων με αναπηρίες πρέπει να συμμετέχουν σε αυτό.

5.9

Η διάσταση της προσβασιμότητας θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στις εκτιμήσεις νομικών και πολιτικών επιπτώσεων της ΕΕ. Πρέπει να δημιουργηθούν τα εργαλεία για την ομοιόμορφη προαγωγή της πρόσβασης αυτής σε όλα τα κράτη μέλη.

5.10

Η ΕΟΚΕ ζητεί να παρακολουθούν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένης και της ΕΟΚΕ) την εφαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την αναπηρία και υπενθυμίζει ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε κτίρια, σε πολιτικές πρόσληψης και στην ενημέρωση (σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή). Κατά την αναθεώρηση της στρατηγικής το 2015, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία σε αυτόν τον τομέα πολιτικής.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Herni MALOSSE


(1)  ΕΕ C 271, 19.9.2013, σ. 116-121.

(2)  Παγκόσμια έκθεση για την αναπηρία, Σύνοψη, σ. 10.

(3)  Το Διεθνές Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα προβλέπει στο άρθρο 25 εδ. γ. το δικαίωμα πρόσβασης κάθε πολίτη, βάσει των γενικών κανόνων περί ισότητας, στις δημόσιες υπηρεσίες της χώρας του. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση για την ενσωμάτωση του δικαιώματος πρόσβασης στις βασικές Συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τμήμα 2 και 3.

Η Διεθνής Σύμβαση για την κατάργηση κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων εγγυάται σε όλους το δικαίωμα πρόσβασης σε κάθε τόπο ή υπηρεσία που προορίζεται για χρήση από το ευρύ κοινό, όπως οι μεταφορές, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, οι καφετέριες, τα θέατρα και τα πάρκα (ICERD, άρθρο 5, εδ. στ). Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκε προηγούμενο θεώρησης του δικαιώματος πρόσβασης ως αυτοτελούς δικαιώματος στο διεθνές νομικό πλαίσιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα. (Σχέδιο Γενικού Σχολίου για το άρθρο 9 — Επιτροπή ΣΗΕΔΑΑ).

(4)  Όπως αυτή παρουσιάστηκε στο πρόγραμμα εργασιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2012, σημείο 99.

(5)  Η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού υιοθέτησε το Γενικό Σχόλιο αριθ. 9 (2006) για τα δικαιώματα των παιδιών με αναπηρία. Η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού επανέλαβε τη σημασία της προσβασιμότητας στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 17 (2013) σχετικά με το δικαίωμα του παιδιού σε ανάπαυση, αναψυχή, παιχνίδι, ψυχαγωγικές δραστηριότητες, πολιτιστική ζωή και τέχνες (άρθρο 31).

(6)  http://inclusion-international.org/living-in-community/

(7)  Η εκ θεμελίων οικοδόμηση ενός προσβάσιμου κτιρίου μπορεί να αυξήσει το συνολικό κόστος κατασκευής έως και 0,5% (ή και καθόλου, σε πολλές περιπτώσεις), ενώ το κόστος των μετέπειτα προσαρμογών μπορεί να είναι υψηλότερο από το αρχικό ποσοστό. Η προσβασιμότητα στην πληροφόρηση και τις επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των ΤΠΕ, πρέπει επίσης να επιτυγχάνεται εξαρχής, επειδή οι επακόλουθες προσαρμογές του Διαδικτύου και των ΤΠΕ μπορεί να αυξήσουν το κόστος. Συνεπώς, είναι πιο οικονομική η ενσωμάτωση υποχρεωτικών χαρακτηριστικών προσβασιμότητας των ΤΠΕ από τα πρώτα στάδια σχεδιασμού και κατασκευής. (Σχέδιο Γενικού Σχολίου για το άρθρο 9 — επιτροπή ΣΗΕΔΑΑ). Η μέση διάρκεια ζωής ενός κτιρίου ή άλλης φυσικής υποδομής υπερβαίνει τα 50 έτη, ενώ αυτή της ψηφιακής υποδομής δεν υπερβαίνει τα 3-4 έτη. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι το κόστος κατασκευής είναι πολύ χαμηλότερο.

(8)  Σχέδιο Γενικού Σχολίου για το άρθρο 9 — επιτροπή ΣΗΕΔΑΑ

(9)  Χωρίς πρόσβαση σε μεταφορά στα σχολεία, χωρίς πρόσβαση στα σχολικά κτίρια, χωρίς πρόσβαση σε πληροφορίες και επικοινωνίες, τα άτομα με αναπηρίες δεν μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην εκπαίδευση (άρθρο 24 της ΣΗΕΔΑΑ). Συνεπώς, τα σχολεία πρέπει να είναι προσβάσιμα, όπως προβλέπεται ρητά στο άρθρο 9 (1) (α) της Σύμβασης. Όμως, η όλη διαδικασία της εκπαίδευσης πρέπει να είναι προσιτή χωρίς αποκλεισμούς, όχι μόνο τα κτίρια αλλά και όλες τις πληροφορίες και οι επικοινωνίες, οι υπηρεσίες στήριξης και οι εύλογες προσαρμογές στα σχολεία (Σχέδιο Γενικού Σχολίου για το άρθρο 9 — Επιτροπή ΣΗΕΔΑΑ).

(10)  Το άρθρο 30 της ΣΗΕΔΑΑ ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες να συμμετέχουν σε ισότιμη βάση με τα άλλα άτομα στην πολιτιστική ζωή και λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα άτομα με αναπηρία:

(α)

απολαμβάνουν πρόσβαση σε πολιτιστικό υλικό σε προσιτή μορφή,

(β)

απολαμβάνουν πρόσβαση σε τηλεοπτικά προγράμματα, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις και άλλες πολιτιστικές δραστηριότητες, σε προσιτές μορφές,

(γ)

απολαμβάνουν πρόσβαση σε χώρους πολιτιστικών εκδηλώσεων ή σε υπηρεσίες, όπως θέατρα, μουσεία, κινηματογράφοι, βιβλιοθήκες και υπηρεσίες τουρισμού και, στο μέτρο του δυνατού, έχουν πρόσβαση σε μνημεία και σε χώρους εθνικής πολιτιστικής σημασίας.

Η παροχή πρόσβασης σε πολιτιστικά και ιστορικά μνημεία που θεωρούνται πολιτιστική κληρονομιά μπορεί πράγματι να αποτελεί πρόκληση σε ορισμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να προσπαθούν να παρέχουν πρόσβαση σε αυτές τις τοποθεσίες, στο μέτρο του δυνατού. Πολλά μνημεία και χώροι εθνικής πολιτιστικής σημασίας έχουν γίνει προσβάσιμοι κατά τρόπο που να διατηρείται η πολιτιστική και ιστορική ταυτότητα και η μοναδικότητά τους. (Σχέδιο Γενικού Σχολίου για το άρθρο 9 — Επιτροπή ΣΗΕΔΑΑ).

Η διεθνής Συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) για τα δικαιώματα του δημιουργού (WCT [WIPO Copyright Treaty]) με στόχο τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε εκδόσεις, η οποία υιοθετήθηκε τον Ιούνιο του 2013, θα διασφαλίσει την πρόσβαση σε πολιτιστικό υλικό χωρίς αδικαιολόγητους ή μεροληπτικούς φραγμούς στα άτομα με αναπηρίες, ιδιαίτερα εκείνα που αντιμετωπίζουν προβλήματα πρόσβασης σε παραδοσιακό έντυπο υλικό.

(11)  OJ C 271, 19.9.2013, p. 116-121


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/24


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «“Προσιτές” υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ): Ορισμός, μέτρηση, προκλήσεις, πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2014/C 177/04)

Εισηγητής: ο κ. HENCKS

Στις 14 Φεβρουαρίου 2013 και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

«Προσιτές» υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ): Ορισμός, μέτρηση, προκλήσεις, πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 19 Νοεμβρίου 2013.

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 135 ψήφους υπέρ, 19 κατά και 12 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Πολλοί πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζουν — σε διαφορετικό βαθμό, ανάλογα με το κράτος μέλος — σοβαρές οικονομικές δυσκολίες πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων στους τομείς της στέγασης, της παροχής ενέργειας, των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, των μεταφορών, του ύδατος, της παροχής υγειονομικής περίθαλψης και των κοινωνικών υπηρεσιών.

1.2

Εντούτοις, το υψηλό επίπεδο οικονομικής προσιτότητας των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ) αποτελεί μία από τις κοινές αξίες, δηλαδή τις αξίες που προσυπογράφουν όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, του πρωτοκόλλου 26 για τις Υπηρεσίες Γενικού Συμφέροντος (προσαρτημένο στις συνθήκες), το οποίο η Ένωση και τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν υπόψη κατά την υλοποίηση όλων των συναφών πολιτικών τους.

1.3

Ωστόσο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός ή προσέγγιση της οικονομικής προσιτότητας ή προσβασιμότητας μιας ΥΓΟΣ, όπως επίσης δεν υπάρχει εργαλείο για τη μέτρησή της, καθότι τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για τη δημιουργία ΥΓΟΣ, διαθέτουν μεγάλη διακριτική ευχέρεια ως προς τη θέση σε λειτουργία τους.

1.4

Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ προτείνει η Ευρωπαϊκή Ένωση αφενός να αποσαφηνίσει την έννοια της οικονομικής προσιτότητας των ΥΓΟΣ για όλους και να την προσαρμόσει στις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας (Πρωτόκολλο 26) και της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα Ατόμων με Αναπηρία και, αφετέρου, να θεσπίσει νομοθετικά μέτρα στο παράγωγο δίκαιο, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη:

να θεσπίσουν δείκτες για τον προσδιορισμό της οικονομικής προσιτότητας μιας υπηρεσίας, καθώς και μηχανισμούς για την ανεξάρτητη αξιολόγηση των επιδόσεων των ΥΓΟΣ, ενσωματώνοντας το σεβασμό της οικονομικής προσβασιμότητας.

προσδιορίσουν ένα καλάθι βασικών υπηρεσιών, στο πλαίσιο του οποίου το ποσοστό προσπάθειας ενός νοικοκυριού καθορίζεται με βάση αυτό που είναι αποδεκτό σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Ένα ανώτατο επίπεδο δαπανών για αυτές τις βασικές υπηρεσίες θα πρέπει να παράσχει μια αντικειμενική βάση για την ποσοτικοποίηση της έννοιας της προσιτότητας, καθώς και για τον προσδιορισμό του γενικού ποσοστού των δαπανών ενός νοικοκυριού, μετά το οποίο υπάρχει υπέρβαση δαπάνης, η οποία δίνει το δικαίωμα, ανάλογα με την περίπτωση, για δημόσια ενίσχυση.

εξειδικεύσουν την έννοια των «ευάλωτων ατόμων» ή των «μειονεκτουσών ομάδων». Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την πρακτική λήψης αποφάσεών της σε ό,τι αφορά τον έλεγχο πρόδηλου σφάλματος στο χαρακτηρισμό των κρατικών ενισχύσεων.

1.5

Με πλήρη σεβασμό στις ευθύνες και αρμοδιότητες των κρατών μελών, η συμπερίληψη των σημαντικότερων στοιχείων για τις ΥΓΟΣ στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο αποτελεί προϋπόθεση για την ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της ΕΕ και της αγοράς της, ιδίως σε εποχές κρίσης.

2.   Εισαγωγή

2.1

Οι υπηρεσίες γενικού συμφέροντος — τόσο οικονομικού (ΥΓΟΣ) όσο και μη οικονομικού χαρακτήρα (μη οικονομικές υπηρεσίες γενικού συμφέροντος) — βασίζονται σε στόχους που πρέπει να εξασφαλίζουν σε κάθε πολίτη της εκάστοτε ενδιαφερόμενης χώρας την πρόσβαση σε υπηρεσίες και να εγγυώνται τα θεμελιώδη δικαιώματα. Συνδέονται στενά με τους στόχους της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.1.1

Τα κράτη μέλη, με βάση και σε συνάρτηση με μια δράση κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης, έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να ορίζουν, να οργανώνουν και να χρηματοδοτούν τις ΥΓΣ που ικανοποιούν τις ανάγκες των χρηστών. Σε ό,τι αφορά τις ΥΓΟΣ, οι υπηρεσίες αυτές νοούνται στο πλαίσιο μιας μερκαντιλιστικής λογικής και υπόκεινται στους κοινοτικούς κανόνες του ανταγωνισμού και της εσωτερικής αγοράς, εκτός και αν αυτοί εμποδίζουν την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής των εν λόγω υπηρεσιών. Οι μη οικονομικές υπηρεσίες γενικού συμφέροντος εξ ορισμού δεν υποβάλλονται στη λογική της αγοράς, εμπίπτουν δε στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών με βάση το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου 26.

2.1.2

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα πρόσβασης στις ΥΓΟΣ (…) σύμφωνα με τις συνθήκες», προβλέπει σχετικά ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος ορίζει ρητώς ότι νομική τους βάση είναι οι εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα Ατόμων με Αναπηρία, η οποία επικυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της, θεσπίζει ελάχιστα πρότυπα για την προστασία και τη διαφύλαξη συνόλου αστικών, πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων που προβλέπονται για τα άτομα με αναπηρία, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η πρόσβαση στις ΥΓΟΣ.

2.1.3

Πολλά κράτη μέλη προσθέτουν στο εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης την προϋπόθεση παροχής μιας υπηρεσίας σε οικονομικές συνθήκες αποδεκτές από όλους και, για την επίτευξή της εφαρμόζουν σε διαφορετικούς βαθμούς προγράμματα ατομικών και συλλογικών κοινωνικών ενισχύσεων.

Στην πράξη ωστόσο, πολλοί πολίτες στην Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, ιδίως σε ό,τι αφορά τη στέγαση, την παροχή ενέργειας, τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, τις μεταφορές, το νερό, την παροχή υγειονομικής περίθαλψης και τις κοινωνικές υπηρεσίες.

2.2

Η έλλειψη πρόσβασης σε ΥΓΟΣ μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες — ιστορικούς (η ιστορική κληρονομιά, με διαφορετικά κοινωνικά πρότυπα και υπηρεσίες από ένα κράτος μέλος στο άλλο) οικονομικούς (η τιμή της υπηρεσίας δεν είναι οικονομικά προσιτή), γεωγραφικούς (η υπηρεσία δεν παρέχεται σε συγκεκριμένη περιοχή), κοινωνικούς (άνιση μεταχείριση), ανθρώπινους (σε περίπτωση αναπηρίας) — η να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες ή/και στην τεχνική πρόοδο (ανεπάρκεια/ανεπαρκές επίπεδο ποιότητας ή/και ασφάλειας). Η έλλειψη πρόσβασης σε ΥΓΣ μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες — οικονομικούς (η τιμή της υπηρεσίας δεν είναι οικονομικά προσιτή), γεωγραφικούς (η υπηρεσία δεν παρέχεται σε συγκεκριμένη περιοχή), κοινωνικούς (άνιση μεταχείριση), ανθρώπινους (σε περίπτωση αναπηρίας) — η να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες ή/και στην τεχνική πρόοδο (ανεπάρκεια/ανεπαρκές επίπεδο ποιότητας ή/και ασφάλειας).

2.3

Σε ό,τι αφορά τις ΥΓΟΣ, ένα υψηλό επίπεδο ποιότητας, ασφάλειας και οικονομικής προσιτότητας, η ίση μεταχείριση και η προώθηση της καθολικής πρόσβασης και των δικαιωμάτων των χρηστών αποτελούν τις έξι εκ των δεκατεσσάρων κοινών αξιών που διατυπώνονται στο πρωτόκολλο 26 για τις ΥΓΣ (προσαρτημένο στη Συνθήκη της Λισαβόνας, τη ΣΕΕ και την ΣλΕΕ), το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από την Ένωση και τα κράτη μέλη, πάντοτε σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών, κατά την υλοποίηση των πολιτικών τους για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 14 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.3.1

Οι εν λόγω δεκατέσσερις αξίες, κατανεμημένες σε τρεις ομάδες, είναι τόσο αλληλοεξαρτημένες εντός αλλά και μεταξύ των ομάδων, ώστε είναι αδύνατο να τεθεί σειρά προτεραιότητας.

2.3.2

Έτσι, για παράδειγμα, μια ΥΓΟΣ — ακόμα και αν είναι απολύτως προσιτή- δεν θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Πρωτοκόλλου 26, εάν δεν εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο ποιότητας ή ασφάλειας, ή δεν παρέχεται σε όλους τους πολίτες των κρατών μελών. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση που σε εθνικό επίπεδο δεν γίνεται διάκριση με βάση τις γεωγραφικές, κοινωνικές και πολιτιστικές διαφορές, ενώ η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει στις αυτοδιοικητικές αρχές το δικαίωμα να παρέχουν την συγκεκριμένη ΥΓΟΣ, πράγμα που υπονομεύει τον ουσιαστικό ρόλο αυτών και παραβιάζει την ευρεία διακριτική τους ευχέρεια.

2.4

Οι διατάξεις του εν λόγω Πρωτοκόλλου έχουν ρητώς ερμηνευτικό χαρακτήρα αναφορικά με τις δεκατέσσερις κοινές αξίες της Ένωσης σχετικά με τις ΥΓΟΣ. Η μάλλον αόριστη διατύπωση ορισμένων αξιών , ιδίως του υψηλού επιπέδου ποιότητας, ασφάλειας και οικονομικής προσιτότητας, ή ακόμα της προώθησης της καθολικής πρόσβασης και των δικαιωμάτων των χρηστών θα μπορούσε να εγείρει ορισμένα ερωτήματα αναφορικά με τη νομική και τη δεσμευτική ισχύ, καθώς και με τα αποτελέσματα των εν λόγω διατάξεων. Αλλά η απάντηση επ' αυτού σε όλες τις ερμηνείες — δηλαδή και στην περίπτωση του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου 26 — είναι απλή και αυτονόητη: η ίδια με αυτή του ερμηνευμένου άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω τοπική ή περιφερειακή αρχή είναι αρμόδια να ερμηνεύσει την αόριστη διατύπωση διαφόρων ΥΓΟΣ.

3.   Η έννοια της οικονομικής προσιτότητας στην ευρωπαϊκή νομοθεσία

3.1

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός ή προσέγγιση της οικονομικής προσιτότητας ή προσβασιμότητας μιας ΥΓΟΣ, όπως επίσης δεν υπάρχει εργαλείο μέτρησής της. Η προσιτότητα εξαρτάται πολλές φορές από την υποκειμενική αντίληψη του χρήστη όσον αφορά το κόστος και το όφελός της για τους πολίτες.

3.2

Γενικά, η προσιτότητα μιας υπηρεσίας πρέπει να επιτρέπει στους πολίτες να μπορούν εύκολα να πληρώνουν την υπηρεσία (πράσινη βίβλος για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών) (1).

3.3

Μια υπηρεσία είναι απολύτως προσιτή αν παρέχεται δωρεάν στους πολίτες, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε ορισμένες πόλεις ή περιφέρειες που προσφέρουν δωρεάν υπηρεσίες δημόσιων αστικών συγκοινωνιών.

3.4

Για να προβάλει τις δυσκολίες και τους διάφορους τρόπους υλοποίησης της προσιτότητας, η ΕΟΚΕ δίνει ως παράδειγμα τις σχετικές ερμηνείες που εφαρμόζονται στους τομείς της στέγασης, των τηλεπικοινωνιών, της ηλεκτρικής ενέργειας και του αερίου. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι σε πολλά κράτη μέλη δεν εξασφαλίζεται πλέον η πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς πολλά άτομα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις υγειονομικές υπηρεσίες λόγω ανεπαρκούς εισοδήματος. Στην έκθεση για την υλοποίηση της στρατηγικής «Αλληλεγγύη στον τομέα της υγείας: Μείωση των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας στην ΕΕ» του 2009, αντικατοπτρίζεται η στενότατη σχέση μεταξύ έλλειψης πόρων και των υγειονομικών προβλημάτων που προκαλεί.

3.5

Η απαίτηση προσιτής τιμής καθιερώθηκε κατά την ελευθέρωση των βιομηχανιών δικτύου, ως αναπόσπαστο στοιχείο της καθολικής υπηρεσίας των τηλεπικοινωνιών, της ηλεκτρικής ενέργειας και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, συνδέεται δε στενά με τον στόχο κοινωνικής και εδαφικής συνοχής που επιδιώκει η Ένωση.

3.6

Η κοινοτική προσέγγιση βασίζεται σε δύο έννοιες της προσιτής τιμής: η πρώτη έχει καθολική διάσταση, ενώ η άλλη περιορίζεται στα άτομα με χαμηλό εισόδημα, στις μειονεκτούσες ή τις ευάλωτες ομάδες (όπως τα άτομα με αναπηρία), ή τα άτομα με συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες. Η δεύτερη έννοια έχει νόημα μόνο εφόσον στόχος της, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο 26, είναι η προαγωγή της καθολικής πρόσβασης.

3.7

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο προσιτός χαρακτήρας αποτελεί πλέον κοινή αξία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και η οποία πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή από τα κράτη μέλη, οι τιμές πχ της ενέργειας, των υπηρεσιών περιαγωγής της κινητής τηλεφωνίας, των μεταφορών, ή ακόμα οι τιμές και τα ενοίκια των κατοικιών, παραμένουν δυσανάλογα υψηλές σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα ενός ολοένα και μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού. Επιπλέον, οι ορισμοί της προσιτής υπηρεσίας σε διάφορα νομοθετικά κείμενα της Ένωσης — τα οποία η ΕΟΚΕ παραθέτει ενδεικτικά παρακάτω — διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό και, κυρίως είναι ασαφείς.

3.8

Στέγαση

3.8.1

Η έρευνα για τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών (EU-SILC) που διενεργείται σε όλα τα κράτη μέλη, καθορίζει το ποσοστό μέγιστης δυνατής οικονομικής προσπάθειας για μια κατοικία στο 40% του διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού. Εάν η τιμή υπερβαίνει αυτό το κατώφλι, η εν λόγω κατοικία δεν θεωρείται πλέον προσιτή.

3.8.2

Στο πλαίσιο της εξασφάλισης της πρόσβασης κάθε πολίτη σε αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή στέγη, τα κράτη μέλη επεμβαίνουν με πολύ διαφορετικό τρόπο και σε πολύ διαφορετικό βαθμό στη λειτουργία των οικείων αγορών κατοικίας, ενδεχομένως με τη χορήγηση επιδόματος στέγασης. Η πλειοψηφία των κρατών μελών έχει θεσπίσει μηχανισμούς χορήγησης κοινωνικών ή φορολογικών ενισχύσεων με σκοπό να συνδράμει τα νοικοκυριά σε αυτή την υποχρεωτική δαπάνη και επιχορηγεί μια παράλληλη προσφορά «κοινωνικών κατοικιών», συμπληρωματικώς προς την υπάρχουσα προσφορά στην ιδιωτική αγορά.

3.8.3

Με την κοινωνική στέγαση, οι δημόσιες αρχές προσπαθούν να θεραπεύσουν την αδυναμία της αγοράς να καλύψει το σύνολο των αναγκών στέγασης. Σκοπός είναι να εξασφαλιστεί σε όλους πρόσβαση σε κατάλληλη στέγη, με προσιτή τιμή/ενοίκιο. 25 εκατομμύρια νοικοκυριά στην Ένωση στεγάζονται σε κοινωνικές κατοικίες.

3.8.4

Παρά τους μηχανισμούς αυτούς, η πρόσβαση πολλών πολιτών σε κατάλληλη στέγη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πλέον οικονομικά εφικτή Το 2011, το 15% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαβίωνε σε υπερπληθείς ή ακατάλληλες κατοικίες, ενώ το 17% των νοικοκυριών υφίστατο τις συνέπειες της αύξησης του κόστους κατοικίας σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημά του (2).

3.8.5

Με την ανακοίνωση της 20ής Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 106, παρ. 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιορίζει την παροχή επιχορηγουμένων κοινωνικών κατοικιών στους πολίτες που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση ή στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες που έχουν σαφώς προσδιορισθεί ως τέτοιες, και οι οποίοι λόγω των απαιτήσεων φερεγγυότητας δεν είναι σε θέση να βρουν κατοικία υπό τους όρους της αγοράς, πράγμα που θέτει ορισμένα ερωτήματα σε σχέση με τις αξίες που προβλέπονται στο Πρωτόκολλο 26.

3.9

Τηλεπικοινωνίες

3.9.1

Αν και η εσωτερική αγορά και ο ελεύθερος ανταγωνισμός συνέβαλαν στη μείωση των τιμών ανά μονάδα των τηλεπικοινωνιών, η μείωση οφείλεται επίσης — μέχρις ενός σημείου — στις τεχνολογικές εξελίξεις και στην επιβολή ανώτατου ορίου στις τιμές των κινητών επικοινωνιών περιαγωγής από τις κοινοτικές αρχές.

3.9.2

Στη νομοθεσία για τις τηλεπικοινωνίες (3) αναφέρεται ότι η προσιτότητα συνδέεται με την «προσιτή τιμή, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών εθνικών όρων» χρήσης του τηλεφώνου και την ικανότητα των χρηστών να ελέγχουν τις δαπάνες τους. Στο μεθοδολογικό σημείωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την οριζόντια αξιολόγηση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (4), ο προβλεπόμενος δείκτης ορίζει την «τιμή των υπηρεσιών σε σχέση με τα εισοδήματα των καταναλωτών χαμηλών/μέσων εισοδημάτων (για διάφορα επίπεδα εισοδήματος)».

3.10

Ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο

3.10.1

Στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι επιδοτήσεις ή οι κανονιστικές ρυθμίσεις για τη μείωση των συνολικών ενεργειακών τιμών τείνουν να μειώσουν τα κίνητρα για ενεργειακά αποδοτική συμπεριφορά, δεν στοχεύουν συγκεκριμένα τους πλέον αδύναμους και ενδέχεται να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό (5).

3.10.2

Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν μέτρα που να εγγυώνται την επαρκή προστασία των ευάλωτων καταναλωτών (6). Μια δημόσια αρχή μπορεί να παρέχει άμεσες ενισχύσεις στους καταναλωτές μόνο εάν οριστεί σαφώς η έννοια της ενεργειακής φτώχειας και αν τα ευάλωτα άτομα εντοπιστούν σαφώς σε εθνικό επίπεδο. Στην περίπτωση των καταναλωτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, η παροχή ενέργειας πρέπει να συνεχιστεί για ένα διάστημα, έστω κι αν δεν είναι σε θέση να καταβάλουν το τίμημα..

3.10.3

Πρέπει να σημειωθεί ότι η έννοια της ενεργειακής φτώχειας αφορά μόνο τους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου και δεν συμπεριλαμβάνει τα άλλα καύσιμα που χρησιμοποιούνται — ιδίως — για την αστική θέρμανση.

3.10.4

Η ενεργειακή πολιτική της Ένωσης βασίζεται στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, μέσω της στήριξης που παρέχεται στα μέτρα ενεργειακής απόδοσης ή θερμικής μόνωσης των κατοικιών, με στόχο την αύξηση της οικονομικής προσιτότητας των υπηρεσιών παροχής ενέργειας. Εντούτοις, η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης απαιτεί σημαντικές επενδύσεις των οποίων η οικονομική απόδοση — που λαμβάνει τη μορφή μείωσης των ενεργειακών δαπανών — θα επιτευχθεί μόνο μακροπρόθεσμα. Στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα «Για μία ευρωπαϊκή συντονισμένη δράση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της ενεργειακής πενίας» (CESE 2517/2013), η ΕΟΚΕ διατύπωσε συγκεκριμένες προτάσεις επί του ζητήματος.

4.   Μέτρηση της οικονομικής προσιτότητας

4.1

Το 2004, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της απόδοσης των ΥΓΟΣ των βιομηχανιών δικτύου, η Επιτροπή είχε μετρήσει την προσιτότητα των τιμολογίων που εκδίδουν τα εν λόγω δίκτυα, μέσω ενός δείκτη βασιζόμενου στο ποσοστό του ετήσιου εισοδήματος που πρέπει να δαπανούν κάθε χρόνο οι χρήστες για μια συγκεκριμένη δέσμη υπηρεσιών.

4.2

Η έρευνα Ευρωβαρομέτρου για την ικανοποίηση των Ευρωπαίων πολιτών αναφορικά με τις υπηρεσίες των βιομηχανιών δικτύου δεν παρέχει παρά μόνο μια υποκειμενική αξιολόγηση της προσιτότητας των εν λόγω υπηρεσιών και μπορεί να χρησιμεύσει μόνο ως ένδειξη μιας γενικής τάσης.

4.3

Δεν υπάρχουν επίσημα κοινοτικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της οικονομικής προσιτότητας των ΥΓΟΣ. Τα κοινοτικά έγγραφα ασχολούνται περισσότερο με εναρμονισμένες αρχές και κανόνες για τον καθορισμό τιμών που αντικατοπτρίζουν το κόστος, ή «βασιζομένων περισσότερο στο πραγματικό κόστος» ή ακόμη για την «ανάκτηση του κόστους» (όπως επιβάλλει η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα), διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την παροχή των υπηρεσιών στο σύνολο του πληθυσμού.

4.4

Ωστόσο, τιμές που καθορίζονται βάσει του κόστους, ακόμα και χωρίς περιθώριο κέρδους για τον πάροχο, δεν είναι οικονομικά προσιτές ούτε διασφαλίζουν την πρόσβαση όλων στις υπηρεσίες σε προσιτές τιμές.

4.5

Σύμφωνα με την Πράσινη Βίβλο του 2003 για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίζουν κριτήρια προκειμένου για να εξακριβώνεται κατά πόσο οι τιμές μιας υπηρεσίας είναι προσιτές ή όχι. Οφείλουν να μεριμνούν ώστε τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί να αντικατοπτρίζουν τη συμμόρφωση με ένα σύνολο δικαιωμάτων για τους καταναλωτές και τους χρήστες — όπως η πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στις ΥΓΟΣ — και ταυτοχρόνως να προβλέπουν μηχανισμό ελέγχου των τιμών και/ή να χορηγούν επιδοτήσεις στα εν λόγω άτομα. Αυτά τα κριτήρια θα μπορούσαν να συνδέονται, για παράδειγμα, με την τιμή ενός κάλαθου βασικών υπηρεσιών — σε επίπεδο κράτους μέλους — του οποίου η ανώτατη τιμή (το ποσοστό προσπάθειας) θα καθορίζεται βάσει του αποδεκτού ύψους σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των πιο ευάλωτων καταναλωτών.

5.   Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης

5.1

Σύμφωνα με την Πράσινη Βίβλο για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, «Όπου υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός, οι μηχανισμοί της αγοράς μπορούν να εξασφαλίσουν την παροχή υπηρεσιών με ικανοποιητική ποιότητα και σε προσιτή τιμή, μειώνοντας έτσι σημαντικά την ανάγκη ρυθμιστικής παρέμβασης».

5.2

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ανακοίνωσή της: Ένα ποιοτικό πλαίσιο για υπηρεσίες κοινής ωφελείας στην Ευρώπη (COM (2011) 900 final) με αφορμή το νέο πλαίσιο της Συνθήκης, επισημαίνει ότι το πλαίσιο αυτό πρέπει να διασφαλίσει ότι κατά τα επόμενα έτη το ρυθμιστικό περιβάλλον σε επίπεδο ΕΕ θα εξακολουθήσει να ενισχύει την κοινωνική διάσταση της ενιαίας αγοράς, να λαμβάνει πληρέστερα τον ειδικό χαρακτήρα αυτών των υπηρεσιών και να αντιμετωπίζει την πρόκληση που συνιστά η παροχή τους με γνώμονα τις αξίες που προβλέπονται στο Πρωτόκολλο 26, ήτοι δηλαδή υψηλό επίπεδο ποιότητας, ασφάλειας και οικονομικής προσιτότητας, ίση μεταχείριση και προώθηση της καθολικής πρόσβασης και των δικαιωμάτων των χρηστών.

5.3

Μεταξύ των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας που προβλέπονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία συγκαταλέγεται η πρόσβαση και η οικονομική προσιτότητα για όλους τους καταναλωτές, καθώς και συγκεκριμένες διατάξεις για τους ευάλωτους καταναλωτές ή τα άτομα με αναπηρία.

5.4

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίσει τον καλύτερο συντονισμό των υπηρεσιών της και να δημιουργήσει ένα αξιόπιστο στατιστικό εργαλείο συλλογής και επαλήθευσης των δεδομένων (με πλήρη σεβασμό της εμπιστευτικότητας των δεδομένων). Επίσης, θα πρέπει να αποσαφηνίσει την έννοια της οικονομικής προσιτότητας των ΥΓΟΣ για όλους και να την προσαρμόσει στις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας (Πρωτόκολλο 26) και της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα Ατόμων με Αναπηρία, προτείνοντας ταυτόχρονα νομοθετικά μέτρα που θα ενσωματώσουν στο παράγωγο δίκαιο την υποχρέωση για τα κράτη μέλη:

να θεσπίσουν δείκτες για τον προσδιορισμό της οικονομικής προσιτότητας μιας υπηρεσίας, καθώς και μηχανισμούς για την ανεξάρτητη αξιολόγηση των επιδόσεων των ΥΓΟΣ, ενσωματώνοντας τον σεβασμό της οικονομικής προσβασιμότητας·

να προσδιορίσουν ένα καλάθι βασικών υπηρεσιών, για τις οποίες το ποσοστό μέγιστης αποδεκτής προσπάθειας ενός νοικοκυριού καθορίζεται με βάση ένα πρότυπο διαθέσιμο εισόδημα. Για τον καθορισμό της προσιτής τιμής ενός κάλαθου υπηρεσιών, είναι απαραίτητο να μη συνδεθούν οι διάφορες υπηρεσίες με το διαθέσιμο εισόδημα σε κάθε τομέα. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί το σύνολο των υπηρεσιών που κρίνονται απαραίτητες (κάτι που πρέπει να προσδιορισθεί από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας), για τον καθορισμό του συνολικού ποσοστού των δαπανών των νοικοκυριών μετά το οποίο υπάρχει επιπλέον κόστος (όπως αυτό που συμβαίνει με τη στέγαση) και, σε αυτή την περίπτωση, να προβλεφθούν τρόποι χρηματοδότησης — σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΣλΕΕ — που θα επιτρέψουν να εξασφαλιστεί η πρόσβαση όλων στις ΥΓΟΣ·

να εξειδικεύσουν την έννοια των «ευάλωτων ατόμων» ή των «μειονεκτουσών ομάδων». Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την πρακτική λήψης αποφάσεών της σε ό,τι αφορά τον έλεγχο πρόδηλου σφάλματος στον χαρακτηρισμό των κρατικών ενισχύσεων. Θα πρέπει να παραχωρηθεί στα κράτη μέλη η αρμοδιότητα καθορισμού των όρων πρόσβασης σε προσιτές τιμές σε σχέση με τις ανάγκες των πολιτών και τις εθνικές και τοπικές προτιμήσεις, καθώς και τις πραγματικές ανάγκες των μειονεκτούντων πολιτών ή των λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου 26 για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος.

5.5

Με πλήρη σεβασμό στις ευθύνες και αρμοδιότητες των κρατών μελών, η συμπερίληψη των σημαντικότερων στοιχείων για τις ΥΓΟΣ στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο αποτελεί προϋπόθεση για την ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της ΕΕ και της αγοράς της, ιδίως σε εποχές κρίσης

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  COM(1991) 476 final.

(2)  Eurofound: Third European Quality of Life Survey — Quality of life in Europe: impact of the crisis 2012 και Household debts advisory services in the Europe Union.

(3)  Οδηγία 2002/22/ΕΚ.

(4)  COM(2002) 331 final.

(5)  COM(2012) 663 final — Για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας.

(6)  Οδηγίες 2009/72/ΕΚ (ηλεκτρική ενέργεια) και 2009/73/ΕΚ (φυσικό αέριο).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της Γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Οι ακόλουθες τροπολογίες έλαβαν άνω του ενός τετάρτου των ψήφων και απορρίφθηκαν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων:

Σημείο 1.4

Να τροποποιηθεί ως εξής:

1.4

«Ως εκ τούτου, η Η ΕΟΚΕ προτείνει η Ευρωπαϊκή Ένωση αφενός να αποσαφηνίσει την έννοια της οικονομικής προσιτότητας των ΥΓΟΣ για όλους και να την προσαρμόσει στις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας (Πρωτόκολλο 26) και της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα Ατόμων με Αναπηρία και, αφετέρου, να θεσπίσει νομοθετικά μέτρα στο παράγωγο δίκαιο, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη:

να θεσπίσουν δείκτες για τον προσδιορισμό της οικονομικής προσιτότητας μιας υπηρεσίας, καθώς και μηχανισμούς για την ανεξάρτητη αξιολόγηση των επιδόσεων των ΥΓΟΣ, ενσωματώνοντας το σεβασμό της οικονομικής προσβασιμότητας.

προσδιορίσουν ένα καλάθι βασικών υπηρεσιών, στο πλαίσιο του οποίου το ποσοστό προσπάθειας ενός νοικοκυριού καθορίζεται με βάση αυτό που είναι αποδεκτό σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Ένα ανώτατο επίπεδο δαπανών για αυτές τις βασικές υπηρεσίες θα πρέπει να παράσχει μια αντικειμενική βάση για την ποσοτικοποίηση της έννοιας της προσιτότητας, καθώς και για τον προσδιορισμό του γενικού ποσοστού των δαπανών ενός νοικοκυριού, μετά το οποίο υπάρχει υπέρβαση δαπάνης, η οποία δίνει το δικαίωμα, ανάλογα με την περίπτωση, για δημόσια ενίσχυση.

εξειδικεύσουν την έννοια των “ευάλωτων ατόμων” ή των “μειονεκτουσών ομάδων”προκειμένου . Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να είναι σε θέση θα πρέπει να επανεξετάσει την πρακτική λήψης αποφάσεών της σε ό,τι αφορά τον έλεγχο πρόδηλου σφάλματος στο χαρακτηρισμό των κρατικών ενισχύσεων.»

Αιτιολογία

Σημείο 1.4, πρώτη παράγραφος:

 

Δεν είναι αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ο ορισμός των αξιών που αναφέρονται στο Άρθρο 14 και που ερμηνεύονται από το Πρωτόκολλο 26 (βλ. επίσης την τροπολογία και την αιτιολογία σχετικά με το σημείο 3.9.2). Η Σύμβαση των ΗΕ που αναφέρεται εδώ (δικαιώματα ατόμων με αναπηρία) επανεισάγεται στην τροπολογία που αφορά το τρίτο εδάφιο του σημείου 5.4.

Σημείο 1.4, δεύτερο εδάφιο:

 

Το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται, καθότι η Επιτροπή δεν μπορεί αν υποχρεώσει τα κράτη μέλη να προσδιορίσουν καλάθι βασικών υπηρεσιών σε συνάρτηση με τις αξίες των ΥΓΟΣ. Για να καταστεί σαφές το συγκεκριμένο ζήτημα, ας ανακεφαλαιώσουμε όλη την επιχειρηματολογία: στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, οι «δημόσιες υπηρεσίες» δεν αποτελούν συνώνυμο των ΥΓΟΣ. Η Συνθήκη της Ρώμης αναφέρεται στις τελευταίες στο Άρθρο 90, παρ. 2 (106 παρ. 2 στη Συνθήκη της Λισαβόνας). Στο Άρθρο 77 (σημερινό Άρθρο 93), σχετικά με τις μεταφορές, αναφέρεται η «έννοια της δημόσιας υπηρεσίας». Αυτή αποτελεί πολιτική ονομασία για συγκεκριμένο είδος της πολιτικής μεταφορών και, κατά συνέπεια, δεν σχετίζεται με την συγκεκριμένη και ειδική παροχή υπηρεσίας, που είναι απαραίτητη για να χαρακτηριστεί ΥΓΟΣ, από ένα κράτος μέλος ή δημόσιες αρχές με δικαιοδοσία και εφαρμογή αποκλειστικά στην επικράτεια του εν λόγω κράτους, περιφέρειας ή δήμου. Επίσης, οι αλλαγές που επέφερε η Συνθήκη της Λισαβόνας στις διατάξεις της ΕΕ για τις ΥΓΟΣ έχουν μάλλον αποδυναμώσει παρά ενδυναμώσει την ευρωπαϊκή προοπτική σε σχέση με τις εθνικές εξουσίες (1). Μάλιστα, η νέα κανονιστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου δυνάμει του Άρθρου 14 δεν αφορά παρά τις «αρχές» και τις «προϋποθέσεις, ιδίως οικονομικές και δημοσιονομικές» που επιτρέπουν στις ΥΓΟΣ «την εκπλήρωση του σκοπού τους», αρμοδιότητα που κατείχε ήδη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των συνθηκών. Κατά συνέπεια, είναι απόλυτα σαφές πως το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο δεν διαθέτουν καμία εξουσία όσον αφορά τις «κοινές αξίες», 14 τον αριθμό, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται ο «προσιτός χαρακτήρας». Η ρύθμισή τους ήταν και παραμένει στη δικαιοδοσία των κρατών, και κανενός άλλου επιπέδου διοίκησης. Ως εκ τούτου, για την παροχή σε όλον τον ευρωπαϊκό πληθυσμό αποδεκτής ποιότητας ζωής, είναι προφανές ότι δεν πρέπει να πορευθούμε στο δρόμο των ΥΓΟΣ αλλά σε αυτόν τη υιοθέτησης τομεακών νομοθεσιών που θα φέρουν το σύνολο των κρατών μελών στο ελάχιστο επιθυμητό επίπεδο. Αυτόν τον στόχο πρέπει να επιδιώκουν οι γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ, και είναι βέβαιο πως αυτός ο στόχος θα επιτευχθεί χάρη στην υποστήριξη και κυρίως στη δράση της Επιτροπής, η οποία έχει απορρίψει τις τρεις γνωμοδοτήσεις πρωτοβουλίας που η ΕΟΚΕ έχει ήδη υιοθετήσει στο παρελθόν υποστηρίζοντας την οδό των ΥΓΟΣ.

Σημείο 1.4, τελευταίο εδάφιο:

 

Δεν υφίσταται λογική σχέση μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης φράσης του εδαφίου. Οι προτεινόμενες αλλαγές διορθώνουν αυτήν την έλλειψη. Η Σύμβαση των ΗΕ που αναφέρεται εδώ (δικαιώματα ατόμων με αναπηρία) επανεισάγεται στην τροπολογία που αφορά το τρίτο εδάφιο του σημείου 5.4.

Σημείο 5.4

Να τροποποιηθεί ως εξής:

5.4

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίσει με τον καλύτερο συντονισμό των υπηρεσιών της και να δημιουργήσει ένα τη δημιουργία ενός αξιόπιστου στατιστικού ό εργαλείου συλλογής και επαλήθευσης των δεδομένων (με πλήρη σεβασμό του εμπιστευτικού χαρακτήρα αυτών της εμπιστευτικότητας των δεδομένων). Επίσης, θα πρέπει να αποσαφηνίσει την έννοια της οικονομικής προσιτότητας των ΥΓΟΣ για όλους και να την προσαρμόσει στις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας (Πρωτόκολλο 26) και της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα Ατόμων με Αναπηρία, προτείνοντας τ Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να αναπτύξει νομοθετικά μέτρα που θα ενσωματώσουν στο παράγωγο δίκαιο την υποχρέωση των κρατών μελών για τα κράτη μέλη:

να θεσπίσουν δείκτες για τον προσδιορισμό της οικονομικής προσιτότητας μιας υπηρεσίας, καθώς και μηχανισμούς για την ανεξάρτητη αξιολόγηση των επιδόσεων των ΥΓΟΣ, ενσωματώνοντας τον σεβασμό της οικονομικής προσβασιμότητας·

να προσδιορίσουν ένα καλάθι βασικών υπηρεσιών, για τις οποίες το ποσοστό μέγιστης αποδεκτής προσπάθειας ενός νοικοκυριού καθορίζεται με βάση ένα πρότυπο διαθέσιμο εισόδημα. Για τον καθορισμό της προσιτής τιμής ενός κάλαθου υπηρεσιών, είναι απαραίτητο να μη συνδεθούν οι διάφορες υπηρεσίες με το διαθέσιμο εισόδημα σε κάθε τομέα. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί το σύνολο των υπηρεσιών που κρίνονται απαραίτητες (κάτι που πρέπει να προσδιορισθεί από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας), για τον καθορισμό του συνολικού ποσοστού των δαπανών των νοικοκυριών μετά το οποίο υπάρχει επιπλέον κόστος (όπως αυτό που συμβαίνει με τη στέγαση) και, σε αυτή την περίπτωση, να προβλεφθούν τρόποι χρηματοδότησης — σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΣλΕΕ — που θα επιτρέψουν να εξασφαλιστεί η πρόσβαση όλων στις ΥΓΟΣ·

να εξειδικεύσουν την έννοια των «ευάλωτων ατόμων» ή των «μειονεκτουσών ομάδων»έτσι ώστε, αν χρειαστεί, να μπορέσει . Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την πρακτική λήψης αποφάσεών της σε ό,τι αφορά τον έλεγχο πρόδηλου σφάλματος στον χαρακτηρισμό των κρατικών ενισχύσεων. Θα πρέπει να παραχωρηθεί στα κράτη μέλη η αρμοδιότητα καθορισμού των όρων πρόσβασης σε προσιτές τιμές σε σχέση με τις ανάγκες των πολιτών και τις εθνικές και τοπικές προτιμήσεις, καθώς και τις πραγματικές ανάγκες των μειονεκτούντων πολιτών ή των λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, σύμφωνα και με τις διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία του πρωτοκόλλου 26 για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος.

Αιτιολογία

Ως προς το σημείο 5.4, πρώτη κουκίδα:

Το νόημα της πρώτης πρότασης δεν αλλοιώνεται αλλά αποδίδεται με κομψότερο τρόπο (δεν είναι αρμόδια η ΕΟΚΕ να εκφέρει γνώμη επί της εσωτερικής οργάνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Δεν είναι αρμόδια η ΕΟΚΕ να ορίζει τις αξίες που απορρέουν από το άρθρο 14 κα ερμηνεύονται στο πρωτόκολλο 26 (πρβλ. τροπολογία και αιτιολογία επί του σημείου 3.9.2).

Τα όσα αναφέρονται για τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών μεταφέρονται σε άλλο εδάφιο του ίδιου σημείου.

Ως προς το σημείο 5.4, δεύτερη κουκίδα:

 

Το τρίτο εδάφιο έρχεται σε αντίφαση με τα όσα αναφέρονται στο δεύτερο. Είναι προτιμότερη η διαγραφή δευτέρου εδαφίου, επειδή δεν είναι αρμόδια η Επιτροπή να επιβάλει στα κράτη μέλη να ορίσουν μια συγκεκριμένη δέσμη μέτρων για τις ΥΓΟΣ. Για λόγους πληρότητας, επαναλαμβάνεται εδώ η πλήρης επιχειρηματολογία: Στο ευρωπαϊκό πρωτογενές δίκαιο οι «δημόσιες υπηρεσίες» δεν είναι το ίδιο πράγμα με τις ΥΓΟΣ. Στη Συνθήκη της Ρώμης οι ΥΓΟΣ αναφέρονται στο άρθρο 90 (2) (στη Συνθήκη της Λισαβόνας πλέον στο άρθρο 106 (2). Το άρθρο 77 (τώρα πλέον άρθρο 93, για τις μεταφορές, αναφέρεται στην έννοια της δημόσιας υπηρεσίας. Πρόκειται για την πολιτική ονομασία μιας ειδικής μορφής της πολιτικής μεταφορών και, συνεπώς, δεν έχει καμία σχέση με την παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας, πράγμα που αποτελεί προϋπόθεση για να οριστεί από ένα κράτος μέλος ή μια εξουσιοδοτημένη αρχή ενός κράτους μέλους ως ΥΓΟΣ η οποία ισχύει αποκλειστικά στην εκάστοτε χώρα, περιφέρεια ή περιοχή. Επιπλέον, οι αλλαγές στους κανόνες για τις ΥΓΟΣ που εισήγαγε η Συνθήκη της Λισαβόνας, αντί να ενισχύσουν, έχουν αποδυναμώσει την ευρωπαϊκή διάσταση των ΥΓΟΣ, προς όφελος των εθνικών αρμοδιοτήτων. (2) Όντως, οι νέες ρυθμιστικές αρμοδιότητες του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, με βάση το άρθρο 14, αφορούν μόνο τις «αρχές και προϋποθέσεις, ιδίως οικονομικές και δημοσιονομικές» οι οποίες επιτρέπουν «την εκπλήρωση του σκοπού των ΥΓΟΣ», αρμοδιότητα που προηγουμένως διέθετε κυρίως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών. Συνεπώς, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο δεν διαθέτουν καμία αρμοδιότητα σε σχέση με τις δεκατέσσερις «κοινές αξίες» του άρθρου 14, εκ των οποίων μια είναι το προσιτό κόστος. Οι ρύθμιση αυτών είναι και παραμένει αποκλειστικά εθνική αρμοδιότητα. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η προσφορά μιας αποδεκτής ποιότητας ζωής σε όλους τους Ευρωπαίους, είναι προφανές ότι δεν πρέπει να ακολουθήσουμε την εθνική διαδρομή ΥΓΟΣ, αλλά μάλλον να παροτρύνουμε τα κράτη μέλη να επιτύχουν το επιθυμητό ελάχιστο επίπεδο με τη μέθοδο της τομεακής νομοθεσίας. Οι γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ θα πρέπει να επικεντρωθούν σε αυτό και αυτή η προσέγγιση θα καρποφορήσει αναμφίβολα με τη συναίνεση και λίγο περισσότερα χρήματα, τη δράση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία απέρριψε τις τρεις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις στις οποίες υποστηρίζεται η μέθοδος των ΥΓΣ.

Ως προς το σημείο 5.4, τρίτη κουκίδα:

Η έλλειψη λογικής συνάφειας μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης πρότασης του εδαφίου αυτού αποκαθίσταται με την τροποποίηση.

Το πρωτόκολλο 26 δεν περιέχει διατάξεις περί «μειονεκτούντων πολιτών» ή «λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών ομάδων». Ωστόσο, η πρόσθετη έκκληση για την τήρηση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κρίνεται σκόπιμη.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

Ψήφοι υπέρ:

:

110

Ψήφοι κατά:

:

44

Αποχές:

:

12


(1)  Δεδομένου ότι τα κείμενα αυτά προέρχονται από την ολλανδική κυβέρνηση, κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμιστεί η ιστορία του Ολλανδικού Κοινοβουλίου επί του ζητήματος για να εκτιμηθεί και να κατανοηθεί το περιεχόμενό τους: Κοινοβουλευτικά έγγραφα (Eerste en Tweede Kamerstukken), σειρά 31384 (R 1850) C, αρ.o 4, κοινοβουλευτικό έτος 2007-2008.

(2)  Επειδή τα κείμενα προέρχονται από την κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, πρέπει να ακολουθήσουμε και την κοινοβουλευτική ιστορία των Κάτω Χωρών σε ό,τι αφορά τη συγγραφή και το σκοπό αυτών Άνω και Κάτω Βουλή, σειρά 31384 (R 1850) C αντιστοίχως αριθ. 4, έτος συνεδριάσεων 2007-2008.


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/32


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Στρατηγική της ΕΕ για την περιοχή της Αδριατικής Θάλασσας και του Ιονίου Πελάγους (EUSAIR)» (διερευνητική γνωμοδότηση)

(2014/C 177/05)

Γενικός εισηγητής: ο κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Γενικός συνεισηγητής: ο κ. PALMIERI

Στις 20 Νοεμβρίου 2013, ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Maroš ŠEFČOVIČ ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα

Στρατηγική της ΕΕ για την περιοχή της Αδριατικής Θάλασσας και του Ιονίου Πελάγους (EUSAIR).

Στις 15 Οκτωβρίου 2013 το Προεδρείο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ανέθεσε στο ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή» τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες.

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των εργασιών, κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή όρισε γενικό εισηγητή τον κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ (EL-I) και γενικό συνεισηγητή τον κ. PALMIERI (IT-II) και υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 150 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την ιδιαίτερη προσοχή με την οποία αντιμετωπίζεται η χάραξη στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περιοχή της Αδριατικής Θάλασσας και του Ιονίου Πελάγους (EUSAIR), με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής και της ανταγωνιστικότητας ενώπιον προκλήσεων που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επιτυχώς από τις επιμέρους περιφέρειες ή χώρες με τα συνήθη μέσα.

1.2

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι στο έγγραφο συζήτησης δεν αναφέρεται η στρατηγική αξία της μεσογειακής συνεργασίας. Η ΕΟΚΕ θα ήθελε να υπογραμμίσει ότι η περιφερειακή συνεργασία στην περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου δεν είναι μόνο στοιχείο θεμελιώδους σημασίας για τη συνδρομή των χωρών των δυτικών Βαλκανίων κατά την προενταξιακή διαδικασία και τη σύσφιξη των δεσμών με τις μακροπεριφέρειες του Δούναβη και της Βαλτικής, αλλά και μια λειτουργική περιοχή της Λεκάνης της Μεσογείου και ως τέτοια θα πρέπει επίσης να νοείται.

1.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η στρατηγική EUSAIR πρέπει να υιοθετήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα με συγκεκριμένο κατάλογο έργων και σχεδίων. Θα πρέπει να αξιοποιήσει τις βέλτιστες πρακτικές που έχουν ήδη αναπτυχθεί στο πλαίσιο άλλων μακροπεριφερειακών στρατηγικών (Βαλτική, Δούναβης και Ατλαντικός), της Ένωσης για τη Μεσόγειο (1), της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», των υφιστάμενων προγραμμάτων και χρηματοδοτικών μηχανισμών της ΕΕ (2) και ενωσιακών πρωτοβουλιών όπως η INTERACT για την παροχή τεχνικής συνδρομής και κατάρτισης (3). Θα πρέπει επίσης να συνδέεται επιχειρησιακά με άλλες πολιτικές της ΕΕ, όπως η πολιτική συνοχής, η Κοινή Γεωργική και η Κοινή Αλιευτική Πολιτική, ο χρηματοδοτικός μηχανισμός «Συνδέοντας την Ευρώπη», τα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών και ενέργειας, το πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020», το Ψηφιακό Θεματολόγιο, το πρόγραμμα COSME, η ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική και η πολιτική για το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου (4). Το δε αποτέλεσμα πρέπει να είναι ένας πρακτικός κατάλογος μέτρων, προγραμμάτων και συστημάτων για να εξασφαλιστεί η ευρύτερη συνοχή των λαών της περιοχής.

1.4

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει την πλήρη απουσία του ιδιωτικού τομέα από το έγγραφο συζήτησης και υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο αυτού του τομέα ως κινητήρα για τη δημιουργία οικονομικής ανάπτυξης και απασχόλησης. Τονίζει την ανάγκη πιο ενεργού συμμετοχής των ενδιαφερόμενων φορέων τόσο από τον ιδιωτικό τομέα όσο και από την κοινωνία των πολιτών στην προπαρασκευή και εφαρμογή της στρατηγικής. Συνιστάται ιδιαιτέρως να αξιοποιηθεί καλύτερα το δυναμικό του ιδιωτικού τομέα για την προσέλκυση επενδύσεων (τόσο τοπικών όσο και διεθνών) και για τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών.

1.5

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η στρατηγική EUSAIR θα πρέπει να περιλαμβάνει εντονότερη κοινωνική διάσταση, προκειμένου να υποστηρίξει καλύτερα την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς στην περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου. Έχει επίσης ζωτική σημασία να ληφθεί μέριμνα για τη συμμετοχή στον κοινωνικό διάλογο των εκπροσώπων των «αποκλεισμένων» κοινωνικών ομάδων, όπως οι διακινούμενες κοινότητες, τα άτομα με αναπηρίες και οι οργανώσεις των γυναικών, και να υποστηριχθούν πλήρως οι πολιτικές της ΕΕ που αποσκοπούν στην αποτροπή των διακρίσεων για λόγους φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, αναπηρίας, ηλικίας, γενετήσιου προσανατολισμού ή φύλου.

1.6

Η ΕΟΚΕ λυπάται για το γεγονός ότι στο έγγραφο συζήτησης δεν εξετάζονται επαρκώς τα προβλήματα που αφορούν τις παράνομες και λαθραίες ροές μεταναστών. Η ΕΕ οφείλει να καταβάλει περισσότερη προσπάθεια για να βοηθήσει την περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου να αντεπεξέλθει στην πρόκληση της μετανάστευσης και της ένταξης των μεταναστών στην κοινωνία.

1.7

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η αστυνόμευση και η ασφάλεια είναι πολύ σημαντικές για την πρόοδο και την ευημερία της περιοχής της Αδριατικής και του Ιονίου και ζητεί από το Συμβούλιο να αυξήσει τον προϋπολογισμό και τις δυνατότητες δράσης του FRONTEX (5).

1.8

Μολονότι τα τελευταία χρόνια υλοποιήθηκαν αρκετές συναφείς με τη μακροπεριφέρεια πρωτοβουλίες και έργα συνεργασίας στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας (Αδριατική Ευρωπεριφέρεια/Adriatic Euroregion, Φόρουμ Εμπορικών Επιμελητηρίων της Αδριατικής και του Ιουνίου, Φόρουμ Δήμων της Αδριατικής και του Ιουνίου, Uniadrion, κ.λπ.), η ΕΟΚΕ επιθυμεί να τονίσει ότι η υλοποίηση της στρατηγικής καθυστέρησε πολύ, παρά το γεγονός ότι η συζήτηση με θέμα την Πρωτοβουλία Αδριατικής-Ιονίου είχε ξεκινήσει ήδη από τον Οκτώβριο του 1999 κατόπιν αιτήματος της ιταλικής κυβέρνησης και είχε επισημοποιηθεί από τον Μάιο του 2000 με τη Διακήρυξη της Αγκόνας. Μετά από όλες αυτές τις καθυστερήσεις, ξαφνικά ο χρονικός ορίζοντας για την τελική έγκριση συμπτύχθηκε με συνέπεια να καταστεί ιδιαίτερα δυσχερής για τα μέλη της ΕΟΚΕ η κατάλληλη επεξεργασία των θέσεών της ΕΟΚΕ.

2.   Στρατηγική της ΕΕ για την περιοχή της Αδριατικής Θάλασσας και του Ιονίου Πελάγους (EUSAIR): ιστορικό και προβλήματα

2.1

Η πρώτη προσπάθεια συνεργασίας στην περιοχή της Αδριατικής Θάλασσας και του Ιονίου Πελάγους ήταν το Σύμφωνο Σταθερότητας για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, το οποίο συνήφθη το 1999 ως ένα πλαίσιο για την ενίσχυση της ειρήνης, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της οικονομίας στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και εφαρμόσθηκε από το 1999 έως το 2008. Δυνάμει της πρωτοβουλίας αυτής, η ιταλική κυβέρνηση παρουσίασε, στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στο Τάμπερε της Φινλανδίας τον Οκτώβριο του 1999, την Πρωτοβουλία Αδριατικής-Ιονίου, η οποία εγκατέστησε επίσημα την έδρα της στην Ανκόνα της Ιταλίας τον Μάιο του 2000 με την υπογραφή της Δήλωσης της Ανκόνα. Η δήλωση αυτή αποτελούσε τον «ακρογωνιαίο λίθο» της πολιτικής για την ενίσχυση της εδαφικής συνεργασίας στην περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου, την προώθηση της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας και συνεπώς τη δημιουργία στέρεας βάσης για τη διεργασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η πρωτοβουλία υπογράφηκε αρχικά από τους Υπουργούς Εξωτερικών της Αλβανίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Κροατίας και της Σλοβενίας και επεκτάθηκε αργότερα στην ομοσπονδιακή ένωση Σερβίας-Μαυροβουνίου.

2.1.1

Βάσει της Δήλωσης της Ανκόνα, ενεργοποιήθηκαν διάφορα δίκτυα θεσμικής συνεργασίας για την ενίσχυση της συνοχής και της ανταγωνιστικότητας της περιοχής της Αδριατικής και του Ιονίου: η Ευρωπεριφέρεια Αδριατικής-Ιονίου, το Φόρουμ Δήμων της Αδριατικής και του Ιονίου, το Φόρουμ Εμπορικών Επιμελητηρίων της Αδριατικής και του Ιονίου, το δίκτυο πανεπιστημίων Uniadrion και η Πρωτοβουλία Αδριατικής-Ιονίου.

2.2

Κατά την υπουργική σύνοδο της Επιτροπής και των Υπουργών Εξωτερικών της περιοχής της Αδριατικής και του Ιονίου στις 19 Νοεμβρίου 2012, ελήφθησαν οι εξής αποφάσεις:

όλα τα μέρη εξέφρασαν την αμέριστη υποστήριξή τους στη νέα στρατηγική·

η νέα στρατηγική θα χρησιμοποιήσει τις βέλτιστες πρακτικές και την πείρα από τις μακροπεριφερειακές στρατηγικές για τις περιοχές του Δούναβη (6) και της Βαλτικής Θάλασσας (7)·

τα μέτρα δεν θα πρέπει να παρουσιάζουν επικαλύψεις με τη θαλάσσια στρατηγική·

θα πρέπει να διατεθούν στη στρατηγική οι απαραίτητοι ανθρώπινοι πόροι και, ειδικότερα, επαρκής αριθμός μελών του προσωπικού για τη χάραξη και την εφαρμογή της·

το σχέδιο δράσης θα πρέπει να προσδιορίζει συγκεκριμένα μέτρα και έργα·

σε μεταγενέστερη φάση θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσθήκης και άλλων πεδίων και μελών.

2.3

Σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2012 (8) να καταρτιστεί νέα μακροπεριφερειακή στρατηγική για την Αδριατική Θάλασσα και το Ιόνιο Πέλαγος πριν από τα τέλη του 2014, οι υπηρεσίες της Επιτροπής, για να τηρήσουν την εντολή που έλαβαν, θα πρέπει να αρχίσουν την εκπόνηση ανακοίνωσης και σχεδίου δράσης, το οποίο θα πρέπει να εγκριθεί πριν από τη λήξη της ιταλικής Προεδρίας.

2.4

Στις 22 Οκτωβρίου 2013 το Συμβούλιο υιοθέτησε για πρώτη φορά στρατηγικά κριτήρια για τα βασικά χαρακτηριστικά των μακροπεριφερειακών στρατηγικών. Τα κριτήρια αυτά ήταν τα εξής:

ενίσχυση της συνεργασίας των εμπλεκόμενων κρατών μελών μεταξύ τους, καθώς και με τα ενδιαφερόμενα μη εμπλεκόμενα κράτη και τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες, σε πεδία κοινού ενδιαφέροντος·

κινητοποίηση των ποικίλων διαθέσιμων πηγών χρηματοδότησης και των εμπλεκόμενων φορέων με σκοπό την καλύτερη διαμόρφωση της πολιτικής και την καλύτερη εφαρμογή των διάφορων ενωσιακών, εθνικών και περιφερειακών πολιτικών·

βελτίωση των υφιστάμενων μηχανισμών και δικτύων συνεργασίας·

συμβολή στην ανάπτυξη και τη βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση για τα νέα υψηλής ποιότητας σχέδια.

2.5

Η στρατηγική για την Αδριατική και το Ιόνιο χαίρει έντονης πολιτικής δέσμευσης και επίγνωσης στις εμπλεκόμενες χώρες και αποτελεί, όχι μόνο πρόκληση, αλλά και μεγάλη ευκαιρία για την ίδια την ΕΕ. Η αποστολή της στρατηγικής είναι «σύνδεση και προστασία». Θα ενισχύσει τη συνοχή και πέραν των συνόρων της ΕΕ, σε μια περιοχή εξαιρετικά σημαντική για τη σταθερότητα της ηπείρου.

2.6

Η στρατηγική για την Αδριατική και το Ιόνιο συμπληρώνει πολιτικά και τεχνικά τη μακροπεριφέρεια του Δούναβη (η οποία περιλαμβάνει πολλά κράτη που εμπίπτουν και στη στρατηγική Αδριατικής-Ιονίου) και με τη μακροπεριφέρεια της Βαλτικής.

2.7

Η περιοχή της Αδριατικής Θάλασσας και του Ιονίου Πελάγους αντιμετωπίζει σήμερα ορισμένες σημαντικές προκλήσεις, όπως οικολογικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, αναποτελεσματικές συγκοινωνιακές συνδέσεις και ανεπαρκή συνεργασία για την προώθηση της συνοχής, της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας. Ένας βασικός παράγοντας για την επιτυχή αντιμετώπισή των εν λόγω προκλήσεων είναι η ενίσχυση της σύγχρονης επιχειρηματικής νοοτροπίας και η ανάπτυξη των ΜμΕ στην περιοχή μέσω της προώθησης της συνεργασίας τους και της διάδοσης των βέλτιστων πρακτικών τους.

2.8

Μια στρατηγική που βασίζεται σε μακροπεριφερειακή προσέγγιση μπορεί να παράσχει πολύτιμη ώθηση για την υποστήριξη της ενσωμάτωσης των Βαλκανίων και των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών στην Ευρώπη, την υποστήριξη της εφαρμογής ολοκληρωμένων αναπτυξιακών πολιτικών και της καλύτερης αξιοποίησης των ευρωπαϊκών και των εθνικών κονδυλίων και την ενίσχυση των ανταλλαγών και των συμπράξεων μεταξύ των κοινωνιών των πολιτών των εμπλεκόμενων χωρών.

2.8.1

Η μακροπεριφερειακή συνεργασία διευκολύνει την πρόοδο των χωρών της Αδριατικής και του Ιονίου προς την ευθυγράμμιση με τα πρότυπα της ΕΕ —το «κοινοτικό κεκτημένο»— και, επομένως, έχει θετικό αντίκτυπο στην πορεία των χωρών αυτών προς την Ευρώπη και στη σταθερότητα τόσο των ίδιων όσο και όλης της περιοχής. Επιπροσθέτως, μια μακροπεριφερειακή στρατηγική είναι απαραίτητη για την προώθηση της συνοχής και της κοινωνικο-οικονομικής ολοκλήρωσης των εδαφών που καλύπτει.

2.8.2

Κάθε αποτελεσματική μακροπεριφερειακή προσέγγιση της ενίσχυσης των συνεργιών μεταξύ των διάφορων πολιτικών της ΕΕ και του συντονισμού των προσπαθειών ενός ευρέος φάσματος φορέων στην περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου θα πρέπει να βασίζεται στον «κανόνα των τριών ναι»: ναι στη συμπληρωματικότητα των χρηματοδοτήσεων, ναι στον συντονισμό των θεσμικών οργάνων, ναι στην κατάρτιση νέων σχεδίων. Σε αυτήν την προσπάθεια σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ο ιδιωτικός τομέας.

2.8.3

Μια καλά διαρθρωμένη μακροπεριφερειακή στρατηγική μπορεί να παράσχει ένα κοινό, ευρωπαϊκό πλαίσιο για την προώθηση του πολιτιστικού εμπλουτισμού και την ενίσχυση των δυνατοτήτων των εθνικών κοινωνιών των πολιτών της περιοχής. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περιοχές όπως η Ανατολική Ευρώπη ή τα Βαλκάνια, όπου η εδραίωση των δημοκρατικών πρακτικών συμβαδίζει με την ανάπτυξη μιας ακμάζουσας και δυναμικής δημόσιας σφαίρας.

2.8.4

Μια μακροπεριφερειακή στρατηγική θα επέτρεπε τον σχεδιασμό της ανάπτυξης των υποδομών σε διεθνική γεωγραφική κλίμακα, προωθώντας την ανάπτυξη δικτύων ΤΠΕ, αυτοκινητόδρομων, σιδηρόδρομων και λιμένων και εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την εδαφική συνοχή και την ανταγωνιστικότητα της περιοχής χωρίς εμπόδια και σημεία συμφόρησης.

2.9

Παρά τη χρονοβόρα διαδικασία έναρξης του, το έργο έλαβε προσφάτως χαρακτήρα κατεπείγοντος με συνέπεια να συμπτυχθούν οι καταληκτικοί γύροι εις βάρος του τελικού αποτελέσματος.

3.   Το έγγραφο συζήτησης: πεδίο εφαρμογής και στόχοι

3.1

Το Ιόνιο Πέλαγος αποτελεί κοινό και αξονικό παράγοντα της στρατηγικής EUSAIR. Η στρατηγική θα πρέπει να εστιαστεί σε πεδία κοινού περιφερειακού ενδιαφέροντος με μεγάλη σημασία για τις χώρες της Αδριατικής και του Ιονίου και να διευκρινίσει όλα τα πρακτικά ζητήματα (βασικοί πυλώνες, διαχείριση κ.λπ.). Τα πεδία και οι στόχοι προτεραιότητας του σχεδίου δράσης θα πρέπει να προσδιοριστούν από τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων και των κοινωνικών εταίρων ως κοινές επιδιώξεις και βιώσιμες λύσεις για κοινές προκλήσεις, με ιδιαίτερη προσοχή στις επενδύσεις για ανάπτυξη και απασχόληση στους τομείς της θάλασσας και της ναυτιλίας.

3.2

Ο γενικός στόχος της στρατηγικής EUSAIR είναι η προώθηση της βιώσιμης οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας της περιοχής της Αδριατικής και του Ιονίου μέσω της οικονομικής ανάπτυξης, της δημιουργίας απασχόλησης και της βελτίωσης της ελκυστικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της συνδεσιμότητας της περιοχής, με διατήρηση παράλληλα του περιβάλλοντος της ενδοχώρας, καθώς και των παράκτιων και των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

3.3

Αυτός ο στόχος θα επιτευχθεί με δραστηριότητες που θα διεξαχθούν στο πλαίσιο τεσσάρων θεματικών πυλώνων (9): προώθηση της καινοτόμου ανάπτυξης του θαλάσσιου και του ναυτιλιακού τομέα· σύνδεση της περιοχής· διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος· και αύξηση της ελκυστικότητας της περιοχής.

3.3.1

Πρώτος πυλώνας: Προώθηση της καινοτόμου ανάπτυξης της θάλασσας και της ναυτιλίας. Η αλιεία (10) αποτελεί πολύ σημαντική οικονομική δραστηριότητα για τις παράκτιες περιοχές της Αδριατικής και του Ιονίου και τους κατοίκους τους. Ο βασικός στόχος αυτού του πυλώνα είναι η ανάπτυξη ενός ισχυρού τομέα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας υψηλής ποιότητας, ο οποίος θα είναι περιβαλλοντικά και οικονομικά βιώσιμος και θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.

3.3.2

Δεύτερος πυλώνας: Σύνδεση της περιοχής. Η περιοχή της Αδριατικής Θάλασσας και του Ιονίου Πελάγους βρίσκεται σε ένα πολύ σημαντικό γεωστρατηγικό σημείο του βόρειου-νότιου και του ανατολικού-δυτικού άξονα της Ευρώπης. Η Αδριατική και το Ιόνιο αποτελούν σημαντικό σταυροδρόμι εμπορευμάτων, επιβατών και ενέργειας. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξαρτώνται έντονα από αυτήν την περιοχή για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές τους. Οι «θαλάσσιες αρτηρίες της Αδριατικής» θα είναι μια βιώσιμη, αξιόπιστη και ανταγωνιστική υπηρεσία εμπορευματικών και επιβατικών μεταφορών. Οι διαπλεύσεις επιβατηγών πλοίων και οι μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξάνονται κάθε χρόνο. Δυστυχώς, εκτός από την εμπορική θαλάσσια κυκλοφορία, η Αδριατική και το Ιόνιο χρησιμοποιούνται και από εγκληματικά δίκτυα που επιδίδονται σε παράνομες διακινήσεις.

3.3.3

Τρίτος πυλώνας: Διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος. Το παράκτιο και το θαλάσσιο περιβάλλον της Αδριατικής και του Ιονίου φιλοξενεί τεράστια ποικιλία φυσικών οικοτόπων και βιολογικών ειδών. Η συνδυασμένη δράση της υψηλής πίεσης από τον άνθρωπο και των τοπογραφικών χαρακτηριστικών καθιστούν αυτούς τους οικοτόπους εξαιρετικά ευάλωτους στη ρύπανση. Η συνεργασία των εμπλεκόμενων παράκτιων χωρών πραγματοποιείται βάσει των ρυθμιστικών πλαισίων της οδηγίας-πλαισίου για τη θαλάσσια στρατηγική, της Σύμβασης της Βαρκελώνης και των πρωτοκόλλων της, καθώς και στους κόλπους της Μεικτής Επιτροπής για την προστασία της Αδριατικής Θάλασσας και των παράκτιων περιοχών της. Οι εκροές των ποταμών και οι θαλάσσιες μεταφορές έχουν αμφότερες σημαντικό αντίκτυπο στην Αδριατική Θάλασσα.

3.3.4

Τέταρτος πυλώνας: Αύξηση της ελκυστικότητας της περιοχής. Ο τομέας του τουρισμού είναι σημαντικός για την οικονομία, επειδή αποτελεί μία από τις κυριότερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες δραστηριότητες στην περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί την οικονομική βάση των παράκτιων περιοχών, ολοένα και συχνότερα δε και της ενδοχώρας. Ο τομέας της κρουαζιέρας, ιδίως, παρουσιάζει μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης. Τα τελευταία 10 χρόνια η παγκόσμια ζήτηση κρουαζιερών έχει σχεδόν διπλασιαστεί. Το γεγονός αυτό αντανακλάται και στην περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου, όπου ο τομέας παρουσιάζει ήδη ταχεία ανάπτυξη. Επιπροσθέτως, η πολιτιστική και η αρχαιολογική κληρονομιά της περιοχής αποτελεί ένα ισχυρό πλεονέκτημα, το οποίο θα πρέπει να αξιοποιηθεί πλήρως. Η νέα μακροπεριφερειακή στρατηγική θα πρέπει να βοηθήσει τους τουριστικούς φορείς αφ’ ενός μεν να αντιμετωπίσουν εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις όπως ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από άλλους προορισμούς και οι εποχιακές διακυμάνσεις, αφ’ ετέρου δε να διεισδύσουν σε νέες αγορές, τις οποίες αγνοούσε μέχρι σήμερα η βιομηχανία του τουρισμού (π.χ. τουρίστες με αναπηρία και ηλικιωμένοι τουρίστες). Μια μακροπεριφερειακή προσέγγιση του παράκτιου, του θαλάσσιου και άλλων μορφών τουρισμού θα μπορούσε να παράσχει κίνητρο για την ενίσχυση της διακυβέρνησης του τομέα και τη συμμετοχή ιδιωτικών φορέων και διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις για το έγγραφο συζήτησης

4.1

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει σημαντικές αποκλίσεις στον βαθμό ευαισθητοποίησης των πολιτών των χωρών της περιοχής ως προς τα διάφορα υπό συζήτηση ζητήματα. Η ευρύτατη ποικιλία εμπειριών μεταξύ των πολιτών τεσσάρων κρατών μελών και άλλων τεσσάρων χωρών, με πολύ διαφορετικά επίπεδα συνειδητοποίησης και ανάπτυξης καθιστά αναγκαία τη χάραξη μιας στρατηγικής για την περιοχή κατάλληλα προσαρμοσμένης στο εδαφικό δυναμικό της κάθε περιοχής.

4.1.1

Εξ ου και η ανάγκη περαιτέρω ευαισθητοποίησης του κοινού και εξασφάλισης της άμεσης συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα και των οργανώσεων της ευρύτερης κοινωνίας των πολιτών. Σε κάθε περίπτωση τούτο συνιστά μια διόλου αμελητέα πρόκληση.

4.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί κατ’ αρχήν με το έγγραφο συζήτησης, το οποίο αναλύει λεπτομερώς τα βασικά στοιχεία που απαιτούνται για τη στήριξη της έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης της περιοχής της Αδριατικής και του Ιονίου. Οι τέσσερις πυλώνες περιγράφουν επαρκώς τα κυριότερα προβλήματα, προκλήσεις και στόχους.

4.3

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την χάραξη στρατηγικής για την Αδριατική Θάλασσα και το Ιόνιο Πέλαγος. Το έγγραφο που παρουσιάστηκε προς συζήτηση εντοπίζει τις αδυναμίες, εκθέτει τις συνεργίες, παρουσιάζει ένα κοινό όραμα και διατυπώνει μια σειρά προτάσεων και ρεαλιστικών μέτρων, που διαμορφώνουν μιαν ορθή βάση για την ανάπτυξη της στρατηγικής με γνώμονα την ενεργό συμμετοχή όλων των άμεσα ενδιαφερομένων.

4.3.1

Η ΕΟΚΕ πιστεύει στον σημαντικό ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι μακροπεριφερειακές στρατηγικές για τις χώρες της περιοχής. Μια καλοσχεδιασμένη στρατηγική μπορεί να παράσχει ένα γενικό πλαίσιο αναφοράς και να θεωρηθεί εγχείρημα που συντελεί στην αύξηση της σταθερότητας, η οποία αποτελεί πάντοτε απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδύσεων από φορείς του ιδιωτικού τομέα εντός και εκτός της περιοχής.

4.3.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις προτεραιότητες που επισημαίνονται ως ισχυρά στοιχεία της περιοχής, όπως η σημασία της ως κόμβου διακίνησης εμπορευμάτων, επιβατών και ενέργειας και τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα για δραστηριότητες στους τομείς της «γαλάζιας οικονομίας» και του τουρισμού. Φαίνεται ότι οι τομείς αυτοί μπορούν να καταστούν πραγματικές κινητήριες δυνάμεις για επενδύσεις, ανάπτυξη και απασχόληση.

4.3.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επίσης με τα πορίσματα του σχεδίου στρατηγικής, που επιβεβαιώνουν ότι πρέπει να ενισχυθούν οι συνεργίες και η συνεργασία στην περιοχή. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι το σχέδιο δράσης θα πρέπει να τονίσει τη σημασία της σύστασης συνεργατικών σχηματισμών και δικτύων που θα προβούν σε κοινές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των κοινών αδυναμιών και να διαμορφώσει ένα κοινό όραμα για την ανάπτυξη βιώσιμων και ιδιαίτερα ανταγωνιστικών οικονομιών στην περιοχή.

4.3.4

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι το έγγραφο δεν εξετάζει επαρκώς ορισμένες σημαντικές πτυχές της εδαφικής, κοινωνικής και οικονομικής συνοχής.

4.3.5

Η ΕΟΚΕ προτείνει επίσης ορισμένα σημαντικά ζητήματα όπως η έρευνα και η καινοτομία ή η ανάπτυξη των ΜμΕ και των ικανοτήτων τους να μην αναφέρονται απλώς ως οριζόντιες πτυχές, αλλά να αποκτήσουν πιο σημαντικό ρόλο, προκειμένου να καταστούν πραγματικές κινητήριες δυνάμεις για την ενίσχυση της συνοχής και της ανταγωνιστικότητας της περιοχής.

4.3.6

Στο έγγραφο συζήτησης δεν αναφέρεται καθόλου η στρατηγική αξία της μεσογειακής συνεργασίας. Παρότι η περιφερειακή συνεργασία στην περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου είναι σημαντική για τη στήριξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων κατά την προενταξιακή διαδικασία και για την ενίσχυση των δεσμών με τις μακροπεριφέρειες του Δούναβη και της Βαλτικής, είναι επίσης σημαντικό να αντιμετωπιστεί η περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου ως λειτουργική περιοχή της λεκάνης της Μεσογείου.

4.3.7

Τα προβλήματα με τις παράνομες ροές μεταναστών δεν εξετάζονται επαρκώς. Ειδικότερα, η συμμετοχή των περιφερειών της Νότιας Ιταλίας (Απουλία, Βασιλικάτα, Καλαβρία και Σικελία) στη στρατηγική EUSAIR καθιστά απαραίτητη τη μεγαλύτερη εστίαση στα ζητήματα του ανθρωπισμού και της ασφάλειας σε σχέση με τη μετανάστευση από τις χώρες της Βόρειας Αφρικής.

4.3.8

Η ΕΟΚΕ πιστεύει πως η στρατηγική, στην παρούσα μορφή της, περιλαμβάνει έναν σχετικά μακρύ κατάλογο προβληματικών τομέων, διαρθρωτικών αδυναμιών και στόχων. Ο εκτενής κατάλογος δεν εξυπηρετεί κανένα χρήσιμο σκοπό και θα πρέπει να περιοριστεί σε έναν πιο διαχειρίσιμο κατάλογο ρεαλιστικών μέτρων. Η ΕΟΚΕ θα συνιστούσε, συνεπώς, να περιοριστεί το περιεχόμενο της στρατηγικής στα πιο σημαντικά πεδία δράσης ή να τεθούν βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προτεραιότητες, αρχής γενομένης με τα πιο σημαντικά ζητήματα.

4.3.9

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι στη στρατηγική για την Αδριατική και το Ιόνιο θα πρέπει να συμμετάσχουν πλήρως όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη —κυβερνήσεις, τοπικές και περιφερειακές αρχές, πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, επιχειρήσεις και ΜμΕ του ιδιωτικού τομέα, κοινωνικοί εταίροι, ΜΚΟ και κοινωνία των πολιτών— ως απόδειξη ότι η στρατηγική τηρεί τις αρχές της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και της ενεργού συμμετοχής των πολιτών στα κοινά (11).

4.3.10

Η ΕΟΚΕ λαμβάνει υπό σημείωση τον «κανόνα των τριών όχι» που αποφάσισε το Συμβούλιο σε σχέση με τις μακροπεριφερειακές στρατηγικές (όχι σε νέα χρηματοδοτικά μέσα, όχι σε ένα νέο θεσμικό όργανο και όχι σε ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο), αλλά πιστεύει ότι απαιτείται περισσότερη χρηματοδότηση για τεχνική υποστήριξη προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιτυχής υλοποίηση της στρατηγικής στο μέλλον.

4.3.11

Η ΕΟΚΕ πιστεύει επίσης ότι τα σημαντικά κονδύλια που έχουν ήδη δεσμευθεί από την ΕΕ για την υλοποίηση περιφερειακών προγραμμάτων μέσω των διαρθρωτικών ταμείων αποτελούν επαρκή μέσα, αλλά πρέπει να χρησιμοποιηθούν πραγματικά για την υλοποίηση της στρατηγικής μέσω καλύτερα συντονισμένων ενεργειών στο πνεύμα μιας ενιαίας στρατηγικής.

5.   Ειδικότερες παρατηρήσεις για τους τέσσερις πυλώνες

5.1

Προώθηση της καινοτόμου ανάπτυξης της θάλασσας και της ναυτιλίας: Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η θάλασσα ορθώς προσδιορίζεται ως σημαντικό στοιχείο, που μπορεί να βοηθήσει τις εμπλεκόμενες χώρες να αναπτύξουν δυναμικούς οικονομικούς τομείς και τους κατοίκους τους να αποκτήσουν κερδοφόρα απασχόληση. Πιστεύει πως είναι σημαντικό να αναπτυχθούν νέα μοντέλα προγραμματισμού, τα οποία να είναι ικανά να εξασφαλίζουν την ολοκλήρωση και τη συμπληρωματικότητα των αλυσίδων αξίας της γαλάζιας οικονομίας (γαλάζια τρόφιμα, γαλάζιος τουρισμός, γαλάζια βιομηχανία, γαλάζια εφοδιαστική και γαλάζιοι πόροι).

5.1.1

Η στρατηγική ορθώς εντοπίζει τις γαλάζιες δραστηριότητες ως τομείς προς επικέντρωση, δεδομένου ότι η υδατοκαλλιέργεια έχει ήδη προσελκύσει εκτενείς επενδύσεις στις μεγαλύτερες χώρες της περιοχής, οι οποίες μπορούν να χρησιμεύσουν ως παράδειγμα και για τις υπόλοιπες. Οι νέες επενδύσεις σε υποδομές και σε συμπληρωματικές δραστηριότητες αναμένεται, συνεπώς, ότι θα έχουν ταχεία απόδοση, η οποία θα τις καταστήσει ελκυστικές για χρηματοδότηση από την ΕΤΕπ και ιδιωτικούς αλλοδαπούς ή και τοπικούς επενδυτές.

5.1.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την ανάγκη ανάπτυξης «επιχειρηματικού πνεύματος αποδοτικής χρήσης των πόρων» ως μέσου βελτίωσης των μεθόδων διαχείρισης των επιχειρήσεων στους σημαντικότερους τομείς δραστηριότητας. Οι χώρες της περιοχής, ιδίως οι χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ αντιμετωπίζουν περιορισμούς και χαρακτηρίζονται από περιοριστική επιχειρηματική φιλοσοφία· συνεπώς, θα ωφελούνταν σημαντικά από τη στενή συνεργασία, υιοθετώντας μια νέα επιχειρηματική νοοτροπία. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις θα πρέπει να αποτελέσουν τους κινητήρες για την επιτυχία αυτής της προσπάθειας.

5.1.3

Η ΕΟΚΕ συνιστά η προτεινόμενη ιδέα να μετατραπεί η περιοχή σε κέντρο «καινοτόμων» δραστηριοτήτων να αποτελέσει ιδιαίτερα μακροπρόθεσμο στόχο. Επί του παρόντος, η περιοχή έχει περιορισμένες μόνο δυνατότητες. Η στρατηγική θα πρέπει, συνεπώς, να επιδιώξει την ανάπτυξη συνεργιών και τη βελτίωση των υποδομών κατάρτισης και εκπαίδευσης, ώστε να αναπτυχθούν σταδιακά οι γαλάζιες δραστηριότητες και να μειωθούν οι ανισορροπίες μεταξύ ζήτησης και προσφοράς ειδικευμένου εργατικού δυναμικού με τα κατάλληλα προσόντα. Η ΕΕ, με την υποστήριξη της επιχειρηματικής κοινότητας, των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών, μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διάδοση και την υποστήριξη των βέλτιστων πρακτικών και της εμπειρογνωσίας στην περιοχή.

5.1.4

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η αλιεία διαδραματίζει μεν σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό ρόλο στην Αδριατική Θάλασσα και στο Ιόνιο Πέλαγος, αλλά οι βασικές υποδομές σε ορισμένες χώρες είναι ανεπαρκείς. Ζητεί, συνεπώς, να μελετηθεί προσεκτικά η κατάσταση και να παρουσιαστεί ένα ρεαλιστικό σχέδιο για την αντιμετώπισή της, στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδίου δράσης. Καλεί, επίσης, τις χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ να επιδείξουν μεγαλύτερη προθυμία να συμμορφωθούν προς την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την αλιεία.

5.2

Σύνδεση της περιοχής: Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι μέχρι σήμερα υπήρχε εμφανής έλλειψη αποτελεσματικών, οικονομικά αποδοτικών συνδέσεων μεταξύ των χωρών της περιοχής, ιδίως από την άποψη της τήρησης των ενεργειακών απαιτήσεων. Επιπροσθέτως, οι συγκοινωνιακές και οι επικοινωνιακές συνδέσεις με την ενδοχώρα και τα νησιά είναι ανεπαρκείς. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι είναι απαραίτητο να βελτιωθούν οι θαλάσσιες και οι εναέριες συνδέσεις εντός και εκτός της περιοχής και, επομένως, θεωρεί σημαντικό να καταστεί η θαλάσσια στρατηγική για την Αδριατική Θάλασσα και το Ιόνιο Πέλαγος (12), που υιοθετήθηκε τον Νοέμβριο του 2012, μία από τις βασικές συνιστώσες της στρατηγικής EUSAIR, ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα συγκοινωνιακών συνδέσεων, ιδίως με την ενδοχώρα και τις απόκεντρες περιοχές.

5.2.1

Η ΕΟΚΕ είναι υπέρ της προτεινόμενης «θαλάσσιας αρτηρίας της Αδριατικής και του Ιονίου», διότι θα συντείνει στην καλύτερη διαχείριση της οδικής κυκλοφοριακής συμφόρησης, στη μείωση του χάσματος ανταγωνιστικότητας των νησιών και της ενδοχώρας και στη βελτίωση των συνδέσεων με τους άλλους διαδρόμους μεταφορών της Μεσογείου.

5.2.2

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι το έγγραφο συζήτησης δεν δίνει την απαραίτητη έμφαση στα ζητήματα της ενέργειας, καθώς η ΕΕ αναζητεί συνεχώς εναλλακτικές πηγές ενέργειας και νέες διαδρομές για τη σύνδεση με τις χώρες εξαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Φαίνεται ότι σχεδιάζονται σημαντικοί νέοι αγωγοί για τη σύνδεση της Ευρώπης με χώρες παραγωγής ενέργειας, οι οποίοι θα διέρχονται από την περιοχή της Αδριατικής και του Ιονίου. Ένα παράδειγμα είναι η συμφωνία μεταξύ Αζερμπαϊτζάν, Ελλάδας και Ιταλίας για τον αδριατικό αγωγό φυσικού αερίου (Trans Adriatic Pipeline — TAP).

5.2.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι, δεδομένων των προβλημάτων διακίνησης ναρκωτικών και παράνομης μετανάστευσης που χαρακτηρίζουν την Αδριατική και το Ιόνιο, η περιοχή χρειάζεται ένα αναβαθμισμένο πρότυπο διακυβέρνησης, ένα αποτελεσματικό σύστημα αστυνόμευσης και στενότερη συνεργασία των τοπικών και των ευρωπαϊκών αρχών. Η ΕΟΚΕ καλεί, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο να αυξήσει τον προϋπολογισμό και τις δυνατότητες δράσης του FRONTEX.

5.3

Διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος: Η στρατηγική EUSAIR υιοθέτησε φιλόδοξους στόχους σε αυτό το πεδίο, σύμφωνα με τις απαιτητικές περιβαλλοντικές πολιτικές της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ επικροτεί αυτήν την προσέγγιση, δεδομένης της σημαντικής βιοποικιλότητας και της ύπαρξης οικοτόπων εξαιρετικά ευάλωτων στη ρύπανση. Υποστηρίζει τις προτάσεις για στενότερη συνεργασία των παράκτιων κρατών, βάσει των ρυθμιστικών πλαισίων της οδηγίας-πλαισίου για τη θαλάσσια στρατηγική, της Σύμβασης της Βαρκελώνης και της Μεικτής Επιτροπής για την προστασία της Αδριατικής Θάλασσας και των παράκτιων περιοχών της. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι ορισμένες από τις χώρες της περιοχής ίσως να μην είναι έτοιμες για μια τόσο φιλόδοξη πολιτική και ότι χρειάζονται περισσότερη ενθάρρυνση και ίσως χρηματοδότηση των επιχειρήσεών τους έτσι ώστε αυτές να προσαρμόσουν την παραγωγή τους σε πιο οικολογικές προδιαγραφές.

5.3.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το σπουδαιότερο πεδίο δράσης σε αυτόν τον πυλώνα είναι η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα (13) που αφορούν τη μείωση των εκλύσεων νιτρικών ενώσεων, προκειμένου να βελτιωθεί το θαλάσσιο περιβάλλον.

5.3.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί επίσης την υιοθέτηση προηγμένων τεχνικών διαχείρισης της κυκλοφορίας, με στόχο τη μείωση των απορρίψεων αποβλήτων και ερματικών υδάτων στη θάλασσα και την προώθηση έργων διαχείρισης των αποβλήτων των χερσαίων παράκτιων δραστηριοτήτων.

5.3.3

Η ΕΟΚΕ είναι υπέρ της εφαρμογής των προσεγγίσεων του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, των προστατευόμενων θαλάσσιων ζωνών, του προγράμματος Natura 2000 και της ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών.

5.3.4

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η συμμόρφωση είναι απαραίτητη, όχι μόνο για τις χώρες που είναι μέλη της ΕΕ, αλλά επίσης —και ιδίως— για εκείνες που δεν είναι ακόμη μέλη, προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξή τους στην Ένωση.

5.3.5

Η ΕΟΚΕ πιστεύει επίσης ότι η ενίσχυση της συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρχών των προστατευόμενων θαλάσσιων ζωνών είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος προστασίας του περιβάλλοντος.

5.4   Αύξηση της ελκυστικότητας της περιοχής

5.4.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ακράδαντα τον ρόλο του τουρισμού, ο οποίος αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον (14) και να καταστεί η σπουδαιότερη οικονομική δραστηριότητα της περιοχής. Ο τουρισμός έχει προσελκύσει μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες που επενδύουν στον ποιοτικό τουρισμό και συμβάλλουν στη μεγάλη αύξηση της τουριστικής κίνησης. Ο τομέας του τουρισμού παρέχει πολλά οικονομικά οφέλη, προωθεί την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργεί θέσεις εργασίας με καλές αποδοχές, ιδίως για τους νέους. Ωστόσο, καθώς ο τουρισμός γίνεται εντατικότερος, πρέπει να ληφθούν μέτρα μετριασμού, για να περιοριστούν οι αρνητικές επιπτώσεις στο παράκτιο και στο θαλάσσιο περιβάλλον, από το οποίο εξαρτάται τόσο έντονα.

5.4.2

Η ΕΟΚΕ συνιστά να υποβληθεί ο τουρισμός σε αυστηρές μεθόδους διαχείρισης, ώστε να γίνει πιο φιλικός προς το περιβάλλον και περιεκτικός. Επισημαίνει δε ότι η επιχειρηματική κοινότητα, οι κοινωνικοί εταίροι και η κοινωνία των πολιτών μπορούν να παράσχουν εν προκειμένω πολύτιμη υποστήριξη.

5.4.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος του τομέα της κρουαζιέρας, με καλύτερη διαχείριση και ένταξη στο τουριστικό προϊόν, και θα υποστήριζε τη μεγαλύτερη εστίαση στον θαλάσσιο τουρισμό, μέσω νέων πολιτικών πρωτοβουλιών και στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», στο πλαίσιο των προσπαθειών της Επιτροπής να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για τον παράκτιο και τον θαλάσσιο τουρισμό.

5.4.4

Η ΕΟΚΕ συνιστά η πολιτιστική και η αρχαιολογική πτυχή να ενταχθούν πιο συστηματικά στις τουριστικές δραστηριότητες. Ο τουρισμός θα πρέπει να διαφοροποιηθεί, συμπεριλαμβάνοντας και άλλες δραστηριότητες όπως τα συνέδρια, ο οικοτουρισμός, ο αγροτουρισμός, τα θεματικά προϊόντα ή διαδρομές, οι ακαδημαϊκές σπουδές, οι επιχειρήσεις και οι δημιουργικοί κλάδοι της βιομηχανίας. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ακράδαντα ότι όλες οι τουριστικές δραστηριότητες πρέπει να διέπονται από τις αρχές του διεθνούς σχεδίου.

5.4.5

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η μακροπεριφερειακή στρατηγική θα πρέπει να βοηθήσει τους τουριστικούς φορείς να αντιμετωπίσουν εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις όπως η αύξηση του ανταγωνισμού από άλλους προορισμούς, οι εποχιακές διακυμάνσεις και η διείσδυσή τους σε νέες αγορές, τις οποίες αγνοούσε μέχρι σήμερα η βιομηχανία του τουρισμού (π.χ. τουρίστες με αναπηρία και ηλικιωμένοι τουρίστες), μέσω της υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών για την ανάπτυξη ολοκληρωμένων σχεδίων δράσης με στόχο την εδαφική ανάπτυξη της περιοχής.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  Διερευνητική γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ανάπτυξη μιας μακροπεριφερειακής στρατηγικής στη Μεσόγειο — Τα οφέλη για τα νησιωτικά κράτη μέλη», ΕΕ C 44, 15.2.2013, σ. 1.

(2)  Βλ. κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1638/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2006 για τον καθορισμό γενικών διατάξεων σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκού μηχανισμού γειτονίας και εταιρικής σχέσης, ΕΕ L 310 09.11.2006, σ. 1.

(3)  http://www.interact-eu.net/about_us/about_interact/22/2911

http://www.interact-eu.net/ipvalencia/ipvalencia/117/619 (αντένα INTERACT για τη Μεσόγειο στη Βαλένθια).

(4)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Σχέδιο πολιτικής για το άσυλο — Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της προστασίας σε όλη την ΕΕ», COM(2008) 360 final.

(5)  Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ με θέμα «Η λαθρομετανάστευση διά θαλάσσης στην ευρωμεσογειακή περιοχή» (REX/375), ΕΕ C 67 της 6ης Μαρτίου 2014, σ. 32.

(6)  COM(2010) 715 final.

(7)  COM(2009) 248 final.

(8)  Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου: EUCO 205/12/,14.12.2012.

(9)  Τέσσερις πυλώνες: ενδεικτική διάρθρωση της δράσης, όπως συμφωνήθηκε από τους 8 Υπουργούς Εξωτερικών και τον Επίτροπο κ. J. Hahn τον Νοέμβριο του 2012.

(10)  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Έκθεση σχετικά με μια στρατηγική για την αλιεία στην Αδριατική θάλασσα και στο Ιόνιο πέλαγος (2012/2261 (INI), A7-0234/2013.

(11)  COM(2011) 884 final.

(12)  COM(2012) 713 final.

(13)  Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000.

(14)  Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού (UNWTO) αναμένει αύξηση του αριθμού των τουριστικών αφίξεων παγκοσμίως κατά 3,3% κατά μέσο όρο ετησίως έως το 2030. Βλ. περαιτέρω επισημάνσεις του Οργανισμού στην έκδοση του 2012 στην ηλ. διεύθυνση www.unwto.org. Η Ευρώπη συγκεντρώνει πάνω από το ήμισυ των διεθνών αφίξεων και είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη τουριστική περιοχή του κόσμου.


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/40


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών»

COM(2013) 803 final — 2013/0392 (CNS)

(2014/C 177/06)

Στις 25 Νοεμβρίου 2013, και σύμφωνα με το άρθρο 148 (2) της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την

Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών

COM(2013) 803 final — 2013/0392 (NLE).

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειάς της που πραγματοποιήθηκε στις 21 και 22 Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου), η ΕΟΚΕ αποφάσισε με 150 ψήφους υπέρ και 5 αποχές να καταρτίσει γνωμοδότηση με την οποία υιοθετεί την εν λόγω πρόταση.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/41


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 260/2012 όσον αφορά τη μετάβαση σε μεταφορές πιστώσεων και άμεσες χρεώσεις σε ολόκληρη την Ένωση»

COM(2013) 937 final — 2013/0449 (COD)

(2014/C 177/07)

Στις 14 Ιανουαρίου 2014 και σύμφωνα με το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την

«Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 260/2012 του Συμβουλίου όσον αφορά τη μετάβαση σε μεταφορές πιστώσεων και άμεσες χρεώσεις σε ολόκληρη την Ένωση»

COM(2013) 937 final — 2013/0449 (COD).

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ανεπιφύλακτα την πρόταση και έχει ήδη διατυπώσει τις απόψεις της επί του θέματος σε προηγούμενη γνωμοδότησή της, CESE 794/2011 — 2010/0373 (COD), που υιοθετήθηκε στις 5 Μαΐου 2011 (1). Ως εκ τούτου κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας της που πραγματοποιήθηκε στις 21 και 22 Ιανουαρίου 2014, (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου), αποφάσισε με 159 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 4 αποχές να εκδώσει γνωμοδότηση στην οποία υποστηρίζει την πρόταση και παραπέμπει στη θέση που έλαβε στο προαναφερθέν έγγραφο.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καθιέρωση τεχνικών απαιτήσεων για τις μεταφορές πίστωσης και τις άμεσες χρεώσεις σε ευρώ και με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009», ΕΕ C 218 της 23 Ιουλίου 2011, σελ. 74.


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

495η σύνοδος ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014

11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/42


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις

COM(2013) 641 final — 2013/0314 (COD)

(2014/C 177/08)

Εισηγητής: ο κ. IOZIA

Στις 18 Οκτωβρίου 2013 και στις 10 Οκτωβρίου 2013, και σύμφωνα με το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αντίστοιχα, αποφάσισαν να ζητήσουν γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις

COM(2013) 641 final — 2013/314 (COD).

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 140 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Οι χρηματοπιστωτικοί δείκτες αναφοράς διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον χρηματοπιστωτικό τομέα, τόσο για την τιμολόγηση των διαφόρων προϊόντων όσο και για την ορθή κατανομή των κινδύνων και των κεφαλαίων. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη έγκυρων και αξιόπιστων παραμέτρων αναφοράς έχει ζωτική σημασία για την αποτελεσματική λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

1.2

Οι διάφορες πράξεις χειραγώγησης των δεικτών αναφοράς έσπειραν ανησυχίες και αβεβαιότητα ως προς την ακεραιότητα των παραμέτρων αναφοράς σε παγκόσμια κλίμακα, υπονομεύοντας έτσι την αρτιότητα του συστήματος και την ασφάλεια των συναλλαγών. Η ΕΟΚΕ ανησυχεί για τη σοβαρότητα των συνεπειών που επιφέρουν τέτοιου είδους πράξεις. Πράγματι, η χειραγώγηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικών ζημιών για τους επενδυτές ή στρεβλώσεων στην πραγματική οικονομία και, γενικότερα, να υποσκάψει το συνολικό κλίμα εμπιστοσύνης στις αγορές. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ αιτείται και συνιστά την κατεπείγουσα έγκριση των νέων προτεινόμενων μέτρων.

1.3

Τον Απρίλιο του 2013, το Ηνωμένο Βασίλειο ίδρυσε την Αρχή Χρηματοπιστωτικής Συμπεριφοράς (Financial Conduct Authority — FCA), η οποία είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της συμπεριφοράς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η FCA προέβη στη ρύθμιση της διαδικασίας διαμόρφωσης των επιτοκίων LIBOR, τόσο με τον καθορισμό νέων απαιτήσεων για τη βελτίωση της διακυβέρνησης και των ελέγχων όσο και με τη θέσπιση μέτρων για την επιβολή κυρώσεων στους υπεύθυνους για πράξεις χειραγώγησης των επιτοκίων LIBOR.

1.4

Με την τροποποίηση της υφιστάμενης πρότασης κανονισμού για την κατάχρηση της αγοράς (Market Abuse Regulation — MAR), καθώς και της υφιστάμενης πρότασης οδηγίας σχετικά με την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τα αδικήματα κατάχρησης της αγοράς (Criminal Sanctions for Market Abuse Directive — CSMAD), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτήρισε παράνομη οποιαδήποτε πράξη χειραγώγησης των χρηματοπιστωτικών δεικτών αναφοράς και προέβλεψε την επιβολή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων. Ο μηχανισμός επιβολής κυρώσεων, παρότι αναγκαίος, δεν επαρκεί ωστόσο για την αποτροπή του κινδύνου νέων πράξεων χειραγώγησης στο μέλλον.

1.5

Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής και διαπιστώνει ότι η εν λόγω πρόταση αποσκοπεί στη βελτίωση της νομοθεσίας η οποία διασφαλίζει την απαιτούμενη ακεραιότητα της αγοράς και των τιμών που εκφράζονται με τους δείκτες αναφοράς, με μέλημα την αποτροπή στρεβλώσεων οφειλόμενων σε τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων προκειμένου οι συγκεκριμένοι δείκτες να αντικατοπτρίζουν την οικονομική πραγματικότητα και να χρησιμοποιούνται κατά τον ορθό τρόπο. Εν προκειμένω, καθίσταται προφανές ότι συντρέχουν λόγοι δημόσιας οικονομικής τάξης.

1.6

Ιδιαίτερα σημαντικά κρίνονται τα μέτρα για την προστασία των καταγγελλόντων εργαζομένων (πληροφοριοδοτών). Η ΕΟΚΕ συνιστά να συμπεριληφθεί στο σχετικό πρότυπο μια αναφορά στην πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 2003/6/ΕΚ για την κατάχρηση αγοράς, η οποία επιβάλλει υποχρέωση καταγγελίας στους εργαζομένους μιας εταιρείας σε περίπτωση που διαπιστωθούν αθέμιτες συμπεριφορές και θέτει ως σαφή απαίτηση για τα κράτη μέλη να προβαίνουν στη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διασφάλιση της εν λόγω ειδικής προστασίας.

1.7

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η πρόταση συνάδει με τις αρχές που καθορίστηκαν το περασμένο καλοκαίρι από τη Διεθνή Οργάνωση Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων (IOSCO), έπειτα από τη διεξαγωγή πολυάριθμων διαβουλεύσεων, με συνακόλουθο σημαντικό περιορισμό του κόστους εφαρμογής.

1.8

Τα γνωστά σκάνδαλα σχετικά με την χειραγώγηση των επιτοκίων LIBOR και EURIBOR, αλλά και η ύπαρξη μεταγενέστερων ενδείξεων σχετικά με την χειραγώγηση των παραμέτρων αναφοράς των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή των τιμών του αργού πετρελαίου, των προϊόντων πετρελαίου και των βιοκαυσίμων, καταδεικνύουν την ανάγκη κανονιστικής ρύθμισης ενός ευρέος φάσματος δεικτών αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που χρησιμοποιούνται για τα ενεργειακά παράγωγα και τα βασικά προϊόντα. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει πλήρως και επικροτεί σθεναρά τον ευρύτερο στόχο που επιδιώκεται με την πρόταση κανονισμού, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

1.9

Ο παρών κανονισμός σηματοδοτεί τη μεγιστοποίηση της διαφάνειας στην αγορά και λαμβάνει ορισμένα μέτρα που περιορίζουν τον κατακερματισμό. Η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων συμβάλλει στην αποφυγή του κινδύνου, πολύ υψηλού στις χρηματοπιστωτικές αγορές, του ρυθμιστικού αρμπιτράζ και ως εκ τούτου οι τελικοί χρήστες θα έχουν όφελος από την ομοιομορφία των διασυνοριακών τιμών αναφοράς.

1.10

Η ΕΟΚΕ, η οποία ανέκαθεν μεριμνά για τη βελτίωση της προστασίας και της προάσπισης των συμφερόντων των καταναλωτών, εκτιμά ότι ο εν λόγω κανονισμός ενσωματώνει δεόντως την ισχύουσα νομοθεσία επί του θέματος και θεωρεί ότι, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα προβλεπόταν κανένα μέτρο για τη δέουσα και ενδεδειγμένη αξιολόγηση των παραμέτρων αναφοράς. Οι επενδυτές έχουν δικαίωμα προστασίας των περιουσιακών τους στοιχείων (δανείων, παράγωγων προϊόντων κλπ.) από ζημίες οφειλόμενες σε παραποίηση της αγοράς.

1.11

Η ΕΟΚΕ εκφράζει εκ νέου την απογοήτευσή της για την υπέρμετρη χρήση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που δεν φαίνονται να είναι συμβατές με τις διατάξεις των Συνθηκών ούτε στην παρούσα πρόταση κανονισμού. Εν προκειμένω, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστούν πολυάριθμα στοιχεία που παρουσιάζονται ως κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις στον εν λόγω κανονισμό· πρόκειται για θέμα επί του οποίου η ΕΟΚΕ έχει ήδη εγκρίνει σχετική γνωμοδότηση (1). Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να την κρατά ενήμερη για κάθε μελλοντικό μέτρο που θα ληφθεί προς το σκοπό αυτό κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.

2.   Η πρόταση κανονισμού: σύνοψη

2.1

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει τη θέσπιση κανονισμού για την επιβολή κανόνων σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως τιμές αναφοράς στα χρηματοπιστωτικά μέσα και στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.2

Γενικός στόχος της πρότασης είναι να επιτευχθεί η ακεραιότητα των τιμών αναφοράς, διασφαλίζοντας ότι οι σχετικοί δείκτες: α) δεν χαρακτηρίζονται από συγκρούσεις συμφερόντων· β) αντικατοπτρίζουν την οικονομική πραγματικότητα που οφείλουν να αντιπροσωπεύουν και να μετρούν· γ) χρησιμοποιούνται κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο.

2.3

Τα σημαντικότερα στοιχεία της πρότασης μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα κύρια σημεία, τα οποία αποσκοπούν εν γένει:

στη βελτίωση της διακυβέρνησης και των ελέγχων κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών αναφοράς. Κατά τη διαδικασία παροχής δεικτών αναφοράς προβλέπεται η εξασφάλιση προηγούμενης αδειοδότησης και διαρκούς εποπτείας, τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο.

Η πρόταση προβλέπει επίσης ότι οι διαχειριστές των δεικτών αναφοράς επιδιώκουν, στο μέτρο του δυνατού, την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων ή τουλάχιστον μεριμνούν για τη δέουσα διευθέτησή τους, σε περίπτωση που αυτές είναι αναπόφευκτες·

στη βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων και των μεθοδολογιών που χρησιμοποιούν οι διαχειριστές των δεικτών αναφοράς. Η πρόταση προβλέπει ότι, κατά τον καθορισμό των τιμών αναφοράς, χρησιμοποιούνται επαρκή και ακριβή δεδομένα ώστε να αντιπροσωπεύουν την πραγματική αγορά ή την οικονομική πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο εκάστοτε δείκτης αναφοράς. Τα δεδομένα πρέπει να προέρχονται από αξιόπιστες πηγές και η τιμή αναφοράς οφείλει να καθορίζεται κατά τρόπο άρτιο και αξιόπιστο. Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των δεικτών αναφοράς πρέπει να δημοσιεύονται ή να διατίθενται στο κοινό και το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τις πληροφορίες που σχετίζονται με το αντικείμενο της μέτρησης καθενός από τους δείκτες αναφοράς εξαιρουμένων εκείνων που δύνανται να έχουν άκρως αρνητικές συνέπειες.

Για τον προσδιορισμό των τιμών αναφοράς κρίνεται σκόπιμο να χρησιμοποιούνται, εφόσον βεβαίως υπάρχουν, δεδομένα σχετικά με τις συναλλαγές και, εάν τυχόν αυτά δεν είναι διαθέσιμα, τότε ο προσδιορισμός τους θα πρέπει να βασίζεται σε επαληθεύσιμες εκτιμήσεις·

στη διασφάλιση της παροχής κατάλληλων δεδομένων από τους συνεισφέροντες στους δείκτες αναφοράς, καθώς και της διενέργειας κατάλληλων ελέγχων στους εν λόγω συνεισφέροντες. Ο διαχειριστής μιας παραμέτρου αναφοράς οφείλει να καταρτίσει κώδικα δεοντολογίας νομικά δεσμευτικό για τους συνεισφέροντες, στον οποίο πρέπει να επισημαίνονται σαφώς οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των συνεισφερόντων κατά την υποβολή των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του εκάστοτε δείκτη αναφοράς. Οι εν λόγω υποχρεώσεις αφορούν επίσης τη διευθέτηση των συγκρούσεων συμφερόντων.

στην εξασφάλιση επαρκούς προστασίας για τους καταναλωτές και τους επενδυτές που χρησιμοποιούν τους δείκτες αναφοράς. Η πρόταση βελτιώνει τη διαφάνεια τόσο των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του δείκτη αναφοράς όσο και της χρησιμοποιούμενης μεθόδου υπολογισμού, του αντικειμένου της πραγματοποιούμενης μέτρησης, καθώς και του ενδεδειγμένου τρόπου χρήσης τους. Επιπλέον, οι τράπεζες οφείλουν να αξιολογούν την καταλληλότητα του χρησιμοποιούμενου δείκτη αναφοράς πριν προτείνουν μια χρηματοπιστωτική σύμβαση και να ενημερώνουν τον πελάτη τους σε περίπτωση που ο συγκεκριμένος δείκτης αναφοράς δεν ενδείκνυται (π.χ. όσον αφορά τις συμβάσεις ενυπόθηκων δανείων)·

στον συντονισμό της εποπτείας και της δυνατότητας εφαρμογής των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας. Η εποπτεία των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας θα ανατεθεί επίσης σε συγκεκριμένα συλλογικά όργανα εποπτικών αρχών –υπό την καθοδήγηση της εποπτικής αρχής του διαχειριστή του δείκτη τιμής αναφοράς και άλλων εποπτικών αρχών λοιπών ενδιαφερομένων δικαιοδοσιών– στην οποία θα συμμετέχει και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ). Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των εν λόγω συλλογικών οργάνων, αποφασίζει η ΕΑΚΑΑ με δεσμευτική διαμεσολάβηση. Στους δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας επιβάλλονται πρόσθετες «ειδικές» απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της εξουσιοδότησης των αρμοδίων αρχών προκειμένου να ζητούν υποχρεωτικές συνεισφορές.

2.4

Οι κεντρικές τράπεζες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των προβλεπόμενων κανόνων διότι διαθέτουν ήδη συστήματα εγγυήσεων και κανονιστικών ρυθμίσεων.

2.5

Τα παραρτήματα της πρότασης περιλαμβάνουν λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με τους δείκτες αναφοράς για τα βασικά προϊόντα και για τον καθορισμό των επιτοκίων.

2.6

Για την αποφυγή των διπλών ρυθμίσεων, οι δείκτες αναφοράς των οποίων τα εισερχόμενα δεδομένα παρέχονται από ρυθμιζόμενους χώρους απαλλάσσονται επίσης από ορισμένες υποχρεώσεις, εφόσον καλύπτονται από άλλες ευρωπαϊκές νομοθετικές διατάξεις και εποπτικές υποχρεώσεις.

3.   Παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει, επικροτεί και εκτιμά τη δέσμευση που ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία –με ένα περιεκτικό πρόγραμμα εργασίας και ταχείς ρυθμούς– επιδιώκει τη βελτίωση της σταθερότητας και της αποτελεσματικότητας της αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι η προσέγγιση αυτή αποτελεί πράγματι αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι χρηματοπιστωτικοί κύκλοι βρίσκονται στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας.

3.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο παρών κανονισμός συνάδει με τον στόχο περί προαγωγής ενός χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος σταθερού, εποπτευόμενου, διαφανέστερου και, συνεπώς, φιλικότερου προς τους καταναλωτές και την οικονομία εν γένει.

3.3

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη βαθιά ανησυχία της διότι ο υπό εξέταση κανονισμός δεν μπορεί να εγκριθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, διαψεύδοντας έτσι τις προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών που αναμένουν μια αποφασιστική και σθεναρή αντίδραση για την καταπολέμηση των πράξεων χειραγώγησης της αγοράς και των μέσων που υποδεικνύουν την απόδοση των τίτλων, των αξιών, των δεικτών αναφοράς κλπ., με συνακόλουθη πρόκληση τεράστιων ζημιών σε μια συγκυρία γενικευμένων και εκτεταμένων δυσχερειών. Προσβλέπει, ως εκ τούτου, στην ταχεία έγκριση του εν λόγω κανονισμού χωρίς να χρειαστεί να κάνει την εμφάνισή του το επόμενο χρηματοοικονομικό σκάνδαλο ως υπενθύμιση της ανάγκης θεσμοθέτησης ορθής νομοθεσίας. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι ο πολυσύνθετος και εκτεταμένος χαρακτήρας των στόχων του προτεινόμενου κανονισμού ενδέχεται να επιβραδύνει τη διαδικασία έγκρισης.

3.4

Οι διάφοροι δείκτες αναφοράς που υπάρχουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές (π.χ. LIBOR/EURIBOR για τα διατραπεζικά επιτόκια ή τους δείκτες μετοχών) αποτελούν σημαντική συνιστώσα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

3.5

Η ακεραιότητα των παραμέτρων αναφοράς είναι θεμελιώδους σημασίας για την τιμολόγηση πολλών χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως οι συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων και οι προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίου, οι εμπορικές και μη εμπορικές συμβάσεις, οι συμβάσεις προμήθειας, οι δανειοδοτικές και οι δανειοληπτικές πράξεις. Δεδομένου ότι από τις παραμέτρους αυτές εξαρτάται η τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων και των πληρωμών που απορρέουν από χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, η απόδοσή τους επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τόσο τους επενδυτές όσο και τους καταναλωτές.

3.6

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, τον Μάρτιο του 2012 , σχεδόν το 60% κατά μέσον όρο του συνόλου των δανείων στο πλαίσιο του μη χρηματοπιστωτικού τομέα της ζώνης του ευρώ, βασιζόταν σε κυμαινόμενα επιτόκια και το ποσοστό των δανείων σε νοικοκυριά βάσει κυμαινόμενων επιτοκίων ανερχόταν σε 40% κατά την ίδια χρονική περίοδο.

3.7

Τα πρόσφατα σκάνδαλα σχετικά με τη χειραγώγηση των επιτοκίων LIBOR και EURIBOR (αλλά και η ύπαρξη μεταγενέστερων ενδείξεων σχετικά με την χειραγώγηση των παραμέτρων αναφοράς των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή των τιμών της ενέργειας) προκάλεσαν αμφιβολίες και ανησυχίες ως προς την ακεραιότητα των παραμέτρων αναφοράς σε παγκόσμια κλίμακα. Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται τον στόχο της Επιτροπής για την κανονιστική ρύθμιση του συνόλου των δυνητικών πράξεων χειραγώγησης των δεικτών.

3.8

Σε περίπτωση που οι δείκτες αναφοράς υποστούν στρέβλωση –λόγω πράξεων χειραγώγησης ή αναξιόπιστων στοιχείων– με αποτέλεσμα να μην αντικατοπτρίζουν τα δεδομένα για την μέτρηση των οποίων προορίζονται, τότε οι επενδυτές και οι καταναλωτές ζημιώνονται και χάνουν την εμπιστοσύνη τους στις αγορές.

3.9

Παρότι ορισμένες παράμετροι αναφοράς είναι εθνικής κλίμακας, ωστόσο το σύνολο του τομέα των δεικτών αναφοράς έχει διεθνή εμβέλεια. Κατά συνέπεια, η αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της ΕΕ θα πρέπει να αποκτήσει ένα αξιόπιστο κοινό πλαίσιο αναφοράς, το οποίο να χρησιμοποιείται σωστά στις διάφορες χώρες της ΕΕ.

3.10

Οι προτεινόμενες αλλαγές στην οδηγία σχετικά με την κατάχρηση αγοράς (2) και οι προτάσεις για την επιβολή ποινικών κυρώσεων καθιστούν δυνατή την ενδεδειγμένη τιμωρία οποιασδήποτε κατάχρησης. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι τάσσεται υπέρ της συγκεκριμένης λύσης η οποία έχει ζητηθεί επανειλημμένως, ειδικότερα στο πλαίσιο της γνωμοδότησής της σχετικά με τις κυρώσεις στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (3).

3.11

Εντούτοις, όπως επεσήμανε και η ίδια η Επιτροπή, η διαφοροποίηση του καθεστώτος δεν επαρκεί από μόνη της για τη βελτίωση της μεθόδου διαμόρφωσης και χρήσης των τιμών αναφοράς. Πράγματι, η επιβολή κυρώσεων δεν εξαλείφει τον κίνδυνο χειραγώγησης που οφείλεται στην ανεπαρκή διακυβέρνηση της διαδικασίας καθορισμού της τιμής αναφοράς, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις συμφερόντων και άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει σθεναρά τη συγκεκριμένη προσέγγιση και τονίζει την ανάγκη υιοθέτησης ενός συστήματος κανόνων με στόχο την εξασφάλιση διαφάνειας.

3.12

Επιπλέον, για την προστασία τόσο των επενδυτών όσο και των καταναλωτών, κρίνεται απαραίτητο οι τιμές αναφοράς να είναι έγκυρες, αξιόπιστες και κατάλληλες για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται.

3.13

Η ΕΟΚΕ, η οποία ανέκαθεν επιδιώκει τη βέλτιστη δυνατή προάσπιση των συμφερόντων των επενδυτών και των καταναλωτών, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στο συγκεκριμένο θέμα και δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει πλήρως με την εν λόγω απαίτηση. Οι επενδυτές θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την απόκτηση της βεβαιότητας ότι οι παράμετροι αναφοράς που χρησιμοποιούνται στο εκάστοτε χρηματοπιστωτικό μέσο είναι ισχυρές και μη υποκείμενες σε χειραγώγηση.

Προς το σκοπό αυτό, υπενθυμίζει το πολυδιατυπωμένο αίτημά της περί σύστασης ευρωπαϊκού οργανισμού για την προστασία των χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, κατ’ αναλογία προς ό,τι έχει επιτευχθεί στις ΗΠΑ δυνάμει του νόμου που είναι γνωστός ως «Dodd-Frank Act».

3.14

Στην προκειμένη περίπτωση, η ΕΟΚΕ θεωρεί εξαιρετικά σημαντική την ενίσχυση της προστασίας των επενδυτών που προβλέπεται από τον υπό εξέταση κανονισμό μέσω ειδικών διατάξεων σχετικά με τη διαφάνεια. Σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας δεν νοείται η κοινοποίηση «ιδιόκτητων» πληροφοριών και η διαβίβασή τους σε τυχόν ανταγωνιστές. Η ύπαρξη διαφάνειας εγγυάται ένα σαφές και ασφαλές πλαίσιο για την πραγματοποίηση συναλλαγών, εντός του οποίου ο ανταγωνισμός θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο ικανοποιητικά.

3.15

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η πρόταση επιδέχεται βελτίωση αναφορικά με τη δέουσα προστασία των επενδυτών και των καταναλωτών, με παράλληλη διασφάλιση της απαιτητής, σαφούς και ευπρόσιτης άσκησης δικαιώματος καταγγελίας και αποζημίωσης, καθώς και με την εισαγωγή διάκρισης μεταξύ:

του δικαιώματος υποβολής καταγγελιών εκ μέρους των καταναλωτών σχετικά με προϊόντα ή υπηρεσίες που καλύπτονται από σχετικές συμβάσεις, με ταχείες και ευπροσάρμοστες διαδικασίες·

του δικαιώματος υποβολής καταγγελιών προς τους διαχειριστές, δυνάμει του άρθρου 5, στοιχείο δ), της πρότασης και του παραρτήματος II, παράγραφος 5, στοιχείο α). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσφυγή στους διαχειριστές προϋποθέτει την εξεύρεση ενδεδειγμένης μεθόδου για τη διαχείριση του συστήματος υποβολής καταγγελιών από ανεξάρτητα τρίτα μέρη, ικανά να εξετάζουν και να αποφασίζουν αντικειμενικά σχετικά με τη εν λόγω διαδικασία. Η εξάμηνη προθεσμία που προβλέπεται στην πρόταση της Επιτροπής θεωρείται εντελώς υπερβολική.

3.16

Όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, η οδηγία σχετικά με την καταναλωτική πίστη περιλαμβάνει κανόνες για τη δέουσα πληροφόρηση· στην ίδια οδηγία προβλέπεται επίσης η θέσπιση οδηγίας για τα ενυπόθηκα δάνεια, η οποία πρόκειται να εγκριθεί συντόμως. Στους συγκεκριμένους κανόνες της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών δεν συνεκτιμάται το ζήτημα της καταλληλότητας των δεικτών αναφοράς στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις: η εν λόγω πρόταση κρίνεται σκόπιμο να συνάδει με τις λοιπές διατάξεις του νομικού πλαισίου της Ένωσης.

3.17

Η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη αποσαφήνισης, στο άρθρο 18, του γεγονότος ότι η αξιολόγηση της καταλληλότητας του δείκτη αναφοράς που προτείνεται για το προφίλ των καταναλωτών έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα (όπως προβλέπεται από την οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων)· σε αντίθετη περίπτωση, ο «εποπτευόμενος φορέας» οφείλει να προτείνει κάποιον διαφορετικό και περισσότερο ενδεδειγμένο δείκτη αναφοράς.

3.18

Η ΕΟΚΕ, σύμφωνα με τις συστάσεις που διατυπώθηκαν από τη Διεθνή Οργάνωση Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων (IOSCO), επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής για την καθιέρωση ενός πιο «αντικειμενικού» συστήματος διαμόρφωσης των δεικτών αναφοράς, βασισμένου στις πραγματοποιούμενες συναλλαγές και όχι σε επίσημες εκτιμήσεις.

3.19

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το εκτεταμένο πεδίο εφαρμογής των αρχών που ορίζει ο κανονισμός, σύμφωνα με τις αρχές που προτάθηκαν από την IOSCO και δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2013, καθώς και τη δυνητική επέκτασή του σε ένα ευρύ φάσμα παραμέτρων αναφοράς.

3.20

Συγχρόνως, η ΕΟΚΕ συνιστά να προβλεφθεί μια διαδικασία εφαρμογής η οποία να εγγυάται την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Οι δείκτες αναφοράς διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους όσον αφορά τη διάδοση και τη σπουδαιότητά τους, καθώς και τα παρεχόμενα περιθώρια χειραγώγησής τους. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ θεωρεί σκόπιμη τη συνεκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των μεμονωμένων δεικτών αναφοράς κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης και διαχείρισης.

3.21

Η προβλεπόμενη άσκηση διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους του διαχειριστών όσον αφορά την υιοθέτηση δικών τους μεθοδολογιών καθορισμού των δεικτών αναφοράς ενδέχεται να μην επαρκεί για τη διασφάλιση της αναλογικότητας. Αντ’ αυτής, η ΕΟΚΕ προτείνει την τελειοποίηση της συγκεκριμένης προσέγγισης –η οποία εγκρίθηκε άλλωστε στον προτεινόμενο κανονισμό με την πρόβλεψη ειδικών κανόνων για τους δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας– με τη συμπλήρωση των αρχών γενικότερης εφαρμογής από μια σειρά λεπτομερών αρχών που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη συνεκτίμηση των διαφόρων ειδών παραμέτρων αναφοράς και των ενδεχόμενων κινδύνων που αυτές συνεπάγονται.

3.22

Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, αυτή η τελευταία μέθοδος θα συνέβαλε στην αποτελεσματικότερη κάλυψη των δυνητικών ελλείψεων, με τη θέσπιση των ενδεδειγμένων αρχών, χωρίς ωστόσο να υπονομεύεται η δυνατότητα εφαρμογής των προβλεπόμενων κανόνων.

3.23

Η ΕΟΚΕ εξαίρει τη σημασία της πραγματοποίησης ορισμένων διακρίσεων μεταξύ των δεικτών αναφοράς, ακόμη και ως προς τις πιθανές επιπτώσεις τους στις αναδυόμενες αγορές όπου οι δείκτες αναφοράς διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο για τη διαβίβαση των πληροφοριών υπό συνθήκες διαφάνειας. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ συνιστά την προσαρμογή των διαφόρων εκτιμήσεων βάσει της συστημικής ή μη σημασίας του εκάστοτε δείκτη αναφοράς, προκειμένου να μην παρακωλυθεί η ανάπτυξη ορισμένων αγορών.

3.24

Η ΕΟΚΕ κρίνει εξαιρετικά ενδεδειγμένο να υπόκεινται, σε περίπτωση χειραγώγησης, οι διαδικασίες που προβλέπονται για τη διαμόρφωση δεικτών αναφοράς σε συστήματα επιβολής –τόσο αστικών όσο και ποινικών– κυρώσεων.

3.25

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι διαδικασίες καθορισμού των δεικτών αναφοράς μπορούν να είναι ισχυρές και ασφαλείς μόνον εφόσον επωφελούνται από μια δομή χρηστής διακυβέρνησης. Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της προβλεπόμενης ανάθεσης της ευθύνης για την ακεραιότητα των δεικτών αναφοράς στους διαχειριστές και συμφωνεί με την Επιτροπή ότι οι επιλεγόμενες δομές διακυβέρνησης ενδείκνυνται –από την άποψη τόσο των ρόλων όσο και των διαδικασιών τους– για τη διευθέτηση τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων.

3.26

Ενόψει της περαιτέρω βελτίωσης αυτού του τελευταίου μέτρου, η ΕΟΚΕ διατυπώνει μια πρόταση για την επιβολή της υποχρέωσης διαφάνειας ακόμη και στην περίπτωση των συγκεκριμένων πτυχών.

3.27

Σύμφωνα με ορισμένες από τις θέσεις που ανέκυψαν κατά τις διαβουλεύσεις της IOSCO, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τη σημασία της ευρείας συμμετοχής στη διαμόρφωση των δεικτών αναφοράς με σκοπό να διασφαλιστεί η πολυπόθητη αρχή της διαφάνειας και της αντιπροσωπευτικότητας των τιμών αναφοράς. Η εθελούσια παροχή των δεδομένων που προβλέπονται από τον κανονισμό ευνοεί την υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης, αλλά η ΕΟΚΕ προτείνει επίσης τη θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων για την παροχή δεδομένων, ικανών να εγγυηθούν την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα των δεικτών αναφοράς.

3.28

Όσον αφορά το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, σχετικά με τις εσωτερικές διαδικασίες αναφοράς παραβιάσεων του κανονισμού, η ΕΟΚΕ συνιστά ευελιξία, ταχύτητα και διευκόλυνση της διαδικασίας γνωστοποίησης των προαναφερθεισών παραβιάσεων.

3.29

Ιδιαίτερα σημαντικά κρίνονται τα μέτρα για την προστασία των καταγγελλόντων εργαζομένων (πληροφοριοδοτών). Η ΕΟΚΕ συνιστά να συμπεριληφθεί στο σχετικό πρότυπο μια αναφορά στην πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 2003/6/ΕΚ για την κατάχρηση αγοράς, η οποία επιβάλλει υποχρέωση καταγγελίας στους εργαζομένους μιας εταιρείας σε περίπτωση που διαπιστωθούν αθέμιτες συμπεριφορές και θέτει ως σαφή απαίτηση για τα κράτη μέλη να προβαίνουν στη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διασφάλιση της εν λόγω ειδικής προστασίας.

3.30

Η ΕΟΚΕ θεωρεί χρήσιμη τη θέσπιση κανόνων για την ενθάρρυνση της υποβολής βάσιμων καταγγελιών, με παράλληλη επιβράβευση όσων συνδράμουν το έργο της δικαιοσύνης.

3.31

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόταση για τη διενέργεια εκ των προτέρων διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, εάν τυχόν κριθεί απαραίτητη η αλλαγή μεθοδολογίας. Η εν λόγω προσέγγιση ενδείκνυται για να διασφαλιστεί η συνέχιση της χρήσης του εκάστοτε δείκτη αναφοράς, ιδίως όσον αφορά τους τακτικά αναπροσαρμοζόμενους δείκτες.

3.32

Θα ήταν, εν προκειμένω, σκόπιμο να προβλεφθούν ενδεδειγμένα μέσα για την επίτευξη της ευρείας διάδοσης και δημοσιοποίησης των μεθόδων υπολογισμού του εκάστοτε δείκτη αναφοράς (π.χ. με δημοσίευση στον σχετικό δικτυακό τόπο). Οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ειδικές κανονιστικές ρυθμίσεις προς το σκοπό αυτό.

3.33

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή την προσεκτική αντιμετώπιση κάθε δυνητικού μεταβατικού σταδίου που σχετίζεται με καινούριους και διαφορετικούς δείκτες αναφοράς. Το ζήτημα αυτό θεωρείται μάλλον ευαίσθητο διότι θα μπορούσε να προκαλέσει αβεβαιότητα όσον αφορά τις ήδη υφιστάμενες συμβάσεις, προβάλλοντας ενδεχόμενες διαφωνίες και δυσλειτουργίες της αγοράς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πιθανή λύση θα αποτελούσε η διατήρηση του καταργούμενου δείκτη αναφοράς και η εφαρμογή του καινούριου δείκτη μόνον στις νεοσυναπτόμενες συμβάσεις.

3.34

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι, στη δήλωση των διαχειριστών σχετικά με τη συμμόρφωση προς τον κώδικα δεοντολογίας του κανονισμού, είναι σημαντικό να προσδιορίζεται επίσης εάν η συμμόρφωση επιρρωννύεται ή όχι από τρίτα μέρη. Η εν λόγω συμπληρωματική πληροφορία θα μπορούσε, αφενός, να συμβάλει στον αποτελεσματικότερο έλεγχο της καταλληλότητας του κώδικα δεοντολογίας και, αφετέρου, στη διαχείριση μελλοντικού και ενδεχόμενου καταμερισμού ευθυνών σε περίπτωση παραβίασης των αρχών που προκρίνονται στον υπό εξέταση κανονισμό.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  ΕΕ C 67 της 63.2014, σ 104.

(2)  COM(2011) 651 final και COM(2011)654 final

(3)  EE C 248 της 25.8.2011, σελ. 108


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/48


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προσαρμογή στα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφόρων νομικών πράξεων οι οποίες προβλέπουν τη χρήση της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο»

COM(2013) 751 final — 2013/0365 (COD)

(2014/C 177/09)

Γενικός εισηγητής: ο κ.PEZZINI

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αντιστοίχως στις 10 Δεκεμβρίου 2013 και στις 18 Νοεμβρίου 2013, και σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αποφάσισαν να ζητήσουν γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ) σχετικά με την:

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προσαρμογή στα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφόρων νομικών πράξεων οι οποίες προβλέπουν τη χρήση της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο

COM(2013) 751 final — 2013/0365 (COD).

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των εργασιών, κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2014), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή όρισε γενικό εισηγητή τον κ. PEZZINI και υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 112 ψήφους υπέρ και 2 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής, στο βαθμό που παρέχει ασφάλεια των πηγών του δικαίου της ΕΕ, επιδιώκει την απλοποίηση και την αύξηση της αποτελεσματικότητας και εξασφαλίζει την πλήρη άσκηση των εξουσιών του δημοκρατικού ελέγχου, καθώς και διαφανή και σαφή πληροφόρηση σε όλους τους ενδιαφερόμενους.

1.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή, κατά τη διατύπωση των προτάσεων αυτών, έλαβε υπόψη τις διάφορες θέσεις που έχει εκφράσει σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της.

1.3

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι η πρόταση της Επιτροπής καλύπτει αλλαγές σε περισσότερες από 80 νομοθετικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένων κανονισμών και οδηγιών, και εκφράζει τη λύπη της σχετικά με την έλλειψη αξιολόγησης για κάθε πράξη, δεδομένης της πληθώρας των θεμάτων που αφορούν τα εξής:

Δίκτυα·

Περιεχόμενα και τεχνολογίες των επικοινωνιών·

Πρωτοβουλίες για το κλίμα·

Ενέργεια·

Επιχειρήσεις και βιομηχανία·

Περιβάλλον·

Στατιστικές·

Εσωτερική αγορά και υπηρεσίες·

Κινητικότητα και μεταφορές·

Υγεία και καταναλωτές·

Ανθρωπιστική βοήθεια.

1.4

Η ΕΟΚΕ, συνιστά να πραγματοποιηθούν περαιτέρω αξιολογήσεις σε βάθος σχετικά με τους στόχους, το περιεχόμενο, την έκταση και τη διάρκεια της εξουσιοδότησης, η οποία θα πρέπει να καθιστά δυνατή την πλήρη άσκηση του δημοκρατικού ελέγχου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και τα προνόμια και τις λειτουργίες που εξασφαλίζονται στα εθνικά κοινοβούλια κατά την ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι οι έννοιες του «μη ουσιώδους μέτρου» και των «εξουσιών εκχώρησης αρμοδιοτήτων» πρέπει να προσδιορίζονται ομοιόμορφα, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις ερμηνείες του Δικαστηρίου της ΕΕ.

1.5

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία:

της πλήρους συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΚ)·

του εξορθολογισμού και της απλούστευσης των διαδικασιών επιτροπολογίας·

της μεγαλύτερης ενημέρωσης, τόσο για την ανάθεση σε επιτροπές όσο και για τα σχετικά μέτρα, που καθορίζονται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας·

της πλήρους πρόσβασης των πολιτών και της κοινωνίας των πολιτών στην ενημέρωση.

1.6

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι οι διαδικασίες επιτροπολογίας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο διαφανείς και κατανοητές σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες, ειδικά σε εκείνους που αφορούν άμεσα οι πράξεις αυτές.

1.7

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι θα πρέπει να δοθεί πλήρης ισχύ στο άρθρο 8 της Συνθήκης της Λισαβόνας, το οποίο προβλέπει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες, εξασφαλίζοντας την πλήρη πρόσβαση των πολιτών και της κοινωνίας των πολιτών στις πληροφορίες.

1.8

Η ΕΟΚΕ ζητά, τέλος, να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις της εφαρμογής του νέου κανονιστικού πλαισίου, με την υποβολή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην ίδια την ΕΟΚΕ περιοδικής έκθεσης σχετικά με την αποτελεσματικότητα, τη διαφάνεια και τη διάδοση των πληροφοριών.

2.   Εισαγωγή

2.1

Με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας εισήχθη η διάκριση μεταξύ των εξουσιών που ανατίθενται στην Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, δηλαδή μη νομοθετικές πράξεις γενικής ισχύος που συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία μιας νομοθετικής πράξης με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 290 της ΣΛΕΕ (κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις), και των εξουσιών που ανατίθενται στην Επιτροπή με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 291 όσον αφορά την έγκριση ενιαίων προϋποθέσεων για την εκτέλεση νομικά δεσμευτικών πράξεων της Ένωσης, δηλαδή τις αποκαλούμενες εκτελεστικές πράξεις.

2.1.1

Η εφαρμογή της διαδικασίας των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων προσδιορίζεται σύμφωνα με πράξεις χωρίς υποχρεωτική ισχύ, όπως:

η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1)·

η κοινή διοργανική συναίνεση για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις του 2006·

τα άρθρα 87α και 88 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που τροποποιήθηκαν με την απόφαση της 10ης Μαΐου 2012 (2).

2.2

Όπως υπενθύμισε η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της του 2008 (3) σχετικά με τις κανονιστικές διαδικασίες με έλεγχο, ήδη από τον Ιούλιο του 2006 (4), το Συμβούλιο είχε τροποποιήσει την απόφαση για τις διαδικασίες της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που έχουν εκχωρηθεί στην Επιτροπή (5), με την προσθήκη μιας νέας κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο.

2.2.1

Χάρη σε αυτή τη διαδικασία, οι νομοθετικές αρχές μπορούν να αντιτάσσονται στην υιοθέτηση οιονεί νομοθετικών πράξεων και συγκεκριμένα μέτρων γενικής εμβέλειας που «τροποποιούν» μη ουσιώδη στοιχεία βασικών πράξεων που έχουν υιοθετηθεί με τη διαδικασία συναπόφασης, εάν θεωρούν ότι το σχέδιο υπερβαίνει τις εκτελεστικές εξουσίες που προβλέπονται στη βασική πράξη, είναι ασύμβατο με τον σκοπό ή την ουσία της πράξης αυτής ή δεν τηρεί τις αρχές της επικουρικότητας ή της αναλογικότητας.

2.2.2

Πρόκειται για τυπικά μέτρα της διαδικασίας επιτροπολογίας, που διέπονται από την απόφαση του Συμβουλίου 1999/468/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ, η οποία προβλέπει την υποχρέωση για την Επιτροπή να υποβάλλει τα σχέδια εκτελεστικών μέτρων σε επιτροπές που απαρτίζονται από υπαλλήλους των εθνικών διοικήσεων, σύμφωνα με τις πέντε διαδικασίες επιτροπολογίας: διαβούλευση, διαχείριση, κανονιστική διαδικασία, κανονιστική διαδικασία με έλεγχο και διασφάλιση. Ήδη τον Δεκέμβριο του 2006, η Επιτροπή ενέκρινε τις 25 προτάσεις (6) για τις οποίες η ΕΟΚΕ είχε την ευκαιρία να αποφανθεί (7).

2.3

Η κανονιστική διαδικασία με έλεγχο χρησιμοποιήθηκε για την υιοθέτηση εκτελεστικών μέτρων με στόχο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων βασικών νομοθετικών πράξεων. Μεταξύ του 2009 και του 2014, το άρθρο 5α της απόφασης περί επιτροπολογίας και η κανονιστική διαδικασία με έλεγχο παραμένουν σε ισχύ, για μια μεταβατική περίοδο, εν αναμονή της προσαρμογής στο καθεστώς των υφιστάμενων διατάξεων των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, μέσω της ευθυγράμμισης μιας σειράς κανονισμών, οδηγιών και αποφάσεων.

2.4

Πρόσφατα η ΕΟΚΕ αποφάνθηκε (8) επί δύο προτάσεων καθολικών κανονισμών για 12 διαφορετικούς τομείς, υποστηρίζοντας την πρωτοβουλία της Επιτροπής διότι «είναι απαραίτητη για την ασφάλεια των πηγών του δικαίου της ΕΕ και επιδιώκει τον στόχο της απλούστευσης και της αποτελεσματικότητας», αλλά καλώντας το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «να επιδείξουν τη μέγιστη προσοχή και να αξιολογήσουν λεπτομερώς όλες τις πράξεις που περιλαμβάνονται σε αυτή τη διαδικασία ευθυγράμμισης» στην οποία εμπίπτουν 165 νομοθετικές πράξεις που αρχικά υπόκειντο στο καθεστώς της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο και πλέον υπάγονται στο νέο καθεστώς των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

2.5

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει την πρόσφατα εγκριθείσα λεπτομερή έκθεσή της για τη διαδικασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και συνιστά να ληφθεί υπόψη για την κατανόηση της παρούσας γνωμοδότησης.

3.   Προτάσεις της Επιτροπής

3.1

Η παρούσα πρόταση ακολουθεί τη μεθοδολογία που υιοθετήθηκε προηγουμένως, με ένα κανονιστικό πλαίσιο.

3.2

Το προτεινόμενο κανονιστικό πλαίσιο καλύπτει τροποποιήσεις σε 76 νομοθετικές πράξεις μεταξύ των οποίων κανονισμοί και οδηγίες για διάφορα θέματα. Πάντα με στόχο την ευθυγράμμιση με τις διατάξεις της ΣΛΕΕ, προβλέπονται επίσης τροποποιήσεις στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 66/2010 και (ΕΚ) αριθ. 1221/2009 για το περιβάλλον· στην οδηγία 97/70/ΕΚ για τις μεταφορές· στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 και στην οδηγία 2002/46/ΕΚ όσον αφορά την υγεία και τους καταναλωτές (9)· και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1257/96 του Συμβουλίου για την ανθρωπιστική βοήθεια.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής, στον βαθμό που παρέχει βεβαιότητα των πηγών του δικαίου της ΕΕ, επιδιώκει την απλοποίηση και την αύξηση της αποτελεσματικότητας και εξασφαλίζει την πλήρη άσκηση των εξουσιών του δημοκρατικού ελέγχου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

4.2

Η ΕΟΚΕ –αν και εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι διάφορα στοιχεία προηγούμενων γνωμοδοτήσεών της έχουν ληφθεί υπόψη στις υπό εξέταση προτάσεις– επαναλαμβάνει τα όσα έχει εκφράσει προσφάτως και, ειδικότερα, «ότι, σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ η διάρκεια της εξουσίας έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων πρέπει να προβλέπεται ρητά στη βασική νομοθετική πράξη και ότι, μέχρι στιγμής, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις συνήθως καθορίζονται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενδεχομένως με δυνατότητα ανανέωσης, μέσω έκθεσης σχετικά με την εκτέλεση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων» (10).

4.3

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του, της 5ης Μαΐου 2010, σχετικά με την αρμοδιότητα νομοθετικής εξουσιοδότησης, ανέδειξε τη λεπτότητα του εγχειρήματος της εξουσιοδότησης, υπογραμμίζοντας ότι «οι στόχοι, το περιεχόμενο, η έκταση και η διάρκεια μιας εξουσιοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ πρέπει να ορίζονται ρητώς και λεπτομερώς σε κάθε βασική πράξη»: η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να καθιστούν δυνατή την πλήρη άσκηση των εξουσιών και των λειτουργιών που εξασφαλίζονται στα εθνικά κοινοβούλια κατά την ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία.

4.4

Εξάλλου, κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, η μετατροπή σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να επιβεβαιώνεται μόνον ενόψει της ανάγκης «έκδοσης μη νομοθετικών πράξεων γενικής ισχύος που συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία μιας νομοθετικής πράξης», σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ, και, στην περίπτωση πράξεων αμιγώς εκτελεστικών, να γίνεται χρήση των διατάξεων του άρθρου 291 της ΣΛΕΕ, ενώ απαιτείται να αποκλείονται από κάθε δυνατότητα εξουσιοδότησης οι πράξεις που αφορούν «ουσιώδη στοιχεία ενός τομέα». Επίσης πρέπει να διευκρινιστεί η έννοια των «μη ουσιωδών στοιχείων» και να πραγματοποιηθεί μια ακριβής ανάλυση της λειτουργίας του μηχανισμού.

4.5

Εν προκειμένω, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τις συστάσεις προς την Επιτροπή «να προσαρμόσει την διαδικασία της “μαζικής ευθυγράμμισης”, λαμβάνοντας περισσότερο υπόψη τις ιδιαιτερότητες ορισμένων βασικών νομοθετικών πράξεων» (11) και να συνεκτιμήσει τις ερμηνείες της έννοιας του «μη ουσιώδους μέτρου» και των «εξουσιών που εκχωρούνται στην Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις» από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.6

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία:

της πλήρους συμμετοχής του ΕΚ, με δικαίωμα να απορρίπτει συνεπώς μια απόφαση σε τελευταία ανάλυση·

της μεγαλύτερης ενημέρωσης του ΕΚ και του Συμβουλίου όσον αφορά είτε τις επιτροπές είτε τα μέτρα που τους υποβάλλονται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας·

του ενισχυμένου ρόλου του ΕΚ, με τη διαδικασία διαβούλευσης της Επιτροπής και της επιτροπής εμπειρογνωμόνων με το Συμβούλιο, σε περίπτωση αρνητικής γνώμης του ΕΚ.

4.7

Η ΕΟΚΕ, όπως έχει ήδη επισημάνει, επαναλαμβάνει ότι «οι διαδικασίες επιτροπολογίας, στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά εκπρόσωποι της Επιτροπής και των κυβερνήσεων των κρατών μελών και αποσκοπούν, ανάλογα με τη φύση της εκάστοτε επιτροπής, στη διαχείριση, τη διαβούλευση ή τη ρύθμιση που αποδεικνύονται αναγκαίες από τον έλεγχο και την εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων, θα έπρεπε να είναι πιο διαφανείς και πιο ευνόητες για τους κατοίκους της ευρωπαϊκής επικράτειας και ιδιαίτερα για εκείνους που αφορούν αυτές οι πράξεις» (12).

4.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντική την περιοδική αξιολόγηση των επιπτώσεων της εφαρμογής του νέου προτεινόμενου κανονιστικού πλαισίου με την υποβολή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην ΕΟΚΕ περιοδικής έκθεσης σχετικά με την αποτελεσματικότητα, τη διαφάνεια και τη διάδοση πληροφοριών φιλικών προς το χρήστη και προσιτών σε όλους των ενωσιακών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, ώστε να καταστεί δυνατή η εποπτεία αυτής της διαδικασίας που συνδυάζει την κανονιστική ρύθμιση και την πραγματικά ορθή εκτέλεση.

4.9

Εν προκειμένω, η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει –και σε αυτή την περίπτωση– ότι απαιτείται να εφαρμόζεται πλήρως το άρθρο 8A της Συνθήκης της Λισαβόνας, το οποίο προβλέπει ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατό εγγύτερα στους πολίτες, εξασφαλίζοντας στους πολίτες και στην κοινωνία των πολιτών πλήρη πρόσβαση στην ενημέρωση.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henry MALOSSE


(1)  COM(2009) 673 final της 9.12.2009.

(2)  Έγγρ. A7-0072/2012.

(3)  ΕΕ C 224 της 30.8.2008, σ.35.

(4)  Απόφαση 2006/512/CE (ΕΕ L 200 της 22.7.2006).

(5)  Απόφαση 1999/468/CE (ΕΕ L 184 της 17.7.1999).

(6)  COM(2006) από 901 final έως 926 final.

(7)  ΕΕ C 161 της 13.7.2007, σ. 45.

(8)  EE C 67 της 6.3.2014, σ. 104.

(9)  Για παράδειγμα, θα ήταν ευπρόσδεκτες περισσότερες διευκρινίσεις όσον αφορά την κατάργηση του σημείου θ) στο άρθρο 29 «κοινοτική διαδικασία για την κοινοποίηση σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων και συμβάντων και μορφή κοινοποίησης» στην οδηγία 2002/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, για τη θέσπιση προτύπων ποιότητας και ασφάλειας για τη συλλογή, τον έλεγχο, την επεξεργασία, την αποθήκευση και τη διανομή ανθρωπίνου αίματος και συστατικών του αίματος.

(10)  Βλ. υποσημείωση 8.

(11)  Βλ. υποσημείωση 8.

(12)  Βλ. υποσημείωση 7.


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/52


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις νέες ψυχότροπες ουσίες»

COM(2013) 619 final — 2013/0305 (COD)

COM(2013) 618 final — 2013/0304 (COD)

(2014/C 177/10)

Εισηγητής: ο κ. David Sears

Στις 4 Οκτωβρίου 2013, στις 7 Οκτωβρίου 2013 και στις 8 Οκτωβρίου 2013, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αντίστοιχα, αποφάσισαν, σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ζητήσουν γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις νέες ψυχότροπες ουσίες

COM(2013) 619 final — 2013/0305 (COD) — COM(2013) 618 final — 2013/0304 (COD).

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 19 Δεκεμβρίου 2013.

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21 Ιανουαρίου 2014), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 148 ψήφους υπέρ και 2 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι η απόφαση του Συμβουλίου του 2005 (1) για τις νέες ψυχότροπες ουσίες χρειάζεται επικαιροποίηση. Συμφωνεί ότι υπάρχει ανάγκη για καλύτερα συντονισμένη δράση μεταξύ των εμπλεκόμενων οργανισμών της ΕΕ, για ένα πιο στενό χρονοδιάγραμμα συλλογής δεδομένων, καθώς και για τη δυνατότητα μίας λεπτομερέστερης εσωτερικής κατάταξης σε ουσίες που παρουσιάζουν χαμηλό, μέτριο ή σοβαρό κίνδυνο. Κάθε ενέργεια για τον περιορισμό του εφοδιασμού θα πρέπει να ακολουθεί την εν λόγω κατάταξη με έγκαιρο και αναλογικό τρόπο.

1.2

Η ΕΟΚΕ σημειώνει επίσης ότι συχνά τα υποστηρικτικά δεδομένα για τη βασική αξιολόγηση επιπτώσεων δεν ήταν διαθέσιμα, ότι η χρήση νέων ψυχότροπων ουσιών ποικίλλει εντός της ΕΕ και ότι η νοοτροπία των πολιτών και οι πολιτικές λύσεις διαφέρουν σημαντικά. Η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει όσα μπορούν να επιτευχθούν σε επίπεδο πολιτικής στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΕ και των υφιστάμενων χρηματοδοτικών περιορισμών, ωστόσο, θα πρέπει να πραγματοποιήσει ένα περαιτέρω βήμα και να προσδιορίσει τις πραγματικές ανάγκες.

1.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί επίσης ότι μπορούν να αντληθούν διδάγματα από τις εξελίξεις σε χώρες εκτός της ΕΕ, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε περαιτέρω αξιολόγηση επιπτώσεων. Στο μεταξύ, πρέπει να βελτιωθούν και να υποστηριχθούν με περισσότερους πόρους η συλλογή δεδομένων εντός της ΕΕ από κάθε άποψη (διαθεσιμότητα ουσιών, διαδρομές εφοδιασμού, οικονομικές δυνατότητες και κοινωνική ανάγκη), οι δίαυλοι επικοινωνίας (διαδίκτυο και μέσα κοινωνικής δικτύωσης) και τα αποτελέσματα (μετρήσιμη ασθένεια και άλλες βλάβες).

1.4

Υπάρχουν ορισμένα τεχνικά σημεία που πρέπει να διευκρινιστούν εάν η πρόταση κανονισμού παραμείνει ως έχει, τα οποία παρουσιάζονται στο κεφάλαιο 5 της παρούσας γνωμοδότησης. Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από την πολιτική υποστήριξη, την παροχή δεδομένων και τη χρηματοδότηση από τα κράτη μέλη. Πρέπει να συμφωνηθούν πρακτικοί στόχοι. Η έρευνα πρέπει να συνεχιστεί και οι καλύτερες (και χειρότερες) πρακτικές ελέγχου και αντιμετώπισης πρέπει να επισημανθούν. Τα σχέδια και τα αποτελέσματα ερευνητικών προγραμμάτων με ενωσιακή χρηματοδότηση, όπως είναι τα eSBIRTes, Orion και ALICE-RAP, θα πρέπει να ανταλλάσσονται τακτικά με άλλους φορείς στον τομέα και να ενσωματώνονται καλύτερα στις αξιολογήσεις επιπτώσεων και σε επόμενες νομοθετικές προτάσεις. Η συλλογή δεδομένων, η αξιολόγηση κινδύνων και η μεταφορά γνώσεων θα πρέπει να συνεχιστούν σε πραγματικό χρόνο μέσω του Φόρουμ της Κοινωνίας των Πολιτών για τα Ναρκωτικά (ή ίσως μέσω μίας ευρύτερης «Πλατφόρμας για τις νέες ψυχότροπες ουσίες») με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων φορέων, ιδίως των ΜΚΟ που εμπλέκονται άμεσα και των ομάδων υποστήριξης. Αυτό θα πρέπει να καλύπτει όλες τις νέες ψυχότροπες ουσίες, περιλαμβανομένων όσων έχουν ήδη αναφερθεί σε μεμονωμένη χρήση, σε μείγματα ή ως ουσίες νόθευσης σε άλλες ψυχότροπες ουσίες. Οι προτεραιότητες και οι δυνατότητες για δράση θα πρέπει να συμφωνούνται με τα κράτη μέλη συχνότερα. Θα πρέπει να εξεταστούν εναλλακτικές ή προσθήκες σε μία ενιαία ενωσιακή απόκριση που θα περιορίζεται στη μείωση από την πλευρά της προσφοράς.

2.   Εισαγωγή

2.1

Μία ουσία, είτε φυσική, είτε εκουσίως συντεθειμένη για οποιονδήποτε σκοπό, νόμιμο ή παράνομο, θεωρείται «ψυχότροπος» εάν, επιπλέον των άλλων φυσικών, χημικών, τοξικολογικών και περιβαλλοντικών ιδιοτήτων της, δύναται, όταν καταναλώνεται από τον άνθρωπο για οποιονδήποτε σκοπό, να επηρεάσει το κεντρικό νευρικό του σύστημα προκαλώντας διέγερση ή καταστολή, συνοδευομένη από ψευδαισθήσεις ή/και διαταραχές της κινητικής λειτουργίας, της σκέψης, της συμπεριφοράς ή της διάθεσης.

2.2

Η εν λόγω επίδραση ενδέχεται να θεωρηθεί ωφέλιμη όταν οι ουσίες παράγονται, συνταγογραφούνται και χρησιμοποιούνται υπό ελεγχόμενες συνθήκες ως ιατρικά προϊόντα για τη θεραπεία συγκεκριμένων παθήσεων –ή ως μη ωφέλιμη και εν δυνάμει ή πραγματικά επικίνδυνη, ορισμένες φορές μάλιστα ιδιαιτέρως επικίνδυνη, εάν ληφθούν με πρωτοβουλία του ιδίου του χρήστη αμιγώς για τα εικαζόμενα οφέλη της ανωτέρω επίδρασης. Οι εν λόγω κίνδυνοι αυξάνονται σημαντικά εάν οι ουσίες είναι και εθιστικές και εάν η χρήση τους είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμη.

2.3

Ουσίες όπως η μορφίνη, η ηρωίνη, η κοκαΐνη, η «έκσταση», η κάνναβη και τα πολλά παράγωγα και οι πρόδρομες ουσίες τους, σε συνδυασμό με ένα ευρύ φάσμα ουσιών όπως οι αμφεταμίνες, τα βαρβιτουρικά, οι βενζοδιαζεπίνες και άλλα «ψυχεδελικά» ναρκωτικά υπόκεινται, κατά συνέπεια, σε έλεγχο, με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας, στο πλαίσιο δύο Συμβάσεων του ΟΗΕ (2) (1961, 1971) και ενός Πρωτοκόλλου (3) (1972) που έχουν εφαρμοστεί, σε διαφορετικό βαθμό, σε εθνικό επίπεδο παγκοσμίως.

2.4

Όλες οι ψυχότροπες ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στις ανωτέρω και δεν ελέγχονται όπως αυτές, περιγράφονται, για τους σκοπούς της νομοθεσίας της ΕΕ (και άλλων νομοθεσιών) ως «νέες», ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίον έχουν υπάρξει γνωστές ή έχουν χρησιμοποιηθεί για άλλους, συχνά νόμιμους, σκοπούς. Αποκαλούνται «νέες ψυχότροπες ουσίες» μόνο όταν αναγνωρίζεται (ή υπάρχουν υποψίες) ότι προωθούνται ή διανέμονται αποκλειστικά για τις ψυχότροπες ιδιότητές τους, για χρήση από μεμονωμένους καταναλωτές που λειτουργούν εκτός ιατρικής ή άλλης εποπτείας.

2.5

Τα οινοπνευματώδη ποτά, ο καπνός και η καφεΐνη, που σε διαφορετικές δόσεις πληρούν όλα τα ανωτέρω κριτήρια για τις νέες ψυχότροπες ουσίες και προκαλούν μακροπρόθεσμα βλάβες, εξαιρούνται ρητά από τους ορισμούς του ΟΗΕ και της ΕΕ. Αυτό δεν είναι εύκολο να γίνει στην καθημερινότητα ή σε ακαδημαϊκές έρευνες όπου οι χρήσεις και οι επιπτώσεις τους αναμειγνύονται –και όπου οι συνέπειες των οινοπνευματωδών ποτών και του καπνού για την υγεία και την κοινωνία υπερβαίνουν σημαντικά τις συνέπειες των περισσότερων νέων ψυχότροπων ουσιών. Ωστόσο, οι ερευνητές και οι ρυθμιστικές αρχές δεν συμφωνούν πάντοτε σε αυτά τα θέματα και απαιτείται πλέον επειγόντως μία από κοινού συμφωνημένη διαδικασία αξιολόγησης της βλάβης και του κινδύνου σε ποσοτική βάση.

2.6

Περισσότερες από 300 νέες ψυχότροπες ουσίες έχει αναγνωριστεί ότι χρησιμοποιούνται (ή έχουν χρησιμοποιηθεί) σε περιστασιακή ή πιο μακροπρόθεσμη χρήση σε όλη την ΕΕ. Σήμερα, τα κράτη μέλη κοινοποιούν κατά μέσο όρο μία νέα περίπτωση κάθε εβδομάδα. Δεδομένου ότι δεν ελέγχονται, η χρήση τους δεν είναι παράνομη· επομένως, η χρήση τους επιτρέπεται και μπορούν να περιγραφούν ως «νόμιμες» ουσίες — οδηγώντας στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι είναι επίσης «ασφαλείς» ή «εγκεκριμένες». Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν επαρκούν τα επιστημονικά στοιχεία για να επιβεβαιωθούν ή να απορριφθούν οι εν λόγω υποθέσεις. Νέα μόρια, ως παραλλαγές αυτών που έχουν απαγορευτεί ρητά, μπορούν να παραχθούν και να εισαχθούν άμεσα από την Κίνα ή την Ινδία, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατόπιν παραγγελιών από οργανωμένες ομάδες ή μεμονωμένα άτομα στην ΕΕ. Επίσης, υφιστάμενα μόρια μπορούν να εκτραπούν από νόμιμες χρήσεις εντός της ΕΕ. Στις περισσότερες περιπτώσεις, στόχος είναι η αποκόμιση χρηματικού οφέλους. Σε άλλες περιπτώσεις, κύρια πρόκληση είναι η καταστρατήγηση του νόμου. Τα Εθνικά Κομβικά Σημεία στο Ευρωπαϊκό δίκτυο πληροφόρησης για τα ναρκωτικά και την τοξικομανία («Reitox») παρέχουν έγκαιρες προειδοποιήσεις και ανταλλάσσουν πληροφορίες για προσφάτως αναγνωρισμένες νέες ψυχότροπες ουσίες.

2.7

Οι νέες ψυχότροπες ουσίες προωθούνται με διάφορα, μη συστηματικά, συντετμημένα ή/και εξωτικά εμπορικά ονόματα, συχνά αναμειγμένες με άλλα απαγορευμένα, νέα ή εξαιρούμενα προϊόντα, περιλαμβανομένων των φυτικών προϊόντων, των φαρμακευτικών δραστικών ουσιών, των συμπληρωμάτων διατροφής, του καπνού, της καφεΐνης και των αδρανών υλικών πλήρωσης. Δεν υπάρχει συνέπεια ή έλεγχος στα περιεχόμενα· απουσιάζουν οι προειδοποιήσεις ασφαλείας, ή υφίστανται μόνο για να επιτρέπουν τις πωλήσεις («ακατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο»). Οι ετικέτες ενδέχεται να είναι εκουσίως παραπλανητικές («άλατα για το λουτρό» ή «θυμίαμα» για προϊόντα που πρόκειται πιθανώς να χρησιμοποιηθούν μέσω εισπνοής, καπνίσματος ή σε ενέσιμη μορφή).

2.8

Οι πωλήσεις πραγματοποιούνται από ειδικούς προμηθευτές ή από εμπορικά καταστήματα λιανικής (διάφορα καταστήματα πώλησης καπνού: «Head shops», «Smart shops» ή «Smoke shops», όπου πωλούνται μαζί με σύνεργα για την κατανάλωση καπνού), καθώς και στο διαδίκτυο (όπου προσφέρονται αγορές με πιστωτική κάρτα, αξιολογήσεις προϊόντων και προμηθευτών και άμεση παράδοση στο σπίτι). Οι ανώνυμοι δικτυακοί τόποι παρουσιάζουν ειδικά προβλήματα. Οι τιμές ανά δόση τείνουν να είναι χαμηλές σε σχέση με τα παράνομα ναρκωτικά. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενθαρρύνουν τις νέες τάσεις και βοηθούν στην ανταλλαγή εμπειριών. Η χρήση (ως «νόμιμων διεγερτικών», καθώς και ναρκωτικών για κέντρα διασκέδασης ή «designer drugs») ποικίλλει σημαντικά ανά την ΕΕ και σημειώνει αργή αύξηση, ενώ χρήση άνω του μέσου όρου αναφέρεται στην Ιρλανδία, την Πολωνία, τη Λεττονία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο αριθμός των ατόμων που αναφέρεται ότι νοσηλεύτηκαν ως άμεση συνέπεια της χρήσης των εν λόγω ουσιών παραμένει σχετικά χαμηλός –γεγονός που, δεδομένης της απουσίας αξιόπιστων στοιχείων, ενδέχεται να (μην) παρέχει αληθινή εικόνα της πραγματικής βλάβης που συντελείται.

2.9

Σύμφωνα με τα ανωτέρω και συγκριτικά με τακτικούς, εξαρτημένους χρήστες παράνομων ναρκωτικών, οι χρήστες των νέων ψυχότροπων ουσιών (ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η συλλογή στοιχείων είναι επίσης μεγάλη) τείνουν, μέχρι σήμερα, να είναι νέοι, σχετικά ευκατάστατοι, χωρίς εγκληματική συμπεριφορά και τείνουν να παρουσιάζονται συχνότερα για υγειονομική περίθαλψη εφόσον χρειαστεί. Δεδομένου ότι τα εν λόγω άτομα είναι ακόμη ενσωματωμένα στην οικογενειακή και εργασιακή ζωή, τα ποσοστά αποκατάστασής τους είναι γενικώς καλά. Όταν συμβαίνουν ατυχήματα ή θάνατοι, θεωρούνται συνήθως αναπάντεχες προσωπικές τραγωδίες και τείνουν να λαμβάνουν εκτενή κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης και, κατά συνέπεια, να συζητούνται εκτενώς σε πολιτικό επίπεδο, για τους ίδιους λόγους.

2.10

Δεδομένων των ανωτέρω, δεν αποτελεί ιδιαίτερη έκπληξη το γεγονός ότι η στάση των πολιτών και η πολιτική νοοτροπία στα κράτη μέλη της ΕΕ και σε όλον τον κόσμο όσον αφορά τον έλεγχο των νέων ψυχότροπων ουσιών διαφέρουν σημαντικά. Προσφάτως η Ουρουγουάη νομιμοποίησε τη χρήση κάνναβης. Η Νέα Ζηλανδία θα εγκρίνει νέες ψυχότροπες ουσίες «αποδεκτού» χαμηλού κινδύνου και ελεγμένης ποιότητας. Η Ιρλανδία έχει μειώσει δραστικά τον αριθμό των σημείων λιανικής πώλησης, μέτρο που εξετάζεται και από τις Κάτω Χώρες και τον Καναδά. Παραδοσιακά, το Ηνωμένο Βασίλειο προτιμά να απαγορεύει προϊόντα, μεμονωμένα ή σε ομάδες, πλέον όμως εξετάζει εναλλακτικές πολιτικές. Το δε Βέλγιο σχεδιάζει να απαγορεύσει ορισμένες ομάδες προϊόντων. Έχουν καταβληθεί προσπάθειες να απαγορευτούν οι διαδικτυακές πωλήσεις παράνομων ναρκωτικών μέσω ανώνυμων δικτυακών τόπων. Ωστόσο, οι πωλήσεις των νόμιμων ουσιών είναι πιθανό να αυξηθούν.

3.   Περίληψη της πρότασης της Επιτροπής

3.1

Η απόφαση του Συμβουλίου του 2005 (4) έθεσε το πλαίσιο για την ανταλλαγή πληροφοριών, την αξιολόγηση κινδύνων και τον έλεγχο των νέων ψυχότροπων ουσιών. Η απόφαση αποδείχθηκε ότι δεν έχει προληπτικό χαρακτήρα, ενώ χαρακτηρίστηκε από περιορισμένη συλλογή πληροφοριών, ελλιπή κατηγοριοποίηση των κινδύνων και μειωμένο αριθμό επιλογών για περιοριστικά μέτρα. Το 2011, το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να επικαιροποιήσει την απόφαση.

3.2

Η παρούσα πρόταση παρουσιάζει τα μέτρα που κρίνονται αναγκαία, περιλαμβανομένης μίας πρότασης για οδηγία που αναθεωρεί την απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου (5) σχετικά με τις ελάχιστες διατάξεις στον τομέα της διακίνησης ναρκωτικών. Αυτό θα διεύρυνε τον ορισμό του «ναρκωτικού», ώστε να υπάγονται στο ίδιο κεφάλαιο με τις ουσίες που καλύπτονται από τις σχετικές Συμβάσεις και το Πρωτόκολλο του ΟΗΕ οι νέες ψυχότροπες ουσίες που παρουσιάζουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, την κοινωνία και την ασφάλεια και που υπόκεινται σε μόνιμους περιορισμούς διάθεσης στην αγορά εντός της ΕΕ.

3.3

Η πρόταση για έναν κανονισμό που αφορά συγκεκριμένα τις νέες ψυχότροπες ουσίες συνοδεύεται από μία εσωτερική εκτίμηση επιπτώσεων, η οποία τονίζει τις διαφορές στη διαθεσιμότητα δεδομένων, την πραγματική χρήση, το υγειονομικό κόστος και τις δημόσιες και κρατικές λύσεις που δίδονται σε όλη την ΕΕ. Όπου δεν υπάρχουν στοιχεία παρέχονται εκτιμήσεις. Οι επιλογές πολιτικής αξιολογούνται με γνώμονα την αποτελεσματικότητά τους για την επίτευξη στόχων, τις οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, την αναλογικότητα και την αποδοχή από ενδιαφερόμενους φορείς.

3.4

Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 114 της ΣΛΕΕ για να εξασφαλιστεί η δέουσα λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με υψηλό επίπεδο υγείας, ασφάλειας και προστασίας των καταναλωτών. Έχει ως στόχο να μειώσει τον χρόνο αντίδρασης σε επίπεδο ΕΕ, να προσφέρει ευκαιρίες για επικεντρωμένες και κατάλληλες αποκρίσεις, να αντιμετωπίσει τα προβλήματα διπλής χρήσης και την έλλειψη ασφάλειας δικαίου για τους νόμιμους φορείς, καθώς και να συνδέσει την αγορά των νέων ψυχότροπων ουσιών με την ευρύτερη εσωτερική αγορά.

3.5

Η πρόταση καθορίζει χρονοδιάγραμμα συγκέντρωσης στοιχείων για μία κοινή έκθεση από την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ), την Europol και άλλους ευρωπαϊκούς οργανισμούς που σχετίζονται άμεσα (για τα φάρμακα, τα χημικά, την ασφάλεια τροφίμων) βάσει έγκαιρων προειδοποιήσεων για νέες ψυχότροπες ουσίες που αναγνωρίστηκαν πρόσφατα στα κράτη μέλη.

3.6

Η εν λόγω έκθεση ενδέχεται να οδηγήσει σε επίσημη αξιολόγηση κινδύνων από το ΕΚΠΝΤ ως βάση για δράση από την Επιτροπή. Προτείνονται κριτήρια για να υπάρξει διαφοροποίηση μεταξύ χαμηλών, μέτριων και υψηλών κινδύνων για την υγεία, την κοινωνία και την ασφάλεια. Όπου οι κίνδυνοι κρίνονται χαμηλοί, δεν πρόκειται να υπάρξει περαιτέρω δράση. Στην περίπτωση μέτριων ή υψηλών κινδύνων, η Επιτροπή μπορεί να θέσει προσωρινές ή μόνιμες απαγορεύσεις στην πώληση συγκεκριμένων νέων ψυχότροπων ουσιών και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στην παραγωγή, διάθεση, εισαγωγή ή εξαγωγή τους.

3.7

Η πρόταση προβλέπει επαναξιολογήσεις των επιπέδων κινδύνου υπό το πρίσμα των νέων πληροφοριών, καθώς και την τακτική υποβολή εκθέσεων και την αξιολόγηση της υλοποίησης, της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του κανονισμού. Η έρευνα και η ανάλυση θα συνεχιστούν. Τα κράτη μέλη θα υποχρεωθούν να θεσπίσουν τις απαραίτητες διοικητικές κυρώσεις για την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων εμπορίας, καθώς και για να εξασφαλιστεί ότι αυτά θα είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι η παρούσα πρόταση δεν έχει καμία άμεση επίπτωση στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

3.8

Ο κανονισμός θα τεθεί σε ισχύ 20 ημέρες μετά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ και θα είναι δεσμευτικός για τα κράτη μέλη. Η αρχική απόφαση του Συμβουλίου (6) θα καταργηθεί και θα αντικατασταθεί.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ επικρότησε την ανακοίνωση της Επιτροπής του 2011 με τίτλο «Προς μια δυναμικότερη ευρωπαϊκή απάντηση στο πρόβλημα των ναρκωτικών» και την πρόταση του 2012 για έναν κανονισμό περί των πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών. Η ΕΟΚΕ προσέβλεπε σε προτάσεις σχετικά με τις νέες «ψυχότροπες ουσίες» και πρότεινε ευρείες κατευθυντήριες γραμμές για αποτελεσματική δράση σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών.

4.2

Στην περίπτωση των πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών, επισημάνθηκε ιδιαιτέρως ο βαθμός στον οποίο τα εμπλεκόμενα μέρη (η Επιτροπή και ένας περιορισμένος αριθμός νόμιμων παρασκευαστών, εμπόρων και τελικών χρηστών) είχαν υιοθετήσει πλήρως τα προαπαιτούμενα του άρθρου 12 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1988 (7) όσον αφορά τη συνεργασία για την επίτευξη των επιθυμητών στόχων. Σε αυτήν την περίπτωση, που αναφέρεται στην εκτροπή μικρών ποσοτήτων οξικού ανυδρίτη που απαιτούνται για την παρασκευή ηρωίνης, κατέστη δυνατός ο αρκετά σαφής καθορισμός.

4.3

Αυτό δεν συμβαίνει ακόμα με τις νέες ψυχότροπες ουσίες, δεδομένου ότι η κατάσταση όσον αφορά την πραγματική χρήση και τις δημόσιες και πολιτικές αντιδράσεις στα κράτη μέλη και παγκοσμίως διαφέρει σημαντικά. Βασικά δεδομένα συχνά δεν συλλέγονται ή δεν ταξινομούνται· οι μεμονωμένες τραγωδίες προσελκύουν το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης· οι πολιτικές αντιδράσεις δεν υποστηρίζονται πάντοτε από επιστημονικές και επαγγελματικές συμβουλές, ή και έρχονται σε ευθεία αντίθεση με αυτές· άλλοι παράγοντες σύγχυσης, περιλαμβανομένης της πολύ πιο διαδεδομένης και επιβλαβούς χρήσης οινοπνευματωδών ποτών και καπνού, κρίνονται ως υπέρμετρα ευαίσθητοι για να ενσωματωθούν σε μία ενιαία κανονιστική προσέγγιση· παρατηρείται ένα χάσμα γενεών όσον αφορά τη διαδικτυακή προώθηση και τον ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη διαμόρφωση αντιλήψεων, την ανάληψη κινδύνου και τη χρήση ψυχότροπων ουσιών, νέων ή παλαιών, για διασκέδαση.

4.4

Σε αυτό το, σαφώς πολύ δύσκολο, πλαίσιο για οποιονδήποτε προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις νέες ψυχότροπες ουσίες, υπάρχουν δύο συναφείς παρατηρήσεις σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ, και συγκεκριμένα ότι «το κράτος δεν πρέπει να προκαλεί μεγαλύτερες βλάβες και κινδύνους από εκείνους που επιδιώκει να εξαλείψει» (8) και, όπως σε πολλά άλλα θέματα ενδιαφέροντος για τις ρυθμιστικές αρχές, «οι πολιτικές θα πρέπει να βασίζονται σε δεδομένα και σε αποδεικτικά στοιχεία –και όχι να συμβαίνει το αντίστροφο  (9)». Αυτό ενδέχεται να είναι ευκολότερο στη θεωρία παρά στην πράξη.

4.5

Η ανησυχία για τις τρέχουσες προτάσεις δεν είναι, προφανώς, ότι θα προκαλέσουν πρόβλημα, αλλά ότι ίσως να έχουν ανεπαρκή οφέλη –καθώς και ότι η ύπαρξή τους ενδέχεται να καθυστερήσει τις ευρύτερες πολυτομεακές προσεγγίσεις βάσει στοιχείων και σε διάφορα κοινωνικά στρώματα, οι οποίες απαιτούνται ακόμα και για τη συμφωνία σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση και τους μακροπρόθεσμους στόχους για συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Εάν αυτά δεν μπορούν να συμφωνηθούν εκ των προτέρων, καθώς και να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη πολιτική και οικονομική στήριξη, τότε αυτό θα πρέπει να αναγνωριστεί σε οποιαδήποτε πρόταση για ρύθμιση σε επίπεδο ΕΕ.

4.6

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η πρόταση έχει άλλους στόχους, περιλαμβανομένης της αντιμετώπισης των προβλημάτων διπλής χρήσης, της εκτροπής νόμιμων ουσιών εντός της ΕΕ και της έλλειψης ασφάλειας δικαίου για τους «νόμιμους φορείς». Ωστόσο, αυτά τα ζητήματα δεν προσδιορίζονται ποσοτικώς στην εκτίμηση επιπτώσεων και δεν δίδεται μεγάλη προσοχή σε αυτά στην πρόταση. Δεν εξετάστηκαν καθόλου άλλες δυνατότητες για την κάλυψη κενών που δημιουργήθηκαν από άλλες νομοθετικές πράξεις. Είναι, επομένως, δύσκολο να γνωρίζει κανείς εάν η νομική βάση που επιλέχθηκε από τη Συνθήκη (άρθρο 114 της ΣΛΕΕ) είναι κατάλληλη ή όχι. Στατιστικά δεδομένα για τις 300 ουσίες που έχουν καταγραφεί ως τώρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να διευκρινιστεί αυτό το ζήτημα, καθώς και άλλα ζητήματα.

4.7

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη και έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η ρύθμιση της προσφοράς είναι ένα μέρος μόνο της λύσης –και ότι από μόνη της δεν αναμένεται να φέρει χρήσιμα ή μετρήσιμα αποτελέσματα. Θα πρέπει να δοθεί περισσότερη προσοχή στην κατανόηση της ζήτησης –και θα πρέπει να προταθούν καλύτεροι τρόποι ώστε να εξασφαλιστεί ότι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με τον μικρότερο δυνατό κίνδυνο. Όπως πάντα, ο κίνδυνος δεν μπορεί να εξαλειφθεί εντελώς, αλλά μπορεί να μειωθεί σημαντικά. Τα καλύτερα δεδομένα που θα διαδίδονται με τον δέοντα τρόπο μπορούν να βοηθήσουν.

4.8

Η ΕΟΚΕ σημειώνει επίσης ότι όπου εφαρμόζονται ποινικές κυρώσεις, θα πρέπει να περιορίζονται σε όσους επιδιώκουν το εμπορικό κέρδος από πωλήσεις ουσιών που είναι ήδη γνωστές ως απαγορευμένες ή εν δυνάμει ιδιαιτέρως επιβλαβείς για την ανθρώπινη υγεία. Αυτό ισχύει ιδίως για τις νέες ψυχότροπες ουσίες όπου, έως τώρα, οι κίνδυνοι φαίνεται να είναι μικρότεροι από ό,τι ισχύει για τις «παλαιές» ή απαγορευμένες ψυχότροπες ουσίες και όπου η φυλάκιση των χρηστών, με την αναπόφευκτη έκθεση σε «παλαιές» ψυχότροπες ουσίες, θα αποτελεί το χειρότερο δυνατό προσωπικό και κοινωνικό αποτέλεσμα. Αυτό θα πρέπει να δηλώνεται σαφώς στην πρόταση, προκειμένου τα μέτρα να έχουν αξιοπιστία ενώπιον των ενδιαφερομένων ατόμων, ιδίως ενώπιον των άμεσα εμπλεκόμενων νέων, εντός της ΕΕ.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Η πρόταση παρέχει ορισμούς για κάποιους, αλλά όχι για όλους τους βασικούς όρους που χρησιμοποιούνται — ωστόσο, δεν εξηγεί πώς πρέπει να χρησιμοποιηθούν σε αυτήν την αγορά προϊόντων που κατασκευάζονται κυρίως εκτός ΕΕ, η οποία είναι δομημένη με ασυνήθιστο τρόπο, αυξάνεται ταχέως, είναι εν μέρει νόμιμη και εν μέρει εγκληματική, μερικώς διαφανής και μερικώς ρυθμισμένη. Ο «οικονομικός φορέας» δεν ορίζεται –και θα μπορούσε υποθετικά να είναι νόμιμος (άμεσος πωλητής νέων ψυχότροπων ουσιών, ή πωλητής μέσω ειδικών καταστημάτων καπνού «head shop» ή μέσω διαδικτύου) ή παράνομος (έμπορος απαγορευμένων ναρκωτικών). Τι σημαίνει «διάθεση στην αγορά» στο πλαίσιο των διαδικτυακών πωλήσεων με προϊόντα από όλον τον κόσμο; Γιατί να περιορίζεται ένα «μείγμα» σε δύο ή περισσότερες νέες ψυχότροπες ουσίες και όχι, για παράδειγμα, σε μία νέα ψυχότροπη ουσία συν διάφορες ποσότητες καπνού, καφεΐνης, βοτάνων και υλικών πλήρωσης; Θα ήταν καλύτερο να επικεντρωθούμε σε «χρήστες» με την έννοια «κάθε ατόμου που καταναλώνει νέες ψυχότροπες ουσίες χωρίς ιατρική παρακολούθηση», από ό,τι στην ευρύτερη ομάδα των «καταναλωτών» («άτομα που ενεργούν για σκοπούς μη εντασσόμενους στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας»), οι οποίοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν επηρεάζονται από την εν λόγω δραστηριότητα; Εάν η πρόταση έχει ως στόχο να λειτουργεί προλαμβάνοντας και όχι αντιμετωπίζοντας εκ των υστέρων, δεν θα πρέπει να επικεντρωθεί και σε νέες ψυχότροπες ουσίες που «εύλογα αναμένεται ότι θα προκύψουν, βάσει επιστημονικής αξιολόγησης και κρίσης»; Σημαντικό είναι το εξής ερώτημα: για ποιο λόγο μεταφέρθηκε το βάρος της απόδειξης από τους προμηθευτές, από τους οποίους θα έπρεπε να ζητείται να αποδείξουν ότι τα προϊόντα τους είναι «χαμηλού κινδύνου», προς το ΕΚΠΝΤ και την Επιτροπή –φορείς που ενδέχεται, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι παρέχουν έγκριση;

5.2

Ο ορισμός των νέων ψυχότροπων ουσιών θα μπορούσε επίσης να διευκρινιστεί: αντί για τον όρο «νέες» που σχετίζεται μόνο με τις ισχύουσες συμβάσεις του ΟΗΕ, ενδέχεται να πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο όρος «αναγνωρισμένες — στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης της ΕΕ». Δεδομένου ότι οι ουσίες δεν (μπορούν και δεν θα πρέπει να) ελέγχονται τακτικά στο πλαίσιο της REACH, ή άλλης νομοθεσίας βάσει ουσιών, για τις ψυχότροπες ιδιότητές τους, δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των μορίων που ενδέχεται να παρουσιάσουν (ή να προωθηθούν ως ουσίες που παρουσιάζουν) τέτοιες ιδιότητες σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Δεδομένου ότι ο όρος «ψυχότροπες ουσίες» χρησιμοποιείται μόνο όταν οι ιδιότητες διαπιστώνονται από ανθρώπους, οι περιορισμοί στις δοκιμές σε ζώα είναι προφανείς.

5.3

Η ΕΟΚΕ σημειώνει, με ορισμένη ανησυχία, ότι η πρόταση επικεντρώνεται σε μεμονωμένες ουσίες και όχι στα μείγματα που προωθούνται ευρέως. Ορίζεται χρονοδιάγραμμα για να απαντήσουν οι οργανισμοί –αλλά όχι για την έναρξη κατάρτισης της κοινής έκθεσης ή της αξιολόγησης κινδύνων από την Επιτροπή. Η διαδικασία αρχίζει εάν «αρκετά μεγάλος αριθμός» κρατών μελών αναγνωρίσουν την ίδια νέα ψυχότροπη ουσία: γιατί να μην αρκεί ένα κράτος μέλος, εάν πλήττεται σημαντικά; Πόσα κράτη μέλη συνιστούν «αρκετά μεγάλο αριθμό»; Είναι ασαφές πώς θα αποφασίσει η Επιτροπή δεδομένης της (πιθανής) έλλειψης περαιτέρω πληροφοριών από τους οργανισμούς –και, ακόμη περισσότερο, δεδομένης της απουσίας πολιτικής συμβολής από τα κράτη μέλη. Δεν υπάρχει πρόβλεψη για δράση υπό άλλη νομοθετική πράξη της ΕΕ ή κράτους μέλους, π.χ. τη νομοθεσία για την επισήμανση, τις νομοθετικές πράξεις για την πώληση αγαθών, τη γενική προστασία του καταναλωτή ή άλλες νομοθετικές πράξεις για τα χημικά, την υγειονομική περίθαλψη, την καταλληλότητα και την ασφάλεια των τροφίμων. Τα καταστήματα πώλησης καπνού «head shops», εάν επιτραπεί να εξακολουθήσουν να υπάρχουν, θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν πλήρως με την ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή.

5.4

Η ΕΟΚΕ εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για την έλλειψη πρόσθετων κονδυλίων που να διατίθενται για το έργο αυτό. Εάν μπορεί να πραγματοποιηθεί με τον υφιστάμενο προϋπολογισμό, γιατί δεν ακολουθούνται επί του παρόντος οι εν λόγω διαδικασίες; Μπορούν να επιτευχθούν σημαντικά αποτελέσματα χωρίς τέτοια χρηματοδότηση; Είναι απαραίτητος ένας κανονισμός (που να απευθύνεται στα κράτη μέλη) για τον καθορισμό της αλληλεπίδρασης διαφόρων οργανισμών της ΕΕ –ή θα μπορούσαν οι εν λόγω εσωτερικές διαδικασίες να τροποποιηθούν σε καταλληλότερο χρόνο με αμοιβαία συναίνεση υπό το πρίσμα της εμπειρίας;

5.5

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η εκτίμηση επιπτώσεων, στην οποία βασίζεται η παρούσα πρόταση, παρουσιάζει έλλειψη συγκρίσιμων στοιχείων από όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τη χρήση, τις επιπτώσεις και το κόστος υγείας των νέων ψυχότροπων ουσιών. Εάν τα ζητήματα αυτά αποδειχθεί ότι είναι γενικά και σημαντικά, τότε η δράση από τους οργανισμούς της ΕΕ θα παράσχει μία αποδοτική ως προς το κόστος λύση. Η ΕΟΚΕ εκφράζει ανησυχία διότι η πρόταση δεν καθορίζει ελάχιστα πρότυπα για την υποβολή αναφοράς –γεγονός που, με τη σειρά του, ενδέχεται να απαιτήσει καλύτερη αναγνώριση και υποστήριξη των Εθνικών Κομβικών Σημείων, τα οποία είναι σε μεγάλο βαθμό εθελοντικά και παρέχουν ζωτικής σημασίας δεδομένα μέσω του «Reitox».

5.6

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι οι νέες ψυχότροπες ουσίες θα πρέπει να ταξινομούνται εσωτερικά, βάσει κριτηρίων που να έχουν συμφωνηθεί εκ των προτέρων, σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία ως προς τον χαμηλό, μέτριο ή σημαντικό κίνδυνο. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως έγκριση για νόμιμη ή ασφαλή πώληση και κάθε κατάλογος που διατίθεται δημοσίως θα πρέπει να καθιστά σαφές το γεγονός αυτό. Δεδομένης της σπανιότητας των διαθέσιμων δεδομένων, καθώς και των δυσκολιών της ποσοτικής αξιολόγησης κινδύνων, θα πρέπει να αναμένεται επαναταξινόμηση βάσει περαιτέρω στοιχείων.

5.7

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επίσης με τις τρέχουσες κατευθυντήριες επισημάνσεις του ΕΚΠΝΤ σχετικά με την αξιολόγηση κινδύνων των νέων ψυχότροπων ουσιών, ήτοι ότι άλλες «παλαιές» ή απαγορευμένες, αλλά ευρέως χρησιμοποιούμενες και γνωστότερες ψυχότροπες ουσίες θα πρέπει να περιληφθούν ως δείκτες στην ίδια κλίμακα –περιλαμβανομένης της ηρωίνης, της κοκαΐνης, της κάνναβης, της «έκστασης», των οινοπνευματωδών ποτών και του καπνού. Εάν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, δεδομένων όλων των ήδη διαθέσιμων στοιχείων, τότε δεν μπορεί να γίνει ούτε για τις νέες ψυχότροπες ουσίες, όπου τα στοιχεία θα είναι περιορισμένα, ατελή και συχνά αντικρουόμενα. Οι προσφάτως προωθούμενες νέες ψυχότροπες ουσίες ενδέχεται να έχουν περιορισμένες κοινωνικές, ποινικές ή περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά ενδέχεται, παρ’ όλα, αυτά να είναι εξαιρετικά επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία εάν χρησιμοποιούνται με τον τρόπο αυτόν.

5.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι αυτή η πιο ολιστική προσέγγιση στην εξάρτηση και την τοξικομανία θα οδηγήσει σε προσεγγίσεις πρόληψης και σε μέτρα αντιμετώπισης με καλύτερη χρηματοδότηση σε εθνικό επίπεδο. Η κατανόηση των πρακτικών και της νοοτροπίας διαφορετικών ηλικιακών ομάδων (10-18, 18-25 και 25+) θα είναι απαραίτητη. Ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της διαδικτυακής προώθησης, καθώς και των υπηρεσιών παροχής συμβουλής, στη διαμόρφωση τάσεων ή στην ανταλλαγή προειδοποιήσεων είναι ήδη σημαντικός και θα καθορίζει όλο και περισσότερο την ατομική λήψη αποφάσεων στον εν λόγω τομέα. Πρέπει να ενθαρρυνθούν και να χρηματοδοτηθούν πλήρως προγράμματα που παρακολουθούν την εν λόγω εξέλιξη. Η δέουσα προστασία της υγείας θα πρέπει να έχει προτεραιότητα σε σχέση με τη δικαιοσύνη και την εσωτερική αγορά.

5.9

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι, εν ευθέτω χρόνω, ενδέχεται να χρειαστεί νομοθετική ρύθμιση. Ωστόσο, η ανάγκη και η μορφή της εν λόγω ρύθμισης δεν είναι καθόλου σαφής. Τα κράτη μέλη διαπιστώνουν διαφορετικά προβλήματα, προτιμούν διαφορετικές λύσεις και πρέπει να επιτραπεί σε αυτά να αναλάβουν δράση σε διαφορετικούς χρόνους. Υπάρχουν έντονες αντιθέσεις μεταξύ της απαγόρευσης και της έγκρισης σε όλον τον κόσμο. Θα βοηθήσει να εξεταστούν οι εξελίξεις σε δύο γειτονικές μεταξύ τους, οικονομικά και πολιτιστικά όμοιες χώρες στο Νότιο Ημισφαίριο, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Η στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες που παρέχουν προμήθειες διαδικτυακά θα είναι ζωτικής σημασίας. Οι εμπορικές συνομιλίες με την Κίνα και την Ινδία θα πρέπει να περιλαμβάνουν μέτρα που να περιορίζουν την παρασκευή και την πώληση παλαιών, απαγορευμένων και νέων ψυχότροπων ουσιών.

5.10

Αυτό είναι, πρωτίστως, ένα πραγματικά παγκόσμιο πρόβλημα –και κάθε περαιτέρω εκτίμηση επιπτώσεων και πρόταση ρύθμισης θα πρέπει να περιλαμβάνει τις εν λόγω διαστάσεις και να εξετάζει ευρύ φάσμα επιλογών, ακόμη και εάν αυτές διαπιστωθεί αρχικά ότι είναι δύσκολο να εφαρμοστούν σε επίπεδο ΕΕ. Ο ΕΚΠΝΤ θα διαδραματίσει καίριο ρόλο στο θέμα αυτό. Εάν χρειαστεί περαιτέρω χρηματοδότηση, αυτή θα πρέπει να χορηγηθεί. Τα σχετικά προγράμματα έρευνας θα πρέπει να συντονίζονται καλύτερα και τα αποτελέσματά τους θα πρέπει να ανταλλάσσονται ευρύτερα. Όποτε χρειαστεί νομοθεσία, σε οποιοδήποτε επίπεδο, ελπίζεται ότι θα διαθέτει ισχυρότερη βάση στοιχείων για να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που εκτέθηκαν ανωτέρω.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  2005/387/ΔΕΥ, ΕΕ L 127/32, 20.5.2005.

(2)  Ενιαία Σύμβαση για τα Ναρκωτικά Φάρμακα, 1961.

(3)  Πρωτόκολλο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών 1972, τροποποίηση της Ενιαίας Σύμβασης για τα Ναρκωτικά Φάρμακα.

(4)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(5)  2004/757/ΔΕΥ, ΕΕ L 335/8, 11.11.2004.

(6)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(7)  Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών, 1988.

(8)  Βλέπε γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, ΕΕ C 229/85, 31.7.2012.

(9)  Βλέπε γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, ΕΕ C 76/54, 14.3.2013.


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/58


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τη δέσμη μέτρων NAIADES II, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα τρία έγγραφα: «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 718/1999 του Συμβουλίου σχετικά με μια πολιτική ρύθμισης της μεταφορικής ικανότητας των κοινοτικών στόλων στην εσωτερική ναυσιπλοΐα για την προώθηση των μεταφορών διά της πλωτής οδού»

COM(2013) 621 final — 2013/0303 (COD),

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών για τα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και την κατάργηση της οδηγίας 2006/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου»

COM(2013) 622 final — 2013/0302 (COD)

«Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Για ποιοτική εσωτερική ναυσιπλοΐα: NAIADES II»

COM(2013) 623 final

(2014/C 177/11)

Εισηγητής: ο κ. Jan Simons

Η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισαν στις 10 Σεπτεμβρίου 2013, στις 7 και στις 31 Οκτωβρίου 2013 και στις 8 και 22 Οκτωβρίου 2013 αντιστοίχως, σύμφωνα με τα άρθρα 91 παρ. 1 και 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), να ζητήσουν τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τη

Δέσμη μέτρων NAIADES II,

η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα τρία έγγραφα:

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 718/1999 του Συμβουλίου σχετικά με μια πολιτική ρύθμισης της μεταφορικής ικανότητας των κοινοτικών στόλων στην εσωτερική ναυσιπλοΐα για την προώθηση των μεταφορών διά της πλωτής οδού

COM(2013) 621 final — 2013/0303 (COD)

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών για τα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και την κατάργηση της οδηγίας 2006/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

COM(2013) 622 final– 2013/0302 (COD)

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Για ποιοτική εσωτερική ναυσιπλοΐα: NAIADES II»

COM(2013) 623 final.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 140 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 10 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει και υποστηρίζει τις προτάσεις δράσης που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση και στις δύο νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής, με τη συνεκτίμηση των ακόλουθων παρατηρήσεων.

1.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο λόγος για τον οποίο δεν αυξήθηκε το μερίδιο του κλάδου στην αγορά μεταφορών είναι η έλλειψη πολιτικής και οικονομικής στήριξης προς την εσωτερική ναυσιπλοΐα τα τελευταία χρόνια.

1.3

Η ΕΟΚΕ καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να διαθέσει από τον προϋπολογισμό της Διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη» και από ορισμένες πτυχές, ιδίως αυτές που σχετίζονται με την καινοτομία, του προγράμματος «Ορίζων 2020» επαρκείς πόρους (τουλάχιστον 20%, ποσοστό που η ΕΟΚΕ θεωρεί εύλογο) για την εσωτερική ναυσιπλοΐα, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματός της, και να στηρίξει τα κράτη μέλη και να τους παράσχει κίνητρα για τη συντήρηση και την επέκταση της υποδομής. Πέραν αυτού, θεωρεί ότι πρέπει να αναπτυχθούν νέοι μηχανισμοί χρηματοδότησης.

1.4

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει τη μεγάλη σημασία που έχει η υποδομή για την υλοποίηση των στόχων της Επιτροπής και καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν τις ευθύνες τους σε αυτόν τον τομέα αρμοδιότητας. Σε σχέση με αυτό, παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στη «Στρατηγική του Δούναβη» για την προώθηση της ανάπτυξης των παραδουνάβιων χωρών (2010) και στη δήλωση που υπεγράφη στη συνέχεια αυτής τον Ιούνιο του 2012.

1.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τη Στρατηγική του Δούναβη, κρίνει όμως ότι μέχρι στιγμής η εφαρμογή της δεν έχει προχωρήσει όσο θα έπρεπε, ενώ το ίδιο ισχύει και για τη δήλωση που υπεγράφη το 2012. Γι' αυτό και καλεί την Επιτροπή να προβεί στη σύσταση ομάδας εργασίας που θα αναλάβει την επίβλεψη της τήρησης των όσων έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής και της δήλωσης.

1.6

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει με θέρμη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής για το NAIADES σχετικά με την υιοθέτηση πιο οικολογικών μέτρων σε τομεακό επίπεδο. Επιθυμεί δε και σε αυτήν την περίπτωση να προβλεφθούν επαρκή κεφάλαια, μεταξύ άλλων για να αντισταθμιστεί η ευκαιρία που χάθηκε με το πρόγραμμα NAIADES I.

1.7

Η ΕΟΚΕ παραπέμπει στην προηγούμενη γνωμοδότησή της για την κοινωνική ασφάλιση στον κλάδο και καλεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να αναπτύξουν περαιτέρω πρωτοβουλίες σε αυτό το πεδίο. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η επιθυμητή και βασιζόμενη στον κοινωνικό διάλογο εναρμόνιση των επαγγελματικών προφίλ και των επαγγελματικών προσόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Επιτροπή θα επεξεργαστεί το θέμα με συγκεκριμένο τρόπο, σε στενή συνεργασία με τις επιτροπές ποταμών, ιδίως την Κεντρική Επιτροπή για τη Ναυσιπλοΐα στον Ρήνο.

1.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντική εξέλιξη τις προτάσεις σχετικά με τη θεσμική συνεργασία μεταξύ ΕΕ και επιτροπών των ποταμών. Καλεί τα ενδιαφερόμενα όργανα να συντονίσουν στενά τα διάφορα νομικά καθεστώτα προκειμένου να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή εναρμόνιση.

2.   Εισαγωγή

2.1

Κάθε χρόνο περίπου 500 εκατομμύρια τόνοι φορτίου μεταφέρονται διά των εσωτερικών πλωτών οδών. Ο όγκος αυτός ισοδυναμεί με τη μεταφορά φορτίων με 25 εκατομμύρια φορτηγά και 140 δισ. τονοχιλιόμετρα μεταφοράς φορτίου. Εξάλλου, η εσωτερική ναυσιπλοΐα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και στις μεταφορές επιβατών, τόσο στον τουρισμό (κρουαζιερόπλοια και ημερήσιες εκδρομές) όσο και —όλο και περισσότερο— στις αστικές και υπεραστικές μεταφορές (π.χ. υπηρεσίες πορθμείων).

2.2

Οι παραδοσιακές αγορές του τομέα των μεταφορών, όπως οι μεταφορές χύδην φορτίου σε μεγάλες αποστάσεις, επεκτείνονται με αυξανόμενο ρυθμό σε νέες καινοτόμες υπηρεσίες και ο ρόλος των εσωτερικών πλωτών μεταφορών ενισχύεται σταθερά στις μεταφορές μικρών αποστάσεων.

2.3

Λόγω των οικονομιών κλίμακας και της ενεργειακής απόδοσης που επιτυγχάνουν, οι εσωτερικές πλωτές μεταφορές έχουν το χαμηλότερο εξωτερικό κόστος όσον αφορά τις εκπομπές CO2, τον θόρυβο, τα ατυχήματα και την κυκλοφοριακή συμφόρηση. Δεδομένου ότι πληρούν τις υψηλότερες προδιαγραφές ασφάλειας στον κόσμο, είναι ο κύριος τρόπος μεταφοράς επικίνδυνων προϊόντων στην Ευρώπη.

2.4

Στον κλάδο της εσωτερικής ναυσιπλοΐας απασχολούνται περίπου 44 000 εργαζόμενοι, ενώ από αυτόν εξαρτώνται έμμεσα περίπου άλλες 12 000 θέσεις εργασίας. Ο κλάδος αντιμετωπίζει πρόβλημα έλλειψης ειδικευμένου προσωπικού, γι' αυτό και προσφέρει δυνατότητες σε πρόσωπα που αναζητούν εργασία στην αγορά. Με τα νέα προγράμματα κατάρτισης και τις προοπτικές σταδιοδρομίας που προσφέρει, ο κλάδος της εσωτερικής ναυσιπλοΐας προσφέρει σε νέους ανθρώπους ενδιαφέρουσες ευκαιρίες απασχόλησης.

2.5

Η εσωτερική ναυσιπλοΐα λειτουργεί σε μια πλήρως απελευθερωμένη αγορά, αλλά από το 2008 έχει επηρεαστεί αρνητικά από την οικονομική κρίση. Η οικονομική ύφεση έχει προκαλέσει μείωση του όγκου των μεταφορών τα τελευταία χρόνια και έχει οδηγήσει σε πλεόνασμα μεταφορικής ικανότητας του κλάδου, που είναι η αιτία των χαμηλών τιμών στις μεταφορές. Διάφορες μελέτες εκτιμούν ότι αυτή η κατάσταση θα βελτιωθεί μόνο μετά από αρκετά χρόνια.

2.6

Το εκτενές ευρωπαϊκό δίκτυο εσωτερικών πλωτών οδών, που καλύπτει περίπου 37 000 χιλιόμετρα ποταμών και καναλιών, εξακολουθεί να έχει την ικανότητα να απορροφήσει περισσότερες ροές μεταφορών, αν και αυτό προϋποθέτει ένα καλά συντηρημένο σύστημα πλωτών οδών. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος δράσης NAIADES I (2006-2014), το δίκτυο πλωτών οδών δεν συντηρήθηκε επαρκώς, ούτε ολοκληρώθηκαν οι ελλείπουσες ζεύξεις, σε πολλές περιπτώσεις λόγω εθνικών δημοσιονομικών περικοπών. Παράλληλα, τα έργα υποδομής στον κλάδο αυτό παρεμποδίζονται από τις μακρές και υποτονικές διαδικασίες και την περιττή γραφειοκρατία.

3.   Κύρια σημεία της ανακοίνωσης

3.1

Η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωσή της «Για ποιοτική εσωτερική ναυσιπλοΐα: NAIADES II» στις 10 Σεπτεμβρίου 2013. Σε αυτήν διαπιστώνει ότι το προηγούμενο πρόγραμμα, το NAIADES I, δημιούργησε μια δυναμική, αλλά και ότι οι οικονομικές και περιβαλλοντικές προοπτικές της εσωτερικής ναυσιπλοΐας επιδεινώνονται και ότι μικρή πρόοδος έχει σημειωθεί όσον αφορά τη βελτίωση των υποδομών. Ο κλάδος διέρχεται επίσης σήμερα οικονομική κρίση, με αποτέλεσμα πλεονάζουσα μεταφορική ικανότητα.

3.2

Οι δυνατότητες και οι προκλήσεις αυτού του τρόπου μεταφοράς έκαναν την Επιτροπή να αποφασίσει τη συνέχεια του προηγούμενου προγράμματος δράσης της. Η δέσμη μέτρων NAIADES II αποσκοπεί στην προώθηση μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών αλλαγών στον κλάδο της εσωτερικής ναυσιπλοΐας, χωρίς να παρεμβαίνει στην ελεύθερη αγορά.

3.3

Η δέσμη NAIADES προβλέπει ειδικά μέτρα στους ακόλουθους τομείς:

υποδομές ποιότητας, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η βελτίωση της διασύνδεσης και της ολοκλήρωσης των εσωτερικών πλωτών μεταφορών με άλλους τρόπους μεταφοράς. Οι λιμένες (θαλάσσιοι και εσωτερικοί) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις διασυνδέσεις·

καινοτομία·

εύρυθμη λειτουργία της αγοράς·

περιορισμό της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος με τη μείωση των εκπομπών·

ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και ποιοτικές θέσεις εργασίας·

ένταξη της εσωτερικής ναυσιπλοΐας στην αλυσίδα πολυτροπικής εφοδιαστικής.

3.4

Το πρόγραμμα δράσης συνοδεύεται από δύο νομοθετικές προτάσεις, η πρώτη από τις οποίες αφορά τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών για τα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και η δεύτερη την τροποποίηση του κανονισμού σχετικά με την προσαρμογή της μεταφορικής ικανότητας του κλάδου. Αμφότερα τα νομοθετικά μέσα ισχύουν εδώ και καιρό στον κλάδο της εσωτερικής ναυσιπλοΐας. Η νέα νομοθεσία που προτείνεται από την Επιτροπή έχει σκοπό να εκσυγχρονίσει τα νομικά μέσα. Επιπλέον, η ανακοίνωση της Επιτροπής περιλαμβάνει λεπτομερές έγγραφο εργασίας για το πρασίνισμα του στόλου.

3.4.1

Η πρόταση της Επιτροπής για μια νέα τεχνική οδηγία που θα αντικαταστήσει την οδηγία 2006/87 αποσκοπεί στον καλύτερο αμοιβαίο συντονισμό των διαφόρων ρυθμιστικών οργάνων και προβλέπει έναν μηχανισμό για τη διευκόλυνση του συντονισμού αυτού. Είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται συγκεκριμένη θεσμική συνεργασία σε κανονιστικό επίπεδο.

3.4.2

Η πρόταση της Επιτροπής για την προσαρμογή του κανονισμού 718/1999 σχετικά με τη μεταφορική ικανότητα προβλέπει την επέκταση των περιπτώσεων στις οποίες οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του κλάδου της εσωτερικής ναυσιπλοΐας εξουσιοδοτούνται να χρησιμοποιούν πόρους από το αποθεματικό ταμείο, ειδικά για περιβαλλοντικούς σκοπούς. Η πρόταση αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου των προτεινόμενων μέτρων.

3.5

Για την υλοποίηση των δράσεων που αναφέρονται στην ανακοίνωση, υποδεικνύονται στην πρόταση διάφοροι παράγοντες. Η ανάπτυξη ποιοτικής υποδομής είναι ευθύνη της ΕΕ και των κρατών μελών. Το ίδιο ισχύει και για τη βελτίωση του νομικού πλαισίου για την επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Η ευθύνη για τη διαφάνεια της αγοράς και την καινοτομία ανήκει στον ίδιο τον κλάδο.

3.6

Η ανακοίνωση εξετάζει επίσης το ζήτημα της βελτίωσης της διακυβέρνησης. Για ιστορικούς λόγους, η εσωτερική ναυσιπλοΐα υπάγεται σε διάφορα νομικά καθεστώτα. Η ελεύθερη κυκλοφορία στους μεγάλους ευρωπαϊκούς ποταμούς κατοχυρώνεται από διεθνείς συμβάσεις και τη συνακόλουθη νομοθεσία. Η ΕΕ διαθέτει επίσης αρμοδιότητες στον τομέα της εσωτερικής ναυσιπλοΐας. Η Επιτροπή προτείνει μια νέα προσέγγιση για την αντιμετώπιση αυτών των —ενίοτε αλληλεπικαλυπτόμενων— αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων. Η προσέγγιση αυτή συνίσταται στη στενή συνεργασία με την Κεντρική Επιτροπή για τη Ναυσιπλοΐα στον Ρήνο, για την οποία έχει υπογραφεί συμφωνία.

3.7

Το πρόγραμμα NAIADES II δεν διαθέτει δικό του προϋπολογισμό για να χρηματοδοτήσει τα μέτρα που προτείνονται. Η ανακοίνωση αναφέρεται αντ' αυτού σε επίπεδο ΕΕ στη Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ) για μέτρα υποδομής και στο πρόγραμμα «Ορίζων 2020» για τη χρηματοδότηση της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας. Και τα δύο αυτά μέσα χρηματοδότησης θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν για δράσεις στήριξης της πολιτικής και για το πρασίνισμα του στόλου.

3.8

Η Επιτροπή επιθυμεί να αυξήσει τις φιλοδοξίες της για την προώθηση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας, εστιάζοντας στις περιοχές με τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία. Αναμένει επίσης ότι τα κράτη μέλη και οι παράγοντες του κλάδου θα συμβάλουν στην προσπάθεια αυτή.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ είναι θερμός υποστηρικτής της καλύτερης αξιοποίησης των δυνατοτήτων των εσωτερικών πλωτών οδών, ιδίως ενόψει των τεράστιων πλεονεκτημάτων που προσφέρει αυτός ο τρόπος μεταφοράς από άποψη μεταφορικών επιδόσεων, βιωσιμότητας και εξωτερικού κόστους. Η σημασία και το δυναμικό της εσωτερικής ναυσιπλοΐας προσφέρουν μεγάλες προοπτικές για τις μεταφορές τόσο εμπορευμάτων όσο και επιβατών. Παράλληλα με τη λειτουργία των κρουαζιερόπλοιων, ο ρόλος των πλωτών μεταφορών αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο στις πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές στις οποίες λειτουργούν υπηρεσίες πορθμείων.

4.2

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι οι εσωτερικές πλωτές οδοί δεν χρησιμοποιούνται πλήρως και υποστηρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να αυξήσει το μερίδιο του κλάδου αυτού στο σύνολο των μεταφορών. Ωστόσο, στην προσπάθειά της για την καλύτερη ενσωμάτωση των εσωτερικών πλωτών μεταφορών και τη δημιουργία των σχετικών προϋποθέσεων, η Επιτροπή υποτιμά τη σημασία μιας σταθερής οικονομικής βάσης για το πρόγραμμα δράσης. Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι με το NAIADES II προτείνεται ένα νέο και φιλόδοξο σχέδιο, χωρίς όμως να διασαφηνίζεται ακόμη πώς θα χρηματοδοτηθεί. Αναμένει, λοιπόν, με ενδιαφέρον το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τη χρηματοδότηση του προγράμματος και καλεί την Επιτροπή να συνεκτιμήσει τις ελλείψεις του παρελθόντος.

4.3

Κατά την απολογισμό του NAIADES I στον οποίο προέβη η Επιτροπή με την ευκαιρία της ενδιάμεσης αξιολόγησής του, το πρόγραμμα έχει δημιουργήσει μια δυναμική και ενίσχυσε την επίγνωση, ιδίως μεταξύ των φορέων χάραξης πολιτικής σε εθνικό επίπεδο, του δυναμικού του εν λόγω κλάδου.

4.4

Εξάλλου, η εμπειρία με το πρόγραμμα NAIADES Ι και τις τελευταίες κατευθυντήριες γραμμές για τα ΔΕΔ-Μ δείχνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παραμείνουν αδέσμευτα, εφόσον συμφωνούν με τους στόχους της παρούσας ανακοίνωσης. Η ΕΟΚΕ καλεί, συνεπώς, τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή να προσδιορίσουν σαφώς και ρητώς αυτή τη δέσμευση.

4.5

Είναι σαφές για την ΕΟΚΕ ότι η προώθηση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας απαιτεί στενή και αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των επιτροπών που είναι αρμόδιες για τους ποταμούς. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει αυτές τις προτάσεις και επισημαίνει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η Κεντρική Επιτροπή για τη Ναυσιπλοΐα στον Ρήνο στην ανάπτυξη της εσωτερικής ναυσιπλοΐας και των υψηλών προτύπων τεχνολογίας και ασφάλειας.

4.6

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία που έχουν οι υποδομές για την επίτευξη των στόχων της Επιτροπής. Ένα καλά συντηρημένο δίκτυο πλωτών οδών, χωρίς σημεία συμφόρησης και ελλείπουσες ζεύξεις, είναι απαραίτητο προκειμένου να βελτιωθεί η ολοκλήρωση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας και να διασφαλιστεί η αξιοπιστία της. Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν τις ευθύνες τους σε αυτόν τον τομέα αρμοδιότητας.

4.7

Λαμβάνοντας υπόψη τον περιορισμένο προϋπολογισμό της Διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη», η ΕΟΚΕ αναμένει από την Επιτροπή να διαθέσει τουλάχιστον το 20% των πόρων στις πλωτές οδούς και να υποστηρίξει και να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να συντηρήσουν και να επεκτείνουν την υποδομή αυτή. Σε αντίθεση με τις οδικές και τις σιδηροδρομικές μεταφορές, η εσωτερική ναυσιπλοΐα στην Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει αρκετή χωρητικότητα για να απορροφήσει το πολλαπλάσιο του τρέχοντος όγκου των μεταφορών, πράγμα που σημαίνει ότι οι επενδύσεις σε πλωτές οδούς μπορεί να αποφέρουν μέγιστη απόδοση.

4.8

Η ΕΟΚΕ λαμβάνει υπό σημείωση την πρόθεση έναρξης διαβουλεύσεων σχετικά με τη χρήση χρέωσης των υποδομών για την εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους των ενδοενωσιακών πλωτών μεταφορών. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι το ζήτημα της εσωτερίκευσης του εξωτερικού κόστους της ενδοενωσιακής ναυσιπλοΐας πρέπει να εξεταστεί πολύ προσεκτικά και ότι το μέσο αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για την αύξηση του όγκου των εσωτερικών πλωτών μεταφορών και τη βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης του κλάδου αυτού.

4.9

Το πρόγραμμα NAIADES II έχει ως στόχο, μεταξύ των άλλων, να καταστήσει τον κλάδο πιο ελκυστικό στην αγορά εργασίας, να δημιουργήσει θέσεις απασχόλησης με υψηλή ποιοτική αξία, αλλά και να προωθήσει την επαγγελματική κινητικότητα. Αυτός είναι ο σκοπός της προσπάθειας για την εναρμόνιση των επαγγελματικών προφίλ και τον συντονισμό των επαγγελματικών προσόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να διευκολυνθεί η αντιμετώπιση του προβλήματος της έλλειψης ειδικευμένου προσωπικού στις εσωτερικές πλωτές μεταφορές.

4.10

Όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, η ΕΟΚΕ παραπέμπει στη γνωμοδότησή της του 2005 (TEN/200), στην οποία απηύθυνε έκκληση υπέρ της ανάπτυξης κοινωνικής πολιτικής για την εσωτερική ναυσιπλοΐα. Το θέμα προωθήθηκε τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου και πλέον έχουν θεσπιστεί ειδικές ρυθμίσεις για το ωράριο εργασίας στης εσωτερικές πλωτές μεταφορές, ρυθμίσεις για τις οποίες οι κοινωνικοί εταίροι υπέγραψαν συμφωνία. Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει, στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου, την ανάληψη και άλλων πρωτοβουλιών που αυξάνουν την επαγγελματική ελκυστικότητα του κλάδου.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Όσον αφορά τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για το ΔΕΔ-Μ, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την εδραίωση της θέσης των πλωτών οδών κατά την εφαρμογή της νέας πολυτροπικής προσέγγισης των διαδρόμων. Τα σχέδια των πολυτροπικών διαδρόμων θα πρέπει να εξασφαλίζουν ισότιμους όρους ανταγωνισμού για όλους τους τρόπους μεταφοράς και ο κλάδος της εσωτερικής ναυσιπλοΐας πρέπει να μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση αυτών των σχεδίων.

5.2

Η ΕΟΚΕ αποδίδει μεγάλη σημασία στη συμπερίληψη όλων των πλωτών οδών της κλάσης IV και άνω στο κεντρικό δίκτυο των ΔΕΔ-Μ. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει την υποχρέωση να διασφαλίζουν τη συντήρηση και τη βελτίωση των εν λόγω οδών και να παράσχουν όλη την αναγκαία υποστήριξη για την εξάλειψη των σημείων συμφόρησης, προκειμένου να αξιοποιηθούν πλήρως τα αποθέματα χωρητικότητας σε αυτές τις υποδομές στην Ευρώπη. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή στους ποταμούς που εξακολουθούν να διαθέτουν μεγάλη ικανότητα απορρόφησης μεταφορικών ροών, όπως ο Δούναβης και ο Έλβας. Καλεί τα κράτη μέλη να άρουν, με τη βοήθεια της Επιτροπής, τα εμπόδια που παραμένουν και να υλοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση τις ελλείπουσες ζεύξεις, όπως η σύνδεση Σηκουάνα- Scheldt.

5.3

Ο Δούναβης διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη των μεταφορών στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η Επιτροπή το αναγνωρίζει αυτό στη «Στρατηγική του Δούναβη» του 2010, για την προώθηση της ανάπτυξης των παραδουνάβιων κρατών. Οι μεταφορές διά του Δούναβη είναι ένας από τους πυλώνες της στρατηγικής αυτής και έχουν σχεδιαστεί για να συμβάλουν στην αύξηση της ναυσιπλοΐας στον μεγάλο αυτόν ποταμό. Στον απόηχο αυτής της πρωτοβουλίας, οι παραδουνάβιες χώρες —με μία, δυστυχώς, εξαίρεση— υπέγραψαν τον Ιούνιο του 2012 δήλωση ότι συμφωνούν να συντηρούν την κοίτη του Δούναβη βάσει των εφαρμοστέων προδιαγραφών, προκειμένου να αποφευχθεί στο μέλλον η παρεμπόδιση των εσωτερικών πλωτών μεταφορών επειδή τα νερά του ποταμού δεν έχουν αρκετό βάθος.

5.4

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τη στρατηγική της Επιτροπής, σημειώνει όμως ότι μέχρι στιγμής δεν έχει υλοποιηθεί επαρκώς ούτε αυτή ούτε η δήλωση που υπεγράφη το 2012. Συνεπώς, ζητά από την Επιτροπή να συστήσει ομάδα εργασίας που θα αναλάβει να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της στρατηγικής και της δήλωσης και την πλήρη επίλυση των προβλημάτων που έχουν εντοπιστεί, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο ο στόχος της ανάπτυξης της εσωτερικής ναυσιπλοΐας σε αυτόν τον σημαντικό διάδρομο.

5.5

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εσωτερική ναυσιπλοΐα υστερεί σε σχέση με άλλους τρόπους μεταφοράς όσον αφορά την καινοτομία. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στη μακροβιότητα του εξοπλισμού. Το πνεύμα καινοτομίας είναι επίσης ένα στοιχείο που δεν έχει αναπτυχθεί όσο θα έπρεπε στον κλάδο, ο οποίος καλείται από την Επιτροπή να αναλάβει ηγετικό ρόλο στον τομέα αυτό και να προχωρήσει στην ανάπτυξη πολιτικής για την καινοτομία.

5.6

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με αυτές τις παρατηρήσεις, αλλά σημειώνει ότι η επιβράδυνση του ρυθμού της καινοτομίας δεν οφείλεται μόνο στη μακροβιότητα του εξοπλισμού της εσωτερικής ναυσιπλοΐας, αλλά και στο υψηλό επίπεδο των επενδύσεων στον κλάδο αυτό. Το υψηλό κόστος των επενδύσεων σημαίνει ότι η καινοτομία πρέπει να ενθαρρυνθεί μέσω κατάλληλων χρηματοδοτικών και οικονομικών κινήτρων, καθώς και με την διευκόλυνση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση, στοιχεία τα οποία μέχρι στιγμής δεν παρέχει επαρκώς το πρόγραμμα.

5.7

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι, με την εισαγωγή του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) ως καυσίμου των πλοίων, ο ίδιος ο κλάδος έχει αναπτύξει ήδη πολύ προηγμένες πρωτοβουλίες στο χώρο της καινοτομίας. Η ΕΟΚΕ καλεί τους αρμοδίους να προβούν το συντομότερο δυνατό στη θέσπιση του απαραίτητου νομικού πλαισίου, καθώς και ρυθμίσεων για τη χρήση εναλλακτικών καυσίμων, καθώς και στην ανάπτυξη των υποδομών, ώστε οι τεχνολογίες αυτές να μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν σε ευρεία κλίμακα και να προαχθούν περαιτέρω.

5.8

Η ανακοίνωση της Επιτροπής συνοδεύεται από έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της σχετικά με το πρασίνισμα του στόλου. Στο έγγραφο αυτό η Επιτροπή εκθέτει διάφορα σενάρια σχετικά με τους τρόπους μείωσης των ατμοσφαιρικών εκπομπών. Η ΕΟΚΕ γνωρίζει ότι η εσωτερική ναυσιπλοΐα εκλύει πολύ λιγότερο CO2 από τις οδικές και τις σιδηροδρομικές μεταφορές, αυτό όμως δεν αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο.

5.9

Με την εστίαση στους άλλους ατμοσφαιρικούς ρύπους πλην του CO2, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εσωτερική ναυσιπλοΐα κινδυνεύει τώρα να μετατραπεί στον πιο ρυπογόνο τρόπο μεταφοράς. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει επ' αυτού ότι κατά την ανάπτυξη των μελλοντικών προτύπων για τις εκπομπές, πρέπει να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού και να ληφθεί υπόψη ότι υπάρχει επαρκής προσφορά κατάλληλων κινητήρων για την εσωτερική ναυσιπλοΐα.

5.10

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Επιτροπή μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην τόνωση της καινοτομίας και της οικολογικής συμμόρφωσης του κλάδου και ότι θα πρέπει να παράσχει σημαντική οικονομική βοήθεια. Με δεδομένο το κοινωνικό όφελος που προκύπτει από τη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων της εσωτερικής ναυσιπλοΐας, δικαιολογείται η ενίσχυση του κλάδου από ευρωπαϊκά και εθνικά ταμεία, πράξη η οποία μπορεί να έχει καταλυτική επίδραση.

5.11

Η ΕΟΚΕ καλεί συνεπώς την Επιτροπή, μετά τον καθορισμό του πολυετούς προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητες που προσφέρουν η Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» και το πρόγραμμα «Ορίζων 2020» για το πρασίνισμα του στόλου και την εφαρμογή άλλων μέτρων της δέσμης NAIADES.

5.12

Η ΕΟΚΕ καλεί επίσης τον κλάδο να αξιοποιήσει τους διαθέσιμους πόρους από το αποθεματικό ταμείο για να βελτιώσει την εικόνα του επαγγέλματος αλλά και για το πρασίνισμα του στόλου. Με την προτεινόμενη προσαρμογή του κανονισμού περί μεταφορικής ικανότητας, που αποτελεί μέρος της δέσμης NAIADES II, αυτό καθίσταται εφικτό.

5.13

Η προώθηση του επαγγελματισμού και η ανάπτυξη στενότερης συνεργασίας εντός και με πρωτοβουλία του κλάδου θα συμβάλουν οπωσδήποτε στη διαρθρωτική βελτίωση της οικονομικής του θέσης, τώρα που η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει εκ νέου σε διαρθρωτικό πλεόνασμα χωρητικότητας στην εσωτερική ναυσιπλοΐα.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/64


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Νέα μέτρα σχετικά με την ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιών της ΕΕ» που αφορά τα ακόλουθα δύο έγγραφα: «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την επίτευξη μιας συνδεδεμένης ηπείρου και για την τροποποίηση των οδηγιών 2002/20/EΚ, 2002/21/EΚ και 2002/22/EΚ και των κανονισμών (EΚ) αριθ. 1211/2009 και (EΕ) αριθ. 531/2012»

COM(2013) 627 final — 2013/0309 (COD)

«Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιών»

COM(2013) 634 final

(2014/C 177/12)

Εισηγήτρια: η κ. Anna NIETYKSZA

Στις 23 Σεπτεμβρίου και στις 12 Σεπτεμβρίου 2013 αντιστοίχως, η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισαν, σύμφωνα με τα άρθρα 114 και 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣλΕΕ), να ζητήσουν γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

Νέα μέτρα σχετικά με την ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιών της ΕΕ που αφορά τα ακόλουθα δύο έγγραφα: Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την επίτευξη μιας συνδεδεμένης ηπείρου και για την τροποποίηση των οδηγιών 2002/20/EΚ, 2002/21/EΚ και 2002/22/EΚ και των κανονισμών (EΚ) αριθ. 1211/2009 και (EΕ) αριθ. 531/2012

COM(2013) 627 final — 2013/0309 (COD)

Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιών

COM(2013) 634 final.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Κατά την 495η σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2014), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 152 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 5 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόταση κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τα συγκεκριμένα μέτρα για την επιτάχυνση της καθιέρωσης μιας ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών που θα χρησιμεύσει ως βάση για τη δυναμική και διατηρήσιμη ανάπτυξη όλων των τομέων της οικονομίας και για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.

1.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η προτεινόμενη μείωση των φραγμών για τους Ευρωπαίους παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μέσω:

της θέσπισης ενιαίας ευρωπαϊκής αδειοδότησης με ισχύ σε όλη την ΕΕ,

της εναρμόνισης των κανονιστικών προϋποθέσεων και της διαχείρισης του φάσματος,

θα διευκολύνει το έργο των παρόχων να προσφέρουν ανταγωνιστικές, ασφαλείς υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στους ιδιώτες, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς σε όλη την ΕΕ.

1.3

Η ΕΟΚΕ εισηγείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επανεξετάσει το θέμα της ένταξης των ευρυζωνικών συνδέσεων στον κατάλογο των καθολικά παρεχόμενων υπηρεσιών.

1.4

Ταυτόχρονα, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η μείωση των ρυθμιστικών φραγμών θα ανοίξει τις αγορές και για τους μικρότερους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Βασικά κίνητρα για την ανάπτυξη των παρόχων είναι τα εξής:

η ενιαία άδεια,

η απλοποίηση της διαδικασίας επενδύσεων σε δίκτυα,

η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών πέραν των εθνικών συνόρων σε κάθε χώρα της ΕΕ

τα κίνητρα για επενδύσεις.

1.5

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι οι κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τα γενικά κίνητρα που αυτή παρέχει πρέπει να αποτρέψουν τον περαιτέρω κατακερματισμό της αγοράς, καθότι θα παρεμπόδιζε τη διάδοση των υπηρεσιών πέραν των εθνικών συνόρων και θα εξασθένιζε τη θέση της ΕΕ έναντι των διεθνών ανταγωνιστών της.

1.6

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η βελτίωση της πρόσβασης και η μείωση του κόστους κατασκευής και λειτουργίας τηλεπικοινωνιακών δικτύων υψηλής ταχύτητας θα:

δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις –συμπεριλαμβανομένων των μικρομεσαίων και των νεοσύστατων επιχειρήσεων– με τη δημιουργία και τη διάθεση καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών στην παγκόσμια αγορά,

επιταχύνουν την ανάπτυξη σύγχρονων υπηρεσιών ηλεκτρονικού εμπορίου και ηλεκτρονικής εκπαίδευσης, καθώς και προηγμένων δημοσίων υπηρεσιών όπως η ηλεκτρονική δημόσια διοίκηση και η ηλεκτρονική υγεία,

επιταχύνουν την ανάπτυξη σύγχρονων ευρωπαϊκών υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους όπως αυτές περιγράφονται στη γνωμοδότησή της με τίτλο «Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για το υπολογιστικό νέφος» (TEN/494),

ενεργοποιήσουν τις τεράστιες ευκαιρίες επινόησης νέων υπηρεσιών σε πεδία όπου αναμένεται να σημειωθεί ραγδαία πρόοδος όπως το Διαδίκτυο των αντικειμένων (Internet of things/IoT) και η επικοινωνία μηχανήματος με μηχάνημα (M2M).

1.7

Η ΕΟΚΕ αντιλαμβάνεται ότι η εναρμόνιση του ρυθμιστικού πλαισίου θα δημιουργήσει κίνητρα για επενδύσεις σε Ευρωπαίους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

1.8

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την προτεινόμενη εναρμόνιση των εγγυήσεων των δικαιωμάτων των καταναλωτών και των χρηστών, συμπεριλαμβανομένων:

της ευκολότερης επιλογής και αλλαγής παρόχου υπηρεσιών και

της εξάλειψης του υψηλού κόστους της περιαγωγής κλήσεων στην κινητή τηλεφωνία και του κόστους των κλήσεων από σταθερό τηλέφωνο από το ένα κράτος μέλος της ΕΕ στο άλλο (βλ. ενημερωτική έκθεση της ΕΟΚΕ με τίτλο «Κατάργηση των τελών περιαγωγής τώρα!», CES5263-2013, εισηγητής: ο κ. HENCKS).

1.9

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την εναρμόνιση των συμβατικών όρων για τους τελικούς χρήστες των υπηρεσιών ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών σε όλα τα κράτη μέλη.

1.10

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η ελεύθερη πρόσβαση στο δίκτυο και η δυνατότητα χρήσης προηγμένων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σε όλη την ΕΕ θα ενισχύσουν την κινητικότητα των καταναλωτών και των επιχειρηματιών και θα διευκολύνουν την πρόσβαση στον ευρωπαϊκό πολιτιστικό πλούτο και στην ανάπτυξη του δημιουργικού τομέα.

1.11

Ο μελλοντικός κανονισμός πρέπει να κατοχυρώνει μεγαλύτερη οικονομική και νομική ασφάλεια για τους παρόχους. Αντισταθμιστικά, η ΕΟΚΕ συνιστά ο κανονισμός να παρέχει ομοίως περισσότερη ασφάλεια δικαίου στους χρήστες, διασφαλίζοντας τα δικαιώματά τους.

1.12

Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία του δικαιώματος στην άρτια προστασία των προσωπικών δεδομένων των τελικών χρηστών των υπηρεσιών ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, του δικαιώματός τους στη λήθη, καθώς και άλλων δικαιωμάτων τους, όπως έχει ήδη επισημάνει σε παλαιότερες γνωμοδοτήσεις της (1).

1.13

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι οι τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ΤΠΕ) αποτελούν πηγή συνεχούς οικονομικής μεγέθυνσης, καθότι συνεισφέρουν το ήμισυ της αύξησης της παραγωγικότητας σε όλους τους οικονομικούς τομείς στους οποίους χρησιμοποιούνται. Ακόμα και αν η χρήση αυτών των τεχνολογιών ευθύνεται για την απώλεια θέσεων εργασίας, έχει υπολογιστεί ότι για κάθε 2 χαμένες θέσεις εργασίας δημιουργούνται 5 νέες [βλ. πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου COM(2013) 627 final — 2013/0309 (COD), σ. 2]. Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την ανάγκη να εξασφαλιστεί εκπαίδευση και εκ νέου κατάρτιση και διά βίου μάθηση σε όλους με την εφαρμογή νέων εκπαιδευτικών μηχανισμών.

1.14

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την ανάγκη συμμόρφωσης με τους κανόνες περί ανταγωνισμού και ουδετερότητας του δικτύου, ιδίως όσον αφορά τους μικρούς και μεσαίους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, και αυτό γιατί η ενίσχυση των μεγαλύτερων παρόχων και η συγκέντρωση των δυνατοτήτων του ραδιοφάσματος ενδέχεται να πλήξουν την ανταγωνιστικότητα των αγορών στα κράτη μέλη.

1.15

Η ρύθμιση των προϊόντων «εικονικής ευρυζωνικής πρόσβασης» (το είδος της χονδρικής πρόσβασης σε ευρυζωνικά δίκτυα, που αποτελείται από μία ζεύξη εικονικής πρόσβασης μέσω οποιασδήποτε αρχιτεκτονικής του δικτύου πρόσβασης, ενσύρματης ή ασύρματης, εξαιρουμένης της φυσικής αποδεσμοποίησης του τοπικού βρόχου, μαζί με μια υπηρεσία μετάδοσης σε ένα καθορισμένο σύνολο σημείων παράδοσης, και η οποία περιλαμβάνει ειδικά στοιχεία του δικτύου, ειδικές λειτουργικές δυνατότητες του δικτύου και βοηθητικά συστήματα ΤΠ) θεωρείται πρόωρη. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι είναι προτιμότερη η αναμονή έως ότου οι όροι και η τιμή της παροχής αυτών των υπηρεσιών ρυθμιστούν από την αγορά. Ωστόσο, η απαίτηση για παροχή προϊόντων συνδετικότητας ASQ πρέπει να ρυθμιστεί κατά τρόπο που να εξασφαλίζει τον ισορροπημένο καταμερισμό των βαρών μεταξύ των μεγάλων και των μικρότερων παρόχων υπηρεσιών από τον τομέα των ΜμΕ.

1.16

Η ΕΟΚΕ εκφράζει σοβαρές ανησυχίες ως προς τις λεπτομερείς λύσεις αναφορικά με τα ασύρματα τοπικά δίκτυα, ιδίως ως προς τη δυνατότητα των τελικών χρηστών να διαθέτουν το τοπικό τους δίκτυο σε άλλους, άγνωστους και ανώνυμους χρήστες.

1.17

Η ΕΟΚΕ προειδοποιεί ότι ο προτεινόμενος κανονισμός θέτει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Η σύντομη προθεσμία για την εφαρμογή του (από την 1η Ιουλίου 2014) θα απαιτήσει τιτάνια προσπάθεια από τους κύριους φορείς, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τους εθνικούς ρυθμιστικούς φορείς για τις τηλεπικοινωνίες, τις αρχές ανταγωνισμού και τους Ευρωπαίους παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.

1.18

Δεδομένης της ανάγκης για το συντονισμό του εύρους και των διαδικασιών έκδοσης ευρωπαϊκών αδειών και κρατήσεων φάσματος και των όρων για τη χρήση ραδιοφάσματος, η ΕΟΚΕ συνιστά την ενίσχυση του ρόλου του BEREC μέχρι τη λήψη της απόφασης για τη σύσταση ενιαίας ρυθμιστικής αρχής στην ΕΕ.

2.   Εισαγωγή και ιστορικό

2.1

Οι κύριοι πάροχοι στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα έχουν υλοποιήσει τεράστιες επενδύσεις στις υποδομές ταχειών ευρυζωνικών συνδέσεων, τόσο ενσύρματων όσο ασύρματων. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς της στον τομέα των τηλεπικοινωνιών σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα.

2.2

Η αξιόπιστη και ταχεία ευρυζωνική πρόσβαση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την παροχή καινοτόμων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του υπολογιστικού νέφους. Κατά συνέπεια, αποτελεί στρατηγικό συμφέρον της ΕΕ η ευεξία του κλάδου των τηλεπικοινωνιών, το εγχώριο δυναμικό παροχής σύγχρονων υπηρεσιών στο κοινό και η διατήρηση ικανού εύρους στη δημιουργία τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, λύσεων και υπηρεσιών.

2.3

Η ψηφιακή οικονομία και τα προϊόντα που παρέχει αποτελούν αυξανόμενο μερίδιο του ΑΕγχΠ, ενώ οι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας όλων των τομέων της οικονομίας —από την υγεία έως την ενέργεια και τις δημόσιες υπηρεσίες. Άλλος ένας βασικός παράγων ανάπτυξης είναι η δυνατότητα επενδύσεων σε ασύρματα δίκτυα (τέταρτης γενιάς και μεταγενέστερες τεχνολογίες κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα ταχείας σύνδεσης με το Διαδίκτυο) και σε ταχέα ενσύρματα δίκτυα [π.χ. δίκτυα οπτικών ινών FTTH (οπτική ίνα μέχρι την κατοικία)].

2.4

Για την υψηλή κερδοφορία των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, απαιτείται ικανό μέγεθος. Ωστόσο, η τηλεπικοινωνιακή αγορά των κρατών μελών της ΕΕ είναι ιδιαίτερα κατακερματισμένη: περιλαμβάνει πάνω από 1 000 παρόχους σταθερής τηλεφωνίας και εκατοντάδες παρόχους κινητής τηλεφωνίας. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι όμιλοι παρόχων παρέχουν υπηρεσίες σε μεμονωμένες χώρες και δεν παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες στους καταναλωτές και τους μικρότερους τελικούς χρήστες (διασυνοριακές υπηρεσίες παρέχονται μόνο στους μεγαλύτερους εταιρικούς πελάτες). Κανένας πάροχος δεν δραστηριοποιείται σε περισσότερα από τα μισά κράτη μέλη. Η αγορά καλωδιακής τηλεόρασης είναι επίσης κατακερματισμένη –περιλαμβάνει πάνω από 1 500 παρόχους.

2.5

Ο κατακερματισμός της αγοράς μεταφράζεται σε υψηλές τιμές, ιδίως όσον αφορά τις κλήσεις μεταξύ χωρών της ΕΕ (περιαγωγή στα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας και διεθνείς κλήσεις από σταθερό τηλέφωνο).

2.6

Το ραδιοφάσμα αποτελεί πεπερασμένο πόρο. Το πόσο αποτελεσματικά χρησιμοποιείται επηρεάζει σημαντικά την υλοποίηση του Ψηφιακού Θεματολογίου για την Ευρώπη (ΨΘΕ) και τις συνθήκες λειτουργίας των παρόχων υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, οι όροι χρήσης του ραδιοφάσματος –όπως οι κανόνες διάθεσης, η διάρκεια της κράτησης, οι δυνατότητες ανακατανομής (αλλαγής στη διαχείριση του φάσματος που αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην κάλυψη αναγκών της αγοράς ή την αύξηση της απόδοσης στη χρήση του φάσματος) και διαμοιρασμού του ραδιοφάσματος– ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Υπάρχουν διαφορές ως προς τους όρους διάθεσης, την προθεσμία λήξης και τη δυνατότητα ανανέωσης των κρατήσεων φάσματος. Αυτές οι διαφορές καθιστούν δυσχερή την επένδυση στη δημιουργία ολοκληρωμένων διασυνοριακών ασύρματων δικτύων.

2.7

Παρότι τη δεκαετία του 1990 η Ευρώπη κατείχε ηγετική θέση παγκοσμίως στην κινητή τηλεφωνία GSM, σήμερα υπολείπεται των χωρών που προαναφέρθηκαν στην εφαρμογή των τελευταίων τεχνολογιών κινητής τηλεπικοινωνίας.

2.8

Ο ρυθμός ανάπτυξης του ευρωπαϊκού τομέα ΤΠΕ είναι ιδιαίτερα χαμηλός τα τελευταία χρόνια (0,3% ετησίως), ιδίως σε σύγκριση με την ανάπτυξη στις ΗΠΑ (15%) και στις πιο προηγμένες ασιατικές χώρες (26%).

2.9

Οι προτεινόμενες αλλαγές αφορούν τομείς που ρυθμίζονται με πράξεις ρύθμισης των τηλεπικοινωνιών στην ΕΕ, και συγκεκριμένα τις οδηγίες 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), 2002/22/ΕΚ (οδηγία καθολικής υπηρεσίας και δικαιωμάτων των χρηστών), 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), τους κανονισμούς (ΕΚ) 1211/2009 (για την ίδρυση του BEREC) και (ΕΕ) 531/2012 (για την περιαγωγή) και την απόφαση 243/2012/EΕ (πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα) (2).

3.   Γενικός στόχος του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

3.1

Κύριος στόχος του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι η εγκαθίδρυση ενιαίας αγοράς για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στην οποία:

οι πολίτες, τα θεσμικά όργανα και οι επιχειρήσεις θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οπουδήποτε αυτές παρέχονται στην ΕΕ επί ίσοις όροις, χωρίς περιορισμούς ή πρόσθετο κόστος,

οι φορείς εκμετάλλευσης και οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες σε συνθήκες ανταγωνισμού πέραν των συνόρων του κράτους μέλους στο οποίο έχουν την έδρα τους και να εξυπηρετούν καταναλωτές ανά την επικράτεια της ΕΕ,

θα αναπτυχθεί η βάση του ψηφιακού μετασχηματισμού της οικονομίας, οδηγώντας στην επαναφορά και στη διατήρηση της οικονομικής μεγέθυνσης, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των κρατών μελών της ΕΕ παγκοσμίως, καθώς και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στον κλάδο της ψηφιακής οικονομίας, των δημιουργικών βιομηχανιών και σε όσους κλάδους της οικονομίας η ηλεκτρονική επικοινωνία έχει ιδιαίτερη σημασία.

3.2

Στην πρόταση κανονισμού η Επιτροπή εισηγείται τα ακόλουθα:

μια ενιαία ενωσιακή άδεια για τους ευρωπαϊκούς παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία βασίζεται σε ενιαίο σύστημα κοινοποίησης στο κράτος μέλος της έδρας του παρόχου,

την εναρμόνιση των όρων διαθεσιμότητας, εκχωρήσεων και της διάρκειας των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος,

την καθιέρωση προϊόντων εικονικής ευρυζωνικής πρόσβασης και προϊόντων ηλεκτρονικών επικοινωνιών με εξασφαλισμένη ποιότητα υπηρεσιών (ASQ),

την εναρμόνιση των διατάξεων που αφορούν τα δικαιώματα των τελικών χρηστών/καταναλωτών (απαιτήσεις για διαφανή ενημέρωση και συμβάσεις, σαφώς ορισμένοι όροι σύναψης και τερματισμού συμβάσεων, ουδετερότητα δικτύου, εξασφαλισμένη ποιότητα υπηρεσιών, δυνατότητα ευκολότερης αλλαγής και μεταφοράς αριθμού σε νέο πάροχο),

εξουσίες επιβολής κυρώσεων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, καθώς και τους κανόνες σχετικά με την αρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικές πράξεις,

κανόνες για τις κλήσεις περιαγωγής στα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας,

περιορισμός του κόστους των κλήσεων σε σταθερό τηλέφωνο εντός της ΕΕ, το οποίο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις χρεώσεις των εγχώριων υπεραστικών κλήσεων,

μεγαλύτερη σταθερότητα του BEREC (Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες), ως συμβουλευτικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ζητήματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

3.3

Όπως τονίζεται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 24ης και 25ης Οκτωβρίου 2013, η αντιμετώπιση του κατακερματισμού της αγοράς των ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, η προαγωγή του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων μέσω ενός προβλέψιμου και σταθερού νομικού πλαισίου, παράλληλα με τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, καθώς και τον συντονισμό του χρονικού σημείου και των συνθηκών παραχώρησης συχνοτήτων, είναι ζητήματα ζωτικής σημασίας για την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των κρατών μελών (έγγραφο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2013 (EUCO 169/13, CO EUR 13 CONCL 7), σημεία 5 και 9).

3.4

Η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα και το χαμηλότερο κόστος της χρήσης ταχύτερης σύνδεσης θα επιτρέψει σε όλους τους παρόχους υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών ΜμΕ, να παρέχουν καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες στην παγκόσμια αγορά.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις επί της πρότασης κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

4.1   Ενιαία ενωσιακή αδειοδότηση

4.1.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η παροχή υπηρεσιών πέραν των εθνικών συνόρων προσκρούει προς το παρόν στη γραφειοκρατία που προκαλεί ο κατακερματισμός των εθνικών αρχών έκδοσης αδειών λειτουργίας, εκχώρησης ραδιοφάσματος, ρύθμισης των προϊόντων πρόσβασης, καθώς και των κανόνων που διέπουν τα δικαιώματα των καταναλωτών.

4.1.2

Οι φορείς εκμετάλλευσης εκμεταλλεύονται αυτόν τον κατακερματισμό της αγοράς εις βάρος του τελικού χρήστη, παρέχοντας ακριβότερες υπηρεσίες πέραν των συνόρων.

4.1.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η πρόταση κανονισμού θα συμβάλει στην εδραίωση των φορέων εκμετάλλευσης και στην ανάδειξη παρόχων ηλεκτρονικών υπηρεσιών πανευρωπαϊκής εμβέλειας. Η διαδικασία αυτή θα είναι επωφελής για την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών των κρατών μελών στις αγορές παγκοσμίως.

4.1.4

Η ενίσχυση των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών και οι ομοιόμορφες νομικές διατάξεις θα καταστήσουν τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών πιο ελκυστικούς για τους θεσμικούς επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων. Η παροχή δε επιπρόσθετου κεφαλαίου στους φορείς εκμετάλλευσης θα αυξήσει τις επενδυτικές τους δυνατότητες.

4.1.5

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την καθιέρωση της ενιαίας ενωσιακής αδειοδότησης ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την αναβάθμιση της λειτουργίας του συστήματος. Συνεπώς, πρέπει να οριστούν σαφώς οι διαδικασίες και οι αρχές συνεργασίας.

4.1.6

Η ΕΟΚΕ θα επιδοκίμαζε μια πρόταση κανονισμού στην οποία θα προτεινόταν η καθιέρωση της ενιαίας ενωσιακής αδειοδότησης, όπως άλλωστε έχει ήδη εισηγηθεί και ζητήσει σε αρκετές γνωμοδοτήσεις της.

4.2   Συντονισμός της χρήσης του ραδιοφάσματος

4.2.1

Η εναρμόνιση του τρόπου διαχείρισης του ραδιοφάσματος βάσει ενιαίων κανόνων χρήσης (κανόνες εκχώρησης, διάρκεια κράτησης, δυνατότητες ανακατανομής και διαμοιρασμού) θα διευκολύνει την καθιέρωση νέων τεχνολογιών ασύρματης ευρυζωνικής σύνδεσης (τέταρτης γενιάς και μεταγενέστερες τεχνολογίες).

4.2.2

Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, ο κανονισμός προκαταλαμβάνει την προβλεπόμενη για το 2016 αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων κανόνων σχετικά με την περιαγωγή και τις αποφάσεις για τη διάθεση του φάσματος που αναμένεται να ληφθούν στην παγκόσμια διάσκεψη ραδιοεπικοινωνιών της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών [ITU-R (ITU Radiocommunication Sector/Τομέας Ραδιοεπικοινωνιών της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών): ένας από τους τρεις τομείς (μονάδες) της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών, σχετικός με θέματα ραδιοεπικοινωνιών] το 2015.

4.3   Ευρωπαϊκά προϊόντα εικονικής πρόσβασης

4.3.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η πρόταση για τους σχετικούς με την εικονική ευρυζωνική πρόσβαση κανόνες γίνεται σε κλίμα αυξημένης αβεβαιότητας όσον αφορά τη ρύθμιση των δικτύων υψηλής ταχύτητας NGN/NGA (Next Generation Networks/Next Generation Access: δίκτυα επόμενης γενιάς/δίκτυα πρόσβασης νέας γενιάς) και τις διαφορές στις ρυθμιστικές πρακτικές του κάθε κράτους μέλους. Πρέπει να εισαχθούν με μεγάλη προσοχή σταθεροί ρυθμιστικοί κανόνες που θα ενθαρρύνουν τους φορείς εκμετάλλευσης να επενδύουν στις ακριβές υποδομές των δικτύων NGN/NGA, καθότι μόλις τώρα αρχίζουν να διαμορφώνονται ρυθμιστικές πρακτικές για αυτά τα ζητήματα. Πρέπει να αναπτυχθούν προϊόντα χονδρικής με γνώμονα τις ανάγκες των καταναλωτών στην καθεμία εγχώρια αγορά και όχι τη «μέση χώρα της ΕΕ».

4.4   Προϊόν συνδετικότητας με εξασφαλισμένη ποιότητα υπηρεσιών (ASQ)

4.4.1

Η καθιέρωση ενός προϊόντος συνδετικότητας με εξασφαλισμένη ποιότητα υπηρεσιών μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη για τη δημιουργία και παροχή ειδικευμένων και προηγμένων ψηφιακών υπηρεσιών.

4.4.2

Κατά την ΕΟΚΕ, η απαίτηση για παροχή προϊόντων συνδετικότητας ASQ πρέπει να ρυθμιστεί κατά τρόπο που να εξασφαλίζει τον ισορροπημένο καταμερισμό των βαρών μεταξύ των μεγάλων φορέων εκμετάλλευσης και των μικρότερων παρόχων υπηρεσιών από τον τομέα των ΜμΕ.

4.5   Εναρμονισμένα δικαιώματα των τελικών χρηστών

4.5.1

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι η εναρμόνιση των δικαιωμάτων του τελικού χρήστη, των υποχρεώσεων όσον αφορά τη διαφάνεια και τη σαφή ενημέρωση του καταναλωτή ως προς τους όρους, την ποιότητα, τα δικαιώματα, τις χρεώσεις και τους κανόνες που διέπουν την αλλαγή παρόχου θα ωφελήσει σαφώς τους χρήστες των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, θα ενισχύσει τη θέση τους έναντι των παρόχων υπηρεσιών και θα ελαττώσει την ασύμμετρη ενημέρωση.

4.5.2

Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της διάταξης περί ειδικής ενημέρωσης και συμβατικών υποχρεώσεων που αφορά:

την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες με αναπηρία, καθώς και τις λεπτομέρειες των προϊόντων και υπηρεσιών που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για αυτούς·

τη μορφή των μέτρων που ενδέχεται να λάβει ο πάροχος για την αντιμετώπιση περιστατικών που αφορούν την ασφάλεια ή την ακεραιότητα, ή απειλών και ευάλωτων σημείων·

τον έλεγχο, από τον ίδιο τον τελικό χρήστη, των ηλεκτρονικών υπηρεσιών που χρησιμοποιεί.

4.5.3

Η ΕΟΚΕ είναι σύμφωνη με την πρόταση επιβολής στους παρόχους ηλεκτρονικών υπηρεσιών της υποχρέωσης να διανέμουν δωρεάν πληροφορίες δημόσιου ενδιαφέροντος στους τελικούς χρήστες με αντικείμενο:

τις πιο κοινές χρήσεις των υπηρεσιών ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών με σκοπό την ενασχόληση με παράνομες δραστηριότητες ή τη διάδοση υλικού επιβλαβούς περιεχομένου και των νομικών τους επιπτώσεων·

τα μέσα προστασίας του συνδρομητή έναντι κινδύνων που απειλούν την προσωπική ασφάλεια και έναντι της παράνομης πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα κατά τη χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

4.5.4

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ λυπάται για το γεγονός ότι τα κεφάλαια IV και V της πρότασης κανονισμού είναι ασαφώς διατυπωμένα, ιδίως όσον αφορά τους υποκειμενικούς παράγοντες από τους οποίους εξακολουθούν να εξαρτώνται ορισμένα δικαιώματα των καταναλωτών, ενώ ήλπιζε ότι αυτοί οι παράγοντες θα μετατρέπονταν σε δεσμευτικές εγγυήσεις και αυτό αφορά κυρίως τα άρθρα 23 παράγραφος 3, 27, 28 και 30 της πρότασης κανονισμού.

4.6   Χρεώσεις περιαγωγής και διεθνών κλήσεων

4.6.1

Τα τέλη των κινητών επικοινωνιών περιαγωγής εντός της ΕΕ εξακολουθούν να είναι υπερτιμημένα και σαφώς ανώτερα από τις τιμές που χρεώνονται για την ίδια υπηρεσία στο εσωτερικό μιας χώρας, ενώ σύμφωνα με το Ψηφιακό Θεματολόγιο για την Ευρώπη, απώτερος στόχος είναι η κατάργηση της απόκλισης ανάμεσα στις εγχώριες τιμές και τις τιμές περιαγωγής, ώστε να δημιουργηθεί μια εσωτερική αγορά των υπηρεσιών κινητών επικοινωνιών.

4.6.2

Παρότι έχουν θεσπιστεί ανώτατα όρια για τις χρεώσεις σε επίπεδο ΕΕ, οι μέσες τιμές που χρεώνουν οι τηλεπικοινωνιακοί φορείς εκμετάλλευσης ελάχιστα αποκλίνουν από τα ανώτατα επίπεδα που ορίζει η νομοθεσία, γεγονός που εμποδίζει τον υγιή ανταγωνισμό. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οφείλει, στα πλαίσια νέας νομοθετικής δέσμης, να προτείνει την κατάργηση της πρόσθετης χρέωσης για τις εισερχόμενες κλήσεις περιαγωγής, ενώ οι λοιπές χρεώσεις περιαγωγής αναμένεται ότι θα καταργηθούν βαθμιαία, καθώς θα τονωθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης ή τουλάχιστον μεταξύ ενώσεων φορέων εκμετάλλευσης.

4.6.3

Η ΕΟΚΕ τάσσεται, κατ’ αρχήν, υπέρ της κατάργησης όλων των τελών περιαγωγής (φωνητικές κλήσεις, γραπτά μηνύματα, δεδομένα) και όχι μόνο της χρέωσης για τις εισερχόμενες κλήσεις. Εξάλλου, εκτιμά ότι για να δημιουργηθεί μια πραγματική εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά των κινητών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πρέπει επίσης να επανεξεταστούν τα τέλη που εφαρμόζονται για τις «διαβιβαστικές» κινητές επικοινωνίες εντός της ΕΕ.

4.6.4

Εντούτοις, δεδομένου ότι οι αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στον κανονισμό του 2012 δεν θα τεθούν σε εφαρμογή πριν από τον Ιούλιο του 2014, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η ημερομηνία κατάργησης των τελών περιαγωγής πρέπει να οριστεί με βάση την έκβαση των εν λόγω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αφού θα έχουν εφαρμοστεί πλήρως.

4.6.5

Οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αξιοποιήσουν αυτό το χρονικό διάστημα για τη λήψη προληπτικών μέτρων ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι τηλεπικοινωνιακοί φορείς να αντισταθμίσουν τη μείωση των εσόδων λόγω κατάργησης των τελών περιαγωγής με αύξηση των εγχώριων χρεώσεων. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα απέβαινε εις βάρος όλων των καταναλωτών, κυρίως δε των πολιτών που, για δικούς τους λόγους, δεν μετακινούνται εκτός της χώρας διαμονής τους και, συνεπώς, δεν πραγματοποιούν κλήσεις περιαγωγής.

4.6.6

Ακόμη, για την επίτευξη μεγαλύτερης διαφάνειας των τιμών, κυρίως δε των κατ’ αποκοπή προσφορών, η ΕΟΚΕ προτείνει να καταρτίσουν οι ρυθμιστικές αρχές, σε συνεργασία με τις οργανώσεις καταναλωτών, ένα πρότυπο τυποποιημένων πληροφοριών σχετικά με τη σύνθεση των τιμών, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση των διαφόρων προσφορών και να διευκολύνεται η αναζήτηση της πιο συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς.

4.6.7

Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε οι συμπράξεις μεταξύ τηλεπικοινωνιακών φορέων —υπέρ των οποίων έχει ταχθεί διακαώς— δεν θα οδηγήσουν επ’ ουδενί σε συμφωνίες ή ολιγοπώλια που θα μπορούσαν να καταλήξουν σε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά.

4.7   Μεταβολή του καθεστώτος του BEREC

4.7.1

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι οι προτεινόμενες αλλαγές ως προς το καθεστώς του BEREC (λ.χ. πρόβλεψη θέσης προέδρου πλήρους απασχόλησης στο ρυθμιστικό συμβούλιο) ενδέχεται να αποδειχθούν ανεπαρκείς δεδομένων των ζητημάτων ανταγωνιστικότητας και της ανάγκης παροχής επενδυτικών κινήτρων, ιδίως όσον αφορά τις ευρυζωνικές τηλεπικοινωνίες και τα δίκτυα NGN/NGA.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henry MALOSSE


(1)  EE C 271 – 19.09.2013, σ. 133-137, ΕΕ C 229 – 31.07.2012, σ. 1-6, ΕΕ C 351 – 15.11.2012, σ. 31-35.

(2)  ΕΕ C 123, 25.4.2001, σ. 55-56, EE C 123, 25.4.2001, σ. 56-61, EE C 123, 25.4.2001, σ. 53-54, EE C 24, 28.1.2012, σ. 131-133 και ΕΕ C 133, 9.5.2013, σ. 22-26.


11.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 177/71


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση στον κόσμο»

COM(2013) 499 final

(2014/C 177/13)

Εισηγητής: ο κ. Mário SOARES

Στις 11 Ιουλίου 2013, και σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

Η ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση στον κόσμο

COM(2013) 499 final.

Το ειδικευμένο τμήμα «Εξωτερικές σχέσεις», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 17 Δεκεμβρίου 2013.

Κατά την 495 σύνοδο ολομέλειας, της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2014 (συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 158 ψήφους υπέρ και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικές και συμμερίζεται τις στρατηγικές προτεραιότητες που θέτει η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της όσον αφορά τη διεθνοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης — συμπεριλαμβανομένης της κινητικότητας των σπουδαστών και του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού και της «εσωτερικής» διεθνοποίησης μέσω της ενσωμάτωσης θεματικών που σχετίζονται με την παγκόσμια σκηνή στα προγράμματα σπουδών — και τη σημασία της ενίσχυσης των διεθνών συμπράξεων και συμμαχιών μεταξύ των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθότι η μαζική άφιξη δωρεάν μαθημάτων μέσω διαδικτύου επηρεάζει σημαντικά την πρόσβαση στη γνώση.

1.2

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την αναγνώριση, από την Επιτροπή, της σημασίας που έχει η θέσπιση σφαιρικής στρατηγικής για τη διεθνοποίηση της ευρωπαϊκής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης· ωστόσο, δεν μπορεί παρά να εκφράσει τη λύπη της για τον περιορισμό της στρατηγικής στη σύνοψη δράσεων που ήδη έχουν δρομολογηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς ουσιαστικές καινοτομίες και χωρίς να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της ανταγωνιστικότητας στον τομέα.

1.3

Ομοίως, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το ότι αναγνωρίζεται πως δεν πρόκειται για αμιγώς επιστημονικό ή τεχνικό ζήτημα, αλλά για ζήτημα που συνδέεται στενά με το εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό σκηνικό.

1.4

Η ΕΟΚΕ ελπίζει η Επιτροπή να παρουσιάσει προτάσεις και δράσεις που θα προωθούν αποτελεσματικότερα την παρουσία των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων στη διεθνή σκηνή και θα εξαλείφουν κάθε φραγμό που δυσχεραίνει την ανταλλαγή γνώσης με τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα από τρίτες χώρες και την κινητικότητα των φοιτητών και του διδακτικού προσωπικού, ιδίως όσον αφορά την έκδοση θεωρήσεων και τη μεταναστευτική πολιτική γενικότερα.

1.5

Η κινητικότητα των σπουδαστών, των εκπαιδευτικών και των ερευνητών αποτελεί προστιθέμενη αξία τόσο για τις χώρες προέλευσης όσο και για τις χώρες υποδοχής τους, επομένως, είναι σημαντικό να ενθαρρυνθεί η αμφίδρομη κινητικότητα, προκειμένου να αποφευχθεί η διαρροή ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού που είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη των κοινωνιών.

1.6

Η ΕΟΚΕ προτείνει τη δημιουργία πραγματικά ευρωπαϊκού σχολείου, προϊόντος της υφιστάμενης συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων και το οποίο να μπορεί να αποτελέσει χώρο ακαδημαϊκής και ερευνητικής αριστείας.

1.7

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη σύστασή της, την οποία έχει διατυπώσει σε παλαιότερες γνωμοδοτήσεις, σχετικά με τη διατήρηση και διάδοση, στο πλαίσιο της διεθνοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, των αξιών που χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση, με την αναγνώριση της συνεισφοράς, της ασυμμετρίας και της πολυμορφίας όλων των σχετικών φορέων και με τον συνυπολογισμό του ότι διακυβεύονται όχι μόνο πανεπιστημιακά, αλλά και πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά συμφέροντα.

1.8

Προς τούτο, η ΕΟΚΕ τονίζει εκ νέου ότι, καθότι πρόκειται για στρατηγικό στόχο, πρέπει να διατεθούν ικανοί δημοσιονομικοί και ανθρώπινοι πόροι που θα συμβάλουν στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία των ενδιαφερομένων μερών.

1.9

Για αυτόν τον λόγο, η ΕΟΚΕ, όπως και πολλά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, παρατηρεί με μεγάλη ανησυχία τις προβλέψιμες επιπτώσεις των πολιτικών λιτότητας στον τομέα της παιδείας. Η ΕΟΚΕ νιώθει υποχρεωμένη να υπογραμμίσει πως τα μέτρα περικοπών στον τομέα της παιδείας θέτουν σε κίνδυνο τους ίδιους τους στόχους που τίθενται στην ανακοίνωση της Επιτροπής.

1.10

Η ΕΟΚΕ εκτιμά πως στη διαδικασία διεθνοποίησης πρέπει να προωθηθεί η συνεργασία μεταξύ των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων, με τη δημιουργία συνεργιών που θα προωθούν τις επιχειρηματικές και δημιουργικές δεξιότητες των φοιτητών και του διδακτικού προσωπικού και θα καλλιεργούν ένα περιβάλλον καινοτομίας το οποίο είναι τόσο απαραίτητο για τις σημερινές κοινωνίες.

1.11

Η ανέξοδη και μαζική χρήση νέων τεχνολογιών στα διεθνή προγράμματα μετέβαλε σημαντικά την πρόσβαση στη γνώση και προσφέρει «κινητικότητα» σε εκατομμύρια φοιτητές που δεν θα είχαν διαφορετικά τη δυνατότητα να μετακινηθούν πραγματικά. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στις τεχνικές, παιδαγωγικές και δεοντολογικές προκλήσεις που ενδέχεται να εγείρει η χρήση τους, όπως ο σεβασμός της πνευματικής ιδιοκτησίας του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού που καταρτίζει τα μαθήματα ή η καθιέρωση δύο διαφορετικών ειδών αναγνώρισης με διακριτική μεταχείριση μεταξύ των προγραμμάτων που διεθνοποιούνται με φυσική παρουσία και όσων το κάνουν στο διαδίκτυο.

1.12

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την πεποίθησή της ότι η διεθνοποίηση της ευρωπαϊκής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πρέπει να συνεισφέρει στην παγίωση των θεμελιωδών αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού όπως η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η αναγνώριση της πολιτιστικής κληρονομιάς των διαφόρων κοινωνιών και η προώθηση μεγαλύτερης κοινωνικής συνοχής.

1.13

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να παρέχει τακτική λεπτομερή ενημέρωση για την υλοποίηση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται στην ανακοίνωση και θεωρεί πως το ζήτημα πρέπει να αποτελεί μέρος των ειδικών συστάσεων ανά χώρα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού εξαμήνου.

1.14

Τέλος, η ΕΟΚΕ συνιστά την ουσιαστική αύξηση των πόρων που διατίθενται για το θέμα στους επόμενους προϋπολογισμούς της ΕΕ, με ιδιαίτερη έμφαση στις ανάγκες της έρευνας.

2.   Εισαγωγή

2.1

Σε μια παγκοσμιοποιημένη και ανταγωνιστική κοινωνία όπως η σημερινή, η γνώση αποτελεί βασικό θεμέλιο για την ανθρώπινη ανάπτυξη σε όλες τις διαστάσεις της — κοινωνική, οικονομική και σχετική με την ευημερία. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση συνεχίζει να θεωρείται ουσιαστικός συντελεστής για τη δημιουργία και τη διάδοση νέων γνώσεων και παράγοντας καινοτομίας ικανός να συμβάλει στην ανάπτυξη των ατόμων και της κοινωνίας εν γένει. Η καινοτομία και η γνώση αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την οικονομική μεγέθυνση, αλλά και για την κοινωνική ανάπτυξη και τη συνοχή των κοινωνιών.

2.2

Φυσικά, οι μορφές και ο τρόπος απόκτησης γνώσεων χαρακτηρίζονταν ανέκαθεν από μεγάλη πολυμορφία, ωστόσο, σήμερα λαμβάνουν μια παντελώς νέα διάσταση, όχι μόνο λόγω της επέκτασης της σχολικής εκπαίδευσης σε ολοένα μεγαλύτερο αριθμό πολιτών αλλά πρωτίστως λόγω της αυξανόμενης χρήσης νέων τεχνολογιών, πράγμα που αποτελεί μείζονα πρόκληση για τα ευρωπαϊκά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

2.3

Τα πανεπιστήμια βρίσκονται (ή θα έπρεπε να βρίσκονται) στο κέντρο όχι μόνο των πολιτικών για την επιστημονική έρευνα και την τεχνολογική καινοτομία, αλλά και της έρευνας που δύναται να συμβάλει σε αποτελεσματικότερες, πιο ανταγωνιστικές και πιο βιώσιμες καινοτόμες κοινωνικές πολιτικές, πολιτικές κοινωνικής συνοχής και επιχειρηματικές στρατηγικές.

2.4

Η Ευρώπη διαθέτει περίπου 4 000 ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με περισσότερους από 19 εκατομμύρια φοιτητές και 1,5 εκατομμύριο εργαζομένους (διδακτικό και λοιπό προσωπικό) που συνεργάζονται και ανταγωνίζονται με πανεπιστήμια από άλλες περιοχές και ηπείρους, σε μια κοινή προσπάθεια για την παραγωγή και τη διάδοση γνώσης, αλλά και στο πλαίσιο της καινοτομίας και της δημιουργίας αξίας για τις κοινωνίες όπου εντάσσονται.

2.5

Σήμερα, υφίστανται σε παγκόσμιο επίπεδο 99 εκατομμύρια φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ μέχρι το 2030 ο αριθμός τους αναμένεται να φτάσει τα 414 εκατομμύρια. Ολοένα μεγαλύτερος αριθμός φοιτητών επιχειρούν να ξεκινήσουν ή να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους σε άλλες χώρες, ενώ η Ευρώπη προσελκύει περίπου 45% των διακινούμενων φοιτητών, ο αριθμός των οποίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής, θα αυξηθεί από 4 σε 7 εκατομμύρια μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Παρότι οι αριθμοί αυτοί είναι ήδη μεγάλοι, είναι δυνατό και ευκταίο να πετύχουμε περισσότερα (1).

2.6

Η παιδεία και πρωτίστως η τριτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκονται στο κέντρο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και του στόχου της Ευρώπης για μια βιώσιμη, έξυπνη και χωρίς αποκλεισμούς οικονομία. Μία από τις προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτής της οικονομίας είναι η επαναδρομολόγηση πραγματικής βιομηχανικής πολιτικής που θα αναγνωρίζει τη ζωτική σημασία της κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που τα πανεπιστήμια θα έχουν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

2.7

Η διεθνής συνεργασία έχει συνεπώς ιδιαίτερη σημασία για την εκπαίδευση και τη συγκέντρωση νέων θεμελιωδών δεξιοτήτων για έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

2.8

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, με θέμα «Ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση στον κόσμο».

3.   Περίληψη της ανακοίνωσης της Επιτροπής

3.1

Η Επιτροπή προτάσσει στην ανακοίνωσή της την ανάγκη καθορισμού τριών στρατηγικών προτεραιοτήτων για τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και για τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της θέσπισης σφαιρικής στρατηγικής για τη διεθνοποίηση (2):

όσον αφορά την κινητικότητα: αυστηρή καθοδήγηση των στρατηγικών διεθνοποίησης προκειμένου να ενσωματωθεί σε αυτές μείζον συστατικό στοιχείο σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών και του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού στο πλαίσιο ποιοτικών υπηρεσιών προσανατολισμού και παροχής συμβουλών· ανάπτυξη αμφίδρομων προγραμμάτων κινητικότητας με τρίτες χώρες· εγγύηση της δίκαιης και επίσημης αναγνώρισης των γνώσεων που απέκτησαν στο εξωτερικό οι φοιτητές, οι ερευνητές και οι διδάσκοντες που συμμετέχουν σε προγράμματα κινητικότητας·

όσον αφορά την «εσωτερική» διεθνοποίηση (ενσωμάτωση στοιχείων παγκόσμιου χαρακτήρα στη μορφή και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών και στη διαδικασία της διδασκαλίας/μάθησης) και την ψηφιακή διδασκαλία: αξιοποίηση των διεθνών εμπειριών και δεξιοτήτων του προσωπικού των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΙΤΕ) για την κατάρτιση διεθνών προγραμμάτων σπουδών που θα ωφελούν τόσο τους φοιτητές που δεν συμμετέχουν σε προγράμματα κινητικότητας όσο και αυτούς που συμμετέχουν· παροχή στους φοιτητές και το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό της δυνατότητας να διευρύνουν τις γλωσσικές τους δεξιότητες, ειδικότερα δε μέσω της προσφοράς μαθημάτων εκμάθησης της τοπικής γλώσσας, μεγιστοποιώντας έτσι τα πλεονεκτήματα της ευρωπαϊκής γλωσσικής πολυμορφίας· προώθηση της διεθνούς συνεργασίας μέσω της χρήσης τεχνολογιών της πληροφορίας και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) και ανοιχτών εκπαιδευτικών πόρων·

όσον αφορά τις εταιρικές σχέσεις: ενίσχυση της ικανότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας να προσδιορίζει τις παγκόσμιες προκλήσεις και δημιουργία διεθνών συνεργιών και συμμαχιών βασισμένων στην καινοτομία· υπέρβαση των φραγμών στην αναγνώριση των από κοινού και των διπλών πτυχίων· παροχή καινοτόμων σπουδών που να τονώνουν το επιχειρηματικό πνεύμα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας διεθνούς εκπαίδευσης με τη συμμετοχή επιχειρηματιών από την ΕΕ και από τρίτες χώρες· διατήρηση ισχυρής συνοχής μεταξύ των στρατηγικών διεθνοποίησης και των πολιτικών αναπτυξιακή