ISSN 1725-2415

doi:10.3000/17252415.C_2011.022.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

54ό έτος
22 Ιανουαρίου 2011


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

IV   Πληροφορίες

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΤΑ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

 

Συμβούλιο

2011/C 022/01

Συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με την ειδική έκθεση αριθ. 4/2010 του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Είναι δυνατόν ο σχεδιασμός και η διαχείριση του καθεστώτος κινητικότητας του προγράμματος Leonardo da Vinci να οδηγήσουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα;

1

 

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

2011/C 022/02

Ισοτιμίες του ευρώ

3

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

2011/C 022/03

Απόσπασμα της απόφασης σχετικά με την Glitnir banki hf. βάσει της οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων

4

2011/C 022/04

Διαδικασία εκκαθάρισης — Απόφαση κίνησης της διαδικασίας εκκαθάρισης όσον αφορά την ασφαλιστική εταιρεία ARFIN Compagnia di Assicurazioni e Riassicurazioni SpA (Αγγελία δημοσιευόμενη σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2001/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων)

6

2011/C 022/05

Διαδικασία εκκαθάρισης — Απόφαση σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας εκκαθάρισης όσον αφορά την (εκούσια εκκαθάριση μετά από την απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της ασφαλιστικής εταιρείας Universum Towarzystwa Ubezpieczeń na Życie SA για τη διάλυση της εταιρείας) (Η αγγελία δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2001/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την εξυγίανση και εκκαθάριση των ασφαλιστικών εταιρειών)

7

 

V   Γνωστοποιήσεις

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

2011/C 022/06

Ανακοίνωση σχετικά με την επικείμενη λήξη της ισχύος ορισμένων μέτρων αντιντάμπινγκ

8

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

 

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

2011/C 022/07

Κρατική ενίσχυση — Δανία — Κρατική ενίσχυση C 35/10 (πρώην N 302/10) — Φόροι επί των τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου στον δανικό νόμο σχετικά με τους φόρους επί των τυχερών παιγνίων — Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 1 )

9

2011/C 022/08

Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης (Υπόθεση COMP/M.6073 — Daimler/Beiqi Foton Motor CO/Beijing Foton Daimler Automotive/JV) — Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία ( 1 )

20

2011/C 022/09

Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης [Υπόθεση COMP/M.5950 — Munksjo/Arjowiggins (decor and abrasive businesses)] ( 1 )

21

 

Διορθωτικά

2011/C 022/10

Διορθωτικό στην ενημέρωση του καταλόγου των συνοριακών σημείων διέλευσης στα οποία αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (EE C 316 της 28.12.2007, σ. 1· ΕΕ C 134 της 31.5.2008, σ. 16· ΕΕ C 177 της 12.7.2008, σ. 9· ΕΕ C 200 της 6.8.2008, σ. 10· ΕΕ C 331 της 31.12.2008, σ. 13· ΕΕ C 3 της 8.1.2009, σ. 10· ΕΕ C 37 της 14.2.2009, σ. 10· ΕΕ C 64 της 19.3.2009, σ. 20· ΕΕ C 99 της 30.4.2009, σ. 7· ΕΕ C 229 της 23.9.2009, σ. 28· ΕΕ C 263 της 5.11.2009, σ. 22· ΕΕ C 298 της 8.12.2009, σ. 17· ΕΕ C 74 της 24.3.2010, σ. 13· ΕΕ C 326 της 3.12.2010, σ. 17) (ΕΕ C 355 της 29.12.2010)

22

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

 


IV Πληροφορίες

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΤΑ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Συμβούλιο

22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/1


Συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με την ειδική έκθεση αριθ. 4/2010 του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

«Είναι δυνατόν ο σχεδιασμός και η διαχείριση του καθεστώτος κινητικότητας του προγράμματος Leonardo da Vinci να οδηγήσουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα;»

2011/C 22/01

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τη βελτίωση της εξέτασης των ειδικών εκθέσεων που καταρτίζει το Ελεγκτικό Συνέδριο στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλαγής (1),

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι το Leonardo Da Vinci είναι υποπρόγραμμα του προγράμματος δια βίου μάθησης (2007-2013), η εφαρμογή και η παρακολούθηση του οποίου υπάγονται στη γενική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές,

ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι τα σχέδια κινητικότητας αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω υποπρογράμματος,

1.

ΧΑΙΡΕΤΙΖΕΙ την ειδική έκθεση αριθ. 4/2010 του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την αξιολόγηση του σχεδιασμού και της διαχείρισης του καθεστώτος κινητικότητας του προγράμματος Leonardo da Vinci στο πλαίσιο του προγράμματος δια βίου μάθησης (2).

2.

ΣΗΜΕΙΩΝΕΙ τις απαντήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που συνοδεύουν την έκθεση.

3.

ΕΠΙΚΡΟΤΕΙ τη δράση που αναλήφθηκε ήδη για να βελτιωθεί η προσέγγιση της Επιτροπής στη διαχείριση του προγράμματος Leonardo Da Vinci.

4.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ το γενικό συμπέρασμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι, ενώ απαιτείται να αναληφθούν περαιτέρω προσπάθειες προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία του καθεστώτος κινητικότητας του προγράμματος Leonardo Da Vinci, ο σχεδιασμός και η διαχείριση του καθεστώτος μπορούν πράγματι να οδηγήσουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα.

5.

ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ ΠΡΟΣΥΠΟΓΡΑΦΕΙ τις συστάσεις που περιλαμβάνει η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ΚΑΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ, όσον αφορά τόσο τα τρέχοντα όσο και τα μελλοντικά προγράμματα:

α)

να βελτιώσει το σύστημα υποβολής εκθέσεων για τα αποτελέσματα του προγράμματος Leonardo Da Vinci και να καθιερώσει ολοκληρωμένο σύστημα για τη μέτρηση του αντικτύπου του, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον γενικό διοικητικό φόρτο, κυρίως με την οριστικοποίηση των σχετικών εφαρμογών και εργαλείων χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση·

β)

να παρέχει στις εθνικές αρχές παρατηρήσεις με ποιοτικότερο περιεχόμενο με στόχο να δοθεί μια συνοπτική εικόνα της εθνικής εφαρμογής και έμφαση στα προτερήματα και τις αδυναμίες·

γ)

να βελτιώσει τη διαδικασία αξιολόγησης της εφαρμογής, π.χ. μέσω περαιτέρω επεξεργασίας του εγχειριδίου αξιολόγησης για τους αξιολογητές και μέσω αξιολόγησης της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας των ελέγχων αξιολόγησης των εφαρμογών, κατά τη διενέργεια των επισκέψεων παρακολούθησης της ποιότητας και του αντικτύπου στις συμμετέχουσες χώρες·

δ)

να βελτιώσει το σύστημα παρακολούθησης της ποιότητας και του αντικτύπου που εφαρμόζει και να το συντονίσει με τη διαδικασία υποβολής ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων την οποία φέρουν σε πέρας οι εθνικοί οργανισμοί, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να μην αυξηθεί ο φόρτος εργασίας τους·

ε)

να ευθυγραμμίσει τη δομή του προγράμματος εργασίας με τη δομή της ετήσιας έκθεσης, ώστε να καταστεί δυνατή η αντιπαραβολή των αποτελεσμάτων με τις προγραμματισμένες επιδόσεις·

στ)

να διερευνήσει τις επιλογές για την εξασφάλιση ενός εύχρηστου και αποτελεσματικού εργαλείου αναζήτησης εταίρων με σκοπό να διευκολυνθεί η τοποθέτηση αλλοδαπών συμμετεχόντων·

ζ)

να ενημερώσει το Συμβούλιο το αργότερο έως τον Ιούνιο του 2012 σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται ως προς την εφαρμογή αυτών των συστάσεων.

6.

ΚΑΛΕΙ ΤΟΣΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ να λάβουν υπόψη τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στην ειδική έκθεση μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των προετοιμασιών και των συζητήσεων σχετικά με την επόμενη γενεά των προγραμμάτων της ΕΕ στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης.


(1)  Έγγρ. 7515/00 FIN 127 της 3ης Απριλίου 2000 + COR 1, με ημερομηνία 12 Απριλίου 2000.

(2)  Ειδική έκθεση αριθ. 4/2010: Είναι δυνατόν ο σχεδιασμός και η διαχείριση του καθεστώτος κινητικότητας του προγράμματος Leonardo da Vinci να οδηγήσουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα; (Έγγρ. 14619/10 FIN 452 EDUC 160 SOC 624, με ημερομηνία 7 Οκτωβρίου 2010).


Ευρωπαϊκή Επιτροπή

22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/3


Ισοτιμίες του ευρώ (1)

21 Ιανουαρίου 2011

2011/C 22/02

1 ευρώ =


 

Νομισματική μονάδα

Ισοτιμία

USD

δολάριο ΗΠΑ

1,3521

JPY

ιαπωνικό γιεν

111,87

DKK

δανική κορόνα

7,4533

GBP

λίρα στερλίνα

0,84825

SEK

σουηδική κορόνα

8,9590

CHF

ελβετικό φράγκο

1,3013

ISK

ισλανδική κορόνα

 

NOK

νορβηγική κορόνα

7,8920

BGN

βουλγαρικό λεβ

1,9558

CZK

τσεχική κορόνα

24,285

HUF

ουγγρικό φιορίνι

274,24

LTL

λιθουανικό λίτας

3,4528

LVL

λεττονικό λατ

0,7035

PLN

πολωνικό ζλότι

3,8748

RON

ρουμανικό λέι

4,2628

TRY

τουρκική λίρα

2,1309

AUD

αυστραλιανό δολάριο

1,3666

CAD

καναδικό δολάριο

1,3475

HKD

δολάριο Χονγκ Κονγκ

10,5301

NZD

νεοζηλανδικό δολάριο

1,7844

SGD

δολάριο Σιγκαπούρης

1,7363

KRW

νοτιοκορεατικό γουόν

1 515,18

ZAR

νοτιοαφρικανικό ραντ

9,6520

CNY

κινεζικό γιουάν

8,9013

HRK

κροατικό κούνα

7,3945

IDR

ινδονησιακή ρουπία

12 251,25

MYR

μαλαισιανό ρίγκιτ

4,1374

PHP

πέσο Φιλιππινών

60,127

RUB

ρωσικό ρούβλι

40,5013

THB

ταϊλανδικό μπατ

41,506

BRL

ρεάλ Βραζιλίας

2,2605

MXN

μεξικανικό πέσο

16,3146

INR

ινδική ρουπία

61,6820


(1)  Πηγή: Ισοτιμίες αναφοράς που δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/4


Απόσπασμα της απόφασης σχετικά με την Glitnir banki hf. βάσει της οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων

2011/C 22/03

Το Πρωτοδικείο του Ρέικιαβικ διέταξε, στις 22 Νοεμβρίου 2010, να τεθεί υπό εκκαθάριση η Glitnir banki hf., Reg. No 550500-3530, Sóltún 26, Reykjavík, (εφεξής «η τράπεζα»), σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του Τμήματος B του Κεφαλαίου XII του νόμου αριθ. 161/2002, τηρουμένων ωστόσο των σημείων 3 και 4 της μεταβατικής διάταξης V του εν λόγω νόμου και υπό την επιφύλαξη των νομικών συνεπειών τις οποίες συνεπάγεται το σημείο 2 της εν λόγω μεταβατικής διάταξης, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του νόμου αριθ. 132/2010. Στις 8 Οκτωβρίου 2008, η ισλανδική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας (Financial Supervisory Authority-FME) ανέλαβε αρμοδιότητα για τη Συνέλευση των μετόχων και προέβη στον διορισμό επιτροπής προσωρινής διαχείρισης (Resolution Committee) της Τράπεζας. Όπως επιτρέπεται από τον νόμο αριθ. 129/2008, με παραπομπή στον νόμο αριθ. 21/1991, χορηγήθηκε στην τράπεζα, με δικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου, της 24ης Δεκεμβρίου 2008, άδεια αναστολής πληρωμής των χρεών της. Έκτοτε, η άδεια αναστολής παρατάθηκε τρεις φορές, και για τελευταία φορά στις 13 Αυγούστου 2010 μέχρι τις 24 Νοεμβρίου 2010. Ο νόμος δεν επιτρέπει περαιτέρω παράταση.

Με το νόμο 44/2009, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 2009, τροποποιήθηκαν ο χαρακτήρας και η ουσία της άδειας αναστολής πληρωμής των χρεών από ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Σύμφωνα με το σημείο 2 της μεταβατικής διάταξης ΙΙ του νόμου αριθ. 44/2009 (μεταβατική διάταξη V του νόμου αριθ. 161/2002), οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 101, του άρθρου 102, του άρθρου 103 και του άρθρου 103 α) του νόμου αριθ. 161/2002, όπως τροποποιήθηκε με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 5 και των άρθρων 6 έως 8 του νόμου αριθ. 44/2009, εφαρμόζονται στην άδεια αναστολής ακριβώς όπως και στην περίπτωση θέσης της τράπεζας υπό διαδικασία εκκαθάρισης, βάσει δικαστικής απόφασης, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου. Ωστόσο, στο ίδιο σημείο αναφέρεται ότι οι διαδικασίες εκκαθάρισης πρέπει να αναφέρονται ως άδεια αναστολής, για το διάστημα που αυτή επιτρεπόταν. Ο νόμος αριθ. 44/2009 ορίζει ότι μόλις λήξει η άδεια αναστολής, η επιχείρηση πρέπει αυτόματα, και χωρίς να απαιτείται ειδική δικαστική απόφαση, να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες. Η επιτροπή εκκαθάρισης της τράπεζας διορίστηκε με απόφαση του Πρωτοδικείου του Ρέικιαβικ στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε πρόσκληση προς τους πιστωτές για την υποβολή αξιώσεων, με προθεσμία υποβολής την 26η Νοεμβρίου 2009. Πέρα από την πρόσκληση, στη δημοσίευση αναφέρονταν οι προθεσμίες που έπρεπε να τηρηθούν. Για τις υποβληθείσες απαιτήσεις, πραγματοποιήθηκαν τρεις συνεδριάσεις και προβλέπεται ακόμη μια για τις 14 Απριλίου 2011. Στη συνεδρίαση αυτή, αναμένεται η ολοκλήρωση της παρουσίασης των αποφάσεων της επιτροπής εκκαθάρισης σχετικά με την αποδοχή των απαιτήσεων κατά της τράπεζας.

Ο νόμος αριθ. 132/2010, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 17 Νοεμβρίου 2010, τροποποίησε το νόμο αριθ. 161/2002, προβλέποντας ότι πριν λήξει η εγκριθείσα άδεια αναστολής των πληρωμών μιας επιχείρησης, η επιτροπή προσωρινής διαχείρισης και η επιτροπή εκκαθάρισης μπορούν από κοινού να ζητήσουν να τεθεί η επιχείρηση, με δικαστική απόφαση, σε διαδικασία εκκαθάρισης, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες, εφόσον κατά την κρίση του δικαστηρίου, πληρούνταν οι ουσιώδεις απαιτήσεις του σημείου 3 της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του νόμου. Εφόσον το δικαστήριο απεδέχετο παρόμοιο αίτημα, θα παρέμεναν αμετάβλητα τα μέτρα που ελήφθησαν στο διάστημα της άδειας αναστολής πληρωμών της επιχείρησης, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αριθ. 44/2009.

Η επιτροπή προσωρινής διαχείρισης και η επιτροπή εκκαθάρισης υπέβαλαν αίτημα για ανάλογη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2010, βάσει του νόμου όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο αριθ. 132/2010. Το δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου σχετικά με την έκδοση δικαστικής απόφασης για διαδικασία εκκαθάρισης.

Τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας ανέρχονται περίπου στο ποσό των 783 δισεκατομμυρίων ISK (με βάση τις τρέχουσες αποτιμήσεις εκποίησης και την τιμή συναλλάγματος της κορόνας Ισλανδίας ISK στις 30 Σεπτεμβρίου 2010), οι δε υποχρεώσεις της ανέρχονται σε περίπου 2 838 δισεκατομμύρια ISK. Κατά συνέπεια, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η τράπεζα είναι αφερέγγυα και κατά πάσα πιθανότητα οι δυσχέρειες πληρωμών δεν είναι παροδικές, βλέπε σημείο 3 της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 101 του νόμου αριθ. 161/2002.

Η δικαστική απόφαση επιβεβαιώνει περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον νόμο, παραμένουν σε ισχύ τα μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της άδειας αναστολής πληρωμών της επιχείρησης κατόπιν της έναρξης ισχύος του νόμου αριθ. 44/2009, όπερ σημαίνει για παράδειγμα ότι παραμένει έγκυρος ο διορισμός της επιτροπής προσωρινής διαχείρισης και της επιτροπής εκκαθάρισης της τράπεζας, παράλληλα με όλα τα μέτρα που ελήφθησαν βάσει των άρθρων 101 έως 103 και του άρθρου 103 α) του νόμου αριθ. 161/2002, βλέπε περαιτέρω σημείο 2 της μεταβατικής διάταξης V του νόμου. Η απόφαση επιβεβαιώνει περαιτέρω ότι η ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αριθ. 44/2009, που είναι η 22α Απριλίου 2009, θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται ως ημερομηνία αναφοράς για τον καθορισμό της προτεραιότητας των αξιώσεων και άλλων νομικών αποτελεσμάτων, που προσδιορίζονται βάσει της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης εκκαθάρισης.

Reykjavík, 30 Νοεμβρίου 2010.

Επιτροπή εκκαθάρισης της Glitnir banki hf.

Steinunn H. GUðBJARTSDÓTTIR, δικηγόρος στο ανώτατο δικαστήριο

Páll EIRÍKSSON, δικηγόρος στο Πρωτοδικείο

Επιτροπή προσωρινής διαχείρισης της Glitnir banki hf.

Árni TÓMASSON

Heimir HARALDSSON

Thórdís BJARNADÓTTIR, δικηγόρος στο ανώτατο δικαστήριο


22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/6


Διαδικασία εκκαθάρισης

Απόφαση κίνησης της διαδικασίας εκκαθάρισης όσον αφορά την ασφαλιστική εταιρεία ARFIN Compagnia di Assicurazioni e Riassicurazioni SpA

(Αγγελία δημοσιευόμενη σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2001/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων)

2011/C 22/04

Ασφαλιστική επιχείρηση

ARFIN Compagnia di Assicurazioni e Riassicurazioni SpA

Viale Nazario Sauro 14

20124 Milano MI

ITALIA

Ημερομηνία, έναρξη ισχύος και φύση της απόφασης

Διάταγμα του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης της 6ης Δεκεμβρίου 2010 — Ανάκληση της άδειας άσκησης των δραστηριοτήτων σε όλους τους κλάδους ασφάλισης και αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση βάσει του άρθρου 245 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 209/2005.

Αρμόδιες αρχές

Ministero dello Sviluppo Economico

Via Molise 2

00187 Roma RM

ITALIA

Εποπτικές αρχές

ISVAP

Via del Quirinale 21

00187 Roma RM

ITALIA

Διορισμένος εκκαθαριστής

Dott. Angelo Cremonese

Viale Nazario Sauro 14

20124 Milano MI

ITALIA

Τηλ. +39 02006317

Φαξ +39 0269901389

Εφαρμοστέο δίκαιο

Άρθρο 245 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 209/2005.

Με το διάταγμα του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης της 29ης Μαρτίου 2010, αποφασίσθηκε, βάσει του άρθρου 245 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 209, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, η ανάκληση της άδειας άσκησης των δραστηριοτήτων σε όλους τους κλάδους ασφάλισης και η αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση της ασφαλιστικής εταιρείας ARFIN Compagnia di Assicurazioni e Riassicurazioni SpA, με έδρα το Milano, Viale Nazario Sauro 14.


22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/7


Διαδικασία εκκαθάρισης

Απόφαση σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας εκκαθάρισης όσον αφορά την (εκούσια εκκαθάριση μετά από την απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της ασφαλιστικής εταιρείας Universum Towarzystwa Ubezpieczeń na Życie SA για τη διάλυση της εταιρείας)

(Η αγγελία δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2001/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την εξυγίανση και εκκαθάριση των ασφαλιστικών εταιρειών)

2011/C 22/05

Ασφαλιστική εταιρεία

Universum Towarzystwo Ubezpieczeń na Życie SA

ul. Słomińskiego 19, lok 515

00-195 Warszawa

POLSKA/POLAND

Ημερομηνία έγκρισης, ημερομηνία έναρξης ισχύος και είδος της απόφασης

1η Δεκεμβρίου 2010, αποφάσεις αριθ. 1 και 2 της έκτακτης γενικής συνέλευσης της ασφαλιστικής εταιρείας Universum Towarzystwa Ubezpieczeń na Życie SA της 1ης Δεκεμβρίου 2010 όσον αφορά την κίνηση της διαδικασίας εκκαθάρισης της ασφαλιστικής εταιρείας Universum Towarzystwa Ubezpieczeń na Życie SA την 1η Ιανουαρίου 2011

Αρμόδιες αρχές

Γενική συνέλευση της ασφαλιστικής εταιρείας Universum Towarzystwa Ubezpieczeń na Życie SA

Εποπτικές αρχές

Komisja Nadzoru Finansowego (Επιτροπή Εποπτείας του Χρηματοπιστωτικού Τομέα)

Pl. Powstańców Warszawy 1

00-950 Warszawa

POLSKA/POLAND

Διορισμένοι εκκαθαριστές

Κυρία Agnieszka Senkowska, κυρία Izabela Maniak

ul. Słomińskiego 19, lok 515

00-195 Warszawa

POLSKA/POLAND

Εφαρμοστέο δίκαιο

Πολωνία, άρθρο 192 του Νόμου περί ασφαλιστικής δραστηριότητας (ustawy o działalności ubezpieczeniowej) της 22ας Μαΐου 2003 (Επίσημη Εφημερίδα 2010, αριθ. 11, κείμενο 66 και μεταγενέστερες τροποποιήσεις)


V Γνωστοποιήσεις

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/8


Ανακοίνωση σχετικά με την επικείμενη λήξη της ισχύος ορισμένων μέτρων αντιντάμπινγκ

2011/C 22/06

1.   Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωστοποιεί ότι, αν δεν κινηθεί επανεξέταση σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία, τα μέτρα αντιντάμπινγκ που αναφέρονται κατωτέρω θα λήξουν την ημερομηνία που καθορίζεται στον κατωτέρω πίνακα.

2.   Διαδικασία

Οι παραγωγοί της Ένωσης μπορούν να υποβάλουν γραπτή αίτηση επανεξέτασης. Η αίτηση αυτή πρέπει να περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η λήξη της ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας.

Στην περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει να επανεξετάσει τα εν λόγω μέτρα, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς, οι αντιπρόσωποι της εξάγουσας χώρας και οι παραγωγοί της Ένωσης θα έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν, να αντικρούσουν ή να σχολιάσουν τα στοιχεία που παρατίθενται στην αίτηση επανεξέτασης.

3.   Προθεσμία

Οι παραγωγοί της Ένωσης μπορούν να υποβάλουν γραπτή αίτηση επανεξέτασης βάσει των ανωτέρω, η οποία πρέπει να περιέλθει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Directorate-General for Trade (Unit H-1), N-105 4/92, B-1049 Brussels (2), μετά τη δημοσίευση της παρούσας ανακοίνωσης και το αργότερο τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στον πίνακα που ακολουθεί.

4.   Η παρούσα ανακοίνωση δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009.

Προϊόν

Χώρα(-ες) καταγωγής ή εξαγωγής

Μέτρα

Έγγραφα αναφοράς

Ημερομηνία λήξης ισχύος

Ορισμένοι πλαστικοί σάκοι και σακούλες

Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

Ταϊλάνδη

Δασμός αντιντάμπινγκ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1425/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 270 της 29.9.2006, σ. 4)

30.9.2011


(1)  ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 51.

(2)  Φαξ +32 22956505.


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/9


ΚΡΑΤΙΚΉ ΕΝΊΣΧΥΣΗ — ΔΑΝΊΑ

Κρατική ενίσχυση C 35/10 (πρώην N 302/10)

Φόροι επί των τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου στον δανικό νόμο σχετικά με τους φόρους επί των τυχερών παιγνίων

Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

2011/C 22/07

Με επιστολή της 14ης Δεκεμβρίου 2010, που αναδημοσιεύεται στην αυθεντική γλώσσα του κειμένου της επιστολής στο τέλος της παρούσας περίληψης, η Επιτροπή κοινοποίησε στο Βασίλειο της Δανίας την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 108 παράγραφος 2 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το ανωτέρω μέτρο ενίσχυσης.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το μέτρο για το οποίο η Επιτροπή κινεί την διαδικασία εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας περίληψης και της επιστολής που ακολουθεί, στη διεύθυνση:

European Commission

Directorate-General for Competition

State aid Greffe

Rue Joseph II 70/Jozef II-straat 70

1049 Bruxelles/Brussel

BELGIQUE/BELGIË

Φαξ +32 22961242

Οι παρατηρήσεις αυτές θα κοινοποιηθούν στη Δανία. Το απόρρητο της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλλει τις παρατηρήσεις μπορεί να ζητηθεί γραπτώς, με μνεία των σχετικών λόγων.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Στις 6 Ιουλίου 2010, οι δανικές αρχές κοινοποίησαν, σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, τη νομοθετική πρόταση L 203 σχετικά με τους φόρους επί των τυχερών παιγνίων, και τούτο για λόγους ασφάλειας του δικαίου. Παράλληλα, η Επιτροπή έλαβε δύο χωριστές καταγγελίες: τη μία από τη δανική ένωση της βιομηχανίας συσκευών ψυχαγωγίας (23 Ιουλίου 2010) και την άλλη από εταιρεία εκμετάλλευσης χερσαίων καζίνο, «the Royal Casino», στις 6 Αυγούστου 2010.

2.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΙΝΕΙ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Το 2009, η δανική κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει σε μεταρρύθμιση της υφιστάμενης νομοθεσίας σχετικά με την αγορά τυχερών παιγνίων. Μέχρι τότε, ο τομέας των τυχερών παιγνίων αποτελούσε κατά κύριο λόγο κρατικό μονοπώλιο που είχε εκχωρηθεί σε ένα φορέα εκμετάλλευσης την Danske Spil A/S. Σε καμία άλλη επιχείρηση πέραν του δικαιοδόχου (Danske Spil A/S) δεν επιτρεπόταν η εμπορία ή διαφήμιση υπηρεσιών τυχερών παιγνίων στη Δανία, επί ποινή προστίμου. Παρά την απαγόρευση, οι εξ αποστάσεως (επιγραμμικοί) φορείς παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων μπορούσαν να προωθούν εμπορικά τις υπηρεσίες τους στη Δανία και εξ ορισμού θεωρούνταν πάροχοι παράνομων υπηρεσιών τυχερών παιγνίων. Αυτή η καταστρατήγηση του μονοπωλίου, η απώλεια φορολογικών εσόδων και η απουσία κάθε ελέγχου επί των δραστηριοτήτων που θεωρούνταν παράνομες οδήγησαν την κυβέρνηση στο να προτείνει το άνοιγμα της επιγραμμικής αγοράς ως μοναδικό μέσο ανάκτησης του ελέγχου επί των παικτών και των φορέων εκμετάλλευσης μέσω διαδικτύου.

Ο νέος νόμος αντικαθιστά πλέον το μονοπώλιο με έναν τομέα που υπόκειται σε ρύθμιση και είναι εν μέρει απελευθερωμένος. Η εν λόγω δέσμη συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην πράξη περί τυχερών παιγνίων αριθ. 848, της 1ης Ιουλίου 2010, καθώς και στην κοινοποιηθείσα πράξη αριθ. 698, της 25ης Ιουνίου 2010, σχετικά με τους φόρους επί των τυχερών παιγνίων, και έπρεπε να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2011. Δεδομένου, ωστόσο, ότι η έναρξη ισχύος υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής, εναπόκειται στον αρμόδιο για τη φορολογία υπουργό να αποφασίσει την πραγματική ημερομηνία εφαρμογής των δύο νόμων.

Όσον αφορά τη φορολογία των υπηρεσιών τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου και των χερσαίων υπηρεσιών τυχερών παιγνίων, το νέο φορολογικό καθεστώς θα επιβάλει διαφορετική φορολογική μεταχείριση στους μέσω διαδικτύου και χερσαίους φορείς εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων: ο φορολογικός συντελεστής για τα χερσαία καζίνο (ρουλέτα, black jack, baccarat, punto banco, πόκερ και συσκευές τυχερών παιγνίων του καζίνο) θα ανέλθει στο 75 % των ακαθάριστων εσόδων από τυχερά παίγνια (ΑΕΤΠ — στοιχηματιζόμενα ποσά μείον τα κέρδη) και στο 71 % των ΑΕΤΠ για τα χερσαία μηχανήματα τυχερών παιγνίων [ψυχαγωγία με κέρδη (amusement with prizes), όπως τα ηλεκτρονικά παιχνίδια με κερματοδέκτη (κουλοχέρηδες) στις αίθουσες τυχερών παιγνίων και τα εστιατόρια]. Η επιγραμμική παροχή των παιγνίων αυτών θα υπόκειται σε ενιαίο φόρο ίσο με το 20 % των ακαθάριστων εσόδων από τυχερά παίγνια.

3.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

Οι δανικές αρχές αναφέρουν ότι το προβλεπόμενο μοντέλο απελευθέρωσης κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή σύμφωνα με του κανόνες της οδηγίας 98/34ΕΚ, για την καθιέρωση διαδικασίας πληροφόρησης, και υπενθυμίζουν ότι, στην επιστολή της τής 19ης Απριλίου 2010, η Επιτροπή εξέφρασε την ικανοποίησή της για την προγραμματιζόμενη απελευθέρωση.

Ο δανικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι το μέτρο πληροί τα κριτήρια σχετικά με τους κρατικούς πόρους ούτε ότι οι αποδέκτες του χρηματοδοτικού πλεονεκτήματος είναι επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Εκτιμούν, ωστόσο, ότι το μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση διότι δεν είναι επιλεκτικό και συνεπώς δεν παρέχει κανένα πλεονέκτημα. Εκτιμούν επίσης ότι η διαφορετική φορολογική μεταχείριση μεταξύ των παρεχόμενων μέσω διαδικτύου και των χερσαίων τυχερών παιγνίων δικαιολογείται από «τη φύση ή την οικονομία του συστήματος».

Παρότι οι δανικές αρχές αναγνωρίζουν ότι οι επιγραμμικές και οι χερσαίες υπηρεσίες ανήκουν στην ίδια αγορά και ότι θα πρέπει συνεπώς να υπόκεινται στο ίδιο επίπεδο φορολόγησης (20 %), εκτιμούν ότι οι αγορές τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου και χερσαίων τυχερών παιγνίων συνιστούν δύο εντελώς διαφορετικές αγορές μη συγκρίσιμες οι οποίες δεν μπορούν συνεπώς να δικαιολογήσουν το ίδιο επίπεδο φορολόγησης. Δεδομένου ότι εικάζουν ότι οι αγορές αυτές είναι χωριστές και διακριτές, η διαφορετική φορολογική μεταχείριση των χερσαίων δραστηριοτήτων και των δραστηριοτήτων μέσω διαδικτύου στον τομέα των τυχερών παιγνίων θα εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις η κατάσταση των οποίων δεν θα είναι συγκρίσιμη, είτε βάσει νόμου είτε εκ των πραγμάτων.

Σύμφωνα με τις δανικές αρχές, ούτε από τεχνική άποψη δεν υπάρχει ομοιογένεια μεταξύ χερσαίων και ηλεκτρονικών τυχερών παιγνίων. Ενώ στα χερσαία καζίνο το μεγαλύτερο μέρος των παιγνίων είναι χειροκίνητα, τα εξ αποστάσεως παιχνίδια εκτελούνται αποκλειστικά μέσω λογισμικού εγκατεστημένου σε πλατφόρμα που λειτουργεί εξ αποστάσεως. Εξάλλου, οι δανικές αρχές εικάζουν ότι τα χερσαία τυχερά παίγνια και οι εξ αποστάσεως υπηρεσίες δεν θα πρέπει να θεωρούνται ανταγωνιστικά, αλλά μάλλον ως διακριτές ή ακόμη και συμπληρωματικές δραστηριότητες. Επισημαίνουν σχετικά ότι η συμμετοχή σε τυχερά παίγνια σε χερσαία καζίνο συνεπάγεται επιπλέον προσπάθειες και κόστος από πλευράς χρόνου καθώς και χρημάτων που δαπανώνται για τη μεταφορά, την τήρηση του ενδυματολογικού κώδικα, την πληρωμή των εισιτηρίων εισόδου ή την απαγόρευση του καπνίσματος. Οι πρόσθετες αυτές προσπάθειες φανερώνουν ότι η συμμετοχή σε τυχερά παίγνια σε χερσαία καζίνο συνιστά ιδιαίτερη εμπειρία η κοινωνική διάσταση της οποίας έχει ουσιαστική σημασία. Επιπλέον, το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών διαφέρει επίσης σημαντικά. Επαυτού, οι δανικές αρχές υποστηρίζουν ότι η φυσική παρουσία των καταναλωτών σε ένα καζίνο αποτελεί μια κοινωνική εμπειρία συμμετοχής σε τυχερά παίγνια η οποία περιλαμβάνει και άλλες υπηρεσίες (όπως π.χ. η αγορά ποτών ή ελαφρού φαγητού). Υποστηρίζουν επίσης ότι είναι διαφορετικό το προφίλ των ατόμων που συμμετέχουν στις χερσαίες και τις εξ αποστάσεως δραστηριότητες τυχερών παιγνίων από πλευράς ηλικίας, φύλου και μορφωτικού επιπέδου.

Τις απόψεις των δανικών αρχών αμφισβητούν σθεναρά οι δύο καταγγέλλοντες των οποίων η άποψη είναι εκ διαμέτρου αντίθετη· τα επιγραμμικά και τα χερσαία τυχερά παίγνια είναι γι’ αυτούς ταυτόσημα και συνεπώς αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας αγοράς. Ως εκ τούτου, ο χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής που εφαρμόζεται στους φορείς εκμετάλλευσης μέσω διαδικτύου αποτελεί σαφή διάκριση έναντι των χερσαίων φορέων εκμετάλλευσης και συνιστά κρατική ενίσχυση που ευνοεί αποκλειστικά τους φορείς εκμετάλλευσης μέσω διαδικτύου.

Στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το αν οι επιχειρήσεις τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου και οι χερσαίες επιχειρήσεις τυχερών παιγνίων δεν είναι στην πραγματικότητα συγκρίσιμες όσον αφορά την αξιολόγηση της φορολογικής τους μεταχείρισης βάσει του κοινοποιηθέντος μέτρου. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο νόμος σχετικά με τους φόρους επί των τυχερών παιγνίων συνιστά ενδεχομένως επιλεκτικό μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

Όσον αφορά τη δικαιολόγηση βάσει της φύσης ή της οικονομίας του φορολογικού συστήματος, οι δανικές αρχές υποστήριξαν ότι ο καθορισμός πολύ χαμηλότερου φορολογικού συντελεστή (20 %) για τη συμμετοχή σε τυχερά παίγνια μέσω διαδικτύου είναι απόρροια μιας δύσκολης άσκησης εξισορρόπησης ανάμεσα στην ανάγκη, αφενός, να τηρήσουν τους γενικούς στόχους της δανικής νομοθεσίας περί τυχερών παιγνίων και στην ανάγκη να διασφαλίσουν, αφετέρου, ότι ο χαμηλός φορολογικός συντελεστής θα οδηγήσει τους φορείς παροχής μέσω διαδικτύου να ζητήσουν άδεια στη Δανία αντί να επιλέξουν τη συνέχιση της παροχής μέσω διαδικτύου υπηρεσιών τυχερών παιγνίων από άλλες επικράτειες που παρέχουν χαμηλή φορολογία. Οι καταγγέλλοντες τόνισαν, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να συνάδει με τη φύση ή τη λογική του δανικού φορολογικού συστήματος τυχερών παιγνίων ένας απεριόριστος αριθμός αδειών καζίνο μέσω διαδικτύου, σε συνδυασμό με μια τόσο χαμηλή φορολογία, ενώ παράλληλα ο αριθμός των αδειών για τα χερσαία καζίνο να παραμένει αυστηρά περιορισμένος και να τους επιβάλλεται υψηλότερο επίπεδο φορολόγησης.

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η φορολογική νομοθεσία που εφαρμόζεται σε άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για να δικαιολογηθεί η φύση και η οικονομία του φορολογικού συστήματος. Επιπλέον, το επιχείρημα βάσει του οποίου το μέτρο θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων έχει απορριφθεί επανειλημμένα από τη νομολογία ως πιθανή αιτιολόγηση.

Στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή αμφιβάλλει αν το μέτρο δικαιολογείται από τη λογική του φορολογικού συστήματος.

Εν κατακλείδι, η Επιτροπή εκτιμά, στο παρόν στάδιο, ότι το μέτρο εμπεριέχει ενδεχομένως στοιχείο ενίσχυσης. Αμφιβάλλει επίσης κατά πόσο το μέτρο πληροί τις απαιτήσεις συμβατότητας με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφοι 2 και 3 της ΣΛΕΕ.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

«Kommissionen skal meddele Kongeriget Danmark, at den efter at have undersøgt de danske myndigheders oplysninger om ovennævnte foranstaltning har besluttet at indlede proceduren efter artikel 108, stk. 2, i traktaten om Den Europæiske Unions funktionsmåde (i det følgende benævnt »EUF-traktaten«).

1.   SAGSFORLØB

(1)

Den 6. juli 2010 anmeldte de danske myndigheder efter EUF-traktatens artikel 108, stk. 3, lovforslag L 203 om afgifter af spil (»spilleafgiftsloven« (1)) af hensyn til den retlige sikkerhed. Ved brev af 11. august og 22. september 2010 anmodede Kommissionen om yderligere oplysninger, som de danske myndigheder fremsendte ved brev af 20. oktober 2010.

(2)

Desuden modtog Kommissionen to særskilte klager over spilleafgiftsloven. Den første klage blev indsendt den 23. juli 2010 af Dansk Automat Brancheforening (DAB). Den anden klage blev indsendt den 6. august 2010 af et landbaseret kasino, »Royal Casino«. De to klager blev den 23. september 2010 videresendt til de danske myndigheder, som blev opfordret til at fremsætte bemærkninger dertil. De danske myndigheder fremsatte deres bemærkninger ved ovennævnte brev af 20. oktober 2010.

(3)

Den 10. november 2010 blev der i Bruxelles afholdt et møde med de danske myndigheder med det formål at drøfte anmeldelsen og de to ovennævnte klager. De danske myndigheder fremlagde på mødet et notat med titlen »The dilemma created by the pending State aid case«, hvori de også oplyste, at de ville udsætte den anmeldte lovs ikrafttræden, indtil Kommissionen havde truffet afgørelse i sagen.

2.   BAGGRUND

2.1.   Det nuværende spillemarked

(4)

Den anmeldte lov er blevet indført som led i liberaliseringen af det danske spillemarked, der hidtil hovedsagelig har været underlagt et statsmonopol. Liberaliseringen skulle efter de oprindelige planer have fundet sted pr. 1. januar 2011.

(5)

I henhold til den gældende lovgivning (baseret på lovbekendtgørelse nr. 273 af 17. april 2008) er skatteministeren bemyndiget til at meddele bevilling til udbud af spil, lotterier og væddemål mod betaling af afgift til staten.

(6)

Hidtil er der ved lov kun meddelt én bevilling, nemlig til det statskontrollerede selskab, »Danske Spil A/S«, hvor skatteministeriet ejer 80 % af aktierne. De resterende 20 % ejes af Danmarks Idræts-Forbund og Danske Gymnastik- og Idrætsforeninger. Danske Spil er således for øjeblikket den eneste lovlige udbyder af spil i Danmark bortset fra visse særlige markeder (såsom kasinoer, spillehaller eller duekapflyvninger).

(7)

Efter de gældende regler er det ikke tilladt for andre virksomheder end monopolindehaveren, Danske Spil A/S, at udbyde eller reklamere for spil i Danmark. Overtrædelser straffes med bøde.

(8)

Danske Spil har også monopol på det danske marked for væddemål og udbyder såvel onlinevæddemål som landbaserede væddemål. Den nuværende afgiftssats for væddemål er på 30 %.

(9)

For øjeblikket er det kun Danske Spil, der kan udbyde onlinekasinospil, men selskabet har hidtil valgt ikke at udbyde disse spil online. På trods af dette forbud mod at udbyde onlinespil har spiludbydere, der er etableret i andre lande, i de sidste par år udbudt deres tjenester til den danske offentlighed ved at reklamere gennem såvel danske som udenlandske medier.

(10)

Med hensyn til landbaserede kasinoer er der kun meddelt et begrænset antal bevillinger (ni). Der findes for øjeblikket seks kasinoer i Danmark, som alle er knyttet til hoteller, enten i større byer eller på badesteder. Disse kasinoer drives af private investorer, også fra andre medlemsstater. Generelt må et kasino kun udbyde roulette, baccarat, punto banco og black jack. Justitsministeren kan dog give tilladelse til andre former for spil, såsom poker. Desuden kan der i landbaserede kasinoer opstilles spilleautomater, som kun kan benyttes af gæsterne.

(11)

Spilleautomater kan kun opstilles i restaurationer med alkoholbevilling og i private og offentlige spillehaller. Ved spilleautomater forstås mekaniske eller elektroniske maskiner, der kan anvendes til spil, hvor spilleren mod en økonomisk indsats kan vinde en gevinst bestående af kontanter eller spillemønter. Ifølge lov om spilleautomater må opstilling og drift af spilleautomater kun ske med spillemyndighedens tilladelse. På nuværende tidspunkt er det kun Danske Spil, der har bevilling til at udbyde onlinespilleautomater, men som anført ovenfor, har selskabet valgt ikke at gøre det.

2.2.   Liberaliseringsprocessen

(12)

Den danske regering har besluttet at gennemføre en reform af den gældende lovgivning om spil og væddemål for at erstatte det eksisterende monopol med et reguleret og delvis liberaliseret system. Liberaliseringen blev bl.a. anset for nødvendig af hensyn til EU-retten — efter at der var blevet indledt en overtrædelsesprocedure og fremsat en begrundet udtalelse den 23. marts 2007 (2) — og for at imødegå truslen fra ulovlige onlinespil, som udbydes af spiloperatører i andre lande.

(13)

Liberaliseringsprocessen blev under folketingsbehandlingen begrundet med henvisning til den seneste teknologiske udvikling, som betyder, at Danmark nu er en del af et globalt kommunikationssamfund, hvor forbrugerne har adgang til en lang række tjenester fra udbydere i forskellige jurisdiktioner. Over de sidste 10 år har spil udviklet sig til et betydeligt salgsprodukt på internettet, især efter indførelsen af onlinepoker. Internettet har givet danskerne mulighed for at sammenligne Danske Spils produkter og produktsortiment med produkter fra udbydere af onlinespil i Det Forenede Kongerige, Malta, Gibraltar og andre lande. Et hastigt voksende antal danske spillere er derfor i de senere år begyndt at spille med internationale spiludbydere. De danske myndigheder frygter, at udbuddet af spil vil kunne få negative følger for samfundet i form af kriminalitet og forstyrrelse af den offentlige orden og føre til ludomani hos udsatte personer, hvis ikke det reguleres og kontrolleres intensivt. Samtidig er Danske Spils overskud faldet gradvis. Det er derfor nødvendigt, at de danske myndigheder kan regulere og kontrollere de spil, der udbydes til danskerne, for at kanalisere danskernes spil ind i kontrollerede rammer og forebygge negative sociale følgevirkninger i samfundet.

(14)

Den anmeldte lov indgår i et lovsæt, der blev indført for at liberalisere spillemarkedet (3). Det overordnede formål med denne nye lovreform inden for spil er at holde forbruget af spil på et moderat niveau, at beskytte unge og andre udsatte personer mod udnyttelse eller mod udvikling af ludomani, at beskytte spillerne ved at sikre, at spil udbydes på en rimelig, ansvarlig og gennemsigtig måde, og at sikre lov og orden og forhindre udvikling af spilrelateret kriminalitet.

(15)

Efter liberaliseringen kan det danske marked for spil generelt beskrives således:

a)   Væddemål: der er planlagt en fuldstændig liberalisering, og der kan meddeles bevilling til såvel online- som landbaserede væddemål i en periode på 5 år. Visse former for væddemål, som f.eks. hestevæddeløb, er dog udelukket.

b)   Landbaserede kasinoer: der meddeles ingen nye bevillinger, da der ikke er sket nogen væsentlige ændringer i driften af landbaserede kasinoer.

c)   Onlinekasinoer: der er planlagt en fuldstændig liberalisering, idet der kan meddeles et ubegrænset antal bevillinger til privatpersoner, virksomheder og sammenslutninger, der opfylder de fastsatte betingelser. Onlinekasinoer kan udbyde roulette, baccarat, punto banco, black jack, poker og spil på spilleautomater.

d)   Spilleautomater: dette marked er forholdsvis liberaliseret, da der kun kan nægtes bevilling, hvis politiet beslutter det af hensyn til den offentlige orden.

2.3.   Beskrivelse af den anmeldte foranstaltning

De former for spil, som foranstaltningen omfatter

(16)

Det er i § 3 i lov om spil fastsat, at »udbud eller arrangering af spil kræver tilladelse, medmindre andet følger af denne lov eller anden lovgivning«. Desuden fastlægger spilleafgiftsloven det princip, at »udbud eller arrangement af spil er afgiftspligtigt« (§ 1).

(17)

Efter definitionen i § 5 i lov om spil omfatter spil: i) lotteri, ii) kombinationsspil og iii) væddemål.

(18)

Ved kombinationsspil forstås »aktiviteter, hvor en deltager har en chance for at vinde en gevinst, og hvor gevinstchancen beror på en kombination af færdighed og tilfældighed«. Kombinationsspil omfatter således spil, der ofte udbydes af kasinoer, såsom roulette, poker, baccarat, black jack og spil på gevinstgivende spilleautomater.

(19)

I § 5 lov om spil defineres onlinespil som »spil, der indgås mellem en spiller og en spiludbyder ved brug af fjernkommunikation«. I samme bestemmelse defineres landbaserede spil som »spil, der indgås, ved at en spiller og en spiludbyder eller spiludbyderens forhandler mødes fysisk«. Væddemål defineres som »aktiviteter, hvor en deltager har en chance for at vinde en gevinst, og hvor der væddes om resultatet af en fremtidig begivenhed eller indtræffelse af en fremtidig hændelse«.

(20)

Efter spilleafgiftsloven er følgende spil afgiftspligtige: i) lotteri, herunder klasselotteri og almennyttigt lotteri, ii) væddemål, herunder lokale puljevæddemål, iii) landbaserede kasinoer, iv) onlinekasinoer, v) gevinstgivende spilleautomater i spillehaller og restaurationer og vi) spil uden indsats (4).

Afgiftsmæssig behandling af spil

(21)

Den anmeldte foranstaltning omfatter forskellige afgiftssatser for spil, der udbydes i onlinekasinoer, og for spil, der udbydes i landbaserede kasinoer.

(22)

Indehavere af tilladelse til udbud af spil i et onlinekasino skal betale en afgift på 20 % af bruttospilleindtægten (»BSI« — indsatserne minus gevinsterne) (5).

(23)

Indehavere af tilladelse til udbud af spil i landbaserede kasinoer skal dog betale en basisafgift på 45 % af BSI (fratrukket værdien af spillemærkerne i troncen) og en tillægsafgift på 30 % af den del af BSI (fratrukket værdien af spillemærkerne i troncen), der overstiger 4 mio. DKK (beregnet månedligt), jf. § 10 i spilleafgiftsloven (6).

(24)

Indehavere af tilladelse til udbud af spil på gevinstgivende spilleautomater i spillehaller og restaurationer skal betale en afgift på 41 % af BSI. Der skal af spilleautomater opstillet i restaurationer og spillehaller betales en tillægsafgift på 30 % af den del af BSI, der overstiger henholdsvis 30 000 DKK og 250 000 DKK (7).

(25)

Indehavere af tilladelse til udbud af væddemål skal betale en afgift på 20 % af BSI, og det gælder både landbaserede væddemål og onlinevæddemål.

Gebyrer

(26)

Efter den nye lov om spil skal en ansøger ved ansøgning om tilladelse til at udbyde væddemål eller onlinekasino betale et gebyr på 250 000 DKK (350 000 DKK, hvis der ansøges om både væddemål og onlinekasino) og et årligt gebyr på mellem 50 000 DKK og 1 500 000 DKK afhængigt af spillindtægtens størrelse.

Ikrafttræden

(27)

Selv om den anmeldte foranstaltning oprindelig skulle træde i kraft den 1. januar 2011, er det af hensyn til overholdelsen af statsstøttereglerne fastsat i spilleafgiftslovens § 35, stk. 1, at skatteministeren fastsætter tidspunktet for lovens ikrafttræden.

3.   DE DANSKE MYNDIGHEDERS ARGUMENTER

(28)

De danske myndigheder erindrer om, at de, efter at de i en årrække har fastholdt, at deres spilmonopol var lovligt i henhold til EU-traktaten ud fra ufravigelige samfundsmæssige hensyn, endelig i 2009 besluttede at foretage en delvis liberalisering af markedet, som var ved at blive undermineret af truslen om ulovligt onlinespil.

(29)

De understreger, at deres planlagte liberaliseringsmodel blev anmeldt til Kommissionen i overensstemmelse med reglerne i informationsproceduredirektivet (8), og at Kommissionen i sit brev af 19. april 2010 udtrykte tilfredshed med den planlagte liberalisering som omhandlet i denne anmeldelse.

(30)

De danske myndigheder mener derfor, at spilleafgiftsloven er forenelig med udøvelsen af traktatens grundlæggende friheder, og at den ikke indebærer statsstøtte som omhandlet i EUF-traktatens artikel 107, stk. 1.

(31)

De danske myndigheder bestrider ikke, at foranstaltningen opfylder kriterierne for brug af statsmidler, eller at modtagerne af en eventuel finansiel fordel er virksomheder som omhandlet i EUF-traktatens artikel 107, stk. 1. De mener dog ikke, at foranstaltningen indebærer støtte, da den ikke er selektiv og derfor ikke medfører nogen fordel. Endvidere finder de, at forskellen i afgiftsmæssig behandling mellem onlinespil og landbaserede spil er berettiget som følge af »systemets karakter eller forvaltning«.

Ingen selektivitet

(32)

De danske myndigheder fremfører, at en statsforanstaltning ifølge retspraksis er selektiv, hvis den begunstiger visse virksomheder eller visse produktioner i forhold til andre virksomheder, som under hensyntagen til det formål, der forfølges med den pågældende ordning, befinder sig i en tilsvarende faktisk og retlig situation (9).

(33)

Selv om de danske myndigheder erkender, at onlinevæddemål og landbaserede væddemål tilhører samme marked og derfor bør være underlagt samme afgiftsniveau (20 %), mener de, at markederne for onlinekasinoer og landbaserede kasinoer udgør to vidt forskellige markeder, som ikke kan sammenlignes og derfor heller ikke kan være underlagt samme afgiftsniveau.

(34)

De danske myndigheder hævder især, under henvisning til Adria-Wien Pipeline-sagen, at en sammenligning af virksomhedernes retlige og faktiske situation indebærer en analyse af de relevante markeder. I denne forbindelse hævder de danske myndigheder på grundlag af sociale og statistiske undersøgelser, at forbrugerne betragter onlinespil og landbaserede spil som to forskellige aktiviteter (undersøgelse foretaget af Socialforskningsinstituttet i 2007 og sammenlignende dataark og diagrammer for onlinemarkeder og landbaserede markeder, udarbejdet af European Gaming and Betting Association — EGBA i januar og marts 2009).

(35)

De fremfører desuden, at forbrugernes profil med hensyn til alder, køn og uddannelsesniveau ikke er den samme for landbaserede spil som for onlinespil (Nomismas rapport fra juni 2007 om markedet for onlinevæddemål i Italien).

(36)

Ifølge de danske myndigheder er landbaserede spil og internetspil teknisk set heller ikke ens. Mens de fleste spil i landbaserede kasinoer er helt manuelt baseret, udføres onlinespil udelukkende af computersoftware, der er installeret på en onlineplatform. Den type tjenester, der udbydes, varierer også betydeligt. I denne forbindelse fremfører de danske myndigheder, at forbrugernes fysiske tilstedeværelse ved landbaserede spil indebærer en social oplevelse, som også omfatter andre tjenester (som f.eks. køb af drikkevarer eller snacks).

(37)

Desuden hævder de danske myndigheder, at landbaserede spil og onlinespil ikke bør anses for at konkurrere med hinanden, men snarere bør betragtes som særskilte og endog komplementære aktiviteter. I denne forbindelse påpeger de, at spil i landbaserede kasinoer indebærer en ekstra indsats og flere omkostninger i form af tid og penge på transport, overholdelse af påklædningsregler, betaling af entré eller rygeforbud. Disse yderligere forhold skulle vise, at spil i landbaserede kasinoer er en særlig oplevelse, hvor de sociale aspekter spiller en stor rolle.

(38)

De danske myndigheder påpeger også, at kontrollen over forbrugeren ikke er den samme ved onlinespil som ved landbaserede spil. I landbaserede kasinoer, hvor forbrugerne er samlet i de samme lokaler, kan personalet reagere over for spillere, der udviser en problematisk social adfærd (som f.eks. spillere, der snyder, er mentalt ustabile eller påvirket af alkohol). Udbydere af internetspil kan derimod ikke kontrollere spillerens spillemønster, mentale tilstand eller finansielle forhold.

(39)

De danske myndigheder understreger også, at de landbaserede kasinoers faldende rentabilitet og markedsandel i de senere år ikke skyldes konkurrence fra onlineoperatører, men snarere er en følge af den aktuelle finanskrise og indførelsen af rygeforbud på offentlige steder.

(40)

De danske myndigheder henviser også til Ladbrokes-sagen (10), hvor Domstolen fastslog, at væddemål om hestevæddeløb i Frankrig og væddemål i Frankrig om hestevæddeløb i Belgien udgjorde to forskellige kategorier, som gjorde en forskel i den afgiftsmæssige behandling berettiget. De danske myndigheder mener derfor, at medlemsstaterne har ret til at foretage en afgiftsmæssig differentiering mellem objektivt forskellige situationer.

(41)

De henviser endvidere til Leo-Libera-sagen (11), som vedrørte dels spil i spilleautomater, dels væddemål og lotterier. De danske myndigheder fremfører, at Domstolen i denne sag med hensyn til artikel 135, stk. 1, litra i), i Rådets direktiv 2006/112/EF af 28. november 2006, fastslog, at, princippet om afgiftsneutralitet ikke er til hinder for, at en type spil fritages for moms, mens en anden type spil ikke fritages, for så vidt som de to typer spil imidlertid ikke konkurrerer indbyrdes. De danske myndigheder hævder, at Leo-Libera-sagen ganske vist vedrørte opkrævning af moms, men at begrebet afgiftsneutralitet svarer til begrebet selektivitet, når der er tale om fiskale statsstøtteforanstaltninger.

(42)

På baggrund af ovenstående konkluderer de danske myndigheder, at landbaserede spil og onlinespil udgør to særskilte markeder, som ikke kan sammenlignes og derfor afgiftsmæssigt set kan behandles forskelligt.

Undtagelse berettiget som følge af systemets karakter eller forvaltning

(43)

Ud over at spilleafgiftsloven ikke er selektiv som omhandlet i EUF-traktatens artikel 107, stk. 1, fremfører de danske myndigheder, at den er berettiget som følge af systemets karakter eller forvaltning. De erindrer om, at dette er anerkendt ved retspraksis (12) og i Kommissionens meddelelse om anvendelsen af statsstøttereglerne på foranstaltninger vedrørende direkte beskatning af virksomhederne (13).

(44)

De danske myndigheder understreger, at spilleafgiftsloven har fire forskellige formål: nemlig at holde forbruget af spil på et moderat niveau, at beskytte unge eller udsatte personer mod at udvikle ludomani eller mod at blive udnyttet, at beskytte spillerne ved at sikre, at spillene udbydes på en rimelig, ansvarlig og gennemsigtig måde, og at sikre den offentlige orden og forhindre, at spil tjener som støtte til kriminalitet.

(45)

For at opfylde disse formål bør afgiftsniveauet ikke overstige det, som et marked kan bære. Ifølge de danske myndigheder vil et afgiftsniveau, der er alt for højt, underminere et dansk spillemarked med et alsidigt og attraktivt udbud af spil og desuden forhindre nye onlineoperatører i at komme ind på det danske spillemarked.

(46)

Ved fastsættelsen af afgifterne for udbud af onlinespil måtte de danske myndigheder derfor tage hensyn til de udenlandske afgifter på internetspil. For de danske myndigheder er den største risiko, at danske kunder benytter spil, som udbydes af operatører i udenlandske jurisdiktioner og jurisdiktioner med lave afgifter, som også kan være ulovlige.

(47)

Liberalisering af onlinespillemarkedet uden at tage hensyn til de betingelser, hvorpå udbydere af onlinespil opererer i udlandet, ville føre til en situation, hvor udenlandske spiludbydere ikke ville ansøge om bevilling i Danmark, men blot ville forsætte med at udbyde deres spil fra udlandet uden den danske spillemyndigheds kontrol og uden at opfylde betingelserne i den danske lov om spil.

(48)

De danske myndigheder mener, at den gældende afgiftssats på 20 % på onlinespil — som hævdes at høre til de højeste afgiftssatser på onlinespil i EU — bør anses for at være lav nok til at sikre, at et tilstrækkeligt antal udenlandske spiludbydere vil ansøge om bevilling i stedet for at fortsætte med at udbyde deres spil på det danske marked fra udlandet.

(49)

De konkluderer derfor, at det ville være umuligt at opfylde lovens formål, hvis afgiften på onlinespil var højere, fordi det i så fald ikke ville være økonomisk tiltrækkende for udenlandske spiloperatører at søge ind på det danske onlinemarked.

(50)

De danske myndigheder tilføjer, at det er nødvendigt at opkræve en lav afgift på onlinespil og landbaserede væddemål for at sikre et attraktivt lovligt spilmarked, men at det ikke er berettiget at sænke den gældende afgift på landbaserede kasinoer og spillehaller eller restaurationer, hvor der er opstillet spilleautomater. En sådan sænkning af afgiftsniveauet ville — ud over de skadelige finansielle virkninger i form af lavere afgiftsprovenu for staten — også skabe et stærkt incitament til at øge spil i landbaserede kasinoer og spillehaller i strid med den lovgivende myndigheds mål.

4.   KLAGERNES ARGUMENTER

(51)

Klagerne mener, at den betydeligt lavere afgift på onlinespil i forhold til afgiften på landbaserede spil udgør statsstøtte til onlinesektoren.

(52)

De fremfører, at de samlede afgifter ville andrage 403 mio. DKK, hvis afgiften på onlinespil var den samme som på landbaserede spiloperatører (14). Da den samlede afgift på onlinespil på grundlag af en afgift på 20 % vil være på 140 mio. DKK i 2011, fremfører klagerne, at støtten til onlinesektoren vil andrage ca. 200 mio. DKK om året. Afgiftsfordelene vil sætte onlineoperatørerne i stand til at udbetale en større andel til spillerne og at føre mere omfattende og mere effektive markedsføringskampagner, som landbaserede spiloperatører, der betaler langt højere afgifter (op til 70 %), ikke kan hamle op med.

(53)

Klagerne bygger deres argumenter på, at der findes et indre marked, som omfatter både onlinespil og landbaserede spil, og at den lavere afgift på onlinespil ikke er berettiget som følge af det danske afgiftssystems karakter eller forvaltning.

Landbaserede spil og onlinespil tilhører samme marked

(54)

Klagerne, der repræsenterer to segmenter af det samlede spillemarked (spilleautomater og landbaserede kasinoer), mener, at onlinespil og landbaserede spil udgør ét spillemarked. De understreger, at disse operatører skal betale forskellige afgifter, selv om de befinder sig i en tilsvarende retlig og faktisk situation og udbyder de samme produkter på det samme marked. De erindrer i denne forbindelse om, at onlinespil i lov om spil defineres som spil, der indgås mellem en spiller og en spiludbyder ved brug af fjernkommunikation. Onlinekasinoer kan derfor udbyde kasinospil, som pr. definition er lotterier og kombinationsspil, og som også udbydes af landbaserede kasinoer, f.eks. roulette, baccarat, punto banco, black jack, poker og spil på gevinstgivende spilleautomater. De hævder derfor, at de spil, der udbydes af onlinekasinoer, er de samme, som de spil, der udbydes i landbaserede kasinoer.

(55)

Klagerne fremfører endvidere, at de to former for spil (online, landbaseret) set fra udbudssiden udbyder spillene til brugeren på samme måde (identiske formater). Især udbydes identiske kasinospil til spillerne på en skærm, uanset om spillene spilles i det konventionelle kasino, i private hjem via pc'er eller i spilleautomater, der drives ved møntindkast, og som er opstillet i spillehaller. Den eneste forskel, i hvert fald når det drejer sig om udbud af onlinekasinospil, er internetforbindelsen. Hvad spilleautomater angår, påpeger klagerne, at de i lighed med onlinespil er forbundet med internettet (ikke mellem spiller og spiludbyder, men mellem udbyder og den nationale spillemyndighed med henblik på afgiftsregistrering).

(56)

Klagerne henviser også til skatteministerens udtalelse om, at spil, der udbydes i spilleautomater og online, er identiske.

(57)

For klagerne er den eneste faktiske forskel mellem onlinekasinospil og spil i landbaserede kasinoer, at udbyderen i det landbaserede kasino møder spilleren fysisk, mens kontakten mellem spilleren og onlineudbyderen finder sted i cyberspace. Desuden er klagerne af den opfattelse, at der ved anvendelse af møntautomater og andre spilleautomater er tale om samme forbrugerprofil. Under henvisning til Socialforskningsinstituttets ovennævnte undersøgelse (se punkt (34)) påpeger de, at spillere, der benytter spilleautomater og onlinespil, typisk er unge mænd. Ud fra et økonomisk og uddannelsesmæssigt synspunkt udgør forbrugere, der tiltrækkes af såvel onlinespil som landbaserede spil, en og samme spillergruppe.

(58)

I denne forbindelse fremfører klagerne, at onlinespil blandt spillere i Danmark er vokset kraftigt i de senere år til trods for, at disse aktiviteter er forbudt ved lov. Dette har ført til en tilsvarende nedgang i deres fortjeneste og viser derfor med al tydelighed, at spillere, der benytter online og landbaserede faciliteter, tilhører samme gruppe.

Ingen undtagelse berettiget som følge af systemets karakter eller forvaltning

(59)

Klagerne mener ikke, at den danske regerings argumentation er holdbar, når den hævder, at den lavere afgift på onlinespil har til formål at reducere og kontrollere overdreven spillelidenskab og ludomani i overensstemmelse med den danske lov om spil. Den egentlige årsag til et så lavt afgiftsniveau for onlinespil er ifølge klagerne risikoen for, at de danske myndigheder ikke er i stand til at tiltrække udenlandske spilleoperatører til det danske onlinemarked.

(60)

Hvis det havde været de lovgivende myndigheders hensigt at mindske ludomani, mener klagerne, at afgifterne på onlinespil skulle være så høje som muligt, samtidig med at de tillod en vis spilleaktivitet.

(61)

Klagerne afviser de danske myndigheders påstand om, at en afgift på over 20 % ville afholde spilleoperatører fra at ansøge om en dansk onlinebevilling og dermed ville fremme ulovligt, ukontrollabelt onlinespil. De bemærker i denne forbindelse, at landbaserede spil hidtil, på trods af at de har mistet en betydelig markedsandel til ulovlige onlinespil, har kunnet fungere med et langt højere afgiftsniveau.

(62)

Hvis de danske myndigheder virkelig ønskede at kontrollere og begrænse spil og risikoen for ludomani, ville man have forventet, at den nye lov havde indeholdt bestemmelser om et forholdsvis begrænset antal bevillinger til onlineoperatører, som det er tilfældet i dag med bevillinger til landbaserede spil, og ikke et ubegrænset antal.

(63)

Klagerne understreger, at mens regeringens politik for lave afgifter på onlinespil søger at mindske ukontrolleret, illegalt onlinespil, vil dens politik for fastholdelse af høje afgifter på landbaserede spil og spil i spillehaller blot give spillerne incitament til at gå over til onlinespil, (eller ulovligt spil, hvad enten der er tale om onlinespil eller landbaserede spil). Lige høje afgifter på onlinespil og landbaserede spil på et rimeligt niveau kan mindske incitamentet til ulovligt spil og samtidig bringe praktisk talt al vigtig spilleaktivitet ind under statens kontrol og tilsyn og dermed begrænse kriminel virksomhed og misbrug. Klagerne tilføjer i denne forbindelse, at den danske regering under alle omstændigheder agter at bekæmpe ulovligt onlinespil ved at spærre internetadgangen og elektroniske pengeoverførsler til ulovlige onlinespilleoperatører.

(64)

Af alle ovennævnte årsager mener klagerne ikke, at et system med forskellige afgiftssatser på spil, der konkurrerer om de samme spillere ved udbud af identiske produkter, kan være berettiget som følge af det pågældende afgiftssystems karakter og forvaltning.

5.   VURDERING AF FORANSTALTNINGEN

5.1.   Indledende bemærkninger: procedurens omfang

(65)

De danske myndigheder omtalte i deres skriftlige henvendelser, at deres planer om at liberalisere spillemarkedet oprindelig blev anmeldt til Kommissionen i 2009 i henhold til direktiv 98/34/EF »om en informationsprocedure med hensyn til tekniske standarder og forskrifter samt forskrifter for informationssamfundets tjenester«, og påpegede, at Kommissionen i sit brev af 5. oktober 2009 ikke gav udtryk for forbehold eller indvendinger med hensyn til denne anmeldelse.

(66)

Det skal i denne forbindelse bemærkes, at det i direktiv 98/34/EF er fastsat, at medlemsstaterne skal anmelde alle deres planer vedrørende tekniske forskrifter og/eller nationale tekniske forskrifter til Kommissionen, for at det indre marked kan fungere tilfredsstillende. En anmeldelse efter direktiv 98/34/EF kan ikke erstatte medlemsstaternes pligt i henhold til EUF-traktatens artikel 108, stk. 3, til at anmelde enhver planlagt statsstøtteforanstaltning.

(67)

Som de danske myndigheder erkendte på mødet den 12. november 2010, indeholdt ovennævnte »tekniske« anmeldelse til Kommissionen i henhold til direktiv 98/34/EF ingen henvisning til den danske regerings afgiftsmæssige planer i forbindelse med den planlagte liberalisering af onlinespillemarkedet. I virkeligheden blev beslutningen om at indføre forskellige afgifter på onlinespil truffet den 25. juni 2010, da spilleafgiftsloven blev vedtaget, og blev først anmeldt til Kommissionen den 6. juli 2010 i henhold til EUF-traktatens artikel 108, stk. 2, dvs. næsten et år efter, at Kommissionen havde sendt sine bemærkninger til den danske regerings anmeldelse i henhold til direktiv 98/34/EF.

(68)

Denne procedure i henhold til EUF-traktatens artikel 108, stk. 2, vedrører derfor ikke den planlagte liberalisering af spillemarkedet i Danmark og dens forenelighed med traktatens regler om det indre marked. Den vedrører kun spørgsmålet om, hvorvidt den uens og mere favorable afgiftsmæssige behandling af onlineoperatører i forhold til landbaserede spiloperatører er forenelig med statsstøttereglerne.

5.2.   Statsstøtte

(69)

Efter EUF-traktatens artikel 107, stk. 1, er statsstøtte eller støtte, som ydes ved hjælp af statsmidler under enhver tænkelig form, og som fordrejer eller truer med at fordreje konkurrencevilkårene ved at begunstige visse virksomheder eller visse produktioner, uforenelig med det indre marked, i det omfang den påvirker samhandelen mellem medlemsstaterne.

5.2.1.    Statsmidler

(70)

Efter EUF-traktatens artikel 107, stk. 1, skal der være tale om statsstøtte eller støtte, som ydes ved hjælp af statsmidler. Et tab af afgiftsprovenu svarer til et forbrug af statsmidler i form af skatteudgifter. Ved at lade onlinespiloperatører betale afgifter efter en lav sats på 20 % giver de danske myndigheder afkald på indtægter, hvilket skal betragtes som brug af statsmidler. Den pågældende foranstaltning indebærer således tab af statsmidler og gennemføres derfor ved hjælp af statsmidler.

5.2.2.    Fordel

(71)

Foranstaltningen skal give modtageren/modtagerne en fordel. Ifølge fast retspraksis omfatter støttebegrebet ikke blot positive ydelser, men også de indgreb, der under forskellige former letter de byrder, som normalt belaster en virksomheds budget (15).

(72)

I henhold til spilleafgiftsloven skal onlinespiloperatører betale en »afgift« på 20 %. Denne sats er betydeligt lavere end den afgiftssats, som landbaserede spiloperatører, herunder kasinoer, skal betale. I denne forbindelse opnår onlineoperatører en fordel i form af en lettelse af deres afgiftsbyrde. Den pågældende foranstaltning indebærer derfor en fordel for onlineoperatører.

5.2.3.    Selektivitet

(73)

En foranstaltning betragtes som selektiv, hvis den begunstiger visse virksomheder eller visse produktioner som omhandlet i EUF-traktatens artikel 107, stk. 1.

(74)

Med hensyn til fortolkningen af selektivitetskriteriet erindrer Kommissionen om, at en foranstaltning ifølge retspraksis kan betragtes som selektiv, hvis den »delvist skal fritage virksomhederne fra de pekuniære byrder, der følger af en normal anvendelse af det almindelige system med obligatoriske bidrag, som er pålagt ved lov« (16). En foranstaltning betragtes derfor som selektiv, hvis den afviger fra det afgiftssystem, der anvendes generelt. Domstolen har i denne forbindelse fastslået, at det bør undersøges, om en given foranstaltning begunstiger visse virksomheder i forhold til andre virksomheder, som under hensyntagen til det formål, der forfølges med den pågældende ordning, befinder sig i en tilsvarende faktisk og retlig situation (17).

(75)

Det følger heraf, at en foranstaltnings selektivitet bør vurderes således: For det første bør det undersøges, om foranstaltningen afviger fra det afgiftssystem, der anvendes generelt. Dette kan vurderes på grundlag af, om foranstaltningen skelner mellem økonomiske aktører, som under hensyntagen til det formål, der forfølges med det pågældende system, befinder sig i en tilsvarende faktisk og retlig situation.

(76)

Hvis den pågældende foranstaltning umiddelbart ser ud til at være selektiv, skal det derefter undersøges, om en sådan differentiering følger af det afgiftssystems karakter eller forvaltning, som den indgår i, og derfor kan være berettiget. I henhold til den relevante retspraksis (18) og Kommissionens meddelelse om anvendelsen af statsstøttereglerne på foranstaltninger vedrørende direkte beskatning af virksomhederne (19), skal en medlemsstat fastslå, om den pågældende foranstaltning følger af systemets grundprincipper.

Referencesystem

(77)

I den foreliggende sag bør referencesystemet defineres som afgiftssystemet for danske spil. Spilleafgiftsloven har til formål at regulere betalingen af afgifter på spil, der udbydes eller arrangeres i Danmark. Det er derfor på grundlag af dette referenceafgiftssystem, at den pågældende foranstaltning (dvs. den afgiftsmæssige fortrinsbehandling af onlinespil) skal vurderes.

(78)

I denne forbindelse opstår så spørgsmålet om, hvorvidt den pågældende foranstaltning udgør en undtagelse fra det generelle afgiftssystem, for så vidt som den differentierer mellem onlinespiludbydere og landbaserede spiludbydere, som kan befinde sig i en tilsvarende faktisk og retlig situation.

Tilsvarende faktisk og retlig situation

(79)

De danske myndigheder har fremført, at spilleafgiftsloven gælder for forskellige produktmarkeder, nemlig dels onlinespillemarkedet, dels det landbaserede kasinomarked. Da disse markeder angiveligt er separate og særskilte, gælder den differentierede afgiftsmæssige behandling af landbaserede spil og onlinespil for virksomheder, som hverken retligt eller faktisk befinder sig i en tilsvarende situation.

(80)

Det skal i denne forbindelse bemærkes, at spilleafgiftsloven har til formål at regulere betalingen af afgifter på spil, der udbydes eller arrangeres i Danmark. Det er derfor på grundlag af dette generelle formål, at det skal vurderes, om virksomhederne befinder sig i en tilsvarende retlig og faktisk situation.

(81)

På nuværende tidspunkt finder Kommissionen ikke de danske myndigheders argumenter tilstrækkeligt overbevisende og mener ikke, at de danske myndigheder har godtgjort, at onlinespil retligt og faktisk ikke svarer til landbaserede spil, når det gælder den afgiftsmæssige behandling efter spilleafgiftsloven.

(82)

For det første skal det bemærkes, at der i henhold til dansk lov meddeles bevillinger til landbaserede kasinoer og onlinekasinoer til udbud af nøjagtigt de samme spil (dvs. roulette, baccarat, punto banco, black jack, poker og spil på spilleautomater). De danske myndigheder har ikke påvist, i hvilken udstrækning spil, der udbydes online, og spil, der udbydes i landbaserede lokaler, kan være forskellige. Som understreget af klagerne udbyder landbaserede kasinoer også automatiserede spil, hvor spillernes indsats foretages via skærme, der fungerer med samme software, som anvendes ved onlinespil.

(83)

Med hensyn til forbrugernes socioøkonomiske profil, henviser både de danske myndigheder og klagerne til bl.a. nøjagtigt samme undersøgelse, som er foretaget af Socialforskningsinstituttet (20), men de drager forskellige konklusioner af den. Mens de danske myndigheder hævder, at spillerne i landbaserede kasinoer og onlinekasinoer har forskellig alder, køn og uddannelsesniveau, kommer klagerne til den modsatte konklusion.

(84)

Det argument, at landbaserede spil og onlinespil bør betragtes som særskilte og endog komplementære aktiviteter, idet spil i landbaserede kasinoer omfatter mere end onlinespil og udgør en særlig oplevelse, hvor de sociale aspekter spiller en stor rolle, støttes ikke af afgørende beviser. I denne forbindelse har klagerne tværtimod fremført, at de landbaserede kasinoers sociale aspekter ikke forhindrer kasinospillere i at spille på både onlineplatformen og den landbaserede platform.

(85)

På nuværende tidspunkt tvivler Kommissionen derfor på, at onlinespiloperatører og landbaserede spiloperatører ikke skulle befinde sig i en tilsvarende retlig og faktisk situation, når det gælder vurderingen af deres afgiftsmæssige behandling efter den anmeldte foranstaltning. Kommissionen finder derfor, at spilleafgiftsloven kan være en selektiv foranstaltning som omhandlet i EUF-traktatens artikel 107, stk. 1.

(86)

Ovennævnte konklusion ændres ikke af de danske myndigheders henvisning til Ladbrokes- og Leo-Libera-sagen.

(87)

Hvad især angår Ladbrokes-sagen (21), hvor en fransk lov behandlede to forskellige kategorier af væddemål forskelligt, er det tilstrækkeligt at bemærke, at forholdene i den foreliggende sag adskiller sig væsentligt fra forholdene i Ladbrokes-sagen. I sidstnævntes sag afviste Domstolen Ladbroke's argumentation for, at en afgift på væddemål i Frankrig om belgiske hestevæddeløb skulle behandles på same måde som den afgift, der påhviler indsatsen i væddemål vedrørende franske løb, og som tilfalder PMU. Domstolen begrundede det med, at denne argumentation ikke tog hensyn til de særlige træk, som væddemålene på de belgiske væddeløb udviste, og hvorved de adskilte sig fra væddemålene på de franske væddeløb. Ifølge Domstolen er det karakteristiske ved totalisatorspil, at indsatserne indgår i en fælles pulje, som efter diverse fradrag fordeles ligeligt mellem vinderne, uanset hvor væddemålene er indgået, og den andel af indsatserne, som tilfalder vinderne, kan følgelig ikke variere under hensyn til, hvilken stat væddemålene er indgået i. Det kan kun sikres, at et sådant system fungerer rigtigt, såfremt de afgifter, der skal betales af det beløb, der er placeret i væddemål på et givet hestevæddeløb, opkræves efter satsen i den stat, hvor væddeløbet finder sted. Som Domstolen fastslog, var ordningen vedrørende skatter og afgifter på væddemål i franske væddeløb indført med henblik på den lovgivning og de økonomiske vilkår, som er specifikke for hestevæddeløb og totalisatorspil i Frankrig. Det kunne ikke kræves, at dette system blev overført på totalisatorspil vedrørende belgiske løb, som afholdes efter en anden lovgivning og på andre økonomiske vilkår. I den foreliggende sag vedrører den pågældende foranstaltning ikke væddemål, der arrangeres som totalisatorspil på hestevæddeløb i forskellige medlemsstater, men kasinospil, der arrangeres i samme land, nemlig Danmark, og argumentationen i Ladbrokes-sagen kan derfor ikke anvendes.

(88)

Som nævnt ovenfor har de danske myndigheder heller ikke på nuværende tidspunkt påvist, at udbyderne af onlinespil og landbaserede spil befinder sig i forskellige situationer.

(89)

Med hensyn til de danske myndigheders henvisning til Leo-Libera-sagen bemærker Kommissionen, at princippet om afgiftsneutralitet og selektivitetsbegrebet efter statsstøttereglerne er to forskellige begreber, idet førstnævnte anvendes i forbindelse med artikel 135 i Rådets direktiv 2006/112/EF af 28. november 2006, og sidstnævnte anvendes som led i statsstøttebegrebet i artikel 107, stk. 1 (22). Under alle omstændigheder fastslog Domstolen i Leo Libera-sagen, at princippet om afgiftsneutralitet ikke uden at fratage artikel 135, stk. 1, litra i), i direktiv 2006/112/EF enhver effektiv virkning kan fortolkes således, at det er til hinder for, at en type hasardspil eller spil om penge fritages for moms, mens en anden type spil ikke fritages, for så vidt som de to typer spil imidlertid ikke konkurrerer indbyrdes.

Undtagelse berettiget som følge af systemets karakter og forvaltning

(90)

Ifølge gældende retspraksis (23) kan en foranstaltning, som umiddelbart forekommer selektiv, dog være berettiget som følge af afgiftssystemets karakter og forvaltning, hvis den følger direkte af det pågældende afgiftssystems grundprincipper. Det påhviler dog medlemsstaten at give en sådan begrundelse.

(91)

De danske myndigheder har i denne forbindelse fremført, at fastsættelsen af afgiftssatsen for onlinespil på et langt lavere niveau (20 %) er resultatet af en vanskelig balancegang mellem på den ene side behovet for at opfylde den danske spillelovgivnings generelle formål (at holde forbruget af spil på et moderat niveau, at beskytte unge eller andre udsatte personer mod udnyttelse gennem spil eller mod at udvikle ludomani, at beskytte spillerne ved at sikre, at spil udbydes på en rimelig, ansvarlig og gennemsigtig måde, at sikre den offentlige orden og at forhindre, at spil anvendes til kriminelle formål), og på den anden side behovet for at sikre, at en lav afgiftssats vil få onlineudbydere til at ansøge om bevilling i Danmark i stedet for at vælge fortsat at udbyde onlinespil fra andre jurisdiktioner med lave afgifter.

(92)

På nuværende tidspunkt tvivler Kommissionen på, at foranstaltningen kan begrundes med nogen af ovennævnte argumenter. Kommissionen erindrer om, at det er fast retspraksis, at afgiftsreglerne i andre medlemsstater ikke kan tages i betragtning ved vurderingen af foranstaltningen. Ved begrundelsen for en foranstaltning kan der derfor kun tages hensyn til principperne i det indenlandske afgiftssystem (24). Det følger heraf, at der i den foreliggende sag ikke kan tages hensyn til de eventuelle lavere afgifter, der måtte være fastsat i andre lande for onlinespil, og som kan være mere konkurrencedygtige end de afgifter, der anvendes i Danmark.

(93)

Desuden er det fast retspraksis, at der ikke kan ydes støtte med den begrundelse, at støtten vil forbedre virksomhedernes konkurrenceevne (25). Kommissionen kan derfor ikke på nuværende tidspunkt på grundlag af den fremlagte argumentation — nemlig at en lavere afgift vil give danske onlineoperatører mulighed for at imødegå konkurrencen fra onlineoperatører i andre lande med lavere afgifter — anse foranstaltningen for at være berettiget som følge af systemets karakter og forvaltning.

(94)

Ved vurderingen af en afgiftsforanstaltning på grundlag af systemets karakter og forvaltning, må der desuden sondres mellem de målsætninger, som ligger uden for systemet, og de iboende målsætninger i selve afgiftssystemet (26). I den foreliggende sag anfører de danske myndigheder de overordnede målsætninger i lov om spil som begrundelse for den differentierede afgiftsmæssige behandling. De danske myndigheder har ikke fremsat tilstrækkeligt overbevisende argumenter for, at de pågældende målsætninger skal anses for at være iboende i afgiftssystemet og ikke for at være generelle og for at ligge uden for systemet.

(95)

På nuværende tidspunkt mener Kommissionen derfor ikke, at de danske myndigheder har godtgjort, at den differentierede afgiftsmæssige behandling af onlineoperatører og landbaserede operatører, som blev indført ved spilleafgiftsloven, er berettiget som følge af systemets karakter og forvaltning. Kommissionen tvivler derfor på, at den pågældende foranstaltning følger direkte af afgiftssystemets grundprincipper, og at den er berettiget.

5.2.4.    Påvirkning af samhandelen mellem medlemsstaterne og fordrejning af konkurrencevilkårene

(96)

Efter EUF-traktatens artikel 107, stk. 1, skal foranstaltningen påvirke samhandelen mellem medlemsstaterne og fordreje eller true med at fordreje konkurrencevilkårene. I denne forbindelse har Domstolen konsekvent fastslået, at det forhold, at en foranstaltning styrker en virksomheds position i forhold til andre virksomheder, er tilstrækkeligt, for at dette kriterium er opfyldt (27). I den foreliggende sag er onlineoperatører i Danmark udsat for konkurrence og omfattet af samhandelen mellem medlemsstaterne. Spilleafgiftsloven, der indebærer en favorabel afgiftsmæssig behandling af danske virksomheder, som udbyder onlinespil, påvirker derfor samhandelen mellem medlemsstaterne og fordrejer eller truer med at fordreje konkurrencen.

5.2.5.    Konklusion

(97)

Da ovennævnte betingelser i EUF-traktatens artikel 107, stk. 1, ser ud til at være opfyldt, mener Kommissionen på nuværende tidspunkt, at spilleafgiftsloven kan indebære statsstøtte.

5.3.   Forenelighed

(98)

Spilleafgiftsloven ser ikke ud til at falde ind under nogen af undtagelsesbestemmelserne i EUF-traktatens artikel 107, stk. 2 og 3, og på nuværende tidspunkt tvivler Kommissionen derfor på, at foranstaltningen kan betragtes som forenelig med det indre marked.

6.   KONKLUSION

(99)

På baggrund af ovenstående har Kommissionen besluttet at indlede den formelle undersøgelsesprocedure efter EUF-traktatens artikel 108, stk. 2, med hensyn til den pågældende foranstaltning.

AFGØRELSE

På baggrund af ovenstående opfordrer Kommissionen efter proceduren i EUF-traktatens artikel 108, stk. 2, Kongeriget Danmark til senest en måned efter modtagelsen af dette brev at fremsætte sine bemærkninger og alle oplysninger, der måtte være nyttige for vurderingen af foranstaltningen. Kommissionen opfordrer de danske myndigheder til straks at sende den potentielle støttemodtager en kopi af dette brev.

Kommissionen minder Kongeriget Danmark om, at EUF-traktatens artikel 108, stk. 3, har opsættende virkning, og henviser til artikel 14 i Rådets forordning (EF) nr. 659/1999, hvor det er fastsat, at ulovligt udbetalt støtte kan kræves tilbagebetalt af støttemodtageren.

Kommissionen advarer Kongeriget Danmark om, at interesserede parter vil blive underrettet ved offentliggørelse af dette brev og et fyldestgørende resumé heraf i Den Europæiske Unions Tidende. Kommissionen vil ligeledes underrette interesserede parter i de EFTA-lande, der har undertegnet EØS-aftalen, ved offentliggørelse af en meddelelse i EØS-tillægget til Den Europæiske Unions Tidende, samt EFTA-Tilsynsmyndigheden ved fremsendelse af en kopi af dette brev. Alle interesserede parter vil blive opfordret til at fremsætte deres bemærkninger senest en måned efter offentliggørelsestidspunktet.»


(1)  Lov nr. 698 om afgifter af spil var allerede blevet vedtaget den 25. juni 2010.

(2)  Overtrædelsesprocedure nr. 2003/4365, se også IP/07/360.

(3)  Lov om spil (nr. 848 af 1. juli 2010), lov om udlodning af overskud fra lotteri samt heste- og hundevæddemål (nr. 696 af 25. juni 2010) og lov om Danske Spil A/S (nr. 695 af 25. juni 2010).

(4)  Se kapitel 2 i spilleafgiftsloven.

(5)  § 11 i spilleafgiftsloven.

(6)  1 DKK = 0,13 EUR.

(7)  Beløbet tillægges 3 000 DKK pr. automat for indtil 50 automater og 1 500 DKK pr. automat derudover, jf. § 12 i spilleafgiftsloven.

(8)  Anmeldelse nr. 2009/372/DK til Kommissionen i henhold til Europa-parlamentets og Rådets direktiv 98/34/EF af 22. juni 1998 (EFT L 24 af 21.7.1998, s. 37).

(9)  Sag C-143/99, Adria-Wien Pipeline, Sml. 2001 I, s. 8365, præmis 41, og sag C-409/00, Spanien mod Kommissionen, Sml. 2003 I, s. 1487, præmis 47.

(10)  Sag C-353/95 P, Ladbrokes mod Kommissionen, Sml. 1997 I, s. 7007, præmis 33 ff.

(11)  Sag C-58/09, Leo-Libera GmbH, Sml. 2010, præmis 34 ff.

(12)  Sag 173/73, Den Italienske Republik mod Kommissionen for De Europæiske Fællesskaber, Sml. 1974, s. 709.

(13)  Meddelelse fra Kommissionen om anvendelsen af statsstøttereglerne på foranstaltninger vedrørende direkte beskatning af virksomhederne, EFT C 384 af 10.12.1998, punkt 23.

(14)  Klagerne mener, at et forsigtigt skøn over værdien af onlinespil i Danmark for 2011 vil være 700 mio. DKK. På grundlag af den gennemsnitlige afgift på landbaserede kasinoer på 57,66 % vil statskassen få et afgiftsprovenu på i alt 430 mio. DKK.

(15)  Sag 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg mod Den Høje Myndighed for Det Europæiske Kul- og Stålfællesskab, Sml. 1954-1964, s. 211.

(16)  Sag 173/73, Den Italienske Regering mod Kommissionen for De Europæiske Fællesskaber, Sml. 1974, s. 709, præmis 33.

(17)  Sag C-88/03, Den Portugisiske Republik mod Kommissionen for De Europæiske Fællesskaber, Sml. 2006 I, s. 7115, præmis 54, sag C-172/03, Wolfgang Heiser mod Finanzamt Innsbruck, Sml. 2005 I, s. 1627, præmis 40 og sag C-169/08, Presidente del Consiglio dei Ministri mod Regione Sardegna, Sml. 2009 I, s. 10821, præmis 61.

(18)  Sag 173/73, Den Italienske Regering mod Kommissionen for De Europæiske Fællesskaber, Sml. 1974, s. 709, præmis 33.

(19)  Meddelelse fra Kommissionen om anvendelsen af statsstøttereglerne på foranstaltninger vedrørende direkte beskatning af virksomhederne, EFT C 384 af 10.12.1998, punkt 23.

(20)  Undersøgelse foretaget af Socialforskningsinstituttet i 2007.

(21)  Sag C-353/95 P Ladbrokes mod Kommissionen, Sml. 1997 I, s. 7007.

(22)  Sag C-58/09, op. cit. punkt 35.

(23)  Sag 173/73 Den italienske regering mod Kommissionen for De Europæiske Fællesskaber, Sml. 1974, s. 709, præmis 33; Meddelelse fra Kommissionen om anvendelsen af statsstøttereglerne på foranstaltninger vedrørende direkte beskatning af virksomhederne, EFT C 384 af 10.12.1998, punkt 23.

(24)  Sag T-308/00 Salzgitter mod Kommissionen for De Europæiske Fællesskaber, Sml. 2004 II, s. 1933, præmis 81; Beslutning C 2/2009, MoRaKG, Vilkår for kapitalinvesteringer (EUT C 60 af 14.3.2009, s. 9), punkt 25.

(25)  Rapport om anvendelsen af Kommissionens meddelelse om anvendelsen af statsstøttereglerne på foranstaltninger vedrørende direkte beskatning af virksomhederne, 9.2.2004, punkt 38.

(26)  Meddelelse fra Kommissionen om anvendelsen af statsstøttereglerne på foranstaltninger vedrørende direkte beskatning af virksomhederne, EFT C 384 af 10.12.1998, punkt 26.

(27)  Sag 730/79, Philip Morris Holland BV mod Kommissionen for De Europæiske Fællesskaber, Sml. 1980, s. 2671, præmis 11.


22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/20


Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης

(Υπόθεση COMP/M.6073 — Daimler/Beiqi Foton Motor CO/Beijing Foton Daimler Automotive/JV)

Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

2011/C 22/08

1.

Στις 12 Ιανουαρίου 2011, η Επιτροπή έλαβε γνωστοποίηση μιας σχεδιαζόμενης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1) με την οποία οι επιχειρήσεις Daimler AG («Daimler», Γερμανία) και Beiqi Foton Motor Co. Ltd («Foton», Κίνα) αποκτούν κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κοινοτικού κανονισμού συγκεντρώσεων κοινό έλεγχο της επιχείρησης Beijing Foton Daimler Automotive Co. Ltd («BFDA») με αγορά μετοχών σε νεοσυσταθείσα εταιρεία που αποτελεί κοινή επιχείρηση.

2.

Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι:

για την Daimler: ανάπτυξη, κατασκευή και διανομή αυτοκινήτων (ιδιωτικά αυτοκίνητα, φορτηγά, ημιφορτηγά, λεωφορεία και εμπορικά οχήματα)· παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην αυτοκινητοβιομηχανία συμπεριλαμβανομένων χρηματοδοτήσεων, χρηματοδοτικών μισθώσεων, ασφαλίσεων και διαχείρισης στόλου αυτοκινήτων·,

για την Foton: ανάπτυξη, κατασκευή και διανομή εμπορικών οχημάτων·,

για την BFDA: ανάπτυξη, κατασκευή και διανομή μεσαίων και βαρέων φορτηγών στην Κίνα.

3.

Κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωστοποιηθείσα πράξη θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού κανονισμού συγκεντρώσεων. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια απλοποιημένη διαδικασία αντιμετώπισης ορισμένων συγκεντρώσεων βάσει του κοινοτικού κανονισμού συγκεντρώσεων (2) σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι υποψήφια για να αντιμετωπιστεί βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στην ανακοίνωση.

4.

Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν στην Επιτροπή ενδεχόμενες παρατηρήσεις για τη σχεδιαζόμενη συγκέντρωση.

Οι παρατηρήσεις πρέπει να φθάσουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, με την ένδειξη COMP/M.6073 — Daimler/Beiqi Foton Motor CO/Beijing Foton Daimler Automotive/JV. Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Επιτροπή με φαξ (+32 22964301), ηλεκτρονικά στην COMP-MERGER-REGISTRY@ec.europa.eu ή ταχυδρομικά στην ακόλουθη διεύθυνση:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

ΓΔ Ανταγωνισμού

Μητρώο Συγχωνεύσεων

J-70

1049 Bruxelles/Brussel

BELGIQUE/BELGIË


(1)  ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1 («Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων»).

(2)  ΕΕ C 56 της 5.3.2005, σ. 32 («Ανακοίνωση σχετικά με απλοποιημένη διαδικασία»).


22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/21


Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης

[Υπόθεση COMP/M.5950 — Munksjo/Arjowiggins (decor and abrasive businesses)]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

2011/C 22/09

1.

Στις 17 Ιανουαρίου 2011, η Επιτροπή έλαβε γνωστοποίηση σχεδιαζόμενης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 και σε ακολουθία μιας παραπομπής δυνάμει του άρθρου 4(5) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1) με την οποία η επιχείρηση Munksjö AB («Munksjö», Σουηδία) αποκτά κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1β του κοινοτικού κανονισμού συγκεντρώσεων έλεγχο τμήματος της επιχείρησης Arjowiggins SAS («Arjowiggins», Γαλλία) με αγορά μετοχών.

2.

Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι:

για την Munksjö: παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντων χαρτιού σε έξι τομείς: διακοσμητικό χαρτί, χαρτοπολτός, ηλεκτροτεχνικό χαρτί, Spantex, λεπτό χαρτί και Inpak·,

για την Arjowiggins: παραγωγή χαρτιού για δημιουργική και τεχνική χρήση. Στα στοιχεία ενεργητικού που αφορά η συγκέντρωση περιλαμβάνονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της Arjowiggins στους τομείς του διακοσμητικού χαρτιού, του λεπτού χαρτιού, του χαρτιού για χρήση στις καλές τέχνες και του γυαλόχαρτου.

3.

Κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωστοποιηθείσα πράξη θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού κανονισμού συγκεντρώσεων. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού.

4.

Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν στην Επιτροπή ενδεχόμενες παρατηρήσεις για τη σχεδιαζόμενη συγκέντρωση.

Οι παρατηρήσεις πρέπει να φθάσουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, με την ένδειξη COMP/M.5950 — Munksjo/Arjowiggins (decor and abrasive businesses). Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Επιτροπή με φαξ (+32 22964301), ηλεκτρονικά στην COMP-MERGER-REGISTRY@ec.europa.eu ή ταχυδρομικά στην ακόλουθη διεύθυνση:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

ΓΔ Ανταγωνισμού

Μητρώο Συγχωνεύσεων

J-70

1049 Bruxelles/Brussel

BELGIQUE/BELGIË


(1)  ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1 («Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων»).


Διορθωτικά

22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/22


Διορθωτικό στην ενημέρωση του καταλόγου των συνοριακών σημείων διέλευσης στα οποία αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) ( EE C 316 της 28.12.2007, σ. 1 · ΕΕ C 134 της 31.5.2008, σ. 16 · ΕΕ C 177 της 12.7.2008, σ. 9 · ΕΕ C 200 της 6.8.2008, σ. 10 · ΕΕ C 331 της 31.12.2008, σ. 13 · ΕΕ C 3 της 8.1.2009, σ. 10 · ΕΕ C 37 της 14.2.2009, σ. 10 · ΕΕ C 64 της 19.3.2009, σ. 20 · ΕΕ C 99 της 30.4.2009, σ. 7 · ΕΕ C 229 της 23.9.2009, σ. 28 · ΕΕ C 263 της 5.11.2009, σ. 22 · ΕΕ C 298 της 8.12.2009, σ. 17 · ΕΕ C 74 της 24.3.2010, σ. 13 · ΕΕ C 326 της 3.12.2010, σ. 17 )

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 355 της 29ης Δεκεμβρίου 2010 )

2011/C 22/10

Σελίδα 34, ΛΕΤΟΝΙΑ, Εναέρια σύνορα:

αντί:

«Νέο σημείο διέλευσης των συνόρων: Takuma lidosta (που λειτουργούν μόνο μετά από σχετική αίτηση)»,

διάβαζε:

«Νέο σημείο διέλευσης των συνόρων: Takuma lidlauks (που λειτουργούν μόνο μετά από σχετική αίτηση)».