ISSN 1977-0901

doi:10.3000/19770901.CE2012.380.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 380E

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

55ό έτος
11 Δεκεμβρίου 2012


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

 

ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

 

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
ΣΥΝΟΔΟΣ 2011-2012
Συνεδριάσεις από 7 έως 9 Ιουνίου 2011
Τα Συνοπτικά Πρακτικά αυτής της συνόδου έχουν δημοσιευθεί στην ΕΕ Ψ 240 Ε της 18.8.2011.
ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΕΓΚΡΙΘΗΚΑΝ

 

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

2012/C 380E/01

Εφαρμογές του Παγκόσμιου Δορυφορικού Συστήματος Πλοήγησης στις μεταφορές
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τις εφαρμογές του Παγκόσμιου Δορυφορικού Συστήματος Πλοήγησης στις μεταφορές - βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη πολιτική της ΕΕ (2010/2208(INI))

1

2012/C 380E/02

Διεθνείς συμφωνίες για τις αεροπορικές μεταφορές στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με διεθνείς συμφωνίες για τις αεροπορικές μεταφορές στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας (2010/2207(INI))

5

 

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

2012/C 380E/03

Έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις δράσεις έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την ενδιάμεση αξιολόγηση του έβδομου προγράμματος πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις δράσεις έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (2011/2043(INI))

9

2012/C 380E/04

Εμπορικές σχέσεις ΕΕ-Καναδά
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τις εμπορικές σχέσεις ΕΕ-Καναδά

20

2012/C 380E/05

Οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας: μελλοντικές προοπτικές (2010/2302(INI))

24

2012/C 380E/06

Διασφάλιση ανεξάρτητων εκτιμήσεων αντικτύπου
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τη διασφάλιση ανεξάρτητων εκτιμήσεων αντικτύπου (2010/2016(INI))

31

2012/C 380E/07

Εξωτερική διάσταση της κοινωνικής πολιτικής, προαγωγή των εργασιακών και κοινωνικών προτύπων και ευρωπαϊκή εταιρική κοινωνική ευθύνη
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την εξωτερική διάσταση της κοινωνικής πολιτικής, την προαγωγή των εργασιακών και κοινωνικών προτύπων και την ευρωπαϊκή εταιρική κοινωνική ευθύνη (2010/2205(INI))

39

2012/C 380E/08

Μηχανισμός χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1905/2006 για τη θέσπιση μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας: διδάγματα και μελλοντικές προοπτικές (2009/2149(INI))

51

2012/C 380E/09

Επιλογές πολιτικής για τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τις επιλογές πολιτικής για τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις (2011/2013(INI))

59

2012/C 380E/10

Συνεργασία στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση για την υποστήριξη της στρατηγικής Ευρώπη 2020
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 για την ευρωπαϊκή συνεργασία στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση για την υποστήριξη της στρατηγικής Ευρώπη 2020 (2010/2234(INI))

67

2012/C 380E/11

ΑΕΠ και πέρα από αυτό - η μέτρηση της προόδου σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με το ΑΕΠ και πέρα από αυτό – Η μέτρηση της προόδου σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο (2010/2088(INI))

81

2012/C 380E/12

Ευρωπαϊκά προγράμματα δορυφορικής πλοήγησης
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την ενδιάμεση επισκόπηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δορυφορικής πλοήγησης: αξιολόγηση της υλοποίησης, μελλοντικές προκλήσεις και προοπτικές χρηματοδότησης (2009/2226(INI))

84

2012/C 380E/13

Επενδύση στο μέλλον: ένα νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) για μια ανταγωνιστική και βιώσιμη Ευρώπη χωρίς αποκλεισμούς
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την Επένδυση στο μέλλον: ένα νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) για μια ανταγωνιστική και βιώσιμη Ευρώπη χωρίς αποκλεισμούς (2010/2211(INI))

89

 

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

2012/C 380E/14

Σουδάν και Νότιο Σουδάν
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2011 σχετικά με το Σουδάν και το Νότιο Σουδάν: η κατάσταση μετά το δημοψήφισμα του 2011

120

2012/C 380E/15

Σύνοδος κορυφής ΕΕ-Ρωσίας
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τη σύνοδο κορυφής ΕΕ-Ρωσίας

123

2012/C 380E/16

Παραπλανητικές πρακτικές των εταιρειών έκδοσης καταλόγων επιχειρήσεων
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τις παραπλανητικές πρακτικές των εταιρειών έκδοσης καταλόγων επιχειρήσεων (Αναφορές 0045/2006, 1476/2006, 0079/2003, 0819/2003, 1010/2005, 0052/2007, 0306/2007, 0444/2007, 0562/2007 και άλλες)

128

2012/C 380E/17

Μαδαγασκάρη
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την κατάσταση στη Μαδαγασκάρη

129

2012/C 380E/18

Γκουαντάναμο: επικείμενη απαγγελία θανατικής ποινής
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2011 σχετικά με το Γκουαντάναμο: επικείμενη απαγγελία θανατικής ποινής

132

2012/C 380E/19

Ουκρανία: η υπόθεση Yulia Tymoshenko και άλλων μελών της πρώην κυβέρνησης
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την Ουκρανία: οι περιπτώσεις της Yulia Tymoshenko και άλλων μελών της πρώην κυβέρνησης

135

2012/C 380E/20

Καταπολέμηση της διαφθοράς στον ευρωπαϊκό αθλητισμό
Δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στον ευρωπαϊκό αθλητισμό

138

2012/C 380E/21

Έργο της Επιτροπής Αγνοουμένων στην Κύπρο
Δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2011 σχετικά με το έργο της Επιτροπής Αγνοουμένων στην Κύπρο

138

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

 

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

2012/C 380E/22

66η Σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών
Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την 66η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (2011/2030(INI))

140

 

II   Ανακοινώσεις

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

 

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

 

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

2012/C 380E/23

Αίτηση άρσης της βουλευτικής ασυλίας της Ágnes Hankiss
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την αίτηση άρσης της ασυλίας της Ágnes Hankiss (2010/2213(IMM))

152

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

 

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

2012/C 380E/24

Ορισμός μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου (H.G. Wessberg - SV)
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τον προτεινόμενο διορισμό του H.G. Wessberg ως μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου (C7-0103/2011 – 2011/0803(NLE))

154

2012/C 380E/25

Δικαιολογητικά καταγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων ***I
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1541/98 του Συμβουλίου σχετικά με τα δικαιολογητικά καταγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων υπαγόμενων στο τμήμα ΧΙ της συνδυασμένης ονοματολογίας και τιθέμενων σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα, καθώς και με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα δικαιολογητικά αυτά δύνανται να γίνουν αποδεκτά και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3030/93 περί κοινών κανόνων εισαγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών (COM(2010)0544 – C7-0316/2010 – 2010/0272(COD))

155

P7_TC1-COD(2010)0272Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 7 Ιουνίου 2011 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1541/98 του Συμβουλίου σχετικά με τα δικαιολογητικά καταγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων υπαγόμενων στο τμήμα ΧΙ της συνδυασμένης ονοματολογίας και τιθέμενων σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα, καθώς και με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα δικαιολογητικά αυτά δύνανται να γίνουν αποδεκτά και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3030/93 περί κοινών κανόνων εισαγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών

155

2012/C 380E/26

Συμμετοχή της Δημοκρατίας της Κροατίας στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας ***
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 επί του σχεδίου απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Κροατίας για τη συμμετοχή της Δημοκρατίας της Κροατίας στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (11633/2010 – C7-0026/2011 – 2010/0011(NLE))

156

2012/C 380E/27

Επιβολή τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα ***II
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έγκρισης της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 1999/62/ΕΚ περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής (15145/1/2010 – C7-0045/2011 – 2008/0147(COD))

156

P7_TC2-COD(2008)0147Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε δεύτερη ανάγνωση στις 7 Ιουνίου 2011 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2011/…/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/62/ΕΚ περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής

157

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

157

2012/C 380E/28

Ευρωπαϊκοί περιβαλλοντικοοικονομικοί λογαριασμοί ***I
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς οικονομικούς λογαριασμούς (COM(2010)0132 – C7-0092/2010 – 2010/0073(COD))

158

P7_TC1-COD(2010)0073Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 7 Ιουνίου 2011 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικοοικονομικούς λογαριασμούς

159

 

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

2012/C 380E/29

Εφαρμογή των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία *
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την πλήρη εφαρμογή των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας και στη Ρουμανία (14142/2010 – C7-0369/2010 – 2010/0820(NLE))

160

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων

*

Διαδικασία διαβούλευσης

**I

Διαδικασία συνεργασίας, πρώτη ανάγνωση

**II

Διαδικασία συνεργασίας, δεύτερη ανάγνωση

***

Σύμφωνη γνώμη

***I

Διαδικασία συναπόφασης, πρώτη ανάγνωση

***II

Διαδικασία συναπόφασης, δεύτερη ανάγνωση

***III

Διαδικασία συναπόφασης, τρίτη ανάγνωση

(Η αναφερόμενη διαδικασία στηρίζεται στη νομική βάση που πρότεινε η Επιτροπή.)

Πολιτικές τροπολογίες: το νέο κείμενο και η αντικατάσταση κειμένου σημειώνονται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες και η διαγραφή με το σύμβολο ▐.

Τεχνικές διορθώσεις και προσαρμογές εκ μέρους των υπηρεσιών: το νέο κείμενο και η αντικατάσταση κειμένου σημειώνονται με πλάγιους χαρακτήρες και η διαγραφή με το σύμβολο ║.

EL

 


I Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ΣΥΝΟΔΟΣ 2011-2012 Συνεδριάσεις από 7 έως 9 Ιουνίου 2011 Τα Συνοπτικά Πρακτικά αυτής της συνόδου έχουν δημοσιευθεί στην ΕΕ Ψ 240 Ε της 18.8.2011. ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΕΓΚΡΙΘΗΚΑΝ

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/1


Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
Εφαρμογές του Παγκόσμιου Δορυφορικού Συστήματος Πλοήγησης στις μεταφορές

P7_TA(2011)0250

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τις εφαρμογές του Παγκόσμιου Δορυφορικού Συστήματος Πλοήγησης στις μεταφορές - βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη πολιτική της ΕΕ (2010/2208(INI))

2012/C 380 E/01

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 2010, προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή Περιφερειών σχετικά με το σχέδιο δράσης σχετικά με τις εφαρμογές του Παγκόσμιου Δορυφορικού Συστήματος Πλοήγησης GNSS (COM(2010)0308),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 1ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με αυτό το σχέδιο δράσης (14146/2010),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 6ης Οκτωβρίου 2010, προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο «Εμβληματική πρωτοβουλία στο πλαίσιο της στρατηγικής Ευρώπη 2020: Ένωση καινοτομίας» (COM(2010)0546),

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής της 18ης Ιανουαρίου 2011 προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, που αποτελεί την ενδιάμεση εξέταση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων ραδιοπλοήγησης μέσω δορυφόρου (COM(2011)0005), όπου υποστηρίζεται η ανάγκη πρόβλεψης σημαντικών δημοσιονομικών πόρων προκειμένου να ολοκληρωθούν οι υποδομές της ραδιοπλοήγησης μέσω δορυφόρου,

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 683/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, σχετικά με τη συνέχιση της υλοποίησης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δορυφορικής ραδιοπλοήγησης (EGNOS και Galileo) (1),

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1321/2004 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2004, σχετικά με τη δημιουργία δομών διαχείρισης για τα ευρωπαϊκά προγράμματα δορυφορικής ραδιοπλοήγησης (2),

έχοντας υπόψη το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με τις Εφαρμογές Δορυφορικής Πλοήγησης (CΟΜ(2006)0769),

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 912/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2010, για τη σύσταση Οργανισμού του Ευρωπαϊκού GNSS, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1321/2004 σχετικά με τη δημιουργία δομών διαχείρισης για τα ευρωπαϊκά προγράμματα δορυφορικής ραδιοπλοήγησης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 683/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 29ης Ιανουαρίου 2004, σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την κατάσταση προόδου του προγράμματος Galileo (4),

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας (A7-0084/2011),

A.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εφαρμογές του GNSS συνιστούν πλέον κεντρική και απαραίτητη πτυχή δραστηριότητας σε όλους τους τομείς των μεταφορών και ότι η αποτελεσματική και αποδοτική τους λειτουργία καθιστά τις μεταφορές ασφαλέστερες, περισσότερο φιλικές προς το περιβάλλον και οικονομικότερες,

B.

λαμβάνοντας υπόψη ότι εφαρμογές που σχετίζονται με τις μεταφορές αντιπροσωπεύουν 20 % όλων των εφαρμογών GNSS κατ' όγκο και 44 % κατ' αξία και ότι οι λειτουργίες που αφορούν την ασφάλεια - και σχετίζονται ως επί το πλείστον με τις μεταφορές - αντιπροσωπεύουν περαιτέρω 5 %,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να παραμείνει επ' αόριστον εξαρτώμενη για τις βασικές, απαραίτητες για την λειτουργία του GNSS υποδομές, από συστήματα που έχουν αναπτυχθεί αρχικά για άλλους σκοπούς από άλλες χώρες,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το EGNOS αποτελεί αυτόνομο σύστημα που συμπληρώνει το GPS, το οποίο εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα σημάτων GPS για να εκτελεί λειτουργίες υπολογισμού και διόρθωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν θα επιτευχθεί εντελώς ανεξάρτητο GNSS έως ότου τεθεί σε εφαρμογή το Galileo,

Ε.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύστημα EGNOS είναι σχεδιασμένο για να ανταποκρίνεται σε ουσιαστικές και διαφορετικές σημερινές και μελλοντικές απαιτήσεις της βιομηχανίας στην Ευρώπη και ανά τον κόσμο, π. χ. όσον αφορά τις μεταφορές, την ασφάλεια και την ιχνηλατησιμότητα, ανταποκρινόμενο ταυτόχρονα στους στόχους της νέας, περισσότερο προορατικής βιομηχανικής πολιτικής της Ευρώπης και ότι είναι επίσης συμβατό με το σύστημα GPS και με το πολύ πιο ακριβές σύστημα Galileo,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εφαρμογές του GNSS και του Galileo στον τομέα των εμπορικών μεταφορών αποτελούν αναπτυσσόμενη παγκόσμια αγορά, η οποία θα πρέπει να καταστεί ασφαλής, στο μέτρο του δυνατού, προς το εμπορικό συμφέρον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και της δημιουργίας εξειδικευμένων θέσεων εργασίας,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το GNSS θα διαδραματίσει ζωτικής σημασίας ρόλο στην στήριξη και προώθηση της χρήσης των Ευφυών Συστημάτων Μεταφορών (ITSs),

Η.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάπτυξη εφαρμογών και υπηρεσιών GNSS είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί ότι η επένδυση στις υποδομές την οποία συνεπάγεται το Galileo θα αξιοποιηθεί πλήρως και ότι το σύστημα Galileo θα αναπτυχθεί στην πλήρη ικανότητά του,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι επενδύσεις στον τομέα αυτό έχουν επιπτώσεις σε όλες τις πολιτικές της ΕΕ και ότι η επέκταση και εφαρμογή του συστήματος θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στην υλοποίηση της στρατηγικής ΕΕ2020 και στην ανάπτυξη του δυναμικού της ευρωπαϊκής αγοράς εφαρμογών και υπηρεσιών GNSS, ούτως ώστε να δημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης και να προωθηθεί η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα προγράμματα GNSS και Galileo προσδίδουν σημαντική προστιθέμενη αξία στην ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική και ότι είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί η επιτυχία τους,

1.

επικροτεί την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο δράσης για τις εφαρμογές του παγκόσμιου δορυφορικού συστήματος πλοήγησης (GNSS) και τη σειρά ειδικών τομεακών, κανονιστικών και οριζοντίων δράσεων που προτείνονται σε αυτήν·

2.

συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι ένα στοχοθετημένο σχέδιο δράσης αποτελεί αυτή τη στιγμή την καλύτερη επιλογή για να δοθεί περαιτέρω κίνητρο στην ανάπτυξη και εφαρμογή του EGNOS και του Galileo, ειδικότερα στον τομέα των μεταφορών· τονίζει ότι τα δορυφορικά συστήματα πλοήγησης πρέπει να διασφαλίζουν τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των διαφόρων συστημάτων (συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών) και να επιτρέπουν διατροπική χρήση για υπηρεσίες επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών·

3.

σημειώνει ότι από τις 15 ειδικές για τους επιμέρους τομείς προτάσεις του σχεδίου δράσης, οι εννέα σχετίζονται άμεσα με τις μεταφορές και η πλειοψηφία των άλλων χρειάζεται για τη στήριξη των σχετικών εφαρμογών στον τομέα των μεταφορών·

4.

καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την ταχεία πιστοποίηση του συστήματος EGNOS για την πολιτική αεροπορία μέσω των αρμόδιων αρχών·

5.

συμμερίζεται την άποψη ότι η ανάληψη δράσεων για την προώθηση της χρησιμοποίησης του EGNOS και του Galileo στην πολιτική αεροπορία συνιστά στρατηγική απαίτηση για την υλοποίηση του SESAR (ερευνητικού σχεδίου ATM του ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού), κυρίως όσον αφορά την χρησιμοποίησή του για διαδικασίες προσγείωσης και σε μικρούς αερολιμένες·

6.

εκφράζει τη λύπη του διότι δεν καλύπτεται επί του παρόντος ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση από το EGNOS και ζητεί το σύστημα EGNOS να επεκταθεί κατά προτεραιότητα προς την Νότια, την Ανατολική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ούτως ώστε το σύστημα να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε κάθε κλάδο του τομέα των μεταφορών, και τονίζει ότι είναι σημαντικό να διασφαλισθεί η επέκταση της κάλυψής του τόσο στις χώρες MEDA όσο και στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής·

7.

υπογραμμίζει τη σημασία του GNSS για την ανάπτυξη ITSs· επισημαίνει ότι τα ITSs μπορούν να παράσχουν αποτελεσματικότερες, καθαρότερες και ασφαλέστερες λύσεις για τις μεταφορές και ότι για την κατάλληλη εφαρμογή ορισμένων από τις υπηρεσίες των ITSs απαιτείται η πλήρης επιχειρησιακή λειτουργία των συστημάτων GNSS·

8.

συμμερίζεται την άποψη ότι το EGNOS και το Galileo μπορούν να συμβάλουν τα μέγιστα στη διαχείριση της οδικής κυκλοφορίας και ότι απαιτείται εκστρατεία ευαισθητοποίησης στον τομέα αυτό, ώστε να αξιοποιηθούν καλύτερα οι δυνατότητες που προσφέρουν ως προς την πληρωμή διοδίων, το eCall, την κράτηση μέσω Διαδικτύου ασφαλών χώρων στάθμευσης για φορτηγά αυτοκίνητα και την παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο, συμβάλλοντας έτσι σε ασφαλέστερες και φιλικότερες προς το περιβάλλον οδικές μεταφορές·

9.

καλεί ως εκ τούτου την Επιτροπή να υποβάλει τις απαραίτητες κανονιστικές προτάσεις για να μπορέσει το GNSS να παράσχει την προστιθέμενη αξία του στην ασφάλεια των μεταφορών όλων των μορφών, και ιδίως στην οδική ασφάλεια, και να βοηθήσει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των εμπορευματικών μεταφορών·

10.

καλεί επιτακτικά την Επιτροπή να εντατικοποιήσει τη βιομηχανική συνεργασία με χώρες μη μέλη της ΕΕ, ούτως ώστε να προωθηθούν η ανάπτυξη και η διαλειτουργικότητα των εφαρμογών και υπηρεσιών του EGNOS και του Galileo·

11.

συμμερίζεται την άποψη ότι η Επιτροπή πρέπει να προβεί σε προσεκτική αξιολόγηση της ανάγκης να τροποποιηθεί η υφιστάμενη νομοθεσία που διέπει τους ψηφιακούς ταχογράφους, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι δυνατότητες που προσφέρει το GNSS για πληροφορίες σχετικά με τον προσδιορισμό θέσης και την ταχύτητα αξιοποιούνται κατά τον κατάλληλο τρόπο·

12.

συμμερίζεται την άποψη ότι το GNSS μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα στην αύξηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των θαλασσίων μεταφορών και ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει μέτρα για να δοθεί περισσότερη δημοσιότητα στις δυνητικές εφαρμογές του GNSS στους τομείς των θαλασσίων και των εσωτερικών πλωτών μεταφορών και για να καταστούν αποδεκτές οι βασιζόμενες στο πρόγραμμα EGNOS εφαρμογές σε επίπεδο ΔΝΟ και ΔΟΠΑ·

13.

υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να δρομολογήσει εκστρατείες ευαισθητοποίησης των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών, για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ούτως ώστε να επενδύσει στο εμπορικό δυναμικό των σχεδίων δορυφορικής πλοήγησης της ΕΕ·

14.

καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει αποτελεσματικά τα ισχυρά μέτρα ευαισθητοποίησης που καθορίζονται στο Σχέδιο Δράσης, προκειμένου να εξασφαλισθεί η εκτεταμένη χρήση του EGNOS στην Ευρώπη, σε όλους τους τομείς εφαρμογής, διασφαλίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο πολυπλοκότερες προσεγγίσεις·

15.

ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει, στο πλαίσιο της διαδικασίας προϋπολογισμού και του μελλοντικού πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ), μέτρα που διασφαλίζουν κατάλληλα επίπεδα χρηματοδότησης για έρευνα και ανάπτυξη στον τομέα του GNSS, καθώς για την εφαρμογή των αποτελεσμάτων· τονίζει ότι η χρηματοδότηση από την ΕΕ στον τομέα των μεταφορών είναι ήδη περιορισμένη και ότι η πρόσθετη χρηματοδότηση για το GNSS δεν πρέπει, συνεπώς, να οδηγήσει σε μικρότερη χρηματοδότηση για άλλες προτεραιότητες στον τομέα της Κοινής Πολικής Μεταφορών· επαναλαμβάνει την έκκλησή του, τόσο για το συγκεκριμένο σχέδιο όσο και για παρόμοια σχέδια, όπως τα ΔΕΔ-Μ, να υποβάλει η Επιτροπή πολυετή χρηματοδοτική πρόταση, πέραν της περιόδου του ΠΔΠ, προκειμένου να διασφαλίσει σταθερό και έγκυρο χρηματοδοτικό πλαίσιο για περισσότερο φιλόδοξα ευρωπαϊκά σχέδια, το εύρος των οποίων θα υπερβαίνει τα σημερινά όρια·

16.

καλεί την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον έσοδα από εμπορικές δραστηριότητες του Galileo θα μπορούσαν να εκχωρούνται στον προϋπολογισμό της ΕΕ·

17.

καλεί την Επιτροπή να ενημερώσει το Κοινοβούλιο για το πώς θα χρηματοδοτείται το ετήσιο κόστος συντήρησης, που ανέρχεται κατ' εκτίμηση σε 800 εκατ. ευρώ, όταν το Galileo θα έχει καταστεί λειτουργικό·

18.

καλεί την Επιτροπή να προτείνει συνολική χρηματοδοτική στρατηγική, που, εκτός από κατάλληλες συνεισφορές της ΕΕ και των κρατών μελών, θα μπορούσε να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και συντονισμένα φορολογικά κίνητρα, απλοποιημένες διαδικασίες επιδοτήσεων και ρυθμίσεις για τη διοχέτευση επιχειρηματικού κεφαλαίου σε ΜΜΕ και τη διευκόλυνση της ανάπτυξης και εμπορίας εφαρμογών του EGNOS και του Galileo, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων·

19.

καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι τα 100 εκατ. ευρώ που κατά πάσα πιθανότητα δεν θα δαπανηθούν σε πιστώσεις πληρωμών για την έρευνα εντός του εβδόμου προγράμματος πλαισίου, θα διατεθούν για την ανάπτυξη εφαρμογών του GNSS·

20.

καλεί επιτακτικά την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον απλοποιημένες διαδικασίες μπορούν να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότερη και διαφανέστερη εκταμίευση των χρηματοδοτικών κονδυλίων προς υποστήριξη της έρευνας στον τομέα των μεταφορών που βασίζονται στην εφαρμογή του GNSS για όλους, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία και εστιάζοντας ειδικότερα στις ΜΜΕ·

21.

καλεί την Επιτροπή να διευκολύνει την ευχερέστερη πρόσβαση των ΜΜΕ σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση που αποβλέπει στην την προώθηση της καινοτομίας που σχετίζεται με τις εφαρμογές του GNSS, ειδικότερα στο πλαίσιο του έβδομου και όγδοου προγράμματος πλαισίου·

22.

καλεί την Επιτροπή να εξετάσει ποια προβλήματα ενδέχεται να ανακύψουν όσον αφορά την προστασία των δεδομένων με τη χρήση των εφαρμογών και υπηρεσιών του EGNOS και να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τα εξαλείψει·

23.

σημειώνει την ανάγκη επένδυσης στην έρευνα στον τομέα των εφαρμογών και υπηρεσιών που αφορούν ειδικά το GNSS - με ιδιαίτερη προσοχή στις ειδικές ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες -, καθότι η επένδυση αυτή είναι ουσιαστικής σημασίας για την κατάλληλη ανάπτυξη και χρησιμοποίηση των υπηρεσιών GNSS·

24.

καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει πρωτοβουλίες που αποβλέπουν στην ανάπτυξη ειδικών τομεακών κέντρων παροχής υπηρεσιών, ιδίως για τον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών·

25.

εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η ανεπάρκεια των πόρων που διατίθενται για έρευνα και καινοτομία όσον αφορά εφαρμογές που βασίζονται στα προγράμματα EGNOS ή Galileo καθυστερεί την τεχνολογική πρόοδο και την ανάπτυξη βιομηχανικής ικανότητας και μιας περιβαλλοντικά αποτελεσματικής εφαρμογής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και καλεί ως εκ τούτου την Επιτροπή να θεσπίσει μηχανισμούς που να διευκολύνουν την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση·

26.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.


(1)  ΕΕ L 196 της 24.7.2008, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 246 της 20.7.2004, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 276 της 20.10.2010, σ. 11.

(4)  ΕΕ C 96 E της 21.4.2004, σ. 128.


11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/5


Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
Διεθνείς συμφωνίες για τις αεροπορικές μεταφορές στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας

P7_TA(2011)0251

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2011 σχετικά με διεθνείς συμφωνίες για τις αεροπορικές μεταφορές στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας (2010/2207(INI))

2012/C 380 E/02

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη την απόφασή του της 20ής Οκτωβρίου 2010 σχετικά με την αναθεώρηση της συμφωνίας πλαισίου για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (1) («συμφωνία πλαίσιο»),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 17ης Ιουνίου 2010 σχετικά με τη συμφωνία αεροπορικών μεταφορών ΕΕ-ΗΠΑ (2),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Μαΐου 2010 σχετικά με την έναρξη των διαπραγματεύσεων για συμφωνίες σχετικά με τις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) με τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και τον Καναδά (3),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Απριλίου 2007 σχετικά με τη δημιουργία Κοινού Ευρωπαϊκού Εναέριου Χώρου (4),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Μαρτίου 2007 σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου (5),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 17ης Ιανουαρίου 2006 σχετικά με τον προγραμματισμό της εξωτερικής πολιτικής αερομεταφορών της Κοινότητας (6),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Προγραμματισμός της εξωτερικής πολιτικής αερομεταφορών της Κοινότητας» (COM(2005)0079),

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 218,

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A7-0079/2011),

Α.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή η Συνθήκη της Λισαβόνας, το Κοινοβούλιο απλά καλούνταν να γνωμοδοτήσει για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών για τις αεροπορικές μεταφορές,

Β.

λαμβάνοντας υπόψη ότι πλέον απαιτείται η έγκριση του Κοινοβουλίου για τη σύναψη συμφωνιών που καλύπτουν τομείς στους οποίους εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, όταν η Επιτροπή διεξαγάγει διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών, το Κοινοβούλιο «ενημερώνεται αμέσως και πλήρως σε όλα τα στάδια της διαδικασίας» (7),

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία πλαίσιο πρέπει να διασφαλίζει ότι οι εξουσίες και τα προνόμια των θεσμικών οργάνων ασκούνται με όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικό και διαφανή τρόπο,

Ε.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε αυτή τη συμφωνία πλαίσιο, η Επιτροπή δεσμεύεται να σέβεται την αρχή της ίσης μεταχείρισης για το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σε νομοθετικά και δημοσιονομικά θέματα, ιδιαίτερα σε σχέση με την πρόσβαση σε συνεδριάσεις και την παροχή ενημερωτικών σημειωμάτων ή άλλων πληροφοριών,

Εισαγωγή

1.

θεωρεί ότι οι συνολικές συμφωνίες για τις αεροπορικές μεταφορές με γειτονικές χώρες ή σημαντικούς παγκόσμιους εταίρους μπορούν να αποφέρουν ουσιαστικά οφέλη στους επιβάτες, τις επιχειρήσεις μεταφοράς εμπορευμάτων και τις αεροπορικές εταιρείες, μέσω της πρόσβασης στην αγορά αφενός, και της κανονιστικής σύγκλισης αφετέρου, για την προώθηση του θεμιτού ανταγωνισμού σε ό,τι αφορά μεταξύ άλλων τις κρατικές επιδοτήσεις και τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα·

2.

αναγνωρίζει ότι οι οριζόντιες συμφωνίες, οι οποίες εναρμονίζουν υφιστάμενες διμερείς συμφωνίες με το κοινοτικό δίκαιο, είναι απαραίτητες προκειμένου να διασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου και να παρέχονται επιπλέον οφέλη από πλευράς απλοποίησης, καθώς και ότι όλες οι αεροπορικές εταιρείες της Ένωσης θα απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων·

3.

υπενθυμίζει ότι τα πρότυπα ασφάλειας και προστασίας είναι ζωτικής σημασίας για τους επιβάτες, το πλήρωμα και τον τομέα των αερομεταφορών γενικά και για το λόγο αυτό στηρίζει τη σύναψη συμφωνιών για την αεροπορική ασφάλεια με χώρες που διαθέτουν σημαντική αεροναυπηγική βιομηχανία, λαμβάνοντας υπόψη την εξοικονόμηση κόστους και τα ομοιόμορφα υψηλά πρότυπα που μπορούν να επιτευχθούν ελαχιστοποιώντας τις περιττές επαναλήψεις αξιολογήσεων, δοκιμών και ελέγχων·

4.

εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει δώσει ακόμα εντολή στην Επιτροπή να διαπραγματευτεί μια συνολική συμφωνία για τις αεροπορικές μεταφορές με σημαντικούς εμπορικούς εταίρους όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και η Ινδία· θεωρεί ότι αυτή η παράλειψη ζημιώνει ολοένα και περισσότερο τα συμφέροντα της Ένωσης, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη ραγδαία ανάπτυξη των οικονομιών αυτών·

5.

υπενθυμίζει ότι σημαντικά κράτη, όπως η Ιαπωνία και η Ρωσική Ομοσπονδία, απουσιάζουν από τη νεότερη λίστα της Επιτροπής με τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για διεθνείς συμφωνίες για τις αερομεταφορές·

6.

εκφράζει ανησυχία για το εκκρεμές ζήτημα των υπερπτήσεων της Σιβηρίας· καλεί την Επιτροπή να καταβάλει κάθε αναγκαία προσπάθεια, μεταξύ άλλων θέτοντας το θέμα στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων προσχώρησης της Ρωσίας στον ΠΟΕ, για να αποφευχθούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των κοινοτικών αερομεταφορών·

Κριτήρια για την αξιολόγηση μιας συμφωνίας

7.

υπογραμμίζει ότι, σε κάθε διαπραγμάτευση, πρέπει να λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τα οφέλη μιας άμεσης συμφωνίας σε αντιδιαστολή με μια καθυστερημένη συμφωνία προς αναζήτηση ενός πιο φιλόδοξου αποτελέσματος·

8.

επισημαίνει ότι, κατά την αξιολόγηση συνολικών συμφωνιών που υποβάλλονται προς έγκριση, το Κοινοβούλιο θα επιδιώκει να εφαρμόζει ένα ομοιόμορφο σύνολο προτύπων· επισημαίνει, ιδίως, ότι κατά τη διενέργεια αυτής της αξιολόγησης, το Κοινοβούλιο θα εστιαστεί στο βαθμό στον οποίο: οι περιορισμοί στην πρόσβαση στην αγορά και τις επενδυτικές δυνατότητες καθίστανται λιγότερο αυστηροί με ισορροπημένο τρόπο· παρέχονται κίνητρα για τη διατήρηση και την ενίσχυση κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων· παρέχονται επαρκείς διασφαλίσεις για την προστασία των δεδομένων και την ιδιωτικότητα· περιλαμβάνεται η αμοιβαία αναγνώριση προτύπων ασφάλειας και προστασίας· διασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο για τα δικαιώματα των επιβατών·

9.

θεωρεί ότι απαιτούνται επειγόντως παγκόσμια πρότυπα για την προστασία των δεδομένων και την ιδιωτικότητα και ότι τα κριτήρια που ορίζει το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 5ης Μαΐου 2010 διαμορφώνουν ένα κατάλληλο πρότυπο για μια τέτοια συμφωνία· διαπιστώνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναλάβει έναν ηγετικό ρόλο στην ανάπτυξη αυτών των διεθνών προτύπων·

10.

εφιστά την προσοχή στην αυξανόμενη σημασία της συμβολής του κλάδου των αερομεταφορών στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη και θεωρεί ότι οι συμφωνίες πρέπει να περιλαμβάνουν δέσμευση για συνεργασία, στο πλαίσιο της Διεθνούς Οργάνωσης Πολιτικής Αεροπορίας, με σκοπό τη μείωση των εκπομπών των αεροσκαφών, μαζί με τα στόχο να ενισχυθεί η τεχνική συνεργασία στους τομείς της κλιματικής επιστήμης, της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης, καθώς και της αποδοτικότητας των καυσίμων·

11.

υπενθυμίζει ότι διάφορες πτυχές ρύθμισης των αεροπορικών μεταφορών, περιλαμβανομένων των περιοριστικών διατάξεων σε σχέση με τον θόρυβο και των περιορισμών των νυχτερινών πτήσεων, πρέπει να καθορίζονται σε τοπικό επίπεδο, τηρώντας πλήρως την αρχή της επικουρικότητας· ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συντονίσει αυτά τα θέματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο λαμβάνοντας υπόψη την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών καθώς και την αρχή της ισόρροπης προσέγγισης όπως αυτή ορίστηκε από τη Διεθνή Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας·

12.

καλεί την Επιτροπή να χρησιμοποιεί τις συμφωνίες για τις αεροπορικές μεταφορές για να προωθεί τη συμμόρφωση προς τη σχετική διεθνή νομοθεσία για τα κοινωνικά δικαιώματα, ιδίως στα πρότυπα εργασίας που έχουν ενσωματωθεί στις θεμελιώδεις συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ 1930-1999), και τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις (1976, αναθ. 2000), καθώς και τη Συνθήκη της Ρώμης (1980) για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές υποχρεώσεις ·

13.

σημειώνει ότι, στην περίπτωση των συμφωνιών για την ασφάλεια, στα κριτήρια συγκαταλέγονται: η πλήρης αμοιβαία αναγνώριση των πρακτικών και των διαδικασιών πιστοποίησης· οι ανταλλαγές δεδομένων ασφάλειας· οι κοινές επιθεωρήσεις· η αυξημένη συνεργασία ρυθμιστικού χαρακτήρα· καθώς και η διαβούλευση σε τεχνικό επίπεδο ώστε να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα προτού ενεργοποιήσουν τον μηχανισμό διευθέτησης διαφορών·

Διαδικασία

14.

τονίζει ότι, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφασίσει για το εάν θα δώσει την έγκρισή του ή όχι στο τέλος των διαπραγματεύσεων, το Κοινοβούλιο πρέπει να παρακολουθεί τη διαδικασία από την αρχή· θεωρεί ότι είναι επίσης προς το συμφέρον των άλλων θεσμικών οργάνων τυχόν ανησυχίες ιδιαίτερης σημασίας που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ετοιμότητα του Κοινοβουλίου να παράσχει την έγκρισή του, να εντοπίζονται και να καθησυχάζονται σε αρχικό στάδιο·

15.

υπενθυμίζει ότι η συμφωνία πλαίσιο του 2005 δέσμευε ήδη την Επιτροπή να παρέχει έγκαιρη και σαφή ενημέρωση στο Κοινοβούλιο κατά την προετοιμασία, τη διεξαγωγή και την ολοκλήρωση των διεθνών διαπραγματεύσεων· διαπιστώνει ότι στην αναθεωρημένη συμφωνία πλαίσιο του Οκτωβρίου 2010 τονίζεται ιδιαίτερα το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να λαμβάνει εξαρχής, τακτικά και, όπου είναι ανάγκη, σε εμπιστευτική βάση, όλες τις πληροφορίες σχετικά με την υπό εξέλιξη διαδικασία σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων·

16.

αναμένει από την Επιτροπή να παράσχει στην αρμόδια επιτροπή του πληροφορίες σχετικά με την πρόθεση να προταθούν διαπραγματεύσεις με σκοπό τη σύναψη και την τροποποίηση διεθνών συμφωνιών για τις αεροπορικές μεταφορές, τα σχέδια οδηγιών διαπραγμάτευσης, σχέδια κειμένων διαπραγμάτευσης και το έγγραφο προς μονογραφή μαζί με άλλα σχετικά έγγραφα και πληροφορίες· αναμένει να ορίζεται ρητά στη συμφωνία ο ρόλος του Κοινοβουλίου σε σχέση με οποιεσδήποτε περαιτέρω τροποποιήσεις μιας διεθνούς συμφωνίας για τις αεροπορικές μεταφορές·

17.

επισημαίνει ότι οι προαναφερθείσες πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 24 της συμφωνίας πλαίσιο πρέπει να διαβιβάζονται με τέτοιο τρόπο στο Κοινοβούλιο, ώστε να επιτρέπεται σε αυτό να εκφράζει τις απόψεις του, εφόσον συντρέχει περίπτωση· καλεί τη Επιτροπή να υποβάλει έκθεση στο Κοινοβούλιο σχετικά με το πώς θα λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις του·

18.

αναγνωρίζει ότι, όταν το Κοινοβούλιο λαμβάνει ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, φέρει την υποχρέωση να διασφαλίζει την τήρηση του απορρήτου·

19.

σημειώνει ότι ο Κανονισμός του Κοινοβουλίου επιτρέπει στην Ολομέλεια «βάσει έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής της να εγκρίνει συστάσεις με το αίτημα να ληφθούν υπόψη πριν από τη σύναψη της εν λόγω διεθνούς συμφωνίας» (Άρθρο 90)·

20.

αναγνωρίζει ότι οι συμφωνίες για τις αεροπορικές μεταφορές προσδίδουν συχνά σημαντικό ρόλο σε μια κοινή επιτροπή, σε σχέση κυρίως με την κανονιστική σύγκλιση· αποδέχεται ότι, σε πολλές περιπτώσεις, αυτός είναι ένας πιο ευέλικτος και αποτελεσματικός τρόπος λήψης αποφάσεων από το να επιδιώκεται η συμπερίληψη των σημείων αυτών στην ίδια τη συμφωνία· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι είναι σημαντικό να λαμβάνει το Κοινοβούλιο πλήρη και έγκαιρη πληροφόρηση σχετικά με τις εργασίες των διαφόρων κοινών επιτροπών·

21.

καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο της λειτουργικής ροής πληροφοριών, να υποβάλλει έκθεση στο Κοινοβούλιο σε τακτά διαστήματα και τουλάχιστον ανά τρία έτη, όπου θα αναλύονται τα ισχυρά και τα αδύναμα σημεία των ισχυουσών συμφωνιών· διαπιστώνει ότι το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να αξιολογεί αποτελεσματικότερα μελλοντικές συμφωνίες βασιζόμενο σε αυτήν την έκθεση·

*

* *

22.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


(1)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0366.

(2)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0239.

(3)  ΕΕ C 81 E της 15.3.2011, σ. 70.

(4)  ΕΕ C 74 E της 20.3.2008, σ. 506.

(5)  ΕΕ C 301 E της 13.12.2007, σ. 143.

(6)  ΕΕ C 287 E της 24.11.2006, σ. 84.

(7)  Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 218, παράγραφος 10.


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/9


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις δράσεις έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης

P7_TA(2011)0256

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την ενδιάμεση αξιολόγηση του έβδομου προγράμματος πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις δράσεις έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (2011/2043(INI))

2012/C 380 E/03

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως τα άρθρα σχετικά με την έρευνα,

έχοντας υπόψη την απόφαση αριθ. 1982/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (έκτοτε Συνθήκη της Λισαβόνας, Ευρωπαϊκή Ένωση) δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (2007-2013) (1),

έχοντας υπόψη την ανωτέρω απόφαση σχετικά με την παρακολούθηση, τον απολογισμό και την επανεξέταση του 7ου προγράμματος πλαισίου, και ιδίως το άρθρο 7,

έχοντας υπόψη το άρθρο 182 παράγραφος 2, της ΣΛΕΕ σχετικά με την προσαρμογή του προγράμματος πλαισίου αναλόγως της εξέλιξης της κατάστασης,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου 2011 με τίτλο «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την απάντηση στην έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων που αφορά την ενδιάμεση αξιολόγηση του έβδομου προγράμματος πλαισίου δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης και την έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων που αφορά την ενδιάμεση αξιολόγηση της Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης Καταμερισμού του Κινδύνου» (COM(2011)0052),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της ενδιάμεσης αξιολόγησης του έβδομου προγράμματος πλαισίου δραστηριοτήτων έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδοτικής διευκόλυνσης καταμερισμού του κινδύνου, από την 3074η συνεδρίαση του Συμβουλίου «Ανταγωνιστικότητα» (Εσωτερική Αγορά, Βιομηχανία, Έρευνα και Διάστημα) της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Μαρτίου 2011,

έχοντας υπόψη την τελική έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων «Ενδιάμεση Αξιολόγηση του 7ου Προγράμματος Πλαισίου» της 12ης Νοεμβρίου 2010,

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με την απλοποίηση της εκτέλεσης των προγραμμάτων πλαισίων έρευνας (2),

έχοντας υπόψη την έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων «Αξιολόγηση των έκτων προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης 2002-2006» του Φεβρουαρίου του 2009,

έχοντας υπόψη την έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων «Η πορεία προς έναν παγκόσμιας κλάσης οργανισμό προκαταρκτικής έρευνας: Εξέταση των δομών και μηχανισμών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας», της 23ης Ιουλίου 2009,

έχοντας υπόψη την έκθεση της ομάδας ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων «Ενδιάμεση αξιολόγηση της Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης Καταμερισμού του Κινδύνου (RSFF)» της 31ης Ιουλίου 2010,

έχοντας υπόψη την έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων «Πρώτη ενδιάμεση αξιολόγηση της κοινής επιχείρησης της πρωτοβουλίας για τα καινοτόμα φάρμακα» της 20ής Δεκεμβρίου 2010,

έχοντας υπόψη την έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων «Πρώτη ενδιάμεση αξιολόγηση των κοινών τεχνολογικών πρωτοβουλιών ARTEMIS και ENIAC» της 30ής Ιουλίου 2010,

έχοντας υπόψη την έκθεση της επιτροπής ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων «Ενδιάμεση αξιολόγηση του κοινού προγράμματος «Αυτόνομη διαβίωση υποβοηθούμενη από το περιβάλλον» » του Δεκεμβρίου του 2010,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Περιφερειών, η οποία εξεδόθη κατά τη σύνοδο της ολομέλειας της 27ης και 28ης Ιανουαρίου 2011 και αφορά την απλοποίηση και την εφαρμογή των προγραμμάτων πλαισίων έρευνας,

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 20ής Μαΐου 2010 σχετικά με την υλοποίηση των συνεργειών των διαθέσιμων πόρων για την έρευνα και την καινοτομία στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1080/2006 για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα και ανάπτυξη στις πόλεις και τις περιφέρειες, καθώς και στα κράτη μέλη και την Ένωση (3),

έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου αριθ. 9/2007 της 22ας Νοεμβρίου 2007 για «την αξιολόγηση των προγραμμάτων πλαισίων Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (Ε&ΤΑ) της ΕΕ: Μπορεί να βελτιωθεί η προσέγγιση της Επιτροπής;»,

έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου αριθ. 8/2009 για τα δίκτυα αριστείας και τα ολοκληρωμένα έργα της κοινοτικής πολιτικής έρευνας,

έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση αριθ. 2/2010 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τίτλο την αποτελεσματικότητα των υποπρογραμμάτων στήριξης, προπαρασκευαστικές μελέτες και κατασκευή νέων υποδομών στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος πλαισίου για την έρευνα,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, με αντικείμενο την «απλούστευση της εφαρμογής των προγραμμάτων πλαισίων έρευνας»,

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A7-0160/2011),

Α.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για δράσεις έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (7ΠΠ) είναι το μεγαλύτερο όργανο υποστήριξης της έρευνας σε παγκόσμιο επίπεδο και αποτελεί το κύριο εργαλείο της ερευνητικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Β.

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που προέκυψαν από την ενδιάμεση αναθεώρηση του 7ΠΠ λόγω των πολυάριθμων αλλαγών που έχουν επισυμβεί από της διαπραγματεύσεως και της εγκρίσεώς του το 2006 (νέοι θεσμοί, νέα πολιτικά όργανα, οικονομική κρίση), αλλά και λόγω των ιδιαίτερα σημαντικών διαθέσιμων οικονομικών πόρων του μέχρι του πέρατός του,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγει την υλοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου έρευνας ως ειδικό μέσο της ευρωπαϊκής πολιτικής,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η «στρατηγική Ευρώπη 2020» καθιστά την έρευνα και την καινοτομία κεντρικό στοιχείο της ευφυούς, βιώσιμης και αλληλέγγυας ανάπτυξης,

Ε.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η έρευνα αποτελεί τη διαδικασία μετατροπής της οικονομικής ισχύος σε γνώση, ενώ καινοτομία είναι η αντίστροφη διαδικασία μετατροπής της γνώσης σε οικονομική ισχύ,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη της πρέπει να θέσουν στη διάθεσή τους τα μέσα προκειμένου να δοθεί κοινή απάντηση στις μεγάλες κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές, δημογραφικές και ηθικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκοί λαοί, όπως είναι η δημογραφική γήρανση, η υγεία, η προσφορά τροφίμων, η βιώσιμη ανάπτυξη, οι μείζονες περιβαλλοντικές προκλήσεις κ.ά., και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι λύσεις οι οποίες προκύπτουν πρέπει να κινητοποιήσουν τους πολίτες ώστε να επωμιστούν μεγαλύτερη ευθύνη για τις ενέργειές τους,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η πραγματοποίηση επενδύσεων στους τομείς της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας αποτελεί την καλύτερη δυνατή μακροπρόθεσμη λύση για την τρέχουσα οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, επιτρέποντας στην ΕΕ να γίνει μια κοινωνία της γνώσης που θα είναι ανταγωνιστική σε παγκόσμιο επίπεδο,

Η.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρώπη ανταγωνίζεται οικονομικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Αυστραλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Ρωσία, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ικανότητά μας να συνενώσουμε και να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας, ιδίως στον τομέα της έρευνας, μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την οικονομική μας ανταγωνιστικότητα και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα να χρηματοδοτούμε τις κοινωνικές μας φιλοδοξίες και να τηρούμε τις δεσμεύσεις μας σχετικά με την ευημερία των πολιτών της Ευρώπης και την προστασία του περιβάλλοντος,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης στην Ευρώπη είναι χαμηλές σε σχέση με τις άλλες παγκόσμιες δυνάμεις, μεταξύ άλλων λόγω της έλλειψης ιδιωτικών επενδύσεων και ενός φιλικού προς την καινοτομία νομικού πλαισίου· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελκυστικότητα του ΠΠ7 για τον βιομηχανικό τομέα και η αξιοποίηση της έρευνας προς όφελος της οικονομίας δεν έχουν, ως εκ τούτου, πλήρως αποδειχθεί· λαμβάνοντας υπόψη, και τούτο πέρα των ποσών, ότι διαφαίνεται επίσης η σαφής ανάγκη για έναν καλύτερο συντονισμό και συγχρηματοδότηση μεταξύ της Ένωσης, των κρατών μελών και των περιφερειών, με πλήρη σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων και των δεοντολογικών επιλογών των κρατών μελών,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των δημοσίων επενδύσεων στους τομείς της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας που αποτελεί αντικείμενο ευρωπαϊκής συνεργασίας είναι σχετικά χαμηλό,

ΙΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ουσιώδης μια καλύτερη σχέση μεταξύ του ακαδημαϊκού, του ερευνητικού και του βιομηχανικού κόσμου, ώστε να καταστεί δυνατή η καλύτερη μετατροπή των πορισμάτων έρευνας σε προϊόντα και υπηρεσίες που θα δημιουργήσουν οικονομική ανάπτυξη και οφέλη για την κοινωνία ως σύνολο,

ΙΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΠΠ7 θα πρέπει να βασιστεί στις ίδιες γενικές αρχές με τον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας (ΕΧΕ),

ΙΓ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι επί των 54,6 δισεκατομμυρίων ευρώ του προγράμματος, 25,8 διετέθησαν κατά τα τέσσερα πρώτα έτη (2007 έως 2010)· ήτοι 6,5 δισεκατομμύρια ετησίως κατά μέσο όρο και ότι απομένει να διατεθούν 28,8 δισεκατομμύρια για τα τρία τελευταία έτη (2011 έως 2013), ήτοι 9,6 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο,

ΙΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα έτη 2011 έως 2013 είναι κρίσιμα έτη και θα απαιτηθεί άμεση και ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά τους παράγοντες της ανταγωνιστικότητας και της κοινωνικής συνοχής, βασικό συστατικό των οποίων είναι η έρευνα και η καινοτομία,

ΙΕ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολυπλοκότητα της διοικητικής διαχείρισης, οι σημαντικές διοικητικές διατυπώσεις, η γραφειοκρατία, η έλλειψη διαφάνειας, η μη αποδοτικότητα και οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις παραμένουν μείζονα μειονεκτήματα για το ΠΠ7 και αποτελούν σημαντικά αντικίνητρα για τους ερευνητές, τη βιομηχανία και τις ΜΜΕ στο να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα, και ότι, συνεπώς, η επίτευξη απλούστευσης πρέπει να είναι μία από τις ύψιστες προτεραιότητες,

ΙΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο στόχος της συμμετοχής των ερευνητριών σε ποσοστό 40 % στο ΠΠ7 είναι φιλόδοξος και ορθός· λαμβάνοντας υπόψη ότι επί του παρόντος, η συμμετοχή ερευνητριών στα ερευνητικά σχέδια του ΠΠ7 αντιστοιχεί στο απογοητευτικό ποσοστό του 25,5 %,

1.

εκφράζει την ικανοποίησή του για την ποιότητα των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων σχετικά με την ενδιάμεση αξιολόγηση του ΠΠ7 και της χρηματοδοτικής διευκόλυνσης καταμερισμού του κινδύνου, η οποία καλύπτει την ποιότητα των δραστηριοτήτων, την υλοποίηση και τα αποτελέσματα που καταγράφονται, και τούτο, παρά τον γενικό χαρακτήρα της εντολής που εδόθη στις ομάδες των εμπειρογνωμόνων· επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αξιολόγηση δεν αφορούσε το γενικό σύνολο που απαρτίζεται από τις δράσεις των κρατών μελών και τις δράσεις της Ένωσης·

2.

δεν κατανοεί την καθυστέρηση με την οποία η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωσή της στις 9 Φεβρουαρίου 2011 ενώ είχε την υποχρέωση να το πράξει το αργότερο το 2010 και εκφράζει τη λύπη του για την αδυναμία της ανακοίνωσης της Επιτροπής, δεδομένων των σύγχρονων προκλήσεων, ειδικότερα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, των υπολοίπων αδιάθετων ποσών στο πλαίσιο του ΠΠ7 κ.λπ.·

3.

ζητεί από την Επιτροπή να δώσει, ιδίως, συνέχεια στις δέκα ειδικές συστάσεις της ομάδας εμπειρογνωμόνων·

4.

υπογραμμίζει τη σχετικότητα των συμπερασμάτων που αντλήθηκαν από την ενδιάμεση αξιολόγηση, δεδομένου ότι τα κεφάλαια του ΠΠ7, στην πλειονότητά τους, δεν έχουν ακόμη διανεμηθεί, ότι έχουν ξεκινήσει σχέδια που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη ενώ άλλα τα οποία χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του ΠΠ7 θα υλοποιηθούν μετά τη λήξη ισχύος του·

Αποτελέσματα του ΠΠ7

5.

εκτιμά ότι, παρόλο που η Ευρώπη εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω από τις ΗΠΑ αλλά και να χάνει το προβάδισμά που διατηρούσε σε σχέση με τις αναδυόμενες οικονομίες, τα αποτελέσματα που επετεύχθησαν από το ΠΠ7 τείνουν να παρουσιάζουν ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία σε ό,τι αφορά την έρευνα και ανάπτυξη στην Ευρώπη· καλεί, ωστόσο, την Επιτροπή να επιτείνει τις προσπάθειές της σε ό,τι αφορά τη διάδοση των επιτυχών αποτελεσμάτων στα κράτη μέλη, την επιστημονική κοινότητα και τους ευρωπαίους πολίτες·

6.

αποδοκιμάζει την έλλειψη μιας μεθόδου η οποία θα αξιολογεί κατά πόσον τα σχέδια που χρηματοδοτούνται από το ΠΠ7 έχουν προαγάγει την επιστημονική γνώση·

7.

καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενδυναμώσουν τις επικοινωνιακές προσπάθειές τους σε ό,τι αφορά το ΠΠ7 (μεταξύ άλλων, με τη χρήση νέων τεχνολογιών οι ευφυείς υπηρεσίες ερευνητικών πληροφοριών), διευκολύνοντας την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή, την αναγγελία επερχόμενων ερευνητικών προκλήσεων και τη διάδοση των πορισμάτων της έρευνας· στηρίζει τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής για την προώθηση της ανοικτής πρόσβασης στα αποτελέσματα της δημόσιας χρηματοδοτούμενης έρευνας, όπου αυτό είναι κατάλληλο και εφικτό σε σχέση με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας·

8.

εκφράζει την ικανοποίησή του για το επίπεδο συμμετοχής και αριστείας κατά την επιλογή των προγραμμάτων· εκφράζει πάντως τη λύπη του διότι το ποσοστό επιτυχίας στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος παραμένει γενικώς αρκετά χαμηλό και αποτελεί αντικίνητρο για τη συμμετοχή, ιδίως των ΜΜΕ, οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη μετατροπή των αποτελεσμάτων της έρευνας σε προϊόντα και υπηρεσίες· πιστεύει ότι η απλοποίηση των διοικητικών και χρηματοδοτικών κανόνων, καθώς και η ύπαρξη προγραμμάτων και διαδικασιών που να ταιριάζουν καλύτερα στις ανάγκες των ΜΜΕ, είναι παράγοντες που θα μπορούσαν να βελτιώσουν αυτήν την κατάσταση·

9.

σημειώνει ότι ο ολοένα αυξανόμενος αριθμός των στόχων και των καλυπτόμενων θεμάτων και η ποικιλία των μέσων έχουν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του ΠΠ7 και έχουν μειώσει την ικανότητά του να εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο ευρωπαϊκό στόχο·

10.

εγκρίνει την ενίσχυση του ειδικού προγράμματος «Συνεργασία», το οποίο παραμένει έγκυρο απέναντι στις σύγχρονες επιστημονικές και τεχνολογικές προκλήσεις· τονίζει το ρόλο του στην ανάπτυξη μιας κρίσιμης μάζας ΕΑΚ η οποία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον τρόπο αυτό σε εθνικό/περιφερειακό επίπεδο, αποδεικνύοντας έτσι την ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία· πιστεύει ότι η συνεργατική διεθνική έρευνα θα πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί προτεραιότητα· συνιστά την εφαρμογή της δράσης «μελλοντικές και αναδυόμενες τεχνολογίες» και την επέκταση της χρήσης «φύλλων πορείας» σε όλους τους θεματικούς τομείς· ζητεί περισσότερη ευελιξία στον καθορισμό των θεματικών αξόνων, των κατωφλίων και των ανωτάτων επιπέδων χρηματοδότησης, διακρίνοντας μεταξύ μεγάλων και μικρών προγραμμάτων· υπογραμμίζει ότι το τρέχον πρόγραμμα συνεργασίας είναι υπερβολικά περιορισμένο και ότι τα θέματα συχνά είναι υπερβολικά συγκεκριμένα για να αντιμετωπιστούν οι μείζονες κοινωνικές προκλήσεις· συνιστά το επόμενο πρόγραμμα πλαίσιο να προβλέπει την προκήρυξη προσκλήσεων υποβολής προτάσεων με ευρύτερο θεματικό πεδίο·

11.

τονίζει ότι, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των αυξανόμενων κοινωνικών προκλήσεων, θα χρειαστούν επίσης ευρύτερες διεπιστημονικές προοπτικές· υπογραμμίζει ότι οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο προκειμένου να ανταποκριθεί η ΕΕ στις προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπη· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι πολύ εξειδικευμένες και περιορισμένου θεματικού πεδίου προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του κεφαλαίου «Συνεργασία» σχετικά με τις κοινωνικές, οικονομικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την πραγματοποίηση νέων και καινοτόμων ερευνών στον συγκεκριμένο τομέα·

12.

προτείνει, για να επιτευχθούν οι στόχοι της στρατηγικής ΕΕ 2020, η έρευνα την οποία στηρίζει το ΠΠ7 να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των πιο πιεστικών προκλήσεων της ΕΕ στους τομείς που καθορίζονται στο κεφάλαιο «Συνεργασία» του ΠΠ7: υγεία (συμπεριλαμβανομένων της κλινικής και της προληπτικής έρευνας και των ιατρικών τεχνολογιών), διατροφή και βιοτεχνολογία (συμπεριλαμβανομένης της επισιτιστικής ασφάλειας), ΤΠΕ, νανοεπιστήμες και νανοτεχνολογίες, ενέργεια (συμπεριλαμβανομένων της ενεργειακής απόδοσης, των έξυπνων δικτύων, της ανανεώσιμης ενέργειας, της δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα, του Ευρωπαϊκού Στρατηγικού Σχεδίου Ενεργειακών Τεχνολογιών και της χρήσης βιοαερίου), περιβάλλον (συμπεριλαμβανομένων της κλιματικής αλλαγής, των υδάτων, του εδάφους και των δασών), βιώσιμες μεταφορές, κοινωνικοοικονομικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, διάστημα και ασφάλεια·

13.

προτείνει την ενίσχυση της συνεργατικής έρευνας, όπως π.χ. οι δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος «Συνεργασία»· ζητεί τη δυνατότητα δημιουργίας μικρότερου και μεσαίου μεγέθους σχεδίων και εταιρικών κοινοπραξιών που να επιτρέπουν τον αποτελεσματικό συντονισμό, πέρα από την ενίσχυση της επιστημονικής αριστείας· τονίζει ότι η προσέγγιση της συνεργατικής έρευνας πρέπει να παραμείνει κεντρικό στοιχείο του προγράμματος πλαισίου·

14.

επικροτεί, στο κεφάλαιο «Ιδέες», τα πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα που επετεύχθησαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ΕΣΕ) και το ρόλο του, ο οποίος αποσκοπεί στην ενίσχυση της προβολής και της ελκυστικότητας της ευρωπαϊκής έρευνας· εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη συμμετοχής και εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα στο ΕΣΕ· καλεί την Επιτροπή να αυξήσει τη χρηματοδότηση του ΕΣΕ (η οποία θα αυξήσει επίσης και το ποσοστό επιτυχίας), καθώς και να αξιολογήσει τις δυνατότητες περαιτέρω βελτίωσης των δομών και μηχανισμών του, μεταξύ δε άλλων τη δυνατότητα να καταστεί το ΕΣΕ μια ανεξάρτητη νομική οντότητα με αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων, άμεσα υπεύθυνη για τη δική της επιστημονική στρατηγική και για τη διοικητική της διαχείριση, κάτι το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως πιλότος για μεγαλύτερη ανεξαρτησία και άλλων οργανισμών Ε&Α και καινοτομίας· στηρίζει την αύξηση της διαφάνειας στο πλαίσιο της διαδικασίας διορισμού του Επιστημονικού Συμβουλίου και της σύνθεσης των επιτροπών αξιολόγησης· συνιστά να συνεχίσει το ΕΣΕ να στηρίζει σθεναρά μεμονωμένους άριστους επιστήμονες· καλεί, ωστόσο, το ΕΣΕ να προσφέρει και τη δυνατότητα στήριξης ομαδικών σχεδίων, με την προϋπόθεση πάντα ότι τα σχέδια αυτά θα δημιουργούνται με διαδικασίες «από τα κάτω προς τα άνω»·

15.

υποστηρίζει, στο πλαίσιο του κεφαλαίου «Άνθρωποι», τις δράσεις Marie Curie οι οποίες είναι πολύτιμες για τη σταδιοδρομία των ερευνητών, διασφαλίζουν την εξατομικευμένη έρευνα «από τα κάτω προς τα άνω» σε ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα θεμάτων, τερματίζουν τη «διαρροή εγκεφάλων» και καθιστούν πιο ελκυστική τις ερευνητικές σταδιοδρομίες για πολλά υποσχόμενους νέους ερευνητές τόσο από την Ευρώπη όσο και από τρίτες χώρες· λαμβανομένης υπόψη της σχετικά υψηλής υπερπροσφοράς, συνιστά τη συνέχιση του προγράμματος Marie Curie για την κινητικότητα με εκτεταμένους πόρους εντός του ΠΠ7, έτσι ώστε να αυξηθούν περαιτέρω οι δυνατότητες κινητικότητας για ερευνητές και για διδακτορικούς φοιτητές (μεταξύ άλλων, ανάμεσα σε πανεπιστημιακά ιδρύματα και τον ιδιωτικό τομέα ή ανάμεσα σε κράτη μέλη, με εγκαινιάζοντας παραδείγματος χάριν ένα σύστημα «κουπονιών έρευνας» με χρήματα για έρευνα τα οποία θα ακολουθούν τους ερευνητές)· πιστεύει, ωστόσο, ότι εντός των δράσεων Marie Curie υπάρχει περιθώριο και απλοποίησης ως προς τον αριθμό των δράσεων· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η πλειονότητα του επιστημονικού έργου στο εσωτερικό της ΕΕ εξακολουθεί να εκτελείται υπό επισφαλείς εργασιακές συνθήκες·

16.

θεωρεί ότι, για να αυξηθούν οι ανθρώπινοι πόροι που κατευθύνονται στην έρευνα στην Ευρώπη, οι επαγγελματικές σταδιοδρομίες στο πεδίο αυτό θα πρέπει να καταστούν πιο ελκυστικές, αίροντας τα διοικητικά εμπόδια και αναγνωρίζοντας την αξία και τον χρόνο της κατάρτισης και της εργασίας σε οποιοδήποτε ερευνητικό κέντρο· ενθαρρύνει, προς τον σκοπό αυτό, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καθιερώσουν ένα κοινό σύστημα αξιολόγησης της αριστείας και της σταδιοδρομίας των ερευνητών και αποτίμησης της επίδοσης των πανεπιστημίων· επαναβεβαιώνει τη σημασία της επένδυσης σε εκπαίδευση, κατάρτιση και ανάπτυξη των προσόντων και συμπλήρωσης της διασύνδεσης μεταξύ της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας·

17.

εκφράζει ανησυχίες για την ετερογένεια των στόχων του κεφαλαίου «Ικανότητες» και για τις δυσκολίες που απορρέουν από αυτήν, συγκεκριμένα σε θέματα διεθνούς συνεργασίας και της προόδου όσον αφορά τις μείζονες ερευνητικές υποδομές (Ευρωπαϊκό Στρατηγικό Φόρουμ Ερευνητικών Υποδομών)· θεωρεί ότι υπάρχει σαφής ανάγκη για δράσεις υπέρ των ΜΜΕ και των καινοτόμων ΜΜΕ και καλεί την Επιτροπή να διατηρήσει τουλάχιστον τις δράσεις αυτές και τον προϋπολογισμό που τις συνοδεύει, λαμβάνοντας παράλληλα μέτρα βελτίωσης της υλοποίησής τους· εκτιμά ότι τα προγράμματα «Υποδομές» ERA-NET, ERA-NET+ και οι πρωτοβουλίες που βασίζονται στο άρθρο 185 ανταποκρίνονται στο ρόλο τους, ο οποίος συνίσταται στη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας·

18.

αναγνωρίζει ότι οι «Κοινές Τεχνολογικές Πρωτοβουλίες» (ΚΤΠ) βοηθούν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας· εκφράζει τη λύπη του για τα νομικά και διοικητικά εμπόδια (νομική προσωπικότητα, κανόνες χρηματοδότησης και σε ορισμένες περιπτώσεις και πνευματική ιδιοκτησία), τα οποία μπορεί να αποτρέψουν τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού σημαντικών ερευνητικών παραγόντων και ΜΜΕ· εκφράζει επίσης τη λύπη του για την ετερογενή διακυβέρνηση και τις νομικές δομές και το υψηλό κόστος λειτουργίας που απαιτείται για την έναρξη λειτουργίας των ΚΤΠ· καλεί τα κράτη μέλη να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους μόλις αποφασίζουν τη συγχρηματοδότηση των ΚΤΠ· καλεί την Επιτροπή να απλουστεύσει τους κανόνες και τα ποσοστά χρηματοδότησης για παρόμοιες κατηγορίες συμμετεχόντων σε όλες τις ΚΤΠ κατά τα πρότυπα του ΠΠ7, σε ό,τι αφορά, μεταξύ άλλων, την εθνική συγχρηματοδότηση· ζητεί να συμμετέχει στενότερα στον πολιτικό έλεγχο των οργάνων αυτών, ιδίως για να διασφαλιστεί η δέουσα ισορροπία συμμετοχής και δραστηριοτήτων· υπογραμμίζει ότι οι πρωτοβουλίες αυτές δεν θα πρέπει να οδηγούν στον εξωπορισμό δημόσιων κονδυλίων και θα πρέπει να παραμείνουν εντός των νομικών ορίων των κρατικών ενισχύσεων και να καλύπτουν προανταγωνιστικά ζητήματα·

19.

ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει στο Κοινοβούλιο σαφή και λεπτομερή πληροφόρηση σχετικά με τη λειτουργία των ΚΤΠ, αναφέροντας σε κάθε περίπτωση το νομικό καθεστώς τους, τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διοικητικό συμβούλιο και τις δράσεις που αναλαμβάνονται·

20.

αναγνωρίζει τη συστηματικότερη προσφυγή σε προσκλήσεις για την υποβολή υπερβολικά ανοικτών προτάσεων (προσέγγιση από τα κάτω προς τα άνω) έτσι ώστε να διασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη ικανότητα για έρευνα· τονίζει, ωστόσο, την ανάγκη να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ των δύο προσεγγίσεων (από κάτω προς τα άνω και αντιστρόφως), η καθεμιά από τις οποίες καλύπτει ειδικές ανάγκες· τονίζει την ανάγκη διαβούλευσης και συνεργασίας με τους ερευνητές, τη βιομηχανία και παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να καθορισθούν τα θεματολόγια για την έρευνα·

21.

πιστεύει ότι, δεδομένων, ιδίως, της στρατηγικής ΕΕ 2020 και του στόχου της «έξυπνης ανάπτυξης», πρέπει να προσδιοριστούν κοινοί τομείς έρευνας μεταξύ των περισσότερο υποσχόμενων σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες εφαρμογές που επιτρέπουν τον μέγιστο βαθμό ανταλλαγής σε ένα δεοντολογικό πλαίσιο· επισημαίνει ότι οι τομείς αυτοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας κοινής ερευνητικής πλατφόρμας, η οποία θα χρηματοδοτείται από την ΕΕ και θα υποστηρίζεται από ένα κοινό δίκτυο ανταλλαγής δεδομένων και θα θεωρείται μείζονος σημασίας και πρωταρχικού ενδιαφέροντος·

22.

εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα μεγάλος κατακερματισμός της χρηματοδότησης της έρευνας στην Ευρώπη, με πολλαπλές πηγές χρηματοδότησης από τα κράτη μέλη και την Κοινότητα, εφαρμόζοντας διαφορετικές προτεραιότητες, κριτήρια αξιολόγησης, ορισμούς και διαδικασίες, κάτι το οποίο οδηγεί σε περιττές επικαλύψεις, σύγχυση, λάθη και έλλειψη κριτικής μάζας· ζητεί από την Επιτροπή και το Συμβούλιο να θέσουν στην κορυφή της ατζέντας τα θέματα της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των διαφόρων προγραμμάτων της ΕΕ και εθνικών προγραμμάτων· ζητεί από την Επιτροπή τη διεξαγωγή ανάλυσης για την καλύτερη διάρθρωση μεταξύ ευρωπαϊκών και εθνικών δράσεων, συμπεριλαμβανομένης της φάσης του πιθανού συντονισμού στις φάσεις της διατύπωσης προσκλήσεων υποβολής προσφορών και της αξιολόγησης σχεδίων, καθώς και του εντοπισμού των εθνικών κανόνων ή νόμων που εμποδίζουν ή περιπλέκουν τη χρηματοδοτική διαχείριση των διεθνών συνεργατικών προγραμμάτων έρευνας· ζητεί οι προσκλήσεις υποβολής προτάσεων, περιλαμβανομένων και αυτών του Ιουλίου 2011, να δημοσιεύονται σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη χωρίς να επικαλύπτουν ή να ανταγωνίζονται τις εθνικές πρωτοβουλίες, αλλά συμπληρώνοντάς τες· θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι το σύστημα ERA-Net θα πρέπει να ενισχυθεί ως εργαλείο στήριξης της αριστείας και της ανάπτυξης κριτηρίων για δείκτες ποιότητας, οι οποίοι συνιστούν τη βάση για τον συντονισμό μεταξύ προγραμμάτων ή κοινοπραξιών· προτείνει το ΠΠ7 να συμπληρώνει τις προσπάθειες των παραγόντων που διαχειρίζονται εθνικά προγράμματα ενταγμένα στον κοινό προγραμματισμό προκειμένου να εξελιχθεί το πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα και την ανάπτυξη από τη λογική της διαχείρισης σχεδίου στη λογική της διαχείρισης προγράμματος, χωρίς ωστόσο να παραμελείται η διαχείριση μικρής κλίμακας σχεδίων· πιστεύει ότι, για νε είναι επιτυχής ο Κοινός Προγραμματισμός, τα σχέδια πρέπει να επιλέγονται με βάση την αριστεία, να είναι προσαρμοσμένα στα χαρακτηριστικά του κάθε τομέα, να ενισχυθεί ο συντονιστικός ρόλος της Επιτροπής, και τα συμμετέχοντα κράτη να τηρούν τις οικονομικές τους δεσμεύσεις· ζητεί τα τρία τελευταία έτη του ΠΠ7 να αφιερωθούν στη συμβολή για την οικοδόμηση του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας·

23.

εκφράζει τον σκεπτικισμό του για το ότι συχνά υπάρχει η δυνατότητα χρηματοδότησης μιας και μόνο πρότασης ανά πρόσκληση, γεγονός που οδηγεί σε σπατάλη πόρων που επενδύθηκαν για την προετοιμασία και αξιολόγηση άριστων προτάσεων και σε μη χρηματοδότηση άριστων ιδεών· ζητά από την Επιτροπή να διερευνήσει τη δυνατότητα χρηματοδότησης άριστων, μη επιλεγμένων ερευνητικών προτάσεων, μέσα από έναν συμπληρωματικό ερευνητικό προϋπολογισμό (matching research funds) στον οποίο θα συμμετέχουν τα κράτη μέλη, τα περιφερειακά και διαρθρωτικά ταμεία, αλλά και ο ιδιωτικός τομέας.

24.

υπογραμμίζει τη σημασία των άμεσων δράσεων του Κοινού Κέντρου Ερευνών και της συμβολής τους στη βιώσιμη ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα, την προστασία και την ασφάλεια της πυρηνικής ενέργειας·

25.

αναγνωρίζει τη σημασία του σχεδίου της διασύνδεσης του Εύξεινου Πόντου σε σχέση με τη δημιουργία ενός περιφερειακού και εκπαιδευτικού ερευνητικού δικτύου στην ευρύτερη περιοχή του Εύξεινου Πόντου και της σύνδεσής της με το GEANT, και καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να στηρίζει ερευνητικά σχέδια στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου, όπως π.χ. τα HP-SEE, SEE-GRID, SCENE, CAREN και BSRΝ·

26.

ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει, στο πλαίσιο του ΠΠ7 και του μελλοντικού δημοσιονομικού πλαισίου, κατάλληλο επίπεδο χρηματοδότησης στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης για εφαρμογές και υπηρεσίες του Παγκόσμιου Δορυφορικού Συστήματος Πλοήγησης (GNSS)·

27.

τονίζει ότι όλες οι έρευνες στο πλαίσιο του ΠΠ7 πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως διατυπώνονται στον Ευρωπαϊκό Χάρτη· ζητεί συνεπώς μετ’ επιτάσεως από την Επιτροπή να καταστήσει άμεσα διαθέσιμα όλα τα έγγραφα που συνδέονται με το INDECT (ένα ερευνητικό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από το ΠΠ7 και αποβλέπει στην ανάπτυξη ενός αυτοματοποιημένου συστήματος παρακολούθησης, το οποίο θα παρακολουθεί σε μόνιμη βάση ιστοτόπους, κάμερες επιτήρησης και ιδιωτικά ηλεκτρονικά συστήματα) και να προβεί στον καθορισμό σαφούς και αυστηρής εντολής για τον ερευνητικό σκοπό, την εφαρμογή και τους τελικούς χρήστες του INDECΤ· υπογραμμίζει ότι το INDECT δεν πρέπει να λάβει χρηματοδότηση από το ΠΠ7 εάν δεν διερευνηθούν προηγουμένως διεξοδικά οι πιθανές επιπτώσεις του στα θεμελιώδη δικαιώματα·

Συμμετοχή στο ΠΠ7

28.

τονίζει ότι δεν φαίνεται να παρουσιάζει η βιομηχανία υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής σε σχέση με τα προηγούμενα ΠΠ, ιδίως στο κεφάλαιο «Συνεργασία»· κατόπιν τούτου, ζητεί από την Επιτροπή λεπτομερή ανάλυση της ικανότητας του ΠΠ να δίδει μεγαλύτερη ώθηση στις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα·

29.

πιστεύει ότι οι διαδικασίες ανταγωνιστικών προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος για πρόσθετους εταίρους θα πρέπει να βασίζονται στη θεμελιώδη προϋπόθεση ότι οι εταιρείες και οι ερευνητές που συμμετέχουν στο έργο το κατέχουν εις βάθος και γνωρίζουν τι είδους εταίρος ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του και ότι, αντί να τους αναγκάζει να τηρούν τους πίνακες κατάταξης των εμπειρογνωμόνων αξιολόγησης, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί τη γραπτή αιτιολόγηση της επιλογής της κοινοπραξίας·

30.

εκφράζει την ικανοποίησή του για τα αποτελέσματα του ΠΠ7 υπέρ των ΜΜΕ, τόσο όσον αφορά τα μέτρα στήριξης των ΜΜΕ στο κεφάλαιο «Ικανότητα» όσο και το πρόγραμμα «Eurostars» και τον στόχο του 15 %, ο οποίος καθορίσθηκε στο κεφάλαιο «Συνεργασία»· προκειμένου να διευκολυνθεί περαιτέρω η συμμετοχή των ΜΜΕ, ζητεί την προκήρυξη πιο πολλών μη θεματικών προσκλήσεων υποβολής προτάσεων για ΜΜΕ, τη συχνότερη προκήρυξη πρόσκλησης υποβολής προτάσεων (ή την καθιέρωση μιας μόνιμης ανοικτής πρόσκλησης υποβολής προτάσεων), την περαιτέρω απλοποίηση των κανόνων (μεταξύ δε άλλων και των κανόνων για το πρόγραμμα «Eurostars») και τη συντόμευση των περιόδων που μεσολαβούν έως τη χορήγηση των επιδοτήσεων· συνιστά την ενεργότερη συμμετοχή των ΜΜΕ στη διαδικασία αξιοποίησης των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται·

31.

πιστεύει ότι θα πρέπει να δοθούν κίνητρα για η συμμετοχή νέων επιστημόνων σε ομαδικά σχέδια στο πλαίσιο συνεργατικών ερευνητικών δραστηριοτήτων των βιομηχανικών και επιστημονικών οργανισμών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν ειδικά μέτρα με στόχο την αύξηση της συμμετοχής των νέων ερευνητών στα προγράμματα πλαίσια· καλεί την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει την ενδιάμεση αναθεώρηση του έβδομου προγράμματος πλαισίου για την προώθηση της απασχόλησης νέων επιστημόνων, σχεδιάζοντας τους κανόνες και τους τρόπους συμμετοχής κατά τέτοιον τρόπο, ώστε σημαντικό ποσοστό της χρηματοδότησης να διατίθεται για την πρόσληψη νέων ερευνητών·

32.

σημειώνει με ανησυχία τη σχετικά μέτρια συμμετοχή ορισμένων κρατών μελών στο ΠΠ7, κάτι που δεν συμβάλλει στην εδαφική συνοχή και την ισόρροπη ανάπτυξη στην Ευρώπη· θεωρεί ότι η βελτίωση του συντονισμού, της συνεκτικότητας και της συνέργειας μεταξύ του ΠΠ7 και των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής, καθώς και η καλύτερη χρήση του προγράμματος «Άνθρωποι», θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη συμμετοχή των υποεκπροσωπούμενων κρατών μελών· πιστεύει ότι, με τη χρήση των διαρθρωτικών ταμείων για την ενίσχυση της ερευνητικής υποδομής και την προώθηση της οικοδόμησης ικανοτήτων στην έρευνα και την καινοτομία, όλα τα κράτη μέλη μπορούν να καταστούν ικανά να φθάσουν σε ένα υψηλότερο επίπεδο αριστείας (κλίμακα αριστείας)· επικροτεί, συνεπώς, τη συγκρότηση της ομάδας εμπειρογνωμόνων για τις συνέργειες (SEG), η οποία συστάθηκε για την εξεύρεση συνεργειών μεταξύ του ΠΠ7, των διαρθρωτικών ταμείων και του προγράμματος πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και καινοτομία· τονίζει, ωστόσο, την απόλυτη ανάγκη διάκρισης μεταξύ των κριτηρίων για το ΠΠ7 και για τα διαρθρωτικά ταμεία, καθώς η αρχή της αριστείας (υπό τη μοναδική διαχείριση και τον συντονισμό της Επιτροπής) θα πρέπει να κυριαρχεί κατά την κατανομή των κονδυλίων του ΠΠ7, προκειμένου να διασφαλίζεται η μέγιστη προστιθέμενη αξία της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας στην Ευρώπη· επισημαίνει με ικανοποίηση ότι, για την περίοδο 2007-2013, στο πλαίσιο των κονδυλίων συνοχής, 86 δισ. ευρώ διατίθενται για τη στήριξη της καινοτομίας (25 % του συνολικού ποσού), εκ των οποίων η χρηματοδότηση για τη βασική έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη ανέρχεται σε 50 δισ. ευρώ, ίση με τον συνολικό προϋπολογισμό του ΠΠ7· τονίζει τη σημασία της εδαφικής διάστασης της Ε&Α, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τη χάραξη των πολιτικών, τις ειδικές ανάγκες και τις ικανότητες των εδαφών («έξυπνη εξειδίκευση»)· θεωρεί, ως εκ τούτου, ζωτικής σημασίας τη συμμετοχή των περιφερειακών και τοπικών αρχών στην αναβάθμιση της ικανότητας έρευνας και καινοτομίας της περιφέρειάς τους· συνιστά όπως τα παρόντα αχρησιμοποίητα κονδύλια που παραμείνουν στον προϋπολογισμό της ΕΕ έως τα τέλη του 2013 και αυτά που θα προγραμματισθούν για την περίοδο 2014-2020 είναι προσανατολισμένα με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην καινοτομία, την επιστήμη και την έρευνα, τόσο σε ό,τι αφορά τους ανθρώπινους πόρους όσο και ως προς την ανάπτυξη και την υποδομή·

33.

επικροτεί τη σταθερή αλλά δειλή πρόοδο προς την επίτευξη μιας πιο ισορροπημένης συμμετοχής των φύλων στο πρόγραμμα πλαίσιο, δεδομένου ότι η διαφορετικότητα είναι σημαντική για τη δημιουργικότητα και την καινοτομία· επισημαίνει ότι οι ερευνήτριες τείνουν να εργάζονται σε μικρότερα, λιγότερο προβεβλημένα ερευνητικά σχέδια και καθήκοντα και ότι στην περίπτωση των ερευνητριών φαίνεται να υφίσταται μια εξόχως προβληματική «γυάλινη οροφή», που οδηγεί σε μείωση του ποσοστού των ερευνητριών με αρχαιότητα, όπως φαίνεται από τον χαμηλό αριθμό των ερευνητριών που επιλέγονται για τις επιχορηγήσεις των έμπειρων ερευνητών του ΕΣΕ· συμφωνεί ότι θα πρέπει να ενισχυθούν τα μέτρα για την τόνωση της γυναικείας συμμετοχής σε όλη τη διάρκεια ζωής των προγραμμάτων (δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα ευέλικτα ωράρια εργασίας, στις βελτιωμένες υπηρεσίες φύλαξης παιδιών, στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης και στις γονικές άδειες) και ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναθερμάνει το ενδιαφέρον της για την προώθηση των γυναικών επιστημόνων και θα πρέπει να επιδιώξει την κινητοποίηση των κρατών μελών για να καλυφθεί το χάσμα μεταξύ των δύο φύλων· υπογραμμίζει ότι η επίτευξη του στόχου της γυναικείας συμμετοχής σε ποσοστό 40 % στις προγραμματικές και συμβουλευτικές επιτροπές πρέπει να υλοποιηθεί με λεπτούς χειρισμούς· καλεί την Επιτροπή να συγκροτήσει μια διατομεακή επιτροπή παρακολούθησης και παροχής συμβουλών όσον αφορά την εκπροσώπηση των ερευνητριών και να καταρτίσει ένα σχέδιο δράσης για το φύλο, όπως συνιστάται στην εκ των υστέρων αξιολόγηση του ΠΠ6· καλεί τα πανεπιστήμια και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να προαγάγουν την επιστήμη ως πεδίο ενδιαφέροντος για αμφότερα τα φύλα από τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, προωθώντας τις ερευνήτριες ως πρότυπο ρόλου·

34.

ζητεί να αναγνωρισθεί σε περιφερειακή κλίμακα ο σημαντικός ρόλος που διαδραματίζουν ενδιάμεσες οργανώσεις (όπως τα εμπορικά επιμελητήρια, το δίκτυο Enterprise Europe Network και οι περιφερειακοί οργανισμοί καινοτομίας) ως σύνδεσμος μεταξύ καινοτόμων τοπικών ΜΜΕ και Επιτροπής·

35.

πιστεύει ότι τα προγράμματα θα πρέπει να είναι ανοικτά στη συμμετοχή διεθνών εταίρων· επισημαίνει ότι η βασική αρχή θα πρέπει να συνίσταται στη δυνατότητα χρηματοδότησης όλων των προγραμμάτων και από ξένους ομίλους (με συγκεκριμένες αρμοδιότητες)· απορρίπτει το σκεπτικό ότι η Επιτροπή είναι η πλέον αρμόδια, έναντι των ερευνητών, να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την επιλογή των συνεργαζόμενων εταίρων·

36.

θεωρεί ότι το ΠΠ7 θα πρέπει να υπογραμμίζει τις προτεραιότητές του σε θέματα διεθνούς συνεργασίας και έχει την άποψη ότι η επιλογή των στοχευμένων χωρών και θεμάτων για τις δράσεις της διεθνούς συνεργασίας πρέπει να ασκείται σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη ώστε να διασφαλίζεται συμπληρωματικότητα των δράσεων αυτών με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη· επαναβεβαιώνει, ωστόσο, ότι πρέπει να δοθεί έμφαση στη συνεργασία με αναπτυσσόμενες χώρες·

Χρηματοδότηση

37.

θεωρεί ότι το επίπεδο χρηματοδότησης του ΠΠ7, το οποίο είναι αξιόπιστο και αναγκαίο, πρέπει τουλάχιστον να διατηρηθεί, έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν οι μείζονες κοινωνικές προκλήσεις, και υπενθυμίζει ότι η επένδυση στην έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία είναι μακροπρόθεσμη και συνιστά αποφασιστικό στοιχείο για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής 2020·

38.

θεωρεί ότι οι δαπάνες του ΠΠ7, καθώς και ο συνολικός προσανατολισμός της έρευνας, θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν όσο το δυνατόν περισσότερο με τους πρωταρχικούς στόχους πολιτικής που καθορίζονται στη στρατηγική Ευρώπη 2020· εκτιμά ότι η επιστημονική πρόοδος επί των μειζόνων προκλήσεων απαιτεί μεσο-μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις χρηματοδοτικών μέσων που στηρίζουν τόσο τη βασική έρευνα όσο και τη συνεργασία με τη βιομηχανία και άλλους εξωτερικούς εταίρους·

39.

επισημαίνει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ερευνητικές υποδομές και τονίζει ότι η ανάπτυξη και χρηματοδότησή τους (που βασίζεται στον κατάλογο του Ευρωπαϊκού Στρατηγικού Φόρουμ Ερευνητικών Υποδομών (ESFRI και περιλαμβάνει την παροχή εργαστηριακού εξοπλισμού και μέσων και τη συντήρησή τους) πρέπει να διαθέτει καλύτερο συντονισμό και συγχρηματοδότηση μεταξύ του ΠΠ7, των οργάνων της ΕΤΕ, των διαρθρωτικών ταμείων και των εθνικών και περιφερειακών πολιτικών· πιστεύει ότι πρέπει να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη ερευνητικών υποδομών στα διάφορα κράτη μέλη και να ενισχυθεί μια ανοικτή και βασισμένη στην αριστεία πρόσβαση στις υποδομές της έρευνας· ζητεί να καταβληθούν προσπάθειες για την τόνωση της χρηματοδότηση των ερευνητικών υποδομών εντός του ΠΠ7, ιδίως εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερο πεδίο για προστιθέμενη αξία της ΕΕ·

40.

θεωρεί ότι οι δικαιούχοι της χρηματοδότησης ερευνητικών υποδομών θα πρέπει να αιτιολογούν με σαφήνεια τον ρόλο τους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να αξιοποιήσουν τον εξοπλισμό, τα εργαστήρια και το ερευνητικό ή τεχνικό προσωπικό· για τον σκοπό αυτόν, πιστεύει ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα παρακολούθησης και επιθεώρησης, ώστε να ελέγχει τη συμμόρφωση προς τις συμφωνίες·

41.

απευθύνει έκκληση στα κράτη μέλη και την ΕΕ να τηρήσουν τις οικονομικές τους δεσμεύσεις, περιλαμβανομένων των δεσμεύσεων για δράσεις που απορρέουν από τα άρθρα 185 και 187, στο πλαίσιο των διεθνών συμφωνιών επί θεμάτων έρευνας·

42.

καλεί την Επιτροπή –ενόψει του στόχου για χρηματοδότηση της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης με 3 % του ΑΕΠ ως το 2020, και αναγνωρίζοντας ότι η έρευνα και η καινοτομία αποτελούν τη μοναδική σίγουρη οδό προς την οικονομική ανάκαμψη της ΕΕ– να εξετάσει το ενδεχόμενο ορισμού ενδιάμεσου ελάχιστου δεσμευτικού ποσοστού χρηματοδότησης της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της τάξης του 1 % του ΑΕγχΠ ως το 2015·

Ρόλος της καινοτομίας

43.

σημειώνει μια ενίσχυση της διάστασης «καινοτομία» στα μελλοντικά προγράμματα εργασιών· έχει την άποψη ότι - προκειμένου τα προγράμματα έρευνας και καινοτομίας να έχουν σαφή αντίκτυπο στην αγορά και την κοινωνία - θα πρέπει να σχεδιαστούν δράσεις που να επιτρέπουν τη βέλτιστη αξιοποίηση και εμπορία των αποτελεσμάτων της έρευνας, π.χ. οι οποίες να εξετάζουν το δυναμικό εμπορίας των αποτελεσμάτων της έρευνας σε ειδικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων ή σε κριτήρια αξιολόγησης σε συγκεκριμένους τομείς· καλεί την Επιτροπή να ξεκινήσει τη χρηματοδότηση των έργων επίδειξης, καθώς και των πιλοτικών και δοκιμαστικών έργων πριν από τη λήξη του ΠΠ7 και να εξετάσει ένα χρηματοδοτικό σύστημα που να ανταμείβει τα επιτυχή σχέδια και να στηρίζει την εισαγωγή τους στην αγορά για τη συμπλήρωση της υφιστάμενης χρηματοδότησης· κρίνει, στο ίδιο πλαίσιο, ότι χρειάζεται στενή συνεργασία μεταξύ του ΠΠ7, του Προγράμματος Πλαισίου Ανταγωνιστικότητας και Καινοτομίας και των διαρθρωτικών ταμείων·

44.

επισημαίνει ότι, εάν το ΠΠ7 διαρθρώνεται με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται διάκριση μεταξύ της επιστήμης για την επιστήμη, της επιστήμης για τον ανταγωνισμό και της επιστήμης για την κοινωνία, υπάρχει ο κίνδυνος να παραβλεφθεί η σταδιακή μετάβαση από τη βασική έρευνα στην εφαρμοσμένη έρευνα και στην καινοτομία· υπογραμμίζει ότι πρέπει να διασφαλισθεί η επιτυχής υλοποίηση ολοκληρωμένων σχεδίων η οποία δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από δύσκαμπτες δομές·

45.

πιστεύει ότι τόσο το ΠΠ7 όσο και το μελλοντικό ΠΠ8 πρέπει να συμβάλουν περισσότερο στην ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Ευρώπη, και καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν την εφαρμοσμένη έρευνα·

46.

αν και αναγνωρίζει ότι το ΠΠ7 στρέφεται πρωτίστως στην έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, τονίζει τη σημασία του σχεδιασμού των πολιτικών και προγραμμάτων της ΕΕ κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αξιοποιούνται στο έπακρο οι συνέργειες με ολόκληρη την αλυσίδα αξιών της έρευνας και ανάπτυξης (από την έρευνα και την εκπαίδευση, μέσω της καινοτομίας, στη δημιουργία θέσεων εργασίας)· πιστεύει ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθούν οι στόχοι που τίθενται στην «Ένωση Καινοτομίας» και να επιταχυνθεί η μετατροπή της Ευρώπης σε μία κοινωνία βασισμένη στη γνώση· στο πλαίσιο αυτό, αν και μολονότι επικροτεί την παρούσα ανάπτυξη ενός πίνακα επιδόσεων στον τομέα της καινοτομίας, ζητεί έναν ευρύ ορισμό της καινοτομίας (συμπεριλαμβανομένης και της μη τεχνολογικής και της καθοδηγούμενης από τους εργαζομένους καινοτομίας) καθώς και την ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών προτύπων, μεθοδολογιών και εργαλείων για τη μέτρηση και την τόνωση της καινοτομίας, μεταξύ άλλων μέσω δημοσίων συμβάσεων, του καθορισμού προτύπων και της χρηματοοικονομικής τεχνικής·

47.

αναγνωρίζει ότι οι ευρωπαϊκές τεχνολογικές πλατφόρμες, οι κοινές τεχνολογικές πρωτοβουλίες (JTI) και οι εταιρικές σχέσεις δημόσιων και ιδιωτικών φορέων (PPP) συμβάλλουν στη μεγαλύτερη συμμετοχή του βιομηχανικού τομέα και ζητεί την εδραίωσή τους στα μελλοντικά προγράμματα· τονίζει την ανάγκη διασφάλισης επαρκών κανόνων συμμετοχής (συμπεριλαμβανομένων και των κανόνων περί πνευματικής ιδιοκτησίας) και ποσοστών χρηματοδότησης (συμπεριλαμβανομένων των ποσοστών χρηματοδότησης για τις έμμεσες δαπάνες), καθώς και την ανάγκη να επιδιωχθεί περαιτέρω απλοποίηση, έτσι ώστε να υπάρξει προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού ΜΜΕ, δημόσιων ιδρυμάτων έρευνας και μικρότερων ερευνητικών οργανισμών, και έτσι να διασφαλισθεί καλύτερη ισορροπία στην πρόσβαση και τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων σε JTI και PΡΡ·

Παρακολούθηση των μέτρων απλοποίησης

48.

εκφράζει την ανησυχία του για τον υπερβολικό διοικητικό φόρτο του ΠΠ7· τονίζει ότι τα μέτρα απλοποίησης που δεν απαιτούν αλλαγή κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται το ταχύτερο δυνατόν, με παράλληλο σεβασμό των αρχών της απλότητας, της σταθερότητας, της συνέπειας, της ασφάλειας δικαίου, της διαφάνειας, της αριστείας και της εμπιστοσύνης, και ενθαρρύνει την Επιτροπή να διερευνήσει περαιτέρω μέτρα απλοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των εισφορών των αιτούντων σε είδος, καθώς και περαιτέρω ευθυγράμμιση με τις μεθόδους υπολογισμού και τις λογιστικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται στα εθνικά χρηματοδοτικά συστήματα· καλεί την Επιτροπή να λάβει επείγοντα μέτρα ώστε να μειώσει σημαντικά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την υποβολή αιτήσεων έως τη χορήγηση επιδοτήσεων, να μειώσει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες για την προετοιμασία, υποβολή και αξιολόγηση των σχεδίων (μεταξύ άλλων με τη χρήση μιας διαδικτυακής πύλης αιτήσεων της ΕΕ με βάση το ισοδύναμο μοντέλο των ΗΠΑ), να μειώσει τον αριθμό των περιοδικών εκθέσεων οικονομικής κατάστασης και των εγγράφων λογιστικού ελέγχου ανά εκθεσιακή περίοδο, και να εξεύρει καλύτερη ισορροπία μεταξύ του ερευνητικού κινδύνου και ελέγχου· υπογραμμίζει ότι μία νοοτροπία αποφυγής κινδύνου στη χρηματοδότηση της έρευνας στην ΕΕ θα παρεμπόδιζε τη χρηματοδότηση ερευνητικών ιδεών υψηλού κινδύνου, οι οποίες όμως έχουν μέγιστες προοπτικές επιτυχίας, και για το λόγο αυτό, προτείνει ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί μια βασιζόμενη στην εμπιστοσύνη προσέγγιση, με μεγαλύτερη ανεκτικότητα για τον κίνδυνο και την αποτυχία, σε αντίθεση με μία προσέγγιση που βασίζεται αποκλειστικά στα αποτελέσματα, κάτι που θα μπορούσε να δυσχεράνει την καινοτόμο έρευνα· συνιστά μιαν απλοποιημένη ερμηνεία και την περαιτέρω διευκρίνιση του ορισμού επιλέξιμου κόστους· στηρίζει την πρόταση αναθεώρησης του δημοσιονομικού κανονισμού για την απλοποίηση των διαδικασιών και ζητεί την αναθεώρηση ή/και διασταλτική ερμηνεία του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ όσον αφορά το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης· ζητεί πιο ακριβείς, συνεπείς και διαφανείς διαδικαστικούς κανόνες για τους λογιστικούς ελέγχους, μεταξύ άλλων με τη χρήση λιγότερο τυχαίων δειγμάτων και περισσότερο ρεαλιστικών κριτηρίων, όπως η πείρα των συμμετεχόντων και το ιστορικό των λαθών και της συμμόρφωσης·

49.

επαναλαμβάνει τη σημασία της χωρίς καθυστέρηση εισαγωγής διαδικαστικών, διοικητικών και χρηματοδοτικών μέτρων απλοποίησης στη σημερινή διαχείριση του ΠΠ7, όπως αυτά που αναφέρονται στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 11ης Νοεμβρίου 2010· επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 2011 για την εισαγωγή τριών μέτρων απλοποίησης, καθώς και τη δημιουργία Ενιαίου Μέσου Καταχώρισης· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει ταχέως τα μέτρα αυτά κατά τρόπο ομοιόμορφο και να διερευνήσει πού είναι δυνατή η λήψη και πρόσθετων μέτρων απλοποίησης· εκφράζει τη λύπη του για τα σοβαρά προβλήματα ερμηνείας και ανασφάλειας δικαίου όσον αφορά τους συμμετέχοντες στο ΠΠ7 και επαναλαμβάνει την επιθυμία του να διευθετηθούν σύντομα οι υφιστάμενος νομικές διαδικασίες μεταξύ της Επιτροπής και των δικαιούχων σε όλα τα προγράμματα πλαίσια, με παράλληλη τήρηση της αρχής της υπεύθυνης διαχείρισης του δημοσίου χρήματος· ζητεί από την Επιτροπή να επιτρέπει στους δικαιούχους να συμβουλεύονται την επιτροπή ερευνητικής εκκαθάρισης κατά την διάρκεια υλοποίησης ενός έργου ή μετά την ολοκλήρωσή του, ούτως ώστε να αποσαφηνίζονται ζητήματα σχετικά με τον υπολογισμό του κόστους, τους κανόνες συμμετοχής και τους λογιστικούς ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων των εκ των υστέρων λογιστικών ελέγχων· τονίζει την ανάγκη να διατηρηθεί ό,τι λειτουργεί ικανοποιητικά και να τροποποιηθούν μόνον οι κανόνες που χρήζουν προσαρμογής·

50.

ζητεί τη λήψη μέτρων για τη μείωση του χρόνου που μεσολαβεί έως τη χορήγηση των επιδοτήσεων, με στόχο τη βελτίωση του ποσοστού των συμφωνιών επιδοτήσεων που υπογράφονται σε χρονικό διάστημα μικρότερο των οκτώ μηνών κατά ορισμένο ποσοστό για το 2011, και σε χρονικό διάστημα μικρότερο των έξι μηνών για την υπόλοιπη περίοδο·

51.

επικροτεί ένθερμα τις συστάσεις για συντόμευση του χρόνου ανάθεσης και ζητεί μια αξιολόγηση των ήδη υφιστάμενων μέσων πριν από τη δημιουργία οποιωνδήποτε νέων οργάνων στο πλαίσιο του ΠΠ7·

52.

προτείνει η Επιτροπή να βοηθήσει τους δημόσιους οργανισμούς να βελτιώσουν τα συστήματα διαχείρισής τους μέσω της διενέργειας αξιολογήσεων χωρίς οικονομικές συνέπειες που θα επιτρέψουν στους εν λόγω οργανισμούς να καταλήξουν σε ένα σύνολο διαδικασιών οι οποίες θα βελτιώσουν τη διαχείριση των έργων μέσω της υλοποίησής τους σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το οποίο δεν πρέπει να υπερβεί το ένα έτος·

Χρηματοδοτική διευκόλυνση καταμερισμού του κινδύνου (MFPR)

53.

θεωρεί ότι η MFPR διαδραμάτισε ρόλο σημαντικού μοχλού, τόσο από ποιοτικής όσο και από ποσοτικής πλευράς, για την αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας σε μία στιγμή κρίσης όπου ο τραπεζικός τομέας δεν ήταν πλέον σε θέση να διαδραματίσει το ρόλο αυτό, χορηγώντας κατά τα πρώτα έτη δάνεια 8 δισεκατομμυρίων ευρώ από τα οποία προέκυψαν επενδύσεις άνω των 20 δισεκατομμυρίων ευρώ·

54.

εκφράζει πάντως την ανησυχία του για τα αστεία ποσά που χορηγούνται στις ερευνητικές υποδομές, τα πανεπιστήμια και τους οργανισμούς έρευνας και στις ΜΜΕ, ιδίως τις καινοτόμες ΜΜΕ, καθώς και στην ύπαρξη της γνωστής γεωγραφικής και τομεακής ανισορροπίας όσον αφορά τα χορηγούμενα δάνεια· υποστηρίζει, κατά συνέπεια, τις συγκεκριμένες συστάσεις της ομάδας των εμπειρογνωμόνων οι οποίες αποσκοπούν στη βελτίωση της συμμετοχής ορισμένων υποεκπροσωπούμενων ομάδων-στόχων, και υποστηρίζει τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2011, ειδικότερα δε το σημείο στο οποίο ζητεί να διερευνηθούν όλες οι πιθανές ενέργειες για την αξιοποίηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδίως προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση των ΜΜΕ στην αγορά της γνώσης·

55.

εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι προγράμματα της χρηματοδοτικής διευκόλυνσης καταμερισμού του κινδύνου εκτελούνται μόνο σε 18 κράτη μέλη της ΕΕ και σε δύο συνδεδεμένες με την ΕΕ χώρες, και ότι οι ΜΜΕ, τα πανεπιστήμια/οι ερευνητικοί φορείς και οι ερευνητικοί μηχανισμοί υποεκπροσωπούνται επί του παρόντος στο πλαίσιο του εν λόγω μηχανισμού· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τους λόγους για τους οποίους τα υπόλοιπα εννέα κράτη μέλη της ΕΕ δεν έχουν αξιοποιήσει αυτόν τον νέο μηχανισμό –ο οποίος έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλει αποφασιστικά στην αύξηση της χρηματοδότησης για την Ε&Α&Κ– και να εξασφαλίσει τη συμμετοχή όλων των ενεχόμενων χωρών·

56.

καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διερευνήσουν κατά πόσον δημοσιοποιείται η διαθεσιμότητα των δανείων στο πλαίσιο της χρηματοδοτικής διευκόλυνσης καταμερισμού του κινδύνου σε επίπεδο κρατών μελών, και να διασφαλίσουν ότι οι δυνητικοί συμμετέχοντες λαμβάνουν επαρκή πληροφόρηση και συνδρομή για την πρόσβαση στα δάνεια του εν λόγω μηχανισμού, ιδιαίτερα σε εκείνα τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ·

57.

συνιστά η εφαρμογή του καινοτόμου αυτού χρηματοδοτικού οργάνου να συνεχισθεί και να ενταθεί στο ΠΠ7 και στο μελλοντικό ΠΠ8, καθώς συμβάλλει στη βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση και ευνοεί τις ιδιωτικές επενδύσεις· υπογραμμίζει την ανάγκη να διαμορφωθούν αυτά τα μέσα χρηματοδότησης κατά τρόπο ώστε να είναι κατάλληλα για τις ΜΜΕ·

Γενικό συμπέρασμα και μελλοντικοί προσανατολισμοί

58.

ζητεί η χρησιμοποίηση του ΠΠ7 να λάβει υπόψη τις διαφορετικές σε κάθε κράτος μέλος συνέπειες της οικονομικής κρίσης για τα έτη του τέλους του προγράμματος (2011 έως 2013), δεδομένων των σημαντικών ποσών (28,8 δισεκατομμυρίων ευρώ για 3 έτη) τα οποία απομένουν να προγραμματισθούν, των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν για την Ευρώπη του 2020 και της προετοιμασίας ενός Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας και της Ένωσης της Καινοτομίας· ζητεί, ειδικότερα, την εναρμόνιση των στόχων του ΠΠ7 με τις στρατηγικές της ΕΕ για την αποδοτική αξιοποίηση των πόρων, τις πρώτες ύλες και το ψηφιακό θεματολόγιο·

59.

θεωρεί ότι τα εναπομένοντα ποσά δεν πρέπει να αφαιρούνται από την έρευνα και να χρησιμοποιούνται για να καλύψουν άλλα προγράμματα ή μέσα που δεν εντάσσονται στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας και στους στόχους και το πεδίο του ΠΠ7·

60.

τονίζει την ανάγκη βελτίωσης, τόνωσης και διασφάλισης της χρηματοδότησης της έρευνας και ανάπτυξης στην Ένωση μέσω μιας σημαντικής αύξησης στις σχετικές δαπάνες από το 2013 και εξής· είναι της άποψης ότι αυτή η αύξηση της χρηματοδότησης, διπλασιάζοντας, ιδανικά, τον προϋπολογισμό, πρέπει να ευνοεί τη βιώσιμη ανάπτυξη και τον ανταγωνισμό μέσω της αριστείας· τονίζει εν προκειμένω ότι η αύξηση των πόρων πρέπει να συνοδεύεται από μια προσέγγιση που θα είναι περισσότερο προσανατολισμένη προς τα αποτελέσματα και θα βασίζεται στις επιδόσεις, καθώς και από δραστική απλοποίηση των διαδικασιών χρηματοδότησης· υποστηρίζει μια περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των διαφόρων προγραμμάτων έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας της ΕΕ, για παράδειγμα υπό τον τίτλο «Κοινό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και Καινοτομία»· πιστεύει ότι η συνέχεια του μελλοντικού προγράμματος, αφ’ ης στιγμής συγκροτηθεί, θα είναι σημαντικοί για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη·

61.

τονίζει ότι είναι σημαντικό να μελετηθεί η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί σε καθέναν από τους τομείς που έχουν ορισθεί ως πολιτικές προτεραιότητες προς χρηματοδότηση, καθώς και ο βαθμός της αποτελεσματικότητάς τους, προκειμένου να βελτιωθεί η αξιολόγηση των μελλοντικών προγραμμάτων·

*

* *

62.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, καθώς και στα κράτη μέλη.


(1)  ΕΕ L 412 της 30.12.2006, σ. 1.

(2)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0401.

(3)  EE C 161 Ε, 31.5.2011, σ. 104.


11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/20


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Εμπορικές σχέσεις ΕΕ-Καναδά

P7_TA(2011)0257

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τις εμπορικές σχέσεις ΕΕ-Καναδά

2012/C 380 E/04

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, της 9ης Νοεμβρίου 2010, με τίτλο «Εμπόριο, ανάπτυξη και παγκόσμιες υποθέσεις - Η εμπορική πολιτική ως βασική συνιστώσα της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» της ΕΕ» (COM(2010)0612), και την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, της 7ης Ιουλίου 2010, με τίτλο «Προς μια σφαιρική ευρωπαϊκή πολιτική διεθνών επενδύσεων» (COM(2010)0343),

έχοντας υπόψη την κοινή μελέτη της Επιτροπής και της Κυβέρνησης του Καναδά με τίτλο «Assessing the costs and benefits of a closer EU-Canada economic partnership» του Οκτωβρίου του 2008 (1) και την κοινή έκθεση σχετικά με τη δράση διερεύνησης ΕΕ-Καναδά της 5ης Μαρτίου 2009 (2),

έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση της Συνόδου Κορυφής ΕΕ-Καναδά όσον αφορά μια συνολική συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Καναδά που υπεγράφη στην Πράγα στις 6 Μαΐου 2009 (Συμβούλιο, έγγραφο 09547/2009),

έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο της 20ής Δεκεμβρίου 2010 σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών διαπραγμάτευσης για μια συμφωνία οικονομικής ολοκλήρωσης με τον Καναδά προκειμένου να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να διαπραγματευθεί εξ ονόματος της Ένωσης σχετικά με τις επενδύσεις (SEC(2010)1577),

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 10ης Μαρτίου 2011 με τίτλο «Έκθεση του 2011 σχετικά με τους φραγμούς στο εμπόριο και στις επενδύσεις – Δέσμευση των στρατηγικών οικονομικών εταίρων μας σχετικά με τη βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά: προτεραιότητες δράσης σχετικά με το ξεπέρασμα των φραγμών στο εμπόριο» (COM(2011)0114),

έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του, ιδίως το ψήφισμα της 22ας Μαΐου 2007 σχετικά με την Ευρώπη στον κόσμο – εξωτερικές πτυχές της ανταγωνιστικότητας (3), το ψήφισμα της 19ης Φεβρουαρίου 2008 σχετικά με τη Στρατηγική της ΕΕ για την εξασφάλιση της πρόσβασης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην αγορά (4), το ψήφισμα της 20ής Μαΐου 2008 σχετικά με το εμπόριο πρώτων υλών και βασικών προϊόντων (5), το ψήφισμα της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (6), το ψήφισμα της 18ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με τις συνέπειες της απομίμησης/παραποίησης στο διεθνές εμπόριο (7), το ψήφισμα της 5ης Φεβρουαρίου 2009 σχετικά με την ενίσχυση του ρόλου των ευρωπαϊκών ΜΜΕ στο διεθνές εμπόριο (8), το ψήφισμα της 5ης Μαΐου 2010 σχετικά με τη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Καναδά (9), το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες (10), το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τις διεθνείς εμπορικές πολιτικές στο πλαίσιο των επιτακτικών αναγκών που επιβάλλουν οι κλιματικές αλλαγές (11), το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη σε διεθνείς εμπορικές συμφωνίες (12), το ψήφισμα της 17ης Φεβρουαρίου 2011 σχετικά με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020» (13), και το ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2011 σχετικά με τη μελλοντική ευρωπαϊκή πολιτική διεθνών επενδύσεων (14),

έχοντας υπόψη τη συμφωνία πλαίσιο εμπορικής και οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Καναδά (15) και λοιπές συνακόλουθες διμερείς συμφωνίες με τον Καναδά, ιδίως τη συμφωνία για την τελωνειακή συνεργασία και την αμοιβαία συνδρομή σε τελωνειακά ζητήματα (16), τη συμφωνία για υγειονομικά μέτρα όσον αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών ζώντων ζώων και προϊόντων ζώων (17), τη συμφωνία για το εμπόριο οίνων και αλκοολούχων ποτών (18), τη συμφωνία για την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας (19), και τη συμφωνία για τις αεροπορικές μεταφορές (20),

έχοντας υπόψη την αναθεωρημένη συμφωνία πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (21),

έχοντας υπόψη τα άρθρα 207, παράγραφος 3, και 218 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη το άρθρο 115, παράγραφος 5, και το άρθρο 110, παράγραφος 2, του Κανονισμού,

A.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το πολυμερές σύστημα εμπορικών συναλλαγών που βασίζεται σε κανόνες, το οποίο θεσπίσθηκε μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), εξακολουθεί να αποτελεί το πλέον κατάλληλο πλαίσιο για τη ρύθμιση και την προώθηση σωστού και δίκαιου εμπορίου με την ανάπτυξη των κατάλληλων κανόνων και την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με αυτούς τους κανόνες,

B.

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ζωτικής σπουδαιότητας μια επιτυχής συμφωνία επί της Αναπτυξιακής Ατζέντας της Ντόχα για την περαιτέρω ανάπτυξη του ΠΟΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η συμφωνία δεν αποκλείει διμερείς συμφωνίες που προχωρούν πέραν των δεσμεύσεων του ΠΟΕ και οι οποίες είναι συμπληρωματικές στους πολυμερείς κανόνες,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Καναδάς είναι ένας από τους παλαιότερους και πλέον κοντινούς εταίρους της ΕΕ, αφού είναι η πρώτη εκβιομηχανισμένη χώρα με την οποία η ΕΕ υπέγραψε συμφωνία πλαίσιο για εμπορική και οικονομική συνεργασία το 1976 και ότι μια σειρά διμερών συμφωνιών που έχουν σχεδιασθεί για να διευκολύνουν τις στενότερες εμπορικές συναλλαγές έχουν υπογραφεί εδώ και χρόνια,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ είναι ο δεύτερος σπουδαιότερος εμπορικός εταίρος του Καναδά και ο Καναδάς επί του παρόντος είναι ο ενδέκατος σπουδαιότερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ (2009)· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Καναδάς είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πηγή ξένων άμεσων επενδύσεων στην ΕΕ ενώ η ΕΕ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή ξένων άμεσων επενδύσεων στον Καναδά (2008),

E.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινή μελέτη του 2008 κατέδειξε σημαντικά δυνητικά οφέλη τόσο για τον Καναδά όσο και για την ΕΕ από την ελευθέρωση των διμερών εμπορικών συναλλαγών τους,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ιδιωτικοί τομείς τόσο στην ΕΕ όσο και στον Καναδά έχουν εκφράσει ισχυρή υποστήριξη για μια φιλόδοξη και συνολική οικονομική συμφωνία και πιστεύουν ότι η προώθηση μιας στενότερης οικονομικής εταιρικής σχέσης ΕΕ - Καναδά θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα υπέρ της ανάπτυξης στους επενδυτές και στις επιχειρήσεις εντός της ΕΕ και του Καναδά καθώς και διεθνώς,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει μια γενική συναίνεση ότι η οικονομική σχέση ΕΕ-Καναδά δεν έχει φθάσει ακόμη όλες τις δυνατότητές της και ότι μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών ΕΕ-Καναδά μπορεί να συμβάλει σθεναρά στην ανάπτυξη και επίτευξη αυτής της ευκαιρίας, με τη βελτίωση εμπορικών και επενδυτικών ροών, καταργώντας παράλληλα δασμούς και μέγιστες τιμές δασμών καθώς και αδικαιολόγητους μη δασμολογικούς φραγμούς και υποστηρίζοντας στενότερη συνεργασία ιδιαίτερα στους τομείς της ρυθμιστικής συνεργασίας, της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού και της αναγνώρισης προσόντων,

Η.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για μια Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία (ΣΟΕΣ) στοχεύουν σε μια ιδιαίτερα προωθημένη συμφωνία, ξεπερνώντας στο επίπεδο φιλοδοξίας της οιαδήποτε εμπορική και οικονομική συμφωνία που έχουν διαπραγματευθεί μέχρι σήμερα η ΕΕ ή ο Καναδάς, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει ακόμη περαιτέρω την ήδη ισχυρή διμερή εμπορική και επενδυτική σχέση,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή επιδιώκει να ενσωματώσει την προστασία των επενδύσεων στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις με τον Καναδά και έχει προτείνει στο Συμβούλιο τροποποίηση των υφιστάμενων οδηγιών διαπραγμάτευσης,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη ότι αφενός η ΕΕ και αφετέρου ο Καναδάς έχουν δηλώσει ότι έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις της ΣΟΕΣ με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας έως το τέλος του 2011,

1.

θεωρεί ότι το πολυμερές εμπορικό σύστημα, το οποίο είναι ενσωματωμένο στον ΠΟΕ, παραμένει σε μεγάλο βαθμό το πλέον αποτελεσματικό πλαίσιο για την επίτευξη ελεύθερου, δίκαιου και έντιμου εμπορίου σε παγκόσμια βάση· επαναλαμβάνει την ένθερμη υποστήριξή του για μια επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων της Αναπτυξιακής Ατζέντας της Ντόχα η οποία συνεχίζει να είναι η εμπορική προτεραιότητα της ΕΕ· πιστεύει ότι η ΕΕ και ο Καναδάς μπορούν από κοινού να συμβάλουν προς μια επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων της Αναπτυξιακής Ατζέντας της Ντόχα·

2.

τάσσεται υπέρ μιας συμφωνίας με τον Καναδά που θα προχωρεί πέραν των δεσμεύσεων του ΠΟΕ και θα είναι συμπληρωματική στους πολυμερείς κανόνες, με την προϋπόθεση ότι οι διαπραγματεύσεις όντως θα καταλήξουν σε μια ισόρροπη, φιλόδοξη, υψηλής ποιότητας συμφωνία η οποία θα προχωρεί πολύ πέραν των μειώσεων των δασμών· ζητεί να εφαρμοσθεί η αρχή της αμοιβαιότητας στο πλαίσιο των νομικών μέσων που διατίθενται στην περίπτωση εμπορικών διαφορών και τονίζει ιδίως την ανάγκη της βελτίωσης της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών σημάτων, των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και των γεωγραφικών ενδείξεων καθώς και της επίτευξης μιας πραγματικά αμοιβαίας πρόσβασης στην αγορά, ιδιαίτερα στις αγορές υπηρεσιών και στις αγορές δημόσιων προμηθειών (συμπεριλαμβανομένων εκείνων σε μη ομοσπονδιακό επίπεδο)·

3.

καλεί την Επιτροπή, ως σημάδι καλής θέλησης, να μειώσει τις αξιώσεις της έναντι των απαιτήσεων τοπικού περιεχομένου του νόμου περί πράσινης ενέργειας του Οντάριο·

4.

θεωρεί ότι το κεφάλαιο για την πνευματική ιδιοκτησία δεν θα πρέπει να επηρεάσει αρνητικά την παραγωγή γενόσημων φαρμάκων και πρέπει να τηρεί τις εξαιρέσεις της συμφωνίας TRIPs για τη δημόσια υγεία·

5.

σημειώνει ότι η Επιτροπή έχει επιλέξει μια «προσέγγιση αρνητικού καταλόγου», για την ελευθέρωση των επιχειρήσεων, αλλά θεωρεί ότι αυτό θα πρέπει να εκληφθεί ως απλή εξαίρεση και να μην χρησιμεύσει ως προηγούμενο για μελλοντικές διαπραγματεύσεις· θεωρεί ότι η εξαίρεση των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας στο πλαίσιο της GATS παραμένει το πλέον κατάλληλο εργαλείο για την εξασφάλιση της καθολικής πρόσβασης των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες·

6.

εκφράζει την ανησυχία του για τη συνεχιζόμενη εξόρυξη αμιάντου στον Καναδά και για τις σοβαρές συνέπειές της στην υγεία των εργαζομένων· υπενθυμίζει ότι η ΕΕ έχει απαγορεύσει κάθε χρήση αμιάντου καθώς και την εξόρυξη, παραγωγή και επεξεργασία προϊόντων αμιάντου· καλεί τον Καναδά να λάβει παρεμφερή μέτρα προκειμένου να βελτιωθεί η δημόσια υγεία·

7.

με βάση τις συμπληρωματικότητες και των δύο οικονομιών, τονίζει τις μελλοντικές δυνατότητες για αύξηση των εμπορικών, επενδυτικών και επιχειρηματικών ευκαιριών ΕΕ-Καναδά που θα προκύψουν από τη ΣΟΕΣ·

8.

πιστεύει ότι το επίπεδο φιλοδοξίας της Επιτροπής στις συζητήσεις με τον Καναδά θα πρέπει να εξισορροπηθεί με μια εξίσου φιλόδοξη προσέγγιση για τη βιώσιμη ανάπτυξη, ιδίως όσον αφορά το επίπεδο υποχρεώσεων στον τομέα της εργασίας, την ευρύτητα του περιβαλλοντικού κεφαλαίου και τον τρόπο αντιμετώπισης ζητημάτων των πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών (MEA) καθώς και τον μηχανισμό επιβολής, και θα πρέπει να υποστηρίζει και να προωθεί πρωτοβουλίες που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, στην προώθηση των νομικά δεσμευτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων καθώς και στην προώθηση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης·

9.

εκφράζει ικανοποίηση για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στις διαπραγματεύσεις της ΣΟΕΣ και ενθαρρύνει την Επιτροπή να συνεχίσει να πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τους κύριους ενδιαφερόμενους φορείς· αν και η κοινή μελέτη κατέδειξε σημαντικά δυνητικά οφέλη τόσο για τον Καναδά όσο και την ΕΕ, καλεί την Επιτροπή να πραγματοποιήσει το συντομότερο δυνατόν μια συνολική αξιολόγηση του αντίκτυπου στη βιωσιμότητα αξιολογώντας τις προβλέψιμες τομεακές επιπτώσεις και τις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες για την ΕΕ ως αποτέλεσμα της τελικής συμφωνίας·

10.

σημειώνει ότι η αρμοδιότητα για τις σχέσεις ΕΕ-Καναδά ανήκει αποκλειστικά στο ομοσπονδιακό επίπεδο, αλλά εφόσον οι επαρχίες και οι εδαφικές περιοχές του Καναδά είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή των υποχρεώσεων της συμφωνίας που εμπίπτουν στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους, την θεωρεί αναγκαία και εκφράζει ικανοποίηση για τη συμμετοχή των επαρχιών και των εδαφικών περιοχών του Καναδά στις διαπραγματεύσεις της ΣΟΕΣ, και ενθαρρύνει τις επαρχίες και τις εδαφικές περιοχές να συγχρονίσουν τις πολιτικές και τις διαδικασίες που θα επιτρέψουν τη μεγιστοποίηση των δυνητικών ωφελημάτων· θεωρεί ότι μια επιτυχής διαπραγμάτευση θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφείς δεσμεύσεις από τις κυβερνήσεις των επαρχιών και των εδαφικών περιοχών·

11.

σημειώνει με ανησυχία το γεγονός ότι η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο σχέδιο τροποποίησης των οδηγιών διαπραγμάτευσης για την εξουσιοδότηση της Επιτροπής να διαπραγματευθεί με τον Καναδά σχετικά με τις επενδύσεις χωρίς να περιμένει την εκ μέρους του Κοινοβουλίου έγκριση της θέσης του σχετικά με τη μελλοντική επενδυτική πολιτική της ΕΕ εν γένει· καλεί την Επιτροπή να λάβει πλήρως υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί αυτού του θέματος κατά τις διαπραγματεύσεις της σχετικά με τις επενδύσεις με τον Καναδά· θεωρεί ότι, δεδομένου ότι ο Καναδάς και η ΕΕ διαθέτουν ιδιαίτερα αναπτυγμένα νομικά συστήματα, ένας μηχανισμός διευθέτησης διαφορών μεταξύ κρατών και η χρήση τοπικών δικαστικών μέσων αποτελούν τα πλέον κατάλληλα εργαλεία για την αντιμετώπιση επενδυτικών διαφορών· καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι ένας πιθανός μηχανισμός διευθέτησης των διαφορών μεταξύ επενδυτών και κράτους δεν θα παρεμποδίσει τη μελλοντική νομοθεσία σε ευαίσθητους τομείς πολιτικής, όπως η περιβαλλοντική νομοθεσία, και θα ενσωματωθεί σε ευρύτερες απαιτήσεις όπως περιγράφεται στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου σχετικά με τη μελλοντική ευρωπαϊκή πολιτική διεθνών επενδύσεων·

12.

τονίζει ότι το κεφάλαιο των επενδύσεων πρέπει να προωθεί επενδύσεις υψηλής ποιότητας, οι οποίες σέβονται το περιβάλλον και ενθαρρύνουν τις καλές συνθήκες εργασίας· επιπλέον ζητεί το κεφάλαιο των επενδύσεων να σέβεται το δικαίωμα και των δύο μερών να θεσπίζουν κανονιστικές ρυθμίσεις ιδίως στους τομείς της εθνικής ασφάλειας, του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας, των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των καταναλωτών, της βιομηχανικής πολιτικής και της πολιτισμικής ποικιλομορφίας· καλεί την Επιτροπή να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής επενδυτικών συμφωνιών ευαίσθητους τομείς όπως ο πολιτισμός, η παιδεία, η εθνική άμυνα και η δημόσια υγεία·

13.

επαναλαμβάνει τις ανησυχίες του σχετικά με τον αντίκτυπο της εξόρυξης ασφαλτικής άμμου στο παγκόσμιο περιβάλλον λόγω του υψηλού επιπέδου εκπομπών CO2 κατά τη διαδικασία παραγωγής της και την απειλή που θέτει για την τοπική βιοποικιλότητα· εκφράζει την πεποίθησή του ότι οι διαπραγματεύσεις της ΣΟΕΣ δεν θα επηρεάσουν το δικαίωμα της ΕΕ να νομοθετήσει εκδίδοντας οδηγία για την ποιότητα των καυσίμων ούτε θα παρεμποδίσουν την αρμοδιότητα των καναδικών αρχών να θεσπίσουν μελλοντικά περιβαλλοντικά πρότυπα σχετικά με την εξόρυξη ασφαλτικής άμμου· ενθαρρύνει και τα δύο μέρη να επιλύσουν οιεσδήποτε διαφωνίες με φιλικό τρόπο και χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο τις διαπραγματεύσεις της ΣΟΕΣ·

14.

σημειώνει τις πρόσφατες νομικές εξελίξεις όσον αφορά την απαγόρευση της ΕΕ για τα προϊόντα φώκιας, ιδίως το αίτημα του Καναδά προς τον ΠΟΕ για τη θέσπιση μιας επίσημης ομάδας διευθέτησης διαφορών· αναμένει από την Επιτροπή να κρατήσει σθεναρή στάση όσον αφορά την απαγόρευση προϊόντων φώκιας από την ΕΕ· εκφράζει την έντονη ελπίδα ότι ο Καναδάς θα αποσύρει την προσφυγή στον ΠΟΕ, η οποία αντιβαίνει στις θετικές εμπορικές σχέσεις, πριν παρουσιαστεί ανάγκη κύρωσης της ΣΟΕΣ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

15.

εφιστά την προσοχή στις διάφορες πολιτικές που θεσπίζονται από την ΕΕ και τον Καναδά όσον αφορά τη ρύθμιση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών· προειδοποιεί ότι οι αυστηρότερες ρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί στην ΕΕ θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν από ιδιωτικές εταιρείες βάσει του προτεινόμενου μηχανισμού επίλυσης διαφορών της ΣΟΕΣ·

16.

θεωρεί ότι τα κεφάλαια της γεωργίας θα αποτελέσουν ένα σημαντικό ζήτημα και για τα δύο μέρη σ’ αυτές τις διαπραγματεύσεις· εκφράζει ανησυχία για την πιθανότητα ουσιαστικών παραχωρήσεων στον τομέα των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, του γάλακτος και της σήμανσης της προέλευσης· τονίζει συνεπώς ότι τα συμφέροντα και οι προτεραιότητες στη γεωργία θα πρέπει να ληφθούν πλήρως υπόψη και καλεί την Επιτροπή να διαπραγματευθεί μια συμφωνία η οποία θα είναι επωφελής για τους καταναλωτές της ΕΕ και του Καναδά καθώς και για τους γεωργικούς τομείς και για τις δύο πλευρές. να εξασφαλίσει επίσης, στο πλαίσιο μιας παγκοσμίως ισορροπημένης έκβασης, ένα μεγαλύτερο αλλά δίκαιο ανταγωνισμό ΕΕ-Καναδά για γεωργικά προϊόντα· σ’ αυτό το πλαίσιο εκφράζει ικανοποίηση για την αρχική δέσμευση και από τα δύο μέρη να μην διατηρήσουν, να μην θεσπίσουν ή να μην επαναθεσπίσουν επιδοτήσεις στις γεωργικές εξαγωγές όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα που ανταλλάσσονται, ως θετικό βήμα για φιλόδοξες και δίκαιες διαπραγματεύσεις καθώς και για τη συμφωνία συνεργασίας στις γεωργικές διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ·

17.

ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε πνεύμα συνεκτικότητας των πολιτικών της ΕΕ και ιδίως απέναντι στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη, να φροντίσει να διαφυλαχθούν στη μελλοντική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Καναδά τα συμφέροντά τους σχετικά με τα στρατηγικά προϊόντα τους·

18.

τονίζει ότι οι διαπραγματεύσεις σχετικά με τα υγειονομικά και φυτο-υγειονομικά μέτρα αποτελούν μείζον ζήτημα στα γεωργικά κεφάλαια· σ’ αυτό το πλαίσιο καλεί την Επιτροπή να δεσμευτεί σε διαπραγματεύσεις ενός προτύπου υψηλού επιπέδου γι’ αυτούς τους κανόνες·

19.

υπενθυμίζει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ότι μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβόνας το Συμβούλιο λαμβάνει την έγκριση του Κοινοβουλίου για όλες τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες και το Κοινοβούλιο ενημερώνεται πάραυτα και πλήρως σε όλα τα στάδια της διαδικασίας τόσο από το Συμβούλιο όσο και από την Επιτροπή· καλεί το Συμβούλιο να παράσχει στο Κοινοβούλιο πάραυτα όλες τις πληροφορίες στα στάδια της διαδικασίας για τα οποία είναι αρμόδιο, ιδίως τις οδηγίες διαπραγμάτευσης όπως εγκρίθηκαν από αυτό και οιεσδήποτε τροποποιήσεις επ’ αυτών· καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να καλούν το Κοινοβούλιο να συμμετάσχει σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων και να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις απόψεις του Κοινοβουλίου·

20.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών και στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο του Καναδά, καθώς και στις επαρχιακές και περιφερειακές κυβερνήσεις και στα επαρχιακά και περιφερειακά κοινοβούλια.


(1)  http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2008/october/tradoc_141034.pdf.

(2)  http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2009/march/tradoc_142470.pdf.

(3)  ΕΕ C 102 E της 24.4.2008, σ. 128.

(4)  ΕΕ C 184 E της 6.8.2009, σ. 16.

(5)  ΕΕ C 279 E της 19.11.2009, σ. 5.

(6)  ΕΕ C 295 E της 4.12.2009, σ. 67.

(7)  ΕΕ C 45 E της 23.2.2010, σ. 47.

(8)  ΕΕ C 67 Ε της 18.3.2010, σ. 101.

(9)  ΕΕ C 81 Ε της 15.3.2011, σ. 64.

(10)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0434.

(11)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0445.

(12)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0446.

(13)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2011)0068.

(14)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2011)0141.

(15)  ΕΕ L 260 thw 24.9.1976, σ. 2.

(16)  ΕΕ L 7 της 13.1.1998, σ. 38.

(17)  ΕΕ L 71 της 18.3.1999, σ. 3.

(18)  ΕΕ L 35 της 6.2.2004, σ. 3.

(19)  ΕΕ L 153 της 17.6.2009, σ. 11.

(20)  ΕΕ L 207 της 6.8.2010, σ. 32.

(21)  ΕΕ L 304 της 20.11.2010, σ. 47.


11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/24


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας

P7_TA(2011)0258

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας: μελλοντικές προοπτικές (2010/2302(INI))

2012/C 380 E/05

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη το σημείωμα της Διεθνούς Οργάνωσης Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων (IOSCO) της 29ης Μαρτίου 2009 με θέμα «Διεθνής συνεργασία στην εποπτεία των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας»,

έχοντας υπόψη το κοινό φόρουμ με θέμα «Απολογισμός της χρήσης των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας» που διοργανώθηκε τον Ιούνιο του 2009,

έχοντας υπόψη την έκθεση του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προς τους ηγέτες της G20 με τίτλο «Βελτίωση της χρηματοπιστωτικής ρύθμισης» της 25ης Σεπτεμβρίου 2009,

έχοντας υπόψη την έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου της 29ης Οκτωβρίου 2010 με τίτλο «Έκθεση παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας: δημόσιο, χρηματοδότηση και συστημική ρευστότητα»,

έχοντας υπόψη τη δήλωση της συνόδου κορυφής της G20 στο Τορόντο στις 26 και 27 Ιουνίου 2010,

έχοντας υπόψη την έκθεση του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με θέμα «Αρχές για να μειωθεί η εξάρτηση από τις αξιολογήσεις των ΟΑΠΙ» της 27ης Οκτωβρίου 2010,

έχοντας υπόψη τη δημόσια διαβούλευση που δρομολόγησε η Επιτροπή στις 5 Νοεμβρίου 2010,

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7-0081/2011),

Α.

χαιρετίζοντας το συνεχιζόμενο έργο σε παγκόσμιο, διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με τη ρύθμιση των Οργανισμών Αξιολόγησης της Πιστοληπτικής Ικανότητας (ΟΑΠΙ),

Β.

εκτιμώντας ότι οι ΟΑΠΙ υποτίθεται ότι αποτελούν ενδιαμέσους πληροφόρησης, που μειώνουν τις ασυμμετρίες πληροφόρησης στις κεφαλαιαγορές και διευκολύνουν την παγκόσμια πρόσβαση στις αγορές, μειώνοντας το κόστος της πληροφόρησης και διευρύνοντας τη δυνητική πηγή δανειστών και επενδυτών, παρέχοντας έτσι ρευστότητα και διαφάνεια στις αγορές και βοηθώντας στον προσδιορισμό των τιμών,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην πρόσφατη νομοθεσία, αναγνωρίζεται στους ΟΑΠΙ και ένας άλλος ρόλος που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αρμοδιότητα «πιστοποίησης», κάτι που αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι οι αξιολογήσεις ενσωματώνονται όλο και περισσότερο στις ρυθμιστικές απαιτήσεις κεφαλαίου,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν υπερβολική η εμπιστοσύνη που έδειξαν οι χρηματοπιστωτικοί παράγοντες στις αξιολογήσεις των ΟΑΠΙ,

Ε.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ΟΑΠΙ αξιολογούν τρεις διαφορετικούς τομείς, τον δημόσιο τομέα, τις εταιρείες και τα δομημένα χρηματοπιστωτικά μέσα, και ότι οι ΟΑΠΙ διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πορεία που οδήγησε στην χρηματοπιστωτική κρίση, λόγω της απόδοσης εσφαλμένων διαβαθμίσεων στα δομημένα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία κατά τη διάρκεια της κρίσης χρειάστηκε να υποβαθμιστούν κατά μέσο όρο κατά τρεις με τέσσερις βαθμίδες,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 ήταν η πρώτη αντίδραση στη χρηματοπιστωτική κρίση και ήδη ασχολείται με τα πιο πιεστικά ζητήματα, υπάγοντας τους ΟΑΠΙ σε εποπτεία και ρύθμιση· εκτιμώντας ωστόσο ότι ο κανονισμός αυτός δεν αντιμετωπίζει όλα τα θεμελιώδη προβλήματα και, μάλιστα, δημιουργεί ορισμένους νέους φραγμούς εισόδου στην αγορά,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η απουσία ασφάλειας ρυθμιστικού πλαισίου στον τομέα αυτό θέτει σε κίνδυνο την καλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ και, συνεπώς, ζητεί από την Επιτροπή της ΕΕ, προτού υποβάλει περαιτέρω τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, να εντοπίσει δεόντως τα κενά στο νέο πλαίσιο και να παράσχει εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με το φάσμα των διαθέσιμων εναλλακτικών λύσεων για την αναπλήρωση αυτών των κενών, περιλαμβανομένης της δυνατότητας περαιτέρω νομοθετικών προτάσεων,

Η.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κλάδος της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, εκ των οποίων τα βασικότερα είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας, οι ολιγοπωλιακές δομές και η έλλειψη λογοδοσίας και διαφάνειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα πρόβλημα των δεσποζόντων ΟΑΠΙ είναι ειδικότερα το μοντέλο πληρωμής και ότι το κυριότερο πρόβλημα του ρυθμιστικού συστήματος είναι η υπέρμετρη στήριξη στις εξωτερικές πιστωτικές αξιολογήσεις,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο καλύτερος τρόπος για να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός θα ήταν να δημιουργηθεί ένα ρυθμιστικό περιβάλλον που θα προωθεί αποτελεσματικά την είσοδο στην αγορά και να επιχειρηθεί βαθύτερη ανάλυση των σημερινών εμποδίων εισόδου στην αγορά και των άλλων παραγόντων που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε περιόδους ανόδου, οι συμμετέχοντες στην αγορά συνήθως παρερμηνεύουν ή παραβλέπουν την υποκείμενη μεθοδολογία και τη σημασία των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας, οι οποίες επιδιώκουν να προσδιορίσουν με ακρίβεια την πιθανότητα αθέτησης,

ΙΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες εξελίξεις με την κρίση του ευρώ έχουν αναδείξει τον σημαντικό ρόλο των αξιολογήσεων της κρατικής πιστοληπτικής ικανότητας και τόσο την ασυνέπεια όσο και την φιλοκυκλικότητα της ρυθμιστικής χρήσης των αξιολογήσεων,

ΙΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανεξαρτησία των αξιολογήσεων από παρεμβολές της αγοράς και πολιτικούς χειρισμούς έχει καθοριστική σημασία και πρέπει να διασφαλίζεται, όποιες κι αν είναι οι νέες δομές και τα επιχειρηματικά μοντέλα που μπορεί να ανακύψουν και στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης και της προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων,

ΙΓ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρ’ όλο που οι αξιολογήσεις μπορούν να αλλάζουν, και όντως αλλάζουν, ως αποτέλεσμα θεμελιωδών προσαρμογών στο προφίλ κινδύνου ή σε νέες πληροφορίες, πρέπει ωστόσο να σχεδιάζονται για να είναι σταθερές και να μην κυμαίνονται με βάση τις διαθέσεις της αγοράς,

ΙΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύστημα της Βασιλείας ΙΙ οδήγησε σε μια υπερβολική εμπιστοσύνη στις εξωτερικές αξιολογήσεις, με αποτέλεσμα την άρνηση, ενίοτε, των τραπεζών να πραγματοποιήσουν αυτόνομες αξιολογήσεις των χρηματοοικονομικών ανοιγμάτων τους,

ΙΕ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόσφατη ρύθμιση για την αξιολόγηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, με το νόμο Dodd-Frank, επέλεξε μικρότερη ρυθμιστική στήριξη στις αξιολογήσεις των οργανισμών,

Μακροεπίπεδο: ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών

Υπερεξάρτηση

1.

θεωρεί ότι, μπροστά στην αλλαγή της χρήσης των πιστοληπτικών αξιολογήσεων, όπου ο εκδότης αξιολογείται προκειμένου να αποκτήσει προτιμησιακή μεταχείριση σε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο και όχι για να επιτύχει πρόσβαση στις παγκόσμιες κεφαλαιαγορές, η υπέρμετρη εξάρτηση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού ρυθμιστικού συστήματος από τις εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας πρέπει να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο και μέσα σε ένα ρεαλιστικό χρονικό πλαίσιο·

2.

θεωρεί ότι οι μεροληψίες ανταγωνισμού, που προκαλούνται από την κοινή πρακτική σύμφωνα με την οποία οι οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας αξιολογούν τους συμμετέχοντες στην αγορά ενώ ταυτόχρονα λαμβάνουν εντολές από αυτούς, πρέπει να μειωθούν·

3.

συμφωνεί με τις αρχές που εκτέθηκαν από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας τον Οκτώβριο του 2010, με τις οποίες παρέχεται γενική καθοδήγηση σε σχέση με τη μείωση της εξάρτησης από εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις, και επικροτεί τη δημόσια διαβούλευση της Επιτροπής που άρχισε το Νοέμβριο του 2010· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει αν και πώς κράτη μέλη χρησιμοποιούν αξιολογήσεις για ρυθμιστικούς σκοπούς, προκειμένου να μειωθεί η γενική υπέρμετρη εξάρτηση του χρηματοπιστωτικού ρυθμιστικού συστήματος από αυτές·

4.

επισημαίνει αδυναμίες στην τυποποιημένη προσέγγιση του ρυθμιστικού πλαισίου της Βασιλείας, που επιτρέπει στις ρυθμιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να καθορίζονται με βάση τις εξωτερικές αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας· θεωρεί σημαντικό να καταρτισθεί ένα πλαίσιο κεφαλαιακής επάρκειας που θα εξασφαλίζει στέρεη εσωτερική αξιολόγηση κινδύνων, καλύτερη εποπτεία αυτής της αξιολόγησης κινδύνων και βελτιωμένη πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα· υποστηρίζει εν προκειμένω την αυξημένη χρήση της μεθόδου που βασίζεται στις εσωτερικές διαβαθμίσεις (IRB), υπό τον όρο ότι είναι αξιόπιστη και ασφαλής και ότι το μέγεθος, η ικανότητα και η οργανωτική πληρότητα του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος επιτρέπουν την επαρκή εκτίμηση των κινδύνων· πιστεύει ότι, για να εξασφαλισθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού, είναι σημαντικό τα εσωτερικά μοντέλα αξιολόγησης να τηρούν τις παραμέτρους που προβλέπονται στη νομοθεσία της ΕΕ και να υπόκεινται σε αυστηρή εποπτική επικύρωση· θεωρεί ταυτόχρονα ότι οι μικρότεροι και λιγότερο εξελιγμένοι οργανισμοί χαμηλότερων δυνατοτήτων θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν εξωτερικές αξιολογήσεις, εάν δεν είναι βιώσιμη η εσωτερική αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου, υπό τον όρο ότι πληρούν τις κατάλληλες απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας·

5.

επισημαίνει πόσο σημαντική είναι η παρακολούθηση των εξελίξεων στο πλαίσιο της Βασιλείας III και της τρέχουσας διεργασίας για την τέταρτη οδηγία περί κεφαλαιακών απαιτήσεων (CRD IV)·

6.

θεωρεί ότι η ανάγκη να αποκατασταθεί η ικανότητα των επενδυτών να διεξάγουν τη δική τους έρευνα δέουσας επιμέλειας είναι προαπαιτούμενο για να καταστεί δυνατή η αυξημένη χρήση εξειδικευμένων εσωτερικών μοντέλων για την αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου· θεωρεί ότι οι τράπεζες και οι άλλοι χρηματοπιστωτικοί παράγοντες πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλες εσωτερικές αξιολογήσεις κινδύνου πολύ πιο συχνά·

7.

εκφράζει την άποψη ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά δεν πρέπει να επενδύουν σε δομημένα ή άλλα προϊόντα εάν δεν μπορούν να εκτιμήσουν οι ίδιοι τον υποκείμενο πιστωτικό κίνδυνο ή, εναλλακτικά, ότι πρέπει να εφαρμόζουν την ανώτερη στάθμιση κινδύνου·

8.

ζητεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες να αναθεωρήσουν την εκ μέρους τους χρήση των εξωτερικών αξιολογήσεων και τις παροτρύνει να συγκροτήσουν εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με την επινόηση δικών τους μοντέλων, ώστε να αξιολογούν την πιστωτική βαθμίδα των επιλέξιμων στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται ως ασφάλεια σε πράξεις παροχής ρευστότητας, και να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις εξωτερικές αξιολογήσεις·

9.

ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει προσεκτικά την ενδεχόμενη χρήση εναλλακτικών εργαλείων για τη μέτρηση του πιστωτικού κινδύνου·

Αυξημένες δυνατότητες των εποπτών

10.

έχει επίγνωση της εγγενούς σύγκρουσης συμφερόντων που παρουσιάζεται εάν οι συμμετέχοντες στην αγορά επινοούν εσωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικού κινδύνου για τις δικές τους ρυθμιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις και, κατά συνέπεια, διακρίνει την ανάγκη να αυξηθούν οι ευθύνες, οι δυνατότητες, οι εξουσίες και οι πόροι των εποπτών για την παρακολούθηση, αξιολόγηση και επίβλεψη της επάρκειας των εσωτερικών μοντέλων και την επιβολή προληπτικών μέτρων· θεωρεί ότι, αν ένα εσωτερικό μοντέλο δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί καταλλήλως από την εποπτική αρχή λόγω της πολυπλοκότητάς του, το μοντέλο αυτό δεν θα πρέπει να εγκρίνεται για ρυθμιστικούς σκοπούς· πιστεύει ότι έναν ρόλο έχει και η διαφάνεια των παραδοχών όσον αφορά την ανεξάρτητη επιστημονική αξιολόγηση·

11.

διαπιστώνει ότι, προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τις εποπτικές της αρμοδιότητες, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να διεξάγει αιφνίδιες έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις, και ότι, κατά την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών θα πρέπει να παρέχει δυνατότητα ακρόασης στα πρόσωπα που υπόκεινται σε διαδικασίες κυρώσεων, ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους·

Ίσοι όροι ανταγωνισμού

12.

υπογραμμίζει τον παγκόσμιο χαρακτήρα του κλάδου των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εργασθούν από κοινού με τις χώρες της Ομάδας G20 για μια παγκόσμια προσέγγιση που θα βασίζεται στις υψηλότερες προδιαγραφές, τόσο για τη ρύθμιση των ΟΑΠΙ όσο και για την προληπτική εποπτεία και ρύθμιση των αγορών, με στόχο τον περιορισμό της υπέρμετρης εξάρτησης από εξωτερικές αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, έτσι ώστε να διατηρηθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού και να προληφθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ με παράλληλη διατήρηση ανοικτών αγορών·

13.

θεωρεί ότι η τόνωση του ανταγωνισμού, η προώθηση της διαφάνειας και το θέμα του μελλοντικού μοντέλου πληρωμής είναι τα σημαντικότερα καθήκοντα, ενώ το θέμα της προέλευσης ενός ΟΑΠΙ πρέπει να θεωρείται δευτερεύον·

14.

επαναλαμβάνει ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 επινοεί δύο συστήματα για τη μεταχείριση των εξωτερικών πιστωτικών αξιολογήσεων που προέρχονται από τρίτες χώρες, και ότι η πρόθεση πίσω από το καθεστώς της προσυπογραφής ήταν να μπορούν να χρησιμοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξωτερικές πιστωτικές αξιολογήσεις από τρίτες χώρες, αξιολογήσεις που δεν θεωρούνται ισοδύναμες, εφόσον αναλαμβάνει σαφή ευθύνη ένας προσυπογράφων ΟΑΠΙ·

Ενδιάμεσο επίπεδο: δομή του κλάδου

Ανταγωνισμός

15.

τονίζει ότι αύξηση του ανταγωνισμού στον κλάδο δεν σημαίνει αυτομάτως καλύτερη ποιότητα αξιολόγησης και επαναλαμβάνει ότι όλοι οι οργανισμοί αξιολόγησης οφείλουν να υπακούουν στις πλέον υψηλές προδιαγραφές ακεραιότητας, γνωστοποίησης, διαφάνειας και διαχείρισης της σύγκρουσης συμφερόντων, όπως προβλέπεται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ποιότητα των αξιολογήσεων και να αποφεύγεται το φαινόμενο της αναζήτησης του οργανισμού που θα προσφέρει την ευνοϊκότερη αξιολόγηση (rating shopping)·

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Αξιολόγησης της Πιστοληπτικής Ικανότητας

16.

καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει λεπτομερή μελέτη εκτίμησης αντικτύπου και βιωσιμότητας σχετικά με το κόστος, τα οφέλη και την ενδεχόμενη δομή διακυβέρνησης ενός πλήρως ανεξάρτητου Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Αξιολόγησης της Πιστοληπτικής Ικανότητας (ΕΙΑΠΙ), το οποίο θα επεκτείνει την εμπειρογνωμοσύνη του και στους τρεις τομείς αξιολογήσεων· πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το αρχικό κόστος χρηματοδότησης για την κάλυψη των τριών έως πέντε το πολύ πρώτων ετών του έργου του ΕΙΑΠΙ και ότι το κόστος αυτό πρέπει να εκτιμηθεί προσεκτικά· τονίζει ότι οιεσδήποτε νομοθετικές προτάσεις προς τούτο χρειάζεται να διατυπωθούν πάρα πολύ προσεκτικά, ώστε να μην υπονομεύονται οι παράλληλες πρωτοβουλίες πολιτικής για μείωση της υπέρμετρης στήριξης στις αξιολογήσεις και αποθαρρυύνονται νέοι ΟΑΠΙ να εισέλθουν στην αγορά·

17.

ζητεί από την Επιτροπή να παρουσιάσει, μαζί με τη μελέτη που αναφέρεται στην παράγραφο 9, λεπτομερή εκτίμηση αντικτύπου, ανάλυση βιωσιμότητας και εκτίμηση κόστους για τη χρηματοδότηση που απαιτείται στην περίπτωση αυτή· είναι πεπεισμένο ότι το κόστος χρηματοδότησης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επιβαρύνει τους φορολογουμένους, και θεωρεί ότι δεν πρέπει να χορηγηθεί καμία περαιτέρω χρηματοδότηση και ότι το νέο ΕΙΑΠΙ πρέπει να έχει πλήρη χρηματοδοτική αυτάρκεια, καλύπτοντας μόνο του τον προϋπολογισμό του μετά την περίοδο εκκίνησης·

18.

θεωρεί ότι, για να εξασφαλιστεί η αξιοπιστία του, η διοίκηση, το προσωπικό και η δομή διακυβέρνησης του νέου ΕΙΑΠΙ πρέπει να έχουν πλήρη ανεξαρτησία και αυτονομία, δηλαδή να μην δεσμεύονται από οδηγίες των κρατών μελών, της Επιτροπής και όλων των άλλων δημόσιων φορέων, ούτε από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο και τους λοιπούς ΟΑΠΙ, και ότι πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με τον τροποποιημένο κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009·

19.

ζητεί από την Επιτροπή να διερευνήσει λεπτομερώς το κόστος, τα οφέλη και τη δομή διακυβέρνησης ενός δικτύου ευρωπαϊκών ΟΑΠΙ, εξετάζοντας μεταξύ άλλων πώς οι ΟΑΠΙ με εθνική ακτίνα δράσης θα μπορούσαν να ενθαρρυνθούν να σχηματίσουν εταιρικές σχέσεις ή δομές κοινού δικτύου έτσι ώστε να αξιοποιήσουν τους υφιστάμενους πόρους και στελέχωση, κάτι που ενδεχομένως θα τους επιτρέψει να παρέχουν αυξημένη κάλυψη και να ανταγωνιστούν με ΟΑΠΙ που δραστηριοποιούνται υπεράνω συνόρων· θεωρεί ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει μεθόδους υποστήριξης δικτύων ΟΑΠΙ, αλλά υποστηρίζει την άποψη ότι κάθε τέτοιου είδους δίκτυο θα έπρεπε να αποτελεί πρωτοβουλία του ίδιου του κλάδου·

20.

διακρίνει την δυνητική ανάγκη να υποστηριχθεί η αρχική δημιουργία ενός τέτοιου δικτύου, αλλά θεωρεί ότι το δίκτυο πρέπει να είναι αύταρκες και κερδοφόρο από τα δικά του έσοδα· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει την αναγκαιότητα και τα ενδεχόμενα μέσα της χρηματοδότησης εκκίνησης και τις ενδεχόμενες νομικές δομές για αυτό το εγχείρημα·

21.

θεωρεί ότι η Επιτροπή πρέπει επίσης να διερευνήσει και να σταθμίσει το ενδεχόμενο της δημιουργίας ενός πραγματικά ανεξάρτητου Ευρωπαϊκού Οργανισμού Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει ιδιαίτερα το ζήτημα του προσωπικού του, το οποίο θα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητο, και το ζήτημα των πόρων του, οι οποίοι θα πρέπει να συνίστανται σε αμοιβές που προέρχονται από τον ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό τομέα·

Αποκάλυψη πληροφοριών και πρόσβαση στις πληροφορίες

22.

θεωρεί ότι οι αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας πρέπει να υπηρετούν την πληρέστερη ενημέρωση της αγοράς κατά τρόπο που να παρέχει στους επενδυτές συνεπή αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου σε όλους τους τομείς και τις χώρες· θεωρεί σημαντικό να παρέχεται στους χρήστες η δυνατότητα να ελέγχουν περισσότερο τους ΟΑΠΙ, και επ’ αυτού τονίζει τον κεντρικό ρόλο της αυξημένης διαφάνειας στις δραστηριότητές τους·

23.

επισημαίνει ότι, για να μπορούν οι επενδυτές να αξιολογούν επαρκώς τον κίνδυνο και να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους σε σχέση με τη δέουσα επιμέλεια και την υπεύθυνη διαχείριση, επιβάλλεται αυξημένη αποκάλυψη πληροφοριών για τα προϊόντα στον τομέα των δομημένων χρηματοπιστωτικών μέσων ώστε να είναι σε θέση οι επενδυτές να κρίνουν εμπεριστατωμένα· θεωρεί ότι οι εξελιγμένοι επενδυτές πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογούν τις υποκείμενες πιστώσεις από τις οποίες στη συνέχεια μπορούν να συνάγουν τον κίνδυνο ενός τιτλοποιημένου προϊόντος· υποστηρίζει εν προκειμένω τις υφιστάμενες πρωτοβουλίες της ΕΚΤ και άλλων για τη διάθεση περισσοτέρων πληροφοριών σχετικά με τα δομημένα χρηματοπιστωτικά μέσα· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει την ανάγκη αυξημένης αποκάλυψης πληροφοριών για όλα τα προϊόντα στον τομέα των χρηματοπιστωτικών μέσων·

24.

σημειώνει ότι, πέραν της δραστηριότητας αξιολόγησης, οι περισσότεροι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εκδίδουν έναν αριθμό προοπτικών, ανασκοπήσεων, προειδοποιήσεων και επαγρυπνήσεων οι οποίες πράγματι έχουν σημαντικό αντίκτυπο επί των αγορών· είναι της γνώμης ότι τα ως άνω στοιχεία πρέπει να αποκαλύπτονται σύμφωνα με προκαθορισμένο κριτήριο και πρωτόκολλα, που να εξασφαλίζουν διαφάνεια και εμπιστευτικό χαρακτήρα·

25.

καλεί την Επιτροπή να προτείνει αναθεώρηση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ και της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, για να εξασφαλιστεί ότι διατίθενται ευρύτερα αρκετές ακριβείς και ολοκληρωμένες πληροφορίες σχετικά με τα δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα·

26.

θεωρεί ζωτικής σημασίας επ’ αυτού το να λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι πτυχές προστασίας των δεδομένων σε οιοδήποτε ενδεχόμενο μελλοντικό μέτρο·

27.

προβληματίζεται κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να υποχρεώνονται οι εκδότες να συζητούν το περιεχόμενο και τη μέθοδο που βρίσκονται πίσω από ένα δομημένο χρηματοπιστωτικό μέσο με έναν τρίτο, ο οποίος είτε διεξάγει αυτόκλητη αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας είτε εκπονεί εσωτερική αξιολόγηση κινδύνου·

28.

επαναλαμβάνει την υποχρέωση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 5 του τροποποιημένου κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 όσον αφορά τη διαφάνεια της πληροφόρησης· ζητεί από την Επιτροπή να πραγματοποιήσει την αναγκαία ανάλυση, ώστε να παρουσιάσει τα αποτελέσματα στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο με ενδεχόμενες τροποποιήσεις της νομοθεσίας στο πλαίσιο της τρέχουσας επανεξέτασης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009·

29.

σημειώνει την πρόοδο σχετικά με τη διαφάνεια και την κοινολόγηση που σημειώνεται από τους ΟΑΠΙ1 και ΟΑΠΙ2· ενθαρρύνει την Επιτροπή να προβεί σε αποτίμηση του αντικτύπου αυτών των κανονισμών αφού ολοκληρωθεί η διεργασία εγγραφής των ΟΑΠΙ, ώστε να τονισθούν μελλοντικοί τομείς όπου η περαιτέρω κοινολόγηση για τους χρήστες μπορεί να είναι χρήσιμη·

30.

ζητεί, παράλληλα με το αίτημα για περισσότερη διαφάνεια της διεργασίας αξιολόγησης και του εσωτερικού της λογιστικού ελέγχου, στιβαρότερη εποπτεία των ΟΑΠΙ από τις εποπτικές αρχές της ΕΕ και ενεργητικότερη εποπτεία από τις εθνικές εποπτικές αρχές όσον αφορά τη χρήση αξιολογήσεων από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και την εξάρτησή τους από αυτές·

Δύο υποχρεωτικές αξιολογήσεις

31.

είναι της γνώμης ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει κατά πόσον, σε ορισμένες περιστάσεις, ενδείκνυται η χρήση δύο υποχρεωτικών αξιολογήσεων, π.χ. για τα δομημένα χρηματοπιστωτικά μέσα και για κάθε εξωτερική αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας που χρησιμοποιείται για ρυθμιστικούς σκοπούς, και κατά πόσον η πλέον συντηρητική, δηλαδή η λιγότερο ευνοϊκή εξωτερική αξιολόγηση θα πρέπει να αποτελεί αναφορά για ρυθμιστικούς σκοπούς· ζητεί από την Επιτροπή να προβεί σε εκτίμηση αντικτύπου όσον αφορά την δυνητική χρήση δύο υποχρεωτικών αξιολογήσεων·

32.

θεωρεί ότι το κόστος και των δύο αξιολογήσεων πρέπει να βαρύνει τον εκδότη και ότι η πρώτη εξωτερική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας πρέπει να γίνεται από έναν αμειβόμενο ΟΑΠΙ της επιλογής του εκδότη, ενώ για τη δεύτερη εξωτερική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας πρέπει εξετάζονται διάφορες επιλογές, μεταξύ άλλων η δυνατότητα ανάθεσης από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), με βάση ειδικά, καθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη τις ιστορικές επιδόσεις και υποστηρίζοντας την ίδρυση νέων ΟΑΠΙ με παράλληλη αποφυγή οιωνδήποτε στρεβλώσεων του ανταγωνισμού·

33.

επισημαίνει ότι το κύρος δεν μπορεί να επιβληθεί από ρυθμιστική αρχή, αλλ’ ότι κάθε νέος ΟΑΠΙ θα γίνει αποδεκτός μόνον εάν αποκτήσει αξιοπιστία·

Αξιολόγηση δημόσιου χρέους

34.

έχει επίγνωση του γεγονότος ότι οι παράγοντες της αγοράς απεχθάνονται τις ευμετάβλητες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας λόγω του μεγάλου κόστους που συνεπάγεται η μεταβολή της βαθμολογίας (σε συνακόλουθες αποφάσεις πώλησης ή αγοράς)· θεωρεί ωστόσο ότι, κατά συνέπεια, οι αξιολογήσεις τείνουν να λειτουργούν φιλοκυκλικά και να υστερούν χρονικά σε σχέση με τις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών·

35.

σημειώνει ότι οι ΟΑΠΙ πρέπει να χρησιμοποιούν σαφή κριτήρια για να βαθμολογούν την επίδοση χώρας, γνωρίζει δε ότι η πραγματική αξιολόγηση δεν είναι μηχανική στάθμιση αυτών των παραγόντων· ζητεί από τον κλάδο να αποσαφηνίσει ποια μεθοδολογία και ποιες κρίσεις χρησιμοποιούνται προς βαθμονόμηση των αξιολογήσεων δημόσιου χρέους και να εξηγήσει την απόκλιση από αυτές τις παραγόμενες από μοντέλα αξιολογήσεις και από τις προβλέψεις των κυριότερων διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών·

36.

σημειώνει ότι, σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας θα μπορούσαν να εξηγήσουν σχεδόν ένα 70 % των διαφορών (spreads) των συμφωνιών ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης (CDS)· ανησυχεί για τις φιλοκυκλικές επιδράσεις που μπορεί να έχουν οι αξιολογήσεις και ζητεί να μελετηθούν ειδικά αυτά τα λεπτά θέματα·

37.

πιστεύει ότι, για να μειωθούν τα αρνητικά «φαινόμενα κατακρήμνισης» τα οποία συνεπάγονται οι αλλαγές αξιολόγησης σε τιμές και διαφορές (spreads), πρέπει να εξαλειφθεί η ρύθμιση που συνδέει άτεγκτα τις αποφάσεις αγοράς ή πώλησης με τις αξιολογήσεις·

38.

θεωρεί ότι, δεδομένου ότι όλες σχεδόν οι πληροφορίες σχετικά με το δημόσιο χρέος είναι διαθέσιμες ως κοινό κτήμα, η διάθεση των εν λόγω πληροφοριών πρέπει να καταστεί ευκολότερη, περιεκτικότερη και περισσότερο συγκρίσιμη, ώστε οι μεγαλύτεροι και πιο προηγμένοι παράγοντες της αγοράς να έχουν κίνητρο να επαφίενται στη δική τους κρίση για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των κρατών·

39.

πιστεύει ότι, δεδομένων των συνεπειών που οι πιστωτικές αξιολογήσεις του δημόσιου χρέους μπορεί να έχουν στην αγορά, χρειάζεται να επέλθει βελτίωση στη διαφάνεια σχετικά με τις μεθόδους και τους λόγους για τις αποφάσεις που λαμβάνονται καθώς και σχετυικά με την ευθύνη που φέρουν οι ΟΑΠΙ· ζητεί την πραγματοποίηση μελέτης σχετικά με τη συμμετοχή, στην αξιολόγηση αυτή, του μελλοντικού Ευρωπαϊκού Ιδρύματος και του μελλοντικού ανεξάρτητου Ευρωπαϊκού Οργανισμού Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας·

40.

υποστηρίζει μια εκτενέστερη αποκάλυψη και εξήγηση των μεθοδολογιών, μοντέλων και βασικών παραδοχών αξιολόγησης που υιοθετούν οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, μεταξύ άλλων υπό το φως του συστημικού αντικτύπου που μπορεί να προκαλέσει μια υποβάθμιση δημόσιου χρέους·

Ευρωπαϊκός Δείκτης Αξιολόγησης (EURIX)

41.

θεωρεί ότι η πληροφόρηση του κοινού σχετικά με τη μέση τιμή των υφισταμένων εξωτερικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας από διαπιστευμένους ΟΑΠΙ είναι πολύτιμη· ως εκ τούτου προτείνει την θέσπιση Ευρωπαϊκού Δείκτη Αξιολόγησης (EURIX), ο οποίος να ενσωματώνει όλες τις αξιολογήσεις των εγγεγραμμένων ΟΑΠΙ που διατίθενται στην αγορά·

Μικροεπίπεδο: επιχειρηματικό μοντέλο

Μοντέλα πληρωμής

42.

υποστηρίζει την ύπαρξη ποικίλων μοντέλων πληρωμής στον κλάδο αλλά επισημαίνει τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων, ο οποίος πρέπει να αντιμετωπιστεί με την απαιτούμενη διαφάνεια και τα κατάλληλα με ρυθμιστικά μέσα και χωρίς την επιβολή ενός ανεπαρκώς δοκιμασμένου μοντέλου· ζητεί από την Επιτροπή, με βάση την πρόσφατη διαβούλευση, να υποβάλει προτάσεις για εναλλακτικά βιώσιμα μοντέλα πληρωμής που να περιλαμβάνουν τόσο εκδότες όσο και χρήστες· καλεί εν προκειμένω την Επιτροπή να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην ενδεχόμενη χρήση του μοντέλου «πληρώνει ο επενδυτής» («investor-pays» model) και στα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά του προκειμένου να γίνουν οι αξιολογήσεις λιγότερο ευεπίφορες σε συγκρούσεις συμφερόντων·

43.

είναι της γνώμης ότι η υγιής διακυβέρνηση στους ΟΑΠΙ είναι ζωτικής σημασίας για να εξασφαλίζεται η ποιότητα των αξιολογήσεων, και ζητεί πλήρη διαφάνεια από τους ΟΑΠΙ όσον αφορά τις εν ισχύι ρυθμίσεις διακυβέρνησης·

Λογοδοσία, ευθύνη και υπαιτιότητα

44.

τονίζει ότι η ΕΑΚΑΑ είναι αρμόδια για την εφαρμογή και επιτήρηση της συμμόρφωσης των ΟΑΠΙ προς τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009· θεωρεί ότι, αν οι εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας εκπληρώνουν ρυθμιστικό σκοπό, δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται απλώς γνωμοδοτήσεις και ότι οι ΟΑΠΙ πρέπει να είναι υπόλογοι για τη συνεπή εφαρμογή της υποκείμενης στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις τους μεθοδολογίας· κατά συνέπεια, συνιστά η αστική ευθύνη των ΟΑΠΙ σε περίπτωση βαριάς αμέλειας ή παραπτώματος να ορίζεται σε συνεπή σε ολόκληρη την ΕΕ βάση, καθώς και να προσδιορίσει η Επιτροπή τρόπους για να εδραιωθεί αυτή η αστική ευθύνη στο αστικό δίκαιο των κρατών μελών·

45.

επισημαίνει ότι η τελική ευθύνη για μια επενδυτική απόφαση εναπόκειται στον συμμετέχοντα στην χρηματοπιστωτική αγορά, δηλαδή στον διαχειριστή χαρτοφυλακίου, στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή στον προηγμένο επενδυτή· σημειώνει ότι την απόδοση λογαριασμών θα στηριχθεί επίσης περαιτέρω από το κεντρικό αρχείο που δημιουργεί ο κανονισμός ΟΑΠΙ1, το οποίο δημοσιοποιεί δεδομένα υπό τυποποιημένη μορφή σχετικά με την επίδοση των αξιολογήσεων που έχουν εκδώσει ΟΑΠΙ εγγεγραμμένοι εντός της ΕΕ, πράγμα που θα επιτρέπει στους επενδυτές να προβαίνουν σε δικές τους εκτιμήσεις σχετικά με ορισμένους ΟΑΠΙ και έτσι να ασκούν περισσότερη πίεση σχετιζόμενη με τη φήμη του οργανισμού· τονίζει ότι οι επενδυτές πρέπει να έχουν ουσιαστικές ικανότητες διαχείρισης κινδύνου, υπό την προϋπόθεση επαρκούς επίβλεψης από τη διοίκηση·

46.

προτείνει κάθε καταχωρημένος ΟΑΠΙ να διεξάγει ετήσια επισκόπηση στην οποία να εκτιμά την παρελθούσα επίδοσή του όσον αφορά τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις και να εντάσσει τις πληροφορίες αυτές σε μια έκθεση λογοδοσίας προς την εποπτική αρχή· προτείνει η ΕΑΚΑΑ να διενεργεί τυχαίους ελέγχους των εκθέσεων λογοδοσίας σε τακτική βάση, ώστε να εξασφαλίζεται υψηλή ποιότητα των αξιολογήσεων της πιστοληπτικής ικανότητας·

*

* *

47.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.


11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/31


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Διασφάλιση ανεξάρτητων εκτιμήσεων αντικτύπου

P7_TA(2011)0259

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τη διασφάλιση ανεξάρτητων εκτιμήσεων αντικτύπου (2010/2016(INI))

2012/C 380 E/06

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Λισαβόνας και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 8ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με «έξυπνη νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (COM(2010)0543),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 9ης Σεπτεμβρίου 2010 σχετικά με τη βελτίωση της νομοθεσίας – 15η ετήσια έκθεση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας (1),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 21ης Οκτωβρίου 2008 σχετικά με τη «βελτίωση της νομοθεσίας 2006», σύμφωνα με το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου για την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας (2),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 για τη βελτίωση της νομοθεσίας 2005: εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας – 13η ετήσια έκθεση (3),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Ιουλίου 2007 σχετικά με τη μείωση στο ελάχιστο του διοικητικού κόστους που επιβάλλει η νομοθεσία (4),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Μαΐου 2006 για τη βελτίωση της νομοθεσίας 2005: εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας — 12η ετήσια έκθεση (5),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Απριλίου 2004 σχετικά με την αξιολόγηση των επιπτώσεων της κοινοτικής νομοθεσίας και των διαδικασιών διαβούλευσης (6),

έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 16ης Δεκεμβρίου 2003 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη «βελτίωση της νομοθεσίας»,

έχοντας υπόψη τη διοργανική κοινή προσέγγιση για την εκτίμηση αντικτύπου που συμφωνήθηκε μεταξύ του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής τον Νοέμβριο του 2005,

έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου αριθ. 3/2010,

έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα της μελέτης που παραγγέλθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις εκτιμήσεις αντικτύπου στα κράτη μέλη της ΕΕ,

έχοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής της 15ης Ιανουαρίου 2009 σχετικά με την εκτίμηση αντικτύπου και τα σχετικά παραρτήματα (SEC(2009)0092),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 5ης Ιουνίου 2002 σχετικά με την αξιολόγηση του αντίκτυπου (COM(2002)0276),

έχοντας υπόψη τη συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 2010,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής τής 28ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με μία ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική για την εποχή της παγκοσμιοποίησης: Η ανταγωνιστικότητα και η βιωσιμότητα τίθενται στο επίκεντρο (COM(2010)0614),

έχοντας υπόψη την έκθεση 2010 της επιτροπής εκτίμησης αντικτύπου της 24ης Ιανουαρίου 2011 (SEC(2011)0126),

έχοντας υπόψη την από 16ης Νοεμβρίου 2010 επιστολή της προέδρου της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων προς την εισηγήτρια σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε από την εκτίμηση αντικτύπου όσον αφορά την παράταση της άδειας μητρότητας σε 20 εβδομάδες·

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A7-0159/2011),

A.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου αποτελούν μια συστηματική αξιολόγηση των αναμενόμενων συνεπειών από τα νομοθετικά μέτρα,

B.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η καθιέρωση ενός διαφανούς, σαφούς, αποτελεσματικού και ποιοτικού ρυθμιστικού πλαισίου πρέπει να ανήκει στους πρωταρχικούς στόχους της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου συμβάλλουν θετικά στη γενικότερη αναβάθμιση της ποιότητας των νομοθετικών διατάξεων της ΕΕ, προς την κατεύθυνση της «βελτίωσης της νομοθεσίας»,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα προβλήματα που εμφανίζονται στη μεταφορά και την υλοποίηση του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης οφείλονται μεταξύ άλλων σε ελλιπώς συνταχθέντα νομοθετικά κείμενα και ότι υπάρχει εν προκειμένω κοινή ευθύνη όλων των ευρωπαϊκών νομοθετικών οργάνων,

E.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας περιέχει οριζόντιες κοινωνικές και περιβαλλοντικές διατάξεις (άρθρα 9 και 11 ΣΛΕΕ), οι οποίες πρέπει να συνεκτιμώνται κατά τη χάραξη και εφαρμογή των πολιτικών και των δραστηριοτήτων της Ένωσης και απαιτούν μια εις βάθος ανάλυση του κοινωνικού και περιβαλλοντικού αντικτύπου κάθε προτεινόμενου νομοθετήματος,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου κατά την έγκριση νέων νόμων, καθώς και κατά την απλοποίηση και αναδιατύπωση ισχυόντων, χρησιμεύουν σε μια καλύτερη αξιολόγηση των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών αποτελεσμάτων τους και των αποτελεσμάτων επί της υγείας καθώς και της συμβατότητάς τους με τα θεμελιώδη δικαιώματα, και μπορούν συνεπώς να συμβάλουν στη μείωση της γραφειοκρατίας και να εξασφαλίσουν τη συνοχή των πολιτικών της ΕΕ προς επίτευξη των πρωταρχικών στόχων που καθορίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί πως η επιτροπή εκτίμησης αντικτύπου (ΙΑΒ - Impact Assessment Board) είναι ανεξάρτητη παρ’ όλο που υπόκειται στον έλεγχο του Προέδρου της Επιτροπής, αποτελείται από υψηλόβαθμους αξιωματούχους διαφόρων ΓΔ και πρόεδρός της είναι ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το γεγονός αυτό οδηγεί σε μεροληπτική πληροφόρηση και, ως εκ τούτου, στην παραβίαση της απαραίτητης ουδετερότητας,

H.

λαμβάνοντας υπόψη, ότι το Κοινοβούλιο έχει ταχθεί επανειλημμένα υπέρ της χρησιμοποίησης ανεξάρτητων εκτιμήσεων αντικτύπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου που πραγματοποιεί η Επιτροπή δεν εμφανίζουν σταθερό επίπεδο ποιότητας και συχνά χρησιμεύουν μάλλον για να δικαιολογήσουν μια νομοθετική πρόταση παρά για να αξιολογήσουν αντικειμενικά τα πραγματικά δεδομένα,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία περιττών γραφειοκρατικών κωλυμάτων στην περαιτέρω ανάπτυξη ή την έναρξη ισχύος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή των ευρωπαϊκών πολιτικών,

ΙΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, στη διοργανική συμφωνία της 16ης Δεκεμβρίου 2003, στη διοργανική κοινή προσέγγιση για την εκτίμηση αντικτύπου του Νοεμβρίου του 2005 και στη συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 2010, έχουν αναλάβει τη δέσμευση να διατυπώσουν ένα χρονοδιάγραμμα για τη βελτίωση της νομοθεσίας, και ότι το παρόν ψήφισμα περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση των εκτιμήσεων αντικτύπου,

ΙΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή ακολουθεί μια νέα προσέγγιση στον τομέα της βιομηχανικής πολιτικής, σύμφωνα με την οποία όλες οι πολιτικές προτάσεις που έχουν σημαντική επίδραση στην οικονομία θα πρέπει να υποβάλλονται σε λεπτομερή ανάλυση του αντικτύπου τους στην ανταγωνιστικότητα,

Γενικές απαιτήσεις σχετικά με τις εκτιμήσεις αντικτύπου σε ευρωπαϊκό επίπεδο

1.

τονίζει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου αποτελούν ένα σημαντικό μέσο για εξυπνότερη και καλύτερη νομοθεσία σε όλη τη διάρκεια του κύκλου πολιτικής, μέσο το οποίο ο ευρωπαίος νομοθέτης θα πρέπει να χρησιμοποιεί περισσότερο για να είναι σε θέση να αξιολογεί αποτελεσματικότερα τις οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και επί της υγείας επιπτώσεις των επιλογών που του παρέχονται, καθώς και τις επιπτώσεις τους επί των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, έχοντας κατά νου ότι η ανάλυση κόστους-ωφελείας αποτελεί ένα κριτήριο μεταξύ άλλων·

2.

χαιρετίζει την ανακοίνωση σχετικά με την έξυπνη νομοθεσία και τονίζει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου πρέπει να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε ολόκληρο τον κύκλο πολιτικής, από τον σχεδιασμό έως την εφαρμογή, την επιβολή, την αξιολόγηση και την αναθεώρηση της νομοθεσίας· τονίζει τη σημασία της λήψης αποφάσεων στο στάδιο του σχεδιασμού των νομοθετικών προτάσεων κατόπιν προσεκτικής μελέτης και πλήρους ενημέρωσης, διότι τούτο μπορεί να οδηγήσει τόσο στη βελτίωση της ποιότητας των αποτελεσμάτων όσο και στη συντόμευση της νομοθετικής διαδικασίας·

3.

επισημαίνει ότι οι εμπεριστατωμένες εκτιμήσεις αντικτύπου αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για μια νομοθεσία υψηλού επιπέδου και για την ορθή μεταφορά, εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας αυτής,

4.

υπογραμμίζει ότι μια εκτίμηση αντικτύπου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντικαθιστά την πολιτική συζήτηση και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του νομοθέτη, αλλά ότι απλώς χρησιμεύει στην τεχνική προετοιμασία μιας πολιτικής απόφασης·

5.

υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου θα πρέπει να πραγματοποιούνται στα αρχικά στάδια της ανάπτυξης πολιτικών· υπογραμμίζει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητες και ότι θα πρέπει πάντοτε να βασίζονται σε μια αντικειμενική και τεκμηριωμένη ανάλυση των πιθανών συνεπειών·

6.

τονίζει ότι, σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας, αμφότεροι οι νομοθέτες έχουν δεσμευτεί να προβαίνουν σε εκτιμήσεις αντικτύπου όταν το κρίνουν σκόπιμο και αναγκαίο για την νομοθετική διαδικασία, πριν από την έγκριση οποιασδήποτε ουσιώδους τροπολογίας·

7.

θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να εμπλέκονται στη διαδικασία εκτίμησης αντικτύπου εξωτερικοί εμπειρογνώμονες από όλους τους τομείς πολιτικής και όλες τις ομάδες ενδιαφερομένων, κατά τρόπο ώστε να υπάρχει εγγύηση ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας· υπογραμμίζει εν προκειμένω τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ μιας δημόσιας διαβούλευσης και μιας ανεξάρτητης εκτίμησης αντικτύπου· επισημαίνει ότι το τελικό αποτέλεσμα και ο έλεγχος της μεθόδου και της ποιότητας της εκτίμησης αντικτύπου πρέπει να παραμείνουν αρμοδιότητα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα ίδια υψηλά πρότυπα·

8.

τάσσεται υπέρ ενός υψηλού βαθμού διαφάνειας κατά τη διάρκεια της εκπόνησης των εκτιμήσεων αντικτύπου, μεταξύ άλλων, με την έγκαιρη δημοσίευση ολοκληρωμένων χαρτών πορείας των προτεινόμενων νομοθετημάτων, προκειμένου να εξασφαλιστεί ίση πρόσβαση όλων των εμπλεκομένων φορέων στη νομοθετική διαδικασία· πιστεύει επομένως ότι πρέπει επίσης να αυξηθεί σε 12 εβδομάδες η ισχύουσα σήμερα διάρκεια της περιόδου διαβούλευσης της Επιτροπής·

9.

υποστηρίζει την άποψη ότι, σε περίπτωση σχεδίων ή νομοθεσίας που προωθούν δημόσιες διοικήσεις ή εξαρτημένες από αυτές επιχειρήσεις, οι εκτιμήσεις αντικτύπου δεν θα πρέπει να εγκρίνονται από την ενδιαφερόμενη διοίκηση·

10.

θεωρεί ότι έχει ουσιαστική σημασία να εξετάζονται εκ των προτέρων οι εκτιμήσεις αντικτύπου από τα κράτη μέλη, προκειμένου να αξιολογούνται οι επιπτώσεις του προτεινόμενου νομοθετήματος στους εθνικούς νόμους και στις δημόσιες πολιτικές· ζητεί να διενεργείται ευρύτερη εκ των υστέρων αξιολόγηση και να εξετάζεται περαιτέρω το ενδεχόμενο ενσωμάτωσης υποχρεωτικών πινάκων αντιστοιχίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η νομοθεσία της ΕΕ έχει εφαρμοστεί σωστά από τα κράτη μέλη και έχουν επιτευχθεί οι στόχοι της·

11.

πιστεύει ότι η εκτίμηση αντικτύπου αποτελεί κατάλληλο μέσο για την εξακρίβωση της προσφορότητας των προτάσεων της Επιτροπής, και ιδίως της συμμόρφωσης με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, και για τη σαφέστερη διευκρίνιση προς τους συννομοθέτες και το ευρύτερο κοινό των λόγων που οδηγούν στην επιλογή συγκεκριμένου μέτρου·

12.

υπογραμμίζει ότι τα βασικά στοιχεία μιας καλής εκτίμησης αντικτύπου είναι η αναγνώριση του προβλήματος, η διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους, ο καθορισμός των προς επίτευξη στόχων καθώς και η εκπόνηση στρατηγικών επιλογών πολιτικής·

13.

θεωρεί σημαντικό να συνοδεύονται οι νέες νομοθετικές προτάσεις από εκτίμηση αντικτύπου· επισημαίνει ότι αυτό μπορεί να ισχύει επίσης για τις απλοποιήσεις και αναδιατυπώσεις του δικαίου της ΕΕ, για τις νομοθετικές πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση καθώς και για τις εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά περίπτωση·

14.

θεωρεί ότι η εκτίμηση αντικτύπου αποτελεί ένα «εν εξελίξει κείμενο» που συνιστά τμήμα της νομοθετικής διαδικασίας· επισημαίνει ότι είναι αναγκαία η εξασφάλιση επαρκούς ευελιξίας ώστε να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή περαιτέρω εκτιμήσεων αντικτύπου κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας·

15.

ζητεί οι εκτιμήσεις αντικτύπου να μην επικεντρώνονται αποκλειστικά στην ανάλυση κόστους/ωφελείας αλλά να λαμβάνουν υπόψη μεγάλο αριθμό κριτηρίων, σύμφωνα με την αρχή της ολοκληρωμένης προσέγγισης, ώστε να δίνουν στον νομοθέτη μια όσο το δυνατόν πλήρη εικόνα· επισημαίνει στο πλαίσιο αυτό τις οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές πτυχές που αναφέρονται στη διοργανική συμφωνία της 16ης Δεκεμβρίου 2003, και στην κοινή προσέγγιση του 2005, οι οποίες θα πρέπει να συνδυάζονται σε μια ενιαία αξιολόγηση· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό την ανάγκη να εξασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ των διάφορων πολιτικών και δράσεων της ΕΕ, με συνεκτίμηση όλων των στόχων της και σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 7 της ΣΛΕΕ·

16.

ζητεί να υπάρχει, στο πλαίσιο της εκτίμησης αντικτύπου, μια ανάλυση κόστους-ωφελείας, δηλαδή εξέταση της αποδοτικότητας όλων των προγραμμάτων και μέτρων με επίπτωση στις δαπάνες, καθώς και να μελετηθούν οι ενδεχόμενες συνέπειες στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)· στο πλαίσιο αυτό ζητεί να εφαρμόζονται συστηματικά τα «τεστ ΜΜΕ» που προτείνει η Small Business Act του 2008· υπενθυμίζει σχετικά ότι, για κάθε νέα νομοθεσία που επιβάλλει βάρη στις ΜΜΕ, θα πρέπει να προβλέπεται προσεκτική αξιολόγηση των υφισταμένων ρυθμίσεων με στόχο τη μείωση του συνολικού ρυθμιστικού φόρτου για τις ΜΜΕ·

17.

ζητεί, στο πλαίσιο της εκτίμησης αντικτύπου, όλες οι νέες προτάσεις πολιτικής που έχουν σημαντικές συνέπειες στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα να υπόκεινται σε εξονυχιστική ανάλυση· ζητεί περαιτέρω να υπάρχει μια εκ των υστέρων εκτίμηση του αντιτκτύπου της νομοθεσίας της ΕΕ στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή στην πραγματικότητα υποσχέθηκε μια τέτοια διαδικασία στην ανακοίνωσή της σχετικά με μια ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική για την εποχή της παγκοσμιοποίησης·

18.

τονίζει ότι είναι ανάγκη να αντληθούν διδάγματα από την εκ των υστέρων αξιολόγηση της ισχύουσας νομοθεσίας και από την ανάλυση της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου, και επισημαίνει ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί ουσιαστικός διάλογος σχετικά με τις στρατηγικές επιλογές που είναι εφικτές στον εκάστοτε τομέα πολιτικής πριν από την υποβολή νέων νομοθετικών προτάσεων·

19.

συνιστά οι εκτιμήσεις αντικτύπου που πραγματοποιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο να εξετάζουν την ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία όσον αφορά τις οικονομίες που προκύπτουν από μια ευρωπαϊκή λύση και/ή ποιες πρόσθετες δαπάνες προκύπτουν στα κράτη μέλη από την έλλειψη ευρωπαϊκής λύσης·

20.

πιστεύει ότι τόσο ο αντίκτυπος στις οικονομικές εταιρικές σχέσεις της ΕΕ όσο και οι συνέπειες της επιλογής ενός ειδικού ευρωπαϊκού προτύπου αντί ενός διεθνούς προτύπου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις εκτιμήσεις αντικτύπου·

21.

υπογραμμίζει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις εναλλακτικές λύσεις που διαθέτει ο νομοθέτης, στις οποίες θα πρέπει πάντα να περιέχεται και μια σοβαρή ανάλυση όσον αφορά την επιλογή μη παρέμβασης·

22.

τονίζει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου δεν θα πρέπει να οδηγούν σε περισσότερη γραφειοκρατία και περιττές καθυστερήσεις στη νομοθετική διαδικασία· εντούτοις, πρέπει να δίνεται στις εκτιμήσεις αντικτύπου αρκετός χρόνος ώστε να παράγουν αξιόπιστο αποτέλεσμα· επισημαίνει περαιτέρω ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με καταχρηστικό τρόπο ως μέσο για να παρεμποδίζονται μη επιθυμητές νομοθετικές διατάξεις· προτείνει ως εκ τούτου να δημιουργηθούν οι απαραίτητες τεχνικές και διοικητικές προϋποθέσεις, έτσι ώστε οι εκτιμήσεις αντικτύπου να πραγματοποιούνται εγκαίρως, και όσο το δυνατόν ταχύτερα, με τη βοήθεια π.χ. μέσων όπως οι συμβάσεις-πλαίσια, οι προκηρύξεις διαγωνισμών με επείγουσες διαδικασίες και η βέλτιστη χρήση των πόρων·

23.

ζητεί, σύμφωνα με την προσέγγιση που βασίζεται στη βέλτιστη πρακτική, να χρησιμοποιείται η εμπειρία από άλλες χώρες, στις οποίες οι εκτιμήσεις αντικτύπου διεξάγονται ήδη εδώ και αρκετά χρόνια, ώστε να βελτιωθούν περισσότερο οι εκτιμήσεις αντικτύπου σε επίπεδο ΕΕ·

24.

ζητεί οι εκτιμήσεις αντικτύπου να ενημερώνονται κατά τη διάρκεια του συνόλου της νομοθετικής διαδικασίας, ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις αλλαγές που έχουν επέλθει κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας·

25.

τονίζει, ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου δεν θα πρέπει να πραγματοποιούνται μόνο πριν από την έγκριση του νομοθετικού κειμένου (ex ante) αλλά και μετά την έγκρισή του (ex post)· υπενθυμίζει σχετικά ότι αυτό είναι απαραίτητο για να αξιολογείται ακριβέστερα εάν οι στόχοι ενός νόμου έχουν πραγματικά επιτευχθεί και σε ποιο βαθμό θα πρέπει να προσαρμοστεί ή να διατηρηθεί μια νομοθετική πράξη· τονίζει, ωστόσο, ότι η εκ των υστέρων αξιολόγηση δεν πρέπει ποτέ να αντικαθιστά το καθήκον που έχει η Επιτροπή, ως «θεματοφύλακας των Συνθηκών», να παρακολουθεί αποτελεσματικά και έγκαιρα την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη·

26.

υπογραμμίζει την πρωταρχική ευθύνη της Επιτροπής να διενεργεί υψηλής ποιότητας εκτιμήσεις αντικτύπου των προτάσεών της κατά την άσκηση του δικαιώματος πρωτοβουλίας που της παραχωρεί η Συνθήκη·

Δυνατότητες βελτιώσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής

27.

αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή έχει βελτιώσει κατά τα τελευταία έτη την ποιότητα των εκτιμήσεων αντικτύπου της, αλλά υπογραμμίζει όμως ότι χρειάζονται κι άλλες βελτιώσεις·

28.

υπενθυμίζει εν προκειμένω την επιτροπή εκτίμησης αντικτύπου (Impact Assessment Board – IAB), η οποία ιδρύθηκε το 2006 στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και είναι υπεύθυνη για τη διεξαγωγή των εκτιμήσεων αντικτύπου της Επιτροπής·

29.

υπογραμμίζει ότι τα μέλη της IAB είναι μόνον τύποις ανεξάρτητα, εφόσον ορίζονται επί του παρόντος από τον Πρόεδρο της Επιτροπής, λαμβάνουν οδηγίες από αυτόν, και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να ομιλούμε περί πλήρους ανεξαρτησίας· ζητεί, για τον λόγο αυτό, τα μέλη της ΙΑΒ να εξετάζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πριν διοριστούν και να μη δεσμεύονται από τις εντολές του Προέδρου της Επιτροπής· υπογραμμίζει ότι οι εργασίες της ΙΑΒ και των εμπειρογνωμόνων πρέπει να επιτελούνται σε πλαίσιο δημοσιότητας και με το υψηλότερο επίπεδο διαφάνειας, ώστε η ανεξαρτησία τους να μπορεί να επαληθεύεται στην πράξη·

30.

προτείνει περαιτέρω να συμπεριληφθούν εμπειρογνώμονες από όλους τους τομείς πολιτικής και όλες τις ομάδες εμπλεκομένων στις εργασίες της ΙΑΒ· ζητεί να μην προέρχονται οι εν λόγω εμπειρογνώμονες από τους κόλπους της Επιτροπής και να μην είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν εντολές·

31.

προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και ειδικότερα οι θεματικά αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές να συμμετέχουν σε όλη τη διαδικασία εκτίμησης αντικτύπου καθώς και στις εργασίες της επιτροπής IAB, μεταξύ άλλων μέσω ενημέρωσης και ενδιάμεσων εκθέσεων· καλεί την Επιτροπή να παρέχει στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο περιλήψεις 2 έως 4 σελίδων μαζί με την πλήρη εκτίμηση αντικτύπου, συμπεριλαμβάνοντας ενδεχομένως εξήγηση των λόγων για τους οποίους δεν έγινε εκτίμηση αντικτύπου, όταν υποβάλλει τη νομοθετική πρόταση, κατά τρόπο ώστε να επαληθεύεται ότι όλα τα συναφή ζητήματα εξετάστηκαν χωρίς να απειλείται η ανεξαρτησία της εκτίμησης από έναν επηρεασμό της τελικής αξιολόγησης·

32.

επισημαίνει ότι η Επιτροπή θα πρέπει, κατά την εκπόνηση των εκτιμήσεων αντικτύπου, να διαβουλεύεται και με τα κράτη μέλη, διότι αυτά θα κληθούν αργότερα να μεταφέρουν τις οδηγίες στην εθνική τους νομοθεσία και διότι οι εθνικές διοικήσεις γνωρίζουν κατά κανόνα καλύτερα πώς λειτουργούν στη πράξη οι νομοθετικές διατάξεις·

33.

υπογραμμίζει ότι η έξυπνη νομοθεσία με βάση την πλήρη και αντικειμενική εκτίμηση αντικτύπου παραμένει κοινή ευθύνη των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και ότι η Επιτροπή πρέπει επομένως να συνεκτιμά τις αντιδράσεις που λαμβάνει από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή των Περιφερειών, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και τα κράτη μέλη·

34.

επισημαίνει σχετικά ότι, πριν από την οριστική έγκριση μιας εκτίμησης αντικτύπου, θα πρέπει να υποβάλλονται τα προσωρινά αποτελέσματα πάντα σε εξωτερικό έλεγχο· ζητεί εν προκειμένω να υπάρχει δημόσια πρόσβαση στα πορίσματα αυτού του ελέγχου·

35.

εφιστά την προσοχή στην κριτική που άσκησε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, δηλαδή στο γεγονός ότι η Επιτροπή προχωρεί μερικές φορές σε νομοθετικές πρωτοβουλίες παρ’ όλο που η διαδικασία εκτίμησης αντικτύπου δεν έχει περατωθεί· σημειώνει επίσης την κριτική σύμφωνα με την οποία όλες οι επιλογές πολιτικής δεν τυγχάνουν ενδεχομένως της ίδιας προσοχής· τονίζει ότι όλες οι επιλογές πολιτικής πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη στη διαδικασία εκτίμησης αντικτύπου·

36.

ζητεί μεγαλύτερη διαφάνεια μέσω της δημοσίευσης του καταλόγου όλων των εμπειρογνωμόνων και των άλλων συμμετεχόντων στη διαδικασία εκτίμησης αντικτύπου, καθώς και της δήλωσης συμφερόντων τους·

37.

προτείνει, σε ό,τι αφορά τις δημόσιες διαβουλεύσεις, οι οργανώσεις εκπροσώπησης συμφερόντων να ενημερώνονται εγκαίρως για κάθε προβλεπόμενη διαβούλευση· θεωρεί επιπλέον ότι οι σχετικές οργανώσεις πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο των δημόσιων διαβουλεύσεων, να σχολιάζουν τις εκτιμήσεις αντικτύπου, και ότι αυτό πρέπει να γίνεται εγκαίρως, πριν δημοσιευθεί η εκάστοτε πρόταση της Επιτροπής·

38.

ζητεί να είναι αξιόπιστα και συγκρίσιμα τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή·

39.

ζητεί από την Επιτροπή, στις εκτιμήσεις αντικτύπου της, να εξετάζει συστηματικά τον διοικητικό φόρτο που προκαλούν οι νομοθετικές προτάσεις και να αναφέρει πάντοτε με σαφήνεια ποια από τις εξεταζόμενες επιλογές προσφέρεται περισσότερο για την ελάφρυνση του διοικητικού φόρτου ή τη μικρότερη δυνατή αύξησή του·

40.

επισημαίνει ότι αποτελεί μειονέκτημα να παρουσιάζονται τα αποτελέσματα μιας εκτίμησης αντικτύπου ταυτόχρονα με τη νομοθετική πρόταση, διότι αυτό δίνει την εντύπωση ότι η εκτίμηση αντικτύπου χρησιμεύει κατ’ αρχάς για τη δικαιολόγηση της πρότασης της Επιτροπής· συμβουλεύει ως εκ τούτου να υπάρχει έγκαιρη δημοσίευση των εγγράφων σε κάθε στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας, μεταξύ άλλων δημοσίευση της τελικής εκτίμησης αντικτύπου που έχει διενεργήσει η Επιτροπή, όπως εγκρίθηκε από την IAB, πριν από την έναρξη διυπηρεσιακών διαβουλεύσεων·

41.

θεωρεί ότι όλες οι ολοκληρωμένες εκτιμήσεις αντικτύπου που έχει διενεργήσει η Επιτροπή πρέπει να δημοσιεύονται από την Επιτροπή σε ειδική σειρά εκδόσεων, ούτως ώστε να μπορεί να γίνεται εύκολα αναφορά σε αυτές και αναζήτησή τους από το κοινό σε ειδικό ιστότοπο·

42.

ζητεί να διενεργείται από την Επιτροπή μια εκ των υστέρων (ex-post) αξιολόγηση των νομοθετικών πράξεων που έχουν εγκριθεί· επαναλαμβάνει ωστόσο ότι η εκ των υστέρων αξιολόγηση δεν πρέπει ποτέ να αντικαθιστά το προαναφερθέν καθήκον της Επιτροπής να παρακολουθεί την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη·

43.

καλεί την Επιτροπή να σχολιάζει διεξοδικά τις εκτιμήσεις αντικτύπου που διεξάγονται από το Κοινοβούλιο·

Δυνατότητες βελτιώσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

44.

καλεί τις επιτροπές του να χρησιμοποιούν συστηματικότερα τις κοινοβουλευτικές εκτιμήσεις αντικτύπου, ένα μέσο που είναι ήδη διαθέσιμο· υπενθυμίζει ότι υφίσταται ειδική θέση του προϋπολογισμού η οποία καλύπτει την πραγματοποίηση εκτιμήσεων αντικτύπου· θεωρεί ότι η προσφυγή σε κοινοβουλευτική εκτίμηση αντικτύπου είναι ιδιαιτέρως αναγκαία εάν έχουν πραγματοποιηθεί ουσιαστικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση·

45.

υπενθυμίζει περαιτέρω ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου δεν θα πρέπει απαραιτήτως να διεξάγονται στο πλαίσιο χρονοβόρου μελέτης, αλλά μπορούν να έχουν τη μορφή μελετών περιορισμένης κλίμακας, εργαστηρίων και ακροάσεων εμπειρογνωμόνων·

46.

θεωρεί ότι πρέπει να ενσωματώνεται συστηματικά στα νομοθετικά ψηφίσματα του Κοινοβουλίου μια τυποποιημένη αιτιολογική αναφορά, στην οποία θα μνημονεύεται η εξέταση όλων των εκτιμήσεων αντικτύπου που έχουν πραγματοποιηθεί από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ στους τομείς που σχετίζονται με το υπό κρίση νομοθέτημα·

47.

επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο και οι επιτροπές του διαθέτουν ήδη σήμερα μηχανισμούς για να ελέγχουν τις εκτιμήσεις αντικτύπου της Επιτροπής· θεωρεί ότι η υποβολή της εκτίμησης αντικτύπου από την Επιτροπή στις αρμόδιες επιτροπές θα αποτελούσε πολύτιμο συμπλήρωμα στον έλεγχο που διενεργεί το Κοινοβούλιο· υπογραμμίζει ότι ο έλεγχος αυτός μπορεί επίσης να έχει, μεταξύ άλλων, τη μορφή συμπληρωματικών εκτιμήσεων αντικτύπου, διεξοδικότερων αναλύσεων, επανεξέτασης των εκτιμήσεων αντικτύπου της Επιτροπής από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, καθώς και οργάνωσης έκτακτων συνεδριάσεων με ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες· υπογραμμίζει ότι τα θεματικά τμήματά του θα πρέπει να εξακολουθήσουν τις εργασίες τους στον τομέα αυτό κατά τρόπο συνεκτικό·

48.

υπογραμμίζει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου του Κοινοβουλίου θα πρέπει να θεωρούνται ως διορθωτικές των εκτιμήσεων αντικτύπου της Επιτροπής·

49.

ζητεί το Κοινοβούλιο, και ειδικότερα, οι επιτροπές του, να εξετάζουν κατά τρόπο συστηματικό και όσο το δυνατόν έγκαιρα τις εκτιμήσεις αντικτύπου της Επιτροπής·

50.

υπογραμμίζει ότι εναπόκειται στην αρμόδια επιτροπή του, με συμμετοχή του εισηγητή, να αποφασίζει εάν πρέπει να προχωρήσει σε κοινοβουλευτική εκτίμηση αντικτύπου· προτείνει να τροποποιηθεί ο Κανονισμός του κατά τρόπο ώστε μια εκτίμηση αντικτύπου να μπορεί να ανατίθεται ήδη εφόσον το επιθυμεί το ένα τέταρτο των μελών της κοινοβουλευτικής επιτροπής·

51.

παροτρύνει όλες τις επιτροπές του, πριν εξετάσουν οποιαδήποτε νομοθετική πρόταση, να διεξάγουν εμπεριστατωμένο διάλογο με την Επιτροπή σχετικά με την εκτίμηση αντικτύπου·

52.

υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικές και οι εκτιμήσεις αντικτύπου που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής νομοθετικής διαδικασίας· ενθαρρύνει το Κοινοβούλιο, σε περίπτωση σημαντικών τροπολογιών σε οποιοδήποτε στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας, να εξετάζει τη δυνατότητα πραγματοποίησης μιας εκτίμησης αντικτύπου· υπογραμμίζει όμως ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγεί σε μεγάλες καθυστερήσεις·

53.

ζητεί επίσης να έχουν οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τη δυνατότητα να ζητούν, σε ατομική βάση, τη διενέργεια μικρών μελετών οι οποίες θα τους παρέχουν σχετικά στοιχεία ή στατιστικά δεδομένα σε τομείς που συνδέονται με το κοινοβουλευτικό τους έργο, και προτείνει να μπορούν οι μελέτες αυτές να αναλαμβάνονται από τη βιβλιοθήκη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως συμπλήρωμα στα τρέχοντα καθήκοντά της·

54.

καλεί συνεπώς το Κοινοβούλιο να εγκρίνει σχέδια για την παροχή αυτής της υπηρεσίας στους βουλευτές από τη βιβλιοθήκη του· τονίζει ότι τα σχέδια αυτά πρέπει να βασίζονται στις βέλτιστες πρακτικές των κοινοβουλευτικών βιβλιοθηκών, συμπεριλαμβανομένων των κοινοβουλευτικών βιβλιοθηκών των κρατών μελών, και πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με αυστηρούς κανόνες και σε πλήρη συνεργασία με τις επιτροπές που εκτελούν δραστηριότητες έρευνας·

Δημιουργία μιας αυτόνομης δομής εκτίμησης αντικτύπου για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προοπτικές

55.

υπογραμμίζει τη σημασία που θα είχε ένας ενιαίος μηχανισμός εκτίμησης αντικτύπου για την ποιότητα και τη συνεκτικότητα της χάραξης της πολιτικής του·

56.

ζητεί ως εκ τούτου τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης διαδικασίας εκτίμησης αντικτύπου εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· προτείνει στο πλαίσιο αυτό την ανάπτυξη μιας κοινής διαδικασίας εκτίμησης αντικτύπου στη βάση κοινού συστήματος και μεθοδολογίας, που θα χρησιμοποιούνται από όλες τις επιτροπές·

57.

θεωρεί ότι αυτό πρέπει να πραγματοποιηθεί υπό την αιγίδα μιας αυτόνομης δομής που θα χρησιμοποιεί τους πόρους του ίδιου του Κοινοβουλίου, π.χ. με την εξασφάλιση της συμμετοχής της βιβλιοθήκης και των θεματικών τμημάτων, θα περιλαμβάνει εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όπως αποσπασμένους υπαλλήλους από τις εθνικές δομές εκτίμησης αντικτύπου, σε βάση ad hoc για συγκεκριμένες εκτιμήσεις αντικτύπου, και θα λογοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέσω ενός εποπτικού συμβουλίου αποτελούμενου από βουλευτές·

58.

ζητεί να δημιουργηθεί για τον σκοπό αυτό η απαραίτητη διοικητική υποδομή, εξασφαλίζοντας ότι μια τέτοια υποδομή είναι ουδέτερη από δημοσιονομικής πλευράς επειδή θα χρησιμοποιεί τους υφιστάμενους πόρους·

59.

υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να εξετασθεί μακροπρόθεσμα η προοπτική μιας κοινής προσέγγισης των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων σε θέματα εκτίμησης αντικτύπου· υπενθυμίζει ότι η διοργανική συμφωνία της 16ης Δεκεμβρίου 2003 και η διοργανική κοινή προσέγγιση για την εκτίμηση αντικτύπου, του Νοεμβρίου του 2005, ζητούσαν ήδη μια κοινή μεθοδολογική προσέγγιση για τις εκτιμήσεις αντικτύπου των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων·

60.

εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απορρίπτει την ιδέα μιας κοινής προσέγγισης των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στον τομέα των εκτιμήσεων αντικτύπου·

61.

παρατηρεί ότι μέχρι σήμερα, το Συμβούλιο έχει χρησιμοποιήσει ελάχιστα το εργαλείο των εκτιμήσεων αντικτύπου· καλεί ως εκ τούτου το Συμβούλιο να χρησιμοποιεί περισσότερο, και αυτό, τις εκτιμήσεις αντικτύπου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διοργανική κοινή προσέγγιση σε θέματα εκτίμησης αντικτύπου, κατά τρόπο ώστε να βελτιώσει την ποιότητα της συμβολής του στη νομοθεσία της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι η έξυπνη ρύθμιση που βασίζεται σε πλήρη και αντικειμενική εκτίμηση αντικτύπου παραμένει κοινή ευθύνη των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών·

*

* *

62.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.


(1)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0311.

(2)  ΕΕ C 15 Ε της 21.1.2010, σ. 16.

(3)  ΕΕ C 187 Ε της 24.7.2008, σ. 67.

(4)  ΕΕ C 175 Ε της 10.7.2008, σ. 124.

(5)  ΕΕ C 297 Ε της 7.12.2006, σ. 128.

(6)  ΕΕ C 104 Ε της 30.4.2004, σ. 146.


11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/39


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Εξωτερική διάσταση της κοινωνικής πολιτικής, προαγωγή των εργασιακών και κοινωνικών προτύπων και ευρωπαϊκή εταιρική κοινωνική ευθύνη

P7_TA(2011)0260

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την εξωτερική διάσταση της κοινωνικής πολιτικής, την προαγωγή των εργασιακών και κοινωνικών προτύπων και την ευρωπαϊκή εταιρική κοινωνική ευθύνη (2010/2205(INI))

2012/C 380 E/07

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3, 6 και 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

έχοντας υπόψη τα άρθρα 7, 9, 145-161, 206-209 και 215 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

έχοντας υπόψη τα άρθρα 5, 12, 14, 15, 16, 21, 23, 26, 27, 28, 29, 31, 32, 33, 34 και 36 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) και άλλες πράξεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στο πεδίο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ειδικότερα δε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (1966) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (1966), τη Σύμβαση για την εξάλειψη κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων (1965), τη Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (1979), τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989), τη Διεθνή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των διακινούμενων εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους (1990) και τη Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία (2006) (1),

έχοντας υπόψη το πλαίσιο «Προστασία, σεβασμός και αποκατάσταση» των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα που προτάθηκε από τον ειδικό εκπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις υπερεθνικές εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις, καθηγητή John Ruggie, το οποίο υποστηρίχθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών το 2008 (ψήφισμα 8/7), τις πρόσφατα δημοσιευθείσες κατευθυντήριες αρχές για την εφαρμογή του πλαισίου (2), και τα Συμπεράσματα του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων στις 8 Δεκεμβρίου 2009 που επισημαίνουν τον σημαντικό ρόλο των επιχειρήσεων για την επίτευξη του καθολικού σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επαναλαμβάνουν την πλήρη υποστήριξη του Συμβουλίου προς το έργο του ειδικού εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών (3),

έχοντας υπόψη την πιο πρόσφατη έκθεση του John Ruggie, ειδικού εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις υπερεθνικές εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις (2),

έχοντας υπόψη τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, και ιδίως τα άρθρα 5, 6 και 19 αυτού (4),

έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση σχετικά με το νομικό καθεστώς των διακινούμενων εργαζόμενων (5),

έχοντας υπόψη τις συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, ειδικότερα τις οκτώ θεμελιώδεις συμβάσεις για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την ουσιαστική αναγνώριση του δικαιώματος σε συλλογικές διαπραγματεύσεις (Συμβάσεις αριθ. 87 και 98), για την κατάργηση κάθε μορφής καταναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας (Συμβάσεις αριθ. 29 και 105), για την εξάλειψη των διακρίσεων όσον αφορά την απασχόληση και το επάγγελμα (Συμβάσεις αριθ. 100 και 111) και για την ουσιαστική κατάργηση της παιδικής εργασίας (Συμβάσεις αριθ. 138 και 182) (6),

έχοντας επίσης υπόψη τις συμβάσεις της ΔΟΕ για τις ρήτρες εργασίας (δημόσιες συμβάσεις) (Σύμβαση αριθ. 94) και περί συλλογικών διαπραγματεύσεων (Σύμβαση αριθ. 154) (7),

έχοντας υπόψη την ατζέντα για την αξιοπρεπή εργασία της ΔΟΕ και το παγκόσμιο σύμφωνο απασχόλησης της ΔΟΕ, που υιοθετήθηκαν με καθολική συναίνεση στις 19 Ιουνίου 2009 στη Διεθνή Διάσκεψη Εργασίας (8),

έχοντας υπόψη τη δήλωση της ΔΟΕ σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη για μια έντιμη παγκοσμιοποίηση που εγκρίθηκε με συναίνεση από τα 183 κράτη μέλη της ΔΟΕ στις 10 Ιουνίου 2008 (9),

έχοντας υπόψη τη συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) (10), η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές, καθώς και τη δήλωση που εγκρίθηκε κατά την τέταρτη υπουργική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στην Ντόχα τον Νοέμβριο του 2001, και ειδικότερα την παράγραφο 31 (11) της εν λόγω δήλωσης,

έχοντας υπόψη τη Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο των Υπηρεσιών (GATS), ειδικότερα το άρθρο 1 παράγραφος 2, στοιχείο δ) αυτής, τον αποκαλούμενο Τρόπο 4 (12),

έχοντας υπόψη την έκθεση της Παγκόσμιας Επιτροπής για την Κοινωνική Διάσταση της Παγκοσμιοποίησης (ΠΕΚΔΠ), με τίτλο «A Fair Globalisation: Creating Opportunities For All» (13),

έχοντας υπόψη τη δήλωση των ηγετών της συνόδου κορυφής της G20 που διεξήχθη στο Πίτσμπεργκ στις 24-25 Σεπτεμβρίου 2009 (14),

έχοντας υπόψη τις τελευταίες ενημερώσεις των κατευθυντηρίων γραμμών του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές εταιρείες (15),

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1927/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση (16) καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 546/2009,

έχοντας υπόψη την οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (17),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Σεπτεμβρίου 1996 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για τη συμπερίληψη του σεβασμού των δημοκρατικών αρχών και των δικαιωμάτων του ανθρώπου στις συμφωνίες μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών (18) καθώς και το ψήφισμά του της 14ης Φεβρουαρίου 2006 σχετικά με τη ρήτρα για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τη δημοκρατία στις συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (19),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Οκτωβρίου 2001 σχετικά με το άνοιγμα και τη δημοκρατία στο διεθνές εμπόριο (20), στο οποίο ζητείται ο σεβασμός των θεμελιωδών κοινωνικών προτύπων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) από τον ΠΟΕ, καθώς και η αποδοχή από την Ευρωπαϊκή Ένωση των αποφάσεων της ΔΟΕ, περιλαμβανομένης της ενδεχόμενης επιβολής κυρώσεων, σε σχέση με σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιωδών κοινωνικών προτύπων,

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 23ης Μαΐου 2007 με θέμα την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους (21), με το οποίο ζητείται η συμπερίληψη κοινωνικών προτύπων, με σκοπό την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας, στις εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ειδικότερα δε στις διμερείς συμφωνίες,

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με την κοινωνική διάσταση της παγκοσμιοποίησης (22),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Ιουλίου 2005 σχετικά με την εκμετάλλευση των παιδιών στις αναπτυσσόμενες χώρες, με ιδιαίτερη έμφαση στην παιδική εργασία (23),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 6ης Ιουλίου 2006 σχετικά με το δίκαιο εμπόριο και την ανάπτυξη (24),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 22ας Μαΐου 2007 με θέμα «Η Ευρώπη στον κόσμο - εξωτερικές πτυχές της ανταγωνιστικότητας» (25) το οποίο αποτελεί απάντηση στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο «Η Ευρώπη στον κόσμο: η συμμετοχή της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Συμβολή στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση» (COM(2006)0567),

έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 30ής Μαΐου 2002 σχετικά με το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής για την προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη (26) και της 15ης Ιανουαρίου 1999 σχετικά με τις προδιαγραφές της ΕΕ που διέπουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται σε αναπτυσσόμενες χώρες (27),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Μαρτίου 2007 σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: νέα εταιρική σχέση (28),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη σε διεθνείς εμπορικές συμφωνίες (29),

έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του σχετικά με τις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης με περιφέρειες και χώρες ΑΚΕ, και ιδίως εκείνα της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 (30), της 23ης Μαΐου 2007 (31) και της 12ης Δεκεμβρίου 2007 (32),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2010 για την παιδική εργασία (33),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2010 με θέμα «Ένας μεταβαλλόμενος κόσμος: μια πρόκληση για την ΕΕ» (34),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Η κοινωνική διάσταση της παγκοσμιοποίησης – Η συμβολή των πολιτικών της ΕΕ για να υπάρξουν οφέλη για όλους» (COM(2004)0383),

έχοντας υπόψη την ανανεωμένη ευρωπαϊκή κοινωνική ατζέντα της 2ας Ιουλίου 2008 (COM(2008)0412),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους – Η συμβολή της Ένωσης στην εφαρμογή της ατζέντας της αξιοπρεπούς εργασίας στον κόσμο» (COM(2006)0249),

έχοντας υπόψη τη δημόσια διαβούλευση σχετικά με την αποκάλυψη μη οικονομικής φύσεως πληροφοριών από εταιρείες που δρομολογήθηκε με πρωτοβουλία του Τμήματος Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (35) της ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Εμπόριο, ανάπτυξη και παγκόσμιες υποθέσεις: η εμπορική πολιτική ως βασική συνιστώσα της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» » (COM(2010)0612),

έχοντας υπόψη το σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων (ΣΓΠ), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2009, το οποίο προσφέρει πρόσβαση χωρίς δασμούς ή μείωση των δασμών σε αυξημένο αριθμό προϊόντων και περιλαμβάνει επίσης ένα νέο κίνητρο για τις ευάλωτες χώρες με συγκεκριμένες εμπορικές, οικονομικές ή αναπτυξιακές ανάγκες (36),

έχοντας υπόψη το σύνολο των συμφωνιών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών,

έχοντας υπόψη ειδικότερα τη συμφωνία εταιρικής σχέσης μεταξύ των μελών της ομάδας των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ), αφενός, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφετέρου, που υπογράφηκε στο Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000, και τις αναθεωρήσεις της το 2005 και το 2010 (37),

έχοντας ιδίως υπόψη την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ΕΕ και της Κολομβίας και του Περού σχετικά με τη σύναψη πολυμερούς εμπορικής συμφωνίας (38),

έχοντας υπόψη την ακρόαση με θέμα «Εφαρμογή κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων στις εμπορικές διαπραγματεύσεις» την οποία διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 14 Ιανουαρίου 2010,

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπή Ανάπτυξης και της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (A7-0172/2011),

A.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα υψηλά πρότυπα της ΕΕ σχετικά με την κοινωνική προστασία και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνιστούν καθοριστικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν διεξάγει διαπραγματεύσεις όσον αφορά τις εμπορικές σχέσεις με τρίτες χώρες,

B.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί υποχρέωση όλων των κρατών μελών και όλων των άλλων κρατών η οποία απορρέει από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών και ότι η εν λόγω Διακήρυξη περιέχει το δικαίωμα κάθε ατόμου να συγκροτεί συνδικαλιστικές οργανώσεις και να είναι μέλος αυτών για την προστασία των συμφερόντων του,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι βασικές συμβάσεις της ΔΟΕ αναγνωρίζονται διεθνώς ως βάση για το δίκαιο διεθνές εμπόριο και λαμβάνοντας υπόψη ότι, δυστυχώς, δεν τις τηρούν πλήρως όλα τα κράτη μέλη,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι προς το συμφέρον της Ένωσης να συνάπτει διμερείς εμπορικές συμφωνίες προς όφελος της Ένωσης και των εμπορικών εταίρων εφόσον αμφότερες οι πλευρές σέβονται τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

E.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η στάση όλων των κρατών μελών πρέπει να αντικατοπτρίζει σαφώς τις αρχές του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου όταν διακυβεύονται κοινωνικά ζητήματα και η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών βάσει της ανοικτής μεθόδου συντονισμού,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοκρατία και το κράτος δικαίου χρειάζονται ισχυρές και ελεύθερες συνδικαλιστικές οργανώσεις, εργατικές ενώσεις και κοινωνικές κινήσεις, και ότι αυτές είναι δυνατό να υπάρχουν μόνο μέσα σε μια δημοκρατική κοινότητα με διάκριση των εξουσιών,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες δηλώνουν ότι δέχονται πιέσεις να απαρνηθούν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα όταν η Ένωση τους ζητεί να συμμορφωθούν με τα διεθνή πρότυπα εργασίας,

H.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η δήλωση της ΔΟΕ του 2008 σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη για μια έντιμη παγκοσμιοποίηση, που εγκρίθηκε με συναίνεση από τα 183 μέλη της ΔΟΕ, ορίζει ότι η παραβίαση των θεμελιωδών αρχών και δικαιωμάτων στην εργασία δεν μπορεί να προβληθεί ή να χρησιμοποιηθεί άλλως ως νόμιμο συγκριτικό πλεονέκτημα και ότι τα πρότυπα εργασίας δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για λόγους εμπορικού προστατευτισμού,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες τρίτες χώρες προσπαθούν να επιβάλουν τον Τρόπο 4 (39) κατά τις διαπραγματεύσεις εμπορικών συμφωνιών με την ΕΕ,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές επιχειρήσεις αναλαμβάνουν την εταιρική κοινωνική τους ευθύνη (ΕΚΕ) και ενεργούν με σκοπό να εξασφαλίσουν στη σφαίρα επιρροής τους την τήρηση κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων, π.χ. με την προσχώρηση στο παγκόσμιο συμβόλαιο (Global Compact) των Ηνωμένων Εθνών ή με τη συμμετοχή σε εθελοντικές οικονομικές πρωτοβουλίες,

ΙΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές στις οποίες στηρίζεται η ΕΚΕ, οι οποίες αναγνωρίζονται πλήρως σε διεθνές επίπεδο, είτε από τον ΟΟΣΑ και τη ΔΟΕ είτε από τα Ηνωμένα Έθνη, αφορούν την υπεύθυνη συμπεριφορά που αναμένεται από τις επιχειρήσεις και προϋποθέτουν, καταρχάς, συμμόρφωση προς την ισχύουσα νομοθεσία, ιδίως στους τομείς της απασχόλησης, των εργασιακών σχέσεων, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του περιβάλλοντος, των συμφερόντων των καταναλωτών και της διαφάνειας έναντι των καταναλωτών και της καταπολέμησης της διαφθοράς,

ΙΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η έγκριση μιας σύστασης σχετικά με την ΕΚΕ και η ενθάρρυνση της τήρησής της θα πρέπει να αποτελέσει μια πραγματικότητα σε επίπεδο ΕΕ,

ΙΓ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η παγκοσμιοποίηση διευκολύνει την κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών,

ΙΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ρόλος της ΔΟΕ όσον αφορά τη θέσπιση νέων προτύπων έχει αποδυναμωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και συνήθως περιορίζεται στην έγκριση δηλώσεων που στη συνέχεια δεν τυγχάνουν σεβασμού, παρά τη συμμετοχή της ΔΟΕ στην ομάδα G20, την παγκόσμια αναγνώριση της ατζέντας για την αξιοπρεπή εργασία και την ένταξη της απασχόλησης και της αξιοπρεπούς εργασίας στον αναπτυξιακό στόχο της χιλιετίας αριθ. 1,

ΙΕ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να επισημανθεί ο άνευ όρων σεβασμός του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και των αποτελεσματικών συλλογικών διαπραγματεύσεων,

ΙΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να προωθηθεί η ατζέντα για την αξιοπρεπή εργασία,

ΙΖ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να αποφευχθεί κάθε είδος διάκρισης στον μισθολογικό τομέα, σύμφωνα με την αρχή του δικαιώματος σε ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας, η οποία ορίζεται στο άρθρο 23 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

ΙΗ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενδιάμεση αξιολόγηση του συστήματος γενικευμένων προτιμήσεων της ΕΕ (ΣΓΠ) (40) δείχνει ότι το εμπορικό καθεστώς ΣΓΠ+, το οποίο απαιτεί από τις δικαιούχους χώρες να κυρώνουν και να εφαρμόζουν αποτελεσματικά συγκεκριμένες διεθνείς συμβάσεις στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των βασικών εργασιακών προτύπων, της αειφόρου ανάπτυξης και της χρηστής διακυβέρνησης, είχε σημαντικό θετικό αντίκτυπο στην ισότητα των φύλων στις εν λόγω χώρες,

ΙΘ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να προωθηθεί η κοινωνική προστασία των εργαζομένων,

Κ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η κύρωση και η εφαρμογή των συμβάσεων της ΔΟΕ, που έχουν χαρακτηρισθεί επικαιροποιημένες από τη ΔΟΕ, πρέπει να προωθηθούν με σκοπό την επίτευξη μιας προοδευτικά αυξανόμενης κάλυψης των τεσσάρων πυλώνων της αξιοπρεπούς εργασίας, οι οποίοι είναι η απασχόληση, η κοινωνική προστασία, ο κοινωνικός διάλογος και τα δικαιώματα στην εργασία, με ειδική έμφαση στην κοινωνική διακυβέρνηση – συμβάσεις αριθ. 81 και αριθ. 129 σχετικά με την επιθεώρηση εργασίας, αριθ. 122 σχετικά με την πολιτική απασχόλησης και αριθ. 144 σχετικά με τις τριμερείς διαβουλεύσεις,

ΚΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι στην ευρωπαϊκή κοινωνική ατζέντα της 2ας Ιουλίου 2008 (COM(2008)0412) ζητείται να καταβληθούν εκ νέου προσπάθειες από τα κράτη μέλη της ΕΕ να κυρώσουν και να θέσουν σε εφαρμογή τις συμβάσεις της ΔΟΕ όπως έχουν ταξινομηθεί από τη ΔΟΕ μέχρι σήμερα με σκοπό να δώσουν το παράδειγμα στους εταίρους στον κόσμο,

ΚΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των διεθνών προτύπων εργασίας επηρεάζεται αρνητικά σε πολλές χώρες από τις αδύναμες διοικήσεις στον τομέα της εργασίας και από την έλλειψη ικανοτήτων των κοινωνικών εταίρων,

ΚΓ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι στις παγκόσμιες τάσεις της απασχόλησης της ΔΟΕ για το 2011 εκτιμάται ότι, το 2009, σε παγκόσμιο επίπεδο, ποσοστό 50,1 % του συνόλου των εργαζομένων, δηλαδή 1,53 δισεκατομμύρια, απασχολούνταν σε επισφαλή εργασία (41), και λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση σταμάτησε και αντέστρεψε τη μείωση της επισφαλούς εργασίας, όπως είχε καταγραφεί αυτή πριν από το 2008,

ΚΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι στην παγκόσμια έκθεση της ΔΟΕ σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση για το 2010 αναφέρεται ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 50 % του συνόλου των εργαζομένων δεν διαθέτει κανενός είδους κοινωνική προστασία, και λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον για την επέκταση της κάλυψης της κοινωνικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης,

Γενικές αρχές

1.

υπενθυμίζει ότι η ΕΕ αποσκοπεί να καταστεί ηγετική μορφή στον κόσμο όσον αφορά την κοινωνική πολιτική προωθώντας κοινωνικούς στόχους σε παγκόσμιο επίπεδο· επισημαίνει τον σημαντικό ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που απορρέει από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία ενισχύει σημαντικά την επιρροή του·

2.

υπενθυμίζει επίσης ότι κατά την εξέταση των κοινοτικών πολιτικών και στόχων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η οριζόντια κοινωνική ρήτρα του άρθρου 9 της ΣΛΕΕ, για παράδειγμα όσον αφορά το άρθρο 46, το άρθρο 49 της ΣΛΕΕ ή την εμπορική πολιτική της ΕΕ, η Κοινότητα δεν μπορεί να αγνοεί τις απαιτήσεις γενικού συμφέροντος (42)·

3.

υπενθυμίζει περαιτέρω ότι το άρθρο 7 της ΣΛΕΕ ζητεί τη συνοχή των πολιτικών της ΕΕ και ότι ο νομοθέτης οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλους τους στόχους της ΕΕ και να ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, με την έννοια ότι οφείλει να επιτυγχάνει την ορθή ισορροπία μεταξύ των διαφόρων στόχων και/ή συμφερόντων κατά την έγκριση μιας νομοθετικής πράξης με συγκεκριμένη νομική βάση (43)·

4.

προτρέπει τα κράτη μέλη να σέβονται τις βασικές συμβάσεις της ΔΟΕ, ειδικότερα όσον αφορά την εξάλειψη εμποδίων στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, που δημιουργήθηκαν είτε με την ενθάρρυνση της πλασματικής αυτοαπασχόλησης είτε με τον εξαναγκασμό των ατόμων να αποποιηθούν συλλογικές συμφωνίες·

5.

καλεί τα μέρη των Συμφωνιών Ελεύθερων Συναλλαγών (ΣΕΣ) να δεσμευτούν, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά τους ως μελών της ΔΟΕ και τη δήλωση της ΔΟΕ για τις θεμελιώδεις αρχές και τα δικαιώματα στην εργασία και τη συνέχειά της, η οποία εγκρίθηκε από τη Διεθνή Συνδιάσκεψη για την Εργασία κατά την 86η σύνοδό της το 1998, να σέβονται, να προωθούν και να υλοποιούν, στο πλαίσιο της νομοθεσίας και των πρακτικών τους, τις αρχές που διέπουν τα θεμελιώδη δικαιώματα, συγκεκριμένα:

α)

την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την ουσιαστική αναγνώριση του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης·

β)

την εξάλειψη κάθε μορφής καταναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας·

γ)

την ουσιαστική κατάργηση της παιδικής εργασίας· και

δ)

την κατάργηση των διακρίσεων όσον αφορά την απασχόληση και το επάγγελμα.

Διεθνής συνεργασία - κοινωνική συμμαχία

6.

υπενθυμίζει ότι η ΕΕ θεωρείται, σε παγκόσμια κλίμακα, ένας μαγνήτης και ένας ελκυστικός εταίρος χάρη στον μοναδικό συνδυασμό δυναμικής οικονομίας και κοινωνικού μοντέλου·

7.

επισημαίνει ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο παρέχει ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση, στην κατάρτιση και στην αγορά εργασίας, καθώς και ισότιμη πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες ως βασικούς πυλώνες της οικονομικής επιτυχίας·

8.

θεωρεί ότι η μη τήρηση βασικών διεθνών κοινωνικών προτύπων αποτελεί μια μορφή κοινωνικού και περιβαλλοντικού ντάμπινγκ εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και των ευρωπαίων εργαζόμενων·

9.

ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν με διεθνείς οργανισμούς με σκοπό τη βελτίωση της κοινωνικής διάστασης της παγκοσμιοποίησης, έχοντας ως πρότυπο το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο·

10.

τονίζει τη σημασία της συνεκτικής δράσης όσον αφορά την κοινωνική προστασία εντός και εκτός της Ένωσης·

11.

προτείνει την ανάπτυξη του διαλόγου με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τονίζοντας τη σημασία των κοινωνικών ζητημάτων και εστιάζοντας στην εφαρμογή και στην επιβολή ρεαλιστικών και βιώσιμων λύσεων· τονίζει εν προκειμένω τη σημασία της ευαισθητοποίησης των κοινωνικών εταίρων ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους·

12.

θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί ο ρόλος των αρμόδιων διεθνών θεσμικών οργάνων (ιδίως της ΔΟΕ, του ΠΟΕ, του ΟΟΣΑ και των Ηνωμένων Εθνών) καθώς και η μεταξύ τους συνεργασία για την εκπόνηση, την εφαρμογή και την προώθηση βασικών διεθνών κοινωνικών προτύπων και των συναφών κυρώσεων·

13.

υποστηρίζει ότι η Ένωση πρέπει να μην συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με χώρες που δεν σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα βασικά πρότυπα εργασίας·

14.

υποστηρίζει τη δημιουργία εργαλείων για έναν βιώσιμο διάλογο με χώρες εταίρους που θα βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και θα αποσκοπεί στη δυνατότητα ανάπτυξης των ιδίων πόρων των χωρών εταίρων, ιδίως των αναπτυσσόμενων χωρών, και προσεκτικής ανάπτυξης τομέων της οικονομίας τους·

15.

καλεί επίσης την Επιτροπή να αναπροσαρμόζει, κατά τις διαπραγματεύσεις, το επίπεδο των απαιτήσεών της ανάλογα με το βαθμό ανάπτυξης κάθε χώρας εταίρου· προτείνει επομένως στην Επιτροπή να καταρτίσει κατάλογο πρόσθετων προτύπων τα οποία θα πρέπει να εφαρμόζονται σταδιακά και με ευέλικτο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική κατάσταση του ενδιαφερόμενου εταίρου·

16.

θεωρεί ότι, αφενός στην επικράτεια της χώρας εταίρου και αφετέρου στα κράτη μέλη, η εφαρμογή αυτών των βασικών προτύπων θα πρέπει να υπόκειται σε συνεχή παρακολούθηση από ανεξάρτητα όργανα και ότι η μη τήρησή τους ή η παραβίασή τους, που θα αποδεικνύονται βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων, θα πρέπει να τιμωρούνται με αποτελεσματικές και διαφανείς διαδικασίες·

17.

θεωρεί ότι τα πρότυπα αυτά πρέπει να εφαρμόζονται πλήρως και ότι ούτε οι ελεύθερες ζώνες ούτε οι συμφωνίες της χώρας υποδοχής μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς·

18.

ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν με τις χώρες εταίρους προκειμένου να καταπολεμηθούν οι διακρίσεις λόγω φύλου και όλες οι μορφές βίας κατά των γυναικών και να καταστεί η ισότητα των φύλων πραγματικότητα εντός και εκτός της Ένωσης, σύμφωνα με τις αρχές των αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας και την πλατφόρμα δράσης του Πεκίνου· καλεί εν προκειμένω την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν μέτρα τα οποία θα εδραιώσουν ουσιαστικά τη νομική και κοινωνική θέση των γυναικών για την αξιοποίηση της δυνητικής συμβολής τους στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη·

19.

χαιρετίζει την προώθηση της ισότητας των φύλων στις αναπτυσσόμενες χώρες και εδαφικές περιοχές μέσω των ισχυουσών και των μελλοντικών εμπορικών συμφωνιών στο πλαίσιο του ΣΓΠ· ζητεί η κύρωση και η αποτελεσματική εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων που σχετίζονται με την ισότητα των φύλων να αποτελούν προϋποθέσεις σε όλες τις συμφωνίες εξωτερικού εμπορίου και οικονομικής εταιρικής σχέσης·

20.

καλεί περαιτέρω την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν μεταξύ τους και με τις χώρες εταίρους για την προστασία ευπαθών ομάδων και για την καταπολέμηση όχι μόνον των διακρίσεων μεταξύ φύλων αλλά και των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή θρησκευτικών πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού· εφιστά ιδίως την προσοχή σε άτομα τα οποία αντιμετωπίζουν πολλαπλές διακρίσεις και μειονεκτήματα προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι βασικές αιτίες της φτώχειας·

21.

καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταστήσουν την εξάλειψη της παιδικής εργασίας και το σεβασμό των δικαιωμάτων των παιδιών προτεραιότητα στο πλαίσιο εμπορικών συμφωνιών, διαλόγων με άλλες χώρες και της αναπτυξιακής συνεργασίας, και σημειώνει ότι ο ιδιωτικός τομέας έχει να διαδραματίσει καίριο ρόλο στο σεβασμό των δικαιωμάτων των παιδιών· είναι της άποψης ότι τα μέτρα για την καταπολέμηση της παιδικής εργασίας πρέπει να περιλαμβάνουν τη δημιουργία θέσεων αξιοπρεπούς απασχόλησης για ενήλικες παρέχοντας παράλληλα τη δυνατότητα στα παιδιά να λάβουν την κατάλληλη εκπαίδευση· ζητεί περαιτέρω τη δημιουργία μιας τηλεφωνικής γραμμής επικοινωνίας στην ΕΕ για την παιδική εργασία όπου οι πολίτες θα μπορούν να αναφέρουν όλες τις εταιρίες οι οποίες κάνουν χρήση παιδικής εργασίας σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου· θεωρεί ότι αυτή η γραμμή πρέπει να διαθέτει μικρό αλλά επαρκές δυναμικό ώστε να μπορεί να δημοσιεύει ετήσια έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της·

22.

τονίζει ότι οι δαπάνες της Ένωσης στο πλαίσιο συμφωνιών συνεργασίας για την ανάπτυξη, συμφωνιών σύνδεσης ή σταθερότητας και εμπορικών συμφωνιών συνεπάγονται μοναδικές ευκαιρίες παροχής βοήθειας προς τις χώρες εταίρους ώστε να οικοδομήσουν βιώσιμη εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση, θεσμικούς φορείς της αγοράς εργασίας και μια βάση κοινωνικής προστασίας για καλύτερη κοινωνική και οικονομική ασφάλεια και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη ευημερία·

23.

επιμένει ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει, στο πλαίσιο της αναπτυξιακής συνεργασίας και της εξωτερικής βοήθειας, να υποστηρίξουν την υλοποίηση προγραμμάτων αξιοπρεπούς εργασίας, που εκφράζουν τις εθνικές ανάγκες και προτεραιότητες όσον αφορά την απασχόληση και την κοινωνική πολιτική, και βασίζονται σε μια τριμερή συμφωνία (εργοδοτών, εργαζομένων, κυβερνήσεων)· ζητεί ακόμα από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενσωματώσουν καλύτερα τους κοινωνικούς στόχους και τους στόχους που αφορούν την απασχόληση στους οικονομικούς και εμπορικούς τομείς στο πλαίσιο της αναπτυξιακής συνεργασίας και της εξωτερικής βοήθειας·

24.

ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν με τις χώρες εταίρους με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των δεξιοτήτων των πολιτών, δεξιοτήτων συναφών με τις νέες θέσεις εργασίας και την απασχόληση, ως καταλύτη για τη σταθερότητα, την ευημερία, τις κοινωνίες χωρίς αποκλεισμούς και τη χρηστή διακυβέρνηση, ιδίως στη γειτονιά της ΕΕ·

25.

ζητεί τη δημιουργία θέσεων ακολούθων για κοινωνικά ζητήματα στη νέα Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά της στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και, ειδικότερα, να διασφαλιστεί ότι η αξιοπρεπής εργασία για όλους εφαρμόζεται ως κεντρικός στόχος πολιτικής·

26.

αναγνωρίζει ότι αν και η διεθνής τάση στις διμερείς εμπορικές συμφωνίες προσανατολίζεται σταδιακά προς μια μεγαλύτερη αποδοχή των εργασιακών και κοινωνικών προτύπων που συνδέονται με τις εμπορικές ατζέντες, οι ΣΕΣ εξακολουθούν γενικά να περιέχουν λίγες αναφορές σε κοινωνικά πρότυπα· εκφράζει λύπη για το γεγονός ότι η ΕΕ δεν έχει μία ομοιογενή τακτική για την ενσωμάτωση μίας «κοινωνικής ρήτρας» σε όλες τις διμερείς εμπορικές συμφωνίες· προτρέπει την ΕΕ να ενσωματώσει μία κοινωνική ρήτρα, σύμφωνα με άλλα διεθνώς συμφωνημένα και αναγνωρισμένα πρότυπα (δηλαδή τους βασικούς κανόνες εργασίας της ΔΟΕ) σε όλες τις εξωτερικές εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνάπτονται στο πλαίσιο του ΠΟΕ·

27.

υπενθυμίζει ότι οι υφιστάμενες πρακτικές του ΠΟΕ πρέπει να είναι εξίσου επωφελείς για τις αναπτυσσόμενες χώρες και για τις ανεπτυγμένες χώρες·

28.

υπενθυμίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού και η κοινωνική πολιτική πρέπει να συνδυαστούν και τονίζει ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αποδυναμωθεί προς όφελος της ανταγωνιστικότητας και των υποτιθέμενων κοινωνικών πλεονεκτημάτων· επαναλαμβάνει ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα για την προστασία των εργαζομένων στις αναπτυσσόμενες χώρες·

Εταιρική κοινωνική ευθύνη

29.

υπενθυμίζει ότι η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο όχι μόνο να καταστεί πόλος αριστείας στον τομέα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, αλλά και να προωθήσει την ΕΚΕ στις εξωτερικές πολιτικές που εφαρμόζει· αναγνωρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής στην προώθηση βέλτιστων πρακτικών της ΕΚΕ μεταξύ των ευρωπαϊκών εταιρειών που λειτουργούν στο εξωτερικό, αλλά τονίζει ότι θα πρέπει να λάβει καλύτερα υπόψη τη σπουδαιότητα των πιστοποιήσεων και των σημάνσεων που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με τις αρχές της ΕΚΕ·

30.

εκφράζει την άποψη ότι η ΕΚΕ είναι μια χρήσιμη και μη δεσμευτική μορφή ανάληψης ευθύνης από την πλευρά των πολυεθνικών εταιρειών· συνιστά περαιτέρω τη στοχοθετημένη προαγωγή της ΕΚΕ, μεταξύ άλλων μέσω του προτύπου ISO 26000, του παγκοσμίου συμβολαίου (Global Compact) των Ηνωμένων Εθνών ή των κατευθυντηρίων γραμμών του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, και συνδέοντας την ΕΚΕ με ευρύτερες πρωτοβουλίες που προωθούν την αξιοπρεπή εργασία σε ένα τομέα, στις κοινότητες, σε επίπεδο χώρας και σε περιφερειακό επίπεδο, όπως το πρόγραμμα της ΔΟΕ για καλύτερη εργασία και το πρόγραμμα SCORE, με τη συμμετοχή εργαζομένων, εργοδοτών, αρχών και άλλων σχετικών ενδιαφερομένων μερών·

31.

τονίζει ότι δεν πρέπει να εγκριθεί σε επίπεδο ΕΕ καμία οδηγία για τη ρύθμιση της ΕΚΕ και την επιβολή της τήρησής της·

32.

πιστεύει ότι, στη μελλοντική ανακοίνωσή της σχετικά με τη διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων των ΜΜΕ, η Επιτροπή θα προτείνει μέτρα στήριξης και προώθησης των πρωτοβουλιών των ΜΜΕ στον τομέα της ΕΚΕ που θα τηρούν την αρχή της προτεραιότητας των μικρών επιχειρήσεων («think small first») και θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητές τους.

33.

καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την ενίσχυση των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις στην τρέχουσα ενημερωμένη μορφή τους, διατηρώντας και ενισχύοντας την εφαρμογή τους σε «συγκεκριμένες περιπτώσεις» και εισάγοντας βέλτιστες πρακτικές για τα «εθνικά σημεία επαφής» (ΕΣΕ), συμπεριλαμβανομένης μιας αναθεώρησης του τρόπου με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να αναλάβει με καλύτερο τρόπο τις υποχρεώσεις της όσον αφορά τα ΕΣΕ μέσω των αντιπροσωπειών της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης·

34.

επισημαίνει ότι η ΕΚΕ πρέπει να στραφεί προς νέους τομείς όπως η οργάνωση της εργασίας, οι ίσες ευκαιρίες και η κοινωνική ένταξη, τα μέτρα κατά των διακρίσεων, η ανάπτυξη της διά βίου μάθησης και κατάρτισης· τονίζει ότι η ΕΚΕ πρέπει να καλύπτει, για παράδειγμα, την ποιότητα εργασίας, την ισότητα αμοιβών και των επαγγελματικών προοπτικών και την προώθηση καινοτόμων σχεδίων, ούτως ώστε να βοηθήσει τη μετάβαση προς μια βιώσιμη οικονομία·

35.

ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην ΕΕ να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, και το περιβάλλον σε όλο το φάσμα των παγκόσμιων δραστηριοτήτων τους, ιδίως εκείνων που διεξάγονται από τις θυγατρικές τους και άλλα σχετικά νομικά πρόσωπα·

36.

τονίζει ότι η τήρηση αυστηρών περιβαλλοντικών προτύπων σε τρίτες χώρες από επιχειρήσεις της ΕΕ θα πρέπει να θεωρείται εξίσου σημαντική με τον σεβασμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων, εφόσον οι περιβαλλοντικές ζημίες σχεδόν πάντα θέτουν επίσης σε κίνδυνο την υγεία των εργαζομένων, καταστρέφουν τις γεωργικές εκτάσεις, τις αλιευτικές ζώνες και άλλους οικονομικούς πόρους και στερούν, με τον τρόπο αυτόν, τους βασικούς πόρους διαβίωσης από πολλούς ανθρώπους·

37.

τονίζει ότι, λόγω του ειδικού βάρους τους στο διεθνές εμπόριο, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι θυγατρικές τους και οι υπεργολάβοι τους διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην προώθηση και στη διάδοση ανά τον κόσμο εργασιακών και κοινωνικών προτύπων και επομένως η συμπεριφορά τους θα πρέπει να συνάδει με τις ευρωπαϊκές αξίες και τα διεθνώς αναγνωριζόμενα πρότυπα· θεωρεί ότι θα ήταν σωστό και πρέπον οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που μεταφέρουν τις παραγωγικές δραστηριότητές τους σε χώρες με λιγότερο αυστηρές κοινωνικές υποχρεώσεις να θεωρούνται υπεύθυνες, και ενώπιον των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, για ενδεχόμενες ζημίες και αρνητικούς εξωγενείς παράγοντες που θίγουν τον τοπικό πληθυσμό·

38.

καλεί την Επιτροπή να εισαγάγει τροπολογίες στην πρόταση κανονισμού της για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2010/0383 (COD)), προκειμένου να επιτρέπεται στους ενάγοντες να μηνύουν θυγατρική με έδρα σε τρίτη χώρα, από κοινού με την ευρωπαϊκή μητρική εταιρεία, και μέσω της δημιουργίας πρόσθετων κανόνων δικαιοδοσίας·

39.

καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει την ενσωμάτωση μιας διάστασης ΕΚΕ στις πολυμερείς εμπορικές πολιτικές, τόσο στα διεθνή φόρουμ που έχουν υποστηρίξει την έννοια της ΕΚΕ, ιδίως στον ΟΟΣΑ και στη ΔΟΕ, όσο και στο πλαίσιο του ΠΟΕ μετά την Ντόχα·

40.

καλεί την Επιτροπή, στις συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών και επενδύσεων που διαπραγματεύεται με τρίτες χώρες, να εντάσσει συστηματικά ένα κεφάλαιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη που θα περιέχει μια νομικά δεσμευτική ρήτρα ΕΚΕ·

41.

προτείνει αυτή η ρήτρα ΕΚΕ να συμπεριλαμβάνει την τήρηση των οκτώ βασικών συμβάσεων και των τεσσάρων συμβάσεων προτεραιότητας της ΔΟΕ, αλλά και κίνητρα για την ενθάρρυνση των επιχειρήσεων να αναλαμβάνουν δεσμεύσεις όσον αφορά την ΕΚΕ, καθώς και υποχρέωση επιμέλειας για τις επιχειρήσεις και τους ομίλους επιχειρήσεων, ήτοι υποχρέωση λήψης προληπτικών μέτρων για τον εντοπισμό και την αποτροπή κάθε παραβίασης των ανθρωπίνων ή των περιβαλλοντικών δικαιωμάτων, της διαφθοράς ή της φοροδιαφυγής, μεταξύ άλλων και στο εσωτερικό των θυγατρικών τους και των αλυσίδων εφοδιασμού τους, με άλλα λόγια στη σφαίρα επιρροής τους·

Δικαιώματα των εργαζομένων και εργασιακές συνθήκες

42.

καλεί όλα τα κράτη μέλη να τηρούν και να προωθούν τα βασικά πρότυπα εργασίας της ΔΟΕ, να τηρούν τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί μέχρι στιγμής για κοινωνικά ζητήματα και να εφαρμόζουν στην πράξη τις αρχές τους που άπτονται των δικαιωμάτων των εργαζομένων·

43.

τονίζει ότι επανειλημμένες παραβιάσεις βασικών κανόνων εργασίας έχουν αναφερθεί σε αρκετές χώρες με καθεστώς ΣΓΠ+ χωρίς όμως αυτό να οδηγήσει σε αναστολή των προτιμήσεων· θεωρεί ότι η μη επιβολή όρων υπονομεύει τη φιλοδοξία της ΕΕ να προαγάγει την κοινωνική πολιτική και τους βασικούς κανόνες εργασίας παγκοσμίων και αντιστρατεύεται την αρχή της συνοχής της αναπτυξιακής πολιτικής·

44.

εκφράζει ικανοποίηση για το σύστημα εποπτείας της ΔΟΕ για τα διεθνή πρότυπα εργασίας, το οποίο είναι μοναδικό διεθνώς και συμβάλλει στο να διασφαλίζεται ότι τα κράτη εφαρμόζουν τις συμβάσεις που επικυρώνουν· τονίζει ότι η ΔΟΕ θα πρέπει να συνδράμει τις χώρες που ενδεχομένως έχουν πρόβλημα μέσω του κοινωνικού διαλόγου και τεχνικής βοήθειας·

45.

καλεί την Επιτροπή να προωθήσει στενότερη συνεργασία μεταξύ του ΠΟΕ και της ΔΟΕ, καθιστώντας δυνατή την εκ μέρους της ΔΟΕ υποβολή εκθέσεων εμπειρογνωμοσύνης στον ΠΟΕ κατά τη διάρκεια εμπορικών διαφωνιών, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκσυγχρονισμός των προτύπων εργασίας και της αξιοπρεπούς εργασίας στις δραστηριότητες του ΠΟΕ και να αποφευχθεί τυχόν κίνδυνος για την κοινωνική ανάπτυξη·

46.

είναι της άποψης ότι οι πολιτικές της Ένωσης θα πρέπει να εστιάζουν τόσο στα άτομα όσο και στους θεσμικούς φορείς όσον αφορά την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου και τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας·

47.

εκφράζει ανησυχία σχετικά με την πρακτική ορισμένων τρίτων χωρών που χρησιμοποιούν τη διαδικασία του Τρόπου 4 για τις εμπορικές τους δραστηριότητες· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να θέσουν ως στόχο τη διάρθρωση της διεθνούς μετανάστευσης κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγεται η εκμετάλλευση και η διαρροή εγκεφάλων·

48.

υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες που ενισχύουν την ανάπτυξη του διαλόγου και της συνεργασίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων εντός των χωρών εταίρων και σε διεθνικό επίπεδο και ζητεί από την Επιτροπή να αναπτύξει περαιτέρω τα υφιστάμενα προγράμματα, εστιάζοντας σε όσα στοχεύουν στην ενίσχυση των θεσμικών ικανοτήτων των κοινωνικών εταίρων για ανάπτυξη και εφαρμογή πολιτικών·

49.

υποστηρίζει την εφαρμογή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης χωρίς εξαίρεση με σκοπό την επιβολή, τη βελτίωση και την προάσπιση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας·

50.

υπενθυμίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ επί διαφόρων ζητημάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες συνιστούν ισχυρό πολιτικό μήνυμα ότι αποτελούν προτεραιότητες της Ένωσης· ζητεί επομένως από το Συμβούλιο να εγκρίνει παρεμφερείς κατευθυντήριες γραμμές βάσει των οκτώ βασικών συμβάσεων της ΔΟΕ, οι οποίες θα χρησιμοποιούνται ως ρεαλιστικό εργαλείο της ΕΕ που θα συμβάλει στην καλύτερη προώθηση της εξωτερικής κοινωνικής πολιτικής της Ένωσης· επαναλαμβάνει ότι ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα παραμένει δεσμευτική υποχρέωση όλων των εταιρειών, σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη·

51.

ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν μία προορατική προσέγγιση για την αντιμετώπιση των κοινωνικών επιπτώσεων των προσαρμογών και της αναδιάρθρωσης που σχετίζονται με την παγκοσμιοποίηση·

Παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση

52.

επικροτεί τη διοργάνωση συνεδριάσεων της Ομάδας G20 σε επίπεδο Υπουργών Κοινωνικών Υποθέσεων, και καλεί την Επιτροπή να συμμετάσχει ενεργά σε αυτές· εκφράζει λύπη για το γεγονός ότι, εν γένει, η συνέχεια που δίδεται σε επίπεδο ΕΕ παραμένει μη ικανοποιητική·

53.

ζητεί από τη Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενσωματώσουν τις πολιτικές απασχόλησης, τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών της ισότητας των φύλων, σε όλες τις διαπραγματεύσεις που αφορούν δομές παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης και διαλόγους μακροοικονομικών ζητημάτων·

54.

καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τη χρηστή διακυβέρνηση στον χρηματοπιστωτικό, φορολογικό και δικαστικό τομέα, καθώς αυτό συμβάλλει στην ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της παγκοσμιοποίησης·

55.

ζητεί από την Επιτροπή να εκδώσει σύσταση προς τα κράτη μέλη της ΕΕ υπέρ της εφαρμογής και της κύρωσης των συμβάσεων της ΔΟΕ που έχουν χαρακτηρισθεί επικαιροποιημένες από τη ΔΟΕ, προκειμένου να αναβαθμισθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων και οι συνθήκες εργασίας εντός της Ένωσης και στις χώρες εταίρους, με στόχο μια δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς παγκοσμιοποίηση που θα επιτευχθεί μέσω μεγαλύτερης συνεκτικότητας της εξωτερικής διάστασης της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής των κρατών μελών· ζητεί από την Επιτροπή κατά την ίδια έννοια να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να διεξάγουν τακτικές αξιολογήσεις που θα εξετάζουν τις επιπτώσεις των οικονομικών, χρηματοπιστωτικών και εμπορικών πολιτικών·

56.

θεωρεί ότι η εξάπλωση των διεθνών ρυθμιστικών αρχών δημιουργεί ζητήματα που χρήζουν επείγουσας αντιμετώπισης, τα οποία σχετίζονται με τη συνεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα της διεθνούς έννομης τάξης, ιδίως όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

57.

προτείνει ο επανακαθορισμός της παγκόσμιας διακυβέρνησης να προσανατολισθεί στη μεγαλύτερη ενσωμάτωση των ρυθμιστικών φορέων στην έννομη τάξη των Ηνωμένων Εθνών και στον μεγαλύτερο σεβασμό προς τις αρχές τις οποίες ασπάζονται οι εξειδικευμένες υπηρεσίες τους, ιδίως η ΔΟΕ και η ΠΟΥ·

*

* *

58.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.


(1)  http://www2.ohchr.org/english/law/

(2)  http://www.business-humanrights.org/SpecialRepPortal/Home/Protect-Respect-Remedy-Framework

(3)  http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_data/docs/pressdata/EN/foraff/111819.pdf

(4)  http://conventions.coe.int/Treaty/en/Treaties/Html/163.htm

(5)  http://www.coe.int/t/dg3/migration/documentation/Default_conv_en.asp

(6)  http://www.ilo.org/ilolex/english/convdisp1.htm

(7)  ibid.

(8)  http://www.ilo.org/jobspact/about/lang–en/index.htm

(9)  http://www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/@dgreports/@cabinet/documents/publication/wcms_099766.pdf

(10)  http://www.wto.org/english/docs_e/legal_e/04-wto.pdf

(11)  http://www.wto.org/english/thewto_e/minist_e/min01_e/mindecl_e.htm

(12)  ΠΟΕ: Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο των Υπηρεσιών (GATS), Άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ) = Τρόπος 4.

(13)  Γενεύη, ΔΟΕ 2004. http://www.ilo.org/fairglobalization/report/lang–en/index.htm

(14)  http://www.pittsburghsummit.gov/mediacenter/129639.htm

(15)  http://www.oecd.org/document/33/0,3746,en_2649_34889_44086753_1_1_1_1,00.html

(16)  ΕΕ L 48 της 22.2.2008, σ. 82.

(17)  ΕΕ L 18 της 21.1.1997, σ. 1.

(18)  ΕΕ C 320 της 28.10.1996, σ. 261.

(19)  ΕΕ C 290 E της 29.11.2006, σ. 107.

(20)  ΕΕ C 112 E της 9.5.2002, σ. 326.

(21)  ΕΕ C 102 E της 24.4.2008, σ. 321.

(22)  ΕΕ C 280 E της 18.11.2006, σ. 65.

(23)  ΕΕ C 157 E της 6.7.2006, σ. 84.

(24)  ΕΕ C 303 E της 13.12.2006, σ. 865.

(25)  ΕΕ C 102 E της 24.4.2008, σ. 128.

(26)  ΕΕ C 187 E της 7.8.2003, σ. 180.

(27)  ΕΕ C 104 της 14.4.1999, σ. 180.

(28)  ΕΕ C 301 E της 13.12.2007, σ. 45.

(29)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0446.

(30)  ΕΕ C 273 E της 14.11.2003, σ. 305.

(31)  ΕΕ C 102 E της 24.4.2008, σ. 301.

(32)  ΕΕ C 323 E της 18.12.2008, σ. 361.

(33)  Συμπεράσματα του Συμβουλίου της 14.6.2010 για την παιδική εργασία, 10937/1/2010.

(34)  Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 16.9.2010, EUCO 00021/1/2010.

(35)  http://ec.europa.eu/internal_market/consultations/2010/non-financial_reporting_en.htm

(36)  ΕΕ L 211 της 6.8.2008.

(37)  http://ec.europa.eu/development/icenter/repository/second_revision_cotonou_agreement_20100311.pdf

(38)  http://trade.ec.europa.eu/doclib/press/index.cfm?id=691

(39)  ΠΟΕ: Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο των Υπηρεσιών (GATS), Άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ) = Τρόπος 4.

(40)  http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2010/may/tradoc_146196.pdf

(41)  Επισφαλής εργασία: το σύνολο των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων και των μη αμειβόμενων συμβοηθούντων μελών οικογενειακών επιχειρήσεων. Ο δείκτης επισφαλούς εργασίας αποτελεί έναν από τους επίσημους δείκτες των αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας στο πλαίσιο του στόχου αριθ. 1: εξάλειψη της ακραίας φτώχειας και της πείνας.

(42)  Γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του ΕΚ σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της ΣΛΕΕ (οριζόντια κοινωνική διάταξη), κατόπιν αιτήματος της προέδρου της Επιτροπής EMPL (SJ-00004/10), παράγραφος 15.

(43)  Idem, παράγραφος 8.


11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/51


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Μηχανισμός χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας

P7_TA(2011)0261

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1905/2006 για τη θέσπιση μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας: διδάγματα και μελλοντικές προοπτικές (2009/2149(INI))

2012/C 380 E/08

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη τα άρθρα 208 έως 211, και 290 και 291 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1905/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας (1) (μηχανισμός αναπτυξιακής συνεργασίας - DCI),

έχοντας υπόψη τη διακήρυξη της Χιλιετίας, της 8ης Σεπτεμβρίου 2000, η οποία ορίζει τους αναπτυξιακούς στόχους της Χιλιετίας (ΑΣΧ) ως κριτήρια που θεσπίστηκαν συλλογικά από τη διεθνή κοινότητα για την εξάλειψη της φτώχειας,

έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών που συνέρχονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με την αναπτυξιακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο: «Η ευρωπαϊκή κοινή αντίληψη», η οποία υπεγράφη στις 20 Δεκεμβρίου 2005 (2),

έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση για τον δημοκρατικό έλεγχο και τη συνοχή των εξωτερικών ενεργειών και τη δήλωση της Επιτροπής για τον δημοκρατικό έλεγχο και τη συνοχή των εξωτερικών ενεργειών που επισυνάπτονται στη Διοργανική Συμφωνία για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (3),

έχοντας υπόψη τις δηλώσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στα πρακτικά του Συμβουλίου για την επίσημη έγκριση της κοινής θέσης του Συμβουλίου σχετικά με την θέσπιση μέσου χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας (4), και ιδίως τη «δήλωση της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 5 του DCI»

έχοντας υπόψη την επιστολή D (2007) 303749, της 5ης Μαρτίου 2007, που απηύθυνε ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής Ανάπτυξης Josep Borrell Fontelles προς τους τότε Επιτρόπους Ferrero-Waldner και Michel (5),

έχοντας υπόψη την επιστολή A (2007) 5238, της 26ης Μαρτίου 2007, που απηύθυνε η τότε Επίτροπος Ferrero-Waldner προς τον τότε πρόεδρο της Επιτροπής Ανάπτυξης, Josep Borrell Fontelles (6),

έχοντας υπόψη το έγγραφο «Κατευθυντήριες γραμμές κοινοποίησης για το Σύστημα Κοινοποίησης των Πιστωτών» της Επιτροπής Αναπτυξιακής Βοήθειας του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ/ΕΑΒ) (7),

έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, στην υπόθεση C-403/05 (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) Προσφυγή για την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής περί εγκρίσεως σχεδίου για την ασφάλεια των συνόρων των Φιλιππίνων (απόφαση που εγκρίθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 443/92),

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1337/2008, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση διευκόλυνσης για την ταχεία αντιμετώπιση των διογκούμενων τιμών των τροφίμων στις αναπτυσσόμενες χώρες (8),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 29ης-30ής Οκτωβρίου 2009 (Εγγρ. 15265/2009),

έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για τον καθορισμό της οργάνωσης και της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) (9),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2010, με τίτλο «Η επανεξέταση του προϋπολογισμού της ΕΕ» (COM(2010)0700),

έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2010, με τίτλο «Το μέλλον της δημοσιονομικής στήριξης της ΕΕ στις τρίτες χώρες» (COM(2010)0586),

έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 2010, με τίτλο «Η αναπτυξιακή πολιτική της ΕΕ προς όφελος της χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς και αειφόρου ανάπτυξης: Αύξηση του αντικτύπου της αναπτυξιακής πολιτικής της ΕΕ» (COM(2010)0629),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 15ης Φεβρουαρίου 2007, σχετικά με τα σχέδια αποφάσεων της Επιτροπής για τη θέσπιση εθνικών στρατηγικών εγγράφων και ενδεικτικών προγραμμάτων για τη Μαλαισία, τη Βραζιλία και το Πακιστάν (10),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 7ης Ιουνίου 2007, σχετικά με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής που αφορά τη θέσπιση εγγράφων περιφερειακής στρατηγικής και ενδεικτικών περιφερειακών προγραμμάτων για τη Mercosur και τη Λατινική Αμερική (11),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 21ης Ιουνίου 2007, σχετικά με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής που αφορά την εκπόνηση εγγράφου περιφερειακής στρατηγικής 2007-2013 και ένα Πολυετές Ενδεικτικό Πρόγραμμα για την Ασία (12),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Ιουλίου 2007, σχετικά με τον δημοκρατικό έλεγχο της εφαρμογής του μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας (DCI) (13),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 25ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής που αφορά τη θέσπιση ειδικού μέτρου για το Ιράκ το 2007 (14),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 9ης Ιουλίου 2008, σχετικά με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής που αφορά τα Ετήσια Προγράμματα Δράσης για τη Βραζιλία για το 2008 και για την Αργεντινή για το 2008 (15),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 15ης Μαρτίου 2007, σχετικά με τους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης και την αναπτυξιακή συνεργασία (16),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης: φορείς ανάπτυξης» (COM(2008)0626),

έχοντας υπόψη τον διαρθρωμένο διάλογο που ξεκίνησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2010 με στόχο τη συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των τοπικών αρχών στην αναπτυξιακή συνεργασία της Επιτροπής,

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 6ης Μαΐου 2009, σχετικά με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής που αφορά τη θέσπιση του ετήσιου προγράμματος δράσης 2009 για τον ρόλο των μη κρατικών φορέων και των τοπικών αρχών στην ανάπτυξη (Μέρος II: Στοχοθετημένα σχέδια) (17),

έχοντας υπόψη τη θέση του, της 3ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση εν όψει της έκδοσης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1905/2006 σχετικά με τη θέσπιση μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας (18),

έχοντας υπόψη τη θέση του, της 3ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έγκρισης του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1905/2006 για τη θέσπιση μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας (19),

έχοντας υπόψη τη θέση του, της 3ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση εν όψει της έκδοσης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1934/2006 σχετικά με τη θέσπιση χρηματοδοτικού μέσου για τη συνεργασία με τις εκβιομηχανισμένες και τις λοιπές υψηλού εισοδήματος χώρες και εδάφη (20),

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ανάπτυξης (A7-0187/2011),

A.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του DCI, ο πρωταρχικός στόχος της συνεργασίας στο πλαίσιο του εν λόγω μηχανισμού είναι «η εξάλειψη της φτώχειας στις χώρες και περιφέρειες εταίρους», περιλαμβανομένης «της επιδίωξης των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας» (ΑΣΧ),

B.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του DCI, όλα τα μέτρα στο πλαίσιο των γεωγραφικών προγραμμάτων και το 90 % των δαπανών που προβλέπονται στο πλαίσιο των θεματικών προγραμμάτων πρέπει να πληρούν τα κριτήρια που καθόρισε ο ΟΟΣΑ/ΕΑΒ για τη δημόσια αναπτυξιακή βοήθεια (ΔΑΒ),

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Επιτροπής, μόνο το 0,2 % των υποχρεώσεων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο των θεματικών προγραμμάτων του DCI μεταξύ του 2007 και του 2009 δεν πληρούν τα κριτήρια της ΔΑΒ,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου («απόφαση επιτροπολογίας») (21), το Κοινοβούλιο εγκαινίασε το 2007 μια διαδικασία δημοκρατικού ελέγχου της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1905/2006, περιλαμβανομένων όλων των εγγράφων στρατηγικής ανά χώρα (ΕΣΧ), των εγγράφων περιφερειακής στρατηγικής (ΕΠΣ), των εγγράφων θεματικής στρατηγικής (ΕΘΣ), των πολυετών ενδεικτικών προγραμμάτων και των περισσότερων ετήσιων προγραμμάτων δράσης (ΕΠΔ),

E.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την κοινή δήλωση για τον δημοκρατικό έλεγχο και τη συνοχή των εξωτερικών ενεργειών και τη δήλωση της Επιτροπής για τον δημοκρατικό έλεγχο και τη συνοχή των εξωτερικών ενεργειών που επισυνάπτονται στη διοργανική συμφωνία για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, η Επιτροπή δεσμεύθηκε «να λάβει δεόντως υπόψη τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά την υλοποίηση αυτών των στρατηγικών»,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές της αυτεξουσιότητας, της συμμετοχής και της χρηστής διακυβέρνησης απαιτούν μια προσέγγιση πολυσυμμετοχικού χαρακτήρα, όπου οι διάφοροι εταίροι για την ανάπτυξη, ήτοι οι τοπικές αρχές ή οι μη κρατικοί φορείς, δρουν συμπληρωματικά και συνεκτικά· λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι είναι σημαντικό να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ του ειδικού ρόλου των τοπικών αρχών και των μη κρατικών φορέων ως προς το πεδίο των αρμοδιοτήτων τους, τη νομιμότητα και τον δημοκρατικό έλεγχο, την εμπειρία σε θέματα διαχείρισης τοπικών υποθέσεων και τη συμμετοχή τους στην υλοποίηση των δημόσιων πολιτικών,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πόροι που χορηγεί η ΕΕ για τη διεθνή συνεργασία με την Αφρική προέρχονται από τέσσερις γεωγραφικού χαρακτήρα μηχανισμούς: το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης για τα αφρικανικά κράτη ΑΚΕ, τη συμφωνία σχετικά με το εμπόριο, την ανάπτυξη και τη συνεργασία (συμφωνία ΕΑΣ) για τη Νότια Αφρική, το ευρωπαϊκό μέσο γειτονίας και εταιρικής σχέσης (ENPI) για πέντε κράτη της Βορείου Αφρικής και τον μηχανισμό αναπτυξιακής συνεργασίας (DCI) για τα θεματικά προγράμματα,

H.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή δεσμεύθηκε να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να διασφαλίσει ότι το 20 % της βοήθειας η οποία χορηγείται στο πλαίσιο των προγραμμάτων ανά χώρα που καλύπτονται από τον DCI θα διατεθεί, έως το 2009, στη βασική και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στη βασική υγεία, μέσω στήριξης έργων και προγραμμάτων ή μέσω δημοσιονομικής στήριξης σε σχέση με τους τομείς αυτούς, επιτυγχάνοντας τον μέσο όρο σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ έχει δεσμευτεί να τηρήσει τον συλλογικό στόχο της διάθεσης του 0,7 % του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματός (ΑΕΕ) της για την ΔΑΒ έως το 2015,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διάσκεψη Κορυφής του 2012 για τη Γη αποβλέπει στη διασφάλιση της ανανέωσης της πολιτικής δέσμευσης υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης, στην αξιολόγηση της προόδου που έχει σημειωθεί όσον αφορά την επίτευξη των διεθνώς συμφωνηθέντων στόχων για τη βιώσιμη ανάπτυξη και στην αντιμετώπιση νέων και αναδυόμενων προκλήσεων,

ΙΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι με νομοθετική πράξη μπορεί να ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης μη νομοθετικών πράξεων γενικής ισχύος που συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης,

Διδάγματα

1.

επιδοκιμάζει την προθυμία της Επιτροπής να τηρήσει την δέσμευσή της για έναρξη τακτικού διαλόγου με το Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του DCΙ· αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλονται για να τηρούνται ενήμερες οι ομάδες εργασίας για τον DCI του Κοινοβουλίου σχετικά με το πώς ελήφθησαν υπόψη οι παρατηρήσεις τους στα έγγραφα στρατηγικής κατά την εκπόνηση των ΕΠΔ·

2.

επισημαίνει συγκεκριμένα ότι, κατά την ενδιάμεση αναθεώρηση, ο διάλογος μεταξύ της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της άσκησης του δημοκρατικού ελέγχου συνέβαλε στην αποτροπή της έγκρισης εγγράφων στρατηγικής που περιείχαν διατάξεις ultra vires (καθ’ υπέρβαση των ορίων αρμοδιότητας) και στην ευθυγράμμιση των εγγράφων στρατηγικής με τις απαιτήσεις του κανονισμού του DCI και συγκεκριμένα με τις αρχές επιλεξιμότητας της ΔΑΒ·

3.

θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι ορισμένες από τις ανησυχίες που εξέφρασε το Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δημοκρατικού ελέγχου, ιδιαίτερα όσον αφορά την μη εστίαση στη φτώχεια και τους ΑΣΧ, δεν ελήφθησαν δεόντως υπόψη από την Επιτροπή·

4.

θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι, ενώ η ευρωπαϊκή κοινή αντίληψη για την ανάπτυξη (2005) και ο DCI αποδίδουν έμφαση στη σημασία της αυτεξουσιότητας, η συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στην κατάρτιση των εγγράφων στρατηγικής ανά χώρα παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη στην πράξη θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε επαρκώς τις διατάξεις των άρθρων 19, 20 και 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1905/2006 σχετικά με τη διαβούλευση με τους μη κρατικούς φορείς και τις τοπικές αρχές·

5.

επισημαίνει ότι η «στρατηγική υπέρ της οικονομικής ανάπτυξης» δεν πρέπει να συγχέεται με τη στρατηγική για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη που συνεπάγεται τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων στόχων, όπως οι τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης, η πρόσβαση αγροτικών περιοχών στην ενέργεια, η στήριξη μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων κ.ο.κ.·

6.

θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η Επιτροπή, ως απάντηση στα ψηφίσματά του που υπογραμμίζουν τη μη τήρηση της απαίτησης που ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4 του κανονισμού για ικανοποίηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας της ΔΑΒ, τροποποίησε ή απέσυρε μόνον 3 από τα 11 σχετικά σχέδια εκτελεστικών μέτρων·

7.

θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η επιτροπή που συγκροτήθηκε δυνάμει του άρθρου 35 του DCI δεν ανταποκρίθηκε στα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου στα οποία επισημαίνεται ότι η Επιτροπή υπερέβη τις εκτελεστικές της αρμοδιότητες· επισημαίνει με ανησυχία ότι ο επί της ουσίας έλεγχος που διενήργησε το Κοινοβούλιο δεν βρήκε ανταπόκριση στους εκπροσώπους των κρατών μελών στην επιτροπή του DCI, και παρακινεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να εξασφαλίσουν, σε στενή συνεργασία με το Κοινοβούλιο, ότι τα μέτρα που προτείνονται από την Επιτροπή συμφωνούν πλήρως με τις επιταγές του DCΙ·

8.

ζητεί από την Επιτροπή να αναφέρει, ανάλογα με την προτεραιότητα και το αντίστοιχο βάρος τους, τα κριτήρια που χρησιμοποίησε για την κατανομή των κεφαλαίων μεταξύ των χωρών και των περιφερειών του DCI και των διαφόρων τομέων δραστηριότητας στο πλαίσιο κάθε γεωγραφικού και θεματικού προγράμματος·

9.

θεωρεί ότι πολλά έγγραφα στρατηγικής ανά χώρα και ανά περιφέρεια δεν προβλέπουν επαρκείς πόρους για τον πρωταρχικό στόχο του DCI, ήτοι την εξάλειψη της φτώχειας στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης και ότι πολλά έγγραφα δεν αναφέρουν σαφώς κατά πόσον θα συμβάλουν οι προτεινόμενες δράσεις στην επίτευξη των ΑΣΧ·

10.

εφιστά ιδιαιτέρως την προσοχή στην απαίτηση επιλεξιμότητας της ΔΑΒ για τα γεωγραφικά προγράμματα στο πλαίσιο του DCI και παροτρύνει την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ να διασφαλίζουν πάντοτε την πλήρη συμμόρφωση προς αυτή τη νομική υποχρέωση·

11.

επισημαίνει ότι η συνοχή της αναπτυξιακής πολιτικής, η αναπτυξιακή αυτεξουσιότητα και ο μη κατακερματισμός της ενίσχυσης είναι καίριας σημασίας για τη διασφάλιση αποτελεσματικής ενίσχυσης·

Προοπτικές για το μέλλον: αρχές

12.

τονίζει ότι η ΕΕ εξακολουθεί να χρειάζεται ένα ειδικό μέσο χρηματοδότησης για την αναπτυξιακή συνεργασία, το οποίο στοχεύει αποκλειστικά στις αναπτυσσόμενες χώρες και επιδιώκει ρητά την εκπλήρωση των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 208 της ΣΛΕΕ· επιμένει ότι τα ετήσια ποσά που προορίζονται για τη ΔΑΒ στην προσεχή περίοδο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) πρέπει να αυξηθούν σε πραγματικούς όρους προκειμένου να επιτευχθεί ο συλλογικός στόχος της διάθεσης του 0,7 % του ΑΕΠ για τη ΔΑΒ έως το 2015·

13.

τονίζει ότι η πλήρης συμμόρφωση προς τα κριτήρια ΔΑΒ, και συγκεκριμένα προς την απαίτηση του ΟΟΣΑ/ΕΑΒ, σύμφωνα με την οποία κάθε δοσοληψία διεκπεραιώνεται με κύριο στόχο την προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας των αναπτυσσόμενων χωρών (22), πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί προϋπόθεση για όλα τα μέτρα που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο των γεωγραφικών προγραμμάτων δυνάμει του νέου μέσου· ζητεί αυστηρότερες ποσοστώσεις της ΔΑΒ για τα θεματικά προγράμματα από ό,τι ισχύει στον τρέχοντα DCI, ειδικότερα δε όσον αφορά τα προγράμματα για τη μετανάστευση και το άσυλο, στα οποία η Επιτροπή δεν κατέδειξε σαφώς τον τρόπο με τον οποίο οι δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο των συνοριακών ελέγχων είναι επιλέξιμες για ΔΑΒ σύμφωνα με τα κριτήρια ΟΟΣΑ/ΕΑΒ·

14.

τονίζει ότι η επίτευξη των ΑΣΧ πρέπει να παραμείνει ο πρωταρχικός στόχος του μέσου για την περίοδο έως το 2015· παρακινεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η ενίσχυση της ΕΕ θα εξακολουθήσει να συνάδει με τους διεθνώς συμφωνηθέντες στόχους και σκοπούς για την ανάπτυξη που θα εγκριθούν από τα Ηνωμένα Έθνη και άλλους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς για τη μετά το 2015 περίοδο·

15.

αναγνωρίζει την ανάγκη για συνεργασία εκτός ΔΑΒ με πολλές αναπτυσσόμενες χώρες για την παροχή παγκόσμιων δημόσιων αγαθών· φρονεί ότι αυτό το είδος της συνεργασίας πρέπει να ρυθμιστεί και ότι πρέπει να διοχετευθούν πόροι μέσω ενός ή περισσοτέρων ξεχωριστών μέσων, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η διαφάνεια και να προστατευθεί ο διακριτός χαρακτήρας της αναπτυξιακής συνεργασίας ως ενός αυτόνομου πεδίου πολιτικής στον ευρύτερο τομέα των εξωτερικών σχέσεων· επιμένει, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανελήφθησαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 29ης-30ής Οκτωβρίου 2009, ότι η χρηματοδότηση για την κλιματική αλλαγή δεν πρέπει να υπονομεύσει ή να θέσει σε κίνδυνο τον αγώνα κατά της φτώχειας και τη συνεχή πρόοδο για την επίτευξη των ΑΣΧ, και ότι οι περιορισμένοι πόροι της ΔΑΒ που διατίθενται για τη μείωση της φτώχειας δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς που δεν σχετίζονται με την ανάπτυξη στις αναπτυσσόμενες χώρες· τονίζει ότι δεν πρέπει να τροποποιηθεί ο ορισμός της ΔΑΒ που έχει καθοριστεί από τον ΟΟΣΑ και καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι κανένα από τα αναπτυξιακά έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ δεν αντιβαίνει στις παγκόσμιες προσπάθειες για τον μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και ότι όλα τα έργα είναι ανθεκτικά στην κλιματική αλλαγή, ιδίως τα μεγάλα έργα υποδομών ή τα έργα που υλοποιούνται σε μικρά νησιά, τα οποία θα είναι και τα πρώτα που θα υποστούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής·

16.

εκφράζει την ανησυχία του, σε μία περίοδο σημαντικών δημοσιονομικών περιορισμών, για τη μείζονα βαρύτητα που αποδίδεται στις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα ως κινητήριο μοχλό για την εξασφάλιση περισσότερων πόρων για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης· επισημαίνει ότι η αναπτυξιακή συνεργασία αποτελεί τη μοναδική πολιτική εξωτερικής δράσης (πέραν της ανθρωπιστικής βοήθειας) που δεν έχει σχεδιασθεί για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ΕΕ, αλλά για την υπεράσπιση των συμφερόντων των πλέον περιθωριοποιημένων και ευάλωτων πληθυσμών του πλανήτη· ζητεί, συνεπώς, μετ’ επιτάσεως από την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι οι δημόσιοι χρηματοδοτικοί πόροι που προορίζονται για τη στήριξη των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα στον Νότο δεν εκτρέπονται από ήδη υποχρηματοδοτούμενους τομείς (όπως π.χ. στην περίπτωση των προγραμμάτων για τους μη κρατικούς φορείς και τις τοπικές αρχές), και ότι αυτή η στήριξη ευνοεί πράγματι την ανάπτυξη του εγχώριου ιδιωτικού τομέα και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χώρες χαμηλού εισοδήματος·

17.

συμφωνεί ότι είναι απαραίτητη μια διαφοροποιημένη προσέγγιση έναντι της ετερόκλιτης ομάδας των αναπτυσσόμενων χωρών και ότι η παραδοσιακή χρηματοδοτική βοήθεια μπορεί να μην είναι πλέον κατάλληλη για τις χώρες με αναδυόμενες οικονομίες· θεωρεί ότι η ενίσχυση για τις χώρες με τις αναδυόμενες οικονομίες, παράλληλα με την προώθηση της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, πρέπει να εστιάσει στην ενίσχυση της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας εταίρου και στην προαγωγή της κινητοποίησης των εγχώριων εσόδων, πράγμα το οποίο θα οδηγήσει στη μείωση της φτώχειας και της εξάρτησης από τη βοήθεια·

18.

παροτρύνει την Επιτροπή να παράσχει αυξημένη στήριξη προς τις αναπτυσσόμενες χώρες και τις χώρες με αναδυόμενες οικονομίες στον τομέα των φορολογικών μεταρρυθμίσεων, με σκοπό την υποστήριξη αποτελεσματικών, αποδοτικών, δίκαιων και βιώσιμων φορολογικών συστημάτων· καλεί την Επιτροπή να ενσωματώσει αποτελεσματικά τις αρχές της χρηστής διακυβέρνησης επί των φορολογικών θεμάτων στον προγραμματισμό, την εκτέλεση και την παρακολούθηση των εγγράφων στρατηγικής ανά χώρα και ανά περιφέρεια, λαμβάνοντας ταυτόχρονα τα απαραίτητα μέτρα για την επιβολή της ανά χώρα χρηματοοικονομικής αναφοράς εκ μέρους των πολυεθνικών εταιρειών·

19.

τονίζει ότι το μελλοντικό μέσο αναπτυξιακής συνεργασίας πρέπει να εξακολουθήσει να καλύπτει όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες των γεωγραφικών περιφερειών στις οποίες εφαρμόζεται σύμφωνα με τον κατάλογο αναπτυσσομένων χωρών του ΟΟΣΑ/ΕΑΒ·

20.

ζητεί στενότερο συντονισμό μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ούτως ώστε να επιτευχθούν οι επιταγές του άρθρου 210 της ΣΛΕΕ, και στηρίζει την ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών εγγράφων στρατηγικής· θεωρεί ότι όλα τα έγγραφα προγραμματισμού της ΕΕ ανά χώρα και ανά περιφέρεια πρέπει να περιλαμβάνουν αναλυτικά και ενημερωμένα στοιχεία για τους χορηγούς κεφαλαίων, καθώς και ένα ειδικό κεφάλαιο σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ενίσχυσης που χορηγείται από την ΕΕ, στο οποίο αναφέρονται ειδικώς οι δράσεις που έχουν αναληφθεί για την ενίσχυση του συντονισμού, της εναρμόνισης και της συμπληρωματικότητας μεταξύ των χορηγών, αλλά και για τη βελτίωση του καταμερισμού της εργασίας μεταξύ των χορηγών, ειδικότερα δε μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ·

21.

επαναλαμβάνει την έκκλησή του να ενταχθεί το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (ΕΤΑ) στον προϋπολογισμό της ΕΕ γεγονός που θα απλοποιούσε τις διαδικασίες και θα βελτίωνε την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα της ενίσχυσης της Επιτροπής· τονίζει ότι τούτο δεν πρέπει να οδηγήσει σε μείωση των συνολικών ποσών χρηματοδότησης σε επίπεδο ΕΕ για το DCI και για το ΕΤΑ, ούτε του συνολικού ποσού χρηματοδότησης που διατίθεται σε επίπεδο ΕΕ για την ΔΑΒ·

22.

εκτιμά ότι πρέπει να ενισχυθεί η στήριξη προς τις ευάλωτες ομάδες (γυναίκες, άτομα με αναπηρία, νέοι και άνεργοι, αυτόχθονες πληθυσμοί), καθώς επίσης και για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου και για την αντιμετώπιση άλλων «διατομεακών ζητημάτων»· επιμένει ότι το μέσο που θα διαδεχθεί το DCI προϋποθέτει τον καθορισμό σαφών σημείων αναφοράς στα έγγραφα προγραμματισμού, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα μέτρησης του αντίκτυπου των παρεμβάσεων της ΕΕ στους εν λόγω τομείς·

23.

τονίζει ότι η συμμετοχή των τοπικών αρχών στις αναπτυξιακές πολιτικές είναι θεμελιώδης για την επίτευξη των ΑΣΧ και τη διασφάλιση χρηστής διακυβέρνησης· επισημαίνει, ειδικότερα, ότι οι τοπικές αρχές καλούνται να διαδραματίσουν καίριο ρόλο σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η καταπολέμηση της πείνας, η υγεία, η υδροδότηση, οι εγκαταστάσεις υγιεινής, η κοινωνική συνοχή και η τοπική οικονομική ανάπτυξη κ.ο.κ.· θεωρεί, συνεπώς, ουσιώδη την αναβάθμιση του ρόλου τους στο πλαίσιο του προσεχούς χρηματοδοτικού μέσου, σε εναρμόνιση με την αρχή της αναπτυξιακής αυτεξουσιότητας·

24.

υπογραμμίζει την ανάγκη για τακτικό και διαρθρωμένο διάλογο μεταξύ της Επιτροπής, της ΕΥΕΔ, μη κρατικών φορέων και τοπικών αρχών σχετικά με τον προγραμματισμό, την εκτέλεση και την αξιολόγηση των εγγράφων στρατηγικής· τονίζει, κατά συνέπεια, την ανάγκη να ληφθούν υπόψη τα συμπεράσματα του διαρθρωμένου διαλόγου στα μελλοντικά χρηματοδοτικά μέσα·

25.

τονίζει την ανάγκη για θέσπιση διατάξεων ευελιξίας που θα επιτρέψουν στην ΕΕ να ανταποκριθεί σε αλλαγές όσον αφορά τις ανάγκες και τις προτεραιότητες· προτείνει να εξεταστεί το πρότυπο του ΕΤΑ των περιορισμένων κονδυλίων μη προγραμματισμένης βοήθειας ανά χώρα ως ένα πιθανό πρότυπο για το μελλοντικό μέσο αναπτυξιακής συνεργασίας· τονίζει, ωστόσο, ότι οι πόροι που χρησιμοποιούνται με πιο ευέλικτο τρόπο πρέπει να επιδιώκουν γνήσιους αναπτυξιακούς στόχους·

26.

θεωρεί ότι το νέο μέσο αναπτυξιακής συνεργασίας πρέπει να προσφέρει μια βάση για στοχοθετημένη και πιο ευέλικτη βοήθεια σε ευαίσθητες καταστάσεις· θεωρεί ότι η νέα οικονομική αρχιτεκτονική θα συμβάλει στην εξασφάλιση της καλύτερης σύνδεσης μεταξύ αρωγής, αποκατάστασης και ανάπτυξης (ΣΑΑΑ) μέσω της ευελιξίας και της συμπληρωματικότητας των χρηματοδοτικών μηχανισμών·

Προοπτικές για το μέλλον: γεωγραφικά και θεματικά προγράμματα

27.

ζητεί να διατίθεται ένα ποσοστό αναφοράς 20 % των δαπανών δυνάμει των γεωγραφικών προγραμμάτων στις βασικές κοινωνικές υπηρεσίες όπως ορίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη στους ΑΣΧ (δείκτης 8.2 για το στόχο 8: «Δημιουργία παγκόσμιας εταιρικής σχέσης για την ανάπτυξη»)·

28.

επιμένει στην εφαρμογή αυστηρών κριτηρίων επιλεξιμότητας για τη δημοσιονομική στήριξη· επιμένει ότι η Επιτροπή πρέπει να απόσχει από τη χρησιμοποίηση της δημοσιονομικής στήριξης σε χώρες στις οποίες δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η διαφάνεια στις δημόσιες δαπάνες, ότι η δημοσιονομική στήριξη πρέπει να συνοδεύεται πάντοτε από δράσεις για την ανάπτυξη των ικανοτήτων κοινοβουλευτικού ελέγχου και λογιστικού ελέγχου της δικαιούχου χώρας και την αύξηση της διαφάνειας και της πρόσβασης του κοινού στην πληροφόρηση και ότι στην παρακολούθηση της δημοσιονομικής στήριξης πρέπει να συμμετέχει η κοινωνία των πολιτών·

29.

αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η κοινωνία των πολιτών στην ανάπτυξη, όπως μέσω της δράσης της ως φορέα ελέγχου της κυβέρνησης ώστε να διασφαλίζεται η λογοδοσία και ζητεί να διοχετευθεί επαρκής χρηματοδότηση προς την κοινωνία των πολιτών σε αναπτυσσόμενες χώρες·

30.

επαναλαμβάνει το αίτημά του προς την Επιτροπή να παρουσιάσει συνολικό αριθμητικό απολογισμό της γενικότερης δημοσιονομικής στήριξης ανά τομέα, ανά πρόγραμμα ή της στήριξης που έχει χορηγηθεί υπό οιαδήποτε άλλη μορφή στους φορείς της τοπικής διακυβέρνησης· τονίζει ότι η συνολική αυτή εικόνα θα προσδώσει μεγαλύτερη συνοχή στη στήριξη που χορηγείται στους φορείς της τοπικής διακυβέρνησης και θα βελτιώσει τη διακυβέρνηση στις χώρες εταίρους·

31.

επισημαίνει ότι όλα τα θεματικά προγράμματα στο πλαίσιο του DCI έχουν αποδείξει τη συνάφειά τους και τονίζει ότι επιβάλλεται να διατηρηθούν τόσο τα θεματικά όσο και τα γεωγραφικά προγράμματα, αλλά ζητεί την επανεστίαση υπό το πρίσμα των νέων προκλήσεων, όπως είναι η παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, η παγκόσμια επισιτιστική κρίση, η κλιματική αλλαγή και οι ειδικές ανάγκες των ευάλωτων κρατών και των κρατών σε μεταβατικό στάδιο·

32.

επισημαίνει ότι η μετανάστευση είναι ένας τομέας στον οποίο υπάρχει σαφής ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα στη συνοχή της αναπτυξιακής πολιτικής έναντι των βραχυπρόθεσμων προτάσεων της ΕΕ για τη μετανάστευση, οι οποίες αποσκοπούν κατά το πλείστον στην καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης· υπογραμμίζει ότι οι αναπτυξιακοί πόροι για τη μετανάστευση δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση της διαχείρισης των συνόρων και την πάταξη της παράνομης μετανάστευσης· επιμένει ότι οιοδήποτε μελλοντικό πρόγραμμα για τη μετανάστευση πρέπει να ευθυγραμμίζεται πλήρως με τους αναπτυξιακούς στόχους της ΕΕ και ότι η βασική χρηματοδότηση στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος πρέπει να πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας της ΔΑΒ· τονίζει ιδιαίτερα ότι πρέπει να δίδεται προτεραιότητα σε σχέδια που αφορούν τη μετανάστευση Νότου-Νότου στο πλαίσιο του θεματικού προγράμματος·

33.

τονίζει ότι ένα νέο θεματικό πρόγραμμα με τίτλο «Επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό» πρέπει να εστιάσει –χωρίς ωστόσο να περιορίζεται αποκλειστικά– στην επίτευξη εκείνων των ΑΣΧ που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη καθυστέρηση, αποδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή σε χώρες και περιφέρειες με κρίσιμους δείκτες ΑΣΧ· τονίζει ότι η βασική εκπαίδευση και ο αλφαβητισμός αποτελούν το σημείο εκκίνησης για τη διαδικασία της ευαισθητοποίησης και για την αναπτυξιακή αυτεξουσιότητα· ζητεί, ως εκ τούτου, να επικεντρώνεται το πρόγραμμα στην εκπαίδευση ως εργαλείο για χειραφέτηση και συμμετοχή·

34.

εκτιμά ότι το νέο χρηματοδοτικό μέσο πρέπει να παρέχει μια διαφοροποιημένη προσέγγιση ως προς τη χρηματοδότηση που παρέχεται στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και στις τοπικές αρχές και πρέπει επίσης να αποφεύγει τον άσκοπο ανταγωνισμό μεταξύ αυτών των δύο τύπων φορέων· τονίζει ότι είναι ανάγκη να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του υπερβολικού αριθμού προτάσεων συμμετοχής στο τρέχον πρόγραμμα· ζητεί τα αποτελέσματα του διαρθρωμένου διαλόγου να αντικατοπτρίζονται πλήρως στο μελλοντικό θεματικό πρόγραμμα και στις προτεινόμενες διαδικασίες παροχής ενίσχυσης·

35.

επισημαίνει ότι ένας από τους λόγους της μη επίτευξης των ΑΣΧ έγκειται στη μη αναγνώριση της συμβολής του περιβάλλοντος, των φυσικών πόρων και των οικοσυστημάτων στην ανάπτυξη του ανθρώπου και στην εξάλειψη της φτώχειας· διαπιστώνει με ανησυχία ότι, ενώ η τρέχουσα ευρωπαϊκή ΔΑΒ διαθέτει μόλις το 3 % των συνολικών δαπανών σε περιβαλλοντικά θέματα, ένα πρόσθετο πρόβλημα συνίσταται στο γεγονός ότι ποσοστό της παρεχόμενης χρηματοδότησης από την ΕΕ και τα κράτη μέλη προς τις αναπτυσσόμενες χώρες επενδύεται σε έργα που ενθαρρύνουν αντί να μετριάζουν την κλιματική αλλαγή· τονίζει ότι η συνοχή της αναπτυξιακής πολιτικής πρέπει να βελτιωθεί στον τομέα της κλιματικής αλλαγής, ιδιαίτερα όσον αφορά τη χρηματοδότηση της δράσης για το κλίμα και την ενσωμάτωση των προβληματισμών για την κλιματική αλλαγή στην αναπτυξιακή συνεργασία της ΕΕ·

36.

επισημαίνει ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην ειδική έκθεσή του αριθ. 6/2006 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, από το 2001, η ΕΕ έχει σημειώσει περιορισμένη μόνο πρόοδο όσον αφορά την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης στην αναπτυξιακή της συνεργασία, δεδομένου ότι τα έγγραφα στρατηγικής ανά χώρα δεν λάμβαναν επαρκώς υπόψη τα περιβαλλοντικά θέματα· ζητεί, κατά συνέπεια, από την Επιτροπή να εξασφαλίσει την καλύτερη ενσωμάτωση και τη συστηματική παρακολούθηση των περιβαλλοντικών θεμάτων στο πλαίσιο όλων ανεξαιρέτως των εξωτερικών πολιτικών και μέσων χρηματοδότησης, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των σημερινών προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής και της απώλειας της βιοποικιλότητας·

37.

επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ είναι πλήρως εφαρμόσιμο στο DCI και, ως εκ τούτου, τονίζει ότι η εφαρμογή της διαδικασίας των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων είναι υποχρεωτική για τις αποφάσεις εκείνες που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ, όπως ο προσδιορισμός γενικών στόχων, προτεραιοτήτων, αναμενομένων αποτελεσμάτων και χρηματοδοτικών πόρων·

*

* *

38.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.


(1)  ΕΕ L 378 της 27.12.2006, σ. 41.

(2)  ΕΕ C 46 της 24.2.2006, σ. 1.

(3)  ΕΕ C 139 της 14.6.2006, σ. 1.

(4)  Προσαρτημένες στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 2006, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου που αφορά την έγκριση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μέσου χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας (COM(2006)0628).

(5)  Καταχωρισμένο ως έγγραφο επιτροπολογίας αριθ. CMT-2007-1709 – το παράρτημα είναι καταχωρισμένο ως έγγραφο επιτροπολογίας αριθ. CMT-2007-1709-2.

(6)  Καταχωρισμένο ως έγγραφο επιτροπολογίας αριθ. CMT-2007-1709-3.

(7)  DCD/DAC (2007)39/τελικό, 4.9.2007, 145 σελίδες.

(8)  ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 62.

(9)  ΕΕ L 201 της 3.8.2010, σ. 30.

(10)  ΕΕ C 287 Ε της 29.11.2007, σ. 507.

(11)  ΕΕ C 125 Ε της 22.5.2008, σ. 213.

(12)  ΕΕ C 146 Ε της 12.6.2008, σ. 337.

(13)  ΕΕ C 175 Ε της 10.7.2008, σ. 595.

(14)  ΕΕ C 263 Ε της 16.10.2008, σ. 624.

(15)  ΕΕ C 294 E της 3.12.2009, σ. 19.

(16)  ΕΕ C 301 E της 13.12.2007, σ. 249.

(17)  ΕΕ C 212 Ε της 5.8.2010, σ. 8.

(18)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2011)0032.

(19)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2011)0030.

(20)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2011)0033.

(21)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(22)  Βλ. ΟΟΣΑ/ΕΑΒ: «Κατευθυντήριες γραμμές κοινοποίησης για το Σύστημα Κοινοποίησης των Πιστωτών».


11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/59


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Επιλογές πολιτικής για τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις

P7_TA(2011)0262

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τις επιλογές πολιτικής για τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις (2011/2013(INI))

2012/C 380 E/09

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής της 1ης Ιουλίου 2010 σχετικά με τις επιλογές πολιτικής για τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις (COM(2010)0348),

έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής 2010/233/ΕΕ της 26ης Απριλίου 2010 σχετικά με τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων για ένα ενιαίο πλαίσιο αναφοράς στον τομέα του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων (1),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2001 σχετικά με ένα ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων (COM(2001)0398),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 12ης Φεβρουαρίου 2003 με τίτλο «Ένα συνεκτικότερο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων – Σχέδιο δράσης» (COM(2003)0068),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Οκτωβρίου 2004 με τίτλο «Το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: πορεία προς τα εμπρός» (COM(2004)0651),

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής της 23ης Σεπτεμβρίου 2005 με τίτλο «Πρώτη ετήσια έκθεση προόδου σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την επισκόπηση του κοινοτικού κεκτημένου» (COM(2005)0456) και την έκθεση της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 2007 με τίτλο «Δεύτερη έκθεση προόδου για το Κοινό Πλαίσιο Αναφοράς» COM(2007)0447),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Οκτωβρίου 2009 για τις διασυνοριακές ηλεκτρονικές εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών στην ΕΕ (COM(2009)0557),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 3ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με το ενιαίο πλαίσιο αναφοράς για το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων (2),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Δεκεμβρίου 2007 σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων (3),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων (4),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 23ης Μαρτίου 2006 σχετικά με «το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: πορεία προς τα εμπρός» (5),

έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 26ης Μαΐου 1989 (6), της 6ης Μαΐου 1994 (7), της 15ης Νοεμβρίου 2001 (8) και της 2ας Σεπτεμβρίου 2003 (9) σχετικά με το θέμα αυτό,

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A7-0164/2011),

Α.

εκτιμώντας ότι η πρωτοβουλία για το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων, σκοπός της οποίας είναι η επίλυση των προβλημάτων της ενιαίας αγοράς που δημιουργούνται, μεταξύ άλλων, από τα αποκλίνοντα μέσα του δικαίου των συμβάσεων, συζητείται εδώ και πολλά χρόνια,

Β.

εκτιμώντας ότι ακριβώς μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση κρίνεται σημαντικότερο από ποτέ να προβλεφθεί ένα συνεπές ευρωπαϊκό καθεστώς δικαίου των συμβάσεων προκειμένου να υλοποιηθούν όλες οι δυνατότητες της εσωτερικής αγοράς και να βοηθηθεί έτσι η επίτευξη των στόχων μας στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020»,

Γ.

εκτιμώντας ότι η ενιαία αγορά παραμένει κατακερματισμένη εξαιτίας πολλών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι δεν εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία περί ενιαίας αγοράς,

Δ.

εκτιμώντας ότι χρειάζεται μεγαλύτερη μελέτη για να γίνει κατανοητό γιατί η εσωτερική αγορά παραμένει κατακερματισμένη και πώς να αντιμετωπιστούν με τον καλύτερο τρόπο αυτά τα προβλήματα, πράγμα που περιλαμβάνει το πώς να διασφαλιστεί η εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας,

Ε.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή ορίζει στην προαναφερθείσα Πράσινη Βίβλο διάφορες εναλλακτικές δυνατότητες όσον αφορά ένα μέσο ευρωπαϊκού δικαίου συμβάσεων, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ενιαία αγορά,

ΣΤ.

εκτιμώντας ότι η ομάδα εμπειρογνωμόνων που συστάθηκε για να συνδράμει την Επιτροπή στην εκπόνηση πρότασης ενός κοινού πλαισίου αναφοράς, έχει ξεκινήσει το έργο της μαζί με στρογγυλή τράπεζα ομάδων ενδιαφερομένων,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποκλίσεις των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα του δικαίου των συμβάσεων δεν αποτελούν το μόνο εμπόδιο για τις ΜΜΕ και τους καταναλωτές σε σχέση με τις διασυνοριακές δραστηριότητες, καθώς αντιμετωπίζουν και άλλα προβλήματα όπως τους γλωσσικούς φραγμούς, διαφορετικά φορολογικά συστήματα, το ζήτημα της αξιοπιστίας των διαδικτυακών εμπόρων, περιορισμένη πρόσβαση στην ευρυζωνικότητα, την εξοικείωση με τον ψηφιακό κόσμο, προβλήματα ασφάλειας, τη δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού των μεμονωμένων κρατών μελών, παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, διεκπεραίωση καταγγελιών και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας κλπ.,

Η.

εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή το 2008, τα τρία τέταρτα των λιανοπωλητών πωλούν μόνο εντός των συνόρων, ενώ οι διασυνοριακές πωλήσεις συνήθως πραγματοποιούνται μόνο σε λίγα κράτη μέλη (10),

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι αναγκαίο να γίνεται διάκριση μεταξύ των συμβατικών διασυνοριακών συναλλαγών και του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπου υπάρχουν συγκεκριμένα προβλήματα και το κόστος συναλλαγών είναι διαφορετικό· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι επίσης αναγκαίο για τους σκοπούς των μελλοντικών εκτιμήσεων επιπτώσεων να προσδιορίζεται προσεκτικά και επακριβώς πώς διαμορφώνεται το κόστος της συναλλαγής,

Ι.

εκτιμώντας ότι είναι σαφές ότι η εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου (για τους καταναλωτές) στις διασυνοριακές συναλλαγές σύμφωνα με τον κανονισμό «Ρώμη-I» (11) προκάλεσε σημαντικές δαπάνες συναλλαγής για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα για τις ΜΜΕ, οι οποίες υπολογίζεται ότι μόνο στο ΗΒ ανήλθαν σε 15 000 ευρώ ανά επιχείρηση και ανά κράτος μέλος (12),

ΙΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται περισσότερη πληροφόρηση όσον αφορά τις δαπάνες συναλλαγής που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 2, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού «Ρώμη-Ι», λαμβανομένου υπόψη ότι ο κανονισμός «Ρώμη-Ι» εφαρμόζεται μόλις από το Δεκέμβριο του 2009,

ΙΒ.

εκτιμώντας ότι οι εν λόγω δαπάνες συναλλαγής θεωρούνται ένα από τα σοβαρά εμπόδια για το διασυνοριακό εμπόριο, όπως βεβαιώνει το 50 % των λιανοπωλητών της ΕΕ που πραγματοποιούν διασυνοριακές συναλλαγές που ερωτήθηκαν το 2011, οι οποίοι δήλωσαν ότι η εναρμόνιση των νόμων που διέπουν τις διασυνοριακές συναλλαγές σε ολόκληρη την ΕΕ θα μπορούσε να αυξήσει το επίπεδο των διασυνοριακών τους πωλήσεων, ενώ το 41 % δήλωσε ότι οι πωλήσεις τους δεν αυξήθηκαν· εκτιμώντας ότι, συγκριτικά, μεταξύ των λιανοπωλητών που δεν πραγματοποιούν διασυνοριακές πωλήσεις, το 60 % υποστήριξε ότι το ύψος των διασυνοριακών τους πωλήσεων δεν θα αύξανε στο πλαίσιο ενός περισσότερο εναρμονισμένου κανονιστικού περιβάλλοντος, ενώ το 25 % υποστήριξε ότι θα αύξανε (13),

ΙΓ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι μερικά από τα προφανέστερα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές και οι ΜΜΕ σε σχέση με την ενιαία αγορά είναι η πολυπλοκότητα στις συμβατικές σχέσεις, οι αθέμιτοι όροι των συμβάσεων, η ανεπαρκής και ελλιπής ενημέρωση και οι αναποτελεσματικές και χρονοβόρες διαδικασίες·

ΙΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει θεμελιώδη σημασία κάθε πρωτοβουλία εκ μέρους της ΕΕ να ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες και ανησυχίες τόσο των επιχειρήσεων όσο και των καταναλωτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι ανησυχίες επεκτείνονται σε νομικά/ γλωσσικά προβλήματα (πρόβλεψη τυποποιημένων όρων για τις μικρές επιχειρήσεις σε όλες τις ενωσιακές γλώσσες) και στις δυσκολίες εφαρμογής των συμβάσεων διασυνοριακά (πρόβλεψη αυτόνομων ενωσιακών μέτρων στον τομέα του δικονομικού δικαίου),

ΙΕ.

εκτιμώντας ότι μελέτη της Επιτροπής κατέδειξε πως η επιγραμμική αγορά παραμένει κατακερματισμένη: σύμφωνα με μελέτη, το 61 % από τις εξετασθείσες 10 964 διασυνοριακές παραγγελίες δεν υλοποιήθηκαν και οι διασυνοριακές αγορές δείχνουν να αυξάνουν τις πιθανότητες των καταναλωτών να επιτύχουν φθηνότερες προσφορές (14) και να βρουν προϊόντα που δεν διατίθενται διαδικτυακά στη χώρα τους (15), το δε ποσοστό 61 % φαίνεται ιδιαίτερα υψηλό και χρήζει περαιτέρω μελέτης, ελέγχου και αξιολόγησης,

ΙΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η σταδιακή εναρμόνιση δεν ξεπερνά αποτελεσματικά τα εμπόδια στην εσωτερική αγορά τα οποία προκύπτουν από την απόκλιση των εθνικών νομοθεσιών περί συμβάσεων και οποιαδήποτε μέτρα σε αυτό τον τομέα πρέπει να βασίζονται σε σαφή στοιχεία βάσει των οποίων μια τέτοια πρωτοβουλία θα οδηγούσε σε μεγάλη αλλαγή, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα, λιγότερο παρεμβατικά μέσα,

ΙΖ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα κοινό ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων θα ωφελήσει τους καταναλωτές και θα συμβάλει μάλιστα στην αύξηση και στη διευκόλυνση του διασυνοριακού εμπορίου εντός της εσωτερικής αγοράς,

ΙΗ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαπραγματεύσεις για την οδηγία περί δικαιωμάτων των καταναλωτών (16) κατέδειξαν πόσο δύσκολο είναι να εναρμονιστεί το δίκαιο των καταναλωτών όσον αφορά τις συμβάσεις χωρίς να υπονομευτεί η κοινή δέσμευση για υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στην Ευρώπη, και τι περιορισμούς συνεπάγεται για την όλη διαδικασία,

ΙΘ.

εκτιμώντας ότι όποια μέτρα και αν ληφθούν στον τομέα του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων αυτά πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους εθνικούς κανόνες αναγκαστικού δικαίου και να είναι συνεπή προς την αναμενόμενη οδηγία για τα δικαιώματα των καταναλωτών, η οποία θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στο περιεχόμενο και στο βαθμό εναρμόνισης ενός πιθανού μελλοντικού μέσου στον τομέα του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι θα ήταν αναγκαίο να παρακολουθείται σταθερά και προσεκτικά η εφαρμογή του κατά τους επόμενους μήνες, προκειμένου να προσδιοριστεί ποιο θα είναι το πεδίο εφαρμογής του προαιρετικού μέσου,

Κ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οποιοδήποτε τελικό προϊόν της εν λόγω διεργασίας στον τομέα του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων, πρέπει να είναι ρεαλιστικό, εφικτό, αναλογικό και καλά μελετημένο πριν τροποποιηθεί, αν χρειαστεί, να εγκριθεί δε επίσημα από τους Ευρωπαίους συννομοθέτες·

1.

υποστηρίζει τη δράση για την υπέρβαση των εμποδίων που αντιμετωπίζουν όσοι επιθυμούν να πραγματοποιήσουν διασυνοριακές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και πιστεύει ότι το σχέδιο για το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων, σε συνδυασμό με διάφορα άλλα μέτρα, θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για την πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού της εσωτερικής αγοράς, με αποτέλεσμα σημαντικά οφέλη στην οικονομία και στην απασχόληση·

2.

εκφράζει την ικανοποίησή του για την ανοικτή συζήτηση σχετικά με την Πράσινη Βίβλο και επιθυμεί λεπτομερή ανάλυση των αποτελεσμάτων της σχετικής διαβούλευσης από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής·

3.

επισημαίνει την οικονομική σημασία των ΜΜΕ και της μεταποίησης στην ευρωπαϊκή οικονομία· επιμένει, ως εκ τούτου, στην ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η αρχή «προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» που προωθείται από την «Πράξη για τις μικρές επιχειρήσεις» θα εφαρμοστεί σωστά και θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα στο πλαίσιο της συζήτησης σχετικά με τις πρωτοβουλίες της ΕΕ όσον αφορά το δίκαιο των συμβάσεων·

Νομικός χαρακτήρας του μέσου για ένα ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων

4.

χαιρετίζει την πρόσφατη δημοσίευση των πορισμάτων της μελέτης εφικτότητας που διενήργησε η ομάδα εμπειρογνωμόνων σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και τη δέσμευση της Επιτροπής ότι θα συνεχίσει τις διαβουλεύσεις σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο του προαιρετικού μέσου και, με το πνεύμα αυτό, καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να συνεχίσει, σε μια πραγματικά ανοικτή και διαφανή συζήτηση με όλους τους ενδιαφερομένους, τη διαδικασία λήψης απόφασης ως προς το πως η μελέτη σκοπιμότητας πρέπει να χρησιμοποιηθεί·

5.

αναγνωρίζει την ανάγκη για περαιτέρω πρόοδο στον τομέα του δικαίου των συμβάσεων και τάσσεται υπέρ της εναλλακτικής δυνατότητας αριθ. 4, μεταξύ άλλων επιλογών, ώστε να συσταθεί ένα προαιρετικό μέσο βάσει κανονισμού μετά από εκτίμηση επιπτώσεων και καθορισμό της νομικής βάσης· πιστεύει πως ένα τέτοιο προαιρετικό μέσο θα μπορούσε να συμπληρωθεί από μία «εργαλειοθήκη» η οποία θα μπορούσε να εγκριθεί με διοργανική συμφωνία ζητεί την κατάρτιση «ευρωπαϊκών υποδειγμάτων τυποποιημένων συμβάσεων», μεταφρασμένων σε όλες τις γλώσσες της ΕΕ, που θα είναι συνδεδεμένα με ένα σύστημα εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών, με τηλεματική εφαρμογή, πράγμα που θα είχε το πλεονέκτημα της οικονομικής και απλούστερης λύσης τόσο για τα συμβαλλόμενα μέρη όσο και για την Επιτροπή·

6.

πιστεύει ότι μόνο υπό τη νομική μορφή ενός κανονισμού μπορεί να εξασφαλιστεί η αναγκαία σαφήνεια και νομική βεβαιότητα·

7.

τονίζει ότι ένας κανονισμός θέσπισης προαιρετικού μέσου του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων θα βελτίωνε τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς λόγω του άμεσου αποτελέσματος, με οφέλη για τις επιχειρήσεις (μείωση του κόστους ως αποτέλεσμα αποφυγής της ανάγκης για κανόνες περί συγκρούσεως νόμων), τους καταναλωτές (νομική βεβαιότητα, εμπιστοσύνη, υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών) και τα δικαστικά συστήματα των κρατών μελών (δεν θα απαιτείται πλέον η εξέταση αλλοδαπών νόμων)·

8.

χαιρετίζει το γεγονός ότι η εκάστοτε επιλογή λαμβάνει δεόντως υπόψη την αρχή της επικουρικότητας και δεν θίγει τις νομοθετικές εξουσίες των κρατών μελών στον τομέα του δικαίου των συμβάσεων και του αστικού δικαίου·

9.

πιστεύει πως μία «εργαλειοθήκη» θα μπορούσε ενδεχομένως να λειτουργήσει σταδιακά, να αρχίσει δηλαδή ως εργαλείο της Επιτροπής και στη συνέχεια να μετατραπεί, μόλις καταλήξουν στη σχετική συμφωνία τα θεσμικά όργανα, σε εργαλείο για τον νομοθέτη της Ένωσης· υπογραμμίζει πως μια «εργαλειοθήκη» θα μπορούσε να παράσχει το απαιτούμενο νομικό πλαίσιο αλλά και τη βάση για τη λειτουργία ενός προαιρετικού μέσου και τυποποιημένων όρων και προϋποθέσεων και ότι θα πρέπει να βασίζεται σε εκτίμηση των εθνικών κανόνων αναγκαστικού δικαίου για την προστασία του καταναλωτή εντός αλλά και εκτός του ισχύοντος κεκτημένου στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών·

10.

θεωρεί ότι με τη συμπλήρωση ενός προαιρετικού μέσου με μία εργαλειοθήκη θα διατίθενται σαφέστερες πληροφορίες σχετικά με το ευρωπαϊκό αυτό μέσο, κάτι που θα βοηθήσει τα ενδιαφερόμενα μέρη να κατανοήσουν καλύτερα τα δικαιώματά τους και να κάνουν συνειδητοποιημένες επιλογές και κατά τη σύναψη συμβάσεων βάσει αυτού του συστήματος, το δε νομικό πλαίσιο θα είναι πιο κατανοητό και απλό·

11.

πιστεύει ότι όλα τα μέρη, είτε πρόκειται για συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων (Β2Β) είτε για συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών (Β2C), πρέπει να είναι ελεύθερα να επιλέγουν ή να μην επιλέγουν το προαιρετικό μέσο ως εναλλακτική δυνατότητα σε σχέση με το εθνικό ή διεθνές δίκαιο και καλεί ως εκ τούτου την Επιτροπή να διευκρινίσει τη σκοπούμενη σχέση ενός προαιρετικού μέσου με τον κανονισμό «Ρώμη-Ι» και διεθνείς συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης του ΟΗΕ σχετικά με τις συμβάσεις για τις διεθνείς πωλήσεις αγαθών· φρονεί ωστόσο ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το προαιρετικό μέσο προστατεύει καταναλωτές και μικρές επιχειρήσεις λόγω της θέσης τους ως οι ασθενέστεροι οικονομικοί εταίροι και ότι αποφεύγεται η σύγχυση κατά την επιλογή του δικαίου· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να συμπληρώσει το προαιρετικό μέσο με πρόσθετες πληροφορίες οι οποίες θα διευκρινίζουν σε σαφή, ακριβή και κατανοητή γλώσσα τα δικαιώματα των καταναλωτών και ότι αυτά δεν θα θιγούν, προκειμένου να αυξηθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στο προαιρετικό μέσο και να είναι σε θέση να προβούν σε μία συνειδητή επιλογή για το αν επιθυμούν να συνάψουν μια σύμβαση στη βάση της εναλλακτικής αυτής δυνατότητας·

12.

φρονεί πως ένα προαιρετικό μέσο θα μπορούσε να δημιουργήσει ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, και συγκεκριμένα να εξασφαλίσει ασφάλεια δικαίου μέσω της νομολογίας του Δικαστηρίου, παρέχοντας με μιας τη δυνατότητα υπέρβασης τόσο των νομικών εμποδίων όσο και των γλωσσικών, καθώς ένα προαιρετικό μέσο θα διατίθετο φυσικά σε όλες τις γλώσσες της ΕΕ· τονίζει ότι, για να υπάρξει μια καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, οι ευρωπαίοι πολίτες θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να λαμβάνουν κάθε είδους ενημέρωση που συνδέεται με το προαιρετικό μέσο, μεταφρασμένη μέσω προσιτών και εύχρηστων επιγραμμικών μεταφραστικών εργαλείων, έτσι ώστε να μπορούν να διαβάσουν τις επιθυμητές πληροφορίες στη δική τους γλώσσα·

13.

διαβλέπει ένα πιθανό πρακτικό πλεονέκτημα στην ευέλικτη και εθελοντική φύση ενός προαιρετικού μέσου· ωστόσο ζητεί από την Επιτροπή να αποσαφηνίσει τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου μέσου τόσο για τους καταναλωτές όσο για τις επιχειρήσεις και να καταστήσει σαφέστερο ποιο συμβαλλόμενο μέρος θα έχει την επιλογή μεταξύ του προαιρετικού μέσου και του «συνήθως» εφαρμοστέου δικαίου και πώς προτίθεται η Επιτροπή να μειώσει το κόστος συναλλαγών· ζητεί από την Επιτροπή να συμπεριλάβει σε οποιαδήποτε πρόταση για προαιρετικό μέσο ένα μηχανισμό τακτικής παρακολούθησης και αναθεώρησης καθώς και τη στενή συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το προαιρετικό μέσο συμβαδίζει με το ισχύον κεκτημένο στο δίκαιο των συμβάσεων ιδίως τον κανονισμό «Ρώμη-Ι», με τις ανάγκες της αγοράς και με τις νομικές και οικονομικές εξελίξεις·

Πεδίο εφαρμογής του μέσου

14.

πιστεύει πως πρέπει να καλύπτονται οι συμβάσεις τόσο μεταξύ επιχειρήσεων όσο και μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών· υπογραμμίζει ότι το προαιρετικό μέσο πρέπει να παρέχει ένα πολύ υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, ώστε να αντισταθμίζει την προστασία που θα εξασφάλιζε στους καταναλωτές η εθνική τους νομοθεσία· επιθυμεί περαιτέρω διευκρινίσεις για τον τρόπο με τον οποίο τούτο μπορεί να επιτευχθεί· πιστεύει συνεπώς ότι το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών θα πρέπει να είναι υψηλότερο από την ελάχιστη προστασία που παρέχει το κεκτημένο του δικαίου των καταναλωτών και να καλύπτει περισσότερες εθνικές υποχρεωτικές διατάξεις καθώς και ότι πρέπει να εξευρεθεί ικανοποιητική λύση στα προβλήματα του ιδιωτικού διευθνούς δικαίου· θεωρεί ότι το υψηλό αυτό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών είναι και προς το συμφέρον των επιχειρήσεων, δεδομένου ότι αυτές τότε μόνο θα μπορέσουν να αποκομίσουν τα οφέλη του προαιρετικού μέσου, εάν οι καταναλωτές σε όλα τα κράτη μέλη είναι πεπεισμένοι ότι η επιλογή του προαιρετικού μέσου δεν θα τους αφήσει απροστάτευτους·

15.

επισημαίνει ότι τα οφέλη ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων πρέπει να ανακοινωθούν με θετικό τρόπο στους πολίτες, προκειμένου τούτο να απολαύει πολιτικής νομιμοποίησης και στήριξης·

16.

επισημαίνει ότι θα πρέπει να επιδιωχθεί η διαφοροποίηση του δικαίου των συμβάσεων ανάλογα με το αν πρόκειται για συμβάσεις B2B ή B2C, από σεβασμό προς τις κοινές παραδόσεις των εθνικών συστημάτων δικαίου και με ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των ασθενέστερων συμβαλλομένων, δηλαδή των καταναλωτών·

17.

επισημαίνει ότι ουσιώδη στοιχεία του δικαίου προστασίας του καταναλωτή που εφαρμόζονται στις συμβάσεις περιλαμβάνονται ήδη σε διάφορες ευρωπαϊκές κανονιστικές ρυθμίσεις και ότι σημαντικά μέρη του κοινοτικού κεκτημένου για τους καταναλωτές αναμένεται να ενοποιηθούν στο πλαίσιο της οδηγίας για τα δικαιώματα του καταναλωτή (ΟΔΚ)· επισημαίνει ότι η προαναφερθείσα οδηγία θα εξασφαλίσει μια ενιαία ρύθμιση, εύκολα αναγνωρίσιμη από τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις· τονίζει συνεπώς ότι είναι σημαντικό να μην διατυπωθεί οποιαδήποτε τελική απόφαση, εν αναμονή της έκβασης των διαπραγματεύσεων σχετικά με την οδηγία για δικαιώματα των καταναλωτών·

18.

πιστεύει, ακόμα, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση των διαφόρων συμβάσεων, και ιδιαίτερα των συμβάσεων B2C και B2B, τις βασικές εθνικές και διεθνείς αρχές του δικαίου των συμβάσεων, και τη θεμελιώδη αρχή για υψηλό βαθμό προστασίας των καταναλωτών, ότι οι υπάρχουσες πρακτικές ανά κλάδο και η αρχή της ελευθερίας συμβάσεων πρέπει να διατηρηθούν όσον αφορά τις συμβάσεις Β2Β·

19.

θεωρεί ότι ένα προαιρετικό κοινό ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων θα μπορούσε να βελτιώσει τη λειτουργικότητα της εσωτερικής αγοράς, χωρίς να θίγει το εθνικό δίκαιο των συμβάσεων των κρατών μελών·

20.

πιστεύει ότι ένα προαιρετικό μέσο θα πρέπει να είναι κατ’ αρχήν διαθέσιμο προαιρετικά σε διασυνοριακές καταστάσεις και ότι απαιτούνται εγγυήσεις ότι τα κράτη μέλη θα είναι σε θέση να αποτρέπουν οιαδήποτε κακή χρήση του προαιρετικού μέσου σε μη γνήσιες διασυνοριακές καταστάσεις· επιπλέον θεωρεί ότι οι συνέπειες μιας εθνικής προαιρετικής επιλογής για τα εθνικά συστήματα του δικαίου των συμβάσεων αξίζουν να τύχουν ειδικής ανάλυσης·

21.

αναγνωρίζει ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι συμβάσεις πώλησης εξ αποστάσεως αποτελούν σημαντικό μέρος των διασυνοριακών συναλλαγών· πιστεύει ότι, μολονότι ένα προαιρετικό μέσο δεν πρέπει να περιορίζεται στα εν λόγω είδη συναλλαγών, θα μπορούσε να ήταν επωφελής η θέσπιση και άλλων περιορισμών κατά την πρώτη εφαρμογή του προαιρετικού μέσου και ως ότου αποκτηθεί επαρκής εμπειρία στην εφαρμογή του·

22.

υπογραμμίζει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διευκολυνθεί το ηλεκτρονικό εμπόριο στο εσωτερικό της ΕΕ, που δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς, και θεωρεί αναγκαίο να εξεταστεί εάν οι διαφορές στα εθνικά συστήματα δικαίου των συμβάσεων συνιστούν εμπόδιο για την ανάπτυξη του εν λόγω τομέα, ο οποίος θεωρείται δικαιολογημένα από τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές δυνητική κινητήρια δύναμη για μελλοντική ανάπτυξη·

23.

πιστεύει ότι το πεδίο εφαρμογής μιας «εργαλειοθήκης» θα μπορούσε να είναι αρκετά ευρύ, ενώ οποιοδήποτε προαιρετικό μέσο πρέπει να περιορισθεί στα κύρια ζητήματα του δικαίου των συμβάσεων· πιστεύει ότι μια «εργαλειοθήκη» πρέπει να συμφωνεί με το προαιρετικό μέσο και να περιλαμβάνει μεταξύ των «εργαλείων» της έννοιες από το πολυποίκιλο φάσμα νομικών παραδόσεων εντός της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων κανόνων που απορρέουν μεταξύ άλλων από το επιστημονικό σχέδιο ενός κοινού πλαισίου αναφοράς (17) και τις «κοινές αρχές των συμβάσεων» και την «κοινή ορολογία των συμβάσεων» (18)· και ότι οι συστάσεις του σχετικά με το δίκαιο των συμβάσεων των καταναλωτών πρέπει να βασίζονται σε ένα πραγματικά υψηλό επίπεδο προστασίας·

24.

καλεί την Επιτροπή και την ομάδα των εμπειρογνωμόνων να καταστήσουν σαφή την έννοια των «βασικών προβλημάτων του δικαίου των συμβάσεων»·

25.

βλέπει πλεονεκτήματα σ’ ένα προαιρετικό μέσο που θα περιείχε ειδικές διατάξεις για τα πλέον συνήθη είδη συμβάσεων, και συγκεκριμένα για την πώληση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών· επαναλαμβάνει το προηγούμενο αίτημά του να περιληφθούν στο πεδίο του προαιρετικού μέσου τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, καθώς πιστεύει πως ένα τέτοιο μέσο θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια μικρής κλίμακας· υπογραμμίζει ότι στον τομέα του δικαίου για τις ασφαλιστικές συμβάσεις έχουν ήδη γίνει προεργασίες με βάση τις αρχές ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων (PEICL), οι οποίες πρόκειται να ενσωματωθούν σε ένα ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και οι οποίες πρέπει να τύχουν επεξεργασίας και περαιτέρω προωθήσεως· συνιστά ωστόσο προσοχή όσον αφορά την υπαγωγή των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών από μέσα του δικαίου των συμβάσεων που προτείνονται σε αυτό το στάδιο και καλεί την Επιτροπή να συγκροτήσει μία ειδική διυπηρεσιακή ομάδα εμπειρογνωμόνων για κάθε μελλοντική προπαρασκευαστική εργασία σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οποιοδήποτε μελλοντικό μέσο θα λάβει δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και κάθε σχετική πρωτοβουλία άλλων τμημάτων της Επιτροπής, και να εμπλέξει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκαίρως·

26.

επισημαίνει ότι έχουν ήδη θιγεί ορισμένα ειδικά ζητήματα σε σχέση με τα οποία θα μπορούσε ένα προαιρετικό μέσο να είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο, όπως για παράδειγμα τα ψηφιακά δικαιώματα και το θέμα του πραγματικού δικαιούχου· φρονεί εξάλλου ότι ίσως χρειαστεί να αποκλειστούν ορισμένα είδη περίπλοκων συμβάσεων δημοσίου δικαίου· καλεί την ομάδα των εμπειρογνωμόνων να εξετάσει τη δυνατότητα να περιληφθούν τα συμβόλαια στο πεδίο των πνευματικών δικαιωμάτων με στόχο τη βελτίωση της θέσης των δημιουργών που είναι συχνά το πιο αδύναμο μέρος της συμβατικής σχέσης·

27.

πιστεύει ότι το προαιρετικό μέσο πρέπει να είναι σύμφωνο με το ισχύον κεκτημένο στο δίκαιο των συμβάσεων·

28.

υπενθυμίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά ερωτήματα προς απάντηση και πολλά προβλήματα προς επίλυση όσον αφορά ένα ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τη νομολογία, τις διεθνείς συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών όπως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τις διεθνείς πωλήσεις αγαθών (CISG), και τον αντίκτυπο στην οδηγία για τα δικαιώματα των καταναλωτών· τονίζει ότι στο πλαίσιο της εναρμόνισης του δικαίου των συμβάσεων στην ΕΕ είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη οι σχετικές εθνικές διατάξεις που εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας στις συμβάσεις Β2C·

Πρακτική εφαρμογή ενός ευρωπαϊκού μέσου δικαίου των συμβάσεων

29.

πιστεύει ότι οι καταναλωτές και οι ΜΜΕ πρέπει να αποκομίζουν πραγματικά οφέλη από το προαιρετικό μέσο και ότι τούτο θα πρέπει να διαμορφωθεί κατά τρόπο απλό, σαφή και ισόρροπο που να καθιστά απλή και ελκυστική την χρήση για όλα τα μέρη·

30.

πιστεύει ότι ενώ ένα προαιρετικό μέσο θα έχει ως αποτέλεσμα να παράσχει ένα ενιαίο νομικό μέσο, θα εξακολουθεί να χρειάζεται η θέσπιση πρότυπων όρων και προϋποθέσεων για τις εμπορικές συναλλαγές με απλή και γενική διατύπωση, άμεσα διαθέσιμες για τις επιχειρήσεις και ιδίως για τις ΜΜΕ, και καλυπτόμενες από κάποιο σύστημα επιβεβαίωσης που θα εξασφαλίζει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών· επισημαίνει ότι οι πρότυποι όροι και οι πρότυπες προϋποθέσεις που βασίζονται σε ένα προαιρετικό μέσο θα προσέφεραν μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου από ό,τι πρότυποι όροι με ισχύ σε ολόκληρη την ΕΕ, οι οποίοι βασίζονται σε εθνικούς νόμους και αυξάνουν τη δυνατότητα διαφορετικών εθνικών ερμηνειών·,

31.

υπενθυμίζει ότι εξακολουθεί να χρειάζεται κατά προτεραιότητα περαιτέρω εργασία σε εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών κατά τρόπο γρήγορο και οικονομικά αποδοτικό, ιδίως για τις ΜΜΕ και τους καταναλωτές, τονίζει όμως ότι εάν τα ενδιαφερόμενα μέλη κάνουν χρήση ενός νομικού καθεστώτος που προβλέπεται από ένα προαιρετικό μέσο, θα διευκολυνθεί περαιτέρω η εν λόγω επίλυση διαφορών· ζητεί ως εκ τούτου από την Επιτροπή να αναζητήσει συνέργειες κατά την υποβολή της πρότασης· επισημαίνει ότι η ομάδα εργασίας UNCITRAL σχετικά με την ηλεκτρονική επίλυση διαφορών έχει επίσης επιδείξει ενδιαφέρον για το προαιρετικό μέσο ως μέσο που διευκολύνει την εναλλακτική επίλυση των διαφορών (19) και συνεπώς συστήνει στην Επιτροπή να παρακολουθήσει τις εξελίξεις σε άλλους διεθνείς οργανισμούς·

32.

υποστηρίζει πως οι βελτιώσεις στη λειτουργία και αποδοτικότητα των διασυνοριακών συστημάτων αποζημίωσης θα μπορούσαν να διευκολυνθούν με μια άμεση σύνδεση ανάμεσα στο προαιρετικό μέσο και την ευρωπαϊκή διαδικασία διαταγής πληρωμής και την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών· θεωρεί ότι θα πρέπει να καθιερωθεί μια ηλεκτρονική επιστολή όχλησης, έτσι ώστε να βοηθηθούν οι εταιρείες στην προστασία των δικαιωμάτων τους, ιδίως στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας και της ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών·

33.

σημειώνει τις ανησυχίες ότι οι καταναλωτές σπανίως αισθάνονται να έχουν δυνατότητα επιλογής σ’ ό, τι αφορά τους όρους μιας σύμβασης και καλούνται να αντιμετωπίσουν την κατάσταση του «ή αυτό ή τίποτα»· πιστεύει ακράδαντα ότι η συμπλήρωση ενός προαιρετικού μέσου με μία εργαλειοθήκη και μια δέσμη πρότυπων όρων και προϋποθέσεων μεταφρασμένων σε όλες τις γλώσσες, θα ενθαρρύνει τους νεοεισερχόμενους στις αγορές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και θα ενισχύσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ανταγωνισμό και θα διευρύνει τις δυνατότητες επιλογής των καταναλωτών·

34.

υπογραμμίζει ότι, παρ’ όλο που η αποτελεσματικότητα κάθε νομικού μέσου που θεσπίζεται κρίνεται τελικά στην ίδια την εσωτερική αγορά, πρέπει να εξακριβωθεί εκ των προτέρων αν η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί προστιθέμενη αξία για τους καταναλωτές και δεν θα περιπλέξει τις διασυνοριακές συναλλαγές για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις· υπογραμμίζει ότι είναι αναγκαίο να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με τη διάθεση των απαιτούμενων πληροφοριών όσον αφορά την ύπαρξη και τον ρόλο του για όλους τους δυνητικούς ενδιαφερομένους και εμπλεκομένους (συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων)·

35.

επισημαίνει ότι, σε σχέση με το σκοπούμενο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η σημασία μιας λειτουργικής ευρωπαϊκής αστικής δικαιοδοσίας·

36.

καλεί την Επιτροπή να προβεί, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, σε ποιοτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει αν τα προτεινόμενα μέσα του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων είναι φιλικά προς το χρήστη, ανταποκρίνονται πλήρως στις ανησυχίες των πολιτών, εξασφαλίζουν προστιθέμενη αξία για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, ενισχύουν την ενιαία αγορά και διευκολύνουν το διασυνοριακό εμπόριο·

Συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών, αξιολόγηση του αντίκτυπου

37.

υπογραμμίζει πως είναι άκρως σημαντική η συμμετοχή των φορέων από όλη την Ένωση και από διάφορους κλάδους δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και των ασκούντων συναφή προς τη δικαιοσύνη επαγγέλματα· και καλεί εκ νέου την Επιτροπή να πραγματοποιήσει μια διεξοδική και διαφανή διαβούλευση με όλες τις ομάδες ενδιαφερομένων προτού αποφασίσει βάσει των πορισμάτων της ομάδας εμπειρογνωμόνων

38.

εκτιμά το ότι τόσο οι ομάδες εμπειρογνωμόνων όσο και των ενδιαφερομένων μερών προέρχονται από διαφορετικό γεωγραφικό χώρο και τομέα δραστηριότητας· πιστεύει ότι η συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών θα αποβεί ακόμα πιο σημαντική μόλις περατωθεί η φάση διαβούλευσης και εάν κινηθεί μια νομοθετική διαδικασία αυτή καθαυτή, η οποία θα έπρεπε να είναι κατά το δυνατόν συμμετοχική και διαφανής·

39.

υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις αρχές της καλύτερης νομοθέτησης, χρειάζεται μια σφαιρική και ευρεία αξιολόγηση του αντίκτυπου, όπου θα αναλύονται οι διάφορες επιλογές πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης και της μη ανάληψης δράσης σε επίπεδο Ένωσης, και στο επίκεντρο της οποίας θα βρίσκονται πρακτικά ζητήματα, όπως οι πιθανές επιπτώσεις για τις ΜΜΕ και τους καταναλωτές, πιθανές συνέπειες του αθέμιτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και θα διευκρινίζονται οι επιπτώσεις καθεμιάς από τις εν λόγω λύσεις τόσο στο κοινοτικό κεκτημένο όσο και στα εθνικά νομικά συστήματα·

40.

θεωρεί, έως ότου ολοκληρωθεί αυτή η εκτίμηση επιπτώσεων, ότι, αν και η εναρμόνιση του δικαίου των συμβάσεων σε επίπεδο ΕΕ θα συνιστούσε αποτελεσματικό μέτρο για την εξασφάλιση της σύγκλισης και πιο ισότιμων όρων ανταγωνισμού, ωστόσο, έχοντας υπόψη τις προκλήσεις που θέτει η εναρμόνιση των νομικών συστημάτων, όχι μόνο των κρατών μελών αλλά και περιοχών με νομοθετικές αρμοδιότητες στον εν λόγω τομέα, ένα προαιρετικό μέσο θα ήταν μια πιο εφικτή λύση, εφόσον εξασφαλίζεται προστιθέμενη αξία τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τις επιχειρήσεις·

41.

τονίζει με έμφαση ότι θα πρέπει να εξασφαλίζεται πλήρης διαβούλευση και συμμετοχή του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας όσον αφορά κάθε προαιρετικό μέσο που θα υποβάλλει στο μέλλον η Επιτροπή και ότι οιοδήποτε προτεινόμενο προαιρετικό μέσο θα υπόκειται σε έλεγχο και θα τροποποιείται βάσει της εν λόγω διαδικασίας·

*

* *

42.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


(1)  ΕΕ L 105 της 27.4.2010, σ. 109.

(2)  ΕΕ C 295 Ε της 4.12.2009, σ. 31.

(3)  ΕΕ C 323 Ε της 18.12.2008, σ. 364.

(4)  ΕΕ C 305 Ε της 14.12.2006, σ. 247.

(5)  ΕΕ C 292 Ε της 1.12.2006, σ. 109.

(6)  ΕΕ C 158 της 26.6.1989, σ. 400.

(7)  ΕΕ C 205 της 25.7.1994, σ. 518.

(8)  ΕΕ C 140 E της 13.6.2002, σ. 538.

(9)  ΕΕ C 76 Ε της 25.3.2004, σ. 95.

(10)  Ευρωβαρόμετρο 224, 2008, σ. 4.

(11)  ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6.

(12)  Ομοσπονδία Μικρών Επιχειρήσεων του ΗΒ, Έγγραφο θέσης για τον κανονισμό «Ρώμη-I» (2007).

(13)  Flash Ευρωβαρόμετρο 300, 2011 http://ec.europa.eu/consumers/strategy/docs/retailers_eurobarometer_2011_en.pdf

(14)  COM(2009)0557, σ. 3.

(15)  αυτόθι, σ. 5.

(16)  COM(2008)0614.

(17)  Von Bar, Clive, Schulte-Nölke et al. (eds.), Principles, Definitions and Model Rules of European Private Law – Draft Common Frame of Reference (DCFR), 2008.

(18)  B. Fauvarque-Cosson, D. Mazeaud (dir.), συλλογή «Droit privé comparé et européen», τόμοι 6 και 7, 2008.

(19)  Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για το Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο: Έκθεση της Ομάδας Εργασίας III (Ηλεκτρονική Επίλυση Διαφορών) σχετικά με τις εργασίες της εικοστής δεύτερης συνόδου (Βιέννη, 13-17 Δεκεμβρίου 2010), σ. 8, 10.


11.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 380/67


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Συνεργασία στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση για την υποστήριξη της στρατηγικής «Ευρώπη 2020»

P7_TA(2011)0263

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 για την ευρωπαϊκή συνεργασία στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση για την υποστήριξη της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» (2010/2234(INI))

2012/C 380 E/10

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 2008 με θέμα «Ανανεωμένη κοινωνική ατζέντα: ευκαιρίες, πρόσβαση και αλληλεγγύη στην Ευρώπη του 21ου αιώνα» (COM(2008)0412),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 9ης Ιουνίου 2010 με θέμα «Μια νέα ώθηση για ευρωπαϊκή συνεργασία στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση για την υποστήριξη της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» » (COM(2010)0296),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 25ης Νοεμβρίου 2009 με τίτλο «Βασικές ικανότητες για έναν κόσμο που αλλάζει» (COM(2009)0640),

έχοντας υπόψη τις οκτώ βασικές ικανότητες που ορίζονται στη σύσταση 2006/962/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 με τίτλο «Βασικές ικανότητες της διά βίου μάθησης – Ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς» (1),

έχοντας υπόψη την πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Απριλίου 2008 για τη θέσπιση του ευρωπαϊκού συστήματος ακαδημαϊκών μονάδων για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ECVET) (COM(2008)0180),

έχοντας υπόψη το 10ετές πρόγραμμα εργασίας «Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010» και τις συνακόλουθες κοινές ενδιάμεσες εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται ως προς την εφαρμογή του,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 27ης Απριλίου 2009 με τίτλο «Μια στρατηγική της ΕΕ για τη νεολαία – Επένδυση και ενδυνάμωση» (COM(2009)0200),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Μαΐου 2010 σχετικά με «Στρατηγική της ΕΕ για τη νεολαία – Επένδυση και ενδυνάμωση» (2),

έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2009, για ένα ανανεωμένο πλαίσιο ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα της νεολαίας (2010-2018),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 6ης Ιουλίου 2010«σχετικά με την προώθηση της πρόσβασης των νέων στην αγορά εργασίας, την ενίσχυση του καθεστώτος των περιόδων άσκησης, πρακτικής και μαθητείας» (3),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Νεολαία σε κίνηση - Μια πρωτοβουλία για την ενεργοποίηση των δυνατοτήτων των νέων με στόχο την επίτευξη έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (COM(2010)0477),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 12ης Μαΐου 2009 σχετικά με ένα στρατηγικό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης («ΕΚ 2020»),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2009, σχετικά με την αξιολόγηση του ισχύοντος πλαισίου για τη συνεργασία στον τομέα της νεολαίας στην Ευρώπη και για τις μελλοντικές προοπτικές του ανανεωμένου πλαισίου (09169/2009),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 26ης Αυγούστου 2010 με τίτλο «Ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη» (COM(2010)0245),

έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2007 για τις νέες δεξιότητες για νέες θέσεις εργασίας (4),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Μαΐου 2010 σχετικά με βασικές ικανότητες για έναν κόσμο που αλλάζει: εφαρμογή του προγράμματος εργασίας «Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010» (5),

έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008 με τίτλο «Βασικές ικανότητες για έναν κόσμο που αλλάζει: εφαρμογή του προγράμματος εργασίας «Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010» (6),

έχοντας υπόψη τη μελέτη του Cedefop με θέμα «Επαγγελματικός προσανατολισμός: ικανότητες των επαγγελματιών και τρόποι απόκτησης προσόντων στην Ευρώπη», Μάρτιος 2009,

έχοντας υπόψη τη μελέτη του Cedefop με τίτλο «Δεξιότητες για το μέλλον της Ευρώπης: πρόβλεψη των αναγκών για επαγγελματικές δεξιότητες», Μάιος 2009,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 3ης Μαρτίου 2010 με τίτλο «Ευρώπη 2020 - Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» (COM(2010)2020),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2010 για τις ικανότητες που υποστηρίζουν τη διά βίου μάθηση και για την πρωτοβουλία «Νέες δεξιότητες για νέες θέσεις εργασίας»,

έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής της 31ης Οκτωβρίου 2006 με τίτλο «Ευρωπαϊκό σύστημα ακαδημαϊκών μονάδων για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ECVET) – ένα σύστημα μεταφοράς, συσσώρευσης και αναγνώρισης των μαθησιακών αποτελεσμάτων στην Ευρώπη» (SEC(2006)1431),

έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα των συζητήσεων του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών που συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου σχετικά με τις μελλοντικές προτεραιότητες της ενισχυμένης ευρωπαϊκής συνεργασίας για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (16459/2008),

έχοντας υπόψη τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2009 για τη θέσπιση ευρωπαϊκού συστήματος ακαδημαϊκών μονάδων για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ECVET) (7),

έχοντας υπόψη τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2009 σχετικά με τη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου αναφοράς για τη διασφάλιση της ποιότητας όσον αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΠΑΕΠ) (8),

έχοντας υπόψη τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 σχετικά με τη θέσπιση του ευρωπαϊκού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων για τη διά βίου μάθηση (9),

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 21ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με την κινητικότητα των νέων (10),

έχοντας υπόψη τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με τις βασικές ικανότητες της δια βίου μάθησης,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 21ης Φεβρουαρίου 2007 με θέμα «Ένα συνεκτικό πλαίσιο δεικτών και σημείων αναφοράς σχετικά με την παρακολούθηση της προόδου για την επίτευξη των στόχων της Λισαβόνας όσον αφορά την εκπαίδευση και την κατάρτιση» (COM(2007)0061),

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 8ης Σεπτεμβρίου 2006 με τίτλο «Αποδοτικότητα και ισότητα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης» (COM(2006)0481),

έχοντας υπόψη το έγγραφο έρευνας «Guiding at-risk youth through learning to work», (Cedefop, Λουξεμβούργο 2010),

έχοντας υπόψη το ενημερωτικό σημείωμα με θέμα «Μεγαλύτερη ένταση γνώσης και δεξιοτήτων απαιτούν οι θέσεις απασχόλησης στην Ευρώπη», (Cedefop, Φεβρουάριος 2010),

έχοντας υπόψη το ενημερωτικό σημείωμα με θέμα «Αναντιστοιχία δεξιοτήτων: σε αναζήτηση λύσεων», (Cedefop, Ιούνιος 2010),

έχοντας υπόψη τη δημοσίευση με θέμα «Working and ageing» (Cedefop, Λουξεμβούργο 2010),

έχοντας υπόψη τα άρθρα 165 και 166 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την εκπαίδευση και κατάρτιση, τη νεολαία και τον αθλητισμό,

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας, της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A7-0082/2011),

A.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό της ανεργίας των νέων ανέρχεται τώρα στο 21 %, ποσοστό διπλάσιο του γενικού ποσοστού της ανεργίας σε επίπεδο ΕΕ, αποτελεί μια από τις πιο πιεστικές προκλήσεις στην Ευρώπη, και, ως εκ τούτου, ένας από τους επιδιωκόμενους στόχους είναι η μείωση κάτω του 10 % του ποσοστού των μαθητών που εγκαταλείπουν το σχολείο· ότι ένας άλλος στόχος είναι η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας κατά 70 % έως το 2020· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκπαίδευση και η κατάρτιση αποτελούν καίριους παράγοντες για την επιτυχή συμμετοχή στην αγορά εργασίας και την διαμόρφωση της ικανότητας να λαμβάνονται αποφάσεις ζωής, δεδομένου ότι επικρατεί μια κατάσταση στην οποία άνω των 5,5 εκατομμυρίων ευρωπαίοι νέοι είναι χωρίς απασχόληση, κινδυνεύουν με κοινωνικό αποκλεισμό, αντιμετωπίζουν φτώχεια και έλλειψη ευκαιριών μετά το σχολείο, ενώ πολλοί νέοι είναι υποχρεωμένοι να αποδέχονται επισφαλείς θέσεις εργασίας, με μικρούς μισθούς και μειωμένη ασφαλιστική κάλυψη, κάτι που επηρεάζει την υγεία και την ασφάλειά τους στον χώρο εργασίας,

B.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, ενώ το 58,9 % των πανεπιστημιακών πτυχίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση δίδονται σε γυναίκες, το αντίστοιχο ποσοστό που αφορά τους διδακτορικούς τίτλους είναι μόλις 43 % και είναι ακόμη χαμηλότερο μεταξύ των τακτικών καθηγητών, καθώς και ότι μόνον το 15 % των τακτικών καθηγητών της βαθμίδας Α είναι γυναίκες,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Μια νέα ώθηση για ευρωπαϊκή συνεργασία στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση για την υποστήριξη της στρατηγικής Ευρώπη 2020» (COM(2010)0296), δεν συνεκτιμάται η διάσταση του φύλου,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία και μεταξύ των θέσεων εργασίας αποτελεί διαρθρωτική πρόκληση για τους εργαζόμενους σε όλη την ΕΕ· λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη ότι η ασφάλεια κατά την εν λόγω μετάβαση αποτελεί σημαντικό στοιχείο που θα παρέχει κίνητρα για την κατάρτιση των εργαζομένων εκτός του τόπου εργασίας· λαμβάνοντας υπόψη οι ποιοτικές μαθητείες έχουν σε μεγάλο βαθμό θετικό αντίκτυπο στην πρόσβαση των νέων στην απασχόληση,

E.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόωρη ανεργία έχει μακροπρόθεσμες δυσμενείς συνέπειες, συμπεριλαμβανομένου του υψηλότερου κινδύνου μελλοντικής ανεργίας και χαμηλότερων εσόδων καθόλη τη διάρκεια της ζωής,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι λόγω της δημογραφικής αλλαγής και της μακροζωίας θα είναι αυτονόητη μια μεγαλύτερη σε διάρκεια και πιο πολύπλευρη επαγγελματική ζωή, και ότι, μεταξύ άλλων, η διά βίου μάθηση, η εκπαίδευση, η νέα ψηφιακή οικονομία, η προσαρμογή σε νέες τεχνολογίες και η εφαρμογή των στόχων της ΕΕ 2020 αποτελούν τα μέσα για την εξασφάλιση της απασχόλησης και καλύτερου βιοτικού επιπέδου,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι μια επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση προσαρμοσμένη στις μεμονωμένες ανάγκες του εκπαιδευομένου έχει αποφασιστική σημασία, αυξάνοντας τη δυνατότητα αντίστασης των ατόμων σε ανταγωνιστικές πιέσεις, αναβαθμίζοντας το βιοτικό επίπεδο, και επιτυγχάνοντας την κοινωνικοοικονομική συνοχή και καλύτερη ένταξη, ιδίως συγκεκριμένων ομάδων ατόμων όπως οι μετανάστες, τα άτομα με αναπηρία ή τα άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο και οι ευάλωτες γυναίκες,

H.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μικρές επιχειρήσεις έχουν κατά παράδοση δημιουργήσει περισσότερο από το 50 % των νέων θέσεων εργασίας στην Ευρώπη – αυτοσυντηρούμενες θέσεις εργασίας με πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ρόλος των κρατών μελών και της Επιτροπής θα πρέπει κατά κύριο λόγο να συμβάλλει στη δημιουργία περιβάλλοντος στο οποίο θα μπορούν οι επιχειρήσεις να επιτυγχάνουν, να εξελίσσονται και να αναπτύσσονται – για την ανάπτυξη τους χρειάζονται μειωμένη φορολογική επιβάρυνση και προβλεψιμότητα ούτως ώστε να μπορούν να προγραμματίζουν και να πραγματοποιούν επενδύσεις,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη τις μεγάλες διαφορές στα επίπεδα συμμετοχής των μαθητών στην επαγγελματική κατάρτιση στα κράτη μέλη, υπογραμμίζει τη σημασία της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών, προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός και να βελτιωθεί η ποιότητα των μαθητών που επιλέγουν την τεχνική κατάρτιση στα κράτη μέλη, η οποία έχει πενιχρά αποτελέσματα όσον αφορά τον αριθμό και την ποιότητα των μαθητών,

1.

αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα του εκσυγχρονισμού της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, δεδομένου ότι το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία της Ευρώπης·

2.

αναγνωρίζει τη σημασία της αρχικής και συνεχούς επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και υποστηρίζει ότι η επιτυχία τους εξαρτάται από τη συμμετοχή και τη συνεργασία όλων των φορέων στον σχεδιασμό, την οργάνωση και τη χρηματοδότηση στρατηγικών προς την κατεύθυνση αυτή· απευθύνει έκκληση στα κράτη μέλη να κάνουν χρήση των θετικών εμπειριών με το διττό σύστημα στο πλαίσιο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΚ) σε παραδειγματικές περιπτώσεις χωρών όπου το σύστημα έχει συμβάλει στη μακροπρόθεσμη ενσωμάτωση νέων εργαζομένων στην αγορά εργασίας και σε υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης για νέους εργαζόμενους καθώς και υψηλότερα επίπεδα δεξιοτήτων που αυξάνουν εν συνεχεία τις προοπτικές απασχόλησης σε μεγαλύτερη ηλικία·

3.

υπενθυμίζει ότι τα προγράμματα ΕΕΚ θα πρέπει να επεκταθούν προκειμένου να συνάδουν προς τις αρχές της διά βίου μάθησης και της αρχικής και διαρκούς κατάρτισης·

4.

υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να ενθαρρυνθούν οι περιοδικές πρακτικές ασκήσεις περαιτέρω κατάρτισης, ως τμήμα μιας διά βίου μάθησης·

5.

παροτρύνει τα κράτη μέλη να ολοκληρώνουν τον κύκλο της βασικής εκπαίδευσης με μια αξιολόγηση των «δυνατοτήτων επαγγελματικής κατεύθυνσης»·

6.

προειδοποιεί ότι οι ευρωπαίοι νέοι ενδέχεται να καταστούν μια χαμένη γενιά ελλείψει συγκεκριμένης στήριξης για την εξεύρεση μιας θέσης εργασίας και για τη συνέχιση των σπουδών τους, σε μια εποχή που η επιδείνωση της φτώχειας οδηγεί στην αύξηση των απουσιών από το σχολείο·

7.

επικροτεί τα μέτρα της Επιτροπής, με τα οποία επιδιώκεται με τα οποία επιδιώκεται μεγαλύτερη «διαπερατότητα», διαφάνεια και συγκρισιμότητα κατά την αναγνώριση εντός και μεταξύ των εκπαιδευτικών συστημάτων·

8.

καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι η επαγγελματική κατάρτιση και η δια βίου μάθηση θα προσαρμοστούν περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και θα επιτρέψουν την ένταξη και την κινητικότητα των ατόμων σε αυτήν· τονίζει επιπλέον την ανάγκη για καλύτερη και μεγαλύτερη αλληλεπίδραση ανάμεσα στον κόσμο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης ως ένα ζωτικής σημασίας σύνδεσμο μεταξύ του κόσμου της εκπαίδευσης και εκείνου της εργασίας· καλεί, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη να καλύψουν την αδιάκοπη ανάγκη των ατόμων για απόκτηση προσόντων, ανάπτυξη και δια βίου μάθηση·

9.

επισημαίνει ότι η σχέση μεταξύ εκπαίδευσης και κατάρτισης, ιδίως η πορεία από την επαγγελματική κατάρτιση στην ανώτερη εκπαίδευση, απαιτεί περισσότερες ευκαιρίες για διασυνδέσεις μεταξύ επαγγελματικής κατάρτισης και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με ιδιαίτερη έμφαση στην ενσωμάτωσή τους στους μηχανισμούς παροχής επαγγελματικής ενημέρωσης, προσανατολισμού και συμβουλών· θεωρεί ακόμη ότι η εναλλαγή μεταξύ κατάρτισης και απασχόλησης διασφαλίζει στους καταρτιζόμενους την απόκτηση των ικανοτήτων που έχουν ζήτηση στην αγορά εργασίας·

10.

υπογραμμίζει τη σημασία που έχει, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, η προώθηση αποτελεσματικών συνεργειών και αξιόπιστων μορφών συνεργασίας μεταξύ σχολείων, ιδρυμάτων κατάρτισης, κέντρων έρευνας και επιχειρήσεων, προκειμένου να ξεπεραστεί η εσωστρέφεια των εκπαιδευτικών συστημάτων και η αναντιστοιχία των γνώσεων και των προσόντων σε σχέση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, καθώς και για να βελτιωθεί η απασχολησιμότητα των νέων, ιδίως γυναικών, με ιδιαίτερη αναφορά στα επαγγελματικά προσόντα που αποκτώνται μετά το πτυχίο·

11.

καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταστήσουν πιο ευέλικτη τη διαχείριση του ΕΚΤ λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβαλλόμενη μορφή της αγοράς εργασίας·

12.

επικροτεί την ενίσχυση μιας προσέγγισης στη μάθηση που προσβλέπει στο αποτέλεσμα και την επέκταση της αναγνώρισης δεξιοτήτων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο άτυπης ή μη τυπικής μάθησης·

13.

τονίζει τη σπουδαιότητα της αρχικής κατάρτισης για τους διδασκάλους δεδομένου ότι η ποιότητα του διδακτικού και εκπαιδευτικού προσωπικού αντανακλάται στην ποιότητα των προγραμμάτων διδασκαλίας και εκπαίδευσης στο σύνολό τους·

14.

καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να βελτιώσουν περαιτέρω την αναγνώριση της άτυπης και μη τυπικής μάθησης· επισημαίνει τις βέλτιστες πρακτικές στον τομέα αυτό, ιδίως με χρηματοδότηση του ΕΚΤ, που αποδεικνύουν ότι η αναγνώριση των δεξιοτήτων, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αποκτώνται, συμβάλλει στην επιτυχέστερη ένταξη στην αγορά εργασίας·

Επαγγελματική εκπαίδευση

15.

καλεί τα κράτη μέλη να παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση υψηλής ποιότητας που θα επικεντρώνεται τόσο στη μάθηση με βάση την εργασία όσο και στις μεμονωμένες ανάγκες των ενδιαφερομένων· υπογραμμίζει ότι μια ποιοτική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία ώστε να μπορέσει η Ευρώπη να εδραιωθεί ως μια κοινωνία της γνώσης και να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία·

16.

επισημαίνει ότι υφίσταται επίσης μια εσωτερική αγορά επαγγελματικής κατάρτισης, και καλεί τα κράτη μέλη να ιδρύσουν περισσότερα κέντρα προσανατολισμού σε σχέση με τις ευκαιρίες επαγγελματικής κατάρτισης και κινητικότητας τόσο στη χώρα τους όσο και σε άλλα κράτη μέλη·

17.

είναι της άποψης ότι, προκειμένου να υλοποιηθεί η εμβληματική πρωτοβουλία της ΕΕ 2020 «Ατζέντα για νέες δεξιότητες και θέσεις εργασίας», τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να ξεκινήσουν μια πιο ρεαλιστική, περιεκτική και ευρέος φάσματος πρωτοβουλία υποστηριζόμενη από το σύνολο των κρατών μελών η οποία θα πρέπει να επικεντρώνεται στη σύνδεση των τομέων της επαγγελματικής κατάρτισης, των επαγγελματικών προσόντων, της δια βίου μάθησης και της μαθητείας με την αγορά εργασίας κατά τρόπον ώστε κάθε κράτος μέλος να κάνει πραγματικά δικούς του τους στόχους που παρατίθενται στο στρατηγικό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στην εκπαίδευση και την κατάρτιση (ΕΚ 2020)·

18.

καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση θα εστιαστεί περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς εργασίας·

19.

ζητεί να δοθεί προτεραιότητα στην κατάρτιση μέσω της μαθητείας σε σχέση με κάθε άλλο είδος κατάρτισης, όπως η πρακτική άσκηση· παροτρύνει τα κράτη μέλη να μην εξετάσουν τη δυνατότητα καμίας πανεπιστημιακής κατάρτισης για επαγγελματικούς σκοπούς, εάν αυτή δεν συνοδεύεται από σύμβαση μαθητείας·

20.

καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν δυνατότητες για την επιστροφή σπουδαστών χαμηλότερων ικανοτήτων στη γενική εκπαίδευση είτε σε δευτεροβάθμιο είτε σε τριτοβάθμιο επίπεδο·

21.

ενθαρρύνει τα κράτη μέλη, με την ενεργό συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών προγραμμάτων και της προσφερόμενης τεχνογνωσίας, μέσα από τον από κοινού σχεδιασμό των επαγγελματικών περιγραμμάτων, τα οποία θα αποτελούν τη βάση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και θα ανανεώνονται κάθε 2-3 χρόνια, ανάλογα με τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις στην κάθε ειδικότητα·

22.

τονίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη συμβατότητα και συνέργεια μεταξύ των εκπαιδευτικών συστημάτων στα επιμέρους κράτη μέλη, με έμφαση στην εκμάθηση γλωσσών και προγραμμάτων σπουδών προσαρμοσμένων στους στόχους της Ένωσης της Καινοτομίας· τονίζει την ανάγκη να αρθούν όλα τα νομικά και διοικητικά εμπόδια στην ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού πλαισίου που θα εξασφαλίζει ευρύ φάσμα υψηλής ποιότητας πρακτικής άσκησης στην ΕΕ·

23.

ζητεί μεγαλύτερη ισορροπία στην επιλογή επαγγέλματος κοριτσιών και αγοριών, να αποφεύγεται ο διαχωρισμός των αγορών θέσεων εργασίας ανάλογα με το φύλο, και καλύτερη προετοιμασία για την επίτευξη των μελλοντικών στόχων υψηλότερης και πιο ισόρροπης απασχόλησης στην ΕΕ, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα βοηθούν τις γυναίκες να επιλέγουν σταδιοδρομίες στις οποίες κυριαρχούν κατά παράδοση οι άνδρες, και αντιστρόφως· ζητεί, ως εκ τούτου, από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν υψηλό ποιοτικό επίπεδο παροχής συμβουλών κατά την επιλογή επαγγέλματος και να επιτρέψουν την μεγαλύτερη ισορροπία στην επιλογή επαγγέλματος κοριτσιών και αγοριών, λαμβάνοντας υπόψη τα στερεότυπα που εξακολουθούν να υπάρχουν και να επηρεάζουν την επιλογή επαγγελματικών προσανατολισμών·

24.

επισημαίνει ότι μια επαγγελματική κατάρτιση υψηλών προδιαγραφών βασίζεται σε μια στέρεα, ουδέτερη από άποψη φύλου γενική εκπαίδευση, και παροτρύνει τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι το διδακτικό υλικό δεν περιλαμβάνει πρότυπα σταδιοδρομίας με βάση το φύλο, προκειμένου να αφυπνίζεται εξαρχής το ενδιαφέρον αγοριών και κοριτσιών για όλες τις δυνατότητες επαγγελματικής σταδιοδρομίας·

25.

έχει επίγνωση του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν τα στερεότυπα περί φύλου στις εκπαιδευτικές μας πρακτικές και, κατά συνέπεια, υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να χαραχθούν στρατηγικές για να τεθεί σε λειτουργία μία μη σεξιστική εκπαίδευση, η οποία να συμβάλλει, για παράδειγμα, στην ίση πρόσβαση ανδρών και γυναικών στην ΕΕΚ και την απασχόληση·

26.

καλεί τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους να παράσχουν διευκολύνσεις για το συνδυασμό επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, μάθησης και οικογενειακής ζωής, ιδίως όσον αφορά τη διαθέσιμη φύλαξη των παιδιών και πρακτικές ώρες μαθημάτων που να είναι συμβατές με τα σχολικά ωράρια των παιδιών·

27.

ζητεί θεσμοθετημένο διάλογο μεταξύ όλων των φορέων, ιδίως των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, των εργοδοτών, των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών ενώσεων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ποιότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και η επικέντρωσή της στις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς·

28.

ζητεί να ενισχυθούν οι διασυνοριακοί δεσμοί και οι πλατφόρμες επικοινωνίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των εργοδοτών με σκοπό την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών·

29.

καλεί όλους τους παράγοντες της αγοράς εργασίας, περιλαμβανομένων εκείνων των επαγγελματικών κλάδων, των επιχειρήσεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των υπουργείων και των υπηρεσιών του δημοσίου, να ξεκινήσουν έναν διαρθρωμένο κοινωνικό διάλογο σε σχέση με την καλύτερη διασφάλιση της επαγγελματικής ενσωμάτωσης των νέων και την προώθηση της δια βίου μάθησης και της τυπικής/άτυπης κατάρτισης·

30.

επικροτεί τον στόχο της στρατηγικής ΕΕ 2020 να ενισχύσει τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης, και ζητεί από τα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τα συστήματα αυτά σε μια ευρύτερη απόκτηση προσόντων, στη συμμετοχή και στον εξανθρωπισμό της εργασίας·

31.

συνιστά την τόνωση της δημιουργικότητας, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, και την αναγνώριση των προσόντων που αποκτώνται με οιαδήποτε μορφή μάθησης, ακόμη και με άτυπη και ανεπίσημη μάθηση· συνιστά επίσης την ενθάρρυνση σχεδίων που στηρίζουν τη μετάδοση γνώσεων και προσόντων από γενιά σε γενιά·

32.

θεωρεί ότι μια εκπαίδευση στραμμένη στην επιχειρηματικότητα θα πρέπει να αποτελεί σημαντικό τμήμα της ΕΕΚ, έτσι ώστε να αυξηθεί η ελκυστικότητά της για όλους τους φοιτητές και να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα σύμφωνα με τις διατάξεις της Στρατηγικής Ευρώπη 2020·

33.

υπενθυμίζει τους στόχους που τέθηκαν κατά το τρέχον έτος στη στρατηγική για την Ευρώπη 2020 που τονίζει την ανάγκη για ένα ευρωπαϊκό εργατικό δυναμικό υψηλού επιπέδου δεξιοτήτων και εκπαίδευσης προκειμένου να επιτευχθεί μεγάλη και βιώσιμη ανάπτυξη και να επιτευχθούν οι στόχοι για την απασχόληση που έχουν καθοριστεί στο πλαίσιο της στρατηγικής· τονίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η φτηνή και ευπρόσιτη ΕΕΚ στη διαδικασία εκπαίδευσης και αναβάθμισης των δεξιοτήτων του ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού·

34.

υπογραμμίζει τη σημασία ενίσχυσης της διαδικασίας διάγνωσης αναγκών σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να επιτευχθεί η βέλτιστη δυνατή αντιστοίχιση των προσφερόμενων ειδικοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας·

35.

καλεί τα κράτη μέλη να ανταποκριθούν στο γεγονός ότι μελλοντικά η επαγγελματική ζωή θα είναι μακρύτερη και πιο άστατη προσφέροντας δεξιότητες προσαρμοσμένες στον κόσμο της εργασίας·

36.

τονίζει την ανάγκη να παράσχει η ΕΕΚ στους εργαζόμενους τις δεξιότητες που απαιτούνται για την απόκτηση νέων, βιώσιμων θέσεων εργασίας που θα προκύψουν στη μελλοντική βιώσιμη οικονομία·

37.

ζητεί από τα κράτη μέλη να παρακολουθούν τις δράσεις για τη διευκόλυνση της μετάβασης από το σχολείο στην επαγγελματική ζωή, με την ανάπτυξη ολοκληρωμένων προγραμμάτων επαγγελματικού προσανατολισμού και παροχής συμβουλών·

38.

επισημαίνει ότι το σύστημα διπλής κατεύθυνσης (τεχνική και γενική κατεύθυνση) αποδεικνύεται επιτυχές σε διάφορα κράτη μέλη χάρη στη συνεργασία και την αλληλεπίδραση των επιχειρήσεων στο θέμα της παροχής κατάρτισης ανάλογα με την επαγγελματική κατεύθυνση·

39.

καλεί τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν εντατικά κοινά συστήματα κατάρτισης ούτως ώστε να μπορούν να επιτυγχάνονται καλύτερα στόχοι κατάρτισης που ζητούνται στην αγορά εργασίας·

40.

καλεί τα κράτη μέλη, δεδομένης της στροφής προς τη βιώσιμη οικονομία και ανάπτυξη, να ενισχύσουν το θεσμό της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς μπορεί να αποτελέσει ένα εφόδιο αντιμετώπισης των κοινωνικών επιπτώσεων των αναδιαρθρώσεων των επιχειρήσεων για τους εργαζομένους, αυξάνοντας την απασχολησιμότητά τους·

41.

υπογραμμίζει τη σημασία που έχουν για τη νέα αυτή επιχειρηματική νοοτροπία τα πρότυπα της κοινωνικής και χωρίς αποκλεισμούς οικονομίας, και επισημαίνει ότι έχει ζωτική σημασία τα ιδρύματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, συμπεριλαμβανομένης της ανώτερης, να παρέχουν στους σπουδαστές τους βαθιές γνώσεις για όλες τις μορφές επιχειρηματικότητας, μεταξύ δε άλλων και για την κοινωνική και χωρίς αποκλεισμούς οικονομία, καθώς και τις αρχές της υπεύθυνης και ηθικής διαχείρισης·

42.

υπογραμμίζει την ανάγκη εκπόνησης μιας κατάστασης των τομέων στους οποίους η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέχει, ή θα μπορούσε να κατέχει, συγκριτικό πλεονέκτημα σε παγκόσμια κλίμακα, και για τους οποίους πρέπει να εκπονηθούν άλλες στρατηγικές κατάρτισης·

Επαγγελματική κατάρτιση

43.

καλεί τα κράτη μέλη να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ανάγκη αναβάθμισης των δεξιοτήτων και να στηρίξουν τους εργαζομένους στον προγραμματισμό της απαραίτητης επαγγελματικής κατάρτισης με σύσταση κέντρων παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών· καλεί τους εργοδότες να προσφέρουν ευκαιρίες για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων όλων των εργαζομένων·

44.

συνιστά να δοθούν κίνητρα στους εργοδότες ώστε να ενθαρρύνουν τους εργαζομένους τους να συμμετέχουν σε προγράμματα κατάρτισης·

45.

καλεί τα κράτη μέλη να διαμορφώσουν κίνητρα για τους εργοδότες ώστε να διευκολυνθεί η παροχή οικονομικά αποδοτικής και ευέλικτης κατάρτισης σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, κατάρτισης προσαρμοσμένης στις ανάγκες των γυναικών· καλεί την Επιτροπή και όλα τα κράτη μέλη να επιδείξουν αποφασιστικότητα στην καταπολέμηση των μισθολογικών ανισοτήτων που υφίστανται μεταξύ ανδρών και γυναικών, με στόχο την εξάλειψή τους έως το 2020, δεδομένου ότι σήμερα είναι της τάξης του 18 %·

46.

καλεί τα κράτη μέλη, με τη συνδρομή της Επιτροπής, να προωθήσουν μέσω και των αντίστοιχων πανεπιστημιακών προγραμμάτων, μοντέλα διαχείρισης και αξιοποίησης ανθρωπίνου δυναμικού βασισμένα στην αναγνώριση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, στο πλαίσιο της διά βίου μάθησης, ως προστιθέμενη αξία και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για μια επιχείρηση·

47.

συνιστά την προώθηση της αυτονομίας των κέντρων ΕΕΚ στους τομείς του σχεδιασμού, της χρηματοδότησης, της διαχείρισης και της αξιολόγησης των δραστηριοτήτων, καθώς και την καθιέρωση πιο δυναμικών τρόπων συνεργασίας μεταξύ των κέντρων ΕΕΚ και των επιχειρήσεων·

48.

υπενθυμίζει ότι η επένδυση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση είναι απαραίτητη για ένα καλύτερο μέλλον για τους Ευρωπαίους· εκτιμά ότι οι βασικές ικανότητες και οι νέες δεξιότητες, ιδίως αυτές που απαιτούν οι θέσεις εργασίας σε στρατηγικούς τομείς για την ανάπτυξη, παρέχουν στους ανθρώπους νέες ευκαιρίες και, επιπλέον, αποτελούν τη βάση για μακροπρόθεσμη βιώσιμη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη· θεωρεί ότι, σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να διασφαλίσουν τα κράτη μέλη και όλοι οι ενδιαφερόμενοι ότι οι εργαζόμενοι αποκτούν τις βασικές ικανότητες που χρειάζονται·

49.

καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει μηχανισμούς όπως τα συστήματα αξιολόγησης της διά βίου μάθησης που θα ενθαρρύνουν και θα στηρίζουν τους εργαζομένους να ακολουθούν συστηματικά και με δική τους πρωτοβουλία τη διά βίου μάθηση/επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή σε εκείνους που πρέπει να συνδυάζουν την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή, και να ελέγχουν συστηματικά ποια προσόντα χρειάζονται για την περαιτέρω επιτυχή συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας, για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων τους και την εξασφάλιση επαγγελματικής κινητικότητας·

50.

καλεί τα κράτη μέλη, για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας και την παροχή βοήθειας στις γυναίκες στις αγροτικές περιοχές, να παρέχουν περαιτέρω κατάρτιση στην τεχνολογία υπολογιστών, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενες να εργάζονται και από το σπίτι τους·

51.

ζητεί από τις κυβερνήσεις να προωθήσουν μια ΕΕΚ ευέλικτη και προσανατολισμένη στις ειδικές ανάγκες οργανώσεων και επιχειρήσεων, η οποία να επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση όλης της ακολουθούμενης κατάρτισης, το συνδυασμό της κατάρτισης με την προσωπική ζωή και με άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, και την τόνωση της ευρωπαϊκής κινητικότητας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο να διευκολυνθεί η πρόσβαση στην ΕΕΚ των κοινωνικών ομάδων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο περιθωριοποίησης, προκειμένου να συνεχίσουν την κατάρτισή τους·

52.

επισημαίνει ότι η διά βίου μάθηση θα έχει ουσιώδη σημασία ώστε να αποτραπεί η ανεργία και να ληφθούν υπόψη οι ποικίλες επαγγελματικές διαδρομές· στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να ενισχυθεί η συνειδητοποίηση των εργαζομένων για την ανάγκη διαρκούς περαιτέρω κατάρτισης·

53.

καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει μελέτη σχετικά με τις επιπτώσεις της συμμετοχής στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση τόσο στην παραγωγικότητα των εργαζομένων όσο και στην ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης και την ποιότητα της εργασίας·

54.

υπογραμμίζει ότι μια ευπρόσιτη, ευέλικτη και εξατομικευμένη επαγγελματική κατάρτιση είναι σημαντική για τα άτομα σε διάφορα στάδια της ζωής τους, διευκολύνοντας και βελτιώνοντας την επαγγελματική συμμετοχή στην αγορά εργασίας· θεωρεί ότι η επαγγελματική και εκπαιδευτική κατάρτιση θα πρέπει να είναι προσβάσιμη, διαθέσιμη και προσιτή οικονομικά σε όλα τα στάδια της ζωής των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τη θέση τους στην αγορά εργασίας ή το εισόδημά τους, και με στόχο όχι μόνο την προώθηση της δια βίου μάθησης αλλά και τη συμβολή στην εξέλιξη των υφισταμένων επαγγελμάτων και τη δημιουργία νέων που θα βασίζονται στις σημερινές ανάγκες της κοινωνίας· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως ένα σημαντικό εργαλείο για την παράταση ολόκληρης της επαγγελματικής ζωής των ατόμων·

55.

καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν υψηλής ποιότητας και ευρέος φάσματος ευέλικτους και οικονομικά προσιτούς διαύλους πρόσβασης των γυναικών στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, από κοινού με εξειδικευμένη δια βίου καθοδήγηση και προσανατολισμό σε θέματα σταδιοδρομίας, σχετικά με δεξιότητες σε όλους τους τύπους απασχόλησης, προσαρμοσμένη στις ανάγκες κατάρτισης γυναικών προερχόμενων από ποικίλα περιβάλλοντα, έχοντας κατά νου την ουσιαστική τους ένταξη σε θέσεις απασχόλησης ποιότητας και με αξιοπρεπείς μισθούς, καθώς και την αντιμετώπιση των πολυδιάστατων αναγκών τους για κατάρτιση, όπως:

εξατομικευμένη επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση για την υποστήριξη της εξέλιξης της σταδιοδρομίας·

προσβάσιμες δίοδοι από την άτυπη στην επίσημη μάθηση·

δεκτικότητα σε διάφορες μορφές μάθησης·

πρόσβαση σε πρότυπα ρόλων και εκπαιδευτές·

διαμόρφωση προγραμμάτων προσαρμοσμένων σε ελαστικές μορφές εργασίας και συμβάσεις μερικής απασχόλησης·

εξατομικευμένες επιγραμμικές μαθησιακές επιλογές·

56.

επισημαίνει ότι η αύξηση των ποσοστών γήρανσης του πληθυσμού της Ευρώπης αυξάνει τη σημασία των προγραμμάτων διά βίου μάθησης και εκπαίδευσης και καθιστά αναγκαία την ενίσχυσή τους·

57.

υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης των προσπαθειών, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, για την αύξηση της συμμετοχής των ΜΜΕ στην επαγγελματική εκπαίδευση και τη διά βίου μάθηση, καθώς επίσης και την αύξηση της συμμετοχής των εργαζομένων χαμηλής ειδίκευσης, η καταγεγραμμένη συμμετοχή των οποίων είναι ιδιαίτερα χαμηλή·

58.

υπογραμμίζει ότι, στο πλαίσιο της επίτευξης των στόχων της ευελιξίας με ασφάλεια, είναι επιτακτική ανάγκη να ενισχυθεί αποτελεσματικά η συμμετοχή των εργαζομένων σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης στην επαγγελματική κατάρτιση· Καλεί, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη να αναλάβουν τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες·

59.

καλεί τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν σε μεγαλύτερη έκταση επιγραμμικά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και διά βίου μάθησης προκειμένου να δώσουν τη δυνατότητα στις οικογένειες να συνδυάσουν την οικογενειακή και την επαγγελματική ζωή·

60.

υπογραμμίζει το ρόλο των τοπικών κυβερνήσεων, των επιχειρηματιών, των εταιρικών σχέσεων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στη διαμόρφωση της επαγγελματικής κατάρτισης σύμφωνα με τις σημερινές ανάγκες της αγοράς εργασίας·

61.

θεωρεί ότι οι περιφερειακές και τοπικές αρχές διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στη συνεργασία με τα κέντρα ΕΕΚ και τον επιχειρηματικό κόσμο και στην υποβοήθηση των παρόχων ΕΕΚ για την ανάπτυξη ενός φιλικού περιβάλλοντος που διευκολύνει την επιτυχή ένταξη σπουδαστών της ΕΕΚ στην αγορά εργασίας·

62.

ζητεί όπως οι συμβάσεις μαθητείας, παράλληλα με την προστασία του μαθητευομένου και την παροχή μιας κάποιας ευελιξίας και των ελαστικών μέτρων στην εφαρμογή τους, προβλέπουν δυνατότητες λύσης της σύμβασης σε περίπτωση μη προσαρμογής του ενδιαφερομένου στην απασχόλησή του ή βεβαρυμένου σφάλματος από την πλευρά του·

63.

καλεί τα κράτη μέλη - σύμφωνα με τους στόχους και τις εμβληματικές πρωτοβουλίες της Ευρώπης 2020 - να βελτιώσουν τους τρόπους σύνδεσης μεταξύ επαγγελματικής εκπαίδευσης και αναγκών της αγοράς εργασίας, μεταξύ άλλων μέσω της βελτίωσης των υπηρεσιών σχολικού και επαγγελματικού προσανατολισμού και της ενθάρρυνσης των περιόδων άσκησης και συμβάσεων μαθητείας για τις γυναίκες, και να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες κατάρτισης ιδίως στους τομείς της επιστήμης, των μαθηματικών και της τεχνολογίας προκειμένου να διευρύνουν τις δυνατότητες απασχόλησης των γυναικών σε τεχνικούς και επιστημονικούς τομείς, σε μη παραδοσιακά επαγγέλματα και στους οικονομικούς τομείς της χαμηλής εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα και της υψηλής τεχνολογίας, δημιουργώντας μόνιμες θέσεις εργασίας με αξιοπρεπείς μισθούς·

64.

θεωρεί ότι τα υπάρχοντα ευρωπαϊκά προγράμματα στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης είναι αποτελεσματικά και ότι θα πρέπει να τύχουν ενισχυμένης στήριξης στο μέλλον·

Ποιότητα και αποτελεσματικότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης

65.

καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν καλύτερες δυνατότητες επαγγελματικής κατάρτισης των εκπαιδευτών και να θέσουν τις βάσεις για μια εταιρική σχέση που θα προάγει τη μάθηση, ιδιαίτερα σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των συστημάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και η αποδοτική και επιτυχής μετάδοση γνώσεων·

66.

τονίζει ότι το υψηλά καταρτισμένο και εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό αποτελεί μια από τις κινητήριες δυνάμεις της καινοτομίας και προσδίδει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην Ένωση· τονίζει ότι η ποιοτική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση συμβάλλουν ουσιαστικά στη βιώσιμη ανάπτυξη και στη δημιουργία λειτουργικής ενιαίας αγοράς, και ότι θα πρέπει να προσαρμόζονται διαρκώς στις ανάγκες και τις εξελίξεις της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας με εκτενή διάλογο μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών·

67.

επισημαίνει ότι στη νέα ψηφιακή οικονομία, η δημιουργικότητα και οι τεχνολογίες των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών (ΤΠΕ) οικοδομούν μια νέα επιχειρηματική νοοτροπία, η οποία μπορεί να διευκολύνει τη συνεργασία και τις ανταλλαγές καλών πρακτικών μεταξύ κρατών μελών με στόχο να βελτιωθεί η ποιότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΚ) και ότι, συνεπώς, η ΕΕΚ πρέπει να τεθεί στο επίκεντρο της ατζέντας, ιδίως προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που θέτει η στρατηγική Ευρώπη 2020, όπως ο βασικός στόχος της ΕΕ για ολοκλήρωση της τριτοβάθμιας ή ισότιμης εκπαίδευσης από το 40 % των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών·

68.

καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν συστήματα διασφάλισης της ποιότητας σε εθνικό επίπεδο και να δημιουργήσουν πλαίσιο επιδόσεων για διδασκάλους και εκπαιδευτές·

69.

καλεί την Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τις αναμενόμενες αλλαγές στις αγορές εργασίας στην επικράτεια της ΕΕ, και ζητεί από τα κράτη μέλη να ενσωματώσουν τις εν λόγω πληροφορίες στις εκπαιδευτικές τους στρατηγικές και προγράμματα·

70.

καλεί τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν συνέργειες σε τοπικό επίπεδο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, των τοπικών επαγγελματικών επιμελητηρίων, των πανεπιστημίων και των σχολικών διευθύνσεων και των εκπαιδευτικών μονάδων, προκειμένου μέσα από επιστημονικές μελέτες και συστηματική διαβούλευση να εκπονηθεί ένας μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός για τις μελλοντικές ανάγκες σε ειδικότητες, καθώς και τον υπολογισμό των μαθητών που χρειάζονται ανά ειδικότητα, γεγονός που θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην άμεση και στέρεα μετάβαση στην αγορά εργασίας·

71.

ενθαρρύνει την Επιτροπή να εκπονήσει και να ενημερώνει περιοδικά έναν χάρτη των περιφερειακών ιδιαιτεροτήτων από την άποψη των προσόντων και της ζήτησης στον τομέα της κατάρτισης·

72.

υπογραμμίζει την εστίαση στις βασικές ικανότητες στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένου του επιχειρηματικού πνεύματος, που πρέπει να προάγονται από την έναρξη της εκπαίδευσης των παιδιών· θεωρεί ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να συνεχίζεται παράλληλα με τη μάθηση με βάση την εργασία·

73.

ζητεί να παρέχεται στήριξη σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο δημιουργώντας κοινή βάση δράσεων για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση προκειμένου να υλοποιηθούν οι στόχοι της αποτελεσματικότητας, της εργασιακής κινητικότητας και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

74.

καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ενεργά τη συμμετοχή των ιδιωτικών τριτοβάθμιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και των δημόσιων ιδρυμάτων, όπως είναι τα πανεπιστήμια, στην αναβάθμιση και επέκταση της ανάπτυξης επαγγελματικών δεξιοτήτων, ιδίως για τα επονομαζόμενα επαγγέλματα ΜΠΦΤ (μαθηματικά, πληροφορική, φυσικές επιστήμες και τεχνολογία)·

75.

ζητεί να αναληφθεί μια συγκεκριμένη πρωτοβουλία από την ΕΕ για την προσέλκυση κοριτσιών σε επαγγέλματα σχετικά με τα μαθηματικά, την πληροφορική, τις φυσικές επιστήμες και την τεχνολογία, και την καταπολέμηση των στερεοτύπων που επικρατούν ακόμη για αυτά τα επαγγέλματα· τονίζει ότι ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης και της εκπαίδευσης είναι ουσιαστικός για την καταπολέμηση αυτών των στερεοτύπων·

76.

καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν την πλήρη μεταφορά, εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ υποστηρίζοντας εκπαιδευτικά προγράμματα που έχουν ως στόχο να εξασφαλισθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι θα κατανοήσουν επαρκώς την ισχύουσα νομοθεσία και τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους·

77.

ζητεί από τα κράτη μέλη να στηρίξουν καινοτόμες δραστηριότητες και διδακτορικά και μεταδιδακτορικά προγράμματα που υποστηρίζουν την ανταγωνιστικότητα και την βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη·

Προσφορά για ειδικές ομάδες προσώπων

78.

καλεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση τις ατομικές ανάγκες των ατόμων με μειωμένα προσόντα, των εκπαιδευομένων από περιβάλλον μεταναστών, των προσώπων που ανήκουν σε κάποια εθνοτική μειονότητα, των ευάλωτων γυναικών, των ανέργων, των ατόμων με αναπηρία και των ανύπαντρων μητέρων· συνιστά συγχρόνως να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη μειονότητα των Ρομά, καθώς η σχολική φοίτηση και η ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας αποτελούν βασικά στοιχεία για τη διευκόλυνση της κοινωνικής ενσωμάτωσης των Ρομά·

79.

καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν δυνατότητες για νέους χωρίς τίτλους σπουδών ή με χαμηλόβαθμο τίτλο για να καταστήσουν δυνατή την είσοδό τους στον κόσμο της εργασίας, ενώ στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εξακολουθήσουν να προωθούνται και να αναγνωρίζονται τα επιμέρους επαγγελματικά προσόντα· ζητεί, δεδομένου ότι το θέμα είναι εξαιρετικά επίκαιρο, μια συνεκτική στρατηγική για την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων και των γυναικών, και για να συνδράμει τα κράτη μέλη στη δημιουργία επί τόπου δικτύων που θα συνδέουν τα σχολεία, τις επιχειρήσεις, τις υπηρεσίες για τους νέους, και τους νέους ανθρώπους·

80.

επισημαίνει τα εμπόδια που συναντούν στην ενσωμάτωσή τους οι πολίτες τρίτων χωρών όταν τα επαγγελματικά προσόντα τους δεν αναγνωρίζονται· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τις επιπτώσεις του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων στην αναγνώριση των προσόντων πολιτών τρίτων χωρών·