ISSN 1977-0901

doi:10.3000/19770901.C_2011.326.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 326

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

54ό έτος
10 Νοεμβρίου 2011


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

IV   Πληροφορίες

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΤΑ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

 

Ελεγκτικό Συνέδριο

2011/C 326/01

Ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2010, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των οργάνων

1

2011/C 326/02

Ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τις δραστηριότητες που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του όγδοου, ένατου και δέκατου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ), για το οικονομικό έτος 2010, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής

251

EL

 


IV Πληροφορίες

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΤΑ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Ελεγκτικό Συνέδριο

10.11.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 326/1


Image

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 287 παράγραφοι 1 και 4 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των άρθρων 129 και 143 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1081/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και των άρθρων 139 και 156 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 215/2008 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2008, για τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο δέκατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης,

το Ελεγκτικό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τη συνεδρίασή του της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, ενέκρινε τις

ΕΤΗΣΙΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

του για το οικονομικό έτος 2010.

Οι εκθέσεις, συνoδευόμενες από τις απαντήσεις των οργάνων στις παρατηρήσεις τoυ Συνεδρίoυ, διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες για την απαλλαγή αρχές και στα λοιπά όργανα.

Τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι:

Vítor Manuel da SILVA CALDEIRA (Πρόεδρος), David BOSTOCK, Morten Louis LEVYSOHN, Ιωάννης ΣΑΡΜΑΣ, Igors LUDBORŽS, Jan KINŠT, Kersti KALJULAID, Massimo VARI, Juan RAMALLO, Olavi ALA-NISSILÄ, Karel PINXTEN, Ovidiu ISPIR, Nadejda SANDOLOVA, Michel CRETIN, Harald NOACK, Henri GRETHEN, Eoin O'SHEA, Szabolcs FAZAKAS, Louis GALEA, Ladislav BALKO, Augustyn KUBIK, Milan Martin CVIKL, Rasa BUDBERGYTĖ, Λάζαρος Σ. ΛΑΖΑΡΟΥ, Gijs DE VRIES, Harald WÖGERBAUER, Hans Gustaf WESSBERG.

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

2011/C 326/01

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Γενική εισαγωγή

Κεφάλαιο 1 —

Δήλωση αξιοπιστίας και στοιχεία προς υποστήριξή της

Κεφάλαιο 2 —

Έσοδα

Κεφάλαιο 3 —

Γεωργία και φυσικοί πόροι

Κεφάλαιο 4 —

Συνοχή, ενέργεια και μεταφορές

Κεφάλαιο 5 —

Εξωτερική βοήθεια, ανάπτυξη και διεύρυνση

Κεφάλαιο 6 —

Έρευνα και λοιπές εσωτερικές πολιτικές

Κεφάλαιο 7 —

Διοικητικές και λοιπές δαπάνες

Κεφάλαιο 8 —

Επίτευξη αποτελεσμάτων από τον προϋπολογισμό της ΕΕ

Παράρτημα —

Δημοσιονομικές πληροφορίες σχετικά με τον γενικό προϋπολογισμό

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

0.1.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο είναι το θεσμικό όργανο το οποίο ιδρύθηκε με τη Συνθήκη προκειμένου να διενεργεί τον έλεγχο των οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Ως εξωτερικός ελεγκτής της ΕΕ, ενεργεί ως ανεξάρτητος θεματοφύλακας των οικονομικών συμφερόντων των πολιτών της Ένωσης και συμβάλλει στη βελτίωση της δημοσιονομικής διαχείρισής της. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το Συνέδριο παρέχονται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του, η οποία, μαζί με τις ειδικές εκθέσεις του σχετικά με τα προγράμματα δαπανών και τα έσοδα της ΕΕ, καθώς και με τις γνώμες που αυτό διατυπώνει επί νέας ή τροποποιούμενης νομοθεσίας, διατίθεται στον ιστότοπο του Συνεδρίου: www.eca.europa.eu.

0.2.

Η παρούσα έκθεση αποτελεί την 34η ετήσια έκθεση του Συνεδρίου σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ και καλύπτει το οικονομικό έτος 2010. Τα Ευρωπαϊκά Ταμεία Ανάπτυξης αποτελούν αντικείμενο χωριστής ετήσιας έκθεσης.

0.3.

Ο γενικός προϋπολογισμός της ΕΕ εγκρίνεται ετησίως από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η ετήσια έκθεση του Συνεδρίου αποτελεί, μαζί με τις ειδικές εκθέσεις του, τη βάση της διαδικασίας χορήγησης απαλλαγής, στο πλαίσιο της οποίας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε ικανοποιητικά τις αρμοδιότητές της σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Το Συνέδριο διαβιβάζει την ετήσια έκθεσή του στα εθνικά κοινοβούλια και συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

0.4.

Κεντρική θέση στην ετήσια έκθεση κατέχει η δήλωση αξιοπιστίας του Συνεδρίου (η «DAS») σχετικά με την αξιοπιστία των ετήσιων λογαριασμών της ΕΕ, καθώς και σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων (αναφερόμενη στην έκθεση ως «κανονικότητα των πράξεων»). Η έκθεση αρχίζει με τη δήλωση αξιοπιστίας, ενώ οι πληροφορίες που ακολουθούν αφορούν, κυρίως, τις ελεγκτικές εργασίες στις οποίες βασίζεται η δήλωση αξιοπιστίας.

Το κεφάλαιο 1 περιλαμβάνει τη δήλωση αξιοπιστίας, σύνοψη των αποτελεσμάτων του ελέγχου του Συνεδρίου σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών και την κανονικότητα των πράξεων, καθώς και συνοπτική έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση για το έτος 2010.

Τα κεφάλαια 2 έως 7 περιλαμβάνουν λεπτομερείς διαπιστώσεις ελέγχου, με τη μορφή «ειδικών εκτιμήσεων» των εσόδων και δαπανών της ΕΕ. Το κεφάλαιο 2 πραγματεύεται το σκέλος των εσόδων του προϋπολογισμού της ΕΕ, ενώ τα κεφάλαια 3 έως 7 αφορούν πέντε ομάδες τομέων πολιτικής, στο πλαίσιο των οποίων εντέλλονται και καταχωρίζονται τα κονδύλια που δαπανώνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Αυτές οι ομάδες τομέων πολιτικής αντιστοιχούν, σε γενικές γραμμές, στους τίτλους που χρησιμοποιήθηκαν στο δημοσιονομικό πλαίσιο 2007-2013, όπου καθορίζονται τα γενικά προγράμματα πολυετών δαπανών της ΕΕ.

0.5.

Οι ειδικές εκτιμήσεις βασίζονται, κυρίως, τόσο στα αποτελέσματα των δοκιμαστικών ελέγχων της κανονικότητας των πράξεων τους οποίους διενεργεί το Συνέδριο, όσο και στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των κύριων συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που διέπουν τα σχετικά έσοδα ή τις σχετικές δαπάνες, καθώς και σε εξέταση της αξιοπιστίας των θέσεων της Επιτροπής.

0.6.

Η παρούσα ετήσια έκθεση διαφέρει σε ορισμένα σημαντικά σημεία από τις προηγούμενες.

Η μορφή και το περιεχόμενο της δήλωσης αξιοπιστίας αντικατοπτρίζουν τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα ελέγχου, τα οποία τέθηκαν σε ισχύ στην αρχή του 2011 (1).

Η διάρθρωση των ειδικών εκτιμήσεων τροποποιήθηκε ώστε να καταστεί περισσότερο χρήσιμη η ανάλυση των δαπανών της ΕΕ. Το κεφάλαιο 4 περιλαμβάνει τις δαπάνες της ΕΕ στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορών, καθώς και τις δαπάνες στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής. Οι τομείς της εκπαίδευσης, της ιθαγένειας, των οικονομικών και χρηματοδοτικών υποθέσεων και της έρευνας, παρουσιάζονται στο κεφάλαιο 6 — Έρευνα και λοιπές εσωτερικές πολιτικές.

Σε ένα νέο κεφάλαιο που αφορά τα ζητήματα του ελέγχου επιδόσεων (κεφάλαιο 8) αναλύεται η αξιολόγηση των επιδόσεων που παρουσιάζονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων τις οποίες υπέβαλαν τρεις γενικοί διευθυντές της Επιτροπής και προσδιορίζονται σημαντικά θέματα τα οποία είναι κοινά στις ειδικές εκθέσεις που ενέκρινε το Συνέδριο το έτος 2010.

0.7.

Η έκθεση περιλαμβάνει, επίσης, τις απαντήσεις της Επιτροπής στις παρατηρήσεις του Συνεδρίου ή, κατά περίπτωση, τις απαντήσεις των άλλων θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ. Σε ορισμένες απαντήσεις της, η Επιτροπή επανερμηνεύει τις διαπιστώσεις του Συνεδρίου ή του αποδίδει συμπεράσματα στα οποία δεν κατέληξε το ίδιο. Το Συνέδριο, κατά την παρουσίαση των διαπιστώσεων και συμπερασμάτων του, λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις της ελεγχόμενης μονάδας. Ωστόσο, το Συνέδριο, ως εξωτερικός ελεγκτής, είναι αρμόδιο για την αναφορά των διαπιστώσεων των ελέγχων του, τη συναγωγή συμπερασμάτων από τις διαπιστώσεις αυτές και, επομένως, την ανεξάρτητη και αμερόληπτη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των λογαριασμών, καθώς και της νομιμότητας και κανονικότητας των πράξεων.


(1)  Ιδίως το πρότυπο ISSAI 1705 «Τροποποιήσεις της γνώμης που διατυπώνεται στην έκθεση του ανεξάρτητου ελεγκτή» και το πρότυπο ISSAI 4200 «Έλεγχος συμμόρφωσης όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Δήλωση αξιοπιστίας και στοιχεία προς υποστήριξή της

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Δήλωση αξιοπιστίας του Συνεδρίου προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο — έκθεση του ανεξάρτητου ελεγκτή

Γνώμη σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών

Γνώμη σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων στους λογαριασμούς πράξεων

Εισαγωγή

Διαπιστώσεις του ελέγχου για το οικονομικό έτος 2010

Αξιοπιστία των λογαριασμών

Κανονικότητα των πράξεων

Σύνοψη των ειδικών εκτιμήσεων στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Σύγκριση με τα αποτελέσματα των προηγούμενων οικονομικών ετών

Αξιοπιστία των θέσεων της Επιτροπής

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και δηλώσεις των γενικών διευθυντών

Γνώμη του εσωτερικού ελεγκτή της Επιτροπής

Συγκεφαλαιωτική έκθεση της Επιτροπής

Επιπτώσεις της αυξημένης χρήσης των προχρηματοδοτήσεων

Δημοσιονομική διαχείριση

ΔΗΛΩΣΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ — ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ

 (1)  (2)

 (3),

Αξιοπιστία των λογαριασμών

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων στους λογαριασμούς πράξεων

Έσοδα

Αναλήψεις υποχρεώσεων

Πληρωμές

8 Σεπτεμβρίου 2011

Vítor Manuel da SILVA CALDEIRA

Πρόεδρος

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

12, rue Alcide De Gasperi, 1615 Luxembourg, LUXEMBOURG

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1.

Στο παρόν κεφάλαιο της ετήσιας έκθεσης:

αφενός, αναφέρεται το πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας του Συνεδρίου και, αφετέρου, συνοψίζονται και αναλύονται οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του ελέγχου στα οποία βασίζεται η δήλωση αξιοπιστίας (βλέπε σημεία 1.2 έως 1.25),

εξετάζονται οι συνέπειες της αυξημένης χρήσης των προχρηματοδοτήσεων τόσο στα οικονομικά της Ένωσης όσο και στους λογαριασμούς της Επιτροπής (βλέπε σημεία 1.26 έως 1.37),

συνοψίζεται η εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2010 (βλέπε σημεία 1.38 έως 1.44),

επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο το Συνέδριο διενεργεί τον έλεγχό του στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας (βλέπε παράρτημα 1.1 ),

παρουσιάζονται τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή ανταποκρινόμενη στις παρατηρήσεις των προηγούμενων οικονομικών ετών σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών. Το παρόν κεφάλαιο περιλαμβάνει, επίσης, την απάντηση της Επιτροπής στις συστάσεις που είχε διατυπώσει το Συνέδριο στην ετήσια έκθεσή του για το 2009 σχετικά με τις ανακτήσεις και τις δημοσιονομικές διορθώσεις (βλέπε παράρτημα 1.2 ).

 

1.2.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο προβαίνει σε δήλωση αξιοπιστίας προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (DAS) (5) σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών, καθώς και σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Το Συνέδριο είναι δυνατό να συμπληρώνει τη δήλωση αυτή με ειδικές εκτιμήσεις για κάθε μείζονα τομέα δραστηριότητας της ΕΕ (6).

 

1.3.

Στόχος των εργασιών σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η συγκέντρωση στοιχείων βάσει των οποίων να συνάγεται κατά πόσο τα έσοδα, οι δαπάνες και τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού έχουν καταχωριστεί δεόντως, καθώς και κατά πόσο οι ετήσιοι λογαριασμοί αντικατοπτρίζουν πιστά την οικονομική κατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου 2010 και τα αποτελέσματα των πράξεών της καθώς και τις ταμειακές ροές της για το οικονομικό έτος που έληξε την ημερομηνία αυτή (βλέπε σημεία1.6 έως 1.8).

 

1.4.

Στόχος των εργασιών σχετικά με την κανονικότητα των υποκειμένων στους λογαριασμούς για το 2010 πράξεων είναι η συγκέντρωση στοιχείων βάσει των οποίων να συνάγεται, αφενός, κατά πόσο αυτές οι πράξεις είναι σύμφωνες με τους ισχύοντες κανονισμούς ή τις συμβατικές διατάξεις και, αφετέρου, κατά πόσο έχουν υπολογιστεί ορθά (βλέπε σημεία1.9 έως 1.14 για επισκόπηση των αποτελεσμάτων και κεφάλαια 2 έως 7 για περισσότερες λεπτομέρειες).

 

1.5.

Το Συνέδριο ανέλυσε την αξιοπιστία των θέσεων της Επιτροπής, συγκεκριμένα τις δηλώσεις των γενικών διευθυντών και τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των υπηρεσιών της Επιτροπής, καθώς και τη σχετική συγκεφαλαιωτική έκθεση, προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσο παρέχουν ορθή αξιολόγηση της ποιότητας της δημοσιονομικής διαχείρισης και κατά πόσο συμβάλλουν στο να αποκομίζει το Συνέδριο συνολική βεβαιότητα (βλέπε σημεία 1.17 έως 1.20 και 1.23 έως 1.25, καθώς και την «Αξιοπιστία των θέσεων της Επιτροπής» στα κεφάλαια 2 έως 7). Οι εργασίες αφορούσαν, επίσης, εξέταση της συνολικής γνώμης του εσωτερικού ελεγκτή, η οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά και καλύπτει τη δημοσιονομική διαχείριση της Επιτροπής για το οικονομικό έτος 2010 (βλέπε σημεία 1.21 έως 1.22).

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ 2010

Αξιοπιστία των λογαριασμών

1.6.

Οι παρατηρήσεις του Συνεδρίου αφορούν τους ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «οι λογαριασμοί») για το οικονομικό έτος 2010, οι οποίοι καταρτίστηκαν από τον υπόλογο της Επιτροπής και εγκρίθηκαν από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 129 του δημοσιονομικού κανονισμού της 25ης Ιουνίου 2002 (7) και περιήλθαν στο Συνέδριο στις 27 Ιουλίου 2011. Οι λογαριασμοί περιλαμβάνουν:

α)

τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες καλύπτουν τον ισολογισμό (που περιλαμβάνει τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού στο τέλος του οικονομικού έτους), καθώς και τον λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος (που περιλαμβάνει τα έσοδα και τα έξοδα του οικονομικού έτους), τον πίνακα ταμειακών ροών (όπου παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι μεταβολές στους λογαριασμούς επηρεάζουν τα ταμειακά διαθέσιμα και τα ισοδύναμά τους) και την κατάσταση μεταβολών του καθαρού ενεργητικού (όπου επεξηγούνται οι μεταβολές του καθαρού ενεργητικού), καθώς και σχετικές σημειώσεις και

β)

τις ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού, οι οποίες καλύπτουν τα έσοδα και τα έξοδα του οικονομικού έτους.

 

1.7.

Ο υπόλογος της Επιτροπής διαβίβασε στο Συνέδριο δήλωση πληρότητας με την οποία βεβαιώνεται ότι, εκτός από ορισμένους επουσιώδεις περιορισμούς (8), οι λογαριασμοί είναι πλήρεις και αξιόπιστοι.

 

1.8.

Με τον έλεγχο του Συνεδρίου σχετικά με τους λογαριασμούς του 2010 διαπιστώθηκε ότι αυτοί δεν περιείχαν ουσιώδεις ανακρίβειες (ωστόσο, βλέπε τα σημεία 1.26 έως 1.37 και τις πληροφορίες όσον αφορά την παρακολούθηση των παρατηρήσεων προηγούμενων ετών σχετικά με αξιοπιστία των λογαριασμών στο παράρτημα 1.2 ).

 

Κανονικότητα των πράξεων

Σύνοψη των ειδικών εκτιμήσεων στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

1.9.

Στο κεφάλαιο 2, το Συνέδριο διατυπώνει ειδικές εκτιμήσεις σχετικά με τα έσοδα και, στα κεφάλαια 3 έως 7, σχετικά με τις ομάδες των τομέων πολιτικής στο πλαίσιο των οποίων ο προϋπολογισμός καταρτίζεται βάσει δραστηριοτήτων (ΠΒΔ) (βλέπε πίνακα 1.1 ). Κάθε ειδική εκτίμηση περιλαμβάνει εισαγωγή, διαπιστώσεις και συμπεράσματα σχετικά με την κανονικότητα των πράξεων, την αποτελεσματικότητα των συστημάτων και την αξιοπιστία των θέσεων της Επιτροπής και αναφέρεται στην ανταπόκριση της Επιτροπής σε προγενέστερες συστάσεις του Συνεδρίου.

 

1.10.

Όσον αφορά την ετήσια έκθεση για το 2010, η ομάδα πολιτικής Έρευνα και λοιπές εσωτερικές πολιτικές που παρουσιάζεται στο κεφάλαιο 6, αποτελείται από ομάδες/τομείς πολιτικής οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο άλλων ειδικών αξιολογήσεων στην ετήσια έκθεση για το 2009 (9).

 

Πίνακας 1.1 —   Πληρωμές το 2010 κατά κεφάλαιο της ετήσιας έκθεσης

(εκατομμύρια ευρώ)

Τμήματα (Τμ.) και τίτλοι (T)  (43) που αντιστοιχούν στην ονοματολογία του προϋπολογισμού για το 2010 κατά κεφάλαιο της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου

Πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2010  (44)

Κεφάλαια της ετήσιας έκθεσης

Γεωργία και φυσικοί πόροι

56 841

Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη (T. 05)

Περιβάλλον (T. 07)

Αλιεία και θαλάσσιες υποθέσεις (T. 11)

Υγεία και προστασία των καταναλωτών (T. 17)

 

Συνοχή, ενέργεια και μεταφορές

40 630

Απασχόληση και κοινωνικές υποθέσεις (T. 04)

Ενέργεια και μεταφορές (T. 06)

Περιφερειακή πολιτική (T. 13)

 

Εξωτερική βοήθεια, ανάπτυξη και διεύρυνση

6 543

Εξωτερικές σχέσεις (T. 19)

Ανάπτυξη και σχέσεις με τα κράτη ΑΚΕ (T. 21)

Διεύρυνση (T. 22)

Ανθρωπιστική βοήθεια (T. 23)

 

Έρευνα και λοιπές εσωτερικές πολιτικές

8 953

Οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις (T. 01)

Επιχειρήσεις (T. 02)

Ανταγωνισμός (T. 03)

Έρευνα (T. 08)

Κοινωνία της πληροφορίας και μέσα επικοινωνίας (T. 09)

Άμεση έρευνα (T. 10)

Εσωτερική αγορά (T. 12)

Εκπαίδευση και πολιτισμός (T. 15)

Επικοινωνία (T. 16)

Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (T. 18)

Εμπόριο (T. 20)

 

Διοικητικές και λοιπές δαπάνες

9 264

Κοινοβούλιο (Τμ. I)

Συμβούλιο (Τμ. II)

Επιτροπή (Τμ. III)

Δικαστήριο (Τμ. IV)

Ελεγκτικό Συνέδριο (Τμ. V)

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (Τμ. VI)

Επιτροπή των Περιφερειών (Τμ. VII)

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής (Τμ. VIII)

Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (Τμ. IX)

 

Γενικό σύνολο

122 231

1.11.

Το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα έσοδα (127 795 εκατομμύρια ευρώ) (10) και οι πληρωμές της ομάδας πολιτικής Διοικητικές και λοιπές δαπάνες (9 264 εκατομμύρια ευρώ) δεν περιείχαν ουσιώδες σφάλμα και ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου υπήρξαν αποτελεσματικά (βλέπε πίνακα 1.2 και σημεία 2.39 έως 2.40 και 7.33 έως 7.34). Οι αναλήψεις υποχρεώσεων σε όλες τις ομάδες πολιτικής επίσης δεν περιείχαν ουσιώδες σφάλμα.

 

1.12.

Το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ομάδα πολιτικής Έρευνα και λοιπές εσωτερικές πολιτικές (8 953 εκατομμύρια ευρώ) δεν περιείχε ουσιώδες σφάλμα και ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου υπήρξαν μερικώς αποτελεσματικά όσον αφορά τη διασφάλιση της κανονικότητας των πληρωμών. Εντούτοις, οι ενδιάμεσες και τελικές πληρωμές για τα προγράμματα-πλαίσια έρευνας (ΠΠ) περιείχαν ουσιώδες σφάλμα (βλέπε πίνακα 1.2 και σημεία 6.48 έως 6.49). Επίσης, το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ομάδα πολιτικής Εξωτερική βοήθεια, ανάπτυξη και διεύρυνση (6 543 εκατομμύρια ευρώ) δεν περιείχε ουσιώδες σφάλμα και ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου υπήρξαν μερικώς αποτελεσματικά όσον αφορά τη διασφάλιση της κανονικότητας των πληρωμών. Εντούτοις, οι ενδιάμεσες και τελικές πληρωμές περιείχαν ουσιώδες σφάλμα (βλέπε πίνακα 1.2 και σημεία 5.35 έως 5.36).

 

1.13.

Το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ομάδες πολιτικής Γεωργία και φυσικοί πόροι (αποδοθείσες δαπάνες ύψους 55 990 εκατομμυρίων ευρώ) και Συνοχή, ενέργεια και μεταφορές (αποδοθείσες δαπάνες ύψους 37 556 εκατομμυρίων ευρώ) περιείχαν ουσιώδες σφάλμα. Ωστόσο, οι άμεσες πληρωμές προς τους γεωργούς στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ (11) δεν περιείχαν ουσιώδες σφάλμα. Επίσης, το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ελεγχθέντα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της ομάδας πολιτικής Γεωργία και φυσικοί πόροι υπήρξαν μερικώς αποτελεσματικά. Επιπλέον, το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αρχές ελέγχου, στο σύνολό τους, για την ομάδα πολιτικής Συνοχή, ενέργεια και μεταφορές υπήρξαν μερικώς αποτελεσματικές όσον αφορά τη διασφάλιση της κανονικότητας των πράξεων (βλέπε πίνακα 1.2 και σημεία 3.55 έως 3.56 και 4.47 έως 4.48).

1.13.

Το συμπέρασμα του Συνεδρίου όσον αφορά τη γεωργία και τους φυσικούς πόρους επιβεβαιώνει τη θετική τάση που παρατηρήθηκε τα τελευταία έτη σύμφωνα με την οποία το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος προσεγγίζει το όριο σημαντικότητας 2 %. Η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω ότι για τις δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), οι οποίες ανήλθαν το 2010 στο 77 % της συνολικής δαπάνης του παρόντος κεφαλαίου, το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος είναι σαφώς χαμηλότερο από το όριο σημαντικότητας και ότι για τις άμεσες πληρωμές που καλύπτονται από το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (IACS) το εν λόγω ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο. Επιπλέον, ο κίνδυνος για τον προϋπολογισμό της ΕΕ καλύπτεται επαρκώς από τη διαδικασία εκκαθάρισης ως προς το συμμόρφωση. Βλ. επίσης απάντηση στο σημείο 3.17.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι σε γενικές γραμμές το IACS είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου όσον αφορά τον περιορισμό του κινδύνου σφάλματος ή παράτυπης δαπάνης. Όσον αφορά την αγροτική ανάπτυξη, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου βελτιώνονται διαρκώς.

Σε σχέση με τη συνοχή, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, για δεύτερο συνεχές έτος, το επίπεδο σφάλματος παραμένει αισθητά χαμηλότερο από εκείνο που ανέφερε το Συνέδριο για την περίοδο 2006-2008. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η θετική αυτή εξέλιξη αντανακλά τα μέτρα ενισχυμένου ελέγχου της περιόδου προγραμματισμού 2007-2013 και το σχέδιο δράσης του 2008 (βλ. επίσης απάντηση στο σημείο 4.24).

1.14.

Το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πληρωμές, στο σύνολό τους, περιείχαν σημαντικό επίπεδο σφαλμάτων και ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου για τις πληρωμές υπήρξαν, εν γένει, μερικώς αποτελεσματικά (βλέπε πίνακα 1.2 ).

 

Πίνακας 1.2 —   Σύνοψη των διαπιστώσεων του 2010 σχετικά με την κανονικότητα των πράξεων

Ομάδα πολιτικής

Πληρωμές

(εκατομμύρια ευρώ)

Πιθανότερο ποσοστό σφάλματος

(ΠΠΣ)

(%)

Διάστημα εμπιστοσύνης

(%)

Συχνότητα σφαλμάτων  (45)

(%)

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου  (46)

Κατώτατο όριο σφάλματος

(ΚΟΣ)

Ανώτατο όριο σφάλματος

(ΑΟΣ)

Γεωργία και φυσικοί πόροι

55 990 (47)

2,3

0,8

3,8

37

Μερικώς αποτελεσματικά

Συνοχή, ενέργεια και μεταφορές

37 556 (48)

7,7

4,7

10,7

49

Μερικώς αποτελεσματικά

Εξωτερική βοήθεια, ανάπτυξη και διεύρυνση

6 543

1,7

0,1

3,3

23

Μερικώς αποτελεσματικά

Έρευνα και λοιπές εσωτερικές πολιτικές

8 953

1,4

0,6

2,1

39

Μερικώς αποτελεσματικά

Διοικητικές και λοιπές δαπάνες

9 264

0,4

0,0

1,1

7

Αποτελεσματικά

Σύνολο ελεγχθέντος πληθυσμού

118 306  (49)

3,7

2,6

4,8

36

Μερικώς αποτελεσματικά

Έσοδα

127 795

0,0

ά.α.

ά.α.

ά.α.

Αποτελεσματικά

Σύγκριση με τα αποτελέσματα των προηγούμενων οικονομικών ετών

1.15.

Τα αποτελέσματα του ελέγχου του Συνεδρίου για το 2010 καταδεικνύουν αύξηση των εκτιμήσεών του σχετικά με το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος όσον αφορά τις πληρωμές για την ομάδα πολιτικής Συνοχή, ενέργεια και μεταφορές (12), σε σύγκριση με την ομάδα πολιτικής Συνοχή για το 2009 (13). Οι εκτιμήσεις του Συνεδρίου σχετικά με το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος όσον αφορά τις πληρωμές για τις λοιπές ομάδες πολιτικής παρέμειναν σχετικά σταθερές.

1.15.-1.16.

Με την πάροδο των ετών, τα περισσότερα ποσοστά σφάλματος είτε παρέμειναν σταθερά είτε μειώθηκαν. Για το 2010, ωστόσο, η πρόοδος που σημειώθηκε σε ορισμένους τομείς δεν αντιστάθμισε την περιορισμένη αύξηση στον τομέα της συνοχής, γεγονός που οδήγησε σε μικρή συνολική αύξηση στο σύνολο του προϋπολογισμού.

Όσον αφορά τη συνοχή, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος για το 2010 είναι σαφώς χαμηλότερο από τα επίπεδα που ανακοινώθηκαν τα οικονομικά έτη 2006 έως 2008. Το χαμηλότερο όριο σφάλματος το 2010, ήτοι 4,7 %, συνιστά θετική εξέλιξη σε σύγκριση με το 11 % του 2008.

1.16.

Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Συνεδρίου, σημειώνεται αύξηση του πιθανότερου ποσοστού σφάλματος στο σύνολο των πληρωμών, από 3,3 % το 2009 σε 3,7 % το 2010 (βλέπε γράφημα 1.1 ) (14). Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι το ένα τρίτο περίπου των πράξεων που ελέγχθηκαν περιείχε σφάλμα (2009: το ένα τέταρτο του συνολικού αριθμού πράξεων).

 

Image

Αξιοπιστία των θέσεων της Επιτροπής

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και δηλώσεις των γενικών διευθυντών

1.17.

Κάθε γενικός διευθυντής συντάσσει ετησίως έκθεση δραστηριοτήτων, στην οποία αναφέρεται στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Κάθε ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων συνοδεύεται από δήλωση, μεταξύ άλλων, σχετικά με το κατά πόσο οι πόροι χρησιμοποιήθηκαν για τον προβλεπόμενο σκοπό, καθώς και σχετικά με το κατά πόσο οι ελεγκτικές διαδικασίες διασφαλίζουν τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων.

 

1.18.

Οι γενικοί διευθυντές δήλωσαν, στο σύνολό τους, ότι οι απαιτήσεις που προαναφέρθηκαν τηρήθηκαν. Δεκατρείς γενικές διευθύνσεις ή υπηρεσίες διατύπωσαν μία ή περισσότερες επιφυλάξεις (15), οι περισσότερες από τις οποίες αφορούν αδυναμίες σχετικά με την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (βλέπε παραρτήματα x.3 των κεφαλαίων 2 έως 7).

 

1.19.

Οι δηλώσεις αξιοπιστίας που διατυπώνουν οι γενικοί διευθυντές περιλαμβάνουν επιφυλάξεις, οι οποίες βασίζονται στην εκτίμησή τους σχετικά με τη σημαντικότητα των αδυναμιών και/ή των παρατηρήσεων που αφορούν τις δομικές ενότητες των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων τους. Ένα στοιχείο της εκτίμησης αυτής, το οποίο κατέστη σημαντικότερο ιδίως το 2010, είναι ο υπολογισμός του εναπομένοντος κινδύνου ή του εναπομένοντος ποσοστού σφάλματος (κατά γενικό κανόνα εκτίμηση του αντίκτυπου των μηχανισμών ελέγχου στο ποσοστό σφάλματος σε πολυετή βάση), το οποίο συγκρίνεται με το όριο σημαντικότητας του 2 % προκειμένου να προσδιορίζεται εάν είναι αναγκαία η διατύπωση επιφύλαξης.

1.19.-1.20.

Σύμφωνα με την πάγια πρακτική της Επιτροπής υπολογίζεται υπόλοιπο διακυβευόμενο ποσό ως ποσοστό της σχετικής δραστηριότητας κατάρτισης του προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων (ΠΒΔ), το οποίο συγκρίνεται με το όριο σημαντικότητας 2 % προκειμένου να προσδιοριστεί εάν απαιτείται η διατύπωση επιφύλαξης. Επιπλέον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο υπολογισμός του εναπομένοντος ποσοστού σφάλματος είναι μία μόνο από τις μεθόδους που διαθέτει ο κύριος διατάκτης (AOD) για την εκτίμηση του διακυβευόμενου ποσού.

Δεδομένου ότι τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου ποικίλλουν σε σημαντικό βαθμό στους διαφόρους τομείς πολιτικής, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εφαρμόζουν διαφορετικές προσεγγίσεις στην εξέταση και στον υπολογισμό του εναπομένοντος ποσοστού σφάλματος. Η Επιτροπή συμφωνεί ότι οι υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές ενδέχεται να μην είναι επαρκώς αναλυτικές ώστε να εξασφαλίζεται η ενιαία χρησιμοποίηση ορολογίας και κριτηρίων από όλες τις υπηρεσίες. Εξάλλου, έχει θέσει σε εφαρμογή διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους προκειμένου να διασφαλίσει τη συνοχή στις περιπτώσεις που διαφορετικές γενικές διευθύνσεις εφαρμόζουν παρόμοια προγράμματα.

Οι κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να παρέχουν στον κύριο διατάκτη περιθώριο εκτίμησης σε κάθε επιμέρους υπόθεση.

Ενώ στόχος του ποσοτικού προσδιορισμού των κινδύνων στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας είναι να παρασχεθεί μια ένδειξη για τα διακυβευόμενα ποσά και να εκτιμηθούν οι ενδεχόμενες δημοσιονομικές διορθώσεις για τις πληρωμές κατά το έτος αναφοράς, ο γενικός διευθυντής έχει στη διάθεσή του άλλα εργαλεία για την προστασία των κονδυλίων της ΕΕ, όπως διακοπή και αναστολή των πληρωμών και δημοσιονομικές διορθώσεις. Ο ποσοτικός προσδιορισμός του κινδύνου στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητες δεν έχει την ίδια λειτουργία με τον προσδιορισμό του ποσοστού σφάλματος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ως εκ τούτου η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν είναι δυνατόν και δεν πρέπει να συγκρίνονται. Ο γενικός διευθυντής μπορεί να αξιολογήσει εάν υπάρχουν «μέτρα άμβλυνσης» που περιορίζουν τον κίνδυνο. Στον τομέα της συνοχής, οι υφιστάμενες νομικές απαιτήσεις συνιστούν πράγματι μέτρα άμβλυνσης και στην αξιολόγηση της έκθεσης σε κίνδυνο το 2010 πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω συμπληρωματικοί μηχανισμοί ελέγχου οι οποίοι μπορούν να επεκταθούν και πέραν του έτους αναφοράς των ελέγχων του Συνεδρίου [ετήσιοι έλεγχοι από τις εθνικές ελεγκτικές αρχές, συμπληρωματικοί έλεγχοι από τις Γενικές Διευθύνσεις Περιφερειακής Πολιτικής (ΓΔ REGIO) και Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Κοινωνικής Ένταξης (EMPL), έλεγχοι κλεισίματος στο τέλος των προγραμμάτων].

1.20.

Οι πάγιες οδηγίες σχετικά με την κατάρτιση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων, οι οποίες εκδίδονται από τη γενική γραμματεία και τη Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού, δεν περιέχουν καθοδήγηση σχετικά με την εκτίμηση αυτού του εναπομένοντος κινδύνου ή του εναπομένοντος ποσοστού σφάλματος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ασυνεπή εφαρμογή αυτής της έννοιας από τις οικείες γενικές διευθύνσεις (π.χ. προβλέπονται οι αναμενόμενες ανακτήσεις χωρίς να συσχετίζονται με τα πραγματικά ποσά, για ορισμένα προγράμματα δεν προσδιορίζονται ποσοτικά οι κίνδυνοι σφάλματος μέχρι ποσοστού 5 %, λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού παρακράτησης που προβλέπεται στον κανονισμό (16), αποκλείονται τα αρνητικά αποτελέσματα του ελέγχου σχετικά με τα προγράμματα ελέγχου που άρχισαν πρόσφατα και των οποίων η εμβέλεια είναι περιορισμένη).

 

Γνώμη του εσωτερικού ελεγκτή της Επιτροπής

1.21.

Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής εξέδωσε την πρώτη του συνολική γνώμη (17) σχετικά με την κατάσταση των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής. Η εν λόγω γνώμη βασίζεται, ιδίως, στις διασφαλίσεις που παρασχέθηκαν στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και στις εργασίες που πραγματοποίησαν τόσο η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής όσο και τα κλιμάκια εσωτερικού ελέγχου των διαφόρων γενικών διευθύνσεων για την περίοδο 2008 έως 2010.

 

1.22.

Η εμβέλεια της συνολικής γνώμης περιορίζεται στο πλαίσιο του εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής αυτό καθεαυτό. Ωστόσο, πάνω από το 90 % του συνόλου των σφαλμάτων εντοπίζονται εκτός Επιτροπής, σε επίπεδο δικαιούχων. Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής εκτιμά ότι, στο σύνολό του, το εν λόγω πλαίσιο είναι επαρκές. Το Συνέδριο όμως επισημαίνει ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου που έχουν τεθεί σε εφαρμογή δεν αποτρέπουν ούτε εντοπίζουν και διορθώνουν τα σφάλματα σε τέτοιο βαθμό ώστε οι υποκείμενες στον προϋπολογισμό πράξεις να είναι, συνολικά, νόμιμες και κανονικές.

1.22.

Η γνώμη του Εσωτερικού Ελεγκτή καλύπτει και τα συστήματα ελέγχου που εφαρμόζει η Επιτροπή για να αντιμετωπίσει το θέμα του ποσοστού σφάλματος στο επίπεδο των δικαιούχων.

Όταν εξετάζει τα συστήματα ελέγχου της Επιτροπής, ο Εσωτερικός Ελεγκτής του εν λόγω οργάνου προσπαθεί να διασφαλίσει ότι κάθε υπηρεσία έχει θέσει σε εφαρμογή στρατηγική ελέγχου σύμφωνα με την οποία το κόστος των ελέγχων είναι αναλογικό προς τον κίνδυνο σφάλματος στις υποκείμενες πράξεις, και η οποία λειτουργεί αποτελεσματικά για την αποφυγή σφαλμάτων στα αιτήματα που υποβάλλονται από δικαιούχους και στην ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών όταν πράγματι ανακύπτουν σφάλματα.

Συγκεφαλαιωτική έκθεση της Επιτροπής

1.23.

Στην εισαγωγή της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης (18) αναφέρεται ότι, η Επιτροπή αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη της (19) για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη της. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι γενικοί διευθυντές της κατόρθωσαν να διορθώσουν τις αδυναμίες όσον αφορά το 25 % των επιφυλάξεων που είχαν διατυπωθεί το 2009. Θεωρεί ότι μεταξύ των σχετικών βελτιώσεων συγκαταλέγεται η καλύτερη συμμόρφωση με τους κανόνες επιλεξιμότητας όσον αφορά τις δαπάνες που είχαν δηλώσει οι δικαιούχοι,.

 

1.24.

Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τομείς όπου απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις, ιδίως στον τομέα της επιμερισμένης διαχείρισης, και προτείνει μέτρα για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων, όπως:

1.24.

αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού και των τομεακών ρυθμίσεων για την περίοδο κατόπιν του 2013, προκειμένου να βελτιωθεί ο σχεδιασμός των καθεστώτων χρηματοδότησης, να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος σφαλμάτων, να περιοριστούν οι διοικητικές επιβαρύνσεις για τους δικαιούχους και λοιπούς ενδιαφερομένους και να μειωθούν τα λειτουργικά έξοδα των ελέγχων,

βλ. απάντηση στο σημείο 1.37.

αυστηρή άσκηση του εποπτικού ρόλου της Επιτροπής και συστηματική και έγκαιρη εφαρμογή των διαδικασιών διακοπής και αναστολής των πληρωμών και των δημοσιονομικών διορθώσεων οσάκις εντοπίζονται σοβαρές ανεπάρκειες του ελέγχου,

πράγματι, η Επιτροπή και οι υπηρεσίες της άσκησαν τον εποπτικό τους ρόλο διακόπτοντας 63 (49 ΕΤΠΑ και 14 ΕΚΤ) πληρωμές και εκδίδοντας μία απόφαση αναστολής για επιχειρησιακό πρόγραμμα της περιόδου 2007-2013 και πέντε αποφάσεις αναστολής (ΕΚΤ) για επιχειρησιακά προγράμματα της περιόδου 2000-2006, στα οποία εντοπίστηκαν σοβαρές ανεπάρκειες ή παρατυπίες, έως ότου εφαρμοστούν τα αναγκαία διαρθρωτικά μέτρα από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή συνεχίζει την αυστηρή αυτή πολιτική κατά το 2011, πραγματοποιώντας 52 διακοπές προθεσμιών πληρωμής αποφασισθείσες (40 για το ΕΤΠΑ και 12 για το ΕΚΤ) κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

καταβολή επιπλέον προσπαθειών στον τομέα της συνοχής για την αντιμετώπιση της σημαντικής αύξησης, σε σύγκριση με το 2009, του ποσοστού σφάλματος και του όγκου των εσφαλμένων πληρωμών που προκλήθηκαν δεδομένου ότι αυξήθηκε ο αριθμός των πράξεων και ότι δηλώθηκαν υψηλότερα ποσά δαπανών,

 

εκσυγχρονισμός των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων οι οποίοι αποτελούν σημαντική πηγή σφαλμάτων, ιδίως στον τομέα της συνοχής (20),

 

περαιτέρω βελτίωση της αναγνωσιμότητας και της συγκρισιμότητας των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων.

 

1.25.

Στη συγκεφαλαιωτική της έκθεση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις εκθέσεις που υπέβαλαν οι αρμόδιοι για τη διαχείριση και ανέφερε ότι «καθησυχάζουν το Σώμα των Επιτρόπων όσον αφορά τις επιδόσεις της διακυβέρνησης και του εσωτερικού ελέγχου που έχουν τεθεί σε εφαρμογή στις υπηρεσίες της και παρέχουν εύλογη διαβεβαίωση όσον αφορά την ικανότητά της να επιτυγχάνει τους στόχους της» (21). Ωστόσο, το Συνέδριο τονίζει ότι, στο παρελθόν, έχει εντοπίσει προβλήματα (22) τα οποία παραμένουν ανεπίλυτα:

1.25.

σε διάφορους τομείς, η εμβέλεια ή το εύρος των επιφυλάξεων πρέπει να αυξηθούν (βλέπε σημεία 1.20, 3.52 έως 3.54, 4.45 έως 4.46, 5.31 έως 5.34, 6.46 έως 6.47 και παραρτήματα x.3 των κεφαλαίων 2 έως 7),

η Επιτροπή εκτιμά ότι η εμβέλεια ή το εύρος των επιφυλάξεων είναι τα κατάλληλα (βλ. απαντήσεις στα σημεία 1.19-1.20, 3.52 έως 3.54, 4.46 και 5.33 έως 5.34).

τα στοιχεία από τα κράτη μέλη σχετικά με τις ανακτήσεις ή τις αποσύρσεις εξακολουθούν να είναι ελλιπή ή δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί ή/και επικυρωθεί από την Επιτροπή (βλέπε παράρτημα 1.2 , σημείο 3),

πληροφορίες σχετικά με τις ανακτήσεις περιλαμβάνονται στη σημείωση 6 στους λογαριασμούς.

Στον τομέα της συνοχής, η Επιτροπή επαληθεύει εάν οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν για το κλείσιμο των προγραμμάτων κατά την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 είναι πλήρεις και αξιόπιστες. Για την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013, η Επιτροπή διενεργεί ειδική έρευνα ελέγχου σχετικά με τα συστήματα των κρατών μελών για ανακτήσεις, προκειμένου να διασφαλίσει την ποιότητα των δεδομένων που υποβλήθηκαν με τις ετήσιες δηλώσεις σχετικά με τις ανακτήσεις και τις αποσύρσεις. Τα πρώτα αποτελέσματα της εν λόγω έκθεσης αναμένεται να ληφθούν υπόψη στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων του 2011.

η διαφορά μεταξύ των μηχανισμών δημοσιονομικών διορθώσεων και των ανακτήσεων (οι δημοσιονομικές διορθώσεις αποτελούν συνέπεια αδυναμιών που εντοπίζονται στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου ενώ οι ανακτήσεις συνδέονται με παράτυπες πληρωμές) και του αντικτύπου τους (οι δημοσιονομικές διορθώσεις βαρύνουν τους φορολογουμένους ενώ τα ποσά των ανακτήσεων καταβάλλονται από τους επιμέρους δικαιούχους) εξακολουθεί να μην λαμβάνεται δεόντως υπόψη (βλέπε παράρτημα 1.2 , σημείο 3).

η Επιτροπή αναφέρεται στους λογαριασμούς της στο επίπεδο του προϋπολογισμού της ΕΕ και εκτιμά ότι οι ανακτήσεις έχουν ουσιαστική σημασία για την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ. Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι οι αναφορές του Συνεδρίου σε ανακτήσεις αφορούν τις πραγματοποιούμενες στο επίπεδο των δικαιούχων στα κράτη μέλη και απαιτεί οι κοινοποιούμενες πληροφορίες να αναφέρονται στο είδος αυτό ανακτήσεων. Ωστόσο, σε τομείς επιμερισμένης διαχείρισης η ευθύνη αυτή αναλογεί στα κράτη μέλη, όπως διευκρινίζεται στην απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 1.39 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2009. Από τη στιγμή που ένα κράτος μέλος επιστρέψει αχρεωστήτως καταβληθέντα κονδύλια (μέσω αποτελεσματικής ανάκτησης κεφαλαίων ή συμψηφισμού), η Επιτροπή εκτιμά ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ προστατεύεται. Ωστόσο, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά όπου αυτό είναι δυνατόν και ενδεδειγμένο.

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΞΗΜΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΝ

1.26.

Μια σημαντική συνιστώσα των πληρωμών που πραγματοποιούνται από την Επιτροπή παρέχει χρηματοδότηση εκ των προτέρων για δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν μεταγενέστερα από εξωτερικούς οργανισμούς. Όταν επισημαίνεται ορθώς ότι οι πληρωμές αυτές είναι προχρηματοδοτήσεις, δεν θεωρούνται στους λογαριασμούς της Ένωσης ως οριστικές δαπάνες τη στιγμή που πραγματοποιούνται. Αντιθέτως, καταχωρίζονται στον ισολογισμό ως στοιχεία ενεργητικού μέχρις ότου αιτιολογηθούν τα πραγματοποιηθέντα έξοδα (ή, σπανιότερα, μέχρις ότου ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη δραστηριότητα). Βάσει αυτού, η Επιτροπή καταχωρίζει τη σχετική δαπάνη στον λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος και προβαίνει σε εκκαθάριση του εγγεγραμμένου στον ισολογισμό ποσού.

 

1.27.

Εάν οι προπληρωμές καταχωρίζονται στους λογαριασμούς ως οριστικές δαπάνες, δεν υπάρχει κανένα λογιστικό έγγραφο που να αναφέρει ότι είναι αναγκαία η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων της τελικής χρήσης των κεφαλαίων. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο να μην αιτιολογείται η χρήση των κεφαλαίων και οι παρατυπίες να μην εντοπίζονται ή να εντοπίζονται μόνον με μεγάλη καθυστέρηση. Αυτό ενδέχεται να καθιστά δυσχερέστερη την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

1.27.

Οι υπηρεσίες λογιστικής στην Επιτροπή συνεχίζουν το έργο της αποσαφήνισης ζητημάτων που αφορούν την αναγνώριση και την εκκαθάριση των χρηματοδοτήσεων (βλ. επίσης απάντηση στο σημείο 1.37).

Ανεξαρτήτως της εγκυρότητας της αρχής που αναφέρεται στο δεύτερο μέρος του σχολίου του Συνεδρίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, για παράδειγμα, στην περίπτωση μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής, η νομική βάση προβλέπει μόνο έναν έλεγχο επιλεξιμότητας των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν, κατά το κλείσιμο του προγράμματος ή στη λήξη της περιόδου προγραμματισμού (όποιο προηγείται χρονικά). Συνεπώς, ανεξάρτητα από τη λογιστική μεταχείριση που εφαρμόζεται στις εκταμιεύσεις μετρητών από την Επιτροπή προς τα κράτη μέλη, οι ενδεχόμενες παρατυπίες δεν θα εντοπισθούν παρά μόνο τη χρονική εκείνη στιγμή.

Σημαντική αύξηση των προχρηματοδοτήσεων μεταξύ των ετών 2005 και 2010

1.28.

Η ακαθάριστη καταχωρισθείσα αξία των σωρευθεισών προχρηματοδοτήσεων υπερδιπλασιάστηκε κατά την τελευταία εξαετία (από 39 δισεκατομμύρια σε 84 δισεκατομμύρια ευρώ, βλέπε πρώτη σειρά του πίνακα 1.3 ). Κατά τη διαδικασία διαχωρισμού των οικονομικών ετών (23), η Επιτροπή εκτιμά, επίσης, τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τους δικαιούχους στο τέλος του έτους, σχετικά με τις οποίες δεν έλαβε ακόμη αιτήσεις πληρωμής. Αυτά τα δεδουλευμένα έξοδα (βλέπε πίνακα 1.3 , δεύτερη σειρά) αφαιρούνται από τα αντίστοιχα ακαθάριστα εκκρεμή ποσά των προχρηματοδοτήσεων. Το καθαρό ποσό των προχρηματοδοτήσεων που προκύπτει στον ισολογισμό (βλέπε πίνακα 1.3 , τρίτη σειρά) έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά, αλλά με βραδύτερο ρυθμό (από 29 δισεκατομμύρια σε 49 δισεκατομμύρια ευρώ).

1.28.

Η Επιτροπή παρακολουθεί την κατάσταση όσον αφορά την αύξηση των προχρηματοδοτήσεων. Μεγάλο μέρος της αύξησης αυτής δικαιολογείται λόγω της εισόδου σε νέα περίοδο προγραμματισμού (2007-2013) και των προχρηματοδοτήσεων που καταβλήθηκαν σύμφωνα με την νομοθεσία για την επιμερισμένη διαχείριση. Οι υπηρεσίες λογιστικής της Επιτροπής εξακολουθούν ωστόσο να συνεργάζονται με τις επιχειρησιακές γενικές διευθύνσεις προκειμένου να διατηρούνται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο τα εκκρεμή ποσά προχρηματοδότησης, συχνά όμως το έργο αυτό αντίκειται ενδεχομένως προς την υποκείμενη νομοθεσία.

Πίνακας 1.3 —   Εξέλιξη των προχρηματοδοτήσεων (50) και των σχετικών δεδουλευμένων εξόδων κατά την περίοδο 2005-2010 (σε εκατομμύρια ευρώ)

 

31.12.2005

31.12.2006

31.12.2007

31.12.2008

31.12.2009

31.12.2010

Διαφορά από το 2005 έως το 2010

Ποσό

Ποσοστό επί τοις εκατό

Συνολικό ακαθάριστο ποσό των προχρηματοδοτήσεων (πριν από τον διαχωρισμό των οικονομικών ετών)

38 854

43 129

55 099

73 754

84 761

84 387

45 533

117 %

Δεδουλευμένα έξοδα

9 489

12 649

20 501

34 469

35 934

34 966

25 477

268 %

Συνολικό καθαρό ποσό των προχρηματοδοτήσεων (μετά τον διαχωρισμό των οικονομικών ετών)

29 365

30 480

34 598

39 285

48 827

49 421

20 056

68 %

Ανακριβή ή ελλιπή δεδομένα σχετικά με τις προχρηματοδοτήσεις

Μη εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων

1.29.

Μολονότι είναι πάντοτε πιθανό να είναι αναγκαίο κάποιο στοιχείο εκτίμησης για την εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων, διάφορες γενικές διευθύνσεις στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών και των εξωτερικών ενεργειών εξακολουθούν να καταχωρίζουν εκτιμήσεις στους λογαριασμούς, ακόμη και όταν έχουν αποδεχθεί ότι οι δηλώσεις δαπανών αποτελούν επαρκή βάση για την πραγματοποίηση των περαιτέρω πληρωμών στον δικαιούχο (24). Η χρήση εκτιμήσεων για τα δεδουλευμένα έξοδα αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου, από ποσό μικρότερο του ενός τετάρτου του ποσού που προκαταβλήθηκε το 2005, στο ήμισυ σχεδόν το 2010 (βλέπε πίνακα 1.3 , δεύτερη σειρά). Το Συνέδριο εξέφρασε την ανησυχία του για τη διεύρυνση της χρήσης αυτής της πρακτικής (25).

1.29.

Η Επιτροπή κατανοεί την ανησυχία του Συνεδρίου για το εν λόγω θέμα και καταβάλλει προσπάθειες για την αντιμετώπισή του. Στο πλαίσιο της τρέχουσας αναθεώρησης του δημοσιονομικού κανονισμού, η Επιτροπή πρότεινε να καταστεί υποχρεωτική η τακτική εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων. Επειδή υπάρχει κίνδυνος σφάλματος σε μη πιστοποιηθείσες και/ή μη ελεγχθείσες δηλώσεις δαπανών, ορισμένοι κύριοι διατάκτες είναι πρόθυμοι να προβούν σε πληρωμές με βάση τέτοιες δηλώσεις. Χρησιμοποιούν εν συνεχεία μη πιστοποιηθείσες και/ή μη ελεγχθείσες δηλώσεις δαπανών ως ένδειξη προόδου στην επιχορηγηθείσα δράση και καταβάλλουν πρόσθετες χρηματοδοτήσεις προκειμένου να διασφαλίσουν συνεχή ροή πληρωμών για τα χρηματοδοτούμενα σχέδια. Η εκκαθάριση αναβάλλεται ως εκ τούτου μέχρι τη λήξη του σχεδίου.

Πρέπει να επισημανθεί ότι τόσο η Επιτροπή όσο και οι δικαιούχοι/αντισυμβαλλόμενοι (ιδίως στις εσωτερικές πολιτικές και στην εξωτερική βοήθεια) θα αντιμετωπίσουν μια πρόκληση όσον αφορά τον διοικητικό φόρτο εργασίας όταν οι τακτικές εκκαθαρίσεις προχρηματοδοτήσεων καταστούν πιο αποτελεσματικές.

Ελλιπής καταχώριση των προχρηματοδοτήσεων

1.30.

Από το 2009 και εξής σημειώθηκε σημαντική αύξηση των πληρωμών, κυρίως στον τομέα των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής (ΜΧΤ), σχετικά με τις οποίες η αιτιολόγηση των δαπανών ή/και της δραστηριότητας δεν αναμένεται παρά μεταγενέστερα. Με τον έλεγχο αποκαλύφθηκε σημαντικός αριθμός περιπτώσεων κατά τις οποίες εξ αρχής η Επιτροπή δεν καταχώρισε ορθά τις πληρωμές ως στοιχεία ενεργητικού στον προϋπολογισμό. Κατά συνέπεια, με την ανάγνωση των λογαριασμών δινόταν η εντύπωση ότι οι δικαιούχοι είχαν προσκομίσει δικαιολογητικά για πλήρη αιτιολόγηση της χρήσης των κεφαλαίων, ενώ στην πράξη δεν συνέβαινε αυτό, γεγονός που αντιβαίνει στην αρχή της υπεροχής της ουσίας έναντι του τύπου (26).

1.30.

Το θέμα αυτό ήρθε στο φως για πρώτη φορά στις αρχές του 2011. Το νομικό πλαίσιο για την επιμερισμένη διαχείριση δεν απαιτεί ότι τα σχετικά ποσά που καταβάλλονται ως προκαταβολές πρέπει να ζητηθούν από την Επιτροπή σε χωριστή δήλωση δαπανών, ούτε απαιτεί την περιοδική υποβολή ειδικών εκθέσεων σχετικά με τη χρησιμοποίησή τους από τον τελικό δικαιούχο. Βλ. επίσης τις απαντήσεις στα σημεία 1.31 και 1.32.

Μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής

1.31.

Οι συνεισφορές στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής (ΜΧΤ) αποτελούν το σημαντικότερο στοιχείο αυτού του προβλήματος. Οι σχετικοί κανονισμοί στους τομείς της συνοχής και της αγροτικής ανάπτυξης (27) προβλέπουν ότι οι δηλώσεις δαπανών περιλαμβάνουν πληρωμές που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων για τη σύσταση κεφαλαίων που προορίζονται για την εφαρμογή ΜΧΤ ή τη συνεισφορά σε αυτά. Η Επιτροπή υιοθέτησε την πρακτική λογιστικής καταχώρισης στο ακέραιο των ποσών που δηλώνουν τα κράτη μέλη ως δαπάνες στον λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος, σαν να επρόκειτο για οριστική τακτοποίηση απαίτησης.

1.31.

Ελλείψει πληροφοριών για πληρωμές προς τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, που σύμφωνα με την ισχύουσα νομική βάση δεν απαιτούνται από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή δεν είχε κατά πρώτο λόγο άλλη επιλογή από το να θεωρήσει τις εν λόγω πληρωμές ως δαπάνες.

Με βάση τις πληροφορίες που ζήτησε και έλαβε από κράτη μέλη τον Ιούνιο του 2011, η Επιτροπή ενέγραψε τις πληρωμές προς τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής ως στοιχεία του ενεργητικού στους λογαριασμούς του 2010, συμπεριλαμβανομένων των συγκριτικών στοιχείων για το 2009. Βλ. σημεία 2.5, 2.9, 2.10 και 3.4 των ενοποιημένων λογαριασμών που περιλαμβάνουν όλα τα λεπτομερή στοιχεία. Βλ. επίσης απάντηση στο σημείο 1.32.

1.32.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις τομεακές ρυθμίσεις, οι αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται να υποβάλλουν τελική δήλωση σχετικά με τη χρήση των προπληρωμών αυτών, υπό μορφή δανείων ή εγγυήσεων που παρέχονται στους τελικούς δικαιούχους ή επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου υπέρ αυτών, μόνον μεταγενέστερα (συνήθως στο τέλος της περιόδου προγραμματισμού). Συνεπώς, το 2010 η Επιτροπή δεν διέθετε πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν από τα ΜΧΤ, και μόνον αφότου προέκυψε το εν λόγω πρόβλημα στις αρχές του 2011 μπόρεσε να συγκεντρώσεις τις αναγκαίες πληροφορίες από τα κράτη μέλη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα 4,8 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου να μην καταχωριστούν ως προχρηματοδοτήσεις στον ισολογισμό των προσωρινών λογαριασμών του 2010 (28).

1.32.

Πρέπει να επισημανθεί ότι οι πληροφορίες που ζητήθηκαν και ελήφθησαν από τα κράτη μέλη δεν αφορούν τα ποσά που πράγματι δαπανήθηκαν από τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, αλλά τα ποσά που χορήγησαν στα εν λόγω μέσα. Λαμβάνοντας υπόψη το κριτήριο κόστους-οφέλους, η Επιτροπή προέβη σε εκτίμηση των μη χρησιμοποιηθέντων ποσών σε γραμμική βάση και τα αναταξινόμησε ως στοιχεία του ενεργητικού.

Τα στοιχεία του ενεργητικού που ανέρχονται συνολικά σε 4,8 δισεκατ. ευρώ θα αποσβεστούν εξ ολοκλήρου μέχρι τα τέλη του 2015, δυνάμει της εφαρμογής της τρέχουσας νομοθετικής βάσης.

Βλ. επίσης απάντηση στο σημείο 4.32.

Άλλα καθεστώτα ενισχύσεων

1.33.

Επιπλέον, ορισμένα άλλα καθεστώτα ενισχύσεων επιτρέπουν τη χορήγηση ταμειακών προκαταβολών σε δικαιούχους πριν από την υποβολή των τελικών δηλώσεων δαπανών. Στην πράξη, ο χειρισμός και αυτών των δαπανών γίνεται επίσης σαν να επρόκειτο για οριστικές δαπάνες. Συνεπώς, ούτε καταχωρίζονται λογιστικά ούτε εγγράφονται στον ισολογισμό. Η Επιτροπή αντιμετωπίζει δυσχέρειες στον προσδιορισμό του σχετικού ποσού.

1.33.

Όσον αφορά τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που προαναφέρονται, για τα καθεστώτα ενισχύσεων η νομική βάση δεν προβλέπει την υποβολή ειδικών εκθέσεων για τα καταβληθέντα ποσά και τη χρησιμοποίησή τους. Η Επιτροπή διαθέτει μέχρι σήμερα ενδείξεις ότι στο πλαίσιο των καθεστώτων ενισχύσεων οι προκαταβολές καταβάλλονται για περίοδο μικρότερης διάρκειας σε σχέση με εκείνη των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής. Οι εγγενείς μετακινήσεις που οφείλονται στην κανονική δραστηριότητα και στην καθυστερημένη δήλωση των οριστικών δαπανών, δυσχεραίνουν τον ποσοτικό προσδιορισμό της δημοσιονομικής επίπτωσης των προκαταβολών αυτών.

Βλ. επίσης απάντηση στο σημείο 1.36.

Μέτρα που έλαβε η Επιτροπή

1.34.

Η Επιτροπή επεδίωξε να συγκεντρώσει επαρκή πληροφοριακά στοιχεία για τους οριστικούς λογαριασμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη στο τέλος Ιουνίου 2011, η συνεισφορά της ΕΕ στα ποσά των ΜΧΤ ανέρχεται σε 6,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Βάσει της εκτίμησης των ποσών που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί από τα ΜΧΤ στις 31.12.2010, οι σημαντικότερες προσαρμογές που έπρεπε να πραγματοποιηθούν ήταν αναταξινομήσεις από τις δαπάνες στα στοιχεία ενεργητικού για τους λογαριασμούς του 2009 και του 2010 (βλέπε σημειώσεις 2.5, 2.9, 2.10 και 3.4 των λογαριασμών για το 2010, προς επεξήγηση των προσαρμογών που πραγματοποιήθηκαν).

 

Συμπεράσματα και συστάσεις

1.35.

Η Επιτροπή διόρθωσε σημαντικά προβλήματα που αφορούσαν την πληρότητα των προχρηματοδοτήσεων, μέσω λογιστικής καταχώρισης σε χωριστά οικονομικά έτη και προσαρμογών (βλέπε σημείο 1.34). Ωστόσο, η έλλειψη ενημερωμένων πληροφοριών σχετικά με τα κονδύλια της ΕΕ που πράγματι χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη μειώνει σημαντικά τη χρησιμότητα των λογιστικών πληροφοριών για τους σκοπούς της διαχείρισης, ιδίως για την Επιτροπή στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων της σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

1.35.

Η Επιτροπή επιθυμεί να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στον όγκο και στη σημασία των πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν για τις συνεισφορές που καταβλήθηκαν στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, γεγονός που συνιστά σημαντικό βήμα για πιο ακριβείς λογιστικές πληροφορίες.

1.36.

Η Επιτροπή πρέπει να λάβει περαιτέρω μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται η διαθεσιμότητα των αναγκαίων πληροφοριών, ο συνεπής χειρισμός των πράξεων στους λογαριασμούς και η τήρηση, από όλες τις γενικές διευθύνσεις πλήρων, ακριβών και ενημερωμένων λογιστικών εγγραφών.

1.36.

Η λογιστική μεταχείριση που εφαρμόστηκε και στις τέσσερις ΓΔ της επιμερισμένης διαχείρισης ήταν ενιαία και σύμφωνη με τη νομική βάση. Επιπλέον, κατά το στάδιο αυτό δεν θα ήταν εφικτό να αλλάξει η λογιστική μεταχείριση που εφαρμόζεται στις δηλώσεις δαπανών που υποβάλουν τα κράτη μέλη. Αντίθετα, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να προβαίνει σε εκτίμηση των μη χρησιμοποιηθέντων ποσών στο τέλος του έτους και να πραγματοποιεί την απαιτούμενη λογιστική προσαρμογή.

Πρέπει να εξεταστεί η σχέση κόστους αποδοτικότητας καθώς η Επιτροπή πρέπει να φροντίσει ώστε η απαιτούμενη από τους δικαιούχους κοινοποίηση των προκαταβολών να μην καταστεί εξαιρετικά περίπλοκη και δαπανηρή για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Η Επιτροπή έχει ήδη προτείνει κατάλληλη τροποποίηση της ισχύουσας τομεακής νομικής βάσης μέσω του κανονισμού για τα διαθρωτικά ταμεία. Εξάλλου, θα συμπεριλάβει κατάλληλες διατάξεις στις προτάσεις για τις μελλοντικές νομικές βάσεις.

1.37.

Λαμβανομένης υπόψη της αυξημένης χρήσης προχρηματοδοτήσεων στον προϋπολογισμό της ΕΕ και των νέων ειδών χρηματοπιστωτικών μέσων, επείγει η Επιτροπή να επανεξετάσει τον σχετικό λογιστικό κανόνα, προκειμένου να παράσχει κατάλληλη καθοδήγηση σχετικά με τη βεβαίωση και την εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων. Η αναθεώρηση αυτή πρέπει να συνοδευθεί από ενίσχυση της εποπτείας (29).

1.37.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της προχρηματοδότησης που παρέχεται στο πλαίσιο της εξωτερικής ενίσχυσης και των εσωτερικών πολιτικών και των προπληρωμών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι η διευθέτηση της εκκαθάρισης των προχρηματοδοτήσεων πριν από τις τελικές πληρωμές, δεν αποτελεί απλά ζήτημα λογιστικής καθοδήγησης. Στην πράξη τούτο σημαίνει την επιστροφή των ποσών των ενδιάμεσων δηλώσεων δαπανών των οποίων πρέπει να επαληθευτεί αρχικά ο βαθμός συμμόρφωσης με περίπλοκους κανόνες επιλεξιμότητας. Τούτο δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ουσιαστική αύξηση του διοικητικού φόρτου εργασίας, τόσο για τους δικαιούχους όσο και για τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

Επιπλέον, θα απαιτούνταν αλλαγές στον δημοσιονομικό κανονισμό και στην τομεακή νομοθεσία που, επί του παρόντος, επιτρέπουν διαδοχικές προχρηματοδοτήσεις με βάση την πρόοδο που σημειώνεται στις επιχορηγούμενες ενέργειες. Η Επιτροπή έχει ήδη προτείνει στο πλαίσιο της αναθεώρησης του σχετικού άρθρου του δημοσιονομικού κανονισμού, να καταστεί υποχρεωτική η τακτική εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων.

Τέλος, η Επιτροπή θα ήθελε να επισημάνει ότι κατά τη διάρκεια του 2010 και του 2011 οι υπηρεσίες λογιστικής του οργάνου παρείχαν καθοδήγηση, κατάρτιση και οργανωμένα εργαστήρια για την προχρηματοδότηση, και οι ενέργειες αυτές θα συνεχιστούν.

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

1.38.

Στο παρόν τμήμα παρουσιάζεται συνοπτικά η εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ κατά το 2010.

 

Πιστώσεις του προϋπολογισμού για αναλήψεις υποχρεώσεων και πληρωμές

1.39.

Οι συνολικές πιστώσεις που ήταν διαθέσιμες το 2010, λαμβανομένων υπόψη των πιστώσεων που είχαν μεταφερθεί (30), των εσόδων με ειδικό προορισμό (31) και των διορθωτικών προϋπολογισμών (32), ανέρχονται σε 147,3 δισεκατομμύρια ευρώ όσον αφορά τις αναλήψεις υποχρεώσεων και σε 130,5 δισεκατομμύρια ευρώ όσον αφορά τις πληρωμές, ήτοι αύξηση κατά 0,9 % και 4,8 % αντίστοιχα σε σύγκριση με τις συνολικές πιστώσεις που ήταν διαθέσιμες το 2009 (βλέπε διαγράμματα III και IV του παραρτήματος της παρούσας ετήσιας έκθεσης).

 

1.40.

Οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος υπερέβησαν κατά 0,6 δισεκατομμύρια ευρώ το ανώτατο όριο του δημοσιονομικού πλαισίου, λόγω της χρησιμοποίησης κεφαλαίων σχετικά με τα οποία επιτρέπεται η υπέρβαση του είδους αυτού (33). Οι συνολικές πιστώσεις πληρωμών υπολείπονταν αυτού του ανωτάτου ορίου κατά 11,4 δισεκατομμύρια ευρώ.

 

Ποσοστά εκτέλεσης του προϋπολογισμού

1.41.

Η Επιτροπή εκδίδει σειρά εγγράφων που περιέχουν, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (34):

1.41.

Το πλεόνασμα του προϋπολογισμού ανερχόταν, στο τέλος του 2010, σε 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ (το 2009: 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ).

 

Τα ποσοστά χρησιμοποίησης των αναλήψεων υποχρεώσεων και των πληρωμών ήταν 99 % και 97 % αντίστοιχα.

 

Το 2010 αποδεσμεύθηκαν σωρευθείσες εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων ύψους 3,3 δισεκατομμυρίων ευρώ (το 2009: 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ). Η αύξηση των αποδεσμεύσεων απορρέει, κυρίως, από τον τίτλο 04 — Απασχόληση και κοινωνικές υποθέσεις (1,4 δισεκατομμύρια ευρώ).

το 2010, η ΓΔ EMPL παρέλαβε τις τελικές αιτήσεις του ΕΚΤ για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006. Σε προγράμματα για τα οποία το συνολικό ποσό που δηλώθηκε ήταν χαμηλότερο από τον δημοσιονομικό προγραμματισμό, η ΓΔ EMPL αποδέσμευσε τις πλεονάζουσες εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων (RAL).

Πιστώσεις πληρωμών που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί, ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, (εξαιρουμένων των εσόδων για ειδικό προορισμό (35)) μεταφέρθηκαν από το 2010 στο 2011.

 

Όσον αφορά τους τομείς πολιτικής Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη (τίτλος 05), Συνοχή (τίτλοι 04 και 13) και Αλιεία και θαλάσσιες υποθέσεις (τίτλος 11), το συνολικό ποσοστό χρησιμοποίησης των πιστώσεων πληρωμών ανήλθε σε 98 %.

 

Στον τομέα πολιτικής Περιφερειακή πολιτική, οι πιστώσεις πληρωμών ήταν υψηλότερες από τις προβλεφθείσες (106 % του αρχικού προϋπολογισμού). Η υπέρβαση αυτή χρηματοδοτήθηκε από μεταφορές ανερχόμενες σε 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ, κυρίως από τους τίτλους 04 (Απασχόληση και κοινωνικές υποθέσεις) και 05 (Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη), σχετικά με τους οποίους το ποσό των πληρωμών ήταν χαμηλότερο από το αναμενόμενο, λόγω διακοπής και αναστολής των πληρωμών για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ποσοστό εκτέλεσης 88 %), της αίτησης χαμηλότερων ποσών στον τομέα της Αγροτικής ανάπτυξης (ποσοστό εκτέλεσης 94 %) ή λόγω βραδύτητας κατά το κλείσιμο των προγραμμάτων (36).

η εκτέλεση του ΕΚΤ το 2010 ανήλθε σε ποσοστό μόνο 88 % λόγω παγώματος ορισμένων πληρωμών μετά από τον εντοπισμό σοβαρών συστημικών αδυναμιών ή παρατυπιών κατά τη δραστηριότητα ελέγχου ορισμένων προγραμμάτων της περιόδου 2000-2006 (αναστολές πληρωμών) και 2007-2013 (διακοπές πληρωμών). Για ορισμένα ισπανικά, γαλλικά και ιταλικά προγράμματα της περιόδου 2000-2006, για τα οποία οι πιστώσεις πληρωμών μεταφέρθηκαν από το 2009 στο 2010 και παρέμειναν παγωμένες κατά το εν λόγω στάδιο, οι διαδικασίες δημοσιονομικής αναστολής και διόρθωσης θα συγχωνευθούν με τις τελικές πληρωμές των οποίων η επεξεργασία πραγματοποιείται στο πλαίσιο των δηλώσεων εκκαθάρισης 2000-2006 (όλες οι υποθέσεις εκτός μίας). Σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό, η μεταφορά πιστώσεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε άλλη γραμμή του προϋπολογισμού και ως εκ τούτου οι πιστώσεις παρέμειναν αχρησιμοποίητες το 2010.

1.42.

Κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 2010 τροποποιήθηκαν οι σχετικοί κανονισμοί (37) προκειμένου να χορηγηθούν επιπλέον προχρηματοδοτήσεις για τις διαρθρωτικές ενέργειες σχετικά με την περίοδο 2007-2013. Βάσει της τροποποίησης των κανονισμών, πραγματοποιήθηκαν στα κράτη μέλη που επλήγησαν ιδιαίτερα από την οικονομική κρίση επιπλέον προπληρωμές, όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο ύψους 371 εκατομμυρίων ευρώ, όσον αφορά το Ταμείο Συνοχής ύψους 404 εκατομμυρίων ευρώ και όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας ύψους 0,8 εκατομμυρίων ευρώ. Όσον αφορά τον τομέα Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη, κατά το οικονομικό έτος 2010 καταβλήθηκαν επιπλέον ποσά προχρηματοδοτήσεων στα κράτη μέλη, ύψους 401 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να υπάρχει η κατάλληλη νομική βάση. Στο κεφάλαιο 3 αναφέρεται ότι υπάρχει σφάλμα νομιμότητας και κανονικότητας σχετικά με το ποσό αυτό (38).

1.42.

Οι προπληρωμές ύψους 401 εκατομμυρίων ευρώ για αγροτική ανάπτυξη δεν αντιπροσωπεύουν παράτυπες πληρωμές προς τους τελικούς δικαιούχους. Εξάλλου, η είσπραξη των εν λόγω ποσών συνεχίζεται και θα ολοκληρωθεί μέχρι τα τέλη του 2011.

Εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων

1.43.

Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν στις ανοικτές αναλήψεις υποχρεώσεων που δεν έχουν ακόμη πληρωθεί ή/και αποδεσμευθεί (39), αυξήθηκαν κατά 17 δισεκατομμύρια ευρώ (9,7 %) για να φθάσουν τα 194 δισεκατομμύρια ευρώ, κυρίως στους τομείς πολιτικής που χρηματοδοτούνται με διαχωριζόμενες πιστώσεις (40), και αντιστοιχούν στο ισότιμο διαχωριζόμενων αναλήψεων υποχρεώσεων 2,2 ετών ή διαχωριζόμενων πληρωμών 2,8 ετών, βάσει του ποσοστού εκτέλεσης για το 2010, στους αντίστοιχους τομείς πολιτικής.

1.43.-1.44.

Εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων απορρέουν από τη συνήθη διαχείριση των πολυετών προγραμμάτων και από την αύξηση του συνολικού επιπέδου των νέων αναλήψεων υποχρεώσεων. Όσον αφορά τα διαρθρωτικά ταμεία, το μέγεθος των RAL ελέγχεται βάσει του κανόνα ν + 2 / ν + 3 ο οποίος ορίζεται από τις αντίστοιχες κανονιστικές ρυθμίσεις. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα, το προσδοκώμενο επίπεδο RAL πρέπει να ισοδυναμεί με δύο ή τρία έτη αναλήψεων υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, οι περισσότερες από τις τρέχουσες εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων είναι «κανονικές» δυνάμει των υποκειμένων κανόνων. Εξάλλου, η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή ενημερώνεται σε ετήσια βάση για τις εν δυνάμει μη φυσιολογικές εκκρεμούσες αναλήψεις υποχρεώσεων. Η Επιτροπή παρακολουθεί τις αναλήψεις υποχρεώσεων που χρειάζεται να αποδεσμευτούν.

Image

1.44.

Οι περισσότερες εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων παρατηρούνται στην ομάδα πολιτικής Συνοχή (βλέπε γράφημα 1.2 ). Στον τομέα αυτό, οι εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων ανήλθαν σε 128 δισεκατομμύρια ευρώ (41) (στο 66 % περίπου του συνολικού ποσού), και αντιστοιχούν σε αναλήψεις υποχρεώσεων 2,6 ετών ή σε πληρωμές 3,4 ετών με ποσοστό εκτέλεσης του 2010. Η μεγαλύτερη πλειονότητα αυτών των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων (113,2 δισεκατομμύρια ευρώ ή το 88 % του συνολικού ποσού) αφορά την τρέχουσα περίοδο 2007-2013. Αυτό καταδεικνύει τον αντίκτυπο των προσπαθειών για την τακτοποίηση των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων με πληρωμές πριν από την εφαρμογή του κανόνα της αυτόματης αποδέσμευσης [κανόνες του ν+ 2/ν+ 3 (42)].

 


(1)  Οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν τον ισολογισμό, τον λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος, τον πίνακα ταμειακών ροών, την κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και σύνοψη των κύριων λογιστικών πολιτικών και άλλες επεξηγηματικές σημειώσεις (συμπεριλαμβανομένης της πληροφόρησης κατά τομέα).

(2)  Οι ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού περιλαμβάνουν τις ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού, καθώς και σύνοψη των αρχών του προϋπολογισμού και άλλες επεξηγηματικές σημειώσεις.

(3)  Οι λογιστικοί κανόνες που εξέδωσε ο υπόλογος της Επιτροπής προκύπτουν από τα διεθνή λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα (International Public Sector Accounting Standards — ΙΡSAS), που εκδίδει η Διεθνής Ομοσπονδία Λογιστών ή, ελλείψει αυτών, από τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (International Accounting Standards — IAS) / διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (International Financial Reporting Standards — IFRS), που εκδίδει ο Οργανισμός Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό, οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις για το οικονομικό έτος 2010 καταρτίζονται (όπως συμβαίνει από το οικονομικό έτος 2005 και εξής) βάσει των εν λόγω λογιστικών κανόνων που εξέδωσε ο υπόλογος της Επιτροπής, με τους οποίους προσαρμόζονται οι αρχές της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση στο ειδικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού εξακολουθούν να βασίζονται, πρωτίστως, στις ταμειακές κινήσεις.

(4)  Βλέπε ΕΕ C 303 της 9.11.2010, σ. 10 έως 12.

(5)  Το ακρωνύμιο προέρχεται από την απόδοση στα γαλλικά «Déclaration d’assurance».

(6)  Βλέπε άρθρο 287 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(7)  Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2010, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1081/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 311 της 26.11.2010, σ. 9) ορίζει ότι οι οριστικοί λογαριασμοί διαβιβάζονται πριν από την 31η Ιουλίου του επόμενου οικονομικού έτους.

(8)  Βλέπε παράρτημα 1.2 , σημείο 1.

(9)  Το μέρος που αφορούσε την έρευνα της πρώην ομάδας πολιτικής Έρευνα, ενέργεια και μεταφορές αναφερόταν προηγουμένως στο κεφάλαιο 5, η πρώην ομάδα πολιτικής Εκπαίδευση και ιδιότητα του πολίτη αναφερόταν προηγουμένως στο κεφάλαιο 7 και η πρώην ομάδα πολιτικής Οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις αναφερόταν προηγουμένως στο κεφάλαιο 8 (για λεπτομέρειες βλέπε σημείο 6.1). Εξάλλου, τα μέρη που αφορούσαν την ενέργεια και τις μεταφορές της πρώην ομάδας πολιτικής Έρευνα, ενέργεια και μεταφορές αναφέρονται τώρα στο κεφάλαιο 4 μαζί με την πρώην ομάδα πολιτικής Συνοχή.

(10)  Όσον αφορά την εμβέλεια του ελέγχου των εσόδων, βλέπε σημεία 2.7 έως 2.13.

(11)  Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου.

(12)  Βλέπε πίνακα 1.2 της παρούσας ετήσιας έκθεσης και παραρτήματα x.1 για τις διάφορες ομάδες πολιτικής, καθώς και σημεία 4.17 έως 4.19 της ετήσιας έκθεσης για το 2009 σχετικά με την ομάδα πολιτικής «Συνοχή».

(13)  Το 2010 η ενέργεια και οι μεταφορές αποτελούν το 7 % της ενοποιημένης ομάδας πολιτικής (βλέπε επίσης υποσημείωση 9).

(14)  Βλέπε επίσης σημείο 1.26 της ετήσιας έκθεσης για το 2009.

(15)  Ο συνολικός αριθμός των επιφυλάξεων μειώθηκε από 20 το 2009 σε 17 το 2010. Σημειωτέον ότι, το 2010, η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Μεταφορών διαιρέθηκε σε δύο γενικές διευθύνσεις (Γενική Διεύθυνση Κινητικότητας και Μεταφορών και Γενική Διεύθυνση Ενέργειας) και, κατά συνέπεια, από τη μεταφερθείσα επιφύλαξη του 2009 προέκυψαν δύο επιφυλάξεις.

(16)  Βλέπε παράρτημα 4.3 .

(17)  Βλέπε σημείο 2.3 της «Ανακοίνωσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο — Συγκεφαλαιωτική έκθεση των επιτευγμάτων της Επιτροπής στον τομέα της διαχείρισης για το 2010», COM(2011) 323 τελικό της 1ης Ιουνίου 2011: «Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής θεωρεί ότι το 2010 η Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή διαδικασίες σχετικά με τη διακυβέρνηση, τη διαχείριση κινδύνων και τους εσωτερικούς ελέγχους, οι οποίες είναι επαρκείς ώστε να παρέχουν εύλογη διασφάλιση για την επίτευξη των δημοσιονομικών της στόχων, εξαιρουμένων εκείνων των τομέων δημοσιονομικής διαχείρισης για τους οποίους οι γενικοί διευθυντές εξέφρασαν επιφυλάξεις στις δηλώσεις αξιοπιστίας τους και με την επιφύλαξη των παρατηρήσεων σχετικά με τη διαχείριση των κινδύνων που αφορούν σφάλματα στις υποκείμενες πράξεις».

(18)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο — Συγκεφαλαιωτική έκθεση των επιτευγμάτων της Επιτροπής όσον αφορά τη διαχείριση του 2010, COM(2011) 323 τελικό της 1ης Ιουνίου 2011.

(19)  Δυνάμει του άρθρου 317 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

(20)  Βλέπε Πράσινο βιβλίο όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής της ΕΕ στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων (οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ).

(21)  Βλέπε σημείο 2.3 του εγγράφου COM(2011) 323 τελικό της 1ης Ιουνίου 2011.

(22)  Βλέπε σημείο 1.31 της ετήσια έκθεσης του Συνεδρίου για το 2009.

(23)  Η διαδικασία διαχωρισμού των οικονομικών ετών αποσκοπεί στο να διασφαλίζεται ότι τόσο τα έσοδα όσο και τις δαπάνες καταχωρίζονται πλήρως και επακριβώς στην ορθή λογιστική περίοδο.

(24)  Βλέπε σημείο 1.28, πρώτη παράγραφος της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2006, σημεία 1.23, δεύτερη παράγραφος, 1.24, δεύτερη παράγραφος και 1.26 της ετήσιας έκθεσης για το 2007, σημείο 1.14 της ετήσιας έκθεσης για το 2008 και σημείο 1.12 της ετήσιας έκθεσης για το 2009.

(25)  Το Συνέδριο, στη γνώμη του αριθ. 6/2010 για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξέφρασε την ανησυχία του για την υπερβολική αύξηση των μη εκκαθαρισθεισών προχρηματοδοτήσεων και τόνισε την ανάγκη λήψης μέτρων.

(26)  Το διεθνές λογιστικό πρότυπο του δημόσιου τομέα (IPSAS) αριθ.1 ορίζει την αρχή αυτή ως εξής: Εάν στις πληροφορίες πρέπει να απεικονίζονται πιστά οι πράξεις και άλλα περιστατικά στην παρουσίαση των οποίων αποσκοπεί, είναι αναγκαίο να καταχωρίζονται λογιστικά και να παρουσιάζονται σύμφωνα με την ουσία τους και την οικονομική τους πραγματικότητα και όχι απλώς σύμφωνα με τη νομική τους μορφή. Η ουσία των πράξεων ή άλλων περιστατικών δεν είναι πάντα σύμφωνη με τη νομική τους μορφή (παράρτημα Α, σελίδα 70 του Εγχειριδίου διεθνών λογιστικών κανόνων του δημόσιου τομέα 2011 — «Handbook of International Public Sector Accounting Pronouncements 2011», τόμος 1). Βλέπε επίσης άρθρο 124 του δημοσιονομικού κανονισμού.

(27)  Βλέπε κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 210 της 31.7.2010, σ. 25), τμήμα 4 άρθρο 44 και κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1828/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 371 της 27.12.2006, σ. 1), τμήμα 8, άρθρα 43 έως 46 για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής, κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ L 277 της 21.10.2005, σ. 1), άρθρο 71 παράγραφος 5 και κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1974/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 368 της 23.12.2006, σ. 15), άρθρα 50 έως 52 για το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης.

(28)  Το ποσό αυτό αποτελείται από μακροπρόθεσμες προχρηματοδοτήσεις (3 820 εκατομμύρια ευρώ) και από βραχυπρόθεσμες προχρηματοδοτήσεις (955 εκατομμύρια ευρώ).

(29)  Βλέπε, επίσης, σημείο 1.43 της ετήσιας έκθεσης για το 2008.

(30)  Οι μεταφερθείσες πιστώσεις από το 2009 ανέρχονται σε 0,3 δισεκατομμύρια ευρώ σχετικά με τις αναλήψεις υποχρεώσεων και σε 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ σχετικά με τις πληρωμές.

(31)  Τα έσοδα για ειδικό προορισμό ανέρχονται το 2010 (βλέπε επίσης υποσημείωση 35) σε 5,4 δισεκατομμύρια ευρώ σχετικά με τις αναλήψεις υποχρεώσεων και σε 5,8 δισεκατομμύρια ευρώ σχετικά με τις πληρωμές.

(32)  Οι οκτώ διορθωτικοί προϋπολογισμοί που εγκρίθηκαν το 2010 οδήγησαν σε συνολική αύξηση των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων κατά 99 εκατομμύρια ευρώ και των πιστώσεων για πληρωμές κατά 19 εκατομμύρια ευρώ.

(33)  Σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (ΕΕ C 139 της 14.6.2006, σ. 1), ορισμένες πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων, όπως το αποθεματικό επείγουσας βοήθειας, το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο για την εξισορρόπηση της παγκοσμιοποίησης, μπορούν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό επιπλέον των ανωτάτων ορίων.

(34)  Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2010 παρέχονται στο μέρος II των ετήσιων λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οικονομικό έτος 2010, στα έγγραφα της Επιτροπής (Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού) «Έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση που συνοδεύει τους λογαριασμούς των Κοινοτήτων — οικονομικό έτος 2010», καθώς και στην έκθεση σχετικά με την «Ανάλυση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής το 2010».

(35)  Στα έσοδα για ειδικό προορισμό συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι επιστροφές από την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, τα οποία διατίθενται εκ νέου στο κονδύλιο του προϋπολογισμού από το οποίο προέρχονταν, οι συνεισφορές των μελών της ΕΖΕΣ οι οποίες προσαυξάνουν συγκεκριμένα κονδύλια του προϋπολογισμού ή έσοδα προερχόμενα από τρίτους στις περιπτώσεις συμφωνιών οι οποίες συνεπάγονται οικονομική συνεισφορά σε δραστηριότητες της ΕΕ.

(36)  «Έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση που συνοδεύει τους λογαριασμούς των Κοινοτήτων — οικονομικό έτος 2010».

(37)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1198/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 223 της 15.8.2006, σ. 1) και κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1083/2006.

(38)  Βλέπε σημεία 3.13, 3.15 και 3.22.

(39)  Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων προκύπτουν ως άμεση συνέπεια των διαχωριζόμενων δαπανών, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα προγράμματα δαπανών απαιτούν σειρά ετών για να ολοκληρωθούν και οι αναλήψεις υποχρεώσεων πραγματοποιούνται σε έτη που προηγούνται των αντίστοιχων πληρωμών. Καθώς η εκκαθάριση των αναλήψεων υποχρεώσεων πραγματοποιείται μέσω των πληρωμών, οι αναλήψεις υποχρεώσεων που υπερβαίνουν σημαντικά τις πληρωμές δημιουργούν μακροπρόθεσμα συσσώρευση εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων, κατάσταση η οποία μετακυλίεται από έτος σε έτος.

(40)  Στον προϋπολογισμό γίνεται διάκριση μεταξύ δύο ειδών πιστώσεων, των μη διαχωριζόμενων πιστώσεων και των διαχωριζόμενων πιστώσεων. Οι μη διαχωριζόμενες πιστώσεις χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δράσεων ετήσιου χαρακτήρα, π.χ. διοικητικών δαπανών. Οι διαχωριζόμενες πιστώσεις καθιερώθηκαν για τη διαχείριση πολυετών δράσεων, και οι σχετικές πληρωμές μπορούν να πραγματοποιούνται τόσο κατά το έτος ανάληψης της σχετικής υποχρέωσης όσο και κατά τα επόμενα έτη. Οι διαχωριζόμενες πιστώσεις χρησιμοποιούνται κυρίως για τα διαρθρωτικά ταμεία και το Ταμείο Συνοχής.

(41)  Όσον αφορά τη Συνοχή βλέπε «Έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση που συνοδεύει τους λογαριασμούς των Κοινοτήτων — οικονομικό έτος 2010», σ. 23 και 36-41.

(42)  Η προθεσμία ν + 2/ν + 3 απαιτεί την αυτόματη αποδέσμευση όλων των κεφαλαίων που δεν έχουν δαπανηθεί ή δεν καλύπτονται από αίτηση πληρωμής στο τέλος του δεύτερου/τρίτου έτους το οποίο έπεται του έτους καταλογισμού. Στο πλαίσιο των μέτρων της «τρίτης απλούστευσης», ο κανόνας του ν+ 2/ν+ 3 τροποποιήθηκε τελευταία για τις αναλήψεις υποχρεώσεων του 2007 σχετικά με το Ταμείο Συνοχής (βλέπε κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1083/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 539/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 158 της 24.6.2010, σ. 1)). Ωστόσο, αυτό δεν είχε σημαντικό αντίκτυπο στο ποσοστό χρησιμοποίησης των πιστώσεων πληρωμών.

(43)  Οι τίτλοι 14 και 24 έως 31 του τμήματος III του γενικού προϋπολογισμού, οι οποίοι αφορούν πρωτίστως τις διοικητικές δαπάνες, περιλαμβάνονται στο τμήμα του κεφαλαίου 7 που αναφέρεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(44)  Οι διοικητικές δαπάνες αφαιρούνται από τις σχετικές ομάδες πολιτικής και παρουσιάζονται χωριστά υπό ειδικό τίτλο. Κατά συνέπεια, υπάρχουν διαφορές σε σύγκριση με τα κεφάλαια 3 έως 6.

(45)  Η συχνότητα σφαλμάτων αντιστοιχεί στο ποσοστό του δείγματος που περιέχει προσδιορίσιμα και μη προσδιορίσιμα ποσοτικώς σφάλματα.

(46)  Τα συστήματα κατατάσσονται ως «μερικώς αποτελεσματικά» στις περιπτώσεις όπου κρίθηκε ότι ορισμένοι μηχανισμοί ελέγχου λειτουργούν επαρκώς, ενώ άλλοι όχι. Κατά συνέπεια, στο σύνολό τους, ενδεχομένως να μην επιτυγχάνουν τον περιορισμό σε αποδεκτό επίπεδο των σφαλμάτων που περιέχουν οι υποκείμενες πράξεις. Για λεπτομέρειες βλέπε το τμήμα «Εμβέλεια και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου» των κεφαλαίων 2 έως 7.

(47)  Δαπάνες που αποδόθηκαν (βλέπε σημείο 3.16).

(48)  Δαπάνες που αποδόθηκαν (βλέπε σημείο 4.23).

(49)  Οι διαφορές μεταξύ των πληρωμών κατά το 2010 (122 231 εκατομμύρια ευρώ — βλέπε πίνακα 1.1 ) και του συνολικού ποσού του συνόλου του ελεγχθέντος πληθυσμού στο πλαίσιο της κανονικότητας των πράξεων αντιστοιχούν στις προπληρωμές που πραγματοποιήθηκαν για τις ομάδες πολιτικής Γεωργία και φυσικοί πόροι (851 εκατομμύρια ευρώ) και Συνοχή, ενέργεια και μεταφορές (3 074 εκατομμύρια ευρώ) (βλέπε σημεία 3.16 και 4.23).

(50)  Δεν περιλαμβάνονται οι προπληρωθείσες δαπάνες για τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, ύψους 4 775 εκατομμυρίων ευρώ το 2010 και 2 153 εκατομμυρίων ευρώ το 2009 (βλέπε σημεία 1.31 έως 1.33).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1.1

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

ΜΕΡΟΣ 1 —     Μεθοδολογία και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών

1.

Προκειμένου να αξιολογείται εάν οι ενοποιημένοι λογαριασμοί, οι οποίοι περιλαμβάνουν τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και τις ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού (1), παρέχουν ακριβοδίκαιη εικόνα, από κάθε ουσιώδη πλευρά, της οικονομικής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των αποτελεσμάτων των πράξεων και των ταμειακών ροών στο τέλος του οικονομικού έτους, τα κύρια κριτήρια αξιολόγησης είναι τα εξής:

α)   νομιμότητα και κανονικότητα: οι λογαριασμοί καταρτίζονται σύμφωνα με τους κανόνες και οι πιστώσεις του προϋπολογισμού είναι διαθέσιμες·

β)   πληρότητα: όλες οι πράξεις εσόδων και δαπανών, καθώς και όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού (συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων εκτός ισολογισμού) που αφορούν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο καταχωρίζονται στους λογαριασμούς·

γ)   πραγματικότητα των πράξεων και ύπαρξη των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού: οι πράξεις εσόδων και δαπανών αιτιολογούνται από κάποιο γεγονός που αφορά την ελεγχόμενη μονάδα και την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, ενώ τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού υπάρχουν κατά την ημερομηνία του ισολογισμού και ανήκουν στην ελεγχόμενη μονάδα·

δ)   μέτρηση και αποτίμηση: οι πράξεις εσόδων και δαπανών, καθώς και τα στοιχεία του ενεργητικού ή του παθητικού, καταχωρίζονται στους λογαριασμούς με την κατάλληλη αξία, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της σύνεσης·

ε)   παρουσίαση των πληροφοριών: οι πράξεις εσόδων και δαπανών, καθώς και τα στοιχεία του ενεργητικού ή του παθητικού, παρουσιάζονται και περιγράφονται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους λογιστικούς κανόνες και συμβάσεις, καθώς και σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας.

2.

Ο έλεγχος συνίσταται στα εξής βασικά στοιχεία:

α)

ενημέρωση της αξιολόγησης του περιβάλλοντος του λογιστικού ελέγχου·

β)

έλεγχος της λειτουργίας των βασικών λογιστικών διαδικασιών, καθώς και της διαδικασίας κλεισίματος του οικονομικού έτους·

γ)

αναλυτικοί έλεγχοι (συνάφεια και ευλογοφάνεια) των κύριων λογιστικών στοιχείων·

δ)

αναλύσεις και συμφωνίες λογαριασμών και/ή υπολοίπων και

ε)

έλεγχοι επαλήθευσης των αναλήψεων υποχρεώσεων, των πληρωμών και συγκεκριμένων στοιχείων του ισολογισμού, βάσει αντιπροσωπευτικών δειγμάτων.

ΜΕΡΟΣ 2 —     Μεθοδολογία και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου σχετικά με την κανονικότητα των πράξεων

3.

Ο τρόπος προσέγγισης που υιοθετεί το Συνέδριο για τον έλεγχο της κανονικότητας των υποκειμένων στους λογαριασμούς πράξεων συνίσταται:

σε άμεσους δοκιμαστικούς ελέγχους πράξεων σε κάθε τομέα εσόδων ή δαπανών (βλέπε πίνακα 1.1 ), προκειμένου να εξακριβώνεται ο βαθμός της κανονικότητάς τους, και

σε αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που διασφαλίζουν την κανονικότητα των πράξεων.

4.

Τα ανωτέρω συμπληρώνονται με αποδεικτικά στοιχεία προερχόμενα από τις εργασίες άλλων ελεγκτών (εφόσον είναι σχετικές), καθώς και από την ανάλυση των θέσεων της Επιτροπής.

Πώς διενεργεί το Συνέδριο τους δοκιμαστικούς ελέγχους του επί των πράξεων

5.

Ο άμεσος δοκιμαστικός έλεγχος πράξεων στο πλαίσιο κάθε ειδικής αξιολόγησης (κεφάλαια 2 έως 7), βασίζεται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα των εισπράξεων (στην περίπτωση των εσόδων) και των πληρωμών που αφορούν τη σχετική ομάδα πολιτικής (2). Από τον εν λόγω δοκιμαστικό έλεγχο προκύπτει στατιστική εκτίμηση του βαθμού στον οποίο οι πράξεις που περιλαμβάνονται στον σχετικό πληθυσμό είναι παράτυπες.

6.

Το Συνέδριο, προκειμένου να καθορίζει τα μεγέθη των δειγμάτων που είναι αναγκαία για την επίτευξη αξιόπιστου αποτελέσματος, χρησιμοποιεί ένα μοντέλο διασφάλισης του ελέγχου. Αυτό συνεπάγεται εκτίμηση, αφενός, του κινδύνου να περιέχουν οι πράξεις σφάλματα (εγγενής κίνδυνος), και, αφετέρου, του κινδύνου τα συστήματα να μην καθιστούν δυνατή την αποτροπή ή τον εντοπισμό και τη διόρθωση αυτών των σφαλμάτων (επικινδυνότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου).

7.

Οι δοκιμαστικοί έλεγχοι πράξεων συνεπάγονται τη λεπτομερή εξέταση κάθε πράξης που επιλέγεται στο πλαίσιο των δειγμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εξακρίβωσης κατά πόσο η αίτηση ή η πληρωμή υπολογίστηκε ορθά και σύμφωνα με τους κανόνες και κανονισμούς που ισχύουν σχετικά. Το Συνέδριο επιλέγει δείγματα πράξεων που έχουν καταχωριστεί στους λογαριασμούς του προϋπολογισμού, ακολουθεί την πορεία της πληρωμής έως το επίπεδο του τελικού αποδέκτη (π.χ. γεωργού, διοργανωτή μαθημάτων κατάρτισης ή αναδόχου έργου στον τομέα της αναπτυξιακής βοήθειας) και διενεργεί δοκιμαστικούς ελέγχους συμμόρφωσης σε κάθε επίπεδο. Όταν η πράξη (σε οποιοδήποτε επίπεδο) έχει υπολογιστεί εσφαλμένα ή δεν συμμορφώνεται προς κανονιστική απαίτηση ή συμβατική διάταξη, θεωρείται ότι περιέχει σφάλμα.

Πώς αξιολογεί και πώς παρουσιάζει το Συνέδριο τα αποτελέσματα των δοκιμαστικών ελέγχων επί των πράξεων

8.

Σφάλματα στις πράξεις εμφανίζονται για διάφορους λόγους και λαμβάνουν ποικίλες μορφές, ανάλογα με τη φύση της παράβασης και με τον συγκεκριμένο κανόνα ή τη συμβατική απαίτηση που παραβιάζεται. Τα σφάλματα σε επιμέρους πράξεις δεν επηρεάζουν πάντοτε το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε.

9.

Το Συνέδριο κατατάσσει τα σφάλματα ως εξής:

κατά πόσο είναι προσδιορίσιμα ποσοτικώς ή μη προσδιορίσιμα ποσοτικώς, ανάλογα με το εάν είναι δυνατό να μετρηθεί το τμήμα του ποσού που καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε από τον προϋπολογισμό της ΕΕ το οποίο πλήττεται από σφάλμα, και

ανάλογα με τη φύση τους και, πιο συγκεκριμένα, ανάλογα με το εάν αφορούν την επιλεξιμότητα (πληρωμή που δεν πληροί τους κανόνες επιλεξιμότητας), την πραγματική υπόσταση (απόδοση δαπάνης η οποία δεν αποδεικνύεται ότι πραγματοποιήθηκε), ή την ακρίβεια (πληρωμή η οποία υπολογίστηκε εσφαλμένα).

10.

Οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν ένα τομέα όπου το Συνέδριο εντοπίζει συχνά σφάλματα. Η νομοθεσία της ΕΕ σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις συνίσταται, κυρίως, σε σειρά διαδικαστικών απαιτήσεων. Προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση της θεμελιώδους αρχής του ανταγωνισμού που προβλέπει η Συνθήκη, οι συμβάσεις πρέπει να δημοσιεύονται, οι προσφορές πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια, οι συμβάσεις δεν πρέπει να κατακερματίζονται τεχνητά προκειμένου τα αντίστοιχα ποσά να είναι χαμηλότερα από τα κατώτατα όρια κ.λπ..

11.

Για τους σκοπούς του ελέγχου του, το Συνέδριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη μη τήρηση μιας διαδικαστικής απαίτησης. Το Συνέδριο:

α)

θεωρεί «σοβαρά» τα σφάλματα που θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους των κανόνων των δημοσίων συμβάσεων: τήρηση της αρχής του θεμιτού ανταγωνισμού και κατακύρωση της σύμβασης στον υποψήφιο που υπέβαλε την καλύτερη προσφορά (3)·

β)

υπολογίζει ποσοτικά τον αντίκτυπο των «σοβαρών» παραβάσεων των κανόνων σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, θεωρώντας ότι πλήττει τη συνολική αξία της πληρωμής που αφορά τη σύμβαση, δηλαδή προσδιορίσιμο ποσοτικώς σφάλμα που αφορά το 100 % του ποσού (4)·

γ)

θεωρεί τα λιγότερο σοβαρά σφάλματα, τα οποία δεν θίγουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας πρόσκλησης υποβολής προσφορών, ως μη προσδιορίσιμα ποσοτικώς σφάλματα (5).

Όταν λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης στις περιπτώσεις πλημμελούς εφαρμογής των κανόνων που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις, ο τρόπος του ποσοτικού προσδιορισμού που εφαρμόζει το Συνέδριο μπορεί να διαφέρει από εκείνον της Επιτροπής ή των κρατών μελών.

12.

Το Συνέδριο εκφράζει τη συχνότητα εμφάνισης των σφαλμάτων αναφέροντας το ποσοστό των πράξεων του δείγματος που πλήττεται τόσο από προσδιορίσιμα όσο και από μη προσδιορίσιμα ποσοτικώς σφάλματα. Το ποσοστό αυτό αποτελεί ένδειξη του πιθανού εύρους των σφαλμάτων στο πλαίσιο της εκάστοτε ομάδας πολιτικής. Σε περίπτωση που υπάρχει ουσιώδες σφάλμα, οι σχετικές πληροφορίες παρέχονται στα παραρτήματα x.1 των κεφαλαίων 2 έως 7.

13.

Το Συνέδριο, βάσει των σφαλμάτων που έχει προσδιορίσει ποσοτικά, εφαρμόζοντας συνήθεις στατιστικές τεχνικές, εκτιμά το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος (ΠΠΣ) για κάθε ειδική εκτίμηση, καθώς και για το σύνολο των δαπανών του προϋπολογισμού. Το ΠΠΣ είναι ο σταθμισμένος μέσος όρος των εκατοστιαίων ποσοστών σφάλματος που εντοπίστηκαν στο δείγμα (6). Το Συνέδριο εκτιμά, επίσης, εφαρμόζοντας πάλι συνήθεις στατιστικές τεχνικές και με βαθμό εμπιστοσύνης 95 %, το άνοιγμα της ψαλίδας εντός του οποίου κείται το ποσοστό σφάλματος που αφορά τον πληθυσμό για κάθε ειδική εκτίμηση (καθώς και για το σύνολο των δαπανών). Αυτό είναι το μεσοδιάστημα μεταξύ του κατωτάτου ορίου σφάλματος (ΚΟΣ) και του ανωτάτου ορίου σφάλματος (ΑΟΣ) (7) (βλέπε απεικόνιση κατωτέρω).

Image

14.

Το ποσοστό της σκιασμένης ζώνης κάτω από την καμπύλη αποτελεί ένδειξη της πιθανότητας το πραγματικό ποσοστό σφάλματος του πληθυσμού να κείται μεταξύ ΚΟΣ και ΑΟΣ.

15.

Το Συνέδριο, κατά τον σχεδιασμό των ελεγκτικών εργασιών του επιδιώκει να προβλέπει την εφαρμογή διαδικασιών που καθιστούν δυνατή τη σύγκριση του εκτιμώμενου ποσοστού σφάλματος στον πληθυσμό με ένα όριο σημαντικότητας 2 %, καθοριζόμενο κατά το στάδιο του σχεδιασμού. Κατά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του ελέγχου, το Συνέδριο καθοδηγείται από αυτό το όριο σημαντικότητας και, όταν διατυπώνει την ελεγκτική του γνώμη, λαμβάνει υπόψη το είδος και το πλαίσιο των σφαλμάτων, καθώς και τα ποσά που πλήττονται από αυτά.

Πώς αξιολογεί το Συνέδριο τα συστήματα και πώς παρουσιάζει τα σχετικά αποτελέσματα

16.

Τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου καθορίζονται από την Επιτροπή, καθώς και από τα κράτη μέλη και τις δικαιούχους χώρες σε περίπτωση επιμερισμένης ή αποκεντρωμένης διαχείρισης, με σκοπό τη διαχείριση των κινδύνων που επαπειλούν τον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανομένης της κανονικότητας των πράξεων. Ως εκ τούτου, η εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων ως προς τη διασφάλιση της κανονικότητας συνιστά βασική ελεγκτική διαδικασία, ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διατύπωση συστάσεων βελτίωσης.

17.

Κάθε ομάδα πολιτικής διέπεται από πλήθος επιμέρους συστημάτων, όπως και τα έσοδα. Για τον λόγο αυτό, το Συνέδριο επιλέγει συνήθως προς αξιολόγηση, κάθε χρόνο, ένα δείγμα συστημάτων. Τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων των συστημάτων παρουσιάζονται υπό μορφή πίνακα με τίτλο «Αποτελέσματα της εξέτασης των συστημάτων», ο οποίος παρατίθεται στα παραρτήματα x.2 των κεφαλαίων 2 έως 7. Τα συστήματα χαρακτηρίζονται αποτελεσματικά για τον περιορισμό του κινδύνου σφάλματος στις πράξεις, μερικώς αποτελεσματικά (όταν υπάρχουν ορισμένες αδυναμίες που επηρεάζουν τη λειτουργική αποτελεσματικότητα) ή μη αποτελεσματικά (όταν οι αδυναμίες είναι διάχυτες και, ως εκ τούτου, υπονομεύεται πλήρως η λειτουργική αποτελεσματικότητα).

18.

Επιπλέον, και εάν έχουν συγκεντρωθεί αποδεικτικά στοιχεία, το Συνέδριο προβαίνει σε συνολική αξιολόγηση των συστημάτων για την ομάδα πολιτικής (η οποία επίσης παρουσιάζεται στα παραρτήματα x.2 των κεφαλαίων 2 έως 7), στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνεται υπόψη τόσο η αξιολόγηση των επιλεγέντων συστημάτων, όσο και τα αποτελέσματα του δοκιμαστικού ελέγχου των πράξεων.

Πώς αξιολογεί το Συνέδριο τις θέσεις της Επιτροπής και πώς αναφέρει τα σχετικά αποτελέσματα

19.

Όπως ορίζουν τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα, στο Συνέδριο διαβιβάζεται δήλωση πληρότητας εκ μέρους της Επιτροπής, όπου επιβεβαιώνεται ότι η Επιτροπή άσκησε τις αρμοδιότητές της και κοινοποίησε όλες τις πληροφορίες που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν τον ελεγκτή. Το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνει επιβεβαίωση ότι η Επιτροπή γνωστοποίησε κάθε πληροφορία σχετικά με την εκτίμηση του κινδύνου απάτης, κάθε πληροφορία σχετικά με περιπτώσεις απάτης ή περιπτώσεις που υπάρχουν υποψίες για απάτη τις οποίες γνωρίζει η Επιτροπή, καθώς και όλες τις σοβαρές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με νόμους και κανονισμούς.

20.

Εξάλλου, στα κεφάλαια 2 έως 7 λαμβάνονται υπόψη οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των οικείων γενικών διευθύνσεων. Στις εν λόγω εκθέσεις αναφέρεται η επίτευξη των στόχων πολιτικής, καθώς και τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που έχουν τεθεί σε εφαρμογή προκειμένου να διασφαλίζεται η κανονικότητα των πράξεων και η ορθή χρήση των πόρων. Κάθε ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων συνοδεύεται από δήλωση του γενικού διευθυντή η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, το κατά πόσο οι πόροι χρησιμοποιήθηκαν για τον προβλεπόμενο σκοπό, καθώς και κατά πόσο οι ελεγκτικές διαδικασίες διασφαλίζουν την κανονικότητα των πράξεων (8).

21.

Το Συνέδριο αξιολογεί τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και τις δηλώσεις που τις συνοδεύουν, προκειμένου να προσδιορίζει κατά πόσο αντικατοπτρίζουν πιστά τη δημοσιονομική διαχείριση όσον αφορά την κανονικότητα των πράξεων. Το Συνέδριο αναφέρει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης αυτής στο τμήμα «Αξιοπιστία των θέσεων της Επιτροπής» στα κεφάλαια 2 έως 7 και, σε περίπτωση σημαντικών ευρημάτων, διατυπώνοντας παρατήρηση σε συνέχεια των συμπερασμάτων σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων.

Πώς καταλήγει το Συνέδριο στις γνώμες που διατυπώνει στη δήλωση αξιοπιστίας

22.

Το Συνέδριο καταλήγει στη διατύπωση της γνώμης του σχετικά με την κανονικότητα των πράξεων στις οποίες βασίζονται οι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία παρατίθεται στη δήλωση αξιοπιστίας, βάσει του συνολικού ελεγκτικού του έργου το οποίο αναφέρεται στα κεφάλαια 2 έως 7 της παρούσας έκθεσης, συμπεριλαμβανομένης μιας εκτίμησης του διάχυτου χαρακτήρα των σφαλμάτων. Βασικό στοιχείο αποτελεί η εξέταση των αποτελεσμάτων του δοκιμαστικού ελέγχου των πράξεων που αφορούν τις δαπάνες. Συνολικά, σύμφωνα με τη βέλτιστη δυνατή εκτίμηση του Συνεδρίου, το ποσοστό σφάλματος που πλήττει το σύνολο των δαπανών του 2010 είναι της τάξης του 3,7 %. Το Συνέδριο εκτιμά, με επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %, ότι το ποσοστό σφαλμάτων που περιέχει ο σχετικός πληθυσμός κυμαίνεται μεταξύ 2,6 % και 4,8 %. Το ποσοστό σφάλματος που διαπιστώθηκε σε διάφορους τομείς πολιτικής ποικίλλει, όπως αναφέρεται στα κεφάλαια 3 έως 7. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Συνεδρίου τα σφάλματα είναι διάχυτα – πλήττουν την πλειονότητα των τομέων δαπανών. Το Συνέδριο διατυπώνει γενική γνώμη σχετικά με την κανονικότητα των αναλήψεων υποχρεώσεων βάσει πρόσθετου οριζόντιου δείγματος.

Παρατυπία ή απάτη

23.

Η μεγάλη πλειονότητα των σφαλμάτων πηγάζει από την πλημμελή εφαρμογή ή την εσφαλμένη κατανόηση των συχνά περίπλοκων κανόνων των καθεστώτων δαπανών της ΕΕ. Εάν το Συνέδριο έχει λόγους να υποπτεύεται ότι κάποια δραστηριότητα ενέχει τον κίνδυνο απάτης, το αναφέρει στην OLAF, την υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης της Ένωσης, η οποία είναι αρμόδια για τη διεξαγωγή κάθε σχετικής έρευνας. Πράγματι, το Συνέδριο αναφέρει στην OLAF τρεις περίπου περιπτώσεις το χρόνο, βάσει των ελεγκτικών του εργασιών.


(1)  Συμπεριλαμβανομένων των επεξηγηματικών σημειώσεων.

(2)  Επιπλέον, λαμβάνεται οριζόντιο αντιπροσωπευτικό δείγμα αναλήψεων υποχρεώσεων, το οποίο ελέγχεται δοκιμαστικά όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους σχετικούς κανόνες και κανονισμούς.

(3)  Υπάρχουν κατ’ ουσία δύο συστήματα σύναψης συμβάσεων: βάσει της χαμηλότερης προσφοράς ή βάσει της πλέον συμφέρουσας προσφοράς.

(4)  Παραδείγματα προσδιορίσιμου ποσοτικώς σφάλματος: περιορισμένος ανταγωνισμός ή έλλειψη ανταγωνισμού (εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες η δυνατότητα αυτή παρέχεται ρητά από το νομικό πλαίσιο) σχετικά με την κύρια ή τη συμπληρωματική σύμβαση, μη δέουσα αξιολόγηση των προσφορών με αντίκτυπο στο αποτέλεσμα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, ουσιαστική τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής της σύμβασης, κατακερματισμός των συμβάσεων για διάφορα εργοτάξια, που εκπληρούν την ίδια οικονομική λειτουργία. Γενικώς, το Συνέδριο εφαρμόζει διαφορετικό τρόπο προσέγγισης όταν τα όργανα της ΕΕ εφαρμόζουν πλημμελώς τις οδηγίες σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες, λόγω του ότι, κατά γενικό κανόνα, οι σχετικές συμβάσεις εξακολουθούν να είναι έγκυρες. Αυτά τα σφάλματα δεν υπολογίζονται ποσοτικώς στην DAS.

(5)  Παραδείγματα μη προσδιορίσιμου ποσοτικώς σφάλματος: μη δέουσα αξιολόγηση προσφορών χωρίς αντίκτυπο στο αποτέλεσμα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, τυπικές αδυναμίες της πρόσκλησης υποβολής προσφορών ή της συγγραφής υποχρεώσεων, μη τήρηση τυπικών πλευρών των απαιτήσεων σχετικά με τη διαφάνεια.

(6)  Formula, όπου ASI είναι το μέσο διάστημα δειγματοληψίας και i είναι η αρίθμηση των πράξεων στο δείγμα.

(7)  Formula και Formula, όπου t είναι ο συντελεστής διανομής t, n είναι το μέγεθος του δείγματος και s είναι η συνήθης απόκλιση του ποσοστού των σφαλμάτων.

(8)  Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω διαδικασίες, καθώς και σύνδεσμοι με τις πλέον πρόσφατες εκθέσεις διατίθενται στην εξής ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ec.europa.eu/atwork/synthesis/index_en.htm.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1.2

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΕΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν τα προηγούμενα έτη

Πραγματοποιηθείσα πρόοδος

Απάντηση της Επιτροπής

Ανάλυση του Συνεδρίου

1.

Δήλωση πληρότητας του υπολόγου

Δήλωση πληρότητας του υπολόγου

Δήλωση πληρότητας του υπόλογου

Δήλωση πληρότητας του υπολόγου

Ο υπόλογος της Επιτροπής τόνισε στις δηλώσεις πληρότητας ότι οι υπόλογοι ορισμένων ενοποιημένων μονάδων είχαν παραλείψει ή τροποποιήσει τις δηλώσεις. Συγκεκριμένα, δεν παρασχέθηκαν οι απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την επικύρωση των λογιστικών και τοπικών συστημάτων.

Όσον αφορά τους ενοποιημένους λογαριασμούς για το 2010, ο υπόλογος της Επιτροπής:

αναφέρει ότι δεν επικυρώθηκαν ή επικυρώθηκαν μόνον εν μέρει τα λογιστικά ή/και τα τοπικά συστήματα σε τέσσερις οργανισμούς και σε δύο Κοινές Επιχειρήσεις που ενοποιήθηκαν για πρώτη φορά, και υπογραμμίζει ότι οι επικυρώσεις αυτές εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των οικείων υπολόγων,

σημειώνει ότι ένας εκτελεστικός οργανισμός χρησιμοποίησε το πρότυπο του προηγούμενου έτους για τη δήλωση πληρότητας, με αποτέλεσμα να λείπουν ορισμένες πρόσφατα προστεθείσες δηλώσεις.

Ωστόσο, ο υπόλογος της Επιτροπής τονίζει ότι, κατά την άποψή του, τα σημεία αυτά δεν έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους λογαριασμούς της Επιτροπής.

Η αναφερθείσα μη επικύρωση των συστημάτων δεν έχει επίπτωση στην αξιοπιστία των λογαριασμών.

Το Συνέδριο έλαβε υπόψη τη συνολική διασφάλιση που παρέχεται από τη δήλωση πληρότητας του υπολόγου και θα παρακολουθήσει τα συγκεκριμένα ζητήματα κατά τους μελλοντικούς ελέγχους του.

2.

Προχρηματοδοτήσεις, πληρωτέοι λογαριασμοί και διαδικασίες διαχωρισμού των οικονομικών ετών

Προχρηματοδοτήσεις, πληρωτέοι λογαριασμοί και διαδικασίες διαχωρισμού των οικονομικών ετών

Προχρηματοδοτήσεις, πληρωτέοι λογαριασμοί και διαδικασίες διαχωρισμού των οικονομικών ετών

Προχρηματοδοτήσεις, πληρωτέοι λογαριασμοί και διαδικασίες διαχωρισμού των οικονομικών ετών

Όσον αφορά τις προχρηματοδοτήσεις, τους πληρωτέους λογαριασμούς και τον σχετικό διαχωρισμό των οικονομικών ετών, το Συνέδριο εντόπισε λογιστικά σφάλματα χωρίς σημαντική συνολική δημοσιονομική επίπτωση, αλλά με μεγάλη συχνότητα. Το γεγονός αυτό τονίζει την ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης των βασικών λογιστικών δεδομένων σε επίπεδο ορισμένων γενικών διευθύνσεων.

Όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση των ποσών των προχρηματοδοτήσεων, το Συνέδριο εντόπισε επίσης τα εξής προβλήματα:

η εκκαθάριση των εκκρεμών προχρηματοδοτήσεων δεν πραγματοποιείται πάντοτε ορθά. Ορισμένες εκκαθαρίσεις είτε δεν πραγματοποιήθηκαν καθόλου είτε αφορούσαν λανθασμένα ποσά, και

ορισμένες γενικές διευθύνσεις δεν επεξεργάζονται τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη σημειωθείσα πρόοδο και τις σχετικές πραγματοποιηθείσες δαπάνες, ούτε εκκαθαρίζουν την αντίστοιχη προχρηματοδότηση σύμφωνα με την εν λόγω πρόοδο, αλλά χρησιμοποιούν προσεγγίσεις κατά τον καθορισμό του διαχωρισμού των οικονομικών ετών.

Εξάλλου, όσον αφορά τα τιμολόγια και τις δηλώσεις δαπανών, ορισμένες γενικές διευθύνσεις δεν τήρησαν την απαίτηση καταχώρισής τους εντός πέντε εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή τους.

Η Επιτροπή εξακολούθησε να καταβάλλει προσπάθειες για τη βελτίωση της ακρίβειας των λογιστικών στοιχείων της μέσω συνεχιζόμενων δράσεων, όπως το σχέδιο λογιστικής ποιότητας και η επικύρωση των τοπικών συστημάτων.

Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι υπηρεσίες του υπόλογου για βελτίωση της κατάστασης, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι διάφορες γενικές διευθύνσεις στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών και των εξωτερικών ενεργειών εξακολουθούν να καταχωρίζουν εκτιμήσεις στους λογαριασμούς, ακόμη και όταν διαθέτουν επαρκή βάση για την εκκαθάριση των αντίστοιχων προχρηματοδοτήσεων (βλέπε σημείο 1.29).

Με τον έλεγχο που διενήργησε το Συνέδριο σε αντιπροσωπευτικά δείγματα προχρηματοδοτήσεων και τιμολογίων/δηλώσεων δαπανών εντοπίστηκαν εκ νέου σφάλματα με επουσιώδη συνολική δημοσιονομική επίπτωση αλλά με μεγάλη συχνότητα. Επομένως, η Επιτροπή πρέπει να εξακολουθήσει να καταβάλει περαιτέρω προσπάθειες για τη βελτίωση των βασικών λογιστικών δεδομένων σε επίπεδο ορισμένων γενικών διευθύνσεων.

Παρά τις βελτιώσεις που επισημάνθηκαν σχετικά με τον χρόνο που απαιτήθηκε για την καταχώριση των νέων δηλώσεων δαπανών, ορισμένες γενικές διευθύνσεις εξακολουθούν να μην τηρούν πλήρως την απαίτηση καταχώρισης των τιμολογίων και των δηλώσεων δαπανών τους αμέσως.

Βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 1.29.

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να καταβάλλει προσπάθειες για τη βελτίωση της ακρίβειας των λογιστικών στοιχείων της μέσω συνεχιζόμενων δράσεων, όπως τα σχέδια λογιστικής ποιότητας.

Το Συνέδριο θα εξακολουθήσει να παρακολουθεί τα εν λόγω ζητήματα.

Επιπλέον, προέκυψε νέο ζήτημα κατά τον έλεγχο του 2010, όσον αφορά σημαντικό αριθμό περιπτώσεων κατά τις οποίες εξ αρχής η Επιτροπή δεν καταχώρισε ορθά τις πληρωμές ως στοιχεία ενεργητικού στον προϋπολογισμό (π.χ. μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής). Το εν λόγω ζήτημα αντιμετωπίστηκε στους οριστικούς λογαριασμούς, αφότου διαβιβάστηκαν τα πληροφοριακά στοιχεία από τα κράτη μέλη τον Ιούνιο του 2011 (βλέπε σημείο 1.32). Η Επιτροπή έχει προτείνει τροποποίηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου και θα διατυπώσει κατάλληλες προτάσεις για την περίοδο κατόπιν του 2013.

3.

Παρουσίαση στοιχείων που αφορούν τις ανακτήσεις και τις δημοσιονομικές διορθώσεις

Παρουσίαση στοιχείων που αφορούν τις ανακτήσεις και τις δημοσιονομικές διορθώσεις

Παρουσίαση στοιχείων που αφορούν τις ανακτήσεις και τις δημοσιονομικές διορθώσεις

Παρουσίαση στοιχείων που αφορούν τις ανακτήσεις και τις δημοσιονομικές διορθώσεις

Μολονότι η Επιτροπή έλαβε μέτρα προκειμένου να αυξήσει και να βελτιώσει τις πληροφορίες που παρέχει σχετικά με τους διορθωτικούς μηχανισμούς που εφαρμόζονται στον προϋπολογισμό της ΕΕ, οι πληροφορίες εξακολουθούν να μην είναι απολύτως αξιόπιστες, διότι τα κράτη μέλη δεν διαβιβάζουν πάντοτε στην Επιτροπή αξιόπιστες πληροφορίες.

Οι επιτόπιοι έλεγχοι της Επιτροπής κατέδειξαν ότι τα συστήματα για την καταχώρηση και την κοινοποίηση των στοιχείων δεν είναι ακόμη απολύτως αξιόπιστα σε όλα τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή παρακολούθησε τυχόν ασυνέπειες που επισημάνθηκαν στα στοιχεία αυτά και διατύπωσε συστάσεις προς τα κράτη μέλη για βελτιώσεις.

Η αξιοπιστία των σχετικών με τις ανακτήσεις δεδομένων που παραλήφθηκαν από κράτη μέλη έχει βελτιωθεί σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά η Επιτροπή συμφωνεί ότι απαιτείται περαιτέρω βελτίωσή της. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή δρομολόγησε στις αρχές του 2011 έλεγχο των συστημάτων ανακτήσεων των κρατών μελών, βασισμένο στις κοινοποιήσεις που πραγματοποιούνται κάθε έτος έως τις 31 Μαρτίου, με στόχο τη βελτίωση της κοινοποίησης των εθνικών δημοσιονομικών διορθώσεων στην Επιτροπή και τη διασφάλιση της πληρότητας, της ακρίβειας και της επικαιρότητας των κοινοποιούμενων στοιχείων.

Το Συνέδριο θα εξακολουθήσει να παρακολουθεί τα εν λόγω ζητήματα και εμμένει στη θέση του ότι, οσάκις αυτό είναι δυνατό, πρέπει να παρέχεται συμφωνία των σφαλμάτων με τις σχετικές ανακτήσεις ή/και δημοσιονομικές διορθώσεις.

Επιπλέον, πρέπει να εξεταστεί η ανάγκη διευκρίνισης των κατευθυντήριων οδηγιών όσον αφορά τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες, προκειμένου να καθορίζεται το είδος των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνουν και ο τρόπος επεξεργασίας τους.

Όσον αφορά το αίτημα του Συνεδρίου για βελτίωση των κατευθυντήριων οδηγιών όσον αφορά την παρουσίαση στοιχείων για τις ανακτήσεις και τις δημοσιονομικές διορθώσεις, η Επιτροπή εξέδωσε οδηγίες σχετικά με το κλείσιμο, οι οποίες όμως πρέπει να βελτιωθούν περαιτέρω.

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να βελτιώνει τις κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με το κλείσιμο σε σχέση με τη διαδικασία κλεισίματος 2011.

 

Σχετικά με ορισμένους τομείς δαπανών, η Επιτροπή δεν παρέχει πληροφορίες για τη συμφωνία του έτους πραγματοποίησης της σχετικής πληρωμής, με το έτος εντοπισμού του σχετιζόμενου με αυτή σφάλματος και το έτος κατά το οποίο η προκύπτουσα δημοσιονομική διόρθωση αναφέρεται στις σημειώσεις των λογαριασμών.

Εξακολουθούν να μην παρέχονται πληροφορίες για τη συμφωνία των πληρωμών, των σφαλμάτων και των δημοσιονομικών διορθώσεων.

Οι έλεγχοι της Επιτροπής διενεργούνται σε όλες τις δαπάνες και καλύπτουν αρκετά έτη μετά το έτος πραγματοποίησης μιας πληρωμής, κατά κύριο λόγο στο κλείσιμο του προγράμματος. Επίσης, η δημοσιονομική διόρθωση ενδέχεται να είναι το αποτέλεσμα εντοπισμού αδυναμίας στα συστήματα ελέγχου κρατών μελών, περίπτωση στην οποία δεν υφίσταται άμεση σύνδεση με πληρωμές. Ως εκ τούτου δεν είναι ούτε δυνατή ούτε συναφής η συμφωνία του έτους πραγματοποίησης της σχετικής πληρωμής με το έτος κατά το οποίο η δημοσιονομική διόρθωση περιλήφθηκε σε σημείωση των οικονομικών καταστάσεων.

Τα έγγραφα τεκμηρίωσης που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη κατά το κλείσιμο του προγράμματος προσδιορίζονται στο νομικό πλαίσιο. Η διαχειριστική αρχή του επιχειρησιακού προγράμματος φροντίζει να είναι διαθέσιμα προς χρήση από την Επιτροπή όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα που αφορούν τη δαπάνη και τους ελέγχους.

 

Στο τέλος του 2009, διορθώσεις συνολικού ύψους 2,3 δισεκατομμυρίων ευρώ σχετικά με τον τομέα της Συνοχής δεν είχαν πραγματοποιηθεί ακόμη (δηλαδή, «εισπραχθεί», μετά την παραλαβή από την Επιτροπή της απόδοσης μιας δαπάνης ή μετά την αφαίρεση από το κράτος μέλος του σχετικού ποσού από τις αιτήσεις πληρωμής).

Το 2010, όσον αφορά τη Συνοχή, το ποσό των διορθώσεων που δεν είχαν ακόμη πραγματοποιηθεί αυξήθηκε κατά 0,2 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου (ήτοι τα ποσά των διορθώσεων που επιβεβαιώθηκαν/αποφασίστηκαν αλλά δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμη αυξήθηκαν από 2 327 εκατομμύρια ευρώ το 2009 σε 2 516 εκατομμύρια ευρώ το 2010). Το χαμηλό ποσοστό εφαρμογής (71 %) είναι αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης διαδικασίας εκκαθάρισης. Οι αιτήσεις πληρωμής που διαβιβάστηκαν στο τέλος του 2010 δεν έχουν ακόμη εγκριθεί, γεγονός που σημαίνει ότι οι σχετικές δημοσιονομικές διορθώσεις για συνολικό ποσό 2,3 δισεκατομμυρίων ευρώ δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τα αριθμητικά στοιχεία είσπραξης του 2010 (βλέπε σημείωση 6 των λογαριασμών του 2010, τμήμα 6.3.3 «δημοσιονομικές διορθώσεις – σωρευτικά αριθμητικά στοιχεία και ποσοστό εφαρμογής»).

Για ορισμένα προγράμματα της περιόδου 2000-2006, προκύπτουν αμφιβολίες, τόσο από τα αποτελέσματα του Συνεδρίου όσο και της Επιτροπής, σχετικά με την πληρότητα και την αξιοπιστία των στοιχείων που καταχωρίστηκαν και κοινοποιήθηκαν για τις αφαιρέσεις και τις ανακτήσεις. Παρόλο που κατά τους ελέγχους της Επιτροπής διαπιστώθηκαν βελτιώσεις σε όλα τα κράτη μέλη κατά την περίοδο 2007-2010, η Επιτροπή εξακολουθεί να τηρεί επιφυλακτική στάση κατά το κλείσιμο και έχει ζητήσει από όλες τις αρμόδιες για τα προγράμματα αρχές να υποβάλουν εκθέσεις για την εφαρμοζόμενη σε εθνικό επίπεδο παρακολούθηση (συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών διορθώσεων) για όλες τις παρατυπίες που έχουν καταχωριστεί στο βιβλίο οφειλετών για κάθε πρόγραμμα. Η Επιτροπή δεν θα προβεί σε κλείσιμο προγραμμάτων πριν αξιολογήσει ότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι συνεκτικές και πλήρεις.

Όσον αφορά το κανονιστικό πλαίσιο 2007-2013, η αρχή πιστοποίησης πρέπει να αποστέλλει στην Επιτροπή, μέχρι την 31η Μαρτίου του κάθε έτους, δήλωση για το προηγούμενο έτος όσον αφορά τις δημοσιονομικές διορθώσεις. Το νέο αυτό σύστημα διατάξεων κοινοποίησης εξασφαλίζει πιο αξιόπιστες και ενιαίες πληροφορίες σε ηλεκτρονική μορφή (μέσω SFC 2007) για τις διορθώσεις. Επιπλέον, η ΓΔ REGIO και η ΓΔ EMPL αναθεώρησαν τις στρατηγικές τους ελέγχου προκειμένου να συμπεριλάβουν ειδική ενότητα για τον έλεγχο των εθνικών συστημάτων ανακτήσεων που παρουσιάζουν τους περισσότερους κινδύνους, αρχής γενομένης από το δεύτερο εξάμηνο του 2011.

Η Επιτροπή διατηρεί την άποψή της ότι λόγω του πολυετούς χαρακτήρα των διορθωτικών συστημάτων για τα προγράμματα επιμερισμένης διαχείρισης (οι δημοσιονομικές διορθώσεις δεν εφαρμόζονται πάντα το ίδιο έτος της αποδοχής τους από το κράτος μέλος), η συμφωνία των πληρωμών, των σφαλμάτων και των δημοσιονομικών διορθώσεων αποφέρει ελάχιστη προστιθέμενη αξία. Επιπλέον, καθώς το σύστημα δήλωσης δαπανών είναι σωρευτικό καλύπτοντας πολυετή χρονική περίοδο και σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν διορθώσεις συστήματος, η εν λόγω συμφωνία είναι σχεδόν αδύνατη.

 

Μολονότι οι επεξηγηματικές σημειώσεις των ενοποιημένων λογαριασμών περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την πιθανότητα μεταγενέστερης διόρθωσης ορισμένων πληρωμών από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ή από τα κράτη μέλη, εξακολουθούν να μην επισημαίνονται στις σημειώσεις τα ποσά και οι τομείς δαπανών που ενδέχεται να υποβληθούν σε περαιτέρω επαλήθευση και σε διαδικασίες εκκαθάρισης λογαριασμών.

Τα ποσά που υπόκεινται σε περαιτέρω επαλήθευση και εκκαθάριση δεν αναφέρονται ακόμη στις σημειώσεις των ενοποιημένων λογαριασμών (αντίθετα με τα προσδιορίσιμα ποσοτικώς ποσά των δυνητικών ανακτήσεων).

Όπως απαντήθηκε κατά τα προηγούμενα έτη, ο δημοσιονομικός κανονισμός επιτρέπει στην Επιτροπή να ελέγχει όλες τις δαπάνες για περίοδο πολλών ετών μετά το έτος πραγματοποίησης της δαπάνης. Οι λογαριασμοί δεν θα έπρεπε να συνεπάγονται ότι, λόγω των ελέγχων στα μελλοντικά έτη, όλες οι σχετικές δαπάνες παραμένουν υπό αίρεση αποδοχής. Διαφορετικά κάθε δαπάνη του προϋπολογισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωρινή μέχρι τη διενέργεια του εκ των υστέρων ελέγχου ή την παρέλευση της καλούμενης προθεσμίας παραγραφής. Όταν τα ποσά των ενδεχόμενων ανακτήσεων είναι προσδιορίσιμα ποσοτικά, αυτά γνωστοποιούνται στη σημείωση 6 των ενοποιημένων λογαριασμών. Στον τομέα της γεωργίας, λαμβάνεται απόφαση δημοσιονομικής εκκαθάρισης περίπου έξι μήνες μετά το τέλος του εξεταζόμενου οικονομικού έτους, μέσω της οποίας η Επιτροπή καθορίζει το ποσό των δαπανών που αναγνωρίζονται ότι βαρύνουν τον προϋπολογισμό της ΕΕ για εκείνο το έτος. Αυτός ο ρόλος της απόφασης δημοσιονομικής εκκαθάρισης δεν αμφισβητείται από το γεγονός ότι ακολούθως ενδέχεται να επιβληθούν δημοσιονομικές διορθώσεις στα κράτη μέλη μέσω αποφάσεων συμμόρφωσης. Το ποσό των δαπανών το οποίο ενδέχεται να αποκλειστεί από τη χρηματοδότηση ΕΕ μέσω μελλοντικών αποφάσεων συμμόρφωσης γνωστοποιείται σε μια σημείωση των οικονομικών καταστάσεων.

Τόσο τα ποσά των ενδεχόμενων ανακτήσεων που είναι δυνατόν να υπολογιστούν όσο και τα ποσά της δαπάνης που ενδέχεται να αποκλειστούν από τη χρηματοδότηση με μελλοντικές αποφάσεις συμφωνίας εγγράφονται ως απαίτηση (ή καταχωρίζονται ως ενδεχόμενη απαίτηση) στο λογιστικό σύστημα της Επιτροπής και σε σημείωση στις οικονομικές καταστάσεις.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι για τη γεωργία, οι πληροφορίες για τις ανακτήσεις που λαμβάνει από κράτη μέλη είναι αξιόπιστες καθόσον πιστοποιούνται από ανεξάρτητους φορείς πιστοποίησης.

Στη γεωργία, οι αποφάσεις συμφωνίας προσδιορίζουν, για κάθε δημοσιονομική διόρθωση, το έτος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η πληρωμή που αφορά η κάθε διόρθωση.

Οι δημοσιονομικές κοινοποιήσεις στον τομέα της γεωργίας περιλαμβάνουν πληροφορίες για ανακτήσεις που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη καθώς και διορθώσεις που πραγματοποιήθηκαν από την Επιτροπή, το ποσό των διορθώσεων που αποφασίστηκε ανά οικονομικό έτος και ανά ημερολογιακό έτος, τη δημοσιονομική εφαρμογή των εν λόγω διορθώσεων καθώς και τα αντίστοιχα εκταμιευθέντα ποσά για το ΕΓΤΕ και για την αγροτική ανάπτυξη.

 

4.

Μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού του Galileo

Μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού του Galileo

Μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού του Galileo

Μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού του Galileo

Οι συμφωνίες για τη μεταφορά στην Ένωση της ιδιοκτησίας όλων των στοιχείων ενεργητικού που δημιουργήθηκαν, αναπτύχθηκαν ή αποκτήθηκαν για το πρόγραμμα Galileo δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως. Δεδομένου ότι όλες οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι σήμερα θεωρούνται ως δαπάνες στον τομέα της έρευνας, αυτό δεν έχει αντίκτυπο στον ισολογισμό. Ωστόσο, η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει τη διαθεσιμότητα όλων των πληροφοριών τη στιγμή της μεταφοράς, ώστε να διαφυλαχθούν αποτελεσματικά τα στοιχεία ενεργητικού.

Η Επιτροπή συνεργάζεται με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος προκειμένου να διασφαλιστεί ότι, τη στιγμή της μεταφοράς, όλες οι αναγκαίες λογιστικές και τεχνικές πληροφορίες είναι διαθέσιμες για την εξασφάλιση ομαλής διαδοχής. Η μεταφορά αυτή προβλέπεται στο τέλος της φάσης επικύρωσης σε κατάσταση τροχιάς, η οποία αναμένεται το 2012.

Ωστόσο, το Συνέδριο εφιστά την προσοχή στην επιφύλαξη που διατύπωσε ο αρμόδιος γενικός διευθυντής στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του για το 2010 σχετικά με την αξιοπιστία των δημοσιονομικών πληροφοριών που διαβιβάζει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος.

Η Επιτροπή παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την πρόοδο που παρουσιάζει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος στην εφαρμογή του νέου συστήματος λογιστικής και την επακόλουθη βελτίωση των κοινοποιούμενων δημοσιονομικών πληροφοριών.

Το Συνέδριο θα παρακολουθεί το εν λόγω ζήτημα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Έσοδα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή

Ειδικά χαρακτηριστικά του τομέα των εσόδων

Εμβέλεια και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ

Κανονικότητα των πράξεων

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ

Λοιπά έσοδα

Αποτελεσματικότητα των συστημάτων

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

Ίδιοι πόροι προερχόμενοι από τον ΦΠΑ

Εξακολουθούν να υφίστανται επιφυλάξεις που εκκρεμούν από μακρού αλλά οι συσσωρευμένες εκκρεμότητες τελούν υπό εκκαθάριση

Καθυστερήσεις στην παρακολούθηση της εφαρμογής των οδηγιών σχετικά με τον ΦΠΑ

Ίδιοι πόροι βάσει του ΑΕΕ

Γενικές και συγκεκριμένες επιφυλάξεις

Η επαλήθευση των καταλόγων ΑΕΕ στα κράτη μέλη δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη

Διόρθωση υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου

Παραιτήσεις από την είσπραξη απαιτήσεων

Αξιοπιστία των θέσεων της Επιτροπής

Συμπεράσματα και συστάσεις

Συμπεράσματα

Συστάσεις

Παρακολούθηση της ειδικής έκθεσης αριθ. 2/2008 σχετικά με τις δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2.1.

Στο παρόν κεφάλαιο παρουσιάζεται η ειδική εκτίμηση του Συνεδρίου σχετικά με τα έσοδα, τα οποία αποτελούνται από τους ιδίους πόρους και τα λοιπά έσοδα. Βασικά δημοσιονομικά πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τα έσοδα το 2010 παρουσιάζονται στον πίνακα 2.1. Οι ίδιοι πόροι αποτελούν μακράν την κύρια πηγή χρηματοδότησης των δαπανών του προϋπολογισμού (93,8 %). Επίσης, το κεφάλαιο περιλαμβάνει σύνοψη των ενεργειών της Επιτροπής κατόπιν των διαπιστώσεων της ειδικής έκθεσης αριθ. 2/2008 του Συνεδρίου σχετικά με τις δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες.

 

Πίνακας 2.1 —   Έσοδα — Βασικά πληροφοριακά στοιχεία

Τίτλος του προϋπο-λογισμού

Είδος εσόδων

Περιγραφή

Έσοδα 2010

εκατομμύρια ευρώ

%

1

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι (ΠΙΠ)

Τέλη παραγωγής ζάχαρης (Κεφάλαιο 11)

145

0,1

Τελωνειακοί δασμοί (Κεφάλαιο 12)

15 514

12,1

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ

Ίδιοι πόροι που προέρχονται από τον ΦΠΑ (φόρος προστιθέμενης αξίας) του τρέχοντος οικονομικού έτους (Κεφάλαιο 13)

13 393

10,5

Ίδιοι πόροι ΑΕΕ

Ίδιοι πόροι που βασίζονται στο ΑΕΕ (ακαθάριστο εθνικό εισόδημα) του τρέχοντος οικονομικού έτους (Κεφάλαιο 14)

90 948

71,2

Διόρθωση δημοσιονομικών ανισορροπιών

Διόρθωση υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου (Κεφάλαιο 15)

– 128

–0,1

Ακαθάριστη μείωση της ετήσιας εισφοράς που βασίζεται στο ΑΕΕ

Παραχωρηθείσα στις Κάτω Χώρες και τη Σουηδία (Κεφάλαιο 16)

–3

0,0

 

ΣΥΝΟΛΟ ΙΔΙΩΝ ΠΟΡΩΝ

119 869

93,8

3

 

Πλεονάσματα, υπόλοιπα και αναπροσαρμογές

1 460

1,1

4

 

Έσοδα προερχόμενα από πρόσωπα που συνδέονται με τα κοινοτικά όργανα και τους λοιπούς κοινοτικούς οργανισμούς

1 123

0,9

5

 

Έσοδα από τη διοικητική λειτουργία των Οργάνων

388

0,3

6

 

Συνεισφορές και επιστροφές στο πλαίσιο των κοινοτικών συμφωνιών και προγραμμάτων

3 511

2,7

7

 

Τόκοι υπερημερίας και πρόστιμα

1 408

1,1

8

 

Δανειοληπτικές και δανειοδοτικές πράξεις

0,0

9

 

Διάφορα έσοδα

36

0,0

 

 

ΣΥΝΟΛΟ ΛΟΙΠΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

7 926

6,2

Συνολικά έσοδα του οικονομικού έτους

127 795

100,0

Πηγή: Λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2010.

Ειδικά χαρακτηριστικά του τομέα των εσόδων

2.2.

Οι ίδιοι πόροι διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (1): παραδοσιακοί ίδιοι πόροι (δασμοί που εισπράττονται επί των εισαγωγών και τέλη παραγωγής ζάχαρης — ΠΙΠ), ίδιοι πόροι που υπολογίζονται βάσει του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) τον οποίο εισπράττουν τα κράτη μέλη και ίδιοι πόροι που προκύπτουν από το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα (ΑΕΕ) των κρατών μελών.

 

2.3.

Τόσο η βεβαίωση όσο και η είσπραξη των ΠΙΠ πραγματοποιείται από τα κράτη μέλη. Τα τρία τέταρτα των ποσών αυτών καταβάλλονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης, το δε υπόλοιπο 25 % παρακρατείται για την κάλυψη των δαπανών είσπραξης. Κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή μηνιαία κατάσταση των βεβαιωθέντων δικαιωμάτων («λογιστική A»), καθώς και τριμηνιαία κατάσταση των βεβαιωθέντων δικαιωμάτων που δεν περιλαμβάνονται στην πρώτη κατάσταση («λογιστική B») (2).

 

2.4.

Οι ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ είναι εισφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή ενιαίων ποσοστών στις θεωρητικά εναρμονισμένες βάσεις υπολογισμού του ΦΠΑ των κρατών μελών ή στο ΑΕΕ αυτών αντίστοιχα.

 

2.5.

Ορισμένα κράτη μέλη τυγχάνουν μειωμένου συντελεστή καταβολής ΦΠΑ (3) και ακαθάριστης μείωσης της ετήσιας εισφοράς που βασίζεται στο ΑΕΕ τους (4) για τη χρονική περίοδο 2007-2013. Επιπλέον, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου εφαρμόζεται διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών («διόρθωση υπέρ του ΗΒ»), η οποία συνεπάγεται μείωση του ποσού των ιδίων πόρων που καταβάλλει βάσει του ΑΕΕ.

 

2.6.

Αφού ληφθεί υπόψη το σύνολο των ΠΙΠ, των ιδίων πόρων που προέρχονται από τον ΦΠΑ και των λοιπών εσόδων, οι ίδιοι πόροι που βασίζονται στο ΑΕΕ χρησιμοποιούνται για την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού. Τυχόν υποεκτίμηση (ή υπερεκτίμηση) του ΑΕΕ για συγκεκριμένο κράτος μέλος, μολονότι δεν επηρεάζει το σύνολο του ιδίου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ, συνεπάγεται αύξηση (ή μείωση) των εισφορών των λοιπών κρατών μελών, έως ότου διορθωθεί το πρόβλημα.

 

Εμβέλεια και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου

2.7.

Ο τρόπος προσέγγισης και η μεθοδολογία του ελέγχου του Συνεδρίου εν γένει περιγράφονται στο μέρος 2 του παραρτήματος 1.1 . Όσον αφορά τον έλεγχο των εσόδων, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής ειδικά σημεία:

α)

Εξετάστηκε, σε επίπεδο Επιτροπής, αντιπροσωπευτικό στατιστικό δείγμα 55 ενταλμάτων είσπραξης που κάλυπταν όλα τα είδη εσόδων (βλέπε παράρτημα 2.1 ).

β)

Η αξιολόγηση των συστημάτων κάλυψε:

i)

τα συστήματα για τους ΠΙΠ, καθώς και για τους πόρους ΦΠΑ και ΑΕΕ,

ii)

τα συστήματα της Επιτροπής στα οποία στηρίζεται ο υπολογισμός της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ (συμπεριλαμβανομένης εξέτασης του υπολογισμού του οριστικού ποσού για το 2006),

iii)

τα συστήματα για τις παραιτήσεις από την είσπραξη απαιτήσεων που αντιστοιχούν σε εντάλματα είσπραξης, βάσει δείγματος 19 παραιτήσεων (συνολικού ύψους 11 εκατομμυρίων ευρώ) τις οποίες ενέκρινε η Επιτροπή (5) το 2010, επί συνόλου 22 εκατομμυρίων ευρώ,

iv)

τη διαχείριση, εκ μέρους της Επιτροπής, των προστίμων και ποινών.

γ)

Η εξέταση των θέσεων της Επιτροπής κάλυψε την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της ΓΔ BUDG.

 

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

2.8.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου σχετικά με τις υποκείμενες στους λογαριασμούς πράξεις δεν είναι δυνατό να καλύπτει μη δηλωθείσες εισαγωγές ή εισαγωγές που διέλαθαν της τελωνειακής επιτήρησης.

 

2.9.

Το Συνέδριο προέβη σε αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου στην Ιταλία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρες οι οποίες συνεισφέρουν το 38 % περίπου του συνόλου των ΠΙΠ. Εξέτασε τα λογιστικά συστήματα που εφαρμόζουν, καθώς και τη ροή των ΠΙΠ από τη βεβαίωση έως τη δήλωσή τους στην Επιτροπή, προκειμένου να αποκομίσει εύλογη βεβαιότητα σχετικά με την ακρίβεια και την πληρότητα των καταχωρισθέντων ποσών. Οι ελεγκτές διενήργησαν δοκιμαστικούς ελέγχους των βασικών ελέγχων σχετικά με την εφαρμογή προτιμησιακών δασμολογικών συντελεστών, τη χορήγηση της «υπεραπλούστευσης» στους χρήστες των διαδικασιών εκτελωνισμού στον οριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο (απαλλαγή από την υποχρέωση γνωστοποίησης) (6) και τον χειρισμό του κόστους ναύλου και ασφάλισης στα εν λόγω κράτη μέλη.

 

2.10.

Επιπλέον, στην περίπτωση των έξι ενταλμάτων είσπραξης ιδίων πόρων που περιλαμβάνονται στο δείγμα το οποίο αναφέρεται στο σημείο 2.7, το Συνέδριο πραγματοποίησε συμφωνία των επιλεγεισών μηνιαίων καταστάσεων με τα υποκείμενα λογιστικά έγγραφα του αντίστοιχου κράτους μέλους (7).

 

2.11.

Επίσης, το Συνέδριο αξιολόγησε τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των επιθεωρήσεων που πραγματοποίησε η τελευταία στα κράτη μέλη.

 

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ

2.12.

Οι ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ βασίζονται σε στατιστικά στοιχεία, των οποίων οι υποκείμενες πράξεις δεν μπορούν να υποβληθούν σε άμεσο έλεγχο. Ως εκ τούτου, αφετηρία του ελέγχου αποτέλεσε η παραλαβή από την Επιτροπή των μακροοικονομικών μεγεθών που είχαν καταρτίσει τα κράτη μέλη και, στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση των συστημάτων της Επιτροπής για την επεξεργασία των δεδομένων, προκειμένου να προσδιοριστούν τα ποσά που έπρεπε να περιληφθούν στους οριστικούς λογαριασμούς του προϋπολογισμού. Κατ' αυτό τον τρόπο, το Συνέδριο εξέτασε τόσο την κατάρτιση του προϋπολογισμού όσο και την ορθότητα των εισφορών των κρατών μελών.

 

2.13.

Το Συνέδριο πραγματοποίησε αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής, τα οποία αποσκοπούν στην παροχή εύλογης διασφάλισης ότι οι εν λόγω πόροι υπολογίζονται και εισπράττονται ορθώς. Επίσης, ο έλεγχος κάλυψε τη διαχείριση, εκ μέρους της Επιτροπής, των επιφυλάξεων σχετικά με τα δεδομένα για τον ΦΠΑ και το ΑΕΕ, την επαλήθευση από την Επιτροπή των καταλόγων ΑΕΕ στα κράτη μέλη και την παρακολούθηση που αυτή πραγματοποίησε όσον αφορά την εφαρμογή των οδηγιών σχετικά με τον ΦΠΑ. Ο έλεγχος του Συνεδρίου δεν κρίνει την ποιότητα των δεδομένων για τον ΦΠΑ και το ΑΕΕ, τα οποία διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή από τα κράτη μέλη.

 

ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

2.14.

Τα αποτελέσματα του δοκιμαστικού ελέγχου των πράξεων συνοψίζονται στο παράρτημα 2.1 . Το Συνέδριο, με τον δοκιμαστικό έλεγχο που διενήργησε επί του δείγματος πράξεων, διαπίστωσε ότι δεν περιείχαν σημαντικό επίπεδο σφαλμάτων (8). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Συνεδρίου, το πιθανότερο ποσοστό σφαλμάτων είναι 0 %. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν ορισμένες αδυναμίες στα συστήματα που αφορούν τους δοκιμαστικούς ελέγχους πράξεων· οι αδυναμίες αυτές παρουσιάζονται κατωτέρω.

 

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

2.15.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι, συνολικά, οι καταστάσεις της λογιστικής Α των κρατών μελών που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή δεν περιείχαν ουσιώδη σφάλματα. Εντούτοις, για μία (9) από τις έξι ελεγχθείσες πράξεις, δεν κατέστη δυνατή η συμφωνία του δηλωθέντος ποσού των ΠΙΠ με τα υποκείμενα λογιστικά έγγραφα.

2.15.

Η Επιτροπή παρακολουθεί αυτό το θέμα από κοινού με τις αρχές των κρατών μελών.

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ

2.16.

Με τον έλεγχο του Συνεδρίου διαπιστώθηκε ότι τόσο ο υπολογισμός όσο και η καταβολή των εισφορών των κρατών μελών δεν περιείχαν ουσιώδη σφάλματα. Ωστόσο, το Συνέδριο εντόπισε ένα σφάλμα στον υπολογισμό της Επιτροπής όσον αφορά το οριστικό ποσό της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ για το 2006 (10) που ενεγράφη στον προϋπολογισμό του 2010, με αποτέλεσμα το Ηνωμένο Βασίλειο να τύχει υπέρογκης διόρθωσης, ύψους 189 εκατομμυρίων ευρώ (3,5 % της διόρθωσης υπέρ του για το 2006) (βλέπε παράρτημα 2.5, ιδίως σημεία 6 και 7). Προκειμένου να διορθωθεί το σφάλμα, η Επιτροπή πρότεινε κατ’ εξαίρεση την τροποποίηση του προϋπολογισμού του 2011, σε συμφωνία με το σύνολο των κρατών μελών.

2.16.

Δεδομένων των υπό εξέλιξη διορθωτικών μέτρων, ο αντίκτυπος του σφάλματος θα είναι ασήμαντος.

Λοιπά έσοδα

2.17.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι, συνολικά, οι πράξεις που ελέγχθηκαν σε σχέση με τα λοιπά έσοδα, δεν περιείχαν ουσιώδη σφάλματα.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

2.18.

Τα αποτελέσματα της εξέτασης των συστημάτων συνοψίζονται στο παράρτημα 2.2 . Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι, συνολικά, τα συστήματα ήταν αποτελεσματικά ως προς τη διασφάλιση της κανονικότητας των πράξεων.

 

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

2.19.

Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη (11), το Συνέδριο επισήμανε προβλήματα στις διαδικασίες και τα συστήματα, τα οποία επηρεάζουν τα ποσά που περιλαμβάνουν οι καταστάσεις της λογιστικής B. Τα προβλήματα αυτά συνίστανται, ιδίως:

α)

σε αδικαιολόγητες εγγραφές (περιπτώσεις κατά τις οποίες είχε συσταθεί εγγύηση και μη αμφισβητούμενες περιπτώσεις) και διαγραφές (12),

β)

σε καθυστερήσεις στη βεβαίωση των ΠΙΠ, στη λογιστική καταχώριση ή/και στη γνωστοποίηση των τελωνειακών οφειλών (13),

γ)

σε καθυστερημένη έναρξη των ενεργειών ανάκτησης προς είσπραξη των απαιτήσεων (14).

2.19.

Η Επιτροπή θα καλέσει τα συγκεκριμένα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για να επανορθώσουν τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν και, κατά περίπτωση, θα απαιτηθούν οι μη καταβληθέντες παραδοσιακοί ίδιοι πόροι καθώς και όλοι οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει την παρακολούθηση της λογιστικής Β κατά τη διάρκεια των τακτικών ελέγχων της.

2.20.

Οι εθνικές αρχές της Ιταλίας, των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν πλήρως τα καταχωρισθέντα στις καταστάσεις λογιστικής Β ποσά, διότι δεν αντιστοιχούσαν στα στοιχεία των εγγράφων στα οποία βασίζονταν.

2.20.

Η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια στα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπό το πρίσμα των απαντήσεων των κρατών μελών. Η Επιτροπή θα καλέσει τα συγκεκριμένα κράτη μέλη να λάβουν διορθωτικά μέτρα, κατά περίπτωση.

2.21.

Επίσης, με τον έλεγχο του Συνεδρίου στα κράτη μέλη όπου πραγματοποιήθηκε επίσκεψη αποκαλύφθηκαν ανεπάρκειες στη διενέργεια των ελέγχων πριν από την παράδοση των εμπορευμάτων, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή προτιμησιακών δασμολογικών συντελεστών, τη χορήγηση της «υπεραπλούστευσης» στους χρήστες των διαδικασιών εκτελωνισμού στον οριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο και τον χειρισμό του κόστους ναύλου και ασφάλισης. Η μερικώς αποτελεσματική εθνική τελωνειακή επιτήρηση αυξάνει τον κίνδυνο είσπραξης εσφαλμένων ποσών ΠΙΠ.

2.21.

Η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια στα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τα συγκεκριμένα κράτη μέλη υπό το πρίσμα των απαντήσεών τους στα εν λόγω πορίσματα. Όπου αυτό είναι αναγκαίο, τα κράτη μέλη θα κληθούν να λάβουν διορθωτικά μέτρα και να καταστήσουν διαθέσιμα υπολειπόμενα ποσά των παραδοσιακών ιδίων πόρων τα οποία οφείλονται. Θα επιδιωχθεί επίσης, κατά περίπτωση, η καταβολή τόκων για καθυστερημένες πληρωμές. Κατά τα τελευταία έτη οι έλεγχοι της Επιτροπής έχουν επικεντρωθεί ειδικότερα στους τελωνειακούς ελέγχους των κρατών μελών, μεταξύ άλλων και τους ελέγχους της διαδικασίας εκτελωνισμού.

Ίδιοι πόροι προερχόμενοι από τον ΦΠΑ

Εξακολουθούν να υφίστανται επιφυλάξεις που εκκρεμούν από μακρού αλλά οι συσσωρευμένες εκκρεμότητες τελούν υπό εκκαθάριση

2.22.

Οι επιφυλάξεις αποτελούν μέσο που καθιστά εφικτή την πραγματοποίηση τυχόν διορθώσεων στα αμφισβητούμενα στοιχεία που περιλαμβάνουν οι καταστάσεις ΦΠΑ τις οποίες υποβάλλουν τα κράτη μέλη, μετά την παρέλευση της τετραετούς προθεσμίας που ορίζεται από την κανονιστική ρύθμιση. Το 2010 διατυπώθηκαν 52 επιφυλάξεις και ήρθησαν 67. Στο τέλος του έτους, οι εκκρεμείς επιφυλάξεις ανέρχονταν συνολικά σε 152 (βλέπε πίνακα 2.2 ). Το καθαρό αποτέλεσμα της άρσης των 67 επιφυλάξεων ήταν η αύξηση των ιδίων πόρων που προέρχονται από τον ΦΠΑ σχεδόν κατά 90 εκατομμύρια ευρώ (15).

 

2.23.

Το Συνέδριο παρατήρησε ικανοποιητική πρόοδο όσον αφορά την άρση επιφυλάξεων ΦΠΑ που εκκρεμούσαν από μακρού. Οκτώ εξ αυτών, που αφορούν έτη πριν από το 2000, εξακολουθούσαν να εκκρεμούν στο τέλος του 2010, έναντι 20 στο τέλος του 2009. Το Συνέδριο φρονεί ότι οι επιφυλάξεις που εκκρεμούν από μακρού πρέπει να ορίζονται ως επιφυλάξεις που αφορούν οικονομικό έτος τουλάχιστον προ δεκαετίας. Ως εκ τούτου, προστίθενται οκτώ επιπλέον επιφυλάξεις που αφορούν το 2001.

2.23.

Δεδομένου ότι ούτε η Επιτροπή ούτε τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν μέτρα για θέμα που δεν έχει επισημανθεί, η Επιτροπή θεωρεί ότι για να θεωρηθεί ως από μακρού εκκρεμούσα μια επιφύλαξη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χρονική περίοδο από την κοινοποίηση της επιφύλαξης. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως από μακρού εκκρεμούσες τις επιφυλάξεις που παραμένουν χωρίς επίλυση για διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από την κοινοποίησή τους.

Πίνακας 2.2 —   Επιφυλάξεις σχετικά με τα δεδομένα για τον ΦΠΑ στις 31.12.2010

Κράτος μέλος

Αριθμός εκκρεμών επιφυλάξεων στις 31.12.2009

Επιφυλάξεις διατυπωθείσες το 2010

Επιφυλάξεις αρθείσες το 2010

Αριθμός εκκρεμών επιφυλάξεων στις 31.12.2010

Παλαιότερο έτος στο οποίο αναφέρονται οι επιφυλάξεις

Βέλγιο

3

0

3

0

 

Βουλγαρία

1

1

0

2

2007

Τσεχική Δημοκρατία

9

0

1

8

2004

Δανία

5

5

1

9

2004

Γερμανία

4

0

3

1

2003

Εσθονία

8

4

3

9

2004

Ιρλανδία

17

1

8

10

1998

Ελλάδα

11

0

4

7

1999

Ισπανία

2

1

2

1

2003

Γαλλία

10

0

4

6

2001

Ιταλία

9

5

6

8

1995

Κύπρος

3

3

0

6

2004

Λετονία

5

2

1

6

2004

Λιθουανία

7

0

5

2

2005

Λουξεμβούργο

3

0

1

2

2004

Ουγγαρία

4

1

1

4

2004

Μάλτα

10

0

0

10

2004

Κάτω Χώρες

7

4

3

8

2004

Αυστρία

5

1

0

6

2002

Πολωνία

6

1

1

6

2004

Πορτογαλία

10

8

4

14

1999

Ρουμανία

0

0

0

0

 

Σλοβενία

3

0

3

0

 

Σλοβακία

3

0

3

0

 

Φινλανδία

10

1

3

8

1995

Σουηδία

7

9

6

10

1995

Ηνωμένο Βασίλειο

5

5

1

9

1998

ΣΥΝΟΛΟ

167

52

67

152

 

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Καθυστερήσεις στην παρακολούθηση της εφαρμογής των οδηγιών σχετικά με τον ΦΠΑ

2.24.

Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των οδηγιών σχετικά με τον ΦΠΑ και οφείλει να παρακολουθεί τη μεταφορά τους στην εθνική νομοθεσία, καθώς και τη συμμόρφωση των εθνικών εκτελεστικών μέτρων που θεσπίζουν τα κράτη μέλη. Τυχόν λανθασμένη ή ελλιπής μεταφορά τους θα μπορούσε να επηρεάσει το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττεται και, ως εκ τούτου, το καταβλητέο ποσό του ιδίου πόρου που προέρχεται από τον ΦΠΑ. Το 2010 τέθηκαν σε ισχύ τρεις οδηγίες σχετικά με τον ΦΠΑ: δύο από αυτές αφορούσαν τη «δέσμη μέτρων για τον ΦΠΑ» (16) και μία το κοινό σύστημα ΦΠΑ για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής που συνδέεται με τις ενδοκοινοτικές πράξεις (17).

 

2.25.

Για επτά κράτη μέλη, η αξιολόγηση της Επιτροπής όσον αφορά τα εθνικά εκτελεστικά μέτρα της «δέσμης μέτρων για τον ΦΠΑ» εξακολουθούσε να πραγματοποιείται στο τέλος του 2010, 12 μήνες μετά τη θέση των οδηγιών σε ισχύ. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, η διαδικασία αξιολόγησης της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας ΦΠΑ για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είχε αρχίσει μόνο για δύο κράτη μέλη.

2.25.

Από τις 16 Μαΐου 2011, ο έλεγχος της Επιτροπής κατέληξε σε ολοκληρωμένη γενική αξιολόγηση ολόκληρης της δέσμης μέτρων για τον ΦΠΑ όσον αφορά 22 κράτη μέλη. Η αξιολόγηση για τα υπόλοιπα 5 ευρίσκεται υπό εξέλιξη και θα ολοκληρωθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο 2011.

Όσον αφορά την οδηγία σχετικά με τον ΦΠΑ για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η Επιτροπή κίνησε, τον Μάρτιο 2010, τη διαδικασία επί παραβάσει για 9 κράτη μέλη ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε ορθή αξιολόγηση.

Κατά την διάρκεια των ετών 2009 και 2010 η Επιτροπή έθεσε και συζήτησε το πρόβλημα άλλων δύο κρατών μελών ενώπιον της ομάδας εμπειρογνωμόνων της στρατηγικής για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής (ATFS) και της μόνιμης επιτροπής διοικητικής συνεργασίας (SCAC). Ως εκ τούτου, πλήρης αξιολόγηση θα έχει καταστεί διαθέσιμη μέχρι το τέλος του 2011.

Ίδιοι πόροι βάσει του ΑΕΕ

Γενικές και συγκεκριμένες επιφυλάξεις

2.26.

Στο τέλος του 2010 εκκρεμούσαν γενικές επιφυλάξεις (18) σχετικά με τα δεδομένα για το ΑΕΕ της ΕΕ των 15 που αφορούν την περίοδο 2002 έως 2006, καθώς και σχετικά με τα δεδομένα για το ΑΕΕ της ΕΕ των 10 που αφορούν την περίοδο 2004 έως 2006, εν αναμονή της ολοκλήρωσης της ανάλυσης των ενημερωμένων ή των νέων καταλόγων ΑΕΕ (19).

 

2.27.

Στις αρχές του 2010, εξακολουθούσαν να εκκρεμούν τέσσερις (20) συγκεκριμένες επιφυλάξεις σχετικά με τα δεδομένα για το ΑΕΠ (21), που αφορούσαν την περίοδο 1995 έως 2001. Κατά το 2010, η Επιτροπή δεν ήρε καμία από αυτές. Δεδομένου ότι δεν υπήρξαν πρόσθετες συγκεκριμένες επιφυλάξεις, ο αριθμός των εκκρεμών συγκεκριμένων επιφυλάξεων στο τέλος του έτους παραμένει αμετάβλητος.

2.27.

Η Επιτροπή συνεχίζει τη συνεργασία της με τις δύο χώρες για τις οποίες εκκρεμούν επιφυλάξεις σχετικά με δεδομένα για το ΑΕΠ για την περίοδο 1995-2001 (1 για την Ελλάδα και 3 για το Ηνωμένο Βασίλειο στο τέλος του 2010) ώστε να μπορέσουν να αρθούν οι εν λόγω επιφυλάξεις. Ως αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήρθη ήδη τον Μάιο 2011 μία επιφύλαξη για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η επαλήθευση των καταλόγων ΑΕΕ στα κράτη μέλη δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη

2.28.

Το 2010 η Επιτροπή πραγματοποίησε επισκέψεις σε έξι κράτη μέλη προκειμένου να επαληθεύσει τους καταλόγους ΑΕΕ και διενήργησε άμεσους ελέγχους σε τέσσερα εξ αυτών, περιορισμένους ωστόσο σε ελάχιστο αριθμό συνιστωσών του ΑΕΕ. Όπως επισημαίνεται στις κατευθυντήριες οδηγίες της Eurostat, ο εν λόγω τρόπος προσέγγισης που βασίζεται σε άμεσους ελέγχους δεν θεωρείται γενικώς ότι μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα σχετικά με το σύνολο των εκτιμήσεων του ΑΕΕ.

2.28.

Όσον αφορά τις δύο άλλες χώρες, τον Απρίλιο 2011 διενεργήθη άμεση εξακρίβωση στη Ρουμανία και προγραμματίζεται άλλη, στο τέλος του 2011, στη Βουλγαρία. Η Επιτροπή διενεργεί άμεσους ελέγχους συμπληρωματικά προς τους ελέγχους των καταλόγων ΑΕΕ των χωρών βάσει του ερωτηματολογίου αξιολόγησης του καταλόγου ΑΕΕ (GIAQ). Τα συμπεράσματα της Επιτροπής στηρίζονται επ’ αυτής της πλήρους μεθόδου εξακρίβωσης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο αριθμός των συνιστωσών που είχε συγκεντρώσει ήταν επαρκής για το σκοπό των άμεσων ελέγχων, σύμφωνα με τις «κατευθυντήριες γραμμές για τους άμεσους ελέγχους» που εγκρίθηκαν από την επιτροπή ΑΕΕ.

2.29.

Στο τέλος του 2010, η Eurostat δεν είχε καταρτίσει εκθέσεις αξιολόγησης των δεδομένων για το ΑΕΕ των κρατών μελών για το χρονικό διάστημα από το 2002 και εξής· κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να αντικαταστήσει τυχόν γενικές επιφυλάξεις (βλέπε σημείο 2.26) με συγκεκριμένες επιφυλάξεις όσον αφορά τα εν λόγω έτη.

2.29.

Η Επιτροπή θα υποβάλει τις εκθέσεις αξιολόγησης το 2011 ώστε οι γενικές επιφυλάξεις να μπορέσουν να αντικατασταθούν από ειδικές επιφυλάξεις κατά περίπτωση, με ενδεχόμενη εξαίρεση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας που διαβίβασαν τα οικεία ερωτηματολόγια στο τέλος του 2009 σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε από την επιτροπή ΑΕΕ.

2.30.

Τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου στις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες (ΕΣΥ) των κρατών μελών πρέπει να βοηθούν στη διασφάλιση της συγκρισιμότητας, της αξιοπιστίας και της πληρότητας των δεδομένων για το ΑΕΕ (22). Εντούτοις, η Eurostat δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη την αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που εφαρμόζουν οι ΕΣΥ, και δεν έχει θεσπίσει ακόμη κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των εν λόγω συστημάτων για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών στα κράτη μέλη.

2.30.

Η Επιτροπή θεωρεί την προσέγγισή της (έλεγχοι βάσει εγγράφων των ερωτηματολογίων ΑΕΕ, επαλήθευση των καταλόγων ΑΕΕ χρησιμοποιώντας το GIAQ και συμπληρωματικά άμεση επαλήθευση) ενδεδειγμένη για μια τελική αξιολόγηση του ΑΕΕ των κρατών μελών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αξιοπιστία των εθνικών λογαριασμών εξαρτάται κυρίως από τις ειδικές στατιστικές πηγές και μεθόδους που χρησιμοποιούνται και στήριξε την προσέγγισή της επικύρωσης του ΑΕΕ στην επαλήθευση και τη βελτίωση τους. Στο πλαίσιο αυτό, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου (ΣΕΕ) των εθνικών στατιστικών φορέων των κρατών μελών έχουν οργανωτικό χαρακτήρα και δεν προσφέρουν καμία ειδική ένδειξη ως προς την αξιοπιστία των λογαριασμών, έστω και αν τα ΣΕΕ συμβάλλουν στον μετριασμό του κινδύνου σφαλμάτων στους εθνικούς λογαριασμούς. Η Επιτροπή έχει ήδη λάβει υπόψη της τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συνέχισε τις προσπάθειές της για τη χάραξη κατευθυντήριων γραμμών για τα ΣΕΕ με περαιτέρω συζητήσεις επί του θέματος από την επιτροπή ΑΕΕ στις 27 Οκτωβρίου 2010.

Διόρθωση υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου

2.31.

Η Επιτροπή, στον υπολογισμό που πραγματοποίησε για τη διόρθωση υπέρ του ΗΒ για τα έτη αναφοράς από το 2007 έως το 2009, δεν συμπεριέλαβε το 2 % περίπου των συνολικών πληρωμών κονδυλίων της ΕΕ στο αριθμητικό στοιχείο που εκφράζει το σύνολο των κατανεμημένων δαπανών, μολονότι αποτελεί βασικό στοιχείο για τον υπολογισμό της διόρθωσης. Η Επιτροπή απέκλεισε τα ποσά αυτά διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τον τόπο πραγματοποίησης των εν λόγω δαπανών. Η Επιτροπή δεν ήλεγξε εάν οι δαπάνες αυτές θα μπορούσαν να είχαν κατανεμηθεί για τους σκοπούς του υπολογισμού (βλέπε παράρτημα 2.5, ιδίως σημεία 3 έως 5 και 10 έως 11).

2.31.

Οι προσπάθειες να επιτευχθεί πλήρης ακρίβεια θα ήσαν βαρείες από άποψη αποτελεσματικότητας των πόρων, δεδομένου ότι θα απαιτούσαν χειρωνακτικό έλεγχο κάθε μιας από χιλιάδες συναλλαγές.

2.32.

Επίσης, το Συνέδριο σημείωσε ότι η Επιτροπή, στον ορισμό της για τις «πραγματικές καταβολές» για τον υπολογισμό του συνόλου των κατανεμημένων δαπανών:

2.32.

α)

δεν περιλαμβάνει τις δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από έσοδα για ειδικό προορισμό (δαπάνες που διατίθενται για ειδικό προορισμό), οι οποίες αυξήθηκαν σημαντικά μεταξύ 2007 και 2009, ήτοι από το 1 % στο 5 % του συνόλου των πληρωμών του προϋπολογισμού·

α)

Δεν θα πρέπει να συμπεριληφθούν τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό (συνήθως περίπου το 1/3 του συνόλου). Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το 2010 το ποσοστό των δαπανών που χρηματοδοτήθηκαν από τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό επέστρεψε στο επίπεδο του 2007.

β)

δεν αφαιρεί από τις κατανεμηθείσες δαπάνες ποσά που καλύπτονται από εισπραχθέντα εντάλματα είσπραξης, ιδίως συνδεόμενα με τον τίτλο 6 του προϋπολογισμού «Συνεισφορές και επιστροφές στο πλαίσιο των κοινοτικών συμφωνιών και προγραμμάτων»: τα έσοδα από την πηγή αυτή κυμάνθηκαν μεταξύ του 3 % και του 5 % των πληρωμών κατά την ίδια χρονική περίοδο.

β)

Ιδανικά, αυτές οι πηγές χρηματοδότησης θα πρέπει να αφαιρεθούν από τις δαπάνες που χορηγούνται στη δικαιούχο χώρα, αλλά η πληροφορία αυτή είναι διαθέσιμη μόνο με χειρωνακτικό έλεγχο· εκτός αυτού, θα υπάρχει πάντα κίνδυνος διπλής καταμέτρησης. Όπως αναφέρθηκε ήδη, ο αριθμός των συναλλαγών ανέρχεται σε χιλιάδες και η διαδικασία θα απαιτήσει μεγάλη ένταση πόρων.

Ο συνυπολογισμός των ανωτέρω πράξεων του προϋπολογισμού θα καθιστούσε δυνατή την τήρηση της αρχής «η ουσία υπεράνω του τύπου» στο πλαίσιο της κατανομής των δαπανών (βλέπε παράρτημα 2.5, ιδίως σημεία 3 έως 5 και 10 έως 11).

Σε κόστος που η Επιτροπή θεωρεί αδικαιολόγητο.

2.33.

Οι παραλείψεις που επισημάνθηκαν στα δύο προηγούμενα σημεία μειώνουν την ακρίβεια του υπολογισμού της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ. Δεν είναι δυνατό να εξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με την κατεύθυνση προς την οποία επηρεάζουν το αποτέλεσμα του υπολογισμού.

 

Παραιτήσεις από την είσπραξη απαιτήσεων

2.34.

Σύμφωνα με τους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού (23), μπορεί να υπάρξει παραίτηση από την είσπραξη ενταλμάτων είσπραξης όταν το προβλέψιμο κόστος της είσπραξης υπερβαίνει το ποσό της προς είσπραξη απαίτησης, όταν είναι αδύνατη η είσπραξη της απαίτησης λόγω της παλαιότητάς της ή της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και όταν η είσπραξη θίγει την αρχή της αναλογικότητας. Η απόφαση παραίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

 

2.35.

Με τον έλεγχο των συστημάτων για τις παραιτήσεις αποκαλύφθηκε ότι, κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή εφάρμοσε τις καθιερωμένες διαδικασίες για την παραίτηση από την είσπραξη ενταλμάτων είσπραξης και αιτιολόγησε τις ληφθείσες αποφάσεις. Ωστόσο, το Συνέδριο διαπίστωσε αδυναμίες στη διαχείριση της Επιτροπής κατά την περίοδο 1995-2008, οι οποίες αύξησαν τον κίνδυνο μη είσπραξης των απαιτήσεων. Σε καθεμία από τις κατωτέρω περιπτώσεις παραίτησης εντοπίστηκαν μία ή περισσότερες αδυναμίες (παραδείγματα 2.1, 2.2 και 2.3).

2.35.

Πολλές από τις καθυστερήσεις στην βεβαίωση των εισπράξεων οφείλονται στον αναπόφευκτο λογιστικό έλεγχο και τις νομικές διαδικασίες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαχείρισή της δεν είχε ουσιαστικό αρνητικό αντίκτυπο στην πραγματική είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.

Παράδειγμα 2.1

Αξιολόγηση της οικονομικής επιφάνειας του αναδόχου

Σε μία περίπτωση (στην οποία αντιστοιχούσε ποσό 500 000 ευρώ περίπου), η οποία αφορούσε την παροχή επιχορήγησης στο πλαίσιο του 5ου ΠΠ (πέμπτο πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας), η ικανότητα μιας εταιρείας να παράγει κέρδος από την επιχειρηματική της δραστηριότητα αξιολογήθηκε αρνητικά. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι ήταν αναγκαίες οικονομικές εγγυήσεις προκειμένου να συναφθεί συμφωνία επιχορήγησης. Τελικά, ελήφθη απόφαση παραίτησης επειδή η εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση.

Σε 15 άλλες περιπτώσεις (στις οποίες αντιστοιχούσε ποσό 6 εκατομμυρίων ευρώ), οι οποίες αφορούσαν διαδικασίες παροχής επιχορήγησης στο πλαίσιο του 5ου ΠΠ και των εξωτερικών ενεργειών, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αξιολόγησε την οικονομική επιφάνεια των αιτούντων. Σε οκτώ από τις εν λόγω περιπτώσεις, ελήφθησαν αποφάσεις παραίτησης λόγω της αφερεγγυότητας των δικαιούχων.

Παράδειγμα 2.1

Αξιολόγηση της οικονομικής επιφάνειας του αναδόχου

Η περίπτωση που αναφέρεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο αφορά το έτος 2001. Έκτοτε, έχουν βελτιωθεί σημαντικά οι έλεγχοι οικονομικής βιωσιμότητας σε σχέση με την εκπόνησή τους για το ΠΠ5. Για το ΠΠ6 χρησιμοποιήθηκαν πιο σύνθετες σχέσεις που χρησιμοποιούνται και για το ΠΠ7. Επί πλέον, η Επιτροπή θέσπισε κανόνες με σκοπό να διασφαλίσει τη συνέπεια της διαδικασίας επαλήθευσης της ύπαρξης και του νομικού καθεστώτος των συμμετεχόντων, καθώς και των λειτουργικών και οικονομικών δυνατοτήτων τους [Απόφαση της Επιτροπής C(2007) 2466 της 13ης Ιουνίου 2007], τους οποίους ακολούθησαν οι συγκεκριμένες ΓΔ.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τώρα έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος επανάληψης αυτής της κατάστασης.

Από την υποχρεωτική χρήση του μηχανισμού πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, το 2003, έχει ενισχυθεί και τυποποιηθεί το σύστημα για την αξιολόγηση της οικονομικής επιφάνειας των αιτούντων. Οι αιτούντες επιχορήγηση απαιτείται πλέον να αποδείξουν, βάσει δικαιολογητικών ότι διαθέτουν σταθερές και επαρκείς πηγές χρηματοδότησης έτσι ώστε να είναι σε θέση να ασκούν τις δραστηριότητές τους καθ' όλη τη διάρκεια υλοποίησης της επιδοτούμενης ενέργειας, και να μπορούν να συμβάλουν στη χρηματοδότησή της.

Παράδειγμα 2.2

Διαχείριση συμβάσεων

Ο συντονιστής της προαναφερθείσας σύμβασης στο πλαίσιο του 5ου ΠΠ δεν διένειμε την προχρηματοδότηση στους λοιπούς αναδόχους που ήταν υπεύθυνοι για την υλοποίηση του έργου. Η Επιτροπή δεν διασφάλισε την τήρηση των όρων της σύμβασης όσον αφορά την κατανομή της προχρηματοδότησης. Μεγάλο μέρος των κονδυλίων αυτών δεν μπόρεσε να ανακτηθεί και ελήφθη απόφαση παραίτησης από την είσπραξη της απαίτησης (500 000 ευρώ), λόγω της πτώχευσης του συντονιστή τρία έτη αργότερα.

Σε μια άλλη περίπτωση (στην οποία αντιστοιχούσε ποσό 145 000 ευρώ), η οποία αφορούσε το χρηματοδοτικό μέσο «Διεθνείς Εταίροι Επενδύσεων ΕΚ» (European Community Investment Partners, ECIP), σημειώθηκαν εκτεταμένες περίοδοι (1998-2005) διοικητικής αδράνειας όσον αφορά τη διαχείριση της σύμβασης από την Επιτροπή.

Παράδειγμα 2.2

Διαχείριση συμβάσεων

Πριν από το 2005 υπήρξαν διοικητικές καθυστερήσεις ως προς το πρόγραμμα ECΙΡ· έκτοτε με την ολοκληρωμένη διαδικασία εκκαθάρισης της EuropeAid ανακτήθηκαν 35 εκατ. ευρώ για 600 ενέργειες. Όσον αφορά την αναφερόμενη υπόθεση, ανακτήθηκαν (με συμψηφισμό) τα 2/3 του οφειλόμενου ποσού και διαγράφηκε ποσό 145 000 ευρώ κυρίως επειδή, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες από το 2005 να προσδιοριστεί η κατάσταση αυτών των φακέλων, δεν εστάθη δυνατό να προσδιοριστεί με βεβαιότητα σε ποιόν είχε μεταβιβαστεί η ευθύνη της τράπεζας μετά από την εξαγορά από κοινοπραξία.

Παράδειγμα 2.3

Κατάρτιση ενταλμάτων είσπραξης και έναρξη διαδικασιών είσπραξης

Πέντε περιπτώσεις παραίτησης (στις οποίες αντιστοιχούσε ποσό 2,5 εκατομμυρίων ευρώ) χαρακτηρίστηκαν από αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην κατάρτιση των ενταλμάτων είσπραξης ή/και στην έναρξη των διαδικασιών είσπραξης. Οι περιπτώσεις αυτές αφορούσαν το 5ο ΠΠ (1) και τις εξωτερικές ενέργειες (4), και οι αποφάσεις παραίτησης ελήφθησαν λόγω της αφερεγγυότητας του οφειλέτη.

Στις ως άνω αναφερθείσες περιπτώσεις σχετικά με το χρηματοδοτικό μέσο ECIP, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη όλες τις δυνατότητες συμψηφισμού.

Παράδειγμα 2.3

Κατάρτιση ενταλμάτων είσπραξης και έναρξη διαδικασιών είσπραξης

Πολλές από τις καθυστερήσεις στην βεβαίωση των εισπράξεων οφείλονται στον αναπόφευκτο λογιστικό έλεγχο και τις νομικές διαδικασίες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαχείρισή της δεν είχε ουσιαστικό αρνητικό αντίκτυπο στην πραγματική είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.

Εξάλλου, βελτιώθηκαν οι εσωτερικές διαδικασίες όσον αφορά την έγκαιρη έκδοση των χρεωστικών σημειωμάτων.

Στην υπόθεση του ECIP δεν ήταν δυνατός ο ενδεχόμενος πρόσθετος συμψηφισμός το 2008 λόγω των διαδικασιών λογιστικής του τέλους του έτους.

ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

2.36.

Τα αποτελέσματα της εξέτασης των θέσεων της Επιτροπής συνοψίζονται στο παράρτημα 2.3 . Το Συνέδριο περιγράφει λεπτομερέστερα κατωτέρω τις σημαντικότερες παρατηρήσεις.

 

2.37.

Η σημαντική αδυναμία του συστήματος που αποκαλύφθηκε με τον έλεγχο του Συνεδρίου σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών για τους ΠΙΠ σε ένα κράτος μέλος (βλέπε σημείο 2.15) διαπιστώθηκε επίσης με τις εργασίες επιθεώρησης της Επιτροπής. Το Συνέδριο φρονεί ότι η εν λόγω αδυναμία έπρεπε να είχε αναφερθεί στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της ΓΔ BUDG.

2.37.

Τα προβλήματα στο λογιστικό σύστημα αυτού του κράτους μέλους παρακολουθούνται προσεκτικά από την Επιτροπή από το 2008. Η Επιτροπή διεξήγε συνολικά τρεις ειδικές επιθεωρήσεις για τους ΠΙΠ επί του θέματος αυτού, μία το 2008 και δύο το 2009, και ζήτησε διορθωτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων την ενίσχυση των εσωτερικών ελέγχων και πλήρεις εξωτερικούς ελέγχους του λογιστικού συστήματος. Η πρόοδος που σημειώθηκε από το κράτος μέλος θα συζητηθεί εκ νέου κατά τη σύσκεψη της Συμβουλευτικής επιτροπής ιδίων πόρων τον Ιούλιο 2011 σε σχέση με την τελευταία έκθεση επιθεώρησης της Επιτροπής. Δεδομένου ότι οι αδυναμίες είχαν ήδη παρατηρηθεί στο παρελθόν, παρακολουθούνται εκ του σύνεγγυς από την Επιτροπή, και αφορούν ένα μόνο κράτος μέλος που μέχρι στιγμής δεν έχει καταβάλει μικρότερο ποσό παραδοσιακών ιδίων πόρων, δεν έγινε ιδιαίτερη μνεία του θέματος στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας του 2010.

2.38.

Το σφάλμα που εντόπισε το Συνέδριο στον υπολογισμό της Επιτροπής όσον αφορά το οριστικό ποσό της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ για το 2006 (βλέπε σημείο 2.16) περιγράφεται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της ΓΔ BUDG, η οποία παρουσιάζει τα πρόσθετα μέτρα ελέγχου που θεσπίστηκαν στη συνέχεια. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια σημαντικότητας της ίδιας της Επιτροπής, το Συνέδριο είναι της άποψης ότι έπρεπε να είχε διατυπωθεί επιφύλαξη στη δήλωση αξιοπιστίας του γενικού διευθυντή της ΓΔ BUDG.

2.38.

Ενόψει της διόρθωσης που ευρίσκεται εν εξελίξει, ο τελικός αντίκτυπος του σφάλματος θα είναι κάτω από το όριο σημαντικότητας της Επιτροπής για το 2011.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Συμπεράσματα

2.39.

Το Συνέδριο, βάσει των ελεγκτικών εργασιών του (24), συμπεραίνει ότι:

α)

οι δηλώσεις και οι πληρωμές των κρατών μελών στο πλαίσιο των ΠΙΠ,

β)

ο υπολογισμός, από την Επιτροπή, των εισφορών των κρατών μελών βάσει των δεδομένων ΦΠΑ και ΑΕΕ που διαβίβασαν τα κράτη μέλη, καθώς και

γ)

τα λοιπά έσοδα,

για το οικονομικό έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2010, δεν περιείχαν ουσιώδη σφάλματα.

 

2.40.

Το Συνέδριο, βάσει των ελεγκτικών εργασιών του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου ήταν αποτελεσματικά ως προς τη διασφάλιση της κανονικότητας των εσόδων. Ωστόσο, το Συνέδριο εφιστά την προσοχή στις αδυναμίες που αναφέρονται κατωτέρω:

2.40.

α)

Οι έλεγχοι του Συνεδρίου εξακολουθούν να αποκαλύπτουν προβλήματα σχετικά με τη χρήση της λογιστικής Β (σημείο 2.19) και με την αξιοπιστία των καταστάσεων τόσο της λογιστικής Α όσο και της λογιστικής Β (σημεία 2.15 και 2.20). Επίσης, διαπιστώθηκαν αδυναμίες όσον αφορά την εθνική τελωνειακή επιτήρηση (σημείο 2.21). Το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ελεγχθέντα συστήματα εποπτείας και ελέγχου των κρατών μελών είναι εν μέρει μόνον αποτελεσματικά όσον αφορά τη διασφάλιση της πληρότητας και της ακρίβειας της καταχώρισης των ΠΙΠ.

α)

Όπου χρειάζεται, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα ζητήσουν από τα συγκεκριμένα κράτη μέλη να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να αποκατασταθούν οι ελλείψεις που εντοπίστηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να εξετάζει τη λογιστική Β κατά τις τακτικές της επιθεωρήσεις ώστε να μειωθεί στο ελάχιστο ο αριθμός αυτών των ελλείψεων. Όπως αναφέρθηκε στο σημείο 2.21, οι πλέον πρόσφατοι έλεγχοι των παραδοσιακών ιδίων πόρων της Επιτροπής έχουν επικεντρωθεί στους τελωνειακούς ελέγχους των κρατών μελών, και η Επιτροπή θα συνεχίσει αυτή την επιτήρηση κατά τις επιθεωρήσεις της.

β)

Εξακολουθούν να υφίστανται επιφυλάξεις που εκκρεμούν από μακρού (σημείο 2.23). Επίσης, το Συνέδριο, στο πλαίσιο της εξέτασης που διενήργησε, διαπίστωσε αδυναμίες στην παρακολούθηση που ασκεί η Επιτροπή της εφαρμογής, εκ μέρους των κρατών μελών, των οδηγιών σχετικά με τον ΦΠΑ (σημείο 2.25).

β)

Η Επιτροπή αναζητά ενεργά λύση ως προς τις από μακρού εκκρεμούσες επιφυλάξεις που δεν έχουν σχέση με διαδικασίες επί παραβάσει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Όσον αφορά τη δέσμη μέτρων για τον ΦΠΑ, η αξιολόγηση των 5 υπολειπόμενων κρατών μελών συνεχίζεται ακόμα και η Επιτροπή αναμένει ότι θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο 2011. Σχετικά με την οδηγία ΦΠΑ για την πάταξη της φοροδιαφυγής, η Επιτροπή, μετά τις τελευταίες κοινοποιήσεις από κράτη μέλη, είναι τώρα σε θέση να οριστικοποιήσει την πλήρη παρακολούθηση της εφαρμογής μέχρι το τέλος του 2011 με έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (βλ. 2.25).

γ)

Η Επιτροπή δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη την επαλήθευση των καταλόγων ΑΕΕ που καλύπτουν τα δεδομένα για το ΑΕΕ των κρατών μελών για το χρονικό διάστημα από το 2002 και εξής (σημείο 2.29)· επίσης δεν έχει άρει ακόμη τις λοιπές τέσσερις εκκρεμείς συγκεκριμένες επιφυλάξεις όσον αφορά το ΑΕΠ για το χρονικό διάστημα 1995-2001 (σημείο 2.27).

γ)

Η Επιτροπή θα υποβάλει το 2011 τις εκθέσεις αξιολόγησης για τα στοιχείο ΑΕΕ των κρατών μελών ώστε οι γενικές επιφυλάξεις να αντικατασταθούν κατά περίπτωση από ειδικές επιφυλάξεις. Η Επιτροπή συνεχίζει τη συνεργασία της με τις δύο χώρες για τις οποίες εκκρεμούν επιφυλάξεις για την περίοδο 1995-2001 ώστε να μπορέσουν να αρθούν οι εν λόγω επιφυλάξεις. Ως αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήρθη μία επιφύλαξη για το Ηνωμένο Βασίλειο.

δ)

Υπήρχε σφάλμα στον οριστικό υπολογισμό της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ για το 2006 (25) (σημείο 2.16). Εντοπίστηκαν αδυναμίες στον υπολογισμό της διόρθωσης για τα ακόλουθα έτη (σημεία 2.31 έως 2.33). Το Συνέδριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής είναι μερικώς αποτελεσματικά όσον αφορά τη διασφάλιση της ορθότητας του υπολογισμού της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ.

δ)

Μετά από την ανίχνευση αυτού του σφάλματος από το Ελεγκτικό Συνέδριο αναθεωρήθηκε λεπτομερώς το σύστημα εποπτείας και ελέγχου.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μεθοδολογία για τον υπολογισμό των κατανεμημένων δαπανών είναι επαρκώς ικανή για να υπολογιστεί το μερίδιο του ΗΒ σε αυτές. Η ύπαρξη των «αδυναμιών» που αναφέρει το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι προϊόν της αξιολόγησης κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι το οριακό κόστος για λεπτομερέστερους υπολογισμούς δεν θα ήταν οικονομικά αποδοτικό.

ε)

Οι ζημίες του προϋπολογισμού λόγω των παραιτήσεων από την είσπραξη απαιτήσεων ενδέχεται να είχαν αποφευχθεί ή τουλάχιστον μειωθεί εάν η Επιτροπή είχε διαδραματίσει ενεργότερο ρόλο (σημείο 2.35).

ε)

Οι αποφάσεις της Επιτροπής ως προς τις διαγραφές δεν αμφισβητήθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Τα βασικά συστήματα που ελέγχθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο σε σχέση με διαγραφές υπάγονται σε μεγάλο βαθμό σε επιχειρησιακό και νομοθετικό πλαίσιο ηλικίας άνω των 10 ετών. Έκτοτε έχει συσταθεί η EuropeAid (2001), έχει θεσπιστεί νέος δημοσιονομικός κανονισμός (2003), καθιερώθηκε ένα Κοινό Σύστημα Πληροφόρησης Relex βασιζόμενο σε ΤΠ (2003), και η διαχείριση της εξωτερικής βοήθειας έχει ανατεθεί στις επί τόπου αντιπροσωπίες (2004).

Συστάσεις

2.41.

Στο παράρτημα 2.4 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της εξέτασης, εκ μέρους του Συνεδρίου, της προόδου όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων που διατυπώθηκαν σε προγενέστερες ετήσιες εκθέσεις. Πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα σημεία:

2.41.

Στον τομέα των ΠΙΠ, η Επιτροπή πραγματοποίησε αξιολόγηση των αδυναμιών όσον αφορά τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες εισαγωγής. Το Συνέδριο εμμένει στην άποψή του όσον αφορά την καταχώριση στη λογιστική B των τελωνειακών οφειλών που γεννώνται σε περίπτωση κατάσχεσης εμπορευμάτων.

Η Επιτροπή προέβη σε αξιολόγηση των αδυναμιών όσον αφορά τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας για το 2010. Εξάλλου διεξήγαγε επιθεωρήσεις της στρατηγικής τελωνειακού ελέγχου σε όλα τα κράτη μέλη και προετοίμασε θεματική έκθεση για τις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά τις επιθεωρήσεις αυτές και από τον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατά τη σύσκεψη της Συμβουλευτικής επιτροπής ιδίων πόρων (ΣΕΙΠ) του Δεκεμβρίου 2010 υπέβαλε αυτή την έκθεση και η τελική εκδοχή της θα συζητηθεί στη συνεδρίαση της ΣΕΙΠ τον Ιούλιο 2011.

Η θέση της Επιτροπής σχετικά με την εγγραφή στη λογιστική B των τελωνειακών οφειλών που ανέκυψαν από κατασχεθέντα προϊόντα διαφέρει από τη θέση του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η Επιτροπή εξέτασε τις αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τις υποθέσεις Elshani (υπόθεση C-459/07) και Dansk Logistik (υπόθεση C-230/08) και κατέληξε ότι η σημερινή θέση της πρέπει να διατηρηθεί.

Βλ. απάντηση της Επιτροπής στο παράρτημα 2.4.

Όσον αφορά τους ιδίους πόρους που βασίζονται στο ΑΕΕ, οι κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την κοινοποίηση μειζόνων στατιστικών αναθεωρήσεων δεν εφαρμόζονται πάντοτε από τα κράτη μέλη και δεν πραγματοποιήθηκε πρόοδος όσον αφορά την εφαρμογή κοινής πολιτικής αναθεώρησης στην ΕΕ.

Όσον αφορά τους ιδίους πόρους που βασίζονται στο ΑΕΕ, το θέμα των αναθεωρήσεων εξετάζεται στο έγγραφο GNIC/085, και οι αναθεωρήσεις του ΑΕΕ των κρατών μελών παρακολουθούνται μέσω ετήσιων εκθέσεων ποιότητας στο πλαίσιο του κανονισμού για το ΑΕΕ. Όσον αφορά της κατευθυντήριες οδηγίες της ΕΣΝΧΙΠ (30) για την κοινοποίηση των μειζόνων στατιστικών μεταρρυθμίσεων, η Επιτροπή θα συνεχίσει να υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν τις κατευθυντήριες γραμμές – μεταξύ άλλων και κατά τις συσκέψεις της επιτροπής ΑΕΕ. Η Επιτροπή συνεχίζει τις συζητήσεις με τα κράτη μέλη προκειμένου να εφαρμοστεί μια κοινή πολιτική αναθεώρησης στην ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη της παρατηρήσεις που διατύπωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Βάσει της εν λόγω εξέτασης, καθώς και των διαπιστώσεων και συμπερασμάτων για το 2010, το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή:

 

Να εξακολουθήσει να καταβάλλει προσπάθειες προκειμένου να διασφαλίζει ότι η λογιστική B χρησιμοποιείται ορθά, ότι τα λογιστικά συστήματα καθιστούν δυνατό να είναι αποδεδειγμένα πλήρεις και ορθές οι καταστάσεις της λογιστικής A και B των κρατών μελών, καθώς και ότι ενισχύεται περαιτέρω η εθνική τελωνειακή επιτήρηση (ΠΙΠ).

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει την εξέταση της λογιστικής Β και των λογιστικών συστημάτων κατά τις επιθεωρήσεις της προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι καταστάσεις της λογιστικής Α και Β των κρατών μελών είναι ορθές. Όπως αναφέρθηκε στο σημείο 2.21, οι τελευταίοι έλεγχοι παραδοσιακών ιδίων πόρων της Επιτροπής έχουν επικεντρωθεί ειδικότερα στους τελωνειακούς ελέγχους των κρατών μελών, και κατά τους μελλοντικούς ελέγχους η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να επαληθεύει την εποπτεία των εθνικών τελωνείων και τις ενέργειες των κρατών μελών για την ενίσχυσή της.

Να παρουσιάσει στην επιτροπή ΑΕΕ τις εκθέσεις αξιολόγησης σχετικά με τα δεδομένα των κρατών μελών για το ΑΕΕ, ούτως ώστε να μπορέσει να αντικαταστήσει το 2011 όλες τις εκκρεμείς γενικές επιφυλάξεις με συγκεκριμένες επιφυλάξεις για το χρονικό διάστημα από το 2002 και εξής. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης του ΑΕΕ των κρατών μελών, πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που εφαρμόζουν οι ΕΣΥ για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών και να καθιστά σαφή την εμβέλεια της γνώμης που διατυπώνει (ίδιοι πόροι βάσει του ΑΕΕ).

Η Επιτροπή θα υποβάλει το 2011 τις εκθέσεις αξιολόγησης ώστε οι γενικές επιφυλάξεις να αντικατασταθούν κατά περίπτωση από ειδικές επιφυλάξεις. Η Επιτροπή θεωρεί την προσέγγισή της (έλεγχοι βάσει εγγράφων των ερωτηματολογίων ΑΕΕ, επαλήθευση των καταλόγων ΑΕΕ χρησιμοποιώντας το GIAQ και συμπληρωματικά άμεση επαλήθευση) ενδεδειγμένη για μία τελική αξιολόγηση του ΑΕΕ των κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου (ΣΕΕ) έχουν οργανωτικό χαρακτήρα και δεν προσφέρουν καμία ειδική ένδειξη ως προς την αξιοπιστία των λογαριασμών, που εξαρτώνται κυρίως από τις χρησιμοποιούμενες στατιστικές πηγές και μεθόδους, έστω και αν τα ΣΕΕ συμβάλλουν στον μετριασμό του κινδύνου σφαλμάτων στους εθνικούς λογαριασμούς. Η Επιτροπή θα συνεχίσει τις προσπάθειές της ώστε να αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές για την κατάρτιση από τα κράτη μέλη των εθνικών τους λογαριασμών, λαμβάνοντας υπόψη της παρατηρήσεις που διατύπωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ αριθ. 2/2008 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΕΣ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Εισαγωγή

2.42.

Το 2008 το Συνέδριο δημοσίευσε την ειδική έκθεσή του αριθ. 2/2008 σχετικά με τις δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες (ΔΔΠ) (26). Η δεσμευτική δασμολογική πληροφορία είναι απόφαση δασμολογικής κατάταξης η οποία παρέχεται εγγράφως από τις τελωνειακές αρχές ενός κράτους μέλους, κατόπιν σχετικού αιτήματος οικονομικού φορέα. Είναι νομικά δεσμευτική για όλες τις τελωνειακές αρχές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι του δικαιούχου της έως και έξι χρόνια από την ημερομηνία έκδοσής της.

 

2.43.

Συνολικά, διαπιστώθηκε ότι το σύστημα ΔΔΠ λειτουργεί ικανοποιητικά. Ωστόσο, ήταν αναγκαίες ορισμένες βελτιώσεις.

 

2.44.

Στην απόφασή του σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγής για το 2007 (27), το Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να μεριμνήσει για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που εκκρεμούν και την επίλυση των συναφών με τη δασμολογική κατάταξη διαφορών. Το Συνέδριο κάλεσε την Επιτροπή να βελτιώσει περαιτέρω το σύστημα ΔΔΠ και να παρακολουθήσει την υλοποίηση και την εφαρμογή του στα κράτη μέλη, αλλά τόνισε ότι το ζήτημα της τυχόν οικονομικής ευθύνης των κρατών μελών πρέπει να εξεταστεί με τη μέγιστη δυνατή σύνεση (28).

2.44.

Παρακολούθηση των συστάσεων

α)

Σύσταση: Η Επιτροπή πρέπει να μειώσει τις καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση περιπτώσεων ανομοιόμορφης δασμολογικής κατάταξης (σημεία 43 και 44 της ειδικής έκθεσης αριθ. 2/2008).

 

Πραγματοποιηθείσα πρόοδος: Ο αριθμός των υπαλλήλων που επιλαμβάνονται των ζητημάτων ΔΔΠ αυξήθηκε και οι σημειωθείσες καθυστερήσεις στην επίλυση περιπτώσεων ανομοιόμορφης δασμολογικής κατάταξης μειώθηκαν.

 

β)

Σύσταση: Η Επιτροπή πρέπει να αξιολογεί τον πλήρη οικονομικό αντίκτυπο των εσφαλμένων ΔΔΠ και να ενημερώνει τη βάση δεδομένων ευρωπαϊκών δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών (European Binding Tariff Information, EBTI-3) (σημεία 45 και 46 της ειδικής έκθεσης αριθ. 2/2008).

β)

Πραγματοποιηθείσα πρόοδος: Η Επιτροπή απέδειξε ότι επιζητούσε να καταστήσει τα κράτη μέλη οικονομικώς υπεύθυνα για τις ζημίες που προκαλούνται από την έκδοση εσφαλμένων ΔΔΠ.

Καθιερώθηκαν νέες λειτουργίες στη βάση δεδομένων EBTI-3 προκειμένου να τηρούνται πληρέστερα οι νομοθετικές διατάξεις. Η διεπαφή χρήστη στη δημόσια βάση δεδομένων EBTI-3 έχει πλέον μεταφραστεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ (εκτός της μαλτεζικής και της ιρλανδικής) και ο Θησαυρός ενημερώνεται προοδευτικά.

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να εξετάζει την λανθασμένη χρήση της δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας (ΔΔΠ) που έχει αρνητική επίπτωση στους παραδοσιακούς ίδιους πόρους, και, κατά περίπτωση, θα καταστήσει τα κράτη μέλη οικονομικά υπόλογα.

γ)

Σύσταση: Πρέπει να ενισχυθεί η νομοθεσία, συνοδευόμενη από τις διοικητικές κατευθυντήριες οδηγίες της Επιτροπής (σημείο 47 της ειδικής έκθεσης αριθ. 2/2008).

 

Πραγματοποιηθείσα πρόοδος: Η υποχρέωση του εισαγωγέα να δηλώνει τη ΔΔΠ για τα εμπορεύματα (29) εγκρίθηκε αλλά δεν θα είναι εφαρμοστέα έως ότου τεθούν σε ισχύ οι διατάξεις εφαρμογής του εκσυγχρονισμένου τελωνειακού κώδικα. Επιπλέον, οι εν λόγω διατάξεις στοχεύουν στη βελτίωση της διαχείρισης της «περιόδου χάριτος».

 

δ)

Σύσταση: Η Επιτροπή πρέπει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να διορθώνουν τις εντοπιζόμενες αδυναμίες (σημείο 48 της ειδικής έκθεσης αριθ. 2/2008).

δ)

Η Επιτροπή διεξήγαγε πλήρη έλεγχο των κρατών μελών στο πλαίσιο των διαδικασιών που συνδέονται με τη διαχείριση της ΔΔΠ. Το εγχείρημα αυτό άρχισε στα μέσα του 2007 και ευρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη με τη μορφή ενεργειών παρακολούθησης. Εξάλλου, η Επιτροπή προτίθεται να διεξαγάγει πέντε επιτόπιους ελέγχους ΠΙΠ σχετικούς με τη ΔΔΠ το 2011.

Πραγματοποιηθείσα πρόοδος: Η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια των επισκέψεων παρακολούθησης που πραγματοποίησε, παρακολούθησε τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις νομικές απαιτήσεις και αδυναμιών που επεσήμανε το Συνέδριο.

Η Επιτροπή συνεχίζει να παρακολουθεί την πρόοδο των κρατών μελών και να αντιμετωπίζει τακτικά τις αδυναμίες κατ’ εφαρμογή των νομικών απαιτήσεων.

Συμπεράσματα

2.45.

Η Επιτροπή βελτίωσε το σύστημα ΔΔΠ και προέβη σε παρακολούθηση της υλοποίησης και της εφαρμογής του στα κράτη μέλη. Ωστόσο, τα βασικά διορθωτικά μέτρα θα καταστούν αποτελεσματικά μόνον μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων εφαρμογής του εκσυγχρονισμένου τελωνειακού κώδικα. Η Επιτροπή πρέπει να εξακολουθήσει να καταβάλλει προσπάθειες μείωσης του χρόνου που δαπανάται για την επίλυση ζητημάτων κατάταξης.

2.45.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα σχετικά και συνεχίζει τις προσπάθειές της για να επιταχυνθεί η επίλυση των θεμάτων που αφορούν την κατάταξη.

(1)  Βλέπε την απόφαση 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2007, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 163 της 23.6.2007, σ. 17), και τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130 της 31.5.2000, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 105/2009 (ΕΕ L 36 της 5.2.2009, σ. 1).

(2)  Σε περιπτώσεις που δασμοί ή εισφορές εξακολουθούν να μην έχουν καταβληθεί και δεν έχουν συσταθεί εγγυήσεις, ή καλύπτονται από εγγυήσεις αλλά έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση, τα κράτη μέλη μπορούν να αναστείλουν τη θέση αυτών των πόρων στη διάθεση της Ένωσης, εγγράφοντάς τους στη χωριστή αυτή λογιστική.

(3)  Γερμανία, Κάτω Χώρες, Αυστρία και Σουηδία.

(4)  Κάτω Χώρες και Σουηδία.

(5)  Το Γραφείο συνεργασίας EuropeAid (AIDCO), το οποίο θα μετονομαστεί σε Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Συνεργασίας EuropeAid (ΓΔ DEVCO) το 2011, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (ΓΔ COMP) και η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας (ΓΔ ENER).

(6)  Άρθρο 266, παράγραφος 2, των διατάξεων εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα: «Εφόσον δεν θίγεται ο έλεγχος της κανονικής διεκπεραίωσης των εργασιών, οι τελωνειακές αρχές μπορούν: … β) υπό ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις, οφειλόμενες στη φύση των εν λόγω εμπορευμάτων και στον ταχύ ρυθμό διεκπεραίωσης των διαδικασιών, να απαλλάξουν το δικαιούχο της άδειας από την υποχρέωση γνωστοποίησης στην αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία κάθε άφιξης των εμπορευμάτων, …». Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής (ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 430/2010 (ΕΕ L 125 της 21.5.2010, σ. 10).

(7)  Βέλγιο, Τσεχική Δημοκρατία, Γερμανία, Γαλλία, Κάτω Χώρες και Σουηδία.

(8)  Οι εκτιμήσεις του Συνεδρίου σχετικά με τα σφάλματα βασίζονται σε αντιπροσωπευτικό στατιστικό δείγμα. Όσον αφορά τον έλεγχο των εσόδων, ο βαθμός εμπιστοσύνης του Συνεδρίου ότι το ποσοστό σφαλμάτων στον πληθυσμό είναι κάτω του 2 % ανέρχεται σε 95 %.

(9)  Μηνιαία κατάσταση του Βελγίου. Το 2010 αντιστοιχούσε στο εν λόγω κράτος μέλος το 9,5 % του συνόλου των ΠΙΠ.

(10)  Ο οριστικός υπολογισμός της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ του έτους ν εγγράφεται στον προϋπολογισμό του έτους ν+4.

(11)  Παραδείγματος χάρη, σημείο 2.20 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2009.

(12)  Ηνωμένο Βασίλειο.

(13)  Ιταλία, Κάτω Χώρες και Ηνωμένο Βασίλειο.

(14)  Ηνωμένο Βασίλειο.

(15)  Το ποσό αυτό προκύπτει από αύξηση περίπου κατά 105 εκατομμύρια ευρώ και μείωση σχεδόν κατά 15 εκατομμύρια ευρώ.

(16)  Οδηγία 2008/8/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/112/ΕΚ όσον αφορά τον τόπο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 44 της 20.2.2008, σ. 11) και οδηγία 2008/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την επιστροφή του φόρου προστιθέμενης αξίας, που προβλέπεται στην οδηγία 2006/112/ΕΚ, σε υποκείμενους στο φόρο μη εγκατεστημένους στο κράτος μέλος επιστροφής αλλά εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος (ΕΕ L 44 της 20.2.2008, σ. 23).

(17)  Οδηγία 2008/117/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής που συνδέεται με τις ενδοκοινοτικές πράξεις (ΕΕ L 14 της 20.1.2009, σ. 7).

(18)  Το άρθρο 10, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι, μετά τις 30 Σεπτεμβρίου του τέταρτου έτους που ακολουθεί ένα συγκεκριμένο οικονομικό έτος, οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις του ΑΕΠ/ΑΕΕ δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη, εκτός αν αφορούν θέματα που επισημάνθηκαν πριν από τη λήξη αυτής της προθεσμίας, είτε από την Επιτροπή είτε από το κράτος μέλος. Αυτά τα θέματα είναι γνωστά ως επιφυλάξεις. Μια γενική επιφύλαξη καλύπτει όλα τα δεδομένα ενός κράτους μέλους. Όλα τα δεδομένα για το ΑΕΕ της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας είναι αναθεωρήσιμα, σύμφωνα με τον κανόνα των τεσσάρων ετών.

(19)  Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ L 181 της 19.7.2003, σ. 1), τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή (Eurostat) κατάλογο των διαδικασιών και των στατιστικών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ΑΕΕ και των συνιστωσών του σύμφωνα με το ΕΣΛ 95.

(20)  Οι εν λόγω εκκρεμείς επιφυλάξεις αφορούν την Ελλάδα (1) και το Ηνωμένο Βασίλειο (3), και σχετίζονται, κυρίως, με πτυχές μεθοδολογίας και κατάρτισης των δεδομένων.

(21)  Μια συγκεκριμένη επιφύλαξη καλύπτει χωριστά στοιχεία του ΑΕΕ (ΑΕΠ έως το 2001), όπως την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία επιλεγμένων δραστηριοτήτων, τη συνολική δαπάνη τελικής κατανάλωσης ή το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και μεικτό εισόδημα.

(22)  Βλέπε σημείο 2.28 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2009.

(23)  Άρθρο 87 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EE L 357 της 31.12.2002, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007 (ΕΕ L 111 της 28.4.2007, σ. 13).

(24)  Για λόγους που επεξηγούνται στα σημεία 2.12 και 2.13, το εν λόγω συμπέρασμα δεν παρέχει αξιολόγηση της ποιότητας των δεδομένων για τον ΦΠΑ ή το ΑΕΕ, τα οποία διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή από τα κράτη μέλη.

(25)  Επιπλέον, τον Δεκέμβριο του 2009, η Επιτροπή εντόπισε ένα σφάλμα στο πλαίσιο του υπολογισμού των προσωρινών εκτιμήσεων της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ για τα έτη 2008 και 2009, που συνίστατο σε υπερεκτίμηση ύψους 138 εκατομμυρίων ευρώ (2,6 %) και 458 εκατομμυρίων ευρώ (13 %) αντίστοιχα (βλέπε σημείο 2.17 της ετήσιας έκθεσης για το 2009). Τα διορθωμένα ποσά ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο του υπολογισμού των ενημερωμένων εκτιμήσεων της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ, που πραγματοποιήθηκαν το 2010 (προτού υπολογιστούν τα οριστικά ποσά το 2012 και το 2013).

(26)  ΕΕ C 103 της 24.4.2008, σ. 1.

(27)  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2007, Τμήμα ΙΙΙ – Επιτροπή.

(28)  2881η σύνοδος του Συμβουλίου, Λουξεμβούργο 23 και 24 Ιουνίου 2008.

(29)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) (ΕΕ L 145 της 4.6.2008, σ. 1).

(30)  Επιτροπή στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2.1

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΠΡΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΕΣΟΔΑ

 

2010

2009

2008

2007

ΠΙΠ

ΦΠΑ/ΑΕΕ, διορθώσεις στο πλαίσιο του τίτλου 1 του προϋπολογισμού

Λοιπά έσοδα

Σύνολο

ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

Σύνολο πράξεων

6

43

6

55

62

60

66

εκ των οποίων εντάλματα είσπραξης:

6

43

6

55

62

60

66

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ  (1)

Ποσοστό πράξεων οι οποίες βάσει του δοκιμαστικού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι:

δεν περιέχουν σφάλματα

100 %

(6)

100 %

(43)

100 %

(6)

100 %

(55)

95 %

100 %

100 %

περιέχουν ένα ή περισσότερα σφάλματα

0 %

(0)

0 %

(0)

0 %

(0)

0 %

(0)

5 %

0 %

0 %

ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΩΝ ΠΟΣΟΤΙΚΩΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΙΜΩΝ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ

Πιθανότερο ποσοστό σφάλματος (2)

0 %

 

 

 


(1)  Οι αριθμοί εντός παρενθέσεως αντιστοιχούν στον αριθμό των πράξεων.

(2)  Δεδομένου ότι δεν εντοπίστηκαν σηματικά σφάλματα, παρουσιάζεται μόνο το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2.2

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΕΣΟΔΑ

Αξιολόγηση των επιλεγέντων συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Σύστημα

Βασικοί εσωτερικοί έλεγχοι (Επιτροπή)

Βασικοί εσωτερικοί έλεγχοι στα κράτη μέλη όπου διενεργήθηκε έλεγχος

Συνολική αξιολόγηση

Έλεγχοι της Επιτροπής σε κράτη μέλη

Υπολογισμός / διοικητικοί έλεγχοι των απαιτήσεων από την Επιτροπή

Διαχείριση των επιφυλάξεων / εκτέλεση του προϋπολογισμού από την Επιτροπή

ΠΙΠ

Αποτελεσματικό

Αποτελεσματικό

ά.α.

Μερικώς αποτελεσματικό

Αποτελεσματικά

ΦΠΑ/ΑΕΕ

Αποτελεσματικό

Αποτελεσματικό

Αποτελεσματικό

ά.α.

Αποτελεσματικά

Διόρθωση υπέρ του ΗΒ

ά.α.

Μερικώς αποτελεσματικό

ά.α.

ά.α.

Μερικώς αποτελεσματικά

Παραιτήσεις

ά.α.

Αποτελεσματικό

Αποτελεσματικό (1)

ά.α.

Αποτελεσματικά

Πρόστιμα και ποινές

ά.α.

Αποτελεσματικό

ά.α.

ά.α.

Αποτελεσματικά

ά.α.:

άνευ αντικειμένου (δεν εφαρμόζεται ή δεν αξιολογήθηκε)


Συνολική αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Συνολική αξιολόγηση

2010

2009

2008

2007

Αποτελεσματικά

Αποτελεσματικά

Αποτελεσματικά

Αποτελεσματικά


(1)  Για τις παραιτήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2010, το Συνέδριο διαπίστωσε αδυναμίες στη διαχείριση της Επιτροπής κατά τα προηγούμενα έτη, οι οποίες αύξησαν τον κίνδυνο μη είσπραξης των απαιτήσεων.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2.3

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΣΟΔΑ

Κυρίως εμπλεκόμενες ΓΔ

Είδος της δήλωσης που διατύπωσε ο γενικός διευθυντής (1)

Διατυπωθείσες επιφυλάξεις

Παρατηρήσεις του Συνεδρίου

Συνολική αξιολόγηση της αξιοπιστίας

2010

2009

BUDG

Χωρίς επιφυλάξεις, όσον αφορά τους ιδίους πόρους

ά.α.

Η σημαντική αδυναμία του συστήματος που αποκαλύφθηκε με τον έλεγχο του Συνεδρίου σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών για τους ΠΙΠ στο Βέλγιο διαπιστώθηκε επίσης με τις εργασίες επιθεώρησης της Επιτροπής. Το Συνέδριο φρονεί ότι η εν λόγω αδυναμία έπρεπε να είχε αναφερθεί στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της ΓΔ BUDG (βλέπε σημείο 2.37).

Το σφάλμα που εντόπισε το Συνέδριο στον υπολογισμό της Επιτροπής όσον αφορά το οριστικό ποσό της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ για το 2006 περιγράφεται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της ΓΔ BUDG, η οποία παρουσιάζει τα πρόσθετα μέτρα ελέγχου που θεσπίστηκαν στη συνέχεια. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια σημαντικότητας της ίδιας της Επιτροπής, το Συνέδριο είναι της άποψης ότι έπρεπε να είχε διατυπωθεί επιφύλαξη στη δήλωση αξιοπιστίας του γενικού διευθυντή της ΓΔ BUDG (βλέπε σημείο 2.38).

B

A

ά.α.:

άνευ αντικειμένου (δεν εφαρμόζεται)

A:

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και η δήλωση του γενικού διευθυντή παρέχουν ορθή αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης όσον αφορά την κανονικότητα.

B:

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και η δήλωση του γενικού διευθυντή παρέχουν μερικώς ορθή αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης όσον αφορά την κανονικότητα.

Γ:

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και η δήλωση του γενικού διευθυντή δεν παρέχουν ορθή αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης όσον αφορά την κανονικότητα.


(1)  Σύμφωνα με τη δήλωση αξιοπιστίας του γενικού διευθυντή, αυτός αποκόμισε εύλογη βεβαιότητα ότι οι ελεγκτικές διαδικασίες που έχουν θεσπιστεί παρέχουν τις αναγκαίες εγγυήσεις σχετικά με την κανονικότητα των πράξεων.

A:

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και η δήλωση του γενικού διευθυντή παρέχουν ορθή αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης όσον αφορά την κανονικότητα.

B:

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και η δήλωση του γενικού διευθυντή παρέχουν μερικώς ορθή αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης όσον αφορά την κανονικότητα.

Γ:

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και η δήλωση του γενικού διευθυντή δεν παρέχουν ορθή αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης όσον αφορά την κανονικότητα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2.4

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΣΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΕΣΟΔΑ

Έτος

Σύσταση του Συνεδρίου

Πραγματοποιηθείσα πρόοδος

Απάντηση της Επιτροπής

Ανάλυση του Συνεδρίου

2009

Στην ετήσια έκθεσή του για το 2009 (σημείο 2.32), το Συνέδριο επέστησε την προσοχή στα αποτελέσματα του ελέγχου που περιλαμβάνονται στην ειδική έκθεσή του αριθ. 1/2010 σχετικά με τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες εισαγωγής και ανέφερε ότι, στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της για το 2010, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη τα συμπεράσματα της εν λόγω έκθεσης, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις διαπιστώσεις των επιθεωρήσεών της όσον αφορά τις απλουστευμένες διαδικασίες και τη στρατηγική ελέγχων των κρατών μελών.

Η Επιτροπή αναγνώρισε την ύπαρξη αδυναμιών στους τελωνειακούς ελέγχους των κρατών μελών στο πλαίσιο των απλουστευμένων διαδικασιών. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις υπό εξέλιξη εργασίες επιθεώρησης που πραγματοποιεί, τη γενικά θετική ανταπόκριση των κρατών μελών στις διαπιστώσεις του Συνεδρίου και τον συνολικά χαμηλό οικονομικό αντίκτυπο των εντοπισθέντων σφαλμάτων, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν ήταν αναγκαία η διατύπωση επιφύλαξης στη δήλωση του γενικού διευθυντή (η οποία περιλαμβάνεται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της ΓΔ BUDG) όσον αφορά το ζήτημα αυτό.

Η Επιτροπή προέβη σε αξιολόγηση των αδυναμιών όσον αφορά τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας για το 2010, και παρακολουθεί τη δράση που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη σε απόκριση στα πορίσματα των επιθεωρήσεών της και των ελέγχων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μερικά κράτη μέλη ανέφεραν ότι έχουν ήδη λάβει ή ότι πρόκειται προσεχώς να λάβουν διορθωτικά μέτρα για να αντιμετωπίσουν τις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο. Τα μέτρα αυτά θα επαληθευτούν σε μελλοντικές επιθεωρήσεις. Η Επιτροπή διεξήγαγε επίσης επιθεωρήσεις της στρατηγικής τελωνειακού ελέγχου σε όλα τα κράτη μέλη και προετοίμασε θεματική έκθεση για τις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά τις επιθεωρήσεις αυτές και από τον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σχέδιο αυτής της έκθεσης υπέβαλε κατά τη σύσκεψη της Συμβουλευτικής επιτροπής ιδίων πόρων (ΣΕΙΠ) του Δεκεμβρίου 2010, και στα κράτη μέλη εδόθη χρόνος για να υποβάλουν τις δικές τους παρατηρήσεις επί του σχεδίου αυτού. Η τελική εκδοχή της έκθεσης, που θα λαμβάνει υπόψη και τις παρατηρήσεις αυτές, θα συζητηθεί στη συνεδρίαση της ΣΕΙΠ τον Ιούλιο 2011.

Το Συνέδριο λαμβάνει υπόψη την αξιολόγηση της Επιτροπής και θα προβεί σε δική του ανάλυση με την παρακολούθηση της ειδικής έκθεσής του σχετικά με τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες εισαγωγής.

2009

Στην ετήσια έκθεσή του για το 2009 (σημείο 2.22), το Συνέδριο υιοθέτησε την άποψη ότι πρέπει να καταχωρίζονται στη λογιστική Β οι τελωνειακές οφειλές που γεννώνται σε περίπτωση κατάσχεσης εμπορευμάτων αφού αυτά απομακρυνθούν από το πρώτο τελωνείο εντός του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους. Η θέση αυτή, η οποία συνάδει με την απόφαση του Δικαστηρίου του Απριλίου 2009 (υπόθεση C-459/07), δεν έγινε δεκτή από την Επιτροπή.

Η Επιτροπή ανέλυσε πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου (του Απριλίου 2010) σχετικά με παρόμοιο ζήτημα (υπόθεση C-230/08).

Η θέση της Επιτροπής σχετικά με την εγγραφή στη λογιστική B των τελωνειακών οφειλών που ανέκυψαν από κατασχεθέντα προϊόντα διαφέρει από τη θέση του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η θέση της Επιτροπής στηρίζεται στο άρθρο 867α του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 για την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα, σύμφωνα με το οποίο εμπορεύματα κατασχεθέντα και δημευθέντα θεωρούνται ως υπαχθέντα στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης σύμφωνα με το άρθρο 98 του τελωνειακού κώδικα. Η τελωνειακή οφειλή που γεννάται για τα εμπορεύματα τα οποία έχουν υπαχθεί σε αυτή τη διαδικασία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί και ότι δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί καμία εγγραφή σε λογιστική. Η Επιτροπή εξέτασε τις αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τις υποθέσεις Elshani (υπόθεση C-459/07) και Dansk Logistik (υπόθεση C-230/08) και κατέληξε ότι η σημερινή θέση της πρέπει να διατηρηθεί.

Το Συνέδριο εμμένει στην άποψή του όσον αφορά την καταχώριση στη λογιστική B των τελωνειακών οφειλών που γεννώνται σε περίπτωση κατάσχεσης εμπορευμάτων. Η άποψη αυτή επιρρωνύεται από τις δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου.

Στην ετήσια έκθεσή του για το 2009 (σημείο 2.27), το Συνέδριο ανέφερε ότι η Επιτροπή (στην έκθεσή της του Ιανουαρίου 2010 προς το συμβούλιο Ecofin σχετικά με τα στατιστικά στοιχεία για το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας) έθεσε υπό αμφισβήτηση την ποιότητα των ελληνικών μακροοικονομικών στατιστικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων των εθνικών λογαριασμών. Επίσης, το Συνέδριο ανέφερε ότι τόσο η Επιτροπή όσο και το Συμβούλιο διατύπωσαν αμφιβολίες όσον αφορά την αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου στην Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας, η οποία δημοσιεύει επίσης τα στοιχεία για το ΑΕΕ για τον υπολογισμό των ιδίων πόρων.

Η ενδελεχής ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με τον δυνητικό αντίκτυπο των ζητημάτων που προέκυψαν από την εν λόγω επαλήθευση των ελληνικών στοιχείων για το έλλειμμα και το χρέος δεν αποκάλυψε σημαντικό αντίκτυπο σε επίπεδο ΑΕΠ/ΑΕΕ. Οι εργασίες επαλήθευσης που πραγματοποιήθηκαν κατά το 2010 από την Επιτροπή (Eurostat) σχετικά με τα ελληνικά δημοσιονομικά στοιχεία με στόχο την παρακολούθηση των αδυναμιών που επισημάνθηκαν στην έκθεσή της του Ιανουαρίου 2010 αποκάλυψαν αντίκτυπο κυμαινόμενο μεταξύ του 0,5 % και του 0,9 % σε επίπεδο ελληνικού ΑΕΠ.

Η απάντηση της Επιτροπής, την άνοιξη 2010, στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την προετοιμασία της ετήσιας έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2009 έκανε μνεία των πορισμάτων της έκθεσης του Ιανουαρίου 2010, και δεν αντιμετώπιζε το θέμα της ανακατάταξης των δημόσιων επιχειρήσεων. Ο αντίκτυπος στο ΑΕΠ που αναφέρει το Ελεγκτικό Συνέδριο προκύπτει από την ανακατάταξη των δημόσιων επιχειρήσεων, που ήταν το αποτέλεσμα εργασιών οι οποίες ολοκληρώθηκαν τον Νοέμβριο 2010. Ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί η απάντηση της Επιτροπής στις παρατηρήσεις που διατύπωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ετήσια έκθεσή του για το οικονομικό έτος 2009. Οι αναθεωρήσεις των στοιχείων των κρατών μελών παρακολουθούνται από την Επιτροπή σύμφωνα με πάγια καθιερωμένες διαδικασίες παρακολούθησης του ΑΕΕ.

Στο πλαίσιο της αξιολόγησης που πραγματοποίησε η Επιτροπή όσον αφορά τον αντίκτυπο στο ΑΕΠ/ΑΕΕ των αδυναμιών σχετικά με τα στατιστικά στοιχεία για το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας πρέπει να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα των εργασιών της που ολοκληρώθηκαν τον Νοέμβριο του 2010.

2009

Στην ετήσια έκθεσή του για το 2006, το Συνέδριο διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την αναθεώρηση του ελληνικού ΑΕΕ (σημεία 4.24 έως 4.26) και συνέστησε στην Επιτροπή, στο σημείο 4.32:

 

 

 

α)

να θεσπίσει κανόνες σχετικά με την κοινοποίηση μειζόνων αναθεωρήσεων, ούτως ώστε τόσο η ίδια όσο και η επιτροπή ΑΕΕ να ενημερώνονται εκ των προτέρων,

α)

Τα ερωτηματολόγια σχετικά με το ΑΕΕ και οι εκθέσεις σχετικά με την ποιότητα των δεδομένων που υπέβαλαν τέσσερα κράτη μέλη το 2010 εμφάνιζαν μείζονες αναθεωρήσεις. Σε μία περίπτωση (Φινλανδία), η αναθεώρηση δεν είχε κοινοποιηθεί εκ των προτέρων.

α)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει συνεχώς στα κράτη μέλη την ανάγκη να εφαρμόζουν τις κατευθυντήριες γραμμές, μεταξύ άλλων και κατά τις συνεδριάσεις της επιτροπής ΑΕΕ και κατά τις διμερείς επαφές. Αν και στην περίπτωση της Φινλανδίας παρασχέθηκαν πλήρεις πληροφορίες εκ των προτέρων κατά τις συνεδριάσεις της επιτροπής ΑΕΕ και σε επίσκεψη στη Φινλανδία για το ΑΕΕ, η Επιτροπή θα συνεχίσει την παρακολούθηση και θα τονίζει τη σημασία που έχει να συμμορφώνονται τα κράτη μέλη με τη διαδικασία της ΕΣΝΧΙΠ.

α)

Η Επιτροπή πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την κοινοποίηση μειζόνων στατιστικών αναθεωρήσεων (που εκπόνησε η CMFB) εφαρμόζονται πάντοτε από τα κράτη μέλη.

β)

να θέσει σε εφαρμογή συντονισμένη πολιτική για τις αναθεωρήσεις των δεδομένων των εθνικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης για τακτική συγκριτική ανάλυση, και

β)

Η σύσκεψη της επιτροπής στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών (Committee on Monetary, Financial and Balance of Payments Statistics, CMFB) τον Ιανουάριο του 2010 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή (Eurostat) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έπρεπε να μεριμνήσουν για την εκπόνηση μελέτης αντικτύπου σχετικά με την «πολιτική αναθεώρησης των εθνικών λογαριασμών και του ισοζυγίου πληρωμών» το φθινόπωρο του 2010 και να παρουσιάσουν τα αποτελέσματα της έρευνας σχετικά με την εν λόγω μελέτη στη σύσκεψη της CMFB τον Ιανουάριο του 2011. Ωστόσο, λόγω της οριστικής διαμόρφωσης του νέου σχεδίου ΕΣΛ (Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών) και άλλων καθηκόντων, αποφασίστηκε να αναβληθεί η έναρξη της έρευνας έως τις αρχές του 2011 και να παρουσιαστούν τα αποτελέσματα της μελέτης αντικτύπου στη σύσκεψη της CMFB του Ιουλίου 2011.

β)

Κανένα σχόλιο

β)

Το Συνέδριο σημειώνει ότι δεν πραγματοποιήθηκε πρόοδος από την Επιτροπή (Eurostat) το 2010 ως προς την εφαρμογή κοινής πολιτικής αναθεώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

γ)

να διασφαλίσει ότι τα πορίσματα από τον έλεγχο της ελληνικής κατάστασης απογραφής είναι διαθέσιμα αρκετά ενωρίς, προκειμένου να συμπεριληφθούν τα διορθωμένα στοιχεία στους λογαριασμούς για το οικονομικό έτος 2007.

Στις ετήσιες εκθέσεις του για το 2007, το 2008 και το 2009, το Συνέδριο παρέθεσε την παρακολούθηση των ζητημάτων αυτών στο παράρτημα 4.2 (2007 και 2008) και στο παράρτημα 2.4 (2009) αντίστοιχα.

γ)

Η Επιτροπή (Eurostat) συνεχίζει τη συνεργασία της με την ελληνική ΕΣΥ, προκειμένου να μπορέσει να άρει την εκκρεμούσα επιφύλαξη σχετικά με το ΑΕΕ για το χρονικό διάστημα 1995-2001.

γ)

Η Επιτροπή (Eurostat) συνεχίζει τη συνεργασία της με τις ελληνικές αρχές προκειμένου να καταστεί δυνατή η άρση της επιφύλαξης για το ΑΕΠ που έχει απομείνει για την περίοδο 1995-2001.

γ)

Βλέπε σημεία 2.26, 2.27 και 2.29.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2.5

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ 2006 ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΕΤΗ

1.

Οι διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό της διόρθωσης υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου για το 2006 περιέχονται στην απόφαση για τους ιδίους πόρους του 2000 (1) και σε ένα έγγραφο εργασίας της Επιτροπής που υιοθέτησε το Συμβούλιο κατά την έγκριση της απόφασης για τους ιδίους πόρους (2).

2.

Ο υπολογισμός της διόρθωσης υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου περιλαμβάνει διάφορα στάδια.

3.

Κατά το πρώτο στάδιο

α)

υπολογίζεται η διαφορά μεταξύ:

i)

του ποσοστιαίου μεριδίου του Ηνωμένου Βασιλείου στο άθροισμα των μη προσαρμοσμένων (3) βάσεων υπολογισμού του ΦΠΑ, και

ii)

του ποσοστιαίου μεριδίου του Ηνωμένου Βασιλείου στο σύνολο των κατανεμημένων δαπανών·

β)

πολλαπλασιάζεται η διαφορά του στοιχείου α) επί το σύνολο των κατανεμημένων δαπανών·

γ)

πολλαπλασιάζεται το αποτέλεσμα του στοιχείου β) επί 0,66.

4.

Οι «μη προσαρμοσμένες βάσεις υπολογισμού του ΦΠΑ» αποτελούσαν τη βάση των ιδίων πόρων ΦΠΑ, καθώς ίσχυαν την εποχή της καθιέρωσης της διόρθωσης υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου.

5.

Οι «κατανεμημένες δαπάνες» είναι δαπάνες του προϋπολογισμού της Ένωσης που μπορούν να κατανεμηθούν σε αποδέκτες στα κράτη μέλη. Συνεπώς, από αυτές εξαιρούνται δαπάνες που πραγματοποιούνται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή δαπάνες που δεν μπορούν να κατανεμηθούν ή να προσδιορισθούν. Το σύνολο των κατανεμημένων δαπανών μειώνεται κατά ποσό ίσο προς τις προενταξιακές δαπάνες στα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Ένωση το 2004.

6.

Το δεύτερο στάδιο του υπολογισμού της διόρθωσης περιλαμβάνει τον υπολογισμό του «πλεονεκτήματος του ΗΒ», το οποίο προκύπτει λόγω των αλλαγών που επήλθαν στους ιδίους πόρους ΦΠΑ από τη θέσπιση της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ και εξής (μείωση του συντελεστή καταβολής του ιδίου πόρου ΦΠΑ, «εναρμόνιση» των βάσεων ΦΠΑ στο 50 % του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος κάθε κράτους μέλους), καθώς και λόγω της καθιέρωσης του τέταρτου ιδίου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ.

7.

Μια λεπτομέρεια του υπολογισμού του «πλεονεκτήματος του ΗΒ», η οποία σχετίζεται με την κριτική που διατυπώνεται στο σημείο 2.16, αφορά τον υπολογισμό του ενιαίου συντελεστή των ιδίων πόρων ΦΠΑ που ίσχυε το 2006. Πρόκειται για την αφαίρεση από τον «μέγιστο συντελεστή καταβολής» για τον ΦΠΑ (που ανερχόταν στο 0,50 % το 2006) του «παγωμένου συντελεστή», ο οποίος σχετίζεται με το μέγεθος της μείωσης υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου. Το σφάλμα που αναφέρεται στο σημείο 2.16 οφείλεται στο ότι η Επιτροπή προσέθεσε τον «παγωμένο συντελεστή» στον «μέγιστο συντελεστή καταβολής» αντί να τον αφαιρέσει από αυτόν.

8.

Μια επιπλέον προσαρμογή της διόρθωσης περιλαμβάνει την αφαίρεση των «απροσδόκητων κερδών ΠΙΠ». Τα κράτη μέλη παρακρατούν το 25 % της απόδοσης των ΠΙΠ· όταν καθιερώθηκε η μείωση υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου, η παρακράτηση ανερχόταν στο 10 %. Η διόρθωση μειώνεται στο μέτρο που μειώνονται οι πληρωμές που καταβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο για τους ιδίους πόρους.

9.

Οι διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό της διόρθωσης υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τα μεταγενέστερα του 2006 έτη καθορίζονται στην απόφαση για τους ιδίους πόρους του 2007 (4) και σε ένα νέο έγγραφο εργασίας της Επιτροπής που ενέκρινε το Συμβούλιο (5). Οι διατάξεις για τα μεταγενέστερα του 2006 έτη διαφέρουν σε ορισμένες λεπτομέρειες από τις διατάξεις σχετικά με τη διόρθωση για το 2006.

10.

Όσον αφορά τις κατανεμημένες δαπάνες, των οποίων οι γενικές αρχές δεν αλλάζουν (σε σύγκριση με την απόφαση για τους ιδίους πόρους του 2000), πρέπει να σημειωθούν δύο λεπτομέρειες, ιδίως στο πλαίσιο της κριτικής που διατυπώνεται στα σημεία 2.31 έως 2.33:

α)

Το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής προβλέπει ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή γνωρίζει ότι ο εν λόγω αποδέκτης ενεργεί ως ενδιάμεσος, οι καταβολές πρέπει να κατανέμονται, εφόσον είναι δυνατόν, στο κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη της κατοικίας του τελικού δικαιούχου ή δικαιούχων, ανάλογα με τα μερίδιά τους στις καταβολές αυτές.

β)

Η έννοια των δαπανών που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για τον υπολογισμό της διόρθωσης υπέρ του ΗΒ αντιστοιχεί στις «πραγματικές καταβολές» που αφορούν το συγκεκριμένο έτος, είτε σύμφωνα με τον ετήσιο προϋπολογισμό του έτους αυτού είτε από μεταφορές ανεκτέλεστων πιστώσεων στο επόμενο έτος.

11.

Τα σημεία 2.31 έως 2.33 εμφαίνουν ότι η Επιτροπή δεν έλαβε κατάλληλα μέτρα προκειμένου να συμπεριλάβει στον υπολογισμό το σύνολο των κατανεμημένων δαπανών ή να κατανείμει τις καταβολές κατά το δυνατό.


(1)  Απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253 της 7.10.2000, σ. 42).

(2)  Έγγραφο εργασίας της Επιτροπής για τον υπολογισμό, τη χρηματοδότηση, την πληρωμή και την εγγραφή στον προϋπολογισμό της διόρθωσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της απόφασης 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ (10646/00, προσθήκη 2 στο ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΗΜΕΙΟΥ «I/A», της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου προς την Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων/Συμβούλιο, έγκριση της απόφασης 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων).

(3)  Όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της απόφασης 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ, οι βάσεις υπολογισμού του ΦΠΑ που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τους ιδίους πόρους δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 50 % του ΑΕΠ (έως το 2001)/του ΑΕΕ (από το 2002 και εξής).

(4)  Βλέπε απόφαση 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ.

(5)  Έγγραφο εργασίας της Επιτροπής για τον υπολογισμό, τη χρηματοδότηση, την πληρωμή και την εγγραφή στον προϋπολογισμό της διόρθωσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου (9851/07, προσθήκη 2 στο ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΗΜΕΙΟΥ «I/A», της 23ης Μαΐου 2007, της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου προς την Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων/Συμβούλιο, έγκριση της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Γεωργία και φυσικοί πόροι

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή

Ειδικά χαρακτηριστικά της ομάδας πολιτικής

Εμβέλεια και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου

Κανονικότητα των πράξεων

Αποτελεσματικότητα των συστημάτων

Τομέας πολιτικής Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη

Συστήματα σχετικά με την κανονικότητα των πράξεων

Συστήματα σχετικά με τις ανακτήσεις και τις δημοσιονομικές διορθώσεις

Τομείς πολιτικής Περιβάλλον, Αλιεία και Θαλάσσιες Υποθέσεις, Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών

Αξιοπιστία των θέσεων της Επιτροπής

Συμπεράσματα και συστάσεις

Συμπεράσματα

Συστάσεις

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

3.1.

Στο παρόν κεφάλαιο παρατίθεται η ειδική εκτίμηση του Συνεδρίου σχετικά με την ομάδα πολιτικής Γεωργία και φυσικοί πόροι, η οποία περιλαμβάνει τους εξής τομείς πολιτικής: 05-Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη, 07-Περιβάλλον, 11-Αλιεία και θαλάσσιες υποθέσεις και 17-Υγεία και προστασία των καταναλωτών. Στον πίνακα 3.1 παρέχονται βασικές πληροφορίες σχετικά με τις καλυπτόμενες δραστηριότητες και τις δαπάνες του οικονομικού έτους 2010.

 

Πίνακας 3.1 —   Γεωργία και φυσικοί πόροι: Βασικές πληροφορίες για το οικονομικό έτος 2010

(εκατομμύρια ευρώ)

Τίτλος του προϋπολογισμού

Τομέας πολιτικής

Περιγραφή

Πληρωμές

Μορφή διαχείρισης

5

Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη

Διοικητικές δαπάνες

131

Άμεση κεντρική

Παρεμβάσεις στις γεωργικές αγορές

4 314

Επιμερισμένη

Άμεσες ενισχύσεις

39 676

Επιμερισμένη

Αγροτική ανάπτυξη

11 483

Επιμερισμένη

Προενταξιακά μέτρα

14

Αποκεντρωμένη

Λοιπά

(7)

Επιμερισμένη

 

55 611

 

7

Περιβάλλον

Διοικητικές δαπάνες

91

Άμεση κεντρική

Επιχειρησιακές δαπάνες

267

Άμεση κεντρική/έμμεση κεντρική

 

358

 

11

Αλιεία και θαλάσσιες υποθέσεις

Διοικητικές δαπάνες

40

Άμεση κεντρική

Επιχειρησιακές δαπάνες

616

Κεντρική/επιμερισμένη

 

656

 

17

Υγεία και προστασία των καταναλωτών

Διοικητικές δαπάνες

112

Άμεση κεντρική

Επιχειρησιακές δαπάνες

478

Άμεση κεντρική/έμμεση κεντρική

 

590

 

Σύνολο διοικητικών δαπανών (41)

374

 

Σύνολο επιχειρησιακών δαπανών (συνισταμένων σε):

56 841

 

— προπληρωμές

851

 

— ενδιάμεσες/τελικές πληρωμές

55 990

 

Σύνολο πληρωμών του οικονομικού έτους

57 215

 

Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων του οικονομικού έτους

60 992

 

Πηγή: Ετήσιοι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2010.

Ειδικά χαρακτηριστικά της ομάδας πολιτικής

Τομέας πολιτικής Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη

3.2.

Οι στόχοι (1) της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως παρατίθενται στη Συνθήκη, αποσκοπούν στην αύξηση της γεωργικής παραγωγικότητας, κατά συνέπεια στην εξασφάλιση για τον γεωργικό πληθυσμό δίκαιου βιοτικού επιπέδου, τη σταθεροποίηση των αγορών, την εξασφάλιση του εφοδιασμού και τη διασφάλιση λογικών τιμών κατά την προσφορά των αγαθών στους καταναλωτές.

 

3.3.

Οι δαπάνες της κοινής γεωργικής πολιτικής χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ, κυρίως μέσω δύο ταμείων (2): το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων («ΕΓΤΕ»), το οποίο χρηματοδοτεί πλήρως τις άμεσες ενισχύσεις και τα μέτρα στήριξης της αγοράς της ΕΕ (3), και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης («ΕΓΤΑΑ»), το οποίο συγχρηματοδοτεί, κατά διάφορα ποσοστά, προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.

 

3.4.

Τα κύρια μέτρα που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΕ (43 990 εκατομμύρια ευρώ) είναι τα εξής:

Το καθεστώς άμεσης ενίσχυσης που ονομάζεται «καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης» (ΚΕΕ). Οι ενισχύσεις στο πλαίσιο του ΚΕΕ βασίζονται σε δικαιώματα (4), καθένα εκ των οποίων ενεργοποιείται με ένα εκτάριο επιλέξιμης γης που δηλώνει ο γεωργός. Το 2010, το ΚΕΕ αντιστοιχούσε σε δαπάνες ύψους 29 070 εκατομμυρίων ευρώ (στο 73 % των άμεσων ενισχύσεων).

Το καθεστώς άμεσης ενίσχυσης που ονομάζεται «καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης» (ΚΕΣΕ), το οποίο προβλέπει την καταβολή ενιαίων ποσών ανά επιλέξιμο εκτάριο γεωργικής γης. Το ΚΕΣΕ εφαρμόζεται, επί του παρόντος, σε δέκα από τα νέα κράτη μέλη (5) και, το 2010, αντιστοιχούσε σε δαπάνες ύψους 4 460 εκατομμυρίων ευρώ (στο 11 % των άμεσων ενισχύσεων).

Άλλα καθεστώτα άμεσης ενίσχυσης, γνωστά και ως «συνδεδεμένες ενισχύσεις», τα οποία συνδέονται με συγκεκριμένα είδη γεωργικής παραγωγής. Το 2010, τα εν λόγω καθεστώτα αντιστοιχούσαν σε δαπάνες ύψους 6 146 εκατομμυρίων ευρώ (στο 16 % των άμεσων ενισχύσεων).

Παρεμβάσεις στις γεωργικές αγορές: τα κύρια μέτρα είναι η παρέμβαση υπό μορφή αποθεματοποίησης και οι επιστροφές κατά την εξαγωγή, η σημασία των οποίων μειώθηκε τα τελευταία έτη, καθώς και άλλα μέτρα, όπως η ειδική στήριξη για τα προγράμματα σχετικά με τον αμπελοοινικό τομέα, τον τομέα των οπωροκηπευτικών, καθώς και τα επισιτιστικά προγράμματα (που ανήλθαν συνολικά σε 4 314 εκατομμύρια ευρώ το 2010).

 

3.5.

Οι δαπάνες για την αγροτική ανάπτυξη συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και καλύπτουν μεγάλο αριθμό μέτρων, όπως τα γεωργοπεριβαλλοντικά καθεστώτα, τα αντισταθμιστικά ποσά για τη γεωργία σε μειονεκτικές περιοχές, τις επενδύσεις σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις και τις υποδομές σε αγροτικές περιοχές (11 497 εκατομμύρια ευρώ) (6).

 

3.6.

Όλα τα καθεστώτα άμεσης ενίσχυσης στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ (7) και ορισμένα καθεστώτα ενίσχυσης υπαγόμενα στο ΕΓΤΑΑ επιβάλλουν στους δικαιούχους ενίσχυσης από την ΕΕ τη νομική υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις «πολλαπλής συμμόρφωσης», όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων και των φυτών, την καλή μεταχείριση των ζώων (κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης) και τη διατήρηση της γης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση (ΚΓΠΚ) (8). Η νομοθεσία της ΕΕ ορίζει ότι, σε περίπτωση που επισημαίνεται μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές, εφαρμόζεται μείωση ή αποκλεισμός (9) επί του συνολικού ποσού των άμεσων ενισχύσεων που καταβλήθηκαν σχετικά με τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους του ευρήματος.

3.6.

Μειώσεις και αποκλεισμοί εφαρμόζονται μόνο αν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε πράξη ή σε παράλειψη καταλογιζόμενη άμεσα στους γεωργούς και αν δεν είναι ελάσσονος σημασίας.

3.7.

Επιλέξιμοι για τη χορήγηση στρεμματικής ενίσχυσης από την ΕΕ είναι μόνον οι γεωργοί. Ως γεωργός ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί γεωργική δραστηριότητα. Ως γεωργική δραστηριότητα νοείται η παραγωγή, η εκτροφή ή η καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων της συγκομιδής, της άμελξης, της αναπαραγωγής και της εκτροφής ζώων για γεωργική εκμετάλλευση, ή η διατήρηση της γης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση (ΚΓΠΚ) (10). Η διατήρηση της γης σε ΚΓΠΚ αποτελεί την ελάχιστη απαιτούμενη γεωργική δραστηριότητα προκειμένου ο αιτών να είναι επιλέξιμος για ενίσχυση.

 

3.8.

Οι δαπάνες στο πλαίσιο αμφοτέρων των ταμείων διοχετεύονται μέσω 80 (11) περίπου εθνικών ή περιφερειακών οργανισμών πληρωμών στα 27 κράτη μέλη. Αυτοί οι οργανισμοί πληρωμών είναι υπεύθυνοι για την πραγματοποίηση πληρωμών στους δικαιούχους, προηγουμένως όμως οφείλουν, είτε αμέσως είτε μέσω εξουσιοδοτημένων φορέων, να εξακριβώνουν την επιλεξιμότητα των αιτήσεων ενίσχυσης. Τόσο οι λογαριασμοί όσο και τα αρχεία πληρωμών των οργανισμών πληρωμών εξετάζονται από ανεξάρτητους φορείς ελέγχου (τους οργανισμούς πιστοποίησης), οι οποίοι συντάσσουν έκθεση προς την Επιτροπή τον Φεβρουάριο του έτους που έπεται του οικονομικού έτους.

3.8.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006 της Επιτροπής, οι οργανισμοί πιστοποίησης διενεργούν, επί ετήσιας βάσης, εξέταση των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου των οργανισμών πληρωμών, επιπλέον των ετήσιων λογαριασμών τους.

Τομείς πολιτικής Περιβάλλον, Αλιεία και Θαλάσσιες Υποθέσεις, Υγεία και Προστασία των καταναλωτών

3.9.

Η πολιτική της Ένωσης για το Περιβάλλον αποσκοπεί να συμβάλει στην προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, της ανθρώπινης υγείας και της ορθολογικής χρήσης των φυσικών πόρων και σε διεθνές επίπεδο. Το χρηματοδοτικό μέσο για το Περιβάλλον (LIFE) (12) αποτελεί το σημαντικότερο χρηματοδοτικό μέσο (δαπάνες ύψους 205 εκατομμυρίων ευρώ το 2010), το οποίο καλύπτει τη συμβολή της ΕΕ σε έργα πραγματοποιούμενα στα κράτη μέλη για τη φύση και τη βιοποικιλότητα, καθώς και για την περιβαλλοντική πολιτική, τη διακυβέρνηση, την πληροφόρηση και την επικοινωνία.

 

3.10.

Το Ευρωπαϊκό Αλιευτικό Ταμείο (13) (ΕΑΤ) αποτελεί το κύριο μέσο (δαπάνες ύψους 395 εκατομμυρίων ευρώ (14) το 2010) στον τομέα πολιτικής Αλιεία και θαλάσσιες υποθέσεις. Η κοινή αλιευτική πολιτική επιδιώκει τους ίδιους στόχους στον τομέα της με εκείνους της κοινής γεωργικής πολιτικής (βλέπε σημείο 3.2).

 

3.11.

Όσον αφορά την Υγεία και προστασία των καταναλωτών, η ΕΕ συμβάλλει, αφενός, στην προστασία της υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών και, αφετέρου, στην ευημερία των καταναλωτών (δαπάνες ύψους 478 εκατομμυρίων ευρώ το 2010).

 

Προπληρωμές και ενδιάμεσες/τελικές πληρωμές

3.12.

Όσον αφορά το ΕΓΤΕ, οι δαπάνες συνίστανται, κυρίως, στην απόδοση εκ μέρους της ΕΕ (ενδιάμεσες/τελικές πληρωμές) επιδοτήσεων που είχαν καταβληθεί σε γεωργούς και σε άλλους δικαιούχους από τα κράτη μέλη.

 

3.13.

Όσον αφορά το ΕΓΤΑΑ, όλες οι πληρωμές που καταλογίστηκαν στο 2010 αφορούσαν προπληρωμές και ενδιάμεσες πληρωμές. Όσον αφορά το ΕΑΤ, πραγματοποιήθηκαν μόνο ενδιάμεσες πληρωμές.

 

3.14.

Όσον αφορά την Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών, οι πληρωμές δεν περιλαμβάνουν προπληρωμές, οι δε αποδόσεις στα κράτη μέλη πραγματοποιούνται βάσει των δηλωθεισών δαπανών τους. Όσον αφορά το Περιβάλλον, προβλέπεται προχρηματοδότηση η οποία μπορεί να ανέλθει μέχρι το 40 % της συνεισφοράς της ΕΕ για ένα σχέδιο LIFE, όπως προβλέπει η σύμβαση επιχορήγησης.

 

Σημαντική μείωση των πιστώσεων πληρωμών στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ

3.15.

Όσον αφορά το ΕΓΤΑΑ, οι πιστώσεις πληρωμών μειώθηκαν κατά 1 160 εκατομμύρια ευρώ (περίπου 9 % των αρχικών πιστώσεων πληρωμών) στο τέλος του 2010 (15), πρωτίστως συνεπεία της επιβράδυνσης που σημειώθηκε σχετικά με τις δαπάνες των κρατών μελών, λόγω δυσχερειών στη χορήγηση εθνικών συγχρηματοδοτήσεων υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες.

 

Εμβέλεια και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου

3.16.

Στο μέρος 2 του παραρτήματος 1.1 περιγράφεται ο συνολικός τρόπος προσέγγισης και η μεθοδολογία ελέγχου του Συνεδρίου. Όσον αφορά τον έλεγχο της ομάδας πολιτικής Γεωργία και φυσικοί πόροι, πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

Ο έλεγχος περιλάμβανε εξέταση δείγματος 238 πληρωμών, εκ των οποίων 146 πληρωμές στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ, 80 πληρωμές στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ και 12 πληρωμές από τους τομείς Περιβάλλον, Αλιεία και θαλάσσιες υποθέσεις, καθώς και Υγεία και προστασία των καταναλωτών, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο σύνολό τους σε ενδιάμεσες και τελικές πληρωμές.

Η αξιολόγηση των συστημάτων κάλυψε, όσον αφορά το ΕΓΤΕ, ελέγχους ΟΣΔΕ, οι οποίοι επελέγησαν βάσει συνδυασμού κριτηρίων σημαντικότητας, κινδύνου καθώς και τυχαίων κριτηρίων (MUS) σε πέντε οργανισμούς πληρωμών σε τρία κράτη μέλη που εφαρμόζουν το ΚΕΕ: Γερμανία (Σαξονία και Κάτω Σαξονία), Ισπανία (Castilla La Mancha και Extremadura) και Ηνωμένο Βασίλειο (Ουαλία). Επίσης, σε ένα κράτος μέλος (Γαλλία) εξετάστηκε το σύστημα ελέγχου που αφορά το μέτρο «αναδιάρθρωση του τομέα της ζάχαρης». Όσον αφορά την αγροτική ανάπτυξη, το Συνέδριο επέλεξε τυχαία και διενήργησε δοκιμαστικό έλεγχο των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου στις εξής χώρες: Γερμανία (Mecklenburg-Vorpommern), Ηνωμένο Βασίλειο (Σκωτία), Ρουμανία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ιταλία (Τοσκάνη), Λετονία και Γαλλία. Όσον αφορά το Περιβάλλον, το Συνέδριο διενήργησε δοκιμαστικό έλεγχο του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της ΓΔ ENV.

Πραγματοποιήθηκε παρακολούθηση των αδυναμιών που αφορούν το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων LPIS (Land Parcel Identification System) και των επιτόπιων επιθεωρήσεων που αναφέρθηκαν στο πλαίσιο της DAS 2008 και 2009 όσον αφορά τρεις οργανισμούς πληρωμών: στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Εκτός από τους προαναφερθέντες ελέγχους των πληρωμών και των συστημάτων, διενεργήθηκαν συντονισμένοι έλεγχοι στις Κάτω Χώρες και την Τσεχική Δημοκρατία από κοινού με τα ανώτατα όργανα ελέγχου των Κάτω Χωρών και της Τσεχικής Δημοκρατίας. Στις Κάτω Χώρες, ο έλεγχος περιλάμβανε την εξέταση ενός επιπλέον δείγματος 55 πληρωμών, 53 εκ των οποίων πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο μέτρων του ΕΓΤΕ και δύο αφορούσαν δαπάνες για την αγροτική ανάπτυξη, καθώς και αξιολόγηση των σχετικών συστημάτων εποπτείας και ελέγχου. Στην Τσεχική Δημοκρατία, ο έλεγχος περιλάμβανε την εξέταση 30 πληρωμών που αφορούσαν τέσσερα μέτρα του προγράμματος για την αγροτική ανάπτυξη, καθώς και αξιολόγηση των σχετικών συστημάτων εποπτείας και ελέγχου. Τα αποτελέσματα της εξέτασης αυτών των επιπρόσθετων δειγμάτων περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ποσοστού σφάλματος (16).

Όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, το Συνέδριο περιόρισε τους δοκιμαστικούς ελέγχους του στις υποχρεώσεις σε θέματα ΚΓΠΚ (ελάχιστη εδαφοκάλυψη, αποφυγή της επέκτασης ανεπιθύμητης βλάστησης) για τις οποίες μπορούν να συγκεντρωθούν αποδεικτικά στοιχεία και μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα κατά την επίσκεψη ελέγχου. Ορισμένες κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης (ταυτοποίηση και καταγραφή των ζώων) ελέγχθηκαν δοκιμαστικά σχετικά με τις πληρωμές του ΕΓΤΑΑ. Εξάλλου, στο πλαίσιο των ελέγχων των συστημάτων που διενήργησε, το Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, των προτύπων που αφορούν την ΚΓΠΚ, καθώς και τα συστήματα ελέγχου τα οποία εφαρμόζουν τα κράτη μέλη. Η τυχόν εντοπιζόμενη μη συμμόρφωση δεν περιλαμβάνεται, επί του παρόντος, στον υπολογισμό του ποσοστού σφάλματος.

Η εξέταση των θέσεων της Επιτροπής κάλυψε τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των ΓΔ AGRI, CLIMA, ENV, MARE και SANCO.

Επιπλέον, προκειμένου το Συνέδριο να αξιολογήσει το έρεισμα των αποφάσεων δημοσιονομικής εκκαθάρισης της Επιτροπής, εξέτασε 61 από τα πιστοποιητικά και τις εκθέσεις των οργανισμών πιστοποίησης που αφορούσαν 56 οργανισμούς πληρωμών.

 

ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

3.17.

Στο παράρτημα 3.1 συνοψίζονται τα αποτελέσματα του δοκιμαστικού ελέγχου των πράξεων. Το Συνέδριο, με τον δοκιμαστικό έλεγχο δείγματος πράξεων που διενήργησε, διαπίστωσε ότι το 37 % των πράξεων εμφανίζει σφάλματα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Συνεδρίου, το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος, όπως προκύπτει από τον δοκιμαστικό έλεγχο των πράξεων, ανέρχεται σε 2,3 % (17). Το Συνέδριο εντόπισε, επίσης, παράτυπες προπληρωμές σε κράτη μέλη εκ μέρους της Επιτροπής (βλέπε σημείο 3.22) (18), ύψους 401 εκατομμυρίων ευρώ (οι οποίες αντιστοιχούν στο 0,7 % του συνόλου των πληρωμών για το οικονομικό έτος).

3.17.

Τα συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά την ομάδα πολιτικής Γεωργία και Φυσικοί Πόροι επιβεβαιώνει την θετική τάση που κατά τα τελευταία έτη εμφάνισε ποσοστό σφάλματος κοντά στο κατώτατο όριο ουσιαστικής σημασίας του 2 %. Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι για τις δαπάνες του ΕΓΤΕ, που το 2010 αποτελούσαν το 77 % των συνολικών δαπανών αυτού του Κεφαλαίου, το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος είναι χαμηλότερο από το κατώτατο όριο ουσιαστικής σημασίας και όσον αφορά τις άμεσες πληρωμές που καλύπτονται από το ΟΣΔΕ ευρίσκεται ακόμα χαμηλότερα.

Επί πλέον, ο κίνδυνος για τον προϋπολογισμό της ΕΕ καλύπτεται επαρκώς από τη διαδικασία εκκαθάρισης της συμμόρφωσης.

Οι προπληρωμές ύψους 401 εκατ. ευρώ δεν αποτελούν παράτυπες πληρωμές προς τελικούς δικαιούχους. Εξάλλου, η ανάκτηση των εν λόγω ποσών εξακολουθεί και δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του 2011.

3.18.

Με τον έλεγχο του Συνεδρίου επιβεβαιώθηκαν τα αποτελέσματα των προηγούμενων ετών, ήτοι ότι η συχνότητα και ο αντίκτυπος των σφαλμάτων στις πληρωμές δεν παρουσίαζαν ομοιογένεια για όλους τους τομείς πολιτικής. Το Συνέδριο διαπιστώνει ότι οι δαπάνες για την αγροτική ανάπτυξη ενέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο εμφάνισης σφαλμάτων. Αντιθέτως, οι άμεσες ενισχύσεις που καλύπτονται από το ΟΣΔΕ διαπιστώθηκε ότι δεν εμφάνιζαν ουσιώδες σφάλμα.

3.18.

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι ορισμένοι τομείς δαπανών για την αγροτική ανάπτυξη ενέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σφαλμάτων, αλλά θεωρεί ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου βελτιώνονται διαρκώς. Η Επιτροπή πιστεύει ως εκ τούτου μειώνεται το ποσοστό σφάλματος στον τομέα αυτό.

3.19.

Όσον αφορά το ΕΓΤΕ, από τις 146 πράξεις του δείγματος, οι 39 (το 27 %) εμφάνιζαν σφάλματα και 29 (το 74 %) από αυτές τις πράξεις εμφάνιζαν προσδιορίσιμα ποσοτικώς σφάλματα. Όσον αφορά τις δαπάνες για την Αγροτική ανάπτυξη, από τις 80 πράξεις του δείγματος, οι 40 (το 50 %) εμφάνιζαν σφάλματα και 21 (το 52 %) από αυτές τις πράξεις εμφάνιζαν προσδιορίσιμα ποσοτικώς σφάλματα. Όσον αφορά τους τομείς Περιβάλλον, Αλιεία και θαλάσσιες υποθέσεις, καθώς και Υγεία και προστασία των καταναλωτών, από τις 12 πράξεις του δείγματος, οι 8 (το 67 %) εμφάνιζαν σφάλματα και 4 από αυτές τις πράξεις (το 50 %) εμφάνιζαν προσδιορίσιμα ποσοτικώς σφάλματα.

3.19.

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα περισσότερα ποσοτικώς προσδιορίσιμα σφάλματα είναι περιορισμένης σχετικά σημασίας από δημοσιονομική άποψη και αφορούν κυρίως μικρές διαφοροποιήσεις στη νέα μέτρηση των αγροτεμαχίων που διεξήχθη από το Συνέδριο (βλέπε σημείο 3.20).

3.20.

Το 2010, από τις πράξεις που εμφάνιζαν σφάλματα, 54 (το 62 %) εμφάνιζαν προσδιορίσιμα ποσοτικώς σφάλματα επιλεξιμότητας και, ως επί το πλείστον, ακρίβειας (το 97 % για το ΕΓΤΕ και το 52 % για το ΕΓΤΑΑ), ιδίως εξαιτίας της δήλωσης επιλέξιμων εκτάσεων μεγαλύτερων των πραγματικών.

 

3.21.

Κατωτέρω περιγράφονται παραδείγματα σφαλμάτων που διαπίστωσε το Συνέδριο (βλέπε παράδειγμα 3.1):

 

Παράδειγμα σφάλματος επιλεξιμότητας στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ

Στις εθνικές αρχές ενός κράτους μέλους καταβλήθηκε ποσό, ύψους 4,3 εκατομμυρίων ευρώ, σχετικά με 1 965 τόνους βουτύρου παρέμβασης (19), το οποίο χορηγήθηκε ως μέσο πληρωμής (αντιπραγματισμός) σε υποβάλλοντες προσφορά (20) που είχαν επιλεγεί σε άλλο κράτος μέλος, στο πλαίσιο του προγράμματος επισιτιστικής βοήθειας της ΕΕ για τους απόρους. Σε αντάλλαγμα για το βούτυρο, οι επιλεγέντες υποβάλλοντες προσφορά (φορείς) προσφέρθηκαν να παρέχουν διάφορα είδη τυριών και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων σε απόρους.

Οι ισχύοντες κανόνες της ΕΕ (21) ορίζουν ότι δεν επιτρέπεται στον φορέα να διαθέσει το βούτυρο στην αγορά του κράτους μέλους όπου είχε τεθεί σε παρέμβαση, αλλά το προϊόν πρέπει να μεταφερθεί στο δεύτερο κράτος μέλος: σκοπός της απαίτησης αυτής είναι να αποφευχθεί η επιστροφή του βουτύρου στο κράτος μέλος όπου είχε αγοραστεί από την παρέμβαση για τους σκοπούς διαχείρισης της αγοράς (22). Το βούτυρο από την παρέμβαση μεταφέρθηκε στα σύνορα του δεύτερου κράτους μέλους (23), όπου τακτοποιήθηκαν τα έγγραφα ελέγχου της ΕΕ. Εντούτοις, το μεγαλύτερο μέρος του βουτύρου δεν ξεφορτώθηκε, αλλά μεταφέρθηκε αμέσως πίσω στο αρχικό κράτος μέλος, όπου πωλούνταν στην εσωτερική αγορά, γεγονός που συνιστά καταστρατήγηση των κανόνων της ΕΕ (24).

Παράδειγμα σφάλματος επιλεξιμότητας στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ

Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο στόχος του προγράμματος —να φθάνουν δωρεάν τα τρόφιμα στους άπορους— επετεύχθη πλήρως στη συγκεκριμένη περίπτωση, και ότι η αξία του τυριού και του βουτύρου που προσφέρθηκαν στα άτομα αυτά υπερέβη την επιβάρυνση στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Θεωρεί επίσης ότι η περίπτωση αυτή αφορά κατά κύριο λόγο την αποτελεσματικότητα ενός κανόνα του προγράμματος του 2009, ο οποίος δεν απαγόρευε την επιστροφή των προϊόντων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο πρώτο κράτος μέλος από άλλον φορέα, σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών. Ως εκ τούτου, αν και δεν επετεύχθη πλήρως ο βασικός σκοπός της διάταξης, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι υπάρχει βάση για την ανάκτηση των ποσών στην υπόθεση αυτή.

Το πρόβλημα περιορίστηκε στο πρόγραμμα του 2009, δεδομένου ότι στα επόμενα προγράμματα δεν υπήρξαν παρόμοιοι κανόνες.

Η Επιτροπή θα εξετάσει ωστόσο δυνατότητες ενίσχυσης της διαφάνειας των ρυθμίσεων για τα εμπορεύματα συναλλαγής, που αποτελούν βασικό στοιχείο του προγράμματος βοήθειας προς απόρους το οποίο η Επιτροπή προτίθεται να συνεχίσει και στο μέλλον.

Παράδειγμα σφάλματος ακρίβειας στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι πραγματοποιήθηκαν πληρωμές στο πλαίσιο του ΚΕΕ σε 12 500 επιμέρους δικαιούχους περίπου, βάσει ενός απηρχαιωμένου LPIS, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την καταβολή ποσών καθ’ υπέρβαση των κανονικών, συνολικού ύψους 11 εκατομμυρίων ευρώ. Σε αντίθεση με τη νομοθεσία της ΕΕ, οι εθνικές αρχές αποφάσισαν να χρεώσουν το ποσό στον εθνικό προϋπολογισμό, αντί να ανακτήσουν τα καθ’ υπέρβαση καταβληθέντα ποσά από τους γεωργούς, χορηγώντας κατ’ αυτό τον τρόπο μη εγκεκριμένες εθνικές ενισχύσεις. Οι επιμέρους πληρωμές στους γεωργούς είναι υπερεκτιμημένες και, κατά συνέπεια, παράτυπες.

Παράδειγμα σφάλματος ακρίβειας στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ

Η Επιτροπή γνωρίζει τις ελλείψεις στο εν λόγω LPIS και τις παρακολουθεί μέσω διαδικασιών εκκαθάρισης της συμμόρφωσης. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004, η υποχρέωση επιστροφής του γεωργού δεν ισχύει εάν η πληρωμή οφείλεται σε σφάλμα της αρμόδιας ή άλλης αρχής, και εάν το σφάλμα δεν ήταν εύλογα δυνατόν να εντοπιστεί από τον κάτοχο της εκμετάλλευσης. Πάντως, η απόφαση των εθνικών αρχών να χρεώσουν το ποσό στον εθνικό προϋπολογισμό είχε ως αποτέλεσμα να μη χρηματοδοτήσει ο προϋπολογισμός της ΕΕ καμία αδικαιολόγητη δαπάνη.

Παραδείγματα σφαλμάτων επιλεξιμότητας στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ

Δεν ελήφθησαν υπόψη οι κανόνες σύναψης συμβάσεων: αφορά έργο στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ για την κατασκευή ποδηλατόδρομου σχετικά με το οποίο τμήμα των εργασιών ανατέθηκε απευθείας στον δικαιούχο. Λόγω της απουσίας διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης, τμήμα των πληρωμών που αφορούν τη σύμβαση αυτή είναι παράτυπες.

Δεν τηρήθηκαν συγκεκριμένα κριτήρια επιλεξιμότητας: πραγματοποιήθηκε πληρωμή στο πλαίσιο του μέτρου αγροτικής ανάπτυξης «βελτίωση της οικονομικής αξίας των δασών». Σκοπός του έργου ήταν η αραίωση της πυκνότητας των δένδρων του δάσους, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα και, κατά συνέπεια, η αξία της ξυλείας. Δύο από τα κριτήρια επιλεξιμότητας τα οποία έπρεπε να πληροί ο δικαιούχος ήταν τα εξής: 1) η πυκνότητα των δένδρων πριν από την αραίωση έπρεπε να ήταν τουλάχιστον 800 δένδρα ανά εκτάριο και 2) οι εργασίες έπρεπε να πραγματοποιηθούν μεταξύ του Οκτωβρίου και του Ιανουαρίου προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι για την υγεία των φυτών. Τα δύο αυτά κριτήρια επιλεξιμότητας δεν τηρήθηκαν: η πυκνότητα των δένδρων πριν από τις εργασίες αραίωσης ήταν 600 και οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του Μαρτίου και του Μαΐου. Επομένως, η πληρωμή είναι παράτυπη.

Παραδείγματα σφαλμάτων επιλεξιμότητας στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ

Δεν ελήφθησαν υπόψη οι κανόνες σύναψης συμβάσεων:

Η Επιτροπή θα παρακολουθήσει αυτή την υπόθεση μέσω των διαδικασιών εκκαθάρισης της συμμόρφωσης.

Δεν τηρήθηκαν συγκεκριμένα κριτήρια επιλεξιμότητας:

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το κριτήριο επιλεξιμότητας σχετικά με την περίοδο των εργασιών φαίνεται ότι καθορίστηκε από τις περιφερειακές αρχές χωρίς ορθή αξιολόγηση της αιτιολογίας και του αντίκτυπου. Η Επιτροπή συνιστά στα κράτη μέλη να καθιερώνουν διάφανες διαδικασίες, στις οποίες θα συμμετέχουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, όταν καθορίζει σε περιφερειακό επίπεδο ειδικούς όρους επιλεξιμότητας, επιπλέον των εθνικών κανόνων.

Παράδειγμα σφάλματος στους τομείς Περιβάλλον, Αλιεία και θαλάσσιες υποθέσεις, Υγεία και προστασία των καταναλωτών

Η ΓΔ ENV αφαίρεσε εσφαλμένα επιλέξιμες δαπάνες προσωπικού για ένα έργο στο πλαίσιο του LIFE III. Αυτό αντισταθμίστηκε, εν μέρει, με την εσφαλμένη αποδοχή της καταβολής μισθών πέραν της επιλέξιμης περιόδου του έργου. Επιπλέον, τα δικαιολογητικά για τις δηλωθείσες δαπάνες ήταν ελλιπή.

 

3.22.

Από το 2007 έως το 2009, το Συμβούλιο έλαβε αρκετές αποφάσεις για την αύξηση του προϋπολογισμού που αφορά την αγροτική ανάπτυξη κατά 5,43 δισεκατομμύρια ευρώ, κυρίως προκειμένου να ανταποκριθεί σε «νέες προκλήσεις» (π.χ. κλιματική αλλαγή, προστασία της βιοποικιλότητας κ.λπ.). Από το ποσό αυτό, 3 δισεκατομμύρια ευρώ αντιστοιχούσαν σε μεταφορά κονδυλίων από μέτρα άμεσων ενισχύσεων σε μέτρα αγροτικής ανάπτυξης («διαφοροποίηση»). Ως αποτέλεσμα, τα κράτη μέλη προσάρμοσαν προς τα άνω τα προγράμματά τους για την αγροτική ανάπτυξη και, το 2010, η Επιτροπή προέβη σε προπληρωμές για αυτά τα επιπρόσθετα προγράμματα, ύψους 401 εκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, τέτοιες επιπρόσθετες προπληρωμές δεν προβλέπονται στη νομοθεσία (η προχρηματοδότηση επιτρέπεται μόνον όταν τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης εγκρίνονται στην αρχή της περιόδου προγραμματισμού, ήτοι το 2007-2008, και όχι όταν αναθεωρούνται). Πέραν αυτού, η νομοθεσία απαγορεύει ρητώς την προχρηματοδότηση κονδυλίων διαφοροποίησης. Κατά συνέπεια, η εν λόγω πληρωμή, ύψους 401 εκατομμυρίων ευρώ, στερούνταν νομικής βάσης.

3.22.

Η Επιτροπή συμφωνεί με την παρατήρηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά παρατηρεί ότι οι προπληρωμές ύψους 401 εκατ. ευρώ δεν αποτελούν παράτυπες πληρωμές προς τελικούς δικαιούχους. Η ανάκτηση των εν λόγω ποσών εξακολουθεί και θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2011.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

Τομέας πολιτικής Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη

Συστήματα σχετικά με την κανονικότητα των πράξεων

3.23.

Στο παράρτημα 3.2 συνοψίζονται τα αποτελέσματα της εξέτασης του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ), το οποίο συνιστά το βασικό σύστημα ελέγχου για τη διασφάλιση της κανονικότητας των πράξεων του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (25).

 

3.24.

Το Συνέδριο, στο πλαίσιο του ελέγχου που διενήργησε σε έξι οργανισμούς πληρωμών το 2010, διαπίστωσε ότι τα συστήματα ΟΣΔΕ ήταν αποτελεσματικά όσον αφορά τη διασφάλιση της κανονικότητας των πληρωμών σε τέσσερις οργανισμούς και μερικώς αποτελεσματικά στους υπόλοιπους δύο. Εκτός αυτού, το Συνέδριο διενήργησε ελέγχους παρακολούθησης σε τρεις οργανισμούς πληρωμών και διαπίστωσε ότι τόσο το LPIS όσο και η ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων εξακολουθούν να εμφανίζουν αδυναμίες.

3.24.

Όσον αφορά τους έξι οργανισμούς πληρωμών στους οποίους διενήργησε ελέγχους το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά το 2010, τα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου συνιστούν σημαντική βελτίωση σε σύγκριση με εκείνα του περασμένου έτους, όταν είχε εκτιμήσει ότι μόνο ένα από τους 8 ΟΣΔΕ ήταν αποτελεσματικό. Εξάλλου, οι αδυναμίες που διαπίστωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο σε δύο από αυτά ήσαν όλες ελάσσονος χαρακτήρα και εν μέρει δεν ενέχουν κίνδυνο για τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Οπωσδήποτε, οι στατιστικές ελέγχου αυτών των οργανισμών πληρωμών, που επικυρώθηκαν από τους οργανισμούς πιστοποίησης, καταδεικνύουν ότι ο ενδεχόμενος δημοσιονομικός αντίκτυπος των αδυναμιών δεν ήταν ουσιαστικός σε επίπεδο οργανισμού πληρωμών.

Όσον αφορά τους τρεις ελέγχους παρακολούθησης που διενήργησε το Ελεγκτικό Συνέδριο, τα σχετικά κράτη μέλη (BG, RO και GR) έχουν ολοκληρώσει ή πρόκειται να ολοκληρώσουν εντός ολίγου σχέδια δράσης για την αποκατάσταση των ελλείψεων στα ΟΣΔΕ τους. Ως εκ τούτου, η κατάσταση στα εν λόγω κράτη μέλη έχει βελτιωθεί σημαντικά.

Όσον αφορά την αξιολόγηση των ΟΣΔΕ γενικώς, βλέπε επίσης την απάντηση στο σημείο 3.29.

3.25.

Όσον αφορά τα εννέα ελεγχθέντα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της αγροτικής ανάπτυξης, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι δύο από τα συστήματα ελέγχου που εφαρμόζονταν δεν ήταν αποτελεσματικά, έξι από αυτά ήταν μερικώς αποτελεσματικά και ένα ήταν αποτελεσματικό όσον αφορά τη διασφάλιση της κανονικότητας των πληρωμών.

3.25.

Η Επιτροπή συμφωνεί με το Ελεγκτικό Συνέδριο που αξιολόγησε ως μη αποτελεσματικά τα δύο συστήματα εποπτείας και ελέγχου. Όσον αφορά τα άλλα κράτη μέλη, οι έλεγχοι της Επιτροπής κατέδειξαν ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει συστήματα που είναι αποτελεσματικά ή μερικώς αποτελεσματικά, με εξαίρεση εκείνα για τα μέτρα του άξονα 2 στη Βουλγαρία, την Πορτογαλία και τη Ρουμανία (βλέπε ΕΕΔ για το 2010 της ΓΔ AGRI).

3.26.

Το ΟΣΔΕ περιλαμβάνει, σε κάθε κράτος μέλος, βάση δεδομένων με τις εκμεταλλεύσεις και τις αιτήσεις ενίσχυσης, συστήματα αναγνώρισης των αγροτεμαχίων και καταγραφής των ζώων, καθώς και μητρώο δικαιωμάτων στα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το ΚΕΕ. Το σύστημα προβλέπει διάφορους ελέγχους επιλεξιμότητας: διοικητικό έλεγχο όλων των αιτήσεων, διασταυρωτικούς ελέγχους με βάσεις δεδομένων, προκειμένου να αποτρέπεται το φαινόμενο τα ίδια αγροτεμάχια/ζώα να δηλώνονται δύο φορές, καθώς και ελάχιστο ποσοστό επιθεωρήσεων στις εκμεταλλεύσεις της τάξης του 5 %, τις οποίες πρέπει να πραγματοποιούν οι οργανισμοί πληρωμών.

 

3.27.

Το ΟΣΔΕ καλύπτει τα βασικά καθεστώτα που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΕ, ήτοι το ΚΕΕ, το ΚΕΣΕ και όλα τα σχετικά συνδεδεμένα καθεστώτα ενισχύσεων βάσει της έκτασης, καθώς και τα καθεστώτα πριμοδοτήσεων για τα ζώα. Όσον αφορά το ΕΓΤΑΑ και, ιδίως, τον αγροπεριβαλλοντικό τομέα και τις μειονεκτικές περιοχές, η επαλήθευση ορισμένων βασικών στοιχείων, όπως η επιλέξιμη έκταση και ο αριθμός των ζώων, πραγματοποιείται μέσω του ΟΣΔΕ, ενώ άλλες απαιτήσεις διέπονται από ειδικά σχεδιασμένους ελέγχους (26).

 

3.28.

Ο έλεγχος του ΟΣΔΕ από το Συνέδριο συνίστατο σε εξέταση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις των σχετικών κανονισμών, καθώς και σε εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων όσον αφορά τη διασφάλιση της κανονικότητας των πράξεων. Ειδικότερα, εξετάστηκαν τα παρακάτω στοιχεία:

3.28.

I.

διοικητικές διαδικασίες και έλεγχοι για την εξασφάλιση της ορθότητας των πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της ποιότητας των βάσεων δεδομένων·

 

II.

συστήματα ελέγχου που βασίζονται σε επιτόπιους ελέγχους·

 

III.

συστήματα που διασφαλίζουν την εφαρμογή και τον έλεγχο της πολλαπλής συμμόρφωσης.

III.

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η τήρηση κριτηρίων πολλαπλής συμμόρφωσης από τους γεωργούς δεν συνιστά κριτήριο επιλεξιμότητας, και ως εκ τούτου, οι έλεγχοι αυτών των κριτηρίων δεν έχουν σχέση με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των συναφών πράξεων. Οι γεωργοί που δεν τηρούν αυτά τα κριτήρια δικαιούνται να λάβουν πληρωμές, αλλά υπόκεινται σε κυρώσεις λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα, την έκταση, το διαρκή χαρακτήρα και την επανάληψη της εντοπισθείσας μη συμμόρφωσης καθώς και την αμέλεια ή την πρόθεση του δικαιούχου.

Η μη τήρηση των απαιτήσεων της πολλαπλής συμμόρφωσης επηρεάζει το συνολικό ποσό της πληρωμής των άμεσων ενισχύσεων της ΕΕ, καθώς οι αποδέκτες υπέχουν νομική υποχρέωση τήρησης αυτών των απαιτήσεων (βλέπε σημείο 3.6).

 

3.29.

Οι ετήσιοι έλεγχοι των συστημάτων ΟΣΔΕ που διενήργησε το Συνέδριο τα τελευταία έτη καταδεικνύουν ότι η αποτελεσματικότητα του ΟΣΔΕ έχει πληγεί λόγω της καταχώρισης ανακριβών στοιχείων στις βάσεις δεδομένων, λόγω ελλιπών διασταυρωτικών ελέγχων ή λόγω εσφαλμένης ή ελλιπούς παρακολούθησης των ανωμαλιών. Το Συνέδριο διαπίστωσε αυτές τις αδυναμίες σε ορισμένους οργανισμούς πληρωμών. Πιο συγκεκριμένα, δύο βασικοί έλεγχοι, οι διασταυρωτικοί έλεγχοι των αγροτεμαχίων που δηλώθηκαν με το LPIS και οι επιτόπιοι έλεγχοι αυτών των αγροτεμαχίων, διαπιστώθηκε ότι εμφανίζουν αδυναμίες σε αρκετούς οργανισμούς πληρωμών που ελέγχθηκαν από το Συνέδριο.

3.29.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ΟΣΔΕ είναι γενικά ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος σφαλμάτων ή η πιθανότητα παράτυπων δαπανών.

Η συνολική αποτελεσματικότητα και η συνεχής βελτίωση του ΟΣΔΕ επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα των ελέγχων συμμόρφωσης που έχει διεξάγει η Επιτροπή σε όλα τα κράτη μέλη κατά τα τελευταία έτη, από το χαμηλό ποσοστό σφαλμάτων που αναφέρεται στις στατιστικές ελέγχων που λαμβάνει από τα κράτη μέλη η Επιτροπή και που επαληθεύονται και επικυρώνονται από τους οργανισμούς πιστοποίησης και από τα πορίσματα των δηλώσεων αξιοπιστίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2010, τα οποία αναφέρουν ποσοστό σφάλματος 1 % για τις άμεσες πληρωμές.

Οι υπόλοιπες αδυναμίες είναι γενικά ήσσονος χαρακτήρα και δεν καθιστούν αναποτελεσματικό το ΟΣΔΕ, αλλά μάλλον τελειοποιήσιμο. Όλες αυτές οι αδυναμίες τυγχάνουν παρακολούθησης μέσω των διαδικασιών εκκαθάρισης της συμμόρφωσης που εγγυάται την επαρκή κάλυψη του κινδύνου σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ.

Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 3.24.

I.   Διοικητικές διαδικασίες και έλεγχοι για τη διασφάλιση της ορθότητας των πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της ποιότητας των βάσεων δεδομένων

3.30.

Οι οργανισμοί πληρωμών πρέπει να πραγματοποιούν διοικητικούς ελέγχους ώστε να διαπιστώνεται εάν οι αιτήσεις πληρούν τις απαιτήσεις του καθεστώτος (27). Οι διοικητικοί έλεγχοι πρέπει να περιλαμβάνουν διασταυρωτικούς ελέγχους, οσάκις είναι δυνατό και αρμόζει, μεταξύ άλλων, με τις βάσεις δεδομένων του ΟΣΔΕ. Το Συνέδριο εξέτασε εάν οι βάσεις δεδομένων ήταν πλήρεις και αξιόπιστες, εάν εντοπίστηκαν ανωμαλίες με τους ελέγχους και εάν ελήφθησαν διορθωτικά μέτρα για τη διόρθωση των σφαλμάτων. Κατωτέρω παρατίθενται οι διαπιστωθείσες μείζονες αδυναμίες των συστημάτων.

 

ΕΓΤΕ

3.31.

Το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων (LPIS) είναι μια βάση δεδομένων στην οποία καταχωρίζονται όλες οι γεωργικές εκτάσεις (αγροτεμάχια αναφοράς) του κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένης της προαιρετικής χρήσης ορθοφωτογραφιών (28). Σε τρία κράτη μέλη (Ελλάδα, Ρουμανία και Ισπανία), το Συνέδριο εντόπισε περιπτώσεις όπου αγροτεμάχια αναφοράς που θεωρούνται «μόνιμοι βοσκότοποι» (29) είχαν καταχωριστεί στο LPIS ως επιλέξιμα 100 %, παρά το γεγονός ότι καλύπτονταν εν μέρει με πυκνό δάσος ή άλλα μη επιλέξιμα στοιχεία και, κατά συνέπεια, ήταν μόνο εν μέρει επιλέξιμα (βλέπε παράδειγμα 3.2).

3.31.

Στις περιπτώσεις που εντοπίστηκε ότι είχε καταβληθεί άμεση ενίσχυση, παρά τη μη συμμόρφωση προς τις νομικές διατάξεις, κινήθηκαν οι διαδικασίες εκκαθάρισης της συμμόρφωσης.

Παράδειγμα 3.2

Στην Ισπανία (Castilla-la-Mancha και Extremadura) το Συνέδριο εντόπισε περιπτώσεις όπου αγροτεμάχια αναφοράς που θεωρούνταν μόνιμοι βοσκότοποι είχαν καταχωριστεί στο LPIS ως πλήρως επιλέξιμα, μολονότι καλύπτονταν μόνο εν μέρει με αγρωστώδη και η υπόλοιπη έκταση περιείχε μη επιλέξιμα στοιχεία, όπως βράχους, θάμνους, πυκνά δάση κ.λπ. Στην Ελλάδα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ολόκληρα δάση θεωρούνταν μόνιμοι βοσκότοποι και, επομένως, ήταν επιλέξιμα για ενισχύσεις στο πλαίσιο του ΚΕΕ. Κατά συνέπεια, η επιλέξιμη έκταση που καταχωρίστηκε στο LPIS και χρησιμοποιήθηκε στους διασταυρωτικούς ελέγχους ήταν συχνά υπερεκτιμημένη. Το γεγονός αυτό επηρέασε αρνητικά την ποιότητα τέτοιων διασταυρωτικών ελέγχων.

Παράδειγμα 3.2

Η Επιτροπή γνωρίζει την κατάσταση στην Ελλάδα και έχει ζητήσει από τις ελληνικές αρχές να επιλύσουν τα προβλήματα. Όσον αφορά την κατάσταση στην Ισπανία, η Επιτροπή διαπίστωσε παρόμοια προβλήματα με εκείνα που ανέφερε το Ελεγκτικό Συνέδριο σε άλλες αυτόνομες κοινότητες.

Εντούτοις, τα προβλήματα που εντοπίστηκαν στα δύο κράτη μέλη δεν καταλήγουν συστηματικά σε παράτυπες πληρωμές· όπου συμβαίνει αυτό, η Επιτροπή παρακολουθεί την περίπτωση μέσω διαδικασιών εκκαθάρισης της συμμόρφωσης.

3.32.

Σε πέντε κράτη μέλη (Βουλγαρία, Κάτω Χώρες (30), Ελλάδα, Ρουμανία και Ισπανία) το Συνέδριο διαπίστωσε αδυναμίες στην ενημέρωση του LPIS.

3.32.

Όσον αφορά τις Κάτω Χώρες, γίνεται μνεία στην απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 3.21 (παράδειγμα σφάλματος ακρίβειας στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ). Για την Ελλάδα, θεσπίστηκε ένα νέο ενημερωμένο LPIS μέχρι το τέλος 2008. Για τη Ρουμανία, θεσπίστηκε το 2009 ένα σχέδιο διορθωτικής δράσης, το οποίο ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2011. Για τη Βουλγαρία, θεσπίστηκε το 2009 ένα σχέδιο διορθωτικής δράσης, το οποίο θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2011. Η Ισπανία έχει ένα σχέδιο ενημέρωσης, αλλά της ζητήθηκε να ενισχύσει τις προσπάθειές της προς αυτή την κατεύθυνση κατά τη διάρκεια του 2011.

3.33.

Όσον αφορά το σύστημα ελέγχων εκτός ΟΣΔΕ σχετικά με το μέτρο «αναδιάρθρωση του κλάδου της ζάχαρης» στη Γαλλία, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι το σύστημα ήταν μόνο εν μέρει αποτελεσματικό (βλέπε παράδειγμα 3.3).

 

Παράδειγμα 3.3

Στο πλαίσιο ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης της ΕΕ, το 2008/2009 οι παραγωγοί ζάχαρης που αποποιούνται πλήρως ή εν μέρει την ποσόστωσή τους λαμβάνουν ενίσχυση ανά τόνο ζάχαρης της αποποιηθείσας ποσόστωσης, η οποία κυμαίνεται από 218,75 ευρώ (απλή αποποίηση) έως 625 ευρώ (στην περίπτωση πλήρους διάλυσης μιας εγκατάστασης παραγωγής). Ο παραγωγός πρέπει να κατανείμει την αποποιηθείσα ποσόστωση σε εγκαταστάσεις παραγωγής, με μέγιστο όριο την ικανότητα παραγωγής αυτών των εγκαταστάσεων. Το 10 % της ενίσχυσης πρέπει να καταβληθεί σε καλλιεργητές, οι οποίοι, κατά συνέπεια, θα απολέσουν τα δικαιώματά τους παράδοσης ζαχαρότευτλων στον παραγωγό ζάχαρης.

Στη Γαλλία, ένας παραγωγός ζάχαρης έλαβε ενίσχυση για τη διάλυση μιας εγκατάστασης παραγωγής, η οποία αντιστοιχούσε σε 93 500 τόνους αποποιηθείσας ποσόστωσης. Ωστόσο, ακριβώς πριν την υποβολή της αίτησης ενίσχυσης, ο δικαιούχος είχε υποβάλει αίτηση για αναβάθμιση της παραγωγικής ικανότητας της εν λόγω εγκατάστασης από 72 000 σε 93 500 τόνους και το αίτημά του είχε εγκριθεί. Εντούτοις, η πραγματική παραγωγή της εγκατάστασης δεν υπερέβη ποτέ τους 60 000 τόνους. Η αύξηση της ικανότητας δημιουργήθηκε τεχνητά, προκειμένου να ληφθεί το υψηλότερο ποσοστό ενίσχυσης, ήτοι 625 ευρώ/τόνο για ποσότητα τουλάχιστον 21 500 τόνων. Επίσης, το 10 % της εν λόγω ενίσχυσης καταβλήθηκε σε καλλιεργητές που δεν είχαν παραδώσει ποτέ ζαχαρότευτλα στη διαλυθείσα εγκατάσταση.

Παράδειγμα 3.3

Οι κανόνες της ΕΕ προβλέπουν ότι για την επιλεξιμότητα κάθε αίτησης για ενίσχυση αναδιάρθρωσης αποφασίζει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους. Στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης του παραγωγού που αναφέρει το Ελεγκτικό Συνέδριο, είχε συμφωνηθεί ότι θα γίνει αποποίηση ποσότητας της παραγωγής ζάχαρης και ότι η σχετική διαχείριση θα γίνει με την πλήρη διάλυση μιας εγκατάστασης παραγωγής και αποποίηση της ποσόστωσης σε τρεις άλλες εγκαταστάσεις.

Οι κανόνες της ΕΕ επίσης προβλέπουν ότι σχέδια αναδιάρθρωσης που υποβάλλονται από αιτούντες πρέπει να ορίζουν για κάθε εγκατάσταση την αποποιούμενη ποσόστωση «η οποία είναι μικρότερη από ή ίση προς την ικανότητα παραγωγής» προκειμένου για την πλήρη ή μερική διάλυσή της. Οι κανόνες δεν ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η ικανότητα παραγωγής, και ως εκ τούτου τα κράτη μέλη είναι κατ’ αρχή ελεύθερα να προσδιορίσουν την πλέον κατάλληλη μέθοδο. Οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος αποσκοπούσε στον καθορισμό της ικανότητας παραγωγής του εργοστασίου και όχι την συγκεκριμένη παραγωγή σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή. Η Επιτροπή πάντως παρακολουθεί την υπόθεση στο πλαίσιο μιας εξελισσόμενης διαδικασίας εκκαθάρισης της συμμόρφωσης με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο τηρήθηκαν πλήρως οι κανόνες της ΕΕ.

ΕΓΤΑΑ

3.34.

Με τους διοικητικούς ελέγχους εξετάζεται κατά πόσο οι δηλώσεις που υποβάλλει ο αιτών είναι ορθές και κατά πόσο πληρούνται οι όροι επιλεξιμότητας για τη χορήγηση και την καταβολή της ενίσχυσης (31). Οι έλεγχοι του είδους αυτού περιλαμβάνουν διασταυρωτικούς ελέγχους με τα δεδομένα που έχει ήδη στη διάθεσή της η διοικητική αρχή, για παράδειγμα στις βάσεις δεδομένων του ΟΣΔΕ.

 

3.35.

Ένας από τους βασικούς διοικητικούς ελέγχους των μέτρων (32) όσον αφορά τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του γεωργικού τομέα, όπως ο εκσυγχρονισμός των εκμεταλλεύσεων και η βελτίωση και ανάπτυξη της αγροτικής υποδομής, αποσκοπεί σε εκτίμηση του εύλογου χαρακτήρα των δηλωθεισών δαπανών. Επομένως, απαιτείται από τα κράτη μέλη η εφαρμογή κατάλληλων συστημάτων για την αξιολόγηση των ποσών που δηλώνουν οι δικαιούχοι. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι τέσσερις από τις επτά εθνικές αρχές που ελέγχθηκαν για τον σκοπό αυτό δεν εφάρμοζαν αποτελεσματικά τη συγκεκριμένη κανονιστική απαίτηση.

3.35.

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη ότι οι διοικητικοί έλεγχοι που εξετάζουν την ορθότητα των δαπανών είναι καθοριστικής σημασίας για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας ολόκληρου του ελεγκτικού συστήματος. Αυτοί οι καθοριστικοί έλεγχοι εξετάζονται συστηματικά κατά τις ελεγκτικές αποστολές της Επιτροπής. Από τη γενική αξιολόγηση προκύπτει ότι, με δύο μόνο εξαιρέσεις, στα κράτη μέλη που διεξήγαγε ελέγχους η Επιτροπή έχουν θεσπιστεί αποτελεσματικά ή μερικώς αποτελεσματικά συστήματα.

3.36.

Όσον αφορά ορισμένα έργα στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ, οι διοικητικοί έλεγχοι περιλαμβάνουν εξακρίβωση της συμμόρφωσης των ενεργειών με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες και κανόνες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της σύναψης συμβάσεων. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι, στην Πορτογαλία, οι δαπάνες σχετικά με την κατασκευή ενός φράγματος κατανεμήθηκαν σε διάφορες συμβάσεις, οι οποίες κατ’ αυτό τον τρόπο μπορούσαν να ανατεθούν απευθείας, αντί να αποτελέσουν αντικείμενο πρόσκλησης για την υποβολή προσφορών. Το στοιχείο αυτό δεν εντοπίστηκε με τους διοικητικούς ελέγχους.

3.36.

Η Επιτροπή θα παρακολουθήσει αυτή την υπόθεση μέσω των διαδικασιών εκκαθάρισης της συμμόρφωσης.

II.   Συστήματα ελέγχου βασιζόμενα σε επιτόπιους ελέγχους

3.37.

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διενεργούν, κάθε χρόνο, επιτόπιους ελέγχους, προκειμένου να καλύπτουν, για τα περισσότερα καθεστώτα ενίσχυσης, το 5 % τουλάχιστον του συνόλου των δικαιούχων (33). Ο έλεγχος του Συνεδρίου εστιάστηκε στην καταλληλότητα των διαδικασιών ανάλυσης κινδύνου, προκειμένου να επιλέγονται δικαιούχοι για τους ελέγχους του είδους αυτού, στην ποιότητα των ελέγχων, καθώς και στην επάρκεια των διορθώσεων που πραγματοποιήθηκαν.

 

3.38.

Το Συνέδριο, κατά την επανεκτέλεση επιτόπιων ελέγχων που είχαν διενεργήσει οι οργανισμοί πληρωμών, διαπίστωσε συχνά ότι οι έλεγχοι δεν είχαν εκτελεστεί κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο (βλέπε παράδειγμα 3.4).

 

Παράδειγμα 3.4

Το Συνέδριο επανεκτέλεσε μετρήσεις αγροτεμαχίων τις οποίες είχαν πραγματοποιήσει εθνικοί επιθεωρητές στη Βουλγαρία, την Ελλάδα, τη Ρουμανία, την Τσεχική Δημοκρατία και τις Κάτω Χώρες. Διαπιστώθηκε ότι οι επιλέξιμες εκτάσεις που είχαν αναφέρει οι εθνικοί επιθεωρητές ήταν εσφαλμένες σε 13 από τα 43 αγροτεμάχια στη Βουλγαρία, σε 6 από τα 32 αγροτεμάχια στην Ελλάδα, σε 12 από τα 29 αγροτεμάχια στη Ρουμανία, σε 35 από τα 67 αγροτεμάχια στην Τσεχική Δημοκρατία και σε 16 από τα 174 αγροτεμάχια στις Κάτω Χώρες. Εντούτοις, στις περιπτώσεις που εξετάστηκαν, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις ήταν περιορισμένες.

Παράδειγμα 3.4

Για την Ελλάδα το πρόβλημα περιορίζεται στην υπόθεση των βοσκοτόπων και το ζήτημα θα τύχει παρακολούθησης μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης της συμμόρφωσης.

3.39.

Όσον αφορά το ΕΓΤΑΑ, το Συνέδριο εντόπισε αδυναμίες στον σχεδιασμό των επιτόπιων ελέγχων και την ανάλυση των αποτελεσμάτων. Για παράδειγμα, στην Πορτογαλία, το σύνολο σχεδόν των ελέγχων (το 97,5 %) διενεργήθηκε με σημαντική καθυστέρηση, π.χ. ένα ή ακόμη και δύο έτη μετά το έτος για το οποίο είχε υποβληθεί αίτηση για ενίσχυση, γεγονός που δυσχεραίνει τον εντοπισμό περιπτώσεων μη συμμόρφωσης.

3.39.

Η Επιτροπή εντόπισε τις ίδιες αδυναμίες κατά τους ελέγχους της στην Πορτογαλία. Εντούτοις, οι πορτογαλικές αρχές παρείχαν στην Επιτροπή πληροφορίες που καταδεικνύουν ότι για το έτος διεκδίκησης 2010 η κατάσταση βελτιώθηκε σε μεγάλο βαθμό και η μεγάλη πλειονότητα των ελέγχων συμπληρώθηκε μέχρι τον Δεκέμβριο 2010.

III.   Σύστημα για τη διασφάλιση της εφαρμογής και του ελέγχου της πολλαπλής συμμόρφωσης

3.40.

Οι απαιτήσεις πολλαπλής συμμόρφωσης συνίστανται σε κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης (ΚΑΔ) και σε πρότυπα διατήρησης της γης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση (πρότυπα ΚΓΠΚ) (βλέπε σημείο 3.6). Μολονότι οι ΚΑΔ καθορίζονται σε διάφορες οδηγίες και κανονισμούς της ΕΕ, οι κανόνες της ΚΓΠΚ πρέπει να καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο. Όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, οι οργανισμοί πληρωμών πρέπει να ελέγχουν τουλάχιστον το 1 % των αιτήσεων άμεσης ενίσχυσης.

 

3.41.

Κατά τις επιτόπιες επισκέψεις που πραγματοποίησε το Συνέδριο, στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου του (βλέπε σημείο 3.16, πέμπτη περίπτωση), παρατήρησε παραβάσεις σχετικά με την πολλαπλή συμμόρφωση στο 12 % περίπου των πληρωμών που υπόκεινται σε υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης. Η παρατηρηθείσα μη συμμόρφωση αφορούσε τόσο τις ΚΑΔ (ταυτοποίηση και καταγραφή των ζώων), όσο και την ΚΓΠΚ (επέκταση ανεπιθύμητης βλάστησης).

3.41.

Τα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιβεβαιώθηκαν από τις στατιστικές ελέγχου που η Επιτροπή έλαβε από κράτη μέλη. Από τις στατιστικές φαίνεται ότι επιβάλλονται κυρώσεις.

Συστήματα σχετικά με τις ανακτήσεις και τις δημοσιονομικές διορθώσεις

Περιπτώσεις ανάκτησης

3.42.

Το Συνέδριο δημοσίευσε ειδική έκθεση σχετικά με τον έλεγχο των ανακτήσεων στο πλαίσιο της ΚΓΠ (34), στην οποία διαπιστώνεται ότι τα συστήματα προστατεύουν πλέον αποτελεσματικότερα τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ και ότι, όσον αφορά τις περιπτώσεις από το 2006 και μετά, τα ποσοστά ανακτήσεων έχουν βελτιωθεί. Εντούτοις, είναι αναγκαίο το σύστημα να βελτιωθεί περαιτέρω, αποσαφηνίζοντας τους κανόνες και μειώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τα περιθώρια ερμηνείας και υιοθέτησης αποκλινουσών πρακτικών από τα κράτη μέλη.

3.42.

Η Επιτροπή χαιρετίζει την αξιολόγηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συγκεκριμένα ότι έχει βελτιωθεί η διαχείριση και ο έλεγχος των ανακτήσεων στο πλαίσιο της ΚΓΠ κατά τα τελευταία έτη. Ως προς τις συστάσεις που διατυπώθηκαν στην ειδική έκθεση σχετικά με την περαιτέρω βελτίωση του συστήματος, η Επιτροπή θα εξετάσει πιθανές τροποποιήσεις για να ενισχύσει, εναρμονίσει ή διευκρινίσει, κατά περίπτωση, τους σχετικούς κανόνες στο πλαίσιο των νομοθετικών της προτάσεων για την ΚΓΠ κατά το διάστημα μέχρι το 2020.

Διαδικασία εκκαθάρισης των λογαριασμών της Επιτροπής

3.43.

Η διαχείριση του μεγαλύτερου τμήματος των γεωργικών δαπανών επιμερίζεται μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Οι ενισχύσεις καταβάλλονται από τα κράτη μέλη και, στη συνέχεια, τους αποδίδονται από την Επιτροπή (35). Η τελική επικύρωση των δαπανών πραγματοποιείται μέσω μιας διαδικασίας που εκτυλίσσεται σε δύο στάδια και καλείται εκκαθάριση των λογαριασμών. Τα δύο στάδια συνίστανται σε μια ετήσια δημοσιονομική απόφαση και σε πολυετείς αποφάσεις συμμόρφωσης, τις οποίες λαμβάνει η Επιτροπή.

 

3.44.

Σε προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις, καθώς και στην ειδική έκθεση (36) σχετικά με τον έλεγχο της διαδικασίας εκκαθάρισης λογαριασμών, το Συνέδριο επέκρινε το γεγονός ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις βαρύνουν τα κράτη μέλη και όχι τους τελικούς δικαιούχους και ότι οι προσαρμογές ως προς τη συμμόρφωση συνεπάγονται εκτεταμένη χρήση των κατ’ αποκοπή διορθώσεων, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με το πραγματικό ποσό των παράτυπων πληρωμών. Το σύστημα εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση παρέμεινε αμετάβλητο το 2010.

3.44.

Αυτό που επικρίνει το Ελεγκτικό Συνέδριο στο σύστημα εκκαθάρισης της συμμόρφωσης συνδέεται αναπόσπαστα προς το σύστημα αυτό. Η εκκαθάριση της συμμόρφωσης έχει σχεδιαστεί ώστε να εξαιρείται από τη χρηματοδότηση της ΕΕ κάθε δαπάνη που δεν έχει πραγματοποιηθεί με συμμόρφωση προς του κανόνες της ΕΕ. Δεν πρόκειται αντίθετα για ένα μηχανισμό μέσω του οποίου ανακτώνται παράτυπες πληρωμές σε δικαιούχους, κάτι το οποίο, σύμφωνα με την αρχή της επιμερισμένης διαχείρισης, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.

Όπου, μέσω της εκκαθάρισης της συμμόρφωσης, εντοπίζονται αχρεωστήτως καταβληθέντα σε δικαιούχους ζητείται από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την παρακολούθησή τους με μέτρα ανάκτησης από τους εν λόγω δικαιούχους. Εντούτοις, ακόμα και στην περίπτωση που δεν απαιτείται η ανάκτηση ποσών από δικαιούχους διότι η δημοσιονομική διόρθωση αφορά μόνο ανεπάρκειες των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών και όχι αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, οι εν λόγω διορθώσεις αποτελούν σημαντικό μέσο για τη βελτίωση των συστημάτων των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την ανάκτηση παράτυπων πληρωμών σε δικαιούχους.

Η εφαρμογή κατ’ αποκοπή ποσών έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ως σύμφωνη με τους νομικούς κανόνες που διέπουν τις εργασίες συμμόρφωσης και εγκρίθηκε υπό ορισμένες προϋποθέσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του για την απαλλαγή 2007 (παράγραφος 83).

Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε στα κράτη μέλη ότι αν οι οργανισμοί τους πιστοποίησης επανελέγξουν πλήρως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα συναλλαγών για τις οποίες ο οργανισμός πληρωμής έχει διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο, και, βάσει αυτού, επιβεβαιώσουν την αξιοπιστία των στατιστικών ελέγχου ενός κράτους μέλους, τότε η Επιτροπή θα αποδεχτεί ότι το ποσοστό σφαλμάτων που προκύπτει αντιστοιχεί στον μέγιστο δυνατό κίνδυνο, και ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις για το εν λόγω οικονομικό έτος δεν θα υπερβούν αυτό το επίπεδο.

Επικύρωση των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων των οργανισμών πληρωμών

3.45.

Οι οργανισμοί πιστοποίησης υποχρεούνται να γνωμοδοτούν σχετικά με την ποιότητα των επιτόπιων επιθεωρήσεων που πραγματοποιούν οι οργανισμοί πληρωμών και να επικυρώνουν την κατάρτιση των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων. Η Επιτροπή χρησιμοποιεί στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων προκειμένου να προβαίνει σε εκτίμηση του εναπομένοντος ποσοστού σφάλματος στις γεωργικές δαπάνες.

 

3.46.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Επιτροπής παρέχουν στους οργανισμούς πιστοποίησης την ευχέρεια να επιλέγουν είτε να παρίστανται στις επιτόπιες επιθεωρήσεις είτε να τις επανεκτελούν. Η συντριπτική πλειονότητα των οργανισμών πιστοποίησης επιλέγει να επικυρώνει την ποιότητα των επιθεωρήσεων όχι μέσω της επανεκτέλεσής τους, αλλά συνοδεύοντας τους εθνικούς επιθεωρητές. Βάσει της πείρας του, το Συνέδριο θεωρεί ότι η ποιότητα των επιθεωρήσεων θα βελτιωνόταν, εάν απαιτείτο συστηματικά από τους οργανισμούς πιστοποίησης να επανεκτελούν προηγούμενες επιθεωρήσεις.

3.46.

Παρόλο που η Επιτροπή συμφωνεί ότι η επανεκτέλεση προγενέστερων ελέγχων, εάν διεξαχθεί σε εύθετο χρόνο, εξασφαλίζει καλύτερη αξιολόγηση της ποιότητας των επιθεωρήσεων επί τόπου, η αξιολόγηση του περιβάλλοντος ελέγχου είναι δυνατή και μέσω επιθεωρήσεων που πραγματοποιούνται με τη συνοδεία του οργανισμού πιστοποίησης. Οι εν λόγω περιορισμοί είναι εγγενείς σε πολλές εκ των υστέρων επιθεωρήσεις που διενεργούνται από εξωτερικούς ελεγκτές Σε τέτοιες περιστάσεις, οι συνοδευόμενες επιθεωρήσεις συνιστούν ικανοποιητική εναλλακτική λύση καθόσον παρέχουν το επιπρόσθετο όφελος του περιορισμού της διοικητικής επιβάρυνσης του γεωργού δεδομένου ότι αποφεύγουν σώρευση των ελέγχων.

Από την ανάλυση των εκθέσεων των οργανισμών πιστοποίησης για το οικονομικό έτος 2010 προκύπτει ότι οι οργανισμοί πιστοποίησης πραγματοποίησαν συνολικά περίπου 3 000 ελέγχους. Στις περιπτώσεις πραγματοποίησης των απαιτούμενων ελέγχων από τους οργανισμούς πιστοποίησης, επανεκτελέστηκαν έλεγχοι σε περίπου 24 % των υποθέσεων, και στη συνέχεια σε άλλες με ποσοστό που έφθασε το 45 %, ενώ στο 12 % των υποθέσεων χρησιμοποιήθηκαν και οι δύο μέθοδοι. Σε ένα επιπρόσθετο ποσοστό 19 % των υποθέσεων, οι οργανισμοί πιστοποίησης δεν έκαναν σαφή διάκριση μεταξύ των δύο μεθόδων.

3.47.

Μολονότι από τις επιθεωρήσεις που επανεκτέλεσε το ίδιο το Συνέδριο στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ελλάδα και τις Κάτω Χώρες (37) καταδείχθηκαν αδυναμίες στην ποιότητα των εθνικών επιθεωρήσεων, οι αντίστοιχοι οργανισμοί πιστοποίησης χαρακτήρισαν την ποιότητα των επιθεωρήσεων ως καλή (38) ή τουλάχιστον επαρκή (39).

3.47.

Στη περίπτωση της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και των Κάτω Χωρών, ο δημοσιονομικός αντίκτυπος ενδεχόμενων αδυναμιών στις επιθεωρήσεις που διεξήγαγαν οι οργανισμοί πληρωμής δεν ήταν ουσιαστικός, και ως εκ τούτου ορθά χαρακτηρίστηκαν από τους οργανισμούς πιστοποίησης ως καλές ή επαρκείς σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Επιτροπής.

Όσον αφορά την Ελλάδα, ο οργανισμός πιστοποίησης, στην έκθεσή του για το οικονομικό έτος 2010, αξιολόγησε ορισμένα στοιχεία των επιτόπιων ελέγχων ως κακά και άλλα ως επαρκή.

3.48.

Επίσης, η νομοθεσία της ΕΕ ορίζει ότι οι οργανισμοί πιστοποίησης πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα από τους οργανισμούς πληρωμών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, προκειμένου να αποφεύγονται τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων. Μολονότι στην πλειονότητα των κρατών μελών τα καθήκοντα των οργανισμών πιστοποίησης έχουν ανατεθεί είτε στο εθνικό όργανο ελέγχου είτε σε ιδιωτική εταιρεία ελέγχου είτε στην υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, οι Κάτω Χώρες έχουν αναθέσει τα καθήκοντα αυτά στην υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου του Υπουργείου Γεωργίας, την οποία το Συνέδριο θεωρεί ως μη ανεξάρτητη από τις αρχές που εφαρμόζουν την ΚΓΠ.

3.48.

Η Επιτροπή θα παρακολουθήσει το θέμα με τις ολλανδικές αρχές με σκοπό την ενίσχυση της επιχειρησιακής ανεξαρτησίας του οργανισμού πιστοποίησης. Εντούτοις, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν σημείωσε κάτι που αφήνει να διαφανεί ότι ο κίνδυνος απώλειας της ανεξαρτησίας έγινε πραγματικότητα.

Τομείς πολιτικής Περιβάλλον, Αλιεία και Θαλάσσιες Υποθέσεις υποθέσεις, Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών

3.49.

Όσον αφορά τους τομείς Περιβάλλον, Αλιεία και Θαλάσσιες Υποθέσεις καθώς και Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών, η Επιτροπή ασκεί τη διαχείριση βάσει ειδικών συστημάτων ελέγχου. Με τον έλεγχο, εξετάστηκε το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της ΓΔ ENV.

 

Σύστημα εσωτερικού ελέγχου της ΓΔ ENV

3.50.

Διενεργήθηκε δοκιμαστικός έλεγχος κατόπιν τυχαίας επιλογής σε 30 πληρωμές που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE+. Με τον έλεγχο αποκαλύφθηκε ότι δεν είχαν τεκμηριωθεί επαρκώς βασικοί έλεγχοι, με τον κίνδυνο οι έλεγχοι αυτοί να μην διενεργούνται. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις διαπιστώθηκε από εξακριβώσεις ότι οι δηλωθείσες δαπάνες δεν τεκμηριώνονταν κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο.

3.50.

Κάθε οικονομικός και τεχνικός ελεγκτής δηλώνει ότι έχει πραγματοποιήσει τους αναγκαίους ελέγχους υπό δική του ευθύνη και υπογράφει τις σχετικές δηλώσεις. Από σειρά σημειώσεων για τον φάκελλο, ανταλλαγές ηλεκτρονικών μηνυμάτων και χειρόγραφα σημειώματα αποδεικνύεται ότι οι φάκελλοι έχουν ελεγχθεί. Η Επιτροπή θεωρεί το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της αξιόπιστο, αλλά θα εξακολουθήσει να βελτιώνει την τεκμηρίωση μερικών βασικών ελέγχων.

3.51.

Τρεις από τις 30 πληρωμές που υποβλήθηκαν σε δοκιμαστικό έλεγχο αφορούσαν επιχορηγήσεις προς τον ΟΟΣΑ. Η ΓΔ Περιβάλλοντος δεν εξέτασε τα δικαιολογητικά των πραγματοποιηθεισών δαπανών και θεώρησε τις δαπάνες αυτές επιλέξιμες απλώς και μόνο επειδή περιγράφονταν στην τελική έκθεση. Ωστόσο, η τελική έκθεση δεν παρέχει επαρκή πληροφοριακά στοιχεία προκειμένου να προσδιορίζεται εάν οι δαπάνες όντως πραγματοποιήθηκαν και εάν ήταν επιλέξιμες.

3.51.

Η Επιτροπή προέβη σε έλεγχο της λογιστικής, του εσωτερικού ελέγχου, του λογιστικού ελέγχου και των διαδικασιών προκήρυξης συμβάσεων του ΟΟΣΑ στο πλαίσιο του άρθρου 53 στοιχείο δ) του δημοσιονομικού κανονισμού, και διαπίστωσε ότι αυτά παρέχουν εγγυήσεις ισοδύναμες προς τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα. Η τελική έκθεση θεωρήθηκε ως αποδεκτή λαμβανομένων υπόψη των ειδικών ελεγκτικών ρυθμίσεων που ορίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο του 2006 μεταξύ της Επιτροπής και του ΟΟΣΑ.

ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

3.52.

Στο παράρτημα 3.3 συνοψίζονται τα αποτελέσματα της εξέτασης των θέσεων της Επιτροπής, ιδίως οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων (ΕΕΔ) και οι δηλώσεις των γενικών διευθυντών όσον αφορά τις ΓΔ AGRI, CLIMA, ENV, MARE και SANCO της Επιτροπής.

3.52.

Στο πλαίσιο αυτό, το Ελεγκτικό Συνέδριο δηλώνει ότι η ΓΔ ENV ήρε μια επιφύλαξη βασιζόμενη σε εικασίες που δεν αποδείχτηκαν. Η ΓΔ ENV θεωρεί ότι η εκτίμησή της στηρίζεται στην ανάλυση τεσσάρων ετών ελέγχων βάσει κινδύνων και είναι βέβαιη ότι αυτό αποτελεί υγιή βάση για τον υπολογισμό του ποσοστού λαθών και για την άρση της επιφύλαξης. Παρομοίως, η Επιτροπή δεν θεώρησε αναγκαίο να διατυπώσει επιφύλαξη για την ΓΔ SANCO εφόσον το ποσοστό εναπομενόντων σφαλμάτων μετά τη διόρθωση των επισημανθέντων σφαλμάτων ήταν μικρότερο από 2 %.

Η ΓΔ MARE απέσυρε μια επιφύλαξη αν και το κράτος μέλος δεν έκανε πλήρως δεκτή τη διόρθωση επειδή το κλείσιμο του σχετικού προγράμματος συνεχίζεται και η απαραίτητη (πλήρης) δημοσιονομική διόρθωση θα πραγματοποιηθεί από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία κλεισίματος. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ΓΔ MARE θεώρησε ότι δεν είναι σκόπιμο να διατηρήσει την επιφύλαξη.

Αυτές είναι διαχειριστικές αποφάσεις που απορρέουν μετά από προσεκτική εξέταση των περιστάσεων και αξιολόγηση των κινδύνων που παρέχει την πλέον αξιόπιστη βάση για τη δήλωση αξιοπιστίας.

3.53.

Η ΕΕΔ της ΓΔ AGRI για το έτος 2009 περιλάμβανε επιφύλαξη σχετικά με τις δαπάνες για τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης του άξονα 2 (βελτίωση του περιβάλλοντος και της υπαίθρου). Ο γενικός διευθυντής δεν θεώρησε αναγκαία τη μεταφορά αυτής της επιφύλαξης στην ΕΕΔ για το έτος 2010. Το Συνέδριο θεωρεί ότι η άρση της εν λόγω επιφύλαξης δεν ήταν αιτιολογημένη (βλέπε παράρτημα 3.3 ).

3.53.

Η επιφύλαξη ως προς την ΕΕΔ της ΓΔ AGRI για τα έτη 2008 και 2009 σχετικά με τις δαπάνες για τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης του άξονα 2 αιτιολογήθηκε από το γεγονός ότι για τα μέτρα αυτά τα στατιστικά ελέγχου των κρατών μελών εμφάνισαν ποσοστό ελέγχου σημαντικά μεγαλύτερο από το κατώτατο όριο ουσιαστικής σημασίας 2 % που χρησιμοποιείται σήμερα από το Ελεγκτικό Συνέδριο, γεγονός το οποίο ήταν, με τη σειρά του, ο λόγος για τον οποίο το ποσοστό σφάλματος για τις δαπάνες αγροτικής ανάπτυξης στο σύνολό τους, οι οποίες, σύμφωνα με τις πάγιες οδηγίες της Επιτροπής για τη διατύπωση επιφυλάξεων, αποτελούν τη βάση για την αξιολόγηση της ουσιαστικότητας των σφαλμάτων, παραμένει επίσης πάνω από το 2 %.

Το 2010, ως αποτέλεσμα των κοινών προσπαθειών της Επιτροπής και των κρατών μελών, αυξήθηκαν σημαντικά η ποιότητα και η αξιοπιστία των στατιστικών ελέγχου των κρατών μελών, καθώς και ο βαθμός ποσοτικοποίησης των σφαλμάτων που εντοπίστηκαν και κοινοποιήθηκαν. Χάρη στις βελτιώσεις αυτές, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης είναι σε θέση να υπολογίζει το εναπομένον ποσοστό σφάλματος για την αγροτική ανάπτυξη στο σύνολό της με περισσότερη ακρίβεια από ότι κατά τα προηγούμενα έτη, όταν δεν διέθετε τις αναγκαίες διαβεβαιώσεις ότι τα κράτη μέλη κατήρτιζαν τις στατιστικές τους με την απαιτούμενη αυστηρότητα, χρησιμοποιώντας πλέον την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιείται για τις δαπάνες του ΕΓΤΕ. Με βάση αυτή την προσέγγιση, το ποσοστό εναπομενόντων σφαλμάτων για την αγροτική ανάπτυξη στο σύνολό της ήταν κάτω από το κατώτατο όριο ουσιαστικής σημασίας του 2 %  (40).

Επιπλέον, το πρόγραμμα δράσης που είχε διατυπωθεί στην επιφύλαξη των προηγούμενων ετών είχε ολοκληρωθεί, και τα ποσοστά σφάλματος που εντοπίστηκαν εκεί, πλην μερικών εξαιρέσεων, θεωρήθηκαν ανεκτά. Οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση των σφαλμάτων θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της αύξησης του επιπέδου των επιτόπιων ελέγχων, μέθοδος η οποία δεν θα ήταν οικονομικά αποδοτική.

Τέλος, όσον αφορά τα υψηλά ποσοστά σφάλματος για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία προκειμένου για μέτρα του άξονα 2, οι σχετικές δαπάνες για τα δύο αυτά κράτη μέλη καλύφθηκαν από την επιφύλαξη για το ΟΣΔΕ. Ομοίως, η νέα επιφύλαξη για την Πορτογαλία που οφείλεται στις σοβαρές ελλείψεις του ΟΣΔΕ, κάλυψε επίσης τις δαπάνες του άξονα 2.

3.54.

Όπως και το 2009, η ΓΔ AGRI εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι ανωμαλίες που διαπίστωσαν οι εθνικοί επιθεωρητές κατά τη διάρκεια επιτόπιων επιθεωρήσεων κατόπιν τυχαίας επιλογής αντανακλούν τα εναπομένοντα ποσοστά σφάλματος για το εν λόγω καθεστώς ενίσχυσης. Το Συνέδριο διατηρεί την παρατήρηση που διατύπωσε ήδη στην ετήσια έκθεσή του για το έτος 2009, ήτοι ότι δεν επιδοκιμάζει την προσέγγιση αυτή, η οποία εμφανίζει τις ακόλουθες ανεπάρκειες:

λαμβάνει ως βάση επιθεωρήσεις των οποίων η ποιότητα, όπως καταδεικνύουν οι έλεγχοι της Επιτροπής και του Συνεδρίου, είναι ανεπαρκής σχετικά με αρκετούς οργανισμούς πληρωμών,

λαμβάνει ως βάση στατιστικά στοιχεία τα οποία, όπως ήδη γνωρίζει η Επιτροπή, έχουν συλλεγεί με εσφαλμένο τρόπο και

είναι ατελής, επειδή παραβλέπει τα εναπομένοντα σφάλματα στη διοικητική διαχείριση των αιτήσεων, οι οποίες έχουν καταδειχθεί πλημμελείς.

3.54.

Οι στατιστικές ελέγχου των κρατών μελών επαληθεύονται και επικυρώνονται σε μεγάλο βαθμό από τους οργανισμούς πιστοποίησης, όπως συνιστά ως επιλογή το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ετήσια έκθεσή του για το έτος 2005, και τα αποτελέσματα αυτής της εργασίας αναφέρονται στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας της ΓΔ AGRI.

Για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος να έχουν υποτιμηθεί τα ποσοστά σφάλματος που προέκυψαν από αυτές τις στατιστικές ελέγχου λόγω των ανακριβειών στις βάσεις δεδομένων ή λόγω της ανεπαρκούς παρακολούθησης των ανωμαλιών, όπως αναφέρθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο, η ΓΔ AGRI εφάρμοσε για τα εν λόγω ποσοστά σφάλματος περιθώριο ασφάλειας αυξημένο κατά 25 %, το οποίο θεωρεί επαρκές για να καλύψει τους κινδύνους στους οποίους αναφέρεται το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ακόμα και με αυτή την αύξηση, τα ποσοστά εναπομενόντων σφαλμάτων για δαπάνες σε άμεσες ενισχύσεις, παρέμβαση στην αγορά και μέτρα αγροτικής ανάπτυξης θα παρέμειναν πολύ χαμηλότερα από το 2 %.

Εξάλλου, για τον πρώτο πυλώνα, και ειδικότερα τις άμεσες πληρωμές που καλύπτει το ΟΣΔΕ, τα αποτελέσματα των ελέγχων του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιβεβαιώνουν ποσοστό σφάλματος χαμηλότερο από το κατώτατο όριο ουσιαστικής σημασίας του 2 %, γεγονός που επιβεβαιώνει ουσιαστικά τα αποτελέσματα των στατιστικών ελέγχου και καταδεικνύει ότι τα εποπτικά και ελεγκτικά συστήματα λειτουργούν αποτελεσματικά.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Συμπεράσματα

3.55.

Το Συνέδριο, βάσει των ελεγκτικών εργασιών του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πληρωμές για το έτος που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2010 σχετικά με την ομάδα πολιτικής Γεωργία και φυσικοί πόροι εμφάνιζαν ουσιώδες σφάλμα. Εντούτοις, οι άμεσες ενισχύσεις που καλύπτονται από το ΟΣΔΕ δεν εμφάνιζαν ουσιώδες σφάλμα.

3.55.

Τα συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη Γεωργία και τους Φυσικούς Πόρους επιβεβαιώνουν τη θετική τάση, και συγκεκριμένα ότι κατά τα τελευταία έτη το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος ευρίσκεται κοντά στο κατώτατο όριο ουσιαστικής σημασίας του 2 %. Επί πλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι για τις δαπάνες του ΕΓΤΕ, που το 2010 έφθαναν το 77 % των συνολικών δαπανών αυτού του κεφαλαίου, το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος ευρίσκεται πολύ χαμηλότερα από το κατώτατο όριο ουσιαστικής σημασίας και ότι για τις άμεσες πληρωμές που καλύπτονται από το ΟΣΔΕ είναι ακόμα χαμηλότερο.

Εξάλλου, ο κίνδυνος για τον προϋπολογισμό της ΕΕ καλύπτεται επαρκώς από τη διαδικασία εκκαθάρισης της συμμόρφωσης.

3.56.

Το Συνέδριο, βάσει των ελεγκτικών εργασιών του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου για την ομάδα πολιτικής Γεωργία και Φυσικοί Πόροι ήταν εν μέρει αποτελεσματικά όσον αφορά τη διασφάλιση της κανονικότητας των πληρωμών.

3.56.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ΟΣΔΕ είναι γενικά ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου για τον περιορισμό του κινδύνου σφάλματος ή παράτυπων δαπανών.

Όσον αφορά την αγροτική ανάπτυξη, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου βελτιώνονται συνεχώς, και ως εκ τούτου, το ποσοστό σφάλματος στον τομέα αυτό μειώνεται.

Συστάσεις

3.57.

Στο παράρτημα 3.4 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της εξέτασης του Συνεδρίου όσον αφορά την πρόοδο που επιτεύχθηκε σχετικά με την υλοποίηση των συστάσεων που περιλαμβάνονται σε προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις (2008 και 2009). Πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα θέματα:

3.57.

Η Επιτροπή έλαβε σημαντικά διορθωτικά μέτρα όσον αφορά την απλούστευση των μέτρων για την αγροτική ανάπτυξη και την αξιοπιστία και πληρότητα των πληροφοριακών στοιχείων που καταχωρίζονται στο LPIS.

Κατά τα τέσσερα τελευταία έτη, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ένα σχέδιο δράσης που αποσκοπεί στην εξασφάλιση καλύτερου ελέγχου των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων, που είχε ως αποτέλεσμα το μειωμένο ποσοστό σφαλμάτων. Για την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού έχουν εφαρμοστεί πρωτοβουλίες απλούστευσης, και αυτές θα συνεχίσουν να εφαρμόζονται και στο μέλλον για τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ μετά το 2013. Εντούτοις, είναι σαφές ότι πρέπει να προκύψει μια σωστή ισορροπία μεταξύ των στόχων πολιτικής, των διοικητικών δαπανών και του κινδύνου σφαλμάτων.

Για το έτος υποβολής αιτήσεων 2010, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν τα οικεία συστήματα αναγνώρισης αγροτεμαχίων (LPIS). Αν και το 2010 είναι το πρώτο έτος, το εγχείρημα αυτό αποδείχτηκε ευνοϊκό για τα κράτη μέλη όσον αφορά τον εντοπισμό περιοχών που χρήζουν προσοχής.

Όσον αφορά τις συστάσεις ότι πρέπει να τεθούν σε επίπεδο ΕΕ οι ελάχιστες ετήσιες απαιτήσεις συντήρησης για τους λειμώνες και ότι η νομοθεσία της ΕΕ πρέπει να αποκλείει τη χορήγηση άμεσων ενισχύσεων σε αιτούντες που δεν χρησιμοποίησαν τη γη για γεωργικούς σκοπούς ούτε τη διατήρησαν σε ΚΓΠΚ, ο νέος κανονισμός του Συμβουλίου άφησε τα ζητήματα αυτά στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών.

Το ισχύον σύστημα προβλέπει την ύπαρξη κοινού νομικού πλαισίου εντός του οποίου τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τον καθορισμό των κριτηρίων διατήρησης των βοσκοτόπων στο πλαίσιο της ΚΓΠΚ. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία γεωργικών περιοχών και παραδόσεων στην ΕΕ.

Το ζήτημα του ορισμού της έννοιας του γεωργού που αναφέρει το Συνέδριο αντιμετωπίστηκε στο πλαίσιο του διαγνωστικού ελέγχου με την παροχή στα κράτη μέλη της δυνατότητας να αποκλείσουν από τη χορήγηση άμεσων πληρωμών τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων ο κύριος επιχειρηματικός σκοπός δεν συνίσταται στην άσκηση γεωργικής δραστηριότητας ή των οποίων οι γεωργικές δραστηριότητες είναι ασήμαντες [άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009].

Η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος της επιδίωξης της στήριξης αποκλειστικά προς ενεργούς αγρότες μπορεί, όπως αναφέρει η ανακοίνωση της Επιτροπής, να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο των συζητήσεων για την ΚΓΠ μετά το 2013, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αποφυγής περίπλοκων κανόνων οι οποίοι θα οδηγούσαν σε ένα πολυσύνθετο σύστημα ελέγχου η εφαρμογή του οποίου θα ήταν δαπανηρή και αντίθετη προς τις προσπάθειες απλούστευσης που καταβάλλει η Επιτροπή.

3.58.

Κατόπιν της εν λόγω εξέτασης, καθώς και βάσει των ευρημάτων και συμπερασμάτων για το οικονομικό έτος 2010, το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίζονται τα εξής:

3.58.

α)

να καταστεί υποχρεωτική η χρήση των ορθοφωτογραφιών, καθώς και η τακτική ενημέρωση του LPIS, βάσει των νέων ορθοφωτογραφιών (βλέπε σημείο 3.31)·

α)

Το ζήτημα της τακτικής ενημέρωσης του LPIS λαμβάνεται υπόψη στην πρόσφατα θεσπισθείσα υποχρεωτική αξιολόγηση της ποιότητας του LPIS. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ μετά το 2013 εξετάζεται και η πιθανότητα να καταστεί υποχρεωτική η χρήση των ορθοφωτογραφιών.

β)

να θεραπεύσουν οι οργανισμοί πληρωμών τις επισημανθείσες αδυναμίες στις περιπτώσεις όπου τα συστήματα ελέγχου και οι βάσεις δεδομένων ΟΣΔΕ διαπιστώθηκε ότι ήταν πλημμελή (βλέπε σημεία 3.23 έως 3.25)·

β)

Η Επιτροπή συνεργάζεται με τα κράτη μέλη για να εξασφαλιστεί διαρκής βελτίωση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου. Σχετικά με αυτό το θέμα γίνονται συστάσεις στο πλαίσιο των κανονικών ελέγχων και σχέδια δράσης αναπτύσσονται και τίθενται σε εφαρμογή με σοβαρά προβλήματα από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα σχέδια αυτά έτυχαν επιτυχίας.

Εξάλλου, για το έτος υποβολής αιτήσεων 2010, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν τα οικεία συστήματα αναγνώρισης αγροτεμαχίων (LPIS). Αν και το 2010 είναι το πρώτο έτος, το εγχείρημα αυτό αποδείχτηκε ευνοϊκό για τα κράτη μέλη όσον αφορά τον εντοπισμό περιοχών που χρήζουν προσοχής.

Όλες οι εναπομένουσες αδυναμίες παρακολουθούνται μέσω των διαδικασιών εκκαθάρισης της μη συμμόρφωσης για να προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ.

γ)

η ποιότητα των επιτόπιων επιθεωρήσεων να είναι η απαιτούμενη προκειμένου να προσδιορίζεται η επιλέξιμη έκταση με αξιόπιστο τρόπο (βλέπε σημεία 3.38 και 3.39)·

γ)

Όπου η Επιτροπή εντοπίζει τέτοιες αδυναμίες, γίνονται συστάσε